Sydney E. Parker: Αναρχικός ατομικισμός

Ο “Ατομικισμός” είναι μία από τις έννοιες που, στο ίδιο μοτίβο με τον “Αναρχισμό” και τον “Εγωισμό”, έχουν υποστεί κατάχρηση τόσο λόγω άγνοιας όσο και επιτηδευμένα. Για πολλούς ριζοσπάστες συνιστά συνώνυμο με το “ελευθερία για όλους” της “φιλελεύθερης” ζούγκλας, ενώ ορισμένοι υπέρμαχοι του καπιταλισμού έχουν επιχειρήσει να το αξιοποιήσουν προς δικαίωση της οικονομικής εκμετάλλευσης και των μονοπωλίων τους. Στοιχειώδης οξυδερκής σκέψη αναφορικά με τη φύση της καπιταλιστικής κοινωνίας, ωστόσο, με τα αφεντικά και τους μαζανθρώπους της, είναι αρκετή προκειμένου να κλονιστεί αυτή η υποψία. Τι το ατομικιστικό διαφαίνεται στις στρατιές των αστικοποιημένων ευυπόληπτων υπαλλήλων καθώς περιδιαβαίνουν μέσα και έξω από τα γραφεία τους την ίδια ώρα 5 φορές την εβδομάδα, φυτοζωώντας εν τω μεταξύ στα κλουβιά των μικροαστικών τους έξεων; Και πόσο ατομικιστικές είν’ άραγε οι ορδές των βιομηχανικών εργατών, ακινητοποιημένες μπροστά στον θεό της αυτοματοποίησης καθώς εκτελούν τις ίδιες δουλοπρεπείς τελετουργίες καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους; Οι ερωτήσεις αυτές περικλείουν και τις απαντήσεις τους.

Ατομικισμός

Ο Ατομικισμός είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τις νοητικές καρικατούρες των “αριστερών” και των “δεξιών”. Κατά τον John Beverly Robinson:

«Πρόκειται για τη διόραση μιας ατομικότητας πως υψώνεται πάνω από κάθε θεσμό ή σύνολο. Πως όλα τα παραπάνω υφίστανται μόνο για όσο επιλέγει αυτή να τα ιδιοποιείται συναινώντας στην ύπαρξή τους.»

Εξαιτίας της απροθυμίας του να αναγνωρίσει σε οποιονδήποτε θεσμό ή σχήμα εξουσία επί του εαυτού του, ένας ατομικιστής είναι αναπόδραστα αναρχικός. Και στον αντίποδα, αρνούμενος την εγκυρότητα πάσας εξουσίας παρεκτός αυτής του ατόμου, ο αναρχικός είναι λογικά ατομικιστής. Στον απόηχο αυτής της συνειδητοποίησης, προκύπτει ένας αναρχισμός αποδεσμευμένος από τα τελευταία υπολείμματα ενός αλτρουιστικού ιδεαλισμού που αποτινάσσει την οσφυοκαμψία μπροστά στον θεό και το κράτος μόνον ώστε να την αντικαταστήσει με την υποταγή στην Ανθρωπότητα και τον Σκοπό. Η ατομικιστική αναρχία ξετρυπώνει την εξουσία από τα ύστατα καταφύγιά της στις “ηθικές προσταγές” και το “καθήκον”.

Κυβέρνηση

Όμως αν ο ατομικιστής ζει μόνο για τον εαυτό του, τότε τι τον εμποδίζει να καθυποτάξει του υπολοίπους;

Τουλάχιστον δύο πράγματα:

Πρωτίστως, αν οι εν λόγω υπόλοιποι είναι εξίσου “αυτόβουλοι” με αυτόν, τότε θα ορθώσουν τη θέλησή τους απέναντι στη δική του, ματαιώνοντας τις προσπάθειές του.

Δεύτερο και σημαντικότερο, οι ατομικιστές νογούν πως η εξουσία συνιστά σχέση μεταξύ κυρίαρχου και κυριαρχούμενου, μια σχέση δεσμευτική και για τους δύο, αφού καταστρέφει την ανεξαρτησία αμφοτέρων. Όπως ορθώς το έθεσε ο Max Stirner:

«Όποιος, προκειμένου να διαφυλάξει τον εαυτό του, υποχρεούται να βασίζεται στην αδράνεια της θέλησης των υπολοίπων, αυτός είναι αποκύημα των άλλων, όπως ο αφέντης αποτελεί γέννημα του υποτακτικού του. Αν η υποτακτικότητα έπαυε θα σήμαινε επίσης το τέλος της κυριαρχίας.»

Αν απεύχεσαι την καταδυνάστευσή σου από άλλους, μην επιχειρείς να τους καταδυναστεύσεις ούτε εσύ. Συμφωνήστε αμοιβαία να μην μπλέκεστε ο ένας στα πόδια του άλλου.

Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν αντιλαμβάνονται την κυριαρχία ως το απλό προϊόν μιας συνωμοσίας καθυπόταξης του αθώου πόπολου από μία μοχθηρή μειοψηφία. Οι πολλοί δε θα γινόντουσαν αντικείμενο διακυβέρνησης αν δεν επιθυμούσαν την υποταγή τους, ήτοι, αν ήταν ικανοί να αυτοκυβερνηθούν. Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος εντός μιας σχέσης την οποία οι ατομικιστές αποστρέφονται. Ο δρόμος τους βρίσκετε εξίσου μακριά και από τους δύο.

Συν-εργασία

Απορρίπτει όντως ο ατομικιστής κάθε συνεργασία μεταξύ ατόμου και κοινότητας;

Οι ατομικιστές αναφωνούν με τον Ίψεν πως «Ο δυνατότερος άνθρωπος που υπάρχει στη γη είναι εκείνος που καταφέρνει να ζει περισσότερο μόνος», αναγνωρίζουν όμως την αξία της συνεργασίας προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανθρώπινες ανάγκες τους. Δεν υπάρχει τίποτα το αντιφατικό σε αυτό εφόσον μόνο όποιος αποδεικνύεται ικανός να ορθοποδήσει μονάχος δύναται να σχηματίσει πραγματικά ελεύθερες σχέσεις με τους διπλανούς του. Ένας αντίστοιχος δεσμός δεν καταλήγει αυτοαναφορικός και η συνέχειά του αυτοσκοπός – κρατάει όσο και η χρησιμότητά του για όσους τον σχηματίζουν. Δεν αποτελεί φετιχοποιημένο κειμήλιο απέναντι στο οποίο τα μέλη αποκτούν καθηκοντα. Συνιστά δημιουργία και υπηρέτη τους, τίποτα περισσότερο.

Οικονομικά

Αναφορικά με την οικονομία, ο ατομικιστής δεν πιστεύει στον κολλεκτιβισμό, είτε σοσιαλιστικής, είτε συνδικαλιστικής, είτε κομμουνιστικής προέλευσης. Γι’ αυτόν, η ατομική κατοχή των μέσων παραγωγής είναι ο τρόπος εξασφάλισης του προϊόντος ή του ισοδύναμού του στον παραγωγό. Σε αυτό το επίπεδο, όπως και σε όλα τα υπόλοιπα, ωστόσο, οι ατομικιστές παραμένουν πάνω απ’ όλα πλουραλιστές και χαρακτηρίζουν ως εξουσιαστικό οποιοδήποτε σύστημα -ανεξαρτήτως ονόματος- που θα τους δέσμευε υποχρεωτικά σε μία οικονομική σχέση απορρίπτοντας την πιθανότητα εναλλακτικών επιλογών. Η διαφορά μεταξύ ατομικιστικής και κολλεκτιβιστικής προσέγγισης στην οικονομία έγκειται στο γεγονός πως, ενώ η πρώτη θα άφηνε κάθε άτομο απρόσκοπτα να εξασφαλίσει μόνο του ό,τι χρειάζεται, η δεύτερη θα ανήγαγε την κοινωνία σε διαχειριστή και πάροχο των χρειωδών για τη ζωή. Κάθε σύστημα που καθιστά το υποκείμενο εξαρτημένο από την καλή ή κακή θέληση των άλλων είναι απεχθές για τους ατομικιστές. Είναι μικρής σημασίας γι’ αυτούς το αν τα μέσα παραγωγής βρίσκονται υπό τον έλεγχο μιας δράκας κεφαλαιοκρατών, του κράτους, μιας συνδικαλιστικής ένωσης ή μιας κομμούνας, αν οι ίδιοι δε διαθέτουν αυτονομία και ελευθερία επιλογής.

Επανάσταση

Αλλά οι εικασίες σχετικά με τη μελλοντική οικονομία έχουν αποκλειστικά ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν περιμένουν καρτερικά την “επαύριον της επανάστασης” για να γευτούν τους καρπούς των αντιλήψεών τους. Είναι το σήμερα που τους απασχολεί, όχι ένα υποθετικό μέλλον. Εφόσον ο ατομικιστής έχει ως αφετηρία τον εαυτό του, δε χρειάζεται τη συγκατάθεση άλλων προκειμένου να ξεκινήσει την “επανάστασή” του. Καλωσορίζει οποιοδήποτε άτομο πορεύεται σε παρακείμενο δρόμο, αλλά δεν εξαρτά το ταξίδι του από κανέναν. Οι χριστιανοί προσδοκούν τη θέληση του θεού τους, οι δημοκράτες τη θέληση του λαού, οι μαρξιστές και οι συνδικαλιστές τη θέληση του έμφυτα επαναστατικού προλεταριάτου · αντιθέτως, ο ατομικιστής ελπίζει μόνο στην δική του βούληση και δε βασίζεται σε τίποτα πέραν του εαυτού του. Κατά συνέπεια, δεν πιστεύει σε μία “ιστορική διαλεκτική”, στην αναπόδραστη κατάληξη της ταξικής πάλης, στη σταδιακή πρόοδο του νομικού πολιτισμού ή σε οποιαδήποτε άλλη αγελαία ή υπερφυσική δύναμη ως εγγυητή της απελευθέρωσής του. Η αυτονομία είναι η μοναδική μορφή απελευθέρωσης με κάποιο νόημα γι’ αυτόν. Δεν έχει χρόνο για χιλιαστικά ναρκωτικά ως καταπραϋντικά για τη σημερινή μιζέρια και τις υπαρκτές καταπιέσεις.

Βία

Η ερώτηση σχετικά με τη χρήση ή μη της βίας για αυτοπροστασία είναι πάντα υποκείμενη στους σκοπούς. Οι ατομικιστές θα καταφύγουν στη μία ή την άλλη επιλογή αναλόγως τη συγκεκριμένη κατάσταση. Οποιαδήποτε προσέγγιση επιχειρεί να δεσμεύσει τον ατομικιστικό αγώνα με την βία ή τον πασιφισμό, αναιρεί την πολυμορφία των ατομικών ιδιοσυγκρασιών και αντοχών, αποτελώντας ένα ηθικό εκμαγείο. Ωστόσο, δυστυχώς, όντας αντιμέτωποι με τα συντριπτικά μέσα βίας στην κατοχή του σύγχρονού κράτους, οι περισσότεροι ατομικιστές σταχυολογούν την παθητική αντίσταση ως το πιο ενδεδειγμένο μέσο πάλης.

Τέλος

Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν επιθυμούν να παραμείνουν ένας ακόμα αριθμός στις “στατιστικές εκατομμυρίων” υπάκουων πολιτών. Απέσπασαν τους εαυτούς τους από την υπόλοιπη αγέλη, και η αναρχία τους ευδοκιμεί στη δύναμή τους να επικυρώσουν την ύπαρξή τους. Διαχωρίζονται από κάθε δημοκρατικό ή σοσιαλιστικό μύθο. Στον διάολο το τι “θέλει ο λαός” και τι “θέλουν οι εργαζόμενοι”. Ας βιώσουμε στο έπακρο τις ζωές μας ακολουθώντας τα προσωπικά μας συμφέροντα, όντας οι εαυτοί μας. Ο ατομικιστής θα τραβήξει τον δικό του δρόμο, ακόμα κι αν πρέπει να πορευτεί μόνος. Η ατομικότητά του, εξάλλου, θα συνθλιβόταν αν δεν το έκανε.

Sydney E. Parker

Πηγή: Minus one, τεύχος 9, Ιούλιος – Αύγουστος 1965

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Επίθεση στο νέο εξουσιαστικό αφήγημα

Λάβαμε 3/6/2021

Εδώ και ενάμιση χρόνο ζούμε μια απίστευτη επίθεση της εξουσίας σ΄ολόκληρο τον πλανήτη με πρόσχημα την πανδημία του COVID-19. Μια επίθεση με επιβαλλόμενα μέτρα που στόχο έχουν όχι μόνο να περιορίσουν την ελευθερία μας αλλά και να μας εισάγουν σ΄ένα νέο τρόπο ζωής πλήρους ελέγχου. Η δυστοπία λοιπόν δεν είναι μια μελλοντική αφήγηση ενός μυθιστορήματος αλλά μια πραγματικότητα που τη ζούμε όλο και πιο πολύ τον τελευταίο καιρό όλο και σε μεγαλύτερες δόσεις. Το πιο σημαντικό όμως ζήτημα είναι το πως σταθήκαμε όλες-οι μπροστά σ΄αυτή την νέα λαίλαπα του συστήματος. Δυστυχώς η κοινωνία στο μεγαλύτερο μέρος της αποδέχτηκε αυτή την νέα συνθήκη σαν μια αναγκαιότητα. Το κακό όμως είναι ότι το ριζοσπαστικό κίνημα ακόμη και ο αναρχικός χώρος δεν αμφισβήτησε τον πυρήνα αυτής της μεθόδευσης του κράτους συμπράττοντας σε μια μονομερή εκεχειρία και αφήνοντας ελεύθερο το κράτος και την ιατρική επιστήμη να ορίζει ασφυκτικά την καθημερινότητα μας. Και όσες τολμήσαμε να αρθρώσουμε μια άλλη άποψη, έναν διαφορετικό λόγο, λοιδορηθήκαμε με τον πιο άθλιο τρόπο ακόμη και από «συντρόφους». Μας είπαν ψεκασμένους, συνομωσιολόγους, μας ταύτισαν με τους ακροδεξιούς, ξεχνώντας ότι αυτοί είναι που υιοθέτησαν την κρατική προπαγάνδα. Οπότε πως συνεχίζουμε πλέον σε όλο αυτό?

Στο διάολο με την κοινωνία που σέρνετε γλείφοντας την εξουσία για λίγα ψίχουλα όταν αυτή κρατάει ολόκληρη την πίτα για πάρτη της. Μια κοινωνία που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η επιβίωση με κάθε τρόπο ακόμη και αν χρειαστεί να πατήσει επί πτωμάτων. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, ατομικό συμφέρον, κοινωνική καταξίωση. Μια κοινωνία που στην τελική νοιάζεται πότε θα της επιτρέψουν οι εξουσιαστές να γυρίσει στην κανονικότητα της κατανάλωσης με όποιους όρους ( εμβόλια, self-test ). Μόνο που το κοινωνικό σώμα έχει σαπίσει και ό,τι σαπίζει είναι καταδικασμένο να πεθάνει. Όσο για τους «αγωνιστές» που εθελοτυφλούν για την κατάσταση που ζούμε αγκαλιάζοντας όλο και πιο πολύ ρεφορμιστικές πρακτικές, μ΄αυτούς έχουμε διαχωρίσει την θέση μας εδώ και πολύ καιρό.

Καλούμε λοιπόν όλες τις αντικοινωνικές δυνάμεις για να εντείνουμε την εξεγερσιακή μάχη ενάντια στο σύστημα, με τα μέσα και τα όπλα που χρησιμοποιούμε όλα αυτά τα χρόνια. Από τις αφίσες και τα κείμενα μέχρι τις πέτρες, τους εμπρησμούς και τα εκρηκτικά. Να επιτεθούμε στην εξουσία και τις δομές της, στα αστυνομικά τμήματα, τα σχολεία, τα δικαστήρια, τα υπουργεία, τις φυλακές, τις πολυεθνικές. Να δημιουργήσουμε μια χαοτική κατάσταση όπου το κράτος θα στριμωχτεί και θα φοβηθεί όταν μπροστά του θα απλώνεται όλο και περισσότερο το μένος και η οργή μας. Για να μην μείνουν η εξέγερση και η αναρχία απλώς συνθήματα στις πορείες. Για να αντισταθούμε στην καθημερινότητα και να βιώσουμε τις μικρές και μεγάλες στιγμές ελευθερίας στα κατειλημμένα κτίρια, στους δρόμους, στα οδοφράγματα. Δεν υπάρχει πλέον χρόνος για χάσιμο. Ή εμείς ή αυτοί!!!

ΚΑΜΙΑ ΑΝΑΚΩΧΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

Consumimur Igni: Αιώνιοι φοιτητές στα αμφιθέατρα των επαναστατικών εφορμήσεων

Λάβαμε 28/4/2021

Το κλίμα προβλέπεται βαρύ μετά από μία ακόμα ήττα στο ιστορικό της διαπάλης των κοινωνικών κινημάτων με το ακροδεξιό κυβερνητικό έκτρωμα και την υπερψήφιση του νέου νομοσχεδίου για την εκπαίδευση. Οι επικήδειες συμβολικές εκδηλώσεις μαζί με τις ευκατοφρόνητες προσπάθειες αντίστασης μιας κλινικά νεκρής και σε μόνιμη ρήξη με τον ριζοσπαστισμό αριστεράς, δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν την κατοχύρωσή του, παρά τις όποιες αξιέπαινες δυναμικές αντιδράσεις των ακούραστων εξεγερμένων μειοψηφιών. Και φυσικά κανείς οξυδερκής δεν αιφνιδιάστηκε από αυτήν την εξέλιξη, ούτε για την επερχόμενη συνέχεια στο, τετριμμένο πλέον, θέαμα σύγκρουσης μεταξύ κράτους και όσων δεν μπορούν να δουν πέρα από τα αφηγήματά του.

