Μπροσούρα: Αποδομώντας τις μάζες – Προς την ένοπλη ατομικότητα

Αποδομώντας τις Μάζες: Προς την Ένοπλη Ατομικότητα.

«Οι αναρχικοί εναντιώνονται στην εξουσία τόσο από τα πάνω όσο και από τα κάτω. Δε διεκδικούν την εξουσία για τις μάζες, μα αναζητούν τρόπους να καταστρέψουν κάθε κυριαρχία και ν’ αποσυνθέσουν τις μάζες σε ατομικότητες υπεύθυνες η κάθε μια για τη ζωή της. Συνεπώς, οι αναρχικοί είναι οι πιο ανένδοτοι εχθροί κάθε κομμουνισμού, και όσοι διατείνονται πως είναι κομμουνιστές ή σοσιαλιστές δεν μπορούν κατά καμία πιθανότητα να είναι αναρχικοί.»

– Enzo Martucci

Για μένα, η ατομικότητα είναι ένα όπλο. Είναι η ένοπλη πρακτική της μηδενιστικής αναρχίας και η προσωπική εναντίωση σε οποιαδήποτε απόπειρα επιβολής. Ένα πρόσωπο γίνεται ακυβέρνητο κατασκευάζοντας και υποστηρίζοντας τις αρνήσεις του ενάντια στους κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους, στα επίσημα φορμαλιστικά σύνολα και στη μονολιθικότητα της μαζικής κοινωνίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η άρνηση απηχεί την απροθυμία να απεμποληθεί η μοναδικότητα κάποιου στα πλαίσια μιας φορμαλιστικής ένωσης. Εδώ εγώ τραβάω μια γραμμή μεταξύ αναρχίας και αριστερισμού. Ο αριστερισμός επικροτεί την αναδιάταξη των κατασκευασμένων ταυτοτήτων, τους άκαμπτους σχηματισμούς και τους κοινωνικούς ρόλους εντός μιας άτεγκτης κοινωνικής δομής εντός της οποίας τα άτομα θυσιάζονται στον βωμό ενός “ανώτερου καλού” ή σκοπού. Απεναντίας, η αναρχία ως βίωμα σηματοδοτεί την αποσύνθεση πάσας τυποποιημένης κοινωνικής ομάδας, διανοίγοντας τις πιθανότητες ατομικής χειραφέτησης και απεριόριστης εξερεύνησης της υπαρξιακής αταξίας. Συμπερασματικά, για ‘μένα η αναρχία είναι μία ατομικιστική άρνηση του υποκειμένου να παραδώσει τον εαυτό του σε μία υπερβατική εξουσία που ανάγει τον εαυτό της σε απόλυτη αρχή.

Οι εξουσιαστικές δομές, κοινωνικές και θεσμικές, προϋποθέτουν την εγκατάλειψη της ατομικότητας προκειμένου να επεκτείνουν την κυριαρχία τους. Το κράτος δεν μπορεί να υπάρξει δίχως υποκείμενα πρόθυμα να φορέσουν τα εμβλήματα και τις στολές του. Ο καπιταλισμός αδυνατεί να εγκαθιδρυθεί δίχως την υποτέλεια ανθρώπων των οποίων η συσσωμάτωση συνιστά το μαζικό κοινωνικό σώμα ενίσχυσης της ψυχολογικής και κοινωνικής νομιμοποίσης του ιδίου, αλλά και της κυριαρχίας του. Το κράτος και ο καπιταλισμός αποβλέπουν στην απόσπαση της κοινωνικής συναίνεσης, ενώ ο πολλαπλασιασμός της συγκροτεί σταδιακά τη βιομηχανική μαζική κοινωνία. Θα αναγνωρίσω στους αριστεριστές το δίκιο πως μία αρκετά συμπαγής εργατική απεργία διαρκείας θα ήταν ικανή να παραλύσει τη βιομηχανική πρόοδο, εφόσον είναι ο εργάτης -ο μεμονωμένος μισθωτός σκλάβος- που συμβάλλει στη λειτουργία της μεγα-μηχανής. Αλλά, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, μία μαζική εργατική απεργία δεν είναι μονάχα εξαντλητικό να συντονιστεί, αλλά και ανέφικτο να συντηρηθεί αρκετά ως την κατάρρευση του καπιταλισμού. Καθώς πολλοί αριστεριστές, συμπεριλαμβανομένου και εμού μέχρι ενός σημείου, θα αναγνωρίσουν πως πολλοί εργάτες στερούνται την πρόσβαση σε εμψυχωτικές ριζοσπαστικές ιδέες, εγώ σταδιακά αντιλήφθηκα επιπλέον πως πλήθος εργατών πολύ απλά δεν επιθυμεί να απεργήσει. Για σωρεία λόγων, αδύνατο να καταγραφούν εδώ πέρα, αναρίθμητοι εργάτες συρρέουν στις δουλειές τους, αδιαφορώντας για το αν διεξάγεται κάποια απεργία ή όχι. Κάτι που συχνά παραβλέπεται είναι πως οι άνθρωποι είναι άτομα. Και, ως άτομα, ορισμένοι επιλέγουν να εξεγερθούν ενάντια στην εργασιακή τους συνθήκη και άλλοι όχι.

Κολεκτίβες, Συλλογική Ενδυνάμωση και Οργάνωση

Γύρω στο 2013, αποπειράθηκα να ενισχύσω την κοινωνική δυναμική μέσω συλλογικών εγχειρημάτων αφιερώμενων στην ευεργέτηση ανθρώπων στη γειτονιά μου. Πολύμορφα, με δανειστικές βιβλιοθήκες ριζοσπαστικών βιβλίων, παρουσιάσεις εντύπων, πραγματικά ελεύθερα λαϊκά παζάρια, “φαγητά-όχι-βόμβες”, και συλλογικές προβολές ταινιών. Το εγχείρημα στο οποίο συμμετείχα ήταν δραστήριο και γεμάτο ενέργεια. Κάποια στιγμή, στις 31 Ιουλίου, διοργανώσαμε μία Μέρα Δράσης Ενάντια στον Ρατσισμό και τον Φασισμό, η οποία περιλάμβανε στιγμιότυπα ταραχών από πορείες και βίντεο ισοπέδωσης ναζιστών. Αφήσαμε την πόρτα στον διάδρομό μας ανοιχτή για να συμμετάσχει κάθε ενδιαφερόμενη και ενδιαφερόμενος, και το μικρό διαμέρισμά μας γέμισε ασφυκτικά από παιδιά που κατοικούσαν τριγύρω και πανηγύριζαν ενθουσιασμένα καθώς παρακολουθούσαν τα βίντεο. Στο τέλος, μοιράσαμε στους παρευρισκομένους έντυπα και τρικάκια, και προπαγανδίσαμε ένα πραγματικά ελεύθερο ανταλλακτικό παζάρι που είχαμε οργανώσει για τις επόμενες δύο μέρες. Την επόμενη μέρα, μόνο 3 γείτονες απ’ όσους είχαν παραστεί στην εκδήλωση εμφανίστηκαν και συζήτησαν μαζί μας. Τη μεθεπόμενη μέρα, δεν εμφανίστηκαν ούτε αυτοί. Τη στιγμή εκείνη προσπαθούσα να κατανοήσω το γιατί -παρά τις προβολές, τα έντυπα, το προπαγανδιστικό υλικό και τις συζητήσεις- οι γείτονές μας, άνθρωποι που μας μίλησαν για την αντιμετώπιση του ρατσισμού στην καθημερινότητά τους, δε μεριμνούσαν να σχηματίσουν εγχειρήματα μαζί μας. Μία κατά πρόσωπο συζήτηση με δύο εξ αυτών, λίγες βδομάδες αργότερα, με προσγείωσε στην πραγματικότητα: «Είναι πολύ καλή φάση αυτό που όλοι εσείς επιχειρείτε να κάνετε, αλλά, ξέρεις, είμαστε απασχολημένοι αναζητώντας ρευστό. Προσπαθούμε απλά να βρούμε εισόδημα.». Μετά από έναν σύντομο διάλογο γύρω από την “οικονομική ανέλιξη”, αποχωριστήκαμε ανταλλάζοντας χειραψίες, κι εγώ ένιωθα μπερδεμένος και απογοητευμένος. Οι άνθρωποι της περιοχής μου, οι γείτονές μου δεν ψηνόντουσαν καθόλου γι’ αυτήν την “επαναστατική φάση”.

Μετά από μερικά ακόμα χρόνια τοπικών δράσεων, αναρτήσεων πανό, παρεμβάσεων με σπρέι, αφισοκολλήσεων, ενός εντύπου που επιμελήθηκα για να καταγράψω και να εγκωμιάσω την ιστορία των αντιρατσιστικών εξεγέρσεων της περιοχής μου, και συλλογικών εκδηλώσεων, συνειδητοποίησα μιαν αλήθεια ανεπιθύμητη για κάθε αριστεριστή: Δεν υφίσταται μια ομοιογενής κοινότητα προς ριζοσπαστικοποίηση. Τι σημαίνει η “κοινότητα”, όταν η γειτονιά σου συντίθεται από άτομα με το καθένα απ’ αυτά να έχει διαφορετικούς και, πολλές φορές, αντικρουόμενους στόχους στη ζωή του; Σύντομα κατάλαβα πως ο όρος “κοινότητα” είναι μια πολιτική έννοια που, συχνά, σκοπίμως απαλείφει σημαντικές διαφορές αναμεταξύ των υποκειμένων, διαμηνύοντας μιαν επίπλαστη ενότητα. Πρόκειται για μια κοινωνική κατασκευή που απλά περιγράφει ένα σύνολο ανθρώπων συνοίκων σε μια περιοχή. Σίγουρα υπήρξαν από ‘δώ κι από ‘κεί κάποια πρόσωπα υποστηρικτικά προς ό,τι εκπονούσαμε, αναμείχθηκαν και κόλλησαν μαζί μας για ένα εφήμερο διάστημα. Αλλά η γειτονιά ήταν ετερόκλητη. Και θα ήταν ανέντιμο να ισχυριστούμε πως εκπροσωπούσαμε τα συμφέροντα του συνόλου της. Ο καθένας είχε τις δικές του προσωπικές γνώμες και προσδοκίες απ’ τη ζωή.

Έχω, ανά καιρούς, συναντήσει ορισμένα τοπικά επαναστατικά σχήματα απαρτιζόμενα κατά μεγάλο ποσοστό από υλοποιημένες και ακμαίες κοινοτικές σχέσεις. Ορισμένες φορές διαρκούν για ένα διάστημα, ενώ άλλες τα μέλη τους απομακρύνονται και αποσαθρώνονται. Σε αυτό το σημείο, τα βιώματά μου ξεκίνησαν να διακρίνουν μιαν απόσταση μεταξύ ομαδοποιήσεων συγγένειας και μαζικών οργανώσεων. Όσα υποκείμενα ψηνόντουσαν όντως για ό,τι εκπροσωπούσαμε, μας προσέγγισαν ανεξαρτήτως του αν είχαμε προπαγανδίσει ή προτάξει κάποιο πρόγραμμα. Εμφανίστηκαν διότι εντόπισαν άλλες ατομικότητες με τις οποίες μπορούσαν να συσχετιστούν. Άλλοι άνθρωποι απλά αδιαφόρησαν, παρότι κατοικούσαμε όλοι μαζί στην ίδια γειτονιά, αντιμέτωπες με τον εξευγενισμό, και όντας στην πλειοψηφία μας έγχρωμοι.

Διακρίνω μία παραλληλία με ό,τι συμβαίνει στον αναρχισμό. Οι ίδιες μέθοδοι και προσφυγές στην κοινότητα, στις μάζες, στον “λαό”, είναι ενεργές και ειλικρινείς, αλλά παράγουν ελάχιστα αποτελέσματα. Έπειτα από αλλεπάλληλες συλλογικές κουζίνες, επαναστατικά κοινωνικά κέντρα ή ριζοσπαστικές δανειστικές βιβλιοθήκες, όλα στελεχώνονταν από τους προϋπάρχοντες εξεγερμένους και εξεγερμένες, καταντώντας έτσι συντεχνιακά στέκια κοινωνικοποίησης αντί για μέρη γεμάτα με αμύητους ανθρώπους σε αναζήτηση της κοινοτικής αμεσότητας. Οι προσπάθειες να κινητοποιήσουμε τις μάζες διαμέσου διαδηλώσεων κατέληγαν με άπλετους θεατές στο πεζοδρόμιο, ενώ οι ίδιοι εξεγερμένοι και εξεγερμένες φώναζαν συνθήματα, τραγουδούσαν και πορεύονταν στους δρόμους. Έγινα παρατηρητής της ίδιας πληγής σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις. Καθώς ο Τραμπ βρισκόταν στην προεκλογική του εκστρατεία, όλοι βρισκόντουσαν στους δρόμους μέχρι και με τις μητέρες τους. Οι εξεγερμένες είχαν επίσης ξεχυθεί, οπλισμένες με τρικάκια, έντυπα και μεγάφωνα, διαχέοντας την ριζοσπαστική τους συνθηματολογία. Σύντομα μετά το πέρας των εκλογών τα πράγματα εξομαλύνθηκαν και οι εξεγερμένοι έμειναν μόνοι στους δρόμους να συνεχίσουν τις γνωστές τους ασχολίες. Παραδέχομαι πως βρισκόμουν κι εγώ εκεί. Διαδηλώνοντας, φωνάζοντας, μοιράζοντας έντυπα και τρικάκια στους θεατές του πεζοδρομίου. Θυμάμαι, χρόνια πριν, μια πορεία Occupy που καλέσαμε στην οδό Μίσιγκαν του Σικάγο. Ένα πλήθος μαθητών μάς πρόσεξε, συμπορεύτηκε μαζί μας για περίπου 3 λεπτά, και έπειτα επέστρεψε βιαστικά στο πεζοδρόμιο ανταλλάσσοντας χειραψίες μαζί μας ώστε να συνεχίσουν τη μέρα τους. Παραμείναμε στον δρόμο προσπαθώντας να τους προσελκύσουμε ξανά μέσω δημοφιλούς μουσικής. Η ξαφνική αριθμητική σμίκρυνση του μπλοκ μας έδωσε την ευκαιρία στους μπάτσους να μας περικυκλώσουν και να μας απωθήσουν στο πεζοδρόμιο. Το πιο εξωφρενικό με δαύτη την κατάσταση είναι πως η εν λόγω τακτική επιστρατεύεται ακόμα από τους σημερινούς επαναστάτες. Λες κι οι πρώτες δεκάδες φορές δεν ήταν αρκετά ντροπιαστικές.

Καπιταλιστικός Aτομισμός εναντίον Ατομικιστικής Aναρχίας

Η ατομικότητα δύναται να εγκλιματιστεί και να υποταχθεί σ’ ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που κατέχει το μονοπώλιο της έκφρασης λόγων περί της ζωής. Στην περίπτωση του καπιταλισμού, γεννιόμαστε σε μια ήδη ρυθμισμένη κοινωνία που ενισχύει τις αξίες, τους ρόλους και την ιδεολογία της μέσα απ’ την πνευματική και ψυχολογική ισχύ των θεσμικών ιδρυμάτων της. Καθώς περιπλανόμαστε έξω, αντικρίζουμε μια πραγματικότητα εκ των προτέρων ποσοτικοποιημένη και θεσμικά κατασκευασμένη επιμελώς ώστε να προπαγανδίζει τον εαυτό της. Αυτοκίνητα, αεροπλάνα, λεωφόροι, ουρανοξύστες, πρόχειρο φαγητό, κλπ – όλα κανονικοποιημένα ώστε να εξασφαλίζουν την ομαλότητα της τάξης. Πέρα απ’ αυτήν, πέρα απ’ τις νόρμες, ελοχεύει ένα χάος ικανό να σπάσει τη νηνεμία της ατομικής υποδούλωσης. Οργάνωση και τάξη πορεύονται χέρι-χέρι. Οι αξίες, οι ρόλοι και οι ιδεολογίες ενισχύονται αποτελεσματικότερα όταν μαζικοποιούνται, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση του κανονικού. Αυτή η διαδικασία καταρρακώνει την ατομικότητα, τη μοναδικότητα και το χάος, αφού τα τρία τους συνιστούν απειλές έναντι των μονολιθικών σχηματισμών. Όταν ο καπιταλισμός διατείνεται πως ενθαρρύνει τον αγνό ατομικισμό, πρόκειται για έναν ατομικισμό που προπαρασκευάζεται ούτως ώστε ν’ αναπαράγει τον καπιταλισμό σε ατομικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, όσες ατομικότητες παραδίνονται στο καπιταλιστικό σύστημα υποβαθμίζονται σε ανδράποδα, καταδικασμένα να εξυπηρετούν την εύρυθμη λειτουργία του. Οποιαδήποτε ατομικότητα αμφισβητεί τον καπιταλισμό ή κάθε κοινωνικό σύστημα εν συνόλω, θα αναζητήσει μια ζωή αντιτιθέμενη στα συμφέροντα του καπιταλισμού. Υπό αυτήν την έποψη, η ατομικιστική αναρχία αποτελεί μιαν αντίσταση του προσώπου στην πιθανότητα περιορισμού του στα σύνορα ενός φορμαλιστικού συστήματος. Το χάος είναι η προσωποποιημένη στρατηγική της άρνησης μιας προσχεδιασμένης τάξης, μιας τάξης διαμορφωμένης απ’ όσους ενδιαφέρονται απλώς για την αριθμητική αύξηση των ακολούθων τους.

Η στρατηγική δημιουργίας μιας μαζικής κοινωνίας ή ενός εύτακτου συστήματος είναι μια στρατηγική καταστρατήγησης της ατομικότητας, του χάους και της μοναδικότητας. Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει την προώθηση ενός μονοδιάστατου τρόπου κατανόησης του ατομικισμού, προσχεδιασμένου απ’ τον καπιταλισμό. Αλλά, προκειμένου ο ατομικισμός να διατηρείται μοναδικός και χαοτικός, δεν μπορεί να εγκλείεται στα όρια τυπικών οργανώσεων και κοινωνικών κατασκευών. Ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνική κατασκευή εξαρτώμενη από τη μαζική συναίνεση και συμμετοχή προκειμένου να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της κανονικότητας και να διατηρήσει την επικρατούσα κοινωνική τάξη. Η μαζική συμμετοχή, συντιθέμενη από δουλοπρεπή υποκείμενα, επιτρέπει στον καπιταλισμό να υλοποιείται διαμέσου ιδρυμάτων, θεσμών και κατασκευών φυσικής υπόστασης, όλα χτισμένα από τα χέρια μεμονωμένων εργατών. Είναι αληθές πως η εργατική τάξη έχτισε αυτόν τον κόσμο, διαθέτοντας έτσι και τη δύναμη να τον κατεδαφίσει. Αλλά αυτό προϋποθέτει πως δεν υφίστανται υποβολιμαίες εν ενεργεία δυνάμεις καθυπόταξης του υποκειμένου. Αυτό εξηγεί γιατί ο κοινωνικός πόλεμος δεν είναι αποκλειστικά απαραίτητος ενάντια στη μαζοποιημένη κοινωνική πραγματικότητα, αλλά επιτακτικός επιπλέον για τη διάρρηξη των δεσμών με τις κοινωνικά κατασκευασμένες ταυτότητες, και τη συντριβή της υποτακτικής λογικής.

Η Δεξιά και η Αριστερά: Δύο Πλευρές του Ίδιου Νομίσματος ονόματι “Κοινωνικές Ταυτότητες”

Οι πολιτικές της ταυτότητας απηχούν πως διαφορετικές ταυτότητες σχηματοποιούνται ώστε να δημιουργήσουν ιεραρχικούς συσχετισμούς δύναμης μεταξύ ανθρώπινων ομαδοποιήσεων. Αντανακλούν επιπλέον πως η ατομικότητα και η μοναδικότητα αποθαρρύνονται μέχρι το σημείο κοινωνικής απομόνωσης. Όταν τα υποκείμενα αντιδρούν εκτός των επιβεβλημένων από τις κοινωνικές τους ταυτότητες ορίων, αντιμετωπίζονται ως “Άλλοι”, μη αξιόπιστοι για να εκπροσωπήσουν ένα βίωμα. Αναλόγως το σύστημα, ορισμένες εμπειρίες και βιώματα προτιμούνται και σταχυολογούνται προς επικύρωση. Επί παραδειγμάτι, για έναν δεξιό Α, ένας επιτυχημένος “μαύρος” επιχειρηματίας εγκωμιάζεται και παρουσιάζεται ως θρίαμβος ενός συμπεριληπτικού και απαλλαγμένου από διακρίσεις καπιταλισμού. Αλλά για έναν δεξιό Β, ο ίδιος άνθρωπος θεωρείται απειλή για την τάξη της λευκής υπεροχής, συνεπώς δυσφημείται. Παρομοίως, υπό το πρίσμα ενός αριστεριστή Α, το ίδιο υποκείμενο θα χλευαστεί ως “Θείος Τομ” και “προδότης υποτακτικός”. Αντιθέτως, για τον αριστεριστή Β, ο “μαύρος” επιχειρηματίας αντιπροσωπεύει μια παραδειγματική αφομοίωση, κοινωνική πρόοδο κι ελπίδα για άλλους μαύρους ανθρώπους. Τόσο η αριστερά όσο και ο καπιταλισμός διαθέτουν αμφότεροι διφορούμενα χαρακτηριστικά. Όλοι όμως, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, καταλήγουν να συμφωνούν σε κοινές αρχές σχετικά με την τάξη, τις ομογενοποιημένες ταυτότητες και την κοινωνική συνοχή. Συμπεραίνουμε αβίαστα ότι, ανεξαρτήτως μεθόδου, το άτομο αυτό επιστρατεύεται για την ενίσχυση του προπαγανδιστικού μηχανισμού ενός κοινωνικού συστήματος. Ας πάρουμε τώρα για παράδειγμα έναν “μαύρο” “άντρα” που αρνείται τη “μαύρη” κοινωνική ταυτότητα και τους συνεπαγόμενους “ρόλους” της, την πατριαρχία και την αφομοίωσή του δια της μισθωτής εργασίας. Απεναντίας, το εν λόγω πρόσωπο αρνείται και τον αριστερισμό και τον καπιταλισμό. Ποια κοινωνικά συστήματα κατορθώνουν να εκμεταλλευτούν το πρόσωπο αυτό υπέρ της προπαγάνδας τους; Υπό αριστερίστικη ή καπιταλιστική στοχοθεσία, ποια θετικά χαρακτηριστικά αυτού του υποκειμένου προσφέρονται για επικοινωνιακή εκμετάλλευση; Όσον αφορά την προώθηση ενός συστήματος, κανένα. Οι νόρμες και οι περιορισμοί του συστήματος στο κοινωνικό πεδίο έχουν ανασταλεί. Απομένει μόνο η αναρχία τού να γίνεις ακυβέρνητη μέσα από την προσωπική σου μοναδικότητα.

