Χρόνος και υποκείμενο στον Γκυ Ντεμπόρ – Μια κριτική στο βιβλίο του Άνσελμ Γιάππε, “Γκυ Ντεμπόρ”

Διαβάζοντας το βιβλίο του  Anselm Jappe για τον Γκυ Ντεμπόρ (Γκυ Ντεμπόρ, Ελεύθερος Τύπος, 1998), διαπίστωσα ότι παρ’ ό,τι ο συγγραφέας του έχει μια αρκετά καλή αντίληψη του  θέματος, του διαφεύγει η ουσία. Οπωσδήποτε δεν είναι καθόλου απλό το θέμα «Γκυ Ντεμπόρ». Νομίζω όμως ότι ο Γιάπε στενεύει υπερβολικά τον Γκυ Ντεμπόρ προκειμένου να ενισχύσει τη δική του άποψη των πραγμάτων.

Μια προκρούστεια προσέγγιση

Για παράδειγμα, ευθύς εξαρχής αφαιρεί από το σώμα της σκέψης του Ντεμπόρ όλα όσα αφορούν στο ζήτημα της οργάνωσης, λέγοντας ότι αυτό το ζήτημα «ήταν σημαντικό άλλοτε, αλλά σήμερα παραπέμπει μάλλον σε βυζαντινές διαμάχες γύρω από την ανθρώπινη ή θεία φύση του Χριστού» (Γιάπε, σελ. 15). Έτσι όμως ξεχνάει αυτό που δήλωνε με έμφαση ο ίδιος ο Ντεμπόρ:

Η άγνοια πάνω στην οργάνωση είναι η κεντρική άγνοια πάνω στην πράξη. Όταν είναι ηθελημένη άγνοια, τότε δεν εκφράζει παρά τη δειλή πρόθεση μιας απόσυρσης από τον ιστορικό αγώνα (…) Το σφάλμα πάνω στην οργάνωση είναι το κεντρικό πρακτικό σφάλμα. Αν είναι θελημένο, αποσκοπεί στο χειρισμό των μαζών. Αλλιώς, είναι τουλάχιστον το πλήρες σφάλμα πάνω στις συνθήκες της ιστορικής πρακτικής. Είναι λοιπόν το θεμελιώδες σφάλμα μέσα στην ίδια τη θεωρία της επανάστασης.[1]

Αυτή η παρασπονδία του Γιάπε δεν εξυπηρετεί μια καλύτερη αποτίμηση του Γκυ Ντεμπόρ, αλλά μάλλον την υποστήριξη της δικής του άποψης, σύμφωνα με την οποία τα οργανωτικά ζητήματα υποτίθεται πως ανήκουν στο παρελθόν και μάλιστα συνδέονται με την «οντολογική» ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υπάρχει ένα «υγιές» υποκείμενο μέσα στον αλλοτριωμένο κόσμο.

Τούτο συμβαίνει διότι, κατά τον Γιάπε, το «προτσέσο της αφαίρεσης» υποτίθεται ότι κυριαρχεί τόσο ολοκληρωτικά και απόλυτα στην σημερινή κοινωνία, ώστε είναι αφελές να μιλάμε, όπως οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ, για «επικοινωνία»:

Όπως συνέβη και στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, ο Ντεμπόρ οδηγήθηκε στην υπόθεση ότι η πραγμοποίηση συγκρούεται μ’ ένα υποκείμενο η ουσία του οποίου δεν υποκύπτει στην πραγμοποίηση. Το υποκείμενο, ακόμα και όπως παρουσιάζεται εδώ και τώρα, πρέπει να είναι, εν μέρει τουλάχιστον, φορέας απαιτήσεων και επιθυμιών διαφορετικών από  εκείνες που δημιουργεί η πραγμοποίηση. Στο Ιστορία και ταξική συνείδηση, όπως και στην Κοινωνία του Θεάματος, μοιάζει να απουσιάζει η υποψία ότι το υποκείμενο θα μπορούσε να έχει διαβρωθεί εντός του από  τις δυνάμεις της αλλοτρίωσης η οποία, καθορίζοντας έτσι το ασυνείδητο των υποκειμένων, τα κάνει να ταυτίζονται ενεργά με το σύστημα που τα εμπεριέχει (Γιάπε, σελ. 41).

Οι λέξεις «ψέμα» και «ψεύδομαι» είναι πολύ συχνές στην Κοινωνία του  Θεάματος και η σπουδαιότητα που αποδίδεται στην «επικοινωνία» παραπέμπει επίσης στην ιδέα μιας αλήθειας που κρύβεται κάτω από το πέπλο της πλαστοποίησης και περιμένει να έλθει στο φως. Μια τέτοια αλήθεια οφείλει να ανήκει σ’ αυτό το αναπαλλοτρίωτο, ως προς την ουσία του, υποκείμενο, για το οποίο μιλήσαμε ήδη. (στο ίδιο, σελ. 167).

Έτσι, μετά από αυτή τη χειρουργική αφαίρεση της οργανωτικής σκέψης από το σώμα του Ντεμπόρ, ο Γιάπε προχωράει και σε μια «ψυχιατρική» εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία το ενδιαφέρον των καταστασιακών για τα οργανωτικά ζητήματα ήταν «σχεδόν ψυχαναγκαστικό» (Γιάπε, σελ. 163).

Η αποκοπή του θεωρητικού από τον αγωνιστή Ντεμπόρ

Βεβαίως, κατά κανένα τρόπο δεν προκύπτει από την όποια προέλαση της «αφαίρεσης» η απόλυτη εξαφάνιση του υποκειμένου και της επικοινωνίας, όπως το θέτει ο Γιάπε. Θα δούμε αργότερα το γιατί. Το ζήτημα αυτή τη στιγμή είναι ότι, ως αποτέλεσμα αυτών των αυθαίρετων αφαιρέσεων και στενεμάτων, τελικά, κατά τον Γιάπε, το μοναδικό ενδιαφέρον της σκέψης του  Ντεμπόρ, η μοναδική «επικαιρότητα [και η] πραγματική καινοτομία της, βρίσκεται κατά μεγάλο μέρος στην υπογράμμιση του βασικού ρόλου της ανταλλαγής και της αρχής της ισοτιμίας στη σύγχρονη κοινωνία» (σελ. 175). Για ποιο λόγο; Όχι διότι έτσι έχουν στ’ αλήθεια τα πράγματα, αλλά επειδή ο ίδιος ο Γιάπε δεν βλέπει στη σημερινή κοινωνία παρά ένα ολοκληρωτικό θρίαμβο της αλλοτρίωσης και έτσι του διαφεύγουν σημαντικές όψεις του  αγώνα εναντίον της —όψεις οι οποίες σχετίζονται ακριβώς με αυτό που οι καταστασιακοί προσδιόριζαν, έστω και χωρίς απόλυτη σαφήνεια, «επικοινωνία», χωρίς να την εδράζουν διόλου σε ένα «υγιές» υποκείμενο, όπως υποθέτει ο Γιάπε.

Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε ο Γιάπε οδηγείται, πολύ χαρακτηριστικά, στο συμπέρασμα ότι οι ιδέες του  Ντεμπόρ παρέχουν «τουλάχιστον ΕΝΑ πλεονέκτημα για το απελευθερωτικό σχέδιο: για πρώτη φορά μπορεί να κινητοποιήσει προς όφελός του το ένστικτο της επιβίωσης» (σελ. 187, η υπογράμμιση του  Γιάπε). Το ένστικτο της επιβίωσης; Στην υπηρεσία του απελευθερωτικού σχεδίου; Μπορντίγκα![2]

Φέροντάς τον στα δικά του μέτρα, ο Γιάπε παρουσιάζει τον Ντεμπόρ ουσιαστικά σαν ένα «θεωρητικό της αλλοτρίωσης», κάπως ανάλογο π.χ. του Λούκατς ή του Αντόρνο, και εκτιμά σαν «πραγματική καινοτομία» του ως προς εκείνους το ότι ο Ντεμπόρ ανέλυσε τη σύγχρονη μορφή της αλλοτρίωσης, το «θέαμα». Πολύ ωραία. Όμως την ίδια στιγμή υποτιμά πλήρως τον Ντεμπόρ ως αγωνιστή εναντίον της αλλοτρίωσης. Η αγωνιστική σκέψη του Ντεμπόρ, η οποία αποτυπώνεται στις οργανωτικές συλλήψεις του, στην οργανωτική πράξη του και στον τρόπο που συνέλαβε το ιστορικό υποκείμενο, ανήκουν κατά τον Γιάπε στο παρελθόν και δεν απηχούν παρά ψευδαισθήσεις, «οντολογικές» παρεκκλίσεις και «σχεδόν ψυχαναγκαστικά» ενδιαφέροντα.

Αυτή η προκρούστεια προσέγγιση του Γιάπε στον Ντεμπόρ φαίνεται και από δύο ακόμα, κατά τη γνώμη μου πολύ σημαντικές, μειώσεις και αποκοπές.

Η μια εντοπίζεται ως εξής. Ενώ εντοπίζει πολύ σωστά στο Ιστορία και Ταξική συνείδηση του Γκιόργκι Λούκατς μια πολύ σημαντική πηγή έμπνευσης του Ντεμπόρ, την υπερτιμά σε βάρος άλλων, εξίσου σημαντικών πηγών της σκέψης του. Έτσι, διαβάζει την Κοινωνία του Θεάματος [στο εξής ΚτΘ] σχεδόν αποκλειστικά με βάση το δεύτερο κεφάλαιό της («Το εμπόρευμα σαν θέαμα») και του διαφεύγει η σημασία και η βαρύτητα τέταρτου κεφαλαίου. Πρόκειται όμως για το μεγαλύτερο και πιο αγωνιστικό κεφάλαιο της ΚτΘ, στο οποίο ο Ντεμπόρ δεν αντλεί πλέον από τον Λούκατς, αλλά από άλλες πηγές, όπως είναι σε μεγάλο βαθμό ο Καρλ Κορς (όλη η ανάλυση του Ντεμπόρ για τον Χέγκελ, τη σοσιαλδημοκρατία και το λενινισμό, ή ακόμα και για την ιστορικότητα της κριτικής θεωρίας, είναι παρμένη από τον Κορς [3]) και η ιστορική συμβουλιακή «υπεραριστερά», η οποία καταπιάστηκε ακριβώς με το ζήτημα της οργάνωσης και της αντιπροσώπευσης. [4]

Επόμενο λοιπόν είναι ότι ο Γιάπε δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη σημασία διαπιστώσεων όπως οι παρακάτω, τις οποίες ο Ντεμπόρ άντλησε από τη δική τους ιστορική εμπειρία:

Η ίδια ιστορική στιγμή όπου ο μπολσεβικισμός θριάμβευσε για λογαριασμό του στη Ρωσία και η σοσιαλδημοκρατία αγωνιζόταν νικηφόρα υπέρ του  παλιού κόσμου, σημαδεύει την ολοκληρωμένη γένεση μιας τάξης πραγμάτων που βρίσκεται στο κέντρο της κυριαρχίας του  σύγχρονου θεάματος : η εργατική αντιπροσώπευση ήρθε σε ριζική αντίθεση με την εργατική τάξη. (ΚτΘ, § 100).

Η επαναστατική αντιπροσώπευση του  προλεταριάτου σε αυτό το στάδιο αποτέλεσε συγχρόνως τον κύριο παράγοντα και το βασικό αποτέλεσμα της γενικής πλαστοποίησης της κοινωνίας. (ΚτΘ, § 101).

Αλλά είπαμε: η ενασχόληση με την αντιπροσώπευση είναι για τον Γιάπε σύμπτωμα «ψυχαναγκασμού»…

Η αποκοπή του Ντεμπόρ από το συλλογικό καταστασιακό εγχείρημα

Η άλλη αφαίρεση του  Γιάπε εντοπίζεται στη σχετική «αποκοπή» του  Ντεμπόρ από τους καταστασιακούς, από την Καταστασιακή Διεθνή ως συλλογικό αγωνιστικό εγχείρημα.

Είναι έως ένα βαθμό αλήθεια ότι ο Ντεμπόρ, όπως τον θέλει ο Γιάπε (και αρκετοί άλλοι όπως έχει φανεί όλα αυτά τα χρόνια), δηλαδή ως ένας ευφυής μεν αλλά μεμονωμένος «θεωρητικός της αλλοτρίωσης» και «θεωρητικός του  θεάματος», σε αρκετά σημεία απομακρύνεται από τη σκέψη των καταστασιακών. Ωστόσο, όλα μα όλα τα μεγάλα θέματα της αγωνιστικής σκέψης του Ντεμπόρ ανήκουν πλήρως στη σκέψη και το συνολικό εγχείρημα των καταστασιακών —και η αλήθεια είναι, ότι μόνο στο πλαίσιο αυτού του συλλογικού εγχειρήματος μπόρεσε ο Ντεμπόρ να τα συλλάβει στον μεγαλύτερο πλούτο τους.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ως προς αυτό, ότι όσο το συνολικό καταστασιακό εγχείρημα (και με ευθύνη του ίδιου) φτώχαινε και όσο ο Ντεμπόρ απομακρυνόταν από αυτό, τόσο περισσότερο η σκέψη του

  • είτε έχανε τον αγωνιστικό χαρακτήρα της και μετατρεπόταν σταδιακά σε μια εν πολλοίς ασφυκτική και αδιέξοδη, θεωρία-πασπαρτού περί ενός θριαμβεύοντος θεάματος[5] (αυτήν ακριβώς τη «θεωρία», που σήμερα επικροτούν διανοουμενίστικοι, ακαδημαϊκοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι από την Αριστερά έως τη Δεξιά, λ.χ. ο Alain de Benoist και ο Charles Champetier), ακριβώς επειδή της λείπει το αγωνιστικό στοιχείο,
  • είτε, πάλι, μεταλλασσόταν σε μια ελιτίστικη, αυτοαναφορική και ναρκισσιστική θεωρία της «απόλαυσης» και της «γοητείας», την οποία επικροτούν με ενθουσιασμό διάφοροι καλλιτεχνίζοντες, μποέμικοι και σνομπ κύκλοι, ακριβώς επειδή η υιοθέτησή της δεν θέτει καμμιά κοινωνική ευθύνη και συνέπεια.[6]

Όπως έχω ήδη επισημάνει αλλού [7], δεν είναι δυνατό να βλέπουμετο καταστασιακό εγχείρημα ως κάτι λιγότερο από μια συναρπαστική απόπειρα σύντηξης μεταξύ τριών μεγάλων ιστορικών ρευμάτων: (α) της υπαρξιακής σκέψης, με το αίτημά της για υπαρκτική πληρότητα και σύνδεση μεταξύ βιώματος και αναπαράστασης· (β) της καλλιτεχνικής δημιουργίας, με το αίτημά της για μια συγκλονιστικά όμορφη ζωή· και (γ) της επαναστατικής πολιτικής πράξης, με το αίτημά της για μια κοινωνική ζωή χωρίς διαχωρισμένη εξουσία.

Όσο λοιπόν περιστέλλει κανείς, όπως ο Γιάπε, τη σκέψη του  Ντεμπόρ π.χ. στον Λούκατς ή ακόμα και στον Χέγκελ, είναι αδύνατον να τη συλλάβει σε όλο της τον πλούτο —και ταυτόχρονα, καθίσταται αδύνατο να συλλάβει πόσο αυτή φτώχαινε και πόσο ολοένα και πιο σχηματική γινόταν όσο απομακρυνόταν από αυτό το συνολικό αγωνιστικό εγχείρημα.

Περί του υποκειμένου

Το βέβαιο είναι ότι, τόσο η αποκοπή του θεωρητικού από τον αγωνιστή Ντεμπόρ, όσο και η αποκοπή του από το συλλογικό καταστασιακό εγχείρημα, συνδέονται άμεσα με τον τρόπο με τον οποίον ο Γιάπε αντιλαμβάνεται το «υποκείμενο».

Είδαμε ότι θεωρεί πως οι απόψεις του  Ντεμπόρ και των καταστασιακών για το υποκείμενο, δηλαδή οι αγωνιστικές τους απόψεις, φλερτάρουν επικίνδυνα με την «οντολογία». Δυστυχώς, δεν κρίνει σκόπιμο να ξεκαθαρίσει τι εννοεί ως «οντολογία». Είναι γνωστή η προκατάληψη των κλασικών υλιστών εναντίον της οντολογίας, την οποία όμως συνταυτίζουν λαθεμένα με την αντίληψη περί μιας «φύσης» του  ανθρώπου, ενώ απεναντίας η οντολογία αναφέρεται στο «είναι» του  ανθρώπου —κάτι πολύ διαφορετικό από τη «φύση», οπωσδήποτε.

Εδώ λοιπόν υπάρχει πράγματι ένα πρόβλημα, το οποίο αφορά στον ορισμό του υποκειμένου —και η αλήθεια είναι, πως δεν είναι πρόβλημα μόνο του  Γιάπε αλλά και του  ίδιου Ντεμπόρ και των καταστασιακών. Στον Ντεμπόρ ωστόσο, και ακόμα περισσότερο στους καταστασιακούς της Διεθνούς, η προβληματική του  υποκειμένου είναι πολύ πιο πλούσια και ουσιαστικότερη από αυτήν του  Γιάπε, και αυτό οφείλουμε να το αναδείξουμε.

Ας ξεκινήσω αναδεικνύοντας μια πολύ σωστή επισήμανση του Γιάπε. Αφορά στο ότι ο Ντεμπόρ συνταυτίζει το υποκείμενο με το χρόνο:

Σε πολλές περιστάσεις ο Ντεμπόρ υπογράμμισε ότι η καταστασιακή στάση συνίσταται στην ταύτιση του  υποκειμένου με το πέρασμα του  χρόνου (Γιάπε, σελ. 41).

Ωστόσο, όταν θεωρεί οντολογικές ψευδαισθήσεις και «νέο-αριστερές» παρεκκλίσεις (σελ. 163) τις αναφορές των καταστασιακών στην «επικοινωνία», δείχνει πως δεν κατανοεί ότι, αυτή η σύλληψη του  υποκειμένου σε συνάρτηση με το χρόνο, δεν είναι «οντολογική» με την (παρεξηγημένη) έννοια της αναφοράς σε ένα «φύσει υγιές» υποκείμενο. Ούτε κατανοεί ότι, αυτή ακριβώς η σύλληψη του  υποκειμένου, σχετίζεται με όλα όσα εννοούσαν (και αγωνίζονταν να πράττουν) οι καταστασιακοί ως «επικοινωνία» συνδέοντάς την με τη «γιορτή», την «κατασκευή καταστάσεων», την «πολυτέλεια»[8], την «κοινότητα» και με το αγωνιστικό συλλογικό υποκείμενο που εναντιώνεται στην αλλοτρίωση.

Έτσι, ο Γιάπε φαίνεται πως παραβλέπει το γιατί και από πού ο Ντεμπόρ οδηγήθηκε να ορίσει το θέαμα ως «το αντίθετο του  διαλόγου» (ΚτΘ § 18), και για ποιο λόγο, κλείνοντας την «Κοινωνία του  Θεάματος», προσδοκούσε την «επιστροφή του  διαλόγου» (ΚτΘ § 221). Όμως, το γεγονός ότι για τους καταστασιακούς και τον Ντεμπόρ «ο άνθρωπος (…) είναι ταυτόσημος με το χρόνο» (ΚτΘ § 125), έχει μια μεγάλη σειρά τόσο από προϋποθέσεις όσο και από συνέπειες.

α) Η καταστασιακή ταύτιση του υποκειμένου με το χρόνο: συνέπειες

Ας δούμε πρώτα τις συνέπειες, όπως τις εκθέτει ο Ντεμπόρ :

Η νίκη της αστικής τάξης είναι νίκη του  βαθιά ιστορικού χρόνου, διότι ο χρόνος της οικονομικής παραγωγής μεταμορφώνει την κοινωνία διαρκώς και εξ ολοκλήρου. (ΚτΘ § 141).

Επειδή όμως η αστική τάξη υποτάσσει τα πάντα στην  «ανταλλακτική αξία», γι’ αυτό το λόγο:

η ιστορία, ενώ είναι παρούσα σε όλο το βάθος της κοινωνίας, τείνει να χαθεί στην επιφάνεια. Ο θρίαμβος του ανεπίστρεπτου χρόνου είναι επίσης η μεταμόρφωσή του σε χρόνο των πραγμάτων, διότι το όπλο της νίκης του υπήρξε ακριβώς η μαζική παραγωγή αντικειμένων σύμφωνα με του ς νόμους του  εμπορεύματος. (ΚτΘ § 142)

Η ίδια η αλλοτρίωση είναι, για τον Ντεμπόρ, απαλλοτρίωση του  χρόνου των ανθρώπων:

Απαραίτητη προϋπόθεση για να οδηγηθούν οι εργαζόμενοι στην κατάσταση παραγωγών και «ελεύθερων» καταναλωτών του  χρόνου-εμπόρευμα, υπήρξε η βίαιη απαλλοτρίωση του  χρόνου τους. (ΚτΘ § 159)

Ωστόσο, ακριβώς επειδή στην αστική τάξη η ιστορία (ο ανεπίστρεπτος χρόνος) είναι παρούσα «σε όλο το βάθος της κοινωνίας», γι’ αυτό το λόγο:

για πρώτη φορά ο εργαζόμενος, στη βάση της κοινωνίας, δεν είναι πια υλικά ξένος προς την ιστορία, διότι τώρα η κοινωνία κινείται ανεπίστρεπτα από τη βάση της. Το προλεταριάτο, αξιώνοντας να βιώσει τον ιστορικό χρόνο που το ίδιο παράγει, ανακαλύπτει τον αναλλοίωτο πυρήνα του  επαναστατικού σχεδίου, που δεν λησμονήθηκε. (ΚτΘ § 143)

Επομένως, για τους καταστασιακούς και τον Ντεμπόρ το επαναστατικό πρόταγμα και το προλεταριάτο συνδέονται άμεσα με την απαίτηση «βίωσης του  ιστορικού χρόνου». Σε αυτό το πνεύμα θεωρούσαν λοιπόν αυτό το πρόταγμα αναπόσπαστο από τη «γιορτή», την «πολυτέλεια», την «κοινότητα» και την «επικοινωνία», ακριβώς επειδή στην απαλλοτρίωσή τους στήθηκε η εμπορευματική κοινωνία :

Αυτή η [αστική] εποχή, που επιδεικνύει στον εαυτό της το χρόνο της, κυρίως σαν ξαφνική επιστροφή πολλαπλών εορτασμών, είναι εξίσου μια εποχή χωρίς γιορτή. Εκείνο που μέσα στον κυκλικό χρόνο ήταν η στιγμή της συμμετοχής μιας κοινότητας στο πολυτελές ξόδεμα της ζωής, είναι αδύνατο για μια κοινωνία χωρίς κοινότητα και χωρίς πολυτέλεια. (ΚτΘ § 154)

Ο Γιάπε τα επισημαίνει όλα αυτά, αλλά επειδή έχει προσεγγίσει τον Ντεμπόρ από μια πολύ στενή οπτική γωνία, δεν βρίσκει τη βαθύτερη διασύνδεσή τους και δεν κατανοεί ότι «θεωρία του θεάματος» χωρίς «επικοινωνία», «γιορτή», «υποκείμενο» και «βιωμένο χρόνο», είναι ένα ανάπηρο και στείρο διανοητικό σχήμα.

β) Η καταστασιακή ταύτιση του υποκειμένου με το χρόνο: προϋποθέσεις

Αυτό θα φανεί καθαρότερα εάν εξετάσουμε τις ευρύτερες προϋποθέσεις ­της καταστασιακής συνταύτισης του υποκειμένου με το χρόνο. Επισημαίνοντας μια υπόδειξη του  Ντεμπόρ (ΚτΘ §  161), ο Γιάπε ανάγει την καταστασιακή προβληματική για τη σχέση μεταξύ υποκειμένου και χρόνου αποκλειστικά στον Χέγκελ. Ωστόσο, ο Χέγκελ είναι ένα μόνο από τα στηρίγματα της καταστασιακής σκέψης. Ένας άλλος πυλώνας της, εξίσου σημαντικός, ο οποίος έχει μάλιστα να κάνει άμεσα με αυτή την καταστασιακή προβληματική για το υποκείμενο, είναι η αντί-χεγκελιανή «υπαρξιακή» φιλοσοφία. Ας το δούμε.

Κάτι που δεν επισημαίνει καθόλου ο Γιάπε όταν εξετάζει τη σύνδεση υποκειμένου και χρόνου στον Ντεμπόρ, είναι το αίσθημα της μελαγχολίας, το οποίο συνοδεύει διαρκώς αυτή τη σύνδεση στο έργο του Ντεμπόρ. Είναι βέβαια αλήθεια ότι αυτό απλώς το υπαινίσσεται ο Ντεμπόρ στην ΚτΘ, όταν σε μια μόνο στιγμή αναφέρεται στο τραγούδι του Λορέντζου των Μεδίκων (ΚτΘ § 139). Είναι επίσης αλήθεια ότι στα «θεωρητικά» γραπτά του γενικότερα αυτό υποβόσκει μεν, αλλά συχνά είναι δύσκολο να το δει κανείς εάν διαβάζει μόνο ότι φαίνεται σε πρώτο πλάνο. Ωστόσο, αυτό το αίσθημα της μελαγχολίας είναι διάχυτο και μάλλον κυρίαρχο στο καλλιτεχνικό έργο του  Ντεμπόρ, και ιδιαίτερα στις πρώτες του ταινίες που έκανε έως το 1961.[9]

Πράγματι, για τον Ντεμπόρ και τους καταστασιακούς, η χεγκελιανή «αναγκαία αλλοτρίωση» την οποία συνεπάγεται ο χρόνος, δεν είναι καθόλου κατ’ ανάγκην αποδεκτή με νηφαλιότητα, και οπωσδήποτε καθόλου με χαρά. Για να κατανοήσουμε όμως τι συμβαίνει εδώ, πρέπει να ξεφύγουμε από τις χεγκελιανές και μαρξιστικές πηγές τους, και να εξετάσουμε τις εξίσου σημαντικές «υπαρξιστικές» καταβολές τους. Χρειάζεται δηλαδή μια σφαιρικότερη ματιά στην όλη περιπέτειά τους.

Ντεμπορική «μελαγχολία» και κιρκεγκωριανή «απελπισία», ο «υπαρξισμός» της καταστασιακής θεώρησης του υποκειμένου

Είναι βέβαιο ότι ο Ντεμπόρ επηρεάστηκε από τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ και ότι, κατά ένα μέρος, εμπνεύστηκε από αυτόν την έννοια της «κατάστασης»[10]. Ακολουθώντας τον Σαρτρ αλλά και απομακρυνόμενος από αυτόν, ο Ντεμπόρ έγραφε το 1957

Η ζωή του ανθρώπου είναι μια σειρά αναγκαστικών καταστάσεων. Αν και καμμιά από αυτές δεν είναι ολόιδια με τις άλλες, στην τεράστια πλειοψηφία τους αυτές οι καταστάσεις διαφέρουν τόσο ελάχιστα και είναι τόσο θολές, που δίκαια δίνουν την εντύπωση ότι είναι απαράλλαχτες. Έτσι, οι σπάνιες αληθινά συναρπαστικές καταστάσεις που γνωρίζουμε στη ζωή, την ακινητοποιούν και την οριοθετούν αυστηρά. Πρέπει να προσπαθήσουμε για την κατασκευή καταστάσεων, δηλαδή συλλογικών ατμοσφαιρών, ενός συνόλου εντυπώσεων που θα καθορίζει την ποιότητα μιας στιγμής. (Έκθεση για την κατασκευή καταστάσεων…, βλ. Το Ξεπέρασμα της Τέχνης).

Σε συνάρτηση με αυτά, έγραφε επίσης στο ίδιο κείμενο:

Η καταστασιακή θεωρία υποστηρίζει αποφασιστικά μια ασυνεχή αντίληψη της ζωής. Η έννοια της ενότητας θα πρέπει να μεταφερθεί από την προοπτική μιας ολόκληρης ζωής (…) στην προοπτική μεμονωμένων στιγμών της ζωής και της κατασκευής κάθε στιγμής, χάρη στην ενιαία χρήση των καταστασιακών μέσων. (στο ίδιο).

Οι μη-χεγκελιανές καταβολές αυτών των προτάσεων είναι σαφείς. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια «υπαρξιακή» προσέγγιση των πραγμάτων, στην οποία, όπως γνωρίζουμε, ο Ντεμπόρ είχε έναν εξαιρετικό δάσκαλο, τον Άσγκερ Γιόρν[11].

Πράγματι, κατά τη δεκαετία του  1950 ο Γιόρν είχε αναδείξει τα όρια της χεγκελιανής διαλεκτικής και φαίνεται να βοήθησε τον νεαρό Ντεμπόρ τόσο στην απομάκρυνσή του από τη φιλοσοφία του Σαρτρ όσο και σε μια μύηση στις ιδέες του  προπάτορα του  «υπαρξισμού», του Σέρεν Κίρκεγκωρ[12]. Αξίζει λοιπόν να σταθώ λιγάκι σε αυτό το θέμα, διότι από εδώ θα μπορέσουμε να διακρίνουμε με ποιο τρόπο ο Ντεμπόρ αντιλαμβανόταν το υποκείμενο και για ποιο λόγο δεν το αντιλαμβανόταν ούτε ακριβώς «οντολογικά», ούτε ακριβώς ως «υγιές», όπως υποστηρίζει ο Γιάπε.

Είναι γνωστό ότι ο Κίρκεγκωρ διαμόρφωσε τη δική του φιλοσοφία κατά πολύ σημαντικό βαθμό σε αντιπαράθεση με τη φιλοσοφία του  Χέγκελ, για τον οποίον έλεγε πολύ χαρακτηριστικά ότι «δεν ήταν παρά ένας καθηγητής φιλοσοφίας και όχι ένας στοχαστής» (Ημερολόγιο, 1849-1850). Πού εντοπιζόταν αυτή η αντιπαράθεση;

Ο Κίρκεγκωρ θεωρούσε ότι, στην αντίληψη του Χέγκελ, το υποκείμενο ολοκληρώνεται όταν ολοκληρώνεται ως διάνοια και μόνο. Για τον Δανό όμως (και εδώ έχει μεγάλη σημασία το ότι ήταν, έστω και κάπως ιδιότυπα, χριστιανός), η ηθική απόφαση και πράξη που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο υποκείμενο, δεν είναι αποτέλεσμα μιας απλής νοητικής ή λογικής διεργασίας. Έτσι, εισήγαγε τον όρο «Ύπαρξη» αντιπαραβάλλοντάς την στο «Είναι», και υποστήριξε ότι το υποκείμενο ολοκληρώνεται όταν ολοκληρώνεται ως «ύπαρξη», διευκρινίζοντας ότι ο άνθρωπος δεν είναι, αλλά γίνεται «ύπαρξη».

Σε αυτό το «δεν είναι, αλλά γίνεται» εντοπίζεται, στον Κίρκεγκωρ (και σε όλη την υπαρξιακή φιλοσοφία), η αγωνιστική και συνάμα εν πολλοίς τραγική σχέση του  ανθρώπου με το χρόνο. Διότι κατ’ αυτή την αντίληψη, η ολοκλήρωση του  ανθρώπου ως ύπαρξη δεν είναι δεδομένη εκ των προτέρων, από τη «φύση» του, αλλά αποτελεί καθήκον του και διακύβευμα της ελευθερίας του. Μέσα στο χρόνο, ο άνθρωπος μπορεί να κερδίσει τον εαυτό του, αλλά μπορεί και να τον χάσει! Μάλιστα, ακόμα κι αν τον κερδίσει κάποια στιγμή, πάλι μπορεί την επόμενη στιγμή να τον χάσει εάν αφεθεί να «διασκορπιστεί» σε ενέργειες αντίθετες προς την υπαρκτική ολοκλήρωση, στην οποία παίρνει μέρος ολόκληρος (ας θυμηθούμε εδώ τι έλεγε ο Γιόρν στο Περί Μορφής). Γι’ αυτό το λόγο, κατά τον Κίρκεγκωρ, στον χρόνο ο άνθρωπος ζει κατά κανόνα μέσα στην απελπισία.

Πέρα από την εμφανή συγγένεια της κιρκεγκωριανής «απελπισίας» με τη ντεμπορική «μελαγχολία»,  είναι πολύ χαρακτηριστική αυτής της σύλληψης και η συγγένειά της με την «ασυνεχή αντίληψη της ζωής», την οποία υποστήριξε ο Ντεμπόρ στην Έκθεση για την Κατασκευή Καταστάσεων (1956). Είναι ορατό ότι και η μία και η άλλη απορρίπτουν τη (χεγκελιανή) γραμμική αντίληψη του  χρόνου και της εξέλιξης του  υποκειμένου. Πράγματι, στην «ασυνεχή αντίληψη της ζωής» η «ολοκλήρωση» (ή «πραγμάτωση» με όρους χεγκελιανούς) του υποκειμένου δεν είναι ποτέ βέβαιη, ούτε και ιστορικά εξασφαλισμένη καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αφού καμιά προηγούμενη λυτρωτική πράξη δεν μπορεί να αποτελεί σίγουρο έδαφος και κεκτημένο «αίτιο» ενός επόμενου απελευθερωτικού «αποτελέσματος». Γι’ αυτό, σε τούτη τη θεώρηση, κάθε «ντετερμινιστικός» εφησυχασμός (π.χ. στο «σχέδιο» της ιστορίας, ή στην «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων») καθίσταται αδύνατος και γελοίος. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό εδώ το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κίρκεγκωρ παρουσίαζε κάθε φορά τον εαυτό του «ασυνεχή», με διαφορετικά ψευδώνυμα, όχι από λατρεία του  ψευδωνύμου όσο για να καταδείξει ότι εκείνος που κάθε φορά μιλάει είναι ο ανολοκλήρωτος υπαρκτικά Σέρεν.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το γεγονός ότι, από τον Κίρκεγκωρ κι έπειτα (δηλαδή πάρα πολύ νωρίτερα από την εμφάνιση της κβαντομηχανικής), ο φιλοσοφικός ντετερμινισμός στη Δύση αρχίζει να κλυδωνίζεται. Μαζί του χάνει κλυδωνίζεται και το φιλοσοφικό πρωτείο της νοησιαρχίας. Πράγματι, σε αυτή τη γραμμή σκέψης συναντάμε στη συνέχεια τον Φρίντριχ Νίτσε με την συγκλονιστικά τραγική ιδέα του  «εσταυρωμένου Διονύσου». Στην ίδια γραμμή έρχεται, αργότερα, ο φιλόσοφος του Είναι και Χρόνος, Μάρτιν Χάιντεγκερ, που πολύ πριν από τον Ντεμπόρ καταγγέλλει, με τον όρο «Man» (ο οποίος μοιάζει πολύ με τον «Ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ), τη συμβατικότητα, την «κοινή γνώμη», την ανικανότητα για πρωτοτυπία και προσωπικό τρόπο έκφρασης, την ομοιομορφία της καθημερινής συμπεριφοράς, θεωρώντας ότι μοναδικό μέλημα του  ανθρώπου είναι να ξεφύγει από τις συμβάσεις του Man και να παλέψει για να γίνει «ύπαρξη».

Για το θέμα μας λοιπόν, είναι αξιοσημείωτο ότι, και γι’ αυτόν το φιλόσοφο της «ύπαρξης» ο άνθρωπος ζει μέσα στην αγωνία, δηλαδή στον «αόριστο φόβο» μήπως συναντήσει το «Τίποτα», μήπως δεν ολοκληρωθεί υπαρκτικά. Όπως και το ότι, για τον επόμενο «υπαρξιστή» στοχαστή, τον Σαρτρ, το κύριο συναίσθημα του  ανθρώπου που αναζητεί την υπαρκτική ολοκλήρωση είναι, μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, η ναυτία και η αηδία –ενώ για τον Αλμπέρ Καμύ, η τραγική κατάσταση του  «ξένου» και του  «Σισύφου».

Μια μαρτυρία του  Ζαν-Μισέλ Μανσιόν, παλιού φίλου και συντρόφου του  Ντεμπόρ από τα χρόνια του  λετρισμού, είναι διαφωτιστική εδώ και κατά την γνώμη μου ειλικρινής:

Στον Γκυ υπήρχε η αναζήτηση μιας απάντησης, η θέληση να πάει κανείς πιο πέρα από την εξέγερση, κι αυτό ήταν το συναρπαστικό (…) Ο Γκυ ήταν ωστόσο ένας άνθρωπος θλιμμένος. Είχε μια αρκετά πεσιμιστική θεώρηση του  μέλλοντος, έστω κι αν αυτό δεν τον εμπόδιζε να αγωνίζεται. Δεν ξέρω αν μπορούμε να πούμε ότι ήταν διχασμένος αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι πίστευε αληθινά στη δυνατότητα ανατροπής του  κόσμου. Πίστευε απόλυτα στην ανάγκη να την προσπαθήσει κανείς, κι εδώ ήταν σωστός, αλλά κατά βάθος ήταν μάλλον πεσιμιστής. (La Tribu, εκδόσεις Allia, 1998).

Ας θυμηθούμε επίσης εδώ την αναφορά του Ντεμπόρ (στον Πανηγυρικό) στον Εκκλησιαστή και στον Ομάρ Καγιάμ. Είναι λοιπόν δυνατόν να παραγνωρίζεται όλη αυτή η τροφή σκέψης, που σημάδεψε τον Γκυ Ντεμπόρ, και να τον στενεύει κανείς στα μέτρα μόνο του Χέγκελ, του Μαρξ και του Λούκατς;

Το πάσχον υποκείμενο και ο χρόνος

Εάν έπειτα από όλα αυτά δούμε την εικόνα του  υποκειμένου στον Ντεμπόρ, καταλαβαίνουμε ότι ο Γιάπε κάνει λάθος όταν νομίζει πως ο Ντεμπόρ και οι καταστασιακοί, όταν μιλούν για «αλλοτρίωση», «επικοινωνία» και «διάλογο», υπονοούν οπωσδήποτε ένα «υγιές» υποκείμενο, ένα «φύσει» υποκείμενο και ότι υιοθετούν μια «οντολογική» (ή μάλλον «φυσικαλιστική») σύλληψη του  υποκειμένου.

