Μπροσούρα: Αποδομώντας τις μάζες – Προς την ένοπλη ατομικότητα

Αποδομώντας τις Μάζες: Προς την Ένοπλη Ατομικότητα.

«Οι αναρχικοί εναντιώνονται στην εξουσία τόσο από τα πάνω όσο και από τα κάτω. Δε διεκδικούν την εξουσία για τις μάζες, μα αναζητούν τρόπους να καταστρέψουν κάθε κυριαρχία και ν’ αποσυνθέσουν τις μάζες σε ατομικότητες υπεύθυνες η κάθε μια για τη ζωή της. Συνεπώς, οι αναρχικοί είναι οι πιο ανένδοτοι εχθροί κάθε κομμουνισμού, και όσοι διατείνονται πως είναι κομμουνιστές ή σοσιαλιστές δεν μπορούν κατά καμία πιθανότητα να είναι αναρχικοί.»

– Enzo Martucci

Για μένα, η ατομικότητα είναι ένα όπλο. Είναι η ένοπλη πρακτική της μηδενιστικής αναρχίας και η προσωπική εναντίωση σε οποιαδήποτε απόπειρα επιβολής. Ένα πρόσωπο γίνεται ακυβέρνητο κατασκευάζοντας και υποστηρίζοντας τις αρνήσεις του ενάντια στους κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους, στα επίσημα φορμαλιστικά σύνολα και στη μονολιθικότητα της μαζικής κοινωνίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η άρνηση απηχεί την απροθυμία να απεμποληθεί η μοναδικότητα κάποιου στα πλαίσια μιας φορμαλιστικής ένωσης. Εδώ εγώ τραβάω μια γραμμή μεταξύ αναρχίας και αριστερισμού. Ο αριστερισμός επικροτεί την αναδιάταξη των κατασκευασμένων ταυτοτήτων, τους άκαμπτους σχηματισμούς και τους κοινωνικούς ρόλους εντός μιας άτεγκτης κοινωνικής δομής εντός της οποίας τα άτομα θυσιάζονται στον βωμό ενός “ανώτερου καλού” ή σκοπού. Απεναντίας, η αναρχία ως βίωμα σηματοδοτεί την αποσύνθεση πάσας τυποποιημένης κοινωνικής ομάδας, διανοίγοντας τις πιθανότητες ατομικής χειραφέτησης και απεριόριστης εξερεύνησης της υπαρξιακής αταξίας. Συμπερασματικά, για ‘μένα η αναρχία είναι μία ατομικιστική άρνηση του υποκειμένου να παραδώσει τον εαυτό του σε μία υπερβατική εξουσία που ανάγει τον εαυτό της σε απόλυτη αρχή.

Οι εξουσιαστικές δομές, κοινωνικές και θεσμικές, προϋποθέτουν την εγκατάλειψη της ατομικότητας προκειμένου να επεκτείνουν την κυριαρχία τους. Το κράτος δεν μπορεί να υπάρξει δίχως υποκείμενα πρόθυμα να φορέσουν τα εμβλήματα και τις στολές του. Ο καπιταλισμός αδυνατεί να εγκαθιδρυθεί δίχως την υποτέλεια ανθρώπων των οποίων η συσσωμάτωση συνιστά το μαζικό κοινωνικό σώμα ενίσχυσης της ψυχολογικής και κοινωνικής νομιμοποίσης του ιδίου, αλλά και της κυριαρχίας του. Το κράτος και ο καπιταλισμός αποβλέπουν στην απόσπαση της κοινωνικής συναίνεσης, ενώ ο πολλαπλασιασμός της συγκροτεί σταδιακά τη βιομηχανική μαζική κοινωνία. Θα αναγνωρίσω στους αριστεριστές το δίκιο πως μία αρκετά συμπαγής εργατική απεργία διαρκείας θα ήταν ικανή να παραλύσει τη βιομηχανική πρόοδο, εφόσον είναι ο εργάτης -ο μεμονωμένος μισθωτός σκλάβος- που συμβάλλει στη λειτουργία της μεγα-μηχανής. Αλλά, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, μία μαζική εργατική απεργία δεν είναι μονάχα εξαντλητικό να συντονιστεί, αλλά και ανέφικτο να συντηρηθεί αρκετά ως την κατάρρευση του καπιταλισμού. Καθώς πολλοί αριστεριστές, συμπεριλαμβανομένου και εμού μέχρι ενός σημείου, θα αναγνωρίσουν πως πολλοί εργάτες στερούνται την πρόσβαση σε εμψυχωτικές ριζοσπαστικές ιδέες, εγώ σταδιακά αντιλήφθηκα επιπλέον πως πλήθος εργατών πολύ απλά δεν επιθυμεί να απεργήσει. Για σωρεία λόγων, αδύνατο να καταγραφούν εδώ πέρα, αναρίθμητοι εργάτες συρρέουν στις δουλειές τους, αδιαφορώντας για το αν διεξάγεται κάποια απεργία ή όχι. Κάτι που συχνά παραβλέπεται είναι πως οι άνθρωποι είναι άτομα. Και, ως άτομα, ορισμένοι επιλέγουν να εξεγερθούν ενάντια στην εργασιακή τους συνθήκη και άλλοι όχι.

Κολεκτίβες, Συλλογική Ενδυνάμωση και Οργάνωση

Γύρω στο 2013, αποπειράθηκα να ενισχύσω την κοινωνική δυναμική μέσω συλλογικών εγχειρημάτων αφιερώμενων στην ευεργέτηση ανθρώπων στη γειτονιά μου. Πολύμορφα, με δανειστικές βιβλιοθήκες ριζοσπαστικών βιβλίων, παρουσιάσεις εντύπων, πραγματικά ελεύθερα λαϊκά παζάρια, “φαγητά-όχι-βόμβες”, και συλλογικές προβολές ταινιών. Το εγχείρημα στο οποίο συμμετείχα ήταν δραστήριο και γεμάτο ενέργεια. Κάποια στιγμή, στις 31 Ιουλίου, διοργανώσαμε μία Μέρα Δράσης Ενάντια στον Ρατσισμό και τον Φασισμό, η οποία περιλάμβανε στιγμιότυπα ταραχών από πορείες και βίντεο ισοπέδωσης ναζιστών. Αφήσαμε την πόρτα στον διάδρομό μας ανοιχτή για να συμμετάσχει κάθε ενδιαφερόμενη και ενδιαφερόμενος, και το μικρό διαμέρισμά μας γέμισε ασφυκτικά από παιδιά που κατοικούσαν τριγύρω και πανηγύριζαν ενθουσιασμένα καθώς παρακολουθούσαν τα βίντεο. Στο τέλος, μοιράσαμε στους παρευρισκομένους έντυπα και τρικάκια, και προπαγανδίσαμε ένα πραγματικά ελεύθερο ανταλλακτικό παζάρι που είχαμε οργανώσει για τις επόμενες δύο μέρες. Την επόμενη μέρα, μόνο 3 γείτονες απ’ όσους είχαν παραστεί στην εκδήλωση εμφανίστηκαν και συζήτησαν μαζί μας. Τη μεθεπόμενη μέρα, δεν εμφανίστηκαν ούτε αυτοί. Τη στιγμή εκείνη προσπαθούσα να κατανοήσω το γιατί -παρά τις προβολές, τα έντυπα, το προπαγανδιστικό υλικό και τις συζητήσεις- οι γείτονές μας, άνθρωποι που μας μίλησαν για την αντιμετώπιση του ρατσισμού στην καθημερινότητά τους, δε μεριμνούσαν να σχηματίσουν εγχειρήματα μαζί μας. Μία κατά πρόσωπο συζήτηση με δύο εξ αυτών, λίγες βδομάδες αργότερα, με προσγείωσε στην πραγματικότητα: «Είναι πολύ καλή φάση αυτό που όλοι εσείς επιχειρείτε να κάνετε, αλλά, ξέρεις, είμαστε απασχολημένοι αναζητώντας ρευστό. Προσπαθούμε απλά να βρούμε εισόδημα.». Μετά από έναν σύντομο διάλογο γύρω από την “οικονομική ανέλιξη”, αποχωριστήκαμε ανταλλάζοντας χειραψίες, κι εγώ ένιωθα μπερδεμένος και απογοητευμένος. Οι άνθρωποι της περιοχής μου, οι γείτονές μου δεν ψηνόντουσαν καθόλου γι’ αυτήν την “επαναστατική φάση”.

Μετά από μερικά ακόμα χρόνια τοπικών δράσεων, αναρτήσεων πανό, παρεμβάσεων με σπρέι, αφισοκολλήσεων, ενός εντύπου που επιμελήθηκα για να καταγράψω και να εγκωμιάσω την ιστορία των αντιρατσιστικών εξεγέρσεων της περιοχής μου, και συλλογικών εκδηλώσεων, συνειδητοποίησα μιαν αλήθεια ανεπιθύμητη για κάθε αριστεριστή: Δεν υφίσταται μια ομοιογενής κοινότητα προς ριζοσπαστικοποίηση. Τι σημαίνει η “κοινότητα”, όταν η γειτονιά σου συντίθεται από άτομα με το καθένα απ’ αυτά να έχει διαφορετικούς και, πολλές φορές, αντικρουόμενους στόχους στη ζωή του; Σύντομα κατάλαβα πως ο όρος “κοινότητα” είναι μια πολιτική έννοια που, συχνά, σκοπίμως απαλείφει σημαντικές διαφορές αναμεταξύ των υποκειμένων, διαμηνύοντας μιαν επίπλαστη ενότητα. Πρόκειται για μια κοινωνική κατασκευή που απλά περιγράφει ένα σύνολο ανθρώπων συνοίκων σε μια περιοχή. Σίγουρα υπήρξαν από ‘δώ κι από ‘κεί κάποια πρόσωπα υποστηρικτικά προς ό,τι εκπονούσαμε, αναμείχθηκαν και κόλλησαν μαζί μας για ένα εφήμερο διάστημα. Αλλά η γειτονιά ήταν ετερόκλητη. Και θα ήταν ανέντιμο να ισχυριστούμε πως εκπροσωπούσαμε τα συμφέροντα του συνόλου της. Ο καθένας είχε τις δικές του προσωπικές γνώμες και προσδοκίες απ’ τη ζωή.

Έχω, ανά καιρούς, συναντήσει ορισμένα τοπικά επαναστατικά σχήματα απαρτιζόμενα κατά μεγάλο ποσοστό από υλοποιημένες και ακμαίες κοινοτικές σχέσεις. Ορισμένες φορές διαρκούν για ένα διάστημα, ενώ άλλες τα μέλη τους απομακρύνονται και αποσαθρώνονται. Σε αυτό το σημείο, τα βιώματά μου ξεκίνησαν να διακρίνουν μιαν απόσταση μεταξύ ομαδοποιήσεων συγγένειας και μαζικών οργανώσεων. Όσα υποκείμενα ψηνόντουσαν όντως για ό,τι εκπροσωπούσαμε, μας προσέγγισαν ανεξαρτήτως του αν είχαμε προπαγανδίσει ή προτάξει κάποιο πρόγραμμα. Εμφανίστηκαν διότι εντόπισαν άλλες ατομικότητες με τις οποίες μπορούσαν να συσχετιστούν. Άλλοι άνθρωποι απλά αδιαφόρησαν, παρότι κατοικούσαμε όλοι μαζί στην ίδια γειτονιά, αντιμέτωπες με τον εξευγενισμό, και όντας στην πλειοψηφία μας έγχρωμοι.

Διακρίνω μία παραλληλία με ό,τι συμβαίνει στον αναρχισμό. Οι ίδιες μέθοδοι και προσφυγές στην κοινότητα, στις μάζες, στον “λαό”, είναι ενεργές και ειλικρινείς, αλλά παράγουν ελάχιστα αποτελέσματα. Έπειτα από αλλεπάλληλες συλλογικές κουζίνες, επαναστατικά κοινωνικά κέντρα ή ριζοσπαστικές δανειστικές βιβλιοθήκες, όλα στελεχώνονταν από τους προϋπάρχοντες εξεγερμένους και εξεγερμένες, καταντώντας έτσι συντεχνιακά στέκια κοινωνικοποίησης αντί για μέρη γεμάτα με αμύητους ανθρώπους σε αναζήτηση της κοινοτικής αμεσότητας. Οι προσπάθειες να κινητοποιήσουμε τις μάζες διαμέσου διαδηλώσεων κατέληγαν με άπλετους θεατές στο πεζοδρόμιο, ενώ οι ίδιοι εξεγερμένοι και εξεγερμένες φώναζαν συνθήματα, τραγουδούσαν και πορεύονταν στους δρόμους. Έγινα παρατηρητής της ίδιας πληγής σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις. Καθώς ο Τραμπ βρισκόταν στην προεκλογική του εκστρατεία, όλοι βρισκόντουσαν στους δρόμους μέχρι και με τις μητέρες τους. Οι εξεγερμένες είχαν επίσης ξεχυθεί, οπλισμένες με τρικάκια, έντυπα και μεγάφωνα, διαχέοντας την ριζοσπαστική τους συνθηματολογία. Σύντομα μετά το πέρας των εκλογών τα πράγματα εξομαλύνθηκαν και οι εξεγερμένοι έμειναν μόνοι στους δρόμους να συνεχίσουν τις γνωστές τους ασχολίες. Παραδέχομαι πως βρισκόμουν κι εγώ εκεί. Διαδηλώνοντας, φωνάζοντας, μοιράζοντας έντυπα και τρικάκια στους θεατές του πεζοδρομίου. Θυμάμαι, χρόνια πριν, μια πορεία Occupy που καλέσαμε στην οδό Μίσιγκαν του Σικάγο. Ένα πλήθος μαθητών μάς πρόσεξε, συμπορεύτηκε μαζί μας για περίπου 3 λεπτά, και έπειτα επέστρεψε βιαστικά στο πεζοδρόμιο ανταλλάσσοντας χειραψίες μαζί μας ώστε να συνεχίσουν τη μέρα τους. Παραμείναμε στον δρόμο προσπαθώντας να τους προσελκύσουμε ξανά μέσω δημοφιλούς μουσικής. Η ξαφνική αριθμητική σμίκρυνση του μπλοκ μας έδωσε την ευκαιρία στους μπάτσους να μας περικυκλώσουν και να μας απωθήσουν στο πεζοδρόμιο. Το πιο εξωφρενικό με δαύτη την κατάσταση είναι πως η εν λόγω τακτική επιστρατεύεται ακόμα από τους σημερινούς επαναστάτες. Λες κι οι πρώτες δεκάδες φορές δεν ήταν αρκετά ντροπιαστικές.

Καπιταλιστικός Aτομισμός εναντίον Ατομικιστικής Aναρχίας

Η ατομικότητα δύναται να εγκλιματιστεί και να υποταχθεί σ’ ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που κατέχει το μονοπώλιο της έκφρασης λόγων περί της ζωής. Στην περίπτωση του καπιταλισμού, γεννιόμαστε σε μια ήδη ρυθμισμένη κοινωνία που ενισχύει τις αξίες, τους ρόλους και την ιδεολογία της μέσα απ’ την πνευματική και ψυχολογική ισχύ των θεσμικών ιδρυμάτων της. Καθώς περιπλανόμαστε έξω, αντικρίζουμε μια πραγματικότητα εκ των προτέρων ποσοτικοποιημένη και θεσμικά κατασκευασμένη επιμελώς ώστε να προπαγανδίζει τον εαυτό της. Αυτοκίνητα, αεροπλάνα, λεωφόροι, ουρανοξύστες, πρόχειρο φαγητό, κλπ – όλα κανονικοποιημένα ώστε να εξασφαλίζουν την ομαλότητα της τάξης. Πέρα απ’ αυτήν, πέρα απ’ τις νόρμες, ελοχεύει ένα χάος ικανό να σπάσει τη νηνεμία της ατομικής υποδούλωσης. Οργάνωση και τάξη πορεύονται χέρι-χέρι. Οι αξίες, οι ρόλοι και οι ιδεολογίες ενισχύονται αποτελεσματικότερα όταν μαζικοποιούνται, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση του κανονικού. Αυτή η διαδικασία καταρρακώνει την ατομικότητα, τη μοναδικότητα και το χάος, αφού τα τρία τους συνιστούν απειλές έναντι των μονολιθικών σχηματισμών. Όταν ο καπιταλισμός διατείνεται πως ενθαρρύνει τον αγνό ατομικισμό, πρόκειται για έναν ατομικισμό που προπαρασκευάζεται ούτως ώστε ν’ αναπαράγει τον καπιταλισμό σε ατομικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, όσες ατομικότητες παραδίνονται στο καπιταλιστικό σύστημα υποβαθμίζονται σε ανδράποδα, καταδικασμένα να εξυπηρετούν την εύρυθμη λειτουργία του. Οποιαδήποτε ατομικότητα αμφισβητεί τον καπιταλισμό ή κάθε κοινωνικό σύστημα εν συνόλω, θα αναζητήσει μια ζωή αντιτιθέμενη στα συμφέροντα του καπιταλισμού. Υπό αυτήν την έποψη, η ατομικιστική αναρχία αποτελεί μιαν αντίσταση του προσώπου στην πιθανότητα περιορισμού του στα σύνορα ενός φορμαλιστικού συστήματος. Το χάος είναι η προσωποποιημένη στρατηγική της άρνησης μιας προσχεδιασμένης τάξης, μιας τάξης διαμορφωμένης απ’ όσους ενδιαφέρονται απλώς για την αριθμητική αύξηση των ακολούθων τους.

Η στρατηγική δημιουργίας μιας μαζικής κοινωνίας ή ενός εύτακτου συστήματος είναι μια στρατηγική καταστρατήγησης της ατομικότητας, του χάους και της μοναδικότητας. Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει την προώθηση ενός μονοδιάστατου τρόπου κατανόησης του ατομικισμού, προσχεδιασμένου απ’ τον καπιταλισμό. Αλλά, προκειμένου ο ατομικισμός να διατηρείται μοναδικός και χαοτικός, δεν μπορεί να εγκλείεται στα όρια τυπικών οργανώσεων και κοινωνικών κατασκευών. Ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνική κατασκευή εξαρτώμενη από τη μαζική συναίνεση και συμμετοχή προκειμένου να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της κανονικότητας και να διατηρήσει την επικρατούσα κοινωνική τάξη. Η μαζική συμμετοχή, συντιθέμενη από δουλοπρεπή υποκείμενα, επιτρέπει στον καπιταλισμό να υλοποιείται διαμέσου ιδρυμάτων, θεσμών και κατασκευών φυσικής υπόστασης, όλα χτισμένα από τα χέρια μεμονωμένων εργατών. Είναι αληθές πως η εργατική τάξη έχτισε αυτόν τον κόσμο, διαθέτοντας έτσι και τη δύναμη να τον κατεδαφίσει. Αλλά αυτό προϋποθέτει πως δεν υφίστανται υποβολιμαίες εν ενεργεία δυνάμεις καθυπόταξης του υποκειμένου. Αυτό εξηγεί γιατί ο κοινωνικός πόλεμος δεν είναι αποκλειστικά απαραίτητος ενάντια στη μαζοποιημένη κοινωνική πραγματικότητα, αλλά επιτακτικός επιπλέον για τη διάρρηξη των δεσμών με τις κοινωνικά κατασκευασμένες ταυτότητες, και τη συντριβή της υποτακτικής λογικής.

Η Δεξιά και η Αριστερά: Δύο Πλευρές του Ίδιου Νομίσματος ονόματι “Κοινωνικές Ταυτότητες”

Οι πολιτικές της ταυτότητας απηχούν πως διαφορετικές ταυτότητες σχηματοποιούνται ώστε να δημιουργήσουν ιεραρχικούς συσχετισμούς δύναμης μεταξύ ανθρώπινων ομαδοποιήσεων. Αντανακλούν επιπλέον πως η ατομικότητα και η μοναδικότητα αποθαρρύνονται μέχρι το σημείο κοινωνικής απομόνωσης. Όταν τα υποκείμενα αντιδρούν εκτός των επιβεβλημένων από τις κοινωνικές τους ταυτότητες ορίων, αντιμετωπίζονται ως “Άλλοι”, μη αξιόπιστοι για να εκπροσωπήσουν ένα βίωμα. Αναλόγως το σύστημα, ορισμένες εμπειρίες και βιώματα προτιμούνται και σταχυολογούνται προς επικύρωση. Επί παραδειγμάτι, για έναν δεξιό Α, ένας επιτυχημένος “μαύρος” επιχειρηματίας εγκωμιάζεται και παρουσιάζεται ως θρίαμβος ενός συμπεριληπτικού και απαλλαγμένου από διακρίσεις καπιταλισμού. Αλλά για έναν δεξιό Β, ο ίδιος άνθρωπος θεωρείται απειλή για την τάξη της λευκής υπεροχής, συνεπώς δυσφημείται. Παρομοίως, υπό το πρίσμα ενός αριστεριστή Α, το ίδιο υποκείμενο θα χλευαστεί ως “Θείος Τομ” και “προδότης υποτακτικός”. Αντιθέτως, για τον αριστεριστή Β, ο “μαύρος” επιχειρηματίας αντιπροσωπεύει μια παραδειγματική αφομοίωση, κοινωνική πρόοδο κι ελπίδα για άλλους μαύρους ανθρώπους. Τόσο η αριστερά όσο και ο καπιταλισμός διαθέτουν αμφότεροι διφορούμενα χαρακτηριστικά. Όλοι όμως, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, καταλήγουν να συμφωνούν σε κοινές αρχές σχετικά με την τάξη, τις ομογενοποιημένες ταυτότητες και την κοινωνική συνοχή. Συμπεραίνουμε αβίαστα ότι, ανεξαρτήτως μεθόδου, το άτομο αυτό επιστρατεύεται για την ενίσχυση του προπαγανδιστικού μηχανισμού ενός κοινωνικού συστήματος. Ας πάρουμε τώρα για παράδειγμα έναν “μαύρο” “άντρα” που αρνείται τη “μαύρη” κοινωνική ταυτότητα και τους συνεπαγόμενους “ρόλους” της, την πατριαρχία και την αφομοίωσή του δια της μισθωτής εργασίας. Απεναντίας, το εν λόγω πρόσωπο αρνείται και τον αριστερισμό και τον καπιταλισμό. Ποια κοινωνικά συστήματα κατορθώνουν να εκμεταλλευτούν το πρόσωπο αυτό υπέρ της προπαγάνδας τους; Υπό αριστερίστικη ή καπιταλιστική στοχοθεσία, ποια θετικά χαρακτηριστικά αυτού του υποκειμένου προσφέρονται για επικοινωνιακή εκμετάλλευση; Όσον αφορά την προώθηση ενός συστήματος, κανένα. Οι νόρμες και οι περιορισμοί του συστήματος στο κοινωνικό πεδίο έχουν ανασταλεί. Απομένει μόνο η αναρχία τού να γίνεις ακυβέρνητη μέσα από την προσωπική σου μοναδικότητα.

Οι αποκλίνουσες από την κανονικοποιημένη κοινωνική τάξη ατομικότητες δεν είναι μονάχα ακατάλληλες για προπαγάνδα, αλλά ενσαρκώνουν και τη ζωντανή απειλή να γίνουν η θρυαλλίδα για αλλεπάλληλες χειραφετήσεις. Όσες ατομικότητες κυνηγούν μιαν ελευθερία αποδεσμευμένη από το εκμαγείο των πολιτικών προγραμμάτων, δε γυρεύουν τα παζαρέματα μιας μελλοντικής ουτοπίας. Αντί να εργαστούν σήμερα ώστε να απολαύσουν στο μέλλον, η απόλαυση κι η περιπέτεια συντροφεύουν μιαν ήδη διεγερμένη αποφασιστικότητα για άγρια εξερεύνηση. Οπλισμένοι με μια αίσθηση αναγκαιότητας, μετατρέπουμε ξανά τη ζωή σ’ ένα παιχνίδι προσωπικής θαλερότητας και άρνησης κάθε κοινωνικής αλυσίδας – ένα παιχνίδι ευνοϊκό προς τις ελεύθερες κοινοτικές ενώσεις κι αλληλεπιδράσεις που δεν προσαρμόζονται στα πλαίσια μιας δομικής ακαμψίας.

Η ατομικότητα, με όπλο της το χάος, συλλαμβάνει τον εαυτό της ως έναν αποστάτη ενάντια σε όσες κοινωνικές δυνάμεις επιχειρούν την καθυπόταξή της. Καθώς η ατομικότητα γίνεται ανεξέλεγκτη, αποκτά την ιδιότητα της ανοσίας στα σχολαστικά σχεδιασμένα προγράμματα τα οποία οι πολιτικάντιδες των ταυτοτήτων και της επανάστασης διαφημίζουν. Οι αυτοανακυρηγμένοι τούτοι επαναστάτες εννοούν την επανάσταση με τον τρόπο μιας χωλής αναδιαμόρφωσης των κοινωνικών συνθηκών διατήρησης της τάξης. Κάποιοι εξ ημών προτιμάμε την εξέγερση όμως αντί της επανάστασης · μια εξέγερση που δε θα οδηγεί σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά σε μία ζωή δίχως μέτρο. Αποσκοπώ στη μετατροπή του χάους σε όπλο της ατομικής μου συντεταγμένης επίθεσης ενάντια σε κάθε κυβέρνηση και κοινωνική τάξη. Οραματίζομαι την αναρχία σα μια ξέφρενη πυρκαγιά που απανθρακώνει το εκπολιτισμένο, εξημερωνένο βασίλειο της θεσμικής και κοινωνικής κυριαρχίας. Η απελευθέρωση είναι κάτι περισσότερο από επίθεση στο κράτος και το κεφάλαιο. Τουλάχιστον για ‘μένα, σημαίνει επίσης να επανεφευρίσκεις τον εαυτό σου καθημερινά σε πείσμα των προσπαθειών της κοινωνίας να σε καθορίσει ως μια στατική οντότητα.