Οι αποκλίνουσες από την κανονικοποιημένη κοινωνική τάξη ατομικότητες δεν είναι μονάχα ακατάλληλες για προπαγάνδα, αλλά ενσαρκώνουν και τη ζωντανή απειλή να γίνουν η θρυαλλίδα για αλλεπάλληλες χειραφετήσεις. Όσες ατομικότητες κυνηγούν μιαν ελευθερία αποδεσμευμένη από το εκμαγείο των πολιτικών προγραμμάτων, δε γυρεύουν τα παζαρέματα μιας μελλοντικής ουτοπίας. Αντί να εργαστούν σήμερα ώστε να απολαύσουν στο μέλλον, η απόλαυση κι η περιπέτεια συντροφεύουν μιαν ήδη διεγερμένη αποφασιστικότητα για άγρια εξερεύνηση. Οπλισμένοι με μια αίσθηση αναγκαιότητας, μετατρέπουμε ξανά τη ζωή σ’ ένα παιχνίδι προσωπικής θαλερότητας και άρνησης κάθε κοινωνικής αλυσίδας – ένα παιχνίδι ευνοϊκό προς τις ελεύθερες κοινοτικές ενώσεις κι αλληλεπιδράσεις που δεν προσαρμόζονται στα πλαίσια μιας δομικής ακαμψίας.

Η ατομικότητα, με όπλο της το χάος, συλλαμβάνει τον εαυτό της ως έναν αποστάτη ενάντια σε όσες κοινωνικές δυνάμεις επιχειρούν την καθυπόταξή της. Καθώς η ατομικότητα γίνεται ανεξέλεγκτη, αποκτά την ιδιότητα της ανοσίας στα σχολαστικά σχεδιασμένα προγράμματα τα οποία οι πολιτικάντιδες των ταυτοτήτων και της επανάστασης διαφημίζουν. Οι αυτοανακυρηγμένοι τούτοι επαναστάτες εννοούν την επανάσταση με τον τρόπο μιας χωλής αναδιαμόρφωσης των κοινωνικών συνθηκών διατήρησης της τάξης. Κάποιοι εξ ημών προτιμάμε την εξέγερση όμως αντί της επανάστασης · μια εξέγερση που δε θα οδηγεί σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά σε μία ζωή δίχως μέτρο. Αποσκοπώ στη μετατροπή του χάους σε όπλο της ατομικής μου συντεταγμένης επίθεσης ενάντια σε κάθε κυβέρνηση και κοινωνική τάξη. Οραματίζομαι την αναρχία σα μια ξέφρενη πυρκαγιά που απανθρακώνει το εκπολιτισμένο, εξημερωνένο βασίλειο της θεσμικής και κοινωνικής κυριαρχίας. Η απελευθέρωση είναι κάτι περισσότερο από επίθεση στο κράτος και το κεφάλαιο. Τουλάχιστον για ‘μένα, σημαίνει επίσης να επανεφευρίσκεις τον εαυτό σου καθημερινά σε πείσμα των προσπαθειών της κοινωνίας να σε καθορίσει ως μια στατική οντότητα.

Ο πόλεμός μου είναι ένας ατομικιστικός πόλεμος ενάντια στη δεξιά και κάθε απόχρωσή της. Βρίσκομαι σε πόλεμο με τις υπάρχουσες δομές της πατριαρχικής “λευκότητας”, τους θεσμούς της και την υποτιθέμενη πολιτική υπεροχή της, που ενσαρκώνεται στην αποικιοκρατική κυριαρχία του βιομηχανικού καπιταλισμού. Στο στόχαστρό μου βρίσκεται ωσαύτως η αριστερά και οι προσπάθειές της να παράξει έναν κόσμο συστηματοποιημένης “ελευθερίας” διαμέσου τυποποιημένης οργάνωσης, συντήρησης κοινωνικά κατασκευασμένων ταυτοτήτων και υπαγωγής του υποκειμένου στα συλλογικά σώματα. Η απελευθέρωσή μου δεν απαντάται στα ιερά κείμενα όπως το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο”, το “Forbes Magazine” ή η “Εξέγερση που Έρχεται”. Η ελευθερία δεν είναι μια προσχεδιασμένη μελλοντική ουτοπία · είναι μια βιωμένη εμπειρία όσων διαθέτουν το κουράγιο να την ανακτήσουν για τους εαυτούς τους εδώ και τώρα. Κόντρα στις επαναστατικές πρωτοπορίες που διεκδικούν το μέλλον με τις ποιητικές τους κοινωνικές πλάνες και τις ακαδημαϊκίστικες πραγματογνωμοσύνες τους, εγώ παραμένω ανυπότακτος.

Flower Bomb

Η μπροσούρα στα αγγλικά σε μορφή PDF

Πηγή: Warzone Distro

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Αργεντινή, Μπουένος Άιρες: Κάλεσμα δράσης απ’ τον Ανταγωνιστικό Πυρήνα Fanny Kaplan (FAI-FRI)

Μπουένος Άιρες, Αργεντινή. Ιούνιος 2020

«… Η αναρχία είτε θα είναι έκνομη είτε δε θα είναι αναρχία. Αυτή είναι η ουσία και το νόημά της. Η φύση της. Για τον ίδιο λόγο, κάποιες φορές μάς φαίνεται προφανές πως λησμονούμε να επιμένουμε σχολαστικά στον αντιεξουσιαστικό και άρα, κατ’ επέκταση, στον αντισυστημικό χαρακτήρα της αναρχίας. Λυσσασμένα αντισυστιμηκό! Είμαστε ενάντια σε κάθε εξουσία. Ιδού το μότο μας… Πως είμαστε ενάντια σε κάθε σύστημα κυριαρχίας, πως πολεμάμε ενάντια στην κοινωνική ευταξία ως ολότητα · η τάξη της και οι νόμοι που τη στηρίζουν βρίσκονται στο στόχαστρό μας. Όλοι οι νόμοι έχουν κατασκευαστεί και θα κατασκευάζονται για τη νομική υποστήριξη της καταπίεσης και της κυριαρχίας…»

– Gustavo Rodriguez

Τούτο αποτελεί ένα κάλεσμα στις φίλες και τους φίλους μας, στα συντρόφια μας, στις ομοϊδεάτισσες και στους όχι και τόσο ομοϊδεάτες. Μια θερμή πρόσκληση να υλοποιήσουμε έμπρακτα την όμορφη ανυπακοή και να ξεκλέψουμε τις ζωές μας. Ένα κάλεσμα μάχης ενάντια στο υπάρχον εδώ και τώρα, αναλαμβάνοντας τις συνέπειες μιας ζωής σε πόλεμο.

Για καθεμιά και καθέναν που ζει στην περιοχή που κυριαρχείται απ’ το Αργεντίνικο Κράτος, ή σχεδόν οπουδήποτε στον κόσμο, ακόμα υφίσταται μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης μπρος στην παρούσα συνθήκη. Η εμφάνιση κι η εξάπλωση του Covid-19 μετατράπηκε ραγδαία σε παγκόσμιο πρόβλημα και, καθώς δε θέλουμε ν’ αμφισβητήσουμε την ύπαρξη ή την εγκυρότητά του, θέλουμε ν’ αναδείξουμε το πώς η “επιδημιολογική έξαρση” ξεσκεπάζει το επιβλαβές της ταξικής κοινωνίας και του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού που συντηρείται απ’ τα Κράτη και τις κυρίαρχες οικονομικές γκρούπες του.

Ο ιός κατέληξε η τέλεια δικαιολογία για την τελειοποίηση και την εφαρμογή νέων μηχανισμών ελέγχου, λίαν αποδοτικότερων και αποτελεσματικότερων. Ήταν λοιπόν μια ευκαιρία για την ενίσχυση των Κρατών και των καταναγκαστικών τους μηχανισμών. Καθώς επίσης και για να τεστάρουν νέες μορφές παραγωγικότητας και κοινωνικοποίησης, ενώ αυτές που επλήχθησαν περισσότερο κι εκείνοι που θα βιώσουν τις συνέπειες τούτης της μόνιμης κρίσης ήταν και θα είναι οι ίδιοι όπως πάντα: οι καταπιεσμένες, οι προλετάριοι, τα περιθωριοποιημένα και τα πιο απαξιωμένα κομμάτια της κοινωνίας.

Τα μέτρα που ελήφθησαν απ’ το Αργεντίνικο Κράτος δε μας εξέπληξαν, απ’ την εξαναγκαστική κοινωνική απομόνωση, ως τα φιλανθρωπικά “προγράμματα” και τις επιχορηγήσεις, των οποίων ο σκοπός δεν είναι τίποτα περισσότερο απ’ τον κατευνασμό του πληθυσμού και την αποφυγή πάσης πιθανής ρηγμάτωσης της κανονικότητας, με τη διαμεσολάβηση της πιο προστατευτικής και χαρισματικής εικόνας του νυν επικεφαλής της κυβέρνησης, Alberto Fernandez. Τούτες οι πολιτικές δυστυχίας είναι τυπικές στη σοσιαλδημοκρατία και στο λεγόμενο “κράτος πρόνοιας”, το οποίο έχει κατορθώσει να εκμεταλλευτεί πολύ καλά τους “Περονιστές” και τους εκπροσώπους τους, προκειμένου να κάνει εμφανίσεις και να συντηρεί τούτο το θέαμα. Ανταποκρινόμενος μοναχά στη λογική τού: “ψωμί σήμερα, αύριο πείνα”, κρύβει κάτω απ’ το χαλί την πρεκαριοποίηση των εργατών, τα κύματα των διάφορων απόκληρων, και τη συσσώρευση χρεών που συνδέονται με τα νοίκια και με βασικές παροχές, αναμεταξύ των λοιπών συνεπειών της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού η οποία μεταμφιέζεται σε επιδημία.

Ας προστεθεί κι ο θάνατος αρκετών κρατουμένων, οι οποίοι, αντιμέτωποι με την απειλή της πανδημίας, κινητοποιήθηκαν και μπαχάλεψαν κάμποσες φυλακές στη χώρα, παλεύοντας ενάντια στις άθλιες συνθήκες υγιεινής, τον συνωστισμό και τον εγκλεισμό. Κι επιπροσθέτως, οι απαγωγές κι οι δολοφονίες διάφορων ανθρώπων με ενεργή πολιτική και/ή κοινωνική συμμετοχή.

Το κάλεσμά μας είν’ ένα κάλεσμα για έμπρακτη αλληλεγγύη κι αμοιβαία στήριξη αναμεταξύ των καταπιεσμένων, για την εγκατάλειψη των φιλοδοξιών και της δουλοπρέπειας που προμοτάρεται απ’ τους κυρίαρχους και τις επίπλαστες κριτικές τους. Να μην υπακούσουμε σε καμία εντολή εγκλεισμού και κοινωνικής απομόνωσης, και σίγουρα ας μην αναπαράγουμε τον ρόλο της αστυνομίας για εκείνες κι εκείνους που έχουν την ανάγκη ή το τσαγανό να βγουν έξω στους δρόμους και να σμίξουν με τους δικούς τους. Αρνούμαστε τον διανοουμενίστικο αβανγκαρντισμό και τη δημαγωγία όσων ενορχηστρώνουν τον πόλεμο γύρω μας, όπως επίσης και όλες τις εξουσίες.

Καλούμε τα συντρόφια και τους συμμάχους μας να περάσουμε στην επίθεση, να οπλιστούμε, ν’ αγκαλιάσουμε την επαναστατική δράση, με όλα τα μέσα, ενάντια στην εξουσία σε κάθε της έκφανση, εδώ και τώρα.

– Βασικός μας εχθρός είν’ το Κράτος, το Κεφάλαιο και κάθε μορφή εξουσίας.

– Κάτω οι φυλακές, αλληλεγγύη με τις αιχμάλωτες και τους αιχμαλώτους του κοινωνικού πολέμου ανά τον κόσμο.

– Για τη διάχυση του νέου αντάρτικου πόλης.

Ανταγωνιστικός Πυρήνας Fanny Kaplan (FAI-FRI)

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Hράκλειο Κρήτης: Πορεία αλληλεγγύης με την κατάληψη Δερβενίων 56

Λάβαμε:  27/6/2020

Με αφορμή την εκκένωση της κατάληψης Δερβενίων 56 σήμερα το πρωί (26/6) στα Εξάρχεια καλέστηκε αντανακλαστική πορεία γειτονιάς. 100-150 σύντροφοι-ισσες πορευθήκαμε στα πέριξ του κέντρου του Ηρακλείου, φωνάζοντας συνθήματα, πετώντας τρικάκια και μοιράζοντας κείμενα,σαν μια πρώτη κίνηση αλληλεγγύης. Τα κείμενα που μοιράστηκαν:

(1) Ανακοίνωση της κατάληψης Δερβενίων: https://athens.indymedia.org/post/1605989/

(2) Αντιμπατσικό/αντικατασταλτικό κείμενο που γράφτηκε με αφορμή την εκκένωση:

ΚΡΑΤΟΣ, ΜΠΑΤΣΟΙ ΚΑΙ ΡΟΥΦΙΑΝΟΙ

Για κάθε εκκένωση εστιών αγώνα(σαν την σημερινή επέμβαση -26/6- στην κατάληψη Δερβενίων 56 στην Αθήνα)

Για κάθε ρατσιστικό ξυλοδαρμό στο δρόμο(σαν τον τελευταίο που έγινε πριν λίγες μέρες στην Αμμουδάρα, όπου ΔΙΑδες πέρασαν κάποιον για πακιστανό και τον ξυλοκόπησαν)

Για κάθε επίθεση σε κόσμο που αγωνίζεται(σαν την άγρια καταστολή με ξύλο και χημικά που δέχτηκε από ΜΑΤ η πορεία ενάντια στην καύση απορριμάτων στο Βόλο) Για κάθε δικαστική απόπειρα τρομοκράτησης(σαν την δίωξη των 2 συντρόφων στην Θεσσαλονίκη αλλά και τη δικαστική σκευωρία σε βάρος δύο μελών του Ρουβίκωνα) Για κάθε κρατική δολοφονία(σαν αυτή του George Floyd στην Αμερική)

και γενικότερα…

Για κάθε βάρβαρο 8ωρο και μια ζωή που δε μας ανήκει, για κάθε επίθεση των κατασταλτικών μηχανισμών αλλά και τον έλεγχο που επιβάλλει καθημερινά το κράτος στις ζωές όλων όσων δεν χωράνε ή δε συμβαδίζουν με τα πρότυπα που αυτό δημιουργεί, είτε γιατί βρίσκονται ταξικά στον πάτο, είτε γιατί έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά (έθνος, φυλή, κουλτούρα, σεξουαλικότητα κλπ)

κάνουμε για άλλη μια φορά ξεκάθαρο ότι

ΚΑΝΕΝΑ ΧΤΥΠΗΜΑ ΔΕ ΜΕΝΕΙ ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΟ

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟΗ ΖΩΗ ΑΝΑΠΝΕΕΙ ΣΤΙΣ ΜΑΧΕΣ

Αναρχικές-οι ,Ηράκλειο Κρήτης
[Ιούνιος 2020]

Ragnarok: Αυτοκόλλητα για τη διάχυση αναρχικού λόγου και πρακτικών

Ο εχθρός πάντα εν μέσω πολέμου δεν περιορίζεται ποτέ μόνο σ’ ένα στείρο αριθμητικό πλεονέκτημα ή μια ανούσια εξουδετέρωση μεμονωμένων ανθρώπων. Οι πολεμικές συρράξεις και τα στιγμιότυπα σύγκρουσης είναι η επιφάνεια ενός αγεφύρωτου χάσματος μεταξύ του τι εκπροσωπούμε εμείς και τι οι αντίπαλοί μας. Οι πυροβολισμοί, οι βόμβες, οι απαλλοτριώσεις, οι μαχητικές πορείες, οι υλικές εκφράσεις του μίσους μας απηχούν μιαν ασίγαστη σύγκρουση διαφορετικών κόσμων και στάσεων ζωής.

Η ανάδειξη των δικών μας καταφάσεων, η μορφοποίηση και διάχυσή τους μέσα από κείμενα, αφίσες, τραγούδια, εκδηλώσεις, αυτοκόλλητα, συνθήματα και πολλά άλλα, ανοιχτά στην έμπνευση της κάθε πρωτοβουλίας, αποτελεί έναν απ’ τους τρόπους μας για να φέρουμε τον κοινωνικό πόλεμο εκεί που ανήκει: Στην ολότητα της ζωής. Ευελπιστώντας πως η σφυρηλάτηση της εξεγερσιακής μας κουλτούρας θα οδηγήσει σε όξυνση και αναβάθμιση της υλικής βίας στο πεδίο των πολεμικών συσχετισμών.

Δ.Ο. Ragnarok

Τσακίστε τους όπου τους βρίσκετε: Κείμενο και αφίσα ενάντια στον κατασταλτικό μηχανισμό

Λάβαμε στις 14/06/2020

Τσάκισε τους μπάτσους όπου τους συναντάς. Δεν έχει σημασία να ξέρεις τον λόγο, τον ξέρουν αυτοί.

Δυστυχώς, όμως, οι αποκτηνωμένοι υποτακτικοί της καπιταλιστικής αυτοκρατορίας δε γαλουχούνται να κατανοούν και να διαπιστώνουν ό,τι δε σχετίζεται άμεσα με την ταυτοποίηση υπόπτων και την εξόντωση παραβατικών -για το κυρίαρχο δικαϊκό σύστημα- ανθρώπων. Το κατεργασμένο και εύπλαστο εγκεφαλικά φύραμα που καταχρηστικά τούς κατατάσσει στους νοήμονες οργανισμούς, είναι η απαραίτητη πρώτη ύλη όταν ο κόσμος του κεφαλαίου μηχανεύεται μεθόδους υπεράσπισης της παραδεδεγμένης κοινωνικής του οργάνωσης. Δεν εξυπηρετεί στον αναστοχασμό και την καλλιέργεια της αυτοσυνείδησης, αλλά στην άμεση και τελεσφόρα κατάπνιξη όσων στοχάζονται και καλλιεργούν τη δική τους σε ένα αντίξοο περιβάλλον αφανισμού εν μέσω κρίσης. Δεν είναι εφικτό γι’ αυτούς να προσεγγίσουν στοχαστικά τον αντίκτυπο των επιλογών τους σε κοινωνική κλίμακα, άρα εξίσου ανέφικτη είναι και η ανάλυση οποιουδήποτε παράγοντα θίγει και διαταράσσει τη σαθρή διανοητική δομή της σκέψης τους, ικανή να τους εξασφαλίζει μόλις μία υποτυπώδη βιολογική συνέχεια. Αντιθέτως, αναρίθμητοι ανά την πλούσια σε αίσχη ιστορία των κρατικών οντοτήτων, δέκτες των συνεπειών του κοινωνικού τους ρόλου (χαρακτηριζόμενου ως επάγγελμα κεφαλαιώδους σημασίας μόνον απ’ όσους αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε ό,τι επιτείνει την παρακμή του ανθρώπου), μπορούν να επιβεβαιώσουν ήδη ότι καθεμιά και καθένας μας, πάντα επηρεασμένος από τις διαφορετικές αφετηρίες, επιθυμίες και στοχεύσεις του, γνωρίζει έστω επιφανειακά: Ο μπάτσος δεν έχει πρόσωπο, και όποιος αγωνίζεται να αποκτήσει πρόσωπο δε γίνεται μπάτσος. Οι μπάτσοι, μια αξιολύπητη ασπίδα επιστρατευμένη ανέκαθεν για την προστασία όσων προσώπων ευδαιμονούν κάνοντας τα δικά μας να συνοφρυώνονται, έχουν -εφόσον εκτελούν μια ενιαία λειτουργία- την ίδια μούρη, και μοναδικός μας ευσεβής και διαχρονικός στόχος: να την κάνουμε να ματώνει.

Δεν πρόκειται, όπως ήδη αναγράφηκε, για δικό μας προνομιακό συμπέρασμα. Όλα τα πληθυσμιακά σύνολα -πάντα λαμβάνοντας υπόψιν τις κοινωνικές τους καταβολές και ατομικές ιδιαιτερότητες- γνωρίζουν ασυναίσθητα πως ο μπάτσος είναι κάτι λιγότερο από άνθρωπος, και εμείς θα προσθέταμε -επηρεασμένοι σαφώς απ’ τα δικά μας κίνητρα- ίσως λίγο λιγότερο από έμβια ύλη. Είναι πρωτίστως μηχανισμός, και οι μηχανισμοί κρίνονται πάντα σε σχέση με τη χρησιμότητα και την αποδοτικότητά τους.

