Giorgio Agamben – Περιθωριακές Σημειώσεις για τα Σχόλια στην Κοινωνία του Θεάματος

Στρατηγιστής

Τα βιβλία του Γκυ Ντεμπόρ αποτελούν την διαυγέστερη και σοβαρότερη ανάλυση των αθλιοτήτων και της σκλαβιάς μιας κοινωνίας που έχει επεκτείνει πλέον την κυριαρχία της σε ολόκληρο τον πλανήτη – δηλαδή της κοινωνίας του θεάματος στην οποία ζούμε. Επομένως, αυτά τα βιβλία δε χρειάζονται διευκρινήσεις, εγκώμια ή – ακόμα περισσότερο – προλόγους. Στην καλύτερη περίπτωση, θα ήταν δυνατό να προταθούν εδώ κάποιες σημειώσεις στα περιθώρια, όπως εκείνα τα σημάδια που εντόπιζαν οι αντιγραφείς του Μεσαίωνα δίπλα στα πιο αξιομνημόνευτα αποσπάσματα των βιβλίων. Ακολουθώντας μια αυστηρή ερμητική διάθεση, οι σημειώσεις αυτές διαχωρίζονται από το κείμενο και βρίσκουν τη δική τους θέση όχι σε ένα απίθανο αλλού αλλά μόνο στην ακριβή χαρτογραφική οριοθέτηση εκείνου που περιγράφουν.

Δεν υπάρχει λόγος να εξυμνηθεί η ανεξαρτησία της κρίσης και η προφητική διορατικότητα αυτών των βιβλίων ή η κλασική σαφήνεια του ύφους τους. Δεν υπάρχει κανένας συγγραφέας σήμερα που θα μπορούσε να παρηγορηθεί με τη σκέψη ότι το έργο του θα διαβάζεται μετά από έναν αιώνα (από ποιο είδος ανθρώπων;) και δεν υπάρχουν αναγνώστες που θα μπορούσαν να κολακευτούν (ως προς τι;) από την επίγνωση ότι ανήκουν σε εκείνον τον μικρό αριθμό ανθρώπων που κατανόησαν αυτό το έργο πριν από τους υπόλοιπους. Τα βιβλία αυτά πρέπει μάλλον να χρησιμοποιηθούν ως εγχειρίδια, ως εργαλεία αντίστασης ή εξόδου – όπως εκείνα τα αντισυμβατικά όπλα που μαζεύει ο φυγάς και τα βάζει βιαστικά κάτω από τη ζώνη του (σύμφωνα με μια όμορφη εικόνα του Ντελέζ). Ή, μάλλον, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως έργα ενός ιδιότυπου στρατηγιστή (ο ίδιος ο τίτλος Σχόλια παραπέμπει σε μια παράδοση αυτού του είδους), ενός στρατηγιστή του οποίου το πεδίο δράσης δεν είναι τόσο μια μάχη όπου πρόκειται να συγκεντρωθούν στρατεύματα αλλά η καθαρή δύναμη του πνεύματος. Μια πρόταση του Καρλ φον Κλαούζεβιτς, η οποία αναφέρεται στην τέταρτη Ιταλική έκδοση της Κοινωνίας του Θεάματος, εκφράζει απόλυτα αυτόν το χαρακτήρα:

Στη στρατηγική κριτική, το ουσιώδες είναι να τοποθετήσεις τον εαυτό σου στη θέση των δρώντων παραγόντων. Πράγματι, αυτό είναι συχνά πολύ δύσκολο. Οι περισσότερες στρατηγικές κριτικές θα εξαφανίζονταν πλήρως ή θα περιορίζονταν σε ελάσσονες διαφορές κατανόησης αν οι συγγραφείς τους μπορούσαν να τοποθετήσουν τους εαυτούς τους στο σύνολο των περιστάσεων όπου είχαν βρεθεί οι δρώντες παράγοντες.

Με αυτή την έννοια, όχι μόνο Ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι αλλά και η Ηθική του Σπινόζα αποτελούν πραγματείες για τη στρατηγική: εγχειρήματα για την κατανόηση της δύναμης ή της ελευθερίας.

Φαντασμαγορία

Ο Μαρξ βρισκόταν στο Λονδίνο όταν η πρώτη Διεθνής Έκθεση εγκαινιάστηκε θορυβωδώς στο Χάιντ Παρκ το 1851. Ανάμεσα στα διάφορα έργα που υποβλήθηκαν, οι διοργανωτές επέλεξαν ένα έργο του Πάξτον που πρότεινε τη δημιουργία ενός τεράστιου κτιρίου φτιαγμένου εξ ολοκλήρου από κρύσταλλο. Στον κατάλογο της Έκθεσης, ο Μέριφιλντ έγραψε ότι το Κρυστάλλινο Παλάτι «είναι ίσως το μοναδικό κτίριο στον κόσμο όπου η ατμόσφαιρα είναι αισθητή από έναν θεατή… που βρίσκεται είτε στη δυτική είτε στην αριστερή άκρη της γκαλερί, όπου τα πλέον απομακρυσμένα μέρη του κτιρίου φαίνονται σαν να είναι τυλιγμένα με ένα αχνό γαλάζιο φωτοστέφανο». Ο πρώτος μεγάλος θρίαμβος του εμπορεύματος, λοιπόν, λαμβάνει χώρα υπό το έμβλημα της διαφάνειας και της φαντασμαγορίας. Επιπλέον, ο οδηγός της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού το 1867 επαναφέρει αυτόν τον αντιφατικό θεαματικό χαρακτήρα: «Το κοινό χρειάζεται μια μεγαλειώδη σύλληψη που διεγείρει τη φαντασία του… θέλει να βλέπει μια φανταστική προοπτική αντί για παρόμοια και ομοιόμορφα διατεταγμένα προϊόντα».

Ίσως ο Μαρξ να είχε υπόψη του την εντύπωση που γινόταν αισθητή στο Κρυστάλλινο Παλάτι όταν έγραφε την ενότητα του Κεφαλαίου για το φετιχισμό του εμπορεύματος. Αναμφίβολα, δεν είναι σύμπτωση το γεγονός ότι αυτή η ενότητα κατέχει κρίσιμη θέση στο έργο του. Η αποκάλυψη του “μυστικού” του εμπορεύματος ήταν το κλειδί που αποκάλυψε το μαγεμένο βασίλειο του κεφαλαίου στη σκέψη μας – ένα μυστικό που το κεφάλαιο προσπαθούσε πάντα να κρύψει εκθέτοντάς το σε πλήρη θέα.

Χωρίς την αναγνώριση αυτού του άυλου κέντρου – όπου τα “προϊόντα της εργασίας” χωρίζονται σε αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία και “γίνονται εμπορεύματα, αισθητά αντικείμενα που είναι ταυτόχρονα υπεραισθητά ή κοινωνικά” – όλες οι υπόλοιπες κριτικές έρευνες που διεξάγονται στο Κεφάλαιο πιθανότατα δε θα ήταν δυνατές.

Στη δεκαετία του 1960, ωστόσο, η Μαρξιανή ανάλυση του φετιχιστικού χαρακτήρα του εμπορεύματος εγκαταλείφθηκε βλακωδώς από τους Μαρξιστικούς κύκλους. Το 1969, στον πρόλογό του σε μια δημοφιλή ανατύπωση του Κεφαλαίου ο Λουί Αλτουσέρ μπορούσε ακόμα να καλεί τους αναγνώστες να παραλείψουν την πρώτη ενότητα με την αιτιολογία ότι η θεωρία του φετιχισμού ήταν ένα “κατάφωρο” και “εξαιρετικά επιβλαβές” ίχνος της Χεγκελιανής φιλοσοφίας.

Για το λόγο αυτό, το εγχείρημα του Ντεμπόρ εμφανίζεται ακόμα πιο σημαντικό, καθώς θεμελιώνει την ανάλυσή του για την κοινωνία του θεάματος – δηλαδή για τον καπιταλισμό που έφτασε στην πιο ακραία μορφή του – ακριβώς σε αυτό το “κατάφωρο ίχνος”. Το “γίγνεσθαι-εικόνα” του κεφαλαίου δεν είναι παρά η τελευταία μεταμόρφωση του εμπορεύματος, όπου η ανταλλακτική αξία έχει εξαλείψει πλήρως την αξία χρήσης και μπορεί πλέον να πραγματώσει ένα καθεστώς απόλυτης και ανεύθυνης κυριαρχίας στην ολότητα της ζωής, έχοντας πλαστογραφήσει το σύνολο της κοινωνικής παραγωγής. Με αυτή την έννοια, το Κρυστάλλινο Παλάτι στο Χάιντ Παρκ, όπου το εμπόρευμα αποκάλυψε και εξέθεσε το μυστήριό του για πρώτη φορά, είναι μια προφητεία του θεάματος ή, μάλλον, του εφιάλτη όπου ο 19ος αιώνας ονειρεύτηκε τον 20ο αιώνα. Το πρώτο καθήκον που ανέλαβαν οι Καταστασιακοί ήταν το ξύπνημα από αυτόν τον εφιάλτη.

Βαλπούργεια Νύχτα

Αν υπάρχει στον αιώνα μας ένας συγγραφέας με τον οποίο ο Νεμπόρ ίσως θα συμφωνούσε να συγκριθεί, αυτός ο συγγραφέας θα ήταν ο Καρλ Κράους. Κανένας δεν κατάφερε να φέρει στο φως τους κρυμμένους νόμους του θεάματος όπως το έκανε ο Κράους στον ανυποχώρητο αγώνα του ενάντια στους δημοσιογράφους – “σε αυτούς τους θορυβώδεις καιρούς που βροντάνε με τη φρικτή συμφωνία των γεγονότων που παράγουν ειδησεογραφικές αναφορές και των αναφορών που παράγουν γεγονότα.” Και αν μπορούσε κάποιος να φανταστεί κάτι ανάλογο με τη φωνή του αφηγητή που διατρέχει τις ταινίες του Ντεμπόρ μαζί με την έκθεση αυτής της ερήμου από χαλάσματα που είναι το θέαμα, τίποτα δε θα ήταν πιο κατάλληλο από τη φωνή του Κράους. Μια φωνή που – σε εκείνα τα δημόσια κηρύγματα των οποίων τη γοητεία έχει περιγράψει ο Ελίας Κανέττι – ανακαλύπτει και απογυμνώνει την οικεία και θηριώδη αναρχία του θριαμβευτή καπιταλισμού στην οπερέτα του Όφενμπαχ.

Είναι γνωστή η απόκριση με την οποία ο Κράους, στη μεταθανάτια Τρίτη Βαλπούργεια Νύχτα, δικαιολόγησε τη σιωπή του απέναντι στην άνοδο του Ναζισμού: «Σχετικά με τον Χίτλερ, τίποτα δεν έρχεται στο νου μου.» Αυτή η τραχιά παρατήρηση, με την οποία ο Κράους αναγνωρίζει με δυσφορία τα όριά του, σηματοδοτεί επίσης την ανικανότητα της σάτιρας όταν αυτή βρίσκεται αντιμέτωπη με το γίγνεσθαι-πραγματικότητα του απερίγραπτου. Ως σατιρικός ποιητής, είναι πράγματι «ένας από τους τελευταίους επιγόνους που κατοικούν στην αρχαία οικία της γλώσσας.» Στον Ντεμπόρ επίσης, όπως και στον Κράους, η γλώσσα παρουσιάζεται ως η εικόνα και ο τόπος της δικαιοσύνης. Ωστόσο, η αναλογία σταματάει εκεί. Ο λόγος του Ντεμπόρ ξεκινάει εκεί ακριβώς όπου η σάτιρα μένει άφωνη. Η αρχαία οικία της γλώσσας (καθώς και η λογοτεχνική παράδοση στην οποία βασίζεται η σάτιρα) έχει πια πλαστογραφηθεί και χειραγωγηθεί ολοκληρωτικά. Ο Κράους αντιδρά σε αυτή τη συνθήκη μετατρέποντας τη γλώσσα σε τόπο Γενικής Κρίσης. Αντίθετα, ο Ντεμπόρ αρχίζει να μιλάει όταν η Γενική Κρίση έχει ήδη εξαχθεί και αφού το αληθινό έχει αναγνωριστεί εντός της μονάχα ως μια στιγμή του ψεύτικου. Η Γενική Κρίση στη γλώσσα και η Βαλπούργεια Νύχτα στο θέαμα συμπίπτουν απόλυτα. Αυτή η παράδοξη σύμπτωση είναι ο τόπος απ’ όπου αντηχεί διαρκώς η φωνή του αφηγητή.

Κατάσταση

Τι είναι μια κατασκευασμένη κατάσταση; Ένας ορισμός που περιέχεται στο πρώτο τεύχος της Καταστασιακής Διεθνούς δηλώνει ότι είναι μια στιγμή στη ζωή, συγκεκριμένα και συνειδητά κατασκευασμένη μέσω της συλλογικής οργάνωσης ενός ενοποιημένου περιβάλλοντος και μέσω ενός παιχνιδιού γεγονότων. Ωστόσο, θα ήταν παραπλανητικό να σκεφτεί κανείς την κατάσταση ως μια προνομιούχα ή εξαιρετική στιγμή με την έννοια του αισθητισμού. Η κατάσταση δεν είναι το γίγνεσθαι-τέχνη της ζωής ούτε το γίγνεσθαι-ζωή της τέχνης. Μπορούμε να κατανοήσουμε την αληθινή της φύση μόνο αν την τοποθετήσουμε ιστορικά στην κατάλληλη θέση: δηλαδή, μετά το τέλος και την αυτοκαταστροφή της τέχνης και μετά το πέρασμα της ζωής από τη δοκιμασία του μηδενισμού. Το “Βορειοδυτικό πέρασμα της γεωγραφίας της αληθινής ζωής” είναι ένα σημείο αδιαφορίας ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, όπου και οι δύο υφίστανται ταυτόχρονα μια αποφασιστική μεταμόρφωση. Αυτό το σημείο αδιαφορίας συνιστά μια πολιτική που είναι επιτέλους επαρκής για τα καθήκοντά της. Οι Καταστασιακοί εναντιώνονται στον καπιταλισμό – που “συγκεκριμένα και συνειδητά” οργανώνει το περιβάλλον και τα γεγονότα κατά τρόπο ώστε να αποδυναμώσει τη ζωή – με ένα συγκεκριμένο αλλά αντίθετο σχέδιο. Η ουτοπία τους είναι απόλυτα εντοπισμένη διότι τοποθετείται στη θέση εκείνου που θέλει να ανατρέψει. Τίποτα, ίσως, δε θα μπορούσε να δώσει μια καλύτερη ιδέα της κατασκευασμένης κατάστασης από τη γυμνή σκηνογραφία όπου ο Νίτσε, στη Χαρούμενη Επιστήμη, αναπτύσσει το κρίσιμο πείραμα (experimentumcrucis) της σκέψης του. Μια κατασκευασμένη κατάσταση είναι το δωμάτιο με την αράχνη και το φεγγαρόφωτο ανάμεσα στα κλαδιά ακριβώς τη στιγμή όπου – ως απάντηση στην ερώτηση του δαίμονα: “Το επιθυμείς αυτό άλλη μια φορά και αναρίθμητες φορές ξανά;” – λέγεται: “Ναι, το επιθυμώ.” Το αποφασιστικό στοιχείο εδώ είναι η μεσσιανική μετατόπιση που μεταβάλλει ολοκληρωτικά τον κόσμο ενώ ταυτόχρονα τον αφήνει σχεδόν ανέπαφο. Στην πραγματικότητα, όλα εδώ παρέμειναν ίδια αλλά έχασαν την ταυτότητά τους.