Πάντως, η τερπνή θέα των αδάμαστων ταραχοποιών κατά τη δυναμική τους επανεμφάνισή τους στο κέντρο των ελλαδικών μητροπόλεων αποτελεί πάντα μια ανεκτίμητη βαρβαρική συνεισφορά. Ειδικά αν λάβουμε υπόψιν μας τους πρωτοφανείς σκόπελους της συγκυρίας, ένεκα της στρατιωτικοποίησης του κράτους με πρόσχημα τη νόσο Covid-19, και της μαχητικής ανετοιμότητας των υπόλοιπων μετεχόντων στις επιχειρήσεις ανακατάληψης του κέντρου. Χαλάλι το απαράλλακτο, γραφικό όνειδος των ανήσυχων φοιτητών, λοιπόν, αν μετατρέπεται σε πυροκροτητή αντίστοιχων ευκαιριών για την ικανοποίηση των αδιαπραγμάτευτων φιλοδοξιών μας. Και πέραν της αναμενόμενης νωχελικής τους συμβολής στη διαδραματιζόμενη σύγκρουση, ξεπερνάμε και την αθεράπευτη πολιτική κακομοιριά και συναισθηματική τους ραθυμία.

Στο δια ταύτα τώρα: Το “νέο πανεπιστήμιο”, ήδη εδώ και καιρό -μια αναπότρεπτη άφιξη για όσους δεν ξέχασαν να διαβάζουν τα σημεία των καιρών (κρίση αναπαραγωγής του κεφαλαίου, ανάγκη ανάδειξης νέων αγορών, γενικευμένος κοινωνικός εκμαυλισμός, εκσυγχρονισμός της παραγωγής, ιδεολογική ηγεμονία της οικονομίας ως απότοκο του νοσούντος αστισμού)- βρισκόταν προ των πυλών. “Δυστοπία ολκής και μια ωδή στον ολοκληρωτισμό” ακούμε, αλλά δε συμφωνούμε, κι ας λογαριάζουμε σοβαρά στην κρίση μας τις όποιες βάσιμες ανησυχίες. Θεωρούμε όλους αυτούς τους στομφώδεις μύδρους γκρίνιας μαλακίες. Μια διαδεδομένη και αντιδημιουργική πρακτική της παραδοσιακής αριστεράς. Δε χαρακτηρίζουμε μαλακίες την περίσταση καθ’ εαυτήν, και επ’ ουδενί δεν υποτιμούμε την πρακτική αναγκαιότητα κατανόησης, ανάλυσης και καταπολέμησης ενός σχολαστικά σχεδιασμένου κυβερνητικού νομοσχεδίου με στόχο την περαιτέρω βιομηχανοποίηση της εκπαίδευσης, τον αποικισμό δημοσίου χώρου από ένστολους ανίκανους και την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων αγκιστρωμένων στην εκαπιδευτική διαδικασία: Κομβικά ζητήματα και αληθινοί στόχοι πρώτης τάξεως για την επαναστατική κριτική μας, όπως και οι εμπνευστές τους για τα μέσα εκτόνωσης της διάπυρης οργής μας. Αρκετά όμως με τις φοιτητικές μετριοπάθειες και τους συγχρωτισμούς με τις αριστερίστικες υπεκφυγές.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα των αριστερών φοιτητών με το νομοσχέδιο για την παιδεία είναι ομόλογο με αυτό της σύγχρονής αριστεράς απέναντι σε κάθε μεμονωμένη πολιτική συγκυρία ικανή να τη φέρει αντιμέτωπη με τις αντιφάσεις της, παύοντας να τη μεταχειρίζεται σαν το μόνιμο κακομαθημένο παιδάκι της μεταπολίτευσης: Επανάσταση ή συμφιλίωση με το κατεστημένο; Κοινωνικός πόλεμος ή συμπόρευση με το υπάρχον; Σαφέστερα τώρα, φοιτητής ή εξεγερμένος; Γιατί στο αφεντικό δε βγαίνουν άλλες παραχωρήσεις.

Η στρατιωτικοποίηση των πανεπιστημιακών χώρων δεν είναι ασφαλώς μια στιγμή παράταιρη και αποκομμένη από τη συγκεκριμένη ιστορική φάση του καπιταλισμού και του κοινωνικού γίγνεσθαι. Μια ανθρωπότητα παραδομένη και ανοχύρωτη -πλην ελάχιστων εξαιρέσεων (θλιβερά ελάχιστες για να συντηρούν επαναστατικές ονειρώξεις)- στις κτηνώδεις ορέξεις της οικονομικά διαρθρωμένης μεγα-μηχανής του κεφαλαίου, συνειδητά ή μη, καλείται να προσαρμοστεί εκ νέου στις αδήριτες προϋποθέσεις για την κάλυψη του συστήματος και τη διάσωση του καπιταλισμού ως γενική αρχή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων.

Για τις μη κατεχόμενες από ιδεολογικές παρωπίδες, για τους πιστούς απολογητές και αδιόρατους στηλοβάτες των θεμελιωδέστερων κατηγοριών κατά του υπάρχοντος, δεν προξενεί έκπληξη η συνεχιζόμενη με φρενήρεις ρυθμούς εισβολή της οικονομίας σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης υπόστασης. Εδώ έχει εισβάλλει διαμέσου του σταδιακά πιο εύστοχου και αποδοτικού διάχυτου θεάματος στον καθρέπτη του σπιτιού και στα όνειρά μας, στο πανεπιστήμιο θα κόλωνε; Και από τι θα εμποδιστεί στην τελική; Από το ταλαίπωρο φοιτηταριάτο που έκανε το νέο πανεπιστήμιο πράξη πριν καν να γίνει νομοσχέδιο; Από όσους αναζήτησαν στην ανώτερη εκπαίδευση μια διάσωση ή απόκτηση ταξικών προνομίων; Από όσους διασπάθιζαν, πνιγμένοι στην ηδυπάθεια και τον καταναλωτισμό, τα πύρινα χρόνια του νεανικού τους σφρίγους, με την καταπραϋντική υπόσχεση πως σύντομα θα αποτελούν αξιόπιστα στελέχη στην εκστρατεία επέκτασης του αστικού πολιτισμού; Ή θα εμποδιζόταν από τους αριβίστες πολιτικάντηδες με τις ψευδαισθήσεις αγώνα πίσω από τα περιφρονημένα τραπεζάκια στους πανεπιστημιακούς διαδρόμους, όταν δε φανφαρολογούσαν στα φοιτητομάγαζα με έπαρση ειδήμονα; Όλοι αυτοί είτε δεν ήθελαν, είτε δεν κατάφεραν να εμποδίσουν την υπερψήφιση του ”εκτρωματικού” αυτού νομοσχεδίου, και τώρα τμήματά τους το γύρισαν -σαν έτοιμοι από καιρό- στο ”δε θα εφαρμοστεί”. Μαλακίες ξανά. Και αυτό διότι εφαρμόζεται ήδη καιρό τώρα, με αυτούς ως αναπόσπαστο κομμάτι του.

Το “νέο πανεπιστήμιο” υπήρχε προ πολλού διαμέσου της χαρακτηροδομής, των επιθυμιών, των προτεραιοτήτων, της διαγωγής και των επιλογών του κάθε τυχάρπαστου νεοεισερχόμενου φοιτητάκου, έχοντας με καμάρι στο πέτο του τις ευλογίες κράτους, οικογένειας και αγοράς ως προκαταβολή για τη δυνητική του μελλοντική χρησιμότητα στην παραγωγική διαδικασία. Προαγωγός του φυσικά το “παλιό πανεπιστήμιο”, και δε νιώθουμε την ανάγκη να ζητήσουμε καμιά προκαταβολική συγγνώμη από όσους το νοσταλγούν λόγω της εξάρτησής τους από τα κομματικά τραπεζοκαθίσματα, τα φοιτητικά στέκια και τα πάρτυ του παρασκευο-σάββατου. Αυτές είναι κατ’ αυτούς ικανές αιτίες για να το δοξάζουν και να το εξάρουν ως κάτι διαφορετικό και κοινωνικά υγιές. Με το νομοσχέδιο, εξάλλου, δεν διαφοροποιήθηκε τρομακτικά το πολιτικο-οικονομικό σύστημα, δεν άλλαξε κάποια ουσία του κόσμου, απλά αυξήθηκε η ταχύτητα του καπιταλισμού μαζί με τις αξιώσεις του να εντείνει τον έλεγχο στις σύγχρονες μανιφακτούρες, όπως τα πανεπιστήμια, ως μονάδες παραγωγής εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Σφίξαν οι κώλοι, εν ολίγοις. Οπότε, πού ακριβώς έγκειται το θέμα των περισσότερων αγανακτισμένων, αν δε θέλουμε να υπεκφεύγουμε; Ένα είναι το απαράκαμπτο συμπέρασμα: Η αριστερά έχει συνηθίσει να είναι το αβροδίαιτο παιδί ενός φιλελευθερισμού με τον οποίο έχει πολιτικά συμβιβαστεί, πατώντας στις πλάτες της αιματοβαμμένης ιστορίας αντικαθεστωτικών και αντικαπιταλιστικών αγώνων. Αν την απώλεια αυτών των κεκτημένων προνομίων τη βρίσκει τόσο δυσβάσταχτη, ας σταματήσει να κουράζει με τα διαπιστευτήρια περί νομιμότητας των αιτημάτων της, κι ας ετοιμαστεί να χύσει αίμα, ειδάλλως ας πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας.

Απέναντι στην υπάρχουσα πραγματικότητα, δεν ευδοκιμούν πλέον μετριοπάθειες και υπεκφυγές. Τρομακτική διαπίστωση ίσως για όσους βολεύονται στη μακαριότητα της επίβουλα παραχωρημένης νηνεμίας. Ευλογημένο δώρο όμως για εμάς και όσες αντικρίζαν στις κτηνώδεις ώρες της ακύμαντης καθημερινής ρουτίνας τον χειρότερο εφιάλτη τους. Αν ο καπιταλιστικός κόσμος και η αναπόδραστη παρακμή του απολήγουν στην ανανέωση της βαρβαρότητας και της ωμής κρατικής επιβολής, εμείς γιατί να ιδρώσουμε; Θα έπρεπε να μοιρολογούμε για τις εκλιπούσες στιγμές μιας επίπλαστης κοινωνικής ειρήνης ή να υποκριθούμε τον συμπαραστάτη των μίζερων ανησυχιών του κάθε φοιτητάκου μήπως κερδίσουμε την εύνοιά του, βοηθώντας τον στην αναζήτηση του χαμένου καπιταλιστικού παραδείσου του; Δε διστάζουμε, απεναντίας, να εκφράσουμε μια σχετική “ικανοποίηση” με την έκβαση των εξελίξεων, αφού η αυταρχικοποίηση της πανεπιστημιακής λειτουργίας μπορεί ν’ αποτελέσει μια επαρκή αφορμή για να εγκαταλείψουν τους ευκαταφρόνητους εκπαιδευτικούς (και εν συνεχεία παραγωγικούς) ρόλους τους μεγαλύτερες μερίδες ανθρώπων. Χρήσιμο και αναγκαίο κάθε ερέθισμα που πείθει τους σπουδαστές να παρατήσουν έναν -ούτως ή άλλως- εχθρικό για εμάς χώρο, φυτεύοντας στις καρδιές τους τον σπόρο της εξέγερσης και της άρνησης των σχέσεων επιβολής και υποταγής. Παρατηρώντας πως εμείς οι ίδιοι στερούμαστε τη δυναμική να οξύνουμε την αντιπαράθεση με το κράτος, ας το απολαύσουμε τουλάχιστον να τρώει το ίδιο τα μούτρα του, χτίζοντας εκατοντάδες και χιλιάδες εν δυνάμει αρνητές και πολεμίους του.

Τι να πούμε και ποια να είναι η θέση μας στις κινητοποιήσεις ενάντια στο νέο πανεπιστήμιο, όταν απαρνηθήκαμε οριστικά τους ρόλους και τα πόστα μας στις τάξεις της εκπαιδευτικής εξημέρωσης; Όταν αυτομολήσαμε και αναζητήσαμε πρόθυμα θέση στα χαρακώματα του αναρχικού πολέμου, ποθώντας την καταστροφή του “νέου”, του “παλιού” και κάθε πανεπιστημίου; Δε μας βρίσκει σύμφωνους η ανάθρεψη της γραφικής γκρίνιας των κάθε λογής αγανακτισμένων εκπαιδευτικών σε μια προσπάθεια κατασκευής σαθρών δεσμών αλληλοϋποστήριξης με μοναδικό στόχο την πολιτική επιβίωση και την εξασφάλιση μιας προνομιακής μεταχείρισης, αποστερημένης από οποιονδήποτε σχεδιασμό ριζοσπαστικής ρήξης με τη βαθιά ριζωμένη εκπαιδευτική διαδικασία. Τη βρίσκουμε επιζήμια και αυτοϋπονομευτική, διότι αποφεύγει επιδέξια να χτυπήσει ουσιωδώς αντιλήψεις, συνήθειες και επιθυμίες ασυμβίβαστες με μία αναρχική επίθεση στα θεμέλια της αστικής κοινωνίας. Όταν ο στόχος των αναρχικών αναλύσεων και επιθέσεων εντοπίζεται σε μία σύλληψη της πραγματικότητας κατά πολύ εκτενέστερης από αυτής ενός συγκυριακού αγώνα απέναντι σε ένα κυβερνητικό νομοσχέδιο, δεν μπορείς να συμμετέχεις σε αυτόν συντηρώντας τις αιτίες ενδυνάμωσης της πρώτης. Τουτέστιν, υπονομεύεις τον ίδιο σου τον εαυτό όταν πολεμάς το νέο πανεπιστήμιο συμπράττοντας άκριτα και κατά περίπτωση, απενοχοποιώντας ό,τι συντηρούσε το παλιό, ενώ αυτό ήταν ο αδιαμφισβήτητος πρόδρομός του. Η πάγια θέση μας είναι πως η μαζική κοινωνική μηχανή με τον εργασιακό καταμερισμό, την προσιδιάζουσα σε αυτή γνώση και τους επακόλουθους κοινωνικούς ρόλους, οφείλει να καταστραφεί συθέμελα, ώστε ν’ ανθίσουν απρόσκοπτα οι ελεύθερες κοινοτικές ενώσεις μας. Αν δε σταθούμε στα πόδια μας, εκφράζοντας μια προταγματική και στρατηγική ολότητα, δεν μπορούμε να εμπνεύσουμε μια ολοκληρωμένη, ενιαία ανατροπή, σε μία εποχή όπου η απολυτότητα αναδεικνύεται ως προαπαιτούμενο γι’ αυτό.

Επ’ ουδενί δεν προάγουμε και δεν καλλιεργούμε μία λογική αναχωρητισμού από τους εν εξελίξει αγώνες, ούτε στηλιτεύουμε την όσμωση με ευρύτερα κοχλάζοντα κοινωνικά σύνολα. Η τοποθέτησή μας αυτή στοχεύει να αποτελέσει επιμέρους στιγμιότυπο μιας βαθιάς και ειλικρινούς αγωνιστικής όσμωσης. Μπουχτίσαμε όμως από την άκριτη έκφραση αγαθών προθέσεων και διεκδικούμε το αυτονόητο: Να τοποθετούμαστε ως αγέρωχος και συγκροτημένος επαναστατικός χώρος, όχι η αντιδραστική πιτσιρικαρία μιας πτυχιούχας πλέμπας. Η πολιτική μας στάση οφείλει να λαμβάνει πρόδηλη θέση ρήξης με την αστική κοινωνία, όχι διπλωματικής διαπραγμάτευσης των όρων εξανδραποδισμού μας με το κράτος. Ενόσω δεχόμαστε αλλεπάλληλες ήττες και αστοχίες, οφείλουμε να γίνουμε αμείλικτοι και επικριτικοί απέναντι -πρωτίστως- στους εαυτούς μας τους ίδιους, να παραδεχτούμε και να αναρωτηθούμε γιατί το κράτος βρίσκεται πάντα 3 βήματα μπροστά μας (ιδεολογικά, στρατιωτικά και επικοινωνιακά), ειδάλλως θα παραμείνουμε οι χρήσιμοι σάκοι εκτόνωσης του ένστολου σαδισμού.

Το πρώτο βήμα είναι η σαφής επίγνωση του ποιοι ακριβώς είμαστε, και έπειτα ακολουθεί η αλύγιστη πολιτική και αξιακή υποστήριξη των απόψεών μας αναφορικά με την εκπαίδευση και τους πανεπιστημιακούς χώρους. Ομολογώντας, για παράδειγμα, δίχως περιστροφές πως αυτή δεν είναι καθόλου αναδιαρθρωτική. Γνωρίζουμε, εξάλλου, καλά πως τα περισσότερα συντρόφια μας ενήργησαν εντός των πανεπιστημίων, και πως θα συνεχίσουν να αξιοποιούν το παραμικρό χιλιοστό ελευθερίας κερδισμένο από την τανάλια της καταστολής, δίχως να κατατρύχωνται για την ασφάλεια και την ευταξία της εκπαίδευσης στις αίθουσες της πλήξης. Και αυτό είναι το δέον, μαζί με όλες τις αξιέπαινες στιγμές, τις αστοχίες και τα εκρεμμή ακόμη στοιχήματα, εφόσον η αναρχική εξέγερση δε συμβιβάζεται με την αναζήτηση θέσης περιωπής σε αυτόν τον χρεοκοπημένο κόσμο. Είμαστε κασταλαγμένοι σχετικά με το τι χρειαζόμαστε στη φαρέτρα μας και τι επιθυμούμε ν’ αποβάλλουμε, και γι’ αυτό προτείνουμε σε όσους διέπονται από την ανάγκη να αφομοιωθούν ευκαιριακά στον υπόλοιπο αγανακτισμένο όχλο με τις “αγνές φοιτητικές προθέσεις” του να επανεξετάσουν την πολιτική τους ταυτότητα. Όλες και όλοι μας έχουμε υπάρξει ανήσυχα και αφελή παιδιά, μεγαλωμένα στο αβροδίαιτο αστικό περιβάλλον, αλλά όταν με την πάροδο των χρόνων δεν έρχεται ο άνεμος της επαναστατικής ωρίμανσης, τότε αναπόδραστα θα σβήσουμε στον πνιγηρό καπνό της απογοήτευσης, της μεμψιμοιρίας και του συμβιβασμού με ό,τι κοινότοπα και επιφανειακά μισήσαμε.