Εδώ, οι άνθρωποι και τα διαφορετικά συλλογικά σώματα ξεκινούν να βαδίζουν σε πολύ διαφορετικά μονοπάτια αποτίμησης. Οι μπάτσοι, εν είδει ενός δαπανηρού και πολυέξοδου μηχανισμού, συγκεντρώνουν πάνω τους το άχθος ποικίλων αξιολογήσεων, προσδοκιών και χρήσεων. Ανταγωνιστικών πολλές φορές, μα πάντα υπό την κοινή θέαση πως η αστυνομία μαζί με όσους την επανδρώνουν συνιστά, στην καλύτερη περίπτωση, έναν θεσμό ζωτικό για την ομαλή συνέχεια της κυρίαρχης κοινωνικής οργάνωσης. Θεσμός · όχι πλάσμα ή ανθρώπινο ον. Ακόμα και ο μέσος φιλήσυχος νοικοκοιραίος γνωρίζει ότι την αστυνομία θα καλέσει εφόσον απειληθούν τα θεσμικά του δικαιώματα, όπως γνωρίζει πως την αστυνομία πρέπει ν’ αποφύγει όταν παρκάρει παράνομα ή όταν λογομαχεί με κάποιον παραβιάζοντας τους κανόνες κοινής ευπρέπειας. Ας αναλογιστούμε πως μέχρι κι οι οργανωμένοι φασίστες προσαρμόζουν την άποψή τους για την αστυνομία και τους μπάτσους αναλόγως τη συγκυρία: Είναι απαραίτητοι και πολύτιμοι όταν αξιοποιούνται για την αναχαίτιση κατατρεγμένων στα σύνορα ή την εξολόθρευση πολιτικών τους αντιπάλων, αλλά τους επιτίθενται χυδαία όταν το ίδιο σώμα επιστρατεύεται για την καταστολή τους σε στιγμές όπου υπερβαίνουν τα όρια ενός επιτρεπόμενου -στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας- ακτιβισμού. Όλοι συμφωνούν πως οι μπάτσοι -και όχι ο Τάσος, Ο Γρηγόρης και ο Βασίλης- κάνουν ή δεν κάνουν καλά την δουλειά τους, είναι χρήσιμοι ή επιβλαβείς, επικίνδυνοι ή ηρωικοί. Κρίνονται πάντα ως σώμα, ως μηχανισμός, ως ρόλος, βάσει του πώς αξιολογείται κοινωνικά η δουλειά τους και από ποιους. Η δουλειά τους είναι να πολεμούν στην πρώτη γραμμή του μετώπου της καπιταλιστικής κοινωνίας, και όταν πολεμάς στην πρώτη γραμμή είναι φυσικό επακόλουθο να δέχεσαι και τα πρώτα βόλια του αντιπάλου.

Οι μπάτσοι δεν είναι άνθρωποι, δεν είναι ζωντανά πλάσματα, δεν είναι υποκείμενα με ιδιαιτερότητες, προτιμήσεις και ευαισθησίες. Είναι μηχανισμός. Ένας κοινωνικός αυτοματισμός οχύρωσης μιας κοινωνίας θεμελιωμένης στην υπαγωγή του ζωντανού στη μηχανή, ενός κόσμου βασισμένου στην αυτοματοποίηση και απομύζηση κάθε πτυχής του ανθρώπινου βίου και του φυσικού κόσμου.

Δεν είναι απλά ένας ακόμα ρόλος, απότοκος του εργασιακού καταμερισμού και της οργάνωσης της παραγωγής, αλλά ο προαπαιτούμενος για τη διαφύλαξη αμφότερων από τα βέλη της αμφισβήτησης και τις επαναστατικές απόπειρες. Σε μια κοινωνία συστηματικής καθυπόταξης κάθε ατόμου στον μισερό του ρόλο -συνέπεια της εξειδικευμένης εργασίας, της θεαματικής προώθησης απομιμήσεων ζωής, της αδιάκοπης κατασκευής πλασματικών αναγκών, του γενικευμένου διαχωρισμού του ανθρώπου από τις συνθήκες αναπαραγωγής της κοινωνικής του ύπαρξης, και της προώθησης ιδεοληψιών απαραίτητων για τη διαιώνιση των κυρίαρχων σχέσεων-, οι μπάτσοι είναι οι θεματοφύλακες της καθολικής απαξίωσης του ανθρώπινου προσώπου. Ο ρόλος τους, στον οποίο έχουν αφιερώσει τη ζωή τους και βασίσει την υλική αναπαραγωγή τους ως μισθωτά ανδράποδα, είναι η εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των υπολοίπων, καταστέλλοντας, τιμωρώντας και εξολοθρεύοντας όποιον θελήσει να αρνηθεί τον δικό του. Ο ρόλος τους αναπαριστά τον ρόλο της βαρύτητας στο καπιταλιστικό σύμπαν, θέτοντας όλους τους υπολοίπους σε τροχιά. Είναι το ειδοποιό χαρακτηριστικό των κρατικών ζωνών διαχείρισης της παραγωγής, αφού εκπροσωπούν τη βία που το κράτος εποφθαλμιά να μονοπωλήσει αναζητώντας την ολοκλήρωσή του, όντας τίποτα παραπάνω από οργανωμένη και συγκεντρωτική βία. Ο ρόλος τους καθορίζει τον τρόπο έκφρασης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του κάθε μεμονωμένου μπάτσου, και όχι το αντίστροφο. Ο μπάτσος είναι πάντα πρωτίστως μπάτσος, και αυτό τού υπενθυμίζει το υπηρεσιακό όπλο που φέρει μαζί του ακόμα και με την λήξη της βάρδιάς του.

Η αστυνομία είναι επιπλέον το πρότυπο, ο ιδανικός σύμβουλος και ο οδοδείκτης για όλα τα υπόλοιπα επαγγέλματα και τους κοινωνικούς ρόλους. Η στρατιωτική πειθαρχία κατά τη διάρκεια του καθήκοντος και η απόλυτη υποχώρηση του προσώπου μπροστά στις επιταγές του επαγγέλματος αποκαλύπτει εμφατικά τον δέοντα δρόμο για σύνολη την κοινωνική αναπαραγωγή. Δεν είναι διόλου παράξενο το γεγονός ότι τεχνικές πειθάρχησης εφαρμοσμένες στον στρατό και την αστυνομία από τα πρώιμα χρόνια των καπιταλιστικών εθνών-κρατών, τεχνικές όπως η εξάλειψη της ιδιωτικότητας του υποκειμένου, η ιδεολογική κατήχηση στο εκμαγείο των κυρίαρχων ιδεών, η αυστηρή ενστάλαξη του σεβασμού της ιεραρχίας, και η ταύτιση του ατομικού συμφέροντος με αυτό του συλλογικού σώματος, πλέον υιοθετούνται πιστά από τους επιχειρηματικούς ομίλους και τις δεξαμενές σκέψης τους σε μια προσπάθεια εντατικοποίησης της παραγωγής και κατάπνιξης των ατομικών και συλλογικών αντιστάσεων. Στον δρόμο που χάραξε το παράδειγμα της αστυνομίας, ένα επίκαιρο στοίχημα για την οργάνωση της παραγωγής αποτελεί το εγχείρημα απόλυτης ταύτισης του κάθε προσώπου με τις κοινωνικές του λειτουργίες. Από το επάγγελμα μέχρι τις καταναλωτικές του προτιμήσεις εντός μιας καθημερινότητας πλήρως υποταγμένης στην οικονομική αξιολόγηση του κόσμου, στόχος είναι ο άνθρωπος να καθίσταται φορέας του συμβόλου της λειτουργίας του κάθε ώρα και στιγμή.

Αν ως αναρχικές κι αναρχικοί αρνούμαστε πεισματικά την περιχαράκωση της ζωής μας στα στενά πλαίσια των χρήσιμων για την κυρίαρχη πραγματικότητα κοινωνικών ρόλων, αν αναζητούμε διακαώς τους αποτελεσματικότερους τρόπους να τους σαμποτάρουμε, επιφέροντας από τη μία πλήγματα στην κυριαρχία, και διανοίγοντας από την άλλη απελευθερωτικές προοπτικές μέσω των τερπνών στιγμών σύγκρουσης με ό,τι μας καθυποτάσσει, τότε πόσο μίσος πρέπει δικαιολογημένα να υποθάλπτουμε για όσους επέλεξαν να φορέσουν τη στολή της ντροπής και να παραταχθούν απέναντί μας αναλαμβάνοντας τις πιο βρώμικες υπηρεσίες στο όνομα προστασίας της καθεστηκύιας τάξης;

Ρητορικό το ερώτημα αφού σε όποια γωνία υποχώρησης των δημοκρατικών ιδεολογικών προφάσεων κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα, η αποφορά από τα ένστολα περιττώματα είναι ανυπόφορη. Ξεχειλίζει όταν τους βλέπουμε στους δρόμους να περιπολούν υπάκουα, σε επαγρύπνηση για ό,τι απειλεί με την παρουσία του να ξεσκεπάσει τις αντιφάσεις αυτής την κοινωνίας εκθέτοντας την παρακμή της. Όταν τους βλέπουμε στα σύνορα να σακατεύουν κολασμένους. Όταν τους βλέπουμε στις πορείες ξαμολημένους να χτυπούν και να εξευτελίζουν με τις πλάτες του νόμου. Όταν τους βλέπουμε με τα παραχωρημένα όπλα τους να δολοφονούν νόμιμα, αδιαφορώντας για την προέλευση και την ταυτότητα του θύματός τους, αφού αυτοί δεν αναγνωρίζουν στους παραβατικούς το προνόμιο να είσαι άνθρωπος. Όταν τους βλέπουμε να μολύνουν όλο και περισσότερο τους δρόμους της πόλης με την ποταπή παρουσία τους, παρενοχλώντας κατατρεγμένους και εκτονώνοντας τους κτηνώδεις συμπλεγματισμούς τους σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους, προασπίζοντας τα συμφέροντα και την περιουσία κάθε αφεντικού ή πολιτικού, όσο οι αποφάσεις τους μαζί με το βάθεμα των ταξικών χασμάτων και την περαιτέρω υποβάθμιση της ζωής συνυπογράφουν τη συνέχεια του αστυνομικού κράτους ως απάντηση στις παραπάνω συνέπειες. Όταν τους βλέπουμε στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης να αναχαιτίζουν τους αγώνες των εγκλείστων, φροντίζοντας εν συνεχεία την εκτέλεση οποιασδήποτε εκδικητικής διοικητικής απόφασης. Όταν τους βλέπουμε να φρουρούν με σθένος κάθε εμπορικό, καταναλωτικό και χρηματιστηριακό ναό, αποτρέποντας οποιαδήποτε υποτίμηση των θεμελιωδών για την κοινωνία του εμπορεύματος (που καθιστά τον παρασιτισμό τους απαραίτητο) κατηγοριών μέσω απαλλοτριώσεων, βανδαλισμών, λεηλασιών και άλλων επιθέσεων. Και τους βλέπουμε παντού, γιατί αυτή είναι η δουλειά τους: να φαίνονται στη θέση όσων αποτελούν τα πραγματικά διαχειριστικά και οργανωτικά εξαρτήματα του νόμου και της αγοράς. Όπου αυτά προσκρούουν σε σκοπέλους αντίστασης, οι μπάτσοι είναι εκεί να εκτελέσουν το λειτούργημά τους. Και όταν αυτό επιτελείται, κανένας και καμιά απέναντί τους δεν αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστό πρόσωπο, μα ως αφαίρεση δεσποτικά εξομοιωμένη από τις τεχνικές ποινικοποίησης και καταστολής.

Το παράδοξο εντοπίζεται στο ότι, ενώ οι μπάτσοι υπάρχουν ώστε να τους βλέπουμε -καθώς στην επιβλητική παρουσία τους παίζεται η αποτελεσματικότητα της δραστηριότητάς τους-, τείνουμε καμιά φορά παράλληλα να τους παραβλέπουμε, έμφορτοι από ανθρωπιστικά ιδεώδη και λοιπούς ρομαντικούς εξωραϊσμούς. Τους αντιμετωπίζουμε σαν ανθρώπους, σαν νοήμοντα όντα, σαν πρόσωπα, ξεχνώντας πως οι μηχανές δεν έχουν πρόσωπο, και πως, όταν χρησιμοποιούνται για την καταστολή, την καθυπόταξη και τον έλεγχό μας (ζημιώνοντάς μας), οφείλουμε να τους διαλύουμε.

Ο εξανθρωπισμός της αστυνομικής μηχανής πραγματοποιείται απ’ όσους πιστεύουν ακόμα πως μπορούν να μεταχειριστούν τη σκόπιμα καλοκουρδισμένη αυτή μηχανή παραγωγής δυστυχίας, απόγνωσης, φτώχιας, ασχήμιας, βίας και ταπείνωσης προς το συμφέρον και τους σκοπούς τους, ή προς το συμφέρον και τους σκοπούς όσων ποδηγετούν τη συνείδησή τους. Αυτοί, ενώ μετέρχονται την αστυνομική μηχανή και, κατ’ επέκταση, τους μπάτσους ως απλά όργανα του νόμου και εξυπηρετικούς για τις επιδιώξεις τους εκτελεστές θεσμικών αποφάσεων, επιχειρούν να καταστήσουν οικεία και προσιτή στην υπόλοιπη κοινωνία μία μηχανή υποτίμησης του ανθρώπου, εξανθρωπίζοντάς την. Εμείς, κομμάτι μιας πολιτικής παράδοσης εναντίωσης σε κάθε υπαγωγή του ανθρώπου στους κοινωνικούς αυτοματισμούς, καθώς και όσες και όσοι δεν προσδοκούν ν’ αποκτήσουν θέση περιωπής εντός μιας τάξης ολοκληρωτικής καθυπόταξης του υποκειμένου στον ρόλο και την λειτουργία του, αντιλαμβανόμαστε τους μπάτσους ως έναν στυγνό μηχανισμό εξουσίας, έχοντας απομακρυνθεί από κάθε ανθρωπιστική πρόφαση που θολώνει το πεδίο κατανόησης της καθημερινής μας εμπειρίας. Εξάλλου, κάθε παραμορφωτικό φτιασίδωμα απόκρυψης ενός ωμού μηχανισμού καταστολής προσιδιάζει στην ψυχοσύνθεση όσων αυτο-θυματοποιούνται και δικαιολογούν την απραξία τους μπροστά στην ισχύ και τα όργανα του νόμου.

Όσο λοιπόν προσπαθούν να μας πείσουν ότι κάθε ξεχωριστός μπάτσος είναι κάτι περισσότερο από μία στολή, όλα τα επιχειρήματα και οι λογικοί συνειρμοί δίχως στρεψοδικίες διαφωνούν. Αν υποχρεωτικά συρθούμε στη θέση να ποσοτικοποιήσουμε τη σύγκριση, τότε ενδείκνυται να ομολογήσουμε πως ο κάθε μεμονωμένος μπάτσος είναι κάτι λιγότερο από μία στολή. Γιατί η ζωή ενός ανδρείκελου πρόθυμου να εκποιήσει την ατομικότητά του με αντάλλαγμα έναν χωλό μισθό και μία θέση υποτυπώδους εξουσίας, είναι από μόνη της ενδεικτική των προτεραιοτήτων του κάθε ενστόλου, και δεν πρόκειται να διαφωνήσουμε στην προκειμένη μαζί τους.

Η ζωή κάθε μεμονωμένου μπάτσου αξίζει λιγότερο από την επονείδιστη στολή του, άρα είναι αποτελεσματικότερο για όλες και όλους μας να προτιμάμε τη συμπλοκή μαζί τους όταν βρίσκονται εκτός υπηρεσίας. Το καλό είναι πως, μαζί με τα καθημερινά τους ρούχα, δεν ανακτούν και την ξεπουλημένη τους ανθρωπινότητα. Όπως εμείς δεν είμαστε αναρχικές κι αναρχικοί μόνο όταν φοράμε κουκούλα, όταν επιτιθόμαστε στην έννομη τάξη ή κατεβαίνουμε σε συνελεύσεις, έτσι κι αυτοί δε σταματούν να είναι μπάτσοι όταν περιδιαβαίνουν δίχως τη στολή, όταν μοιράζονται χρόνο με όσους έχουν το θράσος να είναι φίλοι τους ή αράζουν στα εξαγορασμένα από τον μισθό της ξεφτίλας σπίτια τους. Δεν είναι λιγότερο μπάτσοι, απλά είναι μπάτσοι ανυπεράσπιστοι, ανυποψίαστοι κι ευάλωτοι μπρος στις ξαφνικές εμπνεύσεις μας. Ας μην τους παραδώσουμε αμαχητί το προνόμιο να μας αποσπούν από την “οικιακή γαλήνη” όποτε αυτοί θελήσουν, επειδή δεν αναγνωρίζουν στην εξόντωσή μας κάτι πέραν της δικαιολόγησης του μισθού τους. Ας τους το ανταποδώσουμε επιστρέφοντάς τους ό,τι προέκυψε από την συνειδητοποίηση των αιτιών του άλγους μας. Κάθε αποσυναρμολογημένο εξάρτημα της αστυνομικής μηχανής αποτελεί κερδισμένο έδαφος από την ασφυκτική καπιταλιστική κανονικότητα. Συνεπάγεται περισσότερες ελεύθερες πνοές στο πνιγηρό περιβάλλον της αυτοματοποιημένης μητρόπολης.

Γι’ αυτό τσακίστε τους όπου τους βρείτε. Σακατέψτε τους τις πιο ευάλωτες κι απρόσμενες στιγμές, και μαζί τους κάθε όνειρο να γαλουχήσουν μόμολα τα οποία καρτερούν να μπουν σε μπατσοσχολές ενισχύοντας τις άμυνες του κυρίαρχου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης. Ένας τραυματισμένος ή αποσυρμένος μπάτσος, εκτός της συμβολικής του αξίας, είναι επίσης ένας ένστολος εκτελεστής των κατασταλτικών πολιτικών λιγότερος, ένα πετυχημένο σαμποτάζ όπως όλα τα άλλα στην καπιταλιστική μηχανή. Πολλές φορές μάλιστα, το ίδιο το σύστημα πρόσληψης και τροφοδότησής τους αποδεικνύει πόσο κοστίζει η ζωή και η ακεραιότητά τους, όταν τους εκθέτει προκειμένου ν’ αποτρέψει πιθανές καταστροφές άλλων κοινωνικών δομών, όπως εμπορικά κέντρα, πολιτικά μέγαρα, γραφεία εταιρειών, λεωφόροι. Κάποιος μάλιστα θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τους σεβόμαστε περισσότερο από το σύστημα χρηματοδότησης που υπηρετούν, όταν ως ανθρώπινους στόχους τούς ιεραρχούμε πιο ψηλά από τα κέντρα κυριαρχίας που καλούνται να προστατέψουν ως μέρος του επαγγέλματός τους. Αφού συμφωνούμε όμως πως όντως ένας μπάτσος αξίζει λιγότερο από ένα άδειο ταμείο ή έναν πυρπολημένο στόχο, και αφού γνωρίζουμε πως όπου κι αν κινηθούμε θα τους βρούμε απέναντί μας, ας ξεκινήσουμε το σμπαράλιασμά τους για να χαράξουμε ρότα προς πιο ουσιώδεις κι ευγενείς σκοπούς.

Τσακίστε τους στα σπίτια, στις γειτονιές και στις εξόδους τους. Σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους. Με παρέα ή μόνους τους. Με στολή ή χωρίς. Όλοι μας έχουμε έναν γνωστό μπάτσο, έναν συγγενή ή έναν γνωστό γνωστού. Τα μιάσματα κυκλοφορούν ανάμεσά μας ως επί το πλείστον αφύλακτα κι ανυποψίαστα. Αν διστάζουμε οι ίδιοι να αναλάβουμε δράση και πρωτοβουλίες, ας μιλήσουμε σε όσες δε συγκρατούνται από ενδοιασμούς κι αδημονούν ν’ αξιοποιήσουν δημιουργικά τις πληροφορίες. Στο εξωτερικό έχουν ήδη ξεκινήσει οι μαζικές εκθέσεις προσωπικών δεδομένων μπάτσων σε αντιεξουσιαστικά μέσα αντιπληροφόρησης, και κάτι τέτοιο σίγουρα συνιστά παράδειγμα προς μίμηση. Μην ξεχνάμε πως πρόκειται για αδύναμα, θρασύδειλα, απρόσωπα σκουπίδια που, δίχως τη στολή και την προστασία των υπερεξοπλισμένων από το κράτος συναδέλφων τους, θα τρέκλιζαν από φόβο αντιμέτωπα με τις ερεθισμένες από την άθλια δράση τους ορέξεις μας. Η αύξηση των περιστατικών επιθέσεων σε αστυνομικούς είναι προσέτι ο ενδεδειγμένος τρόπος να υπερφορτώσουμε τον μηχανισμό πρόληψης και αντιμετώπισης εγκλήματος, πολλαπλασιάζοντας τις πιθανότητες οι δράστες να μην προλαβαίνουν να ταυτοποιηθούν και να συλληφθούν από τους εύθικτους γραφειάτους ερευνητές.

Ξύλο, μηχανισμοί, στοχοποίηση, όπλα, αναλόγως τα ευκταία επίπεδα βίας των ενδιαφερομένων, όλα είναι χρήσιμα και επιθυμητά για την καταστροφή όσων καταστέλλουν επί μισθώση. Καθώς η τεχνολογία, οι πολιτικές ηγεμονίες και οι κυρίαρχες δεξαμενές σκέψης αφιερώνουν σταδιακά όλο και περισσότερο χρόνο στην αναβάθμιση του οπλοστασίου της κρατικής μηχανής υλικά και ιδεολογικά, είναι θανάσιμη παγίδα η υιοθέτηση στάσης οίκτου απέναντι στους φρουρούς της όψιμης καπιταλιστικής δυστοπίας. Ειδικά μάλιστα όταν καταντάει να συνεισφέρει στην αποσιώπηση της διόλου τυχαίας αύξησης των κρουσμάτων αστυνομικής βίας και κατάχρησης εξουσίας, συγκαλύπτοντας υποκριτικά τα αίτιά της.

Κλείνοντας, οφείλουμε ν’ αποδεχτούμε μία δυσοίωνη πρόβλεψη. Όσο δεν επιτιθόμαστε στα οπλισμένα χέρια που υπερασπίζονται τα τείχη της φιλελεύθερης δημοκρατικής αυτοκρατορίας, αυτή θα τα ενισχύει, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα ανατροπής της με υλικούς όρους σε ένα υποθετικό μέλλον. Το θέμα δυστυχώς καθίσταται ολοένα και πιο απλό: Ή θα τσακίσουμε την αστυνομική μηχανή μαζί με τα εξαρτήματά της ή θα χάσουμε σύντομα κάθε ευκαιρία να αρθρώνουμε λόγο πάνω στη λειτουργία και τις μεθόδους της, αποκλεισμένες και αποκλεισμένοι βίαια εντελώς από τις δυνατότητες διαχείρισης των ζωών μας.

Επίθεση, εκδίκηση και μνήμη πάντα ακονισμένη.

Να χαράξουμε την προοπτική της ριζικής ανατροπής του καπιταλιστικού κόσμου, περνώντας πάνω απ’ την πρώτη γραμμή της πολεμικής του μηχανής.

Δεν ξεχνάμε τον George Floyd, και τον κάθε George Floyd που έπεσε κάτω απ’ την μπότα των σύγχρονων πραιτωριανών.

Δεν ξεχνάμε τα έγκλειστα αναρχικά συντρόφια μας, και κάθε άνθρωπο που βιώνει τη βίαιη συνθήκη της αιχμαλωσίας.

