Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασσέτ: Μαζάνθρωπος ή Δημιουργός;

1

Ποιος είναι ο Ορτέγα ι Γκασσέτ; Είναι ο πιο σημαντικός Ισπανός φιλόσοφος και ένας από τους πιο διακεκριμένους της Ευρώπης. Σύγχρονος του Χάιντεγκερ, παρακολουθεί τη σκέψη του και συσχετίζεται μαζί του. Γεννήθηκε στη Μαδρίτη και ανέπτυξε μια σπουδαία σκέψη γύρω από την ουσία της φιλοσοφίας και πιο ειδικά από τη φιλοσοφία της ζωής και του πολιτισμού. Το διερευνητικό του βλέμμα το έχει πάντα προσηλωμένο στο φαινόμενο της ζωής. Τη ζωή όμως δεν την εννοεί ως μια αφηρημένη έννοια ή ως μια πεζή και τετριμμένη πραγματικότητα παρά ως εκείνη την ανεξάντλητη πηγή για την κατανόηση της φύσης, του κόσμου και της κοινωνίας, για την οποία (πηγή) δουλεύουν οι πάντες, ακόμη και η Λογική. Η τελευταία ‒μαζί με την τέχνη, την επιστήμη και κάθε μορφή πνευματικής δημιουργίας‒ πρέπει να λειτουργεί ως ένα αποτελεσματικό διεγερτικό της ζωής:

«Ο λόγος, η έννοια είναι ένα από τα οικιακά σκεύη του ανθρώπου, που τα χρειάζεται και τα χρησιμοποιεί, για να ξεκαθαρίσει την ίδια του τη θέση ανάμεσα στην άπειρη και απίστευτα προβληματική πραγματικότητα, που είναι η ζωή. Η ζωή είναι ένας αγώνας με τα πράγματα, για να κρατηθεί ανάμεσά τους» (Η εξέγερση των μαζών. Εκδ. Δωδώνη, σσ. 167-68).

Είναι χρέος της εποχής μας, λέει ο Ορτέγα, η Λογική να αποτελέσει μέρος της πιο συγκεκριμένης έκφρασης της ζωής και όχι αντίστροφα. Το ίδιο το πνεύμα είναι ένας εφήμερος κυματισμός, που μπορεί και πρέπει να συμβαδίζει με τη ζωτική διάθεση της ανθρώπινης ύπαρξης και να ανταποκρίνεται στην απέραντη πληρότητα της ζωής. Κεντρικός στόχος έτσι των φιλοσοφικών αναζητήσεων του Ορτέγα παραμένει ο άνθρωπος. Στο πλαίσιο αυτό επιχειρεί να ερμηνεύσει και να κατανοήσει τον κόσμο, εμβαθύνοντας στα επιστημονικά δεδομένα της εποχής του και αναπτύσσοντας έναν συνολικό φιλοσοφικό προβληματισμό γύρω από τρία τινά: 1. γύρω από το οντολογικόμεταφυσικό ερώτημα σχετικά με την προέλευση των όντων· 2. γύρω από το γνωσιολογικό ερώτημα σχετικά με το πώς γνωρίζουμε, τα όντα, τα πράγματα και 3. γύρω από την αξία των όντων, δηλ. γύρω από το αξιολογικό ερώτημα.

2

Η πλειονότητα των ανθρώπων, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, δεν έχει γνώμη και γι’ αυτό χρειάζεται μετάγγιση απ’ έξω, όπως συμβαίνει με τα λάδια στη μηχανή. Μια τέτοια μετάγγιση δεν είναι τίποτε άλλο από την επικράτηση της υγιούς δημόσιας γνώμης, που μπορεί να βάλει τάξη στο χάος του κόσμου και της κοινωνίας. Η ανυπαρξία μιας τέτοιας γνώμης παραπέμπει στην παρακμή της Ευρώπης, με κυρίαρχο έναν αντίστοιχο τύπο  ανθρώπου:

«τον μαζάνθρωπο, που το κύριο χαρακτηριστικό του έγκειται στο ότι διεκδικεί το δικαίωμα να είναι κοινός και αρνείται να δεχτεί οποιαδήποτε αρχή ανώτερη απ’ αυτόν» (ό.π., σ. 170).

Η έννοια του μαζανθρώπου έχει απασχολήσει τη φιλοσοφική σκέψη από τις πρώτες ακόμη εκ-δηλώσεις της, στο πλαίσιο της μακραίωνης ιστορικής της εξέλιξης. Ο Ηράκλειτος, για παράδειγμα, με πολλή ευστοχία μίλησε για τη μεγάλη μάζα των κοινών θνητών, που δεν καταλαβαίνουν τον καθολικό Λόγο και δεν έχουν συνείδηση του τι λέγουν και του τι πράττουν. Συμπεριφέρονται ως καθεύδοντες και μισούν θανάσιμα τους άριστους. Η έννοια του άριστου στον Ηράκλειτο ‒όπως και σε όλη την προσωκρατική, πλατωνική, αριστοτελική και διαχρονικά ως τη σύγχρονη φιλοσοφία‒ νοείται ποιοτικά και όχι ποσοτικά ή με κριτήρια υλικά, τουτέστι ταξικά. Η αντίληψη που ταυτίζει το άριστο ‒και τον άριστο‒ με τον οικονομικά ή πολιτικά ισχυρό και με τις παραφυάδες τους, κυρίαρχη κατά κόρον στις εποχές μας, είναι χυδαία και εκπορεύεται από κομματικές, πολιτικές, συντεχνιακές και παρόμοιες «συλλογικότητες» [=μειοψηφίες] μαζανθρώπων, ανίκανων δηλαδή καθ’ όλα αντιδημιουργικών όντων, σακάτηδων και εμπαθών κατά Νίτσε, που θέλουν να δομήσουν τη δική τους εξουσία και να εκμηδενίσουν καθετί ανώτερο και δημιουργικό: απαξιώνουν τις αυθεντικά ανώτερες αξίες, ενεργώντας όμως στο όνομά τους:

«όλες οι αξίες, με τις οποίες προσπαθήσαμε ως τώρα να κάνουμε τον κόσμο πρωτίστως αξιοεκτίμητο … και οι οποίες τελικά λειτούργησαν απαξιωτικά για τον κόσμο, … όλες αυτές οι αξίες, ιδωμένες ψυχολογικά, είναι αποτελέσματα συγκεκριμένων προοπτικών για ό,τι είναι χρήσιμο στη διατήρηση και την αύξηση των μορφωμάτων της ανθρώπινης κυριαρχίας : και μόνο ψεύτικα προβάλλονται στην ουσία των πραγμάτων» (Νιτσε: Ευρωπαϊκός Μηδενισμός, μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος, εκδ. Ηριδανός 2017, σσ. 67-68).

Σε άλλο πάλι σημείο του ίδιου έργου γίνεται έτι περαιτέρω αποκαλυπτικός ο Νίτσε:

«το κατώτερο είδος («αγέλη», «μάζα», «κοινωνία») ξεσυνηθίζει τη σεμνότητα και διογκώνει τις ανάγκες του σε σημείο που να τις μεταποιεί σε κοσμικές και μεταφυσικές αξίες. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ολόκληρη η ύπαρξη κατρακυλά στον εκχυδαϊσμό: γιατί, στο μέτρο που κυβερνά η μάζα, τυραννά τις εξαιρέσεις, έτσι ώστε αυτές-εδώ να χάνουν την πίστη στον εαυτό τους και να γίνονται μηδενιστές… Παρακμή και ανασφάλεια όλων των ανώτερων τύπων· ο αγώνας ενάντια στη μεγαλοφυία («λαϊκή ποίηση» κ.λπ.). Συμπόνοια για τους κατώτερους και τους δεινοπαθούντες ως μέτρο για το ύψος/ανάστημα της ψυχής. Λείπει ο φιλόσοφος, ο ερμηνευτής της πράξης και όχι απλώς ο μετα-ποιητής  της» (Νίτσε, ό.π., σσ. 84-85).

3

Ο Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασσέτ  ανήκει στους λίγους εκείνους φιλοσόφους που εννοούν τη φιλοσοφική δημιουργία ως έναν τιτάνιο πνευματικό αγώνα στα σταυροδρόμια και στις δημόσιες πλατείες. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για τον αγώνα που επιτρέπει σε έναν λαό να αποκτά ιστορική συνείδηση, να την εσωτερικεύει και συναφώς να αναγνωρίζει τη βαρύτητα των εκάστοτε ιστορικών στιγμών, που διέρχεται ο ίδιος ως έθνος ή κράτος, αλλά και ως μέρος ενός συνολικότερου κόσμου, ας πούμε του κόσμου της Ευρώπης. Αυτός ο κόσμος σήμερα είναι επίφοβος, εκθέτει σε θανάσιμους κινδύνους τους λαούς που συντάσσονται ή ταυτίζονται μαζί του. Ο ιστορικός του ορίζοντας είναι σκοτεινός και μέσα σε τούτη τη σκοτεινότητα έχει καταδικαστεί, προς το παρόν, να ζει και ο ελληνικός λαός με δική του ευθύνη. Την ίδια στιγμή, τα ανθρώπινα άτομα έχουν αποτύχει ως τώρα να οργανώσουν μια μετακαπιταλιστική κοινοτική ζωή με υψηλό επίπεδο εμβίωσης, όπου η κοινωνία, ως επι-κοινωνία, δεν θα είναι συνονθύλευμα συμφερόντων και συμφεροντολόγων –καληώρα σαν τις βάρβαρες συντεχνίες του τηλεοπτικού θεάματος [=μαζικές συναυλίες για τους «δεινοπαθούντες»] ή τους παντός είδους πολιτικο-ιδεολογικούς [τους] κομισάριους– αλλά αυθεντική κοινότητα ενδιαφερόντων και δημιουργών  πάνω σε μια κοινή υποστασιακή-πνευματική βάση.

4

Όπως επισημαίνει ο  Ορτέγκα ι Γκασσέτ, το γεγονός σήμερα στην κοινωνία είναι η απόλυτη μαζοποίησή της, χωρίς τούτο να σημαίνει πως η μαζοποίηση είναι απροϋπόθετα αρνητικό χαρακτηριστικό· απλώς αποτυπώνει μια πραγματικότητα, που αποβαίνει καλή ή κακή από τους δρώντες και τα δρώμενα. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, διευκρινίζει ο Ισπανός φιλόσοφος,

«η κοινωνία είναι πάντοτε η δυναμική ενότητα δυο παραγόντων: των μειοψηφιών και των μαζών» (Η εξέγερση των μαζών, όπ., σ. 38).

Πώς εννοεί τις μειοψηφίες και πώς τις μάζες; Στις μειοψηφίες συγκαταλέγει «άτομα ή ομάδες ατόμων με ιδιαίτερες ιδιότητες» (ό.π.). Είναι οι ίδιοι περίπου σαν τους ανώτερους τύπους του Νίτσε.  Οι ιδιαίτερες ιδιότητές τους δεν έχουν να κάνουν με αλαζονικές συμπεριφορές περί ανώτερων ανθρώπων, αλλά θεμελιωδώς με το γεγονός ότι τα άτομα αυτά είναι τα πιο δημιουργικά

«που έχουν μεγάλες αξιώσεις από τους εαυτούς τους και πάνω τους σωρεύουν δυσκολίες και καθήκοντα» (ό.π., σ. 40).

Πριν αξιώσουν από τους άλλους οτιδήποτε, πρώτα το αξιώνουν από τον εαυτό τους. Επομένως δεν είναι οι αισχρές μειοψηφίες των «εκπροσώπων» ή «αντιπροσώπων» που απαιτούν από τους [=απατούν τους] άλλους και στο όνομα των άλλων «ολοκλήρωση», «τελειοποίηση», «αξιοθέτηση», «δημοκρατία» «σοσιαλισμό» κ.λπ., χωρίς να απαιτούν όλα τούτα πρωτίστως από τον εαυτό τους. Στη μάζα, απεναντίας, ο φιλόσοφος εντάσσει τον μέσο άνθρωπο, που δεν διεκδικεί τίποτα πέρα από εκείνα τα δικαιώματα που τον κάνουν να είναι μάζα. Λαός, ως μάζα, συνιστά μια αφαίρεση, κατά Χάιντεγκερ, θεμελιωμένη στη μεταφυσική θεώρηση των πραγμάτων.

5

Ο μέσος άνθρωπος είναι αυτός που ακολουθεί μιμητικά τις μαζικές συμπεριφορές· δεν διαφοροποιείται από τον κοινό τρόπο σκέψης και έτσι δεν αξιώνει τίποτα περισσότερο ή ιδιαίτερο από τον εαυτό του πέρα από αυτό που του υπαγορεύει η μάζα ή η μαζική υστερία της στιγμής. Μεταποιείται έτσι σε μαζάνθρωπο, χωρίς δημιουργικές ικανότητες και με μοναδικό στόχο, συνειδητά ή μη-συνειδητά, από εξουσιαζόμενος να γίνει εξουσιαστής. Αυτοί είναι, όπως μοναδικά σημειώνει ο Ορτέγκα ι Γκασσέτ,«απλοί φελλοί που επιπλέουν στα κύματα» (ό.π.). Αυτοί οι φελλοί διεκδικούν πάντοτε μια θέση στο προσκήνιο της κοινωνικής, πολιτικής, πολιτιστικής και πνευματικής ζωής. Πώς τη διεκδικούν; Με το να θέλουν να υποσκελίσουν, παντί τρόπω, τα δημιουργικά άτομα ή τις δημιουργικές ομάδες ατόμων:

«η μάζα πιστεύει πως έχει το δικαίωμα να επιβάλει και να δώσει ισχύ νόμου σε κοινοτοπίες που γεννήθηκαν στα καφενεία» (ό.π., σ. 42).

Πόσα, για παράδειγμα, ικανότερα και αξιότερα άτομα της δημόσιας σφαίρας, της επιστήμης, γενικώς της υψηλής ικανότητας και δημιουργίας δεν υποσκελίζονται κάθε στιγμή από τα απαίδευτα τρωκτικά της μιας ή της άλλης συντεχνίας που έχουν εγκατασταθεί μέσα στις φλέβες της ανθρώπινης κοινότητας.  Τα τρωκτικά αυτά – και όλα τα παρόμοια στους διάφορους κοινωνικούς τόπους– γνωρίζουν πως δεν υπερβαίνουν το κοινότοπο, το μέτριο, το ωφελιμιστικό· κι όμως βρίσκουν το θράσος να διεκδικούν το αιώνιο ρίζωμα του δικού τους εξουσιασμού. Εξουσιασμός για τον Ορτέγα δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το ρίζωμα του αντιπνευματικού στοιχείου στην καρδιά της πολιτείας. Σε ένα τέτοιο ρίζωμα αποβλέπουν και τα αντιαισθητκά μαζικά θεάματα των ημερών μας στο όνομα πάντα της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας του λαού. Να γιατί πιο αφηρημένη έννοια απ’ αυτή του λαού δεν έχει εφευρεθεί έως σήμερα. Όπως διευκρινίζει και ο Χάιντεγκερ, με απόλυτη σαφήνεια, ο λαός, ως τέτοιος, έχει συγκεκριμένη ιστορικότητα μόνο στο μέτρο που διέπεται από μια φιλοσοφία, π.χ. όπως η φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων. Ποια είναι η σημερινή φιλοσοφία αυτού που ονομάζεται λαός; Ο άρτος, τα θεάματα και τα τσιφτετέλια των κάθε λογής ανθρώπων τωνεσμών.

Πηγή: Hegel-Platon

Wolfi Landstreicher: Η φύση ως θέαμα

Η εικόνα της «άγριας φύσης*» ενάντια στην αγριότητα

(Σημείωση του συγγραφέα: Η συχνή χρήση εισαγωγικών γίνεται για να ενισχύσει την άποψη πως η φύση και η «ερημιά» είναι έννοιες και όχι πραγματικά όντα).

Η Φύση δεν υπήρχε ανέκαθεν. Δε βρίσκεται στα βάθη του δάσους, στην καρδιά του λιονταριού του βουνού ή στα τραγούδια των πυγμαίων· βρίσκεται στις φιλοσοφίες και στις κατασκευασμένες γι’αυτήν εικόνες των πολιτισμένων ανθρώπων. Οι φαινομενικά αντίθετες θέσεις περιπλέκονται, δημιουργώντας τη φύση ως μια ιδεολογική κατασκευή, που υπηρετεί την εξημέρωσή μας, την καταστολή και τη διοχεύτευση των άγριων εκφράσεών μας.