Στην κομέντια ντελ άρτε υπήρχε ένα πλαίσιο οδηγιών για τους ηθοποιούς ώστε να δημιουργούν καταστάσεις όπου μια ανθρώπινη χειρονομία, αποσπασμένη από τη δύναμη του μύθου και του πεπρωμένου, να μπορεί τελικά να πραγματοποιηθεί. Είναι αδύνατο να γίνει κατανοητή η κωμική μάσκα αν ερμηνευθεί απλώς ως ένας απροσδιόριστος ή αποδυναμωμένος χαρακτήρας. Ο Αρλεκίνος και ο Γιατρός δεν είναι χαρακτήρες με τον ίδιο τρόπο που είναι ο Άμλετ και ο Οιδίπους: οι μάσκες δεν είναι χαρακτήρες αλλά μάλλον χειρονομίες που νοούνται ως τύπος, είναι αστερισμοί χειρονομιών. Σε αυτή την κατάσταση, η καταστροφή της ταυτότητας του ρόλου συμβαδίζει με την καταστροφή της ταυτότητας του ηθοποιού. Αυτή ακριβώς η σχέση ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή του, ανάμεσα στη δύναμη και την πράξη τίθεται ξανά υπό αμφισβήτηση εδώ. Αυτό συμβαίνει επειδή η μάσκα εισάγεται ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή του, δημιουργώντας ένα αξεδιάλυτο μίγμα δύναμης και πράξης. Και αυτό που συμβαίνει εδώ – τόσο πάνω στη σκηνή όσο και εντός της κατασκευασμένης κατάστασης – δεν είναι η ενεργοποίηση μιας δύναμης αλλά η απελευθέρωση μιας απώτερης δύναμης. Η χειρονομία ορίζει αυτή την τομή ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, ανάμεσα στην πράξη και τη δύναμη, ανάμεσα στο γενικό και το ειδικό, ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή. Είναι μια στιγμή ζωής αποσπασμένη από το πλαίσιο της ατομικής βιογραφίας καθώς επίσης και μια στιγμή τέχνης αποσπασμένη από την ουδετερότητα της αισθητικής: είναι η καθαρή πράξη (praxis). Η χειρονομία δεν είναι αξία χρήσης ούτε ανταλλακτική αξία, δεν είναι βιογραφική εμπειρία ούτε απρόσωπο γεγονός: είναι η άλλη πλευρά του εμπορεύματος που αφήνει τους “κρυστάλλους αυτής της κοινής κοινωνικής ουσίας” να βυθιστούν μέσα στην κατάσταση.

Άουσβιτς/Τιμισοάρα

Ίσως η πιο ανησυχητική πλευρά των βιβλίων του Ντεμπόρ είναι το γεγονός ότι η ιστορία μοιάζει να έχει δεσμευτεί στην αδιάκοπη επιβεβαίωση των αναλύσεών τους. Είκοσι χρόνια μετά την Κοινωνία του Θεάματος, τα Σχόλια (1988) κατέγραψαν την ακρίβεια της διάγνωσης και των προβλέψεων του προηγούμενου βιβλίου από κάθε άποψη. Στο μεταξύ, η πορεία της ιστορίας επιταχύνθηκε με ενιαίο τρόπο προς την ίδια κατεύθυνση: μόλις δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση αυτού του βιβλίου, θα λέγαμε ότι η παγκόσμια πολιτική δεν είναι παρά μια βιαστική και παρωδιακή σκηνοθεσία του σεναρίου που περιέχεται σε αυτό το βιβλίο. Η ουσιαστική ενοποίηση του συγκεντρωμένου θεαματικού (των Ανατολικών λαϊκών δημοκρατιών) και του διάχυτου θεαματικού (των Δυτικών δημοκρατιών) σε ένα ενσωματωμένο θεαματικό αποτελεί πλέον μια κοινοτοπία. Αυτή η ενοποίηση – που αποτελούσε μια από τις κεντρικές θέσεις των Σχολίων –  φάνταζε παράδοξη σε πολλούς ανθρώπους την εποχή που δημοσιεύτηκε το βιβλίο. Τα αμετακίνητα τείχη και τα σιδηρούντα παραπετάσματα που χώριζαν τους δύο κόσμους σαρώθηκαν μέσα σε λίγες μέρες. Οι Ανατολικές κυβερνήσεις επέτρεψαν την πτώση του Λενινιστικού κόμματος ώστε να πραγματωθεί πλήρως το ενσωματωμένο θεαματικό στις χώρες τους. Με τον ίδιο τρόπο, η Δύση είχε ήδη αποκηρύξει λίγο νωρίτερα την ισορροπία δυνάμεων όπως και την πραγματική ελευθερία της σκέψης και της επικοινωνίας στο όνομα της εκλογικής πλειοψηφικής μηχανής και του μιντιακού ελέγχου της κοινής γνώμης –που αναπτύχθηκαν αμφότερα εντός των ολοκληρωτικών σύγχρονων κρατών.

Η πόλη Τιμισοάρα της Ρουμανίας αντιπροσωπεύει το ακραίο σημείο αυτής της διαδικασίας και το όνομά της αξίζει να δοθεί στη νέα εξέλιξη της παγκόσμιας πολιτικής. Εκεί, η μυστική αστυνομία συνωμότησε ενάντια στον εαυτό της για να ανατρέψει το παλιό καθεστώς του συγκεντρωμένου θεαματικού ενώ η τηλεόραση έδειχνε απροκάλυπτα και χωρίς ψεύτικη μετριοφροσύνη την πραγματική πολιτική λειτουργία των μίντια. Η τηλεόραση και η μυστική αστυνομία κατάφεραν κάτι που ο Ναζισμός δεν είχε τολμήσει καν να φανταστεί: να συνδυάσει το Άουσβιτς και τη φωτιά στο Ράιχσταγκ σε ένα τερατώδες γεγονός. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, πτώματα που είχαν μόλις ταφεί ή παραταχθεί στα τραπέζια του νεκροτομείου εκτάφηκαν βιαστικά και βασανίστηκαν με σκοπό να προσομοιώσουν, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, τη γενοκτονία που νομιμοποιούσε το νέο καθεστώς. Αυτό που παρακολουθούσε ολόκληρος ο κόσμος ζωντανά στην τηλεόραση, πιστεύοντας ότι είναι αληθινό, ήταν στην πραγματικότητα η απόλυτη αναλήθεια. Και, μολονότι η παραποίηση ήταν αρκετά προφανής κάποιες στιγμές, νομιμοποιήθηκε ως αλήθεια από το παγκόσμιο μιντιακό σύστημα ώστε να γίνει ξεκάθαρο ότι το αληθινό δεν ήταν πια παρά μια στιγμή μέσα στην αναπόδραστη κίνηση του ψεύτικου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλήθεια και το ψέμα έγιναν αξεδιάλυτα και το θέαμα νομιμοποιήθηκε αποκλειστικά διαμέσου του θεάματος.

Με αυτή την έννοια, η Τιμισοάρα είναι το Άουσβιτς της εποχής του θεάματος: και με τον ίδιο τρόπο που έχει ειπωθεί ότι μετά το Άουσβιτς είναι αδύνατο να γράψει κανείς και να σκεφτεί όπως πριν, μετά την Τιμισοάρα δε θα είναι πια δυνατό να παρακολουθήσει κανείς τηλεόραση όπως πριν.

Σεκινάχ

Με ποιον τρόπο μπορεί η σκέψη να συλλέξει την κληρονομιά του Ντεμπόρ σήμερα, την εποχή του απόλυτου θριάμβου του θεάματος; Εν τέλει, είναι προφανές ότι το θέαμα είναι η γλώσσα, η επικοινωνιακότητα και το γλωσσικό είναι των ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι μια ολοκληρωμένη Μαρξιανή ανάλυση πρέπει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο καπιταλισμός (ή οποιαδήποτε ονομασία θα θέλαμε να δώσουμε στη διαδικασία που κυριαρχεί σήμερα στην παγκόσμια ιστορία) δεν αποσκοπούσε μονάχα στην απαλλοτρίωση της παραγωγικής δραστηριότητας αλλά επίσης – και πάνω απ’ όλα – στην απαλλοτρίωση της ίδιας της γλώσσας, της γλωσσικής και επικοινωνιακής φύσης των ανθρώπων, του λόγου (logos) που ο Ηράκλειτος ταυτίζει με το Κοινό. Η ακραία μορφή απαλλοτρίωσης του Κοινού είναι το θέαμα, δηλαδή η πολιτική στην οποία ζούμε. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι εκείνο που αντιμετωπίζουμε στο θέαμα είναι η ίδια η αντιστραμμένη γλωσσική μας φύση. Για το λόγο αυτό (επειδή ακριβώς εκείνο που απαλλοτριώνεται είναι η ίδια η δυνατότητα ενός κοινού αγαθού) η βία του θεάματος είναι τόσο καταστροφική. Αλλά, για τον ίδιο λόγο, το θέαμα εμπεριέχει ακόμα κάτι σαν θετική δυνατότητα – και το δικό μας καθήκον είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτήν τη δυνατότητα εναντίον του.

Αυτή η συνθήκη μοιάζει με την αμαρτία που οι καμπαλιστές αποκαλούν “απομόνωση του Σεκινάχ” και την αποδίδουν στον Άχερ – έναν από τους τέσσερις ραββίνους που, σύμφωνα με ένα διάσημο Haggadah του Ταλμούδ, εισήλθαν στο δεντρόκηπο [Pardes] (δηλαδή στην ύψιστη γνώση). Η ιστορία λέει ότι «τέσσερις ραββίνοι εισήλθαν στον Παράδεισο: ο Μπεν Αζάι, ο Μπεν Ζομά, ο Άχερ και ο Ραμπί Ακίβα… Ο Μπεν Αζάι έριξε μια ματιά και πέθανε… ο Μπεν Ζομά κοίταξε και τρελάθηκε… Ο Άχερ έκοψε τα κλαδιά. Ο Ραμπί Ακίβα εξήλθε σώος και αβλαβής».

Το Σεκινάχ είναι το τελευταίο από τα δέκα Σεφιρότ ή ιδιότητες της θεότητας, εκείνη που εκφράζει την ίδια τη θεία παρουσία, την εκδήλωση ή την κατοικία της στη Γη: τη “λέξη” της. Το “κόψιμο των κλαδιών” από τον Άχερ ταυτίζεται από τους καμπαλιστές με την αμαρτία του Αδάμ που, αντί να αναλογιστεί τα Σεφιρότ στο σύνολό τους, προτίμησε να αναλογιστεί μόνο το τελευταίο απομονώνοντάς το από τα υπόλοιπα – διαχωρίζοντας έτσι το δέντρο της επιστήμης από το δέντρο της ζωής. Όπως και ο Αδάμ, ο Άχερ αντιπροσωπεύει την ανθρωπότητα διότι – θεωρώντας τη γνώση ως δικό του προορισμό και δική του ιδιαίτερη δύναμη – απομονώνει τη γνώση και τη λέξη, που αποτελούν την πληρέστερη μορφή εμφάνισης του Θεού (το Σεκινάχ), από τα υπόλοιπα Σεφιρότ μέσω των οποίων αποκαλύπτεται ο Θεός. Ο κίνδυνος εδώ είναι ότι η λέξη – δηλαδή η μη-αφάνεια και η αποκάλυψη κάποιου πράγματος – μπορεί να διαχωριστεί από αυτό που αποκαλύπτει και να αποκτήσει τελικά αυτόνομη συνοχή. Το αποκαλυπτόμενο και εμφανιζόμενο είναι (επομένως, αυτό που είναι κοινό και μπορεί να μοιραστεί) διαχωρίζεται από το αντικείμενο που αποκαλύπτεται και τοποθετείται ανάμεσα σε αυτό και τους ανθρώπους. Σε αυτή την κατάσταση εξορίας, το Σεκινάχ χάνει τη θετική του δύναμη και γίνεται επιβλαβές (οι καμπαλιστές λένε ότι “ρουφάει το γάλα του κακού”.)

Επομένως, η απομόνωση του Σεκινάχ εκφράζει τη συνθήκη της εποχής μας. Ενώ υπό το παλιό καθεστώς η αποξένωση της επικοινωνιακής ουσίας των ανθρώπων υποστασιοποιούταν ως προϋπόθεση που χρησίμευε ως κοινό θεμέλιο, στην κοινωνία του θεάματος η ίδια η επικοινωνιακότητα, η ίδια η γενική ουσία (δηλαδή η γλώσσα ως ουσία του ανθρώπινου είδους [Gattungswesen]) διαχωρίζεται σε μια αυτόνομη σφαίρα. Αυτό που εμποδίζει την επικοινωνία είναι η ίδια η επικοινωνησιμότητα. Οι άνθρωποι παραμένουν διαχωρισμένοι εξαιτίας αυτού που τους ενώνει. Οι δημοσιογράφοι και το μιντιακό κατεστημένο (όπως και οι ψυχαναλυτές στην ιδιωτική σφαίρα) αποτελούν το νέο ιερατείο αυτής της αλλοτρίωσης της γλωσσικής φύσης των ανθρώπων.

Στην πραγματικότητα, η απομόνωση του Σεκινάχ στην κοινωνία του θεάματος φτάνει στην τελική της φάση όπου η γλώσσα δεν αποτελεί απλώς μια αυτόνομη σφαίρα αλλά, επιπλέον, δεν αποκαλύπτει πια τίποτα – ή, μάλλον, αποκαλύπτει τη μηδαμινότητα όλων των πραγμάτων. Στη γλώσσα δεν υπάρχει τίποτα από το Θεό, από τον κόσμο ή από αυτό που αποκαλύφθηκε: σε αυτή την ακραία μηδενιστική αποκάλυψη, η γλώσσα (η γλωσσική φύση των ανθρώπων) παραμένει εκ νέου κρυμμένη και διαχωρισμένη. Η γλώσσα αποκτά έτσι, για τελευταία φορά, την άρρητη δύναμη να επιβεβαιώσει για λογαριασμό της μια ιστορική εποχή και ένα κράτος: την εποχή του θεάματος ή το κράτος του απολύτως πραγματωμένου μηδενισμού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σημερινή εξουσία, η οποία θεμελιώνεται σε μια προϋποτιθέμενη βάση, παραπαίει σε ολόκληρο τον πλανήτη: τα βασίλεια της Γης κατευθύνονται, το ένα μετά το άλλο, προς το θεαματικό-δημοκρατικό καθεστώς που συνιστά την ολοκλήρωση της μορφής-κράτους. Πέρα από τις οικονομικές αναγκαιότητες και την τεχνολογική ανάπτυξη, αυτό που οδηγεί τα έθνη της Γης σε μια μοναδική κοινή μοίρα είναι η αλλοτρίωση του γλωσσικού είναι, το ξερίζωμα όλων των λαών από τη ζωτική κατοικία τους στη γλώσσα. Αλλά ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, η εποχή στην οποία ζούμε είναι επίσης για πρώτη φορά εκείνη όπου καθίσταται δυνατό για τους ανθρώπους να βιώσουν τη γλωσσική τους ουσία – δηλαδή να βιώσουν όχι κάποιο συγκεκριμένο γλωσσικό περιεχόμενο ή κάποια αληθινή πρόταση αλλά την ίδια τη γλώσσα και το ίδιο το γεγονός της ομιλίας. Η σημερινή πολιτική είναι ακριβώς εκείνο το καταστροφικό πείραμα της γλώσσας (experimentum linguae) που εξαρθρώνει και εκκενώνει, σε ολόκληρο τον πλανήτη, παραδόσεις και πεποιθήσεις, ιδεολογίες και θρησκείες, ταυτότητες και κοινότητες.

Μόνο αυτοί που θα καταφέρουν να το φέρουν σε πέρας – χωρίς να επιτρέπουν σε αυτό που αποκαλύπτει να καλυφθεί με τη μηδαμινότητα που αποκαλύπτει – θα γίνουν οι πρώτοι πολίτες μιας κοινότητας χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς κράτος. Σε αυτήν την κοινότητα, η μηδενιστική και αποφασιστική ισχύς αυτού που είναι κοινό θα κατευναστεί και το Σεκινάχ δε θα ρουφάει πια το κακό γάλα του δικού του διαχωρισμού. Όπως ο Ραμπί Ακίβα στο Haggadah του Ταλμούδ, οι πολίτες αυτής της κοινότητας θα εισέλθουν στον παράδεισο της γλώσσας και θα εξέλθουν σώοι και αβλαβείς.