Δεν ξεχνάμε τα 2 συντρόφια μας στη Θεσσαλονίκη που συνελήφθησαν στις 27/5 λόγω υποθέσεων των μπάτσων περί στοχοποίησης του Δ. Σταμάτη, πρώην υπουργού της Ν.Δ. και νυν προέδρου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Δεν ξεχνάμε τα συντρόφια μας στην Ιταλία που διώχθηκαν και αφέθηκαν με περιοριστικούς όρους στα πλαίσια της επιχείρησης “Ritrovo”, όπως επίσης και τα συντρόφια που συνελήφθησαν στα πλαίσια της επιχείρησης “Bialystock” στις 12/6, 5 εκ των οποίων φυλακίστηκαν και 2 τέθηκαν υπό κατ’ οίκον κράτηση.

Consumimur Igni

Απρόσωπη πρωτοβουλία ενάντια στη μηχανή παραγωγής βίας και θανάτου

Saul Newman, Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Αντιεξουσιασμός και διάλυση της εξουσίας

“Από τον Μπακούνιν στο Λακάν: Αντιεξουσιασμός και διάλυση της εξουσίας”, Saul Newman / σημειώσεις πάνω στους Στίρνερ, Φουκώ, Λακάν, Ντελέζ-Γκουανταρί, Ντεριντά

 

Το κείμενο αυτό αποτελεί μια εκτεταμένη περίληψη του βιβλίου  του Saul NewmanFrom Bakunin to LacanAntiauthoritarianism and the dislocation of power (2001).

Αποτελεί  κυρίως μια καταγραφή σημειώσεων και όχι ένα πλήρως συγκροτημένο άρθρο. Αντικατοπτρίζει μια υποκειμενική πρόσληψη. Η αναφορά σε κάθε κεφάλαιο δεν είναι εξαντλητική και πολλές φορές η έκταση που αφιερώνεται σε ένα θέμα δεν είναι αντίστοιχη με εκείνη που αφιερώνει ο συγγραφέας.

Ο Saul Newman υποστηρίζει ένα είδος ατομικιστικού αναρχισμού τον οποίο συνδέει με τον αναρχισμό του Μαξ Στίρνερ και  με τον μεταστρουκτουραλισμό. Η κύρια αναφορά του Newman στον μεταστρουκτουραλισμό αφορά την λακανική ψυχανάλυση αλλά ταυτόχρονα διαπραγματεύεται έννοιες του Ντελέζ, του Ντεριντά, του Φουκώ και άλλων. Ο Μετα-αναρχισμός που θεμελιώνει ο Newman βασίζεται σε μια κριτική του αναρχισμού βασισμένος στις λακανικές έννοιες του Πραγματικού και της έλλειψης. Ο κλασικός αναρχισμός βασίζεται σε μια κριτική της χομπσιανής πολιτικής θεωρίας. Σύμφωνα με τον Χομπς η φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι αυτή της διαρκούς σύγκρουσης, ενός πολέμου δίχως τέλους με στόχο της επιβολή της βούλησης του καθενός. Ο άνθρωπος έχει φύση εγωιστική και κακή, ενδιαφέρεται μόνο για να επιβληθεί στους άλλους και να αυξήσει την δύναμή του. Έτσι σύμφωνα με τον Χομπς η δημιουργία της οργανωμένης κοινωνίας βασίζεται στο πέρασμα από αυτή τη φυσική κατάσταση όπου ο κάθε άνθρωπος αποτελεί λύκο για τον άλλο σε μια κατάσταση ειρηνικής συμβίωσης. Αυτό είναι δυνατό μέσα από ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των ανθρώπων σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι παραχωρούν μέρος της εξουσίας τους στο κράτος με την προϋπόθεση ότι όλοι θα συναινέσουν σε αυτή την παραχώρηση. Διαφορετικά το σπάσιμο του κοινωνικού συμβολαίου σημαίνει επιστροφή στην κατάσταση όλοι εναντίων όλων. Το κράτος είναι απαραίτητο για να διασφαλίζει την αρμονική και ειρηνική διαβίωση και παρεμβαίνει όταν αυτή τίθεται σε κίνδυνο. Σε αυτή την χομπσιανή αντίληψη της ανθρώπινης φύσης και του ρόλου του κράτους αντιτίθεται πλήρως ο αναρχισμός. Ο αναρχισμός απηχεί μια αισιόδοξη αντίληψη για την ανθρώπινη φύση, η οποία θεωρείται εγγενώς καλή. Η ανθρώπινη φύση οδηγεί σε μια κοινωνία συγκροτημένη με βάση τις αρχές της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης κτλ. Το κράτος είναι αυτό που μέσα από την αναπαραγωγή της εξουσίας διαστρέφει αυτή την εγγενώς θετική ανθρώπινη φύση και για αυτό πρέπει να καταλυθεί. Η ανθρωπολογική θέση του αναρχισμού σχετικά με την ανθρώπινη φύση αποτελεί μια ακριβής αντιστροφή της χομπσιανής θέσης.   Σύμφωνα με τον Newman ο κλασικός αναρχισμός αναπαράγει την χριστιανική έννοια του ανθρώπου, του καλού, του λόγου κτλ και βασίζεται σε μια έννοια που πηγάζει από τον διαφωτισμό. Ο διαφωτιστικός ανθρωπισμός αναγνωρίζει σε κάθε άνθρωπο μια κοινή ουσία, προσεγγίζει τον άνθρωπο υπό την οπτική του καθολικού. Ο Newman θεωρεί ότι ο ανθρωπισμός δημιουργεί και αναπαράγει έννοιες κυριαρχίας και αυθεντίας εφόσον αποκλείει την ιδιαιτερότητα και την διαφορετικότητα. Ο ανθρωπισμός του αναρχισμού βασίζεται στην αναγνώριση κάποιας βαθύτερης ουσίας του ανθρώπου δηλαδή σε μια ουσιοκρατία την οποία ο Neuman  θεωρεί επικίνδυνη και αντιτιθέμενη στο πρόταγμα του αναρχισμού.

Στίρνερ

Ο Στίρνερ αποτελεί την μία βασική συνιστώσα της σκέψης του Newman. Ο Στίρνερ εκκινεί με μια κριτική στον Φόυερμπαχ σύμφωνα με τον οποίο ο θεός αποτελεί μια αντανάκλαση, ένα καθρέφτισμα του ανθρώπου. Για τον Στίρνερ ο Φόυερμπαχ η ταύτιση του ανθρώπου με τον θεό απηχεί συγκεκριμένες απόψεις για την ανθρώπινη ουσία, αναπαράγει δηλαδή έναν χριστιανικό ανθρωπισμό. Η θρησκεία είναι μια αλλοτρίωση του ανθρώπου αλλά σύμφωνα με τον Στίρνερ η νέα θρησκεία, ο ανθρωπισμός δεν αποτελεί παρά μια νέα μεταμόρφωση της χριστιανικής θρησκείας. Ο Στίρνερ υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει ουσιακή ανθρώπινη φύση αλλά ο άνθρωπος κατασκευάζει την φύση του. Ο άνθρωπος για τον Στίρνερ είναι μια θρησκευτική ιδέα, μια ιδεολογική κατασκευή που περιορίζει την ατομικότητα, είναι μια έννοια που κατασκευάζει το Εγώ. Η έννοια του ανθρώπου για τον Στίρνερ πρέπει να αντικατασταθεί από την έννοια του μη ανθρώπου. Ο μη άνθρωπος αποτελεί την αντίσταση στην διαφωτιστική έννοια του ανθρώπου και την υποκειμενοποιητική του δύναμη. Ο μη άνθρωπος αντιστοιχεί σε μια ρευστή και βραχύβια ταυτότητα. Η ταυτότητα για τον Στίρνερ όπως και για τον μεταστρουκτουραλισμό αποτελεί μια εγγενώς μη σταθεροποιήσιμη έννοια. Ο αναρχισμός αποτελεί για τον Στίρνερ την πιο ριζοσπαστική μορφή του ανθρωπισμού και η επίθεση του σε αυτόν είναι για αποκαλυφθεί η ουσιοκρατική του θεμελίωση. Ο Στίρνερ περιγράφει μια διαδικασία υποκειμενοποίησης στην οποία η εξουσία δεν καταπιέζει τον άνθρωπο αλλά τον δομεί ως πολιτικό υποκείμενο και άρχει μέσω αυτού. Αυτό ακριβώς είναι η αμφισβήτηση του της ανθρωπιστικής οντολογίας του Διαφωτισμού. Η ανθρώπινη ουσία δεν είναι ένας υπερβατικός τόπος που δημιουργείται από τους φυσικούς νόμους και στην συνέχεια η εξουσία έρχεται να καταπιέσει αλλά αποτελεί έναν λόγο που στοχεύει στην διατήρηση της εξουσίας. Ο Στίρνερ σύμφωνα με τον Newmanστοχεύει στο να δείξει ότι η μανιχαϊστική πολιτική του αναρχισμού η οποία θεωρεί ότι υπάρχει ένας τόπος αντίστασης έξω από την εξουσία αποτυγχάνει να αντιληφθεί μια λειτουργία της εξουσίας: την κυριαρχία μέσω της υποκειμενοποίησης και όχι μέσω της καταπίεσης. Η κοινωνία για τον Στίρνερ  αποτελεί μια ιδεολογική κατασκευή που στόχο έχει όπως και το κράτος να εγκλωβίσει το άτομο μέσα σε μια καταπιεστική συλλογικότητα. Δεν υπάρχει κοινωνική ουσία, η κοινωνία έχει αντικατασταθεί στον Στίρνερ από ένα μοντέλο πολέμου. Η κοινωνία αποτελεί πεδίο αγώνων και τυχαιότητας.

Φουκώ

Ο Newman πέρα από τον Στίρνερ χρησιμοποιεί και την φουκωική κριτική της εξουσίας. Ο Φουκώ συμφωνεί με τον αναρχισμό στο ότι ο μαρξισμός αποτελεί απλά μια επιβεβαίωση του τόπου της εξουσίας. Επίσης ασκεί κριτική στον οικονομικό αναγωγισμό του. Επίσης υποστηρίζει ότι μια επανάσταση μπορεί να αφήσει τον τόπο της εξουσίας ανέπαφο.

Ωστόσο στη συνέχεια επικρίνει τον αναρχισμό στο ότι έχει την ίδια αντίληψη με τον μαρξισμό για την εξουσία και ότι αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.Έτσι ο Φουκώ προχωρά σε μια κριτική της εξουσίας βασισμένη στην εξουσία όχι ως κάτι που κατέχεται ή όχι αλλά ως κάτι που διαπερνά όλα τα κοινωνικά δίκτυα , διαχέεται. Η εξουσία είναι παντού γιατί προέρχεται από παντού. Η εξουσία επιμερίζεται σε στρατηγικές και τακτικές που βρίσκονται διαρκώς υπό διαμόρφωση. Το κράτος δεν είναι αυτό από το οποίο προέρχεται η εξουσία αλλά απορρέει από την εξουσία όπως όλοι οι θεσμοί. Ενώ οι αναρχικοί βλέπουν την εξουσία να πηγάζει από τους θεσμούς ο Φουκώ υποστηρίζει ότι οι θεσμοί  απορρέουν από την εξουσία. Ο Φουκώ συνεχίζει το πολεμικό μοντέλο του Χομπς και Στίρνερ για την κοινωνία και υποστηρίζει ότι είναι το μοναδικό μοντέλο που ξεπερνά τον κίνδυνο της ουσιοκρατίας. Ο Φουκώ αντιστρέφει τη ρύση του Κλαούσεβιτς ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική είναι πόλεμος που συνεχίζεται με άλλα μέσα. Αυτός ο πόλεμος είναι διαρκής και δεν καταλήγει όπως στον αναρχισμό σε μια τελική κατάσταση ειρήνης. Η γενεαλογική μέθοδος του Φουκώ στοχεύει στο να αποκαλύπτει συνέχεια την απόκρυψη του διαρκούς ανταγωνισμού, ενός μη τόπου. Η εξουσία για τον Φουκώ δεν βρίσκεται ούτε στο κράτος, ούτε στην μπουρζουαζία, ούτε στον νόμο. Η εξουσία αποτελεί έναν μη τόπο, εξαιτίας της μεταβλητότητάς της, της επανεγγραφής και επανερμηνείας της. Η κριτική του Φουκώ απορρίπτει την εξουσία ως καταπίεση και αντιτείνει μια άλλη προσέγγισή της, της εξουσία ως παραγωγική. Η εξουσία παράγει το υποκείμενο. Για τον Φουκώ όπως και τον Στίρνερ η ανθρώπινη ουσία δεν αποτελεί απλά αποτέλεσμα της κυριαρχίας αλλά είναι και μέσο για την άσκησή της. Η αντίσταση για τον Φουκώ αποτελεί μαζί με την εξουσία μια σχέση αγωνισμού. Ωστόσο το ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατή η αντίσταση σύμφωνα με τον Φουκώ φαίνεται να μην απαντάται πλήρως και με συνέπεια σύμφωνα με τον NewmanO Φουκώ προτείνει ότι μέσω της άσκησης μπορεί κάποιος να αυξήσει την δύναμη που ασκεί στον αυτό του. Αυτό αποτελεί και τον θεμελιώδη όρο για την ελευθερία.

Ντελέζ και Γκουατταρί

Η αναφορά του Φουκώ σε παραδείγματα αντίστασης (όπως για παράδειγμα στα σώματα και τις απολαύσεις)  πέφτουν σε αυτό που ήθελε να αποφύγει, την ουσιοκρατία και τον θεμελιωτισμό. Ο Ντελέζ και Γκουατταρί αναλαμβάνουν να συνεχίσουν την συζήτηση  από εκεί που την άφησε ο Φουκώ. Ωστόσο με την έμφασή τους στην επιθυμία ως πρότυπο αντίστασης εκλαμβάνουν την επιθυμία ως εξωτερική της εξουσίας. Έτσι  επιβεβαιώνουν την ουσιοκρατία που ήθελαν να καταρρίψουν. Σύμφωνα με τους Ντελέζ και Γκουατταρί το κράτος θεωρείται μια αφηρημένη μορφή, μια αφηρημένη μηχανή η οποία οργανώνει τις οικονομικές ροές σε έναν τρόπο παραγωγής. Έτσι θεωρούν ότι το κράτος είναι αυτό που οργανώνει τον τρόπο παραγωγής και όχι το αντίθετο όπως υποστηρίζουν οι μαρξιστές. Η επιθυμία δεν καταπιέζεται πάντα από το κράτος αλλά πολλές φορές χρησιμοποιείται από αυτό. Οι άνθρωποι μπορούν να επιθυμούν την καταδυνάστευσή τους ή μπορούν να επιθυμούν την ελευθερία τους. Το να επιθυμεί κάποιος την καταδυνάστευση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πέφτει θύμα κάποιας ιδεολογικής παγίδας ή ότι υποφέρει από ψευδή συνείδηση. Η υποδούλωση και η καταπίεση  είναι μέρος της επιθυμίας μας. Έτσι η πολιτική πράξη εναντίον του κράτους σημαίνει να ξεφορτωθούμε την επιθυμία μας για υποδούλωση και καταπίεση, διαφορετικά η αντίσταση θα έχει ως αποτέλεσμα να επανα-επιβεβαιώνει τον τόπο της εξουσίας.

Για τους Ντελέζ και Γκουατταρί η επιθυμία καναλιζάρεται προς το κράτος μέσα από την αυτόβουλη καθυπόταξη στην οιδιπόδεια αναπαράσταση και την ψυχανάλυση. Ο Οιδίποδας έχει μετατραπεί στην καινούργια αφηρημένη μηχανή του κράτους. Η ψυχανάλυση θεωρείται ως η νέα εκκλησία στην οποία πρέπει να θυσιάσουμε τους εαυτούς μας  όχι πια στον θεό αλλά στον Οιδίποδα. Οι ψυχαναλυτές είναι οι τελευταίοι παπάδες και η ψυχανάλυση δηλητηριάζει την μοντέρνα συνείδηση, καθορίζοντας την επιθυμία μέσα από τον λόγο του Οιδίποδα. Η οιδιπόδεια αναπαράσταση δεν καταπιέζει την επιθυμία αλλά την δομεί με τέτοιον τρόπο ώστε αυτή να θεωρείται καταπιεσμένη, ή προϊόν κάποιας αρνητικότητας, ενοχής ή έλλειψης. Για τον Ντελέζ και Γκουατταρί η επιθυμία δεν έχει να κάνει με την έλλειψη όπως στον Λακάν αλλά είναι παραγωγική και θετική. Η έλλειψη είναι το αποτέλεσμα της επιθυμίας και όχι η αιτία της. Η επιθυμία πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της παραγωγής, αυτό που ονομάζουν παραγωγή της επιθυμίας. Η επιθυμία παράγει το κοινωνικό. Η ψυχανάλυση είναι αντιπαραγωγική , επιδιώκει τον έλεγχο της παραγωγής κάτω από το κράτος. Η επιθυμία θεωρείται επαναστατική επειδή απαιτεί συνεχώς νέες συνδέσεις και συναρμογές με άλλες επιθυμίες, με το κοινωνικό. Ο Οιδίποδας κόβει όλες τις πιθανές διασυνδέσεις εγκλωβίζοντας το υποκείμενο. Η υποκειμενικότητα για τον Ντελέζ και Γκουατταρί δεν είναι τόπος αλλά διαδικασία, το να γίνεις. Το να γίνεις είναι μια διαδικασία μεταξύ δύο οντοτήτων , μια διαδικασία συναρμογής και σύνδεσης. Η αντίσταση στο κράτος σημαίνει να αρνηθούμε το ποιοι είμαστε και να γίνουμε άλλοι. Η έννοια του υποκειμένου ως το να γίνεις είναι παρόμοια με την έννοια του εγώ του Στίρνερ. Για τον Στίρνερ το εγώ είναι ένα ριζικό κενό που βρίσκεται σε μια συνεχής διαδικασία αλλαγής. Δεν αποτελεί μια αναγνωρίσιμη ενότητα ή τόπο αλλά είναι μη τόπος, πολλαπλότητα ή διαδικασία. Αυτό ο Ντελέζ το ονομάζει σώμα χωρίς όργανα. Αυτή η ανάλυση της υποκειμενικότητας αντιτίθεται στην ιδέα της αντίστασης ως τόπου. Δεν μπορεί να υπάρξει τόπος αντίστασης όπως πίστευαν οι αναρχικοί επειδή είναι θεμελιωδώς ασταθής και επειδή μπορεί να δημιουργήσει σχέσεις κυριαρχίας εκτός από αντίστασης. Έτσι δεν υπάρχει η μανιχαϊκή, αναρχική διάκριση μεταξύ αντίστασης και κράτους. Το ρίζωμα αποτελεί ένα είδος μοντέλου που αναφέρεται στην πολλαπλότητα των συνδέσεων, αποκεντρωμένο και πλουραλιστικό. Χαρακτηρίζεται από μια ριζική ανοιχτότητα, σε ένα έξω. Έχει 4 χαρακτηριστικά: σύνδεση, πολλαπλότητα, ετερογένεια και τομή.

Το ρίζωμα είναι ένα μοντέλο που απορρίπτει δυαδικούς διαχωρισμούς και ιεραρχίες.  Η μηχανή πολέμου αποτελεί για τον Ντελέζ μια απόλυτη εξωτερικότητα χωρίς όμως να οδηγεί στην ουσιοκρατία. Η μηχανή πολέμου είναι μια εικόνα της σκέψης, μια ιδέα χωρίς αντικείμενο. Αποτελεί έναν μη τόπο που δημιουργείται από την έλλειψη ουσίας και για αυτό διαφεύγει του κράτους. Το κράτος λειτουργεί μέσα από δυαδικές μηχανές ενώ η πολεμική μηχανή είναι μια έννοια που είναι εξωτερική του κράτους. Το κράτος και η πολεμική μηχανή αντιτίθενται αλλά όχι διαλεκτικά. Η πολεμική μηχανή αποτελεί το εξωτερικό του κράτους δηλαδή αυτό που διαφεύγει της σύλληψης του κράτους. Ο Ντελέζ γράφει « όπως ο Χομπς είδε καθαρά ότι το κράτος είναι εναντίον του πολέμου  έτσι και ο πόλεμος είναι εναντίον του κράτους και το καθιστά αδύνατο. Η αντίσταση πλέον γίνεται κατανοητή με όρους πολέμου: πεδίο πολλαπλών αγώνων, στρατηγικών, τοπικών τακτικών, ένας διαρκής ανταγωνισμός χωρίς την υπόσχεση της τελικής νίκης. Ωστόσο η πολεμική μηχανή των Ντελέζ- Γκουαταρί έρχεται σε αντίθεση με την έννοια της επιθυμίας. Ενώ η πολεμική μηχανή απορρίπτει την ουσία, η επιθυμία φαίνεται να έχει ουσιοκρατική ή μεταφυσική σημασία. Η επιθυμία είναι επαναστατική και καταπιέζεται από το κράτος. Έτσι όμως καταλήγουν σε μια  μανιχαϊστική αντίληψη παρόμοια με αυτή του αναρχισμού. Η έννοια της επιθυμίας είναι μεταφυσική επειδή αυτή θεωρείται εγγενώς επαναστατική, ότι έχει μια θεμελιώδη φύση, ουσία ή προθετικότητα. Η επιθυμία παρουσιάζεται ως  παραγωγική και δημιουργική και όχι καταπιεσμένη και χειραγωγημένη. Αυτό που αναζητείται είναι μια μη ουσιοκρατική προσέγγιση της αντίστασης. Στον Στίρνερ, Φουκώ, Ντελέζ και Γκουατταρί η ουσιοκρατία εισβάλει ως το Εξωτερικό στην θεωρία τους.