Ο Πολιτισμός είναι μονολιθικός και  ο πολιτισμένος τρόπος αντίληψης όλων εκείνων, που μπορούν να παρατηρηθούν, είναι επίσης μονολιθικός. Όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τα εκατομμύρια όντα, που υπάρχουν γύρω του, το πολιτισμένο μυαλό χρειάζεται να τα κατηγοριοποιήσει για να νομίζει ότι τα καταλαβαίνει (ενώ στην πραγματικότητα, το μόνο που καταλαβαίνει είναι πώς να τα κάνει χρήσιμα στον πολιτισμό). Η φύση είναι μια από τις πιο βασικές κατηγορίες του Πολιτισμού, μια από τις πιο χρήσιμες για να περιορίζει την αγριότητα των ατομικοτήτων και να επιβάλλει τον αυτοπροσδιορισμό τους ως πολιτισμένα, κοινωνικά όντα.

Κατά πάσα πιθανότητα, μια από τις πρώτες αντιλήψεις για τη φύση ήταν παρόμοια με αυτήν, που παρατηρούμε στην Παλαιά Διαθήκη: η κακή «αγριάδα», ένας τόπος ερημιάς, που κατοικείται από άγρια και δηλητηριώδη κτήνη, μοχθηρούς δαίμονες και τρελούς. Αυτή η αντίληψη εξυπηρετούσε ένα σκοπό ιδιαίτερα σημαντικό για τους πρώτους πολιτισμούς. Είχε ενσταλάξει το φόβο για ό,τι ήταν άγριο, κρατώντας τον περισσότερο κόσμο εντός των τειχών της πόλης και προκαλώντας σε όσους έβγαιναν να εξερευνήσουν την ανάγκη να έχουν μια αμυντική στάση, σα να βρίσκονταν σε εχθρικό έδαφος. Με αυτόν τον τρόπο, αυτή η αντίληψη βοήθησε να δημιουργηθεί η διχοτόμηση μεταξύ «ανθρώπου» και «φύσης», η οποία εμποδίζει τους ανθρώπους να ζήσουν άγρια, δηλαδή σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Αλλά, αυτή η εντελώς αρνητική αντίληψη περί φύσης θα έφτανε κάποια στιγμή στα όρια της αχρηστείας της, αφού κρατούσε τον πολιτισμό μέσα σε ένα κλειστό και υπό πολιορκία φρούριο, ενώ για να επιβιώσει, ο πολιτισμός έχει την ανάγκη να επεκταθεί, να έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί όλο και πιο πολλά. Η «Φύση» έγινε ένα καλάθι πόρων, μια «μητέρα», που θρέφει την «ανθρωπότητα» και τον πολιτισμό της. Ήταν πανέμορφη, άξια λατρείας, ενατένισης, μελέτης και… εκμετάλλευσης.Δεν ήταν πλέον κακή… αλλά, ήταν χαοτική, ιδιότροπη και αναξιόπιστη. Ευτυχώς για τον πολιτισμό, η «ανθρώπινη φύση» είχε εξελιχθεί, είχε γίνει λογική και χρειαζόταν να βάλει τα πράγματα σε τάξη, να τα θέσει υπό τον έλεγχό της. Τα άγρια μέρη ήταν απαραίτητα στους ανθρώπους, για να μελετούν και να θαυμάζουν τη «φύση» στην ανέγγιχτη μορφή της, ακριβώς, όμως, για να μπορούν τα πολιτισμένα ανθρώπινα όντα να κατανοήσουν και να ελέγξουν τις «φυσικές» διαδικασίες, με σκοπό να τις χρησιμοποιήσουν για να επεκτείνουν τον πολιτισμό. Έτσι, η «κακή αγριάδα» επισκιάζεται από μια «φύση» ή μια «αγριότητα», που έχει θετική αξία για τον πολιτισμό.

Η αντίληψη περί φύσης δημιουργεί συστήματα κοινωνικών αξιών και ηθικής. Λόγω των προφανώς αντιθετικών αντιλήψεων, που έχουν εμπλακεί στην ανάπτυξη της έννοιας της «φύσης», αυτά τα συστήματα ίσως φαίνονται, επίσης, αντιθετικά· όμως, όλα έχουν τον ίδιο σκοπό: την εξημέρωσή μας. Εκείνοι, που μας λένε «να φέρεστε πολιτισμένα» και εκείνοι, που μας λένε «να φέρεστε φυσικά», μας λένε στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα: «Ζήστε σύμφωνα με εξωτερικές από εσάς αξίες, όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες σας». Η ηθική των νατουραλιστών δεν είναι λιγότερο φαύλη από κάθε άλλη ηθική. Άνθρωποι φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και σκοτώθηκαν, επειδή έκαναν «αφύσικες πράξεις»  και αυτό συμβαίνει ακόμα. Η «Φύση» είναι και αυτή ένας άσχημος και απαιτητικός θεός.

Από την απαρχή της, η φύση ήταν μια κατασκευή της εξουσίας, για να ενισχύσει τη δύναμή της. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως στη σύγχρονη κοινωνία, όπου το θέαμα κυριαρχεί στην πραγματικότητα και πολλές φορές φαίνεται να τη δημιουργεί, η «φύση» λειτουργεί ως μια μέθοδος εξημέρωσης. Προγράμματα για τη «Φύση» στην τηλεόραση, ημερολόγια του SierraClub*, οι έμποροι «αγριότητας», τα τρόφιμα και οι ίνες «φυσικής» προέλευσης, ο «οικολόγος» πρόεδρος και η «ριζοσπαστική» οικολογία, όλα συνωμοτούν δημιουργώντας τη «φύση» και τη «σωστή» σχέση μας με αυτήν. Η προβαλλόμενη εικόνα εμπεριέχει την «κακή αγριάδα» των πρώτων πολιτισμών, σε μια υποσυνείδητη μορφή. Τα τηλεοπτικά προγράμματα για τη «Φύση» περιέχουν πάντα σκηνές άγριου κυνηγιούκαι έχει ειπωθεί πως οι σκηνοθέτες αυτών των προγραμμάτων χρησιμοποιούν ράβδους, που παράγουν ηλεκτρικές εκκενώσεις, για να προκαλέσουν μάχες μεταξύ των ζώων. Οι προειδοποιήσεις, που δίνονται στους μελλοντικούς εξερευνητές  για τα επικίνδυνα ζώα και φυτά και οι ποσότητες προϊόντων, που παράγονται από τους εμπόρους «αγριότητας» για να αντιπετωπιστούν αυτά, είναι μάλλον υπερβολικά, από την προσωπική μου εμπειρία περιπάτων σε άγρια μέρη. Μας δίνεται η εικόνα πως η ζωή εκτός του πολιτισμού είναι μια μάχη επιβίωσης.

Αλλά, η κοινωνία του θεάματος χρειάζεται η εικόνα της «κακής αγριάδας» να είναι υποσυνείδητη, για να την εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά. Η κυρίαρχη εικόνα για τη «φύση» την απεικονίζει ως πόρο και ως αντικείμενο ομορφιάς για ενατένιση και μελέτη. Η «Άγρια φύση» είναι ένα μέρος, που μπορούμε να αποτραβηχτούμε για ένα σύντομο διάστημα, αν αυτό έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, για να ξεφύγουμε από την πλήξη της καθημερινότητας, να χαλαρώσουμε και να διαλογιστούμε ή για να ζήσουμε την έξαψη και την περιπέτεια. Και, βέβαια, η «φύση» παραμένει η «μητέρα», που καλύπτει τις ανάγκες μας, ο πόρος από τον οποίο δημιουργείται ο πολιτισμός.

Στην εμπορευματική κουλτούρα, η «φύση» γιατρεύει την επιθυμία για άγρια περιπέτεια, για ελεύθερη ζωή χωρίς εξημέρωση, με το να μας πουλάει την εικόνα της. Η υποσυνείδητη αντίληψη της «κακιάς αγριάδας» προσδίδει στην περιπλάνηση στα δάση μια δόση κινδύνου, που ικανοποιεί τους περιπετειώδεις και ανήσυχους τύπους. Επίσης, ενισχύει την ιδέα πως δεν ανήκουμε εκεί στην πραγματικότητα και επομένως, μας πουλάει τα πολλά σχετικά προϊόντα που κρίνονται απαραίτητα για τις εκδρομές σε άγρια μέρη. Η θετική αντίληψη περί φύσης  μας κάνει να πιστεύουμε πως πρέπει να βιώσουμε την εμπειρία στα άγρια μέρη (μη συνειδητοποιώντας πως οι αντιλήψεις, που μας έχουν ταίσει, διαμορφώνουν αυτήν την εμπειρία, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με το πραγματικό περιβάλλον). Έτσι, ο πολιτισμός γιατρεύει επιτυχώς και τις περιοχές, που φαινομενικά δεν έχει αγγίξει άμεσα, μεταμορφώνοντάς τες σε «φύση», σε «αγριάδα», σε πτυχές του θεάματος, που μας κρατάει εξημερωμένους. Η «Φύση» εξημερώνει επειδή μετατρέπει την αγριότητα σε μια μονολιθική έννοια, μια τεράστια περιοχή διαχωρισμένη από τον πολιτισμό. Εκφράσεις της αγριότητας, μέσα στον πολιτισμό, αποκαλούνται ανωριμότητα, τρέλα, παραβατική συμπεριφορά, ανηθικότητα ή έγκλημα και απορρίπτονται, φυλακίζονται, λογοκρίνονται ή τιμωρούνται, διατηρώντας ταυτόχρονα το γενικό πλαίσιο  πως ό,τι είναι «φυσικό» είναι καλό. Όταν η «αγριότητα» γίνεται ένα μέρος έξω από εμάς αντί μιας έκφρασης του ατομικού μας ελεύθερου πνεύματος, τότε μπορούν και υπάρχουν ειδικοί στην «αγριότητα», που μας μαθαίνουν τους «σωστούς» τρόπους να «συνδεόμαστε» μαζί της. Στη δυτική ακτή, υπάρχουν όλων των ειδών οι πνευματικοί δάσκαλοι, που βγάζουν τα προς το ζην, πουλώντας «αγριότητα» σε γιάπηδες, με έναν τρόπο, που καθόλου δεν απειλεί τα όνειρα καριέρας, τις πόρσε και τα διαμερίσματά τους στην πόλη. Η «Αγριότητα» είναι μια πολύ επικερδής βιομηχανία, σήμερα.

Οι οικολόγοι, ακόμα και οι «ριζοσπάστες», πέφτουν κατευθείαν στην παγίδα. Αντί να προσπαθούν να αγριέψουν και να καταστρέψουν τον πολιτισμό με την ενέργεια των αδέσμευτων επιθυμιών, προσπαθούν να «σώσουν την άγρια φύση». Πρακτικά, αυτό σημαίνει το να ζητιανεύουν ή να προσπαθούν να χειραγωγήσουν τις αρχές, ώστε αυτές να σταματήσουν τις πιο επιβλαβείς δραστηριότητες κάποιων βιομηχανιών και να μετατρέψουν μικρά κομμάτια σχετικά ακέραια δάση, ερήμους και βουνά σε προστατευόμενες «Περιοχές Άγριας Φύσης».  Αυτή η πρακτική, απλά, ενισχύει την αντίληψη περί αγριότητας ως μια μονολιθική οντότητα, «αγριάδα» ή «φύση», και εμπορευματοποίηση, που είναι εγγενής σε αυτήν την οπτική. Η ίδια η βάση των προστατευόμενων «Περιοχών Άγριας Φύσης» είναι ο διαχωρισμός μεταξύ «αγριότητας» και «ανθρωπότητας». Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως μια από τις τάσεις της «ριζοσπαστικής» οικολογικής ιδεολογίας δημιούργησε τη σύγκρουση μεταξύ «βιοκεντρισμού» και «ανθρωποκεντρισμού», ενώ δε θα έπρεπε να είμαστε τίποτα άλλο από εγωκεντρικοί.

Ακόμα κι εκείνοι οι «ριζοσπάστες» οικολόγοι, που θέλουν να επανεντάξουν τον άνθρωπο στη «φύση», ξεγελούν τον εαυτό τους. Το όραμα τους (όπως το θέτει ένας από αυτούς) για ένα «άγριο, συμβιωτικό σύνολο» είναι, απλά, η μονολιθική αντίληψη, που δημιούργησε ο πολιτισμός, ειπωμένη με ένα μυστικιστικό τρόπο.  Για αυτούς τους οικολόγους μυστικιστές, η «Άγρια Φύση» συνεχίζει να είναι μια μονολιθική οντότητα, ένα ον ανώτερο από μας, στο οποίο πρέπει να υποτασσόμαστε. Όμως, η υποταγή είναι εξημέρωση. Η υποτακτικότητα είναι το καύσιμο του πολιτισμού. Το όνομα της ιδεολογίας, που επιβάλλει την υποταγή, έχει μικρή σημασία, είτε λέγεται «φυσική», είτε λέγεται «άγριο συμβιωτικό σύνολο». Το αποτέλεσμα θα είναι και πάλι η συνέχιση της εξημέρωσης.

Όταν η αγριότητα γίνεται αντιληπτή ως κάτι, που δεν έχει να κάνει καθόλου με μια μονολιθική οντότητα, συμπεριλαμβανομένης της «φύσης» και της «αγριάδας», όταν γίνεται αντιληπτή ως η πιθανή ελευθερία πνεύματος των ατομικοτήτων, που μπορεί να πάρει σάρκα και οστά οποιαδήποτε στιγμή, μόνο τότε αποτελεί απειλή για τον πολιτισμό. Ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να περάσει αρκετά χρόνια στην «άγρια φύση», αλλά θα συνεχίζαμε να βλέπουμε το περιβάλλον μας από τον παραμορφωτικό φακό του πολιτισμού, αν συνεχίζαμε να αντιλαμβανόμαστε τα εκατομμύρια πλάσματα μονολιθικά ως «φύση», ως «αγριάδα», ως το «άγριο, συμβιωτικό σύνολο», θα είμαστε ακόμα πολιτισμένοι και όχι άγριοι. Αλλά, αν καταμεσής της πόλης αρνούμαστε δραστήρια κάθε στιγμή την εξημέρωση, αν αρνούμαστε την κυριαρχία των κοινωνικών ρόλων, που μας φοριούνται με τη βία, αντί να ζούμε  σύμφωνα με τις δικές μας επιθυμίες, πάθη και βίτσια, αν γίνουμε τα μοναδικά και απρόβλεπτα όντα, που βρίσκονται κάτω από τους ρόλους, είμαστε, για εκείνες τις στιγμές, άγριοι. Παίζοντας άγρια ανάμεσα στα συντρίμμια ενός παρηκμασμένου πολιτισμού (όμως, μην ξεγελιέστε, ακόμα και παρηκμασμένος, ο πολιτισμός είναι ένας επικίνδυνος εχθρός και ικανός να αντέξει για πολύ καιρό), μπορούμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να τον ανατρέψουμε. Και οι εξεγερμένοι με το ελεύθερο πνεύμα θα απορρίψουν τον «επιβιωτισμό» της οικολογίας ωςμια ακόμα προσπάθεια του πολιτισμού να καταστείλει την ελεύθερη ζωή  και θα παλέψουν για να ζήσουν τον χαοτικό, συνεχώςεναλλασσόμενο χορό των ελεύθερα συσχετιζόμενων, μοναδικών ατομικοτήτων, ενάντια τόσο στον πολιτισμό, όσο στην προσπάθειά του να περιορίζει την άγρια, με ελεύθερο πνεύμα ζωή: «Φύση».

Wolfi Landstreicher

Υποσημειώσεις:

1. Στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται η λέξη wilderness. Κατά τη διάρκεια του κειμένου, μεταφράζεται με διαφορετικούς, αλλά παρόμοιους τρόπους , ανάλογα με τι ταιριάζει σε κάθε σημείο.

2. Πρόκειται για παλαιότερο κείμενο του Wolfi Landstreicher (Feral Faun), το οποίο εμείς αλιεύσαμε από το πρώτο τεύχος του αγγλικού εξεγερσιακού περιοδικού Return Fire.

Μετάφραση: Έρεβος

Απόσπασμα: “Βία” από L

Σημείωση: Κείμενο από το 2013 δημοσιευμένο στην Μηδενιστική Πορεία

 

Αυτό το σύντομο κείμενο είναι μέρος μιας συλλογής κριτικών κειμένων, που βρίσκεται σε εξέλιξη, σχετικά με τον “αστικό αναρχισμό“, όπως αυτός διατυπώνεται από τους Venona Q και τις εκδόσεις Dark Matters και επίσης μια απάντηση στη δήλωση, που έκανε η Αναρχική Ομοσπονδία της Αγγλίας και το Libcom, με την οποία αποκήρυσσαν το μη θανατηφόρο πυροβολισμό του διευθύνοντος συμβούλου της Ansaldo Nucleare, Roberto Adinolfi, στη Γένοβα της Ιταλίας(1). Δύο αναρχικοί σύντροφοι, ο Nicola Gai και ο Alfredo Cospito έχουν κατηγορηθεί για την ενέργεια, για την οποία έχει αναλάβει την ευθύνη ο πυρήνας Όλγα της FAI/IRF. Αλληλεγγύη στους κατηγορούμενους, που βρίσκονται στη φυλακή της Φερράρα, στην Ιταλία. Αυτό το απόσπασμα είναι, μάλλον, απλά μια σκόρπια σειρά σκέψεων, τα αποτέλεσματα ενός σημειωματάριου και ενός βροχερού απογεύματος, παρά ένα “μανιφέστο” ή το είδος εκείνου του στεγνού πολιτικού λόγου,  στον οποίο απαντάει.