Τιανανμέν

Πώς εμφανίζεται το σενάριο που θέτει ενώπιόν μας η παγκόσμια πολιτική υπό το φως των Σχολίων; Το κράτος του ενσωματωμένου θεαματικού (ή θεαματικό-δημοκρατικό κράτος) είναι το τελικό στάδιο στην εξέλιξη της μορφής-κράτους – το καταστροφικό στάδιο προς το οποίο σπεύδουν όλες οι μοναρχίες και οι ρεπούμπλικες, οι τυραννίες και οι δημοκρατίες, τα ρατσιστικά και τα προοδευτικά καθεστώτα. Μολονότι φαίνεται ότι επαναφέρει στη ζωή τις εθνικές ταυτότητες, στην πραγματικότητα αυτή η παγκόσμια κίνηση εμπεριέχει μια τάση προς τη συγκρότηση ενός είδους υπερεθνικού αστυνομικού κράτους όπου οι κανόνες του διεθνούς δικαίου καταργούνται σιωπηρά ο ένας μετά τον άλλον. Εκτός από το γεγονός ότι επισήμως δεν έχει κηρυχθεί πόλεμος εδώ και πολλά χρόνια (επιβεβαιώνοντας την προφητεία του Καρλ Σμιτ ότι κάθε πόλεμος στην εποχή μας μετατρέπεται σε εμφύλιο πόλεμο), ακόμα και η άμεση εισβολή σε ένα κυρίαρχο κράτος μπορεί να παρουσιαστεί πλέον ως ενέργεια εσωτερικής δικαιοδοσίας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι μυστικές υπηρεσίες – που ανέκαθεν είχαν συνηθίσει να ενεργούν αγνοώντας τα σύνορα των κυρίαρχων εθνικών οντοτήτων – μετατρέπονται σε υπόδειγμα πραγματικής πολιτικής οργάνωσης και πραγματικής πολιτικής δράσης. Για πρώτη φορά στην ιστορία του αιώνα μας, οι δύο σημαντικότερες παγκόσμιες δυνάμεις έχουν ως επικεφαλής δύο ανθρώπους που προέρχονται άμεσα από τις μυστικές υπηρεσίες: τον Μπους (πρώην επικεφαλής της CIA) και τον Γκορμπατσώφ (άνθρωπο του Αντρόποφ). Και η ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια τους χαιρετίζεται, στη νέα πορεία του θεάματος, ως θρίαμβος της δημοκρατίας. Παρά τα φαινόμενα, η αναδυόμενη θεαματική-δημοκρατική παγκόσμια οργάνωση κινδυνεύει να γίνει η χειρότερη τυραννία που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, ενάντια στην οποία η αντίσταση και η ανυπακοή θα γίνονται συνεχώς δυσκολότερες – καθώς, επιπλέον, γίνεται ολοένα πιο ξεκάθαρο ότι μια τέτοια οργάνωση θα αναλάβει το καθήκον να διαχειριστεί την επιβίωση της ανθρωπότητας σε έναν μη-κατοικήσιμο κόσμο. Ωστόσο, κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα πετύχει πραγματικά η προσπάθεια του θεάματος να διατηρήσει τον έλεγχο της διαδικασίας στης οποίας την κίνηση συνέβαλε αρχικά.

Εν τέλει, το κράτος του θεάματος (όπως έχει δείξει ο Μπαντιού ότι συμβαίνει με κάθε κράτος) εξακολουθεί να είναι ένα κράτος που δε βασίζεται στους κοινωνικούς δεσμούς – τους οποίους υποτίθεται ότι εκφράζει – αλλά μάλλον στη διάλυσή τους, την οποία απαγορεύει. Σε τελική ανάλυση, το κράτος μπορεί να αναγνωρίσει οποιαδήποτε αξίωση ταυτότητας – ακόμα και την αξίωση μιας κρατικής ταυτότητας στο εσωτερικό του (στην εποχή μας, η ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στο κράτος και την τρομοκρατία αποτελεί μια εύγλωττη επιβεβαίωση αυτού του γεγονότος). Αλλά αυτό που δεν μπορεί να ανεχτεί με κανέναν τρόπο το κράτος είναι η ύπαρξη μοναδικοτήτων που δημιουργούν μια κοινότητα χωρίς να διεκδικούν μια ταυτότητα, είναι η συνύπαρξη των ανθρώπων χωρίς μια αντιπροσωπεύσιμη κατάσταση του ανήκειν (όπως το να είναι κάποιος Ιταλός, μέλος της εργατικής τάξης, Καθολικός, τρομοκράτης κ.λπ.). Κι όμως, καθώς το κράτος του θεάματος εκκενώνει και ακυρώνει κάθε πραγματική ταυτότητα και υποκαθιστά το λαό και τη γενική βούληση με το δημόσιο και την κοινή γνώμη, είναι ακριβώς αυτό που παράγει μαζικά από το εσωτερικό του μοναδικότητες που δε χαρακτηρίζονται πλέον από οποιαδήποτε κοινωνική ταυτότητα ή οποιαδήποτε πραγματική κατάσταση του ανήκειν: μοναδικότητες που είναι πραγματικά οποιεσδήποτε μοναδικότητες. Είναι σαφές ότι η κοινωνία του θεάματος είναι επίσης εκείνη όπου όλες οι κοινωνικές ταυτότητες έχουν διαλυθεί και καθετί που αντιπροσώπευε επί αιώνες το μεγαλείο και την αθλιότητα των γενεών που διαδέχονταν η μία την άλλη πάνω στη Γη έχει απολέσει πλέον όλη τη σημασία του. Οι διάφορες ταυτότητες που σημάδεψαν την τραγικωμωδία της παγκόσμιας ιστορίας εκτίθενται και συγκεντρώνονται με μια φαντασμαγορική κενότητα στην παγκόσμια μικρο-μπουρζουαζία , η οποία συνιστά τη μορφή με την οποία το θέαμα πραγμάτωσε παρωδιακά το Μαρξιανό σχέδιο της αταξικής κοινωνίας.

Για το λόγο αυτό – ρισκάροντας εδώ μια προφητεία – η επερχόμενη πολιτική δε θα είναι πια ένας αγώνας για την κατάκτηση ή τον έλεγχο του κράτους εκ μέρους νέων ή παλιών κοινωνικών υποκειμένων αλλά μάλλον ένας αγώνας ανάμεσα στο κράτος και το μη-κράτος (την ανθρωπότητα), δηλαδή ένας ανεπίλυτος διχασμός ανάμεσα στις οποιεσδήποτε μοναδικότητες και την κρατική οργάνωση.

Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις απλές διεκδικήσεις της κοινωνίας απέναντι στο κράτος, οι οποίες αποτελούσαν επί μακρόν το κοινό μέλημα όλων των κινημάτων διαμαρτυρίας της εποχής μας. Οι οποιεσδήποτε μοναδικότητες δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια ένωση (societas) εντός της κοινωνίας του θεάματος διότι δεν έχουν καμία ταυτότητα για να την υπερασπιστούν και κανέναν κοινωνικό δεσμό μέσω του οποίου θα επιδιώξουν την αναγνώριση. Επομένως, ο αγώνας ενάντια στο κράτος γίνεται πιο αδιάλλακτος καθώς αυτό το κράτος ακυρώνει όλα τα πραγματικά περιεχόμενα αλλά ταυτόχρονα –παραβλέποντας όλες τις κενές διακηρύξεις για την ιερότητα της ζωής και τα ανθρώπινα δικαιώματα – διακηρύττει επίσης ότι κάθε οντότητα από την οποία απουσιάζει μια αντιπροσωπεύσιμη ταυτότητα είναι απλώς ανύπαρκτη.

Αυτό είναι το μάθημα που θα μπορούσαμε να διδαχθούμε από την Τιανανμέν αν αποδιδόταν πραγματική προσοχή στα δεδομένα αυτού του γεγονότος. Στην πραγματικότητα, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των διαδηλώσεων του Κινέζικου Μάη ήταν η σχετική απουσία συγκεκριμένων περιεχομένων στα αιτήματά τους (οι έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας είναι υπερβολικά γενικές για να αποτελέσουν έναν πραγματικό στόχο του αγώνα και το μοναδικό συγκεκριμένο αίτημα, η αποκατάσταση του Χου Γιάο Μπανγκ, ικανοποιήθηκε αμέσως.) Για το λόγο αυτό, η βία της κρατικής αντίδρασης μοιάζει ακόμα πιο ανεξήγητη.  Είναι πιθανό, ωστόσο, ότι αυτή η δυσαναλογία ήταν μονάχα φαινομενική και ότι οι Κινέζοι ηγέτες ενήργησαν, από τη δική τους πλευρά, με απόλυτη διαύγεια. Στην Τιανανμέν, το κράτος βρέθηκε αντιμέτωπο με κάτι που δεν μπορούσε και δεν ήθελε να αντιπροσωπευθεί αλλά, παρόλα αυτά, παρουσιάστηκε ως κοινότητα και ως κοινή ζωή (και αυτό ισχύει είτε είχαν πραγματική επίγνωση αυτού του γεγονότος όσοι βρίσκονταν σε εκείνη την πλατεία είτε όχι.) Η απειλή με την οποία δεν είναι διατεθειμένο να συμβιβαστεί το κράτος είναι ακριβώς το γεγονός ότι το μη-αντιπροσωπεύσιμο μπορεί να υπάρξει και να δημιουργήσει μια κοινότητα χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς συνθήκες του ανήκειν (όπως ακριβώς η ασυνεπής πολλαπλότητα του Κάντορ). Η οποιαδήποτε μοναδικότητα – αυτή η μοναδικότητα που θέλει να πάρει στην κατοχή της το ίδιο το γίγνεσθαι καθώς επίσης και το δικό της είναι-στη-γλώσσα και, επομένως, αρνείται κάθε ταυτότητα και κάθε συνθήκη του ανήκειν – είναι ο νέος, μη-υποκειμενικός και κοινωνικά ασυνεπής πρωταγωνιστής της επερχόμενης πολιτικής. Οπουδήποτε αυτές οι μοναδικότητες εκδηλώσουν το δικό τους είναι-από-κοινού, εκεί θα υπάρξει μια νέα Τιανανμέν και, αργά ή γρήγορα, τα τανκς θα κάνουν ξανά την εμφάνισή τους.

 

Παράρτημα

Γκυ Ντεμπόρ: Γράμματα στον Τζιόρτζιο Αγκάμπεν

 (1989-1990)

Champot, 24 Αυγούστου 1989

Αγαπητέ Κύριε,

Ευχαριστώ για τα αποκόμματα του Τύπου που μου στείλατε. Χαίρομαι που μαθαίνω ότι, παρά την ύπαρξη κάποιων αρκετά σοβαρών εμποδίων, η Ιταλία είναι καλύτερα ενημερωμένη από τη Γαλλία και πολλές άλλες χώρες που βρίσκονται ακόμα στην εποχή των “Νασιστικών”-μουσειογραφικών πλαστογραφήσεων, οι οποίες εγκαινιάζονται γελοιωδώς από το καταγέλαστο “Κέντρο Πομπιντού”.

Και χαίρομαι ακόμα περισσότερο διότι κι εγώ ο ίδιος είχα τη δυνατότητα να μάθω πολλά στην Ιταλία.

Σας στέλνω ένα πολύ πρόσφατο βιβλίο για να συμπληρώσετε την ευφυή τεκμηρίωσή σας.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.  

 

24 Γενάρη 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο Αγκάμπεν,

Συμφωνώ με την ιδέα της έκδοσης των δύο βιβλίων σε έναν ενιαίο τόμο, υπό την προϋπόθεση ότι η σειρά τους θα είναι η εξής: Σχόλια…(1988), ακολουθούμενα από την Κοινωνία του Θεάματος (1967), και ότι το πρώτο βιβλίο θα τυπωθεί με ελαφρώς μεγαλύτερα τυπογραφικά στοιχεία.

Ο πρόλογός σου θα είναι πολύ χρήσιμος, τουλάχιστον για την εξήγηση του φαινομενικού παραδόξου· και για πολλά άλλα σημεία, δεν έχω καμία αμφιβολία.

Αφού θα είσαι στο Παρίσι το Φεβρουάριο, προτείνω να συναντηθούμε τη Δευτέρα 12 του μήνα στις 5 μμ. στο μπαρ του Λουτέτια που βρίσκεται στο τέρμα του διαδρόμου του ξενοδοχείου.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.

16 Φλεβάρη 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο,

Σου στέλνω ένα αντίγραφο του Ιταλικού προλόγου μου από το 1979. Έχω σημειώσει τα αποσπάσματα που, κατά τη γνώμη μου, εκφράζουν καλύτερα το νόημα του βιβλίου. Και τη συνέπειά μου, την οποία πολλοί θα μπορούσαν πραγματικά να αποκαλέσουν κυνισμό. Αυτό εξαρτάται από τις αξίες που αποδέχονται και από το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν. Αν, παρεμπιπτόντως, ανακαλέσεις αυτόν τον πρόλογο στον δικό σου πρόλογο, θα αντισταθμίσεις επαρκώς την απουσία του από τη συγκεκριμένη συλλογή των γραπτών μου για το θέαμα που, σε διαφορετική περίπτωση, θα κινδύνευαν να γίνουν αντιληπτά και να ερμηνευτούν με άσχημο τρόπο.

Γοητευτήκαμε από τη συνάντηση μαζί σου και προτείνω να δειπνήσουμε μαζί αμέσως μόλις επικοινωνήσεις μαζί μου, μετά την επιστροφή σου εδώ.

Φιλικά,

Γκυ.

 

6 Αυγούστου 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο,

Ανησύχησα λίγο όταν με ρώτησες πρόσφατα αν δε μου άρεσε το κείμενο που προσέθεσες στα Σχόλιά μου και θύμωσα πολύ επειδή δεν κατάφερα να σου απαντήσω. Θα είναι ασφαλώς δύσκολο να πιστέψεις ότι η SugarCo δε μου είχε στείλει ακόμα κανένα αντίγραφο του βιβλίου – που δημοσιεύτηκε το Μάρτη – ακόμα και μετά το αίτημα που υπέβαλε ο εκδότης μου στο Παρίσι. Πραγματικά, η αυθάδειά τους ήταν καταπληκτική.

Μόλις έλαβα ένα αντίγραφο χάρη σε έναν Ιταλό φίλο που θεώρησε χρήσιμο να μου το στείλει μαζί με την άλλη έκδοση (Agalev) της Μπολόνια.

Ασφαλώς γοητεύτηκα απολύτως διαβάζοντας τα Σχόλιά σου. Μίλησες πολύ ωραία, σε όλα σου τα κείμενα, για τόσους πολλούς συγγραφείς που επιλέχτηκαν με το καλύτερο γούστο (για το οποίο είμαι πολύ χαρούμενος, με εξαίρεση κάποιους ξένους συγγραφείς που δυστυχώς αγνοώ και τέσσερις ή πέντε σύγχρονους Γάλλους τους οποίους δε θέλω καν να διαβάσω). Είναι ασφαλώς τιμητικό για κάποιον να περιλαμβάνεται σε ένα τέτοιο Πάνθεον.

Χαίρομαι που επιδίωξα – το 1967 και σε απόλυτη αντίθεση με τη ζοφερή άρνηση του Αλτουσέρ – ένα είδος “διάσωσης μέσω της μεταφοράς” της Μαρξιστικής μεθόδου προσθέτοντας σε αυτή μια μεγάλη δόση από τον Χέγκελ και, ταυτόχρονα, επαναλαμβάνοντας μια κριτική της πολιτικής οικονομίας που ανακαλούσε στη φτωχή μας χώρα την εύλογη εξέλιξη της Μαρξιστικής μεθόδου, η οποία ήταν προβλέψιμη με βάση όσα είχαν προηγηθεί. Και θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο ανέτρεξες δικαιολογημένα στον Ηράκλειτο σε σχέση με την πλήρη απαλλοτρίωση της γλώσσας, η οποία αποτελούσε παλιότερα το “κοινό”! Αυτή είναι, αναμφίβολα, η σωστή κατεύθυνση για να αναληφθεί ξανά το πραγματικό έργο που κάποτε ονομαζόταν “να στηθεί ξανά ο κόσμος στα πόδια του” και “να φιλοσοφούμε με ένα σφυρί”.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.