Ο πόλεμός μου είναι ένας ατομικιστικός πόλεμος ενάντια στη δεξιά και κάθε απόχρωσή της. Βρίσκομαι σε πόλεμο με τις υπάρχουσες δομές της πατριαρχικής “λευκότητας”, τους θεσμούς της και την υποτιθέμενη πολιτική υπεροχή της, που ενσαρκώνεται στην αποικιοκρατική κυριαρχία του βιομηχανικού καπιταλισμού. Στο στόχαστρό μου βρίσκεται ωσαύτως η αριστερά και οι προσπάθειές της να παράξει έναν κόσμο συστηματοποιημένης “ελευθερίας” διαμέσου τυποποιημένης οργάνωσης, συντήρησης κοινωνικά κατασκευασμένων ταυτοτήτων και υπαγωγής του υποκειμένου στα συλλογικά σώματα. Η απελευθέρωσή μου δεν απαντάται στα ιερά κείμενα όπως το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο”, το “Forbes Magazine” ή η “Εξέγερση που Έρχεται”. Η ελευθερία δεν είναι μια προσχεδιασμένη μελλοντική ουτοπία · είναι μια βιωμένη εμπειρία όσων διαθέτουν το κουράγιο να την ανακτήσουν για τους εαυτούς τους εδώ και τώρα. Κόντρα στις επαναστατικές πρωτοπορίες που διεκδικούν το μέλλον με τις ποιητικές τους κοινωνικές πλάνες και τις ακαδημαϊκίστικες πραγματογνωμοσύνες τους, εγώ παραμένω ανυπότακτος.

Flower Bomb

Η μπροσούρα στα αγγλικά σε μορφή PDF

Πηγή: Warzone Distro

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Χιλή, Σαντιάγο: Ανάληψη ευθύνης για εκρηκτικούς μηχανισμούς σε δύο λεωφορεία κι ένα βενζινάδικο

ΑΝΑΛΗΨΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΓΙΑ ΤΡΕΙΣ ΕΚΡΗΚΤΙΚΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥΣ ΣΤΟ ΣΑΝΤΙΑΓΟ

Η ύπαρξη είναι μίζερη, ζούμε με τη θλίψη τού να παίρνουμε θέση σ’ έναν πόλεμο πού ‘ναι χαμένος από καιρό. Είναι λόγω αυτής της βαθύτατης οδύνης κι οργής που πραγματοποιήσαμε τούτες τις επιθέσεις, έχοντας πάντα στη μνήμη μας κάθε εξεγερμένη καρδιά, και σε αλληλεγγύη με όλα τα ανθρώπινα και μη-ανθρώπινα όντα.

Ακούσαμε το κάλεσμα της φύσης…

Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις επιθέσεις σε δύο λεωφορεία κι ένα βενζινάδικο, όπου τοποθετήσαμε αυτοσχέδιες βόμβες αποτελούμενες από ‘να μπουκάλι βενζίνα δεμένο μ’ ένα γκαζάκι κουζίνας, κι ένα απλό φιτίλι. Παραδόξως, ήταν πανεύκολο να διεκπεραιωθούν οι δράσεις αυτές, αν αναλογιστούμε τις πολυπληθείς και άχρηστες στρατιωτικές και αστυνομικές ομάδες που γυρνοβολάνε σε μια πρωτεύουσα βυθισμένη στις καραντίνες, τους ελέγχους και τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας.

Δεν είμαστε δα καλλιτεχνάδες που γυρεύουν το χειροκρότημα των θεατών, δε μας ενδιαφέρει να σώσουμε τούτον τον κόσμο, εφόσον έχει ήδη σαπίσει, ούτε καν ρομαντικοποιούμε την πανδημία η οποία πήρε τόσες ανθρώπινες ζωές, επωφελώντας τη βιοποικιλότητα, ούτε και τις διάφορες εξεγέρσεις ανά την υφήλιο, επειδή ούτε έχουμε ελπίδα ούτε και πιστεύουμε στις μάζες. Πάραυτα, δεν αρνούμαστε πως μας αρέσει και μας χαρίζει μπόλικη ευγνωμοσύνη κι ευχαρίστηση το να βλέπουμε τον κόσμο να βυθίζεται στο χάος.

Είναι εύκολο να συμπεράνουμε πως η εξολόθρευση της γης, των πλασμάτων και των ψυχών που την κατοικούν, είναι ευθύνη του καπιταλισμού, της εξουσίας, του φασισμού, της προόδου, του κράτους και των πλουσίων · λοιπόν, πράγματι είναι, και θα πληρώσουν γι’ αυτό. Όμως, το πρόβλημα δε βρίσκεται μονάχα εκεί, αλλά στην τεχνο-βιομηχανική κοινωνία που συντηρεί και διαιωνίζει τον όλεθρο, και ως άνθρωποι δεν είμαστε απαλλαγμένοι από δαύτη την ευθύνη.

Ξεκλέβουμε τις ζωές μας απ’ την καταιγίδα, προσπαθώντας να βούμε ένα ψύγμα λευτεριάς στη διαρκή επίθεση, εξαπολύοντας τα αγριότερα ένστικτά μας, γνωρίζοντας πως είτε ανταμώσουμε τον θάνατο είτε τα γηρατειά, ακόμα η ύπαρξή μας θά ‘ναι κατάρα γι’ αυτό το σάπιο σύστημα.

Δεν έχουμε την ανάγκη να χαραμίζουμε τις ενέργειές μας κριτικάροντας τις δράσεις άλλων ομάδων (ξέρουμε ποιοι είναι οι εχθροί μας και επικεντρωνόμαστε σ’ αυτούς). Απευθύνουμε κάλεσμα για επίθεση στο υπάρχον, για αναζήτηση νέων μορφών επίθεσης που να ταιριάζουν στο συγκείμενο, και για πραγμάτωσή τους στο σήμερα, στο τώρα, διότι το αύριο δεν υφίσταται.

Η εξουσία δε ρηγματώνεται με ιδέες ή λόγια, η μνήμη είναι όπλο μονάχα όταν αποκτά υλική υπόσταση.

ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΚΛΟΥΒΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΣΠΕΙΡΟΥΜΕ ΤΟ ΧΑΟΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΟΧΗ

– Αγέλη του Βόρειου Ανέμου

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Σουηδία, Μάλμε: Εμπρηστική επίθεση σε πύργο τηλεπικοινωνιών

Πριν τρεις βδομάδες, πυρπολήθηκε ένας πύργος τηλεπικοινωνιών 4G/3G. Το πράξαμε ως απάντηση αγνής εχθρότητας ενάντια στον τεχνο-βιομηχανικό εφιάλτη εντός του οποίου ζούμε.

Σαν ένα πνεύμα της εκδίκησης, τοποθετήσαμε τους μαγεμένους μας εμπρηστικούς μηχανισμούς στα καλώδια που συνδέουν τον πύργο με το δίκτυο-Λεβιάθαν. Αλυχτίσαμε κάτω απ’ τη σελήνη όταν ανάψαμε τα φιτίλια, ρίχνοντας στον πολιτισμό κατάρες για μια αιωνιότητα. Μονάχα με φωτιά μπορούμε να ξορκίσουμε τον τεχνο-βιομηχανικό Λεβιάθαν. Λίγα λεπτά αργότερα, τα καλώδια τυλίχτηκαν από μια φλόγα αγριεμένη, κόβοντας τη σύνδεση του πύργου με τον κυβερνοχώρο. Μες στην άξαφνη σιωπή, καθώς τα
τηλεφωνήματα κι οι διαδικτυακές συνδέσεις βυθίστηκαν στην κενότητα, ακουγόταν μόνο η φωτιά που θρασομανούσε.

Μόνο το σκοτάδι μάς φέρνει κοντά στο μέρος που νιώθουμε σπίτι. Τα λαμπερά βιομηχανικά φώτα που κάνουν την πόλη ν’ ακτινοβολεί, καίνε τα μάτια μας και συννεφιάζουν τις καρδιές μας. Μα η κυβερνητική σιγή που προκαλέσαμε με τη φωτιά μας στον πύργο, έκανε τα σώματά μας να νιώθουν ζωντανά και τις καρδιές μας να γεμίζουν χαρά.

Σήμερα, όλα έχουν επιστρέψει στην κανονικότητα, εκτός των καμμένων καλωδίων και του αχρηστεμένου πύργου. Προγραμματιστές κι αφεντικά κερδοσκοπούν απ’ την επόμενη επίθεση στο αγαπημένο μας σκοτάδι. Πύργοι 5G έχουν ενεργοποιηθεί πλέον στο Μάλμε, στο Γκέτεμποργκ και στη Στοκχόλμη. Το επόμενο επίπεδο ελέγχου απ’ τον Λεβιάθαν ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας. Οι σκλάβοι της κοινωνίας χειροκροτούν τον ίδιο τους τον εγκλεισμό.

Ευχόμαστε η ολότητα του πολιτισμού να τυλιχθεί στις φλόγες. Αν γινόταν στάχτη, θα άνθιζε εν τέλει το σκοτάδι. Σε κάθε βήμα όπου το πόδι μας αγγίζει το τσιμέντο και την άσφαλτο, καταριόμαστε τον Λεβιάθαν. Σε κάθε βήμα όπου το πόδι μας αγγίζει γη και χώμα και φυτά και ρίζες, τραγουδάμε από χαρά για το σκότος και το άγριο.

Γνωρίζουμε πως ποτέ δε θά ‘ρθει ένα μέλλον δίχως τον Λεβιάθαν, μα αυτό δε μας εμποδίζει να ονειρευόμαστε τον θάνατό του. Ποτέ δε μας εμποδίζει να κατασκευάζουμε εμπρηστικούς μηχανισμούς και να καίμε το αποσυντιθέμενο σώμα του. Ποτέ δε μας εμποδίζει να σιχτιρίζουμε την απαστράπτουσα αρματωσιά του και το τεχνο-βιομηχανικό του φως. Θάνατος, θάνατος, θάνατος, είναι το μόνο που μπορεί να πει ο Λεβιάθαν. Φωτιά, φωτιά, φωτιά, είν’ η απάντησή μας.

Little cursing and conjuring lovers of darkness
FAI/ELF

Πηγή: 325

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Georges Palante: Η σχέση μεταξύ πεσιμισμού και ατομικισμού.

O Ζωρζ Παλάντ εξηγεί τι σχέση έχει ο ατομικισμός με τον πεσιμισμό

Ο αιώνας που μόλις πέρασε είναι χωρίς αμφιβολία αυτός στον οποίο ο πεσιμισμός βρήκε τους πιο πολλούς, τους πιο πλούσιους, τους πιο έντονους και τους πιο συστηματικούς του ερμηνευτές. Επιπροσθέτως, ο ατομικισμός εκφράστηκε σε αυτόν τον αιώνα με εξαιρετική ένταση από εκπροσώπους υψηλής ποιότητας.

Θα ήταν ενδιαφέρον να φέρναμε σε επαφή αυτές τις δύο μορφές σκέψης, κυρίαρχες στην εποχή μας· να θέσουμε το ερώτημα ποια είναι η λογική ή συναισθηματική σχέση που υπάρχει μεταξύ τους, και σε ποιο βαθμό ο πεσιμισμός παράγει ατομικισμό και ο ατομικισμός παράγει πεσιμισμό.

Αλλά το ερώτημα που τίθεται έτσι είναι πολύ γενικό. Υπάρχουν πολλά είδη πεσιμισμού και πολλά είδη ατομικισμού. Μεταξύ των τελευταίων υπάρχει ένας που σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται πεσιμισμό, και αυτός είναι ο δογματικός ατομικισμός που βγαίνει από τη Γαλλική Επανάσταση και στον οποίο τόσοι πολλοί ηθικολόγοι, νομικοί, και πολιτικοί του αιώνα μας είναι προσαρτημένοι. Αυτός ο ατομικισμός θα μπορούσε να λάβει ως μότο του τη φράση του Βίλχελμ φον Χούμπολτ που ο Στιούαρτ Μιλλ επέλεξε ως επιγραφή του στο «Περί ελευθερίας» του: «Η μεγάλη, προεξάρχουσα αρχή, προς την οποία κάθε προηγούμενο επιχείρημα συγκλίνει, αφορά την απόλυτη και ουσιαστική σημασία της ανθρώπινης ανάπτυξης σε όλη την ποικιλομορφία της.» Οι ατομικιστές αυτού του είδους πιστεύουν ότι όλα τα ανθρώπινα άτομα μπορούν να αναπτυχθούν αρμονικά στην κοινωνία, ότι η ίδια τους η ποικιλομορφία είναι μια εγγύηση του πλούτου και της ομορφιάς του ανθρώπινου πολιτισμού.

Αυτοί οι ατομικιστές είναι ορθολογιστές. Έχουν πίστη στο λόγο, την αρχή της τάξης, της ενότητας και της αρμονίας. Είναι ιδεαλιστές: έχουν πίστη σε ένα ιδανικό κοινωνικής δικαιοσύνης. ουνιταριανής και εξισωτικής, πιστεύουν, παρά τις επιμέρους διαφορές και ανισότητες, στη βαθιά και πραγματική ενότητα του ανθρώπινου είδους. Αυτοί οι ατομικιστές είναι «ανθρωπιστές» με την έννοια που δίνει ο Στίρνερ σε αυτήν τη λέξη: σολινταριστές, σοσιαλιστές, αν πάρουμε τον τελευταίο αυτό όρο στην ευρύτερή του έννοια. Ο ατομικισμός τους στρέφεται προς τα έξω, προς την κοινωνία. Είναι ένας κοινωνικός ατομικισμός, υπό την έννοια ότι δεν διαχωρίζει το άτομο από την κοινωνία, που δεν τοποθετούν σε αντίθεση το ένα με το άλλο. Αντιθέτως, θεωρούν πάντα το άτομο ως ένα κοινωνικό στοιχείο που εναρμονίζεται με το όλο και ότι υπάρχει μόνο σε λειτουργία με το όλο. Δεν θα επιμείνουμε σε αυτόν τον ατομικισμό, ο οποίος προφανώς υπαινίσσεται έναν περισσότερο ή λιγότερο σκληρό κοινωνικό οπτιμισμό.

Ο ατομικισμός που έχουμε κατά νου εδώ είναι τελείως διαφορετικός. Αυτός ο ατομικισμός δεν είναι ένα πολιτικό, δικανικό και ηθικό δόγμα, αλλά μια ψυχολογική και ηθική στάση, μια μορφή ευαισθησίας, μια προσωπική αίσθηση της ζωής και μια προσωπική θέληση για ζωή.

Είναι αδύνατον να συγκεντρώσουμε σε έναν ορισμό όλα τα χαρακτηριστικά, όλους τους βαθμούς, όλες τις αποχρώσεις αυτής της ψυχικής διάθεσης. Θίγει έναν ειδικό τόνο σε κάθε ψυχή στην οποία γίνεται γνωστή.

Μπορούμε να πούμε ότι ως μια προσωπική αίσθηση της ζωής, ο ατομικισμός είναι το συναίσθημα της μοναδικότητας, της ατομικότητας σε ό,τι έχει διαφορικό, ιδιωτικό και αναποκάλυπτο. Ο ατομικισμός είναι μια έκκληση στην εσωτερικότητα του αισθήματος, στην ατομική έμπνευση για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συμβάσεων και των έτοιμων ιδεών. Ο ατομικισμός υπαινίσσεται ένα αίσθημα προσωπικού αλάθητου, μια ιδέα πνευματικής και συναισθηματικής υπεροχής, εσωτερικού αριστοκρατισμού. Αμείωτης διαφοράς μεταξύ ενός εγώ και ενός άλλου, την ιδέα της μοναδικότητας. Ο ατομικισμός είναι μια επιστροφή στον εαυτό και μια βαρύτητα στον εαυτό.

Ως προσωπική θέληση για ζωή ο ατομικισμός είναι μια επιθυμία να «είσαι ο εαυτός σου,» σύμφωνα με την ευχή ενός χαρακτήρα του Ίψεν (Πέερ Γκυντ), μια επιθυμία για ανεξαρτησία και αυθεντικότητα. Ο ατομικιστικής θέλει να είναι ο δικός του κατασκευαστής, ο δικός του προμηθευτής της αλήθειας και της ψευδαίσθησης· o ο δικός του οικοδόμος της αλήθειας και της ψευδαίσθησης· ο δικός του οικοδόμος των ονείρων του·  ο δικός του οικοδόμος και γκρεμιστής των ιδανικών του. Αυτή η ευχή για αυθεντικότητα μπορεί, παρεμπιπτόντως, να είναι περισσότερο ή λιγότερο ενεργητική, περισσότερο ή λιγότερο απαιτητική, περισσότερο ή λιγότερο φιλόδοξη. Περισσότερο ή λιγότερο ευτυχής, επίσης, σύμφωνα με την ποιότητα και την αξία της ατομικότητας στην αιτία, σύμφωνα με το εύρος της σκέψης και σύμφωνα με την ένταση για, τη θέλησης για, ατομική ισχύ.

Είτε ως προσωπική αίσθηση της ζωής είτε ως προσωπική θέληση για ζωή, ο ατομικισμός είναι ή τείνει να είναι αντικοινωνικός: αν δεν είναι έτσι από την αρχή, αργότερα και αναπόφευκτα γίνεται έτσι. Συναίσθημα βαθιάς μοναδικότητας του εγώ, επιθυμία για αυθεντικότητα και ανεξαρτησία, ο ατομικισμός δεν μπορεί παρά να προκαλέσει το συναίσθημα μιας σιωπηρής πάλης μεταξύ του ατομικού εαυτού και της κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, η τάση της κάθε κοινωνίας είναι να μειώνει το αίσθημα της ατομικότητας όσο το δυνατόν περισσότερο: να μειώνει τη μοναδικότητα μέσω του κομφορμισμού, τον αυθορμητισμό μέσω της πειθαρχίας, τη στιγμιαιότητα του εαυτού μέσω της προειδοποίησης, της ειλικρίνειας του συναισθήματος μέσω της έλλειψης της ειλικρίνειας συμφυής με οποιαδήποτε κοινωνικά ορισμένη λειτουργία, την εμπιστοσύνη και υπερηφάνεια στον εαυτό μέσω της ταπείνωσης αδιαχώριστης από κάθε είδους κοινωνική εκπαίδευση. Αυτός είναι ο λόγος που ο ατομικισμός έχει κατ’ ανάγκη το συναίσθημα της σύγκρουσης μεταξύ του εγώ και του γενικού εγώ. Ο ατομικισμός γίνεται εδώ αρχή παθητικής ή ενεργητικής εσωτερικής αντίστασης, σιωπηρής ή δηλωμένης αντίθεσης στην κοινωνία, άρνηση να υποβάλει κάποιος τον εαυτό του σε αυτήν· δυσπιστία γι’ αυτήν. Στην ουσία του, ο ατομικισμός περιφρονεί και αρνείται τον κοινωνικό δεσμό. Μπορούμε να τον ορίσουμε ως θέληση για απομόνωση, μια συναισθηματική και πνευματική, θεωρητική και πρακτική δέσμευση να αποσυρθεί από την κοινωνία, αν όχι στην πραγματικότητα – ακολουθώντας τα παραδείγματα των μοναχών της Θηβαΐδας και του πιο σύγχρονου του Θορώ – τουλάχιστον στο πνεύμα και την πρόθεση, από ένα είδος εσωτερικής και εθελοντικής υποχώρησης. Αυτή η αποστασιοποίηση από την κοινωνία, αυτή η εθελοντική ηθική απομόνωση που μπορούμε να εφαρμόσουμε στην ίδια την καρδιά της κοινωνίας μπορεί να πάρει τη μορφή της αδιαφορίας και της παραίτησης καθώς και εκείνης της εξέγερσης. Μπορεί επίσης να προσλάβει τη στάση του θεατή, τη στοχαστική στάση του στοχαστή σε έναν Πύργο Ελεφάντινο. Αλλά υπάρχει πάντα σε αυτή την επίκτητη αδιαφορία, σε αυτήν την παραίτηση ή αυτήν την απομόνωση του θεατού, ένα απομεινάρι εσωτερικής εξέγερσης.

Συναίσθημα μοναδικότητας και λιγότερο ή περισσότερο ενεργητική έκφραση της θέλησης για προσωπική δύναμη· θέληση για αυθεντικότητα, θέληση για ανεξαρτησία, θέληση για ανυποταξία και εξέγερση, θέληση για απομόνωση και την απόσυρση στον εαυτό. Μερικές φορές θέληση για υπεροχή, στην ανάπτυξη της ισχύς πάνω και ενάντια σε άλλους, αλλά πάντοτε με μια επιστροφή στο εαυτό, με ένα συναίσθημα προσωπικού αλάθητου, με μια άφθαρτη εμπιστοσύνη στον εαυτό, ακόμα και στην ήττα, ακόμα και στην αποτυχία των ελπίδων και ιδανικών. Αδιαλλαξία, απρόσιτη της εσωτερικής καταδίκης, πιστότητα στον εαυτό έως το πικρό τέλος. Πιστότητα στις παρεξηγημένες ιδέες του, στην απόρθητη και απρόσβλητη θέλησή του: ο ατομικισμός είναι όλα αυτά, είτε παγκόσμια είτε στη λεπτομέρεια, αυτό το στοιχείο ή το άλλο, αυτή η απόχρωση ή αυτή που επικρατεί ανάλογα με τις περιστάσεις και την περίπτωση.

Ο ατομικισμός, κατανοημένος όπως μόλις τον εκφράσαμε, δηλαδή, ως μια εσωτερική διάθεση της ψυχής, ο ατομικισμός ως αίσθηση και θέληση δεν είναι πλέον, σαν τον ατομικισμό που μιλήσαμε παραπάνω, σαν τον πολιτικό και νομικό ατομικισμό, στραμμένος προς τα έξω και εξαρτημένος από την κοινωνική ζωή, τους περιορισμούς της, τις απαιτήσεις και υποχρεώσεις της. Είναι στραμμένος προς τα μέσα. Τοποθετείται στην αρχή ή αναζητά καταφύγιο στο τέλος στο άθραυστο και άυλο εσώτερο ον.

Το να πούμε ότι υπάρχει μια στενή ψυχολογική σχέση μεταξύ των ατομικιστικών και πεσιμιστικών ευαισθησιών σημαίνει σχεδόν να δηλώνεις το αυτονόητο. Ο πεσιμισμός προϋποθέτει έναν βασικό ατομικισμό. Προϋποθέτει αυτήν την εσωτερικότητα του συναισθήματος, αυτήν την επιστροφή στον εαυτό (σχεδόν πάντα οδυνηρή), που είναι η ουσία του ατομικισμού. Ενώ ο οπτιμισμός δεν είναι παρά μια αφηρημένη μεταφυσική θέση, ο απόηχος των δογματικών φημών, ο πεσιμισμός είναι μια αίσθηση βιωμένης ζωής· προέρχεται από τα έσω, από μια ατομική ψυχολογία. Προέρχεται από ό,τι είναι πιο οικείο σε μας: την ικανότητα να υποφέρουμε. Κυριαρχεί μεταξύ εκείνων που έχουν μοναχική φύση που ζουν αποσυρμένοι στον εαυτό τους και βλέπουν την κοινωνική ζωή ως μπελά. Καθαρόαιμοι πεσιμιστές, οι μεγάλοι καλλιτέχνες και θεωρητικοί των δεινών, έζησαν μοναχικά και σαν ξένοι εν μέσω των ανθρώπων, περιορίστηκαν στο εγώ τους σαν ένα φρούριο από το οποίο αφήνουν να πέσει ένα ειρωνικό και υπεροπτικό βλέμμα στην κοινωνία του είδους τους. Και έτσι δεν είναι τυχαίο, αλλά δυνάμει μιας στενής ψυχολογικής συσχέτισης ότι ο πεσιμισμός συνοδεύεται από μια τάση προς εγωιστική απομόνωση.

Αντίστροφα, το ατομικιστικό πνεύμα είναι σχεδόν μοιραία συνοδευμένο από πεσιμισμό. Δεν είναι η εμπειρία τόσο παλιά όσο και ο κόσμος μας που διδάσκει ότι στη φύση το άτομο θυσιάζεται για τα είδη; Ότι στην κοινωνία είναι θυσιασμένο στην ομάδα; Ο ατομικισμός φτάνει σε ένα καρτερικό ή απελπιστικό σημείωμα των αντινομιών που εγείρονται μεταξύ του ατόμου και των ειδών αφενός, και μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας αφετέρου.