I. “Έχουμε κάνει δεκάδες επιθέσεις σε στόχους του συστήματος, με ιδιαίτερα καταστροφικά υλικά αποτελέσματα και ήμασταν και θα είμαστε πάντα ακριβείς. Στοχεύουμε συγκεκριμένα τους θεσμούς και τους αξιωματούχους του συστήματος, προσέχοντας ιδιαίτερα να μην τραυματίσουμε κάποιον που δεν είναι στόχος για εμάς.” ΣΠΦ

Η βία δεν είναι ούτε καλή, ούτε κακή. Είναι η βάση που το κράτος στηρίζει την κυριαρχία του και τη συναίνεση. Όποιος σπάει αυτήν τη σχέση θεωρείται συνήθως εγκληματίας και/ή τρελός. Κάθε πράξη που γίνεται στα πλαίσια αυτής της καταπάτησης θεωρείται “παράνομη” ή ακόμα και “τρομοκρατία”.

II. “Δεν υπάρχουν αθώοι. Είμαστε όλοι κομμάτια της κοινωνικής μηχανής της Εξουσίας. Το ζήτημα είναι αν είμαστε λάδι ή άμμος στα γρανάζια της. Γι’ αυτό, απορρίπτουμε την αντίληψη της φαινομενικά αθώας κοινωνίας. Η σιωπή δεν είναι ποτέ αθώα. Σιχαινόμαστε τόσο το χέρι που κρατάει το μαστίγιο όσο και την πλάτη που το υπομένει.” ΣΠΦ

Οι πρόθυμοι πολίτες, τα μίντια, οι μπάτσοι, τα δικαστήρια, οι δικαστές και ο στρατός είναι οι γραμμές άμυνας για την τάξη αυτής της σχέσης στην Κοινωνία. Η αναρχική βία είναι η διατάραξη αυτής της τάξης, η ανάκτηση/έκφραση της δύναμής μας και η διάρρηξη της συνέργειας του υποτακτικού πλήθους(2). Είναι η σύλληψη της πραγματικότητας του υπάρχοντος και η αρχή της καταστροφής του.

III. “Η ζωή παίρνει αξία ανάλογα με τις επιλογές του κάθε ατόμου.” ΣΠΦ

Προφανώς, χρειάζεται ακόμα να λέμε, πως όταν οι αναρχικοί χρησιμοποιούν βία δεν το κάνουν αδιακρίτως. Οι οπαδοί τους αστικού αναρχισμού, των οποίων το μόνο πεδίο είναι πραγματικά ο χώρος της πολιτικής, αντιδρούν στη ρητορική περί “τρομοκρατίας”, την οποία επιβάλλει το κράτος, με το να επαναλαμβάνουν δογματικά και οι ίδιοι το επιχείρημα πως “ρισκάρεται η ζωή” των ταχυδρόμων και των υπαλλήλων των γραφείων. Είναι ξεκάθαρα ένα θέμα τεχνικής και επιχειρησιακής φύσης το να χτυπήσεις το σωστό στόχο, αλλά δε θα κλάψω για τους γραμματείς της Swissnuclear(3), το γενικό διευθυντή της Equitalia(4) ή το αφεντικό της Ansaldo Nucleare. Ούτε θα θορυβηθώ αν κάποιος υπάλληλος της πρεσβείας τραυματιστεί, αφού μόνο οι ηλίθιοι δεν καταλαβαίνουν τι συμβολίζουν αυτά τα μέρη. Οι νέοι αντάρτες της αναρχίας δεν ψάχνουν για επιείκεια, βασισμένοι στην ξεκάθαρη στόχευσή τους, αλλά δηλώνουν την αντίθεσή τους με τους δικούς τους όρους και με τους δικούς τους τρόπους.

IV. “Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες από τα άλογα της καθοδήγησης.” 

Wiliam Blake

Οι οπαδοί του αστικού αναρχισμού τραβούν την ίδια διαχωριστική γραμμή με τους μαρξιστές, όταν πρόκειται για τους “εγκληματίες” και τους εαυτούς τους. Οι “καλοί άνθρωποι”, που βρίσκονται εντός του νόμου των δικών τους παραμέτρων συμπεριφοράς και οι “κακοί άνθρωποι”, που καταδικάζονται από τους κανόνες τους.  Εκτός της Μεγάλης Βρετανίας, πολλοί σύντροφοι έχουν μια πολύ πιο κοντινή σχέση με τη “βία” και την “παραβατικότητα” μέσω ληστειών τραπεζών, της οργάνωσης επιθέσεων, των άγριων διαδηλώσεων, των κλοπών, απατών, πλαστογραφιών κλπ και επίσης, υπάρχει και η πιθανότητα να έχουν την εμπειρία της παράνομης δράσης και της ζωής στην παρανομία. Ο ιλλεγκαλισμός είναι το ψωμί της εξέγερσης. Μερικοί έχουν πάει ήδη φυλακή και μαθαίνουμε για τις υποθέσεις τους από πολλά μέρη.  Στη Μεγάλη Βρετανία, υπάρχει μια διαδεδομένη έλλειψη εμπειρίας σχετικά με την οργάνωση της επίθεσης, της αναγνώρισης των ιδεών και τη σχέση των ομάδων συγγένειας με τις “εγκληματικές πράξεις”. Το να πηγαίνει κανείς πέρα από το νόμο, είναι κομμάτι της ανάπτυξης του αναρχικού εξεγερτικού σχεδίου και αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι οπαδοί του αστικού αναρχισμού απεχθάνονται και παραμελούν τις υποθέσεις φυλακισμένων και φυγάδων συντρόφων γιατί απορρίπτουν τις δράσεις τους, την τάση για επίθεση και την παγκόσμια  διάχυση των αναρχικών της πράξης. Οι ατομικές πράξης βίας/άρνησης, που δεν εγκρίνονται από τον αφελαίο τρόπο σκέψης τους, θεωρούνται μέρος της σφαίρας του “εγκλήματος” και της “τρομοκρατίας” και στιγματίζονται ως προβοκάτσιες. Με αυτόν τον τρόπο οι οπαδοί τους αστικού αναρχισμού γίνονται κομμάτι της διάχυσης της εξουσίας και συγκροτούν έναν τομέα με ρόλο καταστολής.

Αναρωτηθείτε, σε όλην τη ρητορική τους περί “εργάτη”, πού είναι ο “εγκληματίας”; Δεν είναι όλοι οι “εγκληματίες” εξεγερμένοι αλλά υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που δεν αγγίζουν. Δεν πρόκειται για λάθος, οι οπαδοί του αστικού αναρχισμού απεχθάνονται τους εγκληματίες και δε στοχεύουν στην καταστροφή των φυλακών αλλά στη μεταρρύθμισή τους. Φοβούνται τον αντικοινωνικό όχλο, το Βασιλιά Όχλο, που επέστρεψε για να τυλίξει στις φλόγες τα σπίτια όλων των άξιων πολιτικών και για να κάψει την πόλη, γιατί οι οπαδοί του αστικού αναρχισμού είναι “οι μπάτσοι του μέλλοντος”.

Ουσιαστικά, για το χριστιανικό-σοσιαλιστικό τρόπο σκέψης των οπαδών του αστικού αναρχισμού, ο “εργάτης” είναι απλά κάποιος που μπαίνει στη γραμμή, κάνει ότι κάνουν όλοι οι άλλοι, δεν παίρνει περισσότερα από όσα πρέπει ως εργάτης και που μόνο θα ζητήσει για περισσότερα και σπάνια θα τα πάρει μόνος του. Ο εγκληματίας δε μπαίνει στη γραμμή, είναι ένας Ξένος. Ο εγκληματίας παίρνει ότι θέλει ακόμα και περισσότερο από όσο χρειάζεται και δε σκύβει το κεφάλι σε κανέναν. Ο εγκληματίας δεν είναι διαχειρίσιμος από τους υπαλλήλους του κράτους ή από τους οπαδούς του αστικού αναρχισμού, επομένως ο εγκληματίας αποκλείεται από τη συζήτησή τους. Ή καταπιέζεται. Είναι η ίδια διαδικασία που ακολουθείται και για τον ανεξέλεγκτο Μοναδικό.

V. “Για εμάς δεν υπάρχει μέση οδός. Κάποιος που διακηρρύτει τις αναρχικές του προθέσεις, βρίσκεται μπροστά σε ένα αποφασιστικό δίλημμα, είτε να πράξει, είτε να εγκαταλείψει την Αναρχία για πάντα. Αναρχία από τα μετόπισθεν των καφενείων και των κουτσομπολιών δεν υπάρχει. Ή πράξε ή σκάσε…”

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς – FAI/IRF

Συμμορίες Συνείδησης – FAI/IRF

Πυρήνας Sole – Baleno

Οι επιθέσεις είναι ο πρωταρχικός σκοπός του νέου αναρχικού αντάρτικου πόλης, η αποδιοργάνωση των μοντέλων της δραστηριότητας, των λειτουργιών, των κυκλωμάτων και των μηχανημάτων, της μεγαμηχανής της οικονομίας. Η καταστροφή των τραπεζών, των εταιριών, των ηλεκτρικών υποδομών, της διαδικτυακής εκπομπής, της κινητής τηλεφωνίας, της τηλεόρασης, των κεραιών και οι επιθέσεις στις τεχνολογίες της κυριαρχίας ίσως να μην ορίζονται σωστά ως “βία” και “τρομοκρατία”, αλλά τα πλήγματα που καταφέρνουν είναι αρκετά για να αναστατώσουν τις αρχές. Η καταστροφή περιουσίας, εξαγριώνει τον εχθρό και το υποτακτικό πλήθος και αποτελεί έναν ξεκάθαρα εξεγερτικό σκοπό. Απορρίπτω τον όρο “μη-βίαιο”, που ακολουθεί κάποιες ενέργειες σαμποτάζ, και τις θεωρώ κομμάτια του πολύμορφου αγώνα, που πάει πέρα από τέτοιους ορισμούς, που ωφελούν τον κοινωνικό έλεγχο.

Η αναρχική βία είναι εγκληματική, με την έννοια ότι πηγαίνει κόντρα στις κοινωνικές προσδοκίες, που σχετίζονται με την τάξη και τη συναίνεση, επομένως, μπορούμε να υποθέσουμε μάλλον με ασφάλεια, πως -ιδιαίτερα εντός του μεταβιομηχανικού πυρήνα, όπου η αίσθηση της κοινωνικής ειρήνης είναι έντονη- οι πιο κοντινοί εχθροί, από τους οποίους οι αναρχικοί πρέπει να περιμένουν να τους εμποδίζουν να δράσουν, είναι άλλοι αναρχικοί -οι οπαδοί του αστικού αναρχισμού-, εκείνοι που είναι πρόθυμοι να αποφύγουν την καταστολή και να συνεχίσουν να ζουν την ακίνδυνη ρουτίνα τους μέσα στις μητροπόλεις του κόσμου.

VI. “Μιλάμε μέσα από τη φωτιά. Για να θυμόμαστε και να έχουμε πάντοτε στο μυαλό μας τις αδερφές και τους αδερφούς μας που απήχθησαν από το κράτος και κλείστηκαν πίσω από τα κάγκελα. Για να συνεχίσουμε το αντάρτικο πόλης ενάντια στους εχθρούς της ελευθερίας. Ας μιλήσει η δράση για μας.” 

Μονάδα Θυμού FAI/IRF Ινδονησίας

Δε θεωρώ τον πυροβολισμό του Roberto Adinolfi ιδιαίτερα βίαιο αλλά περισσότερο μια αναρχική πράξη ελεύθερης βούλησης. Τέτοιες ενέργειες είναι, δυστυχώς, σπάνιες και δε συμβαίνουν με αρκετή συχνότητα, είναι μια πρόκληση να προσπαθήσουμε περισσότερο. Σίγουρα, θεωρώ πως τέτοιες δράσεις πρέπει να είναι συστατικά κομμάτια κάθε αναρχικής ανταρσίας και παρ’ ‘ολο το ελιτίστικο βέλασμα των οπαδών του αστικού αναρχισμού, δεν είμαι εκνευρισμένος που η Αναρχική Ομοσπονδία Ιταλίας έχει το ίδιο ακρώνυμο με την Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία. Αυτό επειδή δεν έχει νόημα να δώσεις γυαλιά σε κάποιον που δεν ξέρει ανάγνωση. Έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε που η Αναρχική Ομοσπονδία Ιταλίας δήλωσε πως η Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία είναι ένα φάντασμα της αστυνομίας. Μια λάθος αντίληψη, την οποία πρόθυμα παπαγαλίζουν οι οπαδοί του αστικού αναρχισμού στην Αγγλία πάνω από μια δεκαετία, γιατί τους εξυπηρετεί στην πολιτική τους. Στη δήλωσή τους, που αποκήρυσσε τον πυροβολισμό του Adinolfi, συγχέουν ξεχωριστές δράσεις ως ενέργειες μιας και μοναδικής ομάδας, αλλά η FAI δε λειτουργεί όπως θέλουν αυτοί να την παρουσιάσουν και, όχι τυχαία, το κάνουν με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο προωθείται η καταστολή σε μανούβρες του τύπου επιχείρηση Ευτολμία, υπόθεση Marini κλπ. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να διαδώσουν ψέματα και έτσι, ό,τι ισχύει για τη μία περίπτωση, ισχύει και για την άλλη, a priori.

Ο στόχος τους ήταν η αποκήρυξη και η κατάπνιξη μιας νέας ανεξέλεγκτης αναρχικής τάσης, που απειλεί τις οργανώσεις τους. Φοβούνται μην εγκληματοποιηθούν τα χομπίστικα παρεάκια τους, τα καφενεία τους και οι μικροεκδηλώσεις τους, οπότε βοηθούν στην εγκληματοποίηση της νέας γενιάς αναρχικού αγώνα και προσπαθούν να την καταστείλουν. Όπως έχουν πάρει εκείνοι τις αποφάσεις τους, έτσι έχουμε πάρει και εμείς τις δικές μας και τα αποτελέσματα είναι εκεί για όποιον θέλει να τα δει -μια άτυπη διεθνής εξεγερτική δύναμη, που πολλαπλασιάζεται και δε βασίζεται σε μία και μοναδική γραμμή, θεωρία ή μέθοδο και που είναι πιστή στις αναρχικές ιδέες. Επιστρέφω τους χαρακτηρισμούς περί “πρωτοπορίας” και “ελιτισμού” στις οργανώσεις ελέγχου των οπαδών του αστικού αναρχισμού. Δε χρειάζεται να γίνω μέλος κάποιας συγκεντρωτικής πολιτικής σέχτας και να δίνω μέρος του εισοδήματός μου σε κάποια επιτροπή για να είμαι αναρχικός! Ή να οργανωθώ!

Γι’ αυτούς, ο καπιταλισμός είναι μόνο μια “κοινωνική σχέση”, που δεν πρόκειται να αλλάξει αν δεν προσκολληθούμε στους “στόχους και τις αξίες” της επίσημης οργάνωσής τους, η οποία μιλάει για μια “κουλτούρα αντίστασης”, για τη δημιουργία της οποίας δεν έχουμε απολύτως καμία σοβαρή ένδειξη. Μιλώντας τουλάχιστον για τον εαυτό μου, ο Καπιταλισμός είναι μόνο ένα μικρό κομμάτι της κυριαρχίας, που αντιμετωπίζω σήμερα με τους συντρόφους μου, που βρίσκονται διασκορπισμένοι στον κόσμο και πολεμούν συνολικά το υπάρχον, δεχόμενοι όλες τις αναρχικές μεθόδους δράσεις και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτές. Οι ενέργεις που γίνονται διεθνώς από τη FAI/IRF και τους αναρχικούς της πράξης είναι κάτι παραπάνω από σαχλά λόγια του αέρα και τα κενά λογύδρια της σοσιαλιστικής προπαγάνδας, που μιλούν “για έναν κόσμο που ολόκληρες οι ζωές μας θα βρίσκονται κάτω από το δικό μας έλεγχο”.

