Νιχιλιστές ενάντια στην κοινωνική συνοχή. Μια οφειλόμενη τοποθέτηση.

Λάβαμε 5/4/2020

Μια οφειλόμενη τοποθέτηση

”Έχω λίγο πυρετό εδώ και κάποιες μέρες· υποφέρω ή καλύτερα αισθάνομαι λυπημένος. Από που έρχονται αυτές οι μυστήριες επιδράσεις που αλλάζουν αποθαρρύνοντας την ευτυχία και την αυτοπεποίθηση μας σε θλίψη; Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ο αέρας, ο αόρατος αέρας είναι γεμάτος από άγνωστες Δυνάμεις, στων οποίων την μυστήρια παρουσία υποτασσόμαστε. Ξυπνάω γεμάτος ευθυμία, με διάθεση μέσα απ’ την καρδιά μου να τραγουδήσω. -Γιατί;- Κατεβαίνω προς την όχθη του ποταμού· και ξαφνικά, μετά από μια μικρή βόλτα, επιστρέφω λυπημένος, σαν κάποια συμφορά να με περίμενε στο σπίτι. -Γιατί;- Είναι ένα κρύο αεράκι που, αγγίζοντας το δέρμα μου, έχει κλονίσει τα νεύρα μου και συσκοτίσει την ψυχή μου; Είναι το σχήμα των συννεφών, ή το χρώμα του ουρανού, το χρώμα των γύρω πραγμάτων, τόσο ευμετάβλητο, που, περνώντας μπρος από τα μάτια μου, προβληματίζει την σκέψη μου; Ποιος ξέρει; Όλα αυτά που μας περιτριγυρίζουν, όλα αυτά που βλέπουμε χωρίς να κοιτάμε, όλα αυτά που μας αγγίζουν χωρίς να το ξέρουμε, όλα αυτά που αγγίζουμε χωρίς να τα ψηλαφίζουμε, όλα αυτά που συναντούμε χωρίς να τα ξεχωρίζουμε, έχουν πάνω μας, πάνω στα όργανα μας και, μέσω αυτών, πάνω στις ιδέες μας, πάνω στην ίδια την καρδιά μας, γρήγορες, αιφνίδιες και ανεξήγητες επιδράσεις;”

Γκυ ντε Μωπασσάν

”Ο τροχος του πεπρωμενου κυλαει προς το τελος, η γεννηση της πολης τραβαει προς το μερος της τον θανατο. Η σχεση αναμεσα στην αρχη και στο τελος, αναμεσα στο αγροτοσπιτο και το οικοδομικο τετραγωνο ειναι αναλογη με εκεινη μεταξυ της ψυχης και της ευφυιας, μεταξυ του αιματος και της πετρας. Αλλα δεν ειναι τυχαιο οτι ο χρονος ειναι μια λεξη που δηλωνει τη μη αντιστρεψιμοτητα. Εδω ολα τραβουν μπροστα, τιποτε δεν γυριζει πισω.”

Όσβαλντ Σπένγκλερ

Προφήτες του καιρού – Ο άνεμος στην κοιλάδα και οι γνώμες της αγοράς της σήμερον δεν δείχνουν τίποτε από αυτό που έρχεται, αλλά μόνο για εκείνο το οποίο συνέβη ήδη.

Φρίντριχ Νίτσε

Αν δεν με έλκει το μυστήριο, είναι γιατί τα πάντα μου φαίνονται ανεξήγητα – τι λέω; Είναι γιατί ζω το ανεξήγητο και έχω μπουχτήσει.

Εμίλ Σιοράν

Το κείμενο αυτό δε φιλοδοξεί να αποτελέσει άλλη μία προσθήκη στον αχταρμά των εμφανιζόμενων πολιτικών αναλύσεων και προγνώσεων στον απόηχο της λήψης έκτακτων μέτρων προς “αντιμετώπιση της πανδημίας”. Αποσκοπεί περισσότερο στην κατάθεση κάποιων προσωπικών, κάπως περισσότερο συναισθηματικών εντυπώσεων, και την κοινοποίησή τους διαμέσου κειμένου σε ανθρώπους με παρόμοιους προβληματισμούς και συμπεράσματα. Εμφανής θα είναι η -ίσως αρκετά αιχμηρή- κριτική σε συνηθισμένες στάσεις και αντιδράσεις απέναντι στην εξάπλωση της κρίσης στους κοντινούς μας χώρους. Αυτό κυρίως συμβαίνει γιατί εκεί που οι πολλοί αντιλαμβάνονται ευκαιρίες να δοκιμάσουν τις ιδέες τους ενάντια στον κοινωνικό λήθαργο, εμείς επιλέγουμε να αντιλαμβανόμαστε ευκαιρίες να ανανήψουμε από τον δικό μας λήθαργο, συγκρουόμενοι άμεσα με τις ιδέες των πολλών για την κοινωνία. Αν δεν ξεκινήσουμε επαναξιολογώντας τις δικές μας θεωρίες, αντιλήψεις και προτάσεις, εκμεταλλευόμενοι τη σύγκρουση με την εισαγωγή των δραστικών αυτών αλλαγών, τότε οι ευκαιρίες για κάτι τέτοιο στο μέλλον θα λιγοστέψουν περισσότερο. Η κρίση, μέσα σε όλα, απέδειξε την ανετοιμότητα και την αδυναμία του αναρχικού χώρου να σταθεί πολεμικά και ξέχωρα από τις κρατικές πολιτικές σε μία κατάσταση γενικευμένης αναταραχής, κι αν δεν εξαχθούν πολύτιμα συμπεράσματα… κάθε κρίση και χειρότερα.

Υπάρχουν δύο συνήθεις ανθρώπινες αντιδράσεις όταν το κρηπίδωμα πάνω στο οποίο έστεκαν οι βεβαιότητές μας αμέριμνα καταρρέει, παρασέρνοντάς τις στον βυθό της αβεβαιότητας. Δύο αντιδράσεις επιφανειακά εντελώς αποκλίνουσες, αλλά στο σύνολό τους πυροδοτημένες από ομοούσια συναισθήματα, και γι’ αυτό σε άμεση εξάρτηση η μία από την άλλη. Συναποτελούν δύο από τους πυλώνες στήριξης της μαζικής κοινωνίας ώστε να συνεχίσει να σκεπάζει τους ορίζοντες κάθε ανθρώπινου σχετίζεσθαι.

Αναφερόμαστε αφενός στον πανικό, τον φόβο, την τρομοϋστερία και την παραφιλογογία γύρω από τα αίτια και τις επιπτώσεις των εξελίξων, και αφετέρου στην εικοτολογία, την αισιοδοξία, τον πολιτικαντισμό, τις προφητείες και τις πομπώδεις διακηρύξεις αναφορικά με το μέλλον της ανθρωπότητας. Οι αντιδράσεις αυτές απαντώνται σε όλο το φάσμα των κοινωνικών τάξεων, υπερβαίνοντας σύνορα, φύλα, μόδες, πολιτικά στρατόπεδα και ιδεολογίες, προσαρμοζόμενες στον ιδιαίτερο λόγο της κάθε ομάδας, και κάνοντας ορατή -έστω και αμυδρά- τη συγκολλητική ουσία στα θεμέλια του κυριαρχικού πολιτισμού. Είτε πρόκειται για τρόμο μπροστά στην κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής ή για φόβο για την ενδεχόμενη έλευση ενός Οργουελικού κράτους, πολλοί τρομοκρατήθηκαν μόλις η κανονικότητα κλονίστηκε, και αναζήτησαν απαντήσεις. Είτε πρόκειται για την κοινωνική οδοσήμανση απ’ τους πολιτικούς ηγέτες των δημοκρατικών ομοιομάτων ή απ’ τους επαναστάτες προφήτες των μελλοντικών εξεγέρσεων, οι οποίοι, σαν έτοιμοι από καιρό, παρουσιάστηκαν απευθείας στη σκηνή ως οι καλοθελητές της. Μία λειτουργική και ανταποδοτική σχέση μεταξύ των οργανικών αυτών αντιδράσεων προκειμένου να αναχαιτιστεί η επελαύνουσα ταραχή… “Μόλις παρέλθει θα λογαριαστούμε”, λένε, και κλείνουν το μάτι ο ένας στον άλλον.

Άλλωστε, αν κάτι απέδειξε περίτρανα η παρούσα πανδημία και το ντόμινο πολιτικο-οικονομικών εξελίξεων, είναι το πόσο επηρμένες, ιδεοληπτικές και κενόδοξες είναι οι πεποιθήσεις όλων μας πως με κάποιον τρόπο εξαιρούμαστε από τον ιστορικό ορίζοντα της εποχής μας. Πόσο τυφλές και αυτάρεσκες είναι όλες οι βεβαιότητες της πλειοψηφίας πως υψωνόταν σε κάποιον υπερ-ιστορικό άμβωνα κριτικής, κηρύττοντας από εκεί τις προφητείες της για τη ροή της ιστορίας με τη σιγουριά μαθηματικού. Όμως, ακριβώς αυτή η διαφωτιστική μανία της εξαίρεσης και της κριτικής αυθεντίας πόσο απηχούσε το πνεύμα της εποχής μας άραγε; Η πρόδηλη κριτική αντικειμενοποίηση της ιστορίας δεν είναι ίδια με την αντικειμενοποίηση που μετατρέπει τα ζώα σε θερμίδες, τον αέρα και τον ήλιο σε joule, τους καρπούς και τους πόρους σε ποσοστά κέρδους; Δεν είναι η ίδια που μετατρέπει την ιστορία σε αιτιοκρατικές αλληλουχίες πλήρως υπαγόμενες στη δικαιοδοσία του πολιτικού Λόγου; Η ίδια που τη μετουσιώνει ως διαδικτυακά δεδομένα και επίχρισμα μανιφέστων απαραίτητων για την τροφοδότηση της δημοκρατικής μηχανής και του κοινωνικού εργοστασίου; Δεν είναι εμφανείς, στιγμές σαν κι αυτές, οι λεκέδες αίματος της καθημαγμένης διαλεκτικής του διαφωτισμού;

Τα αυλακώματά τους: τέρψη βαθιά για τα μάτια μας, αντίκρυ στις αναταραχές της εποχής μας. Τι άλλο να μας ευχαριστούσε περισσότερο από την κοινή στους ανθρώπους αναστάτωση, ελέω μιας κρίσης που υπάγει και χωνεύει τις υπερυψωμένες διαφορές των όσων καλομάθανε στη “μοναδικότητά” τους, προσγειώνοντάς τους στο ορμέμφυτο, στη γυμνή ζωή, στο μιαρό ζωώδες που πασχίζουν να εκλεπτύνουν ή να φτιασιδώσουν; Έτσι, ξεδιπλώνεται μπροστά μας το αιώνια επαναλαμβανόμενο ζωικό φιλοτέχνημα. Ο ζόφος του ανεξερεύνητου μέλλοντος επισκιάζει τις φαεινές ψευδαισθήσεις μας. Ο πηγαίος φόβος επανασυνδέει το “άφθαρτο” σώμα με την τρωτότητά του. Η ανάγκη ανάδειξης αισιόδοξων προοπτικών μάς κάνει να ξανασυναντηθούμε ανεπαίσθητα στους πιο κοινούς μας αδιόρατους τόπους. Διαταξικά, γιατί ο τρόμος δεν κάνει τέτοιες διακρίσεις. Ομοίως με τα σκιρτήματα και τις φρικιάσεις μας.

Δεν ικανοποιούμαστε λιγότερο με τον τρόμο του γείτονά μας απ’ ότι με τον τρόμο των αφεντικών. (ίσως με τον δεύτερο να ικανοποιούμαστε λίγο περισσότερο, ομολογουμένως). Δε λοιδορούμε λιγότερο τις απονενοημένες προσπάθειες των κυρίαρχων να μη συντριφθούν από το απροσδιόριστο μέλλον, απ’ ότι τις κενές υποσχέσεις των επαναστατών ιεροκηρύκων να τους συντρίψουν. (ίσως πάλι να λοιδορούμε λίγο περισσότερο τους δεύτερους). Δεν καυχιόμαστε πως περιβαλλόμαστε από λιγότερο σκοτάδι σε σύγκριση με τους προαναφερθέντες, αλλά παραδεχόμαστε πως δε μας πλάνεψε ποτέ το φως. Ό,τι μισήσαμε πάνω σε αυτόν τον κόσμο δεν περιχαρακώνεται αποκλειστικά σε ταξικά, φυλετικά ή πολιτισμικά σύνορα, εντοπίζοντας εκφάνσεις του ουκ ολίγες φορές ακόμα και στις πιο οικείες μας συνήθειες. Διαθέτοντας τα κριτήριά μας και στρέφοντάς τα εναντίον των στοιχείων αυτών, συμπεριφορών και πρακτικών, πώς να μην απολαύσουμε τον αλαφιασμένο, φοβισμένο τους χορό σήμερα;

Η ασφάλεια λαμβάνεται ως μέτρο απέναντι στον φόβο, όπως οι απαντήσεις κατευνάζουν την περιέργεια και την αγωνία. Οι κρατικές πολιτικές αντιμετώπισης της “υγειονομικής κρίσης” δεν αποσκοπούν να απαντήσουν σε διαφορετικά ερωτήματα απ’ ότι πολλές κοινωνικές επαναστατικές προτάσεις, απλά το κάνουν διαφορετικά, υπέρ διαφορετικών πληθυσμιακών συνόλων. Αναπαράγεται αυτούσια η απαραίτητη πολιτική σχέση εξάρτησης, ώστε να διαιωνιστεί η μαζική κοινωνία, να νομιμοποιηθεί η αντιπροσώπευση και να μείνει στο απυρόβλητο το υπάρχον διαφωτιστικό, τεχνο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, δίχως να καταλυθεί η αξιολογική του κλίμακα.

Άπλετες ερωτήσεις και ικανοποιητικός αριθμός δυνατών απαντήσεων σε αυτές. Μεταξύ τους, μερικά σημεία στίξης απόσταση, και τίποτα παραπάνω. Ο ρόλος του ενός δεν ευδοκιμεί χωρίς την πρακτική του άλλου. Κι αν, περιστασιακά, ο ένας υπονομεύει και χλευάζει τον άλλον, συμβαίνει γιατί υπάρχει κοινό συμφέρον να διατηρηθεί η απόσταση, προκειμένου να καταφάσκουν αμφίδρομα στην ταυτότητά τους. Σπάνια κάποιος διερωτάται σχετικά με το περιεχόμενο του στοχασμού.

Η κρίση του συστήματος είναι δική μας; Ο ανθρωπισμός τελικά είναι θεμιτός ως εργαλείο ανάγνωσης της πραγματικότητας; Η άρνησή μας να γίνουμε ειλικρινείς σχετικά με τις καταστροφικές συνέπειες που υπονοούνται στον πόλεμό μας ενάντια στη σημερινή μορφή του κόσμου, τι αποδεικνύει για τον εαυτό μας; Σε πόσο μεγάλο βαθμό είμαστε ζωτικά -και όχι επιδερμικά- δεμένοι με το υπάρχον και τις αξίες του; Πρέπει το εννοιολογικό κατασκεύασμα της πανανθρώπινης κοινότητας να επιβιώσει, αν αυτό συνεπάγεται τη διατήρηση της σημερινής κοινωνικής οργάνωσης; Μπορεί η κοινωνική αλληλεγγύη να είναι η απάντηση στις καπιταλιστικές κρίσεις ή αποτελεί εργαλείο του κόσμου του κεφαλαίου για να αναπροσαρμοστεί η βάση του στις νέες συνθήκες, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις θεμελιώδεις κοινωνικές κατηγορίες; Μπορούμε να συμβιβαστούμε με την θνητότητα και τις πραγματικές, μη εξιδανικευμένες απολήξεις ενός πολέμου; Έχουμε τη δύναμη να διατρανώσουμε τις απορίες μας;

Αυτά ίσως είναι ένα αντιπροσωπευτικό ψιχίο επίκαιρης αναρχικής προβληματοποίησης.

Η θέση αυτή από μεριάς μας δεν έρχεται να δώσει απαντήσεις στα προσήκοντα στη σημερινή κοινωνία ερωτήματα, αλλά να προβληματιστεί σχετικά με το πώς γεγονότα διαλυτικά για τη σημερινή τάξη προβληματοποίησης θα μας επιτρέψουν δυνητικά να αναδείξουμε μια νέα, σε διαφορετικές βάσεις. Συγκαταλέγεται και αυτό στις πιθανές κατευθυντήριες απαντήσεις απέναντι σε μια κρίση; Μπορεί. Αλλά εμείς δεν αποποιηθήκαμε την αρραγή σύνδεσή μας με την υπάρχουσα πραγματικότητα, παρά μόνο αναζητούμε οδούς και γραμμές διαφυγής από την αναπαραγωγή των σημερινών ανθρωπότυπων. Και, για να το πετύχουμε αυτό, είμαστε αποφασισμένοι να εκμηδενίσουμε βαθιά και χωρίς διακρίσεις.

Και ναι λοιπόν, απομακρυνόμαστε από και περιφρονούμε όσους πανικόβλητοι, εν μέσω καταιγίδας, είναι πρόθυμοι να σώσουν την κιβωτό της ανθρωπότητας. Ακόμα περισσότερο χλευάζουμε τους επίδοξους αντικαταστάτες των εξαφανισμένων ή αποτυχημένων καπετάνιων. Αν, ενδεχομένως, αποβλέπουν στην κατάληψη της ηγεσίας, δεν έχουν να φοβούνται ανταγωνισμό από τα “αντικοινωνικά μιάσματα”, αλλά ας μην αυταπατώνται αφυώς πως θα στελεχώσουμε τις μάταιες προσπάθειές τους ή θα ευνοηθούν από τη συναίνεσή μας. Το νου σας, τυφλοπόντικες κάθε επαναστατικής πρωτοπορίας.

Κάθε πολιτισμός αντιμετωπίζει τις προσιδιάζουσες στο ενδιαίτημά του κρίσεις. Αν ο σημερινός φρόντισε να αφανίσει ή να εξορκίσει τον φόβο για τα ξεσπάσματα και τους κινδύνους της απρόβλεπτης και αφερέγγυας φύσης, με όπλο του την ανάπτυξη μιας γνώσης εύτακτης, λειτουργικής και αποδοτικής ως προς την εγκαθίδρυση του οικονομικού του μηχανισμού, αυτό δε συνεπάγεται πως θα είναι αμετάκλητα ασφαλής από τις συμφορές του παγκόσμιου νόμου της εντροπίας. Αυτός, θα βρίσκει τρόπους να εμφανίζεται πάντα, εκμεταλλευόμενος κάθε χαραμάδα τρωτότητας της ανθρώπινης φύσης και της ζωής, όσο κι αν κάθε εξουσιαστικό σύμπλεγμα βαυκαλίζεται για το αντίθετο, εξαίροντας την ισχύ του. Όλα απόλλυνται στην πυρά του χρόνου, ανεξαρτήτως αν εμείς πολύ συχνά επιθυμούμε να συμβάλλουμε στην επιτάχυνση της διαδικασίας.

Όλες οι κοινωνίες θωρακίζονται, παλεύουν, και εν τέλει χάνουν τη μάχη με τη φθορά, ενδίδοντας στο τραγούδι της αΐδιου σειρήνας, και βαδίζουν έως ότου ανταμώσουν το τέλος τους. Γιατί κάθε τέλος και ολοκλήρωση. Κάτι ακατάληπτο βέβαια για τα παιδιά της απειρότητας. Ζηλωτές του ατέρμονου και ανεξάντλητου, χαλκευμένα στις συντεχνίες της προόδου, και εμφορούμενα μέχρι το μεδούλι από το κυνήγι της βελτίωσης, είδαν τις μορφές αυτού του κόσμου να τείνουν στην αιωνιότητα. Ακατάπαυστη συσσώρευση, απρόσκοπτη επιτάχυνση, ανελέητη πρόοδος, ακατάσχετη ρευστότητα, ανεξάντλητοι υλικοί και πνευματικοί πόροι. Για εμάς και την εποχή μας, ακόμα και ο θάνατος μεταφράστηκε ως επιστροφή στο αείζωον πυρ. Ούτε εκεί δεν προσφέρεται πια νηνεμία. Πως θα διαχειριζόταν τώρα αυτός ο κόσμος την πρόσκρουσή του με την απροσδιοριστία του κινδύνου;

Ο αλαζονικός αυτός κόσμος, και εμείς περιπλανώμενοι κάπου στις αποστειρωμένες οδούς του, λησμονήσαμε πως είμαστε τρωτοί, πως εν καιρώ θα ενσκήψει η απαράγραπτη ειμαρμένη βάζοντας τέλος στα όνειρα της αφθονίας μας. Δεν ισχυριζόμαστε πως αυτή η στιγμή είναι τώρα, αλλά, να, πώς να μην ευχαριστηθούμε με το ρυθμικό πλατάγισμα των κατακρημνισμένων κομπασμών;

Τι άλλο όμως συμβαίνει σήμερα παρεκτός της έξοχης αυτής παράστασης;

Δίχως να θέλουμε να στερήσουμε από κανέναν την τέρψη να συμπληρώσει με τη δική του αξιολογική νότα την πρόσφατη αυτή ταραχή, κρίνουμε πως είναι ανεκτίμητης σημασίας η κοινοποίηση και η αντιπαράθεση συντροφικών απόψεων πάνω στις πρόσφατες εξελίξεις. Ακριβώς γιατί εμείς, ως “κοντόφθαλμοι”, δεν εναμβρυνόμαστε για τις προφητικές μας ικανότητες. Ίσως επειδή δεν κατανοήσαμε σε βάθος απαράμιλλους στοχαστές όπως ο Αγκάμπεν, ο Μαρξ και ο Φουκώ, αναγκασμένοι τώρα να ομολογήσουμε την άγνοιά μας. Σύντροφοι και συντρόφισσες, σας χρειαζόμαστε περισσότερο τώρα.

Δε γνωρίζουμε τι μέλλει γενέσθαι και πώς ακριβώς οφείλουμε να κινηθούμε εντεύθεν. Αναμφίλεκτη παραδοχή πως υφίσταται μια καθ’ όλα πραγματική κρίση για τον σύγχρονο κόσμο, και όχι μόνο για το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα, όπως ορισμένοι έσπευσαν να ανακοινώσουν ή, πολύ πιο σεμνά, εξέφρασαν την πρόθεσή τους να μετατρέψουν σε κρίση αυτού. Καλύτερη απόδειξη άλλωστε της βαρύτητας αυτής της κρίσης είναι πως ακόμα και οι πιο ριζοσπαστικές τάξεις του αρνητικού έμειναν εμβρόντητες μπροστά στα πρωτόφαντα αυτά φαινόμενα, καταφεύγοντας συχνά στις δύο αντιδράσεις που αναλύσαμε ακροθιγώς προηγουμένως.

Ο πανικός που έχει κατακλύσει τα κυβερνητικά κέντρα και τα διευθυντικά γραφεία, οδηγώντας τα σκέλεθρα που διοικούν τον δύσοσμο αυτό βόρβορο στη σπασμωδική λήψη αποφάσεων περιστολής ελευθεριών και καταπάτησης δικαιωμάτων κεντρικών για τον αυτοπροσδιορισμό των δυτικών δημοκρατιών εδώ και χρόνια, αποδεικνύει το λιλιπούτειο ανάστημά τους. Μαλθακοί και αβροδίαιτοι, ένεκα της πίστης τους στα δόγματα του οπτιμισμού και της προόδου, έμαθαν να στηρίζονται με τον καιρό περισσότερο στις δυνάμεις των μηχανών και των κάθε λογής ειδημόνων αντί για τις δικές τους. Πρόγνωση, πρόληψη, έλεγχος, ισχύς, προγραμματισμός και διακυβέρνηση. Η σημερινή κατάσταση, όμως, ελισσόμενη στα διάκενα των παραπάνω τεχνικών, τους εκθέτει ανεπανόρθωτα, αναγκάζοντάς τους, εκτός της περαιτέρω προσφυγής τους στους γκουρού της ιατρικής και τους επαϊόντες της επιστήμης, να γελοιοποιούνται πολιτικά, καθώς ακόμα και τα μεγαλύτερα φιλελεύθερα καθίκια υιοθετούν πολιτικές και ρητορικές των χειρότερών τους αντιπάλων προκειμένου να σώσουν ό,τι προλάβουν από το ξεχείλισμα του βόθρου που ετοίμασαν.

Ορισμένοι ίσως μας καταλογίσουν έκλυτη ευθυμία με μια κατάσταση όπου πλήττει μεροληπτικά τους ταξικά υποδεέστερους. Φυσικά, είναι αναμφισβήτητο πως κάθε κοινωνική κρίση δίχως ρητό και ακραιφνή επαναστατικό-προλεταριακό χαρακτήρα, αναπόδραστα θα πλήξει εντονότερα τους αδύναμους ενός οικονομικά διαρθρωμένου κόσμου, και δε χρειάζεται περαιτέρω τεκμηρίωση. Εμείς, όμως, ποτέ δεν εναντιωθήκαμε στους κυρίαρχους για το απλό δεδομένο της κυριαρχίας τους επί κάποιων. Έτσι κι αλλιώς, δε βαφτιστήκαμε σωτήρες των αναξιοπαθούντων. Πολεμάμε τους κυρίαρχους γιατί το κοινωνικό συμβόλαιό τους με τους κυριαρχούμενους διαιωνίζει έναν επονείδιστο κόσμο αντίθετο στις επιθυμίες μας. Κομμάτι αυτού του κόσμου αποτελούν και οι κάθε λογής εξανδραποδισμένοι, καταπιεσμένοι, κολασμένοι, εκμεταλλευόμενοι και ανίσχυροι των οποίων τον πολλαπλασιασμό των βασάνων και την διόγκωση του άλγους καλωσορίζουμε, αν μέλλει να αποτελέσει θρυαλλίδα εκρήξεων ταραχής για την καταστροφή μιας κοινωνικής οργάνωσης που ορκιστήκαμε να πολεμήσουμε.

Όσοι καλοί σαμαρείτες βιάζεστε τώρα να μας κουνήσετε το δάχτυλο, σας ρωτούμε αν η δική σας παρουσίαση της πανδημίας ως ευκαιρία ξεσπάσματος επαναστάσεων διαφεύγει των κατηγοριών που ετοιμάζετε να μας εξακοντίσετε.

Ο πόλεμος αυτός, τροφοδοτημένος από το ασίγαστο και βαθιά προσωπικό μας μίσος, δε γνωρίζει φυσικά ανακωχή. Τοποθετούμαστε, καταθέτοντας μια πρώτη οφειλόμενη κριτική πάνω στα γεγονότα, ως αναρχικοί μηδενιστές-ατομικιστές ενάντια σε κάθε κυριαρχία, επιβολή, κράτος και εξουσιαστικό μόρφωμα εχθρικό στις προσωπικές συμφωνίες και επιθυμίες μας. Πόσο μάλλον όταν η λειτουργία των παραπάνω λαμβάνει σε καιρούς κρίσης έναν τόσο επιθετικό και “ολοκληρωτικό” χαρακτήρα. “Ολοκληρωτικό” σε εισαγωγικά, γιατί σημασία έχει και η ερμηνεία του καθενός σχετικά με τη φύση κοινωνικά αποδεκτών καθημερινών φαινομένων πριν το ξέσπασμα της πανδημίας. Ίσως, βέβαια, αυτή η πιο άμεση και ακατέργαστη εισβολή του ελέγχου στις ανέμελες καθημερινότητες του καθενός να γίνει πυροκροτητής για την ανάπτυξη στοχασμών γύρω από τη φύση και την αξία του ελέγχου σε ευρύτερα κοινωνικά τμήματα. Θα δείξει…

Τι συνιστούμε ως μια πρώτη αντίδραση εμείς; Ηρεμία, νηφαλιότητα, εγρήγορση, προσήλωση και σύνεση. Δεν ήρθε το τέλος, ούτε κάτι ιστορικά ανεπανάληπτο. Να μην επιτρέψουμε στην ιστορική λήθη και την μουσειοποίηση της μετα-νεωτερικότητας να μας κλείσει στη μέγγενή της. Μπορεί οι μορφές της κρατικής αυτής λειτουργίας να είναι φαινομενικά νέες, εφόσον η τεχνολογία διανοίγει περαιτέρω πεδία και δυνατότητες πληθυσμιακού ελέγχου στα κράτη, αλλά η λογική των μηχανισμών άμυνάς τους -δυστυχώς μαζί με τη δική μας ευθύνη- έχουν παραμείνει ανάλλαχτοι.

Μακριά από τη συμμετοχή στην παραφιλολογία και την καλλιέργεια επιβλαβούς εικοτολογίας, να εκπονήσουμε πρακτικά και αποτελεσματικά σχέδια διακοπής της απομόνωσης και προσβολής της κοινωνικής συνοχής. Οι ιδέες για το πώς οι αναρχικοί εξεγερμένοι μπορούν να διατηρήσουν την ακεραιότητά τους και να εφαρμόσουν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις στο εδώ και τώρα είναι πάντα πιο χρήσιμες από τις εικασίες για το που οδεύει ο κόσμος. Σκοπός παραμένει να τον αλλάξουμε και όχι να τον ερμηνεύσουμε.

Είναι κεντρικής σημασίας στοίχημα να κατορθώσουμε να υπερασπιστούμε τις συντροφικές μας σχέσεις και τη μαχητική μας κουλτούρα από τον πιθανό εκφυλισμό τους σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, όπου οι συνήθεις τρόποι δραστηριότητάς μας περιορίζονται. Να μην επηρεαζόμαστε από τη μαζική παράκρουση. Η ψυχρή ματιά της κριτικής σθεναρότητας και η ζεστή αγκαλιά των αδερφών μας είναι το ενδεδειγμένο ενδιαίτημα για την αναχαίτιση της σύγχυσης. Να συμπράξουμε με τις συντρόφισσές μας μεταφράζοντας, παράγοντας και διαχέοντας αναρχικό λόγο ενάντια στις εκφάνσεις της αποσυντιθέμενης αυτής κοινωνίας. Μην ξεχνάμε να προστατεύουμε την υγεία μας από το πλήθος των κινδύνων που καραδοκούν, σωματικών ή ψυχικών. Κάθε πλήγμα που δεν επιλέξαμε να σηκώσουμε παίρνοντας το ρίσκο οι ίδιοι, είναι ήττα.

Κατά τ’ άλλα, η συνολική εικόνα όπως προαναφέραμε ενδείκνυται για ευχάριστη ενατένιση με πάντα δημιουργικούς όρους, αναζητώντας τρόπους να την εμπλουτίσουμε. Να μην ξεχνάμε πως, αποδεσμευμένοι από την ανάγκη κοινωνικής απεύθυνσης του αγώνα μας, δεν έχουμε καμία απειλή να μας ωθεί σε σπασμωδικές κινήσεις και πολιτικούς βερμπαλισμούς. Δεν έχουμε να πείσουμε κανέναν για τίποτα. Για εμάς, το καλύτερο φάρμακο στην επέλαση της αρρώστιας ήταν και παραμένει ο πόλεμος.

Η δημοκρατία θα πέσει.

Πίστη στην ανάφλεξη.
Πίστη στις δυνάμεις μας.
Πίστη στους σκοπούς μας.
Πιστοί ο ένας στην άλλη.

”Τι θα πει λεύτερος; Αυτός που δεν φοβάται το θάνατο

Νίκος Καζατζάκης

”Η δύση του λαού και της ανθρωπότητας θα σημάνει το δικό μου χάραμα.

Μαξ Στίρνερ

«Τα πάντα καταρρέουν, γκρεμίζονται. Μουχλιασμένες ιδεολογίες, σάπια ηθική, φιλοσοφίες της παραίτησης, ληγμένες ρητορείες πασχίζουν να καλλωπίσουν την κατάσταση. Η αρρώστια έχει προχωρήσει και τίποτα δεν την αγγίζει πια. Στα αγαπημένα θεμέλια του παλιού κόσμου φώλιασαν τα μικρόβια της μόλυνσης. Τα πάντα είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν, να συντριβούν στον πάτο ενός σωρού σκουπιδιών του παλιού κόσμου. Η Ιστορία κλείνει αυτήν την σελίδα με ανακούφιση, την σελίδα του αδιάλειπτου θεάματος της αδράνειας ενός πλήθους αφιερωμένου σ έναν συρφετό ανυπόστατων φαντασμάτων, κατασκευάζοντας ό,τι επίκειται να καταστρέψει, ένα σώμα ασθενικό, που ταλανίζεται από τις εξεγέρσεις των λίγων, ενώ τα πάντα συνηγορούν σ ένα σύμπλεγμα δειλίας και υποταγής, που ενίοτε ονομάζεται και ηρωισμός, τα πάντα αντανακλούν μια δυστυχισμένη έμπνευση. Κι έτσι τελείωσε αυτή η εποχή. Στα τσακίδια! Μπροστά σε τέτοια μακάβρια ερείπια τραγουδώ για την καταστροφή, σαν τον Νέρωνα. Στα ερείπια αυτά θα ανθίσει ο κόσμος, ο κόσμος μου. Συνεπώς, τραγουδώ…»

Bruno Filippi

Νιχιλιστές ενάντια στην κοινωνική συνοχή.

Ο πολιτισμός και οι επιδημίες του

Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΗΜΙΕΣ ΤΟΥ

Οι σωτήριες για την ζωή επιτυχίες της σύγχρονης ιατρικής παρατίθενται συχνά για να προκαλέσουν τους αναρχικούς, οι οποίοι είναι επικριτικοί με τον πολιτισμό. Αυτό που οι πρωτοπόροι της ιατρικής επιστήμης αγνοούν, παρ’ όλα αυτά, είναι οι επικίνδυνες αποτυχίες αυτού του είδους της ιατρικής.

Πρόσφατα, τα Κέντρα για την Ασθένεια, τον Έλεγχο και την Πρόληψη (CDC) αναγνώρισαν ότι τα αντιβιοτικά αποδεικνύονται άχρηστα για έναν αυξανόμενο αριθμό ασθενειών. Σύμφωνα με τα κέντρα αυτά, η αντίσταση στα αντιβιοτικά θα είναι πολύ περισσότερο θανατηφόρα και από τον καρκίνο το 2050. Σήμερα, πάνω από 23 χιλιάδες άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες πεθαίνουν κάθε χρόνο από μολύνσεις που είναι ανθεκτικές στα αντιβιοτικά.

Η πρώτη ετήσια αναφορά του Παγκόσμιου Συμβουλίου Παρακολούθησης της Προετοιμασίας, που δημοσιεύτηκε το 2019, προειδοποίησε πως υπάρχουν “ολοένα και πιο δεινοί κίνδυνοι” από επιδημίες που θα μπορούσαν να εξαπλωθούν σε ολόκληρο τον κόσμο και ενδεχομένως να σκοτώσουν δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Η έκθεση αναφέρει την κλιματική κρίση, την αυξανόμενη μετανάστευση, την αστικοποίηση και την έλλειψη νερού ως τους κύριους λόγους λόγω των οποίων τέτοιες ασθένειες εξαπλώνονται όλο και ταχύτερα. Από τότε, ο νέος κορονοϊός έχει ήδη σκοτώσει πάνω από 1.486 άτομα από τα μέσα Φεβρουαρίου (οι αριθμοί είναι πιθανόν πολύ μεγαλύτεροι από ό, τι έχει αναφερθεί μέχρι τώρα).

Όπως αναφέρθηκε και πριν, η θανατηφόρος φύση αυτών των ασθενειών πιο πολύ ενισχύεται, παρά αποτρέπεται από αυτό που ο καπιταλιστικός πολιτισμός ονομάζει “εξέλιξη”. Η παγκοσμιοποίηση -το αποτέλεσμα της ανάγκης του καπιταλισμού να επεκταθεί ολοένα και περισσότερο στον κόσμο- έχει αυξήσει την κινητικότητά μας, κινητοποίησε τους ανθρώπους να παγιδευτούν όλο και πιο στενά στις πόλεις καταπατώντας όλο και περισσότερο τα εδάφη των άγριων ζώων, όλα αυτά ενθαρρύνουν την εξάπλωση της ασθένειας. Οι παγκόσμιες πανδημίες θα επιδεινώνονται όλο και περισσότερο όσο συνεχίζουμε τέτοιες πρακτικές.

Ενώ ιοί που προέρχονται από ήδη περιθωριοποιημένες περιοχές του κόσμου τείνουν να λαμβάνουν τη μεγαλύτερη προσοχή, είναι στην πραγματικότητα η κοινή γρίπη που ενδέχεται να προκαλέσει τους περισσότερους θανάτους. Περίπου 50 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν το 1918-1919 από την ισπανική γρίπη · οι ειδικοί της δημόσιας υγείας τη χαρακτήρισαν ως τη “χειρότερη πανδημία στη σύγχρονη ιστορία”.

Η ενίσχυση της υγείας και της ευεξίας είναι ιδιαίτερα σημαντική, αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος της σύγχρονης ιατρικής βιομηχανίας. Αυτή η βιομηχανία αναπτύχθηκε κατά τα πρώιμα στάδια του καπιταλισμού για να απομακρύνει τη δύναμη από τις γυναίκες και τους παραδοσιακούς ολιστικούς θεραπευτές, δίνοντας εξουσία σε “ειδικούς” με ελάχιστη κατανόηση του ανθρώπινου σώματος, και των οποίων οι σπουδές έχουν επηρεαστεί, συνειδητά ή μη, από τις ανάγκες του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η υγεία και η ευτυχία είναι, παρ’ όλα αυτά, στόχος των περισσότερων αναρχικών. Οι αναρχικοί είναι υπερασπιστές της ζωής, όχι για να παρατείνει κανείς την ύπαρξή του, αλλά για να εμβαθύνουμε τη ζωή και την ευτυχία μας στο έπακρο.