Η ζωή αναμφίβολα θριαμβεύει διαρκώς πάνω σε αυτήν την αντινομία, και το γεγονός ότι παρόλο του ότι όλη η ανθρωπότητα εξακολουθεί να ζει μπορεί να φαίνεται ότι είναι μια αναμφισβήτητη απάντηση που απορρίπτει τόσο τον πεσιμισμό όσο και τον ατομικισμό. Αλλά αυτό δεν είναι σίγουρο. Επειδή αν η ανθρωπότητα ως είδος και ως κοινωνία καταδιώκει τη μοίρα της δίχως να ανησυχεί για τις καταγγελίες ή εξεγέρσεις των ατόμων, ο ατομικισμός δεν πεθαίνει για όλα αυτά. Πάντοτε ηττημένος, ποτέ εξημερωμένος, ενσαρκώνεται στις ψυχές ξεχωριστού διαμετρήματος, διαποτισμένος από το συναίσθημα της μοναδικότητάς τους και την ισχυρή θέλησή τους για ανεξαρτησία. Ο ατομικισμός υποχωρεί σε κάθε άτομο που πεθαίνει αφού έχει εκπληρώσει τους στόχους και έχει παραδοθεί σε δυνάμεις που είναι πέρα από αυτόν. Αλλά επιβιώνει ο ίδιος μέσω των γενεών, κερδίζοντας σε ισχύ και σαφήνεια καθώς η ανθρώπινη θέληση για ζωή εντείνεται, διευρύνεται και γίνεται εκλεπτυσμένη στην ατομική συνείδηση​​. Είναι επομένως επιβεβαιωμένη η διπλή συνοχή του πεσιμισμού και του ατομικισμού, άρρηκτα ενωμένοι και αλληλένδετοι.

Παρ’ όλα αυτά, είναι πιθανό ότι αυτός ο ψυχολογικός δεσμός που πιστεύουμε ότι έχουμε ανακαλύψει μεταξύ πεσιμισμού και ατομικισμού δεν είναι τίποτα παρά μια α πριόρι άποψη. Αν αντί του συλλογισμού σχετικά με τις ψυχολογικές πιθανότητες συμβουλευόμασταν την ιστορία των ιδεών του 19ου αιώνα θα δούμε ίσως ότι η σχέση των ιδεών που μόλις αναφέραμε δεν είναι ούτε τόσο απλή ούτε τόσο συνεπής όπως φαίνεται εξ αρχής. Πρέπει να διεισδύσουμε με λεπτομέρεια τις διάφορες μορφές του πεσιμισμού και του ατομικισμού και πιο στενά να αναλύσουμε τη σχέση τους αν θέλουμε να καταλήξουμε σε συγκεκριμένες ιδέες.

Mετάφραση: Αιχμή

Emma Goldman: Ο Εχθρός του Λαού του Henrik Ibsen

Κείμενο που προέρχεται από το βιβλίο Η Κοινωνική Σημασία του Σύγχρονου Δράματος (1914). Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα The Anarchist Library.  Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

Ο Δρ. Thomas Stockmann έχει προσληφθεί στη θέση του ιατρικού συμβούλου της διοίκησης των «Λουτρών», την βασική πηγή εισοδήματος στην πόλη καταγωγής του.

Είναι ένας τίμιος άνθρωπος με υψηλά ιδανικά, ο Δρ. Stockmann επιστρέφει στο σπίτι του μετά από πολλά χρόνια απουσίας, γεμάτος από το πνεύμα της δημιουργικότητας και της προοδευτικής καινοτομίας. Όπως λέει στον αδερφό του Peter, το δήμαρχο της πόλης, «Είμαι τόσο ευτυχισμένος και ικανοποιημένος. Αισθάνομαι τόσο απίστευτα χαρούμενος στο μέσο όλης αυτής της ανάπτυξης, που γεννά ζωή. Στη τελική, τι θαυμάσια εποχή για να ζει κανείς. Είναι σα να αναβλύζει ένας νέος κόσμος γύρω μας».

«Δήμαρχος: Έτσι πιστεύεις στ’ αλήθεια;

Δρ, Stockmann: Μα φυσικά, δεν μπορείς να το δεις τόσο καθαρά όσο εγώ. Πέρασες όλη σου τη ζωή σ’ αυτό το μέρος, και έτσι οι αισθήσεις σου έχουν θαμπώσει. Εγώ όμως, που έζησα σε εκείνη τη μικρή τρύπα στο βορρά όλα αυτά τα χρόνια, που μόλις και μπορούσα να δω μια ψυχή να μου πει μια ενδιαφέρουσα κουβέντα – όλα αυτά με επηρεάζουν σαν να μεταφέρθηκα στο κέντρο μιας πολύβοης πόλης – ξέρω πολύ καλά πως οι συνθήκες της ζωής είναι περιορισμένες σε σχέση σε πολλές άλλες πόλεις. Εδώ όμως υπάρχει ζωή, ανάπτυξη, άπειρα πράγματα για να εργαστείς και να παλέψεις· και αυτό είναι το βασικό»

Με αυτό το πνεύμα είναι που ο Δρ. Stockmann ξεκινά το έργο του. Μετά από δύο χρόνια προσεκτικής μελέτης, ανακαλύπτει πως τα Λουτρά είναι χτισμένα πάνω σε ένα βάλτο, γεμάτο από νοσογόνα μικρόβια, και πως οι άνθρωποι που τα επισκέπτονται για την υγεία τους θα μολυνθούν με πυρετό.

Ο Thomas Stockmann είναι ένας γιατρός με συνείδηση. Αγαπά την πόλη που γεννήθηκε, αλλά αγαπά το συνάνθρωπό του περισσότερο. Θεωρεί καθήκον του να μεταφέρει την ανακάλυψη του στην υψηλότερη αρχή της πόλης, το Δήμαρχο, τον αδερφό του, τον Peter Stockmann.

Ο Δρ. Stockmann είναι πράγματι ιδεαλιστής· αλλιώς θα γνώρισε πως μέσα στον αξιωματούχο ο άνθρωπος συχνά χάνεται. Επιπλέον, ο Peter Stockmann είναι επίσης ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και ένας από τους μεγαλύτερους μετόχους στα Λουτρά. Επαρκής λόγος για να επιπλήξει τον παράτολμο γιατρό αδερφό του ως επικίνδυνο άνθρωπο:

«Δήμαρχος: Σε κάθε περίπτωση, έχεις μια έμφυτη τάση για να κάνεις το δικό σου. Και αυτό σε μια καλά οργανωμένη κοινότητα είναι σχεδόν το ίδιο επικίνδυνο. Το άτομο πρέπει να υποτάσσει τον εαυτό του στο σύνολο της κοινότητας, ή, για να το πω πιο σωστά, να σκύψει μπροστά στην εξουσία που προσέχει την ευημερία όλων»

Αλλά ο Γιατρός δεν είναι μπερδεμένος: ο Peter είναι αξιωματούχος· δεν ενδιαφέρεται για ιδανικά. Υπάρχει όμως ο τύπος – δηλαδή το μέσο για το στόχο του! Το προσωπικό του Λαϊκού Κήρυκα οι Hovstad, Billings και Aslaksen, είναι βαθιά εντυπωσιασμένοι από την ανακάλυψη του Γιατρού. Με το ένα μάτι σε μια καλή ιστορία και το άλλο στις πολιτικές ευκαιρίες θέτουν αμέσως το Λαϊκό Κήρυκα  στη διάθεση του Thomas Stockmann. Ο Hovstad βλέπει μεγάλες δυνατότητες για μια βαθιά ριζοσπαστική αλλαγή για ολόκληρη τη ζωή της κοινότητας

«Hovstad: Σε εσάς, ως γιατρό και άνθρωπο της επιστήμης, αυτή η επιχείρηση με το υδραγωγείο είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Πιστεύω πως δεν αντιλαμβάνεστε πως πολλά άλλα πράγματα συνδέονται με αυτή…. Ο βάλτος που όλη η κοινωνική μας ζωή στέκεται και σαπίζει μέσα του…. Πιστεύω ένας δημοσιογράφος έχει μια τεράστια ευθύνη όταν αμελεί μια ευκαιρία για να βοηθήσει τις μάζες, τους φτωχούς, τους καταπιεσμένους. Ξέρω πολύ καλά πως οι ανώτερες τάξεις θα το αποκαλέσουν αυτό υποκίνηση του λαού, και ούτω καθ’ εξής, αλλά ας κάνουν ότι θέλουν, αν η συνείδησή μου παραμείνει καθαρή».

Ο Aslaksen, ο εκδότης του Λαϊκού Κήρυκα, πρόεδρος του Συνδέσμου Μικροϊδιοκτητών, και μέλος του Αντιαλκοολικού Συνδέσμου, έχει, όπως ο Hovstad, ανοιχτά μάτια για κέρδος. Βεβαιώνει το Γιατρό για την ολόθερμη συνεργασία του, ιδιαίτερα τονίζοντας πως, «Δε θα σας κάνει κακό να μς έχετε εμάς, τη μεσαία τάξη να σας στηρίζουν. Πλέον είμαστε μια συμπαγής πλειοψηφία στη πόλη – όταν το αποφασίσζουμε. Και είναι πάντοτε καλό να έχεις την πλειοψηφία στο μαζί σου Γιατρέ…. Και έτσι πιστεύω δεν θα ήταν άστοχο να κάνουμε ένα είδος διαμαρτυρίας…. Φυσικά με μεγάλη προσοχή, Γιατρέ. Είμαι πάντοτε υπέρ της μετριοπάθειας· γιατί η μετριοπάθεια είναι η πρώτη αξία του πολίτη – αυτά τουλάχιστον είναι οι απόψεις μου».

Αλήθεια, ο Δρ. Stockmann είναι ιδεαλιστής· αλλιώς δεν θα είχε τόσο μεγάλη πίστη στο προσωπικό του Λαϊκού Κήρυκα, που αγαπάνε τόσο πολύ το λαό που τον ταΐζουν συνεχώς με βαρύγδουπες φράσεις δημοκρατικών αρχών και για την ευγενή λειτουργία του τύπου, ενώ του αδειάζουν τις τσέπες.

Αυτό φαίνεται με τα λόγια του ίδιου του Hovstad, όταν η Petra, η κόρη του Δρ. Stockmann, επιστρέφει ένα ρομαντικό μυθιστόρημα που θα μετέφραζε για το Λαϊκό Κήρυκα: «Δεν μπορεί να μπει αυτό στο Λαϊκό Κήρυκα», λέει στον Hovstad, «είναι εντελώς αντίθετο με τις απόψεις σου».

«Hovstad: Ναι μα για χάρη του σκοπού –

Petra: Δεν με κατάλαβες ακόμη. Είναι για μια υπερφυσική δύναμη που προσέχει τους λεγόμενους καλούς ανθρώπους εδώ πάνω στη γή, και γυρίζει όλα τα πράγματα προς όφελός τους στο τέλος, και όλοι οι κακοί άνθρωποι τιμωρούνται.

Hovstad: Ναι, αλλά αυτό είναι εντάξει. Είναι ακριβώς αυτό που αρέσει στο κοινό.

Petra: Και θα δώσεις στο κοινό ένα τέτοιο πράγμα; Γιατί, όταν εσύ ο ίδιος δεν πιστεύεις σε ούτε μια λέξη από αυτές. Ξέρεις πολύ καλά πως τα πράγματα δεν είναι έτσι.

Hovstad: Έχεις δίκιο· αλλά ένας αρχισυντάκτης δεν μπορεί να κάνει πάντοτε αυτό που θέλει. Συχνά πρέπει να υποχωρεί στη κοινή γνώμη σε μικρά θέματα. Εν τέλει, η πολιτική είναι το κύριο πράγμα στη ζωή – τουλάχιστον για μια εφημερίδα· και αν θέλω να με ακολουθήσουν οι άνθρωποι στο μονοπάτι προς την χειραφέτηση και στην πρόοδο, δεν πρέπει να τους τρομάξω. Αν βρουν μια τέτοια ηθικολογική ιστορία στο κελάρι, είναι πολύ πιο πρόθυμοι να αντέξουν αυτό που είναι τυπωμένο από πάνω – αισθάνονται ασφαλέστεροι».

Οι συντάκτες του είδους του Hovstad σπάνια γράφουν τις πραγματικές τους γνώμες. Δεν μπορούν να επιτρέψουν το να «τρομάξουν» τους αναγνώστες τους. Συνήθως υποκλίνονται στη πιο ανενημέρωτη και χυδαία δημόσια γνώμη· δεν θέτουν τον εαυτό τους απέναντι στην θεσμοθετημένη εξουσία. Έτσι ο Λαϊκός Κήρυκας εγκαταλείπει το «σπουδαιότερο άνδρα» στη πόλη  όταν μαθαίνει πως ο Δήμαρχος και οι επιφανείς πολίτες είναι αποφασισμένοι πως η αλήθεια θα αποσιωπηθεί. Ο Δήμαρχος  αποκηρύσσει την «επανάσταση» του αδερφού του:

«Δήμαρχος: Ο λαός δεν χρειάζεται νέες ιδέες. Ο λαός εξασφαλίζεται καλύτερα από τις παλιές καθιερωμένες ιδέες που έχουν ήδη…. Ως αξιωματούχος, δεν έχει δικαίωμα σε οποιαδήποτε προσωπική πεποίθηση

Δρ. Stockmann: Η πηγή είναι δηλητηριασμένη, άνθρωπέ μου! Είσαι τρελός; Ζούμε διακινώντας βρωμιά και σκουπίδια. Το σύνολο της αναπτυσσόμενης κοινωνικής μας ζωής είναι ριζωμένη σε ένα ψέμα!

Δήμαρχος: Κούφιες φαντασιοπληξίες – ή κάτι χειρότερο. Ο άνθρωπος που κάνει τόσο προσβλητικούς υπαινιγμούς εναντίον στην ίδια του τη πατρίδα πρέπει να είναι εχθρός του λαού.

Δρ. Stockmann: Και πρέπει να υποστώ μια τέτοια συμπεριφορά. Στο ίδιο μου το σπίτι, Katrine! Τι πιστεύεις για αυτό;

Κα. Stockmann: Πραγματικά είναι ντροπή και προσβολή, Thomas – …. Αλλά, στο τέλος, ο αδερφός σου έχει την εξουσία-

Δρ. Stockmann: Ναι, αλλά έχω δίκιο!

Κα. Stockmann: Α, ναι, δίκιο, δίκιο! Τι ωφελεί να έχεις δίκιο αν δεν έχεις δύναμη;

Δρ. Stockmann: Τι! Δεν αξίζει σε μια ελεύθερη κοινωνία να έχεις το δίκιο με το μέρος σου; Είσαι παράλογη, Katrine. Και πέρα από αυτό, δεν έχω τον ελεύθερο και ανεξάρτητο τύπο με το μέρος μου; Την συμπαγή πλειοψηφία με το μέρος μου; Αυτό είναι αρκετή δύναμη, νομίζω!»

Η Katrine Stockmann είναι σοφότερη από τον άντρα της. Γιατί εκείνος που δεν έχει δύναμη δεν χρειάζεται να ελπίζει σε κανένα δίκιο. Ο καλός Γιατρός πρέπει να πιει το πικρό ποτήρι μέχρι τη τελευταία σταγόνα πριν αντιληφθεί τη σοφία της γυναίκας του.

Με την απειλή των αρχών και αποκηρυγμένος από το Λαϊκό Κήρυκα, ο Δρ. Stockmann προσπαθεί να εξασφαλίσει μια αίθουσα στην οποία θα οργανώσει μια δημόσια συγκέντρωση. Γεννημένος ελεύθερος πολίτης πιστεύει στο Σύνταγμα και τις εγγυήσεις του· είναι αποφασισμένος να εξασκήσει το δικαίωμα του στην ελεύθερη έκφραση. Αλλά όπως και τόσοι πολλοί άλλοι, ακόμη και οι πιο προηγμένοι προοδευτικοί τυφλωμένοι από το φάντασμα των συνταγματικών δικαιωμάτων και της ελεύθερης έκφρασης, ο Δρ. Stockmann πρέπει να πληρώσει το τίμημα για την αφέλεια του. Βρίσκει κάθε αίθουσα στη πόλη κλειστή για αυτόν, μόνο ένας μοναχικός πολίτης έχει το κουράγιο να ανοίξει τις πόρτες του στο διωκόμενο Γιατρό, ο παλιός του φίλος Horster. Ο όχλος όμως τον ακολουθεί ακόμη και εκεί και τον εμποδίζει από το να μιλήσει ανακηρύσσοντας τον εχθρό του λαού. Ο Thomas Stockmann στη μάχη του με την άγνοια, την ανοησία, και τα συμφέροντα ανακαλύπτει πως «ο πιο επικίνδυνος εχθρός της αλήθειας και της ελευθερίας ανάμεσά μας είναι η συμπαγής πλειοψηφία, η αναθεματισμένη συμπαγής προοδευτική πλειοψηφία». Οι εμπειρίες του τον οδηγούν στο συμπέρασμα πως «η πλειοψηφία δεν έχει ποτέ δίκιο…. Πως είναι ένα από εκείνα τα συμβατικά ψέματα ενάντια στο οποίο ένας ελεύθερος, σώφρονας άνθρωπος πρέπει να επαναστατεί…. Η πλειοψηφία έχει δυστυχώς δύναμη – αλλά δίκιο δεν έχει».

«Hovstad: Ο άνθρωπος που θα κατάστρεφε μια ολόκληρη κοινότητα πρέπει να είναι εχθρός του λαού:

Δρ. Stockmann: Δεν έχει σημασία αν μια κοινότητα που ψεύδεται καταστράφηκε!… Θα δηλητηριάσετε ολόκληρη τη χώρα με το καιρό· θα την φέρετε σε τέτοιο σημείο που ολόκληρη η χώρα θα αξίζει να χαθεί. Και όταν φτάσουμε εκεί, λέω, από τα βάθη της καρδιάς μου: Να χαθεί η χώρα! Να χαθεί ολόκληρος ο λαός της!»

Διωγμένος από την αίθουσα, χλευασμένος και περιφρονημένος από τον όχλο, ο Δρ. Stockmann μόλις που ξεφεύγει ζωντανός, και αναζητά την ασφάλεια στο σπίτι του, μόνο για να βρει τα πάντα κατεστραμμένα εκεί. Με το καιρού τον αρνείται ο παντοπώλης, ο αρτοποιός, και ο κηροποιός. Ο σπιτονοικοκύρης του φυσικά, λυπάται πολύ για εκείνον. Οι Stockmann πλήρωναν το νοίκι του πάντοτε τακτικά, αλλά θα του κατέστρεφε τη φήμη να έχει ως νοικάρη ένα τέτοιο ορκισμένο επαναστάτη. Ο παντοπώλης λυπάται, και ο κρεοπώλης το ίδιο· αλλά δεν μπορούν να ρισκάρουν τις επιχειρήσεις τους. Τέλος το σχολικό συμβούλιο στέλνει την έκφραση της θλίψης του: η Petra είναι θαυμάσια δασκάλα και τα αγόρια των Stockmann έξοχοι μαθητές, αλλά θα μπορούσαν να μολυνθούν τα άλλα παιδιά αν οι Stockmann παρέμεναν στο σχολείο. Και ξανά ο Δρ. Stockmann παίρνει ένα ζωτικό μάθημα. Αλλά δεν θα υποταχθεί· θα είναι δυνατός.

«Δρ. Stockmann: Θα πρέπει να αφήσω να με διώξουν από το πεδίο της μάχης η κοινή γνώμη, η συμπαγής πλειοψηφία, και τέτοιες αχρειότητες; Όχι, ευχαριστώ. Επιπλέον, αυτό που θέλω είναι τόσο απλό, τόσο ξεκάθαρο και άμεσο. Θέλω να βάλω στο κεφάλι αυτών των ανόητων πως οι Προοδευτικοί είναι οι χειρότεροι εχθροί των ελεύθερων ανθρώπων· πως τα κομματικά προγράμματα στρίβουν τα λαρύγγια των νεογέννητων ζωντανών αληθειών· πως οι σκέψεις της αναγκαιότητας  γυρνούν την ηθική και το δίκιο ανάποδα, μέχρι που η ζωή να είναι εντελώς απαίσια…. Δεν βλέπω κανένα άνθρωπο αρκετά ελεύθερο και γενναίο να προκαλέσει την Αλήθεια…. Ο δυνατότερος άνθρωπος είναι εκείνος που στέκεται μόνος».

Μια μαρτυρία πίστης, αλήθεια, επειδή ο Henrik Ibsen αν και αναγνωρίζεται σαν σπουδαίος δραματουργός καλλιτέχνης, παρέμεινε μόνος του στη θέση του ως επαναστάτης.

Η δραματική του τέχνη, δίχως την σπουδαία του επανάσταση απέναντι σε κάθε εξουσιαστικό θεσμό, ενάντια σε κάθε κοινωνικό και ηθικό ψέμα, ενάντια σε κάθε ίχνος σκλαβιάς, ήταν αδιανόητη. Όπως η τέχνη του θα έχανε την ανθρώπινη σημασία της, όπου η αγάπη του για αλήθεια και ελευθερία υστερούσε. Ήδη από τον Μπράντ απαιτούσε όλα ή τίποτα, δίχως ενδοτική μετριοπάθεια – δίχως συμβιβασμό οποιουδήποτε τύπου στον αγώνα για το ιδανικό. Η περήφανη ανυπακοή του, η ενθουσιώδης τόλμη του, η απόλυτη αδιαφορία του για τις συνέπειες, είναι το προσκλητήριο σάλπισμα του Henrik Ibsen, που ανακοινώνει μια νέα αυγή και τη γέννηση μιας νέας φυλής.

Πηγή: geniusloci

 

Niger Lupus Negationis: Η εσωτερική εξέγερση, κατασπαράσσοντας την ιδεολογικοποίηση του Μηδενισμού

Ο Μηδενισμός, η διαρκής και καθαρή Άρνηση, δεν είναι ποτέ δυνατόν να μεταβληθεί από εργαλείο ερμηνείας της πραγματικότητας και σύμμαχο στο διαρκή πόλεμο ενάντια στο Κράτος και την Κοινωνία, σε ένα σύστημα, μια απονεκρωμένη ψευδοσυνείδηση. Μια τέτοια μεταβολή θα καθιστούσε ακαριαία την Άρνηση ανίσχυρη και αυτοαναιρούμενη, τον ίδιο το «Μηδενισμό» από εργαλείο, δυνάστη της συνείδησης. Το μείζον στην αναζήτηση κάθε αναρχικού συντρόφου στις πεδιάδες της Επίθεσης και του άγριου Χαοτικού χορού είναι η προσήλωση στη ίδια του τη συνείδηση. Μπορεί ποτέ το πρόσωπο να απαλλαγεί από τη συνείδησή του ; Φυσικά όχι. Είναι, όμως, πιθανό, εφόσον το πρόσωπο δε φέρει μια κλειστή, βαθιά προσωπική συνείδηση, να μετατρέψει το ίδιο το εργαλείο, τη μέθοδο της επίθεσης, σε εσωτερικευμένη αξία. Να μετατρέψει τον ανόθευτο Μηδενισμό σε μία καχεκτική μάζα ηθικών κανόνων και υποχρεώσεων.

Η Ιδεολογικοποίηση του Μηδενισμού

Η μηδενιστική σκέψη αναπτύσσεται έξω από προκαθορισμένες νόρμες και ιερότητες. Ο πόλεμος ενάντια στον κόσμο διέπεται μονάχα από μια «αρχή». Κάθε πράξη του προσώπου πρέπει να είναι σύμφυτη με το ορμέμφυτο, με την καθαρή του βούληση. Ο,τιδήποτε άλλο είναι συμβιβασμός, άτακτη υποχώρηση μπροστά σε συμβάσεις και «πρέπει». Μια τέτοια ιδεολογικοποίηση, μια ταύτιση του εργαλείου με τη βούληση, είναι επικίνδυνη και αποπροσανατολιστική. Όταν ο Μηδενισμός εκλαμβάνεται και αυτός ως σύστημα ιδεών, ως μια ιδεολογία με συγκεκριμένα όρια και στοχεύσεις, τότε το πρόσωπο παύει να αναζητεί στιγμές αυτοκυριότητας και Χάους, αλλά αναπτύσσει την προσωπικότητα, τις ιδέες και τις στοχεύσεις του ώστε να μετατραπεί σταδιακά σε «ολοκληρωμένο μηδενιστή».

Φυσικά, μια τέτοια προσπάθεια σύνδεσης του Μηδενισμού με κάποιο Ιδανικό, ακόμα και αν αυτό ονομάζεται Αναρχία ή μηδενιστική αυτοπλήρωση, οδηγεί σε «Ιερότητα». Ο Μηδενισμός μετατρέπεται σε Ιερό με τον ίδιο τρόπο που ο Θεός των παπάδων αποκαθηλώνεται για να πλασαριστεί κομψός πάνω από το πτώμα του, μα πάντα το ίδιο δουλικός και αδύναμος, ο «Άνθρωπος». Φτάνουμε, δηλαδή, σε ένα οξύμωρο κατ’αρχήν σχήμα ταύτισης του Αρνητή με το αντικείμενο της Άρνησης. Φυσικά, ένας τέτοιος «μηδενισμός» που αναφέρεται σε ιερά και όσια και προτάσσει ιδανικά που πρέπει να εκπληρώσει ο κοινωνός του, είναι και αυτός το ίδιο σηψαιμικός με την Ηθική και την Ιδεολογία και πρέπει να τσακιστεί χωρίς δεύτερη σκέψη.

