Πως συλλαβίζοντας αλληλεγγύη δεν θα χρειαστεί να (ξανα)μιλήσουμε για το εμπόρευμα (Θερσίτης)

Πως Συλλαβίζοντας Αλληλεγγύη Δεν Θα Χρειαστεί Να (ξανα) μιλήσουμε Για Το Εμπόρευμα

 Τίτλος: Πως συλλαβίζοντας αλληλεγγύη δεν θα χρειαστεί να (ξανα)μιλήσουμε για το εμπόρευμα

Έκδοση: Θερσίτης

Έτος: 2014

16 σελ.

———————–

Περιεχόμενα

Η αλληλεγγύη (ως επιχειρηματικότητα) στα «χρόνια της χολέρας» σελ.2

Κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία: ο «άλλος κόσμος» των ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. σελ.6

Περί εμπορευματικών αυτονόητων σελ.10

Για τα αυτοοργανωμένα  εγχειρήματα-αντιδομές σελ.14

Ηλεκτρονική Ανάγνωση

 

Για την δίωξη των οροθετικών γυναικών τον Απρίλη του ’12 και τη θεσμική διαχείρηση της υπόθεσης (Θερσίτης)

 

Για Την Διώξη Των Οροθετικών Γυναικών Τον Απρίλη Του '12 Και Τη Θεσμική Διαχείρηση Της Υπόθεσης

Τίτλος: Για την δίωξη των οροθετικών γυναικών τον Απρίλη του ’12 και τη θεσμική διαχείρηση της υπόθεσης

Έκδοση: Θερσίτης

Έτος: 2014

6 σελ.

Ηλεκτρονική Ανάγνωση

 ———————————————————-

Για τη δίωξη των οροθετικών γυναικών τον Απρίλη του’12 και τη θεσμική διαχείριση της υπόθεσης

H ιστορία ξεκινάει τον Απρίλη του 2012, όταν μία εκδιδόμενη γυναίκα από τη Ρωσία βρίσκεται θετική στον ιό του HIV ύστερα από υγειονομικό έλεγχο. Το σενάριο που ξετυλίγεται από τις πρώτες ώρες μετά τη σύλληψη της μετανάστριας είναι γνωστό: “εκδιδόμενες και τοξικοεξαρτημένες μετανάστριες είναι φορείς του HIV και εις γνώσιν τους κάνουν σεξ με ανυποψίαστους πελάτες μεταφέροντας έτσι την αρρώστια στην ελληνική οικογένεια”. Ένα πραγματικό πογκρόμ ακολουθεί στο κέντρο της Αθήνας με εκατοντάδες εξαναγκαστικούς υγειονομικούς ελέγχους σε αστυνομικά τμήματα και υπαίθριους χώρους και περισσότερες από 96 προσαγωγές (σύμφωνα με στοιχεία της αστυνομίας). Πολλές από τις γυναίκες που βρέθηκαν οροθετικές κατηγορούνται για «βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη» και προφυλακίζονται, ενώ οι  φωτογραφίες τους και τα προσωπικά τους στοιχεία (όνομα πατρός, μητρός, τόπος καταγωγής) αναρτώνται στο σάιτ της αστυνομίας και από εκεί σε ένα σωρό άλλες ιστοσελίδες, σε κανάλια και τις εφημερίδες. Σε ρόλο σύγχρονου ιεροεξεταστή τέθηκε ο ειδικός επιστημονικός φορέας διαχείρισης της δημόσιας υγείας, το ΚΕΕΛΠΝΟ, που με απαράμιλλο σθένος, όπως κάθε φορά που του παραγγέλλεται από τα πάνω, υλοποιεί τα καθεστωτικά σχέδια -σε αυτή την περίπτωση των υπουργείων υγείας και δημόσιας τάξης της ακροδεξιάς κυβέρνησης. Κι αυτό περιελάμβανε την καταπάτηση στοιχειωδών ιατρικών-ανοσολογικών κανόνων που τόσο πολύ υπερασπίζεται η δυτική ιατρική (η οροθετικότητα βασιζόταν σε ανίχνευση του ιού στο σάλιο, χωρίς να ακολουθείται από τις απαραίτητες επιπλέον διαγνωστικές μεθόδους, ενώ συχνά τη λήψη σωματικού υγρού διενεργούσαν αστυνομικοί) αλλά και του ιατρικού απορρήτου των ασθενών (η εν λόγω υπηρεσία πέρασε άμεσα στη δημοσιοποίηση του ιατρικού φακέλου κάθε γυναίκας), αφού και “οι ιεροί επιστημονικοί ιατρικοί κανόνες” υπάρχουν για να εξαιρούνται όταν και όποτε χρειαστεί. Τόσο η δίωξη όσο και η δημόσια διαπόμπευση των γυναικών αυτών βασίστηκαν στην υγειονομική διάταξη 39Α που τέθηκε σε ισχύ υπό την υπουργεία του Λοβέρδου (καταργήθηκε για λίγους μήνες και ξανατέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο του 2013 από τον υπουργό υγείας Άδωνη Γεωργιάδη). Σήμερα, οι διωκόμενες -τότε- οροθετικές γυναίκες βρίσκονται εκτός της φυλακής με τις κακουργηματικές κατηγορίες να έχουν «πέσει».

