Mónica και Francisco: Ενάντια στον σεχταρισμό – Για μια συγγένεια που βασίζεται στην πρακτική

Ενάντια στον σεχταρισμό: Για μια συγγένεια που βασίζεται στην πρακτική

Mónica Caballero & Francisco Solar

Αντίκρυ σ’ αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως άμεσα αφομοιωτική για εμάς διαδικασία, ορθώνεται η αναγκαιότητα να γράψουμε αυτό το κείμενο για να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα ζητήματα.

Όπως έχουμε γράψει σε διάφορες περιπτώσεις, είτε ατομικά είτε συλλογικά, κατανοούμε την αναρχία όχι ως ενσάρκωση ή ως ένα σημείο για να φτάσουμε, αλλά ως μια τάση, μια διαρκή πρωτοπρόσωπη σύγκρουση που τοποθετεί στο κέντρο της την αναζήτηση της ατομικής ελευθερίας. Για εμάς, αυτός ο διαρκής αγώνας έχει αποτελέσει πραγματικότητα, και είναι κι ο λόγος για τον οποίον σήμερα βρισκόμαστε πίσω από κάγκελα. Η συνθήκη αυτή δε μας απέτρεψε απ’ το να συνεχίσουμε να συμμετέχουμε σε πρωτοβουλίες αγώνα, είτε εντός είτε εκτός φυλακής.

Κοντολογίς, η αναρχία για εμάς αποτελεί αξιακό κώδικα και διαρκή πρακτική απέναντι στην εξουσία, μια πρακτική στα πλαίσια της οποίας έχουμε γνωρίσει κόσμο (όχι απαραίτητα “αναρχικό”), εμπλουτίζοντας και βελτιώνοντας τις οπτικές και τις δυνατότητές μας, όπως επίσης και σφυρηλατώντας στενούς δεσμούς συνενοχής, οι οποίοι ενδυναμώνονται στο πέρασμα των χρόνων και στην εξέλιξη της σύγκρουσης. Το να ισχυριζόμαστε πως οι δεσμοί αυτοί μπορούν να συναφθούν μονάχα με όσες κι όσους αυτοαποκαλούνται “αναρχικοί”, πέραν του ότι αποτελεί φενάκη -στην οποία πιστεύουν όσοι δεν έχουν τολμήσει να ταξιδέψουν στις ατραπούς της σύγκρουσης και ξοδεύουν τον χρόνο τους μπροστά από έναν υπολογιστή-, είναι κάτι που έχουμε αρνηθεί από τη στιγμή όπου ιεραρχήσαμε υψηλότερα την οικοδόμηση δεσμών, αντί για την αναπαραγωγή κενής συνθηματολογίας ώστε να νιώθουμε “γεμάτοι”. Το να αυτοαποκαλούμαστε “ανυποχώρητοι αναρχικοί” δε σημαίνει απολύτως τίποτα, αν δε συνοδεύεται από τη συγκρουσιακή πρακτική που οφείλει να συγκροτεί μια τέτοια ταυτότητα.

Από την άλλη -και πιο σημαντικό όλων-, το να θεωρούμε πως οιαναρχικές και οι αναρχικοί πρέπει να οικοδομούν σχέσεις μονάχα με αναρχικές και αναρχικούς, αντανακλά μια παράλογη καθαρότητα και έναν σεχταρισμό που, αναμφιβόλως, αποτελεί εξουσιαστική έκφραση. Το να συμπράττουμε και να αρθρώνουμε αγωνιστικές πρωτοβουλίες μόνο με όσες κι όσους αυτοαποκαλούνται “αναρχικοί” περιορίζει τις σχέσεις μας και, κατ’ επέκταση, μειώνει πλήρως τις δυνατότητες να αναπτυχθούμε. Τούτο σημαίνει πως κλειδαμπαρωνόμαστε ηλιθιωδώς σε δογματισμούς που μας περιορίζουν και μας αποτρέπουν από την ελεύθερη συνύπαρξη. Το λοιπόν, παρατηρούμε πως, στο όνομα της ελευθερίας, κάποιοι χτίζουν το ακριβώς αντίθετο, τοποθετώντας τις σέχτες ως θεμέλιο των σχέσεών μας.

Με αυτό, δε θέλουμε να υποστηρίξουμε την οικοδόμηση σχέσεων δίχως κριτήρια ή δίχως να έχουμε κανενός είδους φίλτρο.

Σε προηγούμενα κείμενά μας έχουμε αφήσει κάποια επιχειρήματα που δεν έχουν αναιρεθεί · η μετάνοια, οι διαχωρισμοί και η ιδρυματοποίηση χαράσσουν κάποιες κόκκινες γραμμές, αποτελώντας ανυπέρβλητα στοιχεία που μας αποτρέπουν απ’ το να προβούμε σε συλλογικές πρωτοβουλίες παρέα με όσες κι όσους επιλέγουν αυτά τα μονοπάτια. Όπως μπορείτε να καταλάβετε, τα επιχειρήματα αυτά δεν αντιστοιχούν σε κενές μαρκίζες, αλλά είναι αρκετά συγκεκριμένα και ανταποκρίνονται στους όρους επιβίωσης εντός της φυλακής και όχι μόνο. Αποτελούν οπτικές που αναδεικνύουν την όποια πιθανή αντίφαση ανάμεσα σε αυτά που λέγονται και σ’ αυτά που γίνονται πράξη. Λοιπόν, ενδεχομένως η μόνη αξία για κάποιους είναι ξεστομίζουν πύρινες φανφάρες στο διαδίκτυο ή σε κάποιο κοινωνικό δίκτυο. Αντιθέτως, εμείς δίνουμε προτεραιότητα στην πρακτική, και με βάση αυτήν οικοδομούμε συγγένειες και ρήξεις.

Και σίγουρα, οι εξουσιαστικές πρακτικές αντιπροσωπεύουν μιαν οπτική που δεν πρόκειται να ανεχθούμε. Δε χτίσαμε ποτέ αγωνιστικές σχέσεις θεμελιωμένες στον εξουσιασμό, και η εμπειρία μας ως αναρχικές και ανατρεπτικοί κρατούμενοι δεν αποτελεί εξαίρεση. Τα κοινά σημεία που εντοπίζουμε σε όλα αυτά είναι πολύ πιο ισχυρά από την όποια πιθανή διαφωνία, η οποία προφανώς δε θα μπορούσε ν’ αποτελεί ανυπέρβλητο στοιχείο, καθώς, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα είχε τεθεί ως ζήτημα από το ξεκίνημα της εκάστοτε πρωτοβουλίας. Οι δεσμοί που μας ενώνουν με τα συντρόφια μας, έχουν σφυρηλατηθεί εντός της συγκρουσιακής διαδικασίας. Εντός κι εκτός φυλακής, για περισσότερο από μια δεκαετία, αποτελώντας για εμάς μια σχέση και μια πλούσια εμπειρία που, αδιαμφισβήτητα, έχει θρέψει, έχει δυναμώσει κι έχει προσδώσει καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά στο αναρχικό μας μονοπάτι. Σήμερα, σε αυτήν τη νέα συνθήκη κράτησης, τούτη η συλλογική πρωτοβουλία δεν είναι καινούργια, καθώς έχει βασιστεί σε σημαντικές κινητοποιήσεις που μας επέτρεψαν να αναπτύξουμε ενδιαφέροντα εγχειρήματα.

Τώρα, όπως αναφέραμε και στο άρθρο “Για την αναγκαιότητα συνέχισης του αγώνα εντός φυλακής”, στο περιοδικό Kalinov MOST 4, οι αναρχικές και οι αναρχικοί κρατούμενοι έχουν απομακρυνθεί από τους κώδικες των φυλακών, οι οποίοι είχαν επικρατήσει και αναπαράγονταν από μέλη ένοπλων αριστερών ομάδων από τη δεκαετία του ’80, κώδικες οι οποίοι είχαν κυρίως να κάνουν με την αναπαραγωγή της οργανικής-κομματικής λογικής εντός φυλακής, καθώς και με την εγκαθίδρυση μιας σφαίρας ανωτερότητας σε σχέση με τον υπόλοιπο ποινικό πληθυσμό. Πλέον καλούνται να διατηρήσουν ζωντανούς του ανατρεπτικούς κώδικες με τους οποίους νιώθουμε σύνδεση και τους οποίους θεωρούμε αναγκαίο να εγκολπώσουμε και να τους δώσουμε ζωή. Αναφερόμαστε στην αδιάλλακτη θέση και στάση ενάντια στον θεσμό της φυλακής, η οποία παρέχει μια κοινή ταυτότητα, αντίληψη και αναγνώριση στους κοινωνικούς κρατουμένους και στους λοιπούς φυλακισμένους. Αναφερόμαστε επίσης στο αναμφίλεκτο γεγονός της συνέχισης του αγώνα εντός φυλακής, δείχνοντας έμπρακτα πως με τον εγκλεισμό τίποτα δε σταματά, πως αποτελεί απλώς μία ακόμη μάχη, σπάζοντας έτσι τη θυματοποίηση. Πολλές φορές στον αγώνα για την απελευθέρωση των κρατουμένων, συντρόφια έχουν ορθώσει και προωθήσει εδώ και δεκαετίες μια πρακτική ενάντια στον εγκλεισμό, η οποία έχει διαρρήξει τα τείχη που διαχωρίζουν τον δρόμο και τη φυλακή. Αυτοί είναι μόλις λίγοι απ’ τους ανατρεπτικούς κώδικες που μοιραζόμαστε με τα συντρόφια, που ενισχύουν έμπρακτα τους δεσμούς συγγένειας καθημερινά, και μένουμε μακριά από όσους -ακόμη κι αν αυτοαποκαλούνται “αναρχικοί”- ξεμακραίνουν απ’ τον αγώνα ή βρίσκονται πλήρως αποσυνδεδεμένοι απ’ αυτόν. Τι κάνουν όλοι αυτοί οι “καθαροί” αυτοαποκαλούμενοι “αναρχικοί”, οι οποίοι είναι πλήρως απομακρυσμένοι από τούτες τις ιδέες και τις πρακτικές, αν έχουν ν’ αντιμετωπίσουν μια δίωξη ή αν βρεθούν στη φυλακή; Επαναλαμβάνουμε πως χτίζουμε σχέσεις βασισμένες σε κοινές πρακτικές, όχι σε λόγια ή σε πύρινες μεγαλοστομίες που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο. Τέλος, θεωρούμε αναγκαίο να κάνουμε λόγο για τον κίνδυνο που ο σεχταρισμός και η καθαρότητα εγκυμονούν για τους χώρους μας, πέραν των εξουσιαστικών σχέσεων που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Από την ξεκάθαρα αναρχική μας θέση, θεμελιωμένη στη διαρκή σύγκρουση και στην ατομική ελευθερία, οικοδομούμε σχέσεις και συμπράξεις που μας ενδυναμώνουν και μας ενισχύουν στην ατραπό της ολικής απελευθέρωσης.

Όπως έχουν πει και τα πύρινα συντρόφια της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς πριν λίγα χρόνια: Αλληλεγγύη με τους αναρχικούς κρατουμένους και με τους αμετανόητους όλων των επαναστατικών τάσεων!

ΣΗΜΕΡΑ ΛΕΜΕ: Τα συντρόφια Pablo Bahamondes, Marcelo Villarroel, Juan Aliste, Juan Flores και Joaquín García: Στους δρόμους!

Mónica Caballero Sepúlveda. Φυλακή Σαν Μιγκέλ.

Francisco Solar Domínguez. Φυλακή Ρανκάγουα.

Πηγή: AMW English

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Μαύρη Διεθνής – Νέα Έκδοση: Οι τύραννοι στο απόσπασμα

Διακινείται από 18/06 . Email επικοινωνίας saringas13@riseup.net

ΟΙ ΕΜΜΑ ΓΚΟΛΝΤΜΑΝ ΚΑΙ ΒΟΛΤΕΡΙΝ ΝΤΕ ΚΛΕΡ

ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΝΤΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑ

ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΩΝ ΗΠΑ (1901)

 

Την 5η Σεπτέμβρη 1901 ο 25ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής Ουίλιαμ ΜακΚίνλεϊ, θα παρευρεθεί στα Αμερικανοκαναδικά σύνορα, και συγκεκριμένα στο Μπάφαλο που προοριζόταν να είναι τερματικός σταθμός της περιοδείας του στη χώρα, προκειμένου να μιλήσει στην Παναμερικανική Έκθεση. Την επόμενη μέρα μετά από την επίσκεψη του στους καταρράκτες του Νιαγάρα θα δώσει το παρόν σε μια δεξίωση Στο Ναό της Μουσικής, στις εγκαταστάσεις της έκθεσης. Εκεί και καθώς χαιρετούσε το πλήθος σφίγγοντας το χέρι των παρευρισκόμενων θα δεχτεί δυο σφαίρες στην κοιλιά του από το ρεβόλβερ που κρατούσε ο μόλις 25χρονος Αμερικανός πολωνικής καταγωγής Λίον Τσόλγκοζ. Οκτώ μέρες μετά θα υποκύψει μετά από γάγγραινα που προκλήθηκε από τη μία σφαίρα.

«Ενώ χιλιάδες μισούν την τυραννία, ένας θα βρεθεί να ρίξει κάτω έναν τύραννο. Τι είναι άραγε αυτό που ωθεί ένα άτομο να διαπράξει μια τέτοια πράξη τη στιγμή που άλλοι επαναπαύονται στην απραξία; Είναι επειδή αυτός ο ένας χαρακτηρίζεται από πιο ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία και θα αισθανθεί μια αδικία πιο έντονα και με μεγαλύτερη βαρύτητα από άλλους.»

Έμμα Γκόλντμαν (1901)

 

 «Ποιος ήταν αυτός ο άνδρας; Κανείς δε ξέρει. Ένα τέκνο της μεγάλης σκοτεινιάς, ένα φάντασμα μέσα από την άβυσσο. Ήταν Αναρχικός; Δε ξέρουμε. Κανένας από τους Αναρχικούς δεν τον ήξερε…»

Βολτερίν Ντε Κλερ (1907)

Πηγή: theblast

Dark Nights: Νέο διεθνές εγχείρημα αντιπληροφόρησης

“Στις Σκοτεινές Νύχτες ελλοχεύει πάντα η θαλπωρή της φωτιάς!”

“Dark Nights / Σκοτεινές Νύχτες”, διότι τότε ανταμώσαμε η μία τον άλλον εν μέσω καιρών ζοφερών · δεν τις φοβόμαστε, μα αντιθέτως, ως αναρχικές και αναρχικοί, θεωρούμε τις στιγμές μεταξύ δύσης και ανατολής ενδεδειγμένες για να επιτεθούμε, να χτυπήσουμε τους ισχυρούς στις καρδιές τους, να κάνουμε τον φόβο ν’ αλλάξει στρατόπεδο.

Είμαστε ένα αναρχικό εγχείρημα αντιπληροφόρησης, εμπρηστικής κριτικής και άμεσης δράσης. Ενάντια στο κράτος, τον καπιταλισμό και το τεχνο-βιομηχανικό σύστημα που ισχυροποιείται περισσότερο από πριν. Το δίκτυό μας παραμένει πιστό στις αρχές της αυτο-οργάνωσης (DIY), δίχως να καρτερούμε από κανέναν άλλον να επωμιστεί τον κοινωνικό πόλεμο για εμάς. Μήτε σχηματίζουμε κάποια μορφή παραδοσιακής ιεραρχικής ή παντός τύπου οργάνωσης, στην οποία να δεσμευόμαστε ή να εγκρίνεται η συμμετοχή μας. Συναντιόμαστε και δρούμε από κοινού, ξεκινώντας ένα άτυπο δίκτυο κατά πολύ εκτενέστερο ενός στενού κύκλου φίλων κι επαφών.

Έργο μας η επινόηση μιας καταστρεπτικής εναλλακτικής απέναντι στη θεαματικότητα και την παραπληροφόρηση των καθεστωτικών μέσων ενημέρωσης, σταθερά όπλα του κράτους και του καπιταλιστικού συστήματος που μαχόμαστε. Δημοσιεύουμε ενημερώσεις άμεσης δράσης από επαναστατικούς/εξεγερτικούς/αναρχικούς πυρήνες, δίχως ν’ αποσκοπούμε στην αναπαραγωγή ατέρμονων ροών κούφιων λέξεων και θεωρίας, αλλά στην υποστήριξη των προαναφερθέντων πυρήνων και στη διάχυση της “προπαγάνδας δια της πράξης”, προκειμένου να ματαιώσουμε τις χυδαίες προσπάθειες του συστήματος να εξαλείψει όλα αυτά, καθώς και κάθε ανάμνηση αναρχικής κι επαναστατικής πάλης.

Η αλληλεγγύη, κατ’ εμάς, δε θεμελιώνεται σε κάποιο ιδεολογικό δόγμα · το σημαντικότερο για εμάς είναι η άμεση επίθεση σε ό,τι αντιλαμβανόμαστε ως εχθρικό. ΔΕΝ υποστηρίζουμε τους μπάτσους, δεν είναι φίλοι μας ούτε προστάτες μας, είναι εχθροί μας εξίσου με όποιον ρουφιανεύει, δίνει πληροφορίες για συντρόφια, συμμάχους ή συγκατηγορούμενες.

Υποστηρίζουμε, αλλά ΔΕ συνδεόμαστε με καμία ομάδα άμεσης δράσης από την οποία θα δείτε αναρτήσεις σε τούτο το εγχείρημα. Λοιδορούμε τον όρο “τρομοκράτες”, μια λέξη συχνά επιστρατευμένη για την καταδίκη ατόμων και ομαδοποιήσεων που επιτίθονται στον καπιταλισμό, στο κράτος, για τη γη, για τη ζωική και την ανθρώπινη απελευθέρωση. Αν κάτι αξίζει να ονομαστεί τρομοκρατία, είναι οι θάνατοι, η καταστροφή, τα μαρτύρια και οι μαζικές σφαγές που επιφέρουν τα κράτη, ο καπιταλισμός, το βιομηχανικό και τεχνολογικό σύστημα -συνεπικουρούμενα και από λοιπά φασιστικά μορφώματα- σε ολάκερη τη γη και τους κατοίκους της για αιώνες. Το Dark Nights στηρίζει την πολύμορφη επαναστατική πάλη ενάντια σ’ όλες τις μορφές εκμετάλλευσης και εξουσίας.

Το Dark Nights ΔΕΝ ακολουθεί τις υπαγορεύσεις περί ενοχής ή αθωότητας, ούτε την έννοια του “εγκλήματος” αναφορικά με τη στήριξη των κρατουμένων. Μόνη εξαίρεση είναι η περίπτωση οποιουδήποτε κρατουμένου ή κρατούμενης που ευκρινώς αναλαμβάνει την ευθύνη για κάποια δράση ή επίθεση. Στηρίζουμε φυλακισμένους και φυλακισμένες με βασικό κριτήριο το αν κατηγορούνται και/ή καταδικάζονται για δράσεις αναρχικού, επαναστατικού, απελευθερωτικού για τα ζώα και τη γη περιεχομένου, παρά το αν στέκουν ή όχι οι κατηγορίες και αν αποτελούν κομμάτι ενός υπόγειου κινήματος ή δραστηριότητας.

Ενθαρρύνουμε οποιαδήποτε μέθεξη από προσφιλείς θεωρητικά ατομικότητες και ομάδες, οι οποίες -ομοίως με εμάς- αποζητούν την άμεση δράση, την εξέγερση, την επανάσταση και τη δόμηση ενός διεθνούς άτυπου δικτύου αντιπληροφόρησης. Πιότερο από ποτέ επείγει η διασπορά ενός διεθνούς συντονισμού ενάντια στη φρενήρη επέλαση του τεχνο-βιομηχανο-στρατωτικού συμπλέγματος, το οποίο καταπνίγει όχι μόνον όσες πολεμούν, αλλά ακόμα και τους υποστηρικτές ομόλογων κινήσεων. Στο παρελθόν, κράτος και καπιταλιστές στοχοποιούσαν έντυπα, περιοδικά και εκδόσεις προερχόμενες από αναρχικούς και επαναστάτριες. Όπως τότε, έτσι και τώρα, θα αποτύχουν · η ιστορία τό ‘χει αποδείξει.

Ένα κρίσιμο σταυροδρόμι απλώνεται μπρος μας, με την ανάδυση νοημοσύνης ευφυέστερης της ανθρώπινης, η οποία θα ελέγχει την κοινωνία και το κράτος. Από την Τεχνητή Νοημοσύνη ως την Αναγνώριση Προσώπου, από τις 3D Εκτυπώσεις ως την Κοινωνία Χωρίς Μετρητά, από τη Βιο-τεχνολογία ως τη Νανο-τεχνολογία, απ’ τα Drones ως τα Αυτοματοποιημένα Οχήματα, απ’ την 4η ως την 5η Βιομηχανική Επανάσταση, απ’ την Τεχνητή Αναπαραγωγή ως τον Μετα-ανθρωπισμό, απ’ το 5G ως το Διαδίκτυο των Πραγμάτων, απ’ τα Έξυπνα Κινητά ως τις Έξυπνες Πόλεις, απ’ την Επαυξημένη Πραγματικότητα ως την Τεχνητή Πραγματικότητα, μέχρι και την Τεχνολογική Ενοποίηση, εντός της οποίας κινδυνεύουμε ως ανθρώπινα όντα, παρέα και μ’ έναν πλανήτη που πεθαίνει. Μόλις γίνει ευρέως αποδεκτή η διείσδυση της τεχνολογίας σε κάθε κύτταρο και κάθε άτομο, θα είναι ήδη αρκετά αργά ν’ αντισταθούμε.

Εκτός αν δράσουμε στο ΤΩΡΑ, χαρτογραφώντας τους νέους και τους παλιούς κυρίαρχους, καθώς αρχινούν μετατοπίσεις ορατές κι εκτός πλανήτη. Η Μαύρη Παντιέρα της Αναρχίας οφείλει να επιστρέψει και να ενσταλάξει ξανά τον φόβο στους κυρίαρχους.

Μπορείτε να μας στείλετε ενημερώσεις για κρατούμενες και κρατουμένους, για αναλήψεις ευθύνης άμεσων δράσεων, για δρώμενα αλληλεγγύης, για νέες καταλήψεις, έντυπα, προτάσεις ανά τον κόσμο. Χρησιμοποιήστε Tor Browser (Προστασία IP) και GPG (Κρυπτογραφημένο E-mail). Επίσης, ρίχτε μια ματιά σε αυτόν τον οδηγό ψηφιακής ασφάλειας και σε αυτό το κείμενο. Το δημόσιο PGP Κλειδί μας είναι εδώ αν επιθυμείτε να επικοινωνήσετε κρυπτογραφημένα μαζί μας.

Για τον αγώνα ενάντια σε κάθε μορφή κυριαρχίας, ενάντια στην Τεχνολογική Κοινωνική Φυλακή!

Για μια νέα Μαύρη Διεθνή!

Συλλογικότητα Dark Nights

E-mail Επικοινωνίας: darknights(at)riseup.net

Link για το Site: https://darknights.noblogs.org/

Πηγή: Dark Nights

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Sydney E. Parker: Αναρχικός ατομικισμός

Ο “Ατομικισμός” είναι μία από τις έννοιες που, στο ίδιο μοτίβο με τον “Αναρχισμό” και τον “Εγωισμό”, έχουν υποστεί κατάχρηση τόσο λόγω άγνοιας όσο και επιτηδευμένα. Για πολλούς ριζοσπάστες συνιστά συνώνυμο με το “ελευθερία για όλους” της “φιλελεύθερης” ζούγκλας, ενώ ορισμένοι υπέρμαχοι του καπιταλισμού έχουν επιχειρήσει να το αξιοποιήσουν προς δικαίωση της οικονομικής εκμετάλλευσης και των μονοπωλίων τους. Στοιχειώδης οξυδερκής σκέψη αναφορικά με τη φύση της καπιταλιστικής κοινωνίας, ωστόσο, με τα αφεντικά και τους μαζανθρώπους της, είναι αρκετή προκειμένου να κλονιστεί αυτή η υποψία. Τι το ατομικιστικό διαφαίνεται στις στρατιές των αστικοποιημένων ευυπόληπτων υπαλλήλων καθώς περιδιαβαίνουν μέσα και έξω από τα γραφεία τους την ίδια ώρα 5 φορές την εβδομάδα, φυτοζωώντας εν τω μεταξύ στα κλουβιά των μικροαστικών τους έξεων; Και πόσο ατομικιστικές είν’ άραγε οι ορδές των βιομηχανικών εργατών, ακινητοποιημένες μπροστά στον θεό της αυτοματοποίησης καθώς εκτελούν τις ίδιες δουλοπρεπείς τελετουργίες καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους; Οι ερωτήσεις αυτές περικλείουν και τις απαντήσεις τους.

Ατομικισμός

Ο Ατομικισμός είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τις νοητικές καρικατούρες των “αριστερών” και των “δεξιών”. Κατά τον John Beverly Robinson:

«Πρόκειται για τη διόραση μιας ατομικότητας πως υψώνεται πάνω από κάθε θεσμό ή σύνολο. Πως όλα τα παραπάνω υφίστανται μόνο για όσο επιλέγει αυτή να τα ιδιοποιείται συναινώντας στην ύπαρξή τους.»

Εξαιτίας της απροθυμίας του να αναγνωρίσει σε οποιονδήποτε θεσμό ή σχήμα εξουσία επί του εαυτού του, ένας ατομικιστής είναι αναπόδραστα αναρχικός. Και στον αντίποδα, αρνούμενος την εγκυρότητα πάσας εξουσίας παρεκτός αυτής του ατόμου, ο αναρχικός είναι λογικά ατομικιστής. Στον απόηχο αυτής της συνειδητοποίησης, προκύπτει ένας αναρχισμός αποδεσμευμένος από τα τελευταία υπολείμματα ενός αλτρουιστικού ιδεαλισμού που αποτινάσσει την οσφυοκαμψία μπροστά στον θεό και το κράτος μόνον ώστε να την αντικαταστήσει με την υποταγή στην Ανθρωπότητα και τον Σκοπό. Η ατομικιστική αναρχία ξετρυπώνει την εξουσία από τα ύστατα καταφύγιά της στις “ηθικές προσταγές” και το “καθήκον”.

Κυβέρνηση

Όμως αν ο ατομικιστής ζει μόνο για τον εαυτό του, τότε τι τον εμποδίζει να καθυποτάξει του υπολοίπους;

Τουλάχιστον δύο πράγματα:

Πρωτίστως, αν οι εν λόγω υπόλοιποι είναι εξίσου “αυτόβουλοι” με αυτόν, τότε θα ορθώσουν τη θέλησή τους απέναντι στη δική του, ματαιώνοντας τις προσπάθειές του.

Δεύτερο και σημαντικότερο, οι ατομικιστές νογούν πως η εξουσία συνιστά σχέση μεταξύ κυρίαρχου και κυριαρχούμενου, μια σχέση δεσμευτική και για τους δύο, αφού καταστρέφει την ανεξαρτησία αμφοτέρων. Όπως ορθώς το έθεσε ο Max Stirner:

«Όποιος, προκειμένου να διαφυλάξει τον εαυτό του, υποχρεούται να βασίζεται στην αδράνεια της θέλησης των υπολοίπων, αυτός είναι αποκύημα των άλλων, όπως ο αφέντης αποτελεί γέννημα του υποτακτικού του. Αν η υποτακτικότητα έπαυε θα σήμαινε επίσης το τέλος της κυριαρχίας.»

Αν απεύχεσαι την καταδυνάστευσή σου από άλλους, μην επιχειρείς να τους καταδυναστεύσεις ούτε εσύ. Συμφωνήστε αμοιβαία να μην μπλέκεστε ο ένας στα πόδια του άλλου.

Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν αντιλαμβάνονται την κυριαρχία ως το απλό προϊόν μιας συνωμοσίας καθυπόταξης του αθώου πόπολου από μία μοχθηρή μειοψηφία. Οι πολλοί δε θα γινόντουσαν αντικείμενο διακυβέρνησης αν δεν επιθυμούσαν την υποταγή τους, ήτοι, αν ήταν ικανοί να αυτοκυβερνηθούν. Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος εντός μιας σχέσης την οποία οι ατομικιστές αποστρέφονται. Ο δρόμος τους βρίσκετε εξίσου μακριά και από τους δύο.

Συν-εργασία

Απορρίπτει όντως ο ατομικιστής κάθε συνεργασία μεταξύ ατόμου και κοινότητας;

Οι ατομικιστές αναφωνούν με τον Ίψεν πως «Ο δυνατότερος άνθρωπος που υπάρχει στη γη είναι εκείνος που καταφέρνει να ζει περισσότερο μόνος», αναγνωρίζουν όμως την αξία της συνεργασίας προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανθρώπινες ανάγκες τους. Δεν υπάρχει τίποτα το αντιφατικό σε αυτό εφόσον μόνο όποιος αποδεικνύεται ικανός να ορθοποδήσει μονάχος δύναται να σχηματίσει πραγματικά ελεύθερες σχέσεις με τους διπλανούς του. Ένας αντίστοιχος δεσμός δεν καταλήγει αυτοαναφορικός και η συνέχειά του αυτοσκοπός – κρατάει όσο και η χρησιμότητά του για όσους τον σχηματίζουν. Δεν αποτελεί φετιχοποιημένο κειμήλιο απέναντι στο οποίο τα μέλη αποκτούν καθηκοντα. Συνιστά δημιουργία και υπηρέτη τους, τίποτα περισσότερο.

Οικονομικά

Αναφορικά με την οικονομία, ο ατομικιστής δεν πιστεύει στον κολλεκτιβισμό, είτε σοσιαλιστικής, είτε συνδικαλιστικής, είτε κομμουνιστικής προέλευσης. Γι’ αυτόν, η ατομική κατοχή των μέσων παραγωγής είναι ο τρόπος εξασφάλισης του προϊόντος ή του ισοδύναμού του στον παραγωγό. Σε αυτό το επίπεδο, όπως και σε όλα τα υπόλοιπα, ωστόσο, οι ατομικιστές παραμένουν πάνω απ’ όλα πλουραλιστές και χαρακτηρίζουν ως εξουσιαστικό οποιοδήποτε σύστημα -ανεξαρτήτως ονόματος- που θα τους δέσμευε υποχρεωτικά σε μία οικονομική σχέση απορρίπτοντας την πιθανότητα εναλλακτικών επιλογών. Η διαφορά μεταξύ ατομικιστικής και κολλεκτιβιστικής προσέγγισης στην οικονομία έγκειται στο γεγονός πως, ενώ η πρώτη θα άφηνε κάθε άτομο απρόσκοπτα να εξασφαλίσει μόνο του ό,τι χρειάζεται, η δεύτερη θα ανήγαγε την κοινωνία σε διαχειριστή και πάροχο των χρειωδών για τη ζωή. Κάθε σύστημα που καθιστά το υποκείμενο εξαρτημένο από την καλή ή κακή θέληση των άλλων είναι απεχθές για τους ατομικιστές. Είναι μικρής σημασίας γι’ αυτούς το αν τα μέσα παραγωγής βρίσκονται υπό τον έλεγχο μιας δράκας κεφαλαιοκρατών, του κράτους, μιας συνδικαλιστικής ένωσης ή μιας κομμούνας, αν οι ίδιοι δε διαθέτουν αυτονομία και ελευθερία επιλογής.

Επανάσταση

Αλλά οι εικασίες σχετικά με τη μελλοντική οικονομία έχουν αποκλειστικά ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν περιμένουν καρτερικά την “επαύριον της επανάστασης” για να γευτούν τους καρπούς των αντιλήψεών τους. Είναι το σήμερα που τους απασχολεί, όχι ένα υποθετικό μέλλον. Εφόσον ο ατομικιστής έχει ως αφετηρία τον εαυτό του, δε χρειάζεται τη συγκατάθεση άλλων προκειμένου να ξεκινήσει την “επανάστασή” του. Καλωσορίζει οποιοδήποτε άτομο πορεύεται σε παρακείμενο δρόμο, αλλά δεν εξαρτά το ταξίδι του από κανέναν. Οι χριστιανοί προσδοκούν τη θέληση του θεού τους, οι δημοκράτες τη θέληση του λαού, οι μαρξιστές και οι συνδικαλιστές τη θέληση του έμφυτα επαναστατικού προλεταριάτου · αντιθέτως, ο ατομικιστής ελπίζει μόνο στην δική του βούληση και δε βασίζεται σε τίποτα πέραν του εαυτού του. Κατά συνέπεια, δεν πιστεύει σε μία “ιστορική διαλεκτική”, στην αναπόδραστη κατάληξη της ταξικής πάλης, στη σταδιακή πρόοδο του νομικού πολιτισμού ή σε οποιαδήποτε άλλη αγελαία ή υπερφυσική δύναμη ως εγγυητή της απελευθέρωσής του. Η αυτονομία είναι η μοναδική μορφή απελευθέρωσης με κάποιο νόημα γι’ αυτόν. Δεν έχει χρόνο για χιλιαστικά ναρκωτικά ως καταπραϋντικά για τη σημερινή μιζέρια και τις υπαρκτές καταπιέσεις.

Βία

Η ερώτηση σχετικά με τη χρήση ή μη της βίας για αυτοπροστασία είναι πάντα υποκείμενη στους σκοπούς. Οι ατομικιστές θα καταφύγουν στη μία ή την άλλη επιλογή αναλόγως τη συγκεκριμένη κατάσταση. Οποιαδήποτε προσέγγιση επιχειρεί να δεσμεύσει τον ατομικιστικό αγώνα με την βία ή τον πασιφισμό, αναιρεί την πολυμορφία των ατομικών ιδιοσυγκρασιών και αντοχών, αποτελώντας ένα ηθικό εκμαγείο. Ωστόσο, δυστυχώς, όντας αντιμέτωποι με τα συντριπτικά μέσα βίας στην κατοχή του σύγχρονού κράτους, οι περισσότεροι ατομικιστές σταχυολογούν την παθητική αντίσταση ως το πιο ενδεδειγμένο μέσο πάλης.

Τέλος

Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν επιθυμούν να παραμείνουν ένας ακόμα αριθμός στις “στατιστικές εκατομμυρίων” υπάκουων πολιτών. Απέσπασαν τους εαυτούς τους από την υπόλοιπη αγέλη, και η αναρχία τους ευδοκιμεί στη δύναμή τους να επικυρώσουν την ύπαρξή τους. Διαχωρίζονται από κάθε δημοκρατικό ή σοσιαλιστικό μύθο. Στον διάολο το τι “θέλει ο λαός” και τι “θέλουν οι εργαζόμενοι”. Ας βιώσουμε στο έπακρο τις ζωές μας ακολουθώντας τα προσωπικά μας συμφέροντα, όντας οι εαυτοί μας. Ο ατομικιστής θα τραβήξει τον δικό του δρόμο, ακόμα κι αν πρέπει να πορευτεί μόνος. Η ατομικότητά του, εξάλλου, θα συνθλιβόταν αν δεν το έκανε.

Sydney E. Parker

Πηγή: Minus one, τεύχος 9, Ιούλιος – Αύγουστος 1965

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Επίθεση στο νέο εξουσιαστικό αφήγημα

Λάβαμε 3/6/2021

Εδώ και ενάμιση χρόνο ζούμε μια απίστευτη επίθεση της εξουσίας σ΄ολόκληρο τον πλανήτη με πρόσχημα την πανδημία του COVID-19. Μια επίθεση με επιβαλλόμενα μέτρα που στόχο έχουν όχι μόνο να περιορίσουν την ελευθερία μας αλλά και να μας εισάγουν σ΄ένα νέο τρόπο ζωής πλήρους ελέγχου. Η δυστοπία λοιπόν δεν είναι μια μελλοντική αφήγηση ενός μυθιστορήματος αλλά μια πραγματικότητα που τη ζούμε όλο και πιο πολύ τον τελευταίο καιρό όλο και σε μεγαλύτερες δόσεις. Το πιο σημαντικό όμως ζήτημα είναι το πως σταθήκαμε όλες-οι μπροστά σ΄αυτή την νέα λαίλαπα του συστήματος. Δυστυχώς η κοινωνία στο μεγαλύτερο μέρος της αποδέχτηκε αυτή την νέα συνθήκη σαν μια αναγκαιότητα. Το κακό όμως είναι ότι το ριζοσπαστικό κίνημα ακόμη και ο αναρχικός χώρος δεν αμφισβήτησε τον πυρήνα αυτής της μεθόδευσης του κράτους συμπράττοντας σε μια μονομερή εκεχειρία και αφήνοντας ελεύθερο το κράτος και την ιατρική επιστήμη να ορίζει ασφυκτικά την καθημερινότητα μας. Και όσες τολμήσαμε να αρθρώσουμε μια άλλη άποψη, έναν διαφορετικό λόγο, λοιδορηθήκαμε με τον πιο άθλιο τρόπο ακόμη και από «συντρόφους». Μας είπαν ψεκασμένους, συνομωσιολόγους, μας ταύτισαν με τους ακροδεξιούς, ξεχνώντας ότι αυτοί είναι που υιοθέτησαν την κρατική προπαγάνδα. Οπότε πως συνεχίζουμε πλέον σε όλο αυτό?