Γιατί, όμως, φτάνουν κάποιοι στο σημείο να θεωρούν το Μηδενισμό ένα άτυπο Ευαγγέλιο ; Γνώμη μου είναι πως για να απαντήσουμε, θα πρέπει να προχωρήσουμε καταρχάς σε μία σημαντική διάκριση. Η διάκριση αυτή αφορά τη σχέση ανάμεσα στο Μηδενισμό (που Εγώ προτάσσω) και το Ρώσικο Νιχιλισμό. Ας γίνει, λοιπόν, πλέον ξεκάθαρο. Ο ρώσικος νιχιλισμός και ο νετσαγιεφισμός δεν έχουν σχέση με το φιλοσοφικό ρεύμα του αναρχοατομικισμού, δεν έχουν σχέση με το Μηδενισμό και τους αναρχικούς της πράξης. Και αυτό διότι, ο ρώσικος νιχιλισμός, κραυγαλέα και χωρίς κανένα δισταγμό, προτάσσει την ευημερία της μάζας και προωθεί με κάθε μέσο, έστω και αν χρειαστεί να ασπαστεί μπλανκιστικές πρακτικές, την επανάσταση των μαζών.
Ο Μηδενισμός, δε φέρει καμία ιερότητα στον πυρήνα του. Αντίθετα, αρνείται να συνεργαστεί, πόσο μάλλον να εκθειάσει, με τις μάζες, αρνείται τη μαζικότητα και την κοινωνία. Ο Μηδενισμός στρέφεται θεωρητικά και πρακτικά, ενσαρκώνοντας την Άρνηση στην πιο όμορφη και καθαρή της μορφή, ενάντια στα ιδανικά και τα ιερά του νετσαγιεφισμού, την Ηθική και το Λαό. Δηλώνει σε όλους τους τόνους πως κινητροδοτείται από την απόλαυση και τη χαρά της Καταστροφής και δε μετατρέπει ποτέ το πρόσωπο σε καλόγερο της επανάστασης, αλλά αντίθετα, ο ίδιος ο μηδενιστής είναι κατ’ επιλογή «αντάρτης της απόλαυσης», όπως πολύ εύστοχα σημειώνουν οι σύντροφοι της ΣΠΦ.

Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη, τόσο για να απομακρυνθούν οι όποιες παρεξηγήσεις, όσο και για να εντοπιστούν τα αίτια της ιδεολογικοποίησης της Άρνησης.

Η δόμηση αντι-αξιών και η ανάπτυξη νέας Ηθικής

Ανεξάρτητα από την προέλευση της ιδεολογικοποίησης της μηδενιστικής σκέψης, είναι σαφές πως δεν αναφερόμαστε πλέον σε ουσιαστικό μηδενισμό, αλλά σε έναν κατ’ επίφαση τέτοιο, ο οποίος χρησιμοποιείται είτε από το άτομο (με το διαχωρισμό μεταξύ ατόμου και προσώπου που έχει γίνει σε προηγούμενα κείμενα να διατηρείται ως έννοια), είτε από την ίδια την κοινωνία ως ανάχωμα, διαφυλάσσοντας ιερά. Εάν η Άρνηση δεν είναι ισοπεδωτική και ολοκληρωτική ή εάν το άτομο προσκολληθεί σε αντι-αξίες και δομήσει μέσα του μια νέα Ηθική, ψευδομηδενιστική, με βάση τα ιερά αυτά, τότε οδηγούμαστε σε μία από τις πολλές αλλαγές «στο θρόνο» χωρίς κατάργηση της «μοναρχίας».

Έτσι, το άτομο, ενώ αρνείται την αστική ή εργατική Ηθική, αδύναμο να σκεφτεί, να δράσει και εν γένει να ζήσει χωρίς Ηθική, προσκολλάται στην ίδια την Άρνηση και ψάχνει αγωνιωδώς αντι-αξίες που στο φαντασιακό του πηγάζουν από αυτή, ώστε να γατζώσει την ύπαρξή του πάνω τους.

Παράδειγμα στα παραπάνω αποτελεί η αναρχική μηδενιστική εξέγερση. Εάν η εξέγερση καταστεί αυτοσκοπός ή ιερό, τότε μετατρέπεται σε αυτό που ο Μαξ Στίρνερ ονομάζει «έμμονη ιδέα», το άτομο ζει για την εξέγερση και όχι για τον εαυτό του, η ίδια η εξέγερση από μέσο για αναζήτηση στιγμών αυτοπραγμάτωσης, αυτοκυριότητας και Χάους, μετατρέπεται σε τελικό σκοπό, γεγονός που απονεκρώνει το νόημά της και τελικά οδηγεί σε αλλοτρίωση και «ψυχαναγκασμό».

Το ίδιο θεωρώ πως συμβαίνει με την Αναρχία, όπως γίνεται αντιληπτή από την πλειοψηφία των κοινωνικών αναρχικών. Η μετατροπή, δηλαδή, του μέσου σε σκοπό, στραγγαλίζει την ίδια την Αναρχία. Από αυτή την αφετηρία ξεπηδά ο σηψαιμικός και βαθιά ιδεολογικοποιημένος Αναρχισμός.

Απονέκρωση από την Πράξη

Εμείς είμαστε αναρχικοί της πράξης. Οι ιδέες και οι θεωρίες που δεν τολμούν να γίνουν πράξεις, παραμένουν δειλές φλυαρίες και τρέφονται με δικαιολογίες και αναστολές απραξίας. Εμείς δε διωκόμαστε απλά για κάποιες όμορφες αναρχικές ιδέες που αποτυπώσαμε σε κάποιο κομμάτι χαρτί, αλλά για την ΕΠΙΛΟΓΗ μας οι ιδέες μας να μιλήσουν και μέσα απ’ τη φλόγα που ανάβει το φιτίλι, απ’ το στουπί που αγκαλιάζει τη μολότοφ, απ’ την κάννη ενός όπλου που είναι ακόμα ζεστή…

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς

Η απομόνωση της σκέψης από την πράξη, η μη μετουσίωση της πέννας σε μαχαίρι απονεκρώνει επίσης το Μηδενισμό. Η σκέψη, παρότι πολύτιμο και πανίσχυρο εργαλείο λυσσασμένης επίθεσης στο Κράτος και την Κοινωνία, όταν δεν τροφοδοτεί την έμπρακτη αναρχική μηδενιστική δράση, φτάνει μόνο ως τα μισά του δρόμου.

Θα πρέπει, ωστόσο, να ποινικοποιηθεί η αδυναμία επίθεσης με όρους αντισυμβατικού πολέμου στα σύμβολα του υπάρχοντος. Φυσικά και όχι. Κάθε μηδενιστής θέτει μόνος του το όριο της δράσης του, δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να στραφεί στο ένοπλο. Αυτό που είναι, όμως, επιζήμιο για τον ίδιο το Μηδενισμό, την ίδια την Άρνηση και την επίθεση εν γένει, είναι το καλούπωμα της αδυναμίας σε ιδεολογικά πλαίσια.

Μια τέτοια προσπάθεια να εμφανιστεί ο Μηδενισμός ως μια μόνον φιλοσοφική τάση, αποκομμένη από την έμπρακτη δράση, τον περιορίζει και τον εξισώνει με τις συζητήσεις του καφέ στα μικροαστικά σαλονάκια. Ο Μηδενισμός είναι ό,τι ο μηδενιστής θέλει να είναι, είναι το μέσο το καθενός προκειμένου να απαλλαγεί από τις αλυσίδες της κοινωνίας και της ηθικής, δεν είναι ούτε αποκλειστικά θεωρητικό ζήτημα, ούτε και αποκομμένος από κάθε σκέψη.

Το τσάκισμα, λοιπόν, της ιδεολογικοποίησης του Μηδενισμού διέρχεται από το πεδίο του ίδιου του Μηδενισμού. Μόνο μέσω της άρρηκτης σύνδεσης θεωρίας και πράξης (στο βαθμό που μπορεί ο καθένας να την υποστηρίξει), μπορεί να νοείται Μηδενισμός, μόνο έτσι κατορθώνει η Λύσσα και το Μίσος προς το Κράτος και την Κοινωνία να μετουσιωθεί σε ουσιαστική απειλή.
Το σημείο αυτό προσφέρεται για μια ουσιαστική παρατήρηση. Η προσκόλληση στην ανάγκη για δράση, όσο απαραίτητη και αν εμφανίζεται η τελευταία, δεν μπορεί παρά να μεταβάλλεται σε φετιχισμό και να καταλήγει πολλές φορές σε θλιβερά αποτελέσματα, όπως η a priori αποδοχή και υποστήριξη του όποιου ενόπλου (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ΕΛΑΣ), αλλά και η ταύτιση της μηδενιστικής βίας με οποιαδήποτε μορφή βίας ενάντια στο κράτος. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως οποιοσδήποτε εξεγείρεται εναντίον της κρατικής μηχανής δεν είναι αυτόματα σύντροφος, ούτε φυσικά θα πρέπει να θεωρείται τμήμα της αντικρατικής τάσης ή ακόμα και της μαύρης Αναρχίας.

Εάν, λοιπόν, τίθενται συγκεκριμένες προϋποθέσεις και χαρακτηριστικά που αποδελτιώνουν τη μηδενιστική βία, μπορούμε να θεωρήσουμε πως συμβαίνει κάποιου είδους φιλτράρισμα όσον αφορά τα ίδια τα υποκείμενα ; Και αν, ναι, αποτελεί η θέση αυτή ολίσθηση προς τον ελιτισμό ; Για να έρθω στα λόγια των «συντρόφων» της Συσπείρωσης, οι οποίοι τόσο αβίαστα συνέρραψαν πρόσωπα και γεγονότα, αγιάζει ο σκοπός τα μέσα ή όχι ;

Για το ζήτημα της εργαλειακής χρησιμοποίησης

Κατ’ αρχάς, θεωρώ χρήσιμη την αποδόμηση της ίδιας της φράσης. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», λοιπόν. Έχει διατυπωθεί ήδη με κάθε τρόπο η θέση πως ο Μηδενισμός είναι ένα εργαλείο ερμηνείας και επίθεσης, την ίδια ώρα που η Αναρχία αποτελεί όχι ένα τελικό στάδιο ή μια κοινωνική πανούκλα, αλλά το μέσο για την πλήρη απαλλαγή από τις αλυσίδες που φορτώνει η κοινωνία και η εξουσία στη συνείδηση. Επομένως, η Αναρχία δεν είναι ο «σκοπός».

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως με βάση την παραπάνω παραδοχή, η Αναρχία όντως δεν είναι ο τελικός σκοπός, θέτοντας όμως στη θέση της την ίδια την αυτοκυριότητα. Θα ούρλιαζε τότε στ’ αυτιά μας, «η Αυτοκυριότητα είναι ο σκοπός σας!». Τι είναι όμως η αυτοκυριότητα ;

To θεϊκό είναι υπόθεση του Θεού το ανθρώπινο, «του ανθρώπου». Η δική μου υπόθεση δεν είναι το θεϊκό ούτε το ανθρώπινο, δεν είναι το αληθινό, το καλό, το δίκαιο, το ελεύθερο κ.ο.κ.• είναι μόνο το δικό μου, και δεν είναι γενική, αλλά -μοναδική, όπως είμαι κι εγώ μοναδικός. Για μένα, τίποτε δεν βρίσκεται πάνω από μένα!

Μαξ Στίρνερ, Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του

Μια τοποθέτηση επάνω στην αυτοκυριότητα, θα πρέπει να ξεκινήσει από μια συγκεκριμένη για μένα παραδοχή. Η ουσία που εκφράζει ο όρος δεν πραγματώνεται στο απόλυτό του. Με άλλα λόγια, όπως συμβαίνει και με την ελευθερία, δεν υπάρχει απόλυτη αυτοκυριότητα, αλλά καταρχήν η έννοια αφορά τη συνείδηση και την απαλλαγή της από κάθε εσωτερικευμένη αξία, κάθε απότοκο της κοινωνίας που παρασιτεί σε βάρος του ενστίκτου του προσώπου.

Και στη βάση αυτή, καθίσταται ανούσια η εργαλειακή χρησιμοποίηση των υποκειμένων ώστε να εξυπηρετηθεί ο «σκοπός», επειδή πολύ απλά ο «σκοπός» δεν είναι ποτέ δυνατόν να πραγματωθεί στην ολότητά του. Δεν ορίζεται σκοπός. Χωρίς σκοπό όμως, δεν έχει νόημα η καθαγίαση του μέσου.

Τι σημαίνει όμως αυτό πρακτικά, πέρα από αοριστολογίες και θεωρητικές συζητήσεις ; Σε πρώτη φάση ποιος μπορεί να ονομάζεται σύντροφος ; Για μένα το ζήτημα είναι απλούστατο, σύντροφός μου είναι ο αντικοινωνικός, ο μηδενιστής αναρχικός της πράξης, ο χαοτικός και ο εγωιστής. Όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι σύντροφοί μου, το εάν συμπράττω ή όχι μαζί τους, καθορίζεται από άλλους παράγοντες.

Οι παράγοντες αυτοί αφορούν τη στόχευση του μηδενιστή και είναι χρονικά προσδιορισμένοι. Η σύμπραξη με τον καθένα, εάν εξυπηρετεί κάποια βραχυπρόθεσμη επιδίωξη και φυσικά δε δρα επιβαρυντικά για το πρόσωπο σε συνειδησιακό και πρακτικό επίπεδο, δε θα πρέπει να δαιμονοποιείται. Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση «επαφή» του Μηδενισμού με το Ρώσικο Νιχιλισμό, καθώς ο δεύτερος δρα στο όνομα της μάζας, ποδοπατά το προσωπικό συμφέρον και την παρόρμηση, θέτει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, ενώ ο Μηδενισμός, όντας εχθρικός προς τη θεωρητικοποίηση και τον προγραμματισμό όπως αυτός παρουσιάζεται από τους νιχιλιστές, πυροδοτεί ένα πρωτόγνωρο χαοτικό χορό., χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς δεσμεύσεις και ιερατεία, χωρίς επαναστατικά υποκείμενα και προφητείες που πρέπει να εκπληρωθούν.

Εν ολίγοις, ο Μηδενισμός απορρίπτει και φτύνει στο πρόσωπο κάθε ντετερμινισμό, ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό ή οικονομικό και παραδίδει το μηδενιστή στην τρελή πορεία προς το Τίποτα. Σε μια τέτοια πορεία, δεν υπάρχει σκοπός, δεν υπάρχει «πρέπει», αλλά ορμέμφυτο και «θέλω». Και σε αυτό το διεστραμμένο χαοτικό χορό, ο νιχιλισμός και η λατρεία του για την τελική στόχευση ασφυκτιά.

Γράφει ο Φ. Νίτσε στο «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα»:

«Δε λέτε, ότι ο καλός σκοπός αγιάζει κάθε πόλεμο ; Κι εγώ σας λέω, ο καλός πόλεμος αγιάζει κάθε σκοπό.»

Ακόμα, όμως, και η αυτοκυριότητα δεν είναι παρά ένα τμήμα του διαρκούς πολέμου κατά του υπάρχοντος. Ας γίνει ξεκάθαρο. Δεν υπάρχει κάποιο σημείο παύσης του Πολέμου, ο πόλεμος είναι διαρκής και δεν αφορά μόνο την παρούσα κοινωνία, αλλά επεκτείνεται σε κάθε μελλοντική. Από τη στιγμή που το φάντασμα δεν καρατομείται, αλλά απλώς αντικαθίσταται από ένα άλλο, η επίθεση συνεχίζεται. Έτσι είναι και έτσι θα είναι για όσο υπάρχουν Κοινωνίες και Κράτη. Είναι όμως αυτοσκοπός ο Πόλεμος και κατ’ επέκταση, είναι οι μηδενιστές καλόγεροι του πολέμου ; Αυτό είναι ένα ερώτημα που έχει απαντηθεί πολλές φορές, ωστόσο εάν χρειαζόταν να επανέλθω συνοπτικά, θα έλεγα πως ο μηδενιστής δεν αντιλαμβάνεται τον πόλεμο ενάντια στο υπάρχον ως αυτοσκοπό, αλλά ως ένα τμήμα της δραστηριότητάς του. Ο πόλεμος, δηλαδή, ως ιδέα και πρακτική δεν αυτονομείται στη συνείδηση του δρώντος και δε μετατρέπεται σε «έμμονη ιδέα», αλλά διεξάγεται όσο το πρόσωπο έχει συμφέρον και επιθυμεί να δράσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο,τιδήποτε άλλο είναι τυφλή πίστη.

Το ιδανικό του ήρωα

Η ζωή μου είναι δική μου και μόνο και δε θυσιάζεται σε κανένα βωμό καμιάς αξίας. Ας γίνει κατανοητό πως ο μηδενιστής είναι πρωτίστως βαθιά Εγωιστής (για μένα τουλάχιστον). Ως εκ τούτου, ο θάνατος είναι ήττα, το ζήτημα είναι να ζήσεις για να πολεμήσεις. Γιατί, λοιπόν, να θυσιάσω τη Ζωή για την αφύπνιση της κοινωνίας ; Γι’ αυτό για μένα μπροστά στο θάνατο ο μηδενιστής επιλέγει τη Ζωή του, την επιβίωσή του, όχι τον ηρωικό θάνατο. Το ιδανικό του μάρτυρα είναι κοινωνικό ιδανικό και ο μηδενιστής, ως βαθιά αντικοινωνικός δε θα μπορούσε να το ενσαρκώσει. Είναι λάθος της εξουσίας που μου δίνει τη δυνατότητα να ζήσω, συμβιβάζομαι πρόθυμα, υπογράφω όσες μετάνοιες χρειαστούν και μετά επιτίθεμαι ξανά εναντίον της. Μπορείς να πεις το ίδιο ; Μπορείς να πεις ότι προτιμάς τη Ζωή από την κοινωνική εξύψωση ;

Το ιδανικό του ηρωικού θανάτου, το κυνήγι της υστεροφημίας, παρότι μπορεί να φαντάζει επιθυμητό και παρότι υιοθετείται συχνά ακόμα και από μηδενιστές συντρόφους, είναι πέρα για πέρα κοινωνική κατασκευή. Ο Θάνατος, είτε σε βρει μισοσαπισμένο σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, είτε με μια σφαίρα μπάτσου στον κρόταφο είναι Ήττα. Ο Θάνατος είναι πάντα Ήττα.
Το ιδανικό του Ήρωα, η ανάγκη για προσφορά στο κοινωνικό σύνολο, μια προσφορά που συχνά μετουσιώνεται σε αυτόβουλη ανθρωποθυσία, είναι κατασκεύασμα του κοινωνικού βάλτου, της ίδιας της αγέλης των αδύναμων γλειφτών, των περιφρονητών της Επίθεσης και των δηλητηριοποτών. Μια παγίδα είναι λοιπόν ο ηρωικός θάνατος, ένα βολικό ξεπάστρεμα συντρόφων προς όφελος του Κράτους και του κοινωνικού Κτήνους. Η μάζα είναι ανίκανη να πολεμήσει, ανίκανη να σταθεί εμπρός στους πολεμιστές και να τους κοιτάξει στα μάτια. Και αυτή η αναβλύζουσα δυσωδία αγέλη, κατεχόμενη από αυτήν της την κατωτερότητα επιδιώκει να εξαλείψει τους πολεμιστές. Και το καταφέρνει με τον «Ηρωικό Θάνατο».

Είναι πράγματι πολύ εύκολο να αποθεώσει η πλέμπα το νεκρό, να κλάψει μέρες και νύχτες για το χαμό του, να πέσει σε βαθιά περισυλλογή και κατάθλιψη. Μα πόσο βαθιά ανακούφιση και εμετικό γέλιο κρύβει αυτός ο θρήνος ; Πόσοι και πόσοι σύντροφοι, πόσοι και πόσοι πολεμιστές και εικονοκλάστες χάθηκαν ανούσια και ηλίθια, υπηρετώντας αυτό το φάντασμα ; Πόσοι δεν επέλεξαν άραγε τον ηρωικό θάνατο από την «ατίμωση» ;

Ε λοιπόν, αρνούμαι να παραδοθώ στους κήρυκες του Θανάτου, αρνούμαι να θυσιαστώ για Ιδανικά και Κοινωνίες, αρνούμαι να πεθάνω για να καταλάβω μια θέση στο «πάνθεον» των κοινωνικών φιόγκων – ηρώων. Ας είμαι Εγώ και κάθε σύντροφος δέκτης της κοινωνικής απαξίωσης, ας είμαστε εμείς οι «δηλωσίες» του σύγχρονου υπάρχοντος, το ζήτημα είναι να ζήσεις αυτό που είσαι και όχι να πεθάνεις γι’ αυτό που είσαι.

Σηκώνουμε τα όπλα ενάντια στο Κράτος και την Κοινωνία ως αντάρτες της απόλαυσης και κινητροδοτούμαστε από τη δική μας λύσσα για καταστροφή αυτού του κόσμου. Εάν ο Θάνατος είναι βέβαιος, θα χαμογελάσουμε για μια τελευταία φορά και θα δοθούμε με όση δύναμη μας έχει απομείνει στο Χαοτικό χορό, αγκαλιάζοντας το μαύρο άγγελο. Όμως, εάν συμβεί και πέσουμε στα χέρια του εχθρού, γονατισμένοι μπροστά στους διώκτες μας θα υπογράψουμε κάθε χαρτί, θα μετανιώσουμε χίλιες κι ακόμα μία φορές εάν μας δοθεί η ευκαιρία, θα ποδοπατήσουμε κάθε σύμβολο και θα κάψουμε μπροστά τους κάθε κείμενό μας. Όταν η παγωμένη κάννη τους βρεθεί στον κρόταφό μας θα δηλώσουμε, αν είναι τόσο ηλίθιοι και δε μας εκτελέσουν αμέσως, αν είναι τόσο ηλίθιοι και μας δώσουν την ευκαιρία να ξεφύγουμε, πιστοί στην κοινωνία και θα αποκηρύξουμε κάθε σύντροφο και οργάνωση.

Έχοντας, λοιπόν, υπογράψει τη «δήλωση μετανοίας» μας, θα αφεθούμε ελεύθεροι, βαθιά περιφρονημένοι από τον κοινωνικό πολτό, μισημένοι από τους ηλίθιους «συντρόφους» μας που θα προτιμούσαν να μας νεκροφιλήσουν από το να περπατάμε δίπλα τους δηλωμένοι νομιμόφρονες. Αλλά πόσο γελοία μας φαίνονται όλα αυτά ! Πόσο δυνατά γελάμε, ω αγαπημένοι μου σύντροφοι με τις αντιδράσεις του.

Ελευθερωμένοι, λοιπόν, θα βαδίσουμε ξανά στα ίδια μονοπάτια της Άρνησης, θα σηκώσουμε και πάλι τα όπλα ενάντια στο υπάρχον και θα ριχτούμε με το ίδιο καταστρεπτικό πάθος στον Πόλεμο εναντίον Όλων. Γιατί δεν είμαστε εμείς και δε θα γίνουμε, σύντροφοι, οι οσιομάρτυρες του Λαού και της Μάζας, γιατί δε θα γίνουμε επαναστατικό εικόνισμα, αλλά θα συνεχίσουμε τον πόλεμο. Γιατί ο Θάνατος είναι ήττα, το ζήτημα είναι να ζήσεις. Και όσες φορές πάλι μας φέρουν εμπρός στην κάννη του όπλου και αν είναι ακόμη το ίδιο ηλίθιοι να μας δώσουν την επιλογή, το ίδιο θα πράξουμε.

Γιατί τι άλλο παρά εξόφθαλμος χριστιανισμός είναι η θυσία για κάτι που δε θα γνωρίσει το Εγώ ; Ας γίνει ξεκάθαρο. Ο Μηδενισμός είναι τόσο επικίνδυνος επειδή δεν υπακούει σε θεωρητικές αρχές, δε διέπεται από Ιερότητες, δεν έχει στεγανά. Η υποταγή στη βούληση και τις αξίες της μάζας είναι Ήττα, είναι ακρωτηριασμός του Μηδενισμού, είναι δεύτερος Θάνατος.

Το τι είσαι ή τι δεν είσαι είναι και μένει πάντα ολότελα άσχετο με το τι θα υποχρεωθείς να πεις ή να πράξεις. Με καμιάς λογής υποχώρηση στη βία δεν αλλάζει ποτέ αυτό που ‘σαι αν εσύ έχεις την επίγνωση και ξέρεις πόσο αδύναμο είναι το πρόσωπο κατέναντι των όπλων. Εκτός αν μέσα σου έχει οργανωθεί το σύμπλεγμα εκείνο της συνέπειας. Και σ’ αυτό βασίζονται οι άλλοι, στο να ‘χει μέσα σου οργανωθεί το καθαρά ψυχωτικό αυτό σύμπλεγμα οπότε με την ελάχιστη υποχώρησή σου στο βάσανο ή στη βία ή στην απειλή του θανάτου όλο το πυρινωμένο πάνω στη συνέπεια Εγώ σου συντρίβεται, καταλύεται, καταργείται. Ε λοιπόν, όχι. Το σκευώρημα, κύριοι, είναι πολύ φτηνό, πολύ άτεχνο. Θρυμματίζεται ,να. Στηρίξετέ μου όσες κάννες θέλετε στους κροτάφους, αφού το πρόβλημα το καταντήσατε εκεί. Εγώ τη χάρη δε θα σας την κάνω να πεθάνω σαν ήρωας, πολύ φτηνά απαλλάσσοντάς σας έτσι από την παρουσία μου.

Η απολογία ενός κυνικού, «Πυραμίδα 67», Ρένος Αποστολίδης

Οπαδοί κανενός

Θεωρώ χρήσιμο να ξεκινήσω την τοποθέτησή μου αυτή με την παράθεση ενός αποσπάσματος στα πλαίσια της κοινωνιστικής πολεμικής:

Αφού έχουμε να κάνουμε με τη λατρεία ενός συγκεκριμένου προσώπου, του Νίτσε, μπορούμε να μιλήσουμε καθαρά για νιτσεϊσμό και όχι για μηδενισμό ή αναρχομηδενισμό ή τι άλλο έχουν κατασκευάσει ορισμένοι στο μυαλό τους.

Ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει αλλά τουλάχιστον μη μπερδεύουμε άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Θέλουν κάποιοι να έχουν για ίνδαλμα τον Νίτσε, ας τον έχουν, στο βαθμό που εμάς δε μας ενοχλεί σε κάτι, ας κάνουν το κομμάτι τους.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια προσπάθεια να φορτωθεί επάνω μας ο ετεροκαθορισμός της οπαδικής λατρείας. Ας είμαστε όλοι ειλικρινείς. Τέτοιου τύπου πολεμική είναι γελοία και παντελώς αθεμελίωτη. Θα έπρεπε, όμως, να μας ανησυχεί ένα ενδεχόμενο μετατροπής της καθαρά προσωπικής σκέψης και κατ’ επέκταση συνείδησης σε όργανο αναπαραγωγής λόγων τρίτων ; Η απάντηση είναι προφανής.

Είναι θεωρώ απόλυτα σαφές πως ούτε νιτσεϊκοί, ούτε στιρνερικοί είμαστε, είμαστε αναρχικοί μηδενιστές, όχι ακολουθούντες κάποια αρχή ή δόγμα, αλλά ελεύθερα διαμορφώνοντες τη σκέψη και τη δράση μας. Ο χαρακτηρισμός της σκέψης, παρότι μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να φαντάζει ασήμαντος ή και δικαιολογημένος, είναι και αυτός ετεροκαθορισμός, είναι και αυτός αλυσίδα την οποία πρέπει, αν θέλουμε να μην κοροϊδευόμαστε, να αποτινάξουμε.

Σαφώς επηρεάζομαι από τη σκέψη των μεγάλων Γερμανών εξεγερμένων, του Φ. Νίτσε και του Μ. Στίρνερ και από την ποίηση και τη δράση των μηδενιστών των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, αλλά είναι αυτό το ίδιο με το να τοποθετήσω πάνω από μένα έναν τέτοιο χαρακτηρισμό (ο οποίος μάλιστα προέρχεται από το ίδιο το όνομα του Στίρνερ, έχει και αυτό τη σημασία του) ; Όχι.

Θα ειπωθεί μία φορά και ας γίνει κατανοητό. Το ζήτημα είναι να κάψεις τη λατρεία των προσώπων, να κάψεις μέσα σου τα ίδια τα πρόσωπα. Δεν υπάρχουν άλλοι, είμαι Εγώ και Εγώ δρω και γράφω, απόλυτα συνειδητοποιημένος για τη Μοναδικότητα και την Ύπαρξή μου. Οι άλλοι, οι μάζες και οι λαοί, ας έχουν αλλότριους φάρους και πυξίδες. Εγώ έχω εμένα και εμένα μόνο. Κάψτε, λοιπόν, τα πορτραίτα των μεγάλων ψυχών εντός σας, είστε η μόνη ουσία που γνωρίζετε και θα γνωρίσετε ποτέ, εάν και εφόσον υπάρχει τέτοια.
Οπαδοί κανενός, λοιπόν, ούτε ακόλουθοι, ούτε διαφωτιστές. Ας πάνε στο διάολο όλα και ας αφεθεί ο καθένας στην παρανοϊκή τρέλα του. Βεβηλώστε τα ιερά και τα όσια, μόνο έτσι θα πιείτε από τις αρχαίες πηγές. Σκοτώστε τα σύμβολα, και ας είμαστε εμείς και Εγώ ανακόλουθοι, διακόψτε κάθε επαφή με το μαζισμό του κοινωνικού πτώματος αν δε θέλετε να σας δηλητηριάσουν οι τοξίνες του.

Ενεργητικός και Παθητικός Μηδενισμός

Ο Μηδενισμός των Μοναδικών διακρίνεται από τον παθητικό μηδενισμό της μάζας, ο οποίος είναι προϊόν ενός κοινωνικοπολιτικού συμπλέγματος, ενός συμπλέγματος που σχετίζεται με το Κράτος, με φορείς εκπαίδευσης υπηκόων όπως το σχολείο και η εκκλησία, αλλά και με την ίδια την Κοινωνία. Όταν μιλάμε για παθητικό μηδενισμό, δεν μπορούμε φυσικά να μιλήσουμε για πρόσωπα, αλλά μόνο για άτομα, για κοινωνικούς πυρήνες.

Ο παθητικός μηδενισμός είναι αποτέλεσμα είτε μαζισμού, είτε απογοήτευσης, μιας απογοήτευσης που μπορεί να συνδέεται με την αντίληψη της αποτυχίας των μαζικών κινημάτων ή ακόμα και με τη συνειδητή παραδοχή της προσωπικής αδυναμίας για σκέψη και δράση. Αυτού του είδους ο μηδενισμός προέρχεται από κυκλικές διαδικασίες (όπως η συμμετοχή στο μαζικό και η μετέπειτα απογοήτευση, από την άποψη ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται ένας κύκλος μαζισμού που ξεκινά από τη συλλογική πίστη σε ένα φάντασμα, ας πούμε τον εργατισμό, και ολοκληρώνεται με το μαζισμό του παθητικού μηδενισμού) και είναι σώμα απ’ το σώμα της κοινωνίας.

Από τη στιγμή που το άτομο αισθάνεται μέρος ενός τέτοιου συνόλου – φαντάσματος όπως είναι η κοινωνία, είναι σχεδόν επόμενο πως η απογοήτευση από κάποια κοινωνική διεργασία θα έχει ως αποτέλεσμα μια συλλογική «έμμονη ιδέα» που ενσαρκώνεται με τη μορφή του παθητικού μηδενισμού. Για όσους έχουμε πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι από το Κράτος και την Κοινωνία ο Μηδενισμός είναι ξέρασμα της συνείδησης, είναι ένα εργαλείο στο οποίο φτάσαμε μετά από επίμονη αναζήτηση και εκφράζει πρώτα και κύρια την εσωτερική Εξέγερση. Ο μηδενισμός μας δεν είναι προϊόν απογοήτευσης, είναι ειλικρινής και μαχητικός.

Κλείνοντας

Το παρόν κείμενο δεν επιδιώκει να φωτίσει κάθε πτυχή της μηδενιστικής κριτικής στην ιδεολογικοποίηση του Μηδενισμού, ούτε φυσικά θα πρέπει να λαμβάνεται ως ευαγγέλιο σχετικά με τα ζητήματα που τέθηκαν. Εκφράζω εμένα και μόνον εμένα και απαιτώ οποιαδήποτε κριτική να αφορά το πρόσωπό μου και μόνο αυτό.

Niger Lupus Negationis

Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο 2ο τεύχος του εντύπου “Μηδενιστική Πορεία για τη διάχυση της Φωτιάς και του Χάους”

Γαλλία, Τουλούζη: Εμπρησμός 11 υπηρεσιακών οχημάτων της Toulouse Métropole Habitat

Όχι, δε χτυπήσαμε λάθος στόχο – Θάνατος στο Κράτος, κοινωνικό και μη!

Κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταξύ 24 και 25 Απρίλη του 2020, πυρπολήθηκαν 11 υπηρεσιακά οχήματα της Toulouse Métropole Habitat (εταιρεία κοινωνικής στέγασης στη μητρόπολη της Τουλούζης).

Σήμερα, όπως και χθες, πάντα ποθούμε να επιτεθούμε σε κάθε προσβάσιμο δομικό στοιχείο τούτου του πολιτισμού, απ’ το πιο στρατιωτικοποιημένο ως το πιο “κοινωνικό”, και τα περιοριστικά μέτρα δε θα μας αποτρέψουν απ’ το να συνεχίσουμε τις εξωτερικές μας δραστηριότητες, είτε πρόκειται για έναν πρωινό περίπατο ώστε να εντοπίσουμε έναν στόχο, είτε για ένα νυχτερινό σουλάτσο ώστε να τον πυρπολήσουμε.

Η Toulouse Métropole Habitat, όπως όλα τα υπόλοιπα “κοινωνικά” παραρτήματα της κυβέρνησης, αποτελεί ένα μέσο κοινωνικής ειρήνευσης.

Δε γουστάρουμε το άθλιο “κοινωνικό κράτος” σας, δε θέλουμε να μεταρρυθμίσουμε μια φυλακή, μα να την κάψουμε συθέμελα!

Μην ανησυχείτε, όταν βγήκαμε έξω είχαμε και βεβαίωση-λόγο για τη μετακίνησή μας: να πυρπολήσουμε τον σκατένιο τούτο κόσμο.

Ανεύθυνες/οι

ΥΓ: Η δράση αυτή δεν είναι δα και τίποτε το συνταρακτικό: δίχως να θέλουμε να μπούμε σε λεπτομέρειες, αποφεύγοντας τη διευκόλυνση της προανάκρισης των γαμωερευνητών, άπαντα όσα χρησιμοποιήθηκαν στη σύντομη αυτή τσάρκα μπορούν να βρεθούν σε όλα τα μεγάλα σούπερ μάρκετ. Δε χρειάζονται και πολλά: λίγη οργή, λίγη κατόπτευση, ένα πακετάκι προσανάμματα κι ένα μπουκαλάκι βενζίνα.

Σ’ εκείνες κι εκείνους που διώχνονται απ’ τα σπίτια ή τις χώρες όπου διέμεναν, σ’ εκείνες κι εκείνους που βρίσκονται κλειδαμπαρωμένοι στις φυλακές -είτε πρόκειται για κλουβιά είτε για δουλειές-, σ’ εκείνες κι εκείνους που δεν επιτρέπουν στους εαυτούς τους να δεθούν, σ’ εκείνες κι εκείνους που δολοφονούνται επειδή δεν είχαν συμπληρώσει ένα κωλόχαρτο… ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ & ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ’ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ!

ΥΓ2: Κατά τύχη συμπέσαμε με την επέτειο μιας άλλης δράσης *

Πηγή: anarchistsworldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

____________________________________

* Γαλλία: Επίθεση με μολότοφ σε αστυνομικό τμήμα της Τουλούζης

Τη νύχτα της Τρίτης 26 Απρίλη επιτεθήκαμε με βόμβες μολότοφ σε αστυνομικό τμήμα [στην περιοχή Ζολιμόν της Τουλούζης].

Δε θα σας αραδιάσουμε ψέματα.
Έχουμε μπουχτίσει.
Μπουχτίσαμε να μας πλασάρουνε πως «αύριο θα ’ναι καλύτερα τα πράγματα».
Μπουχτίσαμε να περιμένουμε το κοινωνικό το κίνημα.
Μπουχτίσαμε απ’ τα μονότονα και θλιβερά «πάει για την επόμενη βδομάδα».
Μπουχτίσαμε με το θέαμα της αμφισβήτησης όπου ο φόβος κολλάει στο στομάχι και η παραίτηση μες στο κεφάλι.
Μπουχτίσαμε να τσεκάρουμε στο ίντερνετ «πού παίζει και γαμώ τις φάσεις» ή ν’ αυνανιζόμαστε με συγκρούσεις βιντεοσκοπημένες κι ανεβασμένες στο youtube.
Μπουχτίσαμε να διανύουμε 600 χιλιόμετρα για ένα μπάχαλο.
Μάλλον πρόκειται για νέο άθλημα. Ή ακόμη χειρότερα. Για νέα επιδεξιότητα.
Επαγγελματίες μπάχαλοι κοινωνικών κινημάτων.
Κωλολέει για το αγωνιστικό βιογραφικό.
Μπουχτίσαμε να περνιέται για νίκη το να ρίχνουμε δυο τενεκεδάκια ή να μπλοκάρουμε τον δρόμο μ’ έναν κάδο και να μας την πέφτουνε με δακρυγόνα.
Μπουχτίσαμε να προσποιούμαστε ότι γουστάρουμε ενώ δεν κουνιέται φύλλο.
Μπουχτίσαμε να προσποιούμαστε ότι συμφωνούμε.
Μπουχτίσαμε να παριστάνουμε ότι μας καίγεται καρφί για τον [εργασιακό] νόμο Ελ-Κομρί.
Δεν περιμέναμε τη νέα έκδοση αγανακτισμένων 2.0 [με τις «Ολονυχτίες» τους] για να ’μαστε στο πόδι τις νύχτες.
Να το πούμε το πράμα όπως είναι.
Είμαστε ανυπόμονοι.
Δεν καταλαβαίνουμε για ποιο λόγο θα πρέπει να δώσουμε ραντεβού με την εξουσία για να την αμφισβητήσουμε περικυκλωμένοι απ’ όλο και περισσότερους ένστολους και μπατσοπασιφιστές.

Το κάναμε για να το φχαριστηθούμε.
Το κάναμε για να σηματοδοτήσουμε μια ρήξη.
Επειδή νιώθουμε χαρά, αλλά είμαστε και τίγκα στην οργή.
Όπου κι αν μας περιμένετε, δε γουστάρουμε να σκάσουμε εκεί.

Θα θέλαμε να στείλουμε μια διπλή μαχητική αγκαλιά.
Πρώτα, στη Μόνικα και στον Φρανσίσκο στην Ισπανία.
Μετά, στους συντρόφους και στις συντρόφισσες απ’ τις Βρυξέλλες που επίσης υφίστανται καταστολή, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για τρομοκρατία.

Η αλληλεγγύη μας είναι η επίθεση, το έγκλημά μας η λευτεριά.

Τα ματαλέμε.

Νιχιλιστές ενάντια στην κοινωνική συνοχή. Μια οφειλόμενη τοποθέτηση.

Λάβαμε 5/4/2020

Μια οφειλόμενη τοποθέτηση

”Έχω λίγο πυρετό εδώ και κάποιες μέρες· υποφέρω ή καλύτερα αισθάνομαι λυπημένος. Από που έρχονται αυτές οι μυστήριες επιδράσεις που αλλάζουν αποθαρρύνοντας την ευτυχία και την αυτοπεποίθηση μας σε θλίψη; Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ο αέρας, ο αόρατος αέρας είναι γεμάτος από άγνωστες Δυνάμεις, στων οποίων την μυστήρια παρουσία υποτασσόμαστε. Ξυπνάω γεμάτος ευθυμία, με διάθεση μέσα απ’ την καρδιά μου να τραγουδήσω. -Γιατί;- Κατεβαίνω προς την όχθη του ποταμού· και ξαφνικά, μετά από μια μικρή βόλτα, επιστρέφω λυπημένος, σαν κάποια συμφορά να με περίμενε στο σπίτι. -Γιατί;- Είναι ένα κρύο αεράκι που, αγγίζοντας το δέρμα μου, έχει κλονίσει τα νεύρα μου και συσκοτίσει την ψυχή μου; Είναι το σχήμα των συννεφών, ή το χρώμα του ουρανού, το χρώμα των γύρω πραγμάτων, τόσο ευμετάβλητο, που, περνώντας μπρος από τα μάτια μου, προβληματίζει την σκέψη μου; Ποιος ξέρει; Όλα αυτά που μας περιτριγυρίζουν, όλα αυτά που βλέπουμε χωρίς να κοιτάμε, όλα αυτά που μας αγγίζουν χωρίς να το ξέρουμε, όλα αυτά που αγγίζουμε χωρίς να τα ψηλαφίζουμε, όλα αυτά που συναντούμε χωρίς να τα ξεχωρίζουμε, έχουν πάνω μας, πάνω στα όργανα μας και, μέσω αυτών, πάνω στις ιδέες μας, πάνω στην ίδια την καρδιά μας, γρήγορες, αιφνίδιες και ανεξήγητες επιδράσεις;”

Γκυ ντε Μωπασσάν

”Ο τροχος του πεπρωμενου κυλαει προς το τελος, η γεννηση της πολης τραβαει προς το μερος της τον θανατο. Η σχεση αναμεσα στην αρχη και στο τελος, αναμεσα στο αγροτοσπιτο και το οικοδομικο τετραγωνο ειναι αναλογη με εκεινη μεταξυ της ψυχης και της ευφυιας, μεταξυ του αιματος και της πετρας. Αλλα δεν ειναι τυχαιο οτι ο χρονος ειναι μια λεξη που δηλωνει τη μη αντιστρεψιμοτητα. Εδω ολα τραβουν μπροστα, τιποτε δεν γυριζει πισω.”

Όσβαλντ Σπένγκλερ

Προφήτες του καιρού – Ο άνεμος στην κοιλάδα και οι γνώμες της αγοράς της σήμερον δεν δείχνουν τίποτε από αυτό που έρχεται, αλλά μόνο για εκείνο το οποίο συνέβη ήδη.

Φρίντριχ Νίτσε

Αν δεν με έλκει το μυστήριο, είναι γιατί τα πάντα μου φαίνονται ανεξήγητα – τι λέω; Είναι γιατί ζω το ανεξήγητο και έχω μπουχτήσει.

Εμίλ Σιοράν

Το κείμενο αυτό δε φιλοδοξεί να αποτελέσει άλλη μία προσθήκη στον αχταρμά των εμφανιζόμενων πολιτικών αναλύσεων και προγνώσεων στον απόηχο της λήψης έκτακτων μέτρων προς “αντιμετώπιση της πανδημίας”. Αποσκοπεί περισσότερο στην κατάθεση κάποιων προσωπικών, κάπως περισσότερο συναισθηματικών εντυπώσεων, και την κοινοποίησή τους διαμέσου κειμένου σε ανθρώπους με παρόμοιους προβληματισμούς και συμπεράσματα. Εμφανής θα είναι η -ίσως αρκετά αιχμηρή- κριτική σε συνηθισμένες στάσεις και αντιδράσεις απέναντι στην εξάπλωση της κρίσης στους κοντινούς μας χώρους. Αυτό κυρίως συμβαίνει γιατί εκεί που οι πολλοί αντιλαμβάνονται ευκαιρίες να δοκιμάσουν τις ιδέες τους ενάντια στον κοινωνικό λήθαργο, εμείς επιλέγουμε να αντιλαμβανόμαστε ευκαιρίες να ανανήψουμε από τον δικό μας λήθαργο, συγκρουόμενοι άμεσα με τις ιδέες των πολλών για την κοινωνία. Αν δεν ξεκινήσουμε επαναξιολογώντας τις δικές μας θεωρίες, αντιλήψεις και προτάσεις, εκμεταλλευόμενοι τη σύγκρουση με την εισαγωγή των δραστικών αυτών αλλαγών, τότε οι ευκαιρίες για κάτι τέτοιο στο μέλλον θα λιγοστέψουν περισσότερο. Η κρίση, μέσα σε όλα, απέδειξε την ανετοιμότητα και την αδυναμία του αναρχικού χώρου να σταθεί πολεμικά και ξέχωρα από τις κρατικές πολιτικές σε μία κατάσταση γενικευμένης αναταραχής, κι αν δεν εξαχθούν πολύτιμα συμπεράσματα… κάθε κρίση και χειρότερα.

Υπάρχουν δύο συνήθεις ανθρώπινες αντιδράσεις όταν το κρηπίδωμα πάνω στο οποίο έστεκαν οι βεβαιότητές μας αμέριμνα καταρρέει, παρασέρνοντάς τις στον βυθό της αβεβαιότητας. Δύο αντιδράσεις επιφανειακά εντελώς αποκλίνουσες, αλλά στο σύνολό τους πυροδοτημένες από ομοούσια συναισθήματα, και γι’ αυτό σε άμεση εξάρτηση η μία από την άλλη. Συναποτελούν δύο από τους πυλώνες στήριξης της μαζικής κοινωνίας ώστε να συνεχίσει να σκεπάζει τους ορίζοντες κάθε ανθρώπινου σχετίζεσθαι.

Αναφερόμαστε αφενός στον πανικό, τον φόβο, την τρομοϋστερία και την παραφιλογογία γύρω από τα αίτια και τις επιπτώσεις των εξελίξων, και αφετέρου στην εικοτολογία, την αισιοδοξία, τον πολιτικαντισμό, τις προφητείες και τις πομπώδεις διακηρύξεις αναφορικά με το μέλλον της ανθρωπότητας. Οι αντιδράσεις αυτές απαντώνται σε όλο το φάσμα των κοινωνικών τάξεων, υπερβαίνοντας σύνορα, φύλα, μόδες, πολιτικά στρατόπεδα και ιδεολογίες, προσαρμοζόμενες στον ιδιαίτερο λόγο της κάθε ομάδας, και κάνοντας ορατή -έστω και αμυδρά- τη συγκολλητική ουσία στα θεμέλια του κυριαρχικού πολιτισμού. Είτε πρόκειται για τρόμο μπροστά στην κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής ή για φόβο για την ενδεχόμενη έλευση ενός Οργουελικού κράτους, πολλοί τρομοκρατήθηκαν μόλις η κανονικότητα κλονίστηκε, και αναζήτησαν απαντήσεις. Είτε πρόκειται για την κοινωνική οδοσήμανση απ’ τους πολιτικούς ηγέτες των δημοκρατικών ομοιομάτων ή απ’ τους επαναστάτες προφήτες των μελλοντικών εξεγέρσεων, οι οποίοι, σαν έτοιμοι από καιρό, παρουσιάστηκαν απευθείας στη σκηνή ως οι καλοθελητές της. Μία λειτουργική και ανταποδοτική σχέση μεταξύ των οργανικών αυτών αντιδράσεων προκειμένου να αναχαιτιστεί η επελαύνουσα ταραχή… “Μόλις παρέλθει θα λογαριαστούμε”, λένε, και κλείνουν το μάτι ο ένας στον άλλον.

Άλλωστε, αν κάτι απέδειξε περίτρανα η παρούσα πανδημία και το ντόμινο πολιτικο-οικονομικών εξελίξεων, είναι το πόσο επηρμένες, ιδεοληπτικές και κενόδοξες είναι οι πεποιθήσεις όλων μας πως με κάποιον τρόπο εξαιρούμαστε από τον ιστορικό ορίζοντα της εποχής μας. Πόσο τυφλές και αυτάρεσκες είναι όλες οι βεβαιότητες της πλειοψηφίας πως υψωνόταν σε κάποιον υπερ-ιστορικό άμβωνα κριτικής, κηρύττοντας από εκεί τις προφητείες της για τη ροή της ιστορίας με τη σιγουριά μαθηματικού. Όμως, ακριβώς αυτή η διαφωτιστική μανία της εξαίρεσης και της κριτικής αυθεντίας πόσο απηχούσε το πνεύμα της εποχής μας άραγε; Η πρόδηλη κριτική αντικειμενοποίηση της ιστορίας δεν είναι ίδια με την αντικειμενοποίηση που μετατρέπει τα ζώα σε θερμίδες, τον αέρα και τον ήλιο σε joule, τους καρπούς και τους πόρους σε ποσοστά κέρδους; Δεν είναι η ίδια που μετατρέπει την ιστορία σε αιτιοκρατικές αλληλουχίες πλήρως υπαγόμενες στη δικαιοδοσία του πολιτικού Λόγου; Η ίδια που τη μετουσιώνει ως διαδικτυακά δεδομένα και επίχρισμα μανιφέστων απαραίτητων για την τροφοδότηση της δημοκρατικής μηχανής και του κοινωνικού εργοστασίου; Δεν είναι εμφανείς, στιγμές σαν κι αυτές, οι λεκέδες αίματος της καθημαγμένης διαλεκτικής του διαφωτισμού;

Τα αυλακώματά τους: τέρψη βαθιά για τα μάτια μας, αντίκρυ στις αναταραχές της εποχής μας. Τι άλλο να μας ευχαριστούσε περισσότερο από την κοινή στους ανθρώπους αναστάτωση, ελέω μιας κρίσης που υπάγει και χωνεύει τις υπερυψωμένες διαφορές των όσων καλομάθανε στη “μοναδικότητά” τους, προσγειώνοντάς τους στο ορμέμφυτο, στη γυμνή ζωή, στο μιαρό ζωώδες που πασχίζουν να εκλεπτύνουν ή να φτιασιδώσουν; Έτσι, ξεδιπλώνεται μπροστά μας το αιώνια επαναλαμβανόμενο ζωικό φιλοτέχνημα. Ο ζόφος του ανεξερεύνητου μέλλοντος επισκιάζει τις φαεινές ψευδαισθήσεις μας. Ο πηγαίος φόβος επανασυνδέει το “άφθαρτο” σώμα με την τρωτότητά του. Η ανάγκη ανάδειξης αισιόδοξων προοπτικών μάς κάνει να ξανασυναντηθούμε ανεπαίσθητα στους πιο κοινούς μας αδιόρατους τόπους. Διαταξικά, γιατί ο τρόμος δεν κάνει τέτοιες διακρίσεις. Ομοίως με τα σκιρτήματα και τις φρικιάσεις μας.