 

 

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι
Αύγουστος 2014

Πηγή: athensindymedia

Γερμανία, Βόρεια Έσση: Εμπρησμός 5 εκσκαφέων σε αλληλεγγύη με τον αγώνα ενάντια στον αυτοκινητόδρομο A49

Τη νύχτα από 3 προς 4 Ιουλίου του 2020, πυρπολήθηκαν πέντε εκσκαφείς της δισεκατομμυριούχου εταιρείας Strabag. Τα μηχανήματα χρησιμοποιούνταν στην κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου A49 στα περίχωρα της Treysa, στην περιοχή της Βόρειας Έσσης.

Στις 23 Ιουνίου, το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο παραμέρισε και το στερνό νομικό ανάχωμα για τη συνέχιση της κατασκευής. Παρά το γεγονός πως το δικαστήριο αδυνατούσε ν’ αρνηθεί την ανεπάρκεια ορισμένων οικολογικών αντισταθμιστικών μέτρων, αναγαίων για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου, αποφάσισε πως η συνέχισή της, η οποία σχεδιαζόταν εδώ και καιρό, είναι τρομερά σημαντική ώστε ν’ αναχαιτιστεί λόγω οικολογικών ανησυχιών.

Ήταν σαφές αρκετά πριν τη δικαστική υπόθεση στη Λειψία πως οι αρχές του αστικού κράτους, είτε πολιτικές είτε νομικές, δεν είναι ικανές και ούτε έχουν δημιουργηθεί ώστε ν’ αποτρέπουν οικολογικές καταστροφές. Όταν οι δυνάμεις του βιομηχανικού καπιταλισμού καθιστούν αγόγγυστα τούτον τον πλανήτη –το σπίτι μας– μη κατοικίσιμο, η άμεση δράση είναι απαραίτητη. Αντιμέτωπες μ’ ένα αυτοαποκαλούμενο “Πράσινο” κόμμα και μ’ έναν δικαστικό μηχανισμό που συνεχίζει να προωθεί την κλιμάκωση της σύγκρουσης, αισθανθήκαμε πως οφείλουμε ν’ αποκριθούμε με φωτιά.

Η φλόγα που φώτισε τον νυχτερινό ουρανό στο Schwalmtal, ας πυροδοτήσει την οργή όλων όσων πλήττονται από δαύτη την υπέρμετρη ανευθυνότητα – (την οργή) όλων μας. Όχι στην κατασκευή νέων αυτοκινητοδρόμων, όχι στη μόλυνση, όχι στην αποψίλωση του δάσους Dannenröder, όχι στην παγκόσμια οικολογική καταστροφή. Ας μην παραμείνουμε απαθείς, ας μην αφήσουμε να μας εξοντώσει ένα αίσθημα αδυναμίας. Ας πάρουμε τον έλεγχο των ζωών μας, εκεί που το κράτος προσπαθεί να μας τον αποστερήσει!

Μια μικρή αυτόνομη ομάδα σε αλληλεγγύη με τον αγώνα ενάντια στον A49.

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Κάπου στη Γαλλία: Πυρπόληση κεραίας τηλεπικοινωνιών

Τον Μάη, κάναμε κι εμείς αυτό που μας αρέσει. Πυρπολήσαμε μια κεραία τηλεπικοινωνιών.

Θέλαμε να μετάσχουμε στο χαρμόσυνο αντι-τεχνολογικό κύμα που έχει διαδοθεί σ’ ολάκερο τον κόσμο. Κάποιες φορές, μέσω της μιντιακής φωνής, η εξουσία επιλέγει για διάφορους λόγους ν’ αποσιωπεί ορισμένα πράγματα · να τι συνέβη και στην παρούσα υπόθεση, και μας κάνει να ευελπιστούμε πως κατά την περίοδο αυτήν έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες δράσεις ενάντια στην κυριαρχία, δίχως νά ‘χουν αναφερθεί ή νά ‘χουν αναληφθεί.

Είναι ξεκάθαρο πως οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών έχουν ενεργό συμμετοχή στην ομαλή λειτουργία της καπιταλιστικής τάξης. Εδώ και πολύ καιρό, οι κεραίες τηλεπικοινωνιών αποτελούν σημαντικά κατασταλτικά εργαλεία για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των επικοινωνιών και της κίνησής μας. Και όταν το Κράτος αποφασίζει πως μοναδική επιτρεπτή μορφή επικοινωνίας πρέπει νά ‘ναι η ψηφιακή, τότε η σημασία της τεχνολογίας αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Το ίδιο λοιπόν κι ο πόθος μας να της επιτεθούμε.

Σε μια περίοδο όπου το Κράτος κι οι υπήκοοι επιδίωκαν ν’ απαγορεύσουν να βγαίνουμε έξω, υπήρξε η δυνατότητα να προετοιμάσουμε τούτη την επίθεση. Μας χαροποίησε ιδιαιτέρως το ότι ανακαλύψαμε πως, όταν το δίκτυο παραλύει, πάραυτα ανοίγονται κενά.

Στέλνουμε ολάκερη την αλληλεγγύη μας σ’ εκείνες κι εκείνους που πλήττονται απ’ την καταστολή, είτε βρίσκονται υπό εγκλεισμό, ηλεκτρονική επιτήρηση, δικαστική ομηρία, παρακολούθηση, είτε είναι επικηρυγμένοι.

Αλληλεγγύη στα αναρχικά συντρόφια που στοχοποιήθηκαν απ’ την επιχείρηση Bialystock.

Πηγή: Act For Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ιταλία, Τορίνο: Ξεκίνησε το εφετείο για την υπόθεση ”Scripta Manent” – Ενημερώσεις

Το πρωί της 1ης Ιουλίου 2020, έλαβε χώρα η πρώτη ακρόαση του εφετείου για την υπόθεση “Scripta Manent” στα δικαστήρια της φυλακής Vallette (στο Τορίνο).

Οι έγκλειστες κι οι έγκλειστοι διωκόμενοι (πέραν απ’ τον Gabriel Pombo Da Silva) παρακολούθησαν την ακρόαση μέσω τηλεδιάσκεψης. Στα δικαστήρια και στην πλατεία μπροστά συγκεντρώθηκαν μια χούφτα αλληλέγγυοι και αλληλέγγυες.

Η υπόθεση του Gabriel αναβλήθηκε προς το παρόν, λόγω ζητημάων επικοινωνίας που προέκυψαν εξαιτίας της μεταγωγής του απ’ τη φυλακή του Μπανταχόθ σ’ εκείνη της Λεόν, και το δικαστήριο ανέβαλε την επαναδιεξαγωγή για μελλοντικό χρόνο, όταν θα έχουν επιλυθεί τα προβλήματα επικοινωνίας.

Το μεγαλύτερο μέρος της ακρόασης αφιερώθηκε στη συζήτηση διάφορων ενστάσεων που τέθηκαν απ’ τους συνηγόρους υπεράσπισης, αναφορικά με το αίτημα της έφεσης που παρουσιάστηκε στον εισαγγελέα Sparagna για τις καταδικαστικές του αποφάσεις στο πρωτοδικείο. Συγκεκριμένα, φαίνεται ύποπτο πως ο εισαγγελέας δε σεβάστηκε τα χρονικά περιθώρια για να παρουσιάσει την απόφασή του σχετικά με την έφεση, όμως μια ενδελεχής επανεξέταση των δικαστών επικύρωσε την έφεση αργά το μεσημέρι… συνεπώς, συνεχίζεται η δίκη των κατηγορουμένων που καταδικάστηκαν σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση.

Οι επόμενες ακροάσεις ορίστηκαν για τις 15 και 22 Ιουλίου, κι έπειτα θα συνεχιστούν τον Σεπτέμβρη (και ίσως να ξεκινήσουν από Οκτώβρη).

Όπως έγραφε και το πανό που ανοίχτηκε σήμερα έξω απ’ τη δικαστική αίθουσα:

“Ενάντια στην εγκληματοποίηση της αλληλεγγύης, πάντα συνένοχοι!”

Πηγή: Act For Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ιταλία: Επιχείρηση ”Bialystok” – Ανακοίνωση της δικαστικής απόφασης

Μόλις ενημερωθήκαμε για την απόφαση της δικαστικής εξέτασης για τους κρατουμένους και τους διωκομένους της Επιχείρησης Bialystok στην Ιταλία: Nico, Flavia και Claudio υπό κράτηση, κι επιπλέον Paska και Daniele υπό «κατ’ οίκον περιορισμό».

Ο Paska είναι πλέον ελεύθερος, καθώς δεν υπάρχουν περιοριστικοί όροι. Έχουν επιβεβαιωθεί οι υπόλοιποι τρεις περιοριστικοί όροι εντός φυλακής. Οι κατηγορίες της οργάνωσης και της υποκίνησης με την επιβαρυντική συνθήκη της τρομοκρατίας παραμένουν.

Όσον αφορά τους κρατουμένους στο εξωτερικό, η ανακριτική διαδικασία δε θα ξεκινήσει πριν την έκδοση στα ιταλικά εδάφη.

Υπενθυμίζουμε τις διευθύνσεις τους για να τους γράψετε:

Nico Aurigemma
Casa Circondariale di Terni
Strada delle Campore, 32
05100 – Terni (Italy)

Claudio Zaccone
CC di Siracusa
Strada Monasteri, 20
Contrada Cavadonna
96014 – Siracusa (Italy)

Flavia Di Giannantonio
C.C di Roma Rebibbia
Via Bartolo Longo, 72
00156 – Roma (Italy)

Francesca Cerrone
C.P. de Almeria-El Acebuche
Ctra. Cuevas-Ubeda, km 2,5
04030 – Almería (Spain)

Roberto Cropo
N° d’écrou : 1010197
Maison d’arrêt de Fresnes
1, allée des Thuyas
94261 – Fresnes Cedex (France)

Πηγή: Act For Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ουρουγουάη, Μοντεβιδέο: Πανό αλληλεγγύης για τα έγκλειστα συντρόφια στην Ιταλία

Στα πέριξ της Ιταλικής Πρεσβείας στο Μοντεβιδέο, και συγκεκριμένα στην Πλατεία Leon Tolstoy, κρεμάσαμε τούτο το πανό σε αλληλεγγύη με τα συντρόφια μας που αντιμετωπίζουν την καταστολή απ’ το Ιταλικό Κράτος.

ΤΟ ΦΑΣΙΣΤΙΚΟ ΙΤΑΛΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ, ΟΧΙ ΟΣΕΣ ΚΙ ΟΣΟΙ ΕΞΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ.

ΧΑΙΡΕΤΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΑΣ!

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Γαλλία, Bure: Πυρηνική ενέργεια – Σαμποτάζ σε γεωτρύπανο

Ανάληψη ευθύνης για καταστροφή ενός γεωτρύπανου (Ιούνιος)

Η Andra (1) σχεδιάζει την αποκατάσταση ενός παλιού σιδηροδρόμου που ξεκινά απ’ το Gondrecourt-le-Chateau, για να μεταφέρονται ραδιενεργά απόβλητα στη Cigéo (2), την τεράστια υπόγεια χωματερή της. Σε όλο το μήκος της γραμμής, γεωτρύπανα θα συλλέγουν πληροφορίες στο χώμα και στα υπόγεια ύδατα.

Σαμποτάραμε ένα από δαύτα πυρπολώντας το.

Η Andra συνεχίζει το project της στην περιοχή, και για όσες και όσους δεν τη θέλουν εκεί υπάρχουν κάμποσα πράγματα που μπορούν να κάνουν για ν’ αντισταθούν!

Μια μικρή ομάδα

__________________________________

Σημειώσεις της ιταλικής μετάφρασης:

(1) Andra: Agence nationale pour la gestion des déchets radioactifs – Εθνική υπηρεσία για τη διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων.

(2) Cigéo: Έργο για μια τεράστια υπόγεια χωματερή πυρηνικών αποβλήτων στο Bure, μια πόλη της ανατολικής Γαλλίας.

Πηγή: Act For Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ισπανία: Ο αναρχικός σύντροφος Gabriel Pombo Da Silva μεταφέρθηκε στη φυλακή της Mansilla de las Mulas

Η συντρόφισσα Elisa μάς έστειλε πληροφορίες σχετικά με τον αναρχικό σύντροφό μας Gabriel Pombo Da Silva, ο οποίος έχει ήδη μεταχθεί και βρίσκεται στη φυλακή της Mansilla de las Mulas, στη León. Παρόλο που δεν έχει καταφέρει ακόμη να μιλήσει άμεσα με τον Gabriel, γνωρίζει πως είναι μια χαρά και πως η φυλακή στη León είναι φυλακή προσαρμογής, οπότε θα τον κρατήσουν εκεί για λίγο.

Μπορείτε να του γράψετε και να κρατήσετε επαφή μαζί του στην ακόλουθη διεύθυνση:

Gabriel Pombo da Silva
C.P. Mansilla de las Mulas
Place Villahierro
24210 – Mansilla de las Mulas (León)
SPAIN

Δε λησμονούμε τα αιχμάλωτα συντρόφια μας!
Ο αγώνας συνεχίζεται!
Λευτεριά στις αναρχικές κρατούμενες και στους αναρχικούς κρατουμένους!
Λευτεριά στον σύντροφό μας Gabriel Pombo!

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Γερμανία, Βερολίνο: Εμπρησμός οχήματος της Γαλλικής Πρεσβείας στο Schöneberg

Σε συνενοχή με τις εξεγερμένες και τους εξεγερμένους ανά τον κόσμο, και ιδιαιτέρως με τις εξεγερμένους στα κέντρα των Γαλλικών μητροπόλεων, όπως επίσης και τους εξεγερμένους στα προάστια, πυρπολήσαμε ένα SUV της Γαλλικής Πρεσβείας, μπροστά απ’ το σπίτι ενός επιφανούς προσώπου στο πάρκο Gleisdreiecks, στο Schöneberg του Βερολίνου, τα ξημερώματα της 30ής Ιούνη.

Στέλνουμε τούτο το σινιάλο αλληλεγγύης σ’ όλες εκείνες κι εκείνους που εδώ και καιρό μάχονται με πετρίδια και εμπρηστικούς μηχανισμούς ενάντια στους μπάτσους της αποικιοκρατικής Γαλλίας, λεηλατώντας και προκαλώντας το κράτος διαρκώς. Είτε πρόκειται για τις αποκαλούμενες θερμές ζώνες της ευρωπαϊκής περιοχής που κυριαρχείται απ’ το γαλλικό κράτος, είτε πρόκειται για το εξωτερικό. Η χωροφυλακή, η BAC (Brigade Anti-Criminalité / Αντιεγκληματική Ταξιαρχία), οι CRS (Compagnies Républicaines de Sécurité / Δημοκρατικές Ομάδες Ασφαλείας), συχνά νιώθουν την οργή των καταπιεσμένων, στο πλευρό των οποίων στεκόμαστε.

Απολαμβάνουμε επίσης κι εδώ στιγμές όπου η οργή ξεχύνεται, όπου νεαρός κόσμος στη Στουτγάρδη ή έγκλειστος κόσμος στο Γκέτινγκεν αντιμετωπίζει τους μπάτσους με πετρίδια, μπουκάλια και οτιδήποτε πέσει στα χέρια του.

Η επίθεσή μας αποτελεί ένα νυχτερινό μήνυμα αλληλεγγύης για τον Loïc, η δίκη του οποίου πλησιάζει προς το τέλος της στο Αμβούργο, και για τους «3 απ’ το Παγκάκι του Πάρκου», οι οποίοι δεν υποκύπτουν στο πρεσάρισμα του Χανσεατικού δικαστικού συστήματος.