Στο διάολο με την κοινωνία που σέρνετε γλείφοντας την εξουσία για λίγα ψίχουλα όταν αυτή κρατάει ολόκληρη την πίτα για πάρτη της. Μια κοινωνία που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η επιβίωση με κάθε τρόπο ακόμη και αν χρειαστεί να πατήσει επί πτωμάτων. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, ατομικό συμφέρον, κοινωνική καταξίωση. Μια κοινωνία που στην τελική νοιάζεται πότε θα της επιτρέψουν οι εξουσιαστές να γυρίσει στην κανονικότητα της κατανάλωσης με όποιους όρους ( εμβόλια, self-test ). Μόνο που το κοινωνικό σώμα έχει σαπίσει και ό,τι σαπίζει είναι καταδικασμένο να πεθάνει. Όσο για τους «αγωνιστές» που εθελοτυφλούν για την κατάσταση που ζούμε αγκαλιάζοντας όλο και πιο πολύ ρεφορμιστικές πρακτικές, μ΄αυτούς έχουμε διαχωρίσει την θέση μας εδώ και πολύ καιρό.

Καλούμε λοιπόν όλες τις αντικοινωνικές δυνάμεις για να εντείνουμε την εξεγερσιακή μάχη ενάντια στο σύστημα, με τα μέσα και τα όπλα που χρησιμοποιούμε όλα αυτά τα χρόνια. Από τις αφίσες και τα κείμενα μέχρι τις πέτρες, τους εμπρησμούς και τα εκρηκτικά. Να επιτεθούμε στην εξουσία και τις δομές της, στα αστυνομικά τμήματα, τα σχολεία, τα δικαστήρια, τα υπουργεία, τις φυλακές, τις πολυεθνικές. Να δημιουργήσουμε μια χαοτική κατάσταση όπου το κράτος θα στριμωχτεί και θα φοβηθεί όταν μπροστά του θα απλώνεται όλο και περισσότερο το μένος και η οργή μας. Για να μην μείνουν η εξέγερση και η αναρχία απλώς συνθήματα στις πορείες. Για να αντισταθούμε στην καθημερινότητα και να βιώσουμε τις μικρές και μεγάλες στιγμές ελευθερίας στα κατειλημμένα κτίρια, στους δρόμους, στα οδοφράγματα. Δεν υπάρχει πλέον χρόνος για χάσιμο. Ή εμείς ή αυτοί!!!

ΚΑΜΙΑ ΑΝΑΚΩΧΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

Μεξικό: Εκρηκτική επίθεση στην τράπεζα των ενόπλων δυνάμεων

ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ…

Μόλις λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα της 23ης Μάη 2021, τοποθετήσαμε εκρηκτικό μηχανισμό αποτελούμενο από πυρίτιδα και βουτάνιο, στοχεύοντας την καταστροφή των εγκαταστάσεων της τράπεζας των ενόπλων δυνάμεων, Banjército, στην Πόλη του Μεξικό, κάτι το οποίο και επετεύχθη πλήρως.

Το πράξαμε διότι…

I

Επαναφέρουμε στη μνήμη μας τον Mauricio Morales, Χιλιανό αναρχικό σύντοφο που έφυγε απ’ τη ζωή με τραγικό τρόπο, κουβαλώντας εκρηκτικό μηχανισμό ο οποίος, όπως φαίνεται, προοριζόταν για τη Σχολή Δεσμοφυλάκων στη γειτονιά Matta, στο Σαντιάγο. Ο σύντροφος είναι παρών!

Ανταποκρινόμαστε στο κάλεσμα για δράση που απηύθυναν οι αναρχικές κι οι αναρχικοί κρατούμενοι ανά τον κόσμο. Απ’ το Μεξικό ως την Ελλάδα, απ’ το Μοντεβιδέο ως το Βέλγιο! Απ’ την Αργεντινή ως το Ηνωμένο Βασίλειο, ούτως ώστε να συνεχίσουμε να γευόμαστε την ένοπλη χαρά!!!

Καταδικάζουμε τις κατασταλτικές επιχειρήσεις ενάντια στα αναρχικά συντρόφια στο Ηνωμένο Βασίλειο και στα διεθνή δίκτυα αντιπληροφόρησης. Δείχνουμε την πλήρη αλληλεγγύη μας προς όσες και όσους βρίσκονται αντιμέτωποι με την καταστολή στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως επίσης και προς τα συντρόφια απ’ το 325, απ’ τον Αναρχικό Μαύρο Σταυρό Βερολίνου, απ’ το Northshore Counter-Info, απ’ το Montreal Counter-Info και απ’ το Act for Freedom Now.

II

Αρνούμαστε τον μεξικάνικο μιλιταρισμό. Στο σήμερα, ζούμε στο Μεξικό σε ένα πανίσχυρο μιλιταριστικό καθεστώς. Η Κυβέρνηση του Andrès Manuel Lòpez Obrador έχει βαθύνει τη διασπορά της πολιτικής της επιρροής, παρουσίας και πρόσβασης στις στρατιωτικές μονάδες · αυξάνοντας την ισχύ τους, διπλασιάζοντας τα ποσά χρηματοδότησής τους και επεκτείνοντας το πεδίο επιρροής τους: Στρατιωτικοποιώντας το μεταναστευτικό ζήτημα, τα λιμάνια και τα τελωνεία, την εφαρμογή των κοινωνικών προγραμμάτων, καθώς και τη δημόσια ασφάλεια. Αυτό έχει, σαφώς, προκαλέσει ένα οδυνηρό βάθεμα των κοινωνικών ανισοτήτων, καθιστώντας τις κοινωνικές ιεραρχίες ιδιαίτερα άτεγκτες. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Όλο και περισσότερη βία απέναντι στις εκμεταλλευόμενες τάξεις, εξαφανίσεις ατόμων, παραδικαστικές εκτελέσεις, σεξουαλικά βασανιστήρια, αύξηση των γυναικοκτονιών · και όλα αυτά τιμωρώντας και επιβάλλοντας, όπως πάντα, περισσότερη αγωνία εις βάρος της ευημερίας των ανθρώπων που γεννούν τη ζωή: τις γυναίκες. Και τότε, όταν μητέρες που αναζητούν τα αγνοούμενα παιδιά τους κραυγάζουν κατατρομαγμένες, τι κάνει το μεξικανικό κράτος γι’ αυτές; Χλεύη και περιφρόνηση είναι τα μόνα που λαμβάνουν απ’ τον Lòpez Obrador! Ποιος, όμως, είν’ ο λόγος για την τόση απάθεια; Θεωρούμε πως, αν το σύστημα παραμένει απαθές μπρος στις κραυγές μας, είναι επειδή ο πόνος μας αποτελεί ακριβώς την αναγκαία συνθήκη διαιώνισης αυτής της εκμεταλλευτικής τάξης · τούτο είναι το θεμέλιο αυτού του τέρατος που τρέφεται απ’ το αίμα και τις σάρκες μας! Δίχως την αξία που παράγουμε, δίχως τη ζωή που γεννάμε, δίχως τα σώματα που φροντίζουμε, πώς θα μπορούσε ν’ αναπαράγεται η ζωή προκειμένου ν’ απομυζάται ολοκληρωτικά από την τάξη αυτή; Να λοιπόν γιατί ούτε το  κράτος, ούτε η πατριαρχία, ούτε κι ο καπιταλισμός πρόκειται να σταματήσουν τούτο το μακελειό · οφείλουμε να το σταματήσουμε μόνες μας!

Δε γεννηθήκαμε γυναίκες, μας κατέστησαν γυναίκες. Πλέον έχουμε και δικαίωμα ψήφου, μάλιστα! Απέναντι λοιπόν σ’ αυτό, δείτε, το δηλώνουμε ξεκάθαρα: ΔΕ ΘΑ ΕΠΙΤΡΕΨΟΥΜΕ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΤΕΙ ΑΥΤΟ, ΟΧΙ ΑΛΛΕΣ ΥΠΑΡΞΕΙΣ ΠΟΥ ΣΤΕΚΟΥΝ ΠΕΙΘΗΝΙΑ ΜΠΡΟΣ ΣΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΗ ΤΟΥΣ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ!

III

Τη νύχτα της Δευτέρας 3 Μάη, ένας υπερυψωμένος διάδρομος του σταθμού μετρό στην Πόλη του Μεξικό κατέρρευσε · ο αριθμός των νεκρών ανέρχεται σε 26, ενώ τουλάχιστον 10 απ’ τους νοσηλευομένους είναι σοβαρά τραυματισμένοι. Προς όλους τους ενόχους, κρατικούς λειτουργούς, καπιταλιστές, και λοιπά δολοφονικά τσουτσέκια, έχουμε να πούμε το εξής: Να τρέμετε, διότι βρισκόμαστε στα χνάρια σας, και μπορεί να βρισκόμαστε πιο κοντά απ’ όσο μπορείτε να διανοηθείτε.

Το πρωί της 18ης Μάη, συνολικά 95 φοιτητές (74 εκ των οποίων γυναίκες) δέχθηκαν απαγωγή απ’ το μεξικανικό Κράτος, σε μια δειλή κίνηση εγκληματοποίησης της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Απαιτούμε την άμεση απελευθέρωσή τους. Κάτω τα τείχη των φυλακών! Όλοι οι κρατούμενοι είναι πολιτικοί!

Σύντομα πλησιάζουν οι εκλογές στο Μεξικό. Αποκηρύττουμε πλήρως το Κράτος! Δε θα το αφήσουμε σε ησυχία! Να πυροδοτήσουμε την εξέγερση!

Ας απολαύσουμε τη φλόγα! Ας ζήσουμε την ευχαρίστηση αυτή!!! Να διαλύσουμε την κυρίαρχη τάξη!!! Ζήτω η αναρχία!

Από την άτυπη ομάδα Εξεγερσιακής Αναρχο-Φεμινιστικής Δράσης
Lupe La Camelina

Πόλη του Μεξικό, 23 Μάη 2021

υ.γ. Τα καθεστωτικά μίντια στο Μεξικό απέκρυψαν αυτήν τη δράση. Αυτό μονάχα επιβεβαιώνει την ταξική τους θέση στο πλευρό της εξουσίας. Κι επαναβεβαιώνει την πεποίθησή μας να συνεχίσουμε τη σύγκρουση και τη δράση. Το να τους γινόμαστε μπελάς, το να θέλουν να μας φιμώσουν, σημαίνει πως βρισκόμαστε στον σωστό δρόμο. ΔΕΝ πρόκειται να μας φιμώσουν!

Πηγή: AMW English

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ουρουγουάη, Μοντεβιδέο: Οδοφράγματα στη μνήμη του Mauricio Morales

Απ’ την περιοχή που έχει σφετεριστεί το Κράτος της Ουρουγουάης. Τη νύχτα της Τρίτης 18 Μάη, αποφασίσαμε να μπλοκάρουμε με πύρινα οδοφράγματα έναν απ’ τους δρόμους που οδηγούν στην πόλη του Μοντεβιδέο.

Νιώθουμε δίπλα στα συντρόφια που, μέρα με τη μέρα, αντιστέκονται στην κανονικότητα της φυλακής, προτάσσοντας τα κορμιά τους ως προπύργιο αγώνα. Τους γνέφουμε συνένοχα, γεμάτοι αγάπη κι οργή που ξεπερνούν τους περιορισμούς τους οποίους επιβάλλουν τα Κράτη και το Κεφάλαιο.

Στη μνήμη του Mauricio Morales, συντρόφου που έπεσε στη μάχη στις 22 Μάη 2009, θέλουμε να στείλουμε μια στοργική και θερμή αγκαλιά στα φιλαράκια και τα συντρόφια του που τον θυμούνται κάθε μέρα στον αγώνα.

Αλληλεγγύη με τους αναρχικούς και ανατρεπτικούς κρατουμένους και κρατούμενες ανά τον κόσμο!

Για τη διάχυση της ανταρσίας!

Ζήτω η διαρκής εξέγερση!

Ζήτω η αναρχία!

Τούτον τον Μάη, μήνα μαύρης μνήμης, θυμόμαστε τα συντρόφια που έπεσαν στη μάχη και, σε αλληλεγγύη με τους αναρχικούς και ανατρεπτικούς κρατουμένους και κρατούμενες στη Χιλή, στην Ιταλία, την Ελλάδα και σ’ ολάκερο τον κόσμο, σφυρηλατούμε την οργή μας με τη συνένοχη κι αναρχική φλόγα του αγώνα.

Να υπερβούμε σύνορα, τείχη και κάγκελα.

Για τη διάχυση της ανταρσίας!

Ζήτω η διαρκής εξέγερση!

Αλληλεγγύη με τα αιχμάλωτα αναρχικά και ανατρεπτικά συντρόφια ανά τον κόσμο

Βίντεο από τη δράση: https://attaque.noblogs.org/files/2021/05/20210519_005700_001.cleaned.mp4

Πηγή: AMW English

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Δικαιώματα ή Απελευθέρωση των Ζώων; Μερικές διάσπαρτες σκέψεις πάνω στην Απελευθέρωση, στην Αναρχία και στη Ζωή

Είναι πολύ συχνό φαινόμενο μέσα στο κίνημα των δικαιωμάτων και της απελευθέρωσης των ζώων να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και κριτικές πάνω στα δικαιώματα απ’ την μία και στην απελευθέρωση από την άλλη, από ατομικότητες, ακτιβιστές, και μέλη οργανώσεων. Για να έχουμε μια καθαρότερη εικόνα για αυτό το γεγονός, πρέπει να ρίξουμε μια κοντινότερη ματιά σε αυτές τις δύο έννοιες. Αρχικά, η έννοια των «Δικαιωμάτων» είναι το να δώσεις σε κάποιον/α το δικαίωμα να κάνει ή να έχει κάτι, με άλλα λόγια τα δικαιώματα πρέπει πρώτα να θεσμοθετηθούν ώστε να χορηγηθούν έπειτα. Η παγίδα στην οποία πέφτουν πολλοί ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ζώων είναι η ουσία και η ιδέα των δικαιωμάτων των ζώων και της δημοκρατίας. Πρώτα, η δημοκρατία προϋποθέτει την ύπαρξη του Κράτους, των νόμων και των θεσμών που κάνουν αυτή την δημοκρατία νόμιμη, χωρίς να έχει καμία σημασία αν η δημοκρατία είναι άμεση ή έμμεση, συνεχίζει να είναι δημοκρατία, κρατική κυριαρχία και επιβολή. Ο αγώνας μας δεν μπορεί να περιχαρακωθεί μέσα στα στενά όρια της δημοκρατίας, καθώς ο αγώνας μας είναι αναρχικός και στόχος του είναι το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή η κατάλυση της δημοκρατίας, του καπιταλισμού και του κράτους, και η αποδόμηση κάθε καταπίεσης και κυριαρχίας. Έτσι λοιπόν, η ιδέα των δικαιωμάτων προϋποθέτει με την σειρά της την συνέχιση του ίδιου ή ενός διαφορετικού συστήματος διακυβέρνησης, θέσπισης νόμων και υποδούλωσης. Τα δικαιώματα των ζώων και των ανθρώπων έχουν ανάγκη από τους νόμους και τους θεσμούς, και εν τέλει και τους αρμόδιους που θεσπίζουν αυτά τα δικαιώματα, δηλαδή έχουν ανάγκη την εξάρτηση από τους κυριάρχους και τους κυβερνήτες. Αυτόματα, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως τα δικαιώματα των ζώων είναι η ιδέα της χορήγησης περισσότερης ελευθερίας στα ζώα, με αυτό να σημαίνει μεγαλύτερα κλουβιά, ανθρωπινότερους τρόπους σφαγής, κτλ. , και η ουσία της ελευθερίας που επιθυμούν να χορηγηθεί να μην είναι ποτέ ενάντια στην ριζική αιτία της εκμετάλλευσης τους, η οποία είναι η καταπίεση από τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του, τα έθνη του, τα κράτη του, τους νόμους, τις μηχανές, τα εργοστάσια, τα εμπορικά κέντρα, τα γουναράδικα, ακόμα και τα φιλήσυχα νοικοκυριά. Και πάνω από όλα, τα δικαιώματα που αυτοί οι εναλλακτικοί ακτιβιστές της νομιμότητας θέλουν να θεσπίσουν για τα ζώα είναι φυσικά ανθρωποκεντρικά, σαν το σύστημα που υπηρετούν και έχουν ανάγκη. Επίσης, πολλές φορές το συγκεκριμένο ζήτημα είναι υπερβολικά μονοθεματικό. Αφού γίνουν χορτοφάγοι ή και βίγκαν, σταματούν εκεί, το βλέπουν σαν αυτοσκοπό, σαν να έχουν κάνει το κομμάτι τους, λες και αυτό από μόνο του είναι ο «αγώνας» τους, και αφού μποϋκοτάρουν την κρεατό-γαλακτό-βιομηχανία, αρχίζουν να λατρεύουν την βίγκαν βιομηχανία, που και αυτή από την πλευρά της δεν παύει να είναι μια καπιταλιστική βιομηχανία, που βιάζει τη Γη και εκμεταλλεύεται ανθρώπους ως εργάτες. Έτσι αυτοί οι εναλλακτικοί μπουρζουάδες φιλόζωοι, βρίσκουν την απόλυτη συμπόνια στην αγάπη τους προς τα ζώα, έχοντας το ως αυτοσκοπό, συμμετέχοντας σε ειρηνικές διαμαρτυρίες, σε πικετοφορίες, σε καταναλωτικά μποϋκοτάζ και σε λίστες υπογραφών για την λύση του τάδε προβλήματος, φυσικά δουλεύοντας μέσα στο σύστημα, και εκτός αυτού διακρίνονται για την λασπολογία τους ενάντια στο μαχητικό κίνημα της απελευθέρωσης των ζώων, όπου ατομικότητες και ομάδες θυσιάζουν την ελευθερία τους για την απελευθέρωση των ζώων και της γης, βάζοντας φωτιές σε επιχειρήσεις, κάνοντας μαχητικές πορείες που έρχονται σε σύγκρουση με τους προστάτες των νόμων τους, κάνοντας απελευθερώσεις ζώων δίνοντας τους έτσι το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση της ζωής τους, και γενικότερα κάνοντας άμεσες δράσεις που αποτελούν και πραγματικό κίνδυνο για το καπιταλιστικό σύστημα, που μετράει τα πάντα σε χρήμα και υλικές ζημιές.
 
Απ’ την άλλη, η ιδέα της Απελευθέρωσης των Ζώων, και της Απελευθέρωσης γενικότερα, είναι η ιδέα του αγώνα όχι μόνο για ελευθερία, αλλά περισσότερο από αυτό, για της απελευθέρωση του εαυτού μας, των ζώων και του περίγυρου μας, από την αρρώστια που ονομάζεται κράτος, καταπίεση, κυριαρχία, και πολιτισμός. Η Απελευθέρωση των Ζώων δεν μπορεί να είναι μονοθεματική, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Απελευθέρωση της Γης και του Ανθρώπου, καθώς και με το κίνημα της Ολικής Απελευθέρωσης. Δεν έχει καμία σχέση με την θέσπιση δικαιωμάτων οποιουδήποτε τύπου, ή με την ανωτερότητα κάποιου να αποφασίζει για το ποιος/ποια/ποιο θα είναι ελεύθερο ή όχι στον ελεύθερο κόσμο που επιθυμούμε, αλλά είναι ένας πόλεμος για την ζωή έξω από τα στεγανά της καταπίεσης, της σκλαβιάς, της εξημέρωσης, της μιζέριας και της συντριβής των ονείρων και επιθυμιών μας. Αρνούμαστε κατηγορηματικά τα δικαιώματα που μας παρέχουν, και αναγνωρίζουμε ένα και μοναδικό δικαίωμα σε αυτόν τον κόσμο. Το Δικαίωμα να ζούμε ως ελεύθερα όντα την ζωή που επιθυμούμε, χωρίς να υπάρχει κάποιος ή κάτι πάνω από το κεφάλι μας που να ελέγχει τις επιλογές μας. Η απελευθέρωση ως έννοια και ως ουσία είναι υπεράνω όλων των ιδεολογιών, όλων των πολιτικών βιβλίων. Δεν επιθυμούμε να απαιτήσουμε περισσότερη ελευθερία για τα μη-ανθρώπινα ζώα από τους καταπιεστές τους, όπως ακριβώς δεν επιθυμούμε να παζαρέψουμε την προσωπική μας ελευθερία από κάθε είδους αφεντικού και κυριάρχου. Το ύψιστο δικαίωμα που αναγνωρίζουμε, και είναι ένα πρωτόγονο δικαίωμα, είναι το να αρπάξουμε μονάχοι μας την ελευθερία που επιζητούμε, όχι μέσα από και στο σύστημα τους, αλλά μέσω της καταστροφής των κρατών τους, των νόμων τους, των θεσμών τους, των βιομηχανιών τους και του πολιτισμού τους, που εξημερώνει τις άγριες ορμές για τον αέναο πόλεμο ενάντια σε κάθε είδους κυριαρχία και αποξένωση από την ίδια την ελευθερία. Ακόμα και αν γνωρίζουμε σοφά πως τα όνειρα μας δεν θα πραγματοποιηθούν στο όλον τους, είμαστε παραπάνω από σίγουροι πως ο αγώνας μας είναι η ίδια μας η ζωή, και μέσα στους εαυτούς μας βασιλεύει η ανάγκη να διαχύσουμε την φωτιά της απελευθέρωσης, τις σκέψεις των ατομικών μας επιθυμιών, και την άμεση δράση εναντίον των εχθρών μας, που ήταν και είναι ηλίου φαεινότεροι.
 
Η ιστορία της ανθρωπότητας στον πολιτισμό που δημιούργησε, μας έχει δείξει ξεκάθαρα πως η καταπίεση, η εξημέρωση και η κατοχή κάθε στρέμματος του πλανήτη είναι κάποιες από τις αιτίες της εκμετάλλευσης όλων των έμβιων όντων. Τα δεινά που έχει προκαλέσει το ανθρώπινο είδος δεν χωράνε σε ένα άρθρο, ούτε καν σε έναν τόμο για να αναδειχθούν, και δεν ξέρω και κατά πόσο αυτό θα ήταν λειτουργικό ή και ουσιώδες. Η κατάδειξη της μιζέριας και του πόνου που προκαλεί ο θανατερός πολιτισμός τους είναι μόνο ένα κομμάτι του μαινόμενου πολέμου. Είναι η ψυχολογική και θεωρητική βάση, πάνω στην οποία τα πόδια μας πρέπει να πατήσουν δυνατά για τις περαιτέρω ενέργειες. Ενέργειες ενάντια σε όσα μας κρατάνε φυλακισμένους, εμάς και τα υπόλοιπα πλάσματα του πλανήτη, γιατί καμία εξουσία δεν θα διαλυθεί με λέξεις και χαρτιά, αλλά με δράσεις και εξεγέρσεις. Έτσι δεν θα πρέπει να συμβιβαστούμε με τίποτα λιγότερο από την Ολική Απελευθέρωση της Γης, των Ζώων και των Ανθρώπων, καθώς δεν πρέπει ποτέ να παζαρεύουμε την ελευθερία που ανήκει σε όλους μας. Γεννιόμαστε για να είμαστε ελεύθεροι, αλλά όντας γεννημένοι σε έναν πολιτισμό-φυλακή, η μόνη επιλογή που βγαίνει φυσικά από μέσα μας είναι η αφιέρωση της ζωής μας σε αυτόν τον πόλεμο για απελευθέρωση, για την καταστροφή όλων όσων έχτισαν και για την επαναφορά των πραγματικών μας επιθυμιών στο εδώ και στο τώρα. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο.
 
Για την Αναρχία
 
Πηγή : TotalXLiberation
Το παραπάνω κείμενο είχε δημοσιευθεί στην αναρχική σελίδα Inter Arma το 2014

Consumimur Igni: Αιώνιοι φοιτητές στα αμφιθέατρα των επαναστατικών εφορμήσεων

Λάβαμε 28/4/2021

Το κλίμα προβλέπεται βαρύ μετά από μία ακόμα ήττα στο ιστορικό της διαπάλης των κοινωνικών κινημάτων με το ακροδεξιό κυβερνητικό έκτρωμα και την υπερψήφιση του νέου νομοσχεδίου για την εκπαίδευση. Οι επικήδειες συμβολικές εκδηλώσεις μαζί με τις ευκατοφρόνητες προσπάθειες αντίστασης μιας κλινικά νεκρής και σε μόνιμη ρήξη με τον ριζοσπαστισμό αριστεράς, δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν την κατοχύρωσή του, παρά τις όποιες αξιέπαινες δυναμικές αντιδράσεις των ακούραστων εξεγερμένων μειοψηφιών. Και φυσικά κανείς οξυδερκής δεν αιφνιδιάστηκε από αυτήν την εξέλιξη, ούτε για την επερχόμενη συνέχεια στο, τετριμμένο πλέον, θέαμα σύγκρουσης μεταξύ κράτους και όσων δεν μπορούν να δουν πέρα από τα αφηγήματά του.

Πάντως, η τερπνή θέα των αδάμαστων ταραχοποιών κατά τη δυναμική τους επανεμφάνισή τους στο κέντρο των ελλαδικών μητροπόλεων αποτελεί πάντα μια ανεκτίμητη βαρβαρική συνεισφορά. Ειδικά αν λάβουμε υπόψιν μας τους πρωτοφανείς σκόπελους της συγκυρίας, ένεκα της στρατιωτικοποίησης του κράτους με πρόσχημα τη νόσο Covid-19, και της μαχητικής ανετοιμότητας των υπόλοιπων μετεχόντων στις επιχειρήσεις ανακατάληψης του κέντρου. Χαλάλι το απαράλλακτο, γραφικό όνειδος των ανήσυχων φοιτητών, λοιπόν, αν μετατρέπεται σε πυροκροτητή αντίστοιχων ευκαιριών για την ικανοποίηση των αδιαπραγμάτευτων φιλοδοξιών μας. Και πέραν της αναμενόμενης νωχελικής τους συμβολής στη διαδραματιζόμενη σύγκρουση, ξεπερνάμε και την αθεράπευτη πολιτική κακομοιριά και συναισθηματική τους ραθυμία.

Στο δια ταύτα τώρα: Το “νέο πανεπιστήμιο”, ήδη εδώ και καιρό -μια αναπότρεπτη άφιξη για όσους δεν ξέχασαν να διαβάζουν τα σημεία των καιρών (κρίση αναπαραγωγής του κεφαλαίου, ανάγκη ανάδειξης νέων αγορών, γενικευμένος κοινωνικός εκμαυλισμός, εκσυγχρονισμός της παραγωγής, ιδεολογική ηγεμονία της οικονομίας ως απότοκο του νοσούντος αστισμού)- βρισκόταν προ των πυλών. “Δυστοπία ολκής και μια ωδή στον ολοκληρωτισμό” ακούμε, αλλά δε συμφωνούμε, κι ας λογαριάζουμε σοβαρά στην κρίση μας τις όποιες βάσιμες ανησυχίες. Θεωρούμε όλους αυτούς τους στομφώδεις μύδρους γκρίνιας μαλακίες. Μια διαδεδομένη και αντιδημιουργική πρακτική της παραδοσιακής αριστεράς. Δε χαρακτηρίζουμε μαλακίες την περίσταση καθ’ εαυτήν, και επ’ ουδενί δεν υποτιμούμε την πρακτική αναγκαιότητα κατανόησης, ανάλυσης και καταπολέμησης ενός σχολαστικά σχεδιασμένου κυβερνητικού νομοσχεδίου με στόχο την περαιτέρω βιομηχανοποίηση της εκπαίδευσης, τον αποικισμό δημοσίου χώρου από ένστολους ανίκανους και την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων αγκιστρωμένων στην εκαπιδευτική διαδικασία: Κομβικά ζητήματα και αληθινοί στόχοι πρώτης τάξεως για την επαναστατική κριτική μας, όπως και οι εμπνευστές τους για τα μέσα εκτόνωσης της διάπυρης οργής μας. Αρκετά όμως με τις φοιτητικές μετριοπάθειες και τους συγχρωτισμούς με τις αριστερίστικες υπεκφυγές.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα των αριστερών φοιτητών με το νομοσχέδιο για την παιδεία είναι ομόλογο με αυτό της σύγχρονής αριστεράς απέναντι σε κάθε μεμονωμένη πολιτική συγκυρία ικανή να τη φέρει αντιμέτωπη με τις αντιφάσεις της, παύοντας να τη μεταχειρίζεται σαν το μόνιμο κακομαθημένο παιδάκι της μεταπολίτευσης: Επανάσταση ή συμφιλίωση με το κατεστημένο; Κοινωνικός πόλεμος ή συμπόρευση με το υπάρχον; Σαφέστερα τώρα, φοιτητής ή εξεγερμένος; Γιατί στο αφεντικό δε βγαίνουν άλλες παραχωρήσεις.

Η στρατιωτικοποίηση των πανεπιστημιακών χώρων δεν είναι ασφαλώς μια στιγμή παράταιρη και αποκομμένη από τη συγκεκριμένη ιστορική φάση του καπιταλισμού και του κοινωνικού γίγνεσθαι. Μια ανθρωπότητα παραδομένη και ανοχύρωτη -πλην ελάχιστων εξαιρέσεων (θλιβερά ελάχιστες για να συντηρούν επαναστατικές ονειρώξεις)- στις κτηνώδεις ορέξεις της οικονομικά διαρθρωμένης μεγα-μηχανής του κεφαλαίου, συνειδητά ή μη, καλείται να προσαρμοστεί εκ νέου στις αδήριτες προϋποθέσεις για την κάλυψη του συστήματος και τη διάσωση του καπιταλισμού ως γενική αρχή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων.

Για τις μη κατεχόμενες από ιδεολογικές παρωπίδες, για τους πιστούς απολογητές και αδιόρατους στηλοβάτες των θεμελιωδέστερων κατηγοριών κατά του υπάρχοντος, δεν προξενεί έκπληξη η συνεχιζόμενη με φρενήρεις ρυθμούς εισβολή της οικονομίας σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης υπόστασης. Εδώ έχει εισβάλλει διαμέσου του σταδιακά πιο εύστοχου και αποδοτικού διάχυτου θεάματος στον καθρέπτη του σπιτιού και στα όνειρά μας, στο πανεπιστήμιο θα κόλωνε; Και από τι θα εμποδιστεί στην τελική; Από το ταλαίπωρο φοιτηταριάτο που έκανε το νέο πανεπιστήμιο πράξη πριν καν να γίνει νομοσχέδιο; Από όσους αναζήτησαν στην ανώτερη εκπαίδευση μια διάσωση ή απόκτηση ταξικών προνομίων; Από όσους διασπάθιζαν, πνιγμένοι στην ηδυπάθεια και τον καταναλωτισμό, τα πύρινα χρόνια του νεανικού τους σφρίγους, με την καταπραϋντική υπόσχεση πως σύντομα θα αποτελούν αξιόπιστα στελέχη στην εκστρατεία επέκτασης του αστικού πολιτισμού; Ή θα εμποδιζόταν από τους αριβίστες πολιτικάντηδες με τις ψευδαισθήσεις αγώνα πίσω από τα περιφρονημένα τραπεζάκια στους πανεπιστημιακούς διαδρόμους, όταν δε φανφαρολογούσαν στα φοιτητομάγαζα με έπαρση ειδήμονα; Όλοι αυτοί είτε δεν ήθελαν, είτε δεν κατάφεραν να εμποδίσουν την υπερψήφιση του ”εκτρωματικού” αυτού νομοσχεδίου, και τώρα τμήματά τους το γύρισαν -σαν έτοιμοι από καιρό- στο ”δε θα εφαρμοστεί”. Μαλακίες ξανά. Και αυτό διότι εφαρμόζεται ήδη καιρό τώρα, με αυτούς ως αναπόσπαστο κομμάτι του.

Το “νέο πανεπιστήμιο” υπήρχε προ πολλού διαμέσου της χαρακτηροδομής, των επιθυμιών, των προτεραιοτήτων, της διαγωγής και των επιλογών του κάθε τυχάρπαστου νεοεισερχόμενου φοιτητάκου, έχοντας με καμάρι στο πέτο του τις ευλογίες κράτους, οικογένειας και αγοράς ως προκαταβολή για τη δυνητική του μελλοντική χρησιμότητα στην παραγωγική διαδικασία. Προαγωγός του φυσικά το “παλιό πανεπιστήμιο”, και δε νιώθουμε την ανάγκη να ζητήσουμε καμιά προκαταβολική συγγνώμη από όσους το νοσταλγούν λόγω της εξάρτησής τους από τα κομματικά τραπεζοκαθίσματα, τα φοιτητικά στέκια και τα πάρτυ του παρασκευο-σάββατου. Αυτές είναι κατ’ αυτούς ικανές αιτίες για να το δοξάζουν και να το εξάρουν ως κάτι διαφορετικό και κοινωνικά υγιές. Με το νομοσχέδιο, εξάλλου, δεν διαφοροποιήθηκε τρομακτικά το πολιτικο-οικονομικό σύστημα, δεν άλλαξε κάποια ουσία του κόσμου, απλά αυξήθηκε η ταχύτητα του καπιταλισμού μαζί με τις αξιώσεις του να εντείνει τον έλεγχο στις σύγχρονες μανιφακτούρες, όπως τα πανεπιστήμια, ως μονάδες παραγωγής εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Σφίξαν οι κώλοι, εν ολίγοις. Οπότε, πού ακριβώς έγκειται το θέμα των περισσότερων αγανακτισμένων, αν δε θέλουμε να υπεκφεύγουμε; Ένα είναι το απαράκαμπτο συμπέρασμα: Η αριστερά έχει συνηθίσει να είναι το αβροδίαιτο παιδί ενός φιλελευθερισμού με τον οποίο έχει πολιτικά συμβιβαστεί, πατώντας στις πλάτες της αιματοβαμμένης ιστορίας αντικαθεστωτικών και αντικαπιταλιστικών αγώνων. Αν την απώλεια αυτών των κεκτημένων προνομίων τη βρίσκει τόσο δυσβάσταχτη, ας σταματήσει να κουράζει με τα διαπιστευτήρια περί νομιμότητας των αιτημάτων της, κι ας ετοιμαστεί να χύσει αίμα, ειδάλλως ας πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας.

Απέναντι στην υπάρχουσα πραγματικότητα, δεν ευδοκιμούν πλέον μετριοπάθειες και υπεκφυγές. Τρομακτική διαπίστωση ίσως για όσους βολεύονται στη μακαριότητα της επίβουλα παραχωρημένης νηνεμίας. Ευλογημένο δώρο όμως για εμάς και όσες αντικρίζαν στις κτηνώδεις ώρες της ακύμαντης καθημερινής ρουτίνας τον χειρότερο εφιάλτη τους. Αν ο καπιταλιστικός κόσμος και η αναπόδραστη παρακμή του απολήγουν στην ανανέωση της βαρβαρότητας και της ωμής κρατικής επιβολής, εμείς γιατί να ιδρώσουμε; Θα έπρεπε να μοιρολογούμε για τις εκλιπούσες στιγμές μιας επίπλαστης κοινωνικής ειρήνης ή να υποκριθούμε τον συμπαραστάτη των μίζερων ανησυχιών του κάθε φοιτητάκου μήπως κερδίσουμε την εύνοιά του, βοηθώντας τον στην αναζήτηση του χαμένου καπιταλιστικού παραδείσου του; Δε διστάζουμε, απεναντίας, να εκφράσουμε μια σχετική “ικανοποίηση” με την έκβαση των εξελίξεων, αφού η αυταρχικοποίηση της πανεπιστημιακής λειτουργίας μπορεί ν’ αποτελέσει μια επαρκή αφορμή για να εγκαταλείψουν τους ευκαταφρόνητους εκπαιδευτικούς (και εν συνεχεία παραγωγικούς) ρόλους τους μεγαλύτερες μερίδες ανθρώπων. Χρήσιμο και αναγκαίο κάθε ερέθισμα που πείθει τους σπουδαστές να παρατήσουν έναν -ούτως ή άλλως- εχθρικό για εμάς χώρο, φυτεύοντας στις καρδιές τους τον σπόρο της εξέγερσης και της άρνησης των σχέσεων επιβολής και υποταγής. Παρατηρώντας πως εμείς οι ίδιοι στερούμαστε τη δυναμική να οξύνουμε την αντιπαράθεση με το κράτος, ας το απολαύσουμε τουλάχιστον να τρώει το ίδιο τα μούτρα του, χτίζοντας εκατοντάδες και χιλιάδες εν δυνάμει αρνητές και πολεμίους του.