Ο Γιάπε φαίνεται να παραβλέπει, συν τοις άλλοις, το σημαντικό γεγονός ότι ο Ντεμπόρ ήταν ένας άνθρωπος που έπινε πολύ και συνειδητά, μέχρι και την πλήρη αυτοκαταστροφή του, όπως το είπε και ο ίδιος. Ας το συνδέσουμε αυτό με τη συνταύτιση του  ανθρώπου με τον «ανεπίστρεπτο χρόνο», την «ασυνεχή αντίληψη της ζωής», την υπαρξιακή μελαγχολία και την απουσία αισιόδοξων ντετερμινιστικών βεβαιοτήτων για την ιστορία. Τότε θα δούμε ότι, κατά ένα πολύ σημαντικό μέρος της σκέψης τους, ο Ντεμπόρ και οι καταστασιακοί δεν συλλαμβάνουν το υποκείμενο αποκλειστικά και μόνο χεγκελιανά, ούτε μαρξιστικά. Πώς ακριβώς το συλλαμβάνουν όμως;

Εδώ δυστυχώς δεν μάς βοηθούν οι ίδιοι γενικά, ούτε ο Ντεμπόρ ειδικότερα. Όχι επειδή δεν το θέλησαν, αλλά επειδή δεν μπόρεσαν να το αποσαφηνίσουν. Ο μαρξισμός του Ντεμπόρ, με την εμπιστοσύνη στην «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» και με τον αγωνιστικό του βολονταρισμό, όπως και η δηλωμένη «μεγαλομανία» του και το γητευτικό παιχνίδι του με τις εντυπώσεις, τον έστρεφαν διαρκώς —σαν μια αντίρροπη δύναμη, θα έλεγε κανείς, προς αυτήν της υπαρξιακής αγωνίας— προς την ιδέα ενός θριαμβεύοντος υποκειμένου, ενός υποκειμένου μάλιστα «απολύτως συνεκτικού», που υποτίθεται πως «έκανε ό,τι ήθελε και ήθελε ό,τι έκανε», και που ασφαλώς ήταν πολύ λίγο καταστασιακό, ελάχιστα σύμφωνο με μια «ασυνεχή αντίληψη της ζωής» και την ποιητική μελαγχολία, ενός υποκειμένου που στο τέλος αφήνεται ανερυθρίαστα και μάλλον θλιβερά να κάνει τον «αυτό-πανηγυρικό» του. Θλιβερά, διότι με αυτό τον τρόπο (και αυτό είναι ιδιαίτερα φανερό στον Ντεμπόρ), η υπαρξιστικής έμπνευσης καταστασιακή σύλληψη του  υποκειμένου στριμωχνόταν στην καλλιτεχνική πλευρά τους, για να αποδυναμωθεί δραστικά  −χωρίς ωστόσο να σβήσει ολότελα− με τη διαγραφή των καλλιτεχνών από το 1962 κι έπειτα.

Είδαμε ωστόσο ότι η «υπαρξιακή» σκέψη συλλαμβάνει το υποκείμενο ως ένα υποκείμενο που αγωνίζεται αβέβαια να ολοκληρωθεί υπαρκτικά, βιώνοντας μέσα στον κόσμο μελαγχολία, απελπισία, αγωνία, αηδία, ξενότητα και ένα σισύφειο έργο, και όχι σαν ένα θριαμβεύον «φύσει υγιές» υποκείμενο. Είδαμε, με άλλα λόγια, ότι η σκέψη αυτή συλλαμβάνει το υποκείμενο ως ένα πάσχον υποκείμενο.

Να το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν : το πάσχον υποκείμενο του Ντεμπόρ και των καταστασιακών δεν είναι εκ φύσεως «πλήρες» και οντολογικά ξένο προς την αλλοτρίωση, δεν είναι «υγιές». όπως ατυχώς φαντάζεται ο Γιάπε.  Ωστόσο, δεν είναι ούτε και ένα υποκείμενο απόλυτα υποταγμένο στην αλλοτρίωση, όπως το υποκείμενο που επίσης φαντάζεται ο Γιάπε μιλώντας για την πλήρη κατάληψη του  «ασυνειδήτου» από το «προτσέσο της αφαίρεσης».

Το πάσχον υποκείμενο δεν είναι ούτε εντελώς υγιές, ούτε εντελώς άρρωστο, ούτε ολοκληρωτικά ξένο προς την αλλοτρίωση, ούτε ολοκληρωτικά καθημαγμένο από αυτήν. Βρίσκεται μάλλον σε μια «τρίτη» κατάσταση ως προς την «υγεία» και την «αρρώστια», την οποία δεν μπορούμε να αντιληφθούμε όσο μένουμε εγκλωβισμένοι στο κλασικό σχήμα όπου «το Α δεν μπορεί να είναι μη-Α, του  τρίτου αποκλειομένου».

Η έκλειψη του πάσχοντος υποκειμένου στον Ντεμπόρ

Αυτό το πάσχον υποκείμενο −το οποίο ανιχνεύεται στον Ντεμπόρ όπου υπάρχει διάχυτη, έστω και υπόγεια, η υπαρξιακή μελαγχολία− δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί με μια χεγκελιανή αισιοδοξία στην «αναγκαία αλλοτρίωση» του  χρόνου, όπως φαίνεται να σκέφτεται ο Γιάπε. Διότι, αντίθετα από τον Χέγκελ, στην υπαρξιακή οπτική ο χρόνος και η πορεία του  υποκειμένου δεν είναι μια πορεία με λίγο-πολύ εξασφαλισμένο το αίσιο τέλος. Είναι μια πορεία ασυνεχής. «Ασυνεχής», όχι με την έννοια του  ασυνάρτητου, όχι με την έννοια μιας διαρκούς εναλλαγής «ρόλων», την οποία ευλογεί η σημερινή κυρίαρχη μηδενιστική ιδεολογία της αυτάρεσκης «ρευστότητας» και του χαρωπού υπαρξιακού «χάους», αλλά με την τραγική έννοια του πάσχοντος ανθρώπινου όντος.

Αν λοιπόν πάρουμε υπόψη μας ότι η «υπαρξιακή» ιδέα του πάσχοντος υποκειμένου και της ασυνεχούς αντίληψης της ζωής ανήκει στις προϋποθέσεις της αγωνιστικής καταστασιακής σκέψης, τότε θα καταλάβουμε καλύτερα μια σειρά από μη-μαρξιστικές έννοιες, τις οποίες προσπάθησαν να φέρουν στο προσκήνιο οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ —έννοιες όπως η γιορτή, η πολυτέλεια, η κοινότητα, ο διάλογος και η επικοινωνία. Διότι αυτές ακριβώς οι έννοιες, που ο Γιάπε προσπερνάει αλόγιστα, φαίνεται πως ήταν γι’ αυτούς η «γέφυρα» ανάμεσα στην υπαρξιακή μελαγχολία και τη μαρξιστική ιστορική αισιοδοξία. Τι άλλο μπορεί να είναι λ.χ. η «κατασκευή καταστάσεων», ή η «γιορτή», από μια συλλογική συνάντηση πασχόντων υποκειμένων, η οποία διαρρηγνύει εκρηκτικά αλλά «ασυνεχώς» τον κόσμο της αλλοτρίωσης; Χρειάζεται να το υποθέσουμε; Μα αυτό ακριβώς μάς βεβαιώνουν τα ίδια τα γραπτά των νεαρών λετριστών και των πρώτων καταστασιακών.

Είναι αλήθεια ότι όταν ο Ντεμπόρ συνδέει την ασυνεχή αντίληψη της ζωής και το υποκείμενο με μια υπεραξίωση της «στιγμής», κάνει ένα σφάλμα (παρασυρμένος ίσως από τον Ανρί Λεφέβρ και τη θεωρία του των «στιγμών»), στο οποίο δεν είχε υποπέσει ο Κίρκεγκωρ. Πράγματι, όπως επισημαίνει ο Γιόρν στο Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, τον Κίρκεγκωρ «η καθαρή στιγμή είναι ένα τρελό όνειρο και μια μάταια ελπίδα». Διότι γι’ αυτόν, η ασυνεχής αντίληψη της ζωής δεν συνεπάγεται μια υπεραξίωση της «στιγμής» αλλά, όντας άρρηκτα δεμένη με την «απελπισία», αξιώνει τη «σωτηρία», την «ολοκλήρωση» του πάσχοντος ανθρώπινου όντος, την υπαρκτική του πληρότητα δηλαδή και όχι κάποια, πάντοτε αβέβαια, επιμέρους επιτεύγματά του.

Από την άλλη μεριά, είναι επίσης αλήθεια ότι ο Ντεμπόρ, στην πολιτική απόπειρά του να αντιπαραθέσει στο «θέαμα» ένα θεαματικά ισχυρό «αντίπαλο δέος» και μια βεβαιότητα περί της τελικής «λύτρωσης», έσπρωξε από μόνος του σε κάποιου είδους αφάνεια αυτή την πλευρά της καταστασιακής σκέψης. Το πάσχον υποκείμενο δεν είχε θέση σε αυτή την απόπειρα, την οποία παρουσίασε με καθαρούς όρους δύναμης, βεβαιότητας, «υγείας», τόσο στο πεδίο της θεωρίας (όπου η «ασυνέχεια» αντικαταστάθηκε από μια ειδωλολατρία της «συνοχής»), όσο και στο οργανωτικό επίπεδο, όπου ο Ντεμπόρ βάλθηκε, κατά το πρότυπο ενός Μπαμπέφ, να παρουσιάζει την Καταστασιακή Διεθνή, ακόμα και εναντίον κάθε πραγματικότητας, σαν μια απολύτως «μη-θεαματική συνωμοσία των Ίσων» —μέχρι τη στιγμή τουλάχιστον όπου, εκ των πραγμάτων, αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ουδέποτε υπήρξε ισότητα στην οργάνωσή του [13].

Επιπλέον είναι γεγονός ότι, από ένα σημείο κι έπειτα τουλάχιστον, ο Ντεμπόρ έκανε το παν ώστε να διαβεβαιώσει ότι ουδέποτε υπήρξε ο ίδιος ένα «πάσχον υποκείμενο» (όπως αυτό που τόσο ποιητικά μάς έδωσε π.χ. στις ταινίες του για το Πέρασμα μερικών προσώπων… ή την Κριτική του  διαχωρισμού, κατά το 1960-1961), αλλά ότι υπήρξε αντίθετα απόλυτος «κύριος και αφέντης» κάθε στιγμής της ζωής του (π.χ. στον Πανηγυρικό), αν όχι και της ζωής άλλων ανθρώπων, όπως στην αφάνταστα άκομψη αναφορά του στο προ πολλού νεκρό φίλο και  μαικήνα του Gerard Lebovici, στην εισαγωγή του στο βιβλίο του Des Contrats [14] (βλ. Για τον ντεμπορισμό).

Με αυτή την έννοια, ο Γιάπε είναι κάπως δικαιολογημένος που αγνοεί αυτήν την καταστασιακή πλευρά της σκέψης του  Ντεμπόρ και τις βαθύτερες προϋποθέσεις της. Κατά κάποιον τρόπο, παρασύρθηκε εδώ από τον ίδιο τον Ντεμπόρ, από την ίδια την αποτυχία του Ντεμπόρ να διατηρήσει τον πλούτο του  αρχικού καταστασιακού εγχειρήματος, από την ίδια αποτυχία των καταστασιακών να παραμείνουν καταστασιακοί.

Συμπέρασμα

Συνδέοντας το υποκείμενο με το χρόνο, οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ ευδόκησαν προς στιγμή μια ασυνεχή αντίληψη όχι μόνο του  χρόνου αλλά και του  υποκειμένου. Ψάχνοντας λοιπόν να βρούμε πώς εννοούσαν το υποκείμενο, δεν θα βρούμε τόσο μια οντολογία του  «υγιούς» υποκειμένου, όπως αυτή που εντοπίζει ο Γιάπε (και ασφαλώς με τίποτα μια μεταφυσική του  «ενστίκτου της επιβίωσης»).

Θα βρούμε κυρίως μια άλλη, πολύ διαφορετική και πολύ αξιόλογη σύλληψη του  υποκειμένου, μέσα από την οποία μπορούμε να καταλάβουμε πολύ καλύτερα το νόημα που πήγαν να δώσουν στην «κατασκευή καταστάσεων», τη «γιορτή», την «πολυτέλεια», το «διάλογο» και την «επικοινωνία».

Αν και είναι θεμιτό να πούμε ποια «θέματα» οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ έφεραν και πάλι στο τραπέζι, θα ήταν σφάλμα να τους αποδώσουμε κάτι περισσότερο απ’ όσα οι ίδιοι μπόρεσαν να επεξεργαστούν. Αλλά θα ήταν επίσης σφάλμα να του αποδώσουμε κάτι λιγότερο, όπως κάνει σε αυτό το βιβλίο του ο Άνσελμ Γιάπε.

Γιάννης Δ. Ιωαννίδης

Ιανουάριος 2003

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Γκυ Ντεμπόρ και Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι, Το Αληθινό Σχίσμα στη Διεθνή, στο «Θέσεις πάνω στην καταστασιακή Διεθνή και τον καιρό της», § 45 (Ελεύθερος Τύπος, 1981).

[2] Δεν είναι επιφώνημα. Ο Ιταλός κομμουνιστής Amadeo Bordiga (1889-1970) θεωρούσε ότι ο καπιταλισμός, σαν ένα είδος φυσικού κατακλυσμού, βάζει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση και τη ζωή των προλετάριων, και ότι αρκεί το ένστικτο της επιβίωσης για να ξεσηκωθούν και να φτιάξουν μια κομμουνιστική κοινωνία. Στο Σχόλιο πάνω στο βιβλίο του Ζιλ Ντωβέ έχω δείξει πιο διεξοδικά το αβάσιμο αυτής της ιδέας. Πολύ περιληπτικά: το «ένστικτο της επιβίωσης» μπορεί μεν να κάνει κάποιους να ξεσηκωθούν, αλλά όχι και να οικοδομήσουν μια καλύτερη, ελεύθερη κοινωνία.

[3] Βλ. Καρλ Κορς, Γιατί είμαι μαρξιστής (Ύψιλον/βιβλία, 1980) και Μαρξισμός και φιλοσοφία (Ύψιλον/βιβλία, 1981).

[4] Ο τίτλος αυτού του κεφαλαίου είναι «Το προλεταριάτο σαν υποκείμενο και σαν αναπαράσταση». Αυτή η τελευταία λέξη στα γαλλικά είναι représentation, που σημαίνει και παράσταση-αναπαράσταση, αλλά και αντιπροσώπευση-εκπροσώπηση. Να σημειώσω όμως ότι ο Ντεμπόρ δεν είναι κατά της αντιπροσώπευσης γενικά, ούτε κατά της δημοκρατίας γενικά (βλ. π.χ. ΚτΘ, § 116, 103, 121).

[5] Βλ. π.χ. τα Σχόλια πάνω στην κοινωνία του θεάματος (Ελεύθερος Τύπος, 1988).

[6] Βλ. π.χ. τους ανεκδιήγητους Πανηγυρικούς του (ο πρώτος κυκλοφόρησε από τον Ελεύθερο Τύπο, 1995).

[7] Το Ξεπέρασμα της Τέχνης, Πρόλογος του μεταφραστή στη β’ έκδοση (Ύψιλον/βιβλία, 1999) και Γ.Δ. Ιωαννίδης, «Για τον ντεμπορισμό» (2001-2006).

[8] Έννοια που εισήγαγε ο Άσγκερ Γιόρν αντιπαραθέτοντάς την στην «άνεση» (βλ. Περί Μορφής. Σκιαγραφία μιας μεθοδολογίας των τεχνών, Νησίδες, 2002).

[9] Ουρλιαχτά υπέρ του Σαντ (1952, ελληνικά Οξύ, 1995), Για το πέρασμα μερικών προσώπων… (1959), Κριτική του διαχωρισμού (1961).

[10] Βλ. Ζ.-Π. Σαρτρ, Situations (Καταστάσεις, 1947 κ.ε.). Ένα άλλο μέρος (βλ. τα «Ντοκουμέντα σχετικά με την καταστασιακή ιστορία, 1» στην ιστοσελίδα happyfew), είναι μια αναφορά του Λέοντα Τρότσκι. Να επισημάνω, ότι και η έννοια της «περιπέτειας» συνδέεται στενά με τον υπαρξισμό του Σαρτρ.

[11] Το πιστοποιούν και οι αναφορές του Γιόρν σ’ αυτόν και στον Ντεμπόρ στο «Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός» (1964, Αλήστου Μνήμης, 2003).

[12] Βλ. το Περί Μορφής.

[13] Βλ. χαρακτηριστικά Το αληθινό σχίσμα στη Διεθνή.

[14] Γ.Δ. Ιωαννίδης, «Για τον ντεμπορισμό».

 

Πηγή: dangerfew

Ν ύ χ τ ε ς τ η ς Ο ρ γ ή ς: Για τις ταραχές στα γαλλικά προάστεια του 2005

Πρωτότυπος τίτλος: Le notti della collera: Sulle recenti sommosse di Francia ~ Filippo Argenti

Για την μετάφραση χρησιμοποιήθηκε κυρίως η αγγλική της Barbara Stefanelli: Nights of Rage: On the recent revolts in France (link)

Είναι κάτι που χτυπά και ξαναχτυπά αδημονώντας την πόρτα μας. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει ν’ ανοίξουμε… Πολλοί κρύβονται σιωπηλοί, κι όχι μόνο οι δειλοί, αλλά κι εκείνοι που είναι πολύ ήσυχοι ή πολύ απασχολημένοι. Δεν επιθυμούν μπλεξίματα. Κι όμως εμπλέκονται καθώς η βοή τους συνεπαίρνει όλο και περισσότερο, κι οι ωτασπίδες τους είναι άχρηστες. Ακόμα κι αν ο λόγος αποτυγχάνει παταγωδώς, ο λόγος που κληρονομήθηκε απ’ τον παλιό κόσμο, με τις παλιές θυσίες του, τις παλιές απεικονίσεις και τον εξωραϊσμό μιας εποχής που πέρασε. Τίποτα δεν είναι όπως ήταν πριν. Οι παλιές λέξεις γκρεμίζονται η μια πάνω στην άλλη γιατί δεν έχουν πουθενά να κρατηθούν, προβάλουν ύψη που κανένα αστείο, καμμιά ειρωνία και καμμιά σοφία δεν μπορούν να αγγίξουν. Η εποχή της μπουρζουαζίας φτάνει στο τέλος της και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τί θα ‘ρθει. Πολλοί έχουν ένα σκοτεινό προαίσθημα και περιθωριοποιούνται. Όμως κι οι μάζες έχουν επίσης μια σκοτεινή διαίσθηση αλλλά είναι ανίκανες να εκφραστούν και καταπιέζονται. Το Παλιό και το Νέο, η αδιάλυτη αντίθεση μεταξύ αυτού που ήταν κι αυτού που θα είναι, δεν μονομαχούν μ’ ευγένεια, αλλά ρίχνονται στην μεταξύ τους μάχη οπλισμένα ως τα δόντια. Μια παλίρροια τραντάζει τη γη. Δεν είναι απλά οικονομικά: δεν είναι απλά το θέμα του να βρούμε να φάμε, να πιούμε και να κάνουμε λεφτά. Δεν είναι απλά ένα θέμα του πως θα κατανέμεται ο πλούτος, ποιοί θα εργάζονται και πώς θα τους εκμεταλλεύονται. Όχι, αυτό που παίζεται εδώ είναι κάτι άλλο: είναι τα πάντα. – Kurt Tucholsky, Weltbόhne, March 11 1920.

Πρόλογος του συγγραφέα

Αυτό το βιβλιαράκι είναι μια μικρή συνεισφορά στην κατανόηση των πρόσφατων (2005) ταραχών στη Γαλλία. Περιττό να το πούμε, δεν αποτελεί μια κοινωνιολογική ή, με μια πιο εξειδικευμένη έννοια, θεωρητική ματιά. Οι εξεγέρσεις μπορούν να κατανοηθούν μόνον απ’ αυτούς που μοιράζονται τις ίδιες ανάγκες με τους εξεγερμένους, δηλαδή μ’ αυτούς που νιώθουν ότι αποτελούν μέρος της εξέγερσης. Μετά από ένα σύντομο χρονολόγιο, στις σελίδες που ακολουθούν τίθεται το ερώτημα του πώς τα γεγονότα του Νοέμβρη στη Γαλλία μας αφορούν όλους, κι επιχειρείται να δωθεί μια πιθανή απάντηση.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ορισμένα σημεία σ’ αυτή τη σύντομη εισαγωγή.

Αν ρίξουμε μια ματιά στις διάφορες επαναστατικές θεωρίες που κυκλοφορούν στη Γαλλία, την Ιταλία και τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, θα δούμε ότι αυτού του είδους οι εξεγέρσεις δεν ήταν καθόλου απρόβλεπτες ούτε απρόσμενες. Κάποιοι σύντροφοι μίλησαν για εμφύλιο πόλεμο, για εκρήξεις που δύσκολα θα συμπίπτουν με τους χώρους όπου το κεφάλαιο συγκεντρώνει κι ελέγχει τους εκμεταλλευόμενους, για την ολοκληρωτική έκθεσή τους στο εμπόρευμα. Όχι τυχαία, οι θέσεις των τελών του 19ου αιώνα για τους βαρβάρους, την κατάρρευση κάθε κοινού λόγου μεταξύ των εκμεταλλευομένων, την αμφισημία της έννοιας του μηδενισμού κλπ, αναθεωρήθηκαν. Ορισμένες έννοιες εκφράζουν, ακόμα και με εμβρυακό και συγκεχυμένο τρόπο, ανάγκες που ξεπερνούν το άτομο. Μ’ αυτήν την έννοια, υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ των εξεγέρσεων αυτών και της επαναστατικής θεωρίας. Είναι ένα είδος διαλόγου εξ αποστάσεως. Σύμφωνα με γάλλους συντρόφους, κάθε απόπειρα άμεσης συνάντησης ως τα τώρα έχει αποτύχει, ενώ η κοινή εχθρότητα προς την αστυνομία ή μια πρακτική αλληλεγγύη προς τους συλληφθέντες δεν είναι αρκετή. Προφανώς, αυτές οι ταραχές αποτελούν καθ΄ εαυτόν θεωρητικές προτάσεις, ένα είδος κριτικής στον κόσμο. Όμως, τί μας λένε; Ασφαλώς όχι ότι οι εξεγερμένοι θέλουν να διαχειριστούν αυτόν τον κόσμο, να πάρουν υπό τον έλεγχό τους την παραγωγή και την τεχνολογία, από τα κάτω. Δεν πρόκειται για το συλλογικό εργατικό (και με τις δυο έννοιες) υποκείμενο, ούτε για τους διανοητικούς εργάτες των φιλοζαπατιστικών διαδηλώσεων για μια δημοκρατική Ευρώπη. Οι φλόγες στη Γαλλία έχουν καταστρέψει κάθε δημοκρατική ψευδαίσθηση ενσωμάτωσης των φτωχών στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο Walter Benjamin έθετε το ερώτημα πώς στα 1830 οι εξεγερμένοι του Παρισιού πυροβολούσαν αυθόρμητα στα ρολόγια της πόλης, ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη και χωρίς κάποιον συντονισμό γι’ αυτήν τους τη δράση. Από μεριάς μας, δεν μπορούμε παρά να διερωτηθούμε γιατί η άγρια νεολαία του σήμερα βάζει φωτιά στ’ αμάξια. Στην πραγματικότητα, τί αντιπροσωπεύει το αυτοκίνητο στη σύγχρονη κοινωνία; Ας αφήσουμε το ερώτημα ανοιχτό.
Καθώς η επιδίωξη παραγωγής μιας σπουδαίας επαναστατικής ανάλυσης που θα εξηγεί τα πάντα και την οποία οι προλετάριοι δε θα μένει παρά να την εφαρμόσουν έχει πια εξαφανιστεί, είναι καιρός η επαναστατική δραστηριότητα η ίδια να ειδωθεί μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αντί να φέρνουμε τα πανώ και τις σημαίες στο σημείο που ξεσπά η πρώτη φωτιά και στήνεται το πρώτο οδόφραγμα, μπορούμε πλέον να στήσουμε οδοφράγματα ή να ξεκινήσουμε φωτιές αλλού, με σκοπό να επεκτείνουμε την εξέγερση, κι όχι να την κατευθύνουμε πολιτικά. Στην πραγματικότητα, ο καημός όσων απ’ την μεριά των εξεγερμένων παραπονιούνται για την έλλειψη κάποιου πολιτικού προγράμματος καταντά αξιοθρήνητος.

Να επεκτείνουμε την εξέγερση ωστόσο, δε σημαίνει να θέτουμε τον εαυτό μας στο επίπεδο των υπαρχουσών πρακτικών ώστε απλά να τις πολλαπλασιάσουμε (καίγονται αμάξια; ας πάμε να κάψουμε κι εμείς περισσότερα τότε!), αλλά στην ανίχνευση του τί πρέπει να χτυπηθεί και πώς, προκειμένου να ξεδιπλωθεί στην ολότητά του ο χαρακτήρας της εξέγερσης.

Την ίδια στιγμή, κάθε σκέψη για ανάδειξη των οργισμένων νεολαίων των προαστείων στο νέο επαναστατικό υποκείμενο θα ήταν εξίσου αξιοκαταφρόνητη. Θα ήταν υπέροχο αν οι φοιτητές στον αγώνα τους ενάντια στην επισφάλεια είχαν πάρει τη σκυτάλη απ’ τους εξεγερμένους του Νοέμβρη. Δεν είναι ακριβώς έτσι όμως. Ακόμη κι αν υπήρχαν αρκετά συνθήματα για απελευθέρωση των (κυρίως ανήλικων) προφυλακισμένων του Νοέμβρη στις διαδηλώσεις και τις συνελεύσεις του Μάρτη και του Απρίλη, οι πραγματικές συναντήσεις των δυο μερών υπήρξαν ελάχιστες. Κι εκεί εμφανίστηκαν αρκετά προβλήματα. Στη διαδήλωση της 23ης Μαρτίου στο Παρίσι, για παράδειγμα, μερικές εκατοντάδες νέοι απ’ τα προάστεια επιτέθηκαν σε φοιτητές, και τους ψείρισαν τα πορτοφόλια και τα κινητά τους τηλέφωνα, χτυπώντας και βρίζοντάς τους. Επιπλέον, χτύπησαν και κόσμο που έτρεχε να διαφύγει τη σύλληψη απ’ την αστυνομία, εν τω μέσω συγκρούσεων και αστυνομικών επιθέσεων. Αυτά τα γεγονότα δεν μπορούν να αποσιωπούνται. Εδαφικές ταυτότητες, προσκόλληση σε εμπορεύματα, περιφρόνηση για τους “προνομιούχους” φοιτητές κλπ, είναι όψεις των προβλημάτων που οι νέες κοινωνικές συγκρούσεις θα φέρουν εντός τους ως κληρονομιά μιας σάπιας κοινωνίας. Καμμιά εξεγερσιακή ιδεολογία δεν μπορεί να τις σβήσει ως δια μαγείας.

Προκειμένου να εξετάσουμε τη σχέση μεταξύ των ταραχών του Νοέμβρη και του κινήματος που κατέκλυσε τη Γαλλία ενάντια στο CPE (συμβόλαιο πρώτης εργασίας, για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και την εντονότερη εκμετάλλευση της φοιτητικής και νεανικής εργασίας), είναι ανάγκη να μελετήσουμε τις μνήμες, τις μαρτυρίες, τα κείμενα. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφασίσαμε να ετοιμάσουμε δυο ξεχωριστές εκδόσεις. Αν επιθυμούμε ν’ αποφύγουμε τις δημοσιογραφικές απλουστεύσεις και την αμφίσημη ρητορική, πρέπει να συλλάβουμε το ζωντανό στοιχείο των εμπειριών του αγώνα.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια κοινοτυπία: η έκφραση “νέοι των προαστείων” δεν σημαίνει ένα πράγμα. Πρώτον, γιατό τα Παρισινά προάστεια έχουν μόνα τους πάνω από 9 εκατομμύρια κατοίκους (και την μέρα που θα εξεγερθούν όλοι αυτοί, θα ναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία), κι έπειτα γιατί τα cités (πολύ αδρά: τεράστια οικιστικά συγκροτήματα που προορίζονταν για φθηνές εργατικές κατοικίες, και πλέον σχηματίζουν ολόκληρες πόλεις, με τις πλατείες και τις αυλές τους), που βρίσκονται εντός των ορίων των μεγαλουπόλεων συμμετείχαν επίσης στις ταραχές.

Πολλοί “νέοι των προαστείων” φοιτούν στις πόλεις (είτε στα Lycées, τα γαλλικά γυμνάσια-λύκεια, είτε στα πανεπιστήμια, στα οποία φοιτούν περισσότεροι οι Γάλλοι, απ’ ό,τι οι Ιταλοί). Με την έννοια αυτή, ένας μεγάλος αριθμός νέων και όχι και τόσο νέων, που συμμετέιχαν στις διαδηλώσεις, τα μπλόκα και τις συγκορύσεις τον Μάρτη και τον Απρίλη ήταν οι ίδιοι άνθρωποι μ’ αυτούς που πυρπολούσαν τις γαλλικές νύχτες το προηγούμενο Φθινόπωρο. Σύμφωνα με αξιόπιστους υπολογισμούς, οι εξεγερμένοι του Νοέμβρη έφταναν τους 50.000, ενώ το “κίνημα ενάντια στο CPE” μετρούσε πάνω από ένα εκατομμύριο συμμετέχοντες. Πολλοί “προαστειακοί νεολαίοι” είχαν στην πραγματικότητα μια φιλήσυχη στάση, ενώ αρκετοί “πιο προνομιούχοι” έδρασαν καταλυτικά στο ανέβασμα του πήχη της σύγκρουσης. Οι στατιστικές που εξηγούν τις εξεγέρσεις βάσει του εισοδήματος γίνονται πλέον πιστευτές μόνο από κοινωνιολόγους. Σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις (την Rennes για παράδειγμα) η συνάντηση μεταξύ φοιτητών και των λεγόμενων casseurs (κυριολεκτικά “σπάστες”) ήταν πολύ αποτελεσματική από στρατηγικής άποψης, κάτι που προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στον Σαρκοζύ και στα επιτελεία του. Στο Παρίσι πάλι, αρκετά λιγότερο. Προφανώς υπάρχουν ακριβείς λόγοι γι΄ αυτό. Για πολλούς “προαστειακούς νέους” είναι καταρχήν δύσκολο να προσεγγίσουν τις διαδηλώσεις στο κέντρο: αν δεν τους σταματήσουν ήδη πριν επιβιβαστούν στα τραίνα, ενώ ακόμα κι αν τα καταφέρουν, τα γαλλικά ΜΑΤ θα τους την πέσουν μόλις βγουν απ’ τον σταθμό. Αν παρολαυτά μπορέσουν να προσεγγίσουν, η περιφρούρηση των συνδικάτων θα τους κρατήσει έξω απ’ το κυρίως σώμα της πορείας, κάτι που μερικοί φοιτητές ακόμα επικροτούν. Είναι λάδι στη φωτιά. Επιπλέον, οι νεότεροι απ’ αυτούς, που δεν είναι τόσο έμπειροι σε ζητήματα άμεσης μάχης με την αστυνομία, εύκολα απομονώνονται απ’ την πορεία μεταξύ λεηλασιών και φωτιών, και κατά συνέπεια συλλαμβάνονται. Φυσικά, αυτό δε δικαιολογεί ένα αδιάκριτο μίσος προς τους άλλους διαδηλωτές, αλλά είναι ενδεικτικό των διαφορετικών κοινωνικών συνθηκών και τρόπων ζωής. Αυτοί που έχουν γευτεί τους ασφυκτικούς ελέγχους των ειδικών αστυνομικών μονάδων, που συχνά οδηγούν σε άγριους ξυλοδαρμούς στους δρόμους ή στα αστυνομικά τμήματα, το βρίσκουν ακατανόητο να βλέπουν πορείες να προχωρούν με αστυνομική συνοδεία σ’ όλο το μήκος τους.

Μ’ άλλα λόγια, χωρίς να πέφτουμε σε υπεραπλουστεύσεις και κρατώντας στο μυαλό ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, μπορούμε να πούμε ότι προς το παρόν στη Γαλλία, ορισμένοι άγριοι νεολαίοι είναι στην πράξη ολομόναχοι σ’ έναν πρωτοφανή αγώνα (απ’ τον Νοέμβρη, παράλληλα με τις ταραχές, εκτυλίχθηκαν μια σειρά από βίαιες ληστείες, όπου παρέες νεολαίων επιτίθενται σε φορτηγάκια σεκιουριτάδων με μπαστούνια του μπέιζμπολ κλπ). Για τους επαναστάτες που ανοιχτά στέκονται με την μεριά της εξέγερσης, ενάντια στην μεριά του Κράτους, δεν είναι τόσο εύκολο να συμβαδίζουν πάντοτε με την κατάσταση, ακόμα κι όταν αφορά ένα αγωνιστικό κίνημα που αποδεικνύεται τόσο ριζοσπαστικό.

Ένα παράδειγμα θα το ξεκαθαρίσει αυτό. Στην αρχή, ο αγώνας είχε επικεντρωθεί στο CPE, αλλά σύντομα απέκτησε συνείδηση του ότι η επισφάλεια δεν εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο νομοσχέδιο, αλλά αντίθετα, αυτό είναι μάλλον το προϊόν ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος, που δεν μπορεί απλά να δεχτεί μερικές μεταρρυθμίσεις. Ακόμα κι αν το κίνημα κέρδιζε ως προς τον συγκεκριμένο στόχο του (όπως ξέρουμε η κυβέρνηση τελικά απέσυρε το αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο), γνώριζε ότι ακόμη βρισκόταν καθηλωμένο στην άμυνα. Το να κάνει ένα βήμα παραπέρα δεν ήταν τόσο εύκολο. Το κύριο σύνθημα του κινήματος, που προτάθηκε στην αρχή δειλά, κι έπειτα σχεδόν επίσημα (δηλαδή με ψηφίσματα φοιτητικών συνελεύσεων) ήτανε: να μπλοκάρουμε τα πάντα. Κι αυτό ήταν. Σταθμοί, δρόμοι, πανεπιστήμια, συγκοινωνίες κι αυτοκινητόδρομοι: η κυκλοφορία ανθρώπων κι εμπορευμάτων διακόπηκε σε μγάλο βαθμό, μέσα σε μια ατμόσφαιρα λαϊκής συναίνεσης. Ακόμα κι όσοι δεν ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν με την αστυνομία, βρήκαν έναν οικείο τρόπο δράσης στα οδοφράγματα, χάρη στην ευχάριστη πολυμορφία των δράσεων που χαρακτηρίζει όλα τα πραγματικά κινήματα. Οι πιο άγριοι, ωστόσο, αυτοί των οποίων η καθημερινή ύπαρξη είναι μια ισόβια ποινή μεταξύ αστυνομικών κυνηγιών και κελλιών κρατητηρίων, μεταξύ τσιμεντένιων κτιρίων κι εμπορικού κέντρου, γι’ αυτούς το θέμα δεν ήταν απλώς να τα μπλοκάρουν όλα, αλλά να τα γαμήσουν όλα! (tout niquer). Η επαναστατική ρητορεία, λειψή από θάρρος και οργανωτικές ικανότητες, στην πράξη τους άφησε μόνους τους. Έπρεπε να είχαμε πολύ περισσότερες εμπειρίες, πολύ περισσότερες φωτιές και λεηλασίες. Όμως ο δρόμος είναι ανοιχτός.

Το βιβλιαράκι αυτό, καθώς και το επόμενο (“Ημέρες της Άρνησης”) είναι μια μικρή συνεισφορά στη διάδοση, τη συζήτηση και την εμπέδωση αυτών των εμπειριών στην Ιταλία. Αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία είναι ένα είδος αμονιού πάνω στο οποίο θα πρέπει να σφυρηλατήσουμε τις ιδέες και τις πρακτικές μας, νυχτερινές ή ημερίσιες.

Μάιος 2006

Τα αποβράσματα

Δεν είναι όλες οι εξεγέρσεις απρόβλεπτες. Φυσικά δεν υπάρχει κάποια μέθοδος για να προβλέψουμε σαν Νοστράδαμοι την ακριβή στιγμή κάθε έκρηξης, αλλά το γεγονός ότι μια εξέγερση συμβαίνει δεν εκπλήσει παρά μόνο όσους έχουν ελάχιστη ιδέα για τον αφόρητο κόσμο στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε. Κι όμως, μόνο έκπληξη δεν είναι, καθώς γνωρίζουμε πως τέτοιες εξεγέρσεις συμβαίνουν συχνά στη Γαλλία, ξαναπιάνοντας κάθε φορά τις ίδιες πρακτικές και τελετουργίες -εκατοντάδες αμάξια καίγονται κάθε χρόνο την παραμονή της πρωτοχρονιάς.
[σημείωση του συγγραφέα: Ακολουθώντας ένα διαδεδομένο παιχνίδι, μοναδικό στην Ευρώπη, την πρωτοχρονιά του 2005, 425 οχήματα πυρπολήθηκαν στη Γαλλία, το 2004 330, το 2003 324, το 2002 379. Το Clichy-sous-Bois, το Aulnay και η La Courneuve είναι οι πόλεις που συμμετέχουν πιο πολύ σ’ αυτό το φαινόμενο. Επίσης, την πρωτοχρονιά του 2004, το μπλακ-άουτ στο Sevran επέτρεψε στους ταραχοποιούς να στήσουν μια ενέδρα στην αστυνομία, που έφαγε αμέτρητες πέτρες από ταράτσες κτιρίων. Μπορούμε να πούμε ότι η πρωτοχρονιά έχει έναν πραγματικά εορταστικό χαρακτήρα στη Γαλλία…]
Οι εξεγέρσεις είναι ένα αναπόφευκτο προϊόν του παρόντος κοινωνικού συστήματος. Κι όταν μια εξέγερση ξεσπά, δεν έχει νόημα ν’ αναρωτιέται κανείς “γιατί γίνεται αυτό”, αλλά “γιατί δε γίνεται παντού, πάντοτε;”. Όμως, κάθε φορά που ξεσπά μια εξέγερση, ο πρώτος μηχανισμός που κινητοποιείται είναι μια προσπάθεια να εγκλειστεί σε μια κατηγορία. Ποιοί είναι οι εξεγερμένοι, από που έρχονται, τί θέλουν; Ξεκινά η έρευνα για ονόματα, ταυτότητες, για τις κατάλληλες κατηγορίες: ξένοι, μετανάστες… όχι, γάλλοι, ναι γάλλοι, αλλά γάλλοι δεύτερης γενιάς, δεύτερης κατηγορίας, γιοί ή εγγονοί μεταναστών, αποκλεισμένων, απόβλητων… Απογοήτευση, μάλλον η θεωρία του ισλαμικού φονταμενταλισμού δε δουλεύει: προφανώς οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι από κείνους που πάνε στο τζαμί -στην πράξη τόσο οι εκκλήσεις όσο και οι κατάρες των ιμάμηδων αποδείχθηκαν άχρηστες. Οι δεξιές εφημερίδες (πχ η Le Figaro) επιχειρούν να στιγματίσουν τους εξεγερμένους ως “μέλη μιας παλαιστηνιακού τύπου Ιντιφάντα”, “ισλαμικά φονταμενταλιστικά στοιχεία”, “τρομοκράτες” κλπ. Αυτές οι διαστρεβλώσεις, ωστόσο, δε φαίνεται να εμπεδώνονται, καθώς ο αγώνας καταφέρνει να επιδείξει τη δική του ασίγαστη ιδιαιτερότητα.