Ο αναρχικός χώρος, με τις διάφορες τάσεις του, τις διαφωνίες, τις αντιθέσεις, τις ελλείψεις, τις αγκυλώσεις και τις παθογένειές του, αποτελεί -καλώς ή κακώς- σταθερά τη μήτρα όσων διαθέτουν την αποφασιστικότητα και τη συνέπεια να αντιταχθούν βαθιά και ουσιαστικά, έστω και μειοψηφικά, στον καπιταλιστικό κόσμο. Είναι, λοιπόν, κομβικό να φροντίσουμε το επερχόμενο πολυτάραχο και συγκρουσιακό διάστημα, καθείς απ’ το μετερίζι του και όπου μπορούμε και πιο (δια)συλλογικά, να μετατραπούμε σε καταλύτη εξεγερσιακών εκτροπών και εκπόνησης επαναστατικών σχεδιασμών, αποφεύγοντας να καταντήσουμε ένα στείρο ηθικό αντίβαρο του εξόφθαλμου κυβερνητικού αυταρχισμού, επικουρώντας τοιουτοτρόπως στην επάνοδο της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό θα επιτευχθεί διαμέσου της καθημερινής, αδιάκοπης προσπάθειας ριζοσπαστικοποίησης των εστιών κοινωνικού αναβρασμού, όπως το εκπαιδευτικό, και τη μετατόπιση του διαλόγου από τα υποκριτικά αμφιθέατρα της πολιτικής στην άμεση δράση και την αντάρτικη πάλη έναντι στο σύνολο του κρατικού μηχανισμού.

Αν δε σταθούμε σε όλα τα μέτωπα συντεταγμένα, ρηξιακά και επιθετικά, ως μια υλική δύναμη για την κατάργηση της αστικής κοινωνίας και την καταστροφή ενός πολιτισμού αποικισμένου από τα παράσιτα του κεφαλαίου και της αλλοτρίωσης, τότε σε τι ακριβώς ελπίζουμε; Όχι πάντως στην επάνοδο ενός πανεπιστημίου αφοσιωμένου στην ενίσχυση των δομών αφομοίωσης και εκπολιτισμού, ενός πανεπιστημίου ικανού να παράγει ιδεολογία εφάμιλλης ποσότητας με τη γνώση που επιστρατεύει για να απορροφά πιθανούς κραδασμούς αμφισβήτησης. Γι’ αυτό υποστηρίζουμε σήμερα πως τα ρήγματα και οι πληγές στο σώμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας -καθώς επιχειρείται η αναδιάρθρωση και ο ανασχηματισμός της- αποτελούν ιδανική ευκαιρία για εμάς να επέμβουμε, επεκτείνοντας την επιμέρους κριτική σε ένα κυβερνητικό νομοσχέδιο ως την ολική αποδόμηση της βιομηχανίας της γνώσης, ως τη συνολική αναρχική επίθεση στον κόσμο του κεφαλαίου και των κρατών.

Ο όψιμος καπιταλισμός ολοκληρώνεται, μεταμορφώνοντας τον κόσμο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του, οικοδομώντας τη δυστοπική αθλιότητα του 21ου αιώνα: Κατάρτιση, (τηλε-)εργασία, ψυχαγωγία και διαρκής αύξηση της ταχύτητας εναλλαγής των αποδεκτών αυτών καταστάσεων, σε σημείο να θολώνουν τα όρια μεταξύ τους. Στην προσπάθεια επίλυσης δομικών αντιφάσεών του και ευόδωσης των αναγκαίων διαδικασιών αναπαραγωγής του, εισέρχεται στο στάδιο του πλέον δυσεπίλυτου προβλήματος στον δρόμο για την οικουμενοποίηση του κόσμου κάτω από τις προσταγές του: Την καταστροφή όσων κοινωνικών σχέσεων και τρόπων υποκειμενοποίησης του επέτρεπαν να αναβάλλει την κατάρρευσή του απάνθρωπα σε έναν ακόμα ανθρώπινο κόσμο. Τον τεχνοκρατικό μηδενισμό και την πνευματική αποσύνθεση. Το παραπάνω πρόβλημα φαίνεται συνυφασμένο με τον δομικό τρόπο διαιώνισης της κοινωνίας του κεφαλαίου, καθώς η επέκτασή του σε πλανητικό επίπεδο εξαρτάται αναμφίλεκτα από την αποτελεσματικότητα με την οποία μπορούν να θυσιάζονται μορφές ζωής, τρόποι σκέψης, ιδανικά, αξίες, έθιμα και ανθρώπινες ιδιότητες στον Μολώχ της αξιοποίησης. Ο απαράκαμπτος αυτός μηδενισμός -οποιασδήποτε επίφασης- μπορούσε να εξασφαλίσει στους στρατοκόπους της παραγωγής απολογίες υπέρ της οσφιοκαμψίας τους, ενοποιώντας τα θεαματικώς διαχωρισμένα πεδία της κοινωνικής σήψης  στον ολοκληρωμένο εφιάλτη που ήδη υπέβοσκε στους κόλπους της καπιταλιστικής κοσμοαντίληψης. Η μόρφωση, με τα ιδρύματά της, εντός ενός παρηκμασμένου και αξιακά κενού κόσμου, εξαπλώνουν μόνο τον εκμαυλισμό και την αποσύνθεση του ανθρώπου. Ας μη γίνουμε λοιπόν απολογητές μιας εκμηδενισμένης κοινωνίας, ας μην καταλήξουμε με στειρότητα “μπροστάρηδες” της σπουδάζουσας νεολαίας, διεκδικώντας απλώς την επιμήκυνση των αιώνιων αλυσίδων μας.

Όστις εθελοτυφλεί μπρος στην ιστορική έλευση του μηδενισμού, εφόσον ο καπιταλισμός και οι γεννεσιουργές αιτίες του δεν ανατράπηκαν κατά τα προγηούμενα στάδια ανάπτυξής του, αδυνατεί να αντικρίσει και τις -προσαρμοσμένες στα σημερινά δεδομένα- δυνατότητες απαλλαγής μας από το εκμαγείο του ειδώλου του. Από πλευράς μας, όσο περνά απ’ το χέρι μας, πασχίζουμε να αποτελούμε ανάχωμα στην αντεπαναστατική οικοδόμηση μιας κατάπτυστης προοπτικής επιστροφής σε οιονδήποτε νοσταλγικά εξωραϊσμένο καπιταλιστικό παράδεισο. Διότι καμία ανάμνηση περασμένων μεγαλείων δεν οδηγεί πέρα από το δίλημμα “έρημος ή διαφυγή από αυτήν”, ανεξαρτήτως του απαιτούμενου καταστροφικού κόστους. Κανένα εκσυγχρονισμένο και δήθεν υγιές πανεπιστήμιο δε θα προσφέρει τίποτα περισσότερο από τρόπους να υπηρετήσεις τη δικτατορία των αριθμών, ή αφορμές να την ισοπεδώσεις. Βρήκαμε τις αιτίες να αποστατήσουμε καιρό τώρα σε ό,τι πολλοί επιμένουν να βλέπουν ως γραμμές διαφυγής από τη δυστοπία του σήμερα. Αν έστω και αργοπορημένα αισθανθούν ακμαίο τον αντίκτυπο του καλέσματος να μας συναντήσουν, έχουμε ανοίξει τις πληγωμένες αγκαλιές μας και περιμένουμε με αδημονία. Δε διατιθέμεθα όμως να απαξιώσουμε τις θέσεις μας, προσεγγίζοντας μέσω της ατραπού των βολικών υπεκφυγών τις άνυδρες ξέρες του αυτοεγκλωβισμού και της αυτοεξαπάτησης, εκεί που διαρκώς αναβάλλεται η γνωριμία με τον πραγματικό κόσμο, εκεί όπου ο αναρχικός πόλεμος περιττεύει.

Κοντοστέκομαι και κοιτάζω πίσω μου,
μαθητικά θρανία, κοινωνικοποίηση στην υποκρισία,
προαυλισμός για την εξοικείωση με το ρολόι,
καταξιωτικές σπουδές και μεγάλα ηθικοπλαστικά διδάγματα
πριν ακόμα λερώσω τα χέρια μου για μία αγαπημένη γαρδένια.
Πριν καν μάθω να τη φροντίζω στην καρδιά μου.
Όποιος ακόμα δεν καταλαβαίνει γιατί οι σημερινοί οίκοι
της λαμπρής μόρφωσης αξίζουν να παραδωθούν στη φωτιά,
γίνεται αφορμή να το αντιληφθούν όσοι βρήκαν
έναν ολόκληρο κήπο από γαρδένιες στη ζωή τους.

Είτε με νέο, είτε με παλιό πανεπιστήμιο, αδιάλλακτη επίθεση στην εκπαιδευτική μηχανή

Λύσσα και Συνείδηση

Consumimur Igni – Συμβούλιο μετεξεταστέων
Mail επικοινωνίας: consumimurigni(at)espiv.net
Blog: consumimurigni.blackblogs.org

Συνέντευξη: Alfredo Cospito – “Ποια Διεθνής;” (Τρίτο μέρος)

Η ακόλουθη συνέντευξη αποτελεί το τρίτο μέρος ενός εν εξελίξει διαλόγου μεταξύ του αιχμάλωτου αναρχικού συντρόφου Alfredo Cospito, ο οποίος βρίσκεται έγκλειστος στη φυλακή της Ferrara, και τους συντάκτες της Ιταλικής αναρχικής εφημερίδας Vetriolo (Βιτριόλι). Απ’ όσα γνωρίζουμε, το πρώτο μέρος της συνέντευξης παραμένει αμετάφραστο στα αγγλικά, ωστόσο το δεύτερο μέρος μεταφράστηκε από τα συντρόφια του AMW (Abolition Media Worldwide) τον Απρίλιο του ’19. Το Βιτριόλι έχει δημοσιεύσει τη συνέντευξη σε αποσπάσματα, ενώ σχεδιάζει να τη συμπεριλάβει στην ολότητά της σε επερχόμενη έκδοση. Ελπίζουμε πως με τη μετάφρασή μας κατορθώσαμε να διατηρήσουμε ακέραιο το αυθεντικό πνεύμα της συνέντευξης, ωστόσο είμαστε έντονα συνειδητοποιημένοι πως ορισμένα λάθη πιθανώς να έχουν συμβεί, και καλωσορίζουμε οποιαδήποτε ανταπόκριση σχετικά με αστοχίες επιδεχόμενες διόρθωσης. Για την απόκτηση αντίτυπων του Βιτριόλι, επικοινωνήστε στο vetriolo[at]autistici.org.

*

Σε ορισμένα από τα πρόσφατα κείμενά σου είχες επιδιώξει να ανοιχτεί ένας διάλογος σχετικά με: τη δράση και τις ομάδες συγγένειας, τις ατομικές πρωτοβουλίες, τις αναλήψεις ευθύνης, τις μεθόδους άτυπης οργάνωσης μεταξύ αναρχικών, και την προπαγάνδα μέσω πράξης. Υπάρχουν πάμπολλες διαφορετικές εμπειρίες διατηρημένες μέχρι και σήμερα, πολυδιάστατες και ποικίλες, μεταξύ των διάφορων τάσεων του αναρχισμού. Δεν πιστεύουμε πως για τον αναρχισμό της πράξης τίθεται θέμα μη διαθεσιμότητας ή αδυνατότητας όσον αφορά το υπάρχον ιστορικό πλαίσιο. Οι αναρχικοί, με διάφορους τρόπους σε κάθε εποχή, ανέκαθεν ενεργούσαν στο “εδώ και τώρα”. Θα θέλαμε να σε ρωτήσουμε, αξιολογώντας αυτές τις εμπειρίες και τους πολύμορφους τρόπους δράσης και οργάνωσης αντιιεραρχικού και οριζόντιου χαρακτήρα: Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως υποβόσκει, ιδίως στην Ιταλία, μία ιδεολογική προκατάληψη εναντίον των “άτυπων οργανώσεων”, των “αναρχικών ομάδων” και των “αναλήψεων ευθύνης”; Αντίστοιχα, μήπως εν τέλει ο (κινηματικός) διάλογος, ο οποίος πολλές φορές καταντάει παρωδία, απέχει πολύ από τη δυνατότητα να προσδώσει απόλυτη εγκυρότητα ή θεωρητικές-πρακτικές αποδείξεις σχετικά με “την  αναπαραξιμότητα, την άτυπη οργάνωση, την ανωνυμία”, γειωμένα στο ιταλικό παράδειγμα, το οποίο είναι εμποτισμένο με περιορισμούς όσον αφορά τη μεθοδικότητα, τη λειτουργικότητα και, εξ ορισμού, την παραγωγή λόγου/δράσεων, βουτηγμένο σε μια παραμορφωμένη λογική περί “κινημάτων”;

Η ιδεολογική προκατάληψη εναντίον της άτυπης οργάνωσης δεν είναι κάτι νέο εδώ. Μολονότι δεν τίθεται αμφιβολία πως μερικά παραδείγματα χαίρουν μεγαλύτερης αποδοχής από τις παραδοσιακές αναρχικές οργανώσεις συγκριτικά με άλλα. Οι ”μικρές”, εύκολα οικειοποιήσιμες, ανώνυμες δράσεις εναντίον δομών της κυριαρχίας, δίχως τη συνοδεία ακρωνυμίων, δημιουργούν λιγότερα προβλήματα απ’ ότι δράσεις που απειλούν τη ζωή ανδρών και γυναικών σε θέσεις ισχύος, ιδίως όταν αυτές αναλαμβάνονται επώνυμα, δημιουργώντας μία χρονική συνέχεια. Οι πρώτες, εν αντιθέσει με τις δεύτερες, είναι πιο αποδεκτές από το κίνημα, για τον απλό λόγο ότι δεν οξύνουν στο ίδιο επίπεδο τις κατασταλτικές πολιτικές του Κράτους. Η απόρριψη του ινσουρεξιονισμού (εξεγερτισμός) ή άτυπων οργανώσεων τύπου FAI/FRI (Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία / Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο) από τον ”κλασσικό” αναρχισμό, πραγματοποιείται υπό την πρόφαση ηθικών φραγμών καταδίκης της βίας, και ειδικά συγκεκριμένων δράσεων (βομβιστικών επιθέσεων, εμπρησμών, παγιδευμένων δεμάτων, τραυματισμών, απαλλοτριώσεων). Για όσους αρέσκονται να προσδιορίζουν τους εαυτούς τους ως ”επαναστάτες”, είναι παραπάνω από προφανής η υποκρισία τέτοιων αποφάνσεων. Η επανάσταση, με το τραγικό αποτύπωμα των κοινωνικών πολέμων, είναι εκ των πιο βίαων υποθετικών γεγονότων, και, όταν μιλάμε για τον ”κλασσικό” κοινωνικό και οργανωμένο αναρχισμό, μιλάμε για συντρόφους που δεν έχουν αμφισβητήσει ποτέ το πρόταγμα της επανάστασης εν είδει μιας βίαιης ρήξης με το σύστημα. Για όσους δεν εξορίζουν την επαναστατική βία από την ιδεολογική τους επικράτεια, η αγανακτισμένη αντίθεσή τους σε συγκεκριμένες πρακτικές έχει τις ρίζες της αλλού, όχι στην ηθική, αλλά στον φόβο. Στον φόβο της καταστολής, στον φόβο της απώλειας αυτής της απατηλής (ωστόσο βολικής) εικόνας του αφελούς αναρχικού ονειροπόλου, του αθώου και ανυπεράσπιστου θύματος του συστήματος, η οποία, από τη σφαγή της Piazza Fontana και έπειτα -εδώ στην Ιταλία- χρησιμοποιείται συχνά ως άμυνα απέναντι σε κατασταλτικές εκστρατείες. Μία ”οσία” φιγούρα, στην οποία ένας ορισμένος ”κοινωνικός αναρχισμός” -συχνά μεταμοντέρνος- έχει βασίσει τους προσωπικούς του μύθους και προσδοκίες. Η αναρχική ένοπλη πάλη, μολονότι μειοψηφική, έχει στηλιτεύσει τον εν λόγω ”μύθο”, ειδικά όταν αναλαμβάνεται περήφανα απέναντι στα πρόσωπα των δικαστών. Επομένως, οφείλουμε να συμβιβαστούμε με το αναπότρεπτο: Η ”ιδεολογική” προκατάληψη εναντίον νέων μορφών αγώνα είναι συστατικό στοιχείο της φύσης των πραγμάτων. Κάθε νέα μορφή οργάνωσης ”αποδιοργανώνει” αδυσώπητα τις προϋπάρχουσες πραγματικότητες μαζί με τα πεπερασμένα όριά τους, αντικαθιστώντας και αμφισβητώντας τες. Η γέννηση όσων αποκαλείτε ”τάσεις” είναι το  συμπαρομαρτούν αποκύημα της ”αποδιοργάνωσης” που επιφέρει η σύγκρουση. Η ιστορία μας βρίθει εσωτερικών σπαραγμών μεταξύ συντρόφων οι οποίοι, θεωρητικά, (παρότι με διαφορετικές πρακτικές) θα περίμενε κανείς να βρίσκονται σε κοινό μετερίζι. Οι ”ινσουρεξιονιστές” (εξεγερσιακοί), όταν έκαναν την εμφάνισή τους τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, υπέστησαν πολύ βίαιες επιθέσεις, καθώς εγείρονταν επαίσχυντες κατηγορίες εναντίον τους. Δεκαετίες αργότερα, οι κατηγορίες αντίστοιχου περιεχομένου δεν έλειψαν απέναντι σε συντρόφια της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAI). Ωστόσο, έχοντας διατυπώσει τα παραπάνω, πρέπει να ειπωθεί επίσης πως η επικύρωση του ”νέου” σχεδόν πάντα συνοδεύεται με ξεσπάσματα επιθετικότητας απέναντι στο ”παλιό”, και εμείς οι αναρχικοί δεν αποτελούμε εξαίρεση. Η εφάμιλλη λεκτική επιθετικότητα εναντίον των ”επίσημων” αναρχικών δεν απουσίασε (”οι γραφειοκράτες αναρχικοί”, ”οι δειλοί”, ”οι ρεφορμιστές”, ”οι αστοί”…), τίποτα όμως το τραγικό, φυσιολογικές δυναμικές (ακόμη κι αν συχνά ήταν δυσάρεστες και αντιπαραγωγικές) εντός ενός αναρχικού κινήματος ξέχειλου από ανταγωνιστικά πάθη και αντιλήψεις, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο -επιτρέψτε μου να πω- ακόμα ζωντανού.