Τι να πούμε και ποια να είναι η θέση μας στις κινητοποιήσεις ενάντια στο νέο πανεπιστήμιο, όταν απαρνηθήκαμε οριστικά τους ρόλους και τα πόστα μας στις τάξεις της εκπαιδευτικής εξημέρωσης; Όταν αυτομολήσαμε και αναζητήσαμε πρόθυμα θέση στα χαρακώματα του αναρχικού πολέμου, ποθώντας την καταστροφή του “νέου”, του “παλιού” και κάθε πανεπιστημίου; Δε μας βρίσκει σύμφωνους η ανάθρεψη της γραφικής γκρίνιας των κάθε λογής αγανακτισμένων εκπαιδευτικών σε μια προσπάθεια κατασκευής σαθρών δεσμών αλληλοϋποστήριξης με μοναδικό στόχο την πολιτική επιβίωση και την εξασφάλιση μιας προνομιακής μεταχείρισης, αποστερημένης από οποιονδήποτε σχεδιασμό ριζοσπαστικής ρήξης με τη βαθιά ριζωμένη εκπαιδευτική διαδικασία. Τη βρίσκουμε επιζήμια και αυτοϋπονομευτική, διότι αποφεύγει επιδέξια να χτυπήσει ουσιωδώς αντιλήψεις, συνήθειες και επιθυμίες ασυμβίβαστες με μία αναρχική επίθεση στα θεμέλια της αστικής κοινωνίας. Όταν ο στόχος των αναρχικών αναλύσεων και επιθέσεων εντοπίζεται σε μία σύλληψη της πραγματικότητας κατά πολύ εκτενέστερης από αυτής ενός συγκυριακού αγώνα απέναντι σε ένα κυβερνητικό νομοσχέδιο, δεν μπορείς να συμμετέχεις σε αυτόν συντηρώντας τις αιτίες ενδυνάμωσης της πρώτης. Τουτέστιν, υπονομεύεις τον ίδιο σου τον εαυτό όταν πολεμάς το νέο πανεπιστήμιο συμπράττοντας άκριτα και κατά περίπτωση, απενοχοποιώντας ό,τι συντηρούσε το παλιό, ενώ αυτό ήταν ο αδιαμφισβήτητος πρόδρομός του. Η πάγια θέση μας είναι πως η μαζική κοινωνική μηχανή με τον εργασιακό καταμερισμό, την προσιδιάζουσα σε αυτή γνώση και τους επακόλουθους κοινωνικούς ρόλους, οφείλει να καταστραφεί συθέμελα, ώστε ν’ ανθίσουν απρόσκοπτα οι ελεύθερες κοινοτικές ενώσεις μας. Αν δε σταθούμε στα πόδια μας, εκφράζοντας μια προταγματική και στρατηγική ολότητα, δεν μπορούμε να εμπνεύσουμε μια ολοκληρωμένη, ενιαία ανατροπή, σε μία εποχή όπου η απολυτότητα αναδεικνύεται ως προαπαιτούμενο γι’ αυτό.

Επ’ ουδενί δεν προάγουμε και δεν καλλιεργούμε μία λογική αναχωρητισμού από τους εν εξελίξει αγώνες, ούτε στηλιτεύουμε την όσμωση με ευρύτερα κοχλάζοντα κοινωνικά σύνολα. Η τοποθέτησή μας αυτή στοχεύει να αποτελέσει επιμέρους στιγμιότυπο μιας βαθιάς και ειλικρινούς αγωνιστικής όσμωσης. Μπουχτίσαμε όμως από την άκριτη έκφραση αγαθών προθέσεων και διεκδικούμε το αυτονόητο: Να τοποθετούμαστε ως αγέρωχος και συγκροτημένος επαναστατικός χώρος, όχι η αντιδραστική πιτσιρικαρία μιας πτυχιούχας πλέμπας. Η πολιτική μας στάση οφείλει να λαμβάνει πρόδηλη θέση ρήξης με την αστική κοινωνία, όχι διπλωματικής διαπραγμάτευσης των όρων εξανδραποδισμού μας με το κράτος. Ενόσω δεχόμαστε αλλεπάλληλες ήττες και αστοχίες, οφείλουμε να γίνουμε αμείλικτοι και επικριτικοί απέναντι -πρωτίστως- στους εαυτούς μας τους ίδιους, να παραδεχτούμε και να αναρωτηθούμε γιατί το κράτος βρίσκεται πάντα 3 βήματα μπροστά μας (ιδεολογικά, στρατιωτικά και επικοινωνιακά), ειδάλλως θα παραμείνουμε οι χρήσιμοι σάκοι εκτόνωσης του ένστολου σαδισμού.

Το πρώτο βήμα είναι η σαφής επίγνωση του ποιοι ακριβώς είμαστε, και έπειτα ακολουθεί η αλύγιστη πολιτική και αξιακή υποστήριξη των απόψεών μας αναφορικά με την εκπαίδευση και τους πανεπιστημιακούς χώρους. Ομολογώντας, για παράδειγμα, δίχως περιστροφές πως αυτή δεν είναι καθόλου αναδιαρθρωτική. Γνωρίζουμε, εξάλλου, καλά πως τα περισσότερα συντρόφια μας ενήργησαν εντός των πανεπιστημίων, και πως θα συνεχίσουν να αξιοποιούν το παραμικρό χιλιοστό ελευθερίας κερδισμένο από την τανάλια της καταστολής, δίχως να κατατρύχωνται για την ασφάλεια και την ευταξία της εκπαίδευσης στις αίθουσες της πλήξης. Και αυτό είναι το δέον, μαζί με όλες τις αξιέπαινες στιγμές, τις αστοχίες και τα εκρεμμή ακόμη στοιχήματα, εφόσον η αναρχική εξέγερση δε συμβιβάζεται με την αναζήτηση θέσης περιωπής σε αυτόν τον χρεοκοπημένο κόσμο. Είμαστε κασταλαγμένοι σχετικά με το τι χρειαζόμαστε στη φαρέτρα μας και τι επιθυμούμε ν’ αποβάλλουμε, και γι’ αυτό προτείνουμε σε όσους διέπονται από την ανάγκη να αφομοιωθούν ευκαιριακά στον υπόλοιπο αγανακτισμένο όχλο με τις “αγνές φοιτητικές προθέσεις” του να επανεξετάσουν την πολιτική τους ταυτότητα. Όλες και όλοι μας έχουμε υπάρξει ανήσυχα και αφελή παιδιά, μεγαλωμένα στο αβροδίαιτο αστικό περιβάλλον, αλλά όταν με την πάροδο των χρόνων δεν έρχεται ο άνεμος της επαναστατικής ωρίμανσης, τότε αναπόδραστα θα σβήσουμε στον πνιγηρό καπνό της απογοήτευσης, της μεμψιμοιρίας και του συμβιβασμού με ό,τι κοινότοπα και επιφανειακά μισήσαμε.

Ο αναρχικός χώρος, με τις διάφορες τάσεις του, τις διαφωνίες, τις αντιθέσεις, τις ελλείψεις, τις αγκυλώσεις και τις παθογένειές του, αποτελεί -καλώς ή κακώς- σταθερά τη μήτρα όσων διαθέτουν την αποφασιστικότητα και τη συνέπεια να αντιταχθούν βαθιά και ουσιαστικά, έστω και μειοψηφικά, στον καπιταλιστικό κόσμο. Είναι, λοιπόν, κομβικό να φροντίσουμε το επερχόμενο πολυτάραχο και συγκρουσιακό διάστημα, καθείς απ’ το μετερίζι του και όπου μπορούμε και πιο (δια)συλλογικά, να μετατραπούμε σε καταλύτη εξεγερσιακών εκτροπών και εκπόνησης επαναστατικών σχεδιασμών, αποφεύγοντας να καταντήσουμε ένα στείρο ηθικό αντίβαρο του εξόφθαλμου κυβερνητικού αυταρχισμού, επικουρώντας τοιουτοτρόπως στην επάνοδο της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό θα επιτευχθεί διαμέσου της καθημερινής, αδιάκοπης προσπάθειας ριζοσπαστικοποίησης των εστιών κοινωνικού αναβρασμού, όπως το εκπαιδευτικό, και τη μετατόπιση του διαλόγου από τα υποκριτικά αμφιθέατρα της πολιτικής στην άμεση δράση και την αντάρτικη πάλη έναντι στο σύνολο του κρατικού μηχανισμού.

Αν δε σταθούμε σε όλα τα μέτωπα συντεταγμένα, ρηξιακά και επιθετικά, ως μια υλική δύναμη για την κατάργηση της αστικής κοινωνίας και την καταστροφή ενός πολιτισμού αποικισμένου από τα παράσιτα του κεφαλαίου και της αλλοτρίωσης, τότε σε τι ακριβώς ελπίζουμε; Όχι πάντως στην επάνοδο ενός πανεπιστημίου αφοσιωμένου στην ενίσχυση των δομών αφομοίωσης και εκπολιτισμού, ενός πανεπιστημίου ικανού να παράγει ιδεολογία εφάμιλλης ποσότητας με τη γνώση που επιστρατεύει για να απορροφά πιθανούς κραδασμούς αμφισβήτησης. Γι’ αυτό υποστηρίζουμε σήμερα πως τα ρήγματα και οι πληγές στο σώμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας -καθώς επιχειρείται η αναδιάρθρωση και ο ανασχηματισμός της- αποτελούν ιδανική ευκαιρία για εμάς να επέμβουμε, επεκτείνοντας την επιμέρους κριτική σε ένα κυβερνητικό νομοσχέδιο ως την ολική αποδόμηση της βιομηχανίας της γνώσης, ως τη συνολική αναρχική επίθεση στον κόσμο του κεφαλαίου και των κρατών.

Ο όψιμος καπιταλισμός ολοκληρώνεται, μεταμορφώνοντας τον κόσμο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του, οικοδομώντας τη δυστοπική αθλιότητα του 21ου αιώνα: Κατάρτιση, (τηλε-)εργασία, ψυχαγωγία και διαρκής αύξηση της ταχύτητας εναλλαγής των αποδεκτών αυτών καταστάσεων, σε σημείο να θολώνουν τα όρια μεταξύ τους. Στην προσπάθεια επίλυσης δομικών αντιφάσεών του και ευόδωσης των αναγκαίων διαδικασιών αναπαραγωγής του, εισέρχεται στο στάδιο του πλέον δυσεπίλυτου προβλήματος στον δρόμο για την οικουμενοποίηση του κόσμου κάτω από τις προσταγές του: Την καταστροφή όσων κοινωνικών σχέσεων και τρόπων υποκειμενοποίησης του επέτρεπαν να αναβάλλει την κατάρρευσή του απάνθρωπα σε έναν ακόμα ανθρώπινο κόσμο. Τον τεχνοκρατικό μηδενισμό και την πνευματική αποσύνθεση. Το παραπάνω πρόβλημα φαίνεται συνυφασμένο με τον δομικό τρόπο διαιώνισης της κοινωνίας του κεφαλαίου, καθώς η επέκτασή του σε πλανητικό επίπεδο εξαρτάται αναμφίλεκτα από την αποτελεσματικότητα με την οποία μπορούν να θυσιάζονται μορφές ζωής, τρόποι σκέψης, ιδανικά, αξίες, έθιμα και ανθρώπινες ιδιότητες στον Μολώχ της αξιοποίησης. Ο απαράκαμπτος αυτός μηδενισμός -οποιασδήποτε επίφασης- μπορούσε να εξασφαλίσει στους στρατοκόπους της παραγωγής απολογίες υπέρ της οσφιοκαμψίας τους, ενοποιώντας τα θεαματικώς διαχωρισμένα πεδία της κοινωνικής σήψης  στον ολοκληρωμένο εφιάλτη που ήδη υπέβοσκε στους κόλπους της καπιταλιστικής κοσμοαντίληψης. Η μόρφωση, με τα ιδρύματά της, εντός ενός παρηκμασμένου και αξιακά κενού κόσμου, εξαπλώνουν μόνο τον εκμαυλισμό και την αποσύνθεση του ανθρώπου. Ας μη γίνουμε λοιπόν απολογητές μιας εκμηδενισμένης κοινωνίας, ας μην καταλήξουμε με στειρότητα “μπροστάρηδες” της σπουδάζουσας νεολαίας, διεκδικώντας απλώς την επιμήκυνση των αιώνιων αλυσίδων μας.

Όστις εθελοτυφλεί μπρος στην ιστορική έλευση του μηδενισμού, εφόσον ο καπιταλισμός και οι γεννεσιουργές αιτίες του δεν ανατράπηκαν κατά τα προγηούμενα στάδια ανάπτυξής του, αδυνατεί να αντικρίσει και τις -προσαρμοσμένες στα σημερινά δεδομένα- δυνατότητες απαλλαγής μας από το εκμαγείο του ειδώλου του. Από πλευράς μας, όσο περνά απ’ το χέρι μας, πασχίζουμε να αποτελούμε ανάχωμα στην αντεπαναστατική οικοδόμηση μιας κατάπτυστης προοπτικής επιστροφής σε οιονδήποτε νοσταλγικά εξωραϊσμένο καπιταλιστικό παράδεισο. Διότι καμία ανάμνηση περασμένων μεγαλείων δεν οδηγεί πέρα από το δίλημμα “έρημος ή διαφυγή από αυτήν”, ανεξαρτήτως του απαιτούμενου καταστροφικού κόστους. Κανένα εκσυγχρονισμένο και δήθεν υγιές πανεπιστήμιο δε θα προσφέρει τίποτα περισσότερο από τρόπους να υπηρετήσεις τη δικτατορία των αριθμών, ή αφορμές να την ισοπεδώσεις. Βρήκαμε τις αιτίες να αποστατήσουμε καιρό τώρα σε ό,τι πολλοί επιμένουν να βλέπουν ως γραμμές διαφυγής από τη δυστοπία του σήμερα. Αν έστω και αργοπορημένα αισθανθούν ακμαίο τον αντίκτυπο του καλέσματος να μας συναντήσουν, έχουμε ανοίξει τις πληγωμένες αγκαλιές μας και περιμένουμε με αδημονία. Δε διατιθέμεθα όμως να απαξιώσουμε τις θέσεις μας, προσεγγίζοντας μέσω της ατραπού των βολικών υπεκφυγών τις άνυδρες ξέρες του αυτοεγκλωβισμού και της αυτοεξαπάτησης, εκεί που διαρκώς αναβάλλεται η γνωριμία με τον πραγματικό κόσμο, εκεί όπου ο αναρχικός πόλεμος περιττεύει.

Κοντοστέκομαι και κοιτάζω πίσω μου,
μαθητικά θρανία, κοινωνικοποίηση στην υποκρισία,
προαυλισμός για την εξοικείωση με το ρολόι,
καταξιωτικές σπουδές και μεγάλα ηθικοπλαστικά διδάγματα
πριν ακόμα λερώσω τα χέρια μου για μία αγαπημένη γαρδένια.
Πριν καν μάθω να τη φροντίζω στην καρδιά μου.
Όποιος ακόμα δεν καταλαβαίνει γιατί οι σημερινοί οίκοι
της λαμπρής μόρφωσης αξίζουν να παραδωθούν στη φωτιά,
γίνεται αφορμή να το αντιληφθούν όσοι βρήκαν
έναν ολόκληρο κήπο από γαρδένιες στη ζωή τους.

Είτε με νέο, είτε με παλιό πανεπιστήμιο, αδιάλλακτη επίθεση στην εκπαιδευτική μηχανή

Λύσσα και Συνείδηση

Consumimur Igni – Συμβούλιο μετεξεταστέων
Mail επικοινωνίας: consumimurigni(at)espiv.net
Blog: consumimurigni.blackblogs.org

Alfredo Bonanno: Σκέψεις για την παρανομία

το γενικό πλαίσιο της παρανομίας

Ακόμα και απλή διάδοση πληροφοριών που διαστρεβλώνονται ή κρατούνται κρυφές από τα μίντια μπορεί να θεωρηθεί “παράνομη”. Χωρίς να αντιβαίνει σε κάποιον συγκεκριμένο νόμο (εκτός από περιπτώσεις όπου οι πληροφορίες αυτές θεωρούνται “κρατικό μυστικό”), ενδέχεται να αντιτίθενται στην κρατική διαχείριση του κοινωνικού ελέγχου, ή στην επιβολή του νόμου. Έτσι, ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων τραβάει την προσοχή των κατασταλτικών οργάνων του κράτους στον ίδιο βαθμό (αν όχι περισσότερο) από μια συμπεριφορά που εκ των πραγμάτων αντιβαίνει σε κάποιον συγκεκριμένο νόμο. Σε ορισμένες στιγμές, η κυκλοφορία της πληροφορίας μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιβλαβής για τους σχεδιασμούς του κρατικού ελέγχου, τουλάχιστον (αν όχι παραπάνω) στον ίδιο βαθμό με την πραγματική δράση που θεωρείται από τις αρχές ως παρανομία. Απ’ αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η λεπτή γραμμή μεταξύ “τυπική” και “πραγματικής” παρανομίας είναι ιδιαίτερα ευέλικτη, σύμφωνα με τους κατασταλτικούς σχεδιασμούς της εξουσίας. Έτσι, το κράτος και το κεφάλαιο, τόσο εθνικά όσο και διεθνώς, καθορίζουν το επίπεδο της παρανομίας -ή, αν προτιμάτε, το επίπεδο της “νομιμότητας”- το οποίο δεν καθορίζεται τόσο από συγκεκριμένα νομικά πλαίσια (οι νόμοι ενεργοποιούνται άλλωστε σε ορισμένες περιπτώσεις), αλλά από μια καθημερινή πρακτική ελέγχου και πειθάρχησης που μόνο σε ορισμένες στιγμές πραγματοποιείται ανοιχτά ως καταστολη.

Η σχέση πολιτικής-παρανομίας

Βασικά, κάθε κριτική της πολιτικής συμπεριλαμβάνεται στα όρια της νομιμότητας. Στην πραγματικότητα, ενισχύει τον θεσμικό ιστό επιτρέποντάς του να ξεπεράσει τα αδύναμα σημεία και τις οπισθοδρομήσεις του που διαμορφώνονται από τις αντιφάσεις του κεφαλαίου και ορισμένες εκτενώς βάρβαρες όψεις του Κράτους. Καμία “πολιτική” κριτική δεν μπορεί να φτάσει σε μια σαφή άρνηση του Κράτους και του Κεφαλαίου. Για να κάνει κάτι τέτοιο -όπως για παράδειγμα η αναρχική κριτική- θα έπρεπε να θέσει ζήτημα κοινωνικής κριτικής, θα έπαυε να θεωρείται δημιουργική συνεισφορά στον θεσμικό ιστό και κατά συνέπεια θα γινόταν -εκ των πραγμάτων- παράνομη. Οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μπορούν να φτάσουν σε μια τέτοια ισορροπία μεταξύ των πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να δεχτούν μια κοινωνική κριτική, ακόμα και μια ριζοσπαστική, αναρχική, αφομοιώνοντάς την. Όμως αυτό δεν αλλάζει την κατ’ ουσίαν “παράνομη” θέση αυτής μιας τέτοιας κριτικής. Απ’ την άλλη, ακόμα και συμπεριφορές που είναι εμφανώς εκτός του νόμου, μπορούν να ιδωθούν κάτω από ένα διαφορετικό φως ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες. Για παράδειγμα, ο ένοπλος αγώνας ενός μαχητικού κόμματος, είναι μια αναμφίβολα παράνομη συμπεριφορά, όμως σε ορισμένες στιγμές μπορεί να αποτελεί δημιουργικό στοιχείο στον σχεδιασμό επαναφομοίωσης κι αναδιοργάνωσης του Κράτους και του κεφαλαίου. Σε τέτοιες στιγμές, μια τελική συμφωνία μεταξύ μαχητικού κόμματος και Κράτους δεν είναι απίθανη (καθώς το τελευταίο εμφανίζεται ως εγγυητής κάθε προνομίου στον καπιταλισμό).

Κάτι τέτοιο δεν είναι τόσο αφηρημένο όσο μοιάζει, μιας και το μαχητικό κόμμα τοποθετεί εαυτόν στη λογική της αποσταθεροποίησης της κυρίαρχης εξουσίας, προκειμένου να κατασκευάσει μια δομή εξουσίας διαφορετική στην μορφή αλλά ολόιδια κατ’ ουσίαν. Σ’ ένα τέτοιου είδους εγχείρημα, μόλις γίνεται αντιληπτό ότι η στρατιωτικού τύπου αντιπαράθεση δεν μπορεί να συνεχιστεί επειδή δεν υπάρχει μεσοπρόθεσμα αποτέλεσμα, έρχεται κάποιου είδους συμφωνία. Η αμνηστία που σηζητούσε το ιταλικό κίνημα των 70es, είναι μια πιθανή τέτοια συμφωνία. Άλλες μορφές μπορούν εύκολα να βρεθούνε υπό το δημιουργικό φως της σοσιαλδημοκρατίας: Μια συμβίωση με αυτούς που μέχρι χθες ήταν πεπεισμένοι ότι μπορούσαν να καταλάβουν την παλιά δομή εξουσίας και να την θέσουν υπό τη διαχείρισή τους. Όπως μπορούμε να δούμε, ενώ μια απλή αναρχική και ριζοσπαστική κριτική είναι εξ’ ορισμού “παράνομη”, ακόμα και ο ένοπλος αγώνας των μαχητικών κομμάτων μπορεί -κατά περιπτώσεις- να συμπεριληφθεί στα πλαίσια της “νομιμότητας”. Κάτι τέτοιο αποδεικνύει ξανά τα “ρευστά” πλαίσια της νομιμότητας και της πρόθεσης του Κράτους να τα προσαρμόζει στην επιβολή του ελέγχου του.

Η επιβολή του ελέγχου

Τα όργανα καταστολής μόνο σ’ έναν ελάχιστο βαθμό είναι άμεσα συνδεδεμένα με το καθ’ εαυτό κατασταλτικό έργο. Τα περισσότερα απ’ αυτά λειτουργούν ως αποτρεπτικά όργανα ελέγχου. Αυτό, κατά συνέπεια, επιδρά σε κάθε πιθανή μορφή παρανομίας -μέσω μιας σειράς μέτρων- καθώς και σε κάθε μορφή διαφορετικής, από την κυρίαρχη, συμπεριφοράς. Η παρανομία συμπεριλαμβάνεται ως πιθανότητα στην νομιμότητα σήμερα, επιτρέποντας την μακροπρόθεσμο μάτι του νομοθέτη να υπολογίσει το πιθανό αποτέλεσμα. Το ίδιο ισχύει και για τις διαφορετικές “αποκλίνουσες” συμπεριφορές (η απόκλιση ορίζεται από την κυρίαρχη που επιβάλλουν οι παραγωγοί της συναίνεσης), σήμερα ίσως ένα πεδίο μελετών ή θαυμασμού, στο μέλλον όμως “σημείο μηδέν” κοινωνικών ανατροπών. (Σ.τ.μ: προφητικός ο “Παππούς”, καθώς το κείμενο έχει γραφτεί αρκετά χρόνια πριν τις κοινωνικές εκρήξεις σε Γαλλία και Ελλάδα). Τώρα, η επιβολή του ελέγχου βασίζεται στη συσσώρευση δεδομένων: συμπεριφορές, αποκλίσεις, προτιμήσεις, ιδεολογίες, δράσεις κλπ. Συσσώρευση όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, και όσο πιο κατεργασμένων και συσχετισμένων πληροφοριών που βρίσκεται στη βάση κάθε μακροχρόνιου σχεδιασμού ελέγχου. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, κάθε έλεγχος θα ήταν πρακτικά αδύνατος, α-συνεχής και άσχετος από τις γενικότερες συνθήκες.

Ο χώρος της μυστικότητας

Αντίθετα στην άποψη αρκετών -δεν έχει σημασία ποιών- θεωρώ την μυστικότητα ένα από τα πιο ουσιαστικά στοιχεία της επαναστατικής δράσης. Εδώ όμως είναι απαραίτητο να εμβαθύνουμε. Για αρχή, υπάρχει η ιδέα ότι όταν μιλάμε για μυστικότητα, σκέφτεται κανείς μόνο την παράνομη δράση. Η μυστικότητα είναι επίσης αδιαχώριστη από την δραστηριότητα της αντιπληροφόρησης, της πρακτικής που στρέφεται σ’ έναν αδιαμεσολάβητο αγώνα. Στην πραγματικότητα, ένας αδιαμεσολάβητος αγώνας, για παράδειγμα μια κατάληψη εργοστασίου, δεν είναι ο “πραγματικός” στόχος των αναρχικών, κάτι τέτοιο έρχεται στη συνέχεια ως συνέπεια που μπορεί να αναπτυχθεί. Αυτές οι συνέπειες δεν μπορούν να προβλεφτούν στη διάρκεια του έργου της αντιπληροφόρησης, και με την στενή έννοια, δεν είναι μέρος της αδιαμεσολάβητης δράσης, αλλά ανήκουν σε μια συνακόλουθη φάση που μπορεί μόνο με δυσκολία να επιτευχθεί από τους συμμετέχοντες στον αγώνα, προκειμένου να ικανοποιήσουν μια επιτακτική, άμεση ανάγκη. Κατά δεύτερον, ακόμα κι αν πάρουμε ως δεδομένο ότι οι κατασταλτικές δυνάμεις αργά ή γρήγορα θα μάθουν κάθε όψη του αγώνα μας -από τη φάση της αντιπληροφόρησης μέχρι τις συνακόλουθες αυτής- αυτό δεν είναι λόγος για να μην υιοθετήσουμε μια μέθοδο που να δίνει όσο το δυνατόν λιγότερες πληροφορίες στον εχθρό. Το να δουλεύουμε στο φως της ημέρας δε σημαίνει κι ότι χρειάζεται να τροφοδοτούμε με πληροφορίες για τα πάντα την αστυνομία. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα, μια κατάσταση όπου πολλές δράσεις πρέπει να λάβουν χώρα ταυτόχρονα, σε διαφορετικά μέρη. Με την κατάλληλη φροντίδα των μέσων πληροφόρησης (φυλλαδίων, αφισσών, προκηρύξεων κλπ) μπορεί να γίνει πολύ πιο δύσκολο για την αστυνομία να χαρτογραφήσει τη σχέση μεταξύ των δράσεων αυτών. Είναι ένα θέμα απλής αυτοπροστασίας προκειμένου να επιβραδύνουμε κάθε κατασταλτικό μέτρο.

Το να εκπαιδεύεται κανείς στη φρόνηση και στη σωφροσύνη, είναι επομένως βασικό για κάθε επαναστάτη, οποιαδήποτε δράση κι αν σκοπεύει να διεξάγει. Αν σταματήσουμε για ένα λεπτό να το σκεφτούμε, ακόμα κι όταν σχεδιάζουμε ένα τρικάκι μπορούμε να πάρουμε τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να αποφύγουμε όψεις της καταστολής. Απ’ την άλλη, η γνώση τέτοιων τεχνικών μας επιτρέπει να χρησιμοποιούμε στοιχεία περιφρόνησης ή αποκήρυξης σε ορισμένες στιγμές όταν το θεωρούμε σημαντικό, μ’ έναν τέτοιο τρόπο που το συμπεριλαμβανόμενο ρίσκο να γίνεται ένα ρίσκο υπολογισμένο, όχι απλά ένα απλό σφάλμα του μολυβιού ή των ιδεών, που θα μετανιώσουμε αμέσως μετά. Όπως βλέπουμε, ο χώρος για μυστικότητα είναι εκτεταμένος και ξεπερνά κατά πολύ το βασίλειο της παρανομίας.

Το αναρχικό κίνημα και το πρόβλημα της μυστικότητας

Το να ισχυρίζεται κανείς ότι το αναρχικό κίνημα στην ουσία του δεν είναι ένα παράνομο κίνημα είναι άσκοπο. Ένα επαναστατικό κίνημα τόσο σύνθετο και πλούσιο σε στοιχεία για τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας δεν μπορεί να γίνεται αντιληπτό σαν μια απλή παρέμβαση που γίνεται υπό το φως της ημέρας ώστε ο καθένας να μπορεί να λάβει τις ιδέες του υπόψιν. Το γεγονός ότι το αναρχικό κίνημα έχει περιοριστεί, ορισμένες φορές, αποκλειστικά στην παρανομία, ήταν άμεσα εξαρτημένο με τις αλλαγές στις ιστορικές και πολιτικές συνθήκες σε κάθε χώρα που συνέβη αυτό. Κάτι τέτοιο όμως δε σημαίνει κι ότι το αναρχικό κίνημα δεν μπορεί να αναπτύσσει την πολιτική κι επαναστατική δραστηριότητά του με τη φροντίδα που ανέφερα νωρίτερα. Επίσης αναπτύσσει πιο συγκεκριμένες δραστηριότητες οι οποίες δε στοχεύουν άμεσα στην προπαγάνδα ή τη συμμετοχή σε κοινωνικούς αγώνες, αλλά έχουν διαφορετικούς στόχους που προφανώς δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτούς. Κατ’ αρχήν, όσον αφορά το πρόβλημα της εύρεσης των αναγκαίων μέσων για τον αγώνα. Κατά δεύτερον, την επίθεση εναντίον στόχων και υποκειμένων που ενεργά συντελούν στην εκμετάλλευση, κλπ.

Τέτοιου είδους δραστηριότητες δεν μπορεί να θεωρούνται κάτι “διαφορετικό” ή “διαχωρισμένο” απ’ τις υπόλοιπες. Η ανάγκη για μυστικότητα, που μοιάζει να ταυτίζεται με το ζήτημα τέτοιων δραστηριοτήτων, οδηγεί αυτούς που θεωρούν την μυστικότητα αδύνατη να συμπεράνουν ότι κάθε δραστηριότητα πρέπει τελικά να εγκαταληφθεί, θυσιάζοντας έτσι μια δυναμική, και εντείνοντας την μείωση του καθένα μας σε έναν απλό φορέα ορισμένων ιδεών, με μια θλιβερή ανακολουθία μέσων.

Τεχνολογία και μυστικότητα

Μπορούν όμως τα πανίσχυρα τεχνολογικά μέσα του εχθρού να καταστήσουν κάθε μυστικότητα πραγματικά απίθανη; Αυτό το ερώτημα ανήκει στο πεδίο των επιπλοκών των περασμένων ετών μιας έλλειψης τεχνολογικής γνώσης εκ μέρους μας, και μιας φαντασιακής και υπερβολικής εικόνας για την χρήση των μέσων αυτών. Όπως και για κάθε τί άλλο, που ο καθένας δεν πολυγνωρίζει, η τεχνολογία των περασμένων λίγων ετών με τους υπολογιστές, τα κέντρα παρακολουθήσεων επικοινωνιών, την τεχνολογία λέιζερ, τα ραντάρ κλπ έχει γοητεύσει αρκετούς συντρόφους που οι περισσότεροι υπήρξαν και λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας. Η ευχαρίστηση που έβρισκαν παλιότερα στην ανάλογη λογοτεχνία βρίσκεται τώρα στην ανάγνωση, συχνά χωρίς μια αναγκαία βασική γνώση, λιγότερο ή περισσότερο εξειδικευμένων άρθρων εφημερίδων (συχνά απλά παραφιλολογίας) για τις τεράστιες δυνατότητες της τεχνολογίας σήμερα. Χωρίς να προσπαθούμε να υποτιμήσουμε τις κατασταλτικές δυνατότητες που θέτουν στη διάθεση της εξουσίας τα σημερινά τεχνολογικά επιτεύγματα, πρέπει απλά να έχουμε μιαν ορισμένη σοβαρότητα σ’ αυτά που λέμε κατά καιρούς. Αν μη τί άλλο, τουλάχιστον προκειμένου να μην εμποδίζουμε τον ανατρεπτικό δυναμισμό άλλων ανθρώπων, προσθέτοντας ένα καρφί στο φέρετρό τους. Ο απόλυτος έλεγχος είναι ένα όνειρο για την εξουσία που κρατάει απ’ τον καιρό του μεγάλου Λεβιάθαν. Στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Το κύριο εμπόδιο δεν είναι τόσο η έλλειψη των αναγκαίων τεχνολογιών ελέγχου ή ακόμα οι περιορισμοί αυτών που λειτουργούν τους ανάλογους μηχανισμούς. Οι περιορισμοί του ελέγχου είναι ότι, προκειμένου να επεκτείνεται, χρειάζεται και το μπορεί μόνο με το να διεισδύει στο μυαλό των ελεγχόμενων. Έτσι, ο πραγματικός ελεγκτής δεν είναι τόσο ο αστυνομικός, ο δικαστής, ή ο δεσμοφύλακας, αλλά το ίδιο το άτομο που υφίσταται τον έλεγχο, επί του εαυτού του. Οποιοσδήποτε εξασκεί έλεγχο, φιλοδοξεί να αποικιοποιήσει την νοοτροπία του ατόμου που ελέγχει, χτίζοντας αντιστάσεις στην ελευθερία και την ελεύθερη σκέψη, εμπόδια σε κάθε ανατρεπτικό αγώνα. Αφ’ ης στιγμής γίνει δυνατό κάτι τέτοιο, είναι μάλλον το ελεγχόμενο άτομο που θα λογοκρίνει τις ίδες του τις σκέψεις και τις πράξεις. Τελικά, σε μια επόμενη φάση, που το ελεγχόμενο άτομο θα θελήσει επεκτείνει τον έλεγχό του σε άλλους, ενδεχομένως να απευθυνθεί σε μια απ’ τις σχετικές υπηρεσίες αποθήκευσης κι επεξεργασίας πληροφοριών. Μια τέτοια συμμετοχή, που συνιστά το μέγιστο επίπεδο ελέγχου, γίνεται εφικτή μόνο όταν τα δυο προηγούμενα επίπεδα έχουν εσωτερικευθεί. Το επίπεδο αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται τόσο ως συμμετοχή στη λειτουργία των “μηχανισμών” όσο ως μια συνεισφορά στη διαχρονική εμπλούτισή τους, που γίνεται διαθέσιμη στο κεφάλαιο και θα αποτελέσει μια βάση για τη διαχείριση της καπιταλιστικής συσσώρευσης του μέλλοντος. Σε μια τέτοια προοπτική, κάθε πεδίο που εξαιρείται από τις εσχατιές του ελέγχου ή που προστατεύεται από τη διαδικασία πολιτιστικής ενσωμάτωσης πρέπει να υπερασπίζεται με κάθε μέσο, ακκόμα και με τεχνικές βασισμένες στην μυστικότητα. Το να αρνούμαστε εκ των προτέρων τέτοιες τεχνικών σημαίνει ότι τις αντιμετωπίζουμε με την κοντόφθαλμη οπτική των συνωμοσιών και των ρομαντικών εποχών που έχουν περάσει. Φυσικά δεν είναι έτσι όμως, θα ήταν γελοίο σήμερα να κωδικοποιούμε μηνύματα με τον παραδοσιακό τρόπο, όχι μόνο τον τρόπο του Μπακούνιν ή του Μαλατέστα, αλλά οποιονδήποτε τρόπο, για τον πολύ απλό λόγο ότι κάθε επικοινωνία που είναι πολύ παραπάνω από 2-3 γραμμές, είναι εύκολο να αποκωδικοποιηθεί από έναν υπολογιστή. Όμως, ακόμα κι αυτοί, οι κώδικες του Μπακούνιν και του Μαλατέστα ακόμα κρατάνε και όταν αναφερόμαστε σε μηνύματα λίγων λέξεων, δεν μπορούν να αποκωδικοποιηθούν εύκολα. Βέβαια, δεν μας ενδιαφέρει εδώ ειδικά το θέμα των κωδικοποιημένων μηνυμάτων, απλώς αναφέρεται ως ένα παράδειγμα που δε θα πρεπε να εξαιρεθεί από συγκεκριμένες στιγμές όπου οι επαναστάτες θα ήταν αναγκασμένοι να επικοινωνήσουν κάτι που δε θα ήθελαν να γίνει γνωστό στον εχθρό. Κάτι τέτοιο λοιπόν θα ήταν ακόμη εφικτό, όταν μιλάμε φυσικά για ένα σύντομο μήνυμα ώστε να μην υπάρχει μια αναγνωρίσιμη αλληλουχία χαρακτήρων, και καμία τεχνολογία στον κόσμο δε θα μπορούσε να σπάσει ακόμα και τους πιο απλούς κώδικες.

Γιατί να στρώνουμε το χαλί της καταστολής;

Αυτοί που θεωρούν την μυστικότητα αδύνατη, λένε συχνά ότι κάθε αναρχική και επαναστατική δράση πρέπει να δημοσιοποιείται όσο το δυνατόν περισσότερο. Για παράδειγμα, αυτοί που δεν βλέπουν κάτι κακό στο να δημοσιεύουν πλήρεις λίστες με τα μέλη των οργανώσεών τους, όπως η FAI, η ιταλική αναρχική ομοσπονδία. Σε ένα εντελώς αφηρημένο επίπεδο ιδεών, όντως δεν υπάρχει κάτι κακό. Αλλά στην πράξη, αρκετές αντιφάσεις προκύπτουν. Καταρχήν, για ποιό λόγο να στρώνουμε το χαλί στην καταστολή; Δεύτερον, αν οι αναρχικοί είναι σήμερα σχετικά ανεκτοί μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο κατασταλτικό περιβάλλον, αν αύριο κάτι τέτοιο αλλάξει, για ποιό λόγο θα πρέπει η αστυνομία ήδη να βρίσκεται με καλογραμμένες λίστες ώστε να διευκολύνει το καθήκον της. Γιατί θα έπρεπε εμείς να τους βοηθήσουμε στο κατασταλτικό τους έργο; Ασφαλώς, τα ονόματα πολλών συντρόφων είναι ήδη γνωστά, αλλά πολλών άλλων όχι, και θα έπρεπε η αστυνομία να καταβάλλει αρκετό κόπο για  να τα μάθει. Κάποιος θα μπορούσε να ρωτήσει αθώα για ποιό λόγο να κρυβόμαστε, αφού η κινηματική δουλειά γίνεται -κατά κύριο λόγο- στο φως της ημέρας. Κάτι τέτοιο όμως θα παραήταν αφελές: Κάθε συσσώρευση πληροφοριών εμπλουτίζει κι ενισχύει το κατασταλτικό έργο.