Δεν είναι ούτε τα ψέματα, ούτε οι προσπάθειες δημιουργίας κλίματος τρομοκρατίας από τα μμε και τους πολιτικούς εκείνες τις ημέρες, ούτε οι κραυγαλέες αντιστροφές της πραγματικότητας, που διατηρούν το συγκεκριμένο γεγονός νωπό στις μνήμες μας. Είναι που όλα αυτά πέρασαν σαν οδοστρωτήρας από τις ζωές των γυναικών αυτών και τις συνέτριψαν, μιας που για τους κυρίαρχους οι ζωές τους ήταν από εκείνες που λογίζονται ως ανάξιες να βιωθούν. Πάνω σε αυτές τις ζωές στήθηκε μια ολόκληρη στρατηγική διασποράς φόβου και καταστολής, μια επιχείρηση εμβάθυνσης  της συντηρητικοποίησης και του κοινωνικού εκφασισμού.

Η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών τον Απρίλη του ’12, ως πολιτικό γεγονός με πολυεπίπεδες και διαπλεκόμενες διαστάσεις, θα λέγαμε ότι είναι από εκείνα τα σημεία που εισηγούνται την ανάδυση του νέου ολοκληρωτικού κράτους [1], χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξε προηγουμένως μακρόχρονη προεργασία -η ακροδεξιά ρητορική και πρακτικές προηγήθηκαν επί μακρόν. Αποτελεί χαρακτηριστικό σημείο της επιθετικότητας της βιοπολιτικής του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης και η αποσημειολόγησή του αποκαλύπτει βασικές πτυχές των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ως προς τη διαχείριση πληθυσμών σε περιβάλλον διαρκούς κρίσης.

Το σύγχρονο κυνήγι των μαγισσών εξελίχθηκε τον Απρίλη του’12, ενώ έχει ενεργοποιηθεί η μόνιμη και σταθερή “κατάσταση έκτακτης ανάγκης”. Είναι ίσως σκόπιμο να αναφερθούμε σε βασικά χαρακτηριστικά αυτής της συνθήκης, αφού πολλά από αυτά φαίνεται να πραγματώνονται στη δίωξη των οροθετικών. Σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λαμβάνονται μια σειρά από οικονομικά και κατασταλτικά μέτρα, με στόχο την πλήρη εκπειθάρχηση και τον ακαριαίο και αιφνιδιαστικό εξανδραποδισμό μεγάλων κοινωνικών κομματιών. Σύμφωνα με τα νομικά λεξιλόγια, «κατάσταση εξαίρεσης» ορίζεται το δικαίωμα της εξουσίας να αποφασίζει την αναστολή της κανονικότητας που εγγυώνται οι νόμοι και το σύνταγμα μπροστά στον εκάστοτε κίνδυνο πολέμου, επανάστασης, τρομοκρατίας ή οικονομικής κατάρρευσης. Στην περίοδο που διανύουμε η εξαίρεση έχει γίνει πρότυπο άσκησης της εξουσίας. Το νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο δομήθηκαν τα κοινωνικά συμβόλαια, αναστέλλεται αλλά η αναστολή αυτή εμφανίζεται όχι ως απόκλιση από το «δίκαιο» αλλά ως ο βέλτιστος τρόπος εφαρμογής του. Σε συνθήκη διαρκούς εξαίρεσης, η εξουσία δεν καταφέρνει αναδιαρθρώσεις μόνο σε πολιτικό, οικονομικό και κατασταλτικό επίπεδο, αλλά επανακαθορίζει το «κοινωνικό», τον κοινωνικά αποδεκτό αξιακό κώδικα στη βάση της τάξης και του νόμου, ενισχύοντας την εθνο-πατριωτική ρητορεία, το ρατσισμό και την ξενοφοβία. Η ασφάλεια, η τάξη και η επιβολή της νομιμότητας αποτελούν τη νέα ιεροποιία της εποχής, και ταυτόχρονα μέσα από την εκπλήρωσή τους γίνονται τα νέα πεδία απόσπασης κοινωνικών συναινέσεων. Η διάχυση του φόβου και της ανασφάλειας αποτελεί βασικό εργαλείο για την εκπειθάρχηση των υπηκόων, για την εφαρμογή «έκτακτων σχεδίων» και το μούδιασμα των κοινωνικών αντιστάσεων. Αναδιευθετούνται συνολικά οι κοινωνικές σχέσεις και εισάγονται προς εμπέδωση λογικές αξιοβίωτης και μη ζωής. Γιατί η  δικτατορία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών δεν αφορά μόνο στην καπιταλιστική οικονομία της αγοράς αλλά και στην απροσχημάτιστη και με επιθετικούς όρους εισαγωγή των νόμων της αγοράς εντός του «κοινωνικού». Υπό αυτό το πρίσμα, η ζωή διεξάγεται με τους δαρβινικούς όρους της «φυσικής επιλογής»: όσοι/ες δεν τα βγάζουν πέρα, όσοι/ες δεν προσαρμόζονται, δεν ακολουθούν τα κυρίαρχα στάνταρντ, όσοι/ες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του εθνο-νεοφιλελεύθερου δόγματος, αποβάλλονται ως παρίες και παρείσακτοι/ες.