VII. “Επίσης, μην ξεχνάτε πως τις πράξεις ακολουθεί ο λόγος.” ΣΠΦ

Αντίθετα με τους οπαδούς του αστικού αναρχισμού, δε θεωρώ πως υπάρχει κάποια σημαντική διαφοροποίηση, από άποψη εγκυρότητας, ανάμεσα στην ατομική και τη συλλογική επαναστατική αναρχική-εξεγερτική βία, είτε αυτή προέρχεται “από ένα ευρύ ταξικό κίνημα”, είτε όχι. Μια μικρή ή μια μεγάλη ενέργεια, μια μικρής σημασίας φασαρία ή ένα μεγάλο μπάχαλο, ένα πανό, ένα σπασμένο τζάμι, ένα κατεστραμμένο εταιρικό γραφείο, μια καμένη τράπεζα· μια πράξη αλληλεγγύης, μια χάρη, ένα δώρο, ένα γεύμα, ένα κρεβάτι· μια μπροσούρα, ένα άρθρο, μια αφίσα ή ένα σύνθημα με σπρεί μπορούν τελικά να γίνουν μια σφαίρα στο κεφάλι της εξουσίας και είναι τόσο πολύτιμα όσο και η νέα αναρχική μαύρη διεθνής.

VIII. “Η FAI/IRF  είναι μια διεθνής συνωμοσία των αναρχικών της πράξης που βάζει φωτιά στις θέσεις άμυνας των ρεφορμιστών κοινωνικών αναρχικών. Αποτινάσσει την οσμή της μούχλας που έχει κατακάτσει στην Αναρχία των αμφιθεάτρων και γεμίζει τον αέρα με τη μυρωδιά του μπαρουτιού, της μαύρης αναρχίας, της νύχτας, των εκρήξεων, των πυροβολισμών, των σαμποτάζ. Για αυτό άλλωστε στις πρόσφατες ανακοινώσεις της Europol το Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο IRF της FAI και της Συνωμοσίας αποτελεί τον υπ’αριθμόν ένα αναρχικό κίνδυνο”. 

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς – FAI/IRF

Συμμορίες Συνείδησης – FAI/IRF

Πυρήνας Sole – Baleno

Μέσα σε αυτόν τον κόσμο που καταρρέει, θεωρώ τις λέξεις, τις ιδέες και τις πράξεις μου μια μικρή σταγόνα, που προστίθεται στην καταιγίδα καταστροφικών διαστάσεων, που σπέρνουν οι γνωστοί και άγνωστοι σύντροφοί μου. Ήδη προκαλεί χάος διεθνώς και τα μέτωπα πίεσης φτιάχνονται ακόμα. Μαζί με άλλους, άγριους, βίαιους Μοναδικούς θα συναντηθούμε τις μέρες και τις νύχτες για να διαπράξουμε εγκλήματα σε βάρος του Κράτους και της Κοινωνίας.

Μια αγκαλιά στο φίλο μου Χάρη Ναξάκη. Μια εμπρηστική αγκαλιά σε όλους τους φυλακισμένους συντρόφους.

L.

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο 35ο τεύχος του αγγλικού περιοδικού Dark Nights. Επιλέξαμε να διατηρήσουμε ακριβώς τον ορισμό “αστικός αναρχισμός” (civil anarchism στο πρωτότυπο) καθώς, παρά τις εμφανείς ομοιότητες με κάποιους εν Ελλάδι κοινωνικούς αναρχικούς, δεν υπάρχει, ευτυχώς, συνολική ταύτιση. Το κείμενο που υπάρχει στη δεύτερη υποσημείωση (Το υποτακτικό πλήθος), έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και βρίσκεται στο τρέχον τεύχος του εντύπου Μηδενιστική Πορεία για τη Διάχυση της Φωτιάς και του Χάους.

Αθήνα: Ανάληψη ευθύνης για εμπρηστικές επιθέσεις

Η χούντα δεν έχει πάντα το πρόσωπο της στρατιωτικής δικτατορίας ή της φασιστικής κυβέρνησης. Η δημοκρατία μπορεί, και είναι, ένα αυταρχικό και απολυταρχικό σύστημα όπως κάθε φασιστικό (ή σοσιαλιστικό) καθεστώς. Είναι απαραίτητο να ξέρουμε πώς να αναγνωρίζουμε την πραγματικότητα όπως είναι, χωρίς να περιμένουμε τα αποτελέσματα της δικτατορίας ή του φασισμού, ούτε και να αποκαλούμε τα πάντα “φασισμό” ακολουθώντας την αριστερή ηθική όπου κάθε “κακό” αποκαλείται “φασισμός” θεωρώντας την δική τους ηθική ως απόλυτα σωστή και αποδεκτή.

Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική δημοκρατία, χωρίς να είναι “φασιστική” είναι ήδη αηδιαστική. Και ακόμα χειρότερα, η σοσιαλ-δημοκρατία έχει αποδείξει ότι είναι πιο αποτελεσματική ως κοινωνικός έλεγχος/κοινωνική ειρήνη και ως συντριβή της αντίστασης, πολύ περισσότερο από κάθε φασιστικό καθεστώς.

Κάθε πολιτική που στοχευεί στην “ισότητα” (οικονομική, έμφυλη, φυλετική κτλπ) στην “ελευθερία” και τα “δικαιώματα” κρύβει το δόγμα που επικεντρώνεται στην επιβολή της κοινωνικής ειρήνης και της αρμονίας μεταξύ των διάφορων φορέων που σχηματίζουν την κοινωνία για μια τέλεια λειτουργία του συστήματος και την επιβίωσή του. Ενόψει αυτών των εξελίξεων και αυτής της πραγματικότητας, θεωρούμε ότι η απάντηση και η αντίσταση που δόθηκε από το κίνημα ήταν, μέχρι τώρα και κατά κύριο λόγο, ελάχιστη έως καθόλου αποτελεσματική, πέφτοντας στην παγίδα της επανάληψης, των ίδιων συνηθειών, συχνά αργών και γραφειοκρατικών διαδικασιών. Αντί να διευκολύνεται ο αγώνας, κωλεσυεργεί και γίνεται εξαιρετικά δύσκολος.

Η πρόταση μας είναι η σύγκρουση στο εδώ και τώρα.

Πιστεύουμε ότι αυτό είναι πιο απαραίτητο από ποτέ για να επαναφέρουμε τις μαχητικές πράξεις του αγώνα που φαίνεται ότι έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα. Οι προπαγανδιστικές πορείες, η αφισοκόλληση, οι μικροφωνικές, τα συνθήματα σε τοίχους δεν είναι επικίνδυνες πρακτικές όταν δεν συνοδεύονται από επιθετικές πράξεις. Ο δρόμος προς την εξέγερση ανοίγεται μπροστά μας με καθημερινές επιθετικές δράσεις, αντίσταση και σαμποτάζ.

Οι καταστροφές, οι εμπρησμοί, οι καταδρομικές και οι συγκρούσεις έχουν οικονομικό/πολιτικό κόστος και είναι δύσκολο να το κρύψουν. Υποστηρίζουμε, δίχως ντροπή, τις βίαιες πρακτικές του εμπρησμού, τις βόμβες, τις συγκρούσεις στις πορείες, τις εκτελέσεις, τις καταδρομικές και τον ένοπλο αγώνα. Στην πραγματικότητα, το κράτος αισθάνεται απειλή όταν μιλάμε με τη γλώσσα της εξέγερσης, των εκατομμυρίων ζημιών, του χυμένου αίματος των υπαλλήλων και των εκπροσώπων του. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να ανοίξεις διάολογο με το κράτος. Πρέπει να απαντήσουμε στην τρομοκρατία τους με τρομοκρατία.

Δεν σταματάμε και δεν περιμένουμε το λαό και τους “προλετάριους”, χωρίς ταξική συνείδηση, για να εξεγερθούν και να αντισταθούν την επόμενη φορά που θα χώσουν το χέρι στην τσέπη και θα πιάσουν μονάχα τη φόδρα. Δεν πρέπει ποτέ να σταματήσουμε τις δράσεις μας και απλά να περιμένουμε. Οι δράσεις μας είναι μια άμεση απάντηση ενάντια στην κοινωνική απάθεια που επιτρέπει την διατήρηση της μιζέριας και της καταπίεσης.

Τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη και αρχές του Νοέμβρη, όσο οι μάζες ήταν κλεισμένες στα σπίτια τους φοβισμένοι και υπακούοντας τους νόμους, σπάσαμε την νυχτερινή απαγόρευση κυκλοφορίας και βάλαμε φωτιά στους παρακάτω στόχους:

Σε ένα όχημα του ΟΤΕ στου Ζωγράφου.

Σε ένα όχημα του ΟΤΕ και σε ένα ακόμα κρατικό όχημα στο Γκύζη.

Χαιρετίζουμε τις επιθετικές πρωτοβουλίες που έλαβαν χώρα τις τελευταίες ήμερες στην Αθήνα αλλά και σε άλλες περιοχές.

ΟΡΓΑΝΩΘΕΙΤΕ ΚΑΙ ΕΠΙΤΕΘΕΙΤΕ

Αναρχικοί/Αναρχικές

Πηγή: Athens Indymedia

Sydney E. Parker: Αναρχία εναντίον Σοσιαλισμού

Το πρόβλημα διαλεκτικής εξέτασης του Σοσιαλισμού είναι η εγγενής ασάφεια του όρου καθ αυτού. Η Αναρχία, απεναντίας, είναι ευκρινής και ακριβής. Ο αναρχικός είναι κάποιος που δεν παραδίδει την πίστη του στην αυθεντία – ένα πρόσωπο αποφασισμένο να ζήσει δίχως να υποκύπτει σε μία εξωγενή θέληση. Συνεπώς, η Αναρχία ενσαρκώνει την φιλοσοφία του να ζεις δίχως εξουσία όπως η ετυμηγορία του όρου αποκαλύπτει.

Τι είναι όμως ο Σοσιαλισμός;

Το μικρό λεξικό της Οξφόρθης προσφέρει αμβλυμένους ορισμούς: ”Σοσιαλισμός”: Κοινωνική αρχή κατά την οποία η ατομική ελευθερία οφείλει να υπόκειται ολοκληρωτικά στην κοινότητα. Οι ίδιοι οι επιφανείς σοσιαλιστές ωστόσο επιλέγουν να αγνοούν την πασιφανή αυτή ασάφεια ενώ πλήρως αντιφατικά μεταξύ τους ιδεολογικά δόγματα ταξινομούνται ως ”σοσιαλιστικά”.  Έχουν εμφανιστεί ανά περιόδους και εξακολουθούν να υπάρχουν Εθνικοσοσιαλιστές, Χριστιανοί Σοσιαλιστές, Ελευθεριακοί Σοσιαλιστές, Κρατικοί Σοσιαλιστές, Μαρξιστές Σοσιαλιστές, Πνευματικοί Σοσιαλιστές, Ουτοπικοί Σοσιαλιστές και ούτω καθεξής. Ο μοναδικός τρόπος ώστε να διακρίνει κανείς ένα νόημα μέσα από τον κυκεώνα των ” αληθών ερμηνειών ” είναι να εντοπίσει μία πεποίθηση ή κάποιο στοιχείο κοινό μεταξύ των σοσιαλιστών επαρκές για να τους διακρίνει από τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Εφόσον, για τους σοσιαλιστές γενικώς, το οικονομικό ζήτημα είναι δεσπόζον – κάθε πρόβλημα τίνει να περιορίζεται στην κατάργηση του Καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση του Σοσιαλισμού – μία αξίωση διέπει κάθε σοσιαλιστή, από τους Κρατιστές μέχρι τους Ελευθεριακούς Κομμουνιστές, και αυτή είναι η πίστη στην αναγκαιότητα να δώσουμε την κυριότητα ή τον έλεγχο των μέσων παραγωγής στα χέρια ενός συλλογικού σώματος, είτε πρόκειται για την κυβέρνηση είτε για την ”κοινωνία”. Ο Σοσιαλισμός πάνω απ΄όλα είναι όπως το έθεσε και ο Auguste Hamon, ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο – ένα κοινωνικό δόγμα δια του οποίου – τα μέσα παραγωγής κοινωνικοποιούνται. Εγώ διατείνομαι πως αυτή η επιθυμία μετατροπής της κοινωνίας σε κάτοχο και πάροχο των χρειωδών για την ζωή μέσων ταυτίζεται με την επιδίωξη να τεθεί μία νέα κυριαρχία πάνω στο πρόσωπο στην θέση της παλιάς και ως εκ τούτου δεν πρόκειται περί Αναρχίας. Η Αναρχία σημαίνει πως κάθε άτομο θα έχει την ελευθερία από μόνο του να επιλέγει και να εξασφαλίζει ότι επιθυμεί, συνεπώς συνιστά το αντίθετο του Σοσιαλισμού και όχι παραπλήρωμα του. Επόμενο είναι πως όσοι αναρχικοί προσλαμβάνουν την Αναρχία ως μια μορφή Σοσιαλισμού εξαπατούν τους εαυτούς τους και αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθούν να επιλέξουν μεταξύ τους γιατί δεν μπορούν βάσει λογικής να είναι και τα δύο.

Αναμφίβολα υπάρχουν σοσιαλιστές πραγματικά προβληματισμένοι αναφορικά με την ελευθερία του προσώπου και πιστεύουν πως η απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής από τα χέρια των καπιταλιστών και η παράδωση τους στην κοινωνία, ή στο κράτος ως εκπρόσωπο της κοινωνίας, θα τερματίσει την υποδούλωση των πολλών στους λίγους προνομιούχους επισφραγίζοντας έτσι την ελευθερία του κάθε ατόμου. Όμως πως αυτό θα μετέβαλε ριζικά την θέση του μεμονωμένου παραγωγού; Υπό τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής γίνεται έρμαιο της θέλησης μιας δράκας κεφαλαιοκρατών και των μονοπώλιων τους. Υπό ένα σοσιαλιστικό καθεστώς καταδυναστεύεται από την θέληση της κοινότητας. Δεν θα κατέχει την ελευθερία παραγωγής και ανταλλαγής κατά το δοκούν και έτσι η ατομική του ελευθερία δεν μπορεί να εξασφαλιστεί.

Οι σοσιαλιστές ίσως αποκριθούν πως μόλις τα μέσα παραγωγής περάσουν στην ιδιοκτησία της κοινότητας τότε όλοι θα είναι ιδιοκτήτες. Αλλά τι αξία θα έχει για μένα το να ανακηρυχθώ συνιδιοκτήτης σε οτιδήποτε μαζί για παράδειγμα με ένα εκατομμύριο ανθρώπους; Το να κατέχεις το ένα εκατομμυριοστό ενός πράγματος στην ουσία είναι το ίδιο με το να μην κατέχεις τίποτα. Σε ένα Σοσιαλιστικό καθεστώς λοιπόν, το άτομο θα παραμείνει ένας προλετάριος – άνθρωπος στερούμενος οποιαδήποτε ιδιοκτησίας – ενώ ο έλεγχος τον μέσων παραγωγής θα κατέχεται από μία αφαίρεση αποκαλούμενη ”κοινωνία” με τα συμφέροντα της παραπάνω αφαίρεσης να ζυγίζουν περισσότερο από τα ενδιαφέροντα του κάθε ατόμου. Όλα θα γίνονται για το ”κοινό καλό”.

Δεν αρκεί η διαβεβαίωση πως το πρόσωπο θα συνεχίσει να κατέχει την ενδυμασία ή την οδοντόβουρτσα του και πως μόνο τα μέσα παραγωγής αυτών των πραγμάτων θα ελέγχονται από κοινού. Όπως επισήμανε και ο Μπέντζαμιν Τάκερ η κατάσταση αυτή μου επιτρέπει να τρώω αλλά όχι να μαγειρεύω, να πιω αλλά όχι να παρασκευάσω, να ντυθώ αλλά όχι να γνέθω, να κατοικώ αλλά όχι να χτίσω, να δώσω αλλά όχι να πουλήσω ή να αγοράσω, να σκεφτώ αλλά όχι να εκτυπώσω τι σκέψεις μου, να μιλήσω αλλά όχι να νοικιάσω μια αίθουσα γι΄αυτό, να χορέψω αλλά όχι να πληρώσω τον μουσικό.

Ο Σοσιαλισμός όντας παραφυάδα του ανθρωπισμού αποτελεί κήρυκα μιας αδιάκριτης αλληλεγγύης. Καταπιέζει οποιαδήποτε αδιαμεσολάβητη επαφή μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή επιβάλλοντας σε αμφότερους της ηθική προσταγή να εργαστούν για την ευημερία ολονών. Συμπεραίνει πως αφού σε κάθε άτομο κατοχυρώνεται το δικαίωμα μιας εξασφαλισμένης επιβίωσης το ίδιο επιβαρύνεται με το καθήκον να παραχωρεί όσα παράγει στο απόθεμα της κοινότητας. Ο παραγωγός αποστερείται του δικαιώματος να διαλέξει το ποιος θα επωφεληθεί από τον μόχθο του. Συνεπώς, ο Σοσιαλισμός είναι μια αγελαία φιλοσοφία, έργο εξανδραποδισμένων εργασιομανών. Η συνεπής εφαρμογή του θα αποφέρει την απάλειψη κάθε ελευθερίας επιλογής οδηγώντας σε ένα ολοκληρωτικό σύστημα. Ακόμα κι αν θεωρητικά δεν θα θεσπίζονταν νόμοι προκειμένου να επιβληθεί η καταδυνάστευση του υποκειμένου από την μάζα, θα εκγαθιδρυθεί ένα σύστημα ηθικού εξαναγκασμού ώστε να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα.