Δεν ικανοποιούμαστε λιγότερο με τον τρόμο του γείτονά μας απ’ ότι με τον τρόμο των αφεντικών. (ίσως με τον δεύτερο να ικανοποιούμαστε λίγο περισσότερο, ομολογουμένως). Δε λοιδορούμε λιγότερο τις απονενοημένες προσπάθειες των κυρίαρχων να μη συντριφθούν από το απροσδιόριστο μέλλον, απ’ ότι τις κενές υποσχέσεις των επαναστατών ιεροκηρύκων να τους συντρίψουν. (ίσως πάλι να λοιδορούμε λίγο περισσότερο τους δεύτερους). Δεν καυχιόμαστε πως περιβαλλόμαστε από λιγότερο σκοτάδι σε σύγκριση με τους προαναφερθέντες, αλλά παραδεχόμαστε πως δε μας πλάνεψε ποτέ το φως. Ό,τι μισήσαμε πάνω σε αυτόν τον κόσμο δεν περιχαρακώνεται αποκλειστικά σε ταξικά, φυλετικά ή πολιτισμικά σύνορα, εντοπίζοντας εκφάνσεις του ουκ ολίγες φορές ακόμα και στις πιο οικείες μας συνήθειες. Διαθέτοντας τα κριτήριά μας και στρέφοντάς τα εναντίον των στοιχείων αυτών, συμπεριφορών και πρακτικών, πώς να μην απολαύσουμε τον αλαφιασμένο, φοβισμένο τους χορό σήμερα;

Η ασφάλεια λαμβάνεται ως μέτρο απέναντι στον φόβο, όπως οι απαντήσεις κατευνάζουν την περιέργεια και την αγωνία. Οι κρατικές πολιτικές αντιμετώπισης της “υγειονομικής κρίσης” δεν αποσκοπούν να απαντήσουν σε διαφορετικά ερωτήματα απ’ ότι πολλές κοινωνικές επαναστατικές προτάσεις, απλά το κάνουν διαφορετικά, υπέρ διαφορετικών πληθυσμιακών συνόλων. Αναπαράγεται αυτούσια η απαραίτητη πολιτική σχέση εξάρτησης, ώστε να διαιωνιστεί η μαζική κοινωνία, να νομιμοποιηθεί η αντιπροσώπευση και να μείνει στο απυρόβλητο το υπάρχον διαφωτιστικό, τεχνο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, δίχως να καταλυθεί η αξιολογική του κλίμακα.

Άπλετες ερωτήσεις και ικανοποιητικός αριθμός δυνατών απαντήσεων σε αυτές. Μεταξύ τους, μερικά σημεία στίξης απόσταση, και τίποτα παραπάνω. Ο ρόλος του ενός δεν ευδοκιμεί χωρίς την πρακτική του άλλου. Κι αν, περιστασιακά, ο ένας υπονομεύει και χλευάζει τον άλλον, συμβαίνει γιατί υπάρχει κοινό συμφέρον να διατηρηθεί η απόσταση, προκειμένου να καταφάσκουν αμφίδρομα στην ταυτότητά τους. Σπάνια κάποιος διερωτάται σχετικά με το περιεχόμενο του στοχασμού.

Η κρίση του συστήματος είναι δική μας; Ο ανθρωπισμός τελικά είναι θεμιτός ως εργαλείο ανάγνωσης της πραγματικότητας; Η άρνησή μας να γίνουμε ειλικρινείς σχετικά με τις καταστροφικές συνέπειες που υπονοούνται στον πόλεμό μας ενάντια στη σημερινή μορφή του κόσμου, τι αποδεικνύει για τον εαυτό μας; Σε πόσο μεγάλο βαθμό είμαστε ζωτικά -και όχι επιδερμικά- δεμένοι με το υπάρχον και τις αξίες του; Πρέπει το εννοιολογικό κατασκεύασμα της πανανθρώπινης κοινότητας να επιβιώσει, αν αυτό συνεπάγεται τη διατήρηση της σημερινής κοινωνικής οργάνωσης; Μπορεί η κοινωνική αλληλεγγύη να είναι η απάντηση στις καπιταλιστικές κρίσεις ή αποτελεί εργαλείο του κόσμου του κεφαλαίου για να αναπροσαρμοστεί η βάση του στις νέες συνθήκες, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις θεμελιώδεις κοινωνικές κατηγορίες; Μπορούμε να συμβιβαστούμε με την θνητότητα και τις πραγματικές, μη εξιδανικευμένες απολήξεις ενός πολέμου; Έχουμε τη δύναμη να διατρανώσουμε τις απορίες μας;

Αυτά ίσως είναι ένα αντιπροσωπευτικό ψιχίο επίκαιρης αναρχικής προβληματοποίησης.

Η θέση αυτή από μεριάς μας δεν έρχεται να δώσει απαντήσεις στα προσήκοντα στη σημερινή κοινωνία ερωτήματα, αλλά να προβληματιστεί σχετικά με το πώς γεγονότα διαλυτικά για τη σημερινή τάξη προβληματοποίησης θα μας επιτρέψουν δυνητικά να αναδείξουμε μια νέα, σε διαφορετικές βάσεις. Συγκαταλέγεται και αυτό στις πιθανές κατευθυντήριες απαντήσεις απέναντι σε μια κρίση; Μπορεί. Αλλά εμείς δεν αποποιηθήκαμε την αρραγή σύνδεσή μας με την υπάρχουσα πραγματικότητα, παρά μόνο αναζητούμε οδούς και γραμμές διαφυγής από την αναπαραγωγή των σημερινών ανθρωπότυπων. Και, για να το πετύχουμε αυτό, είμαστε αποφασισμένοι να εκμηδενίσουμε βαθιά και χωρίς διακρίσεις.

Και ναι λοιπόν, απομακρυνόμαστε από και περιφρονούμε όσους πανικόβλητοι, εν μέσω καταιγίδας, είναι πρόθυμοι να σώσουν την κιβωτό της ανθρωπότητας. Ακόμα περισσότερο χλευάζουμε τους επίδοξους αντικαταστάτες των εξαφανισμένων ή αποτυχημένων καπετάνιων. Αν, ενδεχομένως, αποβλέπουν στην κατάληψη της ηγεσίας, δεν έχουν να φοβούνται ανταγωνισμό από τα “αντικοινωνικά μιάσματα”, αλλά ας μην αυταπατώνται αφυώς πως θα στελεχώσουμε τις μάταιες προσπάθειές τους ή θα ευνοηθούν από τη συναίνεσή μας. Το νου σας, τυφλοπόντικες κάθε επαναστατικής πρωτοπορίας.

Κάθε πολιτισμός αντιμετωπίζει τις προσιδιάζουσες στο ενδιαίτημά του κρίσεις. Αν ο σημερινός φρόντισε να αφανίσει ή να εξορκίσει τον φόβο για τα ξεσπάσματα και τους κινδύνους της απρόβλεπτης και αφερέγγυας φύσης, με όπλο του την ανάπτυξη μιας γνώσης εύτακτης, λειτουργικής και αποδοτικής ως προς την εγκαθίδρυση του οικονομικού του μηχανισμού, αυτό δε συνεπάγεται πως θα είναι αμετάκλητα ασφαλής από τις συμφορές του παγκόσμιου νόμου της εντροπίας. Αυτός, θα βρίσκει τρόπους να εμφανίζεται πάντα, εκμεταλλευόμενος κάθε χαραμάδα τρωτότητας της ανθρώπινης φύσης και της ζωής, όσο κι αν κάθε εξουσιαστικό σύμπλεγμα βαυκαλίζεται για το αντίθετο, εξαίροντας την ισχύ του. Όλα απόλλυνται στην πυρά του χρόνου, ανεξαρτήτως αν εμείς πολύ συχνά επιθυμούμε να συμβάλλουμε στην επιτάχυνση της διαδικασίας.

Όλες οι κοινωνίες θωρακίζονται, παλεύουν, και εν τέλει χάνουν τη μάχη με τη φθορά, ενδίδοντας στο τραγούδι της αΐδιου σειρήνας, και βαδίζουν έως ότου ανταμώσουν το τέλος τους. Γιατί κάθε τέλος και ολοκλήρωση. Κάτι ακατάληπτο βέβαια για τα παιδιά της απειρότητας. Ζηλωτές του ατέρμονου και ανεξάντλητου, χαλκευμένα στις συντεχνίες της προόδου, και εμφορούμενα μέχρι το μεδούλι από το κυνήγι της βελτίωσης, είδαν τις μορφές αυτού του κόσμου να τείνουν στην αιωνιότητα. Ακατάπαυστη συσσώρευση, απρόσκοπτη επιτάχυνση, ανελέητη πρόοδος, ακατάσχετη ρευστότητα, ανεξάντλητοι υλικοί και πνευματικοί πόροι. Για εμάς και την εποχή μας, ακόμα και ο θάνατος μεταφράστηκε ως επιστροφή στο αείζωον πυρ. Ούτε εκεί δεν προσφέρεται πια νηνεμία. Πως θα διαχειριζόταν τώρα αυτός ο κόσμος την πρόσκρουσή του με την απροσδιοριστία του κινδύνου;

Ο αλαζονικός αυτός κόσμος, και εμείς περιπλανώμενοι κάπου στις αποστειρωμένες οδούς του, λησμονήσαμε πως είμαστε τρωτοί, πως εν καιρώ θα ενσκήψει η απαράγραπτη ειμαρμένη βάζοντας τέλος στα όνειρα της αφθονίας μας. Δεν ισχυριζόμαστε πως αυτή η στιγμή είναι τώρα, αλλά, να, πώς να μην ευχαριστηθούμε με το ρυθμικό πλατάγισμα των κατακρημνισμένων κομπασμών;

Τι άλλο όμως συμβαίνει σήμερα παρεκτός της έξοχης αυτής παράστασης;

Δίχως να θέλουμε να στερήσουμε από κανέναν την τέρψη να συμπληρώσει με τη δική του αξιολογική νότα την πρόσφατη αυτή ταραχή, κρίνουμε πως είναι ανεκτίμητης σημασίας η κοινοποίηση και η αντιπαράθεση συντροφικών απόψεων πάνω στις πρόσφατες εξελίξεις. Ακριβώς γιατί εμείς, ως “κοντόφθαλμοι”, δεν εναμβρυνόμαστε για τις προφητικές μας ικανότητες. Ίσως επειδή δεν κατανοήσαμε σε βάθος απαράμιλλους στοχαστές όπως ο Αγκάμπεν, ο Μαρξ και ο Φουκώ, αναγκασμένοι τώρα να ομολογήσουμε την άγνοιά μας. Σύντροφοι και συντρόφισσες, σας χρειαζόμαστε περισσότερο τώρα.

Δε γνωρίζουμε τι μέλλει γενέσθαι και πώς ακριβώς οφείλουμε να κινηθούμε εντεύθεν. Αναμφίλεκτη παραδοχή πως υφίσταται μια καθ’ όλα πραγματική κρίση για τον σύγχρονο κόσμο, και όχι μόνο για το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα, όπως ορισμένοι έσπευσαν να ανακοινώσουν ή, πολύ πιο σεμνά, εξέφρασαν την πρόθεσή τους να μετατρέψουν σε κρίση αυτού. Καλύτερη απόδειξη άλλωστε της βαρύτητας αυτής της κρίσης είναι πως ακόμα και οι πιο ριζοσπαστικές τάξεις του αρνητικού έμειναν εμβρόντητες μπροστά στα πρωτόφαντα αυτά φαινόμενα, καταφεύγοντας συχνά στις δύο αντιδράσεις που αναλύσαμε ακροθιγώς προηγουμένως.

Ο πανικός που έχει κατακλύσει τα κυβερνητικά κέντρα και τα διευθυντικά γραφεία, οδηγώντας τα σκέλεθρα που διοικούν τον δύσοσμο αυτό βόρβορο στη σπασμωδική λήψη αποφάσεων περιστολής ελευθεριών και καταπάτησης δικαιωμάτων κεντρικών για τον αυτοπροσδιορισμό των δυτικών δημοκρατιών εδώ και χρόνια, αποδεικνύει το λιλιπούτειο ανάστημά τους. Μαλθακοί και αβροδίαιτοι, ένεκα της πίστης τους στα δόγματα του οπτιμισμού και της προόδου, έμαθαν να στηρίζονται με τον καιρό περισσότερο στις δυνάμεις των μηχανών και των κάθε λογής ειδημόνων αντί για τις δικές τους. Πρόγνωση, πρόληψη, έλεγχος, ισχύς, προγραμματισμός και διακυβέρνηση. Η σημερινή κατάσταση, όμως, ελισσόμενη στα διάκενα των παραπάνω τεχνικών, τους εκθέτει ανεπανόρθωτα, αναγκάζοντάς τους, εκτός της περαιτέρω προσφυγής τους στους γκουρού της ιατρικής και τους επαϊόντες της επιστήμης, να γελοιοποιούνται πολιτικά, καθώς ακόμα και τα μεγαλύτερα φιλελεύθερα καθίκια υιοθετούν πολιτικές και ρητορικές των χειρότερών τους αντιπάλων προκειμένου να σώσουν ό,τι προλάβουν από το ξεχείλισμα του βόθρου που ετοίμασαν.

Ορισμένοι ίσως μας καταλογίσουν έκλυτη ευθυμία με μια κατάσταση όπου πλήττει μεροληπτικά τους ταξικά υποδεέστερους. Φυσικά, είναι αναμφισβήτητο πως κάθε κοινωνική κρίση δίχως ρητό και ακραιφνή επαναστατικό-προλεταριακό χαρακτήρα, αναπόδραστα θα πλήξει εντονότερα τους αδύναμους ενός οικονομικά διαρθρωμένου κόσμου, και δε χρειάζεται περαιτέρω τεκμηρίωση. Εμείς, όμως, ποτέ δεν εναντιωθήκαμε στους κυρίαρχους για το απλό δεδομένο της κυριαρχίας τους επί κάποιων. Έτσι κι αλλιώς, δε βαφτιστήκαμε σωτήρες των αναξιοπαθούντων. Πολεμάμε τους κυρίαρχους γιατί το κοινωνικό συμβόλαιό τους με τους κυριαρχούμενους διαιωνίζει έναν επονείδιστο κόσμο αντίθετο στις επιθυμίες μας. Κομμάτι αυτού του κόσμου αποτελούν και οι κάθε λογής εξανδραποδισμένοι, καταπιεσμένοι, κολασμένοι, εκμεταλλευόμενοι και ανίσχυροι των οποίων τον πολλαπλασιασμό των βασάνων και την διόγκωση του άλγους καλωσορίζουμε, αν μέλλει να αποτελέσει θρυαλλίδα εκρήξεων ταραχής για την καταστροφή μιας κοινωνικής οργάνωσης που ορκιστήκαμε να πολεμήσουμε.

Όσοι καλοί σαμαρείτες βιάζεστε τώρα να μας κουνήσετε το δάχτυλο, σας ρωτούμε αν η δική σας παρουσίαση της πανδημίας ως ευκαιρία ξεσπάσματος επαναστάσεων διαφεύγει των κατηγοριών που ετοιμάζετε να μας εξακοντίσετε.

Ο πόλεμος αυτός, τροφοδοτημένος από το ασίγαστο και βαθιά προσωπικό μας μίσος, δε γνωρίζει φυσικά ανακωχή. Τοποθετούμαστε, καταθέτοντας μια πρώτη οφειλόμενη κριτική πάνω στα γεγονότα, ως αναρχικοί μηδενιστές-ατομικιστές ενάντια σε κάθε κυριαρχία, επιβολή, κράτος και εξουσιαστικό μόρφωμα εχθρικό στις προσωπικές συμφωνίες και επιθυμίες μας. Πόσο μάλλον όταν η λειτουργία των παραπάνω λαμβάνει σε καιρούς κρίσης έναν τόσο επιθετικό και “ολοκληρωτικό” χαρακτήρα. “Ολοκληρωτικό” σε εισαγωγικά, γιατί σημασία έχει και η ερμηνεία του καθενός σχετικά με τη φύση κοινωνικά αποδεκτών καθημερινών φαινομένων πριν το ξέσπασμα της πανδημίας. Ίσως, βέβαια, αυτή η πιο άμεση και ακατέργαστη εισβολή του ελέγχου στις ανέμελες καθημερινότητες του καθενός να γίνει πυροκροτητής για την ανάπτυξη στοχασμών γύρω από τη φύση και την αξία του ελέγχου σε ευρύτερα κοινωνικά τμήματα. Θα δείξει…

Τι συνιστούμε ως μια πρώτη αντίδραση εμείς; Ηρεμία, νηφαλιότητα, εγρήγορση, προσήλωση και σύνεση. Δεν ήρθε το τέλος, ούτε κάτι ιστορικά ανεπανάληπτο. Να μην επιτρέψουμε στην ιστορική λήθη και την μουσειοποίηση της μετα-νεωτερικότητας να μας κλείσει στη μέγγενή της. Μπορεί οι μορφές της κρατικής αυτής λειτουργίας να είναι φαινομενικά νέες, εφόσον η τεχνολογία διανοίγει περαιτέρω πεδία και δυνατότητες πληθυσμιακού ελέγχου στα κράτη, αλλά η λογική των μηχανισμών άμυνάς τους -δυστυχώς μαζί με τη δική μας ευθύνη- έχουν παραμείνει ανάλλαχτοι.

Μακριά από τη συμμετοχή στην παραφιλολογία και την καλλιέργεια επιβλαβούς εικοτολογίας, να εκπονήσουμε πρακτικά και αποτελεσματικά σχέδια διακοπής της απομόνωσης και προσβολής της κοινωνικής συνοχής. Οι ιδέες για το πώς οι αναρχικοί εξεγερμένοι μπορούν να διατηρήσουν την ακεραιότητά τους και να εφαρμόσουν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις στο εδώ και τώρα είναι πάντα πιο χρήσιμες από τις εικασίες για το που οδεύει ο κόσμος. Σκοπός παραμένει να τον αλλάξουμε και όχι να τον ερμηνεύσουμε.

Είναι κεντρικής σημασίας στοίχημα να κατορθώσουμε να υπερασπιστούμε τις συντροφικές μας σχέσεις και τη μαχητική μας κουλτούρα από τον πιθανό εκφυλισμό τους σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, όπου οι συνήθεις τρόποι δραστηριότητάς μας περιορίζονται. Να μην επηρεαζόμαστε από τη μαζική παράκρουση. Η ψυχρή ματιά της κριτικής σθεναρότητας και η ζεστή αγκαλιά των αδερφών μας είναι το ενδεδειγμένο ενδιαίτημα για την αναχαίτιση της σύγχυσης. Να συμπράξουμε με τις συντρόφισσές μας μεταφράζοντας, παράγοντας και διαχέοντας αναρχικό λόγο ενάντια στις εκφάνσεις της αποσυντιθέμενης αυτής κοινωνίας. Μην ξεχνάμε να προστατεύουμε την υγεία μας από το πλήθος των κινδύνων που καραδοκούν, σωματικών ή ψυχικών. Κάθε πλήγμα που δεν επιλέξαμε να σηκώσουμε παίρνοντας το ρίσκο οι ίδιοι, είναι ήττα.

Κατά τ’ άλλα, η συνολική εικόνα όπως προαναφέραμε ενδείκνυται για ευχάριστη ενατένιση με πάντα δημιουργικούς όρους, αναζητώντας τρόπους να την εμπλουτίσουμε. Να μην ξεχνάμε πως, αποδεσμευμένοι από την ανάγκη κοινωνικής απεύθυνσης του αγώνα μας, δεν έχουμε καμία απειλή να μας ωθεί σε σπασμωδικές κινήσεις και πολιτικούς βερμπαλισμούς. Δεν έχουμε να πείσουμε κανέναν για τίποτα. Για εμάς, το καλύτερο φάρμακο στην επέλαση της αρρώστιας ήταν και παραμένει ο πόλεμος.

Η δημοκρατία θα πέσει.

Πίστη στην ανάφλεξη.
Πίστη στις δυνάμεις μας.
Πίστη στους σκοπούς μας.
Πιστοί ο ένας στην άλλη.

”Τι θα πει λεύτερος; Αυτός που δεν φοβάται το θάνατο

Νίκος Καζατζάκης

”Η δύση του λαού και της ανθρωπότητας θα σημάνει το δικό μου χάραμα.

Μαξ Στίρνερ

«Τα πάντα καταρρέουν, γκρεμίζονται. Μουχλιασμένες ιδεολογίες, σάπια ηθική, φιλοσοφίες της παραίτησης, ληγμένες ρητορείες πασχίζουν να καλλωπίσουν την κατάσταση. Η αρρώστια έχει προχωρήσει και τίποτα δεν την αγγίζει πια. Στα αγαπημένα θεμέλια του παλιού κόσμου φώλιασαν τα μικρόβια της μόλυνσης. Τα πάντα είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν, να συντριβούν στον πάτο ενός σωρού σκουπιδιών του παλιού κόσμου. Η Ιστορία κλείνει αυτήν την σελίδα με ανακούφιση, την σελίδα του αδιάλειπτου θεάματος της αδράνειας ενός πλήθους αφιερωμένου σ έναν συρφετό ανυπόστατων φαντασμάτων, κατασκευάζοντας ό,τι επίκειται να καταστρέψει, ένα σώμα ασθενικό, που ταλανίζεται από τις εξεγέρσεις των λίγων, ενώ τα πάντα συνηγορούν σ ένα σύμπλεγμα δειλίας και υποταγής, που ενίοτε ονομάζεται και ηρωισμός, τα πάντα αντανακλούν μια δυστυχισμένη έμπνευση. Κι έτσι τελείωσε αυτή η εποχή. Στα τσακίδια! Μπροστά σε τέτοια μακάβρια ερείπια τραγουδώ για την καταστροφή, σαν τον Νέρωνα. Στα ερείπια αυτά θα ανθίσει ο κόσμος, ο κόσμος μου. Συνεπώς, τραγουδώ…»

Bruno Filippi

Νιχιλιστές ενάντια στην κοινωνική συνοχή.

Αγγλία: Αντι-μπατσικές ταραχές και εμπρησμοί

Αντι-μπατσικές ταραχές και εμπρησμοί στον απόηχο της διακύρηξης κατάστασης εκτάκτου ανάγκης

23 Μαρτίου – Το βράδυ όπου ο (νυν μολυσμένος) πρωθυπουργός Boris Johnson ανακήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τα νέα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας, μπάτσοι στο Σάουθεντ του Μπρίστολ παρενοχλούσαν νεαρούς στους δρόμους. Η αστυνομία δέχθηκε επίθεση με πέτρες και μπουκάλια, ενώ δύο βαν Ισλανδικών Σούπερ Μάρκετ πυρπολήθηκαν έξω από την αποθήκη τους. Αρκετά οχήματα σπάστηκαν και πυρπολήθηκαν επίσης σε όλη την πόλη. Νεαροί ήδη βρίσκονται συνεχώς υπό ”ειδική μεταχείρηση” από τις κατασταλτικές δυνάμεις -τραμπουκισμοί, βιαοπραγίες, παρενοχλήσεις, ειδικά μέτρα- έτσι οι αναταραχές και οι αντεπιθέσεις είναι η μόνη αποτελεσματική απάντηση, όχι να κλειδώνεσαι στο σπίτι φοβισμένος.

Τα Σούπερ Μάρκετ και άλλες επιχειρήσεις ευνοούμενες μαζικά από την ”κρίση” -υπεύθυνες για την οποία είναι αποκλειστικά οι δομές της εξουσίας και του κεφαλαίου- είναι έγκυροι και κατανοητοί στόχοι του μηδενιστικού και αντικοινωνικού μένους εναντίον αυτής της κατάστασης.

Τα ψέματα των μέσων ενημέρωσης επαναλαμβάνουν πως ”είμαστε όλοι μαζί σε αυτό” αλλά είναι εμφανές πως δεν είμαστε και ούτε πρόκειται ποτέ να είμαστε.

Είναι η μάχη των νέων και των ανυπότακτων ενάντια στο νοσηρό αυτό σύστημα, και η παραπάνω δράση δεν είναι παρά μια ψιχάλα της επερχόμενης καταιγίδας.

Θάνατος στους πολιτικούς, την αστυνομία και όσους μολύνουν αυτόν τον κόσμο.

Πηγή: 325

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Consumimur Igni: Κείμενο σχετικά με την δίωξη των 4 αναρχικών

Λάβαμε: 20/3/2020

Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη δίωξη τεσσάρων αναρχικών για σωρεία επιθέσεων με την υπογραφή ”Σύντροφοι-Συντρόφισσες”.

Η πιο ανίκανη πολιτικά κυβέρνηση στα ιστορικά, μετά την αδυναμία της να διαχειριστεί κομβικά ζητήματα για την διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης -στο όνομα της οποίας τόσο επιμελώς αγωνίστηκε το σκυλολόι του ΣΥΡΙΖΑ- προχωράει, φαίνεται, σε κινήσεις απελπισίας. Είναι βέβαιο πως αν το φιλήσυχο πλήθος δεν ήταν απασχολημένο να παραμένει αδρανές, μπουκώνοντας την απάνεμη μακαριότητά του με τρόμο και θεάματα, οι κινήσεις αυτές θα έμεναν αρχειοθετημένες σε κάποια γωνία των κρυμμένων του Indymedia. Σήμερα όμως έχει διαφορετικά. Σήμερα, εν μέσω απανωτών πολιτικών και διπλωματικών αποτυχιών, οι αξιολύπητες μηχανορραφίες κυβερνόντων γελωτοποιών, αντιπροσωπευτικών των υποστηριχτών τους, καλούνται να επουλώσουν τις πληγές των διάσπαρτων πανολεθριών διευρύνοντας το μέτωπο στον πόλεμο με τον εσωτερικό εχθρό.