Οι κοινωνιολογικές κατηγορίες χρησιμοποιούνται για να οριστεί, να ταυτοποιηθεί και να εγκλειστεί η εξέγερση, με λίγα λόγια, εντός σαφών εννοιολογικών ορίων. Απ’ τη στιγμή που μια ταυτότητα έχει αποδωθεί στους εξεγερμένους -με πιο συχνή τέτοια, στην περίπτωσή μας, αυτή των κοινωνικών αποβλήτων, μια νέα λέξη για το “περιθώριο” (underclass). Το φάσμα των θεωριών για την διαχείρισή της κυμαίνεται κλασσικά από την αστυνομική καταστολή και τα μέτρα έκτακτης ανάγκης, στην κοινωνική πρόνοια και την παρέμβαση της πολιτείας, να προτάξει, με άλλα λόγια, χείρα τιμωρίας ή οίκτου, η καταστολή και η ενσωμάτωση, το μαστίγιο και το καρότο. Όλα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα το γεγονός ότι άν η αναταραχή κι η εξέγερση είναι άμεσες συνέπειες του συστήματος της κυριαρχίας, το μόνο τέλος που μπορεί να έχουν είναι το τέλος της κυριαρχίας, η ανατροπή της.
Ωστόσο, το να ταυτοποιηθούν τα “αποβράσματα”, να τους δωθεί ενδεχομένως ένα πιο πολιτικά ορθός ορισμός, ενέχει ορισμένες προϋποθέσεις. Για να κατηγοριοποιηθεί ένα τέτοιο φαινόμενο με σχετική συνοχή, πρέπει πρώτα απ’ όλα να οριστεί, και για να οριστεί πρέπει να απομονωθεί. Απ’ την μια, τα όρια της εξέγερσης ορθώνονται για να αναπαραστήσουν τη δράση και τις αιτίες της σαν τυχαία έκτροπα, που παρήγαγε ένα σύστημα το οποίο (παρόλη τη φτώχεια, τον πόλεμο, την μόλυνση, την ολοκληρωτική υπαγωγή στο εμπόρευμα και την καταστροφή ολόκληρου του -έμβιου και μη- κόσμου, και των ζωών όλων) πρέπει να διατηρηθεί, ίσως ακόμα και με ορισμένες κοινωνικές παροχές ταυτόχρονα με την κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Όμως, όπως είναι γενικά γνωστό, αυτό που ήταν εξαίρεση γίνεται ο κανόνας, κατάσταση που συμπεριλαμβάνει τον αποκλεισμό, τη φτώχεια, την κοινωνική αποξένωση, τη γενικότερη υποτίμηση της ζωής.

Δεν πρόκειται ποτέ για μεμονωμένο φαινόμενο, είτε τοπικά ή παγκόσμια. Η φτώχεια, η ανασφάλεια της ζωής στη δυτική κοινωνία, η αστική πολεοδομία στις μητροπόλεις ολόκληρου του κόσμου (απ’ το Λος Άντζελες στην Μπογκοτά, κι απ’ το Αλγέρι στο Παρίσι), η περίφραξη των συνόρων της Ευρώπης-φρούριο, είναι μόνο ορισμένες εκδηλώσεις αυτής της δομικής περίφραξης. Το κόλπο του καρότου και του μαστιγίου, ο συνδυασμός αστυνομικής και δικονομικής καταστολής με την εξαγγελία κοινωνικών παροχών στα προάστεια, μπορεί να ξεγελάσουν μερικούς, αλλά σίγουρα όχι τους -όχι λίγους- που γεύονται την κοινωνική περιθωριοποίηση στο πετσί τους, που νιώθουν ότι νέες και μεγαλύτερες εκρήξεις συναρμολογούνται σε κάθε γωνία, και κυρίως, νιώθουν μια ακατάπαυστη θέληση για εξέγερση να πάλλεται μέσα τους. Και είναι ακριβώς αυτή η ελκυστική γοητεία της εξέγερσης που αποτελεί τον κύριο στόχο της διαδικασίας της κατηγοριοποίησής της.

Στην πραγματικότητα, η διαδικασία της κατηγοριοποίησης, πέραν του να αναπαριστά τη φαινομενικότητα της παρούσας κοινωνικής τάξης σαν να ήταν ουδέτερη, στοχεύει στον διαχωρισμό και την απομόνωση των “αποβλήτων” από όλους τους υπόλοιπους -διαχωρίζοντας ταυτόχρονα όλους αυτούς απ’ τον ίδιο τον εαυτό τους, απ’ την επιθετική δυναμική τους. Μ’ άλλα λόγια, τα απόβλητα έχουν κάποιου είδους κληρονομικού δικαιώματος στην οργή, καθώς η απόγνωση και η αίσθηση της αδικίας είναι αποκλειστικά δικά τους προβλήματα. Όμως εμείς, οι προνομιούχοι αυτής της κοινωνίας, τί θέλουμε; Εντάξει στα γκέττο των σύγχρονων πόλεων, στα banlieues (προάστεια) του Παρισιού, η ζωή είναι διαλυμένη, κενή, κυνηγημένη από κάθε μπάντα της κοινωνικής, υλικής και υπαρξιακής αλλοτρίωσης, πνιγμένη στην απόγνωση και την μεταφυσική ανία. Αλλά η δική μας ζωή; είναι πλουσιοπάροχη και γεμάτη διασκεδάσεις, προοπτικές, πάθος… Η δική μας ζωή; Με συγχωρείτε, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς.

Εκ των πραγμάτων, το επίπεδο της καταπίεσης, και ταυτόχρονα τα ρήγματα που προκαλεί η εξέγερση, αφορούν τους πάντες. Η δυιστική λογική της συμπονετικής αντιπολίτευσης, μεταφράζει την πραγματικότητα με τόσο χονδροειδή τρόπο που αδυνατεί να αντιληφθεί τη δυναμική της εξέγερσης κι αυτών που θα ΄ρθουν. Η διάκριση των νέων απ’ τα προάστεια απ’ τους υπόλοιπους, έπειτα ο διαχωρισμός των βίαιων κι αδιόρθωτων που είναι αδύνατον να πειθαρχηθούν απ’ αυτούς που πρέπει να προστατευθούν απ’ την μόλυνσή τους, δεν είναι παρά μια προσπάθεια να ξεριζωθεί η δυνατότητα εξέγερσης από τα μέσα και το περιβάλλον που χρειάζεται για να εκραγεί. Αυτή είναι η κοινή λογική πίσω από κάθε έκτακτη διαχείριση. Επιπλέον, η εμπέδωση μιας τέτοιας ιδεολογικής διαίρεσης συνθλίβει κάθε πρακτική δυνατότητα. Όπως κάθε εξέγερση, ομοίως και της Γαλλίας απευθύνεται στον καθέναν. Το ξεδίπλωμά της αναπόφευκτα επιρρεάζει τις κινήσεις μας. Τελικά, το ποιο σημαντικό δεν είναι ποιοί είναι αυτοί, αλλά μάλλον ποιοί είμαστε εμείς, και τί θέλουμε να κάνουμε. Καθώς μια μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης υφίσταται είτε διακυρήσσεται επίσημα είτε όχι, το πρώτο πρακτικό μάθημα αφορά την εφαρμογή μιας αποτελεσματικής κατάστασης εξαίρεσης απέναντι στην έκρηξη καταστροφικών πράξεων, τη γρήγορη διάδοσή τους και την άρνηση κάθε εκπροσώπησης.

Ορισμένοι γκρινιάζουν για την υποτιθέμενη έλλειψη σαφών ταξικών στόχων κι επαναστατικής συνείδησης, απενοχοποιώντας έτσι την αποστασιοποίησή τους, αδυνατώντας να βρουν κάποια πολιτική προοπτική ή αποτέλεσμα. Ακόμα, μιλούν για φαινόμενα “βαρβάρων” χωρίς κανένα σχέδιο, ως αποτέλεσμα της “παθητικής διάλυσης της παλιάς εργατικής τάξης”. Κάποιοι άλλοι ποζάρουν ως συνειδητοποιημένοι οργανωτές της εξέγερσης (της επερχόμενης, φυσικά). Ωστόσο, αντί να ασχολούμαστε με το να δείξουμε στους ταραχοποιούς της Γαλλίας τί να κάνουν, θα ήταν προτιμότερο να δούμε τί μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτούς. Υπάρχει μια πρακτική εγρήγορση στις τακτικές της εξέγερσης των “αποβρασμάτων” που λείπει επαίσχυντα ακόμα κι απ’ τους πιο εκλεπτυσμένους “συνειδητοποιημένους” των επαναστατικών χώρων, συχνά τόσο συνειδητοποιημένων που αδυνατούν να πράξουν. Εάν οι Γάλλοι ταραχοποιοί δεν κατάφεραν να “κάνουν ένα ακόμη βήμα για να γίνουν επαναστάτες” (πιθανόν, όμως ποιοί είναι τελικά επαναστάτες σήμερα;), τουλάχιστον με τον τρόπο τους εξέθεσαν τις ενεργητικές δυνατότητές τους στην πιο σκληρή δοκιμασία. Χωρίς να περιμένουν από κανέναν να τους διδάξει “τί να κάνουμε”, κατέθεσαν έμπρακτα τη δική τους εκδοχή για το πώς να το κάνουμε. Πραγματοποίησαν την εκρηκτική οργή τους ως μια εντυπωσιακή σειρά εμπρησμών, χωρίς να τους ενεχειρίζουν σε κανέναν εκπρόσωπο. Η ζωτική δύναμη που απελευθερώθηκε μετά από μακροχρόνια καταπίεση ήταν ταυτόχρονα μια άγρια πυρομανία που αγνοούσε κάθε μορφή αντιπροσώπευσης και απολογίας.

Φαινομενολογία του οργισμένου μηδενισμού

Η οργή είναι η έκφραση της δύναμης που έχει καταπιεστεί για πολύ καιρό, δέσμια και υποδουλωμένη, οργή που εμφανίζεται ως διαπίστωση πως “είμαστε πολύ νέοι για να πεθάνουμε”. Η πρώτη εκδήλωσή της ανοίγεται στον ορίζοντα που χαρακτηρίζεται από μια ολοκληρωτική καταστροφή. Η τυφλή οργή της αιχμαλωσίας δε διακρίνει γύρω της τί θα χτυπήσει, αν θα χτυπήσει στον τοίχο ή θα σπάσει τα χέρια της, το σώμα της μετασχηματίζεται σε πολιορκητικός κριός. Τα πάντα μπορεί να καταστραφούν! Η οργή, εκδηλώνεται στον ορίζοντα του μηδενισμού. Καθώς δε δικαιούνται να επιθυμούν τίποτα για δικό τους, αυτοί οι άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας επιθυμούν αυτό το τίποτα να γίνει πραγματικά τίποτα, να εκμηδενιστεί.

Όμως ο μηδενισμός, αυτός ο ενοχλητικός καλεσμένος, εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές. Οι λιγότερο προφανείς είναι και οι πιο διαδεδομένες, κι επίσης οι πιο δημοφιλείς: είναι ο αυτονόητος μηδενισμός της εξουσιαστικής διαχείρισης της ύπαρξης, που διαβρώνει τα πάντα. Εκμηδενίζει τη ζωή και την αποξενώνει απ’ την ίδια τη δυναμική της, προκειμένου να την αναπαράγει εντός των κατεστημένων θεσμών της τάξης και της πειθαρχίας, της παραγωγής και κατανάλωσης, της παραίτησης και της κυνικής αδιαφορίας.

Το παρόν κοινωνικό σύστημα είναι τόσο μηδενιστικό όσο και οι υπήκοοί του που υποτάσσονται σ’ αυτό, αποδεχόμενοι τις διάφορες μορφές σκλαβιάς, σέρνοντας με απάθεια τα πόδια τους μέρα με την μέρα. Καθώς έχουν ενσωματώσει τα αυτονόητα της οικονομίας και τη φαντασιακή αξία των εμπορευμάτων, η ζωή τους βασίζεται στους υπολογισμούς μεταξύ κόστους και οφέλους, στον διαχωρισμό μεταξύ σκοπού και μέσων, στην εγκατάλειψη στην αθλιότητα του σήμερα και την παθητική προσμονή ενός καλύτερου αύριο. Η μηδενιστική παραγωγή της κυριαρχίας συνίσταται σε δυο συμπληρωματικές κινήσεις: απ’ την μια αποξενώνει, λεηλατεί και ξεγυμνώνει, απ’ την άλλη θαμπώνει, ξαναντύνει, και μασκαρεύει. Όμως η κενότητα στην οποία βασίζεται αυτή η διττή κίνηση και την οποία μετουσιώνει, γίνεται προφανής όταν το δεύτερο σκέλος της (η ψευδής ικανοποίηση των αυταπατών) υπολειτουργεί: όταν το σχολείο, η εργασία κι όλοι οι θεσμοί της πολιτισμένης κοινωνίας του θεάματος απαξιώνονται ως διαμορφωτές-διαχειριστές της ύπαρξης, που κατά συνέπεια, εξωθείται στην παρατεταμένη μετάσταση της αλλοτρίωσής της.

Όταν μια τέτοια μετάσταση εκδηλώνεται τυφλά, όταν έρχεται αντιμέτωπη μ’ έναν απάνθρωπο θάνατο, μπορεί να εκραγεί ως οργισμένος μηδενισμός: καθώς υποβάλλονται βίαια σε μια διάγνωση της κενότητας που περιβάλλει και διαβρώνει τις ζωές τους, αποφασίζουν ανώνυμα, σε επίπεδο προσωπικών σχέσεων, να παραδόσουν την κενότητα αυτή στο τίποτα. Ο οργισμένος μηδενισμός δε ζητά τίποτα, και διαθέτει μια διαυγή αντίληψη του ότι το μόνο που μπορεί να κάνει με όσα τον περιβάλλουν είναι να καταβροχθισθούν απ’ την κενότητά του. Η έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού, απελευθερωτική για τα πιο άγρια πάθη, μπορεί να είναι επίσης μια άδολη χαρά γεννημένη από μια αφόρητη ναυτία για το σύνολο του υπάρχοντος κόσμου. Κι όμως είναι έτσι ακριβώς που εξελίσσεται σε μια αυθεντική καταστροφική ευφορία.

Μετά την εποχή της κυνικής αδιαφορίας, του καιροσκοπισμού και του φόβου, στην παρούσα φάση γενικευμένης προλεταριοποίησης της ζωής, τί είδους αγώνας θα μπορούσε να γίνει; Λυπούμαστε που θα απογοητεύσουμε τους ακούραστους θεματοφύλακες της προόδου, αλλά οι τρέχοντες αγώνες περιλαμβάνουν επίσης μια ολοκληρωτικά καταστροφική πλευρά. Είχε γραφτεί κάποτε: “Μηδενιστές… ακόμα ένα βήμα αν θέλετε να είστε επαναστάτες”. Το να θέλεις τα πάντα, είναι μόλις ένα βήμα απ’ το να μη θες τίποτα. Μπορούμε όμως ακόμα να πούμε: “Επαναστάτες… ακόμα ένα βήμα για να γίνεται μηδενιστές”: απαιτεί μεγάλο θάρρος να συμβαδίζει κανείς με την οργή του. Και πού θα μας πάει; Μα δεν ξέρετε; Δε θα μας πάει πουθενά, αλλά… πού νομίζετε ότι πηγαίνετε όλοι σας;
‘S’ io fossi foco arderei lo mondo’
(“Αν ήμουν φωτιά, θα έκαιγα τον κόσμο”, από σονέττο του Cecco Angiolieri, σύγχρονου του Δάντη)

Η καταστροφική ευφορία του οργισμένου μηδενισμού βρίσκει την κύρια μορφή έκφρασής της στο στοιχείο που αναπαριστά περισσότερο την οργή: τη φωτιά. Οι μολότωφ και οι εκρηκτικοί μηχανισμοί είναι σαν βέλη, με τα οποία σύμβολα και δομές της εξουσίας και του συστήματος στοχοποιούνται: αστυνομικά τμήματα, δημαρχεία, δικαστήρια, τράπεζες, εμπορικά κέντρα και καταστήματα, σχολεία και αυτοκίνητα.

Ορισμένοι απ’ τους στόχους αυτούς πληγώνουν την κοινωνική συνείδηση πολλών ανθρώπων. Γιατί να καίνε τα σχολεία, όταν αυτά θα φέρουν στους κοινωνικά αποκλεισμένους την μόρφωση και την ένταξη στην κοινωνία; Μήπως δεν ήταν η δημόσια εκπαίδευση μια σημαντική κατάκτηση για την ανθρωπότητα και την πρόοδο; Ίσως, αλλά την ίδια στιγμή, ποιός μπορεί να αρνηθεί πως τα σχολεία μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με φυλακές, όντας και τα δύο στοιχεία μιας γενικότερης κοινωνίας-φυλακής, ποιός δεν μπορεί παρά να σιωπήσει μπρος στη φαινομενική ομορφιά ενός σχολείου που καίγεται; Το εκπαιδευτικό σύστημα βασίζεται σε μια αφαίρεση του νοήματος. Με άλλα λόγια, τα σχολεία, όντως μέσα για εισαγωγή στη ζωή, ή μάλλον στην εργασία, που παρέχει τα μέσα για τη ζωή, δεν έχουν άλλο νόημα καθ’ εαυτόν, παρά το νόημα αυτού για το οποίο προετοιμάζουν. Μ’ αυτήν την έννοια, καθώς κάθε μελλοντική προοπτική καταργείται, και το μέλλον συνίσταται σ’ έναν μακρόσυρτο σκοπό μεταξύ ανίας και απόγνωσης, τα σχολεία αδειάζουν απ’ το όποιο παιδαγωγικό τους περιεχόμενο. Όταν ένα μέσο χάνει τη χρησιμότητά του, η διατήρησή του σημαίνει τη φετιχοποίησή του, και τα φετίχ παραδίδονται στην πυρά, πιθανώς, όπως στην περίπτωσή, μας από παιδιά που φωνάζουν “αυτή η νύχτα είναι δική μας”.

Οι συνειδητοποιημένοι απορούν για τα καμμένα αυτοκίνητα: “γιατί να κάψεις το αυτοκίνητο του γείτονα”, λες και ο “γείτονας” αυτόματα αντιμετωπίζει την ίδια κατάσταση έκτακτης ανάγκης με τους ταραξίες. Πρώτον, τα περισσότερα απ’ τα πυρπολημένα αυτοκίνητα ανήκαν άμεσα ή έμμεσα σε θεσμούς. Δεύτερον, τα “αποβράσματα” δεν έρχονται απ’ το πουθενά, αλλά ζουν σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο, το οποίο σε καμμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει μια ομοιογενή ανθρώπινη πραγματικότητα. Απ’ την μία, οι ταραχοποιοί απ’ τα προάστεια ήξεραν ότι μπορούν να βασίζονται στην υποστήριξη και την πρακτική αλληλεγγύη πολλών κατοίκων των γειτονιών τους (χωρίς την οποία δε θα ήταν εφικτό να κρατήσουν είκοσι νύχτες οι ταραχές), απ’ την άλλη φαίνεται να γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τίνος το αμάξι πυρπολούν, και σίγουρα δεν ανήκουν σε άμεσους ή έμμεσους συνεργούς των εξεγερμένων. Στα προάστεια, όπως κι οπουδήποτε αλλού, υπάρχουν ζηλωτές της τάξης και του διαλόγου, ρουφιάνοι και κερδοσκόποι, συνεργάτες της αστυνομίας και κάθε είδους καθήκι, όπως επίσης κι αυτοί που δε συμμερίζονται στην πράξη την αταλάντευτη και σαφή στάση των ταραχοποιών. Οι νέοι των προαστείων δεν ανέχονται κανενός είδους ουδετερότητας, διαλόγους ή συμβιβασμού με τους θεσμούς -κάτι το οποίο εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα προβληματικό τρόπο στο κίνημα ενάντια στο CPE τον Μάρτη και τον Απρίλη του 2006, ειδικά στο Παρίσι.

Οι γείτονες δηλαδή, δεν είναι πάντοτε φίλοι ή “συνένοχοι”. Επίσης, οι εξεγέρσεις δε διεξάγονται σ’ ένα συμβολικό επίπεδο, αλλά στο πραγματικό πεδίο της μάχης. Έτσι, οχήματα παραδίδονται στις φλόγες όχι μόνο επειδή είναι προφανώς μια ευχαρίστηση να βλέπει κανείς τις φωτιές να τα καταπίνουν, αλλά κυρίως ακολουθώντας μια στρατηγική αντίληψη επί του εδάφους, δηλαδή λόγω της θέσης τους στο πεδίο που εκτυλίσσεται ο αγώνας. Είναι μόνο σε μια τέτοια προοπτική πραγματική σύγκρουσης (κι όχι στην κοινωνιολογική μετάφραση ή την πολιτική αναπαράστασή της) που η αξία αυτής της πρακτικής μπορεί να εκτιμηθεί. Η πυρπόληση αυτοκινήτων μπορεί να γίνει ένα ιδιαίτερα παοτελεσματικό μέσο ταχύτατης δημιουργίας οδοφραγμάτων, και ταυτόχρονα είναι ένας εύχρηστος τρόπος να τραβηχθεί η αστυνομία σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου στη συνέχεια συνήθως δέχεται επίθεση με πέτρες ή μολότωφ, ενώ οι ταραχοποιοί μπορούν να σπάσουν και να διαφύγουν εύκολα για να ξαναβρεθούν σε κάποιο προσυνεννοημένο μέρος και να ξαναπιάσουν το παιχνίδι απ’ την αρχή. Αυτή η τακτική εφαρμόστηκε και στο σαμποτάζ σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας με το οποίο ξεκίνησαν μερικές απ’ τις νύχτες της οργής.

Το γεγονός ότι αυτές οι απλές παρατηρήσεις έχουν περάσει απαρατήρητες από τόσο πολλούς “ειδικούς” είναι εντυπωσιακό. Το πιο σημαντικό σημείο πάντως, είναι η σημασία που παίρνει το μητροπολιτικό πεδίο ως πεδίο μάχης για τους τρέχοντες αγώνες κι αυτούς που θα ‘ρθουν. Σε μια κοινωνία που βασίζεται στην κυκλοφορία του χρήματος, της πληροφορίας, των ανθρώπων και των εμπορευμάτων, ο έλεγχος επί του εδάφους είναι μια απ’ τις σημαντικότερες λειτουργίες της εξουσίας. Για παράδειγμα, στις αστικές συγκοινωνίες που μας δολοφονούν αργά, καθημερινά, με το δηλητήριό τους στις μητροπολιτικές ζώνες, οι ελεύθεροι χώροι περιορίζονται στους αποξενωτικούς χώρους μεταβίβασης και εξυπηρέτησης. Πρόκειται για μια ασύμμετρη, απάνθρωπη και δολοφονική πραγματικότητα που εξορίσει τη ζωή, όπου το έδαφος γίνεται ολοένα και πιο άγονο και απαράβατο γι’ αυτούς που, είτε από συστηματικό αποκλεισμό, είτε από προσωπικές τους επιλογές, αδυνατούν να αναπαραχθούν ως εμπορεύματα, και κατ’ επέκταση περιθωριοποιούνται, φυλακίζονται, απελαύνονται.

Την ίδια στιγμή, το έδαφος και η μετακίνηση σ’ αυτό γίνονται στρατηγικοί παράγοντες των αγώνων, με τηην εξάπλωση πρακτικών όπως τα μπλόκα και το σαμποτάζ, η εύρεση νέων τρόπων ζωής και χρήσης του χώρου, και η καταστροφή του κάθε τί που δεν μπορεί να οικειοποιηθεί. Δε γνωρίζουμε ασφαλώς αν αυτό είχαν στο μυαλό τους οι εμπρηστές αυτοκινήτων. Δε γνωρίζουμε αν υπερεκτιμούμε την οργή τους. Αυτό που είναι βέβαιο όμως είναι ότι πίσω απ’ την αρνητική, καταστροφική τους στάση ορθώνεται μια θετική στάση, που αφορά τον τρόπο ζωής τους, τον τρόπο σύναψης ανθρώπινων σχέσεων, που πέρα απ’ την συνεχή εφευρετικότητα λέξεων και χειρονομιών, οικοδομεί μια συνενοχή κι αλληλεγγύη στις ταραχές.

Μια θετική στάση που δε χωράει στην αναπαράσταση που προβάλλουν οι δυνάμεις του εχθρού, για τις οποίες δεν πρόκειται παρά για βάνδαλους, ανόητους και παράλογους μανιακούς. Δεν μας ενδιαφέρει να πλέξουμε ένα νεο-ρεαλιστικό εγκώμιο του περιθωρίου. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να αναρωτηθούμε ξανά, αν είναι εφικτό να ζήσουμε σε χώρους μ’ έναν διαφορετικό τρόπο ούτως ώστε να συναντήσουμε νέους “συνενόχους” και νέες πιθανότητες αγώνα που θα ξεσπά ριζοσπαστικά, χαρμόσυνα κι εφευρετικά.

Μάρτης 2006

———————-

Διάχυτη εξουσία, διάχυτη επίθεση

Η εξουσία δε διαμένει σε κάποια Χειμερινά Ανάκτορα που μπορούν να καταληφθούν απ’ τους επαναστάτες, ούτε βασίζεται στα διάφορα κέντρα παραγωγής που μπορούν να καταλάβουν οι εργάτες. Δε συμπεριλαμβάνει απλώς τις πολιτικές, αστυνομικές και νομικές λειτουργίες, αλλά διαθέτει ένα τριχοειδές σύστημα σχέσεων που, μιας και επεκτείνεται στο σύνολο της κοινωνίας, διαμορφώνοντας τις ατομικές και συλλογικές πράξεις. Η εξουσία παράγει και ευνοεί την αναπαραγωγή μορφών ζωής που η διατροφή, η επικοινωνία, η κίνηση, η σκέψη κλπ προσαρμόζονται ευκολότερα στις απαιτήσεις της. Η εξουσία μοιάζει να έχει κυριαρχήσει παντού, μα για τον ίδιο είναι επίσης εκτεθειμένη παντού -προφανώς σε διαφορετικό βάθος στρατηγικής επίθεσης. Όλο αυτό δεν είναι παρά κοινοτοπίες που θα διδάσκονταν ακόμα και σε κάποιο γαλλικό κολλέγιο, όμως αν είναι έτσι, τότε δε θα ‘πρεπε να παραπονιέται κανείς στα σοβαρά για τη ζημιά που προκαλούν οι ταραχοποιοί προς “άσχετους ανθρώπους”. Είτε πρόκειται για ιδιοκτήτες αυτοκινήτων που πυρπολήθηκαν απ’ τους γάλλους αυτοκινητομάχους, είτε για τους απογοητευμένους πελάτες κάποιας κατεστραμμένης τράπεζας, ή για τους αργοπορημένους οδηγούς λόγω ενός οδοφράγματς, κάθε ισχυρισμός ότι αποτελούν έναν τρίτο, άσχετο μ’ όλο αυτό, ισοδυναμεί μ’ έναν ισχυρισμό ουδετερότητας: μια υπόθεση προς κατάρριψη.

Ασφαλώς, κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι η καταστροφή μιας τράπεζας, μιας φυλακής ή ενός δικαστηρίου είναι κάτι διαφορετικό ποιοτικά απ’ την πυρπόληση ενός αυτοκινήτου στα προάστεια, κάτι που ισχύει αλλά μέχρι ενός σημείου. Για να το αντιληφθούμε καλύτερα, θα μπορούσε κάποιος να διεξάγει το ακόλουθο υποθετικό πείραμα. Ας πάρουμε ως δεδομένο ότι κριτήριο για την ευκρίνεια μιας πρακτικής στην εξέγερση είναι η πιθανότητα γενίκευσής της, οπότε ας υποθέσουμε ότι μια πρακτική θα ακολουθούταν παντού: για παράδειγμα, αν όλες οι τράπεζες καταστρέφονταν, σίγουρα, θα προκαλούνταν ένα χάος αλλά βέβαια θα απείχε ακόμα απ’ το να επιφέρει μια επανάσταση. Ας επαναλάβουμε το πείραμα, με όλα τα αυτοκίνητα αυτή τη φορά να καταστρέφονται. Δε θα ήταν οι συνέπειες το ίδιο, αν όχι και περισσότερο επαναστατικές; Δε θα επέφερε μια ριζική μεταμόρφωση ολόκληρης της κοινωνικής ζωής; Μια υπόθεση που δεν μπορούμε να αρνηθούμε.

~
“Θέλω να πω σ’ όλα τα παιδιά που ζουν σε δύσκολες περιοχές ότι δεν έχει σημασία από που κατάγονται, όλα είναι παιδιά της (Γαλλικής) Δημοκρατίας” -J. Chirac, 14 Νοέμβρη 2005.

“Δημοκρατία είναι μια μορφή διακυβέρνησης που τίθεται πάνω απ’ το λαό, τον χειραγωγεί, τον εκπαιδεύει και τον κάνει ό,τι θέλει. Με τον στρατό της υποχρεώνει τους πιο απείθαρχους να υποταχθούν στους νόμους της. Κι όπως κάθε άλλη διακυβέρνηση, τα μόνα εμπόδια που βρίσκει είναι η αντίσταση των υπηκόων της κι ο φόβος για μια πιθανή εξέγερση” -E. Malatesta

Η ιδεολογία του νομοταγούς πολίτη

“Παιδιά της Δημοκρατίας”: έτσι απευθύνθηκε ο Chirac στους κατοίκους των προαστείων προκειμένου να τους εξευμενίσει -σε μια προσπάθεια να αντισταθμιστούν οι υβριστικές προσβολές του Σαρκοζύ. Όσοι απ’ αυτούς γνωρίζουν πώς λειτουργούν οι δημοκρατικοί θεσμοί, σαν χρυσοποίκιλτες πόρνες, έχουν αρκετούς λόγους να θίγονται: όπως το Κράτος ονομάζεται Πατρίδα όταν είναι έτοιμο να σκοτώσει, αποκαλεί τους υπηκόους του “πολίτες” όταν επιθυμεί τη συνενοχή τους στο νόμιμο έγκλημα.

Η ιδεολογία του πολίτη, βέβαια, έχει δεχθεί κριτική εδώ και πολύ καιρό ως ιδεολογική αντανάκλαση μιας ψευδούς ισότητας που συγκαλύπτει την κοινωνική ιεραρχία, έχει ειπωθεί ότι ο πολίτης δεν είναι παρά η αστική εκδοχή της κοινωνικής ιεραρχίας. Στην υποχώρησή της, η κατάσταση του πολίτη έχει αποκαλύψει τη γυμνή ζωή που ισχυριζόταν ότι έκρυβε. Αυτή ήταν η φρικτή διαπίστωση των δυο παγκοσμίων πολέμων του εικοστού αιώνα: πίσω απ’ τους πολίτες δεν υπήρχε παρά η αστική αντίληψη κοινωνικής ζωής, όμως βαθύτερα, κρυβόταν η γυμνή ζωή που μόλις απαλλάχθηκε απ’ το περιτύλιγμά της, έχασε κάθε αξία, κάθε δικαίωμα, κάθε σεβασμό.

Σήμερα δεν είναι καλύτερα, καθώς οικουμενικά οι πολίτες δεν είναι παρά οι καθημερινοί εκείνοι άνθρωποι που οι συμπεριφορές και τα συναισθήματά τους έχουν ενσωματώσει κάθε κυρίαρχο πρότυπο. Ένας άχρωμος, θλιβερός συμβιβασμός, βασισμένος στην αναισθησία, συγκολλημένος απ’ τον φόβο. Τα τρία συστατικά του σύγχρονου πολίτη είναι η ανικανότητα άρνησης, η αδυναμία αποτελεσματικής δράσης και η ενσωμάτωση της αδυναμίας, ενισχυμένα απ’ την ιλιγγιώδη μείξη τεχνολογικής ανάπτυξης και θεάματος που παράγουν σε πληθώρα κάθε υποκατάστατο ώστε να αποφεύγεται το πανταχού παρόν ενδεχόμενο ψυχολογικής κατάρρευσης, παραίτησης κι απόσυρσης απ’ τον κόσμο. Προκειμένου να εξακολουθεί να ισχυρίζεται κανείς ότι διάγει μια ζωή ήσυχη και “κανονική” στις παρούσες συνθήκες, οφείλει πρώτα να απολέσει την όραση και την ακοή του, κι έπειτα, καθώς τα ανησυχητικά γεγονότα εμφανίζονται παντού και δεν μπορούν πια να αγνοούνται, να εγκαταλείψει τη δυνατότητά του να αντιδρά: εξ ου και η γενικευμένη παραίτηση που αν δεν μετατρέπεται ανοιχτά σε γενική κατάθλιψη είναι γιατί υποστηρίζεται από μια εκτεταμένη χρήση του φόβου, όχι μόνο των άλλων αλλά και του φόβου για το παρόν και το μέλλον του καθενός, και απ’ τις αμέτρητες τεχνοκρατικές μεθόδους του “να ξεφεύγεις”.

Πέρα απ’ την κατάσταση του πολίτη ωστόσο, αναπτύσσονται και διαδίδονται διαφορετικές μορφές ζωής. Όσοι απ’ αυτούς διατηρούν την αίσθηση του ανικανοποίητου απ’ αυτόν τον κόσμο, και επιστρατεύουν τη δύναμη και τη φαντασία τους για να επινοήσουν μορφές αντίδρασης κι επίθεσης ενάντια στην απάνθρωπη κοινοτοπία του, αλλά και το αναγκαίο θάρρος για να τις κάνουν πράξη, τίθενται εκ των πραγμάτων εκτός της ιδιότητας του πολίτη. Διατηρούν τη ζωή τους, τη ζωτικότητα που δεν μπορεί να περιοριστεί απλά στην μια ή την άλλη μορφή επιβίωσης. Απ’ την μια, ανεπιθύμητα προϊόντα αυτής της κοινωνίας, κατακάθια, που διαρκώς επιστρέφουν για να ταράξουν τον ήσυχο ύπνο της, και την ίδια στιγμή λογικά και παθιασμένα όντα της εξέγερσης, παράνομες και βαρβαρικές μορφές ζωής που ακατάπαυστα εμποδίζουν, επιτίθενται και πυρπολούν μέχρι κάθε ίχνος της αδικίας να εκλείψει. Όχι κύριε πρόεδρε, οι εξεγερμένοι της Γαλλίας δεν είναι παιδιά της αιματοβαμμένης δημοκρατίας σας, είναι παιδιά της ίδιας λύσσας που σας περιμένει σε κάθε γωνιά του δρόμου να σας αποδώσει τον λογαριασμό.

~
“Είναι ένα μέτρο ασφάλειας που πάρθηκε για να αποδώσει στην αστυνομία όποια δυνατότητα χρειαστεί προκειμένου να αποκαταστήσει οριστικά την ειρήνη” -J. Chirac

Κατάσταση εξαίρεσης

Η κατάσταση εξαίρεσης είναι ο κανόνας: είναι δύσκολο να βρούμε μια πιο κοινή έκφραση στη σύγχρονη θεωρητική-κριτική παραγωγή λόγου. Είναι εξίσου δύσκολο να βρούμε μια κριτική και πρακτική ανάλυση που να μπορεί να στηρίξει μια τέτοια δήλωση. Η ίδια η έννοια είναι εξαρχής αμφίσημη, καθώς φαίνεται να υπονοεί ότι, ιστορικά ή λόγικά, πίσω απ’ την κατάσταση εξαίρεσης υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει κάποιου είδους αγνής εξουσίας που θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά, χωρίς καταπίεση, βία κι αδικία. Είναι βέβαια γεγονός ότι είναι η εξουσία καθ’ εαυτόν που είναι καταπιεστική, βίαια κι άδικη. Έχοντας αποσαφηνίσει αυτό, είναι η δύναμη των γεγονότων που μας τραβά να αναζητήσουμε τί υπάρχει πίσω απ’ την κήρυξη έκτακτης ανάγκης.

Επισήμως, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι η συρρίκνωση της νομιμότητας (κι επομένως όλων των δικαιωμάτων κι ελευθεριών που υποτίθεται ότι εγγυάται) προκειμένου να υπερασπιστεί η ίδια η νομιμότητα. Αυτή η διαδικασία, που είναι φαινομενικά παράδοξη, δικαιολογείται τυπικά βάσει μιας οποιασδήποτε απειλής. Το γέγονος ότι γίνεται ο κανόνας, σημαίνει ότι η κατάσταση εξαίρεσης εφαρμόζεται τόσο συχνά, ανεξάρτητα απ’ τις επίσημες διακηρύξεις: απ’ την διαχείριση της μετανάστευσης (που όχι απλά εμπεριέχει εξοντωτικούς περιορισμούς στο “δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης”, αλλά βασίζεται στην ίδια την αρχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης, με τα “κέντρα κράτησης”), στην επετειακή ανακήρυξη κόκκινων ζωνών (όπου οι όποιες πολιτικές ελευθερίες πρακτικά καταργούνται), στην διόγκωση του κατασταλτικού μηχανισμού (που πλέον εισβάλει σε κάθε όψη της προσωπικής ζωής των ατόμων, παρά τις δημοκρατικές διακηρύξεις για την “προστασία της ιδιωτικής ζωής”), στην καθημερινότητα της αστυνομικής βίας (η “κακοποίηση” τείνει να είναι ευφημισμός για ό,τι συμβαίνει στους δρόμους ή σε τμήματα), και η λίστα των κανονικών καταστάσεων εξαίρεσης θα μπορούσε να συνεχίζεται για ολόκληρες σελίδες. Είναι προφανές ότι οι νεολαίοι των προαστείων γνωρίζουν πολύ καλά ότι όλα αυτά αποτελούν την “ομαλότητα” καθώς όχι μόνο ζουν οι ίδιοι σε μια χωροταξική κατάσταση εξαίρεσης αλλά και δέχονται την αστυνομική καταστολή σε καθημερινή βάση, σ’ όλο το φάσμα των εξευτελισμών, της κακοποίησης και της ανοιχτής βίας που συνοδεύει μια τυπική εξακρίβωση στοιχείων ή έναν έλεγχο.
Η κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη Γαλλία δε θα ήταν τόσο σκανδαλώδης στην πραγματικότητα, αν δε στιγματιζόταν από έναν συμβολικό χαρακτήρα: η επαναφορά ενός νόμου του 1955 που εισήχθηκε στη διάρκεια της πολεμικής επέμβασης στην Αλγερία, αποκαλύπτει την οσμή της αποικιακής διαχείρισης στην εσωτερική πολιτική: με άλλα λόγια, ήταν μια επιβεβαίωση απ’ την μεριά της κυβέρνησης ότι στο εσωτερικό της χώρας διεξάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος.

Η ομαλότητα της κατάστασης εξαίρεσης, λοιπόν, αναπόφευκτα αποκαλύπτει τη βία που το Κράτος και η νομιμότητά του βασίζονται: βία που σκοπεύει στην πάσει θυσία διασφάλιση του Κράτους (κυρίως με την μορφή του κρατικού μονοπωλίου της βίας: αστυνομία, δικαστήρια, φυλακές), και βία που σκοπεύει στην εξάπλωση του Κράτους (πόλεμοι, εμπάργκο, φυλακές υψίστης ασφαλείας κλπ). Όμως αυτή η ομαλότητα δείχνει επίσης το πώς η εξουσία είναι διαρκώς σε επιφυλακή για κάποια άμεση απειλή, για τη διάδοση μιας εξεγερτικής δυναμικής που θα ήταν δύσκολο να διαχειριστεί και να καταστείλει, εάν εξαπλωνόταν αποτελεσματικά. Εξ ου και η λήψη αναρίθμητων αποτρεπτικών μέτρων, όπως η ασταμάτητη προπαγάνδα περί τρομοκρατίας, μια διαρκώς επανερχόμενη κρίση και η διάδοση της ανασφάλειας, που μεταμορφώνει τους φόβους μιας σαθρής εξουσίας σε κοινές φοβίες των υπηκόων της.