Ντεριντά

Ο Ντεριντά επιτίθεται στον λογοκεντρισμό τον οποίο θεωρεί ότι βασίζεται στην μεταφυσική και αποτελεί θεμέλιο της εξουσίας. Καταπιάνεται με την σχέση ομιλίας και γραφής. Η ομιλία εξαρτάται από την γραφή που αποκλείει. Η γραφή είναι ένα συναναπλήρωμα της ομιλίας, είναι αποκλεισμένο από την παρουσία αλλά αναγκαία για τον σχηματισμό της ταυτότητάς της. Η έκθεση αυτής της λογικής της συναναπλήρωσης είναι μια από τις αποδομητικές στρατηγικές του Ντεριντά προεκειμένου να αντισταθεί στον λογοκεντρισμό. Η ομιλία εμφανίζεται ως αυθεντική ως προς τον εαυτό της και ως παρούσα στον εαυτό της, ενώ η γραφή φθίνει αυτή την παρουσία. Ο Ντεριντά επιχειρεί να δείξει ότι η αυθεντικότητα και η καθαρή ταυτότητα είναι πάντα υπό αμφισβήτηση, πάντα μολύνεται από αυτή που προσπαθεί να αποκλείσει. Σύμφωνα με αυτή τη λογική καμία ταυτότητα δεν είναι πλήρης ή καθαρή. Συγκροτείται από αυτό που την απειλεί. Ο Ντεριντά δεν αρνείται την ταυτότητα ή την παρουσία αλλά θέλει να τονίσει ότι η παρουσία ποτέ δεν είναι τόσο καθαρή όσο φαίνεται. Είναι πάντα ανοιχτή στον άλλο και πάντα μολύνεται από αυτόν. Ο Newman βασισμένος σε αυτή τη λογική θέτει το ερώτημα αν η εξουσία είναι το συναναπλήρωμα της ανθρώπινης υποκειμενικότητας όπως η γραφή είναι το συναναπλήρωμα της ομιλίας. Ίσως η εξουσία είναι κάτι που συγχρόνως απειλεί αλλά  και είναι αναγκαία για την συγκρότηση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας.

Ο Ντεριντά επιτίθεται στην ουσιοκρατία. Η εξουσία για αυτόν είναι μη σταθερή και τυχαία. Ο λογοκεντρισμός επιβάλλει ιεραρχικές δυαδικές σχέσεις όπου ο ένας όρος θεωρείται κατώτερος από τον  άλλο. Ωστόσο ο Ντεριντά δεν θέλει απλά την αναστροφή αυτόν τον όρων για παράδειγμα η γραφή να καταλάβει την θέση της ομιλίας. Η αναστροφή των δυαδικών όρων αφήνει τον ιεραρχικό τους διαχωρισμό ανέπαφο. Η επανάσταση ή αναστροφή δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να επιβεβαιώνει τον τόπο της εξουσίας στην προσπάθειά της να απαλλαγεί από αυτή. Έτσι οι μαρξιστές επιδιώκουν να αντικαταστήσουν το αστικό κράτος με το εργατικό κράτος ή οι αναρχικοί επιτιθέμενοι στο κράτος επιδιώκουν να υποκαταστήσουν την εξουσία του κράτους με μια νέα λογική της  εξουσίας βασισμένη στην ανθρώπινη ουσία. Η αναστροφή της ιεραρχίας είναι μια επανεγγραφή της εξουσίας με διαφορετική αμφίεση, στην περίπτωση του αναρχισμού συναντάμε μια ανθρωπιστική αμφίεση. Ο Ντεριντά προτείνει τον μετασχηματισμό της δυαδικής ιεραρχίας και όχι την απλή αναστροφή της, με την μετατόπιση των όρων της. Ο Φουκώ με την αναφορά στα σώματα και τις απολαύσεις αλλά και ο Ντελέζ – Γκουατταρί με την έμφαση στην επιθυμία πέφτουν στην παγίδα της ουσιοκρατίας ενώ ο Ντεριντά όχι. Ο Ντεριντά επιλέγει ένα πολεμικό μοντέλο για να διακρίνει την ετερογένεια, τους ανταγωνισμούς και τις απουσίες πίσω από το προσωπείο της ολότητας. Αυτή η στρατηγική ονομάζεται από τον Ντεριντά, διαφωρά για να διακριθεί από την απόλυτη διαφορά  της ουσιοκρατίας. Είναι μια διαφορά ή μια κίνηση διαφορών που η ταυτότητά τους είναι πάντα ασταθής και ποτέ απόλυτη. Η διαφωρά αναφέρεται ως μια δομή ή υποδομή. Έτσι βασίζεται σε μια ενότητα βασισμένη στη δικιά της μη ενότητα, συγκροτείται από τα ίδια τα όριά της. Η δομή αυτή κυβερνείται από την αρχή του αναποφάνσιμου, δεν επιβεβαιώνει ούτε αρνείται την ταυτότητα αλλά παραμένει στην κατάσταση του αναποφάνσιμου μεταξύ των δυο. Το αναποφάνσιμο της δομής δεν έχει στόχο να επιβεβαιώσει την απουσία ή την παρουσία, την διαφορά ή την ταυτότητα. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι θα πέφταμε στην παγίδα του τόπου. Η αντιστροφή της τάξης θα σήμαινε απλά την θεμελίωση μιας άλλης τάξης. Το αναποφάνσιμο του πολεμικού μοντέλου του Ντεριντά δεν επιβεβαιώνει κανέναν από τους δυαδικούς όρους.

Ο Ντεριντά υποστηρίζει ότι η αποδόμηση δεν θεμελιώνεται  ούτε στον τόπο του λογοκεντρισμού αλλά ούτε και στον τόπο της αντίστασης. Η αποδόμηση λειτουργεί ως ένα μονοπάτι μεταξύ των δύο τόπων. Η αποδόμηση όπως υποστηρίζει ο Caputoείναι μια στρατηγική υπευθυνότητας προς τον αποκλεισμένο άλλο. Αντίθετα με την ερμηνευτική η οποία προσπαθεί να αφομοιώσει τη διαφορά στην τάξη του ίδιου, του Είναι, η αποδόμηση επιδιώκει να ανοίξει έναν χώρο για τη διαφορά. Η αποδόμηση δεν είναι η απόρριψη της ηθικής αλλά η επαναξιολόγησή της. Οι ηθικές αρχές δεν μπορούν ποτέ να είναι απόλυτες ή καθαρές, πάντα μολύνονται από αυτό που αποκλείουν. Το καλό επιμολύνεται από το κακό, η λογική από το άλογο.

Ο Ντεριντά υποστηρίζει ότι η αυθεντία του νόμου είναι αμφισβητήσιμη και κατά ένα μέρος παράνομη. Αυτό συμβαίνει επειδή η αυθεντία του νόμου που θεμελιώνει τον νόμο, νομιμοποιείται αφού ο νόμος θεμελιωθεί. Έτσι η αυθεντία πάνω στην οποία βασίζεται ο νόμος είναι εκτός νόμου αφού προϋποτίθεται του νόμου. Έτσι η θεμελίωση του νόμου είναι πράξη άνομη και βίαιη. Ο Ντεριντά σε αντίθεση με τους αναρχικούς δεν δέχεται την αντίθεση μεταξύ του τεχνητού νόμου και του φυσικού νόμου. Για τον Ντεριντά ο φυσικός νόμος δεν είναι καθαρός αλλά είναι επιμολυσμένος από τον τεχνητό. Έτσι υποστηρίζει ο Newman ο τεχνητός νόμος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συναναπλήρωμα του φυσικού νόμου. Η αποδόμηση επερωτά την αυθεντία του νόμου, αποκαλύπτει την βίαιη θεμελίωσή του. Για να αποφύγει ωστόσο κανείς να επαναθεμελιώσει τον νόμο πρέπει να διακρίνει τον νόμο (δίκαιο) από τη δικαιοσύνη. Το δίκαιο για τον Ντεριντά είναι η γενική εφαρμογή ενός κανόνα ενώ η δικαιοσύνη είναι το άνοιγμα του δίκαιου στον άλλο. Η δικαιοσύνη υπάρχει σε μια σχέση ετερότητας με το δίκαιο, ανοίγει τον λόγο του δίκαιου στο έξωθεν. Για τον Ντεριντά η δικαιοσύνη σε αντίθεση με το δίκαιο δεν είναι αποδομήσιμη. Ωστόσο κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί ότι εφόσον η δικαιοσύνη δεν είναι αποδομήσιμη, μήπως κρύβεται κάποια ουσία από πίσω, η οποία αντιτίθεται στην αντι -ουσιοκρατική προσέγγιση της αποδόμησης. Στον Ντεριντά απουσιάζει μια πλήρη εννοιολόγηση αυτού του έξωθεν με αποτέλεσμα να  κινδυνεύει να υποπέσει στην παγίδα της ουσιοκρατίας. Για τον Ντεριντά η δικαιοσύνη εκτελεί μια μετατόπιση του δίκαιου. Η δικαιοσύνη έχει μια ηθική διάσταση εφόσον υπονοεί ελευθερία και υπευθυνότητα για τις πράξεις μας. Η δικαιοσύνη είναι η εμπειρία του αδύνατου επειδή υπάρχει σε μια κατάσταση αναβολής και μη απόφασης. Είναι πάντα μη μετρήσιμη, είναι υπόσχεση αυτού που θα έρθει και που δεν πρέπει να επιτευχθεί γιατί τότε θα σταματούσε να είναι δικαιοσύνη και θα γινόταν δίκαιο.

Λακάν

Για το Λακάν το Πραγματικό είναι αυτό που καθιστά αδύνατη μια πλήρη ταυτότητα, είναι ένας τραυματικός πυρήνας της ταυτότητας. Ωστόσο η έλλειψη του Πραγματικού δεν συνιστά ουσία είναι ένα ριζικό κενό, ένας μη τόπος. Για το Λακάν το υποκείμενο είναι διχασμένο, δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τους νόμους κτλ αλλά θεμελιώνεται και από αυτό που μένει αποκλεισμένο από το πεδίο της αναπαράστασης. Έτσι όπως υποστηρίζει ο Ζίζεκ, ο Λακάν προχωρά πέρα από την αποδόμηση της υποκειμενικότητας, υποστηρίζει την αναδόμηση του υποκειμένου βασισμένη στα όρια της αδυνατότητάς του. Ο Στίρνερ θεμελιώνει ένα μη ουσιακό Εγώ, ένα Εγώ που συνιστά ριζική κενότητα, έναν μη τόπο. Εφόσον αυτή η κενότητα γίνει αποδεκτή τότε το υποκείμενο μη περιοριζόμενο από κάποια ουσία θα μπορεί να αναδομήσει τον εαυτό του και να εξερευνήσει νέες ταυτότητες. Έτσι ο Στίρνερ όπως ο Λακάν δεν απορρίπτει την υποκειμενικότητα αλλά θεωρεί ότι θεμελιώνεται σε ένα κενό και για αυτό είναι αποσπασματική και ελλιπής. Εντοπίζουμε και άλλα σημεία σύγκλισης. Ο μη άνθρωπος του Στίρνερ είναι αυτός που διαφεύγει της αναπαράστασης μπορεί να συγκριθεί με το Πραγματικό του Λακάν. Επίσης το Εγώ του Στίρνερ μπορεί να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε την έλλειψη ως θετική και παραγωγική όπως γίνεται με ευθύτερο τρόπο στον Ντελέζ. Εφόσον η επιθυμία βασίζεται στην έλλειψη τότε η ταυτότητα μένει ανοιχτή σε άλλες δυνατότητες. Πώς όμως μπορεί να γίνει κατανοητό το έξωθεν χωρίς να πέσουμε στην παγίδα της ουσιοκρατίας; Το Πραγματικό δεν είναι έξωθεν αλλά εσωτερικά αποκλεισμένο. Δεν βρίσκεται ακριβώς έξω από τη δομή αλλά είναι απόν. Η έννοια του εσωτερικά αποκλεισμένου ή της εσωτερικής εξωτερικότητας (εκσωτερικότητα) μπορεί να μας επιτρέψει να επανακαθορίσουμε το έξωθεν.  Η έλλειψη όπως το συναναπλήρωμα του Ντεριντά είναι αναγκαία για την συγκρότηση της ταυτότητας και ταυτόχρονα την αποσταθεροποιεί και επιτρέπει την αντίσταση σε αυτή.

Η λακανική σύλληψη της εξουσίας βρίσκεται σε αντίθεση με τη φουκωική. Η εξουσία δεν βρίσκεται παντού. Για να υπάρχει εξουσία πρέπει να υπάρχει ένα είδος κενού που την περιορίζει. Η λακανική ερμηνεία της εξουσίας βασίζεται στην ανάλυση για τον Νόμο. Ο Νόμος για τον Λακάν λειτουργεί μέσα από την αποτυχία λειτουργίας του. Στο κείμενο ο Καντ με τον Σαντ ο Λακάν τονίζει οτι η άρνηση της απόλαυσης που επιβάλλει ο Νόμος στην κατηγορική προσταγή, παράγει την διαστροφική απόλαυση . Ο Καντ απέτυχε να αναγνωρίσει την άλλη πλευρά του Νόμου, την αισχρή απόλαυση του Νόμου. Ο Σαντ παρουσιάζει την αισχρή απόλαυση αντιστρέφοντας το παράδειγμα. Μετατρέπει την αισχρή απόλαυση σε μια καντιανή καθολική αρχή. Ο Σαντ φανερώνει αυτή την αισχρή απόλαυση που διαποτίζει το Νόμο και βασίζεται στην αποκήρυξη αυτού του Νόμου. Αυτό το καταφέρνει μετατρέποντας την απόλαυση που αρνείται ο Νόμος στον ίδιο το Νόμο. Για το Λακάν η λειτουργία του νόμου είναι η δυσλειτουργία του, η παραγωγή ενός πλεονάσματος που αντιστέκεται σε αυτόν. Έτσι και η ταυτότητα συγκροτείται μόνον μέσα από την αδυναμία της να συγκροτηθεί ως όλο. Για το Λακάν η εξουσία δεν λειτουργεί σωστά, επιτρέποντας την υπέρβαση της, αλλά λειτουργεί εξαιτίας αυτής της αποτυχίας του. Υπάρχει μια συγκροτητική έλλειψη της εξουσίας η οποία επιτρέπει την δυνατότητα ύπαρξης ενός έξωθεν αντίστασης. Ωστόσο η αντίσταση θα είναι πάντα μη αποφασίσιμη, ενώ απειλεί την εξουσία ταυτόχρονα επιτρέπει στην εξουσία να επιτύχει μια ταυτότητα. Το Πραγματικό της εξουσίας θέτει υπό διαρκή αμφιβολία την δυνατότητα αντίστασης και της μετατροπής της σε μορφή κυριαρχίας Έτσι ενώ από τη μια υπάρχει ένα έξωθεν της εξουσίας που την επερωτά ταυτόχρονα υπάρχει και ένα έξωθεν της αντίστασης, αυτό της εξουσίας που την επερωτά.

Η κοινωνία συγκροτείται από  έναν ριζικό ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός είναι το Πραγματικό, αυτό που δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί.  Ο ανταγωνισμός αποτρέπει την κοινωνία να συγκροτηθεί ως πλήρης ταυτότητα, είναι το ριζικό έξωθεν , το όριο της κοινωνίας. Το Πραγματικό λειτουργεί όπως το ντερινταϊκό συναναπλήρωμα. Από τη μια απειλεί την ταυτότητα της κοινωνίας και από την άλλη της επιτρέπει την συγκρότηση μιας ταυτότητας η οποία είναι μη πλήρης. Ο ανταγωνισμός δεν συνιστά την ουσία της κοινωνίας αλλά αυτό που αρνείται την ουσία. Η ιδέα της κοινωνίας ως πεδίου διαφορών που θεμελιώνονται από έναν ριζικό ανταγωνισμό έρχεται σε αντίθεση με την αναρχική θέση της κοινωνίας ως ουσιακής ταυτότητας που κυβερνιέται από φυσικούς νόμους. Ο λακανικός ανταγωνισμός έχει ομοιότητες με τη μηχανή πολέμου του Ντελέζ ωστόσο δεν αποκλείει την συγκρότηση της κοινωνίας όπως η μηχανή η οποία οδηγεί στην διάλυσή της σε καθαρή διαφορά και πολλαπλότητα. Κάτι τέτοιο θα επανέφερε την ουσιοκρατία, αποδίδοντας στην κοινωνία μια σταθερή ουσία, τη διαφορά. Η λακανική έννοια του κενού μας επιτρέπει να θεωρήσουν ένα έξωθεν που δεν οδηγεί στην ουσιοκρατία. Το υποκείμενο θεωρείται ως αποτυχία της συμβολοποίησης. Έτσι επιτρέπει την αντίσταση σε μια σταθερή ταυτότητα του εαυτού. Η πολιτική της αντίστασης είναι πάντα ανοιχτή σε επανερμηνείες.

Πηγή: voidnetwork

Καμπάνια firefund για τη κάλυψη της εγγύησης των 2 συλληφθέντων στην Θεσσαλονίκη

Οι 2 σύντροφοι συνελήφθησαν στις 27/5/20 στην Θεσσαλονίκη και κατηγορούνται για απόπειρα έκρηξης, κατοχή εκρηκτικών, βία κατά υπαλλήλων, απείθεια και συμμορία σύμφωνα με ένα πλαστό κατηγορητήριο.

Στις 1/6 αφέθηκαν ελεύθεροι με τα τους εξής όρους:

1. Παρόν 3 φορές τον μήνα,

2. Απαγόρευση εξόδου από την χώρα και

3. Καταβολή εγγύησης 10000 € έκαστος (συνολικά 20000 €) μέχρι τις 15/06.

Προκειμένου να εξασφαλιστεί το απαιτούμενο ποσό για να μην προφυλακιστούν οι σύντροφοι, επιστρατεύουμε κάθε μέσο που υπάρχει για οικονομική ενίσχυση. Γι αυτό και στήθηκε αυτή η καμπάνια μέσω του firefund.

Η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας ενάντια στις κατασταλτικές μεθοδεύσεις.

https://www.firefund.net/bail4comrades

Τα κείμενα των 2 συλληφθέντων:

Τα ξημερώματα στις 27/05 καταδιώκομαι και συλλαμβάνομαι από μπάτσους της κρατικής ασφάλειας και των ΟΠΚΕ στην περιοχή της Καλαμαριάς. Αφότου με πέταξαν στο οδόστρωμα και μου πέρασαν πισθάγκωνα χειροπέδες ξεκίνησαν τον ξυλοδαρμό μου με κλωτσιές, μπουνιές και λαβές για αρκετή ώρα, πάνω από 10 άτομα. Μόνο όταν βγήκαν κάποιοι γείτονες από τις παρακείμενες πολυκατοικίες, πήραν εντολή να σταματήσουν και να καλέσουν ένα ασφαλίτικο για να με μεταφέρουν στη ΓΑΔΘ. Εκεί με πηγαίνουν αρχικά στον πρώτο και έπειτα στον τρίτο όροφο στην ασφάλεια και με αλλάζουν διαδοχικά δωμάτια – γραφεία εν μέσω συνεχών εξευτελισμών, εκφοβισμών και χτυπημάτων. Καταλήγω στο γραφείο του διευθυντή της επιχείρησης που ενώ αρχικά δεν ασχολείται μαζί μου, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στους συναδέλφους του δίνοντας τα συγχαρίκια του για την επιτυχία της επιχείρησης, στη συνέχεια ξεκινά το γνωστό παιχνίδι του καλού αστυνομικού που θέλει να βοηθήσει. Δίνει “συμβουλές”, παροτρύνει να μιλήσω και να παραδεχτώ τις πράξεις που μου αποδίδουν και να συνεργαστώ για να διευκολύνω τη θέση μου. Παίζει και το χαρτί της ύπαρξης ρουφιάνου συντρόφου που με έχει δώσει, που με κατονομάζει ως υπεύθυνο των πράξεων και που έχει ξεπουληθεί για λίγα χρήματα. Ως όφειλα να κάνω, στις ερωτήσεις τους παραμένω σιωπηλός και δε δίνω κανένα στοιχείο πέρα από αυτά της ταυτότητάς μου, που έτσι κι αλλιώς είχα πάνω μου. Μέχρι τις 9 το πρωί δε μου έχουν ανακοινώσει ούτε τη σύλληψη, ούτε το κατηγορητήριο, παρά μόνο ότι θα πραγματοποιήσουν κατ’ οίκον έρευνα, σε κατοικία που ουδέποτε δήλωσα, αλλά που σύμφωνα με το φάκελο που μου είχαν ήδη ανοίξει εδώ και αρκετό καιρό στην κρατική ασφάλεια διέμενα στο Τσινάρι, σε ένα συγκρότημα καταλήψεων.

Όταν φτάσαμε στα σπίτια και με μοναδικά στοιχεία τις ανώνυμες πληροφορίες της ασφάλειας, εισέβαλαν στα σπίτια διαδοχικά. Μονάδες των ΟΠΚΕ, συνοδεία ασφαλιτών, σπάζοντας πόρτες και παράθυρα ξύπνησαν όλα τα συντρόφια και απαίτησαν να τους διευκολύνουν στο “έργο” τους. Τα συντρόφια επέδειξαν γρήγορα αντανακλαστικά και από την πρώτη στιγμή στάθηκαν αλληλέγγυα δίπλα μου, με ένα τους βλέμμα, μια φωνή, ένα άγγιγμα, ένα “δύναμη”. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη μεταφορά μου από το ένα σπίτι στο άλλο, μου φόρεσαν μαύρη κουκούλα, ώστε αφενός να μην είμαι αναγνωρίσιμος από άλλους συντρόφους που είχαν μαζευτεί έξω από τα σπίτια και αφετέρου να μην έχω οπτική επαφή με την κατ’ οίκον έρευνα στους υπόλοιπους χώρους και με τους συντρόφους που διέμεναν εκεί. Τα υπόλοιπα θαρρώ πως είναι ήδη γνωστά με τις αναίτιες προσαγωγές των συντρόφων-ισσών στη ΓΑΔΘ.

