Giorgio Agamben – Περιθωριακές Σημειώσεις για τα Σχόλια στην Κοινωνία του Θεάματος

Στρατηγιστής

Τα βιβλία του Γκυ Ντεμπόρ αποτελούν την διαυγέστερη και σοβαρότερη ανάλυση των αθλιοτήτων και της σκλαβιάς μιας κοινωνίας που έχει επεκτείνει πλέον την κυριαρχία της σε ολόκληρο τον πλανήτη – δηλαδή της κοινωνίας του θεάματος στην οποία ζούμε. Επομένως, αυτά τα βιβλία δε χρειάζονται διευκρινήσεις, εγκώμια ή – ακόμα περισσότερο – προλόγους. Στην καλύτερη περίπτωση, θα ήταν δυνατό να προταθούν εδώ κάποιες σημειώσεις στα περιθώρια, όπως εκείνα τα σημάδια που εντόπιζαν οι αντιγραφείς του Μεσαίωνα δίπλα στα πιο αξιομνημόνευτα αποσπάσματα των βιβλίων. Ακολουθώντας μια αυστηρή ερμητική διάθεση, οι σημειώσεις αυτές διαχωρίζονται από το κείμενο και βρίσκουν τη δική τους θέση όχι σε ένα απίθανο αλλού αλλά μόνο στην ακριβή χαρτογραφική οριοθέτηση εκείνου που περιγράφουν.

Δεν υπάρχει λόγος να εξυμνηθεί η ανεξαρτησία της κρίσης και η προφητική διορατικότητα αυτών των βιβλίων ή η κλασική σαφήνεια του ύφους τους. Δεν υπάρχει κανένας συγγραφέας σήμερα που θα μπορούσε να παρηγορηθεί με τη σκέψη ότι το έργο του θα διαβάζεται μετά από έναν αιώνα (από ποιο είδος ανθρώπων;) και δεν υπάρχουν αναγνώστες που θα μπορούσαν να κολακευτούν (ως προς τι;) από την επίγνωση ότι ανήκουν σε εκείνον τον μικρό αριθμό ανθρώπων που κατανόησαν αυτό το έργο πριν από τους υπόλοιπους. Τα βιβλία αυτά πρέπει μάλλον να χρησιμοποιηθούν ως εγχειρίδια, ως εργαλεία αντίστασης ή εξόδου – όπως εκείνα τα αντισυμβατικά όπλα που μαζεύει ο φυγάς και τα βάζει βιαστικά κάτω από τη ζώνη του (σύμφωνα με μια όμορφη εικόνα του Ντελέζ). Ή, μάλλον, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως έργα ενός ιδιότυπου στρατηγιστή (ο ίδιος ο τίτλος Σχόλια παραπέμπει σε μια παράδοση αυτού του είδους), ενός στρατηγιστή του οποίου το πεδίο δράσης δεν είναι τόσο μια μάχη όπου πρόκειται να συγκεντρωθούν στρατεύματα αλλά η καθαρή δύναμη του πνεύματος. Μια πρόταση του Καρλ φον Κλαούζεβιτς, η οποία αναφέρεται στην τέταρτη Ιταλική έκδοση της Κοινωνίας του Θεάματος, εκφράζει απόλυτα αυτόν το χαρακτήρα:

Στη στρατηγική κριτική, το ουσιώδες είναι να τοποθετήσεις τον εαυτό σου στη θέση των δρώντων παραγόντων. Πράγματι, αυτό είναι συχνά πολύ δύσκολο. Οι περισσότερες στρατηγικές κριτικές θα εξαφανίζονταν πλήρως ή θα περιορίζονταν σε ελάσσονες διαφορές κατανόησης αν οι συγγραφείς τους μπορούσαν να τοποθετήσουν τους εαυτούς τους στο σύνολο των περιστάσεων όπου είχαν βρεθεί οι δρώντες παράγοντες.

Με αυτή την έννοια, όχι μόνο Ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι αλλά και η Ηθική του Σπινόζα αποτελούν πραγματείες για τη στρατηγική: εγχειρήματα για την κατανόηση της δύναμης ή της ελευθερίας.

Φαντασμαγορία

Ο Μαρξ βρισκόταν στο Λονδίνο όταν η πρώτη Διεθνής Έκθεση εγκαινιάστηκε θορυβωδώς στο Χάιντ Παρκ το 1851. Ανάμεσα στα διάφορα έργα που υποβλήθηκαν, οι διοργανωτές επέλεξαν ένα έργο του Πάξτον που πρότεινε τη δημιουργία ενός τεράστιου κτιρίου φτιαγμένου εξ ολοκλήρου από κρύσταλλο. Στον κατάλογο της Έκθεσης, ο Μέριφιλντ έγραψε ότι το Κρυστάλλινο Παλάτι «είναι ίσως το μοναδικό κτίριο στον κόσμο όπου η ατμόσφαιρα είναι αισθητή από έναν θεατή… που βρίσκεται είτε στη δυτική είτε στην αριστερή άκρη της γκαλερί, όπου τα πλέον απομακρυσμένα μέρη του κτιρίου φαίνονται σαν να είναι τυλιγμένα με ένα αχνό γαλάζιο φωτοστέφανο». Ο πρώτος μεγάλος θρίαμβος του εμπορεύματος, λοιπόν, λαμβάνει χώρα υπό το έμβλημα της διαφάνειας και της φαντασμαγορίας. Επιπλέον, ο οδηγός της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού το 1867 επαναφέρει αυτόν τον αντιφατικό θεαματικό χαρακτήρα: «Το κοινό χρειάζεται μια μεγαλειώδη σύλληψη που διεγείρει τη φαντασία του… θέλει να βλέπει μια φανταστική προοπτική αντί για παρόμοια και ομοιόμορφα διατεταγμένα προϊόντα».

Ίσως ο Μαρξ να είχε υπόψη του την εντύπωση που γινόταν αισθητή στο Κρυστάλλινο Παλάτι όταν έγραφε την ενότητα του Κεφαλαίου για το φετιχισμό του εμπορεύματος. Αναμφίβολα, δεν είναι σύμπτωση το γεγονός ότι αυτή η ενότητα κατέχει κρίσιμη θέση στο έργο του. Η αποκάλυψη του “μυστικού” του εμπορεύματος ήταν το κλειδί που αποκάλυψε το μαγεμένο βασίλειο του κεφαλαίου στη σκέψη μας – ένα μυστικό που το κεφάλαιο προσπαθούσε πάντα να κρύψει εκθέτοντάς το σε πλήρη θέα.

Χωρίς την αναγνώριση αυτού του άυλου κέντρου – όπου τα “προϊόντα της εργασίας” χωρίζονται σε αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία και “γίνονται εμπορεύματα, αισθητά αντικείμενα που είναι ταυτόχρονα υπεραισθητά ή κοινωνικά” – όλες οι υπόλοιπες κριτικές έρευνες που διεξάγονται στο Κεφάλαιο πιθανότατα δε θα ήταν δυνατές.

Στη δεκαετία του 1960, ωστόσο, η Μαρξιανή ανάλυση του φετιχιστικού χαρακτήρα του εμπορεύματος εγκαταλείφθηκε βλακωδώς από τους Μαρξιστικούς κύκλους. Το 1969, στον πρόλογό του σε μια δημοφιλή ανατύπωση του Κεφαλαίου ο Λουί Αλτουσέρ μπορούσε ακόμα να καλεί τους αναγνώστες να παραλείψουν την πρώτη ενότητα με την αιτιολογία ότι η θεωρία του φετιχισμού ήταν ένα “κατάφωρο” και “εξαιρετικά επιβλαβές” ίχνος της Χεγκελιανής φιλοσοφίας.

Για το λόγο αυτό, το εγχείρημα του Ντεμπόρ εμφανίζεται ακόμα πιο σημαντικό, καθώς θεμελιώνει την ανάλυσή του για την κοινωνία του θεάματος – δηλαδή για τον καπιταλισμό που έφτασε στην πιο ακραία μορφή του – ακριβώς σε αυτό το “κατάφωρο ίχνος”. Το “γίγνεσθαι-εικόνα” του κεφαλαίου δεν είναι παρά η τελευταία μεταμόρφωση του εμπορεύματος, όπου η ανταλλακτική αξία έχει εξαλείψει πλήρως την αξία χρήσης και μπορεί πλέον να πραγματώσει ένα καθεστώς απόλυτης και ανεύθυνης κυριαρχίας στην ολότητα της ζωής, έχοντας πλαστογραφήσει το σύνολο της κοινωνικής παραγωγής. Με αυτή την έννοια, το Κρυστάλλινο Παλάτι στο Χάιντ Παρκ, όπου το εμπόρευμα αποκάλυψε και εξέθεσε το μυστήριό του για πρώτη φορά, είναι μια προφητεία του θεάματος ή, μάλλον, του εφιάλτη όπου ο 19ος αιώνας ονειρεύτηκε τον 20ο αιώνα. Το πρώτο καθήκον που ανέλαβαν οι Καταστασιακοί ήταν το ξύπνημα από αυτόν τον εφιάλτη.

Βαλπούργεια Νύχτα

Αν υπάρχει στον αιώνα μας ένας συγγραφέας με τον οποίο ο Νεμπόρ ίσως θα συμφωνούσε να συγκριθεί, αυτός ο συγγραφέας θα ήταν ο Καρλ Κράους. Κανένας δεν κατάφερε να φέρει στο φως τους κρυμμένους νόμους του θεάματος όπως το έκανε ο Κράους στον ανυποχώρητο αγώνα του ενάντια στους δημοσιογράφους – “σε αυτούς τους θορυβώδεις καιρούς που βροντάνε με τη φρικτή συμφωνία των γεγονότων που παράγουν ειδησεογραφικές αναφορές και των αναφορών που παράγουν γεγονότα.” Και αν μπορούσε κάποιος να φανταστεί κάτι ανάλογο με τη φωνή του αφηγητή που διατρέχει τις ταινίες του Ντεμπόρ μαζί με την έκθεση αυτής της ερήμου από χαλάσματα που είναι το θέαμα, τίποτα δε θα ήταν πιο κατάλληλο από τη φωνή του Κράους. Μια φωνή που – σε εκείνα τα δημόσια κηρύγματα των οποίων τη γοητεία έχει περιγράψει ο Ελίας Κανέττι – ανακαλύπτει και απογυμνώνει την οικεία και θηριώδη αναρχία του θριαμβευτή καπιταλισμού στην οπερέτα του Όφενμπαχ.

Είναι γνωστή η απόκριση με την οποία ο Κράους, στη μεταθανάτια Τρίτη Βαλπούργεια Νύχτα, δικαιολόγησε τη σιωπή του απέναντι στην άνοδο του Ναζισμού: «Σχετικά με τον Χίτλερ, τίποτα δεν έρχεται στο νου μου.» Αυτή η τραχιά παρατήρηση, με την οποία ο Κράους αναγνωρίζει με δυσφορία τα όριά του, σηματοδοτεί επίσης την ανικανότητα της σάτιρας όταν αυτή βρίσκεται αντιμέτωπη με το γίγνεσθαι-πραγματικότητα του απερίγραπτου. Ως σατιρικός ποιητής, είναι πράγματι «ένας από τους τελευταίους επιγόνους που κατοικούν στην αρχαία οικία της γλώσσας.» Στον Ντεμπόρ επίσης, όπως και στον Κράους, η γλώσσα παρουσιάζεται ως η εικόνα και ο τόπος της δικαιοσύνης. Ωστόσο, η αναλογία σταματάει εκεί. Ο λόγος του Ντεμπόρ ξεκινάει εκεί ακριβώς όπου η σάτιρα μένει άφωνη. Η αρχαία οικία της γλώσσας (καθώς και η λογοτεχνική παράδοση στην οποία βασίζεται η σάτιρα) έχει πια πλαστογραφηθεί και χειραγωγηθεί ολοκληρωτικά. Ο Κράους αντιδρά σε αυτή τη συνθήκη μετατρέποντας τη γλώσσα σε τόπο Γενικής Κρίσης. Αντίθετα, ο Ντεμπόρ αρχίζει να μιλάει όταν η Γενική Κρίση έχει ήδη εξαχθεί και αφού το αληθινό έχει αναγνωριστεί εντός της μονάχα ως μια στιγμή του ψεύτικου. Η Γενική Κρίση στη γλώσσα και η Βαλπούργεια Νύχτα στο θέαμα συμπίπτουν απόλυτα. Αυτή η παράδοξη σύμπτωση είναι ο τόπος απ’ όπου αντηχεί διαρκώς η φωνή του αφηγητή.

Κατάσταση

Τι είναι μια κατασκευασμένη κατάσταση; Ένας ορισμός που περιέχεται στο πρώτο τεύχος της Καταστασιακής Διεθνούς δηλώνει ότι είναι μια στιγμή στη ζωή, συγκεκριμένα και συνειδητά κατασκευασμένη μέσω της συλλογικής οργάνωσης ενός ενοποιημένου περιβάλλοντος και μέσω ενός παιχνιδιού γεγονότων. Ωστόσο, θα ήταν παραπλανητικό να σκεφτεί κανείς την κατάσταση ως μια προνομιούχα ή εξαιρετική στιγμή με την έννοια του αισθητισμού. Η κατάσταση δεν είναι το γίγνεσθαι-τέχνη της ζωής ούτε το γίγνεσθαι-ζωή της τέχνης. Μπορούμε να κατανοήσουμε την αληθινή της φύση μόνο αν την τοποθετήσουμε ιστορικά στην κατάλληλη θέση: δηλαδή, μετά το τέλος και την αυτοκαταστροφή της τέχνης και μετά το πέρασμα της ζωής από τη δοκιμασία του μηδενισμού. Το “Βορειοδυτικό πέρασμα της γεωγραφίας της αληθινής ζωής” είναι ένα σημείο αδιαφορίας ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, όπου και οι δύο υφίστανται ταυτόχρονα μια αποφασιστική μεταμόρφωση. Αυτό το σημείο αδιαφορίας συνιστά μια πολιτική που είναι επιτέλους επαρκής για τα καθήκοντά της. Οι Καταστασιακοί εναντιώνονται στον καπιταλισμό – που “συγκεκριμένα και συνειδητά” οργανώνει το περιβάλλον και τα γεγονότα κατά τρόπο ώστε να αποδυναμώσει τη ζωή – με ένα συγκεκριμένο αλλά αντίθετο σχέδιο. Η ουτοπία τους είναι απόλυτα εντοπισμένη διότι τοποθετείται στη θέση εκείνου που θέλει να ανατρέψει. Τίποτα, ίσως, δε θα μπορούσε να δώσει μια καλύτερη ιδέα της κατασκευασμένης κατάστασης από τη γυμνή σκηνογραφία όπου ο Νίτσε, στη Χαρούμενη Επιστήμη, αναπτύσσει το κρίσιμο πείραμα (experimentumcrucis) της σκέψης του. Μια κατασκευασμένη κατάσταση είναι το δωμάτιο με την αράχνη και το φεγγαρόφωτο ανάμεσα στα κλαδιά ακριβώς τη στιγμή όπου – ως απάντηση στην ερώτηση του δαίμονα: “Το επιθυμείς αυτό άλλη μια φορά και αναρίθμητες φορές ξανά;” – λέγεται: “Ναι, το επιθυμώ.” Το αποφασιστικό στοιχείο εδώ είναι η μεσσιανική μετατόπιση που μεταβάλλει ολοκληρωτικά τον κόσμο ενώ ταυτόχρονα τον αφήνει σχεδόν ανέπαφο. Στην πραγματικότητα, όλα εδώ παρέμειναν ίδια αλλά έχασαν την ταυτότητά τους.

Στην κομέντια ντελ άρτε υπήρχε ένα πλαίσιο οδηγιών για τους ηθοποιούς ώστε να δημιουργούν καταστάσεις όπου μια ανθρώπινη χειρονομία, αποσπασμένη από τη δύναμη του μύθου και του πεπρωμένου, να μπορεί τελικά να πραγματοποιηθεί. Είναι αδύνατο να γίνει κατανοητή η κωμική μάσκα αν ερμηνευθεί απλώς ως ένας απροσδιόριστος ή αποδυναμωμένος χαρακτήρας. Ο Αρλεκίνος και ο Γιατρός δεν είναι χαρακτήρες με τον ίδιο τρόπο που είναι ο Άμλετ και ο Οιδίπους: οι μάσκες δεν είναι χαρακτήρες αλλά μάλλον χειρονομίες που νοούνται ως τύπος, είναι αστερισμοί χειρονομιών. Σε αυτή την κατάσταση, η καταστροφή της ταυτότητας του ρόλου συμβαδίζει με την καταστροφή της ταυτότητας του ηθοποιού. Αυτή ακριβώς η σχέση ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή του, ανάμεσα στη δύναμη και την πράξη τίθεται ξανά υπό αμφισβήτηση εδώ. Αυτό συμβαίνει επειδή η μάσκα εισάγεται ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή του, δημιουργώντας ένα αξεδιάλυτο μίγμα δύναμης και πράξης. Και αυτό που συμβαίνει εδώ – τόσο πάνω στη σκηνή όσο και εντός της κατασκευασμένης κατάστασης – δεν είναι η ενεργοποίηση μιας δύναμης αλλά η απελευθέρωση μιας απώτερης δύναμης. Η χειρονομία ορίζει αυτή την τομή ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, ανάμεσα στην πράξη και τη δύναμη, ανάμεσα στο γενικό και το ειδικό, ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή. Είναι μια στιγμή ζωής αποσπασμένη από το πλαίσιο της ατομικής βιογραφίας καθώς επίσης και μια στιγμή τέχνης αποσπασμένη από την ουδετερότητα της αισθητικής: είναι η καθαρή πράξη (praxis). Η χειρονομία δεν είναι αξία χρήσης ούτε ανταλλακτική αξία, δεν είναι βιογραφική εμπειρία ούτε απρόσωπο γεγονός: είναι η άλλη πλευρά του εμπορεύματος που αφήνει τους “κρυστάλλους αυτής της κοινής κοινωνικής ουσίας” να βυθιστούν μέσα στην κατάσταση.

Άουσβιτς/Τιμισοάρα

Ίσως η πιο ανησυχητική πλευρά των βιβλίων του Ντεμπόρ είναι το γεγονός ότι η ιστορία μοιάζει να έχει δεσμευτεί στην αδιάκοπη επιβεβαίωση των αναλύσεών τους. Είκοσι χρόνια μετά την Κοινωνία του Θεάματος, τα Σχόλια (1988) κατέγραψαν την ακρίβεια της διάγνωσης και των προβλέψεων του προηγούμενου βιβλίου από κάθε άποψη. Στο μεταξύ, η πορεία της ιστορίας επιταχύνθηκε με ενιαίο τρόπο προς την ίδια κατεύθυνση: μόλις δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση αυτού του βιβλίου, θα λέγαμε ότι η παγκόσμια πολιτική δεν είναι παρά μια βιαστική και παρωδιακή σκηνοθεσία του σεναρίου που περιέχεται σε αυτό το βιβλίο. Η ουσιαστική ενοποίηση του συγκεντρωμένου θεαματικού (των Ανατολικών λαϊκών δημοκρατιών) και του διάχυτου θεαματικού (των Δυτικών δημοκρατιών) σε ένα ενσωματωμένο θεαματικό αποτελεί πλέον μια κοινοτοπία. Αυτή η ενοποίηση – που αποτελούσε μια από τις κεντρικές θέσεις των Σχολίων –  φάνταζε παράδοξη σε πολλούς ανθρώπους την εποχή που δημοσιεύτηκε το βιβλίο. Τα αμετακίνητα τείχη και τα σιδηρούντα παραπετάσματα που χώριζαν τους δύο κόσμους σαρώθηκαν μέσα σε λίγες μέρες. Οι Ανατολικές κυβερνήσεις επέτρεψαν την πτώση του Λενινιστικού κόμματος ώστε να πραγματωθεί πλήρως το ενσωματωμένο θεαματικό στις χώρες τους. Με τον ίδιο τρόπο, η Δύση είχε ήδη αποκηρύξει λίγο νωρίτερα την ισορροπία δυνάμεων όπως και την πραγματική ελευθερία της σκέψης και της επικοινωνίας στο όνομα της εκλογικής πλειοψηφικής μηχανής και του μιντιακού ελέγχου της κοινής γνώμης –που αναπτύχθηκαν αμφότερα εντός των ολοκληρωτικών σύγχρονων κρατών.

Η πόλη Τιμισοάρα της Ρουμανίας αντιπροσωπεύει το ακραίο σημείο αυτής της διαδικασίας και το όνομά της αξίζει να δοθεί στη νέα εξέλιξη της παγκόσμιας πολιτικής. Εκεί, η μυστική αστυνομία συνωμότησε ενάντια στον εαυτό της για να ανατρέψει το παλιό καθεστώς του συγκεντρωμένου θεαματικού ενώ η τηλεόραση έδειχνε απροκάλυπτα και χωρίς ψεύτικη μετριοφροσύνη την πραγματική πολιτική λειτουργία των μίντια. Η τηλεόραση και η μυστική αστυνομία κατάφεραν κάτι που ο Ναζισμός δεν είχε τολμήσει καν να φανταστεί: να συνδυάσει το Άουσβιτς και τη φωτιά στο Ράιχσταγκ σε ένα τερατώδες γεγονός. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, πτώματα που είχαν μόλις ταφεί ή παραταχθεί στα τραπέζια του νεκροτομείου εκτάφηκαν βιαστικά και βασανίστηκαν με σκοπό να προσομοιώσουν, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, τη γενοκτονία που νομιμοποιούσε το νέο καθεστώς. Αυτό που παρακολουθούσε ολόκληρος ο κόσμος ζωντανά στην τηλεόραση, πιστεύοντας ότι είναι αληθινό, ήταν στην πραγματικότητα η απόλυτη αναλήθεια. Και, μολονότι η παραποίηση ήταν αρκετά προφανής κάποιες στιγμές, νομιμοποιήθηκε ως αλήθεια από το παγκόσμιο μιντιακό σύστημα ώστε να γίνει ξεκάθαρο ότι το αληθινό δεν ήταν πια παρά μια στιγμή μέσα στην αναπόδραστη κίνηση του ψεύτικου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλήθεια και το ψέμα έγιναν αξεδιάλυτα και το θέαμα νομιμοποιήθηκε αποκλειστικά διαμέσου του θεάματος.

Με αυτή την έννοια, η Τιμισοάρα είναι το Άουσβιτς της εποχής του θεάματος: και με τον ίδιο τρόπο που έχει ειπωθεί ότι μετά το Άουσβιτς είναι αδύνατο να γράψει κανείς και να σκεφτεί όπως πριν, μετά την Τιμισοάρα δε θα είναι πια δυνατό να παρακολουθήσει κανείς τηλεόραση όπως πριν.

Σεκινάχ

Με ποιον τρόπο μπορεί η σκέψη να συλλέξει την κληρονομιά του Ντεμπόρ σήμερα, την εποχή του απόλυτου θριάμβου του θεάματος; Εν τέλει, είναι προφανές ότι το θέαμα είναι η γλώσσα, η επικοινωνιακότητα και το γλωσσικό είναι των ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι μια ολοκληρωμένη Μαρξιανή ανάλυση πρέπει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο καπιταλισμός (ή οποιαδήποτε ονομασία θα θέλαμε να δώσουμε στη διαδικασία που κυριαρχεί σήμερα στην παγκόσμια ιστορία) δεν αποσκοπούσε μονάχα στην απαλλοτρίωση της παραγωγικής δραστηριότητας αλλά επίσης – και πάνω απ’ όλα – στην απαλλοτρίωση της ίδιας της γλώσσας, της γλωσσικής και επικοινωνιακής φύσης των ανθρώπων, του λόγου (logos) που ο Ηράκλειτος ταυτίζει με το Κοινό. Η ακραία μορφή απαλλοτρίωσης του Κοινού είναι το θέαμα, δηλαδή η πολιτική στην οποία ζούμε. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι εκείνο που αντιμετωπίζουμε στο θέαμα είναι η ίδια η αντιστραμμένη γλωσσική μας φύση. Για το λόγο αυτό (επειδή ακριβώς εκείνο που απαλλοτριώνεται είναι η ίδια η δυνατότητα ενός κοινού αγαθού) η βία του θεάματος είναι τόσο καταστροφική. Αλλά, για τον ίδιο λόγο, το θέαμα εμπεριέχει ακόμα κάτι σαν θετική δυνατότητα – και το δικό μας καθήκον είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτήν τη δυνατότητα εναντίον του.

Αυτή η συνθήκη μοιάζει με την αμαρτία που οι καμπαλιστές αποκαλούν “απομόνωση του Σεκινάχ” και την αποδίδουν στον Άχερ – έναν από τους τέσσερις ραββίνους που, σύμφωνα με ένα διάσημο Haggadah του Ταλμούδ, εισήλθαν στο δεντρόκηπο [Pardes] (δηλαδή στην ύψιστη γνώση). Η ιστορία λέει ότι «τέσσερις ραββίνοι εισήλθαν στον Παράδεισο: ο Μπεν Αζάι, ο Μπεν Ζομά, ο Άχερ και ο Ραμπί Ακίβα… Ο Μπεν Αζάι έριξε μια ματιά και πέθανε… ο Μπεν Ζομά κοίταξε και τρελάθηκε… Ο Άχερ έκοψε τα κλαδιά. Ο Ραμπί Ακίβα εξήλθε σώος και αβλαβής».

Το Σεκινάχ είναι το τελευταίο από τα δέκα Σεφιρότ ή ιδιότητες της θεότητας, εκείνη που εκφράζει την ίδια τη θεία παρουσία, την εκδήλωση ή την κατοικία της στη Γη: τη “λέξη” της. Το “κόψιμο των κλαδιών” από τον Άχερ ταυτίζεται από τους καμπαλιστές με την αμαρτία του Αδάμ που, αντί να αναλογιστεί τα Σεφιρότ στο σύνολό τους, προτίμησε να αναλογιστεί μόνο το τελευταίο απομονώνοντάς το από τα υπόλοιπα – διαχωρίζοντας έτσι το δέντρο της επιστήμης από το δέντρο της ζωής. Όπως και ο Αδάμ, ο Άχερ αντιπροσωπεύει την ανθρωπότητα διότι – θεωρώντας τη γνώση ως δικό του προορισμό και δική του ιδιαίτερη δύναμη – απομονώνει τη γνώση και τη λέξη, που αποτελούν την πληρέστερη μορφή εμφάνισης του Θεού (το Σεκινάχ), από τα υπόλοιπα Σεφιρότ μέσω των οποίων αποκαλύπτεται ο Θεός. Ο κίνδυνος εδώ είναι ότι η λέξη – δηλαδή η μη-αφάνεια και η αποκάλυψη κάποιου πράγματος – μπορεί να διαχωριστεί από αυτό που αποκαλύπτει και να αποκτήσει τελικά αυτόνομη συνοχή. Το αποκαλυπτόμενο και εμφανιζόμενο είναι (επομένως, αυτό που είναι κοινό και μπορεί να μοιραστεί) διαχωρίζεται από το αντικείμενο που αποκαλύπτεται και τοποθετείται ανάμεσα σε αυτό και τους ανθρώπους. Σε αυτή την κατάσταση εξορίας, το Σεκινάχ χάνει τη θετική του δύναμη και γίνεται επιβλαβές (οι καμπαλιστές λένε ότι “ρουφάει το γάλα του κακού”.)

Επομένως, η απομόνωση του Σεκινάχ εκφράζει τη συνθήκη της εποχής μας. Ενώ υπό το παλιό καθεστώς η αποξένωση της επικοινωνιακής ουσίας των ανθρώπων υποστασιοποιούταν ως προϋπόθεση που χρησίμευε ως κοινό θεμέλιο, στην κοινωνία του θεάματος η ίδια η επικοινωνιακότητα, η ίδια η γενική ουσία (δηλαδή η γλώσσα ως ουσία του ανθρώπινου είδους [Gattungswesen]) διαχωρίζεται σε μια αυτόνομη σφαίρα. Αυτό που εμποδίζει την επικοινωνία είναι η ίδια η επικοινωνησιμότητα. Οι άνθρωποι παραμένουν διαχωρισμένοι εξαιτίας αυτού που τους ενώνει. Οι δημοσιογράφοι και το μιντιακό κατεστημένο (όπως και οι ψυχαναλυτές στην ιδιωτική σφαίρα) αποτελούν το νέο ιερατείο αυτής της αλλοτρίωσης της γλωσσικής φύσης των ανθρώπων.

Στην πραγματικότητα, η απομόνωση του Σεκινάχ στην κοινωνία του θεάματος φτάνει στην τελική της φάση όπου η γλώσσα δεν αποτελεί απλώς μια αυτόνομη σφαίρα αλλά, επιπλέον, δεν αποκαλύπτει πια τίποτα – ή, μάλλον, αποκαλύπτει τη μηδαμινότητα όλων των πραγμάτων. Στη γλώσσα δεν υπάρχει τίποτα από το Θεό, από τον κόσμο ή από αυτό που αποκαλύφθηκε: σε αυτή την ακραία μηδενιστική αποκάλυψη, η γλώσσα (η γλωσσική φύση των ανθρώπων) παραμένει εκ νέου κρυμμένη και διαχωρισμένη. Η γλώσσα αποκτά έτσι, για τελευταία φορά, την άρρητη δύναμη να επιβεβαιώσει για λογαριασμό της μια ιστορική εποχή και ένα κράτος: την εποχή του θεάματος ή το κράτος του απολύτως πραγματωμένου μηδενισμού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σημερινή εξουσία, η οποία θεμελιώνεται σε μια προϋποτιθέμενη βάση, παραπαίει σε ολόκληρο τον πλανήτη: τα βασίλεια της Γης κατευθύνονται, το ένα μετά το άλλο, προς το θεαματικό-δημοκρατικό καθεστώς που συνιστά την ολοκλήρωση της μορφής-κράτους. Πέρα από τις οικονομικές αναγκαιότητες και την τεχνολογική ανάπτυξη, αυτό που οδηγεί τα έθνη της Γης σε μια μοναδική κοινή μοίρα είναι η αλλοτρίωση του γλωσσικού είναι, το ξερίζωμα όλων των λαών από τη ζωτική κατοικία τους στη γλώσσα. Αλλά ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, η εποχή στην οποία ζούμε είναι επίσης για πρώτη φορά εκείνη όπου καθίσταται δυνατό για τους ανθρώπους να βιώσουν τη γλωσσική τους ουσία – δηλαδή να βιώσουν όχι κάποιο συγκεκριμένο γλωσσικό περιεχόμενο ή κάποια αληθινή πρόταση αλλά την ίδια τη γλώσσα και το ίδιο το γεγονός της ομιλίας. Η σημερινή πολιτική είναι ακριβώς εκείνο το καταστροφικό πείραμα της γλώσσας (experimentum linguae) που εξαρθρώνει και εκκενώνει, σε ολόκληρο τον πλανήτη, παραδόσεις και πεποιθήσεις, ιδεολογίες και θρησκείες, ταυτότητες και κοινότητες.

Μόνο αυτοί που θα καταφέρουν να το φέρουν σε πέρας – χωρίς να επιτρέπουν σε αυτό που αποκαλύπτει να καλυφθεί με τη μηδαμινότητα που αποκαλύπτει – θα γίνουν οι πρώτοι πολίτες μιας κοινότητας χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς κράτος. Σε αυτήν την κοινότητα, η μηδενιστική και αποφασιστική ισχύς αυτού που είναι κοινό θα κατευναστεί και το Σεκινάχ δε θα ρουφάει πια το κακό γάλα του δικού του διαχωρισμού. Όπως ο Ραμπί Ακίβα στο Haggadah του Ταλμούδ, οι πολίτες αυτής της κοινότητας θα εισέλθουν στον παράδεισο της γλώσσας και θα εξέλθουν σώοι και αβλαβείς.

Τιανανμέν

Πώς εμφανίζεται το σενάριο που θέτει ενώπιόν μας η παγκόσμια πολιτική υπό το φως των Σχολίων; Το κράτος του ενσωματωμένου θεαματικού (ή θεαματικό-δημοκρατικό κράτος) είναι το τελικό στάδιο στην εξέλιξη της μορφής-κράτους – το καταστροφικό στάδιο προς το οποίο σπεύδουν όλες οι μοναρχίες και οι ρεπούμπλικες, οι τυραννίες και οι δημοκρατίες, τα ρατσιστικά και τα προοδευτικά καθεστώτα. Μολονότι φαίνεται ότι επαναφέρει στη ζωή τις εθνικές ταυτότητες, στην πραγματικότητα αυτή η παγκόσμια κίνηση εμπεριέχει μια τάση προς τη συγκρότηση ενός είδους υπερεθνικού αστυνομικού κράτους όπου οι κανόνες του διεθνούς δικαίου καταργούνται σιωπηρά ο ένας μετά τον άλλον. Εκτός από το γεγονός ότι επισήμως δεν έχει κηρυχθεί πόλεμος εδώ και πολλά χρόνια (επιβεβαιώνοντας την προφητεία του Καρλ Σμιτ ότι κάθε πόλεμος στην εποχή μας μετατρέπεται σε εμφύλιο πόλεμο), ακόμα και η άμεση εισβολή σε ένα κυρίαρχο κράτος μπορεί να παρουσιαστεί πλέον ως ενέργεια εσωτερικής δικαιοδοσίας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι μυστικές υπηρεσίες – που ανέκαθεν είχαν συνηθίσει να ενεργούν αγνοώντας τα σύνορα των κυρίαρχων εθνικών οντοτήτων – μετατρέπονται σε υπόδειγμα πραγματικής πολιτικής οργάνωσης και πραγματικής πολιτικής δράσης. Για πρώτη φορά στην ιστορία του αιώνα μας, οι δύο σημαντικότερες παγκόσμιες δυνάμεις έχουν ως επικεφαλής δύο ανθρώπους που προέρχονται άμεσα από τις μυστικές υπηρεσίες: τον Μπους (πρώην επικεφαλής της CIA) και τον Γκορμπατσώφ (άνθρωπο του Αντρόποφ). Και η ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια τους χαιρετίζεται, στη νέα πορεία του θεάματος, ως θρίαμβος της δημοκρατίας. Παρά τα φαινόμενα, η αναδυόμενη θεαματική-δημοκρατική παγκόσμια οργάνωση κινδυνεύει να γίνει η χειρότερη τυραννία που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, ενάντια στην οποία η αντίσταση και η ανυπακοή θα γίνονται συνεχώς δυσκολότερες – καθώς, επιπλέον, γίνεται ολοένα πιο ξεκάθαρο ότι μια τέτοια οργάνωση θα αναλάβει το καθήκον να διαχειριστεί την επιβίωση της ανθρωπότητας σε έναν μη-κατοικήσιμο κόσμο. Ωστόσο, κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα πετύχει πραγματικά η προσπάθεια του θεάματος να διατηρήσει τον έλεγχο της διαδικασίας στης οποίας την κίνηση συνέβαλε αρχικά.

Εν τέλει, το κράτος του θεάματος (όπως έχει δείξει ο Μπαντιού ότι συμβαίνει με κάθε κράτος) εξακολουθεί να είναι ένα κράτος που δε βασίζεται στους κοινωνικούς δεσμούς – τους οποίους υποτίθεται ότι εκφράζει – αλλά μάλλον στη διάλυσή τους, την οποία απαγορεύει. Σε τελική ανάλυση, το κράτος μπορεί να αναγνωρίσει οποιαδήποτε αξίωση ταυτότητας – ακόμα και την αξίωση μιας κρατικής ταυτότητας στο εσωτερικό του (στην εποχή μας, η ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στο κράτος και την τρομοκρατία αποτελεί μια εύγλωττη επιβεβαίωση αυτού του γεγονότος). Αλλά αυτό που δεν μπορεί να ανεχτεί με κανέναν τρόπο το κράτος είναι η ύπαρξη μοναδικοτήτων που δημιουργούν μια κοινότητα χωρίς να διεκδικούν μια ταυτότητα, είναι η συνύπαρξη των ανθρώπων χωρίς μια αντιπροσωπεύσιμη κατάσταση του ανήκειν (όπως το να είναι κάποιος Ιταλός, μέλος της εργατικής τάξης, Καθολικός, τρομοκράτης κ.λπ.). Κι όμως, καθώς το κράτος του θεάματος εκκενώνει και ακυρώνει κάθε πραγματική ταυτότητα και υποκαθιστά το λαό και τη γενική βούληση με το δημόσιο και την κοινή γνώμη, είναι ακριβώς αυτό που παράγει μαζικά από το εσωτερικό του μοναδικότητες που δε χαρακτηρίζονται πλέον από οποιαδήποτε κοινωνική ταυτότητα ή οποιαδήποτε πραγματική κατάσταση του ανήκειν: μοναδικότητες που είναι πραγματικά οποιεσδήποτε μοναδικότητες. Είναι σαφές ότι η κοινωνία του θεάματος είναι επίσης εκείνη όπου όλες οι κοινωνικές ταυτότητες έχουν διαλυθεί και καθετί που αντιπροσώπευε επί αιώνες το μεγαλείο και την αθλιότητα των γενεών που διαδέχονταν η μία την άλλη πάνω στη Γη έχει απολέσει πλέον όλη τη σημασία του. Οι διάφορες ταυτότητες που σημάδεψαν την τραγικωμωδία της παγκόσμιας ιστορίας εκτίθενται και συγκεντρώνονται με μια φαντασμαγορική κενότητα στην παγκόσμια μικρο-μπουρζουαζία , η οποία συνιστά τη μορφή με την οποία το θέαμα πραγμάτωσε παρωδιακά το Μαρξιανό σχέδιο της αταξικής κοινωνίας.

Για το λόγο αυτό – ρισκάροντας εδώ μια προφητεία – η επερχόμενη πολιτική δε θα είναι πια ένας αγώνας για την κατάκτηση ή τον έλεγχο του κράτους εκ μέρους νέων ή παλιών κοινωνικών υποκειμένων αλλά μάλλον ένας αγώνας ανάμεσα στο κράτος και το μη-κράτος (την ανθρωπότητα), δηλαδή ένας ανεπίλυτος διχασμός ανάμεσα στις οποιεσδήποτε μοναδικότητες και την κρατική οργάνωση.

Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις απλές διεκδικήσεις της κοινωνίας απέναντι στο κράτος, οι οποίες αποτελούσαν επί μακρόν το κοινό μέλημα όλων των κινημάτων διαμαρτυρίας της εποχής μας. Οι οποιεσδήποτε μοναδικότητες δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια ένωση (societas) εντός της κοινωνίας του θεάματος διότι δεν έχουν καμία ταυτότητα για να την υπερασπιστούν και κανέναν κοινωνικό δεσμό μέσω του οποίου θα επιδιώξουν την αναγνώριση. Επομένως, ο αγώνας ενάντια στο κράτος γίνεται πιο αδιάλλακτος καθώς αυτό το κράτος ακυρώνει όλα τα πραγματικά περιεχόμενα αλλά ταυτόχρονα –παραβλέποντας όλες τις κενές διακηρύξεις για την ιερότητα της ζωής και τα ανθρώπινα δικαιώματα – διακηρύττει επίσης ότι κάθε οντότητα από την οποία απουσιάζει μια αντιπροσωπεύσιμη ταυτότητα είναι απλώς ανύπαρκτη.

Αυτό είναι το μάθημα που θα μπορούσαμε να διδαχθούμε από την Τιανανμέν αν αποδιδόταν πραγματική προσοχή στα δεδομένα αυτού του γεγονότος. Στην πραγματικότητα, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των διαδηλώσεων του Κινέζικου Μάη ήταν η σχετική απουσία συγκεκριμένων περιεχομένων στα αιτήματά τους (οι έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας είναι υπερβολικά γενικές για να αποτελέσουν έναν πραγματικό στόχο του αγώνα και το μοναδικό συγκεκριμένο αίτημα, η αποκατάσταση του Χου Γιάο Μπανγκ, ικανοποιήθηκε αμέσως.) Για το λόγο αυτό, η βία της κρατικής αντίδρασης μοιάζει ακόμα πιο ανεξήγητη.  Είναι πιθανό, ωστόσο, ότι αυτή η δυσαναλογία ήταν μονάχα φαινομενική και ότι οι Κινέζοι ηγέτες ενήργησαν, από τη δική τους πλευρά, με απόλυτη διαύγεια. Στην Τιανανμέν, το κράτος βρέθηκε αντιμέτωπο με κάτι που δεν μπορούσε και δεν ήθελε να αντιπροσωπευθεί αλλά, παρόλα αυτά, παρουσιάστηκε ως κοινότητα και ως κοινή ζωή (και αυτό ισχύει είτε είχαν πραγματική επίγνωση αυτού του γεγονότος όσοι βρίσκονταν σε εκείνη την πλατεία είτε όχι.) Η απειλή με την οποία δεν είναι διατεθειμένο να συμβιβαστεί το κράτος είναι ακριβώς το γεγονός ότι το μη-αντιπροσωπεύσιμο μπορεί να υπάρξει και να δημιουργήσει μια κοινότητα χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς συνθήκες του ανήκειν (όπως ακριβώς η ασυνεπής πολλαπλότητα του Κάντορ). Η οποιαδήποτε μοναδικότητα – αυτή η μοναδικότητα που θέλει να πάρει στην κατοχή της το ίδιο το γίγνεσθαι καθώς επίσης και το δικό της είναι-στη-γλώσσα και, επομένως, αρνείται κάθε ταυτότητα και κάθε συνθήκη του ανήκειν – είναι ο νέος, μη-υποκειμενικός και κοινωνικά ασυνεπής πρωταγωνιστής της επερχόμενης πολιτικής. Οπουδήποτε αυτές οι μοναδικότητες εκδηλώσουν το δικό τους είναι-από-κοινού, εκεί θα υπάρξει μια νέα Τιανανμέν και, αργά ή γρήγορα, τα τανκς θα κάνουν ξανά την εμφάνισή τους.

 

Παράρτημα

Γκυ Ντεμπόρ: Γράμματα στον Τζιόρτζιο Αγκάμπεν

 (1989-1990)

Champot, 24 Αυγούστου 1989

Αγαπητέ Κύριε,

Ευχαριστώ για τα αποκόμματα του Τύπου που μου στείλατε. Χαίρομαι που μαθαίνω ότι, παρά την ύπαρξη κάποιων αρκετά σοβαρών εμποδίων, η Ιταλία είναι καλύτερα ενημερωμένη από τη Γαλλία και πολλές άλλες χώρες που βρίσκονται ακόμα στην εποχή των “Νασιστικών”-μουσειογραφικών πλαστογραφήσεων, οι οποίες εγκαινιάζονται γελοιωδώς από το καταγέλαστο “Κέντρο Πομπιντού”.

Και χαίρομαι ακόμα περισσότερο διότι κι εγώ ο ίδιος είχα τη δυνατότητα να μάθω πολλά στην Ιταλία.

Σας στέλνω ένα πολύ πρόσφατο βιβλίο για να συμπληρώσετε την ευφυή τεκμηρίωσή σας.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.  

 

24 Γενάρη 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο Αγκάμπεν,

Συμφωνώ με την ιδέα της έκδοσης των δύο βιβλίων σε έναν ενιαίο τόμο, υπό την προϋπόθεση ότι η σειρά τους θα είναι η εξής: Σχόλια…(1988), ακολουθούμενα από την Κοινωνία του Θεάματος (1967), και ότι το πρώτο βιβλίο θα τυπωθεί με ελαφρώς μεγαλύτερα τυπογραφικά στοιχεία.

Ο πρόλογός σου θα είναι πολύ χρήσιμος, τουλάχιστον για την εξήγηση του φαινομενικού παραδόξου· και για πολλά άλλα σημεία, δεν έχω καμία αμφιβολία.

Αφού θα είσαι στο Παρίσι το Φεβρουάριο, προτείνω να συναντηθούμε τη Δευτέρα 12 του μήνα στις 5 μμ. στο μπαρ του Λουτέτια που βρίσκεται στο τέρμα του διαδρόμου του ξενοδοχείου.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.

16 Φλεβάρη 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο,

Σου στέλνω ένα αντίγραφο του Ιταλικού προλόγου μου από το 1979. Έχω σημειώσει τα αποσπάσματα που, κατά τη γνώμη μου, εκφράζουν καλύτερα το νόημα του βιβλίου. Και τη συνέπειά μου, την οποία πολλοί θα μπορούσαν πραγματικά να αποκαλέσουν κυνισμό. Αυτό εξαρτάται από τις αξίες που αποδέχονται και από το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν. Αν, παρεμπιπτόντως, ανακαλέσεις αυτόν τον πρόλογο στον δικό σου πρόλογο, θα αντισταθμίσεις επαρκώς την απουσία του από τη συγκεκριμένη συλλογή των γραπτών μου για το θέαμα που, σε διαφορετική περίπτωση, θα κινδύνευαν να γίνουν αντιληπτά και να ερμηνευτούν με άσχημο τρόπο.

Γοητευτήκαμε από τη συνάντηση μαζί σου και προτείνω να δειπνήσουμε μαζί αμέσως μόλις επικοινωνήσεις μαζί μου, μετά την επιστροφή σου εδώ.

Φιλικά,

Γκυ.

 

6 Αυγούστου 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο,

Ανησύχησα λίγο όταν με ρώτησες πρόσφατα αν δε μου άρεσε το κείμενο που προσέθεσες στα Σχόλιά μου και θύμωσα πολύ επειδή δεν κατάφερα να σου απαντήσω. Θα είναι ασφαλώς δύσκολο να πιστέψεις ότι η SugarCo δε μου είχε στείλει ακόμα κανένα αντίγραφο του βιβλίου – που δημοσιεύτηκε το Μάρτη – ακόμα και μετά το αίτημα που υπέβαλε ο εκδότης μου στο Παρίσι. Πραγματικά, η αυθάδειά τους ήταν καταπληκτική.

Μόλις έλαβα ένα αντίγραφο χάρη σε έναν Ιταλό φίλο που θεώρησε χρήσιμο να μου το στείλει μαζί με την άλλη έκδοση (Agalev) της Μπολόνια.

Ασφαλώς γοητεύτηκα απολύτως διαβάζοντας τα Σχόλιά σου. Μίλησες πολύ ωραία, σε όλα σου τα κείμενα, για τόσους πολλούς συγγραφείς που επιλέχτηκαν με το καλύτερο γούστο (για το οποίο είμαι πολύ χαρούμενος, με εξαίρεση κάποιους ξένους συγγραφείς που δυστυχώς αγνοώ και τέσσερις ή πέντε σύγχρονους Γάλλους τους οποίους δε θέλω καν να διαβάσω). Είναι ασφαλώς τιμητικό για κάποιον να περιλαμβάνεται σε ένα τέτοιο Πάνθεον.

Χαίρομαι που επιδίωξα – το 1967 και σε απόλυτη αντίθεση με τη ζοφερή άρνηση του Αλτουσέρ – ένα είδος “διάσωσης μέσω της μεταφοράς” της Μαρξιστικής μεθόδου προσθέτοντας σε αυτή μια μεγάλη δόση από τον Χέγκελ και, ταυτόχρονα, επαναλαμβάνοντας μια κριτική της πολιτικής οικονομίας που ανακαλούσε στη φτωχή μας χώρα την εύλογη εξέλιξη της Μαρξιστικής μεθόδου, η οποία ήταν προβλέψιμη με βάση όσα είχαν προηγηθεί. Και θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο ανέτρεξες δικαιολογημένα στον Ηράκλειτο σε σχέση με την πλήρη απαλλοτρίωση της γλώσσας, η οποία αποτελούσε παλιότερα το “κοινό”! Αυτή είναι, αναμφίβολα, η σωστή κατεύθυνση για να αναληφθεί ξανά το πραγματικό έργο που κάποτε ονομαζόταν “να στηθεί ξανά ο κόσμος στα πόδια του” και “να φιλοσοφούμε με ένα σφυρί”.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.

 

 

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι
Αύγουστος 2014

Πηγή: athensindymedia

Άνθρωποι και αγάλματα

Τα πρόσφατα γεγονότα που προέκυψαν στην επικαιρότητα με αφορμή τους βανδαλισμούς μνημείων διαφόρων αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων της ιστορίας, είναι ένα αρκετά εύγλωττο σύμπτωμα των σημείων των καιρών, που σίγουρα φανερώνει πολλά για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η σύγχρονη δυτική κοινωνία, αλλά όχι όμως αυτά που φαντασιώνονται όσοι συμμετέχουν στα «οδοφράγματα» αυτής της ιδιότυπης σκιαμαχίας. Ο Ρενέ Γκενόν (René Guénon), θρεμμένος από ένα πνεύμα λατινικό που τον θωράκιζε απέναντι στον ρομαντικό πεσσιμισμό της γερμανικής σκέψης, είχε διαγνώσει ορθά, ήδη από το 1937, την ασθένεια που ταλαιπωρεί την μοντέρνα, εκκοσμικευμένη κοινωνία: «Στην εποχή μας, επικρατεί παντού μια παράξενη έλλειψη της αίσθησης της αναλογίας, που κάνει πολλούς όχι μόνο να συγχέουν το ουσιώδες με ό,τι πιο τυχάρπαστο ή ασήμαντο, αλλά να βάζουν στη θέση του κανονικού το ανώμαλο και το άνομο στη θέση του νόμιμου, σαν να ήταν όλα ίδια και να είχαν το ίδιο δικαίωμα ύπαρξης. Για να ξεφύγουμε από αυτή τη σύγχυση οφείλουμε κατ’ αρχάς να είμαστε ικανοί να τοποθετούμε το κάθε πράγμα στη θέση του, δηλαδή να βρίσκουμε την ακριβή του σχέση με τα υπόλοιπα, σύμφωνα με τη φύση και τη σημασία του. Κάτι που ο μεγαλύτερος αριθμός των συγχρόνων μας δεν μπορεί να κάνει, γιατί του λείπει κάθε αίσθηση ιεράρχησης»[1]. Είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη της αίσθησης της αναλογίας που κάνει τους σημερινούς ανθρώπους, όχι μόνο να ερμηνεύουν λάθος τα φαινόμενα, αλλά και να προσλαμβάνουν ως πραγματικότητα ένα κατεξοχήν μη γεγονός.

Από τη μια μεριά, οι υπερασπιστές της συντήρησης έχουν άδικο να φοβούνται τον βανδαλισμό μερικών, αμφίβολης καλλιτεχνικής ποιότητας, αδριάντων. Θά ‘πρεπε μάλλον να αναλογιστούν το πιο γνωστό ιστορικό παράδειγμα καταστροφής έργων τέχνης, αυτό του Βυζαντίου: εκατό χρόνια εικονομαχίας και αιματηρού εμφύλιου δεν κατάφεραν να αλλοιώσουν ούτε στο ελάχιστο την πνευματική ραχοκοκκαλιά της Αυτοκρατορίας κι αυτό γιατί η ορθόδοξη παράδοση κατείχε μίαν αναμφισβήτητα κεντρική θέση τόσο στη συνείδηση των υπηκόων της όσο και στην οργάνωση της καθημερινής τους ζωής. Αν ο φόβος των σύγχρονων συντηρητικών υποδηλώνει κάτι, είναι μάλλον το ότι και οι ίδιοι δεν είναι πλέον και τόσο σίγουροι για τις αξίες τις οποίες υπερασπίζονται δημόσια – κίνδυνος πολύ μεγαλύτερος από την καταστροφή μερικών αντικειμένων… Από την άλλη, ούτε και οι πολεμοχαρείς ακτιβιστές έχουν δίκιο να νομίζουν ότι με το να επιτίθενται σε ένα κομμάτι μάρμαρο ή μπρούτζο κάνουν κάτι περισσότερο από το να ξεσπάνε την μνησικακία τους ή ότι βοηθούν κατά οποιοδήποτε τρόπο να μειωθεί η αδικία που υφίστανται οι άνθρωποι: οι αδριάντες δουλεμπόρων δεν είναι η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα του κακού και αν συγχέουμε αυτά τα δύο (το αίτιο και το αποτέλεσμα), τότε οι όποιες πράξεις μας δεν μπορούν παρά να έχουν όση αποτελεσματικότητα έχει και μια τελετουργία βουντού, όταν τρυπώντας ένα ομοίωμα θέλουμε να προκαλέσουμε πραγματικό κακό στο αναπαριστώμενο πρόσωπο.

Οι σημερινοί ακτιβιστές δεν έχουν ούτε το κουράγιο του Σπάρτακου, που βάδισε ενάντια στις λεγεώνες, ούτε  την συνέπεια ενός μοντέρνου εστέτ όπως ο Μαρινέττι, που επιθυμούσε να πυρπολήσει το Λούβρο, αλλά και ούτε τον εικονοκλαστικό ηρωισμό ενός Ρεμπώ, ο οποίος αφού έφτασε ως το απώτατο όριο τις δυνατότητες της ποίησης, είχε την τόλμη να βυθίσει το «εγώ» του στην ανωνυμία της καθημερινής ζωής “των άλλων”. Σε αντίθεση με τις εμβληματικές αυτές προσωπικότητες της εξέγερσης, οι σύγχρονοι επαναστατημένοι αρκούνται στο πλιάτσικο: δηλαδή σε αντιδράσεις αγέλης, οι οποίες φανερώνουν ότι όσοι συμμετέχουν σε αυτές δεν αποτελούν ενεργά υποκείμενα αλλά μια άμορφη, παθητική μάζα, η οποία όχι μόνο δεν μπορεί να «ξαναγράψει την ιστορία», αλλά, λόγω της ίδιας της φύσης της, είναι καταδικασμένη να υφίσταται τις συνέπειες των αποφάσεων αυτών που πραγματικά κρατούν τα νήματα του κόσμου στα χέρια τους.

Η έλλειψη αίσθησης της αναλογίας έχει όμως κι ένα άλλο αποτέλεσμα στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία προσλαμβάνει αυτά τα γεγονότα. Τόσο οι απόστολοι της εξαναγκαστικής αλληλεγγύης και του υστερικού δικαιωματισμού, όσο και αρκετοί αντίπαλοί τους, κάνουν το λάθος να βλέπουν αυτά τα φαινόμενα με όρους πολιτικής ή οικονομικής σύγκρουσης, δηλαδή λίγο πολύ ουσιοκρατικά, σαν έναν ηρακλείτειο πόλεμο μεταξύ αντιτιθέμενων στοιχειακών δυνάμεων, το αποτέλεσμα του οποίου θα φέρει, υποτίθεται, την ανατολή ενός νέου κόσμου. Δυστυχώς γι’ αυτούς, η πραγματικότητα δεν είναι απλά πιο πεζή, αλλά και ουσιωδώς διαφορετική. Αυτά που συμβαίνουν αποτελούν βέβαια συμπτώματα παρακμής, τα αίτια της οποίας όμως δεν είναι εξωτερικής αλλά εσωτερικής προέλευσης, άμεσα συνδεδεμένα με την αγωνία και τα αδιέξοδα του νεωτερικού πολιτισμού. Πρόκειται για αποτελέσματα μιας ασθένειας, συγγενικής με αυτή της απώλειας της αίσθησης της αναλογίας, που κατατρώει τα σπλάχνα του δυτικού πολιτισμού εδώ και δύο αιώνες, και την οποία ορίζει ο Ρενέ Αλλώ (René Alleau) στο έργο του Η Επιστήμη των Συμβόλων[2]: πρόκειται, ισχυρίζεται ο Γάλλος ιστορικός, για ένα «παραλήρημα ιδεολογικής αφαίρεσης» που οφείλεται στην «απώλεια του νοήματος της ζωτικής αξίας της ποίησης» και κατ’ επέκταση στην πλήρη παρανόηση της έννοιας και της λειτουργίας του συμβολικού. Με τον όρο “ποίηση”, ο Αλλώ δεν εννοεί βέβαια το φιλολογικό είδος, αλλά τον εν γένει διαμεσολαβητικό Λόγο που καθιστά δυνατή «τη μετουσίωση της φύσης και την ενσάρκωση του πνεύματος», την κατεξοχήν δηλαδή πολιτισμική και εκπολιτιστική δραστηριότητα που επιτρέπει στον άνθρωπο να τοποθετηθεί στον κόσμο και να ιχνηλατήσει το νόημα της ύπαρξής του. Η απώλεια της κατανόησης του λόγου ως συστήματος αναλογιών και ο υποβιβασμός του σε απλό κώδικα – είναι ακριβώς το φαινόμενο της διάρρηξης του δεσμού μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, μεταξύ λέξης και κόσμου, για το οποίο γράφει ο Τζορτζ Στάινερ στο βιβλίο του Real Presences – κάνει το σύγχρονο πνεύμα να ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο εξίσου λανθασμένες ερμηνείες της γλώσσας: από τη μια μεριά απλός κώδικας κενός περιεχομένου και φορέας πληροφορίας (ο θρίαμβος της ψηφιοποίησης), και από την άλλη, ειδωλολατρία του εικονικού και πλαστογράφηση συμβόλων (ο θρίαμβος της φωτογραφικής εικόνας).

«Η υποσυνείδητη αίσθηση της ιστορικής αποτυχίας του αστικού πολιτισμού εκδηλώνεται, όπως εξ άλλου και σε κάθε νευρωτική κρίση, με μια κρίση πυρετικού συμβολισμού», γράφει ο Αλλώ[3] και είναι ακριβώς επειδή η σύγχρονη κοινωνία έχει λησμονήσει την λειτουργία της αναλογίας που συγχέει την αναπαράσταση με το αναπαριστώμενο, το συμβολικό και το πραγματικό: ο (πραγματικός) θάνατος ενός ανώνυμου πολίτη μετατρέπεται αυτόματα σε παγκόσμιο σύμβολο καταπίεσης, του οποιουδήποτε, οπουδήποτε και για οτιδήποτε, ενώ ένας (κατασκευασμένος) πίνακας ή μια (κατασκευασμένη) ταινία προσλαμβάνονται ως απτή πράξη βίας που χρήζει άμεσης δικαστικής επέμβασης. Αυτή η ανικανότητα διάκρισης πραγματικού και συμβολικού αποτελεί πλέον μια πραγματική αναπηρία για τη σημερινή κοινωνία, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την οπισθοδρόμηση της πνευματικής ορθοκρισίας του μέσου ανθρώπου, αλλά και σε σχέση με την δύναμή του να επηρεάζει τα κοινά και να δρα. Γι’ αυτό και η οποιαδήποτε δράση του σημερινού “πολίτη”, όση βία κι αν εκλύει, δεν μπορεί να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στο πραγματικό, μιας και αποτελεί, ήδη εν τη γενέσει της, μια “νευρωτική” αντίδραση στο εικονικό σύμπαν των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που είναι και το κατεξοχήν σύστημα εκμετάλλευσης της σύγχυσης πραγματικού και συμβολικού.

Αυτός εξ άλλου είναι ο λόγος για τον οποίο ο σύγχρονος, ψηφιακός ακτιβισμός εξαπολύει όλο και συχνότερες και πιο μανιασμένες επιθέσεις στη τέχνη και στα διάφορα καλλιτεχνικά προϊόντα και όχι στη καθαυτό εξουσία και στα κέντρα της: σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζεται, το καίριο πρόβλημα του σύγχρονου ανθρώπου, παγιδευμένου στις οθόνες και στο θέαμα, δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά η αναπαράσταση, ενώ το “πραγματικό” δεν είναι παρά πρόφαση και δεκανίκι. Η στάση των σύγχρονων χιλιαστών του δικαιωματισμού απέναντι στην τέχνη δεν έχει τις ρίζες της στην παλιά εικονομαχία ή στη δογματική disputatio των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά μάλλον στον εξαγνιστικό φανατισμό του Σαβοναρόλα – ο πρώτος στη νεωτερική εποχή που έκαψε στην πυρά έργα τέχνης για πολιτικούς σκοπούς – και βέβαια στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα στον ναζισμό. Οι ναζιστές – δεξιοτέχνες του πολιτικού ακτιβισμού – μπορεί να διοργάνωναν χάπενινγκ καίγοντας βιβλία, αλλά ποτέ δεν πείραξαν τα πρωτότυπα έργα τέχνης που κατάσχεσαν από τα μουσεία και τις συλλογές της Γερμανίας· αντιθέτως, τα φύλαξαν προσεχτικά προκειμένου να τα πουλήσουν, αναγνωρίζοντας έτσι έμμεσα την “αξία” τους και φανερώνοντας ταυτόχρονα την αδιαφορία τους για την τέχνη καθαυτή. Αυτό που ενδιέφερε τους ναζί ήταν η τέχνη ως μέσο διάπλασης και χειραγώγησης της κοινωνίας, η τέχνη ως προπαγάνδα, η οποία για να είναι αποτελεσματική έπρεπε να εξαγνιστεί, να ευθυγραμμιστεί δηλαδή με την κυρίαρχη ιδεολογία. Γι’ αυτό και τους αρκούσε απλά η απόσυρση των ενοχλητικών έργων από την κοινή θέα και από την συλλογική μνήμη. Είναι το ίδιο ακριβώς που συμβαίνει και σήμερα: τα έργα τέχνης του παρελθόντος φυλάσσονται ζηλότυπα σε μουσεία και συλλογές ως ανυπολόγιστης αξίας σπάνια αντικείμενα, την ίδια στιγμή που η μοντέρνα σεμνοτυφία απαιτεί τον κατάλληλο υπομνηματισμό τους, προκειμένου να καταστούν ακίνδυνα για τα χρηστά ήθη της πολιτικής ορθότητας.

Και βέβαια, ό,τι επιχειρείται στον τομέα της τέχνης, αποτελεί κοινή τάση σε όλα τα κοινωνικά πεδία: ο συνεχής πειραματισμός στο κοινωνικό σώμα, κυρίαρχη τάση όλης της νεωτερικότητας,  προκαλεί όλα αυτά τα φαινόμενα εννοιολογικής “κοπτοραπτικής”, τα οποία με τη σειρά τους παράγουν έναν όλο και πιο ασφυκτικό νομικισμό, μια εμμονική τάση για όλο και περισσότερες νομοθετικές ρυθμίσεις, μέσω των οποίων οι διάφορες κοινωνικές ομάδες παντοειδούς τύπου (φυλετικές, σεξουαλικές, ΜΚΟ κτλ.) προσπαθούν να προσεταιριστούν λίγη από την συνεχώς διογκούμενη κρατική εξουσία. Κι αν είναι παρακινδυνευμένο να προδικάσουμε με βεβαιότητα το αποτέλεσμα της διαδικασίας αποσύνθεσης της δυτικής κοινωνίας, οφείλουμε τουλάχιστον να έχουμε υπ’ όψιν, αν θέλουμε να την κατανοήσουμε έστω και κατ’ ελάχιστο, ότι αυτή η μάχη είναι ένας εμφύλιος πόλεμος στα σπλάχνα του μετα-αστικού πολιτισμού, στον οποίο τα όποια αλλοεθνή ή αλλόφυλλα θύματα παίζουν ένα ρόλο καθαρά υποβοηθητικό και συμβολικό, δηλαδή διακοσμητικό, είτε ως είδωλα είτε ως φετίχ, αλλά σε καμία περίπτωση ως ενεργούντα υποκείμενα ικανά να αλλάξουν τη μοίρα τους.


[1]René Guénon, Il Demiurgo e altri saggi, Adelphi 2007, σελ. 212.

[2]René Alleau, La Science des Symboles, Payot 1976, σσ. 236,237.

[3]ό.π.

Πηγή: respublica

Η ιδέα της προόδου μπροστά στην οικολογική καταστροφή

«Μπορεί να φαίνεται απίθανο μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία να επιλέξει να αυτο-καταστραφεί, αλλά είμαστε στη διαδικασία να κάνουμε αυτό ακριβώς», γράφει η Elizabeth Kolbert στο Ημερολόγιο μιας Καταστροφής.i Στο άλλο γνωστό βιβλίο της (Η Έκτη Εξαφάνιση των Ειδών), η Kolbert εκτιμά ότι η γη θα έχει χάσει περίπου τα μισά είδη μέχρι τον επόμενο αιώνα, 66 εκατομμύρια χρόνια μετά την προηγούμενη μαζική εξαφάνιση.

Μπορούμε να προσδοκάμε ότι οι κοινωνίες θα ελέγξουν αργά ή γρήγορα τη σημερινή πανδημία. Εκείνο όμως που δεν θα μπορούν να ελέγξουν είναι η κατάρρευση των φυσικών συνθηκών της ύπαρξής τους. Ο πλανήτης θερμαίνεται εδώ και 150 χρόνια, λόγω της υπερβολικής ενέργειας που εκλύεται από τα αέρια του θερμοκηπίου, κάτι που η προσωρινή, λόγω πανδημίας, μείωσή τους, δεν είναι ικανή από μόνη της να ανασχέσει.ii Ακόμα και αν εκπληρωθούν οι στόχοι του Παρισιού, η υπερθέρμανση του πλανήτη κατά 3,4° C μέχρι το 2100 φαίνεται να είναι δρομολογημένη, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν άλλα ανατροφοδοτικά φαινόμενα από τον κύκλο του διοξειδίου του άνθρακα. Αν ληφθούν υπόψιν, τότε η αύξηση εκτιμάται στους 4,5 με 5 ° C. Αύξηση της θερμοκρασίας 4° C θα ήταν «ασύμβατη με μια οργανωμένη παγκόσμια κοινότητα», και «θα μπορούσε να μειώσει τον ανθρώπινο πληθυσμό κατά 80 ή 90%».iii

Φαίνεται λοιπόν ότι το «τέλος του κόσμου» δεν είναι απλώς πια μια ιδέα που ανάγεται στην φθορά της Δυτικής «υλικής κυριαρχίας και πνευματικής ηγεμονίας», όπως υπόστηριξε ο Bauman σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του,iv αλλά μια ορατή πιθανότητα. Ο καπιταλισμός, ιδιαίτερη δημιουργία του Δυτικού πολιτισμού, έχει παγκοσμιοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που καταστρέφει τις συνθήκες ζωής όλων των όντων πάνω στη γη. Πράγματι, 70% των αερίων του θερμοκηπίου που έχουν εκλυθεί από το 1988 προέρχεται μόνο από 100 εταιρείες, ενώ την ίδια περίοδο όλες κι όλες 25 εταιρείες παρήγαγαν τις μισές από τις βιομηχανικές εκπομπές.v Πρόκειται βέβαια για πολυεθνικές, οι δραστηριότητες των οποίων προωθούνται από κυρίαρχα κράτη, επενδυτικά κεφάλαια, διεθνείς οργανισμούς, γεωστρατηγικά συμφέροντα, πολέμους, και κυβερνήσεις που δικαιολογούν ή αποκρύπτουν τις ζημίες που προκαλούνται στο παγκόσμιο οικοσύστημα. Ωστόσο, η εξουσία στην πολιτική, όπως και στην οικονομία, δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς μόνο σε σχέση με τη δυνατότητα συγκεκριμένων δρώντων να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους στο κοινωνικό σύνολο. Η εξουσία εδράζεται στην κατασκευή νοήματος, τις κοινές αξίες, την αποδοχή και νομιμοποίησή τους, ή, με άλλα λόγια στις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που χαρακτηρίζουν μια κοινωνία και ενσαρκώνονται στους θεσμούς της.

