Renzo Novatore: Ο εικονοκλαστικος Ατομικισμος μου

Άφησα για πάντα μια ζωή στις πεδιάδες.

Ε. Ίψεν

 

Ακόμα και οι πιο καθαρές πηγές της Ζωής και της Σκέψης που δροσερές και χαμογελαστές αναβλύζουν μέσα από τα απόκρημνα βράχια των ψηλότερων βουνών, όταν ανακαλύπτονται από τους δημαγωγούς βοσκούς του νόθου κοπαδιού από αστούς και προλετάριους, αμέσως μετατρέπονται σε δύσοσμες μιαρές και λασπωμένες λακκούβες. Τώρα είναι η σειρά του Ατομικισμού. Από το χυδαίο απεργοσπάστη ως τον ηλίθιο και σιχαμερό αστυνομικό, από τον άθλιο πουλημένο ως τον κατάπτυστο χαφιέ, από το δειλό σκλάβο ως τον απεχθή τύραννο, όλοι μιλούν περί Ατομικισμού.

Είναι της μόδας.

Ακόμα και οι ραχιτικοί ψευτοδιανοούμενοι που που πρεσβεύουν το φθισικό φιλελεύθερο συντηρητισμό ή εκείνοι οι άρρωστοι που υποφέρουν από χρόνια δημοκρατική σύφιλη, μέχρι και οι ευνούχοι του σοσιαλισμού και οι αναιμικοί του κομμουνισμού, όλοι μιλούν και παίρνουν θέση για τους Ατομικιστές.

Αντιλαμβάνομαι ότι μη όντας ο Ατομικισμός μία σχολή και λιγότερο ένα κόμμα, δεν μπορεί να είναι μοναδικός ωστόσο είναι πιο αληθές ότι ακόμα και οι Μοναδικοί είναι ατομικιστές. Και γω σαν μοναδικός ορμάω στο πεδίο της μάχης, ξεγυμνώνω το σπαθί μου και υπερασπίζομαι τις πιο ακριβές μου ιδέες που εκφράζουν έναν ακραίο ατομικισμό, αδιαμφισβήτητα μοναδικό. Μπορεί να είμαστε σκεπτικιστές αδιάφοροι και είρωνες, αλλά όταν κάποιος είναι καταδικασμένος να ακούει συνεχώς τους σοσιαλιστές, λίγο η πολύ καταρτισμένους, να διατυμπανίζουν ξεδιάντροπα και με πλήρη άγνοια ότι δεν υπάρχει τίποτα το ασύμβατο μεταξύ της Ατομικιστικής και συλλογικής ιδέας, και προσπαθούν ηλίθια να συγκρίνουν ένα γιγάντιο βάρδο της ηρωικής ισχύος- έχοντα κυριαρχήσει πάνω στα ανθρώπινα φαντάσματα ηθικά και θεϊκά που τρέμει και καρδιοχτυπά τότε αναγαλλιάζει και απλώνεται πέρα από το καλό και το κακό της Εκκλησίας και του Κράτους, των Λαών και της Ανθρωπότητας μέσα σε παράξενες λάμψεις μιας νέας ερωτικής φωτιάς, παρερμηνευμένης όπως άλλωστε και ο λυρικός δημιουργός του Ζαρατούστρα, με κάποιον κοινό και φτωχό προφήτη του Σοσιαλισμού- τη σχολή της δειλίας. Ή ακόμα και έναν ακατανίκητο και αξεπέραστο Εικονοκλάστη όπως είναι ο Μαρξ Στίρνερ, τον θεωρούν σαν ένα οποιοδήποτε εργαλείο εκτεθειμένο στους φρενήρεις θιασωτές του κομμουνισμού, ε τότρ ναι, μπορεί να κάνει κάποιος μια ειρωνική γκριμάτσα με τα χείλη του αλλά κατόπιν πρέπει να εξεγερθεί αποφασιστικά προκειμένου να υπερασπιστεί και να επιτεθεί, εφόσον νιώθει Ατομικιστής από την αρχή ως το τέλος, δε μπορεί να ανέχεται να βρίσκεται έστω και στο ελάχιστο μπερδεμένος μέσα στους αδαείς κόλπους ενός νοσηρού βελάζοντος κοπαδιού.

Η Ιστορία, ο Υλισμός, ο Μονισμός, ο θετικισμός και όλοι οι -ισμοί αυτού του κόσμου είναι παλιές και σκουριασμένες πληγές που δε μου χρησιμεύουν πια και δε με απασχολούν. Έχω σαν αρχή τη Ζωή και σαν τέλος το Θάνατο. Θέλω να ζήσω έντονα τη Ζωή μου για να αγκαλιάσω το Θάνατό μου.

Εσείς περιμένετε την Επανάσταση! Ας είναι! Η δική μου έχει ξεκινήσει προ καιρού! Όταν θα είστε έτοιμοι- Θεέ μου τι μεγάλη αναμονή!- δε θα μου προκαλεί αποστροφή το να μοιραστώ μαζί σας ένα μέρος δρόμου.

Άλλα όταν θα σταματήσετε, εγώ θα συνεχίσω την τρελή και θριαμβευτική μου πορεία προς τη μεγαλειώδη και υπέρτατη κατάκτηση του Τίποτα!

Κάθε κοινωνία που θα φτιάξετε θα ‘χει τα όρια της και στα όρια της θα δρουν οι ηρωικοί και αναμαλλιασμένοι τυχοδιώκτες, με την παρθένα και άγρια σκέψη τους, που ξέρουν να ζούνε μονάχα, ετοιμάζοντας αδιάλειπτα νέες και τρομερές εξεγερσιακές εκρήξεις.

Εγώ θα είμαι μεταξύ αυτών!

Και μετά από μένα, όπως και πριν από μένα, θα υπάρχουν πάντα αυτοί που θα λένε στους ανθρώπους: “‘Εξεγερθείτε εσείς οι ίδιοι, όχι τόσο εναντίον των θεών σας ή των ειδώλων σας: ανακαλύψτε μέσα σας ότι υπάρχει και είναι κρυμμένο: φέρτε τα στο φως: αποκαλυφτείτε!”. Είναι η στιγμή που ο κάθε άνθρωπος ανασκαλεύοντας μέσα του, βγάζει ότι μυστηριωδώς ήταν κρυμμένο, σαν μια σκιά που κρύβει από τις ακτίνες του Ήλιου κάθε τύπο ζωντανής Κοινωνίας!

Κάθε Κοινωνία τρέμει όταν η περιφρονητική αριστοκρατία των Τυχοδιωκτών, των Μοναδικών, των Απροσπέλαστων, των Κυρίαρχων του Ιδεώδους και των κατακτητών του Τίποτα αψηφώντας τα πάντα προχωρά. Εμπρός, λοιπόν, ω Εικονοκλάστες, εμπρός!

“Ήδη ο ουρανός που είναι κυριευμένος από προαίσθημα κρύβεται και σιωπά!”

Άρκολα, Ιανουάριος 1920

Έργο του Renzo Novatore, που δημοσιεύτηκε από το Iconoclasta, στην Πιστόια, στις 15/01/1920.

Για μια κριτική φαινομενολογία της ολοκληρωτικής υπαγωγής

Γράφει ο Lucifugo, a diavolo in corpo

(1)

Το Κεφάλαιο της ολοκληρωτικής υπαγωγής είναι η κίνηση στην πιο αφηρημένη της μορφή, πρέπει συνεχώς να επαναστατικοποιεί τις δυνάμεις και τα μέσα της παραγωγής του α) τροποποιώντας χωρίς φραγμούς το μεταβολισμό του με τη γήινη φύση (“οικολογικό ζήτημα”) β) μετατρέποντας μέσω της Τεχνοεπιστήμης την έμβια και άβια φύση σε μια αχανή μάζα απογυμνωμένων “πρώτων υλών” (Will Barnes) για τη διαρκώς επιταχυνόμενη παραγωγή, κυκλοφορία, κατανάλωση ενός κόσμου εμπορευμάτων.

(2)

Η συνολική κύλιση του Κεφαλαίου είναι μια περιστροφή χωρίς τέλος, η διαμεσολάβηση των ενδιάμεσων στιγμών της είναι τυφλή, η προθετικότητα της περιστροφής αποσκοπεί στην παντοτινή μεγέθυνση του εαυτού της (“αξία που αξιοποιείται μέσω της αφηρημένης εργασίας”) με αποτέλεσμα αυτή η καθαρή, απόλυτη κίνηση του Κεφαλαίου γύρω-από-τον-εαυτό-του να μην είναι τίποτε άλλο πέρα από τον τρόπο της αμεταβλησίας και της αιωνιότητάς του ως μόνου εφικτού και δυνατού κόσμου (το περιβόητο “τέλος της Ιστορίας” του Fukuyama).

(3)

Το Κεφάλαιο είναι ο κοινωνικός αυτοσκοπός των συμφερόντων, η αμοιβαιότητά τους ως ατελείωτων πράξεων αγοράς και πώλησης, πραγματικών και ιδεατών συνάμα (“όλοι επιζητούμε να πλουτίσουμε, να βγαίνουμε παντού και πάντοτε κερδισμένοι”). Η “αμοιβαιότητα των συμφερόντων” πραγματοποιείται μέσω της ακατάσχετης έλξης και απώθησής τους και ως εκ τούτου μόνο συγκρουσιακά: κάθε συμφέρον είναι συνυφασμένο και αντίθετο με όλα τα άλλα και στο κέντρο της σχιζοειδούς ολότητάς τους εκτυλίσσεται ο αβυσσαλέος ανταγωνισμός που διαλύει και επανασυγκολλεί το κοινωνικό όλον υπό την ηγεμονία του Κεφαλαίου.

(4)

Το Κεφάλαιο είναι ο χρόνος των συμμετροποιημένων βιωμάτων ως αδιάφορη δαπάνη “μυών, νευρώνων και ιδρώτα,” (Μarx) είναι η συρρίκνωση του υπαρκτού, εν ενεργεία χώρου για τον αποικισμό του μέλλοντος ως εν δυνάμει κερδοφόρου. Το Κεφάλαιο είναι η ακύρωση του χρόνου μέσω της χωροποίησης του χρόνου, είναι η εκκένωση του χώρου μέσω της χρονοποίησης του χώρου, το Κεφάλαιο είναι η επιβολή της καθολικής απουσίας για την εξοικονόμηση του χρόνου και του χώρου (“ορθολογική διαχείριση πόρων”) που πολλαπλασιάζει τους δρόμους, τα λιμάνια, τους σιδηροδρόμους κτλ για να μας κρατάει όλους ισοβίως μακριά και σε απόσταση.

(5)

Το Κεφάλαιο είναι η διαχωρισμένη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους στη μορφή των μεταμορφώσεων της αξίας από το εμπόρευμα στο χρήμα και από το χρήμα στο εμπόρευμα: από τη μια πλευρά είμαστε καταδικασμένοι στην ανυπαρξία αν το ιδεατό εμπόρευμα του εαυτού μας (το “Επάγγελμα”) μένει απούλητο, από την άλλη η “πραγματική αξία” του εαυτού που αντικατοπτρίζεται σε μια ποσότητα χρήματος (το “Εισόδημα”) ισοδυναμεί με την οριστική απόσυρση της ύπαρξης που οδηγεί σταθερά στην αίσθηση του κενού και του μονίμως ανικανοποίητου, στο περιρρέον και δυσκόλως-να-ονομαστεί αντι-συναίσθημα του Τίποτα και του Μηδέν.

(6)

Η αντίφαση της εξαναγκαστικής αξιοποίησης του εαυτού χωρίς ένα δικό-του-πρόσωπο που να μην είναι μια λειτουργική “μάσκα χαρακτήρα” και ένα ομοίωμα ύπαρξης, λύνεται δίχως να ξεπεραστεί με την ψυχοσυναισθηματική απαξίωση του “ΕΓΩ” που εξωθεί σε καταστάσεις Αμόκ: στη φυσική ή συμβολική εξόντωση των άλλων προσώπων είτε στην αυτοχειρία καθώς αυτή η παθο-λογική δυναμική του ύστατου αποκλεισμού (εκτέλεση/εξολόθρευση των “άλλων”) και της οριακής απόγνωσης (εκτέλεση/εξολόθρευση του “εαυτού”) αποτελεί τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: η Αρχή της Πραγματικότητας του Κεφαλαίου ως πρακτική και νοητική κατηγορία του ανθρώπινου σχετίζεσθαι είναι ένα και το αυτό σώμα με την Ορμή του Θανάτου.

(7)

Το Κεφάλαιο είναι η αντικειμενική, αισθητά αντιληπτή ψυχολογία του “Επιτυχημένου και Αποτυχημένου Ανθρώπου”, το εσωτερικευμένο σύστημα των τύψεων, των ηδονών, των ενοχών που ορίζουν το Ευτυχές και το Δυστυχές με κριτήριο την a priori Λογική μορφή της αξιοποίησης.

(8)

Η κοινωνική ταυτολογία της συσσώρευσης ως πραγματική αφαίρεση (Robert Kurz) που αποστρέφεται το συγκεκριμένο περιεχόμενο της ανθρώπινης δραστηριότητας 1) υποβιβάζει τον ζωντανό άνθρωπο σε καθαρό μέσο για την κυριάρχηση της νεκρής μορφής και 2) επιτυγχάνεται ως μια διαρκώς ανανεούμενη και διαρκώς ματαιούμενη υπόσχεση Ευτυχίας/Κερδοφορίας που όχι μόνο δεν γνωρίζει αληθινά όρια και περιορισμούς (“άνθρωποι ικανοί να κάνουν-τα-πάντα για να κερδίσουν”) αλλά αποσαθρώνει με την αφαιρετικότητά της τη μνήμη του Αποτρόπαιου που αναγκαστικά συμβαίνει στην πορεία της αξιοποίησης ως τροχιάς προόδου προς την (αυτο)καταστροφή: δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία από το διαρκές κυνήγι της Ευτυχίας, δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα από το μόνιμο άγχος της αποτυχίας και της επαπειλούμενης συντριβής που διαπερνά και τέμνει τον Επιτυχημένο/Κερδισμένο.

(9)

Το κεφάλαιο είναι η ολοκλήρωση, όχι το τελικό ξεπέρασμα, των προ-νεωτερικών σχέσεων κοινωνικής κυριαρχίας, είναι η τελειοποίηση της θρησκευτικής εξουσίας και το ανώτατο στάδιο του θεολογικού φετιχισμού σε σημείο που να έχει καταστεί αυτός ο τελευταίος αόρατος: η αισθητά υπεραισθητή “αντικειμενικότητα της αξίας” και η αφηρημένη δραστηριότητα-για-χρήματα που αποτελεί την ουσία αυτής της φενακισμένης αντικειμενικότητας εξοβελίζουν από την καθημερινή κοινωνική αναπαραγωγή το υπερβατολογικό στοιχείο του θεού από τη στιγμή που το επιφορτίζεται και το αναλαμβάνει αυτή η ίδια η μορφή της ανθρώπινης δραστηριότητας που αυτο-κατανοείται αυτο-προσδιορίζεται φετιχιστικά ως “εργασία παράγουσα αξία”.

(10)

Το Κεφάλαιο της ολοκληρωτικής υπαγωγής είναι η τάση της υποκατάστασης του ζωντανού, του σώματος, του έμβιου από το νεκρό, το ασώματο, το ανόργανο. Από αυτή την άποψη ο μεθοδολογικός αναγωγισμός της σύγχρονης Επιστήμης δεν είναι μια “λάθος θεωρία” αλλά η γνωσιολογική προκείμενη του Πνεύματος του Κεφαλαίου στην πιο σαφή μεταφυσική μορφή της: ο κόσμος ολόκληρος προεικονισμένος ως μια τεράστια και ανεξάντλητη δεξαμενή “πρώτων υλών” και “καυσίμων” για την αξιοποίηση-της-αξίας.

Πηγή: theshadesmag

Τέλος της ανθρωπότητας για να τερματιστεί η κυριαρχία;

Τέλος της ανθρωπότητας για να τερματιστεί η κυριαρχία; – Σχετικά με το μισανθρωπικό ρεύμα σε αναρχικά περιβάλλοντα

“Οι άνθρωποι είναι αρρώστια. Είναι ο καρκίνος αυτού του πλανήτη. Είναι μια πανούκλα. Και εμείς είμαστε η μόνη θεραπεία.” (Πράκτορας Smith – The Matrix)

Μέχρι τώρα έχουμε ήδη σκιαγραφήσει μια κριτική (1) της οικο-εξτρεμιστικής τάσης και αρκετών από τα παράγωγά της, ιδιαίτερα εκείνα τα αυταρχικά χαρακτηριστικά της και την υπεράσπισή της για μια ιερή οιονεί θρησκευτική σκέψη που, σαν αντιεξουσιαστές, μάς προκαλεί τόσο μεγάλη αηδία.

Η ανάπτυξη εκείνου του άρθρου επεδίωκε να επικεντρωθεί κυρίως σε εκείνες τις πτυχές που μας φαινόταν κλειδί για να εμβαθύνουμε στην αποκάλυψη της αναπαραγωγής αυτού που περιφρονούμε βαθιά, αλλά χωρίς αμφιβολία δεν ήταν το μόνο πράγμα που έχει γραφτεί. Ταυτόχρονα, από διαφορετικά εδάφη, υπήρξαν συνεχείς σκέψεις και κριτικές κατά του οικο-εξτρεμισμού (2) στις διάφορες εκδοχές του. Γραπτά που, μακριά από την προσπάθειά τους να δείξουν έναν καλό, θετικό ή πολιτικό (ΣτΜ: εκ του πολίτη/citizenist) αναρχισμό, επιδιώκουν να οξύνουν την εξάσκηση της επιθετικής αναρχικής πράξης.

Σε αυτό το κείμενο θα εξετάσουμε σε βάθος μια άλλη πτυχή που μπορούμε να εντοπίσουμε στην ίδια αυτή τάση, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, την ξεπερνά και πολύ. Δεν θα επικεντρωθούμε σε καμιά συγκεκριμένη ομάδα, περιοδικό, ιστοσελίδα, έκδοση ή διαφημιστικό ακρωνύμιο, αλλά μάλλον σε έναν τρόπο κατανόησης και αναφοράς σε αυτόν τον κόσμο. Μιλάμε για τη μισανθρωπική τάση και τα παράγωγά της.

Δεν είναι ψέμα ότι όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα, μια αίσθηση παραλογισμού εισβάλει μέσα μας κατά την ίδια την διαδικασία της έκφρασης σε χαρτί και της συστηματοποίησης αυτής της σειράς ιδεών, οραμάτων ή συναισθημάτων που αντιτίθενται στην ανθρωπότητα και το ανθρώπινο ον (3). Εν πάση περιπτώσει, θα προσπαθήσουμε καθώς θεωρούμε το μισανθρωπικό περιθώριο σχετικό, λόγω των αμέτρητων εντάσεων που δημιουργούνται μέσα στους αναρχικούς χώρους και της εξάπλωσης αυτών των προσεγγίσεων ως δήθεν ριζοσπαστικών.

Είναι απαραίτητο να επαληθευτεί η ευρεία – αλλά όχι βαθιά – διάχυση αυτής της τάσης που εμφανίζεται, κυρίως, σε τετριμμένα συνθήματα όπως: Ανθρώπινη Πανούκλα, Ανθρώπινα Σκουπίδια ή Αντι-ανθρώπινο. Αυτές οι εκφράσεις είναι δυνατόν να παρατηρηθούν σε ομιλίες, κείμενα, μουσική, συνθήματα, γκράφιτι στο δρόμο, τοιχογραφίες, συμπεριφορές, σχόλια, μεταξύ πολλών άλλων. Εκτός από τη διάχυση της εν λόγω φρασεολογίας, είναι δυνατόν να παρατηρηθεί μια λογική περιφρόνησης για οποιοδήποτε υποκείμενο ξένο προς τους μισανθρώπους, καθώς και μια δυσαναλογία κατά την άσκηση βίας, παραθέτοντας απλώς και μόνο την «ανθρώπινη» φύση του αντιπάλου ως επιχείρημα για την αύξηση της κλίμακας της σύγκρουσης, εκφράσεις που μπορούν να παρατηρηθούν τόσο σε καθημερινές καταστάσεις όσο και σε αδιάκριτες επιθέσεις.

Η μισανθρωπία έχει βρει κάποια αποδοχή σε μερικούς από τους αντι-εξουσιαστικούς χώρους στη Χιλή, το Μεξικό, την Αργεντινή και την Ισπανία, για να αναφέρουμε λίγα μέρη. Από το χώρο αυτό επιδιώκουμε να συμβάλουμε στη συζήτηση και στην εμβάθυνση του θέματος για να ξεπεράσουμε εκείνες τις θέσεις και την αισθητική του υποτιθέμενου ριζοσπαστισμού που εξαπλώνονται εν μέσω της έλλειψης προβληματισμού και ελλείψει προβολής, βγάζοντας εύπεπτους λόγους σαν να πουλάνε τα πιο μοδάτα εμπορεύματα. Τα κίνητρά μας δεν είναι κρυφά: επιδιώκουμε να μετατρέψουμε αυτά τα λόγια σε μια συμβολή για την καταστροφή αυτού του κόσμου, την επίθεση στην εξουσία και την επικύρωση των αρνήσεών μας.

Μισανθρωπία: Τι; Πού; Πότε;

Για να αποφευχθεί η σύγχυση και επιδιώκοντας να αποσαφηνίσουμε το σημείο που μας ενδιαφέρει, αξίζει να σημειωθεί ότι σε καμία περίπτωση δεν αναφερόμαστε στην κριτική της τεχνολογίας, του πολιτισμού, την απόρριψης του σπισισμού ή του ανθρωποκεντρισμού. Όταν αναφερόμαστε σε μισανθρωπικές τάσεις, πρέπει να κάνουμε μια παύση για να εξηγήσουμε τον ορισμό τους από το απλό στο περίπλοκο.

Η μισανθρωπία μπορεί να οριστεί ετυμολογικά από τα ελληνικά «Μισώ» και «Άνθρωπος». Αυτή η εξήγηση, αν και μας δίνει μια σημαντική ένδειξη, πρέπει να εμβαθυνθεί, καθώς οι λέξεις και οι έννοιές τους έχουν μια τροχιά, χρήση, επανοικειοποίηση και ιδιοποίηση από εκείνους που τις χρησιμοποιούν. Οι μισανθρωπικές τάσεις δεν αναφέρονται στην απόρριψη συγκεκριμένων ατόμων, σε τομείς, θέσεις, συμπεριφορές, δυναμικές ατόμων ή φάσεων της ανθρωπότητας, αλλά στο ανθρώπινο ον εν γένει. Η ανθρωπότητα στο σύνολό της και με κάθε μία από τις εκφράσεις της, νοείται ως κάτι άθλιο που αξίζει πλήρη απόρριψη και άρνηση.

Μακριά από το να είναι ένα φτωχό σενάριο μιας ταινίας χαμηλού προϋπολογισμού με εξωγήινους, οι φαντασιώσεις στις οποίες εκφράζεται η μισανθρωπία σχετίζονται με την εξόντωση και την καταστροφή της ανθρωπότητας. Επί του παρόντος, μπορούμε να βρούμε αναφορές σε αυτές τις θέσεις μέσα σε αναρχικά περιβάλλοντα, όπου επιδιώκουν να δώσουν ψευδή «ώθηση»• χωρίς να θέτουν πλέον τον αγώνα κατά του Κράτους, των αρχών και της κυριαρχίας εν γένει, αλλά μάλλον κατά της ίδιας της ανθρωπότητας. Αυτός ο υποτιθέμενος ριζοσπαστισμός μαστίζεται από κοινοτοπίες που όχι μόνο δεν εμβαθύνουν ποτέ, αλλά οι ιδέες αυτές είναι κοινές και συμπίπτουν με την ανάλυση αντιδραστικών του παρελθόντος. Αυτές οι μισανθρωπικές εκφράσεις μπορεί να είναι εντελώς άσχετες, παρά την υποτιθέμενη ανάπτυξή ή/και την μηδαμινή εξέλιξή τους, αλλά ακόμη και έτσι δεν μπορούμε να αρνηθούμε τις συνεχείς αναφορές που γίνονται σε διάφορους κύκλους «συντρόφων» που, χωρίς μεγαλύτερη ανάλυση ή ακόμα και κατανόηση, απλώς επαναλαμβάνουν θέσεις και συνθήματα, τα οποία επιτρέπουν τη συνέχιση θέσεων που αναπαράγουν τις εξουσίες που πολεμάμε.