Ο υπάλληλος της πρεσβείας στον οποίον επιτεθήκαμε ζει σε μια γειτονιά με έντονες αντιθέσεις, όπου οι περιθωριοποιημένοι πληθυσμοί εκτοπίζονται απ’ τους επιφανείς. Τούτος όμως δεν είν’ ο μοναδικός λόγος για τον οποίον το πάρκο Gleisdreiecks και το Steinmetzkiez στο Schöneberg, στο Βερολίνο, αποτελούν σημεία που αναφέρονται συχνά σε αστυνομικά δελτία και συνδέονται με ταραχές. Η οργή κι η απόγνωση για τον εκτοπισμό και τον αποκλεισμό εκφράζονται με ποικίλους διαφορετικούς τρόπους στις λίγες πλατείες, σταυροδρόμια και αυλές που έχουν παραμείνει ανυπότακτες. Στηρίζουμε επίσης συμβολικά με τη φωτιά μας αυτήν τη μορφή αντίστασης.

Ακόμη κι αν οι συνθήκες στις μητροπόλεις μάς αποστερούν διαρκώς από τη λευτεριά μας, θα θέλαμε ν’ αναφερθούμε εν συντομία στο ζήτημα του αν οι επιθετικές πρακτικές προσφέρονται για την εξυπηρέτηση των σκοπών μας. Το αντανακλαστικό κείμενο στις Καταληψιακές Μέρες στο Φράιμπουργκ θέτει τούτο το ζήτημα. Μοιραζόμαστε μεγάλο μέρος της ανάλυσης αυτής κι εδώ – για το Βερολίνο, οι επιθετικές πακτικές συνεισφέρουν ενίοτε επίσης στη δημιουργία ενός κλίματος όπου είναι ευκολότερο να κατευθύνουμε τη βία ενάντια στο κράτος, τους εκπροσώπους και τα σύμβολά του, όπως επίσης και στις αξίες αυτής της κοινωνίας. Σύννεφα καπνού και μπατσικά που τρέχουν και δε φτάνουν, αποτελούν κομμάτια του μωσαϊκού μιας μερικής και, σε κάποια σημεία, ελλοχεύουσας απώλειας του ελέγχου από πλευράς των κυρίαρχων, και οφείλουμε να εμψυχώνουμε την αντίσταση.

Απ’ το Dragi* ως τη Στουτγάρδη – Αλληλεγγύη με την εξεγερμένη νεολαία

* Σπίτι κατειλημμένο από νεαρό κόσμο στη δίπλα γειτονιά, το οποίο εκκενώθηκε λίγες ώρες πριν την επίθεσή μας.

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Μπροσούρα: Αποδομώντας τις μάζες – Προς την ένοπλη ατομικότητα

Αποδομώντας τις Μάζες: Προς την Ένοπλη Ατομικότητα.

«Οι αναρχικοί εναντιώνονται στην εξουσία τόσο από τα πάνω όσο και από τα κάτω. Δε διεκδικούν την εξουσία για τις μάζες, μα αναζητούν τρόπους να καταστρέψουν κάθε κυριαρχία και ν’ αποσυνθέσουν τις μάζες σε ατομικότητες υπεύθυνες η κάθε μια για τη ζωή της. Συνεπώς, οι αναρχικοί είναι οι πιο ανένδοτοι εχθροί κάθε κομμουνισμού, και όσοι διατείνονται πως είναι κομμουνιστές ή σοσιαλιστές δεν μπορούν κατά καμία πιθανότητα να είναι αναρχικοί.»

– Enzo Martucci

Για μένα, η ατομικότητα είναι ένα όπλο. Είναι η ένοπλη πρακτική της μηδενιστικής αναρχίας και η προσωπική εναντίωση σε οποιαδήποτε απόπειρα επιβολής. Ένα πρόσωπο γίνεται ακυβέρνητο κατασκευάζοντας και υποστηρίζοντας τις αρνήσεις του ενάντια στους κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους, στα επίσημα φορμαλιστικά σύνολα και στη μονολιθικότητα της μαζικής κοινωνίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η άρνηση απηχεί την απροθυμία να απεμποληθεί η μοναδικότητα κάποιου στα πλαίσια μιας φορμαλιστικής ένωσης. Εδώ εγώ τραβάω μια γραμμή μεταξύ αναρχίας και αριστερισμού. Ο αριστερισμός επικροτεί την αναδιάταξη των κατασκευασμένων ταυτοτήτων, τους άκαμπτους σχηματισμούς και τους κοινωνικούς ρόλους εντός μιας άτεγκτης κοινωνικής δομής εντός της οποίας τα άτομα θυσιάζονται στον βωμό ενός “ανώτερου καλού” ή σκοπού. Απεναντίας, η αναρχία ως βίωμα σηματοδοτεί την αποσύνθεση πάσας τυποποιημένης κοινωνικής ομάδας, διανοίγοντας τις πιθανότητες ατομικής χειραφέτησης και απεριόριστης εξερεύνησης της υπαρξιακής αταξίας. Συμπερασματικά, για ‘μένα η αναρχία είναι μία ατομικιστική άρνηση του υποκειμένου να παραδώσει τον εαυτό του σε μία υπερβατική εξουσία που ανάγει τον εαυτό της σε απόλυτη αρχή.

Οι εξουσιαστικές δομές, κοινωνικές και θεσμικές, προϋποθέτουν την εγκατάλειψη της ατομικότητας προκειμένου να επεκτείνουν την κυριαρχία τους. Το κράτος δεν μπορεί να υπάρξει δίχως υποκείμενα πρόθυμα να φορέσουν τα εμβλήματα και τις στολές του. Ο καπιταλισμός αδυνατεί να εγκαθιδρυθεί δίχως την υποτέλεια ανθρώπων των οποίων η συσσωμάτωση συνιστά το μαζικό κοινωνικό σώμα ενίσχυσης της ψυχολογικής και κοινωνικής νομιμοποίσης του ιδίου, αλλά και της κυριαρχίας του. Το κράτος και ο καπιταλισμός αποβλέπουν στην απόσπαση της κοινωνικής συναίνεσης, ενώ ο πολλαπλασιασμός της συγκροτεί σταδιακά τη βιομηχανική μαζική κοινωνία. Θα αναγνωρίσω στους αριστεριστές το δίκιο πως μία αρκετά συμπαγής εργατική απεργία διαρκείας θα ήταν ικανή να παραλύσει τη βιομηχανική πρόοδο, εφόσον είναι ο εργάτης -ο μεμονωμένος μισθωτός σκλάβος- που συμβάλλει στη λειτουργία της μεγα-μηχανής. Αλλά, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, μία μαζική εργατική απεργία δεν είναι μονάχα εξαντλητικό να συντονιστεί, αλλά και ανέφικτο να συντηρηθεί αρκετά ως την κατάρρευση του καπιταλισμού. Καθώς πολλοί αριστεριστές, συμπεριλαμβανομένου και εμού μέχρι ενός σημείου, θα αναγνωρίσουν πως πολλοί εργάτες στερούνται την πρόσβαση σε εμψυχωτικές ριζοσπαστικές ιδέες, εγώ σταδιακά αντιλήφθηκα επιπλέον πως πλήθος εργατών πολύ απλά δεν επιθυμεί να απεργήσει. Για σωρεία λόγων, αδύνατο να καταγραφούν εδώ πέρα, αναρίθμητοι εργάτες συρρέουν στις δουλειές τους, αδιαφορώντας για το αν διεξάγεται κάποια απεργία ή όχι. Κάτι που συχνά παραβλέπεται είναι πως οι άνθρωποι είναι άτομα. Και, ως άτομα, ορισμένοι επιλέγουν να εξεγερθούν ενάντια στην εργασιακή τους συνθήκη και άλλοι όχι.

Κολεκτίβες, Συλλογική Ενδυνάμωση και Οργάνωση

Γύρω στο 2013, αποπειράθηκα να ενισχύσω την κοινωνική δυναμική μέσω συλλογικών εγχειρημάτων αφιερώμενων στην ευεργέτηση ανθρώπων στη γειτονιά μου. Πολύμορφα, με δανειστικές βιβλιοθήκες ριζοσπαστικών βιβλίων, παρουσιάσεις εντύπων, πραγματικά ελεύθερα λαϊκά παζάρια, “φαγητά-όχι-βόμβες”, και συλλογικές προβολές ταινιών. Το εγχείρημα στο οποίο συμμετείχα ήταν δραστήριο και γεμάτο ενέργεια. Κάποια στιγμή, στις 31 Ιουλίου, διοργανώσαμε μία Μέρα Δράσης Ενάντια στον Ρατσισμό και τον Φασισμό, η οποία περιλάμβανε στιγμιότυπα ταραχών από πορείες και βίντεο ισοπέδωσης ναζιστών. Αφήσαμε την πόρτα στον διάδρομό μας ανοιχτή για να συμμετάσχει κάθε ενδιαφερόμενη και ενδιαφερόμενος, και το μικρό διαμέρισμά μας γέμισε ασφυκτικά από παιδιά που κατοικούσαν τριγύρω και πανηγύριζαν ενθουσιασμένα καθώς παρακολουθούσαν τα βίντεο. Στο τέλος, μοιράσαμε στους παρευρισκομένους έντυπα και τρικάκια, και προπαγανδίσαμε ένα πραγματικά ελεύθερο ανταλλακτικό παζάρι που είχαμε οργανώσει για τις επόμενες δύο μέρες. Την επόμενη μέρα, μόνο 3 γείτονες απ’ όσους είχαν παραστεί στην εκδήλωση εμφανίστηκαν και συζήτησαν μαζί μας. Τη μεθεπόμενη μέρα, δεν εμφανίστηκαν ούτε αυτοί. Τη στιγμή εκείνη προσπαθούσα να κατανοήσω το γιατί -παρά τις προβολές, τα έντυπα, το προπαγανδιστικό υλικό και τις συζητήσεις- οι γείτονές μας, άνθρωποι που μας μίλησαν για την αντιμετώπιση του ρατσισμού στην καθημερινότητά τους, δε μεριμνούσαν να σχηματίσουν εγχειρήματα μαζί μας. Μία κατά πρόσωπο συζήτηση με δύο εξ αυτών, λίγες βδομάδες αργότερα, με προσγείωσε στην πραγματικότητα: «Είναι πολύ καλή φάση αυτό που όλοι εσείς επιχειρείτε να κάνετε, αλλά, ξέρεις, είμαστε απασχολημένοι αναζητώντας ρευστό. Προσπαθούμε απλά να βρούμε εισόδημα.». Μετά από έναν σύντομο διάλογο γύρω από την “οικονομική ανέλιξη”, αποχωριστήκαμε ανταλλάζοντας χειραψίες, κι εγώ ένιωθα μπερδεμένος και απογοητευμένος. Οι άνθρωποι της περιοχής μου, οι γείτονές μου δεν ψηνόντουσαν καθόλου γι’ αυτήν την “επαναστατική φάση”.

Μετά από μερικά ακόμα χρόνια τοπικών δράσεων, αναρτήσεων πανό, παρεμβάσεων με σπρέι, αφισοκολλήσεων, ενός εντύπου που επιμελήθηκα για να καταγράψω και να εγκωμιάσω την ιστορία των αντιρατσιστικών εξεγέρσεων της περιοχής μου, και συλλογικών εκδηλώσεων, συνειδητοποίησα μιαν αλήθεια ανεπιθύμητη για κάθε αριστεριστή: Δεν υφίσταται μια ομοιογενής κοινότητα προς ριζοσπαστικοποίηση. Τι σημαίνει η “κοινότητα”, όταν η γειτονιά σου συντίθεται από άτομα με το καθένα απ’ αυτά να έχει διαφορετικούς και, πολλές φορές, αντικρουόμενους στόχους στη ζωή του; Σύντομα κατάλαβα πως ο όρος “κοινότητα” είναι μια πολιτική έννοια που, συχνά, σκοπίμως απαλείφει σημαντικές διαφορές αναμεταξύ των υποκειμένων, διαμηνύοντας μιαν επίπλαστη ενότητα. Πρόκειται για μια κοινωνική κατασκευή που απλά περιγράφει ένα σύνολο ανθρώπων συνοίκων σε μια περιοχή. Σίγουρα υπήρξαν από ‘δώ κι από ‘κεί κάποια πρόσωπα υποστηρικτικά προς ό,τι εκπονούσαμε, αναμείχθηκαν και κόλλησαν μαζί μας για ένα εφήμερο διάστημα. Αλλά η γειτονιά ήταν ετερόκλητη. Και θα ήταν ανέντιμο να ισχυριστούμε πως εκπροσωπούσαμε τα συμφέροντα του συνόλου της. Ο καθένας είχε τις δικές του προσωπικές γνώμες και προσδοκίες απ’ τη ζωή.

Έχω, ανά καιρούς, συναντήσει ορισμένα τοπικά επαναστατικά σχήματα απαρτιζόμενα κατά μεγάλο ποσοστό από υλοποιημένες και ακμαίες κοινοτικές σχέσεις. Ορισμένες φορές διαρκούν για ένα διάστημα, ενώ άλλες τα μέλη τους απομακρύνονται και αποσαθρώνονται. Σε αυτό το σημείο, τα βιώματά μου ξεκίνησαν να διακρίνουν μιαν απόσταση μεταξύ ομαδοποιήσεων συγγένειας και μαζικών οργανώσεων. Όσα υποκείμενα ψηνόντουσαν όντως για ό,τι εκπροσωπούσαμε, μας προσέγγισαν ανεξαρτήτως του αν είχαμε προπαγανδίσει ή προτάξει κάποιο πρόγραμμα. Εμφανίστηκαν διότι εντόπισαν άλλες ατομικότητες με τις οποίες μπορούσαν να συσχετιστούν. Άλλοι άνθρωποι απλά αδιαφόρησαν, παρότι κατοικούσαμε όλοι μαζί στην ίδια γειτονιά, αντιμέτωπες με τον εξευγενισμό, και όντας στην πλειοψηφία μας έγχρωμοι.

Διακρίνω μία παραλληλία με ό,τι συμβαίνει στον αναρχισμό. Οι ίδιες μέθοδοι και προσφυγές στην κοινότητα, στις μάζες, στον “λαό”, είναι ενεργές και ειλικρινείς, αλλά παράγουν ελάχιστα αποτελέσματα. Έπειτα από αλλεπάλληλες συλλογικές κουζίνες, επαναστατικά κοινωνικά κέντρα ή ριζοσπαστικές δανειστικές βιβλιοθήκες, όλα στελεχώνονταν από τους προϋπάρχοντες εξεγερμένους και εξεγερμένες, καταντώντας έτσι συντεχνιακά στέκια κοινωνικοποίησης αντί για μέρη γεμάτα με αμύητους ανθρώπους σε αναζήτηση της κοινοτικής αμεσότητας. Οι προσπάθειες να κινητοποιήσουμε τις μάζες διαμέσου διαδηλώσεων κατέληγαν με άπλετους θεατές στο πεζοδρόμιο, ενώ οι ίδιοι εξεγερμένοι και εξεγερμένες φώναζαν συνθήματα, τραγουδούσαν και πορεύονταν στους δρόμους. Έγινα παρατηρητής της ίδιας πληγής σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις. Καθώς ο Τραμπ βρισκόταν στην προεκλογική του εκστρατεία, όλοι βρισκόντουσαν στους δρόμους μέχρι και με τις μητέρες τους. Οι εξεγερμένες είχαν επίσης ξεχυθεί, οπλισμένες με τρικάκια, έντυπα και μεγάφωνα, διαχέοντας την ριζοσπαστική τους συνθηματολογία. Σύντομα μετά το πέρας των εκλογών τα πράγματα εξομαλύνθηκαν και οι εξεγερμένοι έμειναν μόνοι στους δρόμους να συνεχίσουν τις γνωστές τους ασχολίες. Παραδέχομαι πως βρισκόμουν κι εγώ εκεί. Διαδηλώνοντας, φωνάζοντας, μοιράζοντας έντυπα και τρικάκια στους θεατές του πεζοδρομίου. Θυμάμαι, χρόνια πριν, μια πορεία Occupy που καλέσαμε στην οδό Μίσιγκαν του Σικάγο. Ένα πλήθος μαθητών μάς πρόσεξε, συμπορεύτηκε μαζί μας για περίπου 3 λεπτά, και έπειτα επέστρεψε βιαστικά στο πεζοδρόμιο ανταλλάσσοντας χειραψίες μαζί μας ώστε να συνεχίσουν τη μέρα τους. Παραμείναμε στον δρόμο προσπαθώντας να τους προσελκύσουμε ξανά μέσω δημοφιλούς μουσικής. Η ξαφνική αριθμητική σμίκρυνση του μπλοκ μας έδωσε την ευκαιρία στους μπάτσους να μας περικυκλώσουν και να μας απωθήσουν στο πεζοδρόμιο. Το πιο εξωφρενικό με δαύτη την κατάσταση είναι πως η εν λόγω τακτική επιστρατεύεται ακόμα από τους σημερινούς επαναστάτες. Λες κι οι πρώτες δεκάδες φορές δεν ήταν αρκετά ντροπιαστικές.