Παρ΄όλα αυτά, σε μια δημόσια συζήτηση που κυριαρχείται από ζοφερά περιβαλλοντικά δεδομένα, μετρήσιμους στόχους, και κίνητρα για επενδύσεις (όπου αυτά δίνονται) στις «πράσινες τεχνολογίες», μόλις και μετά βίας υπάρχει χώρος για πολιτισμική ανάλυση και αναστοχασμό σχετικά με την ιστορική πορεία που οδήγησε τις ανθρώπινες κοινωνίες να αντιμετωπίζουν μια τέτοια υπαρξιακή απειλή. Αυτό είναι αξιοσημείωτο, δεδομένου ότι τέτοιες αναλύσεις, στη φιλοσοφική, ανθρωπολογική και κοινωνιολογική βιβλιογραφία, υπάρχουν σχεδόν από τις απαρχές του εκβιομηχανισμού. Αναφέρομαι βέβαια στην βιβλιογραφία για την ιδέα της προόδου, και όλες τις παράγωγες έννοιες και πολιτικές (ανάπτυξη, εκσυγχρονισμός, μεγέθυνση, κ.λπ.), που παρά, την κριτική στην οποία έχει υποβληθεί τον προηγούμενο αιώνα, δεν έχει περάσει στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου, ακόμα και σε αυτήν την κρίσιμη για την ανθρωπότητα στιγμή – με εξαίρεση την επανάληψη των ίδιων παραδοχών, που βρίσκει κανείς και στον 19ο αιώνα.vi Παρακάτω, διακρίνω αυτές που θεωρώ πιο χαρακτηριστικές, και αμέσως μετά συζητώ την ιδέα της προόδου υπό τις σύγχρονες συνθήκες.

Η αέναη βελτίωση της κοινωνίας

Η πρόοδος είναι ιδέα της Νεωτερικότητας. Στο μεσαιωνικό κόσμο, η ζωή γινόταν αντιληπτή ως μια σειρά από συμβάντα που οφείλονταν σε θείες επεμβάσεις και αποκαλύψεις. Όπως γράφει ο John Bury στο κλασσικό του σύγγραμμα για την πρόοδο, για το χριστιανικό δόγμα, όπως διαμορφώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, η κίνηση της ιστορίας αφορούσε στη διασφάλιση της ευτυχίας ενός μικρού αριθμού ατόμων στον άλλο κόσμο, ενώ οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη στο γήινο κόσμο είχε μικρή σημασία.vii Στην ελληνική αρχαιότητα, που επηρέασε βαθιά την ευρωπαϊκή Νεωτερικότητα, δεν απουσίαζε η αντίληψη της προόδου, αλλά αφορούσε κυρίως στη μετάβαση από την άνομη ζωή στην οργανωμένη κοινότητα και στις υλικές ανέσεις που αυτή προσφέρει. Όπως όμως παρατηρούν και ο Bury και ο Edelstein, οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν την τάση να απορρίπτουν το παλιό ως υποδεέστερο του παρόντος, ούτε έβλεπαν το μέλλον ως μια πορεία προς αέναες βελτιώσεις.viii

Η Νεωτερικότητα αντιλαμβάνεται την πρόοδο με βάση τρεις, θα έλεγα, κυρίως, ρητές ή άρρητες, παραδοχές. Η πρώτη είναι ότι η πρόοδος αφορά στην κοινωνία ως όλον, όχι απλώς σε επιμέρους τομείς της, έστω κι αν αναφέρεται κυρίως σε επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, και στη βιομηχανική παραγωγικότητα. Δεύτερον, η πρόοδος υποδεικνύει μια γραμμική κίνηση προς άπειρες βελτιώσεις και αυξήσεις, η οποία ακόμα και αν διακοπεί, αρχίζει και πάλι την ανοδική της κίνηση. Τρίτον, η πρόοδος έχει πάντα ένα ισχυρό προσανατολισμό προς το μέλλον, και υποβαθμίζει εξίσου ισχυρά το παρελθόν, απέναντι στο οποίο το παρόν γίνεται αντιληπτό ως ένα πιο προχωρημένο στάδιο.

Πράγματι, η κυρίαρχη αντίληψη στη Νεωτερικότητα ήταν ότι όλοι οι τομείς της ζωής υπόκεινται σε πρόοδο. Η ιδέα της προόδου, δηλαδή, περιέκλειε ολόκληρη την κοινωνία, και όπως παρατηρεί ο John Stanley ταυτίστηκε με την ίδια την ιστορία. «Εφόσον πρόοδος τώρα σημαίνει βελτίωση σε όλα τα πεδία», γράφει, «η ιστορία όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων – της ίδιας της ανθρωπότητας – είναι η ιστορία της προόδου. Σε αυτό το σημείο ‘’ιστορία’’ και ‘’πρόοδος’’ γίνονται ουσιαστικά συνώνυμες».ix Άρα, η ιστορία θεωρείται και αυτή μια γραμμική και αέναη πορεία βελτιώσεων. Δεν υπάρχει ιδιαιτερότητα, ακμή και παρακμή, αποκορύφωμα και πτώση, ή κυκλικότητα, αλλά μια σταθερή γραμμική κίνηση, η οποία αν και μπορεί να διακοπεί από κρίσεις ή ατυχίες, δεν σταματά ποτέ την πορεία της προς τη «διαρκή τελειοποιησιμότητα», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Condorcet, από τους γνωστότερους θιασώτες της ιδέας της προόδου. Πρόκειται για μια κίνηση όχι απλώς αναγκαία, αλλά και αναπόφευκτη, δεδομένου ότι η κοινωνία, σύμφωνα με την κυρίαρχη φιλοσοφική σκέψη το 19ο αιώνα, κυβερνάται από νόμους, και η ιστορία εκτυλίσσεται σε στάδια. Για τον Herbert Spencer, για παράδειγμα, ο πολιτισμός είναι μέρος της φύσης, και άρα η πρόοδος «δεν είναι ατύχημα, αλλά αναγκαιότητα». Για τον Karl Marx, ο καπιταλισμός είναι ένα ιστορικά αναγκαίο στάδιο, που πρόκειται να το διαδεχθεί ο προλεταριακός έλεγχος των παραγωγικών δυνάμεων. Και για τον Auguste Comte, ο κόσμος εισήλθε στο «θετικιστικό στάδιο», υπό το οποίο ο ρόλος των κοινωνικών επιστημών είναι να ικανοποιεί την ανάγκη των κοινωνιών για «τάξη και πρόοδο».x Η πρόοδος, εν ολίγοις, ως αναγκαία και αναπόφευκτη, υπόκειται απλώς σε αρωγή και επιτάχυνση από δυνάμεις που ιστορικά έχουν επωμιστεί να παίξουν αυτόν τον ρόλο, και από τις μεθόδους των κοινωνικών επιστημών που μπορούν να την προβλέψουν, να την καθορίσουν, και να την μετρήσουν.

Η προοδευτική σκέψη εύκολα ταυτίζεται, ή καλύτερα, συγχέεται με την αισιοδοξία ή την ελπιδοφόρα στάση, καθώς κάθε αρνητική εξέλιξη θεωρείται απλώς ένα εμπόδιο που θα ξεπεραστεί προτού η πορεία των αέναων βελτιώσεων επανεκκινήσει. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Christopher Lasch, πρόκειται για επιπόλαια εξίσωση, αφού είναι η ίδια η ελπίδα που παραγκωνίζεται από την πίστη στην πρόοδο. Οι πιστοί της προόδου, γράφει, «αν και αρέσκονται να θεωρούνται το κόμμα της ελπίδας, στην πραγματικότητα έχουν μικρή ανάγκη να ελπίζουν, εφόσον έχουν την ιστορία με το μέρος τους».xi Η έλλειψη ελπίδας, σημειώνει ο Lasch, τους καθιστά ανίκανους για νοήμονα δράση, αφού θεωρούν το μέλλον δεδομένο.

Η πίστη σε ένα εξ ορισμού καλύτερο μέλλον συνοδεύεται από την απαξίωση του παρελθόντος, το οποίο συνήθως ταυτίζεται με καθυστέρηση, πρωτογονισμό ή βαρβαρότητα. Μια προοδεύουσα κοινωνία οφείλει να κινείται συνεχώς «προς τα μπρος», επεκτείνοντας απεριόριστα την τεχνο-επιστημονική γνώση, τον πλούτο, την κυριαρχία επί της φύσης, και των ορθολογιστικών ελέγχων επί της κοινωνίας, μέσω «επιστημονικής διακυβέρνησης». Αυτήν τη γενική αντίληψη τη βρίσκει κανείς μεταξύ των υποστηρικτών τόσο του καπιταλισμού όσο και του σοσιαλισμού κατά το 19ο αιώνα. ‘Tout pour lindustrie, tout par elle’ (τα πάντα για και μέσω της βιομηχανίας) διακήρυττε ο Henri de SaintSimon, και ο Marx, ο σημαντικότερος κριτικός στοχαστής του βιομηχανικού καπιταλισμού, τον θεωρούσε αναγκαίο πέρασμα προς το σοσιαλισμό, επειδή, πίστευε, η βιομηχανία θα δημιουργούσε τις υλικές συνθήκες για μια νέα, χειραφετημένη κοινωνία. Ο Marx ήταν μάλιστα αντίθετος σε μια μορφή σοσιαλισμού που θα αποκαθιστούσε προ-καπιταλιστικές μορφές οικονομικής δραστηριότητας (λ.χ. τεχνιτών, αγροτών, και μικρών παραγωγικών μονάδων), καθώς ταύτιζε την προ-βιομηχανική ζωή με τη μεσαιωνική βαρβαρότητα και τη μετριότητα, και την αντιπαρέθετε με αυτό που θεωρούσε ως ενεργητικό και δυναμικό πνεύμα των καπιταλιστών.

Η συλλήβδην απαξίωση του παρελθόντος συνοδεύει και τις σχετικές ιδεολογίες και πολιτικές του 20ού αιώνα (π.χ. «ανάπτυξη» και «εκσυγχρονισμός»), οι οποίες εξυμνούν τα παροντικά και τα επερχόμενα επιτεύγματα στον τεχνο-επιστημονικό τομέα, καθώς και την αύξηση της παραγωγικότητας, και της κατανάλωσης. Η επιστροφή στο παρελθόν, θεωρείται συχνά νοσταλγία και ανικανότητα προσαρμογής στη μοντέρνα ζωή. Ο Lasch εξετάζει τη φαινομενική αντίθεση μεταξύ της πίστης στην πρόοδο και της νοσταλγικής στάσης, και παρατηρεί ότι, στην πραγματικότητα, συμπίπτουν, γιατί και οι δυο παρουσιάζουν το παρελθόν ως ακίνητο και τη σύγχρονη ζωή ως δυναμική. Η νοσταλγία, σημειώνει, εξιδανικεύει το παρελθόν, και το αποκόπτει από το χρόνο, ακινητοποιώντας το σε μια κατάσταση αμετάβλητης τελειότητας. «Η Νοσταλγία επικαλείται το παρελθόν προκειμένου να το θάψει ζωντανό. Μοιράζεται με την πίστη στην πρόοδο, στην οποία αντιτίθεται μόνο επιφανειακά, την προθυμία να διακηρύξει το θάνατο του παρελθόντος και να αρνηθεί τη δράση της ιστορίας στο παρόν». Η νοσταλγία διαφέρει από τη μνήμη, υπογραμμίζει ο Lasch, στο ότι η τελευταία αντλεί ελπίδα και κουράγιο από το παρελθόν για να αντιμετωπίσει το παρόν. Η μνήμη «βλέπει το παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον ως συνεχή».xii

Είναι πράγματι η μνήμη που η ιδέα της προόδου εκτοπίζει, μαζί με το ίδιο το παρελθόν, που, συχνά, ταυτίζεται με τη ζωή στη φύση, εξυμνώντας το παρόν ως πιο προηγμένο, και προεξοφλώντας ένα ακόμα πιο προηγμένο μέλλον. Είναι αξιοσημείωτο ότι στα μεγάλα δυστοπικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, η επιστροφή στο παρελθόν και στο φυσικό περιβάλλον σημαίνει ανάκτηση της μνήμης, της ανθρωπιάς και σημαντικών πολιτιστικών δημιουργιών, αλλά και έμπνευση για την αμφισβήτηση και την πολιτική αντιπαράθεση με το ισχύον καθεστώς. Για παράδειγμα, στο Εμείς του Yevgeny Zamyatin (1924), η πρόοδος διασφαλίζεται από το Μονοκράτος, το οποίο περιβάλλεται από το Πράσινο Τείχος, που διαχωρίζει τον πληθυσμό του από τον «έξω κόσμο», όπου υπάρχει ακόμα φυσικό περιβάλλον, και όπου οι άνθρωποι ζουν σε παλιά σπίτια και χρησιμοποιούν παλιά αντικείμενα. «Έξω» είναι η φύση και το παρελθόν. «Μέσα» είναι η πρόοδος και η ευτυχία. Η φύση και το παρελθόν πρέπει να μείνουν, επίσης, «έξω» ή «πίσω» στο Παγκόσμιο Κράτος, στον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο (1932) του Aldous Huxley, μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία που αποτελείται από γενετικά τροποποιημένα άτομα. Τα μουσεία είναι κλειστά, τα ιστορικά μνημεία κατεστραμμένα, τα παλιά βιβλία, ειδικά τα μυθιστορήματα και η ποίηση, απαγορεύονται ως βλάσφημα και κατάλληλα μόνο για νοσηρά μυαλά. Στο Φαρενάιτ 451 (1953) του Ray Bradbury, όλα τα βιβλία απαγορεύονται, και όπου βρεθούν καίγονται, συχνά μαζί με τους κατόχους τους, από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, της οποίας το καθήκον δεν είναι να σβήνει φωτιές αλλά να τις ανάβει. Πολλοί παραβάτες ζουν στην εξοχή, όπου έχουν απομνημονεύσει το περιεχόμενο σημαντικών βιβλίων, διασώζοντας έτσι την πολιτιστική κληρονομιά αλλά και τους εαυτούς τους από τις επιθέσεις των δυνάμεων ασφαλείας. Τέλος, στο 1984 του George Orwell (1949), το παρελθόν υπάρχει στα παλιά σπίτια, τα έπιπλα, τα αντικείμενα και στις ανθρώπινες σχέσεις στα περίχωρα του Κράτους, όπου ο Γουίστον καταφεύγει με τη Τζούλια, ελπίζοντας να αποδράσουν για λίγες στιγμές από το βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού. Αλλά, στο τέλος, το δωμάτιο πάνω από το παλαιοπωλείο που είχαν για καταφύγιο αποδείχτηκε ότι δεν ήταν ασφαλές, καθώς για το Κόμμα «καθετί παλιό, και γενικά ωραίο, ήταν πάντα ύποπτο».

Κατά πόσο όμως οι παραπάνω παραδοχές, και γενικά, η πίστη στην πρόοδο επιβιώνουν σήμερα; Υποστηρίζω ότι η κλιματική κρίση απομακρύνει την πίστη στην αέναη βελτίωση της κοινωνίας, που τώρα σχεδόν αποκλειστικά επικεντρώνεται σε τεχνο-επιστημονικά επιτεύγματα που σκοπό έχουν την αύξηση της στρατιωτικής ισχύος, της οικονομικής κυριαρχίας, και των βιοπολιτικών ελέγχων, παρά το κοινό καλό, όπως δείχνει η παρούσα, και αποτρέψιμη, πανδημία. Το αέναο ή το απεριόριστο μετατοπίζεται τώρα στον ιδιωτικό ορίζοντα, ως διηνεκής «αναβάθμιση» ή επιμήκυνση της ατομικής βιολογικής ζωής. Καθώς η πρόοδος δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί το μέλλον,το παρελθόν αναδύεται, όπως επίσης ισχυρίζομαι, ως νοσταλγία, ως απειλή, αλλά και ως μνήμη.

Πρόοδος και «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση»

Η ιδέα της κοινωνικής προόδου, που από τα τέλη του 20ου αιώνα πήρε τη μορφή της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» και της «οικονομίας της αγοράς», που επιδιώκει διαρκώς την άνοδο της παραγωγικής και καταναλωτικής της ικανότητας, βρίσκεται σε φάση αποσάθρωσης: οι αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης ενισχύονται, παρά υποχωρούν, η συσσώρευση κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο είναι άνευ προηγουμένου, η κλιματική κρίση καθιστά έκδηλο το αδιέξοδο της απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης, και η τωρινή πανδημία φανερώνει ότι η επιστημονική έρευνα κάθε άλλο παρά έχει τεθεί στην «υπηρεσία του ανθρώπου». Η πρόοδος γίνεται αντιληπτή, σχεδόν αποκλειστικά, ως εφευρέσεις και αναβαθμίσεις τεχνο-επιστημονικών εφαρμογών και των αναρίθμητων γκάτζετ που κατακλύζουν τις κοινωνίες της κατανάλωσης.

Η επέκταση της τεχνολογίας, ή, γενικότερα, της τεχνικής, είχε βέβαια πάντα κεντρική θέση στην ιδέα της προόδου. Η τεχνική, όπως έδειξε ο Jacques Ellul στην κλασσική του μελέτη, δεν είναι αναγκαστικά εφαρμογή της επιστήμης στην πρακτική ζωή. Ιστορικά, η τεχνική, προηγήθηκε της επιστήμης, αν και προκειμένου να αναπτυχθεί η πρώτη έπρεπε να περιμένει τη δεύτερη. Από τον 20ο αιώνα, η τεχνική ανεξαρτητοποιήθηκε από τη μηχανή, μεταμορφώνοντας έτσι «ό,τι αγγίζει σε μηχανή».xiii Με άλλα λόγια, η τεχνική εισχώρησε όχι μόνο στις παραγωγικές, αλλά, ουσιαστικά, σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και έχει ενσωματωθεί πλήρως στην κοινωνία, εγκαθιδρύωντας αυτό που ο Postman ονόμασε Τεχνόπολη.xiv Στην Τεχνόπολη, η τεχνολογία κυριαρχεί στους κοινωνικούς θεσμούς και καθιστά όποιες άλλες εναλλακτικές αόρατες, και άρα άσχετες. Τα άτομα οδηγούνται στο να γεμίζουν τη ζωή τους με την αναζήτηση πληροφοριών. Δηλαδή, η διαδικασία παραγωγής, αποθήκευσης και διαμοιρασμού πληροφοριών συνιστά το μέσο αλλά και τον σκοπό της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Θα ήταν, όμως, πιο ακριβές να πούμε ότι η ιδέα της προόδου σήμερα εντοπίζεται στη λεγόμενη «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση», η οποία αφορά στη συνέργεια επιστημονικών και τεχνολογικών πεδίων όπως της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής, τη γενετικής, της νευροεπιστήμης και της νανοτεχνολογίας. Η προσδοκία είναι ότι μέσα από αυτήν τη συνέργεια θα προκύψουν νέες εφαρμογές που θα επιλύσουν κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, προβλήματα υγείας και την περιβαλλοντική κρίση, όπως, για παράδειγμα, αυτο-οδηγούμενα ηλεκτρικά οχήματα, βοηθήματα επικοινωνίας και προσθετικά μέλη για ανάπηρους ανθρώπους, ή ρομποτικές μηχανές που ανακουφίζουν τους εργαζόμενους από βαριές δουλειές.

Παρόλα αυτά, είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι αυτές οι υποσχέσεις δημιουργούν την αισιοδοξία που, συμβατικά, συνοδεύει την ιδέα της προόδου. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τον κύριο προσανατολισμό των σημερινών ή επερχόμενων εφευρέσεων που καθημερινά ανακοινώνονται: ρομπότ σε διάφορους τομείς που απειλούν με ανεργία ή υποαπασχόληση∙ αυτο-διευθυνόμενα θωρηκτά, τανκς, εναέρια και υποβρύχια drones με τεχνητή νοημοσύνη, ρομπότ-δολοφόνοι, και στρατιώτες που μπορούν να ενεργοποιούν όπλα με νευρωνικά μηνύματα∙ προβλεπτική αστυνόμευση (δηλ. συλλογή και χρήση δεδομένων για άτομα που «ενδέχεται» να διαπράξουν εγκλήματα)∙ αναγνώριση προσώπου και συλλογή βιομετρικών δεδομένων από κάμερες ασφαλείας και γυαλιά όρασης που φορούν αστυνομικοί· συσκευές ανάγνωσης των χειλιών και ανίχνευσης συναισθημάτων· «έξυπνες πόλεις» (δηλ. αστικές περιοχές εξοπλισμένες με αισθητήρες και κάμερες στου δρόμους για τη συλλογή δεδομένων από τους περαστικούς και τις κινητές συσκευές τους)· εμφυτεύματα ή κράνη που «διαβάζουν» τον εγκέφαλο, συνδεδεμένα με συσκευές τεχνητής νοημοσύνης, που αποκρυπτογραφούν τις σκέψεις μέσα από τη νευρωνική δραστηριότητα του εγκεφάλου· «φωνητικοί βοηθοί» που αντικαθιστούν τις συμβουλές των γονέων και καταγράφουν ιδιωτικές συνομιλίες· εφαρμογές για παραμόρφωση φωτογραφικού και βιντεοσκοπημένου υλικού· το «ιντερνέτ των πραγμάτων» που συνδέει συσκευές για την αυτόματη παραγγελία αναλώσιμων· μέσα κοινωνικής δικτύωσης που εκθέτουν και πωλούν προσωπικά στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα ωθούν προς την ιδιώτευση. Εν ολίγοις, για τη «βελτίωση» της κοινωνίας, η πρόοδος στις τεχνο-επιστημονικές εφαρμογές υπόσχεται τον πολλαπλασιασμό ορθολογιστικών, οικονομικών και βιοπολιτικών ελέγχων, τον εντατικό ανταγωνισμό για στρατιωτική υπεροχή, διηνεκή και διεισδυτική επιτήρηση, τη μαθηματικοποίηση ή αλγοριθμοποίηση της ανθρώπινης κρίσης και συμπεριφοράς, την ενίσχυση της γενικευμένης απο-κοινωνικοποίησης, και της μετατροπής της ανθρώπινης ζωής σε ψηφιακά δεδομένα – κάτι που μπορεί να ενισχύσει η πανδημία – και όχι την αποτροπή κοινών κινδύνων ή την διασφάλιση του κοινού καλού, όπως δείχνει η κλιματική κρίση, αλλά και η σημερινή κρίση στη δημόσια υγεία.

Πράγματι, όσοι ήταν σε θέση να γνωρίζουν, περίμεναν το ξέσπασμα μιας πανδημίας, αλλά ο κυρίαρχος προσανατολισμός της επιστημονικής έρευνας και η χρηματοδότησή της δεν επέτρεπαν την προετοιμασία για την αποτροπή της. Για παράδειγμα, το Συμβούλιο Παγκόσμιας Παρακολούθησης και Πρόληψης (GPMB) του ΟΗΕ γνώριζε: στην ετήσια έκθεσή του τον Σεπτέμβριο του 2019 τόνιζε πώς οι επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη εμβολίων και ευρέος φάσματος αντιικών φαρμάκων είναι ανεπαρκείς, μπροστά στον υψηλό κίνδυνο, όπως προειδοποιούσε, επιδημιών ή πανδημιών, με θύματα εκατομμύρια ανθρώπους, αναστάτωση των οικονομιών, και κοινωνικό χάος.xv Φιλάνθρωποι δισεκατομμυριούχοι γνώριζαν.xvi Η αμερικανική κυβέρνηση γνώριζε: το 2017, το Πεντάγωνο προειδοποίησε ότι μια «νέα ασθένεια του αναπνευστικού» θα μπορούσε «να εξελιχθεί γρήγορα σε μια πολυεθνική κρίση υγείας από την οποία θα υπέφεραν εκατομμύρια άνθρωποι».xvii Η ΕΕ γνώριζε, αλλά «τα βιομηχανικά λόμπι κατάφεραν να πείσουν την Επιτροπή να αφήσει τον ιδιωτικό τομέα να αποφασίσει πώς θα χρησιμοποιηθούν τα τεράστια ποσά που δίνει η ΕΕ για την έρευνα».xviii Οι φαρμακευτικές εταιρείες γνώριζαν, αλλά, τα τελευταία είκοσι χρόνια, παρεμπόδιζαν την αξιοποίηση της έρευνας εμβολίων, επειδή η επένδυση σε κρέμες προσώπου, φάρμακα που διατηρούν χρόνιες ασθένειες, το μάρκετινγκ και η επαναγορά των μετοχών είναι εκεί όπου βρίσκονται τα μεγάλα κέρδη, όχι στην πρόληψη των πανδημιών.xix Σύμφωνα με τον αναγνωρισμένο επιδημιολόγο, Michael Osterholm, αν μετά τον SARS του 2003 είχε παρασκευαστεί εμβόλιο, θα σώζονταν σήμερα οι μισές ζωές από τον COVID-19, έστω και αν οι δυο κορονοϊοί δεν έχουν ακριβώς την ίδια σύνθεση.xx Ο Richard Horton, διεθυντής του The Lancet, επιβεβαίωσε ότι οι «προειδοποιήσεις γιατρών και επιστημόνων αγνοήθηκαν, με θανατηφόρα αποτελέσματα» και ότι «ο κορονοϊός είναι η μεγαλύτερη παγκόσμια αποτυχία της επιστημονικής πολιτικής για μια γενιά».xxi

Άρα, λοιπόν, σε κοινωνίες που κομπάζουν ότι είναι «κοινωνίες της γνώσης», η επιστήμη, ως ορθολογική σκέψη και αξιοποίηση εμπειρικών αποτελεσμάτων, με σκοπό την προστασία της υγείας του πληθυσμού, παραμελείται υπέρ της συσσώρευσης πλούτου και του τεχνο-επιστημονικού ελέγχου, της κυριαρχίας, και της κατανάλωσης. Θα μπορούσε κανείς να θυμηθεί την Οργουελιανή Ωκεανία, όπου «η επιστήμη, με την παλαιά σημασία της λέξης, έχει πάψει σχεδόν να υπάρχει», και όπου «και αυτή ακόμα η τεχνολογική πρόοδος πραγματοποιείται μόνο όταν τα προϊόντα της μπορούν να χρησιμεύσουν με κάποιο τρόπο για την περιστολή της ανθρώπινης ελευθερίας».

Έτσι, και στις δικές μας «κοινωνίες της γνώσης», η τρέχουσα τεχνολογική πρόοδος εμφανίζεται περισσότερο ως απειλή παρά ως διασφάλιση αέναης κοινωνικής ευημερίας, και, αν προσθέσει κανείς την πιθανότητα μια οικολογικής καταστροφής, ούτε καν ως ελπίδα. Ωστόσο, ενώ το αέναο και το ελπιδοφόρο υποχωρούν, στην παρούσα συγκυρία, από τον κοινωνικό ορίζοντα, ο καπιταλισμός τα μεταφέρει στον ιδιωτικό ορίζοντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τεχνο-επιστημονική κίνηση της «ανθρώπινης υπερβατικότητας» (human transcendence), ή «διανθρωπισμού» (transhumanism) ή «μοναδικότητας» (singularity), που υπόσχεται αιώνια ζωή δια μέσου της διαρκούς τεχνολογικής «αναβάθμισης» του ανθρώπινου σώματος. Ο εφευρέτης, μελλοντολόγος και διευθυντικό στέλεχος της Google, Ray Kurzweil, βασικός εκπρόσωπος της κίνησης, προφητεύει ότι, από τα μέσα του 21ου αιώνα, η ανθρώπινη ζωή θα μετασχηματιστεί αμετάκλητα, γιατί η πληροφορική τεχνολογία αναπτύσσεται εκθετικά, η νευροεπιστήμη χαρτογραφεί με λεπτομέρεια όλες τις περιοχές του εγκεφάλου, η τεχνητή νοημοσύνη αντλεί από τα ανεξάντλητα αποθέματα πληροφορίας και γνώσης που είναι διαθέσιμα στο ιντερνέτ και μπορεί να αποθηκεύει και να ανακαλεί όλα τα συμβάντα, η νανοτεχνολογία καθιστά δυνατή την κατασκευή νανορομπότ με σκοπό τη χειραγώγηση του ανθρώπινου οργανισμού σε μοριακό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου με τους νευρώνες του οποίου θα αλληλεπιδρούν προκειμένου να δημιουργούν εικονική πραγματικότητα και να επεκτείνουν τη «νοημοσύνη». Η σύγκλιση αυτών των τεχνολογιών θα εγκαινιάσει την εποχή της Singularity που θα επιτρέψει τα ανθρώπινα όντα να υπερβούν τους βιολογικούς τους περιορισμούς. «Θα εξουσιάζουμε το πεπρωμένο μας. Η θνητότητα μας θα είναι στο χέρι μας. Θα μπορούμε να ζούμε όσο θέλουμε … Μέχρι το τέλος του αιώνα, η μη βιολογική πλευρά της νοημοσύνης μας θα είναι τρισεκατομμύρια των τρισεκατομυρίων φορές πιο ισχυρή από τη μη υποβοηθούμενη ανθρώπινη νοημοσύνη».xxii Η αθανασία αποτελεί επίσης μέρος των επιχειρηματικών σχεδίων των εργοδοτών του R. Kurzweil στη Google (των Larry Page και Sergey Brin), όπως και άλλων μεγαλοεπιχειρηματιών της Silicon Valley, οι οποίοι παρουσιάζουν το θάνατο ως «πρόβλημα προς επίλυση», και ως ένα νέο ένδοξο πεδίο επικερδών επενδύσεων.xxiii

Συνεπώς, το άπειρο, κεντρικό στοιχείο της ιδέας της προόδου, ιδιωτικοποιείται, δηλαδή, προσαρμόζεται στην κουλτούρα του καταναλωτικού ατομικισμού. Σε ένα πιο θεμελιώδες επίπεδο, όμως, τα όνειρα των «σινγκιουλαριστών» και γενικά των ιμορταλιστών είναι βαθιά ριζωμένα στο κοινωνικό φαντασιακό της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας που ανέλαβε να πραγματώσει τις ιδιότητες του Παντοκράτορα Θεού, την παντογνωσία, την παντοδυναμία και την αθανασία, μέσα από τεχνο-επιστημονικές εφαρμογές. Η φιλοδοξία για κυριαρχία πάνω στη βιολογική ζώη, προνόμιο του Θεού για πάνω από δεκαεπτά αιώνες, κληροδοτήθηκε στον άνθρωπο της Νεωτερικότητας και σήμερα τίθεται σε πλήρη εφαρμογή μέσω της συγχώνευσης της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής, της γενετικής, της νανοτεχνολογίας και της νευροεπιστήμης. Δυο αιώνες μετά τη δημοσίευση του μυθιστορήματος της Mary Shelley, οι Βίκτορ Φρανκεστάιν του σήμερα δεν πραγματώνουν τα πάθη τους στην απομόνωση και υπό τη γενική καχυποψία. Είναι αναγνωρισμένοι ερευνητές σε αυτά τα επιστημονικά πεδία, και χρηματοδοτούνται γενναιόδωρα από εταιρείες και κρατικούς οργανισμούς, και συνεργάζονται σε διεθνή ερευνητικά δίκτυα με σκοπό να τροποποιήσουν, να επεκτείνουν, αλλά και να δημιουργήσουν νέα ζωή, ενώ είναι ανίκανοι να προστατεύσουν την υπάρχουσα. Αν η Νεωτερικότητα δημιούργησε τη φαντασιακή σημασία της κυριαρχίας πάνω στη φύση και στα ανθρώπινα όντα, ο ύστερος καπιταλισμός δημιουργεί νέα όντα και ταυτόχρονα προκαλεί τη μαζική καταστροφή ειδών που υπάρχουν στη γη εδώ και εκατομμύρια χρόνια, και πιθανόν και του ίδιου του ανθρώπινου είδους.

Το παρελθόν ως απειλή και ως ελπίδα

Εκτός από τη φύση, όπως ειπώθηκε παραπάνω, η ιδέα της προόδου, ενσαρκωμένη σήμερα από τον καπιταλισμό, υποβαθμίζει και το παρελθόν, ταυτίζοντάς το με πρωτογονισμό και βαρβαρότητα, καθώς και με φτώχεια – που συχνά συγχέεται, όπως έδειξε ο Marshall Sahlins, με την ολιγάρκεια, και η οποία έχει, τελικά, επίσης «εκσυγχρονιστεί».xxiv Πράγματι, ο καπιταλισμός «απορροφά» την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα των κοινωνιών και τις διαφοροποιεί μόνο σύμφωνα με το ρυθμό και τον βαθμό ενσωμάτωσής τους στο παγκόσμιο σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης (ως «υπανάπτυκτες», «αναπτυσσόμενες», «σε μετάβαση» «αναδυόμενες» κ.λπ.). Επιπρόσθετα, τις τελευταίες δεκαετίες, η παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και η τεχνολογική υποδομή του δημιούργησαν αυτό που ο Castells αποκάλεσε «χώρο των ροών» και «αχρονικό χρόνο».xxv Ο «χώρος των ροών» υποδηλώνει μια παγκόσμια, απο-ιστορικοποιήμενη, καπιταλιστική επικράτεια η οποία συνδέει μεγαλουπόλεις, επιχειρηματικές και χρηματιστικές δραστηριότητες, τόπους τεχνο-επιστημονικής καινοτομίας, παραγωγής, και εργασίας, και λειτουργεί μέσω κυκλωμάτων ηλεκτρονικής ανταλλαγής. Ο «αχρονικός χρόνος» δημιουργεί «το σύμπαν του πάντοτε» μέσα από τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας σε πραγματικό χρόνο και το αδιάλειπτο κυνήγι του κέρδους, καθώς και μέσω των ΜΜΕ που σαρώνουν τον πλανήτη και την ιστορία της ανθρωπότητας ενσωματώνοντας κάθε πολιτιστική έκφραση σε ένα τεράστιο «υπερκειμένο». Επίσης, η βιομηχανία του τουρισμού έχει μετατρέψει τους πολιτισμούς σε θεματικά πάρκα για τις μάζες των τουριστών-καταναλωτών που σαρώνουν τον πλανήτη για διασκέδαση και «νέες εμπειρίες», και η αξία που έχει η πολιτισμική κληρονομιά για τους κατοίκους ενός τόπου έχει αντικατασταθεί με την οικονομική αξία. Τοπικές παραδόσεις, έθιμα, αρχαιότητες, αξιοθέατα, τελετουργίες, χοροί, και τέχνες έχουν εμπορευματοποιηθεί και «Ντισνεϋοποιηθεί».

Υπό τις συνθήκες της υποβάθμισης, θόλωσης και εμπορευματοποίησης του παρελθόντος, ούτε η αναζήτηση της επιβεβαίωσης ταυτοτήτων ούτε η άνοδος των ακροδεξιών δυνάμεων στη Δύση τις τελευταίες δεκαετίες, που επενδύουν πολιτικά σε αυτήν την αναζήτηση, είναι τυχαίες. Υποδεικνύουν (μαζί με την πρόσφατη άνοδο του ισλαμισμού, με την οποία είναι αλληλένδετες) μια «επιστροφή στο παρελθόν», αν και όχι «μια επανάληψη της δεκαετίας του 1930», όπως έχει υποστηριχθεί τελευταία στον δημόσιο λόγο των Δυτικών χωρών. Το γεγονός ότι αυτή η πολιτική μετατόπιση περιλαμβάνει δυνάμεις και ενέργειες που καθοδηγούνται από τη φασιστική ιδεολογία που δημιουργήθηκε εκείνη την περίοδο στην Ευρώπη δεν συνεπάγεται βέβαια ότι πρέπει να ερμηνεύονται μέσα από τους φακούς της ίδιας περιόδου. Ο φασισμός, άλλωστε, ήταν προσανατολισμένος στο μέλλον, παρόλο που αντλούσε ρητορική από ένα μυθοποιημένο παρελθόν, με σκοπό να οικοδομήσει μια συλλογική ταυτότητα και να θεμελιώσει τον ρατσισμό και τον εθνικισμό.xxvi Η ολοκληρωτική κοινωνία που οραματιζόταν ο φασισμός ενσάρκωνε πλήρως τη σημασία της ορθολογιστικής κυριαρχίας και ελέγχου, που πάντα συνόδευε την ιδέα της προόδου, κάτι που επίσης απεικονίστηκε εύστοχα από τα μεγάλα δυστοπικά μυθιστορήματα του 20ουαιώνα.

Στη Δύση, η Ακροδεξιά του σήμερα δημαγωγεί υπέρ της επιστροφής στο παρελθόν (π.χ. της ανάκτησης της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του έθνους-κράτους, και της επιβεβαίωσης των εθνικών πολιτισμών και ταυτοτήτων), παρόλο που συνεχίζει να υπηρετεί τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, όπως και το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα. Σήμερα, στις ΗΠΑ, υποστηρίζει ανορθολογικά την αγνόησή της πανδημίας προς όφελος της οικονομίας, κάτι που οι γενναία «διασωθείσες» μεγάλες επιχειρήσεις επικροτούν, αντί για τη στήριξη των εργαζομένων από κρατικούς πόρους. Σε αντίθεση με τους προγόνους της του 20ου αιώνα, η Aκροδεξιά της σημερινής εποχής, δεν είναι ούτε ένα μαζικό ιδεολογικό κίνημα ούτε επαγγέλλεται ένα συγκεκριμένο είδος μελλοντικής κοινωνίας. Επωφελείται από την ανασφάλεια, την ταυτοτική κρίση, τη νοσταλγία (και όχι από τη μνήμη, που είναι ικανή να ανακαλεί τα εγκλήματα του φασισμού) ή από την κριτική προς την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, για να νομιμοποιεί ιδεολογικά την εκδίωξη εκείνων που προσελκύονται από τις σειρήνες του ή δραπετεύουν από τις συνέπειές του. Αυτοί προβλέπεται να είναι, όλο και περισσότερο τις προσεχείς δεκαετίες, κλιματικοί μετανάστες. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η μαζική μετανάστευση, οι αυταρχικές δυνάμεις που θα οργάνωναν την αποτροπή της, καθώς και οι πολιτικές έκτακτης ανάγκης που θα αναλάμβαναν τη διαχείριση των συνεπειών από απότομες κλιματικές αλλαγές θα μπορούσαν να επιστρέψουν τις κοινωνίες σε ένα «προ-πολιτικό» παρελθόν, και οι φυσικές συνθήκες που θα προέκυπταν από τέτοιες καταστροφές θα μπορούσαν να τις επιστρέψουν στο προϊστορικό παρελθόν.

Ωστόσο, το παρελθόν διαφαίνεται επίσης ως ελπίδα, καθώς περιέχει δημιουργίες που μπορούν να αξιοποιηθούν για την ανα-θέσμιση των κοινωνιών μακριά από το δόγμα της προόδου. Παραδείγματα, οι πρωτοβουλίες προστασίας και ανάκτησης των οικοσυστημάτων, η βιολογική γεωργία, η επανα-ανακάλυψη της κοινοτικής ζωής, η επανα-τοπικοποίηση της οικονομίας, η διατήρηση μορφών κοινοτικής ζωής και αλληλεγγύης, η αποκατάσταση της δια-γενεακής ευθύνης από το κίνημα για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, και, γενικά, η αναζωογόνηση της πολιτικής εναντίον της αντίληψης ότι απλώς νέες τεχνολογίες θα αποκαταστήσουν ό,τι κατέστρεψαν οι παλαιότερες. Το παρελθόν μπορεί να αποτελέσει πηγή ελπίδας εφόσον ενεργοποιεί τη μνήμη, η οποία μπορεί να το επανασυνδέσει με το παρόν και το μέλλον, αποκαθιστώντας την αίσθηση του ιστορικού γίγνεσθαι. Με άλλα λόγια, η μνήμη, σε αντίθεση με τη νοσταλγία, είναι ουσιαστικής σημασίας για την αναστοχαστική δράση, καθώς αντλεί εμπειρία από το παρελθόν για να αναθεσμίσει πολιτικά το παρόν και το μέλλον.


i# Elizabeth Kolbert, Field Notes from a Catastrophe: Man, Nature, and Climate Change. Νέα Υόρκη, Bloomsbury (2006), σ. 187.

iv# Zigmund Bauman και Aleksandra Kania, «The West meant to be declining», Thesis Eleven, 149/1, σ. 91-99.

vi# Steven Pinker, Enlightenment Now: The Case for Reason, Science, Humanism and Progress. Allen Lane, Milton Keynes, 2018.

vii# John B. Bury, The Idea of Progress: An Inquiry into Its Origin and Growth, Middlesex, The Echo Library (2014/2006).

xii# Αυτ., σ. 118 και 83

xv# GPMB (2019). A World At Risk: Annual Report On Global Preparedness for Health Emergencies. Global Preparedness Monitoring Board. September 2019. https://apps.who.int/gpmb/assets/annual_report/GPMB_annualreport_2019.pdf

xvi# Gates, B. (2015). The Next Outbreak? We Are Not Ready. TED. YouTube. https://www.youtube.com/watch?v=6Af6b_wyiwI

xvii# Klippenstein, K. (2020). The Military Knew Years Ago That A Coronavirus Was Coming. The Nation. 1/4/2020.

xviii# CEO (2020) ‘In the Name of Innovation: Industry controls billions in EU research funding, de-prioritises the public interest’. Corporate Europe Observatory. https://corporateeurope.org/en/in-the-name-of-innovation

xix# Lawson, A. (2020). Taxpayers Funded COVID-19 Research, And Big Pharma Profited. The Real News Network. (16/4/2020) https://therealnews.com/stories/taxpayers-fund-coronavirus-research-nih-gilead-orphan-drug-status

xx# Osterholm, M. (2020). Joe Rogan Experience#1439 – Michael Osterholm. YouTube. https://www.youtube.com/watch?v=E3URhJx0NSw

xxi# Horton, R. (2020). Coronavirus is the greatest global science policy failure in a generation. The Guardian, 9/4/2020. https://www.theguardian.com/commentisfree/2020/apr/09/deadly-virus-britain-failed-prepare-mers-sars-ebola-coronavirus

Ζακ Ελλύλ: Πληροφόρηση, Προπαγάνδα και Κοινή γνώμη

Τα πολιτικά γεγονότα χτες και σήμερα.

(…) Στον πολιτικό κόσμο υπάρχουν γεγονότα. Αλλά όσο απίθανο κι αν ακούγεται, τα πολιτικά γεγονότα σήμερα δεν μοιάζουν πια με τα παλιότερα. Πριν από τον 19ο αιώνα μπορούσαμε να διακρίνουμε δυο κατηγορίες πολιτικών γεγονότων. 

Από τη μια μεριά, τα τοπικά γεγονότα, γεγονότα άμεσου ενδιαφέροντος, που μπορούσε να τα διαπιστώσει κανείς αδιαμεσολάβητα: ένας τοπικός λιμός, μια κρίση διαδοχής στην οικογένεια του φεουδάρχη, η χρεοκοπία ενός προεστού της πόλης. Όλοι όσοι ανήκαν στην ενδιαφερόμενη ομάδα, μπορούσαν να τα διαπιστώσουν αυτοπροσώπως και ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διαφυλαχτεί το μυστικό, διότι οι επιπτώσεις του γεγονότος είχαν απήχηση σ’ ένα περιορισμένο κόσμο. (…)

Από την άλλη, υπήρχαν πολιτικά γεγονότα γενικού ενδιαφέροντος, που δεν ήταν γνωστά στο σύνολο των πληθυσμών. Άλλωστε και ο πολύς κόσμος ελάχιστα νοιαζόταν γι’ αυτά τα γενικής υφής γεγονότα, τα οποία απασχολούσαν μόνο τις πολιτικές ελίτ. Οι υπήκοοι μάθαιναν γι’ αυτά μόνον από τους πλανόδιους θιάσους, τους εμπόρους και τους τροβαδούρους∙ και δεν αισθάνονταν να τους αφορούν άμεσα και αληθινά∙ τα ένιωθαν περισσότερο σαν ψυχαγωγία, δεν ήταν το περιβάλλον όπου ζούσαν οι ίδιοι. (…)

Η κατάσταση αυτή έχει αλλάξει ριζικά. Σήμερα, μέσα από την παγκόσμια αλληλεπίδραση που έχει εδραιωθεί από πολλές οδούς, κάθε οικονομικό ή πολιτικό γεγονός που συμβαίνει στην υφήλιο ακουμπάει κάθε άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται. (…)

Ταυτόχρονα, επειδή οι κυβερνήσεις βασίζονται στο λαό, ο λαός καλείται να δίνει τη γνώμη του για τα πάντα∙ άρα πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει όλα αυτά τα γεγονότα. Τίθεται λοιπόν, σήμερα, το θέμα της γνώσης του γεγονότος. Αλλά αυτή η γνώση δεν μπορεί πια να είναι άμεση, αδιαμεσολάβητη∙ είναι γνώση διατυπωμένη με λέξεις μέσα από πολλούς ενδιάμεσους. Είναι γνώση μεταπλασμένη σε κοινή γνώμη.


Τι είναι η «κοινή γνώμη»

Πράγματι, η γνώση δεν σχηματίζει «κοινή γνώμη» όσο παραμένει προσωπική, βέβαιη και άμεση, έστω κι αν είναι απόρροια λογικής σκέψης. Για να το καταλάβουμε αυτό, αρκεί ν’ ακούσουμε τους βετεράνους του πολέμου, αν είναι απλοί στρατιώτες: διηγούνται ατελεύτητα λεπτομέρειες που έζησαν αλλά δεν έχουν καμιά εμπειρία του συνολικού πολέμου. Αδυνατούν να περιγράψουν τις φάσεις και τις αλληλουχίες του. Οι στρατιώτες, δηλαδή, που γνωρίζουν ο καθένας μια λεπτομέρεια του πολέμου, ποτέ δεν θα σχηματίσουν μια κοινή γνώμη πατώντας μόνο στην εμπειρία τους. Η γνώση πρέπει να αποκτήσει έναν ορισμένο αφηρημένο και γενικό χαρακτήρα ώστε να μετασχηματιστεί σε αποκρυσταλλωμένη θέση και, από εκεί, σε κοινή γνώμη. (…)

Με άλλα λόγια, κοινή γνώμη σχηματίζεται όταν οι Γάλλοι, οι Άγγλοι, κ.ο.κ. διαβάσουν στις εφημερίδες τους, διατυπωμένο με λέξεις, το γεγονός που συνέβη. (…)


Κατασκευασμένα «πολιτικά γεγονότα»

Σήμερα λοιπόν, ένα γεγονός είναι πολιτικό μόνο κάτω από δυο προϋποθέσεις:

1) Πρώτον, όταν η κυβέρνηση ή μια ισχυρή ομάδα έχει αποφασίσει να το πάρει υπ’ όψη της∙ και δεύτερον, όταν η κοινή γνώμη θεωρεί πως αυτό το γεγονός είναι πράγματι γεγονός και μάλιστα πολιτικό γεγονός. Αυτό λοιπόν που ονομάζεται τώρα πολιτικό γεγονός δεν είναι διόλου το γεγονός καθεαυτό∙ είναι το γεγονός μεταπλασμένο σε κοινή γνώμη, επειδή η κυβέρνηση πρέπει να κυβερνά σε συνάρτηση με αυτή την κοινή γνώμη. (…)

Αυτό εξοβελίζει στην ανυπαρξία ορισμένα γεγονότα, τα οποία αν και είναι από τη φύση τους πολιτικά, δεν θα γίνουν ποτέ πολιτικά γεγονότα επειδή δεν υπάρχει διαμόρφωση κοινής γνώμης γύρω από αυτά. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη ναζιστική Γερμανία: επρόκειτο για ένα σημαντικό γεγονός, που εδραζόταν σε ορατά υλικά δεδομένα, που το βίωναν μυριάδες άνθρωποι και όμως, ακόμα και το 1939 ήταν ένα γεγονός «ανύπαρκτο». (…)

Τέτοια εξάλειψη γεγονότων δεν συμβαίνει μόνο στις αυταρχικές και τις ολοκληρωτικές χώρες, αλλά και στις δημοκρατίες. Έχουμε κι εδώ γεγονότα που δεν υπάρχουν, επειδή η κοινή γνώμη δεν έχει προετοιμαστεί γι’ αυτά. Για παράδειγμα, η κοινή γνώμη αγνοούσε την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία και τη Γαλλία κατά το 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα. Παιδική εργασία, τρώγλες, μισθοί της συμφοράς, αρρώστιες, απάνθρωπες συνθήκες δουλειάς, όλα αυτά “δεν υπήρχαν” και χρειάστηκε η επίμονη, και μερικές φορές βίαιη, δράση της εργατικής τάξης για να επιβάλει στην κοινή γνώμη την ύπαρξη ενός τόσο συντριπτικού γεγονότος. (…)

Αλλά αν το γεγονός υπάρχει μόνο μέσω της κοινής γνώμης, αρκεί άραγε μια καλή πληροφόρηση για να λυθεί το πρόβλημα; Αν μια τίμια πληροφόρηση μεθερμήνευε όλα τα γεγονότα και τα παρέδιδε στο κοινό, αυτό θα κατέληγε άραγε στο να κάνει πολιτικά αυτά τα γεγονότα και να δημιουργήσει μια κοινή γνώμη που θα συνέπιπτε αντικειμενικά με την πραγματικότητα; Αυτό δεν είναι παρά ένα όμορφο όνειρο, όνειρο που κάνουν όσοι πιστεύουν στη συμφιλίωση των μμε με τη δημοκρατία. Υπάρχουν όμως δυο εμπόδια σε αυτή τη συμφιλίωση.

Πρώτα-πρώτα, μια πληροφορία δεν αρκεί για να δώσει στο γεγονός, στο οποίο αναφέρεται, το χαρακτήρα πολιτικού γεγονότος. Όταν η πληροφορία παρέλθει, το γεγονός λησμονείται. Δεν έχει ακόμα εισέλθει στο πεδίο των ζητημάτων που απασχολούν την κοινή γνώμη. Η μια πληροφορία εκτοπίζει την άλλη, ακόμα κι αν έχει διάρκεια 5 ή 6 μέρες. Το κοινό μένει ανέγγιχτο από μια απλή έκθεση συμβάντων, την οποία δεν πολυκαταλαβαίνει και στην οποία δεν εστιάζει την προσοχή του. (…)

2) Το δεύτερο εμπόδιο είναι, ότι μια πληροφορία δεν παράγει ποτέ μια κοινή γνώμη. Μυριάδες πληροφορημένοι άνθρωποι δεν συγκροτούν μια κοινή γνώμη. Η πληροφορία αυτή καθαυτή δεν έχει ούτε τη διάρκεια, ούτε την ένταση που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθεί μια κοινή γνώμη αφού έχει κεντριστεί το ενδιαφέρον των ανθρώπων. Επειδή υπάρχει τεράστια ποικιλία πληροφοριών, μία και μόνο πληροφορία δεν αρκεί για να πολώσει την προσοχή των διαφορετικών ανθρώπων. Για να συγκροτηθεί η κοινή γνώμη και να οργανωθεί ως τέτοια, πρέπει τα σύμβολα να υποβληθούν σε επεξεργασία. Δεν αρκεί λοιπόν η πληροφορία για να γεννήσει ένα γεγονός στην πολιτική ζωή, για να του δώσει το χαρακτήρα πολιτικού γεγονότος.

Προπαγάνδα

Αυτό, το πετυχαίνει μόνο η προπαγάνδα. Μόνο η προπαγάνδα υποχρεώνει την αεάνως κινούμενη προσοχή της μάζας να σταθεί και να καθηλωθεί στο τάδε συμβάν. Μόνο η προπαγάνδα διδάσκει στη μάζα τις προβλέψιμες συνέπειες του δείνα μέτρου. Μόνο η προπαγάνδα στερεοποιεί την κοινή γνώμη και την προσανατολίζει σε σχέση με τον τάδε παράγοντα, που γίνεται πάραυτα πολιτικό γεγονός ή πολιτικό πρόβλημα. Μόνο η προπαγάνδα μετασχηματίζει, σήμερα, την ατομική εμπειρία σε κοινή γνώμη. Αυτή ενεργεί στο νοητικό σύμπαν και ανυψώνει στην τάξη του προβλήματος ένα σύνολο γεγονότων με τη δημιουργία μιας κοινής γνώμης για το ζήτημα. Δεν υπάρχει, λοιπόν, κοινή γνώμη καθεαυτή. (…)

Έτσι, ο πολιτικός δεν ενεργεί μόνο μέσα στο σύμπαν των εικόνων της κοινής γνώμης, αλλά μπορεί και να δημιουργεί αυτές τις εικόνες και να τις τροποποιεί με τα μέσα πληροφόρησης και προπαγάνδας που έχει στη διάθεσή του. Αντίστροφα, η κοινή γνώμη που διαμορφώνεται μέσα σε αυτό το σύμπαν, καθορίζει τον πολιτικό, ο οποίος μπορεί να κυβερνά μόνο με βάση αυτήν.

Ωστόσο μέσα σε αυτό το εικονικό σύμπαν οι αμοιβαίοι καθορισμοί δεν είναι ούτε αυτόματοι, ούτε αυστηροί. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση δεν “κατασκευάζει” την κοινή γνώμη, η οποία βασίζεται σε στερεότυπα και προκαταλήψεις που δύσκολα ξεριζώνονται. Κι από την άλλη, η κοινή γνώμη δεν υποχρεώνει την κυβέρνηση, διότι δεν διαθέτει (η κοινή γνώμη) ιδιαίτερα μέσα έκφρασης. Στην πραγματικότητα, είμαστε πολύ περισσότερο ενώπιον μιας διπλής παράλυσης παρά μιας αμφίδρομης αποτελεσματικότητας. (…)

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε, ότι σε αυτό το παιχνίδι υπάρχει κι ένας τρίτος εταίρος: ο κάτοχος των μέσων δράσης, ο οποίος, σ’ αυτό το σύμπαν των εικόνων, είναι ο προπαγανδιστής. Και ξέρουμε πολύ καλά, ότι αυτός είναι ένας τεχνικός, ο οποίος πολύ λίγο νοιάζεται για τον πολίτη και αντιπροσωπεύει πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα, με βάση τα οποία θα διαμορφώσει την κοινή γνώμη. […]»

Ζακ Ελλύλ, LIllusion politique [Η πολιτική αυταπάτη], 1965

«Μια από τις πιο διαδεδομένες σύγχρονες κοινοτοπίες, η οποία θεωρείται μάλιστα αυτονόητη και απολύτως ασφαλής, είναι ότι άλλο πράγμα είναι η πληροφόρηση και τελείως άλλο πράγμα η προπαγάνδα. Κάθε καθωσπρέπει άνθρωπος γνωρίζει ότι στην εποχή μας η πληροφόρηση είναι εντελώς απαραίτητη. Πρόκειται, όπως λένε, για μια απολύτως θετική κατάκτηση και ένα από τα πλεονεκτήματά μας σε σχέση με τους ανθρώπους παλιότερων εποχών, είναι ότι μαθαίνουμε τι συμβαίνει στην Κίνα και πληροφορούμαστε ποιες είναι οι αποφάσεις της κυβέρνησης της χώρας μας. […]
Έχουμε λοιπόν από τη μια μεριά την πληροφόρηση, που υποτίθεται πως είναι από τη φύση της έντιμη, αληθινή και ξεκάθαρη μετάδοση δεδομένων, και από την άλλη την προπαγάνδα, η οποία διαστρεβλώνει τα δεδομένα, ψεύδεται και πηγάζει από το πάθος για εξουσία, τον μακιαβελισμό και τη συνειδητή εξαπάτηση. Αυτή η καθησυχαστική διχοτόμηση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας επιτρέπει σ’ εμάς, τους καλώς πληροφορημένους ανθρώπους, να κοιμόμαστε ήσυχοι και φυσικά να μην υποκύπτουμε στην προπαγάνδα.
Η σχέση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας. 
Όμως αν δούμε τα πράγματα πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσουμε αμέσως ότι δεν είναι τόσο απλά. Πρώτα-πρώτα είναι αδύνατον να υπάρξει ένας ξεκάθαρος ορισμός της προπαγάνδας. Ο καθένας την παρουσιάζει όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος και έχουμε ένα ευρύ φάσμα, από εκείνους που βλέπουν προπαγάνδα παντού, από την κυριακάτικη λειτουργία μέχρι το δημοτικό σχολείο, έως εκείνους οι οποίοι θεωρούν πως δεν μπορούμε να ορίσουμε κάτι ιδιαίτερο ως προπαγάνδα και επομένως ότι προπαγάνδα δεν υφίσταται. […]
Το μοναδικό σημείο που θεωρώ σοβαρό σε όλα αυτά, είναι το εξής: οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν τη γνώμη ότι όλα θα είναι μια χαρά άπαξ και λυθούν τα προβλήματα στην οργάνωση της πληροφόρησης. Πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη αυταπάτη, διότι τίποτα δεν πρόκειται να λυθεί αφού το θεμελιώδες πρόβλημα με την πληροφόρηση βρίσκεται αλλού, δηλαδή στη στενότατη σχέση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας και στο γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να χωριστούν η μια από την άλλη.
Αλλά και πέρα από αυτό, πρέπει να δούμε και τα νέα δεδομένα σε ό,τι αφορά την προπαγάνδα. Για παράδειγμα, τώρα πια οι προπαγανδιστές έχουν συνειδητοποιήσει ότι το ψέμμα δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς τους κι έχουν αποφασίσει ότι τους συμφέρει περισσότερο να πουλάνε αλήθειες και να στηρίζουν την προπαγάνδα τους σε γεγονότα. […] Με άλλα λόγια, η σύγχρονη προπαγάνδα είναι πολύ πιο πανούργα απ’ όσο έχουμε συνηθίσει να νομίζουμε.

Η πληροφόρηση, προαπαιτούμενο της προπαγάνδας

Πρέπει να υπογραμμίσουμε, χωρίς να επιμείνουμε ιδιαίτερα σε αυτό, ότι τα μέσα της προπαγάνδας είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά της πληροφόρησης: όχι μόνον υλικά μέσα (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδες, ταινίες, ομιλίες, κ.λπ.) αλλά και ψυχολογικά μέσα, δεδομένου ότι και η πληροφόρηση πρέπει να ‘διαδοθεί’, να γίνει γνωστή, δηλαδή να τραβήξει την προσοχή του κοινού. Ο ακροατής πρέπει να πειστεί, ότι η τάδε πληροφορία είναι έντιμη και αξιόπιστη. Πώς θα πειστεί; Με κάθε διαθέσιμο μέσο προσεταιρισμού. Διότι όταν η πληροφόρηση, θέλοντας να μείνει ‘αντικειμενική’, περιορίζεται στην απλή έκθεση των γυμνών γεγονότων, δεν υπάρχει περίπτωση να βρει ακροατήριο. Όταν θέλουμε να μεταδώσουμε μια πληροφορία, πρέπει να παίρνουμε υπόψη μας σε ποιον άνθρωπο τη μεταδίδουμε. Ποιο είναι το ακροατήριό μας. Ποιος είναι λοιπόν ο σημερινός ακροατής; Ποιος είναι ο σημερινός άνθρωπος, τον οποίο θέλουμε να πληροφορήσουμε; Είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας άνθρωπος που έχει ελάχιστο ελεύθερο χρόνο. Μέσα σε αυτόν, πρέπει να του μεταδώσουμε τις πληροφορίες μας. Ε λοιπόν, για να δώσουμε ένα απτό παράδειγμα, προκειμένου να διαβάσει κανείς μια εφημερίδα όπως ο Le Monde, χρειάζεται δυο ώρες την ημέρα και πάλι κάμποσα θα του έχουν ξεφύγει. Ποιος άνθρωπος σήμερα θα διαθέσει δυο ώρες από τον ελεύθερο χρόνο του για να πληροφορηθεί; Επομένως, η πληροφόρηση πρέπει να συμπυκνωθεί. Να δοθεί σαν ‘χαπάκι’. Αλλά τότε, είναι στ’ αλήθεια πληροφόρηση;

Επιπλέον, αυτή η πληροφόρηση-χαπάκι πρέπει να παρουσιαστεί με μια ευχάριστη και ελκυστική μορφή, που θα δίνει στον κουρασμένο σημερινό ακροατή την αίσθηση ότι με δυο λόγια έχει πάρει το ‘ζουμί’ της πληροφορίας. Αλλά για να γίνει αυτό, η πληροφόρηση πρέπει να παρουσιαστεί με ‘εύπεπτο’ τρόπο, που δεν θα ‘κουράζει’ τον ήδη κουρασμένο ακροατή. Όμως μπορεί να υπάρξει  ‘εύπεπτη’ σοβαρή πληροφόρηση; Για να υπάρξει σοβαρή πληροφόρηση, θα πρέπει ο ακροατής να έχει ήδη αρκετές γνώσεις ιστορίας, πολιτικής και γεωγραφίας, αν χρειάζεται, ώστε να καταλαβαίνει τι είναι αυτό που του λένε. Ακόμα περισσότερο, θα πρέπει να έχει τη διάθεση αλλά και την ικανότητα να σκέφτεται, να συνθέτει, να διακρίνει και να θυμάται −και όλα αυτά δεν είναι φυσικά χαρίσματα αλλά καρποί παιδείας και εκπαίδευσης. Τι σχέση έχει λοιπόν αυτό με τον σημερινό ακροατή; […]

Επομένως, πού ακριβώς βρίσκεται το υποτιθέμενο όριο ανάμεσα στην προπαγάνδα, δηλαδή τη μαζική διακήρυξη απλουστευμένων γεγονότων με στόχο τον προσεταιρισμό του κοινού, και σε μια πληροφόρηση η οποία σερβίρεται σε μορφή-χαπάκι και σε ένα κοινό που δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να την ελέγξει; […]

Ακούμε συχνά, ότι ο καλύτερος τρόπος για να πολεμήσει κανείς την προπαγάνδα, είναι η μετάδοση σωστής πληροφόρησης. Αυτό σε κάποιο βαθμό ισχύει. Λέω όμως ‘σε κάποιο βαθμό’, διότι στην πραγματικότητα η πληροφόρηση αποτελεί προαπαιτούμενο της προπαγάνδας.