Τη Δευτέρα 9/3, το έμμισθο μπούγιο ηλίθιων μπάτσων εισέβαλε στα σπίτια τεσσάρων αναρχικών, συλλαμβάνοντας 4 άτομα με κατηγορίες συμμετοχής στην περιβόητη τρομοκρατική ομάδα “σύντροφοι-συντρόφισσες”. Ναι, καλά ακούσατε, οι 4 αναρχικοί διώκονται μέσω του 187Α για 54 επιθέσεις από το 2017, ανειλημμένες και υπογεγραμμένες με την τετριμμένη αυτή υπογραφή που έχουν χρησιμοποιήσει άνθρωποι μέχρι και για να εκφράσουν την άποψή τους πάνω σε γεγονότα μέσω δημοσίων κειμένων. Ευελπιστούμε ότι όλοι αυτοί θα έχουν προνοήσει να εκπονήσουν σχέδιο επιβίωσης ως φυγάδες, αφού πλέον ξεκίνησε η ομηρική αυτή εξάρθρωση της πιο συχνοεμφανιζόμενης τρομοκρατικής ομάδας στα χρονικά. Όσοι δικαιολογημένα ενδίδουν στα αυθόρμητα γέλια, ως απόρροια της κατάστασης, συνετό θα ήταν να συγκρατηθούν παρατηρώντας το γεγονός κάπως πιο ψύχραιμα, γιατί όταν το πρόσφατο προανάκρουσμα με τους 2 αντιφασίστες κατηγορούμενους για ό,τι επίθεση έχει αναληφθεί με την λέξη “ταξιαρχία” ως υπογραφή αποκτά συνέχεια, δε μιλάμε απλά για φάρσα αλλά για προμελετημένη τακτική.

Στην τελική διαγράφονται μπροστά μας 2 σενάρια: Ή τα σαΐνια της ασφάλειας ήταν σε θέση να εξιχνιάσουν επιτυχώς 54 επιθέσεις από το 2017 με τη συγκεκριμένη ασυνήθιστη υπογραφή, συλλαμβάνοντας εύστοχα τους υπεύθυνους γι’ αυτές, πράγμα δύσκολο όταν κάθε βδομάδα οι νύχτες μοσχοβολούν βενζίνη κάτω απ’ τη μύτη τους. Ή, δεύτερον και πιθανότερο, η δίωξη είναι στημένη και οφείλει να μεταφραστεί ως πολεμική επιχείρηση εναντίον του αναρχικού χώρου. Εξάλλου, στην απόρριψη του πρώτου σεναρίου συνηγορεί και το γεγονός ότι οι τρεις εκ των τεσσάρων συλληφθέντων επιβαρύνθηκαν αρκετές ώρες κατόπιν της σύλληψής τους με τον θεάρεστο 187Α.

Ασφαλώς δεν είμαστε και ούτε θα γίνουμε τμήμα του απολογητικού συρφετού που σε κάθε σύλληψη ανθρώπων σπεύδει να κλαψουρίσει για στημένες υποθέσεις, δικαστικές σκευωρίες και αθώα παιδιά διωκόμενα για τις αντιλήψεις τους. Για εμάς είναι αναμφίλεκτο πως παρεκτός του θεάματος δεν τίθεται κανένας διαχωρισμός μεταξύ αναρχικής θεωρίας και πράξης, οπότε, όταν προτάσσουμε και επικροτούμε τη βία και την ένοπλη πάλη, ας έχουμε επίγνωση και εμείς αλλά και οι εχθροί μας πως οι λέξεις μας μπορούν να τους σπάσουν τα φτιασιδωμένα μούτρα ή να μας στερήσουν τη ζωή και την ελευθερία. Όλα τα υπόλοιπα είναι υπεκφυγές και ενδείξεις ενός κακοσυγκροτημένου χώρου δίχως σθένος και νικηφόρα προοπτική. Ωστόσο, δε θα παραστήσουμε τους μαλάκες. Δεν προκαταλαμβάνουμε τα γεγονότα και τη μη εκπεφρασμένη ακόμα θέση των εμπλεκόμενων αναρχικών, αλλά, στο κομμάτι που μας αναλογεί και μας αφορά, επιβάλλεται να αναλύσουμε τις υποβόσκουσες στοχεύσεις της διόλου τυχαίας αυτής κρατικής τακτικής.

Συμπεραίνουμε λοιπόν πως αποσκοπεί:

  1. Στην ανάκτηση κοινωνικής υποστήριξης διαμέσου της επίθεσης σε έναν διαχρονικό, κατασκευασμένο πόλο, αντίθετο σε ό,τι η κυριαρχία καναλιζάρει τις συνειδήσεις να προβάλλουν ως ιδεατή κοινωνική εικόνα. Καθώς η γκροτέσκα κυβέρνηση τρεκλίζει έτοιμη να καταρρεύσει με ποικίλλους τρόπους, ανίκανη να ικανοποιήσει οποιοδήποτε ακροατήριο, αριστερό ή δεξιό, προκαλώντας μονάχα τομές και οξύνοντας περαιτέρω την πόλωση, καταφεύγει ως λύση επιβίωσης στη μοναδική τακτική που φαίνεται να της εξασφαλίζει ακόμα μια νομιμοποίηση. Την εξάλειψη της ανομίας και των αναρχικών ως τον προμαχώνα της. Δεν είναι άγνωστη άλλωστε -σε όποιον δεν εθελοτυφλεί- η μιαρότητα όσων αμφισβητούν εμπράκτως θεμελιώδεις κατηγορίες του πολιτισμού, όπως η ιδιοκτησία, η ζωή, ο νόμος και το κυριότερο όλων: η μαζική εγκόλπωση όλων των παραπάνω από την ανθρώπινη αγέλη. Συμπερασματικά, το αμάλγαμα νευρωτικών και πνευματικά γλίσχρων κυρ-Παντελήδων, ανίκανο να κατανοήσει έστω λειψά τον σύγχρονο κόσμο είναι τρομερά ευεπίφορο στις ενδοβολές της κρατικής προπαγάνδας “πολέμου ενάντια στην ανομία”. Ιδίως όταν ο κυρίαρχος λόγος το αποδευσμεύει από τον κάματο να τη στοχαστεί ως έννοια προσφέροντάς του έτοιμες ερμηνείες μέσω ειδησεογραφικών ρεπορτάζ. Μαντέψτε λοιπόν με ποιον από τους κατασκευασμένους πόλους θα ταυτιστεί ένας ομόλογος άνθρωπος, και αντίστοιχα ποιος θα επωφεληθεί πολιτικά από την επένδυση στη συντήρησή τους.
  2. Στην επιβάρυνση αναρχικών ή ενεργά πολιτικών αντιπάλων με δικογραφίες. Καθόλου πρωτότυπο ίσως -μα τρομερά αποτελεσματικό- όταν διάφοροι περιττοί “τουρίστες” κατακλύζουν τα πεδία επαναστατικής ζύμωσης αφήνοντας ελάχιστους δραστήριους ανθρώπους να σηκώσουν τα βάρη και τις ευθύνες μιας συνεκτικής εμπλοκής στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα. Σήμερα, καθώς η επιπόλαιη και επιδερμική επαφή με την αναρχική τάση αμφιρρέπει μεταξύ κοινότυπων κοσμικών συγχρωτισμών και χρήσης της ως πασπαρτού αποκούμπι, χρήσιμο για τον ναρκισσιστικό βαυκαλισμό κοινών ανδράποδων, είναι αναπόδραστο ο δικαστικός στιγματισμός των λίγων ουσιαστικά ενεργών ατομικοτήτων να αποβαίνει καίριο πλήγμα στην καρδιά τους. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η έκβαση των δικαστηρίων των εμπλεκομένων, αλλά το ότι η άτυπη δικαστική ομηρία αυτή καθαυτή δένει χέρια έτοιμα να λερωθούν στην αναρχική πρακτική, απομυζώντας ψυχολογικά και οικονομικά δηλωμένους εχθρούς του κράτους. Αναμενόμενο και ανθρώπινο είναι να κινείται κανείς πιο διστακτικά έχοντας δικογραφίες στην πλάτη, όσο κακοστημένες κι αν είναι. Ακριβέστερα, η προχειρότητα αυτών των δικογραφιών πολλές φορές επικουρεί την παράλυση όσων διώκονται. Σκοπίμως, διότι και μόνο οι πιθανότητες να βγει κάποιος άνθρωπος σχετικά αλώβητος από μια δικαστική ομηρία, αποφεύγουν την εξώθησή του στα άκρα. Αρχαίο συμπέρασμα, εξάλλου, πως ένα απονενοημένο θήραμα είναι πιο επικίνδυνο. Κλείνοντας, αναφέρουμε πως πρόδηλη είναι η τακτική του κράτους να εξοντώσει τους εχθρούς του εκμεταλλευόμενο τις χαρακτηριστικές σχέσεις εξάρτησης του αναρχικού χώρου την παρούσα στιγμή, αλλά και ευρύτερα κάθε ανατρεπτικού κινήματος. Μια μεγάλη μάζα αναρίθμητων και αναλώσιμων καταναλωτών σε μόνιμη προσμονή τροφοδότησής τους με απόψεις, πρωτοβουλίες και κινήσεις από μια μικρή μερίδα αφοσιωμένων ανθρώπων που, όταν πλήττονται οι πρώτοι, μουδιάζουν και υποχωρούν αβίαστα. Δυστυχώς, σε αντίθεση με τον κυρίαρχο πολιτισμό, ο αναρχικός χώρος διαθέτει “κέντρα εξουσίας”, και το κράτος το γνωρίζει πολύ καλά.
  3. Στην εκμετάλλευση της επικρατούσας κατάσταση εξαίρεσης ένεκα της επιδημίας. Δεν υπαινισσόμαστε προφανώς πως οι κυβερνήσεις κατασκευάζουν ιούς προκειμένου να εφαρμόσουν καταστάσεις εξαίρεσης, μολονότι -αν μη τι άλλο- τις αξιοποιούν προς όφελός τους. Εξάλλου, πιο προσοδοφόρος ιός από την διάχυτη αδιαφορία, την αδυναμία αντίστασης και τη συμμόρφωση με το υπάρχον δε νοείται, και αυτός έχει προ πολλού κατακλύσει κάθε πτυχή της γήινης ερημιάς. Σε αυτό το κλίμα, κάθε μικρή και ασήμαντη πληροφορία μετατρέπεται σε τηλεοπτικό παραπέτασμα ριγμένο πάνω στους δέκτες των δικαστικών αυθαιρεσιών. Ποιος έχει στην έγνοια του διωκόμενους αναρχικούς, όταν η στερημένη του ρουτίνα τέρπεται με αποκαλυπτικά σενάρια πανδημίας και με έναν προαναγγελθέντα πόλεμο από τον “μοχθηρό σουλτάνο”; Το κράτος φυσικά δε μουδιάζει και αδράττει κάθε ευκαιρία να πλήξει τους εχθρούς του όσο πιο αναίμακτα γίνεται, στοιχηματίζοντας στο ποιόν και το πύον του εθνικού κορμού του. Και πόσο εύστοχα, για κακή τύχη όσων ακόμα ελπίζουν στην αφύπνισή του.

Σύνολα όσα αναφέρθηκαν καθίστανται εφικτά για την κυριαρχία μέσα από την στόμωση των μέσων πάλης, την εξάπλωση της παραίτησης και την εγκαθίδρυση του τρόμου. Αν κάτι αποδεικνύουν περίτρανα όσοι άνθρωποι ρίχθηκαν στη μάχη, είναι πως ο εχθρός είναι εξαιρετικά προσβάσιμος όσο δεν αποποιούμαστε μόνοι μας -ενδίδοντας στις ορμηνείες των κυρίαρχων λόγων- τις πανέμορφες δυνατότητες μιας ολοκληρωμένης αναρχικής προσπάθειας για ενοποίηση της ζωής και των μέσων επίθεσης στην κοινωνία. Κανένας εξωτερικός δασμός δεν θα επηρρεάσει τους πολεμικούς συσχετισμούς. Καμία θεία πρόνοια δεν θα εμποδίσει τους κυρίαρχους από το να αξιολογούν και να μεταχειρίζονται τα σώματα μας κατά το δοκούν. Καμία χιλιαστική λύτρωση δεν συνοδεύει ως εχέγγυο την επιλογή κάποιου να αφιερώσει την ζωή του στην αναρχική εξέγερση. Κανένα τέλος δεν πρόκειται να γιατρέψει τις πληγές που αποκτήσαμε αναζητώντας τον δρόμο. Συνεπώς, κανείς δεν μπορεί να μας υποσχεθεί ότι μία πραγματικότητα όσο παράλογη, ανοίκεια και εχθρική κι αν μας φαντάζει δεν πρόκειται να μας αλυσοδέσει δίχως την έμπρακτη, καθημερινή άρνηση μας. Μοναδικό όπλο του καθενός στον λυσσαλέο αυτό πόλεμο με το υπάρχον όσες αρνήσεις κατόρθωσε να σφυρηλατήσει και με αποφασιστικότητα να διαφυλάξει. Μαζί με αυτά τα εφόδια θα βρούμε ο ένας τον άλλον στην πλατιά λεωφόρο καθώς ο ήλιος θα μας κρατά από τις μασχάλες.

Consumimur Igni: Κύκλος αναρχικών για την διάδοση της αταξίας.

Mail επικοινωνίας: consumimurigni@espiv.net

Θεσσαλονίκη: Ανάληψη ευθύνης για εμπρησμό τράπεζας

Θεσσαλονίκη

Για μας ο αναρχικός αγώνας αποτελεί μια καθημερινή ρήξη με το υπάρχον. Για ό,τι μας καταπιέζει και μας κρατά εγκλωβισμένα στους καταναγκασμούς και συνήθειες του σύγχρονου κόσμου. Ένας διρακής αγώνας μέσα στις σχέσεις και τη συμπεριφορά μας απέναντι σε συντρόφια, πέρα από ηθικολογίες και συμπεριφορικούς κώδικες αλλά γύρω από τη διαδικασία εξύψωσης των ατόμων μέσα από αυτές. Διαρκή άλματα, ρίσκα και προσπάθεια ώστε να κάνουμε τις ίδιες τις ζωές μας μια περιπέτεια έναντι της πλήξης και της αδράνειας.

Γιατί η εξουσία δεν είναι μόνο αυτή που εξόφθαλμα θεσμοθετείται από το κράτος, την εκκλησία, ή ό,τι άλλο πέρα και έξω από εμάς. Αν το ετυμολογικό περιεχόμενο της εξουσίας μπορούσε να διατυπωθεί εν ολίγης σε δύο γραμμές προς πάσα διευκόλυνση αυτό ίσως θα ήταν ο επιβολικός χαρακτήρας – θέση ισχύος, σε πρωτογενή χρόνο ενός υποκειμένου ή συνόλου (α) προς ένα υποκείμενο ή σύνολο (β), όπου ακριβώς φαίνεται ο διάχυτος χαρακτήρας που αυτή έχει. Όσο διάχυτα είναι και τα ερεθίσματα στο κοινωνικό πεδίο – και όχι μόνο – που σαν ακτίνες πέφτουν πάνω στις συνειδήσεις και απορροφώνται από αυτές.

Δεν εστιάζει σε μια συγκεκριμένη κοινωνικο-οικονομική τάξη, ούτε διαχωρίζεται από σεξουαλικές προτιμήσεις, φύλα ή από αν ο τόπος διαμονής ταυτίζεται ή όχι από τον τόπο που κάποιο έτυχε να γεννηθεί. Κάλλιστα ένα εργαζόμενο υποκείμενο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ξενοφοβικό, ένα υποκείμενο που φέρει μια LGBTQI+ ταυτότητα να κυνηγάει ή να σκοτώνει ή/και να τρώει άλλα έμβια όντα για να καλύψει τις όποιες ανάγκες του ή να ασκεί ψυχολογική βία με σαφή στόχευση τον εξευτελισμό ενός άλλου, μόνο και μόνο γιατί βρίσκει τον εαυτό του σε θέση ισχύος.

Με βάση τα κοινωνικά δεδομένα, βλέπουμε τον κόσμο να διχοτομείται σε δύο μέρη, κατ’ αρχάς σε επίπεδο αντίληψης. Από τη μία, έχουμε έναν κόσμο που οι σχέσεις επιβολικού χαρακτήρα, τόσο κοινωνικά όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της συνειδησιακής του κατάστασης. Η θέληση για επιβολή δεν περιορίζεται στην κοινωνική δομή αλλά τη διαπερνά εισχωρώντας βαθιά μέσα στις σχέσεις των ατόμων.

Στον αντίποδα, υπάρχει ο κόσμος αυτός που αρνείται να βρίσκεται τόσο σε ρόλο καταπιεστή όσο και καταπιεζόμενου. Εμείς τασσόμαστε δίπλα σε όσα δεν μπορούν να φανταστούν τον εαυτό τους σε θέση ισχύος απέναντι σε άλλα έμβια όντα.

Δεν προσδοκούμε καμιά κοινωνική επανάσταση, δεν εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στο μέλλον και δε σχεδιάζουμε τίποτα γι’ αυτό, το φάντασμα μιας ιστορικότητας και μιας μελλοντικής ουτοπίας από ένα αόριστο κοινωνικό σύνολο μας δένει τα χέρια στο παρόν, το παρόν που δε θέλουμε να είμαστε απλοί παρατηρητές αλλά ενεργοί δράστες.

Η κοινωνία σ’ αυτό το δρόμο δε μπορεί και δε θέλουμε να γίνει συνένοχός μας γιατί είναι ακριβώς λόγω αυτής που οι σχέσεις μας κατακυριεύονται από ρόλους και οι συνειδήσεις πορεύονται με διαχωριστικές λογικές (άνδρας/γυναίκα, φυσιολογικός/ψυχάκι, αρτιμελής/ανάπηρος κ.ο.κ.).

Σ’ αυτό τον ατέρμονο κύκλο που ονομάζουμε ζωή αναζητούμε τις ατομικότητες με τις οποίες μπορούμε να μοιραστούμε τους στόχους, τις δράσεις, το στοίχημα της διαρκούς αμφισβήτησης.

Τα γκαζάκια της Πέμπτης 12/3, στην τράπεζα Πειραιώς στην Πολίχνη, αφιερωμένα στα συντρόφια απο Αθήνα που διώκονται για την υπόθεση “σύντροφοι/ισσες”, στα άτομα που εξεγέρθηκαν στις ιταλικές φυλακές και σε όσα έχασαν τη ζωή τους μέσα σ’αυτή τη μάχη.

Δύναμη σε κάθε έγκλειστο συντρόφι, σε κάθε κελί κλουβί.

αντισώματα σε μια κοινωνία που νοσεί

Πηγή: Athensindymedia

Σκέψεις πάνω στο ζήτημα της αλληλεγγύης και της καταστροφής των φυλακών

Στη γλώσσα των βουβών, η λαγνεία του Θανάτου ταυτίζεται με τη βούληση˙ είναι σαφώς επόμενο η άρνηση μια τέτοιας αξιοθρήνητης συνθήκης να μαστιγώνεται με κάθε δυνατό μέσο. Ποιος μπορεί, όμως, να επικαλεστεί το φάντασμα της ελευθερίας για την επιλογή της διάρρηξης της νηνεμίας του βούρκου ; Ο εικονοκλάστης μηδενιστής αναζητά στη δική του ρήξη με το υπάρχον τις στιγμές εκείνες κατά τις οποίες ενώ δεν πάυει να αποτελεί μέρος του, σηκώνει την πέννα της κριτικής και τη μετατρέπει σε μαχαίρι έμπρακτης άρνησης. Η σύνδεση της σκέψης με την πράξη δεν ανυψώνει το δρον υποκείμενο στο βάθρο ενός στρεβλού φαντασιακού, ούτε το μετατρέπει σε προσφορά στο βωμό μιας ιδέας, αλλά του δίνει τη δυνατότητα να ενσαρκώσει το θεωρητικό του στασιασμό και να βιώσει την ολοκληρωτική ρήξη με το σύνολο του κοινωνικού οικοδομήματος.

Για την κοινωνία και το κράτος, εκείνος που αρνήθηκε να ζήσει τον εφιάλτη μιας καρκινοβασίας χωρίς τη συγκίνηση και το χορό με τα άκρα αποτελεί μίασμα, μια οντότητα που πρέπει να πάψει να υπάρχει. Γιατί στην περίπτωση του εξεγερμένου προσώπου, εκείνου του για τη νόρμα παρανοϊκού εραστή της απόλαυσης και της καταστροφής, ο αντίπαλος δεν είναι ένας κατά φαντασίαν κοινωνικός εχθρός, αλλά ένας άνθρωπος ολότελα ξένος με κάθε τι που πρεσβεύει το υπάρχον. Και για αυτόν τον άνθρωπο η νέμεσις πρέπει να είναι οδυνηρή. Ο βέβηλος διαρρήκτης της κανονικότητας, ο γκρεμιστής των ειδώλων, διαπράττει τη μεγαλύτερη ασέβεια προς τα ιερά και τα όσια αυτού του κόσμου. Αρνείται ριζικά και καταστρέφει, καταστρέφει στο εδώ και το ώρα, χωρίς προοπτική και σχέδιο, χωρίς να υποκύπτει στη λατρεία καμίας ιερότητας. Και γι αυτό είναι ασυγχώρητος από το κοινωνικό κοπάδι, τους επαιρόμενους λάτρες. Κανείς, λοιπόν, δε θα πρέπει να σοκάρεται από τη μοίρα που επιφυλάσσεται σε όσους, με τον τρόπο που οι ίδιοι επέλεξαν και τις κατατεθειμένες σκέψεις, πέρασαν ανεπιστρεπτί τη γραμμή της συμμόρφωσης.
Δε γράφω και δε θα γράψω γενικά και αόριστα. Οι μεθοδεύσεις του κράτους, σε πλήρη αρμονία με τον παλμό και την επιθυμία της μάζας δε σοκάρουν κανέναν από όσους κοιτούν την πραγματικότητα χωρίς να παρεμβάλλουν παραμορφωτικούς καθρέπτες. Αυτή είναι η πραγματικότητα, αυτές είναι οι επιλογές του κράτους σε μια αποτελεσματική όσο και καθυστερημένη απόπειρα αναβάθμισης του συστήματος καταστολής και τακτοποίησης των «κοινωνικών αποβλήτων» που στοιβάζει στα κάτεργα της δημοκρατίας. Τα ιδεολογήματα περί νέου ολοκληρωτισμού και προσπάθειας κοινωνικού εκφασισμού ταιριάζουν στην πλευρά των υπάκουων που δυσαρεστούνται από την αναπροσαρμογή των όρων του κοινωνικού συμβολαίου. Ας σταματήσουν άπαντες να σοκάρονται που το κράτος διαδραματίζει το ρόλο του και ας αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Ας πάψουν, επίσης, να αναζητούν στις γραμμές των μαζανθρώπων δυνέμει συμμάχους. Η μάζα είναι αυτή, άλλωστε, που αποδέχεται, οικοδομεί και διαχέει το κρατικό και κοινωνικό οικοδόμημα. Και είναι η ίδια πλέμπα που αποδέχεται την αναγκαιότητα των φυλακών και της καταπίεσης.

Για την αλληλεγγύη

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ: Είναι ο μακάβριος βωμός στον οποίο ανεβαίνουν οι ηθοποιοί κάθε είδους για να προβάλουν την ιερατική τους ποιότητα και για να αποδώσουν επιτήδεια τη λειτουργία. Είναι κάτι για το οποίο οι ευλογημένοι, δεν πληρώνουν ποτέ λιγότερο από εκατό τοις εκατό παραπάνω από την ταπείνωση.

Ρέντζο Νοβατόρε, «Τα αποφθέγματά μου»

Καμία αλληλεγγύη σε κανέναν. Αυτή είναι η δική μου πρόταση, σύντροφοι. Καμία ταυτότητα δεν αξίζει την a priori συμπάθειά μου, καμία θεωρία τη δική μου θυσία. Στο βωμό καμιάς ιδεολογικής συγγένειας δεν οφείλει κανένας από όσους αυτοπροσδιοριζόμαστε μηδενιστές να χειροκροτήσει το συλλογικό αγώνα των φυλακισμένων κάτω από την κοινή τους ταυτότητα. Ούτε ανθρωπιστής είμαι, ούτε δόθηκα στην υπηρεσία κάποιας ιδέας.

Κάθε πρόσωπο είναι υπεύθυνο για τις επιλογές στις οποίες προβαίνει και για τις αποφάσεις ζωής που παίρνει. Το ίδιο ισχύει και για τους αδερφούς μας που βρέθηκαν αιχμάλωτοι από τον εχθρό. Η δική τους ομηρία στα μπουντρούμια της δημοκρατίας δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από απότοκο συγκεκριμένων επιλογών ζωής, οι οποίες τους έφεραν μπροστά στη νέμεσι του κράτους και της κοινωνίας. Και μπροστά σε ανθρώπους που έκαναν πράξη τις επιλογές τους, αυτό που αρμόζει δεν είναι ούτε το χειροκρότημα, ούτε η συμπάθεια, αλλά η ειλικρινής αναγνώριση των ατομικοτήτων τους. Από ‘κει και πέρα, αν πράγματι είμαστε εγωτικοί στην πράξη και όχι μόνο μέσα σε κυκλώνες ποιητικών εξάρσεων, θα πρέπει να κατανοήσουμε πως κάθε μηδενιστής πρώτα και πριν από ο,τιδήποτε τοποθετεί την προσωπική του βούληση και ικανοποίηση.

Όσον αφορά την Αλληλεγγύη, δεν είναι τίποτα παραπάνω από τη θεατρική σκηνή στην οποία δίνει το ρεσιτάλ του ο εκάστοτε παλιάτσος με μοναδικό σκοπό να χειροκροτηθεί από το πρόθυμο κοινό και να εκπληρώσει το αυτιστικό ιδανικό του. Ακόμη και ο ειλικρινής αλληλέγγυος δεν μπορεί παρά να μου φαίνεται τόσο ανόητος την ώρα που κραυγάζει «Φωτιά στα Κελιά» έξω από τα κάτεργα του Κράτους. Την ίδια ώρα που σπαράζει η καρδιά του για τους αιχμάλωτους συντρόφους, εκείνος, είτε τους θυματοποιεί, είτε αναλώνεται σε φθηνή συνθηματολογία. Δε λέω ότι έχω έτοιμο σχέδιο για να βγουν οι σύντροφοι, αλλά μπορώ να αναγνωρίσω τον αυτισμό της αλληλεγγύης όσο και την αδυναμία της δράσης.