Έπειτα επιστρέφοντας στη ΓΑΔΘ στα ίδια γραφεία με πριν συνάντησα τον σύντροφο Ρ.Ζ. που είχαν προσαγάγει και συλλάβει λίγες ώρες μετά από μένα. Μας αφήνουν στον ίδιο χώρο για λίγα μόνο δευτερόλεπτα και μας ξαναχωρίζουν, δίνοντάς μας παράλληλα την δικογραφία και μας ζητάνε να την υπογράψουμε. Και οι δύο αρνηθήκαμε κάθε υπογραφή στο πλαστό κατηγορητήριο καθώς και τη διαδικασία της σήμανσης και της λήψης φωτογραφιών (διαδικασία που πάμπολλες φορές στο παρελθόν έχει οδηγήσει αναρχικούς/ές σε δίκες – παρωδίες με μοναδικά στοιχεία μείγματα DNA και αποτυπωμάτων). Δώδεκα ώρες μετά τη σύλληψή μου και μετά από αρκετές φωνές μου επιτρέπουν να επικοινωνήσω με δικηγόρο και μου τοποθετούν τις χειροπέδες από μπροστά. Όταν δε, οδηγηθήκαμε στα κρατητήρια της ΓΑΔΘ συμφωνα με “άνω εντολές” δε μας επέτρεπαν να βρισκόμαστε στο ίδιο κελί και να ερχόμαστε σε επικοινωνία το πρώτο 24ωρο. Τη δεύτερη μέρα της κράτησής μου όταν οδηγήθηκα σε ιατροδικαστή για να καταγραφούν τα τραύματα, ο γιατρός που υποτίθεται λειτουργεί αμερόληπτα, το μόνο που είχε να δηλώσει στους συνοδούς – μπάτσους ήταν ότι “αυτα συμβαίνουν σε μια καταδίωξη” και ότι “δε μπορεί να είναι σίγουρος από τι προήλθαν τα τραύματα”.

Στις 27/05, 8 η ώρα το πρωί συλλαμβάνομαι κάτω ακριβώς από το σπίτι μου στην είσοδο της πολυκατοικίας. Τρεις ασφαλίτες ορμάνε από διαφορετικές κατευθύνσεις και με ακινητοποιούν, μην αφήνοντάς μου τον χρόνο και τον χώρο να αντιδράσω, με οποιοδήποτε τρόπο. Ενώ βρίσκομαι ακινητοποιημένος στο έδαφος, μου περνάνε τις χειροπέδες πισθάγκωνα, μου πατάνε το κεφάλι με τα γόνατα και μου κατάσχουν τα κλειδιά από το σπίτι. Μόνο μπροστά στις κραυγές μου που έχουν ξεσηκώσει τους περαστικούς και τον κόσμο από τα μπαλκόνια σταματάνε να με πατάνε με τα γόνατα και μου ζητάνε να σταματήσω. Σε αντάλλαγμα υπόσχονται πως δεν θα με ακουμπάνε. Μάλλον ντρέπονται για τις πρακτικές τους. Και καλά κάνουν.

Στη συνέχεια με μεταφέρουν με ασφαλίτικο στη ΓΑΔΘ και με πηγαίνουν στα υπόγεια, σε ένα δωμάτιο τελείως μόνο μου. Μετά από μισή ώρα περίπου με ξαναπαίρνουν και μου ανακοινώνουν πως θα πάμε σπίτι μου για έρευνα. Παρουσία εισαγγελέα εισβάλλουν στο σπίτι μου, μετά από τραγελαφικές καταστάσεις, καθώς δεν είναι σίγουροι ούτε για τον όροφο ούτε για το διαμέρισμα, ενοχλώντας τους γείτονες και δημιουργώντας ένταση στην πολυκατοικία. Από το εσωτερικό του σπιτιού κατάσχουν όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές καθώς και έναν σταθερό υπολογιστή που τον χρησιμοποιώ αποκλειστικά για τη δουλειά μου.

Από τα προσωπικά μου αντικείμενα κατάσχουν επίσης χειρόγραφες σημειώσεις μου, άσχετες με την υπόθεση καθώς και προσωπικά έγγραφα, καθώς και έγγραφα που έτυχαν να βρίσκονται σπίτι μου, όπως οικογενειακά αρχεία που δε μου ανήκουν. Έπειτα ξαναοδηγούμαι στη ΓΑΔΘ μαζί με τα κατασχεθέντα αντικείμενα. Μέχρι εκείνη την ώρα δε γνωρίζω τίποτα, όσον αφορά άλλες συλλήψεις, ή το τι συμβαίνει γενικά στον έξω κόσμο. Δεν έχω καμία επικοινωνία με δικηγόρους ούτε μου έχει επιτραπεί να συνομιλήσω με κάποιον δικό μου άνθρωπο. Με ανεβάζουν στο διάδρομο κι εκεί συναντώ το σύντροφο Δ.Σ.ο οποίος είναι χτυπημένος και δεμένος πισθάγκωνα. Κατευθείαν μας χωρίζουν για να μην έχουμε καμία επαφή και με οδηγούν σε ένα άδειο δωμάτιο, δεμένο με τις χειροπέδες, φυλασσόμενος από έναν δεσμοφύλακα. Έπειτα από ώρες και αφού με έχουν ακόμα δεμένο πισθάγκωνα, άρχισα να διαμαρτύρομαι έντονα. Σαν απάντηση δέχτηκα τραμπουκισμούς από τους μπάτσους κι έπειτα αφού οι μάταιες προσπάθειές τους απέτυχαν έστειλαν έναν ασφαλίτη να με “καθησυχάσει”. Αυτό το επεισόδιο κατέδειξε την ουσία της διεκδίκησης. Η ηττοπάθεια και η ματαιότητα το μόνο που προσφέρουν είναι χώρος στον εχθρό.

Οι διαδικασίες μετά το επεισόδιο κύλησαν γρήγορα. Ήρθαν δύο ασφαλίτες, μου έδειξαν τη δικογραφία και αρνήθηκα να υπογράψω το οτιδήποτε χωρίς παρουσία δικηγόρου, εκτός από τα δικαιώματά μου. Μετά από αυτό μας οδήγησαν στη σήμανση με τον Δ.Σ. και οι δύο αρνηθήκαμε τη διαδικασία. Αργά το απόγευμα μας οδηγούν στα κρατητήρια, μας βγάζουν τις χειροπέδες και μας βάζουν μόνους σ’ ένα κελί.Ύστερα από μισή ώρα οι ανθρωποφύλακες και μας λένε πως “είναι οδηγίες από τα πάνω”.

Την επόμενη μέρα περνάμε εισαγγελέα και ανακριτή. Μας δημοσιεύεται το κατηγορητήριο και μας ρωτούν αν έχουμε κάτι να πούμε. Κι οι δύο ζητάμε προθεσμία. Υποσημείωση: Καθόλη τη διάρκεια της σύλληψης αλλά και της μετέπειτα διαδικασίας η ασφακίτες έκρυβαν τα πρόσωπα και τα χαρακτηριστικά τους επιμελώς.

Όλα τα παραπάνω δεν εξιστορούνται με στόχο την όποιου είδους θυματοποίησή μας και την δεδομένη ανάδειξη της εκδικητικότητας των μπάτσων, παρά μόνο καταγράφονται ως παρακαταθήκη για μελλοντικές κατασταλτικές ενέργειες και την αντιμετώπισή τους. Γιατί η μόνη λειτουργία του κράτους είναι κατασταλτική. Αυτό που οφείλει να κάνει ο κάθε σύντροφος/-ισσα είναι να μη φοβηθεί, να μη δειλιάσει από τη στοχοποίηση και να συνεχίσει να αγωνίζεται. Για το κομμάτι της δικογραφίας δεν έχουμε να δηλώσουμε κάτι αυτή τη στιγμή πέρα από το ότι αρνούμαστε το πλαστό κατηγορητήριο. Για τη στοχοποίησή μας λόγω της αναρχικής μας ταυτότητας έχουμε να πούμε πως σε πείσμα των κατασταλτικών μηχανισμών, της απάθειας του κοινωνικού συνόλου και της αποχαύνωσης αυτού, από τη θέση που βρισκόμαστε και σε οποιαδήποτε βρεθούμε θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμστε για έναν κόσμο χωρίς δεσμούς και
δεσμοφύλακες, χωρίς νόμους και απαγορεύσεις, χωρίς καταπίεση και εκμετάλλευση, χωρίς εξευτελισμούς και αναξιοπρέπεια. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για έναν κόσμο ισότητας, αλληλεγγύης και ελευθερίας. Γιαέναν κόσμο ανεξούσιο. Για την αναρχία.

Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΌΛΑ ΤΑ ΚΕΛΙΑ

ΚΙ ΑΝ Ο ΚΛΟΙΟΣ ΣΤΕΝΕΥΕΙ, Ο ΝΟΥΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΤΑΡΙΟ ΚΙ ΟΛΟ ΘΑ ΔΡΑΠΕΤΕΥΕΙ

Πηγή: athensindymedia

ΣΑΕΚΜ, Θεσσαλονίκη: Πανό αλληλεγγύης

Παρεμβάσεις με πανό και τρικάκια, σε γειτονιές της Θεσσαλονίκης ως ελάχιστη ένδειξη αλληλεγγύης σε έγκλειστους/ες συντρόφους/ισσες και στους συλληφθέντες της Τετάρτης.

Ξημερώματα Τετάρτης μπάτσοι της κρατικής ασφάλειας συλλαμβάνουν σύντροφο στην περιοχή της Καλαμαριάς. Στις 9:00 το πρωί ακολουθεί ακόμη μια σύλληψη, ενώ αργότερα κλιμάκιο της αστυνομίας εισβάλλει σε κατειλημμένα σπίτια στην Άνω Πόλη, τα οποία ψάχνονται εξονυχιστικά και προσαγάγονται άτομα, τα οποία ώρες αργότερα αφήνονται ελεύθερα.

Στις 28/5 οι σύντροφοι οδηγήθηκαν στον εισαγγελέα και τους απαγγέλθηκαν οι εξής κατηγορίες: Κατοχή εκρηκτικών υλών από κοινού, Συμμορία, Απόπειρα έκρηξης με κίνδυνο για άνθρωπο, Απλή συνέργεια σε απόπειρα έκρηξης, Απείθεια, Βία κατά υπαλλήλων, Παράνομη οπλοκατοχή και Κατοχή μικροποσότητας ναρκωτικής ουσίας για ίδια αποκλειστικά χρήση.

Στεκόμαστε πλάι στους συντρόφους μας. Δεν πρόκειται να τους αφήσουμε όμηρους στα χέρια της καταστολής.

ΟΥΤΕ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ

ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΟ

ΟΠΟΙΟΣ ΞΕΧΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΞΕΧΝΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑ 1/6 ΣΤΙΣ 11:00

Συνέλευση Αναρχικών Ενάντια στην Κοινωνική Μηχανή

sakm@riseup.net

saekm.espivblogs.net

Πηγή: athens.indymedia.org

Μαουρίσιο Μοράλες, 11 χρόνια μετά, οι εξεγερμένοι δε σε λησμονούν

Πάνε 11 χρόνια απ’ το τελευταίο σου φευγιό… 11 χρόνια… Κι όλοι μας είχαμε μείνει άναυδοι με την πρώτη επέτειο του θανάτου σου, Μάουρι. Τα χρόνια περνούν, με πάντα κάτι μένει, σωστά;

Για όσες από ‘μάς σε γνώριζαν και για όσους από ‘μάς σε γνώρισαν μετά τον θάνατό σου, πάνε 11 χρόνια όπου σ’ έχουν δίπλα τους, 11 χρόνια όπου εξακολουθούν να διαχέονται, να προκαλούν ταραχές και μπελάδες, δυνατά ή ψιθυριστά να γελούν, πεισματικά να εξαπλώνουν τον Μαύρο Θάνατο.

Το πόσα πολλά συνέβησαν αυτά τα χρόνια, δεν υπάρχει κάποιο ορθολογικό μέτρο να δύναται να τ’ απαριθμήσει. Υπάρχουν εκείνοι που λένε πως ηττηθήκαμε, άλλες που κέρδισαν πάμπολλα, το πραγματικά σημαντικό όμως είναι πως συνεχίζουμε… Και πως η αναρχία, ως μια συμπαγής πρακτική ενάντια σε κάθε μορφή κυριαρχίας, ως αέναη κίνηση, συνεχίζει ξέφρενη. Ιδού λοιπόν γιατί οι πεσόντες μας χαίρουν άκρας υγείας κι εξακολουθούν να γελούν, πλέον ανάμεσα και σ’ άλλα γέλια.

Πόσο θ’ απολάμβανες τους δρόμους τους μήνες αυτούς, γελάμε και μόνο που φανταζόμαστε την απάντηση · κι όμως, Μάουρι, ήσουν μαζί μας σ’ αυτές τις αλησμόνητες μέρες, μες στο χάος και τη γλυκιά παράκρουση. Ήσουν εκεί, επειδή εκεί ήταν όσες κι όσοι επιμένουν να τείνουν μαζί σου προς στο χάος.

Να πώς τροφοδοτήθηκαν η συντροφικότητα, η εικονοκλαστική μνήμη κι η αλληλεγγύη, ενάντια στα σύνορα, την καταστολή και τον θάνατο… όπως γράφτηκε κι από μια φυλακή της Ελβετίας πριν κάποια χρόνια.

Έπειτα απ’ τη δράση της 22ας Μάη του 2009, όπου αντίκρισες τον θάνατο επιτιθέμενος στους δεσμοφυλάκους, δεν υπήρξε κάποια προκήρυξη που ν’ αποσαφηνίζει τη θέση σου… Υπήρχε όμως η ζωή σου, τα γραπτά σου, τα ποιήματά σου, τα τραγούδια σου, οι διηγήσεις σου, οι εμπειρίες σου, σμιλεμένες από σκοντάμματα, λάθη, ξεσπάσματα οργής, χαμόγελα κι επιτυχίες, απ’ την ατέρμονη επιμονή σου να προσπαθείς, με κάθε αναγκαίο μέσο, να φοκώσεις τη νύχτα και να διαλύσεις τη γιορτή για τους δεσμοφυλάκους του κόσμου τούτου.

Τα γραπτά εκείνα έχουν κυλήσει από καρδιά σε καρδιά, αναζητώντας για τα δραστήρια εκείνα χέρια στα οποία βασιλεύει η Αναρχία. Στα γράμματά σου τ’ αποτυπωμένα με μελάνι μαύρο, ξετυλίγεται το κουβάρι των ιδεών σου, των συναισθημάτων σου και των πεποιθήσεών σου, καθάρια ξεπροβάλλει το ποιος επέλεξες νά ‘σαι και τα μονοπάτια που διάλεξες να βαδίσεις ρισκάροντας τα πάντα… δίχως ν’ αναμένεις τους επαίνους των θεατών, δίχως ν’ αναζητάς τη γενική αποδοχή, τη μαζική ικανοποίηση, ή ακόμα και ψήφους για νά ‘σαι λαοφιλής.

Μέσ’ απ’ τα γραπτά σου σε συνάντησαν όσες κι όσοι δε σε γνώριζαν, σφυρηλατώντας τους δικούς τους δεσμούς συνενοχής, και τούτη είν’ η ισχύς της μαύρης μνήμης, η οποία διανοίγει αυλακώματα και μονοπάτια ακριβώς εκεί όπου πάνε να επιβληθούν οι ύβρεις των μπάτσων, των δημοσιογράφων και των υπηκόων… τόσο ζωογόνα είναι δαύτη η αλληλουχία συντροφισσών και συντρόφων, εμπειριών και γενεών, που, σε μια προσπάθεια να κοπούν τούτοι οι δεσμοί, 11 χρόνια μετά τον θάνατό σου, αντηχούν ακόμη ως μουρμουρητά τα δημοσιογραφικά επινοήματα. Ευχαρίστηση προκαλεί το γεγονός πως δεν είσαι ακόμη λαοφιλής… είσαι όμως παρών ανάμεσα στους δικούς μας, σ’ εκείνες που δεν αφήνονται να εξημερωθούν, σ’ εκείνες που επιλέγουν να μην τιθασεύσουν τις αλύγιστες ψυχές τους, κι έτσι ακόμη διαχέεται το περιφρονητικό σου γέλιο στους δρόμους, ανάβοντας φωτιές μέχρι και στις πιο θλιβερές και παγωμένες νύχτες.

Δεν υπάρχει μέρα όπου να μη μας πληγώνει η απουσία σου, μα συνεχίζουμε… Ζεις στις ζωές μας, Μάουρι.

Πέραν κάθε συγκυρίας και κάθε πανδημίας…

Απ’ την Αναρχία κι ενάντια σε κάθε εξουσία, θα παραμείνουμε η χειρότερη μαύρη πανώλη!

Με απεριόριστη αγάπη…

Για όλα τα συντρόφια που έχουν φύγει…

Για όλες κι όλους όσους συνεχίζουν να οξύνουν τον παλμό της σύγκρουσης…

Για τους αιχμαλώτους και τις αιχμάλωτες πολέμου…

Η μνήμη μας είναι μαύρη, το ίδιο κι η καρδιά μας…

Αιώνια απέχθεια για τους δεσμοφυλάκους!

Πηγή: Deutschland Indymedia

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

ΣΑΕΚΜ, Θεσσαλονίκη: Αφίσα με αφορμή την 11η Ιούνη

11 IOYNH-ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΕ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ/ΕΣ ΜΕ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΕΣ ΠΟΙΝΕΣ

ΝΑ ΦΕΡΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ: ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΔΕ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΣΥΝΟΡΑ ΔΕ ΜΕΤΡΑ ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΥΤΙΣΗ

ΕΙΝΑΙ Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ ΜΑΣΣΤΟΝ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΑΓΩΝΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΘΕΣΗ ΜΑΧΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΞΟΥΣΙΑ

Η ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΛΟΓΩΝ ΜΑΣ ΘΑ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΜΙΖΕΡΟΥ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΥΠΡΕΠΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥ

ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΚΑΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΜΕΝΟΙ

ΟΣΑ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΚΙ ΑΝ ΚΛΕΙΣΟΥΝ ΣΤΑ ΚΕΛΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΑ ΤΟΣΑ ΘΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΟΙ ΔΡΑΣΕΙΣ ΘΑ ΠΛΗΘΑΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΚΛΙΜΑΚΩΝΟΝΤΑΙ

ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΥΠΑΡΧΟΝΤΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

11.06 ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΤΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΡΝΤΙ Κ.

11.06 ΜΙΚΡΟΦΩΝΙΚΗ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ 11 ΙΟΥΝΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΝΑΥΑΡΙΝΟΥ

ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙ ΠΡΟΒΟΛΗ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΚΑΙ ΜΠΑΡ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ

Συνέλευση Αναρχικών Ενάντια στην Κοινωνική Μηχανή

sakm@riseup.net

saekm.espivblogs.net

Niger Lupus Negationis: Η εσωτερική εξέγερση, κατασπαράσσοντας την ιδεολογικοποίηση του Μηδενισμού

Ο Μηδενισμός, η διαρκής και καθαρή Άρνηση, δεν είναι ποτέ δυνατόν να μεταβληθεί από εργαλείο ερμηνείας της πραγματικότητας και σύμμαχο στο διαρκή πόλεμο ενάντια στο Κράτος και την Κοινωνία, σε ένα σύστημα, μια απονεκρωμένη ψευδοσυνείδηση. Μια τέτοια μεταβολή θα καθιστούσε ακαριαία την Άρνηση ανίσχυρη και αυτοαναιρούμενη, τον ίδιο το «Μηδενισμό» από εργαλείο, δυνάστη της συνείδησης. Το μείζον στην αναζήτηση κάθε αναρχικού συντρόφου στις πεδιάδες της Επίθεσης και του άγριου Χαοτικού χορού είναι η προσήλωση στη ίδια του τη συνείδηση. Μπορεί ποτέ το πρόσωπο να απαλλαγεί από τη συνείδησή του ; Φυσικά όχι. Είναι, όμως, πιθανό, εφόσον το πρόσωπο δε φέρει μια κλειστή, βαθιά προσωπική συνείδηση, να μετατρέψει το ίδιο το εργαλείο, τη μέθοδο της επίθεσης, σε εσωτερικευμένη αξία. Να μετατρέψει τον ανόθευτο Μηδενισμό σε μία καχεκτική μάζα ηθικών κανόνων και υποχρεώσεων.

Η Ιδεολογικοποίηση του Μηδενισμού

Η μηδενιστική σκέψη αναπτύσσεται έξω από προκαθορισμένες νόρμες και ιερότητες. Ο πόλεμος ενάντια στον κόσμο διέπεται μονάχα από μια «αρχή». Κάθε πράξη του προσώπου πρέπει να είναι σύμφυτη με το ορμέμφυτο, με την καθαρή του βούληση. Ο,τιδήποτε άλλο είναι συμβιβασμός, άτακτη υποχώρηση μπροστά σε συμβάσεις και «πρέπει». Μια τέτοια ιδεολογικοποίηση, μια ταύτιση του εργαλείου με τη βούληση, είναι επικίνδυνη και αποπροσανατολιστική. Όταν ο Μηδενισμός εκλαμβάνεται και αυτός ως σύστημα ιδεών, ως μια ιδεολογία με συγκεκριμένα όρια και στοχεύσεις, τότε το πρόσωπο παύει να αναζητεί στιγμές αυτοκυριότητας και Χάους, αλλά αναπτύσσει την προσωπικότητα, τις ιδέες και τις στοχεύσεις του ώστε να μετατραπεί σταδιακά σε «ολοκληρωμένο μηδενιστή».

Φυσικά, μια τέτοια προσπάθεια σύνδεσης του Μηδενισμού με κάποιο Ιδανικό, ακόμα και αν αυτό ονομάζεται Αναρχία ή μηδενιστική αυτοπλήρωση, οδηγεί σε «Ιερότητα». Ο Μηδενισμός μετατρέπεται σε Ιερό με τον ίδιο τρόπο που ο Θεός των παπάδων αποκαθηλώνεται για να πλασαριστεί κομψός πάνω από το πτώμα του, μα πάντα το ίδιο δουλικός και αδύναμος, ο «Άνθρωπος». Φτάνουμε, δηλαδή, σε ένα οξύμωρο κατ’αρχήν σχήμα ταύτισης του Αρνητή με το αντικείμενο της Άρνησης. Φυσικά, ένας τέτοιος «μηδενισμός» που αναφέρεται σε ιερά και όσια και προτάσσει ιδανικά που πρέπει να εκπληρώσει ο κοινωνός του, είναι και αυτός το ίδιο σηψαιμικός με την Ηθική και την Ιδεολογία και πρέπει να τσακιστεί χωρίς δεύτερη σκέψη.