Η λειτουργία του ελέγχου

Όταν βλέπουμε ότι ο έλεγχος δεν είναι απλά ένα γεγονός καταστολής, αλλά επίσης και συχνά κατ’ ουσίαν, συμμετοχής, είναι εφικτό να εκτιμήσουμε το πρόβλημα της μυστικότητας διαφορετικά. Βασικά, είναι ένα ζήτημα του κατά πόσο εμείς “συμμετέχοντας” αναπαράγουμε τον πραγματικό έλεγχο. Αν αρνηθούμε να συνεργαστούμε, αν εμποδίσουμε τη δημιουργία ενός πολιτιστικού γκέττο με κάθε πιθανό μέσο, αν δημιουργήσουμε μια κοινή γλώσσα για την αποκλειστική χρήση αυτών που αποκλείονται από την τεχνολογική διεύθυνση της παραγωγής, κι επομένως της εξουσίας, τότε ο πραγματικός έλεγχος θα είναι αδύνατος. Δεν είναι τόσο το πρόβλημα του να αναλογιστούμε σήμερα τα περιθώρια που αφήνει το κράτος με την μη-αστυνόμευσή τους, για παράδειγμα της δύναμης που θα μπορούσε να εφαρμόσει προληπτικά αλλά δεν το κάνει, ώστε να μένουμε με την εντύπωση ότι τουλάχιστον υπάρχει μια περιοχή που δεν ασκείται τόσος έλεγχος. Στην ουσία, αυτή η περιοχή μπορεί να υπάρχει, μπορεί και όχι. Είναι όμως ο κοινωνικός έλεγχος σα σύνολο που δεν είναι ακόμα πλήρης. Ακόμα κι αυτά που μας προτάσσει -οι φυλακές για παράδειγμα- είναι ακόμα ατελή και χοντροκομμένα εργαλεία ελέγχου. Δεν είναι λοιπόν ένα ζήτημα του πλήθους των μέσων ελέγχου αλλά της ποιότητας του ελέγχου αυτού. Η λειτουργία της κοινής μυστικότητας των ανατρεπτικών θα μπορούσε λοιπόν να είναι αυτή της άρνησης συμμετοχής, της αποφυγής της ενσωμάτωσης της γλώσσας και των αξιών που το Κράτος μεταδίδει για να τελειοποιήσει τον έλεγχό του.

Αποχαιρετισμός στις διεκδικήσεις

Ασφαλώς ο συνδικαλιστικός εκπρόσωπος Larizza (UIL) το ‘πε πριν δέκα χρόνια: ευθυγράμμιση με τα γερμανικά συνδικάτα, διεκδίκηση συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων. Την ίδια στιγμή ο Carniti, αναλογιζόμενος την αγωνιστική παράδοση των ιταλικών συνδικάτων (στην Γερμανία αντίστοιχα, δεν είχαν κάποια άξια λόγου απεργία απ’ το 1956), χαμογέλασε συγκαταβατικά. Σήμερα όλοι συμφωνούν σ’ αυτή τη σπουδαία κίνηση. Τα ιταλικά συνδικάτα θέλουν να μετασχηματιστούν σε κάτι σαν μετόχους, ανάλογα με τους γερμανούς συναδέλφους τους, αποκτώντας όχι απλά ειδικό βάρος στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων των εταιριών, αλλά επίσης μετοχές, φτάνοντας ίσως έτσι να κατέχουν εταιρίες και περιουσίες στο τέλος τα ίδια. Ο πρόεδρος του SCIL D’ Antonio είπε κάποτε ότι σ’ έναν παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό με διεθνείς ανταγωνιστές, οι μισθολογικές διεκδικήσεις θα χτυπηθούν. Το εργοστάσιο πρέπει να αναπνέει, διαφορετικά θα ρισκάρουμε μια επιστροφή στα 50es, όπως έγινε με την περίπτωση των άγγλων ανθρακωρύχων στον αγώνα τους ενάντια στη Θάτσερ. Η σύγκρουση, συνέχισε, υφίσταται ακόμα, αλλά έχει μετατοπιστεί από τους δρόμους στα γραφεία της διεύθυνσης, μ’ έναν τέτοιο τρόπο, μέσω της συνδιαχείρισης, που το βάρος της αναδιοργάνωσης θα ρυθμίζεται πιο ισότιμα. Πρέπει να εγκαταληφθεί η πίεση στη διαπραγμάτευση, δηλώνει ο Larizza (σύμφωνα με τον οποίον το νέο συμμετοχικό μοντέλο μπορεί να επεκταθεί κι έξω απ’ τα εργοστάσια, σε τοπικούς θεσμούς που αφορούν τη διαχείριση αστικών ζωνών, την επένδυση στον Νότο κλπ). Τελικά, ο πρόεδρος του CGIL, Cofferati υποδεικνύει ότι είναι απαραίτητο να αποφευχθεί ο κίνδυνος της λεγόμενης ιαπωνικής λύσης: άμεση συνεργασία μεταξύ εργαζομένων κι αφεντικών. Η συμμετοχή, λέει, πρέπει να φιλτράρεται μέσα από τα συνδικάτα.

Όπως βλέπουμε, παρά τις μικροδιαφορές, το συμπέρασμα του συνδικάτου είναι αρκετά ομοιογενές. Κάθε υποψία αγώνα στους δρόμους, κάθε σύγκρουση βασισμένη σε απεργίες και τη συνακόλουθη ζημιά στον επιχειρηματία, όσο απόμακρη κι αν είναι η πιθανότητα, πρέπει να εγκαταληφθεί για τα καλά. Η συμμετοχικότητα σημαίνει λήψη αποφάσεων σύμφωνων με των ιδιοκτητών, αποφασιστική για τα όσα αναφέρονται ως “τεχνικά προβλήματα της επιχείρησης”, για παράδειγμα, η ιδανική σύνθεση των διαφόρων συστατικών της παραγωγής: κεφάλαιο, μηχανές, εργασία. Το αποτέλεσμα δεν είναι πανομοιότυπο με το γερμανικό μοντέλο, αλλά είναι πάνω κάτω εξίσου ολοκληρωτικά μοντέλο κοινωνικής ειρήνης, ή τουλάχιστον σ’ αυτήν την κατεύθυνση τείνει.

Και τώρα ένα σημαντικό ερώτημα που προκύπτει.Όσο οι τρεις μεγάλες συνδικαλιστικές ενώσεις δρούσαν σε διεκδικητικό επίπεδο, αυτόνομα συνδικάτα βάσης όπως οι Cobas με σύνθημα την άμεση δράση, είχαν ακόμη λόγο ύπαρξης, καθώς αναπαριστούσαν μια πιθανότητα για την ανάπτυξη ενός πεδίου άμεσης σύγκρουσης, σαμποτάζ και μέγιστης ζημιάς στα αφεντικά. Βασικά, τα αφεντικά, ήταν ακόμη φοβισμένα γνωρίζοντας πως, ακόμα και στα πλαίσια λιγότερο κεντρικών συγκρούσεων, μια τέτοια ζημιά δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Μια τέτοια λειτουργία όμως, χάνει κάθε νόημα πλέον. Στην πραγματικότητα, τώρα που οι μεγάλες συνδικαλιστικές ενώσεις αρνούνται να συνεχίσουν τη λογική των διεκδικήσεων, είιναι αδύνατο αυτές να συνεχιστούν από τα μικρά συνδικάτα μόνα τους. Θα κατέληγαν να επιστρατεύουν όλη τη δυναμική τους απλώς και μόνο για να στηρίξουν την απλούστερη πρόταση διεκδικήσεων.

Ας γίνω όμως πιο σαφής. Αν αυτό που χαρακτήριζε κάποτε αυτές τις μικρές συνδικαλιστικές δομές ήταν οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν, καθώς δε διαφοροποιούνται στους σκοπούς, το μόνο που θα μπορέσει να επιβιώσει θα είναι τελικά οι σκοποί (οι σκοποί έναντι της συμμετοχής), επιβεβαιώνοντας δυστυχώς ότι το να κάνεις διεκδικήσεις δεν είναι αρκετό για να είσαι “άκρο-“, και κατά συνέπεια σε αντίθεση με τα τρία βασικά συνδικάτα. Έτσι, αυτα τα μικρά συνδικάτα φαίνονται προορισμένα να αναλάβουν τον πλεονάζοντα και ασθενικό ρόλο των διεκδικητών. Πλεονάζων, καθώς δεν είναι αναγκαίος σ’ αυτή τη φάση της εξέλιξης της οικονομίας ως σύνολο (όπως έξυπνα το κατάλαβαν τα συνδικάτα), και ασθενικός γιατί τα μειοψηφικά και μικρά συνδικάτα (παρ’ όλη την επαναστατική φιλολογία τους) ούτε επιθυμούν, ούτε ειναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν μεθόδους που μπορούν να φτάσουν σε μια δυναμική αποτελεσματική μόνο με την πλάτη των μεγάλων μαζικών συνδικαλιστικων οργανώσεων, παρόλες τις αδυναμίες του. Και κάθε δομή που χάνει κάθε λειτουργία της, ακόμα και την πιο αξιολύπητη, του να τρέχει πίσω απ’ την ουρά ενός άλλου, οδεύει προς την εξαφάνιση.

[Αυθεντικός τίτλος: Addio alla rivendicazione, στο περιοδικό “Canenero”, no. 11, 20 Γενάρη 1995. Μετάφραση στα αγγλικά: Jean Weir στο “Let’s destroy work, let’s destroy economy”, Elephant Editions, London.]

Πηγή: riotersespivblogs

Συνέντευξη: Alfredo Cospito – “Ποια Διεθνής;” (Τρίτο μέρος)

Η ακόλουθη συνέντευξη αποτελεί το τρίτο μέρος ενός εν εξελίξει διαλόγου μεταξύ του αιχμάλωτου αναρχικού συντρόφου Alfredo Cospito, ο οποίος βρίσκεται έγκλειστος στη φυλακή της Ferrara, και τους συντάκτες της Ιταλικής αναρχικής εφημερίδας Vetriolo (Βιτριόλι). Απ’ όσα γνωρίζουμε, το πρώτο μέρος της συνέντευξης παραμένει αμετάφραστο στα αγγλικά, ωστόσο το δεύτερο μέρος μεταφράστηκε από τα συντρόφια του AMW (Abolition Media Worldwide) τον Απρίλιο του ’19. Το Βιτριόλι έχει δημοσιεύσει τη συνέντευξη σε αποσπάσματα, ενώ σχεδιάζει να τη συμπεριλάβει στην ολότητά της σε επερχόμενη έκδοση. Ελπίζουμε πως με τη μετάφρασή μας κατορθώσαμε να διατηρήσουμε ακέραιο το αυθεντικό πνεύμα της συνέντευξης, ωστόσο είμαστε έντονα συνειδητοποιημένοι πως ορισμένα λάθη πιθανώς να έχουν συμβεί, και καλωσορίζουμε οποιαδήποτε ανταπόκριση σχετικά με αστοχίες επιδεχόμενες διόρθωσης. Για την απόκτηση αντίτυπων του Βιτριόλι, επικοινωνήστε στο vetriolo[at]autistici.org.

*

Σε ορισμένα από τα πρόσφατα κείμενά σου είχες επιδιώξει να ανοιχτεί ένας διάλογος σχετικά με: τη δράση και τις ομάδες συγγένειας, τις ατομικές πρωτοβουλίες, τις αναλήψεις ευθύνης, τις μεθόδους άτυπης οργάνωσης μεταξύ αναρχικών, και την προπαγάνδα μέσω πράξης. Υπάρχουν πάμπολλες διαφορετικές εμπειρίες διατηρημένες μέχρι και σήμερα, πολυδιάστατες και ποικίλες, μεταξύ των διάφορων τάσεων του αναρχισμού. Δεν πιστεύουμε πως για τον αναρχισμό της πράξης τίθεται θέμα μη διαθεσιμότητας ή αδυνατότητας όσον αφορά το υπάρχον ιστορικό πλαίσιο. Οι αναρχικοί, με διάφορους τρόπους σε κάθε εποχή, ανέκαθεν ενεργούσαν στο “εδώ και τώρα”. Θα θέλαμε να σε ρωτήσουμε, αξιολογώντας αυτές τις εμπειρίες και τους πολύμορφους τρόπους δράσης και οργάνωσης αντιιεραρχικού και οριζόντιου χαρακτήρα: Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως υποβόσκει, ιδίως στην Ιταλία, μία ιδεολογική προκατάληψη εναντίον των “άτυπων οργανώσεων”, των “αναρχικών ομάδων” και των “αναλήψεων ευθύνης”; Αντίστοιχα, μήπως εν τέλει ο (κινηματικός) διάλογος, ο οποίος πολλές φορές καταντάει παρωδία, απέχει πολύ από τη δυνατότητα να προσδώσει απόλυτη εγκυρότητα ή θεωρητικές-πρακτικές αποδείξεις σχετικά με “την  αναπαραξιμότητα, την άτυπη οργάνωση, την ανωνυμία”, γειωμένα στο ιταλικό παράδειγμα, το οποίο είναι εμποτισμένο με περιορισμούς όσον αφορά τη μεθοδικότητα, τη λειτουργικότητα και, εξ ορισμού, την παραγωγή λόγου/δράσεων, βουτηγμένο σε μια παραμορφωμένη λογική περί “κινημάτων”;

Η ιδεολογική προκατάληψη εναντίον της άτυπης οργάνωσης δεν είναι κάτι νέο εδώ. Μολονότι δεν τίθεται αμφιβολία πως μερικά παραδείγματα χαίρουν μεγαλύτερης αποδοχής από τις παραδοσιακές αναρχικές οργανώσεις συγκριτικά με άλλα. Οι ”μικρές”, εύκολα οικειοποιήσιμες, ανώνυμες δράσεις εναντίον δομών της κυριαρχίας, δίχως τη συνοδεία ακρωνυμίων, δημιουργούν λιγότερα προβλήματα απ’ ότι δράσεις που απειλούν τη ζωή ανδρών και γυναικών σε θέσεις ισχύος, ιδίως όταν αυτές αναλαμβάνονται επώνυμα, δημιουργώντας μία χρονική συνέχεια. Οι πρώτες, εν αντιθέσει με τις δεύτερες, είναι πιο αποδεκτές από το κίνημα, για τον απλό λόγο ότι δεν οξύνουν στο ίδιο επίπεδο τις κατασταλτικές πολιτικές του Κράτους. Η απόρριψη του ινσουρεξιονισμού (εξεγερτισμός) ή άτυπων οργανώσεων τύπου FAI/FRI (Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία / Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο) από τον ”κλασσικό” αναρχισμό, πραγματοποιείται υπό την πρόφαση ηθικών φραγμών καταδίκης της βίας, και ειδικά συγκεκριμένων δράσεων (βομβιστικών επιθέσεων, εμπρησμών, παγιδευμένων δεμάτων, τραυματισμών, απαλλοτριώσεων). Για όσους αρέσκονται να προσδιορίζουν τους εαυτούς τους ως ”επαναστάτες”, είναι παραπάνω από προφανής η υποκρισία τέτοιων αποφάνσεων. Η επανάσταση, με το τραγικό αποτύπωμα των κοινωνικών πολέμων, είναι εκ των πιο βίαων υποθετικών γεγονότων, και, όταν μιλάμε για τον ”κλασσικό” κοινωνικό και οργανωμένο αναρχισμό, μιλάμε για συντρόφους που δεν έχουν αμφισβητήσει ποτέ το πρόταγμα της επανάστασης εν είδει μιας βίαιης ρήξης με το σύστημα. Για όσους δεν εξορίζουν την επαναστατική βία από την ιδεολογική τους επικράτεια, η αγανακτισμένη αντίθεσή τους σε συγκεκριμένες πρακτικές έχει τις ρίζες της αλλού, όχι στην ηθική, αλλά στον φόβο. Στον φόβο της καταστολής, στον φόβο της απώλειας αυτής της απατηλής (ωστόσο βολικής) εικόνας του αφελούς αναρχικού ονειροπόλου, του αθώου και ανυπεράσπιστου θύματος του συστήματος, η οποία, από τη σφαγή της Piazza Fontana και έπειτα -εδώ στην Ιταλία- χρησιμοποιείται συχνά ως άμυνα απέναντι σε κατασταλτικές εκστρατείες. Μία ”οσία” φιγούρα, στην οποία ένας ορισμένος ”κοινωνικός αναρχισμός” -συχνά μεταμοντέρνος- έχει βασίσει τους προσωπικούς του μύθους και προσδοκίες. Η αναρχική ένοπλη πάλη, μολονότι μειοψηφική, έχει στηλιτεύσει τον εν λόγω ”μύθο”, ειδικά όταν αναλαμβάνεται περήφανα απέναντι στα πρόσωπα των δικαστών. Επομένως, οφείλουμε να συμβιβαστούμε με το αναπότρεπτο: Η ”ιδεολογική” προκατάληψη εναντίον νέων μορφών αγώνα είναι συστατικό στοιχείο της φύσης των πραγμάτων. Κάθε νέα μορφή οργάνωσης ”αποδιοργανώνει” αδυσώπητα τις προϋπάρχουσες πραγματικότητες μαζί με τα πεπερασμένα όριά τους, αντικαθιστώντας και αμφισβητώντας τες. Η γέννηση όσων αποκαλείτε ”τάσεις” είναι το  συμπαρομαρτούν αποκύημα της ”αποδιοργάνωσης” που επιφέρει η σύγκρουση. Η ιστορία μας βρίθει εσωτερικών σπαραγμών μεταξύ συντρόφων οι οποίοι, θεωρητικά, (παρότι με διαφορετικές πρακτικές) θα περίμενε κανείς να βρίσκονται σε κοινό μετερίζι. Οι ”ινσουρεξιονιστές” (εξεγερσιακοί), όταν έκαναν την εμφάνισή τους τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, υπέστησαν πολύ βίαιες επιθέσεις, καθώς εγείρονταν επαίσχυντες κατηγορίες εναντίον τους. Δεκαετίες αργότερα, οι κατηγορίες αντίστοιχου περιεχομένου δεν έλειψαν απέναντι σε συντρόφια της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAI). Ωστόσο, έχοντας διατυπώσει τα παραπάνω, πρέπει να ειπωθεί επίσης πως η επικύρωση του ”νέου” σχεδόν πάντα συνοδεύεται με ξεσπάσματα επιθετικότητας απέναντι στο ”παλιό”, και εμείς οι αναρχικοί δεν αποτελούμε εξαίρεση. Η εφάμιλλη λεκτική επιθετικότητα εναντίον των ”επίσημων” αναρχικών δεν απουσίασε (”οι γραφειοκράτες αναρχικοί”, ”οι δειλοί”, ”οι ρεφορμιστές”, ”οι αστοί”…), τίποτα όμως το τραγικό, φυσιολογικές δυναμικές (ακόμη κι αν συχνά ήταν δυσάρεστες και αντιπαραγωγικές) εντός ενός αναρχικού κινήματος ξέχειλου από ανταγωνιστικά πάθη και αντιλήψεις, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο -επιτρέψτε μου να πω- ακόμα ζωντανού.

Διατείνεσαι πως ο διάλογος κινδυνεύει να υποβαθμιστεί σε απλή ”χλεύη για τη χλεύη” και πως ”η οικειοποιήση, ο αφορμαλισμός, η ανωνυμία” απέχουν πολύ από το να βρουν πραγματικά ”θεωρητικο-πρακτικά” ερείσματα, όντας ήδη σκοροφαγωμένα στις βάσεις τους (a priori) από μια διαστρεβλωμένη σεχταριστική λογική. Θα είχες δίκιο αν ομόλογες πρακτικές δεν είχαν δοκιμαστεί ποτέ εμπράκτως, στην πραγματικότητα όμως, ένα σημαντικό τμήμα του κινήματος τα βιώνει για χρόνια στο ίδιο του το πετσί. Βρίσκομαι χρόνια στη φυλακή γι’ αυτή μου την επιλογή. Ευτυχώς ή δυστυχώς, εφάρμοσα αυτόχρημα στην πράξη την αποτελεσματικότητα και τις συνέπειες αντίστοιχων ”εννοιών”.  Έχω απολαύσει συναρπαστικές νίκες και έχω υποστεί αντίστοιχα αποκαρδιωτικές ήττες. Όταν ”λερώνουμε” τα χέρια μας πράττοντας, οι εξυψώσεις και οι πτώσεις είναι αναπόφευκτες. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με συγκεκριμένες δυναμικές της σύγκρουσης, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τίποτα. Όλα είναι πιθανά, ακόμα και τα πιο αδιανόητα πράγματα μπορούν να πραγματοποιηθούν ως δια μαγείας. Η μοναδική απρόσβλητη βεβαιότητά μας είναι πως μόνο διαμέσου της συστηματικής σύγκρουσης με την κυριαρχία  μπορούμε να επανεξετάσουμε, να επεκτείνουμε και να βελτιώσουμε τη δράση και την τακτική μας, τα υπόλοιπα είναι επουσιώδη. ”Αναπαραξιμότητα, αφορμαλισμός, ανωνυμία”, 3 απλές λέξεις με πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα για ‘μένα από απλές αφηρημένες και πνευματώδεις θεωρίες. Έχω επιχειρήσει (όχι πάντα επιτυχώς) να είμαι συνεπής, ζώντας την Αναρχία μου σε χρόνο Ενεστώτα.

Αναφορικά με την ”αναπαραξιμότητα”, την ταυτίζω με ένα αίσθημα: της ευφροσύνης όταν κάποιος θωρεί τις πρακτικές του (όπως η αναρχική δράση) να τον αιφνιδιάζουν καθώς διαδίδονται παγκοσμίως. Το 1980 έζησα μια επιδημία επιθέσεων σε πυλώνες ηλεκτρισμού σε όλη την επικράτεια. Δεκαετίες αργότερα, έκπληκτος, βίωσα γεμάτος ενθουσιασμό τις διεθνείς καμπάνιες αλληλεγγύης και την έκρηξη της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAI/IRF) να φτάνει σχεδόν στις άκρες του κόσμου. Παρελθούσες εμπειρίες (υπερβολικά βραχύβιες κάποιες φορές), που αφήνουν όμως το στίγμα μιας ζωής γεμάτης, μιας ζωής αξιοβίωτης, της ζωής ενός αναρχικού της πράξης, μιας ζωής ξέχειλης από αισιοδοξία. Απολαύσεις δύσκολο να κατανοηθούν από όσους τις στερήθηκαν, αλλά εφικτό να επιτευχθούν όταν απλώς εισβάλεις στο προσκήνιο και μεταφέρεσαι από τη θεωρία στην πράξη ανακαλύπτοντας έναν νέο κόσμο.

Οι 3 προαναφερθείσες πρακτικές, με το κύλισμα των χρόνων, δοκιμάστηκαν όλες στο μέτωπο -μηδεμιάς εξαιρουμένης- και, παρότι (πότε πότε) συντήρησαν μία στρεβλή, σεχταριστική λογική, συνιστούν τις πλέον ζωτικές και μαχητικές πλευρές της αναρχίας, της έμπρακτης εφαρμογής της. Ειδικά όταν αυτές οι συζητήσεις εμπλέκουν συντρόφια μυημένα στη δράση, τότε αποκτούν μία διαφορετική, πραγματική εμβρίθεια. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, ακόμα και μεταξύ συντρόφων της αφορμαλιστικής τάσης, δεν απουσιάζουν αντιθέσεις, και δη ισχυρές. Δε θα έπρεπε να ξαφνιαζόμαστε, ιδίως αν λάβουμε υπόψιν πως η τελευταία (η αφορμαλιστική τάση) χαρακτηρίζεται από ποικίλες δυναμικές, τόσο στο δομικό-οργανωτικό κομμάτι, όσο και στο ”επιχειρησιακό”. Με την πάροδο των χρόνων, οι μεγαλύτερες αντεγκλήσεις σχετίζονται με το ζήτημα των αναλήψεων ευθύνης, κυρίως με τη χρήση ακρωνυμίων και σταθερών υπογραφών – υστερούν μόνο σε σύγκριση με τη διαμάχη γύρω από την ”θεαματικοποίηση” ορισμένων δράσεων και την κατηγορία πως αδυνατούν να καταστούν οικειοποιήσιμες. Στην ουσία μιλάμε για διαφορετικές πρακτικές, καίτοι όχι ανταγωνιστικές, με θεμελιωδώς διαφορετικές απολήξεις. Αυτό εμπερικλείει αντιμαχόμενες στάσεις και επιλογές ζωής που διακρίνουν τις 2 πλευρές της σύγχρονης αναρχίας της πράξης. Από τη μία πλευρά το ”αντί-κοινωνικό” και ”μηδενιστικό” ρεύμα, το οποίο τεντώνει τη βιαιότητα της δράσης στις πιο ακραίες της συνέπειες, απηχώντας τον ”μύθο” της ”εκδικητικής αναρχίας”. Διατηρεί τις ”κοινωνικές” προεκτάσεις της δράσης, μετατεθειμένες όμως στο μέλλον: όταν ο ”μύθος” θα έχει διαπεράσει τις καρδιές των καταπιεσμένων. Από την άλλη μεριά, οι κοινωνικοί αναρχικοί, οι εξεγερσιακοί, οι οποίοι, προκειμένου να εξασφαλίσουν μία συλλογική και ποσοτική ανάπτυξη, είναι πρόθυμοι (θέτοντας ενδιάμεσους στόχους σε συγκεκριμένους κοινωνικούς αγώνες) να περιορίσουν και να ταξιθετήσουν τη δική τους καταστρεπτική βία. Για μια βαθύτερη κατανόηση, ας δούμε ποιες είναι διαφορές τους, οι οποίες, ειδικά από οργανωτικής έποψης, είναι αξιομνημόνευτες μεταξύ ”ομάδων συγγένειας” διασκορπισμένων χωρικά που επικοινωνούν μέσω αναλήψεων ευθύνης, προωθώντας ”διεθνείς συντονισμούς επίθεσης” και ”ομάδες συγγένειας” συνδεδεμένες με έναν συγκεκριμένο τοπικό αγώνα, σχετιζόμενες με ”δημόσιες εκδηλώσεις”, ανοιχτές στον κόσμο και στο ”κίνημα”. Εξίσου ριζικές είναι οι διαφορές στο ”επιχειρησιακό” κομμάτι. Έχουμε αρχικά το παράδειγμα βίαιων πράξεων ισχυρού αντίκτυπου, οι οποίες αποσκοπούν στην ”προπαγάνδα διαμέσου της πράξης”, στην απλή διασπορά του τρόμου στο στρατόπεδο των εκμεταλλευτών. Επομένως, πρόκειται για μία μέθοδο δράσης που απεκδύεται της ανάγκης να συμβιβαστεί, να συνδιαλεχθεί με το υπάρχον, αφού δε στοχεύει να εμπλακεί σε κάποια ενδιάμεση πάλη. Ο μοναδικός της απώτερος σκοπός (παρεκτός της αμιγούς, εγωιστικής, εύηχης απόλαυσης της καταστροφής) είναι η αναγέννηση με κάθε κόστος του ”μύθου” της ”εκδικητικής αναρχίας”, του ”μελλοντικού ήλιου”, της ”αναρχικής εξέγερσης”. Εφαρμόζοντας την ‘‘προπαγάνδα δια της πράξης” αναζωογονούν αυτόν τον ”μύθο”, ανακτώντας τη σταδιακά χαμένη μας υπόληψη αντίκρυ στους υπόλοιπους καταπιεσμένους. Αξιοπιστία που θα επανακτήσουμε με δράσεις έκλυτες, αποδεσμευμένες από οποιουσδήποτε φραγμούς, διότι θα έχουν έναν και μόνο σκοπό, βαθιά αξιακό: να χτυπήσουν σκληρά τους εκμεταλλευτές μας παίρνοντας εκδίκηση για τους εκμεταλλευομένους. Πρόκειται, εν τέλει, για μια πρακτική ενδεικτική της ”μηδενιστικής”, ”σκοτεινής” πλευράς της αναρχίας, μιας αναρχίας που είναι γεμάτη εκδικητικότητα, μίσος, βιαιότητα και μία ακαταμάχητη περιφρόνηση της λογικής, εκπορευόμενη από την ”παρανοϊκή” και ατρόμητη επιθυμία για ελευθερία, και η οποία αποτελεί -κατά τη γνώμη μου- την πλέον ζωντανή κι ελπιδοφόρα πλευρά του αναρχισμού μας. Αυτή θεωρώ πως κάποια μέρα θα μας οδηγήσει στην επανάσταση. Απεναντίας, υπάρχει και ο εξεγερσιακός (κοινωνικός) αναρχισμός, μαζί με τους τοπικούς δεσμούς του και τις δράσεις του που απευθύνονται σε ένα σωρό ρεφορμιστές και υποστηρικτές της θεωρίας των σταδίων. Προωθούν δράσεις οι οποίες αποβλέπουν στην άμεση συμπαγοποίηση ενός συγκεκριμένου αγώνα, ενώ πάντα λαμβάνουν υπόψιν τις μαζικές κινητοποιήσεις, προσπαθώντας να συνάψουν σχέσεις με τον λαό. Πιέζοντας συχνά να περιορίζουμε τις παρεμβάσεις μας, ώστε να μην κινδυνέψουμε να απομονωθούμε μένοντας εκτός ”παιχνιδιού”. Οι επιθετικές πρωτοβουλίες ομογενοποιούνται και διαμεσολαβούνται από το περιρρέον κοινωνικό περιεχόμενο. Η μεθοδολογία του συγκεκριμένου τύπου δράσης είναι η ανάδειξη στοχεύσεων που αφορούν την καθημερινή ζωή των πολλών ανθρώπων, επιτρέποντάς τους σταθερά να αντιλαμβάνονται τα πραγματικά άμεσα, μολονότι τμηματικά, κέρδη του αγώνα που έχουν την προοπτική να πείσουν μεγαλύτερα κομμάτια του πλήθους για τις αντικειμενικές δυνατότητες της άμεσης δράσης και τη σημασία της απόρριψης της αντιπροσώπευσης. Αμφότερες αυτές οι πρακτικές αναγνωρίζονται από ένα τεράστιο ποιοτικό άλμα, το οποίο -κατά τη γνώμη μου- δεν μπορεί να αγνοηθεί, καθώς τις τοποθετεί υπεράνω όλων των υπόλοιπων αναρχικών πρακτικών: Η καταστροφική δράση, η ένοπλη πάλη, η αμφισβήτηση του κρατικού μονοπωλίου της βίας. Μόνο διαμέσου αυτών δύναται κανείς να ξεκινήσει την ανατροπή, την επαναστατικοποίηση του κόσμου, αφού οι σπόροι της μελλοντικής αδελφοσύνης κυοφορούνται ήδη στις σημερινές συγκρούσεις και στο πώς επιλέγουμε να τις οργανώνουμε. Μόνον εντός ενός πλαισίου αγώνα, σύγκρουσης και πάλης μπορούμε να γευτούμε άμεσα, στο σήμερα, την αγνότητα των ελεύθερων σχέσεων, της αγάπης, της ζωντανής επαναστατικής αλληλεγγύης. Όλα τα υπόλοιπα είναι συμβιβασμοί, βόλεμα, αλλοτρίωση και μακροπρόθεσμη παραίτηση. Η αναρχία δεν έγκειται στο τι λέμε ή γράφουμε, αλλά στο τι κάνουμε συνολικά. Θα θέλαμε να ήταν δεδομένο πως όσοι μιλάνε σχετικά με ορισμένες πρακτικές τις έχουν πρωτίστως ζήσει στο πετσί τους. Τούτο όμως, δυστυχώς, δεν ισχύει πάντα. Αυτός είναι ο λόγος -κατά την άποψή μου- για τον οποίον οφείλουμε να εκτιμούμε περισσότερο τα γραπτά και τις διατυπώσεις των αναλήψεων ευθύνης συγκριτικά με άλλα. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ευδοκιμεί υποκρισία – οι συντάκτες προέταξαν το σώμα τους, δρώντας και ρισκάροντας τις ζωές τους. Αναπόδραστα, τα λόγια τους διέπονται από μία υλικότητα, μία συνέπεια, μία μεγαλύτερη αξία, εφόσον γνωρίζουμε πως όποιοι τα εξέφρασαν φρόντισαν πριν να στοιχηματίσουν τις ζωές τους. Η δυναμικότητα της επικοινωνίας μέσω των δράσεων και των αναλήψεων ευθύνης έγκειται ακριβώς σε αυτό το γεγονός. Ορισμένα συντρόφια χαρακτηρίζουν τις αναλήψεις ευθύνης ως περιττά κείμενα γεμάτα δημαγωγία, και ίσως να έχουν δίκιο, αλλά σε αυτά τουλάχιστον (όσο δημαγωγικά κι αν φαντάζουν) οι λέξεις φέρουν το ”άχθος” μιας ζωής βιωμένης και ενεργής. Κάτι εκκωφαντικά απόν από σωρεία κειμένων έμπλεων ”θαυμάσιας” λογοτεχνικότητας, αλλά πάραυτα εφήμερων, εξαιτίας της απουσίας οποιασδήποτε συνάφειας μεταξύ θεωρίας και πράξης, αποκομμένα από τον αγώνα, μακριά από τη ζωή.

Εδώ και μερικά χρόνια, έχεις λάβει μία στάση ”ενάντια στην επανάσταση”. Μία θέση γεννημένη στη φυλακή -συμπεραίνουμε- αφού η ανάληψη ευθύνης του Πυρήνα “Όλγα” της FAI/IRF κλείνει με μία διακήρυξη αγάπης για την Κοινωνική Επανάσταση. Πιστεύουμε πως έχουμε καταλάβει σφαιρικά τη θέση σου, εντοπισμένη στην υπονόμευση της ”αναμονής της επανάστασης” η οποία αναβάλλει τη δράση σε ένα αόριστο, καταλληλότερο μέλλον, όταν οι αντικειμενικές συνθήκες θα έχουν ωριμάσει. Εν κατακλείδει, (μια θέση εντοπισμένη) στην απόρριψη μιας στάσης “βλέποντας και αναμένοντας”, ακόμα κι αν είναι καρυκευμένη με επαναστατικές συνταγές. Όσο αυτή η υπονόμευση παραμένει πρόκληση για έναν διαφορετικό τρόπο δράσης, είναι εύστοχη. Εδώ ξεπροβάλλει όμως μία διαλεκτική αντίφαση: Οι επαναστάτες σήμερα λιμνάζουν στον ρεφορμισμό. Μία αποτελεσματική διαπίστωση ικανή να οδηγήσει σε αναθεωρήσεις. Παύει όμως να είναι αποτελεσματική όταν αμελείς να εξάρεις την αντιφατική σημασία της ρήσης. Να το διασαφηνίσουμε περισσότερο: Το μέσο είναι αποτελεσματικό απέναντι στον αυτοαποκαλούμενο κοινωνικό αναρχισμό -κοινωνικός, αλλά όχι ο παραδοσιακός- ο οποίος συμμαχεί με τμήματα της αστικής τάξης, προσδοκώντας μία επιτυχημένη έκβαση ορισμένων αιτηματικών αγώνων (εργατικών απεργιών, υπεράσπιση δικαιωμάτων), περιμένοντας καρτερικά την ωρίμανση των συνθηκών για την επανάσταση. Παρομοίως με ό,τι υποστηρίχθηκε στην Ισπανία το 1936: Προέχει να νικήσουμε στρατιωτικά στον πόλεμο και έπειτα έρχεται η επανάσταση. Ως εκ τούτου, είναι χρήσιμο όταν επιστρατεύται για την καταπολέμηση μετώπων υπεύθυνων για τη μετάθεση της επανάστασης στο μέλλον, αφού θα έχουν επιλυθεί πιο επιτακτικά ζητήματα, των οποίων η αντιμετώπιση προϋποθέτει συγκατάβαση με προβλήματα που η επανάσταση θα όφειλε να μάχεται ώστε να εξοντώσει.