Καπιταλιστικός Aτομισμός εναντίον Ατομικιστικής Aναρχίας

Η ατομικότητα δύναται να εγκλιματιστεί και να υποταχθεί σ’ ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που κατέχει το μονοπώλιο της έκφρασης λόγων περί της ζωής. Στην περίπτωση του καπιταλισμού, γεννιόμαστε σε μια ήδη ρυθμισμένη κοινωνία που ενισχύει τις αξίες, τους ρόλους και την ιδεολογία της μέσα απ’ την πνευματική και ψυχολογική ισχύ των θεσμικών ιδρυμάτων της. Καθώς περιπλανόμαστε έξω, αντικρίζουμε μια πραγματικότητα εκ των προτέρων ποσοτικοποιημένη και θεσμικά κατασκευασμένη επιμελώς ώστε να προπαγανδίζει τον εαυτό της. Αυτοκίνητα, αεροπλάνα, λεωφόροι, ουρανοξύστες, πρόχειρο φαγητό, κλπ – όλα κανονικοποιημένα ώστε να εξασφαλίζουν την ομαλότητα της τάξης. Πέρα απ’ αυτήν, πέρα απ’ τις νόρμες, ελοχεύει ένα χάος ικανό να σπάσει τη νηνεμία της ατομικής υποδούλωσης. Οργάνωση και τάξη πορεύονται χέρι-χέρι. Οι αξίες, οι ρόλοι και οι ιδεολογίες ενισχύονται αποτελεσματικότερα όταν μαζικοποιούνται, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση του κανονικού. Αυτή η διαδικασία καταρρακώνει την ατομικότητα, τη μοναδικότητα και το χάος, αφού τα τρία τους συνιστούν απειλές έναντι των μονολιθικών σχηματισμών. Όταν ο καπιταλισμός διατείνεται πως ενθαρρύνει τον αγνό ατομικισμό, πρόκειται για έναν ατομικισμό που προπαρασκευάζεται ούτως ώστε ν’ αναπαράγει τον καπιταλισμό σε ατομικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, όσες ατομικότητες παραδίνονται στο καπιταλιστικό σύστημα υποβαθμίζονται σε ανδράποδα, καταδικασμένα να εξυπηρετούν την εύρυθμη λειτουργία του. Οποιαδήποτε ατομικότητα αμφισβητεί τον καπιταλισμό ή κάθε κοινωνικό σύστημα εν συνόλω, θα αναζητήσει μια ζωή αντιτιθέμενη στα συμφέροντα του καπιταλισμού. Υπό αυτήν την έποψη, η ατομικιστική αναρχία αποτελεί μιαν αντίσταση του προσώπου στην πιθανότητα περιορισμού του στα σύνορα ενός φορμαλιστικού συστήματος. Το χάος είναι η προσωποποιημένη στρατηγική της άρνησης μιας προσχεδιασμένης τάξης, μιας τάξης διαμορφωμένης απ’ όσους ενδιαφέρονται απλώς για την αριθμητική αύξηση των ακολούθων τους.

Η στρατηγική δημιουργίας μιας μαζικής κοινωνίας ή ενός εύτακτου συστήματος είναι μια στρατηγική καταστρατήγησης της ατομικότητας, του χάους και της μοναδικότητας. Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει την προώθηση ενός μονοδιάστατου τρόπου κατανόησης του ατομικισμού, προσχεδιασμένου απ’ τον καπιταλισμό. Αλλά, προκειμένου ο ατομικισμός να διατηρείται μοναδικός και χαοτικός, δεν μπορεί να εγκλείεται στα όρια τυπικών οργανώσεων και κοινωνικών κατασκευών. Ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνική κατασκευή εξαρτώμενη από τη μαζική συναίνεση και συμμετοχή προκειμένου να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της κανονικότητας και να διατηρήσει την επικρατούσα κοινωνική τάξη. Η μαζική συμμετοχή, συντιθέμενη από δουλοπρεπή υποκείμενα, επιτρέπει στον καπιταλισμό να υλοποιείται διαμέσου ιδρυμάτων, θεσμών και κατασκευών φυσικής υπόστασης, όλα χτισμένα από τα χέρια μεμονωμένων εργατών. Είναι αληθές πως η εργατική τάξη έχτισε αυτόν τον κόσμο, διαθέτοντας έτσι και τη δύναμη να τον κατεδαφίσει. Αλλά αυτό προϋποθέτει πως δεν υφίστανται υποβολιμαίες εν ενεργεία δυνάμεις καθυπόταξης του υποκειμένου. Αυτό εξηγεί γιατί ο κοινωνικός πόλεμος δεν είναι αποκλειστικά απαραίτητος ενάντια στη μαζοποιημένη κοινωνική πραγματικότητα, αλλά επιτακτικός επιπλέον για τη διάρρηξη των δεσμών με τις κοινωνικά κατασκευασμένες ταυτότητες, και τη συντριβή της υποτακτικής λογικής.

Η Δεξιά και η Αριστερά: Δύο Πλευρές του Ίδιου Νομίσματος ονόματι “Κοινωνικές Ταυτότητες”

Οι πολιτικές της ταυτότητας απηχούν πως διαφορετικές ταυτότητες σχηματοποιούνται ώστε να δημιουργήσουν ιεραρχικούς συσχετισμούς δύναμης μεταξύ ανθρώπινων ομαδοποιήσεων. Αντανακλούν επιπλέον πως η ατομικότητα και η μοναδικότητα αποθαρρύνονται μέχρι το σημείο κοινωνικής απομόνωσης. Όταν τα υποκείμενα αντιδρούν εκτός των επιβεβλημένων από τις κοινωνικές τους ταυτότητες ορίων, αντιμετωπίζονται ως “Άλλοι”, μη αξιόπιστοι για να εκπροσωπήσουν ένα βίωμα. Αναλόγως το σύστημα, ορισμένες εμπειρίες και βιώματα προτιμούνται και σταχυολογούνται προς επικύρωση. Επί παραδειγμάτι, για έναν δεξιό Α, ένας επιτυχημένος “μαύρος” επιχειρηματίας εγκωμιάζεται και παρουσιάζεται ως θρίαμβος ενός συμπεριληπτικού και απαλλαγμένου από διακρίσεις καπιταλισμού. Αλλά για έναν δεξιό Β, ο ίδιος άνθρωπος θεωρείται απειλή για την τάξη της λευκής υπεροχής, συνεπώς δυσφημείται. Παρομοίως, υπό το πρίσμα ενός αριστεριστή Α, το ίδιο υποκείμενο θα χλευαστεί ως “Θείος Τομ” και “προδότης υποτακτικός”. Αντιθέτως, για τον αριστεριστή Β, ο “μαύρος” επιχειρηματίας αντιπροσωπεύει μια παραδειγματική αφομοίωση, κοινωνική πρόοδο κι ελπίδα για άλλους μαύρους ανθρώπους. Τόσο η αριστερά όσο και ο καπιταλισμός διαθέτουν αμφότεροι διφορούμενα χαρακτηριστικά. Όλοι όμως, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, καταλήγουν να συμφωνούν σε κοινές αρχές σχετικά με την τάξη, τις ομογενοποιημένες ταυτότητες και την κοινωνική συνοχή. Συμπεραίνουμε αβίαστα ότι, ανεξαρτήτως μεθόδου, το άτομο αυτό επιστρατεύεται για την ενίσχυση του προπαγανδιστικού μηχανισμού ενός κοινωνικού συστήματος. Ας πάρουμε τώρα για παράδειγμα έναν “μαύρο” “άντρα” που αρνείται τη “μαύρη” κοινωνική ταυτότητα και τους συνεπαγόμενους “ρόλους” της, την πατριαρχία και την αφομοίωσή του δια της μισθωτής εργασίας. Απεναντίας, το εν λόγω πρόσωπο αρνείται και τον αριστερισμό και τον καπιταλισμό. Ποια κοινωνικά συστήματα κατορθώνουν να εκμεταλλευτούν το πρόσωπο αυτό υπέρ της προπαγάνδας τους; Υπό αριστερίστικη ή καπιταλιστική στοχοθεσία, ποια θετικά χαρακτηριστικά αυτού του υποκειμένου προσφέρονται για επικοινωνιακή εκμετάλλευση; Όσον αφορά την προώθηση ενός συστήματος, κανένα. Οι νόρμες και οι περιορισμοί του συστήματος στο κοινωνικό πεδίο έχουν ανασταλεί. Απομένει μόνο η αναρχία τού να γίνεις ακυβέρνητη μέσα από την προσωπική σου μοναδικότητα.

Οι αποκλίνουσες από την κανονικοποιημένη κοινωνική τάξη ατομικότητες δεν είναι μονάχα ακατάλληλες για προπαγάνδα, αλλά ενσαρκώνουν και τη ζωντανή απειλή να γίνουν η θρυαλλίδα για αλλεπάλληλες χειραφετήσεις. Όσες ατομικότητες κυνηγούν μιαν ελευθερία αποδεσμευμένη από το εκμαγείο των πολιτικών προγραμμάτων, δε γυρεύουν τα παζαρέματα μιας μελλοντικής ουτοπίας. Αντί να εργαστούν σήμερα ώστε να απολαύσουν στο μέλλον, η απόλαυση κι η περιπέτεια συντροφεύουν μιαν ήδη διεγερμένη αποφασιστικότητα για άγρια εξερεύνηση. Οπλισμένοι με μια αίσθηση αναγκαιότητας, μετατρέπουμε ξανά τη ζωή σ’ ένα παιχνίδι προσωπικής θαλερότητας και άρνησης κάθε κοινωνικής αλυσίδας – ένα παιχνίδι ευνοϊκό προς τις ελεύθερες κοινοτικές ενώσεις κι αλληλεπιδράσεις που δεν προσαρμόζονται στα πλαίσια μιας δομικής ακαμψίας.

Η ατομικότητα, με όπλο της το χάος, συλλαμβάνει τον εαυτό της ως έναν αποστάτη ενάντια σε όσες κοινωνικές δυνάμεις επιχειρούν την καθυπόταξή της. Καθώς η ατομικότητα γίνεται ανεξέλεγκτη, αποκτά την ιδιότητα της ανοσίας στα σχολαστικά σχεδιασμένα προγράμματα τα οποία οι πολιτικάντιδες των ταυτοτήτων και της επανάστασης διαφημίζουν. Οι αυτοανακυρηγμένοι τούτοι επαναστάτες εννοούν την επανάσταση με τον τρόπο μιας χωλής αναδιαμόρφωσης των κοινωνικών συνθηκών διατήρησης της τάξης. Κάποιοι εξ ημών προτιμάμε την εξέγερση όμως αντί της επανάστασης · μια εξέγερση που δε θα οδηγεί σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά σε μία ζωή δίχως μέτρο. Αποσκοπώ στη μετατροπή του χάους σε όπλο της ατομικής μου συντεταγμένης επίθεσης ενάντια σε κάθε κυβέρνηση και κοινωνική τάξη. Οραματίζομαι την αναρχία σα μια ξέφρενη πυρκαγιά που απανθρακώνει το εκπολιτισμένο, εξημερωνένο βασίλειο της θεσμικής και κοινωνικής κυριαρχίας. Η απελευθέρωση είναι κάτι περισσότερο από επίθεση στο κράτος και το κεφάλαιο. Τουλάχιστον για ‘μένα, σημαίνει επίσης να επανεφευρίσκεις τον εαυτό σου καθημερινά σε πείσμα των προσπαθειών της κοινωνίας να σε καθορίσει ως μια στατική οντότητα.

Ο πόλεμός μου είναι ένας ατομικιστικός πόλεμος ενάντια στη δεξιά και κάθε απόχρωσή της. Βρίσκομαι σε πόλεμο με τις υπάρχουσες δομές της πατριαρχικής “λευκότητας”, τους θεσμούς της και την υποτιθέμενη πολιτική υπεροχή της, που ενσαρκώνεται στην αποικιοκρατική κυριαρχία του βιομηχανικού καπιταλισμού. Στο στόχαστρό μου βρίσκεται ωσαύτως η αριστερά και οι προσπάθειές της να παράξει έναν κόσμο συστηματοποιημένης “ελευθερίας” διαμέσου τυποποιημένης οργάνωσης, συντήρησης κοινωνικά κατασκευασμένων ταυτοτήτων και υπαγωγής του υποκειμένου στα συλλογικά σώματα. Η απελευθέρωσή μου δεν απαντάται στα ιερά κείμενα όπως το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο”, το “Forbes Magazine” ή η “Εξέγερση που Έρχεται”. Η ελευθερία δεν είναι μια προσχεδιασμένη μελλοντική ουτοπία · είναι μια βιωμένη εμπειρία όσων διαθέτουν το κουράγιο να την ανακτήσουν για τους εαυτούς τους εδώ και τώρα. Κόντρα στις επαναστατικές πρωτοπορίες που διεκδικούν το μέλλον με τις ποιητικές τους κοινωνικές πλάνες και τις ακαδημαϊκίστικες πραγματογνωμοσύνες τους, εγώ παραμένω ανυπότακτος.

Flower Bomb

Η μπροσούρα στα αγγλικά σε μορφή PDF

Πηγή: Warzone Distro

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Αργεντινή, Μπουένος Άιρες: Κάλεσμα δράσης απ’ τον Ανταγωνιστικό Πυρήνα Fanny Kaplan (FAI-FRI)

Μπουένος Άιρες, Αργεντινή. Ιούνιος 2020

«… Η αναρχία είτε θα είναι έκνομη είτε δε θα είναι αναρχία. Αυτή είναι η ουσία και το νόημά της. Η φύση της. Για τον ίδιο λόγο, κάποιες φορές μάς φαίνεται προφανές πως λησμονούμε να επιμένουμε σχολαστικά στον αντιεξουσιαστικό και άρα, κατ’ επέκταση, στον αντισυστημικό χαρακτήρα της αναρχίας. Λυσσασμένα αντισυστιμηκό! Είμαστε ενάντια σε κάθε εξουσία. Ιδού το μότο μας… Πως είμαστε ενάντια σε κάθε σύστημα κυριαρχίας, πως πολεμάμε ενάντια στην κοινωνική ευταξία ως ολότητα · η τάξη της και οι νόμοι που τη στηρίζουν βρίσκονται στο στόχαστρό μας. Όλοι οι νόμοι έχουν κατασκευαστεί και θα κατασκευάζονται για τη νομική υποστήριξη της καταπίεσης και της κυριαρχίας…»

– Gustavo Rodriguez

Τούτο αποτελεί ένα κάλεσμα στις φίλες και τους φίλους μας, στα συντρόφια μας, στις ομοϊδεάτισσες και στους όχι και τόσο ομοϊδεάτες. Μια θερμή πρόσκληση να υλοποιήσουμε έμπρακτα την όμορφη ανυπακοή και να ξεκλέψουμε τις ζωές μας. Ένα κάλεσμα μάχης ενάντια στο υπάρχον εδώ και τώρα, αναλαμβάνοντας τις συνέπειες μιας ζωής σε πόλεμο.

