Τι είναι αυτό το μπλογκ?

Το blog αυτό είναι ένας aggregator που μαζεύει και δείχνει συγκεντρωμένα όλα τα νέα ποστς από τα blogs του squat.gr. Μπορείτε να δείτε από εδώ τις πρόσφατες αναρτήσεις των blogs, με βάση την ημερομηνία ή με βάση κάποια κατηγορία/θεματική. Επίσης μπορείτε να χρησιμοποιήσετε “ροές” (rss feeds) για να βλέπετε ότι νεώτερο, είτε σε όλες τις κατηγορίες είτε σε κάποια συγκεκριμένη.

Εδώ θα κρατούνται μόνο οι πιο πρόσφατες αναρτήσεις, και οι παλιότερες σιγά σιγά θα σβήνονται, οπότε η παρούσα σελίδα δεν κάνει για λόγους αρχείου.

Posted in: ανακοινώσεις by sivnik Comments Off on Τι είναι αυτό το μπλογκ?

Προβολή του ντοκιμαντέρ ”WHAT HAPPENED, MISS SIMONE?”, Δευτέρα 23/7/2018, στις 22:00, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Berlinale 2015: «What Happened, Miss Simone?» αναρωτιέται το ντοκιμαντέρ για την ταραγμένη ζωή της ντίβας της τζαζ

Μοναδική, ευφυής, αξεπέραστη, ντίβα. Διαταραγμένη, διπολική, εθισμένη, κακοποιημένη σύζυγος και βίαιη μητέρα. Πολιτική ακτιβίστρια, σύμβολο black power, ή απλώς οργισμένη. Τι συνέβη Κα Σιμόν;

Η Νίνα Σιμόν ανεβαίνει στη σκηνή επιφυλλακτικά. Το πλήθος χειροκροτεί κι εκείνη κάνει μία κλισέ χορευτική υπόκλιση, όμως το πρόσωπό της είναι σχεδόν ενοχλημένο, εχθρικό. Βρίσκεται στα μεσήλικά της χρόνια, έχει επιστρέψει στις live εμφανίσεις μετά από πολυετή απουσία. Κάθεται στο πιάνο και μουρμουρίζει ένα καλησπέρα μέσα από τα δόντια. Το κοινό ξεσπά σε χειροκροτήματα και κραυγές κι εκείνη, επιτέλους, χαμογελά. Τα δάχτυλά της αρχίζουν να γλιστράνε με επιδεξιότητα στα πλήκτρα, η φωνή της βγαίνει καπνισμένη, βασανισμένη και σημαντική. Ομως όταν μία γυναίκα σηκώνεται από την καρέκλα της, η Σιμόν διακόπτει απότομα το τραγούδι με βρισιές και απειλές, απαιτώντας από την άτυχη θεατή να ξανακάτσει αμέσως στη θέση της. Τα μάτια της είναι γεμάτα οργή. Σε λίγα μόνο λεπτά, ολόκληρη η ντίβα αποκαλύπτεται: η ευφυής πιανίστας και η ανασφαλής performer. Η τζαζ μουσικός με τον μοναδικό ήχο και η οργισμένη καλλιτέχνης που πίστευε ότι δεν τη σεβόταν κανείς. Η σταρ και η γυναίκα.

Το ντοκιμαντέρ της Λιζ Γκάρμπους («Love, Marilyn», «Bobby Fischer Against the World») θα επιχειρήσει να τη δείξει ολόκληρη. Λουσμένη στο φως του ταλέντου της και χαμένη στο τρομαχτικό σκοτάδι του διπολισμού της. Δε θα την ηρωποιήσει, δε θα την εξιδανικεύσει, αλλά θα είναι φανερό σε κάθε ένα πλάνο πόσο πολύ την αγαπά. Δε θα πάρει θέση, όσο θα κάνει την ερώτηση του τίτλου (το οποίο είναι απόσπασμα από το ποίημα της Μάγια Ανγκέλου για τη Νίνα Σιμόν, «The Singer Will Not Sing»): «Τι συνέβη, κυρία Σιμόν;»

Mέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό (φωτογραφίες της παιδικής ηλικίας, των καλοκαιριών της εφηβείας στα jazz clubs του Ατλάντικ Σίτι) η Γκάρμπους μας συστήνει την μικρή Γιουνίς Γουέιμον από τη Βόρειο Καρολάινα – την πιτσιρίκα που οι γονείς και οι δασκάλες της είχαν ξεχωρίσει ως μουσικό ταλέντο στο πιάνο και την προόριζαν για να γίνει η πρώτη μαύρη πιανίστα που θα έπαιζε στο Carnegie Hall. Μέσα από ηχητικά αποσπάσματα συνεντεύξων που είχε δώσει η Σιμόν λίγο πριν πεθάνει (έφυγε το 2003 από καρκίνο) μάς ξαναγεί σ’ αυτή την απαιτητική, μοναχική, ιδιαίτερη παιδική ηλικία: όταν τελείωνε το σχολείο κι αντί να παίξει με τα υπόλοιπα παιδιά στο γκέτο, εκείνη διέσχιζε στην άλλη πλευρά, την πλευρά των λευκών, για να κάνει μαθήματα. Οταν όμως έδωσε εξετάσεις στο νεοϋρκέζικο Ωδείο, την έκοψαν, φυσικά λόγω των φυλετικών διακρίσεων της κλασσικής παιδείας στη δεκαετία του 50.

Νιώθοντας ότι οι γονείς της δεν μπορούν να τη συντηρούν πλέον, η 17χρονη Γιουνίς πιάνει δουλειά τα βράδια σε τζαζ κλαμπ του Ατλάντικ Σίτι. Κρυφά, για να μην τους ντροπιάσει (καθώς εκτιμούσαν μόνο την κλασική μουσική κι όχι τα μπλουζ και τη τζαζ). Για αυτό κι αλλάζει το όνομά της – «Νίνα» γιατί έτσι τη φώναζε ο τότε φίλος της και «Σιμόν» από τη Σιμόν Σινιορέ, τη γαλλίδα ηθοποιό που αγαπούσε. Στα κλαμπς της ζητούν να τραγουδήσει, εκεί πρωτοακούν τη φωνή της, έρχεται το συμβόλαιο για δίσκο, γίνεται διάσημη με το «I Loves you, Porgy», γνωρίζει τον άντρα της – έναν πρώην μπάτσο της Νέας Υόρκης, ο οποίος παρατά τα πάντα για να γίνει ο μάνατζέρ της και όλα απογειώνονται. Γίνεται σταρ.

Ψύχραιμες, σκληρές, αγαπησιάρικες, συμπονετικές, πικραμένες μαρτυρίες της μοναχοκόρης της, Λίζα Σιμόν Κέλι, αλλά και του καλύτερού της φίλου και κιθαρίστα της, Αλ Σάκμαν, μάς παρουσιάζουν αυτό το γάμο, αυτή τη σχέση που μπορούσε να αποτυπώσει όλα όσα σκοτείνιαζαν το άστρο της Σιμόν και την καθόρισαν για το υπόλοιπο της ζωής της: υποστήριξη στην ντίβα, κακοποίηση στη σύζυγο. «Η μητέρα μου δεν άξιζε στιγμή τη βία που υπέστη για χρόνια. Ομως, το έβλεπα, το ζούσα: ήταν σαν να την επιζητούσε. Σαν να κοιτούσε τον ταύρο στα μάτια, κρατώντας το κόκκινο πανί και προσκαλώντας τον στην κουζίνα της…» ομολογεί η Σιμόν Κέλι. «Ολοι βλέπατε την Νίνα Σιμόν – την γεμάτη ταπεραμέντο περσόνα που πιστεύατε ότι υιοθετούσε στη σκηνή. Δεν ήταν όμως έτσι μόνο στη σκηνή. Ηταν έτσι 24 ώρες το 24ωρο. Κι αυτό ήταν το πρόβλημα…»

Το πιο μεγάλο επίτευγμα της Γκάρμπους είναι η πρόσβαση στα χειρόγραφα ημερολόγια της Σιμόν, τα οποία κρατούσε σε όλη της τη ζωή και έγραφε τα συναισθήματά της με λεπτομέρεια κι ωμή ευθύτητα. Η Γκάρμπους βγάζει στην μεγάλη οθόνη, μικρές σκαναρισμένες φράσεις που δείχνουν διάφανα την αλήθεια. «Σε αγαπώ άντρα μου, σ’ ευχαριστώ που μπήκες στη ζωή μου». «Σε σιχαίνομαι, με βλέπεις σαν άλογο κούρσας που πρέπει να σου κερδίσει χρήματα». «Μου αρέσει το ξύλο. Μου αρέσει το σεξ μετά το ξύλο». «Συγγνώμη μητέρα. Επαιξα στο Carnegie Hall αλλά όχι κλασική μουσική – αυτή την ποπ που σιχαίνεσαι…»

Κανείς στα 60ς δεν μπορούσε να διαγνώσει μία διπολική προσωπικότητα – ειδικά σε μία τόσο τεράστια προσωπικότητα όπως αυτή μίας jazz/blues ντίβας. Η εξήγηση ήταν απλώς «παραξενιά», «ταπαρεμέντο», «κακή διαχείριση των οικονομικών», «σκληρή μητέρα». Η εκτόνωση που μοιάζει να της έδωσε σκοπό και να την κράτησε στη ζωή ήταν η ανάμιξή της με το μαύρο κίνημα (το «Mississippi Goddam» ήταν ό,τι πιο ριζοσπαστικό τόλμησε μαύρη τραγουδίστρια να απευθύνει στο ευρύ ραδιοφωνικό κοινό τότε), τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τους Black Panthers του Μάλκομ Χ (στον Κινγκ είχε πει χαρακτηριστικά: «εγώ είμαι ΥΠΕΡ της βίας»). Η Σιμόν το 1965 μετατράπηκε σε ιέρεια των διαδηλώσεων και του κινήματος, κάτι που της στοίχησε το λευκό της κοινό, συμβόλαια, συναυλίες, χρήματα και το γάμο της.

 

Βλέπουμε το διαζύγιο, την πτώση στην αφάνεια και την φτώχεια, την κατάθλιψη. Την επέμβαση των λευκών φίλων μουσικών της που την τράβηξαν σωματικά και κυριολεκτικά από το βάλτο της, έστησαν ξανά την καριέρα της και της πρόσφεραν ιατρική νευρολογική περίθαλψη. «Η μητέρα μου όμως έχανε τη φωνή της και την ευελιξία στο παίξιμό της λόγω των ψυχοφάρμακων» ομολογεί γλυκόπικρα η Σιμόν Κέλι.

Κι έτσι τη συναντάμε ξανά. Στη σκηνή προς τα τέλη της ζωή της. Ακόμα μεγαλειώδη. Ακόμα ανασφαλή. Ακόμα οργισμένη. Μπροστά από μικρόφωνα δημοσιογράφων που τη ρωτούν ό,τι και η Μάγια Αγγέλου: «Ο κόσμος σας αγαπούσε. Τι σας συνέβη κυρία Σιμόν;» O,τι ακολουθεί είναι η καλύτερη εκτέλεση του πικρά ειρωνικού «My Baby Just Cares For Me». Και τότε μόνο καταλαβαίνεις ότι ό,τι προηγήθηκε ήταν η πιο ευκρινής εκτέλεση του «Don’t Let me Be Misunderstood»…

 

 

Posted in: Κατάληψη Βύρωνος 3, Προβολές by anarxikoikavalas Comments Off on Προβολή του ντοκιμαντέρ ”WHAT HAPPENED, MISS SIMONE?”, Δευτέρα 23/7/2018, στις 22:00, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Mise en point: Η Ελλάδα, η Γαλλία και ο Κομμουνισμός

“Mise en point: Η Ελλάδα, η Γαλλία και ο Κομμουνισμός”

Αόρατη Επιτροπή

Όλοι συμφωνούν. Θα εκραγεί. Στις αίθουσες των συνελεύσεων, όπως και χθές στο καφέ, φτάσαμε σ’ αυτό συμπέρασμα μαζί, με τόλμη ή γενναιοδωρία. Ευχαριστηθήκαμε υπολογίζοντας τα ρίσκα. Ήδη ανιχνεύουμε τις προληπτικές επιχειρήσεις που διεξάγονται τέμνοντας το έδαφος με το πλέγμα τους. Οι εορτασμοί της πρωτοχρονιάς πήραν μια αποφασιστική τροπή εδώ. “Αυτή είναι η τελευταία χρονιά που θα ‘χουμε στρείδια! [σημ. της ελλ. μετάφρασης: huitre=στρείδι, γαλλική αργκοτική λέξη για τους μπάτσους και εν γένει τους ηλίθιους]. Προκειμένου το πλήθος να μην παρασυρθεί εντελώς από την παραδοσιακή ελευθεριότητα, είναι αναγκαίο να έχει κανείς τους 36.000 μπάτσους και τα 16 ελικόπτερα που έστειλε η Michèle Alliot-Marie [υπουργός δικαιοσύνης], που καθηλωμένη, έψαχνε παντού στις κινητοποιήσεις των μαθητών του Δεκέμβρη [2008] τρέμοντας το παραμικρό σημάδι μιας μετάδοσης από τους Έλληνες. Στο βάθος των καθησυχαστικών σχολίων, ακούμε όλο και πιο καθαρά τις θορυβώδεις προετοιμασίες για ανοιχτό πόλεμο. Κανείς δεν μπορεί να συνεχίσει ν’ αγνοεί τη ρητή, ψυχρή, ρεαλιστική επιτάχυνσή του, που δεν μπαίνει καν πια στον κόπο να παρουσιαστεί σαν μια ειρηνευτική επιχείρηση.

Οι εφημερίδες εντελώς συνειδητά αγνοούν τις αιτίες αυτής της ξαφνικής ανυσηχίας. Υπάρχει η κρίση, ασφαλώς, με τα επικίνδυνα επίπεδα της ανεργίας, την έκρηξη της απελπισίας και του κοινωνικού σχεδιασμού, τα σκάνδαλα Kerviel και Madoff. Έπειτα υπάρχει η χρεωκοπία του σχολικού συστήματος, που δεν μπορεί πια να παράγει εργάτες ή έστω απλά πολίτες, ούτε καν από τα παιδιά της μεσαίας τάξης. Υπάρχει αυτή η αρρώστια, θα ΄λεγε κανείς, μιας νεολαίας που καμιά πολιτική εκπροσώπηση δεν μπορεί να την μεσολαβήσει, που το μόνο που μπορούν να κάνουν μ’ αυτήν είναι να της πουλήσουνε χιλιάδες αυτοκίνητα για να κοπανήσει πάνω σε άλλους, αντί για τα δωρεάν ποδήλατα που δεν καταδέχεται ούτε να παραλάβει.

Όλα αυτά τα ενοχλητικά ζητήματα ωστόσο, δε θα πρεπε να φαίνονται αξεπέραστα σε μια εποχή που το κυρίαρχο μοντέλο διακυβέρνησης έγκειται ακριβώς στην διαχείριση καταστάσεων κρίσης. Εκτός αν σκεφτεί κανείς πως αυτό που έχει η εξουσία να αντιμετωπίσει εδώ πέρα, δεν είναι απλά ακόμα μια κρίση, ή ακόμα μια συνέπεια χρόνιων προβλημάτων και λίγο-πολύ απρόσμενων δυσλειτουργιών. Στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν μοναδικό κίνδυνο: Αυτόν μιας μορφής σύγκρουσης που προετοιμάζεται, και ο καθένας παίρνει θέση, και που τείνει να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.

[…]

Οι άνθρωποι που, σε κάθε σημείο, ενσωματώνουν αυτόν τον κίνδυνο, οφείλουν να αρχίσουν να αναρωτιούνται ορισμένα πράγματα, όχι λιγότερο ασήμαντα από τις ίδιες τις αιτίες, τις δυνατότητες για κινήσεις και μάχες που σε κάθε περίπτωση θα διεξαχθούν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Μεταξύ των οποίων τα κάτωθι: Πως θα “μολύνει” το ελληνικό χάος τη γαλλική κατάσταση; Μια εξέγερση εδώ [στη Γαλλία] δε θα μπορούσε φυσικά να είναι μια απλή αντιγραφή του τί συνέβη εκεί κάτω. Ο παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος έχει ακόμα τις τοπικές ιδιαιτερότητές του, και μια κατάσταση γενικευμένων ταραχών θα πυροδοτούσε μια διαφορετικού βαθμού έκρηξη αν ξεσπούσε στη Γαλλία.

Οι έλληνες ταραχοποιοί είχαν απέναντί τους ένα αποδυναμωμένο Κράτος, ενώ απολαμβάνουν μια υψηλή κοινή συμπάθεια στο πρόσωπό τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν ενάντια στο καθεστώς των συνταγματαρχών που βασίστηκε αυτή η δημοκρατία εκεί, μόλις 30 χρόνια πριν, και μέσα από μια πρακτική πολιτικής βίας. Αυτή η βία, η ανάμνηση της οποίας δεν είναι και τόσο παλιά, φαίνεται να είναι ακόμα προφανής για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Ακόμα και κορυφαία στελέχη του εκεί σοσιαλιστικού κόμματος ήταν εξοικειωμένα με τα κοκτέιλ μολότοφ στα νιάτα τους. Απ΄την άλλη, η παραδοσιακή πολιτική σκηνή εμπεριέχει κομμάτια που είναι απόλυτα ικανά να αφομοιώνουν τέτοιες πρακτικές και να προπαγανδίζουν τις ιδεολογικές κενοτοπίες τους ακόμα και μέσα απ’ τη συμμετοχή τους στις ταραχές. Ωστόσο, η μάχη της Ελλάδας δεν αποφασίστηκε ούτε ξεκαθαρίστηκε στους δρόμους -όπου η αστυνομία εμφανώς έχασε το προβάδισμα- η εξουδετέρωσή της κρίθηκε αλλού. Τίποτα δεν είναι τελικά πιο εξαντλητικό, και τίποτα δεν είναι εκ των πραγμάτων πιο φονικό, από την παραδοσιακή πολιτική, με τα ξεθωριασμένα τσιτάτα της, την απερίσκεπτη σκέψη, και τον κλειστό μικρόκοσμό της.

Εδώ στη Γαλλία, οι πιο ακραίοι απ’ τους σοσιαλιστές γραφειοκράτες μας, δεν ήταν ποτέ πραγματικά κάτι πάραπάνω από σοβαροφανείς αργόσχολοι, κατάλληλοι μόνο για κοινοβουλευτικές ρητορίες, μικροί “υπεύθυνοι” χεσμένοι κωλυσιεργοί. Έτσι επιμένουν να προωθούν αυτόν τον διαχωρισμό μεταξύ του “πολίτη” και του “σπάστη”. Και να βουτάν στα αβαθή των ατελείωτων διχοτομήσεών τους: οι οδηγοί εναντίον των διαδηλωτών, οι απεργοσπάστες εναντίον των απεργών που κρατούν ομήρους, οι φιλήσυχοι πολίτες εναντίον των ταραξιών. Μια σχεδόν γλωσσολογική επιχείρηση, που βαδίζει χέρι-χέρι με ημι-στρατιωτικά μέτρα. Οι ταραχές του Νοέμβρη του 2005 και, σ’ ένα διαφορετικό πλαίσιο, το κοινωνικό κίνημα του Φθινοπώρου του 2007 έχουν δώσει ορισμένα παραδείγματα αυτής της διαδικασίας. Η εικόνα των ενωμένων φοιτητών της Nanterre, που χειροκροτούν τη σύλληψη των συμφοιτητών τους από τους μπάτσους με κραυγές όπως “Πάμε “αγόρια με τα μπλέ” [παραπέμπει και στην ποδοσφαιρική εθνική Γαλλίας], πάμε!” δίνουν μόνο μια θολή εικόνα απ’ το τί μας επιφυλάσσει το μέλλον.