Ανακυκλώνοντας τις λογικές της κυριαρχίας και της εξουσίας

Οι μισανθρωπικές εκφράσεις έχουν καταλήξει να ανακυκλώνουν τις μεθόδους των πιο κλασικών εξουσιαστών. Για αιώνες, ο Thomas Hobbes έχει αποτελέσει έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους των συγγραφέων για τη νομιμοποίηση κάποιων μορφών εξουσίας όπως το Κράτος και η ίδια η Κοινωνία. Ο Χομπς επινόησε τo γνωστή συλλογιστική ότι “Ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος” [homo homini lupus], για να μιλήσει για μια υποτιθέμενη εγγενώς επιζήμια ανθρώπινη φύση που βρίσκεται σε σύγκρουση εναντίον όλων. Απέναντι σε αυτό το σενάριο, θα ήταν απαραίτητο να δημιουργηθεί ένας θεσμός που επιτρέπει τη διαιτησία των μόνιμων εχθροτήτων των ανθρώπινων όντων και των ατόμων. Έτσι είναι που αναδύεται το Κράτος ως μέρος του μεγάλου κοινωνικού συμβολαίου.

Οι πιο συντηρητικές και κλασικές κουβέντες επαναλαμβάνονται ρυθμικά από τους μισανθρώπους, η «ανθρώπινη φύση» είναι επιβλαβής και μάλιστα επιβλαβής αφ’ εαυτής. Ο ενστερνισμός της διάγνωσης οδηγεί πίσω στη λύση, δεν απαιτείται πια ένα Κράτος να διαμορφώσει την Κοινωνία, αλλά η μόνη πιθανή και επιθυμητή λύση είναι η καταστροφή της ανθρωπότητας για το τέλος «κάθε κακού».

Καθιστώντας ουσιώδεις και φυσικοποιώντας συμπεριφορές, επιδιώκουν την ομαδοποίηση μέσω ηθικών επινοήσεων και τη νομιμοποίηση κάθε στάσης. Αυτή η πλάνη έχει χρησιμοποιηθεί αδιάλειπτα για το χτίσιμο και την ανέγερση διάφορων «έργων» της Κοινωνίας ή, σε αυτή την περίπτωση, της εξόντωσης ειδών. Το ότι το ανθρώπινο ον είναι κακό ή καλό είναι απλά ένας φιλοσοφικός μύθος για την επιδίωξη της οικοδόμησης έργων, δομών και σχεδιασμών, καθώς γίνεται το εικονικό φάρμακο (placebo) ή δικαιολογεί οποιασδήποτε πράξη.

Οι συγκεντρωτικές εκφράσεις των μισανθρώπων για την ανθρωπότητα επαναλαμβάνονται από διαφορετικά επιχειρήματα που ταιριάζουν απόλυτα με όσα προτάθηκαν από τον Thomas Malthus. Η διάγνωση φαίνεται να είναι και πάλι κοινή με εκείνα τα είδωλα του αυταρχισμού. Η διαβόητη Μαλθουσιανή θεωρία βασίζεται σε μια εξίσωση που έχει διεισδύσει έντονα στη λεγόμενη «κοινή λογική», όπου θεωρείται ότι η αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού θα είχε ως αποτελεσμα μόνο τη φτωχοποίησή, οδηγώντας στον πρόωρο αφανισμό στην εξαθλίωση. Ο Μάλθους, σαν τον Νοστράδαμο, έφτασε μέχρι και την υπόδειξη της ημερομηνίας της εξαφάνισης της ανθρωπότητας το 1880 εξαιτίας της καταστροφής των πόρων.

Η λογική μπορεί να μας εκπλήξει λόγω του πόσο κοινή ακούγεται με τους μισανθρώπους και τις σχετικές εκφράσεις τους, αλλά, εκείνη την εποχή, ο Malthus πρότεινε την αποτροπή του τέλους της ανθρωπότητας καταπολεμώντας τον υπερπληθυσμό, προτρέποντας τα διάφορα Κράτη να αναλάβουν δράση για τον έλεγχο των γεννήσεων.

Ο έλεγχος των γεννήσεων από το Κράτος πήρε τις πιο βάναυσες εκφράσεις, όπως η αναγκαστική στείρωση των γυναικών σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές σε όλο τον πλανήτη, που η διασταύρωση πατριαρχίας, Μαλθουσιανισμού και κυριαρχίας φαίνεται τέλεια. Για να αναφέρουμε κάποιες περιόδους αυτής της βαναυσότητας, μπορούμε να δούμε την εκστρατεία που διεξήγαγε ο Alberto Fujimori στο Περού, όπου χιλιάδες ιθαγενείς γυναίκες στειρώθηκαν με τη βία στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ή σε διάφορες περιοχές της Αφρικής, όπου έχει υπάρξει ένα επαναλαμβανόμενο μέτρο που επιβάλεται στις γυναίκες με τεράστιες καμπάνιες των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των κυβερνήσεων. Η λογική είναι η ίδια: στείρωση των φτωχών για την καταπολέμηση της φτώχειας της ανθρωπότητας. Οι αντι-άνθρωποι θα πανηγυρίσουν: λιγότεροι άνθρωποι γεννιούνται, λιγότεροι άνθρωποι θα κατοικούν στη γη. Αλλά οι μαλθουσιανές υποθέσεις αποκρύπτουν και εμποδίζουν την κατανόηση ένος σχετικού και προφανούς γεγονότος, ή μάλλον, το διαχωρίζουν από τη λογική: η δηλητηρίαση του περιβάλλοντος, η εξαθλίωση, η λεηλασία και η αρπαγή των «πόρων» δεν οφείλονται ούτε σχετίζονται αποκλειστικά με την αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού (συνέπεια της προέλασης του πολιτισμού), αλλά και, κυρίως, με τη διανομή τους (4). Μόνο αυτό μπορεί να εξηγήσει την ποσότητα των αγαθών και προμηθειών τροφίμων που καταστρέφονται κάθε μέρα, που συσσωρεύονται και πετιούνται για να διατηρήθει μια αυξανόμενη ζήτηση με χαμηλή προσφορά, ένας βασικός παράγοντας της αγοράς.

Η ομοιότητα της επιχειρηματολογικής λογικής ανάμεσα στις μισανθρωπικές θέσεις και εκείνες του Malthus μας φαίνεται ξεκάθαρη, ακόμα και όταν παράγουν διαφορετικά συμπεράσματα. Για να διατηρηθεί η ανθρωπότητα και οι πόροι της είναι απαραίτητο να μειωθεί και να ελεγχθεί ο φτωχότερος πληθυσμός. Δηλαδή για την ευημερία της Γης είναι απαραίτητη η καταστροφή της ανθρωπότητας, εφόσον – κατ’ ουσίαν – την καταστρέφει.

Φαίνεται ότι οι μισανθρωπικές πρακτικές κάνουν ζημιά με αυτόν τον τρόπο κατανόησης του κόσμου: το πρόβλημα υποβαθμίζεται στον αριθμό των ανθρώπων. Ο έλεγχος των γεννήσεων δεν είναι ο μόνος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμός κυριαρχίας για τη διαχείριση του ανθρώπινου πληθυσμού, αλλά και οι μεγάλοι πόλεμοι [Α’ και Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος], πέρα ​​από τις συγκρούσεις συμφερόντων, εδάφων ή κυριαρχίας από τα Κράτη, έχουν μελετηθεί και θεωρηθεί επίσης – σε ένα δεύτερο επίπεδο – ως ένας τρόπος για να διατηρηθεί ο έλεγχος του πληθυσμού που, σαν άλλο ένα εμπορεύσιμο είδος στην αγορά, μπορεί να καταστραφεί στους πολέμους, οδηγώντας στη συσσώρευση επανενεργοποιώντας την οικονομία και τις παραγωγικές διαδικασίες.

Οι ίδιες εκφράσεις, λειτουργίες και λογικές μπορούν να βρεθούν στον Κοινωνικό Δαρβινισμό ή στην Ευγονική. Το ανθρώπινο είδος γίνεται αντιληπτό από μια προοπτική ολότητας η οποία πρέπει να διαχειρίζεται, να μορφοποιείται, να καταστρέφεται ή να προβάλλεται από εκείνους που βρίσκονται έξω από αυτό, πάνω από αυτό• αυτοί πρέπει να ορίζουν ποιο είναι το καλό, όχι μόνο για τα άτομα, το περιβάλλον τους, ή της «κοινωνίας», αλλά ολόκληρου του είδους ή του πλανήτη.

Μέχρι εδώ μπορέσαμε να δούμε πώς οι μισανθρωπικές θέσεις έχουν καλλιεργηθεί σύμφωνα με δύο είδη ιδεών. Αφενός, καταλογίζουν στο ανθρώπινο γένος και τη «φύση» του όλα τα πιθανά κακά και, αφετέρου, την εγγενή ζημιά που προκαλεί ως είδος με την ενιαία ύπαρξή του στο περιβάλλον. Από εκεί είναι που γεννιέται η απόρριψη της έννοιας της ανθρωπότητας, μια απόρριψη που γενικά είναι πιο πολύ ρητορική παρά πραγματική, αλλά που μερικές φορές έχει τις επιπτώσεις της στις πραγματικές πρακτικές που κυμαίνονται από την αδιάκριτη επίθεση ή την απόλυτη περιφρόνηση για οποιοδήποτε υποκείμενο ή έκφραση εκτός του κύκλου.

Ιχνηλατώντας τις διαδρομές αυτών των υποτιθέμενων νέων και ακραίων μισανθρωπικών θέσεων, καταφέραμε να βρούμε περίεργες ομάδες που εδώ και χρόνια έχουν διακηρύξει στο παραλήρημά τους τις ίδιες κοινοτοπίες. Έτσι, η «Εκκλησία της Ευθανασίας» ή το «MEHV» (5) έχουν αναπτύξει αμέτρητες εκστρατείες και «ακτιβισμούς» που μοιράζονται πολλές προσεγγίσεις με τις τρέχουσες μισανθρωπικές τάσεις. Όχι πολύ διαφορετικές από το σύνολο των θρησκευτικών αιρέσεων που, διαποτισμένες με μεσσιανικά παραληρήματα, αυτοπλασάρονται ως σωτήρες της Γης εξαπολύοντας μαζικές αυτοκτονίες ή αδιάκριτες επιθέσεις σε «ανθρώπους». Αυτές οι σκέψεις θα ήταν μόνο ένα ανέκδοτο, αν δεν είχαν άμεση επίπτωση στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε σήμερα τον αγώνα, τη μάχη, τη σύγκρουση και, πάνω απ’ όλα, το πού στοχεύουμε με τις επιθέσεις μας. Οι αντι-ανθρώπινοι μισάνθρωποι δίνουν κάθε σημάδι για το πού στοχεύουν, όπως με τους πανηγυρισμούς για τυφώνες, καταιγίδες, τσουνάμι, λοιμούς ή σχολικούς πυροβολισμούς. Δεν θα μας εξέπληττε η εκθείαση του διαβόητου Carl Panzram, δολοφόνου, βιαστή και κατά συρροή βασανιστή της δεκαετίας του ’20 στις ΗΠΑ, ο οποίος παραδέχθηκε ότι τα δεκάδες θύματά του επιλέχθηκαν στο άκυρο και κατά τύχη: “σημασία είχε μόνο το γεγονός ότι ήταν ανθρώπινα όντα (…) μισώ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Γουστάρω να σκοτώνω και να βιάζω ανθρώπους”, θα έλεγε στην αυτοβιογραφία του. Χωρίς αμφιβολία, δεν υπάρχει τίποτα το επαναστατικό, ή κάτι που να αφορά την καταστροφή της εξουσίας ή την απελευθέρωση σε αυτές τις εκφράσεις, αλλά αρκετή μισανθρωπία και απόρριψη των ανθρώπινων όντων.

Για τη διαρκή ανάγκη να οξύνουμε τις αρνήσεις μας

Το να πιστεύεις σε πάγια, σταθερά, αιώνια δόγματα για την καταστροφή της κυριαρχίας σημαίνει, για να το πούμε απλά, να χτίζεις νέα τείχη και δομημένα σχήματα τα οποία, σαν ζουρλομανδύας, αρχίζουν να σφίγγουν μόνο όταν κινούμαστε.

Με δεδομένη αυτή την προϋπόθεση, αντικρίζουμε την επιτακτική πραγματικότητα να κάνουμε την κριτική μας διαρκή, χωρίς να επαναπαυόμαστε με τα παλιά συνθήματα και μοντέλα αγώνα, αλλά και να διασώσουμε την εμπειρία μας. Δεν μας ενδιαφέρει να κατηγοριοποιηθούμε στην «κατανάλωση» οποιασδήποτε ιδέας κάποιας ριζοσπαστικής αισθητικής. Το να πιστεύεις ότι οι μισανθρωπικές θέσεις είναι ριζοσπαστικές για τις βλέψεις τους σημαίνει απλώς να αγνοείς το νόημα του ριζοσπαστισμού, που σημαίνει να στοχεύεις στη ρίζα του προβλήματος. Τότε, αυτό το μοναδικό ζήτημα αρχίζει να γίνεται γελοίο. Είναι η ανθρώπινη «Φύση» η ρίζα της κυριαρχίας; Για να απελευθερωθούμε από την εξουσία και τις σχέσεις εξουσίας, είναι η εξαφάνιση του ανθρώπινου γένους επιθυμητή; Απορρίπτουμε τις μισανθρωπικές εκτιμήσεις για διάφορους λόγους, εκτός από την έντονη γεύση αυταρχικής συμπεριφοράς που έχει από διαφορετικές ιστορικές περιόδους, πιστεύουμε ότι η τοποθέτηση μιας συγκρουσιακής στάσης βασισμένης σε μια βιολογική συνιστώσα εμπίπτει σε έναν αφύσικο ντετερμινισμό, πολύ ανώτερο από εκείνους που είχαμε ήδη απορρίψει. Για να εμβαθύνουμε πιο συγκεκριμένα: ο εργάτης δεν είναι επαναστάτης καθαυτός• ούτε οι γυναίκες, ούτε οι μετανάστες, ούτε οι μαύροι – έτσι ούτε ο άνθρωπος είναι ο στόχος ή ο καταπιεστής εγγενώς και αφ’ εαυτού, αλλά μάλλον οι κοινωνικές συνθήκες στις οποίες έχουν αναπτυχθεί και η απόφαση κάθε ατόμου, κλάδου ή ομάδων που τους αποτελούν, που καταλαμβάνουν μια θέση στην κοινωνία και στο δίκτυο της εξουσίας: είτε το συντηρούν είτε το αρνούνται. Ο βιολογικός ντετερμινισμός μπορεί μόνο να προκαλέσει τη μέγιστη απόρριψή μας, επειδή η ανάλυση περιορίζει τη βούληση του ατόμου σε έναν στοιχειώδη, κακοφτιαγμένο και απλοϊκό μηχανισμό, ο οποίος εμποδίζει την κατανόηση της πολύπλοκης λειτουργίας του αυταρχισμού και ταυτόχρονα περιορίζει κάθε πιθανότητα να αγωνιστούμε, να συγκρουστούμε και να επιτεθούμε στον κόσμο των ισχυρών.

Η τοποθέτηση μιας κριτικής του ανθρώπινου όντος σαν ένα είδος σημαίνει την φυσικοποίηση ορισμένων χαρακτηριστικών, αθροίζοντας όλα τα άτομα και εξαλείφοντας εντελώς τη βούλησή τους, την απόφασή τους, την ατομική τους πρωτοβουλία και τη πιθανότητα ρήξης που μπορεί να έχουν. Αλλά έχουμε και ένα θεμελιώδες παράδοξο, το οποίο θέλουμε να αντιμετωπίσουμε σοβαρά προκειμένου να ξεπεραστεί η κλασική αντίδραση που ακούστηκε πολλές φορές: “Να αυτοκτονήσουν αν είναι τόσο αντι-ανθρώπινοι”.

Το εν λόγω παράδοξο αφορά την απάντηση στην ακόλουθη ερώτηση: Από πού αναπτύσσονται οι μισανθρωπικές θέσεις; Ποιος τις προτείνει; Δεν αναφερόμαστε σε υποτιθέμενες θεωρίες συνωμοσίας που βλέπουν παντού τα πλοκάμια της αστυνομίας, αλλά, θεωρητικά, αυτές οι θέσεις απόρριψης του ανθρώπινου όντος που είναι τόσο αποξενωμένες από την ανθρώπινη φύση τους, τοποθετούν τους εαυτούς τους ως δικαστές ή διαιτητές στη σύγκρουση. Είναι εμφανές σε γελοίο βαθμό το γεγονός ότι εκείνοι που ανέπτυξαν αυτές τις μισανθρωπικές θέσεις είναι ανθρώπινα όντα. Λοιπόν τότε, πώς μπορεί να εξηγηθεί ένα τέτοιο παράδοξο; Πώς είναι δυνατόν να αναπτυχθεί; Πιστεύουμε ότι η αντίληψη του ότι υπάρχουν ανθρώπινα και μη ανθρώπινα ζώα μας επιτρέπει να τοποθετούμε τους εαυτούς μας με διαφορετικό τρόπο στο περιβάλλον και άλλα έμβια όντα, όπου όλοι είμαστε ζώα, αλλά οι μισανθρωπικές θέσεις δεν αναφέρονται σε αυτές τις αντιλήψεις, αλλά υποστηρίζουν ότι το ανθρώπινο ζώο πρέπει να εξαφανιστεί. Tο μόνο θεωρητικό/φιλοσοφικό ζογκλερικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί τότε είναι το επιχείρημα της εξουσίας, όπου, για να επεξηγηθούν αυτές οι θέσεις, είναι απαραίτητη η αποξένωση κάποιου από το εγγενές κακό που βλέπουν στον άνθρωπο, για να αισθάνεται έξω και ξένος σε αυτήν την πραγματικότητα. Αυτή η αποξένωση από μια βιολογική κατάσταση είναι, επομένως, ένας οιονεί θρησκευτικός τρόπος ανάληψης της εξουσίας ενάντια στην ανάπτυξη κριτικής. Μερικά ρεύματα μέσα στις μισανθρωπικές θέσεις αποφασίζουν να προσθέσουν τον προσδιορισμό «πολιτισμένος άνθρωπος» προσπαθώντας δήθεν να εντοπίσουν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που απορρίπτονται, αλλά επαναλαμβάνουν πάραυτα τα σύνολα τους ενάντια στους «ανθρώπους» και απλά επαναλαμβάνουν τις ίδιες λογικές που αμφισβητήσαμε προηγουμένως.

Σε αυτές τις στιγμές, είναι επιτακτικό η κριτική μας να είναι διαρκής, επιδιώκοντας πάντα να οξύνει την άρνησή μας για το υπάρχον, ξεπερνώντας τον φαινομενικό ριζοσπαστισμό, τις καινοτομίες που επιδιώκουν να προσφερθούν στο νέο σούπερ μάρκετ με τις τρέντυ μόδες, προκειμένου να κατανοήσουμε και να εμβαθύνουμε γνώση της κυριαρχίας και των τρόπων να της επιτεθούμε.

Για μια καταστροφική πράξη

Οι συνεχείς αναφορές στην άγρια ​​φύση, στα ζώα, δεν μας είναι ξένες, τις έχουμε χρησιμοποιήσει και συνεχίζουμε να τις χρησιμοποιούμε περισσότερες από μία φορές σε λογοτεχνικές ή άλλες αναφορές, αλλά είναι πολύ διαφορετικό να διακρίνουμε ένα διώνυμο «ανθρώπινο = κακό» / «ζωικό = καλό» και από εκεί να τοποθετείται μια πολιτική πρακτική του αγώνα.

Για μας, η αναζήτηση της αυτοματοποίησης των σχέσεων, των εμπειριών, η κανονικοποίηση και η σχηματοποίηση αυτών, η εξάντληση και η υποβάθμιση της ζωής σε απλή επανάληψη, δεν δημιουργεί καμιά ουσία του ανθρώπινου όντος, όπως μας έχει δείξει η πρακτική όταν έχουμε παρατηρήσει διαφορετικούς αυτόχθονες λαούς, όταν παρατηρούμε τις διάφορες δυνατότητες που έχουν προκύψει σε όλη την ιστορία με τους τρόπους συσχέτισης, τη δημιουργία αβέβαιων νέων κόσμων, την εμπειρία και τη συγγένεια που αναπτύσσεται στην ίδια την εξέγερση και τη σύγκρουση, σε διαφορετικούς χρόνους, τόπους και ανθρώπους, που μας θυμίζει και μας δείχνει ότι η δημιουργική ικανότητα παραμένει στα χέρια μας και όχι σε μια επαναλαμβανόμενη δήθεν «φυσική» κατάσταση.

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν επεσήμανε πριν από αρκετά χρόνια ότι “Το Κράτος είναι η άρνηση της ανθρωπότητας” (6), εκείνη η δομή και ο θεσμός όπου η εξουσία αποκρυσταλλώνεται με πολιτικό έλεγχο στις ζωές των ατόμων, είναι αυτό που επιδιώκει να επιτεθεί και να προκαλέσει ασφυξία σε κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό ή έκφραση. Για εμάς, και με την αντίστοιχη επέκταση της κυριαρχίας, το Κράτος μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως μία έκφραση της κυριαρχίας και όχι ως η μοναδική μορφή της.

Μπορούμε να δούμε διαφορετικές αιχμές που συμπίπτουν στη συν-δημιουργία σχέσεων εξουσίας, αρκετοί σύντροφοι έβαλαν τον πολιτισμό ως άλλη μια κεντρική αιχμή για την κατανόηση της άρθρωσης της κυριαρχίας. Από τη δεκαετία του ’70, ο Τεντ Καζίνσκι ήδη στόχευσε στην τεχνο-βιομηχανική κοινωνία ως το οικοδόμημα της δυστυχίας για την ανθρωπότητα και όχι την ίδια την ανθρωπότητα ως τον εχθρό προς επίθεση. “Η Βιομηχανική Επανάσταση και οι συνέπειές της ήταν καταστροφή για το ανθρώπινο γένος. Το προσδόκιμο ζωής για εκείνους από εμάς που ζουν σε «αναπτυγμένες» χώρες έχει αυξηθεί σημαντικά, αλλά έχει αποσταθεροποιήσει την κοινωνία, κατέστησε αδύνατη τη ζωή, έχει υποβάλει τα ανθρώπινα όντα σε ταπεινώσεις, έχει οδηγήσει στην εξάπλωση του ψυχολογικού πόνου (και σωματικού πόνου στον τρίτο κόσμο) και έχει προκαλέσει σοβαρές ζημιές στον φυσικό κόσμο” (7).

Είναι ο υπερπληθυσμός της ανθρωπότητας και η επακόλουθη περιβαλλοντική καταστροφή που είναι εγγενές πρόβλημα στο ανθρώπινο είδος; Είναι σαφές ότι ο σχηματισμός μεγάλων πόλεων, η ανάπτυξη της τεχνολογίας, της επιστήμης, η λογική της προόδου αποτελούν συστατικά στοιχεία του πολιτισμού και ένας τρόπος ζωής που κατασπαράζει τα πάντα, επιτρέποντας και ενθαρρύνοντας την περιβαλλοντική καταστροφή, θεωρώντας τη γη και τον πλανήτη ως πόρους για συσσώρευση και αποταμίευση. Οι πόλεις, ως κατασκευές, ως γεωπολιτικές τοποθεσίες, γεννιούνται, αναπτύσσονται και ενισχύονται προκειμένου να καταστήσουν την κυριαρχία πιο αποτελεσματική και να επιτύχουν μεγαλύτερα κέρδη στη διοίκησή της, επομένως η κριτική μας για τον αστικό σχεδιασμό πρέπει να είναι καταστροφική στο σύνολό της. Είναι όμως απαραίτητο να τονίσουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι ο υπερπληθυσμός, αλλά ότι αποτελεί μόνο συνέπεια ενός συστήματος ζωής που τον παράγει και τον αναπαράγει. Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση των αντι-ναταλιστών συντρόφων και ο έγκυρος έλεγχός τους επί των σωμάτων τους είναι πάντοτε βάσιμες ως θεμελιώδεις πτυχές για την ανάκτηση του ελέγχου της ζωής μας, θέσεις εκ διαμέτρου διαφορετικές από την επιβεβλημένη στείρωση και τον έλεγχο των γεννήσεων από το Κράτος. Εδώ δεν είναι λατρεία της ζωής ούτε Aναγεννησιακός ανθρωπισμός, αλλά η όξυνση της κριτικής μας για να αναγνωρίσουμε όχι μόνο αυτό που μας καταπιέζει και τη λογική του, αλλά και την ικανότητά μας να το καταπολεμήσουμε και να μην το αναπαράγουμε.