Η χρονική στιγμή που επιλέχτηκε η διαπόμπευση των οροθετικών δεν καθορίστηκε μόνο από τις επερχόμενες εκλογές του Μαΐου και Ιουνίου του ’12, ούτε ήταν απλά μία κίνηση εντυπωσιασμού ή επίδειξη δύναμης από την ακροδεξιά συγκυβέρνηση (παρόλο που υπάρχει και αυτή η διάσταση). Περισσότερο ήταν μία πράξη εμπέδωσης και επαναχάραξης του τρόπου διαχείρισης της ζωής και των σωμάτων, του ελέγχου και της διασποράς του φόβου. Και ξεφεύγει πολύ από τις γνωστές αριστερές προσεγγίσεις περί “καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων” και τη συναφή, διάτρητη ρητορική περί ανθρωπισμού. Στις γυναίκες αυτές βρήκαν όλα τα χαρακτηριστικά για την κατασκευή του «εχθρού». Εξαθλιωμένες, μετανάστριες, τοξικοεξαρτημένες, οροθετικές, εκδιδόμενες, γυναίκες. Πάνω τους χαράχτηκαν οι διαχωριστικές γραμμές: από τη μία οι άρρωστες μετανάστριες που απειλούν τη δημόσια υγεία και από την άλλη οι υγιείς έλληνες, οι οικογενειάρχες νοικοκυραίοι- το νέο εθνικό πρότυπο υπηκόου. Και κατέστη σαφές ότι όποιος δεν συμμορφώνεται με αυτό το πρότυπο θα αντιμετωπίζεται από το κράτος με όρους εξόντωσης. Τόσο η δίωξη των οροθετικών όσο και η διαχείρισή της αποτελούν εκκωφαντικό στιγμιότυπο θεσμισμένου ρατσισμού που κάνει να φαίνονται επικίνδυνα και υποκριτικά αφελείς όσοι ακόμη υποστηρίζουν ότι ο ρατσισμός και οι λογικές εξόντωσης των “άλλων” εξέρχονται μόνο από τους φασίστες της χρυσής αυγής.

Στο σημείο αυτό, είναι σκόπιμο να κάνουμε κάποιες ουσιώδεις επισημάνσεις. Η διαπόμπευση των οροθετικών εκτυλίχθηκε θα λέγαμε σε δύο επίπεδα. Σε ένα πρώτο επίπεδο είχε να κάνει με τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα ίδια τα περιστατικά. Γυναίκες που κυκλοφορούσαν σε πιάτσες τοξικοεξαρτημένων, συλλαμβάνονταν και υποβάλλονταν σε αναγκαστική λήψη σωματικού υγρού. Θεωρήθηκε ότι όλες εκδίδονται, μιας που ενεργοποιήθηκε το στερεοτυπικό σχήμα: γυναίκα τοξικοεξαρτημένη=εκδιδόμενη. Παρέμεναν σε κρατητήρια χωρίς να γνωρίζουν καν για ποιο λόγο κρατούνταν, ενώ όταν τους ανακοίνωναν την οροθετικότητα τίθονταν αυτόματα σε καραντίνα. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή μιας από αυτές τις γυναίκες που λέει πώς οι ανθρωποφύλακες στα αστυνομικά τμήματα φρόντιζαν να μην αγγίζουν ούτε τα σκεύη φαγητού των γυναικών. Πέρα από την απαξία και τις προσβλητικές συμπεριφορές, πέρα από το ότι οι γυναίκες κυριολεκτικά αντιμετωπίστηκαν ως σκουπίδια, η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών τους στο σάιτ της αστυνομίας κι από εκεί σε όλα τα μίντια, σήμανε την οριστική τους καταδίκη στην πυρά. Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών και των προσωπικών στοιχείων, έχει πάντα ως στόχο την παραδειγματική τιμωρία, τον διά βίου στιγματισμό, την περιθωριοποίηση, και την αναγκαστική απώλεια οποιασδήποτε ιδιωτικότητας. Είναι μια ωμή τεχνική βιοπολιτικής εξουσίασης που έχει ως στόχο τη στέρηση του υποκειμένου από τη δυνατότητα να αυτοκαθορίζεται, με σκοπό να του προσδώσει χαρακτηριστικά εγκληματία, καταζητούμενου, δημόσιου κινδύνου. Είναι η θεαματικοποίηση της τιμωρητικής διαδικασίας, η εικονοποιημένη αναπαράσταση του “κακού”. Και έχει ενσωματωθεί πλέον στις κατασταλτικές πρακτικές, αφού δημοσιοποίηση φωτογραφιών και προσωπικών στοιχείων δεν είδαμε μόνο στην περίπτωση των οροθετικών αλλά και σε περιπτώσεις αγωνιστών, κάποιοι από αυτούς βασανισμένοι από τους “νταήδες” της ελληνικής αστυνομίας,  όπως και ποινικών (βλ. θεαματικοποίηση του ποινικού δραπέτη Μάριο Κόλα, που εκτελέστηκε από την ελληνική αστυνομία λίγους μήνες πριν).

Οι γυναίκες αυτές διασύρθηκαν. Και φυσικά δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας το γεγονός ότι είναι γυναίκες. Γιατί οι έμφυλες ανισότητες είναι παντού παρούσες και ενεργές. Και σε αυτή την περίπτωση δεν ανεστάλησαν, ακριβώς επειδή πάντα διαπλέκονται με άλλα συστήματα ανισοτήτων, όπως διαχωρισμοί στη βάση της τάξης, του έθνους, της φυλής, της σωματικής κατάστασης κλπ. Όντας τοξικοεξαρτημένες, έχουν απορριφθεί δια παντός από την “κοινότητα των νοικοκυραίων”, των υγιών οικογενειαρχών. Κι έχοντας διαρρήξει, κάποιες από αυτές, ως εκδιδόμενες τα κυρίαρχα πρότυπα σεξουαλικότητας, αυτά που θέλουν τη γυναίκα μονογαμική, μητέρα σε μια παραδοσιακή οικογένεια, έχουν καταπατήσει ανεπιστρεπτί τα πατριαρχικά διαμορφωμένα συμβόλαια κι έχουν αποπεμφθεί στο πυρ το εξώτερον. Γι’ αυτό και η με μεγάλη ευκολία διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών. Και ας μην ξεχνάμε την αντιμετώπιση των πελατών σε αυτή την ιστορία, που υπογραμμίζει την εν πλήρη ενεργεία των έμφυλων ανισοτήτων. Όλος ο θεσμικός εσμός που ηγήθηκε της διαπόμπευσης τάχθηκε στο πλευρό τους, την ίδια στιγμή που ουδεμία αναφορά δεν γίνεται από “τους φιλεύσπλαχνους” σχετικά με την υγεία των ίδιων των εκδιδόμενων γυναικών, αφού οι κανόνες υγιεινής προστατεύουν τον πελάτη, τον άντρα της ελληνικής οικογένειας κι όχι το εμπόρευμα-γυναικείο σώμα. Η βδελυρή ρητορεία για τους “καημένους άντρες” που έπεσαν στα θανατηφόρα πλοκάμια των οροθετικών γυναικών και η εμφατική απουσία οποιασδήποτε κριτικής για τα κτήνη που εξυπηρετούσαν τις νοσηρές τους ορέξεις πάνω σε βασανισμένα γυναικεία σώματα, που την έβγαλαν καθαροί σε ένα δίχτυ υπερπροστατευτισμού και στην ανωνυμία, δεν αφήνει περιθώρια για εξαίρεση του κανιβαλισμού των τεχνικών της πατριαρχίας από την εν λόγω ιστορία.

Σε ένα άλλο πεδίο, συνδεδεμένο πάντα με το πρώτο, η διαχείριση της δίωξης των οροθετικών και η συνακόλουθη ποινικοποίηση της ασθένειας συνοδεύτηκε από την καταιγιστική εκφορά ρατσιστικών νοημάτων σε επίπεδο γλώσσας.

“Οι ολοκληρωτικές πρακτικές δεν είναι δυνατές παρά μόνο επειδή έχουν γίνει αποδεκτές από γλώσσες που κι αυτές έχουν γίνει αποδεκτές” (Jean Pierr Faye).

Ο ολοκληρωτικός λόγος προηγείται και συνοδεύει πάντα τις κατασταλτικές πρακτικές.  Η ρητορική των μμε εκείνων των βδομάδων στοχοποίησης των οροθετικών γυναικών έμοιαζε περισσότερο με ανακοινωθέντα πολέμου. Μερικές από τις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στα μίντια και ακούστηκαν και από κυβερνητικά χείλη είναι χαρακτηριστικές: εισβολή, επίθεση, κόκκινος συναγερμός, υγειονομική βόμβα, εφιάλτης, τρόμος, σοκ. Σε πρωτοσέλιδο εφημερίδας υπήρχε ο τίτλος: «Αυτή που σκορπούσε το θάνατο» με συνοδευτική φωτογραφία μιας από τις γυναίκες, σε άλλο: «Απασφαλισμένη υγειονομική βόμβα οι μολυσμένες με HIV ιερόδουλες – Η υγειονομική βόμβα του AIDS ξέφυγε από το γκέτο των παράνομων αλλοδαπών». Ο ρατσιστικός λόγος μονοπωλεί το δημόσιο λόγο. Ο υπουργός υγείας Λοβέρδος δηλώνει ότι «για όλα τα δεινά της χώρας φταίνε οι λαθρομετανάστες» και ότι «οι παράνομοι μετανάστες είναι υπεύθυνοι για την κατάρρευση του εθνικού συστήματος υγείας, κλέβοντας τις υπηρεσίες από τους Έλληνες». Μάλιστα,  λίγους μήνες πριν τις διώξεις των οροθετικών αναφέρει ότι «οι μετανάστριες πόρνες ευθύνονται για την εξάπλωση του AIDS στις ελληνικές οικογένειες», κάτι που συνέχισε να υποστηρίζει και έπειτα (πόσα ρατσιστικά και σεξιστικά νοήματα μπορεί να υπονοούνται σε μία φράση…).