Δε χρειάζεται να πούμε για την προσκόλληση των γάλλων στο Κράτος -εγγυητή των παγκόσμιων αξιών και τελευταίο οχυρό πριν την καταστροφή- μια παθολογική συνθήκη που θα δυσκολευτούμε πολύ να τινάξουμε από πάνω μας. Πάνω απ’ όλα είναι ένας μύθος που δεν μπορεί να κρατήσει πολύ. Η άρχουσα τάξη μας η ίδια το βλέπει ολοένα και περισσότερο σαν ένα άχρηστο βάρος, μιας και αυτοί έχουν ήδη αρχίσει τη σύγκρουση με στρατιωτικούς όρους. Έχουν απωλέσει κάθε ενδοιασμό να στείλουν αντι-τρομοκρατικές μονάδες για να βάλουν σε τάξη τους ταραξίες των προαστείων, ή να απελευθερώσουν ένα κατειλημένο έδαφος που έχει πέσει στα χέρια μισθωτών σκλάβων. Στο βαθμό που το Κράτος Πρόνοιας διαλύεται, μια ωμή αντιπαράθεση μεταξύ όσων επιθυμούν την Τάξη και αυτών που δεν θέλουν άλλο απ’ αυτήν, βλέπει το φως της ημέρας. Κάθε τι που κρατούσε η γαλλική πολιτική σκηνή σε νάρκωση, επανεμφανίζεται τώρα. Δε θα αναρρώσει απ’ αυτό που το καταπίεσε έτσι απλά. Και υπολογίζουμε στο επερχόμενο κίνημα να βρει το μηδενιστικό πνεύμα που είναι απαραίτητο στο προχωρημένο στάδιο της κοινωνικής αποσύνθεσης στο οποίο γεννιέται. Και δε θ’ αποτύχει να το φέρει σε ένα εντελώς νέο επίπεδο.

Ένα επαναστατικό κίνημα λοιπόν, δεν διαδίδεται μέσω “μόλυνσης”, αλλά αντήχησης. Είναι κάτι που οιικοδομείται σε ένα μέρος και αντηχεί με τα κύματα που εκπέμπει σε κάτι που χτίζεται αλλού. Το σώμα που το αντηχεί, αντηχεί και το ίδιο με τον δικό του τρόπο. Μια εξέγερση δεν είναι σαν την μετάδοση της πανώλης ή μιας πυρκαγιάς -μια γραμμική διαδικασία που απλώνεται σε γειτονικά μέρη, από μια αρχική σπίθα. Αντίθετα είναι μάλλον κάτι που παίρνει μουσικές φόρμες, και πυρπολώντας καταφέρνει να επιβάλει τον ρυθμό του δικού του παλμού, ακόμη κι αν χάνεται στον χώρο και στον χρόνο. Και να γιγαντώνεται. Στο σημείο που μια επιστροφή στην κανονικότητα δεν είναι πια ούτε επιθυμητή, ούτε εφικτή.

Όταν μιλάμε για την Αυτοκρατορία, μιλάμε για τους μηχανισμούς της εξουσίας που προληπτικά και χειρουργικά κρατούν αιχμαλωτισμένες όλες τις επαναστατικές δυνατότητες μιας συνθήκης. Υπ’ αυτήν την έννοια, η Αυτοκρατορία δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος εχθρός, που έχουμε απέναντί μας. Είναι πολύ περισσότερο ένας ρυθμός που μας επιβάλλεται, ένας τρόπος να διαχειρίζεται κανονικά την πραγματικότητα και να την αποστραγγίζει. Είναι πολύ λιγότερο μια νέα τάξη πραγμάτων και πολύ περισσότερο η θλιβερή, βαρύγδουπη και μιλιταριστική της αποσύνθεση.

Αυτό που ακούμε απ’ τους εξεγερμένους είναι ο βόμβος από μια εντελώς διαφορετική συνθήκη, από ένα εντελώς διαφορετικό κομμάτι της πραγματικότητας, που αναζητά τις αρμονίες του, απ’ την Ελλάδα στα γαλλικά προάστεια.

[…]

Είναι κοινό μυστικό ότι οι καταστάσεις κρίσεις είναι χρυσές ευκαιρίες για την κυριαρχία να ανασυγκροτήσει την δομή της. Κι έτσι ο Sarkozy μπορεί να ανακοινώνει ότι μια πιστωτική κρίση σημαίνει και “τέλος του κόσμου”, και ταυτόχρονα ότι “το έτος 2009 θα βρει τη Γαλλία να εισέρχεται σε μια νέα εποχή”, χωρίς να περνιέται τόσο για ψεύτης. Η απειλή μιας οικονομικής κρίσης θα ήταν μια καλή καινοτομία λοιπόν. Μια ευκαιρία για ένα όμορφο παραμύθι όπου όλοι ενωμένοι θα πολεμήσουμε την ανισότητα, ενώ ταυτόχρονα θα μαχόμαστε ενάντια στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Όλα αυτά, θα πρέπει να παραδεχτούμε, είναι λίγο δύσκολο για την γενιά μας να τ αποδεχτεί, καθώς γεννηθήκαμε σε κρίση, και το μόνο που γνωρίσαμε ποτέ ήταν η κρίση -οικονομική, πιστωτική, κοινωνική, οικολογική. Δεν έχουμε πρόθεση να ακούσουμε γι ακόμα μια φορά κάτι σαν “πρέπει να σφίξουμε το ζωνάρι για λίγο καιρό”. Για να πούμε την αλήθεια, όταν ακούμε τις καταστροφικές στατιστικές της ανεργίας, δεν μας προκαλεί ιδιαίτερη συναισθηματική αντίδραση. Η κρίση είναι ένας τρόπος να κυβερνιούνται οι άνθρωποι. Όταν αυτός ο κόσμος φαίνεται πως μπορεί να συγκρατηθεί πλέον μόνο με τη διαχείριση της ίδιας της συντριπτικής του ήττας. Θα θελαν να μας δουν να τρέχουμε πίσω απ’ το Κράτος, να κινητοποιούμαστε, να εμψυχωνόμαστε, να στηρίζουμε το κάθε απίθανο σχέδιο ρετουσαρίσματος αυτής της κοινωνίας. Είναι όμως που είναι τόσο αηδιαστική μια τέτοια προοπτική που θα μπορούσαμε απλά να αποφασίσουμε να τελειώνουμε μια και καλή με τον καπιταλισμό.

Το διακύβευμα εδώ δεν είναι απλά ποιος απ’ τους 2-3 τρόπους διαχείρισης της κοινωνίας θα επιβληθεί. Αντίθετα, ασταμάτητα και ασυμφιλίωτα σε σύγκρουση μπαίνουν εδώ διαφορετικές ιδέες περί ευτυχίας και οι κόσμοι τους. Η εξουσία το γνωρίζει αυτό, κι εμείς το ίδιο. Τα “αγωνιστικά” απολοιφάδια που μας βλέπουν -ολοένα και πιο πολυάριθμους, ολοένα και λιγότερο ταυτοποιήσιμους- τραβάνε τα μαλλιά της κακόμοιρης κεφαλής τους. Και πάλι, στρέφουν τα όπλα τους εναντίον μας, προκαλώντας ασφυξία, με τις ήττες τους, με την παράλυσή τους, τις ασθενικές αμφιβολίες τους. Από τις “εκλογικές μάχες” στις “μεταβατικές περιόδους”, δεν θα γίνουν ποτέ τίποτε παραπάνω από αυτό ακριβώς που μας κρατά μακριά από την δυνατότητα του κομμουνισμού. Ευτυχώς, ελάχιστοι έχουν πια την όρεξη να ανεχθούν κάθε προδοσία και απόρριχη από δω και πέρα.

Το παρελθόν μας έδωσε τόσο πολλές λάθος απαντήσεις ώστε να γνωρίζουμε πια ότι ήταν οι ερωτήσεις μας που ήταν λανθασμένες.

Έτσι, ΔΕΝ χρειάζεται να διαλέξουμε:

Ή τον φετιχισμό του “αυθόρμητου” Ή τον έλεγχο της Οργάνωσης
Ή το DIY των αγωνιστικών γνωριμιών Ή τους προθαλάμους της ιεραρχίας
Την απεγνωσμένη δράση εδώ και τώρα Ή την απεγνωσμένη δράση όταν ωριμάσουν οι συνθήκες
Το να βάζουμε στην άκρη αυτά που πρέπει να ζήσουμε και να βιώσουμε εδώ και τώρα, στο όνομα ενός παραδείσου που απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο μοιάζοντας με κόλαση Ή το να τρώμε τις σάρκες μας, πεπεισμένοι ότι το να καλλιεργούμε τα δικά μας καρότα μπορεί να είναι αρκετό για να απελευθερωθούμε εμείς απ’ αυτόν τον εφιάλτη.
Τόσο πολλές επιλογές.

Οι οργανώσεις είναι ένα εμπόδιο στο να οργανωθούμε.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κάποιο χάσμα μεταξύ του τί είμαστε, τί κάνουμε, και τί γινόμαστε. Οι οργανώσεις, είτε πολιτικές είτε συνδικαλιστικές, φασιστικές ή αναρχικές, πάντοτε έχουν τη βάση τους στη δημιουργία πρακτικών διαχωρισμών μεταξύ αυτών των όψεων της ύπαρξης. Έπειτα συνεχίζουν επιδεικνύοντας τον ηλίθιο φορμαλισμό τους ως την μόνη εφικτή θεραπεία για τον διαχωρισμό αυτόν. Να οργανώνεται δεν σημαίνει να βρίσκεις μια δομή για την αδυναμία σου. Είναι πάνω απ’ όλα να σχηματίζεις ισχυρούς δεσμούς, δεσμούς που δεν είναι ουδέτεροι, αλλά έχουν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο βαθμός της οργάνωσης μετριέται από την ένταση της φύσης του μοιράσματος αυτού, υλικού και πνευματικού.

Λοιπόν, ήδη, “οργανωθείτε υλικά για να επιβιώσετε, οργανωθείτε υλικά για να επιτεθείτε”. Παντού μια νέα ιδέα κομμουνισμού βρίσκεται υπό επεξεργασία. Στα σκοτάδια των μπαρ, στα φωτοτυπάδικα, στις καταλήψεις, στους ακάλυπτους χώρους, σε φάρμες ή γυμναστήρια, επιθετικές συνομωσίες υφαίνονται. Συνομωσίες όπου ο κόσμος παίρνει ξαφνικά μια τροπή προς το πιο επείγον. Αυτές οι συνεργίες δεν πρέπει να στερηθούν τα μέσα που απαιτούν για την ανάπτυξη όλης της δυναμικής τους.

Και είναι μεταξύ αυτών που βρίσκεται η πραγματικά επαναστατική δυνατότητα της εποχής μας. Οι όλο και πιο συχνές εχθροπραξίες είναι υπέροχες επειδή ακριβώς κάθε φορά που συμβαίνουν, είναι η αφορμή για τέτοιου είδους συνεργίες, άλλοτε εφήμερες, αλλά πολλές φορές όσο πιο ακλόνητες μπορούν να είναι. Θα υπάρξει σίγουρα μια διαδικασία συσσώρευσης εδώ. Όταν χιλιάδες νέοι άνθρωποι κρατούν στις καρδιές τους την επιθυμία να εγκαταλείψουν και να σαμποτάρουν αυτόν τον κόσμο, θα πρέπει κανείς να είναι ηλίθιος όσο κι ένας μπάτσος για να ψάχνει από πίσω τους κάποιο χρηματοδότη, ηγέτη, ή έστω ένα απρόσεχτο λάθος.

[…]

Δυο αιώνες καπιταλισμού και εμπορευματικού μηδενισμού κατέληξαν στην εξάπλωση της πιο ακραίας αποξένωσης, την αποξένωση του ίδιου του εαυτού, των άλλων, των πολλών κόσμων που υπάρχουν σ αυτόν τον κόσμο. Το άτομο, αυτή η παλιά θεότητα, αποσυντέθηκε με την ίδια ταχύτητα που είχε πραγματοποιηθεί. Παιδιά της μητρόπολης, ορίστε το στοίχημά μας: Είναι από την πιο βαθιά αλλοτρίωση της ίδιας της ύπαρξης που οι πάντα αποσιωπημένες, οι πάντα αποτρεπόμενες δυνατότητες του κομμουνισμού αναπτύσσονται. Οπωσδήποτε, αυτό με το οποίο πολεμάμε εδώ πέρα, είναι η ίδια η ανθρωπολογία. Η ίδια η ιδέα του “ανθρώπου”. Έπειτα για τον κομμουνισμό, ως προϋπόθεση και ως πειραματισμό. Το μοίρασμα από κοινού μιας συγκεκριμένης ευαισθησίας και η επεξεργασία του μοιράσματος αυτού. Η εύρεση του τί είναι κοινό, και η κατασκευή μιας δύναμης. Ο κομμουνισμός ως η μήτρα, μιας σχολαστικής, αυθάδικης επίθεσης ενάντια στην εξημέρωση. Ως κάλεσμα και ως ονομασία, απ’ όλους τους κόσμους που αντιστέκονται στην αυτοκρατορική ειρήνη, απ’ όλη την αλληλεγγύη που δεν μπορεί να σπάσει απ’ τη δικτατορία του εμπορεύματος, απ’ όλες τις φιλίες που συμβαδίζουν με τις αναγκαιότητες του πολέμου. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ. Γνωρίζουμε ότι είναι ένας όρος που πρέπει να μεταχειριζόμαστε με προσοχή. Όχι επειδή στην μεγάλη παρέλαση των λέξεων, αυτή δεν είναι πια στην μόδα. Αλλά μάλλον επειδή οι χειρότεροι απ΄ τους εχθρούς μας την καπηλεύτηκαν και συνεχίζουν να το κάνουν. Ωστόσο, επιμένουμε. Ορισμένες λέξεις είναι σαν πεδία μάχης, το νόημά τους είναι μέρος και έπαθλο ενός είδους νίκης, είτε της επανάστασης είτε της αντίδρασης, και αναγκαστικά κερδίζεται με σκληρό αγώνα.

[…]

Κατά την παράδοση, όλα ξεκινούν με ένα “κοινωνικό κίνημα”. Πάνω απ’ όλα τη στιγμή που η αριστερά, η οποία πλέον δεν ασχολείται μόνο με το συγύρισμα της ίδιας της αποσύνθεσής της, αλλά προσπαθεί φαρισαϊκά να κερδίσει λίγη αξιοπιστία του δρόμου. Ωστόσο, έχει χάσει προ πολλού το μονοπώλιο του δρόμου. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά σε κάθε νέα διαδήλωση των μαθητών, όπως και κάθε άλλου που τολμούν να υποστηρίζουν: υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα που ποτέ δεν σταματά να διευρύνεται, μεταξύ των κλαψιάρικων αιτημάτων τους, και του επιπέδου της βίας και της αποφασιστικότητας του κινήματος.

Πρέπει να μετατρέψουμε το χάσμα αυτό σε οδόφραγμα.

Αν βλέπουμε ακόμα “κοινωνικά κινήματα” να ακολουθούν το ένα το άλλο, να τρέχουν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο και να μην αφήνουν τίποτα ορατό πίσω τους, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπάρχει κάτι μέσα τους που ακόμα επιμένει. Ένα μικρό ίχνος σκόνης που συνδέει κάτι που δεν επιτρέπει στον εαυτό του να ρυθμιστεί απ’ τον αυθαίρετο χρόνο που επιβάλει η τυπική απόσυρση του ενός ή του άλλου νόμου, με το οποιοδήποτε πρόσχημα. Βλέπουμε κάτι που, με τον δικό του ρυθμό και τις δικές του κινήσεις, αποτελεί μια νέα δύναμη που παίρνει σχήμα. Μια δύναμη που δε θα περιμένει απλά να έρθει η κατάλληλη στιγμή, αλλά θα την επιβάλει, σιωπηλά.

Δεν έχουμε πια χρόνο να περιμένουμε την κατάρρευση. Είτε γίνει αργά ή γρήγορα, πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Δε χρειάζεται κανεις να σχεδιάσει το πώς θα γίνει η εξέγερση, αλλά να φέρει πίσω την πιθανότητα μιας ανταρσίας σ’ αυτό που δε θα πρεπε ποτέ να σταματήσει να είναι: ο ζωτικός ενθουσιασμός της νιότης, καθώς και της λαϊκής σοφίας. Όσο γνωρίζουμε πως να κινηθούμε μέσα της, η απουσία ενός γενικού σχεδίου δεν είναι τόσο ένα εμπόδιο, όσο μια πιθανότητα. Για τους εξεγερμένους είναι ο μόνος χώρος που μπορεί να τους εγγυθεί ένα βασικό πράγμα: την πρωτοβουλία κινήσεων. Απλά χρειάζεται να ανάψουμε και να κρατήσουμε ζωντανό, όπως κρατά κανείς μια φωτιά, έναν συγκεκριμένο τρόπο να κοιτά κανείς τα πράγματα, μια συγκεκριμένη τακτική έξαψη, ώστε όταν έρθει η στιγμή, ακόμα και τώρα, να είμαστε μια αποφασιστική και συνεχής πηγή αποφασιστικότητας. Ήδη ορισμένα ερωτήματα που μέχρι χθες ίσως έμοιαζαν απαρχαιωμένα ή γραφικά επανέρχονται. Απλά πρέπει να τα προωθήσουμε, όχι να τους δώσουμε την οριστική τους απάντηση, αλλά να τα φέρουμε στη ζωή. Η επανάληψη ορισμένων απ’ αυτά, δεν είναι δα και η μικρότερη από τις αρετές της ελληνικής εξέγερσης:

-Πως μπορεί μια γενικευμένη κατάσταση ταραχής να μετατραπεί σε εξέγερση;
-Τι κάνουμε όταν πάρουμε τους δρόμους και η αστυνομία έχει ηττηθεί σ’ αυτό το πεδίο;
-Έχει ακόμα νόημα μια επίθεση στο κοινοβούλιο;
-Τί σημαίνει, στην πράξη, να ανατρέψουμε την εξουσία σε τοπικό επίπεδο;
-Πώς λαμβάνουμε τις αποφάσεις μας;
-Πως μπορούμε να συντηρηθούμε;
-ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ Ο ΕΝΑΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ;

Παρίσι, 22 Γενάρη 2009

[σημείωση*: φιλοξενούμε το κείμενο της “Αόρατης Επιτροπής” εδώ λόγω ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, αν και διαφωνούμε με τη συλλογιστική που αναπτύσσεται σε πολλά σημεία, για παράδειγμα την αναγωγή της διαφορετικής πολιτικής εκπροσώπησης, σε Ελλάδα και Γαλλία, εκ μέρους των σοσιαλιστών, στη ψυχοσύνθεση και τα βιώματα των ανώτερων στελεχών τους. Κάτι τέτοιο παραπέμπει σε μια προσωποκεντρική θεώρηση της ιστορίας (που κινείται δηλαδή σύμφωνα με τα καπρίτσια των “απο πάνω”), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες μεταξύ των δυο χωρών, όπως οι παραγωγικές σχέσεις και ο αποκλεισμός διαφορετικών κομματιών του πληθυσμού, και ιδιαίτερα όσον αφορά την “κοινωνική βάση” των δυο πολιτικών αυτών χώρων. Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό μιας άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο προσωπικής/ηθικής κριτικής στο ρόλο της αριστεράς, που επαναλαμβάνεται στα κείμενα της τάσης αυτής, καταλήγοντας μάλλον να αποδυναμώνει τη σχετική κριτική.]