Οπότε, πες μας την άποψή σου: Δεν είναι σα να χαρίζουμε το παιχνίδι στους αντιπάλους μας; Τι άλλο θα έπρεπε να περιμένουμε για την επανάσταση; Δεν έχει καταστρέψει αρκετά τον πλανήτη μας ο καπιταλισμός ήδη; Δεν έχουν ήδη επιβαρυνθεί αρκετά οι πλάτες γενεών επί γενεών εκμεταλλευομένων; Αντί να διαμηνύουμε τον θάνατο της επανάστασης, δε θα ήταν προτιμότερο να υπερασπιστούμε την αναγκαιότητά της εδώ και τώρα, σε πείσμα όσων επιμένουν να την αναβάλλουν σε ένα αόριστο μέλλον προκειμένου να μη διαταράξουν τον μακάριο ύπνο -για παράδειγμα- ενός οινοπαραγωγού απρόθυμου να ζημιωθεί από μία απεργία στο δικό του χωράφι, όπου εξακολουθεί να εκμεταλλεύεται μετανάστες σα σκλάβους, φοβούμενος την επανάσταση όσο τίποτε άλλο, αφού αυτή -κατά τις ανησυχίες του- θα τον στερούσε από το σπίτι και τους αμπελώνες του;

Θα μιλήσουμε ευθέως αυτήν τη φορά: Ο κίνδυνος με τη διάδοση της εντύπωσης πως η επανάσταση είναι νεκρή, έγκειται στο ότι υπάρχουν σύντροφοι τόσο ανόητοι -και υπάρχουν όντως, δυστυχώς- που αδυνατούν να το εκλάβουν αυτό εν είδει πρόκλησης, καταλήγοντας να το πιστεύουν πραγματικά! Συνεπώς, οι προσπάθειές σου περί αποδόμησης της επανάστασης μπορεί να μην ωθήσουν τα συντρόφια να δράσουν στο εδώ και στο τώρα, αλλά, απεναντίας, να τα αποτρέψουν οριστικά από οποιαδήποτε δράση. Οι εξεγερμένοι χρειάζονται ένα όνειρο, ειδάλλως γιατί να φυλακιστούν ή να πεθάνουν;

Εξάλλου, σήμερα, το να αποδομείς την επανάσταση, χωρίς παρεξήγηση, δεν είναι κάτι καινοτόμο. Ξεκίνησε το 1992 με το έργο του Φουκογιάμα περί “Τέλους της Ιστορίας” και “Τελευταίου ανθρώπου”. Σύμφωνα με τον Αμερικανό φιλοκαθεστωτικό φιλόσοφο, όλα έχουν τελειώσει: ο διαρκής εφιάλτης ενός αΐδιου παρόντος. Ένα φιλοσοφικό-κοινωνικό παράδειγμα που η κοινωνία φρόντισε να επιβεβαιώσει με πολλαπλούς τρόπους: από την τηλεόραση ως τον καταναλωτισμό του διαδυκτύου, τα διαθέσιμα εμπορεύματα αντικαθίστανται ταχύτατα, όμως, πάραυτα, επικρατεί το αίσθημα πως ζούμε την ίδια εποχή για 30 χρόνια. Και επειδή οι αναρχικοί, ακόμα και όσοι ασπάζονται έναν θολό αντικοινωνισμό, ζουν εντός αυτής της κοινωνίας, απορροφώντας τάσεις και ιδέες, πολλοί εξ αυτών έχουν αρχίσει να σκέφτονται κατά τα επιθυμητά πρότυπα του συστήματος: Από τα άρθρα του “A-rivista anarchica” ή του “Umanità Nova” που πιστοποιούν τη δύση της βίαης κοινωνικής επανάστασης, καθώς αυτή αντικαθίσταται από τον αναρχισμό εν είδει κουλτούρας, καντιανής κατηγορικής προσταγής και νόρμας… μέχρι τους παλαιούς μαχόμενους συντρόφους που σήμερα στέκουν απογοητευμένοι, επειδή, ορισμένες φορές, η απουσία επαναστατικών προοπτικών συνεπάγεται την απουσία ουτοπικών σχεδιασμών. Εκπονώ σχέδια δράσης λόγω της παρουσίας ενός μακροπρόθεσμου στόχου στο κεφάλι μου.

Δε σου φαίνεται επιβλαβές να υποπέφτουμε σ’ αυτήν την ατραπό, ακόμα κι αν ξεκινάμε με τις καλύτερες προθέσεις έχοντας έναν διαφορετικό στόχο;

Θα υπεραμυνθώ της προσωπικής μου ”απόρριψης” της ”επανάστασης” ανατρέχοντας στον Αλμπέρ Καμύ: ”Εφόσον δε ζούμε πλέον στον καιρό των επαναστάσεων, ας μάθουμε να ζούμε τουλάχιστον στους καιρούς της εξέγερσης”. Στην πραγματικότητα συμφωνώ μαζί του μόνο σε ένα σημείο: Σήμερα, σαφέστατα, δε ζούμε στην εποχή της ”επανάστασης”, αλλά της ”εξέγερσης”. Θέλω όμως να ξεκαθαρίσω πως η απολογία μου υπέρ της εξέγερσης δε συνιστά ούτε υποχώρηση, ούτε μία πρόσκληση για λειψούς αγώνες σε μία άτονη περίοδο. Είμαι πεπεισμένος πως δεν ευδοκιμεί επανάσταση δίχως μιαν αλληλουχία πολυάριθμων εξεγέρσεων να την προετοιμάσουν και να την προανακρούσουν. Αυτές οι εξεγέρσεις επιτρέπουν και στους δύο μας να ζήσουμε άμεσα και ολοκληρωμένα, σε χρόνο ενεστώτα, την απόλαυση της αναρχίας μας (γεννηθήκαμε γι’ αυτό, υπάρχει στη φύση μας), και να φέρουμε τους εαυτούς μας σε επαφή με τον κόσμο, χτίζοντας -εξέγερση με την εξέγερση, δράση με τη δράση- τον ”μύθο” του ”ήλιου του μέλλοντος”, ανυψώνοντας -λιθάρι το λιθάρι- την υπόληψή μας στα μάτια των καταπιεσμένων, μια υπόληψη δίχως την οποία τίποτα αντάξιο του ονόματος ”επανάσταση” δε θα ζυγώσει. Ο ρόλος μας σήμερα μπορεί να είναι μόνον αυτός: να χτυπάμε, να ξαναχτυπάμε και να χτυπάμε ξανά… Σφυρηλατώντας με αίμα, ιδρώτα και αβυθόμετρη απόλαυση τον ”μύθο” της ”εκδικητικής Αναρχίας”. Μία αναρχική επανάσταση είναι εφικτή. Πρέπει όμως να βρούμε το κουράγιο και τη δύναμη να υποστηρίξουμε μία τόσο ονειρική και ουτοπική προοπτική όπως της προσήκει. Το γεγονός ότι αυτή η συγκεκριμένη προοπτική στερείται ”ιδεοληπτικών” και ”εξουσιαστικών” δειγμάτων, είναι ακριβώς η αιτία της εγγενούς φανταστικής και ουτοπικής της υπόστασης. Στην ανάληψη ευθύνης του Πυρήνα “Όλγα”, αυτή η αισιοδοξία εκρήγνυται σε μία διατράνωση της παθιασμένης αγάπης για την ”Κοινωνική Επανάσταση”. Εκείνη τη στιγμή ήταν (και ακόμα είναι, αλλά σήμερα το πράττω με έναν πιο διαρθρωμένο τρόπο) πολύ σημαντική η επανέναρξη της δράσης σε μία προοπτική ολικής αλλαγής και ανατροπής των διεθνών συσχετισμών (Κοινωνική Επανάσταση). Εφόσον στην ερώτησή σου αναφέρεσαι στην ανάληψη ευθύνης για την ένοπλη επίθεση στον Adinolfi, επίτρεψέ μου να σου πω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το γραπτό διέθετε πολλούς περιορισμούς. Ήταν εντελώς αυτοαναφορικό (απευθυνόμενο σχεδόν αποκλειστικά στο αναρχικό κίνημα), υπήρξε υπέρμετρη αναφορά στο ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας, και η αμφισβήτηση της τεχνολογίας, ήτοι της ”μεγα-μηχανής” (δεσπόζουσας για ‘μένα τώρα), ήταν ανύπαρκτη. Η τότε εκπερφασμένη κριτική από ορισμένα συντρόφια που ισχυρίζονταν ότι η ανάληψη συνιστούσε, επί της ουσίας, μία σειρά κατηγοριών εναντίον παραδοσιακών συστατικών του κινήματος, εμπεριείχε αλήθειες. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως, με το πέρασμα του χρόνου, οι αναλύσεις εξελίσσονται. Το σημαντικό είναι να μην παραιτούμαστε, να μην παραλύουμε και, πάνω απ’ όλα, να μην παραδινόμαστε στην εξουσία που -όπως το εννοώ εγώ- μεταφράζεται στην άρνηση εγκατάλειψης (λόγω της παρούσας κατάστασής μου, σε θεωρητικό επίπεδο) της βίαιης ρήξης με το σύστημα, της ένοπλης πάλης με κάθε κόστος. Το να είμαστε συνεπείς απέναντι στους εαυτούς μας δε συνιστά πάντοτε κάτι άξιο επιδοκιμασίας, κάποιες φορές είναι ισοδύναμο με ήττα, μας κάνει προβλέψιμους και σποραδικά ”γραφικούς”. Συνέπεια δε σημαίνει αναγκαστικά παραμονή στο ίδιο ατελέσφορο μονοπάτι ξανά και ξανά. Η αποτελμάτωση της στρατηγικής, στην πραγματικότητα, συνεπάγεται αυτοκτονία, και δεν κομίζει τίποτα νέο στον αγώνα. Η φυλάκισή μου σε ένα κελί δε θα έπρεπε να με εμποδίζει από το να εξελίσσομαι και να αναζητώ νέους δρόμους. Για να έχεις τη δύναμη να ανασυνταχθείς, το μόνο προαπαιτούμενο είναι το κριτικό σου πνεύμα να διατηρεί ακέραια την περιφρόνησή του και για τον εαυτό σου και για τον κόσμο. Αυτο-κριτική και ειρωνία: Δυο συνυφασμένα αντιβιοτικά ώστε να μη μετατραπούμε σε φανατικούς και τρομπόνια της ιδεολογίας. Οπότε δεν πρέπει να εκπλήσσεσαι αν σήμερα αντιφάσκω με ό,τι είχα εκφράσει στο παρελθόν, αμφισβητώντας τον μηρυκασμό γύρω από τον ηχηρό όρο της ”επανάστασης”, και πηγαίνοντας τόσο μακριά ώστε να υποστηρίξω -όπως έκανα και στη συνέντευξη- πως η ”επανάσταση” ως λέξη φαίνεται κενή και, συνεπώς, ”εχθρική”.

Αυτού του είδους η στηλίτευση του ”επαναστατικού κλέους” είναι φυσικά μία πρόσκληση (όπως λες κι εσύ), όμως, συγχρόνως, είναι φορέας ουσιώδους κριτικής, σύμφυτης με την προσπάθειά μου να ”αναλύσω” την πραγματικότητα. Μια προσπάθεια η οποία δεσμεύεται από ανυπέρβλητους περιορισμούς, αλλά συναντάει το σταθερό της νόημα στην πράξη. Σχεδόν όλοι οι αναρχικοί μπουκώνουν τα στόματά τους με τον όρο ”επανάσταση”, ελάχιστοι όμως δρουν αναλόγως, χτυπώντας δομές της εξουσίας, και ακόμα λιγότεροι προχωρούν παραπέρα, πλήττοντας άντρες και γυναίκες στα ανώτερα στρώματα της κυριαρχίας, παρότι ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις η λέξη αυτή συνεχίζει να συγκρούεται με την πραγματικότητα, με απότοκο να ηχεί παράταιρα. Αν επιθυμούμε να είμαστε ειλικρινείς, οφείλουμε να παραδεχτούμε στους εαυτούς μας ότι ακόμη κι όταν συμμετέχουμε σε ξεσηκωμούς ή εξεγέρσεις σε απόμακρες περιοχές του πλανήτη, προσφέροντας τις γενναιόδωρες συνεισφορές μας, γνωρίζουμε ατράνταχτα βαθιά μέσα μας πως, παρά το δίκαιο του αγώνα, δε θα οδηγήσει ποτέ σε μία αναρχική επανάσταση. Είμαστε αρκετά συμβιβασμένοι με την ιδέα πως μπροστά στην πραγματικότητα πρέπει πάντα να κάνουμε υποχωρήσεις. Τόσο συμβιβασμένοι ώστε να μην είναι η πραγματικότητα πια αυτή που μας μετασχηματίζει, αλλά η άτεγκτη εικόνα της, βάσει της οποίας σπεύδουμε να προσαρμοστούμε, απεμπολώντας τις ιδέες μας περί ολικής απελευθέρωσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θολώνουμε, αργοσβήνουμε, χάνουμε την ουτοπική μας λάμψη, αποκηρύσσουμε την ”αναρχική επανάσταση” – μια προοπτική εξωπραγματική, αναχρονιστική, ανέφικτη. Δεν πιστεύουμε πλέον σε αυτήν. Η μύχια αλήθεια στις καρδιές μας είναι πως, μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο, ο ”ρεαλισμός” έχει υποσκάψει τις βεβαιότητές μας, δημιουργώντας ένα σχεδόν αγεφύρωτο χάσμα. Ευτυχώς ο προαναφερθείς Φουκουγιάμα σφάλλει, το παιχνίδι δεν έχει τελειώσει, το τέλος της ιστορίας δεν έχει φτάσει. Η ιστορία της ανθρωπότητας (ως τώρα τουλάχιστον) έχει σημαδευτεί από τεράστια άλματα, στα οποία η επαναστατική ρήξη είναι τόσο αναπόδραστη όσο και αμείλικτη. Ο κόσμος γύρω μας αλλάζει με επιταχυνόμενους ρυθμούς, όμως η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνολογίας δεν έχει κατορθώσει ακόμα να επηρεάσει σημαντικά την ανθρωπινότητά μας, τα ένστικτα και την ”ψυχή” μας. Όπως ήδη αναφέραμε, όμως, τα στοιχήματα έχουν εκτιναχθεί: τώρα διακυβεύεται η ίδια η επιβίωση της ανθρωπότητας και η ζωή του πλανήτη. Η μόνη συμπαγής δυνατότητα διαθέσιμη σ’ εμάς ώστε να ανατρέψουμε αυτήν την τάση, είναι η ”αναρχική εξέγερση”, με όλο το ταραχοποιό της απόθεμα αισθημάτων, παθών, παραλογισμού, ταξικού μίσους, αντιτεχνολογικών ενστίκτων ενάντια στην περιβόητη επιστημονική ”πρόοδο”. Δε θα είναι η σωφροσύνη, η μετριοπάθεια ή η ισορροπία που θα μας σώσει, αλλά η παραφορά του πάθους, των συναισθημάτων, του μίσους, της αγάπης, του θυμού, της εκδίκησης. Δεν είναι η στιγμή να οικοδομήσουμε άλλες κοινωνίες, αλλά να καταστρέψουμε τις υπάρχουσες. Είναι η στιγμή της εξέγερσης, του ”ενθουσιασμού”, της ”μύθευσης”, της αναρχικής ”επανάστασης”. Τότε θα εμφανιστεί η επανάσταση της δημιουργίας, της αναδιαμόρφωσης, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας απασχολεί τώρα, καθώς δεν υπάρχει κάποια επανάσταση εν εξελίξει. Γι’ αυτό, εξάλλου, σήμερα η ”αναρχική επανάσταση” μοιάζει τόσο αναχρονιστική και ανεδαφική. Η έννοια αυτή μπορεί να ανακτήσει το περιεχόμενό της, τη βαρύτητά της, μόνον εφόσον συνοδεύεται από την ”εξέγερση”, από την καταστροφική βία. Η εξέγερση ικανοποιείται από την εκτόνωση του ”πάθους” (αισθήματα, πάθη, μαγεία) και της ”πράξης” (καταστροφική δράση, ένοπλη προπαγάνδα, βία). Η ”επανάσταση” είναι ένα σφαιρικό, σύνθετο ζήτημα που χρειάζεται το ”ήθος” (αξίες) και τον ”λόγο” (στρατηγική, λογική). Με το ήθος και τον λόγο δε χτίζονται μύθοι, δεν εξαπολούνται επαναστάσεις. Οι επαναστάσεις έρχονται μόνον όταν εξεγέρσεις έχουν ανοίξει μια χαραμάδα στις καρδιές των καταπιεσμένων και περιθωριοποιημένων ανθρώπων. Όλα έχουν τον προσήκοντα χρόνο τους, κάθε γεγονός είναι γέννημα της εποχής του. Η ”αναρχική επανάσταση” είναι κόρη της επαναστατικής μας βίας. Συνεπώς, δε ζούμε μία εποχή κρίσης ως αναρχικοί, αλλά μία εποχή αναγέννησης.

Η ”Εξέγερση” και η ”Επανάσταση” δεσμεύονται διπλά, είναι αλληλοεξαρτώμενες και διασυνδεδεμένες, πάντα σε αρμονία. Θα προσθέσω επίσης πως η ”επανάσταση” δεν πρέπει να μετατραπεί σε ένα νέο καθεστώς, πρέπει να λάβει μια μορφή διαρκούς εξέγερσης, ενός συνεχούς, ”αέναου” πειραματισμού. Ο ”μύθος” είναι η εφεύρεση που καταλήγει στην ”επανάσταση”. Μετά απ’ όλα αυτά, ”ιστορία” και ”μύθος” έχουν κοινό σκοπό: ”να ζωγραφίζουν τον αιώνιο άνθρωπο από τον άνθρωπο του σήμερα”. Γυναίκες και άντρες εξεγερμένοι, βέβηλοι καταστροφείς και δημιουργοί των νέων κοινωνιών, των νέων κόσμων.

Συζητώντας επίσης ορισμένες αναρχικές ιδέες και θεματικές παρόμοιες με όσες αναλύσαμε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, σε αυτόν τον διάλογο, τώρα η κριτική μας κατευθύνεται στα ίδια τα μέσα, όπως εκείνες οι εκδόσεις που καθιστούν εφικτή την εξέταση ιδεών και πρακτικών σχετικών με τον αναρχισμό, ενόσω επιτρέπουν την προπαγάνδιση και τη διάδοσή τους. Προφανώς, ενυπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ προπαγάνδας και διάχυσης των αναρχικών αντιλήψεων. Η συνήθης προπαγάνδα φαίνεται ν’ αφήνει μια γεύση αναποφασιστικότητας. Οπότε ρωτούμε τους εαυτούς μας: Τι σημασία μπορεί να διαθέτει η διάχυση των αναρχικών ιδεών σήμερα, σε έναν κόσμο όπου όλοι παροτρύνονται να επιδείξουν τις λόγιες ακαθαρσίες τους και να απονεκρωθούν στην κουλτούρα, στις γνώμες και στις εκτιμήσεις τους; Αφετέρου, αναφορικά με το καθιερωμένο νόημα της έννοιας “προπαγάνδα”, φαίνεται πως έχει λάβει μια σχεδόν αρνητική αξία στους αναρχικούς χώρους. Φτάνει σε σημείο να υπονοείται πως η προπαγάνδα αναρχικών ιδεών είναι μία ύπουλη προσπάθεια να πείσει ή να χειραγωγήσει ”τον λαό” (και τότε η προπαγάνδα μετατρέπεται σε εξουσία!). Εμείς δε συμφωνούμε. Θέλουμε να ανακαλύψουμε στος τέλος αυτήν τη βαθύτερη αξία που συνδέει τη δυνατότητα κάποιου να γνωστοποιεί τις απόψεις του με την πιθανότητα εύρεσης νέων συντρόφων εν μέσω μιας γενικευμένης σύγχυσης, επιστρατευμένης προκειμένου να διατηρεί τους αναρχικούς σε ομιχλώδη κατάσταση. Επιπλέον, αυτή η έκφανση της σύγκρουσης με την εξουσία ποτέ δε διαχωριζόταν από τη δράση. 

Αναρχική προπαγάνδα, ένα απομεινάρι του παρελθόντος, κάτι υπό εξαφάνιση, μαζί με μία ακόμα παρεμφερή προπαγάνδα, αυτήν της πράξης. Γνωρίζουμε φυσικά πως, αναλόγως την εποχή, οι όροι μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές σημασίες και νοηματοδοτήσεις, αλλά δε θέλουμε να ξεμακρύνουμε από το θέμα. Εννοώ, τι σημαίνει η αναρχική προπαγάνδα για ‘σένα σήμερα; Και τότε, άλλος ένα βαρύς βράχος πλαταγίζει στην εποχή του διαδικτύου, των sites και των blogs, ακόμα και οι αναρχικοί ”γλίστρησαν” (να το πω έτσι) μέσα στον ιστό – γεγονός με πολυάριθμες επιζήμιες συνέπειες, κατά τη γνώμη μας. Μεταξύ αυτών, η οριακά ολοκληρωτική εξαφάνιση των έντυπων εκδόσεων -οι οποίες πλέον δε λειτουργούν ως ένας αξιόπιστος αγωγός- και η απόλυτη εξάρτηση από τηλεματικά εργαλεία ώστε να πληροφορηθούμε για μυριάδες ”εξελίξεις” και διαφορετικά γεγονότα αναφορικά με το αναρχικό κίνημα. Προσέτι, η χρήση του διαδικτύου έχει οδηγήσει σε μία ευρύτερη ”διεθνοποίηση” ορισμένων πτυχών της επικοινωνίας εντός των αναρχικών, καθώς και στη μονιμοποίηση νέων ταχυτήτων σε αυτήν την επικοινωνία. Υπάρχουν, αφενός, εκείνοι που πιστεύουν στη δυνατότητα χρήσης αντίστοιχων εργαλείων κατά τρόπο όχι υπερβολικά επιβλαβή για τα λόγια μας και το νόημά τους, και, αφετέρου, εκείνοι που (όπως εμείς) πιστεύουν πως πρόκειται για εργαλεία και τεχνολογικά επιτεύγματα τα οποία προϋποθέτουν την εξουσιαστική κοινωνική διάρθρωση. Υπάρχουν πολλά ακόμα να συζητηθούν, και όχι μόνο αυτό. Τι νομίζεις εσύ;

”Διάδοση ιδεών” και ”προπαγάνδα”, ”σκέψης” και ”δράσης”, η καρδιά της αναρχικής συνοχής, η αναρχική δράση πρέπει πάντα να συμπληρώνεται. Διάχυση ιδεών: ο διάλογος μεταξύ αναρχικών, η εμβάθυνση και εξέλιξη των αναλύσεών μας, του ίδιου μας του στοχασμού. Προπαγάνδα: άνοιγμα στον κόσμο μέσω της δράσης, των ενεργειών, των διαδηλώσεων, των οδομαχιών, των καταστρεπτικών δράσεων που απευθύνονται σε όλους. Η δύναμη σε ένα δημοκρατικό κράτος διώκεται, το τελευταίο αντιδρά στην ”προπαγάνδα” όταν αναλαμβάνεται δράση, αλλά και σε όσους αναρχικούς την υποκινούν μέσα από σελίδες και εφημερίδες. Αυτό είναι ενδεικτικό του τι φοβάται η εξουσία, φοβάται τα λόγια μας όταν ”προπαγανδίζουν” ανοιχτά, φοβάται μια σκέψη ικανή να οδηγήσει σε δράση, τις σκέψεις που μπορούν να γίνουν έργα. Τότε, όταν η διάδοση των ιδεών πραγματοποιείται διαμέσου της ”προπαγάνδας με την πράξη” εναντίον των κρατών, το μόνο που απομένει σε αυτά είναι να ενδώσουν εγκταλείποντας την δύναμή τους ή να αντιδράσουν απαντώντας βίαια. Η διάχυση της εικονοκλαστικής μας σκέψης σε συνδυασμό με τη δράση μας, μπορεί να γίνει θανάσιμη για οποιαδήποτε δημοκρατική ή δικτατορική ”εξουσία” όταν αυτή δεν έχει δουλέψει την προετοιμασία μιας νέας κατάστασης, μιας ”αντιδραστικής δύναμης”. Αυτός είναι ο λόγος για την εξαπόλυση της προληπτικής καταστολής ακόμα κι εναντίον όσων γραπτών συνοδεύουν τις πραγματοποιημένες δράσεις μας.

Είθισται να υποστηρίζεται πως οι ιδέες και οι διαισθήσεις σφυρηλατούνται αποκλειστικά στην πράξη, αλλά ο αναστοχασμός που την καθορίζει απαιτεί τον δικό του ειδικό χώρο για την παρατήρηση των επιπτώσεων των πράξεών μας στην πραγματικότητα. Όσοι διατείνονται πως η ”προπαγάνδα” ακολουθείται από μία αρνητική σημασία, ένεκα της εργαλειοποίησής της από την επίσημη πολιτική, έχουν δίκιο. Αλλά, άμα τη συνδέσουμε με τη δράση μας, τότε αποκτά ήθος, δύναμη και ομορφιά. Ενδείκνυται να είμαστε πραγματιστές όταν επιλέγουμε ένα ”εργαλείο”, να μην υποτιμούμε τη χρησιμότητά του. Ο χρόνος αλλάζει τα όπλα στη φαρέτρα μας, πρέπει να διατηρούμαστε ενήμεροι, τα έντυπά μας (εφημερίδες, περιοδικά) είναι ανεπαρκή εργαλεία για τη μέθεξή μας με τις ”μάζες”, με τα εκατομμύρια των καταπιεσμένων ανθρώπων. Ο ”τύπος” βρίσκει το νόημά του σχεδόν αποκλειστικά εν είδει ”φυσικού χώρου” πραγματοποίησης διαλόγων, ανάπτυξης των ιδεών και της επικοινωνίας μεταξύ μας. Ποτέ δε θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω: Σήμερα, ο μοναδικός εφικτός τρόπος να αγγίξουμε έναν κρίσιμο αριθμό καταπιεσμένων ανθρώπων είναι διαμέσου της ”παραδειγματικής”, καταστροφικής δράσης. Αναλήψεις ευθύνης, ολιγάριθμες συμπράξεις συντρόφων εξασκημένων στην αντάρτικη πάλη, μαχητές ικανοί να παραδώσουν την πόλη στον όλεθρο της σύγκρουσης – μονάχα με αυτόν τον τρόπο θα διαπεράσουμε το πέπλο σιωπής που τα κράτη εγείρουν στις επικράτειές τους. Δεν ήταν πάντα έτσι, στο απόμακρο παρελθόν ο τύπος μας ασκούσε μια περιορισμένη επιρροή πάνω στις ”μάζες”. Πάρε για παράδειγμα τα δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα που τύπωσε η εφημερίδα του Malatesta, η Umanita Nova, το 1920. Η ύστατη αξιομνημόνευτη προσπάθεια να χτιστεί κάτι παρόμοιο (τουλάχιστον εδώ στην Ιταλία), έλαβε χώρα τη δεκαετία του ’90, όταν και το πιο προωθημένο τμήμα του αναρχικού κινήματος προσπάθησε να ιδρύσει μια καθημερινή εφημερίδα – μια απόπειρα αποτυχημένη, ένεκα της καταστολής, της τεράστιας, απαράκαμπτης προσπάθειας να συγκεντρωθούν οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι, της απαιτούμενης ενέργειας και των απαραίτητων ικανοτήτων. Φυσικά, από πλευράς πνεύματος και ”κουλτούρας” -τουλάχιστον από το 1968 και έπειτα- η επίδραση της αναρχικής και ελευθεριακής σκέψης υπήρξε πάντα ισχυρή στις τέχνες, την κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία… Αλλά αυτό είναι μια διαφορετική ιστορία που αφορά όχι μόνο τα ”έντυπα εγχειρήματα”, αλλά, επιπλέον, μια τάση του αναρχισμού προσηλωμένη στον περιορισμό αντί της καταστροφής της εξουσίας, στην επιδιόρθωση και στη βελτίωση των καθημερινών συνθηκών. Δεν το αναφέρω με περιφρόνηση, πρόκειται απλά για μία αναρχία που δεν αναγνωρίζω ως ”δικιά μου”.

Με ρωτάς αν η χρησιμοποιούμενη για την επικοινωνίας μας τεχνολογία εμπερικλείει τον κίνδυνο του ”συμβιβασμού”, της αλλοίωσης όσων θέλουμε να εκφράσουμε. Το τεθειμένο δίλημμα είναι ζωτικό, και πιστεύω πως υποβόσκει αρκετή αλήθεια στους προβληματισμούς σου. Το ρίσκο είναι πράγματι υψηλό, όμως, αν θέλουμε να είμαστε αιχμηροί και αποτελεσματικοί με τη δράση μας, δεν μπορούμε να το επιτύχουμε δίχως να λερώσουμε τα χέρια μας με τη χρήση της τεχνολογίας και, κατά συνέπεια, με τη χρήση ενός πραγματικά νοσηρού κι επισφαλούς εργαλείου. Για να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα, όπως λέρωσα τα χέρια μου με ένα όπλο -ένα ”εργαλείο του θανάτου”- προκειμένου να διεκπεραιώσω τη δράση μου ενάντια στον Adinolfi, αντίστοιχα, προκειμένου να ταυτοποιήσω εκ των προτέρων τον στόχο μου, έπρεπε να εντοπίσω τη διεύθυνσή του… στο διαδίκτυο, όφειλα λοιπόν να συμβιβαστώ με την τεχνολογία. Δίχως να αναφέρω την ”αναγκαιότητα” πολλές φορές να επικοινωνήσουμε σε ευρύτερα τμήματα συντρόφων διασκορπισμένων ανά τον κόσμο τους στοχασμούς μας, τα κίνητρα των δράσεών μας, τα κύματα καταστολής εναντίον μας. Η χρήση ενός μεμονωμένου όπλου είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνη από τη χρήση του διαδικτύου, περιλαμβάνει λιγότερα ρίσκα, λόγω της πολύ συγκεκριμένης χρήσης του, της υλικότητάς του. Ασφαλώς, ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση ελλοχεύουν παγίδες, διατρέχουμε το ρίσκο να ”γητευτούμε”, να φετιχοποιήσουμε το μέσο, το εργαλείο, να παρασυρθούμε από τη ”βία”, να ενδώσουμε σε χρησιμοθηρικές,  εξειδικευτικές και μιλιταριστικές τάσεις, αλλά αυτά δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με τα πιθανά ρίσκα μέσ’ από τη χρήση της τεχνολογίας, ακόμα και από την άποψη της επικοινωνίας. Με τον παγκόσμιο ιστό και όλα τα τεχνολογικά ”παράγωγά” του, διακινδυνεύουμε να αποκοπούμε από την ”πραγματικότητα”, να μετατραπούμε σε επιπρόσθετα εντός ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού, καταλήγοντας να φυτοζωούμε στα πλαίσια μιας εικονικής πραγματικότητας έμφορτης με δήθεν ”ανατρεπτικές” φλυαρίες που μας χαρίζουν την ψευδαίσθηση της δράσης, της πράξης, ενώ στην ουσία μας εξουδετερώνουν, πετώντας μας στις αγκάλες της ”εξουσίας”, η οποία σταδιακά (με ανεπαίσθητο τρόπο) μας κατασπαράσσει, εξαντλώντας τη ζωή και τον χρόνο μας με τρόπο ομόλογο ενός φυλακισμένου κλειδαμπαρωμένου στο κελί του. Πόσοι σύντροφοι διασπαθίζουν την επαναστατικότητά τους μπροστά από πληκτρολόγια; Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλλοτρίωση και η δυσαρέσκεια αλληλοτροφοδοτούνται και βρίσκουν έξοδο εκτόνωσης στα πιο κοντινά μας πρόσωπα. Η εκτόξευση κατηγοριών περί ασυνέπειας ή, ακόμα χειρότερα, ”ανεπάρκειας ”, είναι αυτόχρημα για πολλούς ο μοναδικός τρόπος να παραπλανήσουν τον εαυτό τους, νιώθοντας ”επαναστατικοί”. Κραυγάζουν και υποκινούν σε δράση εξαιρετικής ριζοσπαστικότητας, αλλά οι πομπώδεις κουβέντες τους ποτέ δε συνοδεύονται από έργα, μοναχά λόγια, επειδή όλα είναι ανούσια και φαύλα, οπότε έχουν έτοιμη τη δικαιολογία: ”Η συνάφεια λόγων και έργων δεν είναι εφικτή υπό αυτές τις συνθήκες”. Αυτό δε διαχωρίζεται από το γεγονός πως ο διάλογος πάνω στην ”καθαρότητα” των χρησιμοποιούμενων μέσων, αν δε δοκιμαστεί πρακτικά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε οιονεί θεολογικό προβληματισμό, εν είδει αυτών των θρησκευτικών ηγετών γύρω από το φύλο των αγγέλων: ένα φαντασιοκόπημα, δίχως τη στοιχειώδη σύνδεση με την πραγματική ζωή. Είναι, επομένως, χρειώδες να κάνουμε μια εκτεταμμένη προσπάθεια και να εισδύσουμε προπαντός στο συγκεκριμένο – για παράδειγμα, δίχως το διαδίκτυο, η εμπειρία από τον ένοπλο αγώνα της FAI/IRF (όσο περιορισμένος κι αν ήταν χρονικά) δε θα μπορούσε ποτέ να εξαπλωθεί κατά μήκος του κόσμου. Κάθε δράση ανταποκρινόταν σε μία άλλη ανταπόκριση οπουδήποτε στον κόσμο, ανεξαρτήτως απόστασης, και όλο αυτό χωρίς κεντρικό συντονισμό ή τη μεσολάβηση μιας ολοκληρωμένης, σχολαστικά δομημένης οργάνωσης. Σε αυτήν την περίπτωση, το διαδίκτυο έκανε εφικτή την απεμπόληση εξουσιαστικών μηχανισμών, αποφεύγοντας, χάρη στην ανωνυμία και την έλλειψη πληροφοριών μεταξύ των διάφορων ενεργών ομάδων και ατόμων, τη δημιουργία αρχηγών και ιεραρχιών. Εντός μίας δυναμικής αυτού του είδους (εν απουσία οργανωτικών δομών) το διαδίκτυο καθίσταται ”σημαντικό” επειδή είναι οργανικό και αναγκαίο, γίνεται κάτι σαν ”ηχητικός πίνακας” ή σα “ραχοκοκκαλιά”, κι αν τη σπάσεις η επικοινωνία παραλύει, ”εξασθενεί”. Όταν λαμβάνουμε ενημερώσεις (αναλήψεις ευθύνης) από αναρχικούς σε εξεγερμένες περιοχές, μας προσφέρεται η δυνατότητα να δρούμε πιο αποτελεσματικά, με αμεσότητα, χτυπώντας υποστηρικτικά στο δικό μας έδαφος, διευκολύνοντας τη διεθνοποίηση των αγώνων.

Στις μέρες μας, δεν μπορούμε να περιχαρακωνόμαστε στην αγνόηση των παραμορφωτικών και στρεβλωτικών ειδήσεων της εξουσίας δημιουργώντας απλώς ”αντι-πληροφόρηση”, πρέπει να πάμε μακρύτερα… κι εδώ επιστρέφουμε στον τίτλο της συνέντευξης: “Ποια διεθνής;”. Πως μπορούμε να εναρμονίσουμε τις δυνάμεις μας και να χτίσουμε (όπως προείπαμε αρκετές φορές ήδη) τη διεθνή της αρεσκείας μας; Η κυκλοφορία ενημερώσεων γύρω από διεθνείς συντονισμούς δράσης είναι ένα καλό πρώτο βήμα, δύσκολο να επιτευχθεί δίχως τη μέθεξη μέσω διαδικτύου. Ατύπως, όταν σοβεί ο κίνδυνος εξέγερσης σε μία χώρα, η ”εξουσία” προβαίνει άμεσα σε κινήσεις λογοκρισίας και διακοπής του διαδικτύου. Η σύγκρουση, η διαδραματιζόμενη στους δρόμους αποστασία μεταξύ των ανθρώπων, είναι η μητροπολητική αντάρτικη πάλη, η οποία πραγματοποιείται από ένοπλα ”πλήθη”. Η ”αντι-πληροφόρηση” δεν αρκεί, γίνεται όντως επαναστατική όταν τροφοδοτείται με δράση, όταν αξιοποιείται ως εργαλείο για τους πυρήνες δράσης, διευκολύνοντάς τους στον συντονισμό των επιθέσεων και στην υποδαύλιση της γενικευμένης εξέγερσης. Μόνο δρώντας τοιουτοτρόπως δυνάμεθα να χτίσουμε μία ”Διεθνή των Αναρχικών”. Όσο πιο απλά και οικειοποιήσιμα είναι τα επιχειρησιακά της μέσα, τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η δράση της, μαζί με την πιθανότητα να επηρεάσει πράγματι τις ζωές μας.

Ένα στοιχειώδες ”εργαλείο”, προσαρμόσιμο στην πραγματικότητα και διαρκώς εξελισσόμενο, θεωρώ πως οφείλουμε να εστιάσουμε σε αυτόν τον σκοπό. Η Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία / Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο (FAI/IRF) αποτέλεσε μία από τις προσπάθειες να ενσαρκωθεί αυτό το ”σχέδιο”, μία απόπειρα γεννημένη στα σπλάχνα της υφιστάμενης παγκόσμιας κρίσης, αυθόρμητη και πηγαία, δίχως ηγετίσκους και θεωρητικούς ιεροκήρυκες, εκπορευόμενη από τη βούληση και τη δράση εκατοντάδων αναρχικών ανά τον κόσμο. Είμαι ακλόνητα πεπεισμένος πως κάποια μέρα η ”Μαύρη Διεθνής” θα ανατείλει ως δια μαγείας από τις στάχτες των πολλών αποτυχιών που έχουμε υποστεί εμείς οι αναρχικοί ανά την ιστορία. Εκείνη τη μέρα, ένα οξύμωρο θα ενσκύψει στο φως, μία οργάνωση δίχως οργάνωση. Και θα είναι πανέμορφο…

* Σημείωση: Οι στοχασμοί μου γύρω από το πάθος, την πράξη και τον λόγο εμπνεύστηκαν από το βιβλίο του Amadeo Bertolo “Σκέψη και δράση: Ο αναρχισμός ως λόγος, πράξη, ήθος και πάθος”. Εύχομαι η αβυσσαλέα απόσταση μεταξύ του δικού μου αναρχικού τερρορισμού και της δικής του δημιουργικής αναρχίας να μην ενοχλήσει κανέναν. Η ομορφιά της αναρχίας έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι μέσα από τον πειραματισμό και την περιπλάνηση σε διαφορετικά μονοπάτια, ορισμένες φορές ακόμα και τα ”αντίθετα” έρχονται σ’ επαφή. Ο Bertolo αναζητούσε τη ”σωστή ισορροπία” μεταξύ αυτών των δυνάμεων, εγώ πιστεύω πως μόνο δια της ένωσής τους μπορεί να γεννηθεί το νέο, επειδή ζωή σημαίνει αντίθεση: λογικό και παράλογο, μίσος και έρωτας, κάτι λιγότερο από νεκρική στατική ”ισορροπία”. Η αρμονία είναι κόρη της ”αταξίας” και του χάους.