Η κατάσταση εξαίρεσης, ωστόσο, έχει μια άλλη δυναμική που σπάνια τονίζεται από τη θεωρητική κριτική. Ο Benjamin μίλησε για μια ρήξη του ιστορικού συνεχούς: ένα επαναστατικό ξέσπασμα συμπίπτει με τη διάρρηξη της ομαλότητας, και -με μια διαπίστωση ότι είναι αδύνατον να συνεχιστεί έτσι- θέτει σε κίνηση την καταστροφική του ικανότητα. Οπότε, δεν έχει νόημα να αναζητάμε το πολιτικό πρόγραμμα, τις προοπτικές ή τους στόχους της εξέγερσης. Κάτι τέτοιο δε θα ήταν παρά μια αξιοθρήνητη οπισθοδρόμηση στο γνωστό “Τί να κάνουμε;”, ένα ζήτημα που μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα χαθεί τελικά στους σκουπιδοτενεκέδες της Ιστορίας. Μπορούμε απλούστερα να αναρωτηθούμε τί μπορεί ο καθένας μας να κάνει γι αυτό, κάθε τί άλλο δε θα ήταν παρά ένα placebo.

~
“Θέλω να ‘μαι αποδεκτή γι’ αυτό που είμαι”-μια 26χρονη αλγερινής καταγωγής

“Εργάτες προσέξτε! Μη στιγματίζετε τους αδερφούς σας, αυτούς που αποκαλούνε κλέφτες, δολοφόνους, πόρνες, επαναστάτες, φυλακισμένους, με το στίγμα της υποτίμησης. Μην τους βρίζετε, μην τους συκοφαντείτε, προστατεύστε τους από ένα τελειωτικό χτύπημα. Δε βλέπετε πώς σας αποδέχονται οι στρατιωτικοί, πώς σας καλούν για μάρτυρες οι δικαστές, πώς σας χαμογελούν οι τοκογλύφοι, πώς σας νουθετούν οι παπάδες και πως σας απειλούν οι μπάτσοι; –E. Coerderoy

Περί Ενσωμάτωσης

Δεν είναι εύκολο να παραμελεί κανείς την αιτία των ταραχών των γαλλικών banlieues: το γεγονός ότι ολόκληρη η ύπαρξή τους εξαρτάται απ’ την κοινωνική αλλοτρίωση είναι τόσο εκκωφαντικό που δεν μπορεί να λησμονηθεί. Όμως ελάχιστοι δείχνουν να κατανοούν τους λόγους αυτής της κατάστασης. Εξ ου και το αίτημα για κοινωνική ενσωμάτωση, για επαναφομοίωση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μια αιτιολογική διαύγεια διαδέχεται το πολιτικό ψέμμα. Όλοι όσοι ζητούν κοινωνική ενσωμάτωση καλή τη πίστει, είναι απλά έρμαια της ψευδαίσθησης ότι η κοινωνία μπορεί να υποστεί μερικές αλλαγές, προκειμένου να μη χρειαστεί ν’ αλλάξουμε κοινωνία. Τουλάχιστον όσοι δεν είναι και τόσο καλόπιστοι, είναι συνήθως πιο ειλικρινείς: έχουν συνείδηση της κοινωνικής πειθάρχησης που υπονοείται σε τέτοια αιτήματα πρόνοιας.

Ενσωμάτωση σημαίνει πρώτα απ’ όλα ένταξη στην εργασία. Όμως η εργασία, στοιχείο του Κεφαλαίου και κατά συνέπεια συνώνυμη της υποταγής και της εκμετάλλευσης, διακρίνεται ολοένα και περισσότερο σε υπερειδικευμένη τεχνοκρατική εργασία και ολοένα και πιο απαξιωμένο μηχανικό-χειρωνακτικό έργο. Αυτά είναι τα δυο πρόσωπα της σύγχρονης επισφαλούς εργασίας: ο αγχώδης μάνατζερ κι ο εξαντλημένος προλετάριος. Περιττό να πούμε ποιό ποιό από τα δύο προορίζεται για τους νέους των προαστείων, άλλωστε αποδεικνύεται απ’ το γεγονός ότι η ελάχιστη ηλικία για να πάει κάποιος βοηθός σε τεχνικές εργασίες είναι σύμφωνα με έναν νέο νόμο του πρωθυπουργού De Villepin τα 14 έτη, όταν η υποχρεωτική εκπαίδευση απ’ το 1959 κρατάει ως τα 16. Την ίδια στιγμή, το σύμφωνο πρώτης εργασίας (CPE), νομιμοποιεί την άμισθη εργασία για τα δυο πρώτα χρόνια απ’ την πρόσληψη.

Τελικά, λίγοι αντιλαμβάνονται ότι είναι το Κεφάλαιο (κι άρα η εργασία η ίδια) που έχει δημιουργήσει την κατάσταση απ’ την οποία τώρα πρέπει να ξεφύγει: κατά την ιμπεριαλιστική επέκτασή του πρωτοεφάρμοσε τις σκληρές συνθήκες που ανάγκασαν εκατομμύρια ανθρώπων να μεταναστεύσουν, καθώς τότε ήταν σε θέση να διαχειριστεί την εισαγωγή και την εκμετάλλευση της υποτιμημένης εργασίας τους στις βιομηχανικές ζώνες (μεταξύ άλλων -την ίδια περίοδο- δημιουργώντας, μέσω των τοπικών δημοτικών συμβουλίων, τις τεράστιες εργατουπόλεις στη θέση των παλιών γειτονιών που υπήρξαν δίκτυα εργατικής αλληλεγγύης). Μετά το δεύτερο μισό των ’70es, οπότε κι έλαβε χώρα η λεγόμενη βιομηχανική αναδιάρθρωση, δηλαδή η μετανάστευση των επενδύσεων προς μέρη του πλανήτη όπου η εργασία ήταν ακόμα φθηνότερη, ο πλεονασματικός πληθυσμός των προαστείων εγκαταλήφθηκε στις συνθήκες ζωής που υφίστανται και σήμερα, δημιουργώντας τις κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν μια έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού. Θα δώσει το Κεφάλαιο τη δική του λύση στο πρόβλημα που έχει δημιουργήσει το ίδιο; Θα γίνουμε ξανά μάρτυρες της πιο ανισόρροπης διαλεκτικής μεταξύ Κεφαλαίου κι εργασίας;

Όσον αφορά την εκπαίδευση, τη συμπληρωματική μορφή της ενσωμάτωσης, τα σημαντικά έχουν ειπωθεί ήδη: καθήκον της δεν είναι παρά η προετοιμασία για την εργασία. Αφαιρουμένης -εκ των πραγμάτων- αυτής της λειτουργίας, δεν είναι παρά μια άχρηστη εξάσκηση -στην καλύτερη- και ένας μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου -στη χειρότερη, κάτι που έγινε φανερό απ’ την θεσμοθέτηση των ZEP (Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας) το 1981, που σήμερα περιλαμβάνουν 20% των μαθητών όλης της χώρας. Εν συντομία, κάθε αίτημα για ενσωμάτωση δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη απόπειρα αναβίωσης του κοινωνικού πτώματος με περισσότερη φορμόλη.

Οι αντιφάσεις που περιέχει η λογική της ενσωμάτωσης αφορούν επίσης τους ταραχοποιούς, τουλάχιστον ένα μέρος τους, αυτούς που διεκδικούν το να μιλούν οι ίδιοι για λογαριασμό τους. Απ’ τη στιγμή που η εξέγερση έχει γίνει δεκτή με μεγάλη χαρά, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε αν το ξέσπασμά της αντιπροσωπεύει μια θέληση καταστροφής του συστήματος (όπως, σύμφωνα με την ανάλυση των καταστασιακών, συνέβη στην εξέγερση του Watts), ή απλά των ανισοτήτων του, των οποίων ο δομικός χαρακτήρας δεν γίνεται αντιληπτός. Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο, πάντως, καθιστά την πρώτη υπόθεση εξαιρετικά πιθανή: το γεγονός ότι η νεολαία των banlieues θα μπορούσε κάλλιστα να επιβιώνει με άλλα μέσα, π.χ. μέσω του εμπορίου ναρκωτικών και της παράνομης οικονομίας. Ένα απ’ τα καθήκοντα της θεωρητικής κριτικής, ωστόσο, είναι ακριβώς να δείξει ότι μια γενική “ενσωμάτωση” είναι αδύνατη, κι ως εκ τούτου κάθε αίτημα πολιτικών προοπτικών που προέκυψε απ’ το ρήγμα που άνοιξε η εξέγερση, είναι μη-ρεαλιστικό. Με δυο λέξεις, να αρνηθεί τον μονόδρομο της κοινωνικής ενσωμάτωσης ως πανάκεια για την αναπόφευκτη αποσύνθεση του κοινωνικού συστήματος. Όπως είναι αρκετά γνωστό, η δημιουργία του νέου, μπορεί να έρθει μόνο απ’ τον θάνατο του παλιού.

Απρίλης 2006

Ο ιστορικός αγώνας ενάντια σε αυτούς που επιμένουν να συμπλέουν με το ρεύμα της «προόδου»

Εν αναμονή της ανάρτησης της εισήγησης από τη προχθεσινή εκδήλωση της Συνέλευσης ενάντια στη Βιοεξουσία και την Κλεισούρα, στα πλαίσια των μηνιαίων εκδηλώσεων της Πρωτοβουλίας ενάντια στο υγειονομικό Απαρτχάιντ, δημοσιεύουμε κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο που παρουσιάστηκε, τα οποία ρίχνουν φως στο ζήτημα της εργατικής διάστασης του κινήματος ενάντια στον υποχρεωτικό εμβολιασμό των παιδιών για την ευλογιά (anti-vaccination movement) στη Βικτωριανή Αγγλία, και όχι μόνον σε αυτή.
 
Σε αντίθεση με τη βολική προπαγάνδα των εγχώριων αριστερών και «αντιεξουσιαστών» φιλοεμβολιαστών-φιλοτομαριστών που προσποιούνται κιόλας ότι ενδιαφέρονται για τα «εργατικά συμφέροντα», παριστάνοντας μάλιστα τους πολέμιους του «φιλελεύθερου ατομικισμού» σαν όψιμοι «κοινωνιστές» και αυτοαναγορευμένοι υπερασπιστές του «λαού και της κοινωνικής πλειοψηφίας» που διακηρύττουν από εδώ και από εκεί πως είναι, η εξαιρετική έρευνα της Nadja Durbach στα ιστορικά αρχεία αποδεικνύει και αναδεικνύει, εκτός των άλλων, ενδιαφέρουσες πτυχές μιας εργατικής πρακτικής και κουλτούρας αντίστασης για την οποία οι προαναφερόμενοι μάλλον έχουν επιλέξει να μην πάρουν μυρωδιά.
 
Όσον αφορά στην θέση της εργατικής τάξης μέσα στο κίνημα, αυτό, παρότι ήταν διαταξικό,
 
«βρήκε την ισχυρότερη στήριξη σε περιοχές και γειτονιές όπου η εργατική τάξη πλειοψηφούσε. Αν και το Λονδίνο δεν αποτελούσε το κέντρο των αντιεμβολιαστικών κινητοποιήσεων, οι εργατικές περιοχές του Ανατολικού και Νότιου Λονδίνου όπως το Hackney, το Shoreditch, το Bethnal Green, το Mile End και το Southwark ήταν η έδρα διαφόρων αντιεμβολιαστικών οργανώσεων. To σύμπλεγμα των βιομηχανικών πόλεων γύρω από το Manchester, το Sheffield και το Liverpool επίσης αποτέλεσε φυτώριο αντιεμβολιασμού, με πάνω από 35 αντιεμβολιαστικούς συλλόγους.

 

Αν και είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι ταξικές ταυτότητες είναι ρευστές και όχι παγιωμένες, πολλοί ήταν οι αντιεμβολιαστές που αυτοπροσδιορίζονταν ως μέλη της εργατικής τάξης. Εξέφραζαν μια κοινή εμπειρία παραβίασης και εξαναγκασμού του σώματος και κατ’ επανάληψη η δυσαρέσκειά τους αρθρωνόταν με την πολιτική γλώσσα του ταξικού ανταγωνισμού.
Μερικοί εργοδότες απαιτούσαν τον εμβολιασμό όλων των υπαλλήλων τους, απειλώντας τους ότι θα χάσουν τη δουλειά τους [τι πρωτότυπο! Κάπως έτσι έφτασε ο εμβολιασμός κατά του κορωνοιού εδώ και αλλού στο 75% ή στο 90% του πληθυσμού]… Η ανάμιξη των συνδικάτων στο ζήτημα επιβεβαιώνει το εύρος του προβλήματος και τις επιτυχίες της αλληλεγγύης [το αντίθετο δηλαδή από αυτό που γίνεται σήμερα].
Μερικοί αντιεμβολιαστές αυτοπροσδιορίζονταν ως σοσιαλιστές και ανήκαν στο Independent Labour Party. Το Λονδρέζικο τμήμα της Μαρξιστικής Διεθνούς Ένωσης Εργατών (Marxist International Working Men’s Association) επίσης στήριζε τον αγώνα και δημοσίευε αντιεμβολιαστικό υλικό στο έντυπό του, το International Ηerald.»
Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις, όπως ο Henry Hyndman, ηγέτης της Social Democratic Federation, κλασσικό παράδειγμα σοσιαλδημοκρατικής οργάνωσης που είχε αρχίσει να αναπτύσσει μια θετικιστική – εξελικτική – επιστημονικίστικη αντίληψη του εργατικού αγώνα:
«Δεν θέλω να γίνει το κίνημα μια αποθήκη εκκεντρικών, ανθρωπιστών, χορτοφάγων, αντιπάλων της ζωοτομίας και του εμβολιασμού, καλλιτεχνιζόντων κλπ.»
Απόψεις σαν αυτές του Hyndman, είναι πλέον γνωστό πως συνέβαλλαν στον κομφορμισμό, στη διαφθορά και συγκαταλέγονται στις αιτίες κατάρρευσης του ιστορικού εργατικού κινήματος που έσπευσε να κολυμπήσει στο ρεύμα μιας a priori καλοδεχούμενης προόδου, όπως θα καταγγείλει κάποια χρόνια αργότερα ο γνωστός για τις σκοταδιστικές και ανορθολογικές αντιλήψεις του W. Benjamin.
Απεναντίας, μέσα από την ιστορική αναδρομή που πραγματοποιείται στο βιβλίο αναπολήσαμε περιόδους όπου η εργατική τάξη δεν καθόταν με σταυρωμένα τα χέρια, είτε σε τεχνολογικές εξελίξεις που αναδιοργάνωναν την εργασιακή διαδικασία (για παράδειγμα, βλέπε την πάλη του εργάτη ενάντια στην μηχανή που περιγράφει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο) και έθιγαν τα προλεταριακά συμφέροντα, είτε σε (νεοεμφανιζόμενες) ιατρικές τεχνολογίες που επιβαλλόντουσαν από το κράτος για να πειθαρχήσουν και να διαφυλάξουν με τον ευνοϊκότερο για το κεφάλαιο τρόπο τη συντήρηση ενός παραγωγικού προλεταριακού, βιολογικού και κοινωνικού, σώματος (όπως ο εμβολιασμός που περιγράφεται στο βιβλίο που παρουσιάσαμε).
Θυμηθήκαμε, πως οι τότε «ανορθολογιστές» προλετάριοι/ες ήξεραν πολύ καλά, και το έκαναν πράξη, πως κάποιες ιατρικές πρακτικές και ο τρόπος εφαρμογής τους δεν είναι η λογική συνέπεια κάποιας «επιστημονικής/ιατρικής προόδου» αλλά πεδίο σύγκρουσης και αποτέλεσμα των συσχετισμών δύναμης.
Δυστυχώς, οι πρώην οπαδοί της καραντίνας και νυν οπαδοί του εμβολιασμού, αφού φρόντισαν να συμβάλλουν στο να μην υπάρξει σχεδόν καθόλου αντίσταση στη σύγχρονη απόπειρα αναδιοργάνωσης της εργασιακής διαδικασίας στον τομέα της εκπαίδευσης με την εισαγωγή της τηλεκπαίδευσης –και δεν θα μπορούσαν να έχουν κάνει διαφορετικά από την στιγμή που η θαλπωρή του μενουμεσπιτισμού τους το πολύ-πολύ να διακοπτόταν από το ανταγωνιστικό σπορ του μπαλκονοχειροκροτήματος– κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να συκοφαντήσουν ένα τμήμα του προλεταριάτου που έχει όλους τους λόγους του κόσμου να αντιδρά στην επιβολή μιας ιατρικής τεχνολογίας κομμένης και ραμμένης στις ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης, των αφεντικών και του κράτους τους.
Σε ένα επίσης ενδιαφέρον σημείο, στο οποίο αξίζει να σταθούμε γιατί έχει σημασία για την αποκάλυψη της απάτης που πουλάνε οι αυτόκλητοι σωτήρες της υγείας της «κοινωνικής βάσης», η συγγραφέας υποστηρίζει πως,
«οι παλιοί φιλελεύθεροι είχαν την πεποίθηση πως όσο το δυνατόν λιγότερο το κράτος παρεμβαίνει στην διαχείριση των ζητημάτων που προκύπτουν στην κοινότητα και αφορούν στις καθημερινές συνήθειες και συμπεριφορές των ανθρώπων, τόσο το καλύτερο για αυτό όσο και για τους πολίτες του»
ενώ παράλληλα, «η Mary Hume-Rothery (μία πολιτική περσόνα της εποχής που ανήκε σε αυτήν την τάση) επιτέθηκε στο “ψευδο-φιλελεύθερο κόμμα” που πλέον φαινόταν πως είχε εγκαταλείψει τις παραδοσιακές αρχές των ατομικών δικαιωμάτων, της προσωπικής ελευθερίας και του laissez-faire καπιταλισμού»
και αντί αυτού
«η νέα αξιωματική αρχή του φιλελεύθερου κόμματος προέβαλε το συλλογικό καλό και την ασφάλεια της κοινότητας μέσω της κρατικής παρέμβασης».
Μπορεί για αυτούς που θα ήθελαν να φέρουν το καπιταλιστικό κράτος προ των ευθυνών του και να το καταδικάσουν για «εγκληματική διαχείριση της πανδημίας» αυτά να είναι ψιλά γράμματα.
Για εμάς όμως είναι προφανές πως η αντίθεση μεταξύ του ατομικού δικαιώματος στην άρνηση επιβολής μιας ιατρικής πράξης και της συλλογικής ευθύνης της «προστασίας της κοινότητας και της δημόσιας υγείας» αναδύεται ιστορικά εντός της μίας και αυτής φιλελεύθερης πολιτικής παράδοσης και πρακτικής —ως διαμάχη στους κόλπους της φιλελεύθερης κομματικής φράξιας του κεφαλαίου μεταξύ των «παλιών-κλασσικών» φιλελεύθερων που υποστηρίζουν το πρώτο και των «νέων», υποστηρικτών του κρατικού παρεμβατισμού, που τάσσονται με τη διαφύλαξη της υγείας της κοινότητας (του κεφαλαίου).
Άρα, από προλεταριακή σκοπιά μιλώντας, πρόκειται για μια κατεξοχήν ψευδο-αντίθεση, σε αντίθεση με την πολύ υπαρκτή αντίθεση που βγάζει μάτι και έχει εξόχως βλαβερές συνέπειες για τα συμφέροντά μας, αυτήν της διαίρεσης του προλεταριάτου σε εμβολιασμένους-«κοινωνικά υπεύθυνους» και ανεμβολίαστες-«ατομίστριες».
Για τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε το εργατικό αντι-εμβολιαστικό κίνημα στην εδραίωση της έννοιας και των δικαιωμάτων των αντιρρησιών συνείδησης, την κατάργηση των Νόμων για τους Φτωχούς και την εισαγωγή 40 χρόνια αργότερα ενός συμπεριληπτικού Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS) θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία πιο αναλυτικά.
Δεύτερο μέρος

Αφού δείξαμε στο προηγούμενο ομότιτλο ποστ ότι το αντιεμβολιαστικό κίνημα στον δυτικό κόσμο από τον 18ο αιώνα και μετά ΔΕΝ «προέκυψε από ακροδεξιούς, εθνικοφυλετικούς, αντισημιτικούς και συνωμοσιολογικούς κύκλους», όπως ψευδώς ισχυρίζεται η φανατισμένη φιλοεμβολιαστική-φιλοτομαριστική-φιλοκρατική αριστερά και «αντιεξουσία», θα περάσουμε σήμερα σε μια σύντομη παρουσίαση της μετεξέλιξης των θετικιστικών-εξελικτικών-επιστημονικίστικων αντιλήψεων του Hyndman και της σοσιαλδημοκρατίας.

Όλα ξεκίνησαν από την επίσημη δήλωση του Ένγκελς στην κηδεία του Μαρξ: «Όπως ο Δαρβίνος ανακάλυψε τον νόμο της ανάπτυξης της οργανικής φύσης, έτσι και ο Μαρξ ανακάλυψε τον νόμο της ανάπτυξης της ανθρώπινης ιστορίας». Αυτή η κατάφωρη παραποίηση της θεωρίας του συντρόφου του έγινε ένα από τα πιο διάσημα μότο μέσα στην αριστερά του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου.

Ο «υλιστικός εξελικτισμός», η αντίληψη δηλαδή της νομοτελειακής «ανάπτυξης», της «εξέλιξης της ύλης», τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία, χρησιμοποιήθηκε αρχικά από δεξιούς σοσιαλδημοκράτες, όπως ο Hyndman και ο Bernstein, για να υποδηλωθεί η σταδιακή, μεταρρυθμιστική διαδικασία μετάβασης από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, και κατόπιν από αριστερούς σοσιαλδημοκράτες, όπως ο Λένιν, για να υποδηλωθεί η αλματώδης, ανατρεπτική «τομή» της «επαναστατικής» μετάβασης.

Αυτός ο δήθεν επιστημονικός εξελικτισμός συστηματοποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε το 1938 από τον Στάλιν στο έργο του Διαλεκτικός και Ιστορικός Υλισμός. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η «εξέλιξη» συνιστά την κεντρική, την πρώτη έννοια, από την οποία συνάγονται όλες οι άλλες έννοιες και προτάσεις της θεωρίας. Ως «εξέλιξη» νοείται το «νομοτελειακό» και «αναπόφευκτο» πέρασμα από το παλιό στο νέο, από το κατώτερο στο ανώτερο.

Όπως η επανάσταση, έτσι και η συνείδηση και η γνώση συλλαμβάνονται ως διαδικασίες συμφυείς με την «εξέλιξη» της «ύλης». Η εξέλιξη σε ανώτερες βαθμίδες, σε ανώτερα κοινωνικά καθεστώτα συντελείται και ως ανάπτυξη «ανώτερης γνώσης» (βλ. θετικιστική θεωρία της αντανάκλασης της κίνησης της ύλης στον νου). Η «κατάκτηση της επιστήμης», που δεν είναι παρά «γνώση των νόμων της εξέλιξης της κοινωνίας», καθιστά δυνατή τη χρησιμοποίηση των νόμων αυτών για «πρακτικές εφαρμογές» – τσιτάρουμε πάντα από το προαναφερθέν διαμάντι του Στάλιν. «Εφαρμογές» που αφορούν την πολιτικο-κοινωνική ανατροπή με φορέα το «προλεταριακό» Κόμμα. Το τελευταίο έχει την ικανότητα να συνοψίζει την ιστορική αλήθεια δια της «γνώσης» της νομοτέλειας της ιστορικής εξέλιξης (πχ ο Λένιν «ήξερε» το 1917 ότι η «αντικειμενική πορεία της ανάπτυξης» οδηγεί από τον κρατικο-μονοπωλιακό καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, αρκεί το Κόμμα να έθετε το κρατικο-καπιταλιστικό μονοπώλιο «στην υπηρεσία του λαού» – όπως και οι απόγονοί του σήμερα «ξέρουν» ότι «αναπόφευκτα», χάρη στην «επιστημονική εξέλιξη», «έχουμε αυτή τη στιγμή σχεδόν 10 ενεργά εμβόλια [κατά του κορωνοϊού] που εμφανίζουν αντίστοιχα καλά αποτελέσματα»).

Το Κόμμα έχει επίσης την ικανότητα, σύμφωνα με την ίδια πάντα θετικιστική-εξελικτική-επιστημονικίστικη αντίληψη, να δρα υπερβαίνοντας τις κοινωνικο-οικονομικές «καθυστερήσεις» (πχ παραδοσιακές «δεισιδαιμονίες» και «καθυστερημένες» αντιλήψεις και πρακτικές των εργατών και των αγροτών, όπως η αυτοδιάθεση του σώματος και της εργασιακής ικανότητας, ας πούμε), έτσι ώστε να «ανοίγει ο δρόμος στις πρωτοπόρες δυνάμεις της κοινωνίας». Όποιος δεν αναγνωρίζει αυτή την ενεργητική δυνατότητα του «προλεταριακού» Κόμματος, υποκύπτει κατά τον Λένιν, τον Στάλιν και τους μαθητές του σε «χυδαίο υλισμό», ατομικισμό, μικροαστισμό ή «χυδαίο οικονομισμό» (πχ μισθολογικές διεκδικήσεις και διεκδικήσεις ατομικών δικαιωμάτων, όπως η αντίρρηση συνείδησης των αντιεμβολιαστών και των αντιμιλιταριστών).

Σύμφωνα με τον «ιστορικό υλισμό» αυτής της αντίληψης, η ιστορία εκλαμβάνεται ως «εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων», οι οποίες ταυτίζονται με την «εξέλιξη» των εργαλείων και της ανθρώπινης μηχανής (εξού και ο θαυμασμός του Λένιν για την τεχνολογία, τον τεϊλορισμό, την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας υπό μια μονοπρόσωπη διεύθυνση και η, εκ μέρους του συνόλου του «εξελικτικού μαρξισμού», καταδίκη των κινημάτων που αντιτίθεντο στην παραγωγική και πειραματική χρήση των ζώων στα εργαστήρια ζωοτομίας ως «μικροαστικά»).

Η εξελικτική θεωρία των σταδίων δεν αναιρεί μόνο την ανάγνωση της ιστορίας ως ιστορίας της «πάλης των τάξεων»· ούτε συγκαλύπτει απλά την πολλαπλότητα των ιστορικών δυνατοτήτων που είναι εμμενείς στις κοινωνίες που υποτίθεται ότι μελετάει. Με το να τις εντάσσει εκβιαστικά σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία-πρότυπο, με το να μετατρέπει το Κράτος σε αποφασιστικό όργανο της κοινωνικής αλλαγής, με το να ταυτίζει μυστικιστικά την ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας με την κοινωνική επανάσταση της εργατικής τάξης και να διαιρεί την τελευταία τεχνητά σε δύο φάσεις, «αποσπά ταχυδακτυλουργικά από το σημερινό κίνημα την πραγματική χειραφέτηση της εργατικής τάξης και την απωθεί σ’ ένα άδηλο μέλλον» (Καρλ Κορς). Αν και πιο ακριβές θα ήταν να πούμε ότι την ακυρώνει και την καταστέλλει.

Σ’ αυτήν την πρώτη φάση της επανάστασης στη Ρωσία πριν από έναν αιώνα επανεμφανίστηκε ο υποχρεωτικός εμβολιασμός στην πιο βάρβαρη μορφή του. Σε διάταγμα που εκδόθηκε από το Συμβούλιο των Λαϊκών Κομισάριων της Ρώσικης Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας με την υπογραφή του προέδρου Λένιν και του Κομισάριου για την Υγεία Σεμάσκο στις 10/4/1919 και τίτλο «Σχετικά με τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για την ευλογιά» αναφέρεται ότι:

«Οι κάτωθι ομάδες υπόκεινται σε υποχρεωτικό εμβολιασμό:

α. Όλα τα νεογέννητα έως ενός έτους

β. Όλοι οι εισερχόμενοι στα εκπαιδευτικά ιδρύματα κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων των ασύλων και των οικοτροφείων

γ. Όλοι οι εισερχόμενοι στον στρατό ή το ναυτικό

δ. Οι εργάτες και οι υπάλληλοι σε όλα τα επαγγέλματα, τις υπηρεσίες και τα καταστήματα

ε. Όλοι οι εισερχόμενοι στις φυλακές ή άλλους χώρους κράτησης…

Όσοι αποφεύγουν τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για την ευλογιά ή δεν φροντίζουν για τον έγκαιρο εμβολιασμό των παιδιών τους ή των ανήλικων που έχουν υπό την κηδεμονία τους, καθώς και τα ιδρύματα που είναι υπεύθυνα για τον εμβολιασμό του πληθυσμού, υπόκεινται στο κατηγορητήριο των Λαϊκών Δικαστηρίων».

Σύμφωνα με τον σοβιετικό επιδημιολόγο O.V. Baroian ελάχιστα αρχεία κρατήθηκαν σχετικά με τις ακριβείς μεθόδους και το μέγεθος του υποχρεωτικού εμβολιασμού τις δεκαετίες του 1920 και 1930, άρα και για την έκταση της συμμόρφωσης και της αντίδρασης των εργατών και των αγροτών σ’ αυτήν. Η εξήγηση που δίνει ο ίδιος επιδημιολόγος το 1967 είναι ότι αυτό έγινε «για να μην χρησιμοποιηθούν αυτά τα δεδομένα ως καπιταλιστική προπαγάνδα». Παρά την έλλειψη στοιχείων, δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τι περίμενε τους «αρνητές του εμβολιασμού» στην «πατρίδα του σοσιαλισμού», αν σκεφτούμε τις δηλώσεις του Λένιν για τις χιλιάδες μορφές καταγραφής και ελέγχου των «παράσιτων» που πρότεινε να εφαρμοστούν ήδη από τον Δεκέμβρη του 1917:

«Σ’ ένα μέρος θα κλείσουν στη φυλακή καμιά δεκαριά πλούσιους, μια ντουζίνα κλέφτες, μισή ντουζίνα εργάτες που αποφεύγουν τη δουλειά (με τον ίδιο αλήτικο τρόπο, όπως πολλοί στοιχειοθέτες στην Πετρούπολη, ιδιαίτερα στα κομματικά τυπογραφεία). Αλλού θα τους βάλουν να καθαρίζουν τα αποχωρητήρια. Αλλού πάλι, αφού βγουν από το κρατητήριο, θα τους εφοδιάζουν με κίτρινες κάρτες για να τους παρακολουθεί όλος ο λαός, σαν βλαβερά στοιχεία, ώσπου να διορθωθούν. Αλλού θα τουφεκίσουν επιτόπου έναν από τους δέκα ενόχους για παρασιτισμό».

(Ας προσέξουν στις παραπάνω δηλώσεις τόσο οι αντιφασίστες αντιεμβολιαστές όσο και οι εμβολιολάτρες που σπεύδουν να στηλιτεύσουν τη σχετικοποίηση του ολοκαυτώματος ότι οι κίτρινες κάρτες, τα κίτρινα αστέρια, το κίτρινο σήμα στους ελέγχους πιστοποιητικών σήμερα δεν είναι έμπνευση και πρωτοτυπία του ναζισμού).

Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εισήχθη ο υποχρεωτικός εμβολιασμός στη Σοβιετική Ρωσία. Σε μια χώρα που βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο και το ΑΕΠ είχε μειωθεί κατά 60% σε σχέση με τα προπολεμικά δεδομένα, η νέα σοβιετική κυβέρνηση επέλεξε τα φτηνότερα μέσα βελτίωσης της υγείας του πληθυσμού: την προπαγάνδα της «ατομικής ευθύνης» (μέσω διαλέξεων, φυλλαδίων, εκθέσεων, εβδομαδιαίων εκστρατειών υγιεινής προφύλαξης, προσκοπικών διδαχών ενάντια στο κάπνισμα και το ποτό, με θεατρικά έργα όπως η κωμική «Δίκη του [9-14 ετών] Πιονέρου που καπνίζει» κλπ) και, από το 1919 και μετά, τα εμβόλια. Όπως γράφει η ιστορικός Tricia Starks:

«Από το 1920 και μετά, τα ελλείμματα στην αγροτική παραγωγή και τη βιομηχανία, σε συνδυασμό με την αντίσταση στη βίαιη επίταξη σιτηρών, είχε οδηγήσει στην εισαγωγή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ). Αυτή η πολιτική αντικατέστησε την επίταξη με έναν φόρο σε είδος για να ενθαρρύνει την αγροτική παραγωγή και επανεισήγαγε την μικρής κλίμακας καπιταλιστική βιομηχανία, ειδικά αυτήν του τομέα καταναλωτικών αγαθών. Στην περίπτωση του Κομισαριάτου για τη Δημόσια Υγεία, αυτή η πολιτική είχε ως επακόλουθο τη μεταφορά της χρηματοδότησης από την κεντρική κυβέρνηση στις τοπικές κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα το κλείσιμο [νοσοκομείων]. Το μεγαλύτερο μέρος της ιατρικής φροντίδας και των υποδομών συγκεντρώθηκε στις αστικές περιοχές και απευθυνόταν στους εργάτες [αυτών των περιοχών].»

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να γίνει κατανοητή η τότε εστίαση στα φτηνά μέσα της «ατομικής ευθύνης» και των εμβολίων. Φυσικά, η σοβιετική κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την ιατρική φροντίδα και το υγιές παραγωγικό σώμα ως κοινωνικό και πολιτικό κεφάλαιο, αλλά η διευρυμένη αναπαραγωγή του έπρεπε πρώτα να περάσει από φάσεις απαξίωσης κεφαλαίου και «σοσιαλιστικής» πρωταρχικής συσσώρευσης.

Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Όχι μόνο γιατί η περίοδος του «πολεμικού κομμουνισμού» και της ΝΕΠ θυμίζει όψεις της δεκάχρονης πολιτικής των μνημονίων σήμερα, αλλά και για έναν άλλο λόγο. Για να γίνει κατανοητό το θεωρητικό, πολιτικό και ιστορικό υπόβαθρο των πράξεων των νεοσταλινικών που επί δύο χρόνια τώρα (πέρα από τα «Λαέ το χώμα που πατάς, λευτέρωσε ο Άρης και το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ», «Ο λαός σώζει το λαό» και άλλες τέτοιες κνιτιές):

• στηρίζουν την υγειονομική κρατική διαχείριση τς πανδημίας (λοκντάουν, καραντίνες, κοινωνική αποστασιοποίηση, τηλεργασία, τηλεκπαίδευση, υποχρεωτικό, μαζικό και καθολικό εμβολιασμό, δηλαδή τα μέσα που χρησιμοποίησε το κράτος για να διαλύσει τις συλλογικές αντιστάσεις στη μείωση των μισθών και την υποβάθμιση των υπηρεσιών υγείας)

• προσκυνάνε την κυρίαρχη «επιστήμη» και τεχνολογία

• ξαναγράφουν την ιστορία εξαφανίζοντας τις αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες που στο πρώτο λοκντάουν και τους δύο πρώτους μήνες (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2020) του δεύτερου λοκντάουν έσπαγαν τις υγειονομικές ζώνες

• συκοφαντούν όσες αντιστέκονται ακόμα στην υγειονομική αστυνομία ως «ανορθολογικές», «ψεκασμένες» και «ακροδεξιές»

• επικροτούν τις αναστολές – απολύσεις των ανεμβολίαστων υγειονομικών, οι οποίες συμβάλουν στη διάλυση του ΕΣΥ, καθώς και τα πιστοποιητικά υγειονομικών – κοινωνικών φρονημάτων και καλούν σε συγκεντρώσεις εναντίον όσων αντιστέκονται (δηλαδή «ενάντια στην ανορθολογική άρνηση [sic] της πανδημίας που επικαλείται ένα ανύπαρκτο [sic again] ταξικό αντιεμβολιαστικό υποκείμενο») και υπέρ της γενίκευσης του εμβολιασμού, προωθώντας μια πιο δημοκρατική βιοπολιτική διαχείριση της πανδημίας

ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΒΙΟΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ

Πηγή: https://againstbiopowerandconfinement.noblogs.org/post/2022/02/02/historical-struggle/

Alfredo Cospito: Ποια Διεθνής; (Πρώτο Μέρος)

Ολοκληρώνουμε την μετάφραση μιας σειράς συνεντεύξεων του αναρχικού αιχμάλωτου συντρόφου Alfredo Cospito στο περιοδικό Vertiolo με θέμα την κατανόηση και συγκρότηση μιας νέας σύγχρονης αναρχικής διεθνούς, αναρτώντας και το πρώτο μέρος το οποίο ήταν και το τελευταίο που δημοσιεύθηκε στα αγγλικά από το συντροφικό εγχείρημα Dark Nights.

Οι διαδοχικές αυτές συνεντεύξεις αναφορικά με το πως μία σύγχρονη επιθετική διεθνής μπορεί να πατήσει πάνω σε μία πλούσια ριζοσπαστική ανατρεπτική παράδοση ώστε να χαράξει καταστροφικούς ελιγμούς μέσα σε ένα περιβάλλουν καθολικού ελέγχου υπό την ολοκλήρωση ενός τεχνολογικά προηγμένου όψιμου καπιταλισμού και να αντιστρέψει τον ρου της ιστορίας, έγινε αφορμή για μία ακόμη κατασταλτική επιχείρηση στην γείτονα χώρα
Ιταλία. Η επιχείρησε Sibilla αποτέλεσε αφορμή για την έφοδο των εγχώριων μπάτσων σε δεκάδες συντροφικά σπίτια, την κατάσχεση άφθονου υλικού, την επιβάρυνση συντρόφων με περιοριστικούς όρους, την στοχοποίηση εγχειρημάτων αναρχικής προπαγάνδας όπως το Malacoda και το Roundrobin, την περαιτέρω προσπάθεια απομόνωσης του αγέρωχου, αμετανόητου μαχητή Alfredo Cospito και φυσικά την ενίσχυση των κατασταλτικών επιθυμιών της κυριαρχίας να κατακρημνιστεί η γέφυρα μεταξύ νόμιμων και παράνομων πρακτικών.

Οφείλουμε από μεριάς μας σεβόμενοι όσους συντρόφους ανά τον κόσμο υποβάλλονται σε πλείστες δοκιμασίες και ενσυνείδητες σχετικά με ποιες κρατικές στρατηγικές αυτές αποκαλύπτουν, να προετοιμάσουμε τις προσήκουσες απαντήσεις αν δεν θέλουμε να σβήσουμε σιωπηρά όσο ο εμπορευματικός ολοκληρωτισμός προελαύνει ισοπεδώνοντας οτιδήποτε τολμάει να ορθωθεί στο διάβα του. Οι πρόσφατες κατασταλτικές επιχειρήσεις σε διάφορα σημεία του κόσμου ( με τα παραδείγματα να μην απουσιάζουν και στην Ελληνική πραγματικότητα ) εναντίον εγχειρημάτων και ατόμων ενεργών στην απόπειρα δημιουργίας περασμάτων μεταξύ της ανεκτής πολιτικής συμμετοχής και της ριζοσπαστικοποίησης της αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξης, αποδεικνύουν πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες όσων βαυκαλίζονται πως η δραστηριοποίηση τους είναι ασφαλής οριοθετημένη μέσα στα ”ακατάλυτα” πλαίσια του δημοκρατικού σεβασμού της ελεύθερης γνώμης. Ο κρατικός λεβιάθαν είναι ένα αιμοβόρο αρπακτικό που προτιμάει να καταβροχθίζει το θύμα του από το κεφάλι πριν φτάσει στην ουρά. Μην νομίσει ούτε στιγμή η τελευταία πως είναι σώα και αβλαβής επειδή δύναται ακόμα να ασπαίρει.