*Η σημείωση είναι του πρακτορείου rioters απ’όπου και αλιεύτηκε το κείμενο.

Ragnarok

Posted in: Αρχείο, Κείμενα by ragnarok Comments Off on Mise en point: Η Ελλάδα, η Γαλλία και ο Κομμουνισμός , , ,

Eric Michaud: Οι εισβολές των βαρβάρων- μια γενεαλογία της ιστορίας της τέχνης

Η ιστορία της τέχνης άρχισε με τις εισβολές των βαρβάρων. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι γράφτηκε από την εποχή των εισβολών στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία τις οποίες πραγματοποίησαν, τον 4ο και τον 5ο αιώνα της χρονολογίας μας, οι αποκαλούμενοι βάρβαροι ή γερμανογενείς[i] λαοί. Και ακόμα λιγότερο ότι η τέχνη δεν είχε ιστορία πριν από αυτές τις «μεγάλες» εισβολές. Σημαίνει ότι μία πραγματική ιστορία της τέχνης κατέστη δυνατή μόνο απ’ τη στιγμή που, το 18ο και τον 19ο αιώνα, οι εισβολές των βαρβάρων έγιναν αντιληπτές ως το αποφασιστικό συμβάν με το οποίο η Δύση εισήλθε στη νεωτερικότητα, δηλαδή στη συνείδηση της δικής της ιστορικότητας. Όχι πλέον ως η καταστροφή που βύθισε την Ευρώπη στα σκοτάδια του Μεσαίωνα, αλλά αντιθέτως ως η σωτήρια έξοδος από μια μακρά περίοδο στασιμότητας που μπορούσε να ολοκληρωθεί μόνο μέσα στην αποσύνθεση. Μέχρι περίπου τα μέσα του 18ου αιώνα, η εμφάνιση των βαρβάρων εντός της αυτοκρατορίας θεωρούνταν ότι είχε την οδηγήσει στην παρακμή και την πτώση. Από τη δεκαετία του 1800, το νέο αίμα των φυλών του Βορρά άρχισε να σημαίνει την ανανέωση, τη φυσιολογική, πολιτιστική και πολιτική αναζωογόνηση των λαών της αυτοκρατορίας: «Κύματα Βαρβάρων ξεχύνονταν μέσα στα απισχνασμένα έθνη· η σταματημένη μέχρι τότε ζωή αναζωογονούνταν με νέο αίμα, και τα ξεραμένα κλαδιά ξανάνθιζαν»[1]. Μια τέτοια εικόνα των εισβολών εδραιώθηκε για καιρό στα μυαλά των ανθρώπων. Και αυτή η ισχυρή εικόνα κουβαλούσε μαζί της παραστάσεις ρωμαλέων λαών, που έσφυζαν από ένα δημιουργικό ένστικτο το οποίο στερούνταν οικτρά οι παρηκμασμένοι Ρωμαίοι καθώς και οι λαοί που ήταν υποταγμένοι σ’ αυτούς. Όταν λοιπόν διαδόθηκε εντός της αυτοκρατορίας, το νέο αίμα των Βαρβάρων δεν κατέστρεψε τίποτε: διατήρησε την αρχαία τέχνη, κομίζοντας όμως ταυτόχρονα και μία νέα, αναγκαία αντι-ρωμαϊκή και αντι-κλασική, της οποίας η κληρονομιά ήταν ακόμη έκδηλη σε όλη την Ευρώπη δεκαπέντε αιώνες αργότερα. Με αυτή τη φανταστική αφήγηση, τα καλλιτεχνικά ύφη περιήλθαν κάπως ξαφνικά υπό την πλήρη εξάρτηση του αίματος και της φυλής.

Αρκετοί ιστορικοί του 18ου και του 19ου αιώνα αρέσκονταν να φιλοτεχνούν για τους Βαρβάρους πορτραίτα λαών τόσο περισσότερο ισχυρών, καθόσον φέρονταν ως φυλετικά ή εθνοτικά ομοιογενείς. Η εθνογραφία της αρχαιότητας τους παρείχε πράγματι τα μοντέλα της, τα βασισμένα σε ένα διπλό αξίωμα περί ομοιογένειας και συνέχειας των «ξένων» λαών. Μήπως ο ίδιος ο Τάκιτος, από το τέλος του 1ου αιώνα, δεν είχε περιγράψει το πλήθος των λαών που ονόμαζε γερμανογενείς ως έναν μόνο πληθυσμό χωρίς προσμείξεις, φυλετικά καθαρό; Τα σωματικά τους χαρακτηριστικά είναι «παντού τα ίδια», διαβεβαίωνε. Ποικιλομορφία και πολυπλοκότητα σ’ εμάς, ομοιομορφία και απλότητα αλλού. Όπως σημείωνε μέχρι και ένας συνεργάτης της Εγκυκλοπαίδειας[2], οι άνθρωποι μοιάζουν ο ένας με τον άλλο πολύ περισσότερο στους άγριους παρά στους αστυνομευμένους λαούς. Πολλοί, όπως ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, προσθέτουν σε αυτό μία αρχή συνέχειας των λαών, οι οποίοι υποτίθεται ότι δεν εξαφανίζονται ποτέ και διατηρούν πάντοτε τα ίδια φυσικά και ηθικά χαρακτηριστικά[3]. Πάνω σε τέτοια ανθρωπολογικά μοντέλα οικοδομήθηκε η ιστορία της τέχνης. Αναλαμβάνοντας ως καθήκον να περιγράψει τα αντικείμενα τα οποία παρήγαγαν λαοί που υποτίθεται ότι ήταν ομοιογενείς και παρέμειναν πάντοτε ταυτόσημοι με τον εαυτό τους από αιώνα σε αιώνα, θέλησε να κάνει τα αντικείμενα αυτά αδιάψευστες μαρτυρίες αυτής της ταυτότητας και αυτής της ομοιογένειας. Με αυτό το σκοπό κατασκεύασε τις έννοιές της, τα εργαλεία ανάγνωσης και ερμηνείας που επέζησαν ακόμη και αφού κατέρρευσαν οι προκείμενές τους.

Δημιούργημα σε μεγάλο βαθμό του ρομαντισμού, αδιαχώριστο από το σχηματισμό των εθνών κρατών και την άνοδο των εθνικισμών στην Ευρώπη, οι εισβολές των βαρβάρων δεν έπαψαν ποτέ να εξάπτουν τα πάθη και να διχάζουν τους ιστορικούς. Η αποσύνθεση της αυτοκρατορίας ήταν άραγε αναπόδραστη ή προκλήθηκε από την άφιξη των γερμανογενών λαών; Οι τελευταίοι είχαν άραγε συγκροτηθεί ξαφνικά σε συμπαγείς μάζες ή μήπως η είσοδός τους στην αυτοκρατορία πραγματοποιήθηκε αργά και με πρόσκληση των ίδιων των Ρωμαίων; Ήταν άραγε φιλειρηνικοί ή βάναυσοι, πολεμιστές ή γεωργοί; «Ο ρωμαϊκός πολιτισμός δεν πέθανε από φυσικό θάνατο. Δολοφονήθηκε»[4]. Γραμμένα υπό ναζιστική κατοχή, τα διάσημα αυτά λόγια ενός Γάλλου ιστορικού δημοσιεύθηκαν το 1947, την επαύριο ενός πολέμου με έναν εχθρό που γινόταν αντιληπτός ως κληρονομικός: λένε αρκετά για το πώς η θέση του παρατηρητή, στο χρόνο και στο χώρο, πάντοτε καθορίζει το πώς γράφεται η ιστορία.

Η θέση περί εσωτερικής αποσύνθεσης της αυτοκρατορίας που κυριάρχησε μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δεν εξαφανίστηκε ποτέ τελείως, έστω και αν έγινε ιδιαίτερα δύσκολο να επικαλεστεί κανείς σήμερα την όποια ρωμαϊκή «παρακμή». Η δε εικόνα των βάναυσων και καταστροφικών βαρβαρικών ορδών, που φαινόταν προορισμένη να ανήκει εσαεί στο φαντασιακό των Ευρωπαίων, μετασχηματίστηκε ωστόσο μοναδικά στο γύρισμα από τον 20ό στον 21ο αιώνα, προσεγγίζοντας τις απόψεις που είχε υποστηρίξει ο Φυστέλ ντε Κουλάνζ στα τέλη του 19ου. Μπορούσαμε άραγε να μιλάμε πραγματικά για «γερμανικές εισβολές» τη στιγμή που αυτοί οι Βάρβαροι, που δεν ήταν καν νομάδες[5], είχανε κληθεί και προσελκυστεί από τη Ρώμη και που, επιπλέον, «κανείς απ’ αυτούς δεν ήταν ‘Γερμανός’»[6]; Σήμερα, οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν τουλάχιστον σε δύο σημεία: δεν είναι πλέον δυνατό να θεωρούμε τις ομάδες αυτές που διεισδύουν στα εδάφη της αυτοκρατορίας ως λαούς ομοιογενείς, και οι λαοί αυτοί που ανέκαθεν λέγαμε γερμανογενείς δεν περιλάμβαναν στην πραγματικότητα παρά ελάχιστους «Γερμανούς». Είναι η Γερμανία του Τάκιτου, που ξαναανακαλύφθηκε το 15ο αιώνα, η Ιστορία των Γότθων του Ιορδάνη και η Ιστορία των Λομβαρδών του Πωλ Ντιάκρ που επέτρεψαν σε κάποιους Γερμανούς ανθρωπιστές του 16ου αιώνα να φανταστούν ότι οι πολλαπλές βαρβαρικές λαότητες που κατοικούσαν πέρα από το Ρήνο και τον Δούναβη –Βουργουνδοί, Σάξονες, Αλαμανοί, Γότθοι, Βάνδαλοι, Φράγκοι, Έρουλοι, Βησιγότθοι, Αλανοί κ.λπ.- ήταν όλοι «γερμανογενή» φύλα [Stämme] και υπ’ αυτή τους την ιδιότητα συνιστούσαν τους πιο αυθεντικούς προγόνους των σημερινών Γερμανών[7]. Αυτή η αντίληψη περί μιας απόλυτης συνέχειας των «αρχαίων Γερμανών» με τους νεότερους[ii] παρέμεινε ζωντανή: ακόμα σήμερα, κάποιοι ιστορικοί διατείνονται ότι γράφουν «μια σύνθεση που περικλείει το γερμανικό παρελθόν από την έλευση των Γερμανών [Germains] στον δυτικό κόσμο μέχρι την επανένωση του 1990»[8], λες και είναι δυνατό να γράψει κανείς δύο χιλιάδες χρόνια ιστορίας ενός και του αυτού «γερμανικού λαού», πάντοτε ταυτόσημου με τον εαυτό του.

Αλλά απ’ τη στιγμή που θα δεχόμασταν, μαζί με τον Τάκιτο, το πλάσμα μιας γερμανικότητας κοινής σε αυτούς τους τόσο ετερογενείς πληθυσμούς, θα ήταν εύκολο να κάνουμε αυτούς τους «Γερμανούς» πηγή της μοντέρνας Ευρώπης. Ο γερμανικός και αντι-γαλλικός πατριωτισμός του 18ου αιώνα δεν θα χάσει την ευκαιρία. Ήταν όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία φάνηκε εξαντλημένη, εκνευρισμένη, εξαρθρωμένη, έγραφε ο Χέρντερ[9], που «γεννήθηκε στο Βορρά ένας νέος άνθρωπος […]. Γότθοι, Βάνδαλοι, Βουργουνδοί, Άγγλοι, Ούνοι, Έρουλοι, Φράγκοι και Βούλγαροι, Σλάβοι και Λομβαρδοί έφθασαν, εγκαταστάθηκαν, και όλος ο καινούριος κόσμος, από τη Μεσόγειο μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, από τον Ατλαντικό μέχρι τη Βόρεια Θάλασσα, είναι δικό τους έργο! δική τους φυλή! δική τους συγκρότηση!». Μερικά χρόνια αργότερα, βρίσκουμε έναν υπουργό τού Φρειδερίκου του 2ου να εναντιώνεται, όπως και ο Χέρντερ, στις «ρομανικές» απόψεις του ηγεμόνα: «Οι Γάλλοι, οι Βουργούνδιοι, οι Αγγλοσάξονες, οι Λογγοβάρδοι, οι Βάνδαλοι, οι Γότθοι, οι Ρούγιοι και οι Έρουλοι, οι κύριοι λαοί που κατέστρεψαν τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και θεμελίωσαν τις τωρινές μοναρχίες της Ευρώπης, είναι όλοι γερμανογενείς»[10]. Τέτοιες μυθοπλασίες «φυλετικής» ενότητας επέτρεψαν τους δύο επόμενους αιώνες να μετατραπούν οι εισβολές των βαρβάρων σε ένα αποφασιστικό επεισόδιο του αιώνιου πολέμου των «γερμανογενών φυλών» ενάντια σε αυτές που σύντομα επρόκειτο να αποκληθούν «λατινικές φυλές»[11].

Η ύστερη αρχαιότητα όμως δεν μιλούσε για «μετανάστευση των λαών» (ούτε για Völkerverwanderung, ούτε για migratio gentium) και οι Βάρβαροι που εισέβαλλαν στην αυτοκρατορία αγνοούσαν ότι ανήκαν στους «γερμανογενείς λαούς»[12]. Από την άλλη, η αντιδιαστολή ανάμεσα σε έναν populus romanus, κάτοχο ιστορίας και πολιτειακής συγκρότησης, και στους λιγότερο ή περισσότερο αγριωπούς gentes που διέμεναν πέρα από το Ρήνο και τον Δούναβη, ήταν μια ρωμαϊκή πολιτική κατασκευή που διατηρήθηκε πολύ μετά τον 4ο και τον 5ο αιώνα, ενώ οι διακρίσεις μεταξύ Ρωμαίων και Βαρβάρων γίνονταν διαρκώς πιο αβέβαιες. Αυτή τώρα η αντιδιαστολή ανάμεσα σε «εμάς» και σε «αυτούς», που ποτέ δεν είχε σβήσει, επιβίωσε επίσης, αλλά με αντεστραμμένα πρόσημα, σε μια ορισμένη γερμανογενή και γερμανιστική παράδοση διαμέσου άλλων αντιθέσεων: εκείνης μεταξύ Kultur και Zivilisation φυσικά, αλλά επίσης εκείνης μεταξύ «συμπαθητικών πολιτισμών» και «πολιτικών πολιτισμών»[13]· και, ευρύτερα, των πληθυσμών που κρίνονταν φυλετικώς ομοιογενείς από όσους έμοιαζαν απλώς να σχηματίζουν μία «πολιτική» συνομάδωση χωρίς «οργανικό» θεμέλιο. Αυτές οι στοιχειώδεις ταξινομήσεις των νεωτέρων αγνοούσαν σκοπίμως όλους όσοι ήταν ταυτόχρονα Ρωμαίοι και βάρβαροι και, ευρύτερα, την τεράστια ρευστότητα των «εθνοτικών», κοινωνικών και πολιτικών ταυτοτήτων που θόλωνε τα όρια περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσαν ποτέ να το κάνουν οι εισβολές ένοπλων ομάδων. Όσο γι’ αυτές τις τελευταίες, ο Φυστέλ ντε Κουλάνζ ήδη σημείωνε: «πολλοί από αυτούς τους Βησιγότθους, τους Βουργουνδούς, τους Βανδάλους, για τους οποίους μιλά η ιστορία, ήταν Ιταλοί, Γαλάτες, Ισπανοί, Αφρικανοί. Αναμιγμένοι με τους Γερμανούς, αξεχώριστοι απ’ αυτούς, έπειθαν τους πληθυσμούς της εποχής ότι οι εισβολείς ήταν πολυάριθμοι, και έτσι έπεισαν και τους μεταγενέστερους»[14].

Για να ολοκληρωθεί η σύγχυση, τα ονόματα που έδιναν οι Ρωμαίοι σε πληθυσμούς συχνά ετερόκλητους κάλυπταν σύνολα των οποίων το περιεχόμενο μπορούσε να διαφέρει αισθητά στην πορεία του χρόνου· και η συνέχεια του ονόματος δημιουργούσε την απατηλή εντύπωση μιας μεγάλης «εθνοτικής», δηλαδή βιολογικής, συνέχειας. Τα ονόματα αυτά όμως δεν περιέγραφαν «έθνη»: εξέφραζαν απλώς «μία μορφή ενότητας υπό την καθοδήγηση αρχηγών που ήλπιζαν να μονοπωλήσουν και να ενσαρκώσουν τις παραδόσεις που συνδέονταν με αυτά τα ονόματα. Ταυτόχρονα, οι αρχηγοί αυτοί ιδιοποιούνταν ετερογενείς παραδόσεις και επινοούσαν νέες»[15]. Η εθνοτική ομοιογένεια και συνέχεια επομένως ήταν κατ’ ουσίαν εξαιρετικά αναγωγιστικές ρομαντικές αναπαραστάσεις: η Ευρώπη προέβαλλε στο παρελθόν της το εθνικό και φυλετικό της πρόταγμα. Όπως σημείωνε και πάλι ο Φυστέλ ντε Κουλάνζ με τη μετριοπάθεια που τον διέκρινε, «το νεωτερικό πνεύμα είναι τόσο βυθισμένο σε εθνογραφικές θεωρίες, που μεταφέρει αυτή την πρόληψη και στη μελέτη της ιστορίας»[16].