Με την ίδια αυτή έννοια είναι συναφές να αναφέρουμε και ίσως κάπως ανόητο, ότι δεν πρόκειται για τοποθέτηση κάποιου στην «οικουμενική αδελφότητα», ούτε για αδελφοσύνη με κάθε υποκείμενο, αλλά για την επανεξέταση των αποφάσεων και των θέσεων του ατόμου και όχι κάποια βιολογική και ηθική αξιολόγηση της υποτιθέμενης «φύσης».

Μόνο τότε μπορούμε να κατανοήσουμε τους «πολίτες» και τη σκέψη τους ως υποκείμενα με συγκεκριμένη και χειροπιαστή θέση στην υπεράσπιση αυτού του κόσμου. Απορρίπτουμε τη λογική τους ακριβώς λόγω των θέσεών τους, όχι λόγω του «είδους» τους, το οποίο θα ισοδυναμούσε με το να βάζουμε τους εαυτούς μας σε μια πολύ διαφορετική θέση.

Είναι τότε που βλέπουμε ότι τα φράγματα, οι ηλεκτρικές γραμμές, οι τοξικές μητροπόλεις που καταπατούν κάθε γωνιά της γης, οι ορίζοντες γεμάτοι κτίρια, οι δρόμοι που μπουκάρουν σε κάθε απομακρυσμένο μέρος, τα ψυχιατρικά κελιά, οι φυλακές και οι ζωολογικοί κήποι, η τρέλα και η αλλοτρίωση των ζωών μας, τα βασανιστήρια των ζώων στα εργαστήρια, η καταστροφή της γης, η κανονικότητα των νεκροταφείων, η ασφυκτική πραγματικότητα στα σκατά, η λογική της προόδου και της επιστήμης που μας τοποθετεί ως το κεντρικό είδος, δεν είναι ούτε εγγενή ούτε «φυσικά» στην ανθρωπότητα, αλλά ότι είναι σαφείς και συγκεκριμένες εκφράσεις κυριαρχίας, αυθεντίας και άσκησης εξουσίας. Η επίθεση, λοιπόν, γίνεται όχι μόνο απαραίτητη αλλά και επείγουσα για να κατεδαφιστεί αυτός ο κόσμος.

Μιλάμε για υποσχέσεις και για οικοδόμηση ενός μέλλοντος; Γιατί από τον μηδενισμό υπάρχει μια σημαντική συνεισφορά με αυτή την έννοια, όπου δεν πρόκειται πλέον περί παρουσίασης σχεδίων για μελλοντικούς κόσμους, ελπίδες και/ή εναλλακτικές λύσεις να προσφέρει. Η αναρχική σύγκρουση γεννιέται από την άρνηση και την αντιπαράθεση με αυτόν τον κόσμο, από την εναντίωση, την πλήρη και απόλυτη απόρριψή του, χωρίς απαραίτητα να προσφέρει μια πατενταρισμένη εναλλακτική πρόταση, αλλά επιβεβαιώνει επίσης ένα αναμφισβήτητο γεγονός: ότι αυτό για το οποίο είμαστε σίγουροι είναι ότι στα χέρια μας υπάρχει πάντα η δημιουργική/καταστροφική ικανότητα να σφυρηλατήσουμε νέες σχέσεις και πιθανούς κόσμους• από τα υπόλοιπα, μόνο το άγνωστο μας περιμένει και αυτό που θα έρθει!

Kalinov Most #3

  1. Μισανθρωπικές άγριες τάσεις: άλλες εκφράσεις αυταρχισμού και ιερής σκέψης. Kalinov Most # 1, Οκτώβριος 2017.
  2. Ενάντια στον οικο-εξτρεμισμό: Καθρέφτισμα του Πολιτισμού και της Θρησκείας. [Μπροσούρα στα Αγγλικά]
  3. Οι αναφορές που κάνουμε σχετικά με την «ανθρωπότητα» για εμάς σχετίζονται με το σύνολο των ανθρώπων και όχι με κάποια αφαίρεση της έννοιας που τη θέτει ως αθροιστική και ομογενοποιητική οντότητα έναντι των ατόμων και των ιδιαιτεροτήτων τους. Δεν θέλουμε να καλλιεργήσουμε μια ψευδαίσθηση πάνω από μια άλλη.
  4. Είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί η πραγματική και προφανής αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού πάνω στη γη, αλλά η καταστροφή του περιβάλλοντος και η λεηλασία θα σχετίζονταν περισσότερο με το σύστημα της «ζωής» και της κοινωνικής τάξης που επεκτείνει τεχνητά τη γήρανση, τους φόβους, τις ασθένειες και τους θανάτους, παρά απλώς τον αριθμό των κατοίκων του πλανήτη. Το να πιστεύεις σε μια άμεση σχέση μεταξύ των ατόμων και την κατανάλωση πόρων σημαίνει να ξεκινάς από τη βάση ότι το σύστημα ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων των υποκειμένων που ζούνε στη γη παραβλέποντας τη συγκέντρωση και τη συσσώρευση, θεμελιώδη στοιχεία της πραγματικότητάς μας. Από την άλλη πλευρά, είναι απαραίτητο να επικεντρωθούμε στην εκβιομηχάνιση, στην αχαλίνωτη και απεριόριστη κατανάλωσή της, η οποία θεωρεί αναγκαία την καταστροφή της γης προκειμένου να διατηρηθεί ο ξέφρενος και παράλογος ρυθμός της παρούσας «ζωής».
  5. Κίνημα για τον Εθελοντικό Ανθρώπινο Αφανισμό.
  6. Bakunin Mikhail,  Ο Θεός και το Κράτος.
  7. Kaczynski Theodore, Η Βιομηχανική Κοινωνία και το Μέλλον της, Θέση #1.

Μετάφραση στα Ελληνικά: Ντίνος Γιαγτζόγλου

Μετάφραση στα Αγγλικά: 325

Μια πηγή για το πρωτότυπο κείμενο στα Ισπανικά

The Cynical Utopian: Φυσική ή Κοινωνική καταστροφή;

Το παρακάτω κείμενο συντάχθηκε το 2011 με αφορμή τον σεισμό και το επακόλουθο τσουνάμι στο Τόχοκου της Ιαπωνίας, γεγονότα υπαίτια και για την πυρηνική καταστροφή στο εργοστάσιο της Φουκουσίμα. Προχωρήσαμε στην μετάφραση του δίχως την παραμικρή δυστυχώς αμφιβολία αναφορικά με την επικαιρότητα του σήμερα.

Δ.Ο. Ragnarok

Φυσική ή κοινωνική καταστροφή; Ένα ανοιχτό γράμμα από τα αφεντικά σας σχετικά με τα πρόσφατα γεγονότα στην Ιαπωνία και άλλα συναφή.

Χιλιάδες επί χιλιάδων νεκροί ή αγνοούμενοι. Εκατομμύρια φυγάδες. Έως τώρα. Ολόκληρες πόλεις σβησμένες από τον χάρτη. Σαν η Ιαπωνία να μην χτυπήθηκε από σεισμό αλλά από πυρηνική βόμβα. Σχεδόν σαν να μην ήταν ένα τσουνάμι αλλά ένας πόλεμος η αιτία μετατροπής των σπιτιών σε ερείπια. Βέβαια, στην πραγματικότητα βλέπετε περί αυτού πρόκειται. Αλλά, σε πείσμα όσων πιστεύετε οι εχθροί που χτύπησαν τόσο ανηλεώς και εξακολουθούν να μας απειλούν δεν είναι η θάλασσα και ο ουρανός. Μολονότι, σας ποδηγετήσαμε να αντιλαμβάνεστε την φύση ως οντότητα, ως υπόσταση ικανή να μετέλθει εργαλεία αποζητώντας εκδίκηση, ήτοι ως εχθρική και αφιλόξενη ύπαρξη, αυτό δεν είναι παρά μία εκ των αναρίθμητων μηχανορραφιών μας. Ο εν λόγω διεξαγόμενος για αιώνες πόλεμος δεν είναι ένας πόλεμος μεταξύ της ανθρωπότητας και της φύσης.  Εμείς εφηύραμε την παραπάνω ιστορία ώστε να σας πειθαρχήσουμε. Απεναντίας, εμείς είμαστε ο εχθρός, εμείς είμαστε ο πόλεμος.

Η φύση όμως συνιστά ένα από τα πολλά πεδία μαχών. Προξενήσαμε πλημμύρες μετασχηματίζοντας το ατμοσφαιρικό κλίμα μέσω των βιομηχανικών μας δραστηριοτήτων. Καταστρέψαμε τις όχθες των ποταμών τσιμεντώνοντας τις κοίτες τους και αποψιλώνοντας τις ακτές τους. Κατασκευάσαμε πρόχειρες, ετοιμόρροπες γέφυρες με άθλια υλικά προκειμένου να υπονομεύσουμε τον ανταγωνισμό για την κατοχύρωση συμβολαίων. Εμείς ισοπεδώσαμε ολόκληρα χωριά και πόλεις επικοίζοντας επισφαλείς, σεισμογενείς περιοχές. Μολύναμε τον πλανήτη φυτεύοντας παντού πυρηνικά εργοστάσια. Μετατρέψαμε τους εαυτούς μας σε τσακάλια και γύπες επιδιώκοντας παντού και πάντοτε το κέρδος. Σκόπιμα απορρίψαμε την λήψη προληπτικών μέτρων αφού μέριμνα μας ανέκαθεν ήταν το άνοιγμα νέων εμπορικών κέντρων, μεγάλων λεωφόρων, υπόγειων γραμμών και αθλητικών σταδίων. Μα δεν θα τα είχαμε κατορθώσει αυτά χωρίς την πολύτιμη αρωγή σας. Εσείς ήσασταν αυτοί που επανειλημμένως επιτρέψατε την πραγματοποίηση όλων αυτών των σχεδίων, αναθέτοντας σε μας, όλες τις σχετικές με την ζωή σας αποφάσεις. Και σας ευχαριστούμε θερμά…

Ωστόσο, με την σειρά μας, κάναμε τα πάντα για εσάς. Ερημώσαμε τον κόσμο αφήνοντας σας να κινείστε ταχύτερα, να τρέφεστε ταχύτερα, να εργάζεστε ταχύτερα και να ζείτε ταχύτερα. Εξάλλου η ταχύτητα δεν συνιστά την κοινή μύχια επιθυμία όλων σήμερα; Πως τολμάτε λοιπόν να διαμαρτύρεστε παρατηρώντας πως συνάμα πεθαίνετε ταχύτερα; Συνεχίστε όμως απρόσκοπτα να παραπονιέστε. Δεν μας ενοχλεί όσο εξακολουθείτε να φυτοζωείτε παθητικά και υπάκουα.

Απλά συνειδητοποιείστε πως δεν υφίστανται ακραιφνείς ”φυσικές καταστροφές” την σήμερον ημέρα.  Όλες είναι κοινωνικές καταστροφές. Και μπορείτε πρόθυμα να τις αποδεχτείτε ως άμεσο τίμημα για την εξασφάλιση της ταχύτητας και της άνεσης σας. Αν δεν επιθυμείτε να είστε θύμα των διάχυτων δηλητηρίων και των πρόχειρων κατασκευών που διαλύονται σε απρόοπτους σεισμούς και ασυνήθιστες πλημμύρες, αν δεν θέλετε να πεθάνετε από άγνωστους ιούς τότε, οφείλετε να θέσετε ένα τέλος στην μόνιμη καθήλωση σας. Είστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσετε τον πόλεμο που σας έχουμε κηρύξει αντιδρώντας έναντι των πραγματικών σας αντιπάλων: του τρόπου ζωής, των αξιών, των έξεων, της κουλτούρας της παθητικής αδιαφορίας και της επιβεβλημένης υπακοής τις οποίες ποτέ δεν αμφισβητείτε ( και πόσο ευγνώμονες σας είμαστε γι αυτό), τουτέστιν της κοινωνίας και όλων των δομών της. Ευχόμαστε πάντως ότι θα επιμείνετε να μην δείχνετε την παραμικρή διάθεση να φανταστείτε εναλλακτικές προοπτικές ζωής ή πάλης ενάντια στην ισχύουσα πραγματικότητα, πως πρόθυμα θα εξακολουθείτε να πεθαίνετε από τον τρόπο ζωής που οργανώσαμε και επιβάλλαμε, αντί να απειλήσετε την εξουσία και τα συμφέροντα μας. Για το καλό της οικονομίας και της κοινωνικής ειρήνης ( η οποία δεσπόζει ως αποτέλεσμα της διαρκούς νίκης μας στον πόλεμο.) παρακαλούμε παραμείνετε υπάκουοι και σβήστε όσο ήσυχα ζήσατε μέχρι σήμερα.

—————————————

Σας ευχαριστούμε
Οι αφέντες σας.

 

The Cynical Utopian

Πηγή: vagabondtheorist
Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Walter Benjamin: “Αυτοκρατορικό Πανόραμα”

Αυτοκρατορικό Πανόραμα: Μια περιήγηση στον γερμανικό πληθωρισμό

1.Στα αποθέματα φρασεολογίας που απογυμνώνουν το αμάλγαμα της ηλιθιότητας και της δειλίας που συναπαρτίζουν τον τρόπο ζωής του γερμανού αστού, είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτη η φράση που αναφέρεται στην επερχόμενη καταστροφή — ότι “τα πράματα δεν πάνε άλλο”. Η ανήμπορη εμμονή σε ιδέες ασφάλειας και ιδιοκτησίας που αντλείται από περασμένες δεκαετίες αποτρέπει τον μέσο πολίτη απ’ το να αντιληφθεί τις μάλλον εντυπωσιακές σταθερές νέας κοπής που αποτελούν και το υπόστρωμα της σημερινής κατάστασης. Επειδή η σχετική σταθεροποίηση των προπολεμικών ετών τον εξυπηρέτησε, νιώθει την ανάγκη να βλέπει κάθε κατάσταση που απειλεί το βιός του ως ασταθή. Αλλά οι σταθερές συνθήκες δεν είναι με κανένα τρόπο αναγκασμένες να είναι ευχάριστες συνθήκες, και ακόμα και πριν απ’ τον πόλεμο υπήρχαν στρώματα για τα οποία οι σταθερές συνθήκες σήμαιναν σταθερή εξαθλίωση. Η παρακμή δεν είναι λιγότερο σταθερή, ούτε περισσότερο αναπάντεχη από την άνοδο.

Μόνο μια οπτική που παραδέχεται την πτώση ως μοναδική αιτία της τωρινής κατάστασης μπορεί να προχωρήσει πέρα από την εκνευριστική έκπληξη με αυτό που καθημερινά επαναλαμβάνεται και να αντιληφθεί τα φαινόμενα της παρακμής ως σταθερά, βλέποντας μόνο την σωτηρία ως εξαιρετική, ως κάτι που αγγίζει το θαυματουργό και το ακατανόητο. Οι άνθρωποι στις εθνικές κοινότητες της Κεντρικής Ευρώπης ζουν όπως οι κάτοικοι μιας περικυκλωμένης πόλης της οποίας οι προμήθειες και το μπαρούτι εξαντλούνται, και για τις οποίες η σωτηρία είναι, με βάση την ανθρώπινη λογική, μάλλον απίθανη — περίπτωση στην οποία η παράδοση, ίσως άνευ όρων, θα έπρεπε να τύχει της πιο σοβαρής εξέτασης ως λύση.

Αλλά η σιωπηρή, αόρατη δύναμη που η Κεντρική Ευρώπη νιώθει ότι έχει απέναντί της δεν διαπραγματεύεται. Τίποτε, συνεπώς, δεν απομένει παρά να κινήσουμε το βλέμμα, εν τη διαρκή αναμονή του τελικού ολέθρου, στην κατεύθυνση τίνος άλλου πράγματος, παρά του εκπληκτικού συμβάντος από το οποίο και μόνο εξαρτάται η σωτηρία πλέον. Αλλά αυτή η απαραίτητη κατάσταση εντατικής και αδιαμαρτύρητης προσοχής θα μπορούσε, επειδή βρισκόμαστε σε μυστηριώδη επαφή με τις δυνάμεις που μας πολιορκούν, να αποφέρει όντως ένα θαύμα. Αντιστρόφως, η υπόθεση ότι “τα πράματα δεν πάνε άλλο” θα βρει μια μέρα τον εαυτό της να αντιλαμβάνεται το γεγονός πως σε ό,τι αφορά την οδύνη των ατόμων και των κοινοτήτων υπάρχει μόνο ένα όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν να πάνε τα πράματα: η εξάλειψη.

2.Ένα παράξενο παράδοξο: οι άνθρωποι έχουν κατά νου μόνον το στενότερο προσωπικό τους συμφέρον όταν δρουν, κι όμως την ίδια στιγμή καθορίζονται περισσότερο από ποτέ σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά τους από τα ένστικτα της μάζας. Και τα μαζικά ένστικτα έχουν πέσει σε σύγχυση και έχουν αποξενωθεί από τη ζωή περισσότερο από ποτέ. Ενώ το θολό ένστικτο του ζώου (όπως μας αφηγούνται ατέλειωτες ιστορίες) εντοπίζει, καθώς το πλησιάζει ο κίνδυνος, έναν τρόπο διαφυγής που παραμένει ακόμα αόρατος, η κοινωνία τούτη, της οποίας τα μέλη νοιάζονται μόνο για την δική τους ατομική μίζερη καλοπέραση, πέφτει θύμα –με ζωώδη αναισθησία αλλά χωρίς την διαίσθηση του ζώου– ως τυφλή μάζα ακόμα και του προφανέστερου των κινδύνων. Και η ετερογένεια των ατομικών στόχων είναι ασήμαντη μπροστά στην ταυτότητα των καθοριστικών δυνάμεων.

Ξανά και ξανά αναδεικνύεται το γεγονός πως η προσκόλληση της κοινωνίας στην ζωή που της είναι οικεία αλλά την οποία έχει εδώ και καιρό απεμπολήσει ως δικαίωμα είναι τόσο άκαμπτη ώστε να εκμηδενίζει την αυθεντικά ανθρώπινη εφαρμογή του νου, της προνοητικότητας, ακόμα και όταν ο κίνδυνος είναι τεράστιος. Κι έτσι, στην κοινωνία αυτή, η εικόνα της ηλιθιότητας έχει φτάσει την τελειότητα: αβεβαιότητα, και ακόμα και διαστροφή των ζωτικών ενστίκτων· και ανημπόρια, και ακόμα και αποσύνθεση, του νου. Αυτή είναι η κατάσταση ολάκερης της γερμανικής αστικής τάξης.

3.Όλες οι στενές σχέσεις φωτίζονται από μια σχεδόν αβάσταχτη, διατρητική καθαρότητα απ’ την οποία μόλις και μετά βίας μπορούν να επιβιώσουν. Γιατί απ’ τη μία, το χρήμα στέκεται καταστροφικά στο κέντρο κάθε ζωτικού συμφέροντος, αλλά απ’ την άλλη, αυτό το ίδιο είναι το εμπόδιο πάνω στο οποίο συντρίβονται όλες σχεδόν οι σχέσεις. Έτσι, όλο και περισσότερο, στην φυσική αλλά και στην ηθική σφαίρα, η αστόχαστη εμπιστοσύνη, η ηρεμία και η υγεία εξαφανίζονται.

4.Δεν είναι χωρίς λόγο που συνηθίζεται να μιλάμε για “γυμνή” εξαθλίωση. Αυτό που είναι καταστροφικότερο στην επίδειξή της, μια πρακτική που ξεκινά κάτω από τις επιταγές τής αναγκαιότητας και που καθιστά ορατό μόνο το ένα χιλιοστό της στενοχώριας που κρύβει, δεν είναι η λύπηση του θεατή ούτε η εξίσου τρομερή του συναίσθηση για την δική του ατιμωρησία, αλλά η ντροπή του. Είναι αδύνατο να μείνεις σε μια μεγάλη γερμανική πόλη, όπου η πείνα αναγκάζει τους πιο εξαθλιωμένους να ζουν με τα χαρτονίσματα με τα οποία οι περαστικοί προσπαθούν να κρύψουν μια γύμνια που τους πληγώνει.

5.”Η φτώχεια δεν ατιμάζει κανένα”. Πολύ καλά. Όμως αυτοί που το λένε ατιμάζουν τους φτωχούς. Το κάνουν, και μετά τους παρηγορούν με το μικρό αυτό τσιτάτο. Είναι από τις φράσεις εκείνες που κάποτε μπορεί να ήταν αλήθεια, έχει όμως προ πολλού εκφυλιστεί. Δεν ισχύει κάτι διαφορετικό με την κτηνώδη φράση “αν δε δουλεύει ο άνθρωπος, δεν πρέπει και να τρώει.” Όταν υπήρχε δουλειά για να ταϊζει τον άνθρωπο, υπήρχε επίσης φτώχεια που δεν τον ατίμαζε, εφόσον ήταν το αποτέλεσμα δυσμορφίας ή κάποιας άλλης κακοτυχίας στη ζωή. Αλλά αυτή η στέρηση, μες στην οποία γεννιούνται εκατομμύρια και μέσα στην οποία σέρνονται από την φτωχοποίηση εκατοντάδες χιλιάδες, αυτή πράγματι φέρνει ατίμωση. Η βρώμα και η μιζέρια φυτρώνουν γύρω της σαν τους τοίχους, έργο αόρατων χειρών. Και όπως ένας άνθρωπος μπορεί να αντέξει πολλά μόνος του αλλά νιώθει δικαίως ντροπή όταν η γυναίκα του τον βλέπει να υποφέρει ή υποφέρει και η ίδια εξαιτίας του, έτσι μπορεί να αντέξει πολλά όσο είναι μόνος του, και τα πάντα όσο μπορεί να τα κρύψει.

Αλλά κανείς δεν μπορεί να συνάψει ειρήνη με τη φτώχεια όταν αυτή πέφτει σα γιγάντια σκιά πάνω στους συμπατριώτες του και στο σπίτι του. Τότε θα πρέπει να είναι ευαίσθητος σε κάθε ταπείνωση που προκαλείται σε βάρος του, και έτσι να πειθαρχήσει τον εαυτό του ώστε το μαρτύριό του να μην είναι πια ο κατηφορικός δρόμος της θλίψης αλλά το ανηφορικό μονοπάτι της εξέγερσης. Όμως δεν υπάρχει ελπίδα για αυτό όσο το πιο κατάμαυρο, το πιο φριχτό χτύπημα της μοίρας, που το συζητά ο Τύπος καθημερινά κι ακόμα και κάθε ώρα, εκθέτοντας το με όλες του τις απατηλές αιτίες και συνέπειες, δεν βοηθά κανέναν να ξεσκεπάσει τις σκοτεινές δυνάμεις που κρατούν τη ζωή του δέσμια.