Τα κράτη, οργανωμένα συμπλέγματα παραγωγής βίας και καταπίεσης, δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε όσες τα αμφισβητούν έμπρακτα ή θεωρητικά. Τακτικά μόνο αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα αντιμετώπισης των πιο επιτακτικών και άμεσων κινδύνων για την εύρυθμη λειτουργία τους στην βάση μιας ολικής αξιολόγησης για το πως θα ευοδωθεί η απαράλλακτη στόχευση τους: να εξυπηρετήσουν την καθολική εξάπλωση του κεφαλαίου διαιωνίζοντας και ισχυροποιώντας το υπάρχον. Γι’ αυτό μόλις αισθάνονται ότι ξεμπέρδεψαν με το αντάρτικο πόλης πάντα προχωρούν στην επόμενη αποδυναμωμένη μπουκιά. Για να αναχαιτίσουμε αποτελεσματικά αυτήν την προαναγγελμένη σφαγή επιβάλλεται να συλλάβουμε αμφότεροι την αγωνιστική μας υπόσταση με συνολικούς όρους, σχηματίζοντας μία σύγχρονη επιθετική αναρχική διεθνή. Δίχως φετιχισμούς και μερικότητες. Ενάντια στην παθητικότητα, στο θέαμα και στην αποσπασματικότητα. Τι πιο προωθητικό και πολύτιμο προς αυτήν την κατεύθυνση από τα λόγια ενός ακατάβλητου συντρόφου με μία ζωή αφιερωμένη στον αναρχικό πόλεμο ενάντια σε κάθε εξουσία;

Την αμέριστη αλληλεγγύη μας και μία συνένοχη αγκαλιά σε όσες και όσους βρέθηκαν στο στόχαστρο της κατασταλτικής επιχείρησης Sibilla.

Μέχρι η Αναρχική Διεθνής να γίνει ο τάφος κάθε κυριαρχίας.

Για την Αναρχία και τον νέο Νιχιλισμό.

Δ.ο Ragnarok

 

Ποια Διεθνής; Συνέντευξη και διάλογος με τον Alfredo Cospito από τις φυλακές της Ferrara

Ο διεθνισμός αποτελούσε ανέκαθεν θεμέλιο έμπνευσης της δράσης και του ορίζοντα όσων καταπιεσμένων απεκδύονταν τον κοινωνικά επιβεβλημένο ρόλο τους. Πάντα συνιστούσε ένα φάρμακο απέναντι στον εκάστοτε καιροσκοπισμό, μία εγγύηση πως όσοι τον εφαρμόζουν δεν είναι υπηρέτες του αφεντικού τους ή ενός ξένου αφεντικού αλλά αυθεντικοί εχθροί πάσας εξουσίας και εκμετάλλευσης. Ο διεθνισμός ως τάση, με το εγγενές πνεύμα του, δεν αλλοιώνεται με το πέρασμα των εποχών. Ωστόσο, ο τρόπος υλοποίησης τους ιστορικά διαφέρει. Ρεφορμιστές, μίσθαρνοι και εξουσιαστές εξάπαντος επιχειρούσαν να τον διαστρεβλώσουν προς όφελος των συμφερόντων τους. Το ζήτημα των ζητημάτων, ο μοχλός αφύπνισης της εξεγερμένης δύναμης του κόσμου είναι ως εκ τούτου η Διεθνισμός. Πως, ή τι, θα όφειλε η Διεθνής να είναι σήμερα. Θα έπρεπε να είναι μία πραγματική ”οργάνωση”, ένας συνασπισμός ομαδοποιήσεων, ένα παγκόσμιο ”κόμμα”; Ή μπορεί να επιλέγονται όργανα και ”δομές” πιο συμβατά με το Αναρχικό Όραμα και αποτελεσματικότερα την συγκεκριμένη χρονική περίοδο;

Όπως και ο επιστημονικός Σοσιαλισμός, ο αναρχισμός επινοήθηκε για να αντιταχθεί σε μία παγκόσμια διαδικασία, στον καπιταλισμό και στην άνοδο της Μπουρζουαζίας. Είναι παραπάνω από φυσικό το γεγονός ότι Μαρξιστές και Αναρχικοί εκ γεννησιμιού επιδίωξαν, με αποκλίνοντα αποτελέσματα, μία διεθνή οργανωτική διάσταση. Στον 19ο αιώνα μαζί με τον Μπακούνιν, η αναρχία εγκατέλειψε τον φιλοσοφικό ιδεαλισμό, πραγματοποιώντας τα πρώτα της δειλά βήματα στον πραγματικό κόσμο. Πρώτα συγκρουόμενη με τον μεσσιανικό φιλελευθερισμό του Ματσίνι κι έπειτα με τον Κρατικό Σοσιαλισμό του Μαρξ, δίνοντας ζωή στις αυτόνομες φεντεραλιστικές τάσεις στο εσωτερικό της πρώτης Διεθνούς.

Αυτά τα πρώτα συμπαγή βήματα τους αναρχισμού πάρθηκαν με την αρωγή 2 διεθνών οργανώσεων που σήμερα θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ” λαθρόβιες ” καθώς έδρασαν στην σκιά του ”πραγματικού κινήματος” των εργατών και των προλετάριων. Η Διεθνής Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, ενεργή από το 1868 έως το 1872 και η Διεθνής Συμμαχία των Επαναστατών Σοσιαλιστών που έδρασε μετά το 1872. Όσο παράδοξο κι αν ηχεί, ακόμα και σήμερα πιστεύω πως η προσπάθεια να δημιουργηθούν ”υπόγειες” οργανώσεις, δρώντας κάτω από τα φώτα εντός των μαζικών κινημάτων μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική τοπικά.

Η ”επιστημονική” προσέγγιση του Μαρξ δεν μπορούσε να το ανεχθεί, θεωρώντας το ανωριμότητα, σπασμωδικότητα, κατάλοιπο συνωμοτικότητας του 18ου αιώνα. Κάπως παρόμοια με το πως η συντριπτική πλειοψηφία του σημερινού αναρχικού κινήματος αδυνατεί να κατανοήσει τις μυστικές μηχανορραφίες ενάντια σε κράτος και νόμους. Ο Έγκελς ήταν ο πρώτος ο οποίος διέβλεψε ένα διττό επίπεδο στην ”συνωμοτικότητα”, μία ευκαιρία να ηγεμονεύσει την Διεθνή. Ανά τα χρόνια, οι αναρχικοί έκαναν ατελείωτες προσπάθειες να οργανωθούν σε διεθνές επίπεδο: Στο Saint Imier το 1872, στο Άμστερνταμ το 1907, στο Βερολίνο το 1921, στο Παρίσι το 1949, στο Λονδίνο το 1958, στην Καρράρα το 1968 με την δημιουργία της Διεθνούς των Αναρχικών Ομοσπονδιών ( IFA )… αλλά σταδιακά η συνωμοτική προοπτική εξασθένησε μέχρι που σχεδόν εξαφανίστηκε. Αυτό το ”σχεδόν” διατηρήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες κυρίως από τις Ομοσπονδίες των Νεολαίων Αναρχικών εν ονόματι ” Πρώτη Μάη ” ενεργή αρχές της δεκαετίας του 60, στην προσπάθεια τους να δείξουν αλληλεγγύη στην κατεχόμενη από το καθεστώς του Φράνκο Ισπανία διαμέσου καταστροφικών δράσεων και ένοπλης πάλης και μετέπειτα από την αναγέννηση της εξεγερσιακής τάσης εμπλουτισμένης από την επαναφορά των ομάδων συγγένειας και των άτυπων συντονισμών. Μέχρι σήμερα, με την γέννηση της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας – Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο ( FAI – IRF ) και με όλες τις πραγματοποιημένες δράσεις παγκοσμίως που επικοινωνούν μέσω των αναλήψεων ευθύνης και συγκροτούν τρόπον τινά μίας ”Μαύρη Διεθνή”. Πριν απαντήσω στην ερώτηση σου σχετικά με την μορφή της Διεθνούς σήμερα και πως ενδείκνυται να δομηθεί, ας προσπαθήσουμε να αποσαφηνίσουμε απέναντι σε τι θα όφειλε αυτή η Διεθνής να πολεμήσει. Ας σταθούμε προσωρινά στην έννοια του καπιταλισμού.

Όταν συζητάμε για τον καπιταλισμό δεν μπορούμε να αποφύγουμε να θίξουμε την τεχνολογία και την επιστήμη. Μέχρι το κλείσιμο του 16ου αιώνα, τεχνολογία και επιστήμη αποτελούσαν διακριτά πεδία, τότε μία προϊούσα όσμωση ξεκίνησε να συντελείται μεταξύ των δύο έως την ανάδειξη του πιο προωθημένου καπιταλισμού όταν και στον 19ο αιώνα τεχνολογία και επιστήμη γίνανε αδιαχώριστες. Ορισμένες θα ισχυριστούν ( ορθώς κρίνω ) πως ο καπιταλισμός είναι ουσιαστικά το αποκύημα της ενοποίησης τεχνολογίας και επιστήμης. Όταν κάνουμε λόγο για ιμπεριαλισμό σήμερα, στην ουσία αναφερόμαστε σε μία επιστημονική-τεχνολογική επανάσταση. Και αυτή η επανάσταση οδηγεί σε έναν αύξοντα αριθμό εκμεταλλευομένων, στην αραίωση της μπουρζουαζίας και στην αύξηση των πλεοναζόντων πληθυσμών.

Ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι κατέχουν γνώση και κατ’ επέκταση πλούτο στον πλανήτη μας. Αυτός ο ”καινούριος” ιμπεριαλισμός διευρύνει εκθετικά το χάσμα μεταξύ εσώκλειστων και αποκλεισμένων. Ένα ελάχιστο τμήμα της ανθρωπότητας είναι υπεύθυνο για την διαμορφωμένη κατάσταση και βρίσκεται στην υπηρεσία των σύγχρονων κρατών και του κεφαλαίου. Τα τελευταία έχουν δημιουργήσει συνθήκες ικανές να οδηγήσουν στην ανατολή ενός νέου κόσμου που θα καθαιρέσει την ανθρωπότητα με την γνωστή της μορφή, εξολοθρεύοντας κάθε ψήγμα ζωής στον πλανήτη. Επιστήμονες, μαθηματικοί, βιολόγοι, ειδικοί υπολογιστών, χημικοί, ερευνητές όλων των επιστημονικών κλάδων, τεχνοκράτες, σύνολη η αριστοκρατία της ανθρώπινης διανόησης, δίχως τις τεράστιες επενδύσεις και τις προμήθειες που μόνο ο καπιταλισμός και τα κράτη θα μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν μέσω της εκμετάλλευσης της πλειοψηφίας του πληθυσμού στον πλανήτη, δεν θα μπορούσαν να κάνουν το παραμικρό. Πόσο μάλλον να επιτελέσουν την ”επανάσταση” η οποία διαδραματίζεται εδώ και κάποιο καιρό και η ενδεχόμενη τελεσφόρηση της θα επιφέρει μία τόσο ριζική μεταμόρφωση της φύσης μας που θα ισοδυναμεί, αν δεν εμποδιστεί, με την εξάλειψη του ανθρώπινου είδους, τουλάχιστον όπως το γνωρίζουμε σήμερα και η εν λόγω αλλαγή σίγουρα δεν θα είναι προς το καλύτερο. Η ”ταξική πάλη” παραμένει η κινητήρια δύναμη των πάντων, το σημαντικότερο απόθεμα μας, όμως μόνο εφόσον κατευθύνει την δυναμική της εξίσου ενάντια σε κράτος και κεφάλαιο. Μόνο ο καπιταλισμός με το σύγχρονο κράτος δύνανται να τροφοδοτήσουν επαρκώς την τεχνολογική πρόοδο, αρκετά ώστε να μας οδηγήσει ανεπιστρεπτί στην άβυσσο. Συνεπώς, πιστεύω πως αυτή η Διεθνής θα έπρεπε να παλέψει ενάντια σε κράτη και κεφάλαιο τρέφοντας το ταξικό μίσος, το μίσος των εκμεταλλευομένων, των φτωχών, των προλετάριων, διοχετεύοντας τις βίαιες ενέργειες τους κατευθείαν στους λομπίστες, στους στρατιωτικούς, στους βιομηχάνους, στους πλούσιους, στους τεχνοκράτες, στους πολιτικούς, στους κρατικοδίαιτους, στους τεχνικούς και τους επιστήμονες. Εναντίον όλων των εντός των τειχών, τους έχοντες γνώση και κεφάλαιο δηλαδή εξουσία, όποια κι αν είναι αυτή. Η τεχνολογία δεν είναι πλέον στην υπηρεσία του κεφαλαίου, αντ’ αυτού το κεφάλαιο βρίσκεται στην υπηρεσία της τεχνολογίας, προς αυτήν την κατεύθυνση βαδίζουμε. Η κυρίαρχη λογική σήμερα προστάζει ολοένα και λιγότερο καθαρό κέρδος αλλά την ολοένα και πιο ανελέητη εφαρμογή της επιστημονικής λογικής. Μόλις μία επιστημονική ανακάλυψη έχει ευοδωθεί η επιστροφή γίνεται ανέφικτη, ακόμα κι αν η παρεπόμενη τεχνολογική καινοτομία μας οδηγεί μαθηματικά στην αυτοκαταστροφή. Το έχουμε δει να συμβαίνει με τα πυρηνικά όπλα, θα το διαπιστώσουμε επίσης με την πολύ πιο καταστροφική και ανεξέλεγκτη τεχνητή νοημοσύνη, προχωράμε αυτομάτως δίχως πιθανότητα επιστροφής ανοιχτή. ”Είμαστε καταδικασμένοι σε όλα όσα έχουν εφευρεθεί μια για πάντα”. Παρομοίως καταδικασμένοι είμαστε να κάνουμε πάντα το επόμενο βήμα μέχρι την στιγμή της συντριβής. Όπως ο πρωταγωνιστής στην ταινία ”το μίσος” ο οποίος κατά την καταβαράθρωση του στο κενό ανακουφίζει τον εαυτό του σκεπτόμενος: ” έως εδώ καλά, έως εδώ καλά…” Δεν γνωρίζω το κατά πόσο ο διεθνισμός θα μας αποτρέψει από αυτήν την κάθοδο στην ανυπαρξία, ή αν όπως το θέτετε θα αποτελέσει τον μοχλό ανύψωσης και ανατροπής του υπάρχοντος κόσμου. Ένα πράγμα είναι πάντως σίγουρο: Προκειμένου να αντιταχθούμε σε αυτόν τον νέο Καπιταλισμό αποφασιστικά, η κατάρρευση του συστήματος απαιτείται να είναι παγκόσμια. Οι πόλεμοι παρατάξεων οδηγούν στην ήττα τόσο όσο και η αναμονή της κατάλληλης στιγμής ωρίμανσης των συνθηκών από τους αναρχικούς.

Και εδώ καθίσταται επίκαιρο το αναρχικό πρότυπο δράσης. Πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε επαναστατικά γυμνάσια ή τις απλές προετοιμασίες προ της κατάρρευσης του συστήματος. Είναι εντός της δράσης που οι αναρχικοί καταλαβαίνουν τους εαυτούς τους καθώς και την ύπαρξη τους. Μέσα στις χειρονομίες καταστροφής, τις εστίες εξέγερσης και ανυποταξίας, οι αναρχικοί βιώνουν την αναρχία στο τώρα, στο σήμερα, διακόπτοντας κάθε μορφή αναμονής. Αυτή η θαλερή ”μηδενιστική” σύλληψη της αναρχίας συνοδεύεται από την επανασύνδεση πράξης και θεωρίας. Προκειμένου να είναι εύστοχη η θεωρία οφείλει να αναδύεται διαμέσου την πράξης, όχι το αντίστροφο. Μόνο συγκρουόμενοι ιδιοχείρως με τα επιτετραμμένα χέρια του συστήματος δυνάμεθα να εκπονήσουμε τρόπους δράσης ικανούς να μας παρέχουν τα ”οργανωτικά”, ”άτυπα” εργαλεία που θα μας επιτρέψουν να συνεισφέρουμε δυναμικά στην ”διεθνή” ( ένα όργανο χρήσιμο για την επιτυχή αναδιαμόρφωση της πραγματικότητας ) κάτι το οποίος εμείς ως αναρχικοί έχουμε τόσο πολύ ανάγκη. Και πράγματι όντας αναρχικοί νιώθουμε αυτήν την διεθνή να ρέει στο αίμα μας. Όλα μας τα αντικρατικά οράματα, η εναντίωση μας στα σύνορα, η απόρριψη πάσας μορφής εθνικισμού, μας οδηγούν αναμφίβολα προς αυτήν την προοπτική, χρειάζεται απλά να προτάξουμε συγκεκριμένες απαντήσεις σε αυτήν την ανάγκη. Ο παραπάνω διάλογος μεταξύ αναρχικών ανέκαθεν αιωρούταν πάνω από την υφήλιο, πάντα επηρεάζαμε ο ένας την άλλη από την μία στην άλλη γωνιά του κόσμου. Πολλές, πάρα πολλές ήταν οι απόπειρες να δοθεί σταθερότητα, μία οιονεί συμπαγής δομή σε αυτό το διεθνιστικό όραμα του κινήματος. Όμως αλλότριες θεωρίες προερχόμενες θύραθεν, η απαξίωση της δράσης και η απομείωση της στο ελάχιστο επιτρεπτό, η αστικοποίηση, η σταδιακότητα ( μια μορφή καχεκτικού ρεφορμισμού ) όλα τα παραπάνω στιγμάτισαν αυτές τις προθέσεις που παρότι ευσεβείς, υποβαθμίστηκαν ( υπερβολικά συχνά τα τελευταία 40 χρόνια ) σε μία στείρα  αναπόληση κάποιου ένδοξου παρελθόντος. Σήμερα, τα παραδείγματα άτυπου συντονισμού ( ερειδόμενα στην επικοινωνία δίχως μεσάζοντες μέσω των αναλήψεων καταστροφικών ενεργειών τελεσμένων από ρευστά και χαοτικά υποκείμενα και ομάδες συγγένειας διάσπαρτες ανά τον κόσμο ) μας χαρίζουν την ευκαιρία να επανεκκινήσουμε συγκεκριμένα μία ”διεθνή” ικανή να εξαπολύσει μία ασταμάτητη αλυσίδα αντιδράσεων απειλητικών προς το υπάρχον σύστημα. Ασφαλώς μιλάμε περί απειροελάχιστων μειοψηφιών, γιατί όμως να τις αποκλείουμε εκ των προτέρων αφού καταπώς συμβαίνει συχνά στην φύση, ένας αδιόρατος ιός παρεισφρύοντας από το τσίμπημα ενός ασήμαντου κουνουπιού δύναται να σκοτώσει έναν επιβλητικό ελέφαντα; Θα ήταν απερίσκεπτο να αποκηρύξουμε αυτήν την πιθανότητα.  Φανταστείτε αν οι αναρχικοί της πράξης, παρά τις πολυπληθείς διαφορές τους, ένωναν τις δυνάμεις τους επιτυχώς ενώ παράλληλα κατόρθωναν να προφυλάξουν την αυτονομία και την μοναδικότητα τους. Εξάλλου, διαθέτουμε την μόνη εναλλακτική στον καπιταλισμό η οποία δεν έχει προδώσει τις αρχές της. Πιθανώς επειδή ανέκαθεν ”αποτυγχάναμε”. Περισσότερο από μία φορά στην ιστορία εμφανίστηκαν εκλάμψεις συγκεκριμένης εφαρμογής της αναρχίας όμως θνησιγενείς καθώς προτιμούσαμε να υποκύψουμε παρά να αποδεχτούμε μία οιονεί ”επαναστατική” δικτατορία. Το κληροδότημα αυτών των αποτυχιών είναι η ουτοπική μας δύναμη, η πρωτοταγής ορμή του μύθου μας. Εντός των αγώνων μας προς το κυνήγι του οι δράσεις μας μετατρέπονται σε πραγματικότητα, ζωντανή ύλη, δράση, οραματισμός, πράξη – θεωρία. Αν παρατηρήσουμε ποιες δυνάμεις μας ωθούν προς την διεθνή θα συμπεράνουμε ότι όλες οι συμπαγείς απόπειρες διεθνοποίησης των αγώνων ενέχουν την ”αλληλεγγύη” εν είδει κατευθυντήριας αρχής, αλληλεγγύη με έναν αγωνιζόμενο πληθυσμό, αλληλεγγύη με τους μετανάστες, αλληλεγγύη με χτυπημένους από την καταστολή αδερφούς και αδερφές… Η ”αλληλεγγύη” αποτελεί την πρώτη ώθηση, τον από μηχανής θεό κάθε αγώνα έμπλεο από την αξία της αλληλοβοήθειας, επειδή εκπηγάζει από μία μύχια ανάγκη, βαρυσήμαντη για κάθε ανθρώπινο ον. Με ρωτάς τι θα όφειλε η διεθνής να είναι και ποια τα προσήκοντα εργαλεία της, οι πλέον αναρχικές και αποτελεσματικές δομές μέσω των οποίων οι ενστικτώδεις τάσεις μας για διεθνισμό θα μπορέσουν να εκφρασθούν. Μία αμφιλεγόμενη ερώτηση με ενδεχομένως ποικίλα σημεία ερμηνείας. Στην ιστορία του κινήματος μας συγκεκριμένες οργανώσεις, ομοσπονδίες, ακόμα και κόμματα, ας θυμηθούμε το UAI το οποίο ο Μαλατέστα χαρακτήριζε ως αναρχικό κόμμα, τέθηκαν υπό δοκιμασία ακόμα και σε διεθνές επίπεδο με διαφορετικές καταλήξεις και κοινές αποτυχίες. Εξάλλου, μακριά από μένα η όποια ”ηθική” κρίση αναφορικά με το ποια οργανωτική μέθοδος θα έπρεπε να υιοθετηθεί ή όχι. Ειδάλλως, περιπλεκόμαστε σε χριστιανικά αφηγήματα αναφορικά με το τι είναι αναρχικό και τι όχι, αφορίζοντας προς πάσα κατεύθυνση. Ξόδεψα την ζωή μου πράττοντας το και μόνο τώρα καταλαβαίνω πόσο μεγάλη σπατάλη χρόνου και ενέργειας πράγματι είναι. Αυτό στο οποίο μπορώ να προσπαθήσω να προσφέρω μια απάντηση είναι τι κατ’ εμέ αποτελεί την πιο αποτελεσματική ”δομή” ή εργαλείο ούτως ώστε να συγκροτηθεί μια ισχυρή, επιθετική, επικίνδυνη αναρχική διεθνής. Μία διεθνής αρκετή για να κάνει την κυριαρχία να αιμορραγήσει, πλήττοντας την στα αδύναμα σημεία της, διεξάγοντας εύστοχα πόλεμο εναντίον της. Θα είμαι σαφής και λιτός: Πιστεύω πως η εν λόγω ”διεθνής” διαθέτει ήδη την μορφή και τις δυναμικές της ακόμα κι αν πρόκειται μόνο για ένα περίγραμμα. Με τα πάνω και τα κάτω της, με την ευτέλεια και το κλέος της, χαλκεύεται από όλους τους αδερφούς και τις αδερφές ανά τον κόσμο, οι οποίοι μέσω των αναλήψεων τους, με ή χωρίς ακρωνύμια, επικοινωνούν μεταξύ τους, μοιράζονται αμφίδρομα υποστήριξη και αλληλεγγύη καλώντας σε καμπάνιες σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Κάτι ασήμαντο με μία πρώτη ματιά, το οποίο όμως εμπεριέχει αυτούσιο τεράστια ελπίδα, μία πραγματική πιθανότητα πως κατόπιν των αποτυχιών του επιστημονικού μαρξιστικού ντετερμινισμού, θα καταφέρει να επαναφέρει την ελπίδα στις καρδιές των καταπιεσμένων της γης, χαρίζοντας νέα πνοή σε μία αναρχία απειλούμενη να αναιρέσει τον εαυτό της εντός μιας μετά-αναρχικής θεωρίας σταδίων, η οποία πίσω από τις επιφάσεις ”ρεαλισμού” μας παραδίδει ολοκληρωτικά στις πολιτικές των σταδιακών βελτιώσεων, στον ίδιο τον ρεφορμισμό. Μονάχα απορρίπτοντας την μετάθεση της επανάστασης σε ένα ακαθόριστο αύριο, βιώνοντας την στο σήμερα, βίαια, απαλλαγμένοι από συμβιβασμούς και μετριοπάθειες θα επιτύχουμε να δραπετεύσουμε από αυτό το αδιέξοδο. Γνωρίζω πως τείνω να επαναλαμβάνομαι στις συνεισφορές και τα γράμματα μου από την φυλακή. Δεν προσπαθώ να πρωτοτυπήσω πάση θυσία όμως τις λίγες σταθερές μου αντιλήψεις θα τις λέω και ξαναλέω ad nauseam ( μέχρι ναυτίας ) υπό την ελπίδα να συζητηθούν. Είμαι ακλόνητα πεπεισμένος πως ο κόμπος που ζητείται να λύσουμε προκειμένου να γίνουμε πιο αιχμηροί και να προξενήσουμε την μεγαλύτερη δυνατή ζημιά σε αυτό το θεμελιωμένο σε δύο βάσεις υπερ-τεχνολογικό σύστημα, τον καπιταλισμό και το κράτος, είναι το πως θα ”οργανωθούμε” δίχως να εκποιήσουμε τους εαυτούς μας, δίχως να παραδώσουμε καθόλου την ατομική μας ελευθερία όπως συμβαίνει τώρα. Η προσχώρηση μου στο εγχείρημα της FAI-IRF λέει από μόνη της πολλά πάνω στο πως θεωρώ ότι θα έπρεπε να κινηθούμε από δω και μπρος και τι είδους μορφή θα όφειλε αυτή η ”διεθνής” να λάβει. Θα βρούμε τρόπο να αναφερθούμε σε αυτό στην συνέχεια, είναι ένας απλός και ταυτόχρονα περίπλοκος διάλογος, ο οποίος, όπως κάθε ζωτικό ζήτημα, διαχωρίζει το κίνημα , προκαλεί εντάσεις και τελευταίο εξίσου όμως σημαντικό, καταπίεση, και είμαστε μόνο στην αρχή…

Τα μέσα ενημέρωσης προαναγγέλλουν την άφιξη των ρομπότ με ξέχειλη αμετροέπεια. Αναμένουμε να δούμε. Ο ρόλος της επιστήμης στον κόσμο της εκμετάλλευσης, ωστόσο, έχει καταστεί ευκρινής χιλιετίες τώρα. Πως να σταματήσουμε αυτό το τέρας ενόσω απειλεί να διαταράξει την ζωή σε αυτόν τον πλανήτη μια για πάντα; Ποια έποψη θα όφειλε να εμπνεύσει τις δράσεις μιας διεθνούς απέναντι στους επιστήμονες; Θα μπορούσε η ατομική άμεση δράση να ακολουθηθεί από μαζικές εκρήξεις αντίστασης, όπως συνέβη στο παρελθόν με το κίνημα των λουδιτών ( για παράδειγμα από ανθρώπους οργισμένους απέναντι στα ρομπότ ως αιτία να στερηθούν τις δουλειές τους ή να γίνουν οι όροι της μισθωτής τους σκλαβιάς χειρότεροι ); Επιπλέον, πως αξιολογείς κινήματα όπως το ELF, το ALF και τα συναφή;

Είναι αλήθεια πως τα μίντια ανακοινώνουν την άφιξη των ρομπότ με υπέρμετρη αδολεσχία. Και όταν το κάνουν αυτό, συνυφαίνουν σχεδόν πάντα το φαινόμενο με τον κίνδυνο της ανεργίας, ενώ κάποια πιο επινοητικά μέσα το πάνε ακόμα μακρύτερα, βλέποντας την άφιξη των ρομπότ ως μία υπέρβαση του ανθρώπου, ως μια δικτατορία των μηχανών εναντίον της οποίας ένας γενικευμένος ανθρωπισμός απαιτείται να υψωθεί. Για δεκαετίες μας βομβαρδίζουν με τον κίνδυνο επικείμενης οικολογικής καταστροφής, αντιπροτείνοντας στο καλύτερο σενάριο, μία εύπεπτη οικολογική τεχνολογία και στο χειρότερο ( οι πλέον ”ριζοσπάστες” οικολόγοι ) μία αυθόρμητη κατάρρευση του συστήματος. Γιατί τα μέσα το κάνουν αυτό; Μας παρέχουν μία αστείρευτη ποσότητα πληροφοριών καναλιζάροντας μας σε χιμαιρικές λύσεις, ένας ”γενικευμένος ανθρωπισμός” ο οποίος δρα ως παραπλήρωμα μιας εξίσου αόριστης έννοιας, αυτής του ”λαού”, υποστηρίζοντας την υποτιθέμενη αφευκτότητα μιας καταστροφής από την οποία μοναχά η ”μοίρα”, ένας μετεωρίτης, ένας πυρηνικός πόλεμος, ή η άφιξη των πράσινων ανθρώπων μπορεί να μας γλιτώσει. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο υποσκάπτουν την θέληση μας πείθοντας μας πως το εφικτό είναι ανέφικτο. Εγκαταλείποντας μας με μοναχά δύο ”εναλλακτικές”, την ψευδή ελπίδα επαναφοράς της τεχνολογίας σε ένα ανθρώπινο επίπεδο ή την παράδοση μας στο αναπότρεπτο με την μάταιη προσδοκία πως ο ”θεός”, ή η ”μοίρα” θα μας γλιτώσει από τον εφιάλτη. Τι μπορούμε να αντιπροτείνουμε σε όλες αυτές τις μαλακίες; Πλήρη επίγνωση των δυνάμεων μας, πλήρη συνείδηση των υπευθύνων για την εκμετάλλευση, τους πολέμους και την επικείμενη καταστροφή. Μία μοναδική τάξη ελέγχει την υπερ-τεχνολογική κοινωνία. Μία τάξη μόνη της καρπώνεται τα οφέλη του, όλες οι άλλες μένουν να απολαμβάνουν τα σκουπίδια, τα απομεινάρια, την εκμετάλλευση. Ο εχθρός μας δεν εντοπίζεται στα ρομπότ αλλά σε όσους τα σχεδιάζουν, στον καπιταλισμό και το κράτος ως χορηγούς των παραπάνω εγχειρημάτων, σε άντρες και γυναίκες με σάρκα και οστά. Είμαι σίγουρος πως διατυπώνω κάτι προφανές όταν διατείνομαι ότι μια ”απελευθερωμένη κοινωνία” που υπάγεται σε ένα υπερ-τεχνολογικό μοντέλο είναι μία αντίφαση εν τοις όροις. Πρέπει να βρούμε το θάρρος να αποκηρύξουμε την ”πρόοδο”, πρέπει να αποκτήσουμε το κουράγιο να της αντιταχθούμε με οπλισμένα χέρια, ριψοκινδυνεύοντας τις ζωές μας ώστε να διακόψουμε την αυτοκαταστροφική αυτή διαδικασία η οποία κάθε άλλο από αναπόδραστη είναι. Ο νεωτερισμός διαιωνίζεται συντηρείται αποκλειστικά λόγω της συστηματικής εκμετάλλευσης δισεκατομμυρίων γυναικών και αντρών, δεν υφίσταται κομμουνιστική κρατική ”ουτοπία” ικανή να σταθεί. Αυτό θα ισχύει τουλάχιστον όσο τα ηνία βρίσκονται στα χέρια ατελών ανθρώπων όπως εμείς, μέχρι η κυρίαρχη τάξη να αναγκαστεί στην εκχώρηση ( παράδοση ) της διοίκησης ( μιας μέγα-μηχανής ήδη υπερβολικά περίπλοκης για να διαχειριστεί ) σε μία ”ύπερ-ευφυία”, τότε μόνο ναι, θα μπορούμε να προσδοκούμε μία καταραμένη ευζωία δίχως καμία ελευθερία, την οποία δεν εύχομαι ούτε στον χειρότερο εχθρό μου. Ας γίνουμε όμως πιο ευκρινείς γύρω από το θέμα σχολιασμού μας: όσο ”επιστημονικά φανταστικό” και φαντασιόπληκτο κι αν ακούγεται εκ πρώτης όψεως, κάνουμε λόγο για μία ”επανάσταση”, η επιτυχία της οποίας θα διαταράξει ριζικά την ζωή σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αν ο καπιταλισμός είναι το αλλοτριωτικό και αλλοτριωμένο παράγωγο της κατίσχυσης της τεχνολογίας επί της επιστήμης, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε πως το υποπροϊόν αυτής της σχέσης είναι η ύπερ-μηχανή, εντός της οποίας ζούμε βουλιάζοντας όλες μας σήμερα. Το επόμενη βήμα θα είναι ο εμπλουτισμός αυτής της ύπερ-μηχανής με αυτοσυνείδηση διαμέσου της Τ.Μ ( Τεχνητής Νοημοσύνης). Ας το προσεγγίσουμε βήμα βήμα: Παντού στον κόσμο, οι επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη είναι υψίστης σημασίας και πολλαπλασιάζονται χρόνο με τον χρόνο. Το 2016 η Ευρώπη επένδυσε σε αυτόν τον τομέα 3.2 δισεκατομμύρια ευρώ, 20 δισεκατομμύρια προβλέπονται για το 2020. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη επενδύσει 18 και 37 δις προβλέπονται για το 2020. Δώδεκα δισεκατομμύρια ευρώ επενδύθηκαν παγκοσμίως αποκλειστικά για την μελέτη αλγορίθμων ικανών να μαθαίνουν από τα λάθη τους, αυτόματα. Σε ένα προχωρημένο στάδιο, η δημιουργία νευρομορφικών υπολογιστών, οι οποίοι αντί να κάνουν υπολογισμούς βασισμένοι σε δυαδικούς κώδικες ( εννεργό – ανενεργό ) χρησιμοποιούν επεξεργαστές σχεδιασμένους να εκπέμπουν σήματα όπως οι νευρώνες μας. Αναπτύσσοντας έτσι, απείρως υψηλότερες ταχύτητες, ολοένα πιο μειωμένες διαστάσεις και τρόπους να λειτουργούν ”εγγύτερα” στον εγκέφαλο μας. Οι επιπτώσεις της αγοράς, μολονότι αποσπασματικές, παρατάσσονται ήδη ενώπιον μας: – αυτοκινούμενα αμάξια – φάρμακα ( ανάλυση ιατρικών ιστορικών, ακτίνες χ, αρρώστιες, ιοί ) – ρομποτική ( όλα τα διαχειριζόμενα από μποτάκια συστήματα ) βιομηχανικός αυτοματισμός – ανάλυση και διαχείριση σύνθετων συστημάτων όπως το οδικό δίκτυο εντός μιας μητρόπολης – αυτόματα συστήματα διακυβέρνησης – ανάλυση και πρόβλεψη των καταναλωτικών τάσεων – ανάλυση και πρόβλεψη των μετεορολογικών και αγροτικών πεδίων – ανάλυση βίντεο, κειμένων και φωτογραφιών δημοσιευμένων στο διαδίκτυο – διαχείριση υλικοτεχνικού εξοπλισμού. Οι ιθύνοντες της σημερινής ”επανάστασης” βρίσκονται σε έναν περιορισμένο αριθμό επιστημόνων, υπερ-εξειδικευμένων τεχνικών σε μερικά κέντρα διάσπαρτα ανά τον κόσμο. Βρίσκονται όλοι στην εμβέλεια της αναρχικής διεθνούς, μιας οντότητας μαχητικής, παρότι περιορισμένης δύναμης. Τα πιο αξιόπιστα όπλα της; Θέληση και αποφασιστικότητα, αυτές οι ιδιότητες αρκούν ώστε να αντεπιτεθούμε, να επιβραδύνουμε αυτήν την τεχνολογική ”πρόοδο” που θέλουν να μας πείσουν πως είναι ασταμάτητη. Έχουμε ακόμα χρόνο στην διάθεση μας όπως και χώρο για αναστροφή, ειδικά καθώς το σύστημα δεν έχει ακόμα πλήρη επίγνωση του μεταβατικού αυτού σημείου και οι επενδύσεις, παρότι ογκώδεις, είναι μόνο η αρχή. Είναι πολύ πιθανό πως οι κυβερνητικοί γραφειοκράτες και οι υπηρεσίες πληροφοριών διεπόμενοι από μία χαρακτηριστική αδυναμία και ακαμψία αρκετή για να τους αποτρέψει από την συνολική κατανόηση της σημασίας ορισμένων εξελίξεων, οι οποίες προς εμάς εφόσον βρισκόμαστε θύραθεν των παραπάνω λογικών και εξειδικεύσεων, είναι ανάγλυφες. Ας πούμε πως η τοποθέτηση μας εκτός και εναντίον του συστήματος μας διανοίγει μία ευρύτερη έποψη, μία μεγαλύτερη πνευματική ελαστικότητα. Τα προσκόμματα για την κατανόηση μιας αντίστοιχης ”επανάστασης, ενός ομόλογου σημείου καμπής, θα ήταν ιδιαιτέρως απαιτητικό για κυβερνήσεις, κράτη και καπιταλιστές.

Αλλά τι θα ήταν αυτό το σημείο καμπής; αυτή η τεχνολογική ”επανάσταση”; Η αγροτική επανάσταση εξαπλώθηκε ανά τον κόσμο εδώ και χιλιάδες χρόνια, η βιομηχανική εδώ και εκατοντάδες, η επανάσταση της πληροφορικής τεχνολογίας εδώ και λίγες δεκαετίες και αναμένεται η αποκορύφωση, το ”σημείο δίχως επιστροφή” με ότι οι τεχνικοί και οι επιστήμονες προσφωνούν ως ”έκρηξη ευφυίας”. Το “Human Brain Project”, ιδρύθηκε το 2005 ελπίζοντας πως εντός 20 χρόνων θα καταφέρει να αναδημιουργήσει έναν ανθρώπινο εγκέφαλο. Αυτό θα πυροδοτήσει την περίφημη ”έκρηξη”, την μετάβαση από την ανθρώπινη στην (υπάνθρωπη) υπερευφυία. Οι επιστήμονες διατείνονται πως μόλις η ανθρώπινη νοητική ικανότητα επιτευχθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ( ακόμα και μήνες ) η έκρηξη ευφυίας θα πυροδοτηθεί, περιλαμβάνοντας μία εκθετική και ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των νοητικών δυνάμεων της Τεχνιτής Νοημοσύνης. Έκτοτε, ο κίνδυνος απεμπόλησης των ηνίων του πεπρωμένου μας θα γίνει πολύ υψηλός, προς ευχαρίστηση των μετανθρωπιστών, ο homo sapiens θα μετατραπεί σε κάτι άλλο, κάτι ακαθόριστο, ένα έκτρωμα της φύσης, ένας καρκίνος στο σώμα του πλανήτη μεγαλύτερος απ’ ότι ήδη είναι. Ευτυχώς για μας, οι επιστήμονες είναι εκ φύσεως συχνά υπερβολικά ”αισιόδοξοι” με το χρονοδιάγραμμα και ”αιθεροβάμονες” στις εικασίες τους. Μπορούμε να είμαστε εξίσου πεπεισμένοι για την δυνατότητα μας να αντισταθούμε αν όχι να αντιστρέψουμε τούτη την διαδικασία. Εξαρτάται από εμάς, από την διαύγεια μας, από τις δυνάμεις που αντέχουμε να μετερχόμαστε, από τα όπλα που αξιοποιούμε. Θαρρώ πως το σημαντικότερο στοίχημα είναι να μην καταποντιστούμε από την καταστροφολογία, η οποία αντί να μας ενδυναμώνει μας καναλιζάρει στην παραίτηση ενώπιον του αναπότρεπτου. Ούτως ώστε να αποκτήσουμε μία αντιπροσωπευτικότερη ιδέα του τεχνολογικού άλματος όπου ο προοδευτισμός μας υπόσχεται διαμέσου της υπερευφυίας, ας προχωρήσουμε στην ανάγνωση ορισμένων από τους κοινά αναγνωρισμένους ορισμούς των τεχνικών για την προαναφερθέν έννοια: «οιαδήποτε διάνοια ικανή για αγεφύρωτη υπέρβαση των συνειδητών αποδόσεων των ανθρώπινων όντων σε σχεδόν όλα τα πεδία ενδιαφέροντος», ήτοι, μια υπερευφυιής μηχανή είναι: «μία μηχανή ικανή να ξεπεράσει κατά πολύ όλες τις διανοητικές διεργασίες οποιουδήποτε ανθρώπινου όντως, όσο ευφυιές κι αν είναι». Σύμφωνα με όσους εργάζονται πάνω στο εγχείρημα, η υπερ-ευφυία θα αποτελέσει πανάκια απέναντι σε κάθε κακό, το λυχνάρι του Αλαντίν δόκιμο για την επίλυση όλων των ενεργειακών, μολυσματικών και οικονομικών προβλημάτων μας, θα ανακαλύψει την θεραπεία για κάθε αρρώστια, υπόσχεται ακόμα, αν όχι την αθανασία, μία μη-θνητότητα. Όμως, οι ίδιο τεχνικοί και επιστήμονες που ονειρεύονται τα μελλοντικά αυτά προοδευτικά άλματα ( τα οποία, ας είμαστε ειλικρινείς, αναπόφευκτα θα ευνοήσουν μόνο την τάξη των εσώκλειστων ) τα τρέμουν θεωρώντας την άφιξη τους αφάνταστα επικίνδυνη, αρκετά ώστε να κάνει τους κινδύνους της ατομικής εποχής, του πυρηνικού πολέμου, να φαίνονται ευτράπελοι. Επιστήμονες και τεχνικοί, μολονότι απέχουν πολύ από το να το πετύχουν, απεγνωσμένα αναζητούν εφικτές παγίδες ψηφιακής πραγματικότητας ώστε να το περιορίσουν, να το εξαπατήσουν, να το συγκρατήσουν μόλις φτάσουν σε αυτό το σημείο. Παρά τους φόβους ή τις ελπίδες, ο σιδερένιος νόμος της επιστήμης μας καταδικάζει στην ”πρόοδο”, να συνεχίσουμε προς τα εμπρός με κάθε κόστος, ακόμα και διακινδυνεύοντας την επιβίωση μας ως είδος. Ποια όμως αποτελεί χειρότερη καταδίκη για έναν σκλάβο από μία αθανασία που παρατείνει το άλγος μιας ζωής δίχως ελευθερία. Εμείς οι αναρχικοί διαθέτουμε ιδιαίτερη ευαισθησία πάνω σε αυτά τα θέματα επειδή τίποτα δεν απείλησε την ελευθερία μας τα προηγούμενα χρόνια περισσότερο από την ”πρόοδο”, την τεχνολογία. Δεν περιορίσαμε τους εαυτούς μας σε αναλύσεις κοινωνιολογικού περιεχομένου αναφορικά με την τεχνική και την τεχνολογία ανά τα χρόνια. Όσες από μας έρεπαν στην δράση, όσοι αναρχικοί εφάρμοσαν καταστρεπτικές άμεσες δράσεις διαμέσου άτυπων συντονισμών και ομάδων συγγένειας, έχουν αναπτύξει ένα θεωρητικό και πρακτικό οπλοστάσιο πάνω στους ευάλωτους και περιφεριακούς στόχους προς αξιοποίηση, οπτικές ίνες, καλώδια ρεύματος, πυλώνες… Η τάση έγκειται στην πρόταση να μετακινηθούμε από το κέντρο στην περιφέρεια του συστήματος οπού ο έλεγχος είναι μειωμένος και οι ζωτικές γραμμές, αν διακοπούν με πρόσφορα  για αναπαραγωγή μέσα ( φωτιά, μπουλονοκόφτες ) θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αξιοσημείωτο κόστος. Διεξάγεται εξάλλου αρκετός διάλογος πρόσφατα περί της παρεμπόδισης της ροής των προϊόντων. Η εν λόγω τάση, κυρίαρχη σήμερα μεταξύ πολλών εξεγερσιακών οφείλει την γέννηση της ( κατά την γνώμη μου ) στην αντιπαράθεση των αναρχικών της πράξης στo παραδοσιακό αντάρτικο πόλης των Ερυθρών Ταξιαρχιών ( Red Brigades ), όταν και η φράση κλειδί για τους αναρχικούς έγινε ο ισχυρισμός πως το κράτος στερείται καρδιάς ή κέντρου. Εντωμεταξύ, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες αναμασούσαν την επιτακτικότητα της επίθεσης στην ”καρδιά του κράτους” μέσω της στοχοποίησης των πιο επιφανών φιγούρων του. Πολλές δεκαετίες κύλησαν έκτοτε, τα πάντα άλλαξαν, όμως αυτή η ”φόρμουλα” με άλλοτε αδιαμφισβήτητη σημασία κατέντησε ένα ”συναξάρι”, ένα ”δόγμα” διαιονίζοντας τον εαυτό της αναλόγως, χάνοντας ολοένα και περισσότερο το νόημα της και καταλήγοντας ένας προάγγελος αμβλύνοιας, πνευματικής αυχμηρότητας, μία δικαίωση για ανείπωτες ανησυχίες. Η παραπάνω μεθοδολογία, τουλάχιστον όσον αφορά την χώρα που κατοικώ, έχει υποβαθμιστεί σε μία άρνηση ( ποτέ ανοιχτά αναγνωρισμένη αλλά στην πραγματικότητα καιρό εγκατεστημένη ) να πληχθούν ανθρώπινοι στόχοι, οι άμεσα υπεύθυνοι για την συστημική αχρειότητα. Για πολλές αναρχικές υπάρχει αποκλειστικά το ”σαμποτάζ” και η καταστρεπτική δράση ( να χτυπάς και να καταστρέφεις πράγματα ). Η αποκλειστικότητα αυτής της πρακτικής είναι επίσης διαδεδομένη στον οικοαναρχικό περίγυρω, με ελάχιστες εμβριθείς εξαιρέσεις, όπως αυτή του Tedd Kaczynski. Τα ALF και ELF υιοθετούν εξίσου αυτήν την ροπή να αποκλείουν τις βίαιες δράσεις εναντίον ανθρώπων ( ωσαύτως με λιγοστές σποραδικές εξαιρέσεις ). Αυτές οι ”οργανώσεις” παραμένουν τιμαλφείς για περαιτέρω λόγους όπως ένεκα ότι αποτελούν έξοχο παράδειγμα (όντας καλοσυγκροτημένα) του πως μπορεί κάποια να ”οργανωθεί” υπό έναν άτυπο τρόπο. Όπως αρέσκονται κάποιοι σύντροφοι να το θέτουν ” η οργάνωση δίχως να έχει ή να αναζητά οργάνωση”. Κατά την άποψη μου, η επίδραση τους στις μετέπειτα πρακτικές της FAI-FRI είναι πέραν πάσης αμφιβολίας, αρκεί να λάβεις υπόψιν την επικοινωνία τους μέσω δράσεων και συντονισμένων διεθνών εκστρατειών τους. Ευελπιστώ να ευκαιρίσουμε μιλώντας πιο καταλεπτώς σε σχέση με αυτό αργότερα…Εδώ στην Ιταλία, στον χώρο των αναρχικών, μόνο μερικές δράσεις κινήθηκαν ενάντια σε αυτό το ρεύμα τα τελευταία χρόνια. Τα χιλιοαπαξιωμένα ”παγιδευμένα δέματα”, μία αρχαία πρακτική η οποία ότι κι αν πείτε αποτελεί κληρονομιά της αναρχικής ”παράδοσης”. Απλά θυμηθείτε τους ”Γκαλλεανιστές” στην Αμερική, ή τα εκρηκτικά μπαούλα αποσταλμένα εναντίον των μεγαλύτερων Ιταλικών εκδοτικών οίκων, από [Ιταλούς] αναρχικούς που διέφυγαν κατά την διάρκεια του φασιστικού καθεστώτος καταφεύγοντας στην Γαλλία, για να αναφερθώ επιγραμματικά σε κάποια. Όπως έχω ήδη ισχυριστεί στο παρελθόν, η διαστρεβλωση της ”ιστορίας”, η κάθαρση άβολων γεγονότων, δεν συνιστά αποκλειστικό ιδίωμα του Σταλινισμού, ακόμα και εμείς ως αναρχικοί το αναπαράγουμε στην μικρή μας κλίμακα, συνήθως ασυνείδητα. Αναφέρεσαι στο κίνημα των Λουδιτών, αναρχικοί, και όχι μόνο, υπερβολικά συχνά επικαλούνται το εν λόγω κίνημα εν είδει χαρακτηριστικού παραδείγματος της πρακτικής του ”σαμποτάζ”, παραγράφοντας οιοδήποτε ιστορικό δεδομένο κρίνεται δύσπεπτο για ένα συγκεκριμένο φάσμα δράσεων. Οι φόνοι αποτελούσαν εξίσου ένα αναπόσπαστο σύνεργο των Λουδιτών, δεν περιοριζόντουσαν στην καταστροφή αργαλειών. Το 1812, ο William Horsfall, ιδιοκτήτης ενός εργοστασίου υφασμάτων, πυροβολήθηκε ( πέφτοντας νεκρός ) σε μία ενέδρα. Λίγες μέρες πριν είχε υποσχεθεί στους εργαζόμενους του πως θα έπνιγε οποιαδήποτε εξέγερση και ότι αίμα λουδιτών θα κυλούσε μέχρι και στο σαμάρι του. Όμως αυτός στο τέλος βρέθηκε πνιγμένος στο ξέχειλο αίμα του. Τρις λουδίτες κρεμάστηκαν για αυτήν την χειρονομία ανταρσίας. Δεν επρόκειτο περί μεμονωμένης περίπτωσης, διαβάζοντας εντούτοις τις ακριβοδίκαιες εξιδανικεύσεις του Λουδισμού, σπανίως ακούμε να αναφέρονται αυτού του είδους οι δράσεις. Γιατί; Είναι το ”σαμποτάζ” ενδεχομένως πιο ανατρεπτικό, πιο επικίνδυνο για το σύστημα από την φυσική εξόντωση ενός αφεντικού; Σαφώς σήμερα συμπεριλαμβάνει μια πιο δραστική αντίδραση του κατεστημένου με περισσότερη καταστολή. Ο ”φόβος” όμως δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος, μας αποκόπτει από την λογική μας, μας στερεί την επαφή με την πραγματικότητα. Πιθανώς, η εντύπωση της απομάκρυνσης από την πραγματικότητα να απορρέει από τους τόμους επί τόμων, από τις αμέτρητες ”κοινωνιολογικές” αποκρίσεις των αναρχικών σχετικά με τον όρο τρομοκρατία, του πως αυτός ο όρος δύναται να μας περιθωριοποιήσει όντας αποκλειστικά ένα εξουσιαστικό προϊόν. Η τρομοκρατία είναι μία πρακτική κοινή μεταξύ των αναρχικών ( όπως και μεταξύ σχεδόν όλων των επαναστατικών και λαϊκών κινημάτων ανά την ιστορία ) που ανέκαθεν επιστράτευαν. Δεν θα κουραστώ ποτέ να το επαναλαμβάνω παρά του πόσο δυσάρεστο ακούγεται ή αφορμή για καταστολή μπορεί να γίνεται, επειδή πιστεύω πως η διανοητική ειλικρίνεια και η συνέπεια πηγαίνουν χέρι χέρι, και προκειμένου να είναι αξιόπιστες, δηλαδή αποτελεσματικές, στην πράξη, οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας και τους άλλους, όχι αποζητώντας την άμεση ευκολία αλλά την διορατική προοπτική. Η τρομοκρατία, προοριζόμενη ως πρακτική να διαχύσει τον τρόμο στα ενδότερα των κυρίαρχων τάξεων, όπως έκανε ο Emile Henry, όπως κάνανε οι Αλγερινοί χτυπώντας Γαλλικά μπαρ, ( τα παραδείγματα αφθονούν ) ανεξαρτήτως του πόσο αμφιλεγόμενη μπορεί να είναι σε ”ηθικό” επίπεδο, ποτέ δεν αποξένωσε καμία και η ιστορία μας το αποδεικνύει. Η τρομοκρατία προερχόμενη από τα κάτω και στοχεύοντας τους από πάνω διαθέτει υπέρ της όλες τις δικαιολογήσεις του κόσμου. Συγχώρεσαι με για την ενδεχόμενη παρέκβαση μου από το θέμα, όφειλα όμως να θίξω ορισμένα ζητήματα, ακόμα κι αν είναι άβολα. Ας συνεχίσουμε στην επόμενη ερώτηση…

[Δημοσιεύθυκε στο Αναρχικό περιοδικό “Βιτριόλι”, n. 2, Φθινόπωρο 2018]

Πηγή:darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

 

Για το Δεύτερο Μέρος: Ποια Διεθνής; 2
Για το Τρίτο Μέρος: Ποια Διεθνης; 3

Moishe Postone: “Επανεξετάζοντας το Κεφάλαιο υπό το φως των «Grundrisse»”

Επανεξετάζοντας το Κεφάλαιο υπό το φως των «Grundrisse» (των Βασικών γραμμών της κριτικής της πολιτικής οικονομίας) (1)

του Moishe Postone

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚH ΚΡΙΤΙΚH ΘΕΩΡIΑ ΣΤΟΝ ΣYΓΧΡΟΝΟ ΚOΣΜΟ

Η κριτική κοινωνική θεωρία δεν ακολούθησε τους εκτεταμένους κοινωνικούς μετασχηματισμούς σε παγκόσμιο επίπεδο κατά την διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών που διανύουμε. Την σφοδρή και γόνιμη αναγέννηση της Μαρξιστικής σκέψης και επιστημολογίας των δεκαετιών του ’60 και του ’70 επακολούθησε μία σταθερή στροφή απομάκρυνσης από τον Μαρξισμό από την πλευρά αρκετών θεωρητικών. Η σφαίρα της διανόησης κυριαρχήθηκε από μεταμοντέρνες και ματαστρουκτουραλιστικές προσεγγίσεις που εμφανίζονταν σε πολλούς ως εύλογες κριτικές του Μαρξισμού. Ωστόσο κατέστη όλο και πιο σαφές ότι αυτού του είδους οι προσεγγίσεις δεν αντιλαμβάνονται επαρκώς την σημερινή εποχή. Αποτυγχάνουν να διαφωτίσουν τις βασικές ιστορικές αλλαγές που έχουν αναδιαρθρώσει τον κόσμο στις πρόσφατες δεκαετίες. Ακόμη και μεγάλοι στοχαστές, όπως ο Χάμπερμας, ο Φουκό και ο Ντεριντά εμφανίζονται τώρα ως θεωρητικοί μιας φθίνουσας ιστορικής κοινωνικής διαμόρφωσης – του παρακμάζοντος Φορντισμού. Οι κριτικές τους προσεγγίσεις διασαφηνίζουν όλο και λιγότερο το σύγχρονο κοινωνικό σύμπαν.

Ένα προφανές μειονέκτημα αυτών των μετα-μαρξιστικών πραγματειών είναι η απουσία σημαντικών οικονομικών και πολιτικών ζητημάτων, μία απουσία που είναι κραυγαλέα επάνω στην αντιμετώπιση της συνεχούς εξέλιξης της παγκοσμιοποίησης. Συγχρόνως είναι ξεκάθαρο πως όσο απαραίτητη κι’ αν είναι η ενσωμάτωση αυτών των οικονομικών και πολιτικών δεδομένων στις κριτικές θεωρίες του παρόντος δεν μπορεί να υπάρξει καμία εύσχημη επιστροφή στον παραδοσιακό Μαρξισμό. Η παραδοσιακή θεωρητική δομή απέτυχε να παρέχει την βάση για μία επαρκή ιστορική ανάλυση των Κομμουνιστικών καθεστώτων της συσσώρευσης. Οι πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις τους τέθηκαν σε αμφισβήτηση επί τη βάσει της αυξανόμενης σπουδαιότητας των επιστημονικών γνώσεων και της προηγμένης τεχνολογίας στην εξέλιξη της παραγωγής. Και τα ιδανικά της χειραφεσίας τους ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται από τις τρέχουσες κοινωνικές και πολιτισμικές δυσαρέσκειες.

Παρ’ όλα αυτά οι τωρινές ιστορικές τάσεις υποδηλώνουν την σπουδαιότητα για την εκπόνηση μίας πιο επαρκούς κριτικής θεωρίας του καπιταλισμού. Αν και αυτές οι τάσεις περιλαμβάνουν μέσα τους τις εξελίξεις που υπογραμμίζουν τον αναχρονιστικό χαρακτήρα της παραδοσιακής Μαρξιστικής θεωρίας – όπως είναι για παράδειγμα ο πολλαπλασιασμός των νέων κοινωνικών κινημάτων με τα μαζικά οικολογικά κινήματα, τα φεμινιστικά και τα κινήματα των γκέι, τα κινήματα χειραφέτησης των μειονοτήτων, καθώς επίσης, και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια που εκφράζεται σε διάφορα «φονταμενταλιστικά» κινήματα – οι πρόσφατες δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από την επανεμφάνιση των οικονομικών εξαρθρώσεων που εξαπλώθηκαν σε όλο τον πλανήτη και την εντατικοποίηση των ένδο-καπιταλιστικών αντιπαλοτήτων σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτές οι εξελίξεις υποδηλώνουν πως μία επαρκής κριτική ανάλυση του σύγχρονου κόσμου θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται αφενός τις σημαντικές νέες του διαστάσεις και αφετέρου την υποκείμενη συνέχεια του ως καπιταλισμού.

Οι Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse) μπορούν να παρέχουν το σημείο εκκίνησης για μία αναζωογονημένη κριτική ανάλυση βασισμένη σε μία θεμελιακή επανεξέταση της καπιταλιστικής φύσης. Αυτό το χειρόγραφο συντάχθηκε μεταξύ των ετών 1857-58 και αφού εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1939 δεν είχε γίνει ευρέως γνωστό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και έως τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Καίτοι ο Μαρξ δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί όλες τις πτυχές της ώριμης κριτικής θεωρίας του μέσα στις Βασικές Γραμμές, η γενική κατεύθυνση της για την καπιταλιστική νεωτερικότητα όπως και η φυσιογνωμία και η σημασία των θεμελιακών κατηγοριών αυτής της κριτικής προκύπτουν ξεκάθαρα σε αυτό το χειρόγραφο. Το Κεφάλαιο είναι πιο δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί και υπόκειται εύκολα σε παρανοήσεις καθόσον είναι πολύ αυστηρά δομημένο ως μία έμφυτη κριτική – κριτική που επιχειρήθηκε από μία σκοπιά σύμφυτη με το αντικείμενο της ερευνάς της. Για τον λόγο αυτό οι κατηγορίες του μπορούν να παρεξηγηθούν ως καταφατικές και όχι ως κριτικές. Ως εκ τούτου, πολύ συχνά, το αντικείμενο της κριτικής του Μαρξ θεωρήθηκε σαν να είναι η σκοπιά της κριτικής του – ένα ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε αργότερα. Αυτή η παρανόηση δεν αποτελεί πρόβλημα για τις Βασικές Γραμμές αφού αυτές δεν είναι τόσο αυστηρά δομημένες. Επειδή ο Μαρξ ακόμα επεξεργαζόταν την κατηγορική (2) ανάλυση του σ’ αυτό το χειρόγραφο, η στρατηγική του πρόθεση είναι πιο προσιτή απ’ ό,τι στο Κεφάλαιο. Ως εκ τούτου οι Βασικές Γραμμές (Grundrisse) μπορούν να διαφωτίσουν την φύση και την κατεύθυνση της συνεκτικής κριτικής του Μαρξ για την πολιτική οικονομία. Η ανάγνωση υπό το πρίσμα του χειρογράφου του 1857-8 αυτής της κριτικής μπορεί να παρέχει την βάση για μία καταλληλότερη κριτική θεωρία του σύγχρονου κόσμου από αυτή που είναι εφικτή μέσα στο παραδοσιακό Μαρξιστικό πλαίσιο θεωρίας. (3)

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚOΣ ΜΑΡΞΙΣΜOΣ

Πριν αναπτύξω λεπτομερώς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό με τις αντίστοιχες παραπομπές από τις Βασικές Γραμμές (Grundrisse) θα περιγράψω εν συντομία την έννοια του «παραδοσιακού Μαρξισμού» σ’ αυτό το κεφάλαιο. Η έννοια αυτή δεν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική τάση του Μαρξισμού, αλλά γενικότερα στην εν γένει ανάλυση του καπιταλισμού η οποία βασίζεται ουσιαστικά σε όρους που αφορούν τις ταξικές σχέσεις, που εκπορεύονται από την ατομική ιδιοκτησία και δέχονται την μεσολάβηση της αγοράς. Οι σχέσεις κυριαρχίας γίνονται κατανοητές κυρίως από την σκοπιά της ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Μέσα σ’ αυτήν την γενικευμένη ερμηνευτική δομή ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μία διογκούμενη δομική αντίφαση μεταξύ των βασικών κοινωνικών σχέσεων (που ερμηνεύονται ως ατομική ιδιοκτησία και αγορά) και των παραγωγικών δυνάμεων (που ερμηνεύονται ως ο βιομηχανικός τρόπος παραγωγής). Ο σοσιαλισμός κατανοείται πρωταρχικά από την θέση της συλλογικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό τους σχεδιασμό/συντονισμό εντός ενός βιομηχανοποιημένου πλαισίου. Δηλαδή συλλαμβάνεται ως ένας ακριβοδίκαιος και ρυθμιζόμενος τρόπος διανομής κατάλληλος για την βιομηχανική παραγωγή (αυτή γίνεται αντιληπτή ως μία διαδικασία ουσιαστικά ανεξάρτητη του καπιταλισμού).

Αυτή η καθολική κατανόηση είναι δεσμευμένη σε μια νομοτελειακή επεξήγηση των βασικών κατηγοριών της κριτικής του Μαρξ στην πολιτική οικονομία. Για παράδειγμα η κατηγορία της αξίας θεωρήθηκε γενικά ως μια προσπάθεια να καταδειχθεί πως η άμεση ανθρώπινη εργασία συνεχώς και παντού δημιουργεί κοινωνικό πλούτο, που στον καπιταλισμό ο κύριος μεσολαβητής του είναι η αγορά. Η θεωρία του Μαρξ για την υπεραξία σύμφωνα με τις συγκεκριμένες γνώμες περιγράφει την ύπαρξη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης υποδηλώνοντας την εργασία που δημιουργεί μονάχα προϊόντα σε πλεόνασμα τα οποία στην συνέχεια ιδιοποιούνται από τον καπιταλιστή.(4)

Αυτή η συγκεκριμένη ερμηνεία βασίζεται σε μία διιστορική αντίληψη της εργασίας ως δραστηριότητας που διαμεσολαβεί τους ανθρώπους και την ίδια την φύση μετασχηματίζοντας την ύλη με τρόπους ηθικής στοχοπροσήλωσης και τίθεται ως προϋπόθεση της κοινωνικής ζωής. Η αντίληψη για την «δουλειά» την τοποθετεί ως πηγή του πλούτου σε όλες τις κοινωνίες και ως έννοια που συγκροτεί ό,τι είναι απολύτως οικουμενικό και πραγματιστικά κοινωνικό. Ωστόσο στον καπιταλισμό, η ιδιαιτερότητα και ο κατακερματισμός των κοινωνικών σχέσεων παρεμποδίζουν την αντίληψη μας ώστε να αποσαφηνίσει εντελώς ρεαλιστικά την έννοια της «δουλειάς». Γι’ αυτό και η χειραφέτηση συνειδητοποιείται μέσα σε μία κοινωνική μορφή όπου η υπεριστορική «εργασία» απελευθερωμένη από τις διαστρεβλώσεις της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας έχει ρητά αναδειχθεί ως η κανονιστική αρχή της κοινωνίας. (Βεβαίως αυτή η ιδέα είναι οριοθετημένη μέσα σ’ εκείνη της σοσιαλιστικής επανάστασης που πραγματώνεται ως «αυτό-συνείδηση» του προλεταριάτου). Η «εργασία» εδώ προσφέρει την σκοπιά από την οποία πραγματώνεται η κριτική του καπιταλισμού.

Εντός της βασικής εννοιολογικής δομής του «παραδοσιακού Μαρξισμού» υφίσταται ένα ευρύ φάσμα πολύ διαφορετικών θεωρητικών, μεθοδολογικών και πολιτικών προσεγγίσεων. (5) Έστω κι’ αν παράχθηκαν πολύ ισχυρές οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, ιστορικές και πολιτισμικές αναλύσεις μέσα σε αυτό το σχήμα οι περιορισμοί του έχουν προ πολλού γίνει ευδιάκριτοι επάνω στο μέτωπο των ιστορικών εξελίξεων του 20ου αιώνα. Ερχόμενοι αντιμέτωποι με τους όρους που θέτει η αναπόφευκτη παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού σήμερα, θα πρέπει τότε να θέσουμε και τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας του κεφαλαίου που αποκόπτεται πλήρως από την παραδοσιακή Μαρξιστική δομή.

Έχει καταστεί σαφές, εξετάζοντας εκ των υστέρων, ότι η κοινωνική / πολιτική /οικονομική / πολιτισμική διαμόρφωση της ηγεμονίας του κεφαλαίου ήταν ιστορικά ποικιλόμορφη – από τον μερκαντιλισμό μέσω του φιλελεύθερου καπιταλισμού του 19ου αι. και του καπιταλισμού του Φορντισμού με επίκεντρο του το κράτος στον 20ο αι. στον σύγχρονο νέο-φιλελεύθερο παγκόσμιο καπιταλισμό. Και αυτό μας υποδεικνύει πως ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί πλήρως με καμία από τις ιστορικές του διαμορφώσεις με αποτέλεσμα να ανακύπτει το ζήτημα της φύσης του θεμελιώδη πυρήνα του ως μορφή της κοινωνικής ζωής, δηλαδή αυτό που αφορά την ίδια την φύση του κεφαλαίου.

GRUNDRISSE (ΒΑΣΙΚEΣ ΓΡΑΜΜEΣ): Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚOΣ ΠΥΡHΝΑΣ

Οι Βασικές γραμμές – Grundrisse βοηθούν στην αποσαφήνιση της συνεκτικής αντίληψης του Μαρξ για τον κατεξοχήν πυρήνα του καπιταλισμού και για την ουσία της ιστορικής του υπέρβασης με τρόπους που στοχεύουν πέρα από τα όρια της παραδοσιακής Μαρξιστικής ερμηνείας. Σε μία παράγραφο κρίσιμης σημασίας του χειρογράφου που τιτλοφορείται «Αντίφαση ανάμεσα στη βάση* της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (μέτρο αξίας) και την ίδια την ανάπτυξη της» (Μάρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 536)** ο Μαρξ υποδηλώνει πως αντιλαμβάνεται κατά βάση τον πυρήνα του καπιταλισμού και μαζί τη θεμελιώδη αντίφαση του που γεννά το ιστορικό ενδεχόμενο της μετά-καπιταλιστικής μορφής της κοινωνικής ζωής. Ξεκινάει την παράγραφο δηλώνοντας ότι «Η ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελευταία ανάπτυξη της αξιακής σχέσης και της παραγωγής που βασίζεται στην αξία». (Μάρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 538) Ο τίτλος και η αρχική πρόταση της εν λόγω παραγράφου υποδεικνύουν ότι για τον Μαρξ η κατηγορία της αξίας εκφράζει τις βασικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής – εκείνες τις κοινωνικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν με τον πιο θεμελιώδη τρόπο τον ίδιο τον καπιταλισμό ως μορφή της κοινωνικής ζωής. Συγχρόνως η κατηγορία της αξίας εκφράζει μία συγκεκριμένη μορφή πλούτου. Η ανάλυση της αξίας λοιπόν, θα πρέπει να διευκρινίζει αμφότερες αυτές τις όψεις. Ως μορφή πλούτου η αξία έχει γενικώς κατανοηθεί σαν η κατηγορία της διαμεσολάβησης της αγοράς επάνω στον πλούτο που δημιουργεί η εργασία. Κι’ όμως όταν ο Μαρξ αναφέρεται στην «ανταλλαγή» κατά την οποία εξετάζει την «αξιακή σχέση», στα αποσπάσματα που παρατίθενται, δεν εννοεί την ανταλλαγή της κυκλοφορίας αλλά εκείνη της παραγωγής – «την ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία». Ο χαρακτηρισμός του Μαρξ για την αξία ως «βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής» υποδηλώνει ότι αυτή δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται απλούστατα ως μία κατηγορία διανομής των εμπορευμάτων δηλαδή ως απόπειρα να θεμελιώσουμε την αποκαλούμενη αυτό-ρυθμιζόμενη αγορά. Αντίθετα, θα πρέπει να νοείται πρωτίστως ως κατηγορία της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής.

Στις Βασικές γραμμές – Grundrisse, λοιπόν, η ανάλυση του Μαρξ επάνω στην αντίφαση που εμφανίζεται στον καπιταλισμό ανάμεσα στις «σχέσεις της παραγωγής» και στις «δυνάμεις της παραγωγής» διαφέρει από εκείνη των παραδοσιακών Μαρξιστικών θεωριών, οι οποίες εστιάζουν κριτικά στον τρόπο της διανομής (αγορά, ατομική ιδιοκτησία) και αντιλαμβάνονται αυτή την αντίφαση ανάμεσα στις σφαίρες της διανομής και της παραγωγής. Εκείνος κατηγορηματικά, ασκεί κριτική στις θεωρητικές προσεγγίσεις που εννοιοδοτούν τον ιστορικό μετασχηματισμό με όρους που αφορούν τον τρόπο της διανομής χωρίς να αναλογίζονται την δυνατότητα ότι ο τρόπος της παραγωγής δύναται να μεταμορφωθεί, παίρνοντας ως παράδειγμα την δήλωση του Τζον Στιούαρτ Μιλλ πως «οι νόμοι και οι όροι της παραγωγής πλούτου έχουν τον χαρακτήρα αληθειών του φυσικού κόσμου… Αυτό δεν συμβαίνει με την διανομή του πλούτου, Αυτή είναι ζήτημα αποκλειστικά των ανθρώπινων θεσμών». (6) Αυτός ο διαχωρισμός σύμφωνα με τον Μαρξ είναι αβάσιμος: «Οι ‘‘νόμοι και όροι’’ της παραγωγής του πλούτου και οι ‘‘νόμοι της διανομής του πλούτου’’ είναι οι ίδιοι νόμοι με διαφορετική μορφή, μεταβάλλονται και οι δύο, υφίστανται την ίδια ιστορική διαδικασία και γενικά δεν είναι παρά συνθετικά στοιχεία μιας ιστορικής διαδικασίας» (Μαρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 642).

Αν η διαδικασία της παραγωγής είναι αλληλένδετη με τις θεμελιώδεις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλισμού, εν τούτοις, η πρώτη δεν μπορεί να εξισωθεί με τις δυνάμεις της παραγωγής που τελικώς έρχονται σε αντίφαση με τις καπιταλιστικές σχέσεις της παραγωγής. Άντ’ αυτού, η ίδια η διαδικασία της παραγωγής θα πρέπει να θεωρηθεί εγγενώς συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό. Αυτά τα αποσπάσματα δείχνουν με άλλα λόγια, ότι η αντίληψη του Μαρξ για την θεμελιώδη αντίφαση του καπιταλισμού δεν θα πρέπει να νοείται μεταξύ της βιομηχανικής παραγωγής από την μία πλευρά και της αγοράς μαζί με την καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία από την άλλη. Αυτή η αντίφαση απαιτεί περαιτέρω εξέταση.

Όταν ο Μαρξ μιλάει για την παραγωγή που βασίζεται στην αξία την περιγράφει ως τρόπο παραγωγής που «προϋπόθεση της είναι και παραμένει: η μάζα άμεσου χρόνου εργασίας, (δηλαδή) η ποσότητα καταβλημένης εργασίας να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου» (Μαρξ Βασικές Γραμμές σελ: 538). Εκείνο που χαρακτηρίζει την αξία ως μορφή πλούτου, σύμφωνα με τον Μαρξ, είναι ό,τι συνίσταται από την δαπάνη της άμεσης ανθρώπινης εργασίας στην διαδικασία της παραγωγής η οποία προσμετρείται χρονικά. Η αξία είναι μια κοινωνική μορφή που εκφράζει και μαζί βασίζεται επάνω στην δαπάνη του άμεσου εργασιακού χρόνου. Αυτή η μορφή για τον Μαρξ βρίσκεται μέσα στην ίδια την καρδιά του κεφαλαίου. Ως κατηγορία των θεμελιακών κοινωνικών σχέσεων που αποτελούν τον καπιταλισμό η αξία εκφράζει αυτό που είναι και παραμένει το βασικό θεμέλιο της καπιταλιστικής παραγωγής. Ωστόσο η παραγωγή που βασίζεται στην αξία δημιουργεί μία δυναμική που οδηγεί σε εντεινόμενη όξυνση μεταξύ του θεμέλιου λίθου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των αποτελεσμάτων της δικής του ιστορικής εξέλιξης:

Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας· ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου· και η δύναμη αυτή –η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα– δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή λόγια της εφαρμογής αυτής της επιστήμης στην παραγωγή… (Η ανάπτυξη αυτής της επιστήμης, ιδιαίτερα της φυσικής επιστήμης, και μαζί της όλων των άλλων, συνδέεται κι αυτή πάλι με την ανάπτυξη της υλικής παραγωγής.) Αντίθετα, ο πραγματικός πλούτος εκδηλώνεται –κι αυτό είναι το σημάδι της μεγάλης βιομηχανίας– στην τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στον καταβλημένο χρόνο εργασίας και το προϊόν του, όπως και στην ποιοτική δυσαναλογία ανάμεσα στην εργασία, που έχει αναχθεί σε καθαρή αφαίρεση, και τη δύναμη της παραγωγικής διαδικασίας που η εργασία επιβλέπει.

(Μαρξ: Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 538)**

Η αντίθεση μεταξύ αξίας και “πραγματικού πλούτου” είναι μεταξύ μίας μορφής πλούτου που βασίζεται επάνω στον “χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας” και μίας που δεν εξαρτάται στον άμεσο χρόνο εργασίας. Αυτή η αντίθεση είναι ζωτικής σημασίας ώστε να κατανοήσουμε την θεωρία της αξίας του Μαρξ και την αντίληψη του πάνω στην βασική αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σημειώνει ολοφάνερα ότι η αξία δεν αναφέρεται ως επί το πλείστον στον κοινωνικό πλούτο, αλλά είναι μία ιστορικά συγκεκριμένη, πιθανώς παροδική κατηγορία που νοηματοδοτεί το θεμέλιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πέραν τούτου, η αξία δεν είναι αμιγώς μία κατηγορία της αγοράς που συλλαμβάνει έναν ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο της κοινωνικής διανομής του πλούτου. Μία τέτοια ερμηνεία με επίκεντρο την αγορά – που σχετίζεται με την θέση του Μιλλ πως ο τρόπος της διανομής είναι ιστορικά ευμετάβλητος όχι όμως και ο τρόπος της παραγωγής – συνεπάγεται την ύπαρξη μιας υπεριστορικής μορφής πλούτου που κατανέμεται διαφορετικά σε ξεχωριστές κοινωνίες. Ωστόσο σύμφωνα με τον Μαρξ, η αξία είναι ιστορικά μία ειδική μορφή του κοινωνικού πλούτου και είναι ουσιαστικά εγγενής σ’ ένα ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο της παραγωγής. Συνεπώς αυτό μας δείχνει ότι διαφορετικές μορφές της κοινωνίας συσχετίζονται με διαφορετικές μορφές του πλούτου. (Ο προβληματισμός του Μαρξ σ’ αυτό το σημείο δείχνει ότι η μορφή του πλούτου, το είδος της εργασίας και η ακριβής διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων διαφέρουν σε ποικίλους κοινωνικούς σχηματισμούς.)

Αρκετοί ισχυρισμοί που ασπάζονται την ανάλυση του Μαρξ επάνω στην μοναδικότητα της εργασίας ως πηγή της αξίας – τόσο υποστηρικτικοί όσο και επικριτικοί – παραβλέπουν την διάκριση του, μεταξύ ‘‘πραγματικού πλούτου” (ή ‘‘υλικού πλούτου”) και αξίας. Ωστόσο οι Βασικές Γραμμές – Grundrisse υποδεικνύουν ότι η «εργατική θεωρία της αξίας» δεν είναι μία θεωρία για την μοναδικότητα των ιδιοτήτων της εργασίας αορίστως, αλλά μία ανάλυση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της αξίας ως μορφής πλούτου και ως εκ τούτου εξυπακούεται και ως ανάλυση της εργασίας που υποθετικά τον συγκροτεί. Επομένως είναι αποπροσανατολιστικό να επιχειρηματολογούμε υπέρ η κατά της θεωρίας του Μαρξ για την αξία σαν να επρόκειτο για την θεωρία της εργασίας του (υπεριστορικού) πλούτου – δηλαδή σαν ο Μαρξ να έχει συγγράψει μία πολιτική οικονομία αντί για την κριτική της πολιτικής οικονομίας. (7) Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει πως η ερμηνεία του Μαρξ για την κατηγορία της αξίας ως μίας συγκεκριμένης ιστορικά κατηγορίας αποδεικνύει ότι η ανάλυση του για την σύγχρονη κοινωνία είναι άψογη, αλλά προϋποθέτει ότι αυτή η ανάλυση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη με τους δικούς της ιστορικά καθορισμένους όρους και όχι σαν να ήταν μία διιστορική θεωρία της πολιτικής οικονομίας και μάλιστα του είδους εκείνου που ο Μαρξ επέκρινε εντονότατα.

Αύτές οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αξία μέσα στο πλαίσιο της ανάλυσης του Μαρξ είναι μία κριτική κατηγορία που αποκαλύπτει, αφενός την ιστορική ιδιαιτερότητα της μορφής του πλούτου, και αφετέρου της παραγωγής που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Η παράγραφος που παρατίθεται πιο πάνω δείχνει πως σύμφωνα με τον Μαρξ, η μορφή της παραγωγής που βασίζεται στην αξία αναπτύσσεται με τρόπο που φανερώνει την πιθανή ιστορική αυτοαναίρεση αυτής της αξίας. Σε μία ανάλυση που φαίνεται απολύτως σχετική με τις σύγχρονες συνθήκες ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι καθώς η καπιταλιστική βιομηχανική παραγωγή αναπτύσσεται, η αξία καθίσταται ως μέτρο του κοινωνικού πλούτου όλο και λιγότερο κατάλληλη. Και αντιπαραβάλλει την αξία, μία μορφή πλούτου που είναι δέσμια με την δαπάνη ανθρώπινου εργασιακού χρόνου, με την γιγάντια πλουτοπαραγωγική δυνατότητα της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας: η αξία καθίσταται αναχρονιστική με τους όρους των δυνατοτήτων του συστήματος παραγωγής που αυτή δημιουργεί. Η πραγματοποίηση αυτής της δυνητικής τάσης θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση της αξίας.

Εν τούτοις αυτή η ιστορική δυνατότητα δεν σημαίνει απλά και μόνο πως όλο και μεγαλύτερες ποσότητες εμπορευμάτων είναι πλέον εφικτό να παραχθούν επάνω στην βάση του υφιστάμενου τρόπου βιομηχανικής παραγωγής και να κατανεμηθούν πιο δίκαια. Η λογική της αυξανόμενης αντίφασης, μεταξύ του ‘‘πραγματικού πλούτου’’ και της αξίας, που εμφανίζει την πιθανότητα ο πρώτος να εκτοπίσει την τελευταία ως (καθ)οριστική μορφή του πλούτου, υποδηλώνει επίσης και την δυνατότητα μίας διαφορετικής παραγωγικής διαδικασίας που θα βασίζεται επάνω σε μια καινούργια και πιο απελευθερωτική κοινωνική οργάνωση της εργασίας:

Η εργασία δεν εμφανίζεται πια τόσο πολύ σαν ενταγμένη στην παραγωγική διαδικασία, όσο αντίθετα ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ο ίδιος σαν επόπτης και ρυθμιστής της παραγωγικής διαδικασίας… Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα της. Σ΄ αυτή τη μεταλλαγή, σαν ο μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος – μ΄ ένα λόγο, η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου. Η κλοπή ξένου εργάσιμου χρόνου, όπου βασίζεται ο σημερινός πλούτος, παρουσιάζεται σαν μίζερη βάση μπροστά σ’ αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανάπτυξε η ίδια η μεγάλη βιομηχανία.

(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 538)

Η συγκεκριμένη παράγραφος των Βασικών Γραμμών – Grundrisse καθιστά απολύτως σαφές ότι για τον Μαρξ η υπέρβαση του καπιταλισμού έχει ως συνέπεια την απενεργοποίηση της αξίας ως κοινωνικής μορφής του πλούτου, και εκείνη με τη σειρά της συνεπάγεται και το ξεπέρασμα του προκαθορισμένου τρόπου παραγωγής, που αναπτύχθηκε μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ο χρόνος της εργασίας πλέον δεν θα χρησιμεύει ως μέτρο του πλούτου και η παραγωγή του πλούτου αυτού δεν θα πραγματοποιείται στο εξής, κυρίως από την άμεση ανθρώπινη εργασία στην διαδικασία της παραγωγής: «Από την στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί την μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει – αναγκαστικά – ο χρόνος εργασίας να είναι μέτρο του πλούτου, και άρα η ανταλλακτική αξία μέτρο της αξίας χρήσης» (Μαρξ Βασικές Γραμμές σελ: 538).

Με άλλα λόγια ο Μαρξ αναλύει τις βασικές καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, την μορφή του πλούτου τους, την υλική μορφή της παραγωγής του και τον τρόπο που όλες αυτές είναι αλληλένδετες: η παραγωγή που επαφίεται στην αξία, ο τρόπος της παραγωγής που θεμελιώνεται στην μισθωτή εργασία και η βιομηχανική παραγωγή που βασίζεται στην εργασία των προλετάριων συνδέονται ουσιαστικώς στην ανάπτυξη της ανάλυσης του. Όθεν ο αυξανόμενα αναχρονιστικός χαρακτήρας της αξίας δηλοποιεί επίσης τον αυξανόμενα αναχρονιστικό χαρακτήρα της βιομηχανικής παραγωγικής διαδικασίας που εξελίσσεται μέσα στον καπιταλισμό. Η υπέρβαση της καπιταλιστικής κοινωνίας, σύμφωνα με τον Μαρξ, συνεπάγεται τον εκ βάθρων μετασχηματισμό της υλικής μορφής της παραγωγής, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο οι άνθρωποι δουλεύουν.

Παρ’ όλα αυτά η σοσιαλιστική κοινωνία, σύμφωνα με τον Μαρξ, δεν θα αναδυθεί αυτομάτως ως το αποτέλεσμα μίας γραμμικής, επαναστατικής ιστορικά εξέλιξης. Ο ριζικός μετασχηματισμός της παραγωγικής διαδικασίας που σκιαγραφείται ανωτέρω δεν είναι ένα οιονεί αυτόματο επακόλουθο της αστραπιαίας αύξησης της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης ή της εφαρμογής τους. Είναι περισσότερο μια δυνατότητα που παρουσιάζεται από την αυξανόμενη εσωτερική κοινωνική αντίφαση. Μολονότι η διαδρομή της καπιταλιστικής ανάπτυξης προκαλεί την δυνατότητα μιας νέας, απελευθερωτικής κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας, η γενική της συνειδητοποίηση είναι αδύνατη εντός του καπιταλισμού.

Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας· άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα περισσότερο σαν όρο –ζήτημα ζωής και θανάτου– για την αναγκαία.

(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 539)**

Το ζήτημα του ‘‘αναγκαίου’’ και του ‘‘υπερεργασιακού’’(πλεονασματικού)*** χρόνου εργασίας δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εδώ πλήρως. Είναι σημαντικό να προσέξουμε ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, καίτοι ο καπιταλισμός τείνει να αναπτύσσει ισχυρότατες παραγωγικές δυνάμεις οι δυνατότητες των οποίων καθιστούν τάχιστα απαρχαιωμένη την οργάνωση της παραγωγής που είναι βασισμένη στην άμεση δαπάνη εργασιακού χρόνου, η δομή της οργάνωσης είναι αυτή που δεν επιτρέπει την πλήρη πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας. Η μόνη μορφή πλούτου που συγκροτεί το κεφάλαιο είναι αυτή που βασίζεται επάνω στην άμεση δαπάνη εργασιακού χρόνου. Γι’ αυτό τον λόγο ανεξαρτήτως της αυξανόμενης ασυμφωνίας μεταξύ της αξίας ως μέτρου και του υλικού πλούτου, η αξία εν τέλει δεν αντικαθίσταται από μία νέα μορφή πλούτου. (8) Άντ’ αυτού και σύμφωνα με τον Μαρξ, παραμένει η απαραίτητη δομική προϋπόθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας (παρ’ ότι εκείνος υποστηρίζει σε ολόκληρο το Κεφάλαιο, εμφανώς κριτικά πως αυτή δεν είναι ρεαλιστική).

Στην βάση των κατηγοριών του, της αξίας, του εμπορεύματος και του κεφαλαίου, ο Μαρξ δείχνει πως ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μία εγγενή αναπτυξιακή δυναμική. Ωστόσο αυτή η δυναμική παραμένει εντός των καπιταλιστικών ορίων: δεν υπερβαίνει την ίδια της την κατάσταση. Οι κατηγορίες καθηλώνουν αμφότερες, τόσο την δυναμική όσο και τα όρια της: εκείνο που καθίσταται ως «υπερεργασία» (σ.τ.μ. πλεονασματική) υπό τους όρους της παραγωγής του υλικού πλούτου παραμένει δομικά ‘‘αναγκαίο’’ για το κεφάλαιο. Ο καπιταλισμός δίνει την αφορμή για το ενδεχόμενο της αναίρεσης του, χωρίς όμως αυτή να σημαίνει αυτόματα ότι αυτός θα εξελιχθεί σε κάτι άλλο. Ήτοι η δαπάνη της άμεσης ανθρώπινης εργασίας ενώ παραμένει κεντρική και απαραίτητη για το κεφάλαιο, παρά το γεγονός ότι η πρώτη καθίσταται αναχρονιστική από τις εξελίξεις που προκαλούνται από το τελευταίο, δημιουργεί μια εσωτερική όξυνση. Όπως έχω αναπτύξει λεπτομερώς στο «Χρόνος, Εργασία και Κοινωνική Κυριαρχία / Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory» ο Μαρξ αναλύει την φύση της βιομηχανικής παραγωγής και την αναπτυξιακή της τροχιά με αναφορά σε αυτή την όξυνση (Postone 1993: 307-66).

Τα συγκεκριμένα αποσπάσματα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse υποδεικνύουν πως η ιδέα του Μαρξ για την δομική αντίφαση του καπιταλισμού δεν θα πρέπει να ταυτίζεται άμεσα με τον κοινωνικό ανταγωνισμό, όπως είναι η ταξική πάλη. Επίσης αποκαλύπτουν ότι η κατανόηση του Μαρξ για την καπιταλιστική αντίφαση δεν αναφέρεται με τον πλέον θεμελιώδη τρόπο σε μία αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού σφετερισμού και της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. (9) Ως εκ τούτου διαφέρει θεμελιακά από εκείνη του παραδοσιακού Μαρξισμού. Στις Βασικές Γραμμές – Grundrisse ο Μαρξ δεν αναλύει την αντίφαση του καπιταλισμού ως εκείνης που βρίσκεται μεταξύ της διαδικασίας της παραγωγής και της αξίας, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής παραγωγής και των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων εντός του καπιταλισμού. Αντιθέτως ο ίδιος αντιμετωπίζει την πρώτη όπως έχει διαμορφωθεί από την τελευταία: η παραγωγή του καπιταλισμού είναι ‘‘ο τρόπος της παραγωγής που βασίζεται στην αξία’’. Καθ’ αυτήν την έννοια στα τελευταία του γραπτά, ο Μαρξ αναφέρεται κατηγορηματικά στον βιομηχανικό τρόπο της παραγωγής ως «ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής… (τεχνολογικά εξ ίσου)» (Καρλ Μαρξ: Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής, Εκδόσεις Α/Συνέχεια: 1990 // Marx, Karl 1994: 428). Αυτά τα χωρία από τις Βασικές Γραμμές – Grundrisse υπονοούν ότι είναι η υλική μορφή της παραγωγής που πρόκειται να μετασχηματιστεί ταυτόχρονα με την υπέρβαση του καπιταλισμού. Επίσης διαψεύδουν την ιδέα πως η κριτική θεωρία του Μαρξ είναι ένα είδος επαναστατικής τεχνολογικής αιτιοκρατίας. (10) Απεναντίας εκείνος πραγματεύεται την τεχνολογία και την διαδικασία της παραγωγής ως εκ της κοινωνίας συγκροτούμενες: είναι αυτές οι δύο που μορφοποιούνται από την αξία. Επομένως δεν θα πρέπει απλά να ταυτίζονται με τις ‘δυνάμεις της παραγωγής’ που έρχονται σε αντίφαση με τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Ωστόσο, παρ’ όλο που η τεχνολογία και η διαδικασία της παραγωγής διαπλάθονται από τις καπιταλιστικές σχέσεις, ενσωματώνουν μαζί τους μία ανακολουθία. Η ανάλυση του Μαρξ κάνει διάκριση μεταξύ της πραγματικότητας από την μορφή που έχει λάβει η παραγωγή που συνίσταται από την αξία και της ροπής της – μιας ροπής που καθηλώνει την πιθανότητα μιας νέας μορφής παραγωγής. Αυτή η διάκριση σε τελευταία ανάλυση προέρχεται από την αντιφατική φύση των καπιταλιστικών σχέσεων, τις οποίες ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, τις θεμελιώνει επάνω στον διπλό χαρακτήρα των κατηγοριών της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνικής ζωής.

Είναι σαφές από τα αποσπάσματα που παρατέθηκαν πως όταν ο Μαρξ στις Βασικές Γραμμές περιγράφει την υπέρβαση της αντίφασης του καπιταλισμού και δηλώνει ότι «η εργατική μάζα πρέπει η ίδια να ιδιοποιείται την υπερεργασία της» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ:541) δεν υπαινίσσεται μόνο την απαλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας και την χρήση των προϊόντων που είναι σε πλεόνασμα με ένα πιο ορθολογικό, δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο. Η ιδιοποίηση για την οποία ο Μαρξ κάνει λόγο περιλαμβάνει επίσης την αυτοπαθή εφαρμογή της δυνατότητας, που είναι ενσωματωμένη στην προηγμένη καπιταλιστική παραγωγή, επάνω στην ίδια την διαδικασία της παραγωγής. Το σύστημα της κοινωνικής αναπαραγωγής στο οποίο, ο πλούτος του δημιουργείται διά μέσου του σφετερισμού του άμεσου εργασιακού χρόνου και της δουλειάς των εργαζομένων ως γραναζιών ενός παραγωγικού μηχανισμού, είναι εφικτό να καταργηθεί. Αυτές οι δύο πλευρές του βιομηχανικού καπιταλιστικού τρόπου της παραγωγής είναι συνδεδεμένες, σύμφωνα με τον Μαρξ. Συνεπώς η υπέρβαση του καπιταλισμού όπως παρουσιάζεται στις Βασικές Γραμμές εμμέσως προβλέπει το ξεπέρασμα αμφότερων των τυπικών και ουσιαστικών πτυχών του τρόπου παραγωγής που στηρίζεται στην μισθωτή εργασία. Συνεπάγεται την κατάργηση ενός συστήματος διανομής που είναι βασισμένο επάνω στην ανταλλαγή εργασιακής δύναμης ως εμπορεύματος για έναν μισθό με τον οποίο αποκτώνται τα μέσα κατανάλωσης: και συνεπάγεται επίσης την κατάργηση ενός συστήματος παραγωγής που βασίζεται επάνω στην προλεταριακή εργασία, δηλαδή από την μονόπλευρη και κατακερματισμένη εργασία που είναι χαρακτηριστική της καπιταλιστικής βιομηχανικής παραγωγής. Όσον αφορά την κοινωνική οργάνωση της εργασίας η μαρξική αντίφαση πρέπει να γίνει κατανοητή ως μία διογκούμενη αντίφαση μεταξύ του είδους της εργασίας που οι άνθρωποι εκτελούν υπό καπιταλιστικές συνθήκες και του είδους της εργασίας που θα μπορούσαν να εξασκούν εάν η αξία καταργούταν καθώς και της παραγωγικής τάσης που αναπτύχθηκε εξαρτώμενη του καπιταλισμού και που θα χρησιμοποιούταν αυτομάτως για να απελευθερώσει τους ανθρώπους από την τυραννία της αλλοτριωμένης κοινωνικής οργάνωσης που συντίθεται από την ίδια τους την εργασία. Μακριά από τη συνεπαγωγή της συνειδητοποίησης του προλεταριάτου, η υπέρβαση του καπιταλισμού ενέχει την υλική κατάργηση της προλεταριακής εργασίας. Η χειραφέτηση της εργασίας απαιτεί την χειραφέτηση από την (αλλοτριωμένη) εργασία.

Αυτή η ερμηνεία, παρέχοντας την βάση για μία ιστορική κριτική της συγκεκριμένης μορφής της παραγωγής εντός του καπιταλισμού (καθώς επίσης και της αφηρημένης διαμεσολάβησης και κυριαρχίας που εκφράζονται με τις κατηγορίες της αξίας και του κεφαλαίου) ρίχνει άπλετο φως στον πολύ γνωστό ισχυρισμό του Μαρξ πως ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της προϊστορίας της ανθρώπινης κοινωνίας (Καρλ Μαρξ: Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας // Marx 1987: 264). Η έννοια της υπέρβασης της προλεταριακής εργασίας υποδηλώνει ότι η «προϊστορία» θα πρέπει να νοηθεί αναφορική με εκείνους τους κοινωνικούς σχηματισμούς στους οποίους η αδιάλειπτη παραγωγή πλεονάσματος είναι υπαρκτή και κυρίως βασίζεται στην άμεση ανθρώπινη εργασία. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι κοινό στις κοινωνίες που το πλεόνασμα δημιουργείται από τους σκλάβους, τους δουλοπάροικους ή τη μισθωτή εργασία. Ωστόσο ο σχηματισμός που βασίζεται επάνω στην μισθωτή εργασία, σύμφωνα με τον Μαρξ, χαρακτηρίζεται μοναδικά από μία δυναμική που μπορεί να προκαλέσει το ιστορικό ενδεχόμενο να καταστεί εφικτή η υπέρβαση του παραγωγικού πλεονασμού προϊόντων ο οποίος στηρίζεται στην ανθρώπινη εργασία ως εσωτερικό στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας. Ένας νέος κοινωνικός σχηματισμός θα μπορούσε να είναι δημιουργημένος μέσα στον οποίο «η υπερεργασία των πολλών έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, όπως και η μη-εργασία των λίγων έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 538).

Για τον Μαρξ, λοιπόν, το τέλος της προϊστορίας σημαίνει την υπέρβαση της αντίθεσης ανάμεσα στην χειρωνακτική και την διανοητική εργασία. Ωστόσο, αυτή η αντίθεση δεν μπορεί να ξεπεραστεί απλώς και μόνο με την συγχώνευση της υπάρχουσας χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας. Η πραγμάτευση της παραγωγής από τον Μαρξ στις Βασικές Γραμμές υποδεικνύει πως εκτός από τον διχασμό των δύο συγκεκριμένων τρόπων εργασίας, συνεπάγεται επίσης και ο προκαθορισμός των χαρακτηριστικών τους, που βρίσκει την προέλευση του στην υπάρχουσα μορφή της παραγωγής. Ο διχασμός τους θα μπορούσε να ξεπεραστεί μόνο με την μετατροπή αμφότερων των υφιστάμενων τρόπων της χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, δηλαδή με την ιστορική συγκρότηση μιας νέας δομής και συνάμα κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Μία τέτοια καινούργια δομή καθίσταται εφικτή, σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ όταν το πλεόνασμα της παραγωγής παύει πλέον να στηρίζεται πρωταρχικά στην άμεση ανθρώπινη εργασία.

Το παράθεμα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse επάνω στην θεμελιακή αντίφαση του καπιταλισμού καθιστά σαφές, λοιπόν, πως η κριτική θεωρία του Μαρξ πρέπει ουσιαστικά να είναι κατανοητή ως η κριτική της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό αντί να είναι η κριτική του καπιταλισμού από την σκοπιά της εργασίας (όπως υφίσταται στον παραδοσιακό Μαρξισμό). Αυτό έχει εκτεταμένες επιπτώσεις επάνω στην πρόσληψη του Κεφαλαίου και σκιαγραφεί μία θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στην κριτική του Μαρξ επάνω στην πολιτική οικονομία και της διαδεδομένης (παρ)ερμηνείας της ως μίας πολιτικής οικονομίας της κατάκρισης. Βεβαίως δεν είναι εφικτή η λεπτομερής επεξεργασία μιας τέτοιας ανάγνωσης στο Κεφάλαιο, επάνω στην βάση των Βασικών Γραμμών, εντός της δομής του παρόντος κεφαλαίου. Όμως για να είμαστε σε θέση να σκαριφίσουμε περιληπτικά τα κύρια σημεία της είναι σημαντικό να εξετάσουμε εν συντομία μία άλλη κρίσιμη ενότητα των Βασικών Γραμμών με τίτλο «Η μέθοδος της πολιτικής οικονομίας» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 66).

ΟΙ ΒΑΣΙΚEΣ ΓΡΑΜΜEΣ: ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡIΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΞ.

Σε αυτήν την ενότητα ο Μαρξ πραγματεύεται το ζήτημα ενός κατάλληλου σημείου εκκίνησης για την κριτική ανάλυση του. Καθιστά σαφές ότι οι κατηγορίες της ανάλυσης του δεν θα πρέπει να νοούνται με αυστηρούς οικονομικούς όρους. Τουναντίον, αυτές «εκφράζουν τις μορφές ύπαρξης [Daseinsformen], τους υπαρξιακούς προσδιορισμούς [Existenz- bestimmungen] …αυτής της καθορισμένης κοινωνίας» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 70, η πρόταση έχει ανασυνταχθεί). Ως τέτοιες είναι, ταυτοχρόνως, μορφές υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας: εκφράζουν «ότι είναι δοσμένο στο νου, όπως και στην πραγματικότητα» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές η πρόταση έχει ανασυνταχθεί σελ: 70). Δηλαδή οι κατηγορίες του Μαρξ εμφανίζονται να συλλαμβάνουν ως ουσιαστικά αλληλένδετες διαστάσεις, την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική έκφανση του σύγχρονου καπιταλιστικού βίου ενώ αυτές συνήθως αντιμετωπίζονται σαν ενδεχόμενα που σχετίζονται ως εξωγενή το ένα με το άλλο. Αυτή η κατηγορική προσέγγιση αντικρούει τις αντιλήψεις για τις σχέσεις της κοινωνικής αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας με συλλογιστικούς όρους που στηρίζονται σ’ ένα θεμελιακό/υπερδομικό μοντέλο. (11)

Κι’ εκτός αυτού ο Μαρξ καθιστά σαφές ότι οι κατηγορίες τις κριτικής του είναι ιστορικά συγκεκριμένες. Ακόμα και οι κατηγορίες που παρουσιάζονται να είναι διιστορικές και πράγματι παίζουν έναν ρόλο αρκετά πρώιμα ιστορικά – όπως το χρήμα και η εργασία – είναι πλήρως ανεπτυγμένες και καταλήγουν ως αυτούσιες μόνο στην καπιταλιστική κοινωνία (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 70).

Το παράδειγμα αυτό της εργασίας δείχνει έντονα, πώς ακόμα και οι πιο αφηρημένες κατηγορίες, παρόλο που –ακριβώς επειδή είναι αφηρημένες– ισχύουν για όλες τις εποχές, ωστόσο στον καθορισμένο χαρακτήρα αυτής της αφαίρεσης αποτελούν οι ίδιες εξίσου το προϊόν ιστορικών σχέσεων και έχουν την πλήρη τους ισχύ μονάχα γι αυτές και μέσα σ’ αυτές τις σχέσεις.

(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), εισαγωγή Μ, 18, σελ. 69-70)

Με άλλα λόγια σαν απλές, αφηρημένες κατηγορίες είναι «τόσο σύγχρονη(ες)… όσο και οι σχέσεις που δημιουργούν αυτή την απλή αφαίρεση» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 68). (12) Διότι οι κατηγορίες αφού είναι πλήρως ανεπτυγμένες, είναι και ιστορικά συγκεκριμένες,

Θα ’ταν λοιπόν άβολο και λαθεμένο να αφεθούν οι οικονομικές κατηγορίες να διαδεχτούν η μια την άλλη με τη σειρά που ιστορικά υπήρξαν καθοριστικές. Η σειρά τους καθορίζεται, αντίθετα, από τη σχέση που έχουν μεταξύ τους μέσα στη σύγχρονη αστική κοινωνία, σχέση που είναι ακριβώς η αντίστροφή από εκείνη που εμφανίζεται σαν η φυσική τους σχέση ή που αντιστοιχεί στη σειρά της ιστορικής εξέλιξης.

(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), εισαγωγή Μ, 18, σελ. 71)

Αντί αυτού, η κριτική ανάλυση θα πρέπει να εκκινεί με εκείνο που είναι το πλέον ουσιώδες για το αντικείμενο της. Στην αστική κοινωνία «το κεφάλαιο είναι η κυρίαρχη πάνω σε όλα οικονομική δύναμη», και επομένως «πρέπει να αποτελεί αφετηρία και τέρμα» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 71).

Η έμφαση του Μαρξ επάνω στην ιστορική ιδιαιτερότητα του ερευνητικού αντικείμένου είναι εγγενώς συνδεδεμένη με το ζήτημα του εναρκτήριου σημείου της κριτικής του ανάλυσης. Όπως το είχε κάνει πρώιμα και στην Γερμανική Ιδεολογία ο Μαρξ επέμεινε στην κοινωνική και ιστορική συγκρότηση των μορφών συνείδησης, μια θέση που είναι πιο εκλεπτυσμένη στις Βασικές Γραμμές και αναφορική με την έννοια αντικειμενικού/υποκειμενικού χαρακτήρα των δομικών κατηγοριών της καπιταλιστικής κοινωνίας. Και αυτό υποδηλώνει ότι καμία θέση, συμπεριλαμβανομένης και του Μαρξ, δεν έχει οικουμενική και υπεριστορική σημασία. Ωστόσο η ιστορική σχετικοποίηση της σκέψης δεν σημαίνει ότι μία βάσιμη θεωρία δεν είναι εφικτή: μία ιστορικά συγκεκριμένη θεωρία μπορεί να είναι σχολαστικά επαρκής ως προς το αντικείμενο της. Αυτό προϋποθέτει πως η θεωρία είναι αυτοαναφορική: πρέπει να είναι σε θέση να εξηγεί τα ενδεχόμενα με τους δικούς της όρους, με την βοήθεια των ίδιων κατηγοριών με τις οποίες εξετάζει το αντικείμενο της, δηλαδή να επεξηγεί το δικό της περιεχόμενο.

Επιπλέον ο ιστορικά συγκεκριμένος χαρακτήρας της θεωρίας δεν είναι αμιγώς ένα ζήτημα του περιεχομένου αλλά είναι και ζήτημα της δομής: η δομή της δεν θα πρέπει να αντιβαίνει τον ιστορικά καθορισμένο χαρακτήρα της θεωρίας. Η θεωρία δεν μπορεί να παρουσιαστεί σε διιστορική μορφή, όπως για παράδειγμα σαν μία οικουμενικά έγκυρη μέθοδος που μπορεί απλώς να είναι εφαρμόσιμη σε ποικίλα αντικείμενα, με τα οποία σχετίζεται μόνο φαινομενικά. Αντίθετα η ιστορική ιδιαιτερότητα της θεωρίας απαιτεί ότι η γενική της ιδέα είναι η έννοια του αντικειμένου της. (Κατά ειρωνικό τρόπο όταν η θεωρία έχει αυτεπίγνωση και είναι ιστορικώς αυτό-αναφορικά καθορισμένη, αυτή η φαινομενικά υπεριστορική ρήση του Χέγκελ αποκτά την εγκυρότητα της.)

Επομένως το σημείο εκκίνησης της κριτικής ανάλυσης δεν μπορεί να θεμελιώθει κατά τρόπο Καρτεσιανό, σε μία αναφορικά αναμφισβήτητη και υπεριστορικά έγκυρη αλήθεια. Αντίθετα το σημείο εκκίνησης πρέπει να είναι ιστορικά συγκεκριμένο, ο πυρήνας μιας ιστορικώς καθορισμένης ανάλυσης του ιστορικά συγκεκριμένου σχηματισμού που είναι δηλαδή το περιεχόμενο της. Εάν ο ‘Έγελος στην Επιστήμη της Λογικής ασχολούταν με το πρόβλημα του σημείου εκκίνησης για την ανάλυση μίας λογικής που δεν την προϋποθέτει, που σημαίνει με άλλα λόγια, την θεμελίωση της έξω από εκείνο που αναζητά να αποδείξει, ο Μαρξ απασχολούταν με το πρόβλημα ενός ιστορικά συγκεκριμένου, εναρκτήριου σημείου για μία κοινωνική κριτική θεωρία, η οποία δεν θεμελιώνει την υπόσταση της έξω από το αντικείμενο/περιεχόμενο της.

Επειδή ένα τέτοιο σημείο εκκίνησης δεν μπορεί να θεσπιστεί σε κανένα διιστορικά έγκυρο θεώρημα, μπορεί μόνο να καταστεί εύλογο εμμενώς – με την εξελισσόμενη τροχιά του, σύμφωνα με την οποία κάθε διαδοχική στιγμή που εκτυλίχθηκε δικαιώνει αναδρομικά εκείνη που προηγήθηκε. Και κατ’ αυτό τον τρόπο το Κεφάλαιο πράγματι, είναι διαρθρωμένο. Οι κατηγορίες από την αρχή – παραδείγματος χάριν το εμπόρευμα, η αξία, η αξία χρήσης, η αφηρημένη εργασία, η συγκεκριμένη εργασία – δικαιολογούνται στην πραγματικότητα μόνο από την επακόλουθη (διαδοχική) εξέλιξη αυτής της ανάλυσης. (13) Εκείνο που εμφανίζεται να είναι η διιστορική θεμελίωση τους στο πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου πρέπει να κατανοείται αναφορικά με την οργάνωση του Μαρξ στην αυστηρώς εγγενή λειτουργία της παρουσίασης τους η οποία δεν λαμβάνει μία εξωγενή θέση προς το αντικείμενο της. Κατανοητό με τον τρόπο αυτό, εκείνο που παρουσιάζεται ως διιστορική θέσπιση (όπως για παράδειγμα η αξία) δεν είναι παρά η θέση στην οποία οι υποκειμενικοί/αντικειμενικοί τύποι αυτό-προβάλλονται. Είναι ένας κατά συνέπεια-σχολιασμός, επάνω στον τρόπο σκέψης που παραμένει δέσμιος μέσα στα όρια των κατασκευασμένων μορφών της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. (14)

ΤΟ ΚΕΦAΛΑΙΟ ΥΠO ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ GRUNDRISSE

Σε αυτό το σημείο μπορούμε να σκιαγραφήσουμε εν συντομία μία ανάγνωση του Κεφαλαίου με βάση τους προσεκτικούς συλλογισμούς που έχουμε αναπτύξει έως τώρα. Όπως είναι ευρέως γνωστό το σημείο έναρξης του Κεφαλαίου είναι το εμπόρευμα. Επί τη βάσει των Βασικών Γραμμών είναι πλέον προφανές ότι η κατηγορία του εμπορεύματος δεν αναφέρεται στα εμπορεύματα όπως ίσως υφίστανται σε πολλούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Ούτε εκφράζει ένα (πλασματικό) ιστορικό στάδιο της «αμιγούς εμπορευματικής παραγωγής» που υποτίθεται πως προϋπήρχε του καπιταλισμού. Αντιθέτως η κατηγορία του εμπορεύματος εδώ είναι ιστορικά συγκεκριμένη. Προσδιορίζει την πλέον στοιχειώδη κοινωνική μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας, την μορφή από την οποία ο Μαρξ ακολούθως συνέχισε, ώστε να αναπτύξει τα ουσιώδη γνωρίσματα και την δυναμική ιδιότητα αυτής της κοινωνίας. (15). Τα χαρακτηριστικά αυτής της μορφής – που είναι ταυτοχρόνως αξία και αξία χρήσης, επί παραδείγματι – θα πρέπει επίσης να κατανοούνται ως ιστορικά συγκεκριμένα. (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 75, 83 Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002)

Ως μορφή κοινωνικών σχέσεων το εμπόρευμα είναι παράδοξο σύμφωνα με τον Μαρξ: η συγκρότηση του γίνεται από την εργασία. Επομένως, αναγκαστικά υφίσταται σε αντικειμενοποιημένη μορφή και έχει ένα δισυπόστατο χαρακτήρα ως μορφή κοινωνικής διαμεσολάβησης και ως προϊόν, ως αξία και αξία χρήσης. Η έννοια του Μαρξ για την ιστορική ιδιαιτερότητα της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό αποτελεί την βάση για την περιγραφή του εμπορεύματος. Υποστηρίζει ότι η εργασία έχει «διπλό χαρακτήρα» : είναι μαζί «συγκεκριμένη εργασία» και «αφηρημένη εργασία» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 52, 55-60). Η «συγκεκριμένη εργασία» αναφέρεται στις εργασιακές δραστηριότητες που διαμεσολαβούν την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με την φύση. Αν και μόνο στον καπιταλισμό όλες αυτές οι δραστηριότητες θεωρούνται τύποι μιας ευρύτερης δραστηριότητας – (συγκεκριμένη) εργασία – και όλα τα προϊόντα κατατάσσονται ως όμοια σαν αξίες χρήσης, αυτού του είδους η διαμεσολαβητική δραστηριότητα είναι υπεριστορική: υπάρχει σε όλες τις κοινωνίες. Η διάσταση της αξίας χρήσης που έχει το εμπόρευμα δεν είναι ιστορική αποκλειστικότητα του καπιταλισμού. Ωστόσο όμως, αυτό συνεπάγεται ότι η διάσταση της αξίας και η εργασία που την θεσπίζει είναι ιστορικά συγκεκριμένες. Γι’ αυτό το λόγο η «αφηρημένη εργασία» δεν είναι ως επί το πλείστον συγκεκριμένη εργασία, αλλά είναι μία διαφορετική, ιστορικά συγκεκριμένη κατηγορία. Όπως έχει υποστηριχθεί στο Χρόνος, Εργασία και Κοινωνική Κυριαρχία / Time, Labour and Social Domination αυτή η κατηγορία δηλοποιεί πως η εργασία στον καπιταλισμό έχει μια αποκλειστική κοινωνική λειτουργία η οποία δεν είναι ενδογενής με την εργασιακή δραστηριότητα ως τέτοια (Postone 1993: 123-85). Αντιθέτως, η προσδιορισμένη εκ του εμπορεύματος εργασία υπηρετεί το είδος ενός οιονεί αντικειμενικού μέσου με το οποίο τα προϊόντα των άλλων αποκτώνται (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 75, 78). Εν ολίγοις, μεσολαβεί μια νέα μορφή αλληλεξάρτησης στην οποία η εργασία των ανθρώπων ή τα προϊόντα της εργασίας τους λειτουργούν σαν αντικειμενικά μέσα για την προμήθευση των προϊόντων των άλλων. Η χρησιμότητα της εργασίας και των προϊόντων της, ως μέσων με τον συγκεκριμένο σκοπό, προκαταλαμβάνει αυτή την λειτουργία από την πλευρά των πρόδηλων κοινωνικών σχέσεων.

Έτσι λοιπόν στα ώριμα έργα του Μαρξ η έννοια της απαραίτητης κεντρικότητας της εργασίας μέσα στην κοινωνική ζωή είναι ιστορικά συγκεκριμένη. Η πρόσληψη της δεν θα πρέπει να σημαίνει ότι η υλική παραγωγή είναι η πιο ουσιώδης διάσταση της κοινωνικής ζωής γενικά, ή του καπιταλισμού ειδικότερα. Εν αντιθέσει, αναφέρεται στην ιστορικώς συγκεκριμένη συγκρότηση από την εργασία μέσα στον καπιταλισμό, μιας μορφής διαμεσολάβησης η οποία χαρακτηρίζει εκ βάθρων αυτή την κοινωνία. Εν τούτοις, αυτή η διαμεσολαβητική δραστηριότητα δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που είναι εγγενές στην εργασιακή δραστηριότητα. Συνεπακόλουθα δεν πρέπει – και δεν μπορεί – να παρουσιάζεται ως τέτοια. Αντί αυτού όταν το εμπόρευμα υπόκειται σε ανάλυση, η ιστορικά συγκεκριμένη διάσταση του, η αξία εμφανίζεται να συγκροτείται από την εργασία εν γένει χωρίς περαιτέρω ενδοιασμούς – είναι το «παραγωγικό ξόδεμα ανθρώπινου μυαλού, ανθρώπινων μυώνων, νεύρων, χεριών κ.λ.π.» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 58). Κοντολογίς, η ιστορικά συγκεκριμένη και κοινωνικά διαμεσολαβητική λειτουργία της εργασίας, στον καπιταλισμό εμφανίζεται σαν υπεριστορική συγκεκριμένη εργασία, ως ‘‘επάγγελμα’’ – δηλαδή σαν μία οντολογική ουσία και όχι σαν μια ιστορικά συγκεκριμένη μορφή. Αυτή η οντολογική μορφή της εμφάνισης, της ιστορικά μοναδικής και κοινωνικά θεσπισμένης λειτουργίας που έχει η εργασία στον καπιταλισμό, αποτελεί τον θεμελιώδη ορισμό εκείνου που ο Μαρξ αποδίδει με τον όρο οι φετιχιστικές μορφές του καπιταλισμού. Διέπει όλες τις προσεγγίσεις που ιστορικοποιούν καθ’ υπέρβαση την κοινωνική θέσμιση του ρόλου της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό, είτε καταφατικά (όπως στην κλασική πολιτική οικονομία του παραδοσιακού Μαρξισμού) είτε αρνητικά (όπως στην Διαλεκτική του Διαφωτισμού). (16)

Η εργασία λοιπόν στον καπιταλισμό, δεν μεσολαβεί μόνο την αλληλεπίδραση των ανθρώπων και της φύσης αλλά καθιερώνει επίσης μια ιστορικά συγκεκριμένη κοινωνική διαμεσολάβηση σύμφωνα με τον Μαρξ. Ως εκ τούτου, οι αντικειμενοποιήσεις της (εμπόρευμα, κεφάλαιο) είναι αμφότερες καθορισμένα προϊόντα της εργασίας και αντικειμενοποιημένες μορφές της κοινωνικής διαμεσολάβησης. Επί τη βάσει της ανάλυσης αυτής, οι κοινωνικές σχέσεις που με τον πλέον θεμελιώδη τρόπο χαρακτηρίζουν την καπιταλιστική μορφή της κοινωνικής ζωής είναι εντελώς διαφορετικές σε χαρακτήρα από τις ποιοτικά συγκεκριμένες και φανερές κοινωνικές σχέσεις, όπως είναι οι σχέσεις της συγγένειας, που χαρακτηρίζουν άλλες μορφές κοινωνικής ζωής. Οι βασικές μορφές των κοινωνικών σχέσεων, που έχουν συσταθεί εντός του καπιταλισμού, είναι παραδόξως οιονεί αντικειμενικές και μαζί ρυθμιστικές, χαρακτηρίζονται δε από μια διχαστική αντίθεση ανάμεσα σε μία αφηρημένη, γενική, ομοιογενή διάσταση και σε μία συγκεκριμένη, ιδιαίτερη, υλική διάσταση (όπου αμφότερες εμφανίζονται να είναι εκ φύσεως παρά κοινωνικές).

Αυτή η ιδιάζουσα μορφή διαμεσολάβησης συνίσταται από προσδιορισμένες μορφές της πρακτικής, αλλά καθίσταται κατά κάποιο τρόπο ανεξάρτητη των πρακτικών αυτών. Το αποτέλεσμα είναι μια νέα μορφή κοινωνικής κυριαρχίας που υποβάλλει τους ανθρώπους σε όλο και πιο απρόσωπες, «ορθολογικές» προσταγές και εξαναγκασμούς που δεν μπορούν να νοηθούν επαρκώς με τους όρους της απτής καθυπόταξης των κοινωνικών ομάδων, όπως είναι η κοινωνική τάξη ή οι θεσμικοί φορείς του κράτους και / ή της οικονομίας. Αντιστοίχως με την εξουσία, όπως εκείνη γίνεται αντιληπτή από τον Φουκώ, αυτή η μορφή κυριαρχίας δεν έχει καθορισμένο τόπο και παρουσιάζεται σαν να μην είναι καθόλου κοινωνική. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι στατική, αλλά χρονικά δυναμική. Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ πραγματεύεται τον ιστορικά δυναμικό χαρακτήρα του καπιταλισμού ως ιστορικά καθορισμένο και προδιαγεγραμμένο χαρακτηριστικό αυτού του σχηματισμού της κοινωνικής ζωής, που στηρίζεται στον τρόπο της απρόσωπης κυριαρχίας, ως έμφυτου στις βασικές μορφές διάρθρωσης αυτής της κοινωνίας. Με τον τρόπο αυτό, σχετικοποιεί ιστορικώς την έννοια της εγγενούς ιστορικής δυναμικής.