Καθώς λοιπόν η ιστορία της τέχνης έκανε δικές της αυτές τις δύο θεμελιώδεις θέσεις περί εθνοτικής/ φυλετικής ομοιογένειας και συνέχειας, εγγράφηκε στο εσωτερικό του μεγάλου αφηγήματος περί πολέμου των φυλών. Και το αφήγημα αυτό, χάρη σ’ εκείνη, επρόκειτο να πάρει μια νέα πολιτιστική και πολιτική σημασία όταν το καλλιτεχνικό προϊόν θα καλούνταν να εκφράσει την ταυτότητα όχι του ενικού δημιουργού του, αλλά της εθνοτικής ομάδας –«λαού» ή «φυλής»- από την οποία προερχόταν. Επιδιώκοντας να δουν με ιστορική ματιά τα αντικείμενά τους, οι δύο μεγάλες ιδρυτικές φιγούρες του τομέα της ιστορίας της τέχνης, ο Τζόρτζιο Βαζάρι και ο Γιόχαν Γιόαχιμ Βίνκελμανν, σκέφτηκαν και ο ένας και ο άλλος, με δύο αιώνες διαφορά, την ανάπτυξη της τέχνης με βάση το μοντέλο της ζωής. Για τον Βαζάρι, η ιστορία των καλών τεχνών διακόπηκε με την άφιξη των Βαρβάρων και ξανάρχισε μόνο υπό τους Μεδίκους. Για τον Βίνκελμανν, η ιστορία της μεγάλης τέχνης είχε οριστικά σταματήσει με τις εισβολές των βαρβάρων. Ο πρώτος καταπιάστηκε να συντάξει βιογραφίες καλλιτεχνών σχηματίζοντας θολές τοπικές γενεαλογίες –ό,τι αργότερα θα προσδιοριζόταν με τον όρο «σχολές». Το διάσημο μνημειώδες έργο του Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων από τον Τσιμαμπούε μέχρι την εποχή μας, που δοξολογεί τη Φλωρεντία όσο και τον Μέγα Δούκα της Τοσκάνης, ασφαλώς ανέπτυσσε μία βιολογική σύλληψη της τέχνης: όπως το ύφος ενός καλλιτέχνη εξελισσόταν και ολοκληρωνόταν κατά τρόπο ανάλογο προς τον βίο του, έτσι και η εξέλιξη των τεχνών εν γένει περνούσε από όλα τα στάδια που οδηγούν από την παιδική ηλικία στο γήρας. Κατά τρόπο ώστε ο Βαζάρι θεωρούσε άλλοτε ότι η παρακμή της τέχνης υπό τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν εξίσου αναπόφευκτη με εκείνη της ζωής ενός ανθρώπου, και άλλοτε ότι οφειλόταν όχι σε εσωτερικές αιτίες αλλά στη χριστιανική εικονομαχία και στις καταστροφές των Βαρβάρων που είχαν εξαφανίσει τα πιο αξιοσημείωτα αρχαία μοντέλα. Δύο αιώνες αργότερα, η Ιστορία της τέχνης στην αρχαιότητα του Βίνκελμανν, η οποία ολοκληρωνόταν με την εξέταση της «παρακμής και του θανάτου αυτής της τέχνης», εγκαινίαζε μία καινούρια βιολογική σύλληψη του ύφους. Εκεί που αυτό στον Βαζάρι ήταν κατ’ ουσίαν ατομικό, εδώ γινόταν συλλογικό: καθένας από τους λαούς της αρχαιότητας επεξεργαζόταν ένα ιδιαίτερο ύφος που γεννιόταν, μεγάλωνε και πέθαινε μαζί του. Ο Βίνκελμανν, όμως, μολονότι διαβεβαίωνε ότι η ζωή ενός ύφους ταυτιζόταν εξ ολοκλήρου με τον βίο του λαού του, δεν έπαυε να υμνεί –κατά τρόπο τελείως αντιφατικό- τον άχρονο χαρακτήρα της κλασικής τέχνης, την οποία ανύψωνε σε κανόνα απέναντι στην τέχνη του καιρού του που την έκρινε παρακμιακή.

Ενάντια σε αυτό το άχρονο του κλασικισμού, ενάντια σε αυτή την κήρυξη ενός αιώνιου κανόνα, άρχισαν κάποιοι να επαινούν ακριβώς αυτούς τους τύπους μορφών που ο κανόνας μέχρι τότε απέρριπτε ή απλώς αγνοούσε. Η ιστορία της τέχνης γεννήθηκε έτσι υπό το ζώδιο του αντι-κλασικισμού, επικαλούμενη ρητά τους Βαρβάρους και τις τέχνες τους. Υπήρξε λοιπόν ένα πολιτικό όπλο, που ύψωνε το λάβαρο των ιστορικών και τοπικών ενικοτήτων ενάντια στον οικουμενισμό τον οποίο το κλασικό ισχυριζόταν ότι ενσαρκώνει. Και αν έλαβε πρώτα ως αντικείμενα τις παράξενες και δυσανάλογες μορφές τού «γοτθικού γούστου», αυτό έγινε διότι, σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, αυτό το γοτθικό σύντομα έγινε αντιληπτό ως ένα ύφος κάθε φορά «εθνικό», που υποτίθεται ότι επεδείκνυε αξεχώριστα τη φυσική του έμπνευση και τις βαρβαρικές καταβολές του. Διότι οι επιμήκεις μορφές των καθεδρικών, που υψώνονταν σαν δέντρα ριζωμένα στο εθνικό έδαφος με τις διακοσμήσεις τους που απομιμούνταν τα αυτόχθονα φυτά, μόλις τις συγκρίνανε με τις στήλες και τα κιονόκρανα που διατυμπάνιζαν την «ελληνορωμαϊκή» τους προέλευση, μαρτυρούσαν την προφάνεια μίας άλλης καταγωγής. Κατά τρόπο ώστε αυτή η γοτθική μανιέρα, την οποία άλλοτε ο Βαζάρι απέρριπτε ως άτεχνη, ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα γινόταν αντικείμενο εθνικής υπερηφάνειας πρώτα στη Μεγάλη Βρετανία[17], έπειτα στη Γερμανία[18] και στη Γαλλία –τρεις χώρες που διεκδικούσαν όλο και πιο έντονα τη βαρβαρική κληρονομιά και καταγωγή τους. Η νεωτερική θεωρία των φυλών θα καθιερωνόταν απ’ τη στιγμή εκείνη ως θεωρία περί του φυλετικού καθορισμού των πολιτιστικών μορφών: το νέο αίμα που έφεραν οι γερμανικές εισβολές δεν είχε μόνο επιταχύνει το τέλος του αρχαίου κλασικισμού· είχε επίσης δημιουργήσει τη νέα χριστιανική τέχνη, αντιπαραθέτοντας έτσι για τους επόμενους αιώνες το «πνεύμα του βορρά» προς τη «λατινικότητα». Κατά τη σύλληψη αυτή, η έγχυση νέου αίματος είχε κάνει ολόκληρη την ιστορία της Δύσης να στραφεί από μια κουλτούρα μεσογειακή, αρχαία και ειδωλολατρική, προς μια τελείως μοντέρνα κουλτούρα του Βορρά, βαθιά χριστιανική. Η σκέψη του Χέγκελ έφερε το σημάδι αυτής της νέας κατάτμησης της ιστορίας. Χωρίς πάντως να υποκύπτει στον φυλετισμό κάποιων συγχρόνων του, ο Χέγκελ έδειχνε στις παραδόσεις του για τη φιλοσοφία της ιστορίας το εξαιρετικό πεπρωμένο των «γερμανογενών λαών»: σε αυτούς οφείλεται η έλευση του χριστιανισμού, οπότε το πνεύμα του γερμανογενούς κόσμου ταυτίζεται πλήρως με το χριστιανικό πνεύμα του σύγχρονου κόσμου «μέχρι και τις μέρες μας».

Από το τέλος του 18ου αιώνα, όλο και περισσότερες φωνές άρχισαν να υψώνονται για να διακηρύξουν ότι η ιστορία αυτής της κρίσιμης στιγμής για την Ευρώπη δεν πρέπει πλέον να γράφεται με βάση ρωμαϊκές πηγές, αλλά από την οπτική των «Γερμανογενών». Εφόσον «βαρβαρικά» κείμενα δεν υπήρχαν, η μελέτη των «βαρβαρικών αρχαιοτήτων», έλεγαν[19], έπρεπε να παράσχει μια γνώση που θα φώτιζε με καινούριο φως τη ρωμαϊκή ιστορία, η οποία μέχρι τότε είχε γραφεί «από Ρωμαίους με σκοπό να επιβληθούν, και από Έλληνες με σκοπό να κολακεύσουν». Μόνο με αυτή την προϋπόθεση θα ήταν επιτέλους δυνατό να ξεφύγουμε από τον αποκλειστικό θαυμασμό προς τους Ρωμαίους, όπως και από τη στείρα, αν όχι ολέθρια, μίμησή τους[20]. Με δυο λόγια, το ζητούμενο ήταν να εγγραφούμε σε μία άλλη γενεαλογία, να κάνουμε επιτέλους την πολιτιστική κληρονομιά να συμπέσει με τη βιολογική. Το 1805, ενώ η Ρηνανία βρισκόταν υπό την κατοχή των στρατευμάτων του Ναπολέοντα, ο Γκαίτε θεωρούσε προφανές ότι μετά από τόσους αιώνες κανείς δεν μπορούσε πλέον να απαιτεί από τους Γερμανούς ούτε να θαυμάζουν, ούτε να μιμούνται τα ελληνικά και ρωμαϊκά «θεία πρότυπα»:

 

Η καταγωγή μας δεν είναι καθόλου ίδια· εμείς έχουμε άλλη γενεαλογία· λιγότερο κολακευτική ίσως, μας δίνει για προγόνους πρώτα τους άγριους Γερμανούς [Germains] των παλαιών χρόνων, έπειτα τους βάρβαρους Γερμανούς [Allemands] του Μεσαίωνα. Το αρχέγονο χρώμα αντανακλάται σε όλες μας τις τέχνες· αυτές κρατούν το ρομαντικό αποτύπωμα των αιώνων της ιπποσύνης. Τα ήθη μας ήταν πάντοτε διαφορετικά από εκείνα των λαών του ευρωπαϊκού νότου, όπως και οι εκάστοτε θρησκείες μας, πρώτα εκείνη των Κελτών και των Σκανδιναβών, έπειτα ο χριστιανισμός που τη διαδέχτηκε, πάντοτε διέφεραν ουσιωδώς από την ειδωλολατρία. Από κάθε άποψη είμαστε ένοικοι ενός άλλου σύμπαντος. Η όψη του είναι ίσως άγρια και σκοτεινή· η λογοτεχνία μας γεννήθηκε μέσα από τους κόλπους της βαρβαρότητας, όπως το σύμπαν αναδύθηκε από το χάος[21].

 

Στην υπόλοιπη Ευρώπη, άλλοι ασφαλώς διεκδικούσαν διαφορετικά τους Βαρβάρους. Ο μύθος της φραγκικής προέλευσης των Γάλλων ευγενών, που καθιέρωσε ο Μπουλαινβιλιέ, παρουσίαζε σαφή σχέση πολιτικής και κοινωνικής κυριάρχησης μιας «φυλής» από μία άλλη, μιας γαλλορωμαϊκής «Τρίτης Τάξης» από μία αριστοκρατία φραγκική, δηλαδή γερμανογενή. Είναι γνωστές οι διατυπώσεις του βαρόνου ντε Μοντεσκιέ[22]: «οι πατέρες μας οι Γερμανοί [Germains]», «οι πατέρες μας που κατέκτησαν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία». Οι διατυπώσεις αυτές δεν αποτελούσαν εξαίρεση στην Ευρώπη. Μετά τη διαδοχική έλευση των Σουηβών, των Βανδάλων και των Αλανών, η Ισπανία είχε γνωρίσει και εκείνη των Βησιγότθων, των οποίων το βασίλειο είναι αλήθεια ότι δεν άντεξε στη μουσουλμανική κατάκτηση του 711. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε τη δημιουργία ενός «γοτθικού μύθου» στην Ισπανία, της οποίας η γλώσσα φέρει ακόμα αυτό το σημάδι. Το Diccionario de la Real Academia Española διευκρινίζει, στο λήμμα “Godo”: «hacerse de los godos: καυχιέμαι ότι είμαι ευγενής· ser godo: ανήκω στους παλαιούς ευγενείς»[23]. Στην Αγγλία ή τη Σκοτία, πολλοί ήταν εκείνοι που προέβαλλαν ότι έχουν αίμα Άγγλων, Σαξόνων, Γότθων και κυρίως Νορμανδών –λαότητες θεωρούμενες «γερμανογενείς» που οι διαδοχικές κατακτήσεις τους μαρτυρούσαν προφανώς ότι ήταν ανώτερες των «Κελτών» ιθαγενών. Μόνο οι τελευταίοι Βάρβαροι που εισήλθαν στην αυτοκρατορία, οι Λογγοβάρδοι ή Λομβαρδοί που εγκαταστάθηκαν στη βόρεια Ιταλία, δεν φαίνεται να έχουν εμπνεύσει (τουλάχιστο μέχρι τη Λέγκα του Βορρά) καμία αξίωση τίτλων ανωτερότητας και ευγένειας[24].

Ωστόσο, το είδος του ενδιαφέροντος που επιδεικνυόταν για τους Βαρβάρους άρχισε να αλλάζει κατά τον 19ο αιώνα. Οι ιστορικοί είχαν διογκώσει τόσο τον αριθμό και την ισχύ τους, που εμφανίζονταν όχι τόσο σαν μία κατακτητική ελίτ αλλά ως μια τεράστια μάζα, που μετακινούνταν από την νεφελώδη απεραντοσύνη μιας Σκυθίας χωρίς σύνορα και ερχόταν να γονιμοποιήσει τους αυτόχθονες πληθυσμούς της δυτικής Ευρώπης. Η ιδέα μίας τέτοιας μετανάστευσης δεν ήταν βεβαίως καινούρια. Ήδη ο Λάιμπνιτς, ψάχνοντας στην αυγή του 18ου αιώνα μια εξήγηση για τις πολυάριθμες «κοινές ρίζες» ορισμένων ευρωπαϊκών γλωσσών, είκαζε ότι «αυτό οφείλεται στην κοινή προέλευση όλων αυτών των λαών που κατάγονται από τους Σκύθες, οι οποίοι ήρθαν από τη Μαύρη Θάλασσα, πέρασαν τον Δούναβη και τον Βιστούλα, ένα μέρος τους ίσως πήγε στην Ελλάδα, και το υπόλοιπο κατέκλυσε τη Γερμανία και τις Γαλατίες· πράγμα που αποτελεί συνέχεια της υπόθεσης ότι οι Ευρωπαίοι ήρθαν από την Ασία»[25]. Ενθυμούμενοι ίσως τον Ιορδάνη που εμφάνιζε τη Σκανδιναβία ως «το εργαστήρι των λαών», οι ρομαντικοί θα προσθέσουν σε αυτόν τον μακρό περίπλου μία τεράστια παράκαμψη των μετακινούμενων μέσω του Βορρά. Και η ίδια φαντασίωση καταγωγικότητας που είχε συγκινήσει τον Γκαίτε επρόκειτο τώρα να θρέψει, μέσω ενός νέου οριενταλισμού, τον αντικλασσικισμό τού Πιερ Λερού:

 

Εμείς, οι άνθρωποι του Βορρά, που είχαμε εγκαταλείψει τα γενέθλια δάση μας, και αφήσαμε εκεί, μαζί με τα οστά των πατέρων μας, την ποίηση των πατέρων μας, που είχαμε ξεχάσει τα οσσιανικά μας άσματα και τα αρχαία μας έπη, φτιαγμένα πάνω σε παραδόσεις που ήταν οι ίδιες δανεισμένες από την Ανατολή, αλλά που οι πρόγονοί μας τις μετασχημάτισαν, στο μακρύ προσκύνημα που τους οδήγησε από τα υψίπεδα της Ασίας στους πάγους του βορρά, για να τους διασπείρει στη συνέχεια, σαν μια γόνιμη σπορά, στη Γερμανία, την Αγγλία, την Ισπανία και τη Γαλλία.

Όλα αυτά τα είχαμε ξεχάσει, είχαμε εγκαταλείψει την κληρονομιά μας, απαρνηθεί την προίκα που μας είχε δώσει η φύση, και καταλήξαμε, ούτως ειπείν σαν μικρά νήπια που δεν ξέρουν ακόμη να μιλούν, να προβάλλουμε ως κληρονόμοι και μαθητές των Ρωμαίων και των Ελλήνων[26].

 

Από τη δεκαετία τού 1840 και μετά, όταν τα ιστορικά μυθιστορήματα του Ουώλτερ Σκοτ είχαν ήδη κατακτήσει την Ευρώπη, ανασκαφές που ξεκίνησαν σχεδόν ταυτόχρονα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες σηματοδοτούσαν, από την Ισπανία μέχρι την Ουγγαρία, ένα αύξον ενδιαφέρον για τους τάφους των λεγόμενων γερμανογενών φυλών που υποτίθεται ότι τις είχαν κατακλύσει. Στην ίδια τη Γαλλία, παρά την ύπαρξη της Κελτικής Ακαδημίας που ιδρύθηκε το 1804 για να ξεθάψει τα μνημεία της γαλατικής αρχαιότητας ενάντια στην παντοδυναμία του ελληνορωμαϊκού μοντέλου[27], η ιστορία της τέχνης μόνο για ένα πολύ σύντομο διάστημα επιδίωξε να δώσει κάποια υπόσταση στον γαλατικό μύθο των ιστορικών και των πολιτικών, σε αντίθεση με την αρχαιολογία και την ανθρωπολογία[28]. Και αυτό επειδή η Γαλλία της Παλινόρθωσης, όπως θα γράψει ο Ρενάν, ήταν έξοχα προετοιμασμένη ώστε να δεχθεί από τη Γερμανία μία «έγχυση νέου πνεύματος» –καθότι η «γαλατική ράτσα» είχε ανάγκη περιοδικά να «γονιμοποιείται από τη γερμανογενή ράτσα[29]». Όπως λοιπόν η Γερμανία, η Ελβετία, το Βέλγιο ή η Αγγλία, και η Γαλλία βάλθηκε να σκάβει το έδαφος αναζητώντας αντικείμενα από τα οποία περίμενε να διηγηθούν, ενάντια στο αφήγημα του κλασικισμού, τη μεγάλη «βαρβαρική» –δηλαδή ουσιαστικά γερμανογενή- χειρονομία.