Το έργο της μετάβασης προς μια υγιή και ευτυχισμένη κοινωνία, στην οποία αποκαθίσταται η ισορροπία και η σχέση μεταξύ των έμβιων όντων, δεν μπορεί να πραγματωθεί στα πλαίσια του “πολιτισμού”. Ο πολιτισμός ορίζεται από τη μη βιωσιμότητά του, από την ανάγκη μιας ομάδας να εκμεταλλεύεται μια άλλη για την επιβίωσή της, η οποία στην καλύτερη των περιπτώσεων οδηγεί στην αλλοτρίωση, ενώ στη χειρότερη στον θάνατο. Η λύση στην κατάσταση της παγκόσμιας υγείας που επιδεινώνεται δεν μπορεί να βρεθεί στις βιομηχανίες που την παρήγαγαν. Πρέπει να χαράξουμε τα δικά μας μονοπάτια προς τη φυσική και πνευματική ευημερία!

Πηγή: anarchistsworldwide

Μετάφραση: Lobo Negro

Νέα σελίδα: Η πανούκλα και η Φωτιά

Δημιουργήσαμε αυτή τη σελίδα ώστε να αποδελτιώσουμε την προκύπτουσα κατάσταση λόγω της πανδημίας του Κορωνοϊού.

Αντιμέτωποι με την παγκοσμιότητα της μάστιγας, επείγει η κυκλοφορία ριζοσπαστικών στοχασμών πέραν των γλωσσικών ή εθνικών συνόρων.

Επειδή η φωτιά μπορεί να ακολουθήσει την Πανούκλα.

Και η φωτιά να φέρει ελευθερία.

Η σελίδα γεννήθηκε από την ανάγκη διαμοιρασμού εντυπώσεων και υλικού σχετικού με τις επιπτώσεις της επιδημίας. Πριμοδοτώντας έναν διάλογο που θα επιτρέπει στον καθένα την αντιπαραβολή των αναλυτικών τους εργαλείων και ενισχύοντας την δυνατότητα δράσης επί του παρόντος.

Να δράσει με υπονομευτικό τρόπο για την ισχύουσα κοινωνική τάξη, να αποδεσμεύσει τον πλανήτη και κάθε ζωντανό πλάσμα από την μάστιγα αυτής της κοινωνίας.

Όπως η Ιστορία μας υπενθυμίζει, η φωτιά μπορεί να αναδυθεί από τις πληγές ωσαύτως και η καταστροφή των δομών της κυριαρχίας από την φωτιά. Εν μέσω της πυρκαϊάς του 1666, κατά την διάρκεια της επιδημίας της μαύρης πανώλης, δεκάδες εκκλησίες παραδόθηκαν στην φωτιά όπως και ένα μεγάλο κομμάτι δημοσίων κτηρίων. Δυστυχώς, την φωτιά ακολούθησε η ανοικοδόμηση του Λονδίνου κατά τρόπο ευνοϊκό για την αύξηση του κοινωνικού ελέγχου και την διακυβέρνηση της πόλης. Σήμερα, επιθυμούμε να αποφύγουμε το ενδεχόμενο αυτή η κρίση να συνοδευτεί από τον μετασχηματισμό του υπάρχοντος συστήματος.

Επειδή αυτός θα εφαρμοζόταν μόνο με έναν περισσότερο κυριαρχικό και κατασταλτικό χαρακτήρα.

Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία εκ των μεγαλύτερων κρίσεων που η κυρίαρχη κοινωνική δομή συνάντησε ποτέ: Ο ιδεολογικός μηχανισμός που αγωνίζεται να το αιτιολογήσει καταρρέει κάτω από τις ενδείξεις μιας οικολογικής καταστροφής διαρκώς επιδεινωμένης σε έναν υπερπληθυσμιακό πλανήτη, ολικά αποικισμένο και κατειλημμένο από ανθρώπους.

Η πανδημία που υφιστάμεθα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της άνωθεν κατάστασης, ένα κοινώς προβλέψιμο και σχεδόν αναπόδραστο γεγονός, που κατά πάσα πιθανότητα θα επαναλαμβάνεται στο μέλλον με διαφορετικούς ηθοποιούς – ιοί, λιμοί, κλιματικά και ατμοσφαιρικά ζητήματα – καταστροφικά.

Ο επακόλουθος εγκλεισμός ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, προκαλούμενος από τον παρόντα οικο-φασισμό μπορεί να επιφέρει καταστάσεις δυσανεξίας, ανυπακοής και εξέγερσης.

Έτσι, όσοι αφιέρωσαν την ζωή τους στην άσκηση υποταγής με αντάλλαγμα την προσφερόμενη ασφάλεια των παραδεδεγμένων καταναγκασμών και υποχρεώσεων, ξαφνικά ανακαλύπτουν πως ένα φτέρνισμα ίσως οδηγήσει σε ένα αναπάντεχο τέλος.

Δίχως άλλες βεβαιότητες, η επιλογή να συνεχίσεις να ακολουθείς το μονοπάτι της υπακοής προσφέρει μόνο τις ίδιες αβεβαιότητες με το μονοπάτι της εγκατάλειψης του, με την απόκοτη εκλογή του δρόμου που οδηγεί στην εξέγερση. Ένα αχαρτογράφητο μονοπάτι που αφήνει αιώνες υποδούλωσης πίσω του προκειμένου να εξερευνήσει ένα απελευθερωμένο μέλλον.

Για να ανιχνεύσουμε αυτό το μονοπάτι ή τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να το αναζητήσουμε κρίνεται απαραίτητο να ανοίξουμε έναν διάλογο, συζητώντας αδιαλείπτως πως η κυριαρχία ανταποκρίνεται στην εξέλιξη των γεγονότων, να κατανοήσουμε πως να την χτυπήσουμε και πως να υποστηρίξουμε τις ταραχές που προμηνύονται.

Πέρα από τις γλώσσες και τα σύνορα.

Πως να συνεισφέρετε;

Η σελίδα είναι ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο εργαλείο, ανοιχτό σε συμπράξεις και στην αρωγή όποιου αντιλαμβάνεται την σημασία της επικοινωνίας: μεταφράσεις, ενημερώσεις, προτάσεις, γραφικά σχέδια και διάδοση του πλήθους κειμένων θεωρούνται όλα σημαντικοί τρόποι συμβολής.

Εξαπλώστε την φωτιά

Αντίπαλοι με μία παγκόσμια πανούκλα χρειαζόμαστε μία παγκόσμια σύνδεση ανατρεπτικών στοχασμών. Επειδή από την πανούκλα μπορεί να ξεπηδήσει η φωτιά. Και από την φωτιά η ελευθερία.

Mail επικοινωνίας: plagueandfire@riseup.net

Πηγή: plagueandfirenoblogs.org
Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

Massimo Passamani: Τίποτα δεν έχω να προσφέρω

Λάβαμε: 27/3/2019

Θεωρώ πως, έως τώρα, είναι αρκετά προφανές πως έννοιες όπως μαχητικότητα και προπαγάνδα υπαινίσσονται έναν διαχωρισμό μεταξύ των ιδεών κάποιου και της καθημερινής του ζωής. Εκτός της επαίσχυντης εγγύτητάς του με τη στρατιωτική ορολογία, ο όρος “μάχιμος” παρέχει την εντύπωση μιας δισυπόστατης δραστηριότητας, μιας δημόσιας -ή και ανώνυμης- αυτοαναφορικής ενδυμασίας, εν είδη υποδείγματος επιβεβλημένης και επιτυχημένης θυσίας. Να “προπαγανδίζεις” σημαίνει να διαμορφώνεις συναινέση (η περιώνυμη πάλη για να προσηλυτίσεις τους ανθρώπους στην ιδέα). Για να το επαναλάβουμε με 10 λέξεις: Σημαίνει μετατροπή του εαυτού σου και άλλων σε μέσα επίτευξης ενός Τέλους, σε δεσμούς ενότητας με τον Σκοπό.

Τώρα, εφόσον δομείται μια νέα και ακόμη πιο δεσποτική ιδεολογία από την κριτική της ιδεολογίας,    κανείς δεν απορεί με την αδυναμία των μαχητών και των προπαγανδιστών να βρουν απήχηση. Είναι πρόδηλο πως η εν λόγω διαδεδομένη “εχθρότητα” δεν είναι πρόθυμη να συγκεράσει τις ιδέες με τη ζωή εντός της. Αντιθέτως, συνιστά συνήθως το αποτέλεσμα της οριστικής επισφράγισης του άνωθεν διαχωρισμού.

Ακόμα και μεταξύ των αναρχικών, οι ψευδείς αντιθέσεις καταλήγουν να συσκοτίζουν το τοπίο.

Η αποκήρυξη της εξέγερσης και του ρίσκου στον πειραματισμό και τη δράση είναι που υποβόσκουν συνήθως πίσω από την άρνηση της μαχητικότητας και της πολιτικής. Άπλετη φλυαρία γύρω από τον πειραματισμό, μα οι “ζωντανοί” αναπαράγουν σε ό,τι αποκαλούν “καθημερινή ζωή” τη θρησκευτική ευσέβεια που τόσοι εξ αυτών διατείνονται πως απεχθάνονται. Όταν ένα εγχείρημα απαιτεί υπέρμετρη δέσμευση, όταν δεν εμφανίζονται αποτελέσματα, όταν είναι πολλά αυτά που διακυβεύονυαι, μπα, είναι όλα πολιτικαντισμός και προπαγάνδα. Καλύτερα να επιστρέψουμε στις συνηθισμένες μας πρακτικές (με μόνο πείραμα την μέθοδο του να επαναλαμβανόμαστε) στους χώρους μας και τις σχέσεις μας. Στην τελική δεν αληθεύει πως όλα αξίζει να καταστραφούν.

Ναι, ξέρω πως ανέκαθεν όσοι μιλούσαν για αλλαγή του κόσμου παρέλειπαν ν’ αλλάξουν ό,τι είναι πραγματικά σημαντικό: τη ζωή τους. Μα θα μπορούσε αυτό το έντονο και θελκτικό προαίσθημα να εκπέσει σε κοινοτοπία στην υπηρεσία μιας μεταμφιεσμένης παραίτησης; Και τότε, είναι πραγματικά εφικτό να ανακτήσουμε τις ζωές μας δίχως συνάμα να πειραματιζόμαστε με την κατεδάφιση αυτού του κόσμου; Το να επικαλούμαστε ένα Πριν και ένα Μετά σημαίνει πως αποδεχόμαστε τις εύκολες λύσεις που πάντα μας προσφέρονταν.

Παραδόξως, οι θλιβερές κυριακάτικες μοιρολογίστρες, οι επηρμένοι προφήτες της μεγάλης μέρας, είναι οι πρώτοι που θα μιλήσουν για το “εδώ και τώρα”. Αλλά το εδώ και τώρα το οποίο αναφέρουν στις ιστορίες τους δεν ταυτίζεται με το “όλα στο σήμερα” που λυσσομανά να πυρπολήσει όλες τις επισχέσεις και τους υπολογισμούς · είναι ένα ασήμαντο προϊόν του προοδευτισμού και της μαλθακότητας. Και τολμούν να μιλούν για αλλαγή της ζωής. Δύσμοιρε Ρεμπώ.

Δε σχεδίαζα όμως να μιλήσω περί αυτού. Θα επανέλθω για το συγκεκριμένο θέμα κάποια άλλη στιγμή μελλοντικά.

Αντ’ αυτού, θα επιθυμούσα να προβληματιστώ σχετικά με την δυνατότητα να τεθεί ένα τέλος στην λογική της προσκόλλησης.

Δεν είναι σπάνιο κάποιος ν’ ακούσει πως στους αναρχικούς κύκλους κανένας δεν αποβλέπει στον προσεταιρισμό άλλων, πως κανείς δεν ενδιαφέρεται να συσπειρώσει ακολουθητές. Αλλά συμβαίνει πραγματικά αυτό; Μήπως αποζητάται η συγκατάβαση ακόμα και με διαφορετικούς τρόπους; Επί παραδείγματι, δεν είθισται η “συνέπεια” ν’ αποτελεί μία μέθοδο να εμφανιστεί κάποιος ως “αξιόπιστος”;

Πιστεύω πως είναι εφικτό κάποια να εκφράσει τις ιδέες της και να δραστηριοποιηθεί δίχως να εγκλωβίζεται στις αλυσίδες της προσκόλλησης. Σημαντικό είναι διαδοθεί η αποφασιστικότητα κάποιου να κρίνει για τον εαυτό του και να δρα κατά συνέπεια, όχι ο ρόλος του. Ωστόσο, εμείς εξακολουθούμε σποραδικά να ισχυριζόμαστε πως συγκεκριμένες δράσεις απομακρύνουν “τον κόσμο” από ‘μάς. Εγώ θεωρώ πως αν κάποιος διακρίνει μια αντίφαση μεταξύ του τι λέω και τι πράττω, με την προϋπόθεση πως ενστερνίζεται τις αντιλήψεις μου, τότε ο ίδιος έχει την ευθύνη να λειτουργήσει διαφορετικά και “καλύτερα”. Στην περίπτωση που κάποια χάσει την πίστη της σ’ εμένα, θα λυπηθώ, κι αν λυπηθώ θά ‘ναι για την απώλεια της εμπιστοσύνης της και όχι γιατί αυτό ενδεχομένως θα ζημιώσει την αξιοπιστία των ιδεών που εκπροσωπώ. Όταν η ενότητα μεταξύ θεωρίας και πράξης κατευθύνεται στην απόσπαση αποδοχής, τότε πάντα αλλοτριώνεται. Τι αξία έχει να αυτοανακυρηχθεί κάποιος αναρχικός επειδή γνωρίζει για τη “συνεκτικότητα” των αναρχικών κι επιθυμεί να τους μιμηθεί;

Οι ιδέες δε γίνεται ν’ απομονωθούν από τους φορείς τους. Αλλά η ενότητα θεωρίας και δράσης ενός ατόμου δε θα έπρεπε να μετατρέπεται σε παράδειγμα για κάποιο άλλο. Πώς να το θέσω: Επιθυμώ να μεταφέρω τις ιδέες μου από τη θεωρία στην πράξη, αλλά για τον εαυτό μου, όχι αποβλέποντας στην μετάδοση των ιδεών μου σε άλλους.

Στην καλύτερη περίπτωση, ο “κόσμος” έχει συνηθίσει να προσλαμβάνει τις αναρχικές αντιλήψεις εν είδει προτάγματος με το οποίο καλείται να συμφωνήσει ή όχι. Αυτή η στάση οφείλει να θρυμματιστεί. Αυτό σημαίνει να μη ζητιανεύουμε αποδοχή προκειμένου να καταστρέψουμε τη διαμεσολάβηση, την αντιπροσώπευση και την εξουσία (που οφείλουμε να παραδεχτούμε πως πρόκειται για την αναζήτηση αποδοχής αυτούσια), αλλά, απεναντίας, να αρνηθούμε τον εκβιασμό της. Δεν έχουμε τίποτα να προσφέρουμε – και αυτό μας διαφοροποιεί.

Εντούτοις, συχνά εμφανίζεται μία σύγχυση μεταξύ της σαφήνειας των επιλογών κάποιου και της επικοινώνησής τους σε άλλους. Ενδιαφέρομαι να μοιραστώ τις ιδέες μου με άλλους, και μάλιστα με έναν κατάλληλο τρόπο ώστε να γίνουν καταληπτές. Αλλά το γεγονός πως τις καταλαβαίνουν δε συνεπάγεται πως συμφωνούν μαζί τους. Μπορεί να φαίνομαι κοινότοπος αλλά δεν είμαι. Πόσες φορές παρατηρούμε κάποιον να μιλά και να δρα με τέτοιον τρόπο ώστε οι άλλοι να συμφωνούν μαζί του, αλλά όχι ώστε να προσπαθεί να καταστήσει σαφείς και διακριτές τις αντιλήψεις και τις πράξεις του (μολονότι είμαι ο πρώτος έμφορτος με αμφιβολίες σχετικά με την έννοια της σαφήνειας);

Συνήθως, όσοι απαυδούν με την αναζήτηση οποιασδήποτε συγκατάνευσης, εγκαταλείπουν τη διάδοση και τη διάχυση των αντιλήψεών τους. Αλλά, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ορθώνουν μιαν άμυνα. Αντιθέτως, πιο επικίνδυνο είναι να επιμείνεις πεισματικά να εκφράζεις τον εαυτό σου και παράλληλα να μην προσκολλάσαι σε κάποιον άλλο (ή σε μία όμαδα). Οι προσκολλήσεις χρειάζεται να παγιοποιηθούν και να προστατευθούν (προς θεού, τα είδωλα!!), και αυτό καταλήγει να κονιορτοποιεί τη σκέψη και να σχηματοποιεί την δράση. Η αναζήτηση συγκατάθεσης (με τις χίλιες της μορφές) συνεπάγεται την προσαρμογή κάποιου στο επίπεδο όσων αποζητά την αποδοχή τους. Τοιουτοτρόπως, μετατρέπεται σ’ ένα κακοφτιαγμένο προϊόν για τους άλλους.

Συνεχίζουν όμως να μου λένε πως η αλλαγή είναι εφικτή μόνο μαζί με άλλους. Και είναι αλήθεια. Μόνο που αυτό το “μαζί”, για ‘μένα μεταφράζεται σε “η καθεμιά για τον εαυτό της”. Αναζητώ συνεργούς, όχι κοπάδια. Ειδάλλως, το μοναδικό που θα μοιραστούμε είναι η σκλαβιά.

Πηγή: More much more, συλλογή κειμένων του Ιταλού Αναρχοατομικιστή Massimo Passamani.
Μετάφραση: Consumimur Igni

Χιλή: Μια αναρχική οπτική πάνω στην πανδημία του κορωνοϊού

Ένα ιδιαιτέρως χαοτικό παρασκευιάτικο μεσημέρι, ο Piñera εγκαινίασε την πανεθνικώς αλυσιδωτή αντίδραση στην πανδημία. Απ’ τις αρχές του Μάρτη, ο φόβος για τον ιό είχε εισέλθει σιγά-σιγά στον διάλογο: ανάμεσα στην πολυτάραχη επιστροφή στην τάξη που αποσκοπεί ν’ αποτελέσει εκτόνωση (γεγονός που φαντάζει καταστροφικό) της Εξέγερσης του Οκτώβρη, τις μαζικές φεμινιστικές διαδηλώσεις, τη ριζοσπαστικοποίηση αντιδραστικών παραγόντων, και το δημοψήφισμα που πλησιάζει, (ο φόβος για τον ιό) λαμβάνει όλο και μεγαλύτερη σημασία.

Η διεθνής κατάσταση δεν είναι λιγότερο σύνθετη. Η προηγούμενη χρονιά αντίκρισε το αρχίνημα ενός νέου παγκόσμιου κύματος εξεγέρσεων ενάντια στην καπιταλιστική κανονικότητα, και η “ιδρυματοποίηση”, μέσω της οποίας χειραγωγούμασταν αρκετά, φαίνεται να καταρρέει απ’ όλες τις πλευρές, αφήνοντας χώρο όχι μόνο στην αντάρτικη δημιουργικότητα, αλλά επίσης (πολλές φορές δίχως να καθίσταται εύκολη η διαφοροποίηση) και στον λαϊκισμό και τον φασισμό κάθε είδους.

Η οικονομία χάνει ταχύτητα για κάποιο χρονικό διάστημα, και ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ δύο δυνάμεων με πτωτική πορεία, η κατασκευασμένη αύξηση στην τιμή του πετρελαίου, και η παράλυση που προκαλείται απ’ τον κορωνοϊό, δημιούργησαν την τέλεια καταιγίδα που θα ωθήσει το χρηματιστήριο και το σύμφυρμα του πλασματικού κεφαλαίου σε ελεύθερη πτώση.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι όπου η νόσος αριβάρει στα μέρη μας, με την κατάσταση εξαίρεσης ακόμη νωπή στη μνήμη μας. Ξεκινά απ’ τις ανώτερες τάξεις, και σχεδόν αναθαρρούμε προτού θυμηθούμε πως δε θα είναι οι μόνοι που θα υποφέρουν τις συνέπειές της. Η κυβέρνηση, πάντα αργοπορημένη, ανακοινώνει τα μέτρα της. Σαφώς και δεν είναι επαρκή, και μόνη της στόχευση είναι να ενισχύσει την απρόσκοπτη ροή του κεφαλαίου. Κάποιοι (όσοι σε κάθε γωνιά βλέπουν συνωμοσίες) μουρμουράνε πως αυτή είναι μια στρατηγική για να ακυρωθεί το δημοψήφισμα, κάτι καταφανώς επικίνδυνο. Είναι όμως ξεκάθαρο στις συνειδήσεις μας πως η επικύρωση των έξυπνων φασιστικών ψήφων, και η ανικανότητα της κυβέρνησης δε χρειάζονται περαιτέρω νομιμοποίηση πέρα απ’ αυτήν που τους παρέχουν τα ίδια τα ταξικά τους συμφέροντα.

Όμως, έχουμε παρατηρήσει το πώς έχει εκτυλιχθεί η κατάσταση σε άλλες χώρες σε πιο προωθημένο στάδιο μόλυνσης. Προσομοιώσεις εξέγερσης, μητροπολιτικό πολεμικό σκηνικό και έσχατες καταστάσεις εξαίρεσης έχουν αξιοποιηθεί στους δρόμους της Κίνας, της Ιταλίας και σε άλλα μέρη του κόσμου, με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας. Το κινεζικό κράτος, ξακουστό για την κατασταλτική του δεινότητα, συγκέντρωσε όλες του τις προσπάθειες στον περιορισμό του ιού στο σημείο μηδέν, αλλά, κάνοντας ζογκλερικά για να κρατήσει ζωντανή την οικονομία του, άφησε τους τοπικούς κυβερνώντες του ελεύθερους και να συνεχίσουν την παραγωγή και να διατηρήσουν την καραντίνα. Πέραν αυτού, έχει αποτελέσει τη χώρα όπου η καραντίνα είναι κατά πολύ αποδοτικότερη και αποτελεσματικότερη (δε θα αναφέρουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες, των οποίων η δημόσια πολιτική έχει ξεπέσει στο να κλείνει τα αυτιά της και να φωνάζει δυνατά).

Το ιταλικό παράδειγμα είναι αξιοσημείωτο, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, για την αντίστασή του στα μέτρα της καραντίνας και της “κοινωνικής αποστασιοποίησης (social distancing)”, τα οποία αποτελούν έναν ειδεχθή ευφημισμό που ωθεί στην αυτο-απομόνωση, στην εξαναγκαστική πρεκαριοποίηση (όξυνση της επισφαλούς εργασίας), μεταμφιεζόμενη σε “τηλε-εργασία”, στη δημιουργία αποθεμάτων βασικών αγαθών, και στην άρνηση κάθε μορφής κοινότητας/συλλογικοποίησης. Όταν απαγορεύτηκε στις φυλακισμένες και τους φυλακισμένους (που ανέκαθεν βρίσκονταν σε συνθήκες υπερπληθυσμού και ανοσοκαταστολής) να δέχονται επισκεπτήρια, ξέσπασε η μεγαλύτερη εξέγερση φυλακών αυτού του αιώνα: 27 φυλακές κατελήφθησαν, πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν, μπάτσοι και σωφρονιστικοί υπάλληλοι απήχθησαν, και εκατοντάδες κρατούμενοι και κρατούμενες απέδρασαν.

Στη χιλιάνικη επικράτεια, η κατάσταση είναι αβέβαιη. Τα φαρμακεία και τα σούπερ μάρκετ που προσφάτως λεηλατούνταν, σύντομα δε θα έχουν αποθέματα, λόγω του ευρέως διασπαρθέντος πανικού. Οι δημόσιες συγκοινωνίες, ένα μόνιμο πεδίο μάχης απ’ τις απαρχές της εξέγερσης, σε λίγο θα αποφεύγονται όπως η πανούκλα. Η κυβέρνηση έχει ήδη απαγορεύσει τις συγκεντρώσεις άνω των 500 ατόμων, αλλά ως τώρα ανταποκρίνεται μόνον όποιος υπακούει στην κυβέρνηση. Ο στρατός -τον οποίον πιστεύουμε πως αρνήθηκαν να επιστρατεύσουν ξανά, ώστε να διατηρήσουν την ελάχιστη αποδοχή που τους απέμεινε και τη δυνατότητα να διατηρήσουν τα προνόμιά τους και στο νέο σύνταγμα- δε θα έχει και καμιά ιδιαίτερη ντροπή να καλύψει τις κινήσεις του πίσω απ’ τη μάσκα της δημόσιας υγείας. Η πραγματική δημόσια υγεία, απ’ την άλλη πλευρά, ζυγίζει λιγότερο κι από ένα πακέτο cabritas (στμ.: διάσημο σνακ ποπ-κορν). Και δεν έχουμε ιδέα για το τι θα συμβεί έπειτα απ’ το δημοψήφισμα.

Αν κάπου αλλού η πανδημία ήταν η προεικόνιση της εξέγερσης, εδώ η εξέγερση φαίνεται να ήταν η προεικόνιση της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης. Ας κρατήσουμε τη φλόγα της εξέγερσης ζωντανή, και ας οργανωθούμε για να επιβιώσουμε.

Θα σκιαγραφήσουμε τώρα ορισμένα μέτρα που θεωρούμε πως αξίζουν να γενικευθούν, περισσότερο μέσω έμπνευσης, παρά ως πρόγραμμα:

  • Λεηλασίες και οργανωμένη αναδιανομή βασικών αγαθών.
  • Χρήση των σχολικών καταλήψεων ως κέντρα συλλογής αγαθών, καταφύγια για άστεγο κόσμο και, φυσικά, για τον κόσμο των οδομαχιών.
  • Μποϊκοτάρισμα κάθε μορφής δουλειάς ή μαθημάτων εξ αποστάσεως, ούτως ώστε η καραντίνα να μετατραπεί σε γενική απεργία.
  • Άμεση απελευθέρωση όλων των κρατουμένων ως κεντρική απαίτηση.
  • Μαζική εκκένωση ιδιωτικών κλινικών, ελεύθερη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλες και όλους.
  • Απεργία ενοικίου, να πάρουμε τα άδεια σπίτια.

Η κουκούλα είναι η καλύτερη μάσκα!
Να διαρρήξουμε την απομόνωση που επιβάλλει το κεφάλαιο!
Να αρνηθούμε την όποια ανοσία προκύψει από αστυνομικές μεθόδους!
Η κρίση είναι ευκαιρία, ας υψώσουμε τις γροθιές μας κι ας επιτεθούμε!

Πηγή: anarchistsworldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Παναγιώτης Αργυρού: Για την πολιτική υπεράσπιση κεκτημένων αγώνα εντός των τειχών

Για την πολιτική υπεράσπιση κεκτημένων αγώνα εντός των τειχών

Είναι σίγουρα λυπηρό και απογοητευτικό εν μέσω καταστάσεων που μας ξεπερνούν στο σύνολο μας (όπως η περίπτωση μιας παγκόσμιας πανδημίας και η ολική απαγόρευση κυκλοφορίας ανά επικράτεια), να προκύπτει η αναγκαιότητα να δίνονται απαντήσεις σε δημόσιες τοποθετήσεις που γίνονται επώνυμα και έχουν αφοριστικό, ισοπεδωτικό και συκοφαντικό χαρακτήρα. Ωστόσο μερικά πράγματα δε μπορούν να μένουν αναπάντητα, ιδίως όταν βάλλεται το ήθος, το πολιτικό ανάστημα, η αξιοπρέπεια και η ευσυνειδησία ανθρώπων που επί μακρό παρέμειναν έγκλειστοι στις φυλακές. Και δε μπορούν να μείνουν αναπάντητα γιατί είναι θέμα πρώτα από όλα υπεράσπισης της ίδιας της ακεραιότητας, της ηθικής υπόστασης και της προσωπικότητας κάποιων ανθρώπων.

Οι φυλακές δε φημίζονται για το ανθρώπινο υλικό τους. Ζοφερά περιβάλλοντα, δομημένα πάνω στην κουλτούρα της βίας, της δύναμης, της ίντριγκας, της ποζεριάς αλλά και του πλέον σκληρού και αδίστακτου οικονομικού ανταγωνισμού, έχουν να παρουσιάσουν μερικές από τις πιο άσχημες –στην ποιότητα τους- ανθρώπινες φιγούρες. Ο συνδικαλισμός εντός των φυλακών δε θα μπορούσε να κινείται σε διαφορετικό μήκος κλίματος. Εδώ, έξω από τις φυλακές ο χώρος του συνδικαλισμού είναι αλωμένος από παρατάξεις που ανταγωνίζονται σε μια κούρσα παραγοντισμού και υπεραξίας με το στοιχείο της προσωπικής ανάδειξης κυρίαρχο πολλές φορές. Θα ήταν αφελές να θεωρήσουμε ότι θα ήταν πιο αγνά, πιο αυθεντικά και πιο τίμα τα πράγματα εντός των τειχών. Αντιθέτως τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Τα νταραβέρια, οι «κάρτες» , οι «καρφωτές» , τα «μαγειρεία», τα «τσουκάλια» , τα φυλετικά συστήματα, τα κάθε είδους κουμάντα, οι ισορροπίες και η διπλωματία της φυλακής, οι ψεύτικες χειραψίες και αδερφικές επικλήσεις, τα «πουλήματα» είναι η τοξική πραγματικότητα που καλείται να αντιμετωπίσει κάποιος που θα βρεθεί έγκλειστος και θα έχει να «βγάλει πορεία». Αυτό είναι και το περιβάλλον που καλείται να συνδικαλιστεί, να διεκδικήσει και να αγωνιστεί.

Σε αυτές τις συνθήκες η προσαρμογή είναι επιβεβλημένη εκ των συνθηκών. Και ήταν αυτές οι συνθήκες λοιπόν στις οποίες καλέστηκαν να επιβιώσουν μέσα στην προηγούμενη δεκαετία πολλά άτομα του ευρύτερου ριζοσπαστικού και ανατρεπτικού χώρου, (αναρχικού ή αριστερού). Παρά το γεγονός ότι και μεταξύ τους οι σχέσεις δεν ήταν ομαλές και πολλές φορές υπήρχε κλίμα εχθρότητας, παρά τα όποια λάθη και τις αστοχίες, παρά τον τοξικό πολιτικό ανταγωνισμό, παρά το γενικότερο τοξικό κλίμα του περιβάλλοντος και της γενικότερης δυσκολίας των συνθηκών, υπήρξε και ένα διάστημα όπου κατέστη εφικτό να έρθουν σε συνεννόηση μεταξύ τους -αλλά και με πολλούς άλλους κρατούμενους- και να οργανωθούν κάποιες από τις πιο σημαντικές διαμαρτυρίες στην ιστορία των φυλακών Κορυδαλλού. Και αυτές περιελάμβαναν το «κράτημα» των προαυλίων και της πτέρυγας, ή για όσους/ες δεν είναι εξοικειωμένοι με το λεξιλόγιο φυλακής, την άρνηση να εγκαταλείψουμε το προαύλιο ή να μπούμε στα κελιά μας για επιπλέον των προβλεπόμενων ωρών. Αυτή η περίοδος, μια χρονική περίοδος ανάμεσα στο 2015 και το 2017 ήταν μία από τις δυναμικότερες αυτής της δεκαετίας από άποψη συμμετοχής και μαζικότητας αλλά και αποτελεσματικότητας. Αποτέλεσμα των κινητοποιήσεων αυτών ήταν η ικανοποίηση πολλών ενδιάμεσων αιτημάτων όπως η αλλαγή των ηλεκτρολογικών συστημάτων στη Δ΄ Πτέρυγα, η επιστροφή κρατουμένων που είχαν απαχθεί από τα ΕΚΑΜ και οδηγηθεί σε απομόνωση στο γενικό πληθυσμό και η αντικατάσταση της τότε αυταρχικής διευθύντριας Κορυδαλλού Χαράς Κουτσομιχάλη. Όλα αυτά με κινητοποίηση ενός με δύο μηνών στη διάρκεια των οποίων τόσο τα προαύλια όσο και τα κελιά σε διάφορες πτέρυγες παρέμεναν ανοικτά για αρκετές επιπλέον ώρες.

Το να λέγεται ότι οι διαμαρτυρίες αυτές ήταν σε συνεννόηση με την υπηρεσία είναι βαριά προσβολή για το σύνολο των κρατουμένων, πολιτικών και μη, που τις στήριξαν και έθεσαν εαυτούς βορρά της συχνά επαπειλούμενης καταστολής. Τη στιγμή μάλιστα που ο κρατικός μηχανισμός αποφάσισε να απαντήσει στο κύμα αυτών των κινητοποιήσεων, μόλις μια βδομάδα μετά το πέρας τους, με εισβολές των ΕΚΑΜ σε όλα τα κελιά των Πτερυγών Α΄και Δ΄, με εξονυχιστικούς ελέγχους και καταστροφές των υποδομών εντός των κελιών ή και με βιαιοπραγίες απέναντι σε αρκετούς κρατούμενους αλλά και με την απαγωγή δεκάδων κρατουμένων (κάποιων εξ΄ αυτών μάλιστα πολιτικών όπως τώρα στην περίπτωση της Πόλας Ρούπα) προκειμένου να μεταχθούν αλλού. Μια απάντηση ξεκάθαρα εκδικητική που έδειξε και το βαθμό ενόχλησης των αρχών για ότι είχε προηγηθεί και που προκάλεσε και μια αυθόρμητη συγκέντρωση αλληλέγγυου κόσμου έξω από τις φυλακές.

Η ίδια μορφή κινητοποιήσεων συνεχίστηκε και κρατήθηκε ως τέτοια και σε άλλες περιπτώσεις ιδιαίτερα τις καλοκαιρινές περιόδους του 2016 και 2017 προκειμένου να ανανεωθεί ο νόμος περί αποσυμφόρησης των φυλακών, γνωστός και ως νόμος Παρασκευόπουλου, με το pic των διαμαρτυριών να φτάνει στο να κρατιούνται ανοικτά τα προαύλια από τις 8.30 το πρωί ως τις 11.30 το βράδυ και τα κελιά από τις 7.30 το πρωί ως τις 12.00 το βράδυ. Κινητοποιήσεις οι οποίες δε γίνονταν χωρίς την διαρκή πίεση της υπηρεσίας, την προσπάθεια διάσπασης του αγωνιστικού μετώπου, τις ανοικτές απειλές των τότε τακτικών εισαγγελέων απέναντι στους συγκεντρωμένους στο προαύλιο της Α’ κρατούμενους, για μαζικές μεταγωγές και στέρηση δικαιωμάτων πρόσβασης σε εκπαιδευτικά προγράμματα. Κινητοποιήσεις οι οποίες πέτυχαν κάτι που από πουθενά δεν ήταν δεδομένο ότι θα πράγματι θα γίνει: η ανανέωση του νόμου.

Το γεγονός ότι αυτές οι διαμαρτυρίες εξελίχθηκαν σε μια εποχή που η τότε σοσιαλδημοκρατική διαχείριση φρόντιζε να τηρεί μια στάση τακτικών ελιγμών σε ζητήματα καταστολής σχεδόν σε όλα τα κοινωνικά μέτωπα, αποφεύγοντας να τηρήσει μια γραμμή μηδενικής ανοχής αλλά μια λογική, ήπιας μεν χειρουργικής δε, καταστολής, δε σημαίνει ότι δεν είχαν αξία, ότι δεν υπήρξαν δυναμικές, ότι δεν αξίζει να συγκαταλέγονται στο πάνθεον των σημαντικών αγωνιστικών πρωτοβουλιών μέσα στις φυλακές. Πόσο μάλλον ότι αυτές ήταν στημένες και σε συνεννόηση με την υπηρεσία. Όπως δεν ήταν στημένες και μιλημένες και πόσες άλλες παρεμβάσεις εντός των τειχών, τα κρεμασμένα πανό εντός των πτερυγών ή στα παράθυρα των κελιών που έστελναν ένα σινιάλο των μέσα στους έξω, οι έκτακτες πρωτοβουλίες όταν συνέτρεχε κάποιο γεγονός ακόμα και έξω από τη φυλακή (απεργίες, μεγάλες διαδηλώσεις κτλ) αλλά και εντός, όπως κάποια ατομική απαγωγή κρατουμένου από τις ειδικές δυνάμεις, ή σε περιπτώσεις απεργιών πείνας , είτε πολιτικών είτε ποινικών κρατουμένων, κάνοντας πράξη, στο ένα σκέλος, και το αντίστοιχο σύνθημα.