Διατείνεσαι πως ο διάλογος κινδυνεύει να υποβαθμιστεί σε απλή ”χλεύη για τη χλεύη” και πως ”η οικειοποιήση, ο αφορμαλισμός, η ανωνυμία” απέχουν πολύ από το να βρουν πραγματικά ”θεωρητικο-πρακτικά” ερείσματα, όντας ήδη σκοροφαγωμένα στις βάσεις τους (a priori) από μια διαστρεβλωμένη σεχταριστική λογική. Θα είχες δίκιο αν ομόλογες πρακτικές δεν είχαν δοκιμαστεί ποτέ εμπράκτως, στην πραγματικότητα όμως, ένα σημαντικό τμήμα του κινήματος τα βιώνει για χρόνια στο ίδιο του το πετσί. Βρίσκομαι χρόνια στη φυλακή γι’ αυτή μου την επιλογή. Ευτυχώς ή δυστυχώς, εφάρμοσα αυτόχρημα στην πράξη την αποτελεσματικότητα και τις συνέπειες αντίστοιχων ”εννοιών”.  Έχω απολαύσει συναρπαστικές νίκες και έχω υποστεί αντίστοιχα αποκαρδιωτικές ήττες. Όταν ”λερώνουμε” τα χέρια μας πράττοντας, οι εξυψώσεις και οι πτώσεις είναι αναπόφευκτες. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με συγκεκριμένες δυναμικές της σύγκρουσης, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τίποτα. Όλα είναι πιθανά, ακόμα και τα πιο αδιανόητα πράγματα μπορούν να πραγματοποιηθούν ως δια μαγείας. Η μοναδική απρόσβλητη βεβαιότητά μας είναι πως μόνο διαμέσου της συστηματικής σύγκρουσης με την κυριαρχία  μπορούμε να επανεξετάσουμε, να επεκτείνουμε και να βελτιώσουμε τη δράση και την τακτική μας, τα υπόλοιπα είναι επουσιώδη. ”Αναπαραξιμότητα, αφορμαλισμός, ανωνυμία”, 3 απλές λέξεις με πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα για ‘μένα από απλές αφηρημένες και πνευματώδεις θεωρίες. Έχω επιχειρήσει (όχι πάντα επιτυχώς) να είμαι συνεπής, ζώντας την Αναρχία μου σε χρόνο Ενεστώτα.

Αναφορικά με την ”αναπαραξιμότητα”, την ταυτίζω με ένα αίσθημα: της ευφροσύνης όταν κάποιος θωρεί τις πρακτικές του (όπως η αναρχική δράση) να τον αιφνιδιάζουν καθώς διαδίδονται παγκοσμίως. Το 1980 έζησα μια επιδημία επιθέσεων σε πυλώνες ηλεκτρισμού σε όλη την επικράτεια. Δεκαετίες αργότερα, έκπληκτος, βίωσα γεμάτος ενθουσιασμό τις διεθνείς καμπάνιες αλληλεγγύης και την έκρηξη της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAI/IRF) να φτάνει σχεδόν στις άκρες του κόσμου. Παρελθούσες εμπειρίες (υπερβολικά βραχύβιες κάποιες φορές), που αφήνουν όμως το στίγμα μιας ζωής γεμάτης, μιας ζωής αξιοβίωτης, της ζωής ενός αναρχικού της πράξης, μιας ζωής ξέχειλης από αισιοδοξία. Απολαύσεις δύσκολο να κατανοηθούν από όσους τις στερήθηκαν, αλλά εφικτό να επιτευχθούν όταν απλώς εισβάλεις στο προσκήνιο και μεταφέρεσαι από τη θεωρία στην πράξη ανακαλύπτοντας έναν νέο κόσμο.

Οι 3 προαναφερθείσες πρακτικές, με το κύλισμα των χρόνων, δοκιμάστηκαν όλες στο μέτωπο -μηδεμιάς εξαιρουμένης- και, παρότι (πότε πότε) συντήρησαν μία στρεβλή, σεχταριστική λογική, συνιστούν τις πλέον ζωτικές και μαχητικές πλευρές της αναρχίας, της έμπρακτης εφαρμογής της. Ειδικά όταν αυτές οι συζητήσεις εμπλέκουν συντρόφια μυημένα στη δράση, τότε αποκτούν μία διαφορετική, πραγματική εμβρίθεια. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, ακόμα και μεταξύ συντρόφων της αφορμαλιστικής τάσης, δεν απουσιάζουν αντιθέσεις, και δη ισχυρές. Δε θα έπρεπε να ξαφνιαζόμαστε, ιδίως αν λάβουμε υπόψιν πως η τελευταία (η αφορμαλιστική τάση) χαρακτηρίζεται από ποικίλες δυναμικές, τόσο στο δομικό-οργανωτικό κομμάτι, όσο και στο ”επιχειρησιακό”. Με την πάροδο των χρόνων, οι μεγαλύτερες αντεγκλήσεις σχετίζονται με το ζήτημα των αναλήψεων ευθύνης, κυρίως με τη χρήση ακρωνυμίων και σταθερών υπογραφών – υστερούν μόνο σε σύγκριση με τη διαμάχη γύρω από την ”θεαματικοποίηση” ορισμένων δράσεων και την κατηγορία πως αδυνατούν να καταστούν οικειοποιήσιμες. Στην ουσία μιλάμε για διαφορετικές πρακτικές, καίτοι όχι ανταγωνιστικές, με θεμελιωδώς διαφορετικές απολήξεις. Αυτό εμπερικλείει αντιμαχόμενες στάσεις και επιλογές ζωής που διακρίνουν τις 2 πλευρές της σύγχρονης αναρχίας της πράξης. Από τη μία πλευρά το ”αντί-κοινωνικό” και ”μηδενιστικό” ρεύμα, το οποίο τεντώνει τη βιαιότητα της δράσης στις πιο ακραίες της συνέπειες, απηχώντας τον ”μύθο” της ”εκδικητικής αναρχίας”. Διατηρεί τις ”κοινωνικές” προεκτάσεις της δράσης, μετατεθειμένες όμως στο μέλλον: όταν ο ”μύθος” θα έχει διαπεράσει τις καρδιές των καταπιεσμένων. Από την άλλη μεριά, οι κοινωνικοί αναρχικοί, οι εξεγερσιακοί, οι οποίοι, προκειμένου να εξασφαλίσουν μία συλλογική και ποσοτική ανάπτυξη, είναι πρόθυμοι (θέτοντας ενδιάμεσους στόχους σε συγκεκριμένους κοινωνικούς αγώνες) να περιορίσουν και να ταξιθετήσουν τη δική τους καταστρεπτική βία. Για μια βαθύτερη κατανόηση, ας δούμε ποιες είναι διαφορές τους, οι οποίες, ειδικά από οργανωτικής έποψης, είναι αξιομνημόνευτες μεταξύ ”ομάδων συγγένειας” διασκορπισμένων χωρικά που επικοινωνούν μέσω αναλήψεων ευθύνης, προωθώντας ”διεθνείς συντονισμούς επίθεσης” και ”ομάδες συγγένειας” συνδεδεμένες με έναν συγκεκριμένο τοπικό αγώνα, σχετιζόμενες με ”δημόσιες εκδηλώσεις”, ανοιχτές στον κόσμο και στο ”κίνημα”. Εξίσου ριζικές είναι οι διαφορές στο ”επιχειρησιακό” κομμάτι. Έχουμε αρχικά το παράδειγμα βίαιων πράξεων ισχυρού αντίκτυπου, οι οποίες αποσκοπούν στην ”προπαγάνδα διαμέσου της πράξης”, στην απλή διασπορά του τρόμου στο στρατόπεδο των εκμεταλλευτών. Επομένως, πρόκειται για μία μέθοδο δράσης που απεκδύεται της ανάγκης να συμβιβαστεί, να συνδιαλεχθεί με το υπάρχον, αφού δε στοχεύει να εμπλακεί σε κάποια ενδιάμεση πάλη. Ο μοναδικός της απώτερος σκοπός (παρεκτός της αμιγούς, εγωιστικής, εύηχης απόλαυσης της καταστροφής) είναι η αναγέννηση με κάθε κόστος του ”μύθου” της ”εκδικητικής αναρχίας”, του ”μελλοντικού ήλιου”, της ”αναρχικής εξέγερσης”. Εφαρμόζοντας την ‘‘προπαγάνδα δια της πράξης” αναζωογονούν αυτόν τον ”μύθο”, ανακτώντας τη σταδιακά χαμένη μας υπόληψη αντίκρυ στους υπόλοιπους καταπιεσμένους. Αξιοπιστία που θα επανακτήσουμε με δράσεις έκλυτες, αποδεσμευμένες από οποιουσδήποτε φραγμούς, διότι θα έχουν έναν και μόνο σκοπό, βαθιά αξιακό: να χτυπήσουν σκληρά τους εκμεταλλευτές μας παίρνοντας εκδίκηση για τους εκμεταλλευομένους. Πρόκειται, εν τέλει, για μια πρακτική ενδεικτική της ”μηδενιστικής”, ”σκοτεινής” πλευράς της αναρχίας, μιας αναρχίας που είναι γεμάτη εκδικητικότητα, μίσος, βιαιότητα και μία ακαταμάχητη περιφρόνηση της λογικής, εκπορευόμενη από την ”παρανοϊκή” και ατρόμητη επιθυμία για ελευθερία, και η οποία αποτελεί -κατά τη γνώμη μου- την πλέον ζωντανή κι ελπιδοφόρα πλευρά του αναρχισμού μας. Αυτή θεωρώ πως κάποια μέρα θα μας οδηγήσει στην επανάσταση. Απεναντίας, υπάρχει και ο εξεγερσιακός (κοινωνικός) αναρχισμός, μαζί με τους τοπικούς δεσμούς του και τις δράσεις του που απευθύνονται σε ένα σωρό ρεφορμιστές και υποστηρικτές της θεωρίας των σταδίων. Προωθούν δράσεις οι οποίες αποβλέπουν στην άμεση συμπαγοποίηση ενός συγκεκριμένου αγώνα, ενώ πάντα λαμβάνουν υπόψιν τις μαζικές κινητοποιήσεις, προσπαθώντας να συνάψουν σχέσεις με τον λαό. Πιέζοντας συχνά να περιορίζουμε τις παρεμβάσεις μας, ώστε να μην κινδυνέψουμε να απομονωθούμε μένοντας εκτός ”παιχνιδιού”. Οι επιθετικές πρωτοβουλίες ομογενοποιούνται και διαμεσολαβούνται από το περιρρέον κοινωνικό περιεχόμενο. Η μεθοδολογία του συγκεκριμένου τύπου δράσης είναι η ανάδειξη στοχεύσεων που αφορούν την καθημερινή ζωή των πολλών ανθρώπων, επιτρέποντάς τους σταθερά να αντιλαμβάνονται τα πραγματικά άμεσα, μολονότι τμηματικά, κέρδη του αγώνα που έχουν την προοπτική να πείσουν μεγαλύτερα κομμάτια του πλήθους για τις αντικειμενικές δυνατότητες της άμεσης δράσης και τη σημασία της απόρριψης της αντιπροσώπευσης. Αμφότερες αυτές οι πρακτικές αναγνωρίζονται από ένα τεράστιο ποιοτικό άλμα, το οποίο -κατά τη γνώμη μου- δεν μπορεί να αγνοηθεί, καθώς τις τοποθετεί υπεράνω όλων των υπόλοιπων αναρχικών πρακτικών: Η καταστροφική δράση, η ένοπλη πάλη, η αμφισβήτηση του κρατικού μονοπωλίου της βίας. Μόνο διαμέσου αυτών δύναται κανείς να ξεκινήσει την ανατροπή, την επαναστατικοποίηση του κόσμου, αφού οι σπόροι της μελλοντικής αδελφοσύνης κυοφορούνται ήδη στις σημερινές συγκρούσεις και στο πώς επιλέγουμε να τις οργανώνουμε. Μόνον εντός ενός πλαισίου αγώνα, σύγκρουσης και πάλης μπορούμε να γευτούμε άμεσα, στο σήμερα, την αγνότητα των ελεύθερων σχέσεων, της αγάπης, της ζωντανής επαναστατικής αλληλεγγύης. Όλα τα υπόλοιπα είναι συμβιβασμοί, βόλεμα, αλλοτρίωση και μακροπρόθεσμη παραίτηση. Η αναρχία δεν έγκειται στο τι λέμε ή γράφουμε, αλλά στο τι κάνουμε συνολικά. Θα θέλαμε να ήταν δεδομένο πως όσοι μιλάνε σχετικά με ορισμένες πρακτικές τις έχουν πρωτίστως ζήσει στο πετσί τους. Τούτο όμως, δυστυχώς, δεν ισχύει πάντα. Αυτός είναι ο λόγος -κατά την άποψή μου- για τον οποίον οφείλουμε να εκτιμούμε περισσότερο τα γραπτά και τις διατυπώσεις των αναλήψεων ευθύνης συγκριτικά με άλλα. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ευδοκιμεί υποκρισία – οι συντάκτες προέταξαν το σώμα τους, δρώντας και ρισκάροντας τις ζωές τους. Αναπόδραστα, τα λόγια τους διέπονται από μία υλικότητα, μία συνέπεια, μία μεγαλύτερη αξία, εφόσον γνωρίζουμε πως όποιοι τα εξέφρασαν φρόντισαν πριν να στοιχηματίσουν τις ζωές τους. Η δυναμικότητα της επικοινωνίας μέσω των δράσεων και των αναλήψεων ευθύνης έγκειται ακριβώς σε αυτό το γεγονός. Ορισμένα συντρόφια χαρακτηρίζουν τις αναλήψεις ευθύνης ως περιττά κείμενα γεμάτα δημαγωγία, και ίσως να έχουν δίκιο, αλλά σε αυτά τουλάχιστον (όσο δημαγωγικά κι αν φαντάζουν) οι λέξεις φέρουν το ”άχθος” μιας ζωής βιωμένης και ενεργής. Κάτι εκκωφαντικά απόν από σωρεία κειμένων έμπλεων ”θαυμάσιας” λογοτεχνικότητας, αλλά πάραυτα εφήμερων, εξαιτίας της απουσίας οποιασδήποτε συνάφειας μεταξύ θεωρίας και πράξης, αποκομμένα από τον αγώνα, μακριά από τη ζωή.

Εδώ και μερικά χρόνια, έχεις λάβει μία στάση ”ενάντια στην επανάσταση”. Μία θέση γεννημένη στη φυλακή -συμπεραίνουμε- αφού η ανάληψη ευθύνης του Πυρήνα “Όλγα” της FAI/IRF κλείνει με μία διακήρυξη αγάπης για την Κοινωνική Επανάσταση. Πιστεύουμε πως έχουμε καταλάβει σφαιρικά τη θέση σου, εντοπισμένη στην υπονόμευση της ”αναμονής της επανάστασης” η οποία αναβάλλει τη δράση σε ένα αόριστο, καταλληλότερο μέλλον, όταν οι αντικειμενικές συνθήκες θα έχουν ωριμάσει. Εν κατακλείδει, (μια θέση εντοπισμένη) στην απόρριψη μιας στάσης “βλέποντας και αναμένοντας”, ακόμα κι αν είναι καρυκευμένη με επαναστατικές συνταγές. Όσο αυτή η υπονόμευση παραμένει πρόκληση για έναν διαφορετικό τρόπο δράσης, είναι εύστοχη. Εδώ ξεπροβάλλει όμως μία διαλεκτική αντίφαση: Οι επαναστάτες σήμερα λιμνάζουν στον ρεφορμισμό. Μία αποτελεσματική διαπίστωση ικανή να οδηγήσει σε αναθεωρήσεις. Παύει όμως να είναι αποτελεσματική όταν αμελείς να εξάρεις την αντιφατική σημασία της ρήσης. Να το διασαφηνίσουμε περισσότερο: Το μέσο είναι αποτελεσματικό απέναντι στον αυτοαποκαλούμενο κοινωνικό αναρχισμό -κοινωνικός, αλλά όχι ο παραδοσιακός- ο οποίος συμμαχεί με τμήματα της αστικής τάξης, προσδοκώντας μία επιτυχημένη έκβαση ορισμένων αιτηματικών αγώνων (εργατικών απεργιών, υπεράσπιση δικαιωμάτων), περιμένοντας καρτερικά την ωρίμανση των συνθηκών για την επανάσταση. Παρομοίως με ό,τι υποστηρίχθηκε στην Ισπανία το 1936: Προέχει να νικήσουμε στρατιωτικά στον πόλεμο και έπειτα έρχεται η επανάσταση. Ως εκ τούτου, είναι χρήσιμο όταν επιστρατεύται για την καταπολέμηση μετώπων υπεύθυνων για τη μετάθεση της επανάστασης στο μέλλον, αφού θα έχουν επιλυθεί πιο επιτακτικά ζητήματα, των οποίων η αντιμετώπιση προϋποθέτει συγκατάβαση με προβλήματα που η επανάσταση θα όφειλε να μάχεται ώστε να εξοντώσει.