Οικονομική ελευθερία – οποιαδήποτε ελευθερία εν τοις πραγμάσι – για το πρόσωπο μπορεί να υπάρξει μόνο εάν και εφόσον διασφαλίζεται η εκλογή μεταξύ εναλλακτικών. Η Αναρχία δεν δύναται να είναι κάτι άλλο από πλουραλιστική επιτρέποντας κάθε είδος άμεσης οικονομικής επαφής με την προϋπόθεση ότι ικανοποιεί τους μετέχοντες. Η πρόσδεση του ατόμου στην οικουμενική κοινοκτημοσύνη δεν συμπίπτει με την Αναρχία, γιατί η Αναρχία ανθίζει μόνο μαζί με την δυνατότητα άπειρων αλλαγών και της παρεπόμενης ποικιλομορφίας.

Η θεμελιώδης ρήξη μεταξύ Σοσιαλισμού και Αναρχίας τέθηκε πολύ εύστοχα προσφάτως από τον Francis Ellingham καθώς ανέλυε τις διαφορές μεταξύ Ατομικιστικής Αναρχίας και Ελευθεριακού Κομμουνισμού. Θεωρούσε πως αυτές οι διαφορές αφορούσαν:

 ”….. Ποιος οφείλει να είναι ο υπεύθυνος των διαδικασιών παραγωγής, κατανάλωσης και συσσώρευσης;

Ενδείκνυται να είναι το άτομο, δουλεύοντας ως ανεξάρτητη οικονομική μονάδα – είτε μονάχο είτε αν το επιλέξει σε συνεργασία με άλλα ευκταία πρόσωπα; Ή θα είναι η κοινωνία ως ολότητα, δουλεύοντας στα πρότυπα μιας τεράστιας οικογένειας, ενσωματώνοντας αναπόδραστα το άτομο το οποίο τοιουτοτρόπως μετατρέπεται σε ένα κύτταρο εντός ενός ασύγκριτα μεγαλύτερου οικονομικού οργανισμού;

Η οικονομία δύναται να έχει είτε την μορφή μιας εξαναγκαστικής συλλογικότητας ( κι ας μην ξεχνάμε πως η οικονομική αναγκαιότητα μπορεί να είναι εξίσου δεσποτική με οποιαδήποτε κυβέρνηση ), είτε θα μπορούσε να εδράζεται στην ατομική μονάδα αφήνοντας κάθε πρόσωπο αδέσμευτο να συμπράττει κατά το δοκούν, δίχως όμως ποτέ να το υποτάσσει σε ποιοδήποτε σύνολο από το οποίο θα ήταν ανέφικτο να αποχωρήσει δίχως να επέλθει οικονομική καταστροφή.”

Συνεχίζει γράφοντας πως το ιδεώδες το Ελευθεριακού Κομμουνισμού είναι:

”….. μόνο μία παραλλαγή του Μαρξιστικού ιδεολογήματος πως το κράτος σταδιακά θα εξαλειφθεί. Δεν ευδοκιμούν αφεντικά στην Μαρξιστική ουτοπία συγκροτώντας με αυτήν την έννοια έναν Αναρχικό κόσμο. Ωστόσο, το υποτιθέμενα ”ελέυθερο” άτομο είναι απλά ένας τροχός σε μια γιγάντια κοινωνική μηχανή, που διατηρείται συμπαγής ένεκα της επίδρασης μιας στυγνούς βίας οικονομικής αναγκαιότητας.”

Το σφάλμα των σοσιαλιστών έγκειται στο σπασμωδικό συμπέρασμα πως το πρόσωπο μπορεί να θεωρείται ελεύθερο – δηλαδή αυτόνομο και αυτοκυρίαρχο – μόνο εφόσον τα συμφέροντα του συμπλέουν με αυτά των υπόλοιπων ατόμων. Πιστεύουν στην κολλεκτιβοποίηση των συμφερόντων. Αλλά δεν μπορώ να θεωρώ τον εαυτό μου ελεύθερο όσο τα συμφέροντα μου εξαρτώνται από τα δικά σου. Η ελευθερία μου έγκειται στην ευκαιρία μου να διαφέρω, στην μοναδικότητα μου, στην αποσύνδεση, στην διαφωνία. Είμαι πιο ελεύθερος από ποτέ όταν τα ενδιαφέροντα μου ατομικοποιούνται, όταν κατορθώνω να είμαι ο αποκλειστικός κυρίαρχος του εαυτού μου διαθέτοντας όσα παράγω ή όσα προσφέρω όπως με ευχαριστεί.

Η Αναρχία προωθεί την κατεύθυνση εξατομίκευσης των ζητημάτων, οικονομικών ή άλλων, όχι την κοινωνικοποίηση τους.

Ο Σοσιαλισμός είναι μία κοινωνική θρησκεία – η θυσία του ατόμου στην κοινότητα.

Η Αναρχία συνιστά την φιλοσοφία του ατόμου, είναι η επίρρωση της ατομικότητας, η περήφανη άρνηση νομιμοποίησης οποιουδήποτε θεσμού, ομάδας ή ιδέας αξιώνει κυριαρχία πάνω στο Εγώ.

Sydney E Parker

Πηγή: Υπό του Ενός, τεύχος 14, έτος έκδοσης 1966

Μετάφραση: Δ.Ο RAGNAROK

Χιλή: Εκρηκτική επίθεση στο 4ο Αστυνομικό Τμήμα της Talca

Εκρηκτική επίθεση στο 4ο Αστυνομικό Τμήμα της Talca στη Χιλή

ΩΣ ΕΝΔΕΙΞΗ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥΣ!

Εξερράγη στα χέρια των μπάσταρδων. Ας είναι όμως σαφές πως δεν πρόκειται απλώς για διαπροσωπική επίθεση, αλλά για διακήρυξη ενός αέναου και διαρκούς πολέμου ενάντια στον θεσμό τους και στην κοινωνία που τους έχει “ανάγκη”.

Κινηθήκαμε σιωπηρά ανάμεσά σας, κάτω απ’ τις μύτες σας, και ούτε που μας πήρατε χαμπάρι: Ποιος είναι τώρα το θήραμα;… Συνεχίστε να κωλοβαράτε προσπαθώντας να ταυτοποιήσετε τους υπευθύνους, ό,τι απάντηση κι αν σκεφτείτε θα είναι εσφαλμένη.

Προς όλους όσους χαρακτηρίζουν ως στημένη κάθε επιθετική δράση δίχως ηθική: Μην κατευνάζετε την οργή, υπάρχει κόσμος που σκοπεύει να επιτεθεί ανά πάσα ώρα και στιγμή. Το μόνο που μετανιώνουμε είναι πως ο μηχανισμός μας δεν ήταν τόσο θανατηφόρος, και, αφού απέτυχε να τους σκοτώσει, ελπίζουμε οι μπάσταρδοι να ένιωσαν φόβο για τη ζωή τους, και οι κυβερνητικές υπηρεσίες να σπαταλήσουν βρώμικο χρήμα, ενέργεια και χρόνο σε έρευνες δίχως αποτέλεσμα.

Προς τους ρεφορμιστές και τους “επαναστάτες”: Σταματήστε να δράτε και να μιλάτε σαν θύματα, κάποιοι από ‘μάς διαλέγουν να πυροδοτούν καταστάσεις και να μην εξευτελίζονται, καθώς το μόνο που έχουμε να χάσουμε είν’ οι αλυσίδες μας. Να πολλαπλασιάσουμε τις ανηλεείς επιθέσεις δίχως προειδοποίηση!

Προς τους ηλίθιους που θεώρησαν πως αυτή η δράση ενορχηστρώθηκε από ναρκεμπόρους: Σιχαινόμαστε εξίσου τους μπάτσους και τους ναρκεμπόρους, γνωρίζουμε πως πάνε χεράκι-χεράκι, και ακόμα περισσότερο στο 4ο Αστυνομικό Τμήμα. Οι μπάτσοι του 4ου δείχνουν μπόλικο σέβας στα ντιλέρια της βόρειας συνοικίας, τόσο που δεν τους φαίνονται περίεργες οι “οικονομικές συνεισφορές” που λαμβάνει η γκρούπα τους.

Τέλος, δεν απομένει τίποτα άλλο πέρα απ’ το να χαιρετίσουμε όλα τα έγκλειστα και πεσόντα συντρόφια μας: Monica, Francisco, Joaquín, Kevin, Niger, Juan, Freddy, Nelson, και τόσους και τόσες ακόμα που ξεχνάμε τα ονόματά τους, όχι όμως και τις δράσεις τους. Χαιρετισμούς απ’ τις σκιές της Κοιλάδας Maule.

Αδιάκοπος πόλεμος ενάντια στην κοινωνία!

Κάτω η εξουσία!

“Απρόσωπες οντότητες, τίποτα και κανείς που να γνωρίζετε”

Έτος 2020, Χιλιάνικη Επικράτεια

Πηγή: AMW English

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Χιλή: Ένα χρόνο μετά τη λαϊκή εξέγερση, η αναρχική φλόγα θεριεύει

“…όταν γυρεύεις συμμαχίες, καταλήγεις να μεταβάλλεις τις στοχεύσεις σου στο όνομα της πολιτικής νομιμοποίησης του αγώνα: ένα “καλύτερο μέλλον”. Δίχως ν’ αντιλαμβάνεσαι πως η πίστη στο μέλλον είναι θεμελιώδης για τη διαιώνιση της κυριαρχίας. Το να ζεις μονίμως για το μέλλον αποτελεί σαφώς παραδοσιακή μέθοδο για να μη ζεις στο εδώ και το τώρα, απομακρύνοντάς σε απ’ τη διαρκή σύγκρουση που ανέκαθεν ήταν συμφυής με τον αναρχικό πόλεμο…

Βασικά, πίσω από μια τέτοια στάση υφέρπουν ξεπερασμένες ρεφορμιστικές θέσεις. Πιστοί στην ηχό απ’ το τραγούδι των Σειρήνων, κάποιοι άκουσαν στιχομυθίες εξύμνησης της ελευθερίας –οι οποίες αντηχούν στην ανατολή κάθε επανάστασης– δίχως να γνωρίζουν πως, στην πραγματικότητα, αυτά είναι ύμνοι στη νέα συντεταγμένη Εξουσία.

Έπειτα έρχονται οι αφελείς εξηγήσεις, η αναζήτηση κινήτρων και αιτιών για τις “αποκλίσεις”, για τις “προδοσίες” · η παλιά ιστορία της “προδομένης επανάστασης” θα επαναλαμβάνεται συνεχώς, αν δε δούμε πως η Επανάσταση ποτέ δεν ήταν (και ούτε και θα είναι ποτέ) στο πλευρό της ελευθερίας, αλλά πάντα στην υπηρεσία της εξουσίας, καθώς κάθε επανάσταση είναι εγγενώς θεσμική…”

Gustavo Rodriguez
«Γράμμα σ’ έναν Χιλιανό σχετικά με την παρούσα συνθήκη»
Νοέμβρης 2019.

Έπειτα από έναν χρόνο παράλυσης, εξαιτίας των υγειονομικών μέτρων που επιβλήθηκαν απ’ την κυβέρνηση του Piñera, χιλιάδες κόσμου βγήκαν στους δρόμους για να “γιορτάσουν” την πρώτη επέτειο απ’ τις λαϊκές διαδηλώσεις που ταρακούνησαν τη χιλιάνικη επικράτεια τον περασμένο Οκτώβρη.

Σήμερα, στον απόηχο της λαϊκής εξέγερσης, τα αριστερά κόμματα και ο μπελάς των πρωτοποριών επιδιώκουν, όπως πάντα, να ελέγξουν τις μάζες, με την πολύμορφη “αγωνιστική” στρατηγική τους. Με το σλόγκαν “Η Χιλή ξύπνησε”, οι Κόκκινοι προωθούν μια πολιτική υπέρ του Δημοψηφίσματος, και υποχρεώνουν τους εθελόδουλους σε ψήφο “Αποδοχής” (στμ.: του νέου Συντάγματος, το οποίο θα διαμορφωνόταν έπειτα απ’ το Δημοψήφισμα της 25ης Οκτώβρη). Με τον ίδιο εγκληματικό τρόπο που η δεξιά υποχρεώνει σε ψήφο “Απόρριψης”.

Αυτό ήταν το έργο του Daniel Jadue (πολιτικού του Κομμουνιστικού Κόμματος Χιλής) και της Camila Vallejo (αναπληρώτρια, πρώην αντιπρόεδρος της Κομμουνιστικής Νεολαίας Χιλής, της νεολαιίστικης οργάνωσης του Κομμουνιστικού Κόμματος Χιλής). Αυτό ήταν το έργο των κόκκινων μπάτσων, οι οποίοι κατέπνιξαν την εξέγερση με ρεφορμιστικούς σκοπέλους, επιδιώκοντας να επιβάλουν ένα Νέο Σύνταγμα το οποίο θα ισχυροποιήσει το σύστημα κυριαρχίας.

Κατά συνέπεια, ήθελαν να επιβάλουν μια ειρηνική διαδήλωση χαράς, σοφίας και ενότητας, η οποία θα οδηγούσε εκατομμύρια Χιλιανούς σε κάθε γωνιά της χώρας να ψηφίσουν για “Αποδοχή” στις 25 Οκτώβρη, εκμεταλλευόμενοι την εξέγερση.

Όμως, μετά το σούρουπο, η αναρχική δράση και η μηδενιστική επίθεση αναζωογονήθηκαν, με επιθέσεις σε κάθε μορφής εξουσία, με απαλλοτριώσεις και λεηλασίες σε επιχειρήσεις, με πυρπολημένες εκκλησίες και πεσίματα σε αστυνομικά τμήματα. Οι πάνω από 40.000 καραμπινιέροι δεν ήταν αρκετοί για να περιορίσουν την αναρχική εξέγερση.

Ο πόλεμός μας μόλις ξεκίνησε: Θα επιτεθούμε στην εξουσία εδώ και τώρα, είτε δεξιά, είτε κεντρώα, είτε αριστερά.

Για τη διαρκή εξέγερση και την ανάπτυξη του αναρχικού εξεγερσιακού αφορμαλισμού.

Για την ολική απελευθέρωση.

Λευτεριά στη Monica και τον Francisco, και σε όλα τα αναρχικά έγκλειστα συντρόφια ανά τον κόσμο.

Δύναμη στον σύντροφο Gabriel Pombo Da Silva.

Από εδώ χαιρετίζουμε την αναζωπύρωση της Σ.Π.Φ. στην Ινδονησία.

Ας διαχυθεί η φωτιά.

Ζήτω η Αναρχία.

Πηγή: Act For Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

«Ο Νίτσε ήταν αναρχικός»: Η άγνωστη σύνδεση των απόψεων της Έμμα Γκόλντμαν με τις ιδέες του Νίτσε

Η θρυλική αναρχική αγαπούσε τον φιλόσοφο τού «αρνητικού» υπαρξισμού. Υπερασπίστηκε τις ιδέες του σε συνέδρια και σε περιοδείες ανά τον κόσμο. Τόσο η ίδια, όσο και πολλοί άλλοι, τον θεωρούσαν ένα είδος προφήτη που ερχόταν σε ρήξη με το παρελθόν, καθώς και έναν εξαγριωμένο «εικονοκλάστη».

Διασχίζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 1913 και 1917, η Έμμα Γκόλντμαν έδωσε μια σειρά δημόσιων ομιλιών σχετικά με τον Νίτσε και την σημασία των απόψεων του σε σχέση με την αναρχική θεώρηση εκείνης της εποχής. Υπάρχουν τουλάχιστον είκοσι τρεις ομιλίες, που πραγματοποιήθηκαν από το Λος Άντζελες μέχρι τη Νέα Υόρκη, αναφορικά με την σχέση της σκέψης του Νίτσε με τα ζητήματα του αθεϊσμού, του αντι-κρατισμού, του αντι-εθνικισμού και του αντι-μιλιταρισμού (στο πλαίσιο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου).