6.Για τον ξένο που γνωρίζει επιφανειακά τον τρόπο της γερμανικής ζωής και που έχει ταξιδέψει σύντομα στα διάφορα μέρη της χώρας, οι κάτοικοί της μοιάζουν το ίδιο αλλόκοτοι όσο και και κάποια εξωτική φυλή. Ένας πνευματώδης Γάλλος είπε: “Ο Γερμανός σπάνια καταλαβαίνει τον εαυτό του. Αν φτάσει και τον καταλάβει, δεν θα το πει. Και αν το πει, δεν θα γίνει κατανοητός.” Αυτή η χωρίς παρηγοριά απόσταση αυξήθηκε με τον πόλεμο, όχι όμως απλώς μέσω των πραγματικών και θρυλικών αγριοτήτων που αναφέρεται ότι διέπραξαν οι Γερμανοί. Μάλλον, αυτό το οποίο ολοκληρώνει την απομόνωση της Γερμανίας στα μάτια των υπόλοιπων Ευρωπαίων –αυτό το οποίο πράγματι προκαλεί την στάση ότι, όταν έχεις να κάνεις με Γερμανούς, έχεις να κάνεις με μαύρους της Νότιας Αφρικής (όπως έχει τεθεί εύστοχα)– είναι η βία, ακατανόητη για όσους βρίσκονται απ’ έξω και εντελώς μη αντιληπτή σε όσους εγκλωβίζονται μέσα της, με την οποία οι συνθήκες, η βρώμα, και η ηλιθιότητα υποτάσσουν τους ανθρώπους εδώ εντελώς σε συλλογικές δυνάμεις, καθώς μόνο οι ζωές των αγρίων υποτάσσονται στους νόμους της φυλής. Η πιο ευρωπαϊκή απ’ όλες τις κατακτήσεις, αυτή η λίγο-πολύ ευδιάκριτη ειρωνεία με την οποία η ζωή του ατόμου επιβεβαιώνει το δικαίωμά της να πάρει το δρόμο της ανεξάρτητα από την κοινότητα μέσα στην οποία έτυχε να βρεθεί, έχει πλήρως εγκαταλείψει τους Γερμανούς.

7. Η ελευθερία στην συζήτηση έχει χαθεί. Αν παλιότερα ήταν δεδομένο σε μια συζήτηση να λάβεις υπόψη τα ενδιαφέροντα του συνομιλητή σου, τώρα η έγνοια αυτή υποκαθίσταται με ερωτήσεις για το πόσο κόστισαν τα παπούτσια του ή η ομπρέλλα του. Αυτό που εισβάλλει ακαταμάχητα σε κάθε φιλική συνομιλία είναι η θεματική των συνθηκών διαβίωσης, του χρήματος. Αυτό που αφορά αυτή η θεματική δεν είναι τόσο οι έγνοιες και οι λύπες των ατόμων, στις οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο, αλλά η συνολική εικόνα. Είναι σαν να ήταν κάποιος παγιδευμένος σ’ ένα θέατρο και να έπρεπε να παρακολουθήσει τα διαδραματιζόμενα στη σκηνή είτε το θέλει είτε όχι — σαν να ‘πρεπε να τα καταστήσει ξανά και ξανά, θέλοντας και μη, το θέμα στο οποίο επικεντρώνει τη σκέψη και την ομιλία του.

8. Όποιος δεν αρνείται απλώς να αντιληφθεί την παρακμή θα βιαστεί να βρει μια ιδιαίτερη νομιμοποίηση για την δική του εξακολουθητική παρουσία, την δραστηριότητά του, και την εμπλοκή του σ’ αυτό το χάος. Υπάρχουν τόσες εξαιρέσεις σε ό,τι αφορά την σφαίρα δραστηριοποίησης κάποιου, το μέρος όπου μένει, και την στιγμή του στο χρόνο όσες και ενοράσεις για την γενική αποτυχία. Παντού σχεδόν θριαμβεύει η τυφλή αποφασιστικότητα να διασώσουμε το κύρος της ατομικής μας ύπαρξης αντί, μέσα από μια αμερόληπτη περιφρόνηση για την σημασία της και τις εμπλοκές της, να την αποσπάσουμε τουλάχιστο από το συνολικό πλαίσιο της οικουμενικής αυταπάτης. Για αυτό κι ο αέρας έχει κορεστεί τόσο από θεωρίες περί της ζωής και κοσμοαντιλήψεις, για αυτό και σ’ αυτή τη χώρα εμφανίζονται τόσο αυτάρεσκες, αφού σχεδόν πάντοτε ο στόχος τους είναι να νομιμοποιήσουν κάποια εντελώς ασήμαντη ατομική κατάσταση. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο ο αέρας είναι γεμάτος φαντάσματα, οπτασίες ενός ένδοξου πολιτιστικού μέλλοντος που θα πέσει επάνω μας αναπάντεχα και στα κλεφτά, αφού όλοι αφοσιώνονται στις οπτικές ψευδαισθήσεις του απομονωμένου τους οπτικού σημείου.

9. Οι άνθρωποι που τσουβαλιάζονται σ’ αυτή τη χώρα δεν διακρίνουν πλέον το περίγραμμα της ανθρώπινης προσωπικότητας. Κάθε ελεύθερος άνθρωπος τους φαίνεται εκκεντρικός. Ας φανταστούμε τις κορυφές των Άλπεων να προβάλλουν όχι σε αντίθεση με τον ουρανό αλλά σε αντίθεση με τις δίπλες κάποιου σκούρου υφάσματος. Αυτές οι επιβλητικές μορφές θα διακρινόντουσαν μόνο θολά. Με τον τρόπο αυτό, μια βαριά κουρτίνα κρύβει τον ουρανό της Γερμανίας, και δεν διακρίνουμε πια το προφίλ ούτε των μεγαλύτερων ανδρών.

10. Η θέρμη εγκαταλείπει τα πράγματα. Τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης μας απωθούν, τρυφερά μα επίμονα. Μέρα με τη μέρα, στην προσπάθειά μας να ξεπεράσουμε τις μυστικές αντιστάσεις –και όχι μόνο τις φανερές– που βάζουν στο διάβα μας, αντιμετωπίζουμε ένα γιγάντιο έργο. Πρέπει να αποζημιώσουμε την ψυχρότητά τους με την δική μας θερμότητα αν δεν θέλουμε να τα αφήσουμε να μας ξεπαγιάσουν, και να χειριστούμε τις αγκαθωτές τους μορφές με ατέρμονη δεξιότητα αν δεν θέλουμε να μας αιμορραγήσουν μέχρι θανάτου. Από τους συνανθρώπους μας δεν μπορούμε να περιμένουμε στήριξη. Αλλά οι διευθυντές, οι αξιωματούχοι, οι εργαζόμενοι, οι πωλητές — όλοι τους νιώθουν πως είναι οι εκπρόσωποι ενός αντιστεκόμενου υλικού κόσμου, του οποίου την απειλητικότητα μπαίνουν στον κόπο να την αποδείξουν με την κατήφειά τους. Και η ίδια η φύση συνομωτεί με την αποφυσικοποίηση των πραγμάτων, μια αποφυσικοποίηση με την οποία, μιμούμενα την ανθρώπινη αποσύνθεση, τα πράγματα τιμωρούν την ανθρωπότητα. Μας τρώει όπως μας τρώνε τα πράγματα, και η γερμανική άνοιξη, που δεν έρχεται ποτέ, είναι μόνο ένα από τα αμέτρητα φαινόμενα της σήψης της γερμανικής φύσης. Ζούμε σαν το βάρος της στήλης αέρα που υποστηρίζει ο καθένας μας να έχει γίνει στις περιοχές μας αισθητό, αιφνίδια, και κόντρα σε κάθε φυσικό νόμο.

11. Κάθε ανθρώπινη κίνηση, είτε πηγάζει από διανοητικό είτε ακόμα από φυσικό ένστικτο, εμποδίζεται στην εκδίπλωσή της από την ατέρμονη αντίσταση του εξωτερικού κόσμου. Η έλλειψη κατοικιών και το αυξανόμενο κόστος του ταξιδιού βρίσκονται καθ’ οδόν να εξαλείψουν το βασικό σύμβολο της ευρωπαϊκής ελευθερίας, η οποία υπήρχε σε ορισμένες μορφές ακόμα και στο Μεσαίωνα. Την ελευθερία επιλογής κατοικίας. Και αν ο μεσαιωνικός εξαναγκασμός έδενε τους ανθρώπους με τις φυσικές διασυνδέσεις, τώρα οι άνθρωποι δένονται μαζί σε μια αφύσικη κοινότητα. Λίγα πράγματα θα βοηθήσουν στην προώθηση της απειλητικής ανόδου της λατρείας της αλητείας όσο ο στραγγαλισμός της ελευθερίας κατοικίας. Και ποτέ πριν δεν ήταν μεγαλύτερη η ασυμμετρία ανάμεσα στην ελευθερία της κίνησης και την αφθονία μέσων ταξιδίου.

12. Όπως όλα τα πράγματα, μέσα από μια ανεπίστρεπτη διαδικασία μίξης και αλληλεπίδρασης, χάνουν τον εγγενή τους χαρακτήρα ενώ η αμφισημία εκτοπίζει την αυθεντικότητα, έτσι συμβαίνει και με την πόλη. Οι μεγάλες πόλεις –των οποίων η ασύγκριτη ισχύς συντήρησης και επιβεβαίωσης περικλείει όσους εργάζονται εντός τους με μια εσωτερική ανακωχή και σηκώνει μέσα τους, στη θέα του ορίζοντα, την επίγνωση της παρουσίας των ακοίμητων δυνάμεων των στοιχείων– εμφανίζονται να κατακερματίζονται παντού από την εισβάλλουσα ύπαιθρο. Όχι από το τοπίο της υπαίθρου, αλλά απ’ αυτό που είναι ό,τι πικρότερο στην ανεμπόδιστη φύση: την οργωμένη γη, τους αυτοκινητοδρόμους, τον νυχτερινό ουρανό που δεν τον κρύβει πια το πέπλο του παλλόμενου κόκκινου. Η ανασφάλεια ακόμα και των πολυάσχολων περιοχών της πόλης βάζει τον κάτοικό της στην δυσδιάκριτη και αληθινά φριχτή κατάσταση στην οποία είναι αναγκασμένος να εγκολπώσει, εκτός από τα απομονωμένα τερατουργήματα της ανοιχτής υπαίθρου, τα εκτρώματα της αστικής αρχιτεκτονικής.

13. Η ευγενής αδιαφορία για τις σφαίρες του πλούτου και της ένδειας έχει μάλλον εγκαταλείψει τα βιομηχανικά προϊόντα. Το κάθε τι σφραγίζει τον ιδιοκτήτη του, αφήνοντάς του μόνο την επιλογή να εμφανιστεί ως φτωχοδιάβολος ή μεγαλοαπατεώνας. Γιατί αν και η αληθινή πολυτέλεια μπορεί να εμποτιστεί από το πνεύμα και την ανθρώπινη συντροφικότητα κι έτσι να ξεχαστεί, τα εμπορεύματα πολυτελείας που κορδώνονται πια μπροστά μας παρελαύνουν με τέτοια εκθρασυμένη απτότητα που όλα τα όπλα του νου συντρίβονται ανήμπορα στην επιφάνειά τους.

14. Τα πιο πρώιμα έθιμα των λαών μοιάζουν να μας στέλνουν μια προειδοποίηση πως, δεχόμενοι αυτό που παίρνουμε τόσο άφθονα από τη φύση, πρέπει να φυλαχτούμε από μια χειρονομία απληστίας. Γιατί είμαστε ανίκανοι να δώσουμε στη Μητέρα Γη οποιοδήποτε δικό μας δώρο. Είναι λοιπόν πρέπον να δείχνουμε σεβασμό όταν παίρνουμε, επιστρέφοντας ένα μέρος όσων παίρνουμε πριν βάλουμε το χέρι μας στο δικό μας μερίδιο. Αυτός ο σεβασμός εκφράζεται με το αρχαίο έθιμο της σπονδής. Πράγματι, είναι ίσως τούτη η πανάρχαια πρακτική που έχει επιβιώσει, μεταμορφωμένη, στην απαγόρευση της συλλογής ξεχασμένων καλαμποκιών ή σταφυλιών που έχουν πέσει στη γη, που αφήνονται να επιστρέψουν στη γη ή στους προγονικούς αποστολείς της ευλογίας. Ένα αθηναϊκό έθιμο απαγόρευε την συλλογή των ψίχουλων απ’ το τραπέζι, αφού αυτά ανήκαν στους νεκρούς ήρωες. Αν η κοινωνία έχει αλλοιώσει τόσο τη φύση της μέσα από την αναγκαιότητα και την απληστία που να μπορεί πια να λάβει τα δώρα της φύσης με τέτοια αρπαχτικότητα, ώστε να αρπάζει τους καρπούς άγουρους απ’ τα δέντρα για να τους πουλήσει με το περισσότερο κέρδος, κι ώστε να αδειάζει κάθε πιάτο με την αποφασιστικότητα να χορτάσει, τότε το χώμα θα γίνει φτωχό και η γη θα δίνει κακή σοδειά.

Μονόδρομος, 1923-1926, πρώτη δημοσίευση 1928

Μετάφραση: Lenin Reloaded

Πηγή: theshadesmag

Shoshana Zuboff: Τι είναι ο Καπιταλισμός της Επιτήρησης;

Απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου The Age of Surveillance Capitalism: The Fight for a Human Future at the New Frontier of Power (PublicAffairs, 2019). Η Shoshana Zuboff είναι ακαδημαϊκός και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Ο καπιταλισμός της επιτήρησης διεκδικεί για λογαριασμό του την ανθρώπινη εμπειρία ως μια ελεύθερη πρώτη ύλη προς μετατροπή σε συμπεριφορικά δεδομένα. Αν και κάποια από αυτά τα δεδομένα χρησιμοποιούνται για την βελτίωση προϊόντων ή υπηρεσιών, τα υπόλοιπα χαρακτηρίζονται ως ιδιοταγές συμπεριφορικό πλεόνασμα, που τροφοδοτείται σε μια προηγμένη μεταποιητική διαδικασία γνωστή ως «νοημοσύνη της μηχανής», και μετατρέπεται σε προϊόντα πρόβλεψης που προβλέπουν τι θα κάνεις τώρα, σε λίγο ή αργότερα. Τέλος αυτά τα προϊόντα πρόβλεψης ανταλλάσσονται σε ένα νέο είδος αγοράς για συμπεριφορικά προϊόντα που ονομάζω συμπεριφορικές προθεσμιακές (futures) αγορές. Οι καπιταλιστές της επιτήρησης έχουν γίνει τρομερά πλούσιοι μέσω αυτών των δραστηριοτήτων, γιατί πολλές εταιρίες είναι πρόθυμες να στοιχηματίσουν στην μελλοντική μας συμπεριφορά.   

Όπως μπορούμε να δούμε, η ανταγωνιστική δυναμική αυτών των νέων αγορών οδηγούν τους καπιταλιστές της επιτήρησης να αποκτήσουν ακόμη πιο προγνωστικές πηγές συμπεριφορικού πλεονάσματος: τις φωνές μας, τις προσωπικότητες, και τα συναισθήματα. Στο τέλος, οι καπιταλιστές της επιτήρησης ανακάλυψαν πως τα πιο προγνωστικά συμπεριφορικά δεδομένα προέρχονται από την παρέμβαση στη κατάσταση των πραγμάτων ώστε να σπρώξουν, να στρέψουν, να συντονίσουν και να οδηγήσουν τη συμπεριφορά προς επικερδή αποτελέσματα. Ανταγωνιστικές πιέσεις παρήγαγαν αυτή την αλλαγή, στην οποία αυτοματοποιημένες μηχανικές διαδικασίες όχι μόνο ξέρουν τη συμπεριφορά μας αλλά επίσης διαμορφώνουν τη συμπεριφορά μας σε μαζική κλίμακα. Με τον αναπροσανατολισμό αυτό από την γνώση προς την δύναμη, δεν είναι αρκεί πλέον η αυτοματοποίηση ροών πληροφοριών για εμάς· ο στόχος πλέον είναι να αυτοματοποιήσουν εμάς. Σε αυτή τη φάση της εξέλιξης του καπιταλισμού της επιτήρησης, τα μέσα της παραγωγής είναι υποταγμένα σε όλο και πιο περίπλοκα και συνολικά «μέσα συμπεριφορικής τροποποίησης». Με το τρόπο αυτό, ο καπιταλισμός της επιτήρησης γεννά ένα νέο είδος εξουσίας που ονομάζω εργαλειακή (instrumentarianism). Η εργαλειακή εξουσία γνωρίζει και διαμορφώνει την ανθρώπινη συμπεριφορά προς το σκοπό τρίτων. Αντί για εξοπλισμούς και στρατούς, ασκεί την θέληση της μέσα από το αυτοματοποιημένο μέσο μιας όλο και ευρύτερης υπολογιστικής αρχιτεκτονικής «έξυπνων» δικτυωμένων συσκευών, πραγμάτων και χώρων.

Θα δούμε την ανάπτυξη και την διάδοση αυτών των δραστηριοτήτων και της εργαλειακής εξουσίας που τα συντηρεί. Πράγματι, έχει γίνει δύσκολο να ξεφύγεις από αυτό το μεγαλεπήβολο σχέδιο αγοράς, τα πλοκάμια της οποίας εκτείνονται από την ήπια καθοδήγηση του κοπαδιού των αθώων παιχτών του Pokémon Go να φάνε, να πιούν, και να αγοράσουν στα εστιατόρια, τα μπαρ και τα φαστφουντάδικα, και καταστήματα που πληρώνουν για να παίξουν στις συμπεριφορικές προθεσμιακές αγορές ως την ανελέητη εκμετάλλευση του πλεονάσματος από τα προφίλ στο Facebook για το σκοπό της διαμόρφωσης ατομικής συμπεριφοράς, είτε είναι η αγορά αλοιφής για σπυράκια στις 17:45 την Παρασκευή, στο πάτημα «ναι» σε μια προσφορά για νέα παπούτσια τρεξίματος καθώς οι ενδορφίνες ορμούν στο εγκέφαλό σας μετά το μακρύ κυριακάτικο πρωϊνό τρέξιμο, ή τι να ψηφίσετε την επόμενη Κυριακή. Όπως ακριβώς ο βιομηχανικός καπιταλισμός σπρώχνονταν προς την συνεχή εντατικοποίηση των μέσων παραγωγής, έτσι και οι καπιταλιστές της επιτήρησης και οι παίκτες τους στην αγορά είναι εγκλωβισμένοι στη συνεχή εντατικοποίηση των μέσων συμπεριφορικής τροποποίησης και την συγκέντρωση της δύναμης της εξουσίας της εργαλειακής εξουσίας.

Ο καπιταλισμός της επιτήρησης είναι αντίθετος από το πρώιμο ψηφιακό όνειρο, εξορίζοντας το Ενσυνείδητο Σπίτι στην αρχαία ιστορία. Αντίθετα, καταστρέφει την ψευδαίσθηση πως η δικτυωμένη μορφή φέρει κάποιου είδους εγγενούς ηθικού περιεχομένου, το πως να είσαι «συνδεδεμένος» είναι με κάποιος τρόπο από φυσικού του φιλοκοινωνικό, εγγενώς περιεκτικό, ή πως έχει φυσική τάση προς τον εκδημοκρατισμό της γνώσης. Η ψηφιακή σύνδεση είναι πλέον το μέσο προς τον εμπορικό στόχο τρίτων. Στο πυρήνα του, ο καπιταλισμός της επιτήρησης είναι παρασιτικός και αυτοαναφορικός. Ανασταίνει την παλιά απεικόνιση του καπιταλισμού από τον Karl Marx ως βρυκόλακα που τρέφεται από την εργασία, αλλά με μια απροσδόκητη αλλαγή. Ο καπιταλισμός της επιτήρησης αντί με εργασία, τρέφεται από κάθε πτυχή της ανθρώπινης εμπειρίας.

Η Google επινόησε και τελειοποίησε τον καπιταλισμό της επιτήρησης σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που η General Motors εκατό χρόνια πριν επινόησε και τελειοποίησε τον διευθυντικό καπιταλισμό. Η Google ήταν ο πρωτοπόρος του καπιταλισμού της επιτήρησης στη θεωρία και στη πράξη, τη μεγάλη επένδυση για έρευνα και ανάπτυξη, και η πρωτοπορία στον πειραματισμό και την εφαρμογή, αλλά πλέον δεν είναι ο μοναδικός παίχτης σε αυτό το γήπεδο. Ο καπιταλισμός της επιτήρησης γρήγορα επεκτάθηκε στο Facebook και αργότερα στη Microsoft. Στοιχεία δείχνουν πως η Amazon έχει στραφεί σε αυτή τη κατεύθυνση και αποτελεί μόνιμη πρόκληση για την Apple, τόσο ως εξωτερική απειλή και ως πηγή εσωτερικού διαλόγου και σύγκρουσης.

Ως πρωτοπόρος του καπιταλισμού της επιτήρησης, η Google εγκαινίασε μια δίχως προηγούμενο επιχείρηση αγοράς στους αχαρτογράφητους χώρους του ίντερνετ, όπου  αντιμετώπισε ελάχιστα εμπόδια από το νόμο ή ανταγωνιστές, όπως ένα χωροκατακτητικό είδος σε ένα περιβάλλον ελεύθερο από φυσικούς θηρευτές. Οι ηγέτες της έσπρωξαν την συστημική συνέχεια της επιχείρησης τους με ένα καταιγιστικό ρυθμό που ούτε οι δημόσιοι θεσμοί ούτε άτομα μπορούσαν να ακολουθήσουν. Η Google επίσης ευνοήθηκε από ιστορικά γεγονότα όταν ένας μηχανισμός εθνικής ασφάλειας κινητοποιημένος από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου είχε την τάση να φροντίζει, να μιμείται, να προστατεύει, και να οικειοποιείται τις αναδυόμενες ικανότητες του καπιταλισμού της επιτήρησης για χάρη της απόλυτης γνώσης και την υπόσχεση του για βεβαιότητα.

Οι καπιταλιστές της επιτήρησης σύντομα συνειδητοποίησαν πως μπορούσαν να κάνουν οτιδήποτε ήθελαν, και το έκαναν. Μεταμφιέστηκαν με τα ρούχα του υπερασπιστή και της χειραφέτησης, επικαλούμενοι και εκμεταλλευόμενοι τις σύγχρονες αγωνίες, με την αληθινή δράση να είναι κρυμμένη μακριά από το προσκήνιο. Ο χιτώνας αορατότητας τους ήταν υφασμένος με ίσα μέρη από την χειραφετική γλώσσα του διαδικτύου, την ικανότητα για γρήγορη κίνηση, την βεβαιότητα τεράστιων ροών εισοδήματος, και την άγρια, ανυπεράσπιστη φύση της περιοχής που θα κατακτούσαν και θα αξίωναν. Ήταν προστατευμένοι από την εγγενή ασάφεια των αυτοματοποιημένων διαδικασιών που εξουσιάζουν, την άγνοια που δημιουργούν αυτές οι διαδικασίες, και η αίσθηση της βεβαιότητας που δημιουργούν.

Ο καπιταλισμός της επιτήρησης δεν περιορίζεται πλέον μόνο στα δράματα του ανταγωνισμού των μεγάλων εταιριών του διαδικτύου, όπου οι προθεσμιακές συμπεριφορικές αγορές αρχικά στόχευαν στην διαδικτυακή διαφήμιση. Οι μηχανισμοί και τα οικονομικά κίνητρα του έχουν γίνει το τυπικό μοντέλο για τις περισσότερες εταιρίες που βασίζονται στο διαδίκτυο. Τελικά, η πίεση του ανταγωνισμού έσπρωξαν την επέκταση στον φυσικό κόσμο, όπου οι ίδιοι θεμελιώδεις μηχανισμοί που οικειοποιούνται τον διαδικτυακή μας περιήγηση, τα like και τα click εκπαιδεύονται κατά τη διάρκεια του τρεξίματος στο πάρκο, στη συζήτηση στο πρωινό, ή στο κυνήγι για χώρο στάθμευσης. Σήμερα τα προϊόντα πρόγνωσης ανταλλάσσονται σε συμπεριφορικές προθεσμιακές αγορές που εκτείνονται πέρα από τις στοχευμένες διαδικτυακές διαφημίσεις σε πολλούς  άλλους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλίσεων, του εμπορίου, των οικονομικών, και μια όλο και ευρύτερη γκάμα από εταιρίες αγαθών και υπηρεσιών αποφασισμένων να συμμετάσχουν σε αυτές τις νέες και κερδοφόρες αγορές. Είτε πρόκειται για μια «έξυπνη» οικιακή συσκευή, αυτό που οι ασφαλιστικές εταιρίες αποκαλούν «συμπεριφορική ασφάλιση», ή κάποια από χιλιάδες άλλες συναλλαγές, τώρα πληρώνουμε για την ίδια μας την υποδούλωση.

Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες του καπιταλισμού της επιτήρησης δεν είναι αντικείμενα μιας ανταλλαγής αξίας. Δεν δημιουργούν δημιουργικές ανταλλαγές παραγωγού-καταναλωτή. Αντίθετα, είναι τα «δολώματα» που προσελκύουν τους χρήστες στις αποσπαστικές τους δραστηριότητες στην οποία οι προσωπικές μας εμπειρίες συγκεντρώνονται και συσκευάζονται ως τα μέσα για σκοπούς τρίτων. Δεν είμαστε οι «πελάτες» του καπιταλισμού της επιτήρησης. Αν και το ρητό μας λέει «Αν είναι τζάμπα, τότε το προϊόν είσαι εσύ», είναι και αυτό λάθος. Είμαστε οι πηγές του κρίσιμου πλεονάσματος του καπιταλισμού της επιτήρησης: τα αντικείμενα μιας τεχνολογικά προηγμένης και όλο και περισσότερο αναπόφευκτη δραστηριότητα απόσπασης πρώτης ύλης. Οι πραγματικοί πελάτες του καπιταλισμού της επιτήρησης είναι οι εταιρίες που συναλλάσσονται στις αγορές του για μελλοντικές συμπεριφορές.

Αυτή η λογική μετατρέπει την συνηθισμένη ζωή σε μια καθημερινή ανανέωση μιας φαουστικής συμφωνίας του 21ου αιώνα. «Φαουστική» επειδή είναι σχεδόν αδύνατο να απομακρύνουμε τους εαυτούς μας, παρά το γεγονός πως αυτό που θα πρέπει να δώσουμε σε αντάλλαγμα θα καταστρέψει τη ζωή όπως την ξέρουμε. Σκεφτείτε πως το ίντερνετ έχει γίνει απαραίτητη για την κοινωνική συμμετοχή, που πλέον η αγορά έχει κορεστεί με εμπορεύματα, και αυτό το εμπόρευμα είναι πλέον υποταγμένο στον καπιταλισμό της επιτήρησης. Η εξάρτηση μας είναι στην καρδιά του σχεδίου του καπιταλισμού της επιτήρησης, στο οποίο οι ουσιαστικές μας ανάγκες για αποτελεσματική ζωή ανταγωνίζονται εναντίον της τάσης για αντίσταση για τις όλο θράσος εισβολές του. Αυτή η σύγκρουση παράγει ένα ψυχικό μούδιασμα που μας εξοικειώνει με την πραγματικότητα του να παρακολουθείσαι, να αναλύεσαι, να είσαι υπό εκμετάλλευση, να τροποποιείσαι. Μας προδιαθέτει στο να εκλογικεύσουμε την κατάσταση με παραιτημένο κυνισμό, δημιουργεί δικαιολογίες που λειτουργούν σαν μηχανισμοί άμυνας («Δεν έχω τίποτα να κρύψω»), ή να βρούμε άλλους τρόπους για να χώσουμε τα κεφάλια μας στην άμμο, επιλέγοντας την άγνοια λόγω αγανάκτησης και αδυναμίας. Με το τρόπο αυτό, ο καπιταλισμός της επιτήρησης επιβάλει μια ουσιαστικά αισχρή επιλογή που οι άνθρωποι του 21ου αιώνα δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να κάνουν, και η κανονικοποίηση του μας αφήνει να τραγουδάμε αλυσοδεμένοι.

Ο καπιταλισμός της επιτήρησης δραστηριοποιείται μέσα από, δίχως προηγούμενο, ασυμμετρίες  στη γνώση και τη δύναμη που παράγει γνώση. Οι καπιταλιστές της επιτήρησης γνωρίζουν τα πάντα για εμάς, ενώ οι δραστηριότητες τους είναι σχεδιασμένες για να είναι άγνωστες σε εμάς. Συσσωρεύουν τεράστιες εκτάσεις νέας γνώσης από εμάς, αλλά όχι για εμάς. Προβλέπουν τις μελλοντικές μας πράξεις για το κέρδος άλλων, όχι το δικό μας. όσο ο καπιταλισμός της επιτήρησης και οι προθεσμιακές συμπεριφορικές αγορές του επιτρέπεται να ακμάζουν, η ιδιοκτησία των νέων μέσων συμπεριφορικής τροποποίησης επισκιάζει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ως τη πηγή του καπιταλιστικού πλούτου και εξουσίας στον 21ο αιώνα.

Αυτά τα γεγονότα και οι συνέπειες τους για τις προσωπικές μας ζωές, τις κοινωνίες μας, τις δημοκρατίες μας, και τον αναδυόμενο πληροφοριακό πολιτισμό μας εξετάζονται λεπτομερώς αλλού. Τα στοιχεία και η επιχειρηματολογία που χρησιμοποιούνται εδώ δείχνουν πως ο καπιταλισμός της επιτήρησης είναι μια ανεξέλεγκτη δύναμη που κινητοποιείται από πρωτόγνωρες οικονομικές επιταγές που αδιαφορούν για τους κοινωνικούς κανόνες και εξουδετερώνουν τα στοιχειώδη δικαιώματα που συσχετίζονται με την προσωπική αυτονομία που είναι ουσιώδη για την ίδια την πιθανότητα μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Όπως ακριβώς ο βιομηχανικός πολιτισμός άκμασε εις βάρος της φύσης και τώρα απειλεί να μας κοστίσει τη γη, ένας πληροφοριακός πολιτισμός διαμορφωμένος από τον καπιταλισμό της επιτήρησης και την καινούρια του εργαλειακή εξουσία θα ανθίσει σε βάρος της ανθρώπινης φύσης και θα απειλήσει να μας κοστίσει την ανθρωπιά μας. η βιομηχανική κληρονομιά του κλιματικού χάους μας γεμίζει με απόγνωση, τύψεις, και φόβο. Καθώς ο καπιταλισμός της επιτήρησης γίνεται η κυρίαρχη μορφή του καπιταλισμού της πληροφορίας στο καιρό μας, ποια νέα κληρονομιά καταστροφής και τύψεων θα θρηνούν οι μελλοντικές γενιές; Μέχρι να διαβάσετε αυτές τις λέξεις, το εύρος αυτής της νέας μορφής θα έχει μεγαλώσει καθώς περισσότεροι τομείς, εταιρίες, startups, δημιουργοί εφαρμογών, και επενδυτές συγκεντρώνονται γύρω από αυτή τη μοναδική πιθανή εκδοχή του καπιταλισμού της πληροφορίας. Αυτή η κινητοποίηση και η αντίσταση γεννά θα καθορίσουν ένα σημαντικό πεδίο αντιπαράθεσης πάνω στο οποίο η πιθανότητα για ένα ανθρώπινο μέλλον στο νέο όριο της εξουσίας δοκιμαστεί.

Πηγή:geniusloci

Εμίλ Αρμάν: Μίνι εγχειρίδιο του Ατομικιστικού Αναρχισμού

I

Το να είσαι αναρχικός σημαίνει να αρνείσαι την εξουσία και να απορρίπτεις την οικονομική απόρροιά της: την εκμετάλλευση — και αυτήν σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο αναρχικός επιθυμεί να ζήσει χωρίς θεούς ή αφέντες· χωρίς πάτρονες ή διευθυντές· ά-νομα, χωρίς νόμους και προκαταλήψεις· ανήθικα, χωρίς υποχρεώσεις και συλλογικά ήθη. Θέλει να ζει ελεύθερα, να ζει τη δικιά του συγκεκριμένη αντίληψη της ζωής. Στο βάθος της καρδιάς του, είναι πάντοτε αντικοινωνικός, ένας ατίθασος, ένας παρείσακτος, περιθωριακός, η εξαίρεση, ένας απροσάρμοστος. Και μολονότι μπορεί να είναι υποχρεωμένος να ζει σε μια κοινωνία η σύνθεση της οποίας είναι αποκρουστική για το ταπεραμέντο του, είναι σαν να έχει κατασκηνώσει σε ξένη χώρα. Αν κάνει στο περιβάλλον του αναπόφευκτες παραχωρήσεις — πάντοτε με την πρόθεση να τις πάρει πίσω — προκειμένου να αποφύγει να ρισκάρει ή να θυσιάσει τη ζωή του βλακωδώς ή άσκοπα, είναι επειδή τις βλέπει ως όπλα για την άμυνά του στον αγώνα για την ύπαρξη. Ο αναρχικός εύχεται να ζήσει τη ζωή του, όσο πληρέστερα γίνεται, ηθικά, διανοητικά, οικονομικά, χωρίς να νοιάζεται για τον υπόλοιπο κόσμο, τους εκμεταλλευτές ή τους εκμεταλλευόμενους· χωρίς να θέλει να κυριαρχήσει ή να εκμεταλλευτεί άλλους, αλλά έτοιμος να απαντήσει με όλα τα μέσα εναντίον οποιουδήποτε θελήσει να παρέμβει στη ζωή του ή να τον αποτρέψει απ’ το να εκφράσει τη σκέψη του γραπτώς ή προφορικώς.

Ο αναρχικός έχει για εχθρό του το Κράτος και όλους τους θεσμούς που τείνουν να διατηρούν ή να διαιωνίζουν τον ασφυκτικό κλοιό τους γύρω από το άτομο. Δεν υπάρχει πιθανότητα συμφιλίωσης μεταξύ του αναρχικού και οποιασδήποτε μορφής κοινωνίας βασισμένης στην εξουσία, είτε αυτή εκπορεύεται από ένα δικτάτορα, από μια αριστοκρατία ή από μια δημοκρατία. Κανένα κοινό έδαφος μεταξύ του αναρχικού και οποιουδήποτε περιβάλλοντος κυβερνιέται απ’ τις αποφάσεις της πλειοψηφίας ή τις επιθυμίες μιας ελίτ. Ο αναρχικός πολεμάει για τον ίδιο λόγο την Κρατικά παρεχόμενη εκπαίδευση και αυτήν που μοιράζεται από την Εκκλησία. Είναι ο αντίπαλος των μονοπωλίων και των προνομίων, είτε αυτά είναι διανοητικής, ηθικής ή οικονομικής τάξεως. Με μια λέξη, είναι ο ασυμβίβαστος ανταγωνιστής κάθε πολιτεύματος, κάθε κοινωνικού συστήματος, κάθε κατάστασης πραγμάτων που συνεπάγεται την κυριαρχία του ανθρώπου ή του περιβάλλοντος πάνω στο άτομο και την εκμετάλλευση του ατόμου από ένα άλλο ή από την ομάδα.

Το έργο του αναρχικού είναι πάνω απ’ όλα ένα έργο κριτικής. Ο αναρχικός προχωρεί, σπέρνοντας την εξέγερση ενάντια σε ό,τι καταπιέζει, εμποδίζει, αντιτίθεται στην ελεύθερη ανάπτυξη της ατομικής ύπαρξηςΕίναι της άποψης πρωτίστως να απαλλάξει το μυαλό από προκατειλημμένες ιδέες, να απελευθερώσει ταπεραμέντα που έχουν αλυσοδεθεί από το φόβο, να προκαλέσει νοοτροπίες να απελευθερωθούν απ’ την κοινή γνώμη και τις κοινωνικές συμβάσεις· γι’ αυτό ο αναρχικός θα ωθήσει όλους τους ελθόντες να πορευτούν μαζί του για να επαναστατήσουν πρακτικά εναντίον της νομοτέλειας του κοινωνικού περιβάλλοντος, να επιβεβαιωθούν ατομικά, να λαξεύσουν το εσώτερό τους άγαλμα, να καταστήσουν τον εαυτό τους, όσο το δυνατόν περισσότερο, ανεξάρτητο απ’ το ηθικό, πνευματικό και οικονομικό περιβάλλον. Θα παροτρύνει τον αδαή να διδάξει τον εαυτό του, τον απαθή να αντιδράσειτον αδύναμο να γίνει δυνατόςτον καμπουριασμένο να ορθώσει το ανάστημά του. Θα ωθήσει τους πτωχά προικισμένους και λιγότερο ικανούς να βγάλουν απ’ τον εαυτό τους όλους τους δυνατούς πόρους και να μην στηρίζονται σε άλλους.

Άβυσσος χωρίζει τον αναρχισμό απ’ το σοσιαλισμό σε αυτές τις διαφορετικές εκτιμήσεις, συμπεριλαμβανομένου του συνδικαλισμού.

Ο αναρχικός τοποθετεί στη βάση όλων των αντιλήψεων της ζωής του: την ατομική πράξη. Και αυτός είναι ο λόγος που πρόθυμα αποκαλεί τον εαυτό του αναρχικόατομικιστική.

Δεν πιστεύει ότι όλα τα δεινά απ’ τα οποία υποφέρουν οι άνθρωποι προέρχονται αποκλειστικά απ’ τον καπιταλισμό ή την ατομική ιδιοκτησία. Πιστεύει ότι οφείλονται κυρίως στην προβληματική νοοτροπία των ανθρώπων, λαμβανομένου ως μπλοκ. Υπάρχουν αφεντικά επειδή υπάρχουν δούλοι και οι θεοί συντηρούνται επειδή κάποιοι πιστοί γονατίζουνΟ ατομικιστικής αναρχικός χάνει το ενδιαφέρον του σε μια βίαιη επανάσταση που έχει ως στόχο το μετασχηματισμό του τρόπου κατανομής των προϊόντων με την κολεκτιβιστική ή κομμουνιστική έννοιαη οποία μόλις και μετά βίας θα επέφερε μια αλλαγή στη γενική νοοτροπία και η οποία δεν θα προκαλούσε καθόλου τη χειραφέτηση της ατομικής ύπαρξης. Σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς στο οποίο κάποιος θα ήταν τόσο εξαρτημένος όσο σήμερα στην καλή θέληση του περιβάλλοντος: θα έβρισκε τον εαυτό του τόσο φτωχό, τόσο δυστυχισμένο όσο τώρα· αντί να είναι κάτω απ’ την εποπτεία της σημερινής μικρής καπιταλιστικής μειοψηφίας, θα κυριαρχούνταν από το οικονομικό σύνολο. Τίποτα δεν θα ανήκε σωστά σ’ αυτόνΘα ήταν παραγωγός, καταναλωτής, βάλε λίγο ή πάρε κάτι απ’ το σωρό, αλλά ποτέ δεν θα ήταν αυτόνομος.

II

O ατομικιστής-αναρχικός διαφοροποιείται απ’ τον αναρχικό-κομμουνιστή κατά την έννοια ότι θεωρεί (εκτός απ’ την ιδιοκτησία σε ορισμένα αντικείμενα απόλαυσης που έχουν να κάνουν με την προσωπικότητα) την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και της ελεύθερης διάθεσης του προϊόντος ως τη βασική εγγύηση για την αυτονομία του ατόμου. Εξυπακούεται ότι η ιδιοκτησία περιορίζεται στην πιθανότητα του να βάλει στη δούλεψη (ατομικά, ανά ζευγάρια, ανά οικογενειακές ομάδες, κλπ.) την έκταση του εδάφους ή τις μηχανές παραγωγής που είναι απαραίτητες για τις ανάγκες της κοινωνικής ενότητας· υπό τον όρο, για τον ιδιοκτήτη, να μην τις μισθώσει στον οποιονδήποτε ή να μην καταφεύγει στο να ρίχνει τη βελτίωσή τους σε κάποιον στην υπηρεσία του.

Ο ατομικιστήςαναρχικός δεν σκοπεύει πια να ζει με κάθε κόστος, όπως ο ατομικιστής, απ’ το να ζει σύμφωνα με κανόνες, υπό την προϋπόθεση ότι ένα πιάτο φαί είναι εξασφαλισμένο, ο ρουχισμός σίγουρος και η κατοικία εγγυημένη.

Η ατομικιστικήςαναρχικός, εξάλλου, δεν διεκδικεί κανένα σύστημα που θα δέσμευε το μέλλον. Αξιώνει να θέσει τον εαυτό του σε κατάσταση νόμιμης άμυνας σχετικά με οποιαδήποτε κοινωνική ατμόσφαιρα (Κράτος, κοινωνία, περιβάλλον, ομαδοποίηση, κλπ.) που θα επέτρεπε, θα αποδεχόταν, θα διαιώνιζε, θα ενέκρινε ή θα καθιστούσε δυνατή:

α) την υποταγή στο περιβάλλον του ατομικού όντος, τοποθετώντας το αυτό σε μια κατάσταση εμφανούς κατωτερότητας απ’ τη στιγμή που δεν μπορεί να συμπεριφερθεί με το συλλογικό σύνολο ως ίσος προς ίσον, δύναμη με δύναμη·

β) την υποχρέωση (σε οποιονδήποτε τομέα) της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης, του συνεταιρίζεσθαι·

γ) τη στέρηση της ατομικής και αναπαλλοτρίωτης κατοχής των μέσων παραγωγής και της πλήρους και απεριόριστης διάθεσης του προϊόντος·

δ) την εκμετάλλευση του οποιουδήποτε από κάποιον απ’ τους συντρόφους του, που θα τον έκανε να μοχθήσει για λογαριασμό του και προς όφελός του·

ε) τη μονοπώληση, δηλ. την πιθανότητα για ένα άτομο, ένα ζευγάρι, μια οικογενειακή ομάδα να κατέχει περισσότερα απ’ ό,τι είναι απαραίτητα για την κανονική της συντήρηση·

στ) το μονοπώλιο του Κράτους ή κάθε εκτελεστικής μορφής που το αντικαθιστά, δηλαδή την παρέμβασή τηςστο ρόλο του ως συγκεντρωτιστής, διαχειριστής, διευθυντής, οργανωτήςστις σχέσεις μεταξύ των ατόμων, σε οποιονδήποτε τομέα·

ζ) το δάνειο με τόκο, τοκογλυφία, επικαταλλαγή, συναλλαγή, κληρονομιά, κ.λπ., κ.λπ.

ΙΙΙ

O ατομικιστικήςαναρχικός κάνει «προπαγάνδα» προκειμένου να επιλέξει ατομικιστικέςαναρχικές διαθέσεις που θα έπρεπε να έχει, για να καθορίσει τουλάχιστον μια πνευματική ατμόσφαιρα ευνοϊκή στην εμφάνισή τους. Μεταξύ ατομικιστώναναρχικών οι σχέσεις είναι εδραιωμένες με βάση την «αμοιβαιότητα». Η «συντροφικότητα» είναι ουσιαστικά ατομικής τάξεως, ποτέ δεν επιβάλλεται. Ο «σύντροφος» που τον ικανοποιεί ατομικά να συναναστραφεί, είναι κάποιος που κάνει μια αξιόλογη προσπάθεια προκειμένου να αισθάνεται ότι ζει, που παίρνει μέρος στην προπαγάνδα του της εκπαιδευτικής κριτικής και της επιλογής των προσώπων· που σέβεται την επιλογή υπάρξεως του καθενός, μην εμποδίζοντας την ανάπτυξη εκείνων που προοδεύουν μαζί του και εκείνων που τον αγγίζουν πιο στενά.

Ο ατομικιστήςαναρχικός δεν είναι ποτέ ο δούλος κάποιου τύπουφόρμουλας ή ενός αποδεκτού μηνύματος. Αναγνωρίζει μονάχα απόψεις. Προτείνει μονάχα θέσεις. Δεν επιβάλλει ένα τέλος στον εαυτό του. Αν υιοθετεί μια μέθοδο ζωής σε κάποια μικρή λεπτομέρεια, είναι για να εξασφαλίσει περισσότερη ελευθερία, περισσότερη ευτυχία, περισσότερη ευημερία, αλλά επ’ ουδενί για να θυσιάσει τον εαυτό του. Και την τροποποιεί, και τη μεταμορφώνει όταν του φαίνεται ότι εξακολουθώντας να παραμένει πιστός σ’ αυτήν θα μείωνε την αυτονομία του. Δεν θέλει να αφήσει τον εαυτό του να κυριαρχείται από αρχές που καθορίζονται a priori· είναι μονάχα a posteriori, απ’ τις εμπειρίες του, που βασίζει τους κανόνες συμπεριφοράς του, μολαταύτα οριστικές, πάντοτε υποκείμενες στις τροποποιήσεις και τους μετασχηματισμούς που η καταγραφή νέων εμπειριών μπορούν να εγγράψουν, και στην αναγκαιότητα απόκτησης νέων όπλων στον αγώνα του ενάντια στο περιβάλλον — χωρίς να κάνει ένα απόλυτο a priori.

Ο ατομικιστικήςαναρχικός δεν λογοδοτεί ποτέ σε κανέναν άλλον πέρα απ’ τον εαυτό του για τις πράξεις και τις χειρονομίες του.

Ο ατομικιστικήςαναρχικός θεωρεί τη συναναστροφή μονάχα ως ένα τελεσφόρο, ένα προσωρινό. Γι’ αυτό, θέλει να συναναστρέφεται μονάχα σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης αλλά πάντοτε σε εθελοντική βάση. Και επιθυμεί μονάχα να συμβάλλεται, σε γενικές γραμμές, για σύντομο χρονικό διάστημα, θα είναι πάντα κατανοητό ότι κάθε συμβόλαιο μπορεί να ακυρωθεί απ’ τη στιγμή που βλάπτει ένα απ’ τα συμβαλλόμενα μέρη.

Ο ατομικιστήςαναρχικός δεν απαγορεύει καμιά αποφασισμένη σεξουαλική ηθική. Είναι στο χέρι του καθενός να καθορίσει τη σεξουαλική, συναισθηματική ή αισθηματική του ζωή, τόσο για το ένα φύλο όσο και για το άλλο. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι σε προσωπικές σχέσεις μεταξύ αναρχικών διαφορετικών φύλων ούτε η βία ούτε ο περιορισμός λαμβάνουν χώρα. Πιστεύει ότι η οικονομική ανεξαρτησία και η δυνατότητα τού να είναι μητέρα όπως επιθυμεί είναι οι αρχικές συνθήκες για τη χειραφέτηση της γυναίκας.

Ο ατομικιστήςαναρχικός θέλει να ζει, θέλει να είναι σε θέση να εκτιμά τη ζωή ατομικά, ζωή θεωρούμενη σε όλες της τις εκφάνσεις. Παραμένοντας κύριος στο μεταξύ της βούλησής του, λαμβάνοντας υπόψη τόσους πολλούς υπηρέτες που τίθονται στη διάθεση του «εαυτού» του οι γνώσεις του, οι ικανότητές του, οι αισθήσεις του, τα πολλαπλά όργανα αντίληψης του σώματός του. Δεν είναι δειλός, αλλά δεν θέλει να μειώνει τον εαυτό του. Και ξέρει καλά ότι εκείνος που επιτρέπει στον εαυτό του να καθοδηγείται απ’ τα πάθη του ή να κυριαρχείται απ’ τις αρεσκείες του είναι δούλος. Θέλει να διατηρεί «την κυριότητα του εαυτού» προκειμένου να οδηγεί προς τις περιπέτειες στις οποίες η ανεξάρτητη έρευνα και η ελεύθερη μελέτη τον οδηγούν. Θα συνιστούσε πρόθυμα μια απλή ζωή, την αποκήρυξη του ψεύτικου, της υποδούλωσης, των άχρηστων αναγκών· την αποφυγή των μεγάλων πόλεων· μια λογική διατροφή και σωματική υγιεινή.

O ατομικιστήςαναρχικός θα ενδιαφερθεί για τις συναναστροφές που συγκροτούνται από συγκεκριμένους συντρόφους με σκοπό να τους σχίσει απ’ την εμμονή σε ένα περιβάλλον που τους αηδιάζει. Η άρνηση της στρατιωτικής θητείας, ή της πληρωμής των φόρων θα έχει όλη του τη συμπάθεια· ελεύθερες ενώσεις, μονές ή πολλαπλές, σαν διαμαρτυρία εναντίον των κοινών ηθών· ιλλεγκαλισμός ως βίαια ρήξη (και με ορισμένες επιφυλάξεις) με την οικονομική σύμβαση που έχει επιβληθεί δια της βίας· αποχή από κάθε ενέργεια, από κάθε δουλειά, από κάθε λειτουργία που σχετίζεται με τη διατήρηση ή την εδραίωση του επιβεβλημένου πνευματικού, ηθικού ή οικονομικού καθεστώτος· ανταλλαγή ζωτικών προϊόντων μεταξύ ατομικιστώναναρχικών ιδιοκτητών των αναγκαίων μηχανών παραγωγής, μακριά από κάθε καπιταλιστικό μεσάζοντα· κ.λπ., είναι πράξεις εξέγερσης σύμφωνες ουσιαστικά με το χαρακτήρα του ατομικιστικούαναρχισμού.

Μετάφραση: Αιχμή

Πηγή: aixmh

Η κοινωνία της διαρκούς απασχόλησης

**Πρόκειται για το 3ο μέρος (και τον επίλογο) του κειμένου «Ένα σπάνιο εμπόρευμα: για την άνοδο και την πτώση της εργασίας».

Οι λευκοί αποβιβάζονται! Κανόνια! Θα μας βαφτίσουν, θα μας

ντύσουν και θα μας βάλουν να δουλέψουμε

Αρθούρος Ρεμπώ

Αυτή η εξέχουσα θέση που καταλαμβάνει η εργασία σήμερα στο κοινωνικό φαντασιακό, η συνταύτισή της με τη ζωή στην ύψιστη κατάσταση, προλογίζει και το πέρασμα απ’ την κοινωνία πλήρους απασχόλησης στην κοινωνία διαρκούς απασχόλησης. Το όραμα της πλήρους απασχόλησης πάει στον παράδεισο μαζί με την εργατική τάξη, το μεταπολεμικό θαύμα του «welfare» ήταν ένα ευχάριστο τριακονταετές διάλειμμα. Έχουμε γυρίσει σελίδα απ’ τη φαινομενικότητα της κοινωνικής ειρήνευσης μέσω της οικονομικής ανάπτυξης για όλους. Στην εποχή που σημαδεύεται από την αποχαλίνωση του εκσυγχρονισμού και την καλπάζουσα εξατομίκευση της ύπαρξης, η μόνη συντεταγμένη που φαντάζει σαν προορισμός της κοινωνίας είναι η αέναη απασχόληση όσων αντέξουν, όσων μέσα σ’ αυτό τον συνολίζοντα πλέον ανταγωνισμό είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα προκειμένου να τα βγάλουν πέρα. Η μόνιμη εγκατάσταση σ’ έναν τόπο, οι οικογενειακοί δεσμοί, οι φιλίες μεταξύ των ανθρώπων, η ερωτική προσήλωση σε μια σχέση, η μέθεξη στα δημόσια πράγματα και όλες οι παραδοσιακές δομές που θα μπορούσαν να εγγυηθούν μακροπρόθεσμα πλάνα και όνειρα μιας ολόκληρης ζωής ή να διαμορφώσουν την προσωπικότητα και τον εσώτερο χαρακτήρα ενός ανθρώπου αποδυναμώνονται και καταρρέουν από τις επείγουσες επιταγές των ιδιωτικοποιήσεων, την απορρύθμιση της αγοράς και τη λογική των άμεσων και βραχυπρόθεσμων αποτελεσμάτων. Από τη στιγμή που ο εκσυγχρονισμός του καπιταλισμού σαρώνει όποια μορφή κοινωνικότητας μοιάζει παρωχημένη και «αρχαϊκή», τότε το μόνο που μοιάζει ικανό να γραπωθούν οι άνθρωποι είναι η απασχόληση: στο γραφείο, στην επικοινωνία, στα χόμπι, στην ενημέρωση, στη μάθηση, στις αυτοφωτογραφήσεις, στον ακτιβισμό, στη διασκέδαση, στον εθελοντισμό, στις οθόνες των υπολογιστών, στην κυριακάτικη βόλτα στα IKEA. Στον βαθμό που δεν υπάρχει κάτι ανώτερο απ’ τη ζωή, ένα όραμα που ν’ αξίζει να πεθάνει κανείς γι’ αυτό, το μόνο που απομένει είναι η ταυτολογική διάθεση της ζωής στον εαυτό της, η «ζωή για τη ζωή» σαν αυτοκαταλυτική διαδικασία, ο συνεχής μεταβολισμός της προκειμένου να επιτείνεται το μαρτύριο της επιβίωσης με την ελπίδα ότι αυτό το δαρβινικό κυνήγι της ευτυχίας έχει και ευτυχή κατάληξη, ότι μέσα σ’ αυτό το ομιχλώδες παρόν υπάρχει ένας τελικός προορισμός.

Στον διπλό έλικα της διαρκούς απασχόλησης, όσοι εμμένουν αποκλειστικά στον δραματικό περιορισμό της κοινωνικής πρόνοιας, την περιστολή των εργασιακών δικαιωμάτων και τη νεοφιλελεύθερη στροφή της οικονομίας λένε μονάχα τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή αλήθεια κρύβεται πίσω απ’ την πρωτόγνωρη απελευθέρωση των λιβιδινικών δυνάμεων στην υπηρεσία της οικονομικής μεγαμηχανής, όπως αυτή εκφράστηκε σταδιακά μέσω της ανόδου της μετανεωτερικότητας και της έκρηξης μιας ναρκισσιστικής κουλτούρας η οποία έκτοτε δεν έχει σταματήσει να διογκώνεται και να προσανατολίζει το σύνολο των δομίζουσων σημασιών μέσα στις δυτικές κοινωνίες. Ο καπιταλισμός φτάνει σε επίπεδα κινητοποίησης όλων των συγκινήσεων και σπατάλης όλης της λιβιδινικής ενέργειας για τους σκοπούς της οργάνωσης της παραγωγής. Οι επιθυμίες, τα αισθήματα, οι πόθοι, η φαντασία, οι επικοινωνιακές ικανότητες, η σεξουαλικότητα, η γλώσσα, η αισθητική κρίση μετακινούνται στο επίκεντρο των εργασιακών σχέσεων, γίνονται προνομιακοί παράγοντες της παραγωγικής διαδικασίας, μεταμφιέζονται σε «ανθρώπινο κεφάλαιο». Εξαιτίας αυτής της εξέλιξης, ο χώρος εργασίας πλέον δεν μεθερμηνεύεται ως το αποστακτήριο της εκπόρνευσης της ανθρωπινότητας και της αλλοτρίωσης απ’ τον πραγματικό μας εαυτό μα το ακριβώς αντίθετο, ήτοι ως καταφύγιο δημιουργικότητας και αυτοπραγμάτωσης. Υπό αυτό το πρίσμα, η εργασία βιώνεται ως μια τροπικότητα εντός της οποίας είμαστε ο εαυτός μας στον μέγιστο δυνατό βαθμό1. Ε, λοιπόν, χωρίς αυτή την «οικειοποίηση» της εργασίας που κατέληξε στην αποθέωσή της, εφόσον πλέον θεωρείται το πιο ουσιώδες και «προσωποποιημένο» κομμάτι της ζωής μας, με τον μόχθο να έχει απωλέσει σταδιακά στις συνειδήσεις των ανθρώπων το στοιχείο του ξενιστή, θα ήταν αδύνατη η οικοδόμηση μιας κοινωνίας που βασίζεται στην απασχόληση, που μεταφράζει και διαμορφώνει όλες τις κοινωνικές σχέσεις και δραστηριότητες του ατόμου προς αυτή την κατεύθυνση.

Ας ρίξουμε μια ματιά στις επιπτώσεις: τα όρια μεταξύ εργασίας και ζωής, μεταξύ χρόνου απασχόλησης και ελεύθερου χρόνου γίνονται εύθραυστα· η δουλειά ξεκινάει το πρωί, αλλά κανείς δεν ξέρει πότε τελειώνει μέσα στη μέρα, κανείς δεν ξέρει καν πότε τελειώνει ημερολογιακά, ποια ενδεχομένως τα ηλικιακά όρια μεταξύ παραγωγικού και μη παραγωγικού βίου, αν η ξεκούραση επιτρέπεται χωρίς να γεμίζει το άτομο με τύψεις την ίδια στιγμή που η καθιερωμένη μεσημεριανή σιέστα δείχνει να ανήκει οριστικά στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Τίποτα δεν δείχνει ικανό να σταματήσει αυτή την κούρσα, το μόνο που μετράει είναι το απογυμνωμένο ερώτημα «με τι ασχολείσαι». Οι εργαζόμενοι γίνονται πρώτη ύλη για τη συσσώρευση του κεφαλαίου όλη την ώρα: εκμετάλλευση non-stop, «σε ζωντανή σύνδεση», just in time, «σε κατάσταση αναμονής», διαρκώς on call και χωρίς καθυστερήσεις. Οι στόχοι τίθενται όλο και πιο ψηλά με αποτέλεσμα να απαιτείται η ενίσχυση της ευελιξίας και της προσαρμοστικότητας σε διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες. Έχει αρχίσει να καλλιεργείται μια φαντασίωση ότι υπάρχουν συνεχώς αναξιοποίητες δυνατότητες που είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμες να χρησιμοποιηθούν για την αύξηση των κερδών. Δεν είναι τυχαίο που σήμερα στην αγορά εργασίας αυτό που κυκλοφορεί δεν είναι τόσο το «επάγγελμα» αλλά το «ταλέντο», η δυνητικότητα να μπορούμε να κάνουμε οτιδήποτε μας ζητηθεί και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες2. Οι εργαζόμενοι σήμερα οφείλουν να προσαρμόζονται σ’ αυτή την ανταγωνιστική λογική του υπερδραστήριου, του πρωταθλητή, του τροπαιούχου που είναι έτοιμος να σπάσει όλα τα ρεκόρ, να δουλεύει χωρίς όρια.

Το gadget υπηρετεί ακριβώς αυτή τη φαντασίωση: από τη στιγμή που δεν συνδέεται με την αντικειμενικότητα ενός συγκεκριμένου πράγματος, αυτό σημαίνει ότι δεν προσφέρει μια αντικειμενική λειτουργία μέσω της παραγωγής και της χρήσης του αλλά την υπόσχεση της ατελεύτητης διεύρυνσης των ικανοτήτων μας μέχρι την τελική «παντοδυναμία». Αυτή λοιπόν η τεχνολογική παρωδία που χαρακτηρίζεται από «λειτουργική αχρηστία»3 είναι ένα αξεσουάρ με wireless αλυσίδες, όπου όσο πιο εγκλωβισμένος και αιχμαλωτισμένος είναι κανείς στην ασχολία του τόσο πιο «απελευθερωμένος» αισθάνεται. Φορητοί υπολογιστές, smartphones, φωτογραφικές μηχανές, κάμερες, tablets, οθόνες: η σχετική και αντεστραμμένη κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, η αποκεντρωμένη διανομή τους υπό τη μορφή του καταναλωτικού gadget επιτρέπει στο animal laborans να είναι μονίμως διαθέσιμο στις σχέσεις παραγωγής του πληροφοριακού, ενημερωτικού, πορνογραφικού, επικοινωνιακού, καλλιτεχνικού, θεαματικού συμπλέγματος της νέας οικονομίας. Οι συσκευές προσωπικής χρήσης από εργαλεία εργασίας γίνονται αντιληπτές ως κομμάτι ολόκληρης της ζωής. Και φυσικά όλα αυτά συμβαίνουν χωρίς να απαιτείται κάποιου είδους πρόσληψη, η λαιμαργία για διαρκή απασχόληση είναι από μόνη της ικανή συνθήκη για τη γένεση ενός παγκόσμιου υποπρολεταριάτου που προσφέρει full-time και εθελοντικά τις υπηρεσίες του σ’ αυτή την οικονομική φούσκα. Ιδού το θαύμα της καπιταλιστικής τεχνικής: η απολύτρωση της εργασίας απ’ τη «μισθωτή σκλαβιά» πραγματώνεται σιγά σιγά μπρος στα μάτια μας, αν και μάλλον δείχνουμε να απέχουμε κατά πολύ από τα επιθυμητά αποτελέσματα. Οι προφητείες του Μαρξ δικαιώνονται αλλά με εντελώς διεστραμμένο τρόπο, καθώς ενώ στο οριστικό διάζυγιο της απασχόλησης απ’ το επάγγελμα και τον μόχθο, όπου θα είναι «δυνατό για μένα να κάνω ένα πράγμα σήμερα κι άλλο αύριο, να κυνηγώ το πρωί, να ψαρεύω το απόγευμα, να φροντίζω τα ζώα το βράδυ, να κάνω κριτική μετά το δείπνο, όπως ακριβώς μου αρέσει χωρίς ποτέ να γίνομαι κυνηγός, ψαράς, βοσκός ή κριτικός»4, o φιλόσοφος διέγνωσε τον ερχομό της κομμουνιστικής κοινωνίας, εμείς έχουμε να αντιμετωπίσουμε την επικράτηση μιας κοινωνίας μαζικού εθελοντισμού και ατελείωτων χόμπι5.

Τα πράγματα, βέβαια, δεν σταματούν εδώ. Η κοινωνία της διαρκούς απασχόλησης είναι μια κοινωνία ανισορροπίας και ακραίων αντιφάσεων. Η εξατομίκευση του κοινωνικού χρόνου και η αποσύνδεσή του από τον αναγκαίο κατά κεφαλήν χρόνο εργασίας προκειμένου να υπάρχει δουλειά για όλους επηρεάζει τόσο τη διάρθρωση της κοινωνίας όσο και τη σύνθεση του ψυχισμού του ατόμου. Ως εκ τούτου, δεν είναι τυχαίο ότι διαρκής απασχόληση, κινητικότητα, ενεργητικότητα, ευελιξία και ηδονισμός συμπίπτουν με μια κατάσταση μαζικής ανεργίας, στασιμότητας, burn out, συλλογικής κατάρρευσης, αποεπένδυσης, απάθειας και αισθητηριακής αναιμίας6. Η ξέφρενη επιτάχυνση της ζωής μάς κατευθύνει παράλληλα σε μια κοινωνία πολικής αδράνειας και ενεργειακής ενδόρρηξης. Υπό τις επιταγές της διαρκούς απασχόλησης διαπιστώνουμε και την ταυτόχρονη απουσία οποιασδήποτε προοπτικής για εξασφαλισμένη εργασία με αποτέλεσμα η απόλυτη «ανεξαρτησία» του Εγώ να διαμορφώνεται μέσα από την προσωρινότητα, την παροδικότητα και την επισφάλεια. Απασχολούμενος σημαίνει «πανταχού παρών», ανά πάσα στιγμή διαθέσιμος, free lancer, επιχειρηματίας του εαυτού. Αυτός ο εργασιακός habitus είναι και η αιτία που όλο και μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων, καθώς η υποαπασχόληση διογκώνεται και περιθωριοποιείται την ίδια στιγμή, εξαφανίζονται απ’ τον χάρτη του «ενεργού δυναμικού», τοποθετούνται πολύ πιο κοντά στο φάσμα της ανεργίας παρά της εργασίας και παράλληλα βαφτίζονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα στην κολυμβήθρα της αχρηστίας προκειμένου να επανακαταρτιστούν από στρατηγικές δια βίου μάθησης και να αναζωογονήσουν τις δυνατότητες της αγοράς εργασίας7.

Στις μέρες μας, οποιαδήποτε διακοπή ή οποιοδήποτε μπλοκάρισμα στην απασχόληση του ατόμου ευθύς αμέσως γίνονται αντιληπτά όχι με την εκδήλωση νευρωτικών συμπεριφορών αλλά με μια αίσθηση απώλειας του εαυτού. Όσο πιο πολύ εξελίσσεται αυτή η νέα πραγματικότητα και λαμβάνει χαρακτηριστικά κυρίαρχης κοινωνικής θέσμισης, τόσο εντείνονται οι ανασφάλειες, η ανεπάρκεια, η αυτοϋποτίμηση, τα άγχη και ένας σωρός ματαιώσεων που εκδηλώνονται μέσω ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, πολλαπλασιάζοντας παράλληλα τις ασθένειες ψυχικής υγείας από τις αϋπνίες, τη διάσπαση προσοχής και τη γενίκευση μορφών δυσλεξίας σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού μέχρι την εξουθένωση της αυτοπεποίθησης, τις κρίσεις πανικού και τις καταθλίψεις. Αυτή η πρωτοφανής κοινωνική έκπτωση δεν αφήνει ανεπηρέαστες και τις όψεις της δημόσιας ζωής. Η απορρόφηση του καθενός στις ασχολίες του, το κάλεσμα να την βρούμε με τον εαυτό μας, μεγαλώνει τις αποστάσεις της συνύπαρξης και του κοινοτικού ανήκειν. Στον κατοικήσιμο κόσμο πλέον περιφέρονται στρατιές αγχωμένων και μοναχικών υπάρξεων που, γι’ αυτό τον λόγο, μετά βίας ανταλλάζουν ένα βλέμμα μεταξύ τους, συνομιλούν, φλερτάρουν, απολαμβάνουν ο ένας τον άλλον μέσα στην αυθεντικότητά του και ακόμη περισσότερο συμπράττουν για έναν κοινό σκοπό. Είναι εμφανής, υπ’ αυτή την έννοια, η διαλεκτική συσχέτιση της εξουδετέρωσης του κοινωνικού χρόνου με την αδυναμία μας να δημιουργήσουμε και να μοιραστούμε έναν κοινό κόσμο με τους άλλους. Εφόσον η απασχόληση αγκαλιάζει ολόκληρο το εικοσιτετράωρο της ημερήσιας διάταξης, η αποξένωση απ’ τον κόσμο λαμβάνει ολοποιητικές διαστάσεις, εμποτίζει κάθε στιγμή της καθημερινής ζωής. Η αντικατάσταση της ιδέας της ανθρωπότητας ως κοινής υπόθεσης αφήνει στον σύγχρονο άνθρωπο ένα και μοναδικό αδιέξοδο μονοπάτι: την εμπορευματοποίηση όλης της ενέργειάς του προκειμένου να καταναλώνεται μέχρι τελικής πτώσεως. Όλα συνομωτούν στο να πρέπει να είναι μονίμως απασχολημένος με κάτι. Ίσως τελικά να είναι και ο μόνος τρόπος προκειμένου να ξεχνιέται και να ξεχνά την κοινωνική απουσία της ζωής υπό τον φόντο του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Για το ενδεχόμενο ξεπεράσματος

των αντιφάσεων της εργασίας

Ας είμαστε τεμπέληδες σε όλα, εκτός από

τον έρωτα, το πιοτό και την τεμπελιά

Λέσινγκ

Οι φαντασιακές σημασίες που ενδύουν τη σύγχρονη εργασία μπορούν να περιληφθούν σε δυο κυρίαρχες τάσεις: αφενός, την επιθυμία να απαλλαγούμε απ’ αυτήν, να γίνουμε «κύριοι και κάτοχοι της φύσης» (Καρτέσιος)· αφετέρου, την ανάγκη να μετατρέψουμε τα πάντα σε εργασία που παράγει εμπορεύματα. Αντί για τον αέναο προσηλυτισμό των ανθρώπων σε έναν τεχνολογικό μεσσιανισμό απελευθέρωσης από την εργασία την ίδια στιγμή που διακαώς αναζητούμε τη διεύρυνσή της και αντιμετωπίζουμε κάθε πτυχή της ζωής ως «εργασία», το ενδεχόμενο ξεπέρασμα αυτής της αντίφασης προϋποθέτει μια πραγματική χειραφέτηση του ανθρώπου απ’ τον ζυγό της εργασίας. Και μιλώντας για πραγματική χειραφέτηση εδώ εννοείται όχι η ολική κατάργηση της εργασίας, που ίσως να συνιστά και το μόνο «ουτοπικό» στοιχείο του μαρξισμού, αλλά η τοποθέτησή της στη σφαίρα των αναγκαίων μεν ανθρώπινων δραστηριοτήτων που, όμως, θα διανέμεται με δίκαιο και ηθικό τρόπο, «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του, από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του».

Οι δυνατότητες των παραγωγικών δυνάμεων της εποχής μας και η εκτίναξη της παραγωγικότητας κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουν φτάσει ήδη σε εκείνα τα επίπεδα, ώστε να υπάρξει μια δραστική και γενναία μείωση του χρόνου εργασίας, ένα γενικευμένο «φρενάρισμα» και μια επιβράδυνση των εργασιακών ρυθμών. Ομολογουμένως, αποτελεί σκάνδαλο που η υπέρβαση της σπάνης των αγαθών αντί να μειώνει την κοινωνικά αναγκαία εργασία, την αυξάνει συνεχώς δημιουργώντας εκρηκτικές συνθήκες για την κοινωνική ζωή, με την υπερεργασία και την ανεργία να συνθέτουν τους δυο πόλους των παραγωγικών σχέσεων. Και είναι ακριβώς αυτό το σημείο που θα πρέπει να έχει κατά νου η γενικευμένη επίθεση στη λατρεία της εργασίας: την αναδιοργάνωση των εργασιακών σχέσεων και την αναδιανομή της ιδιοκτησίας προς τους πολλούς. Φυσικά, ένα τέτοιο σύνολο κινήσεων απαιτεί την εμφάνιση και ενδυνάμωση της πολιτικής δράσης στο προσκήνιο, ώστε να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος με τον εγκλωβισμό της κοινωνικής σύγκρουσης σε οικονομικές διεκδικήσεις και την επικυριαρχία του οικονομικού επί του πολιτικού ζητήματος. Σε τελική ανάλυση, αν υπάρχουν περιθώρια να εμπνευστούμε, αυτά είναι γραμμένα πάνω στο άγαλμα των Μαρξ και Ένγκελς στο Βερολίνο λίγο μετά την πτώση του Τείχους: beim nächsten mal wird alles besser, «την επόμενη φορά όλα θα πάνε καλύτερα».

Νικόλας Γκιμπιρίτης

1 Αυτές οι παρατηρήσεις προέρχονται κυρίως από το έργο του γνωστού ιταλομαρξιστή Franco “Bifo” Berardi, The Soul at Work: From Alienation to Autonomy [Η ψυχή στην εργασία: από την αλλοτρίωση στην αυτονομία], μτφ. αγγλικά Francesca Cadel και Giuseppina Mecchia, Λος Άντζελες, Semiotext(e), 2009.

2 Βλ. Ρίτσαρντ Σένετ, Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού, μτφ. Τ. Παπαϊωάννου, Αθήνα, Σαββάλας, 2008. Φρονώ ότι δεν είναι εκτός θέματος το γεγονός ότι ο Ζακ Ελλύλ αναφέρει στο Τεχνικό Σύστημα (μτφ. Γ. Ιωαννίδη, επιμ. Κ. Κωνσταντίνου, Αθήνα, Εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, 2012) «την αντικατάσταση των επαγγελμάτων από θέσεις εργασίας» και ότι συνδέει την εξαφάνιση των επαγγελμάτων με την ανάληψη όλων των νευραλγικών ενεργειών και δραστηριοτήτων εντός της παραγωγής από το τεχνικό σύστημα. Γιατί, αν αφαιρέσουμε απ’ το κάδρο τον στρατό των προγραμματιστών και όλους όσοι κατέχουν μια αρκετά εξειδικευμένη γνώση πάνω στη λειτουργία ενός τμήματος του τεχνικού συστήματος, είναι ακριβώς αυτή η υποβάθμιση της πρακτικής σοφίας ενός επαγγέλματος, της συντεχνιακής συνοχής των μελών του και της μετεξέλιξης της χειροτεχνικής εργασίας και της μαστοριάς σε «δακτυλογραφική» εργασία που δημιουργεί μια τόσο νεφελώδη αγορά εργασίας η οποία απαιτεί όλο και πιο αφηρημένες ικανότητες: ο ευχάριστος χαρακτήρας, οι οργανωτικές δεξιότητες, η διάθεση, το χαμόγελο, οι επικοινωνιακές ικανότητες και όλες εκείνες οι πινελιές ψυχικής κάθεξης που θα λειτουργήσουν ως τελετουργίες μετενσάρκωσης ενός εμπορεύματος σε συνολική κοινωνική παροχή.
3 Βλ Ζαν Μπωντριγιάρ, Η καταναλωτική κοινωνία: οι μύθοι της, οι δομές της, μτφ. Β. Τομανά, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2005, σ. 125.
4 Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική ιδεολογία (τομ. Α’), μτφ. Κ. Φιλίνη, Αθήνα, Gutenberg, 1997, σ. 78.

5Χάννα Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση (Vita activa), ό.π., σ. 164.

6 Πάνω στο ζήτημα της επιτάχυνσης και εξουδετέρωσης του κοινωνικού χρόνου, ο αναγνώστης μπορεί να εμπιστευτεί τις παρατηρήσεις στο κείμενό μου «Κοινωνική επιτάχυνση και πολική αδράνεια», Respublica.gr, 09-05-2015.
7Αυτό μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό αν εξετάσουμε από κοντά τον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων: όταν ο χρονικός ορίζοντας που η μέση επιχείρηση χρειάζεται εργαζομένους προκειμένου να παράξει ένα αγαθό ή να πουλήσει μια υπηρεσία μειώνεται δραματικά και η αναλωσιμότητα γίνεται το σημείο εκκίνησης μιας συμβασιακής σχέσης, τότε η «ανεπάρκεια των προσόντων» θεωρείται ευθύς εξαρχής δεδομένη, ενώ παράλληλα αυτός ο τύπος οργάνωσης των σχέσεων παραγωγής, με τη διαρκή αλληλοδιαδοχή των αποχωρήσεων στις τάξεις του προσωπικού, ευνοεί ως και επιβάλλει τις στρατηγικές της φυγής και της κινητικότητας αντί της ταξικής πάλης με σκοπό τη διατήρηση των θέσεων εργασίας από τους εμπλεκόμενους και την εργασιακή μονιμότητα.

Γκουστάβο Ροντρίγκεζ: Γράμμα σ’ένα Χιλιανό

Ο σύντροφος Γκουστάβο Ροντρίγκεζ μας έστειλε προς δημοσιοποίηση στην Ελλάδα το κείμενο-ανάλυση του το οποίο μεταφράσαμε και επιμεληθήκαμε στην ελληνική γλώσσα. Ο Ροντρίγκεζ, για όσους/ες δεν γνωρίζουν, είναι ένας πολύ γνωστός για τη θεωρία και τη δράση του Μεξικανός σύντροφος στους αναρχικούς κύκλους της Λατινικής Αμερικής. Εμείς από την πλευρά μας, σαν Έλληνες αναρχικοί, θεωρούμε δεδομένης της συγκυρίας των διεθνών εξεγερσιακών γεγονότων που συνταράσσουν τον πλανήτη τους τελευταίους μήνες, με ιδιαίτερη έμφαση στα γεγονότα της Χιλής- την αναλυτική προσέγγιση του συντρόφου σημαντική, λόγω της αυστηρά κριτικής αναρχικής θεώρησης του μιας σειράς ζητημάτων τα οποία άπτονται των σημερινών δυνατοτήτων και προοπτικών της εξέγερσης σημαντικών τμημάτων των αποκλεισμένων, σε διεθνές επίπεδο. Πιστεύουμε ότι η δουλειά του συμβάλει αποφασιστικά στην διερεύνηση και την εξαγωγή χρήσιμων πρακτικών συμπερασμάτων ως προς αυτή την κατεύθυνση.
Για την μετάφραση και την επιμέλεια του κειμένου Νίκος Νικάνορας.


ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΧΙΛΙΑΝΟ

Στον Χοακίν Γκαρθία Τσανκς και στο Μαρτσέλο Βιλλαροέλ Σεπούλβεδα, συντρόφους και συνομώτες.

“…κάθε επαναστατική θέση αντλεί τη δύναμη της της από την κρυφή πεποίθηση ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει”

Τζορτζ Όργουελ , ο δρόμος προς το Βάϊγκαν Πάιρ

“Αλίκη: Πόσο θα διαρκέσει για πάντα;

Άσπρο κουνέλι: Μερικές φορές μονάχα μια στιγμή”

Λούις Κάρολ, Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων

Οι άσχημες κοινωνικές συνθήκες είναι το καινούριο σημείο αφετηρίας της θυελλώδους λαϊκής διαμαρτυρίας που απλώνεται από άκρο σε άκρο σε ολόκληρο τον πλανήτη. Χονγκ Κονγκ, Γαλλία, Αλγερία, Ιράκ, Αϊτή, Λίβανος, Καταλονία, Ισημερινός, Βολιβία και Χιλή είναι οι εφήμεροι πρωταγωνιστές των πολύμορφων αστικών εξεγέρσεων που ταρακουνούν τον κόσμο.

Παρότι είναι βέβαιο ότι αυτές οι διαδεδομένες διαμαρτυρίες αντλούν τη καταγωγή τους από ιδιαίτερους επικρουστήρες που τις εξηγούν (ειδικά το Χονγκ Κονγκ και η Καταλονία, με τις ανεξαρτησιακές τους αξιώσεις), θα ήταν αφελές να σκεφτούμε ότι όλη αυτή η συσσωρευμένη οργή δεν είναι διασυνδεμένη. Η αύξηση των τιμών στα αγαθά και στις υπηρεσίες, προστιθέμενη στην οικονομική λιτότητα- με την επακόλουθη απώλεια θέσεων εργασίας και την άνιση οικονομική επιβίωση στο βαθμό που η παγκόσμια ανάπτυξη επιβραδύνεται- είναι ο κοινός παρανομαστής του μεγαλύτερου μέρους αυτών των κινητοποιήσεων.

Παρόλα αυτά, είναι αναμφισβήτητο ότι αυτές οι διαμαρτυρίες έχουν σαν κοινό στοιχείο επίσης μια άλλη μεγάλη στιγμή που προσπερνά ευρέως την οικονομικίστικη ανάλυση και που πολύ βολικά δεν αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας από πλευράς των μέσων μαζικής αποχαύνωσης και που σκόπιμα διαφεύγει επίσης από την ανάλυση των πολιτολόγων και των απολογητών της κυριαρχίας : τον αντικυβερνητικό σπασμό τους, την απέχθεια εναντίον οποιουδήποτε κυβερνά και ενάντια σε όλα τα πολιτικά κόμματα οποιασδήποτε απόχρωσης. Ένα χαρακτηριστικό που επιβάλει την απουσία αρχηγών και /ή διευθυνόντων, και διευκολύνει την εφήμερη συγκεκριμενοποίηση της αναρχίας.

Χωρίς αμφιβολία τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της τελευταίας ανταγωνιστικής συναρμολόγησης, διεγείρουν a priori πολλούς αναρχικούς/ες συντρόφους/ισσες, που συνεχίζουν αναλύοντας τα συμβάντα διαμέσου του φακού της ιδεολογίας να παραμένουν στρατοπεδευμένοι μέσα σε σκληρωτικά παραδείγματα που ανάγονται στον 19ο αιώνα. Δεν υπάρχει τίποτε πιο φονικό για τις ιδεολογίες από την ίδια την πραγματικότητα.

Προφανώς εκείνο το παλιό μοντέλο της αναρχικής κοινωνίας που εμφανίζονταν θετικά αξιολογημένη, σαν ένα πρωτότυπο κοινωνίας, σαν ένα σχέδιο αλλαγής συνοδευόμενο από μια αντίστοιχη πρακτική, δεν είναι πλέον δυνατό να επαναληφθεί στις ημέρες μας.

Όπως με εύστοχο τρόπο παρατήρησε ο σύντροφος Αλφρέντο Μπονάνο σε μια από τις διαλέξεις του που έγιναν πριν από μερικά χρόνια στην Αθήνα, με τίτλο “ Η καταστροφή της εργασίας” : “ Το πρώτο πράγμα που πρέπει να βγάλουμε από το μυαλό μας είναι να σκεφτούμε ότι στο μέλλον, επίσης και στην πιθανότητα υλοποίησης της ίδιας της επανάστασης, θα υπάρξει κάτι που να μπορέσουμε να το κληρονομήσουμε από το κράτος και το κεφάλαιο. Θυμάστε τις παλιές αναλύσεις των συντρόφων πριν από είκοσι, τριάντα χρόνια, όταν θεωρούνταν εφικτό ότι διαμέσου της επαναστατικής απαλλοτρίωσης των μέσων παραγωγής από τα χέρια των καπιταλιστών και της παράδοσής τους στα χέρια των προλετάριων-κατάλληλα εκπαιδευμένων στην αυτοδιαχείριση-θα μπορούσε να δημιουργηθεί η καινούρια κοινωνία; Αυτό το πράγμα δεν είναι πλέον δυνατό”.

Σήμερα δεν ανταποκρινόμαστε στις συνθήκες ούτε με τον πολλαπλασιασμό των αυθόρμητων εξεγέρσεων ούτε με την γενική απεργία ούτε με τον θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης ούτε με την απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής και την αντιστροφή των πυραμιδοειδών δομών της κυριαρχίας έτσι ώστε οι αυτοδιαχειριστικές και ελευθεριακές συνθήκες κοινωνικής συμβίωσης να υλοποιηθούν σαν άμεση δυνατότητα.

Όμως δεν μπορούμε να περιοριστούμε στην επισήμανση ότι οι παλιού τύπου αγώνες δεν είναι πλέον χρήσιμοι στις ημέρες μας. Βρισκόμαστε εκ νέου με την ίδια παντοτινή ανικανότητα να μπορέσουμε να διασχίσουμε τη γραμμή και να περάσουμε για πάντα από την άλλη πλευρά. Γινόμαστε ανήμποροι να εγκαταλείψουμε τον αδιέξοδο δρόμο που μας επιβάλει η εξουσία, να απελευθερωθούμε από τους ίδιους μας τους εαυτούς, να καθαρίσουμε το δρόμο και να εγκαταλείψουμε οριστικά τον συνηθισμένο κύκλο. Κατά συνέπεια μας χρειάζεται να επανεξετάσουμε ενδελεχώς την ιστορική μας αποσκευή, να πετάξουμε τις σάπιες σανίδες που διαβρώθηκαν από τον χρόνο και να τις αντικαταστήσουμε με φρέσκο και στιβαρό ξύλο.

Έχουμε σαν άμεση αποστολή να αναστοχαστούμε την αναρχία. Ή να σκεφτούμε ενάντια στη σκέψη. Να αντιστρέψουμε τα διαγράμματα. Η σκέψη-μας υπενθυμίζει ο Ντελέζ από την κόλαση-συνίσταται στο να: “συνδέουμε κάθε φορά ένα βέλος στο ίδιο…. μμμμ!”.

DEJA VU

Για όσους ήμασταν έφηβοι εκείνο τον εικονικό χρόνο το 1968-και για αυτούς που ήταν μεγαλύτεροι και τον βίωσαν ρίχνοντας κομπολόγια ή μέσα σε πιο επικίνδυνες συνθήκες- οι σημερινές πληθωρικές εξεγέρσεις μας φαίνονται ένα “Deja vu”, δηλαδή μας προκαλούν εκείνη την αίσθηση του “ήδη βιωμένου” γεγονότος, της ιστορίας που επαναλαμβάνεται, κάτι το οποίο αντιμετωπίσαμε σαν εμπειρία στο παρελθόν.

Πράγματι, οι μαζικού χαρακτήρα κινητοποιήσεις δεν είναι καινούριες . Και οι μαζικές διαδηλώσεις με αφετηρία τον Μάη του ‘68 επίσης υπήρξαν πολύμορφες και διαμόρφωσαν ένα κίνημα εξισωτικού και αντιεξουσιαστικού περιεχομένου-που δεν είχε ποτέ προβλεφθεί και ακόμη λιγότερο προωθήθηκε από πλευράς των εκκλησιών του επίσημου αναρχισμού εκείνης της εποχής- το οποίο εκτροχιάστηκε από τις πολιτικές και τις οικονομικές συνισταμένες που το γέννησαν δίνοντας με τη σειρά του ζωή σε μια πολιτισμική κρίση που εξανάγκασε σε θέση ρουά-ματ την καταναλωτική κοινωνία της πειθαρχίας και ήταν προάγγελος της κρίσης του καπιταλιστικού κόσμου της δεκαετίας του εβδομήντα και του ξηλώματος του κοινωνικού κράτους.

Μετά ακολούθησαν οι διαμαρτυρίες-εξίσου πολύμορφες-ενάντια στον πόλεμο στη χερσόνησο της Ινδοκίνας (Βιετνάμ, Λάος και Καμπότζη). Κατόπι ήλθε ο ιταλικός Μάης του ‘77, ακολουθούμενος από τις διαδηλώσεις ενάντια στα πυρηνικά όπλα και την τεχνολογία και τις κινητοποιήσεις ενάντια στη αποκαλούμενη “παγκοσμιοποίηση” σε διεθνές επίπεδο (Σηάτλ, Ουάσιγκτον, Πράγα, Κεμπέκ, Γένοβα, Θεσσαλονίκη, Βαρσοβία, Γκουνταλαχάρα) που διήρκεσαν μέχρι το 2004. Σε πιο πρόσφατη ημερομηνία είδαμε την εξέλιξη των μαζικών κινητοποιήσεων και των διαδηλώσεων που προωθήθηκαν από πλευράς του κινήματος 15-Μ, που βαπτίστηκε επίσης σαν “κίνημα των αγανακτισμένων”(2011-2015) στο Ισπανικό κράτος και, επίσης το αντίγραφο του, το κίνημα Occupy Wall Street (του 2011-2012)! Έτσι όπως ακριβώς και τις διαμαρτυρίες στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα καθώς και αυτές που πραγματοποιήθηκαν από το κίνημα Nuit debout a Paris και, ακόμη πιο πρόσφατα, αυτές που πραγματοποιήθηκαν από τους “Los chalecos amarillos”.

Παρόλο το πνεύμα αμφισβήτησης που τις εμψύχωσε και τον διάχυτο εκδηλωμένο αυθορμητισμό τους όλες αυτές οι κινητοποιήσεις (χωρίς εξαιρέσεις) εξάντλησαν τον αγέρωχο και ανυπότακτο χαρακτήρα τους αναδημιουργώντας τη μαρξιστική διαλεκτική της συντακτικής εξουσίας και κατέληξαν πιασμένες μέσα στους μηχανισμούς σύλληψης του συστήματος κυριαρχίας. Όπως μας υπενθυμίζει ο σύντροφος Μπονάνο : “Η μηχανή του ‘68 παρήγαγε τα καλύτερα στελέχη του καινούριου τεχνο-γραφειοκρατικού κράτους”. Να λοιπόν η θαυμάσια ικανότητα ενσωμάτωσης των κοινωνικών κινημάτων από πλευράς των δομών κυριαρχίας σαν ανεξάντλητη πηγή της αντίδρασης.

Έτσι λοιπόν βλέπουμε τη μεταμόρφωση του “κινήματος των αγανακτισμένων” μέσα στις πλατείες του ισπανικού κράτους σε “Podemos” που ανακηρύσσεται σε προστάτη του νόμου και της τάξης στο “όνομα των ταπεινών” ! Βλέπουμε τον Σύριζα να εγκαταλείπει τις πλατείες της Αθήνας και να εφαρμόζει τις πολιτικές λιτότητας της Ε.Ε. , να μεταλλάσσεται στον πιστό τους εκτελεστή στην κυβέρνηση. Ή το κίνημα Nuit debut στη Γαλλία να απαιτεί τη θεσμοθέτηση ενός καινούριου συντάγματος και το κίνημα Occupy Wall Street να ενισχύει τις γραμμές του Μπέρνυ Σάντερς στον αγώνα δρόμου για τον Λευκό οίκο.

Στην πραγματικότητα, αφού διηγηθήκαμε τις παρελθούσες κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες, μας προκύπτει μια κάποια αμφιβολία που μας προσκαλεί να αναρωτηθούμε αν πράγματι αντιλαμβανόμαστε ένα γεγονός “deja vu”, δηλαδή αν αληθινά η ιστορία επαναλαμβάνεται και αν έχουμε τη βεβαιότητα ότι αυτά τα γεγονότα έχουν ήδη συμβεί στο παρελθόν, ή πειραματιζόμαστε με μια αλλοίωση της μνήμης που μας κάνει να πιστεύουμε ότι θυμόμαστε καταστάσεις που δεν συνέβησαν ποτέ και στα αλήθεια, βρισκόμαστε μπροστά από ένα φαινόμενο που όχι μόνο δεν έχει εμφανιστεί ποτέ πριν, αλλά ούτε και κάποιος το είχε ονειρευτεί ποτέ ή το είχε απλά ακούσει.

Αν τον Μάη του ‘68 οι διαμαρτυρίες και οι κινητοποιήσεις εμπνεύστηκαν από την συντακτική ουτοπία-όπως ακριβώς και οι περισσότερες από τις από τις προαναφερόμενες μαζικές κινητοποιήσεις της εποχής εκείνης-είναι άλλο τόσο προφανής η απουσία ουτοπικής προοπτικής μέσα στις παρούσες κινητοποιήσεις που συνταράσσουν ολόκληρο τον κόσμο. Η οργή και η απογοήτευση δεν διαθέτουν ουτιλιταριστικά κίνητρα, ούτε πολιτικά αλλά ούτε και ιδεολογικά, είναι παράλογες, πηγαίνουν πέρα από την άρνηση της πολιτικής και αποκτούν πνοή μέσα σε μια δυστοπική δυναμική.

Αν και από ορισμένες απόψεις η διαμαρτυρία αναμιγνύεται και συγχέεται με τα αιτήματα της αποκαλούμενης “κοινωνίας των πολιτών” τα οποία ενσωματώνονται από τα κόμματα και τα συνδικάτα-πάντα έτοιμα να ανακατευτούν με την κυριαρχούσα λαϊκιστική αντίδραση-η πληθώρα του αρνητισμού που προκύπτει καθορίζει τα καταπιεσμένα πάθη και την ερωτική δύναμη της στάσης, δημιουργώντας πτητικές εξεγερσιακές υποκειμενικότητες που δίνουν ευκαιριακή πνοή στην Αναρχία, ανατρέποντας την τάξη και προκαλώντας κρίση στους μηχανισμούς σύλληψης.

ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΣΤΗ ΧΙΛΗ

Από τις 18 Οκτώβρη του τρέχοντος έτους, η Χιλή έγινε το επίκεντρο της λατινοαμερικάνικης εξέγερσης, δωρίζοντάς μας πραγματικές οδομαχίες ενάντια σε μπάτσους και στρατιώτες. Μέσα σε 15 ημέρες μιας πολυετούς εξέγερσης η γενικευμένη στασιαστική φωτιά κατόρθωσε να διακόψει την βρώμικη κανονικότητα που κυριαρχούσε μέσα στη διεφθαρμένη “μετάβαση στη δημοκρατία”, έπειτα από τόσα χρόνια φασισμού που είχαν επιβληθεί με τη φωτιά και το αίμα από την στρατιωτική-επιχειρηματική δικτατορία του στρατηγού Α. Πινοσέτ.

Χωρίς αμφιβολία η γενικευμένη εξέγερση που σήμερα βιώνει η Χιλή είναι το αναντίρρητο πρόσωπο της αποθάρρυνσης, η μηδενιστική έκφραση όποιου έχει χάσει κάθε ελπίδα, η έκρηξη της αναρχικής οργής που από τις αρχές του αιώνα είχαμε προαισθανθεί μεταξύ ενός μεγάλου αριθμού συγγενών ανατρεπτικών, ένα σύνολο συνενόχων και συνωμοτών με ενεργή παρουσία και διαδεδομένη πρακτική εμπειρία ανά τον κόσμο. Πέρα από τα αμέτρητα συνθήματα στους τοίχους από τις ελεύθερες γροθιές που δίνουν αναπνοή στην παρατεταμένη εξέγερση στις πόλεις του Σαντιάγκο, του Βαλπαραϊσο και της Κονσεψιόν, η συγκρουσιακότητα εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους στην περιοχή της Χιλής.

Στο Σαντιάγκο, πέρα από την κινητοποίηση 1εκατομυρίου 200χιλιάδων διαδηλωτών που έγινε είδηση σε όλα τα μίντια-με όλες τις επιπτώσεις της συμβολικής μεγαλοπρέπειας- συγκεκριμενοποιήθηκε η συνηθισμένη επίθεση ενάντια στις εικόνες της κυριαρχίας, εκτονώνοντας όλη την καταπιεσμένη οργή ενάντια στις καπιταλιστικές πολυεθνικές, καταστρέφοντας το εμπόρευμα, καίγοντας δεκάδες λεωφορεία της δημόσιας συγκοινωνίας, αυτοκίνητα και κτήρια, σαμποταρίστηκαν και κάηκαν σταθμοί του μετρό και πραγματοποιήθηκαν πολυάριθμες απαλλοτριώσεις σε καταστήματα και γραφεία. Συνεχίζοντας με την έφοδο ενάντια στα σύμβολα, δέχτηκε επίθεση σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις το τηλεοπτικό κανάλι TV “Mega” από πλευράς νεαρών μασκοφόρων και με εμπρηστικούς μηχανισμούς. Ένα άγαλμα προς τιμή της αστυνομίας καταρρίφθηκε στο Δήμο Μπαρνέκεα, μαζί με πολλά άλλα μνημεία-εικονογραφικά σύμβολα της κυριαρχίας-που καταστράφηκαν σε αναρίθμητες πλατείες της χώρας. Με παρόμοιο τρόπο ποτάμια από διαδηλωτές επιχείρησαν να καταλάβουν την Λα Μονέδα σε επαναλαμβανόμενες ευκαιρίες, αντιμετωπίζοντας την σκληρή απάντηση του στρατού και των καραμπινιέρων. Η έφοδος ενάντια στο μέγαρο της κυβέρνησης, έγινε ο κύριος στόχος της κοινωνικής εξέγερσης, ερεθίζοντας μια κάποια αναπόληση της κατάληψης των χειμερινών ανακτόρων η οποία θα έπρεπε να μας προβληματίσει.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ

Για ποιο λόγο θα έπρεπε να καταλάβουμε την Λα Μονέδα; Ο στόχος μας δεν είναι να καταλάβουμε κτήρια αλλά αντίθετα να τα κατεδαφίσουμε. Η, που είναι το ίδιο πράγμα: να αρνηθούμε την εξουσία. Δηλαδή, να καταστρέψουμε κάθε άποψη της θεσμοποιημένης εξουσίας και ταυτόχρονα να καταπνίξουμε κάθε καινούρια απόπειρα συντακτικής εξουσίας.

Από αυτή την οπτική γωνία πρέπει να μας γίνει πολύ σαφές ότι οι συγκλίνουσες προσπάθειες των ελάχιστα κόκκινων και πολύ πρακτόρων της αριστεράς του κεφαλαίου, με τη λειτουργία τους περί Εθνικής Ενότητας και τις αλλεπάλληλες εκκλήσεις τους στο δημοψήφισμα, για “ ένα καινούριο σύνταγμα με την υποχρεωτική συμμετοχή των πολιτών” και τον σχηματισμό μιας συντακτικής συνέλευσης ! Έτσι ακριβώς όπως και η απόπειρα χειραγώγισης από πλευράς του κινήματος Αλιέντε για ένα καινούριο Σύνταγμα! Η το απεχθές κάλεσμα του πατριωτικού μετώπου Μανουέλ Ροντρίγκεζ στους “πατριώτες στρατιωτικούς”, στους “ενσυνείδητους καραμπινιέρους”, ούτως ώστε “να υποταχθούν στο λαό και να διευκολύνουν τον αγώνα για το τέλος των κακών κυβερνήσεων”! Και επίσης οι σχιζοειδείς φωνακλάδες της Izqierda Libertaria και της “Σοσιαλισμός και ελευθερία”που καλούν στη λαϊκή ενότητα ! Όχι μονάχα βρίσκονται πολύ μακρυά από τους δικούς μας στόχους του αγώνα αλλά επίσης αντιπροσωπεύουν μια καινούρια απόπειρα να διαιωνιστεί η κυριαρχία και να σταθεροποιηθεί το κεφάλαιο “με ανθρώπινο πρόσωπο”. Μια απόπειρα την οποία πρέπει να πολεμήσουμε με την ίδια αποφασιστικότητα που πολεμάμε την θεσμοποιημένη εξουσία.

Επιπλέον, απέναντι στο πιο ριζοσπαστικό τμήμα της ένοπλης σοσιαλδημοκρατίας, το αποκαλούμενο Πατριωτικό μέτωπο Μανουέλ Ροντρίγκεζ-Αυτόνομο (FPMR-A) και το Κίνημα της επαναστατικής αριστεράς-Αντάρτικος στρατός των φτωχών (MIR-EGP), όχι μονάχα μας αντιστοιχεί να διατηρήσουμε μια απόσταση ασφαλείας αυστηρά κριτική αλλά επίσης να αξιολογήσουμε με όλα τα διαθέσιμα μέσα την πρότασή τους της Λαϊκής εξουσίας. Δυστυχώς υπάρχουν σύντροφοι και συντρόφισσες που επιμένουν αναφορικά με τον “κοινωνικό” χαρακτήρα της παρούσας εξέγερσης και διατηρούν προσδοκίες σε μια προφασιζόμενη-και ανεδαφική στις ημέρες μας-ελευθεριακή κοινωνία που, όπως σημείωσε εύστοχα ο Αλφρέντο στην προαναφερόμενη διάλεξη: “είμαι πεπεισμένος ότι ακόμη και στην περίπτωση που η αναρχία θα υλοποιούνταν, οι αναρχικοί θα συνεχίσουν να είναι κριτικοί απέναντι σε αυτή τη θεσμοποιημένη αναρχία. Διότι αυτός ο αναρχισμός θα αποτελεί ένα αναρχικό θεσμό, και είμαι σίγουρος ότι το μεγαλύτερο μέρος των συντρόφων θα είναι ενάντια σε αυτό τον τύπο αναρχισμού”.

Για πολλούς εραστές του κοινωνικού αγώνα των πολύμορφων και ιδιαίτερων ερμηνειών του αναρχισμού, πρέπει “να καταλάβουμε ότι ο αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο έχει πολλαπλά μέτωπα και μορφές αγώνα” ούτως ώστε να προχωρήσουμε “προς το μέλλον, το δικό μας μέλλον”.

Μια δήλωση που όχι μονάχα είναι δύσκολη να γίνει κατανοητή αλλά ακόμη και να χωνευτεί από τη σύγχρονη αναρχική οπτική χωρίς να υποπέσουμε σε ρεφορμιστικές θέσεις ξεκάθαρου σοσιαλδημοκρατικού προσανατολισμού. Χωρίς καμιά αμφιβολία τα μέλη της εκδοτικής συλλογικότητας αυτού του περιοδικού-και όσοι το παράγουν εδώ και έξι χρόνια-διατηρούν την πίστη τους στο “μέλλον μας” και για αυτό τον λόγο δεν διστάζουν να συνάψουν συμμαχίες με “άλλους επαναστάτες” και να συμμετέχουν σε “διάφορα μέτωπα” σε διαφορετικές “μορφές δράσης”.

Αδιαμφισβήτητα όταν συνάπτονται συμμαχίες καταλήγουμε να τροποποιήσουμε τους στόχους σε αναζήτηση της πολιτικής νομιμοποίησης του αγώνα : “ένα καλύτερο μέλλον”. Χωρίς να σκεφτούμε ότι η πίστη στο μέλλον είναι ουσιαστική για να διαιωνισθεί η κυριαρχία. Να ζούμε πάντοτε στο μέλλον είναι ακριβώς η παραδοσιακή μέθοδος για να μην ζούμε εδώ και τώρα, αποσυρόμενοι για πάντα από την αυτονόητη διαρκή σύγκρουση της συμμετοχής στον αναρχικό αγώνα. Ένα γεγονός που ο Νοβατόρε είχε ήδη επισημάνει εδώ και ένα αιώνα ! Κατά βάθος, πίσω από μια παρόμοια θέση, διαμένουν οι εκτός φάσης “συντακτικές” προσδοκίες (δηλαδή αυτές που στοχεύουν στην εγκαθίδρυση νέων θεσμών). Πιστές στο κάλεσμα του τραγουδιού των σειρήνων, διαισθανόμαστε σε αυτές, αντίγραφα του ύμνου στην ελευθερία-που παιανίζουν πάντοτε στις παραμονές της κάθε επανάστασης- , αγνοώντας ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για τίποτε περισσότερο από δοξαστικούς ύμνους στην καινούρια συντακτική εξουσία.

Παρακάτω θα ακολουθήσουν οι αφελείς αποσαφηνίσεις σαν απόπειρες προφασιζομένων κινήτρων και αιτιών των “ολισθημάτων”, των “προδοσιών” και θα επαναληφθεί μέχρι βαρεμάρας η παλιά ιστορία της “προδομένης επανάστασης”, αντί να αποσαφηνισθεί το γεγονός ότι η Επανάσταση δεν ήταν ποτέ (ούτε και θα είναι) με την πλευρά της ελευθερίας, αλλά είναι αντίθετα στην υπηρεσία της εξουσίας διότι κάθε επανάσταση (πολιτική) είναι ενδόμυχα συντακτική.

Οι Ροβεσπιέροι , η επιτροπή δημόσιας υγείας , οι Λένιν, οι Στάλιν, οι Κάστρο, η KGB, δεν είναι μεταλλάξεις και παραμορφώσεις των αποκαλούμενων “επαναστατικών διαδικασιών” αλλά αντίθετα είναι η φυσική τους συνέπεια.

Από εδώ πηγάζει η παθολογική μας εμμονή να “ξαναανακαλύψουμε” την Αναρχία, για να της αποδώσουμε στη θεωρία-αλλά κυρίως στη πρακτική-, τη χειραφετησιακή της ισχύ. Δεν υπάρχει τίποτε πιο ντροπιαστικό στις ημέρες μας από την εγκατάλειψη της Αναρχίας στο όνομα μιας χυδαίας εκδοχής του μεταμοντέρνου “ελευθεριακού κομμουνισμού” στον οποίο προσκαλούν σαν εναλλακτική. Χρειάζεται να διαλύσουμε τα φετίχ που μας διατηρούν μέσα στις γιάλες και να παραιτηθούμε από τις εναλλακτικές (από όλες τις εναλλακτικές που πωλούνται αυτή τη στιγμή στην αγορά). Κάθε εναλλακτική στην Αναρχία είναι σημάδι ότι χωλαίνουμε και μια δειλή έξοδος που οδηγεί να διαιωνίσουμε την κυριαρχία κάτω από την ύπουλη μάσκα των μεταβολών.

Δυστυχώς, η διαστρεβλωμένη έννοια της ιδεολογίας-ριζωμένη βαθειά μέσα στους κύκλους μας-εξακολουθεί να προσκαλεί πολλούς να αντιληφθούν τον αναρχισμό σαν μια υλοποίηση (που “διαρκεί για πάντα”), αντί να θεωρηθεί σωστά το γεγονός ότι πρόκειται για μια δυστοπική δυναμική η οποία μας παραχωρεί στιγμές Αναρχίας που χρειάζεται να επεκτείνουμε διαμέσου της συγκεκριμένης επίθεσης (της διαρκούς!), όμως , για να συστηματοποιήσουμε την επίθεση, για να υλοποιήσουμε την καταστρεπτική θέληση, χρειάζεται μια προληπτική οργάνωση της αναρχικής εξέγερσης ! Δηλαδή καθίσταται αναγκαία η αφορμαλιστική διάρθρωση μικρών ομάδων συγγένειας οι οποίες είναι ικανές να συντονιστούν και να παρέμβουν αναρχικά κατά τη διάρκεια ενός αυθόρμητου εξεγερσιακού κινήματος.

Έτσι και μόνο έτσι δίνουμε ζωή στην Αναρχία μέσα από αυτές τις εφήμερες διακοπές της κάθε”κανονικότητας”, επεκτείνοντας το διάχυτο πνεύμα της ανομίας, επεκτείνοντας το χάος μέχρι τις έσχατες συνέπειες, καταστρέφοντας την εργασία και όλους τους πυλώνες της κυριαρχίας.

Όπως μας υπενθυμίζει το Άσπρο κουνέλι (Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων): Για πάντα μερικές φορές διαρκεί μονάχα μια στιγμή και είναι μέσα σε αυτό το κομμάτι του χρόνου που πρέπει να κατεδαφίσουμε όλες τις γέφυρες της επιστροφής, να κάψουμε τα πλοία της υποχώρησης και να πυρπολήσουμε το εμπόρευμα, να κατεδαφίσουμε τον μηχανισμό της ενσωμάτωσης . Για να το επιτύχουμε πρέπει να βρισκόμαστε σε ετοιμότητα, ακόμη και αν υλοποιηθεί μονάχα μια μικρή και εφήμερη στιγμή Αναρχίας, ενσυνείδητοι του γεγονότος ότι η υλοποίησή της είναι μονάχα εφήμερη.

Ο στόχος δεν είναι να αγωνιστούμε για να εγκαθιδρύσουμε τον αναρχισμό. Η ουσία του αγώνα μας είναι να βιώσουμε την Αναρχία μέσα στον καθημερινό αγώνα με αυτό το ζωτικό πάθος που ξεχυλίζει και ενδυναμώνει την ανυποχώρητη δράση μας, υπενθυμίζοντας διαρκώς στους νικητές του παρόντος ότι δεν θα καταφέρουν ΠΟΤΕ να κοιμηθούν ήσυχοι.

Γκουστάβο Ροντρίγκεζ, Πλανήτης γη, Νοέμβρης 2019


Πηγή : athensindymedia

The Blast: ΣΤΗΝ ΑΡΕΝΑ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΩΝ

Η σημερινή συγκυρία διακρίνεται από μια υψηλή σύγκρουση συμβολισμών και αναπαραστάσεων. Η νέα πολιτική διαχείριση έχει κτίσει το κοινό της, έχει βρει το ακροατήριο της στη συσπείρωση των κοινωνικών μπλοκ της εθνικοφροσύνης και της νομιμοφροσύνης και πλέον επιχειρεί να επιβάλει την αισθητική της παντού ώστε να εκπληρώσει τον επιπλέον διακηρυγμένο στόχο της: την εξάλειψη κάθε ίχνους της αποκαλούμενης και ως μετά-πολιτευτικής πολιτικής ηγεμονίας της αριστεράς. Το αποτέλεσμα; Να οδεύουμε προς ολοταχώς προς μια κοινωνία στα πρότυπα της αισθητικής αρκετά παλιότερων δεκαετιών, δεκαετιών όπου κυριαρχούσε η αισθητική του μικροαστικού καθωσπρεπισμού, δεκατιών οπώς αυτή του ’50 και του Νόμου 4000.

Η αυστηρή αστυνομική επόπτευση των χώρων θεάματος και διασκέδασης, η πολιτική κάλυψη σε όλες τις περιπτώσεις ακραίας αστυνομικής αυθαιρεσίας και κατάχρησης εξουσίας, ακραίας ακόμα και για τα συντηρητικά αντανακλαστικά, οι δηλώσεις πολιτικών προσώπων περί υιοθέτησης αυστηρού νομοθετικού πλαισίου όσον αφορά τον ενδυματολογικό κώδικα στα σχολεία, η διαρκής δημοσιογραφική κάλυψη της καλαισθησίας των κυβερνητικών στελεχών σε αντίθεση με τη μπανάλ αισθητική των προηγούμενων, η μόνιμη επωδός περί επιστροφής στην κανονικότητα, η ανάγκη επιβεβαίωσης του τρίπτυχου Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια, επιβεβαιώνουν ότι ζούμε σε μια εποχή οπισθοχώρησης ακόμα και του mainstream προοδευτικού χώρου με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό. Και δυστυχώς αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων ότι η συντήρηση κερδίζει έδαφος, ένα έδαφος που θεωρούσαμε αυτονόητο, εξασφαλισμένο και εκτός κινδύνου έχοντας ξεχάσει ότι ο κοινωνικός ανταγωνισμός δεν αφορά αποκλειστικά ζητήματα ταξικής ατζέντας αλλά και ζητήματα που άπτονται αξιακών και ηθικών συγκρούσεων.

Ο κοινωνικός πόλεμος επομένως είναι και μια διαρκή μάχη ανάμεσα σε σημεία, μια σύγκρουση δηλαδή συμβολισμών μέσα από την οποία αναμετριώνται εικόνες, νοήματα και σημασίες για να κερδίσουν χώρο στο κοινωνικό πεδίο. Σε αυτή τη σύγκρουση κάθε πλευρά αναζητά το δικό της αφήγημα και προσπαθεί να το ισχυροποιήσει μέσα από τη δράση της στο δημόσιο χώρο, την οποία και διαφημίζει ακριβώς ως προϊόν πολιτικής συνέπειας.

Το αφήγημα των κρατούντων σήμερα είναι η με κάθε μέσο τήρηση της τάξης και της νομιμότητας και η επαναφορά της κανονικότητας. Μιας κανονικότητας όπου η εξουσία θα επιβεβαιώνει την παρουσία της παντού ακόμα και αν αυτό προϋποθέτει ότι ο Δήμος της πρωτεύουσας θα χρησιμοποιεί μέρους του Προϋπολογισμού για να στέλνει καθημερινά συνεργεία καθαρισμού συνοδεία ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας να καθαρίζει μάρμαρα στην ίδια πλατεία. Κομμάτι της ίδιας λογικής είναι και η μάχη των εορταστικών στολισμών στην ίδια πλατεία που αναμένεται να καταλήξουν σε μια ακόμα γκροτέσκα αστυνομική επιχείρηση στην οποία θα ξαναδούμε αστυνομικές δυνάμεις να φρουρούν Χριστουγέννιατικα δέντρα. (“Ο φόβος τώρα των Αρχών, όσο απλοϊκό και αν ακούγεται, είναι τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στο κέντρο της πρωτεύουσας και οι χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις.
Χαρακτηριστική είναι η φράση αξιωματικού της ΕΛΑΣ:
«Προσέξτε να μη δούμε φωτογραφίες με χριστουγεννιάτικα δέντρα να φλέγονται ” http://www.bloko.gr/2019/12/blog-post_210.html?m=1)

Οι εκκενώσεις των κατάληψεων υπάγονται και αυτές στο ίδιο αφήγημα περί αναγκαιότητας εξαφάνισης κάθε εστίας ανομίας. Δίοτι και αυτό είναι ζήτημα μεταξύ άλλων αισθητικής και ευπρέπειας όπως πρόσφατα τόνισε ο Δήμαρχος Βόλου Αχιλέας Μπέος ( “Δώσανε 15 εκατ. ευρώ για την ανακατασκευή του κτιρίου στην πίσω πλευρά και δεν άγγιξαν την μπροστινή, επειδή έχουν κάνει κατάληψη οι κοπρίτες. Περνά από μπροστά ο κόσμος και βλέπει βρακιά και κάλτσες να κρέμονται.” https://www.taxydromos.gr/m/m_article.php?id=352833)

Οι δηλώσεις τοπικών αρχόντων και πολιτικών αξιωματούχων δείχνουν πως βασικό κομμάτι της αντίληψης τους για την κανονικότητα κατέχει η αισθητική της Τάξης. Η ύπαρξη Τάξης πρέπει διαρκώς να επιβεβαιώνεται σε κάθε δρόμο, σε κάθε πλατεία, σε κάθε στενό μέσα από την αισθητική ελέγχου, επιτήρησης και αποστείρωσης. Κάμερες, στρατιωτικοποιημένες αστυνομικές δυνάμεις, φωτισμένες πλατειές, πάρκα, δρόμοι και ηχητικά εφέ αστυνομικών σειρήνων, βόμβων ελικοπτέρου, διαβιβάσεων ασυρμάτων.

Όταν η κατάσταση γίνεται τόσο ασφυχτική, τόσο πνιγηρή, τόσο φαινομενικά μη αναστρέψιμη ο εικονοκλαστικός χουλιγκανισμός φαίνεται μονόδρομος. Κάθε πράξη σε αυτά τα πλαίσια, όσο μικρή ή μεγάλη κι αν είναι, τραυματίζει την αισθητική της κυριαρχίας. Τραυματίζει το αφήγημα ότι η εξουσία είναι -ή ότι δύναται να είναι- παντού, και ανατρέπει την εικόνα της παντοδυναμίας της και της δυνατότητας εξασφάλισης της Τάξης. Ακόμα την καθιστά και αποτυχημένη εξωθώντας την σε ακόμα πιο ακραία μέτρα που θα τη γελοιοποιήσουν αποκαλύπτωντας ότι είναι “γυμνή”, αναγκάζοντας την σε σπασμωδικές κινήσεις που θα προκαλέσουν ευρύτερη κοινωνική πόλωση.

Αν κυρίαρχη στρατηγική τους είναι να χτυπούν σκληρότατα κάθε μικρή εκδήλωση αταξίας για να προλάβουν μην εξελιχθεί σε κύμα (θεωρία σπασμένων τζαμιών), μάλλον απαιτείται από τη δική μας πλευρά το ακριβώς ανάποδο: μια γεωμετρικά ασύμμετρη ανάπτυξη πρακτικών αταξίας ακόμα και της ελάσσονος έντασης, ακόμα και αν είναι εντελώς εικονοκλαστικές, ακόμα και αν στρέφονται ενάντια σε καθαρά μάρμαρα πλατειών, χριστουγεννιάτικα δέντρα, αστικές υποδομές, ΜΜΜ ή οπουδήποτε μπορεί να ραγίσει η βιτρίνα της κανονικότητας.

Γιατί σε ένα τέτοιο πόλεμο φθοράς δεν νικάνε οι δυνατοί. Νικάνε οι τρελοί και οι ευτυχισμένοι. Όπως άλλοτε.


Πηγή: theblast

Émile Armand – Το να νιώθεις ζωντανός

I. Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, η περίοδος των εκλογών βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Οι τοίχοι είναι σοβατισμένοι με αφίσες κάθε χρώματος, στις οποίες οι άνθρωποι ισχυρίζονται πως είναι όλων των σημαιών, όλων των “αποχρώσεων” της πολιτικής άποψης. Ποιος δεν έχει το κόμμα του, το πρόγραμμά του, την επαγγελματική πίστη του; Ποιος δεν είναι είτε σοσιαλιστής, είτε ριζοσπάστης, είτε προοδευτικός, είτε φιλελεύθερος, είτε “με την αναλογία” – η νέα μόδα; Η αποκήρυξη του εαυτού είναι η μεγάλη νόσος του αιώνα. Όλοι ανήκουν σε μια ένωση, ένα σωματείο, ένα κόμμα. Όλοι μοιράζονται τις γνώμες, τις πεποιθήσεις και τον τρόπο συμπεριφοράς των άλλων. Όλοι καθοδηγούνται, οπαδοί, μαθητές, σκλάβοι μα ποτέ ο εαυτός τους.

Είναι αλήθεια ότι κάτι τέτοιο επιβαρύνει λιγότερο. Το να ανήκει κάποιος σε ένα κόμμα, το να υιοθετεί το πρόγραμμα κάποιου άλλου, το να προσαρμόζεται σε ένα συλλογικό τρόπο συμπεριφοράς σημαίνει πως αποφεύγει το να σκέφτεται, να αντανακλά και να δημιουργεί τις δικές του ιδέες. Σημαίνει το να απαλλάσσεται από το να δρα αφ’ εαυτού του. Είναι ο θρίαμβος της διάσημης θεωρίας του “λιγότερου κόπου”, για την αγάπη της οποίας τόσο ανόητα πράγματα έχουν ειπωθεί και γίνει.

Κάποιοι αυτό το αποκαλούν ζωή. Πράγματι: το μαλάκιο ζει, το ασπόνδυλο ζει, ο λογοκλόπος, ο μιμητής και ο φλύαρος όλοι ζουν. Ο αρουραίος, ο προδότης, ο συκοφάντης και ο κουτσομπόλης όλοι ζουν. Ας τους αφήσουμε λοιπόν και ας ονειρευτούμε όχι μόνο το να ζούμε αλλά και κάτι περισσότερο: ” το να νιώθουμε ζωντανοί”.

II. Το να νιώθουμε ζωντανοί δε σημαίνει μόνο το να γνωρίζουμε ότι επιτελούμε τακτικά τις λειτουργίες που συντηρούν το άτομο (και , αν θέλετε, το είδος). Ούτε το να νιώθουμε ζωντανοί σημαίνει να ζούμε τη ζωή μας μέσα σε ένα στενό πλαίσιο σύμφωνα με ένα σοφό βιβλίο γραμμένο από κάποιον συγγραφέα που δε ξέρει τίποτα για τη ζωή εκτός από τις παραισθήσεις, τις δοκιμασίες και τις εξισώσεις της. Το να νιώθεις ζωντανός σίγουρα δεν είναι το να βαδίζεις στα χαλικόστρωτα δρομάκια ενός δημόσιου κήπου, ενώ τα ιδιότροπα μονοπάτια των άγριων θάμνων σε καλούν.Το να νιώθεις ζωντανός σημαίνει να δονήσαι, να ενθουσιάζεσαι, να ανατριχιάζεις με το άρωμα των λουλουδιών, το τραγούδι των πουλιών, τον πάταγο των κυμάτων  το ουρλιαχτό του ανέμου, τη σιωπή της μοναξιάς, την πυρετώδη φωνή από τα πλήθη. Το να νιώθεις ζωντανός σημαίνει να συναισθάνεσαι το λυπητερό άσμα του βοσκού όσο και την αρμονία των μεγάλων οπερών, την απαστράπτουσα επιρροή ενός ποιήματος όσο και τις απολαύσεις του έρωτα.

Το να νιώθεις ζωντανός σημαίνει να καθιστάς συναρπαστικές εκείνες τις λεπτομέρειες της ζωής που αξίζουν τον κόπο. Να κάνεις το τελευταίο ένα εφήμερο πείραμα και το πρώτο ένα πείραμα που πετυχαίνει. Και όλα αυτά χωρίς περιορισμούς, χωρίς κάποιο πρόγραμμα που να έχει επιβληθεί από πριν. Σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία σου, το πως αισθάνεσαι εκείνη τη στιγμή, την αντίληψη σου για τη ζωή.

III. Μπορεί κάποιος να σκεφτεί πως είναι αναρχικός και να αδρανήσει. Να καθρεφτίζει την εφημερίδα του, τον αγαπημένο του συγγραφέα, την ομάδα του. Κάποιος μπορεί να πείσει αυθεντικά και βαθιά τον εαυτό του πως είναι ένα  δεύτερης ή τρίτης τάξης συμπλήρωμα ή ένας ξένος.

Όντας δεμένος στο ζυγό μιας “αναρχικής” ηθικής σημαίνει πως θα είσαι για πάντα δεμένος κάτω. Όλες οι a priori ηθικές είναι ίδιες: είτε θεοκρατική. είτε αστική, είτε κολεκτιβιστική, είτε αναρχική. Το να βρίσκεσαι “διπλωμένος” σε έναν κανόνα συμπεριφοράς που βρίσκεται σε αντίθεση με την κρίση, τη λογική και την εμπειρία σου, με αυτά που απολαμβάνεις και επιθυμείς, με πρόσχημα ότι αυτός είναι ο κανόνας που διαλέχτηκε από όλα τα άτομα της ομάδας, είναι μια πράξη ενός καλόγερου όχι ενός αναρχικού. Δεν είναι συμπεριφορά ενός αρνητή της εξουσίας το να φοβάται την απώλεια  της υπόληψης του ή την αποδοκιμασία του κύκλου του. Το μόνο που μπορεί να σου ζητήσει ένας σύντροφος είναι να μην καταπατάς τη ζωή του. Δε μπορεί να πάει πιο πέρα.

VI. Ένας βασικός όρος για να “νιώθεις ζωντανός” είναι να ξέρεις να εκτιμήσεις τη ζωή. Η ηθική, οι αισθήσεις, οι κανόνες συμπεριφοράς, τα συναισθήματα, οι γνώσεις, οι ικανότητες, οι γνώμες, τα πάθη, το νόημα, το μυαλό κ.α. – τόσοι τρόποι που πας επιτρέπουν να προσεγγίσουμε τη ζωή μας. Τόσοι υπηρέτες υπό τις διαταγές του “εγώ”, ώστε αυτό να αναπτυχθεί και να εκταθεί. Κατέχοντας τις όλες, ο ενσυνείδητος  ” αρνητής της εξουσίας” δεν κατέχεται από καμία. Όταν υποκύπτει  είναι εξαιτίας της έλλειψης εκπαιδευμένης θέλησης. Αλλά αυτό διορθώνεται. Ο εκπαιδευμένος που βρίσκεται “πέρα από την κυριαρχία” δεν είναι δειλός. Απολαμβάνει τα πάντα, δοκιμάζει τα πάντα μέσα στα όρια της ατομικής του εκτίμησης. Γεύεται τα πάντα και τίποτα δεν του είναι απεχθές, αρκεί να διατηρεί την ηθική του ισορροπία.

Μόνο ο αναρχικός μπορεί να νιώσει τον εαυτό του ζωντανό, γιατί είναι μοναδικός μεταξύ των ανθρώπων, ο μόνος του οποίου η εκτίμηση για τη ζωή έχει την πηγή της στον εαυτό του, χωρίς την ακάθαρτη πρόσμιξη με μια εξουσία επιβεβλημένη από αλλού.

“Το να νιώθεις ζωντανός” είναι έργο του Γάλλου αναρχοατομικιστή  Émile Armand και εκδόθηκε στην αναρχική έκδοση “L’Ère nouvelle 46″, στα μέσα του Απρίλη του 1910.