Πράγματι, για να υπάρξει προπαγάνδα, πρέπει να υπάρχει κάποια αναφορά στα τρέχοντα πολιτικά και οικονομικά δεδομένα. Η πραγματική δύναμη της προπαγάνδας δεν βρίσκεται τόσο στη δογματική επιχειρηματολογία της όσο στην ερμηνεία των τρέχοντων γεγονότων, την οποία παρουσιάζει. Η προπαγάνδα μπορεί να δουλέψει μόνο όταν τρέχοντα πολιτικά ή οικονομικά γεγονόταν έχουν ήδη ξυπνήσει, αναστατώσει ή προσανατολίσει την κοινή γνώμη. Πιάνεται από μια υπάρχουσα ψυχολογική πραγματικότητα, όχι μόνιμη αλλά ενός είδους ψυχολογική ταραχή που προκαλείται από ένα συμβάν.  Όμως αυτού του είδους οι ψυχολογικές αναστατώσεις δεν διαρκούν πολύ. Πρέπει λοιπόν να συντηρούνται, να κρατιώνται ζωντανές και να παρατείνονται προκειμένου να παράξουν μια ‘κοινή γνώμη’. Αλλά η κοινή γνώμη είναι ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο στήνεται η προπαγάνδα. Αν δεν υπάρξει κοινή γνώμη, δεν μπορεί να υπάρξει προπαγάνδα. […]

Την κοινή γνώμη λοιπόν την παράγουν τα ΜΜΕ, τα οποία διαδίδουν πληροφορίες και απασχολούν ασταμάτητα τις μάζες με διάφορα πολιτικά, οικονομικά και άλλα συμβάντα, αναπλάθοντας διαρκώς τη βάση πάνω την οποία υφαίνει την επιχειρηματολογία της και ανθίζει η προπαγάνδα. […] Διότι πρέπει να το επαναλάβουμε: η προπαγάνδα δεν στηρίζει τους ισχυρισμούς της πάνω σε καθαρά ψέματα αλλά πάνω σε κάθε λογής επιμέρους δεδομένα. […]

Επομένως, η πληροφόρηση όχι μόνο προσφέρει στην προπαγάνδα τη βάση, χωρίς την οποία δεν θα μπορεί να υπάρξει, αλλά, πιο σημαντικό ακόμα, της παρέχει αυτό ακριβώς που [η προπαγάνδα] χρειάζεται για να λειτουργήσει διογκώνοντας τα προβλήματα και παρουσιάζοντας τις ‘λύσεις’ που τη συμφέρουν. […]

Αυτή η διόγκωση των προβλημάτων, απαραίτητο καύσιμο της προπαγάνδας, σχετίζεται άμεσα με τη διεύρυνση πλαισίου που πραγματοποιεί η πληροφόρηση. Στην πραγματικότητα, η καθαρή πληροφόρηση δεν μεταδίδει τίποτε άλλο από συγκεκριμένα γεγονότα. Το συγκεκριμένο γεγονός, όσο σημαντικό κι αν είναι, έχει καθεαυτό περιορισμένη έκταση τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο: συνέβη εκεί και τότε. Είναι, δηλαδή, ένα μοναδικό συμβάν. Η πληροφορία δεν έχει παγκόσμιο εύρος. Όμως εκείνος ο οποίος πληροφορεί, αυτός που μεταδίδει την πληροφορία, επιχειρεί πάντοτε να συνδέσει το συγκεκριμένο συμβάν με άλλα παρόμοια, να αναδείξει τι προηγήθηκε και τι το ακολούθησε, ίσως ακόμα και να προσφέρει μια ερμηνεία ή μια εξήγηση του γεγονότος αυτού. Έτσι η πληροφορία που μεταδίδει παύει ευθύς αμέσως να είναι ‘σκέτη’ πληροφόρηση. Σε αυτό, πρέπει να προσθέσουμε και το γεγονός ότι ο σημερινός άνθρωπος δέχεται κυριολεκτικά ένα καθημερινό κατακλυσμό από πληροφορίες. Πληροφορίες ασύνδετες μεταξύ τους, που αφορούν ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα κι ένα ευρύτατο φάσμα προβλημάτων. […]

Έτσι, μέσα από τον κατακλυσμό πληροφόρησης, ο άνθρωπος αφ’ ενός μεν ‘ενημερώνεται’ ότι η πραγματικότητα της κατάστασής του εξαρτάται άμεσα από την πραγματικότητα ολόκληρης της κοινωνίας, ενός συνόλου κοινωνιών ή και του πλανήτη ολόκληρου, δηλαδή ότι η ζωή του αποτελεί κομμάτι ενός ολοένα και πιο διευρυμένου πλαίσιου ζωής και μιας ολότητας θεμάτων και προβλημάτων. Και αφ’ ετέρου, την ίδια στιγμή, βρίσκεται παγιδευμένος σε ένα ατέλειωτο καλειδοσκόπιο, καμωμένο από χιλιάδες εικόνες, που η μια διαδέχεται την άλλη χωρίς να υπάρχει καμιά σύνδεση μεταξύ τους, πράγμα που επιτείνει μέσα του την αίσθηση ότι η ζωή του αποτελεί κομμάτι μιας τεράστιας ολότητας, η οποία δεν έχει καμιά λογική, κανέναν ειρμό, κανένα ρυθμό, κανένα νόημα και αλλάζει με τρομαχτική ταχύτητα χωρίς ο ίδιος να μπορεί να καταλάβει τίποτα και χωρίς καμιά δυνατότητα να δράσει πάνω της με τις δεξιότητες που έχει αποκτήσει μέσα στο μικρό πλαίσιο της προσωπικής του ζωής. […]

Γίνεται φανερό λοιπόν, ότι η πληροφόρηση δεν αποτελεί μόνο προαπαιτούμενο της προπαγάνδας αλλά και οδηγεί στην προπαγάνδα, αφού η προπαγάνδα είναι εκείνη που θα παράσχει σε αυτό τον άνθρωπο τη μυθική εξασφάλιση, που έχει ανάγκη. Διότι ο άνθρωπος που έχει πνιγεί από τον κατακλυσμό της πληροφόρησης, έχει ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη για ένα σύστημα που θα ταξινομεί και θα του εξηγεί όλες αυτές τις πληροφορίες −και μάλιστα ένα σύστημα το οποίο, όσο πιο σύνθετο είναι το πλαίσιο που του παρουσιάζεται από τον κατακλυσμό των πληροροφιών, τόσο πιο απλές και χοντροειδείς εξηγήσεις θα του παρέχει. Κι αυτή ακριβώς είναι η δουλειά της προπαγάνδας».

Ζακ Ελλύλ, Πληροφόρηση και Προπαγάνδα (1957)

Πηγή: dangerfew

 

Ανασυγκρότηση υποκειμένου, ένα παράδειγμα προοπτικισμού, κύριος και δούλος σε Nietzsche και Hegel

Ανασυγκρότηση υποκειμένου, ένα παράδειγμα προοπτικισμού, κύριος και δούλος σε Nietzsche και Hegel.

Μία από τις βασικότερες τομές μέσα στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας της σκέψης, που μας προσφέρει ο Nietzsche, αφορά την αλλαγή που επιφέρει με τον τρόπο που συλλαμβάνει τη συγκρότηση του υποκειμένου. Το γνωσιακό υποκείμενο έως εκείνη τη στιγμή συλλαμβάνεται από την παραδοσιακή φιλοσοφία, ως ένα οριστικά δεδομένο σχήμα, το οποίο όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο Foucault «…αναγνώριζε (η φιλοσοφία) αφενός ως καταγωγικό θεμέλιο της γνώσης, αφετέρου ως σημείο εμφάνισης της αλήθειας.»218.

Το νεωτερικό, ορθολογικό υποκείμενο που βρίσκει το απόγειό του στην καντιανή σκέψη, όταν η γνώση γίνεται αποτέλεσμα του συγκροτησιακού χαρακτήρα του υποκειμένου, το γνωστικό δηλαδή προϊόν είναι μόνον αυτό το φαινόμενο που ανακατασκευάζει το υποκείμενο με βάση την αισθητηριακή εμπειρία του και τη διανοητική του ικανότητα, έρχεται να χάσει την αίγλη του μέσα στη σκέψη του Nietzsche.

Όπως αναφέρει o Foucault: «Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να διερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο επιτελείται η συγκρότηση όχι ενός οριστικά δεδομένου υποκειμένου από το οποίο θα εκπορευόταν υποτίθεται η αλήθεια, αλλά ενός υποκειμένου που συγκροτείται εντός της ιστορίας και το οποίο δομείται και αναδομείται ακατάπαυστα από την ιστορία.»219.

Για τον Nietzsche δεν υφίσταται ένα a priori συγκροτημένο υποκείμενο γνώσης το οποίο θα μας εγγυηθεί λόγω της τυπικής του ταυτότητας [Εγώ = Εγώ], ανεξαρτήτως της εμπειρίας και της αλλαγής που επισυμβαίνει σε αυτή, ότι είναι αυτό που νομιμοποιείται να γνωρίσει και να κατέχει την έγκυρη, τη μία και μοναδική αλήθεια, η οποία αντικειμενικοποιείται διυποκειμενικά. Αντιθέτως βλέπουμε το απροσδιόριστο του Νεχαμά και το ανολοκλήρωτο του Foucault σε σχέση με την προοπτική απόδοση της έννοιας της ερμηνείας, να παίρνει σάρκα και οστά στη

νιτσεϊκή συγκρότηση αυτού του εν εξελίξει [εν κινήσει] υποκειμένου, που έχει πάντα μέσα του τη διονυσιακή ορμή, την ορμή για ζωή που το κινεί να πράττει. Αυτή η ορμή στο τέλος θα είναι πάντα μια Βούληση για δύναμη ή ακόμα καλύτερα, αν εξελιχθεί αυτό το υποκείμενο στο συνειδησιακό σχήμα του Υπεράνθρωπου, μια καθαρή Δύναμη.

Στη νιτσεϊκή σκέψη όπως παρατηρούμε, τα πράγματα ενέχουν κίνηση και αλληλόδραση με το περιβάλλον τους, επομένως και το υποκείμενο συγκροτείται εντός της εμπειρίας και της ιστορικής εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, χωρίς ποτέ να σταματάει αυτή η δόμηση και η αναδόμησή του.

«Είναι ουσιώδες να μην κάνουμε λάθος για τον ρόλο της «συνείδησης»: αυτή εξελίχθηκε από τη σχέση μας με τον «εξωτερικό κόσμο»… Συνήθως η συνείδηση λαμβάνεται σαν το γενικό κέντρο των αισθήσεων και ανώτατο δικαστήριο· αντίθετα είναι μόνο ένα μέσο επικοινωνίας: εξελίχθηκε μέσω της κοινωνικής συναλλαγής και εν όψει των συμφερόντων της κοινωνικής συναλλαγής…»220.

Ο Nietzsche θεωρεί ότι η φιλοσοφία δεν έθεσε στο σωστό τους ρόλο τη λογική και τις κατηγορίες του λογικού, έτσι ώστε να τα χρησιμοποιήσει ως μέσα για την κατηγοριοποίηση, για τη «διευθέτηση του κόσμου για ωφελιμιστικούς σκοπούς»221, αντιθέτως πίστεψε ότι κατάφερε να έχει μέσω και εξαιτίας της λογικής «το κριτήριο της αλήθειας και της πραγματικότητας»222. Θεώρησε δηλαδή ο άνθρωπος τον εαυτό του ως το μέτρο των πραγμάτων, το οποίο είναι ικανό να καθορίσει το «πραγματικό» έναντι του «μη πραγματικού».

Άκρως ενδιαφέροντα για το θέμα μας, είναι επίσης όσα αναφέρει ο Nietzsche στη Θέληση για δύναμη223, σχετικά με το ότι έχουμε δημιουργήσει ένα γνωσιακό υποκείμενο που πράττει και ποιες είναι οι συνέπειες αυτής μας της δημιουργίας. Πιο αναλυτικά, η σχέση αιτίας και αποτελέσματος είναι απόρροια της δημιουργίας υποκειμένων υπό την έννοια του πράττοντος. Ακριβώς επειδή έχουμε δημιουργήσει αυτή την έννοια ενός υποκειμένου που πράττει υπάρχει χώρος και για να νοήσουμε τις πράξεις του ως αποτέλεσμα ενός καταναγκασμού που του ασκείται κάθε φορά. Όμως και η ίδια η αναγκαιότητα για τον Nietzsche «δεν είναι γεγονός αλλά ερμηνεία»224.

Η ερμηνεία με βάση την αιτιότητα, όπως υποστηρίζεται από τον Nietzsche είναι μια απάτη και είναι ακριβώς αυτό το γεγονός, ότι αντιλαμβανόμαστε δηλαδή τα συμβάντα ως αποτελέσματα κάποιων αιτίων, που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένα «υποκείμενο» και ένα «αντικείμενο» ή «κατηγόρημα». Βέβαια παρόλο που γλωσσικά δεν ξέρουμε με ποιον τρόπο να απαλλαχτούμε από αυτές τις διακρίσεις, επί της ουσίας δεν υπάρχουν. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αν σκεφτώ έναν μυ ξέχωρα από τα «αποτελέσματά» του, τον αρνούμαι…»225. Για τον Nietzsche το «δήθεν ένστικτο της αιτιότητας» δεν είναι τίποτα άλλο από το φόβο μας για το άγνωστο και από την κρυφή μας επιθυμία να βρίσκουμε σε ό,τι το καινούριο κάτι το οικείο σε εμάς, ένα με άλλα λόγια αίτιο που να μας οδηγεί κάθε φορά στο «καινούριο» αποτέλεσμα226.Επομένως βλέπουμε σε αυτά τα χωρία, το υποκείμενο να παρουσιάζεται ως μια ερμηνευτική προσέγγιση του ανθρώπου, ως ένα «πλάσμα της φαντασίας μας»227. Εάν όντως συμβαίνει αυτό, παραμερίζοντας την έννοια του υποκειμένου που παράγει αποτελέσματα θα πρέπει να αφήσουμε στην άκρη και το αντικείμενο πάνω στο οποίο παράγονται αυτά τα αποτελέσματα.

«Τέλος χάνεται και το «πράγμα καθ’ εαυτό», επειδή αυτό είναι κατά βάθος η σύλληψη ενός «υποκειμένου καθ’ εαυτού». Έχουμε όμως καταλάβει ότι το υποκείμενο είναι πλάσμα της φαντασίας. Η αντίθεση «πράγμα καθ’ εαυτό» και «φαινομενικότητα» είναι αβάσιμη· μ’ αυτό όμως εξαφανίζεται και η έννοια της «φαινομενικότητας».228».

Συνέπεια όλων αυτών θα είναι να χάσουμε ακόμα πιο θεμελιώδεις έννοιες, όπως είναι αυτή της ουσίας αλλά και της ύλης και του πνεύματος. Έτσι ο κόσμος που έχει χάσει την υλικότητά του, δεν μπορεί παρά από την ηθική οπτική γωνία να γίνεται ψευδής, αλλά ακόμα και η ίδια η ηθική καταλήγει να είναι ψευδής στο μέτρο που ανήκει σε αυτό τον ψευδή κόσμο229.

Η Βούληση για αλήθεια είναι αυτή που καλείται τώρα να στερεοποιήσει, να δώσει διάρκεια και αξίωση αλήθειας στην πραγματικότητα που έχει καταποντιστεί μέσα στο ψεύδος. Να άρει δηλαδή τον ψευδή χαρακτήρα των πραγμάτων, να τους δώσει έναν σκοπό, ένα λόγο ύπαρξης. Η αλήθεια επομένως «δεν είναι κάτι που υπάρχει εκεί καιπου πρέπει να βρεθεί ή να ανακαλυφθεί, αλλά κάτι που πρέπει να δημιουργηθεί»230. Η«αλήθεια» για τον Nietzsche εισάγεται ως processus in infinitum [ατέρμονηδιαδικασία], ως δηλαδή ένα ατέρμονο ενεργό καθορίζειν της πραγματικότητας και όχιως μια συνειδητοποίηση κάποιου πράγματος που είναι ήδη από μόνο του στέρεο καικαθορισμένο231. Αυτή η βούληση για αλήθεια όπως περιγράφεται εδώ, ως ενεργό καθορίζειν είναι μια μάσκα της ίδιας της Βούλησης για Δύναμη.

Ο άνθρωπος προϋποθέτει μια κανονικότητα και μια διάρκεια στο πώς εξελίσσονται τα πράγματα και πάνω σε αυτή την προϋπόθεση θεμελιώνεται η ζωή, η οποία και φαίνεται να ισχυροποιείται μέσα από την αύξηση του εύρους της πραγματικότητας που μπορούμε να γνωρίσουμε, που μπορούμε δηλαδή να αποδώσουμε Είναι. «Η λογικοποίηση, ο εξορθολογισμός, η συστηματοποίηση ως βοηθητικά μέσα της ζωής.»232.

Η ενόρμηση του ανθρώπου για αλήθεια, η οποία είναι αυτή που καθορίζει την πραγματικότητα, όπως προανέφερα, προβάλλεται από τον άνθρωπο ως κάτι που είναι έξω από αυτόν· ως ένας κόσμος έξω από τον εαυτό του, στον οποίο όμως αυτός αποδίδει Είναι, «σαν κόσμος που ήδη υπάρχει».

«Οι ανάγκες του ως δημιουργού επινοούν τον κόσμο πάνω στον οποίο δουλεύει, τον προεξοφλούν· αυτή η προεξόφληση (αυτή η «πίστη» στην «αλήθεια») είναι το στήριγμά του.»233.

 

Αυτή η προεξόφληση και το γεγονός ότι αποδίδουμε ευθύνη για την ύπαρξή μας και τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε στον κόσμο, σε κάτι έξω από εμάς, είτε το ονομάζουμε Θεό, είτε Φύση και να μη μας βλέπουμε απλώς ως διαρκή έκφραση της Δύναμης και τίποτα άλλο, μας οδηγεί κατά τον Nietzsche στο να «διαστρέφουμε μέσα μας την αθωότητα του γίγνεσθαι.»234. Θυσιάζουμε αυτή την αθωότητα του γίγνεσθαι για να μην είμαστε μόνοι και αδύναμοι, να «έχουμε κάποιον που θέλει να πετύχει κάτι μέσω ημών και μαζί με μας.»235, αλλά ουσιαστικά αυτό είναι που μας κάνει αδύναμους και μας απομακρύνει από μια υγιή και εύρωστη έκφραση της δύναμή μας. Υπό αυτές τις συνθήκες το είδος καταλήγει να είναι τόσο προσωρινό, όσο και το άτομο και αυτή η πολυπόθητη διατήρηση του είδους δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σκαλοπάτι στην εξελικτική σκάλα του είδους. Διατηρείται δηλαδή σε αυτή την κατάσταση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μέχρι να ξεπεραστεί από έναν εξελικτικά ισχυρότερο τύπο, από ένα εξελιγμένο συνειδησιακό σχήμα, τον Υπεράνθρωπο. «Εκείνοι που έχουν την περισσότερη έγνοια ρωτούν σήμερα: ‘‘πώς θα γίνει να διατηρηθεί ο άνθρωπος;’’ Ο Ζαρατούστρα όμως ρωτά, ως ο μοναδικός και ο πρώτος: ‘‘πώς θα ξεπεραστεί ο άνθρωπος;’’…»236.

Ο Nietzscheστη ΓτΗ, επικεντρώνεται στη συγκρότηση αυτού του υποκειμένου, που δεν έχει συγκροτηθεί aprioriκαι στην γενεαλογική έρευνα και παρατήρηση της εξέλιξής του μέσα στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, δείχνοντάς το μάλιστα μέσω της αναστροφής των ηθικών αξιών που παρατηρεί ότι έχει συμβεί μέσα στην εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών.
Μας παρουσιάζει στη ΓτΗ, τον «κύριο» και τον «δούλο», που αποτελούν σε πρώτη ανάγνωση τους δύο μέχρι τώρα, ηθικούς τύπους ανθρώπου αλλά εξετάζοντας τους βαθύτερα μπορούμε να τους συλλάβουμε και ως δύο συνειδησιακά σχήματα, που στρέφουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις τη Βούλησή τους για δύναμη237. Μέσα από αυτά τα συνειδησιακά σχήματα μπορούμε να εξάγουμε σημαντικά συμπεράσματα για το τι εννοεί ακριβώς με αυτό το ψυχολογικό υποκείμενο ο Nietzsche. Το γεγονός ότι συλλαμβάνει το υποκείμενο με ψυχολογικούς όρους, του δίνει τη δυνατότητα να περιγράψει την κίνηση και τους μετασχηματισμούς του και να μας δείξει πώς αυτού του τύπου το υποκείμενο αποτελεί απόρροια και συνάμα «δημιουργό» της προοπτικής αντίληψής του. Ταυτόχρονα μέσα από την παρουσίαση της μεταστροφής των εννοιών του «καλού» και του «κακού» παίρνουμε ένα πολύ διαφωτιστικό παράδειγμα για το τι εννοεί ο Nietzscheόταν μιλάει για προοπτικισμό, αλλά και για το πώς μπορεί να επέλθει μια αλλαγή της προοπτικής ερμηνείας μέσα σε κάθε διαφορετικό κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο.

Σε πρώτη φάση στη ΓτΗ περιγράφεται η νοηματοδότηση των εννοιών πριν επισυμβεί η μεταστροφή τους. Στο Δοκίμιο Ι βλέπουμε αρχικά τον «καλό»238της πρώτης αυτής φάσης, να είναι ο άνθρωπος που καταφάσκει την ίδια του την ύπαρξη, ο άνθρωπος της δράσης. Ένα ρωμαλέο αρχέγονο αρχέτυπο, όπου κατακλύζεται από ενέργεια και δύναμη, ψυχολογική αλλά και σωματική239. Στις περιγραφές του Nietzscheη κάθε κοινωνική θέση προκαλεί ως συνέπεια και μια ψυχολογική κατάσταση, η ψυχολογική κατάσταση του αρχέγονου αυτού «καλού» είναι η αυτοκατάφαση. Ορίζει ο ίδιος το τι είναι «καλό» μέσα από το δικό του τρόπο ύπαρξης. Αυτός είναι το μέτρο και δε χρειάζεται να συγκρίνει τον εαυτό του με κάτι εξωτερικό για να καταλήξει αν είναι καλός σε σχέση με αυτό. Η ευγένεια και η τιμή τους απορρέει από τη θεϊκή τους καταγωγή, έτσι η έννοια «καλός» ενσαρκώνει την ύπαρξη ενός τύπου ανθρώπου.

«…η κρίση ‘‘καλό’’ δεν προέρχεται από εκείνουςστους οποίους έχει γίνει η ‘‘καλοσύνη’’! Οι ίδιοι οι ‘‘καλοί’’ μάλλον, δηλαδή οι ευγενείς, δυνατοί, με υψηλή κοινωνική θέση και υψηλό φρόνημα, είναι εκείνοι που θεώρησαν τον εαυτό τους ‘‘καλό’’ και τις πράξεις τους ‘‘καλές’’, δηλαδή πρώτης τάξης, σε αντίθεση με καθετί ταπεινό, ευτελές, αγοραίο και πληβείο. Ξεκινώντας από αυτό το πάθος της απόστασης, απόκτησαν το δικαίωμα να δημιουργούν αξίες και να δίνουν ονόματα στις αξίες…»240. Ο γενναίος «καλός» θα ονομάσει τον πληβείο και δειλό, ως άσχημο241[δε θα τον ονομάσει κακό (bös(e)), αλλά μη έχοντα σχήμα, απλοϊκό (schlicht)με την έννοια του επιρρεπούς σε εξωγενείς δυνάμεις, και άρα αδύναμο στο να εκφράσει δύναμη] που θα ετεροκαθορίζεται απότο «πάθος της απόστασης»του δυνατού.Ο «άσχημος», οοποίος θα αυτοπροσδιοριστεί ως ο αδύναμος έχει τα αντίθετα χαρακτηριστικά από τον καλό όσον αφορά τα ψυχικά του χαρακτηριστικά. Αυτός δεν δρα, αλλά αντιδρά. Έχει ανάγκη να έχει έναν εχθρό απέναντί του, έτσι ώστε να προσδιορίζεται η ύπαρξή του.Χρειάζεται να ετεροκαθορίζεται αν και σε καμία περίπτωση δεν είναι οντολογικά αδύναμος, αλλά έχει αποδεχθεί τον ορισμό του από τον «καλό» και μάλιστα αυτή την άποψη την ενσωματώνει, παρόλο που είναι εξωτερικά προσδιορισμένη και καταλήγει να αυτοθυματοποιείται.

Ο Nietzscheθεωρεί ότι όλοι έχουμε Βούληση για δύναμη και η δύναμη αυτή μπορεί να εκφραστεί είτε θετικά, είτε αρνητικά. Ο «άσχημος» πείθει τον εαυτό του για την αδυναμία του και αποτέλεσμα αυτού είναι η δύναμή τουναστρέφεται στη μόνη λανθάνουσα δράση που αναπτύσσει, την αντίδραση. Η δύναμη ενέχει στο χαρακτήρα της την επιθετικότητα, την ορμή, επομένως είναι φύσει αδύνατο αυτή ηδύναμη να μην εκφραστεί, απλά όσο περισσότερο αδύναμος νιώθει κάποιος, τόσο πιο προσωπικήθα θεωρήσει την επίθεση που θα δεχτεί από τη δύναμη του ισχυρότερου. Ο «άσχημος» τρέφεται από τη σύγκρουσή του με τον ισχυρό και αποκτά ταυτότητα μέσα από τον εχθρό του. Ενώ ο «καλός» είναι γεμάτος από τις δικές του δραστηριότητες και κρατάει μια απόστασηαπό τον «άσχημο». Ο ψυχικά αδύναμος είναι αυτός που θα ορίσει τον αρχικά «καλό», ως «κακό», λόγω της κατωτερότητας που νιώθει απέναντί του. Βλέπουμε δηλαδή ότι έχουμε να κάνουμε με καθαρά ψυχο-κοινωνικούςπροσδιορισμούς, που απορρέουν από την κατάσταση και τη θέση που βρίσκεται ο καθένας μέσα στην κοινωνία, με άλλα λόγια από την προοπτική σκοπιά του.

Το προαναφερθέν σχήμα των ψυχο-κοινωνικώνπροσδιορισμών που αναπτύσσει τις έννοιες του «καλού» -«άσχημου» -«κακού» θα έρθει η στιγμή μέσα στην ιστορική και κοινωνική εξέλιξη που θα πληρούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις και θα αναστραφεί, θα επέλθει δηλαδή μια αλλαγή της προοπτικής ερμηνείας. Ο Nietzsche αυτή την μεταστροφή θα την περιγράψει ως την τυραννία των αδύναμων, την επιβολή της ηθικής των ψυχικά, όχι αντικειμενικά, αδύναμων, που θα οδηγήσει στην ανάδυση και εξάπλωση της μνησικακίας.

Η διαδικασία της αναστροφής θα συμβεί αργά και σταθερά. Ο «άσχημος» έχει τεράστια δύναμη αντίδρασης, λόγω της καταπίεσης που επιβάλλει στον εαυτό του και του αισθήματος κατωτερότητας που βιώνει. Έτσι μέσα στην εξέλιξη των κοινωνιών αρχίζει να παράγει τώρα αυτός αξίες που είναι αποτέλεσμα μιας μίξηςδημιουργίας και αντίδρασης, όπου ο αδύναμος καταφέρνει να επιβάλλει ως αξία την δική του κατάσταση. Επομένως, τώρα ως«καλός» ορίζεται αυτός που είναι αδύναμος, δειλός και με νιτσεϊκούς όρους, αυτόςπου δεν καταφάσκει την ύπαρξή του. Βλέπουμε αυτόν τον «καλό»της δεύτερης φάσης να μετατρέπειτην αίσθηση κατωτερότητάς του σε ένα εσωτερικό δηλητήριο –που δεν είναι άλλο από την μνησικακία –το οποίο τον οδηγεί σε κάθε του κίνηση.

Ο μνησίκακος δεν αντιδρά άμεσα για να εκδηλώσει αυτό που αισθάνεται, αλλά τοεσωτερικεύει, το κρατάει στη μνήμη του και εν συνεχεία θέτει όλη τη δημιουργική ενέργεια της νοημοσύνης του στην υπηρεσία της εκδίκησης και της αντεπίθεσής του, με έναν ορθολογικό όμως τρόπο. Ο αρχέγονος «καλός» φαντάζει αφελής μπροστά στον πονηρό «καλό» της δεύτερης φάσης. Για τον Nietzscheη σύγχρονη νεωτερική ορθολογικότητα, ο υπολογιστικός και μεθοδικός Λόγος, βρίσκει τα πατήματά του πάνω στο έδαφος της μνησικακίας. Σε αυτή τη διαδικασία που περιγράφει ο Nietzsche βλέπουμε εκτός των άλλων, μια αντίθεση ακόμα και στη δαρβινική άποψη περί της εξέλιξης των ειδών, όπου η φυσική επιλογή δίνει πλεονέκτημα, ως προς την επιβίωση, στον δυνατό, αφού σε αυτή την περίπτωση ο (ψυχικά) αδύναμος επικρατεί του δυνατού.

Ο αδύναμος, για τον Nietzsche γίνεται πλέον ο δούλος, μια δουλική ψυχοσύνθεση,που θυματοποιεί τον εαυτό του, λόγω της ανάγκης του για αναγνώριση, με στόχο την απόκτηση εξουσίας, εφόσον δεν μπορεί να κυριαρχήσει και να καταλάβει την εξουσία με την πραγματική του δύναμη, από αυτόν που έχει θέσει απέναντί του ως κύριο, ως τον «κακό» τώρα. Φτάνει στο σημείο να καταστείλει τη ζωογόνα δύναμή του με αντάλλαγμα να αποκτήσει εξουσία και αναγνώριση, προχωρώντας μάλιστα και ένα βήμα παραπάνω όταν στοχεύει στην παγίδευση των άλλων μέσω της ενοχής για να τους ελέγχει242.

Η ορολογία του «κυρίου» και του «δούλου» που καταλήγει να χρησιμοποιεί στη ΓτΗ ο Nietzsche, θέλοντας να περιγράψει δύο ηθικούς τύπους ανθρώπου αλλά και δύο ψυχολογικές συνειδήσεις στα δικά μου μάτια, δεν μπορεί να μη μας θυμίσει τον αφέντη [κύριο] και το δούλο του Hegel.

Ο Hegel στη Φαινομενολογία του Πνεύματος εξετάζει αρχικά τον αφέντη και το δούλο ως τα δύο πρώτα σχήματα της αυτοσυνειδησίας, περιγράφοντας την «κίνηση του αναγνωρίζειν»243. Η αυτοσυνειδησία βλέπει τον εαυτό της ως τέτοια, βασιζόμενη στην αναγνώριση της από μια άλλη αυτοσυνειδησία. Παρόμοια θα λέγαμε εδώ,με τον ετεροκαθορισμό που βιώνει και ο δούλος του Nietzsche. Όμως και ο νιτσεϊκός κύριος ετεροκαθορίζεται στη δεύτερη φάση–μετά δηλαδή απότη μεταστροφή των αξιών –από το δούλο, αφού είναι μόνο κύριος κατ’ επίφαση. Τίθεται εκεί,έτσι ώστενα εξυπηρετεί τηλειτουργία ενός αντίπαλου δέοντος για τονμνησίκακο δούλο, που έχεικαταφέρει νακάμψει με την μεταστροφή των αξιών και τη δύναμη του κυρίου, τον έχει διαστρεβλώσει.

Κατά τον Hegel, σε αντίθεση με τον Kant αλλά και με τον Descartes, η αλήθειατης αυτοσυνείδησης είναι διαμεσολαβημένη, δεν είναι μια αυτοεπιβεβαίωση. Η αναγνώριση μεταξύ αφέντη και δούλου έχει γνωστικό χαρακτήρα και σημαίνει ότι αναγνωρίζεται η θέση κάποιου, είτε θετικά, είτε αρνητικά, μέσα στο όλον· αναγνωρίζομαι, σημαίνει συνδέομαι με ένα δίκτυο σχέσεων και γνωρίζω τον εαυτό μου μέσω των άλλων, η ύπαρξή μου διαμεσολαβείται. Όπως και στον Nietzsche δηλαδή, μιλάμε και εδώ για μια προοπτική συνείδηση, η οποία είναι ιστορική και σχετική και όχι μια κενή, φορμαλιστική συνείδηση. Η έννοια της σχετικότητας [σχεσιακότητα], δηλαδή ενός προοπτικισμού με άλλα λόγια, μεθοδολογικά εφαρμόζεται ήδη από τη φιλοσοφική θεώρηση του Hegel, αν και θεμελιώνεται σε μία διαφορετική έννοια ιστορικότητας, από αυτή που βρίσκουμε στην νιτσεϊκή αντίληψη. Στον Hegelη ιστορικότητα είναι εξελικτικήυπό ένα πρίσμα προόδου, αντιθέτως στον Nietzsche βλέπουμε να καταλήγει το ταξίδι της ιστορικής εξέλιξης σε μια παρακμή [decadence].Ο Nietzsche σπάει την εγελιανή διαλεκτική της εξέλιξης, δεν μιλάει σε καμία περίπτωση για μια προοδευτική ανάπτυξη ενός νέου κοινωνικού στρώματος, αλλά για το ενδεχόμενονα σπάσει η επανάληψη ενός φαύλου κύκλου εξουσίας μεταξύ των εκάστοτε «δυνατών» και «αδύναμων». Φυσικά αυτό το ενδεχόμενο σπάσιμο του κύκλου δεν είναι νομοτελειακό,μιας και είναι δυνατό να μη συμβεί ποτέ,δεν είναι η πορεία του Λόγου, του Πνεύματος μέσα στην ιστορία, αλλά περιγράφεται πιο πολύ ως μια αιφνίδια απεμπλοκή σε ένα ατομικό επίπεδο ή πιο συλλογικά,στην δυνατότητα δημιουργίας ενός άλλου συνειδησιακού σχήματος, ενός άλλου τύπου ανθρώπου.

Ο ίδιος ο Nietzsche δεν είναι ένας παρακμιακός μηδενιστής, όπως συχνά υποστηρίζεται, αν καιείναι απόλυτα σαφές,ότι εμπνέεται από τη νόσο του μηδενισμού, από όλα όσαδηλαδή παρακμάζουν και χάνονταιμέσα στην κοινωνικό –πολιτικό –ιστορική εξέλιξη των αξιών του ανθρώπου. Παρόλο μάλιστα πουσε έναπρώτο επίπεδο ερμηνείαςδεν προσφέρει θετικές αποφάνσειςγια τη σωτηρία του κόσμου από το μηδενισμό, μηθέλοντας όπως φαίνεταινα παίξει το γιατρό που φέρνει τη θεραπεία για την ασθένεια της ανθρώπινης σκέψης δίνοντας συνταγές και έτοιμες λύσεις, καταφέρνει να βγει επιτυχώς από την παγίδα ενός άκρατου μηδενιστικού πεσιμισμού, επικεντρώνοντας την προσοχή του στη δυνατότητα του ανθρώπου να για μια θετική αυτοπραγμάτωση.

Αυτή την πορεία προς την αυτοπραγμάτωση, προς την αυτοσυνειδησίαμε εγελιανούς όρους, την βλέπουμε και στην εγελιανή σκέψη, ακόμα και αν τη στιγμή που ολοκληρώνεται κάθε φορά σε ένα βαθμό, ταυτόχρονα αποτελεί παρελθόν, αλλά και τη νέα βάση μέσα στο διαρκές της εξέλιξης του γίγνεσθαι. Ο Hegelθεωρεί ότι η αυτοσυνειδησία έρχεται μέσα από μια πορεία έκθεσης στην εμπειρία και η ελευθερία χτίζεται μέσα από τις εμπειρίες της ζωής και κυρίως μέσα από την εμπειρία του θανάτου. Γίνεται ένας αγώνας ζωής και θανάτου [πραγματικός, κοινωνικός, ψυχολογικός]μέσω του οποίου αλληλοεπαληθεύονται οι δύο αυτοσυνειδησίες. Πρέπει να επαληθεύσουν στον εαυτό τους και στον άλλο, τη βεβαιότητά τους για τον εαυτό τους, ότι υπάρχουν δηλαδή, καθαυτές, ως προσδιορισμένες αρνήσεις του εαυτού τους (και του άλλου) και όχι ότιαπλά ζουν υπό την έννοια μιαςαπλής επιβίωσης. Ακριβώς εδώ έγκειται και η ελευθερία τους, το να καταφέρουν με άλλα λόγια να αυτοκαθοριστούν. Το άτομο που δε θα διακινδυνεύσει τη ζωή του και άρα δε θα δημιουργήσει σχέση,θα αναγνωρισθεί μόνο ως πρόσωπο, αλλά δε θα έχει πετύχει την αναγνώριση του ως αυτοδύναμης αυτοσυνειδησίας.

Ο θάνατος είναι πολύ σημαντικός για τη διαμόρφωση της συνείδησης στη σκέψη του Hegel και νοείται είτε ως ο φυσικός θάνατος, είτε ως αποξένωση. Μέσα από το φυσικό θάνατο ή από το θάνατο της σχέσης μεταξύ των δύο, καταλήγουν οι δύο αυτοσυνειδησίες να χάνουνκαι τη σχέσητους με τον εαυτότους. Η σχέση με τον εαυτό τους γίνεται πλέον αυτοκαταναλωτική, αφού εκλείπει οποιαδήποτε άλλη συσχέτιση244. Τελικά όμως, στη φιλοσοφική θεώρηση του Hegel,τα άτομα μπαίνουν σε σχέση, επιβιώνουν και αναπόφευκτα δημιουργείται μία σχέση κυριαρχίας μεταξύ δύο σχημάτων αυτοσυνειδησίας, μία σχέση αφέντη και δούλου245.Οποιαδήποτε σχέση που είναι εξουσιαστική [καταναλωτική]έχει αυτή τη μορφή.

Ο αφέντης είναι αυτός που έχει διακινδυνεύσει τη ζωή του· η αυτοσυνειδησία που υπάρχει για τον εαυτό της, όχι όμως πια μόνον ως έννοια, διότι είναι προσδιορισμένη αυτοσυνειδησία, αφού μεσολαβείται από μια άλλη αυτοσυνειδησία, αυτή του δούλου. Ο αφέντης ασκεί εξουσία πάνω στο δούλο, αλλά και πάνω στο πράγμα, μετά τη νίκη του στη μάχη του θανάτου. Το πράγμα είναι αντικείμενο επιθυμίας για τον αφέντη και το απολαμβάνει, ενώ ο δούλος246 εργάζεται με αυτό και σχετίζεται μαζί του με όρους ουσίας. Δουλεύονταςεπομένως ο δούλοςπάνω στο πράγμα,το αντιμετωπίζει ως κάτι ζωντανό, που το μετασχηματίζει με τη δουλειά του, έτσι το πράγμα διατηρεί την ανεξαρτησία του· ο δούλος όμως είναι εξαρτώμενος από το πράγμα και χάνει την ελευθερία του.

Ο αφέντης σχετίζεται διαμεσολαβημένα με τον δούλο μέσω ενός ανεξάρτητου πράγματος, το οποίο και εξασφαλίζει την κυριαρχία πάνω στο δούλο. Ο αφέντης [82]όμως έχει μία άμεση, παθητική, εξωτερική σχέση με το πράγμα, αφού μόνο το καταναλώνει, ενώ ο δούλος έχοντας αποκτήσει ουσιαστική σχέση μαζί του, μαθαίνει από αυτό, εξελίσσεται μέσα από τη εργασία του, σε αντίθεση με τον αφέντη που παγιδεύεται μέσα στην εξουσία του. Ο δούλος δεν μπορεί να αρνηθεί τελείως το πράγμα, αφού ό,τι κάνει είναι στην πραγματικότητα ενέργεια του αφέντη. Η δουλική συνείδηση δεν μπορεί να επιτύχει παντελή άρνηση του πράγματος, ενώ ο αφέντης φτάνει σε σημείο όπουαρνείται τελείως247 και το πράγμα και τον δούλο· και τα δύο είναι ανούσια για αυτόν.

Η σχέση εξουσίας είναι μία εξωτερική, αρνητική σχέση και είναι αυτή η παγίδα την οποία πέφτει ο αφέντης και χάνει την ελευθερία του. Αναγνωρίζει τον εαυτό του ως απόλυτη εξουσία απέναντι στο δούλο και στο πράγμα και πετυχαίνει την αναγνώρισή του στον άλλο, δηλαδή στο δούλο, όμως ο ίδιος δεν αναγνωρίζει το δούλο ως ισότιμό του, ως αυθύπαρκτη αυτοσυνειδησία. Όμως για να υπάρχει ουσιαστική αναγνώριση, πρέπει να είναι αμφίδρομη και μεταξύ ισοτίμων, αλλιώς έχουμε ένα μονομερές και άνισο αναγνωρίζειν248. Εδώ λοιπόν επιτελείται μια αναστροφή· η αλήθεια του αφέντη κερδίζεται από τη σχέση του με τον «ανούσιο» για αυτόν δούλο, πράγμα που σημαίνει ότι είναι μια ανούσια αναγνώριση, που δεν μπορεί να τον ικανοποιήσει, παρά μόνο να τον αποδομήσει ως αφέντη249.

Ο δούλος, που αναγνωρίζει αρχικά μόνο τον άλλο ως αυτοσυνειδησία, έχει μέσα του,χωρίς να το ξέρει την δυνατότητα ανατροπής της δουλείας του. Εδώ φαίνεται πωςέγκειται και ηβασική διαφορά του εγελιανού δούλου, από τον νιτσεϊκό. Στο γεγονόςδηλαδήότι ο πρώτος έχει τη δυνατότητα να χειραφετηθεί, ενώ ο δεύτερος φαίνεται να μηχειραφετείται ποτέ, η στέρηση καταλήγει να του δημιουργεί επιθυμία για αντίδραση και όχι θετική έκφραση της δημιουργικότητάς του. Στην καλύτερη περίπτωση, στη νιτσεϊκή σκέψη θα ξεπεραστεί σαν συνειδησιακό σχήμα ο άνθρωπος εν γένει από τον Υπεράνθρωπο. Αυτή η διαφορετική εξέλιξη της δουλικής συνείδησης μεταξύ Nietzsche–Hegel είναι απόρροιατης διαφορετικής τους αντίληψης σχετικά με την ιστορική εξέλιξη. Η νεωτερικότητα που στον Hegelπαίρνει μια μορφή εξελικτικήςπροόδου,στον Nietzsche, όπως προανέφερα παρουσιάζεται να έχει φθίνουσα πορεία με αποτέλεσμα την παρακμή των κοινωνιών του ανθρώπου και των αξιών που τις απαρτίζουν.

Υπάρχουν δύο στιγμές που δίνουν τη δυνατότητα χειραφέτησής στον εγελιανό δούλο. Αφενός ο φόβος του επικείμενου θανάτου250, που βρίσκεται μέσα στη συνείδησή του και ως απόρροια από τη μάχη με τον αφέντη και την υποδούλωσή του και σηματοδοτεί την απόλυτη διάλυση οποιασδήποτε σταθεράς, μια απόλυτη αρνητικότητα. Αυτή η δυνητική απώλεια της ύπαρξης σε όλα τα επίπεδα είναι μια στιγμή ουσιαστικής καθολικότητας, κατά την οποία έρχεται σε επαφή με όλη του τη ζωή. Αφετέρου ηδεύτερη στιγμή έχει να κάνει με την ίδια τηδουλειά251 [formativeactivity], μέσα από την οποία έρχεται σε επαφή με κάτι που του αντιστέκεται, με κάτι ζωντανό, που το αναγνωρίζει ως ανεξάρτητο. Η δουλειά είναι μια επιθυμία, που ενέχει μια εσωτερική αναστολή της πλήρους ικανοποίησής της, διαφορετική από αυτή του αφέντη, η οποία είναι μια στείρα άρνηση του πράγματος. Ο δούλος αν και δεν έχει καμία σχέση με τον αφέντη μορφοποιεί τη σχέση του με το πράγμα, αλλάμέσα από αυτή τη μορφοποιητική σχέση με το πράγμα, μορφοποιεί και τον εαυτό του και άρα εξελίσσεται η αυτοσυνειδησία του.

Ο φόβος του θανάτου βλέπουμε ναγίνεται δημιουργικός και σε συνδυασμό με τη δουλειά, ως μορφοποιητική διαδικασία, καταφέρνουν και αναδύουν τις δυνατότητες του δούλου για χειραφέτηση του και άρα τη δυνατότητά του για ελευθερία και κατ’ επέκτασιν μια δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης. Όμως φαίνεται και αυτήη χειραφέτηση τελικά να είναι μερική (πάνω σε κάποια πράγματα), δε γίνεται μεταστροφή καθ’ ολοκληρίαν, δεν είναι ούτε δούλος πια, αλλά ούτε και αφέντης. Θεωρεί ότι κατακτά την ελευθερία του, όμως αυτό γίνεται μόνο εσωτερικά, στο επίπεδο της συνείδησης, πράγμα που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή πλήρους ελευθερίας, διότι ελλείπει το στοιχείο της αναγνώρισης από τους υπόλοιπους, αν και η κατάκτηση της εσωτερικής ελευθερίας είναι το πρώτο και αναγκαίο βήμα. Σίγουρα αυτή η μερική χειραφέτηση της δουλικής αυτοσυνείδησης είναι πιο ουσιαστική από την απόλυτη εξουσία που νιώθει ο αφέντης και στην οποία επαναπαύεται.

Σαφώς τώρα,ο δούλος του Hegel μέσα από την παραπάνω περιγραφή φαίνεται, αν μεταφέρουμε τη ματιά μας σε ένα ψυχολογικό επίπεδο, πολύ πιο κοντά στον άνθρωπο της δράσης, έτσι όπως παρουσιάζεται ότι πραγματώνεται ως αυτοσυνειδησία μέσα από τη δουλειά του πάνω στο πράγμα, σε αντίθεσημε τον μνησίκακο δούλο του Nietzsche που αντιδρά όχι για να χειραφετηθεί με στόχονα αυτοπροσδιορισθεί, αλλά για να κάνει και όλους τους υπόλοιπους ετεροκαθοριζόμενους και να μπορεί να τους εξουσιάζει.

Ας επικεντρωθούμε όμως ξανά στον Nietzsche,και στην ιστορική στροφή πουδημιουργεί την αναστροφή και εν συνεχεία τη διαστρέβλωση των έως τότε αξιών, η οποίασυμβαίνει τη στιγμή που ο αδύναμος[δούλος]παράγει αξίες. Έχουμε μια εξιδανίκευση του πόνου και της κακοτυχίας και έτσι το να είναι κάποιος αδύναμος, ο χριστιανικά ταπεινός με άλλα λόγια, γίνεται αξία και αυτό θα οδηγήσει στην απαξίωση των αξιών και στο μηδενισμό που θα διαγνώσει ο Nietzsche, όπως αναφέρθηκε αρκετές φορές έως τώρα,ως νόσο της σύγχρονης κοινωνίας.

Η δύναμη του αρχέγονου «καλού» που ως προς την ουσία της έγκειται στο ότι αγαπάει τη ζωή ως ενότητα ηδονής και οδύνης, παύ ειπλέον να έχει νόημα. Έχουμε μια κατάρρευση των αξιών του αρχαιοελληνικού μοντέλου και στην θέση του αναπτύσσονται αρχικά οι αξίες της ιερατικής κάστας των Εβραιών και μετέπειτα αυτές του Χριστιανισμού. Με τον Kant μάλιστα σύμφωνα με όσα του καταλογίζει ο Nietzsche διάσπαρτα στα κείμενά του, θεμελιώνονται φιλοσοφικά [ορθολογικά]οι προτεσταντικές αξίες.

Πώς όμως είναι δυνατόν να μη γίνει κάποιος μνησίκακος αντιμετωπίζοντας τις αντικειμενικές δυσκολίεςτης ζωής;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα για τον Nietzscheδεν είναι άλλη από την υπέρβαση εαυτού. Στην αυθυπέρβαση φυσικά θα συμβάλλει η λειτουργία της λήθης για να μπορέσει να απελευθερώσει ο άνθρωπος τον εαυτό τουαπό το χρέος, την ενοχή και την ευθύνη από την άσχημη συνείδησή δηλαδή που έχει δημιουργήσει μέσα στην ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας.Μια άσχημη συνείδηση, όπως αυτή προκύπτει σε ένα πιο πνευματικό επίπεδο, από τη κοινωνική εξέλιξη της αρχέτυπης σχέσης πιστωτή και οφειλέτη. Πλέον χάνεται η καθαρή αντιπαλότητα της σχέσης πιστωτή –οφειλέτη και ο οφειλέτης αφομοιώνει εσωτερικά [ενοχικά] τον νόμο του πιστωτή ως δικό του, που οφείλει να υποταχθεί σε αυτόν, παρά το γεγονός ότι υπονομεύει τη δημιουργική του δύναμη, αρνούμενος τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο Nietzsche όμως προσβλέπει σε αυτόν που θα υπερβεί τον εαυτό του και την εγωκεντρική σχέση με το «καλό» και το «κακό».Θα καταφέρει δηλαδή να θέσει τον εαυτό του πέρα από την ηθική [≠ ήθος] , υπό την έννοια ενός συνόλου κανόνων και αξιών και έτσι θα μπορέσει να αφυπνίσει την εσωτερική του ζωτική δύναμη. Αυτός στο μυαλό του Nietzsche δεν είναι άλλος από τον Υπεράνθρωπο [Übermensch].

Ο Υπεράνθρωπος όπως μας παρουσιάζεται από τον αγαπημένο του αντι-προφήτηΖαρατούστρα, φαντάζει να είναι ένας χορευτής που ούτε ακουμπάει όλο του το βάρος πάνω στη γη, αλλά ούτε και πετάει τελείως μακριά από τον κόσμο. Είναι τόσο εγκόσμιος, όσο χρειάζεται για να μπορεί να κρατάει τον εαυτό του διακριτό από το μηδέν του κόσμου. Τόσο κοντά ώστε να μην τον βλέπουμε ως ένα καντιανό υπερβατολογικό εγώ, αλλά και τόσο μακριά, ώστε ο κόσμος του να μην είναι τίποτα άλλο από βούληση για ζωή, βούληση για δύναμη.

«Αρκετά ισχυρός για να αντέξει το βάρος του κόσμου, αρκετά ανάλαφρος για να πετάει πάνω από αυτόν. Ο μετεωρισμός αυτός, το βύθισμα και η έξοδος συγχρόνως από τον κόσμο είναι ο τρόπος υπάρξεως του υπεράνθρωπου.»252.

Ο Nietzsche ουσιαστικά με το συνειδησιακό σχήμα του υπεράνθρωπου, που είναι ένα ψυχολογικό υποκείμενο και αυτό, θέλει να ολοκληρώσει την απόδρασή του από τα όρια της επικράτειας του ορθού λόγου, αποδομώντας πλήρως το ορθολογικό υποκείμενο. Για τον Kant λόγου χάρη, από τον οποίο μπορούμε να αντλήσουμε μια πολύ διαφορετική οπτική για την αποκωδικοποίηση της πραγματικότητας, είχε νόηματο υποκείμενο του να είναι ορθολογικό, αφού ο ορθός λόγος και η αυτονομία αυτού αποτέλεσε θεμέλιο λίθο για την έννοια της γνώσης αλλά και για όλη τη διαδρομή της φιλοσοφικής του σκέψης. Η σκέψη τούτη βέβαια αποτελεί απόρροια της προγενέστερής του διάκρισης μεταξύ σώματος και πνεύματος και της ανηλεούς διαμάχης για το ποιο από τα δύο πρέπει να επικρατήσει έναντι του άλλου.

Για τον Nietzsche όμως ο άνθρωπος είναι μια ενότητα, στην οποία δεν χωρεί διάκριση σώματος και πνεύματος, ο άνθρωπος δεν μπορεί να μην πιστεύει στο ίδιο του το σώμα253. Όπως επίσης και ο κόσμος αποτελεί μια ενότητα, ένα αρχέγονο Ένα, όπως μας παρουσιάζει σε όλη τη νιτσεϊκή σκέψη.

Όπως είδαμε από τα πρώτα δοκίμιά του και τη Γέννηση της Τραγωδίας, μέχρι τη Γενεαλογία της ηθικής και τις σημειώσεις του για τη Βούληση για δύναμη δεν μπορεί παρά να απαιτήσει τη σύλληψη ενός συνειδησιακού σχήματος που θα καταφέρει να αναπτύξει την ικανότητά του να βιώσει την ένωσητου πραγματικού με το ονειρικό, του Είναι με το γίγνεσθαι, χωρίςαυτόνα του φαίνεταιως κάτι αδιανόητο και ανορθολογικό.

Ο καλός της πρώτης φάσης της ΓτΗ χρησιμοποιείται από τον Nietzsche ως ένα διαφωτιστικό πρώτο στάδιο,που έχει ήδη υπάρξει σαν πρότυπο στην ανθρώπινη [86] ιστορία, μέσα σε ένα διαφορετικό προοπτικό πλέγμα, έτσι ώστε να μπορέσει να αποτελέσειοδηγό για την κατανόηση ενός διαφορετικού ηθικού καιαλλά και γνωσιακού τύπου ανθρώπου,έναντι του σύγχρονου μνησίκακου· όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Ο Nietzsche και ο τρόπος που αντιλαμβάνεται το ιστορικό γίγνεσθαι δεν του επιτρέπει μια απλή επιστροφή στο παρελθόν υπό τη μορφή της αναβίωσής του στο παρόν, φάνηκε άλλωστε και από την κριτική που ασκεί στην προσκόλληση των σύγχρονών του Γερμανών στις λαμπρές κατ’ αυτούς στιγμές της ιστορίας τους.

Επομένως, αυτό που είναι φανερό πλέον ότι απαιτεί, είναιη υπέρβαση του τύπου του ανθρώπου όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, όπως δηλαδή εξελίχθηκε μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, για μια ανώτερη στιγμή στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, για τον Υπεράνθρωπο. Ακόμα και αν σε καμία περίπτωση δε φαίνεται σίγουρος, ότι θα συμβεί αυτό κάποια στιγμή μέσα στην ιστορική εξέλιξη.

218Φουκώ, ό.π., σελ. 94
219Φουκώ, ό.π., σελ.94
220Θέληση, ό.π., παρ. 524, σσ. 323-324
221Θέληση, ό.π., παρ. 584, σελ. 358
222Θέληση, ό.π., παρ. 584, σελ. 358
223Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 337 και επ.
224Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 338
225Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 336
226Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 337
227Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 338
228Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 338
229Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
230Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
231Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
232Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
233Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
234Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 340
235Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 340
236Ζαρατούστρα, ό.π., παρ. 3, σελ.276 [Για τον ανώτερο άνθρωπο]
237Ο μεν «κύριος» την εξωτερικεύει αυτή του τη Βούληση, ο δε «δούλος» την εσωτερικεύει με αποτέλεσμα να γίνεται μνησίκακος.
238Bonusστα λατινικά, στα γερμανικά κατά NietzscheGut< Gott=> Ευγενής θεϊκής καταγωγής
239Φαίνεται πάντα να έχει στο μυαλό του ο Nietzscheγια την περιγραφή αυτού του αρχέγονου καλού, το πρότυπο του ομηρικού Αχιλλέα.
240ΓτΗ, ό.π., Δοκίμιο Ι, παρ. 2, σελ. 45
241Στα λατινικά malus, κατά Nietzscheαπό το ελληνικό μέλας που σημαίνει σκοτεινός και σκουρόχρωμος, στα γερμανικά schlecht< schlicht=> απλός
242Αυτό χρεώνει στα ιερατεία των Ιουδαίων και το θεσμικό Χριστιανισμό ο Nietzsche·το ότι δηλαδή καλλιεργούν την αδυναμία στον άνθρωπο, θέτοντάς τον σε μια δεδομένη θέση αμαρτωλού και μέσω της καλλιέργειας της ενοχής ασκούν πλέον εύκολα εξουσία απέναντι σε αυτόν τον αδύναμο άνθρωπο. Ο αμαρτωλός τώρα, έχει αιώνια υποχρέωση απέναντι σε αυτόν (τον ιερέα) που τον απαλλάσσει από την αμαρτία του μέσω της συγχώρεσης.
243PhS,ό.π.,παρ. 178
244Ακόμα και η σχέση αντίθεσης στον Hegelπροϋποθέτει ενότητα.
245PhS,ο.π., παρ. 189
246Η φύση της δουλικής συνείδησης είναι να συνδέεται με κάτι ανεξάρτητο, με μία πραγμότητα, δηλαδή με το πράγμα το ίδιο.
247Καθαρά αρνητική η δύναμή του αφέντη.
248PhS,ο.π., παρ. 191
249PhS,ο.π., παρ. 192
250PhS,ο.π., παρ. 194
251PhS,ο.π., παρ. 195
252Κουτρούλης, ό.π., σελ. 33
253ΠΚΚ, ό.π., σελ. 28

Πηγή: H έννοια της αλήθειας στην Νιτσεϊκή σκέψη Προοπτικισμός –Αλήθεια –Συνείδηση –Τραγική Γνώση

Τσακίστε τους όπου τους βρίσκετε: Κείμενο και αφίσα ενάντια στον κατασταλτικό μηχανισμό

Λάβαμε στις 14/06/2020

Τσάκισε τους μπάτσους όπου τους συναντάς. Δεν έχει σημασία να ξέρεις τον λόγο, τον ξέρουν αυτοί.

Δυστυχώς, όμως, οι αποκτηνωμένοι υποτακτικοί της καπιταλιστικής αυτοκρατορίας δε γαλουχούνται να κατανοούν και να διαπιστώνουν ό,τι δε σχετίζεται άμεσα με την ταυτοποίηση υπόπτων και την εξόντωση παραβατικών -για το κυρίαρχο δικαϊκό σύστημα- ανθρώπων. Το κατεργασμένο και εύπλαστο εγκεφαλικά φύραμα που καταχρηστικά τούς κατατάσσει στους νοήμονες οργανισμούς, είναι η απαραίτητη πρώτη ύλη όταν ο κόσμος του κεφαλαίου μηχανεύεται μεθόδους υπεράσπισης της παραδεδεγμένης κοινωνικής του οργάνωσης. Δεν εξυπηρετεί στον αναστοχασμό και την καλλιέργεια της αυτοσυνείδησης, αλλά στην άμεση και τελεσφόρα κατάπνιξη όσων στοχάζονται και καλλιεργούν τη δική τους σε ένα αντίξοο περιβάλλον αφανισμού εν μέσω κρίσης. Δεν είναι εφικτό γι’ αυτούς να προσεγγίσουν στοχαστικά τον αντίκτυπο των επιλογών τους σε κοινωνική κλίμακα, άρα εξίσου ανέφικτη είναι και η ανάλυση οποιουδήποτε παράγοντα θίγει και διαταράσσει τη σαθρή διανοητική δομή της σκέψης τους, ικανή να τους εξασφαλίζει μόλις μία υποτυπώδη βιολογική συνέχεια. Αντιθέτως, αναρίθμητοι ανά την πλούσια σε αίσχη ιστορία των κρατικών οντοτήτων, δέκτες των συνεπειών του κοινωνικού τους ρόλου (χαρακτηριζόμενου ως επάγγελμα κεφαλαιώδους σημασίας μόνον απ’ όσους αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε ό,τι επιτείνει την παρακμή του ανθρώπου), μπορούν να επιβεβαιώσουν ήδη ότι καθεμιά και καθένας μας, πάντα επηρεασμένος από τις διαφορετικές αφετηρίες, επιθυμίες και στοχεύσεις του, γνωρίζει έστω επιφανειακά: Ο μπάτσος δεν έχει πρόσωπο, και όποιος αγωνίζεται να αποκτήσει πρόσωπο δε γίνεται μπάτσος. Οι μπάτσοι, μια αξιολύπητη ασπίδα επιστρατευμένη ανέκαθεν για την προστασία όσων προσώπων ευδαιμονούν κάνοντας τα δικά μας να συνοφρυώνονται, έχουν -εφόσον εκτελούν μια ενιαία λειτουργία- την ίδια μούρη, και μοναδικός μας ευσεβής και διαχρονικός στόχος: να την κάνουμε να ματώνει.

Δεν πρόκειται, όπως ήδη αναγράφηκε, για δικό μας προνομιακό συμπέρασμα. Όλα τα πληθυσμιακά σύνολα -πάντα λαμβάνοντας υπόψιν τις κοινωνικές τους καταβολές και ατομικές ιδιαιτερότητες- γνωρίζουν ασυναίσθητα πως ο μπάτσος είναι κάτι λιγότερο από άνθρωπος, και εμείς θα προσθέταμε -επηρεασμένοι σαφώς απ’ τα δικά μας κίνητρα- ίσως λίγο λιγότερο από έμβια ύλη. Είναι πρωτίστως μηχανισμός, και οι μηχανισμοί κρίνονται πάντα σε σχέση με τη χρησιμότητα και την αποδοτικότητά τους.

Εδώ, οι άνθρωποι και τα διαφορετικά συλλογικά σώματα ξεκινούν να βαδίζουν σε πολύ διαφορετικά μονοπάτια αποτίμησης. Οι μπάτσοι, εν είδει ενός δαπανηρού και πολυέξοδου μηχανισμού, συγκεντρώνουν πάνω τους το άχθος ποικίλων αξιολογήσεων, προσδοκιών και χρήσεων. Ανταγωνιστικών πολλές φορές, μα πάντα υπό την κοινή θέαση πως η αστυνομία μαζί με όσους την επανδρώνουν συνιστά, στην καλύτερη περίπτωση, έναν θεσμό ζωτικό για την ομαλή συνέχεια της κυρίαρχης κοινωνικής οργάνωσης. Θεσμός · όχι πλάσμα ή ανθρώπινο ον. Ακόμα και ο μέσος φιλήσυχος νοικοκοιραίος γνωρίζει ότι την αστυνομία θα καλέσει εφόσον απειληθούν τα θεσμικά του δικαιώματα, όπως γνωρίζει πως την αστυνομία πρέπει ν’ αποφύγει όταν παρκάρει παράνομα ή όταν λογομαχεί με κάποιον παραβιάζοντας τους κανόνες κοινής ευπρέπειας. Ας αναλογιστούμε πως μέχρι κι οι οργανωμένοι φασίστες προσαρμόζουν την άποψή τους για την αστυνομία και τους μπάτσους αναλόγως τη συγκυρία: Είναι απαραίτητοι και πολύτιμοι όταν αξιοποιούνται για την αναχαίτιση κατατρεγμένων στα σύνορα ή την εξολόθρευση πολιτικών τους αντιπάλων, αλλά τους επιτίθενται χυδαία όταν το ίδιο σώμα επιστρατεύεται για την καταστολή τους σε στιγμές όπου υπερβαίνουν τα όρια ενός επιτρεπόμενου -στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας- ακτιβισμού. Όλοι συμφωνούν πως οι μπάτσοι -και όχι ο Τάσος, Ο Γρηγόρης και ο Βασίλης- κάνουν ή δεν κάνουν καλά την δουλειά τους, είναι χρήσιμοι ή επιβλαβείς, επικίνδυνοι ή ηρωικοί. Κρίνονται πάντα ως σώμα, ως μηχανισμός, ως ρόλος, βάσει του πώς αξιολογείται κοινωνικά η δουλειά τους και από ποιους. Η δουλειά τους είναι να πολεμούν στην πρώτη γραμμή του μετώπου της καπιταλιστικής κοινωνίας, και όταν πολεμάς στην πρώτη γραμμή είναι φυσικό επακόλουθο να δέχεσαι και τα πρώτα βόλια του αντιπάλου.

Οι μπάτσοι δεν είναι άνθρωποι, δεν είναι ζωντανά πλάσματα, δεν είναι υποκείμενα με ιδιαιτερότητες, προτιμήσεις και ευαισθησίες. Είναι μηχανισμός. Ένας κοινωνικός αυτοματισμός οχύρωσης μιας κοινωνίας θεμελιωμένης στην υπαγωγή του ζωντανού στη μηχανή, ενός κόσμου βασισμένου στην αυτοματοποίηση και απομύζηση κάθε πτυχής του ανθρώπινου βίου και του φυσικού κόσμου.

Δεν είναι απλά ένας ακόμα ρόλος, απότοκος του εργασιακού καταμερισμού και της οργάνωσης της παραγωγής, αλλά ο προαπαιτούμενος για τη διαφύλαξη αμφότερων από τα βέλη της αμφισβήτησης και τις επαναστατικές απόπειρες. Σε μια κοινωνία συστηματικής καθυπόταξης κάθε ατόμου στον μισερό του ρόλο -συνέπεια της εξειδικευμένης εργασίας, της θεαματικής προώθησης απομιμήσεων ζωής, της αδιάκοπης κατασκευής πλασματικών αναγκών, του γενικευμένου διαχωρισμού του ανθρώπου από τις συνθήκες αναπαραγωγής της κοινωνικής του ύπαρξης, και της προώθησης ιδεοληψιών απαραίτητων για τη διαιώνιση των κυρίαρχων σχέσεων-, οι μπάτσοι είναι οι θεματοφύλακες της καθολικής απαξίωσης του ανθρώπινου προσώπου. Ο ρόλος τους, στον οποίο έχουν αφιερώσει τη ζωή τους και βασίσει την υλική αναπαραγωγή τους ως μισθωτά ανδράποδα, είναι η εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των υπολοίπων, καταστέλλοντας, τιμωρώντας και εξολοθρεύοντας όποιον θελήσει να αρνηθεί τον δικό του. Ο ρόλος τους αναπαριστά τον ρόλο της βαρύτητας στο καπιταλιστικό σύμπαν, θέτοντας όλους τους υπολοίπους σε τροχιά. Είναι το ειδοποιό χαρακτηριστικό των κρατικών ζωνών διαχείρισης της παραγωγής, αφού εκπροσωπούν τη βία που το κράτος εποφθαλμιά να μονοπωλήσει αναζητώντας την ολοκλήρωσή του, όντας τίποτα παραπάνω από οργανωμένη και συγκεντρωτική βία. Ο ρόλος τους καθορίζει τον τρόπο έκφρασης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του κάθε μεμονωμένου μπάτσου, και όχι το αντίστροφο. Ο μπάτσος είναι πάντα πρωτίστως μπάτσος, και αυτό τού υπενθυμίζει το υπηρεσιακό όπλο που φέρει μαζί του ακόμα και με την λήξη της βάρδιάς του.

Η αστυνομία είναι επιπλέον το πρότυπο, ο ιδανικός σύμβουλος και ο οδοδείκτης για όλα τα υπόλοιπα επαγγέλματα και τους κοινωνικούς ρόλους. Η στρατιωτική πειθαρχία κατά τη διάρκεια του καθήκοντος και η απόλυτη υποχώρηση του προσώπου μπροστά στις επιταγές του επαγγέλματος αποκαλύπτει εμφατικά τον δέοντα δρόμο για σύνολη την κοινωνική αναπαραγωγή. Δεν είναι διόλου παράξενο το γεγονός ότι τεχνικές πειθάρχησης εφαρμοσμένες στον στρατό και την αστυνομία από τα πρώιμα χρόνια των καπιταλιστικών εθνών-κρατών, τεχνικές όπως η εξάλειψη της ιδιωτικότητας του υποκειμένου, η ιδεολογική κατήχηση στο εκμαγείο των κυρίαρχων ιδεών, η αυστηρή ενστάλαξη του σεβασμού της ιεραρχίας, και η ταύτιση του ατομικού συμφέροντος με αυτό του συλλογικού σώματος, πλέον υιοθετούνται πιστά από τους επιχειρηματικούς ομίλους και τις δεξαμενές σκέψης τους σε μια προσπάθεια εντατικοποίησης της παραγωγής και κατάπνιξης των ατομικών και συλλογικών αντιστάσεων. Στον δρόμο που χάραξε το παράδειγμα της αστυνομίας, ένα επίκαιρο στοίχημα για την οργάνωση της παραγωγής αποτελεί το εγχείρημα απόλυτης ταύτισης του κάθε προσώπου με τις κοινωνικές του λειτουργίες. Από το επάγγελμα μέχρι τις καταναλωτικές του προτιμήσεις εντός μιας καθημερινότητας πλήρως υποταγμένης στην οικονομική αξιολόγηση του κόσμου, στόχος είναι ο άνθρωπος να καθίσταται φορέας του συμβόλου της λειτουργίας του κάθε ώρα και στιγμή.