Μπορεί να φαίνεται ότι η εκτίμηση της Γκόλντμαν για τον Νίτσε ήταν μην ήταν καταγεγραμμένη και ότι μόνο τα κείμενα αυτών των ομιλιών χρησιμοποιούνται ως βάση για να επαληθευτεί η ακριβής φύση του ισχυρισμού της, ότι δηλαδή ο Νίτσε ήταν σχετικός με την αναρχία, αλλά δεν είναι έτσι. Η αστυνομία, έπειτα από έρευνα στα γραφεία της Μητέρας Γης, της αναρχικής εφημερίδας που συνεξέδιδε η Γκόλντμαν, κατέσχεσε όλο τα υλικό το οποίο ήταν ύποπτο για προτροπή σε εξέγερση ή που εναντιωνόταν στην αμερικανική πολεμική εκστρατεία. Η Έμμα Γκόλντμαν προσπάθησε ανεπιτυχώς να βρει αντίγραφα των ομιλιών της. Έτσι, αυτά τα κείμενα της για τον Νίτσε χάθηκαν για τις μελλοντικές γενιές.

Παρ’ όλα αυτά, και άλλες αναφορές καθιστούν δυνατόν να γνωρίζουμε την σημασία της σκέψης του Νίτσε για την Έμμα Γκόλντμαν, για μια σύγχρονη πρακτική της αναρχίας και το χρέος που του αναγνώρισε στο σχηματισμό της σκέψης της. Στα δοκίμια της βρίσκουμε σύντομες αναφορές στον Νίτσε. Στην βιογραφία της με τίτλο Ζώντας τη ζωή μου (που δημοσιεύθηκε το 1930, χρόνια μετά από αυτά τα αναγνώσματα), διευκρινίζει την επιρροή του Νίτσε πάνω της, που την διαμόρφωσε, και της έδωσε ενέργεια όχι μόνο πνευματική, αλλά και στην προσωπική της ζωή. Επί πλέον διασώζονται οι αναφορές στις προαναφερθείσες συνομιλίες που δημοσιεύονται στις εφημερίδες Ελεύθερη Κοινωνία και Μητέρα Γη και, αν και επιφανειακής προσέγγισης, δίνουν ένα κάποιο περιεχόμενο στις ομιλίες της σχετικά με το θέμα αυτό. Συνδυάζοντας και τα δύο αυτά είδη πηγών, μπορούμε να έχουμε έναν οδηγό για το τί μπορεί να είχε σχολιάσει η Έμμα Γκόλντμαν αναφορικά με τον Νίτσε στις ομιλίες της. Να κατανοήσουμε, δηλαδή, την σπουδαιότητα της σκέψης του Νίτσε πάνω στην αναρχική θεωρία και πρακτική, αυτό, δηλαδή, που τελικά προσπαθούσε να αναδείξει-παρουσιάσει η Έμμα Γκόλντμαν.

Η Έμμα Γκόλντμαν αναφέρει πως είχε την πρώτη επαφή της με τον Νίτσε κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη Βιέννη, μεταξύ 1895 και 1899, όταν σπούδαζε νοσοκόμα και μαία. Εκτός από τις σπουδές της εκεί, επισκέφθηκε το Λονδίνο και το Παρίσι, όπου παράνομα έδωσε αναρχικές ομιλίες, αρχίζοντας να έχει διεθνή φήμη στους επαναστατικούς κύκλους. Έτσι συνάντησε τον Κροπότκιν, την Λουίζ Μισέλ και τον Μαλατέστα. Όμως, η αυτοβιογραφία της δείχνει ότι μεταξύ των συγγραφέων που την επηρέασαν ώστε να γίνει αναρχική ήταν ο Νίτσε.

Οι μποέμ και ο προφήτης

«Ο Νίτσε θεωρήθηκε από τους μποέμ του τέλους του αιώνα, ειδικά στον γερμανόφωνο κόσμο, ως παράδειγμα “εικονοκλάστη„, ως ένα είδος προφήτη της ρήξης με τα ερείπια και το έρμα τού καταπιεστικού παρελθόντος, της ηθικής, της θρησκείας, των συμβάσεων και των θεσμών».

Για εκείνη, τα θέματα πολιτιστικού χαρακτήρα –η μουσική, το θέατρο και η λογοτεχνία– είχαν την ίδια επιρροή σε επαναστατικούς όρους, όπως και τα πιο άμεσα πολιτικά ζητήματα. Κατά την διάρκεια της παραμονής της στην Ευρώπη, εκτός από την συμμετοχή της σε αναρχικές συναντήσεις, παρακολούθησε την όπερα του Βάγκνερ, είδε την Eleonora Duse (γνωστή ιταλίδα ηθοποιό διάσημη για τους ρόλους της στα έργα του Ίψεν), παραβρέθηκε σε ομιλίες του Levy Bruhl (κοινωνιολόγος που μελέτησε τη νοοτροπία των πρωτόγονων λαών) και σε ομιλίες του Σίγκμουντ Φρόυντ. Ανακάλυψε, επίσης, τα έργα του Χέρνικ Ίψεν, του Γκέρχαρτ Χάουπτμαν (δημιουργός του κοινωνικού δράματος) και του Hugo von Hofmannsthal (θεατρικός συγγραφέας και στιχουργός της πιο διάσημης όπερας του Ρίχαρντ Στράους), καθώς και του Νίτσε. Αυτούς τους συγγραφείς εξήρε ιδιαίτερα για το γεγονός ότι «στρέφονταν ενάντια στις παλιές αξίες», ένα γεγονός που θεώρησε συμβατό με το αναρχικό πνεύμα.

Όλα αυτά τα ονόματα ήταν μεταξύ της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας της εποχής. Στα τέλη του αιώνα ο Νίτσε συνδέθηκε με την αμφισβήτηση και απόρριψη της κληρονομιάς των παραδόσεων.

Οι πιο τολμηροί νέοι «εικονοκλάστες»

«Στα τελευταία δοκίμια της, η Έμμα Γκόλντμαν έδωσε μεγαλύτερη σημασία στην επιρροή της τέχνης και της λογοτεχνίας, παρά στην προπαγάνδα, παρά στον καθαρά πολιτικό λόγο».

Ως αναρχική, η Έμμα Γκόλντμαν ήταν πολύ ενθουσιώδης, επί προσθέτως, στο γεγονός ότι ήταν γυναίκα και Εβραία, με το ενδιαφέρον της για τον Νίτσε να είναι το πιο αξιοσημείωτο. Προσπάθησε να συνδυάσει το πάθος για το έργο του Νίτσε («του πιο τολμηρού από τους νέους “εικονοκλάστες”») με τον αναρχικό με τον οποίο ήταν πιο κοντά σε εκείνη, εκείνη την εποχή, τον Edward Brady (αυστριακός αναρχικός με τον οποίο μοιράστηκε μια έντονη αγάπη), που δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό της για το θέμα. Κατέληξε να διακόψει τις σχέσεις της με τον Brady, επειδή αυτός ισχυρίστηκε ότι ο Νίτσε ήταν τρελλός, ένας τύπος με άρρωστο μυαλό, ισχυριζόμενος ότι θα ξεχαστεί σε λιγότερο από μια δεκαετία μαζί με ολόκληρη τη γενιά του. Εξοργισμένη με τη συζήτηση αυτή, η Γκόλντμαν τον περιέγραψε ως αγκυροβολημένο σε όλα τα παλιά και τα ξεπερασμένα και ότι δεν συμφωνούσε επειδή αισθανόταν ελεύθερη να κάνει τις επιλογές της, έστω και αν η καρδιά της έχασε. Η απαξίωση όλων των αξιών εκ μέρους του Νίτσε ήταν ένα από τα κύρια πάθη της.

Μετά από αυτήν την ρήξη, η Γκόλντμαν ξεκίνησε μια σειρά ομιλιών σε αναρχικούς κύκλους συνδεδεμένους με την εφημερίδα Free Society. Κατά την περιοδεία της, παρουσίασε στην Φιλαδέλφεια (Φεβρουάριος 1898) μια ομιλία με τίτλο «Η βάση της ηθικής», όπου επικαλέστηκε τα λόγια του Νίτσε με τους υπαινιγμούς του ενάντια στην καταπίεση των ηθικών και νομικών συστημάτων. Όλα αυτά συμπεριλήφθηκαν ως αναφορές στην προαναφερθείσα δημοσίευση. Ακολουθώντας την τακτική της να τοποθετεί τις πολιτικές αναφορές δίπλα στις λογοτεχνικές, γεγονός που χαρακτηρίζει τις ομιλίες της, αποδεικνύει την πεποίθησή της ότι η καλλιτεχνική έκφραση μάς δίνει την διαίσθηση και την επαναστατική έμπνευση στον ίδιο ή ακόμα και σε μεγαλύτερο βαθμό από τις πολιτικές απόψεις.

Η Γκόλντμαν και ο «Υπεράνθρωπος»

«Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ’ αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας […] Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε, θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την».  (Νίτσε)

«Η απουσία πίστης μου υπαγορεύεται κατά κύριο λόγο από την πίστη μου στις δυνατότητες του ατόμου».  (Ε. Γκόλντμαν)

Στα τελευταία της δοκίμια, η Έμμα Γκόλντμαν έδωσε μεγαλύτερη σημασία στην επιρροή της τέχνης και της λογοτεχνίας αντί για την προπαγάνδα ή τον καθαρά πολιτικό λόγο. Έτσι, από το 1906 κι έπειτα, αναζητούσε στην έκδοση της εφημερίδας Μητέρα Γη ένα φόρουμ για θεωρητική συζήτηση καθώς και για «κοινωνικά αντιπροσωπευτική» τέχνη. Αποκρυσταλλώθηκε το 1911 στο δοκίμιο της Αναρχισμός και άλλα δοκίμια.

Όλα αυτά την οδηγούν να επαναλάβει ότι οι τρόποι έκφρασης του Νίτσε –ποιητικοί, λογοτεχνικοί ακόμη και οραματιστικοί– είναι εξ ίσου σημαντικοί με το περιεχόμενο που μεταφέρουν. Επανειλημμένα, στα δοκίμια και τις ομιλίες της, η Έμμα Γκόλντμαν υπερασπίζεται τις Νιτσεϊκές έννοιες, με τον ίδιο τρόπο που αντιμετώπισε τις προκαταλήψεις του Brady. Προσπάθησε να διευκρινίσει ορισμένες παρερμηνείες σχετικά με τις ιδέες του Νίτσε που κυκλοφόρησαν στην Αμερική πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρερμηνείες που αργότερα επανέφεραν οι Ναζί, αφού ο φιλόσοφος έπαψε να είναι καθοδηγητής μεταξύ των διανοουμένων και των καλλιτεχνών (παρερμηνείες που ενθαρρύνονταν από την αδελφή του Ελισάβετ). Οι περισσότερες παρερμηνείες αφορούσαν την έννοια του υπεράνθρωπου, καθώς και τις ιδέες του σχετικά με έναν «αριστοκρατικό» ατομικισμό, που η Γκόλντμαν εξέλαβε ως ιδέες συγγενείς με τις ιδέες του Μαξ Στίρνερ. Η ίδια έδωσε εξηγήσεις, σχετικά με αυτό, δηλώνοντας ότι η ιδέα του υπεράνθρωπου ήταν η ιδέα μιας κοινωνίας που δεν έδινε χώρο σε μια φυλή άβουλων ή σκλάβων.

Έτσι, προωθώντας τον αθεϊσμό στη θέση του Χριστιανισμού (ή του Ιουδαϊσμού που είχε απορρίψει), η Γκόλντμαν βασίζει την «αντιπολιτευτική» της θέση στον ατομικισμό του Νίτσε και του Στίρνερ, για τους οποίους μας λέει ότι «έχουν αναλάβει την υποτίμηση των κοινωνικά νεκρών αξιών και της ηθικής του παρελθόντος», επιβεβαιώνοντας ότι και οι δύο φιλόσοφοι αντιτίθενται στον Χριστιανισμό επειδή τον θεωρούν ως την ηθική των δούλων, την άρνηση της ζωής, τον καταστροφέα όλων των στοιχείων που δίνουν δύναμη και χτίζουν χαρακτήρα. Πρέπει να ξεπεράσουμε τις παλιές παραδόσεις και τις ξεπερασμένες αξίες για να μάθουμε να δημιουργούμε νέα και όμορφα πράγματα.

Όλα αυτά τα ζητήματα επαναλήφθηκαν στις ομιλίες της Γκόλντμαν, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 1913-1917. Πολλές από τις ομιλίες αφορούσαν άμεσα τον Νίτσε ή άλλα σχετικά θέματα. Αν και τα κείμενά τους χάθηκαν, από κάποια σχόλια προκύπτει ότι τα κείμενα της ομιλίας ήταν πολύ όμοια, παρ’ ότι οι τίτλοι των ομιλιών ποικίλλουν ανάλογα με το κοινό στο οποίο απευθυνόταν. Παραδείγματος χάρη, επανειλημμένα απευθύνθηκε στο κοινό της με τον τίτλο «Νίτσε, η πνευματική καταιγίδα της κεντρικής Ευρώπης», «Νίτσε, η πνευματική καταιγίδα του Κεντροευρωπαϊκού Πολέμου», «Νίτσε, το πνευματικό κέντρο του Μεγάλου Πολέμου» ή «Ο Νίτσε και ο γερμανός Κάιζερ».

Αυτά τα κείμενα, σε συνδυασμό και με άλλη αντιπολεμική και αντι-στρατιωτική δραστηριότητα, οδήγησαν το 1917 (το έτος της εισόδου της Αμερικής στον μεγάλο πόλεμο) στη σύλληψή της, καθώς και στη σύλληψη του Alexander Berkman, με κατηγορίες περί συνωμοσίας που παρεμποδίζουν τις στρατολογήσεις και που οδήγησαν στην μεταγενέστερη απέλασή της στην κομμουνιστική Ρωσία.

Άλλες ομιλίες της σε αυτή την περιοδεία σχετίζονταν με τη συνάφεια της σκέψης του Νίτσε με μια μεγάλη ποικιλία αναρχικών ζητημάτων: ατομικισμός, αθεϊσμός, αντι-κρατισμός και αντιμορραλισμός. Τα υπόλοιπα, αν και δεν σχετίζονταν άμεσα με τον Νίτσε, μαρτυρούν την προθυμία της Γκόλντμαν να αναφέρει στις ομιλίες της τα κοινωνικά ζητήματα: ψήφος των γυναικών, αντισύλληψη, ελεύθερη αγάπη –μαζί με τις έννοιες του ατομικισμού του Νίτσε και του Στίρνερ. Έτσι, δήλωσε: «Η απουσία πίστης στην πλειοψηφία υπαγορεύεται από την πίστη μου στις δυνατότητες του ατόμου. Μόνο όταν είσαι ελεύθερος να επιλέξεις τους συντρόφους σου για έναν κοινό σκοπό, μπορείς να αναμένεις την τάξη και την αρμονία σε αυτόν τον κόσμο του χάους και της ανισότητας».

Το κράτος είναι ένα «κρύο τέρας»

«Ο Νίτσε αποκάλεσε το κράτος κρύο τέρας. Τι θα έλεγε για το φρικτό θηρίο των σύγχρονων δικτατοριών;» (Ε. Γκόλντμαν)

Στις 25 Ιουλίου 1915 έδωσε μια ομιλία στο Σαν Φρανσίσκο, με τίτλο «Ο Νίτσε, το κέντρο της πνευματικής θύελλας του πολέμου», η οποία περιγράφηκε στη Μητέρα Γη, όπου και πάλι αντιπαρατέθηκε στην επανάληψη των κατηγοριών εναντίον του φιλοσόφου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μιλούσαν για τον «άνθρωπο που είχε υποστηρίξει τη βούληση για εξουσία… που ήταν υπεύθυνη για τις σύγχρονες σφαγές στην Ευρώπη», επιβεβαιώνοντας ότι αυτοί που ισχυρίζονται το παραπάνω απλά «αποδεικνύουν ότι δεν έχουν καταλάβει τη σκέψη του Νίτσε». Η Γκόλντμαν κάνει μια παρόμοια προσέγγιση στο δοκίμιο της (άγνωστης ημερομηνίας) Ζήλια: αιτίες και μια πιθανή θεραπεία.

Στα κείμενα της και στα δοκίμια της μπορεί κάποιος να δει μία προσπάθεια διασταύρωσης Νιτσεϊκού ατομικισμού μαζί με έναν κροποτκινικό κολλεκτιβισμό, που κάνει την σκέψη της ιδιόμορφη. Έτσι, υποστηρίζει την αυτονομία τού εγώ και την αυτονομία της ίδιας, ενώ παράλληλα ενδιαφέρεται για τα κοινωνικά ζητήματα όπως: της γυναίκας, της παιδικής ηλικίας, της εκπαίδευσης και των σχέσεων μεταξύ των φύλων.