Οπότε, πες μας την άποψή σου: Δεν είναι σα να χαρίζουμε το παιχνίδι στους αντιπάλους μας; Τι άλλο θα έπρεπε να περιμένουμε για την επανάσταση; Δεν έχει καταστρέψει αρκετά τον πλανήτη μας ο καπιταλισμός ήδη; Δεν έχουν ήδη επιβαρυνθεί αρκετά οι πλάτες γενεών επί γενεών εκμεταλλευομένων; Αντί να διαμηνύουμε τον θάνατο της επανάστασης, δε θα ήταν προτιμότερο να υπερασπιστούμε την αναγκαιότητά της εδώ και τώρα, σε πείσμα όσων επιμένουν να την αναβάλλουν σε ένα αόριστο μέλλον προκειμένου να μη διαταράξουν τον μακάριο ύπνο -για παράδειγμα- ενός οινοπαραγωγού απρόθυμου να ζημιωθεί από μία απεργία στο δικό του χωράφι, όπου εξακολουθεί να εκμεταλλεύεται μετανάστες σα σκλάβους, φοβούμενος την επανάσταση όσο τίποτε άλλο, αφού αυτή -κατά τις ανησυχίες του- θα τον στερούσε από το σπίτι και τους αμπελώνες του;

Θα μιλήσουμε ευθέως αυτήν τη φορά: Ο κίνδυνος με τη διάδοση της εντύπωσης πως η επανάσταση είναι νεκρή, έγκειται στο ότι υπάρχουν σύντροφοι τόσο ανόητοι -και υπάρχουν όντως, δυστυχώς- που αδυνατούν να το εκλάβουν αυτό εν είδει πρόκλησης, καταλήγοντας να το πιστεύουν πραγματικά! Συνεπώς, οι προσπάθειές σου περί αποδόμησης της επανάστασης μπορεί να μην ωθήσουν τα συντρόφια να δράσουν στο εδώ και στο τώρα, αλλά, απεναντίας, να τα αποτρέψουν οριστικά από οποιαδήποτε δράση. Οι εξεγερμένοι χρειάζονται ένα όνειρο, ειδάλλως γιατί να φυλακιστούν ή να πεθάνουν;

Εξάλλου, σήμερα, το να αποδομείς την επανάσταση, χωρίς παρεξήγηση, δεν είναι κάτι καινοτόμο. Ξεκίνησε το 1992 με το έργο του Φουκογιάμα περί “Τέλους της Ιστορίας” και “Τελευταίου ανθρώπου”. Σύμφωνα με τον Αμερικανό φιλοκαθεστωτικό φιλόσοφο, όλα έχουν τελειώσει: ο διαρκής εφιάλτης ενός αΐδιου παρόντος. Ένα φιλοσοφικό-κοινωνικό παράδειγμα που η κοινωνία φρόντισε να επιβεβαιώσει με πολλαπλούς τρόπους: από την τηλεόραση ως τον καταναλωτισμό του διαδυκτύου, τα διαθέσιμα εμπορεύματα αντικαθίστανται ταχύτατα, όμως, πάραυτα, επικρατεί το αίσθημα πως ζούμε την ίδια εποχή για 30 χρόνια. Και επειδή οι αναρχικοί, ακόμα και όσοι ασπάζονται έναν θολό αντικοινωνισμό, ζουν εντός αυτής της κοινωνίας, απορροφώντας τάσεις και ιδέες, πολλοί εξ αυτών έχουν αρχίσει να σκέφτονται κατά τα επιθυμητά πρότυπα του συστήματος: Από τα άρθρα του “A-rivista anarchica” ή του “Umanità Nova” που πιστοποιούν τη δύση της βίαης κοινωνικής επανάστασης, καθώς αυτή αντικαθίσταται από τον αναρχισμό εν είδει κουλτούρας, καντιανής κατηγορικής προσταγής και νόρμας… μέχρι τους παλαιούς μαχόμενους συντρόφους που σήμερα στέκουν απογοητευμένοι, επειδή, ορισμένες φορές, η απουσία επαναστατικών προοπτικών συνεπάγεται την απουσία ουτοπικών σχεδιασμών. Εκπονώ σχέδια δράσης λόγω της παρουσίας ενός μακροπρόθεσμου στόχου στο κεφάλι μου.

Δε σου φαίνεται επιβλαβές να υποπέφτουμε σ’ αυτήν την ατραπό, ακόμα κι αν ξεκινάμε με τις καλύτερες προθέσεις έχοντας έναν διαφορετικό στόχο;

Θα υπεραμυνθώ της προσωπικής μου ”απόρριψης” της ”επανάστασης” ανατρέχοντας στον Αλμπέρ Καμύ: ”Εφόσον δε ζούμε πλέον στον καιρό των επαναστάσεων, ας μάθουμε να ζούμε τουλάχιστον στους καιρούς της εξέγερσης”. Στην πραγματικότητα συμφωνώ μαζί του μόνο σε ένα σημείο: Σήμερα, σαφέστατα, δε ζούμε στην εποχή της ”επανάστασης”, αλλά της ”εξέγερσης”. Θέλω όμως να ξεκαθαρίσω πως η απολογία μου υπέρ της εξέγερσης δε συνιστά ούτε υποχώρηση, ούτε μία πρόσκληση για λειψούς αγώνες σε μία άτονη περίοδο. Είμαι πεπεισμένος πως δεν ευδοκιμεί επανάσταση δίχως μιαν αλληλουχία πολυάριθμων εξεγέρσεων να την προετοιμάσουν και να την προανακρούσουν. Αυτές οι εξεγέρσεις επιτρέπουν και στους δύο μας να ζήσουμε άμεσα και ολοκληρωμένα, σε χρόνο ενεστώτα, την απόλαυση της αναρχίας μας (γεννηθήκαμε γι’ αυτό, υπάρχει στη φύση μας), και να φέρουμε τους εαυτούς μας σε επαφή με τον κόσμο, χτίζοντας -εξέγερση με την εξέγερση, δράση με τη δράση- τον ”μύθο” του ”ήλιου του μέλλοντος”, ανυψώνοντας -λιθάρι το λιθάρι- την υπόληψή μας στα μάτια των καταπιεσμένων, μια υπόληψη δίχως την οποία τίποτα αντάξιο του ονόματος ”επανάσταση” δε θα ζυγώσει. Ο ρόλος μας σήμερα μπορεί να είναι μόνον αυτός: να χτυπάμε, να ξαναχτυπάμε και να χτυπάμε ξανά… Σφυρηλατώντας με αίμα, ιδρώτα και αβυθόμετρη απόλαυση τον ”μύθο” της ”εκδικητικής Αναρχίας”. Μία αναρχική επανάσταση είναι εφικτή. Πρέπει όμως να βρούμε το κουράγιο και τη δύναμη να υποστηρίξουμε μία τόσο ονειρική και ουτοπική προοπτική όπως της προσήκει. Το γεγονός ότι αυτή η συγκεκριμένη προοπτική στερείται ”ιδεοληπτικών” και ”εξουσιαστικών” δειγμάτων, είναι ακριβώς η αιτία της εγγενούς φανταστικής και ουτοπικής της υπόστασης. Στην ανάληψη ευθύνης του Πυρήνα “Όλγα”, αυτή η αισιοδοξία εκρήγνυται σε μία διατράνωση της παθιασμένης αγάπης για την ”Κοινωνική Επανάσταση”. Εκείνη τη στιγμή ήταν (και ακόμα είναι, αλλά σήμερα το πράττω με έναν πιο διαρθρωμένο τρόπο) πολύ σημαντική η επανέναρξη της δράσης σε μία προοπτική ολικής αλλαγής και ανατροπής των διεθνών συσχετισμών (Κοινωνική Επανάσταση). Εφόσον στην ερώτησή σου αναφέρεσαι στην ανάληψη ευθύνης για την ένοπλη επίθεση στον Adinolfi, επίτρεψέ μου να σου πω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το γραπτό διέθετε πολλούς περιορισμούς. Ήταν εντελώς αυτοαναφορικό (απευθυνόμενο σχεδόν αποκλειστικά στο αναρχικό κίνημα), υπήρξε υπέρμετρη αναφορά στο ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας, και η αμφισβήτηση της τεχνολογίας, ήτοι της ”μεγα-μηχανής” (δεσπόζουσας για ‘μένα τώρα), ήταν ανύπαρκτη. Η τότε εκπερφασμένη κριτική από ορισμένα συντρόφια που ισχυρίζονταν ότι η ανάληψη συνιστούσε, επί της ουσίας, μία σειρά κατηγοριών εναντίον παραδοσιακών συστατικών του κινήματος, εμπεριείχε αλήθειες. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως, με το πέρασμα του χρόνου, οι αναλύσεις εξελίσσονται. Το σημαντικό είναι να μην παραιτούμαστε, να μην παραλύουμε και, πάνω απ’ όλα, να μην παραδινόμαστε στην εξουσία που -όπως το εννοώ εγώ- μεταφράζεται στην άρνηση εγκατάλειψης (λόγω της παρούσας κατάστασής μου, σε θεωρητικό επίπεδο) της βίαιης ρήξης με το σύστημα, της ένοπλης πάλης με κάθε κόστος. Το να είμαστε συνεπείς απέναντι στους εαυτούς μας δε συνιστά πάντοτε κάτι άξιο επιδοκιμασίας, κάποιες φορές είναι ισοδύναμο με ήττα, μας κάνει προβλέψιμους και σποραδικά ”γραφικούς”. Συνέπεια δε σημαίνει αναγκαστικά παραμονή στο ίδιο ατελέσφορο μονοπάτι ξανά και ξανά. Η αποτελμάτωση της στρατηγικής, στην πραγματικότητα, συνεπάγεται αυτοκτονία, και δεν κομίζει τίποτα νέο στον αγώνα. Η φυλάκισή μου σε ένα κελί δε θα έπρεπε να με εμποδίζει από το να εξελίσσομαι και να αναζητώ νέους δρόμους. Για να έχεις τη δύναμη να ανασυνταχθείς, το μόνο προαπαιτούμενο είναι το κριτικό σου πνεύμα να διατηρεί ακέραια την περιφρόνησή του και για τον εαυτό σου και για τον κόσμο. Αυτο-κριτική και ειρωνία: Δυο συνυφασμένα αντιβιοτικά ώστε να μη μετατραπούμε σε φανατικούς και τρομπόνια της ιδεολογίας. Οπότε δεν πρέπει να εκπλήσσεσαι αν σήμερα αντιφάσκω με ό,τι είχα εκφράσει στο παρελθόν, αμφισβητώντας τον μηρυκασμό γύρω από τον ηχηρό όρο της ”επανάστασης”, και πηγαίνοντας τόσο μακριά ώστε να υποστηρίξω -όπως έκανα και στη συνέντευξη- πως η ”επανάσταση” ως λέξη φαίνεται κενή και, συνεπώς, ”εχθρική”.

Αυτού του είδους η στηλίτευση του ”επαναστατικού κλέους” είναι φυσικά μία πρόσκληση (όπως λες κι εσύ), όμως, συγχρόνως, είναι φορέας ουσιώδους κριτικής, σύμφυτης με την προσπάθειά μου να ”αναλύσω” την πραγματικότητα. Μια προσπάθεια η οποία δεσμεύεται από ανυπέρβλητους περιορισμούς, αλλά συναντάει το σταθερό της νόημα στην πράξη. Σχεδόν όλοι οι αναρχικοί μπουκώνουν τα στόματά τους με τον όρο ”επανάσταση”, ελάχιστοι όμως δρουν αναλόγως, χτυπώντας δομές της εξουσίας, και ακόμα λιγότεροι προχωρούν παραπέρα, πλήττοντας άντρες και γυναίκες στα ανώτερα στρώματα της κυριαρχίας, παρότι ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις η λέξη αυτή συνεχίζει να συγκρούεται με την πραγματικότητα, με απότοκο να ηχεί παράταιρα. Αν επιθυμούμε να είμαστε ειλικρινείς, οφείλουμε να παραδεχτούμε στους εαυτούς μας ότι ακόμη κι όταν συμμετέχουμε σε ξεσηκωμούς ή εξεγέρσεις σε απόμακρες περιοχές του πλανήτη, προσφέροντας τις γενναιόδωρες συνεισφορές μας, γνωρίζουμε ατράνταχτα βαθιά μέσα μας πως, παρά το δίκαιο του αγώνα, δε θα οδηγήσει ποτέ σε μία αναρχική επανάσταση. Είμαστε αρκετά συμβιβασμένοι με την ιδέα πως μπροστά στην πραγματικότητα πρέπει πάντα να κάνουμε υποχωρήσεις. Τόσο συμβιβασμένοι ώστε να μην είναι η πραγματικότητα πια αυτή που μας μετασχηματίζει, αλλά η άτεγκτη εικόνα της, βάσει της οποίας σπεύδουμε να προσαρμοστούμε, απεμπολώντας τις ιδέες μας περί ολικής απελευθέρωσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θολώνουμε, αργοσβήνουμε, χάνουμε την ουτοπική μας λάμψη, αποκηρύσσουμε την ”αναρχική επανάσταση” – μια προοπτική εξωπραγματική, αναχρονιστική, ανέφικτη. Δεν πιστεύουμε πλέον σε αυτήν. Η μύχια αλήθεια στις καρδιές μας είναι πως, μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο, ο ”ρεαλισμός” έχει υποσκάψει τις βεβαιότητές μας, δημιουργώντας ένα σχεδόν αγεφύρωτο χάσμα. Ευτυχώς ο προαναφερθείς Φουκουγιάμα σφάλλει, το παιχνίδι δεν έχει τελειώσει, το τέλος της ιστορίας δεν έχει φτάσει. Η ιστορία της ανθρωπότητας (ως τώρα τουλάχιστον) έχει σημαδευτεί από τεράστια άλματα, στα οποία η επαναστατική ρήξη είναι τόσο αναπόδραστη όσο και αμείλικτη. Ο κόσμος γύρω μας αλλάζει με επιταχυνόμενους ρυθμούς, όμως η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνολογίας δεν έχει κατορθώσει ακόμα να επηρεάσει σημαντικά την ανθρωπινότητά μας, τα ένστικτα και την ”ψυχή” μας. Όπως ήδη αναφέραμε, όμως, τα στοιχήματα έχουν εκτιναχθεί: τώρα διακυβεύεται η ίδια η επιβίωση της ανθρωπότητας και η ζωή του πλανήτη. Η μόνη συμπαγής δυνατότητα διαθέσιμη σ’ εμάς ώστε να ανατρέψουμε αυτήν την τάση, είναι η ”αναρχική εξέγερση”, με όλο το ταραχοποιό της απόθεμα αισθημάτων, παθών, παραλογισμού, ταξικού μίσους, αντιτεχνολογικών ενστίκτων ενάντια στην περιβόητη επιστημονική ”πρόοδο”. Δε θα είναι η σωφροσύνη, η μετριοπάθεια ή η ισορροπία που θα μας σώσει, αλλά η παραφορά του πάθους, των συναισθημάτων, του μίσους, της αγάπης, του θυμού, της εκδίκησης. Δεν είναι η στιγμή να οικοδομήσουμε άλλες κοινωνίες, αλλά να καταστρέψουμε τις υπάρχουσες. Είναι η στιγμή της εξέγερσης, του ”ενθουσιασμού”, της ”μύθευσης”, της αναρχικής ”επανάστασης”. Τότε θα εμφανιστεί η επανάσταση της δημιουργίας, της αναδιαμόρφωσης, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας απασχολεί τώρα, καθώς δεν υπάρχει κάποια επανάσταση εν εξελίξει. Γι’ αυτό, εξάλλου, σήμερα η ”αναρχική επανάσταση” μοιάζει τόσο αναχρονιστική και ανεδαφική. Η έννοια αυτή μπορεί να ανακτήσει το περιεχόμενό της, τη βαρύτητά της, μόνον εφόσον συνοδεύεται από την ”εξέγερση”, από την καταστροφική βία. Η εξέγερση ικανοποιείται από την εκτόνωση του ”πάθους” (αισθήματα, πάθη, μαγεία) και της ”πράξης” (καταστροφική δράση, ένοπλη προπαγάνδα, βία). Η ”επανάσταση” είναι ένα σφαιρικό, σύνθετο ζήτημα που χρειάζεται το ”ήθος” (αξίες) και τον ”λόγο” (στρατηγική, λογική). Με το ήθος και τον λόγο δε χτίζονται μύθοι, δεν εξαπολούνται επαναστάσεις. Οι επαναστάσεις έρχονται μόνον όταν εξεγέρσεις έχουν ανοίξει μια χαραμάδα στις καρδιές των καταπιεσμένων και περιθωριοποιημένων ανθρώπων. Όλα έχουν τον προσήκοντα χρόνο τους, κάθε γεγονός είναι γέννημα της εποχής του. Η ”αναρχική επανάσταση” είναι κόρη της επαναστατικής μας βίας. Συνεπώς, δε ζούμε μία εποχή κρίσης ως αναρχικοί, αλλά μία εποχή αναγέννησης.

Η ”Εξέγερση” και η ”Επανάσταση” δεσμεύονται διπλά, είναι αλληλοεξαρτώμενες και διασυνδεδεμένες, πάντα σε αρμονία. Θα προσθέσω επίσης πως η ”επανάσταση” δεν πρέπει να μετατραπεί σε ένα νέο καθεστώς, πρέπει να λάβει μια μορφή διαρκούς εξέγερσης, ενός συνεχούς, ”αέναου” πειραματισμού. Ο ”μύθος” είναι η εφεύρεση που καταλήγει στην ”επανάσταση”. Μετά απ’ όλα αυτά, ”ιστορία” και ”μύθος” έχουν κοινό σκοπό: ”να ζωγραφίζουν τον αιώνιο άνθρωπο από τον άνθρωπο του σήμερα”. Γυναίκες και άντρες εξεγερμένοι, βέβηλοι καταστροφείς και δημιουργοί των νέων κοινωνιών, των νέων κόσμων.