Για καθεμιά και καθέναν που ζει στην περιοχή που κυριαρχείται απ’ το Αργεντίνικο Κράτος, ή σχεδόν οπουδήποτε στον κόσμο, ακόμα υφίσταται μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης μπρος στην παρούσα συνθήκη. Η εμφάνιση κι η εξάπλωση του Covid-19 μετατράπηκε ραγδαία σε παγκόσμιο πρόβλημα και, καθώς δε θέλουμε ν’ αμφισβητήσουμε την ύπαρξη ή την εγκυρότητά του, θέλουμε ν’ αναδείξουμε το πώς η “επιδημιολογική έξαρση” ξεσκεπάζει το επιβλαβές της ταξικής κοινωνίας και του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού που συντηρείται απ’ τα Κράτη και τις κυρίαρχες οικονομικές γκρούπες του.

Ο ιός κατέληξε η τέλεια δικαιολογία για την τελειοποίηση και την εφαρμογή νέων μηχανισμών ελέγχου, λίαν αποδοτικότερων και αποτελεσματικότερων. Ήταν λοιπόν μια ευκαιρία για την ενίσχυση των Κρατών και των καταναγκαστικών τους μηχανισμών. Καθώς επίσης και για να τεστάρουν νέες μορφές παραγωγικότητας και κοινωνικοποίησης, ενώ αυτές που επλήχθησαν περισσότερο κι εκείνοι που θα βιώσουν τις συνέπειες τούτης της μόνιμης κρίσης ήταν και θα είναι οι ίδιοι όπως πάντα: οι καταπιεσμένες, οι προλετάριοι, τα περιθωριοποιημένα και τα πιο απαξιωμένα κομμάτια της κοινωνίας.

Τα μέτρα που ελήφθησαν απ’ το Αργεντίνικο Κράτος δε μας εξέπληξαν, απ’ την εξαναγκαστική κοινωνική απομόνωση, ως τα φιλανθρωπικά “προγράμματα” και τις επιχορηγήσεις, των οποίων ο σκοπός δεν είναι τίποτα περισσότερο απ’ τον κατευνασμό του πληθυσμού και την αποφυγή πάσης πιθανής ρηγμάτωσης της κανονικότητας, με τη διαμεσολάβηση της πιο προστατευτικής και χαρισματικής εικόνας του νυν επικεφαλής της κυβέρνησης, Alberto Fernandez. Τούτες οι πολιτικές δυστυχίας είναι τυπικές στη σοσιαλδημοκρατία και στο λεγόμενο “κράτος πρόνοιας”, το οποίο έχει κατορθώσει να εκμεταλλευτεί πολύ καλά τους “Περονιστές” και τους εκπροσώπους τους, προκειμένου να κάνει εμφανίσεις και να συντηρεί τούτο το θέαμα. Ανταποκρινόμενος μοναχά στη λογική τού: “ψωμί σήμερα, αύριο πείνα”, κρύβει κάτω απ’ το χαλί την πρεκαριοποίηση των εργατών, τα κύματα των διάφορων απόκληρων, και τη συσσώρευση χρεών που συνδέονται με τα νοίκια και με βασικές παροχές, αναμεταξύ των λοιπών συνεπειών της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού η οποία μεταμφιέζεται σε επιδημία.

Ας προστεθεί κι ο θάνατος αρκετών κρατουμένων, οι οποίοι, αντιμέτωποι με την απειλή της πανδημίας, κινητοποιήθηκαν και μπαχάλεψαν κάμποσες φυλακές στη χώρα, παλεύοντας ενάντια στις άθλιες συνθήκες υγιεινής, τον συνωστισμό και τον εγκλεισμό. Κι επιπροσθέτως, οι απαγωγές κι οι δολοφονίες διάφορων ανθρώπων με ενεργή πολιτική και/ή κοινωνική συμμετοχή.

Το κάλεσμά μας είν’ ένα κάλεσμα για έμπρακτη αλληλεγγύη κι αμοιβαία στήριξη αναμεταξύ των καταπιεσμένων, για την εγκατάλειψη των φιλοδοξιών και της δουλοπρέπειας που προμοτάρεται απ’ τους κυρίαρχους και τις επίπλαστες κριτικές τους. Να μην υπακούσουμε σε καμία εντολή εγκλεισμού και κοινωνικής απομόνωσης, και σίγουρα ας μην αναπαράγουμε τον ρόλο της αστυνομίας για εκείνες κι εκείνους που έχουν την ανάγκη ή το τσαγανό να βγουν έξω στους δρόμους και να σμίξουν με τους δικούς τους. Αρνούμαστε τον διανοουμενίστικο αβανγκαρντισμό και τη δημαγωγία όσων ενορχηστρώνουν τον πόλεμο γύρω μας, όπως επίσης και όλες τις εξουσίες.

Καλούμε τα συντρόφια και τους συμμάχους μας να περάσουμε στην επίθεση, να οπλιστούμε, ν’ αγκαλιάσουμε την επαναστατική δράση, με όλα τα μέσα, ενάντια στην εξουσία σε κάθε της έκφανση, εδώ και τώρα.

– Βασικός μας εχθρός είν’ το Κράτος, το Κεφάλαιο και κάθε μορφή εξουσίας.

– Κάτω οι φυλακές, αλληλεγγύη με τις αιχμάλωτες και τους αιχμαλώτους του κοινωνικού πολέμου ανά τον κόσμο.

– Για τη διάχυση του νέου αντάρτικου πόλης.

Ανταγωνιστικός Πυρήνας Fanny Kaplan (FAI-FRI)

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Χιλή, Σαντιάγο: Ανάληψη ευθύνης για εκρηκτικούς μηχανισμούς σε δύο λεωφορεία κι ένα βενζινάδικο

ΑΝΑΛΗΨΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΓΙΑ ΤΡΕΙΣ ΕΚΡΗΚΤΙΚΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥΣ ΣΤΟ ΣΑΝΤΙΑΓΟ

Η ύπαρξη είναι μίζερη, ζούμε με τη θλίψη τού να παίρνουμε θέση σ’ έναν πόλεμο πού ‘ναι χαμένος από καιρό. Είναι λόγω αυτής της βαθύτατης οδύνης κι οργής που πραγματοποιήσαμε τούτες τις επιθέσεις, έχοντας πάντα στη μνήμη μας κάθε εξεγερμένη καρδιά, και σε αλληλεγγύη με όλα τα ανθρώπινα και μη-ανθρώπινα όντα.

Ακούσαμε το κάλεσμα της φύσης…

Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις επιθέσεις σε δύο λεωφορεία κι ένα βενζινάδικο, όπου τοποθετήσαμε αυτοσχέδιες βόμβες αποτελούμενες από ‘να μπουκάλι βενζίνα δεμένο μ’ ένα γκαζάκι κουζίνας, κι ένα απλό φιτίλι. Παραδόξως, ήταν πανεύκολο να διεκπεραιωθούν οι δράσεις αυτές, αν αναλογιστούμε τις πολυπληθείς και άχρηστες στρατιωτικές και αστυνομικές ομάδες που γυρνοβολάνε σε μια πρωτεύουσα βυθισμένη στις καραντίνες, τους ελέγχους και τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας.

Δεν είμαστε δα καλλιτεχνάδες που γυρεύουν το χειροκρότημα των θεατών, δε μας ενδιαφέρει να σώσουμε τούτον τον κόσμο, εφόσον έχει ήδη σαπίσει, ούτε καν ρομαντικοποιούμε την πανδημία η οποία πήρε τόσες ανθρώπινες ζωές, επωφελώντας τη βιοποικιλότητα, ούτε και τις διάφορες εξεγέρσεις ανά την υφήλιο, επειδή ούτε έχουμε ελπίδα ούτε και πιστεύουμε στις μάζες. Πάραυτα, δεν αρνούμαστε πως μας αρέσει και μας χαρίζει μπόλικη ευγνωμοσύνη κι ευχαρίστηση το να βλέπουμε τον κόσμο να βυθίζεται στο χάος.

Είναι εύκολο να συμπεράνουμε πως η εξολόθρευση της γης, των πλασμάτων και των ψυχών που την κατοικούν, είναι ευθύνη του καπιταλισμού, της εξουσίας, του φασισμού, της προόδου, του κράτους και των πλουσίων · λοιπόν, πράγματι είναι, και θα πληρώσουν γι’ αυτό. Όμως, το πρόβλημα δε βρίσκεται μονάχα εκεί, αλλά στην τεχνο-βιομηχανική κοινωνία που συντηρεί και διαιωνίζει τον όλεθρο, και ως άνθρωποι δεν είμαστε απαλλαγμένοι από δαύτη την ευθύνη.

Ξεκλέβουμε τις ζωές μας απ’ την καταιγίδα, προσπαθώντας να βούμε ένα ψύγμα λευτεριάς στη διαρκή επίθεση, εξαπολύοντας τα αγριότερα ένστικτά μας, γνωρίζοντας πως είτε ανταμώσουμε τον θάνατο είτε τα γηρατειά, ακόμα η ύπαρξή μας θά ‘ναι κατάρα γι’ αυτό το σάπιο σύστημα.

Δεν έχουμε την ανάγκη να χαραμίζουμε τις ενέργειές μας κριτικάροντας τις δράσεις άλλων ομάδων (ξέρουμε ποιοι είναι οι εχθροί μας και επικεντρωνόμαστε σ’ αυτούς). Απευθύνουμε κάλεσμα για επίθεση στο υπάρχον, για αναζήτηση νέων μορφών επίθεσης που να ταιριάζουν στο συγκείμενο, και για πραγμάτωσή τους στο σήμερα, στο τώρα, διότι το αύριο δεν υφίσταται.

Η εξουσία δε ρηγματώνεται με ιδέες ή λόγια, η μνήμη είναι όπλο μονάχα όταν αποκτά υλική υπόσταση.

ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΚΛΟΥΒΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΣΠΕΙΡΟΥΜΕ ΤΟ ΧΑΟΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΟΧΗ

– Αγέλη του Βόρειου Ανέμου

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ισπανία: Για την επικείμενη μεταγωγή του αναρχικού συντρόφου Gabriel Pombo Da Silva

26.06.2020: Εν όψει της επικείμενης μεταγωγής του αναρχικού συντρόφου μας, Gabriel Pombo da Silva, σας ενημερώνουμε πως αν του στέλνετε γράμματα στη φυλακή της Μπανταχόθ, πιθανότατα θα επιστρέφονται ή θα χάνονται.

Ο Gabriel έχει ήδη ενημερωθεί για τη μεταγωγή, αλλά δε γνωρίζουμε ακόμη πότε θα φύγει, ούτε πόσες μέρες θα κρατείται (μεταφορά με “kangaroo van” της Ισπανικής Πολιτοφυλακής), οπότε σας ζητούμε να περιμένετε μέχρι να λάβουμε κάποια ανακοίνωση που να επιβεβαιώνει τον νέο του προορισμό.

Αν τα σωφρονιστικά ιδρύματα και οι σωφρονιστικές αρχές δεν αλλάξουν το “σενάριο”, η φυλακή όπου αναμένεται να μεταχθεί είναι στη Mansilla de las Mulas στη León, όμως πιθανότατα η μεταγωγή δε θα είναι άμεση, και θα πρέπει να περάσει πρώτα από άλλες φυλακές.

Στη φυλακή της Μπανταχόθ, δεν έφτασε στον σύντροφό μας σχεδόν ούτε ένα γράμμα, γι’ αυτό λοιπόν, αν θέλετε να του γράφετε, είναι προτιμότερο να του στέλνετε επικυρωμένα γράμματα, για να μπορεί να ενημερώνεται και να λαμβάνει την αλληλογραφία.

Τούτη είναι η διεύθυνση αυτής της φυλακής:

C.P. Mansilla de las Mulas
Paraje Villahierro
Mansilla de las Mulas
24210 – León, SPAIN

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ιταλία: Θάνατος στο Κράτος – Θάνατος στην Πατριαρχία

Θάνατος στο Κράτος – Θάνατος στην Πατριαρχία

Το πρωί της 12ης Ιουνίου του 2020, οι ROS (Raggruppamento Operativo Speciale / Μονάδα Ειδικών Επιχειρήσεων) προέβη σε μια ακόμη αντι-αναρχική κατασταλτική επιχείρηση, τούτη τη φορά υπογεγραμμένη απ’ την Εισαγγελική Αρχή της Ρώμης. Δυο συντρόφια κατέληξαν υπό κατ’ οίκον κράτηση, και πέντε ακόμη βρίσκονται έγκλειστα στα ιταλικά, γαλλικά και ισπανικά εδάφη.

Μεταξύ των κατηγοριών, ως είθισται πλέον, είναι αυτές της ανατρεπτικής οργάνωσης με τρομοκρατικούς σκοπούς και της υποκίνησης σε διάπραξη εγκληματικών πράξεων. Για μία ακόμη φορά, ο σκοπός είναι να επιτεθούν σ’ εκείνες κι εκείνους που αντιλαμβάνονται την αλληλεγγύη ως επιθετική πρακτική και ενεργή στήριξη των αναρχικών συντροφισσών και συντρόφων που αντιμετωπίζουν την καταστολή. Όπως και στην Μπολόνια τον προηγούμενο μήνα, με την Επιχείρηση “Ritrovo”, οι μέθοδοι επαναλαμβάνονται: μπάτσοι με μπαλακλάβες, σε κάποιες περιπτώσεις με όπλα, σπασμένες ανοιχτές πόρτες, τηλέφωνα να αρπάζονται, έρευνες και κατασχέσεις υπολογιστών και έντυπου υλικού.

Το κράτος, μέσω αυτών των φανταχτερών επιδείξεων, προσπαθεί να μας φοβίσει και να μας κάνει να νιώθουμε απομονωμένες, ακολουθώντας την ίδια γραμμή με δαύτη την πατριαρχική κοινωνία που θα μας ήθελε πειθήνιες, κλειδαμπαρωμένες στους προκαθορισμένους έμφυλους ρόλους μας. Δε μας εκπλήσσει που, όπως και στην περίπτωση αυτήν, τα media δίνουν έμφαση στην παρουσία γυναικών στις έρευνες, δείχοντας κατάπληξη που δεν υποβιβαζόμαστε στη δεύτερη γραμμή. Αρνούμαστε τούτη τη λογική που διανθίζεται με πατερναλισμό, δε γυρεύουμε για προστασία μα για συνενοχή στην επίθεση. Πάντα πολεμούσαμε και πάντα θα πολεμάμε ενάντια σε προσπάθειες ν’ αποφευχθεί η χρήση βίας ως απάντηση στα όσα μας καταπιέζουν.

Δεν ποθούμε μια θέση εντός της πατριαρχικής αυτής κοινωνίας -η οποία συντηρεί κι επίσης αναπαράγει τον εαυτό της μέσω της κατανομής της εξουσίας-, εντός του φύλου που εκλαμβάνεται κοινωνικά ως θηλυκό · ποθούμε μονάχα να χορέψουμε στα συντρίμια της.

Δε μας αφορούν οι νομικές λεπτομέρειες και οι διχαστικές λογικές ενοχής και αθωότητας. Ως φεμινίστριες και αναρχικές μπορούμε μοναχά να δείχνουμε αλληλεγγύη μ’ εκείνες κι εκείνους που επιτίθενται στο πατριαρχικό σύστημα και όλες του τις εκφάνσεις.

Μετατρέπουμε τον φόβο σε οργή, και την οργή σε δύναμη. Κι αυτό μάς κάνει επικίνδυνες.