Αλλά πάντα επιμένει ότι η αυτονομία δεν πρέπει ποτέ να θυσιάζεται για χάρη του κολλεκτιβισμού που διατυμπανίζουν τόσο οι κομμουνιστές όσο και οι σοσιαλιστές, καθώς και κάποιες μορφές αναρχισμού, όπως ο αναρχοσυνδικαλισμός, που βλέπει τις μάζες ή τους εργάτες ως επαναστατικό υποκείμενο. Αναφέροντας σχετικά, όπως πάντα, το παράδειγμά του, είπε: «Ο Νίτσε αποκάλεσε το κράτος κρύο τέρας. Τι θα έλεγε για το φρικτό θηρίο των σύγχρονων δικτατοριών; «Το άτομο δεν είναι τίποτα», αυτοί δηλώνουν «είναι η κοινότητα που μετράει». Τίποτα άλλο παρά η πλήρης παράδοση του ατόμου θα ικανοποιήσει την ακόρεστη όρεξη της νέας θεότητας.»

Αλλά η Γκόλντμαν διακρίνει τον όρο «ατομικισμός» από την κυρίαρχη αμερικανική αντίληψη του «σκληρού ατομικισμού». Απορρίπτει αυτή την έννοια, καθώς σημαίνει ότι «ο ατομικισμός είναι για τους ισχυρούς, ενώ ο λαός οργανώνεται σε μια κάστα σκλάβων για να εξυπηρετήσει μια χούφτα αυτοαποκαλούμενων υπερανθρώπων». Με παρόμοιο θέμα ήταν η ομιλία που έδωσε τον Ιανουάριο του 1917 στη Νέα Υόρκη, «Το κράτος και οι ισχυροί αντίπαλοι του: Friedrich Nietzsche, Max Stirner, Ralph Waldo Emerson, David (sic) Thoreau και άλλοι».

Ως αναρχική της ευρωπαϊκής παράδοσης, η σκέψη της ήταν διανοητικά, πολιτισμικά και γλωσσικά ξεχωριστή από άλλους ριζοσπάστες Αμερικανούς, όπως ο Benjamin Tucker. Η αμερικανική κληρονομιά της διαφωνίας απέκτησε τον χαρακτήρα της από έναν συνδυασμό Προτεσταντισμού, Ατομικισμού των Emerson/Thoreau και δημοκρατίας του Τζέφερσον. Φιλοσοφικές σκέψεις και προσεγγίσεις, από τις οποίες η αναρχία της Γκόλντμαν κράτησε ελάχιστα στοιχεία. Έτσι, ανασχημάτισε την ιδέα του Στίρνερ για το εγώ και του κολλεκτιβισμού του Κροπότκιν και τις συνέδεσε με την αντίληψη του Νίτσε για την απαξίωση όλων των παλιών αξιών, εφαρμόζοντας το σύνολο στο αμερικανικό κοινωνικοπολιτιστικό πλαίσιο.

Οι ομιλίες της Γκόλντμαν για τον Νίτσε, για τις σκέψεις του φιλόσοφου, έστειλαν ένα μεταθανάτιο μήνυμα. Και αυτό για την Γκόλντμαν αντιπροσώπευε τον στόχο της αναρχίας, όπως την οραματίστηκε –ένα όραμα που της επέτρεπε να επιβεβαιώσει ότι «ο Νίτσε ήταν αναρχικός».

Alberto Eiriz

Πηγή:anarchypress

Γαλλία, Aubenas: Εμπρηστική επίθεση στην Εθνική Υπηρεσία Δασοκομίας (ONF)

Άκουσα να λένε πως τα δάση χρειάζονται “διαχείριση”. Ακόμα χειρότερα, πως χρειάζεται να “καθαριστούν”.

Άκουσα πως τα δάση χρειάζεται να “μπουν σε τάξη”, να γίνουν πιο κερδοφόρα, προσιτά, ελκυστικά. Πως οι άνθρωποι πρέπει να τα περιδιαβαίνουν τις Κυριακές, σε ασφαλή μεγάλα μονοπάτια, με σκυλιά σε λουριά, με πικνίκ σε προσφερόμενα τραπέζια.

Άκουσα πως τα δάση χρειάζονται “προστασία”. Με άλλα λόγια, “έλεγχο”.

Άκουσα πως τα δέντρα πρέπει να φυτεύονται σε σειρές για να παράγουν σημειωματάρια για αδιάφορες σημειώσεις, άνοστα βιβλία, αποβλακωτικά περιοδικά, καθώς και ράφια πάνω στα οποία θα τοποθετούνται όλα δαύτα.

Άκουσα πως είναι αναγκαίο να στηρίζουμε τα δάση μέσω οικολογικών νόμων και κομμάτων, και πως αυτός είν’ ο τρόπος για να τα υπερασπιστούμε απ’ τους κακούς βιομήχανους.

Άκουσα πως τα πεσμένα ξύλα δεν πρέπει να μαζεύονται, ούτως ώστε να μη διαταράσσεται το εύθραυστο οικοσύστημα.

Άκουσα πως κανείς δεν πρέπει να βγαίνει απ’ το τεχνητό μονοπάτι, προκειμένου να μην προκαλεί ζημιά στα φυτά.

Άκουσα πως το να περπατάς μονάχος στο δάσος μπορεί να είναι “επικίνδυνο”.

Άκουσα πως δεν πρέπει ν’ ανάβουμε φωτιά επειδή θα μπορούσε να καταστρέψει το δάσος. Όμως με το να κόβονται όλα τα δέντρα, κανένα πρόβλημα;

Άκουσα πως μπορείς να πας σε σούπερ-μάρκετ στην καραντίνα, αλλά όχι να μαζέψεις λουλούδια. Σε άλλες περιπτώσεις χρειαζόσουν άδεια. Όχι απ’ τα φυτά, αγαπητοί απλοί άνθρωποι, αλλά απ’ τη δημόσια διοίκηση.

Άκουσα πως θά ‘πρεπε να είμαι ευτυχής που υπάρχουν “φυσικά πάρκα”.

Άκουσα πως τα δάση έχουν ιδιοκτήτες. Και πως αυτοί οι ιδιοκτήτες δεν είναι οι κάτοικοί τους, με τις γούνες τους, τα φτερά τους και τα γρυλλίσματά τους.

Άκουσα πως οι κάτοικοι αυτοί πρέπει να ελέγχονται μέσω κυνηγετικών επεμβάσεων.

Άκουσα πως τα σκυλιά πρέπει να κρατούνται με λουρί, όμως οι άνθρωποι -οι οποίοι έχουν την άδεια του Κράτους- μπορούν ελεύθερα να σκοτώνουν, με όπλα τόσο εκλεπτυσμένα που δεν τους αφορά καν πιο είναι το θήραμά τους.

Άκουσα πως είναι αναγκαίο να οξύνουμε την αντίληψη περί “σεβασμού της φύσης” στους νέους, οι οποίοι γεννιούνται για να περιβάλλονται από τσιμέντο.

Άκουσα να λέγεται πως μια τεχνολογικά υπερανεπτυγμένη κοινωνία θα μπορούσε να είναι “πράσινη”.

Άκουσα πως οι όροι “βιώσιμο” και “οικολογικό” σημαίνουν την προμελετημένη καταστροφή του 99% των δέντρων, το σκάψιμο αυλακιών βάθους 40 εκατοστών μες στη λάσπη, καθώς και τα σιδερένια θεριά που τρέφονται με βενζίνα κι είν’ αναγκαία για να έρθουν εις πέρας όλα δαύτα. Άκουσα τον ήχο των δέντρων που πέφτουν, τις μηχανές που τα ρίχνουν στο έδαφος, τον βρυχηθμό των οχημάτων 4×4 που ανήκουν στους “προστάτες” των δασών.

Άκουσα πως τα εργοστάσια ξυλείας μπορούν να “αυτοδιαχειριστούν”. Η εκμετάλλευση της ξυλείας που αξιοποιείται για καλό σκοπό, θεωρείται “εναλλακτική”.

Άκουσα πως χρειάζεται να φυτευτούν δέντρα προκειμένου να σωθεί το ανθρώπινο είδος.

Άκουσα πως θα μπορούσες να συμβάλεις στο φύτεμα ενός δέντρου αγοράζοντας ένα πακέτο ζυμαρικά.

Άκουσα πως τα δέντρα μπορούν να θεραπεύουν τον καρκίνο. Ποιος όμως θα θεραπεύσει αυτά απ’ την παρουσία μας;

Έτσι, έκλεισα τ’ αυτιά μου και ούρλιαξα. Ούρλιαξα τόσο δυνατά που αναρίγησαν τα φύλλα των δέντρων. Ούρλιαξα τόσο πολύ που ξεράθηκε η φωνή και η δική μου και των άλλων. Σαν επανήλθε η σιωπή, θυμήθηκα κάποια άλλα πράγματα που είχα μάθει.

Είχα μάθει πως ο έλεγχος των δασών σημαίνει και έλεγχο των πληθυσμών, έλεγχο επί της ίδιας μου της ζωής.

Είχα μάθει πως η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ηλίθια, δειλή, αδαής ή θλιβερά ρεαλιστική. Πως όταν δέχονται δύο χτυπήματα είναι για το καλό τους, ή χαζοχαίρονται που δε δέχθηκαν και τρίτο. Πως είναι μάλιστα περήφανοι που άφησαν πίσω τη “φυσική κατάσταση”. Μεγάλο βήμα μπρος!

Είχα μάθει πως δεν αγαπώ τα δάση μόνο για τον πλούτο της ζωής, του θανάτου και οτιδήποτε ενδιάμεσου, αλλά γι’ αυτό που είναι. Πως η απέχθειά μου για τη μοίρα που τους επιφυλάσσεται δεν είναι απλή ενσυναίσθηση, και πως οι ίδιες μου οι δυνατότητες επίσης περιορίζονται, ελέγχονται, κατασκευάζονται, συνθλίβονται.

Έπειτα θυμήθηκα τις δράσεις σαμποτάζ ενάντια στην καταστροφή των δασών. Βανδαλισμός μηχανών, ολοσχερής πυρπόληση εργοστασίων ξυλείας, επιθέσεις σε ανθρώπους υπεύθυνους για την καταστροφή αυτή.

Θυμήθηκα πως θα μπορούσα να δράσω και να μην ξεπέσω στο να μείνω κουφός και τυφλός προκειμένου να μείνω ασφαλής. Συνεπώς, συμμετείχα σε εμπρηστική επίθεση στην Εθνική Υπηρεσία Δασοκομίας (ONF), στο Aubenas (στο Ardèche της Γαλλίας), τη νύχτα μεταξύ 5ης και 6ης Οκτωβρίου.

Σαφέστατα είναι μια εξευτελιστικά ισχνή δράση, μπρος στην τόσο ακραία εξολόθρευση του πλανήτη και όλων των ζωντανών πλασμάτων ανά τον κόσμο. Είναι όμως μια δράση που θέλει να εκφράσει περισσότερα απ’ ότι ο άμεσος αντίκτυπός της. Να γιατί γράφω τούτες τις αράδες. Για ν’ αποτρέψω να καταλήξει απλά μια ακόμη είδηση που αγνοείται απ’ τα μίντια. Επίσης, επειδή αποδεικνύει πως είναι δυνατό να αυτοοργανωθούμε και να επιτεθούμε άμεσα στην κοινωνία του ελέγχου, της επιτήρησης και της εκμετάλλευσης. Μια κοινωνία βασισμένη στην κατασκευασμένη μας συμπεριφορά, την οποία και πρέπει να παλέψουμε, αλλά και σε συγκεκριμένα ιδρύματα, τα οποία δεν πρέπει να λησμονούμε να παλεύουμε να τα καταστρέψουμε.

Χαιρετισμούς, στην περίπτωση αυτή, σε όσες και όσους δεν ξεχνούν να επιτίθενται, να μην υποτάσσονται, να αντιδρούν και να συνεχίζουν να προσπαθούν.

Δύναμη σε όσους και όσες βρίσκονται στη φυλακή για τις ιδέες ή τις δράσεις τους.

Πηγή: Act For Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Χιλή: Ο θρίαμβος της δημοκρατίας και η στρεβλή κριτική της

Καθώς χιλιάδες Χιλιανοί εξυμνούν τον εκλογικό θρίαμβο που θα οδηγήσει στην αλλαγή του Συντάγματος, εμείς παραμένουμε στο μονοπάτι του πολέμου ενάντια σε κάθε έκφανση της κυριαρχίας.

Σήμερα, το χιλιανό κράτος, τα αστικά κόμματα και ο καθεστωτικός τύπος γιορτάζουν μαζί με τους πολίτες τον βδελυρό θρίαμβο της δημοκρατίας, τη θεσμική μέθοδο αποκατάστασης της αστικής και πολιτισμένης κοινωνίας, σα να επρόκειτο για κατάκτηση του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού κυπέλλου.

Το πώς οι πρώην ”εξεγερμένοι” -περήφανοι ψηφοφόροι σήμερα- θα έρθουν σε συμβιβασμό με αυτήν την αντίφαση, δεν το γνωρίζουμε.

Αυτό που ξέρουμε πέραν πάσης αμφιβολίας είναι πως όσοι μόλις χθες μάχονταν τη βαναυσότητα της καταστολής, πρόθυμα τώρα έσπευσαν στις καλά προφυλαγμένες από τον στρατό και την αστυνομία εκλογικές κάλπες.

Αυτό που επίσης γνωρίζουμε είναι ότι σήμερα οι ιδεολογικώς εξιδανικευμένοι κάτοικοι των γειτονιών της εργατικής τάξης τραγουδούσαν και χόρευαν μεθυσμένοι από δημοκρατία σε δρόμους βαμμένους από το νωπό αίμα του Anibal Villarroel, που έπεσε νεκρός από σφαίρες μπάτσων 3 μέρες πριν.

Νικήτρια είναι η Χιλή, νικητής είναι το χιλιανό κράτος, νικήτρια είναι η κοινωνία και η επιθυμία της να μείνει καταδυναστευμένη υπό τους όρους ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου κυριαρχίας, νικήτρια είναι η θέληση της πλειοψηφίας του λαού να δημιουργήσει μια νέα κοινωνική ομοθυμία. Εν τέλει, με περισσότερα ή λιγότερα οδοφράγματα, νικήτρια είναι η παλιά καλή συνταγή, γραμμένη και ξαναγραμμένη στα παλάτια της κυριαρχίας καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Η αποσόβηση των εξεγέρσεων και η διοχέτευσή τους μέσω θεσμικών καναλιών κατευθείαν στο παιχνίδι των αστικών κομμάτων.

Η εξουσία γελά και γελά και θα γελάσει ξανά. Γελά γιατί οι θεσμοί στεγανοποιούνται. Η εξουσία γελά γιατί τώρα θα έχει υπό τη διάθεσή της περισσότερους ”ευσυνείδητους” και εκδημοκρατισμένους πολίτες, εθελοντές στον περιορισμό των πυρίμαχων, των διαφορετικών, των ανταρτών, των μειοψηφιών, των ταραχοποιών που επιμένουν να παρεμποδίζουν την έμπλεη από την αηδιαστική αστικότητά τους διαδικασία αναμόρφωσης.

Η εξουσία γελά επειδή γνωρίζει πως ακόμα και μερικοί υποτιθέμενοι αναρχικοί, παρακινούμενοι από μύχιες ελπίδες, προσέτρεξαν στις κάλπες να γονατίσουν επισήμως μπροστά στον εχθρό, να αποκηρύξουν τις ιδέες τους, να διαπραγματευτούν τα προτάγματά τους αποδεικνύοντας πως είναι ευμετάβλητα και ασταθή, όπως και η μνήμη του ”λαού” που ονειρεύονται.

Εμείς, οι αγέρωχες μειοψηφίες των ανυπότακτων, συνεχίζουμε να κηρύσσουμε τον πόλεμο στην κυριαρχία, δίχως την παραμικρή σύγχυση, πολλαπλασιάζοντας και ενδυναμώνοντας τους εαυτούς μας στο χάος.

Επειδή η εξέγερσή μας δεν άρχισε στις 18 Οκτώβρη του 2019 και δεν πρόκειται να τελειώσει με ένα ευτελές δημοψήφισμα.

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η ΑΝΑΡΧΙΑ ΖΕΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ, ΔΙΧΩΣ ΑΡΧΗΓΟΥΣ ΚΑΙ ΗΓΕΣΙΑ, ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ

ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΜΟΡΦΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

Ανειρήνευτοι αναρχικοί από τη νότια Abya Yala (Χιλή).

Πηγή: 325

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

The Blast: Η μάχη των εννοιών – Κυρίαρχος λόγος και αντικοινωνικό

Η μάχη των εννοιών: κυρίαρχος λόγος και αντικοινωνικό

Αλίκη: “Πως μπορείς να δώσεις τόσο διαφορετικές σημασίες στις λέξεις που χρησιμοποιείς;”

Humpty Dumpty: “Το ερώτημα είναι ποιος είναι ο κυρίαρχος… αυτό είναι όλο”.