Συζητώντας επίσης ορισμένες αναρχικές ιδέες και θεματικές παρόμοιες με όσες αναλύσαμε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, σε αυτόν τον διάλογο, τώρα η κριτική μας κατευθύνεται στα ίδια τα μέσα, όπως εκείνες οι εκδόσεις που καθιστούν εφικτή την εξέταση ιδεών και πρακτικών σχετικών με τον αναρχισμό, ενόσω επιτρέπουν την προπαγάνδιση και τη διάδοσή τους. Προφανώς, ενυπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ προπαγάνδας και διάχυσης των αναρχικών αντιλήψεων. Η συνήθης προπαγάνδα φαίνεται ν’ αφήνει μια γεύση αναποφασιστικότητας. Οπότε ρωτούμε τους εαυτούς μας: Τι σημασία μπορεί να διαθέτει η διάχυση των αναρχικών ιδεών σήμερα, σε έναν κόσμο όπου όλοι παροτρύνονται να επιδείξουν τις λόγιες ακαθαρσίες τους και να απονεκρωθούν στην κουλτούρα, στις γνώμες και στις εκτιμήσεις τους; Αφετέρου, αναφορικά με το καθιερωμένο νόημα της έννοιας “προπαγάνδα”, φαίνεται πως έχει λάβει μια σχεδόν αρνητική αξία στους αναρχικούς χώρους. Φτάνει σε σημείο να υπονοείται πως η προπαγάνδα αναρχικών ιδεών είναι μία ύπουλη προσπάθεια να πείσει ή να χειραγωγήσει ”τον λαό” (και τότε η προπαγάνδα μετατρέπεται σε εξουσία!). Εμείς δε συμφωνούμε. Θέλουμε να ανακαλύψουμε στος τέλος αυτήν τη βαθύτερη αξία που συνδέει τη δυνατότητα κάποιου να γνωστοποιεί τις απόψεις του με την πιθανότητα εύρεσης νέων συντρόφων εν μέσω μιας γενικευμένης σύγχυσης, επιστρατευμένης προκειμένου να διατηρεί τους αναρχικούς σε ομιχλώδη κατάσταση. Επιπλέον, αυτή η έκφανση της σύγκρουσης με την εξουσία ποτέ δε διαχωριζόταν από τη δράση. 

Αναρχική προπαγάνδα, ένα απομεινάρι του παρελθόντος, κάτι υπό εξαφάνιση, μαζί με μία ακόμα παρεμφερή προπαγάνδα, αυτήν της πράξης. Γνωρίζουμε φυσικά πως, αναλόγως την εποχή, οι όροι μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές σημασίες και νοηματοδοτήσεις, αλλά δε θέλουμε να ξεμακρύνουμε από το θέμα. Εννοώ, τι σημαίνει η αναρχική προπαγάνδα για ‘σένα σήμερα; Και τότε, άλλος ένα βαρύς βράχος πλαταγίζει στην εποχή του διαδικτύου, των sites και των blogs, ακόμα και οι αναρχικοί ”γλίστρησαν” (να το πω έτσι) μέσα στον ιστό – γεγονός με πολυάριθμες επιζήμιες συνέπειες, κατά τη γνώμη μας. Μεταξύ αυτών, η οριακά ολοκληρωτική εξαφάνιση των έντυπων εκδόσεων -οι οποίες πλέον δε λειτουργούν ως ένας αξιόπιστος αγωγός- και η απόλυτη εξάρτηση από τηλεματικά εργαλεία ώστε να πληροφορηθούμε για μυριάδες ”εξελίξεις” και διαφορετικά γεγονότα αναφορικά με το αναρχικό κίνημα. Προσέτι, η χρήση του διαδικτύου έχει οδηγήσει σε μία ευρύτερη ”διεθνοποίηση” ορισμένων πτυχών της επικοινωνίας εντός των αναρχικών, καθώς και στη μονιμοποίηση νέων ταχυτήτων σε αυτήν την επικοινωνία. Υπάρχουν, αφενός, εκείνοι που πιστεύουν στη δυνατότητα χρήσης αντίστοιχων εργαλείων κατά τρόπο όχι υπερβολικά επιβλαβή για τα λόγια μας και το νόημά τους, και, αφετέρου, εκείνοι που (όπως εμείς) πιστεύουν πως πρόκειται για εργαλεία και τεχνολογικά επιτεύγματα τα οποία προϋποθέτουν την εξουσιαστική κοινωνική διάρθρωση. Υπάρχουν πολλά ακόμα να συζητηθούν, και όχι μόνο αυτό. Τι νομίζεις εσύ;

”Διάδοση ιδεών” και ”προπαγάνδα”, ”σκέψης” και ”δράσης”, η καρδιά της αναρχικής συνοχής, η αναρχική δράση πρέπει πάντα να συμπληρώνεται. Διάχυση ιδεών: ο διάλογος μεταξύ αναρχικών, η εμβάθυνση και εξέλιξη των αναλύσεών μας, του ίδιου μας του στοχασμού. Προπαγάνδα: άνοιγμα στον κόσμο μέσω της δράσης, των ενεργειών, των διαδηλώσεων, των οδομαχιών, των καταστρεπτικών δράσεων που απευθύνονται σε όλους. Η δύναμη σε ένα δημοκρατικό κράτος διώκεται, το τελευταίο αντιδρά στην ”προπαγάνδα” όταν αναλαμβάνεται δράση, αλλά και σε όσους αναρχικούς την υποκινούν μέσα από σελίδες και εφημερίδες. Αυτό είναι ενδεικτικό του τι φοβάται η εξουσία, φοβάται τα λόγια μας όταν ”προπαγανδίζουν” ανοιχτά, φοβάται μια σκέψη ικανή να οδηγήσει σε δράση, τις σκέψεις που μπορούν να γίνουν έργα. Τότε, όταν η διάδοση των ιδεών πραγματοποιείται διαμέσου της ”προπαγάνδας με την πράξη” εναντίον των κρατών, το μόνο που απομένει σε αυτά είναι να ενδώσουν εγκταλείποντας την δύναμή τους ή να αντιδράσουν απαντώντας βίαια. Η διάχυση της εικονοκλαστικής μας σκέψης σε συνδυασμό με τη δράση μας, μπορεί να γίνει θανάσιμη για οποιαδήποτε δημοκρατική ή δικτατορική ”εξουσία” όταν αυτή δεν έχει δουλέψει την προετοιμασία μιας νέας κατάστασης, μιας ”αντιδραστικής δύναμης”. Αυτός είναι ο λόγος για την εξαπόλυση της προληπτικής καταστολής ακόμα κι εναντίον όσων γραπτών συνοδεύουν τις πραγματοποιημένες δράσεις μας.

Είθισται να υποστηρίζεται πως οι ιδέες και οι διαισθήσεις σφυρηλατούνται αποκλειστικά στην πράξη, αλλά ο αναστοχασμός που την καθορίζει απαιτεί τον δικό του ειδικό χώρο για την παρατήρηση των επιπτώσεων των πράξεών μας στην πραγματικότητα. Όσοι διατείνονται πως η ”προπαγάνδα” ακολουθείται από μία αρνητική σημασία, ένεκα της εργαλειοποίησής της από την επίσημη πολιτική, έχουν δίκιο. Αλλά, άμα τη συνδέσουμε με τη δράση μας, τότε αποκτά ήθος, δύναμη και ομορφιά. Ενδείκνυται να είμαστε πραγματιστές όταν επιλέγουμε ένα ”εργαλείο”, να μην υποτιμούμε τη χρησιμότητά του. Ο χρόνος αλλάζει τα όπλα στη φαρέτρα μας, πρέπει να διατηρούμαστε ενήμεροι, τα έντυπά μας (εφημερίδες, περιοδικά) είναι ανεπαρκή εργαλεία για τη μέθεξή μας με τις ”μάζες”, με τα εκατομμύρια των καταπιεσμένων ανθρώπων. Ο ”τύπος” βρίσκει το νόημά του σχεδόν αποκλειστικά εν είδει ”φυσικού χώρου” πραγματοποίησης διαλόγων, ανάπτυξης των ιδεών και της επικοινωνίας μεταξύ μας. Ποτέ δε θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω: Σήμερα, ο μοναδικός εφικτός τρόπος να αγγίξουμε έναν κρίσιμο αριθμό καταπιεσμένων ανθρώπων είναι διαμέσου της ”παραδειγματικής”, καταστροφικής δράσης. Αναλήψεις ευθύνης, ολιγάριθμες συμπράξεις συντρόφων εξασκημένων στην αντάρτικη πάλη, μαχητές ικανοί να παραδώσουν την πόλη στον όλεθρο της σύγκρουσης – μονάχα με αυτόν τον τρόπο θα διαπεράσουμε το πέπλο σιωπής που τα κράτη εγείρουν στις επικράτειές τους. Δεν ήταν πάντα έτσι, στο απόμακρο παρελθόν ο τύπος μας ασκούσε μια περιορισμένη επιρροή πάνω στις ”μάζες”. Πάρε για παράδειγμα τα δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα που τύπωσε η εφημερίδα του Malatesta, η Umanita Nova, το 1920. Η ύστατη αξιομνημόνευτη προσπάθεια να χτιστεί κάτι παρόμοιο (τουλάχιστον εδώ στην Ιταλία), έλαβε χώρα τη δεκαετία του ’90, όταν και το πιο προωθημένο τμήμα του αναρχικού κινήματος προσπάθησε να ιδρύσει μια καθημερινή εφημερίδα – μια απόπειρα αποτυχημένη, ένεκα της καταστολής, της τεράστιας, απαράκαμπτης προσπάθειας να συγκεντρωθούν οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι, της απαιτούμενης ενέργειας και των απαραίτητων ικανοτήτων. Φυσικά, από πλευράς πνεύματος και ”κουλτούρας” -τουλάχιστον από το 1968 και έπειτα- η επίδραση της αναρχικής και ελευθεριακής σκέψης υπήρξε πάντα ισχυρή στις τέχνες, την κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία… Αλλά αυτό είναι μια διαφορετική ιστορία που αφορά όχι μόνο τα ”έντυπα εγχειρήματα”, αλλά, επιπλέον, μια τάση του αναρχισμού προσηλωμένη στον περιορισμό αντί της καταστροφής της εξουσίας, στην επιδιόρθωση και στη βελτίωση των καθημερινών συνθηκών. Δεν το αναφέρω με περιφρόνηση, πρόκειται απλά για μία αναρχία που δεν αναγνωρίζω ως ”δικιά μου”.

Με ρωτάς αν η χρησιμοποιούμενη για την επικοινωνίας μας τεχνολογία εμπερικλείει τον κίνδυνο του ”συμβιβασμού”, της αλλοίωσης όσων θέλουμε να εκφράσουμε. Το τεθειμένο δίλημμα είναι ζωτικό, και πιστεύω πως υποβόσκει αρκετή αλήθεια στους προβληματισμούς σου. Το ρίσκο είναι πράγματι υψηλό, όμως, αν θέλουμε να είμαστε αιχμηροί και αποτελεσματικοί με τη δράση μας, δεν μπορούμε να το επιτύχουμε δίχως να λερώσουμε τα χέρια μας με τη χρήση της τεχνολογίας και, κατά συνέπεια, με τη χρήση ενός πραγματικά νοσηρού κι επισφαλούς εργαλείου. Για να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα, όπως λέρωσα τα χέρια μου με ένα όπλο -ένα ”εργαλείο του θανάτου”- προκειμένου να διεκπεραιώσω τη δράση μου ενάντια στον Adinolfi, αντίστοιχα, προκειμένου να ταυτοποιήσω εκ των προτέρων τον στόχο μου, έπρεπε να εντοπίσω τη διεύθυνσή του… στο διαδίκτυο, όφειλα λοιπόν να συμβιβαστώ με την τεχνολογία. Δίχως να αναφέρω την ”αναγκαιότητα” πολλές φορές να επικοινωνήσουμε σε ευρύτερα τμήματα συντρόφων διασκορπισμένων ανά τον κόσμο τους στοχασμούς μας, τα κίνητρα των δράσεών μας, τα κύματα καταστολής εναντίον μας. Η χρήση ενός μεμονωμένου όπλου είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνη από τη χρήση του διαδικτύου, περιλαμβάνει λιγότερα ρίσκα, λόγω της πολύ συγκεκριμένης χρήσης του, της υλικότητάς του. Ασφαλώς, ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση ελλοχεύουν παγίδες, διατρέχουμε το ρίσκο να ”γητευτούμε”, να φετιχοποιήσουμε το μέσο, το εργαλείο, να παρασυρθούμε από τη ”βία”, να ενδώσουμε σε χρησιμοθηρικές,  εξειδικευτικές και μιλιταριστικές τάσεις, αλλά αυτά δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με τα πιθανά ρίσκα μέσ’ από τη χρήση της τεχνολογίας, ακόμα και από την άποψη της επικοινωνίας. Με τον παγκόσμιο ιστό και όλα τα τεχνολογικά ”παράγωγά” του, διακινδυνεύουμε να αποκοπούμε από την ”πραγματικότητα”, να μετατραπούμε σε επιπρόσθετα εντός ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού, καταλήγοντας να φυτοζωούμε στα πλαίσια μιας εικονικής πραγματικότητας έμφορτης με δήθεν ”ανατρεπτικές” φλυαρίες που μας χαρίζουν την ψευδαίσθηση της δράσης, της πράξης, ενώ στην ουσία μας εξουδετερώνουν, πετώντας μας στις αγκάλες της ”εξουσίας”, η οποία σταδιακά (με ανεπαίσθητο τρόπο) μας κατασπαράσσει, εξαντλώντας τη ζωή και τον χρόνο μας με τρόπο ομόλογο ενός φυλακισμένου κλειδαμπαρωμένου στο κελί του. Πόσοι σύντροφοι διασπαθίζουν την επαναστατικότητά τους μπροστά από πληκτρολόγια; Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλλοτρίωση και η δυσαρέσκεια αλληλοτροφοδοτούνται και βρίσκουν έξοδο εκτόνωσης στα πιο κοντινά μας πρόσωπα. Η εκτόξευση κατηγοριών περί ασυνέπειας ή, ακόμα χειρότερα, ”ανεπάρκειας ”, είναι αυτόχρημα για πολλούς ο μοναδικός τρόπος να παραπλανήσουν τον εαυτό τους, νιώθοντας ”επαναστατικοί”. Κραυγάζουν και υποκινούν σε δράση εξαιρετικής ριζοσπαστικότητας, αλλά οι πομπώδεις κουβέντες τους ποτέ δε συνοδεύονται από έργα, μοναχά λόγια, επειδή όλα είναι ανούσια και φαύλα, οπότε έχουν έτοιμη τη δικαιολογία: ”Η συνάφεια λόγων και έργων δεν είναι εφικτή υπό αυτές τις συνθήκες”. Αυτό δε διαχωρίζεται από το γεγονός πως ο διάλογος πάνω στην ”καθαρότητα” των χρησιμοποιούμενων μέσων, αν δε δοκιμαστεί πρακτικά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε οιονεί θεολογικό προβληματισμό, εν είδει αυτών των θρησκευτικών ηγετών γύρω από το φύλο των αγγέλων: ένα φαντασιοκόπημα, δίχως τη στοιχειώδη σύνδεση με την πραγματική ζωή. Είναι, επομένως, χρειώδες να κάνουμε μια εκτεταμμένη προσπάθεια και να εισδύσουμε προπαντός στο συγκεκριμένο – για παράδειγμα, δίχως το διαδίκτυο, η εμπειρία από τον ένοπλο αγώνα της FAI/IRF (όσο περιορισμένος κι αν ήταν χρονικά) δε θα μπορούσε ποτέ να εξαπλωθεί κατά μήκος του κόσμου. Κάθε δράση ανταποκρινόταν σε μία άλλη ανταπόκριση οπουδήποτε στον κόσμο, ανεξαρτήτως απόστασης, και όλο αυτό χωρίς κεντρικό συντονισμό ή τη μεσολάβηση μιας ολοκληρωμένης, σχολαστικά δομημένης οργάνωσης. Σε αυτήν την περίπτωση, το διαδίκτυο έκανε εφικτή την απεμπόληση εξουσιαστικών μηχανισμών, αποφεύγοντας, χάρη στην ανωνυμία και την έλλειψη πληροφοριών μεταξύ των διάφορων ενεργών ομάδων και ατόμων, τη δημιουργία αρχηγών και ιεραρχιών. Εντός μίας δυναμικής αυτού του είδους (εν απουσία οργανωτικών δομών) το διαδίκτυο καθίσταται ”σημαντικό” επειδή είναι οργανικό και αναγκαίο, γίνεται κάτι σαν ”ηχητικός πίνακας” ή σα “ραχοκοκκαλιά”, κι αν τη σπάσεις η επικοινωνία παραλύει, ”εξασθενεί”. Όταν λαμβάνουμε ενημερώσεις (αναλήψεις ευθύνης) από αναρχικούς σε εξεγερμένες περιοχές, μας προσφέρεται η δυνατότητα να δρούμε πιο αποτελεσματικά, με αμεσότητα, χτυπώντας υποστηρικτικά στο δικό μας έδαφος, διευκολύνοντας τη διεθνοποίηση των αγώνων.

Στις μέρες μας, δεν μπορούμε να περιχαρακωνόμαστε στην αγνόηση των παραμορφωτικών και στρεβλωτικών ειδήσεων της εξουσίας δημιουργώντας απλώς ”αντι-πληροφόρηση”, πρέπει να πάμε μακρύτερα… κι εδώ επιστρέφουμε στον τίτλο της συνέντευξης: “Ποια διεθνής;”. Πως μπορούμε να εναρμονίσουμε τις δυνάμεις μας και να χτίσουμε (όπως προείπαμε αρκετές φορές ήδη) τη διεθνή της αρεσκείας μας; Η κυκλοφορία ενημερώσεων γύρω από διεθνείς συντονισμούς δράσης είναι ένα καλό πρώτο βήμα, δύσκολο να επιτευχθεί δίχως τη μέθεξη μέσω διαδικτύου. Ατύπως, όταν σοβεί ο κίνδυνος εξέγερσης σε μία χώρα, η ”εξουσία” προβαίνει άμεσα σε κινήσεις λογοκρισίας και διακοπής του διαδικτύου. Η σύγκρουση, η διαδραματιζόμενη στους δρόμους αποστασία μεταξύ των ανθρώπων, είναι η μητροπολητική αντάρτικη πάλη, η οποία πραγματοποιείται από ένοπλα ”πλήθη”. Η ”αντι-πληροφόρηση” δεν αρκεί, γίνεται όντως επαναστατική όταν τροφοδοτείται με δράση, όταν αξιοποιείται ως εργαλείο για τους πυρήνες δράσης, διευκολύνοντάς τους στον συντονισμό των επιθέσεων και στην υποδαύλιση της γενικευμένης εξέγερσης. Μόνο δρώντας τοιουτοτρόπως δυνάμεθα να χτίσουμε μία ”Διεθνή των Αναρχικών”. Όσο πιο απλά και οικειοποιήσιμα είναι τα επιχειρησιακά της μέσα, τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η δράση της, μαζί με την πιθανότητα να επηρεάσει πράγματι τις ζωές μας.