Γιατί, όμως, φτάνουν κάποιοι στο σημείο να θεωρούν το Μηδενισμό ένα άτυπο Ευαγγέλιο ; Γνώμη μου είναι πως για να απαντήσουμε, θα πρέπει να προχωρήσουμε καταρχάς σε μία σημαντική διάκριση. Η διάκριση αυτή αφορά τη σχέση ανάμεσα στο Μηδενισμό (που Εγώ προτάσσω) και το Ρώσικο Νιχιλισμό. Ας γίνει, λοιπόν, πλέον ξεκάθαρο. Ο ρώσικος νιχιλισμός και ο νετσαγιεφισμός δεν έχουν σχέση με το φιλοσοφικό ρεύμα του αναρχοατομικισμού, δεν έχουν σχέση με το Μηδενισμό και τους αναρχικούς της πράξης. Και αυτό διότι, ο ρώσικος νιχιλισμός, κραυγαλέα και χωρίς κανένα δισταγμό, προτάσσει την ευημερία της μάζας και προωθεί με κάθε μέσο, έστω και αν χρειαστεί να ασπαστεί μπλανκιστικές πρακτικές, την επανάσταση των μαζών.
Ο Μηδενισμός, δε φέρει καμία ιερότητα στον πυρήνα του. Αντίθετα, αρνείται να συνεργαστεί, πόσο μάλλον να εκθειάσει, με τις μάζες, αρνείται τη μαζικότητα και την κοινωνία. Ο Μηδενισμός στρέφεται θεωρητικά και πρακτικά, ενσαρκώνοντας την Άρνηση στην πιο όμορφη και καθαρή της μορφή, ενάντια στα ιδανικά και τα ιερά του νετσαγιεφισμού, την Ηθική και το Λαό. Δηλώνει σε όλους τους τόνους πως κινητροδοτείται από την απόλαυση και τη χαρά της Καταστροφής και δε μετατρέπει ποτέ το πρόσωπο σε καλόγερο της επανάστασης, αλλά αντίθετα, ο ίδιος ο μηδενιστής είναι κατ’ επιλογή «αντάρτης της απόλαυσης», όπως πολύ εύστοχα σημειώνουν οι σύντροφοι της ΣΠΦ.

Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη, τόσο για να απομακρυνθούν οι όποιες παρεξηγήσεις, όσο και για να εντοπιστούν τα αίτια της ιδεολογικοποίησης της Άρνησης.

Η δόμηση αντι-αξιών και η ανάπτυξη νέας Ηθικής

Ανεξάρτητα από την προέλευση της ιδεολογικοποίησης της μηδενιστικής σκέψης, είναι σαφές πως δεν αναφερόμαστε πλέον σε ουσιαστικό μηδενισμό, αλλά σε έναν κατ’ επίφαση τέτοιο, ο οποίος χρησιμοποιείται είτε από το άτομο (με το διαχωρισμό μεταξύ ατόμου και προσώπου που έχει γίνει σε προηγούμενα κείμενα να διατηρείται ως έννοια), είτε από την ίδια την κοινωνία ως ανάχωμα, διαφυλάσσοντας ιερά. Εάν η Άρνηση δεν είναι ισοπεδωτική και ολοκληρωτική ή εάν το άτομο προσκολληθεί σε αντι-αξίες και δομήσει μέσα του μια νέα Ηθική, ψευδομηδενιστική, με βάση τα ιερά αυτά, τότε οδηγούμαστε σε μία από τις πολλές αλλαγές «στο θρόνο» χωρίς κατάργηση της «μοναρχίας».

Έτσι, το άτομο, ενώ αρνείται την αστική ή εργατική Ηθική, αδύναμο να σκεφτεί, να δράσει και εν γένει να ζήσει χωρίς Ηθική, προσκολλάται στην ίδια την Άρνηση και ψάχνει αγωνιωδώς αντι-αξίες που στο φαντασιακό του πηγάζουν από αυτή, ώστε να γατζώσει την ύπαρξή του πάνω τους.

Παράδειγμα στα παραπάνω αποτελεί η αναρχική μηδενιστική εξέγερση. Εάν η εξέγερση καταστεί αυτοσκοπός ή ιερό, τότε μετατρέπεται σε αυτό που ο Μαξ Στίρνερ ονομάζει «έμμονη ιδέα», το άτομο ζει για την εξέγερση και όχι για τον εαυτό του, η ίδια η εξέγερση από μέσο για αναζήτηση στιγμών αυτοπραγμάτωσης, αυτοκυριότητας και Χάους, μετατρέπεται σε τελικό σκοπό, γεγονός που απονεκρώνει το νόημά της και τελικά οδηγεί σε αλλοτρίωση και «ψυχαναγκασμό».

Το ίδιο θεωρώ πως συμβαίνει με την Αναρχία, όπως γίνεται αντιληπτή από την πλειοψηφία των κοινωνικών αναρχικών. Η μετατροπή, δηλαδή, του μέσου σε σκοπό, στραγγαλίζει την ίδια την Αναρχία. Από αυτή την αφετηρία ξεπηδά ο σηψαιμικός και βαθιά ιδεολογικοποιημένος Αναρχισμός.

Απονέκρωση από την Πράξη

Εμείς είμαστε αναρχικοί της πράξης. Οι ιδέες και οι θεωρίες που δεν τολμούν να γίνουν πράξεις, παραμένουν δειλές φλυαρίες και τρέφονται με δικαιολογίες και αναστολές απραξίας. Εμείς δε διωκόμαστε απλά για κάποιες όμορφες αναρχικές ιδέες που αποτυπώσαμε σε κάποιο κομμάτι χαρτί, αλλά για την ΕΠΙΛΟΓΗ μας οι ιδέες μας να μιλήσουν και μέσα απ’ τη φλόγα που ανάβει το φιτίλι, απ’ το στουπί που αγκαλιάζει τη μολότοφ, απ’ την κάννη ενός όπλου που είναι ακόμα ζεστή…

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς

Η απομόνωση της σκέψης από την πράξη, η μη μετουσίωση της πέννας σε μαχαίρι απονεκρώνει επίσης το Μηδενισμό. Η σκέψη, παρότι πολύτιμο και πανίσχυρο εργαλείο λυσσασμένης επίθεσης στο Κράτος και την Κοινωνία, όταν δεν τροφοδοτεί την έμπρακτη αναρχική μηδενιστική δράση, φτάνει μόνο ως τα μισά του δρόμου.

Θα πρέπει, ωστόσο, να ποινικοποιηθεί η αδυναμία επίθεσης με όρους αντισυμβατικού πολέμου στα σύμβολα του υπάρχοντος. Φυσικά και όχι. Κάθε μηδενιστής θέτει μόνος του το όριο της δράσης του, δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να στραφεί στο ένοπλο. Αυτό που είναι, όμως, επιζήμιο για τον ίδιο το Μηδενισμό, την ίδια την Άρνηση και την επίθεση εν γένει, είναι το καλούπωμα της αδυναμίας σε ιδεολογικά πλαίσια.

Μια τέτοια προσπάθεια να εμφανιστεί ο Μηδενισμός ως μια μόνον φιλοσοφική τάση, αποκομμένη από την έμπρακτη δράση, τον περιορίζει και τον εξισώνει με τις συζητήσεις του καφέ στα μικροαστικά σαλονάκια. Ο Μηδενισμός είναι ό,τι ο μηδενιστής θέλει να είναι, είναι το μέσο το καθενός προκειμένου να απαλλαγεί από τις αλυσίδες της κοινωνίας και της ηθικής, δεν είναι ούτε αποκλειστικά θεωρητικό ζήτημα, ούτε και αποκομμένος από κάθε σκέψη.

Το τσάκισμα, λοιπόν, της ιδεολογικοποίησης του Μηδενισμού διέρχεται από το πεδίο του ίδιου του Μηδενισμού. Μόνο μέσω της άρρηκτης σύνδεσης θεωρίας και πράξης (στο βαθμό που μπορεί ο καθένας να την υποστηρίξει), μπορεί να νοείται Μηδενισμός, μόνο έτσι κατορθώνει η Λύσσα και το Μίσος προς το Κράτος και την Κοινωνία να μετουσιωθεί σε ουσιαστική απειλή.
Το σημείο αυτό προσφέρεται για μια ουσιαστική παρατήρηση. Η προσκόλληση στην ανάγκη για δράση, όσο απαραίτητη και αν εμφανίζεται η τελευταία, δεν μπορεί παρά να μεταβάλλεται σε φετιχισμό και να καταλήγει πολλές φορές σε θλιβερά αποτελέσματα, όπως η a priori αποδοχή και υποστήριξη του όποιου ενόπλου (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ΕΛΑΣ), αλλά και η ταύτιση της μηδενιστικής βίας με οποιαδήποτε μορφή βίας ενάντια στο κράτος. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως οποιοσδήποτε εξεγείρεται εναντίον της κρατικής μηχανής δεν είναι αυτόματα σύντροφος, ούτε φυσικά θα πρέπει να θεωρείται τμήμα της αντικρατικής τάσης ή ακόμα και της μαύρης Αναρχίας.

Εάν, λοιπόν, τίθενται συγκεκριμένες προϋποθέσεις και χαρακτηριστικά που αποδελτιώνουν τη μηδενιστική βία, μπορούμε να θεωρήσουμε πως συμβαίνει κάποιου είδους φιλτράρισμα όσον αφορά τα ίδια τα υποκείμενα ; Και αν, ναι, αποτελεί η θέση αυτή ολίσθηση προς τον ελιτισμό ; Για να έρθω στα λόγια των «συντρόφων» της Συσπείρωσης, οι οποίοι τόσο αβίαστα συνέρραψαν πρόσωπα και γεγονότα, αγιάζει ο σκοπός τα μέσα ή όχι ;

Για το ζήτημα της εργαλειακής χρησιμοποίησης

Κατ’ αρχάς, θεωρώ χρήσιμη την αποδόμηση της ίδιας της φράσης. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», λοιπόν. Έχει διατυπωθεί ήδη με κάθε τρόπο η θέση πως ο Μηδενισμός είναι ένα εργαλείο ερμηνείας και επίθεσης, την ίδια ώρα που η Αναρχία αποτελεί όχι ένα τελικό στάδιο ή μια κοινωνική πανούκλα, αλλά το μέσο για την πλήρη απαλλαγή από τις αλυσίδες που φορτώνει η κοινωνία και η εξουσία στη συνείδηση. Επομένως, η Αναρχία δεν είναι ο «σκοπός».

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως με βάση την παραπάνω παραδοχή, η Αναρχία όντως δεν είναι ο τελικός σκοπός, θέτοντας όμως στη θέση της την ίδια την αυτοκυριότητα. Θα ούρλιαζε τότε στ’ αυτιά μας, «η Αυτοκυριότητα είναι ο σκοπός σας!». Τι είναι όμως η αυτοκυριότητα ;

To θεϊκό είναι υπόθεση του Θεού το ανθρώπινο, «του ανθρώπου». Η δική μου υπόθεση δεν είναι το θεϊκό ούτε το ανθρώπινο, δεν είναι το αληθινό, το καλό, το δίκαιο, το ελεύθερο κ.ο.κ.• είναι μόνο το δικό μου, και δεν είναι γενική, αλλά -μοναδική, όπως είμαι κι εγώ μοναδικός. Για μένα, τίποτε δεν βρίσκεται πάνω από μένα!

Μαξ Στίρνερ, Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του

Μια τοποθέτηση επάνω στην αυτοκυριότητα, θα πρέπει να ξεκινήσει από μια συγκεκριμένη για μένα παραδοχή. Η ουσία που εκφράζει ο όρος δεν πραγματώνεται στο απόλυτό του. Με άλλα λόγια, όπως συμβαίνει και με την ελευθερία, δεν υπάρχει απόλυτη αυτοκυριότητα, αλλά καταρχήν η έννοια αφορά τη συνείδηση και την απαλλαγή της από κάθε εσωτερικευμένη αξία, κάθε απότοκο της κοινωνίας που παρασιτεί σε βάρος του ενστίκτου του προσώπου.

Και στη βάση αυτή, καθίσταται ανούσια η εργαλειακή χρησιμοποίηση των υποκειμένων ώστε να εξυπηρετηθεί ο «σκοπός», επειδή πολύ απλά ο «σκοπός» δεν είναι ποτέ δυνατόν να πραγματωθεί στην ολότητά του. Δεν ορίζεται σκοπός. Χωρίς σκοπό όμως, δεν έχει νόημα η καθαγίαση του μέσου.

Τι σημαίνει όμως αυτό πρακτικά, πέρα από αοριστολογίες και θεωρητικές συζητήσεις ; Σε πρώτη φάση ποιος μπορεί να ονομάζεται σύντροφος ; Για μένα το ζήτημα είναι απλούστατο, σύντροφός μου είναι ο αντικοινωνικός, ο μηδενιστής αναρχικός της πράξης, ο χαοτικός και ο εγωιστής. Όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι σύντροφοί μου, το εάν συμπράττω ή όχι μαζί τους, καθορίζεται από άλλους παράγοντες.

Οι παράγοντες αυτοί αφορούν τη στόχευση του μηδενιστή και είναι χρονικά προσδιορισμένοι. Η σύμπραξη με τον καθένα, εάν εξυπηρετεί κάποια βραχυπρόθεσμη επιδίωξη και φυσικά δε δρα επιβαρυντικά για το πρόσωπο σε συνειδησιακό και πρακτικό επίπεδο, δε θα πρέπει να δαιμονοποιείται. Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση «επαφή» του Μηδενισμού με το Ρώσικο Νιχιλισμό, καθώς ο δεύτερος δρα στο όνομα της μάζας, ποδοπατά το προσωπικό συμφέρον και την παρόρμηση, θέτει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, ενώ ο Μηδενισμός, όντας εχθρικός προς τη θεωρητικοποίηση και τον προγραμματισμό όπως αυτός παρουσιάζεται από τους νιχιλιστές, πυροδοτεί ένα πρωτόγνωρο χαοτικό χορό., χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς δεσμεύσεις και ιερατεία, χωρίς επαναστατικά υποκείμενα και προφητείες που πρέπει να εκπληρωθούν.

Εν ολίγοις, ο Μηδενισμός απορρίπτει και φτύνει στο πρόσωπο κάθε ντετερμινισμό, ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό ή οικονομικό και παραδίδει το μηδενιστή στην τρελή πορεία προς το Τίποτα. Σε μια τέτοια πορεία, δεν υπάρχει σκοπός, δεν υπάρχει «πρέπει», αλλά ορμέμφυτο και «θέλω». Και σε αυτό το διεστραμμένο χαοτικό χορό, ο νιχιλισμός και η λατρεία του για την τελική στόχευση ασφυκτιά.

Γράφει ο Φ. Νίτσε στο «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα»:

«Δε λέτε, ότι ο καλός σκοπός αγιάζει κάθε πόλεμο ; Κι εγώ σας λέω, ο καλός πόλεμος αγιάζει κάθε σκοπό.»

Ακόμα, όμως, και η αυτοκυριότητα δεν είναι παρά ένα τμήμα του διαρκούς πολέμου κατά του υπάρχοντος. Ας γίνει ξεκάθαρο. Δεν υπάρχει κάποιο σημείο παύσης του Πολέμου, ο πόλεμος είναι διαρκής και δεν αφορά μόνο την παρούσα κοινωνία, αλλά επεκτείνεται σε κάθε μελλοντική. Από τη στιγμή που το φάντασμα δεν καρατομείται, αλλά απλώς αντικαθίσταται από ένα άλλο, η επίθεση συνεχίζεται. Έτσι είναι και έτσι θα είναι για όσο υπάρχουν Κοινωνίες και Κράτη. Είναι όμως αυτοσκοπός ο Πόλεμος και κατ’ επέκταση, είναι οι μηδενιστές καλόγεροι του πολέμου ; Αυτό είναι ένα ερώτημα που έχει απαντηθεί πολλές φορές, ωστόσο εάν χρειαζόταν να επανέλθω συνοπτικά, θα έλεγα πως ο μηδενιστής δεν αντιλαμβάνεται τον πόλεμο ενάντια στο υπάρχον ως αυτοσκοπό, αλλά ως ένα τμήμα της δραστηριότητάς του. Ο πόλεμος, δηλαδή, ως ιδέα και πρακτική δεν αυτονομείται στη συνείδηση του δρώντος και δε μετατρέπεται σε «έμμονη ιδέα», αλλά διεξάγεται όσο το πρόσωπο έχει συμφέρον και επιθυμεί να δράσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο,τιδήποτε άλλο είναι τυφλή πίστη.

Το ιδανικό του ήρωα

Η ζωή μου είναι δική μου και μόνο και δε θυσιάζεται σε κανένα βωμό καμιάς αξίας. Ας γίνει κατανοητό πως ο μηδενιστής είναι πρωτίστως βαθιά Εγωιστής (για μένα τουλάχιστον). Ως εκ τούτου, ο θάνατος είναι ήττα, το ζήτημα είναι να ζήσεις για να πολεμήσεις. Γιατί, λοιπόν, να θυσιάσω τη Ζωή για την αφύπνιση της κοινωνίας ; Γι’ αυτό για μένα μπροστά στο θάνατο ο μηδενιστής επιλέγει τη Ζωή του, την επιβίωσή του, όχι τον ηρωικό θάνατο. Το ιδανικό του μάρτυρα είναι κοινωνικό ιδανικό και ο μηδενιστής, ως βαθιά αντικοινωνικός δε θα μπορούσε να το ενσαρκώσει. Είναι λάθος της εξουσίας που μου δίνει τη δυνατότητα να ζήσω, συμβιβάζομαι πρόθυμα, υπογράφω όσες μετάνοιες χρειαστούν και μετά επιτίθεμαι ξανά εναντίον της. Μπορείς να πεις το ίδιο ; Μπορείς να πεις ότι προτιμάς τη Ζωή από την κοινωνική εξύψωση ;

Το ιδανικό του ηρωικού θανάτου, το κυνήγι της υστεροφημίας, παρότι μπορεί να φαντάζει επιθυμητό και παρότι υιοθετείται συχνά ακόμα και από μηδενιστές συντρόφους, είναι πέρα για πέρα κοινωνική κατασκευή. Ο Θάνατος, είτε σε βρει μισοσαπισμένο σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, είτε με μια σφαίρα μπάτσου στον κρόταφο είναι Ήττα. Ο Θάνατος είναι πάντα Ήττα.
Το ιδανικό του Ήρωα, η ανάγκη για προσφορά στο κοινωνικό σύνολο, μια προσφορά που συχνά μετουσιώνεται σε αυτόβουλη ανθρωποθυσία, είναι κατασκεύασμα του κοινωνικού βάλτου, της ίδιας της αγέλης των αδύναμων γλειφτών, των περιφρονητών της Επίθεσης και των δηλητηριοποτών. Μια παγίδα είναι λοιπόν ο ηρωικός θάνατος, ένα βολικό ξεπάστρεμα συντρόφων προς όφελος του Κράτους και του κοινωνικού Κτήνους. Η μάζα είναι ανίκανη να πολεμήσει, ανίκανη να σταθεί εμπρός στους πολεμιστές και να τους κοιτάξει στα μάτια. Και αυτή η αναβλύζουσα δυσωδία αγέλη, κατεχόμενη από αυτήν της την κατωτερότητα επιδιώκει να εξαλείψει τους πολεμιστές. Και το καταφέρνει με τον «Ηρωικό Θάνατο».

Είναι πράγματι πολύ εύκολο να αποθεώσει η πλέμπα το νεκρό, να κλάψει μέρες και νύχτες για το χαμό του, να πέσει σε βαθιά περισυλλογή και κατάθλιψη. Μα πόσο βαθιά ανακούφιση και εμετικό γέλιο κρύβει αυτός ο θρήνος ; Πόσοι και πόσοι σύντροφοι, πόσοι και πόσοι πολεμιστές και εικονοκλάστες χάθηκαν ανούσια και ηλίθια, υπηρετώντας αυτό το φάντασμα ; Πόσοι δεν επέλεξαν άραγε τον ηρωικό θάνατο από την «ατίμωση» ;

Ε λοιπόν, αρνούμαι να παραδοθώ στους κήρυκες του Θανάτου, αρνούμαι να θυσιαστώ για Ιδανικά και Κοινωνίες, αρνούμαι να πεθάνω για να καταλάβω μια θέση στο «πάνθεον» των κοινωνικών φιόγκων – ηρώων. Ας είμαι Εγώ και κάθε σύντροφος δέκτης της κοινωνικής απαξίωσης, ας είμαστε εμείς οι «δηλωσίες» του σύγχρονου υπάρχοντος, το ζήτημα είναι να ζήσεις αυτό που είσαι και όχι να πεθάνεις γι’ αυτό που είσαι.

Σηκώνουμε τα όπλα ενάντια στο Κράτος και την Κοινωνία ως αντάρτες της απόλαυσης και κινητροδοτούμαστε από τη δική μας λύσσα για καταστροφή αυτού του κόσμου. Εάν ο Θάνατος είναι βέβαιος, θα χαμογελάσουμε για μια τελευταία φορά και θα δοθούμε με όση δύναμη μας έχει απομείνει στο Χαοτικό χορό, αγκαλιάζοντας το μαύρο άγγελο. Όμως, εάν συμβεί και πέσουμε στα χέρια του εχθρού, γονατισμένοι μπροστά στους διώκτες μας θα υπογράψουμε κάθε χαρτί, θα μετανιώσουμε χίλιες κι ακόμα μία φορές εάν μας δοθεί η ευκαιρία, θα ποδοπατήσουμε κάθε σύμβολο και θα κάψουμε μπροστά τους κάθε κείμενό μας. Όταν η παγωμένη κάννη τους βρεθεί στον κρόταφό μας θα δηλώσουμε, αν είναι τόσο ηλίθιοι και δε μας εκτελέσουν αμέσως, αν είναι τόσο ηλίθιοι και μας δώσουν την ευκαιρία να ξεφύγουμε, πιστοί στην κοινωνία και θα αποκηρύξουμε κάθε σύντροφο και οργάνωση.

Έχοντας, λοιπόν, υπογράψει τη «δήλωση μετανοίας» μας, θα αφεθούμε ελεύθεροι, βαθιά περιφρονημένοι από τον κοινωνικό πολτό, μισημένοι από τους ηλίθιους «συντρόφους» μας που θα προτιμούσαν να μας νεκροφιλήσουν από το να περπατάμε δίπλα τους δηλωμένοι νομιμόφρονες. Αλλά πόσο γελοία μας φαίνονται όλα αυτά ! Πόσο δυνατά γελάμε, ω αγαπημένοι μου σύντροφοι με τις αντιδράσεις του.