Lewis Carroll
(Η Αλίκη μέσα στον καθρέπτη)

Κάθε καθεστώς που θα ήθελε να έχει λιγότερους αποσταθεροποιητικούς κραδασμούς, κατασκευάζει μια αφήγηση που να συσπειρώνει σε μια συναινετική βάση ένα σεβαστό ποσοστό της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Κάθε αφήγηση διαφέρει ανάλογα το καθεστώς, την εποχή και την ιδιομορφία κάθε περιοχής. Ωστόσο υπάρχει σχεδόν πάντα ένα κοινό μοτίβο.

Το μοτίβο αυτό περιλαμβάνει την αναγκαιότητα μιας ενότητας απέναντι σε έναν εχθρό. Ο εχθρός, και οι ταυτότητες του, μπορεί να αλλάζουν, αλλά το μοτίβο παραμένει.

Μπορεί άλλοτε να παρουσιάζεται ως αιρετικός ή ως προδότης ή ως κάτι άλλο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται είναι ανάλογος του τι μπορεί να συσπειρώσει κάθε φορά ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής βάσης.

Στο ελληνικό πολιτικό σύστημα του μεσοπολέμου και της μετεμφυλιακής εποχής, ως και τη μετάβαση στη μεταπολίτευση, η αφήγηση που αποτελούσε συγκολλητική ουσία για την πολιτική τάξη πράγματων ήταν η εθνική απειλή.

Σε ένα ταραγμένο πολιτικό περιβάλλον όπως αυτό της Ελλάδας των δεκαετιών αυτών, η αφήγηση αυτή επιδίωξε να συσπειρώσει κομμάτια της κοινωνίας στη βάση της εθνικοφροσύνης και της πλειοδοσίας στον πατριωτισμό. Με εξαίρεση τα χρόνια της ναζιστικής κατοχής όπου το βάρος της αντίστασης σήκωσε στο μεγαλύτερο κομμάτι η αριστερά, η αφήγηση αυτή πέτυχε πράγματι το στόχο της σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό.

Ως εθνική απειλή παρουσιάστηκε ο κίνδυνος του κομμουνισμού και σε αυτή τη βάση οικοδομήθηκε η συνθήκη, της όποιας κοινωνικής αποδοχής της συνέχειας των παρακολουθήσεων, των εξοριών, των φυλακίσεων, των βασανιστηρίων κομμουνιστών/στριών μέχρι και το 1974. Η ίδια η δικτατορία επιχείρησε να νομιμοποιηθεί κοινωνικά επικαλούμενη τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Χωρίς μια εθνική καταστροφή του μεγέθους της Κυπριακής κρίσης ενδεχομένως η μεταπολίτευση να αργούσε περισσότερο.

Στις δεκαετίες της μεταπολίτευσης, και κυρίως στα χρόνια της πράσινης σοσιαλδημοκρατίας, το τοπίο της πολιτικής σκηνής μεταβάλλεται. Πλέον συγκολλητική ουσία είναι η νομιμοφροσύνη και εχθρός είναι τα υποκείμενα που την απειλούν.

Όσο θα βαθαίνει η μεταπολίτευση και η ελληνική εκδοχή του κεϋνσιανισμού θα φτανει το pic της (’90-’00), η συγκολλητική ουσία του νέου κοινωνικού συμβολαίου είναι η συσπείρωση γύρω από οτιδήποτε απειλεί τους όρους της νέου τύπου κοινωνικής συνοχής.

Οι αντιφατικές ταξικές μετατοπίσεις που προκαλούνται με την ποσοτική διόγκωση του κοινωνικού μπλοκ μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας, τόσο στις μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές όσο και στην ύπαιθρο, δημιουργεί ένα ενιαίο διαταξικό ιδεολογικό μπλοκ νομιμοφρόνων.

Όσο περισσότερο κυριαρχούσε στο κοινωνικό πεδίο η μικροαστική ιδεολογία και ηθική, τόσο άλλαζαν και οι ευρύτεροι κοινωνικοί συσχετισμοί με την διεύρυνση του σώματος των νομιμοφρόνων, ή αλλιώς και νοικοκυραίων. Υπήρχε δηλαδή και υλικός αντίχτυπος καθώς το ζήτημα δεν ήταν αποκλειστικώς ποιοτικό.

Το κοινωνικό σώμα της νομιμοφροσύνης αρχίζει να συσπειρώνεται πλέον απέναντι σε μια απειλή που βαφτίζεται αντικοινωνική, και το εθνικόφρων πλαίσιο υποχωρεί σταδιακά από το δημόσιο διάλογο σε σχέση με το παρελθόν. Ο νέου τύπου κοινωνικός κορμός, ο νομιμόφρων πληθυσμός, καλείται να σταθεί απέναντι σε εκείνα τα στοιχεία που απειλούν την πολιτική τάξη και τη κοινωνική συνοχή, τη δημόσια ασφάλεια, την κυρίαρχη κοινωνική ηθική και γενικά απέναντι σε οτιδήποτε αποτελεί παραφωνία στη συνθήκη της νέας εποχής. Μιας εποχής στην οποία θα κυριαρχήσει μια γενικευμένη απληστία και διαφθορά, η οποία μάλιστα σε ένα μεγάλο βαθμό, κατέστη οριζόντια.

Στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο αλλά και στα ΜΜΕ, ριζοσπαστικά υποκείμενα που αμφισβητούσαν το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, κομμάτια της νεολαίας που αποστρέφονταν τον κομφορμισμό της εποχής και τα κυρίαρχα αισθητικά και πολιτισμικά πρότυπα, τα όποια απομεινάρια μαχητικού συνδικαλισμού, άτομα τοξικοεξαρτημένα ή παραβατικά, με διαρκή τραβήγματα σε δικαστήρια ,φυλακές ή ψυχιατρικά ιδρύματα, αλλά και άλλα, με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό ή μη ετεροκανονικό έμφυλο αυτοπροσδιορισμό, μετανάστες και πρόσφυγες, αποτελούσαν ένα σύνολο αντικοινωνικών στοιχείων, που απειλούσε την κοινωνική ομαλότητα και κανονικότητα.

Προοδευτικά η κοινωνία, αντί για το ευρύτερο πλαίσιο συλλογικής συνύπαρξης διαφορετικών μίκρο- και μάκρο- συνόλων, γίνεται νοούμενη αποκλειστικά ως το σώμα της νομιμοφροσύνης. Οτιδήποτε έξω από αυτό είναι έξω και από την κοινωνία

Οι συνδηλώσεις που παράγονταν μέσα από την αυτήν τη διάκριση, καταλήγαν να ταυτίζουν το αντικοινωνικό με το αντικανονικό, με κάθε είδους δηλαδή αποκλίνουσα τάση και συμπεριφορά. Έτσι συχνά πολιτικές ομιλίες ακόμα και στο κοινοβούλιο έφταναν να ομιλούν για αντικοινωνικά στοιχεία που κάνουν καταλήψεις σε σχολεία, που κάνουν επεισόδια σε πορείες, που απειλούν την περιουσία και την ασφάλεια του Έλληνα, που μολύνουν τις γειτονιές ή το κέντρο της πόλης με την παρουσία τους (αναφορά κυρίως σε μετανάστες/πρόσφυγες και τοξικοεξαρτημένους), που αποτελούν πρόκληση για την επικρατούσα κοινωνική ηθική (αναφορά κυρίως σε άτομα απασχολούμενα σε μαύρη σεξεργασία ή σε δημόσιες εκδηλώσεις τρυφερότητας ομόφυλων ζευγαριών και συναφείς κοινωνικές διεκδικήσεις περί θεσμικής αναγνώρισης δικαιωμάτων) ενώ ο ίδιος λόγος περνούσε αυτούσιος σε τίτλους του Τύπου και σε τηλεοπτικά ενημερωτικά προγράμματα και εκπομπές.

Επιπλέον η σχηματική αυτή αντίθεση κανονικού-αντικοινωνικού, εισάγει στην ημερήσια διάταξη ένα λόγο ρατσιστικό και κανιβαλλιστικό, που εθίζει το κοινό σε σχήματα αντίληψης και αίσθησης ανωτερότητας από το «άλλο», το αντικοινωνικό, το οποίο σταδιακά, χάνει ακόμα και την ανθρώπινη υπόσταση του.

Πάνω στην ίδια διάκριση οικοδομείται και η κοινωνική αδιαφορία για συνθήκες εξαίρεσης που αφορούν πληθυσμούς-τμήματα αυτού του ενιαίου αντικοινωνικού συνόλου. Έτσι το κοινό δε πρόκειται να δείξει ενδιαφέρον για την αστυνομική καταστολή σε ριζοσπαστικά ή και απλά παραβατικά υποκείμενα, για τις συνθήκες στις φυλακές ή τα κέντρα κράτησης μεταναστών, για την αστυνομική βία και αυθαιρεσία στους δρόμους, για την εθνική πολιτική ασφάλειας στα σύνορα με ότι συνεπάγεται αυτή. Αυτά τα θέματα θα καταλήξουν να αποτελούν ατζέντες αδιάφορες έως και ενοχλητικές στα αυτιά του κοινού, και οι φωνές που τις αναδεικνύουν θα είναι και αυτές αδιάφορες, γραφικές, περιθωριακές, ενοχλητικές ή ακόμα και εχθρικές.

Δεδομένου ότι οι συνθήκες εξαίρεσης σχεδόν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις καταπατούν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα ή συνιστούν απόκλιση από την τήρηση κανόνων της διεθνούς κοινωνίας, αποτελούν μείζονα αντίφαση ως προς τις υποτιθέμενες αξίες και αρχές του ίδιου του πολιτικού συστήματος, που εντάσσει εαυτόν στο μπλοκ του πολιτισμένου κόσμου. Όσο αμβλύνεται ποσοτικά και ποιοτικά αυτή η αντίφαση, τόσο πιο μεγαλύτερη ηθική απαξία αποκτά και η αδιαφορία του κοινού ως προς τις συνθήκες εξαίρεσης που εφαρμόζονται σε αυτούς του πληθυσμούς, οι οποίοι δεν είναι ότι είναι αόρατοι, απλώς στην καλύτεροι είναι αδιάφοροι, και στη χειρότερη εχθρικοί.

Η νέα συναινετική βάση λοιπόν στην οποία συσπειρώνεται το κοινωνικό σώμα, είναι η βάση αυτή η οποία επιτρέπει να διαπράττονται επί δεκαετίες, σωρεία κρατικών εγκλημάτων χωρίς μαζικές αντιστάσεις, μέσα σε ένα πέπλο σιωπής, συγκάλυψης και αδιαφορίας. Όλα αυτά γιατί αυτή η συνθήκη δεν αφορά τους ίδιους, αλλά ένα ξένο σώμα, έναν άλλο πληθυσμό, που δυνητικά μπορεί να είναι και απειλή εναντίον της κοινωνίας (όντας αντικοινωνικά στοιχεία) και ίσως και να του αξίζει και λίγο στην τελική. Είναι η βάση στην οποία πατάει η κοινοτοπία του κακού της εποχής μας επιτρέποντας την κανονικοποίηση των κοινωνικών αποκλεισμών και της καθημερινής συστημικής βίας εναντίον κάποιων άλλων που είτε δεν μας αφορούν είτε μπορεί και να απειλούν την κοινωνία μας.

Δεδομένης της συγκεκριμένης επίδρασης του κυρίαρχου λόγου θα επηρεαστούν και τα ριζοσπαστικά-ανατρεπτικά κινήματα των δεκαετιών αυτών που καλούνται να διαχειριστούν τη νέα πραγματικότητα. Πολλές από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις που θα επακολουθήσουν στο εσωτερικό τους τα επόμενα χρόνια, προκύπτουν από μια αδυναμία παρακολούθησης των κοινωνικών διεργασιών που συντελούνται μέσα στο πεδίο. Αναπόφευκτα θα τεθούν διλήμματα σχετικά με τη στρατηγική και την επικοινωνία των ριζοσπαστικών μηνυμάτων, διλήμματα που θα πάρουν τη μορφή ρήξεων, συγκρούσεων και σφοδρής πολεμικής ένθεν κι ένθεν.

Εμβληματική διαμάχη με αφορμή τη στάση ενός ριζοσπαστικού κινήματος μέσα σε αυτές τις κοινωνικές συνθήκες θα είναι η πολιτική σύγκρουση που κωδικοποιήθηκε ως κοινωνισμός vs αντικοινωνισμός. Είτε αυτές οι πολιτικές πλαισιώσεις υπήρξαν επιτυχείς είτε όχι, η διαμάχη αυτή δεν υπήρξε αποκλειστικά εννοιολογική ή  μια μάχη ορισμών, αλλά ως ένα ουσιαστικό πολιτικό debate που κατά κύριο λόγο αφορούσε πρώτα από όλα το αν αναγνωρίζεται η ύπαρξη του κοινωνικού corpus της νομιμοφροσύνης με τα ως άνω ποιοτικά χαρακτηριστικά, και ύστερα το πώς στεκόμαστε συνολικά απέναντι του.

Πέρα από συμφωνίες ή διαφωνίες επομένως η διαμάχη αυτή δεν ήταν υπερβατική, ούτε αφορούσε μεταφυσικές ανησυχίες γενικώς και αορίστως, αλλά υπήρξε γειωμένη σε απολύτως πρακτικά ζητήματα δράσης, κίνησης και απεύθυνσης.

Πηγή: The Blast

Μαύρη Διεθνής: Μπροσούρα – Εμπρηστικοί Διάλογοι

Εμπρηστικοί διάλογοι για την εξάπλωση της αναρχικής ανταρσίας
(Εκδόσεις Μαύρη Διεθνής)

Έντυπα τεύχη θα ακολουθήσουν σύντομα.

Παρουσιάζουμε μία νέα κυκλοφορία των εκδόσεων της Μαύρης Διεθνούς, ένα διεθνές εγχείρημα αναρχικής διάχυσης που, εφορμώντας από μία αφορμαλιστική και ανατρεπτική διάθεση, επανεμφανίζεται στα Ισπανικά, τα Ιταλικά και τα Αγγλικά με τον τίτλο: ”Εμπρηστικοί Διάλογοι για την εξάπλωση της Αναρχικής Ανταρσίας”. Ο τίτλος βασίζεται στον διάλογο αναφορικά με την πορεία του αναρχικού πολέμου μεταξύ των συντρόφων Alfredo Cóspito, Gustavo Rodríguez και Gabriel Pombo da Silva.

Συνειδητά αποφασίσαμε να κυκλοφορήσουμε αυτό το έντυπο στις 22 Μάη, γιορτάζοντας εγκαίρως την ημέρα του Χάους, ενθυμούμενοι τον σύντροφο Mauricio Morales, ο οποίος μία μέρα σαν αυτή, το 2009, αναχώρησε από αυτήν τη ζωή πολεμώντας ενάντια στην κυριαρχία, όταν η βόμβα που μετέφερε στο σακίδιό του εξερράγη πρόωρα λίγα μέτρα μακριά από τη σχολή δεσμοφυλάκων στη Χιλή.

Αφιερώνουμε αυτό το βιβλίο σε όλα τα φυλακισμένα συντρόφια μας ανά τον κόσμο με ειδική μνεία στον σύντροφο Alfredo Cospito, έγκλειστο στην Ιταλία, και στον πολυαγαπημένο μας Gabriel Pombo Da Silva, ο οποίος συνελήφθη στην Πορτογαλία και εκδόθηκε στην Ισπανία κατά τη διάρκεια έκδοσης αυτού του βιβλίου. Στέλνουμε όλη μας τη δύναμη στον σύντροφο Gabriel, γνωρίζοντας πως σήμερα αντιμετωπίζει τη νέα αυτή εκδικητική επιχείρηση εις βάρος του, λόγω του αδιάκοπου και αμείωτου αγώνα του.

Το έντυπο αυτό θα κυκλοφορήσει σε υλική μορφή εντός χώρων συγγένειας μεταξύ συντρόφων και ποικίλων αναρχικών εγχειρημάτων ανά τον κόσμο. Σας προσκαλούμε να υποστηρίξετε έμπρακτα τη διάδοσή του αναπαράγοντας την ψηφιακή μορφή του, τυπώνοντας αντίτυπα και προγραμματίζοντας παρουσιάσεις και εκδηλώσεις όπου κυριαρχεί η θέληση να πραγματοποιηθεί το αδύνατο, προκειμένου να εξαπλωθεί το χάος και να επεκταθεί ο αναρχικός πόλεμος.

Σύμπραξη συντακτών της Μαύρης Διεθνούς

Αγγλικά | Incendiary Dialogues
Ισπανικά | Diálogos Incendiarios
Πορτογαλικά | Diálogos Incendiarios
Ιταλικά | Dialoghi incendiari

Πηγή: 325

Μετάφραση: Δ.Ο Ragnarok