(Πάρθηκε από το 4ο τεύχος της αναρχικής εφημερίδας ” Βιτριόλι”, Μάρτιος του 2020, μεταφράστηκε στα Αγγλικά από το Anarchists Worldwide με πηγή της διαδικτυακή του δημοσίευση στο Insuscettibile Di Ravvedimento.)

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Στμ: Το πρώτο μέρος της συνέντευξης παραμένει αμετάφραστο στα Ελληνικά ενώ το δεύτερο μέρος μπορεί όποιος θελήσει να το βρει εδώ: “Ποια Διεθνής;” (Δεύτερο μέρος).

 

Μια τοποθέτηση με αφορμή τη μήνυση στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία

Λάβαμε στις 11/04/2021

Μια τοποθέτηση με αφορμή τη μήνυση στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία

Το έναυσμα της συγγραφής του κειμένου αυτού, που άλλωστε προδίδεται και από τον τίτλο, αποτέλεσε η ανακοίνωση περί μήνυσης στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία. Όμως, η αποδοχή που φάνηκε να έχει από μερίδα κόσμου ήταν η κύρια αιτία.

Σκοπός αυτού δεν είναι να εξαπολύσει μύδρους. Δεν παραθέτει κάτι το πρωτότυπο, κάτι που δεν έχει ειπωθεί, συζητηθεί, γραφεί ποτέ. Σίγουρα, δεν εκθέτει σκέψεις υπό το πρίσμα της καθαρότητας, της πρωτοπορίας, του ελιτισμού. Ας ιδωθεί, λοιπόν, ως μια προωθητική κριτική, ως ένας δίαυλος επικοινωνίας προβληματισμών και αντιφάσεων, που ίσως ξεπεραστούν με ατομική και συλλογική δουλειά. Ίσως πάλι και όχι.

Με αφορμή λοιπόν κάτι τόσο ξένου θα πουν ορισμένοι, εχθρικό άλλοι… συντάχθηκε το παρόν κείμενο. Χωρίς διάθεση προσωποποίησης, έμμεσους υπαινιγμούς και μπηχτές, επιχειρούμε να καταπιαστούμε συνολικά με το ζήτημα της αστικής δικαιοσύνης, τη μήνυση ως “μέσο αγώνα”, τη θέση και τη συμμετοχή του αναρχικού κινήματος σε αιτηματικούς/θεσμικούς αγώνες, παρουσιάζοντας τη δική μας οπτική.

Επιστροφή στα βασικά…

Αντιθεσμικά, αδιαμεσολάβητα, αδιάλλακτα. Δεν είναι λέξεις κενού περιεχομένου, που συμπληρώνουν γραφικά τσιτάτα μόνο και μόνο για να γεμίσουμε κόλλες χαρτιού. Κατέχουν βασική θέση στον αξιακό μας κώδικα. Έννοιες που δεν είναι αυθύπαρκτες, αλλά εντάσσονται στην ευρύτερη θεώρηση για την πραγμάτωση του αναρχικού αγώνα, ως επιλογή ζωής.

Σε καιρούς πλήρους υποτακτικότητας, μάλλον, η συσπείρωση μας γύρω από αυτά τα κοινά προτάγματα θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη. Μακριά από θεσμούς και κάθε είδους εκπροσώπους, πρόθυμους κάθε ώρα και στιγμή να ανοίξουν διάλογο με τα φερέφωνα της εξουσίας.

Ζητούμενο για την απόδραση από ολάκερο το εξουσιαστικό σύμπλεγμα δεν είναι η προσπάθεια εύρεσης ενός πιο βιώσιμου και λειτουργικού συστήματος ούτε και η εξομάλυνση της δημοκρατίας. Ζητούμενο είναι η ολοκληρωτική κατάλυση τους.

Πάντα και για πάντα απέναντι από την αστική δικαιοσύνη

Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις και οι διορθώσεις και οι βελτιώσεις είναι ανοησίες. Όσο πιο πολύ καλυτερεύεις και μεταρρυθμίζεις τόσο το χειρότερο, γιατί δίνεις προσωρινά τεχνητή ζωή σε κάτι που πρέπει το δίχως άλλο να πεθάνει και να γκρεμιστεί. Δεν είμαι μεγαλοφυΐα κι ούτε θέλω να γίνω. Ξέρω όμως τι πρέπει να γίνει και τώρα αυτό κάνω. Και ’σεις το ξέρετε δεν κάνετε όμως άλλο από το να κλαψουρίζετε. Εμείς όμως δεν κλαίμε… Δρούμε…

-Dostoevsky (Οι Δαιμονισμένοι)

Η αστική δικαιοσύνη, σπλάχνο απ’ τα σπλάχνα της δημοκρατίας, εκφραστής του status quo, διαμεσολαβητής των ανθρώπινων σχέσεων, υπερασπιστής της τάξης, της ασφάλειας και της κοινωνικής ειρήνης, συνιστά την πεμπτουσία του κράτους.

Ένας θεσμός από το σωρό, που πλαισιώνει κάθε δημοκρατικό πολιτισμό που σέβεται τον εαυτό του, φέρει ποικίλες προεκτάσεις και λαμβάνει πολλαπλούς ρόλους. Δεν πρόκειται για μια αφηρημένη έννοια, αλλά για ένα θέσφατο της κυριαρχίας με υλική υπόσταση, που προασπίζει τα συμφέροντα της.

Πρωταρχικός της στόχος είναι η απονομή δικαιοσύνης. Μια έννοια ιδιάζουσα, περίεργη στην κατανόηση. Σωστό και λάθος, ενοχή και αθωότητα, δίκαιο και άδικο, νόμιμο και παράνομο, όλα τους δίπολα ιδιαίτερα φορτισμένα, εύπλαστα παρόλα αυτά, για να προσαρμόζονται στην εκάστοτε περίπτωση. Έννοιες που φέρουν νομοτελειακή σημασία, με κοινό αντιληψιακό και συνειδησιακό έρεισμα στο κοινωνικό σώμα. Η διχοτόμηση τους έχει μπολιάσει στις συνειδήσεις των υπηκόων, διαμορφώνοντας και την κυρίαρχη αφήγηση. Στο εργοστάσιο των τυποποιημένων συμπεριφορών καθετί ορίζεται με βάση τους νόμους που θεσπίζει η εξουσία. Το ατσάλινο πλέγμα της θα φροντίσει να ορίσει και το πλαίσιο βάση διαφόρων παραγόντων, όπως το κοινωνικό κλίμα, οι συσχετισμοί, τα συμφέροντα των εξουσιαστικών πόλων.

Οι νόμοι, άλλωστε, εμπνέουν το καθολικό, το δεδομένο, το ορθό και ταυτόχρονα στέκονται εκφοβιστικά και αποτρεπτικά σε όποιον σκεφτεί να τους παραβεί. Αποτελούν την οχύρωση του κράτους, που φαντάζει ένα άτρωτο και καλοκουρδισμένο οικοδόμημα, στηριζόμενο σε ισχυρά θεμέλια.Όσοι του γυρνούν την πλάτη, προσβάλλουν την επιβολή του, αρνούνται να υπακούσουν, επιτίθενται, περιμένουν τον κολασμό .Την τιμωρία της στοχοποίησης, της χρηματικής ποινής, του εγκλεισμού, της κοινωνικής απομόνωσης και του στιγματισμού.

Μέσα στις δικαστικές αίθουσες, στήνονται πανηγύρια με ενορχηστρωτές επίδοξους κυνηγούς κεφαλών. Ανακριτές, δικαστές, εισαγγελείς, ρουφιάνοι, που από θέση ισχύος κρίνουν τις τύχες όσων στέκονται στα δικαστικά έδρανα. Πρόσωπα με σάρκα και οστά, τοποθετημένα στο απέναντι στρατόπεδο. Πρόσωπα με ονόματα, διευθύνσεις, περιουσιακά στοιχεία… Πρόσωπα που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ουκ ολίγες φορές και σίγουρα εκεί θα συνεχίσουν να βρίσκονται. Πρόσωπα στα οποία δεν μπορούμε παρά να δούμε την αντανάκλαση όλων εκείνων που πολεμούμε με λύσσα.

Το να ζητάμε, λοιπόν, από τους εχθρούς μας να επιλύσουν προσωπικά ζητήματα, κρατικές και μη αυθαιρεσίες και ό,τι άλλο βάλει ο νους μας, είναι σα να παλεύουμε για ένα κράτος δικαίου, ένα κράτος πρόνοιας, ένας κράτος από εμάς για ’μας. Εάν βλέπουμε τα πράγματα από μια αντικρατική, και κατ’ επέκταση αντιθεσμική, σκοπιά τότε υιοθετώντας την παραπάνω θέση, φαίνεται να μην έχουμε αντιληφθεί την ουσία του πιο βασικού μας προτάγματος.

Για τους θεματοφύλακες της τάξης και του νόμου θα είμαστε πάντα ένοχοι. Ένοχοι για την προσπάθεια μας να ζήσουμε ανεξούσια, μακριά από ιεραρχικές σχέσεις, καταπίεση, εκμετάλλευση, ένοχοι γιατί δεν ασπαστήκαμε τα αφηγήματα τους, ένοχοι για τη θέση που έχουμε πάρει στον κοινωνικό πόλεμο, ένοχοι γιατί στρέψαμε τη ζωή μας στο λυσσασμένο κυνήγι της ελευθερίας.

Εκστρατείες διώξεων, αναβαθμίσεις κατηγορητηρίων, αντιτρομοκρατικά νομοθετήματα, καταδικαστικές αποφάσεις, οικονομική αφαίμαξη… Οι άνεμοι φαίνεται να πνέουν κόντρα, όμως στο χέρι μας είναι να αναστρέψουμε τη φορά τους. Μπορεί σύντροφοι και συντρόφισσες να έχουν στοχοποιηθεί, βασανιστεί, αιχμαλωτιστεί, μπορεί στις συνειδήσεις αναρχικών, αγωνιστών και ευρύτερων κοινωνικών κομματιών, η αστική δικαιοσύνη να επιχειρεί να ‘νομιμοποιήσει’ την ικανότητά – υποχρέωση της να κρίνει όσους αγωνίζονται… όμως οι νόμοι και το δικανικό σύστημα έχουν ισχύ όσο εμείς δεν τους καταργούμε στην πράξη.

Η δικαιοσύνη ενός κόσμου που γεννά και θρέφει την καταπίεση και την εξουσία, επανδρώνεται εγκλείοντας σε διαμερίσματα, σχολεία, εργασιακά κάτεργα, ψυχιατρεία, φυλακές, απομυζά τεράστια κέρδη από τη λεηλασία της φύση και την εκμετάλλευση κάθε έμβιου όντος … κείτεται νεκρή, πρώτα και κύρια στις συνειδήσεις μας. Κάθε εκπρόσωπός της στον υλικό κόσμο είναι εχθρός μας είτε αθωώνει είτε μοιράζει αναστολές είτε καταδικάζει σε πολυετείς καθείρξεις.

Πέραν, όμως, του προφανούς ρόλου του, το αστυνομό-δικαστικό σύστημα αποτελεί και μια κερδοφόρα επιχείρηση. Εγγυήσεις, παράβολα, πρόστιμα, εξαγορά ποινών, αλλά και πακτωλός χρημάτων για δικηγόρους που παζαρεύουν την ελευθερία, στήνουν τη μικρο-οικονομία του δικανικού συμπλέγματος, που συμβάλλει ενεργά στο κρατικό κεφάλαιο.

Επιπλέον, η επικύρωση, η διαχείριση, η επίλυση των ανθρώπινων δεσμών περνά κι αυτή με τη σειρά της από τις δικαστικές αίθουσες. Τρίτα πρόσωπα είναι αυτά που θα αποφασίσουν και θα διευθετήσουν τις διενέξεις, την καθημερινότητα, τις ζωές μας, δίνοντας την εντύπωση πως κανείς δεν είναι ικανός να ορίσει μόνος το πλαίσιο ύπαρξης του.

Η πρακτική της μήνυσης ως συλλογική αναρχική τοποθέτηση

Η βαρύτητα μιας τέτοιας επιλογής σε ατομικό επίπεδο, που σαφώς και χρήζει κριτικής, διαφέρει αρκετά από μια δημόσια αναρχική τοποθέτηση. Κι εδώ επιλέγουμε να κεντροβαρίσουμε στο δεύτερο. Μια συλλογική τοποθέτηση, λοιπόν, που θέλει να «Αφήσουμε πίσω την καθαρότητα μιας ιδεολογικής άρνησης», εκ πρώτης προκαλεί τεράστια αμηχανία. Έπειτα, γεννώνται ερωτήματα και τέλος, ακολουθεί μάλλον η απελπισία.

Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά πίσω μας, μετράμε εκατοντάδες ξυλοδαρμούς και βασανισμούς σε δρόμους, υπόγεια, γραφεία, κρατητήρια, κελιά και δεκάδες φυλακισμένους επαναστάτες με χρόνια χτισμένα μέσα σε σκυρόδεμα. Όμως, αριθμούμε και αλύγιστους ανθρώπους, που δε δέχθηκαν να συνεργαστούν, να ρουφιανέψουν, να πέσουν αμαχητί, όχι γιατί έκαναν τους ήρωες ή τους οσιομάρτυρες, αλλά γιατί παρέμειναν πιστοί στην επαναστατική τους συνείδηση.Όταν σύντροφοι και συντρόφισσες αρνήθηκαν να παραστούν σε δίκες-παρωδίες, να συνδιαλλαγούν με μπάτσους-δικαστικούς-εισαγγελείς (χωρίς αυτό να σημαίνει πως υπάρχει μόνο η ομερτά της σιωπής και καμία άλλη αξιοπρεπής στάση εντός των δικαστικών αιθουσών) μια τοποθέτηση περί: καθαρότητας μιας ιδεολογικής άρνησης (sic), που αυτομάτως γειώνει τέτοιου είδους επιλογές, είναι τουλάχιστον προσβλητική.

Ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια, ψυχολογικός εκβιασμός φώλιαζαν πάντα στο στρατόπεδο του εχθρού. Η βία είναι αναπόσπαστο κομμάτι τους και αυτός δεν αλλάζει με κανέναν τρόπο, πόσο μάλλον με θεσμικά μέσα. Αντίστοιχα, είναι δεδομένο πως ο αναρχικός αγώνας δεν μπορεί να αντιπαρατίθεται με το κράτος και τους μηχανισμούς του μονάχα στην σφαίρα των άξιων και των θεωρήσεων. Κι αυτό, όχι γιατί πλαισιώνεται από μια αίγλη ενός φετιχισμού της βίας, άλλα γιατί το οικοδόμημα της κυριαρχίας έχει πρώτα και κυρία υλική υπόσταση. Για αυτό, άλλωστε και εμείς έχουμε επιλέξει το δικό μας δρόμο. Η επαναστατική βία είτε στο πλαίσιο του υλικού αντικρίσματος είτε του συμβολισμού είτε της προπαγάνδισης, στοχεύει στην άμεση σύγκρουση με όλο το φάσμα της εξουσίας.

Τα όπλα μας στον πόλεμο που έχουμε κηρύξει δεν είναι οι μηνύσεις, οι δικογραφίες, οι φιλικά προσκείμενοι δημοσιογραφίσκοι, οι “αδιάβλητοι” σύγχρονοι Ιαβέρηδες… και ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα.

Σε περίπτωση «Δικαίωσης»…

Μιας και δεν αντιλαμβανόμαστε αυτό το «μέσο αγώνα», δεν μπορούμε να πούμε και με σιγουριά ποια θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική έκβαση μιας τέτοιας δίκης, παρά μόνο να εικάσουμε. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη γενικά και αόριστα την ευκταία για τον καταγγέλλοντα (ή τους καταγγέλλοντες), αλλά και την κοινή γνώμη απόφαση, βλέποντας λίγο πιο μακρόπνοα οι συνέπειες διακρίνονται σφοδρές και το μέλλον φαντάζει ζοφερό. Μια “νίκη” μέσα στις δικαστικές αίθουσες, διά στόματος δικαστικών και εισαγγελέων, θα έρθει να επισφραγίσει την καραμέλα του κράτους δικαίου, της διαφάνειας και της νομιμότητας, την «κάθαρση» μέσα στην αστυνομία. Μια τέτοια “νίκη” θα οδηγήσει στην αποριζοσπαστικοποίηση. Η προσπάθεια κοινωνικής πόλωσης, η αναγκαιότητα των εξεγέρσεων, οι επαναστατικές προοπτικές πηγαίνουν δεκάδες βήματα πίσω.

Η αναδίπλωση του κράτους, που ας μη γελιόμαστε συνιστά ένα επικοινωνιακό τρικ, στοχεύει στην αδρανοποίηση, στην παύση οποιασδήποτε αναταραχής. Όποιος πιστεύει πως οι στοχοποιήσεις, οι διώξεις, οι ξυλοδαρμοί και οι βασανισμοί θα σταματήσουν πλανάται πλάνην οικτράν.

Σε ένα καζάνι που βράζει δε θα ρίξουν λάδι στη φωτιά. Το κράτος στέκεται εκεί πυροσβεστικά, λειτουργώντας ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, σβήνοντας και την τελευταία σπίθα. Οι τόνοι πέφτουν, οδηγούμαστε στην αποκλιμάκωση και εκείνοι ενώ φαίνεται να γνέφουν συγκαταβατικά, οργανώνονται καλύτερα, για να επανέλθουν δριμύτεροι και να κάμψουν και τα τελευταία ψήγματα αντίστασης και ανομίας.

Αλήθεια, θεωρεί κανείς πως με μια δικαστική απόφαση θα τελειώσουμε μια και καλή με τη βία των μπάτσων, θα σταματήσει η ποινικοποίηση φιλικών και συντροφικών σχέσεων, οι στοχοποιήσεις αγωνιστών, οι ξυλοδαρμοί και οι βασανισμοί στο δρόμο και στα τμήματα, οι διώξεις και οι φυλακίσεις επαναστατών; Δεν τρέφουμε αυταπάτες για το αστυνομοδικαστικό σύμπλεγμα ούτε και θα έπρεπε να εστιάζουμε στις παρατυπίες του συστήματος της δικαιοσύνης. Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε είναι να το κοιτάξουμε κατάματα και να του επιτεθούμε.

Παράδειγμα των ημερών αποτελεί η δίκη της Χ.Α.. Μια δίκη που κατέβασε χιλιάδες κόσμο στο δρόμο, μια δίκη που παρακολουθήθηκε βήμα-βήμα και αγκαλιάστηκε από τα κοινωνικά κινήματα, ακόμη και από πιο μετριοπαθείς, μια δίκη που πολλοί αναρχικοί, στο άκουσμα της καταδικαστικής απόφασης, έσπευσαν να πανηγυρίσουν. Λες κι έτσι τελειώσαμε μια και καλή με το φασιστικό οχετό, τις επιθέσεις σε μετανάστες/στριες, τα κολαστήρια συγκέντρωσης, τις πατριωτικές και εθνικιστικές μαλακίες, το αφήγημα της εθνικής κυριαρχίας.

Μια δίκη που κατάφερε να ενισχύσει τη θεωρία των δυο άκρων και έφερε πάλι στο προσκήνιο τη λάσπη για τις επαναστατικές πρακτικές αγωνιστών και αναρχικών, αλλά και την πάλαι ποτέ πιπίλα της “αριστερής τρομοκρατίας”. Τα γκάζια στη Μεσογείων, το ξύλο στον Ασπρόπυργο, η εκτέλεση των 2 στο Νέο Ηράκλειο και τόσες ακόμη δράσεις, έπαιζαν σε πρώτο πλάνο, χαρίζοντας μας ρίγη και υπενθυμίζοντας πως η θέση του κάθε φασίστα είναι στην άσφαλτο, στο ΚΑΤ, στα νεκροκρέβατα. Στον αντίποδα, όμως, έφεραν και ναυτία σε όλους αυτούς που βρήκαν ευκαιρία να βροντοφωνάξουν πως στη βία δεν απαντάμε με βία. Κι όμως στη βία με αυτό ακριβώς απαντάμε… ΜΕ ΒΙΑ.

Οι φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με το logo: “Δεν είναι αθώοι, οι ναζί στη φυλακή” ήρθε να επισφραγίσει το ρεφορμιστικό του πράγματος και να ενισχύσει τη θέση της αστικής δικαιοσύνης στο κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, επαναφέροντας στο κοινωνικό σώμα την “πίστη στους θεσμούς”.

Μια δίκη, λοιπόν, την έκβαση της οποίας περιμέναμε έτσι και αλλιώς, ώστε να μην πολωθούν κοινωνικά καταστάσεις, ξεσπάσουν συγκρούσεις, επέλθει ριζοσπαστικοποίηση.

Από την άλλη, ενα άλλο ζήτημα που τίθεται είναι αυτό της καρατόμησης προσώπων, που κατέχουν καίριες θέσεις. Θέσεις που ξέρουμε καλά πως δε θα μείνουν ορφανές, οι αντικαταστάτες καραδοκούν στη γωνία. Θέσεις που δεν μας ενδιαφέρει ποιος θα αναλάβει, εάν θα είναι καλός άνθρωπος, σωστός οικογενειάρχης, φιλόζωος, συνεπής στις κοινωνικές του υποχρεώσεις. Θέσεις σύμφυτες με την εξουσία, εχθρικές και μισητές, με συγκεκριμένη σκοπιμότητα.

Και για να προλάβουμε ίσως και μια αναλογία, που λέει πως το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση μιας πολιτικής εκτέλεσης, η απάντηση είναι ναι, η θέση θα καλυφθεί. ΟΜΩΣ είναι άλλο να σπέρνεις τον τρόμο στο στρατόπεδου του εχθρού, να δίνεις πνοή στην ουσιαστική απειλή, μέσα από τις επαναστατικές πρακτικές, κάνοντας τον επόμενο να σκεφτεί καλά εάν θα αναλάβει ένα τέτοιο πόστο, μιας και το νήμα της μίζερης ζωής του μπορεί να κοπεί απότομα και άλλο να τους τραβάς στις δικαστικές αίθουσες, που το πιθανότερο είναι απλώς να οδηγηθούν σε κάποια άλλη θέση στη χειρότερη, να ιδιωτεύσουν σε μια περίοπτη στην καλύτερη.

Ενδιάμεσοι/Αιτηματικοί Αγώνες

Εδώ έρχεται να προστεθεί ένας ακόμη παραλληλισμός, μεταξύ της συμμετοχής των αναρχικών σε αιτηματικούς αγώνες, αγώνες δηλαδή, που ως επί το πλείστων έχουν θεσμικό χαρακτήρα ή απαιτούν τα «νόμιμα» και της μήνυσης, ως ένα αποδεκτό μέσο αγώνα. Ένας παραλληλισμός τρομερά άστοχος.

Συγκεκριμένα, η συμμετοχή στους ευρύτερους κοινωνικούς αγώνες, που βέβαια δεν αποτελεί επιλογή ούτε και πρώτη προτεραιότητα όλων των αναρχικών, οι οποίοι είτε αντιτίθενται στην καπιταλιστική επέλαση είτε στοχεύουν στη βελτίωση κάποια συνθήκης, για πολλούς συνιστά εύστοχο πεδίο παρέμβασης. Όμως, οι όροι συμμετοχής εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά και τις στοχεύσεις.

Σκοπός είναι να προωθείται η αντιθεσμικότητα, η σημασία της μη διαμεσολάβησης, αλλά και η σύνδεση με την ευρύτερη επαναστατική αντιπαράθεση με το κράτος. Σαφώς και για την επίτευξη των στοχεύσεων, η χάραξη μιας στρατηγικής πρέπει να γειώνεται στην πραγματικότητα του εκάστοτε αγώνα, χωρίς όμως αυτό να μεταφράζεται ως αδυναμία προώθησης των αναρχικών θεωρήσεων και πρακτικών. Τα αναρχικά προτάγματα μπορούν και πρέπει να παραμείνουν και να διαχυθούν αναλλοίωτα, χωρίς να παρουσιάζουμε ωραιοποιημένα και εύπεπτα αφηγήματα, χωρίς να αφομοιωθούμε από τη δυσαρεστημένη μάζα. Να πράξουμε σε κάθε επίπεδο, από τις πορείες έως τα συγκρουσιακά γεγονότα, από τις δημόσιες παρεμβάσεις έως τις συνωμοτικές βόλτες, αναδεικνύοντας την επαναστατική απελευθερωτική προοπτική, δημιουργώντας εφαλτήρια για ανάληψη αντικρατικής δράσης από όλο και περισσότερους ανθρώπους, κοιτώντας πέρα από τα ψευδο δίπολα που μας επιβάλλονται.

Κλείνοντας…

«Το να μην προσμένεις τίποτα δε σημαίνει να συνηθίζεις την ήττα»

Το κράτος είναι ένα σύμπλεγμα επιθετικό. Εάν, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε κάτι, ήταν πως επιβάλλεται. Δε θα γνέψει συγκαταβατικά, δε θα μας χαϊδέψει τα αυτιά, δε θα ξεχάσει τις επιθέσεις που δέχεται και σίγουρα δε θα γιορτάσει τις νίκες μας. Αντίστοιχα, οφείλουμε να πράξουμε και εμείς.

Περιμένοντας κάτι από τα παραπάνω καταλήγουμε να χάνουμε το στοίχημα του επαναστατικού πολέμου. Επιλέγοντας να λουφάξουμε, τροφοδοτώντας τη συνείδηση μας με ψέματα και παύοντας να διανοίγουμε μέτωπα αντιπαράθεσης, να στοχεύουμε στην όξυνση των εχθροπραξιών, να προλειαίνουμε το έδαφος της εξέγερσης, να βρίσκουμε τις προοπτικές και τις στρατηγικές για την υλοποίηση των επαναστατικών πρακτικών, κοιτάζοντας πέρα από τη νομιμότητα, τότε θα καταλήξουμε να βυθιζόμαστε στην ανυπαρξία. Καλύτερα, λοιπόν, να βυθιστούμε μια ώρα αρχύτερα στην οχλοβοή που διψά για δικαιώματα, να λάβουμε και κανένα παράσημο και να αποσυρθούμε ησύχως.

Εάν εντός του κοινωνικού πεδίου βλέπουμε πάντα και παντού ευκαιρίες για ανέλιξη, λιμνάζουμε και βρισκόμαστε απέναντι από τα αναρχικά προτάγματα που οι ίδιοι θέτουμε, θα καταλήξουμε να ιδιωτεύουμε, συμπληρώνοντας απλώς τη λίστα των υποτιθέμενων αγωνιστικών υποχρεώσεων, δίχως καμία ουσία, δίχως καμία προοπτική.

Η ζωή μας είναι μια διαρκής σύγκρουση. Με τον εαυτό μας και τις αντιφάσεις μας, τις συμβάσεις και τα αυτοξεπεράσματα μας. Μια σύγκρουση, όμως, και με τους νόμους, το εξουσιαστικό κοινωνικό πλέγμα, το οικοδόμημα της κυριαρχίας και των μηχανισμών του. Σύγκρουση στους δρόμους, μέσα και έξω από τις δικαστικές αίθουσες, στα στενά των μητροπόλεων, στις ταράτσες των φυλακών… Σύγκρουση με χαρακτηριστικά επαναστατικά, με συνέπεια σε λόγο και πράξεις.

Η λύση δε βρίσκεται μέσα στα αστικά δικαστήρια, στις κρατικές παροχές, στις καπιταλιστικές υποσχέσεις, στους κοινωνικούς ρόλους, στους κανόνες, στους θεσμούς, στα διάφορα νομοθετήματα. Δεν έρχεται από τους εχθρούς της ελευθερίας, αλλά ούτε και από μια αίολη κοινωνικό-κινηματική συσπείρωση, που μετράται ως ποσοτικό πλεόνασμα, στηριζόμενο σε σαθρά θεμέλια.

Να σταθούμε μόνοι μας στα πόδια μας. Σίγουρα έχουμε να κερδίσουμε πολλά περισσότερα, από το ψάχνουμε διαρκώς και διακαώς σάπια δεκανίκια στο πρόσωπο της εξουσίας. Ας αφήσουμε στην άκρη τον πολιτικαντισμό, τα επικοινωνιακά παιχνίδια, τις κινήσεις εντυπωσιασμού. Ας μη βαλτώσουμε περισσότερο στο βούρκο του ρεφορμισμού, ας μην αφομοιωθούμε σε όσα κάποτε παλεύαμε να καταστρέψουμε, ας μη μπλεχτούμε μόνοι μας στα κρατικά δεσμά, ανοίγοντας την κερκόπορτα του δικαιωματισμού.

Τα μονοπάτια που κυοφορούν τις επαναστατικές προοπτικές είναι πολλά, όμως ο στόχος της καθολικής ρήξης με το υπάρχον κοινός. Κι αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να το μνημονεύουμε συχνότερα.

Να πορευτούμε μαζί με τις αρνήσεις μας, να αναπτύξουμε σχέσεις που αντανακλούν αυτά που προτάσσουμε, να βαδίσουμε πλάι-πλάι με γνώμονα τη συντροφικότητα, την αξιοπρέπεια, την επιθετική διάθεση, την επαναστατική συνείδηση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.

Πάντα και για πάντα αντικρατικά, αντιθεσμικά, αδιαμεσολάβητα, ανεξούσια, ΑΝΑΡΧΑ.

Σύμπραξη αναρχικών ενάντια στη νομιμότητα

Απρίλιος 2021

Consumimur Igni: Μια αντιδικανική τοποθέτηση

Λάβαμε 1/4/2021

Το παρακάτω κείμενο είχε συνταχθεί και ολοκληρωθεί στο τέλος του περασμένου Οκτώβρη, μερικές βδομάδες μετά το πέρας της δίκης της Χρυσής Αυγής και των παρεπόμενων κινητοποιήσεων. Πάραυτα, λόγω αλλεπάλληλων σημαντικών εν εξελίξει αγώνων επιλέξαμε να αναβάλουμε την δημοσίευση του μέχρι να βρεθεί το απαραίτητο χρονικό κενό για αναστοχασμό σε μία ήδη αρκετά επιβαρυμένη επικαιρότητα.

Με την ομαλότητα να επιστρέφει με τον καιρό στις ζωές μας, τις εστίες φωτιάς να σιγοσβήνουν παραχωρώντας την θέση τους σε νέους, αποστειρωμένους φωτισμούς στο πολυτάραχο αθηναϊκό κέντρο, ξεπροβάλλουν και οι κάθε λογής επιτετραμμένοι να συγυρίσουν τα πεδία σύγκρουσης από οτιδήποτε πεισματικά ανθίσταται στην εξάπλωση των επιχειρήσεων ειρήνευσης θυμίζοντας κοινωνική πόλωση.

Μιλάμε για ξεπερασμένη κοινωνική πόλωση γιατί αρνούμαστε εξίσου πεισματικά να ακολουθήσουμε το αφομοιωμένο πλήθος στις νέες του δοξασίες, αναγνωρίζοντας έστω και λειψώς μία οποιαδήποτε έκφανση πολέμου στον αντιφασιστικό θίασο που κατέλαβε το αισθητιριακό μας πεδίο τις μέρες του Οκτώβρη με αφορμή τον δημοκρατικό θίασο που στήθηκε πάνω στις δίκες των νεοναζί καθαρμάτων. Η κοινωνική πόλωση υλοποιείται όταν οι υπόγειες αντιτιθέμενες δυνάμεις που η διακυβέρνησή τους από το κράτος συνιστά ό,τι νοούμε ως εκπολιτισμένη κοσμική κοινωνία, εκρήγνυνται ανεξέλεγκτα, με τον αμοιβαίο ανταγωνισμό τους να κλυδωνίζει τις κυρίαρχες σχέσεις εξάρτησης. Να τις καταπατά καταστρέφοντας ή μετασχηματίζοντάς τες σε νέα κοινωνικά συμβόλαια, όχι να τις επιβεβαιώνει δια της προσκόλλησης στους ήδη υφιστάμενους διαμεσολαβητικούς θεσμούς. Όταν τα όργανα συγκεντροποίησης και καταστολής των συλλογικών και ατομικών δυνάμεων υποχωρούν, αφήνουν ως ίχνος την ανεπανάληπτη ευκαιρία αναθέρμανσης των πολιτικών διαμαχών, καθιστώντας στιγμιαία προφανές ό,τι στα μάτια των εξεγερμένων ανθρώπων αποτελεί βασική κοινοτοπία: την εμφυλιοπολεμική βάση των σύγχρονων κοινωνιών, που μόνο η συντονισμένη προσπάθεια κράτους και κυρίαρχης ηθικής, πολιτισμού και ιδεολογίας μπορεί να αποσιωπήσει.

Η δίκη της Χρυσής Αυγής δε σηματοδοτεί ούτε τη ρήξη της αστικοδημοκρατίας με τον φασισμό, ούτε αποδεικνύει την ισχύ της πίεσης του αντιθεσμικού αντιφασιστικού κινήματος στις νομικές διαδικασίες. Η δίκη των χρυσαυγητών ανακοινώνει απλώς στους εξοικειωμένους με την αστική δικανική γλώσσα ότι είναι συνηθισμένοι να ακούν, παραμένοντας δέσμιοι στο κράτος εν είδει φορέα σταθερότητας, ακόμα κι αν εξανίσταντο όταν αυτό δεν ικανοποιεί όλα τους τα βίτσια. Όλα είναι καλά. Όλα κυλούν ομαλά στην έρημο, αφού η άμμος πάντα απορροφά κάθε τυχόν κραδασμό. Το κράτος, με τα ιδρύματα και τα εκτελεστικά του όργανα, δηλώνει κυρίαρχο, πάντα έτοιμο να φέρει εις πέρας τα κυβερνητικά του καθήκοντα με όποιον τρόπο χρειαστεί. Το γεγονός ότι κάποιοι φασίστες κάθησαν στο δικαστικό έδρανο αποκαλύπτει απλώς την αποτυχία τους, την εξαντλημένη χρησιμότητά τους για το κυρίαρχο καθεστώς, την πλεονάζουσα παρουσία τους, αποκαλύπτει ότι, στην τελική, κρίθηκαν αδύναμοι για να καταλάβουν το κράτος.

Eξάλλου, ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός είναι ο πάροχος και ο σκαπανέας των πολιτικών φιλοδοξιών του κάθε -συνειδητού ή μη- φασίστα, όσο του προσφέρει οράματα διακυβέρνησης που μόνο η κατάληψη και η αναβάθμιση των εργαλείων του πρώτου μπορεί να ευοδώσει. Η κρατική δομή και, κυρίως, η αστική του εκδοχή, ήταν και θα παραμείνει ο βασικός ευεργέτης κάθε φασιστικού κινήματος γιατί, ελλείψει της επιρροής του, μπορεί να ευδοκιμεί ο φυλετισμός, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, αλλά θα στερούνταν τα μέσα συγκρότησης και υλικής έκφρασής τους. Δίχως τις χορηγούμενες από την αστική κοινωνία μεταβολές στη δομή των ανθρωπίνων συμπεριφορών και σχέσεων, ήτοι την κεντρική ρύθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων, την απόσπαση της πολιτικής πράξης από το κάθε ενεργό πρόσωπο και την παράδοσή του στη σέχτα των κατασκευασμένων ειδημόνων για την εύρυθμη λειτουργία της μεγαμηχανής, τη μονοπώληση της βίας από τους επιτετραμμένους του κυβερνητικού σχηματισμού, την προώθηση αυστηρών τύπων ηθικής ζωής για την εξασφάλιση της μαζικής ομοιομορφίας και τη νομιμοποίηση μιας ποινικολάγνας κουλτούρας αμφίδρομης αλλά και πυραμιδοειδούς επιτήρησης, πειθάρχησης και τιμωρίας, οι επαίσχυντες αυτές ανθρώπινες προοπτικές θα έχαναν όχι μόνο τον τιμαλφή τροφοδότη τους, αλλά περισσότερο τον τρόπο να επικρατήσουν σε ευρεία κλίμακα καταπολεμώντας τους αντιπάλους τους. Ο φασισμός ως μορφή ολοκληρωτισμού και αίτημα συγκεντροποίησης των εξουσιών δεν μπορρεί να νοηθεί δίχως το πιο συγκεντρωτικό και ολοκληρωτικό μέσο κυριαρχίας: το Κράτος.