Ένα στοιχειώδες ”εργαλείο”, προσαρμόσιμο στην πραγματικότητα και διαρκώς εξελισσόμενο, θεωρώ πως οφείλουμε να εστιάσουμε σε αυτόν τον σκοπό. Η Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία / Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο (FAI/IRF) αποτέλεσε μία από τις προσπάθειες να ενσαρκωθεί αυτό το ”σχέδιο”, μία απόπειρα γεννημένη στα σπλάχνα της υφιστάμενης παγκόσμιας κρίσης, αυθόρμητη και πηγαία, δίχως ηγετίσκους και θεωρητικούς ιεροκήρυκες, εκπορευόμενη από τη βούληση και τη δράση εκατοντάδων αναρχικών ανά τον κόσμο. Είμαι ακλόνητα πεπεισμένος πως κάποια μέρα η ”Μαύρη Διεθνής” θα ανατείλει ως δια μαγείας από τις στάχτες των πολλών αποτυχιών που έχουμε υποστεί εμείς οι αναρχικοί ανά την ιστορία. Εκείνη τη μέρα, ένα οξύμωρο θα ενσκύψει στο φως, μία οργάνωση δίχως οργάνωση. Και θα είναι πανέμορφο…

* Σημείωση: Οι στοχασμοί μου γύρω από το πάθος, την πράξη και τον λόγο εμπνεύστηκαν από το βιβλίο του Amadeo Bertolo “Σκέψη και δράση: Ο αναρχισμός ως λόγος, πράξη, ήθος και πάθος”. Εύχομαι η αβυσσαλέα απόσταση μεταξύ του δικού μου αναρχικού τερρορισμού και της δικής του δημιουργικής αναρχίας να μην ενοχλήσει κανέναν. Η ομορφιά της αναρχίας έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι μέσα από τον πειραματισμό και την περιπλάνηση σε διαφορετικά μονοπάτια, ορισμένες φορές ακόμα και τα ”αντίθετα” έρχονται σ’ επαφή. Ο Bertolo αναζητούσε τη ”σωστή ισορροπία” μεταξύ αυτών των δυνάμεων, εγώ πιστεύω πως μόνο δια της ένωσής τους μπορεί να γεννηθεί το νέο, επειδή ζωή σημαίνει αντίθεση: λογικό και παράλογο, μίσος και έρωτας, κάτι λιγότερο από νεκρική στατική ”ισορροπία”. Η αρμονία είναι κόρη της ”αταξίας” και του χάους.

(Πάρθηκε από το 4ο τεύχος της αναρχικής εφημερίδας ” Βιτριόλι”, Μάρτιος του 2020, μεταφράστηκε στα Αγγλικά από το Anarchists Worldwide με πηγή της διαδικτυακή του δημοσίευση στο Insuscettibile Di Ravvedimento.)

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Στμ: Το πρώτο μέρος της συνέντευξης παραμένει αμετάφραστο στα Ελληνικά ενώ το δεύτερο μέρος μπορεί όποιος θελήσει να το βρει εδώ: “Ποια Διεθνής;” (Δεύτερο μέρος).

 

Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασσέτ: Μαζάνθρωπος ή Δημιουργός;

1

Ποιος είναι ο Ορτέγα ι Γκασσέτ; Είναι ο πιο σημαντικός Ισπανός φιλόσοφος και ένας από τους πιο διακεκριμένους της Ευρώπης. Σύγχρονος του Χάιντεγκερ, παρακολουθεί τη σκέψη του και συσχετίζεται μαζί του. Γεννήθηκε στη Μαδρίτη και ανέπτυξε μια σπουδαία σκέψη γύρω από την ουσία της φιλοσοφίας και πιο ειδικά από τη φιλοσοφία της ζωής και του πολιτισμού. Το διερευνητικό του βλέμμα το έχει πάντα προσηλωμένο στο φαινόμενο της ζωής. Τη ζωή όμως δεν την εννοεί ως μια αφηρημένη έννοια ή ως μια πεζή και τετριμμένη πραγματικότητα παρά ως εκείνη την ανεξάντλητη πηγή για την κατανόηση της φύσης, του κόσμου και της κοινωνίας, για την οποία (πηγή) δουλεύουν οι πάντες, ακόμη και η Λογική. Η τελευταία ‒μαζί με την τέχνη, την επιστήμη και κάθε μορφή πνευματικής δημιουργίας‒ πρέπει να λειτουργεί ως ένα αποτελεσματικό διεγερτικό της ζωής:

«Ο λόγος, η έννοια είναι ένα από τα οικιακά σκεύη του ανθρώπου, που τα χρειάζεται και τα χρησιμοποιεί, για να ξεκαθαρίσει την ίδια του τη θέση ανάμεσα στην άπειρη και απίστευτα προβληματική πραγματικότητα, που είναι η ζωή. Η ζωή είναι ένας αγώνας με τα πράγματα, για να κρατηθεί ανάμεσά τους» (Η εξέγερση των μαζών. Εκδ. Δωδώνη, σσ. 167-68).

Είναι χρέος της εποχής μας, λέει ο Ορτέγα, η Λογική να αποτελέσει μέρος της πιο συγκεκριμένης έκφρασης της ζωής και όχι αντίστροφα. Το ίδιο το πνεύμα είναι ένας εφήμερος κυματισμός, που μπορεί και πρέπει να συμβαδίζει με τη ζωτική διάθεση της ανθρώπινης ύπαρξης και να ανταποκρίνεται στην απέραντη πληρότητα της ζωής. Κεντρικός στόχος έτσι των φιλοσοφικών αναζητήσεων του Ορτέγα παραμένει ο άνθρωπος. Στο πλαίσιο αυτό επιχειρεί να ερμηνεύσει και να κατανοήσει τον κόσμο, εμβαθύνοντας στα επιστημονικά δεδομένα της εποχής του και αναπτύσσοντας έναν συνολικό φιλοσοφικό προβληματισμό γύρω από τρία τινά: 1. γύρω από το οντολογικόμεταφυσικό ερώτημα σχετικά με την προέλευση των όντων· 2. γύρω από το γνωσιολογικό ερώτημα σχετικά με το πώς γνωρίζουμε, τα όντα, τα πράγματα και 3. γύρω από την αξία των όντων, δηλ. γύρω από το αξιολογικό ερώτημα.

2

Η πλειονότητα των ανθρώπων, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, δεν έχει γνώμη και γι’ αυτό χρειάζεται μετάγγιση απ’ έξω, όπως συμβαίνει με τα λάδια στη μηχανή. Μια τέτοια μετάγγιση δεν είναι τίποτε άλλο από την επικράτηση της υγιούς δημόσιας γνώμης, που μπορεί να βάλει τάξη στο χάος του κόσμου και της κοινωνίας. Η ανυπαρξία μιας τέτοιας γνώμης παραπέμπει στην παρακμή της Ευρώπης, με κυρίαρχο έναν αντίστοιχο τύπο  ανθρώπου:

«τον μαζάνθρωπο, που το κύριο χαρακτηριστικό του έγκειται στο ότι διεκδικεί το δικαίωμα να είναι κοινός και αρνείται να δεχτεί οποιαδήποτε αρχή ανώτερη απ’ αυτόν» (ό.π., σ. 170).

Η έννοια του μαζανθρώπου έχει απασχολήσει τη φιλοσοφική σκέψη από τις πρώτες ακόμη εκ-δηλώσεις της, στο πλαίσιο της μακραίωνης ιστορικής της εξέλιξης. Ο Ηράκλειτος, για παράδειγμα, με πολλή ευστοχία μίλησε για τη μεγάλη μάζα των κοινών θνητών, που δεν καταλαβαίνουν τον καθολικό Λόγο και δεν έχουν συνείδηση του τι λέγουν και του τι πράττουν. Συμπεριφέρονται ως καθεύδοντες και μισούν θανάσιμα τους άριστους. Η έννοια του άριστου στον Ηράκλειτο ‒όπως και σε όλη την προσωκρατική, πλατωνική, αριστοτελική και διαχρονικά ως τη σύγχρονη φιλοσοφία‒ νοείται ποιοτικά και όχι ποσοτικά ή με κριτήρια υλικά, τουτέστι ταξικά. Η αντίληψη που ταυτίζει το άριστο ‒και τον άριστο‒ με τον οικονομικά ή πολιτικά ισχυρό και με τις παραφυάδες τους, κυρίαρχη κατά κόρον στις εποχές μας, είναι χυδαία και εκπορεύεται από κομματικές, πολιτικές, συντεχνιακές και παρόμοιες «συλλογικότητες» [=μειοψηφίες] μαζανθρώπων, ανίκανων δηλαδή καθ’ όλα αντιδημιουργικών όντων, σακάτηδων και εμπαθών κατά Νίτσε, που θέλουν να δομήσουν τη δική τους εξουσία και να εκμηδενίσουν καθετί ανώτερο και δημιουργικό: απαξιώνουν τις αυθεντικά ανώτερες αξίες, ενεργώντας όμως στο όνομά τους:

«όλες οι αξίες, με τις οποίες προσπαθήσαμε ως τώρα να κάνουμε τον κόσμο πρωτίστως αξιοεκτίμητο … και οι οποίες τελικά λειτούργησαν απαξιωτικά για τον κόσμο, … όλες αυτές οι αξίες, ιδωμένες ψυχολογικά, είναι αποτελέσματα συγκεκριμένων προοπτικών για ό,τι είναι χρήσιμο στη διατήρηση και την αύξηση των μορφωμάτων της ανθρώπινης κυριαρχίας : και μόνο ψεύτικα προβάλλονται στην ουσία των πραγμάτων» (Νιτσε: Ευρωπαϊκός Μηδενισμός, μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος, εκδ. Ηριδανός 2017, σσ. 67-68).

Σε άλλο πάλι σημείο του ίδιου έργου γίνεται έτι περαιτέρω αποκαλυπτικός ο Νίτσε:

«το κατώτερο είδος («αγέλη», «μάζα», «κοινωνία») ξεσυνηθίζει τη σεμνότητα και διογκώνει τις ανάγκες του σε σημείο που να τις μεταποιεί σε κοσμικές και μεταφυσικές αξίες. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ολόκληρη η ύπαρξη κατρακυλά στον εκχυδαϊσμό: γιατί, στο μέτρο που κυβερνά η μάζα, τυραννά τις εξαιρέσεις, έτσι ώστε αυτές-εδώ να χάνουν την πίστη στον εαυτό τους και να γίνονται μηδενιστές… Παρακμή και ανασφάλεια όλων των ανώτερων τύπων· ο αγώνας ενάντια στη μεγαλοφυία («λαϊκή ποίηση» κ.λπ.). Συμπόνοια για τους κατώτερους και τους δεινοπαθούντες ως μέτρο για το ύψος/ανάστημα της ψυχής. Λείπει ο φιλόσοφος, ο ερμηνευτής της πράξης και όχι απλώς ο μετα-ποιητής  της» (Νίτσε, ό.π., σσ. 84-85).

3

Ο Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασσέτ  ανήκει στους λίγους εκείνους φιλοσόφους που εννοούν τη φιλοσοφική δημιουργία ως έναν τιτάνιο πνευματικό αγώνα στα σταυροδρόμια και στις δημόσιες πλατείες. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για τον αγώνα που επιτρέπει σε έναν λαό να αποκτά ιστορική συνείδηση, να την εσωτερικεύει και συναφώς να αναγνωρίζει τη βαρύτητα των εκάστοτε ιστορικών στιγμών, που διέρχεται ο ίδιος ως έθνος ή κράτος, αλλά και ως μέρος ενός συνολικότερου κόσμου, ας πούμε του κόσμου της Ευρώπης. Αυτός ο κόσμος σήμερα είναι επίφοβος, εκθέτει σε θανάσιμους κινδύνους τους λαούς που συντάσσονται ή ταυτίζονται μαζί του. Ο ιστορικός του ορίζοντας είναι σκοτεινός και μέσα σε τούτη τη σκοτεινότητα έχει καταδικαστεί, προς το παρόν, να ζει και ο ελληνικός λαός με δική του ευθύνη. Την ίδια στιγμή, τα ανθρώπινα άτομα έχουν αποτύχει ως τώρα να οργανώσουν μια μετακαπιταλιστική κοινοτική ζωή με υψηλό επίπεδο εμβίωσης, όπου η κοινωνία, ως επι-κοινωνία, δεν θα είναι συνονθύλευμα συμφερόντων και συμφεροντολόγων –καληώρα σαν τις βάρβαρες συντεχνίες του τηλεοπτικού θεάματος [=μαζικές συναυλίες για τους «δεινοπαθούντες»] ή τους παντός είδους πολιτικο-ιδεολογικούς [τους] κομισάριους– αλλά αυθεντική κοινότητα ενδιαφερόντων και δημιουργών  πάνω σε μια κοινή υποστασιακή-πνευματική βάση.

4

Όπως επισημαίνει ο  Ορτέγκα ι Γκασσέτ, το γεγονός σήμερα στην κοινωνία είναι η απόλυτη μαζοποίησή της, χωρίς τούτο να σημαίνει πως η μαζοποίηση είναι απροϋπόθετα αρνητικό χαρακτηριστικό· απλώς αποτυπώνει μια πραγματικότητα, που αποβαίνει καλή ή κακή από τους δρώντες και τα δρώμενα. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, διευκρινίζει ο Ισπανός φιλόσοφος,

«η κοινωνία είναι πάντοτε η δυναμική ενότητα δυο παραγόντων: των μειοψηφιών και των μαζών» (Η εξέγερση των μαζών, όπ., σ. 38).

Πώς εννοεί τις μειοψηφίες και πώς τις μάζες; Στις μειοψηφίες συγκαταλέγει «άτομα ή ομάδες ατόμων με ιδιαίτερες ιδιότητες» (ό.π.). Είναι οι ίδιοι περίπου σαν τους ανώτερους τύπους του Νίτσε.  Οι ιδιαίτερες ιδιότητές τους δεν έχουν να κάνουν με αλαζονικές συμπεριφορές περί ανώτερων ανθρώπων, αλλά θεμελιωδώς με το γεγονός ότι τα άτομα αυτά είναι τα πιο δημιουργικά

«που έχουν μεγάλες αξιώσεις από τους εαυτούς τους και πάνω τους σωρεύουν δυσκολίες και καθήκοντα» (ό.π., σ. 40).

Πριν αξιώσουν από τους άλλους οτιδήποτε, πρώτα το αξιώνουν από τον εαυτό τους. Επομένως δεν είναι οι αισχρές μειοψηφίες των «εκπροσώπων» ή «αντιπροσώπων» που απαιτούν από τους [=απατούν τους] άλλους και στο όνομα των άλλων «ολοκλήρωση», «τελειοποίηση», «αξιοθέτηση», «δημοκρατία» «σοσιαλισμό» κ.λπ., χωρίς να απαιτούν όλα τούτα πρωτίστως από τον εαυτό τους. Στη μάζα, απεναντίας, ο φιλόσοφος εντάσσει τον μέσο άνθρωπο, που δεν διεκδικεί τίποτα πέρα από εκείνα τα δικαιώματα που τον κάνουν να είναι μάζα. Λαός, ως μάζα, συνιστά μια αφαίρεση, κατά Χάιντεγκερ, θεμελιωμένη στη μεταφυσική θεώρηση των πραγμάτων.

5

Ο μέσος άνθρωπος είναι αυτός που ακολουθεί μιμητικά τις μαζικές συμπεριφορές· δεν διαφοροποιείται από τον κοινό τρόπο σκέψης και έτσι δεν αξιώνει τίποτα περισσότερο ή ιδιαίτερο από τον εαυτό του πέρα από αυτό που του υπαγορεύει η μάζα ή η μαζική υστερία της στιγμής. Μεταποιείται έτσι σε μαζάνθρωπο, χωρίς δημιουργικές ικανότητες και με μοναδικό στόχο, συνειδητά ή μη-συνειδητά, από εξουσιαζόμενος να γίνει εξουσιαστής. Αυτοί είναι, όπως μοναδικά σημειώνει ο Ορτέγκα ι Γκασσέτ,«απλοί φελλοί που επιπλέουν στα κύματα» (ό.π.). Αυτοί οι φελλοί διεκδικούν πάντοτε μια θέση στο προσκήνιο της κοινωνικής, πολιτικής, πολιτιστικής και πνευματικής ζωής. Πώς τη διεκδικούν; Με το να θέλουν να υποσκελίσουν, παντί τρόπω, τα δημιουργικά άτομα ή τις δημιουργικές ομάδες ατόμων:

«η μάζα πιστεύει πως έχει το δικαίωμα να επιβάλει και να δώσει ισχύ νόμου σε κοινοτοπίες που γεννήθηκαν στα καφενεία» (ό.π., σ. 42).