Θάνατος στο Κράτος

Θάνατος στην Πατριαρχία

Για την Αναρχία

Συνενοχή κι αλληλεγγύη με τα συλληφθέντα συντρόφια της Επιχείρησης “Bialystok”

Λευτεριά σε όλους κι όλες

Κάποιες φεμινίστριες αναρχικές

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Άνθρωποι και αγάλματα

Τα πρόσφατα γεγονότα που προέκυψαν στην επικαιρότητα με αφορμή τους βανδαλισμούς μνημείων διαφόρων αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων της ιστορίας, είναι ένα αρκετά εύγλωττο σύμπτωμα των σημείων των καιρών, που σίγουρα φανερώνει πολλά για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η σύγχρονη δυτική κοινωνία, αλλά όχι όμως αυτά που φαντασιώνονται όσοι συμμετέχουν στα «οδοφράγματα» αυτής της ιδιότυπης σκιαμαχίας. Ο Ρενέ Γκενόν (René Guénon), θρεμμένος από ένα πνεύμα λατινικό που τον θωράκιζε απέναντι στον ρομαντικό πεσσιμισμό της γερμανικής σκέψης, είχε διαγνώσει ορθά, ήδη από το 1937, την ασθένεια που ταλαιπωρεί την μοντέρνα, εκκοσμικευμένη κοινωνία: «Στην εποχή μας, επικρατεί παντού μια παράξενη έλλειψη της αίσθησης της αναλογίας, που κάνει πολλούς όχι μόνο να συγχέουν το ουσιώδες με ό,τι πιο τυχάρπαστο ή ασήμαντο, αλλά να βάζουν στη θέση του κανονικού το ανώμαλο και το άνομο στη θέση του νόμιμου, σαν να ήταν όλα ίδια και να είχαν το ίδιο δικαίωμα ύπαρξης. Για να ξεφύγουμε από αυτή τη σύγχυση οφείλουμε κατ’ αρχάς να είμαστε ικανοί να τοποθετούμε το κάθε πράγμα στη θέση του, δηλαδή να βρίσκουμε την ακριβή του σχέση με τα υπόλοιπα, σύμφωνα με τη φύση και τη σημασία του. Κάτι που ο μεγαλύτερος αριθμός των συγχρόνων μας δεν μπορεί να κάνει, γιατί του λείπει κάθε αίσθηση ιεράρχησης»[1]. Είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη της αίσθησης της αναλογίας που κάνει τους σημερινούς ανθρώπους, όχι μόνο να ερμηνεύουν λάθος τα φαινόμενα, αλλά και να προσλαμβάνουν ως πραγματικότητα ένα κατεξοχήν μη γεγονός.

Από τη μια μεριά, οι υπερασπιστές της συντήρησης έχουν άδικο να φοβούνται τον βανδαλισμό μερικών, αμφίβολης καλλιτεχνικής ποιότητας, αδριάντων. Θά ‘πρεπε μάλλον να αναλογιστούν το πιο γνωστό ιστορικό παράδειγμα καταστροφής έργων τέχνης, αυτό του Βυζαντίου: εκατό χρόνια εικονομαχίας και αιματηρού εμφύλιου δεν κατάφεραν να αλλοιώσουν ούτε στο ελάχιστο την πνευματική ραχοκοκκαλιά της Αυτοκρατορίας κι αυτό γιατί η ορθόδοξη παράδοση κατείχε μίαν αναμφισβήτητα κεντρική θέση τόσο στη συνείδηση των υπηκόων της όσο και στην οργάνωση της καθημερινής τους ζωής. Αν ο φόβος των σύγχρονων συντηρητικών υποδηλώνει κάτι, είναι μάλλον το ότι και οι ίδιοι δεν είναι πλέον και τόσο σίγουροι για τις αξίες τις οποίες υπερασπίζονται δημόσια – κίνδυνος πολύ μεγαλύτερος από την καταστροφή μερικών αντικειμένων… Από την άλλη, ούτε και οι πολεμοχαρείς ακτιβιστές έχουν δίκιο να νομίζουν ότι με το να επιτίθενται σε ένα κομμάτι μάρμαρο ή μπρούτζο κάνουν κάτι περισσότερο από το να ξεσπάνε την μνησικακία τους ή ότι βοηθούν κατά οποιοδήποτε τρόπο να μειωθεί η αδικία που υφίστανται οι άνθρωποι: οι αδριάντες δουλεμπόρων δεν είναι η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα του κακού και αν συγχέουμε αυτά τα δύο (το αίτιο και το αποτέλεσμα), τότε οι όποιες πράξεις μας δεν μπορούν παρά να έχουν όση αποτελεσματικότητα έχει και μια τελετουργία βουντού, όταν τρυπώντας ένα ομοίωμα θέλουμε να προκαλέσουμε πραγματικό κακό στο αναπαριστώμενο πρόσωπο.

Οι σημερινοί ακτιβιστές δεν έχουν ούτε το κουράγιο του Σπάρτακου, που βάδισε ενάντια στις λεγεώνες, ούτε  την συνέπεια ενός μοντέρνου εστέτ όπως ο Μαρινέττι, που επιθυμούσε να πυρπολήσει το Λούβρο, αλλά και ούτε τον εικονοκλαστικό ηρωισμό ενός Ρεμπώ, ο οποίος αφού έφτασε ως το απώτατο όριο τις δυνατότητες της ποίησης, είχε την τόλμη να βυθίσει το «εγώ» του στην ανωνυμία της καθημερινής ζωής “των άλλων”. Σε αντίθεση με τις εμβληματικές αυτές προσωπικότητες της εξέγερσης, οι σύγχρονοι επαναστατημένοι αρκούνται στο πλιάτσικο: δηλαδή σε αντιδράσεις αγέλης, οι οποίες φανερώνουν ότι όσοι συμμετέχουν σε αυτές δεν αποτελούν ενεργά υποκείμενα αλλά μια άμορφη, παθητική μάζα, η οποία όχι μόνο δεν μπορεί να «ξαναγράψει την ιστορία», αλλά, λόγω της ίδιας της φύσης της, είναι καταδικασμένη να υφίσταται τις συνέπειες των αποφάσεων αυτών που πραγματικά κρατούν τα νήματα του κόσμου στα χέρια τους.

Η έλλειψη αίσθησης της αναλογίας έχει όμως κι ένα άλλο αποτέλεσμα στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία προσλαμβάνει αυτά τα γεγονότα. Τόσο οι απόστολοι της εξαναγκαστικής αλληλεγγύης και του υστερικού δικαιωματισμού, όσο και αρκετοί αντίπαλοί τους, κάνουν το λάθος να βλέπουν αυτά τα φαινόμενα με όρους πολιτικής ή οικονομικής σύγκρουσης, δηλαδή λίγο πολύ ουσιοκρατικά, σαν έναν ηρακλείτειο πόλεμο μεταξύ αντιτιθέμενων στοιχειακών δυνάμεων, το αποτέλεσμα του οποίου θα φέρει, υποτίθεται, την ανατολή ενός νέου κόσμου. Δυστυχώς γι’ αυτούς, η πραγματικότητα δεν είναι απλά πιο πεζή, αλλά και ουσιωδώς διαφορετική. Αυτά που συμβαίνουν αποτελούν βέβαια συμπτώματα παρακμής, τα αίτια της οποίας όμως δεν είναι εξωτερικής αλλά εσωτερικής προέλευσης, άμεσα συνδεδεμένα με την αγωνία και τα αδιέξοδα του νεωτερικού πολιτισμού. Πρόκειται για αποτελέσματα μιας ασθένειας, συγγενικής με αυτή της απώλειας της αίσθησης της αναλογίας, που κατατρώει τα σπλάχνα του δυτικού πολιτισμού εδώ και δύο αιώνες, και την οποία ορίζει ο Ρενέ Αλλώ (René Alleau) στο έργο του Η Επιστήμη των Συμβόλων[2]: πρόκειται, ισχυρίζεται ο Γάλλος ιστορικός, για ένα «παραλήρημα ιδεολογικής αφαίρεσης» που οφείλεται στην «απώλεια του νοήματος της ζωτικής αξίας της ποίησης» και κατ’ επέκταση στην πλήρη παρανόηση της έννοιας και της λειτουργίας του συμβολικού. Με τον όρο “ποίηση”, ο Αλλώ δεν εννοεί βέβαια το φιλολογικό είδος, αλλά τον εν γένει διαμεσολαβητικό Λόγο που καθιστά δυνατή «τη μετουσίωση της φύσης και την ενσάρκωση του πνεύματος», την κατεξοχήν δηλαδή πολιτισμική και εκπολιτιστική δραστηριότητα που επιτρέπει στον άνθρωπο να τοποθετηθεί στον κόσμο και να ιχνηλατήσει το νόημα της ύπαρξής του. Η απώλεια της κατανόησης του λόγου ως συστήματος αναλογιών και ο υποβιβασμός του σε απλό κώδικα – είναι ακριβώς το φαινόμενο της διάρρηξης του δεσμού μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, μεταξύ λέξης και κόσμου, για το οποίο γράφει ο Τζορτζ Στάινερ στο βιβλίο του Real Presences – κάνει το σύγχρονο πνεύμα να ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο εξίσου λανθασμένες ερμηνείες της γλώσσας: από τη μια μεριά απλός κώδικας κενός περιεχομένου και φορέας πληροφορίας (ο θρίαμβος της ψηφιοποίησης), και από την άλλη, ειδωλολατρία του εικονικού και πλαστογράφηση συμβόλων (ο θρίαμβος της φωτογραφικής εικόνας).

«Η υποσυνείδητη αίσθηση της ιστορικής αποτυχίας του αστικού πολιτισμού εκδηλώνεται, όπως εξ άλλου και σε κάθε νευρωτική κρίση, με μια κρίση πυρετικού συμβολισμού», γράφει ο Αλλώ[3] και είναι ακριβώς επειδή η σύγχρονη κοινωνία έχει λησμονήσει την λειτουργία της αναλογίας που συγχέει την αναπαράσταση με το αναπαριστώμενο, το συμβολικό και το πραγματικό: ο (πραγματικός) θάνατος ενός ανώνυμου πολίτη μετατρέπεται αυτόματα σε παγκόσμιο σύμβολο καταπίεσης, του οποιουδήποτε, οπουδήποτε και για οτιδήποτε, ενώ ένας (κατασκευασμένος) πίνακας ή μια (κατασκευασμένη) ταινία προσλαμβάνονται ως απτή πράξη βίας που χρήζει άμεσης δικαστικής επέμβασης. Αυτή η ανικανότητα διάκρισης πραγματικού και συμβολικού αποτελεί πλέον μια πραγματική αναπηρία για τη σημερινή κοινωνία, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την οπισθοδρόμηση της πνευματικής ορθοκρισίας του μέσου ανθρώπου, αλλά και σε σχέση με την δύναμή του να επηρεάζει τα κοινά και να δρα. Γι’ αυτό και η οποιαδήποτε δράση του σημερινού “πολίτη”, όση βία κι αν εκλύει, δεν μπορεί να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στο πραγματικό, μιας και αποτελεί, ήδη εν τη γενέσει της, μια “νευρωτική” αντίδραση στο εικονικό σύμπαν των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που είναι και το κατεξοχήν σύστημα εκμετάλλευσης της σύγχυσης πραγματικού και συμβολικού.

Αυτός εξ άλλου είναι ο λόγος για τον οποίο ο σύγχρονος, ψηφιακός ακτιβισμός εξαπολύει όλο και συχνότερες και πιο μανιασμένες επιθέσεις στη τέχνη και στα διάφορα καλλιτεχνικά προϊόντα και όχι στη καθαυτό εξουσία και στα κέντρα της: σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζεται, το καίριο πρόβλημα του σύγχρονου ανθρώπου, παγιδευμένου στις οθόνες και στο θέαμα, δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά η αναπαράσταση, ενώ το “πραγματικό” δεν είναι παρά πρόφαση και δεκανίκι. Η στάση των σύγχρονων χιλιαστών του δικαιωματισμού απέναντι στην τέχνη δεν έχει τις ρίζες της στην παλιά εικονομαχία ή στη δογματική disputatio των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά μάλλον στον εξαγνιστικό φανατισμό του Σαβοναρόλα – ο πρώτος στη νεωτερική εποχή που έκαψε στην πυρά έργα τέχνης για πολιτικούς σκοπούς – και βέβαια στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα στον ναζισμό. Οι ναζιστές – δεξιοτέχνες του πολιτικού ακτιβισμού – μπορεί να διοργάνωναν χάπενινγκ καίγοντας βιβλία, αλλά ποτέ δεν πείραξαν τα πρωτότυπα έργα τέχνης που κατάσχεσαν από τα μουσεία και τις συλλογές της Γερμανίας· αντιθέτως, τα φύλαξαν προσεχτικά προκειμένου να τα πουλήσουν, αναγνωρίζοντας έτσι έμμεσα την “αξία” τους και φανερώνοντας ταυτόχρονα την αδιαφορία τους για την τέχνη καθαυτή. Αυτό που ενδιέφερε τους ναζί ήταν η τέχνη ως μέσο διάπλασης και χειραγώγησης της κοινωνίας, η τέχνη ως προπαγάνδα, η οποία για να είναι αποτελεσματική έπρεπε να εξαγνιστεί, να ευθυγραμμιστεί δηλαδή με την κυρίαρχη ιδεολογία. Γι’ αυτό και τους αρκούσε απλά η απόσυρση των ενοχλητικών έργων από την κοινή θέα και από την συλλογική μνήμη. Είναι το ίδιο ακριβώς που συμβαίνει και σήμερα: τα έργα τέχνης του παρελθόντος φυλάσσονται ζηλότυπα σε μουσεία και συλλογές ως ανυπολόγιστης αξίας σπάνια αντικείμενα, την ίδια στιγμή που η μοντέρνα σεμνοτυφία απαιτεί τον κατάλληλο υπομνηματισμό τους, προκειμένου να καταστούν ακίνδυνα για τα χρηστά ήθη της πολιτικής ορθότητας.

Και βέβαια, ό,τι επιχειρείται στον τομέα της τέχνης, αποτελεί κοινή τάση σε όλα τα κοινωνικά πεδία: ο συνεχής πειραματισμός στο κοινωνικό σώμα, κυρίαρχη τάση όλης της νεωτερικότητας,  προκαλεί όλα αυτά τα φαινόμενα εννοιολογικής “κοπτοραπτικής”, τα οποία με τη σειρά τους παράγουν έναν όλο και πιο ασφυκτικό νομικισμό, μια εμμονική τάση για όλο και περισσότερες νομοθετικές ρυθμίσεις, μέσω των οποίων οι διάφορες κοινωνικές ομάδες παντοειδούς τύπου (φυλετικές, σεξουαλικές, ΜΚΟ κτλ.) προσπαθούν να προσεταιριστούν λίγη από την συνεχώς διογκούμενη κρατική εξουσία. Κι αν είναι παρακινδυνευμένο να προδικάσουμε με βεβαιότητα το αποτέλεσμα της διαδικασίας αποσύνθεσης της δυτικής κοινωνίας, οφείλουμε τουλάχιστον να έχουμε υπ’ όψιν, αν θέλουμε να την κατανοήσουμε έστω και κατ’ ελάχιστο, ότι αυτή η μάχη είναι ένας εμφύλιος πόλεμος στα σπλάχνα του μετα-αστικού πολιτισμού, στον οποίο τα όποια αλλοεθνή ή αλλόφυλλα θύματα παίζουν ένα ρόλο καθαρά υποβοηθητικό και συμβολικό, δηλαδή διακοσμητικό, είτε ως είδωλα είτε ως φετίχ, αλλά σε καμία περίπτωση ως ενεργούντα υποκείμενα ικανά να αλλάξουν τη μοίρα τους.


[1]René Guénon, Il Demiurgo e altri saggi, Adelphi 2007, σελ. 212.

[2]René Alleau, La Science des Symboles, Payot 1976, σσ. 236,237.

[3]ό.π.

Πηγή: respublica