«Όλοι οι αιώνες, όλοι οι λαοί είναι λοιπόν κρυμμένοι μέσα στη γη. Ο Γαλάτης βρίσκεται εκεί ξαπλωμένος δίπλα στον Ρωμαίο, και ο Ρωμαίος κοιμάται δίπλα στον Βάρβαρο. Το όλο ζήτημα είναι πλέον να κάνουμε τους ανθρώπους αυτούς να μιλήσουνε και να καταλάβουμε καλά την απάντησή τους: αλλά γι’ αυτό θα πρέπει να μην μπερδέψουμε τις γλώσσες. Πρέπει να μπορούμε να ξεχωρίσουμε καλά τους τόνους, τις αποχρώσεις, τα χρώματα, τις φυσιογνωμίες κάθε λαού και κάθε πολιτισμού»[30]. Όμως, ούτε τα οστά, ούτε τα αντικείμενα που ανακαλύπτονταν στις νεκροπόλεις έδιναν ποτέ μια απερίφραστη απάντηση. Τόσο που το «φραγκικό ζήτημα» ήγειρε, κατά το τέλος του 19ου αιώνα, βίαιες αντιδικίες μεταξύ Βαλλόνων και Φλαμανδών αρχαιολόγων, που είχαν συγκλονιστεί βαθιά ως προς το δικό τους αίσθημα ταυτότητας: οι Βαλλόνοι ήταν άραγε πραγματικά Γαλλο-ρωμαίοι και οι Φλαμανδοί Φράγκοι; Το ότι κάποιοι νεκροί πολεμιστές ήταν ντυμένοι α λα φράγκα αρκούσε να για να συμπεράνουμε ότι ήταν Φράγκοι; Όχι, εφόσον οι Γαλλο-ρωμαίοι της μεροβιγγιανής εποχής ντύνονταν α λα φράγκα όταν σχετίζονταν με τους κατόχους της εξουσίας. Μέλη στρατευμάτων όπως οι Φράγκοι πολεμιστές, έφεραν φυσικά φραγκικά όπλα, αποκτούσαν τα ίδια στρατιωτικά αξιώματα με τους Φράγκους, γίνονταν και αυτοί κόμητες, δούκες κ.λπ.[31]

Η ιστορία της τέχνης και η αρχαιολογία αναλάμβαναν λοιπόν το ίδιο καθήκον: έπρεπε να καθορίσουν την ορθή «εθνοτική» προέλευση των αντικειμένων τους –ταφικών ευρημάτων ή έργων τέχνης. Ως καθαρά περιγραφική επιστήμη παρατήρησης, η ιστορία της τέχνης επίσης συνέδεε τα αντικείμενά της προς φυλετικές ομάδες, βασισμένη σε κάποια ορατά σημεία. Κάποτε, ήταν οι «απτικές» ή «οπτικές» τους ιδιότητες που τα κατέδιδαν ως «λατινικά» ή «γερμανογενή»· και άλλοτε ήταν η κυριαρχία γραμμικών στοιχείων που πρόδιδε λατινική ή μεσημβρινή προέλευση, ενώ το «εικονογραφικό» στοιχείο έδειχνε σαφώς μια προέλευση γερμανογενή ή βόρεια. Όσο για τα μουσεία, αυτά επιδίωκαν, από τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, να ομαδοποιούν τα προϊόντα των καλών τεχνών ανάλογα με τη γεωγραφική τους προέλευση και την «εθνοτική» ένταξη των δημιουργών τους. Αλλά όπως ένας τύμβος που έκρυβε φραγκικά όπλα μπορούσε κάλλιστα να στεγάζει γαλλο-ρωμαϊκούς σκελετούς, έτσι και στις αίθουσες που τα μουσεία επιφύλασσαν στους καλλιτέχνες των «Σχολών του Βορρά» μπορούσαν και να εκτίθενται απολύτως «γραμμικά» έργα. Η λογική προϋπόθεση αυτών των ταξινομιών ήταν ότι μία συλλογική «μανιέρα» ή «ύφος» δεν μπορούσε να είναι αντικείμενο ανταλλαγής ή απόκτησης, ότι δεν μεταδιδόταν κοινωνικά αλλά ήταν κατ’ ανάγκη έμφυτη. Θα ήταν τελείως μάταιο να επιδιώξει κανείς να αποδείξει ότι η ιστορία της τέχνης υπήρξε –ή είναι ακόμα- ρατσιστική ως κλάδος. Δεν ήταν ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο απ’ ό,τι οι άλλες κοινωνικές επιστήμες οι οποίες, όλες, δέχθηκαν το άγγιγμα, ή τον προσανατολισμό, της φυλετικής σκέψης, με αποτέλεσμα να ταξινομούν και να ιεραρχούν τους ανθρώπους σε συνάρτηση με ορισμένα σωματικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά που τους αποδίδονταν. Αλλά αν παραμένει σημαντικό να κατανοήσουμε τη φύση των δεσμών που εγκαθίδρυσε ανάμεσα στους ανθρώπους και τα καλλιτεχνήματά τους, είναι διότι οι δεσμοί αυτοί δεν έχουν ακόμη διαρρηχθεί, επειδή τους αποδίδουμε μία επίφαση πραγματικότητας κάθε φορά που διερευνούμε αυτά τα αντικείμενα για να βρούμε εκεί τα σημάδια της «εθνοτικής», δηλαδή της συλλογικής, προέλευσής τους. Διότι η άποψη περί τέχνης που παραμένει η πλέον διαδεδομένη είναι ότι αυτή ενσαρκώνει με τον καλύτερο τρόπο τη διάνοια των λαών.

Η ιστορία της τέχνης διαμορφώθηκε αρχικά πάνω στο πρότυπο των επιστημών της ζωής: επέτρεπε να ονομάσουμε, να περιγράψουμε και να ταξινομήσουμε τα αντικείμενά της ως ζωντανά όντα, εξομοιώνοντας την καλλιτεχνική δημιουργία με μια φυσική διαδικασία, την οποία ήθελε να κατανοήσει στην εξέλιξή της. Κοιτάζοντας τα έργα τέχνης ως φυτά, ζώα ή ανθρώπους, ομαδοποιώντας τα ανάλογα με διάφορες διατάξεις διαφορών ή ομοιοτήτων, η ιστορία της τέχνης πίστεψε ότι μπορούσε να φέρει στο φως σταθερές και συνέχειες, να καθιερώσει γενεαλογίες μορφών, να κατασκευάσει «υφολογικές οικογένειες» και να αποκαλύψει συγγένειες. Μία από τις μεγάλες ανακαλύψεις του 19ου αιώνα υπήρξε το ότι «η φυσιολογική κληρονομικότητα μας εγγυάται την ψυχολογική κληρονομικότητα». Αυτό, για τον Ιππολύτ Ταιν, σήμαινε ότι ένα άτομο δεν κληρονομούσε μόνο από τον πατέρα του ή τη μητέρα του, αλλά από μία τεράστια «αποθήκη» που περιείχε όλους τους ανιόντες του «μέχρι το άπειρο». Οι συνέπειες, προσέθετε, ήταν αξιοσημείωτες, και επέτρεπαν μία οπτική μεγάλου βεληνεκούς στην ανθρώπινη ιστορία, καθότι ξέραμε πλέον ότι «η εμμονή κληροδοτημένων ικανοτήτων και τάσεων» έπαιζε σε αυτή βαρύνοντα ρόλο: «Η αντοχή του κληρονομικού και μεταβιβάσιμου χαρακτήρα εξηγεί τα εμπόδια που κωλύουν τον τάδε πολιτισμό, την τάδε θρησκεία, την τάδε ομάδα νοητικών και ηθικών συνηθειών να εμφυτευθεί σε ένα διαφορετικό ή άγριο στέλεχος[32]». Έτσι εξηγούνταν ότι τα ύφη δεν ήταν μεταδόσιμα παρά μόνο μέσα από την αναπαραγωγή τους στο εσωτερικό του ίδιου «στελέχους». Έτσι εξηγούνταν ακόμη η αρχή του αδιαπέραστου των πολιτισμών που είχε ήδη υποστηρίξει ο Χέρντερ· και αν, όπως θα πρόσθετε ο 19ος αιώνας, κάθε κουλτούρα ήταν απότοκο μίας ράτσας, οι συγκρούσεις πολιτισμών ήταν αναγκαία συγκρούσεις φυλών[33]. Είναι αλήθεια ότι η έννοια της φυλής δεν ήταν τότε πιο καθορισμένη σημασιολογικά απ’ όσο ήταν σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή της ιστορίας, ή απ’ όσο είναι σήμερα. Πάντοτε όμως χρησίμευε στο να εντάσσει και να αποκλείει, να επιβεβαιώνει αυτό το αδιαπέραστο που οδήγησε τον Μωρίς Μπαρρές να πει ότι δεν μπορούσε να κατανοήσει αυτά τα ελληνικά αγάλματα, αρχιτεκτονήματα και τοπία: «Θα έπρεπε να είχα το αίμα των Ελλήνων εκείνων. Το αίμα των κοιλάδων του Ρήνου δεν μου επιτρέπει να μετάσχω στην βαθιά ζωή των έργων που με περιβάλλουν … Όλα είναι υπερβολικά σαφή, δυστυχώς! Είμαστε από δύο ράτσες[34]».

Ο λόγος περί αίματος, όπως σήμερα και εκείνος περί γονιδιώματος, βασίζεται σε μία θεμελιώδη αθεατότητα: είτε εφαρμόζονται στους ανθρώπους, είτε στα καλλιτεχνικά αντικείμενα, παραπέμπουν πάντοτε τις ορατές διαφορές μεταξύ των σωμάτων σε φυσικές αιτίες που παραμένουν κρυμμένες, αλλά που μπορούν να εγγυηθούν ανελλιπώς τη μεταβίβαση των διαφορών. Κατά τρόπο ώστε οι λόγοι αυτοί βεβαιώνουν όχι ότι η κουλτούρα είναι μέσα στη φύση, αλλά ότι πηγάζει από τη φύση[35]. Κατασκευάζουν έτσι έναν κόσμο που θεωρούν λίγο-πολύ σταθερό, όπου οι τέχνες υποτίθεται ότι μοιάζουν απείρως με τους λαούς τους –και το αντίστροφο.

———————————————————————————-

[1] Joseph von Goerres, L’Allemagne et la Révolution [Η Γερμανία και η επανάσταση], γαλ. μετ. Α. Scheffer, Παρίσι, Brissot-Thivars 1819, σ. 148.

[2] Pierre-Jacques Changeux, Traité des extrêmes ou éléments de la science de la réalité, Amsterdam, Darkstee & Merkus, 1767, t. 1, σ. 375-376.

[3] Patrick J. Geary, Quand les nations refont l’histoire. L’invention des origines médiévales de l’Europe (The Myth of Nations: The Medieval Origins of Europe), Παρίσι, Flammarion 2004, σ. 75.

[4] André Piganiol, L’Empire chrétien (325-395), Παρίσι, PUF, 1947, σ. 422.

[5] Lawrence Nees (επιμ.), Approaches to Early-Medieval ArtSpeculum, vol. 72, no 4, oct. 1997, σ. 960.

[6] Walter Goffart, “None of Them Were Germans: Northern Barbarians in Late Antiquity”, Barbarian Tides.

The Migration Age and the Later Roman Empire, Philadelphia, University of Pennsylvania Press 2006, σ. 187-229.

[7] Tάκιτου, Γερμανία, ca. 98· Ιορδάνη, Γετικά, 551· Paul Diacre, Historia Langobardorum, ca. 788· Beatus Rhenanus (1485-1547), Rerum Germanicarum libri tres, Bασιλεία 1531. Πρβλ. Klaus von See, “Der Germane als Barbar” και “Vom edlen Wilden zum Volk der Dichter und Denker, die Anfänge der Germanen-Ideologie”, 31-82. Barbar, Germane, Arier. Die Suche nach der Identität der Deutschen, Heidelberg, Winter, 1994.

[8] Henry Bogdan, Histoire de l’Allemagne de la Germanie à nos jours, Perrin, Παρίσι 2003.

[9] Johann Gottfried von Herder, Une autre philosophie de l’histoire (1774), μετ. Max Rouché, Παρίσι, Aubier 1943, σ. 197.

[10] Kόμης de Hertzberg, “Dissertation tendant à expliquer les causes de la superiorité des Germains sur les Romains et prouver, que le nord de la Germanie ou Toutonie entre le Rhin et la Vistule et principelement le presente monarchie Russienne est la patrie originaire des ces nations héroiques, qui dans la famuese migration des peuples ont détruit l’empire romain et qui ont fondé et peuplé les principales monarchies de l’Europe”, Huit dissertations …, Bερολίνο, Decker & υιός, 1787, σ. 28-29.

[11] Έτσι, ο ιστορικός Γκερβίνους έβλεπε στη Μεταρρύθμιση «την ανανέωση της αντιπαράθεσης λατινικών και γερμανογενών φυλών», η οποία ήταν επίσης ορατή στην κατανομή ανάμεσα σε μία «γερμανογενή» Βόρεια Αμερική και μία «λατινική» Νότια Αμερική (Georg Gottfried Gervinus, Ιntroduction à l’histoire du XIXème siècle, μετ. F. van Meenen, Βρυξέλλες – Λειψία, Flatau 1858 , σ. 29 κ.ε.).

[12] Walter Goffart, Barbarian Tides, ό.π. σ. 13.

[13] Viollet-le-Duc τo 1963.

[14] Fustel de Coulanges, L’invasion germanique et la fin de l’empire (1891), Παρίσι, Hachette 1904, σ. 552.

[15] Patrick J. Geary, Quand les nations refont l’histoire, ό.π. σ. 150 και 198-99.

[16] Fustel de Coulanges, L’invasion germanique et la fin de l’empire, ό.π. σ. xii.

[17] Michel Baridon, Arthur O. Lovejoy, Le gothique des Lumières, Παρίσι, G. Monfort 1993.

[18] Bλ. για παράδειγμα το έργο «Γερμανική αρχιτεκτονική» που ο Γκαίτε έγραψε το 1772 σχετικά με τον καθεδρικό του Στρασβούργου.

[19] O Λάιμπνιτς, ήδη από το 1691, είχε καλέσει τους συμπατριώτες του να εξερευνήσουν το έδαφος «για να αποκαταστήσουν την αρχαία ιστορία της Γερμανίας [Germanie]» (Alain Schnapp, La Conquêete du passé. Aux origines de I’archéologie, Παρίσι,  Carré, 1993, σ. 253).

[20] Kόμης Du Buat-Nançay, Histoire ancienne des peuples de l’Europe, Παρίσι, Desaint, 1772, t. 1, σ. vi-xv.

[21] Johann Wolfgang von Goethe, “Du gout”, Des hommes célèbres de France au dix-huitième siècle, et le l’état de la littérature et des arts à la même époque (1805), Παρίσι, Renouard, 1823, σ. 113-114.

[22] Montesquieu, De l’Esprit des loix, Γενεύη, Barrillot & υιός, 1748, t. 1, Livre VI, chap. XVIII, σ. 146· Livre X, chap. III (Du droit de conquête), σ. 222.

[23] Σε ηλεκτρονική μορφή: http://dle.rae.es/diccionario-de-la-lengua-espanola/la-23a-edicion-2014. Bλ. το κλασικό έργο του Λεόν Πολιακόβ από το οποίο δανείζομαι εδώ: Léon Poliakov, Le Mythe aryen, Essai sur les sources du racisme et des nationalismes, Bρυξέλλες, Complexe 1987, σ. 25 και, ευρύτερα, 23-122.

[24] Πράγμα που δεν εμπόδισε πολλούς Γερμανούς του 19ου και του 20ού αιώνα να συναγάγουν, αντιστρόφως, από όλες αυτές τις μετακινήσεις των βαρβάρων τον «γερμανογενή» χαρακτήρα της κουλτούρας και της τέχνης ολόκληρης της Ευρώπης, μαζί και της Ιταλίας.

[25] Leibniz, Nouveaux essais sur l’entendement humain (γραμμένα το 1705 αλλά δημοσιευμένα το 1765), in Oeuvres philosophiques de Leibniz, T. 1, Παρίσι, Ladrange 1866, σ. 268. Σχετικά με τον μύθο των Ινδοευρωπαίων, βλέπε την πρόσφατη σύνοψη του Jean-Paul Demoule, Mais où sont passés les Indo-Européens ? Mythe d’origine de l’Occident, Παρίσι, Seuil, 2014.

[26] Pierre Leroux, « De l’ influence philosophique des études orientales », Revue encyclopédique, 1832, σ. 69-82.

[27] Aux sources de l’ethnologie française. L’Académie celtique, επιμ. Nicole Belmont, Παρίσι, CTHS, 1995.

[28] Δύο αξιοπρόσεκτες εξαιρέσεις: ο Λουί Κουραζό, γερμανόφιλος, υποστήριζε στο τέλος του 19ουαιώνα την ιδέα μιας στενής βαρβαρικής συγγένειας των Κελτών και των Γερμανών· ο Ανρί Φοσιγιόν, γερμανόφοβος, στο έργο του  Les Pierres de France (1919) έψαχνε το «πνεύμα της ράτσας» από τα «κελτικά τοπία» μέχρι τους σιδηροδρομικούς σταθμούς του Παρισιού, ενώ κάποτε υπέγραφε τα γράμματά του «Ο παλιός Κέλτης». Βλ. Radu Ionesco (επιμ.), Lettres de Henri Focillon à Georges Opresco, préface, Revue Roumaine d’Histoire de l’Art (Βουκουρέστι), t. XXIX, 1992.

[29] Ernest Renan, Essais de morale et de critique, Παρίσι, M. Lévy Frères, 1861, σ. 59.

[30] Aββάς (Jean Benoît Désiré) Cochet, La Normandie souterraine: ou notices sur des cimetières Romains et des cimetières Francs explorés en Normandie, Παρίσι, Derache, 1855, σ. 4.

[31] Victor Tahon, Compte-Rendu Des Travaux Du Congrès Tenu a Charleroi, Société paléontologique & archéologique de Charleroi, ΒρυξέλλεςDeprez, 1889, σ. 85-87 και 120-125. Bλ. Hubert Fehr, Germanen und Romanen im Merowingerreich, Bερολίνο – Νέα Υόρκη, Walter de Gruyter 2010, σ. 243.

[32] Hippolyte Taine, « Études de psychologie, I : Th. Ribot, l’Heredité » (1873), Derniers essais de critique et d’histoire, Παρίσι, Hachette, 1923, σ. 185-193.

[33] Zeev Sternhell, Les anti-Lumières. Du XVIIIe siècle à la guerre froide, Παρίσι, Fayard, 2006· και Histoire et lumières – Changer le monde par la raison, συζητήσεις με τον Nicolas Weill, Παρίσι, Albin Michel, 2014.

[34] Maurice Barrès, Le Voyage de Sparte, Παρίσι, Plon, 1906, σ. 49.

[35] Stuart Hall, « La ‘race’, un signifiant flottant » (1997), in Maxime Cervulle, Identités et cultures 2. Politiques des différences, γαλλ, μετ. A. Blanchard και F. Voros, Παρίσι, Amsterdam, 2013, σ. 105.

 

[i] Στο πρωτότυπο: germaniques. Επέλεξα αυτόν τον νεολογισμό προκειμένου να αποδώσω τη διαφορά που υπάρχει στα γαλλικά ανάμεσα στους όρους Allemagne/ allemand (οι οποίοι δηλώνουν το σημερινό γερμανικό κράτος και τους πολίτες του) και το παραπάνω επίθετο που περιλαμβάνει όλους τους αρχαίους λαούς με (υποτιθέμενη) γερμανική καταγωγή.

[ii] Στο πρωτότυπο: des «Germains» aux Allemands.

Πηγή: nomadicuniversality.com

Posted in: Αρχείο, Εγχώρια, νέα, τέχνη by ragnarok Comments Off on Eric Michaud: Οι εισβολές των βαρβάρων- μια γενεαλογία της ιστορίας της τέχνης , , , , ,

Εκδήλωση- συζήτηση στην κατάληψη rosa nera την τρίτη 24 Ιουλίου στις 20:00

Posted in: Διεθνή, εκδηλώσεις, ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ... by Rosa Nera Comments Off on Εκδήλωση- συζήτηση στην κατάληψη rosa nera την τρίτη 24 Ιουλίου στις 20:00

Κατανοώντας τον Εξεγερσιακό Αναρχισμό (β)

Ένοπλος αγώνας

Ο ένοπλος αγώνας παίζει σημαντικό ρόλο στον κοινωνικό πόλεμο. Επιτρέπει τον επηρεασμό του πολιτισμού με έναν ριζοσπαστικό τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, επιτρέπει την καταστροφή των αρνητικών στοιχείων που συμβαίνουν κατά την εξέλιξη του πολιτισμού. Αν και ο ένοπλος αγώνας από μόνος του δεν επιτρέπει καμιά αλλαγή στις σχέσεις εξυπηρετεί την διευκόλυνση της κοινωνικής εξέλιξης υπό την κυριαρχία του πολιτισμού.

Και στο παρελθόν ήταν ο ένοπλος αγώνας που αφόπλισε τον κοινωνικό πόλεμο και έβαλε τέλος στον κόκκινο “κόκκορα”. Τα ένοπλα ξεσηκώματα των χωρικών υπό την καθοδήγηση των Bulavin, Razin και Pugacher κατέληξαν σε τίποτα παρά ήττα. Όσο ο πολιτισμός φοβάται τους ”ελεύθερους” πολέμαρχους, είναι πιο εύκολο να κατευθύνει κάθε σύγκρουση προς τον συμβατικό πόλεμο καθώς σε αυτή την περίπτωση η προσοχή του κόσμου απομακρύνεται από τους πραγματικούς κοινωνικούς περιορισμούς προς την παράλογη φυσική σύγκρουση ανάμεσα στο είδος μας. Ο αναρχικός επαναστατικός αγώνας πρέπει να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τις ένοπλες συγκρούσεις και τον πόλεμο των τανκς, των τζετ και του άλλου οπλοστασίου του XXI αιώνα. Ο αγώνας μας δεν μπορεί να αξιολογηθεί με απώλειες πτωμάτων, αποτελεσματικότητα του οπλοστασίου, των πυρομαχικών και τα λοιπά.