Αν ως αναρχικές κι αναρχικοί αρνούμαστε πεισματικά την περιχαράκωση της ζωής μας στα στενά πλαίσια των χρήσιμων για την κυρίαρχη πραγματικότητα κοινωνικών ρόλων, αν αναζητούμε διακαώς τους αποτελεσματικότερους τρόπους να τους σαμποτάρουμε, επιφέροντας από τη μία πλήγματα στην κυριαρχία, και διανοίγοντας από την άλλη απελευθερωτικές προοπτικές μέσω των τερπνών στιγμών σύγκρουσης με ό,τι μας καθυποτάσσει, τότε πόσο μίσος πρέπει δικαιολογημένα να υποθάλπτουμε για όσους επέλεξαν να φορέσουν τη στολή της ντροπής και να παραταχθούν απέναντί μας αναλαμβάνοντας τις πιο βρώμικες υπηρεσίες στο όνομα προστασίας της καθεστηκύιας τάξης;

Ρητορικό το ερώτημα αφού σε όποια γωνία υποχώρησης των δημοκρατικών ιδεολογικών προφάσεων κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα, η αποφορά από τα ένστολα περιττώματα είναι ανυπόφορη. Ξεχειλίζει όταν τους βλέπουμε στους δρόμους να περιπολούν υπάκουα, σε επαγρύπνηση για ό,τι απειλεί με την παρουσία του να ξεσκεπάσει τις αντιφάσεις αυτής την κοινωνίας εκθέτοντας την παρακμή της. Όταν τους βλέπουμε στα σύνορα να σακατεύουν κολασμένους. Όταν τους βλέπουμε στις πορείες ξαμολημένους να χτυπούν και να εξευτελίζουν με τις πλάτες του νόμου. Όταν τους βλέπουμε με τα παραχωρημένα όπλα τους να δολοφονούν νόμιμα, αδιαφορώντας για την προέλευση και την ταυτότητα του θύματός τους, αφού αυτοί δεν αναγνωρίζουν στους παραβατικούς το προνόμιο να είσαι άνθρωπος. Όταν τους βλέπουμε να μολύνουν όλο και περισσότερο τους δρόμους της πόλης με την ποταπή παρουσία τους, παρενοχλώντας κατατρεγμένους και εκτονώνοντας τους κτηνώδεις συμπλεγματισμούς τους σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους, προασπίζοντας τα συμφέροντα και την περιουσία κάθε αφεντικού ή πολιτικού, όσο οι αποφάσεις τους μαζί με το βάθεμα των ταξικών χασμάτων και την περαιτέρω υποβάθμιση της ζωής συνυπογράφουν τη συνέχεια του αστυνομικού κράτους ως απάντηση στις παραπάνω συνέπειες. Όταν τους βλέπουμε στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης να αναχαιτίζουν τους αγώνες των εγκλείστων, φροντίζοντας εν συνεχεία την εκτέλεση οποιασδήποτε εκδικητικής διοικητικής απόφασης. Όταν τους βλέπουμε να φρουρούν με σθένος κάθε εμπορικό, καταναλωτικό και χρηματιστηριακό ναό, αποτρέποντας οποιαδήποτε υποτίμηση των θεμελιωδών για την κοινωνία του εμπορεύματος (που καθιστά τον παρασιτισμό τους απαραίτητο) κατηγοριών μέσω απαλλοτριώσεων, βανδαλισμών, λεηλασιών και άλλων επιθέσεων. Και τους βλέπουμε παντού, γιατί αυτή είναι η δουλειά τους: να φαίνονται στη θέση όσων αποτελούν τα πραγματικά διαχειριστικά και οργανωτικά εξαρτήματα του νόμου και της αγοράς. Όπου αυτά προσκρούουν σε σκοπέλους αντίστασης, οι μπάτσοι είναι εκεί να εκτελέσουν το λειτούργημά τους. Και όταν αυτό επιτελείται, κανένας και καμιά απέναντί τους δεν αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστό πρόσωπο, μα ως αφαίρεση δεσποτικά εξομοιωμένη από τις τεχνικές ποινικοποίησης και καταστολής.

Το παράδοξο εντοπίζεται στο ότι, ενώ οι μπάτσοι υπάρχουν ώστε να τους βλέπουμε -καθώς στην επιβλητική παρουσία τους παίζεται η αποτελεσματικότητα της δραστηριότητάς τους-, τείνουμε καμιά φορά παράλληλα να τους παραβλέπουμε, έμφορτοι από ανθρωπιστικά ιδεώδη και λοιπούς ρομαντικούς εξωραϊσμούς. Τους αντιμετωπίζουμε σαν ανθρώπους, σαν νοήμοντα όντα, σαν πρόσωπα, ξεχνώντας πως οι μηχανές δεν έχουν πρόσωπο, και πως, όταν χρησιμοποιούνται για την καταστολή, την καθυπόταξη και τον έλεγχό μας (ζημιώνοντάς μας), οφείλουμε να τους διαλύουμε.

Ο εξανθρωπισμός της αστυνομικής μηχανής πραγματοποιείται απ’ όσους πιστεύουν ακόμα πως μπορούν να μεταχειριστούν τη σκόπιμα καλοκουρδισμένη αυτή μηχανή παραγωγής δυστυχίας, απόγνωσης, φτώχιας, ασχήμιας, βίας και ταπείνωσης προς το συμφέρον και τους σκοπούς τους, ή προς το συμφέρον και τους σκοπούς όσων ποδηγετούν τη συνείδησή τους. Αυτοί, ενώ μετέρχονται την αστυνομική μηχανή και, κατ’ επέκταση, τους μπάτσους ως απλά όργανα του νόμου και εξυπηρετικούς για τις επιδιώξεις τους εκτελεστές θεσμικών αποφάσεων, επιχειρούν να καταστήσουν οικεία και προσιτή στην υπόλοιπη κοινωνία μία μηχανή υποτίμησης του ανθρώπου, εξανθρωπίζοντάς την. Εμείς, κομμάτι μιας πολιτικής παράδοσης εναντίωσης σε κάθε υπαγωγή του ανθρώπου στους κοινωνικούς αυτοματισμούς, καθώς και όσες και όσοι δεν προσδοκούν ν’ αποκτήσουν θέση περιωπής εντός μιας τάξης ολοκληρωτικής καθυπόταξης του υποκειμένου στον ρόλο και την λειτουργία του, αντιλαμβανόμαστε τους μπάτσους ως έναν στυγνό μηχανισμό εξουσίας, έχοντας απομακρυνθεί από κάθε ανθρωπιστική πρόφαση που θολώνει το πεδίο κατανόησης της καθημερινής μας εμπειρίας. Εξάλλου, κάθε παραμορφωτικό φτιασίδωμα απόκρυψης ενός ωμού μηχανισμού καταστολής προσιδιάζει στην ψυχοσύνθεση όσων αυτο-θυματοποιούνται και δικαιολογούν την απραξία τους μπροστά στην ισχύ και τα όργανα του νόμου.

Όσο λοιπόν προσπαθούν να μας πείσουν ότι κάθε ξεχωριστός μπάτσος είναι κάτι περισσότερο από μία στολή, όλα τα επιχειρήματα και οι λογικοί συνειρμοί δίχως στρεψοδικίες διαφωνούν. Αν υποχρεωτικά συρθούμε στη θέση να ποσοτικοποιήσουμε τη σύγκριση, τότε ενδείκνυται να ομολογήσουμε πως ο κάθε μεμονωμένος μπάτσος είναι κάτι λιγότερο από μία στολή. Γιατί η ζωή ενός ανδρείκελου πρόθυμου να εκποιήσει την ατομικότητά του με αντάλλαγμα έναν χωλό μισθό και μία θέση υποτυπώδους εξουσίας, είναι από μόνη της ενδεικτική των προτεραιοτήτων του κάθε ενστόλου, και δεν πρόκειται να διαφωνήσουμε στην προκειμένη μαζί τους.

Η ζωή κάθε μεμονωμένου μπάτσου αξίζει λιγότερο από την επονείδιστη στολή του, άρα είναι αποτελεσματικότερο για όλες και όλους μας να προτιμάμε τη συμπλοκή μαζί τους όταν βρίσκονται εκτός υπηρεσίας. Το καλό είναι πως, μαζί με τα καθημερινά τους ρούχα, δεν ανακτούν και την ξεπουλημένη τους ανθρωπινότητα. Όπως εμείς δεν είμαστε αναρχικές κι αναρχικοί μόνο όταν φοράμε κουκούλα, όταν επιτιθόμαστε στην έννομη τάξη ή κατεβαίνουμε σε συνελεύσεις, έτσι κι αυτοί δε σταματούν να είναι μπάτσοι όταν περιδιαβαίνουν δίχως τη στολή, όταν μοιράζονται χρόνο με όσους έχουν το θράσος να είναι φίλοι τους ή αράζουν στα εξαγορασμένα από τον μισθό της ξεφτίλας σπίτια τους. Δεν είναι λιγότερο μπάτσοι, απλά είναι μπάτσοι ανυπεράσπιστοι, ανυποψίαστοι κι ευάλωτοι μπρος στις ξαφνικές εμπνεύσεις μας. Ας μην τους παραδώσουμε αμαχητί το προνόμιο να μας αποσπούν από την “οικιακή γαλήνη” όποτε αυτοί θελήσουν, επειδή δεν αναγνωρίζουν στην εξόντωσή μας κάτι πέραν της δικαιολόγησης του μισθού τους. Ας τους το ανταποδώσουμε επιστρέφοντάς τους ό,τι προέκυψε από την συνειδητοποίηση των αιτιών του άλγους μας. Κάθε αποσυναρμολογημένο εξάρτημα της αστυνομικής μηχανής αποτελεί κερδισμένο έδαφος από την ασφυκτική καπιταλιστική κανονικότητα. Συνεπάγεται περισσότερες ελεύθερες πνοές στο πνιγηρό περιβάλλον της αυτοματοποιημένης μητρόπολης.

Γι’ αυτό τσακίστε τους όπου τους βρείτε. Σακατέψτε τους τις πιο ευάλωτες κι απρόσμενες στιγμές, και μαζί τους κάθε όνειρο να γαλουχήσουν μόμολα τα οποία καρτερούν να μπουν σε μπατσοσχολές ενισχύοντας τις άμυνες του κυρίαρχου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης. Ένας τραυματισμένος ή αποσυρμένος μπάτσος, εκτός της συμβολικής του αξίας, είναι επίσης ένας ένστολος εκτελεστής των κατασταλτικών πολιτικών λιγότερος, ένα πετυχημένο σαμποτάζ όπως όλα τα άλλα στην καπιταλιστική μηχανή. Πολλές φορές μάλιστα, το ίδιο το σύστημα πρόσληψης και τροφοδότησής τους αποδεικνύει πόσο κοστίζει η ζωή και η ακεραιότητά τους, όταν τους εκθέτει προκειμένου ν’ αποτρέψει πιθανές καταστροφές άλλων κοινωνικών δομών, όπως εμπορικά κέντρα, πολιτικά μέγαρα, γραφεία εταιρειών, λεωφόροι. Κάποιος μάλιστα θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τους σεβόμαστε περισσότερο από το σύστημα χρηματοδότησης που υπηρετούν, όταν ως ανθρώπινους στόχους τούς ιεραρχούμε πιο ψηλά από τα κέντρα κυριαρχίας που καλούνται να προστατέψουν ως μέρος του επαγγέλματός τους. Αφού συμφωνούμε όμως πως όντως ένας μπάτσος αξίζει λιγότερο από ένα άδειο ταμείο ή έναν πυρπολημένο στόχο, και αφού γνωρίζουμε πως όπου κι αν κινηθούμε θα τους βρούμε απέναντί μας, ας ξεκινήσουμε το σμπαράλιασμά τους για να χαράξουμε ρότα προς πιο ουσιώδεις κι ευγενείς σκοπούς.

Τσακίστε τους στα σπίτια, στις γειτονιές και στις εξόδους τους. Σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους. Με παρέα ή μόνους τους. Με στολή ή χωρίς. Όλοι μας έχουμε έναν γνωστό μπάτσο, έναν συγγενή ή έναν γνωστό γνωστού. Τα μιάσματα κυκλοφορούν ανάμεσά μας ως επί το πλείστον αφύλακτα κι ανυποψίαστα. Αν διστάζουμε οι ίδιοι να αναλάβουμε δράση και πρωτοβουλίες, ας μιλήσουμε σε όσες δε συγκρατούνται από ενδοιασμούς κι αδημονούν ν’ αξιοποιήσουν δημιουργικά τις πληροφορίες. Στο εξωτερικό έχουν ήδη ξεκινήσει οι μαζικές εκθέσεις προσωπικών δεδομένων μπάτσων σε αντιεξουσιαστικά μέσα αντιπληροφόρησης, και κάτι τέτοιο σίγουρα συνιστά παράδειγμα προς μίμηση. Μην ξεχνάμε πως πρόκειται για αδύναμα, θρασύδειλα, απρόσωπα σκουπίδια που, δίχως τη στολή και την προστασία των υπερεξοπλισμένων από το κράτος συναδέλφων τους, θα τρέκλιζαν από φόβο αντιμέτωπα με τις ερεθισμένες από την άθλια δράση τους ορέξεις μας. Η αύξηση των περιστατικών επιθέσεων σε αστυνομικούς είναι προσέτι ο ενδεδειγμένος τρόπος να υπερφορτώσουμε τον μηχανισμό πρόληψης και αντιμετώπισης εγκλήματος, πολλαπλασιάζοντας τις πιθανότητες οι δράστες να μην προλαβαίνουν να ταυτοποιηθούν και να συλληφθούν από τους εύθικτους γραφειάτους ερευνητές.

Ξύλο, μηχανισμοί, στοχοποίηση, όπλα, αναλόγως τα ευκταία επίπεδα βίας των ενδιαφερομένων, όλα είναι χρήσιμα και επιθυμητά για την καταστροφή όσων καταστέλλουν επί μισθώση. Καθώς η τεχνολογία, οι πολιτικές ηγεμονίες και οι κυρίαρχες δεξαμενές σκέψης αφιερώνουν σταδιακά όλο και περισσότερο χρόνο στην αναβάθμιση του οπλοστασίου της κρατικής μηχανής υλικά και ιδεολογικά, είναι θανάσιμη παγίδα η υιοθέτηση στάσης οίκτου απέναντι στους φρουρούς της όψιμης καπιταλιστικής δυστοπίας. Ειδικά μάλιστα όταν καταντάει να συνεισφέρει στην αποσιώπηση της διόλου τυχαίας αύξησης των κρουσμάτων αστυνομικής βίας και κατάχρησης εξουσίας, συγκαλύπτοντας υποκριτικά τα αίτιά της.

Κλείνοντας, οφείλουμε ν’ αποδεχτούμε μία δυσοίωνη πρόβλεψη. Όσο δεν επιτιθόμαστε στα οπλισμένα χέρια που υπερασπίζονται τα τείχη της φιλελεύθερης δημοκρατικής αυτοκρατορίας, αυτή θα τα ενισχύει, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα ανατροπής της με υλικούς όρους σε ένα υποθετικό μέλλον. Το θέμα δυστυχώς καθίσταται ολοένα και πιο απλό: Ή θα τσακίσουμε την αστυνομική μηχανή μαζί με τα εξαρτήματά της ή θα χάσουμε σύντομα κάθε ευκαιρία να αρθρώνουμε λόγο πάνω στη λειτουργία και τις μεθόδους της, αποκλεισμένες και αποκλεισμένοι βίαια εντελώς από τις δυνατότητες διαχείρισης των ζωών μας.

Επίθεση, εκδίκηση και μνήμη πάντα ακονισμένη.

Να χαράξουμε την προοπτική της ριζικής ανατροπής του καπιταλιστικού κόσμου, περνώντας πάνω απ’ την πρώτη γραμμή της πολεμικής του μηχανής.

Δεν ξεχνάμε τον George Floyd, και τον κάθε George Floyd που έπεσε κάτω απ’ την μπότα των σύγχρονων πραιτωριανών.

Δεν ξεχνάμε τα έγκλειστα αναρχικά συντρόφια μας, και κάθε άνθρωπο που βιώνει τη βίαιη συνθήκη της αιχμαλωσίας.

Δεν ξεχνάμε τα 2 συντρόφια μας στη Θεσσαλονίκη που συνελήφθησαν στις 27/5 λόγω υποθέσεων των μπάτσων περί στοχοποίησης του Δ. Σταμάτη, πρώην υπουργού της Ν.Δ. και νυν προέδρου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Δεν ξεχνάμε τα συντρόφια μας στην Ιταλία που διώχθηκαν και αφέθηκαν με περιοριστικούς όρους στα πλαίσια της επιχείρησης “Ritrovo”, όπως επίσης και τα συντρόφια που συνελήφθησαν στα πλαίσια της επιχείρησης “Bialystock” στις 12/6, 5 εκ των οποίων φυλακίστηκαν και 2 τέθηκαν υπό κατ’ οίκον κράτηση.

Consumimur Igni

Απρόσωπη πρωτοβουλία ενάντια στη μηχανή παραγωγής βίας και θανάτου

Saul Newman, Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Αντιεξουσιασμός και διάλυση της εξουσίας

“Από τον Μπακούνιν στο Λακάν: Αντιεξουσιασμός και διάλυση της εξουσίας”, Saul Newman / σημειώσεις πάνω στους Στίρνερ, Φουκώ, Λακάν, Ντελέζ-Γκουανταρί, Ντεριντά

 

Το κείμενο αυτό αποτελεί μια εκτεταμένη περίληψη του βιβλίου  του Saul NewmanFrom Bakunin to LacanAntiauthoritarianism and the dislocation of power (2001).

Αποτελεί  κυρίως μια καταγραφή σημειώσεων και όχι ένα πλήρως συγκροτημένο άρθρο. Αντικατοπτρίζει μια υποκειμενική πρόσληψη. Η αναφορά σε κάθε κεφάλαιο δεν είναι εξαντλητική και πολλές φορές η έκταση που αφιερώνεται σε ένα θέμα δεν είναι αντίστοιχη με εκείνη που αφιερώνει ο συγγραφέας.

Ο Saul Newman υποστηρίζει ένα είδος ατομικιστικού αναρχισμού τον οποίο συνδέει με τον αναρχισμό του Μαξ Στίρνερ και  με τον μεταστρουκτουραλισμό. Η κύρια αναφορά του Newman στον μεταστρουκτουραλισμό αφορά την λακανική ψυχανάλυση αλλά ταυτόχρονα διαπραγματεύεται έννοιες του Ντελέζ, του Ντεριντά, του Φουκώ και άλλων. Ο Μετα-αναρχισμός που θεμελιώνει ο Newman βασίζεται σε μια κριτική του αναρχισμού βασισμένος στις λακανικές έννοιες του Πραγματικού και της έλλειψης. Ο κλασικός αναρχισμός βασίζεται σε μια κριτική της χομπσιανής πολιτικής θεωρίας. Σύμφωνα με τον Χομπς η φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι αυτή της διαρκούς σύγκρουσης, ενός πολέμου δίχως τέλους με στόχο της επιβολή της βούλησης του καθενός. Ο άνθρωπος έχει φύση εγωιστική και κακή, ενδιαφέρεται μόνο για να επιβληθεί στους άλλους και να αυξήσει την δύναμή του. Έτσι σύμφωνα με τον Χομπς η δημιουργία της οργανωμένης κοινωνίας βασίζεται στο πέρασμα από αυτή τη φυσική κατάσταση όπου ο κάθε άνθρωπος αποτελεί λύκο για τον άλλο σε μια κατάσταση ειρηνικής συμβίωσης. Αυτό είναι δυνατό μέσα από ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των ανθρώπων σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι παραχωρούν μέρος της εξουσίας τους στο κράτος με την προϋπόθεση ότι όλοι θα συναινέσουν σε αυτή την παραχώρηση. Διαφορετικά το σπάσιμο του κοινωνικού συμβολαίου σημαίνει επιστροφή στην κατάσταση όλοι εναντίων όλων. Το κράτος είναι απαραίτητο για να διασφαλίζει την αρμονική και ειρηνική διαβίωση και παρεμβαίνει όταν αυτή τίθεται σε κίνδυνο. Σε αυτή την χομπσιανή αντίληψη της ανθρώπινης φύσης και του ρόλου του κράτους αντιτίθεται πλήρως ο αναρχισμός. Ο αναρχισμός απηχεί μια αισιόδοξη αντίληψη για την ανθρώπινη φύση, η οποία θεωρείται εγγενώς καλή. Η ανθρώπινη φύση οδηγεί σε μια κοινωνία συγκροτημένη με βάση τις αρχές της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης κτλ. Το κράτος είναι αυτό που μέσα από την αναπαραγωγή της εξουσίας διαστρέφει αυτή την εγγενώς θετική ανθρώπινη φύση και για αυτό πρέπει να καταλυθεί. Η ανθρωπολογική θέση του αναρχισμού σχετικά με την ανθρώπινη φύση αποτελεί μια ακριβής αντιστροφή της χομπσιανής θέσης.   Σύμφωνα με τον Newman ο κλασικός αναρχισμός αναπαράγει την χριστιανική έννοια του ανθρώπου, του καλού, του λόγου κτλ και βασίζεται σε μια έννοια που πηγάζει από τον διαφωτισμό. Ο διαφωτιστικός ανθρωπισμός αναγνωρίζει σε κάθε άνθρωπο μια κοινή ουσία, προσεγγίζει τον άνθρωπο υπό την οπτική του καθολικού. Ο Newman θεωρεί ότι ο ανθρωπισμός δημιουργεί και αναπαράγει έννοιες κυριαρχίας και αυθεντίας εφόσον αποκλείει την ιδιαιτερότητα και την διαφορετικότητα. Ο ανθρωπισμός του αναρχισμού βασίζεται στην αναγνώριση κάποιας βαθύτερης ουσίας του ανθρώπου δηλαδή σε μια ουσιοκρατία την οποία ο Neuman  θεωρεί επικίνδυνη και αντιτιθέμενη στο πρόταγμα του αναρχισμού.

Στίρνερ

Ο Στίρνερ αποτελεί την μία βασική συνιστώσα της σκέψης του Newman. Ο Στίρνερ εκκινεί με μια κριτική στον Φόυερμπαχ σύμφωνα με τον οποίο ο θεός αποτελεί μια αντανάκλαση, ένα καθρέφτισμα του ανθρώπου. Για τον Στίρνερ ο Φόυερμπαχ η ταύτιση του ανθρώπου με τον θεό απηχεί συγκεκριμένες απόψεις για την ανθρώπινη ουσία, αναπαράγει δηλαδή έναν χριστιανικό ανθρωπισμό. Η θρησκεία είναι μια αλλοτρίωση του ανθρώπου αλλά σύμφωνα με τον Στίρνερ η νέα θρησκεία, ο ανθρωπισμός δεν αποτελεί παρά μια νέα μεταμόρφωση της χριστιανικής θρησκείας. Ο Στίρνερ υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει ουσιακή ανθρώπινη φύση αλλά ο άνθρωπος κατασκευάζει την φύση του. Ο άνθρωπος για τον Στίρνερ είναι μια θρησκευτική ιδέα, μια ιδεολογική κατασκευή που περιορίζει την ατομικότητα, είναι μια έννοια που κατασκευάζει το Εγώ. Η έννοια του ανθρώπου για τον Στίρνερ πρέπει να αντικατασταθεί από την έννοια του μη ανθρώπου. Ο μη άνθρωπος αποτελεί την αντίσταση στην διαφωτιστική έννοια του ανθρώπου και την υποκειμενοποιητική του δύναμη. Ο μη άνθρωπος αντιστοιχεί σε μια ρευστή και βραχύβια ταυτότητα. Η ταυτότητα για τον Στίρνερ όπως και για τον μεταστρουκτουραλισμό αποτελεί μια εγγενώς μη σταθεροποιήσιμη έννοια. Ο αναρχισμός αποτελεί για τον Στίρνερ την πιο ριζοσπαστική μορφή του ανθρωπισμού και η επίθεση του σε αυτόν είναι για αποκαλυφθεί η ουσιοκρατική του θεμελίωση. Ο Στίρνερ περιγράφει μια διαδικασία υποκειμενοποίησης στην οποία η εξουσία δεν καταπιέζει τον άνθρωπο αλλά τον δομεί ως πολιτικό υποκείμενο και άρχει μέσω αυτού. Αυτό ακριβώς είναι η αμφισβήτηση του της ανθρωπιστικής οντολογίας του Διαφωτισμού. Η ανθρώπινη ουσία δεν είναι ένας υπερβατικός τόπος που δημιουργείται από τους φυσικούς νόμους και στην συνέχεια η εξουσία έρχεται να καταπιέσει αλλά αποτελεί έναν λόγο που στοχεύει στην διατήρηση της εξουσίας. Ο Στίρνερ σύμφωνα με τον Newmanστοχεύει στο να δείξει ότι η μανιχαϊστική πολιτική του αναρχισμού η οποία θεωρεί ότι υπάρχει ένας τόπος αντίστασης έξω από την εξουσία αποτυγχάνει να αντιληφθεί μια λειτουργία της εξουσίας: την κυριαρχία μέσω της υποκειμενοποίησης και όχι μέσω της καταπίεσης. Η κοινωνία για τον Στίρνερ  αποτελεί μια ιδεολογική κατασκευή που στόχο έχει όπως και το κράτος να εγκλωβίσει το άτομο μέσα σε μια καταπιεστική συλλογικότητα. Δεν υπάρχει κοινωνική ουσία, η κοινωνία έχει αντικατασταθεί στον Στίρνερ από ένα μοντέλο πολέμου. Η κοινωνία αποτελεί πεδίο αγώνων και τυχαιότητας.

Φουκώ

Ο Newman πέρα από τον Στίρνερ χρησιμοποιεί και την φουκωική κριτική της εξουσίας. Ο Φουκώ συμφωνεί με τον αναρχισμό στο ότι ο μαρξισμός αποτελεί απλά μια επιβεβαίωση του τόπου της εξουσίας. Επίσης ασκεί κριτική στον οικονομικό αναγωγισμό του. Επίσης υποστηρίζει ότι μια επανάσταση μπορεί να αφήσει τον τόπο της εξουσίας ανέπαφο.

Ωστόσο στη συνέχεια επικρίνει τον αναρχισμό στο ότι έχει την ίδια αντίληψη με τον μαρξισμό για την εξουσία και ότι αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.Έτσι ο Φουκώ προχωρά σε μια κριτική της εξουσίας βασισμένη στην εξουσία όχι ως κάτι που κατέχεται ή όχι αλλά ως κάτι που διαπερνά όλα τα κοινωνικά δίκτυα , διαχέεται. Η εξουσία είναι παντού γιατί προέρχεται από παντού. Η εξουσία επιμερίζεται σε στρατηγικές και τακτικές που βρίσκονται διαρκώς υπό διαμόρφωση. Το κράτος δεν είναι αυτό από το οποίο προέρχεται η εξουσία αλλά απορρέει από την εξουσία όπως όλοι οι θεσμοί. Ενώ οι αναρχικοί βλέπουν την εξουσία να πηγάζει από τους θεσμούς ο Φουκώ υποστηρίζει ότι οι θεσμοί  απορρέουν από την εξουσία. Ο Φουκώ συνεχίζει το πολεμικό μοντέλο του Χομπς και Στίρνερ για την κοινωνία και υποστηρίζει ότι είναι το μοναδικό μοντέλο που ξεπερνά τον κίνδυνο της ουσιοκρατίας. Ο Φουκώ αντιστρέφει τη ρύση του Κλαούσεβιτς ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική είναι πόλεμος που συνεχίζεται με άλλα μέσα. Αυτός ο πόλεμος είναι διαρκής και δεν καταλήγει όπως στον αναρχισμό σε μια τελική κατάσταση ειρήνης. Η γενεαλογική μέθοδος του Φουκώ στοχεύει στο να αποκαλύπτει συνέχεια την απόκρυψη του διαρκούς ανταγωνισμού, ενός μη τόπου. Η εξουσία για τον Φουκώ δεν βρίσκεται ούτε στο κράτος, ούτε στην μπουρζουαζία, ούτε στον νόμο. Η εξουσία αποτελεί έναν μη τόπο, εξαιτίας της μεταβλητότητάς της, της επανεγγραφής και επανερμηνείας της. Η κριτική του Φουκώ απορρίπτει την εξουσία ως καταπίεση και αντιτείνει μια άλλη προσέγγισή της, της εξουσία ως παραγωγική. Η εξουσία παράγει το υποκείμενο. Για τον Φουκώ όπως και τον Στίρνερ η ανθρώπινη ουσία δεν αποτελεί απλά αποτέλεσμα της κυριαρχίας αλλά είναι και μέσο για την άσκησή της. Η αντίσταση για τον Φουκώ αποτελεί μαζί με την εξουσία μια σχέση αγωνισμού. Ωστόσο το ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατή η αντίσταση σύμφωνα με τον Φουκώ φαίνεται να μην απαντάται πλήρως και με συνέπεια σύμφωνα με τον NewmanO Φουκώ προτείνει ότι μέσω της άσκησης μπορεί κάποιος να αυξήσει την δύναμη που ασκεί στον αυτό του. Αυτό αποτελεί και τον θεμελιώδη όρο για την ελευθερία.

Ντελέζ και Γκουατταρί

Η αναφορά του Φουκώ σε παραδείγματα αντίστασης (όπως για παράδειγμα στα σώματα και τις απολαύσεις)  πέφτουν σε αυτό που ήθελε να αποφύγει, την ουσιοκρατία και τον θεμελιωτισμό. Ο Ντελέζ και Γκουατταρί αναλαμβάνουν να συνεχίσουν την συζήτηση  από εκεί που την άφησε ο Φουκώ. Ωστόσο με την έμφασή τους στην επιθυμία ως πρότυπο αντίστασης εκλαμβάνουν την επιθυμία ως εξωτερική της εξουσίας. Έτσι  επιβεβαιώνουν την ουσιοκρατία που ήθελαν να καταρρίψουν. Σύμφωνα με τους Ντελέζ και Γκουατταρί το κράτος θεωρείται μια αφηρημένη μορφή, μια αφηρημένη μηχανή η οποία οργανώνει τις οικονομικές ροές σε έναν τρόπο παραγωγής. Έτσι θεωρούν ότι το κράτος είναι αυτό που οργανώνει τον τρόπο παραγωγής και όχι το αντίθετο όπως υποστηρίζουν οι μαρξιστές. Η επιθυμία δεν καταπιέζεται πάντα από το κράτος αλλά πολλές φορές χρησιμοποιείται από αυτό. Οι άνθρωποι μπορούν να επιθυμούν την καταδυνάστευσή τους ή μπορούν να επιθυμούν την ελευθερία τους. Το να επιθυμεί κάποιος την καταδυνάστευση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πέφτει θύμα κάποιας ιδεολογικής παγίδας ή ότι υποφέρει από ψευδή συνείδηση. Η υποδούλωση και η καταπίεση  είναι μέρος της επιθυμίας μας. Έτσι η πολιτική πράξη εναντίον του κράτους σημαίνει να ξεφορτωθούμε την επιθυμία μας για υποδούλωση και καταπίεση, διαφορετικά η αντίσταση θα έχει ως αποτέλεσμα να επανα-επιβεβαιώνει τον τόπο της εξουσίας.

Για τους Ντελέζ και Γκουατταρί η επιθυμία καναλιζάρεται προς το κράτος μέσα από την αυτόβουλη καθυπόταξη στην οιδιπόδεια αναπαράσταση και την ψυχανάλυση. Ο Οιδίποδας έχει μετατραπεί στην καινούργια αφηρημένη μηχανή του κράτους. Η ψυχανάλυση θεωρείται ως η νέα εκκλησία στην οποία πρέπει να θυσιάσουμε τους εαυτούς μας  όχι πια στον θεό αλλά στον Οιδίποδα. Οι ψυχαναλυτές είναι οι τελευταίοι παπάδες και η ψυχανάλυση δηλητηριάζει την μοντέρνα συνείδηση, καθορίζοντας την επιθυμία μέσα από τον λόγο του Οιδίποδα. Η οιδιπόδεια αναπαράσταση δεν καταπιέζει την επιθυμία αλλά την δομεί με τέτοιον τρόπο ώστε αυτή να θεωρείται καταπιεσμένη, ή προϊόν κάποιας αρνητικότητας, ενοχής ή έλλειψης. Για τον Ντελέζ και Γκουατταρί η επιθυμία δεν έχει να κάνει με την έλλειψη όπως στον Λακάν αλλά είναι παραγωγική και θετική. Η έλλειψη είναι το αποτέλεσμα της επιθυμίας και όχι η αιτία της. Η επιθυμία πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της παραγωγής, αυτό που ονομάζουν παραγωγή της επιθυμίας. Η επιθυμία παράγει το κοινωνικό. Η ψυχανάλυση είναι αντιπαραγωγική , επιδιώκει τον έλεγχο της παραγωγής κάτω από το κράτος. Η επιθυμία θεωρείται επαναστατική επειδή απαιτεί συνεχώς νέες συνδέσεις και συναρμογές με άλλες επιθυμίες, με το κοινωνικό. Ο Οιδίποδας κόβει όλες τις πιθανές διασυνδέσεις εγκλωβίζοντας το υποκείμενο. Η υποκειμενικότητα για τον Ντελέζ και Γκουατταρί δεν είναι τόπος αλλά διαδικασία, το να γίνεις. Το να γίνεις είναι μια διαδικασία μεταξύ δύο οντοτήτων , μια διαδικασία συναρμογής και σύνδεσης. Η αντίσταση στο κράτος σημαίνει να αρνηθούμε το ποιοι είμαστε και να γίνουμε άλλοι. Η έννοια του υποκειμένου ως το να γίνεις είναι παρόμοια με την έννοια του εγώ του Στίρνερ. Για τον Στίρνερ το εγώ είναι ένα ριζικό κενό που βρίσκεται σε μια συνεχής διαδικασία αλλαγής. Δεν αποτελεί μια αναγνωρίσιμη ενότητα ή τόπο αλλά είναι μη τόπος, πολλαπλότητα ή διαδικασία. Αυτό ο Ντελέζ το ονομάζει σώμα χωρίς όργανα. Αυτή η ανάλυση της υποκειμενικότητας αντιτίθεται στην ιδέα της αντίστασης ως τόπου. Δεν μπορεί να υπάρξει τόπος αντίστασης όπως πίστευαν οι αναρχικοί επειδή είναι θεμελιωδώς ασταθής και επειδή μπορεί να δημιουργήσει σχέσεις κυριαρχίας εκτός από αντίστασης. Έτσι δεν υπάρχει η μανιχαϊκή, αναρχική διάκριση μεταξύ αντίστασης και κράτους. Το ρίζωμα αποτελεί ένα είδος μοντέλου που αναφέρεται στην πολλαπλότητα των συνδέσεων, αποκεντρωμένο και πλουραλιστικό. Χαρακτηρίζεται από μια ριζική ανοιχτότητα, σε ένα έξω. Έχει 4 χαρακτηριστικά: σύνδεση, πολλαπλότητα, ετερογένεια και τομή.

Το ρίζωμα είναι ένα μοντέλο που απορρίπτει δυαδικούς διαχωρισμούς και ιεραρχίες.  Η μηχανή πολέμου αποτελεί για τον Ντελέζ μια απόλυτη εξωτερικότητα χωρίς όμως να οδηγεί στην ουσιοκρατία. Η μηχανή πολέμου είναι μια εικόνα της σκέψης, μια ιδέα χωρίς αντικείμενο. Αποτελεί έναν μη τόπο που δημιουργείται από την έλλειψη ουσίας και για αυτό διαφεύγει του κράτους. Το κράτος λειτουργεί μέσα από δυαδικές μηχανές ενώ η πολεμική μηχανή είναι μια έννοια που είναι εξωτερική του κράτους. Το κράτος και η πολεμική μηχανή αντιτίθενται αλλά όχι διαλεκτικά. Η πολεμική μηχανή αποτελεί το εξωτερικό του κράτους δηλαδή αυτό που διαφεύγει της σύλληψης του κράτους. Ο Ντελέζ γράφει « όπως ο Χομπς είδε καθαρά ότι το κράτος είναι εναντίον του πολέμου  έτσι και ο πόλεμος είναι εναντίον του κράτους και το καθιστά αδύνατο. Η αντίσταση πλέον γίνεται κατανοητή με όρους πολέμου: πεδίο πολλαπλών αγώνων, στρατηγικών, τοπικών τακτικών, ένας διαρκής ανταγωνισμός χωρίς την υπόσχεση της τελικής νίκης. Ωστόσο η πολεμική μηχανή των Ντελέζ- Γκουαταρί έρχεται σε αντίθεση με την έννοια της επιθυμίας. Ενώ η πολεμική μηχανή απορρίπτει την ουσία, η επιθυμία φαίνεται να έχει ουσιοκρατική ή μεταφυσική σημασία. Η επιθυμία είναι επαναστατική και καταπιέζεται από το κράτος. Έτσι όμως καταλήγουν σε μια  μανιχαϊστική αντίληψη παρόμοια με αυτή του αναρχισμού. Η έννοια της επιθυμίας είναι μεταφυσική επειδή αυτή θεωρείται εγγενώς επαναστατική, ότι έχει μια θεμελιώδη φύση, ουσία ή προθετικότητα. Η επιθυμία παρουσιάζεται ως  παραγωγική και δημιουργική και όχι καταπιεσμένη και χειραγωγημένη. Αυτό που αναζητείται είναι μια μη ουσιοκρατική προσέγγιση της αντίστασης. Στον Στίρνερ, Φουκώ, Ντελέζ και Γκουατταρί η ουσιοκρατία εισβάλει ως το Εξωτερικό στην θεωρία τους.

Ντεριντά

Ο Ντεριντά επιτίθεται στον λογοκεντρισμό τον οποίο θεωρεί ότι βασίζεται στην μεταφυσική και αποτελεί θεμέλιο της εξουσίας. Καταπιάνεται με την σχέση ομιλίας και γραφής. Η ομιλία εξαρτάται από την γραφή που αποκλείει. Η γραφή είναι ένα συναναπλήρωμα της ομιλίας, είναι αποκλεισμένο από την παρουσία αλλά αναγκαία για τον σχηματισμό της ταυτότητάς της. Η έκθεση αυτής της λογικής της συναναπλήρωσης είναι μια από τις αποδομητικές στρατηγικές του Ντεριντά προεκειμένου να αντισταθεί στον λογοκεντρισμό. Η ομιλία εμφανίζεται ως αυθεντική ως προς τον εαυτό της και ως παρούσα στον εαυτό της, ενώ η γραφή φθίνει αυτή την παρουσία. Ο Ντεριντά επιχειρεί να δείξει ότι η αυθεντικότητα και η καθαρή ταυτότητα είναι πάντα υπό αμφισβήτηση, πάντα μολύνεται από αυτή που προσπαθεί να αποκλείσει. Σύμφωνα με αυτή τη λογική καμία ταυτότητα δεν είναι πλήρης ή καθαρή. Συγκροτείται από αυτό που την απειλεί. Ο Ντεριντά δεν αρνείται την ταυτότητα ή την παρουσία αλλά θέλει να τονίσει ότι η παρουσία ποτέ δεν είναι τόσο καθαρή όσο φαίνεται. Είναι πάντα ανοιχτή στον άλλο και πάντα μολύνεται από αυτόν. Ο Newman βασισμένος σε αυτή τη λογική θέτει το ερώτημα αν η εξουσία είναι το συναναπλήρωμα της ανθρώπινης υποκειμενικότητας όπως η γραφή είναι το συναναπλήρωμα της ομιλίας. Ίσως η εξουσία είναι κάτι που συγχρόνως απειλεί αλλά  και είναι αναγκαία για την συγκρότηση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας.

Ο Ντεριντά επιτίθεται στην ουσιοκρατία. Η εξουσία για αυτόν είναι μη σταθερή και τυχαία. Ο λογοκεντρισμός επιβάλλει ιεραρχικές δυαδικές σχέσεις όπου ο ένας όρος θεωρείται κατώτερος από τον  άλλο. Ωστόσο ο Ντεριντά δεν θέλει απλά την αναστροφή αυτόν τον όρων για παράδειγμα η γραφή να καταλάβει την θέση της ομιλίας. Η αναστροφή των δυαδικών όρων αφήνει τον ιεραρχικό τους διαχωρισμό ανέπαφο. Η επανάσταση ή αναστροφή δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να επιβεβαιώνει τον τόπο της εξουσίας στην προσπάθειά της να απαλλαγεί από αυτή. Έτσι οι μαρξιστές επιδιώκουν να αντικαταστήσουν το αστικό κράτος με το εργατικό κράτος ή οι αναρχικοί επιτιθέμενοι στο κράτος επιδιώκουν να υποκαταστήσουν την εξουσία του κράτους με μια νέα λογική της  εξουσίας βασισμένη στην ανθρώπινη ουσία. Η αναστροφή της ιεραρχίας είναι μια επανεγγραφή της εξουσίας με διαφορετική αμφίεση, στην περίπτωση του αναρχισμού συναντάμε μια ανθρωπιστική αμφίεση. Ο Ντεριντά προτείνει τον μετασχηματισμό της δυαδικής ιεραρχίας και όχι την απλή αναστροφή της, με την μετατόπιση των όρων της. Ο Φουκώ με την αναφορά στα σώματα και τις απολαύσεις αλλά και ο Ντελέζ – Γκουατταρί με την έμφαση στην επιθυμία πέφτουν στην παγίδα της ουσιοκρατίας ενώ ο Ντεριντά όχι. Ο Ντεριντά επιλέγει ένα πολεμικό μοντέλο για να διακρίνει την ετερογένεια, τους ανταγωνισμούς και τις απουσίες πίσω από το προσωπείο της ολότητας. Αυτή η στρατηγική ονομάζεται από τον Ντεριντά, διαφωρά για να διακριθεί από την απόλυτη διαφορά  της ουσιοκρατίας. Είναι μια διαφορά ή μια κίνηση διαφορών που η ταυτότητά τους είναι πάντα ασταθής και ποτέ απόλυτη. Η διαφωρά αναφέρεται ως μια δομή ή υποδομή. Έτσι βασίζεται σε μια ενότητα βασισμένη στη δικιά της μη ενότητα, συγκροτείται από τα ίδια τα όριά της. Η δομή αυτή κυβερνείται από την αρχή του αναποφάνσιμου, δεν επιβεβαιώνει ούτε αρνείται την ταυτότητα αλλά παραμένει στην κατάσταση του αναποφάνσιμου μεταξύ των δυο. Το αναποφάνσιμο της δομής δεν έχει στόχο να επιβεβαιώσει την απουσία ή την παρουσία, την διαφορά ή την ταυτότητα. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι θα πέφταμε στην παγίδα του τόπου. Η αντιστροφή της τάξης θα σήμαινε απλά την θεμελίωση μιας άλλης τάξης. Το αναποφάνσιμο του πολεμικού μοντέλου του Ντεριντά δεν επιβεβαιώνει κανέναν από τους δυαδικούς όρους.

Ο Ντεριντά υποστηρίζει ότι η αποδόμηση δεν θεμελιώνεται  ούτε στον τόπο του λογοκεντρισμού αλλά ούτε και στον τόπο της αντίστασης. Η αποδόμηση λειτουργεί ως ένα μονοπάτι μεταξύ των δύο τόπων. Η αποδόμηση όπως υποστηρίζει ο Caputoείναι μια στρατηγική υπευθυνότητας προς τον αποκλεισμένο άλλο. Αντίθετα με την ερμηνευτική η οποία προσπαθεί να αφομοιώσει τη διαφορά στην τάξη του ίδιου, του Είναι, η αποδόμηση επιδιώκει να ανοίξει έναν χώρο για τη διαφορά. Η αποδόμηση δεν είναι η απόρριψη της ηθικής αλλά η επαναξιολόγησή της. Οι ηθικές αρχές δεν μπορούν ποτέ να είναι απόλυτες ή καθαρές, πάντα μολύνονται από αυτό που αποκλείουν. Το καλό επιμολύνεται από το κακό, η λογική από το άλογο.

Ο Ντεριντά υποστηρίζει ότι η αυθεντία του νόμου είναι αμφισβητήσιμη και κατά ένα μέρος παράνομη. Αυτό συμβαίνει επειδή η αυθεντία του νόμου που θεμελιώνει τον νόμο, νομιμοποιείται αφού ο νόμος θεμελιωθεί. Έτσι η αυθεντία πάνω στην οποία βασίζεται ο νόμος είναι εκτός νόμου αφού προϋποτίθεται του νόμου. Έτσι η θεμελίωση του νόμου είναι πράξη άνομη και βίαιη. Ο Ντεριντά σε αντίθεση με τους αναρχικούς δεν δέχεται την αντίθεση μεταξύ του τεχνητού νόμου και του φυσικού νόμου. Για τον Ντεριντά ο φυσικός νόμος δεν είναι καθαρός αλλά είναι επιμολυσμένος από τον τεχνητό. Έτσι υποστηρίζει ο Newman ο τεχνητός νόμος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συναναπλήρωμα του φυσικού νόμου. Η αποδόμηση επερωτά την αυθεντία του νόμου, αποκαλύπτει την βίαιη θεμελίωσή του. Για να αποφύγει ωστόσο κανείς να επαναθεμελιώσει τον νόμο πρέπει να διακρίνει τον νόμο (δίκαιο) από τη δικαιοσύνη. Το δίκαιο για τον Ντεριντά είναι η γενική εφαρμογή ενός κανόνα ενώ η δικαιοσύνη είναι το άνοιγμα του δίκαιου στον άλλο. Η δικαιοσύνη υπάρχει σε μια σχέση ετερότητας με το δίκαιο, ανοίγει τον λόγο του δίκαιου στο έξωθεν. Για τον Ντεριντά η δικαιοσύνη σε αντίθεση με το δίκαιο δεν είναι αποδομήσιμη. Ωστόσο κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί ότι εφόσον η δικαιοσύνη δεν είναι αποδομήσιμη, μήπως κρύβεται κάποια ουσία από πίσω, η οποία αντιτίθεται στην αντι -ουσιοκρατική προσέγγιση της αποδόμησης. Στον Ντεριντά απουσιάζει μια πλήρη εννοιολόγηση αυτού του έξωθεν με αποτέλεσμα να  κινδυνεύει να υποπέσει στην παγίδα της ουσιοκρατίας. Για τον Ντεριντά η δικαιοσύνη εκτελεί μια μετατόπιση του δίκαιου. Η δικαιοσύνη έχει μια ηθική διάσταση εφόσον υπονοεί ελευθερία και υπευθυνότητα για τις πράξεις μας. Η δικαιοσύνη είναι η εμπειρία του αδύνατου επειδή υπάρχει σε μια κατάσταση αναβολής και μη απόφασης. Είναι πάντα μη μετρήσιμη, είναι υπόσχεση αυτού που θα έρθει και που δεν πρέπει να επιτευχθεί γιατί τότε θα σταματούσε να είναι δικαιοσύνη και θα γινόταν δίκαιο.

Λακάν

Για το Λακάν το Πραγματικό είναι αυτό που καθιστά αδύνατη μια πλήρη ταυτότητα, είναι ένας τραυματικός πυρήνας της ταυτότητας. Ωστόσο η έλλειψη του Πραγματικού δεν συνιστά ουσία είναι ένα ριζικό κενό, ένας μη τόπος. Για το Λακάν το υποκείμενο είναι διχασμένο, δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τους νόμους κτλ αλλά θεμελιώνεται και από αυτό που μένει αποκλεισμένο από το πεδίο της αναπαράστασης. Έτσι όπως υποστηρίζει ο Ζίζεκ, ο Λακάν προχωρά πέρα από την αποδόμηση της υποκειμενικότητας, υποστηρίζει την αναδόμηση του υποκειμένου βασισμένη στα όρια της αδυνατότητάς του. Ο Στίρνερ θεμελιώνει ένα μη ουσιακό Εγώ, ένα Εγώ που συνιστά ριζική κενότητα, έναν μη τόπο. Εφόσον αυτή η κενότητα γίνει αποδεκτή τότε το υποκείμενο μη περιοριζόμενο από κάποια ουσία θα μπορεί να αναδομήσει τον εαυτό του και να εξερευνήσει νέες ταυτότητες. Έτσι ο Στίρνερ όπως ο Λακάν δεν απορρίπτει την υποκειμενικότητα αλλά θεωρεί ότι θεμελιώνεται σε ένα κενό και για αυτό είναι αποσπασματική και ελλιπής. Εντοπίζουμε και άλλα σημεία σύγκλισης. Ο μη άνθρωπος του Στίρνερ είναι αυτός που διαφεύγει της αναπαράστασης μπορεί να συγκριθεί με το Πραγματικό του Λακάν. Επίσης το Εγώ του Στίρνερ μπορεί να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε την έλλειψη ως θετική και παραγωγική όπως γίνεται με ευθύτερο τρόπο στον Ντελέζ. Εφόσον η επιθυμία βασίζεται στην έλλειψη τότε η ταυτότητα μένει ανοιχτή σε άλλες δυνατότητες. Πώς όμως μπορεί να γίνει κατανοητό το έξωθεν χωρίς να πέσουμε στην παγίδα της ουσιοκρατίας; Το Πραγματικό δεν είναι έξωθεν αλλά εσωτερικά αποκλεισμένο. Δεν βρίσκεται ακριβώς έξω από τη δομή αλλά είναι απόν. Η έννοια του εσωτερικά αποκλεισμένου ή της εσωτερικής εξωτερικότητας (εκσωτερικότητα) μπορεί να μας επιτρέψει να επανακαθορίσουμε το έξωθεν.  Η έλλειψη όπως το συναναπλήρωμα του Ντεριντά είναι αναγκαία για την συγκρότηση της ταυτότητας και ταυτόχρονα την αποσταθεροποιεί και επιτρέπει την αντίσταση σε αυτή.

Η λακανική σύλληψη της εξουσίας βρίσκεται σε αντίθεση με τη φουκωική. Η εξουσία δεν βρίσκεται παντού. Για να υπάρχει εξουσία πρέπει να υπάρχει ένα είδος κενού που την περιορίζει. Η λακανική ερμηνεία της εξουσίας βασίζεται στην ανάλυση για τον Νόμο. Ο Νόμος για τον Λακάν λειτουργεί μέσα από την αποτυχία λειτουργίας του. Στο κείμενο ο Καντ με τον Σαντ ο Λακάν τονίζει οτι η άρνηση της απόλαυσης που επιβάλλει ο Νόμος στην κατηγορική προσταγή, παράγει την διαστροφική απόλαυση . Ο Καντ απέτυχε να αναγνωρίσει την άλλη πλευρά του Νόμου, την αισχρή απόλαυση του Νόμου. Ο Σαντ παρουσιάζει την αισχρή απόλαυση αντιστρέφοντας το παράδειγμα. Μετατρέπει την αισχρή απόλαυση σε μια καντιανή καθολική αρχή. Ο Σαντ φανερώνει αυτή την αισχρή απόλαυση που διαποτίζει το Νόμο και βασίζεται στην αποκήρυξη αυτού του Νόμου. Αυτό το καταφέρνει μετατρέποντας την απόλαυση που αρνείται ο Νόμος στον ίδιο το Νόμο. Για το Λακάν η λειτουργία του νόμου είναι η δυσλειτουργία του, η παραγωγή ενός πλεονάσματος που αντιστέκεται σε αυτόν. Έτσι και η ταυτότητα συγκροτείται μόνον μέσα από την αδυναμία της να συγκροτηθεί ως όλο. Για το Λακάν η εξουσία δεν λειτουργεί σωστά, επιτρέποντας την υπέρβαση της, αλλά λειτουργεί εξαιτίας αυτής της αποτυχίας του. Υπάρχει μια συγκροτητική έλλειψη της εξουσίας η οποία επιτρέπει την δυνατότητα ύπαρξης ενός έξωθεν αντίστασης. Ωστόσο η αντίσταση θα είναι πάντα μη αποφασίσιμη, ενώ απειλεί την εξουσία ταυτόχρονα επιτρέπει στην εξουσία να επιτύχει μια ταυτότητα. Το Πραγματικό της εξουσίας θέτει υπό διαρκή αμφιβολία την δυνατότητα αντίστασης και της μετατροπής της σε μορφή κυριαρχίας Έτσι ενώ από τη μια υπάρχει ένα έξωθεν της εξουσίας που την επερωτά ταυτόχρονα υπάρχει και ένα έξωθεν της αντίστασης, αυτό της εξουσίας που την επερωτά.

Η κοινωνία συγκροτείται από  έναν ριζικό ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός είναι το Πραγματικό, αυτό που δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί.  Ο ανταγωνισμός αποτρέπει την κοινωνία να συγκροτηθεί ως πλήρης ταυτότητα, είναι το ριζικό έξωθεν , το όριο της κοινωνίας. Το Πραγματικό λειτουργεί όπως το ντερινταϊκό συναναπλήρωμα. Από τη μια απειλεί την ταυτότητα της κοινωνίας και από την άλλη της επιτρέπει την συγκρότηση μιας ταυτότητας η οποία είναι μη πλήρης. Ο ανταγωνισμός δεν συνιστά την ουσία της κοινωνίας αλλά αυτό που αρνείται την ουσία. Η ιδέα της κοινωνίας ως πεδίου διαφορών που θεμελιώνονται από έναν ριζικό ανταγωνισμό έρχεται σε αντίθεση με την αναρχική θέση της κοινωνίας ως ουσιακής ταυτότητας που κυβερνιέται από φυσικούς νόμους. Ο λακανικός ανταγωνισμός έχει ομοιότητες με τη μηχανή πολέμου του Ντελέζ ωστόσο δεν αποκλείει την συγκρότηση της κοινωνίας όπως η μηχανή η οποία οδηγεί στην διάλυσή της σε καθαρή διαφορά και πολλαπλότητα. Κάτι τέτοιο θα επανέφερε την ουσιοκρατία, αποδίδοντας στην κοινωνία μια σταθερή ουσία, τη διαφορά. Η λακανική έννοια του κενού μας επιτρέπει να θεωρήσουν ένα έξωθεν που δεν οδηγεί στην ουσιοκρατία. Το υποκείμενο θεωρείται ως αποτυχία της συμβολοποίησης. Έτσι επιτρέπει την αντίσταση σε μια σταθερή ταυτότητα του εαυτού. Η πολιτική της αντίστασης είναι πάντα ανοιχτή σε επανερμηνείες.

Πηγή: voidnetwork

Κείμενο των 2 συλληφθέντων της 27ης Μάη στην Καλαμαριά Θεσ/νίκης

Σ.Δ.: Τα ξημερώματα στις 27/05 καταδιώκομαι και συλλαμβάνομαι από μπάτσους της κρατικής ασφάλειας και των ΟΠΚΕ στην περιοχή της Καλαμαριάς. Αφότου με πέταξαν στο οδόστρωμα και μου πέρασαν πισθάγκωνα χειροπέδες ξεκίνησαν τον ξυλοδαρμό μου με κλωτσιές, μπουνιές και λαβές για αρκετή ώρα, πάνω από 10 άτομα. Μόνο όταν βγήκαν κάποιοι γείτονες από τις παρακείμενες πολυκατοικίες, πήραν εντολή να σταματήσουν και να καλέσουν ένα ασφαλίτικο για να με μεταφέρουν στη ΓΑΔΘ. Εκεί με πηγαίνουν αρχικά στον πρώτο και έπειτα στον τρίτο όροφο στην ασφάλεια και με αλλάζουν διαδοχικά δωμάτια – γραφεία εν μέσω συνεχών εξευτελισμών, εκφοβισμών και χτυπημάτων. Καταλήγω στο γραφείο του διευθυντή της επιχείρησης που ενώ αρχικά δεν ασχολείται μαζί μου, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στους συναδέλφους του δίνοντας τα συγχαρίκια του για την επιτυχία της επιχείρησης, στη συνέχεια ξεκινά το γνψστό παιχνίδι του καλού αστυνομικού που θέλει να βοηθήσει. Δίνει “συμβουλές”, παροτρύνει να μιλήσω και να παραδεχτώ τις πράξεις που μου αποδίδουν και να συνεργαστώ για να διευκολύνω τη θέση μου. Παίζει και το χαρτί της ύπαρξης ρουφιάνου συντρόφου που με έχει δώσει, που με κατονομάζει ως υπεύθυνο των πράξεων και που έχει ξεπουληθεί για λίγα χρήματα. Ως όφειλα να κάνω, στις ερωτήσεις τους παραμένω σιωπηλός και δε δίνω κανένα στοιχείο πέρα από αυτά της ταυτότητάς μου, που έτσι κι αλλιώς είχα πάνω μου. Μέχρι τις 9 το πρωί δε μου έχουν ανακοινώσει ούτε τη σύλληψη, ούτε το κατηγορητήριο, παρά μόνο ότι θα πραγματοποιήσουν κατ’ οίκον έρευνα, σε κατοικία που ουδέποτε δήλωσα, αλλά που σύμφωνα με το φάκελο που μου είχαν ήδη ανοίξει εδώ και αρκετό καιρό στην κρατική ασφάλεια διέμενα στο Τσινάρι, σε ένα συγκρότημα καταλήψεων.

Όταν φτάσαμε στα σπίτια και με μοναδικά στοιχεία τις ανώνυμες πληροφορίες της ασφάλειας, εισέβαλαν στα σπίτια διαδοχικά. Μονάδες των ΟΠΚΕ, συνοδεία ασφαλιτών, σπάζοντας πόρτες και παράθυρα ξύπνησαν όλα τα συντρόφια και απαίτησαν να τους διευκολύνουν στο “έργο” τους. Τα συντρόφια επέδειξαν γρήγορα αντανακλαστικά και από την πρώτη στιγμή στάθηκαν αλληλέγγυα δίπλα μου, με ένα τους βλέμμα, μια φωνή, ένα άγγιγμα, ένα “δύναμη”. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη μεταφορά μου από το ένα σπίτι στο άλλο, μου φόρεσαν μαύρη κουκούλα, ώστε αφενός να μην είμαι αναγνωρίσιμος από άλλους συντρόφους που είχαν μαζευτεί έξω από τα σπίτια και αφετέρου να μην έχω οπτική επαφή με την κατ’ οίκον έρευνα στους υπόλοιπους χώρους και με τους συντρόφους που διέμεναν εκεί. Τα υπόλοιπα θαρρώ πως είναι ήδη γνωστά με τις αναίτιες προσαγωγές των συντρόφων-ισσών στη ΓΑΔΘ.

Έπειτα επιστρέφοντας στη ΓΑΔΘ στα ίδια γραφεία με πριν συνάντησα τον σύντροφο Ρ.Ζ. που είχαν προσαγάγει και συλλάβει λίγες ώρες μετά από μένα. Μας αφήνουν στον ίδιο χώρο για λίγα μόνο δευτερόλεπτα και μας ξαναχωρίζουν, δίνοντάς μας παράλληλα την δικογραφία και μας ζητάνε να την υπογράψουμε. Και οι δύο αρνηθήκαμε κάθε υπογραφή στο πλαστό κατηγορητήριο καθώς και τη διαδικασία της σήμανσης και της λήψης φωτογραφιών (διαδικασία που πάμπολλες φορές στο παρελθόν έχει οδηγήσει αναρχικούς/ές σε δίκες – παρωδίες με μοναδικά στοιχεία μείγματα DNA και αποτυπωμάτων). Δώδεκα ώρες μετά τη σύλληψή μου και μετά από αρκετές φωνές μου επιτρέπουν να επικοινωνήσω με δικηγόρο και μου τοποθετούν τις χειροπέδες από μπροστά. Όταν δε, οδηγηθήκαμε στα κρατητήρια της ΓΑΔΘ συμφωνα με “άνω εντολές” δε μας επέτρεπαν να βρισκόμαστε στο ίδιο κελί και να ερχόμαστε σε επικοινωνία το πρώτο 24ωρο. Τη δεύτερη μέρα της κράτησής μου όταν οδηγήθηκα σε ιατροδικαστή για να καταγραφούν τα τραύματα, ο γιατρός που υποτίθεται λειτουργεί αμερόληπτα, το μόνο που είχε να δηλώσει στους συνοδούς – μπάτσους ήταν ότι “αυτα συμβαίνουν σε μια καταδίωξη” και ότι “δε μπορεί να είναι σίγουρος από τι προήλθαν τα τραύματα”.

Ζ.Ρ.: Στις 27/05, 8 η ώρα το πρωί συλλαμβάνομαι κάτω ακριβώς από το σπίτι μου στην είσοδο της πολυκατοικίας. Τρεις ασφαλίτες ορμάνε από διαφορετικές κατευθύνσεις και με ακινητοποιούν, μην αφήνοντάς μου τον χρόνο και τον χώρο να αντιδράσω, με οποιοδήποτε τρόπο. Ενώ βρίσκομαι ακινητοποιημένος στο έδαφος, μου περνάνε τις χειροπέδες πισθάγκωνα, μου πατάνε το κεφάλι με τα γόνατα και μου κατάσχουν τα κλειδιά από το σπίτι. Μόνο μπροστά στις κραυγές μου που έχουν ξεσηκώσει τους περαστικούς και τον κόσμο από τα μπαλκόνια σταματάνε να με πατάνε με τα γόνατα και μου ζητάνε να σταματήσω. Σε αντάλλαγμα υπόσχονται πως δεν θα με ακουμπάνε. Μάλλον ντρέπονται για τις πρακτικές τους. Και καλά κάνουν.

Στη συνέχεια με μεταφέρουν με ασφαλίτικο στη ΓΑΔΘ και με πηγαίνουν στα υπόγεια, σε ένα δωμάτιο τελείως μόνο μου. Μετά από μισή ώρα περίπου με ξαναπαίρνουν και μου ανακοινώνουν πως θα πάμε σπίτι μου για έρευνα. Παρουσία εισαγγελέα εισβάλλουν στο σπίτι μου, μετά από τραγελαφικές καταστάσεις, καθώς δεν είναι σίγουροι ούτε για τον όροφο ούτε για το διαμέρισμα, ενοχλώντας τους γείτονες και δημιουργώντας ένταση στην πολυκατοικία. Από το εσωτερικό του σπιτιού κατάσχουν όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές καθώς και έναν σταθερό υπολογιστή που τον χρησιμοποιώ αποκλειστικά για τη δουλειά μου.

Από τα προσωπικά μου αντικείμενα κατάσχουν επίσης χειρόγραφες σημειώσεις μου, άσχετες με την υπόθεση καθώς και προσωπικά έγγραφα, καθώς και έγγραφα που έτυχαν να βρίσκονται σπίτι μου, όπως οικογενειακά αρχεία που δε μου ανήκουν. Έπειτα ξαναοδηγούμαι στη ΓΑΔΘ μαζί με τα κατασχεθέντα αντικείμενα. Μέχρι εκείνη την ώρα δε γνωρίζω τίποτα, όσον αφορά άλλες συλλήψεις, ή το τι συμβαίνει γενικά στον έξω κόσμο. Δεν έχω καμία επικοινωνία με δικηγόρους ούτε μου έχει επιτραπεί να συνομιλήσω με κάποιον δικό μου άνθρωπο. Με ανεβάζουν στο διάδρομο κι εκεί συναντώ το σύντροφο Δ.Σ.ο οποίος είναι χτυπημένος και δεμένος πισθάγκωνα. Κατευθείαν μας χωρίζουν για να μην έχουμε καμία επαφή και με οδηγούν σε ένα άδειο δωμάτιο, δεμένο με τις χειροπέδες, φυλασσόμενος από έναν δεσμοφύλακα. Έπειτα από ώρες και αφού με έχουν ακόμα δεμένο πισθάγκωνα, άρχισα να διαμαρτύρομαι έντονα. Σαν απάντηση δέχτηκα τραμπουκισμούς από τους μπάτσους κι έπειτα αφού οι μάταιες προσπάθειές τους απέτυχαν έστειλαν έναν ασφαλίτη να με “καθησυχάσει”. Αυτό το επεισόδιο κατέδειξε την ουσία της διεκδίκησης. Η ηττοπάθεια και η ματαιότητα το μόνο που προσφέρουν είναι χώρος στον εχθρό.

Οι διαδικασίες μετά το επεισόδιο κύλησαν γρήγορα. Ήρθαν δύο ασφαλίτες, μου έδειξαν τη δικογραφία και αρνήθηκα να υπογράψω το οτιδήποτε χωρίς παρουσία δικηγόρου, εκτός από τα δικαιώματά μου. Μετά από αυτό μας οδήγησαν στη σήμανση με τον Δ.Σ. και οι δύο αρνηθήκαμε τη διαδικασία. Αργά το απόγευμα μας οδηγούν στα κρατητήρια, μας βγάζουν τις χειροπέδες και μας βάζουν μόνους σ’ ένα κελί.Ύστερα από μισή ώρα οι ανθρωποφύλακες και μας λένε πως “είναι οδηγίες από τα πάνω”.

Την επόμενη μέρα περνάμε εισαγγελέα και ανακριτή. Μας δημοσιεύεται το κατηγορητήριο και μας ρωτούν αν έχουμε κάτι να πούμε. Κι οι δύο ζητάμε προθεσμία. Υποσημείωση: Καθόλη τη διάρκεια της σύλληψης αλλά και της μετέπειτα διαδικασίας η ασφακίτες έκρυβαν τα πρόσωπα και τα χαρακτηριστικά τους επιμελώς.

Όλα τα παραπάνω δεν εξιστορούνται με στόχο την όποιου είδους θυματοποίησή μας και την δεδομένη ανάδειξη της εκδικητικότητας των μπάτσων, παρά μόνο καταγράφονται ωα παρακαταθήκη για μελλοντικές κατασταλτικές ενέργειες και την αντιμετώπισή τους. Γιατί η μόνη λειτουργία του κράτους είναι κατασταλτική. Αυτό που οφείλει να κάνει ο κάθε σύντροφος/-ισσα είναι να μη φοβηθεί, να μη δειλιάσει από τη στοχοποίηση και να συνεχίσει να αγωνίζεται. Για το κομμάτι της δικογραφίας δεν έχουμε να δηλώσουμε κάτι αυτή τη στιγμή πέρα από το ότι αρνούμαστε το πλαστό κατηγορητήριο. Για τη στοχοποίησή μας λόγω της αναρχικής μας ταυτότητας έχουμε να πούμε πως σε πείσμα των κατασταλτικών μηχανισμών, της απάθειας του κοινωνικού συνόλου και της αποχαύνωσης αυτού, από τη θέση που βρισκόμαστε και σε οποιαδήποτε βρεθούμε θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμστε για έναν κόσμο χωρίς δεσμούς και δεσμοφύλακες, χωρίς νόμους και απαγορεύσεις, χωρίς καταπίεση και εκμετάλλευση, χωρίς εξευτελισμούς και αναξιοπρέπεια. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για έναν κόσμο ισότητας, αλληλεγγύης και ελευθερίας. Για έναν κόσμο ανεξούσιο. Για την αναρχία.

Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΌΛΑ ΤΑ ΚΕΛΙΑ

ΚΙ ΑΝ Ο ΚΛΟΙΟΣ ΣΤΕΝΕΥΕΙ, Ο ΝΟΥΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΤΑΡΙΟ ΚΙ ΟΛΟ ΘΑ ΔΡΑΠΕΤΕΥΕΙ

*Υ.Γ.: Οι παρεμβάσεις των συντρόφων/ισσών έξω από τη ΓΑΔΘ μας γέμισαν χαρά και δύναμη, σε μια δύσκολη στιγμή για εμάς και τους δικούς μας ανθρώπους.

Σώφλος Δ.

Ζούκας Ρ.

Πηγή: athens.indymedia.org

Neil Smith: Νέος Παγκοσμισμός, Νέα Πολεοδομία – Το gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων (β’ μέρος)

Αστικές Αναπλάσεις: Ο εξευγενισμός ως Παγκόσμια Στρατηγική των Πόλεων

Ας αλλάξω τώρα κλίμακα και ας εστιάσω στη διαδικασία του gentrification. Εάν μία διάσταση της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας του 21ου αιώνα είναι η ανισομερής ενσωμάτωση των αστικών πρακτικών στην Ασία και στη Λατινική Αμερική, ιδιαίτερα στο μέτωπο της νέας πολεοδομίας, μία δεύτερη διάσταση αφορά αυτό που ίσως θα μπορούσε να αποκαλεστεί η γενίκευση του gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων. Με μια πρώτη ματιά, αυτά σίγουρα μοιάζουν σαν τελείως διαφορετικά επιχειρήματα, με το ένα να αφορά την πολυτελή κατοίκηση στα κέντρα παγκόσμιας εξουσίας και το άλλο νέα μοντέλα πολεοδομίας που αναπτύσσονται στις περιφέρειες που ενσωματώνονται. Εκφράζουν σίγουρα αντιθετικές πρακτικές μίας νέα πολεοδομίας, αλλά αυτό είναι άλλωστε το νόημα. Η νεοφιλελεύθερη πολεοδομία περιλαμβάνει ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών, οικονομικών και γεωγραφικών μετατοπίσεων και το νόημα αυτών των αντιθετικών επιχειρημάτων είναι να διερευνήσουν την ποικιλία των πρακτικών της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας και το πώς συνδέονται αυτοί οι δύο αντιθετικοί κόσμοι.

Η οπτική των περισσότερων μελετητών για το gentrification παραμένει στενά δεμένη με τη διαδικασία που περιγράφηκε κατά τη δεκαετία του 1960 από την κοινωνιολόγο Ruth Glass. Να η θεμελιακή της δήλωση το 196417, που αποκάλυπτε το gentrification ως διακριτή διαδικασία:

Μία-μία, πολλές από της εργατικές γειτονιές του Λονδίνου κυριεύθηκαν από τις μεσαίες τάξεις -ανώτερες και κατώτερες. Χαμόσπιτα, στάβλοι και αγροικίες -δύο δωμάτια στον πάνω και δύο στον κάτω όροφο- καταλήφθηκαν όταν εξαντλήθηκαν οι εκμισθώσεις τους, και έγιναν κομψές, ακριβές κατοικίες. Τα μεγαλύτερα Βικτοριανά σπίτια, που είχαν υποβαθμιστεί σε μία προηγούμενη ή πιο πρόσφατη περίοδο -που χρησιμοποιούνταν σαν καταλύματα ή που ήταν αλλιώς υπό καθεστώς πολλαπλής ενοικίασης- αναβαθμίστηκαν για μια ακόμα φορά… Όταν αυτή η διαδικασία “gentrification” ξεκινά σε μια περιοχή, συνεχίζει ταχέως μέχρι όλοι ή οι περισσότεροι αρχικοί ένοικοι της εργατικής τάξης να μετατοπιστούν και να αλλάξει ο συνολικός κοινωνικός χαρακτήρας της περιοχής.

Σχεδόν ποιητικά, η Glass συνέλαβε την καινοτομία αυτής της νέας διαδικασίας όπου νέοι “ευγενείς” [“gentry”] των πόλεων, μετάλλασσαν τις γειτονίες της εργατικής τάξης. Εξετάστε τώρα μία επίκαιρη δήλωση, ξανά από το Λονδίνο, μετά από 35 χρόνια. Το παρακάτω είναι ένα απόκομμα από το διάταγμα για την “Αστική Αναγέννηση”18 του 1999, που εκδόθηκε από μία ειδική Αστική Ομάδα Δράσης που υπαγόταν στο Βρετανικό Τμήμα Περιβάλλοντος, Μεταφορών και Περιοχών [DETR]:

Η Αστική Ομάδα Δράσης θα ταυτοποιήσει τις αιτίες της αστικής παρακμής… και τις πρακτικές λύσεις ώστε να φέρει τους ανθρώπους πίσω στις πόλεις μας, τις κωμοπόλεις [towns] και τις γειτονιές των πόλεων. Θα ιδρύσει μία νέα οπτική για την αστική αναγέννηση… (Μέσα στα επόμενα 25 χρόνια) 60% των νέων κατοικιών θα πρέπει να κατασκευαστεί σε γη που έχει ήδη αναπτυχθεί… Έχουμε χάσει τον έλεγχο των κωμοπόλεων και των πόλεων μας, αφήνοντας τις να απαξιωθούν από τον κακό σχεδιασμό, την οικονομική διάχυση και την κοινωνική πόλωση. Οι απαρχές του 21ου αιώνα είναι μια στιγμή αλλαγής (προσφέροντας) την ευκαιρία για την αστική αναγέννηση.

Αυτή η γλώσσα της αστικής αναγέννησης δεν είναι, φυσικά, καινούργια, αλλά εδώ παίρνει πολύ μεγαλύτερη σημασία. Η κλίμακα των φιλοδοξιών για την αστική ανακατασκευή διευρύνθηκε δραματικά. Ενώ η κρατικά επιχορηγούμενη μεταπολεμική αστική ανανέωση στις δυτικές πόλεις αποσκοπούσε στην ενίσχυση ενός κατακερματισμένου gentrification μέσα από την ιδιωτική αγορά, το gentrification και η εντατική ιδιωτικοποίηση της γης και των αγορών ακινήτων στο εσωτερικό της πόλης από τη δεκαετία του 1980, έχουν δημιουργήσει, με τη σειρά τους, τη βάση πάνω στην οποία έγιναν πολύπλευρα και μεγάλης κλίμακας σχέδια αστικής αναγέννησης, ξεπερνώντας κατά πολύ αυτά της αστικής ανανέωσης της δεκαετίας του 1960. Η τρέχουσα γλώσσα της αστικής αναγέννησης, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά αποκαλύπτει, ανάμεσα στα άλλα, μία γενίκευση του gentrification στο αστικό τοπίο.

Εξετάστε μερικές βασικές διαφορές, όπως παρουσιάζονται μεταξύ της οπτικής της Glass και του DETR. Αν και για την Glass, το gentrification της δεκαετίας του 1960 ήταν μία περιθωριακή ιδιορρυθμία στην αγορά ακινήτων του Islington -ένα αλλόκοτο αστικό άθλημα των πιο hip επαγγελματικών τάξεων που δεν φοβόντουσαν να έρθουν πλάι πλάι με τις “άπλυτες” τάξεις- στα τέλη του 20ου αιώνα έγινε ένας κεντρικός στόχος για την Βρετανική πολιτική των πόλεων. Αν και τα βασικά δρώντα υποκείμενα στην ιστορία της Glass υποτίθεται ότι ήταν [ενδοαστικοί] μετανάστες της μεσαίας και της ανώτερης μεσαίας τάξης, τα δρώντα υποκείμενα της αστικής ανάπλασης 35 χρόνια μετά είναι κυβερνητικοί, επιχειρηματικοί ή επιχειρηματικές- κυβερνητικές συνεργασίες. Μια διαδικασία που ξεπρόβαλε στη μεταπολεμική αγορά ακινήτων φαινομενικά τυχαία και χωρίς σχεδιασμό, είναι τώρα μία φιλόδοξη και ενδελεχώς σχεδιασμένη γενικευμένη στρατηγική. Αυτό που ήταν απολύτως συμπτωματικό είναι ολοένα και πιο συστηματοποιημένο. Η διαδικασία του gen- trification εξελίχθηκε ταχύτατα σε κλίμακα και ποικιλία, σε σημείο όπου τα ταπεινά προγράμματα αστικής οικιστικής αποκατάστασης, τυπικά των δεκαετιών του 1960 και 1970, τώρα μοιάζουν αλλόκοτα, όχι μόνο στο αστικό τοπίο, αλλά και στη βιβλιογραφία της αστικής θεωρίας.

Πιο σημαντικό είναι ίσως, ότι μία κυρίως τοπική πραγματικότητα, που πρώτα αναγνωρίστηκε σε μερικές σημαντικές ανεπτυγμένες καπιταλιστικές πόλεις, όπως το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, το Παρίσι και το Σίδνεϊ, είναι πια κατ’ ουσίαν παγκόσμια. Η εξέλιξη της ήταν ταυτόχρονα κατά μήκος και κατά πλάτος. Αφενός, το gentri- fication σαν διαδικασία εισέβαλε ταχύτατα στην αστική ιεραρχία· είναι εμφανής όχι μόνο στις μεγαλύτερες πόλεις, αλλά και σε πιο ασυνήθιστα κέντρα όπως σε πρωθύστερες βιομηχανικές πόλεις, σαν το Cleveland ή τη Glasgow, μικρότερες πόλεις όπως το Malmö ή η Grenada, και ακόμα πιο μικρές εμπορικές πόλεις, όπως το Lancaster, η Pennsylvania ή το Ceské Krumlov στη Δημοκρατία της Τσεχίας. Ενώ την ίδια στιγμή, η διαδικασία διαχύθηκε και γεωγραφικά, με αναφορές gen- trification από το Τόκιο ως την Τενερίφη19, από το São Paulo ως την Puebla και το Μεξικό20, από το Cape Town21 ως την Καραϊβικ22 και από τη Σανγκάη ως τη Σεούλ. Με μια δόση ειρωνείας, ακόμα και το Hobart, η πρωτεύουσα της Γης του Van Di- emen’s (Τασμανία), υφίσταται σήμερα gentrification, εκεί όπου εξορίστηκαν τον 19ο αιώνα Βρετανοί αγρότες που είχαν γίνει λαθροθήρες και αντάρτες και όπου οι ντόπιοι, ακολούθως, εξολοθρεύτηκαν.

Φυσικά, αυτές οι πρακτικές gentrification ποικίλουν σε μεγάλο βαθμό και είναι άνισα κατανεμημένες, αλλά και πολύ πιο σύνθετες από ότι ήταν στα πρώτα ευρωπαϊκά ή βορειοαμερικανικά παραδείγματα gentrification. Πηγάζουν από αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους τοπικές οικονομίες και διαφορετικά πολιτισμικά σύνολα και συνδέονται με πολλούς και περίπλοκους τρόπους με ευρύτερες εθνικές και παγκόσμιες πολιτικές οικονομίες. Εδώ, το βασικότερο νόημα είναι αφενός η ταχύτητα της εξέλιξης μιας αρχικά περιθωριακής αστικής διαδικασίας που αρχικά ταυτοποιήθηκε στη δεκαετία του 1960 και αφετέρου, ο συνεχιζόμενος μετασχηματισμός της σε μία σημαντική διάσταση της σύγχρονης πολεοδομίας. Είτε στην αλλόκοτη μορφή της, που αντιπροσωπεύεται από τους αχυρώνες της Glass, είτε στην κοινωνικά οργανωμένη μορφή του 21ου αιώνα, το gentrifica- tion προμηνύει έναν εκτοπισμό των κατοίκων της εργατικής τάξης από τα αστικά κέντρα. Μάλιστα, η ταξική φύση της διαδικασίας, που είναι ολοφάνερη στην εκδοχή της Glass για το gentrification, είναι επιμελώς κρυμμένη στη μακρηγορία της κυβέρνησης του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος. Αυτή η συμπτωματική σιωπή λέει τόσα πολλά για τη μεταβαλλόμενη κοινωνική και πολιτιστική γεωγραφία της πόλης, παράλληλη με μια μεταβαλλόμενη οικονομική γεωγραφία, όσα λένε και οι πιο ορατές και φλύαρες εκδηλώσεις της.

Στο πλαίσιο της Βορείου Αμερικής και της Ευρώπης, μπορούμε να διακρίνουμε τρία κύματα gentrification23. Το πρώτο κύμα, που ξεκινά τη δεκαετία του 1950, μπορεί να γίνει αντιληπτό ως σποραδικό gentrification, κάπως όπως το παρατήρησε η Glass. Ένα δεύτερο κύμα ακολούθησε στη δεκαετία του 1970 και του 1980, όπου το gentrification συσχετίστηκε με ευρύτερες διαδικασίες αστικής και οικονομικής αναδόμησης. Ο Hackworth την αναφέρει ως “φάση αγκύρωσης” του gentrification. Ένα τρίτο κύμα αναδύεται τη δεκαετία του 1990· αυτό μπορούμε να το συλλογιστούμε ως τη γενίκευση του gentrification. Φυσικά, αυτή η εξέλιξη του gentrification συνέβη με αρκετά διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές πόλεις και γειτονιές και ακολουθώντας διαφορετικούς χρονικούς ρυθμούς. Στην Πόλη του Μεξικού, για παράδειγμα, η διαδικασία δεν είναι σε καμία περιοχή τόσο κεφαλαιοποιημένη ή διαδεδομένη όσο είναι στη Νέα Υόρκη, παραμένοντας περιορισμένη στην κεντρική περιοχή της πόλης και το Coyoacán, με αποτέλεσμα ο διαχωρισμός των τριών διακριτών κυμάτων gentrification να βρίσκει ελάχιστη εμπειρική επαλήθευση. Στη Seoul ή στο São Paulo η διαδικασία είναι γεωγραφικά περιορισμένη και σε βρεφική ηλικία. Στην Καραϊβική, οι αυξανόμενες διασυνδέσεις ανάμεσα στο gentrification και στο παγκόσμιο κεφάλαιο εν γένει, φιλτράρονται από την τουριστική βιομηχανία, αποδίδοντάς της το ιδιαίτερο ξεχωριστό τους τόνο. Με την ίδια λογική, ο σταδιακός μετασχηματισμός των παλιών αποβάθρων και των αποθηκών στο Λονδίνο, στις όχθες του Τάμεση, καταδεικνύει ότι το gentrification εδώ είναι πολύ πιο πολυέξοδο από ότι στις περισσότερες βορειοαμερικανικές πόλεις. Καθώς το gentrification είναι έκφραση ευρύτερων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών σχέσεων, σε κάθε πόλη θα εκφράσει τις ιδιαιτερότητες του τόπου κατά την κατασκευή του αστικού του χώρου.

Αν και σε διαφορετικούς βαθμούς, το gentrification κατά τη δεκαετία του 1990 εξελίχθηκε σε μία κρίσιμη αστική στρατηγική των δημοτικών αρχών όλου του κόσμου σε συνεργασία με το ιδιωτικό κεφάλαιο. Η φιλελεύθερη πολιτική του αστικού χώρου, η οποία σε κάποιες περιοχές της Ευρώπης ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα και στη Βόρεια Αμερική στη μετάβαση από την Προοδευτική Εποχή [1890-1920] στο New Deal του Roosevelt, ηττήθηκε συστηματικά, αρχής γενομένης με τις πολιτικές οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και τις συντηρητικές εθνικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν κατά τη δεκαετία του 1980. Από τον Reagan στη Thatcher και, ύστερα, στον Kohl, οι παροχές αυτής της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου αποδυναμώθηκαν συστηματικά ή αποδιαρθρώθηκαν σε εθνική κλίμακα και οι νομικοί περιορισμοί στο gentrification αντικαταστάθηκαν με επιδοτήσεις για τον μετασχηματισμό του δομημένου περιβάλλοντος της πόλης μέσω της ιδιωτικής αγοράς.

Αυτός ο μετασχηματισμός εντάθηκε από την κλίκα των νεοφιλελεύθερων ηγετών που ακολούθησαν -Clinton, Blair, Schröder- και ως εκ τούτου, η νέα φάση gentrifi- cation συμβαδίζει με μια διευρυμένη ταξική επίθεση, όχι μόνο της εθνικής εξουσίας, αλλά και της πολιτικής του αστικού χώρου. Στα τέλη του 20ου αιώνα, το gentri- fication προωθούμενο μέσα από μία καθολική και συστηματική σύμπραξη του δημόσιου πολεοδομικού σχεδιασμού με το δημόσιο και ιδιωτικό κεφάλαιο, ήρθε να καλύψει το κενό που άφησε το τέλος της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου. Αλλού, εκεί όπου οι πόλεις δεν είχαν καθοδηγηθεί από φιλελεύθερες πολιτικές κατά τον 20ου αιώνα, η πορεία της αλλαγής ήταν διαφορετική. Αν και η προσήλωση σε μια ευρύτερη σύλληψη του gentrification στα παλαιά κέντρα, ως μία ανταγωνιστική αστική στρατηγική στην παγκόσμια αγορά, οδηγεί σε μια παρόμοια κατεύθυνση. Σε αυτό το πνεύμα τουλάχιστον, ο νεοφιλελευθερισμός κατά την αλλαγή του αιώνα υποδεικνύει μία σύγκλιση μεταξύ των αστικών πρακτικών στις μεγαλύτερες πόλεις του Πρώτου και του Τρίτου Κόσμου, όπως συνηθιζόταν να αποκαλούνται.

Η γενίκευση του gentrification έχει πολλαπλές διαστάσεις. Αυτές μπορούν να κατανοηθούν σε σχέση με πέντε αλληλοσυσχετιζόμενα χαρακτηριστικά: τον μετασχηματισμένο ρόλο του κράτους, τη διείσδυση της παγκόσμιας οικονομίας, τα μετασχηματιζόμενα επίπεδα πολιτικής αντίστασης, την γεωγραφική διάχυση και την τομεακή γενίκευση του gentrification. Ας εξετάσουμε καθένα από αυτά τα χαρακτηριστικά με τη σειρά.

Πρώτον, ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο κύμα gentrification, ο ρόλος του κράτους άλλαξε θεαματικά24. Κατά τη δεκαετία του 1990, αντεστράφη η σχετική απόσυρση του κράτους από τις επιδοτήσεις για gentrification που είχε συμβεί κατά τη δεκαετία του 1980 και σημειώθηκε αύξηση των συμπράξεων ανάμεσα στο ιδιωτικό κεφάλαιο και τις τοπικές αρχές, καταλήγοντας σε μια πιο ευρεία, πιο ακριβή και πιο συμβολική ανάπτυξη, από την ακτή της Βαρκελώνης μέχρι την πλατεία Potsdamer στο Βερολίνο. Η πολιτική του αστικού χώρου δε φιλοδοξεί πια να οδηγήσει ή να ρυθμίσει την κατεύθυνση της οικονομικής ανάπτυξης, όσο να προσαρμοστεί στις κατευθύνσεις που ήδη έχουν θεσπιστεί από την αγορά, αναζητώντας μεγαλύτερα κέρδη, είτε άμεσα, είτε μέσω της φορολογίας.

Ο νέος ρόλος που παίζει το παγκόσμιο κεφάλαιο είναι επίσης καθοριστικός για τη γενίκευση του gentrification. Από το Canary Wharf του Λονδίνου μέχρι τη Battery Park City -κατασκευασμένα από ίδια εταιρεία με έδρα τον Καναδά- είναι εύκολο να καταδειχθεί η νέα εισροή του παγκόσμιου κεφαλαίου προς εκτεταμένα, γιγαντιαία έργα ανάπτυξης στα αστικά κέντρα25. Το ίδιο καταπληκτικό, παρόλα αυτά, είναι και το εύρος στο οποίο το παγκόσμιο κεφάλαιο ελίχθηκε σε πολύ πιο ταπεινά αναπτυξιακά έργα σε επίπεδο γειτονιάς. Ως προς αυτό, είναι εμβληματικό ένα νέο συγκρότημα 61 μονάδων στο Lower East Side της Νέας Υόρκης, δύο μίλια από την Wall Street, όπου κάθε διαμέρισμα είναι συνδεδεμένο με Ίντερνετ υψηλής ταχύτητας. Αυτό, σύμφωνα με τα παγκόσμια δεδομένα, είναι ένα μικρό αναπτυξιακό έργο, αλλά χτίστηκε με εργασία μεταναστών που δεν καλυπτόταν από το σωματείο (κάτι που γνώρισε μία εκπληκτική αύξηση στη Νέα Υόρκη κατά τη δεκαετία του 1990), ο ανάδοχος είναι Ισραηλίτης και η βασική πηγή χρηματοδότησης έρχεται από την Ευρωπαϊκή Αμερικάνικη Τράπεζα26. Η επέκταση του παγκόσμιου κεφαλαίου, ακόμα και μέχρι την τοπική γειτονιά, είναι ένα ιδιαίτερο επίσης χαρακτηριστικό της τελευταίας φάσης gentrification.

Τρίτον, υπάρχει το ζήτημα της αντίστασης στο gentrification. Από το Άμστερνταμ στο Σίδνεϊ, από το Βερολίνο στο Βανκούβερ, από το Σαν Φρανσίσκο στο Παρίσι, το δεύτερο κύμα gentrification ακολουθήθηκε από την ανάπτυξη εκατομμυρίων κινημάτων αστέγων, κινημάτων καταλήψεων, κινημάτων στέγης και άλλων αντι- gentrification κινημάτων και οργανώσεων που συχνά οργανώνονταν χαλαρά γύρω από αλληλεπικαλυπτόμενα ζητήματα. Αυτά σπάνια συναντήθηκαν ως κινήματα πόλης, αλλά αντιτάχθηκαν στο gentrification αρκετά ώστε να γίνουν, σε κάθε περίπτωση, στόχος των πολιτικών φορέων και των αστυνομικών δυνάμεων. Τα αυξημένα επίπεδα καταστολής κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, εκτός των άλλων, στόχευαν και στα κινήματα αντι-gentrification, μαρτυρώντας την κεντρική θέση της ανάπτυξης των ακινήτων στη νέα οικονομία των πόλεων. Οι πολιτικές διοικήσεις των πόλεων άλλαζαν, σε πλήρη συμφωνία με το οικονομικό τους προφίλ και η αποσυναρμολόγηση της φιλελεύθερης πολιτικής των πόλεων παρείχε μία ευκαιρία τόσο πολιτική όσο και οικονομική για τα νέα καθεστώτα ισχύος των πόλεων. Η άνοδος της ρεβανσιστικής πόλης27 δεν ήταν απλά ένα φαινόμενο της Νέας Υόρκης: μπορεί να απαντηθεί στις καμπάνιες ενάντια στις καταλήψεις στο Άμστερνταμ της δεκαετίας του 1980, στις επιθέσεις της Παρισινής αστυνομίας στους καταυλισμούς αστέγων (σε μεγάλο μέρος τους μετανάστες) και την υιοθέτηση των τεχνικών “μηδενικής-ανοχής” της Νέας Υόρκης από αστυνομικές δυνάμεις σε όλο τον κόσμο. Στο São Paulo, οι κατασταλτικές τακτικές που εφαρμόστηκαν στους ανθρώπους του δρόμου ορθολογικοποιούνται με τους όρους του “επιστημονικού” δόγματος της “μηδενικής-ανοχής” που ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο νέος ρεβανσισμός δικαιολογήθηκε ρητά με τον στόχο να γίνει η πόλη ασφαλής για gentrification. Ο νέος αυταρχισμός συντρίβει κάθε αντίσταση και παράλληλα κάνει τους δρόμους ασφαλείς για gentrification.

Το τέταρτο χαρακτηριστικό αυτής της τελευταίας φάσης είναι η διάχυση του gen- trification από τα κέντρα των πόλεων. Αυτό απέχει από μία ομαλή ή κανονική διαδικασία, αλλά καθώς το gentrification κοντά στο κέντρο καταλήγει σε υψηλότερες τιμές γης και ακινήτων, ακόμα και όσον αφορά τις παλαιές, μη τροποποιημένες ιδιοκτησίες, οι γειτονιές εγκλωβίζονται όλο και περισσότερο στη δίνη του gentrification. Το μοτίβο της διάχυσης ποικίλει αρκετά και είναι επηρεασμένο από πολλούς παράγοντες, από την αρχιτεκτονική και τα πάρκα μέχρι την παρουσία νερού. Πάνω από όλα, είναι συνδεδεμένο με τα ιστορικά μοτίβα της επένδυσης και απο-επένδυσης κεφαλαίου στο αστικό τοπίο. Όσο πιο ανισομερής είναι η αρχική εξωστρεφής ανάπτυξη των επενδύσεων του κεφαλαίου και όσο πιο ανισομερής είναι η από-ανάπτυξη σε αυτά τα νέα αστικά τοπία, τόσο ανισομερής θα είναι και η διάχυση του gentrification. Με αυτή τη λογική, στις πόλεις όπου η πλειοψηφία της χωρικής επέκτασης συνέβη τα τελευταία χρόνια και όπου οι δυνατότητες για εκτεταμένη απο-επένδυση έχουν περιοριστεί, η διάχυση του gentrification μπορεί να είναι πιθανώς περιορισμένη.

Τέλος, η τομεακή γενίκευση, που τυποποιεί αυτή την πιο πρόσφατη φάση, βρίσκεται στο κέντρο του νέου gentrification. Αν και η αστική ανανέωση κατά τις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970 αναζήτησε μία εφ’ όλης της κλίμακας ανακατασκευή των κέντρων πολλών πόλεων συνενώνοντας πολλούς τομείς της οικονομίας των πόλεων σε αυτή τη διαδικασία, ωστόσο ρυθμίστηκε σε υψηλό βαθμό και περιορίστηκε οικονομικά και γεωγραφικά από το γεγονός ότι ήταν καθολικά εξαρτημένη από τη δημόσια χρηματοδότηση και για αυτό έπρεπε να ανταποκριθεί σε ζητήματα ευρείας κοινωνικής αναγκαιότητας, όπως η κοινωνική κατοικία. Αντίθετα, το νεότερο κύμα gentrification που ακολούθησε την αστική ανανέωση προχώρησε σε πλήρη ανεξαρτησία από το δημόσιο τομέα. Παρά την αξιοσημείωτη δημόσια επιδότηση, η χρηματοδότηση της ιδιωτικής αγοράς δεν εφαρμόστηκε σε όλη της την έκταση μέχρι το τρίτο κύμα. Συνεπώς, αυτό που σηματοδοτεί την τελευταία φάση gentrification σε πολλές πόλεις, είναι ότι σφυρηλατήθηκε μια νέα σύμπραξη επιχειρηματικών και κρατικών δυνάμεων και πρακτικών σε μία πολύ πιο φιλόδοξη προσπάθεια gentrification της πόλης, από ότι οι πρωθύστερες.

Η ανακατάκτηση της πόλης για τις μεσαίες τάξεις περιλαμβάνει πολλά περισσότερα από την απλή παροχή κατοικίας. Το τρίτο κύμα gentrification εξελίχθηκε σε ένα όχημα μετασχηματισμού ολόκληρων περιοχών μέσα σε νέα συμπλέγματα τοπίων, τα οποία πρωτοπορούν σε μία συνολική, ταξικά φορτισμένη ανακατασκευή των πόλεων. Αυτά τα νέα συμπλέγματα τοπίων συνδυάζουν κατοικίες με αγορές, εστιατόρια, πολιτιστικές παροχές28, ελεύθερο χώρο, δυνατότητες εργασίας -ολόκληρα νέα συγκροτήματα διασκέδασης, κατανάλωσης, παραγωγής και αναψυχής, παράλληλα με την κατοίκηση. Εξίσου σημαντικό είναι ότι το gentrification ως στρατηγική του αστικού χώρου, συνδέει τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές με κατασκευαστικές εταιρίες μεγάλου και μεσαίου μεγέθους, τοπικούς εμπόρους και κτηματομεσίτες με επώνυμους λιανοπωλητές, που όλοι υποβοηθούνται από τις δημοτικές και τοπικές αρχές, για τις οποίες τα ευεργετικά κοινωνικά αποτελέσματα υποτίθεται ότι προέρχονται τώρα πια από την ίδια την αγορά, παρά από τη ρύθμιση της. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων γίνεται πλέον το επίκεντρο της παραγωγικής οικονομίας των πόλεων, ένας σκοπός καθαυτός δικαιολογημένος με επικλήσεις σε νέες θέσεις εργασίας, αύξηση των φορολογικών εσόδων και αύξηση του τουρισμού. Με τρόπους που δύσκολα θα είχαν προβλεφθεί τη δεκαετία του 1960, η κατασκευή των νέων συγκροτημάτων στις κεντρικές πόλεις σε όλο τον κόσμο, έγινε ολοένα και περισσότερο μια ακαταμάχητη στρατηγική συσσώρευσης κεφαλαίου για τις ανταγωνιζόμενες οικονομίες των πόλεων. Εδώ προκύπτει μία βασική σύνδεση με το ευρύτερο περίγραμμα μιας νέας πολεοδομίας, στο οποίο θα επιστρέψουμε σύντομα.

Η στρατηγική οικειοποίηση και γενίκευση του gentrification ως μέσο του παγκόσμιου ανταγωνισμού μεταξύ των πόλεων, βρίσκει την πιο ανεπτυγμένη της έκφραση στη γλώσσα της “αστικής αναγέννησης”. Όντας σύμφωνη με τον αυξημένο ρόλο του κράτους στο νέο κύμα των αλλαγών των πόλεων, αυτή η διαδικασία δεν αναπτύχθηκε περισσότερο στις ΗΠΑ, αλλά μάλλον στην Ευρώπη. Μπορεί η ηγεσία των εργατικών υπό τον Tony Blair να είναι ο πιο ξεκάθαρος συνήγορος της επανανακάλυψης του gentrification ως “αστική αναγέννηση”, ωστόσο το gentrification είναι μια πανευρωπαϊκή τάση. Η Δανία, για παράδειγμα, το 1997 έκανε την αναγέννηση επίσημη πολιτική με ένα ξεχωριστό Εθνικό Συμβούλιο για την Αναγέννηση των Πόλεων και οι γραφειοκράτες του Βερολίνου είδαν όλη την περίοδο της μετά το 1991 ανοικοδόμησης, ως περίοδο “αστικής αναγέννησης”. Ένα θεμελιώδες συνέδριο έλαβε χώρα στο Παρίσι το Δεκέμβριο του 2000 πάνω στο θέμα της “Σύγκλισης της Αναγέννησης των Πόλεων και της Οικιστικής Πολιτικής στην Ευρώπη”. Στο συνέδριο παρευρέθηκαν ανώτατοι ιθύνοντες για τη χάραξη πολιτικών και σύμβουλοι, αντιπροσωπεύοντας όλες τις κυβερνήσεις της ΕΕ και μερικά γειτονικά κράτη που προέβλεπαν στην ένταξή τους στην ΕΕ. Το ενημερωτικό φυλλάδιο του συνεδρίου επεσήμανε την πρόθεσή του να σπρώξει το “διάλογο πάνω στην κατοίκηση και την αναγέννηση… πέρα από το στενό διάστημα της φυσικής ανάπτυξης για να επανεξετάσει τις θεσμικές διευθετήσεις που πρέπει να λάβουν χώρα” έτσι ώστε να γίνει η “αστική ανάπλαση” μία πραγματικότητα.

Η αποστολή αυτών που συμμετείχαν στη συνδιάσκεψη ήταν πρακτική και περιεκτική: οι ευρείας κλίμακας μετασχηματισμοί των πόλεων θα χρειαστούν συμπαγείς δεσμούς μεταξύ “των πάροχων κοινωνικής κατοικίας, των ιδιωτικών επενδυτών, [και] των υπεύθυνων για την εκπαίδευση και την προώθηση της πολιτικής”, όπως επίσης και μεταξύ των “τοπικών μεσιτών της ανάπλασης, των τοπικών διοικήσεων και των εθνικών κυβερνήσεων”. Οι πολιτικές ανάπλασης είναι πολύπλευρες και περιλαμβάνουν διαφορετικές προσπάθειες που δεν θα εντάσσονταν κανονικά κάτω από την ταμπέλα του “gentrification”, παρόλα αυτά έχει νόημα να δει κανείς αυτές τις πρωτοβουλίες -το βρετανικό μανιφέστο αστικής ανάπλασης, τις ευρωπαϊκές κρατικές πολιτικές και τις προσπάθειες να καθιερωθεί μία πανευρωπαϊκή στρατηγική αναπλάσεων- ως τις πιο φιλόδοξες απόπειρες να τοποθετήσουν το gentrification στην καρδιά των διακρατικών πολιτικών για τον αστικό χώρο.

Υπάρχουν αρκετές εντυπωσιακές πτυχές σε αυτές τις νέες ατζέντες “αστικών αναπλάσεων”. Πρώτον, υπάρχει το ζήτημα της κλίμακας. Ο συντονισμός των στρατηγικών “ανάπλασης” των πόλεων πέρα από τα εθνικά σύνορα δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Αν και διάφορες διεθνείς πηγές σίγουρα συνέβαλλαν στην ανακατασκευή των ευρωπαϊκών πόλεων μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ακολουθούμενα προγράμματα αστικής ανάπλασης παρέμειναν σθεναρά εθνικά στην καταγωγή τους, τη χρηματοδότηση τους και το εύρος τους. Σήμερα, αντιθέτως, πανευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την αστική ανάπλαση προωθούν το διακρατικό gentrification, σε μία χωρίς προηγούμενο κλίμακα. Μια κεντρική επιδίωξη βρίσκεται στις προσπάθειες να ενσωματωθούν οι οικιστικές πρωτοβουλίες μαζί “με άλλες δραστηριότητες ανάπλασης”. Έτσι, όπως και ο τίτλος του συνεδρίου του Παρισιού το δηλώνει, αυτή η μετάβαση από την πολιτική gentrification με κέντρο την κατοίκηση προς μία πολύπλευρη ευρεία “ανάπλαση”, βρίσκεται ακόμα καθ’ οδόν -και, αντίθετα από την κατάσταση στις ΗΠΑ, το ζήτημα της κοινωνικής κατοικίας δεν μπορεί να αποκλειστεί εξολοκλήρου από την οπτική της ανάπλασης. Αν και μία πανευρωπαϊκή κρατικοκεντρική στρατηγική της ανάπλασης των πόλεων δεν έχει γίνει σε καμία περίπτωση πραγματικότητα, παρόλα αυτά φαίνεται να είναι ορατή για τους Ευρωκράτες [Eureaucrats], τους ‘developers’ [νέου τύπου υπερ-εργολάβοι], και τους χρηματοδότες τους κατά μήκος της ηπείρου. Μία κομβική σύνδεση σε σχέση με την προηγούμενη συζήτηση γύρω από τη νέα πολεοδομία γίνεται ξεκάθαρη: το τρίτο κύμα gentrifi- cation εκφράζει ολοένα και περισσότερο μια νέα κλίμακα των πόλεων που έρχεται αντιμέτωπη με τις εθνικές και τις παγκόσμιες κλίμακες.

Δεύτερο είναι το ζήτημα της γεωγραφικής εστίασης. Το βρετανικό μανιφέστο ανάπλασης του 1999, προφανώς προσεκτικό ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της συνεχιζόμενης αστικής διάχυσης, διακηρύσσει ότι στα επόμενα 25 χρόνια, το 60% της νέας οικιστικής πρόβλεψης θα πρέπει να λάβει χώρα σε εγκαταλελειμμένες πρώην βιομηχανικές τοποθεσίες [“brownfield sites”] – δηλαδή σε αστική γη που έχει ήδη περάσει από έναν ή περισσότερους αναπτυξιακούς κύκλους. Σαφώς, αυτή η πρωτοβουλία θα στοχεύει σε παλαιότερες περιοχές της πόλης που έχουν ήδη υποστεί παρατεταμένη αποεπένδυση και, καθώς αυτές μπορεί να είναι διάσπαρτες σε όλο το εύρος των μητροπολιτικών περιοχών, είναι λογικό να αναμένουμε ότι θα επικεντρωθούν μέσα ή κοντά στα κέντρα των πόλεων. Καμουφλαρισμένο ως ανάπλαση, το gentrification αναδιατυπώνεται σαν μία θετική και αναγκαία περιβαλλοντική στρατηγική.

Σχετικό είναι και το ζήτημα της “κοινωνικής ισορροπίας”, αλλά και η “ανάγκη”, όπως το θέτει η στρατηγική της ανάπλασης, να “φέρουμε τους ανθρώπους πίσω στις πόλεις”29. Η “κοινωνική ισορροπία” ακούγεται σαν κάτι καλό – ποιος θα μπορούσε να είναι αντίθετος στην κοινωνική ισορροπία; Μέχρι βέβαια κάποιος να εξετάσει καλύτερα τις γειτονιές που στοχεύονται για “ανάπλαση”. Κατόπιν γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτή η στρατηγική εμπεριέχει έναν εκτεταμένο αποικισμό από τις μεσαίες και μεγαλο-μεσαίες τάξεις. Στον πολιτικό, τον πολεοδόμο ή το οικονομολόγο, η κοινωνική ισορροπία στο Brixton του Λονδίνου σημαίνει να φέρει “πίσω” τις λευκές μεσαίες τάξεις. Οι συνήγοροι της “κοινωνικής ισορροπίας” σπάνια συνηγορούν υπέρ της “εξισσορόπησης” των γειτονιών των λευκών με ίσους αριθμούς ανθρώπων αφρικανικής, καραϊβικής ή ασιατικής καταγωγής. Έτσι, δεν είναι οι “άνθρωποι” εν γένει που υποτίθεται θα έρθουν “πίσω στις πόλεις”· αυτό το κάλεσμα δεν απευθύνεται στους Ουαλούς ανθρακωρύχους, στους Βαβαρούς εργάτες γης ή στους Βρετόνους ψαράδες. Το κάλεσμα να έρθουν οι άνθρωποι πίσω στην πόλη, μάλλον είναι πάντα ένα ιδιοτελές κάλεσμα, ώστε οι λευκές μεσαίες και ανώτερες μεσαίες τάξεις να επανακτήσουν τον έλεγχο των πολιτικών και πολιτιστικών οικονομιών, όπως επίσης και της γεωγραφίας των μεγαλύτερων πόλεων. Βολιδοσκοπώντας την συμπτωματική σιωπή για το ποιος πρόκειται να προσκληθεί πίσω στην πόλη, ξεκινάμε να ανακαλύπτουμε τις ταξικές πολιτικές που εμπλέκονται.

Έπειτα, υπάρχει το ζήτημα καθαυτής της ανώδυνης γλώσσας της “ανάπλασης”. Καταρχήν, από πού προέρχεται αυτή η γλώσσα; Η “ανάπλαση” [regenaration], ένας βιοϊατρικός και οικολογικός όρος, εφαρμόζεται σε ξεχωριστά φυτά, είδη και όργανα -ένα συκώτι ή ένα δάσος πιθανόν να αναπλαστούν- και υποδηλώνει ότι η στρατηγική ανάπλασης της πόλης είναι πρακτικά μία φυσική διαδικασία. Έτσι, η υπεράσπιση των στρατηγικών ανάπλασης συγκαλύπτει τις ουσιώδεις κοινωνικές καταβολές και τους σκοπούς της αστικής αναμόρφωσης και απαλείφει τη λογική νικητών και ηττημένων από την οποία προκύπτουν τέτοιες πολιτικές. Το gentrification γενικά εμπεριέχει εκτοπισμούς, παρόλα αυτά ούτε στο βρετανικό μανιφέστο της “αστικής ανάπλασης”, ούτε στην ατζέντα του πανευρωπαϊκού συνεδρίου του Παρισιού αναφέρεται κάποια αναγνώριση της μοίρας αυτών των ανθρώπων που εκτοπίζονται από την προτεινόμενη επανακατάκτηση της πόλης.

Η γλώσσα της ανάπλασης καμουφλάρει το gentrification. Ακριβώς επειδή η γλώσσα του gentrification λέει την αλήθεια σχετικά με την ταξική μετατόπιση που συνεπάγεται η “ανάπλαση” της πόλης, έχει γίνει λέξη ταμπού για τους ‘develop- ers’, τους πολιτικούς και τους χρηματιστές. Βρισκόμαστε στην ειρωνικό σημείο να βλέπουμε στις ΗΠΑ, όπου η ιδεολογία της αταξικότητας είναι τόσο κυρίαρχη, τη γλώσσα του gentrification να είναι αρκετά γενικευμένη, ενώ στην Ευρώπη αντίθετα να είναι περιορισμένη. Έτσι, ακόμα και φαινομενικά προοδευτικοί πολεοδόμοι και τοπικοί σύμβουλοι από το Bochum μέχρι το Brixton, οι οποίοι ακόμα πιστεύουν ότι είναι σοσιαλιστές και οι οποίοι πιθανόν να είναι ενήμεροι των κινδύνων της εκτόπισης, διακατέχονται πλέον από τη γραφειοκρατική υπόσχεση της “ανάπλασης” σε τέτοιο βαθμό, που η ενσωματωμένη ατζέντα του γενικευμένου gentrification των αστικών κέντρων περνάει απαρατήρητη. Η “αστική ανάπλαση” δεν αναπαριστά μόνο το επόμενο κύμα gentrification, πολεοδομημένου και χρηματοδοτημένου σε μία κλίμακα χωρίς προηγούμενο, αλλά η νίκη της γλώσσας της, με το να αναισθητοποιεί την κριτική κατανόηση του gentrification στην Ευρώπη, αναπαριστά μία αξιοσημείωτη ιδεολογική νίκη για τις νεοφιλελεύθερες οπτικές της πόλης.

Το θέμα εδώ δεν είναι να εκβιάσουμε μία ένα-προς-ένα αντιστοιχία μεταξύ των στρατηγικών ανάπλασης και gentrification, ή να καταδικάσουμε όλες τις στρατηγικές ανάπλασης ως Δούρειους Ίππους του gentrification. Μάλλον θα ήθελα να επιμείνω στο ότι το gentrification είναι μία παντοδύναμη, αν και συχνά καμουφλαρισμένη, πρόθεση των στρατηγικών αστικής ανάπλασης και να υποστηρίξω μία κριτική θέση απέναντι στην ιδεολογική ισοπέδωση που αποκρύπτει το ζήτημα του gen- trification, παρότι η κλίμακα της διαδικασίας γίνεται ολοένα και πιο απειλητική και η ενσωμάτωση του gentrification σε μία γενικότερη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία γίνεται ολοένα και πιο απτή. Το gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων είναι μία τελειοποιημένη έκφραση της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας. Κινητοποιεί τα αιτήματα της ιδιωτικής περιουσίας δια μέσω μιας αγοράς που λαδώνεται από τις δωρεές του κράτους.

Επίλογος

Σε αυτό το άρθρο, παρουσιάζω δύο μάλλον διαφορετικά επιχειρήματα. Από τη μια μεριά, αμφισβητώ την ευρωκεντρική υπόθεση ότι οι παγκόσμιες πόλεις θα πρέπει να ορίζονται σύμφωνα με τις διοικητικές λειτουργίες, παρά σύμφωνα με τη συμμετοχή τους στην παγκόσμια παραγωγή υπεραξίας. Από την άλλη μεριά, θέλω να επισημάνω τους τρόπους με τους οποίους το gentrification εξελίχθηκε σε μία ανταγωνιστική στρατηγική των πόλεων στα πλαίσια αυτής της παγκόσμιας οικονομίας. Η γενίκευση του gentrification μετά τη δεκαετία του 1990, ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων, έχει έναν κομβικό ρόλο στη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία κατά δύο τρόπους. Πρώτον, γεμίζει το κενό που άφησε η εγκατάλειψη της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου του 20ου αιώνα. Δεύτερον, υπηρετεί τις αγορές ακινήτων στο κέντρο και στο εσωτερικό των πόλεων, ως αναπτυσσόμενους τομείς επένδυσης παραγωγικού κεφαλαίου: η παγκοσμιοποίηση του παραγωγικού κεφαλαίου συνδράμει στο gentri- fication. Αυτό δεν ήταν ούτε αναπόφευκτο, ούτε τυχαίο. Κάθε άλλο, καθώς οι πόλεις γίνονταν παγκόσμιες, ομοίως παγκοσμιοποιούνταν και κάποια από τα κεντρικά τους χαρακτηριστικά. Η αναδυόμενη παγκοσμιοποίηση του gentrifi- cation, όπως και αυτή των ίδιων των πόλεων, αναπαριστά τη νίκη συγκεκριμένων οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων επί κάποιων άλλων, μία επαναβεβαίωση των (νεοφιλελεύθερων) οικονομικών υποθέσεων επί της πορείας του gentrification…30

Ακόμα και εκεί όπου το gentrification καθαυτό παραμένει περιορισμένο, η κινητοποίηση των μεσιτικών αγορών ακινήτων των πόλεων, ως οχήματα της συσσώρευσης κεφαλαίου είναι πανταχού παρούσα.

Ένα άλλο σύμπτωμα της έντονης ενσωμάτωσης της κτηματομεσιτικής βιομηχανίας στον κεντρικό πυρήνα της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας εμφανίζεται σε πόλεις όπως η Kuala Lumpur, η Σιγκαπούρη, το Rio de Janeiro και η Mumbai, εκεί όπου οι τιμές των ακινήτων κατά τη δεκαετία του 1990 πολλαπλασιάστηκαν πολλές φορές. Η ίδια διαδικασία συγκέντρωσης κεφαλαίου που όξυνε την αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και την κοινωνική αναπαραγωγή ενίσχυσε επίσης και τη διαδικασία gentrifi- cation, αν και αυτό εξελίσσεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικούς τόπους. Πιο συγκεκριμένα, στο Mumbai, η απορρύθμιση των αγορών και ο παγκόσμιος ανταγωνισμός στα μέσα της δεκαετίας του 1990, οδήγησε σε “υπέρογκα υψηλές τιμές” που σύντομα επισκίασαν αυτές της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου και του Τόκιο31. Μπορεί οι ασταθείς ακραίες τιμές του 1996 να υποχώρησαν, ωστόσο το ανώτερο τμήμα των μεσιτικών αγορών ακινήτων του Mum- bai, βρίσκεται πλέον σε συνεχή ανταγωνισμό με ακίνητα σε ολόκληρο τον κόσμο, μία κατάσταση που επέφερε μικρής κλίμακας gentrification, αλλά με πολύ πραγματικούς όρους για κάποιες γειτονιές.

Αν και ο κεντρικός εδαφικός άξονας του οικονομικού ανταγωνισμού πριν τη δεκαετία του 1970 είχε ως αποτέλεσμα να αντιμάχονται περιφερειακές και εθνικές οικονομίες η μία ενάντια στην άλλη, ο νέος γεωγραφικός άξονας του ανταγωνισμού από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα είχε ως αποτέλεσμα να αντιμάχονται πόλεις ενάντια σε πόλεις στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτός ο ανταγωνισμός λαμβάνει χώρα, όχι μόνο με όρους προσέλκυσης και διατήρησης της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά επίσης και μέσα από το μάρκετινγκ των πόλεων ως οικιστικών και τουριστικών προορισμών. Αυτό ήταν σαφές στις πολιτικές της βρετανικής ανάπλασης, όπως το ‘City Challenge’ κατά τη δεκαετία του 199032 και ήταν επίσης σαφές από τη Νέα Υόρκη ως την Ατλάντα και το Βανκούβερ, όπου οι πολιτικές ενάντια στους άστεγους δικαιολογήθηκαν προκειμένου να ενισχυθεί η τουριστική βιομηχανία. Το περιοδικό Travel and Leisure φιλοξενεί τώρα μια μόνιμη στήλη που οικειοποιείται τη γλώσσα των “αναδυόμενων οικονομιών” προκειμένου να αναδείξει τις “αναδυόμενες πόλεις”. Το Montevi- deo είναι διάσημο για την “ακμάζουσα κοινωνία του καφέ” του· η Τύνιδα “έχει ένα μεγαλείο που φέρνει στο νου την Πράγα και τη Βιέννη”· “η πόλη του Παναμά διαμορφώνεται ως η πολιτισμική πύλη” προς τη Ζώνη του Καναλιού: “Μόλις εγκατασταθείς, βγες και ψώνισε”· και η “Κρακοβία βιώνει μία αναγέννηση”33. Παρόμοιες φιλοδοξίες χαρακτήριζαν και τις διακηρύξεις του Δήμαρχου Giuliani μετά την καταστροφή του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου: “Βγείτε έξω και ζείστε μία κανονική ζωή”, προέτρεψε μετά την 11η Σεπτεμβρίου. “Πηγαίνετε σε εστιατόρια, σε έργα και ξενοδοχεία, καταναλώστε χρήματα”.

Ο Lefevbvre κάποτε ισχυρίστηκε ότι η πολεοδομία υποκατέστησε τη εκβιομηχάνιση ως την κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού: η εκβιομηχάνιση μπορεί πιθανόν να τροφοδότησε τη συστημική αστικοποίηση, αλλά τώρα η αστικοποίηση προκαλεί την εκβιομηχάνιση. Ο ισχυρισμός του δεναντιστάθηκε στο τεστ του χρόνου, ιδιαίτερα στο φως της παγκοσμιοποίησης της βιομηχανικής παραγωγής και της επέκτασης της Ανατολικής Ασίας, η οποία βρισκόταν σε βαθιά εξάρτηση, όπως έγραψε ο Lefebvre. Παρόλα αυτά, φαίνεται να προέβλεψε κάτι πολύ πραγματικό. Με παγκόσμιους όρους, η αστικοποίηση δεν υποκατέστησε, φυσικά, την εκβιομηχάνιση· όλα τα προϊόντα που προωθούν την αστικοποίηση κατασκευάζονται κάπου μέσα στην παγκόσμια οικονομία. Παρόλα αυτά, η ανάπτυξη των αστικών ακινήτων -με το gentrification σε εξέχουσα θέση- έγινε τώρα μία κεντρική κινητήρια δύναμη της οικονομικής εξάπλωσης των πόλεων, ένας κομβικός τομέας στις νέες οικονομίες των πόλεων. Μία επαρκής θεωρητική κατανόηση της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας θα πρέπει να ξαναδεί το επιχείρημα του Lefebvre και να διακρίνει τη διορατικότητά του από την υπερβολή του.

17. Glass 1964:xviii
18. DETR 1999
19. Garcia 2001
20. Jones and Varley 1999
21. Garside 1993
22. Thomas 1991
23. Hackworth 2000
24. Hackworth and Smith 2001
25. Fainstein 1994
26. Smith and DiFilippis 1999
27. Smith 1996
28. Πρβλ. Vine 2001
29. DETR 1999
30. Smith and DiFilippis 1999
31. Nijman 2000:575
32. Jones and Ward, περιοδικό Αntipode 2002
33. On the Town 2000:50

Neil Smith: Νέος Παγκοσμισμός, Νέα Πολεοδομία – Το gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων (α’ μέρος)

Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί διάφορα παραδείγματα από τη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του 1990 προκειμένου να προωθήσει δύο βασικά επιχειρήματα σχετικά με την μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία και την κατ’ ευφημισμόν παγκοσμιοποίηση.

Πρώτον, όσο το νεοφιλελεύθερο κράτος μετατρέπεται σε έναν καταναλωτικό -παρά ρυθμιστικό- παράγοντα της αγοράς, η νέα ρεβανσιστική [revanchist] πολεοδομία, η οποία αντικαθιστά τη φιλελεύθερη πολιτική για τον αστικό χώρο στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου, εκφράζει ολοένα και περισσότερο τους παλμούς της καπιταλιστικής παραγωγής, παρά της κοινωνικής αναπαραγωγής. Καθώς η παγκοσμιοποίηση προαναγγέλει μία νέα κλίμακα του παγκόσμιου, η κλίμακα του τοπικού αναδιατυπώνεται. Οι πραγματικές παγκόσμιες πόλεις μπορεί να είναι τόσο οι ταχέως μεγενθυνόμενες μητροπολιτικές οικονομίες της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και (σε μικρότερο βαθμό) της Αφρικής, όσο και τα διοικητικά κέντρα της Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής και της Ιαπωνίας. Δεύτερον, η διαδικασία του gentrification, που αρχικά ξεκίνησε ως σποραδική, ιδιόρρυθμη και τοπική ανωμαλία των αγορών ακινήτων κάποιων πόλεων στα διοικητικά κέντρα, τώρα γενικεύεται πλήρως ως μία αστική στρατηγική που παίρνει τα ηνία της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου. Χωρίς να είναι πλέον απομονωμένη και περιορισμένη στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική ή την Ωκεανία, η στρατηγική του gentrification τώρα γενικεύεται· οι επιπτώσεις του είναι παγκόσμιες και συνδέεται εκ βάθρων με τα κυκλώματα της κυκλοφορίας του παγκόσμιου κεφαλαίου και του πολιτισμού. Αυτό που συνδέει τα παραπάνω δύο επιχειρήματα είναι η μετατόπιση από μία αστική κλίμακα, που καθοριζόταν από τις συνθήκες της κοινωνικής αναπαραγωγής, σε μία άλλη, στην οποία η επένδυση του παραγωγικού κεφαλαίου διατηρεί το οριστικό προβάδισμα.

Τέσσερις σειρές γεγονότων που συνέβησαν στην πόλη της Νέας Υόρκης στα τέλη της δεκαετίας του 1990 συνέλαβαν ευκρινώς κάποια από τα κεντρικά περιγράμματα της νέας φιλελεύθερης πολεοδομίας. Η πρώτη αφορά το κεφάλαιο και το κράτος. Στις τελευταίες μέρες του 1998, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Rudy Giuliani ανακοίνωσε ένα τεράστιο “Χριστουγεννιάτικο δώρο” στην καπιταλιστική ελίτ της πόλης. Απαντώντας στις “απειλές” περί πιθανής μετεγκατάστασης του Χρηματιστηρίου Αξιών της Νέας Υόρκης (NYSE) πέρα από τον ποταμό Hudson, στο New Jersey, ο Giuliani ανακοίνωσε μία επιχορήγηση 900 εκατομμυρίων δολαρίων από τους φορολογούμενους, δήθεν για να συγκρατήσει το χρηματιστήριο στην πόλη. Αυτό ήταν μόνο το τελευταίο και το μεγαλύτερο από μία σειρά “γεωρουσφετιών” [geobribes] που έκανε η πόλη στις παγκόσμιες επιχειρήσεις. Η επιχορήγηση συμπεριλαμβάνει 400 εκατομμύρια δολάρια με τα οποία η πόλη και το κράτος θα χτίσουν νέα γραφεία 650.000 τετραγωνικών μέτρων στη Wall Street για το NYSE. Δεν υπήρξε ποτέ η πρόφαση ότι στη συμφωνία αυτή οδήγησαν χρηματοπιστωτικές ανάγκες, καθώς η επιχορήγηση ήρθε σε μία περίοδο που το χρηματιστήριο αναρροφούσε πρωτόγνωρα ποσά υπεραξίας από τις παγκόσμιες οικονομίες. Αντίθετα, οι αξιωματούχοι της πόλης και του κράτους αναφέρθηκαν στη συμφωνία ως “συνεργασία”. Είχαν προηγηθεί, βεβαίως, και άλλες συνεργασίες μεταξύ δημόσιου και ιδιωτών, αλλά η συγκεκριμένη υπήρξε πρωτόγνωρη κατά δύο τρόπους. Πρώτο -και προφανέστερο- ήταν η κλίμακα του “γεωρουσφετιού” στο ιδιωτικό κεφάλαιο: αγγίζοντας το 1 δις δολάρια το 2001, η κλίμακα αυτής της επιχορήγησης ήταν πρωτόγνωρη. Δεύτερο και σημαντικότερο, η τοπική διοίκηση σε αυτό το περιστατικό απέφυγε να χρησιμοποιήσει το πρόσχημα του ρυθμιστή ή του καθοδηγητή του ιδιωτικού τομέα με στόχο την επίτευξη αποτελεσμάτων που ο ίδιος θα αδυνατούσε να επιτύχει μόνος του. Αντίθετα, η επιχορήγηση δικαιολογήθηκε ως μία επένδυση της πόλης και του κράτους, ως μία “καλή επιχειρηματική πρακτική”. Το ότι η απειλή κατά πάσα περίπτωση ήταν κούφια και το ότι το NYSE ποτέ δεν θα εξέταζε σοβαρά να αφήσει την πόλη, απλά επιβεβαιώνει το προκείμενο: αντί να διαμορφώνει την τροχιά του ιδιωτικού κεφαλαίου, η τοπική κυβέρνηση απλά προσαρμόστηκε στη κατεύθυνση που είχε ήδη θεμελιώσει η λογική των αγορών και, στην πράξη, μετατράπηκε σε μια κατώτερη αλλά αποτελεσματική συνεργάτη του παγκόσμιου κεφαλαίου. Η καταστροφή του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου εγείρει ένα πολύ ρεαλιστικό ενδεχόμενο να καταληφθεί αυτή η τοποθεσία από το χρηματιστήριο.

Η δεύτερη σειρά γεγονότων αφορά την κοινωνική αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Νωρίτερα, μέσα στο 1998, η Διεύθυνση Εκπαίδευσης της Πόλης της Νέας Υόρκης, ανακοίνωσε ότι αντιμετώπιζε έλλειψη δασκάλων μαθηματικών και ότι θα προσλάμβανε σαράντα νέους δασκάλους από την Αυστρία. Ακόμα πιο αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μία έλλειψη σε δασκάλους Ισπανικών σε μία πόλη με περισσότερους από δύο εκατομμύρια ισπανόφωνους θα καλυπτόταν με δασκάλους από την Ισπανία. Η ετήσια πρόσληψη δασκάλων λυκείου από χώρες του εξωτερικού έχει γίνει πλέον θέμα ρουτίνας. Τον ίδιο περίπου καιρό ανακοινώθηκε ότι η Αστυνομική Διεύθυνση της Πόλης της Νέας Υόρκης [NYPD] θα ήταν υπεύθυνη για την ασφάλεια των σχολείων της περιοχής από το Σχολικό Συμβούλιο. Όλα αυτά τα γεγονότα συνάγουν σε μία βαθιά κρίση, όχι απλά στο εκπαιδευτικό σύστημα της πόλης, αλλά στο ευρύτερο σύστημα της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Η τρίτη σειρά γεγονότων αναφέρεται στη δραστική αύξηση του κοινωνικού ελέγχου. Το 1997 ήρθε στο φως η φριχτή υπόθεση αστυνομικής βαρβαρότητας εναντίον του Abner Louima, ενός πρόσφυγα από την Αϊτή. Ενάμιση χρόνο μετά, ο άοπλος μετανάστης Amadou Diallo από τη Γουινέα, έπεσε νεκρός στην είσοδο του διαμερίσματός του, αφού δέχτηκε καταιγισμό από 41 αστυνομικές σφαίρες. Τελικά, δύο από τους μπάτσους που επιτέθηκαν στον Louima φυλακίστηκαν, ενώ οι δολοφόνοι του Diallo απαλλάχθηκαν από κάθε ποινική ευθύνη, όπως άλλωστε και η πλειοψηφία των μπάτσων που πυροβολούσαν αθώους Νεοϋρκέζους στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Τον επόμενο χρόνο, με μια απόφαση που είχε παγώσει λόγω της δολοφονίας του Diallo, το NYPD εξοπλίστηκε με τις περιβόητες σφαίρες “dum-dum”, οι οποίες είναι σχεδιασμένες να προκαλούν τη μέγιστη σωματική βλάβη. Την ίδια στιγμή, αποκαλύφθηκε ότι μεταξύ του 1994 και του 1997, η πόλη της Νέας Υόρκης είχε πληρώσει το ποσό-ρεκόρ των 96,8 εκατομμυρίων δολαρίων για να τακτοποιήσει τις πολυάριθμες δικαστικές υποθέσεις αστυνομικής βαρβαρότητας. Ήδη πριν την καταστροφή του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, ο τυπικός Νεοϋρκέζος αισθανόταν ολοένα και περισσότερο ότι η αστυνομική βία ήταν εκτός ελέγχου· ακόμα και ο πρόεδρος της διαβόητης αστυνομικής ένωσης εξέφρασε φόβους ότι η κατασταλτική στρατηγική της αστυνομίας της πόλης στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ήταν “το πρόπλασμα για ένα αστυνομικό κράτος και μία τυραννία”1. Αυτά τα γεγονότα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της επιβολής των “τακτικών μηδενικής ανοχής” από τον Giuliani, αλλά ήταν εξίσου και αποτέλεσμα μιας ευρύτερης μετατόπισης της πολιτικής του αστικού χώρου, από τον φιλελευθερισμό που κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, προς αυτό που αποκαλέστηκε προηγουμένως “η ρεβανσιστική πόλη”2.

Το τέταρτο γεγονός -και πιθανόν το πιο ενδιαφέρον- αφορά τον μετασχηματιζόμενο πολιτικό ρόλο της τοπικής διοίκησης. Ο Giuliani, θυμωμένος από τον τρόπο με τον οποίο οι διπλωμάτες των Ηνωμένων Εθνών αγνοούσαν την ισχύουσα νομοθεσία για την παράνομη στάθμευση, και αποδίδοντάς τους ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το μποτιλιάρισμα του Μανχάταν, απείλησε να αρχίσει να ρυμουλκεί τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα με διπλωματικές πινακίδες. Ενώ είχε ήδη χλευαστεί ανοιχτά για τις μικρότερης ή μεγαλύτερης σημασίας πολιτικές του ενάντια στην καταστολή, ο “Benito” Giuliani (όπως τον κατoνόμαζαν ακόμη και οι New York Times) δήλωνε εξίσου θυμωμένος και με το State Department επειδή φαινόταν να υποστηρίζει την κακή οδική συμπεριφορά του ΟΗΕ. Τότε ο Guiliani αποφάσισε ότι ίσως είχε έρθει η στιγμή, να αποκτήσει η πόλη της Νέας Υόρκης τη δική της εξωτερική πολιτική3. Το γενικότερο νόημα είναι ότι, σε μια χρονική στιγμή όπου αναδιαρθρώνεται η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και κράτους, εξελίσσεται μια κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής και αυξάνονται τα κύματα πολιτικής καταστολής, επαναπροσδιορίζεται η κλίμακα των πρακτικών, των κουλτούρων και των λειτουργιών που αναπτύσσονται στον αστικό χώρο μέσα στο πλαίσιο που ορίζουν οι νέες παγκόσμιες σχέσεις και η θεαματικά μεταβαλλόμενη μοίρα του έθνους-κράτους.

Αυτές οι τέσσερις σειρές γεγονότων σκιαγραφούν σε μεγάλο βαθμό τη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία, η οποία οδηγούνταν προς τη γέννηση της ήδη από τη δεκαετία του 1980. Με τον νεοφιλελευθερισμό, αναφέρομαι σε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Ο φιλελευθερισμός του 18ου αιώνα, από τον John Locke ως τον Adam Smith, περιστρεφόταν γύρω από δύο σημαντικές υποθέσεις: ότι η ελεύθερη, δημοκρατική υποστήριξη του ατομικού συμφέροντος οδηγούσε στο βέλτιστο συλλογικό κοινωνικό καλό· και ότι η αγορά αυτορρυθμίζεται, δηλαδή ότι η ατομική ιδιοκτησία είναι το θεμέλιο αυτού του ατομικού συμφέροντος, και η ελεύθερη αγορά το ιδανικό του όχημα. Ο αμερικάνικος φιλελευθερισμός του 20ου αιώνα λοιπόν, από τον Woodrow Wilson ως τον Franklin Roosevelt και τον John F Kennedy, δεν ήταν και τόσο άσχετος με το όνομά του καθώς έδωσε έμφαση στην κοινωνική αντιστάθμιση των ακροτήτων της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας, διατηρώντας φυσικά τα ίδια θεμελιακά αξιώματα του φιλελευθερισμού. Στο βαθμό μάλιστα που επεδίωκε να απορροφήσει την σοσιαλιστική επιρροή, μπορούμε να πούμε ότι αποτέλεσε μια ιδιαίτερη περίπτωση. Ο νεοφιλελευθερισμός λοιπόν, που περνά από τον 20ο στον 21ο αιώνα, εκφράζει μια σημαντική στροφή στα αρχικά αξιώματα του φιλελευθερισμού, αν και τα ενίσχυσε με μία άνευ προηγουμένου κινητοποίηση της κρατικής εξουσίας· όχι μιας γενικά και αόριστα εθνικής κρατικής εξουσίας, αλλά μιας κρατικής εξουσίας οργανωμένης και εξασκημένης σε διαφορετικές γεωγραφικές κλίμακες.