Πόσα, για παράδειγμα, ικανότερα και αξιότερα άτομα της δημόσιας σφαίρας, της επιστήμης, γενικώς της υψηλής ικανότητας και δημιουργίας δεν υποσκελίζονται κάθε στιγμή από τα απαίδευτα τρωκτικά της μιας ή της άλλης συντεχνίας που έχουν εγκατασταθεί μέσα στις φλέβες της ανθρώπινης κοινότητας.  Τα τρωκτικά αυτά – και όλα τα παρόμοια στους διάφορους κοινωνικούς τόπους– γνωρίζουν πως δεν υπερβαίνουν το κοινότοπο, το μέτριο, το ωφελιμιστικό· κι όμως βρίσκουν το θράσος να διεκδικούν το αιώνιο ρίζωμα του δικού τους εξουσιασμού. Εξουσιασμός για τον Ορτέγα δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το ρίζωμα του αντιπνευματικού στοιχείου στην καρδιά της πολιτείας. Σε ένα τέτοιο ρίζωμα αποβλέπουν και τα αντιαισθητκά μαζικά θεάματα των ημερών μας στο όνομα πάντα της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας του λαού. Να γιατί πιο αφηρημένη έννοια απ’ αυτή του λαού δεν έχει εφευρεθεί έως σήμερα. Όπως διευκρινίζει και ο Χάιντεγκερ, με απόλυτη σαφήνεια, ο λαός, ως τέτοιος, έχει συγκεκριμένη ιστορικότητα μόνο στο μέτρο που διέπεται από μια φιλοσοφία, π.χ. όπως η φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων. Ποια είναι η σημερινή φιλοσοφία αυτού που ονομάζεται λαός; Ο άρτος, τα θεάματα και τα τσιφτετέλια των κάθε λογής ανθρώπων τωνεσμών.

Πηγή: Hegel-Platon

Wolfi Landstreicher: Η φύση ως θέαμα

Η εικόνα της «άγριας φύσης*» ενάντια στην αγριότητα

(Σημείωση του συγγραφέα: Η συχνή χρήση εισαγωγικών γίνεται για να ενισχύσει την άποψη πως η φύση και η «ερημιά» είναι έννοιες και όχι πραγματικά όντα).

Η Φύση δεν υπήρχε ανέκαθεν. Δε βρίσκεται στα βάθη του δάσους, στην καρδιά του λιονταριού του βουνού ή στα τραγούδια των πυγμαίων· βρίσκεται στις φιλοσοφίες και στις κατασκευασμένες γι’αυτήν εικόνες των πολιτισμένων ανθρώπων. Οι φαινομενικά αντίθετες θέσεις περιπλέκονται, δημιουργώντας τη φύση ως μια ιδεολογική κατασκευή, που υπηρετεί την εξημέρωσή μας, την καταστολή και τη διοχεύτευση των άγριων εκφράσεών μας.

Ο Πολιτισμός είναι μονολιθικός και  ο πολιτισμένος τρόπος αντίληψης όλων εκείνων, που μπορούν να παρατηρηθούν, είναι επίσης μονολιθικός. Όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τα εκατομμύρια όντα, που υπάρχουν γύρω του, το πολιτισμένο μυαλό χρειάζεται να τα κατηγοριοποιήσει για να νομίζει ότι τα καταλαβαίνει (ενώ στην πραγματικότητα, το μόνο που καταλαβαίνει είναι πώς να τα κάνει χρήσιμα στον πολιτισμό). Η φύση είναι μια από τις πιο βασικές κατηγορίες του Πολιτισμού, μια από τις πιο χρήσιμες για να περιορίζει την αγριότητα των ατομικοτήτων και να επιβάλλει τον αυτοπροσδιορισμό τους ως πολιτισμένα, κοινωνικά όντα.

Κατά πάσα πιθανότητα, μια από τις πρώτες αντιλήψεις για τη φύση ήταν παρόμοια με αυτήν, που παρατηρούμε στην Παλαιά Διαθήκη: η κακή «αγριάδα», ένας τόπος ερημιάς, που κατοικείται από άγρια και δηλητηριώδη κτήνη, μοχθηρούς δαίμονες και τρελούς. Αυτή η αντίληψη εξυπηρετούσε ένα σκοπό ιδιαίτερα σημαντικό για τους πρώτους πολιτισμούς. Είχε ενσταλάξει το φόβο για ό,τι ήταν άγριο, κρατώντας τον περισσότερο κόσμο εντός των τειχών της πόλης και προκαλώντας σε όσους έβγαιναν να εξερευνήσουν την ανάγκη να έχουν μια αμυντική στάση, σα να βρίσκονταν σε εχθρικό έδαφος. Με αυτόν τον τρόπο, αυτή η αντίληψη βοήθησε να δημιουργηθεί η διχοτόμηση μεταξύ «ανθρώπου» και «φύσης», η οποία εμποδίζει τους ανθρώπους να ζήσουν άγρια, δηλαδή σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Αλλά, αυτή η εντελώς αρνητική αντίληψη περί φύσης θα έφτανε κάποια στιγμή στα όρια της αχρηστείας της, αφού κρατούσε τον πολιτισμό μέσα σε ένα κλειστό και υπό πολιορκία φρούριο, ενώ για να επιβιώσει, ο πολιτισμός έχει την ανάγκη να επεκταθεί, να έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί όλο και πιο πολλά. Η «Φύση» έγινε ένα καλάθι πόρων, μια «μητέρα», που θρέφει την «ανθρωπότητα» και τον πολιτισμό της. Ήταν πανέμορφη, άξια λατρείας, ενατένισης, μελέτης και… εκμετάλλευσης.Δεν ήταν πλέον κακή… αλλά, ήταν χαοτική, ιδιότροπη και αναξιόπιστη. Ευτυχώς για τον πολιτισμό, η «ανθρώπινη φύση» είχε εξελιχθεί, είχε γίνει λογική και χρειαζόταν να βάλει τα πράγματα σε τάξη, να τα θέσει υπό τον έλεγχό της. Τα άγρια μέρη ήταν απαραίτητα στους ανθρώπους, για να μελετούν και να θαυμάζουν τη «φύση» στην ανέγγιχτη μορφή της, ακριβώς, όμως, για να μπορούν τα πολιτισμένα ανθρώπινα όντα να κατανοήσουν και να ελέγξουν τις «φυσικές» διαδικασίες, με σκοπό να τις χρησιμοποιήσουν για να επεκτείνουν τον πολιτισμό. Έτσι, η «κακή αγριάδα» επισκιάζεται από μια «φύση» ή μια «αγριότητα», που έχει θετική αξία για τον πολιτισμό.

Η αντίληψη περί φύσης δημιουργεί συστήματα κοινωνικών αξιών και ηθικής. Λόγω των προφανώς αντιθετικών αντιλήψεων, που έχουν εμπλακεί στην ανάπτυξη της έννοιας της «φύσης», αυτά τα συστήματα ίσως φαίνονται, επίσης, αντιθετικά· όμως, όλα έχουν τον ίδιο σκοπό: την εξημέρωσή μας. Εκείνοι, που μας λένε «να φέρεστε πολιτισμένα» και εκείνοι, που μας λένε «να φέρεστε φυσικά», μας λένε στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα: «Ζήστε σύμφωνα με εξωτερικές από εσάς αξίες, όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες σας». Η ηθική των νατουραλιστών δεν είναι λιγότερο φαύλη από κάθε άλλη ηθική. Άνθρωποι φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και σκοτώθηκαν, επειδή έκαναν «αφύσικες πράξεις»  και αυτό συμβαίνει ακόμα. Η «Φύση» είναι και αυτή ένας άσχημος και απαιτητικός θεός.

Από την απαρχή της, η φύση ήταν μια κατασκευή της εξουσίας, για να ενισχύσει τη δύναμή της. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως στη σύγχρονη κοινωνία, όπου το θέαμα κυριαρχεί στην πραγματικότητα και πολλές φορές φαίνεται να τη δημιουργεί, η «φύση» λειτουργεί ως μια μέθοδος εξημέρωσης. Προγράμματα για τη «Φύση» στην τηλεόραση, ημερολόγια του SierraClub*, οι έμποροι «αγριότητας», τα τρόφιμα και οι ίνες «φυσικής» προέλευσης, ο «οικολόγος» πρόεδρος και η «ριζοσπαστική» οικολογία, όλα συνωμοτούν δημιουργώντας τη «φύση» και τη «σωστή» σχέση μας με αυτήν. Η προβαλλόμενη εικόνα εμπεριέχει την «κακή αγριάδα» των πρώτων πολιτισμών, σε μια υποσυνείδητη μορφή. Τα τηλεοπτικά προγράμματα για τη «Φύση» περιέχουν πάντα σκηνές άγριου κυνηγιούκαι έχει ειπωθεί πως οι σκηνοθέτες αυτών των προγραμμάτων χρησιμοποιούν ράβδους, που παράγουν ηλεκτρικές εκκενώσεις, για να προκαλέσουν μάχες μεταξύ των ζώων. Οι προειδοποιήσεις, που δίνονται στους μελλοντικούς εξερευνητές  για τα επικίνδυνα ζώα και φυτά και οι ποσότητες προϊόντων, που παράγονται από τους εμπόρους «αγριότητας» για να αντιπετωπιστούν αυτά, είναι μάλλον υπερβολικά, από την προσωπική μου εμπειρία περιπάτων σε άγρια μέρη. Μας δίνεται η εικόνα πως η ζωή εκτός του πολιτισμού είναι μια μάχη επιβίωσης.

Αλλά, η κοινωνία του θεάματος χρειάζεται η εικόνα της «κακής αγριάδας» να είναι υποσυνείδητη, για να την εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά. Η κυρίαρχη εικόνα για τη «φύση» την απεικονίζει ως πόρο και ως αντικείμενο ομορφιάς για ενατένιση και μελέτη. Η «Άγρια φύση» είναι ένα μέρος, που μπορούμε να αποτραβηχτούμε για ένα σύντομο διάστημα, αν αυτό έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, για να ξεφύγουμε από την πλήξη της καθημερινότητας, να χαλαρώσουμε και να διαλογιστούμε ή για να ζήσουμε την έξαψη και την περιπέτεια. Και, βέβαια, η «φύση» παραμένει η «μητέρα», που καλύπτει τις ανάγκες μας, ο πόρος από τον οποίο δημιουργείται ο πολιτισμός.

Στην εμπορευματική κουλτούρα, η «φύση» γιατρεύει την επιθυμία για άγρια περιπέτεια, για ελεύθερη ζωή χωρίς εξημέρωση, με το να μας πουλάει την εικόνα της. Η υποσυνείδητη αντίληψη της «κακιάς αγριάδας» προσδίδει στην περιπλάνηση στα δάση μια δόση κινδύνου, που ικανοποιεί τους περιπετειώδεις και ανήσυχους τύπους. Επίσης, ενισχύει την ιδέα πως δεν ανήκουμε εκεί στην πραγματικότητα και επομένως, μας πουλάει τα πολλά σχετικά προϊόντα που κρίνονται απαραίτητα για τις εκδρομές σε άγρια μέρη. Η θετική αντίληψη περί φύσης  μας κάνει να πιστεύουμε πως πρέπει να βιώσουμε την εμπειρία στα άγρια μέρη (μη συνειδητοποιώντας πως οι αντιλήψεις, που μας έχουν ταίσει, διαμορφώνουν αυτήν την εμπειρία, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με το πραγματικό περιβάλλον). Έτσι, ο πολιτισμός γιατρεύει επιτυχώς και τις περιοχές, που φαινομενικά δεν έχει αγγίξει άμεσα, μεταμορφώνοντάς τες σε «φύση», σε «αγριάδα», σε πτυχές του θεάματος, που μας κρατάει εξημερωμένους. Η «Φύση» εξημερώνει επειδή μετατρέπει την αγριότητα σε μια μονολιθική έννοια, μια τεράστια περιοχή διαχωρισμένη από τον πολιτισμό. Εκφράσεις της αγριότητας, μέσα στον πολιτισμό, αποκαλούνται ανωριμότητα, τρέλα, παραβατική συμπεριφορά, ανηθικότητα ή έγκλημα και απορρίπτονται, φυλακίζονται, λογοκρίνονται ή τιμωρούνται, διατηρώντας ταυτόχρονα το γενικό πλαίσιο  πως ό,τι είναι «φυσικό» είναι καλό. Όταν η «αγριότητα» γίνεται ένα μέρος έξω από εμάς αντί μιας έκφρασης του ατομικού μας ελεύθερου πνεύματος, τότε μπορούν και υπάρχουν ειδικοί στην «αγριότητα», που μας μαθαίνουν τους «σωστούς» τρόπους να «συνδεόμαστε» μαζί της. Στη δυτική ακτή, υπάρχουν όλων των ειδών οι πνευματικοί δάσκαλοι, που βγάζουν τα προς το ζην, πουλώντας «αγριότητα» σε γιάπηδες, με έναν τρόπο, που καθόλου δεν απειλεί τα όνειρα καριέρας, τις πόρσε και τα διαμερίσματά τους στην πόλη. Η «Αγριότητα» είναι μια πολύ επικερδής βιομηχανία, σήμερα.

Οι οικολόγοι, ακόμα και οι «ριζοσπάστες», πέφτουν κατευθείαν στην παγίδα. Αντί να προσπαθούν να αγριέψουν και να καταστρέψουν τον πολιτισμό με την ενέργεια των αδέσμευτων επιθυμιών, προσπαθούν να «σώσουν την άγρια φύση». Πρακτικά, αυτό σημαίνει το να ζητιανεύουν ή να προσπαθούν να χειραγωγήσουν τις αρχές, ώστε αυτές να σταματήσουν τις πιο επιβλαβείς δραστηριότητες κάποιων βιομηχανιών και να μετατρέψουν μικρά κομμάτια σχετικά ακέραια δάση, ερήμους και βουνά σε προστατευόμενες «Περιοχές Άγριας Φύσης».  Αυτή η πρακτική, απλά, ενισχύει την αντίληψη περί αγριότητας ως μια μονολιθική οντότητα, «αγριάδα» ή «φύση», και εμπορευματοποίηση, που είναι εγγενής σε αυτήν την οπτική. Η ίδια η βάση των προστατευόμενων «Περιοχών Άγριας Φύσης» είναι ο διαχωρισμός μεταξύ «αγριότητας» και «ανθρωπότητας». Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως μια από τις τάσεις της «ριζοσπαστικής» οικολογικής ιδεολογίας δημιούργησε τη σύγκρουση μεταξύ «βιοκεντρισμού» και «ανθρωποκεντρισμού», ενώ δε θα έπρεπε να είμαστε τίποτα άλλο από εγωκεντρικοί.

Ακόμα κι εκείνοι οι «ριζοσπάστες» οικολόγοι, που θέλουν να επανεντάξουν τον άνθρωπο στη «φύση», ξεγελούν τον εαυτό τους. Το όραμα τους (όπως το θέτει ένας από αυτούς) για ένα «άγριο, συμβιωτικό σύνολο» είναι, απλά, η μονολιθική αντίληψη, που δημιούργησε ο πολιτισμός, ειπωμένη με ένα μυστικιστικό τρόπο.  Για αυτούς τους οικολόγους μυστικιστές, η «Άγρια Φύση» συνεχίζει να είναι μια μονολιθική οντότητα, ένα ον ανώτερο από μας, στο οποίο πρέπει να υποτασσόμαστε. Όμως, η υποταγή είναι εξημέρωση. Η υποτακτικότητα είναι το καύσιμο του πολιτισμού. Το όνομα της ιδεολογίας, που επιβάλλει την υποταγή, έχει μικρή σημασία, είτε λέγεται «φυσική», είτε λέγεται «άγριο συμβιωτικό σύνολο». Το αποτέλεσμα θα είναι και πάλι η συνέχιση της εξημέρωσης.

Όταν η αγριότητα γίνεται αντιληπτή ως κάτι, που δεν έχει να κάνει καθόλου με μια μονολιθική οντότητα, συμπεριλαμβανομένης της «φύσης» και της «αγριάδας», όταν γίνεται αντιληπτή ως η πιθανή ελευθερία πνεύματος των ατομικοτήτων, που μπορεί να πάρει σάρκα και οστά οποιαδήποτε στιγμή, μόνο τότε αποτελεί απειλή για τον πολιτισμό. Ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να περάσει αρκετά χρόνια στην «άγρια φύση», αλλά θα συνεχίζαμε να βλέπουμε το περιβάλλον μας από τον παραμορφωτικό φακό του πολιτισμού, αν συνεχίζαμε να αντιλαμβανόμαστε τα εκατομμύρια πλάσματα μονολιθικά ως «φύση», ως «αγριάδα», ως το «άγριο, συμβιωτικό σύνολο», θα είμαστε ακόμα πολιτισμένοι και όχι άγριοι. Αλλά, αν καταμεσής της πόλης αρνούμαστε δραστήρια κάθε στιγμή την εξημέρωση, αν αρνούμαστε την κυριαρχία των κοινωνικών ρόλων, που μας φοριούνται με τη βία, αντί να ζούμε  σύμφωνα με τις δικές μας επιθυμίες, πάθη και βίτσια, αν γίνουμε τα μοναδικά και απρόβλεπτα όντα, που βρίσκονται κάτω από τους ρόλους, είμαστε, για εκείνες τις στιγμές, άγριοι. Παίζοντας άγρια ανάμεσα στα συντρίμμια ενός παρηκμασμένου πολιτισμού (όμως, μην ξεγελιέστε, ακόμα και παρηκμασμένος, ο πολιτισμός είναι ένας επικίνδυνος εχθρός και ικανός να αντέξει για πολύ καιρό), μπορούμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να τον ανατρέψουμε. Και οι εξεγερμένοι με το ελεύθερο πνεύμα θα απορρίψουν τον «επιβιωτισμό» της οικολογίας ωςμια ακόμα προσπάθεια του πολιτισμού να καταστείλει την ελεύθερη ζωή  και θα παλέψουν για να ζήσουν τον χαοτικό, συνεχώςεναλλασσόμενο χορό των ελεύθερα συσχετιζόμενων, μοναδικών ατομικοτήτων, ενάντια τόσο στον πολιτισμό, όσο στην προσπάθειά του να περιορίζει την άγρια, με ελεύθερο πνεύμα ζωή: «Φύση».

Wolfi Landstreicher

Υποσημειώσεις:

1. Στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται η λέξη wilderness. Κατά τη διάρκεια του κειμένου, μεταφράζεται με διαφορετικούς, αλλά παρόμοιους τρόπους , ανάλογα με τι ταιριάζει σε κάθε σημείο.

2. Πρόκειται για παλαιότερο κείμενο του Wolfi Landstreicher (Feral Faun), το οποίο εμείς αλιεύσαμε από το πρώτο τεύχος του αγγλικού εξεγερσιακού περιοδικού Return Fire.

Μετάφραση: Έρεβος