Δεν είναι στόχος του αναρχικού επαναστατικού αγώνα να καταστρέψει οποιονδήποτε γιατί κάθε άνθρωπος αποτελεί ανανεώσιμη πηγή για τον πολιτισμό. Και θα θυσίαζε ευχαρίστως ανθρώπους με την πρώτη. Αλλά την ίδια στιγμή ο αγώνας μας είναι ασυμβίβαστος, έτσι ένας συγκεκριμένως αριθμός απωλειών είναι αναπόφευκτος. Πάντα θα υπάρχουν αυτοί που πέσουν στην παγίδα του status quo και  θα αναγκαστούμε να τους θάψουμε μαζί με αυτόν τον κόσμο. Για να μην αναφέρουμε την προσωπική βεντέτα για τους συντρόφους μας. Αλλά αυτό είναι ένα έξτρα αναπόφευκτο τίμημα του κοινωνικού πολέμου. Ο ένοπλος αγώνας δεν είναι μια επίθεση στον πολιτισμό, αλλά μια απόπειρα ξελογιάσματος του κινήματος προς μία κατεύθυνση που επωφελεί το σύστημα.

Ο αναρχικός επαναστατικός αγώνας μπορεί να τελειώσει μόνο στα συντρίμμια του πολιτισμού, όχι πάνω σε σωρούς πτωμάτων. Αλλά η κριτική μας στον ένοπλο αγώνα ( που κάποιοι ασυνείδητοι αριστεροί προσπαθούν να χρεώσουν στους αναρχικούς ) δεν στελεχώνεται από τον φόβο του να κρατάμε ή να χρησιμοποιούμε όπλα στον αγώνα μας για απελευθέρωση. Αν το να πολεμάμε για την ελευθερία μας σημαίνει να οπλιστούμε, θα το κάνουμε.

Δεν πρέπει να μπερδεύεται μια απόπειρα να τεθεί σε ενέργεια μαι συμπαγής μέθοδος αγώνα ( ένοπλος αγώνας ) με εργαλεία που χρησιμοποιούμε στο ελευθεριακό μας πρότζεκτ ( όπλα και εκρηκτικά ).

Ο αναρχικός επαναστατικός αγώνας δεν προτείνει μια ενοποιημένη μέθοδο ή ένα εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιείται από όλους. Γιατί ο αναρχικός αγώνας είναι πρώτα και πάνω από όλα ο αγώνας διαφορετικών ατομικοτήτων για την προσωπική τους ελευθερία. Και κάθε άτομο έχει μοναδικό χαρακτήρα. Ο εξαναγκασμός και η καταπίεση της ατομικότητας παίρνει διάφορες μορφές και συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας μας, έτσι η αντιπολιτισμική μας αντίσταση θα ποικίλει, με διάφορες μεθόδους και τεχνικές. Μόνο σε έναν τέτοιο ασυμβίβαστο αγώνα μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι οι φωνές όλων θα ακουστούν και θα ληφθούν υπ’ όψιν.

 Αλληλεγγύη

Η αλληλεγγύη είναι το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του αναρχικού επαναστατικού αγώνα. Είναι εξίσου σημαντική με την επίθεση. Η αλληλεγγύη δεν έχει να κάνει με την αποδοχή αυτής της πράξης ή εκείνης της μεθόδου, έτσι μην περιμένετε από όλους μας να μιμηθούμε τον τρόπο με τον οποίο κάποιος άλλος αποφάσισε να δράσει. Αλληλεγγύη είναι η κατάσταση όταν μια πράξη αντηχεί σε άλλες πράξεις, μεθόδους και εργαλεία αγώνα. Διάφορες μέθοδοι συνδέονται για έναν κοινό σκοπό, μια νέα μορφή αμοιβαίας υποστήριξης ανακαλύφθηκε, οι επιθέσεις μας διαδίδονται σε νέα μέτωπα χωρίς να επηρεάζουν τα προσωπικά συμφέροντα άλλων πολεμιστών.

Η αλληλεγγύη είναι πολύ σημαντική όταν αμύνεται ενάντια στην καταστολή του πολιτισμένου κρατικού μηχανισμού. Αφότου τα πλήγματα αγγίξουν συγκεκριμένα κατώφλια, ο πολιτισμός προσπαθεί αμέσως να καταστρέψει τις αντάρτικες ομάδες με τη βία, προσπαθεί να μας επιτεθεί μετωπικά. Και χωρίς την αλληλεγγύη αυτή η προσέγγιση μπορεί να αυξηθεί σε τεράστια και κτηνώδη ποσοστά. Αλλά γίνεται μηδαμινή και αναποτελεσματική αν μια απόπειρα καταπίεσης ενός ατόμου ή μιας ομάδας με την βία απαντάται με μια αλυσιδωτή αντίδραση αλληλέγγυας δραστηριότητας και εμφάνιση νέων επαναστατικών και αναρχικών ομάδων και πρότζεκτ. Ακόμα υπάρχει μια άλλη μέθοδος που εφαρμόζεται από το κράτος στη μάχη ενάντια στους αναρχικούς : ενδυναμώνεται η παθητική προσέγγιση της αλληλεγγύης. Αυτό συμβαίνει όταν μετά από μια αποτυχημένη μετωπική επίθεση, ο πολιτισμός παριστάνει πως ψάχνει τον συμβιβασμό και μας κάνει να πιστεύουμε πως είναι πρόθυμος να διαπραγματευτεί. Με έναν όρο : να μπει τέλος σε όλες τις επιθέσεις στον πολιτισμό και να αφοπλιστούν όλες οι ένοπλες ομάδες ( π.χ., οι ακτιβιστές πρέπει είτε να τα παρατήσουν και να παραδοθούν, ή να αποκηρύξουν τις ριζοσπαστικές μεθόδους και να ρουφιανέψουν συντρόφους ). Αυτό είναι απαραίτητο έτσι ώστε ο πολιτισμός να διατηρήσει την πίεση στο κίνημα με ανανεωμένες δυνάμεις αφότου έχουν κανονιστεί οι αντάρτικες ομάδες κατά την φάση των διαπραγματεύσεων. Αφότου έχει ξεχωρίσει τους πασιφιστές από τους ριζοσπάστες αναρχικούς, το κράτος μπορεί να επιχειρήσει στοχευμένες επιθέσεις δίχως κανένα φόβο ανακίνησης ενός κύματος αλληλεγγύης.

Όταν υιοθετούμε την ασυμβίβαστη στάση, το κράτος το γυρνάει στην ”δωροδοκία”. Αυτό συμβαίνει όταν οι επιθέσεις συνεχίζονται και οι προσφορές της διαπραγμάτευσης και του συμβιβασμού αγνοούνται. Ο πολιτισμός μπορεί να επιλέξει μια σχεδόν ολοκληρωτική απόσυρση από ένα πεδίο αγώνα για να τραβήξει τους πόρους του για μια συνολική επίθεση σε ένα άλλο. Αυτή η τακτική είναι πετυχημένη, γιατί πολλοί από εμάς θέλουν να πιστεύουν πως οι μέθοδοι του αγώνα τους είναι οι πιο αποτελεσματικοί. Ότι το επιλεγμένο πεδίο αγώνα τους είναι το πιο σημαντικό. Και εμείς (ως αναρχικοί) μπορεί μερικές φορές να ελπίζουμε πως βρήκαμε ένα αδύναμο σημείο στην κοιλιά του κτήνους, και πως όλοι θα συστρατευθούν στην προσπάθεια, σε αυτό το τελευταίο σπρώξιμο. Άλλες ομάδες μπορεί να έχουν διαφορετική οπτική πάνω στο θέμα και κολλάνε στις δικές τους τακτικές, αρνούμενοι να τα παίξουν όλα για όλα σε μια επίθεση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε άσχημα συναισθήματα και παρεξηγήσεις ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες. Και ακόμα και σε εξαφάνιση όλων των συναισθημάτων αλληλεγγύης μεταξύ τους. Αυτό είναι απλά ακόμα ένα παράδειγμα του πως το σύστημα χρησιμοποιεί την αρχή του διαίρει και βασίλευε ώστε να συνεχίσει την επίθεση του στο απελευθερωτικό κίνημα και την επέκταση ενάντια στην ατομικότητα με ανανεωμένες δυνάμεις.

Αυτή είναι η στρατηγική που χρησιμοποιείται από τον πολιτισμό : ο συμβιβασμός και ο διάλογος είναι μια απόπειρα αναβολής των επιθέσεων μας, και η δωροδοκία (με κάλπικες επιτυχίες) καταστρέφει την αλληλεγγύη μας. Μετά από αυτά τα βήματα ένα νέο κύμα καταστολής ακολουθεί. Πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν πως ο πολιτισμός είναι πολύ ελαστικός, μπορεί να αλλάξει μορφή και  να αντισταθμίσει την πίεση μας διοχετεύοντας τον σε άλλες όψεις της ανθρώπινης ζωής (όπου η αντίσταση δεν θεωρείται απαραίτητη). Έτσι, για να καταστρέψουμε αυτή την πραγματικότητα δεν χρειαζόμαστε ένα δυνατό σπρώξιμο σε ένα σημείο. Χρειάζεται να ασκήσουμε δύναμη σε πολλά απλά σημεία σε όλο το οικοδόμημα του πολιτισμού.

Η αλληλεγγύη ανάμεσα σε επιτιθέμενα άτομα και ομάδες είναι το ίδιο επικίνδυνη για τον πολιτισμό, με τις ίδιες τις επιθέσεις. Για αυτό το σύστημα προσπαθεί να καταστρέψει πρώτα τις γραμμές αλληλεγγύης μας και μετά να αντεπιτεθεί.

 Επικοινωνία

(Αρκετά συχνά μιλάμε για υποδομές, αλλά σε αυτό το παράδειγμα και οι δύο όροι χρησιμοποιούνται ως συνώνυμα)

Για τον εξεγερσιακό αγώνα, η επικοινωνία δεν είναι μέσο στρατολόγησης νέων πολεμιστών, αλλά κάτι που ενισχύει ήδη υπάρχουσες ομάδες και βοηθάει να εντείνουμε τις επιθέσεις μας, βοηθάει στην ενδυνάμωση των δεσμών αλληλεγγύης. Η στρατολόγηση νεόφυτων είναι μάταια στον αναρχικό επαναστατικό αγώνα. Νέοι άνθρωποι και μελλοντικοί μαχητές δεν έρχονται στο κίνημα εξαιτίας της δύναμης της προπαγάνδας μας, αλλά επειδή οι κοινωνικές συνθήκες χειροτερεύουν και αυτό κάνει τον κόσμο να επαναστατεί. Ο ίδιος ο πολιτισμός, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την εξέγερση. Όσον αφορά αυτό μπορούμε να μιλήσουμε για δύο ανοιχτές επιλογές για τους αντιεξουσιαστές : είτε προσπαθούν να ελαττώσουν την ένταση και βοηθούν τον πολιτισμό, ή το γυρνάνε στον αντικοινωνικό ακτιβισμό και προσπαθούν να φέρουν την κοινωνική ένταση στο αποκορύφωμα της και να κάνουν τον πολιτισμό να εκραγεί ώστε να μην μπορεί να λειτουργήσει πια.

Ένα από τα προβλήματα με τον κοινωνικό αγώνα είναι ότι οι νεοεισερχόμενοι δεν μπορούν να ενταχθούν στην αντίσταση και συχνά κολλάνε στο να προστατεύουν τα ιδανικά του πολιτισμού. Αυτό κάνει την επικοινωνία και τον συντονισμό των αντάρτικων ομάδων πιο δύσκολο. Αλλά δεν μπορούν να υπάρχουν νεοεισερχόμενοι στον αντικοινωνικό αναρχικό επαναστατικό αγώνα, γιατί ένα άτομο που εξεγείρεται ενάντια στον πολιτισμό δεν μπορεί να είναι νεοεισερχόμενο στην καταπίεση της και στην επανάσταση της. Δεν μπορούν να υπάρχουν νεοεισερχόμενοι ή επαγγελματίες επαναστάτες στον αγώνα μας. Ένας άνθρωπος απλά δεν μπορεί να πολεμήσει για τα συμφέροντα του με ερασιτεχνικό ή επαγγελματικό τρόπο. Από τη στιγμή που ένα άτομο φτάνει στο να επιτεθεί άμεσα στον πολιτισμό, έχει ήδη βρει αρκετή δύναμη και σιγουριά μέσα του. Και δεν χρειάζεται εκπονημένες υποδομές.

Το ζήτημα της επικοινωνίας είναι ένα ζήτημα του πως εμείς, που έχουμε ήδη διαλέξει στρατόπεδο σε αυτό τον πόλεμο, συνεργαζόμαστε ανά μεταξύ μας. Η FAI (Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία) είναι ένα δίκτυο αρκετών διαφορετικών ομάδων, που επικοινωνούν με την ελεύθερη ροή πληροφοριών, συχνά μέσα από τις αναλήψεις για διάφορες ενέργειες. Αυτό επιτρέπει τον συντονισμό των ήδη ενεργών αντάρτικων ομάδων, καθώς και εισάγει και νέα άτομα και κολεκτίβες στο πρότζεκτ. Η ελεύθερη ροή των πληροφοριών δεν είναι ένας τεχνικός όρος (δεν μιλάμε για το διαδίκτυο ή τον τηλέγραφο , αλλά μία μορφή ελεύθερης (ελεύθερη από τον έλεγχο του πολιτισμού και τρίτων, συμπεριλαμβανομένου των διαχειριστών των site) διανομής νέων με κάθε απαραίτητο και διαθέσιμο μέσο. Οι αντάρτικες υποδομές εμφανίζονται ως συνέπεια της πραγματικής μάχης στους δρόμους. Έτσι εξαρτώνται από την ένταση του αγώνα μας, στο βαθμό της αναμέτρησης με τον πολιτισμό. Δεν μπορεί να σχεδιαστεί εκ των προτέρων. Πρέπει να κατανοήσουμε πως η επικοινωνία (υποδομή) από μόνη της δεν μπορεί να σπρώξει τον κόσμο προς μια επαναστατική κατεύθυνση. Κάθε μορφή επαναστατικής και αναρχικής δομής είναι άχρηστη για ένα άτομο, εκτός αν έχει ήδη ξεκινήσει τον προσωπικό της πόλεμο ενάντια στον πολιτισμό. Δεν μπορεί να κάνει τον άλλο κόσμο να ενταχθεί στον αγώνα μας μέσα από την ομορφιά των λέξεων μας ή της εικόνας.

Ένα συγκεκριμένο πρόβλημα εμφανίζεται όταν μιλάμε για επικοινωνία. Το πρόβλημα της αλληλεπίδρασης των αναρχικών οργανώσεων.

Σε αυτό το παράδειγμα με την λέξη οργάνωση εννοούμε μια προκαθορισμένη υποδομή, που στοχεύει στη συνεχή ενδυνάμωση της προπαγάνδας που επιτρέπει μια σταθερή εισροή νεόφυτων, οι οποίοι με τη σειρά τους θα δυναμώνουν περαιτέρω την οργάνωση. Αυτός ο ορισμός είναι σημαντικός. Γιατί γενικά, ακόμα και ομάδες συγγένειας θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως οργανώσεις (με άλλα μέσα αλληλεπίδρασης, αλλά παρ’όλα αυτά οργανώσεις). Φυσικά κάθε μορφή ανθρώπινης εργασίας μπορεί να ορισθεί με οργανωτικούς όρους. Αλλά για την κουβέντα μας θέλουμε να περιορίσουμε λίγο τον όρο. Έτσι θα μιλήσουμε για ”μια τυπική ομάδα ανθρώπων που αλληλεπιδρούν με ένα προκαθορισμένο τρόπο σχέσεων, ρόλων και οργανωτικών εγγραφών”. Τέτοια οικοδομήματα δημιουργούνται από κόσμο που ακόμα πιστεύει πως μόνο μια πολύ δυνατή και με πολλά άτομα οργάνωση μπορεί να κάνει μια σπουδαία επανάσταση πραγματικότητα, να δείξει τον δρόμο για την κοινωνική επανάσταση και να τους φέρει όλους σε έναν άλλο κόσμο.

Ο κάθε ακτιβιστής φαίνεται να έχει τρεις επιλογές. Η πρώτη είναι η κριτική της οργάνωσης. Η δεύτερη είναι η κριτική του εξεγερτικού αγώνα. Και η τρίτη είναι η απόπειρα του συμβιβασμού. Μια κριτική από μόνη της είναι καλό πράγμα, εκτός αν μπαίνει εμπόδιο στον αγώνα. Αλλά αυτοί που εστιάζουν στην κριτική, συχνά αρχίζουν να ψάχνουν για συμβιβασμό. Και αυτά που έχουν ήδη οπλιστεί για το αντιπολιτισμικό πρότζεκτ, πρέπει να θυμούνται πως δεν πρέπει ποτέ να συμβιβαστούν με κανένα!

Η τυπική οργάνωση είναι το τελευταίο καταφύγιο του κοινωνικού αγώνα, όπου κάνει τους ακτιβιστές να πιστεύουν πως τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα στην πραγματικότητα, πως με λίγο οργανωτικό ακτιβισμό ο πολιτισμός μπορεί να αλλάξει, μπορεί να γίνει πιο ανθρώπινος – πράσινος – αναρχικός – επαναστατικός – κομμουνιστικός – κοινωνικός – δίκαιος – φεμινιστικός – αντιρατσιστικός κλπ. Στο τέλος ο ίδιος ο ακτιβισμός καταστρέφει τις τελευταίες ψευδαισθήσεις σχετικά με τον συμβιβασμό και τον ανθρωπιστικό αγώνα.

Οι οπαδοί του συμβιβασμού της εξεγερσιακής δραστηριότητας και του οργανωτικού ακτιβισμού τείνουν να αγνοούν ένα σημαντικό θέμα : αυτό της προσωπικής ασφάλειας του ακτιβιστή. Οι οργανώσεις διακατέχονται με τη συνεχή αύξηση των αριθμών τους, αγνοούν πλήρως τις ατομικές ανάγκες για ασφάλεια και μυστικότητα. Κάθε μορφή συνεργασίας με τις οργανώσεις οδηγεί σε ένα ρήγμα στην ασφάλεια του μαχητή αντάρτη. Οι οργανώσεις δεν έχουν σχεδιαστεί να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους το γεγονός ότι οι αντάρτες πολεμιστές που συμπλέκονται σε επιθέσεις, διαφόρων εντάσεων και δύναμης, στον πολιτισμό, έχουν προσωπικές ανάγκες ασφάλειας. Ενώ στα εξεγερσιακά πρότζεκτ εμείς από την ίδια την φύση του συντονισμού μας δεν μπορούμε να χώσουμε τη μύτη μας βαθιά στις δραστηριότητες άλλων ομάδων. Και λαμβάνοντας υπ’ όψιν το γεγονός ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε αξιόπιστα την επέκταση των γνώσεων των εχθρών μας είναι ασφαλές να υποθέσουμε πως όλοι μας μπορούμε να πέσουμε θύματα μιας κατασταλτικής επίθεσης αργά ή γρήγορα. Έτσι είναι αδύνατο να αγνοήσουμε το θέμα της κουλτούρας της ασφάλειας, ακόμα και για αυτούς που “δεν εμπλέκονται σε καμία δραστηριότητα τέτοιου είδους” ακόμα. Ο οργανωτικός φετιχισμός και η αναζήτηση συμβιβασμού με αριστερές οργανώσεις μπορεί μόνο να οδηγήσει στο να τραβήξει περισσότερη προσοχή από το κράτος προς την αντάρτικη δραστηριότητα.