Παρόμοια, τροποποιήθηκαν δραστικά οι διασυνδέσεις ανάμεσα στο κεφάλαιο και το κράτος, η κοινωνική αναπαραγωγή και ο κοινωνικός έλεγχος. Και αυτός ο μετασχηματισμός, το περίγραμμα του οποίου μόλις ξεκινάμε να βλέπουμε, εκφράζεται πιο έντονα μέσα από μια μεταλλασσόμενη γεωγραφία των κοινωνικών σχέσεων – ή πιο συγκεκριμένα, μέσα από τον επαναπροσδιορισμό της κλίμακας στην οποία εξελίσσονται οι κοινωνικές διαδικασίες και οι κοινωνικές σχέσεις. Δημιουργούνται νέες συσχετίσεις μεταξύ των διαφορετικών κλιμάκων, αντικαθιστώντας τις προηγούμενες που συνδέονταν σε μεγάλο βαθμό με την “κοινότητα”, το “αστικό”, το “περιφερειακό”, το “εθνικό” και το “παγκόσμιο”. Εστιάζω σε αυτό το άρθρο αποκλειστικά στη νεοφιλελεύθερη αστικοποίηση και στη σχέση ανάμεσα στο παγκόσμιο και το αστικό. Δεν έχω καμία πρόθεση να υποστηρίξω ότι άλλες κλίμακες είναι λιγότερο σχετικές στο ευρύτερο πλαίσιο, θέλω όμως να αναφερθώ στην ιδιαίτερη σχέση που φαίνεται να αναπτύσσεται μεταξύ της παγκόσμιας κλίμακας και του μετασχηματισμού του αστικού χώρου. Συγκεκριμένα, θα ήθελα να θέσω δύο επιχειρήματα που στην αρχή θα φαίνονται αρκετά διαχωρισμένα. Πρώτον, θα ήθελα να ισχυριστώ ότι στα πλαίσια ενός νέου παγκοσμισμού4, ευρέως (αν και αποσπασματικά) εκφρασμένου μέσω των ιδεολογημάτων της “παγκοσμιοποίησης”, βλέπουμε έναν ευρύτερο επαναπροσδιορισμό της αστικής κλίμακας -στην πράξη μία νέα πολεοδομία- που επανεξετάζει τα κριτήρια κατασκευής της κλίμακας, και εν προκειμένω τις διαδικασίες της παραγωγής και την αξιοσημείωτη αστική ανάπτυξη στην Ασία, τη Λατινική Αμερική και την Αφρική. Δεύτερον, εστιάζοντας περισσότερο στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική, θα ήθελα να επισημάνω ότι οι σχετικά πρόσφατες διαδικασίες gentrification έχουν αναχθεί σε κεντρικό χαρακτηριστικό αυτής της νέας πολεοδομίας. Επομένως, εκθέτω δύο πτυχές μιας επιχειρηματολογίας που καταδεικνύει το πώς ο νεοφιλελευθερισμός εξελίσσεται σε νέες μορφές μέσα στην ευρύτερη ιστορία της καπιταλιστικής αστικοποίησης. Εν κατακλείδι, ελπίζω να δείξω ότι οι δύο μετατοπίσεις που διερευνώνται εδώ στην πραγματικότητα συνδέονται μεταξύ τους.

Νέα Πολεοδομία

Η Saskia Sassen, στο δεξιοτεχνικά συνθετικό της έργο (1992, 1998, 2000), προσφέρει ένα επιχείρημα που αποτελεί σημείο αναφοράς σχετικά με τη σημασία του τόπου5 στον νέο παγκοσμισμό. Ο τόπος, υποστηρίζει, έχει κεντρικό ρόλο στην κυκλοφορία των ανθρώπων και του κεφαλαίου στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Μια εστίαση στους αστικούς τόπους σε ένα κόσμο που παγκοσμιοποιείται μας οδηγεί στην αναγνώριση της ταχέως μειούμενης σημασίας της εθνικής οικονομίας, ενώ παράλληλα η παγκοσμιοποίηση λαμβάνει χώρα δια μέσω συγκεκριμένων κοινωνικών και οικονομικών συγκροτημάτων, ριζωμένων σε συγκεκριμένους τόπους. Αυτό συνθέτει μία οικεία εικόνα της παγκοσμιοποίησης, ορισμένης με όρους οικονομικής μετατόπισης από την παραγωγή στην χρηματοδότηση. Οι παγκόσμιες πόλεις αναδύθηκαν όταν, κατά τη δεκαετία του 1970, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα γιγαντώθηκε και οι ξένες άμεσες επενδύσεις σταμάτησαν πλέον να αφορούν κεφάλαιο που επενδύονταν απευθείας σε παραγωγικές λειτουργίες, αλλά μάλλον αφορούσαν κεφάλαιο που κινούνταν προς και ανάμεσα στις διάφορες αγορές κεφαλαίου. Αυτό, με τη σειρά του, πυροδότησε μια ευρεία ανάπτυξη των βοηθητικών προς τους παραγωγούς υπηρεσιών συγκεντρωμένων σε διοικητικές και ελεγκτικές θέσεις στη χρηματοπιστωτική οικονομία. Αυτές οι νέες αστικές μορφές χαρακτηρίζονται από ακραίους διχασμούς πλούτου και ένδειας, από ριζικές ανακατατάξεις των ταξικών σχέσεων και από την εξάρτηση σε νέα μεταναστευτικά ρεύματα εργασίας. Αυτή, φυσικά, είναι η παραδειγματική παγκόσμια πόλη. Η ισορροπία της παγκόσμιας δύναμης έχει μετατοπιστεί ήδη από τη δεκαετία του 1970 “από παραγωγικούς τόπους, όπως το Detroit και το Manchester, σε χρηματοπιστωτικά κέντρα και υπηρεσίες υψηλής εξειδίκευσης”6.

Το έργο της Sassen, μία ευπρόσδεκτη εναλλακτική στη φαιδρή αισιοδοξία των παγκοσμιοποιημένων ουτοπιών, είναι αρκετά εύστοχο όσον αφορά το μεταβαλλόμενο περιεχόμενο ορισμένων αστικών [urban] οικονομιών. Παρόλα αυτά, είναι ευάλωτο τόσο στις θεωρητικές, όσο και στις εμπειρικές του βάσεις, οι οποίες υποδεικνύουν μία πολύ πιο περίπλοκη σειρά σχέσεων που συνδέουν τις παγκόσμιες πόλεις, αλλά και ένα μεγαλύτερο φάσμα πόλεων που μπορεί να ομαδοποιηθεί κάτω από τον τίτλο “παγκόσμιες πόλεις”7. Στο τέλος, τα επιχειρήματα της Sassen είναι λίγο ασαφή σχετικά με το πώς κατασκευάζονται στην πράξη οι τόποι. Δεν προχωράει αρκετά. Φαίνεται σαν η παγκόσμια κοινωνική οικονομία να περιλαμβάνει μία πληθώρα μονάδων-υποδοχέων [containers], τα έθνη-κράτη, μέσα στις οποίες επιπλέει ένας αριθμός μικρότερων υπομονάδων-υποδοχέων, οι πόλεις. Αυτό που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση είναι μία ριζική αλλαγή στα είδη των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων και δραστηριοτήτων που εξελίσσονται μέσα σε αυτές τις μονάδες, μία αναταξινόμηση των δραστηριοτήτων μεταξύ διαφορετικών μονάδων και μία αυξανόμενη διαβλητότητα των εθνικών μονάδων, που έχει ως αποτέλεσμα οι ταραχές στην ευρύτερη παγκόσμια θάλασσα να κτυπούν απευθείας και αυξανόμενα τις πόλεις. Παρόλα αυτά, και με την εξαίρεση κάποιων εθνικών μονάδων που πιθανόν να βουλιάζουν πραγματικά, οι μονάδες καθεαυτές παραμένουν σταθερά ανέγγιχτες σε αυτή τη φάση, ακόμα και αν οι μεταξύ τους σχέσεις μεταλλάσσονται. Κατά τον Brenner, το έργο της Sassen παραμένει “εκπληκτικά κρατικοκεντρικό” [με την εδαφική έννοια του κράτους]. Θέλω να υποστηρίξω εδώ ότι στα πλαίσια ενός νέου παγκοσμισμού, βιώνουμε την ανάδυση μιας νέας πολεοδομίας, τέτοια που οι μονάδες καθεαυτές αναπλάθονται θεμελιακά. “Το αστικό” επανακαθορίζεται τόσο δραστικά όσο και το παγκόσμιο· τα παλιά εννοιολογικά σχήματα -οι υποθέσεις της δεκαετίας του 1970 για το τι είναι ή ήταν “το αστικό”- δεν επαρκούν πλέον. Οι νέες αλληλουχίες αστικών λειτουργιών και δραστηριοτήτων σε σχέση με το εθνικό και το παγκόσμιο αλλάζουν όχι μόνο την εικόνα της πόλης, αλλά και τον ίδιο τον ορισμό του τι -κυριολεκτικά- συνιστά την αστική κλίμακα.

Οι πόλεις έχουν ιστορικά επιτελέσει πολλαπλές λειτουργίες, από στρατιωτικές και θρησκευτικές έως πολιτικές και εμπορικές, συμβολικές και πολιτιστικές, ανάλογα με την ιστορία και τη γεωγραφία της συγκρότησης και του μετασχηματισμού τους. Η κλίμακα του αστικού εξαρτάται εξίσου από τις ιδιαιτερότητες της κοινωνικής γεωγραφίας και της ιστορίας. Με την ανάπτυξη και την επέκταση του βιομηχανικού καπιταλισμού, οι αναπτυσσόμενες πόλεις εκφράζουν ολοένα και περισσότερο την ισχυρή τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου, ενώ η κλίμακα του αστικού ορίζεται ολοένα και περισσότερο σε σχέση με τα γεωγραφικά όρια της καθημερινής μετακίνησης από και προς τους χώρους εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι καθώς ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στην παραγωγή και την αναπαραγωγή γίνεται ταυτόχρονα και χωρικός καταμερισμός, και οποιωνδήποτε άλλων λειτουργιών και δραστηριοτήτων εκτελεί η πόλη, η κοινωνική και χωρική οργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής της εργασίας -δηλαδή η πρόνοια και η συντήρηση του πληθυσμού της εργατικής τάξης- έρχεται να διαδραματίσει έναν κεντρικό ρόλο στον καθορισμό της αστικής κλίμακας. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η κλίμακα της μοντέρνας πόλης ρυθμίζεται έτσι από κάτι τελείως εγκόσμιο: τους αντιφατικούς καθορισμούς των γεωγραφικών ορίων της καθημερινής μετακίνησης των εργατών ανάμεσα στο σπίτι και τη δουλειά8.

Η Κεϋνσιανή πόλη του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, στην οποία το κράτος εγγυόταν ευρύτατες ζώνες [swaths] κοινωνικής αναπαραγωγής, από την κατοικία μέχρι την πρόνοια και τις υποδομές των μεταφορών, αντιπροσώπευσε το ζενίθ αυτής της καθοριστικής σχέσης ανάμεσα στην αστική κλίμακα και την κοινωνική αναπαραγωγή. Αυτό είναι ένα ζήτημα που απασχόλησε σταθερά το έργο Ευρωπαίων και Αμερικάνων θεωρητικών της πόλης, αρχής γενομένης τη δεκαετία του 1960, από την αστική [urban] επανάσταση του Lefebvre(1971), στην αστική κρίση του Harvey(1973) και στον ρητό καθορισμό του Castells(1977) για το αστικό με όρους συλλογικής κατανάλωσης, ενώ παράλληλα αποτέλεσε και διαρκή έγνοια της φεμινιστικής θεωρίας για την πόλη9. Όντας παράλληλα ένα κέντρο συσσώρευσης κεφαλαίου, η Κεϋνσιανή πόλη ήταν από πολλές απόψεις ο κοινός προθάλαμος για την ανεύρεση εργασίας και την κοινωνική πρόνοια για κάθε εθνική πρωτεύουσα. Άλλωστε η περίφημη αστική κρίση του τέλους της δεκαετίας του 1960 και ολόκληρης της δεκαετίας του 1970 ερμηνεύτηκε ευρέως ως κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής, η οποία σχετίζονταν με τις κοινωνικές παρενέργειες του ρατσισμού, της ταξικής εκμετάλλευσης και της πατριαρχίας, και τις αντιθέσεις ανάμεσα σε μία αστική μορφή που προέκυπτε με κριτήριο την καπιταλιστική συσσώρευση και μία άλλη που έπρεπε να δικαιολογηθεί ως προς την αποτελεσματικότητα της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Ας κάνουμε τώρα ένα βήμα πίσω και ας κοιτάξουμε το ζήτημα της “παγκοσμιοποίησης”, γιατί εάν μιλάμε για παγκόσμιες πόλεις, κατά πάσα πιθανότητα ο ορισμός τους εμπλέκεται σε αυτή τη διαδικασία. Τι είναι ακριβώς αυτό που παγκοσμιοποιείται στις αρχές του 21ου αιώνα; Ποια είναι η καινοτομία του παρόντος; Σίγουρα δεν είναι το εμπορευματικό κεφάλαιο που παγκοσμιοποιείται: Ο Άνταμ Σμιθ και ο Καρλ Μαρξ διαπίστωσαν αμφότεροι μία “παγκόσμια αγορά”. Ούτε, με την ίδια λογική, μπορεί να είναι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αυτό που παγκοσμιοποιείται. Τα σύγχρονα επίπεδα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής συναλλαγής μόλις τώρα φτάνουν τα επίπεδα της περιόδου μεταξύ της δεκαετίας του 1890 και του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι θεσμοί των Bretton-Woods, που συστάθηκαν μετά το 1944, ιδιαίτερα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, προορίζονταν να αναζωογονήσουν και να ρυθμίσουν τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές ροές που είχαν διακοπεί από την οικονομική κρίση και τον πόλεμο. Μέσα από αυτό το ιστορικό πρίσμα, η παγκόσμια επέκταση των χρηματιστηρίων αξιών και συναλλάγματος και η πλατιά χρηματοπιστωτική απορρύθμιση μετά τη δεκαετία του 1980, είναι μάλλον περισσότερο μία απάντηση στη παγκοσμιοποίηση, παρά η αιτία της. Πολύ ισχυρή είναι επίσης η παγκοσμιοποίηση των πολιτισμικών εικόνων της εποχής των υπολογιστών και της πρωτοφανούς μετανάστευσης, αλλά είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ένα επιχείρημα σχετικά με την καινοτομία της πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης, δεδομένου του εύρους των προϋπάρχοντων πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων. Πολύ πριν τη δεκαετία του 1980, όλες οι “εθνικές” κουλτούρες ήταν λιγότερο ή περισσότερο υβριδικές. Άρα, αυτό που μένει είναι το παραγωγικό κεφάλαιο, και νομίζω ότι μία βάσιμη υπόθεση που μπορεί να γίνει είναι ότι στο βαθμό που η παγκοσμιοποίηση κηρύσσει κάτι νέο, ο νέος παγκοσμισμός μπορεί να ανιχνευθεί στην αυξανόμενη παγκόσμια -ή έστω διεθνή- κλίμακα της οικονομικής παραγωγής. Ακόμα και στα τέλη της δεκαετίας του 1970, τα περισσότερα καταναλωτικά εμπορεύματα παράγονταν σε μία εθνική οικονομία, είτε για να καταναλωθούν εκεί, είτε για να εξαχθούν σε μία άλλη εθνική αγορά. Κατά τη δεκαετία του 1990, αυτό το μοντέλο ήταν παρωχημένο, καθώς για ορισμένα εμπορεύματα γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να προσδιοριστούν συγκεκριμένοι τόποι παραγωγής και η παλιά γλώσσα της οικονομικής γεωγραφίας δε έβγαζε πλέον κανένα νόημα. Στα αυτοκίνητα, τα ηλεκτρονικά, την ένδυση, τους υπολογιστές, τη βιοϊατρική και πολλούς άλλους βιομηχανικούς τομείς, υψηλής και χαμηλής τεχνολογίας, η παραγωγή τώρα οργανώνεται μεταξύ των εθνικών συνόρων, σε τέτοιο βαθμό που τα ζητήματα των εθνικών “εισαγωγών” και “εξαγωγών” υποκαθίστανται από εσωτερικά ζητήματα της παραγωγικής διαδικασίας του παγκόσμιου εμπορίου. Η ιδέα του “εθνικού κεφαλαίου” έχει σήμερα ελάχιστο νόημα, γιατί το μεγαλύτερο παγκόσμιο εμπόριο εκτός των εθνικών συνόρων είναι πια ενδοεταιρικό: λαμβάνει χώρα μέσα στα δίκτυα παραγωγής των ίδιων των εταιριών.

Με καθαρά οικονομικούς όρους, υπάρχει μικρή αμφιβολία ότι μειώνεται η δύναμη των περισσότερων κρατών που οργανώνονται σε εθνική κλίμακα. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν επικαλείται μία “μηδενικού-αθροίσματος” εννοιολόγηση της κλίμακας10, ούτε η απονέκρωση του έθνους-κράτους είναι ένα απλουστευτικό επιχείρημα. Πρώτον, η πολιτική και πολιτισμική ισχύς της εξουσίας σε εθνική κλίμακα δεν είναι απαραίτητο ότι μειώνεται, σε αρκετούς τόπους μάλιστα μπορεί να ενισχύεται. Δεύτερον, η αποδυνάμωση της οικονομικής εξουσίας σε εθνική κλίμακα είναι ιδιαίτερα ανισοκατανεμημένη και όχι αναγκαστικά παγκόσμια, με τις ΗΠΑ ή το Κινέζικο κράτος να απολαμβάνουν μία πολύ διαφορετική μοίρα από τη Μαλαισία ή τη Ζιμπάμπουε. Για παράδειγμα, ο Mészáros ισχυρίστηκε ότι η φιλοδοξία του κράτους των ΗΠΑ είναι να μετασχηματιστεί σε ένα παγκόσμιο κράτος και να διεξάγει έναν βίαιο “πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία” -στην πραγματικότητα έναν πόλεμο για την παγκόσμια ηγεμονία- κάτι που μοιάζει να επιβεβαιώνει την ανάλυση. Παρόλα αυτά, οι πηγές αυξημένης οικονομικής διαβλητότητας σε εθνική κλίμακα είναι αναντίρρητες: οι επικοινωνίες και η χρηματοπιστωτική απορρύθμιση διεύρυναν την γεωγραφική κινητικότητα του κεφαλαίου· πρωτοφανείς εργατικές μεταναστεύσεις αποστασιοποίησαν τις τοπικές οικονομίες από την αυτόματη εξάρτηση στην εγχώρια εργασία· οι εθνικές και οι τοπικές κυβερνήσεις (συμπεριλαμβανομένων των δημοτικών αρχών) ανταποκρίθηκαν προσφέροντας το καρότο στο κεφάλαιο, ενόσω εφάρμοζαν το μαστίγιο στην εργασία και αποσυναρμολογούσαν τις πρωθύστερες επιδοτήσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής· και τέλος, καθώς οι ταξικοί και οι φυλετικοί αγώνες έχουν ευρέως υποχωρήσει, έχουν επιτρέψει στις τοπικές και στις εθνικές κυβερνήσεις να εγκαταλείψουν το τμήμα του πληθυσμού που περισσεύει, τόσο με την αναδόμηση της οικονομίας, όσο και με το ξεκοίλιασμα των κοινωνικών υπηρεσιών. Η μαζική φυλάκιση της εργατικής τάξης και των μειονοτικών πληθυσμών, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, είναι το εθνικό ανάλογο της αναδυόμενης ρεβανσιστικής πόλης. Τα συγκριτικά χαμηλά επίπεδα κοινωνικών αγώνων έκαναν δυνατή την εικονική σιωπή της κυβέρνησης μετά τις εξεγέρσεις του Λος Άντζελες το 1992, γεγονός που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την θετική [για τις συνθήκες διαβίωσης των μαύρων] -αν και πατερναλιστική- αντίδρασή της στις εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1960.

Συνεπώς, δύο αλληλοενισχυόμενες μετατοπίσεις αναδομήσαν τις λειτουργίες και τους ενεργούς ρόλους των πόλεων. Αρχικά, τα παραγωγικά συστήματα που ήταν προηγουμένως χωρικά οργανωμένα σε (υποεθνική) περιφερειακή κλίμακα, σταδιακά αποκόπηκαν από το καθορισμένο εθνικό τους πλαίσιο, οδηγώντας όχι μόνο σε κύματα αποβιομηχάνισης κατά τη δεκαετία του 1970 και του 1980, αλλά και σε μια συνολική αναδόμηση και αποδόμηση της περιφέρειας στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης των καθιερωμένων ιεραρχιών κλίμακας. Ως συνέπεια, τα παραγωγικά συστήματα συρρικνώθηκαν. Η χωρική οργάνωση της παραγωγής επικεντρώνεται ολοένα και περισσότερο σε επεκτεινόμενα μητροπολιτικά κέντρα, παρά σε ευρύτερες περιοχές: η μητροπολιτική κλίμακα έρχεται πάλι να κυριαρχήσει επί της περιφερειακής κλίμακας, παρά το αντίθετο. Για παράδειγμα, στη θέση των αμερικάνικων Northwest και Midwest, των αγγλικών Midlands και του γερμανικό Ruhr -κλασικά γεωγραφικά δείγματα μοντέρνου βιομηχανικού καπιταλισμού- έχουμε το São Paulo και την Bangkok, το Mexico City και τη Shanghai, τη Mumbai και τη Seoul. Αν τον 19ο και 20ο αιώνα, οι παραδοσιακές βιομηχανικές περιοχές ήταν η σπονδυλική στήλη των εθνικών πρωτευουσών, οι πλατφόρμες της παγκόσμιας παραγωγής αποτελούνται ολοένα και περισσότερο από τις νέες τεράστιες αστικές [urban] οικονομίες. Αυτή η νέα αναδιάρθρωση της κλίμακας της παραγωγής προς τη μητροπολιτική κλίμακα είναι μία έκφραση της παγκόσμιας αλλαγής· ενώ την ίδια στιγμή, βρίσκεται στην καρδιά μιας νέας πολεοδομίας.

Οι συνέπειες γίνονται επίσης εμφανείς καθώς τα έθνη-κράτη απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από τις φιλελεύθερες πολιτικές του αστικού χώρου που κυριάρχησαν στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες τις κεντρικές δεκαετίες του 20ου αιώνα. Στις ΗΠΑ, η άρνηση του Προέδρου Ford να διασώσει την Πόλη της Νέας Υόρκης στο μέσο μιας βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης (απαθανατισμένη από την περίφημη επικεφαλίδα των Daily News: “Ford to City: Drop Dead”), που ακολουθήθηκε από την αποτυχία του Προέδρου Carter να υλοποιήσει το πολεοδομικό σχέδιο του 1978, έδωσε τον πρώτο υπαινιγμό μιας εθνικής οικονομίας ολοένα πιο αποσυνδεδεμένης και ανεξάρτητης από τις πόλεις της. Ακολούθησε η ολοκληρωτική διάλυση της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου, οδεύοντας με αποσπασματικά αλλά σταθερά βήματα προς την κυνική περικοπή του προνοιακού συστήματος επί Clinton το 1996. Aν και τα αποτελέσματα συχνά αποκρύπτονται και παίρνουν πολλές μορφές, η πορεία της αλλαγής είναι παρόμοια στις περισσότερες εύρωστες οικονομίες, με την Ιταλία -παρά τη μεταβίβαση κάποιας ισχύς του έθνους-κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση- να αποτελεί μία πιθανή εξαίρεση.

Το νόημα εδώ δεν είναι αναγκαστικά ότι το έθνος-κράτος αποδυναμώθηκε ή ότι η εδαφικότητα της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας είναι κατά κάποιο τρόπο λιγότερο ισχυρή. Αυτό το επιχείρημα -ότι η παγκόσμια ισχύς έγκειται σήμερα σε ένα δίκτυο οικονομικών διασυνδέσεων, παρά σε οποιονδήποτε συγκεκριμένο τόπο- ενσαρκώνεται στη σημαντική προσέγγιση της Αυτοκρατορίας από τους Hardt και Negri (2000), αλλά πάσχει από κάποιου είδους νεκρομαντεία με το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και παραβλέπει τις αντιφάσεις της εξουσίας που προκύπτει από τις απαραίτητες ρυθμίσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων και του πολιτικού ελέγχου στον χώρο. Σίγουρα, συγκεκριμένες λειτουργίες και δραστηριότητες, οργανωμένες πρωθύστερα σε εθνική κλίμακα, διαχέονται σε άλλες κλίμακες, μικρότερες ή μεγαλύτερες. Ωστόσο, τα έθνη-κράτη επανασχεδιάζονται ταυτόχρονα ως καθαρότεροι, εδαφικά προσδιορισμένοι οικονομικοί παράγοντες της αγοράς, παρά ως εξωτερικά συμπληρώματά της. Όσο ο καθορισμός της κλίμακας αποτυπώνει το περίγραμμα των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας -ποιος ενδυναμώνεται και ποιος εμπεριέχεται, ποιος κερδίζει και ποιος χάνει- στα ανασκευασμένα φυσικά τοπία, τόσο η κοινωνική και οικονομική αναδιάρθρωση θα είναι παράλληλα και αναδιάρθρωση της χωρικής κλίμακας11.

Όπως έχει ειπωθεί και αλλού στον παρόν άρθρο, η νεοφιλελεύθερη πολεοδομία είναι συστατικό κομμάτι αυτού του ευρύτερου επαναπροσδιορισμού της κλίμακας των λειτουργιών, των δραστηριοτήτων και των σχέσεων. Πρόκειται για μία σημαντική έμφαση στο παραγωγικό και χρηματοπιστωτικό πλέγμα του κεφαλαίου εις βάρος ζητημάτων της κοινωνικής αναπαραγωγής. Δεν είναι ότι η οργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής δε διαμορφώνει πλέον τους όρους με τους οποίους καθορίζεται η αστική κλίμακα, αλλά μάλλον ότι η ισχύς της να το κάνει αυτό έχει εξαντληθεί σημαντικά. Οι δημόσιες συζητήσεις πάνω στην περιαστική διάχυση στην Ευρώπη και ιδίως στις ΗΠΑ, οι συστηματικές καμπάνιες στην Ευρώπη που προωθούν την αστική “αναγέννηση”, και τα ανερχόμενα κινήματα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, όλα δείχνουν ότι όχι μόνο η κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής ολοκληρώνεται σε εδαφικό επίπεδο, αλλά, αντιστρόφως, ότι η παραγωγή του αστικού χώρου έρχεται να ενσαρκώσει αυτήν την κρίση. Υπάρχει μία σύνδεση μεταξύ της παραγωγής της αστικής κλίμακας και της αποτελεσματικής αναπροσαρμογής της αξίας, καθώς μία πολεοδομία “λάθος κλίμακας” μπορεί να παρεμποδίσει σοβαρά τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Η κρίση της καθημερινής μετακίνησης βρίσκεται στο κέντρο αυτής της κρίσης. Ισχυρίστηκα κάποτε12 ότι όπου η γεωγραφική επέκταση των πόλεων ξεπερνούσε την ικανότητα τους να μεταφέρουν τους ανθρώπους από το σπίτι στη δουλειά και πάλι πίσω, το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο αστικό χάος, αλλά και “ο κατακερματισμός και η ανισορροπία στη γενίκευση της αφηρημένης εργασίας” που στόχευε στο κέντρο της οικονομικής συνοχής. Καθώς, χωρίς αμφιβολία, η παραπάνω αντίθεση μεταξύ της γεωγραφικής μορφής και της οικονομικής διαδικασίας διαρκεί ακόμα, τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι πόλεις σε πολλά μέρη της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής δίνουν μία μάλλον διαφορετική εικόνα. Η καθημερινή μετακίνηση στο São Paulo, για παράδειγμα, μπορεί να ξεκινήσει για πολλούς στις 3:30 π.μ. και να υπερβεί τις τέσσερις ώρες προς κάθε κατεύθυνση. Στη Harare της Zimbabwe, ο μέσος χρόνος μετακίνησης από τις μαύρες συνοικίες προς την αστική περιφέρεια είναι επίσης τέσσερις ώρες προς κάθε κατεύθυνση, καταλήγοντας σε μία εργάσιμη μέρα κατά την οποία οι εργάτες λείπουν από το σπίτι τους για δεκαέξι ώρες και σχεδόν την υπόλοιπη κοιμούνται. Για τους ίδιους τους εργάτες, το οικονομικό κόστος της μετακίνησης έχει επίσης αυξηθεί δραματικά, εν μέρει λόγω και της ιδιωτικοποίησης των μεταφορών κατ’ εντολή της Παγκόσμιας Τράπεζας. Οι καθημερινές μετακινήσεις που καταλάμβαναν μόλις το 8% του εβδομαδιαίου εισοδήματος στις αρχές της δεκαετίας του 1980, απαιτούσαν μεταξύ 22% και 45% στα μέσα της δεκαετίας του 1990.13.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Αρκετοί καλοπροαίρετοι πολεοδόμοι καταγγέλλουν την απουσία κατάλληλων υποδομών· και αυτό αποτελεί σίγουρα ένα ζήτημα. Παρόλα αυτά, αν πάμε ένα βήμα πιο πίσω, υπάρχει μία θεμελιώδης γεωγραφική αντίθεση μεταξύ των δραματικά αυξημένων αξιών γης που συνοδεύουν την συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στον πυρήνα αυτών των μητροπόλεων και των αξιών γης στις περιθωριακές, εξωαστικές τοποθεσίες, όπου αναγκάζονται να ζήσουν οι εργάτες λόγω των αξιοθρήνητων μισθών, στη βάση των οποίων κτίζεται η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Ωστόσο, περιέργως, αυτές οι χαοτικές και επίπονες μετακινήσεις δεν έχουν οδηγήσει ακόμα σε μία οικονομική κατάρρευση· οι παλμοί της οικονομικής παραγωγής -και, ιδιαίτερα, η ανάγκη να έρχονται οι εργαζόμενοι στους χώρους δουλειάς- έχουν υπερισχύσει των περιορισμών που πηγάζουν από τις συνθήκες της κοινωνικής αναπαραγωγής. Οι δυσλειτουργικές παρενέργειες μιας σχεδόν αβάσταχτης μετακίνησης δεν έχουν ακόμα θέσει σε κίνδυνο την οικονομική παραγωγή. Αντ’ αυτού, έχουν αναδείξει μία “απεγνωσμένη ευελιξία” και έχουν απορροφηθεί εν μέσω μιας ευρύτερης κοινωνικής κατάρρευσης την οποία ο Katz αποκαλεί “αποσυνθέτουσα ανάπτυξη”.

Έτσι, η αιχμή του δόρατος της συνδυασμένης αναδιάρθρωσης της αστικής κλίμακας και της αστικής λειτουργίας δεν βρίσκεται στις παλιές πόλεις του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, όπου η αποσύνθεση των παραδοσιακά παραγωγικοκεντρικών περιοχών [production-based regions] και η αυξανόμενη αποδιάρθρωση της κοινωνικής αναπαραγωγής σε αστική κλίμακα μπορεί να είναι επώδυνη -και δύσκολα θα περάσει χωρίς αντίδραση- αλλά είναι ωστόσο μερική. Μάλλον, βρίσκεται στις ταχέως επεκτεινόμενες μητροπόλεις της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και τμημάτων της Αφρικής, όπου το Κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ, ενώ η καθοριστική σύνδεση μεταξύ της πόλης και της κοινωνικής αναπαραγωγής δεν ήταν ποτέ κυρίαρχη, αλλά και οι μορφές, οι δομές και τα τοπία είναι αρκετά ανίσχυρα για να αποτελέσουν σημαντικό εμπόδιο. Αυτές οι μητροπολιτικές οικονομίες, γίνονται οι παραγωγικές εστίες ενός νέου παγκοσμισμού. Αντίθετα με την περιαστικοποίηση των μεταπολεμικών ετών στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, την Ωκεανία και την Ιαπωνία, η συνταρακτική αστική επέκταση των αρχών του 21ου αιώνα θα καθοδηγείται αναμφισβήτητα από την εξάπλωση της κοινωνικής παραγωγής και όχι της κοινωνικής αναπαραγωγής. Τουλάχιστον από αυτήν την άποψη, η διακήρυξη του Lefebvre για μία αστική επανάσταση που θα καθόριζε την πόλη και τους αστικούς αγώνες με όρους κοινωνικής αναπαραγωγής -ή ακόμη περισσότερο ο ορισμός του αστικού με όρους συλλογικής κατανάλωσης από τον Castells- θα ξεθωριάσουν στην ιστορική μνήμη. Εάν “ο καπιταλισμός άλλαξε ταχύτητα” με την έλευση του Κεϋνσιανισμού, από “μία αστικοποίηση επικεντρωμένη στην παραγωγή σε μία αστικοποίηση επικεντρωμένη στην κατανάλωση”, όπως παρατήρησε κάποτε ο Harvey14, η πολεοδομία του 21ου αιώνα πιθανόν να αντιστρέφει αυτή τη μετατόπιση.

Αυτή η ανασυγκρότηση της κλίμακας και η επιλεκτική επανενδυνάμωση της αστικής κλίμακας -η φιλοδοξία του Giuliani για μία εξωτερική πολιτική των πέντε δήμων της Νέας Υόρκης- αναπαριστά μόνο ένα νήμα της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας. Συμβαδίζει με την εναρμονισμένη επί του πολιτισμικότερου εκτίμηση του πολιτικού γεωγράφου Peter Taylor15, ο οποίος ισχυρίζεται ότι “Οι πόλεις αντικαθιστούν τα κράτη στην κατασκευή των κοινωνικών ταυτοτήτων”. Πόλεις σαν το São Paulo και τη Shanghai, το Lagos και τη Bombay πιθανόν ανταγωνίζονται τα πιο παραδοσιακά αστικά κέντρα, όχι απλά στο μέγεθος και στην πυκνότητα της οικονομικής δραστηριότητας -το έχουν ήδη κάνει αυτό- αλλά βασικά ως πρωτοποριακά εκκολαπτήρια στην παγκόσμια οικονομία, πρόδρομοι νέων αστικών μορφών, διαδικασιών και ταυτοτήτων. Κανείς δεν ισχυρίζεται στα σοβαρά ότι ο 21ος αιώνας θα δει μια επιστροφή σε ένα κόσμο εθνών-κρατών – αλλά θα δει μία νέα σύλληψη του πολιτικού προνομίου της πόλης απέναντι στις περιφέρειες και τα έθνη-κράτη.

Τέλος, ο επαναπροσδιορισμός της κλίμακας του αστικού με όρους κοινωνικής παραγωγής, παρά αναπαραγωγής, δε μειώνει σε καμία περίπτωση τη σημασία της κοινωνικής αναπαραγωγής στο πλαίσιο της αστικής ζωής. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η πάλη για την κοινωνική αναπαραγωγή αποκτά αυξημένη σημασία, ακριβώς εξαιτίας της κατάρρευσης των κρατικών υποχρεώσεων. Παρόλα αυτά, η απουσία του κράτους σε αυτήν την περιοχή συνδυάζεται με μία οξυμένη κρατική δραστηριότητα στο πεδίο του κοινωνικού ελέγχου. Η μετατροπή της Νέας Υόρκης σε μία “ρεβανσιστική πόλη” δεν είναι ένα απομονωμένο γεγονός και η ανάδειξη περισσότερο αυταρχικών κρατικών μορφών και πρακτικών δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί στο πλαίσιο της αλλαγής της κλίμακας των παγκόσμιων και των τοπικών γεωγραφιών. Σύμφωνα με τον Swyngedouw16, η υποκατάσταση του ξεθωριασμένου κράτους πρόνοιας από το δόγμα της πειθαρχίας στις αγορές, αποκλείει σκόπιμα σημαντικά τμήματα του πληθυσμού, ενώ παράλληλα, ο φόβος της κοινωνικής αντίστασης προκαλεί κλιμάκωση του κρατικού αυταρχισμού. Την ίδια στιγμή, η νέα εργατική δύναμη των πόλεων περιλαμβάνει ολοένα και περισσότερους περιστασιακούς και μερικώς απασχολούμενους εργαζόμενους, οι οποίοι δεν ενσωματώνονται καθ’ ολοκλήρου στις ολοένα και πιο πιεστικές απαιτήσεις δημοσιονομικής πειθαρχίας, καθώς και μετανάστες των οποίων τα πολιτισμικά και πολιτικά δίκτυα -τμήμα των μέσων κοινωνικής αναπαραγωγής- παρέχουν επίσης εναλλακτικά πρότυπα κοινωνικών πρακτικών, εναλλακτικές δυνατότητες αντίστασης.

Εν συντομία, αυτό που προσπαθώ να ισχυριστώ δεν είναι ότι πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και το Τόκιο στερούνται ισχύος στην παγκόσμια ιεραρχία των πόλεων και στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Η συγκέντρωση χρηματοπιστωτικών και άλλων διοικητικών λειτουργιών σε αυτά τα κέντρα είναι αδιαμφισβήτητη. Αντίθετα, προσπαθώ να τοποθετήσω αυτή την ισχύ σε ένα πλαίσιο και, αμφισβητώντας την κοινή υπόθεση ότι η ισχύς του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου είναι αναγκαστικά κυρίαρχη, να αμφισβητήσω και τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία οι πόλεις ονομάζονται “παγκόσμιες”. Εάν είναι έστω και ελάχιστα βάσιμο το επιχείρημα ότι η αποκαλούμενη παγκοσμιοποίηση προκύπτει βασικά από την παγκοσμιοποίηση της παραγωγής, τότε η θέση μας για το τι συνιστά μια παγκόσμια πόλη πρέπει πιθανώς να αντανακλά αυτόν τον ισχυρισμό.

1. Cooper 1998: B5, Cooper 1999
2. Smith 1996, Swyngedouw 1997
3. Αυτή η έννοια της εξωτερικής πολιτικής με κέντρο την πόλη και παγκόσμια εμβέλεια, ξεσηκώθηκε αρκετά αυθαίρετα από τις προτάσεις που διατύπωσαν οι σοσιαλδημοκράτες σε ένα παγκόσμιο συνέδριο που γινόταν ταυτόχρονα με βάση την πόλη της Νέας Υόρκης, οργανωμένο από τον πρώην δήμαρχο της Βαρκελώνης, Pasqual Maragal. Ο Giuliani αρνήθηκε να παραβρεθεί, αλλά παρά ταύτα οικειοποιήθηκε τις ιδέες τους.
4. ΣτΜ. Μετάφραση από τον αγγλικό όρο globalism: η αντιμετώπιση όλη της γης ως σφαίρας άσκησης πολιτικής επιβολής.
5. ΣτΜ. Η πρωτότυπη διατύπωση είναι local place, δηλαδή “τοπικού (σε κλίμακα) τόπου (το φιλοσοφικά χωρικά συγκεκριμένο)”
6. Sassen 1992:325
7. Taylor 1999
8. Smith 1990:136–137
9. Hansen and Pratt 1995, Katz 2001, Rose 1981
10. Brenner 1998, MacLeod 2001
11. Brenner 1998, Smith and Dennis 1987, Swyngedouw 1996, 1997
12. Smith 1990:137
13. Ramsamy 2001:375–377
14. Harvey 1985:202, 209
15. Taylor 1995:58
16. Swyngedouw 1997:138

Πηγή: Neil Smith Νεα Πολεοδομία

Μαουρίσιο Μοράλες, 11 χρόνια μετά, οι εξεγερμένοι δε σε λησμονούν

Πάνε 11 χρόνια απ’ το τελευταίο σου φευγιό… 11 χρόνια… Κι όλοι μας είχαμε μείνει άναυδοι με την πρώτη επέτειο του θανάτου σου, Μάουρι. Τα χρόνια περνούν, με πάντα κάτι μένει, σωστά;

Για όσες από ‘μάς σε γνώριζαν και για όσους από ‘μάς σε γνώρισαν μετά τον θάνατό σου, πάνε 11 χρόνια όπου σ’ έχουν δίπλα τους, 11 χρόνια όπου εξακολουθούν να διαχέονται, να προκαλούν ταραχές και μπελάδες, δυνατά ή ψιθυριστά να γελούν, πεισματικά να εξαπλώνουν τον Μαύρο Θάνατο.

Το πόσα πολλά συνέβησαν αυτά τα χρόνια, δεν υπάρχει κάποιο ορθολογικό μέτρο να δύναται να τ’ απαριθμήσει. Υπάρχουν εκείνοι που λένε πως ηττηθήκαμε, άλλες που κέρδισαν πάμπολλα, το πραγματικά σημαντικό όμως είναι πως συνεχίζουμε… Και πως η αναρχία, ως μια συμπαγής πρακτική ενάντια σε κάθε μορφή κυριαρχίας, ως αέναη κίνηση, συνεχίζει ξέφρενη. Ιδού λοιπόν γιατί οι πεσόντες μας χαίρουν άκρας υγείας κι εξακολουθούν να γελούν, πλέον ανάμεσα και σ’ άλλα γέλια.

Πόσο θ’ απολάμβανες τους δρόμους τους μήνες αυτούς, γελάμε και μόνο που φανταζόμαστε την απάντηση · κι όμως, Μάουρι, ήσουν μαζί μας σ’ αυτές τις αλησμόνητες μέρες, μες στο χάος και τη γλυκιά παράκρουση. Ήσουν εκεί, επειδή εκεί ήταν όσες κι όσοι επιμένουν να τείνουν μαζί σου προς στο χάος.

Να πώς τροφοδοτήθηκαν η συντροφικότητα, η εικονοκλαστική μνήμη κι η αλληλεγγύη, ενάντια στα σύνορα, την καταστολή και τον θάνατο… όπως γράφτηκε κι από μια φυλακή της Ελβετίας πριν κάποια χρόνια.

Έπειτα απ’ τη δράση της 22ας Μάη του 2009, όπου αντίκρισες τον θάνατο επιτιθέμενος στους δεσμοφυλάκους, δεν υπήρξε κάποια προκήρυξη που ν’ αποσαφηνίζει τη θέση σου… Υπήρχε όμως η ζωή σου, τα γραπτά σου, τα ποιήματά σου, τα τραγούδια σου, οι διηγήσεις σου, οι εμπειρίες σου, σμιλεμένες από σκοντάμματα, λάθη, ξεσπάσματα οργής, χαμόγελα κι επιτυχίες, απ’ την ατέρμονη επιμονή σου να προσπαθείς, με κάθε αναγκαίο μέσο, να φοκώσεις τη νύχτα και να διαλύσεις τη γιορτή για τους δεσμοφυλάκους του κόσμου τούτου.

Τα γραπτά εκείνα έχουν κυλήσει από καρδιά σε καρδιά, αναζητώντας για τα δραστήρια εκείνα χέρια στα οποία βασιλεύει η Αναρχία. Στα γράμματά σου τ’ αποτυπωμένα με μελάνι μαύρο, ξετυλίγεται το κουβάρι των ιδεών σου, των συναισθημάτων σου και των πεποιθήσεών σου, καθάρια ξεπροβάλλει το ποιος επέλεξες νά ‘σαι και τα μονοπάτια που διάλεξες να βαδίσεις ρισκάροντας τα πάντα… δίχως ν’ αναμένεις τους επαίνους των θεατών, δίχως ν’ αναζητάς τη γενική αποδοχή, τη μαζική ικανοποίηση, ή ακόμα και ψήφους για νά ‘σαι λαοφιλής.

Μέσ’ απ’ τα γραπτά σου σε συνάντησαν όσες κι όσοι δε σε γνώριζαν, σφυρηλατώντας τους δικούς τους δεσμούς συνενοχής, και τούτη είν’ η ισχύς της μαύρης μνήμης, η οποία διανοίγει αυλακώματα και μονοπάτια ακριβώς εκεί όπου πάνε να επιβληθούν οι ύβρεις των μπάτσων, των δημοσιογράφων και των υπηκόων… τόσο ζωογόνα είναι δαύτη η αλληλουχία συντροφισσών και συντρόφων, εμπειριών και γενεών, που, σε μια προσπάθεια να κοπούν τούτοι οι δεσμοί, 11 χρόνια μετά τον θάνατό σου, αντηχούν ακόμη ως μουρμουρητά τα δημοσιογραφικά επινοήματα. Ευχαρίστηση προκαλεί το γεγονός πως δεν είσαι ακόμη λαοφιλής… είσαι όμως παρών ανάμεσα στους δικούς μας, σ’ εκείνες που δεν αφήνονται να εξημερωθούν, σ’ εκείνες που επιλέγουν να μην τιθασεύσουν τις αλύγιστες ψυχές τους, κι έτσι ακόμη διαχέεται το περιφρονητικό σου γέλιο στους δρόμους, ανάβοντας φωτιές μέχρι και στις πιο θλιβερές και παγωμένες νύχτες.

Δεν υπάρχει μέρα όπου να μη μας πληγώνει η απουσία σου, μα συνεχίζουμε… Ζεις στις ζωές μας, Μάουρι.

Πέραν κάθε συγκυρίας και κάθε πανδημίας…

Απ’ την Αναρχία κι ενάντια σε κάθε εξουσία, θα παραμείνουμε η χειρότερη μαύρη πανώλη!

Με απεριόριστη αγάπη…

Για όλα τα συντρόφια που έχουν φύγει…

Για όλες κι όλους όσους συνεχίζουν να οξύνουν τον παλμό της σύγκρουσης…

Για τους αιχμαλώτους και τις αιχμάλωτες πολέμου…

Η μνήμη μας είναι μαύρη, το ίδιο κι η καρδιά μας…

Αιώνια απέχθεια για τους δεσμοφυλάκους!

Πηγή: Deutschland Indymedia

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Πορτογαλία: Λόγια του συντρόφου Gabriel Pombo Da Silva

Καθώς ο σύντροφός μας Gabriel δεν έχει γράψει κάποια επίσημη ανακοίνωση μέχρι στιγμής, αυτά τα λόγια έχουν σκοπό να αποτελέσουν μια ανακοίνωση/ημερολόγιο και έναν τρόπο κοινοποίησης σε άτομα και συντρόφια σε συνάφεια με το τι εκείνος πιστεύει αναφορικά με συγκεκριμένες ερωτήσεις.

Ο Gabriel ζήτησε ρητά στην σύντροφό του να επιλέξει τα αποσπάσματα (από γράμματα που έστελνε σε εκείνη), στα οποία εκφράζει/αναλύει και/ή σκέφτεται ενδιαφέροντα ζητήματα σχετικά με την υφιστάμενη κατάσταση: «κορονοϊός» στη φυλακή, η δικαστική του κατάσταση και οι συνθήκες κράτησής του.

Είναι καλά σωματικά και πνευματικά και έτοιμος για τον πόλεμο που περιμένει ότι θα αντιμετωπίσει στις φυλακές του ισπανικού κράτους. Παρά την ποινή που εκδόθηκε από το ανώτατο δικαστήριο της Λισαβόνας, που επιβεβαιώνει την αποστολή του στο ισπανικό κράτος, ακόμα δε γνωρίζουμε αν οι «αρχές» θα εκδώσουν τον Gabriel χωρίς να λάβουν υπόψη την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» που ακολουθεί την «πανδημία» του «Covid 19». Για την ακρίβεια, η ίδια η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» (θεωρητικά) αποτρέπει τους κρατούμενους από το να εκδοθούν σε άλλες χώρες για όσο διαρκέσει.

Θα ακολουθήσουν περαιτέρω πληροφορίες.

Λευτεριά στον Gabriel!
Λευτεριά σε όλους!
Ζήτω η αναρχία!

______________________________________

8 Μαρτίου 2020.

Χθες, καθώς έβλεπα τηλεόραση, είχα ήδη μαντέψει ότι αυτά τα καθάρματα θα μας άφηναν και σήμερα χωρίς επισκεπτήρια… ε, λοιπόν, σήμερα ήταν μια σκατά μέρα…

Όλοι ήταν εξοργισμένοι (φυσικά)… συζητήσεις με τους φύλακες, φρενήρεις διάλογοι μεταξύ όλων… η περίληψη είναι απλή: οι φύλακες είπαν στους κρατουμένους (στους πιο θυμωμένους εξ αυτών) να κάνουν ό,τι θέλουν, γνωρίζοντας πως έτσι θα καθίσταντο υπεύθυνοι οι κρατούμενοι… ανέφεραν το κάψιμο στρωμάτων (φανταστείτε, σε χώρο που δεν υπάρχει αέρας!) σχετικά με ούτε κι εγώ δεν ξέρω τι! Προφανώς, τους κατέστησα σαφές το ποια ήταν πραγματικά η στρατηγική των δεσμοφυλάκων (να απαλλαχθούν οι ίδιοι από οποιαδήποτε ευθύνη και να έχουν ένα πρόσχημα για να χειροτερέψουν κι άλλο την κατάστασή μας) και για το ποια θα πρέπει να είναι η στρατηγική η δική μας. Και η δική μας, προφανώς, δεν είναι σαν τη δική τους. Είπα πως θα ήταν καλύτερα να περιμένουμε να συναντηθούν οι συγγενείς μας απ’ έξω, να μαζευτούν και να αποφασίσουν για την καλύτερη τακτική που θα πρέπει να ακολουθηθεί.

Καθώς έφτανε η ώρα του μεσημεριανού, αποφασίσαμε να μην πάμε στην τραπεζαρία και να αναβάλλουμε το μεσημεριανό μας. Κάποιοι (2-3 νομίζω) πήγαν… γεγονός που δημιούργησε μια μικρή ένταση. Φυσικά (με τον αναβρασμό λόγω θυμού), αυτοί που αποφάσισαν να πάνε στην τραπεζαρία άρπαξαν μερικές καθώς έβγαιναν… δεν μπορείς να φανταστείς μπάχαλο.

Εν συντομία, έστειλαν 6 ή 7 παιδιά στην απομόνωση και άφησαν τους υπόλοιπους από ‘μάς κλειδωμένους στα κελιά. Ήμασταν σε απομόνωση επίσης αλλά στα κελιά «μας».

Την ώρα του δείπνου, μόνο 3 ή 4 κακομοίρηδες έπεσαν πάνω στα κάγκελα για να πάρουν φαγητό. Οι υπόλοιποι μείναμε μέσα στα κελιά μας. Δεν ξέρω για πόσο θα μας κρατήσουν σε αυτήν την κατάσταση. Υποθέτω πως θέλουν να μας αναγκάσουν (μέσω της πείνας) να βγούμε έξω ένας προς ένας, όλοι υπάκουοι. Δεν μας είπαν τίποτα. Ήταν σα να βρισκόμασταν υπό καθεστώς δικτατορίας. Δεν ξέρω πότε θα φτάσει το γράμμα αυτό (ή ακόμα και το αν θα στο δώσουν). Σε κάθε περίπτωση μείνε ήρεμη, έχουμε περάσει και χειρότερα: η αξιοπρέπεια δεν έχει τιμή!

Η περίπλοκη αυτή κατάσταση μπορεί να λυθεί μόνο απ’ έξω. Εμείς (και είναι όντως αλήθεια) είμαστε όμηροι των καθαρμάτων εδώ.

Μιας και έχω εμπειρία από τέτοιες διαμάχες, πιστεύω πως όσο τα άτομα πεινάνε (δεν έχουν όλοι φαγητό στα κελιά τους), ή υποφέρουν από την «έλλειψη» καπνού, ή θέλουν να αναπνεύσουν λίγο καθαρό αέρα, θα υποκύψουν. Αυτή είναι η ζωή. Είμαι δυνατός, έχω μερικά πακέτα μπισκότα και λίγα φρούτα. Όπως γράφει και ένα αυτοκόλλητο: «συγγνώμη που σας ενοχλούμε αλλά μας βασανίζουν».

Βεβαίωσέ με πως όλα αυτά θα γίνουν γνωστά. Δεν ξέρω αν θα με αφήσουν να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνο. Αν δεν τηλεφωνήσω, έχε στο νου σου ότι δε μας άφησαν. (…)

9 Μαρτίου, πρωί.

Η κατάσταση αυτήν τη στιγμή (καθετί είναι «προληπτικό»: το καθημερινό καθεστώς, επισκέψεις κλπ.) είναι η ακόλουθη: έχουν δημιουργήσει δύο ξεχωριστές στροφές (διαίρει και βασίλευε), προφανώς και ξεχωριστές στροφές για την τραπεζαρία και το μπάνιο. (…)

Αυτό δεν είναι το χειρότερο (δεν είναι τίποτα περισσότερο από το αποτέλεσμα της διαμαρτυρίας που θέλαμε να οργανώσουμε για το αίτημα των επισκεπτηρίων), αλλά το χειρότερο είναι το γεγονός ότι το πιο σημαντικό πράγμα τώρα έγινε δευτερεύον. Προφανώς το γεγονός ότι υπήρχε μια διαμαρτυρία εδώ δεν αναφέρθηκε σε κανένα καθεστωτικό μέσο… το χειρότερο είναι πως εξαιτίας εκείνων που πήγαν στην τραπεζαρία, τα πάντα χειροτέρεψαν. Ξεκάθαρα σε μια διαμαρτυρία τέτοιου είδους (που θα πρέπει να είναι διαρκής, οργανωμένη, τόσο μέσα όσο και έξω, τόσο για εμάς όσο και για τις οικογένειές μας), δεν μπορεί εκείνοι που δε συμφωνούν με την πλειοψηφία να «ξυλοκοπούνται». Το αν αξίζουν να φάνε ξύλο ή όχι, αποτελεί άλλο θέμα. Το βασικό ζήτημα είναι πως δεν έχει ο καθένας έστω και λίγα χρήματα (και χωρίς το φαγητό της φυλακής είναι καταδικασμένοι να υποφέρουν από πείνα) και ακόμα λιγότερη ταξική συνείδηση (ή όπως αλλιώς θέλουμε να την αποκαλέσουμε). Οπότε είναι περίπλοκο. Τώρα έχουν στείλει 3 άτομα (τα οποία επίσης δέχτηκαν ξυλοδαρμό) στην απομόνωση, και έβαλαν τέλος σε κάθε πιθανότητα συλλογικής οργάνωσης και οτιδήποτε πρακτικής σημασίας. Γάμα τα!

Το ζήτημα των επισκεπτηρίων πρέπει να οργανωθεί από έξω με πρόταση κοινής λογικής. Οι επισκέπτες θα μπορούσαν να εισέρχονται φορώντας μάσκες και γάντια και το πρόβλημα (σύμφωνα με την ηλίθια λογική τους) θα μπορούσε να λυθεί. Η «προσωρινή» λογική των μέτρων αυτών μπορεί να γίνει «μόνιμη», και έτσι καθόλου επισκεπτήρια για μήνες. Αυτός είναι ο πυρήνας του ζητήματος.

Είναι παράλογο το ότι επιβάλλουν τέτοια μέτρα στις οικογένειές μας, όταν φύλακες, νοσοκόμοι, εκπαιδευτές κλπ. μπαίνουν και βγαίνουν από αυτά τα τείχη «χωρίς κανέναν έλεγχο», είμαστε με τα καλά μας; (…)

Πιστεύω πως ένας αγώνας για να βάλουν μυαλό οι υπεύθυνοι για την κατάσταση αυτή θα πρέπει να προκύψει από μια συλλογική στρατηγική οργανωμένη από έξω. Όπως είναι αναμενόμενο, δεν μπορούμε καν να θεωρήσουμε δεδομένο έναν χώρο συνάντησης με τις οικογένειες, φαντάσου! Εμείς οι αναρχικοί, «πάντα» αβέβαιοι από κάθε άποψη.

10 Μαρτίου.

Είναι καλή τύχη, όπως μου είπες σήμερα, πως η δική μου εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με τα όσα συνέβησαν εδώ την 8η Μαρτίου κυκλοφόρησε στο ίντερνετ… Αλλιώς (χωρίς άλλες πηγές για να υπάρξει σύγκριση) θα υπήρχε μόνο η εκδοχή αυτών των γουρουνιών. Τώρα καταλαβαίνω το γιατί αυτοί είχαν (και έχουν ακόμα) τέτοια πρόσωπα σήμερα… τόσο ταλαιπωρημένοι, ακόμα και τα βλέμματά τους γεμάτα μίσος δεν με αγγίζουν ούτε στο ελάχιστο. Δεν έχουν ιδέα, πως, συγκριτικά με όσα έχω περάσει, αυτό εδώ για μένα είναι ανέκδοτο (…). Φαντάζομαι πως αυτοί οι ηλίθιοι ούτε καν ξέρουν ποιος είμαι ή τι εμπειρίες έχω συγκεντρώσει σε τέτοιους «μικρούς πολέμους» εντός φυλακής.

Εδώ εμείς δεν κάνουμε αυτό που μερικοί από τους φύλακες μαζί με τους γλείφτες τους θα ήθελαν.

Δυστυχώς μερικοί από αυτούς που (ορθά) εξεγέρθηκαν δεν κατάλαβαν τι εγώ εξηγούσα σε αυτούς στα πλαίσια στρατηγικής και τακτικής… ακόμα δεν έχουν καταλάβει το μακιαβελικό παιχνίδι που οι φύλακες σχεδίασαν με τους υπηρέτες τους. Τουλάχιστον κάψτε τα στρώματα! Εδώ! Σε μέρος όπου τα παράθυρα δεν ανοίγουν καν!

Η εμπειρική μου πρακτική (δηλαδή η στρατηγική μου) δεν θα έπρεπε να αγνοηθεί. Άρνηση του φαγητού της φυλακής (η ελάχιστη συμβολική κίνηση), αναμονή μέχρι την επόμενη μέρα για να πουν στις οικογένειες ότι θα έπρεπε να βρεθούν «συλλογικά» κάπου με τους συντρόφους. Μια λογική πρόταση ήταν τα επισκεπτήρια να γίνονται φορώντας μάσκες και γάντια, αποφεύγοντας την άμεση επαφή. Καθαρισμός του χώρου του επισκεπτηρίου (με χλωρίνη) μετά από κάθε επίσκεψη (έχουν αρκετούς σκλάβους για να το κάνουν).

Τελικά, το γεγονός ότι έσπασαν τα κεφάλια αυτών που δεν απέργησαν, έκανε ευκολότερο για τους φύλακες να εφαρμόσουν το καθεστώς στο οποίο βρισκόμαστε τώρα. Αλλά είμαι σίγουρος πως αν άφηνα εκείνους τους τρελούς τύπους να κάψουν τα στρώματα, θα βρισκόμασταν σε ακόμα χειρότερη κατάσταση… αλλά τα τρία παιδιά που κατηγορήθηκαν για την αναταραχή έμπλεξαν. Έπεσαν στην παγίδα των επαγγελματιών προβοκατόρων. Το μόνο τους «αδίκημα»: το ότι είναι νέοι και «χαζοί». Οι προβοκάτορες θα παραμείνουν ατιμώρητοι και θα περιμένουν το επόμενο σχέδιο. Αυτή είναι όμως η ζωή (…), μόνο οι δύσμοιροι χτυπιούνται… (…) Ο ιός μπορεί να βοηθήσει τη φύση με τη μείωση των εκπομπών αποβλήτων… ίσως το οικονομικό σύστημα γαμηθεί και οι κοινωνίες να τα τινάξουν, ποιος ξέρει; Τέλος πάντων, είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε τι μπορεί να προκαλέσει «το μικρό τέρας»… οι κυβερνήσεις ήδη το προσέχουν αυτό.

16 Μαρτίου.

Εκτός από το γεγονός ότι ο υπεύθυνος φύλακας (συγγνώμη, ο ιός) μας έχει απαγορέψει να γυμναζόμαστε με βάρη, και ότι μας έχουν κλειδώσει στα κελιά για τα γεύματα, δεν έχω κάτι να προσθέσω σχετικά με την τωρινή πραγματικότητα. Αηδιαστική!

17 Μαρτίου.

Μόλις επέστρεψα μετά από τη 2ωρη γυμναστική μου στην αυλή (απόγευμα) όπου έκανα κάμψεις και άλλες ασκήσεις (δεδομένου ότι ο αρχιφύλακας αφαίρεσε τα βάρη με την αφορμή του «κορονοϊού».)

(…) Τελικά, τίποτα νέο… όλα περνάνε, έτσι δεν υπάρχει ανάγκη για βιασύνη μιας και το κράτος έχει άλλες προτεραιότητες, όπως το να εξασφαλίσει πως τα αγαθά κυκλοφορούν (αγνά λογιστικά), και πως ασφαλίζουν τις δουλειές που είναι θεμελιώδεις για την «εύρυθμη λειτουργία» του κρατικού μηχανισμού: αστυνομία, δεσμοφύλακες, στρατιώτες, γιατροί, προσωπικό καθαρισμού, τραπεζίτες και άλλοι ακόμα… οι υπόλοιποι «πολίτες» μπορούν να πεθάνουν «εθελοντικά» φυλακισμένοι στα διαμερίσματά/φυλακές τους. Ο πανικός είναι τέτοιος που οι μάζες συμμετέχουν εθελοντικά σε οτιδήποτε λέγεται από το Γενικό Διοικητή Υγείας… είναι όπως σε ταινίες καταστροφής που απολαμβάνω τόσο πολύ και συμβαίνει όντως! Εκπληκτικό!

Πολλοί φαντάζονται ένα σενάριο για εξεγέρσεις, φωτιά και λεηλασία σε αφθονία… λοιπόν, όχι. Οι δρόμοι έχουν κατακτηθεί από εκείνους που ήταν πιο προετοιμασμένοι για αυτού του είδους το σενάριο: από μπάτσους και στρατό. Οι «επαναστάτες» (προοδευτικοί πολίτες) μένουν σπίτι κολλημένοι στο ίντερνετ και τόσο αδύναμοι όσο και οι υπόλοιποι. Ο παππούς μου συνήθιζε να λέει: «οποιοσδήποτε έχει κώλο φοβάται»… και καθένας φροντίζει τον δικό του (θα προσθέσω εγώ).

Γυρνώντας πίσω στο τώρα, σήμερα ο επικεφαλής των φυλάκων «προσωρινά» απομόνωσε έναν κρατούμενο επειδή διαμαρτυρήθηκε (σχετικά με διάφορα θέματα που του συνέβαιναν) «έντονα»… και μιας και έχουν μακρύ χέρι, τον χτύπησαν. Χθες βράδυ οι φύλακες τραγουδούσαν, κατουρούσαν. Οι μόνοι κρατούμενοι που τρώνε στην τραπεζαρία (πρέπει να έχουν ανοσία στον κορονοϊό, όπως και οι φύλακες) γλείφουν κώλους. Όπως βλέπεις, εδώ, όπως και εκτός των τειχών, ο μόνος νόμος που βασιλεύει είναι ο νόμος του ισχυρότερου. Διαλέγουν εκείνους τους πιστούς στο καθεστώς αυτό, και οι υπόλοιποι πρέπει να υπακούουν, αλλιώς θα χτυπηθούν ή θα κλειδωθούν. Το μικρό αφεντικό μπορεί να δρα με πλήρη ατιμωρησία (ακόμα περισσότερο τώρα σε καθεστώς εκτάκτου ανάγκης), μιας και κανένας συγγενής δεν θα μπορεί να δει ή να επικοινωνήσει με εκείνους που έχουν χτυπηθεί.

Βεβαίωσε ότι τα αποσπάσματα όπου σου λέω τι κάνουν αυτά τα καθάρματα θα κυκλοφορήσουν στο ίντερνετ… ίσως αυτοί απολαμβάνουν ατιμωρησία σήμερα αλλά υπάρχει πάντα ένα αύριο, και, εκτός αυτού, θέλω να το πω σήμερα ώστε να παραμείνει (…).

Υποθέτω ότι το να οργανωθεί μια απάντηση σε ό,τι συμβαίνει στις φυλακές αυτή τη στιγμή είναι αποστολή ανέφικτη… και είναι ανέφικτη επειδή η πλειοψηφία της κοινωνίας της ίδιας (από όπου προέρχονται οι κρατούμενοι) είναι φυλακισμένοι των κυβερνήσεων και του στρατού τους. Η προπαγάνδα του κράτους και των διάφορων «ειδικών» του (γιατροί, δημοσιογράφοι κλπ.) είναι ιδιαίτερα δυνατή: οι συνέπειες είναι μπροστά στα μάτια του καθενός. Μόνο τα μειοψηφικά σαμποτάζ μπορούν να προσφέρουν μερικά αποτελέσματα και να δώσουν μιαν απάντηση σ’ έναν τέτοιο καπιταλιστικό βιο-φασισμό… δεν μπορούμε να περιμένουμε από τη «μάζα», γιατί πάντα συμπεριφέρονται σαν εντολοδόχοι του κράτους-κεφαλαίου. Θα δούμε πόσο παίρνει σε αυτούς να βγουν στους δρόμους όταν τα ψυγεία τους είναι άδεια και τα ελάχιστα (οικονομικά) αποθέματα που έχουν βάλει στην άκρη δεν είναι πλέον επαρκή για τις βασικές ανάγκες. Όταν δε θα μπορούν να αγκαλιάσουν τις οικογένειές τους, τους φίλους τους, τους συντρόφους τους που είναι φυλακισμένοι ή σε μεγάλη απόσταση: θα είναι χαρούμενοι με την ανακύκλωση; Θα είναι ευχαριστημένοι με το ίντερνετ και τα κινητά τηλέφωνα; Αυτά είναι ρητορικά ερωτήματα, ξέρω… Διαβάζω πίσω από τις γραμμές το τι πρόκειται να γίνει. Τα πάντα έχουν ένα όριο. Ο φόβος θα παρέλθει… και με λίγη «τύχη» οι κυβερνήσεις θα πέσουν.

19 Μαρτίου.

Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις η λύση μιας σύγκρουσης μπορεί να προκύψει μέσω του «διαλόγου»… κάτι που δεν έχω συνηθίσει γιατί κανονικά δεν ψάχνομαι για προβλήματα, αλλά, όταν αυτά εμφανίζονται, προσπαθώ να τα λύνω. Ο διάλογος με αυτούς που «με βιάζουν» είναι κάτι στο οποίο δεν είμαι καλός… πρακτικά πιστεύω πως στη βία κάποιος πρέπει να απαντήσει με περισσότερη βία: πιο έξυπνο και αποτελεσματικό… όπως είπε ο Sun Tzu στην «Τέχνη του πολέμου»: «όταν επιλέγεις να πολεμήσεις, εσύ είσαι αυτός που πρέπει να διαλέξει το πιο ευνοϊκό πεδίο μάχης και χρονική στιγμή». Προφανώς η μέθοδος του Sun Tzu δεν αντέχει πολύ στη φυλακή.