Ελευθερωμένοι, λοιπόν, θα βαδίσουμε ξανά στα ίδια μονοπάτια της Άρνησης, θα σηκώσουμε και πάλι τα όπλα ενάντια στο υπάρχον και θα ριχτούμε με το ίδιο καταστρεπτικό πάθος στον Πόλεμο εναντίον Όλων. Γιατί δεν είμαστε εμείς και δε θα γίνουμε, σύντροφοι, οι οσιομάρτυρες του Λαού και της Μάζας, γιατί δε θα γίνουμε επαναστατικό εικόνισμα, αλλά θα συνεχίσουμε τον πόλεμο. Γιατί ο Θάνατος είναι ήττα, το ζήτημα είναι να ζήσεις. Και όσες φορές πάλι μας φέρουν εμπρός στην κάννη του όπλου και αν είναι ακόμη το ίδιο ηλίθιοι να μας δώσουν την επιλογή, το ίδιο θα πράξουμε.

Γιατί τι άλλο παρά εξόφθαλμος χριστιανισμός είναι η θυσία για κάτι που δε θα γνωρίσει το Εγώ ; Ας γίνει ξεκάθαρο. Ο Μηδενισμός είναι τόσο επικίνδυνος επειδή δεν υπακούει σε θεωρητικές αρχές, δε διέπεται από Ιερότητες, δεν έχει στεγανά. Η υποταγή στη βούληση και τις αξίες της μάζας είναι Ήττα, είναι ακρωτηριασμός του Μηδενισμού, είναι δεύτερος Θάνατος.

Το τι είσαι ή τι δεν είσαι είναι και μένει πάντα ολότελα άσχετο με το τι θα υποχρεωθείς να πεις ή να πράξεις. Με καμιάς λογής υποχώρηση στη βία δεν αλλάζει ποτέ αυτό που ‘σαι αν εσύ έχεις την επίγνωση και ξέρεις πόσο αδύναμο είναι το πρόσωπο κατέναντι των όπλων. Εκτός αν μέσα σου έχει οργανωθεί το σύμπλεγμα εκείνο της συνέπειας. Και σ’ αυτό βασίζονται οι άλλοι, στο να ‘χει μέσα σου οργανωθεί το καθαρά ψυχωτικό αυτό σύμπλεγμα οπότε με την ελάχιστη υποχώρησή σου στο βάσανο ή στη βία ή στην απειλή του θανάτου όλο το πυρινωμένο πάνω στη συνέπεια Εγώ σου συντρίβεται, καταλύεται, καταργείται. Ε λοιπόν, όχι. Το σκευώρημα, κύριοι, είναι πολύ φτηνό, πολύ άτεχνο. Θρυμματίζεται ,να. Στηρίξετέ μου όσες κάννες θέλετε στους κροτάφους, αφού το πρόβλημα το καταντήσατε εκεί. Εγώ τη χάρη δε θα σας την κάνω να πεθάνω σαν ήρωας, πολύ φτηνά απαλλάσσοντάς σας έτσι από την παρουσία μου.

Η απολογία ενός κυνικού, «Πυραμίδα 67», Ρένος Αποστολίδης

Οπαδοί κανενός

Θεωρώ χρήσιμο να ξεκινήσω την τοποθέτησή μου αυτή με την παράθεση ενός αποσπάσματος στα πλαίσια της κοινωνιστικής πολεμικής:

Αφού έχουμε να κάνουμε με τη λατρεία ενός συγκεκριμένου προσώπου, του Νίτσε, μπορούμε να μιλήσουμε καθαρά για νιτσεϊσμό και όχι για μηδενισμό ή αναρχομηδενισμό ή τι άλλο έχουν κατασκευάσει ορισμένοι στο μυαλό τους.

Ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει αλλά τουλάχιστον μη μπερδεύουμε άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Θέλουν κάποιοι να έχουν για ίνδαλμα τον Νίτσε, ας τον έχουν, στο βαθμό που εμάς δε μας ενοχλεί σε κάτι, ας κάνουν το κομμάτι τους.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια προσπάθεια να φορτωθεί επάνω μας ο ετεροκαθορισμός της οπαδικής λατρείας. Ας είμαστε όλοι ειλικρινείς. Τέτοιου τύπου πολεμική είναι γελοία και παντελώς αθεμελίωτη. Θα έπρεπε, όμως, να μας ανησυχεί ένα ενδεχόμενο μετατροπής της καθαρά προσωπικής σκέψης και κατ’ επέκταση συνείδησης σε όργανο αναπαραγωγής λόγων τρίτων ; Η απάντηση είναι προφανής.

Είναι θεωρώ απόλυτα σαφές πως ούτε νιτσεϊκοί, ούτε στιρνερικοί είμαστε, είμαστε αναρχικοί μηδενιστές, όχι ακολουθούντες κάποια αρχή ή δόγμα, αλλά ελεύθερα διαμορφώνοντες τη σκέψη και τη δράση μας. Ο χαρακτηρισμός της σκέψης, παρότι μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να φαντάζει ασήμαντος ή και δικαιολογημένος, είναι και αυτός ετεροκαθορισμός, είναι και αυτός αλυσίδα την οποία πρέπει, αν θέλουμε να μην κοροϊδευόμαστε, να αποτινάξουμε.

Σαφώς επηρεάζομαι από τη σκέψη των μεγάλων Γερμανών εξεγερμένων, του Φ. Νίτσε και του Μ. Στίρνερ και από την ποίηση και τη δράση των μηδενιστών των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, αλλά είναι αυτό το ίδιο με το να τοποθετήσω πάνω από μένα έναν τέτοιο χαρακτηρισμό (ο οποίος μάλιστα προέρχεται από το ίδιο το όνομα του Στίρνερ, έχει και αυτό τη σημασία του) ; Όχι.

Θα ειπωθεί μία φορά και ας γίνει κατανοητό. Το ζήτημα είναι να κάψεις τη λατρεία των προσώπων, να κάψεις μέσα σου τα ίδια τα πρόσωπα. Δεν υπάρχουν άλλοι, είμαι Εγώ και Εγώ δρω και γράφω, απόλυτα συνειδητοποιημένος για τη Μοναδικότητα και την Ύπαρξή μου. Οι άλλοι, οι μάζες και οι λαοί, ας έχουν αλλότριους φάρους και πυξίδες. Εγώ έχω εμένα και εμένα μόνο. Κάψτε, λοιπόν, τα πορτραίτα των μεγάλων ψυχών εντός σας, είστε η μόνη ουσία που γνωρίζετε και θα γνωρίσετε ποτέ, εάν και εφόσον υπάρχει τέτοια.
Οπαδοί κανενός, λοιπόν, ούτε ακόλουθοι, ούτε διαφωτιστές. Ας πάνε στο διάολο όλα και ας αφεθεί ο καθένας στην παρανοϊκή τρέλα του. Βεβηλώστε τα ιερά και τα όσια, μόνο έτσι θα πιείτε από τις αρχαίες πηγές. Σκοτώστε τα σύμβολα, και ας είμαστε εμείς και Εγώ ανακόλουθοι, διακόψτε κάθε επαφή με το μαζισμό του κοινωνικού πτώματος αν δε θέλετε να σας δηλητηριάσουν οι τοξίνες του.

Ενεργητικός και Παθητικός Μηδενισμός

Ο Μηδενισμός των Μοναδικών διακρίνεται από τον παθητικό μηδενισμό της μάζας, ο οποίος είναι προϊόν ενός κοινωνικοπολιτικού συμπλέγματος, ενός συμπλέγματος που σχετίζεται με το Κράτος, με φορείς εκπαίδευσης υπηκόων όπως το σχολείο και η εκκλησία, αλλά και με την ίδια την Κοινωνία. Όταν μιλάμε για παθητικό μηδενισμό, δεν μπορούμε φυσικά να μιλήσουμε για πρόσωπα, αλλά μόνο για άτομα, για κοινωνικούς πυρήνες.

Ο παθητικός μηδενισμός είναι αποτέλεσμα είτε μαζισμού, είτε απογοήτευσης, μιας απογοήτευσης που μπορεί να συνδέεται με την αντίληψη της αποτυχίας των μαζικών κινημάτων ή ακόμα και με τη συνειδητή παραδοχή της προσωπικής αδυναμίας για σκέψη και δράση. Αυτού του είδους ο μηδενισμός προέρχεται από κυκλικές διαδικασίες (όπως η συμμετοχή στο μαζικό και η μετέπειτα απογοήτευση, από την άποψη ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται ένας κύκλος μαζισμού που ξεκινά από τη συλλογική πίστη σε ένα φάντασμα, ας πούμε τον εργατισμό, και ολοκληρώνεται με το μαζισμό του παθητικού μηδενισμού) και είναι σώμα απ’ το σώμα της κοινωνίας.

Από τη στιγμή που το άτομο αισθάνεται μέρος ενός τέτοιου συνόλου – φαντάσματος όπως είναι η κοινωνία, είναι σχεδόν επόμενο πως η απογοήτευση από κάποια κοινωνική διεργασία θα έχει ως αποτέλεσμα μια συλλογική «έμμονη ιδέα» που ενσαρκώνεται με τη μορφή του παθητικού μηδενισμού. Για όσους έχουμε πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι από το Κράτος και την Κοινωνία ο Μηδενισμός είναι ξέρασμα της συνείδησης, είναι ένα εργαλείο στο οποίο φτάσαμε μετά από επίμονη αναζήτηση και εκφράζει πρώτα και κύρια την εσωτερική Εξέγερση. Ο μηδενισμός μας δεν είναι προϊόν απογοήτευσης, είναι ειλικρινής και μαχητικός.

Κλείνοντας

Το παρόν κείμενο δεν επιδιώκει να φωτίσει κάθε πτυχή της μηδενιστικής κριτικής στην ιδεολογικοποίηση του Μηδενισμού, ούτε φυσικά θα πρέπει να λαμβάνεται ως ευαγγέλιο σχετικά με τα ζητήματα που τέθηκαν. Εκφράζω εμένα και μόνον εμένα και απαιτώ οποιαδήποτε κριτική να αφορά το πρόσωπό μου και μόνο αυτό.

Niger Lupus Negationis

Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο 2ο τεύχος του εντύπου “Μηδενιστική Πορεία για τη διάχυση της Φωτιάς και του Χάους”

Χιλή, Αφίσα: Φωτιές κι εκρηκτικά στην εξουσία και στα μπουντρούμια της

Αλληλεγγύη με τις έγκλειστες/ους και τα συντρόφια που έχουν ξεσηκωθεί στη Φυλακή Υψίστης Ασφαλείας και στις περισσότερες φυλακές της Χιλής.

MAURICIO MORALES ΠΑΡΩΝ!

(Στην εικόνα: Ένας δεσμοφύλακας τυλιγμένος στις φλόγες από επίθεση με μολότοφ σε βανάκι της υπηρεσίας των δεσμοφυλάκων, κατά τη διάρκεια οδομαχιών έξω απ’ το Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο της Χιλής, τον Ιανουάριο του 2012.)

ΦΩΤΙΕΣ ΚΙ ΕΚΡΗΚΤΙΚΑ
ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΠΟΥΝΤΡΟΥΜΙΑ ΤΗΣ

«Τώρα είν’ η ώρα να δράσουμε, στην καθημερινή μας ζωή παρέα με τους κοντινούς μας, για την καταστροφή της κοινωνίας-φυλακή και για την κατακρήμνιση κάθε κοινωνικής προσπάθειας για μεταρρύθμιση δαύτου του σιχαμένου συστήματος θανάτου.»

Mauricio Morales,
αναρχικός που έπεσε εν ώρα δράσης, κουβαλώντας μια βόμβα η οποία
επρόκειτο να τοποθετηθεί στη Σχολή Δεσμοφυλάκων, στις 22 Μάη του 2009.

Πηγή: actforfreedomnow

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Χιλή, Σαντιάγο: Ανάληψη ευθύνης για εμπρηστική επίθεση σε λεωφορείο της Transantiago

31 Μαρτίου 2020

12 χρόνια μετά τον θάνατο του Jonny Cariqueo Yáñez, ο οποίος έφυγε απ’ τη ζωή στις 31 Μάρτη από καρδιακό, δολοφονούμενος ουσιαστικά απ’ τα εξοντωτικά χτυπήματα των κατασταλτικών δυνάμεων του Κράτους της Χιλής κατά τη διάρκεια της σύλληψής του, καθώς τον κυνηγούσαν στις 29 Μάρτη του 2008 στην κοινότητα του Πουδαουέλ.

Το μεσημέρι της φετινής 31ης Μάρτη, λίγες ώρες πριν την απαγόρευση κυκλοφορίας, τοποθετήσαμε αυτοσχέδιο εμπρηστικό μηχανισμό σ’ ένα λεωφορείο της Transantiago, με σκοπό να πάρει φωτιά στο εσωτερικό του κοντά στην τερματική του στάση, σε μιαν απ’ τις περιφέρειες της πόλης.

Αυτή είναι μια επίθεση έναντι σ’ έναν βάναυσο κι αιμοδιψή μηχανισμό που κυβερνά την αστική ζωή, μια επίθεση έναντι στη λήθη, την παθητικότητα και τη νωθρότητα, συμπεριφορές που αρνούμαστε ακόμη και σε καιρούς υγειονομικής προστασίας, καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται. Η πολιτική-κοινωνική-οικονομική κρίση που βιώθηκε στη χώρα, η οποία εντείνεται με την παρούσα παγκόσμια υγειονομική κρίση, μας αποδεικνύει για μία ακόμη φορά ευκρινέστατα τα συμφέροντα και τις προτεραιότητες της εξουσίας, να συντηρεί δηλαδή τα πορτοφόλια των πλουσίων και των εταιρειών τους, όχι να φροντίζει για την ευημερία των απλών ανθρώπων, των φτωχών, των περιθωριοποιημένων και των αιχμαλώτων της αστυνομοκρατίας. Επιμένουμε λοιπόν να διαταράσσουμε τη γαλήνη που επιδιώκει και προωθεί η εξουσία.

Γνωρίζουμε πως φέτος η Μέρα του Νεαρού Μαχητή επηρεάστηκε κι εμποδίστηκε απ’ την παρούσα συγκυρία (κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, προληπτική ή υποχρεωτική καραντίνα και απαγόρευση κυκλοφορίας με στρατό στους δρόμους), μα κανένα υγειονομικό-πολιτικό-οικονομικό μέτρο δε θ’ αποτελέσει επαρκή δικαιολογία για να βυθιστούμε στην αδράνεια. Θα συνεχίσουμε να συναντιόμαστε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην αδιάκοπη αναζήτηση για τη διάχυση της σύγκρουσης, και θα κρατάμε τη φλόγα της αναρχίας ζωντανή μες στις καρδιές μας.

Αφιερώνουμε τούτην τη χειρονομία συνενοχής σ’ εκείνες που διαρκώς συνωμοτούν και προκαλούν το κράτος και το κεφάλαιο, και ιδίως σ’ εκείνους που, λόγω της ατραπού της σύγκρουσης και της ανυπακοής που διάλεξαν, βρίσκονται προς το παρόν αιχμάλωτοι και απομονωμένοι στις φυλακές. Το να παραμένουν έγκλειστοι σημαίνει πως εγκαταλείπονται στη μοίρα τους μπρος στη θνησιμότητα που προκαλεί ο ιός. Οι κρατούμενες και οι κρατούμενοι ανά τον κόσμο, στους δρόμους!

Φωτιά στον πολιτισμό, ο οποίος ευθύνεται για τη διάδοση ιών και ασθενειών παγκοσμίως, μα και για την καταστροφή της γης και της ζωής όλων των πλασμάτων.

Norma Vergara, Jonny Cariqueo, Javier Recabarren, όλες και όλοι οι αγωνιστές που σκοτώθηκαν απ’ τους μπάτσους ή απ’ το σύστημα που πολεμούσαν: Παρόντες!

Πηγή: 325

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ινδονησία: Για το αντι-αναρχικό κυνήγι μαγισσών και τη “νοοτροπία του καλού ακτιβιστή”

Καταμεσής μιας παγκόσμιας πανδημίας -λες και ποτέ πριν δε γνώρισε παγκόσμια κρίση η ανθρωπότητα- και στα πρόθυρα μιας παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, η αστυνομία της Ινδονησίας εξέδωσε μιαν ανακοίνωση, κατά την οποίαν αναρχικοί σχεδιάζουν λεηλασίες σε εθνική κλίμακα στις 18 Απρίλη, το Έτος της Κορόνας. Αυτή η γελοία μα συνάμα στρατηγικής φύσεως ανακοίνωση που ψευδώς δημοσιοποιήθηκε απ’ την εξουσία, καθιστά σαφείς τις προθέσεις της για το ποιους θα γυρέψει να φορτώσει κατηγόριες στους καιρούς αυτούς της κρίσης, ενόσω πολλές και πολλοί απ’ τα χαμηλότερα στρώματα της ινδονησιακής κοινωνίας έχουν ήδη μπουχτίσει απ’ τη συνθήκη, ώστε η λεηλασία να μην αποτελεί πλέον γι’ αυτούς ταμπού. Η οργή θεριεύει. Όμως, καθώς τα μίντια κι η αστυνομία προσπάθησαν να μεγαλοποιήσουν τις πρόσφατες συλλήψεις τεσσάρων αναρχικών για γκραφίτι που έγραφε “Έχουμε ήδη κρίση, καιρός να βάλουμε φωτιά” (βλ. φωτογραφία), προσπάθησαν να διαχειριστούν την κρίση και την ανικανότητα του κράτους ν’ ανταποκριθεί στην κατάσταση, κυνηγώντας έναν “δημόσιο κίνδυνο”, τώρα υπό την ονομασία των “αναρχικών”. Αν μπορούσαμε μονάχα να συγκρίνουμε τον αντίκτυπο ενός γκραφίτι με την παρούσα συγκρυρία, με την απάντηση της ευρύτερης ιντερνετικής κοινωνίας της μεσαίας τάξης, και ακόμη περισσότερο των ακτιβιστών, των ρουφιάνων και λοιπών δειλών που είναι χρήσιμοι στο να στοχοποιούν μια μικρή ομάδα αναρχικών που συνελήφθησαν κάνοντας γκραφίτι στην Τάνγκερανγκ, λίγα χιλιόμετρα μακριά απ’ την Τζακάρτα.

Ποιοι είναι αυτοί οι αναρχικοί;

Μια επίπλαστη κοινωνική οργή ορθώνεται απέναντι στους αναρχικούς. Το κοινό αφήγημα είναι πως “οι αναρχικοί είναι προβοκάτορες”. Ακόμη κι ορισμένοι αριστεριστές ακτιβιστές φτάνουν στο σημείο να θέλουν να συνεργαστούν με το κράτος ώστε να οξύνει τα μέτρα έναντι των αναρχικών, ή για να βαφτίσουν τη δράση τους ηλίθια. Κι αυτό δεν αποτελεί κάτι το καινούργιο. Οι ακτιβιστές, η μεσαία τάξη, οι οποίοι είναι τόσο φοβισμένοι για το κάθε τι σε τούτους τους καιρούς του πανικού, μανιπιουλάρονται πολύ εύκολα. Γιατί; Πέραν της υπεραπλουστευμένης τους λογικής και το κοινότυπο της δράσης τους, φταίει φυσικά και το ότι ο ιλλεγκαλισμός σημαίνει γι’ αυτούς απώλεια της ψευδαίσθησης ασφάλειας. Η ίδια κατηγορία ανθρώπων υπονόμευσε πλειάδα αναρχικών εγχειρημάτων κατά τη διάρκεια της κρίσης και της πανδημίας, όπως το μοίρασμα δωρεάν φαγητού, τη δημιουργία καταφυγίων για αστέγους, και άλλους καθημερινούς αγώνες, σε πολλούς εκ των οποίων κάμποσοι αυτοαποκαλούμενοι ακτιβιστές απλώς τεμπελιάζουν και τάσσονται με την κρατική λογική τού “Μένουμε σπίτι”, ενόσω η πραγματική δημόσια οργή φλέγεται κι οξύνεται. Οι ίδιοι αναρχικοί που συνελήφθησαν είναι ενεργοί νεολαίοι, τρέχουν ένα αυτοδιαχειριζόμενο καφενείο, και δραστηριοποιούνται στη διάχυση της αντι-πληροφόρησης και στο μαζικό κίνημα “Really, Really Free Market (RRFM)”* σε επίπεδο καθημερινής ζωής. Είναι σαφές πως η μεσαία τάξη και η νοοτροπία των ακτιβιστών αποτελούν αντανακλάσεις της ίδιας γελοίας λογικής που ενορχηστρώνεται απ’ το κράτος, ούτως ώστε να τους ενσωματώσει στην κοινωνία του ελέγχου. Τούτη η σύντομη ενημέρωση αποτελεί επίσης και ένα μεγάλο “άντε γαμήσου” για κάθε ακτιβιστή, ακόμη και για μερικούς αριστεριστές αναρχικούς που επικρίνουν ή κατηγορούν την άμεση δράση ως ηλίθια, απλώς και μόνον επειδή καταλήγει στη σύλληψη κάποιων ατόμων. Επίσης, ένα μεγάλο “άντε γαμήσου” στο κράτος, που σχεδίασε το επίπλαστο αυτό σενάριο θέλοντας να κατηγορήσει τους αναρχικούς. Ίσως οι αναρχικοί να συμμετέχουν στις λεηλασίες, κάτι που κατά πάσα πιθανότητα θα συμβεί! Όμως, αγαπητό κράτος, γνωρίζεις πολύ καλά πως οι δομές σου αποσυντίθενται, και διατιθέμεθα να σε βοηθήσουμε να σαπίσεις. ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ.

Αλληλεγγύη με τους αναρχικούς που συνελήφθησαν στην Τάνγκερανγκ!

Ο Ατομικιστικός Κύκλος

* Το κίνημα “Really, Really Free Market (RRFM)” αποτελεί ένα αυτο-οργανωμένο, οριζόντιο, αντι-καπιταλιστικό εγχείρημα, αποτελούμενο από ατομικότητες που συνεισφέρουν σε μια χαριστική και αλληλέγγυα οικονομία διαμοιρασμού αγαθών. Το όνομά του είναι λογοπαίγνιο που μεταστρέφει την έννοια της ελεύθερης αγοράς, προς μια κατεύθυνση επαναπροσδιορισμού της με όρους αντι-καταναλωτισμού, αλληλεγγύης και αυτοδιαχείρισης των ζωών μας και των αγαθών.

Πηγή: anarchistsworldwide

Μετάφραση: Δ.Ο Ragnarok