Αν οι οργανώσεις μπορούσαν κάπως να προσαρμοστούν ώστε να δίνουν περισσότερη προσοχή στην ατομική ασφάλεια και τις συγκαλυμμένες επιχειρήσεις, δεν θα υπήρχε λόγος αναζήτησης συμβιβασμού ανά μεταξύ μας.

Αλλά από τη στιγμή που δεν κάνουν κανένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, οι στρατευμένοι ακτιβιστές αναγκάζονται να εγκαταλείψουν ολοκληρωτικά όλες τις σχέσεις τους με τις οργανώσεις και πολλές φορές με το ίδιο το ευρύτερο αναρχικό κίνημα. Δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός στο ζήτημα.

Μετάφραση στα ελληνικά: Φυλακισμένα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς

Posted in: Αρχείο, Εγχώρια, Κείμενα, νέα by ragnarok Comments Off on Κατανοώντας τον Εξεγερσιακό Αναρχισμό (β) , , , ,

Ενάντια στη τουριστικοποίηση των γειτονιών μας

Posted in: Αφίσες, εκδηλώσεις by paapty123 Comments Off on Ενάντια στη τουριστικοποίηση των γειτονιών μας

Ενημερωτικές εκδηλώσεις για τις κινητοποιήσεις της Αυτόνομης Συνάντησης Αγώνα (9-14 Αυγούστου 2018)

Αθήνα

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΤΡΟΠΗ

Ο ΠΟΤΑΜΟΣ ΑΧΕΛΩΟΣ ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ!

ΠΡΟΒΟΛΗ ΒΙΝΤΕΟ «Σκέψεις και εικόνες με αφορμή την υπόθεση των φραγμάτων και της εκτροπής του Αχελώου» (διάρκεια 40’)

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ για τις κινητοποιήσεις της Αυτόνομης Συνάντησης Αγώνα στη Μεσοχώρα Τρικάλων (9-14 Αυγούστου 2018)

Πέμπτη 19 Ιούλη 2018, στις 8.30 μ.μ. στην Κατάληψη Λέλας Καραγιάννη 37

Πρωτοβουλία Αγώνα για τη Γη και την Ελευθερία

______________________________________________________

Πάτρα

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΤΡΟΠΗ

Ο ΠΟΤΑΜΟΣ ΑΧΕΛΩΟΣ ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ!

Ενημέρωση για τις κινητοποιήσεις της Αυτόνομης Συνάντησης Αγώνα στη Μεσοχώρα Τρικάλων (9-14 Αυγούστου) και

προβολή βίντεο: “Σκέψεις και εικόνες με αφορμή την υπόθεση των φραγμάτων και της εκτροπής του Αχελώου”

Τρίτη 24/7, 8:30 μ.μ., στις σκάλες της Πατρέως

αναρχική ομάδα “δυσήνιος ίππος”-μέλος Α.Π.Ο. | Ο.Σ. και σύντροφοι

https://ipposd.wordpress.com/

Posted in: Αχελώος, εκδηλώσεις by axeloosasa Comments Off on Ενημερωτικές εκδηλώσεις για τις κινητοποιήσεις της Αυτόνομης Συνάντησης Αγώνα (9-14 Αυγούστου 2018)

Τετάρτη 18 κ’ Πέμπτη 19/7: Οι τσιριτσάντσουλες ξανά στη Rosa Nera

Οι Τσιριτσάντσουλες παρουσιάζουν τη θεατρική παράσταση

Το φράκο

Μονόπρακτη φάρσα βασισμένη στο έργο του Ντάριο Φο

«Ο γυμνός άντρας και ο άντρας με το φράκο»

Παίζουν:

Γιάννης Αδρίμης, Νίκος Σαρηγιάννης, Μαρίνος Μουζάκης, Ντίνα Μαυρίδου

Συντελεστές:

Διασκευή, σκηνοθεσία, κοστούμια: Τσιριτσάντσουλες

Μετάφραση: Γιάννης Αδρίμης

Στίχοι: Νίκος Σαρηγιάννης

Μουσική: Μαρίνος Μουζάκης

Χορογραφίες: Ηρώ Κατσιφλώρου

Σκηνικό: Διονύσης Ματαράγκας

Κατασκευή σκηνικού: Κώστας Βαλατσός

Οργάνωση παραγωγής: Ντίνα Μαυρίδου

Παραγωγή: Τσιριτσάντσουλες 2018

 

Υπόθεση:

Ένας σκουπιδιάρης βρίσκει στον κάδο του έναν άντρα γυμνό και προσφέρεται να τον βοηθήσει να γυρίσει σπίτι του. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά όσο δείχνουν εκ πρώτης όψεως.

Για την παράσταση:

Το μονόπρακτο έργο του Ντάριο Φο «Ο γυμνός άντρας και ο άντρας με το φράκο» αποτέλεσε μέρος της παράστασης «Κλέφτες, ανδρείκελα και γυμνές γυναίκες» που ανέβηκε το 1958 στο Πίκολο Τεάτρο του Μιλάνο, από το νέο τότε θίασο των Φο-Ράμε. Η γραφή των τεσσάρων μονόπρακτων της παράστασης, σε πρώτη ανάγνωση, ελάχιστα θυμίζουν το εξωστρεφώς στρατευμένο ύφος του Ντάριο Φο και της Φράνκα Ράμε που γνωρίζουμε στο μετά το ’68 έργο τους. Πρόκειται για τέσσερις φάρσες καταστάσεων με έντονες αναφορές στο θέατρο του παραλόγου και τον Μπέκετ. Ωστόσο, ξαναδιαβάζοντάς το αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι πως πίσω από κάθε σελίδα, κάθε ατάκα, κάθε κρυμμένο αυτοσχεδιασμό είναι πάντα αυτοί: Ο Φο και η Ράμε.

Ο ακατάπαυστος ρυθμός, οι ευφυέστατες κωμικές ατάκες, η συμμετοχή του κορμιού, ο οίστρος… και μετά αντιλαμβάνεσαι πως οι ήρωες δεν είναι ίδιοι με εκείνους του θεάτρου του παραλόγου. Οι παράλογες καταστάσεις προκύπτουν από τον παραλογισμό της ζωής όπως τη βιώνουμε καθημερινά και οι χαρακτήρες αγγίζουν περισσότερο στα στερεοτυπικά γνωρίσματα της κομέντια ντελ άρτε, παρ’ ότι είναι βγαλμένοι κατ’ ευθείαν από το σήμερα (αν και το έργο είναι γραμμένο το ’58). Κι όσο προχωράς στον κόσμο τους τόσο ξεπροβάλλει όλο και πιο ανάγλυφα η κοινωνική και ταξική ματιά δύο βαθιά πολιτικών ανθρώπων. Σε τελική ανάλυση τα τέσσερα αυτά μονόπρακτα αποτελούν την απάντηση και το σχόλιό τους, πάνω στη θεατρική τάση που είχε επηρεάσει την εποχή εκείνη όλη την Ευρώπη.

Εμείς βασιστήκαμε στο μονόπρακτο «Ο γυμνός άντρας και ο άντρας με το φράκο», ένα έργο που δεν έχει μεταφραστεί και παιχτεί στα ελληνικά. Το μεταφράσαμε, το διασκευάσαμε για να έρθει στα δικά μας μέτρα, το εμπλουτίσαμε με πρωτότυπα τραγούδια και χορογραφίες και το παρουσιάζουμε με τον τίτλο «Το φράκο».

Posted in: θέατρο, ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ... by Rosa Nera Comments Off on Τετάρτη 18 κ’ Πέμπτη 19/7: Οι τσιριτσάντσουλες ξανά στη Rosa Nera

Κατανοώντας τον Εξεγερσιακό Αναρχισμό (α)

Όταν μιλάμε για τον εξεγερτικό αγώνα δεν θα πρέπει να μπερδεύουμε την εξεγερσιακή μέθοδο (η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί από οποιαδήποτε πολιτική δύναμη) με το εξεγερσιακό κίνημα που (συ)εμπλέκεται στον αναρχικό επαναστατικό αγώνα. Θα μιλήσουμε για το τελευταίο.

 Ενάντια σε τι πολεμάμε;

Ο επαναστατικός αναρχικός αγώνας είναι ένας κοινωνικός πόλεμος ενάντια σε οτιδήποτε καταστέλλει την ατομικότητα. Είναι ένας αγώνας που απελευθερώνει τον άνθρωπο από τις παλιές σχέσεις. Ένας αγώνας όπου κάποιο άτομο μπορεί να βιώσει νέες, ελεύθερες και άνευ όρων σχέσεις με άλλο κόσμο. Είναι ένας αγώνας που διαμορφώνει την προσωπικότητα. Βοηθάει ένα άτομο να βρει την απαραίτητη δύναμη για την ασυμβίβαστη υπεράσπιση των ενδιαφερόντων της. Μια νέα ζωή γεννιέται από αυτόν τον αγώνα. Αλλά κανένας μας δεν μπορεί να προβλέψει πως θα εξελιχθεί αυτή η νέα ζωή.

Ο επαναστατικός αναρχικός αγώνας είναι αυτάρκης. Δεν υπάρχει χώρος για ρεμβασμούς σχετικά με την φύση του μέλλοντος, γιατί ότι είναι καινούριο γεννάει κάθε φορά και μια άλλη μέθοδο καταπολέμησης των παλιών συνηθειών. Αυτός ο κοινωνικός πόλεμος μας κάνει να επανεξετάσουμε τις αναμεταξύ μας σχέσεις – και αυτή είναι η πιο σημαντική αλλαγή που πρέπει να γίνει.

 Επίθεση

Η επίθεση είναι το πρωτεύον χαρακτηριστικό του αναρχικού επαναστατικού αγώνα. Θα πρέπει να είναι συνεχής και ελεύθερη από συμβιβασμούς, μια επίθεση με την κάθε δυνατή ένταση. Μια επίθεση σε όλα όσα καταπιέζουν και ελέγχουν την ατομικότητα. Ένα άτομο θα αναγνωρίσει τους στόχους της επίθεσης του, γιατί αυτή ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον το πως καταπιέζεται η ατομικότητα της και το που να χτυπήσει για να απελευθερωθεί.

Η επίθεση είναι μια κοινωνική οπτική της ανθρώπινης ζωής. Είναι μια υπαρξιακή μάχη για καλύτερη ζωή. Είναι μια δράση που δημιουργεί νέα κοινωνικά περιβάλλοντα, όπου γεννιούνται νέες σχέσεις.

Μια επίθεση δεν καθορίζει συγκεκριμένες μεθόδους αγώνα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως εργαλεία σφραγίδα των εξεγερσιακών αναρχικών. Οι μέθοδοι για μια επίθεση μπορεί να ποικίλλουν και εξαρτώνται από το ίδιο το μαχόμενο άτομο, στις ικανότητες της, στις δυνάμεις και στον σκοπό της επίθεσης. Μπογιές, ιστοσελίδες, πέτρες, σφυριά, μολότοφ, τουφέκια και εκρηκτικά – όλα τα παραπάνω μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μια επίθεση στο σύστημα. Ο όρος ”σύστημα” χρησιμοποιείται συχνά για να προσδιορίσει το κράτος και το κεφάλαιο. Αλλά προτείνω να τον επεκτείνουμε ώστε να συμπεριλαμβάνει τον ίδιο τον ”πολιτισμό”. Γιατί  η ατομικότητα καταπιέζεται τόσο από την γραφειοκρατία και την τεχνολογία όσο από τις λειτουργίες της παραγωγής και τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Αν ήταν αρκετά αφοσιωμένος, ο κόσμος πιθανόν να κατέστρεφε όλα τα εργοστάσια κοντά στις πόλεις του, και θα του έπαιρνε μόλις λίγες μέρες. Μπορούμε να σαμποτάρουμε δρόμους και γέφυρες, ακόμα και να αποδιοργανώσουμε πλήρως τις αστικές υποδομές, αλλά η τωρινή κοινωνία θα δουλέψει σκληρά να ξαναχτίσει ότι έχουμε καταστρέψει. Έτσι είναι συνετό να χρησιμοποιούμε τον όρο ”πολιτισμός” στην ρητορική μας από τη στιγμή που περιλαμβάνει όλες τις οπτικές της ζωής μας, από την παραγωγή και την τεχνολογία στην κουλτούρα και την ψυχολογία.

Ρίχνοντας μια περαιτέρω ματιά στο κοινοτιστικό κίνημα που εξελίσσεται δραστικά στην μοντέρνα Ρωσία. Μπορεί να είναι κοσμικό, μπορεί να είναι θρησκευτικό ή οικολογικό, αλλά με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να το αποκαλέσουμε αναρχικό ή επαναστατικό. Γιατί όλοι οι συμμετέχοντες αυτού του κινήματος αποδοκιμάζουν την κάθε επίθεση στον πολιτισμό. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο πολιτισμός επεκτείνεται συνεχώς ενάντια στην κοινωνική ζωή του κάθε ανθρώπου. Η ανάπτυξη του πολιτισμού είναι στην πραγματικότητα μια σειρά συνεχούς επέκτασης των συνόρων και η δημιουργία νέων μεθόδων επέκτασης. Οι αγροτικές περιοχές συνήθως έσφηζαν από ζωή, αλλά ο πολιτισμός τις κατάσχεσε και τις μετέτρεψε σε ερημιές. Δεν είναι ούτε επαναστατικό, ούτε αναρχικό το να επιστρέψεις ή να δραπετεύσεις σε τέτοια μέρη που έχουν ήδη ρημαχτεί από τον πολιτισμό (και όπου θα ξαναεπιστρέψει αργά ή γρήγορα, όταν ανακαλυφθούν νέες διαστάσεις για αποικισμό). Έτσι αν το κίνημα δεν συμπλέκεται σε συνεχή αντικοινωνική επίθεση στον πολιτισμό, αργά ή γρήγορα τα μέλη του θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν στις κυρίαρχες κοινωνικές συνθήκες ( το οποίο, στην πραγματικότητα, είναι ο τρόπος που ο πολιτισμός καταστρέφει τα δάση και τις ζωές των μικρών τοπικών κοινοτήτων).

Οπότε βλέπουμε δύο επιλογές : Επίθεση στον πολιτισμό και αντίσταση ή σταδιακή αφομοίωση και επιλογή συνεργασίας με αυτόν. Κανείς δεν μπορεί να ελπίζει πως θα παραμείνει ένας παθητικός θεατής ή ένας λιποτάκτης στον κοινωνικό πόλεμο. Πάντα υπάρχει μια πλευρά, το ζήτημα είναι, το που στέκεσαι.

 Αντικοινωνικός αγώνας

Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της επίθεσης που την καθορίζει ως αναρχική και ως επαναστατική είναι ο αντικοινωνικός αγώνας. Διότι οι ίδιες μέθοδοι που χρησιμοποιούνται από τους εξεγερσιακούς αναρχικούς μπορούν στην πραγματικότητα να χρησιμοποιηθούν για την καλυτέρευση του πολιτισμού και την περαιτέρω τεχνολογική ανάπτυξη.

Μια επίθεση στον πολιτισμό είναι αντικοινωνική. Οποιαδήποτε άλλη μορφή αγώνα και ακτιβισμού με αιτήματα για καλύτερη ζωή και άνετες συνθήκες διαβίωσης υπό τον πολιτισμό (κοινωνικός αγώνας) το μόνο που κάνει είναι, το τέρας που πολεμάμε να γίνεται πιο δυνατό και ανθεκτικό. Ο κοινωνικός αγώνας επισπεύδει την επέκταση του πολιτισμού ενάντια σε όλα όσα βρίσκονται ακόμα ”έξω” από αυτόν. Αν και ο ρατσισμός θεωρείται κερδοφόρος από τους εργοδότες, ο πολιτισμός θα λειτουργούσε ακόμα καλύτερα αν αυτή η πηγή κοινωνικής δυσφορίας αφαιρούταν. Και οι επιχειρήσεις, αν και δρουν με έναν τρόπο που περιγράφεται καλύτερα ως οικοκτονία,  θα θερίσουν περισσότερα κέρδη και θα αφήσουν τον πολιτισμό να διαρκέσει περισσότερο αν και απλώς αλλάξουν τις πρακτικές τους σε πιο ”οικολογικές”. Ο ίδιος ο πολιτισμός ενδιαφέρεται πάρα πολύ για την κοινωνική σταθερότητα και την αφαίρεση της κάθε κοφτερής γωνίας. Για αυτό το λόγο ο πολιτισμός βασίζεται στον κοινωνικό αγώνα – γιατί αυτός ο αγώνας είναι στην πραγματικότητα τα μέσα της εξυγίανσης που βοηθούν στην καταπολέμηση των ξένων σωμάτων στον οργανισμό. Ξένα σώματα που δημιουργεί ο ίδιος ο πολιτισμός αλλά δεν μπορεί να τα καταστρέψει. Έτσι ο κοινωνικός αγώνας με τις επιθέσεις του είναι από την φύση του μια μορφή ειδικού κυττάρου που διατηρεί υγιή τον οργανισμό του πολιτισμού.

Ο επαναστατικός αναρχικός αγώνας δεν αναζητεί καλύτερες μορφές κοινωνικής αλληλεπίδρασης κάτω από τις τωρινές συνθήκες. Επιτιθόμαστε σε όλες τις ατομικές και κοινωνικές όψεις του πολιτισμού, στοχεύοντας στην απελευθέρωση του ανθρώπου μελλοντικά, στην ανεξάρτητη αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους. Μια ελεύθερη κοινωνία μπορεί να χτιστεί μόνο από ελεύθερα άτομα. Και αφήστε με να το επαναλάβω ακόμη μια φορά, είναι μέσα από τον ίδιο τον αγώνα που οι άνθρωποι γίνονται ελεύθεροι.

 Διαφωτισμός

Όσοι εμπλέκονται σε επιθέσεις στον πολιτισμό γίνονται σεσημασμένοι ως μέλη μιας αντικοινωνικής μειοψηφίας και όταν θα είναι η κατάλληλη στιγμή θα απομονωθούν από αυτή την κοινωνία. Έτσι, ο επαναστατικός αναρχικός αγώνας δεν μπορεί να εξαρτάται από τα νούμερα, αλλά πρέπει να βασιστεί περισσότερο στην ένταση και την δύναμη των αντιπολιτισμικών επιθέσεων. Ο ανθρώπινος τρόπος ζωής καθορίζεται από το περιβάλλον της. Όλες οι σκέψεις, τα πάθη και οι ιδέες γεννιούνται σύμφωνα με το κοινωνικό περιβάλλον. Όχι αντίστροφα. Γι’ αυτό ο αναρχικός και επαναστατικός αγώνας στοχεύει στην ολοκληρωτική καταστροφή των κοινωνικών συνθηκών που καταπιέζουν την προσωπικότητα.

Μια ιδέα ”διαφωτισμού” είναι μια επικίνδυνη παρανόηση του κοινωνικού αγώνα. Είναι ένα όνειρο σχετικά με την μέρα που όλοι οι άνθρωποι θα καταλάβουν τελικά τον μοιραίο τρόπο ζωής που ζούσαν και θα ξεσηκωθούν ως ένα. Και αυτό θα είναι το ξεκίνημα ενός νέου τρόπου ζωής. Αυτές οι σκέψεις είναι αφελής.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Όσο υπάρχουν οι κοινωνικές συνθήκες που δίνουν μια μικρή εντύπωση σταθερότητας, ο κόσμος θα εκτιμά την σταθερότητα και δεν θα ξεσηκώνεται. Γι’ αυτό ακριβώς η επίθεση κατανοείται ως πρωτεύον χαρακτηριστικό του αναρχικού επαναστατικού αγώνα : ένα άτομο που επιλέγει να επιτεθεί στον πολιτισμό πρέπει να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνθήκες που επιβάλλονται πάνω της. Κατά την διαδικασία θα πρέπει να δημιουργήσει νέες κοινωνικές συνθήκες. Και τότε είναι που γεννιούνται νέες ιδέες και σκέψεις. Η αντικοινωνική επίθεση είναι απαραίτητη για την αποσταθεροποίηση του συστήματος. Αυτό οδηγεί στο σπάσιμο της σταθερότητας που έχει γίνει τόσο οικεία. Οδηγεί στην αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων. Η υψηλή ένταση και η δύναμη των επιθέσεων θεωρούνται απαραίτητα για την παρεμπόδιση της επανακατασκευής του πολιτισμού. Πρέπει να φτάσουμε στο σημείο της μη επιστροφής.

Τα βιβλία και η streetart είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό στον αναρχικό επαναστατικό αγώνα από την απλή προπαγάνδα ή το πρότζεκτ του διαφωτισμού. Ο πολιτισμός ελέγχει την ροή της πληροφορίας. Στον μονοπωλημένο χώρο της στείρας πληροφορίας ο κόσμος σκέφτεται σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο, αλλά σε ένα γενικότερο πλαίσιο ελεύθερης ανταλλαγής πληροφοριών η κοσμοθεωρία τους θα αλλάξει. Έτσι τα βιβλία και η streetart μπορούν να θεωρηθούν άλλη μια μορφή επίθεσης στο μονοπώλιο του πληροφοριακού συστήματος. Πρέπει επίσης να αναφέρουμε τις πορείες και τις διαμαρτυρίες : είναι και αυτές μια μορφή πληροφοριακού αγώνα. Μια από τις μεθόδους διάδοσης πληροφοριών. Όταν συζητάμε τις προοπτικές των πορειών και των συλλαλητηρίων είναι σημαντικό να λάβουμε υπ’ όψιν του τι είδους πληροφοριών θέλουμε να παρουσιάσουμε και πιο θα είναι το τίμημα αυτής της δράσης. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτός είναι απλά ένας από τους πολλούς τρόπους της διάδοσης της αναρχικής αντιπληροφόρησης και την καταστροφή του κρατικού μονοπωλίου.

 Σαμποτάζ

Αλλά μια από τις πρωτεύον μεθόδους επίθεσης που αποτελεί τον κεντρικό μοχλό του αναρχικού επαναστατικού αγώνα για πολλές γενιές είναι το σαμποτάζ. Μιλάω για την άμεση καταστροφή των υποδομών του πολιτισμού. Είναι μια σημαντική πρακτική διότι οι υποδομές του πολιτισμού μας και οι κοινωνικές συνθήκες που ζούμε είναι εγγενής συνδεδεμένα. Και αν ένα άτομο δεν τα πάει καλά με κάτι και δεν θέλει να προσαρμοστεί στις κοινωνικές συνθήκες, θα πρέπει να επιτεθεί άμεσα στον πολιτισμό και τις υποδομές του.

Το σαμποτάζ είναι το κύριο όπλο μας στον κοινωνικό πόλεμο. Το σαμποτάζ σε όλες τις πτυχές του διατηρεί το γνώρισμα της επίθεσης, χωρίς μα έχει σημασία το πώς είναι ”κοινωνικά προσανατολισμένο”, χωρίς να έχουν σημασία η ακριβής του μορφή ή τα εργαλεία του. Έτσι ένα σαμποτάζ μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με μολότοφ, είτε με κόλλα. Η ακριβής επιλογή του όπλου εξαρτάται από την φαντασία και τις δυνατότητες των αναρχικών.

Οι πράξεις του σαμποτάζ διασφαλίζουν πως τα δόντια της αναρχικής αντίστασης παραμένουν κοφτερά : τα λόγια μας (που διαδίδουμε μέσα από εκδόσεις και διαμαρτυρίες δρόμων) αποκτούν επιπλέον καταστροφική δύναμη. Χωρίς το σαμποτάζ όλες οι απόπειρες αλλαγής του κόσμου θα ήταν μάταιες.

Το σαμποτάζ είναι ίσως η πιο επικίνδυνη μορφή κοινωνικού πολέμου για τον πολιτισμό. Γιατί ο πολιτισμός μπορεί πρόθυμα να θυσιάσει ανθρώπους, αλλά δεν μπορεί να θυσιάσει ιδιοκτησία. Τις πιο τρομερές πράξεις, κατά την διάρκεια της εξέγερσης των χωρικών στην Τσαρική Ρωσία, που φοβόντουσαν οι Ρώσοι γαιοκτήμονες ήταν όταν ”οι χωρικοί απελευθέρωναν τον κόκκινο κόκκορα”. Μιλάμε για αποκεντρωμένες και χαοτικές πράξεις εμπρησμών, που ήταν μια δημοφιλής μέθοδος επίθεσης στις τάξεις των αριστοκρατών και των εμπόρων. Μια ανεξέλεγκτη διάδοση και επέκταση τέτοιων πράξεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα απρόβλεπτο μέλλον. Αλλά στην πραγματικότητα ο πολιτισμός αναγκάζεται συνεχώς να βρίσκει νέες πηγές ενέργειας έτσι ώστε να επισκευάζει ό,τι καταστρέφεται. Η βιομηχανική επανάσταση μπόρεσε να γίνει μόνο εξαιτίας της εισαγωγής της εύκολης πρόσβασης στο πετρέλαιο και τους γαιάνθρακες. Η τεράστια τεχνολογική ανάπτυξη ήταν δυνατή εξαιτίας της υπερ – εκμετάλλευσης αρκετών γενεών εργατών. Έτσι κάθε καταστροφική πράξη που στοχεύει τον πολιτισμό και τις υποδομές του προκαλεί ένα οδυνηρό πλήγμα.

 

Μετάφραση στα ελληνικά: Φυλακισμένα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς

Posted in: Αρχείο, Εγχώρια, Κείμενα, νέα by ragnarok Comments Off on Κατανοώντας τον Εξεγερσιακό Αναρχισμό (α) , , , , ,

Δυό Θεματικές Συνεντέυξεις Με Σύντροφο Από Αμερική – Μέρος B’

Τετάρτη, 18/7/18 στις 14:00

Vol. II: Συνέντευξη για το κράτος των Η.Π.Α.: Πραγματικότητα, προκλήσεις, Α/Α κίνημα, παγκόσμια διασύνδεση.

Το αμερικάνικο όνειρο ήταν από την αρχή του ένας εφιάλτης. Και όταν το κράτος έκτακτης ανάγκης έχει γίνει ο κανόνας, η αντίσταση είναι καθήκον.

Interview about U.S.A.’s state: Reality, challenges, the A/A movement, worldwide connection.

The American Dream was from its very start a nightmare. And when the state of emergency has become the rule, resistance is a duty.

* Οι συνεντεύξεις έχουν πραγματοποιηθεί στην αγγλική γλώσσα.

The interviews have been accomplished in English.

Posted in: Ηχογραφημένες εκδηλώσεις by radiofragmata Comments Off on Δυό Θεματικές Συνεντέυξεις Με Σύντροφο Από Αμερική – Μέρος B’ , , ,

Προβολή της ταινίας ‘LOVING PABLO’, Δευτέρα 16/07/2018, στις 22:00, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Αγαπώντας τον Πάμπλο
Loving Pablo
του Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα

Ο άνθρωπος Πάμπλο και ο Βαρόνος Εσκομπάρ. Η ζωή ενός από τους μεγαλύτερους εμπόρους ναρκωτικών στην ιστορία μέσα από τα μάτια μιας ερωμένης του, δίνει την ευκαιρία στον Χαβιέρ Μπαρδέμ και την Πενέλοπε Κρουζ να συνυπάρξουν κινηματογραφικά στην πιο υπερβολική, γελοία, σαπουνοπερίστικη εκδοχή γκανγκστερικής ταινίας που έχουμε δει τελευταία.
Υπάρχουν κακές ταινίες και υπάρχουν ταινίες όπως το «Αγαπώντας τον Πάμπλο».

Η καινούρια ταινία του Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα (είναι ο σκηνοθέτης του «Μια Υπέροχη Μέρα») φιλοδοξεί να αφηγηθεί την άνοδο και την πτώση του Πάμπλο Εσκομπάρ, ενός από τους μεγαλύτερους και περισσότερο συνδεδεμένους με την pop κουλτούρα βαρόνους ναρκωτικών στον κόσμο, μέσα από τα μάτια της διάσημης δημοσιογράφου της εποχής, Βιρχίνια Βαγιέχο, χρησιμοποιώντας ως αρχική πηγή έμπνευσης τα απομνημονεύματά της. Η Βαγιέχο, στην κρίσιμη περίοδο που τον συνάντησε, ερωτεύτηκε τον Πάμπλο αλλά μίσησε τον Εσκομπάρ και αν αυτό ακούγεται σαν να αποτελεί την σύνοψη μιας αυθεντικής λατινοαμερικάνικης σαπουνόπερας, είναι επειδή και η ταινία είναι στην πραγματικότητα ακριβώς αυτό.
Γιατί ήδη από την αρχή, το «Αγαπώντας τον Πάμπλο» αγκαλιάζει χωρίς όριο (και αίσθηση καλού γούστου) όλη την camp υπερβολή του, αποτελώντας τελικά ένα φιλμ που ίσως να μπορεί να απολαύσει κανείς για όλους τους λάθος λόγους.

Εδώ υπάρχει μια Πενέλοπε Κρουζ που δε διστάζει να ουρλιάξει, να γουρλώσει τα μάτια, να τραβήξει τα – χτενισμένα σε απόλυτα retro στυλ – μαλλιά της και να κυλιστεί πανικόβλητη στο έδαφος για να δείξει την απόγνωσή της, αν φυσικά δεν είναι ήδη απασχολημένη να χαϊδεύει με ηδυπάθεια τις πέρλες στο λαιμό της. Εδώ υπάρχει ένας Χαβιέρ Μπαρδέμ με ψεύτικη κοιλιά, που είναι και οικογενειάρχης, και μπίζνεσμαν, και ερωτύλος και πάρα πολύ σκληρός, τόσο σκληρός που όταν δίνει δολοφονικές εντολές, εκτοξεύει μαζί με τις απειλές και τα μακαρόνια στον τοίχο. Εδώ υπάρχει και ένας πρωτοφανώς ψύχραιμος Πίτερ Σκάρσγκαρντ, ο οποίος μοιάζει απλά ανήμπορος να συμμετέχει στην ερμηνευτική extravaganza των συναδέλφων του και παραμένει απλός (υποτονικός) παρατηρητής των όσων δρώμενων τυγχάνει να πυροδοτούν την αφήγηση της ταινίας.

Μια αφήγηση η οποία θεωρητικά δεν στερείται ούτε ταχύτητας, ούτε έντασης αλλά ούτε και αφορμών για τον Αρανόα να αποδείξει τις σκηνοθετικές του ικανότητες στην κινηματογράφηση της δράσης. Μερικές σκηνές μάλιστα καταφέρνουν στιγμιαία να τραβήξουν το ενδιαφέρον, ειδικά όταν αφορούν την εναέρια διακίνηση της κοκαΐνης και την σοκαριστική απλότητα με την οποία οι δολοφονικές προσταγές του Εσκομπάρ βρίσκουν τόπο. Με πολύ καλή δε θέληση, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Αρανόα επιχειρεί να ξεμπροστιάσει την κοινωνική συνενοχή και να εξηγήσει ενδεχομένως τους λόγους για τους οποίους η παραβατική συμπεριφορά του Εσκομπάρ έγινε σε τέτοιο βαθμό αποδεκτή.
Μόνο που όλα αυτά παραμένουν μέχρι το τέλος απλές εικασίες ή και ευσεβείς προσδοκίες. Το «Αγαπώντας τον Πάμπλο» πίσω από την κραυγαλέα βία του και την επιφανειακή πολυπλοκότητά του, δεν μπορεί να καμουφλάρει το γεγονός ότι η λογική αλλά και οι δυναμικές του αντλούν πολύ περισσότερο από τις telenovelas της Λατινικής Αμερικής παρά από το γκανγκστερικό σινεμά του δρόμου, που πρότεινε αρκετά χρόνια πριν «Η Πόλη του Θεού» του Φερνάντο Μεϊρέγιες και που θα αποτελούσε ιδανικό φόντο για την μια ιστορία που αφορά τις κοινωνικές δομές που επιτρέπουν την ενδυνάμωση (και τελικά την κυριαρχία) ανθρώπων όπως ο Εσκομπάρ.

Σε μια τέτοια ταινία δε θα υπήρχε καμία κωμική ερμηνευτική υπερβολή της Κρουζ. Δε θα υπήρχε καμία (ακούσια αστεία, έως και γελοία) «σπαστή» προφορά. Δε θα υπήρχε καμία φτηνή σωματική μανιέρα του Χαβιέρ Μπαρδέμ. Ωστόσο, υπάρχει μια γνήσια κωμική ταινία μέσα στον πυρήνα αυτού που δημιούργησε τελικά ο Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα, μόνο που μάλλον δεν είχε ακριβώς αυτό ως τελικό στόχο.

Posted in: Κατάληψη Βύρωνος 3, Προβολές by anarxikoikavalas Comments Off on Προβολή της ταινίας ‘LOVING PABLO’, Δευτέρα 16/07/2018, στις 22:00, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

ΚΑΘΕ ΔΕΥΤΕΡΑ, ΘΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΤΑΙΝΙΩΝ, ΣΤΟ ΠΑΡΚΑΚΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ΒΥΡΩΝΟΣ 3, ΣΤΙΣ 22:00

 

Posted in: Αφίσες, Κατάληψη Βύρωνος 3, Προβολές by anarxikoikavalas Comments Off on ΚΑΘΕ ΔΕΥΤΕΡΑ, ΘΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΤΑΙΝΙΩΝ, ΣΤΟ ΠΑΡΚΑΚΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ΒΥΡΩΝΟΣ 3, ΣΤΙΣ 22:00

Γαλλια: Εμπρηστικη επιθεση σε πυργο αναμεταδοσης τηλεποικινωνιων

11.07.2018: Σσσσσ! Μην πείτε σε κανέναν πως την αυγή της Πέμπτης 5 Ιουλίου, λίγες ώρες πριν από τον προημιτελικό του παγκοσμίου κυπέλου, θέσαμε εκτός λειτουργίας έναν πύργο τηλεοπτικής αναμετάδοσης μεταξύ του Saint-Rémy και του Chevreuse στο Ιβελίν, κεντρικό τμήμα όλων των ψηφιακών επικοινωνιών.

 

Μην αναφέρετε σε κανέναν πως το ”τεχνικό πρόβλημα” ήταν στην πραγματικότητα μία εμπρηστική επίθεση που κατέστρεψε τα καλώδια μετάδοσης, διακόπτοντας πλήρως μέχρι σήμερα όχι απλά την τηλεόραση αλλά, επιπλέον, το ίντερνετ καθώς και τρία σήματα φορέων κινητής τηλεφωνίας  (Free, Sfr and Bouygues) σε όλη την περιοχή.

 

Να συνεχίσουμε να σαμποτάρουμε το θέαμα.

Να επιτεθούμε σε όλα τα τεχνολογικά κλουβιά.

 

Πηγή: 325

Μετάφραση: Διαχειριστική Ομάδα Ragnarok

Posted in: Αναλήψεις Ευθύνης, Διεθνή, νέα by ragnarok Comments Off on Γαλλια: Εμπρηστικη επιθεση σε πυργο αναμεταδοσης τηλεποικινωνιων , , ,

Ιταλια-Ρωμη: Εμπρηστικες επιθεσεις σε διπλωματικα και εταιρικα οχηματα

Καθώς τριγυρνάς την νύχτα με την πρόθεση να κάψεις ή να θέσεις κάτι εκτός λειτουργίας, διαταράσσοντας την σύμφυτη με την καθημερινότητα πλήξη, ποτέ δεν γνωρίζεις ακριβώς τι θα συναντήσεις όσο διασχίζεις τα στενά. Κάπως έτσι συνέβη μία νύχτα στα μέσα Ιουνίου όταν ήρθαμε αντιμέτωποι με ένα Διπλωματικό Όχημα και ακόμα ένα ιδιοκτησία της ENJOY* παρκαρισμένα δίπλα δίπλα πλάϊ στο πεζοδρόμιο. Αν έως τότε, συστεγάζονταν σε μία κοινή, επαίσχυντη υπόσταση στην υπηρεσία της καταστροφής, της εξουσίας και της κυριαρχίας, δεν μπορούσαμε να παραβλέψουμε την προθυμία τους να μοιραστούν από κοινού τον χαμό τους. Και έτσι, όπως με μερικούς εκσκαφείς στην Γαλλία όχι πολύ καιρό πριν, παρατηρήσαμε την επιθυμία τους απολαμβάνοντας την θέα της φωτιάς που τα κατάπιε.
Ελπίζουμε πως παρά τις πρόσφατες υψηλές θερμοκρασίες η θέρμη της εν λόγω φωτιάς θα φέρει ένα χαμόγελο στα πρόσωπα όλων των έγκλειστων συντρόφων που υπόκεινται σε δικαστικούς ελέγχους ή σε καθεστώς επιτήρησης.
Στον Αργεντίνο σύντροφο Diego Parodi….. Δύναμη, Κράτα γερά.
Σε όλους όσους αντιμετωπίζουν διώξεις για την σύνοδο G20 στο Αμβούργο
Στους φυλακισμένους και στους κατηγoρούμενους της επιχείρησης Scripta Manent.
Για τους Giova, Ghespe και Paska
ΣτΜ: η ENJOY είναι μια “περιβαλλοντικά βιώσιμη” εταιρία μοιράσματος οχημάτων που διευθύνεται από την εταιρία ενέργειας ENI και την επιχείρηση δημόσιων μεταφορών Trenitalia
Πηγή: 325
Mετάφραση: Διαχειριστική Ομάδα RAGNAROK
Posted in: Αναλήψεις Ευθύνης, Διεθνή, νέα by ragnarok Comments Off on Ιταλια-Ρωμη: Εμπρηστικες επιθεσεις σε διπλωματικα και εταιρικα οχηματα , , , ,

Κείμενο της κατάληψης ενάντια στη λήθη και τους μύθους του μακεδονικού ζητήματος

Αυτοί που μας εμπνέουν από την ιστορία είναι οι αγωνιστές για την απελευθέρωση της κοινωνίας (αρχείο word)

Posted in: Αντιφασισμός, ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ... by Rosa Nera Comments Off on Κείμενο της κατάληψης ενάντια στη λήθη και τους μύθους του μακεδονικού ζητήματος