Ο πανοπτικός τεχνο-φασισμός συμβαίνει στο εδώ και στο τώρα… πρέπει να υπολογίζεις σε αρκετά ασταθές ανθρώπινο υλικό (όταν δεν έχει εκφυλιστεί) που δεν καταλαβαίνει στρατηγική ή πρακτική… αν προσθέσεις και το γεγονός ότι το «πεδίο μάχης» είναι ολοκληρωτικά υπό τη δύναμή τους (μέσω της εξουσίας του δεσμοφύλακα), το μόνο που μένει για ν’ αντισταθούμε είναι ο αυτοσχεδιασμός κι η εξυπνάδα (…).

Οι φύλακες και οι γλείφτες κρατούμενοι έχουν κάνει μια συμμαχία για να ξεχωρίσουν εμάς από τον «τρόπο ζωής τους» έξω από τα κελιά. Το μυαλό είναι ο μυς του έξυπνου ατόμου… και αυτόν τον μυ χρησιμοποιώ περισσότερο (φυσικά ο αγαπημένος μυς εκείνων είναι η γλώσσα…).

22 Μαρτίου.

(…) Στην τηλεόραση μόνο ο «ιός» υπάρχει (…), αν εγώ ήμουν θρησκευόμενος θα ήμουν πεπεισμένος ότι πρόκειται για ένα «θεϊκό» σημάδι… Η τιμωρία του θεού! Αυτό συμβαίνει όταν βρίσκεται με τον αρχάγγελο Γαβριήλ, τον αγαπημένο του, χα χα χα!

Τώρα το ανώτατο δικαστήριο της Πορτογαλίας μπορεί «μόνο» να συμβουλεύεται τον νόμο και να τοποθετήσει τα τηλέφωνα στην άκρη.. διάβασα τις δηλώσεις των δικηγόρων πολλές φορές: είναι πολύ καλές! Μόνο μια ενέργεια κακοπιστίας ή τολμηρή διαφθορά θα συμφωνούσε με αυτή την ανήθικη μαλακία της Τζιρόνα…

24 Μαρτίου.

Στο θέμα του «Covid-19» και στο πώς διάφορες κυβερνήσεις αντέδρασαν (και στην έλλειψη κοινωνικής αντίδρασης), μπορούμε να διακρίνουμε: η Γαλλία κατάφερε να εφαρμόσει μια συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση με μια μόνο κίνηση, η Ιταλία κρατικοποιεί εταιρείες ταχύτατα, το Ισραήλ μπροστά στην «εθνική έκτακτη ανάγκη» θα συνεχίσει με τον Νετανιάχου ως αρχηγό (ακριβώς τώρα, που υπήρχε ένα πολυμερές σύμφωνο για να τον ξεφορτωθεί), ενώ η «δικαιοσύνη» σταμάτησε (όπως και οι δίκες του για διαφθορά)… αν υπήρχε ήδη πλήρης αστάθεια στην αγορά εργασίας, τώρα η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών είναι εντελώς αποκλεισμένη. Θα δούμε αν το ευρώ θα διατηρηθεί ως κοινό νόμισμα. Οι πόλεις φαίνονται να είναι (αυτό που όντως είναι) τοξικές χωματερές, προλεταριακές φυλακές που εξυπηρετούν μόνο τη διαχείριση της μιζέριας και του θανάτου. Όσον αφορά όλα τα είδη ολοκληρωτικών θεσμών -φυλακές, ψυχιατρεία, κέντρα μεταναστών, κέντρα φροντίδας κλπ.- αποτελούν στρατόπεδα επιλεκτικής εξολόθρευσης. Ο ιός επισήμανε τις σχέσεις ισχύος. Εκείνοι που πίστευαν ότι ήταν «προνομιούχοι» στην παλιά κοινωνική τάξη, έχουν ανακαλύψει ότι είναι τόσο ανασφαλείς όσο κι οι υπόλοιποι τους οποίους συνήθιζαν να κοιτούν με περιφρόνηση. Η οικονομία και η δύναμη είναι υπό έλεγχο και στο πλευρό του υπάρχοντος κόσμου, ενώ θα παρουσιαστούν και «μειώσεις προσωπικού». Όπως συμβαίνει και στις ταινίες καταστροφής: όταν η γη δεν είναι πλέον κατοικήσιμη, «διαστημόπλοια» θα έχουν χώρο μοναχά για τους πιο «αναγκαίους»: τον βασιλιά και τους ακολούθους τους, οι υπόλοιποι μπορούν να πεθάνουν.

Με εντυπωσιάζει ο τρόπος με τον οποίον οι πράκτορες προπαγάνδας των μέσων μαζικής ενημέρωσης (τηλεόραση και τύπος) ασκούν την δύναμή τους… και τα εργαστήρια μας πουλάνε «ελπίδα» με τη μορφή ενός θαυματουργού εμβολίου. Οι Κινέζοι τεστάρουν ήδη τη φόρμουλά τους (τα ανθρώπινα ινδικά χοιρίδια δε λείπουν), οι ΗΠΑ λένε πως είναι κοντά σε φόρμουλα, η Γερμανία «φαίνεται» να πλησιάζει… μοιάζει με φαρμακολογικό διαγωνισμό για τη μείωση των επιπτώσεων του ιού… καθώς εμείς «ονειρευόμαστε» ένα θαυματουργό φάρμακο που θα μας απελευθερώσει από τον θάνατο, συνηθίζουμε στον αργό θάνατο από το καπιταλιστικό σύστημα. Σε λίγο καιρό καθώς θα μας κάνουν να πιστεύουμε ότι η «διανομή» φαγητού με κουπόνια θα είναι το πιο λογικό μοντέλο για την επιβίωση του ανθρωπίνου είδους. Ο καπιταλισμός θα μας εξηγεί πως ο «κομμουνισμός» είναι η μόνη πιθανή εναλλακτική: πολίτης σύντροφος, με εμένα κι εσένα από κάτω!

Είναι ενδιαφέρουσες εποχές (μιλώντας πολιτικά), γεμάτος πιθανότητες αρχίζω να κατανοώ το «μικρό τέρας»: θα συνεχίσουμε να αγνοούμε το ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός; Ή θα δουν περισσότερα παιδιά ότι η εξουσία είναι γυμνή; Θα συνεχίσουμε να είμαστε εθελοντές και υποκριτικοί υπηρέτες; Ξέρω… αυτά είναι ρητορικά ερωτήματα ξανά… το μόνο πράγμα που ξέρω είναι ότι όσο το χειρότερο (η οικονομία) τόσο το καλύτερο (για τις εναλλακτικές λύσεις). Πολλοί ξεχνούν ότι «εκείνοι που μετράνε λιγότερο» είναι «οι πολλοί» στον κόσμο, και ότι ο μόνος επιβλαβής ιός που θα πρέπει να εξολοθρεύσουμε είναι ο καπιταλισμός και η αυταρχική του βία που μας παραλύει αμείλικτα…

(…) Με «διασκεδάζει» να παρακολουθώ πόσο γελοίοι είναι οι δυνατοί όταν ανακοινώνουν ότι «οι δυνάμεις ασφαλείας» κάνουν οτιδήποτε είναι δυνατό, «κοινό καλό»… ούτε είναι «ασφαλείς» από τον ιό (στην πραγματικότητα στην Πορτογαλία υπάρχουν ήδη προσβεβλημένες ομάδες μπάτσων, γιατρών, νοσοκόμων, πολιτικών κλπ), και τον αγώνα μεταξύ του «καλού και του κακού» τον αφήνουμε στον Νίτσε που ήξερε τι έγραφε σχετικά με αυτό.

(…) Εντάξει, το αν θα εκδοθώ ή το αν αφεθώ ελεύθερος επαφίεται στο Ανώτατο δικαστήριο της χώρα αυτής και δεν το βλέπω να συμβαίνει αυτό τη στιγμή αυτήν… εννοώ πως τα δικαστήρια έχουν ήδη σταματήσει, και τότε (όταν αρχίζουν να λειτουργούν ξανά) εμείς θα πρέπει να αναλογιστούμε τους δύο επόμενους μήνες στο Ανώτατο και λίγο περισσότερο στο Συνταγματικό (…).

Η αλήθεια είναι ότι προτιμώ να συγκεντρωθώ (όχι να «αγχωθώ») σε πιο άμεσες ανάγκες όπως το να φροντίζω την υγεία μου, να αθλούμαι, να διαβάζω (…). Δεν έχω θανατική ποινή ή θανατηφόρα ασθένεια… αυτό που βιώνουμε είναι μια κατάσταση ξεκάθαρης πολιτικής δίωξης όπου χρησιμοποιούν οτιδήποτε μπορούν για να με γαμήσουν… αλλά αυτό δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο (…). Έχω μόνο να συγκεντρωθώ στην αντίσταση (όπως πάντα έκανα) και να πάρω πίσω την ελευθερία μου μια και καλή.

26 Μαρτίου.

Πραγματικά, τίποτα καινούριο δε συμβαίνει… από τότε που η σύνδεση με το έξω κόπηκε, τα μόνα πράγματα που έχουν αλλάξει είναι το καθεστώς της φυλακής και η συμπεριφορά φυλάκων και κρατουμένων: οι φύλακες πιστεύουν ότι είναι «επίγειοι θεοί», και οι φυλακισμένοι σέρνονται σα σκουλήκια για ν’ «απολαύσουν» μερικά ψίχουλα πίσω από τις πλάτες άλλων κρατουμένων… η παρατήρηση της συμπεριφοράς του πρώτου και του τελευταίου είναι ενδιαφέρουσα για εκείνους που ασχολούνται με την ψυχολογία, ακόμα και με την ανθρωπολογία…

(…) Περιμένω να τελειώσει η περίοδος του βιο-φασισμού, της συγγενούς δικτατορίας και της απολυταρχικής απομόνωσης… αυτή τη στιγμή παρακολουθώ έναν «καθηγητή» στην τηλεόραση, ο οποίος λέει ότι θα πρέπει να συνηθίσουμε να μην φιλιόμαστε και αγκαλιαζόμαστε βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα… είναι άρρωστοι! Είναι παρηγορητικό να ξέρουμε ότι είμαστε ανεξάρτητοι και όχι κομμάτι μιας ομοιόμορφης μάζας που κινείται κατευθείαν προς την άβυσσο.

27 Μαρτίου.

(…) Πιστεύω πως θα παραμείνω σε αυτές τις συνθήκες τουλάχιστον μέχρι τον τέλος Απριλίου/αρχές Μαΐου… ευτυχώς έχω αποκτήσει εμπειρία (και χωρίς έναν απειλητικό «ιό» επιπλέον) διαφόρων συνθηκών «προφύλαξης» και λοιπών καταστάσεων «καραντίνας»… έτσι, εγώ «προσαρμόστηκα» (ψυχολογικά) σε τέτοιες καταστάσεις «έκτακτης ανάγκης» χωρίς προβλήματα…

Όσο για τον «ιό», δεν μπορώ να πω αν τον είχα χωρίς να δείξω συμπτώματα ή αν δεν ήρθε ποτέ εδώ… από το γεγονός ότι εδώ είμαστε λίγο περισσότερα από τα 20 άτομα, ενώ είμαστε χωρισμένοι (βγαίνουμε στην αυλή ανά 8 άτομα), και απ’ το ότι προσωπικά συναναστρέφομαι μόνο με έναν από τους άλλους κρατούμενους, νομίζω είναι απίθανο να συμβληθώ με τον επιβλαβή–συνεργάτη «κορονοϊό»… αλλά… δεν το σκέφτομαι και πολύ, προτιμώ να κάνω κάμψεις, καθίσματα, κοιλιακούς και τέτοιου είδους πράγματα. Είμαι πολύ δυνατός. Το να είσαι εκ φύσεως δυνατός δεν αποτελεί εχέγγυο για τίποτα, δεδομένου ότι το «μικρό τέρας» επιτίθεται στους πνεύμονες, και αυτή ακριβώς είν’ η αχίλλειος πτέρνα μου (…). Εδώ παίρνουν τις θερμοκρασίες μας εδώ και εβδομάδες… ο μόνος κίνδυνος είναι οι φύλακες που έρχονται «απ’ έξω» : είναι οι μόνοι «παράγοντες κινδύνου»… απ’ ότι βλέπω στην τηλεόραση, οι ηλικιωμένοι που πεθαίνουν σε κέντρα φροντίδας μολύνθηκαν από τους «φροντιστές» τους (αναλογιζόμενοι πως κι αυτοί δεν είχαν επισκέψεις λίγο πολύ την ίδια περίοδο με τους φυλακισμένους) που δεν υποβάλλονταν σε «τεστ», νομίζοντας πως αυτό το θέατρο της κοινωνικής απομόνωσης πρακτικά στήθηκε για την «προστασία» «των ομάδων υψηλού κινδύνου». Προφανώς οι δεσμοφύλακες επίσης δεν «υποβάλλονται σε τεστ»… μόνο εκείνοι με συμπτώματα… τελικά το ζήτημα της «πρόληψης» και του «ορθολογισμού» από το στρατηγικό σχέδιο υγείας είναι γελοίο και παράλογο. Ας μην αναφέρω το γεγονός πως το υψηλότατο ρίσκο της μόλυνσης παρουσιάζεται στα νοσοκομεία και από τις «ιατρικές υπηρεσίες». Όλα είναι σκέτη τρέλα.. Εγώ ελπίζω μόνο αυτή η μαζική υστερία να τελειώσει όσο πιο σύντομα γίνεται γιατί κανείς και τίποτα δεν μπορεί να «μας προστατεύσει» ή «να μας φροντίσει», ακριβώς το αντίθετο…

(…) Σκατά! Η έφεση στο Ανώτατο απορρίφθηκε! Για να πάω στην Ισπανία αμέσως! Είναι «τρομακτικό»… ελπίζω ότι θα το καθυστερήσουν λίγο παραπάνω, αλλά δεν υπολογίζω σε αυτό… το να πάω εκεί ακριβώς στη μέση του πανδημικού και απολυταρχικού χάους των φυλακών… και είμαι ασθματικός. Ποτέ δεν είχαν μια τόσο ευνοϊκή κατάσταση για να με βγάλουν απ’ τη μέση χωρίς να λερώσουν τα χέρια τους… γαμώ το!

30 Μαρτίου.

Είδα ένα βίντεο στην πορτογαλική τηλεόραση το οποίο τράβηξαν με ένα κινητό τηλέφωνο κάποιοι κρατούμενοι στο Custoias (στο Πόρτο)… με έκανε να χαμογελάσω το να δω αυτούς τους τρεις με κουκούλες να απειλούν να κάψουν τις φυλακές με ένα «revolucao»… όπως ανέφεραν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τρεις κρατούμενοι μολύνθηκαν στο Custoias, οι φυλακισμένοι ξεκίνησαν να τρελαίνονται σχετικά με «τον θάνατο από την μετάδοση του κορονοϊού» και στην τηλεόραση ήδη μιλάνε για μια απίθανη κατάσταση (αισιόδοξες συγγνώμες και παρόμοια πράγματα) στις φυλακές του βορρά. Απ’ όσο ξέρω στις μεγαλύτερες φυλακές του Πόρτο, είναι πιθανό να ξεσπάσουν μερικές εξεγέρσεις ήδη αυτή την εβδομάδα… Θα έλεγα πως η Custoias και η Pasos de Ferreira θα είναι από τις πρώτες. Αυτές είναι υπερπλήρεις φυλακές (πάνω από χίλιοι κρατούμενοι σε κάθε μια), όπου οι φύλακες δε δέχονται κανέναν έλεγχο… δεν είναι σαν αυτή την τρύπα που στους 30 κρατούμενους με το ζόρι 2-3 είναι εντάξει και οι υπόλοιποι δεν είναι ικανοί ούτε να ρίξουν λίπασμα σε ένα πατατοχώραφο.

Ο λόγος για τον οποίον πιστεύω ότι θα ξεσπάσουν εξεγέρσεις, δεν είναι εξαιτίας του βίντεο (φιλτραρισμένο από τα μίντια) με τους κουκουλωμένους τύπους και το τι λένε (απειλούν) ότι μπορεί να συμβεί… αλλά γιατί εγώ ξέρω ότι σε απελπισμένους ανθρώπους μπορούν να γεννηθούν ο φόβος και η αίσθηση «αδικίας»… στην τελική (σαν εμάς) έχουν μείνει για ένα μήνα χωρίς επισκέψεις, χωρίς φαγητό ή ναρκωτικά… και αυτό, επιπρόσθετα με το βομβαρδισμό των μίντια σχετικά με τον ιό, είναι ο τέλειος συνδυασμός για μια καταιγίδα (…).

(…) Έχουν ήδη αρχίσει να απελευθερώνουν κρατουμένους με συνολικές ποινές (ή υπολειπόμενες ποινές) μικρότερες των 2 ετών… εκείνους που έχουν άδειες (στην Πορτογαλία είναι 1000 κρατούμενοι σε σύνολο πληθυσμού 12000) και τους ηλικιωμένους-αρρώστους… αν σκεφτούμε ότι ο φυλακισμένος πληθυσμός της Πορτογαλίας είναι ο γηραιότερος στην Ευρώπη (το 30% είναι άνω των 60), αυτό μαρτυρά έναν μεγάλο αριθμό απελευθερώσεων… ψευδαίσθηση και απόγνωση είναι παράγοντες του «έλεγχος ή χάος»… δεδομένου ότι οι Γερμανοί (και νομίζω η Ισπανία και η Ιταλία έκαναν το ίδιο) έθεσαν σε ισχύ τις συστάσεις της Ε.Ε. με την απελευθέρωση κρατουμένων, οι Πορτογάλοι θα ακολουθήσουν «την υπαγόρευση»…

Τι σύμπτωση! Στις μεσημεριανές ειδήσεις, μιλούν ακόμα για τους κρατουμένους… λένε ότι ο αριθμός των ηρεμιστικών διπλασιάστηκε (το λένε ξεκάθαρα και απλά), το αιτιολογούν λέγοντας ότι η πλειοψηφία είναι τοξικοεξαρτημένοι, και αυτό επιπρόσθετα σε τούτη την κατάσταση εγκλεισμού και συνωστισμού, όπου το άγχος και ο φόβος πολλαπλασιάζονται, και μπλα μπλα μπλα.

Ο «ιός» ανέδειξε αυτό που λέγαμε και υποπτευόμασταν για μεγάλο χρονικό διάστημα: κεφάλαιο και κράτος είναι ο Μολώχ που πρέπει να καταστραφεί… η «εποχή» των τεχνοκρατών και των «σοσιαλδημοκρατών» χρησιμοποίησε ήδη την «ιστορική κάρτα» μπροστά στα μάτια ολόκληρου του κόσμου. Οποιοσδήποτε αυτή την στιγμή (και μετά την τελευταία αίσθηση του βιο-φασισμού) συνεχίζει να πιστεύει σε «δικαιώματα» είναι πλήρως ηλίθιος…

Σχετικά με τα «προληπτικά για τον κορονοϊό» μέτρα στη φυλακή, από την αρχή είδαμε ξεκάθαρα ποιου τα «δικαιώματα» «περιορίζονται» πρώτα: όλων εκείνων που στοιβάχτηκαν σε κλειστά ιδρύματα σαν ανθρώπινα κρέατα. Ποιο ήταν το νόημα της διακοπής των επισκέψεων ενώ οι φύλακες και οι τεχνικοί τριγυρνούν στα ιδρύματα χωρίς μάσκες και γάντια; Το ερώτημα είναι ρητορικό, καθώς η απάντηση φέρνει στο φως, μέσω των γεγονότων, το ποιος ήταν εκείνος που πραγματικά μόλυνε τους ηλικιωμένους στα κέντρα φροντίδας… τώρα προκύπτει ερώτημα σχετικά με τα μολυσμένα κέντρα φροντίδας της Πορτογαλίας… σχεδόν όλα είναι!

Η διοικητής του συστήματος υγείας, Graca Freitas, είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για εκατοντάδες νεκρούς και μολυσμένους στα κέντρα φροντίδας… και όχι μόνο! Δε θα ήταν «λογικό», δεδομένου ότι έκοψαν έναν πιθανό τρόπο μετάδοσης (οικογενειακές επισκέψεις), να επεκτείνανε τον «κύκλο προφύλαξης» κάνοντας τεστ στους φροντιστές για Covid-19 και μοιράζοντάς τους γάντια και μάσκες; Προφανώς! Αλλά η κυρία αυτή έκανε τα ίδια και στις φυλακές!

Μόνο τώρα (από τις 30 Μαρτίου) μπήκαν οι δεσμοφύλακες με γάντια και μάσκες… και, θεωρητικά, μόνο τώρα τους «έκαναν τεστ»… και γιατί; Επειδή μόνο τώρα βγήκε δημόσια ότι τα κέντρα φροντίδας μολύνθηκαν σχεδόν όλα. Και μόνο τώρα (από τις 28 Μαρτίου) αναγνώρισαν 3 μολυσμένους υπαλλήλους στην φυλακή Custoias (στο Πόρτο)… σήμερα (1η Απριλίου) μάθαμε από την τηλεόραση ότι 25 «κρατούμενοι» απομονώθηκαν στην φυλακή Santa Cruz Do Bispo και τουλάχιστον ένας είναι θετικός στον Covid-19…ίσως οι ιδρυματικοί υπάλληλοι έχουν ανοσία στον Covid-19; Προφανώς όχι. Μια ανάγνωση των γεγονότων μάς δείχνει ότι δεν υπήρχε σχεδιασμένη στρατηγική ή δεν είχαν υιοθετήσει τα επαρκή μέτρα προφύλαξης. Η διοικητής των υπηρεσιών υγείας, Graca Freitas, άσκησε τη δύναμή της σε αυτά τα ιδρύματα απλά α) γιατί «ασθενείς» και «κρατούμενοι» δεν μπορούν να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, και β) επειδή φύλακες και εργαζόμενοι δεν αμφισβήτησαν την εξουσία της.

Άλλο ένα ερώτημα είναι: πώς είναι πιθανό ότι οι οικογένειες, φίλοι κλπ. των κρατουμένων και των ασθενών επέτρεψαν όλο αυτό να συμβεί; Θα σου δώσω την απάντηση: τυφλή εμπιστοσύνη στις αρχές και στους τεχνικούς, ο ίδιος φόβος και η ίδια έλλειψη απαντήσεων μπροστά στο άγνωστο… είναι λυπηρό, αλλά αυτό δείχνει πως οι ψευδαισθήσεις και η εμπιστοσύνη που οι «πολίτες» δείχνουν στις «αρχές», καθιστούν εφικτό για τους τελευταίους να επενδύσουν σε αυτό έτσι ώστε οι οικογένειες να μεταμορφώνονται σε φυλακισμένους ή ασθενείς, «πεθαίνοντας» από αμέλεια των αρχών…

Απομονωμένοι, χωρίς επισκεπτήρια (σε μερικά μέρη χωρίς mail και κινητά τηλέφωνα), ένα τμήμα της κοινωνίας παραμένει στο έλεος του βιο-φασίστα Μολώχ… και «η κοινωνία» παραμένει κλειδωμένη στα σπίτια χωρίς δικαίωμα για απεργία, διαδηλώσεις, εργασία κλπ., και οι άστεγοι μπορούν να πεθαίνουν ελεύθερα στους δρόμους ή σε αθλητικές τέντες… εδώ έχουμε ένα πορτραίτο της καπιταλιστικής κοινωνίας! (…) Αν καταφέρουν να κλειδαμπαρώσουν την κοινωνία σε ολάκερο τον κόσμο, φαντάσου τι μπορούν να κάνουν με τους κρατουμένους, τους μετανάστες, τους ηλικιωμένους και όλους όσους είναι στις φυλακές των δολοφόνων και αυτουργών γενοκτονιών!

Εσύ μπορείς (και πρέπει) να δημοσιεύσεις όλα όσα γράφω. Φυσικά θα υπάρχουν εναλλακτικές για να συμβιβάσουν «καραντίνα» και «εξωτερική επικοινωνία», αλλά δεν είμαστε όλοι ίσοι…

Τις επόμενες εβδομάδες το δράμα της εμφάνισης του Covid-19 στην Πορτογαλία θα αρχίσει… βλέποντας ένα μάτσο ανίκανους στο υπουργείο Υγείας και Δικαιοσύνης, θα δούμε πόσα «φορτηγά- ψυγεία» θα χρειαστούν για τους νεκρούς στις φυλακές και σε άλλα κλειστά κέντρα.

3 Απριλίου.

(…) Λίγη σημασία έχει αν ήταν ένα εργαστήριο ή η φύση που δημιούργησε αυτόν τον ιό… ήταν απαραίτητο. Και δεν έχει πολλή σημασία αν θα μολύνει εμένα ή τη μητέρα μου. Η φύση είναι αδιάλλακτη, και το ανθρώπινο είδος πρέπει να το σέβεται αυτό και να το φοβάται. Δεν υπάρχει Φύση «που να είναι φτιαγμένη για να ταιριάξει» στο ανθρώπινο είδος, δεν είναι «ανθρώπινη πηγή». Όλη η περιφρόνηση κι η επιστημονική υπεροψία πρέπει να τρομάζει από αυτό. Αυτή τη φορά ο ιός ήταν αγαθός, χτύπησε μόνο 2% του ανθρώπινου είδους και έδειξε έλεος στα παιδιά. Ήταν λιγότερο θανατηφόρος, ταξικά προκατειλημμένος, ρατσιστικός και σεξιστικός από τον καπιταλισμό. Είναι περίεργο πως οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο έναν ιό τέτοιου είδους από τον τεχνο-βιομηχανικό καπιταλισμό… Είμαι πεπεισμένος ότι αν ο καπιταλισμός καταστραφεί μπορούμε να φτιάξουμε κάτι καλύτερο… χειρότερο από τον καπιταλισμό (και διάφορες παραλλαγές) δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε: αυτό είναι σίγουρο. Έτσι, ελπίζω ότι ο ιός δε θα είναι περιορισμένος, ότι θα είναι εκ φύσεως σκληρός… Δε θα ήθελα να περιοριστεί όλο αυτό σε έναν «τρόμο» και να βλέπω βλάκες να φοράνε μπλουζάκια με το μήνυμα: «επέζησα από τον «Covid-19». Ο πολιτισμικός κυνισμός πρέπει να χαθεί. Δεν είναι η 11η Σεπτεμβρίου με «ήρωες» και «κακούς» που συνεχίζουν να φροντίζουν τα πάντα μετά τον «τρόμο» (…).

Τις προάλλες είδα μια εκπληκτική (ή και όχι) ιστορία στην τηλεόραση: ένας πορτογαλικός τηλεοπτικός σταθμός (TVI) μετέδιδε «νέα» ενός κέντρου περίθαλψης… ξαφνικά η «ομάδα» των cameramen συνειδητοποίησε πως μια ηλικιωμένη κυρία προσπαθούσε να δραπετεύσει από πίσω αφαιρώντας έναν φράχτη… Τι έκαναν «οι δημοσιογράφοι» που «πληροφορήθηκαν» (σε κινδυνολογικούς τόνους) σχετικά με το δράμα που ξεδιπλώνεται εκεί μέσα; Καλέστε τους φροντιστές να κλειδώσουν πάλι την ηλικιωμένη! Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας είναι απλό: δεν υπάρχει καμία ενσυναίσθηση και/ή συμπάθεια απέναντι στο ηλικιωμένο άτομο που ψάχνει για ελευθερία, για τη δυνατότητα ζωής, όχι. Το δράμα είναι γι’ αυτούς που παραμένουν κολλημένοι στην τηλεόρασή τους, είναι η αντικειμενικότητα και η επιμέλεια των πληροφοριών… έπειτα βγάζουν τα τηλέφωνά τους και ρουφιανεύουν, ούτως ώστε η υποτιθέμενη «μολυσμένη ηλικιωμένη» που «απειλεί» την ασφάλειά «μας» να συλληφθεί ξανά: το θύμα είναι ένας εγκληματίας! Έτσι, συμπάσχω με την ηλικιωμένη κυρία και εύχομαι τον χειρότερο θάνατο δαύτων των ρουφιάνων.

(…) Είμαι πολύ περίεργος να δω πώς θα αντιδράσουν οι άνθρωποι μετά από αυτήν την εξαναγκαστική φυλάκιση, πώς θα είναι η οικονομία, πώς θα καταλαβαίνονται οι άνθρωποι αναμεταξύ τους. Θα επιβιώσει το ευρωπαϊκό κατασκεύασμα; Θα ανοίξουν τα σύνορα; Θα επανέλθουν τα αεροπλάνα, ταξιδεύοντας στους ουρανούς από ένα μέρος σ’ ένα άλλο; Αν η ανεργία είναι τόσο σοβαρή όσο αναμένεται, τι θα κάνουν οι άνθρωποι; Ποιες θα είναι οι «συνέπειες» της εξαναγκαστικής συνύπαρξης: Αυτά είναι ερωτήματα που πραγματικά μού κεντρίζουν το ενδιαφέρον και την περιέργεια. Επίσης, αναρωτιέμαι σε ποιον βαθμό και μέχρι πότε οι «πολίτες» θα είναι προετοιμασμένοι να παραμένουν σε υποχρεωτική «καραντίνα».

4 Απριλίου.

(…) Προσέχω (και αναλύω) το πρόγραμμα «ειδήσεων» σχετικά με τις δοκιμές ορού που προτείνουν να κάνουν (ή κάνουν ήδη) σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αγγλία, η Γαλλία, η Ιταλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα για να ανακαλύψουν ποιοι άνθρωποι έχουν ανοσία στον ιό. Όλο αυτό μάς δείχνει πως η νεοφιλελεύθερη αγορά ήδη ξεδιαλέγει το «πιο κατάλληλο» εργατικό δυναμικό… αυτή η παγκόσμια «έκτακτη ανάγκη» έδωσε στα κράτη και στο κεφάλαιο μια τεράστια ποσότητα «προσωπικών» δεδομένων που αφορούν «πολίτες» και πελάτες… έτσι, τώρα θα βιώσουν τι σημαίνει να είσαι υπό καθεστώς υψηλής παρακολούθησης όπως η F.I.E.S, σε πρώτο βαθμό, δεύτερο βαθμό και/ή ανοιχτό καθεστώς. Όλη μέρα στολές παντού: αστυνομία, στρατιώτες και δεσμοφύλακες, ελεγκτές και τραπεζίτες.. (…) και, τέλος πάντων, η εμπειρία της «καραντίνας» τούς έχει ήδη προετοιμάσει για την είσοδό τους στις «κατοικίες- φυλακές», κλειδωμένοι και δίχως δικαιώματα, με παρακολούθηση και μηδενικό «έλεγχος» επί των δικών τους ζωών.

Τώρα είναι που είμαστε όλοι φυλακισμένοι…

Τώρα είναι που είμαστε όλοι φυλακισμένοι και γνωρίζουμε πώς είναι να νιώθουμε λαχτάρα, να μισούμε και ν’ αγαπάμε…

Να νιώθουμε λαχτάρα για τον περίπατο κάτω απ’ τον ουρανό με τη θάλασσα να σκάει στα βράχια.

Να νιώθουμε λαχτάρα για να συναντήσουμε τους φίλους μας και να μπορούμε να τους αγκαλιάσουμε.

Να νιώθουμε λαχτάρα για τους αγαπημένους που λατρεύουμε να φιλάμε.

Να νιώθουμε λαχτάρα για οτιδήποτε που δε μας αφήνουν να ευχαριστηθούμε στο τώρα.

Τώρα που είμαστε όλοι φυλακισμένοι ξέρουμε πώς είναι το να μισείς…

Να μισείς τη μονοτονία και τις βαρετές συζητήσεις που δεν μπορούμε ν’ αποφύγουμε.

Να μισούμε τη σηπτική φυλάκιση που περιορίζει και πνίγει την ελευθερία μας.

Να μισούμε τις μέρες και τις νύχτες που διεδέχονται η μια την άλλη, δίχως τίποτα άλλο.

Να μισούμε την εγωιστική συμπεριφορά των άλλων, κάτι που δεν μπορούμε ν’ αποφύγουμε.

Τώρα που είμαστε όλοι φυλακισμένοι ξέρουμε πώς είναι το ν’ αγαπάμε…

Ν’ αγαπάμε τη φύση που μας επιτρέπει ν’ αναπνέουμε.

Ν’ αγαπάμε τη νοημοσύνη που μας καλεί να ονειρευτούμε.

Ν’ αγαπάμε την ευαισθησία που μας κάνει να απολαμβάνουμε.

Ν’ αγαπάμε την ελευθερία να υπάρχουμε.

Τώρα που είμαστε όλοι φυλακισμένοι, είναι καιρός να σκεφτούμε…

Gabriel Pombo Da Silva

Πηγή: 325

Μετάφραση: Lobo Negro

Ρενάτο Κούρτσιο: Ψηφιακός Καπιταλισμός. Το Αποικισμένο Μέλλον.

Παρουσίαση και Εισήγηση της Εκδήλωσης – Συζήτησης που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019 στο Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο Vittoria στο Μιλάνο, με αφορμή την κυκλοφορία της τελευταίας κοινωνιο-αναλυτικής έρευνας του Ρενάτο Κούρτσιο με τίτλο: Το αποικισμένο μέλλον. Από τη εικονικοποίηση του μέλλοντος στο εξημερωμένο παρόν (εκδόσεις Sensibili alle Foglie. Μιλάνο, 2019).

Πολύτιμη τροφή για σκέψη από την πρωτεύουσα της Λομβαρδίας, βγαλμένη από την πραγματικότητα που δυστυχώς συνεχίζει να υπάρχει… Μερικές εβδομάδες πριν από το ξέσπασμα της εξελισσόμενης πανδημίας του ιού Covid 19 και την στρατιωτικοποιημένη διαχείριση της υγειονομικής και της επακόλουθης οικονομικής κρίσης που οξύνεται (εκτός των άλλων και) με “πολεμικούς” όρους. Λίγο πριν από το κατώφλι του σταδιακού περάσματος στη δυστοπική οικουμενική συνθήκη της “νέας κανονικότητας”…

Εδώ, στην Αθήνα, στο Μιλάνο, στην Ευρώπη και σ’ όλη την διεθνοποιημένη υδρόγειο του καπιταλιστικού κάτεργου και του ιμπεριαλιστικού σφαγείου. Εδώ και παντού, όπου το πνεύμα και τα σημεία των καιρών (της επίτασης της “απομακρυσμένης εργασίας”, της “τηλε-εκπαίδευσης” και της “τηλε-ιατρικής”, της “διαδικτυακής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας”…), συνηγορούν με αυτό που μας επαναλαμβάνουν ακατάπαυστα και οι καθεστωτικοί αυλικοί: όντως, “τίποτα δεν θα είναι όπως πριν”. Εδώ και παντού, όπου πράγματι, “ο κόσμος που γνωρίζαμε αλλάζει, ο κόσμος που αντέχαμε τελειώνει”. Εδώ και παντού, όπου συνεχίζονται να τίθενται νέα και παλιά, μακάβρια και δυσοίωνα ερωτήματα. Εδώ και παντού, όπου τα πάντα γύρω μας συνεχίζουν να επείγονται -ολοένα και πιο πολύ- για θεωρητικές και πρακτικές απελευθερωτικές απαντήσεις. Εδώ και παντού, όπου παρ’ όλα αυτά, “κι όμως κινείται”…

Μετάφραση στα ελληνικά: Προλεταριακή Πρωτοβουλία. Αθήνα, Μάης 2020.

Παρουσίαση από το Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο Vittoria

Ο κοινωνικός έλεγχος ακολουθεί -κατά βάση- μια ανάπτυξη μέσα στην εξέλιξη της πρωταρχικής και δομικής σύγκρουσης των ασυμφιλίωτων συμφερόντων ανάμεσα στις τάξεις. Όμως, μέσα στην χειροπιαστή πραγμάτωση του, διαφοροποιείται -με ποικίλους τρόπους- σχετικά με τα διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα: οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό.

Κοινωνικός έλεγχος σημαίνει στρατιωτική, αστυνομική, δικαστική καταστολή. Είναι ο εγκιβωτισμός μέσα στις ιδιότητες του εργοστασίου, είναι το ξεδίπλωμα κάθε μορφής σχέσης που εξουδετερώνει κάθε δυνατότητα σύγκρουσης, είναι η αντικειμενική συνθήκη του εκβιασμού μέσα στα χίλια ρυάκια της καπιταλιστικής παραγωγής.

Είναι σε προληπτική μορφή, η κατασκευή ενός φαντασιακού κοινωνικού ακτιβισμού μέσα στον οποίο να αντανακλάται και να γίνονται δικές μας οι αναξιότητες πάνω στις οποίες βασίζεται μια κοινωνία διαιρεμένη σε τάξεις.

Αν αναλογιστούμε την ίδια τη νίκη του Μπερλουσκόνι το 1994, αντιλαμβανόμαστε άμεσα το βάρος όχι τόσο της κατοχής των τηλεοράσεων όσο εκείνης της καταιγιστικής ιδεολογικής καμπάνιας με την προβολή συμπεριφορικών και υπαρξιακών μοντέλων, τέτοιων που να ενισχύουν και να συγκροτούν το ψεύτο-πολιτισμικό εποικοδόμημα ενός οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου υπέρ-φιλελεύθερου, ατομικιστικού και σεξιστικού.

Η πραγματικότητα όμως έχει πλέον μεταβληθεί. Θα ήταν μυωπική μια ανάγνωση του παρόντος με τα μάτια του νεολαίου μετανάστη εργάτη (…από τη νότια Ιταλία) στη Fiat που συγκρούεται θαρραλέα ενάντια στην αστυνομία στη λεωφόρο Traiano του Τορίνο, τον Ιούλη του 1969, η οποία είχε σταλθεί από τον αφέντη Ανιέλι για να καταστείλει και -ακριβώς- να ελέγξει την εργατική βάση που είχε εξεγερθεί.

Ο κοινωνικός έλεγχος του νέου αιώνα ποτέ δεν ήταν και -ακόμα περισσότερο σήμερα- δεν είναι η απλή επικάλυψη κατασταλτικών επιπέδων απέναντι στα οποία ν’ αντισταθούμε αλλά -μένοντας ενήμερη- εκτός από τη χρήση του προαναγγελθέντος συνηθισμένου οπλοστασίου, καθίσταται σε όλο και πιο πειστική, εξαπλωμένη και καθημερινά διεισδύει ολικά στις ζωές μας, χρησιμοποιώντας κάθε δυνατότητα που προσφέρεται στην εξουσία από τις νέες τεχνολογίες.

Εκμεταλλεύεται το διαδίκτυο οριοθετώντας ένα συλλογικό φαντασιακό ψευτοελευθερίας και αξιοποίησης ενός πλαστού ατομικού πρωταγωνιστισμού, μιας νέας μορφής ψεύτικης “συμμετοχής” ώστε να κατευθύνει τις συνειδήσεις και να κατασκευάσει την εικόνα μιας κοινωνίας συναίνεσης και “εθελοντικής” συμμετοχής σε ένα σχέδιο ελέγχου σε παρόντα χρόνο, το οποίο -από τη μια πλευρά- αναθέτει στον ελεγκτή κάθε εξουσία ενώ ταυτόχρονα εξορίζει τον ελεγχόμενο στην “ελευθερία” της πληκτρολόγησης ενός “like” ή την επιλογή κάποιου “influencer” ως δικού του σημείου αναφοράς…

Σε όλα τα προηγούμενα κείμενα που παρουσιάσαμε –στην Εικονική Αυτοκρατορία, την Ψηφιακή Ηγεμονία, την Τεχνητή Κοινωνία και τον Κυρίαρχο Αλγόριθμο- ο Ρενάτο, συνοπτικά, μελετάει και εμβαθύνει την ελκτική ικανότητα, τη σχέση και το επίπεδο διάδρασης ανάμεσα στον άνθρωπο και τα πληροφορικά εργαλεία.

Ηλεκτρονικοί υπολογιστές, έξυπνα κινητά, ταμπλέτες κλπ… H καθημερινή -μέχρι ψυχαναγκασμού- χρήση με την οποία -όμως- ο άνθρωπος χρησιμοποιείται για τη συλλογή δεδομένων του και την κλοπή των γενικών χαρακτηριστικών και τάσεων, έτσι ώστε εν συνεχεία να πλαστούν και να κατευθυνθούν μέσα σε ένα είδος σταδιακής κλιμάκωσης της Μαρξιστικής έννοιας των “προκληθέντων αναγκών” και όχι μόνο.

Αναλύει λεπτομερώς τον τρόπο έναρξης της διαδικασίας ψηφιοποίησης της καπιταλιστικής προσταγής επάνω σ’ ολόκληρη την κοινωνία και τις ζωές μας, φτάνοντας να προσδιορίσει ξεκάθαρα το ρόλο του κοινωνικού ελέγχου που προέρχεται από τη συμβίωση του ανθρώπου με τον μηχανισμό πληροφορικού ελέγχου που βρίσκεται στα χέρια της καπιταλιστικής προσταγής, ελέγχοντας τους χρόνους εργασίας και τους ρυθμούς ζωής του εργαζομένου.

Με αυτό το νέο κείμενο του, ο Ρενάτο Κούρτσιο πάει πio πέρα και εισέρχεται στον πυρήνα αυτού που μας προτείνεται και μας προσφέρεται σαν ένας νεωτερισμός, σαν μια γλυκαντική “αντικειμενική” νεωτερικότητα, έτσι ώστε να κρυφτεί η σκλήρυνση και ο αποικισμός των ζωών μας που σκοπεύει στην παραγωγή κέρδους.

Όμως ο Ρενάτο πάει ακόμα πιο πέρα και ξεκινάει να αποσαφηνίζει -όσο αυτό είναι δυνατό- ένα σενάριο που βλέπει τη διασύνδεση της αποστείρωσης της κριτικής σκέψης με μια επεκτεινόμενη και επιβαλλόμενη ανθρωπολογική μεταβολή, η οποία ξεφεύγει από το Δαρβινικό μονοπάτι της εξελεγκτικής ανάπτυξης.

Ένα μέλλον που έχει ήδη ξεκινήσει χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε πλήρως και του οποίου δεν καταφέρνουμε ακόμα ν’ αντιληφθούμε τα πιθανά όρια και τις μετεξελίξεις του, έτσι ώστε να μπορούμε να το θέσουμε υπό αμφισβήτηση και να το αντιμετωπίσουμε με τα πόδια γειωμένα μέσα στην πάλη των τάξεων.

Η μεγάλη αναλυτική ικανότητα του Ρενάτο Κούρτσιο θα μας συνοδεύσει σε αυτή τη σκέψη, σε μια απόπειρα να δοθούν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτηματικά.

… “Μέσα στο ακρο-καπιταλιστικό πλαίσιο που ζούμε, η ψηφιακή ολιγαρχία, λαμβάνοντας εκ των πραγμάτων τις κατευθυντήριες αποφάσεις της διανθρωπιστικής ιδεολογίας, έβαλε ως σκοπό τον αποικισμό του πλανήτη, ξεπερνώντας οριστικά τα όρια του ανθρώπινου. Ενώπιον αυτής της προοπτικής, φαντάζουν τουλάχιστον αφελείς οι κατευθύνσεις εκείνων που προτείνουν τον εξανθρωπισμό των ψηφιακών τεχνολογιών, της τεχνητής νοημοσύνης, των οχυρώσεων της “ασφάλειας”, της γενετικής και της κοινωνικής μηχανικής, έτσι ώστε να συγκρατηθούν “μέσα στα όρια της δημοκρατίας”. Αντίθετα, μοιάζει επείγουσα και αναγκαία η αρχή μιας συζήτησης για απο-αποικιοποίηση του διαδικτύου και του φαντασιακού”…

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019 στις 21.00

στο Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο (CSA) Vittoria

οδός Friuli και Muratori γωνία, Μιλάνο.

Πηγή: www.csavittoria.org

___________________________________________

Εισήγηση του Ρενάτο Κούρτσιο

Θα ήθελα να ξεκινήσω με δυο αποσπάσματα από δυο συνεντεύξεις που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα στον ιταλικό και το διεθνή Τύπο. Πρόκειται για λίγες γραμμές, αλλά νομίζω ότι μπορούν να μας εισάγουν καλά στο θέμα που θα προσπαθήσουμε -κατά κάποιο τρόπο- να διηγηθούμε.

Η πρώτη είναι του Leonard Kleinrock, ενός ανθρώπου σημαντικού στην ιστορία του Ίντερνετ, ή μάλλον θα μπορούσε να ειπωθεί του πρώτου ανθρώπου του: είναι εκείνος ο ερευνητής που το 1969 κατάφερε να φέρει για πρώτη φορά σε επαφή δυο ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Έπειτα, για πολλά χρόνια δούλεψε στα πρώτα σχέδια γέννησης του δικτύου και είναι γνωστός στους φοιτητές όλων των πανεπιστημίων αφού πρόκειται για τον ιδρυτή της πληροφορικής ως ακαδημαϊκού μαθήματος. Μέσα στον Οκτώβριο δήλωσε: “Το δικό μας Ίντερνετ ήταν ηθικό, έμπιστο, δωρεάν, κοινόχρηστο. Σήμερα από έγκυρος ψηφιακός πόρος έχει μετατραπεί σε πολλαπλασιαστή αμφιβολιών, από μέσο διαμοιρασμού σε εργαλείο με μια σκοτεινή πλευρά. Το Ίντερνετ δίνει τη δυνατότητα να προσεγγιστούν εκατομμύρια χρηστών με μηδέν κόστος και ανώνυμα. Γι’ αυτό το λόγο είναι ιδανικό για μοχθηρά πράγματα: αποστολή spam, τέλος της ιδιωτικότητας (privacy), ιοί, κλοπή δεδομένων, πορνογραφία, παιδεραστία, fake news. Το πρόβλημα γεννήθηκε όταν υπήρξε η θέληση για τη νομισματοποίηση του: ένα δημόσιο αγαθό μετατράπηκε σε κάτι με ιδιωτικούς σκοπούς που δεν έχει την ίδια με την παρελθούσα ταυτότητα του”. Επομένως, ο Kleinrock δηλώνει ότι υπάρχουν δυο φάσεις: μια πρώτη που γεννήθηκε το Ίντερνετ ως επιστημονικό και ερευνητικό σχέδιο -το οποίο όμως είχε ένα δημόσιο σκοπό- και μια δεύτερη που κάποιος άρχισε να το νομισματοποιεί και έτσι μετατράπηκε σε κάτι το “μοχθηρό”.

Ο Edward Snowden, τον οποίο όλοι γνωρίζουμε, σε μια άλλη συνέντευξη συνόψισε -με τον ακόλουθο τρόπο- τη δική του οπτική γωνία:

“Στις απαρχές του, το Ίντερνετ ήταν ο χώρος όπου όλοι ήταν ίσοι, ένας χώρος αφιερωμένος στη ζωή, την ελευθερία και την αναζήτηση της ελευθερίας. Σύντομα όμως, το Ίντερνετ αποικίστηκε από τις κυβερνήσεις και τις μεγάλες εταιρίες για την απόσπαση κέρδους και εξουσίας. Σήμερα, το Ίντερνετ είναι αμερικάνικο, τόσο ως υποδομή όσο και ως λογισμικό. Οι βασικές εταιρίες (Google, Facebook, Amazon) είναι αμερικάνικες και επομένως υποκείμενες στην αμερικάνικη νομοθεσία. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι είναι υποκείμενες σε μυστικές πολιτικές, αμερικάνικες μυστικές πολιτικές, οι οποίες επιτρέπουν στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να επιτηρεί εικονικά κάθε άντρα, γυναίκα και παιδί που χρησιμοποίησε έναν υπολογιστή ή έκανε ένα τηλεφώνημα, να διατηρεί σε διαρκή μνήμη, δηλαδή να αποθηκεύει όλα τα πιθανά δεδομένα, για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο, μέχρι και για πάντα. Μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001 περάσαμε από την παραδοσιακή στοχευμένη υποκλοπή σε μια κυριολεκτική μαζική επιτήρηση. Σήμερα πλέον η μαζική επίτηρηση είναι μια διαδικασία ατέλειωτης καταγραφής. Θα ήταν μια τραγωδία αν συνηθίζαμε στην ιδέα μια διαρκούς και γενικευμένης επιτήρησης: αυτιά που τα ακούνε όλα, μάτια που τα βλέπουνε όλα, μνήμη σε διαρκή επιφυλακή”.

Επομένως, ο Kleinrock και ο Snowden συμφωνούν ως προς το βασικό παράδειγμα παρουσίασης της ιστορίας του Ίντερνετ: υπήρξε μια πρώτη φάση όπου όλα ήταν ωραία, καθαρά, διάφανα, διαυγή, δημόσια και μια δεύτερη φάση στην οποία η νομισματοποίηση ή και οι στρατηγικές ανάγκες, διαμόρφωσαν τη συνθήκη για αυτό το πέρασμα στη νομισματοποίηση και τη μαζική επιτήρηση.

Όποιος και όποια παρακολουθεί τη δουλειά που κάνω τα τελευταία χρόνια γύρω από αυτά τα θέματα, ξέρει ότι οι κριτικές του Snowden και του Kleinrock αποτελούν ουσιαστικά την ερευνητική διαδρομή που έχουμε διανύσει από το 2015. Με χαροποιεί το γεγονός ότι ο ιδρυτής του Ίντερνετ, σήμερα συμφωνεί με την ριζοσπαστικότερη κριτική που έχει αναπτυχθεί. Παρ’ όλα αυτά, το διαδίκτυο σήμερα δεν βρίσκεται πλέον στη δεύτερη φάση, δεν είναι εκείνη η κόλαση που περιγράφεται μετά από μια αρχική περίοδο της Εδέμ. Σήμερα το Ίντερνετ έχει κάνει ένα ποιοτικό βήμα εξαιρετικά αξιοσημείωτο και εξαιρετικά καλυμμένο: αξιοσημείωτο γιατί μετατρέπει την ικανότητα του για αποικιοποίηση τόσο του διαδικτύου όσο και του φαντασιακού των πολιτών, καλυμμένο γιατί μια μεγάλη καμπάνια για την οικοδόμηση της πολιτισμικής ηγεμονίας αναπτύχθηκε από τους μεγάλους δημοσιογραφικούς ομίλους καθώς και στο πεδίο των εκδόσεων, με σκοπό να παρουσιάσουν το πρόσωπο του Ίντερνετ ως το πρόσωπο του μέλλοντος, της προόδου, της επιστήμης. Άρχισε λοιπόν να τίθεται επί τάπητος ένα σημαντικό παράδειγμα: εκείνο της κυριαρχίας της επιστημονικής σκέψης έναντι των ηθικών δισταγμών, οι οποίοι ωθούν πολλά άτομα να είναι αναποφάσιστα ως προς την εκτίμηση και την κρίση τους. Η δουλειά που σας φέρνω είναι μια αντανάκλαση των σημείων κλειδιών αυτού του ποιοτικού άλματος, μια αντανάκλαση που ακολουθήσαμε πέρυσι κατά τη διάρκεια δυο [κοινωνιο-αναλυτικών] εργοταξίων στη Ρώμη και το Μιλάνο.

Από τεχνική και επιστημονική πλευρά, αυτό το ποιοτικό πέρασμα έγκειται σε μια τεχνολογική καινοτομία μεγάλου εύρους: συνδέεται με την εφεύρεση των προγνωστικών αλγορίθμων, ικανών να δουλέψουν πάνω σε μεγάλους όγκους δεδομένων ώστε να προκύψουν κατασκευές εικονικής πραγματικότητας, οι οποίες -εκ πρώτης όψεως– αφορούν το μέλλον, αλλά που ουσιαστικά αποτελούν συνθήκη του παρόντος. Για να το εξηγήσω καλύτερα.

Όταν σκεφτόμαστε το μέλλον το σκεφτόμαστε με το δικό μας πολιτισμικό εφόδιο που είναι εκείνο του εικοστού, του δέκατου ένατου και όλων των προηγούμενων αιώνων. Το σκεφτόμαστε ως κάτι γραμμικό πιο πίσω από σήμερα, το μέλλον είναι από αύριο και μετά. Όταν όμως οι προγνωστικοί αλγόριθμοι σκέφτονται το μέλλον, δεν το σκέφτονται μ’ αυτό τον τρόπο: δεν είναι αύριο, είναι σήμερα, ή μάλλον είναι χθες. Το μέλλον που προσπαθούν να κατασκευάσουνε εδράζει σε όλα αυτά που εμείς εναποθέσαμε στις τράπεζες δεδομένων των servers που τους κατασκευάσανε. Αυτή η μάζα πληροφοριών περιέχει μοτίβα προσανατολισμού, επιθυμίας, προσδοκίας, μοτίβα συμπεριφοράς που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για λογαριασμό των ίδιων των ατόμων που τα παρήγαγαν: μοτίβα που μπορούν να γίνουν νοητά ως μηχανικές κατασκευές εικονικής πραγματικότητας προς εφαρμογή, αφού ήδη έχουν εφαρμοστεί μέσα στις προσδοκίες των ατόμων.

Θα προσπαθήσω να βγω λίγο από τη γενική συζήτηση έτσι ώστε να σας κάνω να δείτε τον τρόπο με τον οποίο αυτό το νέο παράδειγμα, το οποίο επιτρέπει την πραγματοποίηση του μέλλοντος στις παραγωγικές δραστηριότητες του παρόντος, επιτρέπει δηλαδή να δοθεί σε όποιον ζητάει αυτό που ζητάει, να του δοθεί ακριβώς αυτό που εκείνος επιθυμεί, αυτό που το ίδιο το νέο παράδειγμα κατασκεύασε μέσα από το σύστημα του έξυπνου μάρκετινγκ, που δημιουργήθηκε στη βάση των υπαρχόντων ικανοτήτων και δυνατοτήτων και εργάζεται για την επιβολή μια πολιτισμικής κατεύθυνσης και στη δική μας κοινωνική ζωή. Θα επιλέξω δυο πεδία που μοιάζουν πάρα πολύ απομακρυσμένα από την καθημερινότητα μας αλλά που απεναντίας δεν είναι διόλου μακριά: τη γενετική μηχανική και την τεχνητή νοημοσύνη.

Ανάμεσα στα 1990-91 πυροδοτήθηκε μια σημαντική διεθνής συζήτηση γύρω από τη φιγούρα του Craig Venter, ενός επιστήμονα που αφού δούλεψε για το υπουργείο Υγείας των ΗΠΑ, το 1991 πέρασε στον ιδιωτικό τομέα, ιδρύοντας διάφορα ινστιτούτα και εταιρίες με σκοπό την υλοποίηση σχεδίων παρεμβολής στο DNΑ, παίρνοντας μαζί του τα 30.000 γονίδια που αυτός είχε ανακαλύψει κατά τη διάρκεια των χρόνων συνεργασίας του με τους δημόσιους φορείς.

Το 2000 μια από αυτές τις επιχειρήσεις, η Celera Genomics, ανακοίνωσε την πρώτη διατύπωση της ακολουθίας του ανθρώπινου γονιδιώματος: από εκεί κι έπειτα εκφράστηκαν -από πολλές πλευρές- ανησυχίες σχετικά με τις προθέσεις για κατοχύρωση ολόκληρου το ανθρώπινου γονιδιώματος. Το ζήτημα έγκειται στο γεγονός ότι από τη δεκαετία του 1990, η γενετική μηχανική εργάζεται για τη συλλογή των δεδομένων του DNA του παγκόσμιου πληθυσμού, με μια επένδυση αξίας εκατομμυρίων δολαρίων. Πρόκειται για μια διαδικασία που κατασκευάστηκε μέσω του Ίντερνετ αφού από ένα σημείο κι έπειτα ο Venter είχε ανάγκη από μια μεγάλη ισχύ υπολογισμών και υποδομών, έτσι ώστε να προχωρήσει σε μεγάλους αριθμούς συλλογής DNA. Έτσι, το 2005 υπέγραψε μια συμφωνία με την Google, η οποία είναι σήμερα ο μεγαλύτερος συλλέκτης DNA σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπάρχουν ιστοσελίδες, όπως π.χ το 23andMe, όπου με 99 δολάρια σάς δίνουν το -σχεδόν πλήρες- πλαίσιο του DNA σας. Δεν μπορούν να σας το δώσουν πλήρες αφού οι υγειονομικοί θεσμοί -από το 2013- τους το απαγορεύουν, έτσι ώστε να μη δημιουργείται ανησυχία από τις διαγνώσεις.

Σήμερα, το DNA αποτελεί τη γη της επαγγελίας για τους συνωμοσιολόγους. Στο Ίντερνετ υπάρχουν άπειρα γραφεία που αναλαμβάνουν να σας στείλουν στο σπίτι ένα τεστ με το οποίο δίνετε το DNA σας, παίρνοντας για αντάλλαγμα μια εξατομικευμένη δίαιτα. Το ίδιο ισχύει και για την καταπολέμηση της φαλάκρας. Υπάρχουν μέχρι και εστιατόρια στην Ιαπωνία που φτιάχνουν μερίδες sushi, βασισμένες στις διατροφικές ανάγκες του πελάτη που προκύπτουν από την ανάλυση του DNA το οποίο και δίνει, μέσω ενός τεστ, τη στιγμή της παραγγελίας. Υπάρχουν τηλεοπτικά προγράμματα, όπως το “Βρίσκοντας τις Ρίζες Σου” [“Finding Your Roots”], όπου αναλύοντας το DNA διηγούνται τις ιστορίες της γενετικής γενεαλογίας των ατόμων.

Στο εργοτάξιο που στήσαμε στη Ρώμη, μια κοπέλα που σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο της Tor Vergata εξήγησε ακριβώς αυτόν τον τύπο δουλειάς που έκανε. Είναι ξεκάθαρο ότι σε μια πολύπλοκη κοινωνία όπως η σημερινή, με ανθρώπους που φτάνουν από όλες τις ηπείρους, για πολλούς θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουν ποιος ήταν ο παππούς τους ή αν κατάγονται από την Κένυα αντί από την Ιρλανδία ή την Ιταλία. Όμως όλο αυτό είναι λειτουργικό για μια γιγαντιαία συλλογή DNA. Ποιος είναι λοιπόν ο σκοπός αυτής της συλλογής;

Όπως έχει εξηγήσει ο Venter σε διάφορα κείμενα του, πειράματα έχουν ήδη γίνει. Για παράδειγμα, στα ζώα, έχοντας πολλά δεδομένα στη διάθεσή τους, είναι εφικτή η παρέμβαση: ένα σχέδιο σκόπευε στη δημιουργία γενετικά τροποποιημένων χοιρινών που να διαθέτουν πνεύμονες, καρδιά και συκώτι που να μπορεί να μεταμοσχευθεί σε ανθρώπινα όντα. Επομένως, όλη η δουλειά που γίνεται γύρω από το DNA δεν είναι μια επιχείρηση που έχει να κάνει μονάχα με την γενική ιδέα της χαρτογράφησης και γνώσης ή με την απαραίτητη μελέτη για τη πρόληψη γενετικών ασθενειών, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ, οι οποίες θα μπορούσαν να θεραπευτούν μέσω μιας παρέμβασης στο DNA. Έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Για παράδειγμα, στη Κίνα ο He Jiankui, ένας επιστήμονας από το σημαντικότερο κινέζικο πανεπιστήμιο με έντονη διεθνή επιρροή, δηλαδή από το πανεπιστήμιο Shenzhen, είχε δηλώσει το 2018 -αρχικά σε ένα ακαδημαϊκό συνέδριο κι έπειτα στο Ίντερνετ- πως είχε πραγματοποιήσει την πρώτη επέμβαση -μέσω γενετικής μετάλλαξης- σε ανθρώπινα έμβρυα [1].

Το επιστημονικό πείραμα επιτεύχθηκε, υπήρξε όμως -σε ηθικό επίπεδο- έντονη αμφισβήτηση. Παρ’ όλα αυτά, το πρόβλημα που σας θέτω είναι πολύ απλό: ξέρουμε από τους καιρούς που ήδη έχουν υπάρξει πως όταν μια επιστημονική επιχείρηση είναι εφικτή, τότε αυτή θα εφαρμοστεί. Μπορεί κάποιοι να είναι σύμφωνοι και άλλοι όχι. Δεν θα είναι όμως τα ηθικά εμπόδια εκείνα που θα παρεμποδίσουν κάτι. Δεν υπήρξαν ηθικά εμπόδια για να παρεμποδίσουν τα χαλυβουργεία Krupp από το να πάνε και να επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή που να απέτρεψαν για μερικά -άλλοι λένε για περισσότερα- χρόνια επιστήμονες, τεχνικούς, εργάτες και εργαζόμενους από το να κατασκευάσουνε -υπό άκρα μυστικότητα- την ατομική βόμβα. Έπειτα, η ατομική βόμβα εκρήγνυται και τότε διαπιστώνεται ότι οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές. Ανακαλύπτονται τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τότε διαπιστώνεται ότι οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές. Οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές αλλά η Bayer πουλάει ακόμα ασπιρίνη, δεν άλλαξε καν όνομα. Κι όμως είναι η εταιρεία που έφτιαξε το Zyklon B, το τοξικό αέριο που δολοφόνησε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Σήμερα βρισκόμαστε ακριβώς στην ίδια συνθήκη: τότε φτιάχτηκε το Zyklon B, φτιάχτηκε η ατομική βόμβα. Σήμερα γίνεται όλη αυτή η δουλειά πάνω στο DNA. Μια διαδικασία που κινείται προς την κατεύθυνση του μετανθρώπινου, στην διανθρωπιστική προοπτική με τις διάφορες μορφές “ενδυνάμωσης” των ανθρώπινων όντων. Πειραματισμοί που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος μέσα στη “γκρίζα” ζώνη των στρατιωτικών και των αθλητικών θεσμών.

Αυτή η διαδικασία γενετικής μηχανικής είναι εξαιρετικά αξιοσημείωτη αφού περνάει μέσα από την υποδομή του Ίντερνετ, κατασκευάζεται από δημόσιες και ιδιωτικές εταιρίες αλλά ταυτόχρονα πραγματοποιείται από εμάς, αφού είμαστε εμείς οι ίδιοι που τη φτιάχνουμε. Με αυτό θέλω να θέσω μια πρώτη ισχυρή ιδέα γύρω από αυτό το σκεπτικό: είναι καλό που αναλύουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία ζούμε και τον τρόπο με τον οποίο αυτά δουλεύουν, κυρίως όμως είναι ακόμα καλύτερο να μην απεκδυόμαστε τη δική μας ευθύνη για τη λειτουργία τους. Γιατί η λειτουργία αυτών των πλαισίων, με αυτόν τον τρόπο, γίνεται εφικτή επειδή εμείς οι ίδιοι κάνουμε κινήσεις που επιτρέπουν σε αυτά τα πλαίσια να λειτουργούν κατά αυτόν τον τρόπο.

Σε αυτό το σημείο θα ξεκαθαρίσω αυτή τη σκέψη μετακινούμενος στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία δεν ζει στα εργαστήρια αλλά στα έξυπνα κινητά τηλέφωνα. Κάθε έξυπνο κινητό είναι γεμάτο από εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης. Θα αναφέρω μερικά: όταν πληκτρολογείτε ένα πλήκτρο, τη γραφή την διαχειρίζονται προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης που μπορούν να διορθώσουν αλλά και να εκτελέσουν και άλλες λειτουργίες, όπως το να γράψουν ένα άρθρο που έχει κυκλοφορήσει σε μια αθλητική εφημερίδα με μια υπογραφή ή ακόμα κι ένα ολόκληρο βιβλίο: υπάρχουν εκδότες που εκδίδουν -χωρίς να το λένε- βιβλία γραμμένα από αλγορίθμους, σχετικά με είδη γραφής που μπορούν να είναι εξαιρετικά τυποποιημένα. Όταν χρησιμοποιείτε τον εντοπισμό, οι χάρτες που χρησιμοποιείτε δεν είναι παρά ένα λογισμικό με τεράστια συμπύκνωση τεχνητής νοημοσύνης. Ο εντοπισμός δεν υπάρχει μέσα στο έξυπνο κινητό σας αλλά σε ένα δορυφορικό σύστημα τριγωνισμών και υπολογισμών, οι οποίοι γίνονται σχετικά με εσάς και τη συσκευή σας, σ’ ένα μακρινό και αδιαπέραστο έδαφος. Ο κωδικός ασφαλείας με τον οποίο ξεκλειδώνετε τη συσκευή σας, το ψηφιακό ή το ηχητικό αποτύπωμά σας, είναι κι αυτά εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης.

Για να είμαστε ακριβέστεροι, πρόκειται για εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης που έχουν ανάγκη να χρησιμοποιηθούν από κάποιον έτσι ώστε να τελειοποιηθούν. Είναι σαν τους μαθητές που έχουν ανάγκη από κάποιον για να τους διδάξει. Και ποιος τους διδάσκει; Όποιος τους χρησιμοποιεί. Αν εγώ πω “Siri παρήγγειλε μου ένα καφέ από το μπαρ”, τότε εγώ γίνομαι προπονητής ενός εξαρτήματος τεχνητής νοημοσύνης. Τον περασμένο Ιούλιο, η εφημερίδα Guardian κατήγγειλε την ύπαρξη εταιρειών στις οποίες ανατίθενται οι εργασίες επεξεργασίας αυτών των αλγορίθμων αφού η Alexa, η Siri, η Cortana κλπ είναι σχετικά νεαρές και κάνουν ακόμα πολλά λάθη. Για παράδειγμα, μπορεί να μην καταλάβει ότι μια αρθρωμένη λέξη δεν είναι ίδια με το συνθηματικό “Γεια σου Siri”. Έτσι, μπορεί ν’ ανάψει και πιθανότατα μπορεί να ηχογραφεί για ολόκληρες ώρες, ενώ ο κοινός χρήστης της ούτε καν το αντιλαμβάνεται. Επομένως πρέπει να βελτιωθεί η εκπαίδευση τους. Αυτή τη δουλειά την αναλαμβάνουν άλλες εταιρίες. Η Apple, η Amazon κλπ παραδίδουνε σε άλλες επιχειρήσεις αυτές τις ηχογραφήσεις έτσι ώστε να τις επεξεργαστούν και να αντιληφθούν τις διαδικασίες που απαιτούνται για τη βελτίωσή τους. Υπό αυτήν την έννοια, αυτοί που βελτιώνουν τα εξαρτήματα είμαστε εμείς οι ίδιοι: όσο μεγαλύτερη συλλογή φωνητικών μηνυμάτων υπάρχει τόσο διογκώνεται το υλικό για τη βελτίωσή τους, Επομένως μετατρεπόμαστε σε εργαζόμενους εν αγνοία μας. Άμισθοι εργαζόμενοι, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Δουλεύουμε για να παραχθεί η βελτίωση ενός εξαρτήματος που χρησιμοποιούμε, από το οποίο και θα εξαρτιόμαστε όλο και περισσότερο. Αυτός είναι ένας κύκλος εξαιρετικά αξιοσημείωτος.