Ο ακροδεξιός, κατά βάση στρατιωτικός  λόγος, τα τελευταία χρόνια χτυπάει τα τύμπανα του πολέμου. Και δεν αρθρώνεται μόνο από τους φασίστες της χρυσής αυγής. Διακρίνεται καθαρά μια δεξιόστροφη συστημική μετατόπιση, που αναγνωρίζεται και μέσα από τη χρήση συντηρητικών-ακροδεξιών λεκτικών σχημάτων. Η νοηματική απόσταση της  “ανακατάληψης των πόλεών μας” (προεκλογική δήλωση του Σαμαρά που αναγγέλλει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των “κουκουλοφόρων” αγωνιστών και των μεταναστών) και του «να ξεβρωμίσει ο τόπος» των χρυσαυγιτών είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτη. Θα σταθούμε εδώ στο χτίσιμο του “απειλητικού- εχθρού-μετανάστη”, μιας που στην περίπτωση της δίωξης των οροθετικών, βασικός στόχος της επιχείρησης ήταν να κατοχυρωθεί στην κοινωνική συνείδηση ο μετανάστης και η μετανάστρια ως βρώμικα, άρρωστα, μιαρά σώματα, υγειονομικές βόμβες μικροβίων. Εντέλει, οι περισσότερες διωκόμενες ήταν από την ελλάδα, ωστόσο η δύναμη των λέξεων δεν περιορίζεται απλά στο ηχητικό τους αποτέλεσμα. Με τις λέξεις, ως γνωστόν, κάνουμε πράγματα -κι αυτό το ξέρουν καλά οι κυρίαρχοι.  Η αναπαράσταση της μετανάστριας ως μηχανής θανάτου είχε συντελεστεί. Ξαναλέμε, ότι η στοχοποίηση των μεταναστών δεν είναι καινούργια συνθήκη -αποκτά όμως πιο επιθετικά χαρακτηριστικά στην περίοδο που διανύουμε, αφού η κατασκευή του εχθρού, του άλλου, του μη-πολίτη, εκείνου που ορίζει το τίποτα, γίνεται το βασικό περιεχόμενο της νέας εθνικής αφήγησης, της συγκολλητικής ουσίας που συνενώνει τους “έλληνες” και τους διακρίνει από τους “μιαρούς άλλους”. Ρατσιστικές δηλώσεις τύπου “σπίτια -τρώγλες και εστίες μόλυνσης”, “συναγερμός για τους λαθρομετανάστες – δραματική αύξηση νοσημάτων”, “ο κόσμος φοβάται να κυκλοφορήσει”, “βόμβα λοιμώξεων”, έδιναν και έπαιρναν ήδη από τον Γενάρη του ’10, όταν 300 μετανάστες απεργοί πείνας διεκδικούσαν χαρτιά παραμονής στη χώρα. Οι “σκούπες” της επιχείρησης Ξένιος Δίας ακολούθησαν την ανιστόρητη ρήση του υπουργού δημόσιας τάξης, Δένδια: “Η χώρα χάνεται. Από την κάθοδο των Δωριέων, 4.000 χρόνια πριν, ουδέποτε η χώρα δεν δέχτηκε τόσο μεγάλης έκτασης εισβολή… Πρόκειται για βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας και του κράτους”.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι η εκτεταμένη χρήση υγειονομικού λόγου από ένα ευρύ φάσμα καθεστωτικών φορέων έχει συγκεκριμένο στόχο. Ποντάροντας στην προώθηση ενός αυστηρότερου δόγματος ασφάλειας, μπροστά στον κίνδυνο της κοινωνικής απορρύθμισης από το ξεθεμελίωμα στοιχειωδών εργασιακών κεκτημένων και υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, επιχειρούν να ανατροφοδοτήσουν τους μηχανισμούς της εθνικής νοηματοδότησης στη βάση μιας αφηρημένης δημόσιας απειλής, αξιοποιώντας όμως τα πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και τις δυναμικές γνώριμων στερεοτυπικών σχημάτων. Είναι γνωστή εξάλλου ιστορικά η σημασία του υγειονομικού λόγου για τις ανάγκες αυτοαντίληψης και αναπαράστασης του “αδιαίρετου και υγιούς” εθνικού σώματος καθώς και το “έργο” που πάντα επιτελούσε αναφορικά με τη νομιμοποίηση πολιτικών ελέγχου και τεχνικών ασφάλειας. Το ίδιο το AIDS αποτελεί ήδη από τη δεκαετία του ’80, δεδομένης της μετάδοσής του και κατά τη σεξουαλική επαφή, πρόσφορο πεδίο άρθρωσης συντηρητικών λόγων, αφού ενοχοποιούνται για τη μετάδοσή του αρχικά οι ομοφυλόφιλοι (όταν ακόμα και οι στατιστικές τους υπηρεσίες αποφαίνονται ότι μεταδίδεται κατά κύριο λόγο μεταξύ των ετεροφυλόφιλων) κι εν συνεχεία οι τοξικοεξαρτημένοι και οι εκδιδόμενες. Η ίδια η σεξουαλική επαφή βρίσκεται στο στόχαστρο και υπό την απειλή του AIDS ως το απαιτούμενο θανατηφόρο φόβητρο, επιβάλλονται συγκεκριμένα κανονιστικά πρότυπα σεξουαλικής συμπεριφοράς. Από σχολικό βιβλίο αλιεύουμε την παρακάτω πρόταση, με καταφανή περιεχόμενα και στόχο, την οποία καλούνται παιδιά της Γ’ Λυκείου να αποστηθίσουν για τις πανελλήνιες εξετάσεις: “Προφύλαξη μετάδοσης του HIV: α. Με τον περιορισμό των ερωτικών συντρόφων και την αναζήτηση σταθερής σεξουαλικής σχέσης, β. Ορισμένοι τρόποι σεξουαλικής επαφής, όπως η πρωκτική επαφή, διευκολύνουν περισσότερο τη μόλυνση…”.

Κλείνοντας, να επαναλάβουμε ότι η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών αποτελεί γεγονός με  πλήθος σημαινόμενων, στα οποία αναγνωρίζονται βασικές πτυχές του νέου ολοκληρωτικού φιλελεύθερου καθεστώτος. Οι αντιστάσεις και οι  απαντήσεις μας οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη όλα αυτά τα σημεία, να ρηγματώνουν το κλίμα φόβου και την καθημερινότητα της βαρβαρότητας που βιώνουμε, να συγκρούονται με κάθε μορφή φασισμού, προτάσσοντας την αλληλεγγύη μακριά από κάθε είδους διαχωρισμούς (ταξικούς, φυλετικούς, εθνικούς, έμφυλους, σωματικής κατάστασης, ηλικιακούς, θρησκευτικούς κ.α.) και διαμεσολαβήσεις.

[1] Πολλά ακόμα είναι τα παραδείγματα που συνθέτουν την ανάδυση του νέου ολοκληρωτικού κράτους σε κατασταλτικό επίπεδο: οι «σκούπες» τοξικοεξαρτημένων (επιχείρηση Θέτις), τα κελεύσματα της ελληνικής αστυνομίας για χαφιεδισμό αγωνιστών, οι επιστρατεύσεις απεργών, η στρατιωτικού τύπου κατεχόμενη ζώνη από τους χρυσοθήρες στις Σκουριές Χαλκιδικής και η “βιομηχανία” διώξεων των αγωνιζόμενων κατοίκων της περιοχής, η διεύρυνση εφαρμογής των διατάξεων του τρομονόμου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, η απαγόρευση διαδηλώσεων, οι εξαγγελίες για χτίσιμο φυλακών υψίστης ασφαλείας για αγωνιστές/ίστριες…

Θερσίτης

Φλεβάρης ’14

 

Δεν παίζουμε σε στημένα παιχνίδια. Καμία αυταπάτη. Δεν συμμετέχουμε. Συγκρουόμαστε (Θερσίτης)

Θερσίτης 2015-01-1

Θερσίτης 2015-01-2

Θα μπορούσε να είναι βάση για σενάριο κωμωδίας: μια αριστερή κυβέρνηση που σκίζει μνημόνια από μικροφώνων και λέει όχι, ενώ την ίδια στιγμή «διαπραγματεύεται» ένα άλλο λέγοντας ναι, καλοστεκούμενοι-ες κύριοι και κυρίες από τα ακριβά προάστια διαδηλώνουν «μένουμε ευρώπη» για την «σωτηρία του λαουτζίκου» (γιατί ποιος θα τους κουρεύει το γκαζόν εξάλλου;), φιλεύσπλαχνες τράπεζες μοιράζουν –με την παρουσία καναλιών βεβαίως- αμίτες και νερά σε ηλικιωμένους συνταξιούχους που περιμένουν στις ουρές –που οι ίδιες δημιούργησαν- για τα τελευταία 60ευρα, φασίστες που κάνουν πλάτες σε αφεντικά και στήνουν εργοδοτικά σωματεία (χρυσαυγίτικο σωματείο στην ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος) για να ρίξουν κι άλλο τα μεροκάματα κάνουν ασκήσεις φιλολαϊκού-αντιμνημονιακού ύφους… Και στο κέντρο ένα δημοψήφισμα. Τίποτα δεν μας χαρίζει χαμόγελο…

Για άλλη μια φορά όμως ερχόμαστε αντιμέτωποι-ες με διλήμματα που θέτουν οι από πάνω: πριν λίγους μήνες ήταν φόβος ή ελπίδα, σήμερα είναι μια παραλλαγμένη τους μορφή, μέσα σε ένα συνεχιζόμενο καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Ένα δίλλημα ΝΑΙ ή ΟΧΙ που κάθε απάντηση δεν είναι παρά μια κατάφαση, μια θετική απόκριση, στην κουλτούρα της ανάθεσης και των κάθε λογής σωτήρων. Ένα δίλημμα ΝΑΙ ή ΟΧΙ που στην πραγματικότητα αποκρύπτει την πραγματική βάση πάνω στην οποία στήνεται η εξαθλίωση της ζωής των υποτελών τάξεων, της ερημοποίησης των γειτονιών μας: την ανελέητη επίθεση από την πλευρά μικρών και μεγάλων αφεντικών που εδώ και 6 χρόνια διεξάγεται χωρίς προσχήματα, με ωμό κανιβαλισμό. Ένα δίλημμα ΝΑΙ ή ΟΧΙ που θέτει όλους-ες εμάς στο να συντονιστούμε εκ νέου βάζοντας πλάτη (αυτή τη φορά «αμεσοδημοκρατικά») στην εθνική σωτηρία, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η επιβίωση και μακροημέρευση μικρών και μεγάλων αφεντικών (ντόπιων και πολυεθνικών) εις βάρος μας. Ένα δίλημμα ΝΑΙ ή ΟΧΙ που στην πραγματικότητα είναι –όποια κι αν είναι η απόκριση- μια μεγάλη κατάφαση υποταγής και βάθυνσης του εξανδραποδισμού της κοινωνίας.

Κι αν το ΝΑΙ είναι περισσότερο ξεκάθαρο στο τι και ποιους εξυπηρετεί (μια ρητή και εκούσια παραχώρηση συναίνεσης στην λεηλασία), το ΟΧΙ σε κάθε περίπτωση δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια απόπειρα από την πλευρά της αριστερής κυβέρνησης να «κεφαλαιοποιήσει» την κοινωνική δυσφορία, να κάνει κομμάτι της κρατικής στρατηγικής τα κινήματα διαμαρτυρίας, να ενσωματώσει την διάχυτη οργή, για να την κάνει ξέπνοη, άσφαιρη. Επιχειρώντας ταυτόχρονα να εξασφαλίσει τη συσσώρευση κομματιών του ελληνικού καπιταλισμού αλλά και την ομαλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, η οποία είναι απαραίτητη για την επιβίωση του. Γιατί, τι περισσότερο μπορεί να συμφέρει την κυριαρχία από το να έχει απέναντι της -όχι εξεγερμένους/ες και ακηδεμόνευτους, ανεξέλεγκτους αγώνες, αλλά- φιλήσυχους, φοβισμένους υπηκόους, που έχουν την ψευδαίσθηση ότι αντιστέκονται στηρίζοντας την επιλογή της ίδιας της κυβέρνησης μέσω της ψήφου τους. Μιας ψήφου που τους καλεί να απαντήσουν μονολεκτικά –λες και τις αποφάσεις για τη ζωή μας μπορούμε να τις πάρουμε με ένα ναι ή ένα όχι. Τι άλλο δηλώνει η επιμονή της κυβερνώσας αριστεράς να υπενθυμίζει πως το δημοψήφισμα είναι η συνέχιση της διαπραγμάτευσης με τους «εταίρους» και όχι η παύση της; Γιατί αν χρειάζεται κάτι ο ελληνικός καπιταλισμός για να «αναπτυχθεί» εκ νέου είναι μια διαρκής κοινωνική συγκατάβαση, ένα πεδίο παραχωρημένης ειρήνης και συνθηκολόγησης από την πλευρά αυτών που πραγματικά υποφέρουν. Το ΟΧΙ δεν αποτελεί σε κανένα σημείο προοπτική ξεπεράσματος των ορίων του συστήματος, μια αντιστροφή της ροής του, έναν «άλλο κόσμο», αλλά το ακριβώς αντίθετο: πρόκειται για μια κυριαρχική διαστολή αυτών των ορίων. Το να επικαλείται κάποιος την Ευρώπη της Αλληλεγγύης κόντρα στην Ευρώπη των Μονοπωλίων, είναι πολιτική φτήνια και εξαπάτηση: η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο περίφημος ευρωπαϊκός πολιτικός πολιτισμός είναι γεμάτος από λεκέδες αίματος ντόπιων και μεταναστών προλετάριων, άγριας καταστολής όσων αντιστέκονται, πολεμικών επιχειρήσεων, βομβαρδισμών, ταπείνωσης και λεηλασίας των πληθυσμών του «τρίτου κόσμου» στις χώρες τους και «αντιμεταναστευτικών πολιτικών» στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών συνόρων, εξανδραποδισμού των φτωχών και άλλα τέτοια όμορφα, δημοκρατικά και ευρωπαϊκά (στα οποία όλα αυτά τα χρόνια συμμετείχε το ελληνικό κράτος και τα αφεντικά). Αυτά είναι τα θεμέλια και οι αξίες της ΕΕ.