Ως μηδενιστής αρνούμαι την αλληλεγγύη και πολύ περισσότερο την υποχρέωση να την επιδείξω. Οι ευαισθησίες μου είναι επιλεκτικές και τα κίνητρά μου ιδιοτελή. Το ίδιο είναι και τα δικά σας, απλώς Εγώ το παραδέχομαι. Δε στέκομαι δίπλα στον αγώνα του μετανάστη άκριτα, απλώς επειδή ο προσδιορισμός αυτός τον καθιστά στα μυαλά κάποιων επαναστατικό υποκείμενο. Για μένα, η Ηθική του σκλάβου είναι το ίδιο απεχθής με αυτή του εξουσιαστή. Δίνω το χέρι, τη δική μου έμπρακτη «αλληλεγγύη», μόνο στους Αρνητές του Υπάρχοντος, τους Αντάρτες της Απόλαυσης και όσους στρέφονται ενάντια στο Νόμο, το Κράτος και τα υπόλοιπα φαντάσματα. Αρνούμαι να δεχτώ να συναγελάζομαι με “νοικοκυραίους”, θρήσκους και αδύναμους γλύφτες. Εάν εσείς θεωρείτε τους εαυτούς σας ανθρωπιστές, Εγώ δεν είμαι τέτοιος. Γιατί εσείς θάψατε το Θεό των παπάδων και επάνω από το φρεσκοχτισμένο του μνήμα σκούξατε “Ζήτω ο Άνθρωπος”.

Εάν επιμένετε να πλάθεετε Θεούς και να τους τοποθετείτε στη θέση των παλιών που κατακρυμνίσατε, αυτό είναι δικό σας πρόβλημα. Εγώ δε θα το κάνω. Φυσικά και κάθε αξία, είτε αστική, είτε αναρχική είναι στόχος μου. Δε θα έπρεπε να σας κάνει εντύπωση αν δεν είχατε εξυψώσει σε θεϊκό θρόνο την Αναρχία (τον αναρχισμό σας για να είμαι σαφέστερος), εάν δεν είχατε θεωρήσει την Αναρχία τελικό σκοπό και σηματοδότη νέας Ηθικής.

«Ενάντια στον Αναρχισμό, Μηδενιστική Πορεία, τεύχος 1ο»

Η δική μου θέση ήταν και παραμένει ξεκάθαρη. Παρόλα αυτά δεν παραγνωρίζει κανείς ότι στα κελιά του κράτους κρατούνται αδέλφια μας. Και το ζήτημα που τίθεται αφορά τη θέση των μηδενιστών απέναντι στη συνθήκη εγκλεισμού που έχει επιβληθεί στους συντρόφους μας. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει την προοπτική της εκδίκησης, είναι σαφές, όμως, πως ούτε αφοσιωμένοι υπήκοοι κανενός είμαστε, ούτε μπορεί η όποια δράση να καταλήγει να ασκείται για να εξυπηρετήσει βεντέτες. Καθένας από μας είναι μια διακριτή και αυτόβουλη προσωπικότητα, με διαφορετικά θέλω και στοχεύσεις. Δε θα τοποθετήσω πάνω μου αλλότρια Υπόθεση, όχι αν θέλω να είμαι πράγματι εγωιστής και όχι κάποιος περιφερόμενος παλιάτσος. Το ερώτημα, όμως, παραμένει. Τι μπορούμε να κάνουμε για τα αιχμάλωτα αδέλφια μας χωρίς να απολέσουμε τα προσωπικά μας χαρακτηριστικά και χωρίς να μετατραπούμε σε ομάδα αλληλέγγυων ;

Παρά τις πρόσκαιρες συλλογικοποιήσεις και τις οργανικές ή μη σχέσεις του κάθε προσώπου με τα υπόλοιπα, η βάση της ύπαρξής του είναι η μοναχικότητα, μια μοναχικότητα που δεν επιδέχεται ερμηνείας και διευκρινίσεων. Καμία πράξη, ούτε καν η συνέχιση της επίθεσης, δε γίνεται για να εξυπηρετήσει άλλα πρόσωπα, παρά τις επιμέρους δικαιολογίες. Κάθε ανθρώπινη πράξη διέπεται από εγωισμό και ως στόχο έχει την προσωπική ικανοποίηση. Το ίδιο δεν μπορεί παρά να συμβαίνει και με το ζήτημα της πράξης, αλλά και με την υπόθεση της αιχμαλωσίας ειδικότερα. Κάθε πράξη ενός δρώντος υποκειμένου που θυσιάζεται στο βωμό της αλληλεγγύης ή του σκοπού είναι πράξη χαμένη. Το ζήτημα είναι να ζήσεις αυτό που είσαι, όχι αυτό που είναι οι σύντροφοι ή οι οικείοι σου. Και αυτό είναι το στοίχημα που τίθεται για το καθένα μας. Με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις στα κάτεργα όλης της χώρας, η θέση μου είναι σαφής. Καμία αλληλεγγύη σε κανέναν που απλώς φέρει μια μαζική ταυτότητα. Εγώ δεν πρόκειτα να παραστήσω τον κρετίνο που μυξοκλέει για τους συντρόφους του και είτε αναλώνεται σε ηλίθιους συναισθηματισμούς είτε τοποθετεί την υπόθεσή του στην αποθέωση του αντάρτικου συμβολισμού, θέτοντας εαυτόν στην υπηρεσία της εκδίκησης. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, από τη στιγμή που δεν έχω αναπτύξει τις ίδιες οργανικές σχέσεις μαζί τους, όσο με τους κοντινούς μου συντρόφους. Όσο δεν είμαι σε θέση να προσφέρω ουσιαστικά στην καταστροφή των δεσμών των συντρόφων μου, προτιμώ να το βουλώσω.

Για την καταστροφή των φυλακών

Είναι σημαντικό να γίνει σαφής ο λόγος για τον οποίο προτάσσουμε την καταστροφή της φυλακής, λόγος που ακολουθεί κατ’ επέκταση και κάθε μας πρόταση για καταστροφή, σε κάθε πτυχή του υπάρχοντος. Ποια θα μπορούσε να είναι, λοιπόν, η μηδενιστική θέση απένατι στο σωφρονιστικό σύστημα ;

Από τη στιγμή που αναγνωρίζει τον εγωισμό ως υπόβαθρο κάθε ανθρώπινης πράξης, δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ την ίδια τη φύση μου και να τοποθετήσω την προοπτική της καταστροφής των φυλακών πίσω από το παραβάν του αλτρουισμού. Προτάσσω την καταστροφή τους, όχι εξαιτίας κάποια ανθρωπιστικής αίσθησης υποχρέωσης προς το ανθρώπινο είδος των ηλιθίων, αλλά μόνο επειδή η φυλακή ως μέσο καταπίεσης και καταστολής σε κάθε περίοδο και κάτω από οποιοδήποτε κοινωνικό συμβόλαιο, όποια απόχρωση και να φέρει αυτό, χρησιμοποιήσει για να περιθωριοθετήσει εκείνους που η συλλογικά συγκροτημένη μάζα θεωρεί επικίνδυνους, σκουπίδια ή παράσιτα. Και εφόσον αποδεχτούμε ότι μηδενιστής, ο εικονοκλάστης, ο εξεγερμένος ή ο αρνητής εργασίας τοποθετούνται σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες, είναι λογικό να θεωρήσουμε πως το συμφέρον μας εξυπηρετείται από την καταστροφή τέτοιου είδους ιδρυμάτων.
Όχι από αγάπη για τους ανθρώπους, αλλά από μίσος για όλους τους. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμη. Η ανάγκη να προστατεύσω αυτό που Εγώ θεωρώ κόσμο μου, εμένα και τους λιγοστούς συντρόφους μου τους οποίους το κράτος και η κοινωνία καταδίκασε σε αργά θάνατο στα καταστήματα σωφρονισμού της. Σημείο προβληματισμού στα παραπάνω είναι η θέση μας απέναντι στους ενδιάμεσους αγώνες, τους αγώνες εκείνους που γίνονται για να κατακτηθούν ή να προασπιστούν συνθήκες που στην καθημερινότητα της φυλακής καθιστούν την παραμονή εκεί ελαφρώς ευνοϊκότερη.

 

Για μένα, το ζήτημα είναι από ποιο πρίσμα δίνεται κάθε τέτοιος αγώνας. Εάν τα υποκείμενα που συμμετέχουν σε αυτόν συνοστίζονται κάτω από συλλογικές ταυτότητες και λογικές, τότε ο αγώνας αυτός δε διαφέρει σε τίποτα από τους αντίστοιχους αγώνες που δίνονται στο κοινωνικό πεδίο έξω απ’ τα κελιά και στηρίζονται στη ροή των μαζανθρώπων, τη συνοχή και μια διαπλοκή αιτημάων που καμία σχέση πάντως δεν έχουν με τη ρήξη με το εκάστοτε ισχύον καθεστώς. Ένας αγώνας που οργανώνται στη βάση της δαιμονοποίησης του αντιπάλου και σε αυτήν ακριβώς τη βάση συσπειρώνει κομμάτια παντελώς ετερόκλητα και συχνά τάσεις αντιφατικές, δεν είμαι σίγουρος πόσο νόημα μπορεί να έχει. Σε τελική ανάλυση, ο πυρήνας της αντιπαράθεσης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ο καθένας τη φυλακή κοινωνικά και σε επίπεδο θεώρησης.

Αν θεωρησουμε τη φυλακή κοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά της εξωτερικής, αλλά οξυμένα σε μεγάλο βαθμό, τότε το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι πως αν θέλει κανείς να αναζητήσει σημεία πίεσης απέναντι στη διοίκηση της φυλακής και τον κρατικό μηχανισμό εν γένει, θα πρέπει να καταφύγει σε ενέργειες εκτός των τειχών τους. Οποιαδήποτε άλλη διεκδίκηση, αποκομμενη από τη διακριτότητα της θεώρησης και με τη σύγχυση που προσφέρουν τα θολά συλλογικά όργανα δεν μπορεί παρά να καταλήγει ακίνδυνη για το κράτος.

Niger Lupus Negationis

Δεύτερος χαοτικός κύκλος 2014

Renzo Novatore: Ο εικονοκλαστικός Ατομικισμός μου

Άφησα για πάντα μια ζωή στις πεδιάδες.

Ε. Ίψεν

 

Ακόμα και οι πιο καθαρές πηγές της Ζωής και της Σκέψης που δροσερές και χαμογελαστές αναβλύζουν μέσα από τα απόκρημνα βράχια των ψηλότερων βουνών, όταν ανακαλύπτονται από τους δημαγωγούς βοσκούς του νόθου κοπαδιού από αστούς και προλετάριους, αμέσως μετατρέπονται σε δύσοσμες μιαρές και λασπωμένες λακκούβες. Τώρα είναι η σειρά του Ατομικισμού. Από το χυδαίο απεργοσπάστη ως τον ηλίθιο και σιχαμερό αστυνομικό, από τον άθλιο πουλημένο ως τον κατάπτυστο χαφιέ, από το δειλό σκλάβο ως τον απεχθή τύραννο, όλοι μιλούν περί Ατομικισμού.

Είναι της μόδας.

Ακόμα και οι ραχιτικοί ψευτοδιανοούμενοι που που πρεσβεύουν το φθισικό φιλελεύθερο συντηρητισμό ή εκείνοι οι άρρωστοι που υποφέρουν από χρόνια δημοκρατική σύφιλη, μέχρι και οι ευνούχοι του σοσιαλισμού και οι αναιμικοί του κομμουνισμού, όλοι μιλούν και παίρνουν θέση για τους Ατομικιστές.

Αντιλαμβάνομαι ότι μη όντας ο Ατομικισμός μία σχολή και λιγότερο ένα κόμμα, δεν μπορεί να είναι μοναδικός ωστόσο είναι πιο αληθές ότι ακόμα και οι Μοναδικοί είναι ατομικιστές. Και γω σαν μοναδικός ορμάω στο πεδίο της μάχης, ξεγυμνώνω το σπαθί μου και υπερασπίζομαι τις πιο ακριβές μου ιδέες που εκφράζουν έναν ακραίο ατομικισμό, αδιαμφισβήτητα μοναδικό. Μπορεί να είμαστε σκεπτικιστές αδιάφοροι και είρωνες, αλλά όταν κάποιος είναι καταδικασμένος να ακούει συνεχώς τους σοσιαλιστές, λίγο η πολύ καταρτισμένους, να διατυμπανίζουν ξεδιάντροπα και με πλήρη άγνοια ότι δεν υπάρχει τίποτα το ασύμβατο μεταξύ της Ατομικιστικής και συλλογικής ιδέας, και προσπαθούν ηλίθια να συγκρίνουν ένα γιγάντιο βάρδο της ηρωικής ισχύος- έχοντα κυριαρχήσει πάνω στα ανθρώπινα φαντάσματα ηθικά και θεϊκά που τρέμει και καρδιοχτυπά τότε αναγαλλιάζει και απλώνεται πέρα από το καλό και το κακό της Εκκλησίας και του Κράτους, των Λαών και της Ανθρωπότητας μέσα σε παράξενες λάμψεις μιας νέας ερωτικής φωτιάς, παρερμηνευμένης όπως άλλωστε και ο λυρικός δημιουργός του Ζαρατούστρα, με κάποιον κοινό και φτωχό προφήτη του Σοσιαλισμού- τη σχολή της δειλίας. Ή ακόμα και έναν ακατανίκητο και αξεπέραστο Εικονοκλάστη όπως είναι ο Μαρξ Στίρνερ, τον θεωρούν σαν ένα οποιοδήποτε εργαλείο εκτεθειμένο στους φρενήρεις θιασωτές του κομμουνισμού, ε τότρ ναι, μπορεί να κάνει κάποιος μια ειρωνική γκριμάτσα με τα χείλη του αλλά κατόπιν πρέπει να εξεγερθεί αποφασιστικά προκειμένου να υπερασπιστεί και να επιτεθεί, εφόσον νιώθει Ατομικιστής από την αρχή ως το τέλος, δε μπορεί να ανέχεται να βρίσκεται έστω και στο ελάχιστο μπερδεμένος μέσα στους αδαείς κόλπους ενός νοσηρού βελάζοντος κοπαδιού.

Η Ιστορία, ο Υλισμός, ο Μονισμός, ο θετικισμός και όλοι οι -ισμοί αυτού του κόσμου είναι παλιές και σκουριασμένες πληγές που δε μου χρησιμεύουν πια και δε με απασχολούν. Έχω σαν αρχή τη Ζωή και σαν τέλος το Θάνατο. Θέλω να ζήσω έντονα τη Ζωή μου για να αγκαλιάσω το Θάνατό μου.

Εσείς περιμένετε την Επανάσταση! Ας είναι! Η δική μου έχει ξεκινήσει προ καιρού! Όταν θα είστε έτοιμοι- Θεέ μου τι μεγάλη αναμονή!- δε θα μου προκαλεί αποστροφή το να μοιραστώ μαζί σας ένα μέρος δρόμου.

Άλλα όταν θα σταματήσετε, εγώ θα συνεχίσω την τρελή και θριαμβευτική μου πορεία προς τη μεγαλειώδη και υπέρτατη κατάκτηση του Τίποτα!

Κάθε κοινωνία που θα φτιάξετε θα ‘χει τα όρια της και στα όρια της θα δρουν οι ηρωικοί και αναμαλλιασμένοι τυχοδιώκτες, με την παρθένα και άγρια σκέψη τους, που ξέρουν να ζούνε μονάχα, ετοιμάζοντας αδιάλειπτα νέες και τρομερές εξεγερσιακές εκρήξεις.

Εγώ θα είμαι μεταξύ αυτών!

Και μετά από μένα, όπως και πριν από μένα, θα υπάρχουν πάντα αυτοί που θα λένε στους ανθρώπους: “‘Εξεγερθείτε εσείς οι ίδιοι, όχι τόσο εναντίον των θεών σας ή των ειδώλων σας: ανακαλύψτε μέσα σας ότι υπάρχει και είναι κρυμμένο: φέρτε τα στο φως: αποκαλυφτείτε!”. Είναι η στιγμή που ο κάθε άνθρωπος ανασκαλεύοντας μέσα του, βγάζει ότι μυστηριωδώς ήταν κρυμμένο, σαν μια σκιά που κρύβει από τις ακτίνες του Ήλιου κάθε τύπο ζωντανής Κοινωνίας!

Κάθε Κοινωνία τρέμει όταν η περιφρονητική αριστοκρατία των Τυχοδιωκτών, των Μοναδικών, των Απροσπέλαστων, των Κυρίαρχων του Ιδεώδους και των κατακτητών του Τίποτα αψηφώντας τα πάντα προχωρά. Εμπρός, λοιπόν, ω Εικονοκλάστες, εμπρός!

“Ήδη ο ουρανός που είναι κυριευμένος από προαίσθημα κρύβεται και σιωπά!”

Άρκολα, Ιανουάριος 1920

Έργο του Renzo Novatore, που δημοσιεύτηκε από το Iconoclasta, στην Πιστόια, στις 15/01/1920.

Χαοτικές συμπεριφορές σε διαρκή εξέγερση-FAI/ELF: Εμπρησμός αυτοκινήτων στο Κολωνάκι, για τον Μαύρο Ιούλη

Στις 22 Ιουνίου τα καθήκια της γερμανικής αστυνομίας ζώσανε πάλι την κατάληψη Rigaer 94 μετά από μήνες που ολόκληρη η περιοχή Nordkiez έχει ανακυρηχθεί “ζώνη κινδύνου” με συνεχείς ελέγχους και αστυνομοκρατία. Ακόμα και έτσι ομως, δεν κατάφεραν να περιορίσουν την συγκρουσιακότητα σε αυτή την γωνιά του Βερολίνου.

Ως αναρχικοί, δεν μπορούμε να μένουμε με σταυρωμένα χέρια απέναντι στην επέλαση της εξουσίας ενάντια στις δομές ή ατομικότητες που μοιραζόμαστε μαζί τους κοινές επιθυμίες εξέγερσης και καταστροφής του υπάρχοντος είτε στο Βερολίνο είτε στην Αθήνα είτε οπουδήποτε.

Βέβαια πιστεύουμε πως δεν πρέπει να περιορίζουμε τις εκρήξεις αναρχικής βίας μόνο σαν αμυντική αντίδραση στις επιθέσεις της εξουσίας (εκκενώσεις, συλλήψεις, κτλ.) Εμείς είμαστε αυτοί που πρέπει να περνάμε στην επίθεση με κάθε διαθέσιμο μέσο χωρίς να περιμένουμε κάποιο χτύπημα για να απαντήσουμε. Λόγους για να περνάμε πάντα και πρώτοι στην επίθεση έχουμε και με το παραπάνω.

Στην Nordkiez μπορεί η συγκρουσιακότητα να είναι μία διαρκής συνθήκη, σε πολλές άλλες ομως περιπτώσεις η ύπαρξη καταλήψεων ή άλλων “κινηματικών” δομών χρησιμοποιείται σαν δικαιολογία για την διατήρηση του κατεστημένου και την αναβολή της επίθεσης. Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί μ’αυτά τα μέρη είναι η “αυτοεκκένωση τους” για το σπάσιμο της κανονικότητας και την απελευθέρωση της σύγκρουσης μεσα στην πόλη.

Την νύχτα της 5 Ιουλίου πήγαμε μία βόλτα από το Κολωνάκι και ξεκινήσαμε να πυρπολούμε αυτοκίνητα αδιακρίτως ώστε η φωτιά να επεκταθεί ανεξέλεγκτα σε κάθε πιθανό όχημα σαν μία χειρονομία συνενοχής με την Rigaer 94 και στα πλαίσια του καλέσματος για ένα Μαύρο Ιούλη. Και γιατί πάντα υπάρχει λόγος για να χορτάσουμε τις καταστροφικές μας ορέξεις.

Η αδιάκριτη πυρπόληση αυτοκινήτων είναι για εμάς μία από τις πολλές μορφές άμεσης επίθεσης στον πολιτισμό και την κοινωνία των πειθήνιων σκλάβων αφού η λειτουργία των μηχανών έχει πρωταρχική σημασία για την αλυσίδα παραγωγής και κατανάλωσης. O κύριος ρόλος τους είναι η μεταφορά στην δουλειά ή στους χώρους κατανάλωσης και αλλοτριωτικής “διασκέδασης” και στην μαζική νοοτροπία των πολιτών – καταναλωτών συμβολίζουν το κοινωνικό status, την αγοραστική δύναμη και την προσωπική επιτυχία.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΧΥΣΗ ΤΩΝ ΕΧΘΡΟΠΡΑΞΙΩΝ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΠΙΘΕΣΗ.

Χαοτικές συμπεριφορές σε διαρκή εξέγερση, FAI/ ELF

Πηγή: Contra Info

Πυρήνας Εμπρηστικής Ανυπακοής: Ανάληψη ευθύνης για εμπρηστική επίθεση στα ΕΛΤΑ Νέας Σμύρνης

“Ποιος θα κομματιάσει τη πέτρα που εδώ και χιλιετηρίδες πλακώνει την ατομική αυτονομία; Είναι τόσος πολύς καιρός που το μαθαίνω να ζω σημαίνει μαθαίνω να πεθαίνω.”

Πόσα χρόνια εμπορευματικής κοινωνίας; Πόσα περισσότερα “πολιτισμένης” ύπαρξης; Και όλα αυτά γιατί; Παίρνουμε μέρος στο πιο παρανοϊκό πείραμα της ανθρώπινης κυριαρχίας. Από τα πρώτα στάδια της εξημέρωσης μέχρι την εισβολή της οικονομίας στη ζωή η καταπίεση, η εκμετάλλευση, ο καταναγκασμός θα αποτελέσουν από τα δομικότερα συστατικά της κοινωνίας. Οι εξουσιαστικές δομές και λογικές πασχίζοντας να εξασφαλίσουν την παρουσία τους στο πέρασμα των αιώνων μετασχηματίστηκαν, κέρδισαν σε ευελιξία πατώντας στις ανθρώπινες σχέσεις και τελικά επέβαλαν την καθολικότητά τους μέσω της εμπορευματοποίησης της ύπαρξης. Τα περιθώρια μη συμμόρφωσης στένεψαν. Οι τρόποι ξεράσματος των “αχρήστων” εξανθρωπίστηκαν. Η άλλοτε επιθετική και άλλοτε παθητική αδιαφορία του καπιταλιστικού κόσμου για την βιωσιμότητα των, με ποικίλους τρόπους, περιττών όντων, ανθρώπινων και μη, είναι διαπιστώσιμη απλά και μόνο με μια ματιά όχι και πολύ μακριά μας. Πόσα στοιβαγμένα σώματα ζωντανά ή νεκρά είτε σε θάλασσες είτε στην ψυχρότητα των γκρι δωματίων.

Απέναντι στο υπάρχον δεν υπάρχουν δικαιολογίες, όλοι βλέπουν και όλοι γνωρίζουν. Η δικιά μας θέση σε αυτή την κατάσταση παίρνει τη μορφή έκφρασής της μέσω της αναρχικής δράσης. Θα αποφύγουμε τις μακρινές και υποθετικές αναλύσεις. Γνωρίζουμε πως (όχι μόνο στις δικές μας ζωές) οι στιγμές ελευθερίας είναι τόσο αφομοιώσιμες από την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα που αδυνατούμε να φανταστούμε την τροπή που μπορούν να πάρουν τα πράγματα. Το μόνο σίγουρο είναι πως νιώθουμε αυτόν τον κόσμο να γατζώνεται αβάσταχτα στο πετσί μας και όσο πιο πολύ του επιτεθούμε τόσο λιγότερα θα είναι τα σημάδια του επάνω μας.

Ενώ κάποιοι κοιμόντουσταν εξαντλημένοι και θαμπωμένοι από ένα τριήμερο ξέφρενης κατανάλωσης και διασκέδασης κάποιοι επέλεξαν να δράσουν. Τα ξημερώματα της Τρίτης 15/3 πυρπολήσαμε και καταστρέψαμε το βαν και το ΑΤΜ των ΕΛΤΑ Νέας Σμύρνης. Εξαιτίας της έκτασης της φωτιάς το εν λόγω κατάστημα απέκτησε και μια καινούργια πρόσοψη.

Επίσης αυτή η πράξη αποτελεί την ελάχιστη πράξη συνενοχής με τα έγκλειστα συντρόφια που αυτό το διάστημα αντίκρυσαν ή αντικρύζουν ξανά τις αίθουσες των δικαστών και των εισαγγελέων. Δύναμη στους Monica Caballero και Francisco Solar, στη ΣΠΦ, στον Ε.Α. και σε όλους τους φυλακισμένους αναρχικούς ανά τον κόσμο καθώς και σε όλους εκείνους και εκείνες που με τον οποιοδήποτε τρόπο συνεισφέρουν στην όξυνση του αναρχικού πολέμου με την εξουσία.

ΥΓ. Και επειδή η μνήμη είναι αναπόσπαστο κομμάτι για τη συνέχιση του αναρχικού αγώνα δεν θα μπορούσαμε να μην ανακαλέσουμε το θάνατο του συντρόφου Λάμπρου Φούντα στις 10/3/10 μετά από συμπλοκή με μπάτσους.

Μέχρι την αναρχία

Πυρήνας Εμπρηστικής Ανυπακοής

Πηγή: Contra Info