Οι συμβουλές για το ηλεκτρονικό εμπόριο της Netflix, της Amazon κλπ αποτελούν εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης. Όποιος έχει χρησιμοποιήσει το Netflix, ξέρει ότι πριν ακόμα σου δώσει τη δυνατότητα εγγραφής σε ρωτάει: “Πες μου μια κινηματογραφική ταινία ή μια τηλεοπτική σειρά που σου αρέσει”. Αυτό το κάνει γιατί είναι η ερώτηση από την οποία κι έπειτα αρχίζει να δουλεύει ο αλγόριθμος τεχνητής νοημοσύνης.

Αρχίζω να μαθαίνω ότι σου άρεσε μια ερωτική, δραματική ή μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Έπειτα, σου λέω “εγγράψου” για να μου κάνεις μια παραγγελία. Έτσι, έχω ήδη δυο στοιχεία για εσένα, μετά τρία και μετά πέντε. Έπειτα, θα σου προτείνω εγώ -με βάση αυτά τα πέντε στοιχεία- μια σειρά πραγμάτων που διαθέτω και τα οποία -ενδεχομένως- να σ’ ενδιαφέρουν. Εσύ θα μου πεις ναι ή όχι. Έτσι, εγώ θα έχω περισσότερη γνώση σχετικά με τις κινηματογραφικές, μουσικές κλπ προτιμήσεις σου. Όλο αυτό όμως είναι κάτι που δεν γίνεται από ανθρώπινα όντα άλλα από μηχανές, από λογισμικά τα οποία εμείς -μέσα από τη χρήση τους- τα τελειοποιούμε.

Αυτή είναι η παραγωγή του μέλλοντος. Ένας προγνωστικός αλγόριθμος ενώ οικοδομεί τη γνώση του γύρω από το άτομο ταυτόχρονα σχηματίζει και την πρόταση που έχει να του κάνει, την ιδέα που έχει να του προσφέρει -με βάση μια πληρέστερη γνώση γύρω από τις κλίσεις του- για το προϊόν προς πώληση. Σε τέτοιο βαθμό που το Netflix, μιας και το αναφέραμε, μπορεί ν’ αποφασίσει τι να παράξει, έχοντας ξεκάθαρη εικόνα των χρηστών, των τάσεων και των αριθμών. Δηλαδή, μπορεί ν’ αποφασίσει να προτείνει μια σειρά που έχει βγει από το παρελθόν αλλά είναι το μέλλον, η οποία θα βγει σε τρεις μήνες αλλά έχει ήδη διαμορφωθεί από εμάς τους ίδιους.

H συγκεκριμένη προσέγγιση μπορεί να εφαρμοστεί και εφαρμόζεται ήδη και στο σύστημα πολιτικής επικοινωνίας. Σήμερα στην Ιταλία έχουμε ήδη τρεις τέτοιες: τη λεγόμενη bestia [θηρίο] του Σαλβίνι, την πλατφόρμα Russeau των 5 Αστέρων και τώρα και τη αμερικάνικη υποδομή του Ρέντζι, ο οποίος χρησιμοποιεί το λογισμικό που δημιουργήθηκε από την Cambridge Analytica.

Δεν μ’ ενδιαφέρει να εστιάσω στο πολιτικό στοιχείο. Θέλω να υπογραμμίσω το γεγονός ότι υπάρχουν πρακτορεία που η δουλειά τους είναι η χρήση προγνωστικών αλγορίθμων για την ιχνογράφηση των ατόμων και η πώληση αυτής της μάζας πληροφοριών. Έτσι λοιπόν, κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η πρόβλεψη λέει ότι -μεταξύ του διαδικτυακού λαού- σχετικά με ένα συγκεκριμένο μικροπρόβλημα επικρατεί και μια συγκεκριμένη τάση. Έτσι, το κοινωνικό προφίλ του πολιτικού στις 14:25 θα ποστάρει ένα συγκεκριμένο tweet, στις 16:27 το πρόβλημα θα είναι κάποιο άλλο και θα υπάρξει ένα αντίστοιχο ποστάρισμα κοκ. Είναι ξεκάθαρο ότι ο επικαθορισμός της κοινής γνώμης διεξάγεται και από τις υποδομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και των ΗΠΑ για τη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης κατεύθυνσης της κοινής γνώμης για ολόκληρους πληθυσμούς. Το ίδιο πράγμα κάνει και η Ρωσία…

Η Τεχνητή Νοημοσύνη ισοδυναμεί και με συνταρακτικότερα δεδομένα. Στις ΗΠΑ, σε μερικές Πολιτείες υπάρχει ένα λογισμικό που κρίνει αν το άτομο που έχει συλληφθεί μπορεί να τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό ή αν θα πρέπει να πάει φυλακή. Πρόκειται για έναν αλγόριθμο που αναλύει συνολικά την ιστορία του συγκεκριμένου ανθρώπου, τα ενδεχόμενα γεγονότα που τον έχουν φέρει και πάλι σε επαφή με το νόμο, διασταυρώνει τα δεδομένα και στο τέλος εκθέτει μια κρίση: το λογισμικό αποφασίζει, ο δικαστής εγκρίνει. Φυσικά, αυτός που αντέδρασε πρώτος ήταν ο κλάδος των δικηγόρων, οι οποίοι αναρωτήθηκαν ποια είναι εντέλει η δική τους δουλειά αν όλα γίνονται τόσο αυτόματα, χωρίς καν να συζητιούνται. Ζήτησαν να μπορούν τουλάχιστον να διαβάζουν τα κριτήρια με βάση τα οποία ο αλγόριθμος βγάζει την απόφασή του. Κι όμως, ούτε αυτό δεν έγινε δεκτό αφού το λογισμικό ανήκει σε μια ιδιωτική εταιρία και καλύπτεται από κρυφή κατοχυρωμένη πατέντα. Βρισκόμαστε ενώπιον της πραγματικότητας όπου για πρώτη φορά στην ιστορία, οι άνθρωποι κρίνονται από μηχανές, από λογισμικά και όχι από άλλα ανθρώπινα όντα [2].

Χωρίς ν’ αναφερθούμε -στο βιβλίο, αναλύεται και αυτή η όψη- στο γεγονός πως το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης συνδέεται με τη “μοναδικότητα”, μ’ εκείνο το όριο της ασυνέχειας έπειτα από το οποίο μπορεί να προκύψει η “έκρηξη” της, με την ανάπτυξη της να ξεφεύγει από την ανθρώπινη ικανότητα πρόβλεψης των επόμενων μετεξελίξεων της. Εδώ πλέον μπαίνουμε σε μια νέα εποχή που ορίζεται ως μετανθρώπινη.

Μπορούν να δοθούν πολλά ακόμα παραδείγματα. Αυτό όμως που θεωρώ σημαντικό να τονιστεί και στις δυο περιπτώσεις (τόσο στη συλλογή του DNA όσο και στην ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης) είναι η ενεργή ανάμειξη του χρήστη στον αποικισμό. Χρησιμοποιώ τη λέξη αποικισμός γιατί μιλάμε ακριβώς για μια αποικιακή διαδικασία, μέσω της οποίας μια εξουσία στρέφεται προς ένα έδαφος και προς τα ανθρώπινα όντα που βρίσκονται σε αυτό το έδαφος, ώστε να τους αφομοιώσει. Γνωρίζουμε ότι όλοι οι αποικισμοί του κόσμου λειτούργησαν μέσα από την καταστροφή του πολιτισμού των λαών, των εθνοτήτων, των τοπικών παραδόσεων, των εθίμων και των ιστοριών. Έρχεται δηλαδή μια εξουσία και σου λέει: σε αυτόν εδώ τον τόπο θα κάνουμε μια πανέμορφη φυτεία τσαγιού, γιατί το τσάι χρειάζεται στην Αγγλία. Μετά θα σου πει: Δεν σου αρέσει το τσάι; Πως κι έτσι; Δοκίμασε το και θ’ αρχίσω να το πουλάω και σε σένα. Η αποικιακή διαδικασία είναι μια διαδικασία αφομοίωσης στον πολιτισμό του αποίκου. Αυτόν τον κύκλο μπορούμε να τον μελετήσουμε αρχικά με τον Χριστόφορο Κολόμβο στη προκολομβιανή Αμερική, κι έπειτα στην Αφρική, στην Ινδία και όπου αλλού θέλετε. Παντού, θα βρούμε αυτή τη λογική, μέσα από την οποία μια εξωγενής εξουσία παρεμβαίνει σ’ ένα ανθρώπινο και φυσικό έδαφος και το αφομοιώνει στους δικούς της σχεδιασμούς. Εδώ το έδαφος είναι το δίκτυο, ένα έδαφος που στο προηγούμενο βιβλίο [3] το ονομάσαμε ήπειρο, μια ψηφιακή ήπειρο που δεν συμπίπτει με τις εθνικές διαστάσεις. Αναμφίβολα, το πρόβλημα του αποίκου είναι η επιβολή του στο έδαφος αλλά το κυριότερο είναι εκείνο του να μπορέσει να κάνει τον αποικισμένο να σκέφτεται με το δικό του κεφάλι. Τη δεκαετία του 1960, όταν υπήρχε η αντίσταση των μαύρων Αμερικάνων, αναπτύχθηκε μια σημαντική πολιτισμική μάχη γύρω από αυτό, όταν έλεγαν: εσύ είσαι ένας μαύρος, αλλά ένας μαύρος με μυαλό λευκού. Σήμερα την ίδια μάχη δίνουν οι Παλαιστίνιοι και οι Κούρδοι. Ο αποικισμένος βρίσκεται μπροστά σε δυο δρόμους: να προσαρμοστεί, να εξαφανιστεί, να μην αντιστέκεται άλλο αφού πληρώνει ένα πολύ υψηλό τίμημα ή να κάνει κάτι, έστω και μικρό, έστω και ελάχιστο, το οποίο όμως ίσως να αφήσει να χνάρι του που να μην είναι το χνάρι που θέλει ο άποικος. Δίνω επίτηδες αυτά τα παραδείγματα ώστε να σας θέσω ενώπιον της λογικής της αποικιοποίησης που νικάει μονάχα εκεί που ο αποικισμένος αφήνεται να εμπλακεί μέσα στο σχέδιο του αποίκου.

Η αποικισμός του Ίντερνετ είναι ένα δεδομένο γεγονός. Ο Kleinrock και ο Snowden έλεγαν ότι αρχικά δεν υπήρχε η νομισματοποίηση, αν και υπήρχαν ήδη οι υπηρεσίες ασφαλείας, υπήρχε μια έρευνα στην οποία συμμετείχαν καθηγητές πανεπιστημίου και ερευνητές, υπήρχε μια άλλη ιδέα. Έπειτα, αυτή η τεχνολογία αποικίστηκε από εταιρίες που είδαν σε αυτό τη δυνατότητα να βγάλουν χρήμα και άρχισαν να κάνουν τους καπιταλιστές. Να κάνουν δηλαδή αυτό που είναι, δεν κάνουν κάτι άλλο. Η Facebook και οι άλλες εταιρίες δεν είναι διαφορετικές από τη Fiat ή μια οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση. Η Facebook είναι μια εταιρία εισηγμένη στο χρηματιστήριο, η οποία έχει έναν αλγόριθμο που προηγείται όλων των άλλων: την άνιση ανταλλαγή. Είναι πολύ απλός και αποτελεί το θεμέλιο λίθο του καπιταλισμού. Πρόκειται για ένα αλγόριθμο που λέει: σου δίνω ένα χώρο, σου δίνω τους όρους διαχείρισης του, αν θες να έρθεις θα μου δώσεις πρώτα τα στοιχεία σου. Σε αυτήν την ανταλλαγή όμως τα στοιχεία σου αξίζουν πολλά περισσότερο απ’ όσα ανταποδίδει αυτή η υπηρεσία, αφού αλλιώς δεν θα είχε νόημα: κανένας δεν θα αγόραζε τις μετοχές της και η Facebook δεν θα είχε γίνει -μετά από λιγότερα από δεκαπέντε χρόνια- μια από τις πρώτες -ως προς την κεφαλαιοποίηση και τα κέρδη τους– εταιρίες στον κόσμο.

Πρόκειται για ένα σημαντικό στοιχείο που πρέπει να γίνει αντιληπτό: όταν μιλάμε για αποικισμό μιλάμε για εκείνο το εξάρτημα που βρίσκεται στα θεμέλια του καπιταλισμού και έγκειται στην επιβολή του αλγορίθμου του δικού του τρόπου παραγωγής. Αν επιβληθεί όχι μονάχα στο παρόν αλλά και στις στους σχηματισμούς του μέλλοντος που προκύπτουν από το παρελθόν μας, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχουμε κανένα μέλλον. Μετατρεπόμαστε σε εκείνους που παράγουν το μέλλον που επιθυμούνε οι παραγωγοί προγνωστικών αλγόριθμων, μετατρεπόμαστε σε δημιουργούς εκείνους του μέλλοντος που ακόμα -μόνο σχηματικά- δεν υφίσταται: είναι ήδη παρόν μέσα στη δράση που αναπτύσσουμε για την οικοδόμησή ενός μέλλοντος, το οποίο μπορεί να πραγματωθεί μονάχα αν το ζήσουμε, αφού δεν μπορεί να λειτουργήσει αν υπάρξει αντίσταση.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να στρέψω την προσοχή μας στο κόσμο της εργασίας. Το βιβλίο καταπιάνεται και με το ζήτημα του κοινωνικού ελέγχου αλλά εδώ θέλω να εστιάσω στο έλεγχο της εργασίας. Θα σας διηγηθώ δυο παραδειγματικές ιστορίες.

Η πρώτη αφορά μια αυστριακή εταιρεία logistics [φορτοεκφόρτωσης, αποθήκευσης και μεταφοράς εμπορευμάτων], την Knapp AG. Κάποια στιγμή η εν λόγω εταιρεία αποφάσισε να αναδιαρθρώσει τις αποθήκες της και ζήτησε από τους εργαζομένους της να φοράνε τα έξυπνα γυαλιά (smart glass), τα οποίο είναι ικανά να κατασκευάζουν μια εικονική πραγματικότητα για τα αντικείμενα που βρίσκονται στο οπτικό πεδίο τους. Αυτό σημαίνει πως όταν ένας εργαζόμενος βρίσκεται μπροστά σ’ ένα ράφι δεν χρειάζεται πλέον να πάει να ελέγξει το κωδικό του προϊόντος, αρκεί να το κοιτάξει και τα γυαλιά θα του δώσουν όλες τις πληροφορίες: έτσι, τα χέρια του μένουν ελεύθερα για άλλες εργασίες, πχ για το γέμισμα των καροτσιών. Επομένως, έτσι μπορεί να κάνει διπλή δουλειά. Αυτό σημαίνει πως η συγκεκριμένη αναδιάρθρωση μειώνει στους μισούς τους εργαζόμενους και ταυτόχρονα αυξάνει τη συνολική παραγωγικότητα. Την ίδια στιγμή τα έξυπνα γυαλιά με εντοπίζουν και μ’ ελέγχουν, αποθηκεύουν κάθε κίνησή μου, τους χρόνους μου για κάθε εργασία, τον αριθμό των διαλειμμάτων μου κλπ, επιτρέποντας μια ανάγνωση σε ζωντανό χρόνο της παραγωγικότητας μου. Αυτό το είδος αναδιάρθρωσης μετέτρεψε την Knapp στη μεγαλύτερη αυστριακή εταιρεία logistics και σε πρότυπο για όλες τις επιχειρήσεις του συγκεκριμένου κλάδου.

Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί το λιμάνι του Ρότερνταμ: κάποια στιγμή αποφάσισε να εξαφανίσει τους ναυτεργάτες, και σε αυτήν την περίπτωση χάρη στους αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης και τους αισθητήρες. Κατασκευάστηκε ένα σύστημα πλεούμενων drones που μπαίνουν μέσα στο λιμάνι, καθοδηγούμενα από αισθητήρες, με γερανούς 125 μέτρων που ξεφορτώνουν τα κοντέινερ και τα τοποθετούν στα οχήματα χωρίς πιλότο, τα οποία κινούμενα σε εικονικές πίστες τα πηγαίνουν στις αποθήκες, όπου άλλοι αισθητήρες καθορίζουν τα σημεία αποθήκευσης τους. Σήμερα, το λιμάνι του Ρότερνταμ είναι ένα από τα πιο αυτοματοποιημένα του κόσμου και καθοδηγείται εξ’ ολοκλήρου από απόσταση, από μερικούς εργαζόμενους που κάνουν μια ανάλυση γραφείου όλων όσων συμβαίνουν.

Αυτά τα δυο παραδείγματα καταδεικνύουν μια σταδιακή εισδοχή των μηχανιστικών παρεμβάσεων στις καθημερινές εργασιακές ζωές μας. Μια αλλαγή που -αναμφίβολα- παράγει εργαζόμενους ολοένα και πιο εξειδικευμένους στη λειτουργία των λογισμικών τεχνητής νοημοσύνης αλλά και εργαζόμενους ολοένα και πιο αχρείαστους. Αυτοί οι τελευταίοι είναι μια κατηγορία εργαζομένων τεράστιου ενδιαφέροντος αφού σήμερα είναι και η πιο διαδομένη: δεν πρόκειται για εργαζόμενους που δεν δουλεύουν, πρόκειται για εργαζόμενους που -κυριολεκτικά- πετάχτηκαν έξω από τον παλιό τρόπο εργασίας αφού οι ικανότητες και οι δεξιότητες τους μπορούν να μεταφερθούν σε μηχανές και ρομπότ, μ’ ένα κόστος χαμηλότερο του μισθού τους. Είναι εργαζόμενοι που στη συνέχεια προσλαμβάνονται αλλού, πχ σε απο-εδαφικοποιημένες εργασίες.

Σ’ ένα από τα εργοτάξια γύρω από αυτές τις θεματικές, μια κοπέλα διηγήθηκε πως δουλεύει -μέσω του έξυπνου κινητού της- για μια αγγλοαμερικάνικη εταιρεία που έχει αναλάβει μια υπηρεσία στο αεροδρόμιο του Ντάλας και έχει έδρες στο Σακραμέντο, το Ντέρυ και το Όστιν: η δουλειά της γι’ αυτήν την εταιρεία έγκειται στην παραγωγή πληροφοριών, μέσω των κοινωνικών προφίλ του αεροδρομίου του Ντάλας, για τους ταξιδιώτες που περνάνε από εκεί, για το ξενοδοχείο, το ταξί και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία αλλά και συναισθηματικών μηνυμάτων του τύπου: “Είμαστε χαρούμενοι να σε έχουμε μαζί μας! Πρώτη φορά στο Ντάλας;”. Ο επιβάτης θα λάβει την απάντηση στη γλώσσα του: αν είναι Ιάπωνας θα λάβει απάντηση από μια αποεδαφικοποιημένη εργαζόμενη που βρίσκεται στην Ιαπωνία, αν είναι Ιταλός από μια εργαζόμενη που βρίσκεται στην Ιταλία κοκ. Επομένως, έχουμε εργαζόμενους που πληρώνονται κανονικά από εταιρείες διάσπαρτες στον κόσμο, οι οποίοι δεν έχουν γραφείο, δεν έχουν ένα συγκεκριμένο φυσικό σημείο και ζουν αναζητώντας κάποια άλλη εργασία αλλά εν των μεταξύ συλλέγουν DNA για κάποια αμερικάνικη τηλεοπτική εκπομπή ή παράγουν μηνύματα για το αεροδρόμιο του Ντάλας. Αυτό οι εργαζόμενοι τείνουν να μετατραπούν σε πλειοψηφία. Πρόκειται για μια νέα μορφή εργασίας που γεννιέται από την αποσύνθεση των προηγούμενων μορφών και των δικαιωμάτων τους, αφού μέσα σε αυτό το κομμάτιασμα, το οποίο προκύπτει από τη δημιουργία αχρείαστων εργαζομένων που ανακυκλώνονται με διάφορους τρόπους, εξαφανίζονται εντελώς τα δικαιώματα.

Πως μπορούμε να βγούμε από αυτήν την κατάσταση; Ως προς αυτό, υπάρχουν τέσσερις απαντήσεις.

Η πρώτη είναι αυτή που δίνεται από το μετριοπαθές κομμάτι των χρηστών του διαδικτύου: μπορούμε να βγούμε με τον εξανθρωπισμό και τον εκδημοκρατισμό της τεχνολογίας, μέσα από τις εγγυήσεις μιας μεγαλύτερης ιδιωτικότητας (privacy). Όμως πχ και ο ίδιος ο Kleinrock αρνείται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί. Είναι μια καλή αλλά πολύ υποκριτική σκέψη. Πρόκειται για μια ανέφικτη ιδέα, η οποία δεν μπορεί ούτε να τεκμηριωθεί ούτε να εφαρμοστεί, αφού μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν μπορεί να εκδημοκρατιστεί οτιδήποτε, παρά μόνο στο βαθμό που ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θεωρεί ότι μπορεί να το κάνει. Αυτό σημαίνει ότι αν δεν υπάρχει ένας πόλεμος σε εξέλιξη μπορούμε άνετα να μιλάμε για το ΡΚΚ, όταν όμως οι Κούρδοι μετατρέπονται σε πρόβλημα τότε το Facebook κλείνει τα προφίλ εκείνων που μιλάνε γι’ αυτούς.

Μια δεύτερη, σοβαρότερη απάντηση δίνεται από τον ίδιο τον Kleinrock: μια συλλογικότητα χωρίς νομισματοποίηση. Έπειτα όμως, το ξανασκέφτεται λίγο και λέει: θα ήταν σαν να ζητάμε από τις μεγάλες εταιρίες να σεβαστούν την ιδωτικότητα των πελατών τους και προς το παρόν πρόκειται για μια χαμένη μάχη. Επομένως, ο Kleinrock δηλώνει ότι θα έπρεπε να απο-νομισματοποιηθεί το διαδικτύο, αλλά έπειτα αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει νόημα να ζητήσεις κάτι τέτοιο από τη Facebook, την Google, την Amazon κλπ γιατί βρισκόμαστε μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπου η απο-νομισματοποίηση σημαίνει κλείσιμο αυτού, σημαίνει οικοδόμηση ενός άλλου τρόπου παραγωγής.

Ο Snowden δίνει μια τρίτη απάντηση. Πρόκειται για κάτι που συμβαίνει ήδη στην Ευρώπη και σε άλλα μέρη του κόσμου: αποκέντρωση του δικτύου. Μαζί με τον Berners-Lee, έναν άλλον εκ των ιδρυτών του Ίντερνετ, ο Snowden θεωρεί ότι πρέπει να βρεθεί ο τρόπος έτσι ώστε το σύστημα να συνεχίζει να μας παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς να έχει πλέον ανάγκη την μετάδοση των δεδομένων μας. Είναι σαν να λέμε να εξαφανιστεί η δυνατότητα εντοπισμού των χρηστών των υπηρεσιών και επομένως η μνήμη τους. Επομένως να μπορούμε να σερφάρουμε ελεύθερα. Κάτι τέτοιο θα παρεμπόδιζε το σχηματισμό των προφίλ και τη λειτουργία των προγνωστικών αλγόριθμων. Ο Snowden και ο Berners-Lee δουλεύουν πάνω σε τέτοια πλάνα αποκέντρωσης. Υπάρχουν και στην Ιταλία ιστοσελίδες που κάνουν το ίδιο, μικρές ομαδοποιήσεις που κατασκευάζουν εναλλακτικά δίκτυα. Πρόκειται για πολύ όμορφους και ενδιαφέροντες πειραματισμούς, όμως μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ήδη από τη δεκαετία του 1960, υπάρχουν μικρές κοινότητες που αυτοδιαχειρίζονται τις δραστηριότητες τους: αυτό δεν δημιουργεί μια βαθιά κριτική του συστήματος μέσα στο οποίο βρισκόμαστε, δημιουργεί μια αφαίρεση. Μια σημαντική αφαίρεση αλλά μια αφαίρεση παραμένει μια αφαίρεση. Σημαίνει κάντε ότι νομίζετε, αποικίστε ότι θέλετε. Μέχρις ότου υπάρχει ένα κομμάτι γης, στο οποίο να μπορώ να δημιουργήσω μια κοινότητα με τους φίλους μου και μια οικογένεια για να ζω σύμφωνα με διαφορετικά κριτήρια σχέσεων και παραγωγής της ζωής, μέχρι τότε θα κάνω αυτήν την επιλογή. Νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον να γνωρίσουμε αυτές τις εμπειρίες. Όμως ζούμε μέσα σ’ ένα σύστημα στο οποίο περισσότερα από πέντε δισεκατομμύρια άτομα βρίσκονται μέσα σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής, κατανάλωσης, σχέσεων κλπ. Μέσα σε αυτήν την πολυπλοκότητα πρέπει να αναπτύξουμε τη σκέψη μας. Επομένως και η λύση του Snowden είναι ενδιαφέρουσα. Θα δούμε πως θα εξελιχθεί ο πειραματισμός με τα νέα αποκεντρωμένα δίκτυα. Προς το παρόν, παραμένει ένας μικρός πειραματισμός.

Τέλος, η τέταρτη απάντηση αγγίζει το πρόβλημα που βρίσκεται περισσότερο από κάθε άλλο στην καρδιά μου, από την οπτική γωνία της κατάληξης των διαδρομών αυτού του είδους: την απο-αποικιοποίηση. Είμαι απόλυτα πεισμένος ότι -απέναντι στην αποικιακή δράση- πρέπει να σταθούμε με ενεργητική και όχι παθητική στάση. Προσωπικά, με ενδιαφέρει μια τεχνολογία ελεύθερη, πραγματική, με την οποία να μην εξοπλίζεται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αλλά ένας τρόπος παραγωγής που δεν θα βασίζεται στην άνιση ανταλλαγή. Επομένως, με ενδιαφέρει να φτάσω την κριτική στη Facebook, στην Amazon κλπ από την επιφάνεια στη ρίζα της. Ποια είναι η ρίζα; Είναι ο τρόπος παραγωγής μέσα στον οποίο αυτές οι εταιρίες ανταλλάσουν τα εμπορεύματα ή παράγουν τις τεχνολογίες. Όπως γνωρίζουμε, οι τεχνολογίες δεν είναι ουδέτερες αλλά φέρουν μέσα τους τις επιδιώξεις εκείνων που τις δημιουργούν και μπορούν να κατασκευαστούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Σήμερα, όποιος αποικίζει τον κόσμο στις διάφορες μορφές του, έχει στο μυαλό του την κατασκευή τεχνολογιών που αποτελούν όπλα εκμετάλλευσης, όπως εκείνο στον κλάδο των logistics που αναφέρθηκα προηγουμένως. Ένα όπλο μέσω του οποίου οι εργαζόμενοι φτάνουν μέχρι την απόλυτη εξάντληση της ενεργητικότητας τους. Βρισκόμαστε στο εσωτερικό μιας κοινωνίας όπου -σύμφωνα με κάποιες έρευνες που αναφέρω στο βιβλίο- δουλεύουμε περισσότερο έξω παρά μέσα στο χώρο εργασίας μας και κυρίως έξω από κάθε τύπο φαντασιακού του σχέσεων: άτομα που παίρνουν τη δουλειά στο σπίτι γιατί πρέπει να την τελειώσουν, που δουλεύουν ακόμα και μέσα στο μετρό, πιθανώς με Whatsapp.

Επομένως, αυτό είναι το πραγματικό σημείο επίθεσης ενάντια στις τεχνολογίες της κυριαρχίας και αυτό δεν ξεκινάει μέσα στο Ίντερνετ αλλά έξω από αυτό, στη ζωή των σχέσεων ανάμεσα σε σώματα. Γιατί όταν ήμαστε μέσα στο διαδίκτυο έχουμε εξωσωματικές ταυτότητες που δεν αποτελούνται από τις διαχωρισμένες διαδικασίες, τις οποίες μέσα σε χιλιάδες χρόνια, ως ανθρώπινα όντα, πειραματιστήκαμε αλλά από μια σχάση μέσω της οποίας ένα κομμάτι μας, διαχωρισμένο, ζει σε μια ήπειρο όπου οι κανόνες δεν είναι ίδιοι μ’ εκείνους των σχέσεων των σωμάτων. Επομένως, μέσα στο διαδίκτυο οι ταυτότητες βρίσκονται σε εδάφη που δεν μπορούν να τα διαχειριστούν, ζουν σε πλατφόρμες άλλων και βρίσκονται έκθετες σε τεράστιους κινδύνους. Γι’ αυτό το λόγο, πιστεύω ότι το σημείο από το οποίο μπορούμε να εκκινήσουμε μια επεξεργασία για μια κριτική σκέψη -σχετική με τα όρια των υπαρχουσών τεχνολογιών- βρίσκεται έξω από το διαδίκτυο, μέσα στις σχέσεις των σωμάτων, εκεί όπου οι άνθρωποι συναντιούνται, γνωρίζονται, ανταλλάσουν σκέψεις και συζητάνε. Πρέπει να αποκτήσουμε και πάλι την ικανότητα να ζούμε σε ανθρώπινες ομάδες που θέτουν το πρόβλημα των εργαλείων που χρησιμοποιούν, όχι γιατί έχουν στην καρδιά τους τη δαιμονοποίηση των εργαλείων που υπάρχουν, αλλά για ν’ αντιληφθούν με ποια θέλουμε να εφοδιαστούμε έτσι ώστε να μπορέσουμε να παράξουμε με άλλο τρόπο τη καθημερινή ζωή καθώς και τη ζωή των ανθρωπίνων σχέσεων. Αυτό είναι το διακύβευμα της μάχης. Ή θα καταφέρουμε να παραμείνουμε sapiens sapiens, ως άνθρωποι που παραμένουν ανθρώπινοι, με την έννοια της ανάπτυξης των ικανοτήτων μας κατά τη διάρκεια και αυτής της εποχής, ή αν η αντικειμενοποίηση που αυτό το εποικοδόμημα υψώνει αμείλικτα γύρω από τον καθένα μας θα μας μετατρέψει σε απλά κομμάτια της μηχανής, επομένως σε αποικισμένους που obtorto collo, με το ζόρι, με χαρά ή και χωρίς να καταλαβαίνουμε πλέον αν μας αρέσει ή όχι, δεν θα κάνουμε άλλο από το να αναπαράγουμε τα συμφέροντα, τις στρατηγικές γραμμές και τις τροχιές που είναι εκείνες του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, το οποίο και κρατάει στα χέρια του τις δικές μας τύχες.

Σημειώσεις.

[1] Από G. Baer, Genome editing. Οι μεταβολές στο ανθρώπινο DNA, σ. 14

[2] Από G. Baer, ΗΠΑ: τεχνητή δικαιοσύνη, Big data, τεχνητή νοημοσύνη και προγνωστικοί αλγόριθμοι στα δικαστήρια. Paginauno τεύχος 65/2019.

[3] Από R. Curcio, Ο κυρίαρχος αλγόριθμος. Ψηφιακή ταυτότητα, ολική επιτήρηση, πολιτικό σύστημα. Paginauno, τεύχος 60/2018.

Πηγή: www.labottegadelbarbieri.org

Βιβλιογραφία του συγγραφέα στα ελληνικά.

Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη.

Α’ έκδοση, εκδόσεις Convoy. Aθήνα 1990.

Β’ έκδοση, εκδόσεις Επανοικειοποίηση. Αθήνα 2007.

Μετρό.

Α’ έκδοση, εκδόσεις Δελφίνι. Αθήνα 1996.

Β’ έκδοση, εκδόσεις Επανοικειοποίηση. Αθήνα 2009.

Πέρα από το Κατώφλι.

Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα. Αθήνα 2003.

Με ξεσκέπαστο πρόσωπο.

Εκδόσεις Διάδοση. Αθήνα 2012.

Η εικονική αυτοκρατορία.

Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα. Αθήνα 2016.

Πηγή: athens.indymedia.org

Georges Palante: Η σχέση μεταξύ πεσιμισμού και ατομικισμού.

O Ζωρζ Παλάντ εξηγεί τι σχέση έχει ο ατομικισμός με τον πεσιμισμό

Ο αιώνας που μόλις πέρασε είναι χωρίς αμφιβολία αυτός στον οποίο ο πεσιμισμός βρήκε τους πιο πολλούς, τους πιο πλούσιους, τους πιο έντονους και τους πιο συστηματικούς του ερμηνευτές. Επιπροσθέτως, ο ατομικισμός εκφράστηκε σε αυτόν τον αιώνα με εξαιρετική ένταση από εκπροσώπους υψηλής ποιότητας.

Θα ήταν ενδιαφέρον να φέρναμε σε επαφή αυτές τις δύο μορφές σκέψης, κυρίαρχες στην εποχή μας· να θέσουμε το ερώτημα ποια είναι η λογική ή συναισθηματική σχέση που υπάρχει μεταξύ τους, και σε ποιο βαθμό ο πεσιμισμός παράγει ατομικισμό και ο ατομικισμός παράγει πεσιμισμό.

Αλλά το ερώτημα που τίθεται έτσι είναι πολύ γενικό. Υπάρχουν πολλά είδη πεσιμισμού και πολλά είδη ατομικισμού. Μεταξύ των τελευταίων υπάρχει ένας που σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται πεσιμισμό, και αυτός είναι ο δογματικός ατομικισμός που βγαίνει από τη Γαλλική Επανάσταση και στον οποίο τόσοι πολλοί ηθικολόγοι, νομικοί, και πολιτικοί του αιώνα μας είναι προσαρτημένοι. Αυτός ο ατομικισμός θα μπορούσε να λάβει ως μότο του τη φράση του Βίλχελμ φον Χούμπολτ που ο Στιούαρτ Μιλλ επέλεξε ως επιγραφή του στο «Περί ελευθερίας» του: «Η μεγάλη, προεξάρχουσα αρχή, προς την οποία κάθε προηγούμενο επιχείρημα συγκλίνει, αφορά την απόλυτη και ουσιαστική σημασία της ανθρώπινης ανάπτυξης σε όλη την ποικιλομορφία της.» Οι ατομικιστές αυτού του είδους πιστεύουν ότι όλα τα ανθρώπινα άτομα μπορούν να αναπτυχθούν αρμονικά στην κοινωνία, ότι η ίδια τους η ποικιλομορφία είναι μια εγγύηση του πλούτου και της ομορφιάς του ανθρώπινου πολιτισμού.

Αυτοί οι ατομικιστές είναι ορθολογιστές. Έχουν πίστη στο λόγο, την αρχή της τάξης, της ενότητας και της αρμονίας. Είναι ιδεαλιστές: έχουν πίστη σε ένα ιδανικό κοινωνικής δικαιοσύνης. ουνιταριανής και εξισωτικής, πιστεύουν, παρά τις επιμέρους διαφορές και ανισότητες, στη βαθιά και πραγματική ενότητα του ανθρώπινου είδους. Αυτοί οι ατομικιστές είναι «ανθρωπιστές» με την έννοια που δίνει ο Στίρνερ σε αυτήν τη λέξη: σολινταριστές, σοσιαλιστές, αν πάρουμε τον τελευταίο αυτό όρο στην ευρύτερή του έννοια. Ο ατομικισμός τους στρέφεται προς τα έξω, προς την κοινωνία. Είναι ένας κοινωνικός ατομικισμός, υπό την έννοια ότι δεν διαχωρίζει το άτομο από την κοινωνία, που δεν τοποθετούν σε αντίθεση το ένα με το άλλο. Αντιθέτως, θεωρούν πάντα το άτομο ως ένα κοινωνικό στοιχείο που εναρμονίζεται με το όλο και ότι υπάρχει μόνο σε λειτουργία με το όλο. Δεν θα επιμείνουμε σε αυτόν τον ατομικισμό, ο οποίος προφανώς υπαινίσσεται έναν περισσότερο ή λιγότερο σκληρό κοινωνικό οπτιμισμό.

Ο ατομικισμός που έχουμε κατά νου εδώ είναι τελείως διαφορετικός. Αυτός ο ατομικισμός δεν είναι ένα πολιτικό, δικανικό και ηθικό δόγμα, αλλά μια ψυχολογική και ηθική στάση, μια μορφή ευαισθησίας, μια προσωπική αίσθηση της ζωής και μια προσωπική θέληση για ζωή.

Είναι αδύνατον να συγκεντρώσουμε σε έναν ορισμό όλα τα χαρακτηριστικά, όλους τους βαθμούς, όλες τις αποχρώσεις αυτής της ψυχικής διάθεσης. Θίγει έναν ειδικό τόνο σε κάθε ψυχή στην οποία γίνεται γνωστή.

Μπορούμε να πούμε ότι ως μια προσωπική αίσθηση της ζωής, ο ατομικισμός είναι το συναίσθημα της μοναδικότητας, της ατομικότητας σε ό,τι έχει διαφορικό, ιδιωτικό και αναποκάλυπτο. Ο ατομικισμός είναι μια έκκληση στην εσωτερικότητα του αισθήματος, στην ατομική έμπνευση για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συμβάσεων και των έτοιμων ιδεών. Ο ατομικισμός υπαινίσσεται ένα αίσθημα προσωπικού αλάθητου, μια ιδέα πνευματικής και συναισθηματικής υπεροχής, εσωτερικού αριστοκρατισμού. Αμείωτης διαφοράς μεταξύ ενός εγώ και ενός άλλου, την ιδέα της μοναδικότητας. Ο ατομικισμός είναι μια επιστροφή στον εαυτό και μια βαρύτητα στον εαυτό.

Ως προσωπική θέληση για ζωή ο ατομικισμός είναι μια επιθυμία να «είσαι ο εαυτός σου,» σύμφωνα με την ευχή ενός χαρακτήρα του Ίψεν (Πέερ Γκυντ), μια επιθυμία για ανεξαρτησία και αυθεντικότητα. Ο ατομικιστικής θέλει να είναι ο δικός του κατασκευαστής, ο δικός του προμηθευτής της αλήθειας και της ψευδαίσθησης· o ο δικός του οικοδόμος της αλήθειας και της ψευδαίσθησης· ο δικός του οικοδόμος των ονείρων του·  ο δικός του οικοδόμος και γκρεμιστής των ιδανικών του. Αυτή η ευχή για αυθεντικότητα μπορεί, παρεμπιπτόντως, να είναι περισσότερο ή λιγότερο ενεργητική, περισσότερο ή λιγότερο απαιτητική, περισσότερο ή λιγότερο φιλόδοξη. Περισσότερο ή λιγότερο ευτυχής, επίσης, σύμφωνα με την ποιότητα και την αξία της ατομικότητας στην αιτία, σύμφωνα με το εύρος της σκέψης και σύμφωνα με την ένταση για, τη θέλησης για, ατομική ισχύ.

Είτε ως προσωπική αίσθηση της ζωής είτε ως προσωπική θέληση για ζωή, ο ατομικισμός είναι ή τείνει να είναι αντικοινωνικός: αν δεν είναι έτσι από την αρχή, αργότερα και αναπόφευκτα γίνεται έτσι. Συναίσθημα βαθιάς μοναδικότητας του εγώ, επιθυμία για αυθεντικότητα και ανεξαρτησία, ο ατομικισμός δεν μπορεί παρά να προκαλέσει το συναίσθημα μιας σιωπηρής πάλης μεταξύ του ατομικού εαυτού και της κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, η τάση της κάθε κοινωνίας είναι να μειώνει το αίσθημα της ατομικότητας όσο το δυνατόν περισσότερο: να μειώνει τη μοναδικότητα μέσω του κομφορμισμού, τον αυθορμητισμό μέσω της πειθαρχίας, τη στιγμιαιότητα του εαυτού μέσω της προειδοποίησης, της ειλικρίνειας του συναισθήματος μέσω της έλλειψης της ειλικρίνειας συμφυής με οποιαδήποτε κοινωνικά ορισμένη λειτουργία, την εμπιστοσύνη και υπερηφάνεια στον εαυτό μέσω της ταπείνωσης αδιαχώριστης από κάθε είδους κοινωνική εκπαίδευση. Αυτός είναι ο λόγος που ο ατομικισμός έχει κατ’ ανάγκη το συναίσθημα της σύγκρουσης μεταξύ του εγώ και του γενικού εγώ. Ο ατομικισμός γίνεται εδώ αρχή παθητικής ή ενεργητικής εσωτερικής αντίστασης, σιωπηρής ή δηλωμένης αντίθεσης στην κοινωνία, άρνηση να υποβάλει κάποιος τον εαυτό του σε αυτήν· δυσπιστία γι’ αυτήν. Στην ουσία του, ο ατομικισμός περιφρονεί και αρνείται τον κοινωνικό δεσμό. Μπορούμε να τον ορίσουμε ως θέληση για απομόνωση, μια συναισθηματική και πνευματική, θεωρητική και πρακτική δέσμευση να αποσυρθεί από την κοινωνία, αν όχι στην πραγματικότητα – ακολουθώντας τα παραδείγματα των μοναχών της Θηβαΐδας και του πιο σύγχρονου του Θορώ – τουλάχιστον στο πνεύμα και την πρόθεση, από ένα είδος εσωτερικής και εθελοντικής υποχώρησης. Αυτή η αποστασιοποίηση από την κοινωνία, αυτή η εθελοντική ηθική απομόνωση που μπορούμε να εφαρμόσουμε στην ίδια την καρδιά της κοινωνίας μπορεί να πάρει τη μορφή της αδιαφορίας και της παραίτησης καθώς και εκείνης της εξέγερσης. Μπορεί επίσης να προσλάβει τη στάση του θεατή, τη στοχαστική στάση του στοχαστή σε έναν Πύργο Ελεφάντινο. Αλλά υπάρχει πάντα σε αυτή την επίκτητη αδιαφορία, σε αυτήν την παραίτηση ή αυτήν την απομόνωση του θεατού, ένα απομεινάρι εσωτερικής εξέγερσης.

Συναίσθημα μοναδικότητας και λιγότερο ή περισσότερο ενεργητική έκφραση της θέλησης για προσωπική δύναμη· θέληση για αυθεντικότητα, θέληση για ανεξαρτησία, θέληση για ανυποταξία και εξέγερση, θέληση για απομόνωση και την απόσυρση στον εαυτό. Μερικές φορές θέληση για υπεροχή, στην ανάπτυξη της ισχύς πάνω και ενάντια σε άλλους, αλλά πάντοτε με μια επιστροφή στο εαυτό, με ένα συναίσθημα προσωπικού αλάθητου, με μια άφθαρτη εμπιστοσύνη στον εαυτό, ακόμα και στην ήττα, ακόμα και στην αποτυχία των ελπίδων και ιδανικών. Αδιαλλαξία, απρόσιτη της εσωτερικής καταδίκης, πιστότητα στον εαυτό έως το πικρό τέλος. Πιστότητα στις παρεξηγημένες ιδέες του, στην απόρθητη και απρόσβλητη θέλησή του: ο ατομικισμός είναι όλα αυτά, είτε παγκόσμια είτε στη λεπτομέρεια, αυτό το στοιχείο ή το άλλο, αυτή η απόχρωση ή αυτή που επικρατεί ανάλογα με τις περιστάσεις και την περίπτωση.

Ο ατομικισμός, κατανοημένος όπως μόλις τον εκφράσαμε, δηλαδή, ως μια εσωτερική διάθεση της ψυχής, ο ατομικισμός ως αίσθηση και θέληση δεν είναι πλέον, σαν τον ατομικισμό που μιλήσαμε παραπάνω, σαν τον πολιτικό και νομικό ατομικισμό, στραμμένος προς τα έξω και εξαρτημένος από την κοινωνική ζωή, τους περιορισμούς της, τις απαιτήσεις και υποχρεώσεις της. Είναι στραμμένος προς τα μέσα. Τοποθετείται στην αρχή ή αναζητά καταφύγιο στο τέλος στο άθραυστο και άυλο εσώτερο ον.

Το να πούμε ότι υπάρχει μια στενή ψυχολογική σχέση μεταξύ των ατομικιστικών και πεσιμιστικών ευαισθησιών σημαίνει σχεδόν να δηλώνεις το αυτονόητο. Ο πεσιμισμός προϋποθέτει έναν βασικό ατομικισμό. Προϋποθέτει αυτήν την εσωτερικότητα του συναισθήματος, αυτήν την επιστροφή στον εαυτό (σχεδόν πάντα οδυνηρή), που είναι η ουσία του ατομικισμού. Ενώ ο οπτιμισμός δεν είναι παρά μια αφηρημένη μεταφυσική θέση, ο απόηχος των δογματικών φημών, ο πεσιμισμός είναι μια αίσθηση βιωμένης ζωής· προέρχεται από τα έσω, από μια ατομική ψυχολογία. Προέρχεται από ό,τι είναι πιο οικείο σε μας: την ικανότητα να υποφέρουμε. Κυριαρχεί μεταξύ εκείνων που έχουν μοναχική φύση που ζουν αποσυρμένοι στον εαυτό τους και βλέπουν την κοινωνική ζωή ως μπελά. Καθαρόαιμοι πεσιμιστές, οι μεγάλοι καλλιτέχνες και θεωρητικοί των δεινών, έζησαν μοναχικά και σαν ξένοι εν μέσω των ανθρώπων, περιορίστηκαν στο εγώ τους σαν ένα φρούριο από το οποίο αφήνουν να πέσει ένα ειρωνικό και υπεροπτικό βλέμμα στην κοινωνία του είδους τους. Και έτσι δεν είναι τυχαίο, αλλά δυνάμει μιας στενής ψυχολογικής συσχέτισης ότι ο πεσιμισμός συνοδεύεται από μια τάση προς εγωιστική απομόνωση.

Αντίστροφα, το ατομικιστικό πνεύμα είναι σχεδόν μοιραία συνοδευμένο από πεσιμισμό. Δεν είναι η εμπειρία τόσο παλιά όσο και ο κόσμος μας που διδάσκει ότι στη φύση το άτομο θυσιάζεται για τα είδη; Ότι στην κοινωνία είναι θυσιασμένο στην ομάδα; Ο ατομικισμός φτάνει σε ένα καρτερικό ή απελπιστικό σημείωμα των αντινομιών που εγείρονται μεταξύ του ατόμου και των ειδών αφενός, και μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας αφετέρου.

Η ζωή αναμφίβολα θριαμβεύει διαρκώς πάνω σε αυτήν την αντινομία, και το γεγονός ότι παρόλο του ότι όλη η ανθρωπότητα εξακολουθεί να ζει μπορεί να φαίνεται ότι είναι μια αναμφισβήτητη απάντηση που απορρίπτει τόσο τον πεσιμισμό όσο και τον ατομικισμό. Αλλά αυτό δεν είναι σίγουρο. Επειδή αν η ανθρωπότητα ως είδος και ως κοινωνία καταδιώκει τη μοίρα της δίχως να ανησυχεί για τις καταγγελίες ή εξεγέρσεις των ατόμων, ο ατομικισμός δεν πεθαίνει για όλα αυτά. Πάντοτε ηττημένος, ποτέ εξημερωμένος, ενσαρκώνεται στις ψυχές ξεχωριστού διαμετρήματος, διαποτισμένος από το συναίσθημα της μοναδικότητάς τους και την ισχυρή θέλησή τους για ανεξαρτησία. Ο ατομικισμός υποχωρεί σε κάθε άτομο που πεθαίνει αφού έχει εκπληρώσει τους στόχους και έχει παραδοθεί σε δυνάμεις που είναι πέρα από αυτόν. Αλλά επιβιώνει ο ίδιος μέσω των γενεών, κερδίζοντας σε ισχύ και σαφήνεια καθώς η ανθρώπινη θέληση για ζωή εντείνεται, διευρύνεται και γίνεται εκλεπτυσμένη στην ατομική συνείδηση​​. Είναι επομένως επιβεβαιωμένη η διπλή συνοχή του πεσιμισμού και του ατομικισμού, άρρηκτα ενωμένοι και αλληλένδετοι.

Παρ’ όλα αυτά, είναι πιθανό ότι αυτός ο ψυχολογικός δεσμός που πιστεύουμε ότι έχουμε ανακαλύψει μεταξύ πεσιμισμού και ατομικισμού δεν είναι τίποτα παρά μια α πριόρι άποψη. Αν αντί του συλλογισμού σχετικά με τις ψυχολογικές πιθανότητες συμβουλευόμασταν την ιστορία των ιδεών του 19ου αιώνα θα δούμε ίσως ότι η σχέση των ιδεών που μόλις αναφέραμε δεν είναι ούτε τόσο απλή ούτε τόσο συνεπής όπως φαίνεται εξ αρχής. Πρέπει να διεισδύσουμε με λεπτομέρεια τις διάφορες μορφές του πεσιμισμού και του ατομικισμού και πιο στενά να αναλύσουμε τη σχέση τους αν θέλουμε να καταλήξουμε σε συγκεκριμένες ιδέες.

Mετάφραση: Αιχμή

Ο Georg Fr. Jünger και η δημαγωγία του τεχνικισμού

Εάν οι κραυγές θριάμβου για την “συντριβή” της Εκκλησίας ήταν ένα από τα πολλά θλιβερά συμπτώματα της επιδημίας του κορωνοϊού στην ελληνική κοινωνία, όπως είδαμε σε πρόσφατο άρθρο μας (βλ. Μεσαίωνας), ένα άλλο, παράλληλο και παραπλήσιο – εξίσου όμως διασκεδαστικό – φαινόμενο που χρήζει αναφοράς, είναι οι ψυχικές αντιδράσεις του κοινωνικού συνόλου που απορρέουν από την πολιτικο-ιδεολογική χειραγώγηση της υγειονομικής κρίσης. Η κυριότερη αυτών των αντιδράσεων είναι η αγιοποίηση των επιστημόνων, όλων των επιστημόνων, ως εκπροσώπων και αντιπροσώπων της απόλυτης αλήθειας. Το φαινόμενο είναι βέβαια, ως ένα σημείο, συμπληρωματικό του πρώτου: την νομιμοποίηση που χάνουν οι θρησκευτικοί ηγέτες ως κάτοχοι της γνώσης, την καρπώνονται στον καιρό της κρίσης οι αντίπαλοί τους. Το μοτίβο φαντάζει τόσο αυτονόητο, που περνά σχεδόν απαρατήρητη η πολιτική χειραγώγηση του όλου ζητήματος: το πνεύμα του ορθολογισμού κατατροπώνει, έστω και καθυστερημένα, την άγνοια και την πρόληψη, ενσαρκώνοντας έτσι την γενική πορεία προόδου του δυτικού πολιτισμού και αποδεικνύοντας την τελεολογική της φύση. «Δεν υπάρχει εδώ χειραγώγηση, ούτε καν πολιτική», θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, «παρά μόνο το αναπόφευκτο». Η συμπλεγματική ελληνική κοινωνία μπορεί επιτέλους να ανασάνει ανακουφισμένη: όχι μόνο απέφυγε προς το παρόν τα χειρότερα, αλλά απέδειξε σε όλους και – το σπουδαιότερο – στον εαυτό της ότι ήταν πολύ περισσότερο “δυτική” απ’ ότι νόμιζαν. Ταυτόχρονα με την Εκκλησία, κατατροπώθηκε και ο αιώνιος “ανατολίτης”, ο ανοργάνωτος, ο απείθαρχος κι ο συναισθηματικός.

Δεν είναι όμως το ζήτημα των συμπλεγμάτων της ελληνικής κοινωνίας που έχει εδώ το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, θέμα οικείο αλλά και απέραντο, το οποίο απαιτεί ξεχωριστή ανάλυση· αυτό στο οποίο πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας είναι η φύση της ψευδαίσθησης που προκαλεί τέτοιες αντιδράσεις και τροφοδοτεί μίαν εντελώς λανθασμένη αντίληψη της πραγματικότητας. Κι αν αναφερόμαστε στην ελληνική κοινωνία, είναι γιατί εκεί αυτή η ψευδαίσθηση εκφράζεται με πολύ πιο ξεκάθαρο τρόπο, παρά στις πιο προηγμένες δυτικές κοινωνίες. Είναι η ψευδαίσθηση αυτή που καθιστά εξ άλλου αόρατη τη ιδεολογική χειραγώγηση της επιδημίας. Ας ξεκαθαρίσουμε όμως ότι όταν μιλάμε για χειραγώγηση δεν αναφερόμαστε στις εξ αριστερών κριτικές της διαχείρισης του αστικού κράτους και της πολιτικής εξουσίας: αυτές οι κριτικές, όντας οι ίδιες, εμμέσως ή αμέσως, παράγωγα της ιδεολογίας του επιστημονικού υλισμού, μοιράζονται εξίσου το ίδιο μυθολογικό αφήγημα με τους αντιπάλους τους, την πίστη στην προμηθεϊκή εποποιία της Επιστήμης και στην κυριαρχία του ορθού λόγου και του θετικισμού. Αυτή ακριβώς η πίστη είναι και η πηγή της ψευδαίσθησης που κατατρέχει τη σημερινή κοινωνία: ότι δηλαδή είναι ακόμα δυνατόν να συζητάμε για έναν τρόπο σκέψης, για μια δέσμη ιδεών, για μια ιδεολογία, για έναν Λόγο, τον οποίο μπορούμε να αναλύσουμε, να κατανοήσουμε και να τον φέρουμε, τέλος, στα μέτρα μας. Αυτή η εποχή του δυτικού πνεύματος έχει όμως τελειώσει τον 19ο αιώνα. Αν μέχρι τότε είχε ολοκληρωθεί η αυτονόμηση της φυσικής φιλοσοφίας ως μέθοδος γνώσης από το σύνολο του πολιτισμού, αυτό που χαρακτηρίζει την δικιά μας εποχή είναι πλέον η αυτονόμηση της τεχνικής από την μήτρα της επιστήμης, ως αυτόνομου ιδεολογικού και κοινωνικού συστήματος. Αυτήν την αλήθεια μας περιγράφει το έργο στοχαστών όπως ο Λ. Μάμφορντ, ο Ζ. Ελλύλ ή ο Γκέοργκ Γιούνγκερ, ένα μικρό απόσπασμα του οποίου μεταφράζουμε παρακάτω[1]. «Η τεχνική σκέψη είναι μια σκέψη από την οποία λείπει οποιαδήποτε έννοια ιεράρχησης», γράφει ο Γιούνγκερ στην Τελειότητα της Τεχνικής. Αυτό ακριβώς το ελάττωμα βρίσκεται στην πηγή των τραγελαφικών φαινομένων που βλέπουμε όλοι σε σχέση με τον χειρισμό της κρίσης: τα όλο και πιο περίπλοκα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της πανδημίας, και τα οποία περιπλέκονται ακόμα περισσότερο με την άρση των προηγούμενων περιοριστικών μέτρων, δεν εκφράζουν ούτε τη φωνή της λογικής ούτε αυτή της επιστήμης (ούτε βέβαια των “προσωπικών” απόψεων των εκάστοτε επιστημόνων – στο τεχνικό σύστημα δεν υπάρχει χώρος για το πρόσωπο), αλλά του ακραίου τεχνικισμού που έχει ως μοναδικό στόχο να “χωνέψει” σ’ ένα αυτοματοποιημένο σύνολο τον ανθρώπινο παράγοντα, προκειμένου να εξουδετερώσει τις δυσάρεστες και αντιπαραγωγικές τριβές. Εξ άλλου,  όπως είναι γνωστό σε όλους, ο στόχος άρσης των μέτρων είναι η επανεκκίνηση ενός άλλου συστήματος, του οικονομικού, για χάρη του οποίου η Ευρώπη υποτίμησε αρχικά τον κίνδυνο της επιδημίας και καθυστέρησε να πάρει αυστηρά μέτρα όταν έπρεπε… Οι αντιφατικοί κανονισμοί, οι αντικρουόμενες ερμηνείες των πάσης φύσεως ειδικών και οι κωμικοτραγικές παλινωδίες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων δείχνουν όχι μόνο το ασυμβίβαστο μεταξύ ακραίου τεχνικισμού και ζωντανής ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και την βαθιά αδυναμία του σημερινού ανθρώπου να επιβληθεί στην απελαύνουσα τεχνική οργάνωση, ακόμα και για χάρη του ίδιου τού του συμφέροντος. (A. M.)

~

Ήρθε όμως η ώρα να αναρωτηθούμε πού ακριβώς οδηγεί τον άνθρωπο η τεχνική ratio, μια ratio που περιφρονεί κάθε άλλη ratio. Ό,τι είναι ορθολογικό εξαρτάται απόλυτα από όρια και περιορισμούς. Το ορθολογικό δεν μπορεί να γίνει ποτέ αυτοσκοπός. Αν ήταν έτσι, τότε τίποτε δεν θα μπορούσε να μας εμποδίσει να αποφασίσουμε την εξόντωση των πιο αδύναμων, των ηλικιωμένων ή των άρρωστων. Θα μπορούσαμε επίσης να κρίνουμε χρήσιμη την εξολόθρευση των συνταξιούχων, σύμφωνα με την αρχή ότι δεν δικαιούται να τρώει όποιος δεν εργάζεται. Μέσα στα πλαίσια ενός αυστηρά ορθολογικού συστήματος, τέτοιες σκέψεις θα επιβάλλονταν σχεδόν από μόνες τους. Αυτά τα παραδείγματα μπορούν να μας δείξουν το πού μπορεί να μας οδηγήσει η χρησιμοθηρική λογική. Ο Ρασκόλνικωφ, που δολοφόνησε τη γριά τοκογλύφο γιατί τη θεωρούσε απόλυτα άχρηστη για το κοσμικό οικοδόμημα και ενοχλητική σαν κοριό ή σαν βρωμερή κατσαρίδα, έγινε φονιάς από υπερβολική έπαρση. Αν δεν έπασχε από τη σύγχυση που του προκαλούσε η ψυχική του αρρώστια, τότε θα συνειδητοποιούσε την άγνοιά του για τον σκοπό του κοσμικού οικοδομήματος αλλά και την αδυναμία του να κρίνει τον σκοπό που εξυπηρετούσε η ύπαρξη μιας γριάς.

Ο τεχνικός υπάλληλος από την άλλη, τη στιγμή που χειρίζεται τους αμέτρητους φακέλους του και τα τεφτέρια του, σκοπός των οποίων είναι ο εξορθολογισμός της κατανάλωσης (σκοπό που ο ίδιος ίσως να αγνοεί), πιστεύει ότι ο κόσμος βρίσκεται στην καλύτερη δυνατή τάξη, επειδή τα αρχεία του είναι στην καλύτερη δυνατή κατάσταση. Αυτή η νοοτροπία επαρχιακού ληξίαρχου προέρχεται από την ακόλουθη σύγχυση: επειδή το αρχείο είναι ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει, ο υπάλληλος θεωρεί πολύ φυσικά ότι ο κόσμος ολόκληρος είναι ένα αρχείο. Βέβαια, θα μπορούσαμε κάλλιστα να αποδεχτούμε αυτή τη σκέψη, αν η φύση μάς προόριζε να τρεφόμαστε με χαρτί…

Η τεχνική ratio προκαλεί αξιοπερίεργα φαινόμενα. Ο τεχνικός που την υπηρετεί δεν την κατανοεί γιατί δεν μπορεί να την παρατηρήσει σφαιρικά. Ο ίδιος δηλώνει βέβαια ρεαλιστής και μάλιστα “σκληρός”, αλλά δεν μπορεί να είναι τέτοιος παρά μόνο μέσα στα πλαίσια του δικού του πεδίου. Είναι ένας ειδικός της γνώσης, ένας “σπεσιαλίστας”. Η επίφαση της “αυστηρής αντικειμενικότητας” που θέλει να δώσει για τον εαυτό του απομακρύνει την προσοχή από τη λαιμαργία του για δύναμη και καμουφλάρει την αλλόκοτη ιδιορρυθμία των σχεδίων του και των κατασκευών του, που είναι προορισμένα να ικανοποιήσουν τους στόχους του. Το σύστημα που έχει συλλάβει είναι βέβαια υπολογισμένο μέχρι και την τελευταία βίδα, αλλά μόνο μέχρι εκεί και καμία σκέψη του δεν ξεπερνά αυτό το όριο. Το σύστημα αυτό είναι ένα απλό εργαλείο, αλλά γιγαντιαίας ισχύος και τόσο πολύ συγκεντρωτικό, που επιτρέπει στον χειριστή του να μεταχειρίζεται τον άνθρωπο σαν απλό εργαλείο. Όσο πιο πολύ προχωρεί η τεχνική τόσο περισσότερο πολλαπλασιάζονται οι μηχανιστικές ερμηνείες του ανθρώπου. Όπως λοιπόν μιλάμε για ένα κρατικό σύστημα, για ένα οικονομικό σύστημα ή για ένα δικαστικό σύστημα, σιγά σιγά όλα, ακόμα και η ίδια η πραγματικότητα, αρχίζουν και αποκτούν τον χαρακτήρα ενός συστήματος. Η σκέψη που γεννιέται όμως από αυτή την συστηματοποίηση δεν υπολογίζει πλέον επ ουδενί το ζήτημα της ελευθερίας.

Είναι ακριβώς η προσπάθεια ολικού εξανδραποδισμού του ανθρώπου από την τεχνική ratio κι από έναν τελεολογικό φονξιοναλισμό, από τον οποίο τίποτε δεν θα μπορεί να ξεφύγει, που εξουδετερώνει την αντίσταση της πνευματικής του δραστηριότητας και της πιο βαθιάς του θέλησης. Αυτή όμως η προσπάθεια δεν συγκρατεί τα τυφλά ορμέμφυτα, την πνευματική σύγχυση και την ψυχική θολούρα, αλλά αντίθετα τα ενδυναμώνει. Η οργάνωση που παλεύει να συμπεριλάβει όλα τα πράγματα στο εσωτερικό της δεν διαθέτει κανένα εργαλείο για να ελέγξει αυτή την σκοτεινή αυτοκρατορία. Όλος ο ορθολογισμός του τεχνικού δεν μπορεί να εμποδίσει την έκρηξη των τυφλών στοιχειακών δυνάμεων· το αντίθετο, αυτός ο ορθολογισμός αποτελεί την οδό από την οποία αυτές οι σκοτεινές και επικίνδυνες αυτές δυνάμεις διεισδύουν στην ζωή και εξαπλώνονται παντού. Ο αυτοματισμός στον οποίο ο άνθρωπος εκπαιδεύεται μέρα με τη μέρα, δεν τον συνηθίζει απλά να ενεργεί μηχανικά και χωρίς θέληση, αλλά συνθλίβει μέσα του κάποιες αντιστάσεις και του στερεί την ικανότητα να αντιδρά αυτόνομα σε χαοτικές καταστάσεις. Με αυτό τον τρόπο, ο αυτοματισμός  ευνοεί τη δημιουργία των μαζών. Όλη η οργανωτική ισχύς της τεχνικής κατατείνει σε αυτό. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στον αποτελεσματικό οργανωτή ένα ανώτερο ον, όπως ο εφευρέτης ή ο γιατρός που ανακαλύπτει ένα φάρμακο και θεωρείται ευεργέτης της ανθρωπότητας. Τέτοιες όμως επιφανειακές κρίσεις, που δεν μπορούν παρά να προκαλούν το χαμόγελο εξ αιτίας της έλλειψης κριτικού πνεύματος, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να μεγαλώνουν την πινακοθήκη των σκοτεινών προσωπικοτήτων που δοξάζονται από την κοινή γνώμη ως πρωτοπόροι και πρόδρομοι. Αυτό όμως που διαφεύγει από πολλούς είναι το ότι η αξία τέτοιων οργανωτών συνίσταται συνήθως στην καταστροφή του ανοργάνωτου πλούτου. Όπως ακριβώς η εκμετάλλευση της vis inertiae [αδρανούς ζωής] της ύλης από τον μηχανικό εξαναγκασμό προκαλεί τις καταστροφικές αντιδράσεις της φύσης, έτσι και η τεχνική οργάνωση προκαλεί στον άνθρωπο μεταλλάξεις που ο ψυχολόγος (ο οποίος έχει μεταλλαχθεί σε ψυχοτεχνικό) δεν μπορεί καν να φανταστεί. Την ίδια αντιστοιχία μηχανικού και στοιχειακού που παρατηρούμε στην τεχνική, την ξαναβρίσκουμε στη μάζα. Η μάζα είναι το αποτέλεσμα της μηχανικής επιρροής της τεχνικής οργάνωσης. Και επειδή η μάζα είναι υποταγμένη στην ορθολογική οργάνωση, διαποτίζεται από τυφλές στοιχειακές δυνάμεις, απέναντι στις οποίες δεν μπορεί να προβάλλει καμιά πνευματική αντίσταση. Γι’ αυτό, πότε η μάζα παρασύρεται σε έναν άμετρο ενθουσιασμό και πότε υποκύπτει τρομαγμένη στο πανικό, όμοια με τα κοπάδια βόδια που τυφλωμένα πέφτουν στον γκρεμό. Έτσι και ο άνθρωπος που νομίζει ότι η τεχνική πρόοδος είναι και δική του, είναι καταδικασμένος να παρασέρνεται σε παρόμοιες θύελλες. Η τεχνική είναι η κινητοποίηση παντός του ακίνητου. Ο σημερινός άνθρωπος, έχοντας γίνει κι αυτός κινητοποιήσημος στο μέγιστο βαθμό, όχι μόνο ακολουθεί παθητικά την αυτοματική οργάνωση, αλλά επιθυμεί να επιταχύνει το ρυθμό της.

[1] Georg Fr. Jünger, « La Perfection de la Technique », κεφ. 38, εκδόσεις Allia, 2018.

Πηγή: respublica