Κάθε απόκριση λοιπόν στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, είναι μια κατάφαση στο κάλεσμα για να επιλέξουμε εθελόδουλους όρους σφαγής ή λίγο καλύτερους, μια κατάφαση στον χυδαίο πατριωτισμό της «σωτηρίας της εθνικής οικονομίας», μια κατάφαση στην συνέχιση όλων αυτών που μας καθιστούν εύκολα αναλώσιμα. Είναι ένα κάλεσμα να αποδεχτούμε τους όρους μιας ζωής, που ανά πάσα στιγμή θα είναι έρμαιο της εμπορευματικής-χρηματικής συναλλαγής. Οι ουρές στα ΑΤΜ δεν δείχνουν απλά την πρόσδεση της ζωής όλων μας στις ορέξεις άπληστων καθαρμάτων τραπεζιτών. Η έλλειψη «ψυχραιμίας» και η εκροή καταθέσεων ήταν η αναμενόμενη απάντηση του πληθυσμού μιας πρωτοκοσμικής οικονομίας που έχει διδαχθεί πως ο βαθμός ελευθερίας του σχετίζεται με την αγοραστική του δύναμη, πως η ίδια η ελευθερία αφορά εν τέλει την δυνατότητα επιλογής εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Στο σημερινό κρισιακό περιβάλλον (σε μια κατάσταση οξυμένου ταξικού πολέμου) δεν είναι περίεργο που το νόμισμα, ακριβώς για τους λόγους που περιγράφουμε, «θεοποιείται» ακόμα περισσότερο αποκτώντας την ιδιότητα να εγγυηθεί από μόνο του την ευμάρεια (ευρώ) ή την «θεραπευτική ανάπτυξη» (εθνικό νόμισμα). Η ευκολία με την οποία απορρυθμίστηκαν οι εργασιακές σχέσεις τα τελευταία χρόνια δείχνουν πως οι περισσότεροι/ες έχουν πια ξεχάσει πως το νόμισμα στην καπιταλιστική οικονομία ήταν, είναι και θα είναι ένα μέσο απόκρυψης των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Το δίλλημα ευρώ ή δραχμή –όσο επίπλαστο κι αν είναι- αρχίζει να αποκτά στο μυαλό όλων μια συγκεκριμένη εικόνα: το χρήμα –και μάλιστα με την μορφή του νομίσματος- είναι η ζωή και η έλλειψή του είναι θάνατος…

Για μια ακόμη φορά γίνεται σαφές πως έχουμε ανάγκη τον δρόμο και όχι τις κάλπες. Πως έχουμε ανάγκη να αγωνιστούμε για κάτι καλύτερο από «καλύτερες συνθήκες σφαγής». Πως πρέπει να βγούμε από τον φόβο και να μην αναζητούμε σωτήρες ευκαιρίας, αλλά να διατυπώνουμε εμείς, οι υποτελείς τάξεις, τα διλλήματα στους ηγεμόνες, να θέτουμε εμείς οι ίδιοι-ες το πλαίσιο των απαντήσεων. Να συγκροτήσουμε τις αρνήσεις μας ενάντια σε έναν κόσμο που τρέφεται διαρκώς με νέα πεδία εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Να δημιουργήσουμε κοινότητες αγώνα και δομές αυτοοργάνωσης σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, με αλληλεγγύη και οριζοντιότητα. Να καταλάβουμε πως όσο δεν επιλέγουμε την σύγκρουση τόσο θα υποχωρούμε και θα εντασσόμαστε στα σχέδια αυτών που ζουν σε βάρος μας. Τα θλιβερά χρόνια του φόβου και της εξαθλίωσης, δεν σβήνουν με προσευχές, με μονολεκτικές απαντήσεις, με κλειστά μάτια από τον φόβο, με μοναξιά: οι «κακές μοίρες» γίνονται στάχτη στα οδοφράγματα. Κι αν μας μάθανε να ακούμε έννοιες όπως «εξέγερση» και «κοινωνική επανάσταση» και να σαρκάζουμε την «αφέλεια της ουτοπίας», θα πρέπει να μάθουμε να τις ξανασυλλαβίζουμε και να τις θέτουμε σε κίνηση. Αλλιώς θα αρκούμαστε στην «ουτοπία» των ΑΤΜ χωρίς capital control, στο να περιμένουμε με «αγωνία» την αύξηση ρευστότητας από τον ELA, την πληρωμή του ταμείου ανεργίας, τα ξεροκόμματα που μας πετάνε για μισθούς, την βαρβαρότητα ενός πολιτισμού εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Θα αρκούμαστε στο να μετράμε το πόσο αδίστακτοι μπορούν να γίνουν.

ΚΑΜΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ

ΚΑΜΙΑ ΑΥΤΑΠΑΤΗ-ΤΕΛΟΣ ΣΤΗΝ ΜΟΙΡΟΛΑΤΡΕΙΑ

ΟΛΟΙ-ΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ-ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ-ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

Ψηφιακή Ανάγνωση