Όποιος έχει περάσει από τη χώρα των φυλακών και έχει διαγράψει μια μακρά πορεία στα σωφρονιστικά κολαστήρια, γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι άλλο πράγμα οι εξεγέρσεις και άλλο οι μαζικές κινητοποιήσεις. Οι εξεγέρσεις ξεσπούν αυθόρμητα, συνήθως με αφορμή κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, χωρίς οργάνωση, χωρίς πολλές επικοινωνίες μεταξύ πτερυγών ή φυλακών μεταξύ τους και ότι η διάρκεια τους εξαρτάται και αυτή όχι τόσο από την καταστολή, αλλά από τις ισορροπίες των φυλακών και την αναγκαιότητα να επιστρέψει η κανονικότητα των κουμάντων και των νταραβεριών. Οι μαζικές κινητοποιήσεις όμως, είτε αφορούν τις αποχές συσσιτίου και τις μαζικές απεργίες πείνας είτε κάποια άλλη μορφή αγώνα, εξελίσσονται τελείως διαφορετικά και αυτό είναι κάτι επίσης ευρέως γνωστό στους «τουφατζήδες», ειδικά τους παλιούς. Χρειάζεται οργάνωση για τα επιμέρους, επικοινωνίες από πτέρυγα σε πτέρυγα, από φυλακή σε φυλακή, διπλές γραμμές, συνεννοήσεις, κείμενα που έρχονται, κείμενα που φεύγουν, πλαίσια που μπαίνουν και άλλα που όχι, αιτήματα πάνω στα αιτήματα (γιατί ο καθένας έχει κάτι διαφορετικό που τον καίει) μέχρι να αποκρυσταλωθεί η τελική μορφή ενός κειμένου και των συνολικών αιτημάτων. Κάτι που ενίοτε διαρκεί και μήνες. Και πάντα αυτές οι συνεννοήσεις για να επιτύχουν μια επιθυμητή μαζικότητα των κινητοποιήσεων συμπεριλαμβάνουν τα «κουμάντα» , τους αρχηγούς των διάφορων συστημάτων, φυλετικών ή μη, των ονομάτων και των προσωπικοτήτων, και εκείνων που «κρατάν» τους τάδε ή τους δείνα. Και αυτό γιατί χωρίς αυτή τη συνεννόηση, τις εκπτώσεις και τις υποχωρήσεις που αυτή χρειάζονται για να γίνει, πολύ απλά δεν κουνιέται φύλο στις φυλακές.

Και αυτό όχι τώρα αλλά εδώ και δεκαετίες. Κάτι που ξέρουν μέχρι και οι πέτρες. Το διάστημα λοιπόν 2010 με 2019 πολλές μαζικές κινητοποιήσεις εξελίχθηκαν στο μέτωπο των φυλακών. Η κάθε μία από αυτές έφερε μέσα της την κουλτούρα της φυλακής με ότι σημαίνει αυτό. Προσωπικότητες ή φατρίες που ανταγωνίζονταν για τη γραμμή ή τη μορφή του αγώνα, για τα αιτήματα, για το ποιος ήταν ποιος αγωνιστής από τον άλλο και σε ποιον άξιζαν τα credits για την επιτυχία ή την αποτυχία ενός αγώνα. Πράγματα συνηθισμένα, ρουτίνα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Από την μαζική απόχη συσσιτίου του 2010 (με πάνω από 10 αιτήματα που κέρδισε μόνο τη διαγραφή κάποιων ελαφριών ποιθαρχικών ποινών), μέχρι και το φιάσκο της μαζικής απεργία πείνας του 2014 ενάντια στις φυλακές Τύπου Γ (που τελείωσε άδοξα μετρώντας μόλις εννιά μέρες πριν τη ψήφιση του σχετικού νόμου), το μοτίβο ήταν το ίδιο: παραγοντισμός, ποζεριά, ίντριγκα. Αυτές ήταν οι συνθήκες στις οποίες και τα πολιτικοποιημένα άτομα καλούνταν να συμπράξουν και να αγωνιστούν μαζί με άλλους κρατούμενους, πολλές φορές ακολουθώντας απλά τις εξελίξεις χωρίς να μπορούν να τις επηρεάζουν.

Οι διαμαρτυρίες των ανοικτών προαυλίων αξιοποίησαν την εμπειρία των προηγούμενων αγώνων, προσπαθώντας να δώσουν μια μεγαλύτερη δυναμική στην οργανωμένη, μαζική, ειρηνική διαμαρτυρία κρατουμένων. Ειρηνική μεν, σαφώς δυναμικότερη και πολύ πιο ισότιμη ωστόσο από τις μαζικές αποχές συσσιτίων, που εξανάγκαζαν σε αρκετές περιπτώσεις τους μη έχοντες σε απεργία πείνας ενώ άλλοι τρωγόπιναν πλουσιοπάροχα στα κελιά τους, ή τις fake απεργίες πείνας με τα ¾ των κρατουμένων να τρώνε στα κλεφτά μαγειρεύοντας με κλειστά κελιά το βράδυ βασανίζοντας τους υπόλοιπους. Ανοικτό προαύλιο ή ανοικτή πτέρυγα σήμαινε, έστω και στα χαρτιά πολλές φορές, καθολική συμμετοχή στην κινητοποίηση, με πολύ πιο ισότιμους μάλιστα όρους, από άλλες περιπτώσεις, ενώ ταυτόχρονα ασκούσε μια δυναμική πίεση στην υπηρεσία και στο υπουργείο τη στιγμή που η μεσημεριανή καταμέτρηση δε γινόταν καθόλου και δεκάδες κρατούμενοι παρέμεναν στο προαύλιο ακόμα και μετά τη δύση του ηλίου, κάτι που από μόνο του ήταν σημείο προβληματισμού για τις αρχές.

Και μπορεί οι αγώνες αυτοί να μην συνοδεύονταν από τις εικόνες κρατουμένων στις ταράτσες, από φλεγόμενες κουβέρτες και στρώματα, από επεμβάσεις των ΜΑΤ, δακρυγόνα και σακατέματα κρατουμένων αλλά είχαν κάτι άλλο. Έδωσαν την ευκαιρία, πρωτόγνωρη για πάρα πολλούς, να μπορούν να κάτσουν κάτω από το νυχτερινό ουρανό μετά από χρόνια, άλλοι τρία, άλλοι τέσσερα, άλλοι πέντε ή έξι. Να δουν το φεγγάρι να ανεβαίνει στον ουρανό, να γεμίζει στην πανσέληνο ή να χάνεται, και τότε να παρατηρούν στα χαμένα τα αστέρια σα μικρά παιδιά, να χωρίζονται σε ομάδες και να τσακώνονται ποιος αστερισμός είναι ποιος, ή ποιος ξέρει περισσότερα αστέρια και τα ονόματα τους. Δεκάδες κρατούμενοι διεκδίκησαν την συμμετοχή τους στον αγώνα έστω μόνο για αυτό, να απολαύσουν κάτι τόσο στερημένο όσο ο νυχτερινός ουρανός, να ρουφήξουν κάποιες παραπανίσιες ανάσες ελευθερίας, έστω κουτσουρεμένες, έστω κομμένες και ραμμένες στα μέτρα ενός προαυλίου ή μιας ανοικτής πτέρυγας ως τα μεσάνυχτα. Μια εμπειρία που μπορεί να συνοψιστεί σε αυτό που πολλοί παλιοί κρατούμενοι που έτυχε να περάσουν από τον Κορυδαλλό εκείνη την περίοδο ονόμαζαν «καινούργιο» οξυγόνο. Σίγουρα δεν κάηκαν φυλακές, αλλά κάτι κερδήθηκε. Κάτι πέρα από τα αιτήματα που κατά καιρούς ικανοποιούνταν. Και αυτό ήταν, για πολλούς κρατούμενους, το αίσθημα ότι αξίζουν κάτι παραπάνω, και ότι ίσως αξίζει και να αγωνιστούν για αυτό. Και αυτό από μόνο του έχει αξία. Μια αξία που είναι ισοδύναμη με την αξία των αγώνων που κέρδισαν απτά πράγματα κάνοντας το σύστημα έστω και για λίγο να οπισθοχωρήσει.

Φυσικά τα κεκτημένα των αγωνιστικών πρωτοβουλιών αυτών των χρόνων, και ειδικά της διετίας 2015-2017, δεν πιστώνονται σε όλους ανεξαιρέτως, αλλά σε εκείνους που πραγματικά επιδίωξαν μια πιο οξυμένη συλλογική πάλη μέσα από τα τείχη. Η αξία τους λοιπόν, η πολιτική τους παρακαταθήκη δε αφεθεί να γίνει έρμαιο καμιάς ισοπεδωτικής κριτικής, όποιο κι αν είναι το υπόβαθρο της και από όπου και αν προέρχεται. Η υπεράσπιση τους είναι μέγιστη πολιτική αναγκαιότητα και θα υπάρχει απάντηση, πάντα και σε οποιονδήποτε τολμά να τη θίξει με υπαινιγμούς που προσβάλουν αξιοπρέπειες και στάσεις ζωής. Γιατί σε κάθε περίπτωση, οι χαμηλοί τόνοι δεν προδίδουν ούτε αδυναμία, ούτε ανεπάρκεια απαντήσεων.

Παναγιώτης Αργυρού

Το κείμενο σε μορφή PDF

Πηγή: athens.indymedia.org

Consumimur Igni: Κείμενο σχετικά με την δίωξη των 4 αναρχικών

Λάβαμε: 20/3/2020

Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη δίωξη τεσσάρων αναρχικών για σωρεία επιθέσεων με την υπογραφή ”Σύντροφοι-Συντρόφισσες”.

 

Η πιο ανίκανη πολιτικά κυβέρνηση στα ιστορικά, μετά την αδυναμία της να διαχειριστεί κομβικά ζητήματα για την διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης -στο όνομα της οποίας τόσο επιμελώς αγωνίστηκε το σκυλολόι του ΣΥΡΙΖΑ- προχωράει, φαίνεται, σε κινήσεις απελπισίας. Είναι βέβαιο πως αν το φιλήσυχο πλήθος δεν ήταν απασχολημένο να παραμένει αδρανές, μπουκώνοντας την απάνεμη μακαριότητά του με τρόμο και θεάματα, οι κινήσεις αυτές θα έμεναν αρχειοθετημένες σε κάποια γωνία των κρυμμένων του Indymedia. Σήμερα όμως έχει διαφορετικά. Σήμερα, εν μέσω απανωτών πολιτικών και διπλωματικών αποτυχιών, οι αξιολύπητες μηχανορραφίες κυβερνόντων γελωτοποιών, αντιπροσωπευτικών των υποστηριχτών τους, καλούνται να επουλώσουν τις πληγές των διάσπαρτων πανολεθριών διευρύνοντας το μέτωπο στον πόλεμο με τον εσωτερικό εχθρό.

Τη Δευτέρα 9/3, το έμμισθο μπούγιο ηλίθιων μπάτσων εισέβαλε στα σπίτια τεσσάρων αναρχικών, συλλαμβάνοντας 4 άτομα με κατηγορίες συμμετοχής στην περιβόητη τρομοκρατική ομάδα “σύντροφοι-συντρόφισσες”. Ναι, καλά ακούσατε, οι 4 αναρχικοί διώκονται μέσω του 187Α για 54 επιθέσεις από το 2017, ανειλημμένες και υπογεγραμμένες με την τετριμμένη αυτή υπογραφή που έχουν χρησιμοποιήσει άνθρωποι μέχρι και για να εκφράσουν την άποψή τους πάνω σε γεγονότα μέσω δημοσίων κειμένων. Ευελπιστούμε ότι όλοι αυτοί θα έχουν προνοήσει να εκπονήσουν σχέδιο επιβίωσης ως φυγάδες, αφού πλέον ξεκίνησε η ομηρική αυτή εξάρθρωση της πιο συχνοεμφανιζόμενης τρομοκρατικής ομάδας στα χρονικά. Όσοι δικαιολογημένα ενδίδουν στα αυθόρμητα γέλια, ως απόρροια της κατάστασης, συνετό θα ήταν να συγκρατηθούν παρατηρώντας το γεγονός κάπως πιο ψύχραιμα, γιατί όταν το πρόσφατο προανάκρουσμα με τους 2 αντιφασίστες κατηγορούμενους για ό,τι επίθεση έχει αναληφθεί με την λέξη “ταξιαρχία” ως υπογραφή αποκτά συνέχεια, δε μιλάμε απλά για φάρσα αλλά για προμελετημένη τακτική.

Στην τελική διαγράφονται μπροστά μας 2 σενάρια: Ή τα σαΐνια της ασφάλειας ήταν σε θέση να εξιχνιάσουν επιτυχώς 54 επιθέσεις από το 2017 με τη συγκεκριμένη ασυνήθιστη υπογραφή, συλλαμβάνοντας εύστοχα τους υπεύθυνους γι’ αυτές, πράγμα δύσκολο όταν κάθε βδομάδα οι νύχτες μοσχοβολούν βενζίνη κάτω απ’ τη μύτη τους. Ή, δεύτερον και πιθανότερο, η δίωξη είναι στημένη και οφείλει να μεταφραστεί ως πολεμική επιχείρηση εναντίον του αναρχικού χώρου. Εξάλλου, στην απόρριψη του πρώτου σεναρίου συνηγορεί και το γεγονός ότι οι τρεις εκ των τεσσάρων συλληφθέντων επιβαρύνθηκαν αρκετές ώρες κατόπιν της σύλληψής τους με τον θεάρεστο 187Α.

Ασφαλώς δεν είμαστε και ούτε θα γίνουμε τμήμα του απολογητικού συρφετού που σε κάθε σύλληψη ανθρώπων σπεύδει να κλαψουρίσει για στημένες υποθέσεις, δικαστικές σκευωρίες και αθώα παιδιά διωκόμενα για τις αντιλήψεις τους. Για εμάς είναι αναμφίλεκτο πως παρεκτός του θεάματος δεν τίθεται κανένας διαχωρισμός μεταξύ αναρχικής θεωρίας και πράξης, οπότε, όταν προτάσσουμε και επικροτούμε τη βία και την ένοπλη πάλη, ας έχουμε επίγνωση και εμείς αλλά και οι εχθροί μας πως οι λέξεις μας μπορούν να τους σπάσουν τα φτιασιδωμένα μούτρα ή να μας στερήσουν τη ζωή και την ελευθερία. Όλα τα υπόλοιπα είναι υπεκφυγές και ενδείξεις ενός κακοσυγκροτημένου χώρου δίχως σθένος και νικηφόρα προοπτική. Ωστόσο, δε θα παραστήσουμε τους μαλάκες. Δεν προκαταλαμβάνουμε τα γεγονότα και τη μη εκπεφρασμένη ακόμα θέση των εμπλεκόμενων αναρχικών, αλλά, στο κομμάτι που μας αναλογεί και μας αφορά, επιβάλλεται να αναλύσουμε τις υποβόσκουσες στοχεύσεις της διόλου τυχαίας αυτής κρατικής τακτικής.

Συμπεραίνουμε λοιπόν πως αποσκοπεί:

  1. Στην ανάκτηση κοινωνικής υποστήριξης διαμέσου της επίθεσης σε έναν διαχρονικό, κατασκευασμένο πόλο, αντίθετο σε ό,τι η κυριαρχία καναλιζάρει τις συνειδήσεις να προβάλλουν ως ιδεατή κοινωνική εικόνα. Καθώς η γκροτέσκα κυβέρνηση τρεκλίζει έτοιμη να καταρρεύσει με ποικίλλους τρόπους, ανίκανη να ικανοποιήσει οποιοδήποτε ακροατήριο, αριστερό ή δεξιό, προκαλώντας μονάχα τομές και οξύνοντας περαιτέρω την πόλωση, καταφεύγει ως λύση επιβίωσης στη μοναδική τακτική που φαίνεται να της εξασφαλίζει ακόμα μια νομιμοποίηση. Την εξάλειψη της ανομίας και των αναρχικών ως τον προμαχώνα της. Δεν είναι άγνωστη άλλωστε -σε όποιον δεν εθελοτυφλεί- η μιαρότητα όσων αμφισβητούν εμπράκτως θεμελιώδεις κατηγορίες του πολιτισμού, όπως η ιδιοκτησία, η ζωή, ο νόμος και το κυριότερο όλων: η μαζική εγκόλπωση όλων των παραπάνω από την ανθρώπινη αγέλη. Συμπερασματικά, το αμάλγαμα νευρωτικών και πνευματικά γλίσχρων κυρ-Παντελήδων, ανίκανο να κατανοήσει έστω λειψά τον σύγχρονο κόσμο είναι τρομερά ευεπίφορο στις ενδοβολές της κρατικής προπαγάνδας “πολέμου ενάντια στην ανομία”. Ιδίως όταν ο κυρίαρχος λόγος το αποδευσμεύει από τον κάματο να τη στοχαστεί ως έννοια προσφέροντάς του έτοιμες ερμηνείες μέσω ειδησεογραφικών ρεπορτάζ. Μαντέψτε λοιπόν με ποιον από τους κατασκευασμένους πόλους θα ταυτιστεί ένας ομόλογος άνθρωπος, και αντίστοιχα ποιος θα επωφεληθεί πολιτικά από την επένδυση στη συντήρησή τους.
  2. Στην επιβάρυνση αναρχικών ή ενεργά πολιτικών αντιπάλων με δικογραφίες. Καθόλου πρωτότυπο ίσως -μα τρομερά αποτελεσματικό- όταν διάφοροι περιττοί “τουρίστες” κατακλύζουν τα πεδία επαναστατικής ζύμωσης αφήνοντας ελάχιστους δραστήριους ανθρώπους να σηκώσουν τα βάρη και τις ευθύνες μιας συνεκτικής εμπλοκής στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα. Σήμερα, καθώς η επιπόλαιη και επιδερμική επαφή με την αναρχική τάση αμφιρρέπει μεταξύ κοινότυπων κοσμικών συγχρωτισμών και χρήσης της ως πασπαρτού αποκούμπι, χρήσιμο για τον ναρκισσιστικό βαυκαλισμό κοινών ανδράποδων, είναι αναπόδραστο ο δικαστικός στιγματισμός των λίγων ουσιαστικά ενεργών ατομικοτήτων να αποβαίνει καίριο πλήγμα στην καρδιά τους. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η έκβαση των δικαστηρίων των εμπλεκομένων, αλλά το ότι η άτυπη δικαστική ομηρία αυτή καθαυτή δένει χέρια έτοιμα να λερωθούν στην αναρχική πρακτική, απομυζώντας ψυχολογικά και οικονομικά δηλωμένους εχθρούς του κράτους. Αναμενόμενο και ανθρώπινο είναι να κινείται κανείς πιο διστακτικά έχοντας δικογραφίες στην πλάτη, όσο κακοστημένες κι αν είναι. Ακριβέστερα, η προχειρότητα αυτών των δικογραφιών πολλές φορές επικουρεί την παράλυση όσων διώκονται. Σκοπίμως, διότι και μόνο οι πιθανότητες να βγει κάποιος άνθρωπος σχετικά αλώβητος από μια δικαστική ομηρία, αποφεύγουν την εξώθησή του στα άκρα. Αρχαίο συμπέρασμα, εξάλλου, πως ένα απονενοημένο θήραμα είναι πιο επικίνδυνο. Κλείνοντας, αναφέρουμε πως πρόδηλη είναι η τακτική του κράτους να εξοντώσει τους εχθρούς του εκμεταλλευόμενο τις χαρακτηριστικές σχέσεις εξάρτησης του αναρχικού χώρου την παρούσα στιγμή, αλλά και ευρύτερα κάθε ανατρεπτικού κινήματος. Μια μεγάλη μάζα αναρίθμητων και αναλώσιμων καταναλωτών σε μόνιμη προσμονή τροφοδότησής τους με απόψεις, πρωτοβουλίες και κινήσεις από μια μικρή μερίδα αφοσιωμένων ανθρώπων που, όταν πλήττονται οι πρώτοι, μουδιάζουν και υποχωρούν αβίαστα. Δυστυχώς, σε αντίθεση με τον κυρίαρχο πολιτισμό, ο αναρχικός χώρος διαθέτει “κέντρα εξουσίας”, και το κράτος το γνωρίζει πολύ καλά.
  3. Στην εκμετάλλευση της επικρατούσας κατάσταση εξαίρεσης ένεκα της επιδημίας. Δεν υπαινισσόμαστε προφανώς πως οι κυβερνήσεις κατασκευάζουν ιούς προκειμένου να εφαρμόσουν καταστάσεις εξαίρεσης, μολονότι -αν μη τι άλλο- τις αξιοποιούν προς όφελός τους. Εξάλλου, πιο προσοδοφόρος ιός από την διάχυτη αδιαφορία, την αδυναμία αντίστασης και τη συμμόρφωση με το υπάρχον δε νοείται, και αυτός έχει προ πολλού κατακλύσει κάθε πτυχή της γήινης ερημιάς. Σε αυτό το κλίμα, κάθε μικρή και ασήμαντη πληροφορία μετατρέπεται σε τηλεοπτικό παραπέτασμα ριγμένο πάνω στους δέκτες των δικαστικών αυθαιρεσιών. Ποιος έχει στην έγνοια του διωκόμενους αναρχικούς, όταν η στερημένη του ρουτίνα τέρπεται με αποκαλυπτικά σενάρια πανδημίας και με έναν προαναγγελθέντα πόλεμο από τον “μοχθηρό σουλτάνο”; Το κράτος φυσικά δε μουδιάζει και αδράττει κάθε ευκαιρία να πλήξει τους εχθρούς του όσο πιο αναίμακτα γίνεται, στοιχηματίζοντας στο ποιόν και το πύον του εθνικού κορμού του. Και πόσο εύστοχα, για κακή τύχη όσων ακόμα ελπίζουν στην αφύπνισή του.

Σύνολα όσα αναφέρθηκαν καθίστανται εφικτά για την κυριαρχία μέσα από την στόμωση των μέσων πάλης, την εξάπλωση της παραίτησης και την εγκαθίδρυση του τρόμου. Αν κάτι αποδεικνύουν περίτρανα όσοι άνθρωποι ρίχθηκαν στη μάχη, είναι πως ο εχθρός είναι εξαιρετικά προσβάσιμος όσο δεν αποποιούμαστε μόνοι μας -ενδίδοντας στις ορμηνείες των κυρίαρχων λόγων- τις πανέμορφες δυνατότητες μιας ολοκληρωμένης αναρχικής προσπάθειας για ενοποίηση της ζωής και των μέσων επίθεσης στην κοινωνία. Κανένας εξωτερικός δασμός δεν θα επηρρεάσει τους πολεμικούς συσχετισμούς. Καμία θεία πρόνοια δεν θα εμποδίσει τους κυρίαρχους από το να αξιολογούν και να μεταχειρίζονται τα σώματα μας κατά το δοκούν. Καμία χιλιαστική λύτρωση δεν συνοδεύει ως εχέγγυο την επιλογή κάποιου να αφιερώσει την ζωή του στην αναρχική εξέγερση. Κανένα τέλος δεν πρόκειται να γιατρέψει τις πληγές που αποκτήσαμε αναζητώντας τον δρόμο. Συνεπώς, κανείς δεν μπορεί να μας υποσχεθεί ότι μία πραγματικότητα όσο παράλογη, ανοίκεια και εχθρική κι αν μας φαντάζει δεν πρόκειται να μας αλυσοδέσει δίχως την έμπρακτη, καθημερινή άρνηση μας. Μοναδικό όπλο του καθενός στον λυσσαλέο αυτό πόλεμο με το υπάρχον όσες αρνήσεις κατόρθωσε να σφυρηλατήσει και με αποφασιστικότητα να διαφυλάξει. Μαζί με αυτά τα εφόδια θα βρούμε ο ένας τον άλλον στην πλατιά λεωφόρο καθώς ο ήλιος θα μας κρατά από τις μασχάλες.

Consumimur Igni: Κύκλος αναρχικών για την διάδοση της αταξίας.
Mail επικοινωνίας: consumimurigni@espiv.net

Ιατρική-γνώση-εξουσία, και η γαλλική επιστημολογική σχολή

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ Thomas S. Kuhn και του Paul Feyerabend είναι σήμερα πασίγνωστα και συνώνυμα, για πολλούς, με ό,τι πιο ριζοσπαστικό έχει εμφανιστεί στο πεδίο της επιστημολογίας από τη δεκαετία του 1960 και ύστερα. Είναι κυρίως η ιδέα των «επιστημονικών επαναστάσεων» του T.S. Kuhn εκείνη που υποτίθεται ότι αμφισβήτησε το συνεχές της προόδου και την αδιατάρακτη σωρευτικότητα της επιστημονικής γνώσης, αξιώματα εν πολλοίς αδιερώτητα για το θετικιστικό πνεύμα μέσ’ από το οποίο γεννήθηκε το ίδιο το επιστημολογικό εγχείρημα. Πολλοί λιγότεροι όμως συνειδητοποιούν ότι οι ουσιώδεις καινοτομίες του T.S. Kuhn έχουν προαναγγελθεί κατά μια εικοσαετία τουλάχιστον από τη λεγόμενη ιστορική επιστημολογική σχολή της Γαλλίας – ότι οι «επιστημονικές επαναστάσεις», ας πούμε, δεν είναι παρά ένα άλλο όνομα για τις «επιστημολογικές ρήξεις» που εισηγήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 ο Gaston Bachelard… Το ακαταμάχητο πλεονέκτημα των Kuhn και Feyerabend είναι βέβαια ότι έγραψαν στ’ αγγλικά, σε μια εποχή που η ιμπεριαλιστική κυριαρχία της αγγλικής μεταφράζει σε πολιτισμικό κεφάλαιο την πολιτικοοικονομική εκείνη ισχύ της οποίας προϊόν και μηχανισμός αναπαραγωγής ταυτόχρονα είναι το αγγλοσαξωνικό πανεπιστήμιο.

Για να το πούμε απλούστερα, αντισυμβατικοί επιστημολόγοι όπως οι Kuhn και Feyerabend «ανακαλύπτουν» ένα μάλλον κοινό μυστικό για το οποίο ήταν κουφή και τυφλή μόνο η αγγλόφωνη ακαδημαϊκή κοινότητα, παραλυμένη από τον εργαλειακό εμπειρισμό και την αναλυτική της φιλοσοφία: το ότι η επιστημονική «γνώση» είναι η ίδια ένα ιστορικό σημασιοδοτικό εγχείρημα που ακολουθεί κατά πόδας τούς ιδεολογικούς ανέμους εποχών και κοινωνιών, και στις κρίσιμες διαμορφωτικές της στιγμές καθορίζεται κατ’ ανάγκη από εξωεπιστημονικές και μη υπαγόμενες στον επιστημονικό ορθολογισμό δυνάμεις – το επίπεδο ανάπτυξης και την ιδιάζουσα φύση των παραγωγικών δυνάμεων, την οργάνωση των παραγωγικών σχέσεων, τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, τις ανάγκες αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος, τις οικονομικές επενδύσεις στον ερευνητικό τομέα… Ότι, για να το πούμε αλλιώς, δεν υπάρχουν καθαρές «αλήθειες» οι οποίες μπορούν να διαχωριστούν από τη ιστορική διαδικασία παραγωγής τους, ότι αν αφαιρέσουμε όλους τους παραπάνω παράγοντες τους οποίους ο παραδοσιακός επιστήμονας έχει διδαχθεί να εκλαμβάνει ως άσχετους με το ειδικό κομμάτι της δουλειάς του, δεν μένει τίποτε από το υποτιθέμενα θετικό περιεχόμενο της γνώσης παρά μόνο λίγες τυπικές φόρμουλες που συνιστούν απελπιστικές ταυτολογίες… Όχι βέβαια ότι η λεγόμενη «ηπειρωτική» σκέψη είχε εγγενώς εξασφαλισμένη ανοσία απέναντι στον θετικισμό και την εργαλειοτεχνική ορθολογικότητα, ούτε ότι αναγνωρίζει πάντοτε ρητά διαμορφωτικούς παράγοντες όπως οι παραπάνω – ο θετικισμός άλλωστε γεννήθηκε σε γαλλικό έδαφος, με τον Αύγουστο Κοντ, του οποίου το ριζικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης της γνώσης στάθηκε πιστό ιδεολογικό απείκασμα της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, και το ίδιο το γερμανικό πανεπιστήμιο θεμελιώθηκε στο άτεγκτο νομολογικό έδαφος του νεοκαντιανισμού, στήριγμα της γραφειοκρατικής δομής όλων των μοντέρνων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων απ’ όπου, μεταξύ άλλων, επρόκειτο να διδαχθούν τα μέγιστα και οι Aγγλοσάξωνες (πολύ περισσότερο, ας πούμε, απ’ όσο από τον γηγενή εκπαιδευτικό φιλελευθερισμό ενός John Dewey)… Για πολλούς λόγους ωστόσο ––και οπωσδήποτε λόγω της ύπαρξης ισχυρών αντικαπιταλιστικών κινημάτων που συγκλόνισαν την ήπειρο στη διάρκεια ενός και πλέον αιώνα–– στην Ευρώπη υπήρξαν αντιστάσεις, οι οποίες βρήκαν στις μεγάλες κριτικές παραδόσεις του Διαφωτισμού θεωρητικά όπλα για να πολιορκήσουν το κυρίαρχο θετικιστικό εργαλειοτεχνικό οχυρό. Και κάτι από αυτή τη θεωρητική κινητικότητα, τον επαναστατικό αναβρασμό των ιδεών, θα μπορούσε να πει κάποιος, ήταν αναπόφευκτο να διαπεράσει ακόμη και τα τείχη του αστικού πανεπιστημίου.

Πλέκοντας αναδρομικά ο Michel Foucault το εγκώμιο της γαλλικής επιστημολογικής σχολής ––κληρονόμο της οποίας αντιλαμβάνεται φυσικά τον εαυτό του–– θα προσπαθήσει να υποδείξει τον εικονοκλαστικό της χαρακτήρα μέσ’ από έναν τολμηρό παραλληλισμό. Γράφει: «Αν θέλαμε να βρούμε κάτι εκτός Γαλλίας που να αντιστοιχεί στο έργο του Cavailles, του Coyre, του Bachelard και του Canguilhem θα το βρίσκαμε ασφαλώς στη Σχολή της Φραγκφούρτης. Και όμως, το ύφος διαφέρει πολύ: διαφορετικοί είναι οι τρόποι με τους οποίους γίνεται καθετί, διαφορετικά τα πεδία ενδιαφέροντος. Αλλά το είδος των ερωτημάτων που διατυπώνονται είναι τελικά το ίδιο, στοιχειωμένο άλλοτε από τη μνήμη του Καρτέσιου, άλλοτε από το φάντασμα του Λούθηρου […] Κατά την ιστορία της επιστήμης στη Γαλλία, όπως και κατά τη γερμανική Κριτική Θεωρία, αν κάτι πρέπει να εξετάσουμε κατ’ ουσίαν είναι ένας λόγος που κουβαλάει μέσα στην αυτονομία των δομών του την ιστορία των δεσποτισμών και των δογματισμών – ένας λόγος που, κατά συνέπεια, μπορεί να επιφέρει χειραφέτηση μόνο εφόσον κατορθώσει να απελευθερωθεί από τον εαυτό του».1 Μέσα την υπερβολή του, ο παραλληλισμός αυτός είναι σωστός κι εσφαλμένος ταυτόχρονα. Διότι, από τη μία πλευρά, το κριτικό εγχείρημα στη γαλλική επιστημολογική σχολή δεν παρουσιάζει ούτε το εύρος ούτε την εμμονή και τη συνέπεια που έχει στην Κριτική Σχολή της Φραγκφούρτης· από την άλλη, η κριτική πρόθεση ποικίλλει αξιοσημείωτα από εκπρόσωπο σε εκπρόσωπο της γαλλικής επιστημολογίας, και ακόμη κι εκείνοι που το έργο τους θα μπορούσε να διαβαστεί σαν μια ζοφερή εξιστόρηση της νεωτερικότητας παράλληλη κάπως με τη Διαλεκτική του διαφωτισμού ––όπως ο ίδιος ο Foucault–– μοιάζουν δέσμιοι ενός επιστημονιστικού ταμπού έναντι κάθε μορφής αξιακότητας που αντιτίθεται οφθαλμοφανώς στις ρητές απελευθερωσιακές αποβλέψεις της Κριτικής Σχολής. Για τη Σχολής της Φραγκφούρτης είναι αδιανόητος ένας εγκλεισμός στο αυστηρά γνωσιολογικό πεδίο,2 ας πούμε, στο οποίο εξ ορισμού περιορίζεται η γαλλική επιστημολογία.

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η σχολή ––αν εξαιρέσουμε προς στιγμήν τον Alexandre Coyre που ως εμιγκρές από τη Ρωσία έχει κάπως διαφορετικές πνευματικές καταβολές, παρά την αδιαμφισβήτητη επιρροή που άσκησε στη γαλλική διανόηση του μεσοπολέμου–– μπορεί να συνοψιστεί στα ονόματα των Gaston Bachelard, Jean Cavaillès, Georges Canguilhem και Michel Foucault. Εξαιρώντας και πάλι τον Cavailles, προικισμένο μαθηματικό τού οποίου το έργο ωστόσο κόπηκε πρώιμα (συνελήφθη για συμμετοχή στην αντίσταση, βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τους ναζί το 1944), οι άλλοι τρεις αντιπροσωπεύουν τις μεγάλες διαδοχικές στιγμές αυτής της παράδοσης.3 Και από τους τρεις, όπως αναδρομικά μπορούμε να διαπιστώσουμε, ο Bachelard και ο Foucault βρίσκονται πολύ πιο κοντά μεταξύ τους απ’ όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Μολονότι ο τελευταίος ανοίχτηκε σε πιο πολλές εξωτερικές επιδράσεις, είχε στερεότερες βάσεις στη φιλοσοφία (την οποία διδάχθηκε δίπλα στον Jean Hippolyte) και στην ιστορία (στις ενασχολήσεις του με την οποία μοιάζει να έχει αφομοιώσει προπαντός το μάθημα της σχολής των Annales) ενώ στη δεκαετία του 1960 συνδέθηκε με τον διεπιστημονικό συρμό του λεγόμενου στρουκτουραλισμού, από μία άποψη δεν κάνει τίποτε άλλο από να επεξεργάζεται με νέα γλωσσικά μέσα και πάνω σε νέα αντικείμενα τις «επιστημολογικές ρήξεις» του Bachelard.

Παρά τη μεγάλη εκτίμηση που απολάμβανε πάντα στη Γαλλία ως δημιουργός μιας μετα-θετικιστικής και κατά κάποιον τρόπο αντι-καρτεσιανής επιστημολογίας, ο Gaston Bachelard είναι ίσως λιγότερο ρηξικέλευθος απ’ όσο γενικώς πιστεύεται. Με όλες τις ύστερες εξορμήσεις του στον χώρο της ποιητικής φαντασίας, τις γοητευτικές αναδιφήσεις του στην Ψυχανάλυση της φωτιάς4, στο Νερό και τα όνειρα5, στην Ποιητική του χώρου6, ο Μπασελάρ κατά βάσιν δεν εγκατέλειψε ποτέ την πεποίθηση ότι η επιστημονική γνώση είναι ανώτερη από κάθε προ-επιστημονική αντίληψη του κόσμου· γι’ αυτό και δεν έπαψε να υπερασπίζεται τα δικαιώματα της αφαίρεσης απέναντι σε κάθε μορφής «αμεσότητα». Διδαγμένος από τις δραματικές εξελίξεις της φυσικής στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, θα προτείνει μια νέα, αντι-ουσιολογική και «διαλεκτική», όπως την ονόμαζε, προσέγγιση η οποία διαλύει εμπειρικά «αντικείμενα» και «ιδιότητες» ανασυγκροτώντας τα ως πλέγματα σχέσεων (τα οποία εξ ορισμού υπερβαίνουν κάθε εμπειρική αντίληψη και είναι αρθρώσιμα σε μαθηματικές ή στατιστικοπιθανολογικές μήτρες).7 Αντιλαμβάνεται κάποιος εδώ ένα ίχνος διαλεκτικής που έχει τις ρίζες της στην εγελιανή σκέψη (αν δεν την επεκτείνουμε πίσω ως τον Σπινόζα), η οποία έχει ένα προφανές δίκιο έναντι του αφελούς επιστημονικού εμπειρισμού· ωστόσο λείπει η τελευταία κίνηση που ολοκληρώνει το διαλεκτικό εγχείρημα στον Χέγκελ, εκείνη που επαναφέρει στο συγκεκριμένο (άρνηση του αφηρημένου, κατά τον ίδιον τρόπο που εκείνο ήταν άρνηση του άμεσου), το οποίο έτσι αποκαθίσταται ως πλουσιότερο κατά το περιεχόμενό του από την απλή νοητική αφαίρεση. Αυτό μπορεί να ειπωθεί και με έναν άλλον τρόπο. Η υπέρβαση της εμπειρίας την οποία υπερασπίζεται ο Bachelard (σε συμφωνία με το «νέο επιστημονικό πνεύμα») αντιλαμβάνεται την εμπειρία με τον στενότερο δυνατό τρόπο, που είναι ουσιαστικά ο τρόπος του αγγλοσαξωνικού εμπειρισμού. Μία εντελώς διαφορετική έννοια της εμπειρίας αντιπροσωπεύει η εγελιανή Erfahrung, συνώνυμη ουσιαστικά με ό,τι θα ονομάζαμε ιστορική αυτοσυνειδησία – και σε αυτήν έγκειται το συγκεκριμένο που υπερβαίνει τη νοητική αφαίρεση (δηλαδή, την επιστημονική γνώση) στον Χέγκελ. Υπάρχει όμως και μία άλλη έννοια της εμπειρίας, την οποία έφερε στο προσκήνιο ο Husserl και έγινε σταδιακά ο άξονας όλου του φαινομενολογικού εγχειρήματος: είναι το Erlebnis που αποδίδουμε ακριβέστερα ως βίωμα, προ-διασκεπτική και προ-κατηγορική σύσταση του «κόσμου» και του «αντικειμένου» από την οποίαν απορρέει, και στην οποία παραμένει πάντοτε υπόλογη, κάθε μεταγενέστερη επιστημονική ανακατασκευή. Μέσω αυτής της ιδέας ο Husserl, όπως από μια παράλληλη θέση και ο Bergson, άσκησαν μια εξαιρετικά πειστική κριτική στον φορμαλισμό της επιστήμης και στην άσαρκη επιστημονική αφαίρεση, της οποίας τη σημασία δεν χρειάζεται να τονίσουμε σε μία ιστορική στιγμή όπου η ραγδαία επεκτεινόμενη τεχνοεπιστήμη γίνεται το κατεξοχήν εργαλείο κυριάρχησης του κόσμου, φυσικού όσο και ανθρώπινου. Απέναντι σε αυτές τις κριτικές ο Bachelard παραμένει κατά μια έννοια κουφός, παράγοντας ανεπιφύλακτα νομιμοποίηση για το επιστημονικό εγχείρημα με την επεξεργασία μιας απλώς διερυμένης ορθολογικότητας έναντι εκείνης που μας κληροδότησε η καρτεσιανή παράδοση. Οι «επιστημολογικές ρήξεις» του είναι σε τελευταία ανάλυση συμβάντα εντός της μεγάλης ορθολογικότητας που προέκυψε από την καταγωγική ρήξη του μύθου με τον λόγο: αίροντας κάθε φορά ειδικά «επιστημολογικά εμπόδια», παράγουν μια νέα, διαφορετικά οριζόμενη ορθολογικότητα η οποία, παρότι πριν από την «ρήξη» ήταν αδιανόητη, επαναδικτυώνει εκ των υστέρων μέσα στο σχήμα της την παλαιά.

Στον Foucault η ρήξη αυτή είναι απλώς πολύ πιο βαθιά (και από αυτή την άποψη έρχεται όντως εγγύτερα στον Thomas Kuhn). Για τον Foucault τίποτα ––ή σχεδόν τίποτα–– δεν γεφυρώνει το ένα παράδειγμα με το άλλο, τη μία δομή λόγου με την άλλη· οι ρήξεις έχουν το βάθος χειρουργικών τομών, δίνοντας στην ιστορία έναν χαρακτήρα δραματικής ασυνέχειας που δεν μπορεί ποτέ να αναχθεί σε μια νοηματικά συνεκτική διαδικασία. Ακριβέστερα, ο ίδιος ο όρος «ιστορία» πρέπει να εγκαταλειφθεί στον βαθμό που υπονοεί ήδη ένα συνεχές νοήματος· γι’ αυτό και θα τον αντικαταστήσει με τον όρο αρχαιολογία: εκείνο που ζητάμε είναι μάλλον το παρελθόν του παρελθόντος, τα αρχαία ερείπια που βρίσκονται θαμμένα κάτω από τα πολυκαιρισμένα μνημεία, το παγανιστικό τέμενος κάτω από τον καθεδρικό ναό, τα οστά του άγνωστου κοιμητηρίου κάτω από τον παλαιό συνοικισμό… Κι επειδή η ριζικότερη τέτοια τομή που μπορούμε να σκεφτούμε σε επιστημολογικό επίπεδο είναι η ίδια η ρήξη ανάμεσα στην ορθολογικότητα και τον παραλογισμό, προκλητικά ο Foucault θα επιλέξει ως παραδειγματικό αντικείμενό του μια «ιστορία της τρέλας» – δηλαδή, τη γενεαλογία ενός νεωτερικού επιστημονικού κλάδου που είναι η ψυχιατρική, ως λόγου πάνω σ’ εκείνο το οποίο εξ ορισμού αντίκειται στον λόγο. Ο λόγος ο οποίος κατάγεται από μια διαίρεση μεταξύ του εαυτού του και του ετέρου του δεν μπορεί να ανατρέξει μέχρις αυτή την καταγωγή, διατείνεται ο Foucault· γι’ αυτό και μια ιστορία της τρέλας είναι, σε τελευταία ανάλυση, η ιστορία της δυνατότητας να υπάρξει ιστορία. Παρά τον εσκεμμένα παραδοξολογικό χαρακτήρα τέτοιων δηλώσεων, αυτό θα μπορούσε απλούστερα να ιδωθεί ως εισαγωγή μιας συγκριτικής ανθρωπολογικής οπτικής στο πεδίο της παραδοσιακής ιστορίας (παρότι ο Foucault δεν το λέει έτσι) που επιδιώκει να φωτίσει τον πρωταρχικό σχηματισμό πολιτισμικών «αντικειμένων» μέσα από διαδικασίες προβληματοποίησης και αποκλεισμού, οι οποίες εγγράφουν πάντοτε ειδικές σχέσεις εξουσίας.

Όπως και αν κρίνει κάποιος τη σκέψη του Foucault συνολικά, η Ιστορία της τρέλας κατά την κλασική εποχή (1961)8 είναι το αριστούργημά του. Το προγραμματικό αυτό έργο του είναι γραμμένο σαν μια οιονεί λογοτεχνική αφήγηση ––παρά την ενδελεχέστατη τεκμηρίωση με αρχεία και πηγές που θα ζήλευε και ο σχολαστικότερος των ιστορικών–– όπου εξιστορείται η παράλληλη συγκρότηση αφενός του ιδρύματος εγκλεισμού, του ψυχιατρείου, αφετέρου ενός επιστημονικού λόγου πάνω στην «τρέλα», της ψυχιατρικής. Η αφήγησή του, η οποία ξεκινάει από τον δέκατο έβδομο αιώνα και ξετυλίγεται μέχρι τις ημέρες μας, υποδεικνύει μια νέα μορφή παραγωγής της ταυτότητας που αντιστοιχεί σε μια νέα μορφή αποκλεισμού, η οποία χαρακτηρίζει ειδικά τη νεώτερη αστική κοινωνία: το δίπολο λογικότητα/παραλογισμός έρχεται να πάρει τη θέση που στις μεσαιωνικές φαντασιακές αναπαραστάσεις κατείχε το δίπολο αρετή/δαιμονοπληξία. Η καταστολή των ευφάνταστων μυθοπλασιών και του λαϊκού οργιασμού που σημάδεψαν την καμπή προς τον δέκατο έβδομο αιώνα συνοδεύεται από μια εξουσιαστική στρατηγική η οποία πρώτα εκτοπίζει, εν συνεχεία μελετάει και «θεραπεύει» τον λεγόμενο ψυχασθενή, αφού η κοινωνικώς αποκλίνουσα συμπεριφορά του τελευταίου γίνεται τώρα αντιληπτή ως ιατρική διαταραχή που χρειάζεται επιστημονική αγωγή και όχι πλέον ως αμαρτία που απαιτεί παραδειγματική τιμωρία ή δαιμονοληψία που απαιτεί τελετουργικό εξορκισμό. Έτσι αναδεικνύεται η ιδιάζουσα οπτική του Foucault, που εν συνεχεία θα εφαρμοστεί σε ολόκληρο το φάσμα των επιστημών του ανθρώπου: πίσω από τη σύσταση ενός κλάδου γνώσης ενεργεί πάντα μια πρακτική της εξουσίας, και η συγκρότηση ενός διακεκριμένου γνωστικού αντικειμένου προϋποθέτει ένα πλέγμα θεσμών οι οποίοι εντοπίζουν και μορφοποιούν μία πρακτική κυριαρχίας πάνω στο κοινωνικό σώμα. Οπότε η σχέση αντιστρέφεται: δεν είναι η «ανακάλυψη» ενός αντικειμένου εκείνη που γεννά έναν επιστημονικό θεσμό, αλλά ο ίδιος ο θεσμός προηγείται κι εν συνεχεία συγκροτεί το «αντικείμενό» του μέσ’ από σύνθετες στρατηγικές κατεξουσιασμού. Η γένεση των λεγόμενων επιστημών του ανθρώπου στη σύγχρονη εποχή είναι πρωτίστως προϊόν της ανάγκης να ελεγχθούν και να κυριαρχηθούν αποτελεσματικά οι άνθρωποι στα όρια της νεωτερικής κοινωνίας – και είναι στην πράξη αδιαχώριστη από τη δημιουργία φοβερών ιδρυμάτων εγκλεισμού και ελέγχου όπως το ψυχιατρείο, η κλινική, το σωφρονιστήριο, κοκ.9

Γενικότερα μιλώντας, ο Foucault εδραιώνει περιοδολογήσεις που αντιστοιχούν στην ακτίνα ισχύος συγκεκριμένων επιστημολογικών παραδειγμάτων, τα οποία ονομάζει «αγορεύσεις» (discours). Αυτά αλλάζουν απότομα σε εποχές όπως ήταν η μετάβαση από τον δέκατο έκτο στον δέκατο έβδομο αιώνα, και ύστερα πάλι από τον δέκατο όγδοο στον δέκατο ένατο. Στο πεδίο της ψυχιατρικής είδαμε πώς η μορφή του δαιμονισμού αντικαθίσταται από μια νοσολογική οντότητα, την τρέλα· στο πεδίο της ιατρικής, αντίστοιχα, η προσωποποιημένη παράσταση του πάσχοντος αντικαθίσταται από μια κλινική διαγνωστική των συμπτωμάτων· στο πεδίο των γνωστικών πρακτικών η λογική της προσομοιότητας και της ερμηνείας αντικαθίσταται από τη λογική της αναπαράστασης και της ταξινομίας· στο πεδίο του χειρισμού της παραβατικότητας η στρατηγική της παραδειγματικής τιμωρίας αντικαθίσταται από τη στρατηγική του μεθοδευμένου σωφρονισμού, κοκ. Στο ογκώδες και πιο ορθόδοξα επιστημολογικό έργο του Οι λέξεις και τα πράγματα (1966)10, ο Φουκώ επισημαίνει λεπτομερέστερα εντός τού παραδείγματος που ανέκυψε από την πρώτη ρήξη του δέκατου έβδομου αιώνα μία δεύτερη, στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, δυνάμει της οποίας η «φυσική ιστορία» θα μετασχηματιστεί σε βιολογία, η «γραμματική» σε συγκριτική φιλολογία, η «ανάλυση του πλούτου» σε πολιτική οικονομία (το γενικό πνεύμα είναι από την αναπαράσταση στη γένεση): στη διατομή ακριβώς τούτων των νέων πεδίων και αντικειμένων θα γεννηθεί το φάντασμα των επιστημών του ανθρώπου και η ίδια η παράσταση «άνθρωπος» που στοιχειώνει τη νεωτερική μας αυτοκατανόηση. Στο ύστερο, πολύτομο και ημιτελές έργο του Ιστορία της σεξουαλικότητας11 ο Φουκώ θα διερύνει την ακτίνα της ιστορικής του έρευνας (που συνήθως δεν πήγαινε πίσω από τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα) για να περιλάβει και τον αρχαίο κόσμο: σύμφωνα με τη νέα περιοδολόγηση η αποφασιστική τομή αφορά τη μετάβαση από μιαν ars erotica σε μια scientia sexualis, όπου την πρωτοϊστορία αυτής της τελευταίας αντιπροσωπεύει η χριστιανική εξομολόγηση και την κυρίως ιστορία η φροϋδική ψυχανάλυση.

Το έργο του Foucault έχει πολλές όψεις και επίπεδα απ’ όπου θα μπορούσε να διαβαστεί, σφραγίζεται ωστόσο ολόκληρο από μιαν ανεπίλυτη αμφισημία. Από τη μία πλευρά η παράθεση τεκμηρίων, η ανάλυση γεγονότων και η συσσώρευση στοιχείων που επιτελείται σύμφωνα με το πλέον σχολαστικό ερευνητικό πρωτόκολλο, σε συνδυασμό με μια ερευνητική ψυχρότητα εντομολόγου που επιδιώκει να διαλύσει εκ των προτέρων την παραμικρή υποψία αξιακής εμπλοκής, σκιαγραφούν ένα περίγραμμα εκ πρώτης όψεως πιο θετικιστικό απ’ ό,τι του Gaston Bachelard, για παράδειγμα. Από την άλλη πλευρά, η ανάλυσή του στοχεύει κατευθείαν στην υπονόμευση όχι μόνο του κύρους κάθε επιστημονικά συγκροτημένου «γεγονότος», αλλά και των ίδιων του αξιώσεων του λόγου σε οιαδήποτε εκδοχή αλήθειας – αφήνοντας αιωρούμενο το ερώτημα κατά πόσον ο λόγος μπορεί να είναι τίποτε άλλο εκτός από εργαλείο γυμνού κατεξουσιασμού… Αυτή η σχετικοποίηση εν πρώτοις του επιτρέπει να συλλάβει την καταγωγική συνύφανση των λόγων με μια υλική κοινωνική διαδικασία και τις δομές κυριαρχίας που αποκρυσταλλώνονται μέσα της, πεδίο το οποίο στον Bachelard είναι τουλάχιστον σκιώδες· σε δεύτερο βήμα, όμως, του απαγορεύει να συστήσει ένα συνεκτικό πλέγμα ιστορικών εξηγήσεων που θα έδινε έναν ευανάγνωστο σκοπό στο δικό του θεωρητικό εγχείρημα. Παραδόξως λοιπόν, η «ιστορία» του δεν είναι μια πραγματική ιστορία των παραγωγικών σχέσεων που κάθε φορά οργανώνουν το κοινωνικό πεδίο αλλά μάλλον μια περιπτωσιολογία εμφάνισης θεσμικών σχηματισμών και ιδρυμάτων, των οποίων η ανάδυση είναι εξίσου ανεξήγητη με τις ίδιες τις τομές που εγκαθιδρύουν και τα «παραδείγματα» ή τις «αγορεύσεις» που επιβάλλουν. Εκτός αν ίσως πούμε ότι είναι η αιώνια ροπή της ανθρώπινης φύσης προς κυριαρχία και επιβολή εκείνη που υποκινεί ολοένα νέες, και σε μιαν ατελείωτη ποικιλία διακλαδούμενες, συμπλέξεις θεσμικής εξουσίας/κυρίαρχου λόγου… Στρουκτουραλιστικό είναι αυτό κατά το ότι εξαλείφει πραξικοπηματικά την υποκειμενικότητα, την οποίαν αντιλαμβάνεται μάλλον ως θεσμική κατασκευή παρά ως θεσμίζουσα δύναμη σε οιονδήποτε βαθμό μέσα στην ιστορία· στο βάθος όμως είναι ο ιδιόμορφος νιτσεϊσμός του εκείνος που υπερφαλαγγίζει ακόμα και τον στρουκτουραλισμό του δίνοντας τη δεσπόζουσα σχετικιστική ––στην πραγματικότητα, μηδενιστική–– τονική στη σκέψη του. Και μένει βεβαίως να αναρωτηθούμε αν αν το ίδιο το εγχείρημα του Foucault αυτοκατανοείται ως ουδέτερη περιγραφή, οπότε επιστρέφει στη θετικιστική έννοια του «γεγονότος» την οποία υποτίθεται ότι αποδόμησε, ή έχει μιαν αξιακή διάσταση καταγγελίας, οπότε μαρτυρεί άθελά του μία άλλη χρήση του λόγου που δεν συμποσούται στον γυμνό κατεξουσιασμό.

Ο Georges Canguilhem (1904-1992) είναι πιο ιδιάζουσα περίπτωση, και οπωσδήποτε η λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό. Η προσεκτική επικέντρωσή του στο συγκεκριμένο και πάντα ειδικό, η ιδιοσυγκρασιακή του απέχθεια για τους ρητορισμούς και τις ιδεολογικοποιημένες γενικεύσεις, οι έμφυτες διαλεκτικές αποχρώσεις της σκέψης του είναι όλα συστατικά που τον διαχωρίζουν από το κυρίαρχο ρεύμα της παρισινής διανόησης – είναι όμως, ταυτόχρονα, εκείνα στα οποία οφείλεται η βαθιά επιρροή που άφησε σε στοχαστές τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους (αλλά και από τον ίδιον) όσο ο Foucault και ο Αlthusser, ο Deleuze και ο Macherey, ο Bourdieu και ο Alain Badiou… Το πεδίο της ενασχόλησής του είναι επίσης πολύ πιο περιορισμένο απ’ ό,τι του Bachelard ή του Foucault: είναι ειδικώς οι βιοϊατρικές επιστήμες και τα πρότυπα κανονιστικότητας που αναδύονται στο εσωτερικό τους (και είναι αξιοσημείωτο ότι η εμβάθυνση στο πεδίο που επέλεξε οδήγησε τον Canguilhem, ο οποίος ξεκίνησε από τη φιλοσοφία, να κάνει πλήρεις ιατρικές σπουδές στα χρόνια της κατοχής). Η διδακτορική του διατριβή με τίτλο Δοκίμιο επί ορισμένων προβλημάτων που αφορούν το κανονικό και το παθολογικό (1943)12 παραμένει έργο αξεπέραστο στα πλαίσια της γαλλικής επιστημολογικής σχολής και άξονας όλης τής μεταγενέστερης προβληματικής του: εστιακό σημείο στο οποίο διαρκώς επανέρχεται και απ’ όπου διαρκώς επανεκκινείται η ανήσυχη σκέψη του. Όλο το πρώιμο έργο τού Michel Foucault, από την αντίστοιχη διατριβή του πάνω στην Ψυχική αρρώστια και ψυχολογία (1952)13 μέχρι τα πρώτες γενεαλογικές του μελέτες πάνω στην Ιστορία της τρέλας και τη Γέννηση της κλινικής, αναβλύζουν απευθείας από το μάθημα του Georges Canguilhem.

Εκείνο που εμφανέστερα διακρίνει τον Canguilhem από τον Foucault––και, μέχρις ένα σημείο, από τον Bachelard επίσης–– είναι η αποποίηση μίας επιστημονίζουσας πόζας η οποία οχυρώνεται πίσω από ένα ψυχρό και «αντικειμενικό» ύφος (παρά τις προσεκτικά σχεδιασμένες ποιητικές του εξάρσεις, που δεν πείθουν πάντα για έλλειψη ρητορισμού) υπέρ μιας αποφασιστικής θεσιληψίας. Ο Canguilhem δεν μιλάει ποτέ «υπεράνω» προσωπικών δεσμεύσεων· η σκέψη του έχει ρητές αποβλέψεις και σαφώς οριοθετημένο αντίπαλο: είναι ο επιστημονικός θετικισμός στις βιοϊατρικές επιστήμες, απέναντι στον οποίον επιχειρεί να υπερασπιστεί, διαλεκτικά διευρυμένη βεβαίως, μια κάποια βιταλιστική οπτική η οποία έχει συστηματικά απαξιωθεί από το κύριο ρεύμα των εξελίξεων στον επιστημονικό ιατρικό τομέα. Σε τί ακριβώς η έγκειται η δική του διεύρυνση (ακριβέστερα: διαλεκτικοποίηση) θα το δούμε σε λίγο. Μπορούμε ωστόσο να εκτιμήσουμε εξαρχής αυτή τη δεσπόζουσα της ύφους του. Παραδείγματος χάριν: «Είναι ακριβές ότι στην ιατρική η κανονική κατάσταση του ανθρώπινου σώματος είναι η κατάσταση που ευχόμαστε να αποκαταστήσουμε. Αλλά πρέπει άραγε να την πούμε κανονική επειδή την στοχεύει η θεραπευτική ως έναν καλό σκοπό προς επίτευξη, ή μήπως η θεραπευτική την στοχεύει επειδή εκλαμβάνεται ως κανονική από τον ενδιαφερόμενο, δηλαδή τον άρρωστο; Ισχυριζόμαστε ότι αυτή η δεύτερη σχέση είναι η αληθής» (σελ. 162, υπογράμμιση δική μου). Ποτέ ο Foucault δεν θα μιλούσε έτσι! Όλο του το εγχείρημα βασίζεται στα αξιολογικά διαφορούμενα, στο σχετικιστικό του ταμπού απέναντι σε οιαδήποτε έννοια αλήθειας η οποία θα ήταν κάτι περισσότερο από «κατασκευή»· στην πραγματικότητα, να το ξαναπώ, ο αξιακά ψυχρός κονστρουκτιβισμός του Foucault είναι το στοιχείο που τον επαναπροσδένει μοιραία ––όσο και όλον τον στρουκτουραλισμό, παρά τις εξωτικές παραλλαγές του–– στο θετικιστικό στρατόπεδο με το οποίο συγκρούεται απερίφραστα η σκέψη του Georges Canguilhem.

Για να θυμηθούμε τη φωνή της ιατρικής ορθοδοξίας σήμερα αρκεί ν’ ανατρέξουμε, για παράδειγμα, στο άρθρο «Φιλοσοφία της ιατρικής» από την Εισαγωγή στη φιλοσοφία της επιστήμης των Merrilee H. Salmon και John Earman.14 Το ξεκαθάρισμα με τις βιταλιστικές εικασίες είναι απροϋποθετη αρχή κάθε συζήτησης εντός τού ακαδημαϊκού πεδίου: «Η βιταλιστική θέση, την οποία υπερασπίστηκε στις αρχές του αιώνα μας ο Hans Driesch, πρότεινε την ύπαρξη ειδικών δυνάμεων και μη αναγώγιμων αιτιών που προσιδιάζουν στις ζωντανές οντότητες. Η βιταλιστική θέση δεν οδηγεί σε ελέγξιμες υποθέσεις και ουσιαστικά είναι τελειωμένη ιστορία για τη σύγχρονη βιολογία» (σελ. 438). Η «επιστημονική πρόοδος» που εν τω μεταξύ συντελείται σε όλο τον εικοστό αιώνα, δηλαδή η ανάπτυξη της μοριακής βιολογίας, της νευροχημείας, η κατανόηση των διασυνδέσεων ανοσοποιητικού-νευρικού-ενδοκρινικού συστήματος και, τελικά, η γενετική μηχανική και η γλώσσα της, δίνουν νέα ώθηση στο όνειρο μιας ικανοποιητικής αναγωγής της ιατρικής στις βιοχημικές επιστήμες σύμφωνα μ’ ένα κυβερνητικά διερυμένο μηχανιστικό μοντέλο· έτσι, «η κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτελούμενη επιστημονική πρόοδος ενισχύει την αναγωγιμότητα της ιατρικής στη βιολογία και επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό της ιατρικής ως επιστήμης» (σελ. 473). Το μόνο εμπόδιο που παραμένει, κατά τον συγγραφέα, στην ολοκλήρωση του φιλόδοξου αναγωγιστικού προγράμματος αφορά την πιθανότητα η ιατρική «να ενέχει ορισμένα εγγενή κανονιστικά και ηθικά χαρακτηριστικά τα οποία […] καθιστούν δύσκολη την υποστήριξη μιας αναγωγιστικής προσέγγισης» (ό.π.). Ή αλλιώς, «η επισήμανση που έκανε ο φιλόσοφος Νταίηβιντ Χιουμ μερικές εκατοντάδες χρόνια πριν, η οποία συχνά αναφέρεται ως η διάκριση μεταξύ “όντος” και “δέοντος”, στοιχειοθετεί ένα μεγάλο εμπόδιο προς την κατεύθυνση μιας τέτοιας αναγωγής […] Έτσι, στη συζήτησή μας σχετικά με την αναγωγιμότητα της ιατρικής ––ένα ούτως ή άλλως δύσκολο πρόβλημα–– έχουμε να αντιμετωπίσουμε και τα αιώνια φιλοσοφικά προβλήματα που αφορούν τη φύση της ηθικής» (σελ. 475). Τί ωραία θα ήταν να μπορούσαμε να διατυπώσουμε μια μαθηματικής ακριβείας θεωρία των ηθών που θα έκανε τις ανθρώπινες συμπεριφορές αναγώγιμες στα ρυθμιστικά πρότυπα των κυβερνητικών αυτομάτων!

Αυτός ο τρόπος σκέψης που συνιστά, όπως δεν πρέπει στιγμή να ξεχνάμε, τη νοοτροπία της επιστημονικής αφρόκρεμας των κοινωνιών μας δεν είναι μόνο αφοπλιστικά βλακώδης· είναι και πολιτικά επικίνδυνος στον ύψιστο βαθμό. Στον Michel Foucault χρωστάμε την έννοια της βιοπολιτικής (την οποία επανεπεξεργάστηκε ο Giorgio Agamben) ως συστατικό γνώρισμα του ολοκληρωτισμού: υποδηλώνει τη συμπλοκή πολιτικής και ιατρικής σε ένα πρόγραμμα ––πειραματική μορφή του οποίου ήταν ακριβώς τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως–– χειραγώγησης των ανθρώπων σε μαζική κλίμακα μέσω του εξουσιαστικού ελέγχου των ίδιων τους των ζωτικών λειτουργιών, ει δυνατόν μέχρι το κυτταρικό επίπεδο. Αυτή η οξεία κατανόηση του πολιτικού βάρους των βιοϊατρικών μοντέλων στον Foucault πηγάζει από τη σκέψη ακριβώς του Georges Canguilhem. Ιδού πώς σχολιάζει αυτός, προδρομικά, την αναδυόμενη σαγήνη της γενετικής στην ιατρική σκέψη: «Η κληρονομικότητα είναι το σύγχρονο όνομα της υπόστασης (substance). Θεωρούμε πως είναι δυνατό να εξουδετερώσουμε το αποτέλεσμα ενός σφάλματος μεταβολισμού παρέχοντας διαρκώς στον οργανισμό το προϊόν χημικής αντίδρασης που είναι απαραίτητο για την άσκηση μιας λειτουργίας, και το οποίο του στερεί μια ατελής αλυσίδα αντιδράσεων […] Αλλά η εξισορρόπηση εφ’ όρου ζωής του ελλείμματος ενός οργανισμού δεν είναι παρά διαιώνιση μιας οδυνηρής λύσης. Η πραγματική λύση μιας αίρεσης είναι η εκρίζωση. Γιατί λοιπόν να μην ονειρευόμαστε ένα κυνήγι των ετερόδοξων γονιδίων, μια γενετική ιερά εξέταση; Και μέχρι τότε, γιατί να μη στερούμε στους ύποπτους γεννήτορες την ελευθερία να σπέρνουν σε κάθε κοιλιά; Αυτά τα όνειρα, το γνωρίζουμε, δεν είναι μόνο όνειρα μερικών βιολόγων με άκρως ιδιάζουσες φιλοσοφικές πεποιθήσεις, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Όταν όμως ονειρεύεται κάποιος τέτοια όνειρα μπαίνει σε έναν άλλον κόσμο, που συνορεύει με τον θαυμαστότερο των κόσμων του Aldous Huxley, απ’ όπου έχουν εξαλειφθεί τα ασθενή άτομα, οι ιδιαίτερες ασθένειές τους και οι γιατροί τους. Η ζωή ενός φυσικού πληθυσμού αναπαρίσταται σαν σάκος λοταρίας, όπου επαφίεται σε αξιωματούχους εξουσιοδοτημένους από την επιστήμη της ζωής να εξακριβώνουν την κανονικότητα των αριθμών που περιέχει, πριν επιτραπεί στους παίκτες να τους τραβήξουν για να συμπληρώσουν τις καρτέλες τους. Στη βάση αυτού του ονείρου υπάρχει η γενναιόδωρη φιλοδοξία να απαλλάξουμε τα αθώα και ανήμπορα έμβια όντα από το βαρύ φορτίο να αντιπροσωπεύουν τα σφάλματα της ζωής· στο τέλος, όμως, βρίσκουμε την αστυνομία των γονιδίων συγκαλυμμένη από την επιστήμη των γενετιστών» (σελ. 358-9).

To πρόβλημα για τον Canguilhem δεν είναι οι ενδεχόμενες καταχρήσεις των γενετιστών, ούτε καν η μονομέρεια που προκύπτει από την υπερεξειδίκευση της μοντέρνας νοσοκομειακής ιατρικής. Πηγαίνει πολύ πιο βαθιά και συνδέεται με το θεμελιώδες παράδειγμα βάσει του οποίου σκέπτεται η δυτική ιατρική από τον δέκατο έβδομο αιώνα κι εντεύθεν, αφότου δηλαδή συγκροτήθηκε το κυρίαρχο μηχανικό μοντέλο ερμηνείας του σύμπαντος που έδωσε την προμηθεϊκή ώθηση στον ευρωπαϊκή τεχνοεπιστήμη. Σεβόμενος την ιδιαιτερότητα του αντικειμένου του επιφυλάσσεται στο να κρίνει συνολικά το νέο αυτό επιστημονικό μοντέλο: η ένστασή του περιορίζεται στο να υποδείξει την ακαταλληλότητα του εν λόγω παραδείγματος για τις επιστήμες της ζωής, και ειδικά την ιατρική. Σε αυτή την προοπτική είναι που επανοικειοποιείται ορισμένα βιταλιστικά επιχειρήματα, μολονότι με μια ιστορική ευαισθησία που ελάχιστα χαρακτηρίζει τους δογματικά περιχαρακωμένους βιταλιστές. Προπαντός κατανοεί το βάθος της τομής που συντελέστηκε γύρω στον δέκατο έβδομο αιώνα με τη ραγδαία ανάπτυξη της ανατομίας και της φυσιολογίας, και ολοκληρώθηκε τον δέκατο ένατο με τη μικροβιακή θεωρία, η οποία επρόκειτο να αντιδιαστείλει ριζικά τη νέα ιατρική σε θεραπευτικές αντιλήψεις αιώνων, κοινές ως προς ορισμένα θεμελιώδη γνωρίσματά τους σε αρχαίους, μεσαιωνικούς και μη δυτικούς πολιτισμούς. Και αυτή η τομή δεν είναι ένα ουδέτερο επιστημολογικό συμβάν: εγγράφει στις βιοϊατρικές επιστήμες ένα εγχείρημα κατεξουσιασμού της φύσης, συστατικό της αστικής νεωτερικότητας εν γένει το οποίο εγκυμονεί πρωτοφανείς κινδύνους για την ανθρώπινη κοινωνία αλλά και για την ίδια τη ζωή. Όπως με μοναδικό τρόπο το διατυπώνει: «Χωρίς καμία πρόθεση επιβουλής της αυθεντίας των παστεριανών δογμάτων, θα μπορούσαμε κάλλιστα να πούμε ότι η μικροβιακή θεωρία των μεταδοτικών ασθενειών οφείλει σίγουρα ένα καθόλου αμελητέο μέρος της επιτυχίας της στο γεγονός ότι ενέχει μια οντολογική παράσταση της αρρώστιας. Το μικρόβιο μπορούμε να το δούμε, έστω και με την περίπλοκη μεσολάβηση του μικροσκοπίου, των χρωστικών και των καλλιεργειών, πράγμα που δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε με το μίασμα ή την επήρεια. Η θέαση ενός όντος συνιστά ήδη πρόβλεψη μιας πράξης. Ο αισιόδοξος χαρακτήρας των θεωριών λοίμωξης όσον αφορά τις θεραπευτικές τους προεκτάσεις είναι αδιαμφισβήτητος. Η ανακάλυψη των τοξινών και η αναγνώριση του ειδικού και ατομικού παθογόνου ρόλου τής ιδιαιτερότητας του ξενιστή κατέστρεψαν την όμορφη απλότητα μιας διδασκαλίας, το επιστημονικό ένδυμα της οποίας μεταμφίεζε την αντοχή μιας αντίδρασης απέναντι στο κακό παλιάς όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος […] Απεναντίας, η αρχαία ελληνική ιατρική, με τα ιπποκρατικά κείμενα και πρακτικές, παρέχει μια σύλληψη της ασθένειας όχι πλέον εντοπιστική αλλά ολοποιητική. Η φύσις, στον άνθρωπο όσο κι έξω απ’ αυτόν, είναι αρμονία και ισορροπία. Ασθένεια είναι η διατάραξη αυτής της ισορροπίας, αυτής της αρμονίας. Εδώ η ασθένεια δεν είναι κάπου μέσα στον άνθρωπο. Βρίσκεται σε ολόκληρο τον άνθρωπο και έγκειται εξ ολοκλήρου σε αυτόν. Οι εξωτερικές περιστάσεις είναι αφορμές αλλά όχι αιτίες […] Η ασθένεια δεν είναι μόνο ανισορροπία ή δυσαρμονία, είναι επίσης ––και ίσως κυρίως–– προσπάθεια της φύσης να επιτύχει μια νέα ισορροπία στον άνθρωπο. Ο οργανισμός αρρωσταίνει για να θεραπευθεί. Η θεραπευτική οφείλει πρώτ’ απ’ όλα να ανεχθεί, και εν ανάγκη να ενισχύσει, αυτές τις αυθόρμητες ευδαιμονικές και θεραπευτικές αντιδράσεις. Η ιατρική μιμείται τη φυσική θεραπευτική δράση (vis mediatrix naturae) […] Προφανώς μια τέτοια σύλληψη είναι επίσης αισιόδοξη, αλλά εδώ η αισιοδοξία αφορά τη ροπή της φύσης και όχι την αποτελεσματικότητα της ανθρώπινης τεχνικής» (σελ. 62-3).

Κοντολογίς, εκείνο που συντελέστηκε κατά τη μετάβαση από την προ-επιστημονική θεραπευτική στην «επιστημονική» ιατρική ήταν μια τριπλή διχοτόμηση: διχοτόμηση του ψυχικού από το σωματικό (κατά το καρτεσιανό κοσμοείδωλο, υπόλογο στη μονοθεϊστική κληρονομιά που ήταν ουσιώδης για την κατασκευή ενός μηχανικού μοντέλου της φύσης)· διχοτήμηση του οργανισμού από το περιβάλλον (κατά το νέο μοναδολογικό πρότυπο που αποτυπώνει τη δομή μίας αστικής κοινωνίας της αγοράς)· διχοτόμηση του ζεύγους θεραπευτής-θεραπευόμενος (των οποίων η σχέση τώρα μετατοπίζεται από ένα πρότυπο διυποκειμενικότητας σε ένα πρότυπο υποκειμένου-αντικειμένου κατά το πνεύμα της εργαλειακής ορθολογικότητας των νέων επιστημών). Σε ό,τι αφορά τις λεπτομέρειες αυτής της μετάβασης, τους ακριβείς τρόπους με τους οποίους θα δομηθεί το νέο ιατρικό βλέμμα, τη συμβολή τεχνικών μέσων όπως το μικροσκόπιο και το βιοχημικό εργαστήριο, τον ρόλο του νοσοκομείου ως μηχανισμού κοινωνικής απομόνωσης, περιορισμού και ελέγχου και ταυτόχρονα τόπου παραγωγής μιας εμπειρικής ειδημοσύνης που περιβάλλεται με ακαδημαϊκό κύρος, αξεπέραστη παραμένει Η γέννηση του κλινικής του Foucault. Αναδιφώντας με τη συνήθη του σχολαστικότητα στις πηγές και παραθέτοντας εξαντλητικά στη λεπτομερειακότητά τους παραδείγματα, ο Foucault έδειξε ανάγλυφα το πώς συγκροτείται μια γραμματική των σημείων και μια βοτανολογία των συμπτωμάτων που θα επιτρέψουν να παρακαμφθεί οριστικά το ερώτημα «Ποιος πάσχει;» χάριν της διάγνωσης και του χειρισμού «νόσων» και «συνδρόμων». Όλη του η πραγμάτευση υποβάλλει, και αναμοχλεύει υπογείως, το ερώτημα που είχε θέσει με αφοπλιστική ευθύτητα από το 1943 ο Georges Canguilhem: μιλάμε για την αρρώστια του ασθενούς ή για την «αρρώστια» του γιατρού;

Φαίνεται ότι κατά τη διαδικασία συγκρότησης αυτού του νέου παραδείγματος στην ιατρική μία μικρότερης σημασίας τομή σημειώθηκε στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα. Είναι εκείνο που ο Foucault στις Λέξεις και τα πράγματα υποσημαίνει ως ανάδυση της έννοιας της ζωής. Ήταν προϊόν της σύστασης της βιολογίας ως διακριτής επιστήμης και, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε αρκετούς κραδασμούς στο εσωτερικό της ιατρικής. Μία όψη του πράγματος ήταν η αυξανόμενη έμφαση που άρχισε να δίνεται στη φυσιολογία, ως έκφραση του δυναμισμού και της λειτουργίας που είναι χαρακτηριστικά υποτίθεται της ζωής, έναντι της ανατομίας (η οποία έφτασε επίσης στο κορυφαίο σημείο αναπτυξής της τότε με τον Cuvier), που έχει κάτι από τη στατικότητα του ανόργανου… Η ιδέα αυτή ήταν αναπόφευκτο να συνεπιφέρει και μια πρόσκαιρη αναζωπύρωση βιταλιστικών αντιλήψεων, οι οποίες ωστόσο επρόκειτο να χάσουν τη στιγμή τους χάρη στη θετικιστική κατεύθυνση που θα έδινε τελικά στον νέο κλάδο ο μεγαλύτερος φυσιολόγος του δέκατου ένατου αιώνα, ο Claude Bernard (φίλος και θαυμαστής του Αύγουστου Κοντ, όπως μας πληροφορεί ο Canguilhem). Η εν πρώτοις σημαντική ενόραση που ήρθε στην επιφάνεια, δηλαδή, ότι ανάμεσα στο λεγόμενο παθολογικό και το θεωρούμενο ως φυσιολογικό υπάρχει συνέχεια και κατά βάσιν ποσοτικές διακυμάνσεις, απορροφήθηκε από την απαίτηση της ποσοτικοποίησης κατά το πρότυπο των θετικών επιστημών, απ’ όπου αναδύθηκε ένα κύμα προσπαθειών να οριστούν νομοθετικές κανονικότητες για όλες τις φυσιολογικές λειτουργίες. Μέσα στον θετικιστικό ανεμοστρόβιλο των μέσων του δέκατου ένατου αιώνα, η ιατρική άρχισε να γίνεται μία νομοθετική-κανονιστική επιστήμη όπως όλες οι άλλες. Την αυταπάτη αυτής της ιδέας προσπαθεί πάνω απ’ όλα να δείξει η διατριβή του Georges Canguilhem, και μπορούμε να πούμε ότι εκείνη η ιστορική διαμάχη του δέκατου ένατου αιώνα που έκρινε τον χαρακτήρα της μοντέρνας ιατρικής είναι ο άξονας γύρω από τον οποίον αρθρώνεται η επιχειρηματολογία του. Όπως σε κάποιο σημείο το συνοψίζει: «Αν ο ορισμός της φυσιολογίας ως επιστήμης του κανονικού φάνηκε αδύνατο να υποστηριχθεί, φαίνεται εξίσου δύσκολη η δυνατότητα μιας επιστήμης της ασθένειας, μιας καθαρά επιστημονικής παθολογίας […] Η φυσιολογία-παθολογία οφείλει να προσδιορίσει αιτιακές σχέσεις ανάμεσα σε φυσικά φαινόμενα, αλλά καθώς δεν υπάρχει επιστημονική έννοια της ζωής (πέρ’ από μια καθαρά διαγνωστική έννοια), είναι απολύτως αναρμόδια για τους στόχους ή τους σκοπούς και, κατά συνέπεια, για τις αξίες που συνυφαίνονται με τη ζωή. Κάθε τελεολογία, σίγουρα όχι υπερβατική αλλά εμμενής, κάθε τελεολογία που ξεκινάει από τη σκοπιμότητα του οργανισμού ή που αναφέρεται σε αυτήν, στη συντήρηση της ζωής, κλπ. και συνεπώς κάθε αξιολογική κρίση, δεν ανήκει στις φυσικές επιστήμες και άρα ούτε στη φυσιολογία-παθολογία» (σελ. 262-4 passim).

Μήπως πρέπει λοιπόν να πούμε, όπως ο Wirchow, ότι η ιατρική είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνική επιστήμη; Όλα εξαρτώνται προφανώς και πάλι από την έννοια που έχει ο όρος «επιστήμη» στις λεγόμενες κοινωνικές επιστήμες· με όλες τις επιφυλάξεις, πάντως, μια τέτοια διατύπωση θα ήταν πιο κοντά στο πνεύμα του Georges Canguilhem. Με οξύτατη κοινωνική διορατικότητα (που έχει προφανώς υπόψιν της το έργο της γαλλικής κοινωνιολογικής σχολής και ιδίως τις συγκριτικές εθνολογικές μελέτες του Marcel Mauss) θα υποδείξει σε ποιον βαθμό οι φυσιολογικές «κανονικότητες» είναι πολιτισμικά εξαρτημένα μεγέθη, όσο τουλάχιστον πολιτισμικά εξαρτημένες είναι οι αξιολογήσεις περί φυσιολογικότητας, κανονικότητας, υγείας, κλπ. και τα ίδια τα αισθήματα ευχαρίστησης και δυσφορίας. Στην πραγματικότητα, θα υποδείξει, αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό που μπορεί να αποδοθεί ανεπιφύλακτα στη ζωή, αυτό δεν θα ήταν οιουδήποτε είδους «κανονικότητα» αλλά μάλλον μια αρχή κανονιστικότητας – η ελαστικότητα εκείνη, δηλαδή, που επιτρέπει στο ζωντανό να καταστρατηγεί διαρκώς δεδομένους κανόνες και να δίνει στον εαυτό του νέους. Εδώ έγκειται η ευελιξία της ζωής, η απόδρασή της δηλαδή από οιονδήποτε κλειστό ντετερμινισμό και η καταστατική αυτορρύθμισή της, που είναι επίσης μια λειτουργία οικοσυστημική, όπως εύγλωττα δείχνει το έξοχο απόσπασμα που ακολουθεί: «Αυτό που χαρακτηρίζει την υγεία είναι η ικανότητα να υπερβαίνει τον κανόνα ο οποίος ορίζει το προς στιγμήν κανονικό, η δυνατότητα να ανέχεται παραβιάσεις του συνήθους κανόνα και να εγκαθιδρύει νέους κανόνες σε νέες καταστάσεις […] Η υγεία είναι ένα περιθώριο ανοχής των ασυνεπειών του περιβάλλοντος. Αλλά δεν είναι παράλογο να μιλάει κανείς για ασυνέπεια του περιβάλλοντος; Θα μπορούσε να ισχύει για το ανθρώπινο κοινωνικό περιβάλλον όπου οι θεσμοί είναι κατά βάθος επισφαλείς, οι συμβάσεις ανακλητές και οι μόδες περνούν σαν αστραπή. Το κοσμικό περιβάλλον όμως, το περιβάλλον του εμβίου εν γένει, δεν είναι ένα σύστημα μηχανικών, φυσικών και χημικών σταθερών, δεν είναι φτιαγμένο από αμετάβλητες; Οπωσδήποτε το περιβάλλον που ορίζει η επιστήμη είναι φτιαγμένο από νόμους, αλλά οι νόμοι αυτοί είναι θεωρητικές αφαιρέσεις. Το έμβιο δεν ζει ανάμεσα σε νόμους, αλλά ανάμεσα σε όντα και συμβάντα που διαφοροποιούν αυτούς τους νόμους. Αυτό που στηρίζει το πουλί είναι το κλαδί και όχι οι νόμοι της ελαστικότητας. Εάν αναγάγουμε το κλαδί στους νόμους της ελαστικότητας, δεν πρέπει να μιλάμε πλέον για πουλί αλλά για κολλοειδή διαλύματα […] Ομοίως, αυτό που τρώει η αλεπού είναι το αυγό μιας κότας, όχι η χημεία των λευκωματοειδών ή οι νόμοι της εμβρυολογίας. Επειδή το προσδιορισμένο έμβιο ζει σε έναν κόσμο προσδιορισμένων αντικειμένων, ζει σε έναν κόσμο δυνατών ατυχημάτων […] Να με ποιον τρόπο το περιβάλλον είναι ασυνεπές. Η ασυνέπειά του είναι το ίδιο του το γίγνεσθαι, η ίδια η ιστορία του […] Ο υγιής οργανισμός αναζητεί λιγότερο να διατηρηθεί στην παροντική κατάσταση και στο παροντικό περιβάλλον και περισσότερο να πραγματώσει τη φύση του. Αλλά αυτό προϋποθέτει ότι ο οργανισμός θα αντιμετωπίσει κινδύνους και αποδέχεται το ενδεχόμενο καταστροφικών αντιδράσεων. Ο υγιής άνθρωπος δεν αποτραβιέται από τα προβλήματα που τίθενται από τις κάποτε ξαφνικές ανατροπές των συνηθειών του, ακόμη και από ψυχολογική άποψη. Προσμετρά την υγεία του με την ικανότητά του να υπερβαίνει τις οργανικές κρίσεις ώστε να εγκαθιδρύει μια καινούργια τάξη […] Σε αντίθεση με κάποιους γιατρούς, πολύ πρόθυμους να δουν τις αρρώστιες ως εγκλήματα επειδή αυτοί που τις υφίστανται κάπου πρέπει να έχουν διαπράξει υπερβολές ή παραλείψεις, εκτιμάμε ότι η ικανότητα και η τάση προς την ασθένεια συνιστούν ουσιώδες χαρακτηριστικό της φυσιολογίας του ανθρώπου. Παραφράζοντας μία φράση του Valery, θα λέγαμε πως η δυνατή κατάχρηση της υγείας αποτελεί μέρος της υγείας» (σελ. 243-4).

Η ετυμηγορία του Georges Canguilhem είναι απερίφραστη, και συντριπτική για τις επιστημονικές αξιώσεις του ιατρικού τομέα και των λειτουργών του, αυτού του μοντέρνου ιερατείου που έχει επενδυθεί δυσθεώρητες εξουσίες στις σύγχρονες κοινωνίες και απορροφά ένα δυσανάλογο κομμάτι του κοινωνικού πλούτου – σε αντίστροφη αναλογία μάλιστα προς τα πραγματικά του αποτελέσματα στην ανακούφιση της ανθρώπινης δυστυχίας: «[Η ιατρική] είναι μια δραστηριότητα που έχει τις ρίζες της στην αυθόρμητη προσπάθεια του εμβίου να δαμάσει το περιβάλλον του και να το οργανώσει σύμφωνα με τις αξίες του […] Να γιατί, παρ’ όλο που δεν είναι η ίδια επιστήμη, η ιατρική χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα όλων των επιστημών για την εξυπηρέτηση των κανόνων της ζωής. Υπάρχει ιατρική, λοιπόν, προπαντός επειδή οι άνθρωποι αισθάνονται άρρωστοι. Μόνο δευτερευόντως οι άνθρωποι γνωρίζουν από τί είναι άρρωστοι επειδή υπάρχει ιατρική» (σελ. 281, υπογράμμιση δική μου). Αυτό, όπως καταλαβαίνει κανείς, παρά την ήπια και ψύχραιμη διατύπωσή του, ανοίγει τεράστια ζητήμα επαναπροσδιορισμού ––και πολιτικού αναπροσανατολισμού των θεραπευτικών εγχειρημάτων–– τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν πολύ μακριά. Δεν είναι ίσως της παρούσης στιγμής να ανοίξουμε αυτή τη συζήτηση· θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε, παρεκτείνοντας κάπως τη σκέψη του Georges Canguilhem, ότι ακόμα και ο όρος «υγεία», κατάφορτος με κανονιστικές και ψευδοαντικειμενικές συνδηλώσεις, οφείλει ίσως να εγκαταλειφθεί: πολύ πιο ακριβές θα ήταν να μιλάμε για χαρά, ικανότητα για απόλαυση και δημιουργία, που είναι η υποκειμενικά επιθυμητή κατάσταση (δηλαδή, αξία) για το αυτοπροσδιοριζόμενο ζωντανό.

Eν πάση περιπτώσει, η σκέψη αυτή μπορεί ασφαλώς να διαβαστεί ως επεξεργασία μιας εναλλακτικής θεραπευτικής φιλοσοφίας που αμφισβητεί τη λογική και τις αρχές της εδραιωμένης ιατρικής από μια σκοπιά η οποία εμπνέεται απ’ ορισμένες βιταλιστικές ενοράσεις και συγγενεύει με πολλές σύγχρονες οικοσυστημικές προσεγγίσεις – και, ως τέτοια, μπορεί να προσαχθεί προς στήριξη ριζοσπαστικών κινημάτων εναντίωσης στην κατεστημένη ιατρική στις κοινωνίες μας.15 Η διαλεκτική οξυδέρκεια του Canguilhem έγκειται ωστόσο στο ότι δεν αντιμετωπίζει την οπτική την οποίαν ανασκευάζει ως απλώς «εσφαλμένη»· το «σφάλμα» της θετικιστικής κανονικοποίησης είναι παρά ταύτα ένα αναγκαίο σφαλμα, με την έννοια ότι έχει αφ’ εαυτού υψηλή επιστημολογική αξία εφόσον μας επιτρέπει ν’ αποκρυπτογραφήσουμε μέσα του ευρύτερες και ωστόσο ειδικές κοινωνιοϊστορικές διαδικασίες οι οποίες το επέβαλλαν. Με άλλα λόγια, διαβάζει τις επιστημονικές αντιλήψεις που επικράτησαν οριστικά στο βιοϊατρικό πεδίο από τον δέκατο ένατο αιώνα και ύστερα ως ιδεολογία, με την μαρξιστική έννοια του όρου (μολονότι δεν χρησιμοποιεί τη λέξη). Ιδού με τον πιο οικονομικό και καίριο τρόπο διατυπωμένη η λύση του επιστημολογικού γρίφου, όπως την αναπτύσσει στο μεταγενέστερο δοκίμιό του «Νέες σκέψεις σχετικά με το κανονικό και παθολογικό» (1963-66) που έχει συμπεριληφθεί στην ελληνική έκδοση16: «Κανονικό είναι ο όρος με τον οποίον ο δέκατος ένατος αιώνας θα περιγράψει το σχολικό πρότυπο και την κατάσταση της οργανικής υγείας. Η μεταρρύθμιση της ιατρικής ως θεωρίας βασίζεται στη μεταρρύθμιση της ιατρικής ως πρακτικής: είναι στενά συνδεδεμένη, στη Γαλλία όπως και στην Αυστρία, με τη νοσοκομειακή μεταρρύθμιση. Η νοσοκομειακή μεταρρύθμιση, όπως και η παιδαγωγική μεταρρύθμιση, εκφράζουν μιαν απαίτηση εξορθολογισμού η οποία εμφανίζεται επίσης στην πολιτική αλλά και στην οικονομία, υπό την επίδραση του αναδυόμενου βιομηχανικού εκμηχανισμού, και η οποία θα καταλήξει σε ό,τι αποκαλούμε έκτοτε κανονικοποίηση (normalisation) […] Από την άποψη της κανονικοποίησης, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη γέννηση της γραμματικής, στη Γαλλία του δέκατου έβδομου αιώνα, και την εγκαθίδρυση του μετρικού συστήματος, στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Ο Ρισελιέ, τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης και ο Ναπολέων Βοναπάρτης υπήρξαν τα διαδοχικά όργανα της ίδιας συλλογικής απαίτησης […] Ο Pierre Giraud το είχε καταλάβει πολύ καλά όταν έγραφε: “Η ίδρυση της Γαλλικής Ακαδημίας από τον Ρισελιέ το 1635 εντάσσεται σε μια γενική πολιτική συγκεντροποίησης, την οποία κληρονομούν η Επανάσταση, η Αυτοκρατορία και η Δημοκρατία […] Δεν θα ήταν παράλογο να σκεφτούμε ότι η αστική τάξη ιδιοποιήθηκε τη γλώσσα την ίδια εποχή που κατελάμβανε τα μέσα παραγωγής”. Θα μπορούσαμε να το πούμε διαφορετικά […] Ανάμεσα στο 1759, χρονολογία εμφάνισης της λέξης κανονικός, και το 1834, χρονολογία εμφάνισης της λέξης κανονικοποιημένος, μία τάξη κατέκτησε την εξουσία να ταυτίζει ––ωραίο παράδειγμα ιδεολογικής ψευδαίσθησης–– τη λειτουργία των κοινωνικών κανόνων με τη χρησιμοποίηση εκείνων των κανόνων των οποίων το περιεχόμενο προσδιόριζε η ίδια» (302-313 passim).

Με άλλα λόγια, η ιατρική είναι το πεδίο στο οποίο κατεξοχήν δοκιμάστηκε μια νέα αντίληψη περί «κανονικότητας» που ανταποκρινόταν στη νέα λογική οργάνωσης του κοινωνικού πεδίου από την νικήτρια αστική τάξη: η ιδέα μιας ταξικώς ουδέτερης επιστήμης είναι αδύνατο πλέον να υποστηριχθεί… Αν ωστόσο αυτή η αλληλομετάθεση σημασιών ανάμεσα στην ιατρική και σε άλλους τομείς της οργανωμένης γνώσης ή της κοινωνικής δραστηριότητας έγινε εφικτή, οφείλεται προπαντός στο ότι μπόρεσε να εδραιωθεί μια αντίληψη που αντιλαμβανόταν τα πεδία ζωή-κοινωνία ως αδιαμεσολάβητα συνεχή και διεπόμενα από κοινούς νόμους: τους νόμους αυτούς θα αποκάλυπτε ––ανάλογα με τις θεωρητικές προτιμήσεις των ειδημόνων–– μια «κοινωνική φυσική» (Αύγουστος Κοντ) είτε μια «κοινωνική βιολογία» (Herbert Spencer). Είναι η συμπληρωματική όψη τού ιδεολογήματος της κανονικότητας που κατασκεύασε ο δέκατος ένατος αιώνας και προϋπόθεση για να αποβεί δραστικό· και αξίζει να παρατηρήσουμε ότι, σε αυτό ειδικά το σημείο, οι κατά τα άλλα αντίπαλοι θετικισμός και βιταλισμός βρίσκονται σε υπόρρητη συναίνεση. Στην πραγματικότητα, αν θα είχε κανείς να προσάψει κάτι στις βιταλιστικές φιλοσοφίες ––ξεκινώντας από την παραδειγματική τέτοια, τη φιλοσοφία του Μπεργκσόν–– είναι ακριβώς ότι φυσικοποιεί αθέμιτα το κοινωνικό επειδή δεν διαθέτει έννοιες για να συλλάβει τη μη αναγώγιμη ιδιαιτερότητά του (και την πολυπλοκότητα των μεσολαβήσεων που το επανασυνδέουν με τη φυσική τάξη). Το αν αυτή η φυσικοποίηση θα γίνει με όρους μηχανικής ή με όρους βιολογίας είναι, όπως καταλαβαίνει κανείς, δευτερεύον ζήτημα. Εδώ ακριβώς είναι, ωστόσο, που ο Georges Canguilhem αποκλίνει από τις στενά εννοούμενες βιταλιστικές αντιλήψεις – εδώ, δηλαδή, αστράφτει ακόμα μία φορά η διαλεκτική ποιότητα της σκέψης του. Οι κοινωνίες δεν ριζώνουν βέβαια πουθενά έξω από τη φύση, ούτε όμως είναι ταυτόσημες με φυσικούς οργανισμούς: «Η κοινωνική ρύθμιση τείνει λοιπόν προς την οργανική ρύθμιση και τη μιμείται, χωρίς ωστόσο να παύει ν’ αποτελεί μηχανική σύνθεση […] Αρκεί ένα άτομο σε μια οποιαδήποτε κοινωνία να αναρωτηθεί για τις ανάγκες και τους κανόνες αυτής της κοινωνίας και να τα αμφισβητήσει ––σημάδι ότι αυτές οι ανάγκες και αυτοί οι κανόνες δεν είναι ολόκληρης της κοινωνίας–– για να κατανοήσουμε σε ποιον βαθμό η κοινωνική ανάγκη δεν είναι εμμενής, σε ποιον βαθμό ο κοινωνικός κανόνας δεν είναι εσωτερικός, σε ποιον βαθμό εντέλει η κοινωνία, έδρα ελεγχόμενων διχογνωμιών ή λανθανόντων ανταγωνισμών, απέχει πολύ από τα συνιστά ένα όλον. Εάν το άτομο εγείρει το ερώτημα της σκοπιμότητας της κοινωνίας, δεν είναι αυτό σημάδι ότι η κοινωνία είναι ένα κακώς ενοποιημένο σύνολο μέσων, ελλείψει ακριβώς ενός σκοπού με τον οποίο θα ταυτιζόταν η συλλογική δραστηριότητα την οποία επιτρέπει η δομή;» (σελ. 326).

Αυτό το ερώτημα, παρεμπιπτόντως, έχει ισχύ ως διάψευση επίσης των στρουκτουραλιστικών συλλήψεων του κοινωνικού (που πρέπει ενόψει των παραπάνω να διαβάζονται ως η τελευταία μεταμόρφωση της επιστημονιστικής ιδεολογίας…). Τί δηλώνει όμως όλη αυτή η λαμπρή ανάλυση για την ίδια την επιστημολογία; Επιστημολογικό μπορεί να θεωρηθεί το έργο του Canguilhem μόνο κατά το ότι αντιπροσωπεύει έναν αυτοανασκοπικό στοχασμό αναφορικά με το ίδιο το πεδίο εντός του οποίου ξεδιπλώνεται. Η ανάλυσή του μοιάζει να λέει ακατάπαυστα στην επιστημολογία: de te fabula narratur! Αν η επιβολή ενός κατασταλτικού μοντέλου κανονικότητας στις βιοϊατρικές επιστήμες αντανακλά την αυταρχική ρύθμιση ολόκληρου του κοινωνικού πεδίου από την πρώτη επιβολή του μοντέλου της αγοράς στις ευρωπαϊκές κοινωνίες μέχρι τη βιομηχανική επανάσταση, η γένεση της επιστημολογίας αντανακλά την ίδια αυτή βουλιμία για κανονικοποίηση στο επίπεδο της θεσμοποιημένης γνώσης· το σύγχρονο πανεπιστήμιο θα σταθεί ο καρπός μιας τέτοιας στρατηγικής (κάτι που όλως παραδόξως «διέφυγε» του Foucault) όχι λιγότερο απ’ όσο η κλινική, το ψυχιατρείο και η φυλακή. Και δεν πρέπει στιγμή να ξεχνάμε ότι αναδύθηκε ακριβώς από το απονενοημένο εγχείρημα του Αύγουστου Κοντ ––δηλαδή, σαν να λέμε: επιστημολογία και θετικισμός είναι συνώνυμα, γεννιούνται ταυτόχρονα και από την ίδια ρίζα–– όπου προαναγγέλονται, όπως είμαστε αναδρομικά σε θέση να δούμε, όλα τα σχέδια ασφυκτικού προγραμματισμού της κοινωνικής ζωής τα οποία μόχθησαν να υλοποιήσουν οι ολοκληρωτισμοί του εικοστού αιώνα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Michel Foucault, «Ζωρζ Κανγκιλέμ, ο φιλόσοφος του σφάλματος» (1978), μετ. Χλόη Μπάλλα, στο Γεράσιμος Κουζέλης [επιμ.], Επιστημολογία. Κείμενα (Νήσος: Αθήνα 1993), σελ. 425-442.
  2. Γι’ αυτό ακριβώς η Σχολή της Φραγκφούρτης δεν έχει γράψει «επιστημολογία». Οι εκτεταμένες διεπιστημονικές προσεγγίσεις που κήρυξε προγραμματικά ο Max Horkheimer ως επιδίωξη του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών στη δεκαετία του 1930 ήταν μια προσπάθεια να αξιοποιηθούν θεωρητικές έννοιες μέσα απ’ όλο το φάσμα των επιστημών στην υπηρεσία ενός σκοπού ο οποίος (οφείλει να) κατευθύνει ρητά τη θεωρητική δραστηριότητα, που με τα ίδια του τα λόγια περιγράφεται ως «μέλημα για την ελεύθερη και δίκαιη κοινωνία» (πολύ πιο κοντά απ’ όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται, δηλαδή, στην «11η θέση» του Μαρξ για τον Φώυερμπαχ)· η περίφημη διαμάχη για τη γερμανική κοινωνιολογία στην οποία ο Adorno συμμετείχε από κοινού με τον νεαρό Habermas στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ήταν μια κατά μέτωπον σύγκρουση με φιλελεύθερους τεχνοκράτες όπως ο Karl Popper και το επιτελείο του οι οποίοι πάσχιζαν να μεταμφιέσουν τις ταξικά μεροληπτικές θέσεις τους για την κοινωνία σε δεσμευτικούς κοινωνιολογικούς κανόνες – συνεπώς εγχείρημα εξ ολοκλήρου πολιτικό. Γι’ αυτή την τελευταία διαμάχη, βλ. Karl Popper, «Η λογική των κοινωνικών επιστημών»· Theodor W. Adorno, «Σχετικά με τη λογική των κοινωνικών επιστημών» και «Θεωρία της κοινωνίας και εμπειρική έρευνα»· Jürgen Habermas, «Γνώση και διαφέρον» και «Θετικισμός πραγματισμός, ιστορισμός», όλα στο Γεράσιμος Κουζέλης [επιμ.], Επιστημολογία. Κείμενα (Νήσος: Αθήνα 1993).
  3. Η καλύτερη μονογραφία πάνω στο έργο της γαλλικής επιστημολογικής σχολής και των συγκεκριμένων εκπροσώπων της είναι ίσως του Dominique Lecourt, Marxism and Epistemology: Bachelard, Canguilhem, Foucault (New Left Books: Λονδίνο 1975).
  4. Ελλ. έκδ. Ερατώ (Αθήνα 1987), μετ. Γιάννης Εμίρης.
  5. Ελλ. έκδ. Χατζηνικολή (Αθήνα 1985), μετ. Έλση Τσούτη.
  6. Ελλ. έκδ. Χατζηνικολή (Αθήνα 1982), μετ. Ελένη Βέλτσου – Ιωάννα Χατζηνικολή.
  7. Για την ανάπτυξη των βασικών αυτών θέσεων, βλ. Gaston Bachelard, «Η μόρφωση του επιστημονικού πνεύματος» (1938), μετ. Στάθης Μπάλιας, στο Γεράσιμος Κουζέλης [επιμ.], Επιστημολογία. Κείμενα (Νήσος: Αθήνα 1993), σελ. 324-383· και Το νέο επιστημονικό πνεύμα, μετ.-σημ. Γιώργος Φαράκλας, επιμ. Αρ. Μπαλτάς (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης: Ηράκλειο 2000).
  8. Ελλ. έκδ. Ηριδανός (Αθήνα 1974), μετ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου.
  9. Στην ιστορία της κλινικής ο Foucault αφιερώνει το Naissance de la clinique. Une archeologie du regard medical (PUF: Παρίσι 1963) και στην ιστορία της φυλακής το Surveiller et punir. Naissance de la prison (1976) [Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, μετ. Καίτη Χατζηδήμου – Ιουλιέττα Ράλλη, θεώρηση: Άλκης Σταύρου, επίμετρο: Νέστωρ Κουράκης (Ράππα: Αθήνα 1989)].
  10. Ελλ. έκδ. Γνώση (Αθήνα 1986), μετ. Κωστής Παπαγιώργης.
  11. Ελλ. έκδ. Ράππα (Αθήνα 1983-93): Ι. Η δίψα της γνώσης, μετ. Γκλόρυ Ροζάκη, επιμ. Γιάννης Κρητικός· ΙΙ. Η χρήση των απολαύσεων, μετ. Γιώργος Κωνσταντινίδης· ΙΙΙ. Η μέριμνα για τον εαυτό μας, μετ. Γιάννης Κρητικός.
  12. Βλ. Georges Canguilhem, Το κανονικό και το παθολογικό, πρόλ. Michel Foucault, μετ.-επιμ.-επίμετρο: Γιώργος Φουρτούνης (Νήσος: Αθήνα 2007). Από εκεί και τα παραθέματα που θα χρησιμοποιήσω.
  13. Ελλ. έκδ. Ελεύθερος Τύπος (Αθήνα 1988), μετ. Τάσος Γιατζόγλου.
  14. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Ηράκλειο 1998), μετ. Π. Θεοδώρου – Κ. Πωγωνδιώτης – Γ. Φουρτούνης, επιμ. Αρ. Μπαλτάς, σελ. 431-479. Το συγκεκριμένο κείμενο, στο οποίο και παραπέμπω ακολούθως, είναι του Kenneth F. Schaffner.
  15. Το αριστουργηματικό έργο που τεκμηριώνει αυτά τα ριζοσπαστικά σύγχρονα ρεύματα, συντριπτικό κατηγορητήριο ταυτόχρονα κατά της κατεστημένης ιατρικής, είναι του Ivan Illich, Ιατρική Νέμεση: η απαλλοτρίωση της υγείας, μετ. Βασίλης Τομανάς (Εκδοτική Ομάδα: Θεσσαλονίκη 1986).
  16. Canguilhem, Το κανονικό και το παθολογικό, ό.π.

Πηγή:[Από το Αντι-επιστημολογικά (Πανοπτικόν: Θεσσαλονίκη 2012)]

Ιταλία: Κορωνοϊός και φυλακές

Τοποθέτηση από την Αναρχική Ομάδα ”Μπακούνιν” (Ρώμη – Λάτσιο):

Την ώρα που έχουν ληφθεί μέτρα, αποτελούμενα κυρίως από απαγορεύσεις, για την ” κρίση του Κορωνοϊού” κανείς δεν δείχνει να ενδιαφέρεται για ένα μέρος με ιδιαίτερα υψηλό ρίσκο μετάδοσης: τις φυλακές.

Έχουμε ενημερωθεί πως κανένα μέσο δεν πάρθηκε για να αποτρέψει την επιδημία.

Καμία αποστείρωση των χώρων, καμία εφαρμογή των κανόνων υγιεινής, κανένας έλεγχος της θερμοκρασίας όσων εισχωρούν στο ίδρυμα ( ούτε όσων έχουν γνωστοποιήσει την επαφή τους με ”ύποπτα” κρούσματα ανθρώπων ), καμία προβολή των κρατουμένων.

Όλα αυτά σε μία κατάσταση ασφυκτικής συμφόρησης όπου ο κανόνας απόστασης ενός μέτρου μεταξύ 2 ανθρώπων φαντάζει αδιανόητος.

Τα μοναδικά μέτρα που λήφθηκαν σχετίζονται με την περαιτέρω τιμωρία των κρατουμένων δια της αποτροπής εισόδου σε εθελοντές, την αναστολή των αδειών, και την διακοπή ή την δραστική μείωση των επισκέψεων συγγενών προσώπων.

Η φυλακή για ακόμη μια φορά απηχεί την κρυμμένη κάτω από το χαλάκι σκόνη, το πρόβλημα που εξακολουθεί να αγνοείται όσο παριστάνουμε πως δεν υφίσταται ακόμα και σε μια περίοδο όπως αυτή όταν οι ζωές 63.932 φυλακισμένων αντρών και γυναικών διακινδυνεύονται ενώ οι περισσότεροι εξ αυτών αναμένουν την τελική δίκη, οι 23.000 είναι καταδικασμένοι σε ποινές φυλάκισης μικρότερες των 3 ετών, οι 375 είναι ανήλικοι και 55 είναι παιδιά φυλακισμένα μαζί με τις μητέρες τους.

Υποστηρίζουμε την κατάργηση όλων των φυλακών, θεωρώντας τες την κακή συνείδηση της κοινωνίας, το χρήσιμο εργαλείο αποφυγής εύρεσης λύσης για τα κοινωνικά αίτια που οδηγούν στην εγκληματικότητα προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιβίωση.

Φαντάζει απαράδεκτο το γεγονός πως σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης όπου στο όνομα της αποφυγής εξάπλωσης της νόσου η ελευθερία συσχετισμού και η ελευθερία συνάθροισης περιορίζονται δεν λαμβάνονται τα ενδεδειγμένα μέτρα αποκατάστασης της ελευθερίας όσων διαβιούν υπό καθεστώς εγκλεισμού και θα ήταν σίγουρα θύματα του ξεσπάσματος μιας επιδημίας πίσω από τα κάγκελα.

Αναρχική Ομάδα ”Μπακούνιν”  – Ρώμη Και Λάτσιο.

(Από την Umanita Nova – Mετάφραση στα αγγλικά: Anarchists Worldwide)

Σημείωση από το Anarchists Worldwide: Απ’ όταν μεταφράσαμε αυτό το άρθρο έχουμε ενημερωθεί δια συντροφικών μέσων πως αρκετές εξεγέρσεις ξέσπασαν στις Ιταλικές φυλακές ως απάντηση στην διακοπή των επισκεπτηρίων ένεκα του φόβου του Κορωνοϊού. Ένας κρατούμενος βρέθηκε νεκρός υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες κατά την διάρκεια εξέγερσης στην φυλακή Modena δίπλα στην Μπολόνια. Εξεγέρσεις έχουν ξεσπάσει επίσης στις φυλακές Frosinone, Poggioreale και Alessandria. Συγγενείς, αγαπημένα και φιλικά πρόσωπα έχουν επίσης διαδηλώσει έξω από τις φυλακές ως ένδειξη αλληλεγγύης στις κινητοποιήσεις. Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο αποτελεί στιγμιότυπο από διαμαρτυρία κρατουμένων από μία φυλακή στην Poggioreale δίπλα στην Νάπολη.

Πηγή: anarchistsworldwide

Mετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Σκεψεις πανω στο ζητημα της αλληλεγγυης και της καταστροφης των φυλακων

Στη γλώσσα των βουβών, η λαγνεία του Θανάτου ταυτίζεται με τη βούληση˙ είναι σαφώς επόμενο η άρνηση μια τέτοιας αξιοθρήνητης συνθήκης να μαστιγώνεται με κάθε δυνατό μέσο. Ποιος μπορεί, όμως, να επικαλεστεί το φάντασμα της ελευθερίας για την επιλογή της διάρρηξης της νηνεμίας του βούρκου ; Ο εικονοκλάστης μηδενιστής αναζητά στη δική του ρήξη με το υπάρχον τις στιγμές εκείνες κατά τις οποίες ενώ δεν πάυει να αποτελεί μέρος του, σηκώνει την πέννα της κριτικής και τη μετατρέπει σε μαχαίρι έμπρακτης άρνησης. Η σύνδεση της σκέψης με την πράξη δεν ανυψώνει το δρον υποκείμενο στο βάθρο ενός στρεβλού φαντασιακού, ούτε το μετατρέπει σε προσφορά στο βωμό μιας ιδέας, αλλά του δίνει τη δυνατότητα να ενσαρκώσει το θεωρητικό του στασιασμό και να βιώσει την ολοκληρωτική ρήξη με το σύνολο του κοινωνικού οικοδομήματος.

Για την κοινωνία και το κράτος, εκείνος που αρνήθηκε να ζήσει τον εφιάλτη μιας καρκινοβασίας χωρίς τη συγκίνηση και το χορό με τα άκρα αποτελεί μίασμα, μια οντότητα που πρέπει να πάψει να υπάρχει. Γιατί στην περίπτωση του εξεγερμένου προσώπου, εκείνου του για τη νόρμα παρανοϊκού εραστή της απόλαυσης και της καταστροφής, ο αντίπαλος δεν είναι ένας κατά φαντασίαν κοινωνικός εχθρός, αλλά ένας άνθρωπος ολότελα ξένος με κάθε τι που πρεσβεύει το υπάρχον. Και για αυτόν τον άνθρωπο η νέμεσις πρέπει να είναι οδυνηρή. Ο βέβηλος διαρρήκτης της κανονικότητας, ο γκρεμιστής των ειδώλων, διαπράττει τη μεγαλύτερη ασέβεια προς τα ιερά και τα όσια αυτού του κόσμου. Αρνείται ριζικά και καταστρέφει, καταστρέφει στο εδώ και το ώρα, χωρίς προοπτική και σχέδιο, χωρίς να υποκύπτει στη λατρεία καμίας ιερότητας. Και γι αυτό είναι ασυγχώρητος από το κοινωνικό κοπάδι, τους επαιρόμενους λάτρες. Κανείς, λοιπόν, δε θα πρέπει να σοκάρεται από τη μοίρα που επιφυλάσσεται σε όσους, με τον τρόπο που οι ίδιοι επέλεξαν και τις κατατεθειμένες σκέψεις, πέρασαν ανεπιστρεπτί τη γραμμή της συμμόρφωσης.
Δε γράφω και δε θα γράψω γενικά και αόριστα. Οι μεθοδεύσεις του κράτους, σε πλήρη αρμονία με τον παλμό και την επιθυμία της μάζας δε σοκάρουν κανέναν από όσους κοιτούν την πραγματικότητα χωρίς να παρεμβάλλουν παραμορφωτικούς καθρέπτες. Αυτή είναι η πραγματικότητα, αυτές είναι οι επιλογές του κράτους σε μια αποτελεσματική όσο και καθυστερημένη απόπειρα αναβάθμισης του συστήματος καταστολής και τακτοποίησης των «κοινωνικών αποβλήτων» που στοιβάζει στα κάτεργα της δημοκρατίας. Τα ιδεολογήματα περί νέου ολοκληρωτισμού και προσπάθειας κοινωνικού εκφασισμού ταιριάζουν στην πλευρά των υπάκουων που δυσαρεστούνται από την αναπροσαρμογή των όρων του κοινωνικού συμβολαίου. Ας σταματήσουν άπαντες να σοκάρονται που το κράτος διαδραματίζει το ρόλο του και ας αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Ας πάψουν, επίσης, να αναζητούν στις γραμμές των μαζανθρώπων δυνέμει συμμάχους. Η μάζα είναι αυτή, άλλωστε, που αποδέχεται, οικοδομεί και διαχέει το κρατικό και κοινωνικό οικοδόμημα. Και είναι η ίδια πλέμπα που αποδέχεται την αναγκαιότητα των φυλακών και της καταπίεσης.

Για την αλληλεγγύη

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ: Είναι ο μακάβριος βωμός στον οποίο ανεβαίνουν οι ηθοποιοί κάθε είδους για να προβάλουν την ιερατική τους ποιότητα και για να αποδώσουν επιτήδεια τη λειτουργία. Είναι κάτι για το οποίο οι ευλογημένοι, δεν πληρώνουν ποτέ λιγότερο από εκατό τοις εκατό παραπάνω από την ταπείνωση.

Ρέντζο Νοβατόρε, «Τα αποφθέγματά μου»

Καμία αλληλεγγύη σε κανέναν. Αυτή είναι η δική μου πρόταση, σύντροφοι. Καμία ταυτότητα δεν αξίζει την a priori συμπάθειά μου, καμία θεωρία τη δική μου θυσία. Στο βωμό καμιάς ιδεολογικής συγγένειας δεν οφείλει κανένας από όσους αυτοπροσδιοριζόμαστε μηδενιστές να χειροκροτήσει το συλλογικό αγώνα των φυλακισμένων κάτω από την κοινή τους ταυτότητα. Ούτε ανθρωπιστής είμαι, ούτε δόθηκα στην υπηρεσία κάποιας ιδέας.

Κάθε πρόσωπο είναι υπεύθυνο για τις επιλογές στις οποίες προβαίνει και για τις αποφάσεις ζωής που παίρνει. Το ίδιο ισχύει και για τους αδερφούς μας που βρέθηκαν αιχμάλωτοι από τον εχθρό. Η δική τους ομηρία στα μπουντρούμια της δημοκρατίας δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από απότοκο συγκεκριμένων επιλογών ζωής, οι οποίες τους έφεραν μπροστά στη νέμεσι του κράτους και της κοινωνίας. Και μπροστά σε ανθρώπους που έκαναν πράξη τις επιλογές τους, αυτό που αρμόζει δεν είναι ούτε το χειροκρότημα, ούτε η συμπάθεια, αλλά η ειλικρινής αναγνώριση των ατομικοτήτων τους. Από ‘κει και πέρα, αν πράγματι είμαστε εγωτικοί στην πράξη και όχι μόνο μέσα σε κυκλώνες ποιητικών εξάρσεων, θα πρέπει να κατανοήσουμε πως κάθε μηδενιστής πρώτα και πριν από ο,τιδήποτε τοποθετεί την προσωπική του βούληση και ικανοποίηση.

Όσον αφορά την Αλληλεγγύη, δεν είναι τίποτα παραπάνω από τη θεατρική σκηνή στην οποία δίνει το ρεσιτάλ του ο εκάστοτε παλιάτσος με μοναδικό σκοπό να χειροκροτηθεί από το πρόθυμο κοινό και να εκπληρώσει το αυτιστικό ιδανικό του. Ακόμη και ο ειλικρινής αλληλέγγυος δεν μπορεί παρά να μου φαίνεται τόσο ανόητος την ώρα που κραυγάζει «Φωτιά στα Κελιά» έξω από τα κάτεργα του Κράτους. Την ίδια ώρα που σπαράζει η καρδιά του για τους αιχμάλωτους συντρόφους, εκείνος, είτε τους θυματοποιεί, είτε αναλώνεται σε φθηνή συνθηματολογία. Δε λέω ότι έχω έτοιμο σχέδιο για να βγουν οι σύντροφοι, αλλά μπορώ να αναγνωρίσω τον αυτισμό της αλληλεγγύης όσο και την αδυναμία της δράσης.

Ως μηδενιστής αρνούμαι την αλληλεγγύη και πολύ περισσότερο την υποχρέωση να την επιδείξω. Οι ευαισθησίες μου είναι επιλεκτικές και τα κίνητρά μου ιδιοτελή. Το ίδιο είναι και τα δικά σας, απλώς Εγώ το παραδέχομαι. Δε στέκομαι δίπλα στον αγώνα του μετανάστη άκριτα, απλώς επειδή ο προσδιορισμός αυτός τον καθιστά στα μυαλά κάποιων επαναστατικό υποκείμενο. Για μένα, η Ηθική του σκλάβου είναι το ίδιο απεχθής με αυτή του εξουσιαστή. Δίνω το χέρι, τη δική μου έμπρακτη «αλληλεγγύη», μόνο στους Αρνητές του Υπάρχοντος, τους Αντάρτες της Απόλαυσης και όσους στρέφονται ενάντια στο Νόμο, το Κράτος και τα υπόλοιπα φαντάσματα. Αρνούμαι να δεχτώ να συναγελάζομαι με “νοικοκυραίους”, θρήσκους και αδύναμους γλύφτες. Εάν εσείς θεωρείτε τους εαυτούς σας ανθρωπιστές, Εγώ δεν είμαι τέτοιος. Γιατί εσείς θάψατε το Θεό των παπάδων και επάνω από το φρεσκοχτισμένο του μνήμα σκούξατε “Ζήτω ο Άνθρωπος”.

Εάν επιμένετε να πλάθεετε Θεούς και να τους τοποθετείτε στη θέση των παλιών που κατακρυμνίσατε, αυτό είναι δικό σας πρόβλημα. Εγώ δε θα το κάνω. Φυσικά και κάθε αξία, είτε αστική, είτε αναρχική είναι στόχος μου. Δε θα έπρεπε να σας κάνει εντύπωση αν δεν είχατε εξυψώσει σε θεϊκό θρόνο την Αναρχία (τον αναρχισμό σας για να είμαι σαφέστερος), εάν δεν είχατε θεωρήσει την Αναρχία τελικό σκοπό και σηματοδότη νέας Ηθικής.

«Ενάντια στον Αναρχισμό, Μηδενιστική Πορεία, τεύχος 1ο»

Η δική μου θέση ήταν και παραμένει ξεκάθαρη. Παρόλα αυτά δεν παραγνωρίζει κανείς ότι στα κελιά του κράτους κρατούνται αδέλφια μας. Και το ζήτημα που τίθεται αφορά τη θέση των μηδενιστών απέναντι στη συνθήκη εγκλεισμού που έχει επιβληθεί στους συντρόφους μας. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει την προοπτική της εκδίκησης, είναι σαφές, όμως, πως ούτε αφοσιωμένοι υπήκοοι κανενός είμαστε, ούτε μπορεί η όποια δράση να καταλήγει να ασκείται για να εξυπηρετήσει βεντέτες. Καθένας από μας είναι μια διακριτή και αυτόβουλη προσωπικότητα, με διαφορετικά θέλω και στοχεύσεις. Δε θα τοποθετήσω πάνω μου αλλότρια Υπόθεση, όχι αν θέλω να είμαι πράγματι εγωιστής και όχι κάποιος περιφερόμενος παλιάτσος. Το ερώτημα, όμως, παραμένει. Τι μπορούμε να κάνουμε για τα αιχμάλωτα αδέλφια μας χωρίς να απολέσουμε τα προσωπικά μας χαρακτηριστικά και χωρίς να μετατραπούμε σε ομάδα αλληλέγγυων ;

Παρά τις πρόσκαιρες συλλογικοποιήσεις και τις οργανικές ή μη σχέσεις του κάθε προσώπου με τα υπόλοιπα, η βάση της ύπαρξής του είναι η μοναχικότητα, μια μοναχικότητα που δεν επιδέχεται ερμηνείας και διευκρινίσεων. Καμία πράξη, ούτε καν η συνέχιση της επίθεσης, δε γίνεται για να εξυπηρετήσει άλλα πρόσωπα, παρά τις επιμέρους δικαιολογίες. Κάθε ανθρώπινη πράξη διέπεται από εγωισμό και ως στόχο έχει την προσωπική ικανοποίηση. Το ίδιο δεν μπορεί παρά να συμβαίνει και με το ζήτημα της πράξης, αλλά και με την υπόθεση της αιχμαλωσίας ειδικότερα. Κάθε πράξη ενός δρώντος υποκειμένου που θυσιάζεται στο βωμό της αλληλεγγύης ή του σκοπού είναι πράξη χαμένη. Το ζήτημα είναι να ζήσεις αυτό που είσαι, όχι αυτό που είναι οι σύντροφοι ή οι οικείοι σου. Και αυτό είναι το στοίχημα που τίθεται για το καθένα μας. Με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις στα κάτεργα όλης της χώρας, η θέση μου είναι σαφής. Καμία αλληλεγγύη σε κανέναν που απλώς φέρει μια μαζική ταυτότητα. Εγώ δεν πρόκειτα να παραστήσω τον κρετίνο που μυξοκλέει για τους συντρόφους του και είτε αναλώνεται σε ηλίθιους συναισθηματισμούς είτε τοποθετεί την υπόθεσή του στην αποθέωση του αντάρτικου συμβολισμού, θέτοντας εαυτόν στην υπηρεσία της εκδίκησης. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, από τη στιγμή που δεν έχω αναπτύξει τις ίδιες οργανικές σχέσεις μαζί τους, όσο με τους κοντινούς μου συντρόφους. Όσο δεν είμαι σε θέση να προσφέρω ουσιαστικά στην καταστροφή των δεσμών των συντρόφων μου, προτιμώ να το βουλώσω.

Για την καταστροφή των φυλακών

Είναι σημαντικό να γίνει σαφής ο λόγος για τον οποίο προτάσσουμε την καταστροφή της φυλακής, λόγος που ακολουθεί κατ’ επέκταση και κάθε μας πρόταση για καταστροφή, σε κάθε πτυχή του υπάρχοντος. Ποια θα μπορούσε να είναι, λοιπόν, η μηδενιστική θέση απένατι στο σωφρονιστικό σύστημα ;

Από τη στιγμή που αναγνωρίζει τον εγωισμό ως υπόβαθρο κάθε ανθρώπινης πράξης, δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ την ίδια τη φύση μου και να τοποθετήσω την προοπτική της καταστροφής των φυλακών πίσω από το παραβάν του αλτρουισμού. Προτάσσω την καταστροφή τους, όχι εξαιτίας κάποια ανθρωπιστικής αίσθησης υποχρέωσης προς το ανθρώπινο είδος των ηλιθίων, αλλά μόνο επειδή η φυλακή ως μέσο καταπίεσης και καταστολής σε κάθε περίοδο και κάτω από οποιοδήποτε κοινωνικό συμβόλαιο, όποια απόχρωση και να φέρει αυτό, χρησιμοποιήσει για να περιθωριοθετήσει εκείνους που η συλλογικά συγκροτημένη μάζα θεωρεί επικίνδυνους, σκουπίδια ή παράσιτα. Και εφόσον αποδεχτούμε ότι μηδενιστής, ο εικονοκλάστης, ο εξεγερμένος ή ο αρνητής εργασίας τοποθετούνται σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες, είναι λογικό να θεωρήσουμε πως το συμφέρον μας εξυπηρετείται από την καταστροφή τέτοιου είδους ιδρυμάτων.
Όχι από αγάπη για τους ανθρώπους, αλλά από μίσος για όλους τους. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμη. Η ανάγκη να προστατεύσω αυτό που Εγώ θεωρώ κόσμο μου, εμένα και τους λιγοστούς συντρόφους μου τους οποίους το κράτος και η κοινωνία καταδίκασε σε αργά θάνατο στα καταστήματα σωφρονισμού της. Σημείο προβληματισμού στα παραπάνω είναι η θέση μας απέναντι στους ενδιάμεσους αγώνες, τους αγώνες εκείνους που γίνονται για να κατακτηθούν ή να προασπιστούν συνθήκες που στην καθημερινότητα της φυλακής καθιστούν την παραμονή εκεί ελαφρώς ευνοϊκότερη.

 

Για μένα, το ζήτημα είναι από ποιο πρίσμα δίνεται κάθε τέτοιος αγώνας. Εάν τα υποκείμενα που συμμετέχουν σε αυτόν συνοστίζονται κάτω από συλλογικές ταυτότητες και λογικές, τότε ο αγώνας αυτός δε διαφέρει σε τίποτα από τους αντίστοιχους αγώνες που δίνονται στο κοινωνικό πεδίο έξω απ’ τα κελιά και στηρίζονται στη ροή των μαζανθρώπων, τη συνοχή και μια διαπλοκή αιτημάων που καμία σχέση πάντως δεν έχουν με τη ρήξη με το εκάστοτε ισχύον καθεστώς. Ένας αγώνας που οργανώνται στη βάση της δαιμονοποίησης του αντιπάλου και σε αυτήν ακριβώς τη βάση συσπειρώνει κομμάτια παντελώς ετερόκλητα και συχνά τάσεις αντιφατικές, δεν είμαι σίγουρος πόσο νόημα μπορεί να έχει. Σε τελική ανάλυση, ο πυρήνας της αντιπαράθεσης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ο καθένας τη φυλακή κοινωνικά και σε επίπεδο θεώρησης.

Αν θεωρησουμε τη φυλακή κοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά της εξωτερικής, αλλά οξυμένα σε μεγάλο βαθμό, τότε το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι πως αν θέλει κανείς να αναζητήσει σημεία πίεσης απέναντι στη διοίκηση της φυλακής και τον κρατικό μηχανισμό εν γένει, θα πρέπει να καταφύγει σε ενέργειες εκτός των τειχών τους. Οποιαδήποτε άλλη διεκδίκηση, αποκομμενη από τη διακριτότητα της θεώρησης και με τη σύγχυση που προσφέρουν τα θολά συλλογικά όργανα δεν μπορεί παρά να καταλήγει ακίνδυνη για το κράτος.

Niger Lupus Negationis

Δεύτερος χαοτικός κύκλος 2014

Μια πρώτη τοποθέτηση των συντρόφων Βαλαβάνη, Αθανασοπούλου και Μιχαηλίδη

Δύσκολη η στιγμή της απώλειας της ελευθερίας. Ειδικά όταν αυτή κερδήθηκε υπό αντίξοες συνθήκες. Η κατάσταση γίνεται πιο βαριά αν αναλογιστούμε ότι το πλήγμα που δεχτήκαμε σε υλικό επίπεδο έχει ακόμα πιο δυνατές συμβολικές προεκτάσεις. Η κινηματογραφική συλληψή μας ακολουθούμενη πάντα και από την ανάλογη μιντιακή προπαγάνδα, η γραφική περιφορά μας με τα αλεξίσφαιρα γιλέκα και η συνήθης δικονομική διαχείριση να μας βρίσκει πάλι με ένα υπερφουσκωμένο κατηγορητήριο, είναι στοιχεία που αποτελούν τη προέκταση των χειροπέδων και των όπλων των ένστολων δολοφόνων.

Ρίχνοντας μια ματιά στο ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι γύρω μας το οποίο αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς ,ώστε να ξεγλιστρίσουμε λίγο από τους δικούς μας μικρόκοσμους.

Από το μέγεθος της εργασιακής εκμετάλλευσης και την περιστολή των εργασιακών δικαιωμάτων μέχρι τον ασφυκτικό εγκλεισμό των ζώων στα εργοστάσια παραγωγής κρέατος. Από την όξυνση της καταστολής των διαδηλώσεων και την αγορά εξοπλισμού τελευταίας τεχνολογίας από τις τρομοκρατικές υπηρεσίες όλου του κόσμου μέχρι την αποψίλωση των δασών και την εξαφάνιση της άγριας ζωής. Από τον οικονομικό αποκλεισμό ολοένα και μεγαλύτερου κοινωνικού κομματιού μέχρι τη βίαιη περιθωριοποίηση του μεγαλύτερου πληθυσμού της γης. Τις δολοφονίες των φτωχών, των απόκληρων, όλων αυτών που περισσεύουν στο κόσμο των ισχυρών. Από τις προκλητικές οικονομικές και επιχειρηματικές ελίτ στους λαούς που δέχονται βόμβες , σφαίρες και ξεριζωμό. Εκεί που τα συμφέροντα των ισχυρών σημαίνουν θάνατος, απειλή ή μια ζωή πνιγμένη στην υποταγή. Η φύση, τα ζώα και ο άνθρωπος δε σημαίνουν τίποτα παραπάνω από μονάδες παραγωγής κέρδους και υπεραξίας. Αυτά και πλήθος άλλων μας οδήγησαν στην επιλογή του αναρχικού αγώνα, σε μια επιλογή η οποία αμφισβητεί το υπάρχον κοινωνικό οικοδόμημα. Με αρχικό μας μέλημα την δημιουργία σχέσεων αυθεντικών και ειλικρινών, ενώ παράλληλα υπήρχε και υπάρχει η αναγκαιότητα της συμμμετοχής μας στο πολύμορφο αγώνα. Εξάλλου ο αναρχικός αγώνας δεν διαλέγει μέσα ούτε ιεραρχεί μορφές πάλης . Είναι επιτακτικός και προσαρμόζεται ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε εποχής, έχοντας ως στοίχημα του να συλλογικοποιηθεί και να διαχυθεί στον κοινωνικό ιστό.

Όλο το καιρό μέχρι την σύλληψη μας- αν και όλοι μας δεν βρισκόμασταν στο ίδιο ‘νομικό’ καθεστώς- αντιληφθήκαμε τον κλοιό της αντιτρομοκρατικής να σφίγγει γύρω από τα οικεία πρόσωπα με την γνωστή – άγνωστη μέθοδο των παρακολουθήσεων, το κοινό μυστικό που επισήμως το ελληνικό κράτος διαψεύδει ότι υφίσταται. Όσο και να κραυγάζουν για τη νομιμότητα που δήθεν υπερασπίζονται, εισχωρούν με τον πιο αποτρόπαιο και σιχαμερό τρόπο σε κάθε σπιθαμή προσωπικής ζωής οικογενειών και φίλων. Παρακολουθήσεις τηλεφώνων, 24ωρες φυσικές παρακολουθήσεις πίσω από κάθε βήμα ανθρώπων, κοριοί , άνθρωποι μέσα σε αυτοκίνητα έξω από σπίτια.Όσο και να προσπαθούν να πείσουν για τη νομιμότητα που χρησιμοποιούν ως προκάλλυμα, η αντιτρομοκρατική υπηρεσία εφαρμόζει παράνομες πρακτικές.

Το πρωί Δευτέρας 29ης Ιανουαρίου ξεκινήσαμε για το αυτοκίνητο το οποίο είχε κλαπεί 2 ημέρες πριν και με το οποίο δεν υπήρξε άλλη επαφή από την στιγμή της κλοπής μέχρι την αποφράδα μέρα. Από ήσυχο στενό του Βύρωνα κινηθήκαμε προς το βουνό (Υμηττό) όπου ήταν εμφανές ότι ούτε προπορευόταν ούτε ακολουθούσε άλλο όχημα στον δρόμο και στους χωματόδρομους, πράγμα που δείχνει ότι η παρακολούθηση γινόταν πιθανότατα ηλεκτρονικά. Όταν βγήκαμε από το βουνό στην Αγία Παρασκευή υπήρχε αφύσικη κίνηση γύρω μας. Σύντομα συνειδητοποιήσαμε ότι πέσαμε σε ενέδρα της αντιτρομοκρατικής όταν μας περικύκλωσαν συντονισμένα από όλες τις πλευρές πολλά Ι.Χ. οχήματα και μηχανές μεγάλου κυβισμού. Η εκτίμηση μας είναι ότι η αστυνομία έχοντας υποψίες ότι πιθανόν να χρησιμοποιούμε τον συγκεκριμένο τύπο οχήματος αμέσως μόλις ενημερώθηκε για την κλοπή του συγκεκριμένου αυτοκινήτου κινητοποιήθηκε σε μια διαδικασία εντοπισμού σαρώνοντας συγκεκριμένες περιοχές όπου για λόγους όπου δεν είμαστε σίγουροι υπέθεσαν ότι αυτό θα έχει παρκαριστεί..

Αλλά ποιοι είναι αυτοί που σύμφωνα με τις καταθέσεις τους “λαμβάνοντας υπόψιν τους τις επικρατούσες συνθήκες” αποφάσισαν να επέμβουν μέρα μεσημέρι σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα σημεία της Αθήνας; Ποιοι είναι αυτοί που μέρα μεσημέρι βγάζαν όπλα στη μέση ενός δρόμου που περνούσαν πεζοί και αυτοκίνητα; Ποιοι είναι αυτοί εν τέλει , που με προσωπική ευθύνη του Υπουργού Προ.Πο. Μιχάλη Χρυσοχοίδη και του διοικητή της “αντι”τρομοκρατικής υπηρεσίας Λευτέρη Χαδαλιά, ρισκάραν να στήσουν και να επικυρώσουν μια επιχείρηση στη μέση του δρόμου ΑΓΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ για να συλλάβουν δυο καταζητούμενους; Άραγε έτσι λογίζουν την σημασία της ανθρώπινης ζωής και ασφάλειας των τυχαίων διερχόμενων; Σε συνάρτηση με την δίψα για εργασιακό αποτέλεσμα; Παιδιά, σχολεία, άνθρωποι στα μπαλκόνια, τυχαίοι οδηγοί αυτομάτως δεν έχουν καμία σημασία. Μονάχα να παραχθεί έργο με κάθε κόστος. Αναρωτήθηκαν ποτέ από ποιους κινδύνεψε και τρομοκρατήθηκε το κοινωνικό σύνολο, από δυο καταζητούμενους σε ένα αυτοκίνητο ή από την γεμάτη ρίσκο επέμβαση των πάνοπλων κουκουλοφόρων της αστυνομίας στη μέση του δρόμου;

Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που ο αριβίστας υπουργός προστασίας του πολίτη επιλέγει να θέσει σε κίνδυνο ή ακόμα και να θυσιάσει ζωές πολιτών. Επί δικής του θητείας ένας 25χρονος Αλβανός εργάτης, ο Nikola Todi, είχε εκτελεστεί σε αστυνομική επιχείρηση από μπάτσους στον Βύρωνα θεωρώντας ότι είναι ένας από τους καταζητούμενους δραπέτες που ψάχνουνε. Ο Χρυσοχοίδης είχε καλύψει πολιτικά την δολοφονία θεωρώντας επιτυχία την σύλληψη 2 “επικίνδυνων κακοποιών” ενώ όλα τα Μ.Μ.Ε μέχρι και σήμερα αναφέρονται σε νεκρό που βρέθηκε στην μέση ανταλλαγής πυροβολισμών.

Τα όσα ακολουθούν τις συλλήψεις αναρχικών είναι λίγο πολύ γνωστά. Βίαιη εξευτελιστική μεταχείριση, απομόνωση, πολύωρη καθήλωση κλπ. Δεν σκοπεύουμε να γίνουμε πιο αναλυτικοί στην περιγραφή των όσων ακολούθησαν για να μην βοηθήσουμε στην διασπορά του μηνύματος τρομοκρατίας που εκπέμπει ο κατασταλτικός μηχανισμός του κράτους. Όμως οφείλουμε να δημοσιοποιήσουμε ότι κατά την βίαιη λήψη DNA από τις δύο συντρόφισσες που προφανώς δεν συναίνεσαν στην διαδικασία αυτή κάποιος κουκουλωμένος νταής της αντιτρομοκρατικής χτυπούσε το κεφάλι της συντρόφισσας Βαλαβάνη στον τοίχο παρά την ενημέρωση που είχαν για την πρόσφατη εγχείρηση της στο κεφάλι. Στην συνέχεια, αφού απέσπασαν το γενετικό της υλικό τόσο από την μπατονέτα όσο και από τις ροχάλες στα μούτρα τους, τις απαγόρευσαν να επικοινωνήσει με τον γιατρό που την εγχείρησε και την πήγαν στο νοσοκομείο όπου της έγιναν άσχετες με την πάθηση της εξετάσεις. Έπραξαν όπως όριζε ο νόμος, όπως μας είπε αυτοπροσώπως ο καθ όλα νόμιμος διοικητής της αντιτρομοκρατικής Λευτέρης Χαρδαλιάς. Αξίζει να θυμηθούμε ότι ο προκάτοχος του είναι πλέον καταζητούμενος για λαθρεμπόριο όπλων μέσω της εν’ λόγω έντιμης υπηρεσίας. Υποθέτουμε ότι οι σύγχρονοι Ιαβέριδες αναζητούν και αυτόν το ίδιο εντατικά με εμάς αλλά είναι μάλλον ικανότατος φαντομάς. Όπως επίσης είμαστε βέβαιοι πως θα διαθέσουν τα ίδια κεφάλαια με τη δική μας έρευνα για να ανακαλύψουν το κύκλωμα λαθρεμπορίας χρυσού που εμπλέκονται στελέχη της υπηρεσίας του, όπως επίσης και για τις δεκάδες “καθόλα νόμιμες” εκδουλεύσεις τους σε επιφανείς επιχειρηματίες. Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν είναι οι διώκτες μας και αυτό το ποιόν τους.

Την σκυτάλη της πάταξης των επικίνδυνων ιδεών και πράξεων, στην υπέροχη μιντιακή δημοκρατία μας παίρνει ο ιδεολογικός μηχανισμός των μέσων μαζικής εξαπάτησης. Ο οποίος με τα γνωστά του τεχνάσματα παίζει τον κυρίαρχο ρόλο στην αλλοίωση της πραγματικότητας. Τρανταχτό παράδειγμα το νόμιμο σπίτι της συντρόφισσας που εντοπίζουν βαφτίζεται γιάφκα από την χούντα των καναλαρχών χωρίς στην ουσία να έχει βρεθεί κάτι παράνομο εντός του. Η εστίαση τους αυτή δεν είναι διόλου τυχαία. Έχοντας εξασφαλίσει ήδη την πολυετή φυλάκιση των δύο από εμάς που ήμασταν καταδικασμένοι σε εξοντωτικές ποινές, με τον σύντροφο Μιχαηλίδη να αριθμεί τα 6,5 χρόνια φυλακής και της συντρόφισας Αθανασοπούλου τους 18 μήνες προφυλάκισης έχοντας ποινή 35 χρόνια κάθειρξης, επιδιώκουν την ποινική επιβάρυνση της συντρόφισσας Βαλαβάνη για την οποία δεν έχουν έτοιμη κάποια βαριά κατηγορία καθιστώντας έτσι εμφανή τη θέληση τους να εκδικηθούν την στάση της, αυτή της έμπρακτης αλληλεγγύης που έδειξε.

Αλήθεια ποιοι είναι όλοι αυτοί οι άριστοι ιδιοκτήτες όλων αυτών των τηλεοπτικών και εκδοτικών ομίλων που μέσα από τα έμμισθα φερέφωνα τους ρίχνουν αβίαστα το δηλητήριο τους εναντίων μας. Η πραγματικότητα για το ποιον όλων αυτών είναι ισοπεδωτική.Λαθρέμποροι, έμποροι ναρκωτικών και δολοφόνοι.

Οι εκπρόσωποι των μέσων προπαγάνδας του καθεστώτος λοιπόν τολμούν να μας αποκαλούν τρομοκράτες λέξη την οποία συκοφαντικά χρησιμοποιούν παγκοσμίως όλα τα καθεστώτα εναντίων των όπου γης επαναστατημένων – εξεγερμένων από την εποχή της γαλλικής επανάστασης και έπειτα.

Ας τους υπενθυμίσουμε ότι η αστική δημοκρατία χρησιμοποίησε την μέθοδο της τρομοκρατίας απέναντι στους αντιπάλους της για να εγκαθιδρύσει το καθεστώς της. Η στάση ζωής μας επιδιώκει να νικήσουμε συλλογικά τον φόβο που διασπείρει ο κρατικός μηχανισμός και να ανατρέψουμε το καθεστώς της ολιγαρχίας που αυτοαποκαλείται δημοκρατία. Εμείς παλεύουμε κάθε μέρα ενάντια στην κρατική και καπιταλιστική τρομοκρατία. Ταυτόχρονα στην όλη μιντιακή διαχείριση της υπόθεσης μας χρησιμοποιούνται ξεκάθαρα σεξιστικοί όροι, υποτιμάτε η θέση και η στάση των δύο γυναικών και αναδεικνύετε μιντιακά το πατριαρχικό πρότυπο ενός άνδρα αρχηγού “εγκληματικής οργάνωσης” που οι γυναίκες κινούνται γύρω του. Αυτό είναι κάτι παραπάνω από προσβλητικό για τις σχέσεις και την στάση μας γενικότερα.

Η κατασταλτική επιχείρηση που διεξήχθη σε βάρος μας δεν αποτελεί μια αποκομμένη αστυνομική ενέργεια αλλά την συνέχεια της επίμονης προσπάθειας του κράτους να εξοντώσει και να τσακίσει κάθε μορφής αντίσταση, κάθε εξεγερμένη καρδιά που χτυπάει στους ρυθμούς της ελευθερίας. Έρχεται να προστεθεί ως μια στιγμή επιβολής της κρατικής παντοδυναμίας δίπλα στις εκκενωμένες καταλήψεις, τους πρόσφυγες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα σπασμένα κεφάλια στις διαδηλώσεις, την σεξιστική βία σε γυναίκες στα Εξάρχεια, την αναδιάρθρωση του νομικού οπλοστασίου του κράτους.

Κάποια τελικά συμπεράσματα:

  • Σίγουρα άξιζε. Κάθε μέρα ελευθερίας απαλλοτριωμένης από την σκλαβιά της φυλακής είναι ανεκτίμητη.
  • Σε μια αντιπαράθεση με έναν μηχανισμό κατά πολύ ισχυρότερο γίνεται όλο και δυσκολότερο να αντέξεις. Απαραίτητη η θωράκιση και σε πεδία που μέχρι πρότινος δεν φανταζόμασταν ενώ απαιτείτε να μην επαναλαμβανόμαστε και να είμαστε διορατικοί.
  • Η τύχη παίζει καθοριστικό ρόλο αλλά οι πιθανότητες ήταν εναντίων μας. Σε αυτό το τελευταίο σημείο αξίζει να σταθούμε γιατί εδώ διακυβεύονται πολλά. Κάθε κατασταλτική επιχείρηση στέλνει ένα μήνυμα ισχύος. Το μήνυμα αυτό αποσκοπεί στην τρομοκρατία των ανθρώπων που αντιστέκονται έμπρακτα στην κρατική μηχανή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την μείωση των δράσεων και των υποκειμένων που δρουν, άρα λοιπόν και στην εστίαση των μηχανισμών στους ελάχιστους που απομένουν. Αυτό ακριβώς αυξάνει ασύμμετρα τις πιθανότητες εναντίων μας. Για αυτό είναι αναγκαίο να νικήσουμε τον φόβο, να μαζικοποιήσουμε ξανά την άμεση δράση. Να μην εγκαταλείψουμε τον δρόμο, να μην υποχωρήσουμε στις εχθροπραξίες με το κράτος και το κεφάλαιο.

Η αλληλεγγύη βρίσκει νόημα μέσα από την ανάπτυξη της πολύμορφης ανατρεπτικής δράσης.

Να υψώσουμε αναχώμα στις δίκες παρωδίες που ετοιμάζουν , στα ξεχειλωμένα κατηγορητήρια, στα φιάσκα-σκευωρίες της αντιτρομοκρατικής.

ΑΝΥΠΟΧΩΡΗΤΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΟΛΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Μιχαηλίδης Γιάννης

Αθανασοπούλου Κωνσταντίνα

Βαλαβάνη Δήμητρα

Πηγή: athens.indymedia.org

Nolen Gertz: Μηδενισμός

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Aeon. Ο Nolen Gertz είναι επίκουρος καθηγητής εφαρμοσμένης φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Τβέντε και συγγραφέας.

Μετάφραση: Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Ο μηδενισμός είναι μια μόνιμη απειλή. Όπως αναγνώρισε η φιλόσοφος του 20ου αιώνα, Hannah Arendt, είναι καλύτερα κατανοητός όχι σαν ένα σύνολο από «επικίνδυνες σκέψεις», αλλά ως ένα ρίσκο εγγενές στην ίδια τη πράξη της σκέψης. Αν σταθούμε πάνω σε οποιαδήποτε ιδέα για αρκετό χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα του πόσο ισχυρή μοιάζει στην αρχή, ή πόσο ευρέως αποδεκτή είναι, θα αρχίσουμε να αμφισβητούμε την αλήθεια του. Μπορεί επίσης να αρχίσουμε να αμφισβητούμε αν εκείνοι που αποδέχονται την ιδέα ξέρουν στα αλήθεια (ή ενδιαφέρονται) για το αν η ιδέα είναι πραγματική ή όχι. Αυτό απέχει ένα βήμα από το να σκεφτούμε γιατί υπάρχει τόσο λίγη συναίνεση για τόσα πολλά ζητήματα, και γιατί όλοι οι άλλοι μοιάζει να είναι τόσο βέβαιοι για αυτό που τώρα σου φαίνεται τόσο αβέβαιο. Στο σημείο αυτό, στο χείλος του μηδενισμού, υπάρχει μια επιλογή: είτε συνεχίζεις να σκέφτεσαι και ρισκάρεις να αποξενωθείς από την κοινωνία· ή σταματάς να σκέφτεσαι και ρισκάρεις να αποξενωθείς από την πραγματικότητα.

Έναν αιώνα πριν την Arendt, ο Friedrich Nietzsche περιέγραψε στα σημειωματάρια του (δημοσιευμένα μετά θάνατον από την αδερφή του στο Η Θέληση για Δύναμη) μια επιλογή μεταξύ «ενεργητικού» και «παθητικού» μηδενισμού. Ένας από τους πολλούς αφορισμούς του πάνω στον μηδενισμό ήταν πως είναι το αποτέλεσμα  των υψηλότερων αξιών που απαξιώνουν τους εαυτούς τους. Αξίες όπως η αλήθεια και η δικαιοσύνη μπορεί να καταλήξουν να φαίνονται όχι σαν απλές ιδέες, αλλά πως έχουν κάποια υπερφυσική δύναμη, ιδιαίτερα όταν λέμε: «Η αλήθεια θα σε ελευθερώσει» ή «Η δικαιοσύνη θα αποδοθεί». Όταν αυτές οι αξίες αποδεικνύεται πως δεν έχουν την δύναμη που τους αποδίδεται , όταν η αλήθεια αποδεικνύεται πως δεν απελευθερώνει, όταν η δικαιοσύνη δεν αποδίδεται, τότε απογοητευόμαστε. Ωστόσο, αντί να κατηγορήσουμε τους εαυτούς μας επειδή αποθέσαμε πολύ πίστη σε αυτές τις αξίες, αντίθετα κατηγορούμε τις αξίες επειδή δεν ανταποκρίθηκαν στις υψηλές μας προσδοκίες.

Σύμφωνα με τον Nietzsche, μπορούμε να γίνουμε ενεργοί μηδενιστές και να απορρίψουμε τις αξίες που μας δίνονται από άλλους ώστε να ορθώσουμε τις δικές μας αξίες. Ή μπορούμε να γίνουμε παθητικοί μηδενιστές και να συνεχίσουμε να πιστεύουμε σε παραδοσιακές αξίες, παρά το γεγονός ότι έχουμε αμφιβολίες για την πραγματική αξία αυτών των αξιών. Ο ενεργητικός μηδενιστής καταστρέφει ώστε να βρει ή να δημιουργήσει κάτι στο οποίο να αξίζει να πιστεύει. Μόνο αυτό που μπορεί να επιβιώσει της καταστροφής μπορεί να μας κάνει δυνατότερους. Ο Nietzsche και η ομάδα των Ρώσσων του 19ου αιώνα που αυτοπροσδιορίζονταν ως μηδενιστές μοιράζονταν από κοινού αυτή την οπτική. Ο παθητικός μηδενιστής ωστόσο δεν θέλει να διακινδυνεύσει την αυτοκαταστροφή, και έτσι αγκιστρώνεται στην ασφάλεια των παραδοσιακών πιστεύω. Ο Nietzsche λέει πως μια τέτοια αυτοπροστασία είναι στη πραγματικότητα μια ακόμη πιο επικίνδυνη μορφή αυτοκαταστροφής. Το να πιστεύεις απλά και μόνο για να πιστεύεις σε κάτι μπορεί να οδηγήσει σε μια επιφανειακή ύπαρξη, στην αυτάρεσκη αποδοχή του να πιστεύεις σε οτιδήποτε πιστεύουν οι άλλοι, επειδή πιστεύοντας σε κάτι (ακόμη και όταν αποδεικνύεται πως είναι κάτι που δεν αξίζει να το πιστεύεις) θα αντιμετωπιστεί από τον παθητικό μηδενιστή ως προτιμότερο από το ρίσκο του να μη πιστεύεις σε τίποτα, να πάρεις το ρίσκο να κοιτάξεις στην άβυσσο – μια μεταφορά για τον μηδενισμό που εμφανίζεται συχνά στο έργο του Nietzsche.

Σήμερα ο μηδενισμός γίνεται όλο και πιο δημοφιλής τρόπος για να περιγραφεί μια διαδεδομένη στάση προς την παρούσα κατάσταση του κόσμου. Ωστόσο όταν ο όρος χρησιμοποιείται σε διάλογο, σε άρθρα γνώμης εφημερίδων ή σε παραληρήματα των κοινωνικών δικτύων, σπάνια ορίζεται, σαν να γνωρίζουν όλοι πολύ καλά τι σημαίνει ο μηδενισμός και αποδέχεται τον ίδιο ορισμό της ιδέας. Όπως όμως έχουμε δει, ο μηδενισμός μπορεί να είναι και ενεργητικός και παθητικός. Αν θέλουμε μια καλύτερη κατανόηση του σύγχρονου μηδενισμού, θα πρέπει να δούμε τον τρόπο με τον οποίο έχει μετατραπεί σε επιστημολογία, ηθική και μεταφυσική, και πως έχει βρει έκφραση σε διαφορετικά πεδία της ζωής, όπως στην άρνηση του εαυτού, την άρνηση του θανάτου και στην άρνηση του κόσμου.

Στην επιστημολογία ( τη θεωρία της γνώσης), ο μηδενισμός συχνά αντιμετωπίζεται ως η άρνηση του ότι η γνώση είναι πιθανή, τη στάση πως τα πιο πολύτιμα μας πιστεύω δεν έχουν κανένα υπόβαθρο. Το επιχείρημα υπέρ του επιστημολογικού μηδενισμού βασίζεται στην ιδέα πως η γνώση απαιτεί κάτι περισσότερο από έναν γνώστη και ένα γνωστό. Αυτό το κάτι τυπικότερα αντιμετωπίζεται ως αυτό που κάνει τη γνώση αντικειμενική, ως η ικανότητα να αναφέρεται κάποιος σε κάτι έξω από τη δική του προσωπική, υποκειμενική εμπειρία είναι κάτι που διαχωρίζει τη γνώση από την απλή γνώμη.

Για τον επιστημολογικό μηδενισμό ωστόσο, δεν υπάρχει δεδομένο, θεμέλιο, έδαφος πάνω στο οποίο κάποιος να ισχυριστεί γνώση, τίποτα που να δικαιολογεί την πίστη μας πως κάθε ιδιαίτερος ισχυρισμός είναι αληθινός. Κάθε επίκληση σε αντικειμενικότητα που αντιμετωπίζεται με την οπτική του επιστημολογικού μηδενισμού είναι ψευδαίσθηση. Δημιουργούμε την εντύπωση της γνώσης για να κρύψουμε  το γεγονός πως δεν υπάρχουν γεγονότα. Για παράδειγμα, όπως είπε ο Thomas Kuhn στο βιβλίο του Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων (1962), μπορούμε σίγουρα να δημιουργήσουμε  πολύ περίπλοκα και πολύ πετυχημένα μοντέλα για να περιγράψουμε την πραγματικότητα, την οποία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε  για να ανακαλύψουμε ένα πλούτο από νέα «δεδομένα», αλλά δεν μπορούμε ποτέ να αποδείξουμε πως αυτά αντιστοιχούν στην ίδια την πραγματικότητα – μπορεί απλά να προκύπτουν από το δικός μας ιδιαίτερο μοντέλο πραγματικότητας.

Αν κάτι λέγεται πως είναι αλήθεια, με βάση προηγούμενη εμπειρία, τότε προκύπτει το πρόβλημα της επαγωγής: απλά και μόνο επειδή κάτι έχει συμβεί αυτό δεν εξασφαλίζει πως θα συμβεί ξανά. Αν κάτι λέγεται πως είναι αληθινό με βάση επιστημονικά στοιχεία, τότε προκύπτει το πρόβλημα της επίκλησης στην αυθεντία. Στη λογική, τέτοιες επικλήσεις θεωρείται πως μεταδίδουν ένα σφάλμα, καθώς οι ισχυρισμοί άλλων, ακόμη και οι ισχυρισμοί ειδικών, δεν αντιμετωπίζονται ως βάση για την αλήθεια. Με άλλα λόγια, ακόμη και οι ειδικοί μπορεί να μεροληπτούν και να μπορεί να κάνουν λάθη. Επιπλέον, καθώς οι ειδικοί κάνουν ισχυρισμούς βασισμένοι στο έργο προηγούμενων επιστημόνων, τότε και εκείνοι κάνουν έκκληση  στην αυθεντία. Αυτό οδηγεί σε ένα ακόμη πρόβλημα, το πρόβλημα της αέναης παλινδρόμησης. Κάθε ισχυρισμός στη γνώση βασισμένος σε κάποια βάση αναπόφευκτα οδηγεί σε ερωτήματα για την βάση αυτής της βάσης, και μετά για την βάση αυτής της βάσης, και ούτω κάθε εξής.

Στο σημείο αυτό, μπορεί να μοιάζει πως αυτό που αποκαλώ «επιστημολογικό μηδενισμό» στην πραγματικότητα δεν διαφέρει από το σκεπτικισμό. Ο σκεπτικιστής αμφισβητεί με τον ίδιο τρόπο την βάση πάνω στην οποία βασίζονται οι ισχυρισμοί για την γνώση, και αμφιβάλει την πιθανότητα η γνώση να βρει ποτέ σταθερό υπόβαθρο. Εδώ θα ήταν χρήσιμο να επιστρέψουμε στο διαχωρισμού του Nietzsche μεταξύ ενεργητικού και παθητικού μηδενισμού. Οπού ο ενεργητικός μηδενιστής θα είναι παρόμοιος με το ριζοσπαστικό σκεπτικιστή, ο παθητικός δεν θα είναι. Ο παθητικός μηδενιστής ξέρει πως σκεπτικιστικά ζητήματα μπορούν να τεθούν για τη γνώση. Αλλά αντί να αμφισβητεί τη γνώση, ο παθητικός μηδενιστής συνεχίζει να πιστεύει στη γνώση. Κατά συνέπεια, για τον παθητικό μηδενιστή η γνώση υπάρχει, αλλά υπάρχει πάνω στη βάση της πίστης.

Ο μηδενισμός έτσι δεν εντοπίζεται μόνο στο άτομο που απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί γνώσης επειδή δεν έχουν αδιαμφησβήτητη βάση. Αντίθετα, ένα άτομο που έχει γνώση των αμφιβολιών που περιβάλουν τους ισχυρισμούς για γνώση και που ωστόσο συνεχίζουν να δρουν σαν αυτές οι αμφιβολίες να μην έχουν σημασία στη πραγματικότητα, είναι επίσης μηδενιστής.

Οι επιστημονικές θεωρίες μπορούν να βασιστούν στην επίκληση σε άλλες θεωρίες, που βασίζονται στην επίκληση άλλων θεωριών, οποιαδήποτε από τις οποίες μπορεί να βασίζεται σε ένα λάθος. Αλλά για όσο οι επιστημονικές θεωρίες συνεχίζουν να παράγουν αποτελέσματα – ιδιαίτερα αποτελέσματα με την μορφή τεχνολογικής προόδου – τότε οι αμφιβολίες για την απόλυτη αλήθεια  αυτών των θεωριών μπορούν να θεωρηθούν ασήμαντες. Και στην υποβάθμιση των αμφιβολιών για τη γνώση, ο παθητικός μηδενιστής υποβαθμίζει την αναζήτηση της γνώσης.

Με άλλα λόγια, για τον παθητικό μηδενιστή, η γνώση δεν έχει σημασία. Σκεφτείτε απλά πόσο συχνά λέξεις όπως «γνώση» και «βεβαιότητα» χρησιμοποιούνται άσκοπα στη καθημερινή ζωή. Κάποιος λέει πως ξέρει πως έρχεται το τραίνο, και είτε δεν ρωτάμε πως το ξέρει ή, αν ρωτήσουμε, συχνά αντιμετωπίζουμε το απόλυτο θεμέλιο για τη γνώση στην σύγχρονη ζωή: επειδή το λέει το τηλέφωνο τους. Το τηλέφωνο μπορεί να αποδειχτεί πως έχει δίκιο, περίπτωση στην οποί η αξίωση του τηλεφώνου στην αυθεντία διατηρείται. Ή το τηλέφωνο μπορεί να αποδειχτεί πως έχει άδικο, περίπτωση στην οποία πιθανότερα θα κατηγορήσουμε όχι το τηλέφωνο αλλά το τραίνο. Από τη στιγμή που το τηλέφωνο έχει γίνει ο βασικός εγγυητής μας για τη γνώση, το να παραδεχτούμε πως το ,τηλέφωνο μπορεί να κάνει λάθος είναι να ρισκάρεις να παραδεχτείς, πως όχι μόνο οι με βάση το τηλέφωνο αξιώσεις μας περί γνώσης είναι αβάσιμες, αλλά πως μπορεί να είναι όλες οι αξιώσεις μας περί γνώσεις. Τελικά, όπως και με το τηλέφωνο, τείνουμε να μην ρωτάμε γιατί νομίζουμε πως ξέρουμε αυτό που νομίζουμε πως ξέρουμε. Με το τρόπο αυτό, ο παθητικός μηδενισμός γίνεται, όχι μια ριζοσπαστική «μεταμοντέρνα» θέση, αλλά μάλλον ένα κανονικό κομμάτι της καθημερινής ζωής.

Στην ηθική φιλοσοφία, ο μηδενισμός αντιμετωπίζεται ως η άρνηση της ύπαρξης της ηθικής. Όπως γράφει ο Donald A Crosby στο βιβλίο The Specter of the Absurd (1988), ο ηθικός μηδενισμός μπορεί να γίνει αντιληπτός ως μια συνέπεια του επιστημολογικού μηδενισμού. Αν δεν υπάρχει λόγος για αντικειμενικούς ισχυρισμούς για τη γνώση και την αλήθεια, τότε δεν υπάρχει λόγος για αντικειμενικούς ισχυρισμούς περί σωστού και λάθους. Με άλλα λόγια, αυτό που θέλουμε να θεωρούμε ως ηθική είναι ζήτημα του τι πιστεύεται πως είναι σωστό – ανεξάρτητα αν αυτή η άποψη είναι σχετική με κάθε ιστορική περίοδο, με κάθε κουλτούρα, με κάθε άτομο – παρά θέμα του τι είναι σωστό.

Ο ηθικός φιλόσοφος του 18ου αιώνα, Immanuel Kant αναγνώρισε το κίνδυνο του να βασιστεί η ηθική πάνω στο Θεό ή πάνω στην ευτυχία ως κάτι που οδηγεί στον ηθικό σκεπτικισμό. Η πίστη στο Θεό μπορεί να ωθήσει τους ανθρώπους να δρουν ηθικά, αλλά μόνο ως μέσο του σκοπού να καταλήξουν στο παράδεισο αντί για την κόλαση. Η επιδίωξη της ευτυχίας μπορεί να ωθήσει τους ανθρώπους να δράσουν ηθικά, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι εκ των προτέρων πια πράξη θα οδηγήσει στο να είναι ευτυχισμένοι οι άνθρωποι. Έτσι, σε απάντηση, ο Kant αντίθετα, μίλησε για μια βασισμένη στην λογική ηθική. Σύμφωνα με αυτόν, αν μια καθολική βάση αυτό που χρειάζεται η ηθική τότε απλά πρέπει να παίρνουμε αποφάσεις σύμφωνα με τη λογική της καθολικότητας. Καθορίζοντας αυτό που προσπαθούμε να επιτύχουμε σε κάθε δράση, και με την μετατροπή αυτής της πρόθεσης σε νόμο που όλα τα λογικά όντα πρέπει να υπακούν, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη λογική για να καθορίσουμε αν είναι λογικά δυνατό για την επιθυμητή πράξη να καθολικοποιηθεί. Η λογική – παρά ο Θεός ή η επιθυμία – μπορεί να μας πει αν η επιθυμητή πράξη είναι δυνατή (καθολική) ή λάθος (μη καθολική).

Υπάρχουν ωστόσο, αρκετά προβλήματα στην προσπάθεια να βασίσουμε την ηθική στη λογική. Ένα τέτοιο πρόβλημα, όπως έδειξε ο Jacques Lacan στο δοκίμιο «Ο Kant με τον Sade» (1989), είναι πως η χρήση της καθολικότητας ως κριτηρίου για το σωστό και το λάθος μπορεί να επιτρέψει ευφυείς ανθρώπους (όπως ο Μαρκήσιος de Sade) να δικαιολογήσουν μερικές προφανώς απαίσιες πράξεις αν μπορέσουν να καταφέρουν να δείξουν πως αυτές οι πράξεις μπορούν να περάσουν τη δοκιμασία της λογικής του Kant. Ένα άλλο πρόβλημα, όπως έδειξε ο John Stuart Mill στο έργο του Ωφελιμισμός (1861), είναι πως οι άνθρωποι είναι λογικοί, αλλά η λογική δεν είναι το μόνο που διαθέτουμε, και έτσι ακολουθώντας την καντιανή ηθική μας αναγκάζει να ζούμε σαν αδιάφορες μηχανές παρά ως άνθρωποι.

Ένα ακόμη πρόβλημα, όπως έδειξε ο Nietzsche, είναι πως η λογική δεν είναι αυτό που ισχυρίζονταν πως ήταν ο Kant, καθώς είναι απόλυτα πιθανό πως η λογική να μην είναι σταθερότερη βάση από ότι είναι ο Θεός ή η ευτυχία. Στο βιβλίο  Η Γενεαλογία της Ηθικής (1887), ο Nietzsche υποστήριξε πως η λογική δεν είναι κάτι το απόλυτο και οικουμενικό αλλά αντίθετα κάτι που έχει εξελιχθεί με τη πάροδο του χρόνου σε κομμάτι της ανθρώπινης ζωής. Σε γενικές γραμμές με τον ίδιο τρόπο που τα ποντίκια σε ένα πείραμα στο εργαστήριο μπορούν να διδαχτούν να είναι λογικά, έτσι έχουμε μάθει να είμαστε λογικοί χάρη σε αιώνες ηθικών, θρησκευτικών και πολιτικών «πειραμάτων» στην εκπαίδευση των ανθρώπων να είναι λογικοί. Η λογική έτσι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ακλόνητη βάση για την ηθική καθώς οι ίδιες της οι βάσεις μπορούν να αμφισβητηθούν.

Εδώ μπορούμε ξανά να βρούμε μια σημαντική διάκριση μεταξύ του πως ο ενεργητικός μηδενιστής και ο παθητικός μηδενιστής αντιδρούν σε αυτό τον ηθικό σκεπτικισμό. Η ικανότητα να αμφιβάλουν για την νομιμοποίηση κάθε πιθανού θεμελίου για την ηθική μπορεί να οδηγήσει τον ενεργητικό μηδενιστή στο είτε να επαναπροσδιορίσει την ηθική ή στο να απορρίψει την ηθική. Στην πρώτη περίπτωση, οι πράξεις μπορούν να κριθούν χρησιμοποιώντας ηθικές αρχές. Αυτό όμως που μοιάζει να είναι δημιουργικό μπορεί στη πράξη να είναι δευτερογενές, καθώς είναι δύσκολο να διακρίνουμε πότε σκεφτόμαστε για εμάς αντίθετα με το πότε σκεφτόμαστε σύμφωνα με το τρόπο που ανατραφήκαμε.

Έτσι αντί για τέτοιο ηθικό εγωισμό, είναι πιο πιθανό πως ο ενεργητικός μηδενισμός απλά θα απορρίψει συνολικά την ηθική. Αντίθετα, οι πράξεις κρίνονται μόνο με πρακτικούς όρους, όπως το τι είναι περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικό προς την επίτευξη ενός επιθυμητού στόχου. Οι ανθρώπινες πράξεις έτσι αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο με τις πράξεις ενός ζώου ή μιας μηχανής. Αν μοιάζει με λάθος να πούμε πως ένα ζώο είναι κακό επειδή τρώει ένα άλλο ζώο όταν πεινάει, τότε ο ενεργητικός μηδενιστής θα πει πως είναι εξίσου λάθος να ειπωθεί πως οι άνθρωποι είναι κακοί επειδή κλέβουν από ένα άλλο άνθρωπο όταν πεινούν.

Δίχως ηθική, έννοιες όπως κλοπή, ιδιοκτησία ή δικαιώματα αντιμετωπίζονται μόνο ως νομικές οντότητες. Οι πράξεις μπορούν να θεωρηθούν εγκληματικές αλλά όχι ανήθικες. Ένα παράδειγμα ενός τέτοιου ενεργητικού μηδενισμού μπορεί να βρεθεί στον αρχαίο Έλληνα σοφιστή Θρασύμαχο. Στην Πολιτεία του Πλάτωνα, ο Θρασύμαχος υποστηρίζει πως η «δικαιοσύνη» είναι απλά προπαγάνδα που χρησιμοποιείται από τον ισχυρό για να καταπιέσει τον αδύναμο, με το να τους πείσει να δεχτούν αυτή την καταπίεση ως δίκαιη.

Ο παθητικός μηδενιστής, από την άλλη, δεν απορρίπτει την παραδοσιακή ηθική απλά και μόνο πως η νομιμοποίηση της μπορεί να αμφισβητηθεί. Αντίθετα, ο παθητικός μηδενιστής απορρίπτει την ιδέα πως η νομιμοποίηση της ηθικής έχει πραγματική σημασία. Ο παθητικός μηδενιστής υπακούει στην ηθική, όχι για την ηθική αυτή καθ’ εαυτή, αλλά για την ίδια την υπακοή. Το να ζει σύμφωνα με αυτό που πιστεύεται από τους άλλους πως είναι σωστό και λάθος, πως είναι καλό και κακό, θεωρείται από τον παθητικό μηδενιστή ως προτιμότερο από το να πρέπει να ζήσει δίχως τέτοιους ηθικούς κανόνες να τον καθοδηγούν στην λήψη αποφάσεων. Οι ηθικοί κανόνες προσφέρουν μια πυξίδα, και ο παθητικός μηδενιστής προτιμά να χαράζει τη πορεία του στη ζωή χρησιμοποιώντας μια προβληματική πυξίδα από το να ρισκάρει να περάσει τη ζωή του αισθανόμενος απόλυτα χαμένος.

Οι ηθικοί κανόνες προσφέρουν επίσης την αίσθηση του να ανήκεις σε μια κοινότητα. Οι κοινές νόρμες και αξίες είναι εξίσου σημαντικές για μια κοινή ζωή όσο και η κοινή γλώσσα. Απορρίπτοντας την ηθική, ο ενεργητικός μηδενιστής  απορρίπτει έτσι την κοινότητα. Ο παθητικός μηδενιστής όμως είναι απρόθυμος να ρισκάρει να αισθάνεται εντελώς μόνος στο κόσμο. Έτσι, απορρίπτοντας την ηθική νομιμοποίηση, ο παθητικός μηδενιστής αποδέχεται την κοινότητα. Με το τρόπο αυτό, εκείνο που έχει σημασία για τον παθητικό μηδενιστή δεν είναι αν μια ηθική αξίωση είναι αληθινή, αλλά αντίθετα αν μια ηθική αξίωση είναι δημοφιλής.

Αυτό σημαίνει, για τον παθητικό μηδενιστή, η ηθική δεν έχει σημασία. Ο παθητικός μηδενιστής εκτιμά την ηθική ως μέσο για ένα σκοπό, όχι την ίδια ως σκοπό. Επειδή η επιθυμία να ανήκει και να καθοδηγείται υπερισχύει της επιθυμίας να έχει ηθική βεβαιότητα, ο παθητικός μηδενιστής νοιάζεται μόνο για την αίσθηση κατεύθυνσης και την αίσθηση κοινότητας που προέρχεται από την αποδοχή ενός ηθικού συστήματος. Ο παθητικός μηδενιστής είναι σαν ένας θεατής σε ένα αθλητικό γεγονός  που στηρίζει την εντός έδρας ομάδα απλά επειδή το κάνουν όλοι οι άλλοι. Ο παθητικός μηδενιστής στηρίζει τους ηθικούς κανόνες επειδή είναι δεκτά από την κοινότητα στην οποία θέλει να ανήκει ο παθητικός μηδενιστής.

Όπως ακριβώς ο επιστημολογικός μηδενισμός μπορεί να οδηγήσει στον ηθικό μηδενισμό, έτσι και ο ηθικός μηδενισμός μπορεί να οδηγήσει στον πολιτικό μηδενισμό. Ο πολιτικός μηδενισμός είναι συνήθως κατανοητός ως απόρριψη της εξουσίας. Αυτή ήταν η περίπτωση με τους προαναφερθέντες αυτοπροσδιοριζόμενους μηδενιστές της Ρωσίας του 19ου αιώνα, που τελικά κατάφεραν να δολοφονήσουν τον τσάρο. Ωστόσο, αυτή η επαναστατική μορφή του πολιτικού μηδενισμού, με την οποία μπορούμε να ταυτίσουμε τον ενεργητικό μηδενισμό, δεν περιλαμβάνει την παθητική μορφή του πολιτικού μηδενισμού.

Ο κίνδυνος του ενεργητικού μηδενισμού προέρχεται από την αναρχική του θέληση να καταστρέψει την κοινωνία για χάρη της ελευθερίας. Ο κίνδυνος του παθητικού μηδενισμού προέρχεται από την κομφορμιστική του προθυμία να καταστρέψει την ελευθερία για χάρη της κοινωνίας. Όπως έχουμε δει ήδη, ο παθητικός μηδενιστής εργαλειοποιεί τη γνώση και την ηθική αντιμετωπίζοντας και τις δυο ως σημαντικές μόνο στο βαθμό που εξυπηρετούν το σκοπό της άνεσης και της ασφάλειας. Η ανάγκη να αισθάνονται προστατευμένοι από την ενόχληση της αστάθειας είναι αυτό που οδηγεί τον παθητικό μηδενιστή να γίνει τελικά πιο καταστροφικός από τον ενεργητικό μηδενιστή.

Ο κίνδυνος εδώ είναι πως τα ηθικά και πολιτικά συστήματα που προωθούν την ελευθερία και την ανεξαρτησία θα αντιμετωπιστούν ως λιγότερο επιθυμητά από τον παθητικό μηδενιστή από τα ηθικά και πολιτικά συστήματα που προωθούν την δογματική αποδοχή της παράδοσης και την τυφλή υποταγή στην εξουσία. Αν και μπορέι να πούμε πως θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι, μια τέτοια απελευθέρωση μπορεί να φαίνεται σαν τρομερό βάρος. Αυτό εκφράζεται για παράδειγμα από τον Søren Kierkegaard στο βιβλίο του Η Έννοια της Αγωνίας (1844) όταν περιέγραψε την αγωνία ως την «ζάλη της ελευθερίας» που προκύπτει όταν κοιτάμε μέσα σε αυτό που μας μοιάζει σαν την «άβυσσο» των άπειρων πιθανοτήτων. Σκεφτείτε απλά πόσο συχνά μπροστά σε ένα μενού γεμάτο με επιλογές οι πελάτες ενός εστιατορίου καταλήγουν να ζητάνε από τον σερβιτόρο να τους προτείνει κάτι. Ή πως το Netflix πως πέρασε από την προώθηση της τεράστιας ταινιοθήκης του για να επιλέξεις στο να προωθεί τον αλγόριθμό του που θα σου επιτρέψει να «χαλαρώσεις» ενώ κάνει την επιλογή για σένα.

Ο Nietzsche ανησυχούσε για αυτό που έβλεπε ως την όλο και μεγαλύτερη αποδοχή του αλτρουισμού, της αυτοθυσίας και της αυταπάρνησης ως ηθικές αξίες. Έβλεπε την αποδοχή τέτοιων ιδανικών, που ακύρωναν τον εαυτό, ως απόδειξη πως ο παθητικός μηδενισμός εξαπλώνονταν σαν αρρώστια  στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Στον 20ο αιώνα, ο Erich Fromm στο βιβλίο του Ο Φόβος Μπροστά στην Ελευθθερία (1941) ανησυχούσε παρομοίως για αυτό που περιέγραφε ως «φόβο της ελευθερίας» που εξαπλώνονταν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ήταν αυτή η ανησυχία που ενέπνευσε το έργο τόσο των κριτικών θεωρητικών στη Γερμανία όσο και των υπαρξιστών στη Γαλλία.

Η Arendt προειδοποίησε πως θα έπρεπε να είμαστε προσεκτικοί στο να μην σκεφτούμε τον μηδενισμό απλά ως μια προσωπική κρίση αβεβαιότητας. Αντίθετα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως ο μηδενισμός είναι μια πολιτική κρίση. Ο μηδενισμός μπορεί να προωθηθεί από εκείνους που είναι στην εξουσία που κερδίζουν από μια τέτοια κρίση. Έτσι ακόμη και ο μεταφυσικός μηδενισμός μπορεί να έχει πολιτική βαρύτητα. Με την αποδοχή πως το σύμπαν δεν έχει σημασία μπορεί να οδηγήσει στην αντιμετώπιση και των ανησυχιών για την καταπίεση, για το πόλεμο, για το περιβάλλον ως ασήμαντα. Για το λόγο αυτό, δεν είναι μόνο οι πολιτικοί που μπορεί να κερδίσουν από τον μηδενισμό.

Σύμφωνα με την Simone de Beauvoir στο βιβλίο Για Μια Ηθική της Αμφισβήτησης (1948), μια από τις μορφές που μπορεί να πάρει ο μηδενισμός είναι η νοσταλγία – η επιθυμία για επιστροφή στο πόσο ελεύθεροι νιώθαμε σαν παιδιά πριν ανακαλύψουμε ως ενήλικες πως η ελευθερία εμπεριέχει την υπευθυνότητα. Οι πολυεθνικές επίσης μπορούν να κερδίσουν από την προώθηση του μηδενισμού με την μορφή του να μας πουλάνε νοσταλγία και άλλους τρόπους για να αποσπάμε τους εαυτούς μας από την πραγματικότητα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όχι μόνο πρέπει να αναγνωρίζουμε τον μηδενισμό στους εαυτούς μας, αλλά επίσης να αναγνωρίσουμε πως υπάρχει στο κόσμο γύρω μας, και να αναγνωρίσουμε τις πηγές αυτού του μηδενισμού. Αντί να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να αισθάνονται αβοήθητοι σε ένα κόσμο που μοιάζει να μην νοιάζεται πια, θα πρέπει να αναρωτηθούμε από που προέρχονται οι μηδενιστικές απόψεις για το κόσμο, και ποιος ωφελείται από το να βλέπουμε τον κόσμο με αυτό το τρόπο.

Πηγή: geniusloci

3 (+1) κείμενα σχετικά με την εφαρμογή νέων τεχνολογιών.

Η παραγωγή και η επιτάγχυνση των ρυθμών λανσαρίσματος νέων τεχνολογιών, παράλληλα με το άνοιγμα ασύλληπτων έως τώρα πεδίων εφαρμογής τους, πυροδοτεί σκέψεις αναφορικά με τις πιθανές συζεύξεις γνώσης, αλήθειας και εξουσίας, εφόσον θεωρούμε το πλέγμα ερμηνείας και κυριαρχίας αράγιστο. Μονόδρομος των επίδοξων εξεγερμένων είναι να ανατρέψουν το κραταίο καθεστώς αλήθειας του καπιταλιστικού κόσμου, προχωρώντας στην ανασύσταση των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων σε νέες βάσεις. Αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί δίχως συνεπή, ψύχραιμη, σταθερή και οξυμένη πολεμική στα υλικά προϊόντα που κατασκευάζει η συγκεκριμένη ιστορικά αξιοποίηση της βούλησης για γνώση υπό την ποδηγέτηση του καπιταλιστικού κόσμου και των όψιμων φιλελεύθερων πολιτικών.

Οι νέες τεχνολογίες, οι απολήξεις και οι εφαρμογές τους δεν είναι ουδέτερες, ούτε αντιστρέψιμη η χρήση τους. Δεν μπορούν να διακριθούν από το υπάρχον πλαίσιο παραγωγής, απο το οικονομικό πλέγμα εξασφάλισης πρώτων υλών, από την ισχύουσα κατανομή της εργασίας, από την προσήκουσα για την εμπορευματική κοινωνία παραγωγή γνώσης, από τη βαθιά ριζωμένη στην κοινωνία διάταξη των αξιών. Είναι μέσα διακίνησης όσων συνιστούν τον σύγχρονο κόσμο και, αφού τον ενσταλάξουν μέσα σε κάθε ομάδα, κάθε σπίτι, κάθε σώμα, θα επιστρέψουν στην πηγή απολαμβάνοντας τη συγκομιδή.

Οι νέες τεχνολογίες, ερειδόμενες στη λογική ολοκληρωτικής αξιοποίησης των ανθρώπινων εκδηλώσεων και των φυσικών δυνάμεων για την αέναη τροφοδότηση της εμπορικής μεγαμηχανής, αποσκοπούν στην ταύτιση ιδιωτικού και δημοσίου, εφόσον το δημόσιο έχει ήδη καταληφθεί από την αστική παρακμή και έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τις επιταγές των αγορών. Ως απότοκο, διέπονται από τις βλέψεις και τις ανάγκες του συστήματος, σπέρνοντας όσες συνέπειες αφήνει πίσω του η επέλαση του λεβιάθαν της οικονομίας. Αποξένωση, επιτήρηση, αντικειμενοποίηση, προγραμματισμός, σχηματοποίηση, εκμετάλλευση, αυτοματοποίηση και τυποποίηση.

Οι τραγικές αυτές συνέπειες για τις ζωές μας δε σχεδιάζονται επιμελώς και αποφασίζονται σε “μυστικά εργαστήρια κρυμμένα κάτω από τη γη”. Επιρρώνονται και ενσαρκώνονται στις καθημερινές επιλογές το μέσου ανθρώπου, του καθενός από εμάς, αφού ο κόσμος μας, παρά τη διάχυτη παραίτηση, αποτελεί την πεμπτουσία της αγελαίας, οριζόντιας συντήρησης των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων. Η τεχνολογική απειλή, συνάμα με την περαιτέρω εδραίωση του καπιταλιστικού λόγου, προελαύνει μέσα από κάθε μικρή και ασήμαντη αναζήτηση ανέσεων. Από την καθημερινή αδιαφορία μπροστά στην επέκταση της επιτήρησης σε κάθε κρυφή γωνία της ζωής μας. Από την καθιέρωση της τεχνολογικής μεσολάβησης σε κάθε επαφή μας. Από το ακατάσχετο κυνήγι αποδοτικότερων τρόπων να ωφεληθείς σε κάθε έκφανση της ζωής σου, αποτελεσματικότερων μεθόδων να γλιτώσεις χρόνο, πιο τελεσφόρων μέσων για τον εμπλουτισμό της ψυχαγωγικής ρουτίνας. Από την κατανάλωση των διαρκώς ανανεωμένων θεαμάτων ως αντιστάθμισμα της ολοκληρωτικής υπαγωγής της ζωής στο εκμαγείο του πολιτισμένου κόσμου. Από την αδυναμία να διαρρηχθούν οι δεσμοί με ό,τι διαιωνίζει την αποσύνθεση της μαλθακής ζωής μας.

Παρατηρούμε ολοένα και πιο ευκρινώς πως η εγκαθίδρυση των νέων τεχνολογιών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δε συνιστά μία θεσμικά επιβεβλημένη μέσω της ισχύος των όπλων εφαρμογή ενός πολιτικού σχεδίου. Απεναντίας, η εξουσία αυτή εκπορεύεται από τα αγελαία πρότυπα ζωής που υιοθετούνται αφειδώς από τους σύγχρονους τεχνοκαμένους. Όταν η παραδεδεγμένη επιλογή πολλών να κάνουν την κινητή σκατούλα στο χέρι τους προέκταση του σώματός τους στοχοποιεί τον αρνητή ως περίεργο σε μία κοινωνία που έτσι είναι τα πράγματα και οφείλεις να προσαρμοστείς. Όταν οι αδιάκριτοι φακοί των αμέτρητων καμερών απαθανατίζουν αδιάκοπα κάθε ασήμαντο γεγονός της άθλιας καθημερινότητας γιατί αυτό χαρακτηρίζεται ψυχαγωγία εντός της επιπολάζουσας σήψης. Όταν όλη η επικοινωνία μεσολαβείται από τα τεχνολογικά μαραφέτια παρέχοντας αλόγιστα πληροφορίες στον κάθε επίδοξο παρατηρητή γιατί “έτσι γλιτώνεις χρόνο”, διευκολύνεις τη συνεννόηση και διευρύνεις τον κοινωνικό σου κύκλο. Όταν η πανοπτική επόπτευση όσων χώρων επισκέπτεσαι σαν τουρίστας είναι ασήμαντη μπροστά στη μακάρια φυγή σου από την καθημερινή ρουτίνα, όπως ορμηνεύουν οι κοινωνικές έξεις.

Όσοι λοιπόν παρακολουθούν black mirror και ψυχαγωγούνται δια του σοκ που τους προκαλεί η απλοϊκή παράθεση στιγμιοτύπων από τις μελλοντικές δυστοπίες, ας έχουν την αξιοπρέπεια να παρατηρήσουν πόσο τους μοιάζουν οι πρωταγωνιστές αντί να αναρωτιούνται πώς φτάσαν έως εκεί τα πράγματα. Η δυστοπία ίσως να υποβόσκει πολύ πιο κοντά.

Δ.ο Ragnarok

—————————————————————-

Το γαλλικό κράτος θέτει σε εφαρμογή πρόγραμμα αναγνώρισης προσώπων σε δημόσιους χώρους

Τον δρόμο που χάραξε η Κίνα φαίνεται να ακολουθεί και η Γαλλία που προτίθεται μέχρι τα μέσα του 2021 να έχει ξεκινήσει ένα πρόγραμμα αναγνώρισης προσώπων σε δημόσιους χώρους. Η βιντεοεπιτήρηση μέσω του προγράμματος Social Credit System ισχύει, ήδη, σε πολλές πόλεις της Κίνας. Από τον νέο χρόνο θα ισχύει σε ολόκληρη την Κίνα και είναι προπομπός για το ζοφερό μέλλον σε όλες τις χώρες της γης.

Η Γαλλία μετά τις παρατεταμένες μαζικές και συγκρουσιακές διαδηλώσεις, καθώς και τις συνεχόμενες απεργίες, φαίνεται πως εξετάζει νέες μεθόδους καταστολής, μέσω αυτών των βιντεοεπιτηρήσεων. Ο Γάλλος υπουργός Ψηφιακής πολιτικής Cédric σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Parisien δήλωσε πως η δοκιμαστική φάση της βιντεοεπιτήρησης και αναγνώρισης προσώπων θα διαρκέσει από έξι μήνες μέχρι ένα χρόνο.

Μέχρι τώρα οι γενικές διατάξεις για την προστασία των προσωπικών  δεδομένων  απαγορεύουν τη χρήση της αναγνώρισης προσώπου χωρίς την συγκατάθεση αυτών που θα βιντεοσκοπηθούν.

Αυτά τα προβλήματα όπως φαίνεται θα ξεπεραστούν  ώστε να μπορέσει το γαλλικό κράτος να περάσει στην επόμενη φάση της καταστολής του.

———————————————————————————–

Αναγνώριση ερήμην…

Τετάρτη 22 Γενάρη. Μέχρι να γίνει, απ’ τα εκατομμύρια των μαγεμένων πελατών της 3ης και της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, κατανοητό το ότι ο καθολικός έλεγχος μέσω τεχνολογιών / μηχανών θα διαπερνάει ακόμα και τα κυτταρά τους, αυτές οι τεχνολογίες θα έχουν εξελιχθεί τόσο ώστε…

Ήταν μόλις λίγους μήνες πριν, το περασμένο καλοκαίρι, που μια (μάλλον παλιά) εφαρμογή «αλλαγής προσώπου» (πρόσθεσης ή αφαίρεσης ηλικίας), ονόματι faceapp αν δεν κάνουμε λάθος, έγινε τόσο «μόδα» παγκόσμια ώστε πολλά εκατομμύρια ηλίθιοι και ηλίθιες τροφοδότησαν άγνωστο ποιές βάσεις δεδομένων με τις φάτσες τους (σε συνδυασμό με το κινητό και την γεωγραφική τους θέση: πάμπολλα δεδομένα!) έτσι, στη μαλακία. Αν πριν 20 ή και 10 χρόνια προέβλεπε κάποιος ότι ακόμα και την αυτοϊκανοποίηση θα βρουν τα αφεντικά του καπιταλισμού τρόπο να την μεσολαβούν μηχανικά και, άρα, να βγάζουν κέρδος, θα τον κορόιδευαν. Τώρα απλά γίνεται.

Πέρυσι ένας αυστραλός ονόματι Hoan Ton-That παρουσίασε στο ευρύ κοινό (και όχι μόνο) μια ακόμα εντυπωσιακή εφαρμογή, της startup εταιρείας του Clearview AI: μπορείτε να φωτογραφήσετε οποιονδήποτε / οποιανδήποτε στο δρόμο, να «ανεβάσετε» την φωτογραφία του / της, και κάνοντας σύγκριση βάσεις τέτοιου είδους φωτογραφικών data η «μαγική μηχανή» να σας δείξει άλλες φωτογραφίες του / της, καθώς και links με τους λογαριασμούς που αυτές έχουν εμφανιστεί.

Γιατί μια τέτοια εφαρμογή θα μπορούσε να γίνει πιασάρικη απ’ το ευρύτατο ηλίθιο κοινό των σύγχρονων τεχνο-καμμένων; Για λόγους περιέργειας και κουτσομπολιού – τόσο απλά. Φυσικά, κάθε καινούργια φωτογραφία θα ανατροφοδοτεί τις βάσεις δεδομένων (ο Ton-That λέει ότι προέρχονται απ’ το facebook, το youtube, και χιλιάδες sites, και περιλαμβάνουν 3 δις φωτογραφιών) και θα συμβάλει στην εξέλιξη των αλγορίθμων επεξεργασίας των συγκεκριμένων data.

Καθόλου παράξενο εκείνοι που χρησιμοποιούν ήδη από πέρυσι την εφαρμογή τηςclearview είναι διάφορες αστυνομίες. Πάνω από 600 ήδη κοκορεύεται ο Ton-That – και γιατί όχι; Ο ίδιος θα μπορούσε θαυμάσια να είναι συνεργάτης μιας απ’ αυτές, αφού άλλωστε είναι εξαιρετικά φειδωλός στο να δώσει στοιχεία για την εταιρεία του. Ένας διαπιστωμένος χρηματοδότης του είναι πάντως χαρακτηριστικός: λέγεται Richard Schwartz και ήταν χρηματοδότης του δημάρχου της Ν. Υόρκης που πρωτοκαθιέρωσε το αστυνομικό δόγμα της «μηδενικής ανοχής» Rudolph Giuliani (δικηγόρος του ψόφιου κουναβιού πλέον ο πρώην δήμαρχος…).

Πιο σημαντικό απ’ το ποιοί φτιάχνουν τι είναι το ποιοί βάζουν τα χεράκια τους και βγάζουν τα ματάκια τους χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μπιχλιμπίδι βρουν μπροστά τους. Πρόκειται για έναν εξελισσόμενο μαζικό παλιμπαιδισμό που έχει διάφορες μορφές και προεκτάσεις: απ’ τον γενικευμένο ναρκισσισμό μέχρι την εξίσου γενικευμένη α-νοησία.

Δυστυχώς, από ένα σημείο και μετά (έχει ξεπεραστεί ήδη) δεν μπορούμε καν να πούμε καλά να πάθετε, ας προσέχατε! Επειδή διαμορφώνονται καθολικές νόρμες εθελοδουλείας· κι αν κάποιος τις αντιμετωπίζει αρνητικά χαρακτηρίζεται όλο και πιο εύκολα από «παράξενος» έως «ύποπτος»…

Δεν θα συνθηκολογήσουμε φυσικά. Αλλά δεν είμασταν και τόσο καλά προετοιμασμένοι για τέτοια παρακμή…

—————————————————————————–

big data: επιτήρηση και διαμόρφωση συμπεριφορών στην 4η βιομηχανική επανάσταση

Η επιτήρηση έχει μεταμορφωθεί από ένα στοιχείο της διακυβέρνησης στη βάση της την ίδια. Είναι ταυτόχρονα διακυβέρνηση (σύστημα) και κυβερνησιμότητα (η αυτο-εννόηση και η συνέργεια, όπου ο φυλακισμένος γίνεται ο δεσμοφύλακας του εαυτού του). Μ’ αυτή την έννοια, η επιτήρηση έχει γίνει ο νέος ρυθμιστικός μηχανισμός. Ο νόμος έχει γίνει ο υπηρέτης του. Και το κράτος … είναι ένας (αλλά όχι ο μοναδικός) κόμβος της ρυθμιστικής δύναμης της τεχνολογίας. Μ’ αυτή την έννοια είναι που μπορεί να γίνεται λόγος για τον “θάνατο” του “κράτους”…. ή τον “θάνατο” της διάκρισης ιδιωτικού / δημόσιου… [1]

Η σχέση ανάμεσα στην επιτήρηση, την εξουσία και την τεχνολογία δεν είναι απ’ τα ζητήματα που απασχολούν την καθημερινότητα των υπηκόων. Ούτε είναι τέτοιο ζήτημα οι βασικές αλλαγές που ήδη συμβαίνουν αφού εκατομμύρια τέτοια υπήκοοι της προωθούν υπηρετώντας τες χαρούμενα. Αν, για παράδειγμα, υποδείξουμε σε οποιονδήποτε χρήστη των λεγόμενων social media ότι καταστρέφει την διάκριση ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο χρόνο και χώρο στην ίδια του την ζωή, και ότι αυτή η καταστροφή έχει και θα έχει συνέπειες (καθόλου ευχάριστες…) που δεν μπορεί καν και καν να τις φανταστεί όταν χαϊδεύει την οθόνη αφής της συσκευής του, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα αντιδράσει με αδιαφορία.

Ωστόσο αυτή η σχέση (ανάμεσα σε επιτήρηση, εξουσία και τεχνολογία) δεν είναι αόρατη. Οι μετασχηματισμοί και οι νέες μορφοποιήσεις αυτής της σχέσης γίνονται μπροστά στα μάτια μας. Τα big data, η καινούργια πρώτη ύλη για τον καπιταλισμό του 21ου αιώνα, είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους (και εφόσον δεν αφορούν τους γαλαξίες ή τα μικρόβια) τα διαρκή στιγμιαία αποτυπώματα της καθημερινής ζωής των υπηκόων· και οι διαρκείς αλληλουχίες αυτών των αποτυπωμάτων. [2] Πόσοι αγνοούν ότι το λιγότερο που γίνεται ήδη εδώ και χρόνια μέσα απ’ την επεξεργασία αυτών των (προσωπικών) δεδομένων είναι η διαμόρφωση του “προφίλ” του καθενός / της καθεμιάς; Αλλά το profiling δεν είναι στατική διαδικασία όπως νομίζουν πολλοί. Η “φωτογραφία της στιγμής” είναι πρακτικά άχρηστη αν δεν συνοδεύεται από χιλιάδες επόμενες. Η “φωτογραφία της στιγμής” είναι μόνο ένα απ’ τα καρέ του διαρκούς “video”, αν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε έτσι, της καθημερινής ζωής. Το profiling είναι δυναμικό.

Ούτε είναι παθητική διαδικασία. Αν μπορείς να “ξέρεις” τα χαρακτηριστικά κάποιου, θέλεις και να τα διαμορφώσεις. Εδώ στο πεδίο που ως πριν φαινόταν “κατασκοπείας” εισέρχεται η εξουσία· με εντελώς καινούργιες μορφές! Για παράδειγμα, ο επιχειρηματίας που ξέρει την δυναμική των “προφίλ” των πελατών του, δεν έχει κανένα λόγο να αρκεστεί σ’ αυτή τη “γνώση”, αφήνοντας την εξέλιξη (αυτών των “προφίλ”) αδέσποτη. Θέλει, και έχει πολλούς λόγους, να διαμορφώσει αυτήν την δυναμική. Ο πιο απλός λόγος; Για να κρατήσει τους πελάτες του, για να μην τους χάσει αφήνοντάς τους ελεύθερους να επιλέξουν κάποιον ανταγωνιστή του.

Οι έννοιες κλειδί εδώ είναι διαμόρφωση των συμπεριφορών. Στο βαθμό που μιλάμε για επιχειρήσεις, πρόκειται για διαμόρφωση των καταναλωτικών συμπεριφορών· που, όμως, σε εποχές γενικευμένης κατανάλωσης, σημαίνει διαμόρφωση των συμπεριφορών σ’ ένα καλό τμήμα της καθημερινής ζωής. Ο επιχειρηματίας, που έχει ήδη συγκεντρωμένα και επεξεργασμένα τα data των πελατών του, μπορεί να καθοδηγήσει τις συμπεριφορές τους (ας πούμε: τις καταναλωτικές επιλογές τους) επιβραβεύοντας (με διάφορους τρόπους) εκείνες που υπηρετούν τα δικά του (όχι φανερά…) συμφέροντα. Ο καταναλωτής που, χειραγωγημένος απ’ τα “δωράκια”, ακολουθεί την συμπεριφορά που έχει προ-οριστεί απ’ την επιχείρηση (απ’ τις επιχειρήσεις…) θεωρεί τον εαυτό του κερδισμένο. Στην πραγματικότητα είναι χαμένος· κερδισμένος είναι μόνο ο επιχειρηματίας. Τα μηδαμινής αξίας “δωράκια”, οι “προσφορές”, τα “bonus” είναι τα αντίδωρα της υποδούλωσης στην κανονικοποιημένη συμπεριφορά, όπως αυτή έχει σχεδιαστεί για να υπηρετεί τα συμφέροντα της επιχειρηματικής κερδοφορίας. Είναι η συνειδητοποίηση της αλήθειας ότι κανείς δεν “χαρίζει” τίποτα στον καπιταλιστικό κόσμο που αποκαλύπτει ότι ο φυλακισμένος γίνεται δεσμοφύλακας του εαυτού του.

Όμως η διαμόρφωση και ο έλεγχος των συμπεριφορών μέσα από την (και χάρη στην) γενικευμένη datoποίηση της καθημερινής ζωής, που ως πρόσφατα υλοποιούνταν στον δυτικό καπιταλιστικό κόσμο κυρίως σαν επιχειρηματικές στρατηγικές, είναι μόνο η αρχή. Ξέρουμε ήδη την εκστρατεία διαμόρφωσης και ελέγχου των συμπεριφορών όχι στη σφαίρα της εμπορευματικής κατανάλωσης αλλά σ’ εκείνη την “πολιτικής” (εκλογικής) συμπεριφοράς: η Cabridge Analytica και οι “επιτυχίες” της τόσο στο δημοψήφισμα για το brexit στην αγγλία στις 23 Ιούνη του 2016, όσο και στις αμερικανικές εκλογές το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς, είναι λίγο πολύ γνωστές· αν και όχι αναλυμένες σωστά. [3] Αν οι επιχειρήσεις σαν χωριστές (και κάποτε ανταγωνιστικές μεταξύ τους) καπιταλιστικές διαδικασίες ασκούν την δική τους εξουσία στους πελάτες, η δυνατότητα μιας κεντρικής διαχείρισης και ελέγχου των συμπεριφορών, που σημαίνει την ανάληψη αυτού του έργου από κάποια μορφή “κεντρικής εξουσίας”, είναι ήδη τεχνικά πολύ πραγματική. Το κινεζικό social credit system δεν είναι κάποια κινεζική “ιδιομορφία”. Είναι το ιερό δισκοπότηρο στο οποίο προσβλέπουν όλες οι δυτικές “κεντρικές εξουσίες”. Η σχετική επιχείρηση έχει ήδη ξεκινήσει, από (πού αλλού;) τις ηπα. (Περισσότερα σε χωριστή αναφορά στη συνέχεια: νευροσυμπεριφορικά σήματα: “υγεία” αντί “άμυνας”).

Η έσχατη αυταπάτη στην οποία μπορεί να οδηγήσει η απώθηση αυτών των εξελίξεων είναι ότι “αυτά δεν πρόκειται να συμβούν εδώ, στην ελλάδα”. Θα συμβούν και εδώ (συμβαίνουν ήδη…) πρώτα και κύρια επειδή η διαμόρφωση και ο έλεγχος των συμπεριφορών έχει γίνει βασικό εργαλείο καπιταλιστικής κερδοφορίας. Στη συνέχεια υποδεικνύουμε μια τέτοια περίπτωση, από πρώτη ματιά αθώα, που αφορά ασφαλιστική εταιρεία: “ασφάλιση οχήματος και οδηγητική συμπεριφορά” είναι το ουσιαστικό όνομα της “εφαρμογής”. [4] Αναδημοσιεύουμε ολόκληρο ένα (επαινετικό) ρεπορτάζ, επειδή περιλαμβάνει εκείνα τα στοιχεία που κάνουν απτό, χειροπιαστό, τον τρόπο με τον οποίο τα big data αξιοποιούνται για την επιτήρηση και τον έλεγχο.

Πηγές:
anarchypress
sarajevomag
sarajevomag

Γκυ Ντεμπόρ: Σημειώσεις πάνω στο “μεταναστευτικό ζήτημα”

Το “μεταναστευτικό ζήτημα” είναι εξολοκλήρου χαλκευμένο, όπως είναι κάθε δημόσιο ζήτημα στην σύγχρονη κοινωνία, και για τους ίδιους λόγους: η ερώτηση εγείρεται από την οικονομία (δηλ. την ψευδο-οικονομική ψευδαίσθηση) και συζητάται από τους θεαματικούς μηχανισμούς.

Η συζήτηση επί του θέματος άλλωστε περιορίζεται σε ηλιθιότητες, του τύπου: θα πρέπει να κρατήσουμε ή να ξεφορτωθούμε τους μετανάστες; (Φυσικά ο πραγματικός μετανάστης δεν είναι ο μόνιμος κάτοικος ξενικής προέλευσης αλλά εκείνος ο οποίος θεωρείται και θεωρεί ο ίδιος τον εαυτό του ως διαφορετικό, και πρόκειται να παραμείνει έτσι. Πολλοί μετανάστες, ή τα παιδιά τους, έχουν Γαλλική υποκοότητα. Πολλοί Πολωνοί ή Ισπανοί μετανάστες κατέληξαν να αφομοιωθούν στην μάζα του Γαλλικού πληθυσμού, η οποία τότε ήταν ακόμη διακριτή).

Όπως τα πυρηνικά απόβλητα και πετρελαιοκηλίδες, οι μετανάστες αποτελούν ένα προϊον του σύγχρονου καταπιλιστικού τρόπου διαχείρισης –με τη διαφορά πως τα “όρια ασφαλείας” στην περίπτωση τους ορίζονται με μεγαλύτερη ταχύτητα και “επιστημονικότητα”. Εξάλλου, όπως τα πυρηνικά απόβλητα και οι πετρελαιοκηλίδες, θα παραμείνουν μαζί μας για αιώνες, χιλιετίες, για πάντα. Θα παραμείνουν επειδή ήταν πολύ ευκολότερο να εξολοθρευθούν οι γερμανοεβραίοι επί Χίτλερ παρά οι Βορειοαφρικανοί ή οι υπόλοιποι, σήμερα: αφού δεν υπάρχει σήμερα στην Γαλλία ούτε ναζιστικό κόμμα ούτε κάποιος μύθος περί ανώτερης φυλής!

Θα πρέπει να τους ενσωματώσουμε, ή να “σεβαστούμε την πολιτισμική τους διαφορετικότητα”; Άλλο άχρηστο ψευτοδίλλημα. Δεν μπορούμε πλέον να ενσωματώσουμε κανέναν: ούτε τους νέους, ούτε τους Γάλλους εργάτες, ούτε καν τους επαρχιώτες ή τις παλαιές εθνικές μειονότητες (Κορσικανούς, Βρετόνους, κλπ), μια και το Παρίσι, μια κατεστραμμένη πόλη, έχει χάσει τον ιστορικό του ρόλο, ο οποίος ήταν η παραγωγή Γάλλων. Τι νόημα έχει η αστική συσσώρευση χωρίς πρωτεύουσα; Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν έκαναν Γερμανούς τους εκτοπισμένους ευρωπαίους. Αντίστοιχα, η διάχυση του συγκεντρωμένου θεάματος μπορεί να ενώσει μόνο θεατές.

Πιπιλάμε σαν καραμέλα, χρησιμοποιώντας μια καθαρά διαφημιστική γλώσσα, τα περί άνθισης της “πολιτισμικής διαφορετικότητας”. Ποιός πολιτισμός; Δεν έχει απομείνει στάλα. Ούτε χριστιανικός, ούτε μουσουλμανικός, ούτε σοσιαλιστικός, ούτε επιστημονικός. Ας μη μιλάμε λοιπόν για κάτι πεθαμένο. Αν εξετάσουμε, έστω και στιγμιαία τα στοιχεία και την πραγματικότητα, βλέπουμε πως δεν έχει απομείνει τίποτα πέρα από την παγκόσμια-θεαματική (Αμερικάνικη) κατάρρευση κάθε κουλτούρας και πολιτισμού.

Αυτό που σίγουρα δεν μπορεί να βοηθήσει στην ενσωμάτωση, είναι το δικαίωμα ψήφου. Οι Γάλλοι έχουν δικαίωμα ψήφου και παρόλα αυτά δεν είναι τίποτα (το κάθε κόμμα είναι ίδιο με κάθε άλλο, κάθε κομματική υπόσχεση ισοδυναμεί με την άρνηση της, κλπ. Πρόσφατα, άλλωστε, τα προγράμματα των κομμάτων –που όλοι γνωρίζουν πως δεν πρόκειται να υλοποιηθούν–, σταμάτησαν να προσπαθούν έστω και να εξαπατήσουν, αφού δεν προτείνουν πλέον λύσεις σε κανένα από τα σημαντικά ζητήματα). Μια ιστορική απόδειξη ότι η ψήφος δεν σημαίνει τίποτα, ακόμα και για τους Γάλλους: το 25% των “πολιτών” στην ηλικία 18-25 δεν έχουν γραφτεί στα μητρώα ψήφοφόρων, από αηδία. Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και όσους είναι εγγεγραμμένοι, αλλά απέχουν.

Ορισμένοι προτείνουν ως κριτήριο την “ευχέρεια στα Γαλλικά”. Αξιογέλαστο. Μήπως οι ίδιοι οι σημερινοί Γάλλοι μιλάνε Γαλλικά; Είναι μήπως γαλλικά η γλώσσα που μιλούν οι σημερινοί αγγράματοι, ο Φαμπιούζ (“Bonjour les degats!”), η Φρανσουάζ Καστρό (“Ca t’habite ou ca t’effleure?”), ή ο Μπερνάρ Ανρύ Λεβύ;[1] Δεν οδεύουμε ολοφάνερα προς την απώλεια κάθε ικανότητας ορθού συλλογισμού και χρήσης της γλώσσας με σαφήνεια, ακόμη και χωρίς να λάβουμε υπόψιν μας τους μετανάστες; Εξάλλου, δείτε ποιές απείρως γελοιότερες του Ισλάμ και του Καθολικισμού σέκτες κατέκτησαν εύκολα μερίδα των σπουδαγμένων ηλιθίων μας (Μουν, κλπ). Για να μην αναφέρουμε τους ουσιαστικά ηλίθιους ή αυτιστικούς ανθρώπους τους οποίους παρόμοιες σέκτες επιλέγουν να μην προσυλητίσουν, καθώς δεν υπάρχει οικονομικό ενδιαφέρον στην εκμετάλλευση τους –και οι οποίοι αφήνονται επομένως στα χέρια των δημοσίων αρχών.

Μετατραπήκαμε σε Αμερικανούς. Δεν είναι λοιπόν έκπληξη το ότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε όλα τα άθλια προβλήματα των Ηνωμένων Πολιτειων, από τα ναρκωτικά και την μαφία, μέχρι το “φαστ φουντ” και τον πολλαπλασιασμό των εθνικοτήτων. Για παράδειγμα, αν και η Ιταλία και η Ισπανία έχουν αμερικανοποιηθεί επιφανειακά -και σε ορισμένες πλευρές εις βάθος-, δεν είναι εντούτοις μικτές εθνοτικά. Με αυτή την έννοια παραμένουν περισσότερο χαρακτηριστικά Ευρωπαϊκές χώρες (όπως η Αλγερία είναι χαρακτηριστικά Βορειοαφρικάνικη).

H Γαλλία έχει τα προβλήματα της Αμερικής χωρίς την δύναμη της. Κανείς δεν εγγυάται πως το Αμερικάνικο “χωνευτήρι” (melting pot) εθνικοτήτων θα συνεχίσει να λειτουργεί για πολύ ακόμα (παράδειγμα οι “Τσικάνος”, οι οποίοι ομιλούν διαφορετική γλώσσα). Είναι όμως ξεκάθαρο πως δεν μπορεί να λειτουγήσει ούτε προς στιγμή εδώ. Ο λόγος είναι πως οι Η.Π.Α αποτελούν τη βιομηχανία του σύγχρονου τρόπου ζωής, την καρδιά του θεάματος που σπρώχνει το αίμα του ως την Μόσχα και το Πεκίνο, και αυτό το θέαμα δεν μπορεί να δώσει την παραμικρή αυτονομία στους κατά τόπους υπερ-εργολάβους του. (Αν γίνει κατανοητό, το παραπάνω γεγονός καταδεικνύει μια πολύ σοβαρότερη μορφή υποδούλωσης από εκείνη την οποία καταγγέλουν οι συνηθισμένοι κριτικοί του “ιμπεριαλισμού”).

Εδώ στην Γαλλία, δεν είμαστε πλέον τίποτα: είμαστε αποικιοκρατούμενοι οι οποίοι δεν κατάφεραν να εξεγερθούν, είμαστε οι yes-men του θεάματος και της αλλοτρίωσης. Πόσες και πόσες δικαιολογίες δεν επανανακαλύπτουμε στην Γαλλία, όταν αντιμετωπίζουμε την αύξηση των μεταναστών πάντως χρώματος! Λες και μας έκλεψε κάποιος κάτι το οποίο ήταν ακόμα δικό μας. Τι θα ήταν αυτό; Σε τι πιστεύουμε, ή μάλλον, σε τι υποκρινόμαστε ακόμα πως πιστεύουμε; Δεν είναι παρά από περηφάνια για τις ολοένα αραιότερες κεκτημένες διακοπές τους, που οι καθαρόαιμοι σκλάβοι διαμαρτύρονται πως οι μουλάτοι απειλούν την ανεξαρτησία τους!

Υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας ενός απάρτχάιντ; Ναι! Μάλιστα δεν υπάρχει απλά κίνδυνος, έχει ήδη μοιραία δημιουργηθεί (με την έννοια του γκέτο, τον φυλετικών συγκρούσεων, και -δεν θα αργήσουν-, λουτρών αίματος). Μια κοινωνία σε πλήρη αποσύνθεση είναι προφανώς πολύ λιγότερο ικανή να δεχθει ένα μεγάλο αριθμό μεταναστών χωρίς ανυπόφορο άγχος από ότι μια συνεκτική και ευημερούσα κοινωνία. Το 1973 [2] είχαμε ήδη θέσει το θέμα της ομοιότητας ανάμεσα στην εξέλιξη των οικοδομικών τεχνικών και την εξέλιξη της συμπεριφοράς: “Καθώς το αστικό περιβάλλον ξανακτίζεται, ολοένα και πιο βεβιασμένα, με σκοπό τον καταπιεστικό έλεγχο και το κέρδος, ταυτόχρονα γίνεται όλο και πιο ευάλωτο και προκαλεί όλο και περισσότερους βανδαλισμούς. Ο καπιταλισμός στο θεαματικό του στάδιο ξανακτίζει τα πάντα ως ψεύτικα και παράγει εμπρηστές. Επομένως το σκηνικό του γίνεται παντού το ίδιο έφλεκτο όσο ένα γαλλικό πανεπιστήμιο”.

Η παρουσία των μεταναστών ήδη εξυπηρέτησε πολλούς μεγαλοσυνδικαλιστές, όπου κατήγγηλαν σαν “θρησκευτικές διαμάχες” τις απεργίες ορισμένων εργατών τις οποίες δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως οι υπάρχουσες εξουσίες θα προωθήσουν την εξάπλωση σε μεγαλύτερη κλίμακα των τύπων σύγκρουσης που έχουμε ήδη δεί εν δράση μέσω “τρομοκρατών (πραγματικών ή όχι) [3], ή μέσω των χούλιγκανς (και δεν μιλάμε μόνο για τους εγγλέζους τέτοιους).

Είναι όμως εύκολα κατανοητό γιατί οι πολιτικοί κάθε απόχρωσης (συμπεριλαμβανομένων των ηγετών του Εθνικού Μετώπου [4]) προσπαθούν να μειώσουν την σημασία του “μεταναστευτικού προβλήματος”. Όλα αυτά τα οποία επιθυμούν να διατηρήσουν, τους απαγορεύουν να αναφερθούν στο πρόβλημα άμεσα, στην πραγματική του διάσταση. Ορισμένοι υποκρίνονται πως πιστεύουν πως είναι απλά θέμα να εξαπλωθεί η “αντι-ρατσιστική καλή θέληση”, ενώ άλλοι ότι χρειάζεται να αναγνωρίσουμε το μετριοπαθές δικαίωμα στην “δίκαιη ξενοφοβία”. Όλοι συμφωνούν στην αντιμετώπιση του θέματος σαν να επρόκειτο για το πλέον σοβαρό από τα κοινωνικά μας προβλήματα -αν όχι το μόνο, ενόσω υπάρχουν τόσα τρομακτικά προβλήματα από τα οποία αυτή η κοινωνία δεν θα καταφέρει να ξεπεράσει.

Το γκέτο του καινούργιου θεαματικού απαρτχάιντ (όχι η τοπική, φολκλορική εκδοχή του στην Νότια Αφρική) είναι ήδη εδώ, στην σημερινή Γαλλία: η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι δέσμια, πράγμα που την σοκάρει. Αυτό δεν θα άλλαζε ακόμη και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μετανάστης. Ποιός αποφάσισε να κατασκευάσει την Σαρσέλ και την Λε Μιγκέτ, να καταστρέψει το Παρίσι και την Λυόν; [5]. Πράγματι, οι μετανάστες έχουν ανακατευθεί σε αυτή την απαίσια υπόθεση. Αλλά δεν έκαναν τίποτα πέρα από το να ακολουθήσουν επακριβώς τις οδηγίες που τους δώθηκαν: η συνηθισμένη αθλιότητα της μισθωτής εργασίας.

Πόσοι ξένοι ζουν πραγματικά στην Γαλλία; (και όχι με βάση το νομικό καθεστώς τους, το χρώμα τους, ή τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους). Μάλλον θα ήταν καλύτερα να ρωτήσουμε: πόσοι Γάλλοι έχουν απομείνει, και που βρίσκονται; (Και τι άραγε χαρακτηρίζει ένα Γάλλο σήμερα;). Γνωρίζουμε ότι το ποσοστό των γεννήσεων μειώνεται. Αποτελεί μήπως έκπληξη; Οι Γάλλοι δεν ανέχονται πλέον τα ίδια τους τα παιδιά. Τα στέλνουν στο σχολείο από τα τρία τους χρόνια, και μέχρι τουλάχιστον τα 16, για να μάθουν αγραμματοσύνη. Όσο για πριν την ηλικία των τριών ετών, ολοένα και περισσότεροι τα βρίσκουν “ανυπόφορα” και τα αντιμετωπίζουν λίγο ή πολύ βίαια. Στην Ισπανία, την Ιταλία, την Αλγερία, ή και ανάμεσα στους Τσιγκάνους, αγαπάνε ακόμη τα παιδιά. Αυτό δεν συνηθίζεται τόσο στην σημερινή Γαλλία. Ούτε οι κατοικίες, ούτε οι δρόμοι είναι κατάλληλοι για παιδιά πλέον (εξ ου και η κυνική κρατική διαφημιστική εκστρατεία με θέμα: “ανοίγοντας την πόλη στα παιδιά”). Από την άλλη, η αντισύλληψη είναι ευρύτατα διαδεδομένη και η έκτρωση νόμιμη. Σχεδόν όλα τα παιδιά στην Γαλλία σήμερα προέκυψαν μετά από απόφαση των γονιών τους. Αλλά όχι ελεύθερη. Ο ψηφοφόρος-καταναλωτής δεν ξέρει τι πραγματικά θέλει. “Επιλέγει” κάτι το οποίο δεν του αρέσει. Η διανοητική του συγκρότηση δεν του επιτρέπει πλέον να θυμάται πως κάποτε θέλησε κάτι όταν βρεθεί απογοητευμένος από το αποκτημά του.

Στα πλαίσια του θεάματος, μια ταξική κοινωνία επιχείρησε συστηματικά να εξαφανίσει την ιστορία. Σήμερα, υποκρίνεται πως λυπάται για το αποτέλεσμα της παρουσίας τόσων μεταναστών, επειδή η Γαλλία “χάνεται”! Είναι για γέλια. Η Γαλλία χάνεται για πολύ διαφορετικούς λόγους, και μάλιστα ταχύτατα, σχεδόν σε κάθε τομέα.

Οι μετανάστες έχουν κάθε δικαίωμα να ζήσουν στην Γαλλία. Αποτελούν εκπροσώπους της αποστέρησης, η οποία είναι σαν στο σπίτι της στην Γαλλία, τόσο διαδεδομένη που καταντά σχεδόν ολική. Οι μετανάστες απώλεσαν την χώρα και τον πολιτισμό τους, και όπως γνωρίζουμε, δεν κατόρθωσαν να βρούν άλλον. Οι Γάλλοι είναι στην ίδια κατάσταση, μονάχα ελάχιστα πιο συγκαλυμένα.

Με την ισοπέδωση ολόκληρου του πλανήτη στην αθλιότητα του νέου περιβάλλοντος, και με την λαθεμένη τους πρόσληψη κάθε θέματος, οι Γάλλοι, οι οποίοι τα δέχθηκαν όλα αυτά αδιαμαρτύρητα (με την εξαίρεση του 1968), δεν έχουν το δικαίωμα να πουν πως έπαψαν να νιώθουν πλέον σαν στο σπίτι τους εξαιτίας των μεταναστών. Σίγουρα, έχουν κάθε λόγο να μην νιώθουν σαν στο σπίτι τους. Αλλά αυτό συμβαίνει επειδή όλοι κατάντησαν μετανάστες στον απαίσιο νέο κόσμο της αλλοτρίωσης.

Θα υπάρξουν άνθρωποι που θα ζούνε στην επιφάνεια της Γής, ακόμη και σε αυτό το μέρος, όταν η Γαλλία θα έχει πλέον εξαφανιστεί. Το μείγμα των εθνικοτήτων που θα κυριαρχήσει είναι δύσκολο να το προβλέψει κανείς, όπως άλλωστε και τον πολιτισμό τους ή ακόμη και τις γλώσσες τους.

Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι το κύριο ζήτημα θα είναι το εξής: αυτοί οι μελλοντικοί λαοί, θα καταφέρουν, μέσω μιας απελευθερωτικής πρακτικής, να κυριαρχήσουν στην σημερινή τεχνολογία η οποία είναι γενικά όργανο εξαπάτησης και αποστέρησης; Ή θα κυριαρχούνται από αυτή με τρόπο ακόμα περισσότερο ιεραρχικό και υποδουλωμένο; Θα πρέπει να αναμένουμε το χειρότερο και να πολεμάμε για το καλύτερο. Η Γαλλία σίγουρα αξίζει τη θλίψη μας. Η θλίψη όμως είναι μάταιη.

(Το κείμενο γράφτηκε από τον Γκυ Ντεμπόρ το 1985. Περιέχεται στην συλλογή “Guy Debord: Oeuvres” των εκδόσεων Gallimard).

– – – –

[1] Ο Λοράν Φαμπιούζ, πρωθυπουργός της Γαλλίας το 1985. Η Φρανσουάζ Καστρό, παραγωγός κινηματογράφου, ήταν η γυναίκα του. Ο Μπερνάρ Ανρύ Λεβύ ήταν ο ιδρυτής της σχολής των “Νέων Φιλοσόφων”, οι οποίοι αποκήρυξαν τον Μαρξισμό και τον Σοσσιαλισμό ως αντίδραση ενάντια στα γεγονότα του 1968.

[2] Στην ταινία “Η κοινωνία του Θεάματος”

[3] Η “ψεύτικοι τρομακράτες” αναφέρονται σε παρακρατικούς και πράκτορες μυστικών υπηρεσιών οι οποίοι πληρώνονταν για την εκτέλεση τρομοκρατικών πράξεων που αποδίδονταν σε φανταστικές αριστερές ή άλλες οργανώσεις. Ιδιαίτερα έπαιξαν ρόλο στην Ιταλία της δεκαετίας του ’70.

[4] Ακροδεξιό κόμμα του οποίου ηγείται ο Ζαν Μαρύ Λεπέν.

[5] Η Σαρσέλ και η Λε Μινγκέτ είναι δυο από τα “εξωτερικά προάστια” του Παρισιού, κτισμένα στις δεκαετίας του ’60 και του ’70, αποτελούμενα από γκρίζους μπετονένιους οικισμούς. Η “καταστροφή” του Παρισιού και της Λυών αναφέρεται σε τέτοια φαινόμενα, που περιλαμβάνουν την κατεδάφιση παλαιών κτιρίων για να κτιστούν σύγχρονες πολυκατοικίες στην θέση τους, τον διωγμό της εργατικής τάξης από το αστικό κέντρο προς περιφεριακά προάστια, και την “αναπαλαίωση” και ντισνευλαντοποίηση ιστορικών συνοικιών.

Jason McQuin: Η αναρχία ως Θεωρία και Κριτική της Ιδεολογίας

Η αναρχική κριτική της ιδεολογίας προέρχεται από το έργο του Max Stirner, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δε χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο για να περιγράψει την κριτική του. Η ιδεολογία είναι το μέσο με το οποίο η αλλοτρίωση, η κυριαρχία και η εκμετάλλευση εκλογικεύονται και δικαιολογούνται, μέσα από την παραμόρφωση της ανθρώπινης σκέψης και επικοινωνίας. Κάθε ιδεολογία παίζει, στην ουσία, το ρόλο του υποκατάστατου, όσον αφορά τις ξένες (ή και ελλιπείς) συλλήψεις και εικόνες τις ανθρώπινης υποκειμενικότητας. Οι ιδεολογίες είναι συστήματα ψευδούς συνείδησης, μέσα από τα οποία οι άνθρωποι παύουν, πια, να βλέπουν τον εαυτό τους κατά πρόσωπο, σαν υποκείμενα, σε σχέση με τον κόσμο τους. Αντίθετα, αντιλαμβάνονται, κατά κάποιον τρόπο, τους εαυτούς τους ως υποδεέστερους συγκριτικά με κάποια ή κάποιες αφηρημένη ή αφηρημένες οντότητα ή οντότητες, τις οποίες εσφαλμένα ερμηνεύουν ως τα πραγματικά υποκείμενα ή τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της ζωής.

Κάθε φορά που δομείται ένα σύστημα ιδεών ή καθηκόντων, με μια αφηρημένη έννοια στο επίκεντρό του – αναθέτοντας στους ανθρώπους ρόλους ή καθήκοντα προς δικό του όφελος, το σύστημα αυτό αποτελεί πάντα μια ιδεολογία. Κάθε είδος ιδεολογίας δομείται πάνω σε μια διαφορετική αφηρημένη έννοια, εν τούτοις, κάθε μία απ’αυτές εξυπηρετεί τους στόχους των ιεραρχικών και αλλοτριωμένων κοινωνικών δομών, αφού η ίδια μετουσιώνει την ιεραρχία και την αλλοτρίωση, στη σφαίρα της σκέψης και της επικοινωνίας. Ακόμα κι αν μια ιδεολογία αντιτίθεται, ρητορικά, στην κυριαρχία ή την αλλοτρίωση ως προς το περιεχόμενό τους, η μορφή της εξακολουθεί να συνάδει με αυτό με το οποίο αντιτίθεται φαινομενικά, και η μορφή αυτή θα έχει πάντα την τάση να υπονομεύσει το προφανές περιεχόμενο της εκάστοτε ιδεολογίας. Είτε είναι κάποιος Θεός η αφηρημένη έννοια, είτε είναι το Κράτος, είτε είναι το Κόμμα, είτε είναι η Οργάνωση, είτε είναι η Τεχνολογία, είτε είναι η Οικογένεια, είτε είναι η Ανθρωπότητα, είτε είναι η Ειρήνη, είτε είναι η Οικολογία, είτε είναι η Φύση, είτε είναι η Εργασία, είτε είναι η Αγάπη, είτε είναι και η Ελευθερία ακόμα. Εάν γίνεται αντιληπτή και παρουσιάζεται ως ένα ενεργό αυθύπαρκτο υποκείμενο, το οποίο έχει απαιτήσεις από εμάς, τότε αποτελεί το επίκεντρο μιας ιδεολογίας. Ο Καπιταλισμός, ο Ατομικισμός, ο Κομμουνισμός, ο Σοσιαλισμός και ο Πασιφισμός είναι όλοι, σε αξιοσημείωτο βαθμό, φορείς ιδεολογίας, με βάση τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται. Η Θρησκεία και η Ηθική είναι από τη φύση τους φορείς ιδεολογίας. Ακόμα και η αντίσταση, η επανάσταση και η αναρχία, συχνά αποκτούν διαστάσεις ιδεολογίας όταν δε φροντίζουμε να διατηρήσουμε την κριτική μας σχετικά με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και το ποιός είναι ο πραγματικός σκοπός της σκέψης αυτής. Η ιδεολογία είναι, σχεδόν, παντού. Από τις αγγελίες και τα διαφημιστικά σποτάκια, μέχρι τις ακαδημαϊκές διατριβές και τις επιστημονικές σπουδές, σχεδόν κάθε πτυχή της σύγχρονης σκέψης και επικοινωνίας είναι φορέας ιδεολογίας, και η πραγματική της ουσία για τα ανθρώπινα υποκείμενα χάνεται κάτω από στρώματα μυστικοποίησης και σύγχυσης.

Ο αριστερισμός, ως η πραγμοποίηση και η διαμεσολάβηση της κοινωνικής εξέγερσης, είναι πάντα φορέας ιδεολογίας γιατί έχει, μονίμως, την απαίτηση από τους ανθρώπους να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους, πρώτα απ’όλα, στα πλαίσια των ρόλων τους και των σχέσεών τους μέσα στις αριστερές οργανώσεις και στις ομάδες των καταπιεσμένων, οι οποίες θεωρούνται, με τη σειρά τους, περισσότερο πραγματικές, σε σχέση με τα άτομα που τις συνθέτουν. Για τους αριστεριστές, η ιστορία δε γράφεται ποτέ από τα άτομα, αλλά από οργανώσεις, από κοινωνικές ομάδες και –κυρίως για τους Μαρξιστές- από τις κοινωνικές τάξεις. Κάθε μεγάλη αριστερή οργάνωση πλάθει, συνήθως, τη δική της ιδεολογική νομιμοποίηση, τα βασικότερα σημεία της οποίας έχουν ως στόχο τη διδαχή και την υπεράσπιση, αν όχι τον προσηλυτισμό. Μια σοβαρή κριτική ή αμφισβήτηση της ιδεολογίας αυτής, θέτει πάντα το ρίσκο της διαγραφής από την οργάνωση.

Οι μετα-αριστεροί αναρχικοί απορρίπτουν κάθε ιδεολογία, υπερασπίζοντας την ατομική και συλλογική δόμηση της αυτο- θεωρίας. Η ατομική αυτο-θεωρία είναι θεωρία στα πλαίσια της οποίας βρίσκεται ενσωματωμένο το περιεχόμενο της ατομικότητας του καθενός (συμπεριλαμβανομένων των σχέσεών του/της, της ιστορίας του/της, των επιθυμιών του/της, των έργων του/της κλπ) και το οποίο είναι πάντα το κεντρικό υποκείμενο της αντίληψης, της κατανόησης και της δράσης. Η αυτο-θεωρία του κομμουναλισμού θεωρεί, ομοίως, την ομάδα ως το υποκείμενο, αναγνωρίζοντας, όμως, κατά βάθος, τις διάφορες ατομικότητες (και την αυτο-θεωρία του καθενός), οι οποίες αποτελούν την ομάδα ή την οργάνωση. Οι αποϊδεολογικοποιημένες αναρχικές οργανώσεις (ή άτυπες ομαδοποιήσεις) βασίζονται πάντα και κατηγορηματικά, στην αυτονομία των ατόμων που τις δημιουργούν, εκ διαμέτρου αντίθετα με τις αριστερές οργανώσεις, οι οποίες απαιτούν την παράδοση της προσωπικής αυτονομίας, ως προυπόθεση για τη συντροφικότητα.

Σημείωση: Το κείμενο προέρχεται από το έργο του Ja- son McQuinn “Η μετα-αριστερή Αναρχία: Αφήνοντας πίσω την Αριστερά”. Ο Jason McQuinn είναι συγγραφέας άρθρων κοινωνικοπολιτικού ενδιαφέροντος, δημιουργός των εντύπων Anarchy: A Journal of Desire Armed και Modern Slavery.

Πηγή: Επιθεώρηση Φωτιάς τ2 Φεβρουάριος 2015

Μετάφραση: Κύκλος ατομικιστών αναρχικών