Δεν μπορεί ποτέ λοιπόν να σταθεί ανάχωμα στον φασισμό ό,τι απορρέει και υποστηρίζεται από κρατικές διαδικασίες στα εξουσιοδοτημένα γραφεία, εκτελείται δια χειρός έμμισθων κατασταλτικών οργάνων και νομιμοποιείται συνειδησιακά μέσω αλλοτριωτικών ή μεσολαβητικών σωμάτων, όπως οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί και οι διάφορες περιστασιακές διασημότητες μιας κοινωνίας ευνουχισμένων ανδρείκελων. Πολλώ δε μάλλον να καταλήγει στη συστράτευση των αναρχικών μαζί τους. Δε θα μπορούσε να εξαλείψει το φασιστικό όνειδος, τουλάχιστον όχι κατά τον τρόπο που οι αναρχικοί διαχρονικά το αναλύουν και λαμβάνουν δράση εναντίον του. Απεναντίας, οι άνωθεν αστικοί αυτοματισμοί είναι οι κατεξοχήν αρωγοί και εγγυητές μιας φασιστικής ολοκληρωτικής πολιτειακής δομής. Η επιτηδευμένα υπερβατική τους εμφάνιση, η κυριαρχική τους δομή, η αγελαία τους συγκρότηση, η κατασταλτική δομική τους λειτουργία, ο εκ γενετής διαχωρισμένος χαρακτήρας τους και, ασφαλώς, η προσπάθειά τους να κατοχυρώσουν το μονοπώλιο της βίας και της πολιτικής πράξης, είναι αυτά τα απαραίτητα για το φασιστικό όραμα στοιχεία. Στα ίδια δικαστήρια, με τους ίδιους νόμους, στην τελική, αμέτρητες φορές υπέφεραν συντρόφια μας μαζί με άλλους υπονομευτές τους καθεστώτος. Προσέτι, τα ίδια μέσα αύριο θα στρέψουν το ολοκληρωτικό επινόημα της “κοινής γνώμης”, το δημοκρατικό κοπάδι, εναντίον των νέων “εχθρών του λαού και της δημοκρατίας”. Όταν δικαιολογούμε με οποιονδήποτε τρόπο την καταδίκη των φασιστών στα δικαστικά έδρανα, δε θα δικαιούμαστε να μιλάμε για φασισμό όταν στα ίδια δικαστικά έδρανα θα πάρουμε θέση εμείς ως “οι εχθροί του λαού”.

Aφού προβληματιστήκαμε έντονα στη θέα μέρους των ριζοσπαστικών κινημάτων να αξιώνει απαιτήσεις από τον κρατικό αυτό επινίκιο μονόλογο ή, ακόμα χειρότερα, να αγαλλιάζει με τη φυλάκιση ανθρώπων (ακόμα και μονοκύτταρων) -πάντα με το πρόσχημα ότι ναι μεν θα τους ήθελαν στο χώμα, αλλά, εφόσον κρίνεται ανέφικτο, κάτι είναι και η φυλάκισή τους, εν είδει βάλσαμου για τα θύματα της βίαιης δράσης τους- νιώσαμε και εμείς την ανάγκη να λάβουμε δημοσίως μια αντιδικανική τοποθέτηση, ανατρέχοντας σε ορισμένα θεμελιώδη αναρχικά προτάγματα.

Κατά την άποψή μας, η αναρχία ως (αντι)πολιτικό ρεύμα, αλλά πολύ περισσότερο ως βίωμα, συνδυάζει τη μηδενιστική καταστροφική πρακτική με την ανάκτηση της ελευθερίας και της αυτενέργειας στο εδώ και τώρα. Ο μηδενισμός της δεν είναι ιδεολογικός και, κατ’ επέκταση, λειψός, σαν ένας ακόμα άνευρος μηρυκαστικός μονόλογος στα χείλη εξανδραποδισμένων ζηλωτών του κάθε πολιτικού δόγματος. Η αντίδραση δεν αποτελεί καθήκον και αλλότριο αυτοσκοπό, αλλά τίθεται στην υπηρεσία της ατομικής και κοινοτικής απελευθέρωσης,  συμβάλλοντας στην επανάκτηση της κυριότητας της καθεμιάς. Καταρρίπτεται τοιουτοτρόπως και ο παραδοσιακός ετερόνομος συσχετισμός μεταξύ μέσων και σκοπών. Ο σκοπός δεν εξαρτάται από τη χειραγώγηση συνειδήσεων, την κατασκευή νορμών και την κυβέρνηση άβουλων κοπαδιών μαζανθρώπων, αλλά εμπερικλείεται στα ίδια τα μέσα της ενεργής αναρχικής πρακτικής ως συνέχειά τους, όχι ως υποβολέας τους. Η δράση, η σκέψη, η δημόσια παρουσία, η καταστροφή, ο πόλεμος, δεν είναι απλά μέσα πραγμάτωσης ενός ανώτερου τελικού σκοπού. Συνιστούν εκδηλώσεις και φορείς της αυτοπραγμάτωσής μας, του τρόπου μας να ζούμε συντονισμένες και συνεπείς ως προς τις αξίες και τις επιθυμίες μας. Αυτό είναι η αναρχική (αντι)πολιτική. Η κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ μέσων (που ανήκουν στους υπηκόους της δημοκρατίας) και σκοπών (που ταυτίζονται με την κατάκτηση των μέσων διαχωρισμού της κοινότητας από την πραγματική πολιτική της πρακτική, όπως το κράτος, τα εκτελεστικά όργανα, οι θεσμικοί φορείς) οδηγεί στην κατάργηση της εργαλειοποίησης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η πολιτική έτσι ξαναμετατρέπεται σε ένδειξη μιας ολοκληρωμένης και πλούσιας σε σχέσεις και βιώματα ζωής.

Ο αγώνας ενάντια στο κράτος, τον καπιταλισμό και τον κυρίαρχο πολιτισμό είναι το αναντικατάστατο παρόν του καθενός και της καθεμιάς μας. Τα προτάγματά μας δε συντάσσονται με τις υπόλοιπες διαφημιστικές προσφορές για επίγειους κοινωνικούς παραδείσους. Αδυνατούν να ξεπέσουν στην κατάντια των διαφημιστικών εκστρατειών όσων θέλουν να “καταλάβουν” τον κρατικό μηχανισμό. Και αυτό διότι εκφράζουν τις ανεξέλεγκτες επιθυμίες μας να ζήσουμε μακριά από συγκεντρωτικές δομές, απόλυτες αλήθειες και υπεραβικές αρχές. Σηματοδοτούν τον πολεμό μας απέναντι σε κοινωνικές κατασκευές όπως το δίκαιο, ο νόμος, η τιμωρία, ο εγκλεισμός, η ενοχή και η πολιτική ανάθεση. Ενάντια στον γενικευμένο διαχωρισμό, ενάντια στα όργανα και τους επιτελεστές του. Έτσι, θεωρούμε πως ο αντιφασισμός δεν είναι ένα μέσο για να επιτύχουμε την εξόντωση τον φασιστών ως απώτερο σκοπό. Είναι το αίμα που χύθηκε απ’ τα συντρόφια μας για την πραγμάτωση του ολοκληρωμένου εαυτού τους ενάντια σε κράτος, κεφάλαιο και κυριαρχία. Η απαράκαμπτη αυτή πραγματικότητα, το χάσμα μεταξύ των αξιών μας, του τρόπου μας να υπάρχουμε ως κάτοχοι των ζωών μας και της άρνησής μας να αναθέσουμε αυτό το καθήκον σε μηχανισμούς υποβάθμισης της ύπαρξής μας, μας έφερε μετωπικά απέναντι στις ναζιστικές σκουπιδοσακούλες.

Αν προκειμένου να τελεσφορήσει αυτό χρειαζόμαστε δικαστήρια, αποξενωμένα από εμάς εκτελεστικά σώματα για την επίτευξη των ίδιων μας των στοχεύσεων, ειδικά κλιμάκια στρατολογημένων “τιμωρών”, μάζες ετερόκλητων και εχθρικών μεταξύ τους αγελών, επαΐοντες μοραλιστές να επιβάλλουν οικουμενικά ποιος και τινί τρόπω θα τιμωρείται, ας βολευτούμε στην υπάρχουσα πραγματικότητα. Εξάλλου, αν το κριτήριο εναποτίθεται στον πρακτικισμό και στη στείρα αποτελεσματικότητα των κάθε λογής μεθόδων, τα κράτη θα υπερέχουν πάντα συγκριτικά με τις μικρές απείθαρχες ορδές μας. Δε θα επιτρέψουμε ποτέ όμως στην αποτελεσματικότητα να καθιερωθεί ως απόλυτο μέτρο των πράξεων και των ζωών μας, γι’ αυτό τα κράτη και άλλα μορφώματα της πολιτικής αλλοτρίωσης θα περισσεύουν πάντα από τα ζωογόνα όνειρα μας. Όσοι στον βωμό μιας ρηχής υλικής καταπολέμησης του φασισμού λησμονούν τις αναρχικές τους θέσεις, τότε το μόνο σίγουρο είναι ότι μαθηματικά θα αποτύχουν και στο πρώτο.

Βιώνοντας εξ ορισμού μια συνθήκη σχεδιασμένης αλλά και αυθόρμητης κατάπνιξης κλασσικών, αλλά και νεότερων αναρχικών προταγμάτων, πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός ότι δε διαθέτουμε χρονικά περιθώρια να συγχρωτιζόμαστε με τα αφομοιωμένα στην αστικοδημοκρατική ομαλότητα γκρουπούσκουλα της προοδευτικής αριστεράς και ενός αναρχικού χώρου που ζηλεύει τη στόμωση και το διαλεκτικό χάος της πρώτης. Πιθανώς, καθόσον το κενό παρουσίας και επιρροής έχει γίνει δυσβάσταχτα αισθητό με τον χειρουργικό εξοστρακισμό των επαναστατικών ρευμάτων από την υπόληψη της πλειοψηφίας, οι σπασμωδικές εκλάμψεις σύγκρουσης να χαρίζουν δόσεις ανακούφισης και καθησυχαστικές εντυπώσεις, αλλά δε θα εντοπιστεί εκεί η ανασύνταξη των γραμμών μας. Πόσο μάλλον όταν η πολυαναμενόμενη πολυπληθής συνάντησή μας στους δρόμους μετά από καιρό έχει ως πριμοδότη μια δικαστική έδρα, με τον δικανικό της λόγο να θέτει τους όρους του διαλόγου. Όταν λοιπόν η επιχειρηματολογία οργανώνεται βάσει των προτύπων ενός τέτοιου συστήματος αξιολόγησης, όταν οι όροι συμμετοχής είναι προσχεδιασμένοι από τους εμπνευστές της δεξίωσης, η αναρχική εκτροπή δεν είναι κάτι το εφικτό, διότι για εμάς ποτέ το ζήτημα δεν συνοψιζόνταν στο αν οι ναζί είναι αθώοι ή ένοχοι και ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος τιμωρίας τους. Όλη αυτή η ορολογία προσήκει στο σύμπλεγμα αξιών, αντιλήψεων, πεποιθήσεων και παραδόσεων που, ως αναρχικές και αναρχικοί, πολεμάμε διαχρονικά να αποδομήσουμε και να εξαλείψουμε.

Επιπλέον, η συμμετοχή αναρχικών στις επινίκιες τελετουργίες του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος, ακόμα και όταν τα θύματα είναι υπάνθρωποι άξιοι να γίνουν δέκτες των χειρότερων μορφών βίας, σηματοδοτεί απλά μια ακόμα επιτυχημένη επιχείρηση των επίδοξων εξολοθρευτών τους, η οποία σε μία καθόλου φανταστική μελλοντική στιγμή θα τοποθετήσει αυτούς στην έδρα, δεχόμενη πολιτική πίεση από αντίπαλους αποχαυνωμένους όχλους, ενώ, την ίδια στιγμή, το κύρος των μηχανισμών αυτών θα παραμένει στο απυρόβλητο. Όσοι, είτε από αγνές και ειλικρινείς αγωνιστικές προθέσεις, είτε από στυγνή απελπισία, διέπονται από την ψευδαίσθηση πως το Δίκαιό τους αποτελεί μία καθολική αρχή ή, ακόμα χειρότερα, πως εκφράζει στο σήμερα μία κοινωνική πλειοψηφία πρόθυμη -μετά την κατάλληλη προσέγγιση- να συστρατευτεί μαζί τους, δυστυχώς είναι αναπόδραστο να δουν τα οράματά τους καταβαραθρωμένα από τις αμείλικτες φασιστικές ορδές των μαζανθρώπων. Για ακόμη μία φορά…

Η επιλογή συμμετοχής σε μία πολιτική διαδικασία εξ ολοκλήρου εχθρική προς κάθε αναρχικό ρεύμα σκέψης, με μοναδικό διακύβευμα την καθιέρωσή μας στο κέντρο των εξελίξεων, ακόμα κι όταν αυτά αντίκεινται στις αξίες, στα προτάγματα, στις στοχεύσεις μας, υπονομεύοντας την αγωνιστική μας υπόσταση και τα θεμελιώδη προτάγματά μας, συνιστά συγκατάβαση με ένα μέλλον απαλλαγμένο από τις επιθυμίες μας. Ποιος εξάλλου σήμερα διατηρεί αμφιβολίες για το αν οι αλλεπάλληλες κονσερβοποιημένες ειδήσεις και τα απορρεόντα από την προπαγάνδα τους κοινωνικά δρόμενα δεν είναι παρά ένας διαρκής εχθρικός μονόλογος, οικείος μοναχά ένεκα της εκτενούς και αδιάληπτης διασποράς του; Η έγνοια να τοποθετηθούμε, και δη μαχητικά, σε γεγονότα τουλάχιστον διαμεσολαβημένα -αν όχι κατασκευασμένα- από έναν πακτωλό πληροφοριών και ειδήσεων που φέρουν ανεπαίσθητα τη σφραγίδα όσων υπαρχουσών πραγματικοτήτων επιδιώκουμε την εξάλειψή τους, είναι ενδεικτική της προέλασης του θεαματικού λόγου και της υποχώρησης της κριτικής σκέψης. Σημαίνει πως ο κομφορμισμός φτάνει σε επίπεδο διαπραγμάτευσης της επαναστατικής μας συνέχειας ως μια συνέχεια δίχως επαναστατικό πρόσημο. Σημαίνει πως, έστω και υποσυνείδητα, έχουμε συμβιβαστεί με το ανέφικτο των αναρχικών μας θέσεων, ενώ αγκομαχούμε να τους βρούμε θέση σε έναν κόσμο αποστερημένο από κάθε αγνή αναρχική προοπτική. Ηττοπαθείς και μουδιασμένοι μπροστά στην κοινή γνώμη, όπως αυτή κατασκευάζεται και μετά επιδεικνύεται στις αμέτρητες οθόνες που πλέον έχουν εισβάλει σε κάθε πτυχή της ζωής, είμαστε έτοιμοι να παραδώσουμε στα μέτρα της την προσωπική μας άποψη και τοποθέτηση. Δεχόμαστε την εκποίηση των έκλυτων πόθων μας, εφόσον καταδικάζονται ως στοιχεία ασύμβατα και παράκαιρα, προκειμένου να εξασφαλίσουμε μία υποτυπώδη επιβίωση σε ένα νέο, αποστειρωμένο από κάθε μικρόβιο ατομικής και συλλογικής εξέγερσης πολιτικό περιβάλλον.

Τούτη η προσαρμογή στους ρυθμούς του παραδεδεγμένου πολιτικού ανταγωνισμού στις μαζικές κοινωνίες, όπου, με οριζόντα την αποτελεσματικότητα, κάθε αντίπαλη φράξια επιχειρεί να γητέψει το θυμικό του πλήθους, εργαλειοποιώντας το στην προσπάθειά της να διαμορφώσει το κοινωνικό κατ’ εικόνα και ομοίωση της Ιδέας της, απέχει έτη φωτός από μία αναρχική (αντι)πολιτική πρακτική.

Δε γίνεται, με μοναδικό κριτήριο τη μαζικότητα και την απόσπαση αποδοχής, να αποφασίζουμε τη δημόσια στάση και την πολεμική μας τακτική, γιατί τότε μπορεί μεν η εξασφάλιση των παραπάνω να επιφέρει ποσοτικές νίκες (θεαματική ανάδειξη αγώνων, κυβερνητικές παραχωρήσεις, υποχρέωση του κράτους σε συνδιαλλαγή, δυναμικότερες συγκρούσεις, λεφούσι χειροκροτητών, ευνοϊκότερη διαχείριση), όμως τι νόημα έχουν αυτές όταν το αντίτιμο έγκειται στην απώλεια των ποιοτικών μας χαρακτηριστικών; Και δεν αναφερόμαστε σε πιθανές αντιφάσεις μεταξύ μακροπρόθεσμων (κατάλυση της αστικής δικαιοσύνης) και άμεσων (αντιμετώπιση των φασιστών) στόχων. Διακυβεύεται η ίδια η ουσία της αναρχικής παρουσίας εδώ και τώρα. Και, λέγοντας αυτό, εννοούμε το πώς ένα σώμα εμφανίζεται, λειτουργεί και κινείται, πάντα σε αλληλεξάρτηση με τα υπόλοιπα σώματα του περίγυρού του και τις σχέσεις δύναμης που σχηματίζουν. Πώς αγωνιζόμαστε, πού στοχεύουμε, πώς τοποθετούμαστε σε κάθε συγκυρία, πώς καταφάσκουμε ως συμπαγές σώμα και πώς διακρινόμαστε φυσικά, ως αναρχικά υποκείμενα, δια της συνολικής μας παρουσίας σε σύγκριση με τα άλλα σώματα.

Δεν πρόκειται λοιπόν περί μιας ακόμα κριτικής στη μερικότητα ενός αγώνα, αλλά ειλικρινούς προβληματισμού σχετικά με τους λόγους παρουσίας των αναρχικών σε μία έδρα τόσο εχθρική για τα προτάγματα και τους όρους συγκρότησής τους.

Πώς είναι δυνατόν η συγκυρία αυτή να συγκρίνεται με τις αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις, τις μαθητικές εξεγέρσεις και τα πλατιά μέτωπα ενάντια στον φασισμό; Πώς εξακολουθεί να μη γίνεται αισθητή η διαφορά μεταξύ της συμμετοχής σε αυθόρμητες κοινωνικές εκρήξεις, όπου, παρά το αναμενόμενα ετερόκλητο πλήθος, η αναρχική παρέμβαση δύναται να τις εκτρέψει με τη διακρτιτή της πολιτική αντζέτα, επηρεάζοντας άμεσα τους συσχετισμούς δύναμης και προβαίνοντας σε αυθεντικές γνωριμίες με νέο κόσμο, και της παρουσίας της σε μία καλεσμένη φίεστα-ύμνο στην αστική δικαιοσύνη, με τη συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου να έχει συρρεύσει προσμένοντας μια καταδικαστική απόφαση; Αν η απόφαση δεν ήταν ικανοποιητική (και ποια απόφαση δηλαδή θα ήταν ικανοποιητική από ένα αστικό δικαστήριο;), τότε σε ποιον θα απευθύνονταν οι συγκρούσεις και από ποια θέση; Τότε η αγανάκτηση των αναρχικών θα ήταν δίκαιη επειδή η έδρα δεν έκανε καλά τη δουλειά της; Πώς είναι δυνατόν εν τέλει να παραβλέπουμε ότι αυτές οι μυωπικές προσεγγίσεις, ερειδόμενες ολικώς στην ανάγκη πολιτικής επιβίωσης, και η υποστήριξη διαδικασιών αντίστοιχου χαρακτήρα ενδυναμώνει και σταθεροποιεί τους μελλοντικούς μας δήμιους; Να αγνοούμε πως το πλήθος θεατών της αντιφασιστικής παράτας, την ίδια στιγμή που χειροκροτεί για την καταδίκη των ναζί, ταυτόχρονα γυαλίζει τα έδρανα των δικών μας πολιτικών δικαστηρίων…

Σε αυτό το κείμενο, είναι εμφανές πως επιλέξαμε να μη σταθούμε καθόλου στην ίδια τη ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής, ούτε να αναφερθούμε σε δεδομένα και στοιχεία ευρέως γνωστά και αναλυμένα από συντροφικές φωνές πολύ καλύτερα απ’ ότι εμείς θα μπορούσαμε. Προτιμήσαμε να πραγματοποιήσουμε μία σύντομη κριτική στη σχέση των αναρχικών με το Δίκαιο. Κυρίως, να θυμίσουμε πως ορισμένες βαθιά ριζωμένες προβληματικές και αντιφάσεις αναδεικνύονται διαμέσου πιθανών προστριβών με την αστική εκδοχή του Δικαίου. Πριν κλείσουμε, θα αναφερθούμε για μία ακόμη φορά σε κάτι λειψώς σχολιασμένο και ελλειπώς κατανοητό, τρομερά κομβικό όμως στην προσπάθεια ανασυγκρότησης ενός εσωτερικά συνεκτικού και ιστορικά αρραγούς αναρχικού χώρου. Η αντίθεσή μας στην οικουμενική και υπερβατική σύλληψη της δικαιοσύνης, απότοκο της οποίας είναι και η αστική εκδοχή της, δεν είναι αισθητικής φύσης.

Η δικαιοσύνη και το δίκαιο είναι έννοιες υποκειμενικές. Εκφράζουν κάποιον αξιακό κώδικα. Όσοι αξιακοί κώδικες υπάρχουν, άλλα τόσα δίκαια θα συναντήσει κανείς. Πολεμάμε τη δικαιοσύνη τους όχι γιατί είναι απλά άδικη, αλλά γιατί ο αξιακός κώδικας του συστήματος που εκφράζει είναι εχθρικός με τον δικό μας. Και δεν μπορεί να υπάρξει κανένα αντικειμενικό δικαστήριο και κανείς δικαστής για να κρίνει αυτή τη σύγκρουση. Είναι οι δικές μας αξίες ενάντια στις δικές τους. Οι επαγγελματίες του δικαίου δεν έχουν καμία θέση στη δικιά μας αντίληψη και κοσμοθεωρία. Και αν μας ρωτήσει κάποιος “και τότε τι θέλετε;”, θα του απαντήσουμε “επιδιώκουμε να κολλήσουμε τους διευθυντές αυτού του συστήματος στον τοίχο, χωρίς όμως να τους αντικαταστήσουμε για να εγκαθιδρύσουμε μια “αγνότερη” έννοια δικαιοσύνης (αντικειμενικά δικαστήρια, δίκαιους νόμους, λογικές ποινές), αλλά μόνο για να αναλάβουμε ένα αδιάλλακτο “καθήκον” ξεκαθαρίσματος λογαριασμών ως μια έντιμη πράξη αυτοδικίας”.

Επαναφέροντας τα λόγια της Σ.Π.Φ., υπενθυμίζουμε πως ο πόλεμος για την κατάλυση των μαζικών εξουσιαστικών κοινωνιών και τη δημιουργία νέων, θεμελιωμένων στην ενσυναίσθηση, τις κοινές αξίες, τις ελεύθερες συμφωνίες, την ατομική αυτοσυνειδησία και τα μεταβλητά κοινωνικά συμβόλαια, διέρχεται μέσω της σύγκρουσης με κάθε υπερβατικό μονολιθικό κώδικα πειθάρχησης και τιμωρίας, όπως και με τα σώματα των ειδικευμένων σχεδιαστών τους. Δεν προθυμοποιούμαστε να επιβάλλουμε νοητικά την παραδοχή ανύπαρκτων συλλογικών σωμάτων προκειμένου να πείσουμε τον οποιοδήποτε αφελή προς δρούμε στο όνομα μιας “ανώτερης ιδέας”. Δε θα γίνουμε οι κομιστές της ελευθερίας κανενός, και δεν έχουμε αναλάβει σε καμία περίπτωση μία “θεϊκή αποστολή” να διαφωτίσουμε τα “παραπλανημένα πλήθη” με τη μαρμαρυγή της Δικαιοσύνης. Ως αποκυήμα των πολλών χρόνων εγκατάλειψης της δημόσιας σφαίρας και της ατομικής ευθύνης, αυτές οι λογικές βρωμάνε ανάθεση και είναι ικανές να γεννήσουν μόνο περισσότερη ανάθεση, ανευθυνότητα, μοιρολατρία, παραίτηση, διαχωρισμό, τελμάτωση, ιεραρχίες και ετερόνομα ανδράποδα, συνηθισμένα στην υποταγή μπρος το κάθε δεσπόζον κοινωνικό σύστημα, αντί για περήφανα και αξιοπρεπή πρόσωπα.

Διαχρονικά, τα ίδια φαινόμενα, οι ίδιες τετριμμένες πολιτικές επιλογές γίνονται κάρβουνο στη μηχανή θανάτου του φασισμού και κάθε ολοκληρωτισμού, εφοδιάζοντάς τους με οράματα προσφιλή για το εκπαιδευμένο στην αποποίηση του εαυτού πλήθους. Γι’ αυτό φροντίζουμε να μη λησμονούμε πως το λαϊκό φύραμα ετερόκλητων συμφερόντων και αξιών, ομοιόμορφο και αρραγές μόνο εν είδει σώματος κυβερνητικής διαχείρησης και βιο-πολιτικής επένδυσης, αποτελεί μήτρα και όχι εξολοθρευτή του φασισμού. Τα δικαστήρια και, κατ’ επέκταση, το δίκαιο, καθίστανται ευκταίο αντικείμενο διεκδίκησης αναμεταξύ των ανακυκλωμένων πολιτικών ομαδοποιήσεων, επειδή, εν αντιθέσει με την περήφανη ατομική αυτοδικία, εκπροσωπεί την υπάρχουσα ιεραρχική και αλλοτριωτική τάξη ενάντια στις άπειρες πιθανότητες της αναρχικής ανταρσίας.

Η διαρκής αναρχική ιστορική κίνηση γνωρίζει πως ο φασισμός προκύπτει αναπόδραστα όταν το πρόσωπο, με το κριτικό του πνεύμα, συνθλίβεται στη μέγγενη των εκάστοτε μεγαλόστομων αφεραίσεων, είτε πρόκειται για έθνη, είτε για τάξεις, είτε για τα κενά αξιακά συστήματα των -ξεπουλημένων στις αγορές- σύγχρονων δημοκρατιών. Ως εκ τούτου, η δημόσια παρουσία των αναρχικών και οι τακτικές τους επιλογές οφείλουν να συνοδεύονται από μία συστηματική κριτική σε κάθε μηχανισμό μαζοποίησης και ανάθεσης. Δίχως μία αδιάσπαστη συνέχεια μεταξύ της αναρχικής επίθεσης στα φαντάσματα του έθνους, της φυλής, του κράτους, της δικαιοσύνης, και της μάχης ενάντια στον φασισμό, δεν είμαστε καταδικασμένοι μόνο να υστερούμε μεθοδολογικά στην αντιμετώπιση του δεύτερου, αλλά, πολύ περισσότερο, να χάνουμε το νόημα και τη συνάφεια στο εσωτερικό μας. Μένουμε μονίμως πνιγμένες στις αντιφάσεις, ανίκανοι να τις υπερβούμε ανακτώντας την πίστη στις δυνάμεις, την πίστη στην προοπτική να διαρρήξουμε τον ρου της ιστορίας. Μένουμε ουρά όσων έχουν μάθει να ζουν με αυτές, αναρριχώμενοι στον βούρκο του σημερινού πολιτικαντισμού. Η ολική συντριβή του φασισμού συμπεριλαμβάνεται στον αναρχικό αγώνα για καταστροφή κάθε μορφής εξουσίας και ολοκληρωτισμού, και δε συναγελάζεται με προοδευτικούς θιάσους, δικαστικές ετυμηγορίες και δήθεν αντιφασιστικές μωρολογίες. Η ολική συντριβή του φασισμού διέρχεται μέσα από τη ριζοσπαστική ρήξη με τις κοινωνικές και υποκειμενικές συνθήκες γέννησής του, και ειδικά με τη δικαιοσύνη (αστικής ή οποιασδήποτε άλλης υπερβατικής απόχρωσης) ως εξέχουσας μεταξύ αυτών.

Θάνατος στον Φασισμό

Θάνατος στο Δίκαιο της επιβολής και της εξουσίας

Πόλεμος με κάθε μέσο για την Αναρχία στο εδώ και τώρα

Λύσσα και Συνείδηση

Consumimur Igni – Σύμπραξη για τους σκοπούς της ανάφλεξης.

Αναφορικά με τα βιοτεχνολογικά εμβόλια και την μιντιακά τροποποιημένη αντιπολίτευση

Αναφορικά με τα βιοτεχνολογικά εμβόλια και την μιντιακά τροποποιημένη αντιπολίτευση

“Η δράση των βιολόγων που, μέχρι την ανακάλυψη της δομής του DNA, παραμέριζε τη διαλεκτική της φύσης προς όφελος της αποσπασματικής γνώσης αυτής της τελευταίας, άφηνε σε τελική ανάλυση τον κοσμο όπως πάνω κάτω ήταν πριν. Αντίθετα, από τη στιγμή που επιχειρεί την τροποποίηση ενός μόνο οργανισμού μέσα στα εργαστήρια της, η βιοτεχνολογία αρχίζει στην πραγματικότητα ένα πείραμα πάνω σε πλανητική κλίμακα, δηλαδή ένα πράγμα αρκετά διαφορετικό από ένα απλό πείραμα”.

“Το βάθος του ζητήματος είναι ότι αυτοί οι μισθωτοί τεχνικοί που περνιούνται για επιστήμονες όταν καταγγέλουν το σκοταδισμό των αντιπολιτευόμενων στις πρακτικές τους δεν είναι πλέον τίποτε παρόμοιο, ούτε καν με την στενή και εξιδικευμένη έννοια του όρου: στο βαθμό που είναι οι εκπεσμένοι απόγονοι των επιστημόνων της αστικής εποχής, είναι αυτοί οι ίδιοι τα παραδείγματα του εκπεσμού των ειδών των οποίων είναι οι κατασκευαστές. Η αποκρυσταλωμένη σύλληψη της τεχνικής τους δεν είναι επιστημονική αλλά-λογικά, εφόσον είναι ένας πόλεμος αυτός που διεξάγουν- στρατιωτική: προχωράμε μπροστά και μετά βλέπουμε”.”Η συνέχεια που υπάρχει μεταξύ της βιομηχανικής γεωργίας και της βιοτεχνολογικής της τελειοποίησης είναι επίσης αυτή που οδηγεί φυσικά από την μηχανιστική ιατρική στην εφαρμοσμένη γενετική μηχανική πάνω στα άνθρώπινα όντα.

Είναι κατά συνέπεια βλακώδες να θέλουμε να διαχωρίσουμε, όπως κάνουν πολλοί αντιπολιτευόμενοι της διάχυσης των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, τις ενδεχόμενες θεραπευτικές εφαρμογές των βιοτεχνολογιών, που θα μας προφύλασσαν από την απόρριψή τους ώστε να μην συγκρουστούμε με την κοινη γνώμη ή γιατί είμαστε πεπεισμένοι ότι αυτές αντιπροσωπεύουν πράγματι μια επιθυμητή πρόοδο”.

Αυτά ακριβώς έγραφε, το μακρινό 1999, η Εγκυκλοπαίδεια των τοξικοτήτων (Encyclopedie des nuisances) στο κεφάλαιο: Παρατηρήσεις πάνω στη γενετικά τροποποιημένη γεωργία και τον εκπεσμό των ειδών. Μέσα στο ίδιο αυτό κείμενο, μεταφρασμένο και διανεμημένο εκείνη την εποχή μέσα στα πλαίσια ενός διεθνούς αγώνα ενάντια σε όλες τις μορφές της γενετικής μηχανικής (άρα όχι μόνο μέσα στη γεωργία, αλλά επίσης μέσα στα θεραπευτικά και τα αναπαραγωγικά πλαίσια), μπορούν να αναγνωστούν επίσης άλλες δηλώσεις μιας συγκλονιστικής επικαιρότητας:

“Η οργανωμένη σε παγκόσμια κλίμακα κοινωνία ζει πλέον μέσα σε ένα κλίμα κατάστασης έκτακτης ανάγκης που σίγουρα αντανακλά την πραγματική της κατάσταση αλλά είναι επίσης η ατμόσφαιρα της καταστροφής μέσα στην οποία πρέπει να μας κάνει να ζήσουμε ώστε να μας επιβάλει τους τεχνικούς της νεωτερισμούς”.”Η σωτηρία της ανθρωπότητας που διατάχθηκε από τους γενετιστές έχει σημαδευτεί εξαρχής από τη σφραγίδα της καταστροφής”.”Τους ιδιοκτήτες και διαχειριστές της τεχνικής ισχύος ελάχιστα ενδιαφέρουν αυτές οι κατ’εξακολούθηση αποτυχίες, αυτές οι απρόβλεπτες καταρρεύσεις […] Πράγματι οι καταστροφές αφορούν μονάχα τους ανθρώπους και τη φύση: για την οικονομία αυτές σηματοδοτούν το κατάλληλο άνοιγμα καινούριων αγορών”.

Αυτές οι λέξεις μας φαίνονται ως το πιο κατάλληλο σχόλιο όχι μόνο αναφορικά με τον μαζικό πειραματισμό των εμβολίων της γενετικής μηχανικής, αλλά επίσης απέναντι στην αναξιοπρεπή μέχρι γελοιότητας γενική ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε τον τελευταίο καιρό. Ακριβώς τις ίδιες ημέρες κατά τις οποίες διάφορες χώρες ανέστελαν “προληπτικά” την χορήγηση του εμβολίου της AstraZeneca (βασισμένου-μικρή λεπτομέρεια που παραλήφθηκε από τη “δημόσια συζήτηση”-πάνω στην τεχνική του ανασυνδιαστικού DNA) εξαιτίας των αυξημένων περιπτώσεων των επιπλοκών και των πρώτων θανάτων, η επωνομαζόμενη ριζοσπαστική αριστερά ήταν παρούσα σε ορισμένες ευρωπαϊκές πλατείες με το σύνθημα: “Τα εμβόλια κοινό αγαθό”, για να αμφισβητήσει την πρακτική της πατέντας καθώς και την υποταγή των “δημοσίων θεσμών” στις μεγάλες πολυεθνικές των φαρμακευτικών εταιριών. Ο πειραματισμός των βιοτεχνολογικών εμβολίων (που παράχθηκαν μέσα σε χρονικό διάστημα δέκα μηνών…) είναι επομένως εντάξει. Ακόμη περισσότερο: “Τα θέλουμε για όλους και γρήγορα”. Το πρόβλημα είναι μονάχα και αποκλειστικά το κέρδος των πολυεθνικών που τα παρήγαγαν και τα έκαναν να αδειοδοτηθούν.

Όσον αφορά τους “δημόσιους θεσμούς”, αντίθετα, τι να πρωτοπούμε; Για τον Π.Ο.Υ.(Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας) το εμβόλιο είναι απόλυτα ασφαλές και πρέπει να συνεχιστεί (τα συμφέροντα που παίζονται είναι τόσο τεράστια, που δεν εκφράζεται από πλευράς του ούτε ένα πλάγιο και διπλωματικό “θα το επιβεβαιώσουμε”). Ταυτόσημη είναι και η αρχική θέση του Ευρωπαϊκού του Παραρτήματος, που κατόπιν εξαναγκάζεται να διεξάγει μια “έρευνα”. Η δική μας Aifa (Ιταλία) περνά, μέσα σε διάστημα εικοσιτεσσάρων ωρών, από τη δήλωση “αδικαιολόγητου συναγερμού” στην απόφαση να αναστείλει τη χορήγηση όλων των δόσεων του εμβολίου της AstraZeneca, μια αναστολή στην οποία εντωμεταξύ προχώρησαν 14 κράτη (όχι φυσικά η Μεγάλη Βρετανία, της οποίας οι αρχές δεν μπορούν προφανώς να διασπείρουν αμφιβολίες αναφορικά με ένα προϊόν made in U.K). Οι “ύποπτες περιπτώσεις” θα πρέπει να είναι πραγματικά αρκετές δεδομένου ότι αποφασίστηκαν αυτές οι αναστολές, διατρέχοντας τον κίνδυνο να διαραγεί η εμπιστοσύνη προς τα “σίγουρα και αποτελεσματικά” εμβόλια. Μονάχα στην Ισπανία, οι διάφορες τοπικές ειδήσεις σημειώνουν τουλάχιστο 900 νεκρούς στους οίκους ευγηρίας αφού έλαβαν την πρώτη ή τη δεύτερη δόση του εμβολίου (χωρίς να υπολογιστούν οι σχεδόν τρεις χιλιάδες που, αφού εμβολιάστηκαν, θα προέκυπταν ακόμη θετικοί στον Covid-19).

