Renzo Novatore: Άσματα της Μεσημβρίας

Η Αναρχία, είναι για μένα το μέσο για να φτάσουμε στην ατομικότητα, και όχι το άτομο ένα μέσο για να φτάσουμε στην Αναρχία. Μια τέτοια αναρχία δεν θα ‘ταν παρά μια ακόμα πλάνη. Εάν οι αδύναμοι φαντασιώνονται την Αναρχία σαν έναν κοινωνικό σκοπό, οι δυνατοί πραγματώνουν την Αναρχία σαν το μέσο ανίχνευσης του απείρου της ατομικότητας. Μήπως οι αδύναμοι δεν είναι που δίνουν ζωή – τη ζωή τους – σ αυτήν την κοινωνία που με τη σειρά της γεννά την ιδέα του νόμου; Μα όποιος κάνει την Αναρχία πράξη εχθρεύεται τον νόμο και ζει σε πόλεμο με την κοινωνία. Κι ο πόλεμος αυτός είναι ατέρμονος καθώς με την πτώση του Τσάρου ενθρονίζεται ο Λένιν, με την διάλυση της αυτοκρατορικής φρουράς έρχεται η κόκκινη φρουρά… Ο αναρχισμός σαν μια κληρονομιά ηθική και πνευματική, θα ‘ναι πάντοτε υπόθεση μιας ευγενικής ολιγάριθμης φάλαγγας, και όχι των μαζών ή του λαού. Ο αναρχισμός είναι θησαυρός και ιδιοκτησία μοναδική αυτών των λίγων που αισθάνονται σ’ όλο της το βάθος, να αντηχεί μέσα τους η κραυγή μιας αδιαπραγμάτευτης και απόλυτης άρνησης!

Εγώ ανήκω στην πιο εξτρεμιστική μειοψηφία των αλητών της συνείδησης: Σε μια μειοψηφία «καταραμένη» να μην αφομοιώνεται μα να αδημονεί. Να μην αγαπά τίποτα απ’ όσα είναι ως τα τώρα γνωστά, ν αγνοεί ακόμα και τους φίλους. Απελευθερώνομαι από τα δεσμά της αγάπης για να λυτρωθώ από το μίσος και την περιφρόνηση…

Εμένα δεν με οδηγεί η θέληση των μαζών. Ούτε θρηνώ τους καημούς του λαού. Ούτε πιστεύω στην ευτυχία μιας κοινωνικής αρμονίας. Αφήνω να με παρασέρνει η δική μου ψυχή, πονώ για την δική μου θλίψη, πιστεύω μονάχα στον εαυτό μου, στον δικό μου βαθύτατο πόνο. Έναν πόνο που όμοιό του δεν νιώθει κανείς παρά εγώ που τον αγαπώ. Τον αγαπώ πέρα από το μίσος και την περιφρόνηση των ψεμμάτων της ανθρωπότητας. Έτσι αγαπώ ακόμα και τον πόνο μου. Όπως κάθε τι αληθινά δικό μου. Όπως τις ιδανικές μου ερωμένες, όπως τους άγνωστούς μου αδερφούς, όπως τα αγέννητα μου παιδιά.

Ε λοιπόν, ακόμα ονειρεύομαι! Ακόμα… Ονειρεύομαι μια μεγαλειώδη εξέγερση όλων των χρωμάτων που ξεθωριάζουν στην μακροχρόνια προσμονή. Ονειρεύομαι το δαιμόνιο ξύπνημα όλων όσων ζουν ναρκωμένοι… πρέπει να σταθούμε ικανοί ν’ ανάψουμε τους λύχνους μες την νύχτα!…κοιτάξτε τους κενταύρους του θανάτου που καλπάζουν μεταφέροντας τους τραγικούς ήρωες που χλώμιασαν στην μακρά προσμονή τους: κοιτάξτε τα πνεύματα της Εξέγερσης και της ’Aρνησης που τώρα χορεύουν κυριεύοντας τον κόσμο!- Και τώρα;

Τώρα δεν μένει παρά να ουρλιάξουμε το τραγικό ΌΧΙ! της δικής μας εξέγερσης. Για την πραγμάτωση της δικής μας, πλέριας ατομικότητας. Για την κατάκτηση της ελευθερίας μας. Για την απόλυτη κυριαρχία της δικής μας μοναδικής ζωής. Γιατί εμείς – οι αλήτες της συνείδησης -…

Είμαστε οι αξεχώριστοι αδερφοί της Εξέγερσης και της ’Aρνησης!

Ν ύ χ τ ε ς τ η ς Ο ρ γ ή ς: Για τις ταραχές στα γαλλικά προάστεια του 2005

Πρωτότυπος τίτλος: Le notti della collera: Sulle recenti sommosse di Francia ~ Filippo Argenti

Για την μετάφραση χρησιμοποιήθηκε κυρίως η αγγλική της Barbara Stefanelli: Nights of Rage: On the recent revolts in France (link)

Είναι κάτι που χτυπά και ξαναχτυπά αδημονώντας την πόρτα μας. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει ν’ ανοίξουμε… Πολλοί κρύβονται σιωπηλοί, κι όχι μόνο οι δειλοί, αλλά κι εκείνοι που είναι πολύ ήσυχοι ή πολύ απασχολημένοι. Δεν επιθυμούν μπλεξίματα. Κι όμως εμπλέκονται καθώς η βοή τους συνεπαίρνει όλο και περισσότερο, κι οι ωτασπίδες τους είναι άχρηστες. Ακόμα κι αν ο λόγος αποτυγχάνει παταγωδώς, ο λόγος που κληρονομήθηκε απ’ τον παλιό κόσμο, με τις παλιές θυσίες του, τις παλιές απεικονίσεις και τον εξωραϊσμό μιας εποχής που πέρασε. Τίποτα δεν είναι όπως ήταν πριν. Οι παλιές λέξεις γκρεμίζονται η μια πάνω στην άλλη γιατί δεν έχουν πουθενά να κρατηθούν, προβάλουν ύψη που κανένα αστείο, καμμιά ειρωνία και καμμιά σοφία δεν μπορούν να αγγίξουν. Η εποχή της μπουρζουαζίας φτάνει στο τέλος της και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τί θα ‘ρθει. Πολλοί έχουν ένα σκοτεινό προαίσθημα και περιθωριοποιούνται. Όμως κι οι μάζες έχουν επίσης μια σκοτεινή διαίσθηση αλλλά είναι ανίκανες να εκφραστούν και καταπιέζονται. Το Παλιό και το Νέο, η αδιάλυτη αντίθεση μεταξύ αυτού που ήταν κι αυτού που θα είναι, δεν μονομαχούν μ’ ευγένεια, αλλά ρίχνονται στην μεταξύ τους μάχη οπλισμένα ως τα δόντια. Μια παλίρροια τραντάζει τη γη. Δεν είναι απλά οικονομικά: δεν είναι απλά το θέμα του να βρούμε να φάμε, να πιούμε και να κάνουμε λεφτά. Δεν είναι απλά ένα θέμα του πως θα κατανέμεται ο πλούτος, ποιοί θα εργάζονται και πώς θα τους εκμεταλλεύονται. Όχι, αυτό που παίζεται εδώ είναι κάτι άλλο: είναι τα πάντα. – Kurt Tucholsky, Weltbόhne, March 11 1920.

Πρόλογος του συγγραφέα

Αυτό το βιβλιαράκι είναι μια μικρή συνεισφορά στην κατανόηση των πρόσφατων (2005) ταραχών στη Γαλλία. Περιττό να το πούμε, δεν αποτελεί μια κοινωνιολογική ή, με μια πιο εξειδικευμένη έννοια, θεωρητική ματιά. Οι εξεγέρσεις μπορούν να κατανοηθούν μόνον απ’ αυτούς που μοιράζονται τις ίδιες ανάγκες με τους εξεγερμένους, δηλαδή μ’ αυτούς που νιώθουν ότι αποτελούν μέρος της εξέγερσης. Μετά από ένα σύντομο χρονολόγιο, στις σελίδες που ακολουθούν τίθεται το ερώτημα του πώς τα γεγονότα του Νοέμβρη στη Γαλλία μας αφορούν όλους, κι επιχειρείται να δωθεί μια πιθανή απάντηση.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ορισμένα σημεία σ’ αυτή τη σύντομη εισαγωγή.

Αν ρίξουμε μια ματιά στις διάφορες επαναστατικές θεωρίες που κυκλοφορούν στη Γαλλία, την Ιταλία και τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, θα δούμε ότι αυτού του είδους οι εξεγέρσεις δεν ήταν καθόλου απρόβλεπτες ούτε απρόσμενες. Κάποιοι σύντροφοι μίλησαν για εμφύλιο πόλεμο, για εκρήξεις που δύσκολα θα συμπίπτουν με τους χώρους όπου το κεφάλαιο συγκεντρώνει κι ελέγχει τους εκμεταλλευόμενους, για την ολοκληρωτική έκθεσή τους στο εμπόρευμα. Όχι τυχαία, οι θέσεις των τελών του 19ου αιώνα για τους βαρβάρους, την κατάρρευση κάθε κοινού λόγου μεταξύ των εκμεταλλευομένων, την αμφισημία της έννοιας του μηδενισμού κλπ, αναθεωρήθηκαν. Ορισμένες έννοιες εκφράζουν, ακόμα και με εμβρυακό και συγκεχυμένο τρόπο, ανάγκες που ξεπερνούν το άτομο. Μ’ αυτήν την έννοια, υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ των εξεγέρσεων αυτών και της επαναστατικής θεωρίας. Είναι ένα είδος διαλόγου εξ αποστάσεως. Σύμφωνα με γάλλους συντρόφους, κάθε απόπειρα άμεσης συνάντησης ως τα τώρα έχει αποτύχει, ενώ η κοινή εχθρότητα προς την αστυνομία ή μια πρακτική αλληλεγγύη προς τους συλληφθέντες δεν είναι αρκετή. Προφανώς, αυτές οι ταραχές αποτελούν καθ΄ εαυτόν θεωρητικές προτάσεις, ένα είδος κριτικής στον κόσμο. Όμως, τί μας λένε; Ασφαλώς όχι ότι οι εξεγερμένοι θέλουν να διαχειριστούν αυτόν τον κόσμο, να πάρουν υπό τον έλεγχό τους την παραγωγή και την τεχνολογία, από τα κάτω. Δεν πρόκειται για το συλλογικό εργατικό (και με τις δυο έννοιες) υποκείμενο, ούτε για τους διανοητικούς εργάτες των φιλοζαπατιστικών διαδηλώσεων για μια δημοκρατική Ευρώπη. Οι φλόγες στη Γαλλία έχουν καταστρέψει κάθε δημοκρατική ψευδαίσθηση ενσωμάτωσης των φτωχών στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο Walter Benjamin έθετε το ερώτημα πώς στα 1830 οι εξεγερμένοι του Παρισιού πυροβολούσαν αυθόρμητα στα ρολόγια της πόλης, ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη και χωρίς κάποιον συντονισμό γι’ αυτήν τους τη δράση. Από μεριάς μας, δεν μπορούμε παρά να διερωτηθούμε γιατί η άγρια νεολαία του σήμερα βάζει φωτιά στ’ αμάξια. Στην πραγματικότητα, τί αντιπροσωπεύει το αυτοκίνητο στη σύγχρονη κοινωνία; Ας αφήσουμε το ερώτημα ανοιχτό.
Καθώς η επιδίωξη παραγωγής μιας σπουδαίας επαναστατικής ανάλυσης που θα εξηγεί τα πάντα και την οποία οι προλετάριοι δε θα μένει παρά να την εφαρμόσουν έχει πια εξαφανιστεί, είναι καιρός η επαναστατική δραστηριότητα η ίδια να ειδωθεί μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αντί να φέρνουμε τα πανώ και τις σημαίες στο σημείο που ξεσπά η πρώτη φωτιά και στήνεται το πρώτο οδόφραγμα, μπορούμε πλέον να στήσουμε οδοφράγματα ή να ξεκινήσουμε φωτιές αλλού, με σκοπό να επεκτείνουμε την εξέγερση, κι όχι να την κατευθύνουμε πολιτικά. Στην πραγματικότητα, ο καημός όσων απ’ την μεριά των εξεγερμένων παραπονιούνται για την έλλειψη κάποιου πολιτικού προγράμματος καταντά αξιοθρήνητος.

Να επεκτείνουμε την εξέγερση ωστόσο, δε σημαίνει να θέτουμε τον εαυτό μας στο επίπεδο των υπαρχουσών πρακτικών ώστε απλά να τις πολλαπλασιάσουμε (καίγονται αμάξια; ας πάμε να κάψουμε κι εμείς περισσότερα τότε!), αλλά στην ανίχνευση του τί πρέπει να χτυπηθεί και πώς, προκειμένου να ξεδιπλωθεί στην ολότητά του ο χαρακτήρας της εξέγερσης.

Την ίδια στιγμή, κάθε σκέψη για ανάδειξη των οργισμένων νεολαίων των προαστείων στο νέο επαναστατικό υποκείμενο θα ήταν εξίσου αξιοκαταφρόνητη. Θα ήταν υπέροχο αν οι φοιτητές στον αγώνα τους ενάντια στην επισφάλεια είχαν πάρει τη σκυτάλη απ’ τους εξεγερμένους του Νοέμβρη. Δεν είναι ακριβώς έτσι όμως. Ακόμη κι αν υπήρχαν αρκετά συνθήματα για απελευθέρωση των (κυρίως ανήλικων) προφυλακισμένων του Νοέμβρη στις διαδηλώσεις και τις συνελεύσεις του Μάρτη και του Απρίλη, οι πραγματικές συναντήσεις των δυο μερών υπήρξαν ελάχιστες. Κι εκεί εμφανίστηκαν αρκετά προβλήματα. Στη διαδήλωση της 23ης Μαρτίου στο Παρίσι, για παράδειγμα, μερικές εκατοντάδες νέοι απ’ τα προάστεια επιτέθηκαν σε φοιτητές, και τους ψείρισαν τα πορτοφόλια και τα κινητά τους τηλέφωνα, χτυπώντας και βρίζοντάς τους. Επιπλέον, χτύπησαν και κόσμο που έτρεχε να διαφύγει τη σύλληψη απ’ την αστυνομία, εν τω μέσω συγκρούσεων και αστυνομικών επιθέσεων. Αυτά τα γεγονότα δεν μπορούν να αποσιωπούνται. Εδαφικές ταυτότητες, προσκόλληση σε εμπορεύματα, περιφρόνηση για τους “προνομιούχους” φοιτητές κλπ, είναι όψεις των προβλημάτων που οι νέες κοινωνικές συγκρούσεις θα φέρουν εντός τους ως κληρονομιά μιας σάπιας κοινωνίας. Καμμιά εξεγερσιακή ιδεολογία δεν μπορεί να τις σβήσει ως δια μαγείας.

Προκειμένου να εξετάσουμε τη σχέση μεταξύ των ταραχών του Νοέμβρη και του κινήματος που κατέκλυσε τη Γαλλία ενάντια στο CPE (συμβόλαιο πρώτης εργασίας, για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και την εντονότερη εκμετάλλευση της φοιτητικής και νεανικής εργασίας), είναι ανάγκη να μελετήσουμε τις μνήμες, τις μαρτυρίες, τα κείμενα. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφασίσαμε να ετοιμάσουμε δυο ξεχωριστές εκδόσεις. Αν επιθυμούμε ν’ αποφύγουμε τις δημοσιογραφικές απλουστεύσεις και την αμφίσημη ρητορική, πρέπει να συλλάβουμε το ζωντανό στοιχείο των εμπειριών του αγώνα.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια κοινοτυπία: η έκφραση “νέοι των προαστείων” δεν σημαίνει ένα πράγμα. Πρώτον, γιατό τα Παρισινά προάστεια έχουν μόνα τους πάνω από 9 εκατομμύρια κατοίκους (και την μέρα που θα εξεγερθούν όλοι αυτοί, θα ναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία), κι έπειτα γιατί τα cités (πολύ αδρά: τεράστια οικιστικά συγκροτήματα που προορίζονταν για φθηνές εργατικές κατοικίες, και πλέον σχηματίζουν ολόκληρες πόλεις, με τις πλατείες και τις αυλές τους), που βρίσκονται εντός των ορίων των μεγαλουπόλεων συμμετείχαν επίσης στις ταραχές.

Πολλοί “νέοι των προαστείων” φοιτούν στις πόλεις (είτε στα Lycées, τα γαλλικά γυμνάσια-λύκεια, είτε στα πανεπιστήμια, στα οποία φοιτούν περισσότεροι οι Γάλλοι, απ’ ό,τι οι Ιταλοί). Με την έννοια αυτή, ένας μεγάλος αριθμός νέων και όχι και τόσο νέων, που συμμετέιχαν στις διαδηλώσεις, τα μπλόκα και τις συγκορύσεις τον Μάρτη και τον Απρίλη ήταν οι ίδιοι άνθρωποι μ’ αυτούς που πυρπολούσαν τις γαλλικές νύχτες το προηγούμενο Φθινόπωρο. Σύμφωνα με αξιόπιστους υπολογισμούς, οι εξεγερμένοι του Νοέμβρη έφταναν τους 50.000, ενώ το “κίνημα ενάντια στο CPE” μετρούσε πάνω από ένα εκατομμύριο συμμετέχοντες. Πολλοί “προαστειακοί νεολαίοι” είχαν στην πραγματικότητα μια φιλήσυχη στάση, ενώ αρκετοί “πιο προνομιούχοι” έδρασαν καταλυτικά στο ανέβασμα του πήχη της σύγκρουσης. Οι στατιστικές που εξηγούν τις εξεγέρσεις βάσει του εισοδήματος γίνονται πλέον πιστευτές μόνο από κοινωνιολόγους. Σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις (την Rennes για παράδειγμα) η συνάντηση μεταξύ φοιτητών και των λεγόμενων casseurs (κυριολεκτικά “σπάστες”) ήταν πολύ αποτελεσματική από στρατηγικής άποψης, κάτι που προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στον Σαρκοζύ και στα επιτελεία του. Στο Παρίσι πάλι, αρκετά λιγότερο. Προφανώς υπάρχουν ακριβείς λόγοι γι΄ αυτό. Για πολλούς “προαστειακούς νέους” είναι καταρχήν δύσκολο να προσεγγίσουν τις διαδηλώσεις στο κέντρο: αν δεν τους σταματήσουν ήδη πριν επιβιβαστούν στα τραίνα, ενώ ακόμα κι αν τα καταφέρουν, τα γαλλικά ΜΑΤ θα τους την πέσουν μόλις βγουν απ’ τον σταθμό. Αν παρολαυτά μπορέσουν να προσεγγίσουν, η περιφρούρηση των συνδικάτων θα τους κρατήσει έξω απ’ το κυρίως σώμα της πορείας, κάτι που μερικοί φοιτητές ακόμα επικροτούν. Είναι λάδι στη φωτιά. Επιπλέον, οι νεότεροι απ’ αυτούς, που δεν είναι τόσο έμπειροι σε ζητήματα άμεσης μάχης με την αστυνομία, εύκολα απομονώνονται απ’ την πορεία μεταξύ λεηλασιών και φωτιών, και κατά συνέπεια συλλαμβάνονται. Φυσικά, αυτό δε δικαιολογεί ένα αδιάκριτο μίσος προς τους άλλους διαδηλωτές, αλλά είναι ενδεικτικό των διαφορετικών κοινωνικών συνθηκών και τρόπων ζωής. Αυτοί που έχουν γευτεί τους ασφυκτικούς ελέγχους των ειδικών αστυνομικών μονάδων, που συχνά οδηγούν σε άγριους ξυλοδαρμούς στους δρόμους ή στα αστυνομικά τμήματα, το βρίσκουν ακατανόητο να βλέπουν πορείες να προχωρούν με αστυνομική συνοδεία σ’ όλο το μήκος τους.

Μ’ άλλα λόγια, χωρίς να πέφτουμε σε υπεραπλουστεύσεις και κρατώντας στο μυαλό ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, μπορούμε να πούμε ότι προς το παρόν στη Γαλλία, ορισμένοι άγριοι νεολαίοι είναι στην πράξη ολομόναχοι σ’ έναν πρωτοφανή αγώνα (απ’ τον Νοέμβρη, παράλληλα με τις ταραχές, εκτυλίχθηκαν μια σειρά από βίαιες ληστείες, όπου παρέες νεολαίων επιτίθενται σε φορτηγάκια σεκιουριτάδων με μπαστούνια του μπέιζμπολ κλπ). Για τους επαναστάτες που ανοιχτά στέκονται με την μεριά της εξέγερσης, ενάντια στην μεριά του Κράτους, δεν είναι τόσο εύκολο να συμβαδίζουν πάντοτε με την κατάσταση, ακόμα κι όταν αφορά ένα αγωνιστικό κίνημα που αποδεικνύεται τόσο ριζοσπαστικό.

Ένα παράδειγμα θα το ξεκαθαρίσει αυτό. Στην αρχή, ο αγώνας είχε επικεντρωθεί στο CPE, αλλά σύντομα απέκτησε συνείδηση του ότι η επισφάλεια δεν εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο νομοσχέδιο, αλλά αντίθετα, αυτό είναι μάλλον το προϊόν ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος, που δεν μπορεί απλά να δεχτεί μερικές μεταρρυθμίσεις. Ακόμα κι αν το κίνημα κέρδιζε ως προς τον συγκεκριμένο στόχο του (όπως ξέρουμε η κυβέρνηση τελικά απέσυρε το αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο), γνώριζε ότι ακόμη βρισκόταν καθηλωμένο στην άμυνα. Το να κάνει ένα βήμα παραπέρα δεν ήταν τόσο εύκολο. Το κύριο σύνθημα του κινήματος, που προτάθηκε στην αρχή δειλά, κι έπειτα σχεδόν επίσημα (δηλαδή με ψηφίσματα φοιτητικών συνελεύσεων) ήτανε: να μπλοκάρουμε τα πάντα. Κι αυτό ήταν. Σταθμοί, δρόμοι, πανεπιστήμια, συγκοινωνίες κι αυτοκινητόδρομοι: η κυκλοφορία ανθρώπων κι εμπορευμάτων διακόπηκε σε μγάλο βαθμό, μέσα σε μια ατμόσφαιρα λαϊκής συναίνεσης. Ακόμα κι όσοι δεν ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν με την αστυνομία, βρήκαν έναν οικείο τρόπο δράσης στα οδοφράγματα, χάρη στην ευχάριστη πολυμορφία των δράσεων που χαρακτηρίζει όλα τα πραγματικά κινήματα. Οι πιο άγριοι, ωστόσο, αυτοί των οποίων η καθημερινή ύπαρξη είναι μια ισόβια ποινή μεταξύ αστυνομικών κυνηγιών και κελλιών κρατητηρίων, μεταξύ τσιμεντένιων κτιρίων κι εμπορικού κέντρου, γι’ αυτούς το θέμα δεν ήταν απλώς να τα μπλοκάρουν όλα, αλλά να τα γαμήσουν όλα! (tout niquer). Η επαναστατική ρητορεία, λειψή από θάρρος και οργανωτικές ικανότητες, στην πράξη τους άφησε μόνους τους. Έπρεπε να είχαμε πολύ περισσότερες εμπειρίες, πολύ περισσότερες φωτιές και λεηλασίες. Όμως ο δρόμος είναι ανοιχτός.

Το βιβλιαράκι αυτό, καθώς και το επόμενο (“Ημέρες της Άρνησης”) είναι μια μικρή συνεισφορά στη διάδοση, τη συζήτηση και την εμπέδωση αυτών των εμπειριών στην Ιταλία. Αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία είναι ένα είδος αμονιού πάνω στο οποίο θα πρέπει να σφυρηλατήσουμε τις ιδέες και τις πρακτικές μας, νυχτερινές ή ημερίσιες.

Μάιος 2006

Τα αποβράσματα

Δεν είναι όλες οι εξεγέρσεις απρόβλεπτες. Φυσικά δεν υπάρχει κάποια μέθοδος για να προβλέψουμε σαν Νοστράδαμοι την ακριβή στιγμή κάθε έκρηξης, αλλά το γεγονός ότι μια εξέγερση συμβαίνει δεν εκπλήσει παρά μόνο όσους έχουν ελάχιστη ιδέα για τον αφόρητο κόσμο στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε. Κι όμως, μόνο έκπληξη δεν είναι, καθώς γνωρίζουμε πως τέτοιες εξεγέρσεις συμβαίνουν συχνά στη Γαλλία, ξαναπιάνοντας κάθε φορά τις ίδιες πρακτικές και τελετουργίες -εκατοντάδες αμάξια καίγονται κάθε χρόνο την παραμονή της πρωτοχρονιάς.
[σημείωση του συγγραφέα: Ακολουθώντας ένα διαδεδομένο παιχνίδι, μοναδικό στην Ευρώπη, την πρωτοχρονιά του 2005, 425 οχήματα πυρπολήθηκαν στη Γαλλία, το 2004 330, το 2003 324, το 2002 379. Το Clichy-sous-Bois, το Aulnay και η La Courneuve είναι οι πόλεις που συμμετέχουν πιο πολύ σ’ αυτό το φαινόμενο. Επίσης, την πρωτοχρονιά του 2004, το μπλακ-άουτ στο Sevran επέτρεψε στους ταραχοποιούς να στήσουν μια ενέδρα στην αστυνομία, που έφαγε αμέτρητες πέτρες από ταράτσες κτιρίων. Μπορούμε να πούμε ότι η πρωτοχρονιά έχει έναν πραγματικά εορταστικό χαρακτήρα στη Γαλλία…]
Οι εξεγέρσεις είναι ένα αναπόφευκτο προϊόν του παρόντος κοινωνικού συστήματος. Κι όταν μια εξέγερση ξεσπά, δεν έχει νόημα ν’ αναρωτιέται κανείς “γιατί γίνεται αυτό”, αλλά “γιατί δε γίνεται παντού, πάντοτε;”. Όμως, κάθε φορά που ξεσπά μια εξέγερση, ο πρώτος μηχανισμός που κινητοποιείται είναι μια προσπάθεια να εγκλειστεί σε μια κατηγορία. Ποιοί είναι οι εξεγερμένοι, από που έρχονται, τί θέλουν; Ξεκινά η έρευνα για ονόματα, ταυτότητες, για τις κατάλληλες κατηγορίες: ξένοι, μετανάστες… όχι, γάλλοι, ναι γάλλοι, αλλά γάλλοι δεύτερης γενιάς, δεύτερης κατηγορίας, γιοί ή εγγονοί μεταναστών, αποκλεισμένων, απόβλητων… Απογοήτευση, μάλλον η θεωρία του ισλαμικού φονταμενταλισμού δε δουλεύει: προφανώς οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι από κείνους που πάνε στο τζαμί -στην πράξη τόσο οι εκκλήσεις όσο και οι κατάρες των ιμάμηδων αποδείχθηκαν άχρηστες. Οι δεξιές εφημερίδες (πχ η Le Figaro) επιχειρούν να στιγματίσουν τους εξεγερμένους ως “μέλη μιας παλαιστηνιακού τύπου Ιντιφάντα”, “ισλαμικά φονταμενταλιστικά στοιχεία”, “τρομοκράτες” κλπ. Αυτές οι διαστρεβλώσεις, ωστόσο, δε φαίνεται να εμπεδώνονται, καθώς ο αγώνας καταφέρνει να επιδείξει τη δική του ασίγαστη ιδιαιτερότητα.

Οι κοινωνιολογικές κατηγορίες χρησιμοποιούνται για να οριστεί, να ταυτοποιηθεί και να εγκλειστεί η εξέγερση, με λίγα λόγια, εντός σαφών εννοιολογικών ορίων. Απ’ τη στιγμή που μια ταυτότητα έχει αποδωθεί στους εξεγερμένους -με πιο συχνή τέτοια, στην περίπτωσή μας, αυτή των κοινωνικών αποβλήτων, μια νέα λέξη για το “περιθώριο” (underclass). Το φάσμα των θεωριών για την διαχείρισή της κυμαίνεται κλασσικά από την αστυνομική καταστολή και τα μέτρα έκτακτης ανάγκης, στην κοινωνική πρόνοια και την παρέμβαση της πολιτείας, να προτάξει, με άλλα λόγια, χείρα τιμωρίας ή οίκτου, η καταστολή και η ενσωμάτωση, το μαστίγιο και το καρότο. Όλα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα το γεγονός ότι άν η αναταραχή κι η εξέγερση είναι άμεσες συνέπειες του συστήματος της κυριαρχίας, το μόνο τέλος που μπορεί να έχουν είναι το τέλος της κυριαρχίας, η ανατροπή της.
Ωστόσο, το να ταυτοποιηθούν τα “αποβράσματα”, να τους δωθεί ενδεχομένως ένα πιο πολιτικά ορθός ορισμός, ενέχει ορισμένες προϋποθέσεις. Για να κατηγοριοποιηθεί ένα τέτοιο φαινόμενο με σχετική συνοχή, πρέπει πρώτα απ’ όλα να οριστεί, και για να οριστεί πρέπει να απομονωθεί. Απ’ την μια, τα όρια της εξέγερσης ορθώνονται για να αναπαραστήσουν τη δράση και τις αιτίες της σαν τυχαία έκτροπα, που παρήγαγε ένα σύστημα το οποίο (παρόλη τη φτώχεια, τον πόλεμο, την μόλυνση, την ολοκληρωτική υπαγωγή στο εμπόρευμα και την καταστροφή ολόκληρου του -έμβιου και μη- κόσμου, και των ζωών όλων) πρέπει να διατηρηθεί, ίσως ακόμα και με ορισμένες κοινωνικές παροχές ταυτόχρονα με την κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Όμως, όπως είναι γενικά γνωστό, αυτό που ήταν εξαίρεση γίνεται ο κανόνας, κατάσταση που συμπεριλαμβάνει τον αποκλεισμό, τη φτώχεια, την κοινωνική αποξένωση, τη γενικότερη υποτίμηση της ζωής.

Δεν πρόκειται ποτέ για μεμονωμένο φαινόμενο, είτε τοπικά ή παγκόσμια. Η φτώχεια, η ανασφάλεια της ζωής στη δυτική κοινωνία, η αστική πολεοδομία στις μητροπόλεις ολόκληρου του κόσμου (απ’ το Λος Άντζελες στην Μπογκοτά, κι απ’ το Αλγέρι στο Παρίσι), η περίφραξη των συνόρων της Ευρώπης-φρούριο, είναι μόνο ορισμένες εκδηλώσεις αυτής της δομικής περίφραξης. Το κόλπο του καρότου και του μαστιγίου, ο συνδυασμός αστυνομικής και δικονομικής καταστολής με την εξαγγελία κοινωνικών παροχών στα προάστεια, μπορεί να ξεγελάσουν μερικούς, αλλά σίγουρα όχι τους -όχι λίγους- που γεύονται την κοινωνική περιθωριοποίηση στο πετσί τους, που νιώθουν ότι νέες και μεγαλύτερες εκρήξεις συναρμολογούνται σε κάθε γωνία, και κυρίως, νιώθουν μια ακατάπαυστη θέληση για εξέγερση να πάλλεται μέσα τους. Και είναι ακριβώς αυτή η ελκυστική γοητεία της εξέγερσης που αποτελεί τον κύριο στόχο της διαδικασίας της κατηγοριοποίησής της.

Στην πραγματικότητα, η διαδικασία της κατηγοριοποίησης, πέραν του να αναπαριστά τη φαινομενικότητα της παρούσας κοινωνικής τάξης σαν να ήταν ουδέτερη, στοχεύει στον διαχωρισμό και την απομόνωση των “αποβλήτων” από όλους τους υπόλοιπους -διαχωρίζοντας ταυτόχρονα όλους αυτούς απ’ τον ίδιο τον εαυτό τους, απ’ την επιθετική δυναμική τους. Μ’ άλλα λόγια, τα απόβλητα έχουν κάποιου είδους κληρονομικού δικαιώματος στην οργή, καθώς η απόγνωση και η αίσθηση της αδικίας είναι αποκλειστικά δικά τους προβλήματα. Όμως εμείς, οι προνομιούχοι αυτής της κοινωνίας, τί θέλουμε; Εντάξει στα γκέττο των σύγχρονων πόλεων, στα banlieues (προάστεια) του Παρισιού, η ζωή είναι διαλυμένη, κενή, κυνηγημένη από κάθε μπάντα της κοινωνικής, υλικής και υπαρξιακής αλλοτρίωσης, πνιγμένη στην απόγνωση και την μεταφυσική ανία. Αλλά η δική μας ζωή; είναι πλουσιοπάροχη και γεμάτη διασκεδάσεις, προοπτικές, πάθος… Η δική μας ζωή; Με συγχωρείτε, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς.

Εκ των πραγμάτων, το επίπεδο της καταπίεσης, και ταυτόχρονα τα ρήγματα που προκαλεί η εξέγερση, αφορούν τους πάντες. Η δυιστική λογική της συμπονετικής αντιπολίτευσης, μεταφράζει την πραγματικότητα με τόσο χονδροειδή τρόπο που αδυνατεί να αντιληφθεί τη δυναμική της εξέγερσης κι αυτών που θα ΄ρθουν. Η διάκριση των νέων απ’ τα προάστεια απ’ τους υπόλοιπους, έπειτα ο διαχωρισμός των βίαιων κι αδιόρθωτων που είναι αδύνατον να πειθαρχηθούν απ’ αυτούς που πρέπει να προστατευθούν απ’ την μόλυνσή τους, δεν είναι παρά μια προσπάθεια να ξεριζωθεί η δυνατότητα εξέγερσης από τα μέσα και το περιβάλλον που χρειάζεται για να εκραγεί. Αυτή είναι η κοινή λογική πίσω από κάθε έκτακτη διαχείριση. Επιπλέον, η εμπέδωση μιας τέτοιας ιδεολογικής διαίρεσης συνθλίβει κάθε πρακτική δυνατότητα. Όπως κάθε εξέγερση, ομοίως και της Γαλλίας απευθύνεται στον καθέναν. Το ξεδίπλωμά της αναπόφευκτα επιρρεάζει τις κινήσεις μας. Τελικά, το ποιο σημαντικό δεν είναι ποιοί είναι αυτοί, αλλά μάλλον ποιοί είμαστε εμείς, και τί θέλουμε να κάνουμε. Καθώς μια μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης υφίσταται είτε διακυρήσσεται επίσημα είτε όχι, το πρώτο πρακτικό μάθημα αφορά την εφαρμογή μιας αποτελεσματικής κατάστασης εξαίρεσης απέναντι στην έκρηξη καταστροφικών πράξεων, τη γρήγορη διάδοσή τους και την άρνηση κάθε εκπροσώπησης.

Ορισμένοι γκρινιάζουν για την υποτιθέμενη έλλειψη σαφών ταξικών στόχων κι επαναστατικής συνείδησης, απενοχοποιώντας έτσι την αποστασιοποίησή τους, αδυνατώντας να βρουν κάποια πολιτική προοπτική ή αποτέλεσμα. Ακόμα, μιλούν για φαινόμενα “βαρβάρων” χωρίς κανένα σχέδιο, ως αποτέλεσμα της “παθητικής διάλυσης της παλιάς εργατικής τάξης”. Κάποιοι άλλοι ποζάρουν ως συνειδητοποιημένοι οργανωτές της εξέγερσης (της επερχόμενης, φυσικά). Ωστόσο, αντί να ασχολούμαστε με το να δείξουμε στους ταραχοποιούς της Γαλλίας τί να κάνουν, θα ήταν προτιμότερο να δούμε τί μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτούς. Υπάρχει μια πρακτική εγρήγορση στις τακτικές της εξέγερσης των “αποβρασμάτων” που λείπει επαίσχυντα ακόμα κι απ’ τους πιο εκλεπτυσμένους “συνειδητοποιημένους” των επαναστατικών χώρων, συχνά τόσο συνειδητοποιημένων που αδυνατούν να πράξουν. Εάν οι Γάλλοι ταραχοποιοί δεν κατάφεραν να “κάνουν ένα ακόμη βήμα για να γίνουν επαναστάτες” (πιθανόν, όμως ποιοί είναι τελικά επαναστάτες σήμερα;), τουλάχιστον με τον τρόπο τους εξέθεσαν τις ενεργητικές δυνατότητές τους στην πιο σκληρή δοκιμασία. Χωρίς να περιμένουν από κανέναν να τους διδάξει “τί να κάνουμε”, κατέθεσαν έμπρακτα τη δική τους εκδοχή για το πώς να το κάνουμε. Πραγματοποίησαν την εκρηκτική οργή τους ως μια εντυπωσιακή σειρά εμπρησμών, χωρίς να τους ενεχειρίζουν σε κανέναν εκπρόσωπο. Η ζωτική δύναμη που απελευθερώθηκε μετά από μακροχρόνια καταπίεση ήταν ταυτόχρονα μια άγρια πυρομανία που αγνοούσε κάθε μορφή αντιπροσώπευσης και απολογίας.

Φαινομενολογία του οργισμένου μηδενισμού

Η οργή είναι η έκφραση της δύναμης που έχει καταπιεστεί για πολύ καιρό, δέσμια και υποδουλωμένη, οργή που εμφανίζεται ως διαπίστωση πως “είμαστε πολύ νέοι για να πεθάνουμε”. Η πρώτη εκδήλωσή της ανοίγεται στον ορίζοντα που χαρακτηρίζεται από μια ολοκληρωτική καταστροφή. Η τυφλή οργή της αιχμαλωσίας δε διακρίνει γύρω της τί θα χτυπήσει, αν θα χτυπήσει στον τοίχο ή θα σπάσει τα χέρια της, το σώμα της μετασχηματίζεται σε πολιορκητικός κριός. Τα πάντα μπορεί να καταστραφούν! Η οργή, εκδηλώνεται στον ορίζοντα του μηδενισμού. Καθώς δε δικαιούνται να επιθυμούν τίποτα για δικό τους, αυτοί οι άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας επιθυμούν αυτό το τίποτα να γίνει πραγματικά τίποτα, να εκμηδενιστεί.

Όμως ο μηδενισμός, αυτός ο ενοχλητικός καλεσμένος, εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές. Οι λιγότερο προφανείς είναι και οι πιο διαδεδομένες, κι επίσης οι πιο δημοφιλείς: είναι ο αυτονόητος μηδενισμός της εξουσιαστικής διαχείρισης της ύπαρξης, που διαβρώνει τα πάντα. Εκμηδενίζει τη ζωή και την αποξενώνει απ’ την ίδια τη δυναμική της, προκειμένου να την αναπαράγει εντός των κατεστημένων θεσμών της τάξης και της πειθαρχίας, της παραγωγής και κατανάλωσης, της παραίτησης και της κυνικής αδιαφορίας.

Το παρόν κοινωνικό σύστημα είναι τόσο μηδενιστικό όσο και οι υπήκοοί του που υποτάσσονται σ’ αυτό, αποδεχόμενοι τις διάφορες μορφές σκλαβιάς, σέρνοντας με απάθεια τα πόδια τους μέρα με την μέρα. Καθώς έχουν ενσωματώσει τα αυτονόητα της οικονομίας και τη φαντασιακή αξία των εμπορευμάτων, η ζωή τους βασίζεται στους υπολογισμούς μεταξύ κόστους και οφέλους, στον διαχωρισμό μεταξύ σκοπού και μέσων, στην εγκατάλειψη στην αθλιότητα του σήμερα και την παθητική προσμονή ενός καλύτερου αύριο. Η μηδενιστική παραγωγή της κυριαρχίας συνίσταται σε δυο συμπληρωματικές κινήσεις: απ’ την μια αποξενώνει, λεηλατεί και ξεγυμνώνει, απ’ την άλλη θαμπώνει, ξαναντύνει, και μασκαρεύει. Όμως η κενότητα στην οποία βασίζεται αυτή η διττή κίνηση και την οποία μετουσιώνει, γίνεται προφανής όταν το δεύτερο σκέλος της (η ψευδής ικανοποίηση των αυταπατών) υπολειτουργεί: όταν το σχολείο, η εργασία κι όλοι οι θεσμοί της πολιτισμένης κοινωνίας του θεάματος απαξιώνονται ως διαμορφωτές-διαχειριστές της ύπαρξης, που κατά συνέπεια, εξωθείται στην παρατεταμένη μετάσταση της αλλοτρίωσής της.

Όταν μια τέτοια μετάσταση εκδηλώνεται τυφλά, όταν έρχεται αντιμέτωπη μ’ έναν απάνθρωπο θάνατο, μπορεί να εκραγεί ως οργισμένος μηδενισμός: καθώς υποβάλλονται βίαια σε μια διάγνωση της κενότητας που περιβάλλει και διαβρώνει τις ζωές τους, αποφασίζουν ανώνυμα, σε επίπεδο προσωπικών σχέσεων, να παραδόσουν την κενότητα αυτή στο τίποτα. Ο οργισμένος μηδενισμός δε ζητά τίποτα, και διαθέτει μια διαυγή αντίληψη του ότι το μόνο που μπορεί να κάνει με όσα τον περιβάλλουν είναι να καταβροχθισθούν απ’ την κενότητά του. Η έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού, απελευθερωτική για τα πιο άγρια πάθη, μπορεί να είναι επίσης μια άδολη χαρά γεννημένη από μια αφόρητη ναυτία για το σύνολο του υπάρχοντος κόσμου. Κι όμως είναι έτσι ακριβώς που εξελίσσεται σε μια αυθεντική καταστροφική ευφορία.

Μετά την εποχή της κυνικής αδιαφορίας, του καιροσκοπισμού και του φόβου, στην παρούσα φάση γενικευμένης προλεταριοποίησης της ζωής, τί είδους αγώνας θα μπορούσε να γίνει; Λυπούμαστε που θα απογοητεύσουμε τους ακούραστους θεματοφύλακες της προόδου, αλλά οι τρέχοντες αγώνες περιλαμβάνουν επίσης μια ολοκληρωτικά καταστροφική πλευρά. Είχε γραφτεί κάποτε: “Μηδενιστές… ακόμα ένα βήμα αν θέλετε να είστε επαναστάτες”. Το να θέλεις τα πάντα, είναι μόλις ένα βήμα απ’ το να μη θες τίποτα. Μπορούμε όμως ακόμα να πούμε: “Επαναστάτες… ακόμα ένα βήμα για να γίνεται μηδενιστές”: απαιτεί μεγάλο θάρρος να συμβαδίζει κανείς με την οργή του. Και πού θα μας πάει; Μα δεν ξέρετε; Δε θα μας πάει πουθενά, αλλά… πού νομίζετε ότι πηγαίνετε όλοι σας;
‘S’ io fossi foco arderei lo mondo’
(“Αν ήμουν φωτιά, θα έκαιγα τον κόσμο”, από σονέττο του Cecco Angiolieri, σύγχρονου του Δάντη)

Η καταστροφική ευφορία του οργισμένου μηδενισμού βρίσκει την κύρια μορφή έκφρασής της στο στοιχείο που αναπαριστά περισσότερο την οργή: τη φωτιά. Οι μολότωφ και οι εκρηκτικοί μηχανισμοί είναι σαν βέλη, με τα οποία σύμβολα και δομές της εξουσίας και του συστήματος στοχοποιούνται: αστυνομικά τμήματα, δημαρχεία, δικαστήρια, τράπεζες, εμπορικά κέντρα και καταστήματα, σχολεία και αυτοκίνητα.

Ορισμένοι απ’ τους στόχους αυτούς πληγώνουν την κοινωνική συνείδηση πολλών ανθρώπων. Γιατί να καίνε τα σχολεία, όταν αυτά θα φέρουν στους κοινωνικά αποκλεισμένους την μόρφωση και την ένταξη στην κοινωνία; Μήπως δεν ήταν η δημόσια εκπαίδευση μια σημαντική κατάκτηση για την ανθρωπότητα και την πρόοδο; Ίσως, αλλά την ίδια στιγμή, ποιός μπορεί να αρνηθεί πως τα σχολεία μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με φυλακές, όντας και τα δύο στοιχεία μιας γενικότερης κοινωνίας-φυλακής, ποιός δεν μπορεί παρά να σιωπήσει μπρος στη φαινομενική ομορφιά ενός σχολείου που καίγεται; Το εκπαιδευτικό σύστημα βασίζεται σε μια αφαίρεση του νοήματος. Με άλλα λόγια, τα σχολεία, όντως μέσα για εισαγωγή στη ζωή, ή μάλλον στην εργασία, που παρέχει τα μέσα για τη ζωή, δεν έχουν άλλο νόημα καθ’ εαυτόν, παρά το νόημα αυτού για το οποίο προετοιμάζουν. Μ’ αυτήν την έννοια, καθώς κάθε μελλοντική προοπτική καταργείται, και το μέλλον συνίσταται σ’ έναν μακρόσυρτο σκοπό μεταξύ ανίας και απόγνωσης, τα σχολεία αδειάζουν απ’ το όποιο παιδαγωγικό τους περιεχόμενο. Όταν ένα μέσο χάνει τη χρησιμότητά του, η διατήρησή του σημαίνει τη φετιχοποίησή του, και τα φετίχ παραδίδονται στην πυρά, πιθανώς, όπως στην περίπτωσή, μας από παιδιά που φωνάζουν “αυτή η νύχτα είναι δική μας”.

Οι συνειδητοποιημένοι απορούν για τα καμμένα αυτοκίνητα: “γιατί να κάψεις το αυτοκίνητο του γείτονα”, λες και ο “γείτονας” αυτόματα αντιμετωπίζει την ίδια κατάσταση έκτακτης ανάγκης με τους ταραξίες. Πρώτον, τα περισσότερα απ’ τα πυρπολημένα αυτοκίνητα ανήκαν άμεσα ή έμμεσα σε θεσμούς. Δεύτερον, τα “αποβράσματα” δεν έρχονται απ’ το πουθενά, αλλά ζουν σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο, το οποίο σε καμμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει μια ομοιογενή ανθρώπινη πραγματικότητα. Απ’ την μία, οι ταραχοποιοί απ’ τα προάστεια ήξεραν ότι μπορούν να βασίζονται στην υποστήριξη και την πρακτική αλληλεγγύη πολλών κατοίκων των γειτονιών τους (χωρίς την οποία δε θα ήταν εφικτό να κρατήσουν είκοσι νύχτες οι ταραχές), απ’ την άλλη φαίνεται να γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τίνος το αμάξι πυρπολούν, και σίγουρα δεν ανήκουν σε άμεσους ή έμμεσους συνεργούς των εξεγερμένων. Στα προάστεια, όπως κι οπουδήποτε αλλού, υπάρχουν ζηλωτές της τάξης και του διαλόγου, ρουφιάνοι και κερδοσκόποι, συνεργάτες της αστυνομίας και κάθε είδους καθήκι, όπως επίσης κι αυτοί που δε συμμερίζονται στην πράξη την αταλάντευτη και σαφή στάση των ταραχοποιών. Οι νέοι των προαστείων δεν ανέχονται κανενός είδους ουδετερότητας, διαλόγους ή συμβιβασμού με τους θεσμούς -κάτι το οποίο εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα προβληματικό τρόπο στο κίνημα ενάντια στο CPE τον Μάρτη και τον Απρίλη του 2006, ειδικά στο Παρίσι.

Οι γείτονες δηλαδή, δεν είναι πάντοτε φίλοι ή “συνένοχοι”. Επίσης, οι εξεγέρσεις δε διεξάγονται σ’ ένα συμβολικό επίπεδο, αλλά στο πραγματικό πεδίο της μάχης. Έτσι, οχήματα παραδίδονται στις φλόγες όχι μόνο επειδή είναι προφανώς μια ευχαρίστηση να βλέπει κανείς τις φωτιές να τα καταπίνουν, αλλά κυρίως ακολουθώντας μια στρατηγική αντίληψη επί του εδάφους, δηλαδή λόγω της θέσης τους στο πεδίο που εκτυλίσσεται ο αγώνας. Είναι μόνο σε μια τέτοια προοπτική πραγματική σύγκρουσης (κι όχι στην κοινωνιολογική μετάφραση ή την πολιτική αναπαράστασή της) που η αξία αυτής της πρακτικής μπορεί να εκτιμηθεί. Η πυρπόληση αυτοκινήτων μπορεί να γίνει ένα ιδιαίτερα παοτελεσματικό μέσο ταχύτατης δημιουργίας οδοφραγμάτων, και ταυτόχρονα είναι ένας εύχρηστος τρόπος να τραβηχθεί η αστυνομία σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου στη συνέχεια συνήθως δέχεται επίθεση με πέτρες ή μολότωφ, ενώ οι ταραχοποιοί μπορούν να σπάσουν και να διαφύγουν εύκολα για να ξαναβρεθούν σε κάποιο προσυνεννοημένο μέρος και να ξαναπιάσουν το παιχνίδι απ’ την αρχή. Αυτή η τακτική εφαρμόστηκε και στο σαμποτάζ σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας με το οποίο ξεκίνησαν μερικές απ’ τις νύχτες της οργής.

Το γεγονός ότι αυτές οι απλές παρατηρήσεις έχουν περάσει απαρατήρητες από τόσο πολλούς “ειδικούς” είναι εντυπωσιακό. Το πιο σημαντικό σημείο πάντως, είναι η σημασία που παίρνει το μητροπολιτικό πεδίο ως πεδίο μάχης για τους τρέχοντες αγώνες κι αυτούς που θα ‘ρθουν. Σε μια κοινωνία που βασίζεται στην κυκλοφορία του χρήματος, της πληροφορίας, των ανθρώπων και των εμπορευμάτων, ο έλεγχος επί του εδάφους είναι μια απ’ τις σημαντικότερες λειτουργίες της εξουσίας. Για παράδειγμα, στις αστικές συγκοινωνίες που μας δολοφονούν αργά, καθημερινά, με το δηλητήριό τους στις μητροπολιτικές ζώνες, οι ελεύθεροι χώροι περιορίζονται στους αποξενωτικούς χώρους μεταβίβασης και εξυπηρέτησης. Πρόκειται για μια ασύμμετρη, απάνθρωπη και δολοφονική πραγματικότητα που εξορίσει τη ζωή, όπου το έδαφος γίνεται ολοένα και πιο άγονο και απαράβατο γι’ αυτούς που, είτε από συστηματικό αποκλεισμό, είτε από προσωπικές τους επιλογές, αδυνατούν να αναπαραχθούν ως εμπορεύματα, και κατ’ επέκταση περιθωριοποιούνται, φυλακίζονται, απελαύνονται.

Την ίδια στιγμή, το έδαφος και η μετακίνηση σ’ αυτό γίνονται στρατηγικοί παράγοντες των αγώνων, με τηην εξάπλωση πρακτικών όπως τα μπλόκα και το σαμποτάζ, η εύρεση νέων τρόπων ζωής και χρήσης του χώρου, και η καταστροφή του κάθε τί που δεν μπορεί να οικειοποιηθεί. Δε γνωρίζουμε ασφαλώς αν αυτό είχαν στο μυαλό τους οι εμπρηστές αυτοκινήτων. Δε γνωρίζουμε αν υπερεκτιμούμε την οργή τους. Αυτό που είναι βέβαιο όμως είναι ότι πίσω απ’ την αρνητική, καταστροφική τους στάση ορθώνεται μια θετική στάση, που αφορά τον τρόπο ζωής τους, τον τρόπο σύναψης ανθρώπινων σχέσεων, που πέρα απ’ την συνεχή εφευρετικότητα λέξεων και χειρονομιών, οικοδομεί μια συνενοχή κι αλληλεγγύη στις ταραχές.

Μια θετική στάση που δε χωράει στην αναπαράσταση που προβάλλουν οι δυνάμεις του εχθρού, για τις οποίες δεν πρόκειται παρά για βάνδαλους, ανόητους και παράλογους μανιακούς. Δεν μας ενδιαφέρει να πλέξουμε ένα νεο-ρεαλιστικό εγκώμιο του περιθωρίου. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να αναρωτηθούμε ξανά, αν είναι εφικτό να ζήσουμε σε χώρους μ’ έναν διαφορετικό τρόπο ούτως ώστε να συναντήσουμε νέους “συνενόχους” και νέες πιθανότητες αγώνα που θα ξεσπά ριζοσπαστικά, χαρμόσυνα κι εφευρετικά.

Μάρτης 2006

———————-

Διάχυτη εξουσία, διάχυτη επίθεση

Η εξουσία δε διαμένει σε κάποια Χειμερινά Ανάκτορα που μπορούν να καταληφθούν απ’ τους επαναστάτες, ούτε βασίζεται στα διάφορα κέντρα παραγωγής που μπορούν να καταλάβουν οι εργάτες. Δε συμπεριλαμβάνει απλώς τις πολιτικές, αστυνομικές και νομικές λειτουργίες, αλλά διαθέτει ένα τριχοειδές σύστημα σχέσεων που, μιας και επεκτείνεται στο σύνολο της κοινωνίας, διαμορφώνοντας τις ατομικές και συλλογικές πράξεις. Η εξουσία παράγει και ευνοεί την αναπαραγωγή μορφών ζωής που η διατροφή, η επικοινωνία, η κίνηση, η σκέψη κλπ προσαρμόζονται ευκολότερα στις απαιτήσεις της. Η εξουσία μοιάζει να έχει κυριαρχήσει παντού, μα για τον ίδιο είναι επίσης εκτεθειμένη παντού -προφανώς σε διαφορετικό βάθος στρατηγικής επίθεσης. Όλο αυτό δεν είναι παρά κοινοτοπίες που θα διδάσκονταν ακόμα και σε κάποιο γαλλικό κολλέγιο, όμως αν είναι έτσι, τότε δε θα ‘πρεπε να παραπονιέται κανείς στα σοβαρά για τη ζημιά που προκαλούν οι ταραχοποιοί προς “άσχετους ανθρώπους”. Είτε πρόκειται για ιδιοκτήτες αυτοκινήτων που πυρπολήθηκαν απ’ τους γάλλους αυτοκινητομάχους, είτε για τους απογοητευμένους πελάτες κάποιας κατεστραμμένης τράπεζας, ή για τους αργοπορημένους οδηγούς λόγω ενός οδοφράγματς, κάθε ισχυρισμός ότι αποτελούν έναν τρίτο, άσχετο μ’ όλο αυτό, ισοδυναμεί μ’ έναν ισχυρισμό ουδετερότητας: μια υπόθεση προς κατάρριψη.

Ασφαλώς, κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι η καταστροφή μιας τράπεζας, μιας φυλακής ή ενός δικαστηρίου είναι κάτι διαφορετικό ποιοτικά απ’ την πυρπόληση ενός αυτοκινήτου στα προάστεια, κάτι που ισχύει αλλά μέχρι ενός σημείου. Για να το αντιληφθούμε καλύτερα, θα μπορούσε κάποιος να διεξάγει το ακόλουθο υποθετικό πείραμα. Ας πάρουμε ως δεδομένο ότι κριτήριο για την ευκρίνεια μιας πρακτικής στην εξέγερση είναι η πιθανότητα γενίκευσής της, οπότε ας υποθέσουμε ότι μια πρακτική θα ακολουθούταν παντού: για παράδειγμα, αν όλες οι τράπεζες καταστρέφονταν, σίγουρα, θα προκαλούνταν ένα χάος αλλά βέβαια θα απείχε ακόμα απ’ το να επιφέρει μια επανάσταση. Ας επαναλάβουμε το πείραμα, με όλα τα αυτοκίνητα αυτή τη φορά να καταστρέφονται. Δε θα ήταν οι συνέπειες το ίδιο, αν όχι και περισσότερο επαναστατικές; Δε θα επέφερε μια ριζική μεταμόρφωση ολόκληρης της κοινωνικής ζωής; Μια υπόθεση που δεν μπορούμε να αρνηθούμε.

~
“Θέλω να πω σ’ όλα τα παιδιά που ζουν σε δύσκολες περιοχές ότι δεν έχει σημασία από που κατάγονται, όλα είναι παιδιά της (Γαλλικής) Δημοκρατίας” -J. Chirac, 14 Νοέμβρη 2005.

“Δημοκρατία είναι μια μορφή διακυβέρνησης που τίθεται πάνω απ’ το λαό, τον χειραγωγεί, τον εκπαιδεύει και τον κάνει ό,τι θέλει. Με τον στρατό της υποχρεώνει τους πιο απείθαρχους να υποταχθούν στους νόμους της. Κι όπως κάθε άλλη διακυβέρνηση, τα μόνα εμπόδια που βρίσκει είναι η αντίσταση των υπηκόων της κι ο φόβος για μια πιθανή εξέγερση” -E. Malatesta

Η ιδεολογία του νομοταγούς πολίτη

“Παιδιά της Δημοκρατίας”: έτσι απευθύνθηκε ο Chirac στους κατοίκους των προαστείων προκειμένου να τους εξευμενίσει -σε μια προσπάθεια να αντισταθμιστούν οι υβριστικές προσβολές του Σαρκοζύ. Όσοι απ’ αυτούς γνωρίζουν πώς λειτουργούν οι δημοκρατικοί θεσμοί, σαν χρυσοποίκιλτες πόρνες, έχουν αρκετούς λόγους να θίγονται: όπως το Κράτος ονομάζεται Πατρίδα όταν είναι έτοιμο να σκοτώσει, αποκαλεί τους υπηκόους του “πολίτες” όταν επιθυμεί τη συνενοχή τους στο νόμιμο έγκλημα.

Η ιδεολογία του πολίτη, βέβαια, έχει δεχθεί κριτική εδώ και πολύ καιρό ως ιδεολογική αντανάκλαση μιας ψευδούς ισότητας που συγκαλύπτει την κοινωνική ιεραρχία, έχει ειπωθεί ότι ο πολίτης δεν είναι παρά η αστική εκδοχή της κοινωνικής ιεραρχίας. Στην υποχώρησή της, η κατάσταση του πολίτη έχει αποκαλύψει τη γυμνή ζωή που ισχυριζόταν ότι έκρυβε. Αυτή ήταν η φρικτή διαπίστωση των δυο παγκοσμίων πολέμων του εικοστού αιώνα: πίσω απ’ τους πολίτες δεν υπήρχε παρά η αστική αντίληψη κοινωνικής ζωής, όμως βαθύτερα, κρυβόταν η γυμνή ζωή που μόλις απαλλάχθηκε απ’ το περιτύλιγμά της, έχασε κάθε αξία, κάθε δικαίωμα, κάθε σεβασμό.

Σήμερα δεν είναι καλύτερα, καθώς οικουμενικά οι πολίτες δεν είναι παρά οι καθημερινοί εκείνοι άνθρωποι που οι συμπεριφορές και τα συναισθήματά τους έχουν ενσωματώσει κάθε κυρίαρχο πρότυπο. Ένας άχρωμος, θλιβερός συμβιβασμός, βασισμένος στην αναισθησία, συγκολλημένος απ’ τον φόβο. Τα τρία συστατικά του σύγχρονου πολίτη είναι η ανικανότητα άρνησης, η αδυναμία αποτελεσματικής δράσης και η ενσωμάτωση της αδυναμίας, ενισχυμένα απ’ την ιλιγγιώδη μείξη τεχνολογικής ανάπτυξης και θεάματος που παράγουν σε πληθώρα κάθε υποκατάστατο ώστε να αποφεύγεται το πανταχού παρόν ενδεχόμενο ψυχολογικής κατάρρευσης, παραίτησης κι απόσυρσης απ’ τον κόσμο. Προκειμένου να εξακολουθεί να ισχυρίζεται κανείς ότι διάγει μια ζωή ήσυχη και “κανονική” στις παρούσες συνθήκες, οφείλει πρώτα να απολέσει την όραση και την ακοή του, κι έπειτα, καθώς τα ανησυχητικά γεγονότα εμφανίζονται παντού και δεν μπορούν πια να αγνοούνται, να εγκαταλείψει τη δυνατότητά του να αντιδρά: εξ ου και η γενικευμένη παραίτηση που αν δεν μετατρέπεται ανοιχτά σε γενική κατάθλιψη είναι γιατί υποστηρίζεται από μια εκτεταμένη χρήση του φόβου, όχι μόνο των άλλων αλλά και του φόβου για το παρόν και το μέλλον του καθενός, και απ’ τις αμέτρητες τεχνοκρατικές μεθόδους του “να ξεφεύγεις”.

Πέρα απ’ την κατάσταση του πολίτη ωστόσο, αναπτύσσονται και διαδίδονται διαφορετικές μορφές ζωής. Όσοι απ’ αυτούς διατηρούν την αίσθηση του ανικανοποίητου απ’ αυτόν τον κόσμο, και επιστρατεύουν τη δύναμη και τη φαντασία τους για να επινοήσουν μορφές αντίδρασης κι επίθεσης ενάντια στην απάνθρωπη κοινοτοπία του, αλλά και το αναγκαίο θάρρος για να τις κάνουν πράξη, τίθενται εκ των πραγμάτων εκτός της ιδιότητας του πολίτη. Διατηρούν τη ζωή τους, τη ζωτικότητα που δεν μπορεί να περιοριστεί απλά στην μια ή την άλλη μορφή επιβίωσης. Απ’ την μια, ανεπιθύμητα προϊόντα αυτής της κοινωνίας, κατακάθια, που διαρκώς επιστρέφουν για να ταράξουν τον ήσυχο ύπνο της, και την ίδια στιγμή λογικά και παθιασμένα όντα της εξέγερσης, παράνομες και βαρβαρικές μορφές ζωής που ακατάπαυστα εμποδίζουν, επιτίθενται και πυρπολούν μέχρι κάθε ίχνος της αδικίας να εκλείψει. Όχι κύριε πρόεδρε, οι εξεγερμένοι της Γαλλίας δεν είναι παιδιά της αιματοβαμμένης δημοκρατίας σας, είναι παιδιά της ίδιας λύσσας που σας περιμένει σε κάθε γωνιά του δρόμου να σας αποδώσει τον λογαριασμό.

~
“Είναι ένα μέτρο ασφάλειας που πάρθηκε για να αποδώσει στην αστυνομία όποια δυνατότητα χρειαστεί προκειμένου να αποκαταστήσει οριστικά την ειρήνη” -J. Chirac

Κατάσταση εξαίρεσης

Η κατάσταση εξαίρεσης είναι ο κανόνας: είναι δύσκολο να βρούμε μια πιο κοινή έκφραση στη σύγχρονη θεωρητική-κριτική παραγωγή λόγου. Είναι εξίσου δύσκολο να βρούμε μια κριτική και πρακτική ανάλυση που να μπορεί να στηρίξει μια τέτοια δήλωση. Η ίδια η έννοια είναι εξαρχής αμφίσημη, καθώς φαίνεται να υπονοεί ότι, ιστορικά ή λόγικά, πίσω απ’ την κατάσταση εξαίρεσης υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει κάποιου είδους αγνής εξουσίας που θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά, χωρίς καταπίεση, βία κι αδικία. Είναι βέβαια γεγονός ότι είναι η εξουσία καθ’ εαυτόν που είναι καταπιεστική, βίαια κι άδικη. Έχοντας αποσαφηνίσει αυτό, είναι η δύναμη των γεγονότων που μας τραβά να αναζητήσουμε τί υπάρχει πίσω απ’ την κήρυξη έκτακτης ανάγκης.

Επισήμως, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι η συρρίκνωση της νομιμότητας (κι επομένως όλων των δικαιωμάτων κι ελευθεριών που υποτίθεται ότι εγγυάται) προκειμένου να υπερασπιστεί η ίδια η νομιμότητα. Αυτή η διαδικασία, που είναι φαινομενικά παράδοξη, δικαιολογείται τυπικά βάσει μιας οποιασδήποτε απειλής. Το γέγονος ότι γίνεται ο κανόνας, σημαίνει ότι η κατάσταση εξαίρεσης εφαρμόζεται τόσο συχνά, ανεξάρτητα απ’ τις επίσημες διακηρύξεις: απ’ την διαχείριση της μετανάστευσης (που όχι απλά εμπεριέχει εξοντωτικούς περιορισμούς στο “δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης”, αλλά βασίζεται στην ίδια την αρχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης, με τα “κέντρα κράτησης”), στην επετειακή ανακήρυξη κόκκινων ζωνών (όπου οι όποιες πολιτικές ελευθερίες πρακτικά καταργούνται), στην διόγκωση του κατασταλτικού μηχανισμού (που πλέον εισβάλει σε κάθε όψη της προσωπικής ζωής των ατόμων, παρά τις δημοκρατικές διακηρύξεις για την “προστασία της ιδιωτικής ζωής”), στην καθημερινότητα της αστυνομικής βίας (η “κακοποίηση” τείνει να είναι ευφημισμός για ό,τι συμβαίνει στους δρόμους ή σε τμήματα), και η λίστα των κανονικών καταστάσεων εξαίρεσης θα μπορούσε να συνεχίζεται για ολόκληρες σελίδες. Είναι προφανές ότι οι νεολαίοι των προαστείων γνωρίζουν πολύ καλά ότι όλα αυτά αποτελούν την “ομαλότητα” καθώς όχι μόνο ζουν οι ίδιοι σε μια χωροταξική κατάσταση εξαίρεσης αλλά και δέχονται την αστυνομική καταστολή σε καθημερινή βάση, σ’ όλο το φάσμα των εξευτελισμών, της κακοποίησης και της ανοιχτής βίας που συνοδεύει μια τυπική εξακρίβωση στοιχείων ή έναν έλεγχο.
Η κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη Γαλλία δε θα ήταν τόσο σκανδαλώδης στην πραγματικότητα, αν δε στιγματιζόταν από έναν συμβολικό χαρακτήρα: η επαναφορά ενός νόμου του 1955 που εισήχθηκε στη διάρκεια της πολεμικής επέμβασης στην Αλγερία, αποκαλύπτει την οσμή της αποικιακής διαχείρισης στην εσωτερική πολιτική: με άλλα λόγια, ήταν μια επιβεβαίωση απ’ την μεριά της κυβέρνησης ότι στο εσωτερικό της χώρας διεξάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος.

Η ομαλότητα της κατάστασης εξαίρεσης, λοιπόν, αναπόφευκτα αποκαλύπτει τη βία που το Κράτος και η νομιμότητά του βασίζονται: βία που σκοπεύει στην πάσει θυσία διασφάλιση του Κράτους (κυρίως με την μορφή του κρατικού μονοπωλίου της βίας: αστυνομία, δικαστήρια, φυλακές), και βία που σκοπεύει στην εξάπλωση του Κράτους (πόλεμοι, εμπάργκο, φυλακές υψίστης ασφαλείας κλπ). Όμως αυτή η ομαλότητα δείχνει επίσης το πώς η εξουσία είναι διαρκώς σε επιφυλακή για κάποια άμεση απειλή, για τη διάδοση μιας εξεγερτικής δυναμικής που θα ήταν δύσκολο να διαχειριστεί και να καταστείλει, εάν εξαπλωνόταν αποτελεσματικά. Εξ ου και η λήψη αναρίθμητων αποτρεπτικών μέτρων, όπως η ασταμάτητη προπαγάνδα περί τρομοκρατίας, μια διαρκώς επανερχόμενη κρίση και η διάδοση της ανασφάλειας, που μεταμορφώνει τους φόβους μιας σαθρής εξουσίας σε κοινές φοβίες των υπηκόων της.

Η κατάσταση εξαίρεσης, ωστόσο, έχει μια άλλη δυναμική που σπάνια τονίζεται από τη θεωρητική κριτική. Ο Benjamin μίλησε για μια ρήξη του ιστορικού συνεχούς: ένα επαναστατικό ξέσπασμα συμπίπτει με τη διάρρηξη της ομαλότητας, και -με μια διαπίστωση ότι είναι αδύνατον να συνεχιστεί έτσι- θέτει σε κίνηση την καταστροφική του ικανότητα. Οπότε, δεν έχει νόημα να αναζητάμε το πολιτικό πρόγραμμα, τις προοπτικές ή τους στόχους της εξέγερσης. Κάτι τέτοιο δε θα ήταν παρά μια αξιοθρήνητη οπισθοδρόμηση στο γνωστό “Τί να κάνουμε;”, ένα ζήτημα που μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα χαθεί τελικά στους σκουπιδοτενεκέδες της Ιστορίας. Μπορούμε απλούστερα να αναρωτηθούμε τί μπορεί ο καθένας μας να κάνει γι αυτό, κάθε τί άλλο δε θα ήταν παρά ένα placebo.

~
“Θέλω να ‘μαι αποδεκτή γι’ αυτό που είμαι”-μια 26χρονη αλγερινής καταγωγής

“Εργάτες προσέξτε! Μη στιγματίζετε τους αδερφούς σας, αυτούς που αποκαλούνε κλέφτες, δολοφόνους, πόρνες, επαναστάτες, φυλακισμένους, με το στίγμα της υποτίμησης. Μην τους βρίζετε, μην τους συκοφαντείτε, προστατεύστε τους από ένα τελειωτικό χτύπημα. Δε βλέπετε πώς σας αποδέχονται οι στρατιωτικοί, πώς σας καλούν για μάρτυρες οι δικαστές, πώς σας χαμογελούν οι τοκογλύφοι, πώς σας νουθετούν οι παπάδες και πως σας απειλούν οι μπάτσοι; –E. Coerderoy

Περί Ενσωμάτωσης

Δεν είναι εύκολο να παραμελεί κανείς την αιτία των ταραχών των γαλλικών banlieues: το γεγονός ότι ολόκληρη η ύπαρξή τους εξαρτάται απ’ την κοινωνική αλλοτρίωση είναι τόσο εκκωφαντικό που δεν μπορεί να λησμονηθεί. Όμως ελάχιστοι δείχνουν να κατανοούν τους λόγους αυτής της κατάστασης. Εξ ου και το αίτημα για κοινωνική ενσωμάτωση, για επαναφομοίωση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μια αιτιολογική διαύγεια διαδέχεται το πολιτικό ψέμμα. Όλοι όσοι ζητούν κοινωνική ενσωμάτωση καλή τη πίστει, είναι απλά έρμαια της ψευδαίσθησης ότι η κοινωνία μπορεί να υποστεί μερικές αλλαγές, προκειμένου να μη χρειαστεί ν’ αλλάξουμε κοινωνία. Τουλάχιστον όσοι δεν είναι και τόσο καλόπιστοι, είναι συνήθως πιο ειλικρινείς: έχουν συνείδηση της κοινωνικής πειθάρχησης που υπονοείται σε τέτοια αιτήματα πρόνοιας.

Ενσωμάτωση σημαίνει πρώτα απ’ όλα ένταξη στην εργασία. Όμως η εργασία, στοιχείο του Κεφαλαίου και κατά συνέπεια συνώνυμη της υποταγής και της εκμετάλλευσης, διακρίνεται ολοένα και περισσότερο σε υπερειδικευμένη τεχνοκρατική εργασία και ολοένα και πιο απαξιωμένο μηχανικό-χειρωνακτικό έργο. Αυτά είναι τα δυο πρόσωπα της σύγχρονης επισφαλούς εργασίας: ο αγχώδης μάνατζερ κι ο εξαντλημένος προλετάριος. Περιττό να πούμε ποιό ποιό από τα δύο προορίζεται για τους νέους των προαστείων, άλλωστε αποδεικνύεται απ’ το γεγονός ότι η ελάχιστη ηλικία για να πάει κάποιος βοηθός σε τεχνικές εργασίες είναι σύμφωνα με έναν νέο νόμο του πρωθυπουργού De Villepin τα 14 έτη, όταν η υποχρεωτική εκπαίδευση απ’ το 1959 κρατάει ως τα 16. Την ίδια στιγμή, το σύμφωνο πρώτης εργασίας (CPE), νομιμοποιεί την άμισθη εργασία για τα δυο πρώτα χρόνια απ’ την πρόσληψη.

Τελικά, λίγοι αντιλαμβάνονται ότι είναι το Κεφάλαιο (κι άρα η εργασία η ίδια) που έχει δημιουργήσει την κατάσταση απ’ την οποία τώρα πρέπει να ξεφύγει: κατά την ιμπεριαλιστική επέκτασή του πρωτοεφάρμοσε τις σκληρές συνθήκες που ανάγκασαν εκατομμύρια ανθρώπων να μεταναστεύσουν, καθώς τότε ήταν σε θέση να διαχειριστεί την εισαγωγή και την εκμετάλλευση της υποτιμημένης εργασίας τους στις βιομηχανικές ζώνες (μεταξύ άλλων -την ίδια περίοδο- δημιουργώντας, μέσω των τοπικών δημοτικών συμβουλίων, τις τεράστιες εργατουπόλεις στη θέση των παλιών γειτονιών που υπήρξαν δίκτυα εργατικής αλληλεγγύης). Μετά το δεύτερο μισό των ’70es, οπότε κι έλαβε χώρα η λεγόμενη βιομηχανική αναδιάρθρωση, δηλαδή η μετανάστευση των επενδύσεων προς μέρη του πλανήτη όπου η εργασία ήταν ακόμα φθηνότερη, ο πλεονασματικός πληθυσμός των προαστείων εγκαταλήφθηκε στις συνθήκες ζωής που υφίστανται και σήμερα, δημιουργώντας τις κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν μια έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού. Θα δώσει το Κεφάλαιο τη δική του λύση στο πρόβλημα που έχει δημιουργήσει το ίδιο; Θα γίνουμε ξανά μάρτυρες της πιο ανισόρροπης διαλεκτικής μεταξύ Κεφαλαίου κι εργασίας;

Όσον αφορά την εκπαίδευση, τη συμπληρωματική μορφή της ενσωμάτωσης, τα σημαντικά έχουν ειπωθεί ήδη: καθήκον της δεν είναι παρά η προετοιμασία για την εργασία. Αφαιρουμένης -εκ των πραγμάτων- αυτής της λειτουργίας, δεν είναι παρά μια άχρηστη εξάσκηση -στην καλύτερη- και ένας μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου -στη χειρότερη, κάτι που έγινε φανερό απ’ την θεσμοθέτηση των ZEP (Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας) το 1981, που σήμερα περιλαμβάνουν 20% των μαθητών όλης της χώρας. Εν συντομία, κάθε αίτημα για ενσωμάτωση δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη απόπειρα αναβίωσης του κοινωνικού πτώματος με περισσότερη φορμόλη.

Οι αντιφάσεις που περιέχει η λογική της ενσωμάτωσης αφορούν επίσης τους ταραχοποιούς, τουλάχιστον ένα μέρος τους, αυτούς που διεκδικούν το να μιλούν οι ίδιοι για λογαριασμό τους. Απ’ τη στιγμή που η εξέγερση έχει γίνει δεκτή με μεγάλη χαρά, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε αν το ξέσπασμά της αντιπροσωπεύει μια θέληση καταστροφής του συστήματος (όπως, σύμφωνα με την ανάλυση των καταστασιακών, συνέβη στην εξέγερση του Watts), ή απλά των ανισοτήτων του, των οποίων ο δομικός χαρακτήρας δεν γίνεται αντιληπτός. Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο, πάντως, καθιστά την πρώτη υπόθεση εξαιρετικά πιθανή: το γεγονός ότι η νεολαία των banlieues θα μπορούσε κάλλιστα να επιβιώνει με άλλα μέσα, π.χ. μέσω του εμπορίου ναρκωτικών και της παράνομης οικονομίας. Ένα απ’ τα καθήκοντα της θεωρητικής κριτικής, ωστόσο, είναι ακριβώς να δείξει ότι μια γενική “ενσωμάτωση” είναι αδύνατη, κι ως εκ τούτου κάθε αίτημα πολιτικών προοπτικών που προέκυψε απ’ το ρήγμα που άνοιξε η εξέγερση, είναι μη-ρεαλιστικό. Με δυο λέξεις, να αρνηθεί τον μονόδρομο της κοινωνικής ενσωμάτωσης ως πανάκεια για την αναπόφευκτη αποσύνθεση του κοινωνικού συστήματος. Όπως είναι αρκετά γνωστό, η δημιουργία του νέου, μπορεί να έρθει μόνο απ’ τον θάνατο του παλιού.

Απρίλης 2006

Ιταλία, Ρώμη: Εμπρηστική Επίθεση σε οχήματα της Sirti

Ιταλία, Ρώμη: Εμπρηστική Επίθεση σε 2 οχήματα της Sirti από κάποιους αφοσιωμένους στην αδελφότητα της φωτιάς.

Εμπνευσμένοι από την πραγματοποιημένη επίθεση στην ίδια πόλη στις 28 Αυγούστου του 2021, δράσαμε προκειμένου να παραδώσουμε στην φωτιά δύο οχήματα της εταιρίας Sirti κατά την διάρκεια της νύχτας της 16ης Δεκεμβρίου.

Η Sirti S.p.A είναι μία εταιρία ειδικευμένη στον σχεδιασμό, στην εγκατάσταση και στην συντήρηση τεράστιων δικτύων τηλεπικοινωνίας.

Την παρούσα στιγμή συνεργάζεται ενεργά με την Openfiber, μία εταιρία ιδρυμένη από τον Enel και διοικούμενη από τους Cassa Depositi και Prestiti από κοινού, των οποίων ο σκοπός έγκειται στην εγκατάσταση και διαχείριση του δικτύου οπτικών ινών στην Ιταλία. Η υποδομή αυτή είναι θεμελιώδους σημασίας για την τεχνολογική ολοκλήρωση προς την οποία η κοινωνία ως όλον τρέχει ξέφρενα υπό την επενέργεια των απαιτήσεων της ανάπτυξης του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Αυτό θα επηρεάσει τις ιδιωτικές ζωές εκατομμυρίων ατόμων, καθώς επίσης και τις δημόσιες διοικήσεις αφού θα ”υποχρεωθούν” να προσαρμοστούν στα νέα Ευρωπαϊκά πρότυπα, ενώ μην παραλείπουμε πως ανεπηρέαστη δεν θα μείνει η ανταγωνιστικότητα των εταιριών εν όψει της άφιξης της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης.

Για μας, επομένως, το να πλήττουμε την παραπάνω εταιρία σημαίνει να αντιπαρατιθόμαστε στα άμεσα συμφέροντα του καπιταλισμού στην αυγή της παραγωγικής και καταναλωτικής του αναδιάρθρωσης.

Αν γράφουμε αυτές τις λέξεις το κάνουμε προκειμένου να ενδυναμώσουμε την επικοινωνία διαμέσου της αναρχικής δράσης και των αγώνα ενάντια σε κάθε εξουσία και κυρίως ενάντια στην παρούσα φάση της καπιταλιστικής επέκτασης αποτελούμενης από την ψηφιοποίηση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων, τον ακόμα πιο διάχυτο έλεγχο, την μεγαλύτερη εκμετάλλευση των χώρων εργασίας και των φυσικών πόρων και την καταστολή οποιασδήποτε δημοσίως οργανώνει την αντίσταση της σε όλα τα παραπάνω.

Αντιμέτωποι με την επιτάχυνση των άνω διαδικασιών ( καμία εκ των οποίων δεν είναι πρωτοφανής στην σύγχρονη κοινωνία ) ένεκα της πανδημίας, πιστεύουμε πως η αναρχική συνδρομή στον εξελίξει κοινωνικό πόλεμο έγκειται στην υπόδειξη ξεκάθαρων στόχων και πρακτικών επίθεσης αξιοποιώντας κάθε δίαυλο και αναγκαίο μέσο. Αυτό επειδή σήμερα κρίνουμε πως περισσότερο από ποτέ επιθετικές πρακτικές ενδέχεται να βρουν έρεισμα σε οργισμένους ανθρώπους και να εξαπλωθούν.

Το κράτος έχει επίγνωση της κατάστασης και εξαπολύει τα μαντρόσκυλα του σε μία απόπειρα να εξαλείψει τις τελευταίες εστίες ενεργής αντίστασης εντός της κοινωνίας. Υπό αυτήν την έννοια προσεγγίζουμε και τις πρόσφατες αντί-αναρχικές επιχειρήσεις εναντίον του αναρχικού κινήματος στην Ιταλία, εκ των οποίων η πιο νωπή, η επιχείρηση Sibilla, επικεντρώνεται στην φαλκίδευση της αναρχικής προπαγάνδας, φιμώνοντας μία αναρχική εφημερίδα και έναν ιστότοπο, όπως επίσης και τιμωρώντας τον σύντροφο Alfredo Cospito για την διαρκή προσφορά του στον αναρχικό διάλογο.

Μολονότι οι κοινωνικές εντάσεις είναι υψηλές και πληθαίνουν οι λόγοι να είμαστε ανυπόμονοι με τον κόσμο των κλουβιών που μεθοδικά ορθώνονται γύρω μας, διαπιστώνουμε μία γενικευμένη οπισθοδρόμηση της αναρχικής μαχητικότητας. Πιστεύουμε πως ο αρχικός αποπροσανατολισμός λόγω της ασυνήθιστης φύσης των γεγονότων των τελευταίων δύο χρόνων έχει καταλήξει σε απογοήτευση και μία αίσθηση ανικανότητας στις τάξεις μας, η οποία μεταφράζεται σε έλλειψη προθυμίας να δράσουμε εκ μέρους συντρόφων. ΑΥΤΗ Η ΤΑΣΗ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΝΑ ΑΝΑΧΑΙΤΙΣΤΕΙ.

Βλέπουμε ότι πολλές συντρόφισσες εξακολουθούν να γυρεύουν χώρους παρέμβασης στους δρόμους, συχνά αναμεμειγμένες με αμφιλεγόμενα υποκείμενα και να στομώνουν τα περιεχόμενα τους κατά την αναζήτηση ομοφωνίας και πολιτικών συμμαχιών, θαμπωμένες καθώς είναι από το φαντασιοκόπημα της μαζικής εξέγερσης. Ομοίως, θεωρούμε πως είναι σημαντικό να διαχέεις τις αναρχικές ιδέες σε περιόδους κοινωνικών αναταραχών, αλλά ο αναρχισμός δια του οποίου αυτοπροσδιοριζόμαστε προκρίνει την άμεση δράση εν είδει μεθόδου εμπλοκής στην κοινωνία και εν απουσία της η αναρχική θεωρία είναι απλά μία ακόμη άποψη στο φάσμα της πολιτικής σκέψης. Προκειμένου ο αναρχισμός να διαχωρίσει τον εαυτό του από τους πολιτικούς φαρισαϊσμούς πρέπει απαραιτήτως να ενεργήσει, μεταμορφώνοντας τις ιδέες σε δράσεις. Μοναχά κατ’ αυτόν τον τρόπο δύναται το αναρχικό πρόταγμα για κοινωνική ανατροπή να κερδίσει αξιοπιστία ελπίζοντας στην εύρεση συντροφισσών και όχι απλά συμπαθούντων. Δεν αποβλέπουμε στην κατάκτηση κοινωνικής νομιμοποίησης ως κρηπίδωμα για την οικοδόμηση των πολιτικών μας σχεδιασμών αλλαγής, ανεξαρτήτως πόσο αναρχικοί φαντάζουν. Αποσκοπούμε στο να δούμε αυτόν τον κόσμο εκμετάλλευσης, βίας, μιζέριας και περιβαλλοντικής ισοπέδωσης προερχόμενης από μία ανθρωποκεντρική και οικοκτονική κοινωνική τάξη να φτάνει σε ένα τέλμα και να μετατρέπεται σε ερείπια.

Ότι αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω αναρχικών επιθέσεων αποτελεί μία από τις λίγες προσωπικές μας βεβαιότητες, όπως είμαστε όμως εξίσου σίγουρες πως δεν είναι ηθικά ανεκτή η απάθεια την παρούσα ιστορική περίοδο. Πιστεύουμε πως η υπόσκαψη της ατομικής παραίτησης προ της κοινωνικής εγκαρτέρησης, αποδεικνύοντας τις πραγματικές δυνατότητες της ενεργής αντιπαράθεσης στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων συνιστά έναν από τους στόχους που το αναρχικό κίνημα οφείλει να εστιάσει αυτήν την στιγμή.

Η παραπάνω επίθεση είναι η δική μας συνεισφορά προς αυτήν την κατεύθυνση.

Πάντα αναζητώντας το βαρέλι με τον δυναμίτη χωρίς να σταματάμε ποτέ να είμαστε σπίθες.

Ας ξεχυθεί ξέφρενα η Αναρχία.

Είθε ο καλύτερος απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους να πέσει!

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ ΠΛΗΓΕΝΤΕΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ SIBILLA

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ALFREDO COSPITO – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗΝ ANNA, ΣΤΟΝ DAVID DELOGU, ΣΤΟΝ PAOLO ΚΑΙ ΣΤΟΝ JUAN, ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥΣ ΣΤΙΣ ΙΤΑΛΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ FRANCESCO, ΣΤΗΝ MONICA, ΣΤΟΝ JUAN FLORES ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΟΥΣ ΣΤΙΣ ΧΙΛΙΑΝΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥΣ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ, ΣΤΟΝ TOBY SHONE, ΚΑΙ Σ’ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ ΑΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ CLAUDIO LAVAZZA, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ Η ΓΑΛΛΙΚΗ ‘ΔΙΚΑΙΩΣΥΝΗ’ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΕΚΔΙΚΗΘΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΜΕΝΗ ΤΟΥ ΖΩΗ!

ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΗ ΜΑΤΖΟΥΡΙΔΗ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΑΝΕΙΠΩΤΑ ΜΕ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΚΑΙ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ!

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΕΣ ΣΤΗΝ ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ 27Φ!

ΣΥΝΕΝΟΧΗ ΜΕ ΌΣΟΥΣ ΚΑΙ ΟΣΕΣ ΕΞΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΔΙΑΤΑΡΑΣΣΟΥΝ ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΚΟΥΣΜΟΥ!

Κάποιοι αφοσιωμένοι στην αδελφότητα της φωτιάς

Πηγή:darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

Πυρήνες Άμεσης Δράσης – Ανάληψη ευθύνης για μπαράζ εμπρηστικών επιθέσεων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη

Επανάσταση ή Βαρβαρότητα

Τα τελευταία χρόνια οι μέρες μας γεμίζουν με ειδήσεις θανάτων, με αριθμούς νεκρών, με λέξεις “ειδικών” που διατάζουν γεμάτοι αλαζονεία και έπαρση από την εξουσία που τους δόθηκε. Γεμίζουν με παράλογες διαταγές και εξωφρενικές κρατικές επιβολές. Δε σκοπεύουμε να αναλύσουμε εκτενώς θέσεις για την υγειονομική κρίση. Οι τραγικές ελλείψεις σε ιατρικό προσωπικό, εξοπλισμό και υποδομές, ο “λεκές” των 100 νεκρών τη μέρα, δηλαδή οι ολέθριες συνέπειες δεκαετιών ιδιωτικοποίησης της δημόσιας υγείας. Η προκλητική ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες και τους κολοσσούς της υγείας, το κέρδος των οποίων έχει αγγίξει πλέον ιστορικά υψηλά. Η εκ νέου ανάδυση του μοντέλου των “ισχυρών” κρατών για την αποκατάσταση των καπιταλιστικών ισσοροπιων. Η ισχυροποίηση των κεντρικών εξουσίων και η εμφάνιση μιας νέας κάστας τεχνοκρατών παντός καιρού, με τον ρόλο να αποποιούνται και να συγκαλύπτουν τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού και να μεταφέρουν την ευθύνη για την εξάπλωση του ιού στο εκάστοτε άτομο. Όλα αυτά είναι μερικά μόνο από τα σημεία που διαμορφώνουν τη διαχείρηση της πανδημίας από τα καπιταλιστικά κράτη.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας, τα βασικά ζητήματα που απασχόλησαν τον δημόσιο διαλόγο ήταν γύρω από την δημόσια υγεία, την ψυχική υγεία και τις επιπτώσεις του εγκλεισμού, του κοινωνικού αποκλεισμού όλο και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού, των αυξανόμενων ταξικών ανισοτήτων, του ευρύτερου καπιταλιστικού καταμερισμού των διαθέσιμων πόρων, του ρόλου της επιστήμης και της τεχνολογίας, των πολιτικών δικαιωμάτων και του μειωμένου ρόλου της αστικής δημοκρατίας σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης.

Η υγειονομική κρίση επηρέασε με τρόπο καθολικό τις σχέσεις που συγκροτούν την κοινωνική αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Η αδυναμία του κοινωνικού σχηματισμού να αναπαράξει τους διαμορφωμένους όρους της καπιταλιστικής παραγωγής οδήγησε σε ιδεολογική κρίση το εφαρμοζόμενο μόντέλο νεοφιλελευθερισμού, ενώ παράλληλα, ακολουθώντας το ρητό ότι “για τον καπιταλισμό κάθε κρίση αποτελεί μια ευκαιρία”, λειτούργησε ως βασικό εργαλείο για την οργανωμένη μετάβαση σε μια νέα εποχή. Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση που διεξάγεται είναι η τεραστίων διαστάσεων επιχείρηση διάσωσης ενός συστήματος που βυθίζεται σε αλυσιδωτές κρίσεις δομικού χαρακτήρα. Είναι επίσης η προσπάθεια για τη μετάβαση του καπιταλισμού σε μια νέα φάση του, κάτι που ομολογούν ανοιχτά οι κάθε λογής απολογητές του. Είναι δεδομένο ότι οι αντιθέσεις που αναπτύσσονται μέσα στις κοινωνίες, τα κράτη, τα μεγάλα αφεντικά, θα βρεθούν σε τροχιά αιματηρών σύγκρουσεων τα επόμενα χρόνια. Η εμφάνιση ενός ισχυρού μπλοκ μέσα στις ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις που αποτελείται από τους ιδιοκτήτες των μεγάλων τεχνολογικών κολοσσών, με την καθοριστική δυνατότητα εξαγωγής πολιτισμικής ηγεμονίας, διαμορφώνει μια ιστορική τομή στην οποία το πέρασμα στον νέο καπιταλιστικό σχηματισμό θα καθορίσει καθολικά τις ζωές, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής της κοινωνικής πλειοψηφίας. Στο νέο ολοκληρωτικό καπιταλιστικό κόσμο που αναδύεται, η κατοχή των πληροφοριών (data), θα είναι (σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό από τώρα) ένα μόνο από τα πολλά πεδία κερδοφορίας αυτών των ολιγαρχών, οι οποίοι πέρα από την κατακόρυφη αύξηση των κερδών τους θα συγκεντρώσουν ακόμα μεγαλύτερες εξουσίες στα χέρια τους. Από την άλλη, αυτοί που θα ζόυνε μέσα στις υπερσυνδεδεμένες μητροπόλεις θα μετατρέπονται κυριολεκτικά σε εμπορεύματα πλήρως αξιοποιήσιμα, καθώς δεν θα πωλούν μόνο την εργατική τους δύναμη, αλλά κάθε πεδίο κοινωνικού, προσωπικού, καταναλωτικού, ψυχαγωγικού ενδιαφέροντος, θα είναι μια κερδοφόρα διαδικασία για το κεφάλαιο, θα αποτελούν μια αδιάκοπη ροή δεδομένων. Κάθε κλικ, κάθε πληροφορία που θα ξεκλειδώνεται από τους αλγόριθμούς στις οθόνες τους θα γεμίζει με κέρδος τις τσέπες του παρόχου τους σε ένα ατελείωτο γαϊτανάκι εκμετάλλευσης και απόλυτου ελέγχου κάθε πτυχής της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Μέσα σε αυτή την πολύπλοκη πραγματικότητα που αλλάζει διαρκώς, υπάρχουν ακόμα μερικά ατράνταχτα στοιχεία που μας βοηθούν να εξάγουμε ένα απαραίτητο συμπέρασμα :

“Από τότε που ξέσπασε η πανδημία οι πιο πλούσιοι άνθρωποι του πλανήτη έχουν υπερδιπλασιάσει την προσωπική περιουσία τους. Μόνο στα δύο χρόνια της πανδημίας η αύξηση στην περιουσίας τους ήταν μεγαλύτερη από εκείνη των προηγουμένων 14 ετών. Την ίδια στιγμή ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας αυξήθηκε κατά 160 εκατομμύρια. Επιπλέον αυξήθηκε κατά 13 εκατομμύρια ο αριθμός των γυναικών που έχασαν τη δουλειά τους.”

Ο ταξικός πόλεμος που μαίνεται, αν συνεχίσει να είναι μονομερής, θα μας μετατρέψει σε δούλους των μηχανών τους και των ψηφιακών τους κόσμων. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου.

Ή θα ζήσουμε επιλέγοντας να ρισκάρουμε για να οργανώσουμε τον επαναστατικό πόλεμο εναντίον όλων αυτών των καθαρμάτων και των δομών τους – Ή θα πεθάνουμε στα χερσαία και θαλάσσια σύνορα, στα αστυνομικά μπλόκα και καταδιώξεις στους δρόμους, στις φυλακές και τα ψυχιατρεία τους, στις εργασιακές γαλέρες, στα διαλυμένα νοσοκομεία.

Δεν κινδυνολογούμε. Αντιθέτως, θεωρούμε πως τα αντανακλαστικά της αγωνιστικής κοινότητας παραμένουν πολύ αργά για την εποχή. Η οργουελική πραγματικότητα που εξαπλώνεται με ταχείς ρυθμούς γύρω μας το επιβεβαιώνει. “Νέα εποχή, νέα καθήκοντα”, είχε ειπωθεί κάποτε. Και αν το πρελούδιο αυτής της νέας εποχής είναι ο σύγχρονος κόσμος που αναδύεται στη σκιά της τρέχουσας πανδημίας, τα νέα καθήκοντα των επαναστατικών κινημάτων είναι με συνέπεια, ταπεινότητα και μαχητική διάθεση να οργανωθούν, να εξελιχθούν, να εμπλουτίσουν τον λόγο τους, να στήσουν πολεμικές δομές και να δώσουν αυτή τη μάχη μέχρι τέλους. Σα να είναι η τελευταία. Μια αδυσώπητη μάχη της Επανάστασης ενάντια στη σύγχρονη Βαρβαρότητα.

Φάρος και οδοδείκτης μας είναι οι εργατικοί αγώνες των εργαζομένων διανομέων της Efood, των εργαζομένων της ΛΑΡΚΟ, των εργαζομένων στα Πετρέλαια και τα Λιπάσματα Καβάλας, καθώς και των λιμενεργατών της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά. Στους αγώνες αυτούς οφείλει να αποκτήσει ριζώματα ο λόγος μας, να συμβάλλουμε στη ριζοσπαστικοποίηση των διεκδικητικών κινημάτων, να δείξουμε στην πράξη πως ο καπιταλισμός δεν είναι μονόδρομος.

Κατασκευή του “επικίνδυνου πολίτη”, ή αλλιώς: Η αντι-τρομοκρατία ως η αιχμή του δόρατος της σύγχρονης εξαίρεσης

“Το αυτοάνοσο του βιοπολιτικού σώματος είναι η τρομοκρατία. Ένας εχθρός που δεν έρχεται από έξω, αλλά από μέσα.” – Jacques Derrida

Μιλώντας για την αναδιάρθρωση των σύγχρονων μορφών κρατικής επιβολής, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στη δομική αναγκαιότητα κάθε κυρίαρχης εξουσίας να κατασκευάζει έναν εσωτερικό εχθρό, έναν ανθρωπότυπο του “επικίνδυνου πολίτη”. Ο άνθρωπος ο οποίος εξαιρείται απ’ την κανονικότητα της εκάστοτε συντεταγμένης εξουσίας αποτελεί επιβεβαίωση και μόνιμο δείκτη του ποιο είναι το πραγματικά κυρίαρχο υποκείμενο, αλλά και ποια είναι τα όρια της κυριαρχίας του. Η κυριαρχία αυτή καθορίζεται, πέρα απ’ την κατοχή του μονοπωλίου ως προς την άσκηση βίας, και από την κατοχή του μονοπωλίου της κρίσης για το ποια είναι τα όρια της λεπτής γραμμής που διαχωρίζει την “κανονικότητα” απ’ την “έκτακτη ανάγκη”, το ποιες ζωές αξίζουν ή δεν αξίζουν να βιωθούν.

Οι σύγχρονες στρατηγικές επιβίωσης των εξουσιαστικών οικοδομημάτων απαιτούν μια προληπτική διαχείριση όσον αφορά τον εσωτερικό εχθρό. Ο βιοπολιτικός δείκτης του επικίνδυνου πολίτη σηματοδοτεί και το σημείο του διαχωρισμού από τον κανονικό, από την αναγκαία πλειοψηφία των ανθρώπων δηλαδή οι οποίοι, σύμφωνα με τους μαθηματικούς υπολογισμούς, οφείλουν να έχουν εσωτερικεύσει και να έχουν μετουσιώσει σε κτήμα τους τις κυρίαρχες αξίες και συμπεριφορικά μοτίβα, τα κυρίαρχα παραγωγικά και καταναλωτικά πρότυπα. Κανονικοί πολίτες είναι μόνο όσοι/ες έχουν επιτυχώς ενσαρκώσει το δίκαιο και την ηθική της κυρίαρχης εξουσίας, όσοι/ες εντάσσονται ομαλά και απρόσκοπτα στην παραγωγική/καταναλωτική διαδικασία. Σε μια τέτοια διαδικασία συνεχούς αυτο-αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος, τα σημεία αυτού του διαχωρισμού και η υλική τους αποτύπωση στην πραγματική ζωή (φυλακές, στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, κρατικές δολοφονίες, υπέρβαση των τεχνητών “ανθρωπιστικών” ορίων άσκησης κρατικής βίας σε πορείες ή και άλλα γεγονότα, εκτοπισμένοι μετανάστες, προλετάριοι πλήρως περιθωριοποιημένοι και αποκλεισμένοι απ’ τη δυνατότητα αυτο-αξιοποίησης) είναι αναγκαία -πέραν απ’ τον καθορισμό της ίδιας της κυριαρχίας και των ορίων της- και για την απορρόφηση των όποιων κοινωνικών κραδασμών, για την εγγραφή κάθε κοινωνικής κατάστασης στις θεωρητικές κατασκευές και τα νοήματα της εξουσίας.

Ο εσωτερικός εχθρός αορατοποιείται, αλλά για να μπορεί να οριστεί ως τέτοιος οφείλει πρώτα να παρατηρηθεί και να καταγραφεί. Μπορούμε διαχρονικά να τον εντοπίσουμε στα σώματα των παντελώς υποτιμημένων, εκτοπισμένων και απαξιωμένων απ’ την εργασιακή συνθήκη, των ανθρώπων που δεν μπορούν ή δεν αντέχουν να αυτο-αναπαραχθούν με τους κυρίαρχους όρους, δίνοντας έτσι οξυγόνο στη φλόγα της ανατροπής, καθώς δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Μπορούμε επίσης να τον εντοπίσουμε και να τον προσδιορίσουμε γενεαλογικά στους συνειδητά αντιπαραγωγικούς και εξεγερμένους ανθρώπους, για τους οποίους συντάχθηκαν και προσαρμόστηκαν ιστορικά οι νόμοι εξαίρεσης, και στους οποίους θα γίνει συνοπτική αναφορά με βάση το εγχώριο παράδειγμα: απ’ τους ληστές του 19ου αιώνα (νόμος περί καταδιώξεως και ληστείας – 1871) και τους κομμουνιστές/σοσιαλιστές επαναστάτες του 20ού αιώνα (αναγκαστική εκτόπιση – 1913, διοικητική εκτόπιση – 1926, ιδιώνυμο για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου επί Βενιζέλου – 1929, και μετέπειτα στρατόπεδα συγκέντρωσης, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και κατηγορίες για αντεθνικό έγκλημα), ως τις νεολαιίστικες υποκουλτούρες με στοιχεία αμφισβήτησης του κυρίαρχου παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου (νόμος περί τεντυμποϊσμού – 1959), ως τις πιο καινοφανείς μορφές αντάρτικου πόλης απ’ τη δεκαετία του 60’ και έπειτα, η οποία γέννησε και τον παγκοσμίως πλέον ισχύοντα ανθρωπότυπο του Νεο-Τρομοκράτη (με πολιτικά ή θρησκευτικά κίνητρα), ο οποίος και ενισχύθηκε ιδιαιτέρως μετά τις επιθέσεις της Αλ Καίντα στου δίδυμους πύργους την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Σε αυτή τη βάση είχαν ήδη τεθεί τα θεμέλια ώστε να συνταχθούν οι σύγχρονοι τρομονόμοι, ήδη απ’ τον Ιούνη του 2001, αποτελώντας εν συνεχεία το κατ’ εξοχήν εργαλείο εξαίρεσης του 21ου αιώνα, θωρακίζοντας την καταστολή “με νέες δυνατότητες παρέμβασης και δράσης για όλο και ρευστότερες/ασαφέστερες αιτιολογήσεις, για όλο και μεγαλύτερα διαστήματα, με όλο και χαλαρότερες νομοθετικές δεσμεύσεις”.

Μιλώντας πλέον για τις τακτικές της αντι-τρομοκρατικής εκστρατείας των δυτικών κρατών του 21ου αιώνα, ως την αιχμή του δόρατος του δόγματος της αντι-εξέγερσης, είναι χρήσιμο να αναγνωρίσουμε τους πολύ συγκεκριμένους όρους με τους οποίους εκτυλίσσεται το σύχρονο “κυνήγι μαγισσών”. Όταν η εξουσία ορίζει έναν εχθρό, οφείλει και να τον εντοπίζει υλικά, χωρικά και χρονικά. Όταν έχει εκπαιδευτεί σε μια προληπτική τακτική, οφείλει και να προσδιορίζει τα σημεία στα οποία αυτός ο εχθρός πιθανολογικά/ενδεχομενικά αναδύεται και οργανώνεται. Σύμφωνα λοιπόν με τις ρητορικές των δεξαμενών σκέψης της αντι-τρομοκρατίας, ο εσωτερικός εχθρός που ονομάζεται “αντιεξουσιαστής”, έχει ως πρώτο βήμα του ιδεολογικο-πολιτικού αυτοκαθορισμού του τα σημεία των καταλήψεων/στεκιών και των πανεπιστημίων. Η αναγωγή των παραπάνω σε “ορμητήρια” και σε “φυτώρια” τρομοκρατών, δίνει ένα πρώτο πάτημα στο κράτος για το πού να στρέψει τα κάτοπτρα της προληπτικής καταστολής. Κατά τη ρητορική τους, χτυπώντας τα σημεία όπου “αναδύεται η τρομοκρατία”, θα χτυπήσουν και την ίδια την τρομοκρατία. Έτσι, ακόμα και σε σημειολογικό επίπεδο, η υπεράσπιση των καταλήψεων, των χώρων μας, καθώς και του πανεπιστημίου ως χώρος ασύλου, ως μέρος κοινωνικής και πολιτικής ζύμωσης και ως σημείο όπου οι κατασταλτικές δυνάμεις δύσκολα μπορούν να πατήσουν πόδι, είναι ζήτημα πολιτικής επιβίωσης, ζήτημα υψίστης σημασίας.

Βλέπουμε με σαφήνεια το πώς θεμελιώνεται ένα καθεστώς που ορίζει ολόκληρους χώρους ως “εν δυνάμει” τρομοκρατικούς, εφόσον τολμούν να αμφισβητήσουν με οποιοδήποτε τρόπο το κρατικό μονοπώλιο της βίας και την καπιταλιστική “κανονικότητα”. Το αντι-τρομοκρατικό οπλοστάσιο διευρύνεται, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερες κινήσεις να μπορούν να φασκιωθούν με “άρωμα τρομοκρατίας”. Η ιδεολογική διάσταση της αντι-τρομοκρατικής νομοθεσίας είναι εμφανής, καθώς δείχνει να αρκεί μόνο ο σκοπός ή η απειλή τρομοκρατικής ενέργειας, δίχως να απαιτείται τέλεση αυτής, ενώ επίσης ισχύει και η λογική της συλλογικής ευθύνης, κάτι που μπορεί να περιλαμβάνει ακόμα και τα φιλικά/συγγενικά/ευρύτερα συντροφικά περιβάλλοντα των ανθρώπων που κατηγορούνται ως “τρομοκράτες”. Κατ’ επέκταση, απέναντι σε τέτοιους χώρους το κράτος απεκδύεται πλήρως κάθε “ανθρωπιστικού” προσωπείου, και αυτοδικαιοδοτείται να ασκήσει “όση βία είναι αναγκαία”. Συνεπώς, είναι νομοτελειακά τα βασανιστήρια προσαχθέντων και συλληφθέντων σε διαδηλώσεις, οι ρητορικές περί “μηδενικής ανοχής”, η μιντιακή κατασυκοφάντηση αντιεξουσιαστικών ομάδων, ατόμων, χώρων, δράσεων, οι στημένες δικογραφίες για “εγκληματικές/τρομοκρατικές ενέργειες και οργανώσεις”, οι κάμερες σε σπίτια και τα συστήματα γεωεντοπισμού σε οχήματα συντρόφων και συντροφισσών. Όλα αυτά στρώνουν το κλίμα για την επιδιωκόμενη οριστική μας πάταξη. Και η οριστική μας πάταξη στρώνει το κλίμα για μια δυστοπικά ολοκληρωτική κοινωνική πραγματικότητα που θα έχει ξεμπερδέψει με κάθε πιθανό αντίλογο και ριζοσπαστικά ανατρεπτική προοπτική.

Οι ίδιοι οι κυρίαρχοι λοιπόν μας προσφέρουν απλόχερα τα εργαλεία κατανόησης του πώς διαρθρώνουν τις μεθόδους επιβίωσής τους, πού στοχεύουν και γιατί. Μένει σε εμάς, ως επαναστατικά υποκείμενα, η απόφαση για το αν θα χρησιμοποιήσουμε αυτά τα εργαλεία για να οξύνουμε το θεωρητικό και το υλικό μας οπλοστάσιο ή αν θα τρέχουμε μονίμως πίσω απ’ τις συγκυρίες. Αν θα οργανωθούμε για να υπερασπιστούμε τις σχέσεις μας, τους χώρους μας, τα κεκτημένα μας, τις προοπτικές μας, αν θα πολεμήσουμε για την καταστροφή της ταξικής κοινωνίας, ή αν θα παραμείνουμε εγκλωβισμένοι στους ιδεολογικούς μηχανισμούς της “μη βίας”, των λεκτικών βερμπαλισμών και του αυτοκανιβαλισμού. Από την πλευρά μας, θεωρούμε πως οφείλουμε να ακονίσουμε τις συνειδήσεις, να κατανοήσουμε τι θέση κατέχουμε στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, να αναλάβουμε πολύ συγκροτημένες ευθύνες και αποφάσεις για την πολιτική μας δραστηριοποίηση. Οι σχέσεις και οι ιδέες μας έχουν ριζώματα, και αυτό δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε. Στα διάχυτα κοινωνικά πεδία της κουλτούρας, του δημόσιου χώρου, στις γειτονιές και στους χώρους εργασίας, στην ανα μεταξύ μας συσχέτιση, έχουμε ριζώματα τα οποία δεν μπορούν να εκμηδενιστούν απ’ τις άγαρμπες κινήσεις μιας εξίσου άγαρμπης και γελοίας κυβερνητικής διαχείρισης.

Ας μην ξεχνάμε πως αυτοί που μας πολεμούν το κάνουν απλώς για να επιβεβαιώσουν παντοιοτρόπως την ανωτερότητα και την ισχύ τους εις βάρος οποιουδήποτε ανθρώπου βρίσκεται σε πιο αδύναμη θέση, ενώ εμείς πολεμάμε για να μην υπάρχουν ισχυροί και αδύναμοι, για σχέσεις αλληλεγγύης, αμοιβαιότητας, ισότητας και αξιοπρέπειας. Και αυτό το κίνητρο μας καθιστά άφοβους καθώς, μπροστά στα υπαρξιακά αδιέξοδα και στην επιλογή των μειοψηφικών και συλλογικών μας αγώνων για την Αναρχία, δεν έχουμε πραγματικά απολύτως τίποτα να χάσουμε. Μόνο να κερδίσουμε. Για αρχή ένα πλατύ χαμόγελο πως βαδίζουμε με όλη μας την ενέργεια ενάντια στον γενικευμένο ξεπεσμό της εποχής.

Ο πολυμέτωπος πόλεμος τον οποίο βιώνουμε και στον οποίο συνειδητά λαμβάνουμε θέση μάχης, οφείλει να μας βρει προετοιμασμένους, να οργανωθούμε και σε επιχειρησιακό επίπεδο, να αναγκάσουμε τον κρατικό μηχανισμό να αυξήσει κατακόρυφα το κόστος της αυτοπροστασίας του αστικοδημοκρατικού καθεστώτος, να ωθήσουμε σε πολιτική κρίση οξύνοντας διαρκώς τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς, να κατακεραυνώσουμε την ομαλότητα και την ισορροπία της κοινωνίας τους εμπορεύματος, της εκμετάλλευσης και της δυστυχίας.

Η στρατηγική της προσωπικής στοχοποιήσης την οποία επιλέξαμε να ακολουθήσουμε έχει ως σκοπό να κάνει πράξη το συνθημα “να αλλάξει στρατόπεδο ο φόβος”. Η τοποθέτηση εμπρηστικών μηχανισμών στα σπίτια και στα οχήματα των στόχων που επιλέγονται, στέλνει όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται το μήνυμα πως δε βρίσκονται στο απυρόβλητο, αντιθέτως είναι προσβάσιμοι και ευάλωτοι. Το σύστημα δεν είναι απρόσωπο, στελεχώνεται από ανθρώπους που παίρνουν θέσεις στην ιεραρχία του σε τοπικό ή διεθνές επίπεδο. Η στοχοποίηση αυτών των ανθρώπων είναι η στοχοποίηση των πολιτικών και των σχεδιασμών του συστήματος. Η επαναστατική βία που ασκείται στις ιδιοκτησίες τους έχει χαρακτήρα συμβολικό. Επιδρά κυρίως ως ψυχολογικός πόλεμος και καθορίζεται αντικειμενικά ως μια μικρογραφία ταξικού πολέμου που εκπέμπει τη θέλησή μας να λάβει απολύτως πραγματικές και γενικευμένες διαστάσεις. Όπως πραγματικός και γενικευμένος είναι και ο πόλεμος που μας έχουν κυρήξει.

Το αίσθημα του φόβου είναι ο βασικός παράγοντας που διαμορφώνει όλη τη μαζική χειραγώγηση στον σύγχρονο κόσμο. Είναι ο πολιορκητικός κριός για να επιβληθούν οι σχεδιασμοί των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. H επίκληση του φόβου ως μέθοδολογία πειθούς είναι η προσπάθεια επιρροής της στάσης και της συμπεριφοράς των υποκειμένων μέσω της προβολής όλων εκείνων των καταστροφικών συνεπειών που θα επιφέρει η μη συμμόρφωση με τις προτεινόμενες επιλογές. Η ρητορική κατασκευή του και η διάχυσή του γίνεται μέσω των ΜΜΕ. Βασική στρατηγική της προπαγάνδας της κυριαρχίας είναι να τοποθετήσει τον φόβο στο κέντρο της σκέψης μας, να κατοικοεδρεύει μόνιμα στα μυαλά μας. Να μας κάνει διστακτικούς και απρόθυμους. Να τον μεγιστοποίησει και στο τέλος να μας προσφέρει τις λυτρωτικές προτεινόμενες λύσεις για την αποφυγή του. Λύσεις που αντιπροσωπεύονται από ένα και μόνο όνομα: Συμβιβασμός και Υποταγή. Πίσω όμως από αυτές τις προτεινόμενες λύσεις δεν κρύβονται παρά τα συμφερόντα εκείνων που κατασκεύασαν το φόβο, τα συμφέροντα όσων κατέχουν σημαντική οικονομική και πολιτική εξουσία και όσων τους στηρίζουν ή παρασιτούν υπό τις αγκάλες τους.

Αυτοί που θα νικήσουν ηθικά τον ψυχολογικό πόλεμο του κεφαλαίου και την πλύση εγκεφάλου από τους ιδεολογικούς του μηχανισμούς, θα βρεθούν αντιμέτωποι με το πραγματικό πρόσωπο της εξουσίας του. Με τη βία της εξουσίας και την κρατική τρομοκρατία που, χωρίς προσχήματα, εξαπολύεται από τον αστυνομικοδικαστικό μηχανισμό.

Η στρατηγική του να “αλλάξει στρατόπεδο ο φόβος” αποτελεί θεμελιώδη τακτική επιλογή προκειμένου να επανέλθουμε στο πεδίο της πολιτικής απειλής που μπορεί να δημιουργήσει επιτέλους γεγονότα. Ο δικός τους φόβος αρχίζει από την απειλή ενός ευκρινούς εχθρού που διαθέτει άγνωστες δυνατότητες όξυνσης της δράσης του.

Αυτός ο εχθρός έχει όνομα και λέγεται Αναρχία. Έχει ψυχή και βρίσκεται σε κάθε μέτωπο του κοινωνικού – ταξικού πολέμου. Έχει χιλιάδες πρόσωπα, αυτά των συντροφισσών και των συντρόφων που βασανίστηκαν, δολοφονήθηκαν, φυλακίστηκαν, για έναν καλύτερο κόσμο. Έχει μορφή και είναι οι σκιές των ανθρώπων που ψηλώνουν όταν εξεγείρονται ενάντια στους δυνάστες τους.

Στο όνομα της Αναρχίας και της προσπάθειας των Πυρήνων Άμεσης Δράσης να τη διατηρήσουν ως ενεργή ιστορική δύναμη επίθεσης και εξέγερσης, αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις συντονισμένες εμπρηστικές επιθέσεις σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα:

  • Την εμπρηστική επίθεση στην είσοδο της οικίας του καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και Προέδρου της Διαρκούς Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, Λάμπρου Μαργαρίτη, στη Θεσσαλονίκη, το βράδυ της 6ης Δεκέμβρη. Ήταν ο δικός μας φόρος τιμής για εκείνη την νύχτα που ο θάνατος νίκησε το φόβο.

Ο συγκεκριμένος καθηγητής είναι άμεσα υπεύθυνος για τον “αμερικανικής” εμπνεύσεως νέο ποινικό κώδικα που ψηφιστηκε τον Νοέμβριο, καθώς ήταν ο πρόεδρος στην επιτροπή Τσιάρα που εισηγήθηκε όλες τις προσθήκες στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο.

Λίγες ώρες μετα τη γυναικοκτονία της Καρολάιν στα Γλυκά Νερά τον περασμένο Μάιο, και ενώ το επικρατών σενάριο της στιγμής ήταν πως “αλλοδαποί ληστές αφού έδεσαν τον πιλότο την δολοφόνησαν μπροστά στα μάτια του”, ακούγεται δια στόματος υπουργού ότι θα αλλάξει προς το αυστηρότερο ο ποινικός κώδικας για τα “βαριά” εγκλήματα με αφορμή το συγκεκριμένο γεγονός. Μετά την αποκάλυψη της αλήθειας η αλλαγή στον ποινικό κώδικα “ντύθηκε” και με τον μανδύα του “Me too” ως το “προοδευτικό” προκάλυμα της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης, καθώς στις διατάξεις περιλαμβάνε αυστηροποίηση στις ποινές για βιασμούς και ενδοοικογενειακή βία. Τις επόμενες μέρες συστήθηκε η επιτροπή με επικεφαλής τον Μαργαρίτη που ουσιαστικά διαμόρφωσε έναν ακόμα πιο σκληρό, ακόμα πιο εγκληματικό και ταξικό, ακόμα πιο κατασταλτικό ποινικό κώδικα. Με περιτύλιγμα την αυστηροποίηση του πλαισίου των ποινών στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και αξιοπρέπειας, ο συγκεκριμένος κώδικας είναι στην ουσία του μια ολομέτωπη επίθεση στο αναρχικό/ανταγωνιστικό κίνημα και του φτωχοδιάβολους.

Η περαιτέρω ποινικοποίηση εξεγερτικών εργαλείων (όπως η μολότοφ), η αυστηροποίηση του πλαισίου των ποινών, με ειδική μνεία φυσικά στα αδικήματα στα πλαίσια “τρομοκρατικής” οργάνωσης, καθώς και η παραμονή για περισσότερο χρόνο στις φυλακές μέχρι να εκτίσει το ατόμο την ποινή του, είναι το τρίπτυχο που χαρακτηρίζει τον συγκεκριμένο νόμο. Η νέα πραγματικότητα θα θυμίζει το αμερικανικό “σωφρονιστικό” σύστημα, στο οποίο στοιβάζονται με ρατσιστικά κριτήρια εκατομμύρια φτωχοδιάβολοι, κυρίως αφροαμερικανοί, οι οποίοι περνάνε πολλές φορές και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στις φυλακές.

Το εν λόγω κάθαρμα που χτυπήσαμε είναι ένας από τους πιο άμεσα υπεύθυνους για το παραπάνω έκτρωμα. Είναι άμεσα υπεύθυνος για τον υπερπληθυσμό που θα δημιουργηθεί στις φυλακές. Υπεύθυνος για την αναμενόμενη άυξηση των αυτοκτονιών έγκλειστων ατόμων. Υπεύθυνος για την αύξηση του κανιβαλισμού μεταξύ κρατουμένων. Υπεύθυνος που χιλιάδες φυλακισμένοι/ες θα κάτσουν πολλά χρόνια περισσότερο στα σωφρονιστικά κάτεργα και θα στερηθούν τους αγαπημένους τους ανθρώπους και το αγαθό της ελευθερίας για τόσο καιρό που θα τα έχουν ξεχασεί ανάμεσα στους 4 τοίχους. Ας ειδωθεί αύτη η πραγματικά συμβολική -για τη βαρύτητα των πραξεών του- πράξη του εμπρησμού της εισόδου της οικίας του ως μια προειδοποίηση.

Με το συγκεκριμένο θέμα δεν τελειώσαμε. Για εμάς, κάθε επίθεση στα κεκτημένα με αιματηρούς αγώνες δικαιώματα των κρατουμένων αξιολογείται πολύ σοβαρά, και σε αυτή την κατεύθυνση θα προσπαθήσουμε όσο μπορούμε να το κρατήσουμε ψηλά στις προτεραιότητες των μαχόμενων σχηματισμών που δρουν στο ανταγωνιστικό κίνημα. Τους καλούμε να γίνουν ασπίδα προστασίας στα δικαιώματα των πολιτικών κρατουμένων μέσα στις φυλακές και να στοχοποιήσουν τους άμεσα υπεύθυνους για αύτον τον αναχρονιστικό ποινικό κώδικα που μας γυρνάει πολλές δεκαετίες πίσω.

  • Τις εμπρηστικές επιθέσεις στις οικίες των επικηρυγμένων μπάτσων στη Θεσσαλονίκη, Γιώργου Δεληγιώργη στην οδό Ομήρου 33, Νικόλαου Αμανατίδη στην οδό Αργέντη 12., Αναστάσιου Χαλκίδη στην οδό Μαρασλή 16Α.

Τα ένστολα σκουπίδια έχουν πάρει λευκό χαρτί από το στρατηγείο της κυβέρνησης να ξεδιπλώσουν κάθε εγκληματική διάθεση που έχουν, χωρίς την παραμικρή αναστολή. Οι συνεχείς ξυλοδαρμοί και βασανισμοί, οι πυροβολισμοί εν ψυχρώ, οι κακοποιήσεις σε τμήματα και φυλακές είναι σαφείς ενδείξεις μιας κεντρικής στρατηγικής που δίνει το ελεύθερο σε κάθε ένστολο δολοφόνο να βιαιοπραγεί χωρίς κόστος πάνω στα σώματά μας. Να δέρνει σε διαδηλώσεις, να βασανίζει καταληψίες σε εκκενώσεις χώρων αγώνα, να γκρεμίζει τα σπίτια του αγώνα, να εκτελεί στους δρόμους όποιον δεν υπακούει στα προστάγματα της τάξης και της ασφάλειας. Την ίδια στιγμή που οι μεγαλύτερες γιάφκες εξαγωγής των ειδεχθέστερων κύκλωματων μαστρωπών, κακοποιητών και ναρκεμπόρων είναι οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις.

Αν το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη αξιολογεί τη ζωή και την ελευθερία κάτω από την εικόνα μιας εξουσίας που επιδιώκει να βρίσκεται στο απυρόβλητο, να είναι έτοιμο να αναλάβει το φορτίο των ευθυνών μιας τέτοιας επιλογής. Έχουμε κάνει ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή πως τρέφουμε ιδιαίτερη ευαισθησία για τα ένστολα τάγματα εφόδου που μισθώνει η αστική δημοκρατία για να προασπίσουν το έννομο συμφέρον και την εικόνα της καθεστηκυίας τάξης. Χέρι που θα απλώνεται για να τσακίσει αντιστάσεις, να χτυπήσει απεργούς, να κακοποιήσει αγωνιστές και αγωνίστριες θα τσακίζεται. Θα κόβεται από τη ρίζα. Και η φωτιά θα καίει τη σάρκα του μεχρι να κλείσει κάθε ανοιχτός λογαριασμός με την τυραννία.

  • Την εμπρηστική επίθεση στο σπίτι του “δημοσιογράφου” του ΣΚΑΙ, Δημήτρη Καμπουράκη, στην Αθήνα.

Είναι σύνηθες φαινόμενο όλοι οι θλιβεροί απολογητές του κρατικού μηχανισμού να επικαλούνται την ελευθεριά του λόγου και την προσπάθεια φίμωσής τους όταν στοχοποιούνται για τις βρώμικες υπηρεσίες που προσφέρουν. Ο Καμπουράκης μπορεί να έχει τον τίτλο του “δημοσιογράφου” όμως η σχέση του με την πραγματική δημοσιογραφία διέπεται από εχθρότητα. Συνεπής υπερασπιστής της Νέας Δημοκρατίας του Μητσοτάκη, όντας από τους νεροκουβαλητές του σημιτικού εκσυγχρονισμού, εργάζεται στο επίσημο όργανο προπαγάνδας της, τον όμιλο του ΣΚΑΙ. Ο όμιλος του ΣΚΑΙ αποτελεί το μεταβατικό στάδιο για τους “δημοσιογράφους” που ονειρεύονται πολιτική καριέρα με την Νέα Δημοκρατία. Δεκάδες είναι εκείνοι που αφού εξάσκησαν τις ικανότητες τους στο ψέμμα, την παραπλάνηση, την χειραγώγηση, έκαναν το επόμενο βήμα μπαίνοντας στον πολιτικό στίβο κάτω από την σκέπη της ΝΔ (π.χ Μπάμπης Παπαδημητρίου, Αριστοτελία Πελώνη, Κωνσταντίνος Μπογδάνος, ). Ο Καμπουράκης, έχοντας προσωπικούς δεσμούς με την οικογένεια Μητσοτάκη, επιχείρησε να κάνει και ο ίδιος μια τέτοια απόπειρα πριν τις εκλογές του 2019. Όμως, το αντικειμενικό γεγονός ότι η βλακεία είναι από τις ελάχιστες αρετές του, τον ανάγκασε να παρέμεινει στον πάγκο, παραμένοντας ένας χρήσιμος ηλίθιος που ρίχνει λάσπη για να υπερασπιστεί την πολιτική της κυβέρνησης.

Η “ελευθερία του λόγου” σε ότι αφορά τους δημοσιογράφους που εργάζονται στους μεγάλους τηλεοπτικούς ομίλους είναι η μεγαλύτερη απάτη και το γνωρίζουν αυτό άπαντες. Ελευθερία του λόγου στα ΜΜΕ είναι η υπεράσπιση των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων των ιδιοκτητών τους.

Θα μπορούσε να υπάρξει μια ερευνητική εκπομπή στο MEGA του Μαρινάκη που να αναζητήσει τις αιτίες για τις οποίες όλοι οι μάρτυρες του NOOR 1 έχουν δολοφονηθεί σε διάφορες χώρες; Θα μπορούσαν οι δημοσιογράφοι του ΣΚΑΙ να κάνουν μια εκπομπή για το λαθρεμπόριο του Αλαφούζου ή τις περιβαλλοντικές του παραβάσεις που συνιστούν οικολογικά εγκλήματα; Θα μπορούσαν οι ειδήσεις του STAR να ζητήσουν να αποδοθούν ευθύνες εξαίτίας των ελλιπών μέτρων και των ανύπαρκτων ελέγχων για το “εργατικό ατύχημα” στα διυλιστήρια του Βαρδινογιάννη, με σοβαρά τραυματισμένους και νεκρούς εργάτες πριν λίγα χρόνια; Ερωτήσεις ρητορικές που θα μπορούσαν να γεμίσουν ένα ολόκληρο βιβλίο για την συστηματική συγκάλυψη των εγκλημάτων όλων αυτών των άριστων καθαρμάτων από τους “δημοσιογράφους” υπαλληλίσκους τους.

  • Την εμπρηστική επίθεση στο σπίτι του “συνδικαλιστή” και “ισόβιου” προέδρου του Σωματείου των Ειδικών Φρουρών, Βασίλη Ντούμα στην Αθήνα.

Για το συγκεκριμένο σκουπίδι δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Γνωστός τηλεμαϊντανός, υπερασπιστής και συνένοχος σε όλες τις ακροδεξιές συμπεριφορές και πρακτικές των αστυνομικών οργάνων τα τελευταία χρόνια. Από τη θέση του διορίζει δικηγόρους – λαμόγια σαν τον Κούγια για να υπερασπιστούν τους δολοφόνους συναδέλφους του, με πιο πρόσφατη περίπτωση τη δολοφονία του Νίκου Σαμπάνη από 7 αστυνομικούς της ομάδας ΔΙ.ΑΣ στο Πέραμα. Γνωστός για τη χυδαία ακροδεξιά ρητορική του σχετικά με τις επαναπροωθήσεις και τις δολοφονίες μεταναστών από την ΕΛ.ΑΣ., ένθερμος υποστηρικτής των ταγμάτων εφόδου της ομάδας ΔΕΛΤΑ, σταθερός συκοφάντης του αναρχικού κινήματος και των επαναστατικών πρακτικών. Το τελευταίο διάστημα έπαιρνε σβάρνα τους τηλεοπτικούς σταθμούς για να ασκήσει πίεση στην πολιτική του ηγεσία ώστε να προχωρήσει το εγχείρημα της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας. Το όνειρο του Ντούμα και των συναδέλφων του είναι ένα απόλυτα ελεγχόμενο, αστυνομοκρατούμενο πανεπιστήμιο όπου κάθε ριζοσπαστική φωνή θα καταστέλλεται, κάθε κίνηση θα παρακολουθείται, κάθε είσοδος θα ελέγχεται, κάθε ρηξιακή πολιτική διαδικασία θα απαγορεύεται. Μάλλον ο Ντούμας και οι όμοιοί του έχουν απωθημένο τα χρόνια που η ΕΑΤ- ΕΣΑ μπούκαρε στα πανεπιστήμια, συλλάμβανε και βασάνιζε αγωνιζόμενες φοιτήτριες και φοιτητές στα μπρουντρούμια της. Γι’ αυτό και εμείς έχουμε χρέος στο σήμερα να θυμίσουμε στον Ντούμα και σε κάθε αντίστοιχο νοσταλγό της επταετίας πως, όπως τότε που με αιματηρούς αγώνες εκδιώχτηκαν από τα πανεπιστήμια, έτσι και τώρα η όποια εφαρμογή του νόμου πέρι Πανεπιστημιακής Αστυνομίας θα πρέπει να έχει -και θα έχει- τεράστιο πολιτικό κόστος για τη κυβέρνηση.

Όσο για τα σαλιαρίσματά του στη τηλεόραση το πρωί μετά την επίθεση στο σπίτι του περί φασιστικών πρακτικών από μεριά μας, να υπενθυμίσουμε στον “δημοκράτη” πρόεδρο του σωματείου των ειδικών φρουρών πως δεν είμαστε εμείς αυτοί που δολοφονούν μετανάστες στα σύνορα και Ρομά στο Πέραμα, αλλά αυτός και οι συνάδελφοί του. Δεν είμαστε εμείς αυτοί που βασανίζουν και εξευτελίζουν μετανάστριες κρατούμενες και προσαχθέντες, όπως στο Αστυνομικό Τμήμα Ομόνοιας. Ούτε κρατάμε αιχμάλωτα κορίτσια στο σπίτι μας με σκοπό να τα βιάζουμε και να τα εκδίδουμε, όπως ο συνάδελφός του στην Ηλιούπολη. Ούτε και πουλάμε προστασία σε οίκους ανοχής, παράνομες χαρτοπαικτικές λέσχες και στριπτιτζάδικα, όπως κάνει η πλειοψηφία των συναδέλφων του. Εμείς δεν λαδωνόμαστε από μεγαλεμπόρους ναρκωτικών και λαθρεμπόρους πετρελαίου και καπνού, όπως αυτός και οι συνάδελφοί του. Εμείς δεν καταστέλλουμε ούτε ασκούμε βία στους εργαζομένους, στους φοιτητές, στους πυρόπληκτους, όπως κάνουν οι συνάδελφοί του στις πορείες και στις συγκεντρώσεις. Να του υπενθυμίσουμε πως εμείς ζούμε την εποχή μας με αξιοπρέπεια και με το κεφάλι ψηλά, ρισκάροντας και παλεύοντας για την ελευθερία, ενώ αυτός και οι συνάδελφοί του ζούνε εκλιπαρώντας τα αφεντικά τους μπας και τους πετάξουν ένα μεγαλύτερο ξεροκόμματο στο πάτωμα.

10 – 100 – 1000 Πυρήνες Άμεσης Δράσης

Τον τελευταίο χρόνο δρούμε με συνέπεια σε τακτά χρονικά διαστήματα αντιλαμβανόμενοι την αναγκαιότητα ύπαρξης μαχητικών απαντήσεων στον ολομέτωπο πόλεμο που μας έχουν κηρύξει. Θέλουμε να εμπνεύσουμε περισσότερους συντρόφους και συντρόφισσες να αντιληφθούν τη σημαντικότητα της περιόδου που ζούμε και να βρεθούν με συνέπεια και αφοσίωση στην πρώτη γραμμή της επίθεσης. Μέσω των Πυρήνων Άμεσης Δράσης προσπαθούμε για τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση των δυνάμεών μας σε κοινή στόχευση και στρατηγική, πράγμα αναγκαίο και προωθητικό για τις μαχόμενες επαναστατικές δυνάμεις στη σύγχρονη εποχή. Κομμάτι αυτής της προσπάθειας είναι και η πραγματοποίηση των επιθέσεων στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη τον τελευταίο μήνα. Καλούμε για άλλη μια φορά κάθε σύντροφο και συντρόφισσα που επιζητεί να μετατρέψει τα λόγια του σε πράξεις. Κάθε σύντροφο και συντρόφισσα που πιστεύει βαθιά στην αναγκαιότητα της ύπαρξης βίαιης επαναστατικής δράσης, να οργανώσει Πυρήνες Άμεσης Δράσης για να χτυπήσει το κράτος και το κεφάλαιο, δημιουργώντας παράλληλα συντροφικούς δεσμούς και σχέσεις εμπιστοσύνης.

Στέλνουμε την αμέριστη αλληλεγγύη μας σε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους και κρατούμενες στα ελληνικά κολαστήρια.

Σε όσους και όσες θα βρεθούν το προσεχές διάστημα απέναντι στους δικαστές τους, πληρώνοντας το τίμημα των πολιτικών τους επιλογών. Είμαστε δίπλα σας.

Αλληλεγγύη και δύναμη στον σύντροφο Θάνο Χατζηαγγέλου καθώς και την συντρόφισσα και τον σύντροφο που συνελήφθησαν στην Θεσσαλονίκη στις 08/02.

Απαιτούμε την άμεση απελευθέρωση του συντρόφου Χάρη Μαντζουρίδη, ώστε να μπει ένα τέλος στη σωματική και ψυχική του εξόντωση. Κάθε μέρα παράτασης της ομηρίας του είναι μια ακόμα αφορμή για επίθεση.

Αλληλεγγύη και συνενοχή με όλους τους επαναστάτες πολιτικούς κρατούμενους και κρατούμενες σε κάθε γωνιά του κόσμου.

Διεθνιστικός αγώνας για να τσακίσουμε το ειδικό καθεστώς κράτησης που χτίζουν τα κράτη με τις αντιτρομοκρατικές τους νομοθεσίες για τους μακροχρόνια έγκλειστους. Για τα ανατρεπτικά συντρόφια στη Χιλή, τον Claudio Lavazza στην Γαλλία, τον Δημήτρη Κουφοντίνα στην Ελλάδα, τον Ali Osman Köse στην Τουρκια, για όλους τους αγωνιστές που με νομικά τερτίπια τους κρατάνε αιχμαλώτους επ’ αόριστον στα σωφρονιστικά κολαστήρια.

Για τη Monica Caballero και τον Francisco Solar στη Χιλή, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και δεν του παρέχουν την απαραίτητη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Για τα συντρόφια μας που βρίσκονται αιχμάλωτα στα μπουντρούμια της Λευκορωσίας και της Ιταλίας.

Την αλληλεγγύη μας σε όλους τους αυτοοργάνωμενους χώρους και καταλήψεις που δέχονται επίθεση από το κράτος και υπερασπίζονται με αξιοπρέπεια τα εγχειρήματά τους.

Πυρήνες Άμεσης Δράσης

Αναρχικός Πυρήνας”Santiago Maldonado”

Πηγή: athensindymedia

Μήνυμα αντίστασης του αιχμαλώτου αναρχικού Θ. Χατζηαγγέλου

Όταν οι ώρες αρχίζουν να μετράνε αντίστροφα για την ολοκληρωτική απώλεια της ελευθερίας από τα δόντια του εγκλεισμού, η κάθε στιγμή αποκτάει το δικό της ξεχωριστό νόημα ύπαρξης. Ένα χαμόγελο, ένα άγγιγμα, η ζεστασιά μιας συντροφικής φωνής σ’ένα ψυχρό τηλεφώνημα, οι φωνές έξω απ’τον ανακριτή είναι οι φλόγες που σου καίνε την καρδιά, θυμίζοντάς σου πως τίποτα δεν τελειώνει. Οι μάχες έχουν απώλειες. Ο ίδιος ο πόλεμος έχει απώλειες. Όμως τίποτα δεν μας χαρίστηκε, τίποτα δεν μας δόθηκε αναίμακτα επειδή απλώσαμε το χέρι. Τίποτα δεν κερδήθηκε με προσευχές.

“Αυτό το απάνθρωπα ύπουλο λευκό των άδειων ματιών σου, μου θυμίζει την ανακωχή στη μάχη…”

Σε αυτήν τη ζωή όλα κερδίζονται μέσα από την πίστη και την προσήλωση στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού. Με συνέπεια στις μάχες και μια αμείλικτη ένταση, μία επιμονή στον επιθετικό ορίζοντα. Μέσα από τη μικρή μου συμβολή στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, πέραν των αντιφάσεων και των λαθών μου, αν είναι κάτι που με χαρακτηρίζει είναι η κοινωνική συνείδηση και η προσήλωση στο επαναστατικό καθήκον. Αυτά τα δύο είναι που κάποια βράδια γίνονται θηλιά στο λαιμό και δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς. Ξυπνάνε κραυγές, λυγμοί, ακόμα και σιωπές που σε θυμώνουν, σε εξοργίζουν, σε οπλίζουν. Ευθύνη συντρόφισσες και σύντροφοι. Έχουμε ευθύνη. Για όλες αυτές τις ανήσυχες νύχτες νιώθω περήφανος, γιατί όλες αυτές τις νύχτες επέλεξα τα μάτια μου να κοιτούν τα άστρα. Παραμένω αλύγιστος, αμετανόητος και πιο οργισμένος από ποτέ γιατί υπερασπίζομαι την περήφανη αιχμαλωσία μου απέναντι στις νεκρές ελευθερίες της παρακμής.

“Αυτά λίγο πρόχειρα για την αποκατάσταση του μαύρου”

Όλη μου η σκέψη, η αγάπη και η στήριξη παραμένει αδιάλλακτα στο πλευρό αυτών των δύο ανθρώπων που βρίσκονται δέσμιοι δίπλα μου, δίνοντας τον πιο σημαντικό αγώνα απ’όλους μας. Τον αγώνα ενάντια στη φαιδρότητα της καταστολής. Όσο για μένα θα θυμίσω πως η επανάσταση ενάντια στην τυραννία είναι ένας λογαριασμός που παραμένει ανοιχτός. Και η επαναστατική βία οφείλει να είναι αδιαπραγμάτευτος μονόδρομος.

Συντρόφισσες και σύντροφοι μέχρι να συναντηθούμε ξανά στα πεδία των μαχών, να μην συμβιβαστούμε με τίποτα λιγότερο από τα πάντα.

Κάτω ο κρατισμός, ζήτω η Αναρχία

Θάνος Χατζηαγγέλου, κρατητήρια ΓΑΔΘ

Πέμπτη 10/2/22

 

Πηγή: athensindymedia

Γερμανία, Λειψία: Πυρπόληση ηλεκτρικών οχημάτων της Δημοτικής Αστυνομίας

Σκοπεύοντας να σπάσουμε την πολιτική μας στασιμότητα, λόγω της πανδημίας του κοροναϊού, βγήκαμε έξω το βράδυ της 24ης Ιανουαρίου.
Αποφασίσαμε να βάλουμε φωτιά σε διάφορα οχήματα της δημοτικής αστυνομίας – σταθμευμένα στο πάρκινγκ του δημαρχείου, στην οδό Ossietzky*.

Θέλαμε να επιτεθούμε στον εξοπλισμό του μηχανισμού ελέγχου και καταστολής, ο οποίος συνδέεται με την κατάσταση της πανδημίας.

Αν κοιτάξουμε τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε μια σημαντική ενίσχυση της δημοτικής αστυνομίας.

Η αυστηροποίηση των αστυνομικών νόμων και η συνεχιζόμενη κρίση λόγω της πανδημίας τους δίνουν όλο και περισσότερες αρμοδιότητες. Μπορούμε να δούμε πώς “αστυνομεύουν”. Με έναν όλο και πιο αυταρχικό και βίαιο τρόπο.

Είναι η δημοτική αστυνομία που επιβάλλει τη βία όταν πρέπει να περιοριστούμε στον λεγόμενο ελεύθερο χρόνο μας, εκτός εργασίας.

Διότι τα μέτρα που λαμβάνονται για τον περιορισμό της πανδημίας αποσκοπούν στη βίαιη διατήρηση της ικανότητάς μας να εργαζόμαστε και στη στέρηση των κοινωνικών μας ελευθεριών.

Πάντα θα προσπαθείτε να περιορίσετε την ελευθερία μετακίνησής μας, ειδικά τη νύχτα, ή να κλείσετε χώρους συνάντησης, αντί για εργοστάσια ή ορόφους γραφείων. Αλλά εμείς θα βρίσκουμε πάντα τρόπους να σας αντιτασσόμαστε, όσο δύσκολο κι αν είναι. Στις 23 Οκτωβρίου πέρυσι**, καταφέρατε να απαγορεύσετε τη διαδήλωσή μας. Η πόλη είχε αποκλειστεί από τους μπάτσους με στρατιωτικό τρόπο, εκείνη την ημέρα τα περιθώρια ελιγμών μας ήταν περιορισμένα, ένα γκλοπ στο πρόσωπο θα ήταν μάλλον η συνέπεια σε πολλές περιστάσεις. Είναι σίγουρο ότι τα επόμενα χρόνια θα βρεθούμε ξανά και ξανά αντιμέτωποι με τέτοιες απαγορεύσεις.

Μπορείτε να απαγορεύσετε τις διαδηλώσεις μας και να ελέγχετε τις περιοχές όπου μας περιμένετε εκείνες τις μέρες. Αλλά εμείς παραμένουμε “Αυτόνομοι. Εξεγερμένοι. Ανυπότακτοι”.

Αν μας καταστέλεται κατά τη διάρκεια της ημέρας, θα επιστρέψουμε τη νύχτα.

Άνθρωποι που θα εξακολουθούν να το κάνουν!
Μέχρι να καταθέσετε τα όπλα σας και να ανοίξει ο δρόμος για ένα νέο χειραφετητικό ξεκίνημα!

Σημειώσεις Attaque:

* σύμφωνα με γερμανικές εφημερίδες, τέσσερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα της Polizeibehörde  πυρπολήθηκαν στην αυλή του δημαρχείου στην περιοχή Abtnaundorf.
** Στη Λειψία είχε προγραμματίστει διαδήλωση κατά της ποινικοποίησης του επαναστατικού κινήματος και του στιγματισμού της εργατικής συνοικίας Κόνεβιτς στις 23 Οκτωβρίου 2021, αλλά απαγορεύτηκε.

Πηγή: de.indymedia

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

Alfredo Cospito: Ποια Διεθνής; (Πρώτο Μέρος)

Ολοκληρώνουμε την μετάφραση μιας σειράς συνεντεύξεων του αναρχικού αιχμάλωτου συντρόφου Alfredo Cospito στο περιοδικό Vertiolo με θέμα την κατανόηση και συγκρότηση μιας νέας σύγχρονης αναρχικής διεθνούς, αναρτώντας και το πρώτο μέρος το οποίο ήταν και το τελευταίο που δημοσιεύθηκε στα αγγλικά από το συντροφικό εγχείρημα Dark Nights.

Οι διαδοχικές αυτές συνεντεύξεις αναφορικά με το πως μία σύγχρονη επιθετική διεθνής μπορεί να πατήσει πάνω σε μία πλούσια ριζοσπαστική ανατρεπτική παράδοση ώστε να χαράξει καταστροφικούς ελιγμούς μέσα σε ένα περιβάλλουν καθολικού ελέγχου υπό την ολοκλήρωση ενός τεχνολογικά προηγμένου όψιμου καπιταλισμού και να αντιστρέψει τον ρου της ιστορίας, έγινε αφορμή για μία ακόμη κατασταλτική επιχείρηση στην γείτονα χώρα
Ιταλία. Η επιχείρησε Sibilla αποτέλεσε αφορμή για την έφοδο των εγχώριων μπάτσων σε δεκάδες συντροφικά σπίτια, την κατάσχεση άφθονου υλικού, την επιβάρυνση συντρόφων με περιοριστικούς όρους, την στοχοποίηση εγχειρημάτων αναρχικής προπαγάνδας όπως το Malacoda και το Roundrobin, την περαιτέρω προσπάθεια απομόνωσης του αγέρωχου, αμετανόητου μαχητή Alfredo Cospito και φυσικά την ενίσχυση των κατασταλτικών επιθυμιών της κυριαρχίας να κατακρημνιστεί η γέφυρα μεταξύ νόμιμων και παράνομων πρακτικών.

Οφείλουμε από μεριάς μας σεβόμενοι όσους συντρόφους ανά τον κόσμο υποβάλλονται σε πλείστες δοκιμασίες και ενσυνείδητες σχετικά με ποιες κρατικές στρατηγικές αυτές αποκαλύπτουν, να προετοιμάσουμε τις προσήκουσες απαντήσεις αν δεν θέλουμε να σβήσουμε σιωπηρά όσο ο εμπορευματικός ολοκληρωτισμός προελαύνει ισοπεδώνοντας οτιδήποτε τολμάει να ορθωθεί στο διάβα του. Οι πρόσφατες κατασταλτικές επιχειρήσεις σε διάφορα σημεία του κόσμου ( με τα παραδείγματα να μην απουσιάζουν και στην Ελληνική πραγματικότητα ) εναντίον εγχειρημάτων και ατόμων ενεργών στην απόπειρα δημιουργίας περασμάτων μεταξύ της ανεκτής πολιτικής συμμετοχής και της ριζοσπαστικοποίησης της αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξης, αποδεικνύουν πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες όσων βαυκαλίζονται πως η δραστηριοποίηση τους είναι ασφαλής οριοθετημένη μέσα στα ”ακατάλυτα” πλαίσια του δημοκρατικού σεβασμού της ελεύθερης γνώμης. Ο κρατικός λεβιάθαν είναι ένα αιμοβόρο αρπακτικό που προτιμάει να καταβροχθίζει το θύμα του από το κεφάλι πριν φτάσει στην ουρά. Μην νομίσει ούτε στιγμή η τελευταία πως είναι σώα και αβλαβής επειδή δύναται ακόμα να ασπαίρει.

Τα κράτη, οργανωμένα συμπλέγματα παραγωγής βίας και καταπίεσης, δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε όσες τα αμφισβητούν έμπρακτα ή θεωρητικά. Τακτικά μόνο αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα αντιμετώπισης των πιο επιτακτικών και άμεσων κινδύνων για την εύρυθμη λειτουργία τους στην βάση μιας ολικής αξιολόγησης για το πως θα ευοδωθεί η απαράλλακτη στόχευση τους: να εξυπηρετήσουν την καθολική εξάπλωση του κεφαλαίου διαιωνίζοντας και ισχυροποιώντας το υπάρχον. Γι’ αυτό μόλις αισθάνονται ότι ξεμπέρδεψαν με το αντάρτικο πόλης πάντα προχωρούν στην επόμενη αποδυναμωμένη μπουκιά. Για να αναχαιτίσουμε αποτελεσματικά αυτήν την προαναγγελμένη σφαγή επιβάλλεται να συλλάβουμε αμφότεροι την αγωνιστική μας υπόσταση με συνολικούς όρους, σχηματίζοντας μία σύγχρονη επιθετική αναρχική διεθνή. Δίχως φετιχισμούς και μερικότητες. Ενάντια στην παθητικότητα, στο θέαμα και στην αποσπασματικότητα. Τι πιο προωθητικό και πολύτιμο προς αυτήν την κατεύθυνση από τα λόγια ενός ακατάβλητου συντρόφου με μία ζωή αφιερωμένη στον αναρχικό πόλεμο ενάντια σε κάθε εξουσία;

Την αμέριστη αλληλεγγύη μας και μία συνένοχη αγκαλιά σε όσες και όσους βρέθηκαν στο στόχαστρο της κατασταλτικής επιχείρησης Sibilla.

Μέχρι η Αναρχική Διεθνής να γίνει ο τάφος κάθε κυριαρχίας.

Για την Αναρχία και τον νέο Νιχιλισμό.

Δ.ο Ragnarok

 

Ποια Διεθνής; Συνέντευξη και διάλογος με τον Alfredo Cospito από τις φυλακές της Ferrara

Ο διεθνισμός αποτελούσε ανέκαθεν θεμέλιο έμπνευσης της δράσης και του ορίζοντα όσων καταπιεσμένων απεκδύονταν τον κοινωνικά επιβεβλημένο ρόλο τους. Πάντα συνιστούσε ένα φάρμακο απέναντι στον εκάστοτε καιροσκοπισμό, μία εγγύηση πως όσοι τον εφαρμόζουν δεν είναι υπηρέτες του αφεντικού τους ή ενός ξένου αφεντικού αλλά αυθεντικοί εχθροί πάσας εξουσίας και εκμετάλλευσης. Ο διεθνισμός ως τάση, με το εγγενές πνεύμα του, δεν αλλοιώνεται με το πέρασμα των εποχών. Ωστόσο, ο τρόπος υλοποίησης τους ιστορικά διαφέρει. Ρεφορμιστές, μίσθαρνοι και εξουσιαστές εξάπαντος επιχειρούσαν να τον διαστρεβλώσουν προς όφελος των συμφερόντων τους. Το ζήτημα των ζητημάτων, ο μοχλός αφύπνισης της εξεγερμένης δύναμης του κόσμου είναι ως εκ τούτου η Διεθνισμός. Πως, ή τι, θα όφειλε η Διεθνής να είναι σήμερα. Θα έπρεπε να είναι μία πραγματική ”οργάνωση”, ένας συνασπισμός ομαδοποιήσεων, ένα παγκόσμιο ”κόμμα”; Ή μπορεί να επιλέγονται όργανα και ”δομές” πιο συμβατά με το Αναρχικό Όραμα και αποτελεσματικότερα την συγκεκριμένη χρονική περίοδο;

Όπως και ο επιστημονικός Σοσιαλισμός, ο αναρχισμός επινοήθηκε για να αντιταχθεί σε μία παγκόσμια διαδικασία, στον καπιταλισμό και στην άνοδο της Μπουρζουαζίας. Είναι παραπάνω από φυσικό το γεγονός ότι Μαρξιστές και Αναρχικοί εκ γεννησιμιού επιδίωξαν, με αποκλίνοντα αποτελέσματα, μία διεθνή οργανωτική διάσταση. Στον 19ο αιώνα μαζί με τον Μπακούνιν, η αναρχία εγκατέλειψε τον φιλοσοφικό ιδεαλισμό, πραγματοποιώντας τα πρώτα της δειλά βήματα στον πραγματικό κόσμο. Πρώτα συγκρουόμενη με τον μεσσιανικό φιλελευθερισμό του Ματσίνι κι έπειτα με τον Κρατικό Σοσιαλισμό του Μαρξ, δίνοντας ζωή στις αυτόνομες φεντεραλιστικές τάσεις στο εσωτερικό της πρώτης Διεθνούς.

Αυτά τα πρώτα συμπαγή βήματα τους αναρχισμού πάρθηκαν με την αρωγή 2 διεθνών οργανώσεων που σήμερα θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ” λαθρόβιες ” καθώς έδρασαν στην σκιά του ”πραγματικού κινήματος” των εργατών και των προλετάριων. Η Διεθνής Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, ενεργή από το 1868 έως το 1872 και η Διεθνής Συμμαχία των Επαναστατών Σοσιαλιστών που έδρασε μετά το 1872. Όσο παράδοξο κι αν ηχεί, ακόμα και σήμερα πιστεύω πως η προσπάθεια να δημιουργηθούν ”υπόγειες” οργανώσεις, δρώντας κάτω από τα φώτα εντός των μαζικών κινημάτων μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική τοπικά.

Η ”επιστημονική” προσέγγιση του Μαρξ δεν μπορούσε να το ανεχθεί, θεωρώντας το ανωριμότητα, σπασμωδικότητα, κατάλοιπο συνωμοτικότητας του 18ου αιώνα. Κάπως παρόμοια με το πως η συντριπτική πλειοψηφία του σημερινού αναρχικού κινήματος αδυνατεί να κατανοήσει τις μυστικές μηχανορραφίες ενάντια σε κράτος και νόμους. Ο Έγκελς ήταν ο πρώτος ο οποίος διέβλεψε ένα διττό επίπεδο στην ”συνωμοτικότητα”, μία ευκαιρία να ηγεμονεύσει την Διεθνή. Ανά τα χρόνια, οι αναρχικοί έκαναν ατελείωτες προσπάθειες να οργανωθούν σε διεθνές επίπεδο: Στο Saint Imier το 1872, στο Άμστερνταμ το 1907, στο Βερολίνο το 1921, στο Παρίσι το 1949, στο Λονδίνο το 1958, στην Καρράρα το 1968 με την δημιουργία της Διεθνούς των Αναρχικών Ομοσπονδιών ( IFA )… αλλά σταδιακά η συνωμοτική προοπτική εξασθένησε μέχρι που σχεδόν εξαφανίστηκε. Αυτό το ”σχεδόν” διατηρήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες κυρίως από τις Ομοσπονδίες των Νεολαίων Αναρχικών εν ονόματι ” Πρώτη Μάη ” ενεργή αρχές της δεκαετίας του 60, στην προσπάθεια τους να δείξουν αλληλεγγύη στην κατεχόμενη από το καθεστώς του Φράνκο Ισπανία διαμέσου καταστροφικών δράσεων και ένοπλης πάλης και μετέπειτα από την αναγέννηση της εξεγερσιακής τάσης εμπλουτισμένης από την επαναφορά των ομάδων συγγένειας και των άτυπων συντονισμών. Μέχρι σήμερα, με την γέννηση της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας – Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο ( FAI – IRF ) και με όλες τις πραγματοποιημένες δράσεις παγκοσμίως που επικοινωνούν μέσω των αναλήψεων ευθύνης και συγκροτούν τρόπον τινά μίας ”Μαύρη Διεθνή”. Πριν απαντήσω στην ερώτηση σου σχετικά με την μορφή της Διεθνούς σήμερα και πως ενδείκνυται να δομηθεί, ας προσπαθήσουμε να αποσαφηνίσουμε απέναντι σε τι θα όφειλε αυτή η Διεθνής να πολεμήσει. Ας σταθούμε προσωρινά στην έννοια του καπιταλισμού.

Όταν συζητάμε για τον καπιταλισμό δεν μπορούμε να αποφύγουμε να θίξουμε την τεχνολογία και την επιστήμη. Μέχρι το κλείσιμο του 16ου αιώνα, τεχνολογία και επιστήμη αποτελούσαν διακριτά πεδία, τότε μία προϊούσα όσμωση ξεκίνησε να συντελείται μεταξύ των δύο έως την ανάδειξη του πιο προωθημένου καπιταλισμού όταν και στον 19ο αιώνα τεχνολογία και επιστήμη γίνανε αδιαχώριστες. Ορισμένες θα ισχυριστούν ( ορθώς κρίνω ) πως ο καπιταλισμός είναι ουσιαστικά το αποκύημα της ενοποίησης τεχνολογίας και επιστήμης. Όταν κάνουμε λόγο για ιμπεριαλισμό σήμερα, στην ουσία αναφερόμαστε σε μία επιστημονική-τεχνολογική επανάσταση. Και αυτή η επανάσταση οδηγεί σε έναν αύξοντα αριθμό εκμεταλλευομένων, στην αραίωση της μπουρζουαζίας και στην αύξηση των πλεοναζόντων πληθυσμών.

Ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι κατέχουν γνώση και κατ’ επέκταση πλούτο στον πλανήτη μας. Αυτός ο ”καινούριος” ιμπεριαλισμός διευρύνει εκθετικά το χάσμα μεταξύ εσώκλειστων και αποκλεισμένων. Ένα ελάχιστο τμήμα της ανθρωπότητας είναι υπεύθυνο για την διαμορφωμένη κατάσταση και βρίσκεται στην υπηρεσία των σύγχρονων κρατών και του κεφαλαίου. Τα τελευταία έχουν δημιουργήσει συνθήκες ικανές να οδηγήσουν στην ανατολή ενός νέου κόσμου που θα καθαιρέσει την ανθρωπότητα με την γνωστή της μορφή, εξολοθρεύοντας κάθε ψήγμα ζωής στον πλανήτη. Επιστήμονες, μαθηματικοί, βιολόγοι, ειδικοί υπολογιστών, χημικοί, ερευνητές όλων των επιστημονικών κλάδων, τεχνοκράτες, σύνολη η αριστοκρατία της ανθρώπινης διανόησης, δίχως τις τεράστιες επενδύσεις και τις προμήθειες που μόνο ο καπιταλισμός και τα κράτη θα μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν μέσω της εκμετάλλευσης της πλειοψηφίας του πληθυσμού στον πλανήτη, δεν θα μπορούσαν να κάνουν το παραμικρό. Πόσο μάλλον να επιτελέσουν την ”επανάσταση” η οποία διαδραματίζεται εδώ και κάποιο καιρό και η ενδεχόμενη τελεσφόρηση της θα επιφέρει μία τόσο ριζική μεταμόρφωση της φύσης μας που θα ισοδυναμεί, αν δεν εμποδιστεί, με την εξάλειψη του ανθρώπινου είδους, τουλάχιστον όπως το γνωρίζουμε σήμερα και η εν λόγω αλλαγή σίγουρα δεν θα είναι προς το καλύτερο. Η ”ταξική πάλη” παραμένει η κινητήρια δύναμη των πάντων, το σημαντικότερο απόθεμα μας, όμως μόνο εφόσον κατευθύνει την δυναμική της εξίσου ενάντια σε κράτος και κεφάλαιο. Μόνο ο καπιταλισμός με το σύγχρονο κράτος δύνανται να τροφοδοτήσουν επαρκώς την τεχνολογική πρόοδο, αρκετά ώστε να μας οδηγήσει ανεπιστρεπτί στην άβυσσο. Συνεπώς, πιστεύω πως αυτή η Διεθνής θα έπρεπε να παλέψει ενάντια σε κράτη και κεφάλαιο τρέφοντας το ταξικό μίσος, το μίσος των εκμεταλλευομένων, των φτωχών, των προλετάριων, διοχετεύοντας τις βίαιες ενέργειες τους κατευθείαν στους λομπίστες, στους στρατιωτικούς, στους βιομηχάνους, στους πλούσιους, στους τεχνοκράτες, στους πολιτικούς, στους κρατικοδίαιτους, στους τεχνικούς και τους επιστήμονες. Εναντίον όλων των εντός των τειχών, τους έχοντες γνώση και κεφάλαιο δηλαδή εξουσία, όποια κι αν είναι αυτή. Η τεχνολογία δεν είναι πλέον στην υπηρεσία του κεφαλαίου, αντ’ αυτού το κεφάλαιο βρίσκεται στην υπηρεσία της τεχνολογίας, προς αυτήν την κατεύθυνση βαδίζουμε. Η κυρίαρχη λογική σήμερα προστάζει ολοένα και λιγότερο καθαρό κέρδος αλλά την ολοένα και πιο ανελέητη εφαρμογή της επιστημονικής λογικής. Μόλις μία επιστημονική ανακάλυψη έχει ευοδωθεί η επιστροφή γίνεται ανέφικτη, ακόμα κι αν η παρεπόμενη τεχνολογική καινοτομία μας οδηγεί μαθηματικά στην αυτοκαταστροφή. Το έχουμε δει να συμβαίνει με τα πυρηνικά όπλα, θα το διαπιστώσουμε επίσης με την πολύ πιο καταστροφική και ανεξέλεγκτη τεχνητή νοημοσύνη, προχωράμε αυτομάτως δίχως πιθανότητα επιστροφής ανοιχτή. ”Είμαστε καταδικασμένοι σε όλα όσα έχουν εφευρεθεί μια για πάντα”. Παρομοίως καταδικασμένοι είμαστε να κάνουμε πάντα το επόμενο βήμα μέχρι την στιγμή της συντριβής. Όπως ο πρωταγωνιστής στην ταινία ”το μίσος” ο οποίος κατά την καταβαράθρωση του στο κενό ανακουφίζει τον εαυτό του σκεπτόμενος: ” έως εδώ καλά, έως εδώ καλά…” Δεν γνωρίζω το κατά πόσο ο διεθνισμός θα μας αποτρέψει από αυτήν την κάθοδο στην ανυπαρξία, ή αν όπως το θέτετε θα αποτελέσει τον μοχλό ανύψωσης και ανατροπής του υπάρχοντος κόσμου. Ένα πράγμα είναι πάντως σίγουρο: Προκειμένου να αντιταχθούμε σε αυτόν τον νέο Καπιταλισμό αποφασιστικά, η κατάρρευση του συστήματος απαιτείται να είναι παγκόσμια. Οι πόλεμοι παρατάξεων οδηγούν στην ήττα τόσο όσο και η αναμονή της κατάλληλης στιγμής ωρίμανσης των συνθηκών από τους αναρχικούς.

Και εδώ καθίσταται επίκαιρο το αναρχικό πρότυπο δράσης. Πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε επαναστατικά γυμνάσια ή τις απλές προετοιμασίες προ της κατάρρευσης του συστήματος. Είναι εντός της δράσης που οι αναρχικοί καταλαβαίνουν τους εαυτούς τους καθώς και την ύπαρξη τους. Μέσα στις χειρονομίες καταστροφής, τις εστίες εξέγερσης και ανυποταξίας, οι αναρχικοί βιώνουν την αναρχία στο τώρα, στο σήμερα, διακόπτοντας κάθε μορφή αναμονής. Αυτή η θαλερή ”μηδενιστική” σύλληψη της αναρχίας συνοδεύεται από την επανασύνδεση πράξης και θεωρίας. Προκειμένου να είναι εύστοχη η θεωρία οφείλει να αναδύεται διαμέσου την πράξης, όχι το αντίστροφο. Μόνο συγκρουόμενοι ιδιοχείρως με τα επιτετραμμένα χέρια του συστήματος δυνάμεθα να εκπονήσουμε τρόπους δράσης ικανούς να μας παρέχουν τα ”οργανωτικά”, ”άτυπα” εργαλεία που θα μας επιτρέψουν να συνεισφέρουμε δυναμικά στην ”διεθνή” ( ένα όργανο χρήσιμο για την επιτυχή αναδιαμόρφωση της πραγματικότητας ) κάτι το οποίος εμείς ως αναρχικοί έχουμε τόσο πολύ ανάγκη. Και πράγματι όντας αναρχικοί νιώθουμε αυτήν την διεθνή να ρέει στο αίμα μας. Όλα μας τα αντικρατικά οράματα, η εναντίωση μας στα σύνορα, η απόρριψη πάσας μορφής εθνικισμού, μας οδηγούν αναμφίβολα προς αυτήν την προοπτική, χρειάζεται απλά να προτάξουμε συγκεκριμένες απαντήσεις σε αυτήν την ανάγκη. Ο παραπάνω διάλογος μεταξύ αναρχικών ανέκαθεν αιωρούταν πάνω από την υφήλιο, πάντα επηρεάζαμε ο ένας την άλλη από την μία στην άλλη γωνιά του κόσμου. Πολλές, πάρα πολλές ήταν οι απόπειρες να δοθεί σταθερότητα, μία οιονεί συμπαγής δομή σε αυτό το διεθνιστικό όραμα του κινήματος. Όμως αλλότριες θεωρίες προερχόμενες θύραθεν, η απαξίωση της δράσης και η απομείωση της στο ελάχιστο επιτρεπτό, η αστικοποίηση, η σταδιακότητα ( μια μορφή καχεκτικού ρεφορμισμού ) όλα τα παραπάνω στιγμάτισαν αυτές τις προθέσεις που παρότι ευσεβείς, υποβαθμίστηκαν ( υπερβολικά συχνά τα τελευταία 40 χρόνια ) σε μία στείρα  αναπόληση κάποιου ένδοξου παρελθόντος. Σήμερα, τα παραδείγματα άτυπου συντονισμού ( ερειδόμενα στην επικοινωνία δίχως μεσάζοντες μέσω των αναλήψεων καταστροφικών ενεργειών τελεσμένων από ρευστά και χαοτικά υποκείμενα και ομάδες συγγένειας διάσπαρτες ανά τον κόσμο ) μας χαρίζουν την ευκαιρία να επανεκκινήσουμε συγκεκριμένα μία ”διεθνή” ικανή να εξαπολύσει μία ασταμάτητη αλυσίδα αντιδράσεων απειλητικών προς το υπάρχον σύστημα. Ασφαλώς μιλάμε περί απειροελάχιστων μειοψηφιών, γιατί όμως να τις αποκλείουμε εκ των προτέρων αφού καταπώς συμβαίνει συχνά στην φύση, ένας αδιόρατος ιός παρεισφρύοντας από το τσίμπημα ενός ασήμαντου κουνουπιού δύναται να σκοτώσει έναν επιβλητικό ελέφαντα; Θα ήταν απερίσκεπτο να αποκηρύξουμε αυτήν την πιθανότητα.  Φανταστείτε αν οι αναρχικοί της πράξης, παρά τις πολυπληθείς διαφορές τους, ένωναν τις δυνάμεις τους επιτυχώς ενώ παράλληλα κατόρθωναν να προφυλάξουν την αυτονομία και την μοναδικότητα τους. Εξάλλου, διαθέτουμε την μόνη εναλλακτική στον καπιταλισμό η οποία δεν έχει προδώσει τις αρχές της. Πιθανώς επειδή ανέκαθεν ”αποτυγχάναμε”. Περισσότερο από μία φορά στην ιστορία εμφανίστηκαν εκλάμψεις συγκεκριμένης εφαρμογής της αναρχίας όμως θνησιγενείς καθώς προτιμούσαμε να υποκύψουμε παρά να αποδεχτούμε μία οιονεί ”επαναστατική” δικτατορία. Το κληροδότημα αυτών των αποτυχιών είναι η ουτοπική μας δύναμη, η πρωτοταγής ορμή του μύθου μας. Εντός των αγώνων μας προς το κυνήγι του οι δράσεις μας μετατρέπονται σε πραγματικότητα, ζωντανή ύλη, δράση, οραματισμός, πράξη – θεωρία. Αν παρατηρήσουμε ποιες δυνάμεις μας ωθούν προς την διεθνή θα συμπεράνουμε ότι όλες οι συμπαγείς απόπειρες διεθνοποίησης των αγώνων ενέχουν την ”αλληλεγγύη” εν είδει κατευθυντήριας αρχής, αλληλεγγύη με έναν αγωνιζόμενο πληθυσμό, αλληλεγγύη με τους μετανάστες, αλληλεγγύη με χτυπημένους από την καταστολή αδερφούς και αδερφές… Η ”αλληλεγγύη” αποτελεί την πρώτη ώθηση, τον από μηχανής θεό κάθε αγώνα έμπλεο από την αξία της αλληλοβοήθειας, επειδή εκπηγάζει από μία μύχια ανάγκη, βαρυσήμαντη για κάθε ανθρώπινο ον. Με ρωτάς τι θα όφειλε η διεθνής να είναι και ποια τα προσήκοντα εργαλεία της, οι πλέον αναρχικές και αποτελεσματικές δομές μέσω των οποίων οι ενστικτώδεις τάσεις μας για διεθνισμό θα μπορέσουν να εκφρασθούν. Μία αμφιλεγόμενη ερώτηση με ενδεχομένως ποικίλα σημεία ερμηνείας. Στην ιστορία του κινήματος μας συγκεκριμένες οργανώσεις, ομοσπονδίες, ακόμα και κόμματα, ας θυμηθούμε το UAI το οποίο ο Μαλατέστα χαρακτήριζε ως αναρχικό κόμμα, τέθηκαν υπό δοκιμασία ακόμα και σε διεθνές επίπεδο με διαφορετικές καταλήξεις και κοινές αποτυχίες. Εξάλλου, μακριά από μένα η όποια ”ηθική” κρίση αναφορικά με το ποια οργανωτική μέθοδος θα έπρεπε να υιοθετηθεί ή όχι. Ειδάλλως, περιπλεκόμαστε σε χριστιανικά αφηγήματα αναφορικά με το τι είναι αναρχικό και τι όχι, αφορίζοντας προς πάσα κατεύθυνση. Ξόδεψα την ζωή μου πράττοντας το και μόνο τώρα καταλαβαίνω πόσο μεγάλη σπατάλη χρόνου και ενέργειας πράγματι είναι. Αυτό στο οποίο μπορώ να προσπαθήσω να προσφέρω μια απάντηση είναι τι κατ’ εμέ αποτελεί την πιο αποτελεσματική ”δομή” ή εργαλείο ούτως ώστε να συγκροτηθεί μια ισχυρή, επιθετική, επικίνδυνη αναρχική διεθνής. Μία διεθνής αρκετή για να κάνει την κυριαρχία να αιμορραγήσει, πλήττοντας την στα αδύναμα σημεία της, διεξάγοντας εύστοχα πόλεμο εναντίον της. Θα είμαι σαφής και λιτός: Πιστεύω πως η εν λόγω ”διεθνής” διαθέτει ήδη την μορφή και τις δυναμικές της ακόμα κι αν πρόκειται μόνο για ένα περίγραμμα. Με τα πάνω και τα κάτω της, με την ευτέλεια και το κλέος της, χαλκεύεται από όλους τους αδερφούς και τις αδερφές ανά τον κόσμο, οι οποίοι μέσω των αναλήψεων τους, με ή χωρίς ακρωνύμια, επικοινωνούν μεταξύ τους, μοιράζονται αμφίδρομα υποστήριξη και αλληλεγγύη καλώντας σε καμπάνιες σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Κάτι ασήμαντο με μία πρώτη ματιά, το οποίο όμως εμπεριέχει αυτούσιο τεράστια ελπίδα, μία πραγματική πιθανότητα πως κατόπιν των αποτυχιών του επιστημονικού μαρξιστικού ντετερμινισμού, θα καταφέρει να επαναφέρει την ελπίδα στις καρδιές των καταπιεσμένων της γης, χαρίζοντας νέα πνοή σε μία αναρχία απειλούμενη να αναιρέσει τον εαυτό της εντός μιας μετά-αναρχικής θεωρίας σταδίων, η οποία πίσω από τις επιφάσεις ”ρεαλισμού” μας παραδίδει ολοκληρωτικά στις πολιτικές των σταδιακών βελτιώσεων, στον ίδιο τον ρεφορμισμό. Μονάχα απορρίπτοντας την μετάθεση της επανάστασης σε ένα ακαθόριστο αύριο, βιώνοντας την στο σήμερα, βίαια, απαλλαγμένοι από συμβιβασμούς και μετριοπάθειες θα επιτύχουμε να δραπετεύσουμε από αυτό το αδιέξοδο. Γνωρίζω πως τείνω να επαναλαμβάνομαι στις συνεισφορές και τα γράμματα μου από την φυλακή. Δεν προσπαθώ να πρωτοτυπήσω πάση θυσία όμως τις λίγες σταθερές μου αντιλήψεις θα τις λέω και ξαναλέω ad nauseam ( μέχρι ναυτίας ) υπό την ελπίδα να συζητηθούν. Είμαι ακλόνητα πεπεισμένος πως ο κόμπος που ζητείται να λύσουμε προκειμένου να γίνουμε πιο αιχμηροί και να προξενήσουμε την μεγαλύτερη δυνατή ζημιά σε αυτό το θεμελιωμένο σε δύο βάσεις υπερ-τεχνολογικό σύστημα, τον καπιταλισμό και το κράτος, είναι το πως θα ”οργανωθούμε” δίχως να εκποιήσουμε τους εαυτούς μας, δίχως να παραδώσουμε καθόλου την ατομική μας ελευθερία όπως συμβαίνει τώρα. Η προσχώρηση μου στο εγχείρημα της FAI-IRF λέει από μόνη της πολλά πάνω στο πως θεωρώ ότι θα έπρεπε να κινηθούμε από δω και μπρος και τι είδους μορφή θα όφειλε αυτή η ”διεθνής” να λάβει. Θα βρούμε τρόπο να αναφερθούμε σε αυτό στην συνέχεια, είναι ένας απλός και ταυτόχρονα περίπλοκος διάλογος, ο οποίος, όπως κάθε ζωτικό ζήτημα, διαχωρίζει το κίνημα , προκαλεί εντάσεις και τελευταίο εξίσου όμως σημαντικό, καταπίεση, και είμαστε μόνο στην αρχή…

Τα μέσα ενημέρωσης προαναγγέλλουν την άφιξη των ρομπότ με ξέχειλη αμετροέπεια. Αναμένουμε να δούμε. Ο ρόλος της επιστήμης στον κόσμο της εκμετάλλευσης, ωστόσο, έχει καταστεί ευκρινής χιλιετίες τώρα. Πως να σταματήσουμε αυτό το τέρας ενόσω απειλεί να διαταράξει την ζωή σε αυτόν τον πλανήτη μια για πάντα; Ποια έποψη θα όφειλε να εμπνεύσει τις δράσεις μιας διεθνούς απέναντι στους επιστήμονες; Θα μπορούσε η ατομική άμεση δράση να ακολουθηθεί από μαζικές εκρήξεις αντίστασης, όπως συνέβη στο παρελθόν με το κίνημα των λουδιτών ( για παράδειγμα από ανθρώπους οργισμένους απέναντι στα ρομπότ ως αιτία να στερηθούν τις δουλειές τους ή να γίνουν οι όροι της μισθωτής τους σκλαβιάς χειρότεροι ); Επιπλέον, πως αξιολογείς κινήματα όπως το ELF, το ALF και τα συναφή;

Είναι αλήθεια πως τα μίντια ανακοινώνουν την άφιξη των ρομπότ με υπέρμετρη αδολεσχία. Και όταν το κάνουν αυτό, συνυφαίνουν σχεδόν πάντα το φαινόμενο με τον κίνδυνο της ανεργίας, ενώ κάποια πιο επινοητικά μέσα το πάνε ακόμα μακρύτερα, βλέποντας την άφιξη των ρομπότ ως μία υπέρβαση του ανθρώπου, ως μια δικτατορία των μηχανών εναντίον της οποίας ένας γενικευμένος ανθρωπισμός απαιτείται να υψωθεί. Για δεκαετίες μας βομβαρδίζουν με τον κίνδυνο επικείμενης οικολογικής καταστροφής, αντιπροτείνοντας στο καλύτερο σενάριο, μία εύπεπτη οικολογική τεχνολογία και στο χειρότερο ( οι πλέον ”ριζοσπάστες” οικολόγοι ) μία αυθόρμητη κατάρρευση του συστήματος. Γιατί τα μέσα το κάνουν αυτό; Μας παρέχουν μία αστείρευτη ποσότητα πληροφοριών καναλιζάροντας μας σε χιμαιρικές λύσεις, ένας ”γενικευμένος ανθρωπισμός” ο οποίος δρα ως παραπλήρωμα μιας εξίσου αόριστης έννοιας, αυτής του ”λαού”, υποστηρίζοντας την υποτιθέμενη αφευκτότητα μιας καταστροφής από την οποία μοναχά η ”μοίρα”, ένας μετεωρίτης, ένας πυρηνικός πόλεμος, ή η άφιξη των πράσινων ανθρώπων μπορεί να μας γλιτώσει. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο υποσκάπτουν την θέληση μας πείθοντας μας πως το εφικτό είναι ανέφικτο. Εγκαταλείποντας μας με μοναχά δύο ”εναλλακτικές”, την ψευδή ελπίδα επαναφοράς της τεχνολογίας σε ένα ανθρώπινο επίπεδο ή την παράδοση μας στο αναπότρεπτο με την μάταιη προσδοκία πως ο ”θεός”, ή η ”μοίρα” θα μας γλιτώσει από τον εφιάλτη. Τι μπορούμε να αντιπροτείνουμε σε όλες αυτές τις μαλακίες; Πλήρη επίγνωση των δυνάμεων μας, πλήρη συνείδηση των υπευθύνων για την εκμετάλλευση, τους πολέμους και την επικείμενη καταστροφή. Μία μοναδική τάξη ελέγχει την υπερ-τεχνολογική κοινωνία. Μία τάξη μόνη της καρπώνεται τα οφέλη του, όλες οι άλλες μένουν να απολαμβάνουν τα σκουπίδια, τα απομεινάρια, την εκμετάλλευση. Ο εχθρός μας δεν εντοπίζεται στα ρομπότ αλλά σε όσους τα σχεδιάζουν, στον καπιταλισμό και το κράτος ως χορηγούς των παραπάνω εγχειρημάτων, σε άντρες και γυναίκες με σάρκα και οστά. Είμαι σίγουρος πως διατυπώνω κάτι προφανές όταν διατείνομαι ότι μια ”απελευθερωμένη κοινωνία” που υπάγεται σε ένα υπερ-τεχνολογικό μοντέλο είναι μία αντίφαση εν τοις όροις. Πρέπει να βρούμε το θάρρος να αποκηρύξουμε την ”πρόοδο”, πρέπει να αποκτήσουμε το κουράγιο να της αντιταχθούμε με οπλισμένα χέρια, ριψοκινδυνεύοντας τις ζωές μας ώστε να διακόψουμε την αυτοκαταστροφική αυτή διαδικασία η οποία κάθε άλλο από αναπόδραστη είναι. Ο νεωτερισμός διαιωνίζεται συντηρείται αποκλειστικά λόγω της συστηματικής εκμετάλλευσης δισεκατομμυρίων γυναικών και αντρών, δεν υφίσταται κομμουνιστική κρατική ”ουτοπία” ικανή να σταθεί. Αυτό θα ισχύει τουλάχιστον όσο τα ηνία βρίσκονται στα χέρια ατελών ανθρώπων όπως εμείς, μέχρι η κυρίαρχη τάξη να αναγκαστεί στην εκχώρηση ( παράδοση ) της διοίκησης ( μιας μέγα-μηχανής ήδη υπερβολικά περίπλοκης για να διαχειριστεί ) σε μία ”ύπερ-ευφυία”, τότε μόνο ναι, θα μπορούμε να προσδοκούμε μία καταραμένη ευζωία δίχως καμία ελευθερία, την οποία δεν εύχομαι ούτε στον χειρότερο εχθρό μου. Ας γίνουμε όμως πιο ευκρινείς γύρω από το θέμα σχολιασμού μας: όσο ”επιστημονικά φανταστικό” και φαντασιόπληκτο κι αν ακούγεται εκ πρώτης όψεως, κάνουμε λόγο για μία ”επανάσταση”, η επιτυχία της οποίας θα διαταράξει ριζικά την ζωή σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αν ο καπιταλισμός είναι το αλλοτριωτικό και αλλοτριωμένο παράγωγο της κατίσχυσης της τεχνολογίας επί της επιστήμης, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε πως το υποπροϊόν αυτής της σχέσης είναι η ύπερ-μηχανή, εντός της οποίας ζούμε βουλιάζοντας όλες μας σήμερα. Το επόμενη βήμα θα είναι ο εμπλουτισμός αυτής της ύπερ-μηχανής με αυτοσυνείδηση διαμέσου της Τ.Μ ( Τεχνητής Νοημοσύνης). Ας το προσεγγίσουμε βήμα βήμα: Παντού στον κόσμο, οι επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη είναι υψίστης σημασίας και πολλαπλασιάζονται χρόνο με τον χρόνο. Το 2016 η Ευρώπη επένδυσε σε αυτόν τον τομέα 3.2 δισεκατομμύρια ευρώ, 20 δισεκατομμύρια προβλέπονται για το 2020. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη επενδύσει 18 και 37 δις προβλέπονται για το 2020. Δώδεκα δισεκατομμύρια ευρώ επενδύθηκαν παγκοσμίως αποκλειστικά για την μελέτη αλγορίθμων ικανών να μαθαίνουν από τα λάθη τους, αυτόματα. Σε ένα προχωρημένο στάδιο, η δημιουργία νευρομορφικών υπολογιστών, οι οποίοι αντί να κάνουν υπολογισμούς βασισμένοι σε δυαδικούς κώδικες ( εννεργό – ανενεργό ) χρησιμοποιούν επεξεργαστές σχεδιασμένους να εκπέμπουν σήματα όπως οι νευρώνες μας. Αναπτύσσοντας έτσι, απείρως υψηλότερες ταχύτητες, ολοένα πιο μειωμένες διαστάσεις και τρόπους να λειτουργούν ”εγγύτερα” στον εγκέφαλο μας. Οι επιπτώσεις της αγοράς, μολονότι αποσπασματικές, παρατάσσονται ήδη ενώπιον μας: – αυτοκινούμενα αμάξια – φάρμακα ( ανάλυση ιατρικών ιστορικών, ακτίνες χ, αρρώστιες, ιοί ) – ρομποτική ( όλα τα διαχειριζόμενα από μποτάκια συστήματα ) βιομηχανικός αυτοματισμός – ανάλυση και διαχείριση σύνθετων συστημάτων όπως το οδικό δίκτυο εντός μιας μητρόπολης – αυτόματα συστήματα διακυβέρνησης – ανάλυση και πρόβλεψη των καταναλωτικών τάσεων – ανάλυση και πρόβλεψη των μετεορολογικών και αγροτικών πεδίων – ανάλυση βίντεο, κειμένων και φωτογραφιών δημοσιευμένων στο διαδίκτυο – διαχείριση υλικοτεχνικού εξοπλισμού. Οι ιθύνοντες της σημερινής ”επανάστασης” βρίσκονται σε έναν περιορισμένο αριθμό επιστημόνων, υπερ-εξειδικευμένων τεχνικών σε μερικά κέντρα διάσπαρτα ανά τον κόσμο. Βρίσκονται όλοι στην εμβέλεια της αναρχικής διεθνούς, μιας οντότητας μαχητικής, παρότι περιορισμένης δύναμης. Τα πιο αξιόπιστα όπλα της; Θέληση και αποφασιστικότητα, αυτές οι ιδιότητες αρκούν ώστε να αντεπιτεθούμε, να επιβραδύνουμε αυτήν την τεχνολογική ”πρόοδο” που θέλουν να μας πείσουν πως είναι ασταμάτητη. Έχουμε ακόμα χρόνο στην διάθεση μας όπως και χώρο για αναστροφή, ειδικά καθώς το σύστημα δεν έχει ακόμα πλήρη επίγνωση του μεταβατικού αυτού σημείου και οι επενδύσεις, παρότι ογκώδεις, είναι μόνο η αρχή. Είναι πολύ πιθανό πως οι κυβερνητικοί γραφειοκράτες και οι υπηρεσίες πληροφοριών διεπόμενοι από μία χαρακτηριστική αδυναμία και ακαμψία αρκετή για να τους αποτρέψει από την συνολική κατανόηση της σημασίας ορισμένων εξελίξεων, οι οποίες προς εμάς εφόσον βρισκόμαστε θύραθεν των παραπάνω λογικών και εξειδικεύσεων, είναι ανάγλυφες. Ας πούμε πως η τοποθέτηση μας εκτός και εναντίον του συστήματος μας διανοίγει μία ευρύτερη έποψη, μία μεγαλύτερη πνευματική ελαστικότητα. Τα προσκόμματα για την κατανόηση μιας αντίστοιχης ”επανάστασης, ενός ομόλογου σημείου καμπής, θα ήταν ιδιαιτέρως απαιτητικό για κυβερνήσεις, κράτη και καπιταλιστές.

Αλλά τι θα ήταν αυτό το σημείο καμπής; αυτή η τεχνολογική ”επανάσταση”; Η αγροτική επανάσταση εξαπλώθηκε ανά τον κόσμο εδώ και χιλιάδες χρόνια, η βιομηχανική εδώ και εκατοντάδες, η επανάσταση της πληροφορικής τεχνολογίας εδώ και λίγες δεκαετίες και αναμένεται η αποκορύφωση, το ”σημείο δίχως επιστροφή” με ότι οι τεχνικοί και οι επιστήμονες προσφωνούν ως ”έκρηξη ευφυίας”. Το “Human Brain Project”, ιδρύθηκε το 2005 ελπίζοντας πως εντός 20 χρόνων θα καταφέρει να αναδημιουργήσει έναν ανθρώπινο εγκέφαλο. Αυτό θα πυροδοτήσει την περίφημη ”έκρηξη”, την μετάβαση από την ανθρώπινη στην (υπάνθρωπη) υπερευφυία. Οι επιστήμονες διατείνονται πως μόλις η ανθρώπινη νοητική ικανότητα επιτευχθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ( ακόμα και μήνες ) η έκρηξη ευφυίας θα πυροδοτηθεί, περιλαμβάνοντας μία εκθετική και ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των νοητικών δυνάμεων της Τεχνιτής Νοημοσύνης. Έκτοτε, ο κίνδυνος απεμπόλησης των ηνίων του πεπρωμένου μας θα γίνει πολύ υψηλός, προς ευχαρίστηση των μετανθρωπιστών, ο homo sapiens θα μετατραπεί σε κάτι άλλο, κάτι ακαθόριστο, ένα έκτρωμα της φύσης, ένας καρκίνος στο σώμα του πλανήτη μεγαλύτερος απ’ ότι ήδη είναι. Ευτυχώς για μας, οι επιστήμονες είναι εκ φύσεως συχνά υπερβολικά ”αισιόδοξοι” με το χρονοδιάγραμμα και ”αιθεροβάμονες” στις εικασίες τους. Μπορούμε να είμαστε εξίσου πεπεισμένοι για την δυνατότητα μας να αντισταθούμε αν όχι να αντιστρέψουμε τούτη την διαδικασία. Εξαρτάται από εμάς, από την διαύγεια μας, από τις δυνάμεις που αντέχουμε να μετερχόμαστε, από τα όπλα που αξιοποιούμε. Θαρρώ πως το σημαντικότερο στοίχημα είναι να μην καταποντιστούμε από την καταστροφολογία, η οποία αντί να μας ενδυναμώνει μας καναλιζάρει στην παραίτηση ενώπιον του αναπότρεπτου. Ούτως ώστε να αποκτήσουμε μία αντιπροσωπευτικότερη ιδέα του τεχνολογικού άλματος όπου ο προοδευτισμός μας υπόσχεται διαμέσου της υπερευφυίας, ας προχωρήσουμε στην ανάγνωση ορισμένων από τους κοινά αναγνωρισμένους ορισμούς των τεχνικών για την προαναφερθέν έννοια: «οιαδήποτε διάνοια ικανή για αγεφύρωτη υπέρβαση των συνειδητών αποδόσεων των ανθρώπινων όντων σε σχεδόν όλα τα πεδία ενδιαφέροντος», ήτοι, μια υπερευφυιής μηχανή είναι: «μία μηχανή ικανή να ξεπεράσει κατά πολύ όλες τις διανοητικές διεργασίες οποιουδήποτε ανθρώπινου όντως, όσο ευφυιές κι αν είναι». Σύμφωνα με όσους εργάζονται πάνω στο εγχείρημα, η υπερ-ευφυία θα αποτελέσει πανάκια απέναντι σε κάθε κακό, το λυχνάρι του Αλαντίν δόκιμο για την επίλυση όλων των ενεργειακών, μολυσματικών και οικονομικών προβλημάτων μας, θα ανακαλύψει την θεραπεία για κάθε αρρώστια, υπόσχεται ακόμα, αν όχι την αθανασία, μία μη-θνητότητα. Όμως, οι ίδιο τεχνικοί και επιστήμονες που ονειρεύονται τα μελλοντικά αυτά προοδευτικά άλματα ( τα οποία, ας είμαστε ειλικρινείς, αναπόφευκτα θα ευνοήσουν μόνο την τάξη των εσώκλειστων ) τα τρέμουν θεωρώντας την άφιξη τους αφάνταστα επικίνδυνη, αρκετά ώστε να κάνει τους κινδύνους της ατομικής εποχής, του πυρηνικού πολέμου, να φαίνονται ευτράπελοι. Επιστήμονες και τεχνικοί, μολονότι απέχουν πολύ από το να το πετύχουν, απεγνωσμένα αναζητούν εφικτές παγίδες ψηφιακής πραγματικότητας ώστε να το περιορίσουν, να το εξαπατήσουν, να το συγκρατήσουν μόλις φτάσουν σε αυτό το σημείο. Παρά τους φόβους ή τις ελπίδες, ο σιδερένιος νόμος της επιστήμης μας καταδικάζει στην ”πρόοδο”, να συνεχίσουμε προς τα εμπρός με κάθε κόστος, ακόμα και διακινδυνεύοντας την επιβίωση μας ως είδος. Ποια όμως αποτελεί χειρότερη καταδίκη για έναν σκλάβο από μία αθανασία που παρατείνει το άλγος μιας ζωής δίχως ελευθερία. Εμείς οι αναρχικοί διαθέτουμε ιδιαίτερη ευαισθησία πάνω σε αυτά τα θέματα επειδή τίποτα δεν απείλησε την ελευθερία μας τα προηγούμενα χρόνια περισσότερο από την ”πρόοδο”, την τεχνολογία. Δεν περιορίσαμε τους εαυτούς μας σε αναλύσεις κοινωνιολογικού περιεχομένου αναφορικά με την τεχνική και την τεχνολογία ανά τα χρόνια. Όσες από μας έρεπαν στην δράση, όσοι αναρχικοί εφάρμοσαν καταστρεπτικές άμεσες δράσεις διαμέσου άτυπων συντονισμών και ομάδων συγγένειας, έχουν αναπτύξει ένα θεωρητικό και πρακτικό οπλοστάσιο πάνω στους ευάλωτους και περιφεριακούς στόχους προς αξιοποίηση, οπτικές ίνες, καλώδια ρεύματος, πυλώνες… Η τάση έγκειται στην πρόταση να μετακινηθούμε από το κέντρο στην περιφέρεια του συστήματος οπού ο έλεγχος είναι μειωμένος και οι ζωτικές γραμμές, αν διακοπούν με πρόσφορα  για αναπαραγωγή μέσα ( φωτιά, μπουλονοκόφτες ) θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αξιοσημείωτο κόστος. Διεξάγεται εξάλλου αρκετός διάλογος πρόσφατα περί της παρεμπόδισης της ροής των προϊόντων. Η εν λόγω τάση, κυρίαρχη σήμερα μεταξύ πολλών εξεγερσιακών οφείλει την γέννηση της ( κατά την γνώμη μου ) στην αντιπαράθεση των αναρχικών της πράξης στo παραδοσιακό αντάρτικο πόλης των Ερυθρών Ταξιαρχιών ( Red Brigades ), όταν και η φράση κλειδί για τους αναρχικούς έγινε ο ισχυρισμός πως το κράτος στερείται καρδιάς ή κέντρου. Εντωμεταξύ, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες αναμασούσαν την επιτακτικότητα της επίθεσης στην ”καρδιά του κράτους” μέσω της στοχοποίησης των πιο επιφανών φιγούρων του. Πολλές δεκαετίες κύλησαν έκτοτε, τα πάντα άλλαξαν, όμως αυτή η ”φόρμουλα” με άλλοτε αδιαμφισβήτητη σημασία κατέντησε ένα ”συναξάρι”, ένα ”δόγμα” διαιονίζοντας τον εαυτό της αναλόγως, χάνοντας ολοένα και περισσότερο το νόημα της και καταλήγοντας ένας προάγγελος αμβλύνοιας, πνευματικής αυχμηρότητας, μία δικαίωση για ανείπωτες ανησυχίες. Η παραπάνω μεθοδολογία, τουλάχιστον όσον αφορά την χώρα που κατοικώ, έχει υποβαθμιστεί σε μία άρνηση ( ποτέ ανοιχτά αναγνωρισμένη αλλά στην πραγματικότητα καιρό εγκατεστημένη ) να πληχθούν ανθρώπινοι στόχοι, οι άμεσα υπεύθυνοι για την συστημική αχρειότητα. Για πολλές αναρχικές υπάρχει αποκλειστικά το ”σαμποτάζ” και η καταστρεπτική δράση ( να χτυπάς και να καταστρέφεις πράγματα ). Η αποκλειστικότητα αυτής της πρακτικής είναι επίσης διαδεδομένη στον οικοαναρχικό περίγυρω, με ελάχιστες εμβριθείς εξαιρέσεις, όπως αυτή του Tedd Kaczynski. Τα ALF και ELF υιοθετούν εξίσου αυτήν την ροπή να αποκλείουν τις βίαιες δράσεις εναντίον ανθρώπων ( ωσαύτως με λιγοστές σποραδικές εξαιρέσεις ). Αυτές οι ”οργανώσεις” παραμένουν τιμαλφείς για περαιτέρω λόγους όπως ένεκα ότι αποτελούν έξοχο παράδειγμα (όντας καλοσυγκροτημένα) του πως μπορεί κάποια να ”οργανωθεί” υπό έναν άτυπο τρόπο. Όπως αρέσκονται κάποιοι σύντροφοι να το θέτουν ” η οργάνωση δίχως να έχει ή να αναζητά οργάνωση”. Κατά την άποψη μου, η επίδραση τους στις μετέπειτα πρακτικές της FAI-FRI είναι πέραν πάσης αμφιβολίας, αρκεί να λάβεις υπόψιν την επικοινωνία τους μέσω δράσεων και συντονισμένων διεθνών εκστρατειών τους. Ευελπιστώ να ευκαιρίσουμε μιλώντας πιο καταλεπτώς σε σχέση με αυτό αργότερα…Εδώ στην Ιταλία, στον χώρο των αναρχικών, μόνο μερικές δράσεις κινήθηκαν ενάντια σε αυτό το ρεύμα τα τελευταία χρόνια. Τα χιλιοαπαξιωμένα ”παγιδευμένα δέματα”, μία αρχαία πρακτική η οποία ότι κι αν πείτε αποτελεί κληρονομιά της αναρχικής ”παράδοσης”. Απλά θυμηθείτε τους ”Γκαλλεανιστές” στην Αμερική, ή τα εκρηκτικά μπαούλα αποσταλμένα εναντίον των μεγαλύτερων Ιταλικών εκδοτικών οίκων, από [Ιταλούς] αναρχικούς που διέφυγαν κατά την διάρκεια του φασιστικού καθεστώτος καταφεύγοντας στην Γαλλία, για να αναφερθώ επιγραμματικά σε κάποια. Όπως έχω ήδη ισχυριστεί στο παρελθόν, η διαστρεβλωση της ”ιστορίας”, η κάθαρση άβολων γεγονότων, δεν συνιστά αποκλειστικό ιδίωμα του Σταλινισμού, ακόμα και εμείς ως αναρχικοί το αναπαράγουμε στην μικρή μας κλίμακα, συνήθως ασυνείδητα. Αναφέρεσαι στο κίνημα των Λουδιτών, αναρχικοί, και όχι μόνο, υπερβολικά συχνά επικαλούνται το εν λόγω κίνημα εν είδει χαρακτηριστικού παραδείγματος της πρακτικής του ”σαμποτάζ”, παραγράφοντας οιοδήποτε ιστορικό δεδομένο κρίνεται δύσπεπτο για ένα συγκεκριμένο φάσμα δράσεων. Οι φόνοι αποτελούσαν εξίσου ένα αναπόσπαστο σύνεργο των Λουδιτών, δεν περιοριζόντουσαν στην καταστροφή αργαλειών. Το 1812, ο William Horsfall, ιδιοκτήτης ενός εργοστασίου υφασμάτων, πυροβολήθηκε ( πέφτοντας νεκρός ) σε μία ενέδρα. Λίγες μέρες πριν είχε υποσχεθεί στους εργαζόμενους του πως θα έπνιγε οποιαδήποτε εξέγερση και ότι αίμα λουδιτών θα κυλούσε μέχρι και στο σαμάρι του. Όμως αυτός στο τέλος βρέθηκε πνιγμένος στο ξέχειλο αίμα του. Τρις λουδίτες κρεμάστηκαν για αυτήν την χειρονομία ανταρσίας. Δεν επρόκειτο περί μεμονωμένης περίπτωσης, διαβάζοντας εντούτοις τις ακριβοδίκαιες εξιδανικεύσεις του Λουδισμού, σπανίως ακούμε να αναφέρονται αυτού του είδους οι δράσεις. Γιατί; Είναι το ”σαμποτάζ” ενδεχομένως πιο ανατρεπτικό, πιο επικίνδυνο για το σύστημα από την φυσική εξόντωση ενός αφεντικού; Σαφώς σήμερα συμπεριλαμβάνει μια πιο δραστική αντίδραση του κατεστημένου με περισσότερη καταστολή. Ο ”φόβος” όμως δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος, μας αποκόπτει από την λογική μας, μας στερεί την επαφή με την πραγματικότητα. Πιθανώς, η εντύπωση της απομάκρυνσης από την πραγματικότητα να απορρέει από τους τόμους επί τόμων, από τις αμέτρητες ”κοινωνιολογικές” αποκρίσεις των αναρχικών σχετικά με τον όρο τρομοκρατία, του πως αυτός ο όρος δύναται να μας περιθωριοποιήσει όντας αποκλειστικά ένα εξουσιαστικό προϊόν. Η τρομοκρατία είναι μία πρακτική κοινή μεταξύ των αναρχικών ( όπως και μεταξύ σχεδόν όλων των επαναστατικών και λαϊκών κινημάτων ανά την ιστορία ) που ανέκαθεν επιστράτευαν. Δεν θα κουραστώ ποτέ να το επαναλαμβάνω παρά του πόσο δυσάρεστο ακούγεται ή αφορμή για καταστολή μπορεί να γίνεται, επειδή πιστεύω πως η διανοητική ειλικρίνεια και η συνέπεια πηγαίνουν χέρι χέρι, και προκειμένου να είναι αξιόπιστες, δηλαδή αποτελεσματικές, στην πράξη, οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας και τους άλλους, όχι αποζητώντας την άμεση ευκολία αλλά την διορατική προοπτική. Η τρομοκρατία, προοριζόμενη ως πρακτική να διαχύσει τον τρόμο στα ενδότερα των κυρίαρχων τάξεων, όπως έκανε ο Emile Henry, όπως κάνανε οι Αλγερινοί χτυπώντας Γαλλικά μπαρ, ( τα παραδείγματα αφθονούν ) ανεξαρτήτως του πόσο αμφιλεγόμενη μπορεί να είναι σε ”ηθικό” επίπεδο, ποτέ δεν αποξένωσε καμία και η ιστορία μας το αποδεικνύει. Η τρομοκρατία προερχόμενη από τα κάτω και στοχεύοντας τους από πάνω διαθέτει υπέρ της όλες τις δικαιολογήσεις του κόσμου. Συγχώρεσαι με για την ενδεχόμενη παρέκβαση μου από το θέμα, όφειλα όμως να θίξω ορισμένα ζητήματα, ακόμα κι αν είναι άβολα. Ας συνεχίσουμε στην επόμενη ερώτηση…

[Δημοσιεύθυκε στο Αναρχικό περιοδικό “Βιτριόλι”, n. 2, Φθινόπωρο 2018]

Πηγή:darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

 

Για το Δεύτερο Μέρος: Ποια Διεθνής; 2
Για το Τρίτο Μέρος: Ποια Διεθνης; 3

Χιλή: Γράμμα του αντιεξουσιαστή φυλακισμένου Juan Flores Riquelme

” Περιστοιχίζουμε τους εαυτούς μας με όσες επιλέγουν και εξάρουν την ασυνθηκολόγητη επίθεση, συνεχίζοντας την παράδοση αιώνων μαύρης δράσης. Κληρονομούμε το μίσος όσων εξέπνευσαν κραδαίνοντας τα όπλα τους, όσων έπεσαν πετώντας βόμβες. ”

Μία νέα προσέγγιση στην σφοδρότητα και στην ανυποταξία. Ένα νέο νεύμα στους πυρήνες και στις ατομικότητες σε μόνιμη σύγκρουση με την καθεστηκυία τάξη. Και σε όλες όσες αναγνωρίζουν τις εαυτές τους ως αδιάλλακτους εχθρούς της εξουσίας!!!!
Όμορφα κοντά σε κάθε δράση ενάντια στην κυριαρχία τα πλήγματα στις δομές της, αδερφοί και συνεργοί πάντα μας ωθούν να επιστρέφουμε ξανά και ξανά στις επιλογές μας, πάντα επανεπικυρώνοντας τες εξακολουθούμε να μαχόμαστε για την ολική απελευθέρωση και την αυτόνομη δράση, η οποία θραύει την πνιγηρή κανονικότητα της πολιτισμένης αυτής κοινωνίας εντός και εκτός των τειχών. Συνωμοσίες και επιθέσεις έμφορτες με κουράγιο, εκδίκηση και αλληλεγγύη. Αυτές τις μέρες, τα αδέρφια που μας κρατούν υπόχρεους, ταξίδεψαν κοντά μας γνωρίζοντας πως το να βαδίζουμε απόλυτα ήρεμοι δεν είναι πιθανό ούτε κλειδωμένοι εντός των φυλακών τους, χαρίζοντας μας μέσω αυτών των ενεργειών λίγο περισσότερο οξυγόνο σε αυτό το δυσμενές παρόν και ένα χαμόγελο συνενοχής. Η αναβάθμιση της σύγκρουσης είναι ακόμα σε πλήρη εξέλιξη στις ζωές μας, ανυπόμονοι να επιτεθούμε εκ νέου στην κυριαρχία, συνεχίζουμε αγέρωχα να προασπιζoυμε την δυνατότητα να αναπτυσσόμαστε χωρίς να υπακούμε, ακόμα και χωμένοι στις φυλακές τους.

Η αχαλίνωτη προέλαση ενάντια σε κάθε προγνωστικό στο μονοπάτι του κοινωνικού πολέμου είναι απότοκο ενός εξεγερμένου βίου, μακριά από δισταγμούς και ανώριμες οπτικές… Τιμώντας την απόφαση μας να πολεμήσουμε και να επιτεθούμε στην εξουσία ακόμα κι αν το τίμημα είναι υψηλό, επενδύουμε στην πραγματική σύγκρουση με το καπιταλιστικό σύστημα, υπολογίζοντας με σύνεση όλες τις επιπτώσεις στην πορεία αυτού του πολέμου.

” Όσοι αποφασίζουν να αποστατήσουν ενάντια στην εκ γεννησιμιού εγκατεστημένη μιζέρια, γνωρίζουν μόνο δύο καταλήξεις: φυλακή και θάνατος, εμείς ψιθυρίζουμε μία τρίτη εκδοχή, ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ ”.

Ανταποκρίνομαι στο κάλεσμα των αδελφών μου, όσων αναγνωρίζω σαν συντρόφους στις αντιλήψεις και τις πράξεις, στην ζωή και στον θάνατο, ξεδιπλώνω το ουρλιαχτό μου, συγγενές στο δικό σας καθώς ανήκουμε στην ίδια αγέλη και μοιραζόμαστε τον ίδιο τρόπο σύλληψης και αντιμετώπισης του εξουσιαστικού κόσμου.

Ας εμφυσήσουμε ζωή σε κάτι, κάτι ισχυρό που κατακαίει και καταστρέφει οτιδήποτε εξυπηρετεί την κυριαρχία και την μπουρζουαζία…κάτι που εκδικείται και ανατρέπει το υπάρχον εκμαγείο με σύνολη την οργή μας, εξασφαλίζοντας διαρκώς πως ο βρυχηθμός τους χάους θα σπάσει τα τύμπανα κάθε ισχυρού ανθρώπου!!!!

Juan Alexis Flores Riquelme
Αντιεξουσιαστής κρατούμενος

Πηγή: darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

Χιλή: Απόσπασμα από την δήλωση του συντρόφου Francisco Solar στο δικαστήριο: Αναλαμβάνοντας την Ευθύνη

[Χιλιανές Φυλακές] Αναλαμβάνοντας την ευθύνη. Απόσπασμα από την δήλωση του Αναρχικού συντρόφου Francisco Solar.

Απόσπασμα από την δικαστική διακήρυξη του αναρχικού συντρόφου Francisco Solar αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την αποστολή εκρηκτικών δεμάτων στο 54ο τμήμα των Carabineros [Ομοσπονδιακή Αστυνομία Χιλής] και εναντίον του πρώην Υπουργού Εσωτερικών, Rodrigo Hinzpeter τον Ιούλιο του 2019, δράση ανειλημμένη από τις ‘‘Αντάρτικες Συνενοχές/Φράξια Εκδίκησης καθώς επίσης και για την διπλή επίθεση στο κτήριο Tánica στις 27 Φεβρουαρίου, 2020, δράση ανειλημμένη από τις ”Οπλισμένες Συγγένειες μες στην Εξέγερση”.

(…)Το Νοέμβρη του 2017, το πλάνο ήταν να απομακρυνθούμε από τις μεγάλες πόλεις, κυρίως του Σαντιάγκο, εξαιτίας του φρενήρη ρυθμού ζωής και να ξεκινήσουμε ένα αυτο-συντηρούμενο εγχείρημα. Μολονότι έτεινα προς αυτόν τον τρόπο ζωής, δεν έπαψα να πιστεύω πως ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος πάλης εναντίον ενός κυρίαρχου συστήματος θεμελιωμένου στην εξουσία και στην αρπαγή είναι διαμέσου βίαιης επαναστατικής δράσης. Μοναχά ελέω αυτής δυνάμεθα να κουρσέψουμε στιγμές αποσταθεροποίησης οι οποίες καίτοι φευγαλέα στιγμιότυπα, αποκαλύπτουν την τρωτότητα της κυριαρχίας.

Στα μέσα του 2018 αποφάσισα να αποζητήσω δράση αυτού του είδους (…) Μόλις καταστάλαξα στην απόφαση μου αρχίνησα να διερωτώμαι περί του στόχου, έχοντας ως δεδομένο πως εφόσον θα αντιμετώπιζα μεγάλο ρίσκο, η δράση όφειλε να είναι αντιστοίχως ισχυρή. Σκέφτηκα να πραγματοποιήσω μια δράση εν είδει απάντησης, ως εκδίκηση εναντίον ανθρώπων συνυφασμένων με την καταστολή και την επιχειρηματική ελίτ. Αμφότερα τα κριτήρια μου καλύπτονταν πλήρως από τον Rodrigo Hinzpeter, ο οποίος το 2019 ήταν διαχειριστής της Quiñenco group, με πρόεδρο τον Andronico Luksc. Ο Hinzpeter υπήρξε επίσης Υπουργός Εσωτερικών υπό την πρώτη κυβέρνηση Piñera, αφήνοντας στο διάβα του ίχνη καταστολής δύσκολο να λησμονηθούν. Ανηλεώς κατέπνιξε κοινωνικές και μαθητικές κινητοποιήσεις ενώ επιχείρησε να περάσει ένα νομοσχέδιο έμφορτο με παντός είδους απαγορεύσεις, γνωστό πλέον ως νόμος του Hinzpeter. Στην θητεία του ως Υπουργός Εσωτερικών ήταν επιπλέον πολιτικά υπεύθυνος για την δολοφονία του νεαρού Manuel Gutiérrez, κατέστειλε σκληρά κοινωνικές διαμαρτυρίες στο Aysén και στην Freirina, στρατιωτικοποίησε περαιτέρω την περιοχή των Μαπούτσε με απότοκο εκατοντάδες τραυματισμούς, πολλοί εξ αυτών παιδιών, και αναρίθμητες φυλακίσεις.

Τον Αύγουστο του 2010, μαζί με δεκατρία ακόμα άτομα, υποβληθήκαμε στις κατασταλτικές ονειρώξεις του Hinzpeter, ο οποίος ανυπομονώντας να θέσει ένα τέλος στις αλλεπάλληλες βομβιστικές επιθέσεις, πραγματοποιημένες κυρίως στο ανατολικό τμήμα της πρωτεύουσας από το 2005, μας φυλάκισε δια κατασκευασμένων στοιχείων, προσλαμβάνοντας κρατουμένους πρόθυμους να επιβεβαιώσουν το αφήγημα της δίωξης, ενός αφηγήματος που αναφερόταν στην ύπαρξη μιας τρομοκρατικής συνωμοσίας.

Γι’ αυτούς τους λόγους αποφάσισα να επιτεθώ στον Hinzpeter, συμπεραίνοντας πως συνιστούσε απολύτως ευκταίο στόχο. Ξεκίνησα να μελετώ τον Hinzpeter (…) επισκέφθηκα το κτήριο Itaú ώστε να παρατηρήσω την ροή των προσώπων, ποιοι έμπαιναν και ποιοι έφευγαν. Επιχείρησα να εισέλθω στον 14ο όροφο, στα κεντρικά γραφεία της Quiñenco Group και απέτυχα λόγω του αυστηρού ελέγχου στην είσοδο(…) οπότε θεώρησα πως θα ήταν καλύτερο να στείλω ένα παγιδευμένο πακέτο συστημένο στο γραφείο του Hinzpeter για να εξασφαλίσω πως το δέμα θα άνοιγε από τα δικά του χέρια.

Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να διευκρινίσω πως οι αδιάκριτες επιθέσεις ποτέ δεν αποτέλεσαν μέρος των αναρχικών πρακτικών, οι στοχεύσεις μας είναι εναργώς διαμορφωμένες και στραμμένες εναντίον των υπαίτιων για την καταπίεση και την καταστολή. Καθώς πρόθεση μου ήταν να εξαπολύσω μία ηχηρή δράση (…) αποφάσισα να χρησιμοποιήσω δυναμίτη.

Το 2018 και στις αρχές τους 2019, το περιεχόμενο σημαδεύτηκε από αστυνομική κτηνωδία απέναντι σε μαθητικές κινητοποιήσεις εναντίον του Νομοσχεδίου Ασφαλών Τάξεων και για ποικίλα ακόμα αιτήματα. Ήταν σύνηθες να αντικρίζεις εικόνες καραμπινέρων να χτυπούν μαθητές που συναντούσαν, τραβώντας τους μέχρι και έξω από τις τάξεις τους προκειμένου να τους σύρουν στο αστυνομικό τμήμα. Να σημειωθεί πως ο αγώνας ενάντια στο Ley Aula Segura [Νομοσχέδιο Ασφαλών Τάξεων] ήταν ο άμεσος προκάτοχος της έκκλησης για φοροδιαφυγή που απηύθυναν οι φοιτητές ενόψει των αυξήσεων στην τιμή εισιτηρίου του Μετρό, αποτελώντας έναυσμα για το ξέσπασμα της εξέγερσης στις 18 Οκτώβρη.

Δίχως την επιμονή των μαθητών πιθανώς τίποτα απ’ όσα συνέβησαν την εν λόγω μέρα δεν θα είχε διαδραματιστεί, συνεπώς επέλεξα να αντιδράσω στην αστυνομική βιαιότητα επιτιθέμενος στους μπάτσους εντός των ίδιων τους των εγκαταστάσεων. Η πρόθεση μου ήταν να τους χτυπήσω σαν θεσμό, για το τι εκπροσωπούν, για την αιμοσταγή ιστορία τους, τα βασανιστήρια και τους θανάτους. Αποφάσισα να επιτεθώ στο 54ο τμήμα των καραμπινέρος στο Huechuraba εν είδει χειρονομίας εκδίκησης για την δολοφονία της συντρόφου μου Claudia López τον Σεπτέμβρη του 1998.

Παρότι είναι έκδηλο πως οι εργαζόμενοι στο τμήμα αξιωματικοί το 2019 δεν ήταν οι ίδιοι που δολοφόνησαν την συντρόφισσα μου, ήταν το ίδιο μέρος που αποτέλεσε επιχειρησιακό κέντρο εκείνη την εποχή και συνεχίζει να αποτελεί για κάθε ημέρα διαδηλώσεων. Μέσω την δράσης μου ήθελα να παραδώσω μία απάντηση: πως κανένας και τίποτα δεν ξεχνιέται.

Η πρόθεση μου ήταν να τραυματίσω μόνο έναν καραμπινέρο, τον πιο υψηλόβαθμο, αυτός ήταν ο Ταγματάρχης Manuel Guzmán, έτσι, αποφάσισα πως η εκρηκτική ύλη δεν θα όφειλε να είναι μεγάλης ισχύος και επέλεξα να χρησιμοποιήσω μαύρο μπαρούτι μέσα σε έναν μεταλλικό κύλινδρο.

(….)

Η στόχευση της δράσης, ήτοι, να αντιδράσει στην επιθετικότητα των μπάτσων και ενός πρώην Υπουργού Εσωτερικών αλησμόνητου για τον κατασταλτικό του ρόλο και σήμερα διαχειριστή μιας οικονομικής δράκας ιδιοκτήτριας πρακτικά σύνολης της Χιλής, επιτεύχθηκε απόλυτα.

(…)

Αναφορικά με το αυτοαποκαλούμενο δεύτερο περιστατικό ( την επίθεση στην Tánica ), θα εξηγήσω ώστε να σκιαγραφήσω το πλαίσιο της δράσης. Η εξέγερση ξέσπασε στις 18 Οκτώβρη του 2019, ήταν ακόμα ζωντανή τους τελευταίους μήνες του 2019 όπως και στις αρχές του 2020, πολλές διαδηλώσεις διεξαγόντουσαν μέρα με την μέρα παρά την δριμεία αστυνομική καταστολή. Ο Μάρτης διαφαινόταν ως μήνας κλειδί όπου πολλά πράγματα μπορούσαν να συμβούν , μεταξύ αυτών ακόμα και η παραίτηση του Piñera. Ήταν μέσα σε αυτήν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα όταν επέλεξα να συνεισφέρω στην εξέγερση με την τοποθέτηση δύο εκρηκτικών μηχανισμών.

Το ανατολικό τμήμα της πρωτεύουσας είχε υπάρξει το επίκεντρο ορισμένων διαδηλώσεων πυροδοτώντας την αντίδραση όσων διέμεναν στις εν λόγω περιοχές ένεκα φόβου μήπως απειληθούν ή ακόμα κινδυνέψουν να απολέσουν τα προνόμια τους. Θα μπορούσε κάποια να προσέξει το πως άνθρωποι οι οποίοι διαδήλωναν ειρηνικά στην La Dehesa δέχθηκαν προσβολές ή και επιθέσεις, όπως επίσης και το πως στρατός και αστυνομία προστάτευσαν παρόμοιες γειτονιές σε μία πρόδηλη σύμπραξη δυνάμεων καταστολής και εύπορων τάξεων. Συνεπώς, επέλεξα να χτυπήσω αυτές τις συνοικίες, αλλά ειδικά μία γειτονιά εντός τους – την Santa Maria de Manquehue, τόπο έκδοσης της εφημερίδας El Mercurio, διαχρονικό ψιττακό των πλέον συντηρητικών φωνών της χώρας. Είμαι εμφατικός όσον αφορά την έγνοια μου να μην πληγωθούν άνθρωποι, διαταράσσοντας απλά την κανονικότητα της παραπάνω γειτονιάς. Προς απόδειξη του ισχυρισμού μου αναφέρω την αρχική μου ιδέα να τοποθετήσω τους εκρηκτικούς μηχανισμούς στις τουαλέτες του Café Kant, ευρισκόμενου μέσα στο κτήριο Tanica, αλλά εν τέλει εξαιτίας του ρίσκου να τραυματιστούν άνθρωποι απέρριψα αυτό το σχέδιο, διαλέγοντας αντ’ αυτού να τοποθετήσω έναν εκρηκτικό μηχανισμό στο πάρκινγκ της μεσιτικής εταιρίας Tánica, κάτω από έναν τσιμεντένιο πάγκο που θα απορροφούσε την έκρηξη.

Επίσης συνέλαβα ακόμα έναν στόχο επίθεσης, την τοποθέτηση ενός επιπλέον εκρηκτικού μηχανισμού στα κεντρικά της GOPE [Ειδικές Αστυνομικές Επιχειρησιακές Ομάδες], ο οποίος θα προγραμματιζόταν να πυροδοτηθεί μισή ώρα κατόπιν του πρώτου (….) ενόσω δηλαδή η GOPE θα διεξήγαγε έρευνες σε παρακείμενους χώρους, με αποκλειστικό σκοπό να τους χαρίσω μια καλή τρομάρα.

(…)

Επέλεξα να επιτεθώ στους καραμπινέρος διότι εκτός της ιστορικής τους υπόστασης ως εχθροί εμάς των αναρχικών, εκείνη την περίοδο είχαν ακρωτηριάσει εκατοντάδες μάτια (…) επιπλέον διάλεξα ως στόχο τους καραμπινέρος λόγω των τελεσμένων βασανισμών, ξυλοδαρμών, της δημιουργίας κέντρων βασανιστηρίων όπως αυτό στην υπόγεια διάβαση του Baquedano, το οποίο παρότι το δικαστικό σύμπλεγμα δεν αναγνωρίζει, όλοι ξέρουμε τι υπήρξε.

Από την αυγή της εξέγερσης αποτέλεσα κομμάτι των διάφορων κινητοποιήσεων σε καθημερινό επίπεδο και γινόμουν μάρτυρας, μέτρα μόνο μακριά μου, του πως νεαροί άνθρωποι έπεφταν καθημαγμένοι από σφαίρες και δακρυγόνα ευθείας βολής εκτοξευμένα από τα χέρια των καραμπινέρος. Για τους παραπάνω λόγους η εξέγερση αναγνώρισε τους καραμπινέρος ως έναν εκ των βασικών εχθρών της, οπότε, μία επίθεση ενάντια τους ήταν ουσιώδης και καθόλα ”δικαιολογημένη”.

Πηγή:darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

Μπροσούρα – Το άρωμα της φωτιάς: Η Οργή της Απόγνωσης σε έναν Τριπολικό κόσμο – Gustavo Rodríguez [I am Dynamite Editions]

”Το θειώδες άρωμα από την καύση της βενζίνης και των παράγωγων της, προκαλεί μία αλάθητη οσφρυτική αίσθηση που διεγείρει μία συγκεκριμένη παροδική κατάσταση έκστασης και ασυνείδητα μας αποστέλλει μία διαδοχή συνυφασμένων μεταξύ τους εικόνων φορέων αστείρευτης απόλαυσης: ένα φλεγόμενο τμήμα, μία φυλακή απανθρακωμένη, ένα συγκρότημα κεραιών αποκαΐδια, ένα πυρπολημένο περιπολικό ή ένα καμένο εμπορικό κέντρο. Αυτό το γίγνεσθαι-φωτιά – η οποία φωτίζει τον νυχτερινό ουρανό – προσφέρει μία λυτρωτική ταραχή που κανένα άλλο μέσο, καμία πολεμική μηχανή, δεν μπορεί να αναδείξει. Μία χειρονομία καινοτόμα ώστε να γίνει η αναρχία αισθητή μέσα από φωτιές καταστροφής.

– Gustavo Rodríguez

Διαδικτυακή Μπροσούρα στα Αγγλικά: Το άρωμα της φωτιάς σε έναν τριπολικό κόσμο.

Οι εκδόσεις I am Dynamite παρουσιάζουν την πρώτη τους έντυπη δημοσίευση της πολυαναμενόμενης μετάφρασης στα Αγγλικά του έργου του αναρχικού συντρόφου Gustavo Rodríguez: Το άρωμα της φωτιάς: Η Οργή της Απόγνωσης σε έναν Τριπολικό κόσμο ( επανεξετάζοντας τον αγώνα από μία αφορμαλιστική αναρχική προοπτική).

Με την πρώτη μας δημοσίευση εκκινούμε το εκδοτικό μας εγχείρημα αποβλέποντας στην προώθηση της άτυπης εξεγερσιακής αναρχικής πράξης και
της Μαύρης Αναρχίας.

Περισσότερο από ποτέ ορθώνεται η ανάγκη για ανάλυση και κριτική των περασμένων, των σημερινών και των μελλοντικών συστημάτων κυριαρχίας, ομοίως και των αγώνων εναντίον τους. Αυτή είναι η συνεισφορά μας στην νεοεμφανιζόμενη εν εξελίξει εξεγερσιακή σύγκρουση, για το καταστροφικό τέλος του υπάρχοντος.

Μελλοντικές δημοσιεύσεις θα ακολουθήσουν…

Εκδόσεις I am Dynamite

iamdynamiteeditions[at]riseup.net

Υ.γ: Με καθυστέρηση εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη και την διαρκή αναρχική μας συνενοχή σε όσους συντρόφους μας βοήθησαν στο μακρύ και δύσβατο αυτό ταξίδι να δημιουργήσουμε τις εκδόσεις. Κάλλιο αργά παρά ποτέ!

Πηγή:darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

 

*Υστερόγραφο των μεταφραστών. Η μετάφραση της μπροσούρας στα Ελληνικά έχει ήδη αναληφθεί από συντρόφους και συντρόφισσες.

Serafinski : Ατόφια άρνηση και απόλαυση

«Το πάθος για καταστροφή είναι ένα δημιουργικό πάθος». -Mikhail Bakunin

 

Αυτό το κάλεσμα του Bakunin για υιοθέτηση της επιθυμίας για καταστροφή σχηματίζει τη ραχοκοκαλιά τόσο της αναρχικής όσο και της αναρχο-νιχιλιστικής σκέψης. Η δεύτερη παίρνει αυτό το αξίωμα και πορεύεται μαζί του, υποστηρίζοντας πως απέναντι στο παγκόσμιο σύστημα κυριαρχίας, μοναδικός μας στόχος είναι το να καταστρέψουμε το σύνολο όσων το αποτελούν. Αυτό βρίσκεται σε άμεση αντίθεση με άλλες αναρχικές τάσεις που δίνουν μια έστω ελάχιστη έμφαση σε “θετικά προγράμματα” ή σε προσδοκίες για την οικοδόμηση κάτι ιδεώδους μέσα στον παρόντα κόσμο, ή ακόμα για την κατάρτιση σχεδίων εν αναμονή της κατάρρευσης του τωρινού συστήματος. Ο αναρχο-νιχιλισμός αντιλαμβάνεται τα θετικά προγράμματα ως έργο κάποιων που “συγχέουν την επιθυμία με την πραγματικότητα, και επεκτείνουν αυτή τη σύγχυση στο μέλλον”, είτε δίνοντας υποσχέσεις για τα επιτεύγματα ενός επαναστατικού μέλλοντος, είτε επιχειρώντας να εφαρμόσουν αυτές τις συνθήκες μέσα στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Τέτοιες θετικές προσδοκίες δεν προσφέρουν τίποτα περισσότερο από ένα αιωρούμενο καρότο το οποίο παίρνουμε στο κατόπι, σε μια κατάσταση μέσα στην οποία το ρόπαλο, το σκοινί και τα “έπαθλα της παρηγοριάς” θα πρέπει να καταστραφούν. Το παράδειγμα εκείνων που έζησαν υπό την εξουσία των ναζί απεικονίζει μια κατάσταση στην οποία, για τους κρινόμενους ως ballastexistenzen, τα θετικά οράματα ήταν ακατανόητα: εναλλακτικές δομές ή μακροχρόνια σχέδια ήταν αστεία, εκτός από εκείνα που δεν θα στόχευαν παρά στην καταστροφή. Το να είσαι βυθισμένος σε μια κοινωνική τάξη πραγμάτων σαν της ναζιστικής Γερμανίας, με τόσο έντονα τα χαρακτηριστικά της βίας και του ελέγχου, δικαιολογούσε μια αντίδραση απόλυτης εχθρότητας, ατόφιας άρνησης. Κατά τον ίδιο τρόπο αντιλαμβάνεται και ο αναρχονιχιλισμός την υπάρχουσα τάξη στο σήμερα, δίχως τη δυνατότητα μιας κάποιας θετικής ατζέντας. Ότι κι αν οικοδομήσουμε μέσα στα όριά της θα ενσωματωθεί, θα στραφεί εναντίον μας:”Αντιλαμβανόμαστε πως μόνο όταν όλα τα υπολείμματα του κυρίαρχου τεχνο-βιομηχανικούκαπιταλιστικού συστήματος θα έχουν γίνει αποκαΐδια, θα είναι εφικτό να ρωτήσουμε: Τι κάνουμε τώρα”. Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή σκέψης, η σημερινή μας κατάσταση είναι παρόμοια με αυτή των lager, στον βαθμό που μαζικά σχέδια, απόπειρες για τη δημιουργία ενός νέου κόσμου μέσα στο κέλυφος του παλιού, είναι απλώς εκτός τόπου. Τα φυλακισμένα μέλη της ΣΠΦ γράφουν: “Εμείς ως αναρχικοί-μηδενιστές, σε αντίθεση με άλλους αναρχικούς κύκλους, δεν μιλάμε για το μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων σε μια πιο απελευθερωτική εκδοχή, αλλά προωθούμε την απόλυτη καταστροφή και την εκμηδένισή τους. Γιατί μόνο μέσα από την ολοκληρωτική καταστροφή του σύγχρονου κόσμου της εξουσίας και του πολιτισμού τής εκμετάλλευσης των ανθρώπων, των ζώων και της φύσης, μπορεί να χτιστεί κάτι νέο. Όσο πιο βαθιά γκρεμίζεις τόσο πιο απελευθερωμένα χτίζεις”

Τα οράματα που εξεγερμένοι τείνουν να υιοθετούν για το πως θα είναι η ζωή Μετά Την Επανάσταση δεν είναι απλώς μη παραγωγικά αλλά και επικίνδυνα επειδή θεωρούν πως ένα ενιαίο όραμα για τη ζωή είναι επιθυμητό. Τέτοιες συζητήσεις για το μέλλον επιχειρούν να τσουβαλιάσουν ένα τεράστιο φάσμα πιθανοτήτων και να το περιορίσουν σε ένα “ιδεώδες” αναρχικό μονοπάτι. Γράφει η ΣΠΦ:”Ακόμα και μέσα στους αναρχικούς κύκλους συχνά γίνονται κουβέντες για τη μελλοντική οργάνωση της ‘αναρχικής’ κοινωνίας, την εργασία, την αυτοδιαχείριση των μέσων παραγωγής, την άμεση δημοκρατία κ.α. Για εμάς τέτοιες συζητήσεις και προτάσεις μοιάζουν σα να χτίζουν ένα φράγμα στην ορμή του χειμάρρου της αναρχίας”

Ακόμη κι εκείνοι που αντιστάθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ασχολήθηκαν κάποιες φορές με αντίστοιχες πολιτικές φαντασιώσεις. Στο Buchenwald, για παράδειγμα, τρεις μυστικές οργανώσεις συνεργάστηκαν το 1944 για να προγραμματίσουν μια μελλοντική γερμανική κυβέρνηση, την ίδια στιγμή που άλλες οργανώσεις επικέντρωναν στο να σώζουν ζωές και να ασκούν συντονισμένη αντίσταση. Ο νιχιλισμός μάς ωθεί να σκεφτούμε το γεγονός πως τέτοιοι προγραμματισμοί είναι απλώς μη απαραίτητοι και περιπλέκουν τον πλέον άμεσο στόχο της άρνησης. “Δεν χρειάζεται να ξέρεις τι θα γίνει αύριο για να καταστρέψεις ένα σήμερα που σε κάνει να αιμορραγείς” μας λέει η ΣΠΦ. Από τα θεμέλια αυτής της κριτικής, ο νιχιλισμός αναγνωρίζει μια κοινή παγίδα που έχει βιωθεί από αναρχικούς: τη σαγηνευτική παρόρμηση να αναγνωριστούμε με τρόπο θετικό μέσα στην κοινωνία, παρά το ότι παλεύουμε για την καταστροφή της. Έτσι, οι αναρχικοί απαντούν στις κριτικές για τις καταστροφές που προκαλούν, με την υπενθύμιση των όσων προσφέρουμε στην κοινωνία • όταν δεν εξεγειρόμαστε κάνουμε οργανωτική δουλειά μέσα στις κοινότητες, μαγειρεύουμε για τα κοινωνικά συσσίτια, παίζουμε μουσική κλπ.

Η άρνηση, ωστόσο, δικαιώνεται από την ίδια την ύπαρξη της κυρίαρχης τάξης, όχι από τα διαπιστευτήριά μας ως ακτιβιστές. οι εξεγέρσεις μας δικαιώνονται όχι από την κοινωνική συνεισφορά μας αλλά επειδή αναγκαζόμαστε να υπάρχουμε κάτω από την μπότα μιας τερατώδους κοινωνίας. Θετικά σχέδια είναι τα μέσα επιβίωσης εντός αυτής της τάξης- η άρνηση είναι το σχέδιο της ολοσχερούς καταστροφής της. Και το Baedan στρέφεται εναντίον αυτής της τάσης, επιμένοντας ότι τίποτα δεν έχουμε να κερδίσουμε αποκρύπτοντας τις πραγματικές μας προθέσεις: “Αντιλαμβανόμαστε την καταστροφή ως αναγκαία και την επιθυμούμε ως το τέρμα. Δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε με το να ντρεπόμαστε ή να μην έχουμε εμπιστοσύνη σε αυτές μας τις επιθυμίες. Αυτός ο κόσμος πρέπει να εκμηδενιστεί στην κάθε του στιγμή, όλος, αμέσως. Το να διστάζουμε απέναντι σε αυτή την αποστολή, το να διαβεβαιώνουμε τους εχθρούς μας για τις καλές μας προθέσεις, είναι η πλέον χοντροειδής ανεντιμότητα”.

 

απόλαυση

 

Παρά τους μελαγχολικούς συνειρμούς, η δέσμευση στην ατόφια άρνηση βρίσκει τις πιο ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις της ως ένα χαρούμενο, δημιουργικό και απεριόριστο σχέδιο. Αξιοσημείωτη είναι η χρήση από το Bedan της γαλλικής λέξης jouissance η οποία μεταφράζεται ως απόλαυση, αλλά μπορεί να λάβει μια σειρά από συνδηλώσεις που σχετίζονται με την “απολίτιστη επιθυμία”, με τον “θρυμματισμό της ταυτότητας και του νόμου”, και που “κομματιάζουν την υποκειμενική μας υποδούλωση στον πολιτισμό του καπιταλισμού”. Η απόλαυση είναι μια εκστατική ενέργεια που τη νιώθουμε αλλά ποτέ δεν την κάνουμε δική μας, που μας ωθεί μακριά από κάθε μορφή κυριαρχίας, αντιπροσώπευσης ή αυτοπεριορισμού, και μας υποχρεώνει να κινηθούμε μακριά από τον πολιτισμό, προς την ολοκληρωτική απειθαρχία. Είναι “η διαδικασία που στιγμιαία μας απελευθερώνει από τον φόβο του θανάτου” και εκφράζεται “ως γαλήνια απόλαυση του παρόντος μας” ή ως “ικανοποίηση που δεν μπορούμε να ονοματίσουμε”. Η απόλαυση είναι ο πλούτος της ζωής που προκαλείται από την αντίσταση, το πνεύμα που επέτρεπε στη Maria Jakobovics να συνεχίζει τις πράξεις σαμποτάζ, παρά το χτύπημα του ρόπαλου και την απειλή της κρεμάλας, κι ίσως το πνεύμα που επιτρέπει σε πολλούς από εμάς να ζούμε ζωές αντίστασης σε καταστάσεις απολύτως ενάντιές μας. Είναι η ενστικτώδης εμπειρία της άρνησης ως εκστατική απελευθέρωση.

Αν και το πνεύμα της απόλαυσης διακατέχει πολλά αναρχικά κείμενα, είναι ο νιχιλισμός αυτός που το προσεγγίζει με τον πλέον καθαρό εναγκαλισμό. Για πολλούς νιχιλιστές, η απόλαυση είναι ο πυρήνας του αναρχισμού. Δίχως προσδοκίες για έναν μελλούμενο κόσμο, δίχως σεβασμό σε κάποιον ηθικό κώδικα, δίχως προσήλωση στον “σωστό τρόπο” για να γίνονται τα πράγματα, ο νιχιλισμός αγκαλιάζει την πράξη της αντίστασης ως αυτοσκοπό. Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα, η χαρά τού να κατουράς μέσα σε ένα πύραυλο των ναζί δεν μπορεί να συγκριθεί με τα ρίσκα ή τα αποτελέσματα της πράξης. Δίχως να χρησιμοποιούν σαφώς τη λέξη, κάποια φυλακισμένα μέλη της ΣΠΦ περιγράφουν τέλεια την απόλαυση: “Σημασία δεν έχει η νίκη ή η ήττα, παρά μόνο τα μάτια μας που λάμπουν τόσο όμορφα όταν πολεμάμε”. Η έμφαση στην πράξη, δίχως πρόσδεση στα αποτελέσματά της, είναι μια από τις πλευρές του νιχιλισμού που τον έχουν κάνει μια Τόσο προβληματική δύναμη για τους άλλους αναρχικούς. Οι κριτικές στον νιχιλισμό βλέπουν αυτό το είδος έμφασης στην απόλαυση και στην άρνηση ως απλώς μια μορφή βολικής υποχώρησης στο προσωπικό βίωμα, καθώς “πονάει πάρα πολύ το να ελπίζεις στο απίθανο, να φαντάζεσαι ένα μέλλον στο οποίο δεν μπορείς να πιστέψεις”? Κι ενώ αυτή η κριτική έχει κάποια αξία, πιστεύω ότι σε μεγάλο βαθμό τής ξεφεύγει η δύναμη της νιχιλιστικής θέσης και η ομορφιά της απόλαυσης. Ότι κι αν επιλέξουμε να κάνουμε σε συνάρτηση με αυτή την κριτική, όσο στρατηγικά, φιλόδοξα ή αισιόδοξα κι αν αισθανόμαστε, η κατανόηση του γιατί αντιστεκόμαστε μπορεί να είναι στέρεα ριζωμένη μοναχά σε έναν τόπο απόλαυσης. Σκέφτομαι πως η νιχιλιστική θέση αφήνει Χώρο και για νίκες, ενώ όμως ταυτόχρονα αναγνωρίζει πως η ικανότητά μας να πραγματώνουμε νίκες δεν είναι ταυτόσημη με τη δέσμευσή μας στην απελευθερωτική δράση. Ακόμα κι όταν ξεμένουμε από αισιόδοξη ρητορική και ιστορίες που μας εμπνέουν, οι ζωές μας μπορούν ακόμα να είναι προσανατολισμένες ενάντια στον πυρήνα της κοινωνίας. Ακόμα κι από θέση απώτατης απελπισίας, μπορούμε ακόμα να βρίσκουμε μέσα μας την απόλαυση στο να επιτεθούμε. Για μια ακόμα μία φορά, η ΣΠΦ επιμένει πως “Αυτό που μετράει είναι η δύναμη που νιώθουμε όταν δεν σκύβουμε το κεφάλι, όταν γκρεμίζουμε τα ψεύτικα είδωλα του πολιτισμού, όταν το βλέμμα μας συναντιέται με το βλέμμα των συντρόφων μας στις άνομες διαδρομές μας, όταν τα Χέρια μας σκορπίζουν φωτιά στα σύμβολα της εξουσίας… Εκείνες τις στιγμές δε ρωτάς: Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε; Απλά πολεμάς…”

Η απόλαυση είναι αυτή που δίνει ζωή στην αντίσταση που δεν χρειάζεται άλλους λόγους για να υπάρχει, κι έτσι, ακόμα κι αν δεν έχουμε μέλλον, μπορούμε ακόμα να ανακαλύπτουμε τη ζωή στο σήμερα.

 

Πηγη : Ευλογημένη η φλόγα , Serafinski , σελ58-64

Μηδενιστική Πρωτοβουλία για την 6 Δεκέμβρη : Απολογιστική 6ης Δεκέμβρη

“Η άγρια επανάσταση είναι μια περιπέτεια.Είναι η θαρραλέα εξερεύνηση της πιθανότητας να ξαναμετατραπούμε σε άγριους. Μας παίρνει σε άγνωστες περιοχές για τις οποίες δεν υπάρχει χάρτης.Μπορούμε να γνωρίσουμε αυτές τις περιοχές μόνο αν τολμήσουμε να τις εξερευνήσουμε με την όρασή μας. Πρέπει να τολμήσουμε να καταστρέφουμε οτιδήποτε καταστρέφει την αγριότητά μας και να δράσουμε βασισμένοι στο ένστικτο και τις επιθυμίες μας”
– Feral Faun

 

Ο αέρας μύρισε και φέτος Δεκέμβρη, αν κι όπως πάντα, αυτό δε σημαίνει για όλους το ίδιο.
Από τη μια πλευρά νοικοκυραίοι στολίζουν τα σπίτια τους, η χώρα βάζει τα “καλά” της, οι δρόμοι γεμίζουν φωτάκια και χριστουγεννιάτικες καρικατούρες, και μια ντουζίνα ανεγκέφαλοι καλικάντζαροι στέκονται σούζα κάτω από το δέντρο του Αγιοβασιλη Μπακογιάννη στην Αθήνα.
Από την άλλη, ορισμένες μαυροντυμένες μειοψηφίες ανά την Ελλάδα αποφασίζουν να μαζευτούν, να συμπράξουν, να συνωμοτισουν και να ετοιμάσουν την δική τους απάντηση στο Χριστουγεννιάτικο φιάσκο, κόντρα στην υπερκαταναλωτική μανία και την ασφάλεια των προσκυνητών και των προσκυνημένων.

Χωρίς να έχουμε σκοπό να μπούμε σε βαθύτερες διαδικασίες σύγκρισης, θα θέλαμε να πούμε πως, κατά την εκτίμησή μας, ο φετινός Δεκέμβρης στη Θεσσαλονίκη ήταν αρκετά δυναμικότερος από όσα είχαμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Οι περσινές απαγορεύσεις και οι κρατικοί κανιβαλισμοί έναντι μέχρι και μεμονωμένων ανθρώπων, φίλων ή καθηγητών του Αλέξη που θέλησαν να αφήσουν ένα λουλούδι στο σημείο που δολοφονήθηκε, δε κατάφεραν να μας φοβίσουν. Αντιθέτως, μας πεισμωσαν παραπάνω και βάλανε λάδι στη φωτιά, υπενθυμίζοντάς μας τους λόγους που θρέφουμε τόσο μίσος.

Το κλίμα ήταν εξαρχής τεταμένο.
Μέχρι και η καταρρακτώδης βροχή λίγο πριν τη πορεία συμβόλισε για μας το θρήνο για τους αμέτρητους δολοφονημένους από την εξουσία ανθρώπους και συντρόφους μας.
Ήδη από τη στιγμή που συγκεντρωνόταν ο κόσμος στη Καμάρα, υπήρχε μια διάχυτη ένταση στην ατμόσφαιρα. Πολίτες άνοιγαν το βήμα τους για να φτάσουν γρήγορα στο σπίτι τους για να αποφύγουν να βρεθούν ανάμεσα στα επεισόδια, καταστηματάρχες ετοιμάζονταν να κλείσουν τα ρολά τους, κι οι τυπικοί συστημικοί καραγκιοζοπαίχτες είχαν ήδη ξεκινήσει τα δακρυβρεχτα λόγια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, περί περιουσιών που καταστρέφονται και αμαξιών που καίγονται από τους γνωστούς αγνώστους.

Η φετινή μαζικότητα της πορείας και ειδικά του μαύρου μπλοκ ήταν εμφανέστατη. Η οργή ήταν διάχυτη και η ατμόσφαιρα μύριζε βενζίνη. Η διαδρομή της φετινής πορείας ευτυχώς μας γλύτωσε από τη συνάντηση με ορισμένους μετριοπαθείς εξεγερμένους της αριστεράς, που σα γνήσιοι πασιφιστές αποφάσισαν να συγκεντρωθούν σε άλλο σημείο της πόλης, προφανώς επιθυμώντας να διαχωρίζουν τη θέση τους από τους χαλέους φετιχιστές της βίας. “Και ορθώς έπραξαν”, θα πούμε εμείς.
Οι μαύρες κουκούλες καταλαμβάναν ένα αξιοσημείωτο κομμάτι της πορείας, οι διαθέσεις όλων ήταν εμφανείς εξαρχής, και οι μπάτσοι, αν και πολυπληθείς, εκτιμούμε πως κάτω από τα κράνη και τις ασπίδες τους έτρεμαν για το τι έπεται. Όπως άλλωστε ακούστηκε και κάποια στιγμή από συντρόφους “Το φάντασμα πλανάται ακόμα”.

Όταν η πορεία έφτασε και πάλι στη Καμάρα, ήταν ξεκάθαρο πως μια πύρινη καταιγίδα ήταν έτοιμη να ξεσπάσει. Μέσα σε λίγα λεπτά οι συγκρούσεις είχαν ξεκινήσει πέριξ της Ροτόντας, με κάδους να καίγονται, οδοφράγματα να στήνονται, μπάτσους να τρέχουν μπας και μαγκώσουν έστω και κάποιον άσχετο, και φιλήσυχους νοικοκυραίους να ουρλιάζουν υστερικά από τα μπαλκόνια τους τρομοκρατημένοι για την αξία που έχουν για αυτούς τα καμμένα σκουπίδια. Ίσως κάπου εκεί να βλέπουν και τους εαυτούς τους, ποιος ξέρει.
Οι συγκρούσεις απλώθηκαν χαοτικά σε διαφορετικά σημεία της πόλης, η μαχητικότητα των συντρόφων ήταν αμείωτη, κι ο φόβος έσβηνε μπροστά στο μένος. Η πόλη απέκτησε το χριστουγεννιάτικο ντεκόρ που της αξιζε, και η πορεία έκλεισε όπως ξεκίνησε, με μια ακόμη βροχή να σηματοδοτεί συμβολικά το τέλος της.
Χαιρετίζουμε τα δεκάδες συντρόφια που, ακόμη κι αν δε γνωριζόμαστε, νιώθουμε να μοιραζόμαστε μαζί τους το ίδιο πάθος, την ίδια οργή, και την ίδια αληθινή αλληλεγγύη. Στέλνουμε την αγάπη μας σε κάθε ατομικότητα που αψήφισε τους μπάτσους, τους νόμους, το κίνδυνο, και έβαλε μπουρλότο στη κανονικότητα των βολεμένων.

Παρόλαυτά, θέλοντας να κάνουμε και την ψύχραιμη αυτοκριτική μας, ως απαραίτητο βήμα για την βελτίωση των χτυπημάτων μας, οφείλουμε να επισημάνουμε πως, εφόσον οι εξεγερμένες ψυχές ακόμη υπάρχουν και δομούν ομάδες, είναι κρίμα να μην έχουμε τη κατάλληλη οργάνωση και επικοινωνία μεταξύ μας. Θα θέλαμε λοιπόν η παρούσα απολογιστική να λειτουργήσει και ως κάλεσμα για περαιτέρω συσπείρωση αναμεσά μας, ως ευκαιρία να δομήσουμε σχέσεις και να συναψουμε ισχυρότερους συντροφικούς δεσμούς. Καλούμε κάθε ομάδα, συλλογικότητα ή άτομο που το επιθυμεί, να ενταχθεί στην επίθεση, να δράσει πρωτοβουλιακά, και να συμβάλει στην δημιουργία ενός άτυπου δικτύου επίθεσης & σύγκρουσης. Θεωρούμε πως τα χτυπήματα μας οφείλουν να είναι απρόσμενα, αποκεντρωμένα, ανύποπτα και χαοτικά. Δε χρειαζόμαστε αφορμές από πλευράς του κράτους για να επιτεθούμε και να δικαιολογήσουμε ηθικά το μένος μας στο πλαίσιο κάποιας “αναγκαστικής αντιβίας”. Η ύπαρξη του υπάρχοντος συστήματος είναι από μόνη της μια συνεχής καταπίεση, μια συνεχής αφορμή για επίθεση, και η σύγκρουση με αυτό είναι για μας από μόνη της πηγή χαράς κι αυτοσκοπός.

Αλληλεγγύη στα συλληφθέντα άτομα της 6ης Δεκέμβρη!
Είτε με τις κουκούλες, Είτε με τις γραβάτες!
Λύσσα και Συνείδηση!
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΠΛΑΝΑΤΑΙ ΑΚΟΜΗ
ΚΑΙ ΣΑΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΕΙ.
Μηδενιστική Πρωτοβουλία για την 6η Δεκέμβρη

Αλφρέντο Μαρία Μπονάννο: Τι είναι η εξέγερση;

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ;

Μία πρώτη ουσιαστική προσέγγιση

Ένα περιορισμένο μαζικό κίνημα που επιτίθεται, βίαια, ενάντια σε μια δομή της εξουσίας.

Αυτός ο προσδιορισμός είναι αρκετά κατά προσέγγιση, και κατά συνέπεια είναι αναγκαία η εμβάθυνσή του.

Μέσα σε αυτόν ξεχωρίζουν τρία στοιχεία:

α) ο περιορισμός του μαζικού κινήματος,

β) η βία της επίθεσης,

γ) η μερικότητα της δομής της εξουσίας.

Μια κριτική της εξέγερσης είναι ωστόσο πολύ εύκολη. Ένα περιορισμένο μαζικό κίνημα σημαίνει μειοψηφικό, αδύναμο και αναποτελεσματικό. Μπορεί να δεχτεί εύκολα επίθεση και να εγκληματοποιηθεί. Έπειτα συνιστά το ίδιο αντίφαση στο βαθμό που, αν είναι μαζικό, πρέπει αναγκαστικά να τείνει στην εξάπλωσή του. Στην αρχή μπορεί να είναι μικρό, και άρα να μη συμφέρει να κινηθεί σε παρόμοιες συνθήκες. Και μετά, ακόμη και αν ένα κίνημα που πράγματι αυξάνεται, που βρίσκεται στα πρώτα του βήματα ή που, για διάφορους λόγους, παραμένει περιορισμένο ακριβώς γιατί δεν βρίσκει χώρο, για να μπορέσει να κινηθεί πρέπει να πάρει μια απόφαση. Αντίθετα, στην περίπτωση του μεγάλου μαζικού κινήματος είναι ακριβώς αυτή η μεγάλη του διάσταση που το κάνει να δρα φυσικά, χωρίς να το υποχρεώνει να πάρει αποφάσεις, σαν αυθόρμητη συνέπεια της εσωτερικής ώθησης. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η επιθετική απόφαση, σε μαζικές συνθήκες πολύ περιορισμένες, είναι πάντοτε μειοψηφική. Και επειδή η απόλυτη συμφωνία σε αυτά τα πράγματα είναι υπόθεση των παραμυθιών, η απόφαση θα είναι έργο συγκεκριμένων μικρών ομάδων που δρουν στο εσωτερικό του περιορισμένου κινήματος. Όμως σε τι πράγμα θα βασιστούν οι ομάδες; Δεν θα τείνουν να γίνουν πρωτοπορία; Δεν θα καταλήξουν να επιβληθούν πάνω στη θέληση των άλλων; Δεν θα υπονομεύσουν τις ίδιες τις δυνατότητες ανάπτυξης του κινήματος;

Αυτά όσον αφορά το πρώτο σημείο. Για το δεύτερο, η κριτική μπορεί ανάλογα εύκολα να επισημάνει πως η επίθεση με μειοψηφικές δυνάμεις είναι σχεδόν πάντοτε προορισμένη στην αποτυχία. Από εδώ πηγάζουν οι τραγικές συνέπειες συνδεδεμένες με την αύξηση της καταστολής. Παραπέρα, η χρήση βίας κατά τη διάρκεια της επίθεσης δεν αποτελεί κανονική μαζική πολιτική ενέργεια, στο βαθμό που αντιστοιχεί σε μια επιλογή μέσων που δεν συμμερίζονται οι πάντες, επιλογή μιας μειοψηφίας που αποφασίζει ακριβώς τους χρόνους, τους τόπους και τους τρόπους της επίθεσης. Στην περίπτωση του βίαιου ξεσπάσματος από πλευράς των μεγάλων μαζών, το πρόβλημα δεν τίθεται, η κατάσταση στο σύνολό της μεταβάλλεται, και η βία γίνεται αυθόρμητη εκδήλωση των δυνάμεων της απελευθέρωσης.

Για το τρίτο σημείο, τέλος, η κριτική μπορεί να επισημάνει την ασημαντότητα ενός χτυπήματος ενάντια σε μια περιορισμένη δομή της εξουσίας, ενώ παράλληλα οι υπόλοιπες δομές παραμένουν άθικτες και σε θέση να συνδράμουν το πληγέν σημείο, σπεύδοντας άμεσα έτσι ώστε αποφευχθεί ο κίνδυνος. Τη μη δυνατότητα να καθοριστεί ένας περισσότερο σημαντικός στόχος από κάποιον άλλο. Σήμερα, η εξουσία δεν διαθέτει πλέον μια «καρδιά», κατά συνέπεια δεν αποτελεί σωστή επιλογή ο καθορισμός των λεγόμενων νευραλγικών σημείων του εχθρού. Τον κίνδυνο να μην είμαστε κατόπι σε θέση να περιμένουμε ώστε να πλήξουμε πιο μεγάλες ή διαφορετικές δομές με μια μονάχα ενέργεια.

Το σύνολο αυτών των κριτικών είναι αρκετά βάσιμο και αξίζει περαιτέρω σκέψη. Να σημειωθεί επίσης ότι θα μπορούσε να επεκταθεί σε διάφορες λεπτομέρειες, άλλο τόσο λογικές και άξιες θεώρησης.

Πρέπει όμως ταυτόχρονα να ειπωθεί ότι μέσα σε αυτές τις ανησυχίες δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά στις θετικές απόψεις και στα συγκεκριμένα όρια του εξεγερσιακού γεγονότος.

Ας τις εξετάσουμε συγκρίνοντάς τις με τις παραπάνω κριτικές:

α) Η εξεγερσιακή απόφαση δεν σπαταλά τις συσσωρευμένες κατά τη διάρκεια της επαναστατικής έντασης ενέργειες, στο βαθμό που ολοκληρώνει με ένα συγκεκριμένο στόχο τη σειρά των προσπαθειών που, μακροπρόθεσμα, απειλούν να πέσουν στο κενό.

β) Η βία της επίθεσης αιφνιδιάζει σχεδόν πάντοτε τον εχθρό που έχει καθορίσει τους χρόνους της κοινωνικής διαπραγμάτευσης πάνω στο δημοκρατικό πεδίο και δεν αναμένει την προσφυγή σε διαφορετικά όπλα.

γ) Ο στόχος καθαυτός, θεωρούμενος σαν δομή διασυνδεμένη με το σύνθετο θεσμικό πλέγμα, είναι μηδαμινό πράγμα. Όμως δεν χρειάζεται να ξεχνάμε το πλεονέκτημα της αναπαραγωγής που διαθέτει το εξεγερσιακό γεγονός (με προϋπόθεση να πραγματοποιηθεί με συγκεκριμένους τρόπους ούτως ώστε να είναι δυνατό να προταθεί σαν αναπαράξιμο γεγονός).

Όσον αφορά τις θετικές απόψεις, ας περάσουμε τώρα στα συγκεκριμένα όρια:

α) Η συμμετοχή στο εξεγερσιακό γεγονός συνδέεται με την απήχηση των οργανώσεων που συμμετείχαν στην προπαρασκευή του, δηλαδή με τον τρόπο που αυτές αντιδρούν μπροστά από την επιλογή του στόχου, στη χρήση συγκεκριμένων μεθόδων, στις πιθανές κατασταλτικές συνέπειες, κ.λπ.

β) Η προσφυγή στη βία επιλέγει δραστικά την απάντηση του κινήματος στο σύνολό του, επίσης και σε ακολουθία του περιρρέοντος άσχημου ιδεολογικού ήθους που τείνει να τοποθετεί σε νοσηρή σκιά την απελευθερωτική βία των εκμεταλλευόμενων με αφετηρία μια φιλοσοφική απάτη ανειλημμένη αυτούσια από την αστική ηθική.

γ) Η αναπαραγωγή του εξεγερσιακού γεγονότος, παρ’ ότι είναι δυνατό να μελετηθεί στις παραμικρές της λεπτομέρειες και να καταστεί αντικειμενικά εφικτή, δέχεται πάντοτε την ισχυρή παρενόχληση της παρέμβασης των μεγάλων μέσων πληροφόρησης, που μπορούν οποιαδήποτε στιγμή να περιχαρακώσουν μια σωστή λαϊκή απάντηση.

Ο περιορισμός του μαζικού κινήματος

Ας σκεφτούμε μια στιγμή πάνω στην έννοια του μαζικού κινήματος. Αποτελείται από μια λιγότερο ή περισσότερο αξιόλογη μεταβολή του επίπεδου συνείδησης μιας αρκετά μεγάλης ομάδας προσώπων συνδεδεμένων από αντικειμενικά στοιχεία, συνήθως από το γεγονός ότι ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη.

Για παράδειγμα, μια ομάδα προλετάριων, η οποία μπορεί να περισυλλέγει επίσης στοιχεία συγκοινωνούντων τάξεων (υπο-προλετάριοι, αγρότες, άνεργοι, περιθωριοποιημένοι) ή στοιχεία προερχόμενα από τις κυρίαρχες τάξεις που απαρνήθηκαν την ιδεολογική τους καταγωγή. Αυτή η ομάδα κινείται, δηλαδή πολώνεται πάνω σε συγκεκριμένους στόχους σε ακολουθία των κοινωνικών ή των πολιτισμικών μεταβολών που επιβεβαιώνονται μέσα στις παραγωγικές δυνάμεις, μέσα στη σύνθεση των τάξεων, μέσα στις συνθήκες των κοινωνικών στρωμάτων, μέσα στις ιδεολογίες κ.λπ.

Το επίπεδο συνείδησης που επιτυγχάνεται από πλευράς του κινήματος στην ολότητά του καθορίζει επίσης την αυτοοργανωτική του ικανότητα. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη μας ότι το επίπεδο συνείδησης είναι με τη σειρά του ένα αποτέλεσμα των μεταβολών στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως, συνεπάγεται ότι επίσης κι η αυτοοργανωτική ώθηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτές τις μεταβολές. Αν αυτές είναι πενιχρές, αν είναι μακροπρόθεσμες, αν η εξουσία διαθέτει την ικανότητα να τις διαβαθμίζει χρονικά, αν η κοινωνική ειρήνη επιτυγχάνεται, τότε επίσης κι οι αυτοοργανωτικές δυνάμεις θα είναι λιγότερο προφανείς και διαθέσιμες.

Δεν είναι όμως δεδομένο ότι αυτή η ειδική ικανότητα, διαμέσου της οποίας προωθείται το εξεγερσιακό σχέδιο, είναι αναγκαία για όλη τη μάζα που κινείται. Μια παρόμοια γενίκευση δεν είναι μονάχα αδιανόητη, αλλά είναι επίσης και άτοπη, ακριβώς για το λόγο ότι κάθε άτομο διαθέτει διαφορετικά επίπεδα συνείδησης, κίνητρα συχνά όχι ίδια και σε κάθε περίπτωση έναν διαφορετικό χαρακτήρα και μια διαφορετική ιστορία.

Θα ήταν πιο εύκολο ώστε μια μικρή μειοψηφία, στο εσωτερικό της μάζας η οποία βρίσκεται σε κίνηση, να διαθέτει εκείνα τα αυτοοργανωτικά χαρακτηριστικά περί των οποίων γίνεται λόγος, και είναι επίσης πιθανό να θέλει να τα υλοποιήσει πρακτικά, μεταβάλλοντάς τα από απλή δύναμη σε συγκεκριμένο γεγονός, δηλαδή σε ενσάρκωση μιας συγκεκριμένης οργανωτικής δομής, μιας δομής γύρω από την οποία να πολωθεί το μαζικό κίνημα που σχηματίζεται, ακόμη και μικρών διαστάσεων, αλλά πάντοτε σε θέση να αφουγκραστεί τα ουσιώδη στοιχεία της απελευθερωτικής και ανταγωνιστικής ταξικής συζήτησης.

Έχουμε κατά συνέπεια έναν ακριβή περιορισμό που, αν σκεφτούμε καλά, βρίσκεται μέσα σε οποιαδήποτε μαζική δουλειά, ακόμη και με μακροπρόθεσμες πολιτικές επιδιώξεις. Μονάχα που σε αυτή την τελευταία περίπτωση, όταν υπολογίζεται ένα σχήμα ποσοτικής ανάπτυξης στο διηνεκές, η συνεχής και αδιάκριτή του μετάθεση αποκρύπτει ακριβώς τον πραγματικό περιορισμό του ίδιου του κινήματος, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι αν σήμερα είμαστε λίγοι, αύριο θα είμαστε πολλοί, σε ικανοποιητικό αριθμό ώστε να ανατρέψουμε τη σχέση δύναμης με τον εχθρό. Όταν, αντίθετα, παραμερίζεται η ποσοτική ψευδαίσθηση και υπάρχει θέληση άμεσης δράσης, σε κάθε περίπτωση μέσα σε λογικούς χρόνους, πρέπει να παραδεχτούμε τον αδιαμφισβήτητο περιορισμό του μαζικού κινήματος.

Η εξεγερσιακή δομή

Είναι φυσικά αδιανόητο ότι η ενεργή μειοψηφία που διαθέτει μια υψηλή επαναστατική-κοινωνική συνείδηση θα περιμένει, προτού να κινηθεί, ώστε η ομάδα αναφοράς της, το λεγόμενο μαζικό κίνημα, να φτάσει στο ίδιο επίπεδο συνείδησης ή, ακόμη χειρότερα, να είναι ορατή μια διαδικασία ολοένα πιο γενικευμένης διεύρυνσης των επιπέδων συνείδησης. Θα αντιστοιχούσε στην αναβολή στο άπειρο του οργανωτικού σχεδίου το οποίο αντίθετα έχει αναγκαιότητες άμεσου χαρακτήρα.

Η παρουσία μας ανάμεσα στον κόσμο, ως φορέων ενός πολιτικού προγράμματος που περιέχει λεπτομέρειες (ακόμη και ελάχιστων και εξειδικευμένων) σχετικά με το στόχο και τις μεθόδους: αυτή ακριβώς είναι μια όχι δευτερεύουσα άποψη της επαναστατικής δουλειάς. Στην καθημερινή πραγματικότητα οι ρεφορμιστικές ή ψευτο-επαναστατικές οργανώσεις παρουσιάζονται δημόσια με πολύ λεπτομερή προγράμματα και επίσης, ορισμένες φορές, πιο επιθετικά και συναρπαστικά.

Πέρα από το πρόγραμμα και τις μεθόδους είναι απολύτως απαραίτητο ένα οργανωτικό σημείο αναφοράς.

Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι η ίδια ομάδα που προωθεί την πρωτοβουλία, προτείνει το πρόγραμμα κα εγγυάται τη βασιμότητα των προτεινομένων μεθόδων. Αυτή η ομάδα, ακριβώς εξαιτίας του επιτευχθέντος επιπέδου συνείδησης, θα διαθέτει τη δική της ομοιογένεια που, σχεδόν πάντοτε, μεταφράζεται σε μια οργανωτική δομή, όμως δεν είναι για μια παρόμοια δομή που εδώ συζητάμε. Είναι φυσικά άλλο τόσο αδιανόητο να προτείνουμε στο μαζικό κίνημα (δηλαδή σε έναν περισσότερο ή λιγότερο μεγάλο αριθμό προλετάριων και εκμεταλλευόμενων) να μπουν και να συμμετέχουν στις αναρχικές μας ομάδες.

Αν πράτταμε κατ’ αυτόν τον τρόπο η ομάδα θα μεταβαλλόταν σ’ ένα μίνι κόμμα, και ο κόσμος θα ωθούνταν να περιμένει και να δέχεται διαταγές. Η αυτοοργάνωση δεν μεταναστεύει κάνοντας να μεταναστεύσουν οι άνθρωποι στο εσωτερικό ειδικών δομών όπου αυτή εκδηλώνεται ψευδίζοντας, αλλά αντίθετα, συνεισφέροντας από την πλευρά μας στην οργάνωση δομών που διαθέτουν ειδικά χαρακτηριστικά σε θέση, αν όχι να επιτρέψουν μια πλήρη ανάπτυξη της αυτοοργάνωσης, τουλάχιστο να μην καταστρέψουν τους παλμούς που γεννιούνται.

Τα χαρακτηριστικά αυτών των οργανωτικών δομών είναι απολύτως ξεκάθαρα:

α) Είναι πολωμένες πάνω σε ένα μονάχα πρόβλημα, κατά συνέπεια δεν εμφανίζονται σαν μίνι συνδικάτα ικανά να υπερασπιστούν τους παραγωγούς, ή να φροντίσουν για τις ανάγκες εκείνης ή της άλλης κοινωνικής ομάδας. Για αυτόν ακριβώς το λόγο μέσα στη δράση τους κατευθύνονται αποκλειστικά προς έναν συγκεκριμένο στόχο, ο οποίος συνίσταται στην επίθεση ενάντια στη δομή εξουσίας που επιλέχθηκε.

β) Είναι συγκρουσιακές με διαρκή τρόπο, δηλαδή δεν περιμένουν σήματα από κανέναν ή από κάτι ώστε να επιτεθούν ενάντια στο στόχο· αντίθετα, εξαρχής αρχίζουν να επιτελούν δραστηριότητες που προκύπτουν προσαρμοσμένες στις δυνατότητές τους. Αυτές οι δραστηριότητες σταματούν μονάχα με τη συστολή του μαζικού κινήματος που αποτελεί τη βάση, είτε για την επίτευξη του στόχου, είτε για τη μετάθεση αυτού του τελευταίου κατόπι κρατικών αποφάσεων, είτε τέλος εξαιτίας ενός κατασταλτικού εμποδίου τόσο σοβαρού ώστε να προκύπτει απροσπέλαστο.

γ) Είναι αυτόνομες, δηλαδή δεν εξαρτούνται ούτε από την ομάδα που συνεισέφερε στη δημιουργία τους, ούτε από άλλες πολιτικές δυνάμεις περισσότερο ή λιγότερο μεγάλες με τις οποίες έρχονται σε επαφή κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

Ο στόχος

Πρέπει να έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και να μην είναι αποκλειστικά συμβολικός. Δεν είναι δυνατή μια εξεγερσιακή ενέργεια ενάντια σε ένα μεμονωμένο άτομο (για παράδειγμα, ένα δικαστή ή έναν αστυνομικό). Το αδιέξοδο είναι προφανές.

Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δυνατή ενάντια σε μια ολόκληρη εχθρική τάξη (η άρχουσα τάξη, η γραφειοκρατία, οι πολιτικοί διευθύνοντες, κ.λπ.), πρόκειται για στόχους που δεν είναι δυνατό να εντοπιστούν μέσα στον φυσικό χώρο ακόμη κι αν είναι αρκετά εντοπίσιμοι μέσα στον κοινωνικό χώρο.

Οι εξεγερσιακοί στόχοι είναι υλοποιήσεις της εκμετάλλευσης και του κοινωνικού ελέγχου σε εξέλιξη, και είναι κατά συνέπεια, δομές.

Πρόκειται για διαρθρωμένες διαδικασίες μέσα στις οποίες, με συγκεκριμένα συστήματα, υλοποιούνται προγράμματα αποφασισμένα σε κεντρικό επίπεδο, πραγματοποιείται μια κατανομή της εργασίας μεταξύ των διαφορετικών συνιστωσών, και καθορίζονται απαράβατοι κανόνες συμπεριφοράς. Μέσα στις δομές αυτές παρατηρείται, συγκεκριμένα, η δράση της κυριαρχίας.

Ένας αστυνομικός, ένας δικαστής, ένας καπιταλιστής, μια φυλακή, ένα δικαστήριο, ένα ψυχιατρείο, ένα δημαρχείο, η βουλή, μια εφορία, και τόσα άλλα άτομα και τόποι διαμέσου των οποίων υλοποιείται η προαναφερόμενη διαδικασία, είναι όλοι τους δυνατοί στόχοι αγώνα, αλλά δεν μπορούν από μόνοι τους να αποτελέσουν έναν εξεγερσιακό στόχο.

Η επίθεση ενάντια σε έναν επιμέρους καπιταλιστή έχει –στην πράξη– μια συμβολική σημασία. Όχι τόσο όσον αφορά τους άλλους καπιταλιστές που, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν σταματούν το επάγγελμά τους από φόβο, αλλά όσον αφορά τους άλλους προλετάριους που θα έπρεπε λογικά να καταλάβουν τη δυνατότητα μιας παρόμοιας επίθεσης. Όμως, μια παρόμοια ενέργεια είναι χρήσιμη μονάχα στην κατεύθυνση δύο προοπτικών: στην υπόθεση ότι όποιος την υλοποιεί επιδιώκει να καταστρέψει μια συγκεκριμένη έκφραση του εχθρού, ένα μέρος, αν και αμελητέο, του τεράστιου εμπόδιου που τον καταπιέζει. Δεύτερο, στην υπόθεση ότι η ίδια η επίθεση εισάγεται μέσα σε μια πιο ευρεία εξεγερσιακή στρατηγική, και κατά συνέπεια το μεμονωμένο άτομο προκύπτει ως ένα στοιχείο του θεσμού που υπάρχει θέληση να χτυπηθεί.

Η πρώτη εκ των δύο αυτών υποθέσεων εδώ δεν μας αφορά. Η δεύτερη εισάγεται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της έρευνας σχετικά με τον ίδιο τον εξεγερσιακό στόχο που, όπως είναι προφανές, προκύπτει ότι αποτελείται όχι μονάχα από μια διαδικασία σε εξέλιξη, αλλά επίσης από ανθρώπους και από πράγματα.

Επιστρέφοντας στη συζήτησή μας, μπορούμε τώρα να συγκεκριμενοποιήσουμε ότι ο εξεγερσιακός αγώνας μπορεί να διεξαχθεί –πάντοτε παραμένοντας μέσα στην αντίληψη των υλοποιήσεων σε εξέλιξη– ενάντια στην καταστολή, στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στην εργασία, στο μιλιταρισμό, κ.λπ.

Αυτό το πράγμα σημαίνει επίθεση ενάντια σε κάθε επιμέρους στοιχείο που συνεισφέρει στο να καταστήσει δυνατή την καταστολή, την κοινοβουλευτική δημοκρατία, το εκπαιδευτικό σύστημα, την εργασία, το μιλιταρισμό, κ.λπ.

Το σχέδιο

Παρ’ ότι δεν είναι δυνατό να μιλήσουμε για λεπτομερή σχέδια είναι απαραίτητο να διαθέτουμε κάποια προσχέδια, είτε για να αξιολογήσουμε επαρκώς τις ενέργειες σε σχέση με το επίπεδο της σύγκρουσης, είτε για να συντονίσουμε την παρέμβαση των διαφόρων εξεγερσιακών δομών. Το σχέδιο αυτό, παρ’ ότι είναι εμβρυακό, πρέπει οπωσδήποτε να λάβει υπόψη του όλες τις δυνάμεις που εμπλέκονται στο παιχνίδι. Πρώτα από όλες, αυτές τις πολιτικές δυνάμεις που φαινομενικά υποστηρίζουν παρόμοιου είδους αγώνες. Για παράδειγμα τα κόμματα της αριστεράς ή τους ίδιους τους επαναστατικούς σχηματισμούς, με εξουσιαστικές όμως θέσεις, στην περίπτωση πάντα που αυτοί διαθέτουν επαρκή σημασία και δεν αποτελούν απλές ιδεολογικές υποθέσεις. Όχι δηλαδή για αυτό το πράγμα που αυτοί αντιπροσωπεύουν σαν οργανωμένα συστήματα, αλλά για τους προλετάριους που επιτυγχάνουν να προσεγγίσουν, να παραπληροφορήσουν, και κατά συνέπεια να εγκλωβίσουν. Κατά βάθος το πεδίο αναφοράς μας είναι κοινό, άρα δεν μπορούμε να αγνοούμε τις θέσεις τους ή να αποφύγουμε τη μεταξύ μας αντιπαράθεση όταν αγωνιζόμαστε μέσα σε μια εξεγερσιακή προοπτική.

Οι προαναφερόμενοι τοποθετούνται συστηματικά ενάντια σε αυτή την προοπτική, αλλά δεν μπορούν ποτέ να το παραδεχτούν ανοιχτά μπροστά στους εκμεταλλευόμενους και στους προλετάριους που τους ακολουθούν. Θα πρέπει ωστόσο να ακολουθήσουν πλάγιους δρόμους, πραγματοποιώντας συμβιβασμούς και να χρησιμοποιήσουν όλες τις πολιτικές τέχνες τις οποίες διαθέτουν. Μέσα σε αυτά τα κενά που δημιουργούνται, η δράση μας μπορεί να επιτύχει να διευρύνει εκείνο το μαζικό κίνημα πάνω στο οποίο βασιζόμαστε, ακριβώς εξασκώντας έλξη πάνω στα στοιχεία που συνδέονται με αυτά τα κόμματα και με αυτές τις οργανώσεις.

Ταυτόχρονα το σχέδιο πρέπει να εκτιμήσει τις γενικότερες συνθήκες της σύγκρουσης, την παραγωγική και κοινωνική κατάσταση της χώρας, τη διεθνή κατάσταση.

Από την άλλη πλευρά, το σχέδιο πρέπει να υποδείξει μια συγκεκριμένη αγωνιστική υλοποίηση, μια προσωποποίηση του στόχου που να μην είναι μονάχα συμβολική, αλλά να αποτελεί μια συγκεκριμένη παρεμβατική βάση, εύκολα κατανοητή.

Αν αγωνιζόμαστε ενάντια στην καταστολή, μπορεί να είναι μια μεγάλη φυλακή υπό κατασκευή, αν αγωνιζόμαστε ενάντια στο μιλιταρισμό μπορεί να είναι μια βάση πυραύλων, αν αγωνιζόμαστε ενάντια στο εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να είναι ένα μεγάλο πανεπιστήμιο, αν αγωνιζόμαστε ενάντια στην εργασία μπορεί να είναι ένα εργοστάσιο ή ο οργανισμός απασχόλησης εργατικού δυναμικού, αν αγωνιζόμαστε ενάντια στη γραφειοκρατία μπορεί να είναι ένα δημαρχείο, τα γραφεία ενός συνδικάτου ή και ο οργανισμός εργατικής κατοικίας.

Η αποκωδικοποίηση του στόχου

Όπως θα καταστεί προφανές, ο στόχος μπορεί, μερικές φορές, να προκύπτει ασαφής στο μη εξασκημένο μάτι του προλετάριου που κινείται και δηλώνει διαθέσιμος για αγώνα. Η ίδια η έννοια της εξέγερσης προκύπτει γεμάτη ασάφειες, επίσης και μεταξύ αυτών που θα έπρεπε κανονικά να διαθέτουν το αντίστοιχο ένστικτο για ανάλογα προβλήματα. Χρειάζεται ωστόσο να τοποθετηθεί μια διαμεσολάβηση, μεταξύ του στόχου και της προσωποποίησής του, μια διαδικασία αποκωδικοποίησης, δηλαδή, στην πράξη, ορισμένες επεξηγήσεις.

Για παράδειγμα, ο αγώνας ενάντια στην καταστολή μπορεί να προκύπτει αρκετά ασαφής, ενώ γίνεται πιο κατανοητός αν υποδεικνύεται μια συγκεκριμένη φυλακή σαν προσωποποίηση του στόχου. Όμως ακόμη και αυτή η φάση είναι δυνατό να προκύπτει αποσυνδεδεμένη από τα άμεσα συμφέροντα των επιμέρους προλετάριων, και ακριβώς σε αυτό το σημείο αναπτύσσεται η δουλειά της αποκωδικοποίησης: ο κίνδυνος της φυλακής, η έλλειψη της ελευθερίας, η κατασταλτική σημασία της σε σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες, η ψευδής ιδεολογία των καλών και των κακών, πώς κατασκευάζεται ο εγκληματίας, ο ρόλος της αστυνομίας, της δικαιοσύνης, κ.λπ. Πρόκειται για μια μεγάλη ποσότητα πληροφοριών που χρειάζονται επεξεργασία και διάδοση μέσα στα χωρικά πλαίσια. Η διάδοση μπορεί να είναι πολύ εντατική ακριβώς για το λόγο ότι το πεδίο αναφοράς είναι πολύ περιορισμένο. Συνήθως πρόκειται για μια συνοικία, μια μικρή πόλη, μια περιοχή που περιλαμβάνει περισσότερα χωριά ή μικρές πόλεις.

Είναι προφανές ότι χρειάζεται να διασυνδεθούν οι τοπικές πραγματικότητες με τις άλλες καταστάσεις, σε ολόκληρη τη χώρα και επίσης στο εξωτερικό, αλλά πρόκειται για συνήθη δουλειά των επαναστατικών αναρχικών ομάδων που διασυνδέονται με ποικίλους τρόπους αναμεταξύ τους.

Η βία της επίθεσης

Πολλοί φαντάζονται την εξέγερση σαν τον απλό αγώνα στα οδοφράγματα. Αυτό είναι παιδαριώδες.

Συχνά το γεγονός αυτό βολεύει ώστε να εγκλωβιστεί η κριτική θεώρηση ακριβώς σε αυτή την εικόνα, και ακολούθως να υποστηριχτεί ότι πρόκειται για όνειρα του προπερασμένου αιώνα που βρίσκονται πλέον εκτός τόπου και χρόνου.

Η παρούσα κριτική θεώρηση κατευθύνεται στο να αποδομήσει μια παρόμοια ψευδαισθησιακή υπόθεση. Ο εξεγερσιακός αγώνας είναι ένα σχέδιο επαναστατικής δράσης μεσοπρόθεσμων προοπτικών που δεν περιορίζεται στην αναμονή μιας υποθετικής εξέγερσης των μεγάλων μαζών.

Οι αγωνιστικές μέθοδοι είναι άρα, και κατά συνέπεια, βίαιης φύσης. Αυτό σημαίνει απλά ότι δεν αποδέχονται τη χρήση ειρηνιστικών ή απλά συμβολικών μεθόδων. Όμως η βία δεν έγκειται σε μια άμεση και ξεπερασμένη ριζοσπαστικοποίηση της σύγκρουσης. Αυτή, αντίθετα, βασίζεται σε μια συνεχή σχέση με το πραγματικό επίπεδο της σύγκρουσης, κατά τρόπο ώστε να αποφευχθούν οι φυγές προς τα εμπρός που θα είχαν, σαν άμεση συνέπεια, μια άχρηστη αύξηση της καταστολής.

Το σύνολο αυτών των παρεμβάσεων, των μεθόδων και των κριτικών θεωρήσεων, έχει σαν σκοπό να μετακινήσει προς το στόχο το μεγαλύτερο μέρος του μαζικού κινήματος που έχει προηγουμένως ευαισθητοποιηθεί διαμέσου της δουλειάς της αντιπληροφόρησης και που φυσικά έχει έλθει σε επαφή με τις εξεγερσιακές δομές.

Η μετακίνηση έχει το νόημα να φέρει τον κόσμο μέσα στο εχθρικό έδαφος, στο εσωτερικό της θεσμικής δομής στην οποία θέλει να επιτεθεί. Από αυτό ακριβώς το γεγονός πηγάζει η κεντρική σημασία που διαθέτει η κατάληψη μέσα στην εξεγερσιακή προοπτική.

Η κατάληψη

Κάθε υλοποίηση της εκμετάλλευσης και του κοινωνικού ελέγχου σε εξέλιξη έχει μια προέκταση μέσα στο χώρο. Μια παρόμοια δραστηριότητα θα ήταν αδύνατη χωρίς την κατασκευή κτηρίων, γραφείων, φραχτών, καμερών, σεκιουριτάδων, απαγορεύσεων πρόσβασης, φακέλων, ηλεκτρονικών υπολογιστών, μηχανολογικού εξοπλισμού, αποθηκών όπλων, σχολικών αιθουσών, αιθουσών συμβουλίων, συστημάτων εφοδιασμού (logistics), αλυσίδων παραγωγής, δικαστικών αιθουσών, κ.λπ.

Μέσα σε αυτόν τον φυσικό χώρο η παρουσία των εκμεταλλευόμενων και των ελεγχόμενων είναι δυνατή μονάχα κατόπιν αποδοχής ορισμένων προκαταρκτικών συνθηκών: να εξεταστούν, να εκπαιδευτούν, να ερευνηθούν, να μετρηθούν, να παρατηρηθούν, να αξιολογηθούν, να ζυγιστούν, να απογυμνωθούν, να ρομποτοποιηθούν. Οι κανόνες συμπεριφοράς είναι καθορισμένοι από τους νόμους, από τις συνήθειες, από την κυρίαρχη ηθική. Κάθε παραβατική συμπεριφορά τιμωρείται με μια συγκεκριμένη ποινική πρόληψη καθώς και με την επίπληξη της ομάδας που μας περιτριγυρίζει.

Το όριο που ορίζεται από τον νόμο, είτε αυτό προκύπτει από την ιδιοκτησία είτε από την κρατική εξουσία, μπορεί να προσπεραστεί μονάχα με μια βίαιη ενέργεια που φέρνει αυτούς που βρίσκονται από αυτή την πλευρά, άμεσα και χωρίς καμιά άδεια, από την άλλη πλευρά, πέρα από όλα όσα ορίζει ο νόμος.

Δεν χρειάζεται να παρερμηνευτεί αυτό το πραγματικό προσπέρασμα σε σχέση με το απλό συμβολικό προσπέρασμα των ειρηνιστών. Η βίαιη ενέργεια προσλαμβάνει τα εξεγερσιακά χαρακτηριστικά μονάχα υπό τον όρο ότι οι συμμετέχοντες προσπερνούν το προαναφερόμενο όριο για να επιτεθούν και ει δυνατόν να καταστρέψουν την εχθρική δομή, και όχι για να επιδείξουν απλά τη διαφωνία τους.

Από περίπτωση σε περίπτωση, κατά τη διάρκεια των επιμέρους αγώνων, αυτή η διαφορά θα καταστεί ξεκάθαρη, είτε λόγω των χρησιμοποιούμενων μεθόδων, είτε λόγω της υφής των αποφάσεων και των οργανωτικών μεθόδων.

Δυστυχώς, πρέπει να το επισημάνουμε, η μεγάλη σοσιαλδημοκρατική μόλυνση αυτών των τελευταίων δεκαετιών απαξίωσε σε μεγάλο βαθμό τη βαθιά έννοια του όρου κατάληψη. Πολλές φορές, φτάσαμε στο σημείο να αντιστοιχηθεί η εξεγερσιακή ενέργεια με την απλή συμβολική εκδήλωση, με το αίτημα για καλύτερες συνθήκες εργασίας, μισθού, με τη ρεφορμιστική και καλοθελητική πρακτική.

Αντιθέτως, η κατάληψη είναι ακριβώς το ανώτατο σημείο της επίθεσης ενάντια στο ταμπού, η στιγμή του προσπεράσματος στο κατώφλι που αυτό ορίζει μέσα στον φυσικό χώρο και το οποίο μας αφαιρέθηκε ελέω του νόμου, εμείς επιστρέφουμε τώρα για να το πάρουμε πίσω. Μονάχα που δεν μπορούμε να το πάρουμε πίσω αν δεν το καταστρέψουμε, σε αντίθετη περίπτωση η ενέργειά μας χάνεται μέσα στο σύμβολο.

Η μερικότητα της δομής της εξουσίας

Μια τελευταία κλασική ένσταση είναι εκείνη που θεωρεί πολύ περιορισμένη και ασήμαντη μια εξεγερσιακή ενέργεια. Σε μια συγκυρία που τείνει ολοένα περισσότερο στη γενίκευση του ελέγχου, αναρωτιούνται ορισμένοι: τι σημασία έχει η επίθεση και η καταστροφή ενός από τα άπειρα περιφερειακά σημεία αυτού του ελέγχου (και της αντίστοιχης εκμετάλλευσης);

Χρειάζεται να παραδεχτούμε ότι η απάντηση σε παρόμοια ένσταση δεν είναι εύκολη, και χρειάζεται άρα μια καλύτερη εμβάθυνση.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό το ζήτημα χρειάζεται να επιστρέψουμε στην έννοια της αναπαραξιμότητας. Η ενέργεια πρέπει να μελετηθεί με τρόπο ώστε να προκύπτει ξεκάθαρος ο επαναστατικός στόχος, η χρησιμοποιούμενη μέθοδος και το θεμέλιο του ιδανικού της ελευθερίας που εμπνέει το κίνημα στο σύνολό του. Πρέπει παραπέρα να είναι μία κινηματική ενέργεια, δηλαδή μια υπέρβαση του ορίου που ορίζει ο νόμος που να μην προκύπτει όμως σαν έργο μιας στενής ομάδας επαναστατών αγωνιστών, αλλά να εμπλέκει το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό προλετάριων και εκμεταλλευόμενων.

Βέβαια, θα χρειαστεί να πληρωθεί μια κατασταλτική τιμή, συχνά μάλιστα αρκετά υψηλή. Όμως δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική για όποιον πορεύεται στον επαναστατικό δρόμο.

Το κράτος έχει ήδη προ πολλού εξοικειωθεί με τον συμβολισμό των ειρηνιστικών αγώνων. Δεν κατάφερε όμως ακόμα (ούτε και θα καταφέρει ποτέ) να εξουδετερώσει, χωρίς κόστος, τους εξεγερσιακούς αγώνες. Παρ’ όλα αυτά, και τα κατασταλτικά αντίποινα επίσης έχουν την επίδρασή τους πάνω στον κόσμο. Τις πρώτες στιγμές, γενικεύεται ο φόβος. Κατόπι, αναπτύσσεται η υποστήριξη και η συμπάθεια. Στο τέλος, θα μπορούσε επίσης να διανοιχθεί η φάση της απόκτησης συνείδησης.

Οσοδήποτε μικρή και αν είναι η ενέργεια και όσο και ανεπαρκείς και αν προκύπτουν οι προσπάθειες μας να τη διευρύνουν μέσα σε άλλες καταστάσεις και να την κρατήσουν σε επαφή με την εξωτερική πραγματικότητα –δεδομένων των ανεπαρκειών και των εσωτερικών προβλημάτων του επαναστατικού κινήματος–, η εξέγερση είναι πάντοτε ένα επαναστατικό γεγονός μεγάλης σημασίας που αποκαλύπτει τη γύμνια της πραγματικής φύσης της εξουσίας, την απατηλή της δημοκρατικότητα, τη στυγνότητα της καταστολής (αλλά επίσης και τα όριά της), τη ματαιότητα των συμβιβασμών, τη συνεργασία των ρεφορμιστών, τον ιησουϊτισμό των νέων δελφίνων της εξουσίας.

Καμιά απολύτως ποσοτική εκτίμηση δεν είναι δυνατή σε παρόμοια εγχειρήματα. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά όλοι οι σύντροφοι που ξέρουν τι σημαίνει ο εξεγερσιακός αγώνας. Ένας αγώνας συχνά δύσκολος, που δεν προκύπτει άμεσα κατανοητός, που συναντά την υποψία των υπερ-κριτικών και την απραξία των μεγάλων μαζών. Όμως, είναι ακριβώς ένας μικρός πυρήνας συντρόφων που ξαναπροτείνει διαρκώς το εξεγερσιακό σχέδιο, τροποποιώντας το ανάλογα με τις καταστάσεις και τις συγκρουσιακές συνθήκες, που πρέπει να έχει ξεκάθαρα τα όρια και τις επιχειρησιακές του δυνατότητες. Και είναι ακριβώς σε αυτήν τη χούφτα των ανδρών και των γυναικών που απευθύνεται με πρωταρχική σημασία η παρούσα θεώρηση.

Πηγή: Alfredo M. Bonanno, “Che cos’è l’insurrezione”, Teoria e pratica dell’insurrezione (1985),Edizioni Anarchismo

Πηγή: athensindymedia

Αυτές οι νύχτες είναι του Αλέξη…

Ο πόλεμος αντηχεί ακατάπαυστα

…απο τις πρώτες ώρες της ημέρας μέχρι τη στιγμή που πέφτεις ξανά για ύπνο.

 …στη δουλειά, στο σχολείο, στις ανθρώπινες σχέσεις, στις πιο απλές χειρονομίες.

…στον καθέναν και την καθεμιά μας, μέσα μας και μας τρώει τα σωθικά.

Το Δεκέμβρη του 2008 αυτός ο πόλεμος πήρε χαρακτήρα μετωπικής σύγκρουσης. Με τους ένστολους δολοφόνους που σημάδευαν την κοινωνική ανυπακοή, όταν εκτελούσαν τον 15χρονο αναρχικό σύντροφο Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Με την τυραννία που πάνω από την αξία της ανθρώπινης ζωής, έβαζε τις σπασμένες βιτρίνες και τους καμμένους ναούς του κέρδους και της εκμετάλλευσης. Με τους στυλοβάτες της νομιμότητας που ψάχνανε προβοκάτορες και ασφαλίτες κάτω από τις εξεγερμένες κουκούλες. Με τους φιλήσυχους πολίτες που θέλανε απλά να ξεχάσουν, να μιλήσουν για μεμονωμένα περιστατικά, να αδιαφορήσουν, να εξισώσουν την κρατική βία με την κοινωνική αντιβία, να αλλάξουνε σελίδα, να προχωρήσουν παρακάτω, όταν ο χρόνος πάγωνε στο σημείο μηδέν.

Το Δεκέμβρη του 2008, ο μητροπολιτικός ιστός παραδόθηκε στις φλόγες της εξέγερσης. Η κοινωνική ειρήνη ήταν παρελθόν. Η μοναρχία της δημοκρατίας κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος. Όλα τέθηκαν υπό αμφισβήτηση. Μέρες και νύχτες μέσα στις φλόγες της αντίστασης, στα οδοφράγματα, στις συγκρούσεις. Μέρες και νύχτες που μέσα στα χημικά και τους καπνούς, ανέπνεες ελευθερία.

13 χρόνια μετά, η υπεράσπιση της εξεγερτικής μνήμης, είναι ο αγώνας για την υπεράσπιση των ριζοσπαστικών μορφών πάλης και σύγκρουσης με το υπάρχον. Είναι ο αγώνας για την υπεράσπιση ενός κινήματος που επιμένει να αμφισβητεί το μονοπώλιο της νόμιμης βίας, τον κρατισμό σαν αποκλειστική μορφή κοινωνικής οργάνωσης, τη συνθηκολόγηση σαν αδιέξοδη επιλογή πολιτικής ύπαρξης.

Το Δεκέμβρη του 2008, το αναρχικό-αντιεξουσιαστικό κίνημα, σάρκα από τη σάρκα των κοινωνικών κινημάτων αντίστασης, βγήκε στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης για να κλείσει τους λογαριασμούς με τους κανίβαλους αυτού του κόσμου. Να υπερασπιστεί τη μνήμη και το χαμό ενός ακόμα συντρόφου που εκτελέστηκε από τις σφαίρες της ένοπλης δημοκρατίας. 13 χρόνια μετά, οι στιγμές σύγκρουσης, οι λεηλασίες του μητροπολιτικού πλούτου, η γενικευμένη αποσταθεροποίηση δεν είναι εικόνες από ένα ένδοξο μα ξεχασμένο παρελθόν. Η υπεράσπιση της εξεγερτικής μνήμης και η περιφρούρηση της ριζοσπαστικότητας του αναρχικού κινήματος απέναντι στους οπαδούς της νομιμότητας που θέλουν τις εξεγέρσεις νεκρές σε μουσεία, είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας. Είναι ζήτημα ήθους, συνέπειας, πίστης και στοχοπροσήλωσης στο δίκιο του κοινωνικού και ταξικού πολέμου που μαίνεται. Για την υπεράσπιση της βίας. Για την υπεράσπιση της ύπαρξής μας. Για την υπεράσπιση της ακηδεμόνευτης Ελευθερίας. 

Απέναντι στην τυραννία που επιμένει να βασανίζει, να φυλακίζει, να εκτελεί, ο ανυποχώρητος αναρχικός αγώνας με όλα τα μέσα δεν είναι απλά επιλογή, αλλά ιστορικό ζητούμενο της πολιτικής μας ύπαρξης. Με όπλο τη μνήμη της ιστορίας και όχι του τέλους της. Με αντίληψη των επίδικων της εποχής που ζούμε. Με διαδηλώσεις, απεργίες, συγκρούσεις και οδοφράγματα, με φωτιά και με μπαρούτι, ο Δεκέμβρης δεν είναι εδώ για να θυμίζει-είναι εδώ για να φοβίζει… 

Οι εξεγέρσεις δε μπαίνουν  σε μουσεία-Αυτές οι νύχτες είναι του Αλέξη

Χιλή: Ορισμένοι αναστοχασμοί πάνω στην ”εξέγερση” της 18ης Οκτωβρίου.

Ignacio Avaca – Η μοναδική βεβαιότητα.

Έχουν ήδη περάσει 2 χρόνια από το κύμα διαδηλώσεων που ξεκίνησαν στις 18 Οκτωβρίου του 2019 και διήρκεσαν πολύ περισσότερο απ ‘ότι τα μέσα ενημέρωσης ”κατέγραψαν”. Πολλοί εξ’ ημών ενδεχομένως να λάβαμε μέρος με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στα γεγονότα. Και σήμερα, έπειτα από την ανάσχεση της, σε εποχή εφημερίας, προσφέρονται κάποια αξιοσημείωτα ζητήματα προς στοχασμό πάντα με σκοπό να οξυνθεί η κριτική και να συνεχιστεί η σύγκρουση.

(I) Οι/Η Εξεγέρσεις/η και οι αναμετρήσεις τον αιώνα της Χιλιανής δημοκρατίας.

Η ”εξέγερση”, όπως πολλές έχουν προτιμήσει να την αποκαλούν, σήμανε ένα γενικευμένο σημείο κατάρρευσης της ”κανονικότητας” κατά πως η τελευταία είχε αποκρυσταλλωθεί από τις δημοκρατίες της επικράτειας στην διάρκεια του 21ου αιώνα. Αυτές οι στιγμές ρήξης δεν είναι άγνωστες σε καμία κυβέρνηση, και, από την πλευρά μας, είναι απολύτως αναγκαίο να συνυπολογίσουμε πως η σύγκρουση με την κανονικότητα προϋπήρχε πριν, συνυπήρξε και συνεχίζει να υπάρχει με το πέρας των γεγονότων της 18 Οκτωβρίου. Γι’ αυτό, δεν μπορούμε να λησμονήσουμε όλες τις εκδηλώσεις επίθεσης και αναμέτρησης που διεξήχθησαν μέχρι τώρα κατ’ αυτήν την περίοδο, οι οποίες όμως αναμφίβολα δεν διέθεταν την ίδια ευρύτητα και μαζικότητα με τα γεγονότα που ακολούθησαν την 18η Οκτώβρη. ( και κατά πάσα πιθανότητα δεν το επιδίωξαν κιόλας. )

Αν η σύγκρουση και η βία ενάντια σε αυτήν την κανονικότητα δεν είναι κάτι καινοφανές, πολύ λιγότερο είναι οι επιπτώσεις της συστράτευσης σε αυτό το μονοπάτι. Η φυλακή δεν είναι κάτι το καινοτόμο σε αυτήν την ιστορία και, μακριά από οποιαδήποτε θυματοποίηση, αποτελεί την ”διακινδύνευση της συναλλαγής”. Μολονότι οι ”αιχμάλωτοι της εξέγερσης” απόλαυσαν μεγαλύτερη επικοινωνιακή κάλυψη, με την κατάσταση και την δυναμική τους να είναι εντελώς διαφορετικές εν αντιθέσει με αυτές των αναρχικών-ανατρεπτικών κρατουμένων, η φυλακή δεν θα μείνει ποτέ αγνωστη σε όσους σταθερώς υλοποίησαν τις επιθυμίες τους να καταστρέψουν την πραγματικότητα που μας καταστρέφει.

Σε όλους όσους δεν ακολούθησαν θεσμικές πεπατημένες την εποχή της Χιλιανής δημοκρατίας και στάθηκαν μία αναμφισβήτητη πηγή έμπνευσης και μάθησης, για όσους από εμάς βάδισαν σε παρεμφερή μονοπάτια, με τους ”δικούς μας” όμως τρόπους… δεν σας λησμονούμε! Την αντικαπιταλιστική και αυτόνομη υπονόμευση του υπάρχοντος, την αντίσταση των παριών. Αυτό δεν διαχωρίζεται ή αντιβαίνει στο ξέσπασμα της Οκτωβριανής εξέγερσης, αποδεικνύει μοναχά πως ορισμένοι, για κάποιον καιρό μέχρι τώρα, βρίσκονται σε διαρκή εξέγερση.

Δεν υπάρχει τίποτα και κανένας για να περιμένουμε.

(ΙΙ) Προδιαγεγραμμένος θάνατος: Η ιδρυματοποίηση της ”εξέγερσης”.

Σε αυτό το σημείο είναι εμφανές πως ότι ξεκίνησε με δρομίσια έξαψη και βανδαλισμούς στις 18 Οκτώβρη, δέχθηκε την χαριστική του βολή στις κάλπες. Η θρασύτητα ορισμένων υποψηφίων εν μέσω της νέας θεσμικότητας ( η συνταγματική συγκατάνευση ) τους οδήγησε μέχρι το σημείο χρήσης εικόνων οδομαχιών ως μέρος της εκλογικής τους προπαγανδιστικής εκστρατείας.

Ούτε αυτό αποτελεί κάτι πρωτοφανές. Η ιστορία μας έχει δώσει πολλαπλά παρόμοια παραδείγματα στα οποία έχει αποδειχθεί ότι μακράν προτιμότερη της ”συντριβής” και της ολοκληρωτικής καταστολής των εκάστοτε αναταραχών εναντίον της καθεστηκυίας τάξης, είναι η αφομοίωση τους, ο έλεγχος και η ποδηγέτηση τους σε θεσμικές οδούς διαμέσου της διαχείρισης τους ως αναγνωρισμένα ”κοινωνικά κινήματα”. Τοιουτοτρόπως, έπειτα ακόμα και από την εξιδανίκευση του αγώνα στους δρόμους, όσοι αναρριχώνται ως οι εκπρόσωποι της νέας, πιο δημοκρατικής διακυβέρνησης, αποστασιοποιούνται από την σύγκρουση και την εξαπλούμενη βία ούτως ώστε να διαφυλάξουν ένα χρηστό και αβρό προσωπείο προς τους ψηφοφόρους. Αυτό δεν συνιστά κάποια ενδυματολογική αλλαγή αλλά μία καθαρή επίδειξη της δεξιοτεχνίας τους σαν επαγγελματίες οπορτουνιστές. Οποιοσδήποτε μεταφέρθηκε από τις επάλξεις των δρόμων στα πολιτικά έδρανα δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά συνένοχος της κυριαρχίας και δεν κάνει τίποτα άλλο από το να την τελειοποιεί.

Αν οι διαμαρτυρίες εξουδετερώθηκαν από την κυβέρνηση δια της παράδοσης με περίσσιο θέαμα ενός μέρους της εξουσίας της στους εκπρόσωπους της πλειοψηφίας, τότε πολλοί εξ όσων βγήκαν στους δρόμους δεν αναζητούσαν κάτι άλλο από την βελτιστοποίηση της κυβερνητικής διαχείρισης. Η ”εξέγερση”, υπό αυτό το πρίσμα, δεν ήταν τέτοια για όλους. Κάποιες απλά επιθυμούσαν να καλυτερεύσουν τις αλυσίδες τους ή ακόμα και να εισάγουν νέες, δίχως να αποζητούν την ολοκληρωτική καταστροφή τους.

Υπό αυτήν την άποψη, κατανοούμε πως το πρόβλημα με τις μαζικές διαδηλώσεις έγκειται στην απουσία βεβαιότητας ως προς το ποιος είναι πράγματι μαζί σου. Μπορεί να είναι συμπαθών όπως μπορεί να είναι εισβολέας, ή χειρότερα, πολίτης πρόθυμος να σε καταδώσει επειδή η βία ”δεν είναι η ενδεδειγμένη λύση”. Είναι αδιαφιλονίκητο πως η περίοδος μεγαλύτερης έντασης αυτού του ”ξεσπάσματος” προσφερόταν ιδιαιτέρως για την διάπραξη επιθέσεων και την υλοποίηση καταστροφικών επιθυμιών σε συγκεκριμένες στιγμές, όμως είναι απολύτως αναγκαίο να διαχωρίσουμε τους εαυτούς μας από το χτισμένο γύρω από αυτήν την συνθήκη αφήγημα καθώς μας φέρνει πάλι αντιμέτωπους με την παθητικότητα των πολιτών μεταμφιέζοντας κάθε έκφανση βίας ως σημάδι λαϊκής δυσαρέσκειας απέναντι σε κάποια μεμονωμένη διαχείριση ή κυβέρνηση και όχι απέναντι στην ίδια την ύπαρξη της κυβέρνησης, της εξουσίας, της κοινωνικής συνενοχής και των υπερασπιστών της.

(ΙΙΙ) Λίγη αυτοκριτική και η μόνη βεβαιότητα.

”Δεν ζητάμε ούτε εναλλακτικές λύσεις ούτε την συναίνεση με το υπάρχον, είμαστε με την βία που δεν ξεφουσκώνει ή λιμνάζει, με μία βία ικανή να αναδιαμορφώνεται, ριζοσπαστική και καινοτόμα.”

(Joakin García).

Όπως καταδεικνύουν και τα λόγια του Joakin, πρέπει να έχουμε επίγνωση της ικανότητας μας να επανεφευρίσκουμε τους εαυτούς μας, να ασκούμε αυτοκριτική και να μαθαίνουμε από το παρελθόν μας, εξίσου από τα λάθη και τις επιτυχίες.

Πιθανώς το μοναδικό διαθέσιμο συμπέρασμα από δρώμενα ομόλογα της εξέγερσης του Οκτώβρη, καίτοι όχι κάτι το πρωτοφανές, είναι ότι η σύγκρουση με αυτήν την πραγματικότητα πρέπει να συνεχιστεί. Και πως αυτή η ασίγαστη σύγκρουση, όπως μαινόταν και θα μαίνεται κατόπιν της εκτόνωσης των εκάστοτε μαζικών ξεσπασμάτων εναντίον της, θεριεύοντας στα χέρια όλων όσων την αποδέχθηκαν ως επιλογή ζωής, επιβάλλεται να επιβιώσει μέσα στις δράσεις μας αν θέλουμε να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας αυτόχρημα απέναντι σε κάθε εξουσία, απέναντι σε υλικά και άϋλα κελιά, απέναντι στον καταστροφικό για το περιβάλλον βιομηχανικό καπιταλισμό, απέναντι σε όλα όσα αποστρεφόμαστε.

Σύγκρουση, αναμέτρηση. Εκεί βρίσκεται η αποκλειστική μας πρόταση, η μοναδική μας βεβαιότητα για την ανάκτηση του παρόντος μας. Είναι η μοναδική συνθήκη που μπορούμε να προσπαθήσουμε να υλοποιήσουμε μόνες μας με τις διαφορετικές μας ικανότητες, συμπράξεις, δράσεις και ρυθμούς.

Δίχως βιασύνη αλλά και δίχως ανάπαυλα. Χωρίς την ανάγκη να χορέψουμε στους ρυθμούς των ”δρόμων” ή των ”μαζικών κινημάτων”, παρότι για αρκετούς να είναι ευκταίο. Τουλάχιστον, για μένα, δεν είναι, ιδίως την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, καθότι η δημοκρατική κανονικότητα αναμορφώνεται χάρις του της προηγήθηκε στους δρόμους. Μπορούμε να επανεπικυρώσουμε πως δεν εξαρτόμαστε από την μαζικότητα, δεν προφασιζόμαστε πως την έχουμε, ούτε την εξιδανικεύουμε, ακριβώς όπως δεν εξιδανικεύουμε μειοψηφίες, ριζοσπάστες ελιτιστές ή πρωτοπορίες. Το παραπάνω παιχνίδι και ο διαχωρισμός πλειοψηφικού – μειοψηφικού καλό θα ήταν να εγκαταλειφθεί στην θεσμική πολιτική, για μας η δράση προηγείται των λέξεων ως καταλυτικός παράγοντας προσδιορισμού της πλευράς στην οποία βρισκόμαστε.

Ο πόλεμος δεν σίγασε ποτέ, ας συνεχίσει να θρασομανεί στις καρδιές, στις σκέψεις και στα κορμιά όλων των προβληματισμένων καρδιών, εγκεφάλων και σωμάτων.
Ας σταματήσουν οι εξεγέρσεις μας να είναι ορόσημα και εφήμερες, μονιμοποιώντας τες στην καθημερινή μας ζωή.
Ποτέ συνένοχοι, ποτέ παθητικοί!

Ενεργητική και επιθετική απόγνωση εναντίον της βδελυρής αυτής πραγματικότητας!

Μια αγκαλιά σε κάθε αιχμάλωτο πολέμου και σε όλες όσες αγωνίζονται. Μία δριμεία ενθάρρυνση σε όσους εξακολουθούν να συνωμοτούν και ένα οργίλο δάκρυ, που θα μετατραπεί σε παλιρροϊκό κύμα, για τον Kevin και όλους τους πεσόντες.

(Ignacio Avaca)

Πηγή:darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

css.php