Εκείνο που οδηγεί αυτή την δυναμική είναι ο διπλός χαρακτήρας των υποκείμενων στον καπιταλισμό κοινωνικών μορφών. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σημειωθεί εν προκειμένω ότι ο διαχωρισμός που κάνει ο Μαρξ στις Βασικές Γραμμές μεταξύ της αξίας και του ‘‘πραγματικού πλούτου’’ επανεμφανίζεται στο πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου ανάμεσα στην αξία και τον ‘‘υλικό πλούτο’’ (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 57-60). Ο υλικός πλούτος μετριέται από την ποσότητα που έχει παραχθεί και είναι η λειτουργία ενός αριθμού παραγόντων που είναι επιπρόσθετοι της εργασίας όπως η γνώση, η κοινωνική οργάνωση και οι φυσικές συνθήκες. (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 54). Η αξία, η κυρίαρχη μορφή του πλούτου στον καπιταλισμό, συγκροτείται μονάχα από τον (κοινωνικά αναγκαίο) ανθρώπινο χρόνο που αναλώθηκε, σύμφωνα με τον Μαρξ (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 53-54, 58-60).

Δοθέντος ότι, ο υλικός πλούτος ως η κυρίαρχη μορφή του πλούτου μεσολαβείται από τις έκδηλες κοινωνικές σχέσεις, η αξία είναι η ίδια μία διαμεσολαβημένη μορφή του πλούτου.

Εκκινώντας με την μελέτη του για το μέγεθος της αξίας υπό τους όρους του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, ο Μαρξ περιγράφει την διαλεκτική αλληλεπίδραση της αξίας και της χρήσης – η αξία που καθίσταται ιστορικά σημαίνουσα με την ανάδυση της σχετικής υπεραξίας και δημιουργεί μια αρκετά περίπλοκη, μη γραμμική, ιστορική δυναμική, υποκείμενη στη σύγχρονη κοινωνία. Με την ανάπτυξη της δυναμικής αυτής γίνεται όλο και πιο σαφές ότι ο ιστορικά συγκεκριμένος τρόπος της κοινωνικής καθυπόταξης, που είναι εσωτερικός στις πιο βασικές μορφές της κοινωνικής διαμεσολάβησης, εντός του καπιταλισμού, είναι η κυρίευση των ανθρώπων από τον χρόνο. Η δυναμική που περιγράφεται από τον Μαρξ στο Κεφάλαιο χαρακτηρίζεται, από την μία πλευρά, από τους διαρκείς μετασχηματισμούς της παραγωγής και γενικότερα της κοινωνικής ζωής, ενώ από την άλλη πλευρά αυτή η ιστορική δυναμική συνεπάγεται την συνεχή ανασύσταση των δικών της θεμελιακών όρων ως ένα αμετάβλητο γνώρισμα της κοινωνικής ζωής – ήτοι η κοινωνική διαμεσολάβηση πραγματοποιείται τελικά από την εργασία και γι΄ αυτό τον λόγο, η έμβια εργασία παραμένει αναπόσπαστο μέρος στην διαδικασία της παραγωγής (λαμβάνοντας ως προϋπόθεση την κοινωνία στο σύνολο της) ανεξάρτητα από το επίπεδο της παραγωγικότητας. Ο καπιταλισμός ακατάπαυστα δημιουργεί το καινούργιο ενώ αδιαλείπτως ανασυγκροτεί το ίδιο.

Αυτή η κατανόηση της περίπλοκης καπιταλιστικής δυναμικής λαμβάνει υπ’ όψιν την κριτική, κοινωνική ανάλυση (αντί για την τεχνολογική) της τροχιάς της ανάπτυξης και της δομής της παραγωγής στην σύγχρονη κοινωνία. Παρ’ ότι δεν μπορώ εδώ να την αναπτύξω διεξοδικά, η έννοια – κλειδί του Μαρξ για την υπεραξία δεν υποδηλώνει μόνο πως το πλεόνασμα παράγεται από την εργατική τάξη, όπως τονίζουν οι παραδοσιακές ερμηνείες, αλλά ότι ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μια καθορισμένη, ανεξέλεγκτη μορφή ανάπτυξης. Το πρόβλημα μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, δεν είναι αποκλειστικά οι διαρκείς κλυδωνισμοί κρίσεων όπως έχει επανειλημμένα και σωστά τονιστεί από τις παραδοσιακές μαρξιστικές προσεγγίσεις. Αλλά η καθαυτή μορφή ανάπτυξης, που συνεπάγεται την επιτάχυνση της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος για ολοένα και πιο μικρές προσαυξήσεις στην υπεραξία, είναι από την φύση της προβληματική. Η πορεία της ανάπτυξης θα ήταν πολύ διαφορετική, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, εάν ο τελικός στόχος της παραγωγής ήταν οι αυξημένες ποσότητες των αγαθών και όχι οι αυξήσεις σε υπεραξία.

Αυτή η προσέγγιση παρέχει επίσης την βάση για μία κριτική ανάλυση της κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας και της φύσης της παραγωγής μέσα στον καπιταλισμό. Δείχνει πως η βιομηχανική διαδικασία της παραγωγής δεν θα πρέπει να νοείται ως μία τεχνολογική διαδικασία που, παρ’ ότι καθίσταται όλο και πιο κοινωνικοποιημένη, χρησιμοποιείται από τους καπιταλιστές ιδιώτες ώστε να υπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς. Αντιθέτως η προσέγγιση που περιγράφω, κατανοεί την ίδια την διαδικασία ως εκ φύσεως καπιταλιστική. Με την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στην θεωρία του Μαρξ, το κεφάλαιο καθίσταται ολοένα και λιγότερο ως η συγκεχυμένη μορφή των παραγωγικών δυνάμεων που «στην πραγματικότητα» είναι οι δυνάμεις των εργαζομένων. Εν προκειμένω, οι παραγωγικές δυνάμεις του κεφαλαίου γίνονται όλο και περισσότερο στο σύνολο τους, κοινωνικά παραγωγικές δυνάμεις που δεν μπορούν πλέον να κατανοηθούν επαρκώς μόνο ως δυνάμεις των άμεσων παραγωγών. Αυτή η θέσπιση και συσσώρευση της κοινωνικά γενικής γνώσης καθιστά την προλεταριακή εργασία συνεχώς πιο αναχρονιστική. Δηλαδή καθιστά την παραγωγή του υλικού πλούτου ουσιαστικά ανεξάρτητη από την άμεση δαπάνη ανθρώπινου εργασιακού χρόνου. Το γεγονός αυτό με την σειρά του ανοίγει την δυνατότητα για μια γενική ελάττωση, μεγάλης κοινωνικά κλίμακας, στον χρόνο της εργασίας και για ριζικές αλλαγές επάνω στην φύση και την κοινωνική οργάνωση της εργασίας. Ωστόσο αυτές οι πιθανότητες δεν είναι δυνατό να συνειδητοποιηθούν πλήρως μέσα στον καπιταλισμό: η διαλεκτική της αξίας και της αξίας χρήσης συγκροτεί εκ νέου την αναγκαιότητα της προλεταριακής εργασίας Ο συνδυασμός της κίνησης του κεφαλαίου για την αδιάλειπτη αύξηση της παραγωγικότητας και της καθήλωσης του επάνω στην δαπάνη του άμεσου ανθρώπινου εργασιακού χρόνου οδηγεί σ’ έναν προκαθορισμένο τρόπο της παραγωγής στον οποίο η ανάπτυξη της τεχνολογικά προηγμένης παραγωγής, ενώ θα μπορούσε να απελευθερώσει τους ανθρώπους από την αποσπασματική και επαναλαμβανόμενη εργασία τους, ενισχύει αυτού του είδους την εργασία εκ νέου. Παρομοίως ο χρόνος εργασίας δεν ελαττώνεται σ’ ένα κοινωνικά γενικό επίπεδο, αλλά κατανέμεται άνισα και αυξάνεται ακόμη για τους πιο πολλούς.

Αυτή η προκαταρκτική επεξήγηση της έννοιας του Μαρξ για την αντίφαση του καπιταλισμού υποδηλώνει ότι η ανάλυση του επιδιώκει να συλλάβει την πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης σαν μια διπλής όψεως ανάπτυξη του εμπλουτισμού και της εξαθλίωσης. Αυτό σημαίνει ότι η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς με μία μονοδιάστατη μέθοδο είτε ως πρόοδος της γνώσης και της ευτυχίας, είτε ως «πρόοδος» της κυριαρχίας και της καταστροφής. Συμφώνως προς την ανάλυση του, καίτοι η ιστορική δυνατότητα προβάλλει τον τρόπο ούτως ώστε η εργασία να μπορεί να είναι βελτιωμένη μέσα στην κοινωνία για τον καθένα μας, στην πραγματικότητα η εργασία κοινωνικά έχει καταστεί εξαθλιωμένη για τους πιο πολλούς. Ως εκ τούτου, η ραγδαία αύξηση της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού δεν σημαίνει την γραμμική πρόοδο προς την χειραφέτηση. Σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ για το εμπόρευμα και το κεφάλαιο αυτή η αυξημένη γνώση – η οποία συντελείται από την κοινωνία – έχει οδηγήσει στον κατακερματισμό και την κενότητα της ατομικής εργασίας και στην μεγέθυνση του ελέγχου της ανθρωπότητας από τα αποτελέσματα της ίδιας της αντικειμενοποιημένης δραστηριότητας της: όμως επίσης αύξησε και την δυνατότητα της πιθανής εξατομικευμένης βελτίωσης της εργασίας αλλά και της άσκησης μεγαλύτερου ελέγχου της ανθρωπότητας επάνω στην ίδια της τη μοίρα. Αυτή η διπλής όψεως ανάπτυξη έχει τις ρίζες της στις αλλοτριωμένες δομές της καπιταλιστικής κοινωνίας και είναι εφικτό να ξεπεραστεί, σύμφωνα με την διαλεκτική ανάλυση του Μαρξ, η όποια δεν θα πρέπει, στη συνέχεια, να ταυτίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με την πίστη στη γραμμική επιστημονική πρόοδο και / ή στην κοινωνική πρόοδο.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ανάλυση του Μαρξ συνεπάγεται την ιδέα της υπέρβασης του καπιταλισμού που δεν επιβεβαιώνει άκριτα την βιομηχανική παραγωγή ως όρο για την ανθρώπινη πρόοδο, ούτε απορρίπτει ρομαντικά την ίδια την τεχνολογική πρόοδο. Με την υπόδειξη της δυναμικής του συστήματος παραγωγής που αναπτύχθηκε μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο και η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να μετασχηματίσει το ίδιο το σύστημα, η ανάλυση του Μαρξ υπερβαίνει την αντίθεση των συγκεκριμένων θέσεων και δείχνει ότι η καθεμιά τους λαμβάνει μία στιγμή από μία πιο περίπλοκη ιστορική εξέλιξη και την ανάγει σε ιστορική πληρότητα. Αυτή η προσέγγιση αντιλαμβάνεται την αντίθεση της πίστης στην γραμμική πρόοδο και την ρομαντική απόρριψη της ως εκφράζουσες μία ιστορική αντινομία η οποία και στις δύο περιπτώσεις είναι χαρακτηριστική της καπιταλιστικής εποχής (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελJ / Marx, Karl 1996: 568-9, 798ff. ‘Capital, vol. I’). Γενικότερα, η κριτική θεωρία του Μαρξ δεν υποστηρίζει ούτε την αμιγή διατήρηση, ούτε την κατάργηση εκείνου που έχει ιστορικά συντελεσθεί μέσα στον καπιταλισμό. Αντιθέτως, η θεωρία του επισημαίνει την δυνατότητα πως εκείνο που ιστορικά θεσπίστηκε σε αλλοτριωμένη μορφή είναι πλέον εφικτό να εξοικειωθεί και ως εκ τούτου να μετασχηματιστεί ριζικά.

Σύμφωνα με την ερμηνεία που περιγράφτηκε εδώ συνοπτικά, οι Βασικές Γραμμές μας επιτρέπουν να δούμε πως η κριτική του Μαρξ στο Κεφάλαιο επεκτείνεται πιο μακριά από την παραδοσιακή κριτική που εστιάζεται στις αστικές σχέσεις της διανομής (αγορά και ατομική ιδιοκτησία). Δεν συνεπάγεται μοναχά την κριτική της εκμετάλλευσης και της άνισης κατανομής του πλούτου και της εξουσίας, αν και βεβαίως, περιλαμβάνει αυτή την κριτική. Εν προκειμένω, αντιλαμβάνεται την μοντέρνα βιομηχανική κοινωνία ως καθαυτή καπιταλιστική και αναλύει κριτικά τον καπιταλισμό κυρίως από την πλευρά των αφηρημένων δομών κυριαρχίας, του αυξανόμενου κατακερματισμού που υφίσταται η εξατομικευμένη εργασία και το άτομο ως ύπαρξη, καθώς και της τυφλής ανεξέλεγκτης αναπτυξιακής λογικής. Πραγματεύεται την εργατική τάξη ως το βασικό στοιχείο του κεφαλαίου παρά ως την ενσάρκωση της άρνησης του και έμμεσα εννοιοδοτεί τον σοσιαλισμό, όχι με όρους συναίσθησης της εργασίας και της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά με όρους της εφικτής κατάργησης του προλεταριάτου και της οργάνωσης της εργασίας που βασίζεται πάνω στην προλεταριακή εργασία (όπως επίσης και του δυναμικού συστήματος του αφηρημένου εξαναγκασμού που θεσπίζεται από την εργασία ως κοινωνικά διαμεσολαβητική δραστηριότητα). Αυτή η προσέγγιση νοηματοδοτεί εκ νέου μια μετακαπιταλιστική κοινωνία με όρους υπέρβασης του προλεταριάτου – την αυτοκατάργηση του προλεταριάτου και της δουλειάς που εκείνο κάνει – δηλαδή με όρους ενός μετασχηματισμού της γενικής οργάνωσης της εργασίας και του χρόνου. Υπ’ αυτήν την έννοια διαφοροποιείται και από την παραδοσιακή μαρξιστική αντίληψη της «συνειδητοποίησης» του προλεταριάτου, και από την καπιταλιστική μέθοδο κατάργησης των εθνικών εργατικών τάξεων δημιουργώντας μία κατώτατη κοινωνική τάξη (λούμπεν) μέσα στο πλαίσιο της άνισης κατανομής της εργασίας και του χρόνου, εθνικά και παγκόσμια.

Μολονότι το προφανές θεωρητικό επίπεδο της ανάλυσης που σκιαγραφήθηκε εδώ δεν αντιμετωπίζει άμεσα το ζήτημα των ειδικών παραγόντων που υπόκεινται στους δομικούς μετασχηματισμούς των τελευταίων τριάντα χρόνων, δύναται να παρέχει ένα πλαίσιο εντός του οποίου αυτοί οι μετασχηματισμοί μπορούν να εδραιωθούν κοινωνικά και να επεξηγηθούν ιστορικά. Συγχρόνως μπορεί να παρέχει και την βάση για μία επικριτική θεωρία των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ως εναλλακτικών μορφών της καπιταλιστικής συσσώρευσης και όχι ως κοινωνικών συστημάτων που αντιπροσώπευαν την ιστορική άρνηση του καπιταλισμού σε μία, ωστόσο, ατελή μορφή. Στο μέτρο που επιδιώκει να εδραιώσει κοινωνικά και να επικρίνει τις αφηρημένες κοινωνικές σχέσεις ως οιονεί αντικειμενικές και την ιδιοσυστασία της παραγωγής, την εργασία και τις επιταγές της ανάπτυξης μέσα στον καπιταλισμό, η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε επίσης να ασχοληθεί με ένα εύρος μεριμνών, δυσαρεσκειών και βλέψεων με τρόπους που μπορούν να προσαρτηθούν στην εξέλιξη του κεφαλαίου χωρίς απαραίτητα να λαμβάνουν υπόψη τους παραδοσιακούς ταξικούς όρους.

Η συγκεκριμένη ανάγνωση του Μαρξ λοιπόν, επιχειρεί να συνεισφέρει σε μία κριτική κατανόηση των βασικών μετασχηματισμών του κοινωνικού μας σύμπαντος με τρόπους που υπερβαίνουν τις αδυναμίες της μετα-μαρξιστικής θεωρίας και επίσης αποφεύγοντας τις παγίδες των παραδοσιακών Μαρξιστικών προσεγγίσεων.

Υποσημειώσεις:

(1) Ευχαριστίες του συγγραφέα στους: Ρόμπιν Μπέιτς και Τζέικ Σμιθ για τον αμοιβαία ανατροφοδότηση κριτικού αναστοχασμού.

(2) Προς αποφυγή παρεξηγήσεων που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν με τον όρο «κατηγορηματικός», χρησιμοποιώ τον όρο «κατηγορικός» για να αναφερθώ στην προσπάθεια του Μαρξ να κατανοήσει τις μορφές του σύγχρονου κοινωνικού βίου με την βοήθεια των κατηγοριών της συνεκτικής κριτικής του

(3) Μερικοί από τους ισχυρισμούς που παρουσιάζονται εδώ έχουν αναπτυχθεί και στο: «Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory» (Postone 1993)

(4) Δες για παράδειγμα: G.A. Cohen, History, Labour and Freedom (Cohen 1988: 209-38); Maurice Dobb, Political Economy and Capitalism (Dobb 1940: 70-8); Jon Elster, Making Sense of Marx (Elster 1985: 127); Ronald Meeks, Studies in the Labour Theory of Value (Meeks 1956); John Roemer, Analytical Foundations of Marxian Economic Theory (Roemer 1981: 158-9); Ian Steedman, ‘Ricardo, Marx, Sraffa’ (Steedman 1981: 11-19); Paul Sweezy, The Theory of Capitalist Development (Sweezy 1968: 52-3).

(5) Αυτό περιλαμβάνει αμφότερα τα κυρίαρχα σκέλη των πιο πρόσφατων κριτικών ερμηνειών του Μαρξ – του Στρουκτουραλισμού και της Κριτικής Θεωρίας. Για παράδειγμα ο Αλτουσέρ διατύπωσε μια επιστημολογικά εξεζητημένη και δριμεία κριτική του «ιδεαλισμού της εργασίας» και της σχετιζόμενης ιδέας περί των ανθρώπων ως υποκειμένων: εισήγαγε την έννοια των κοινωνικών σχέσεων ως δομών που δεν είναι αναγώγιμες στην ανθρωπολογική διυποκειμενικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η εστίαση του επάνω στο ζήτημα της υπεραξίας από την άποψη της εκμετάλλευσης καθώς επίσης και επάνω στην φυσική, «υλική» διάσταση της παραγωγής είναι συσχετισμένη με αυτό που σε τελευταία ανάλυση είναι μία παραδοσιακή κατανόηση του καπιταλισμού (Althusser and Balibar 1970. 145-54, 165-82). Ο Λούκατς και ορισμένα μέλη της σχολής της Φρανκφούρτης επιχειρώντας να ανταποκριθούν θεωρητικώς στον ιστορικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού – που εξελισσόταν από μία μορφή που τοποθετούσε την αγορά στον πυρήνα της σε μία γραφειοκρατική μορφή που την αντικαθιστούσε με την τοποθέτηση του Κράτους στο κέντρο της – σιωπηρά παραδέχτηκαν τις ανεπάρκειες της κριτικής θεωρίας της νεωτερικότητας που προσδιόριζε τον καπιταλισμό αποκλειστικά με όρους του 19ου αιώνα, ήτοι με τους όρους της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Ωστόσο κι’ εκείνοι παρέμειναν δεσμευμένοι σε ορισμένες από τις προϋποθέσεις της εν λόγω κοντόφθαλμης θεωρίας. (βλ: Πόστοουν 1993: σελ 71-120).

(6) Τζ. Στ. Μιλλ: Αρχές Πολιτικής Οικονομίας (2η έκδοση Λονδίνο 1849 τ.1 σελ. 240) παρατίθεται από τον Μαρξ στις Βασικές Γραμμές – Grundrisse σελ: 642 Τετράδιο VII, 44

(7) Ο Τζον Έλστερ μας παρέχει ένα παράδειγμα ενός τέτοιου ισχυρισμού. Επιχειρηματολογεί εναντίον της θεωρίας του Μαρξ για την αξία και την υπεραξία αρνούμενος «ότι οι εργάτες έχουν μια μυστηριώδη ικανότητα να δημιουργούν εκ του μηδενός» και άντ’ αυτού υποστηρίζει πως «η ικανότητα του ανθρώπου να κεφαλαιοποιεί το περιβάλλον καθιστά δυνατό ένα πλεόνασμα πέρα και πάνω από ένα δεδομένο επίπεδο κατανάλωσης» (Elster 1985: 141). Αντιμετωπίζοντας το ζήτημα της δημιουργίας του πλούτου κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ισχυρισμός του Έλστερ λαμβάνει ανεπιφύλακτα την αξία ως διιστορική κατηγορία, συσκοτίζοντας ως εκ τούτου την διάκριση που κάνει ο Μαρξ μεταξύ «αξίας» και «πραγματικού πλούτου».

(8) Η ιδέα πως η αξία, για τον Μαρξ, δεν είναι μία γενική κατηγορία του πλούτου, αλλά ορίζει την μορφή του πλούτου και τις κοινωνικές σχέσεις που υφίστανται στην ‘καρδιά’ της καπιταλιστικής νεωτερικότητας έχει παρανοηθεί από στοχαστές τόσο ανόμοιους μεταξύ τους όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο Ντάνιελ Μπελλ και ο Αντόνιο Νέγκρι. Αμφότεροι ο Χάμπερμας με τον Μπελλ υποστήριξαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ότι η εργασιακή θεωρία της αξίας είχε εκτοπιστεί ιστορικά και πως η σύγχρονη κοινωνία απαιτεί μία ‘‘επιστημονική και τεχνολογική θεωρία της αξίας’’. Και οι δυο τους τοιουτοτρόπως συσκότισαν τον διάχωρισμό του Μαρξ ανάμεσα στην αξία και τον ‘‘πραγματικό πλούτο’’ και ως εκ τούτου την διαλεκτική δυναμική που εκείνος είχε αναπτύξει (Habermas 1973: 222-9); (Bell 1973: xiv). Ο Νέγκρι ισχυρίστηκε ότι η περιγραφή του Μαρξ σε αυτό που έχω εκθέσει ως μία μετα-καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής στις Βασικές Γραμμές στην πραγματικότητα περιγράφει τον σύγχρονο καπιταλισμό, ο οποίος δεν βασίζεται πλέον στον Νόμο της Αξίας, αλλά στον ‘‘Νόμο της Προσταγής’’ (Negri 1989: 144ff.). Τέτοιες θέσεις αντικαθιστούν σιωπηρά μια γραμμική θεώρηση της ιστορίας σύμφωνα με την διαλεκτική ανάλυση του Μαρξ επάνω στην αναγκαιότητα και τον πλεονασμό.

(9) Το επιχείρημα πως η πρωταρχική καπιταλιστική αντίφαση για τον Μαρξ είναι δομική και δεν αναφέρεται απλά στον κοινωνικό ανταγωνισμό έχει τεθεί επίσης κι’ από τον Άντονυ Γκίντενς. Όμως εκείνος εντοπίζει αυτή την αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού σφετερισμού και της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, δηλαδή μεταξύ των αστικών σχέσεων της διανομής και της βιομηχανικής παραγωγής (Giddens 1979: 135-41).

(10) Για μία τέτοια γνώμη, δες: G. A. Cohen, Forces and Relations Of Production (Cohen 1986: 19-22).

(11) Παρ’ όλες τις διαφορές τους ο Γκυόργκ Λούκατς, ο Θιοντόρ Αντόρνο και ο Άλφρεντ Σον Ρεθελ αναγνώρισαν τον υποκειμενικό/αντικειμενικό χαρακτήρα των κατηγοριών του Μαρξ κι’ ως εκ τούτου αποκόπηκαν εντελώς από το θεμελιακό/υπερδομικό σχήμα.

(12) Ένα από τα πολλά επιτεύγματα του Μαρξ στο Κεφάλαιο ήταν να εμπεδώσει κοινωνικά την διιστορική προβολή των κατηγοριών που είναι σε πλήρη ισχύ αποκλειστικά και μόνο στην καπιταλιστική κοινωνία επάνω σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Και το επιτυγχάνει θεμελιώνοντας αυτές τις προβολές στις ποικίλες φετιχιστικές μορφές των κατηγοριών που δημιουργούνται από την αλληλεπίδραση των ιδιαίτερων, αφηρημένων και συγκεκριμένων διαστάσεων των τύπων της κοινωνικής διαμεσολάβησης που εγκαθιδρύονται από την καπιταλιστική κοινωνία.

(13) Το σημείο αυτό αναπτύσσεται λεπτομερώς στο βιβλίο του M. Postone, Time, Labour, and Social Domination (Postone 1993: 138-44, 267-72).

(14) Βλέπε: John Patrick Murray, ‘Enlightenment Roots of Habermas’ Critique of Marx’, The Modern Schoolman, 57, no. 1 (November 1979), pp. 13ff.

(15) Ο Ρόμαν Ροσντόλσκυ επισήμανε ότι η ύπαρξη του προηγμένου κεφαλαίου λαμβάνεται ως δεδομένο από την απαρχή της κριτικής του Μαρξ. (Rosdolsky 1977: 46).

(16) Δες: Θιοντόρ Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ, Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού Εκδόσεις: Νήσος, 1996

Σημειώσεις του μεταφραστή:

* (σ.τ.μ.) Η σηματοδότηση των λέξεων σε μορφή BOLD – μαύρα γράμματα ή ITALIC – πλάγια γράμματα, γίνεται από τον ίδιο τον συγγραφέα ώστε να δώσει την απαιτούμενη έμφαση στη σημασία των συγκεκριμένων όρων.

** (σ.τ.μ.) Τα αποσπάσματα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse που παρατίθενται είναι παρμένα από την μετάφραση της Ελληνικής έκδοσης: Καρλ Μαρξ – Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Εκδόσεις: Στοχαστής. Όσα αποσπάσματα έχουν μεταφερθεί από άλλη ελληνική έκδοση, τα στοιχεία της ‘εκδοσης αυτής αναφέρονται μετά το πέρας κάθε κομματιού.Τα αποσπάσματα των άλλων συγγραφικών έργων που παρατίθενται στο δοκίμιο του Πόστοουν και έχουν δίπλα τους τα στοιχεία της Αγγλικής έκδοσης, έχουν μεταφραστεί εκ νέου γιατί, αφενός δεν υπήρχε η αντικειμενική δυνατότητα πρόσβασης σε όσα από αυτά είναι ήδη μεταφρασμένα στην Ελληνική εκδοτική σφαίρα. αφετέρου ορισμένα από αυτά προέρχονται από συγγραφικά έργα που δεν έχουν Ελληνική μετάφραση.

*** (σ.τ.μ.) μεταφέρω τον αντίστοιχο όρο από το κείμενο του Μαρξ όπως αυτός είναι μεταφρασμένος στην Ελληνική έκδοση των Βασικών Γραμμών ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να κάνει την ανάλογη αντιστοιχία από το άνωθι εδάφιο. Η πλέον δόκιμη λέξη είναι αυτή του «πλεονασματικού» χρόνου εργασίας που την χρησιμοποιεί και ο Πόστοουν από την αγγλική μετάφραση του πρωτότυπου.

Βιβλιογραφία:

1. Adorno, Theodor and Horkheimer, Max (2002) Dialectic of Enlightenment, Stanford: Stanford University Press.

2. Althusser, Louis and Balibar, Etienne (1970) Reading Capital, London: NLB.

3. Bell, Daniel (1973) The Coming of Post-Industrial Society, New York: Basic Books.

4. Cohen, G.A. (1986) ‘Forces and Relations of Production’, in J. Roemer (ed.), Analytical Marxism, Cambridge: Cambridge University Press.

5. Cohen, G.A. (1988) History, Labour and Freedom, Oxford: Clarendon Press.

6. Dobb, Maurice (1940) Political Economy and Capitalism, London: G. Routledge & Sons.

7. Elster, Jon (1985) Making Sense of Marx, Cambridge: Cambridge University Press.

8. Giddens, Anthony (1979) Central Problems in Social Theory, Berkeley: University of California Press.

9. Habermas, Jürgen (1973) ‘Between Philosophy and Science: Marxism as Critique’, in Jürgen Habermas, Theory and Practice, Boston: Beacon Press.

10. Marx, Karl (1973) Grundrisse: Foundations of the Critique of Political Economy, Har- mondsworth: Penguin.

11. Marx, Karl (1987) ‘A Contribution to the Critique of Political Economy’, in Marx and Engels Collected Works, vol. 29: Marx 1857-61, New York: International Publishers.

12. Marx, Karl (1994) ‘Results of the Direct Process of Production’, in Marx and Engels Col­lected Works, vol. 34: Marx 1861-64, New York: International Publishers.

13. Marx, Karl (1996) ‘Capital, vol. I’, in Marx and Engels Collected Works, vol. 35: Capital, Vol. I, New York: International Publishers.

14. Meeks, Ronald (1956) Studies in the Labour Theory of Value, New York and London: Lawrence and Wishart.

15. Murray, John Patrick (1979) ‘Enlightenment Roots of Habermas’ Critique of Marx’, The Modern Schoolman, 57(1).

16. Negri, Antonio (1989) Marx Beyond Marx: Lessons on the Grundrisse, New York: J.F. Bergin Publishers.

17. Postone, Moishe (1993) Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory, Cambridge and New York: Cambridge University Press.

18. Roemer, John (1981) Analytical Foundations of Marxian Economic Theory, Cambridge: Cambridge University Press.

19. Rosdolsky, Roman (1977) The Making of Marx’s Capital, London: Pluto Press.

20. Steedman, Ian (1981) ‘Ricardo, Marx, Sraffa’, in Ian Steedman (ed.), The Value Contro­versy, London: NLB.

21. Sweezy, Paul (1968) The Theory of Capitalist Development, New York: Oxford Univer­sity Press.

22. Μαρξ, Καρλ (1984) Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse), τόμοι 3, Αθήνα: Στοχαστής

Ελλάδα: Claudio Lavazza – Μια ολόκληρη ζωή δοσμένη στην αγώνα

Claudio Lavazza Μια ολόκληρη ζωή δοσμένη στον αγώνα

Ο αναρχικός σύντροφος μας Claudio Lavazza βρίσκεται στις φυλακές από το μακρινό 1996 έχοντας συμπληρώσει είδη 25 χρόνια συνεχούς κράτησης. Είναι ένας από τους μακροβιότερους πολιτικούς κρατούμενους στην Ευρώπη. Ο Claudio ήταν ένας από τους αγωνιστές που πήρε τα όπλα για να αντιπαρατεθεί πολιτικά και στρατιωτικά με την καπιταλιστική κυριαρχία.

Εξεγερμένος προλετάριος που συμμετείχε σε συγκρούσεις και απαλλοτριώσεις στα πρώτα χρόνια ένταξης του στο κίνημα τη δυναμική δεκαετία του ’70 στην Ιταλία. Ένοπλος μαχητής του επαναστατικού κινήματος των δεκαετιών του 70’ – 80’ στην συνέχεια. Μέλος των Ένοπλων Προλετάριων για τον Κομμουνισμό, μιας οριζόντιας αντάρτικης ομάδας με έντονες ιδεολογικές επιρροές από την εργατική αυτονομία. Συμμέτοχος στην σύμπραξη ομάδων υπό την ονομασία Οργανωμένοι Κομμουνιστές για την Προλεταριακή Απελευθέρωση”, ένα ένοπλο εγχείρημα για την υποστήριξη φυγόδικων και την απελευθέρωση συντρόφων και συντροφισσών από τις φυλακές. Συνένοχος για την επίθεση στην φυλακή του Φροζινόνε το 1981 όπου απελευθερώθηκαν φυλακισμένοι αγωνιστές.

Σε εποχές όπου το νόημα και το περιεχόμενο των λέξεων δεν είχε παραδοθεί στην μουσειοποίηση, τον αναθεωρητισμό, τον οριοθετημένο ακτιβισμό. Αλλά έβρισκε νόημα μέσα από την έμπρακτη καλλιέργεια της ελπίδας στους φυλακισμένους και τους εξόριστους από την έννομη τάξη της αδυσώπητης καταστολής κράτους και παρακράτους. Ότι λέξεις όπως ελευθερία και αλληλεγγύη θα γίνουν πράξη με τα όπλα στα χέρια.

Μετά από απανωτές δυσκολίες και υπό συνεχείς καταδώσεις μετανοημένων μελών ένοπλων οργανώσεων ο σύντροφος αναγκάζεται να φύγει από την Ιταλία και να καταφύγει ως καταζητούμενος στη Γαλλία το 1982, χώρα που υπήρχαν χιλιάδες Ιταλοί πολιτικοί πρόσφυγες διωκόμενοι από το ιταλικό κράτος για την εμπλοκή τους στο επαναστατικό κίνημα. Ήταν μια περίοδος όπου η τότε σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Μιτεράν δέχονταν στο έδαφος της διωκόμενους/καταζητούμενους από την Ιταλία με την προϋπόθεση να απέχουν από παράνομες δραστηριότητες”, το γνωστό και ως δόγμα Μιτεράν έμελε να αρχίσει να ξηλώνετε με τις απαρχές του πολέμου κατά της τρομοκρατίας το 2001. Παρέμεινε φυγόδικος για περισσότερο από 16 χρόνια, μέσα στα οποία κατάφερε να επιβιώσει και να στηρίξει υποδομές του επαναστατικού κινήματος μέσα από την πρακτική των απαλλοτριώσεων τόσο στην Γαλλία όσο και στην Ισπανία. Επέλεξε να βρεθεί στην παρανομία καθώς δεν αναθεώρησε στην επιλογή του. Στην επιλογή του ένοπλου αγώνα ως αναγκαίας συνθήκης ρήξης και πραγματικής επίθεσης στο καπιταλιστικό οικοδόμημα και τις δομές του.

Η αναρχία είναι από τη φύση της ιλεγκαλιστική, γιατί επιδιώκει να υπάρξει στο περιθώριο της νομιμότητας που επιβάλλει το σύστημα. Εμείς οι αναρχικοί έχουμε τους δικούς μας νόμους και μορφές ύπαρξης, που είναι πάντοτε καταδικαστέοι από τους νόμους και τις μορφές ύπαρξης των κρατών.” ( Claudio Lavazza)

Η στάση του γαλλικού κράτους απέναντι στον Claudio αποπνέει όλον εκείνο τον κρατικό ρεβανσισμό και την αυταρχικότητα που συναντάει κανείς στην αντιμετώπιση των αμετανόητων αντιπάλων της εξουσίας. Οι ποινικές νομοθεσίες γίνονται κουρελόχαρτα και τα

περίφημα ανθρώπινα δικαιώματα καταργούνται. Η αστική δικαιοσύνη μετατρέπεται στην εμπροσθοφυλακή του πολέμου κατά της τρομοκρατίας και φορώντας την μάσκα της γραφειοκρατίας διεξάγει έναν ανελέητο πόλεμο φθοράς. Ένας μηχανισμός σκληρής ταξικής κυριαρχίας και οργανωμένης κρατικής βίας που αναλαμβάνει την εξόντωση των αμετανόητων αντιπάλων της.


Αυτή τη στιγμή ο σύντροφος μας έχει εκτίσει 25 χρόνια φυλακής στα κολαστήρια των Ισπανικών φυλακών για απαλλοτριώσεις τραπεζών. Στη τελευταία του απαλλοτρίωση, γνωστή και ως υπόθεση Κόρδοβα υπήρξε ένοπλη συμπλοκή κατά την οποία 3 σύντροφοι (ανάμεσά τους κι ο Claudio) τραυματίστηκαν σοβαρά, ενώ σκοτώθηκαν και 2 αστυνομικίνες. Την υπόθεση αυτή την έχει εκτίσει εδώ και σχεδόν 1 χρόνο οπότε και μεταφέρθηκε στη Γαλλία ώστε να εκτίσει μια ποινή 10 ετών για μια ληστεία τράπεζας.


Βάσει όμως της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας θα έπρεπε να είχε αποφυλακιστεί εδώ και ένα μήνα (11 Δεκεμβρίου) με τη συμπλήρωση 25 ετών κράτησης καθώς οι συγκεκριμένες ποινές έπρεπε να είχαν συγχωνευτεί μεταξύ τους. Παρ όλα αυτά οι εισαγγελικές αρχές της Γαλλίας το αρνούνται και ζητούν από τον σύντροφο μας να εκτίσει τουλάχιστον άλλα 5 χρόνια πραγματικής φυλακής. Ο σύντροφος έχει προσβάλλει νομικά το καθεστώς εξαίρεσης που βιώνει και διεκδικεί την αποφυλάκιση του ενώ το επόμενο χρονικό διάστημα αναμένετε η εξέταση των αιτημάτων του. Γνωρίζουμε ότι ο βασικός λόγος της άρνησης τους παρά τα τόσα χρόνια φυλακής αλλά και την εξευτελιστική στάση κομματιών του κινήματος που διαχώρισαν τη θέση τους μπροστά στον φόβο της καταστολής εξαιτίας των νεκρών από την πλευρά του κράτους είναι ότι δεν υποχώρησε ποτέ από τις αναρχικές αρχές και αξίες, ότι ακόμα και μέσα από την φυλακή συνέχισε να παράγει πολιτικό λόγο, να συμμετέχει σε απεργίες πείνας ενάντια στο καθεστώς τύπου FIES, να διεκδικεί την σύνδεση της δικής του εμπειρίας με την ευρύτερη ιστορική μνήμη . Δεν σταμάτησε να αγωνίζεται και να προπαγανδίζει με όλες του τις δυνάμεις την αναγκαιότητα της επίθεσης ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο.


Αυτή την στιγμή υπεύθυνο για την παράταση της αιχμαλωσίας του συντρόφου μας και το καθεστώς αυθαιρεσιών και εξαίρεσης που στήνετε εναντίων του είναι το Γαλλικό κράτος. Μέσω του συγκεκριμένου κειμένου και των ελάχιστων προπαγανδιστικών κινήσεων ανοίγουμε τον διάλογο για την ανάγκη να πολλαπλασιαστούν οι δράσεις αλληλεγγύης. Ενώνουμε λοιπόν κι εμείς τη φωνή μας με το κάλεσμα διεθνούς αλληλεγγύης για την απελευθέρωση του συντρόφου Claudio Lavazza. Οι αιχμάλωτοι σύντροφοι είναι σάρκα από την σάρκα των επαναστατικών κινημάτων και θα διεκδικούμε να βρίσκονται στον δρόμο και στους αγώνες του σήμερα.


ΑΜΕΣΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ CLAUDIO LAVAZZA


ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΑΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ


Πρωτοβουλία αναρχικών ενάντια στις κρατικές δολοφονίες

css.php