Το κύριο πρόβλημα της επωνομαζόμενης ριζοσπαστικής αριστεράς, είναι ότι όλα αυτά ενδυναμώνουν…τις “παράνοιες των αντιεμβολιστών (No Vax)”. Με λίγα λόγια, μέσα στο παρόν κύμα του επιστημικού σκοταδισμού δεν είναι πλέον εφικτή ούτε καν η απλή διατύπωση μιας “δειλής αρχής προφύλαξης”. Η αντιπαράθεσή μας στη γενετική μηχανική είναι ξεκάθαρη και ριζοσπαστική. Δεν χρειάζεται να βυθιστεί μέσα στις τεχνικές λεπτομέρειες-που συχνά προκύπτουν αποπροσανατολιστικές-ούτε και να προσκομίσει “επιστημονικές αποδείξεις” επάνω στις εν δυνάμει “παράπλευρες βλάβες”.

Λεχθέντων αυτών, όχι μονάχα δεν λείπει η σοβαρή επιστημονική τεκμηρίωση αναφορικά με τα δυνατά αποτελέσματα αυτών των εμβολίων σε μεσο-μακροπρόθεσμη χρονική περίοδο( που αποτελούν τις περισσότερο επικίνδυνες επιπτώσεις, διότι είναι ενδυνάμει επιγενετικές, δηλαδή μεταδιδόμενες σε κληρονομική βάση)! Αλλά επίσης και οι πιθανές άμεσες βλάβες τους προσδιορίστηκαν έγκαιρα από πλευράς διαφόρων γιατρών και επιστημόνων. Πολύ πριν, δηλαδή, από ειδήσεις όπως η ακόλουθη: “Οι εμπειρογνώμονες του Paul-Ehrlich-Institut (το ομοσπονδιακό γερμανικό ινστιτούτο εμβολίων) βλέπουν τώρα μια εντυπωσιακή συσσώρευση μιας πολύ σπάνιας ιδιαίτερης μορφής αρτηριακής εγκεφαλικής θρόμβωσης (θρόμβωση της στηθιακής αρτηρίας) σε διασύνδεση με μια έλλειψη αιμοπεταλίων (θρομβοκυτοπενία) και απώλεια αίματος σε συνάρτηση με την χρονική εγγύτητα των εμβολιασμών με το εμβόλιο της AstraZeneca” (Από μια είδηση του πρακτορείου Ansa της δέκατηςπέμπτης Μαρτίου 2021).

Εδώ, ακολούθως μπορείτε να βρείτε τη μετάφραση από τα αγγλικά μιας ” επείγουσας ανοιχτής επιστολής” που μια ομάδα γιατρών και επιστημόνων απέστειλε στον ΕΜΑ (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκου) στις 28 του περασμένου Φεβρουαρίου. Πρόκειται για γιατρούς και επιστήμονες που δεν φαίνεται ότι είναι αντίθετοι στις βιοτεχνολογίες και δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την πρακτική των πειραμάτων πάνω στα ζώα, των οποίων όμως εκτιμούμε το θάρρος. Αυτή η επιστολή καταδεικνύει ότι τα καταγεγραμμένα ζημιογόνα αποτελέσματα δεν ήταν μονάχα αναμενόμενα, αλλά ότι είχαν επίσης προβλεφθεί με αξιοσημείωτη ακρίβεια δεκαπέντε ημέρες πρωτού να “σκάσει η βόμβα”.

“Η αναμονή για να μπορέσουμε να διαπιστώσουμε τα αποτελέσματα των βιοτεχνολογιών ώστε να τις κρίνουμε, όπως θα περιμέναμε το αποτέλεσμα ενός πειράματος για να πάρουμε θέση αναφορικά με τη χρησιμότητα μιας υπόθεσης, σημαίνει να παραβλέψουμε, μεταξύ άλλων, ότι είμαστε τα πειραματόζωα αυτού ακριβώς του πειράματος”.

Όμως, για να μπορέσουμε να διατυπώσουμε μια παρόμοια κριτική άποψη, θα πρέπει επίσης να διαθέτουμε κάποια σταθερή ιδέα-όχι μιντιακά τροποποιημένη δηλαδή-αναφορικά με το ανθρώπινο ον, τη φύση, την ελευθερία.

Επείγουσα ανοικτή επιστολή ιατρών και επιστημόνων προς τον Ευρωπαϊκό οργανισμό φαρμάκου αναφορικά με τις ανησυχίες πάνω στην ασφάλεια του εμβολίου για τον COVID-19

Emer Cooke, εκτελεστικό διευθυντή, Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τα φάρμακα,

Άμστερνταμ, Κάτω χώρες 28 Φεβρουαρίου 2021

Αξιότιμοι κύριοι, κυρίες,

ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ ΥΠΟΨΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ ΤΟΥ: ΕΜER COOKE, ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΦΑΡΜΑΚΟΥ

Ως γιατροί και επιστήμονες, σε γραμμή αρχών υποστηρίζουμε τη χρήση νέων ιατρικών επεμβάσεων που να έχουν αναπτυχθεί και εφαρμοστεί κατάλληλα, κατόπιν φυσικά της πληροφόρησης και της συναίνεσης του ίδιου του ασθενούς. Αυτή η θέση μας περιλαμβάνει τα εμβόλια με τον ίδιο τρόπο όπως και τις θεραπίες.Παρατηρούμε ότι μια εύρεία γκάμα παράπλευρων συμπτωμάτων επισημάνθηκε σε ακολουθία του εμβολιασμού πιο νεαρών ατόμων προηγουμένως υγιών με τα εμβόλια για τον COVID-19 βασισμένων πάνω στο γονίδιο. Επιπλέον, υπήρξαν πολλές ειδήσεις από πλευράς των μέσων πληροφόρησης σε όλο το κόσμο αναφορικά με θεραπευτικά ιδρύματα που επλήγησαν από τον COVID-19 λίγες ημέρες μετά τον εμβολιασμό των ενοίκων τους. Παρότι αναγνωρίζουμε ότι αυτά τα γεγονότα θα μπορούσαν να ήταν, το κάθε ένα απ΄αυτά, ατυχείς συμπτώσεις, ανησυχούμε ότι η διερεύνηση των δυνατών αιτίων της ασθένειας ή του θανάτου σε παρόμοιες συνθήκες ήταν και εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής, ιδιαίτερα μάλιστα εν τη απουσία των μετά θάνατο διερευνητικών διαδικασιών.

Με ιδιαίτερο τρόπο αναρωτιόμαστε αν τα θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια των εμβολίων αντιμετωπίστηκαν με επαρκή τρόπο, πρωτού αυτά να εγκριθούν από πλευράς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκου (ΕΜΑ).

Με επείγον τρόπο, ζητούμε διαμέσου της παρούσης μας ώστε ο ΕΜΑ να μας χορηγήσει απάντήσεις στα ακόλουθα ζητήματα:

1. Μετά τη ενδομυϊκή ένεση, πρέπει να αναμένουμε ώστε τα εμβόλια γονιδιακής βάσης να προσεγγίσουν τη αιματική ροή και να διαχυθούν μέσα σε ολόκληρο το σώμα [1]. Ζητούμε την απόδειξη ότι αυτή η δυνατότητα έχει αποκλειστεί κατά τη διάρκεια των προ-κλινικών πειραματικών μελετών πάνω στα ζώα όσο αφορά και τα τρία εμβόλια πριν την έγκρισή τους για χρήση πάνω στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ.

2. Αν παρόμοια απόδειξη δεν είναι διαθέσιμη, πρέπει να αναμένουμε ότι τα εμβόλια θα παραμείνουν παγιδευμένα μέσα στην κυκλοφορία και θα απορροφηθούν από τα ενδοτελειακά μόρια. Υπάρχει βάσιμος λόγος να υποθέσουμε ότι αυτό θα συμβεί ιδιαίτερα μέσα στα κυκλώματα αργής κυκλοφορίας του αίματος, δηλαδή μέσα στις μικρές και κοίλες λεκάνες [2]. Ζητάμε την απόδειξη ότι αυτή η πιθανότητα αποκλείστηκε κατά τη διάρκεια των προ-κλινικών πειραματικών μελετών πάνω στα ζώα και για τα τρια εμβόλια πριν την έγκρισή τους για χρήση πάνω στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ.

3. Αν παρόμοια απόδειξη δεν είναι διαθέσιμη, πρέπει να αναμένουμε ότι κατά τη διάρκεια της έκφρασης του νουκλεϊκών οξέων των εμβολίων, τα πεπτιδικά που θα προκύψουν από την πρωτεϊνη spike θα εμφανιστούν διαμέσου της διαδρομής ΜΗC I επάνω στην φωτεινή επιφάνεια των κυτάρων. Πολλά υγιή άτομα έχουν λινφοκυτικά CD 8 που αναγνωρίζουν παρόμοια πεπτιδικά, γεγονός που είναι δυνατό να οφείλεται σε μια προηγούμενη μόλυνση από COVID, αλλά επίσης σε διασταυρούμενες αντιδράσεις με άλλους τύπους κορωνοϊού [3,4] [5]. Πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτά τα λινφοκύτη θα επιτεθούν στα αντίστοιχα κύταρα. Ζητάμε την απόδειξη ότι αυτή η πιθανότητα έχει αποκλειστεί μέσα στις πειραματικές προ-κλινικές μελέτες πάνω στα ζώα και για τα τρια εμβόλια πριν την έγκρισή τους για χρήση πάνω στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ.

4. Αν παρόμοια απόδειξη δεν είναι διαθέσιμη, πρέπει να αναμένουμε ότι η ενδοτελιακή ζημιά με επακόλουθη εκδήλωση της πήξης του αίματος θα εκδηλωθεί σε αναρίθμητα σημεία μέσα σε ολόκληρο το σώμα. Ζητάμε την απόδειξη ότι αυτή η πιθανότητα έχει αποκλειστεί μέσα στις πειραματικές προ-κλινικές μελέτες πάνω στα ζώα για όλα τα τρία εμβόλια πριν την έγκρισή τους για τη χρήση επάνω στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ.

5. Αν παρόμοια απόδειξη δεν είναι διαθέσιμη, πρέπει να αναμένουμε ότι αυτό θα επιφέρει μια πτώση των αιμοπεταλίων, την εμφάνιση διμερών τύπου D στο αίμα και μια μυριάδα ισχαιμικών καταγμάτων μέσα σε όλο το σώμα, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου, του νωτιαίου μυελού και της καρδιάς. Αιμοραγικές διαταραχές θα μπορούσαν να εκδηλωθούν πάνω στα ίχνη αυτής της νέας μορφής συνδρόμου DIC, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ των άλλων δυνατοτήτων, ισχυρές αιμοραγίες και αιμοραγικό ίκτερο. Ζητάμε την απόδειξη ότι όλες αυτές οι δυνατότητες έχουν αποκλειστεί κατά τις προ-κλινικές πειραματικές μελέτες πάνω στα ζώα για όλα τα τρια εμβόλια πριν την έγκρισή τους για χρήση επάνω στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ.

6. Η πρωτεϊνη spike SARS-CoV-2 συνδέεται με τον παραλήπτη ACE2 πάνω στα αιμοπετάλια, πράγμα που μεταφράζεται στην ενεργοποίησή τους [6]. Η θρομβοκυτοπενία εντοπίστηκε στις σοβαρές περιπτώσεις μόλυνσης από SARS-CoV-2 [7]. H θρομβοκυτοπενία εντοπίστηκε όμως επίσης σε εμβολιασμένα άτομα [8]. Ζητάμε την απόδειξη ότι ο ενδυνάμει κίνδυνος ενεργοποίσης των αιμοπεταλίων που θα μπορούσε να οδηγήσει επίσης σε διεσπαρμένη ενδοφλεβική πήξη έχει αποκλειστεί με τα τρία εμβόλια πριν την έγκρισή τους για τη χρήση επάνω στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ.

7. Η διάδοση σε όλοκληρο τον κόσμο του SARS-CoV-2 δημιούργησε μια πανδημία ασθένειας συνδεμένης με πολλούς θανάτους. Παρόλα αυτά, τη στιγμή της αξιολόγησης για την έγκρισή των εμβολίων, τα υγειονομικά συστήματα του μεγαλυτέρου μέρους των χωρών δεν βρίσκονταν πλέον κάτω από την άμεση απειλή της διάλυσης τους διότι ένα αυξανόμενο ποσοστό του κόσμου είχε ήδη προσβληθεί και τα χειρότερα της πανδημίας είχαν πλέον παρέλθει. Κατά συνέπεια, ζητάμε συμπερασματικές αποδείξεις της ύπαρξης μιας πραγματικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης τη στιγμή που ο ΕΜΑ επέτρεψε την αδειοδότηση για την ενδυνάμει εμπορική κυκλοφορία και των τριών εμβολίων από πλευράς των παραγωγών τους, ούτως ώστε να δικαιολογηθεί η έγκρισή τους για χρήση στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ, προφανώς εξαιτίας ακριβώς αυτής της κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Σε περίπτωση που όλες αυτές οι αποδείξεις δεν θα ήταν διαθέσιμες, ζητάμε ώστε η έγκριση για τη χρήση των εμβολίων γενετικής βάσης να ανακληθεί μέχρις ότου όλα τα ζητήματα που εκτέθηκαν προηγουμένως να έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς με την εκδήλωση της απαιτούμενης φροντίδας από πλευράς του ΕΜΑ.

Υφίστανται σοβαρές ανησυχίες, συμπεριλαμβανόμενες και μη περιοριζόμενες στις προαναφερθείσες, ότι η έγκριση των εμβολίων για τον COVID-19 από πλευράς του ΕΜΑ υπήρξε πρώϊμη και αμέριμνη και ότι η χορήγηση των εμβολίων απετέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί αυτή τη στιγμή “ανθρώπινο πειραματισμό” και ότι ήταν αλλά και εξακολουθεί να είναι μια παραβίαση του κώδικα της Νυρεμβέργης.

Δεδομένης της επείγουσας αναγκαιότητας αυτής της κατάστασης, σας ζητάμε να απαντήσετε σε αυτό το e-mail μέσα σε διάστημα επτά ημερών καθώς και να αντιμετωπίσετε με ουσιαστικό τρόπο όλες μας τις ανησυχίες. Σε περίπτωση που επιλέξετε να μην ικανοποιήσετε αυτό το λογικό αίτημα, θα δημοσιοποιήσουμε την παρούσα επιστολή.

Το παρόν e-mail αποστέλεται στους:Charles Michel, Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ursula von der Leyen, Προέδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Γιατροί και επιστήμονες μπορούν να υπογράψουν την επιστολή αποστέλοντας ένα e-mail με το ονοματεπώνυμό τους, ειδικότητες, πεδία ειδίκευσης, χώρα και ενδεχόμενα σχόλια που θα ήθελαν να υποβάλλουν, στοDoctors4CovidEthics@protonmail.com

Αναφορές

[1] Hasset, K. J. Benenato, K.E. Jacquinet, E. Lee, A. Woods, A.Yuzahakov, O.Himansu, S. Deterling, J. Geilich, B.M.Ketova, T.Mihai, C. Lynn, A.Mc Fadyen, I.Moore, M.J. Senn, J.Standon, M.G. Almarsson, O.Ciaramella, G.and Brito, L.A. (2019). Optimization of Lipid Nanoparticles for Intramuscular Administration of mRNA Vaccines, Molecular therapy.Nucleic acids 15: 1-11. [2] Chen, Y.Y.Syed, A.M.MacMillan, P.Rocheleau, J.V. and Chan, W.C.W.(2020). Flow Rate Affects Nanoparticle Uptake into Endothelial Cells, Advanced materials 32:1906274. [3] Grifoni,A.Weiskopf, D.Ramirez, S.I.Mateus, J.Dan, J.M.Moderbacher, C.R. Rawlings, S.A. Sutherland, A.Premkumar, L.Jadi, R.S. and et al. (2020). Targets of T Cell Responses to SARS-CoV-2 Coronavirus in Humans with COVID-19 Disease and Unexposed Individuals, Cell 181: 1489-1501 e 15. [4] Nelde, A. Bilich, T. Heitmann, J.S. Maringer, Y. Salih, H.R. Roerden, M.Lubke, Μ.Bauer, J. Rieth, J. Wacker, M. Peter, A. Horber, S. Traenkle, B. Kaiser, P.D. Rothbauer, U. Becker, M.Junker, D. Krause, G. Strengert, M. Schneiderhan-Marra, N. Templin, M.F. Joos, T.O. Kowalewski, D.J. Stos-Zweifel, V. Fehr, M. Rabsteyn, A. Mirakaj, V. Karbach, J. Jager, E.Graf, m. Gruber, L.C. Rachfalski, D. Preub, B. Hagelstein, I. Marklin, M. Bachoul, T. Gouttegangeas, C. Kohlbacher, O. Klein, R. Stevanovic, S. Rammensee, H.G. and Walz, J.S. (2020) SARS-CoV- 2-derived peptides define eterologous and COVID-19-induced T cell recognition, Nature immunology. [5] Sekine, Perez-Potti. A. Rivera-Ballesteros, O. Stralin, K. Gorin, J.B. Olsson, A. Llewellyn-Lacey, S. Kamal, H.Bogdanovic, G. Muschiol, S. and et al (2020) Robust T Cell Immunity in Convalescent Individuals with Asymptomatic or Mild COVID-19, Cell 183 : 158-168 e 14. [6] Zhang, S. Liu, Y. Wang, X. Yang, L.Li, H.Wang, Y. Liu, M.Zhao, X. Xie, Y. Yang, Y.Zhang, S.Fan, Z.Dong, J. Yuan, Z.Ding, Z. Zhang, Y. and Hu, L. (2020). SARS-CoV-2 binds platelet ACE2 to enhance thrombosis in COVID-19, Journal of hematology & oncology 13: 120. [7] Lippi, G. Plebani, M. and Henry, B. M. (2020) Thrombocytopenia is associated with severe coronavirus disease 2019 (COVID-19) infections: A meta-analysis, Clin. Chim. Acta 506: 1145-148. [8] Grady, D. (2021) A few Covid Vaccine Recipients Developed a Rare Blood Disorder, The New York Times, Feb 8, 2021.

Θερμούς χαιρετισμούς

Καθηγητής Sucharitt Bhakdi MD, Επίκουρος καθηγητής ιατρικής Μικροβιολογίας και ανοσιολογίας, Πρώην πρόεδρος, Ινστιτούτο ιατρικής μικροβιολογίας και υγειινής, Πανεπιστήμιο Johannes Gutenberg Mainz (Ιατρικό και επιστημονικό) (Γερμανία και Ταϋλάνδη)

Δόκτορας Marco Chiesa MD FRG Psych, Ψυχιατρικός σύμβουλος και καθηγητής, University College of London ( Ηνωμένο Βασίλειο και Ιταλία)

Δόκτορας C Stephen Frost BSc MBChB Eιδικός Διαγνωστικής Ραδιολογίας, Στοκχόλμη, Σουηδία (Ιατρός) (Ηνωμένο Βασιλειο και Σουηδία).

Δοκτορέσσα Margareta Griesz-Brisson MD PhD, Νευρολόγος και Νευροφυσιολόγος (σπούδασε ιατρική στο Friburg, Γερμανία, Εξειδίκευση στην Νευρολογία στο New York University, Εξειδίκευση στην Νευροφυσιολογία στο Mount Sinai Medical Center, New York City, PhD Φαρμακολογίας με χαμηλού επιπέδου νευρο-τοξικολογικό ενδιαφέρον και αποτελεσμάτων των κλιματικών παραγόντων στην υγεία του εγκεφάλου, Ιατρικός διευθυντής, The London Neurology and Pain Clinic (Ιατρός και επιστήμων) (Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο).

Καθηγητής Martin Haditsch MD PhD εξειδικευμένος (Αυστρία) στην υγειινή και μικροβιολογία, ειδικός (Γερμανία) στην μικροβιολογία, ιολογία, επιδημιολογία/ επιμολυντικές ασθένειες, ειδικός (Αυστρία) στις επιμολυντικές ασθένειες και την τροπική ιατρική, ιατρικός διευθυντής του TravelMedCenter, Leonding, Αυστρία, ιατρικός διευθυντής του Labor Hannover MVZ GmbH (Ιατρός και επιστήμονας) (Αυστρία και Γερμανία).

Καθηγητής Stefan Hockertz, καθηγητής Τοξικολογίας και Φαρμακολογίας, Τοξικολόγος στα ευρωπαϊκά αρχεία, εξειδικευμένος στην Ανοσιολογία και στην Ανοσιοτοξικολογία, CEO της tpi consult GmbH (επιστήμονας) (Γερμανία)

Δοκτορέσα Lissa Johnson, BSc BA (Media) MPsych (Clin) PhD, Κλινική συμπεριφορολογική ψυχολόγος, Εξιδείκευση στην κοινωνική ψυχολογία των βασανιστηρίων, των αθλιοτήτων και της συλλογικής βίας και προπαγάνδας διασποράς του φόβου, Πρώην μέλος της συμβουλευτικής ομάδας δημοσίου συμφέροντος της Australian Psychological Society (Κλινική ψυχολόγος και συμπεριφορολογική επιστήμων) (Αυστραλία) Καθηγήτρια Ulrike Kammerer PhD, Επίκουρη καθηγήτρια αναπαραγωγικής πειραματικής Ανοσιολογίας και Βιολογίας των καρκίνων στο τμήμα Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Wurzbourg, Γερμανία, Μοριακή ιολόγος εκπαιδευμένη (Διπλωματική θέση) και Ανοσιολόγος (υπό κατάρτιση), Ερευνήτρια σε ερευνητικό κέντρο (Μοριακή βιολογία, ατομική βιολογία) (Επιστήμων) (Γερμανία)

Επίκουρος καθηγητής Michael Palmer MD, Τμήμα Χημείας (σπούδασε ιατρική και ιατρική μικροβιολογία στη Γερμανία, δίδαξε Βιοχημεία από το 2001 στο πανεπιστήμιο που εργάζεται τώρα στον Καναδά . Ειδίκευση στην φαρμακολογία, στο μεταβολισμό, στις βιολογικές μεμβράνες, στον προγραμματισμό υπολογιστών, πειραματική έρευνα πάνω στις βακτηριδιακές τοξίνες και τα αντιβιοτικά Δαπτομυκίνη) Συγγραφέας ενός σημαντικού βιβλίου πάνω στη Βιοχημική φαρμακολογία. Πανεπιστήμιο του Waterloo, Ontario, Καναδάς (Ιατρός και επιστήμων) (Καναδάς και Γερμανία).

Καθηγήτρια Karina Reiss PhD, Καθηγήτρια Βιοχημίας, Χριστιανικό πανεπιστήμιο Albrecht του Κιέλου, Εξιδίκευση στην μοριακή, βιοχημική βιολογία, (Επιστήμονας) (Γερμανία)

Καθηγητής Andreas Sonnichsen MD, Καθηγητής Γενικής και οικογενειακής ιατρικής, Τμήμα Γενικής ιατρικής και οικογενιακής ιατρικής, Κέντρο Δημόσιας Υγείας, Πανεπιστήμιο ιατρικής της Βιέννης, Βιέννη (Ιατρός) (Αυστρία) Δόκτωρ Michael Yeadon BSc (Joint Honours στη Βιοχημεία και την Τοξικολογία) PhD (Pharmacology), πρώην αντιπρόεδρος και επιστημονικός διευθυντής του τμήματος Αλλεργιών και Αναπνοής, Pfizer Global R&D, συνιδρυτήs και CEO της Ziarco Pharma Ltd, Ανεξάρτητος σύμβουλος (επιστήμων) (Ηνωμένο Βασίλειο)

Διεθνής αναρχική αντιπληροφόρηση

Πηγή: il rovescio.info

Πηγή: athensindymedia

Ιταλία: Τοποθέτηση του Alfredo Cospito στη συζήτηση για των αγώνα ενάντια στα πυρηνικά

Το παρόν κείμενο αποτελεί τοποθέτηση του έγκλειστου αναρχικού Alfredo Cospito στη συζήτηση για τον αγώνα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια, η οποία διεξήχθη στα πλαίσια της πρωτοβουλίας “Voi gli date vent’anni, noi gli diamo la parola” (“Εσείς του δίνετε είκοσι χρόνια, εμείς του δίνουμε τον κόσμο”), στο Circolaccio Anarchico, στο Σπολέτο, στις 20 Μάρτη του 2021.

*

Αφού είδα αυτήν την ταινία σχετικά με την τραγωδία στο Τσέρνομπιλ, μου ζητήθηκε να προβώ σε μια τοποθέτηση.

Και τι να πρωτοπώ;

Τα τελευταία εννιά χρόνια της ζωής μου τα πέρασα κλειδαμπαρωμένος σ’ ένα κελί, διότι, παρέα μ’ έναν ακόμη σύντροφό μου, πυροβόλησα έναν απ’ τους σημαντικότερους ιθύνοντες της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία εκείνον τον καιρό. Και το πράξαμε ακριβώς επειδή δε θέλαμε να ξαναδούμε να συμβαίνει εδώ ό,τι είδαμε να συμβαίνει στην ταινία. Αρκετά απλοϊκό ως κίνητρο, όμως έτσι συνέβη.

Άξιζε όμως;

Θά ‘θελα να πιστεύω πως η δράση μας, παρότι μεμονωμένη, είχε μια κάποια βαρύτητα. Το μόνο βέβαιο είναι πως δράσεις τέτοιου είδους είναι απολύτως μη απορροφήσιμες απ’ το σύστημα, και επ’ ουδενί δε θα μπορούσαν να είναι. Μπορούν να τις δαιμονοποιήσουν, ποτέ όμως να τις απορροφήσουν, πόσο μάλλον να τις ακυρώσουν, εφόσον τέτοιες δράσεις αφήνουν στην εξουσία ένα τελεσίγραφο, και, απ’ τη δική μου οπτική, αυτό είναι κάτι παραπάνω από αρκετό για να ρισκάρω τα πάντα, τη λευτεριά μου, ακόμα και τη ζωή μου.

Ναι λοιπόν! Στο τέλος της μέρας, άξιζε.

Δε θέλαμε να τον σκοτώσουμε, θέλαμε μόνο να τον τραυματίσουμε, ορθώνοντας ένα απροσπέλαστο τείχος απέναντι στον τεχνολογικό και δολοφονικό κυνισμό των αδίστακτων επιστημόνων και πολιτικών: “Πέραν του ότι δε θα μπορείς να περπατήσεις, δε θα ξαναφέρεις την πυρηνική ενέργεια πίσω στην Ιταλία, ειδάλλως θα σε αντιμετωπίσουμε με όλα μας τα μέσα”.

Εννιά χρόνια πριν, όταν προβήκαμε στο χτύπημά μας, η πιθανότητα επιστροφής της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία φαινόταν έντονα να αναδύεται ξανά. Μόλις είχε συμβεί η Φουκουσίμα, και στη χώρα “μας”, χρόνια επί χρόνων αγώνα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια φάνταζαν να κινδυνεύουν να εξαλειφθούν, γεγονός που συνέβαινε σ’ ένα πέπλο απόλυτης σιωπής. Τότε, όπως ακόμη και σήμερα, η Ιταλία, μέσω της Ansaldo Nucleare, συνεισφέρει στην κατασκευή πυρηνικών εγκαταστάσεων σε χώρες όπως η Ρουμανία και η Αλβανία. Λίγο πριν τη δράση μας, ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια της κατασκευής μίας εξ αυτών των εγκαταστάσεων σκότωσε δύο εργάτες. Κανείς στην Ιταλία δε μιλούσε γι’ αυτό, εκτός από ‘κείνους τους ουτοπιστές οικολόγους και αναρχικούς, οι οποίοι αντίκριζαν τον φόβο της επιστροφής των σταθμών πυρηνικής ενέργειας στα μέρη “μας”, ενώ πολλά κόμματα στήριζαν αυτήν την εφιαλτική προοπτική. Σαφέστατα, δεν έχω αυταπάτες πως η δράση μας εμπόδισε την επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία, μα γυρίσαμε λίγο φόβο στο στρατόπεδό τους. Αυτή, λοιπόν, ήταν η συνεισφορά μας, αν και περιορισμένη, και αυτό είχε τη βαρύτητά του · και δε θαρρώ πως ήταν κάτι τόσο αμελητέο όσο θέλανε να μας κάνουν να πιστεύουμε.

Σήμερα, η ιταλική κυβέρνηση πρέπει αναγκαστικά να “αποκομίσει” πυρηνικά απόβλητα από τις παλιές εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας που τέθηκαν εκτός λειτουργίας, πετώντας 78.000 κυβικά μέτρα ραδιενεργών αποβλήτων κάτω απ’ το χαλάκι στο Πεδεμόντιο, στη Σαρδηνία, στην Τοσκάνη, στο Λάτσιο, στην Απουλία, στην Μπαζιλικάτα και στη Σικελία. Το παρουσιάζουν ως “αποκομιδή” χαμηλού επιπέδου ραδιοενεργών αποβλήτων, προϊόντων των εργοστασίων και λοιπών ιατροφαρμακευτικών αποβλήτων, όμως, στην πραγματικότητα, προσπαθούν κάτω απ’ το τραπέζι να περάσουν την “αποκομιδή” πολύ πιο επικίνδυνων ραδιενεργών αποβλήτων από τις παλιές πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Ας γίνω σαφής, η λύση δε θα μπορούσε να είναι το να πετάξουμε τα απόβλητα εκτός Ιταλίας, όπως ίσως έχει ήδη γίνει στο παρελθόν στην Αφρική, χρησιμοποιώντας φτωχότερες χώρες ως χωματερές για τα πυρηνικά μας κόπρανα. Ένα “οικολογικό” κίνημα το οποίο επί της ουσίας πιέζει προς μια τέτοια κατεύθυνση, είναι ένα αστικό κίνημα, στα πλαίσια ενός άθλιου “οικολογισμού”. Όσοι αντιτίθενται στις δομές απόθεσης πυρηνικών αποβλήτων επειδή υποτιμάται η αξία της ιδιοκτησίας τους, ποτέ δε θά ‘χουν την εμπιστοσύνη μου. Είναι αυτό το είδος ανθρώπων που έφεραν τις πιο χονδροειδείς πολιτικές στο κίνημα NO TAV (ενάντια στον Σιδηρόδρομο Υψηλής Ταχύτητας). Πάντα έτοιμοι να ξεπουλήσουν αγώνες, να τραβήξουν διαχωριστικές γραμμές από δράσεις. Δε θα κάνουμε επίκληση σε δαύτα τα ξεκάθαρα αστικά ένστικτα, ούτε θα μπορέσουμε να εθελοτυφλούμε όταν δημάρχοι, τοπικά ιδρύματα τέτοιων χωρών, απαιτούν αποζημιώσεις ή κλαψουρίζουν για την περιουσία τους, τις επιχειρήσεις τους, τις οικονομικές τους απώλειες. Το να έρθουμε ξανά σε επαφή με τέτοιους τύπους θα ήταν καταστροφικό. Ένα αρχαίο εβραϊκό ρητό λέει: “Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που μπορεί να σκοντάψει δυο φορές στην ίδια πέτρα”. Ας προσπαθήσουμε να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη · είκοσι χρόνια αγώνα ενάντια στο TAV θά ‘πρεπε να μας έχουν διδάξει κάποια πράγματα.

Θα ήταν ηλίθιο και μη προωθητικό από πλευράς μας να γυρεύουμε “λύσεις”, καταπραϋντικά για να καταστήσουμε την τεχνολογία πιο βιώσιμη, πιο “οικολογική”. Είμαστε ενάντια στις δομές απόθεσης πυρηνικών αποβλήτων, όσο είμαστε ενάντια και στις ανεμογεννήτριες – ημίμετρα δεν υπάρχουν στο πεδίο αυτό. Η μόνη πραγματική και απόλυτη λύση για τα πυρηνικά απόβλητα είναι να πολεμήσουμε με κάθε μέσο ώστε τα πυρηνικά εργοστάσια να κλείσουν παντού. Δεν μπορούμε να παρακάμπτουμε το θέμα αυτό, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Ο πλανήτης πεθαίνει, μόνο ένα πράγμα μπορούμε να κάνουμε: Να καταστρέψουμε εκ των έσω την τεχνολογική και καπιταλιστική κοινωνία στην οποία μας επιβάλλεται να ζούμε. Είναι αχρείαστο το να προσπαθούμε να ξεφύγουμε, είναι υποκριτικό το να χτίσουμε έναν μικρό παράδεισο επί γης, καθώς έτσι, ακόμα κι αν δε θέλουμε, γινόμαστε συνένοχοι · είναι εγκληματικό να αναζητούμε αναλγητικά, να ξεγελάμε τους εαυτούς μας πως η τεχνολογία μπορεί να καταστεί “οικολογική”. Δεν είναι ο αριθμός συμμετεχόντων σε μια διαδήλωση που θα φέρει αποτελέσματα, αλλά η ισχύς και η ριζοσπαστικότητα των ενεργειών μας. Τούτη είναι μια απ’ τις ιδιαιτερότητές μας, και ως αναρχικές κι αναρχικοί στοχεύουμε στα ποιοτικά χαρακτηριστικά · όχι τόσο στην ποσότητα των ανθρώπων πίσω από ένα πανό, αλλά στην ποιότητα των δράσεων και των ζωών μας. Ο κόσμος ενδέχεται να έρθει, αλλά αυτό εξαρτάται από τη συνέπεια και την ειλικρίνεια των σκοπών μας, καθώς επίσης και από την επαναστατική μας διαδικασία. Το πρώτο εμπόδιο που θα συναντήσουμε εδώ είναι πάντα το ίδιο: ο αστικός, πολιτικά απαθής οικολογισμός.

Με αυτό, δε θέλω να υποστηρίξω πως πρέπει να αυτοαπομονωθούμε, σίγουρα παλεύουμε στο πλευρό των ανθρώπων που πλήττονται άμεσα από δαύτα τα πυρηνικά απόβλητα, συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις, στις συγκεντρώσεις έξω στον δρόμο, όμως δε θυσιάζουμε τις ιδέες μας στον βωμό του “ρεαλισμού”, του συμβιβασμού. Φροντίζουμε διαρκώς να έχουμε κριτικό πνεύμα ως προς το ποιους έχουμε με το πλευρό μας και, πάνω απ’ όλα, δεν περιορίζουμε τις δράσεις μας στο όνομα μιας υποτιθέμενης έλλειψης κατανόησης από μερίδα του κόσμου.

Ας συμμετέχουμε σε συνελεύσεις (αν υπάρχουν), αλλά ας μη λησμονούμε τον πραγματικό μας σκοπό, την καταστροφή της τεχνολογικής κοινωνίας, την οικοδόμηση μιας κοινωνίας δίχως κράτος.

Ας έχουμε επίσης κατά νου πως, με το να δρούμε και πέραν απ’ τις αποφάσεις των συνελεύσεων, δεν πλήττουμε το συλλογικό σώμα του αγώνα, απλώς εκφράζουμε τη θέση μας ως αναρχικοί/ές.

Ας μην αποστασιοποιούμαστε -στο όνομα ενός κοινού αγώνα- από τις βίαιες ενέργειες που θα συμβούν, αν συμβούν, ακόμη κι αν δεν τις επικροτούμε πλήρως. Ας αποκηρύξουμε τα επίπλαστα προνόμια (ανέσεις) που μας “παρέχει” αυτή η σαπισμένη κοινωνία, ας επιδείξουμε συνέπεια.

Θεωρώ πως αυτά είναι τα λίγα μαθήματα που έχουν να μας προσφέρουν οι “κοινωνικοί” οικολογικοί αγώνες των τελευταίων δεκαετιών.

Ίσως αναδύεται στον ορίζοντα μια νέα ευκαιρία, μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Είμαι ακράδαντα πεπεισμένος πως θα αρκούσε απλώς να μην επαναλάβουμε τα συνήθη λάθη, αν θέλουμε να δούμε απροσδόκητα αποτελέσματα.

Θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει τούτον τον μονόλογο σε μια πολύ απλή ιδέα: “πολυμορφία δράσεων χωρίς προκαταλήψεις και οριοθετήσεις”.

Ας βάλουμε ένα τέρμα στην παράνοια σχετικά με τις πρωτοπορίες, με το θέαμα των δράσεων · ας δρα καθείς όπως επιθυμεί, ας εναρμονιστούν τα πάντα σε μια “ολότητα” και, πάνω απ’ όλα, ας αποστασιοποιηθούμε απ’ τους διαχωρισμούς.

Ίσως βγήκα λίγο “εκτός θέματος”, όμως πιστεύω πως ανάμεσά σας θα υπάρχουν αναρχικές κι αναρχικοί. Η τοποθέτηση αυτή προέρχεται από έναν αναρχικό, και πιότερο απ’ όλους απευθύνεται στις αναρχικές και τους αναρχικούς, όμως ευελπιστώ να έγινε κατανοητή και από όλους και όλες τις υπόλοιπες, ακόμη κι αν εκπροσωπεί μιαν αρκετά “συγκεκριμένη” αντίληψη.

Το μόνο βέβαιο είναι πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα επηρεάζουν τους πάντες, τη ζωή όλων.

Θα ήθελα πολύ να συμμετάσχω σ’ αυτή τη συζήτηση μαζί σας εκεί, όμως, για λόγους ανωτέρας βίας, αυτό είναι αδύνατο για ‘μένα.

Αναρχικούς κι επαναστατικούς χαιρετισμούς,

Alfredo Cospito
Φυλακές Ferrara

Το κείμενο στα αγγλικά σε μορφή PDF

Πηγή: Malacoda

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok