Μια τοποθέτηση με αφορμή τη μήνυση στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία

Μια τοποθέτηση με αφορμή τη μήνυση στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία

Το έναυσμα της συγγραφής του κειμένου αυτού, που άλλωστε προδίδεται και από τον τίτλο, αποτέλεσε η ανακοίνωση περί μήνυσης στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία. Όμως, η αποδοχή που φάνηκε να έχει από μερίδα κόσμου ήταν η κύρια αιτία.

Σκοπός αυτού δεν είναι να εξαπολύσει μύδρους. Δεν παραθέτει κάτι το πρωτότυπο, κάτι που δεν έχει ειπωθεί, συζητηθεί, γραφεί ποτέ. Σίγουρα, δεν εκθέτει σκέψεις υπό το πρίσμα της καθαρότητας, της πρωτοπορίας, του ελιτισμού. Ας ιδωθεί, λοιπόν, ως μια προωθητική κριτική, ως ένας δίαυλος επικοινωνίας προβληματισμών και αντιφάσεων, που ίσως ξεπεραστούν με ατομική και συλλογική δουλειά. Ίσως πάλι και όχι.

Με αφορμή λοιπόν κάτι τόσο ξένου θα πουν ορισμένοι, εχθρικό άλλοι… συντάχθηκε το παρόν κείμενο. Χωρίς διάθεση προσωποποίησης, έμμεσους υπαινιγμούς και μπηχτές, επιχειρούμε να καταπιαστούμε συνολικά με το ζήτημα της αστικής δικαιοσύνης, τη μήνυση ως “μέσο αγώνα”, τη θέση και τη συμμετοχή του αναρχικού κινήματος σε αιτηματικούς/θεσμικούς αγώνες, παρουσιάζοντας τη δική μας οπτική.

Επιστροφή στα βασικά…

Αντιθεσμικά, αδιαμεσολάβητα, αδιάλλακτα. Δεν είναι λέξεις κενού περιεχομένου, που συμπληρώνουν γραφικά τσιτάτα μόνο και μόνο για να γεμίσουμε κόλλες χαρτιού. Κατέχουν βασική θέση στον αξιακό μας κώδικα. Έννοιες που δεν είναι αυθύπαρκτες, αλλά εντάσσονται στην ευρύτερη θεώρηση για την πραγμάτωση του αναρχικού αγώνα, ως επιλογή ζωής.

Σε καιρούς πλήρους υποτακτικότητας, μάλλον, η συσπείρωση μας γύρω από αυτά τα κοινά προτάγματα θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη. Μακριά από θεσμούς και κάθε είδους εκπροσώπους, πρόθυμους κάθε ώρα και στιγμή να ανοίξουν διάλογο με τα φερέφωνα της εξουσίας.

Ζητούμενο για την απόδραση από ολάκερο το εξουσιαστικό σύμπλεγμα δεν είναι η προσπάθεια εύρεσης ενός πιο βιώσιμου και λειτουργικού συστήματος ούτε και η εξομάλυνση της δημοκρατίας. Ζητούμενο είναι η ολοκληρωτική κατάλυση τους.

Πάντα και για πάντα απέναντι από την αστική δικαιοσύνη

Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις και οι διορθώσεις και οι βελτιώσεις είναι ανοησίες. Όσο πιο πολύ καλυτερεύεις και μεταρρυθμίζεις τόσο το χειρότερο, γιατί δίνεις προσωρινά τεχνητή ζωή σε κάτι που πρέπει το δίχως άλλο να πεθάνει και να γκρεμιστεί. Δεν είμαι μεγαλοφυΐα κι ούτε θέλω να γίνω. Ξέρω όμως τι πρέπει να γίνει και τώρα αυτό κάνω. Και ’σεις το ξέρετε δεν κάνετε όμως άλλο από το να κλαψουρίζετε. Εμείς όμως δεν κλαίμε… Δρούμε…

-Dostoevsky (Οι Δαιμονισμένοι)

Η αστική δικαιοσύνη, σπλάχνο απ’ τα σπλάχνα της δημοκρατίας, εκφραστής του status quo, διαμεσολαβητής των ανθρώπινων σχέσεων, υπερασπιστής της τάξης, της ασφάλειας και της κοινωνικής ειρήνης, συνιστά την πεμπτουσία του κράτους.

Ένας θεσμός από το σωρό, που πλαισιώνει κάθε δημοκρατικό πολιτισμό που σέβεται τον εαυτό του, φέρει ποικίλες προεκτάσεις και λαμβάνει πολλαπλούς ρόλους. Δεν πρόκειται για μια αφηρημένη έννοια, αλλά για ένα θέσφατο της κυριαρχίας με υλική υπόσταση, που προασπίζει τα συμφέροντα της.

Πρωταρχικός της στόχος είναι η απονομή δικαιοσύνης. Μια έννοια ιδιάζουσα, περίεργη στην κατανόηση. Σωστό και λάθος, ενοχή και αθωότητα, δίκαιο και άδικο, νόμιμο και παράνομο, όλα τους δίπολα ιδιαίτερα φορτισμένα, εύπλαστα παρόλα αυτά, για να προσαρμόζονται στην εκάστοτε περίπτωση. Έννοιες που φέρουν νομοτελειακή σημασία, με κοινό αντιληψιακό και συνειδησιακό έρεισμα στο κοινωνικό σώμα. Η διχοτόμηση τους έχει μπολιάσει στις συνειδήσεις των υπηκόων, διαμορφώνοντας και την κυρίαρχη αφήγηση. Στο εργοστάσιο των τυποποιημένων συμπεριφορών καθετί ορίζεται με βάση τους νόμους που θεσπίζει η εξουσία. Το ατσάλινο πλέγμα της θα φροντίσει να ορίσει και το πλαίσιο βάση διαφόρων παραγόντων, όπως το κοινωνικό κλίμα, οι συσχετισμοί, τα συμφέροντα των εξουσιαστικών πόλων.

Οι νόμοι, άλλωστε, εμπνέουν το καθολικό, το δεδομένο, το ορθό και ταυτόχρονα στέκονται εκφοβιστικά και αποτρεπτικά σε όποιον σκεφτεί να τους παραβεί. Αποτελούν την οχύρωση του κράτους, που φαντάζει ένα άτρωτο και καλοκουρδισμένο οικοδόμημα, στηριζόμενο σε ισχυρά θεμέλια.Όσοι του γυρνούν την πλάτη, προσβάλλουν την επιβολή του, αρνούνται να υπακούσουν, επιτίθενται, περιμένουν τον κολασμό .Την τιμωρία της στοχοποίησης, της χρηματικής ποινής, του εγκλεισμού, της κοινωνικής απομόνωσης και του στιγματισμού.

Μέσα στις δικαστικές αίθουσες, στήνονται πανηγύρια με ενορχηστρωτές επίδοξους κυνηγούς κεφαλών. Ανακριτές, δικαστές, εισαγγελείς, ρουφιάνοι, που από θέση ισχύος κρίνουν τις τύχες όσων στέκονται στα δικαστικά έδρανα. Πρόσωπα με σάρκα και οστά, τοποθετημένα στο απέναντι στρατόπεδο. Πρόσωπα με ονόματα, διευθύνσεις, περιουσιακά στοιχεία… Πρόσωπα που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ουκ ολίγες φορές και σίγουρα εκεί θα συνεχίσουν να βρίσκονται. Πρόσωπα στα οποία δεν μπορούμε παρά να δούμε την αντανάκλαση όλων εκείνων που πολεμούμε με λύσσα.

Το να ζητάμε, λοιπόν, από τους εχθρούς μας να επιλύσουν προσωπικά ζητήματα, κρατικές και μη αυθαιρεσίες και ό,τι άλλο βάλει ο νους μας, είναι σα να παλεύουμε για ένα κράτος δικαίου, ένα κράτος πρόνοιας, ένας κράτος από εμάς για ’μας. Εάν βλέπουμε τα πράγματα από μια αντικρατική, και κατ’ επέκταση αντιθεσμική, σκοπιά τότε υιοθετώντας την παραπάνω θέση, φαίνεται να μην έχουμε αντιληφθεί την ουσία του πιο βασικού μας προτάγματος.

Για τους θεματοφύλακες της τάξης και του νόμου θα είμαστε πάντα ένοχοι. Ένοχοι για την προσπάθεια μας να ζήσουμε ανεξούσια, μακριά από ιεραρχικές σχέσεις, καταπίεση, εκμετάλλευση, ένοχοι γιατί δεν ασπαστήκαμε τα αφηγήματα τους, ένοχοι για τη θέση που έχουμε πάρει στον κοινωνικό πόλεμο, ένοχοι γιατί στρέψαμε τη ζωή μας στο λυσσασμένο κυνήγι της ελευθερίας.

Εκστρατείες διώξεων, αναβαθμίσεις κατηγορητηρίων, αντιτρομοκρατικά νομοθετήματα, καταδικαστικές αποφάσεις, οικονομική αφαίμαξη… Οι άνεμοι φαίνεται να πνέουν κόντρα, όμως στο χέρι μας είναι να αναστρέψουμε τη φορά τους. Μπορεί σύντροφοι και συντρόφισσες να έχουν στοχοποιηθεί, βασανιστεί, αιχμαλωτιστεί, μπορεί στις συνειδήσεις αναρχικών, αγωνιστών και ευρύτερων κοινωνικών κομματιών, η αστική δικαιοσύνη να επιχειρεί να ‘νομιμοποιήσει’ την ικανότητά – υποχρέωση της να κρίνει όσους αγωνίζονται… όμως οι νόμοι και το δικανικό σύστημα έχουν ισχύ όσο εμείς δεν τους καταργούμε στην πράξη.

Η δικαιοσύνη ενός κόσμου που γεννά και θρέφει την καταπίεση και την εξουσία, επανδρώνεται εγκλείοντας σε διαμερίσματα, σχολεία, εργασιακά κάτεργα, ψυχιατρεία, φυλακές, απομυζά τεράστια κέρδη από τη λεηλασία της φύση και την εκμετάλλευση κάθε έμβιου όντος … κείτεται νεκρή, πρώτα και κύρια στις συνειδήσεις μας. Κάθε εκπρόσωπός της στον υλικό κόσμο είναι εχθρός μας είτε αθωώνει είτε μοιράζει αναστολές είτε καταδικάζει σε πολυετείς καθείρξεις.

Πέραν, όμως, του προφανούς ρόλου του, το αστυνομό-δικαστικό σύστημα αποτελεί και μια κερδοφόρα επιχείρηση. Εγγυήσεις, παράβολα, πρόστιμα, εξαγορά ποινών, αλλά και πακτωλός χρημάτων για δικηγόρους που παζαρεύουν την ελευθερία, στήνουν τη μικρο-οικονομία του δικανικού συμπλέγματος, που συμβάλλει ενεργά στο κρατικό κεφάλαιο.

Επιπλέον, η επικύρωση, η διαχείριση, η επίλυση των ανθρώπινων δεσμών περνά κι αυτή με τη σειρά της από τις δικαστικές αίθουσες. Τρίτα πρόσωπα είναι αυτά που θα αποφασίσουν και θα διευθετήσουν τις διενέξεις, την καθημερινότητα, τις ζωές μας, δίνοντας την εντύπωση πως κανείς δεν είναι ικανός να ορίσει μόνος το πλαίσιο ύπαρξης του.

Η πρακτική της μήνυσης ως συλλογική αναρχική τοποθέτηση

Η βαρύτητα μιας τέτοιας επιλογής σε ατομικό επίπεδο, που σαφώς και χρήζει κριτικής, διαφέρει αρκετά από μια δημόσια αναρχική τοποθέτηση. Κι εδώ επιλέγουμε να κεντροβαρίσουμε στο δεύτερο. Μια συλλογική τοποθέτηση, λοιπόν, που θέλει να «Αφήσουμε πίσω την καθαρότητα μιας ιδεολογικής άρνησης», εκ πρώτης προκαλεί τεράστια αμηχανία. Έπειτα, γεννώνται ερωτήματα και τέλος, ακολουθεί μάλλον η απελπισία.

Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά πίσω μας, μετράμε εκατοντάδες ξυλοδαρμούς και βασανισμούς σε δρόμους, υπόγεια, γραφεία, κρατητήρια, κελιά και δεκάδες φυλακισμένους επαναστάτες με χρόνια χτισμένα μέσα σε σκυρόδεμα. Όμως, αριθμούμε και αλύγιστους ανθρώπους, που δε δέχθηκαν να συνεργαστούν, να ρουφιανέψουν, να πέσουν αμαχητί, όχι γιατί έκαναν τους ήρωες ή τους οσιομάρτυρες, αλλά γιατί παρέμειναν πιστοί στην επαναστατική τους συνείδηση.Όταν σύντροφοι και συντρόφισσες αρνήθηκαν να παραστούν σε δίκες-παρωδίες, να συνδιαλλαγούν με μπάτσους-δικαστικούς-εισαγγελείς (χωρίς αυτό να σημαίνει πως υπάρχει μόνο η ομερτά της σιωπής και καμία άλλη αξιοπρεπής στάση εντός των δικαστικών αιθουσών) μια τοποθέτηση περί: καθαρότητας μιας ιδεολογικής άρνησης (sic), που αυτομάτως γειώνει τέτοιου είδους επιλογές, είναι τουλάχιστον προσβλητική.

Ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια, ψυχολογικός εκβιασμός φώλιαζαν πάντα στο στρατόπεδο του εχθρού. Η βία είναι αναπόσπαστο κομμάτι τους και αυτός δεν αλλάζει με κανέναν τρόπο, πόσο μάλλον με θεσμικά μέσα. Αντίστοιχα, είναι δεδομένο πως ο αναρχικός αγώνας δεν μπορεί να αντιπαρατίθεται με το κράτος και τους μηχανισμούς του μονάχα στην σφαίρα των άξιων και των θεωρήσεων. Κι αυτό, όχι γιατί πλαισιώνεται από μια αίγλη ενός φετιχισμού της βίας, άλλα γιατί το οικοδόμημα της κυριαρχίας έχει πρώτα και κυρία υλική υπόσταση. Για αυτό, άλλωστε και εμείς έχουμε επιλέξει το δικό μας δρόμο. Η επαναστατική βία είτε στο πλαίσιο του υλικού αντικρίσματος είτε του συμβολισμού είτε της προπαγάνδισης, στοχεύει στην άμεση σύγκρουση με όλο το φάσμα της εξουσίας.

Τα όπλα μας στον πόλεμο που έχουμε κηρύξει δεν είναι οι μηνύσεις, οι δικογραφίες, οι φιλικά προσκείμενοι δημοσιογραφίσκοι, οι “αδιάβλητοι” σύγχρονοι Ιαβέρηδες… και ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα.

Σε περίπτωση «Δικαίωσης»…

Μιας και δεν αντιλαμβανόμαστε αυτό το «μέσο αγώνα», δεν μπορούμε να πούμε και με σιγουριά ποια θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική έκβαση μιας τέτοιας δίκης, παρά μόνο να εικάσουμε. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη γενικά και αόριστα την ευκταία για τον καταγγέλλοντα (ή τους καταγγέλλοντες), αλλά και την κοινή γνώμη απόφαση, βλέποντας λίγο πιο μακρόπνοα οι συνέπειες διακρίνονται σφοδρές και το μέλλον φαντάζει ζοφερό. Μια “νίκη” μέσα στις δικαστικές αίθουσες, διά στόματος δικαστικών και εισαγγελέων, θα έρθει να επισφραγίσει την καραμέλα του κράτους δικαίου, της διαφάνειας και της νομιμότητας, την «κάθαρση» μέσα στην αστυνομία. Μια τέτοια “νίκη” θα οδηγήσει στην αποριζοσπαστικοποίηση. Η προσπάθεια κοινωνικής πόλωσης, η αναγκαιότητα των εξεγέρσεων, οι επαναστατικές προοπτικές πηγαίνουν δεκάδες βήματα πίσω.

Η αναδίπλωση του κράτους, που ας μη γελιόμαστε συνιστά ένα επικοινωνιακό τρικ, στοχεύει στην αδρανοποίηση, στην παύση οποιασδήποτε αναταραχής. Όποιος πιστεύει πως οι στοχοποιήσεις, οι διώξεις, οι ξυλοδαρμοί και οι βασανισμοί θα σταματήσουν πλανάται πλάνην οικτράν.

Σε ένα καζάνι που βράζει δε θα ρίξουν λάδι στη φωτιά. Το κράτος στέκεται εκεί πυροσβεστικά, λειτουργώντας ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, σβήνοντας και την τελευταία σπίθα. Οι τόνοι πέφτουν, οδηγούμαστε στην αποκλιμάκωση και εκείνοι ενώ φαίνεται να γνέφουν συγκαταβατικά, οργανώνονται καλύτερα, για να επανέλθουν δριμύτεροι και να κάμψουν και τα τελευταία ψήγματα αντίστασης και ανομίας.

Αλήθεια, θεωρεί κανείς πως με μια δικαστική απόφαση θα τελειώσουμε μια και καλή με τη βία των μπάτσων, θα σταματήσει η ποινικοποίηση φιλικών και συντροφικών σχέσεων, οι στοχοποιήσεις αγωνιστών, οι ξυλοδαρμοί και οι βασανισμοί στο δρόμο και στα τμήματα, οι διώξεις και οι φυλακίσεις επαναστατών; Δεν τρέφουμε αυταπάτες για το αστυνομοδικαστικό σύμπλεγμα ούτε και θα έπρεπε να εστιάζουμε στις παρατυπίες του συστήματος της δικαιοσύνης. Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε είναι να το κοιτάξουμε κατάματα και να του επιτεθούμε.

Παράδειγμα των ημερών αποτελεί η δίκη της Χ.Α.. Μια δίκη που κατέβασε χιλιάδες κόσμο στο δρόμο, μια δίκη που παρακολουθήθηκε βήμα-βήμα και αγκαλιάστηκε από τα κοινωνικά κινήματα, ακόμη και από πιο μετριοπαθείς, μια δίκη που πολλοί αναρχικοί, στο άκουσμα της καταδικαστικής απόφασης, έσπευσαν να πανηγυρίσουν. Λες κι έτσι τελειώσαμε μια και καλή με το φασιστικό οχετό, τις επιθέσεις σε μετανάστες/στριες, τα κολαστήρια συγκέντρωσης, τις πατριωτικές και εθνικιστικές μαλακίες, το αφήγημα της εθνικής κυριαρχίας.

Μια δίκη που κατάφερε να ενισχύσει τη θεωρία των δυο άκρων και έφερε πάλι στο προσκήνιο τη λάσπη για τις επαναστατικές πρακτικές αγωνιστών και αναρχικών, αλλά και την πάλαι ποτέ πιπίλα της “αριστερής τρομοκρατίας”. Τα γκάζια στη Μεσογείων, το ξύλο στον Ασπρόπυργο, η εκτέλεση των 2 στο Νέο Ηράκλειο και τόσες ακόμη δράσεις, έπαιζαν σε πρώτο πλάνο, χαρίζοντας μας ρίγη και υπενθυμίζοντας πως η θέση του κάθε φασίστα είναι στην άσφαλτο, στο ΚΑΤ, στα νεκροκρέβατα. Στον αντίποδα, όμως, έφεραν και ναυτία σε όλους αυτούς που βρήκαν ευκαιρία να βροντοφωνάξουν πως στη βία δεν απαντάμε με βία. Κι όμως στη βία με αυτό ακριβώς απαντάμε… ΜΕ ΒΙΑ.

Οι φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με το logo: “Δεν είναι αθώοι, οι ναζί στη φυλακή” ήρθε να επισφραγίσει το ρεφορμιστικό του πράγματος και να ενισχύσει τη θέση της αστικής δικαιοσύνης στο κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, επαναφέροντας στο κοινωνικό σώμα την “πίστη στους θεσμούς”.

Μια δίκη, λοιπόν, την έκβαση της οποίας περιμέναμε έτσι και αλλιώς, ώστε να μην πολωθούν κοινωνικά καταστάσεις, ξεσπάσουν συγκρούσεις, επέλθει ριζοσπαστικοποίηση.

Από την άλλη, ενα άλλο ζήτημα που τίθεται είναι αυτό της καρατόμησης προσώπων, που κατέχουν καίριες θέσεις. Θέσεις που ξέρουμε καλά πως δε θα μείνουν ορφανές, οι αντικαταστάτες καραδοκούν στη γωνία. Θέσεις που δεν μας ενδιαφέρει ποιος θα αναλάβει, εάν θα είναι καλός άνθρωπος, σωστός οικογενειάρχης, φιλόζωος, συνεπής στις κοινωνικές του υποχρεώσεις. Θέσεις σύμφυτες με την εξουσία, εχθρικές και μισητές, με συγκεκριμένη σκοπιμότητα.

Και για να προλάβουμε ίσως και μια αναλογία, που λέει πως το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση μιας πολιτικής εκτέλεσης, η απάντηση είναι ναι, η θέση θα καλυφθεί. ΟΜΩΣ είναι άλλο να σπέρνεις τον τρόμο στο στρατόπεδου του εχθρού, να δίνεις πνοή στην ουσιαστική απειλή, μέσα από τις επαναστατικές πρακτικές, κάνοντας τον επόμενο να σκεφτεί καλά εάν θα αναλάβει ένα τέτοιο πόστο, μιας και το νήμα της μίζερης ζωής του μπορεί να κοπεί απότομα και άλλο να τους τραβάς στις δικαστικές αίθουσες, που το πιθανότερο είναι απλώς να οδηγηθούν σε κάποια άλλη θέση στη χειρότερη, να ιδιωτεύσουν σε μια περίοπτη στην καλύτερη.

Ενδιάμεσοι/Αιτηματικοί Αγώνες

Εδώ έρχεται να προστεθεί ένας ακόμη παραλληλισμός, μεταξύ της συμμετοχής των αναρχικών σε αιτηματικούς αγώνες, αγώνες δηλαδή, που ως επί το πλείστων έχουν θεσμικό χαρακτήρα ή απαιτούν τα «νόμιμα» και της μήνυσης, ως ένα αποδεκτό μέσο αγώνα. Ένας παραλληλισμός τρομερά άστοχος.

Συγκεκριμένα, η συμμετοχή στους ευρύτερους κοινωνικούς αγώνες, που βέβαια δεν αποτελεί επιλογή ούτε και πρώτη προτεραιότητα όλων των αναρχικών, οι οποίοι είτε αντιτίθενται στην καπιταλιστική επέλαση είτε στοχεύουν στη βελτίωση κάποια συνθήκης, για πολλούς συνιστά εύστοχο πεδίο παρέμβασης. Όμως, οι όροι συμμετοχής εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά και τις στοχεύσεις.

Σκοπός είναι να προωθείται η αντιθεσμικότητα, η σημασία της μη διαμεσολάβησης, αλλά και η σύνδεση με την ευρύτερη επαναστατική αντιπαράθεση με το κράτος. Σαφώς και για την επίτευξη των στοχεύσεων, η χάραξη μιας στρατηγικής πρέπει να γειώνεται στην πραγματικότητα του εκάστοτε αγώνα, χωρίς όμως αυτό να μεταφράζεται ως αδυναμία προώθησης των αναρχικών θεωρήσεων και πρακτικών. Τα αναρχικά προτάγματα μπορούν και πρέπει να παραμείνουν και να διαχυθούν αναλλοίωτα, χωρίς να παρουσιάζουμε ωραιοποιημένα και εύπεπτα αφηγήματα, χωρίς να αφομοιωθούμε από τη δυσαρεστημένη μάζα. Να πράξουμε σε κάθε επίπεδο, από τις πορείες έως τα συγκρουσιακά γεγονότα, από τις δημόσιες παρεμβάσεις έως τις συνωμοτικές βόλτες, αναδεικνύοντας την επαναστατική απελευθερωτική προοπτική, δημιουργώντας εφαλτήρια για ανάληψη αντικρατικής δράσης από όλο και περισσότερους ανθρώπους, κοιτώντας πέρα από τα ψευδο δίπολα που μας επιβάλλονται.

Κλείνοντας…

«Το να μην προσμένεις τίποτα δε σημαίνει να συνηθίζεις την ήττα»

Το κράτος είναι ένα σύμπλεγμα επιθετικό. Εάν, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε κάτι, ήταν πως επιβάλλεται. Δε θα γνέψει συγκαταβατικά, δε θα μας χαϊδέψει τα αυτιά, δε θα ξεχάσει τις επιθέσεις που δέχεται και σίγουρα δε θα γιορτάσει τις νίκες μας. Αντίστοιχα, οφείλουμε να πράξουμε και εμείς.

Περιμένοντας κάτι από τα παραπάνω καταλήγουμε να χάνουμε το στοίχημα του επαναστατικού πολέμου. Επιλέγοντας να λουφάξουμε, τροφοδοτώντας τη συνείδηση μας με ψέματα και παύοντας να διανοίγουμε μέτωπα αντιπαράθεσης, να στοχεύουμε στην όξυνση των εχθροπραξιών, να προλειαίνουμε το έδαφος της εξέγερσης, να βρίσκουμε τις προοπτικές και τις στρατηγικές για την υλοποίηση των επαναστατικών πρακτικών, κοιτάζοντας πέρα από τη νομιμότητα, τότε θα καταλήξουμε να βυθιζόμαστε στην ανυπαρξία. Καλύτερα, λοιπόν, να βυθιστούμε μια ώρα αρχύτερα στην οχλοβοή που διψά για δικαιώματα, να λάβουμε και κανένα παράσημο και να αποσυρθούμε ησύχως.

Εάν εντός του κοινωνικού πεδίου βλέπουμε πάντα και παντού ευκαιρίες για ανέλιξη, λιμνάζουμε και βρισκόμαστε απέναντι από τα αναρχικά προτάγματα που οι ίδιοι θέτουμε, θα καταλήξουμε να ιδιωτεύουμε, συμπληρώνοντας απλώς τη λίστα των υποτιθέμενων αγωνιστικών υποχρεώσεων, δίχως καμία ουσία, δίχως καμία προοπτική.

Η ζωή μας είναι μια διαρκής σύγκρουση. Με τον εαυτό μας και τις αντιφάσεις μας, τις συμβάσεις και τα αυτοξεπεράσματα μας. Μια σύγκρουση, όμως, και με τους νόμους, το εξουσιαστικό κοινωνικό πλέγμα, το οικοδόμημα της κυριαρχίας και των μηχανισμών του. Σύγκρουση στους δρόμους, μέσα και έξω από τις δικαστικές αίθουσες, στα στενά των μητροπόλεων, στις ταράτσες των φυλακών… Σύγκρουση με χαρακτηριστικά επαναστατικά, με συνέπεια σε λόγο και πράξεις.

Η λύση δε βρίσκεται μέσα στα αστικά δικαστήρια, στις κρατικές παροχές, στις καπιταλιστικές υποσχέσεις, στους κοινωνικούς ρόλους, στους κανόνες, στους θεσμούς, στα διάφορα νομοθετήματα. Δεν έρχεται από τους εχθρούς της ελευθερίας, αλλά ούτε και από μια αίολη κοινωνικό-κινηματική συσπείρωση, που μετράται ως ποσοτικό πλεόνασμα, στηριζόμενο σε σαθρά θεμέλια.

Να σταθούμε μόνοι μας στα πόδια μας. Σίγουρα έχουμε να κερδίσουμε πολλά περισσότερα, από το ψάχνουμε διαρκώς και διακαώς σάπια δεκανίκια στο πρόσωπο της εξουσίας. Ας αφήσουμε στην άκρη τον πολιτικαντισμό, τα επικοινωνιακά παιχνίδια, τις κινήσεις εντυπωσιασμού. Ας μη βαλτώσουμε περισσότερο στο βούρκο του ρεφορμισμού, ας μην αφομοιωθούμε σε όσα κάποτε παλεύαμε να καταστρέψουμε, ας μη μπλεχτούμε μόνοι μας στα κρατικά δεσμά, ανοίγοντας την κερκόπορτα του δικαιωματισμού.

Τα μονοπάτια που κυοφορούν τις επαναστατικές προοπτικές είναι πολλά, όμως ο στόχος της καθολικής ρήξης με το υπάρχον κοινός. Κι αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να το μνημονεύουμε συχνότερα.

Να πορευτούμε μαζί με τις αρνήσεις μας, να αναπτύξουμε σχέσεις που αντανακλούν αυτά που προτάσσουμε, να βαδίσουμε πλάι-πλάι με γνώμονα τη συντροφικότητα, την αξιοπρέπεια, την επιθετική διάθεση, την επαναστατική συνείδηση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.

Πάντα και για πάντα αντικρατικά, αντιθεσμικά, αδιαμεσολάβητα, ανεξούσια, ΑΝΑΡΧΑ.

Σύμπραξη αναρχικών ενάντια στη νομιμότητα

Απρίλιος 2021

Πηγή: Athens Indymedia

Consumimur Igni: Μια αντιδικανική τοποθέτηση

Λάβαμε 1/4/2021

Το παρακάτω κείμενο είχε συνταχθεί και ολοκληρωθεί στο τέλος του περασμένου Οκτώβρη, μερικές βδομάδες μετά το πέρας της δίκης της Χρυσής Αυγής και των παρεπόμενων κινητοποιήσεων. Πάραυτα, λόγω αλλεπάλληλων σημαντικών εν εξελίξει αγώνων επιλέξαμε να αναβάλουμε την δημοσίευση του μέχρι να βρεθεί το απαραίτητο χρονικό κενό για αναστοχασμό σε μία ήδη αρκετά επιβαρυμένη επικαιρότητα.

Με την ομαλότητα να επιστρέφει με τον καιρό στις ζωές μας, τις εστίες φωτιάς να σιγοσβήνουν παραχωρώντας την θέση τους σε νέους, αποστειρωμένους φωτισμούς στο πολυτάραχο αθηναϊκό κέντρο, ξεπροβάλλουν και οι κάθε λογής επιτετραμμένοι να συγυρίσουν τα πεδία σύγκρουσης από οτιδήποτε πεισματικά ανθίσταται στην εξάπλωση των επιχειρήσεων ειρήνευσης θυμίζοντας κοινωνική πόλωση.

Μιλάμε για ξεπερασμένη κοινωνική πόλωση γιατί αρνούμαστε εξίσου πεισματικά να ακολουθήσουμε το αφομοιωμένο πλήθος στις νέες του δοξασίες, αναγνωρίζοντας έστω και λειψώς μία οποιαδήποτε έκφανση πολέμου στον αντιφασιστικό θίασο που κατέλαβε το αισθητιριακό μας πεδίο τις μέρες του Οκτώβρη με αφορμή τον δημοκρατικό θίασο που στήθηκε πάνω στις δίκες των νεοναζί καθαρμάτων. Η κοινωνική πόλωση υλοποιείται όταν οι υπόγειες αντιτιθέμενες δυνάμεις που η διακυβέρνησή τους από το κράτος συνιστά ό,τι νοούμε ως εκπολιτισμένη κοσμική κοινωνία, εκρήγνυνται ανεξέλεγκτα, με τον αμοιβαίο ανταγωνισμό τους να κλυδωνίζει τις κυρίαρχες σχέσεις εξάρτησης. Να τις καταπατά καταστρέφοντας ή μετασχηματίζοντάς τες σε νέα κοινωνικά συμβόλαια, όχι να τις επιβεβαιώνει δια της προσκόλλησης στους ήδη υφιστάμενους διαμεσολαβητικούς θεσμούς. Όταν τα όργανα συγκεντροποίησης και καταστολής των συλλογικών και ατομικών δυνάμεων υποχωρούν, αφήνουν ως ίχνος την ανεπανάληπτη ευκαιρία αναθέρμανσης των πολιτικών διαμαχών, καθιστώντας στιγμιαία προφανές ό,τι στα μάτια των εξεγερμένων ανθρώπων αποτελεί βασική κοινοτοπία: την εμφυλιοπολεμική βάση των σύγχρονων κοινωνιών, που μόνο η συντονισμένη προσπάθεια κράτους και κυρίαρχης ηθικής, πολιτισμού και ιδεολογίας μπορεί να αποσιωπήσει.

Η δίκη της Χρυσής Αυγής δε σηματοδοτεί ούτε τη ρήξη της αστικοδημοκρατίας με τον φασισμό, ούτε αποδεικνύει την ισχύ της πίεσης του αντιθεσμικού αντιφασιστικού κινήματος στις νομικές διαδικασίες. Η δίκη των χρυσαυγητών ανακοινώνει απλώς στους εξοικειωμένους με την αστική δικανική γλώσσα ότι είναι συνηθισμένοι να ακούν, παραμένοντας δέσμιοι στο κράτος εν είδει φορέα σταθερότητας, ακόμα κι αν εξανίσταντο όταν αυτό δεν ικανοποιεί όλα τους τα βίτσια. Όλα είναι καλά. Όλα κυλούν ομαλά στην έρημο, αφού η άμμος πάντα απορροφά κάθε τυχόν κραδασμό. Το κράτος, με τα ιδρύματα και τα εκτελεστικά του όργανα, δηλώνει κυρίαρχο, πάντα έτοιμο να φέρει εις πέρας τα κυβερνητικά του καθήκοντα με όποιον τρόπο χρειαστεί. Το γεγονός ότι κάποιοι φασίστες κάθησαν στο δικαστικό έδρανο αποκαλύπτει απλώς την αποτυχία τους, την εξαντλημένη χρησιμότητά τους για το κυρίαρχο καθεστώς, την πλεονάζουσα παρουσία τους, αποκαλύπτει ότι, στην τελική, κρίθηκαν αδύναμοι για να καταλάβουν το κράτος.

Eξάλλου, ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός είναι ο πάροχος και ο σκαπανέας των πολιτικών φιλοδοξιών του κάθε -συνειδητού ή μη- φασίστα, όσο του προσφέρει οράματα διακυβέρνησης που μόνο η κατάληψη και η αναβάθμιση των εργαλείων του πρώτου μπορεί να ευοδώσει. Η κρατική δομή και, κυρίως, η αστική του εκδοχή, ήταν και θα παραμείνει ο βασικός ευεργέτης κάθε φασιστικού κινήματος γιατί, ελλείψει της επιρροής του, μπορεί να ευδοκιμεί ο φυλετισμός, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, αλλά θα στερούνταν τα μέσα συγκρότησης και υλικής έκφρασής τους. Δίχως τις χορηγούμενες από την αστική κοινωνία μεταβολές στη δομή των ανθρωπίνων συμπεριφορών και σχέσεων, ήτοι την κεντρική ρύθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων, την απόσπαση της πολιτικής πράξης από το κάθε ενεργό πρόσωπο και την παράδοσή του στη σέχτα των κατασκευασμένων ειδημόνων για την εύρυθμη λειτουργία της μεγαμηχανής, τη μονοπώληση της βίας από τους επιτετραμμένους του κυβερνητικού σχηματισμού, την προώθηση αυστηρών τύπων ηθικής ζωής για την εξασφάλιση της μαζικής ομοιομορφίας και τη νομιμοποίηση μιας ποινικολάγνας κουλτούρας αμφίδρομης αλλά και πυραμιδοειδούς επιτήρησης, πειθάρχησης και τιμωρίας, οι επαίσχυντες αυτές ανθρώπινες προοπτικές θα έχαναν όχι μόνο τον τιμαλφή τροφοδότη τους, αλλά περισσότερο τον τρόπο να επικρατήσουν σε ευρεία κλίμακα καταπολεμώντας τους αντιπάλους τους. Ο φασισμός ως μορφή ολοκληρωτισμού και αίτημα συγκεντροποίησης των εξουσιών δεν μπορρεί να νοηθεί δίχως το πιο συγκεντρωτικό και ολοκληρωτικό μέσο κυριαρχίας: το Κράτος.

Δεν μπορεί ποτέ λοιπόν να σταθεί ανάχωμα στον φασισμό ό,τι απορρέει και υποστηρίζεται από κρατικές διαδικασίες στα εξουσιοδοτημένα γραφεία, εκτελείται δια χειρός έμμισθων κατασταλτικών οργάνων και νομιμοποιείται συνειδησιακά μέσω αλλοτριωτικών ή μεσολαβητικών σωμάτων, όπως οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί και οι διάφορες περιστασιακές διασημότητες μιας κοινωνίας ευνουχισμένων ανδρείκελων. Πολλώ δε μάλλον να καταλήγει στη συστράτευση των αναρχικών μαζί τους. Δε θα μπορούσε να εξαλείψει το φασιστικό όνειδος, τουλάχιστον όχι κατά τον τρόπο που οι αναρχικοί διαχρονικά το αναλύουν και λαμβάνουν δράση εναντίον του. Απεναντίας, οι άνωθεν αστικοί αυτοματισμοί είναι οι κατεξοχήν αρωγοί και εγγυητές μιας φασιστικής ολοκληρωτικής πολιτειακής δομής. Η επιτηδευμένα υπερβατική τους εμφάνιση, η κυριαρχική τους δομή, η αγελαία τους συγκρότηση, η κατασταλτική δομική τους λειτουργία, ο εκ γενετής διαχωρισμένος χαρακτήρας τους και, ασφαλώς, η προσπάθειά τους να κατοχυρώσουν το μονοπώλιο της βίας και της πολιτικής πράξης, είναι αυτά τα απαραίτητα για το φασιστικό όραμα στοιχεία. Στα ίδια δικαστήρια, με τους ίδιους νόμους, στην τελική, αμέτρητες φορές υπέφεραν συντρόφια μας μαζί με άλλους υπονομευτές τους καθεστώτος. Προσέτι, τα ίδια μέσα αύριο θα στρέψουν το ολοκληρωτικό επινόημα της “κοινής γνώμης”, το δημοκρατικό κοπάδι, εναντίον των νέων “εχθρών του λαού και της δημοκρατίας”. Όταν δικαιολογούμε με οποιονδήποτε τρόπο την καταδίκη των φασιστών στα δικαστικά έδρανα, δε θα δικαιούμαστε να μιλάμε για φασισμό όταν στα ίδια δικαστικά έδρανα θα πάρουμε θέση εμείς ως “οι εχθροί του λαού”.

Aφού προβληματιστήκαμε έντονα στη θέα μέρους των ριζοσπαστικών κινημάτων να αξιώνει απαιτήσεις από τον κρατικό αυτό επινίκιο μονόλογο ή, ακόμα χειρότερα, να αγαλλιάζει με τη φυλάκιση ανθρώπων (ακόμα και μονοκύτταρων) -πάντα με το πρόσχημα ότι ναι μεν θα τους ήθελαν στο χώμα, αλλά, εφόσον κρίνεται ανέφικτο, κάτι είναι και η φυλάκισή τους, εν είδει βάλσαμου για τα θύματα της βίαιης δράσης τους- νιώσαμε και εμείς την ανάγκη να λάβουμε δημοσίως μια αντιδικανική τοποθέτηση, ανατρέχοντας σε ορισμένα θεμελιώδη αναρχικά προτάγματα.

Κατά την άποψή μας, η αναρχία ως (αντι)πολιτικό ρεύμα, αλλά πολύ περισσότερο ως βίωμα, συνδυάζει τη μηδενιστική καταστροφική πρακτική με την ανάκτηση της ελευθερίας και της αυτενέργειας στο εδώ και τώρα. Ο μηδενισμός της δεν είναι ιδεολογικός και, κατ’ επέκταση, λειψός, σαν ένας ακόμα άνευρος μηρυκαστικός μονόλογος στα χείλη εξανδραποδισμένων ζηλωτών του κάθε πολιτικού δόγματος. Η αντίδραση δεν αποτελεί καθήκον και αλλότριο αυτοσκοπό, αλλά τίθεται στην υπηρεσία της ατομικής και κοινοτικής απελευθέρωσης,  συμβάλλοντας στην επανάκτηση της κυριότητας της καθεμιάς. Καταρρίπτεται τοιουτοτρόπως και ο παραδοσιακός ετερόνομος συσχετισμός μεταξύ μέσων και σκοπών. Ο σκοπός δεν εξαρτάται από τη χειραγώγηση συνειδήσεων, την κατασκευή νορμών και την κυβέρνηση άβουλων κοπαδιών μαζανθρώπων, αλλά εμπερικλείεται στα ίδια τα μέσα της ενεργής αναρχικής πρακτικής ως συνέχειά τους, όχι ως υποβολέας τους. Η δράση, η σκέψη, η δημόσια παρουσία, η καταστροφή, ο πόλεμος, δεν είναι απλά μέσα πραγμάτωσης ενός ανώτερου τελικού σκοπού. Συνιστούν εκδηλώσεις και φορείς της αυτοπραγμάτωσής μας, του τρόπου μας να ζούμε συντονισμένες και συνεπείς ως προς τις αξίες και τις επιθυμίες μας. Αυτό είναι η αναρχική (αντι)πολιτική. Η κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ μέσων (που ανήκουν στους υπηκόους της δημοκρατίας) και σκοπών (που ταυτίζονται με την κατάκτηση των μέσων διαχωρισμού της κοινότητας από την πραγματική πολιτική της πρακτική, όπως το κράτος, τα εκτελεστικά όργανα, οι θεσμικοί φορείς) οδηγεί στην κατάργηση της εργαλειοποίησης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η πολιτική έτσι ξαναμετατρέπεται σε ένδειξη μιας ολοκληρωμένης και πλούσιας σε σχέσεις και βιώματα ζωής.

Ο αγώνας ενάντια στο κράτος, τον καπιταλισμό και τον κυρίαρχο πολιτισμό είναι το αναντικατάστατο παρόν του καθενός και της καθεμιάς μας. Τα προτάγματά μας δε συντάσσονται με τις υπόλοιπες διαφημιστικές προσφορές για επίγειους κοινωνικούς παραδείσους. Αδυνατούν να ξεπέσουν στην κατάντια των διαφημιστικών εκστρατειών όσων θέλουν να “καταλάβουν” τον κρατικό μηχανισμό. Και αυτό διότι εκφράζουν τις ανεξέλεγκτες επιθυμίες μας να ζήσουμε μακριά από συγκεντρωτικές δομές, απόλυτες αλήθειες και υπεραβικές αρχές. Σηματοδοτούν τον πολεμό μας απέναντι σε κοινωνικές κατασκευές όπως το δίκαιο, ο νόμος, η τιμωρία, ο εγκλεισμός, η ενοχή και η πολιτική ανάθεση. Ενάντια στον γενικευμένο διαχωρισμό, ενάντια στα όργανα και τους επιτελεστές του. Έτσι, θεωρούμε πως ο αντιφασισμός δεν είναι ένα μέσο για να επιτύχουμε την εξόντωση τον φασιστών ως απώτερο σκοπό. Είναι το αίμα που χύθηκε απ’ τα συντρόφια μας για την πραγμάτωση του ολοκληρωμένου εαυτού τους ενάντια σε κράτος, κεφάλαιο και κυριαρχία. Η απαράκαμπτη αυτή πραγματικότητα, το χάσμα μεταξύ των αξιών μας, του τρόπου μας να υπάρχουμε ως κάτοχοι των ζωών μας και της άρνησής μας να αναθέσουμε αυτό το καθήκον σε μηχανισμούς υποβάθμισης της ύπαρξής μας, μας έφερε μετωπικά απέναντι στις ναζιστικές σκουπιδοσακούλες.

Αν προκειμένου να τελεσφορήσει αυτό χρειαζόμαστε δικαστήρια, αποξενωμένα από εμάς εκτελεστικά σώματα για την επίτευξη των ίδιων μας των στοχεύσεων, ειδικά κλιμάκια στρατολογημένων “τιμωρών”, μάζες ετερόκλητων και εχθρικών μεταξύ τους αγελών, επαΐοντες μοραλιστές να επιβάλλουν οικουμενικά ποιος και τινί τρόπω θα τιμωρείται, ας βολευτούμε στην υπάρχουσα πραγματικότητα. Εξάλλου, αν το κριτήριο εναποτίθεται στον πρακτικισμό και στη στείρα αποτελεσματικότητα των κάθε λογής μεθόδων, τα κράτη θα υπερέχουν πάντα συγκριτικά με τις μικρές απείθαρχες ορδές μας. Δε θα επιτρέψουμε ποτέ όμως στην αποτελεσματικότητα να καθιερωθεί ως απόλυτο μέτρο των πράξεων και των ζωών μας, γι’ αυτό τα κράτη και άλλα μορφώματα της πολιτικής αλλοτρίωσης θα περισσεύουν πάντα από τα ζωογόνα όνειρα μας. Όσοι στον βωμό μιας ρηχής υλικής καταπολέμησης του φασισμού λησμονούν τις αναρχικές τους θέσεις, τότε το μόνο σίγουρο είναι ότι μαθηματικά θα αποτύχουν και στο πρώτο.

Βιώνοντας εξ ορισμού μια συνθήκη σχεδιασμένης αλλά και αυθόρμητης κατάπνιξης κλασσικών, αλλά και νεότερων αναρχικών προταγμάτων, πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός ότι δε διαθέτουμε χρονικά περιθώρια να συγχρωτιζόμαστε με τα αφομοιωμένα στην αστικοδημοκρατική ομαλότητα γκρουπούσκουλα της προοδευτικής αριστεράς και ενός αναρχικού χώρου που ζηλεύει τη στόμωση και το διαλεκτικό χάος της πρώτης. Πιθανώς, καθόσον το κενό παρουσίας και επιρροής έχει γίνει δυσβάσταχτα αισθητό με τον χειρουργικό εξοστρακισμό των επαναστατικών ρευμάτων από την υπόληψη της πλειοψηφίας, οι σπασμωδικές εκλάμψεις σύγκρουσης να χαρίζουν δόσεις ανακούφισης και καθησυχαστικές εντυπώσεις, αλλά δε θα εντοπιστεί εκεί η ανασύνταξη των γραμμών μας. Πόσο μάλλον όταν η πολυαναμενόμενη πολυπληθής συνάντησή μας στους δρόμους μετά από καιρό έχει ως πριμοδότη μια δικαστική έδρα, με τον δικανικό της λόγο να θέτει τους όρους του διαλόγου. Όταν λοιπόν η επιχειρηματολογία οργανώνεται βάσει των προτύπων ενός τέτοιου συστήματος αξιολόγησης, όταν οι όροι συμμετοχής είναι προσχεδιασμένοι από τους εμπνευστές της δεξίωσης, η αναρχική εκτροπή δεν είναι κάτι το εφικτό, διότι για εμάς ποτέ το ζήτημα δεν συνοψιζόνταν στο αν οι ναζί είναι αθώοι ή ένοχοι και ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος τιμωρίας τους. Όλη αυτή η ορολογία προσήκει στο σύμπλεγμα αξιών, αντιλήψεων, πεποιθήσεων και παραδόσεων που, ως αναρχικές και αναρχικοί, πολεμάμε διαχρονικά να αποδομήσουμε και να εξαλείψουμε.

Επιπλέον, η συμμετοχή αναρχικών στις επινίκιες τελετουργίες του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος, ακόμα και όταν τα θύματα είναι υπάνθρωποι άξιοι να γίνουν δέκτες των χειρότερων μορφών βίας, σηματοδοτεί απλά μια ακόμα επιτυχημένη επιχείρηση των επίδοξων εξολοθρευτών τους, η οποία σε μία καθόλου φανταστική μελλοντική στιγμή θα τοποθετήσει αυτούς στην έδρα, δεχόμενη πολιτική πίεση από αντίπαλους αποχαυνωμένους όχλους, ενώ, την ίδια στιγμή, το κύρος των μηχανισμών αυτών θα παραμένει στο απυρόβλητο. Όσοι, είτε από αγνές και ειλικρινείς αγωνιστικές προθέσεις, είτε από στυγνή απελπισία, διέπονται από την ψευδαίσθηση πως το Δίκαιό τους αποτελεί μία καθολική αρχή ή, ακόμα χειρότερα, πως εκφράζει στο σήμερα μία κοινωνική πλειοψηφία πρόθυμη -μετά την κατάλληλη προσέγγιση- να συστρατευτεί μαζί τους, δυστυχώς είναι αναπόδραστο να δουν τα οράματά τους καταβαραθρωμένα από τις αμείλικτες φασιστικές ορδές των μαζανθρώπων. Για ακόμη μία φορά…

Η επιλογή συμμετοχής σε μία πολιτική διαδικασία εξ ολοκλήρου εχθρική προς κάθε αναρχικό ρεύμα σκέψης, με μοναδικό διακύβευμα την καθιέρωσή μας στο κέντρο των εξελίξεων, ακόμα κι όταν αυτά αντίκεινται στις αξίες, στα προτάγματα, στις στοχεύσεις μας, υπονομεύοντας την αγωνιστική μας υπόσταση και τα θεμελιώδη προτάγματά μας, συνιστά συγκατάβαση με ένα μέλλον απαλλαγμένο από τις επιθυμίες μας. Ποιος εξάλλου σήμερα διατηρεί αμφιβολίες για το αν οι αλλεπάλληλες κονσερβοποιημένες ειδήσεις και τα απορρεόντα από την προπαγάνδα τους κοινωνικά δρόμενα δεν είναι παρά ένας διαρκής εχθρικός μονόλογος, οικείος μοναχά ένεκα της εκτενούς και αδιάληπτης διασποράς του; Η έγνοια να τοποθετηθούμε, και δη μαχητικά, σε γεγονότα τουλάχιστον διαμεσολαβημένα -αν όχι κατασκευασμένα- από έναν πακτωλό πληροφοριών και ειδήσεων που φέρουν ανεπαίσθητα τη σφραγίδα όσων υπαρχουσών πραγματικοτήτων επιδιώκουμε την εξάλειψή τους, είναι ενδεικτική της προέλασης του θεαματικού λόγου και της υποχώρησης της κριτικής σκέψης. Σημαίνει πως ο κομφορμισμός φτάνει σε επίπεδο διαπραγμάτευσης της επαναστατικής μας συνέχειας ως μια συνέχεια δίχως επαναστατικό πρόσημο. Σημαίνει πως, έστω και υποσυνείδητα, έχουμε συμβιβαστεί με το ανέφικτο των αναρχικών μας θέσεων, ενώ αγκομαχούμε να τους βρούμε θέση σε έναν κόσμο αποστερημένο από κάθε αγνή αναρχική προοπτική. Ηττοπαθείς και μουδιασμένοι μπροστά στην κοινή γνώμη, όπως αυτή κατασκευάζεται και μετά επιδεικνύεται στις αμέτρητες οθόνες που πλέον έχουν εισβάλει σε κάθε πτυχή της ζωής, είμαστε έτοιμοι να παραδώσουμε στα μέτρα της την προσωπική μας άποψη και τοποθέτηση. Δεχόμαστε την εκποίηση των έκλυτων πόθων μας, εφόσον καταδικάζονται ως στοιχεία ασύμβατα και παράκαιρα, προκειμένου να εξασφαλίσουμε μία υποτυπώδη επιβίωση σε ένα νέο, αποστειρωμένο από κάθε μικρόβιο ατομικής και συλλογικής εξέγερσης πολιτικό περιβάλλον.

Τούτη η προσαρμογή στους ρυθμούς του παραδεδεγμένου πολιτικού ανταγωνισμού στις μαζικές κοινωνίες, όπου, με οριζόντα την αποτελεσματικότητα, κάθε αντίπαλη φράξια επιχειρεί να γητέψει το θυμικό του πλήθους, εργαλειοποιώντας το στην προσπάθειά της να διαμορφώσει το κοινωνικό κατ’ εικόνα και ομοίωση της Ιδέας της, απέχει έτη φωτός από μία αναρχική (αντι)πολιτική πρακτική.

Δε γίνεται, με μοναδικό κριτήριο τη μαζικότητα και την απόσπαση αποδοχής, να αποφασίζουμε τη δημόσια στάση και την πολεμική μας τακτική, γιατί τότε μπορεί μεν η εξασφάλιση των παραπάνω να επιφέρει ποσοτικές νίκες (θεαματική ανάδειξη αγώνων, κυβερνητικές παραχωρήσεις, υποχρέωση του κράτους σε συνδιαλλαγή, δυναμικότερες συγκρούσεις, λεφούσι χειροκροτητών, ευνοϊκότερη διαχείριση), όμως τι νόημα έχουν αυτές όταν το αντίτιμο έγκειται στην απώλεια των ποιοτικών μας χαρακτηριστικών; Και δεν αναφερόμαστε σε πιθανές αντιφάσεις μεταξύ μακροπρόθεσμων (κατάλυση της αστικής δικαιοσύνης) και άμεσων (αντιμετώπιση των φασιστών) στόχων. Διακυβεύεται η ίδια η ουσία της αναρχικής παρουσίας εδώ και τώρα. Και, λέγοντας αυτό, εννοούμε το πώς ένα σώμα εμφανίζεται, λειτουργεί και κινείται, πάντα σε αλληλεξάρτηση με τα υπόλοιπα σώματα του περίγυρού του και τις σχέσεις δύναμης που σχηματίζουν. Πώς αγωνιζόμαστε, πού στοχεύουμε, πώς τοποθετούμαστε σε κάθε συγκυρία, πώς καταφάσκουμε ως συμπαγές σώμα και πώς διακρινόμαστε φυσικά, ως αναρχικά υποκείμενα, δια της συνολικής μας παρουσίας σε σύγκριση με τα άλλα σώματα.

Δεν πρόκειται λοιπόν περί μιας ακόμα κριτικής στη μερικότητα ενός αγώνα, αλλά ειλικρινούς προβληματισμού σχετικά με τους λόγους παρουσίας των αναρχικών σε μία έδρα τόσο εχθρική για τα προτάγματα και τους όρους συγκρότησής τους.

Πώς είναι δυνατόν η συγκυρία αυτή να συγκρίνεται με τις αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις, τις μαθητικές εξεγέρσεις και τα πλατιά μέτωπα ενάντια στον φασισμό; Πώς εξακολουθεί να μη γίνεται αισθητή η διαφορά μεταξύ της συμμετοχής σε αυθόρμητες κοινωνικές εκρήξεις, όπου, παρά το αναμενόμενα ετερόκλητο πλήθος, η αναρχική παρέμβαση δύναται να τις εκτρέψει με τη διακρτιτή της πολιτική αντζέτα, επηρεάζοντας άμεσα τους συσχετισμούς δύναμης και προβαίνοντας σε αυθεντικές γνωριμίες με νέο κόσμο, και της παρουσίας της σε μία καλεσμένη φίεστα-ύμνο στην αστική δικαιοσύνη, με τη συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου να έχει συρρεύσει προσμένοντας μια καταδικαστική απόφαση; Αν η απόφαση δεν ήταν ικανοποιητική (και ποια απόφαση δηλαδή θα ήταν ικανοποιητική από ένα αστικό δικαστήριο;), τότε σε ποιον θα απευθύνονταν οι συγκρούσεις και από ποια θέση; Τότε η αγανάκτηση των αναρχικών θα ήταν δίκαιη επειδή η έδρα δεν έκανε καλά τη δουλειά της; Πώς είναι δυνατόν εν τέλει να παραβλέπουμε ότι αυτές οι μυωπικές προσεγγίσεις, ερειδόμενες ολικώς στην ανάγκη πολιτικής επιβίωσης, και η υποστήριξη διαδικασιών αντίστοιχου χαρακτήρα ενδυναμώνει και σταθεροποιεί τους μελλοντικούς μας δήμιους; Να αγνοούμε πως το πλήθος θεατών της αντιφασιστικής παράτας, την ίδια στιγμή που χειροκροτεί για την καταδίκη των ναζί, ταυτόχρονα γυαλίζει τα έδρανα των δικών μας πολιτικών δικαστηρίων…

Σε αυτό το κείμενο, είναι εμφανές πως επιλέξαμε να μη σταθούμε καθόλου στην ίδια τη ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής, ούτε να αναφερθούμε σε δεδομένα και στοιχεία ευρέως γνωστά και αναλυμένα από συντροφικές φωνές πολύ καλύτερα απ’ ότι εμείς θα μπορούσαμε. Προτιμήσαμε να πραγματοποιήσουμε μία σύντομη κριτική στη σχέση των αναρχικών με το Δίκαιο. Κυρίως, να θυμίσουμε πως ορισμένες βαθιά ριζωμένες προβληματικές και αντιφάσεις αναδεικνύονται διαμέσου πιθανών προστριβών με την αστική εκδοχή του Δικαίου. Πριν κλείσουμε, θα αναφερθούμε για μία ακόμη φορά σε κάτι λειψώς σχολιασμένο και ελλειπώς κατανοητό, τρομερά κομβικό όμως στην προσπάθεια ανασυγκρότησης ενός εσωτερικά συνεκτικού και ιστορικά αρραγούς αναρχικού χώρου. Η αντίθεσή μας στην οικουμενική και υπερβατική σύλληψη της δικαιοσύνης, απότοκο της οποίας είναι και η αστική εκδοχή της, δεν είναι αισθητικής φύσης.

Η δικαιοσύνη και το δίκαιο είναι έννοιες υποκειμενικές. Εκφράζουν κάποιον αξιακό κώδικα. Όσοι αξιακοί κώδικες υπάρχουν, άλλα τόσα δίκαια θα συναντήσει κανείς. Πολεμάμε τη δικαιοσύνη τους όχι γιατί είναι απλά άδικη, αλλά γιατί ο αξιακός κώδικας του συστήματος που εκφράζει είναι εχθρικός με τον δικό μας. Και δεν μπορεί να υπάρξει κανένα αντικειμενικό δικαστήριο και κανείς δικαστής για να κρίνει αυτή τη σύγκρουση. Είναι οι δικές μας αξίες ενάντια στις δικές τους. Οι επαγγελματίες του δικαίου δεν έχουν καμία θέση στη δικιά μας αντίληψη και κοσμοθεωρία. Και αν μας ρωτήσει κάποιος “και τότε τι θέλετε;”, θα του απαντήσουμε “επιδιώκουμε να κολλήσουμε τους διευθυντές αυτού του συστήματος στον τοίχο, χωρίς όμως να τους αντικαταστήσουμε για να εγκαθιδρύσουμε μια “αγνότερη” έννοια δικαιοσύνης (αντικειμενικά δικαστήρια, δίκαιους νόμους, λογικές ποινές), αλλά μόνο για να αναλάβουμε ένα αδιάλλακτο “καθήκον” ξεκαθαρίσματος λογαριασμών ως μια έντιμη πράξη αυτοδικίας”.

Επαναφέροντας τα λόγια της Σ.Π.Φ., υπενθυμίζουμε πως ο πόλεμος για την κατάλυση των μαζικών εξουσιαστικών κοινωνιών και τη δημιουργία νέων, θεμελιωμένων στην ενσυναίσθηση, τις κοινές αξίες, τις ελεύθερες συμφωνίες, την ατομική αυτοσυνειδησία και τα μεταβλητά κοινωνικά συμβόλαια, διέρχεται μέσω της σύγκρουσης με κάθε υπερβατικό μονολιθικό κώδικα πειθάρχησης και τιμωρίας, όπως και με τα σώματα των ειδικευμένων σχεδιαστών τους. Δεν προθυμοποιούμαστε να επιβάλλουμε νοητικά την παραδοχή ανύπαρκτων συλλογικών σωμάτων προκειμένου να πείσουμε τον οποιοδήποτε αφελή προς δρούμε στο όνομα μιας “ανώτερης ιδέας”. Δε θα γίνουμε οι κομιστές της ελευθερίας κανενός, και δεν έχουμε αναλάβει σε καμία περίπτωση μία “θεϊκή αποστολή” να διαφωτίσουμε τα “παραπλανημένα πλήθη” με τη μαρμαρυγή της Δικαιοσύνης. Ως αποκυήμα των πολλών χρόνων εγκατάλειψης της δημόσιας σφαίρας και της ατομικής ευθύνης, αυτές οι λογικές βρωμάνε ανάθεση και είναι ικανές να γεννήσουν μόνο περισσότερη ανάθεση, ανευθυνότητα, μοιρολατρία, παραίτηση, διαχωρισμό, τελμάτωση, ιεραρχίες και ετερόνομα ανδράποδα, συνηθισμένα στην υποταγή μπρος το κάθε δεσπόζον κοινωνικό σύστημα, αντί για περήφανα και αξιοπρεπή πρόσωπα.

Διαχρονικά, τα ίδια φαινόμενα, οι ίδιες τετριμμένες πολιτικές επιλογές γίνονται κάρβουνο στη μηχανή θανάτου του φασισμού και κάθε ολοκληρωτισμού, εφοδιάζοντάς τους με οράματα προσφιλή για το εκπαιδευμένο στην αποποίηση του εαυτού πλήθους. Γι’ αυτό φροντίζουμε να μη λησμονούμε πως το λαϊκό φύραμα ετερόκλητων συμφερόντων και αξιών, ομοιόμορφο και αρραγές μόνο εν είδει σώματος κυβερνητικής διαχείρησης και βιο-πολιτικής επένδυσης, αποτελεί μήτρα και όχι εξολοθρευτή του φασισμού. Τα δικαστήρια και, κατ’ επέκταση, το δίκαιο, καθίστανται ευκταίο αντικείμενο διεκδίκησης αναμεταξύ των ανακυκλωμένων πολιτικών ομαδοποιήσεων, επειδή, εν αντιθέσει με την περήφανη ατομική αυτοδικία, εκπροσωπεί την υπάρχουσα ιεραρχική και αλλοτριωτική τάξη ενάντια στις άπειρες πιθανότητες της αναρχικής ανταρσίας.

Η διαρκής αναρχική ιστορική κίνηση γνωρίζει πως ο φασισμός προκύπτει αναπόδραστα όταν το πρόσωπο, με το κριτικό του πνεύμα, συνθλίβεται στη μέγγενη των εκάστοτε μεγαλόστομων αφεραίσεων, είτε πρόκειται για έθνη, είτε για τάξεις, είτε για τα κενά αξιακά συστήματα των -ξεπουλημένων στις αγορές- σύγχρονων δημοκρατιών. Ως εκ τούτου, η δημόσια παρουσία των αναρχικών και οι τακτικές τους επιλογές οφείλουν να συνοδεύονται από μία συστηματική κριτική σε κάθε μηχανισμό μαζοποίησης και ανάθεσης. Δίχως μία αδιάσπαστη συνέχεια μεταξύ της αναρχικής επίθεσης στα φαντάσματα του έθνους, της φυλής, του κράτους, της δικαιοσύνης, και της μάχης ενάντια στον φασισμό, δεν είμαστε καταδικασμένοι μόνο να υστερούμε μεθοδολογικά στην αντιμετώπιση του δεύτερου, αλλά, πολύ περισσότερο, να χάνουμε το νόημα και τη συνάφεια στο εσωτερικό μας. Μένουμε μονίμως πνιγμένες στις αντιφάσεις, ανίκανοι να τις υπερβούμε ανακτώντας την πίστη στις δυνάμεις, την πίστη στην προοπτική να διαρρήξουμε τον ρου της ιστορίας. Μένουμε ουρά όσων έχουν μάθει να ζουν με αυτές, αναρριχώμενοι στον βούρκο του σημερινού πολιτικαντισμού. Η ολική συντριβή του φασισμού συμπεριλαμβάνεται στον αναρχικό αγώνα για καταστροφή κάθε μορφής εξουσίας και ολοκληρωτισμού, και δε συναγελάζεται με προοδευτικούς θιάσους, δικαστικές ετυμηγορίες και δήθεν αντιφασιστικές μωρολογίες. Η ολική συντριβή του φασισμού διέρχεται μέσα από τη ριζοσπαστική ρήξη με τις κοινωνικές και υποκειμενικές συνθήκες γέννησής του, και ειδικά με τη δικαιοσύνη (αστικής ή οποιασδήποτε άλλης υπερβατικής απόχρωσης) ως εξέχουσας μεταξύ αυτών.

Θάνατος στον Φασισμό

Θάνατος στο Δίκαιο της επιβολής και της εξουσίας

Πόλεμος με κάθε μέσο για την Αναρχία στο εδώ και τώρα

Λύσσα και Συνείδηση

Consumimur Igni – Σύμπραξη για τους σκοπούς της ανάφλεξης.

Αναφορικά με τα βιοτεχνολογικά εμβόλια και την μιντιακά τροποποιημένη αντιπολίτευση

Αναφορικά με τα βιοτεχνολογικά εμβόλια και την μιντιακά τροποποιημένη αντιπολίτευση

“Η δράση των βιολόγων που, μέχρι την ανακάλυψη της δομής του DNA, παραμέριζε τη διαλεκτική της φύσης προς όφελος της αποσπασματικής γνώσης αυτής της τελευταίας, άφηνε σε τελική ανάλυση τον κοσμο όπως πάνω κάτω ήταν πριν. Αντίθετα, από τη στιγμή που επιχειρεί την τροποποίηση ενός μόνο οργανισμού μέσα στα εργαστήρια της, η βιοτεχνολογία αρχίζει στην πραγματικότητα ένα πείραμα πάνω σε πλανητική κλίμακα, δηλαδή ένα πράγμα αρκετά διαφορετικό από ένα απλό πείραμα”.

“Το βάθος του ζητήματος είναι ότι αυτοί οι μισθωτοί τεχνικοί που περνιούνται για επιστήμονες όταν καταγγέλουν το σκοταδισμό των αντιπολιτευόμενων στις πρακτικές τους δεν είναι πλέον τίποτε παρόμοιο, ούτε καν με την στενή και εξιδικευμένη έννοια του όρου: στο βαθμό που είναι οι εκπεσμένοι απόγονοι των επιστημόνων της αστικής εποχής, είναι αυτοί οι ίδιοι τα παραδείγματα του εκπεσμού των ειδών των οποίων είναι οι κατασκευαστές. Η αποκρυσταλωμένη σύλληψη της τεχνικής τους δεν είναι επιστημονική αλλά-λογικά, εφόσον είναι ένας πόλεμος αυτός που διεξάγουν- στρατιωτική: προχωράμε μπροστά και μετά βλέπουμε”.”Η συνέχεια που υπάρχει μεταξύ της βιομηχανικής γεωργίας και της βιοτεχνολογικής της τελειοποίησης είναι επίσης αυτή που οδηγεί φυσικά από την μηχανιστική ιατρική στην εφαρμοσμένη γενετική μηχανική πάνω στα άνθρώπινα όντα.

Είναι κατά συνέπεια βλακώδες να θέλουμε να διαχωρίσουμε, όπως κάνουν πολλοί αντιπολιτευόμενοι της διάχυσης των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, τις ενδεχόμενες θεραπευτικές εφαρμογές των βιοτεχνολογιών, που θα μας προφύλασσαν από την απόρριψή τους ώστε να μην συγκρουστούμε με την κοινη γνώμη ή γιατί είμαστε πεπεισμένοι ότι αυτές αντιπροσωπεύουν πράγματι μια επιθυμητή πρόοδο”.

Αυτά ακριβώς έγραφε, το μακρινό 1999, η Εγκυκλοπαίδεια των τοξικοτήτων (Encyclopedie des nuisances) στο κεφάλαιο: Παρατηρήσεις πάνω στη γενετικά τροποποιημένη γεωργία και τον εκπεσμό των ειδών. Μέσα στο ίδιο αυτό κείμενο, μεταφρασμένο και διανεμημένο εκείνη την εποχή μέσα στα πλαίσια ενός διεθνούς αγώνα ενάντια σε όλες τις μορφές της γενετικής μηχανικής (άρα όχι μόνο μέσα στη γεωργία, αλλά επίσης μέσα στα θεραπευτικά και τα αναπαραγωγικά πλαίσια), μπορούν να αναγνωστούν επίσης άλλες δηλώσεις μιας συγκλονιστικής επικαιρότητας:

“Η οργανωμένη σε παγκόσμια κλίμακα κοινωνία ζει πλέον μέσα σε ένα κλίμα κατάστασης έκτακτης ανάγκης που σίγουρα αντανακλά την πραγματική της κατάσταση αλλά είναι επίσης η ατμόσφαιρα της καταστροφής μέσα στην οποία πρέπει να μας κάνει να ζήσουμε ώστε να μας επιβάλει τους τεχνικούς της νεωτερισμούς”.”Η σωτηρία της ανθρωπότητας που διατάχθηκε από τους γενετιστές έχει σημαδευτεί εξαρχής από τη σφραγίδα της καταστροφής”.”Τους ιδιοκτήτες και διαχειριστές της τεχνικής ισχύος ελάχιστα ενδιαφέρουν αυτές οι κατ’εξακολούθηση αποτυχίες, αυτές οι απρόβλεπτες καταρρεύσεις […] Πράγματι οι καταστροφές αφορούν μονάχα τους ανθρώπους και τη φύση: για την οικονομία αυτές σηματοδοτούν το κατάλληλο άνοιγμα καινούριων αγορών”.

Αυτές οι λέξεις μας φαίνονται ως το πιο κατάλληλο σχόλιο όχι μόνο αναφορικά με τον μαζικό πειραματισμό των εμβολίων της γενετικής μηχανικής, αλλά επίσης απέναντι στην αναξιοπρεπή μέχρι γελοιότητας γενική ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε τον τελευταίο καιρό. Ακριβώς τις ίδιες ημέρες κατά τις οποίες διάφορες χώρες ανέστελαν “προληπτικά” την χορήγηση του εμβολίου της AstraZeneca (βασισμένου-μικρή λεπτομέρεια που παραλήφθηκε από τη “δημόσια συζήτηση”-πάνω στην τεχνική του ανασυνδιαστικού DNA) εξαιτίας των αυξημένων περιπτώσεων των επιπλοκών και των πρώτων θανάτων, η επωνομαζόμενη ριζοσπαστική αριστερά ήταν παρούσα σε ορισμένες ευρωπαϊκές πλατείες με το σύνθημα: “Τα εμβόλια κοινό αγαθό”, για να αμφισβητήσει την πρακτική της πατέντας καθώς και την υποταγή των “δημοσίων θεσμών” στις μεγάλες πολυεθνικές των φαρμακευτικών εταιριών. Ο πειραματισμός των βιοτεχνολογικών εμβολίων (που παράχθηκαν μέσα σε χρονικό διάστημα δέκα μηνών…) είναι επομένως εντάξει. Ακόμη περισσότερο: “Τα θέλουμε για όλους και γρήγορα”. Το πρόβλημα είναι μονάχα και αποκλειστικά το κέρδος των πολυεθνικών που τα παρήγαγαν και τα έκαναν να αδειοδοτηθούν.

Όσον αφορά τους “δημόσιους θεσμούς”, αντίθετα, τι να πρωτοπούμε; Για τον Π.Ο.Υ.(Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας) το εμβόλιο είναι απόλυτα ασφαλές και πρέπει να συνεχιστεί (τα συμφέροντα που παίζονται είναι τόσο τεράστια, που δεν εκφράζεται από πλευράς του ούτε ένα πλάγιο και διπλωματικό “θα το επιβεβαιώσουμε”). Ταυτόσημη είναι και η αρχική θέση του Ευρωπαϊκού του Παραρτήματος, που κατόπιν εξαναγκάζεται να διεξάγει μια “έρευνα”. Η δική μας Aifa (Ιταλία) περνά, μέσα σε διάστημα εικοσιτεσσάρων ωρών, από τη δήλωση “αδικαιολόγητου συναγερμού” στην απόφαση να αναστείλει τη χορήγηση όλων των δόσεων του εμβολίου της AstraZeneca, μια αναστολή στην οποία εντωμεταξύ προχώρησαν 14 κράτη (όχι φυσικά η Μεγάλη Βρετανία, της οποίας οι αρχές δεν μπορούν προφανώς να διασπείρουν αμφιβολίες αναφορικά με ένα προϊόν made in U.K). Οι “ύποπτες περιπτώσεις” θα πρέπει να είναι πραγματικά αρκετές δεδομένου ότι αποφασίστηκαν αυτές οι αναστολές, διατρέχοντας τον κίνδυνο να διαραγεί η εμπιστοσύνη προς τα “σίγουρα και αποτελεσματικά” εμβόλια. Μονάχα στην Ισπανία, οι διάφορες τοπικές ειδήσεις σημειώνουν τουλάχιστο 900 νεκρούς στους οίκους ευγηρίας αφού έλαβαν την πρώτη ή τη δεύτερη δόση του εμβολίου (χωρίς να υπολογιστούν οι σχεδόν τρεις χιλιάδες που, αφού εμβολιάστηκαν, θα προέκυπταν ακόμη θετικοί στον Covid-19).

Το κύριο πρόβλημα της επωνομαζόμενης ριζοσπαστικής αριστεράς, είναι ότι όλα αυτά ενδυναμώνουν…τις “παράνοιες των αντιεμβολιστών (No Vax)”. Με λίγα λόγια, μέσα στο παρόν κύμα του επιστημικού σκοταδισμού δεν είναι πλέον εφικτή ούτε καν η απλή διατύπωση μιας “δειλής αρχής προφύλαξης”. Η αντιπαράθεσή μας στη γενετική μηχανική είναι ξεκάθαρη και ριζοσπαστική. Δεν χρειάζεται να βυθιστεί μέσα στις τεχνικές λεπτομέρειες-που συχνά προκύπτουν αποπροσανατολιστικές-ούτε και να προσκομίσει “επιστημονικές αποδείξεις” επάνω στις εν δυνάμει “παράπλευρες βλάβες”.

Λεχθέντων αυτών, όχι μονάχα δεν λείπει η σοβαρή επιστημονική τεκμηρίωση αναφορικά με τα δυνατά αποτελέσματα αυτών των εμβολίων σε μεσο-μακροπρόθεσμη χρονική περίοδο( που αποτελούν τις περισσότερο επικίνδυνες επιπτώσεις, διότι είναι ενδυνάμει επιγενετικές, δηλαδή μεταδιδόμενες σε κληρονομική βάση)! Αλλά επίσης και οι πιθανές άμεσες βλάβες τους προσδιορίστηκαν έγκαιρα από πλευράς διαφόρων γιατρών και επιστημόνων. Πολύ πριν, δηλαδή, από ειδήσεις όπως η ακόλουθη: “Οι εμπειρογνώμονες του Paul-Ehrlich-Institut (το ομοσπονδιακό γερμανικό ινστιτούτο εμβολίων) βλέπουν τώρα μια εντυπωσιακή συσσώρευση μιας πολύ σπάνιας ιδιαίτερης μορφής αρτηριακής εγκεφαλικής θρόμβωσης (θρόμβωση της στηθιακής αρτηρίας) σε διασύνδεση με μια έλλειψη αιμοπεταλίων (θρομβοκυτοπενία) και απώλεια αίματος σε συνάρτηση με την χρονική εγγύτητα των εμβολιασμών με το εμβόλιο της AstraZeneca” (Από μια είδηση του πρακτορείου Ansa της δέκατηςπέμπτης Μαρτίου 2021).

Εδώ, ακολούθως μπορείτε να βρείτε τη μετάφραση από τα αγγλικά μιας ” επείγουσας ανοιχτής επιστολής” που μια ομάδα γιατρών και επιστημόνων απέστειλε στον ΕΜΑ (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκου) στις 28 του περασμένου Φεβρουαρίου. Πρόκειται για γιατρούς και επιστήμονες που δεν φαίνεται ότι είναι αντίθετοι στις βιοτεχνολογίες και δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την πρακτική των πειραμάτων πάνω στα ζώα, των οποίων όμως εκτιμούμε το θάρρος. Αυτή η επιστολή καταδεικνύει ότι τα καταγεγραμμένα ζημιογόνα αποτελέσματα δεν ήταν μονάχα αναμενόμενα, αλλά ότι είχαν επίσης προβλεφθεί με αξιοσημείωτη ακρίβεια δεκαπέντε ημέρες πρωτού να “σκάσει η βόμβα”.

“Η αναμονή για να μπορέσουμε να διαπιστώσουμε τα αποτελέσματα των βιοτεχνολογιών ώστε να τις κρίνουμε, όπως θα περιμέναμε το αποτέλεσμα ενός πειράματος για να πάρουμε θέση αναφορικά με τη χρησιμότητα μιας υπόθεσης, σημαίνει να παραβλέψουμε, μεταξύ άλλων, ότι είμαστε τα πειραματόζωα αυτού ακριβώς του πειράματος”.

Όμως, για να μπορέσουμε να διατυπώσουμε μια παρόμοια κριτική άποψη, θα πρέπει επίσης να διαθέτουμε κάποια σταθερή ιδέα-όχι μιντιακά τροποποιημένη δηλαδή-αναφορικά με το ανθρώπινο ον, τη φύση, την ελευθερία.

Επείγουσα ανοικτή επιστολή ιατρών και επιστημόνων προς τον Ευρωπαϊκό οργανισμό φαρμάκου αναφορικά με τις ανησυχίες πάνω στην ασφάλεια του εμβολίου για τον COVID-19

Emer Cooke, εκτελεστικό διευθυντή, Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τα φάρμακα,

Άμστερνταμ, Κάτω χώρες 28 Φεβρουαρίου 2021

Αξιότιμοι κύριοι, κυρίες,

ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ ΥΠΟΨΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ ΤΟΥ: ΕΜER COOKE, ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΦΑΡΜΑΚΟΥ

Ως γιατροί και επιστήμονες, σε γραμμή αρχών υποστηρίζουμε τη χρήση νέων ιατρικών επεμβάσεων που να έχουν αναπτυχθεί και εφαρμοστεί κατάλληλα, κατόπιν φυσικά της πληροφόρησης και της συναίνεσης του ίδιου του ασθενούς. Αυτή η θέση μας περιλαμβάνει τα εμβόλια με τον ίδιο τρόπο όπως και τις θεραπίες.Παρατηρούμε ότι μια εύρεία γκάμα παράπλευρων συμπτωμάτων επισημάνθηκε σε ακολουθία του εμβολιασμού πιο νεαρών ατόμων προηγουμένως υγιών με τα εμβόλια για τον COVID-19 βασισμένων πάνω στο γονίδιο. Επιπλέον, υπήρξαν πολλές ειδήσεις από πλευράς των μέσων πληροφόρησης σε όλο το κόσμο αναφορικά με θεραπευτικά ιδρύματα που επλήγησαν από τον COVID-19 λίγες ημέρες μετά τον εμβολιασμό των ενοίκων τους. Παρότι αναγνωρίζουμε ότι αυτά τα γεγονότα θα μπορούσαν να ήταν, το κάθε ένα απ΄αυτά, ατυχείς συμπτώσεις, ανησυχούμε ότι η διερεύνηση των δυνατών αιτίων της ασθένειας ή του θανάτου σε παρόμοιες συνθήκες ήταν και εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής, ιδιαίτερα μάλιστα εν τη απουσία των μετά θάνατο διερευνητικών διαδικασιών.

Με ιδιαίτερο τρόπο αναρωτιόμαστε αν τα θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια των εμβολίων αντιμετωπίστηκαν με επαρκή τρόπο, πρωτού αυτά να εγκριθούν από πλευράς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκου (ΕΜΑ).

Με επείγον τρόπο, ζητούμε διαμέσου της παρούσης μας ώστε ο ΕΜΑ να μας χορηγήσει απάντήσεις στα ακόλουθα ζητήματα:

1. Μετά τη ενδομυϊκή ένεση, πρέπει να αναμένουμε ώστε τα εμβόλια γονιδιακής βάσης να προσεγγίσουν τη αιματική ροή και να διαχυθούν μέσα σε ολόκληρο το σώμα [1]. Ζητούμε την απόδειξη ότι αυτή η δυνατότητα έχει αποκλειστεί κατά τη διάρκεια των προ-κλινικών πειραματικών μελετών πάνω στα ζώα όσο αφορά και τα τρία εμβόλια πριν την έγκρισή τους για χρήση πάνω στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ.

2. Αν παρόμοια απόδειξη δεν είναι διαθέσιμη, πρέπει να αναμένουμε ότι τα εμβόλια θα παραμείνουν παγιδευμένα μέσα στην κυκλοφορία και θα απορροφηθούν από τα ενδοτελειακά μόρια. Υπάρχει βάσιμος λόγος να υποθέσουμε ότι αυτό θα συμβεί ιδιαίτερα μέσα στα κυκλώματα αργής κυκλοφορίας του αίματος, δηλαδή μέσα στις μικρές και κοίλες λεκάνες [2]. Ζητάμε την απόδειξη ότι αυτή η πιθανότητα αποκλείστηκε κατά τη διάρκεια των προ-κλινικών πειραματικών μελετών πάνω στα ζώα και για τα τρια εμβόλια πριν την έγκρισή τους για χρήση πάνω στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ.

3. Αν παρόμοια απόδειξη δεν είναι διαθέσιμη, πρέπει να αναμένουμε ότι κατά τη διάρκεια της έκφρασης του νουκλεϊκών οξέων των εμβολίων, τα πεπτιδικά που θα προκύψουν από την πρωτεϊνη spike θα εμφανιστούν διαμέσου της διαδρομής ΜΗC I επάνω στην φωτεινή επιφάνεια των κυτάρων. Πολλά υγιή άτομα έχουν λινφοκυτικά CD 8 που αναγνωρίζουν παρόμοια πεπτιδικά, γεγονός που είναι δυνατό να οφείλεται σε μια προηγούμενη μόλυνση από COVID, αλλά επίσης σε διασταυρούμενες αντιδράσεις με άλλους τύπους κορωνοϊού [3,4] [5]. Πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτά τα λινφοκύτη θα επιτεθούν στα αντίστοιχα κύταρα. Ζητάμε την απόδειξη ότι αυτή η πιθανότητα έχει αποκλειστεί μέσα στις πειραματικές προ-κλινικές μελέτες πάνω στα ζώα και για τα τρια εμβόλια πριν την έγκρισή τους για χρήση πάνω στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ.

4. Αν παρόμοια απόδειξη δεν είναι διαθέσιμη, πρέπει να αναμένουμε ότι η ενδοτελιακή ζημιά με επακόλουθη εκδήλωση της πήξης του αίματος θα εκδηλωθεί σε αναρίθμητα σημεία μέσα σε ολόκληρο το σώμα. Ζητάμε την απόδειξη ότι αυτή η πιθανότητα έχει αποκλειστεί μέσα στις πειραματικές προ-κλινικές μελέτες πάνω στα ζώα για όλα τα τρία εμβόλια πριν την έγκρισή τους για τη χρήση επάνω στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ.

5. Αν παρόμοια απόδειξη δεν είναι διαθέσιμη, πρέπει να αναμένουμε ότι αυτό θα επιφέρει μια πτώση των αιμοπεταλίων, την εμφάνιση διμερών τύπου D στο αίμα και μια μυριάδα ισχαιμικών καταγμάτων μέσα σε όλο το σώμα, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου, του νωτιαίου μυελού και της καρδιάς. Αιμοραγικές διαταραχές θα μπορούσαν να εκδηλωθούν πάνω στα ίχνη αυτής της νέας μορφής συνδρόμου DIC, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ των άλλων δυνατοτήτων, ισχυρές αιμοραγίες και αιμοραγικό ίκτερο. Ζητάμε την απόδειξη ότι όλες αυτές οι δυνατότητες έχουν αποκλειστεί κατά τις προ-κλινικές πειραματικές μελέτες πάνω στα ζώα για όλα τα τρια εμβόλια πριν την έγκρισή τους για χρήση επάνω στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ.

6. Η πρωτεϊνη spike SARS-CoV-2 συνδέεται με τον παραλήπτη ACE2 πάνω στα αιμοπετάλια, πράγμα που μεταφράζεται στην ενεργοποίησή τους [6]. Η θρομβοκυτοπενία εντοπίστηκε στις σοβαρές περιπτώσεις μόλυνσης από SARS-CoV-2 [7]. H θρομβοκυτοπενία εντοπίστηκε όμως επίσης σε εμβολιασμένα άτομα [8]. Ζητάμε την απόδειξη ότι ο ενδυνάμει κίνδυνος ενεργοποίσης των αιμοπεταλίων που θα μπορούσε να οδηγήσει επίσης σε διεσπαρμένη ενδοφλεβική πήξη έχει αποκλειστεί με τα τρία εμβόλια πριν την έγκρισή τους για τη χρήση επάνω στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ.

7. Η διάδοση σε όλοκληρο τον κόσμο του SARS-CoV-2 δημιούργησε μια πανδημία ασθένειας συνδεμένης με πολλούς θανάτους. Παρόλα αυτά, τη στιγμή της αξιολόγησης για την έγκρισή των εμβολίων, τα υγειονομικά συστήματα του μεγαλυτέρου μέρους των χωρών δεν βρίσκονταν πλέον κάτω από την άμεση απειλή της διάλυσης τους διότι ένα αυξανόμενο ποσοστό του κόσμου είχε ήδη προσβληθεί και τα χειρότερα της πανδημίας είχαν πλέον παρέλθει. Κατά συνέπεια, ζητάμε συμπερασματικές αποδείξεις της ύπαρξης μιας πραγματικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης τη στιγμή που ο ΕΜΑ επέτρεψε την αδειοδότηση για την ενδυνάμει εμπορική κυκλοφορία και των τριών εμβολίων από πλευράς των παραγωγών τους, ούτως ώστε να δικαιολογηθεί η έγκρισή τους για χρήση στα ανθρώπινα όντα από πλευράς του ΕΜΑ, προφανώς εξαιτίας ακριβώς αυτής της κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Σε περίπτωση που όλες αυτές οι αποδείξεις δεν θα ήταν διαθέσιμες, ζητάμε ώστε η έγκριση για τη χρήση των εμβολίων γενετικής βάσης να ανακληθεί μέχρις ότου όλα τα ζητήματα που εκτέθηκαν προηγουμένως να έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς με την εκδήλωση της απαιτούμενης φροντίδας από πλευράς του ΕΜΑ.

Υφίστανται σοβαρές ανησυχίες, συμπεριλαμβανόμενες και μη περιοριζόμενες στις προαναφερθείσες, ότι η έγκριση των εμβολίων για τον COVID-19 από πλευράς του ΕΜΑ υπήρξε πρώϊμη και αμέριμνη και ότι η χορήγηση των εμβολίων απετέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί αυτή τη στιγμή “ανθρώπινο πειραματισμό” και ότι ήταν αλλά και εξακολουθεί να είναι μια παραβίαση του κώδικα της Νυρεμβέργης.

Δεδομένης της επείγουσας αναγκαιότητας αυτής της κατάστασης, σας ζητάμε να απαντήσετε σε αυτό το e-mail μέσα σε διάστημα επτά ημερών καθώς και να αντιμετωπίσετε με ουσιαστικό τρόπο όλες μας τις ανησυχίες. Σε περίπτωση που επιλέξετε να μην ικανοποιήσετε αυτό το λογικό αίτημα, θα δημοσιοποιήσουμε την παρούσα επιστολή.

Το παρόν e-mail αποστέλεται στους:Charles Michel, Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ursula von der Leyen, Προέδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Γιατροί και επιστήμονες μπορούν να υπογράψουν την επιστολή αποστέλοντας ένα e-mail με το ονοματεπώνυμό τους, ειδικότητες, πεδία ειδίκευσης, χώρα και ενδεχόμενα σχόλια που θα ήθελαν να υποβάλλουν, στοDoctors4CovidEthics@protonmail.com

Αναφορές

[1] Hasset, K. J. Benenato, K.E. Jacquinet, E. Lee, A. Woods, A.Yuzahakov, O.Himansu, S. Deterling, J. Geilich, B.M.Ketova, T.Mihai, C. Lynn, A.Mc Fadyen, I.Moore, M.J. Senn, J.Standon, M.G. Almarsson, O.Ciaramella, G.and Brito, L.A. (2019). Optimization of Lipid Nanoparticles for Intramuscular Administration of mRNA Vaccines, Molecular therapy.Nucleic acids 15: 1-11. [2] Chen, Y.Y.Syed, A.M.MacMillan, P.Rocheleau, J.V. and Chan, W.C.W.(2020). Flow Rate Affects Nanoparticle Uptake into Endothelial Cells, Advanced materials 32:1906274. [3] Grifoni,A.Weiskopf, D.Ramirez, S.I.Mateus, J.Dan, J.M.Moderbacher, C.R. Rawlings, S.A. Sutherland, A.Premkumar, L.Jadi, R.S. and et al. (2020). Targets of T Cell Responses to SARS-CoV-2 Coronavirus in Humans with COVID-19 Disease and Unexposed Individuals, Cell 181: 1489-1501 e 15. [4] Nelde, A. Bilich, T. Heitmann, J.S. Maringer, Y. Salih, H.R. Roerden, M.Lubke, Μ.Bauer, J. Rieth, J. Wacker, M. Peter, A. Horber, S. Traenkle, B. Kaiser, P.D. Rothbauer, U. Becker, M.Junker, D. Krause, G. Strengert, M. Schneiderhan-Marra, N. Templin, M.F. Joos, T.O. Kowalewski, D.J. Stos-Zweifel, V. Fehr, M. Rabsteyn, A. Mirakaj, V. Karbach, J. Jager, E.Graf, m. Gruber, L.C. Rachfalski, D. Preub, B. Hagelstein, I. Marklin, M. Bachoul, T. Gouttegangeas, C. Kohlbacher, O. Klein, R. Stevanovic, S. Rammensee, H.G. and Walz, J.S. (2020) SARS-CoV- 2-derived peptides define eterologous and COVID-19-induced T cell recognition, Nature immunology. [5] Sekine, Perez-Potti. A. Rivera-Ballesteros, O. Stralin, K. Gorin, J.B. Olsson, A. Llewellyn-Lacey, S. Kamal, H.Bogdanovic, G. Muschiol, S. and et al (2020) Robust T Cell Immunity in Convalescent Individuals with Asymptomatic or Mild COVID-19, Cell 183 : 158-168 e 14. [6] Zhang, S. Liu, Y. Wang, X. Yang, L.Li, H.Wang, Y. Liu, M.Zhao, X. Xie, Y. Yang, Y.Zhang, S.Fan, Z.Dong, J. Yuan, Z.Ding, Z. Zhang, Y. and Hu, L. (2020). SARS-CoV-2 binds platelet ACE2 to enhance thrombosis in COVID-19, Journal of hematology & oncology 13: 120. [7] Lippi, G. Plebani, M. and Henry, B. M. (2020) Thrombocytopenia is associated with severe coronavirus disease 2019 (COVID-19) infections: A meta-analysis, Clin. Chim. Acta 506: 1145-148. [8] Grady, D. (2021) A few Covid Vaccine Recipients Developed a Rare Blood Disorder, The New York Times, Feb 8, 2021.

Θερμούς χαιρετισμούς

Καθηγητής Sucharitt Bhakdi MD, Επίκουρος καθηγητής ιατρικής Μικροβιολογίας και ανοσιολογίας, Πρώην πρόεδρος, Ινστιτούτο ιατρικής μικροβιολογίας και υγειινής, Πανεπιστήμιο Johannes Gutenberg Mainz (Ιατρικό και επιστημονικό) (Γερμανία και Ταϋλάνδη)

Δόκτορας Marco Chiesa MD FRG Psych, Ψυχιατρικός σύμβουλος και καθηγητής, University College of London ( Ηνωμένο Βασίλειο και Ιταλία)

Δόκτορας C Stephen Frost BSc MBChB Eιδικός Διαγνωστικής Ραδιολογίας, Στοκχόλμη, Σουηδία (Ιατρός) (Ηνωμένο Βασιλειο και Σουηδία).

Δοκτορέσσα Margareta Griesz-Brisson MD PhD, Νευρολόγος και Νευροφυσιολόγος (σπούδασε ιατρική στο Friburg, Γερμανία, Εξειδίκευση στην Νευρολογία στο New York University, Εξειδίκευση στην Νευροφυσιολογία στο Mount Sinai Medical Center, New York City, PhD Φαρμακολογίας με χαμηλού επιπέδου νευρο-τοξικολογικό ενδιαφέρον και αποτελεσμάτων των κλιματικών παραγόντων στην υγεία του εγκεφάλου, Ιατρικός διευθυντής, The London Neurology and Pain Clinic (Ιατρός και επιστήμων) (Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο).

Καθηγητής Martin Haditsch MD PhD εξειδικευμένος (Αυστρία) στην υγειινή και μικροβιολογία, ειδικός (Γερμανία) στην μικροβιολογία, ιολογία, επιδημιολογία/ επιμολυντικές ασθένειες, ειδικός (Αυστρία) στις επιμολυντικές ασθένειες και την τροπική ιατρική, ιατρικός διευθυντής του TravelMedCenter, Leonding, Αυστρία, ιατρικός διευθυντής του Labor Hannover MVZ GmbH (Ιατρός και επιστήμονας) (Αυστρία και Γερμανία).

Καθηγητής Stefan Hockertz, καθηγητής Τοξικολογίας και Φαρμακολογίας, Τοξικολόγος στα ευρωπαϊκά αρχεία, εξειδικευμένος στην Ανοσιολογία και στην Ανοσιοτοξικολογία, CEO της tpi consult GmbH (επιστήμονας) (Γερμανία)

Δοκτορέσα Lissa Johnson, BSc BA (Media) MPsych (Clin) PhD, Κλινική συμπεριφορολογική ψυχολόγος, Εξιδείκευση στην κοινωνική ψυχολογία των βασανιστηρίων, των αθλιοτήτων και της συλλογικής βίας και προπαγάνδας διασποράς του φόβου, Πρώην μέλος της συμβουλευτικής ομάδας δημοσίου συμφέροντος της Australian Psychological Society (Κλινική ψυχολόγος και συμπεριφορολογική επιστήμων) (Αυστραλία) Καθηγήτρια Ulrike Kammerer PhD, Επίκουρη καθηγήτρια αναπαραγωγικής πειραματικής Ανοσιολογίας και Βιολογίας των καρκίνων στο τμήμα Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Wurzbourg, Γερμανία, Μοριακή ιολόγος εκπαιδευμένη (Διπλωματική θέση) και Ανοσιολόγος (υπό κατάρτιση), Ερευνήτρια σε ερευνητικό κέντρο (Μοριακή βιολογία, ατομική βιολογία) (Επιστήμων) (Γερμανία)

Επίκουρος καθηγητής Michael Palmer MD, Τμήμα Χημείας (σπούδασε ιατρική και ιατρική μικροβιολογία στη Γερμανία, δίδαξε Βιοχημεία από το 2001 στο πανεπιστήμιο που εργάζεται τώρα στον Καναδά . Ειδίκευση στην φαρμακολογία, στο μεταβολισμό, στις βιολογικές μεμβράνες, στον προγραμματισμό υπολογιστών, πειραματική έρευνα πάνω στις βακτηριδιακές τοξίνες και τα αντιβιοτικά Δαπτομυκίνη) Συγγραφέας ενός σημαντικού βιβλίου πάνω στη Βιοχημική φαρμακολογία. Πανεπιστήμιο του Waterloo, Ontario, Καναδάς (Ιατρός και επιστήμων) (Καναδάς και Γερμανία).

Καθηγήτρια Karina Reiss PhD, Καθηγήτρια Βιοχημίας, Χριστιανικό πανεπιστήμιο Albrecht του Κιέλου, Εξιδίκευση στην μοριακή, βιοχημική βιολογία, (Επιστήμονας) (Γερμανία)

Καθηγητής Andreas Sonnichsen MD, Καθηγητής Γενικής και οικογενειακής ιατρικής, Τμήμα Γενικής ιατρικής και οικογενιακής ιατρικής, Κέντρο Δημόσιας Υγείας, Πανεπιστήμιο ιατρικής της Βιέννης, Βιέννη (Ιατρός) (Αυστρία) Δόκτωρ Michael Yeadon BSc (Joint Honours στη Βιοχημεία και την Τοξικολογία) PhD (Pharmacology), πρώην αντιπρόεδρος και επιστημονικός διευθυντής του τμήματος Αλλεργιών και Αναπνοής, Pfizer Global R&D, συνιδρυτήs και CEO της Ziarco Pharma Ltd, Ανεξάρτητος σύμβουλος (επιστήμων) (Ηνωμένο Βασίλειο)

Διεθνής αναρχική αντιπληροφόρηση

Πηγή: il rovescio.info

Πηγή: athensindymedia

Ιταλία: Τοποθέτηση του Alfredo Cospito στη συζήτηση για των αγώνα ενάντια στα πυρηνικά

Το παρόν κείμενο αποτελεί τοποθέτηση του έγκλειστου αναρχικού Alfredo Cospito στη συζήτηση για τον αγώνα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια, η οποία διεξήχθη στα πλαίσια της πρωτοβουλίας “Voi gli date vent’anni, noi gli diamo la parola” (“Εσείς του δίνετε είκοσι χρόνια, εμείς του δίνουμε τον κόσμο”), στο Circolaccio Anarchico, στο Σπολέτο, στις 20 Μάρτη του 2021.

*

Αφού είδα αυτήν την ταινία σχετικά με την τραγωδία στο Τσέρνομπιλ, μου ζητήθηκε να προβώ σε μια τοποθέτηση.

Και τι να πρωτοπώ;

Τα τελευταία εννιά χρόνια της ζωής μου τα πέρασα κλειδαμπαρωμένος σ’ ένα κελί, διότι, παρέα μ’ έναν ακόμη σύντροφό μου, πυροβόλησα έναν απ’ τους σημαντικότερους ιθύνοντες της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία εκείνον τον καιρό. Και το πράξαμε ακριβώς επειδή δε θέλαμε να ξαναδούμε να συμβαίνει εδώ ό,τι είδαμε να συμβαίνει στην ταινία. Αρκετά απλοϊκό ως κίνητρο, όμως έτσι συνέβη.

Άξιζε όμως;

Θά ‘θελα να πιστεύω πως η δράση μας, παρότι μεμονωμένη, είχε μια κάποια βαρύτητα. Το μόνο βέβαιο είναι πως δράσεις τέτοιου είδους είναι απολύτως μη απορροφήσιμες απ’ το σύστημα, και επ’ ουδενί δε θα μπορούσαν να είναι. Μπορούν να τις δαιμονοποιήσουν, ποτέ όμως να τις απορροφήσουν, πόσο μάλλον να τις ακυρώσουν, εφόσον τέτοιες δράσεις αφήνουν στην εξουσία ένα τελεσίγραφο, και, απ’ τη δική μου οπτική, αυτό είναι κάτι παραπάνω από αρκετό για να ρισκάρω τα πάντα, τη λευτεριά μου, ακόμα και τη ζωή μου.

Ναι λοιπόν! Στο τέλος της μέρας, άξιζε.

Δε θέλαμε να τον σκοτώσουμε, θέλαμε μόνο να τον τραυματίσουμε, ορθώνοντας ένα απροσπέλαστο τείχος απέναντι στον τεχνολογικό και δολοφονικό κυνισμό των αδίστακτων επιστημόνων και πολιτικών: “Πέραν του ότι δε θα μπορείς να περπατήσεις, δε θα ξαναφέρεις την πυρηνική ενέργεια πίσω στην Ιταλία, ειδάλλως θα σε αντιμετωπίσουμε με όλα μας τα μέσα”.

Εννιά χρόνια πριν, όταν προβήκαμε στο χτύπημά μας, η πιθανότητα επιστροφής της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία φαινόταν έντονα να αναδύεται ξανά. Μόλις είχε συμβεί η Φουκουσίμα, και στη χώρα “μας”, χρόνια επί χρόνων αγώνα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια φάνταζαν να κινδυνεύουν να εξαλειφθούν, γεγονός που συνέβαινε σ’ ένα πέπλο απόλυτης σιωπής. Τότε, όπως ακόμη και σήμερα, η Ιταλία, μέσω της Ansaldo Nucleare, συνεισφέρει στην κατασκευή πυρηνικών εγκαταστάσεων σε χώρες όπως η Ρουμανία και η Αλβανία. Λίγο πριν τη δράση μας, ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια της κατασκευής μίας εξ αυτών των εγκαταστάσεων σκότωσε δύο εργάτες. Κανείς στην Ιταλία δε μιλούσε γι’ αυτό, εκτός από ‘κείνους τους ουτοπιστές οικολόγους και αναρχικούς, οι οποίοι αντίκριζαν τον φόβο της επιστροφής των σταθμών πυρηνικής ενέργειας στα μέρη “μας”, ενώ πολλά κόμματα στήριζαν αυτήν την εφιαλτική προοπτική. Σαφέστατα, δεν έχω αυταπάτες πως η δράση μας εμπόδισε την επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία, μα γυρίσαμε λίγο φόβο στο στρατόπεδό τους. Αυτή, λοιπόν, ήταν η συνεισφορά μας, αν και περιορισμένη, και αυτό είχε τη βαρύτητά του · και δε θαρρώ πως ήταν κάτι τόσο αμελητέο όσο θέλανε να μας κάνουν να πιστεύουμε.

Σήμερα, η ιταλική κυβέρνηση πρέπει αναγκαστικά να “αποκομίσει” πυρηνικά απόβλητα από τις παλιές εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας που τέθηκαν εκτός λειτουργίας, πετώντας 78.000 κυβικά μέτρα ραδιενεργών αποβλήτων κάτω απ’ το χαλάκι στο Πεδεμόντιο, στη Σαρδηνία, στην Τοσκάνη, στο Λάτσιο, στην Απουλία, στην Μπαζιλικάτα και στη Σικελία. Το παρουσιάζουν ως “αποκομιδή” χαμηλού επιπέδου ραδιοενεργών αποβλήτων, προϊόντων των εργοστασίων και λοιπών ιατροφαρμακευτικών αποβλήτων, όμως, στην πραγματικότητα, προσπαθούν κάτω απ’ το τραπέζι να περάσουν την “αποκομιδή” πολύ πιο επικίνδυνων ραδιενεργών αποβλήτων από τις παλιές πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Ας γίνω σαφής, η λύση δε θα μπορούσε να είναι το να πετάξουμε τα απόβλητα εκτός Ιταλίας, όπως ίσως έχει ήδη γίνει στο παρελθόν στην Αφρική, χρησιμοποιώντας φτωχότερες χώρες ως χωματερές για τα πυρηνικά μας κόπρανα. Ένα “οικολογικό” κίνημα το οποίο επί της ουσίας πιέζει προς μια τέτοια κατεύθυνση, είναι ένα αστικό κίνημα, στα πλαίσια ενός άθλιου “οικολογισμού”. Όσοι αντιτίθενται στις δομές απόθεσης πυρηνικών αποβλήτων επειδή υποτιμάται η αξία της ιδιοκτησίας τους, ποτέ δε θά ‘χουν την εμπιστοσύνη μου. Είναι αυτό το είδος ανθρώπων που έφεραν τις πιο χονδροειδείς πολιτικές στο κίνημα NO TAV (ενάντια στον Σιδηρόδρομο Υψηλής Ταχύτητας). Πάντα έτοιμοι να ξεπουλήσουν αγώνες, να τραβήξουν διαχωριστικές γραμμές από δράσεις. Δε θα κάνουμε επίκληση σε δαύτα τα ξεκάθαρα αστικά ένστικτα, ούτε θα μπορέσουμε να εθελοτυφλούμε όταν δημάρχοι, τοπικά ιδρύματα τέτοιων χωρών, απαιτούν αποζημιώσεις ή κλαψουρίζουν για την περιουσία τους, τις επιχειρήσεις τους, τις οικονομικές τους απώλειες. Το να έρθουμε ξανά σε επαφή με τέτοιους τύπους θα ήταν καταστροφικό. Ένα αρχαίο εβραϊκό ρητό λέει: “Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που μπορεί να σκοντάψει δυο φορές στην ίδια πέτρα”. Ας προσπαθήσουμε να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη · είκοσι χρόνια αγώνα ενάντια στο TAV θά ‘πρεπε να μας έχουν διδάξει κάποια πράγματα.

Θα ήταν ηλίθιο και μη προωθητικό από πλευράς μας να γυρεύουμε “λύσεις”, καταπραϋντικά για να καταστήσουμε την τεχνολογία πιο βιώσιμη, πιο “οικολογική”. Είμαστε ενάντια στις δομές απόθεσης πυρηνικών αποβλήτων, όσο είμαστε ενάντια και στις ανεμογεννήτριες – ημίμετρα δεν υπάρχουν στο πεδίο αυτό. Η μόνη πραγματική και απόλυτη λύση για τα πυρηνικά απόβλητα είναι να πολεμήσουμε με κάθε μέσο ώστε τα πυρηνικά εργοστάσια να κλείσουν παντού. Δεν μπορούμε να παρακάμπτουμε το θέμα αυτό, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Ο πλανήτης πεθαίνει, μόνο ένα πράγμα μπορούμε να κάνουμε: Να καταστρέψουμε εκ των έσω την τεχνολογική και καπιταλιστική κοινωνία στην οποία μας επιβάλλεται να ζούμε. Είναι αχρείαστο το να προσπαθούμε να ξεφύγουμε, είναι υποκριτικό το να χτίσουμε έναν μικρό παράδεισο επί γης, καθώς έτσι, ακόμα κι αν δε θέλουμε, γινόμαστε συνένοχοι · είναι εγκληματικό να αναζητούμε αναλγητικά, να ξεγελάμε τους εαυτούς μας πως η τεχνολογία μπορεί να καταστεί “οικολογική”. Δεν είναι ο αριθμός συμμετεχόντων σε μια διαδήλωση που θα φέρει αποτελέσματα, αλλά η ισχύς και η ριζοσπαστικότητα των ενεργειών μας. Τούτη είναι μια απ’ τις ιδιαιτερότητές μας, και ως αναρχικές κι αναρχικοί στοχεύουμε στα ποιοτικά χαρακτηριστικά · όχι τόσο στην ποσότητα των ανθρώπων πίσω από ένα πανό, αλλά στην ποιότητα των δράσεων και των ζωών μας. Ο κόσμος ενδέχεται να έρθει, αλλά αυτό εξαρτάται από τη συνέπεια και την ειλικρίνεια των σκοπών μας, καθώς επίσης και από την επαναστατική μας διαδικασία. Το πρώτο εμπόδιο που θα συναντήσουμε εδώ είναι πάντα το ίδιο: ο αστικός, πολιτικά απαθής οικολογισμός.

Με αυτό, δε θέλω να υποστηρίξω πως πρέπει να αυτοαπομονωθούμε, σίγουρα παλεύουμε στο πλευρό των ανθρώπων που πλήττονται άμεσα από δαύτα τα πυρηνικά απόβλητα, συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις, στις συγκεντρώσεις έξω στον δρόμο, όμως δε θυσιάζουμε τις ιδέες μας στον βωμό του “ρεαλισμού”, του συμβιβασμού. Φροντίζουμε διαρκώς να έχουμε κριτικό πνεύμα ως προς το ποιους έχουμε με το πλευρό μας και, πάνω απ’ όλα, δεν περιορίζουμε τις δράσεις μας στο όνομα μιας υποτιθέμενης έλλειψης κατανόησης από μερίδα του κόσμου.

Ας συμμετέχουμε σε συνελεύσεις (αν υπάρχουν), αλλά ας μη λησμονούμε τον πραγματικό μας σκοπό, την καταστροφή της τεχνολογικής κοινωνίας, την οικοδόμηση μιας κοινωνίας δίχως κράτος.

Ας έχουμε επίσης κατά νου πως, με το να δρούμε και πέραν απ’ τις αποφάσεις των συνελεύσεων, δεν πλήττουμε το συλλογικό σώμα του αγώνα, απλώς εκφράζουμε τη θέση μας ως αναρχικοί/ές.

Ας μην αποστασιοποιούμαστε -στο όνομα ενός κοινού αγώνα- από τις βίαιες ενέργειες που θα συμβούν, αν συμβούν, ακόμη κι αν δεν τις επικροτούμε πλήρως. Ας αποκηρύξουμε τα επίπλαστα προνόμια (ανέσεις) που μας “παρέχει” αυτή η σαπισμένη κοινωνία, ας επιδείξουμε συνέπεια.

Θεωρώ πως αυτά είναι τα λίγα μαθήματα που έχουν να μας προσφέρουν οι “κοινωνικοί” οικολογικοί αγώνες των τελευταίων δεκαετιών.

Ίσως αναδύεται στον ορίζοντα μια νέα ευκαιρία, μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Είμαι ακράδαντα πεπεισμένος πως θα αρκούσε απλώς να μην επαναλάβουμε τα συνήθη λάθη, αν θέλουμε να δούμε απροσδόκητα αποτελέσματα.

Θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει τούτον τον μονόλογο σε μια πολύ απλή ιδέα: “πολυμορφία δράσεων χωρίς προκαταλήψεις και οριοθετήσεις”.

Ας βάλουμε ένα τέρμα στην παράνοια σχετικά με τις πρωτοπορίες, με το θέαμα των δράσεων · ας δρα καθείς όπως επιθυμεί, ας εναρμονιστούν τα πάντα σε μια “ολότητα” και, πάνω απ’ όλα, ας αποστασιοποιηθούμε απ’ τους διαχωρισμούς.

Ίσως βγήκα λίγο “εκτός θέματος”, όμως πιστεύω πως ανάμεσά σας θα υπάρχουν αναρχικές κι αναρχικοί. Η τοποθέτηση αυτή προέρχεται από έναν αναρχικό, και πιότερο απ’ όλους απευθύνεται στις αναρχικές και τους αναρχικούς, όμως ευελπιστώ να έγινε κατανοητή και από όλους και όλες τις υπόλοιπες, ακόμη κι αν εκπροσωπεί μιαν αρκετά “συγκεκριμένη” αντίληψη.

Το μόνο βέβαιο είναι πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα επηρεάζουν τους πάντες, τη ζωή όλων.

Θα ήθελα πολύ να συμμετάσχω σ’ αυτή τη συζήτηση μαζί σας εκεί, όμως, για λόγους ανωτέρας βίας, αυτό είναι αδύνατο για ‘μένα.

Αναρχικούς κι επαναστατικούς χαιρετισμούς,

Alfredo Cospito
Φυλακές Ferrara

Το κείμενο στα αγγλικά σε μορφή PDF

Πηγή: Malacoda

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Wolfi Landstreicher: Η φύση ως θέαμα

Η εικόνα της «άγριας φύσης*» ενάντια στην αγριότητα

(Σημείωση του συγγραφέα: Η συχνή χρήση εισαγωγικών γίνεται για να ενισχύσει την άποψη πως η φύση και η «ερημιά» είναι έννοιες και όχι πραγματικά όντα).

Η Φύση δεν υπήρχε ανέκαθεν. Δε βρίσκεται στα βάθη του δάσους, στην καρδιά του λιονταριού του βουνού ή στα τραγούδια των πυγμαίων· βρίσκεται στις φιλοσοφίες και στις κατασκευασμένες γι’αυτήν εικόνες των πολιτισμένων ανθρώπων. Οι φαινομενικά αντίθετες θέσεις περιπλέκονται, δημιουργώντας τη φύση ως μια ιδεολογική κατασκευή, που υπηρετεί την εξημέρωσή μας, την καταστολή και τη διοχεύτευση των άγριων εκφράσεών μας.

Ο Πολιτισμός είναι μονολιθικός και  ο πολιτισμένος τρόπος αντίληψης όλων εκείνων, που μπορούν να παρατηρηθούν, είναι επίσης μονολιθικός. Όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τα εκατομμύρια όντα, που υπάρχουν γύρω του, το πολιτισμένο μυαλό χρειάζεται να τα κατηγοριοποιήσει για να νομίζει ότι τα καταλαβαίνει (ενώ στην πραγματικότητα, το μόνο που καταλαβαίνει είναι πώς να τα κάνει χρήσιμα στον πολιτισμό). Η φύση είναι μια από τις πιο βασικές κατηγορίες του Πολιτισμού, μια από τις πιο χρήσιμες για να περιορίζει την αγριότητα των ατομικοτήτων και να επιβάλλει τον αυτοπροσδιορισμό τους ως πολιτισμένα, κοινωνικά όντα.

Κατά πάσα πιθανότητα, μια από τις πρώτες αντιλήψεις για τη φύση ήταν παρόμοια με αυτήν, που παρατηρούμε στην Παλαιά Διαθήκη: η κακή «αγριάδα», ένας τόπος ερημιάς, που κατοικείται από άγρια και δηλητηριώδη κτήνη, μοχθηρούς δαίμονες και τρελούς. Αυτή η αντίληψη εξυπηρετούσε ένα σκοπό ιδιαίτερα σημαντικό για τους πρώτους πολιτισμούς. Είχε ενσταλάξει το φόβο για ό,τι ήταν άγριο, κρατώντας τον περισσότερο κόσμο εντός των τειχών της πόλης και προκαλώντας σε όσους έβγαιναν να εξερευνήσουν την ανάγκη να έχουν μια αμυντική στάση, σα να βρίσκονταν σε εχθρικό έδαφος. Με αυτόν τον τρόπο, αυτή η αντίληψη βοήθησε να δημιουργηθεί η διχοτόμηση μεταξύ «ανθρώπου» και «φύσης», η οποία εμποδίζει τους ανθρώπους να ζήσουν άγρια, δηλαδή σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Αλλά, αυτή η εντελώς αρνητική αντίληψη περί φύσης θα έφτανε κάποια στιγμή στα όρια της αχρηστείας της, αφού κρατούσε τον πολιτισμό μέσα σε ένα κλειστό και υπό πολιορκία φρούριο, ενώ για να επιβιώσει, ο πολιτισμός έχει την ανάγκη να επεκταθεί, να έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί όλο και πιο πολλά. Η «Φύση» έγινε ένα καλάθι πόρων, μια «μητέρα», που θρέφει την «ανθρωπότητα» και τον πολιτισμό της. Ήταν πανέμορφη, άξια λατρείας, ενατένισης, μελέτης και… εκμετάλλευσης.Δεν ήταν πλέον κακή… αλλά, ήταν χαοτική, ιδιότροπη και αναξιόπιστη. Ευτυχώς για τον πολιτισμό, η «ανθρώπινη φύση» είχε εξελιχθεί, είχε γίνει λογική και χρειαζόταν να βάλει τα πράγματα σε τάξη, να τα θέσει υπό τον έλεγχό της. Τα άγρια μέρη ήταν απαραίτητα στους ανθρώπους, για να μελετούν και να θαυμάζουν τη «φύση» στην ανέγγιχτη μορφή της, ακριβώς, όμως, για να μπορούν τα πολιτισμένα ανθρώπινα όντα να κατανοήσουν και να ελέγξουν τις «φυσικές» διαδικασίες, με σκοπό να τις χρησιμοποιήσουν για να επεκτείνουν τον πολιτισμό. Έτσι, η «κακή αγριάδα» επισκιάζεται από μια «φύση» ή μια «αγριότητα», που έχει θετική αξία για τον πολιτισμό.

Η αντίληψη περί φύσης δημιουργεί συστήματα κοινωνικών αξιών και ηθικής. Λόγω των προφανώς αντιθετικών αντιλήψεων, που έχουν εμπλακεί στην ανάπτυξη της έννοιας της «φύσης», αυτά τα συστήματα ίσως φαίνονται, επίσης, αντιθετικά· όμως, όλα έχουν τον ίδιο σκοπό: την εξημέρωσή μας. Εκείνοι, που μας λένε «να φέρεστε πολιτισμένα» και εκείνοι, που μας λένε «να φέρεστε φυσικά», μας λένε στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα: «Ζήστε σύμφωνα με εξωτερικές από εσάς αξίες, όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες σας». Η ηθική των νατουραλιστών δεν είναι λιγότερο φαύλη από κάθε άλλη ηθική. Άνθρωποι φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και σκοτώθηκαν, επειδή έκαναν «αφύσικες πράξεις»  και αυτό συμβαίνει ακόμα. Η «Φύση» είναι και αυτή ένας άσχημος και απαιτητικός θεός.

Από την απαρχή της, η φύση ήταν μια κατασκευή της εξουσίας, για να ενισχύσει τη δύναμή της. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως στη σύγχρονη κοινωνία, όπου το θέαμα κυριαρχεί στην πραγματικότητα και πολλές φορές φαίνεται να τη δημιουργεί, η «φύση» λειτουργεί ως μια μέθοδος εξημέρωσης. Προγράμματα για τη «Φύση» στην τηλεόραση, ημερολόγια του SierraClub*, οι έμποροι «αγριότητας», τα τρόφιμα και οι ίνες «φυσικής» προέλευσης, ο «οικολόγος» πρόεδρος και η «ριζοσπαστική» οικολογία, όλα συνωμοτούν δημιουργώντας τη «φύση» και τη «σωστή» σχέση μας με αυτήν. Η προβαλλόμενη εικόνα εμπεριέχει την «κακή αγριάδα» των πρώτων πολιτισμών, σε μια υποσυνείδητη μορφή. Τα τηλεοπτικά προγράμματα για τη «Φύση» περιέχουν πάντα σκηνές άγριου κυνηγιούκαι έχει ειπωθεί πως οι σκηνοθέτες αυτών των προγραμμάτων χρησιμοποιούν ράβδους, που παράγουν ηλεκτρικές εκκενώσεις, για να προκαλέσουν μάχες μεταξύ των ζώων. Οι προειδοποιήσεις, που δίνονται στους μελλοντικούς εξερευνητές  για τα επικίνδυνα ζώα και φυτά και οι ποσότητες προϊόντων, που παράγονται από τους εμπόρους «αγριότητας» για να αντιπετωπιστούν αυτά, είναι μάλλον υπερβολικά, από την προσωπική μου εμπειρία περιπάτων σε άγρια μέρη. Μας δίνεται η εικόνα πως η ζωή εκτός του πολιτισμού είναι μια μάχη επιβίωσης.

Αλλά, η κοινωνία του θεάματος χρειάζεται η εικόνα της «κακής αγριάδας» να είναι υποσυνείδητη, για να την εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά. Η κυρίαρχη εικόνα για τη «φύση» την απεικονίζει ως πόρο και ως αντικείμενο ομορφιάς για ενατένιση και μελέτη. Η «Άγρια φύση» είναι ένα μέρος, που μπορούμε να αποτραβηχτούμε για ένα σύντομο διάστημα, αν αυτό έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, για να ξεφύγουμε από την πλήξη της καθημερινότητας, να χαλαρώσουμε και να διαλογιστούμε ή για να ζήσουμε την έξαψη και την περιπέτεια. Και, βέβαια, η «φύση» παραμένει η «μητέρα», που καλύπτει τις ανάγκες μας, ο πόρος από τον οποίο δημιουργείται ο πολιτισμός.

Στην εμπορευματική κουλτούρα, η «φύση» γιατρεύει την επιθυμία για άγρια περιπέτεια, για ελεύθερη ζωή χωρίς εξημέρωση, με το να μας πουλάει την εικόνα της. Η υποσυνείδητη αντίληψη της «κακιάς αγριάδας» προσδίδει στην περιπλάνηση στα δάση μια δόση κινδύνου, που ικανοποιεί τους περιπετειώδεις και ανήσυχους τύπους. Επίσης, ενισχύει την ιδέα πως δεν ανήκουμε εκεί στην πραγματικότητα και επομένως, μας πουλάει τα πολλά σχετικά προϊόντα που κρίνονται απαραίτητα για τις εκδρομές σε άγρια μέρη. Η θετική αντίληψη περί φύσης  μας κάνει να πιστεύουμε πως πρέπει να βιώσουμε την εμπειρία στα άγρια μέρη (μη συνειδητοποιώντας πως οι αντιλήψεις, που μας έχουν ταίσει, διαμορφώνουν αυτήν την εμπειρία, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με το πραγματικό περιβάλλον). Έτσι, ο πολιτισμός γιατρεύει επιτυχώς και τις περιοχές, που φαινομενικά δεν έχει αγγίξει άμεσα, μεταμορφώνοντάς τες σε «φύση», σε «αγριάδα», σε πτυχές του θεάματος, που μας κρατάει εξημερωμένους. Η «Φύση» εξημερώνει επειδή μετατρέπει την αγριότητα σε μια μονολιθική έννοια, μια τεράστια περιοχή διαχωρισμένη από τον πολιτισμό. Εκφράσεις της αγριότητας, μέσα στον πολιτισμό, αποκαλούνται ανωριμότητα, τρέλα, παραβατική συμπεριφορά, ανηθικότητα ή έγκλημα και απορρίπτονται, φυλακίζονται, λογοκρίνονται ή τιμωρούνται, διατηρώντας ταυτόχρονα το γενικό πλαίσιο  πως ό,τι είναι «φυσικό» είναι καλό. Όταν η «αγριότητα» γίνεται ένα μέρος έξω από εμάς αντί μιας έκφρασης του ατομικού μας ελεύθερου πνεύματος, τότε μπορούν και υπάρχουν ειδικοί στην «αγριότητα», που μας μαθαίνουν τους «σωστούς» τρόπους να «συνδεόμαστε» μαζί της. Στη δυτική ακτή, υπάρχουν όλων των ειδών οι πνευματικοί δάσκαλοι, που βγάζουν τα προς το ζην, πουλώντας «αγριότητα» σε γιάπηδες, με έναν τρόπο, που καθόλου δεν απειλεί τα όνειρα καριέρας, τις πόρσε και τα διαμερίσματά τους στην πόλη. Η «Αγριότητα» είναι μια πολύ επικερδής βιομηχανία, σήμερα.

Οι οικολόγοι, ακόμα και οι «ριζοσπάστες», πέφτουν κατευθείαν στην παγίδα. Αντί να προσπαθούν να αγριέψουν και να καταστρέψουν τον πολιτισμό με την ενέργεια των αδέσμευτων επιθυμιών, προσπαθούν να «σώσουν την άγρια φύση». Πρακτικά, αυτό σημαίνει το να ζητιανεύουν ή να προσπαθούν να χειραγωγήσουν τις αρχές, ώστε αυτές να σταματήσουν τις πιο επιβλαβείς δραστηριότητες κάποιων βιομηχανιών και να μετατρέψουν μικρά κομμάτια σχετικά ακέραια δάση, ερήμους και βουνά σε προστατευόμενες «Περιοχές Άγριας Φύσης».  Αυτή η πρακτική, απλά, ενισχύει την αντίληψη περί αγριότητας ως μια μονολιθική οντότητα, «αγριάδα» ή «φύση», και εμπορευματοποίηση, που είναι εγγενής σε αυτήν την οπτική. Η ίδια η βάση των προστατευόμενων «Περιοχών Άγριας Φύσης» είναι ο διαχωρισμός μεταξύ «αγριότητας» και «ανθρωπότητας». Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως μια από τις τάσεις της «ριζοσπαστικής» οικολογικής ιδεολογίας δημιούργησε τη σύγκρουση μεταξύ «βιοκεντρισμού» και «ανθρωποκεντρισμού», ενώ δε θα έπρεπε να είμαστε τίποτα άλλο από εγωκεντρικοί.

Ακόμα κι εκείνοι οι «ριζοσπάστες» οικολόγοι, που θέλουν να επανεντάξουν τον άνθρωπο στη «φύση», ξεγελούν τον εαυτό τους. Το όραμα τους (όπως το θέτει ένας από αυτούς) για ένα «άγριο, συμβιωτικό σύνολο» είναι, απλά, η μονολιθική αντίληψη, που δημιούργησε ο πολιτισμός, ειπωμένη με ένα μυστικιστικό τρόπο.  Για αυτούς τους οικολόγους μυστικιστές, η «Άγρια Φύση» συνεχίζει να είναι μια μονολιθική οντότητα, ένα ον ανώτερο από μας, στο οποίο πρέπει να υποτασσόμαστε. Όμως, η υποταγή είναι εξημέρωση. Η υποτακτικότητα είναι το καύσιμο του πολιτισμού. Το όνομα της ιδεολογίας, που επιβάλλει την υποταγή, έχει μικρή σημασία, είτε λέγεται «φυσική», είτε λέγεται «άγριο συμβιωτικό σύνολο». Το αποτέλεσμα θα είναι και πάλι η συνέχιση της εξημέρωσης.

Όταν η αγριότητα γίνεται αντιληπτή ως κάτι, που δεν έχει να κάνει καθόλου με μια μονολιθική οντότητα, συμπεριλαμβανομένης της «φύσης» και της «αγριάδας», όταν γίνεται αντιληπτή ως η πιθανή ελευθερία πνεύματος των ατομικοτήτων, που μπορεί να πάρει σάρκα και οστά οποιαδήποτε στιγμή, μόνο τότε αποτελεί απειλή για τον πολιτισμό. Ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να περάσει αρκετά χρόνια στην «άγρια φύση», αλλά θα συνεχίζαμε να βλέπουμε το περιβάλλον μας από τον παραμορφωτικό φακό του πολιτισμού, αν συνεχίζαμε να αντιλαμβανόμαστε τα εκατομμύρια πλάσματα μονολιθικά ως «φύση», ως «αγριάδα», ως το «άγριο, συμβιωτικό σύνολο», θα είμαστε ακόμα πολιτισμένοι και όχι άγριοι. Αλλά, αν καταμεσής της πόλης αρνούμαστε δραστήρια κάθε στιγμή την εξημέρωση, αν αρνούμαστε την κυριαρχία των κοινωνικών ρόλων, που μας φοριούνται με τη βία, αντί να ζούμε  σύμφωνα με τις δικές μας επιθυμίες, πάθη και βίτσια, αν γίνουμε τα μοναδικά και απρόβλεπτα όντα, που βρίσκονται κάτω από τους ρόλους, είμαστε, για εκείνες τις στιγμές, άγριοι. Παίζοντας άγρια ανάμεσα στα συντρίμμια ενός παρηκμασμένου πολιτισμού (όμως, μην ξεγελιέστε, ακόμα και παρηκμασμένος, ο πολιτισμός είναι ένας επικίνδυνος εχθρός και ικανός να αντέξει για πολύ καιρό), μπορούμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να τον ανατρέψουμε. Και οι εξεγερμένοι με το ελεύθερο πνεύμα θα απορρίψουν τον «επιβιωτισμό» της οικολογίας ωςμια ακόμα προσπάθεια του πολιτισμού να καταστείλει την ελεύθερη ζωή  και θα παλέψουν για να ζήσουν τον χαοτικό, συνεχώςεναλλασσόμενο χορό των ελεύθερα συσχετιζόμενων, μοναδικών ατομικοτήτων, ενάντια τόσο στον πολιτισμό, όσο στην προσπάθειά του να περιορίζει την άγρια, με ελεύθερο πνεύμα ζωή: «Φύση».

Wolfi Landstreicher

Υποσημειώσεις:

1. Στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται η λέξη wilderness. Κατά τη διάρκεια του κειμένου, μεταφράζεται με διαφορετικούς, αλλά παρόμοιους τρόπους , ανάλογα με τι ταιριάζει σε κάθε σημείο.

2. Πρόκειται για παλαιότερο κείμενο του Wolfi Landstreicher (Feral Faun), το οποίο εμείς αλιεύσαμε από το πρώτο τεύχος του αγγλικού εξεγερσιακού περιοδικού Return Fire.

Μετάφραση: Έρεβος

Ινδονησία: Αναλήψεις ευθύνης για επιθέσεις σε αστυνομικούς στόχους

Ινδονησία, Java: Ανάληψη ευθύνης για επίθεση σε Αστυνομικό Τμήμα

Πριν τέσσερις μέρες, διαπιστώσαμε πως ένας αναρχικός, ο Toby Shone, συνελήφθη με κατηγορίες περί τρομοκρατίας (επειδή λειτουργούσε ένα γαμημένο site) και κατοχής ναρκωτικών επιπέδου Α. Επιτεθήκαμε σε τοπικό αστυνομικό τμήμα καίγοντας ένα γουρούνι, σε μια πόλη στην Κεντρική Java. Δε γνωρίζουμε γιατί δεν υπήρξε μιντιακή κάλυψη, και επί τούτου αναβάλλαμε την ανάληψη ευθύνης, για διάφορους λόγους.

Δεν αναλαμβάνουμε όμως και τις εμπρηστικές επιθέσεις σε διάφορα μηχανήματα ΑΤΜ μια μέρα πριν, καθότι πραγματοποιήθηκαν από άτομα ή ομάδες άγνωστες σ’ εμάς, στην περιοχή της Yogyakarta. Και δεν έχει υπάρξει ανάληψη ευθύνης, παρά μόνο πομπώδεις μιντιακές διακηρύξεις για
τις επιθέσεις σε αυτά τα ΑΤΜ.

Αλληλεγγύη σε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους! Monica Caballero, Fransisco Solar, Toby Shone, και άλλοι!

Αλληλεγγύη σημαίνει επίθεση!

Μονάδα Εκδίκησης/FAI

Πηγή: AMW English

*

Ινδονησία, Palembang: Ανάληψη ευθύνης για επίθεση με μολότοφ σε αστυνομικό φυλάκιο

Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για την επίθεση με μολότοφ σε αστυνομικό φυλάκιο στην πόλη του Palembang, στα προάστια της Νότιας Sumatra, στην Ινδονησία. Ξημερώματα Παρασκευής 26 Φεβρουαρίου 2021, ως έκφραση αλληλεγγύης για τους συντρόφους Δημήτρη Κουφοντίνα, Toby Shone, Monica Caballero, Francisco Solar, και άλλους.

Ας δείξουμε αλληλεγγύη κι ας βάλουμε φωτιά!

Από ατομικιστές αναρχικούς!

Πηγή: AMW English

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Σκέψεις αναφορικά με τον σύγχρονο αναρχικό διεθνιστικό εξεγερσιακό και αφορμαλιστικό γαλαξία

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟN ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΟ ΕΞΕΓΕΡΣΙΑΚΟ KAI ΑΦΟΡΜΑΛΙΣΤΙΚΟ ΓΑΛΑΞΙΑ

(Για ένα νέο αναρχικό μανιφέστο)

Σημείωση για τον αναγνώστη

Οι σκέψεις που ακολουθούν είναι ο καρπός ενός μακρύ διαλόγου με περισσότερους συμμετέχοντες, που έχει αρχίσει εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, μεταξύ συντρόφων από διαφορετικές περιοχές του πλανήτη που ωρίμασαν την πεποίθηση όχι μονάχα της αναγκαιότητας μιας ελεύθερης, έντιμης και θετικής συζήτησης μεταξύ των διαφόρων συνιστωσών του αναρχικού γαλαξία της αφορμαλιστικής εξεγερσιακής τάσης, αλλά επίσης ότι έφτασε πλέον ο καιρός της υλοποίησής της. Κατά βάθος, από την ελεύθερη συζήτηση, αναφάνηκαν βεβαίως διαφορές προσεγγίσεων επάνω σε πολλαπλά ζητήματα και ιδιαίτερα σημεία, βάζοντάς μας όλους εμπρός από την δυνατή επίλυση διαφόρων προβληματικών και απόψεων, έχοντας έτσι τα ερεθίσματα να εμβαθύνουμε σε πράγματα και καταστάσεις που έμοιαζαν, αρχικά, απροσπέλαστα ή σχεδόν. Ήταν ακριβώς κατά τη διάρκεια αυτών των εμβαθύνσεων που έγιναν εμφανείς απρόσμενες δυσκολίες, αλλά που χωρίς αμφιβολία έχουν μια αξιοσημείωτη σημασία μέσα στο πλαίσιο αυτών των σκέψεων, που, αποτελεί στόχο μας, να τις κυκλοφορήσουμε σε όλες τις γλώσσες και σε όλους τους τόπους της υδρογείου, ούτως ώστε οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι να τις γνωρίσουν. Οι δυσκολίες οι οποίες αναφάνηκαν κάθε φορά που επιχειρήθηκε εμβάθυνση των ζητημάτων οφείλονται σε διαφορετικές τάξεις προβλημάτων, στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους, μεταξύ των οποίων: α) η μη τέλεια αντιστοιχία των εννοιών των λέξεων μιας γλώσσας μεταφρασμένης σε μια άλλη, διότι χάνονται σε πολλές περιπτώσεις ορισμένες ιδιαιτερότητες που έχουν, μέσα στο πλαίσιο των σκέψεών μας, θεμελιώδη σημασία! β) η διαφορετική σημασία που λαμβάνουν κατά τη διάρκεια του χρόνου, μέσα σε μια δεδομένη γλώσσα, λέξεις και έννοιες εύκολα μεταφρασμένες σε μια άλλη γλώσσα, αλλά που σε ορισμένες περιπτώσεις παραποιούνται μέσα στην μετάφραση! γ) η ιδιαίτερη χρήση συγκεκριμένων όρων και εννοιών που έκανε, κατά τη διάρκεια επίσης περιορισμένων χρονικών διαστημάτων, κάθε διαφορετικό τμήμα του κινήματος, κυρίως των νέων γενεών, σε διαφορετικούς τόπους, για αυτόν ακριβώς το λόγο κατέστη απαραίτητη η εννοιολογική προσαρμογή των λέξεων ούτως ώστε να μην απομακρύνονται πολύ από την αρχική τους έννοια, και ταυτόχρονα να μην αποκρύπτεται η ουσία της σκέψης που αποτυπώνουν. Προσκαλούμε τις συντρόφισσες και τους συντρόφους να λάβουν επαρκώς υπόψη τους τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν ώστε να ολοκληρωθεί ένα τελικό κείμενο το οποίο μέσα στις διαφορετικές γλώσσες να είναι δυνατό να προκύπτει όσο το δυνατό εγκυρότερο όσο αφορά την κατανόησή του και επίσης στους συντάκτες του να παραχωρηθούν όλα τα δυνατά ελαφρυντικά αν μονάχα εν μέρει κατάφεραν να προσεγγίσουν αυτό το οποίο είχαν βάλει σαν στόχο τους. Φυσικά θα είναι μονάχα η κατανόηση, η χαρά και η εμπιστοσύνη των συντροφισσών και των συντρόφων που θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν στο έπακρο όλες τις δυναμικές του αναρχικού σύμπαντος της αφορμαλιστικής, εξεγερσιακής και διεθνιστικής τάσης.

Εισαγωγή

Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από τη γη: το φάντασμα της Αναρχίας.

Ενάντια σε αυτό ορκίστηκαν συλλήβδην όλα τα κράτη του κόσμου! Το κεφάλαιο και οι θρησκείες! Δημοκρατικές και φασιστικές! παγκοσμιοποιητικές και εθνικιστικές ! σοσιαλδημοκρατικές! λαϊκιστικές και μαρξιστικές κάθε είδους. Από αυτό ακριβώς το γεγονός πηγάζουν δύο συνέπειες : – η πρώτη είναι ότι ο ίδιος ο αναρχισμός αναγνωρίζεται ήδη σαν μια δύναμη από πλευράς του συστήματος της τεχνο-μεταβιομηχαν-ετερο-πατριαρχικής κυριαρχίας που υποτάσσει σήμερα ολόκληρο τον κόσμο! – η δεύτερη είναι ότι έφτασε πλέον ο καιρός ώστε οι αναρχικές και οι αναρχικοί να εκφράσουν στο φως της ημέρας (όπως και στο σκοτάδι της νύχτας) μπροστά σε ολόκληρο τον κόσμο, τις ιδέες τους, τις τάσεις τους, τις επιθυμίες τους και να επιβεβαιώσουν τον πανάρχαιο αγώνα τους ενάντια σε κάθε εξουσία, συγχρονίζοντας έτσι τα βήματά τους με εκείνο τον μαύρο θρύλο του αναρχικού φάσματος συνοδευόμενο από ένα σύνολο σκέψεων για τον εικοστό πρώτο αιώνα. Αυτές οι σελίδες στοχεύουν να αποτελέσουν μια πολύ ταπεινή συνεισφορά προς αυτή την κατεύθυνση καθώς και μια ανένδοτη άσκηση αναρχικής επιβεβαίωσης, φτιάχνοντας μια ατζέντα διαλόγων στο εσωτερικό του πολύχρωμου αστερισμού των ομάδων (και των ατομικοτήτων) που συνθέτουν την αφορμαλιστική και εξεγερσιακή τάση! Λόγος για τον οποίο προτείνουμε στη θεώρηση όλων των αναρχικών των διαφορετικών περιοχών του κόσμου το ακόλουθο σύνολο των αναλύσεων, που συντάχθηκε από διαφορετικά χέρια και από διαφορετικές περιοχές του πλανήτη, ούτως ώστε να συγκεντρωθούν οι ανησυχίες, οι σκέψεις και οι πρακτικές ολόκληρου του γαλαξία των εντάσεων πέρα από κάθε γλωσσικό εμπόδιο. Ελπίζουμε ότι αυτή η προσπάθεια θα διευκολύνει την αναγκαία θεωρητικό-πρακτική ανανέωση και τον επανακαθορισμό των (θεμελιωδών) χαρακτηριστικών μας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ριζοσπαστική κριτική της εξουσίας και την ανάπτυξη της ηθικής της ελευθερίας, δίνοντας ζωή σε ένα νέο κοινό αναρχικό παράδειγμα, ικανό να προσπεράσει την παρούσα διασπορά και να αμβλύνει τις εσωτερικές διαφορές, αναγνωρίζοντας τις ασυμβίβαστες αλλά πάντα καλοδεχούμενες διαφορετικότητες, κατευθύνοντας όλες τις εντάσεις στην υποστήριξη του κοινού μας υποστρώματος και την υλοποίηση ενός διεθνούς “τόπου-χώρου” που να εμπεριέχει την άμεση ιδιοποίηση κάθε μορφής επίθεσης στις κατεστημένες αλλά και στις υπό κατασκευή εξουσίες. Εμπρός από την ντροπιαστική παράλυση των τμημάτων του αποκαλούμενου “κινήματος”, που σήμερα χειροκροτούν την εξουσία και υπακούν χωρίς επιφυλάξεις στα κελεύσματα του κράτους προωθώντας τον εγκλεισμό και “την υγιή απόσταση”-εναπόκειται σε εμάς περισσότερο από ποτέ να δώσουμε την ώθηση στην αναρχική δυναμική και να διασπείρουμε την εξέγερση στους τέσσερεις ορίζοντες, μπροστά από την επέλαση του καινούριου συστήματος της κυριαρχίας που αναπτύσσεται (πολύ περισσότερο εξουσιαστικό και θηρευτικό από κάθε άλλο του παρελθόντος και του παρόντος). Ζούμε σε καιρούς πανδημιών: σε εμάς εναπόκειται να διασπείρουμε τον ιό της αναρχικής εξέγερσης σε όλα τα σύνορα της γης μέχρι που να μην μείνει ίχνος από το υπάρχον ! Κρατάμε μια ασφαλή απόσταση από την εξουσία και ανάβουμε τη φλόγα που θα επεκταθεί από άκρη σε άκρη σε ολόκληρο το λιβάδι!

Η ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ “ΕΡΓΑΣΙΑΣ”

Εδώ και πολύ καιρό υπάρχει το αίτημα του δικαιώματος στην εργασία, του δικαιώματος στο ψωμί και, ειλικρινά, μέσα στην εργασία εκβαρβαριζόμαστε […} Εμείς οι αναρχικοί, αισθανόμαστε την ταπείνωση αυτού του αγώνα για να μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την πείνα και υπομένουμε την προσβολή να πρέπει να ζητιανέψουμε ένα κομμάτι ψωμί που μας παραχωρείται κάθε τόσο, σαν ελεημοσύνη με την προϋπόθεση να απαρνηθούμε ή να βάλουμε στο ντουλάπι τα άχρηστα εργαλεία του αναρχισμού μας (αν δεν θέλετε να χρησιμοποιήσετε παράνομα μέσα για να υπερασπίσετε το δικαίωμα σας στη ζωή, θα σας απομείνει μονάχα το νεκροταφείο σαν τόπος ανάπαυσης).

Σεβερίνο ντι Τζοβάνι

Οι δύο τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα και οι πρώτες δύο αυτού του εικοστού πρώτου αιώνα είδαν την επιθετική αναγέννηση της αναρχίας, με ιδιαίτερο τρόπο της εξεγερσιακής και αφορμαλιστικής τάσης, ειδικά στην Ευρώπη και στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Αυτό το αναρχικό “νέο ξύπνημα” οφείλεται, όσον αφορά τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του, σε δύο παράγοντες που εδραιώθηκαν και διαπλέχθηκαν μεταξύ τους ποικιλοτρόπως μέσα στο πέρασμα του χρόνου, πέρα από την, εν μέρει ευνοϊκή, συγκυρία που κατέστησε δυνατό το σημαντικό φαινόμενο του ‘68 και την ανεπανάληπτη εμπειρία του ιταλικού ‘77. Ο πρώτος παράγοντας είναι αποκλειστικά εσωτερικός στο αναρχικό κίνημα, στο βαθμό που αναπτύσσεται με αφετηρία την κριτική ενός τμήματός του, σε ορισμένους “τοπικούς” κύκλους, του ακόμη την εποχή εκείνη, μεγάλου τμήματος του οργανωμένου αναρχισμού μέσα σε δομές σύνθεσης (κατά κύριο λόγο Ομοσπονδίες) και παράπλευρες συνδικαλιστικές δομές (επαναστατικός συνδικαλισμός ή αναρχοσυνδικαλισμός). Ο δεύτερος παράγοντας που αφορά με ιδιαίτερο τρόπο αυτό το “νέο ξύπνημα” είναι η οριστική κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού (με αφετηρία το 1989), που καθόρισε σε παγκόσμιο επίπεδο την ανεπανόρθωτη κρίση κάθε μαρξιστικής ψευδαίσθησης σε όλες τις εκδοχές της και την ηχηρή χρεοκοπία της ιδεολογίας τους. Οι δύο παράγοντες αφομοιώνονται μεταξύ τους, όντας το αποτέλεσμα της “ολοκλήρωσης” ενός καπιταλιστικού κύκλου, ειδικότερα της εκδοχής που υπερίσχυε ο έντονα βιομηχανικός του χαρακτήρας καθώς και του αντίστοιχου πολιτικού του προσώπου: του κράτους-έθνους. Ο καπιταλισμός και το σύγχρονο κράτος, οι δύο συμπληρωματικές απόψεις της κοινωνικο οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας που αναδύθηκε μέσα από την μεσαιωνική κοινωνία, εξύψωσαν σε κυρίαρχο στοιχείο της ζωής των ανθρώπων την ΕΡΓΑΣΙΑ, ή μια από τις στιγμές που συναποτελούν την ανθρώπινη ζωή που μονάχα τεχνητά είναι δυνατό να κατατμηθεί σε “τομείς”. Αποτελεί γεγονός ότι, από την απαρχή της γέννησης της οικονομικής επιστήμης (δηλαδή της μελέτης, της ανάλυσης και της ερμηνείας των διαφόρων παραγόντων που συντρέχουν στη λειτουργία και την ανάπτυξη του κεφαλαίου), έφτασαν στο συμπέρασμα ότι στο να παραχθεί το κέρδος, χρειάζεται η ίδια η ανθρώπινη ΕΡΓΑΣΙΑ, ή η δαπάνη ενέργειας από πλευράς των ανθρώπων που συντονίζονται μέσα στην παραγωγική διαδικασία. Χωρίς αυτή τη δαπάνη ενέργειας από πλευράς των ανθρώπινων όντων ούτε η γη, ούτε οι πρώτες ύλες, ούτε τα υπόλοιπα παραγωγικά εργαλεία (δρεπάνι, σφυρί, αργαλειός ή βιομηχανία είναι αυτή) δεν θα μπορούσαν να αυξήσουν το επενδυμένο κεφάλαιο, το οποίο μονάχα στο τέλος του εργασιακού κύκλου είναι περισσότερο συμπαγές από το αρχικό.

Φυσικά, σε καπιταλιστικό καθεστώς το στοιχείο “εργασία” είναι έννοια που προκύπτει από τη στενή σημασία που αυτή έχει (δαπάνη ενέργειας και χρόνου από πλευράς των προλεταριοποιημένων-εργαζόμενων, δηλαδή αυτών που είναι εξαναγκασμένοι να πουλούν τους εαυτούς τους στο κεφάλαιο σε αντάλλαγμα του αναγκαίου για την επιβίωσή τους), όμως περιλαμβάνει χωρίς διάκριση το σύνολο των δραστηριοτήτων και των ανθρώπινων στιγμών που κινητοποιούνται μέσα στην παραγωγή του κέρδους : την δαπανόμενη ενέργεια των εργαζομένων με την στενή έννοια, το χρόνο που δαπάνησε ο καπιταλιστής ούτως ώστε να εκμεταλλευτεί καλύτερα το συντονισμό της ενέργειας των εργαζομένων, έτσι όπως και το χρόνο καθώς και το απαιτούμενο κεφάλαιο από πλευράς των χρηματοδοτικών δομών που είναι απαραίτητες μέσα στις διάφορες παραγωγικές διαδικασίες. Είναι αυτή ακριβώς η έννοια της εργασίας που-ενιαία με τις υπόλοιπες ιδεολογικές εκδοχές των διαφόρων επιστημών (θετικισμός, προοδευτισμός, ιστορισμός καθώς και όλων των υπολοίπων – ισμών) – στήριξε μέχρι σήμερα το σύστημα του κεφαλαίου-κράτους. Όχι τυχαία άλλωστε επινοήθηκε για την περίσταση το σλόγκαν: “Η εργασία εξευγενίζει τον άνθρωπο”, που συνοδεύει το σύστημα από την αρχική στιγμή της πρωτογενούς συσσώρευσης του κεφαλαίου και που σηματοδοτεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο το πέρασμα από την κυριαρχία του εμπορίου ως πηγής πλούτου, στην κυριαρχία της “εργασίας” ως πηγή συσσώρευσης του “πλούτου των εθνών”. ¨Όλες οι εκδοχές του “σοσιαλισμού”, συμπεριλαμβανομένου του αναρχισμού, δεν έθεσαν στην ουσία υπό αμφισβήτηση αυτή την ιδεολογία, έτσι ώστε, εξαιρουμένων των έντονων κριτικών στο καπιταλισμό για τα καταστρεπτικά και απάνθρωπα αποτελέσματα που αποτελούν την ίδια του τη φύση, επικράτησε η ιστορικιστική άποψη με έντονα μαρξιστικά χαρακτηριστικά (που όμως είχε προηγουμένως ευρέως υποστηριχθεί από τον Προυντόν καθώς και από άλλους πριν από αυτόν) σύμφωνα με την οποία ο καπιταλισμός (στην βιομηχανική του εκδοχή) θα αντιπροσώπευε την ανάπτυξη στο μέγιστο βαθμό των παραγωγικών δυνατοτήτων του ανθρώπινου είδους, καθορίζοντας έτσι την μακροσκοπική αντίφαση του ίδιου του καπιταλισμού, δηλαδή από τη μια την κοινωνικοποίηση της εργασίας (για την αναγκαία συλλογική βιομηχανική παραγωγή) και από την άλλη την ιδιωτική ιδιοποίηση (από πλευράς των καπιταλιστών) μέρους της συλλογικής εργασίας (το κέρδος). Η έλευση της επίλυσης της αντίφασης – η κοινωνικοποίηση του κέρδους σε ακολουθία της απαλλοτρίωσης των μέσων παραγωγής από πλευράς των εργαζομένων (προλεταριάτο) – θα αντιπροσώπευε στο μέλλον την υλοποίηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή τη δημιουργία της ισότιμης κοινωνίας μέσα στην οποία η εκμετάλλευση, η καταπίεση, η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο θα εξαφανίζονταν για πάντα από το πρόσωπο της γης (αναπαράσταση του μελλοντικού παραδείσου επί της γης χάρη στη δράση των ίδιων των δυνάμεων του ανθρώπινου είδους που θα ωρίμαζαν και θα αξιοποιούσαν κατά τη διάρκεια της ιστορίας τα αποφασιστικά στοιχεία προς την απελευθερωτική κατεύθυνση). Είναι μέσα στους κόλπους της “ιδεολογικο-πολιτισμικής” και υλικής κυριαρχίας του κεφάλαιου κράτους που ο αναρχισμός, επίσης κατά τη διάρκεια της πλήρους ωρίμανσης του επεξεργάστηκε, κατά τις δεκαετίες του περάσματος από τον δέκατο ένατο στον εικοστό αιώνα, το δικό του παράδειγμα, με τρόπο απόλυτα παρόμοιο, για την αλήθεια, με τα κόμματα και τα σοσιαλιστικά και κομουνιστικά κινήματα της εποχής του: η ειδική αναρχική οργάνωση και η αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, αντανακλούν την από τότε επικρατούσα αντίληψη του αναρχισμού, επικεντρωμένη επάνω στη συσπείρωση των προλεταριακών δυνάμεων μέσα σε ένα μέτωπο ικανό να πάρει στην κατοχή του τα σημαντικότερα παραγωγικά μέσα ώστε επιτέλους να τα κοινωνικοποιήσει με τη βία και να δώσει έτσι ζωή στην νέα “ελευθεριακή κοινωνία”. Η “υλική στιγμή”, ή όλα αυτά που σχετίζονται με την παραγωγή των εμπορευμάτων και κατά συνέπεια αφορά την “εργασία” και το “κέρδος”, δηλαδή την ίδια την ουσία που κυριαρχεί την καπιταλιστική κοινωνία, δεν τέθηκε ποτέ υπό συζήτηση από πλευράς καμιάς εκδοχής του σοσιαλισμού αλλά αντίθετα παραπέμφθηκε μέσα στην κεντρική υπόθεση της προφασιζόμενης απελευθερωμένης αυριανής κοινωνίας.

Μέσα στα πλαίσια μιας παρόμοιας οπτικής είναι συνεπής η στόχευση, επίσης και από πλευράς του αναρχισμού, γύρω από τον κόσμο της εργασίας, ειδικότερα επάνω στο προλεταριάτο και στους μηχανισμούς της εκμετάλλευσής του (εξαγωγή του κέρδους), πάνω στους οποίους θα ασκηθεί πίεση με στόχο την ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων, την επανάσταση διαμέσου της αναπόφευκτης γενικευμένης εξέγερσης που θα καταστήσει εφικτή την απαλλοτρίωση, από πλευράς των εργαζομένων, των κύριων και σημαντικότερων μέσων παραγωγής. Είναι προφανές, σύμφωνα πάντα με αυτή την αντίληψη, ότι τα κυρίαρχα μέσα παραγωγής σε καπιταλιστικό καθεστώς θεωρούνται απαραίτητα και αναγκαία επίσης και μέσα στην απελευθερωμένη κοινωνία! Από το γεγονός αυτό πηγάζει η προσοχή για τη διασφάλισή τους κατά τη διάρκεια της εξεγερσιακής επαναστατικής διαδικασίας με στόχο την μελλοντική χρήση τους. Δεδομένων αυτών των πραγμάτων, η επαναστατική συνδικαλιστική οργάνωση, εμπνευσμένη από τις αρχές του αναρχισμού, καθίσταται ο μοχλός διαμέσου του οποίου είναι δυνατό να επιχειρηθεί το πέρασμα στην αναρχία. Αν η ρωσική επανάσταση του 1917 φαίνεται να επιβεβαιώνει όσο αφορά συγκεκριμένες εκδοχές την αναρχική αντίληψη και ο ίδιος ο αναρχοσυνδικαλισμός ενδυναμώνεται, η λενινιστική μπολσεβίκικη αντεπανάσταση καθορίζει ένα πρώτο μπλοκάρισμα, στο βαθμό που ο καλύτερος “ρωσικός” αναρχοσυνδικαλισμός που επέζησε από την κομουνιστική εξόντωση και εξαναγκάστηκε στην εξορία, γοητευμένος μ΄ενα συγκεκριμένο τρόπο από τις μπολσεβίκικες μεθόδους προωθεί την υπόθεση μιας ειδικής οργάνωσης-αυστηρά πειθαρχημένης- η οποία θα μπορούσε υποθετικά να ανταγωνιστεί το λενινιστικό κόμμα: την “Πλατφόρμα του Άρσινοφ”.

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια παντομίμα προφάσεων αποτελεσματικότητας με κομματικές αξιώσεις, η οποία δεν κατόρθωσε ποτέ να υπερβεί την κριτική ανάλυση των πιο επιφανών αναρχικών της δεκαετίας του είκοσι του περασμένου αιώνα (Ερίκο Μαλατέστα, Καμίλο Μπερνέρι, Αλεξάντερ Μπέρκμαν, Έμμα Γκόλντμαν, μεταξύ άλλων). Είναι βέβαιο ότι η επικρατούσα άποψη της μεγάλης πλειοψηφίας του αναρχισμού της εποχής εκείνης δεν υπέβαλε ποτέ στο φως της κριτικής τα θεμέλια της καπιταλιστικής κοινωνίας και διατήρησε έτσι την εργασία ως σπονδυλική στήλη του επαναστατικού αναρχικού σχεδίου και κατά συνέπεια τον ίδιο τον αναρχοσυνδικαλισμό ως κύριο άξονα. Θα είναι ακριβώς μέσα στα πλαίσια της ισπανικής επανάστασης του 1936-39 που θα αναδυθούν σε όλη τους την αρνητική έκταση ορισμένα από τα μακροσκοπικά όρια αυτής της ιδιάζουσας αντίληψης που θεώρησε ανέκαθεν προνομιακή μια ιδιαίτερη στιγμή της ανθρώπινης εμπειρίας όταν αντίθετα θα έπρεπε να διευκολύνει τη συμβίωσή της με όλες τις άλλες στιγμές της ζωής. Η “εργασία”, με όποιο τρόπο και αν εννοηθεί, έτσι όπως κάθε άλλο στοιχείο της ζωής και του ίδιου του αγώνα ενάντια σε κάθε σύστημα κυριαρχίας, δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει, μέσα στην ελεύθερη από κάθε καταναγκασμό ζωή, καμιά απολύτως προνομιακή στιγμή πάνω στην οποία να “προσαρμοστούν” όλες οι υπόλοιπες στιγμές. Είναι μέσα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας και του κράτους, στο οποίο καθίσταται απολύτως αναγκαία η εξαγωγή της υπεραξίας (του κέρδους) ώστε να καλυφθούν οι αναγκαιότητες του κεφαλαίου και της γιγαντιαίας γραφειοκρατικής, στρατιωτικής, πολιτικής και ιδεολογικής μηχανής που τους αντιστοιχεί, που η “υλική βάση”, δηλαδή η εργασία και η οργάνωση της παραγωγής, αντιπροσωπεύει τον θεμελιώδη πυλώνα πάνω στον οποίο πρέπει να προσαρμοστούν, επιλέγοντάς τα, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του πολύπλοκου συνόλου της ανθρώπινης ζωής. Είναι μέσα στο πλαίσιο του κράτους-κεφαλαίου που βρίσκει “λόγο ύπαρξης” η διάσπαση της ζωής του ανθρώπου σε “χρόνο εργασίας”, “ελεύθερο” χρόνο, χρόνο “ανάπαυσης” κ.λ.π. μέχρις ότου οι ίδιες οι αναγκαιότητες του κεφαλαίου και του κράτους-και βρισκόμαστε ήδη στην εποχή μας-ζητούν όχι την “υπέρβαση” της διάσπασης της ζωής, αλλά αντίθετα την εναλλαγή των διαφόρων στιγμών, έτσι ώστε να απομειώσουν τη ζωή μέσα στην ολότητά της σε μια μοναδική (εναλλασσόμενη) λειτουργία εξαρτώμενη από τις ίδιες τις ροές της “παραγωγής”: η ζωή είναι πάντοτε και μονάχα χρόνος της “εργασίας”, δηλαδή χρόνος του εμπορεύματος και άρα του κέρδους.

Ο εννοιολογικός ορίζοντας που ο δυτικός μοντερνισμός (κράτος-έθνος και κεφάλαιο) καθόρισε σε πλανητικό επίπεδο κατά τη διάρκεια της θυελλώδους ιστορίας του-στο εσωτερικό του οποίου κυριαρχεί η “εργασία”-έχει σε τέτοιο βαθμό διεισδύσει μέσα στο συλλογικό ασυνείδητο και μέσα στην ίδια την αντίληψη της ζωής των ατόμων που κατόρθωσε να δομήσει τη μορφή των συμπεριφορών και της σκέψης μας έχοντας επιβληθεί σαν “παγκόσμια” συσκευή αντίληψης της ίδιας της πραγματικότητας στην υπηρεσία της ανθρώπινης εξημέρωσης που απαγορεύει την ανάπτυξη της έμφασης και της ίδιας της δύναμης της εξέγερσης, παραχωρώντας ολοένα και περισσότερο χώρο στις υπερβολές της θετικότητας. Το γεγονός αυτό είναι σε τέτοιο βαθμό αληθινό που κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών-σε ακολουθία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης η παραδοσιακή επαναστατική κριτική δεν κατόρθωσε να γρατζουνίσει έστω και ελάχιστα το σύστημα κυριαρχίας : όλες οι απόπειρες “αλλαγής” παρέμειναν πιασμένες μέσα στις παγίδες του.

Επικεντρώνοντας τώρα επάνω στον αναρχικό χώρο, χρειάζεται να σημειώσουμε ότι στο εσωτερικό των δικών μας καταστάσεων, μονάχα η εξεγερσιακή-αφορμαλιστική τάση-έχοντας φτάσει στις έπακρο των θεωρητικο-πρακτικών της συνεπειών-ήταν σε θέση να διανοίξει τις πόρτες σε ένα ισχυρό μήνυμα ανυπακοής ενάντια σε κάθε εξουσία, καθιστώντας επιτεύξιμο τον αντικαπιταλιστικό και αντικρατικό αγώνα στις ημέρες μας, κατορθώνοντας να θέσει υπό συζήτηση και να αντιμετωπίσει την υφιστάμενη κοινωνική πολιτική, προσαρμόζοντας έτσι τον αναρχικό αγώνα στην πραγματικότητα της σύγχρονης εκμετάλλευσης και καταπίεσης δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αναγκαία καταστροφή της εργασίας. Και είναι ακριβώς με αφετηρία την καινούρια εκδοχή της “εργασίας” που προέκυψε από την εφαρμογή την νέων τεχνολογιών, που κατέστη εφικτό το καινούριο παραγωγικό μοντέλο απομειώνοντας στο ελάχιστο την συμβολή της ανθρώπινης ενέργειας στον εργασιακό και μεταποιητικό κύκλο των εμπορευμάτων. Κατά τρόπο ώστε αυξήθηκε υπέρμετρα η προσαρμογή του ανθρώπινου μυαλού στις αναγκαιότητες του εμπορεύματος, απαλλοτριώνοντάς μας από την ίδια την ικανότητα να διακρίνουμε μεταξύ πραγματικών και τεχνητά δημιουργημένων αναγκών, καθορίζοντας έτσι την εναλλαγή μεταξύ πραγματικών και εικονικών αγαθών, και εκτελωνίζοντας σε τελική ανάλυση την καινούρια έκδοση του αρεστού στον καπιταλισμό σλόγκαν: “η εργασία κινητοποιεί τον άνθρωπο” στη θέση του ξεπερασμένου πλέον “η εργασία εξευγενίζει τον άνθρωπο”. Ήδη κατά τη διάρκεια της ώριμης βιομηχανικής εποχής “εφευρέθηκαν” αφάνταστα εμπορεύματα (σκεφτόμαστε τα πλαστικά), πέρα από προϊόντα ευρείας κατανάλωσης που παρόλα αυτά ικανοποιούν μονάχα επίπλαστα δημιουργημένες ανάγκες. Η διαφήμιση δεν είναι η απλή γνωστοποίηση ενός κάποιου εμπορεύματος, είναι επίσης ένα προϊόν καθαυτό, του οποίου η κατανάλωση παράγει κέρδος για όσους δεν βρίσκονται σε καμία περίπτωση μέσα σε κάποιο κύκλο παραγωγής πραγματικών αγαθών! Οι άνεργοι, οι “αιώνιοι” χωρίς εργασία, πέραν του να αντιπροσωπεύουν μια χρήσιμη απειλή στα αιτήματα των απασχολουμένων μέσα στους διαφορετικούς παραγωγικούς τομείς ,είναι επίσης παραγωγοί πραγματικού κέρδους τη στιγμή κατά την οποία καταναλώνουν “τη διαφήμιση”.

Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα αξιοποιήθηκε σε υπερβολικό βαθμό τη στιγμή κατά την οποία το σύστημα επεκτάθηκε έξω από κάθε μέτρο, διαμέσου της καθημερινής τοποθέτησης σε παγκόσμιο επίπεδο νέων τεχνολογιών ολοένα περισσότερο συστηματοποιημένων μέσα σε ένα συνολικό σύστημα απόλυτα διασυνδεμένο (σε πραγματικό χρόνο). Η λεηλασία κάθε μορφής φυσικού πλούτου μετατρέπει κάθε ζώντα οργανισμό, μεταβάλλοντάς τον σε μη αναπαραγόμενο αυτόνομα εμπόρευμα: το ίδιο το ανθρώπινο ον μαζί με τα άλλα ζώα προσαρμόζεται σιγά-σιγά στις αναγκαιότητες ολικής απαλλοτρίωσης από πλευράς των μονοπωλίων και ο ανταγωνισμός μεταξύ των κολοσσών των τεχνοεπιστημών κομίζει κάθε μέρα καινούριες αναπροσαρμογές που ξεκληρίζουν τους λίγους εναπομείναντες χώρους αυτονομίας και άγριας φύσης, είτε αφορά τους ζώντες οργανισμούς είτε τα οικοσυστήματα στο σύνολό τους.

Η ανταγωνιστική στρατηγική να φτάσεις πρώτος να εφεύρεις-προσθέσεις κάτι το ανέκδοτο με στόχο να κυριαρχήσεις στην πολλά υποσχόμενη αγορά του μετα-βιομηχανισμού, έχει μεταβληθεί σε ένα καθημερινό αγώνα όπου οι άνθρωποι, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ρουφηγμένοι μέσα στη δίνη δίχως πάτο του νεωτερισμού, αναπαράγουν το σύστημα της καταστροφής, καθορίζουν την εξάντληση κάθε φυσικής πηγής πλούτου, τη μόλυνση κάθε περιβάλλοντος χώρου σε μη αναστρέψιμα επίπεδα και πάνω από όλα πολεμικές συγκρούσεις ολοένα περισσότερο τυφλές και αιματηρές καθώς και ατιμώρητες γενοκτονίες παγκόσμιας εμβέλειας και χαρακτήρα. Μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο, όπου η ίδια η παραγωγική μηχανή είναι αντικειμενικά προγραμματισμένη στη μεταβατικότητα και στην άμεση μεταβλητότητα σύμφωνα με τους ρυθμούς της φευγαλέας κατανάλωσης και της άλλο τόσο φευγαλέας προσωρινότητας του εμπορεύματος, εικονικά υποκείμενης στις εναλλαγές των ορέξεων από πλευράς της ασταμάτητης διαφημιστικής εκστρατείας του “νεωτερισμού”, η παραδοσιακή εργασία που εκτελούνταν από πλευράς αυτού του υποκειμένου που κάποτε ήταν το προλεταριάτο απώλεσε οποιαδήποτε λειτουργικότητά της. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη από τον ειδικό, από το επαγγελματικό εργατικό δυναμικό, από την εργασιακή ικανότητα του εργάτη, ξεπερασμένου από την ίδια τη στανταρντοποίηση και από την υπερηχητική ταχύτητα των επιβαλλόμενων ρυθμών από πλευράς της τεχνολογικοποίησης ολοκλήρου του παραγωγικού κύκλου. Αυτό το οποίο ζητείται τώρα είναι η πλήρης διαθεσιμότητα, ημέρα και νύχτα, 365 ημέρες το χρόνο, σε ελαστικά ωράρια πάνω στη βάση της άμεσης και επείγουσας παραγγελίας που πρέπει να ικανοποιηθεί πριν ο ανταγωνιστής να είναι σε θέση να κάνει το ίδιο και σε τιμές ακόμη περισσότερο εξευτελιστικές.

Αυτό το πράγμα που κάποτε φαινόταν ότι είναι (και υπήρχε η πίστη ότι ήταν) το πιο ισχυρό όπλο των εργαζομένων, το οργανωτικό εργαλείο και ο συνδικαλιστικός αγώνας, μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο όχι μονάχα αντιπροσωπεύει ένα ανίσχυρο όπλο στην υπηρεσία αυτού του ίδιου του εντελώς εξωφρενικού συστήματος, αλλά επιπλέον προσλαμβάνει τον ρόλο ενός από τους κύριους πυλώνες του μαζί με άλλα στηρίγματα όχι λιγότερο σημαντικά. Αυτό το πράγμα συμβαίνει για τον απλό λόγο ότι το συνδικάτο προσαρμόζει στις αναγκαιότητες του συστήματος την ίδια τη διαθεσιμότητα του εργατικού δυναμικού, δηλαδή των υφισταμένων κοινωνικών στρωμάτων απομειωμένων σε ένα απλό παράρτημα του συστήματος-μηχανής.

Ας προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε καλύτερα αυτό το ζήτημα, με στόχο να το αποσαφηνίσουμε άπαξ και δια παντός. Η χρήση της ατμομηχανής και στη συνέχεια ο κινητήρας εσωτερικής καύσης και η ηλεκτρική ενέργεια, επέτρεψαν την αντικατάσταση της ανθρώπινης και της ζωϊκής ενέργειας, καθώς και των άλλων φυσικών δυνάμεων (νερό και άνεμος) σαν κινητήριας δύναμης, και έτσι προέκυψε η γιγαντιαία βιομηχανική ανάπτυξη των τελευταίων δύο αιώνων. Τα παραγόμενα σε ευρεία κλίμακα αγαθά, παρότι εμπορευματοποιημένα μέσα στο καπιταλιστικό κρατικό σύστημα ικανοποιούσαν, στο σύνολό τους, πραγματικές ανάγκες των καταναλωτών τους. Ο ορίζοντας μέσα στον οποίο οι επαναστατικές δυνάμεις αντιλαμβάνονταν το μετασχηματισμό της κοινωνίας, εναπόθετε στην παραγωγή των αναγκαίων αγαθών για την ύπαρξη του ανθρώπου, παρότι δεν έθετε σε συζήτηση τον ίδιο τον καπιταλισμό, μια αναμφισβήτητη αξία: τα παραγόμενα αγαθά, οι ανακαλυμμένες ενεργειακές πηγές που εφαρμόζονταν ακολούθως στη βιομηχανία, η κατασκευή νέων εργαλείων εργασίας και παραγωγής ( σκεφτόμαστε τα τρακτέρ για το όργωμα της γης, το τρένο για την μεταφορά των ανθρώπων και των εμπορευμάτων, κ.λ.π.) φαίνονταν ότι ήταν απαραίτητα ακόμη και μέσα στην μετεπαναστατική κοινωνία. Η συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων της βιομηχανίας και της γης, εννοούμενη στην επαναστατική της έννοια, προέκυπτε συνεπής με το σύνολο των αιτημάτων του προλεταριάτου που απαιτούσαν αξιοπρεπείς μισθούς, ωράρια εργασίας προσαρμοσμένα σε μια ανεκτή διαβίωση, συνθήκες υγείας στους τόπους εργασίας και κατάκτηση ολοένα περισσότερο βελτιωμένων κοινωνικών συνθηκών (συντάξεις, κοινωνική ασφάλιση εγγυημένη σε όλους, κ.λ.π.), αλλά όταν μια φάλαγγα ενσυνείδητων εκμεταλλευομένων έβαλε στόχο της να εκπορθήσει και να απαλλοτριώσει τους ιστορικούς απαλλοτριωτές των μέσων παραγωγής με σκοπό να πραγματοποιήσει την 8κοινωνικοποιημένη αυτοδιαχείριση, όχι μονάχα των εργαλείων παραγωγής αλλά και της ίδιας της εργασίας και ολόκληρου του καρπού της, αυτό το ισχυρό όπλο (η συνδικαλιστική οργάνωση) προκύπτει ανεπαρκής.

Βεβαίως, ούτε οι ίδιοι οι αναρχικοί υπήρξαν ικανοί να διακρίνουν-πλην αξιέπαινων σποραδικών εξαιρέσεων που μόλις όμως άγγιζαν την επιφάνεια- την ίδια την γιγαντιαία αντίφαση κάθε μορφής συνδικαλισμού που αποτελείται από την αναγκαία διαπραγμάτευση με τον ταξικό εχθρό μέσα στους μερικούς αγώνες καλυτέρευσης των άμεσων συνθηκών! Ο τελικός στόχος, στην πραγματικότητα, ήταν η ανακοίνωση της επικείμενης επανάστασης, περνώντας επάνω από το ζήτημα βάθους. Έτσι όπως περνούσαν επάνω και από άλλα ζητήματα που αντίθετα σήμερα παρουσιάζονται χωρίς καμιά πλέον δυνατότητα αναβολής λόγω της κρισιμότητάς τους σκεφτόμαστε για παράδειγμα τη μόλυνση της γης, του υδροφόρου ορίζοντα και της ατμόσφαιρας ή την ίδια την εξάντληση των φυσικών πόρων, ή την εξαφάνιση των ειδών και πολλών άλλων, ακριβώς για να έχουμε μια ιδέα σε τι ακριβώς πράγμα αναφερόμαστε. Η επικρατούσα αντίληψη του τελικού στόχου που βρίσκεται προ των πυλών, καρπού των ίδιων των συνθηκών του κυρίαρχου βιομηχανικού καπιταλισμού, έκανε να ωριμάζει ταυτόχρονα μέσα στην εργαζόμενη τάξη αυτό το πράγμα που θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε σαν μια πραγματική και καθαυτή “κουλτούρα”, ή μια “τάξη του κόσμου” όπου τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από την εργασία : εργασία ως κέντρο της ζωής, των γνώσεων, των διαπροσωπικών σχέσεων και της σχέσης μεταξύ των ατόμων και της φύσης, εννοούμενη αυτή η τελευταία σαν χώρος/ανεξάντλητο αντικείμενο στη διάθεση για την ικανοποίηση των αναγκών των ανθρώπων (έτσι μια παρόμοια ανθρωποκεντρική θέση προέκυπτε επίσης σαν μια “αξιοζήλευτη” κληρονομιά που ο καπιταλισμός θα άφηνε στην μελλοντική ελεύθερη κοινωνία!).

Σήμερα, μέσα σε συνθήκες ολικής δομικής αλλαγής του καπιταλισμού, με παραγωγικά συστήματα διαμορφωμένα στην επεξεργασία εμπορευμάτων που ικανοποιούν ως επί το πλείστο επίπλαστες / ψευδείς ανάγκες χρήσιμων απλά για να ενσωματώσουν την ολική χειραγώγηση του υπάρχοντος, μέσα σε γενικευμένες κοινωνικές συνθήκες όπου το περιττό έχει καμουφλαριστεί σε αναγκαίο και που τα ίδια τα αποκαλούμενα μέσα παραγωγής είναι λειτουργικά αποκλειστικά στην αναπαραγωγή παρομοίων εμπορευμάτων- ποια ακριβώς κληρονομιά θα μας έμενε στα χέρια αν όχι αυτή που σήμερα μεταβάλλεται και μας μεταβάλει σε σκουπίδια ; Τι “εργασία” θα κληρονομήσουμε αν όχι αυτή του παραρτήματος των “μηχανών” που ταξιδεύουν για δικό τους λογαριασμό είτε αφορά τους ρυθμούς, είτε αφορά τις μορφές, είτε τα αντικείμενα, εμπορεύματα που έχουν κατακλύσει την ύπαρξη μας και που καταστρέφουν την ίδια τη ζωή έτσι όπως τη γνωρίζαμε λίγο καιρό πριν ; Τι είδους γνώση θα μπορούσαμε ποτέ να κληρονομήσουμε αν όχι αυτή τη μίζερη που προέκυψε από την επιχειρημένη κατά τις τελευταίες δεκαετίες απαλλοτρίωση από πλευράς ενός συστήματος ενσωματωμένων τεχνολογιών που αναπτύχθηκαν για αυτόν ακριβώς το σκοπό, παράλληλα με τη χειραγώγηση κάθε ζώντος οργανισμού, έτσι ώστε να απομειωθεί στο μηδέν η ανθρώπινη ικανότητα, η προσωπικότητα και η εφευρετικότητα; Τι “κουλτούρα”θα μπορούσαμε να κληρονομήσουμε; Θα μπορούσε ίσως ένα συνονθύλευμα στάσεων, συμπεριφορών, “ικανοποιήσεων”-εξαρτώμενων από την αλλοτρίωση απελπισμένων που γαντζώνονται πάνω στα εμπορεύματα που καταναλώνουν ή που επιθυμούν να καταναλώσουν μέσα σε μια ολοένα περισσότερο ορμητική δίνη που τους καθιστά παραγωγούς και αναπαραγωγούς του συστήματος και που τους απομείωσε σε ενσωματωμένα παραρτήματα των μηχανισμών παραγωγής πραγματικών και εικονικών εμπορευμάτων-, να προσφέρει ένα διαφορετικό όνειρο που να μην είναι άλλο από την αντιγραφή ειδικά μελετημένων μοντέλων για αποπροσωποποιημένα όντα; Η, μήπως, θα κληρονομήσουμε αυτή την αποσύνθεση των κοινωνικών σχέσεων-που εξατμίστηκαν μέσα στην κονιορτοποίηση της παραδοσιακής βιομηχανίας και τη μετατροπή της σε αυτοματοποιημένα εργαστήρια και πληροφορικές υποδομές- όπου η αβεβαιότητα, η ολική δουλεία, η εναλλαξιμότητα των χεριών, καθιστά εξαθλιωμένους όλους τους εργαζόμενους στο ίδιο επίπεδο και ωστόσο ταυτόχρονα απόλυτα άχρηστους ;

Βέβαια, υπάρχουν εδώ και εκεί, μέσα στον Πρώτο όπως και στους άλλους εξαρτώμενους κόσμους, θύλακες πραγματικής και καθαυτής κουλτούρας, γνώσεων, τοπικών παραδόσεων, σχέσεων, γλωσσικών κωδίκων, ανθρώπινων συμπεριφορών, μέσα σε χωριά και κοινότητες περισσότερο ή λιγότερο μεγάλες, τόποι εργασίας και κοινωνικοί χώροι που παραμένουν στα περιθώρια του συστήματος! Όμως πρόκειται περί καταστάσεων που σε κάθε περίπτωση, μέσα στο γενικό πλαίσιο μετρούν πολύ λίγο, και των οποίων η επιβίωση μέχρι σήμερα οφείλεται περισσότερο στην απουσία συγκυριακών συμφερόντων και αδυναμιών του σύγχρονου κεφαλαίου κράτους, παρά σε μια δική τους καθαυτή ζωτικότητα. Είναι πάντα οι κυρίαρχοι σχηματισμοί που μετρούν και επιβάλλουν τον κανόνα, αυτοί ακριβώς που ενσωμάτωσαν μέσα στους μηχανισμούς τους κάθε μορφή εκδήλωσης της ζωής. Αν λοιπόν από παρόμοιους κυρίαρχους σχηματισμούς δεν έχουμε να κληρονομήσουμε απολύτως τίποτα – εκτός και αν με τη σειρά μας τρέφουμε την ψευδαίσθηση και είμαστε πεισμένοι ότι το σύγχρονο μοντέλο πολιτισμού (μέσα στις υλικές και τις πνευματικές του διαστάσεις) είναι χρήσιμο για την οικοδόμηση βιώσιμων κοινωνικών χώρων για όλα τα έμβια όντα, χωρίς κυβερνήτες και κυβερνούμενους, σκλάβους και αφεντικά, χωρίς γένη και ανδροκρατικά προνόμια-, τότε είναι απόλυτα συνεπές το συμπέρασμα ότι τα πάντα πρέπει να καταστραφούν. Και αν επιπλέον αναγνωρίζουμε ότι το “προλεταριάτο”, μέσα στην εκδοχή του ως “εργατική τάξη”- ή ως “συμπαγής και πραγματικά επαναστατική τάξη” που ωρίμασε τη συνείδησή του (ως “καθαυτή και για τον εαυτό της τάξη”), μεταβαλλόμενο σε “ιστορικό υποκείμενο” και κατά συνέπεια σε αντίπαλη δύναμη στο κράτος-κεφάλαιο, προορισμένο να καταστρέψει την ιδιωτική ιδιοκτησία και να οικοδομήσει την κομουνιστική κοινωνία – εξαφανίστηκε από το πρόσωπο της γης κατόπιν της αναδιάρθρωσης του καπιταλιστικού συστήματος, θα έπρεπε σε αυτή την περίπτωση να αποδεχτούμε επίσης ότι προκύπτει ως μια απόλυτη ψευδαίσθηση να εναποθέσουμε τις εξεγερσιακές μας επιθυμίες σε κάτι το εντελώς ανύπαρκτο. Και είναι επίσης άλλο τόσο συνεπές ότι το συνδικάτο-η οργάνωση των εργαζομένων, ή αυτό το πράγμα που θεαματικά θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως η παρούσα προσποίηση της οργάνωσης των εργαζομένων που είναι ενσυνείδητοι όσο αφορά τη λειτουργία τους μέσα στον ταξικό αγώνα δεν μπορεί παρά στις σημερινές συνθήκες να επιτελεί λειτουργίες συνενοχής και προσαρμογής, σταθεροποίησης και εξορθολογισμού των νέων μορφών εκμετάλλευσης, καταπίεσης και εξαγωγής του κέρδους, αναγορεύοντας τον εαυτό του σε έναν από τους ντε φάκτο θεμελιώδεις πυλώνες του κυρίαρχου συστήματος. Το γεγονός αυτό είναι τόσο αληθινό στο βαθμό που παράλληλα εξαφανίστηκε από το νοητικό ορίζοντα των ανθρώπων κάθε υπόθεση μελλοντικού παραδείσου επί της γης πέρα από τη στιβαρή επικυριαρχία των δομών του κεφαλαίου-κράτους! Δεν μας απομένει λοιπόν παρά να εξάγουμε ένα πρώτο συμπέρασμα, άπαξ απομακρύνθηκε η ομίχλη που σκέπαζε την ανάγνωση της παρόντος καπιταλιστικού σχηματισμού: από το σύγχρονο ιστορικό παρόν, και ειδικότερα από τον σχηματισμό της “εργασίας”, δεδομένου ότι δεν υφίσταται τίποτε απολύτως που να είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί μέσα σε ένα υποθετικό απελευθερωμένο μέλλον, πρέπει να καταστραφούν συθέμελα τα πάντα . Αν κάτι από όλα αυτά κατόρθωνε να παραμείνει όρθιο θα αντιπροσώπευε το άμεσο βάθρο πάνω στο οποίο θα στηρίζονταν καινούριες μορφές συγκεντρωτικής εξουσίας και άρα κυριαρχίας πάνω σε ολόκληρη τη ζωή.

Η συνειδητοποίηση της σοβαρότητας και της δριμύτητας των τωρινών συνθηκών επιβάλλει, από την άλλη πλευρά, την επείγουσα ανάγκη της καταστροφής. Η ταχύτητα με την οποία οι τωρινοί μηχανισμοί εκμετάλλευσης επιβάλλονται, καταστρέφοντας με ανεπανόρθωτο τρόπο όλα αυτά τα οποία ακόμη απομένουν από τη ζωή και από το φυσικό περιβάλλον που δεν έχει ακόμη πληγεί ανεπανόρθωτα, καθορίζει αυτήν ακριβώς την άμεση αναγκαιότητα της καταστροφής τους :  α) για να αποφευχθεί ώστε να ολοκληρωθεί το σχέδιο του θανάτου και της μεταβολής, η καταστροφή ολόκληρης της άγριας φύσης, η εξάντληση των εναπομείναντων φυσικών πόρων, η ολοκληρωτική καταστροφή των οικοσυστημάτων, η ρομποτοποίηση των ανθρωπίνων και των υπολοίπων όντων! β) για να διακοπεί η κεντρομόλος δύναμη της οριστικής πλανητικής συγκεντροποίησης της κυριαρχίας, σε διαφορετική περίπτωση στο άμεσο μέλλον θα γίνουμε απλοί παρατηρητές του ακόμη μεγαλύτερου και αναπότρεπτου κατακερματισμού κάθε υπόθεσης αυτόνομης ζωής και ανθρώπινης ελεύθερης συμβίωσης, ήδη ισχυρά πληγμένων από το ξερίζωμα και από το άδειασμα κάθε αυθεντικού τους ιστορικο-πολιτισμικού χαρακτηριστικού και της διασποράς του μέσα στο καταναλωτικό λαβύρινθο και την πιο τυφλή εξάρτηση. Διαπιστώσαμε στην αρχή αυτού του κειμένου την ισχυρή αναγέννηση του αναρχισμού στις ημέρες μας, με ιδιαίτερη έμφαση στην αφορμαλιστική και εξεγερσιακή του τάση πού είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη σε μερικές περιοχές του πλανήτη, καθιστώντας εμφανές με ποιο τρόπο οι πολύμορφες σύγχρονες δυναμικές κατόρθωσαν όχι μόνο να υπερβούν την απολίθωση του κινήματος – γοητευμένου ακόμη και σήμερα σε μεγάλο βαθμό από θέσεις που ανάγονται στο δέκατο ένατο αιώνα και θεωρητικές αγκυλώσεις που αφορούν την οργάνωση και τους τρόπους επίθεσης ενάντια στο σύστημα της κυριαρχίας- , αλλά κατόρθωσαν επίσης να εντοπίσουν τα διάφορα αδύνατα σημεία του συστήματος στο σύνολό του. Είναι ακριβώς με αφετηρία αυτό τον διαλογισμό, που καθίσταται αναγκαίο να αλλάξουμε κατεύθυνση κατά 360 μοίρες αν θέλουμε πραγματικά να προκύψουμε πολύ πιο αποτελεσματικοί αναφορικά με την επιθετική δυναμική μας. ¨Όμως αυτό θα μπορούσε να συμβεί μονάχα με την προϋπόθεση να επιτυγχάναμε να συσπειρώσουμε όλες τις διαθέσιμες δυναμικές, με τρόπο ώστε να αντιπροσωπεύσουμε μια θεωρητικό-πρακτική δύναμη σε θέση να επικεντρώσει την επίθεση και να την κατευθύνει σε καταστρεπτική διεύθυνση ενάντια στα στρατηγικά σημεία της κυριαρχίας. Είναι προφανές, πράγματι, ότι καμιά ατομική δράση ή σε επίπεδο ομάδας, όσο και αποτελεσματική θα μπορούσε να είναι, δεν είναι παρόλα αυτά σε θέση να βυθίσει το μαχαίρι μέχρι το κόκαλο του εχθρού έτσι ώστε να καθορίσει την πτώση του! Στη καλύτερη περίπτωση θα είναι σε θέση να του προξενήσει κάποιο τραυματισμό, από τον οποίο αυτός θα ανανήψει σύντομα. Αυτό ακριβώς υπήρξε το σενάριο το οποίο αντιμετωπίσαμε κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Όμως μπορούμε και πρέπει να κάνουμε περισσότερα. Ξεπερνώντας όρια και ελλείψεις, θρυμματίζοντας το εννοιολογικό πλαίσιο που μεταβάλει σε θερμοκήπιο όλα αυτά που συμβαίνουν στις ημέρες μας, ξεριζώνοντας – από σήμερα – οποιαδήποτε δυνατότητα αναδιάρθρωσης των μηχανισμών ελέγχου και ενισχύοντας στο έπακρο όλη την ενέργεια που αποκαλύφθηκε μέχρι τώρα, τόσο σε όρους ανάλυσης όσο και σε όρους καταστρεπτικής επίθεσης, εμποδίζοντας με κάθε τίμημα να πισωγυρίσουμε παραμένοντας ακινητοποιημένοι από το φόβο. Μονάχα δια μέσου του γενικευμένου ξεπεράσματος της ιδεολογικό-ηθικιστικής αντιπαράθεσης “νομιμότητα / παρανομία” και την πρακτική του διαρκούς ατομικού και ομαδικού αυτοκαθορισμού θα μπορέσουμε να καταστρέψουμε την “εργασία” και την κοινωνία που την παράγει.

ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΙΑΡΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ: ΓΙΑ ΤΗ ΡΙΖΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΥΠΑΡΧΟΝΤΟΣ

“Αντικρίζοντας κατά μέτωπο τον εχθρό, χωρίς διαμεσολαβήσεις ούτε διαβουλεύσεις: ιδού η μορφή και το σύμβολο μιας πρακτικής παρέμβασης, αναρχικής δυναμικής και κατεύθυνσης”

Ραφαέλ Σπόζιτο

Ας το θέσουμε με τους εξής όρους: ίσως να μην πρόκειται για ένα απλό ζήτημα “πίστης”, όμως πρέπει να αποδεχτούμε ότι δεν υπάρχει περισσότερο κουφός από αυτόν που δεν θέλει να ακούσει και περισσότερο τυφλός από αυτόν που δεν θέλει να δει. Ωστόσο είναι από την αρχή μια χαμένη μάχη καθώς και απόσπαση ενεργειών από την επίθεση, να δοκιμάσεις να πείσεις τους αιώνιους θεματοφύλακες των “αγίων γραφών” αναφορικά με την επείγουσα αναγκαιότητα της ανανέωσης της θεωρίας μας και της πρακτικής μας συνοδευόμενης φυσικά από ένα σύγχρονο επαναπροσδι ορισμό των χαρακτηριστικών μας. Όλοι αυτοί που δεν αισθάνονται ούτε θέλουν να δουν την αναγκαιότητα μιας νέας πορείας του αναρχισμού μέσα στα σύγχρονα πλαίσια – απέναντι από την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου και του κράτους, υπό το καθεστώς των νέων τεχνολογιών – είναι ακριβώς αυτοί που συσσωρεύουν το σύνολο των εμποδίων ενάντια στα οποία συγκρούεται η παρούσα ανάπτυξη του αναρχισμού. Όσοι ακόμη παραμένουν γαντζωμένοι στο παραδοσιακό μοντέλο του “κλασσικού αναρχισμού”, με τις οργανώσεις σύνθεσης του και / ή τα εξειδικευμένα κόμματα- δομημένες σκληρωτικά σε αυθεντικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς όπου, αναπόφευκτα, εξουσιοδοτούνται αναλυτικές μελέτες και επεξεργασίες συμπερασμάτων, κάνοντας εξ άμβωνος κατήχηση αναφορικά με το τι να κάνουμε για να αντιπαρατεθούμε στην προέλαση της κυριαρχίας – δεν κομίζουν πλέον απολύτως τίποτε με την ιδεολογικοποιημένη άποψή τους καθώς και την ίδια την ισχνή τους εκδοχή του ακρατικού αγώνα. Και στην περίπτωση κατά την οποία δεν μεταβάλλονται σε πληροφοριοδότες και / ή ανοικτοί υποστηρικτές της παρούσας ιστορικής – κοινωνικής συνθήκης, θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να μας αφήσουν εντελώς αδιάφορους, εκτός βέβαια από μια λειτουργία τους σε όρους προπαγάνδας (εντελώς αντίθετης σε σχέση με τους διαλογισμούς και τις σκέψεις μας). Είναι ολοένα περισσότερο εμφανής η ιδεολογική προκατάληψη αυτών των “κουφών” και των “τυφλών” απέναντι στην εξεγερσιακή τάση, με μια ιδιαίτερη μονοτονία ενάντια στην αφορμαλιστική οργάνωση, χωρίς βέβαια να παραλείψουν να αφήσουν καπριτσιόζικους διαχωρισμούς μεταξύ ενός προφασιζόμενου “καλού αφορμαλισμού”- πολύ πιο ανεκτικού κατά την άποψή τους- που προσκαλεί στη κοινοτική διάχυση της αλληλοβοήθειας και ενός άλλου, φοβερά απαράδεκτου και κατά συνέπεια εξεγερσιακού που προσκαλεί συνεχώς στην επίθεση ενάντια στην κυριαρχία και “βάζει σε κίνδυνο το “κίνημα” στην γενικότητά του και τον “οργανωμένο αναρχισμό” στην ιδιαιτερότητά του”. Αντίθετα από τις προκαταλήψεις των σκληρωτικών οργανώσεων και της θολής τους ιδεολογίας, επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας μέσα σε όλες αυτές τις αρνήσεις που βρίσκονται σε κίνηση! Εστιάζουμε το βλέμμα μας πάνω στο σύνολο των αναρχικών αναδυόμενων εντάσεων – από τους και τις αναρχομηδενιστές-μηδενίστριες μοναχικούς λύκους μέχρι τον queer εξεγερτισμό, για να δώσουμε ένα ζευγάρι συγκεκριμένα παραδείγματα – που μελετούν τον εχθρό με στόχο να καταλάβουν αμέσως πού να τον πλήξουν με όλες τους τις δυνάμεις. Εντάσεις που, για να χρησιμοποιήσουμε την τρέχουσα γλώσσα που φαίνεται ότι έχει επικρατήσει μέσα σε αυτά τα τμήματα του αναρχικού σύμπαντος, ταυτίζονται με τον αποκαλούμενο “αναρχισμό της δράσης”, ή μέσα στον οργανωτικό αφορμαλισμό και τη διαρκή εξεγερσιακή πράξη.

Όμως μέσα σε αυτό το σύμπαν, χρησιμοποιούνται συχνά έννοιες που -είτε σαν ταυτοτική επιβεβαίωση, είτε με στόχο να διαχωριστούν από τους άλλους αγώνες και/ ή να απεγκλωβιστούν από την ακινησία που μας περιβάλλει -δημιουργούν περαιτέρω σύγχυση, περιτυλίγοντας ακόμη περισσότερο μέσα στην πυκνή ομίχλη αυτή την ελάχιστη απαραίτητη σαφήνεια ώστε να καταστεί δυνατό να προχωρήσει μπροστά ο αναρχικός αγώνας όπως επίσης και η δημιουργία ενός κοινού υποστρώματος. Με αυτή την έννοια, είναι δυνατό να καταγραφούν, με αφετηρία αυτό το είδος “κοσμοθέασης”, μετακινήσεις και εννοιολογικοί επαναπροσδιορισμοί που, στο σύνολο, επιβάλουν μια αναστροφή που ενδεχομένως θα μπορούσε να προσδιοριστεί σαν “ριζική” και που, πράγματι, επιχειρεί να αναδιοργανώσει το πλαίσιο των αντιλήψεων και των νοηματοδοτήσεων. Παρόλα αυτά υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες πέφτουμε επάνω σε πραγματικές και καθαυτές διαστρεβλώσεις που χωρίς να το θέλουν, απομακρύνουν την ανένδοτη επιβεβαίωση των αρχών μας από την εξεγερσιακή τους ορμή. Όντας ακριβώς έτσι τα πράγματα, διαπιστώνουμε συνεχώς πως η ίδια η έννοια του “αναρχισμού της δράσης” ορισμένες φορές απομειώνεται στις ελάχιστες σημασίες της. Σε τελική ανάλυση η αναρχική δράση δεν μπορεί να κατακερματιστεί σαν ένα καρότο κομμένο σε φέτες, καθεμιά από τις οποίες θα μπορούσε να χωνευτεί ή όχι απομονωμένη από τις υπόλοιπες. Οποιαδήποτε αναρχική ενέργεια, από την άποψη του αναρχισμού της πράξης, προϋποθέτει ένα σύνολο παραγόντων: την ανάλυση, τον εντοπισμό του εχθρού, την συνολική εκτίμηση του σχεδίου(στο οποίο είναι εφικτό να συμμετέχουμε), την επίθεση και, ακόλουθα, τη συστηματοποίηση και τις θεωρητικές επεξεργασίες με αφετηρία την πρακτική εμπειρία κ.λ.π. Σε διαφορετική περίπτωση θα σήμαινε να απομειώσουμε τον ίδιο μας τον αγώνα στην περιορισμένη δράση από πλευράς μιας ομάδας ειδικών. Για όλους αυτούς ακριβώς τους λόγους θεωρούμε δόκιμο ώστε η έννοια του “αναρχισμού της πράξης” να περιλαμβάνει όλο αυτό το σύνθετο σύνολο των παραγόντων και όχι μονάχα “ τη καταστρεπτική ενέργεια καθαυτή”. Είναι σαφές ότι ο αναρχισμός της δράσης είναι ακριβώς αυτός ο οποίος δεν καταναλώνεται απλά επάνω στο επίπεδο της “ιδέας”, δηλαδή μέσα στα πλαίσια της διανοητικής επεξεργασίας, αλλά μεταφράζεται σε συγκεκριμένη επιθετική δράση ενάντια στο ισχύον σύστημα κυριαρχίας δίνοντας έτσι ζωή στην αναρχία. Όμως και εδώ επίσης καθίσταται αναγκαία μια διευκρίνηση: ορισμένες φορές, όλα αυτά που σχεδιάζονται σαν δυνατή “συγκεκριμένη δράση” δεν μεταβάλλονται απαραίτητα σε “πραγματική” επίθεση, στο βαθμό που μπορεί να υφίστανται συνθήκες που εμποδίζουν την ανάπτυξή τους προς αυτή την κατεύθυνση. Σε τελική ανάλυση, η υπό συζήτηση έννοια δεν πρέπει να περιχαρακώνεται μονάχα σε αυτούς που πραγματοποιούν την καταστρεπτική επίθεση, αλλά πρέπει να περιλάβει τις και τους συνενόχους που αναπτύσσουν άπειρες παράλληλες πρακτικές που διευκολύνουν τη τελική δράση: από την απαλλοτρίωση -πρώτα, καθιστώντας εφικτά τα κατάλληλα μέσα για την επίθεση και, έπειτα, καθιστώντας δυνατή τη δημοσίευση / εκτύπωση επεξεργασμένων θεωρητικών εργαλείων με αφετηρία την πρακτική εμπειρία, για παράδειγμα – μέχρι τέλος την ανάλυση με βάση την υλοποιημένη δράση. Αν έτσι συμβαίνει, η παλιά έννοια της “άμεσης δράσης” εισάγεται μέσα στον ίδιο διαλογισμό και ενσωματώνεται με την ιδέα του “αναρχισμού της δράσης”, όχι πλέον απομειωμένη στα κλασσικά παρεμβατικά σχήματα του (σχεδόν) εξοντωμένου εργατικού κινήματος μέσα στα πλαίσια της απεργίας – το βιομηχανικό σαμποτάζ και το μποϋκοτάζ – και ούτε άλλο τόσο σαν μια αποκλειστικά εφαρμοσμένη έκφραση στις καταστρεπτικές μας ενέργειες αλλά ως ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της αναρχικής τοποθέτησης και του προφίλ ! Κατά τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν άλλες έννοιες που επώνυμα χρησιμοποιούνται σαν “ταυτότητες” και που συχνά τυγχάνουν συγχυσμένης χρήσης. Με αυτή την έννοια, θεωρούμε ότι είναι πολύ αλαζονικό να θεωρεί κάποιος τον εαυτό του σαν τον μοναδικό φορέα μιας έννοιας με στόχο να διαφοροποιηθεί από τους “άλλους”.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η αδόκιμη χρήση του προσδιορισμού “ατομικιστής αναρχικός”: υπάρχει πιθανά η επιδίωξη της μονοπώλησης ενός χαρακτηριστικού που, στο βαθμό που είμαστε αναρχικοί, είναι αδιαμφισβήτητο για όλους μας. Ή διαφορετικά ότι όλοι οι αναρχικοί και οι αναρχικές συμφωνούν ότι καμιά ανθρώπινη ομαδοποίηση, είτε είναι μικρότερη είτε είναι μεγαλύτερη, δεν μπορεί να εξαναγκάσει την ενσωμάτωση των ατόμων, αλλά αντίθετα θεωρούμε ζωτικής σημασίας την ανάπτυξη της ατομικότητας, τη δύναμη και τις δυνατότητές της. Ως αναρχικοί, είμαστε ενσυνείδητοι του γεγονότος ότι οποιαδήποτε “ένωση”, όσο και καλοπροαίρετη θα μπορούσε να είναι, απαιτεί πάντα την παραίτηση των ατόμων από την πλήρη διαθεσιμότητα των εαυτών τους. Όντας μοναδικοί-διότι δεν είμαστε ίδιοι!- ο καθένας προσπαθεί να ενοποιήσει αυτό που έχει το κοινό με τους-τις άλλες, όχι αυτό το πράγμα που μας διαφοροποιεί από τους άλλους, σε διαφορετική περίπτωση ο συντονισμός θα ήταν αδύνατος. Ωστόσο, είμαστε πεπεισμένοι αναφορικά με το εφικτό του συντονισμού σε ιδιαίτερες στιγμές και καταστάσεις και, με στόχους εκ των προτέρων συμφωνημένους, χωρίς να παραιτηθούμε από τον ίδιο μας τον τακτικό και τον στρατηγικό αυτοκαθορισμό (που είναι ακριβώς η προϋπόθεση ώστε να υλοποιηθεί ένας διεθνιστικός εξεγερσιακός χώρος).

Βέβαια, είναι πάντα δυνατό να καταδειχθεί, ιδιαίτερα σήμερα που τα “πράγματα” ξεκαθαρίστηκαν (αλλά που δεν ήταν σίγουρα τόσο ξεκάθαρα από την αρχή) ότι δεν έλλειψε ποτέ η συμπεριφορά συγκεκριμένων “αναρχικών” (κυρίως του παρελθόντος, αλλά σίγουρα και σήμερα) που επέβαλαν παράλογους περιορισμούς διαμέσου γραφειοκρατικών οργανώσεων, γεμάτων με “δηλώσεις αρχών”, με“καταστατικά”, με “κανόνες” και χίλιους δυο άλλους περιορισμούς. ¨Όμως τη στιγμή κατά την οποία καλούμαστε να κάνουμε ένα απολογισμό και να εξετάσουμε το παρελθόν, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τις σκέψεις εκείνης της εποχής, ή διαφορετικά τις κυριαρχούσες “νοοτροπίες”, τις απατηλές αναγνώσεις του κόσμου που γίνονταν και την ιεράρχηση που δίνονταν στο σύνολο της πραγματικότητας και των γεγονότων. Τέλος, ακόμη λιγότερο δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τη γοητεία που υπήρχε, και που δυστυχώς εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και τώρα μέσα σε συγκεκριμένους χώρους, για την ποσοτική ανάπτυξη – τόσο μέσα στις οργανώσεις σύνθεσης όσο και στις συνδικαλιστικές – , στοχεύοντας στην αριθμητική αύξηση σαν μονάχα για το γεγονός να μπορέσουμε να αυξηθούμε αριθμητικά θα μπορούσε να κατέχει όλα τα “θετικά” στοιχεία, ώστε να εξαλειφθούν a priori όλες οι δυσκολίες, συμπεριλαμβανόμενης της παραίτησης, των εξουσιαστικών συμπεριφορών και της προδοσίας που εκδηλώθηκαν εδώ και εκεί σε νευραλγικές στιγμές για το αναρχικό κίνημα. Χωρίς να μιλήσουμε φυσικά για τις παρεκτροπές του “αναρχο-λαϊκισμού” που εξαπλώνεται στις μέρες μας, ένα απίστευτο ιδεολογικό μείγμα (που συναρμολογήθηκε στο εργαστήριο με τα εξής συστατικά: ο πλατφορμισμός του βέτο και ένα είδος μετα-μοντέρνου λενινισμού, αναμειγμένοι σε κατόπιν σερβιρισμένες ίσες ποσότητες) που ανακοινώνει “προοδευτικές κυβερνήσεις” στο όνομα της “Λαϊκής Εξουσίας”.

Είναι καλό να ξεκαθαρίσουμε αμέσως – με στόχο να αποφύγουμε παρεξηγήσεις αναφορικά με αυτά που μόλις γράψαμε – ότι όταν επισημαίνουμε την αδόκιμη χρήση του προσδιορισμού “ατομικιστής αναρχικός”, δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι δεν αναγνωρίζουμε την ιστορική παρουσία αυτών των μοναχικών λύκων και λύκαινων στους κόλπους της εξεγερσιακής και αφορμαλιστικής τάσης (ικανών να εξοντώσουν τυράννους και να κάνουν την κυριαρχία να τρέμει -όπως και την εθελούσια δουλεία – της εποχής τους), και την ισχυρή συνεισφορά τους στην αναρχική σύγκρουση, επίσης και στις ημέρες μας, με τις τολμηρές τους ενέργειες ενάντια σε κάθε εξουσία. Αναφερόμαστε, αντίθετα, σε εκείνη την αδόκιμη έμφαση που ορισμένες φορές προηγείται από πλευράς κάποιας ομάδας συγγένειας, σε ξεκάθαρη αντίφαση με τις ίδιες της τις προϋποθέσεις φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις να ρίξει πολύ κάρβουνο στη φωτιά και να μεγιστοποιήσει διαφορές που στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτες στο εσωτερικό της τάσης μας. Μια άλλη έννοια η οποία ξεδιπλώνεται με συχνότητα και χρησιμοποιείται με τρόπο “συνταγής για όλες τις χρήσεις” είναι αυτή της “συγγένειας”. Αντί να εννοηθεί, ως είθισται, ως μια οργανωτική εναλλακτική στις σκληρωτικές δομές της “φορμαλιστικής οργάνωσης”, πότε εννοείται σαν “αντι οργανωτικό” “κριτήριο”, άλλες φορές σαν “δομή κοινοτικής συμβίωσης” – όπως υποστηρίζουν ορισμένοι ξενέρωτοι “αναρχο”-φιλελεύθεροι, απέναντι στη πανδημία του covid-19, παραιτούμενοι από την επίθεση-, επαυξάνοντας έτσι την σύγχυση και εισάγοντας αντιφάσεις ακόμη και εκεί που δεν υπήρχαν (και όπου δεν θα έπρεπε να υπάρχουν!).

Στην πραγματικότητα ήταν μέσα στους κόλπους ιδιαίτερων γεγονότων του αναρχικού κινήματος, και διαμέσου εσωτερικών συζητήσεων που διαρθρώθηκαν σε διάφορες ιστορικές στιγμές, που η έννοια του “αφορμαλισμού” (δηλαδή των “αφορμαλιστικών ομάδων” και ΄/ ή της “αφορμαλιστικής οργάνωσης”) απέκτησαν μια δική τους ταυτότητα και ιδιαιτερότητα. Έτσι που, για παράδειγμα, συγκεκριμένες “αφορμαλιστικές ομάδες” έδρασαν επίσης και στο εσωτερικό των συνδικαλιστικών και των ειδικών οργανώσεων (παράδειγμα, η ομάδα “Nosotros” του ισπανικού Ελευθεριακού Κινήματος). Ωστόσο είναι προφανές ότι ο αφορμαλισμός (των “ομάδων”) μπορεί κάλλιστα να δράσει στους κόλπους σκληρωτικών οργανωτικών δομών που θεωρούνται “φορμαλιστικές” οι ίδιες, όχι τόσο και όχι μόνο γιατί τον φορμαλισμό τον εμπεριέχουν στο όνομα, αλλά γιατί είναι οι ίδιες αυτές οι οργανώσεις δομημένες με αυτό τον τρόπο, συγκεκριμενοποιήθηκαν με αυτό το στόχο και έχουν εσωτερικούς τρόπους λειτουργίας και επιχειρησιακές παραμέτρους που παραμένουν περισσότερο ή λιγότερο σταθερές μέσα στο χρόνο, ή που αλλάζουν με βάση τα προσυμφωνημένα. Συμπερασματικά, οι αφορμαλιστικές ομάδες μπορούν να δράσουν (και έδρασαν) επίσης και στους κόλπους της “φορμαλιστικής οργανωτικής μηχανής”. Παρόλα αυτά είναι με αφετηρία τις δυναμικές και τις συζητήσεις των τελευταίων δεκαετιών του περασμένου αιώνα που η έννοια του”αφορμαλισμού” αντιτίθεται ως οργανωτικά έγκυρη πρόταση ώστε να προσπεραστούν τα όρια και να γίνουν υπερβάσιμες οι αντιφάσεις των ιστορικών αναρχοσυνδικαλιστικών και των ειδικών αναρχικών οργανώσεων σύνθεσης : ο φορμαλισμός των σχέσεων στους κόλπους μιας φαραωνικής μηχανής που απαιτεί χρόνο και ενέργεια, με τα γραφειοκρατικά της εμπόδια και τις προκαθορισμένες μορφές των σχέσεων, εξαντλεί τους συμμετέχοντες, ακόμη περισσότερο μέσα στα πλαίσια του τωρινού συστήματος που ακολουθεί τους δικούς του χρόνους με μια ταχύτητα ολοένα και περισσότερο έξω από κάθε δυνατότητα ανθρώπινης απόκρισης.

Μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο το ίδιο το οργανωτικό εργαλείο (μέσο) μετατρέπει τον εαυτό του σε αυτοσκοπό, όχι σε ένα χρήσιμο μέσο για τους στόχους για τους οποίους υιοθετήθηκε! Από εδώ πηγάζει η αναγκαιότητα να εφοδιαστούμε με καινούρια εργαλεία, νέους τρόπους οργάνωσης, ώστε να προσαρμόσουμε τον αναρχικό αγώνα απέναντι στις νέες κυρίαρχες δομές, καλυτερεύοντας τις άμεσες σχέσεις μεταξύ των συντρόφων και των συντροφισσών οι οποίες με την ίδια τους τη ρευστότητα επαναπροσδιορίζουν την αναγκαιότητα της οργάνωσης ώστε να αντιμετωπιστούν οι αντιξοότητες καθώς και οι εσωτερικές και οι εξωτερικές δυναμικές. Όμως και πολύ φυσικά άλλωστε, όσο και αν η ένωση των συντρόφων και των συντροφισσών μέσα σε ομάδες συγγένειας μπορεί να φτάσει πολύ πιο πέρα από τα όρια και τις αντιφάσεις των σκληρωτικών δομών, των συνδικαλιστικών ή των δομών σύνθεσης – συγκεκριμενοποιούμενες σε άμεσες σχέσεις που διευκολύνουν, μεταξύ άλλων, την αμοιβαία γνωριμία και την εμπιστοσύνη-, είναι προφανές ότι αυτός ακριβώς ο τρόπος οργάνωσης από μόνος του δεν είναι αρκετός για να εγγυηθεί ότι δεν θα μπορούσαν να προκύψουν συγκεκριμένες δυσκολίες, που μονάχα η συνεχής αφοσίωση του καθενός μπορεί να προλάβει και να “ξεριζώσει”. Για παράδειγμα, η ίδια η διαφορετικότητα των προσωπικοτήτων – με διαφορετικά επίπεδα κατάρτισης, εμπειριών και ικανοτήτων σύνθεσης και ανάλυσης – που αποτελεί το χαρακτηριστικό μιας ομάδας, μπορεί να καθορίσει την εμφάνιση “φυσικών αρχηγών” (ή χαρισματικών) (για τους οποίους δεν υπήρχε καμιά πρόθεση ή επιθυμία, αλλά που προέκυψαν όμως εντελώς αυθόρμητα). Υπήρξαν ανέκαθεν προσωπικότητες που κάνουν περισσότερα από άλλες, και ορισμένες φορές καλύτερα από άλλες, και είναι άλλο τόσο προφανές ότι δεν είναι δυνατό να εξαναγκαστούν στην απάρνηση του εαυτού τους και στην απομείωση στις παραμέτρους μιας άσχημα εννοημένης “ισότητας” για “όλους” και για “όλες”. Κατά συνέπεια η αξιοποίηση του πλούτου και της συνεισφοράς του καθενός μέσα στη δραστηριότητα της “ομάδας συγγένειας”, σε αντιστοιχία με το συμφωνημένο σχέδιο αγώνα ενάντια στο υπάρχον, δεν αποκλείει την ατομική ευθύνη του καθενός απέναντι στις εσωτερικές σχέσεις που διαμορφώνονται.

Από αυτή την άποψη, ούτε η η ίδια η συγγένεια μας εγγυάται οριστικά κάτι. Θα είναι πάντοτε η διαρκής ατομική δυναμική αυτή που δημιουργεί συνεχώς τα αναγκαία αναχώματα ώστε να αντιμετωπιστούν οι στιγμές-“αυθόρμητες” ή όχι-εξουσιαστικής συμπεριφοράς και ατομικού και συλλογικού θράσους, αποφεύγοντας το σχηματισμό θυλάκων εξουσίας και συγκεντρωτικών συμπεριφορών, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα συμβεί και μέσα σε ένα υποθετικό απελευθερωμένο αύριο. (Το κράτος δεν βγήκε μέσα από το καπέλο κάποιου μάγου , αλλά αντίθετα προέκυψε από μια προϋπάρχουσα συνθήκη της συγκεντροποίησης (πολιτικής) της εξουσίας!).

Μια άλλη έννοια που αξίζει σίγουρα μια στιγμή του διαλογισμού μας είναι αυτή του “Μηδενισμού”. Πράγματι, αν την διαχωρίσουμε από την ποιητική της διάσταση και την τοποθετήσουμε απέναντι σε συγκεκριμένες συνθήκες, θα προκύψει σαφές, για όλους και για όλες, ότι η χρήση της είναι κοινή σε πολλές από τις δυναμικές που εμψυχώνουν τον σύγχρονο αναρχισμό (αφορμαλιστικό και εξεγερσιακό). Όπως επίσης είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυτή η έννοια είναι παρούσα μέσα στις γραμμές μας εδώ και περισσότερο από ένα αιώνα, υιοθετημένη από πλευράς εξεχουσών προσωπικοτήτων με μακρά εξεγερσιακή εμπειρία που στην εποχή τους αυτοπροσδιορίστηκαν ως αναρχο-μηδενιστές. Όντας έτσι τα πράγματα, αρχίζουμε υπογραμμίζοντας τις δύο εκδοχές του όρου “Μηδενισμός” (Nihil-ισμός): παρότι είναι μια άκλητη έκφραση που χρησιμοποιείται στην ονομαστική και στην αιτιατική (στα λατινικά), από τη μια πλευρά μπορεί να εκληφθεί σαν συνώνυμη του “τίποτα”, με την έννοια του “κενού” ή “nulla res”, δηλαδή απόλυτη απουσία ενός οποιουδήποτε “πράγματος”(ή πραγματικότητας)! Αλλά μπορεί να αναφέρεται επίσης και στο “τίποτα” το συγκεκριμένο, το καθορισμένο, το προδιαγεγραμμένο του οποίου ο σχηματισμός μπορεί να προκύψει από το ακαθόριστο των σταθερών και / ή των μεταβαλλόμενων μορφών. Τώρα, στο βαθμό που αποδεχόμαστε ότι από τις παραμέτρους του σύγχρονου αναρχισμού αποκλείεται a priori η διάσωση των θεμελιακών στοιχείων του τωρινού συστήματος κυριαρχίας, δεδομένης της αχρηστίας τους καθώς και της βλαπτικότητάς τους για την δυνατή “μελλοντική κοινωνία”, είναι συνεπές να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι μια παρόμοια μελλοντική κοινωνία στερείται διαγράμματα ή σχήματα τα οποία να μπορούν να την καθορίσουν και / ή να την περιγράψουν στις ημέρες μας. Αν πρέπει να καταστρέψουμε άμεσα το υπάρχον – για όλους τους λόγους που συνοπτικά αναφερθήκαμε προηγουμένως- , προκύπτει σαφές ότι είμαστε άκρατοι “μηδενιστές” με τη δεύτερη εκδοχή αυτού του όρου. Επομένως η υποτιθέμενη ριζική διαφορά εξαφανίζεται, πράγματι : από αυτή την οπτική γωνία δεν υπάρχει καμία διαφορά αντίληψης των πραγμάτων μεταξύ αυτών που προσδιορίζονται ως ατομικιστές αναρχικοί και μηδενιστές, και ωστόσο δεν εμπνέονται από ένα “προκαθορισμένο” αναρχισμό, από τη μια πλευρά, και από την άλλη αυτών που προσδιορίζονται επίσης εξεγερσιακοί αναρχικοί και που όμως δεν αποκλείουν την υπόθεση μιας δυνατής συμμετοχής κάποιου “τομέα” των αποκλεισμένων μέσα στην καταστρεπτική δυναμική της εξέγερσης, και που παράλληλα δεν την ταυτίζουν με μια υποθετική “προκατασκευασμένη αναρχική κοινωνία”. Εδώ κάνει ξανά την εμφάνισή της η παλιά προβληματική άτομο-κοινωνία και οι διαφορές μεταξύ των επωνομαζόμενων “καθαρών” ατομικιστών αναρχικών και των επωνομαζόμενων “κοινωνικών” αναρχικών, όμως πολύ πάρα πέρα από τις ετικέτες με τις οποίες ο καθένας από εμάς στολίζει τον εαυτό του, παραμένει σαφές ότι η ιστορία δεν είναι “οντολογικά” τακτοποιημένη, αλλά αντίθετα αποτελείται από αναγνώσεις και ερμηνείες των πολιτικο-πολιτισμικών δυναμικών, διαμεσολαβημένων (γιατί όχι;) από την προσωπική ευαισθησία και την ατομική δυναμική. ¨Όμως, πέρα από αυτή την ταυτολογία που σίγουρα έχει τους λόγους της – υπάρχουν ίσως γενικά και ειδικά πλαίσια που, όσο και απαραίτητα να είναι, καθορίζουν ορισμένους να αποκλείσουν οριστικά και άλλους να αποδεχθούν ότι επίσης και σήμερα υπάρχουν δυνατότητες κάποιας μορφής συμμετοχής των “κοινωνικών τομέων” μέσα στη καταστρεπτική-εξεγερσιακή διαδικασία;

Συχνά προσφεύγουμε στις αποδείξεις που μας προσφέρει η ιστορία για να συμπεράνουμε οριστικά ότι κάθε “Επανάσταση” ( στην εκδοχή της ως “λαϊκή εξέγερση ενάντια στο υπάρχον”- ή γενικευμένη εξέγερση ), πήρε πάντοτε το δρόμο καινούριων συγκεντρωτικών εξουσιών (βλέπε δικτατορίες) και ότι, από μόνη της, είναι ξένη και εχθρική στον αναρχισμό, δεδομένου ότι αγωνιζόμαστε ενάντια στην συγκεντρωτική εξουσία καθαυτή. Όμως, μόλις πάμε πέρα από αυτό το συμπέρασμα και αρχίσουμε να διακρίνουμε μεταξύ “εξέγερσης” και “Επανάστασης” και / ή θέτουμε την “επαναστατική δυνατότητα” και την πιθανή “κοινωνική συμμετοχή” στις ημέρες μας, η συζήτηση προέχει (και πολλές φορές ανάβει) διότι όποιος υποστηρίζει τη μια ή την άλλη θέση υπολογίζει επάνω σε ένα άφθονο οπλοστάσιο επιχειρημάτων, και φυσικά επίσης αυτές οι διαφορές οξύνονται ακόμη περισσότερο διότι υπερβαίνουν τις ακαδημαϊκές αψιμαχίες και εισάγονται μέσα σε αιτιολογήσεις πρακτικών και οργανωτικών συμπερασμάτων αναφορικά με την τωρινή εγκυρότητα ή όχι του “επαναστατικού σχεδίου” και, φυσικά, παραπέμπουν στις διαφορές σχετικά με την ποσοτική αντίληψη και την ακόλουθη συνεπαγόμενη ακινησία μέσα στην ελπίδα “αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών” (ή του προφασιζόμενου ξυπνήματος και της ανάνηψης της εθελούσιας δουλείας) για την επικείμενη συγκεκριμενοποίηση της γενικευμένης εξέγερσης! Πράγμα που αναπόφευκτα σε τελική ανάλυση γεννά διαφοροποιήσεις και πολεμικές που συνήθως είναι ασυμβίβαστες.

Εμπρός από αυτό το δίλημμα υπάρχουν σύντροφοι και συντρόφισσες που επιλέγουν να διακόψουν άμεσα τη συζήτηση και να την θέσουν με όρους μαύρου ή άσπρου: “ Ή θεωρούμε ότι υφίστανται συγκεκριμένες δυνατότητες οριστικής καταστροφής του ιστορικού παρόντος, ή πιστεύουμε ότι δεν υφίσταται απολύτως καμία”. Έτσι συμπεραίνουν ότι όλοι αυτοί που σκέφτονται ότι δεν υφίσταται πλέον καμιά δυνατότητα “αποκλείουν εκ των προτέρων κάθε σκέψη πάνω στο υποθετικό απελευθερωμένο αύριο και εφησυχάζουν έτσι τη συνείδησή τους, δεδομένου ότι εξαλείφουν το πρόβλημα αναφορικά με την αναγκαία συνάφεια μεταξύ των μέσων και των σκοπών καθώς και κάθε προοπτικής καταστροφής του υπάρχοντος και των συνεπειών που προκύπτουν”. Και πράγματι θα μπορούσε κάποιος να φτάσει στο συμπέρασμα ότι η ελαχιστοποίηση και / ή η άρνηση της δυνατότητας επίτευξης του στόχου, σημαίνει αυτόματα την απάρνηση “των μέσων”. Όμως πέρα από τον εικονικό αναρχικό διαλογισμό: “τα μέσα καθορίζουν το σκοπό”, σε απάντηση στο μακιαβελικό απόφθευγμα “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”, για να πούμε την αλήθεια για τους αναρχικούς και τις αναρχικές, η επιλογή των μέσων συνοδεύεται ανέκαθεν από τις ηθικές μας αρχές (άρρηκτα αντιεξουσιαστικές) και δεν καθορίζεται σε καμία περίπτωση από τον επιδιωκόμενο στόχο.

Φυσικά όσοι δηλώνουν την αδυναμία μιας εξεγερσιακής ρήξης στις ημέρες μας και έχουν τη βεβαιότητα ότι κάθε “Επανάσταση” θα καταλήξει για άλλη μια φορά σε δικτατορία- ακόμη περισσότερο εξαιτίας των συνθηκών που σήμερα επιβάλει ο πολυκεντρικός υπερκαπιταλισμός που είναι πολύ περισσότερο εξουσιαστικός, χάρη στη τεχνολογία και το γενετικό επαναπροσδιορισμό κάθε ζώντος οργανισμού – δεν χαλαρώνουν απέναντι σε όλους αυτούς που θεωρούν επιτεύξιμη την οριστική καταστροφή του συστήματος κυριαρχίας, επιμένοντας επάνω στην “αναλυτική αδυναμία” και την “ιδεολογικοποιημένη ανάγνωση” των υπερασπιστών του “μεταμοντέρνου επαναστατικού σχεδίου”. Αλλά παρόλα αυτά υπάρχουν σήμερα σύντροφοι και συντρόφισσες που θεωρούν ότι υπάρχουν δυνατότητες καταστροφής του συγκεντρωτικού συστήματος εξουσίας, κατά συνέπεια πρέπει να εκτιμήσουν καλύτερα τον συσχετισμό των δυνάμεων καθώς και τη διάδραση που μεταξύ τους αναπτύσσεται μέσα στον παρόντα ιστορικό χρόνο! Δεδομένου ότι σε αυτή την περίπτωση η “ατσάλινη θέληση του πολεμιστή”, ή της συμμαχίας των πολεμιστών και των πολεμιστριών δεν θα είναι ικανή και επαρκής έτσι ώστε να ηττηθεί ο εχθρός. Ακριβώς με αυτή τη δυναμική το “αναρχικό κίνημα”(στην ιστορική του ολότητα) παρουσιάστηκε ανέκαθεν σαν μια κοινωνικά ανατρεπτική οντότητα – διαθέτοντας τον επεξεργασμένο στόχο της ριζικής καταστροφής της θεσμικής δομής – που, αρνούμενη κάθε υπόθεση γύρω από την κατάληψη της εξουσίας, τοποθετεί το “εξεγερσιακό γεγονός” ως το αποφασιστικό γεγονός της καταστροφής του ίδιου του εχθρού.

Παρόλα αυτά είναι προφανές ότι οι τωρινές συνθήκες δεν είναι οι ίδιες με αυτές πριν ένα αιώνα. Φυσικά αυτή η δήλωση δεν αντιπροσωπεύει μια εκ των προτέρων άρνηση της κοινωνικής ανατροπής. Αν αύριο συγκεκριμενοποιηθεί η αναμενόμενη γενικευμένη εξέγερση, είμαστε πεπεισμένοι ότι θα είναι καλοδεχούμενη για όλες τις συνιστώσες (ατομικές και συλλογικές) της δικής μας τάσης, προσαρμόζοντας και κατευθύνοντας την πάντοτε προς την αναρχία ! Πράγμα το οποίο δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι θα αιφνιδιαστούμε από την γενίκευση του αγώνα των αποκλεισμένων τομέων, αλλά αντίθετα ότι παραμένουμε σε εγρήγορση απέναντι από οποιοδήποτε σήμα κοινωνικής ανατροπής με στόχο να το εξαντλήσουμε μέχρι τις έσχατες συνέπειές του. Το γεγονός ότι στις ημέρες μας η εξεγερσιακή και αφορμαλιστική τάση αναγνωρίζει την αχρηστία της διατήρησης στοιχείων του συστήματος για την μελλοντική τους χρήση και κατά συνέπεια επικεντρώνεται επάνω στην καταστροφή του υπάρχοντος, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το μέλλον στο “μηδενισμό”- καθιστώντας σαφές ότι δεν υπάρχει τίποτα το προσδιορισμένο και το προσδιοριζόμενο μέσα στον παρόν- , δεν απομειώνει με κανένα τρόπο ούτε την αξία αλλά ούτε και τη σημασία της δράσης της. Όμως αντίθετα, η κυριαρχία και η εξουσία δεν εξαφανίζονται εντελώς. Είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχει αναρχική δυναμική- στους κόλπους της τάσης με την οποία ασχολούμαστε- η οποία να μη λαμβάνει υπόψη της και να μην επιχειρεί, περισσότερο ή λιγότερο, να “βρει λύσεις”! Συχνά με μια κάποια έπαρση και ακόμη ορισμένες φορές με αυταπάτες εντελώς θαυματουργικών διαστάσεων, μακρυά από την αντιμετώπιση της κατάστασης με συγκεκριμένους όρους. Για αυτό ορισμένες φορές συναντούμε συντρόφους που-αφελώς- εντάσσουν τις αυταπάτες τους μέσα στην ίδια λογική των σχέσεων εξουσίας, χωρίς να αναρωτηθούν κάτι το διαφορετικό και φαντάζονται τον αναρχικό αγώνα σαν ένα πεδίο μάχης όπου αντιπαρατίθενται δύο μέτωπα με στόχο τον τελικό θρίαμβο! Ορισμένοι στοχεύουν αποκλειστικά στη προπαγάνδα που θα μπορούσε να αναπτυχθεί από την καταστρεπτική ενέργεια καθαυτή, θεωρώντας την ακόμη πιο αποτελεσματική αν συνοδεύεται από συγκεκριμένες αναλήψεις ευθύνης ! Άλλοι στηρίζουν τις αυταπάτες τους στη “μόλυνση” της καταστρεπτικής ενέργειας και επιλέγουν την ανωνυμία, απομειώνοντας την καταστρεπτική ενέργεια σε ένα βιολογικό ζήτημα ! Και βεβαίως, υπάρχουν και αυτοί που γαντζώνονται επάνω στην εγρήγορση ενάντια στην εθελούσια δουλεία και σε παρόμοιες θέσεις, που ταυτίζονται με αναρχο-κοινωνικές ομαδοποιήσεις, και οι οποίες έχουν ξεπεραστεί από τα ίδια τα γεγονότα και τις δυναμικές του παρόντος ιστορικού χρόνου και που, συνεχώς, καθιστούν άκυρη οποιαδήποτε γενική υπόθεση – έγκυρη σε κάθε τόπο και για όλους – μιας ανατρεπτικής καταστρεπτικής παρέμβασης. Και φυσικά γύρω από αυτό το ζήτημα αναδύεται μια άλλη παλιά έννοια αρκετά παρατραβηγμένη στις ημέρες μας : η “προπαγάνδα διαμέσου του γεγονότος”. Σε ιστορικό επίπεδο αυτή η έννοια είχε μια πολύ ιδιαίτερη σημασία μέσα στους αναρχικούς κύκλους, όντας αυθεντικά προσδιορισμένη ως διάδοση του αναρχικού ιδεώδους διαμέσου της άμεσης βίας ενάντια στην κυριαρχία, ή διαμέσου της φυσικής εξόντωσης των αντιπροσώπων της Εξουσίας και / ή διαμέσου της επίθεσης στις υποδομές της ή στις πιο εμβληματικές της εγκαταστάσεις (κυβερνητικά κτήρια, αστυνομικοί σταθμοί, στρατόπεδα, δικαστικά και νομοθετικά κτήρια, εκκλησίες, κ.λ.π.) Έτσι όπως το υποδηλώνει η συναρμογή των λεκτικών όρων, αυτή η ενεργή διάδοση των ακρατικών ιδανικών δεν θα είχε ανάγκη από την υποστήριξη των λέξεων, δεδομένου ότι είναι το “γεγονός” καθαυτό που εκφράζει το νόημα της ενέργειας, γεγονός που φυσικά δεν χρειάζεται σε καμιά περίπτωση να συνοδευτεί από κάποια συγκεκριμένη ανάληψη ευθύνης. Με αυτή ακριβώς την αντίληψη, συνδέθηκαν οι διαλογισμοί της εποχής εκείνης – εμπνεόμενοι με την “απόκτηση συνείδησης από πλευράς των προλεταριακών μαζών”- που την συνέδεαν με την γενικευμένη ιδιοποίηση των επαναστατικών μεθόδων, κατά συνέπεια απευθύνονταν παράκληση να μην υπάρχει ανάληψη ευθύνης έτσι ώστε να διευκολύνονταν η μίμηση της ενέργειας από πλευράς της πλειοψηφίας των εκμεταλλευομένων. Παρόλα αυτά ποτέ δεν υπήρξε απόλυτα βέβαιο ότι η “προπαγάνδα διαμέσου του γεγονότος” περιορίζονταν μονάχα και αποκλειστικά σε αυτό που “εξέφραζε” η ενέργεια καθαυτή. Αντίθετα, τις περισσότερες φορές συνοδεύονταν από ύστερα γραπτά και / ή υπογεγραμμένες δηλώσεις από πλευράς των εκτελεστών της – που συνήθως δημοσιεύονταν στις αναρχικές περιοδικές εκδόσεις της εποχής- όπου και εξηγούνταν ο λόγος της ενέργειας ή, εν απουσία αυτού, γίνονταν ανάληψη της ευθύνης των ενεργειών αυτών μέσα από πλήρως εμφατικά δημοσιεύματα στα οποία δοξάζονταν “οι μάρτυρες της αναρχίας” εκθέτοντας τους σωστούς λόγους που οδήγησαν στη δράση ενάντια στην κυριαρχία. Σίγουρα το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειών της “προπαγάνδας διαμέσου του γεγονότος”, εκτός από σπανιότατες και μετρημένες εξαιρέσεις, πραγματοποιήθηκαν από αναρχικούς συντρόφους και συντρόφισσες που δρούσαν εμψυχωμένοι από τις πεποιθήσεις τους και / ή σαν αντίποινα για την εκτέλεση των συντρόφων τους. Ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε μια “μίμηση” των ενεργειών από πλευράς των αποκλεισμένων κοινωνικών τομέων (είτε ήταν εμπνευσμένες από ανώνυμα γεγονότα είτε από δημοσιευμένες αναλήψεις ευθύνης). Αντίθετα η “μόλυνση” εκδηλώθηκε μεταξύ των ίδιων των αναρχικών που αποκρυπτογραφούσαν εύκολα το μήνυμα των συντρόφων τους και με αντίστοιχο τρόπο επιχειρούσαν την υπέρβαση της αναμονής των “επαναστατικών συνθηκών”, κατανικώντας το φόβο της παντοδύναμης εξουσίας δρώντας σε πλήρη συνενοχή.

Μέσα στα πλαίσια της δυναμικής του σύγχρονου αναρχισμού, όπου κάθε συνιστώσα αναζητά τη “δική της” λύση, μακριά από να αυξάνουν τις διαφορές, αναδύονται συνεχώς θεμελιακά κοινά χαρακτηριστικά για όλες και για όλους τους ενδιαφερομένους, Σε πρώτη θέση διαπιστώνουμε ότι δεν είναι ολωσδιόλου βέβαιη, για καμιά αναρχική συνιστώσα, η απόλυτη απομάκρυνσή της από το “κοινωνικό”, δεδομένου ότι- αν και συχνά δηλώνουν ότι δεν το λαμβάνουν υπόψη τους- συχνά καλούν στην εντατικοποίηση της δράσης μας και την υπέρβαση των ορίων κάθε φορά που εμφανίζεται το παραμικρό σπέρμα κοινωνικής έκρηξης. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι άλλο τόσο αλήθεια ότι οι αποκαλούμενοι “αντικοινωνικοί” δεν έχουν το ένα μάτι τους στραμμένο στην μεταεξεγερσιακή πραγματικότητα, δεδομένου ότι δηλώνουν ανοικτά ότι είναι πολύ προσεκτικοί αναφορικά με το μέλλον στο ίδιο βαθμό που είναι και για το παρόν, με την αποφασιστικότητα να κόψουν από τις ρίζες της οποιαδήποτε πρόθεση ή εκδήλωση συγκεντρωτικής εξουσίας, όσο και “επαναστατική” δηλώνει ότι είναι! Απλά δεν επιθυμούν να εγκλωβίσουν το παρόν μέσα σε περιοριστικές παραμέτρους ούτε να προσδώσουν μια καθοριστική σημασία σε όσα θα μπορούσαν υποθετικά να οικοδομηθούν αύριο πάνω στα ερείπια του παρόντος. Μέσα σε αυτή την ίδια διαδρομή εγγράφονται επίσης και “οι άλλοι”, αυτοί που ακόμη εξακολουθούν να βρίσκονται αγκυροβολημένοι μέσα στους σκληρωτικούς και γραφειοκρατικούς οργανισμούς. Παρότι αυτός ο τομέας κάνει λάθος ακολουθώντας παραδείγματα που είναι εντελώς ασήμαντα μέσα στο σύγχρονο αγωνιστικό πλαίσιο, είναι αναμφισβήτητο ότι δεν παραλείπουν από τη στόχευση να βρίσκονται όσο το δυνατό πλησιέστερα στη συγκεκριμένη πραγματικότητα, χωρίς να παραιτηθούν- παρόλες τις συνεχείς μας επικρίσεις- έστω και από μια από τις αναρχικές προϋποθέσεις, όντας ενσυνείδητοι ότι μονάχα η διαρκής εξέγερση ανοίγει τη δυνατότητα της συγκεκριμένης αντιμετώπισης του συστήματος κυριαρχίας, χωρίς και “αυτοί” επίσης, να προφασίζονται ότι μπορούν να επιβάλλουν από σήμερα ότι θα μπορούσε να συμβεί μέσα στην υποθετική μετεξεγερσιακή κατάσταση. Για την ώρα, είναι λοιπόν δυνατό να διακρίνουμε ένα είδος γενικής “προσέγγισης”, σαν διάγνωση της εξεγερσιακής και αφορμαλιστικής αναρχικής τάσης, υπογραμμίζοντας και αναγνωρίζοντας ότι μέσα στους κόλπους της υπάρχουν ασυμβίβαστες διαφορές όσο αφορά τις εντάσεις, τις προτιμήσεις και τις μορφές προσέγγισης αναφορικά με την άμεση καταστροφή του υπάρχοντος ! Όμως ένα παρόμοιο γεγονός δεν αντιπροσωπεύει με κανένα τρόπο ένα εμπόδιο στην ανάπτυξη του κοινού μας υποστρώματος ούτε αντιπαρατίθεται με τούς ιστορικούς μας στόχους που δεν είναι άλλοι από την καταστροφή κάθε μορφής κυριαρχίας, Αντίθετα αυτές ακριβώς οι διαφορές εμπλουτίζουν το έδαφος αμβλύνοντας τις αντιξοότητες -αρκετές φορές παράφορα ερεθισμένες – συσφίγγοντας την αμοιβαία αντίληψη.

Από το γεγονός αυτό πηγάζει η πρόταση της συγκεκριμένης υπέρβασης των τωρινών ορίων και των ελλείψεων από την άποψη ενός δυνατού ανανεωμένου αναρχικού παραδείγματος που δεν θα μπορεί πλέον να περιοριστεί σε κανέναν “τοπικό” χώρο αλλά αντιπαραθέτει υποχρεωτικά ένα διεθνισμό, ως πρωταγωνιστή, αναφορικά με τη συνεπή εξεγερσιακή του προβολή. Είμαστε συνεπώς μάρτυρες της εγκατάλειψης κάθε είδους βεβαιότητάς μας καθώς και της απόλυτης απέχθειάς μας αναφορικά με τις γραφειοκρατικές ιεροτελεστίες των σκληρωτικών οργανωτικών δεξαμενών, της αδιαπραγμάτευτης άρνησης των αμετακίνητων σχεδιασμών που είναι ανίκανοι να διορθωθούν και περνάμε στην εξερεύνηση των άπειρων δυνατοτήτων νέων πρακτικών ικανών να προκαλέσουν και να προωθήσουν το χάος, δίνοντας ζωή σε νέες εντάσεις που γίνονται ευέλικτες και αναγνωρίζουν τον εαυτό τους περισσότερο μέσα στις ζωτικές δυναμικές παρά μέσα στη θανατηφόρα σταθερότητα. Σήμερα οι προβλέψιμες ιστορίες δεν συγκινούν πλέον κανένα, και οι επιθυμίες επικεντρώνονται στην ανελέητη επίθεση σε κάθε μορφή εξουσίας, τρέφονται από την ευχαρίστηση της διαρκούς εξέγερσης και από το πάθος για την έκπληξη, υπερθεματίζοντας την ανακάλυψη του ανέκδοτου.

ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

Δυστυχώς ορισμένοι από τους δικούς μας αποτραβήχτηκαν, ηττημένοι από την έλλειψη πνεύματος κοιτάζοντας την επέλαση της αντίδρασης ! Άλλοι αφέθηκαν στη σαγήνη των προσφορών του εχθρού. Όμως παραμένουν στις τάξεις μας οι καλύτεροι και αυτοί καταλαμβάνουν τις περισσότερο επικίνδυνες θέσεις μέσα στο αναρχικό κίνημα. Αυτοί, εξαιτίας της οργής, ορισμένων φράσεων και λέξεων που ειπώθηκαν δίχως περίσκεψη, για λόγους καθαρά προσωπικούς ή ιδεολογικής διαφοράς, αντί να αναζητήσουν τη συμφωνία και την αλληλεγγύη μισήθηκαν και αλληλο συκοφαντήθηκαν, χάνοντας έτσι χρόνο και πολλή ενέργεια, βάζοντας στην άκρη την προπαγάνδα μέσα από τα περιοδικά για να δώσουν χώρο σε καθαρά προσωπικά γραπτά, ενώ η αντίδραση επιτάχυνε την επέλασή της και οργανώνονταν εναντίον μας. Όταν το αντιληφθήκαμε, βρεθήκαμε με τις εχθρικές ξιφολόγχες και τα πολυβόλα ακουμπισμένα στο στήθος μας. Τους τελευταίους καιρούς συμβιβάστηκαν στο ελάχιστο αυτές οι εσωτερικές συγκρούσεις, όμως παρατήρησα και διάβασα ότι ακόμη σήμερα εκδηλώνονται συνέπειες και προσωπικές μνησικακίες που με λίγη καλή θέληση μπορούν να εξαφανιστούν εντελώς μεταξύ των αναρχικών ομάδων μας. Έγινε λόγος και αρκετή δυσφήμιση πολλών συντρόφων […] ορισμένοι κύκλοι με μια παραλυμένη νοοτροπία κατηγορούν τους αναρχικούς ότι ξεπουλήθηκαν σε ποιος ξέρει ποιόν άγιο […] Δεν βλέπουν ή δεν θέλησαν να δουν τη διευρυμένη προπαγάνδα και τη δράση που διεξήχθη σε διεθνές επίπεδο [..] Σε όλες αυτές τις μηχανορραφίες και τα κουτσομπολιά δεν πρέπει να σκοντάψουμε αλλά αντίθετα να επιδείξουμε την απόλυτη περιφρόνησή μας. Επιχειρούνται τα πάντα για να μας αποπροσανατολίσουν από τον αγώνα μας ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο… Ο καθένας να δράσει σύμφωνα με την συνείδησή του και κάθε ομάδα να είναι ελεύθερη στη δράση της με αναρχικούς στόχους.

Σιμόν Ραντοβίτζκι

Αν παραμερίσουμε τις υποθέσεις που συχνά αναφαίνονται μέσα από τις διατριβές και τις αναλήψεις ευθύνης του αναρχικού εξεγερσιακού αφορμαλιστικού γαλαξία, μπορούν να γίνουν αντιληπτά πολλά κοινά στοιχεία που αξίζουν να ληφθούν υπόψη ως οι ουσιαστικές βάσεις της καινούριας διαδρομής του κινήματος, συνεπή στον αγώνα για την καταστροφή του υπάρχοντος. Και είναι ακριβώς επάνω σε αυτά τα θεμέλια που καθίσταται αναγκαίο να σταθούμε και να σκεφτούμε, με στόχο να τα εντοπίσουμε καλύτερα και να τα συζητήσουμε μεταξύ των συντροφισσών και των συντρόφων της τάσης μας με στόχο να βρούμε πιθανές κοινές συντεταγμένες ούτως ώστε ο καθένας και η καθεμιά να διευκολυνθεί για να ακονίσει καλύτερα τα όπλα του. – Ο ορίζοντας μέσα στον οποίο εννοούμε την αναρχική σκέψη και τη δράση στις ημέρες μας δεν προβλέπει μια ιδιαίτερη μελλοντική κοινωνία μετά την καταστροφή του υπάρχοντος. Στην υποθετική περίπτωση που θα επιτυγχάναμε να κατεδαφίσουμε την κυριαρχία διαμέσου της γενικευμένης εξέγερσης, συγκεκριμένα, θα είναι οι διατιθέμενες ενέργειες – συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών- αυτές που θα προτείνουν τις “κοινωνικές συμφωνίες”, αποφεύγοντας την οριστική τους αποκρυστάλλωση και αντιμετωπίζοντας κάθε στιγμή διαταγής-υπακοής, εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Οι αναρχικές και οι αναρχικοί, με όλα μας τα όρια, είμαστε ακριβώς αυτοί στο βαθμό που εμψυχωνόμαστε από την αστείρευτη ένταση ενάντια σε κάθε θεσμοθετημένη και υπό θεσμοθέτηση εξουσία, δηλαδή ενάντια σε κάθε στερεοποίηση των κοινωνικών σχέσεων με στόχο να εμποδίσουμε την οριστική τους θεσμοθέτηση- εννοούμενη όχι μόνο ως νομικά θεσμοθετημένους μηχανισμούς αλλά επίσης ως αφομοιωμένες συμπεριφορές και στάσεις από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των ατόμων, οι οποίες φυσικά επιβλήθηκαν πάνω τους κατά τη διάρκεια των αιώνων από την οικογένεια, το σχολείο, τη θρησκεία, την εργασία κ.λ.π. Την αναρχία, εννοούμενη μέσα στην εκδοχή της ως αναρχική κοινωνία δεν είναι δυνατό ποτέ να τη φανταστούμε και να τη σκεφτούμε σαν μια οριστική κατάκτηση, αλλά αντίθετα σαν μια κοινωνία σε αναβρασμό και διαρκή μεταβολή, όπου διατηρούνται και ενδυναμώνονται- ενάντια στους ανέμους και τις παλίρροιες – οι συνθήκες και οι σχέσεις που αρνούνται την εγκυρότητα σε οποιαδήποτε συγκεντρωτική /θεσμοθετημένη εξουσία ! Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, κάθε φορά που θα εμφανισθούν πιθανές εξουσιαστικές συμπεριφορές και στάσεις (συμπεριλαμβανομένων αυτών που αυτοανακηρύσσονται επαναστατικές), θα χρησιμοποιήσουμε τα αναγκαία όπλα και τις πανοπλίες έτσι ώστε να τις καταπνίξουμε άμεσα. – Ως αναρχικοί δεν μπορούμε ούτε θέλουμε να επιβάλλουμε τίποτε σε κανένα- σε αντίθετη περίπτωση αρνούμαστε τον εαυτό μας- , αγωνιζόμαστε ακούραστα ενάντια σε κάθε θεσμό, ενάντια σε κάθε αρχή (εξουσία) και ενάντια σε κάθε οργανισμό που, παρά τη θέλησή μας, ιδρύεται, ή προτίθεται να ιδρυθεί σε βάρος μας (και σε βάρος όλων των άλλων), περιορίζοντας την πλήρη ελευθερία. Από αυτή την οπτική, είμαστε απόλυτα ενσυνείδητοι του γεγονότος ότι χιλιετηρίδες κυριαρχίας δόμησαν μέσα στην κοινωνία την εθελούσια δουλεία (στη σύγχρονη πραγματικότητα απελπισμένα γραπωμένη επάνω στην απεριόριστη κατανάλωση αγαθών) που σήμερα απαιτεί ένα πολύ περισσότερο επίπονο και δαπανηρό αγώνα σε σχέση με το παρελθόν! Όμως ως αναρχικοί, συχνά, μπορούμε να επωφεληθούμε από πολύ περισσότερο εκλεπτυσμένες ευαισθησίες και επιχειρησιακά εργαλεία που, υπερβαίνοντας όλους τους λαϊκισμούς, καθιστούν δυνατό να διαχωρισθεί η ευθύνη του αφεντικού από αυτή του δούλου. –

Όλες αυτές οι προϋποθέσεις δεν προκύπτουν σε καμία περίπτωση σαν διανοητικές ενσταλάξεις μιας χούφτας πεφωτισμένων, αλλά έχουν τις ρίζες των λόγων τους μέσα στο ολοένα περισσότερο παντοδύναμο και καρκινογόνο κοινωνικό πλαίσιο που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Από ένα παρόμοιο πλαίσιο διαφαίνεται η μη δυνατότητα “διάσωσης” του παρόντος και, παράλληλα η επείγουσα ανάγκη της καταστροφής του, με στόχο την αποτροπή της περαιτέρω και οριστικής κατάκτησης ολόκληρου του ζωτικού χώρου και της κατοικίας των ανθρώπων και των άλλων ζώων, έτσι όπως και ολόκληρης της φύσης όπως μέχρι τώρα την γνωρίζαμε, κατευθύνοντας τη δράση μας προς την ολική απελευθέρωση του πλανήτη και κάθε ζώντος οργανισμού. Είναι ακριβώς αυτοί οι ίδιοι αρκετά συγκεκριμένοι και “υλικοί” λόγοι που εμψυχώνουν τον αναρχικό εξεγερσιακό και αφορμαλιστικό γαλαξία ο οποίος, κατά συνέπεια, κατευθύνει τις ενέργειές του στη καταστροφή του υπάρχοντος. Παρόλα αυτά υπάρχουν όρια που εμποδίζουν να συγκεκριμενοποιηθεί μια παρόμοια καταστροφή, εν μέρει εξαιτίας της δομικής μεταβολής της εξουσίας, και το γεγονός αυτό απαιτεί, ωστόσο, την προσαρμογή των οργανωτικών εργαλείων και των μεθόδων που θα μας επέτρεπαν να επιτύχουμε αποτελέσματα.

Αντικειμενικά είναι αναγκαίο να παραβλέψουμε την επίθεση στα “σύμβολα”- που αντιπροσωπεύουν τον εχθρό- ώστε να την κατευθύνουμε στη διαρκή έφοδο ενάντια στις δομές και στις υποδομές του (πού αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ουσίας του). Συχνά, άθελά τους, οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι σπαταλούν ενέργειες και αποθέματα επιτιθέμενοι σε “στόχους” που, αν και δεν είναι ολοκληρωτικά άχρηστοι, σίγουρα είναι ασήμαντοι αναφορικά με την καταστροφή του υπάρχοντος. Χωρίς αμφιβολία, αυτά τα όρια εξακολουθούν να υφίστανται εξαιτίας της βαριάς αποσκευής του παρελθόντος την οποία μεταφέρουμε μαζί μας, αποτελούμενης από παλιές αντιλήψεις αναφορικά με την “ταξική σύγκρουση”, πράγμα που μας οδηγεί αναπόφευκτα να πετάμε τα βέλη μας σε λανθασμένη κατεύθυνση. Να κατανοήσουμε-ολοένα περισσότερο-το τωρινό κυρίαρχο σύστημα, θα μας επιτρέψει να διαχωρίσουμε τον πυρήνα και το τσόφλι, την ουσία του και την περιφέρειά του. Είναι προφανές ότι μια παρόμοια επιχείρηση δεν μπορεί να υλοποιηθεί ούτε μόνο από εμάς αλλά ούτε και από την πλευρά μιας ομάδας ατόμων όσο και αυτό να είναι επιθυμητό. Αυτή την έλλειψη, αυτό το όριο για να το υπερβούμε χρειάζεται η συνδρομή όλων των διαθέσιμων δυνάμεων.

Από το γεγονός αυτό πηγάζει η επείγουσα αναγκαιότητα ενός “τόπου”, ενός “χώρου” που να επιτρέπει τις ευκαιρίες συζήτησης, της αμοιβαίας γνωριμίας, της ανταλλαγής των εμπειριών και των γνωσιολογικών και υλικών εργαλείων, που να διευκολύνει το διαμοιρασμό των διαφόρων σχεδίων, τη διεύρυνση των εκλεκτικών συγγενειών που επιτρέπουν μεγαλύτερες προσεγγίσεις, μέχρι το σημείο να αναδημιουργήσουν- σε πλανητικό επίπεδο- όλα αυτά που επιθυμούμε με όλες μας τις δυνάμεις: μια ασυγκράτητη καταστρεπτική δύναμη, χωρίς καμία απολύτως συνιστώσα να χρειαστεί να παραιτηθεί από τον τακτικό και το στρατηγικό της αυτοκαθορισμό καθώς και από το σύνολο των προοπτικών που την χαρακτηρίζουν. – Αν είναι αλήθεια ότι καμιά συνιστώσα (ατομική ή συλλογική) του αναρχικού εξεγερσιακού και αφορμαλιστικού γαλαξία προφασίζεται ότι κατέχει το μονοπώλιο του αγώνα ενάντια στο υπάρχον! Αν είναι αλήθεια ότι κανείς μέσα στον γαλαξία μας δεν δηλώνει ότι κατέχει “την αποτελεσματική συνταγή” της νικηφόρας επίθεσης ενάντια στο κυρίαρχο σύστημα, πρέπει να συμφωνήσουμε κατά συνέπεια ότι ο καθένας έχει αρκετούς χρήσιμους λόγους για να συνεχίσει να δρα όπως δρούσε, έχοντας συνείδηση των ορίων του είτε όσο αφορά το επίπεδο της ανάλυσης είτε όσο αφορά το επίπεδο της δράσης (δεδομένου ότι οι δύο στιγμές διαπλέκονται στενά). Η συνείδηση της αναγκαιότητας και του επείγοντος να δράσουμε με καταστρεπτικό τρόπο, δεν μπορεί να παραβλέψει την εκτίμηση των σχέσεων δύναμης που είναι υπαρκτές στο πεδίο : πράγματι, όπως όλοι μας διαπιστώσαμε αυτά τα τελευταία χρόνια, καμιά συνιστώσα- από όσο γνωρίζουμε- του αφορμαλιστικού και εξεγερσιακού γαλαξία, παραιτείται ούτε από το στόχο της δράσης μας, δηλαδή την Αναρχία, ούτε από την “προπαγάνδα διαμέσου του γεγονότος”. Μπορούμε να δηλώνουμε ότι θέλουμε, όμως η ίδια μας η συνείδηση παραδέχεται (άμεσα ή έμμεσα) ότι οι σχέσεις δύναμης, αυτή τη στιγμή, είναι ευνοϊκές για τον εχθρό. Από την άλλη πλευρά πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν είναι εντελώς αλήθεια ότι οι αποκαλούμενοι “κοινωνικοί αναρχικοί” της εξεγερσιακής και αφορμαλιστικής τάσης – κατά συνέπεια με τον αποκλεισμό των “αναρχο-λαϊκιστικών / νεο πλατφορμιστικών διαστρεβλώσεων – τοποθετούν κάθε τους αυταπάτη αποκλειστικά επάνω στο “κοινωνικό”, ούτε ότι στηρίζονται μονάχα επάνω στον “αυθορμητισμό των μαζών” στην αναζήτηση από πλευρά τους του σωστού δρόμου για την οριστική καταστροφή της τωρινής κυριαρχίας ! Αν ήταν έτσι, δεν θα υποστήριζαν ούτε θα υποδαύλιζαν καμιά εξεγερσιακή απόπειρα και θα ανέμεναν ώστε η απογοήτευση των “μαζών” να εκραγεί αυθόρμητα και να προκαλέσει την εξέγερση.

Πρέπει κατά συνέπεια να παραδεχτούμε ότι οι αναρχικοί και οι αναρχικές, μόνοι μας, δεν έχουμε την αναγκαία δύναμη για να καταστρέψουμε το ιστορικό παρόν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η δυναμική του ενός ή του άλλου κατευθύνεται προς αυτό το στόχο. Ταυτόχρονα είναι καλό να υπογραμμίσουμε ότι το ζήτημα βάθους από πλευράς εκείνων των κριτικών του τομέα του γαλαξία που “δεν στοχεύει στο κοινωνικό”, δεν πέφτει από το πουθενά αλλά βασίζεται στην άρνηση της κοινωνίας στο βαθμό που αυτή είναι δομικό παράρτημα του συστήματος κυριαρχίας, και σαν τέτοια είναι μια αναμφισβήτητη συνεργάτης και αναπαραγωγός της εξουσίας.  Σε τελική ανάλυση, επειδή κανείς δεν κατέχει την αλάνθαστη συνταγή για να φτάσει στην αναρχία είναι επίσης συνεπές ότι σε κάθε περίπτωση δρούμε με την πρόθεση να καταστρέψουμε το υπάρχον. Λέγοντας το διαφορετικά, οι επιθέσεις μας είναι σε κάθε περίπτωση συγκεκριμένες, όμως σε σύγκριση με τον προσδοκώμενο στόχο είναι περιορισμένες (πάντοτε και σε κάθε περίπτωση) να είναι απλές απόπειρες που είτε μπορούν είτε δεν μπορούν να προσεγγίσουν το στόχο της καταστροφής του κράτους-κεφαλαίου, αλλά και που σε τελική ανάλυση πρόκειται μονάχα για απόπειρες όχι για βεβαιότητες. Κατά συνέπεια ο καθένας- με ένα ελάχιστο ταπεινοφροσύνης- θα έπρεπε να αναγνωρίσει τη χρησιμότητα της αμοιβαίας “συνεργασίας” μεταξύ των δύο μορφών αγώνα (αναμφίβολα παρούσες μέσα στον αφορμαλιστικό γαλαξία μας), ή τουλάχιστο να αφήσει ανοικτή τη δυνατότητα μιας πιθανής εξέλιξης προς αυτή την κατεύθυνση. Και σε αυτό το σημείο ανοίγεται επίσης ένα παράθυρο προς μια νέα – και σε κάθε περίπτωση όχι χωρίς προηγούμενο μορφή αντίληψης του αναρχισμού “της δράσης” και της προοπτικής για έναν αναρχισμό χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς.

Υπάρχει ένα ζήτημα ουσιαστικής σημασίας που αναφαίνεται από τα θέματα με τα οποία καταπιαστήκαμε μέχρι τώρα: αν η αναρχική αντίληψη του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και το κράτος – δομημένη από την κυρίαρχη βιομηχανική πραγματικότητα-, θεωρητικοποιούσε ταυτόχρονα την καταστροφή και την μετεπαναστατική ανοικοδόμηση σε παγκόσμιο επίπεδο (απλοποιημένη μέσα στην φημισμένη φόρμουλα : απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής και συλλογική διαχείρισή τους= γενικευμένη κοινωνικοποίηση!), η αναρχική αντίληψη της αφορμαλιστικής και κατά συνέπεια εξεγερσιακής σύγχρονης τάσης, αντιλαμβάνεται τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο, με ιδιαίτερη έμφαση αναφορικά με το υποθετικό “απελευθερωμένο μέλλον”, δίνοντας προτεραιότητα στην καταστρεπτική στιγμή και παραμένοντας περισσότερο περιορισμένη πάνω στην ανάλυση των επιβεβλημένων συνθηκών από πλευράς της τωρινής κυριαρχίας. Το γεγονός αυτό οφείλεται, όπως προείπαμε, στην συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι δεν υπάρχει κληρονομιά για να διασωθεί όσο αφορά τη μελλοντική διαχείριση της ζωής μας ! Αυτό σημαίνει ότι, δεδομένου της ανυπαρξίας έγκυρων ενδείξεων που να ισχύουν παντού (“παγκόσμιου” χαρακτήρα), κάθε τόπος, κάθε λαός, κάθε περιοχή, κάθε γεωγραφικό πλαίσιο θα πάρει στα χέρια του την ευθύνη να καταστρέψει και να οικοδομήσει (αν θεωρηθεί απαραίτητο). Όμως, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, ο “αυθορμητισμός των μαζών” δεν είναι ένας ικανός παράγοντας για να συγκεκριμενοποιήσει την καταστροφή των πυλώνων του μεταβιομηχανικού (ή υπερτεχνολογικού) κράτους-κεφαλαίου από μόνος του, ωστόσο οι αναρχικές και οι αναρχικοί των διαφόρων και διαφορετικών ανθρωπογεωγραφικών καταστάσεων πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη όχι μονάχα να κατευθύνουμε στη σωστή πορεία τα καταστρεπτικά μας βέλη, αλλά επίσης να είμαστε “αξιόπιστοι” και αναγνωρίσιμοι από πλευράς των πολύμορφων εξεγερσιακών καταστάσεων, μέσα στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο που επιχειρούμε. Από το γεγονός αυτό απορρέει η αδιαμφισβήτητη αναγκαιότητα της γνώσης του χώρου, των προσώπων που τον κατοικούν και, κατά συνέπεια, ο εντοπισμός και η καταστρεπτική επίθεση όχι τόσο ενάντια στα σύμβολα της εξουσίας, αλλά αντίθετα ενάντια στις δομές και στις υποδομές, στους νευραλγικούς πυρήνες διαμέσου των οποίων παράγεται και αναπαράγεται διαρκώς το υπάρχον σύστημα κυριαρχίας. Δεν πρόκειται μονάχα για το γεγονός ότι οι “λύσεις” της επίθεσης και της ενδεχόμενης “μετεξεγερσιακής οικοδόμησης” απαιτούν και στις δύο περιπτώσεις τη συμμετοχή όλων αυτών που κατοικούν το συγκεκριμένο χώρο, αλλά επίσης ότι αυτές οι “λύσεις” δεν θα είναι ποτέ οι ίδιες για όλο τον πλανήτη, παρόλη την τρέχουσα συνεχή ομοιογενοποίηση των πάντων σε πλανητικό επίπεδο. Όπως είναι δυνατό να γίνει άμεσα αντιληπτό, αυτό ακριβώς το στοιχείο ουσιαστικής εκτίμησης της κατάστασης αναζητά επειγόντως την αντιπαράθεση μεταξύ των διαφορετικών πυρήνων του αφορμαλιστικού αναρχικού γαλαξία και την ανταλλαγή των εμπειριών από τις οποίες ο καθένας θα μπορεί να αντλήσει τα στοιχεία και τις προϋποθέσεις για τη δράση του, μέσα σε οποιοδήποτε γεωγραφικό πλαίσιο. Ως προς το τελικό συμπέρασμα αυτών των θεωρήσεων, χωρίς αμφιβολία μακρών και ίσως βαρετών, θεωρούμε ότι είναι δυνατό να εντοπιστούν ορισμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την αφορμαλιστική και εξεγερσιακή τάση του σύγχρονου αναρχισμού, που πιθανά ιχνηλατούν ένα διαφορετικό παράδειγμα πολύ πιο ενεργητικό και λειτουργικό στον αγώνα ενάντια στην υπάρχουσα κυριαρχία, αν συγκριθεί με το παλιό μοντέλο του “κλασικού αναρχισμού”:  την αναγκαιότητα πορείας κατευθύνοντας την επίθεση ενάντια στις βάσεις της κυριαρχίας και όχι ενάντια στα σύμβολα του συστήματος, ενσυνείδητοι του αναλαμβανόμενου επιθετικού έργου χωρίς αποκλεισμό χτυπημάτων, και ενσυνείδητοι του γεγονότος ότι η αντικειμενική μας κατάσταση και η καταστρεπτική δράση είναι ακριβώς αυτές που μας αναλογούν. Δεν έχουμε να κληρονομήσουμε απολύτως τίποτε και ωστόσο δεν υπάρχει τίποτε που να πρέπει να διαφυλαχθεί για αύριο!  Δεν έχουμε βεβαιότητες για να καλλιεργήσουμε, αλλά την δυνατότητα ότι με την επιχειρησιακή δράση όλων μας – καθένας και καθεμιά σύμφωνα με τις παραμέτρους του-, θα μπορέσουμε να κατεδαφίσουμε άπαξ και δια παντός κάθε σύστημα κυριαρχίας και ολόκληρο το υπάρχον.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η οριστική καταστροφή της κυριαρχίας είναι μονάχα μια “δυνατότητα”, δεν περιορίζει τη καταστρεπτική δράση μας ούτε μας αποπροσανατολίζει από την ανηλεή επίθεση (εδώ και τώρα) σε κάθε μορφή εξουσίας ενσαρκώνοντας έτσι την διαρκή εξέγερση! – δεδομένου ότι δεν υπάρχουν “παγκόσμιες συνταγές”, επαφίεται στις συντρόφισσες και τους συντρόφους που παρεμβαίνουν μέσα στις δικές τους ιδιαίτερες περιοχές να εντοπίσουν τις καλύτερες προοπτικές για την αναρχική παρέμβαση, προωθώντας τις, και / ή συμμετέχοντας στις εξεγέρσεις των περισσότερο ριζοσπαστικοποιημένων τομέων των αποκλεισμένων – όντας ικανοί να κατευθύνουμε την εξέγερση προς τη καταστροφή και την εξόντωση των ομάδων εξουσίας που επιτρέπουν και / ή διαιωνίζουν την κυριαρχία και την εκμετάλλευση, συμπεριλαμβανομένων των ψευδών “κριτικών”- ή δρώντας ενεργητικά είτε σαν ομάδες συγγένειας είτε σαν αναρχικές ατομικότητες, επικεντρωμένες στη διαρκή επίθεση, ανηλεή και άμεση, στην κυριαρχία! – η κοινωνική πολυπλοκότητα και η “μεγαμηχανή” της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης βρίσκονται σε διαρκή διαδικασία μεταβολής, γεγονός που απαιτεί τη συνεισφορά κάθε διαθέσιμης ενέργειας για να καταστεί δυνατό να καθαριστεί η πυκνή ομίχλη που τη σκεπάζει και έτσι να προσανατολιστούν συγκεκριμένα οι σκέψεις μας και οι αναλύσεις μας, ανανεώνοντας την επιθετική μας ικανότητα και ενδυναμώνοντας την επέκταση της διαρκούς εξέγερσης.

Προκύπτει έτσι χωρίς καμιά δυνατότητα αναβολής σε διεθνές επίπεδο να δώσουμε τη δυνατότητα δημιουργίας “χώρων-στιγμών” αμοιβαίας γνωριμίας, κριτικής και αυτοκριτικής, ανταλλαγής εμπειριών και δυνατότητας να αναπτύξουμε σχέσεις συγγένειας που να υλοποιούν αυτό τον καινούριο τρόπο αντίληψης και πρακτικής του αναρχισμού με περισσότερο ενεργητικό τρόπο, διευκολύνοντας την βίαιη επίθεση στην κυριαρχία, κατευθύνοντας τις δυνάμεις μας προς την καταστροφή του ιστορικού παρόντος και ενσαρκώνοντας έτσι την στασιαστική ουσία της αναρχίας στις ημέρες μας. Αυτό το τεράστιο έργο για να μπορέσει να υλοποιηθεί απαιτεί την αποφασιστική άρνηση της λογικής του εχθρού ( τη λογική της εξουσίας)! Αποφασιστική άρνηση, λοιπόν, των προτάσεων των “συντακτικών”, των “δημοκρατικών συνελεύσεων” και των κινημάτων των “πολιτών”, που επιτυχώς εμπλουτίζουν συνεχώς το εγχειρίδιο ενσωμάτωσης από πλευράς του συστήματος, προτρέποντάς μας να καταλάβουμε τις πλατείες και να αυτοδιαχειριστούμε την εξαθλίωσή μας μέχρις ότου να εμφανιστεί κάποιο κόμμα που να κεφαλαιοποιήσει ξανά την εμπειρία και να ενδυναμώσει έτσι την κυριαρχία. Από αυτό προκύπτει η επείγουσα ανάγκη της αντίληψης ενός αναντίρρητου γεγονότος : Η εξέγερση θα είναι τόσο περισσότερο ριζοσπαστική όσο λιγότερο κωδικοποιημένη θα μπορεί να διαρκέσει! Εννοώντας την πλέον όχι σαν ένα γενικευμένο επεισόδιο, συμπαγές και οριστικό της ανθρώπινης περιπέτειας, αλλά αντίθετα όταν την φανταζόμαστε σαν εκατοντάδες και χιλιάδες εξεγέρσεις, πάντοτε διαρκείς και μέσα στις οποίες δισεκατομμύρια ζώντα όντα εξεγείρονται και εξερευνούν την ολική απελευθέρωση του υπάρχοντος.

Για επικοινωνία: corrispondenzeanarchiche.wordpress.com

freebirdsinter@protonmail.com 

Πηγή: athensindymedia

Απόσπασμα: “Βία” από L

Σημείωση: Κείμενο από το 2013 δημοσιευμένο στην Μηδενιστική Πορεία

 

Αυτό το σύντομο κείμενο είναι μέρος μιας συλλογής κριτικών κειμένων, που βρίσκεται σε εξέλιξη, σχετικά με τον “αστικό αναρχισμό“, όπως αυτός διατυπώνεται από τους Venona Q και τις εκδόσεις Dark Matters και επίσης μια απάντηση στη δήλωση, που έκανε η Αναρχική Ομοσπονδία της Αγγλίας και το Libcom, με την οποία αποκήρυσσαν το μη θανατηφόρο πυροβολισμό του διευθύνοντος συμβούλου της Ansaldo Nucleare, Roberto Adinolfi, στη Γένοβα της Ιταλίας(1). Δύο αναρχικοί σύντροφοι, ο Nicola Gai και ο Alfredo Cospito έχουν κατηγορηθεί για την ενέργεια, για την οποία έχει αναλάβει την ευθύνη ο πυρήνας Όλγα της FAI/IRF. Αλληλεγγύη στους κατηγορούμενους, που βρίσκονται στη φυλακή της Φερράρα, στην Ιταλία. Αυτό το απόσπασμα είναι, μάλλον, απλά μια σκόρπια σειρά σκέψεων, τα αποτέλεσματα ενός σημειωματάριου και ενός βροχερού απογεύματος, παρά ένα “μανιφέστο” ή το είδος εκείνου του στεγνού πολιτικού λόγου,  στον οποίο απαντάει.

I. “Έχουμε κάνει δεκάδες επιθέσεις σε στόχους του συστήματος, με ιδιαίτερα καταστροφικά υλικά αποτελέσματα και ήμασταν και θα είμαστε πάντα ακριβείς. Στοχεύουμε συγκεκριμένα τους θεσμούς και τους αξιωματούχους του συστήματος, προσέχοντας ιδιαίτερα να μην τραυματίσουμε κάποιον που δεν είναι στόχος για εμάς.” ΣΠΦ

Η βία δεν είναι ούτε καλή, ούτε κακή. Είναι η βάση που το κράτος στηρίζει την κυριαρχία του και τη συναίνεση. Όποιος σπάει αυτήν τη σχέση θεωρείται συνήθως εγκληματίας και/ή τρελός. Κάθε πράξη που γίνεται στα πλαίσια αυτής της καταπάτησης θεωρείται “παράνομη” ή ακόμα και “τρομοκρατία”.

II. “Δεν υπάρχουν αθώοι. Είμαστε όλοι κομμάτια της κοινωνικής μηχανής της Εξουσίας. Το ζήτημα είναι αν είμαστε λάδι ή άμμος στα γρανάζια της. Γι’ αυτό, απορρίπτουμε την αντίληψη της φαινομενικά αθώας κοινωνίας. Η σιωπή δεν είναι ποτέ αθώα. Σιχαινόμαστε τόσο το χέρι που κρατάει το μαστίγιο όσο και την πλάτη που το υπομένει.” ΣΠΦ

Οι πρόθυμοι πολίτες, τα μίντια, οι μπάτσοι, τα δικαστήρια, οι δικαστές και ο στρατός είναι οι γραμμές άμυνας για την τάξη αυτής της σχέσης στην Κοινωνία. Η αναρχική βία είναι η διατάραξη αυτής της τάξης, η ανάκτηση/έκφραση της δύναμής μας και η διάρρηξη της συνέργειας του υποτακτικού πλήθους(2). Είναι η σύλληψη της πραγματικότητας του υπάρχοντος και η αρχή της καταστροφής του.

III. “Η ζωή παίρνει αξία ανάλογα με τις επιλογές του κάθε ατόμου.” ΣΠΦ

Προφανώς, χρειάζεται ακόμα να λέμε, πως όταν οι αναρχικοί χρησιμοποιούν βία δεν το κάνουν αδιακρίτως. Οι οπαδοί τους αστικού αναρχισμού, των οποίων το μόνο πεδίο είναι πραγματικά ο χώρος της πολιτικής, αντιδρούν στη ρητορική περί “τρομοκρατίας”, την οποία επιβάλλει το κράτος, με το να επαναλαμβάνουν δογματικά και οι ίδιοι το επιχείρημα πως “ρισκάρεται η ζωή” των ταχυδρόμων και των υπαλλήλων των γραφείων. Είναι ξεκάθαρα ένα θέμα τεχνικής και επιχειρησιακής φύσης το να χτυπήσεις το σωστό στόχο, αλλά δε θα κλάψω για τους γραμματείς της Swissnuclear(3), το γενικό διευθυντή της Equitalia(4) ή το αφεντικό της Ansaldo Nucleare. Ούτε θα θορυβηθώ αν κάποιος υπάλληλος της πρεσβείας τραυματιστεί, αφού μόνο οι ηλίθιοι δεν καταλαβαίνουν τι συμβολίζουν αυτά τα μέρη. Οι νέοι αντάρτες της αναρχίας δεν ψάχνουν για επιείκεια, βασισμένοι στην ξεκάθαρη στόχευσή τους, αλλά δηλώνουν την αντίθεσή τους με τους δικούς τους όρους και με τους δικούς τους τρόπους.

IV. “Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες από τα άλογα της καθοδήγησης.” 

Wiliam Blake

Οι οπαδοί του αστικού αναρχισμού τραβούν την ίδια διαχωριστική γραμμή με τους μαρξιστές, όταν πρόκειται για τους “εγκληματίες” και τους εαυτούς τους. Οι “καλοί άνθρωποι”, που βρίσκονται εντός του νόμου των δικών τους παραμέτρων συμπεριφοράς και οι “κακοί άνθρωποι”, που καταδικάζονται από τους κανόνες τους.  Εκτός της Μεγάλης Βρετανίας, πολλοί σύντροφοι έχουν μια πολύ πιο κοντινή σχέση με τη “βία” και την “παραβατικότητα” μέσω ληστειών τραπεζών, της οργάνωσης επιθέσεων, των άγριων διαδηλώσεων, των κλοπών, απατών, πλαστογραφιών κλπ και επίσης, υπάρχει και η πιθανότητα να έχουν την εμπειρία της παράνομης δράσης και της ζωής στην παρανομία. Ο ιλλεγκαλισμός είναι το ψωμί της εξέγερσης. Μερικοί έχουν πάει ήδη φυλακή και μαθαίνουμε για τις υποθέσεις τους από πολλά μέρη.  Στη Μεγάλη Βρετανία, υπάρχει μια διαδεδομένη έλλειψη εμπειρίας σχετικά με την οργάνωση της επίθεσης, της αναγνώρισης των ιδεών και τη σχέση των ομάδων συγγένειας με τις “εγκληματικές πράξεις”. Το να πηγαίνει κανείς πέρα από το νόμο, είναι κομμάτι της ανάπτυξης του αναρχικού εξεγερτικού σχεδίου και αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι οπαδοί του αστικού αναρχισμού απεχθάνονται και παραμελούν τις υποθέσεις φυλακισμένων και φυγάδων συντρόφων γιατί απορρίπτουν τις δράσεις τους, την τάση για επίθεση και την παγκόσμια  διάχυση των αναρχικών της πράξης. Οι ατομικές πράξης βίας/άρνησης, που δεν εγκρίνονται από τον αφελαίο τρόπο σκέψης τους, θεωρούνται μέρος της σφαίρας του “εγκλήματος” και της “τρομοκρατίας” και στιγματίζονται ως προβοκάτσιες. Με αυτόν τον τρόπο οι οπαδοί τους αστικού αναρχισμού γίνονται κομμάτι της διάχυσης της εξουσίας και συγκροτούν έναν τομέα με ρόλο καταστολής.

Αναρωτηθείτε, σε όλην τη ρητορική τους περί “εργάτη”, πού είναι ο “εγκληματίας”; Δεν είναι όλοι οι “εγκληματίες” εξεγερμένοι αλλά υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που δεν αγγίζουν. Δεν πρόκειται για λάθος, οι οπαδοί του αστικού αναρχισμού απεχθάνονται τους εγκληματίες και δε στοχεύουν στην καταστροφή των φυλακών αλλά στη μεταρρύθμισή τους. Φοβούνται τον αντικοινωνικό όχλο, το Βασιλιά Όχλο, που επέστρεψε για να τυλίξει στις φλόγες τα σπίτια όλων των άξιων πολιτικών και για να κάψει την πόλη, γιατί οι οπαδοί του αστικού αναρχισμού είναι “οι μπάτσοι του μέλλοντος”.

Ουσιαστικά, για το χριστιανικό-σοσιαλιστικό τρόπο σκέψης των οπαδών του αστικού αναρχισμού, ο “εργάτης” είναι απλά κάποιος που μπαίνει στη γραμμή, κάνει ότι κάνουν όλοι οι άλλοι, δεν παίρνει περισσότερα από όσα πρέπει ως εργάτης και που μόνο θα ζητήσει για περισσότερα και σπάνια θα τα πάρει μόνος του. Ο εγκληματίας δε μπαίνει στη γραμμή, είναι ένας Ξένος. Ο εγκληματίας παίρνει ότι θέλει ακόμα και περισσότερο από όσο χρειάζεται και δε σκύβει το κεφάλι σε κανέναν. Ο εγκληματίας δεν είναι διαχειρίσιμος από τους υπαλλήλους του κράτους ή από τους οπαδούς του αστικού αναρχισμού, επομένως ο εγκληματίας αποκλείεται από τη συζήτησή τους. Ή καταπιέζεται. Είναι η ίδια διαδικασία που ακολουθείται και για τον ανεξέλεγκτο Μοναδικό.

V. “Για εμάς δεν υπάρχει μέση οδός. Κάποιος που διακηρρύτει τις αναρχικές του προθέσεις, βρίσκεται μπροστά σε ένα αποφασιστικό δίλημμα, είτε να πράξει, είτε να εγκαταλείψει την Αναρχία για πάντα. Αναρχία από τα μετόπισθεν των καφενείων και των κουτσομπολιών δεν υπάρχει. Ή πράξε ή σκάσε…”

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς – FAI/IRF

Συμμορίες Συνείδησης – FAI/IRF

Πυρήνας Sole – Baleno

Οι επιθέσεις είναι ο πρωταρχικός σκοπός του νέου αναρχικού αντάρτικου πόλης, η αποδιοργάνωση των μοντέλων της δραστηριότητας, των λειτουργιών, των κυκλωμάτων και των μηχανημάτων, της μεγαμηχανής της οικονομίας. Η καταστροφή των τραπεζών, των εταιριών, των ηλεκτρικών υποδομών, της διαδικτυακής εκπομπής, της κινητής τηλεφωνίας, της τηλεόρασης, των κεραιών και οι επιθέσεις στις τεχνολογίες της κυριαρχίας ίσως να μην ορίζονται σωστά ως “βία” και “τρομοκρατία”, αλλά τα πλήγματα που καταφέρνουν είναι αρκετά για να αναστατώσουν τις αρχές. Η καταστροφή περιουσίας, εξαγριώνει τον εχθρό και το υποτακτικό πλήθος και αποτελεί έναν ξεκάθαρα εξεγερτικό σκοπό. Απορρίπτω τον όρο “μη-βίαιο”, που ακολουθεί κάποιες ενέργειες σαμποτάζ, και τις θεωρώ κομμάτια του πολύμορφου αγώνα, που πάει πέρα από τέτοιους ορισμούς, που ωφελούν τον κοινωνικό έλεγχο.

Η αναρχική βία είναι εγκληματική, με την έννοια ότι πηγαίνει κόντρα στις κοινωνικές προσδοκίες, που σχετίζονται με την τάξη και τη συναίνεση, επομένως, μπορούμε να υποθέσουμε μάλλον με ασφάλεια, πως -ιδιαίτερα εντός του μεταβιομηχανικού πυρήνα, όπου η αίσθηση της κοινωνικής ειρήνης είναι έντονη- οι πιο κοντινοί εχθροί, από τους οποίους οι αναρχικοί πρέπει να περιμένουν να τους εμποδίζουν να δράσουν, είναι άλλοι αναρχικοί -οι οπαδοί του αστικού αναρχισμού-, εκείνοι που είναι πρόθυμοι να αποφύγουν την καταστολή και να συνεχίσουν να ζουν την ακίνδυνη ρουτίνα τους μέσα στις μητροπόλεις του κόσμου.

VI. “Μιλάμε μέσα από τη φωτιά. Για να θυμόμαστε και να έχουμε πάντοτε στο μυαλό μας τις αδερφές και τους αδερφούς μας που απήχθησαν από το κράτος και κλείστηκαν πίσω από τα κάγκελα. Για να συνεχίσουμε το αντάρτικο πόλης ενάντια στους εχθρούς της ελευθερίας. Ας μιλήσει η δράση για μας.” 

Μονάδα Θυμού FAI/IRF Ινδονησίας

Δε θεωρώ τον πυροβολισμό του Roberto Adinolfi ιδιαίτερα βίαιο αλλά περισσότερο μια αναρχική πράξη ελεύθερης βούλησης. Τέτοιες ενέργειες είναι, δυστυχώς, σπάνιες και δε συμβαίνουν με αρκετή συχνότητα, είναι μια πρόκληση να προσπαθήσουμε περισσότερο. Σίγουρα, θεωρώ πως τέτοιες δράσεις πρέπει να είναι συστατικά κομμάτια κάθε αναρχικής ανταρσίας και παρ’ ‘ολο το ελιτίστικο βέλασμα των οπαδών του αστικού αναρχισμού, δεν είμαι εκνευρισμένος που η Αναρχική Ομοσπονδία Ιταλίας έχει το ίδιο ακρώνυμο με την Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία. Αυτό επειδή δεν έχει νόημα να δώσεις γυαλιά σε κάποιον που δεν ξέρει ανάγνωση. Έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε που η Αναρχική Ομοσπονδία Ιταλίας δήλωσε πως η Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία είναι ένα φάντασμα της αστυνομίας. Μια λάθος αντίληψη, την οποία πρόθυμα παπαγαλίζουν οι οπαδοί του αστικού αναρχισμού στην Αγγλία πάνω από μια δεκαετία, γιατί τους εξυπηρετεί στην πολιτική τους. Στη δήλωσή τους, που αποκήρυσσε τον πυροβολισμό του Adinolfi, συγχέουν ξεχωριστές δράσεις ως ενέργειες μιας και μοναδικής ομάδας, αλλά η FAI δε λειτουργεί όπως θέλουν αυτοί να την παρουσιάσουν και, όχι τυχαία, το κάνουν με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο προωθείται η καταστολή σε μανούβρες του τύπου επιχείρηση Ευτολμία, υπόθεση Marini κλπ. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να διαδώσουν ψέματα και έτσι, ό,τι ισχύει για τη μία περίπτωση, ισχύει και για την άλλη, a priori.

Ο στόχος τους ήταν η αποκήρυξη και η κατάπνιξη μιας νέας ανεξέλεγκτης αναρχικής τάσης, που απειλεί τις οργανώσεις τους. Φοβούνται μην εγκληματοποιηθούν τα χομπίστικα παρεάκια τους, τα καφενεία τους και οι μικροεκδηλώσεις τους, οπότε βοηθούν στην εγκληματοποίηση της νέας γενιάς αναρχικού αγώνα και προσπαθούν να την καταστείλουν. Όπως έχουν πάρει εκείνοι τις αποφάσεις τους, έτσι έχουμε πάρει και εμείς τις δικές μας και τα αποτελέσματα είναι εκεί για όποιον θέλει να τα δει -μια άτυπη διεθνής εξεγερτική δύναμη, που πολλαπλασιάζεται και δε βασίζεται σε μία και μοναδική γραμμή, θεωρία ή μέθοδο και που είναι πιστή στις αναρχικές ιδέες. Επιστρέφω τους χαρακτηρισμούς περί “πρωτοπορίας” και “ελιτισμού” στις οργανώσεις ελέγχου των οπαδών του αστικού αναρχισμού. Δε χρειάζεται να γίνω μέλος κάποιας συγκεντρωτικής πολιτικής σέχτας και να δίνω μέρος του εισοδήματός μου σε κάποια επιτροπή για να είμαι αναρχικός! Ή να οργανωθώ!

Γι’ αυτούς, ο καπιταλισμός είναι μόνο μια “κοινωνική σχέση”, που δεν πρόκειται να αλλάξει αν δεν προσκολληθούμε στους “στόχους και τις αξίες” της επίσημης οργάνωσής τους, η οποία μιλάει για μια “κουλτούρα αντίστασης”, για τη δημιουργία της οποίας δεν έχουμε απολύτως καμία σοβαρή ένδειξη. Μιλώντας τουλάχιστον για τον εαυτό μου, ο Καπιταλισμός είναι μόνο ένα μικρό κομμάτι της κυριαρχίας, που αντιμετωπίζω σήμερα με τους συντρόφους μου, που βρίσκονται διασκορπισμένοι στον κόσμο και πολεμούν συνολικά το υπάρχον, δεχόμενοι όλες τις αναρχικές μεθόδους δράσεις και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτές. Οι ενέργεις που γίνονται διεθνώς από τη FAI/IRF και τους αναρχικούς της πράξης είναι κάτι παραπάνω από σαχλά λόγια του αέρα και τα κενά λογύδρια της σοσιαλιστικής προπαγάνδας, που μιλούν “για έναν κόσμο που ολόκληρες οι ζωές μας θα βρίσκονται κάτω από το δικό μας έλεγχο”.

VII. “Επίσης, μην ξεχνάτε πως τις πράξεις ακολουθεί ο λόγος.” ΣΠΦ

Αντίθετα με τους οπαδούς του αστικού αναρχισμού, δε θεωρώ πως υπάρχει κάποια σημαντική διαφοροποίηση, από άποψη εγκυρότητας, ανάμεσα στην ατομική και τη συλλογική επαναστατική αναρχική-εξεγερτική βία, είτε αυτή προέρχεται “από ένα ευρύ ταξικό κίνημα”, είτε όχι. Μια μικρή ή μια μεγάλη ενέργεια, μια μικρής σημασίας φασαρία ή ένα μεγάλο μπάχαλο, ένα πανό, ένα σπασμένο τζάμι, ένα κατεστραμμένο εταιρικό γραφείο, μια καμένη τράπεζα· μια πράξη αλληλεγγύης, μια χάρη, ένα δώρο, ένα γεύμα, ένα κρεβάτι· μια μπροσούρα, ένα άρθρο, μια αφίσα ή ένα σύνθημα με σπρεί μπορούν τελικά να γίνουν μια σφαίρα στο κεφάλι της εξουσίας και είναι τόσο πολύτιμα όσο και η νέα αναρχική μαύρη διεθνής.

VIII. “Η FAI/IRF  είναι μια διεθνής συνωμοσία των αναρχικών της πράξης που βάζει φωτιά στις θέσεις άμυνας των ρεφορμιστών κοινωνικών αναρχικών. Αποτινάσσει την οσμή της μούχλας που έχει κατακάτσει στην Αναρχία των αμφιθεάτρων και γεμίζει τον αέρα με τη μυρωδιά του μπαρουτιού, της μαύρης αναρχίας, της νύχτας, των εκρήξεων, των πυροβολισμών, των σαμποτάζ. Για αυτό άλλωστε στις πρόσφατες ανακοινώσεις της Europol το Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο IRF της FAI και της Συνωμοσίας αποτελεί τον υπ’αριθμόν ένα αναρχικό κίνδυνο”. 

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς – FAI/IRF

Συμμορίες Συνείδησης – FAI/IRF

Πυρήνας Sole – Baleno

Μέσα σε αυτόν τον κόσμο που καταρρέει, θεωρώ τις λέξεις, τις ιδέες και τις πράξεις μου μια μικρή σταγόνα, που προστίθεται στην καταιγίδα καταστροφικών διαστάσεων, που σπέρνουν οι γνωστοί και άγνωστοι σύντροφοί μου. Ήδη προκαλεί χάος διεθνώς και τα μέτωπα πίεσης φτιάχνονται ακόμα. Μαζί με άλλους, άγριους, βίαιους Μοναδικούς θα συναντηθούμε τις μέρες και τις νύχτες για να διαπράξουμε εγκλήματα σε βάρος του Κράτους και της Κοινωνίας.

Μια αγκαλιά στο φίλο μου Χάρη Ναξάκη. Μια εμπρηστική αγκαλιά σε όλους τους φυλακισμένους συντρόφους.

L.

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο 35ο τεύχος του αγγλικού περιοδικού Dark Nights. Επιλέξαμε να διατηρήσουμε ακριβώς τον ορισμό “αστικός αναρχισμός” (civil anarchism στο πρωτότυπο) καθώς, παρά τις εμφανείς ομοιότητες με κάποιους εν Ελλάδι κοινωνικούς αναρχικούς, δεν υπάρχει, ευτυχώς, συνολική ταύτιση. Το κείμενο που υπάρχει στη δεύτερη υποσημείωση (Το υποτακτικό πλήθος), έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και βρίσκεται στο τρέχον τεύχος του εντύπου Μηδενιστική Πορεία για τη Διάχυση της Φωτιάς και του Χάους.

Θεσσαλονίκη: Aυτοκόλλητα για την προώθηση του αναρχικού αγώνα

Τέσσερα αυτόκολλητα για τη διάχυση των αναρχικών προταγμάτων. Για ψηφιακή χρήση, αλλά και τύπωση. Τα αρχεία σε pdf και jpg.

antispe2

szasz

Στάχτη_θα_γίνεις_κόσμε_γερασμένε

αντισπε1

Πηγή: Athens Indymedia

Ιταλία, Ρώμη: Φωτιά στη φωτιά

Τη νύχτα της 17ης Δεκέμβρη 2020, μια κεραία αναμετάδοσης κοντά σε μια έξοδο του G.R.A. (μεγάλος κυκλικός αυτοκινητόδρομος), στη Ρώμη, δέχθηκε σαμποτάζ μέσω φωτιάς.

Μια εμπρηστική δράση που κρατά ζωντανή τη μνήμη της εκδίκησης απέναντι στην κρατική σφαγή που έλαβε χώρα στις ιταλικές φυλακές κατά την εξέγερση του Μάρτη του 2020, στη διάρκεια του πρώτου lockdown.

Τις μέρες εκείνες, οι εξεγέρσεις των κρατουμένων που απαιτούσαν υγεία και ελευθερία, δέχθηκαν αιματηρή καταστολή απ’ τα όργανα ασφαλείας του Κράτους. Πέραν των ξυλοδαρμών, των μεταγωγών και των αντιποίνων, σκοτώθηκαν 14 άνθρωποι.

Τα αφεντικά των μέσων ενημέρωσης έσπευσαν να κουκουλώσουν την ιστορία, αναφέροντας τις δολοφονίες σαν τυχαίους θανάτους από υπερβολική δόση ναρκωτικών.

Απέναντι στον αβάσταχτο θόρυβο τούτων των ψεμάτων, ανταπαντάμε πυρπολώντας την καταστροφική σιωπή.

Έχοντας επίγνωση της ολοένα αναπτυσσόμενης πολυπλοκότητας που μας περιβάλλει, επιλέγουμε να δράσουμε, διότι ο χρόνος είναι τώρα, ποτέ άλλοτε.

Μια θερμή αγκαλιά σε όλα τα έγκλειστα αναρχικά συντρόφια στην Ιταλία και ανά τον κόσμο. Δύναμη!

Για την Αναρχία.

Πηγή: Act For Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Αργεντινή, Μπουένος Άιρες: Ανάληψη ευθύνης για εμπρησμό φορτηγού της φυλακής Villa Devoto

Ως ένα μικρό δωράκι προς όσους θαρρούν για τους εαυτούς τους πως είναι βασιλιάδες επί των ζωών των υπολοίπων, δυο ώρες μετά το ξημέρωμα της Τετάρτης 6 Γενάρη 2020, πυρπολήσαμε ένα διασωστικό φορτηγάκι που ανήκει στη φυλακή της Villa Devoto, στον αριθμό 4.900 της οδού Pedro Lozano, στην πόλη του Μπουένος Άιρες.

ΖΗΤΩ Η ΑΝΑΡΧΙΑ.

Πηγή: Contra Info

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Act For Freedom Now: Τίποτα δεν τελείωσε, όλα συνεχίζονται

Οι καιροί είναι δύσκολοι. Αηδιασμένοι απ’ την επιβαλλόμενη κοινωνική υπακοή και τα πρότυπα που αυτή αναπαράγει, ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας και εκμετάλλευσης, στοχεύουμε στην καταστροφή αυτού του σάπιου συστήματος, είτε βρίσκεται σε “κρίση”, είτε σε “ευημερία”.

Ενόσω το Κράτος και το σύστημα συνεχίζουν να διαβεβαιώνουν τον αποδεδειγμένο τους ρόλο ενάντια στις αναρχικές, τους αντιεξουσιαστές, τον κόσμο του αγώνα, τους αυτο-οργανωμένους χώρους και διάφορα κομμάτια της κοινωνίας, εμείς θεωρούμε την πολύμορφη δράση ως αναπόσπαστο στοιχείο της επαναστατικής διαδικασίας. Από το μοίρασμα φυλλαδίων σε πλατείες, την κατάληψη χώρων, την αυτο-οργάνωση στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές, ως τις μαχητικές διαδηλώσεις, τις νυχτερινές επιδρομές και τις απαλλοτριώσεις.

Τα λόγια των αιχμάλωτων αδερφών μας μας δίνουν δύναμη να συνεχίσουμε. Τίποτα δε χαρίζεται στη λήθη, τίποτα δε μένει πίσω, ο κοινωνικός πόλεμος θα συνεχίσει όσο ο εχθρός επιμένει.

Οι πολύμορφες δράσεις των πολλών και διαφορετικών ομάδων και ατόμων στην Ελλάδα και ανά τον κόσμο ανύψωναν πάντα το ηθκό μας και μας έδιναν κουράγιο. Στον αγώνα υπάρχουν και απώλειες, όμως το ταξίδι συνεχίζεται. Με τις απώλειες και με τις χαρές του, με τις δυσκολίες αλλά και με τις ευχάριστες εκπλήξεις του.

Αλληλεγγύη και σεβασμός προς όλες και όλους όσους μάχονται με κάθε μέσο ανά τον κόσμο, εντός και εκτός τειχών, ενάντια στο σάπιο αυτό σύστημα.

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ, ΟΛΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ.

Συντρόφια από το αναρχικό εγχείρημα Act for freedom now!

Ιανουάριος 2021

Πηγή: Act For Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Χιλή, Αφίσα: Μπουρλότο και φωτιά στους μπάτσους και σε κάθε εξουσία

ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΜΠΑΤΣΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΞΟΥΣΙΑ

«Ας οξυνθεί η συνενοχή μέσω της ενδυνάμωσης του αντάρτικου πόλης, με αντάρτικους σχηματισμούς να ξεπηδούν σε κάθε γωνιά, ενάντια στο στρατιωτικό και αστυνομικό κράτος, καθώς και όλο το πολιτικό κοπάδι που σέρνει ξοπίσω του.»
Juan Aliste Vega

«Κάθε νόμος είναι κομμάτι της κυριαρχίας, όμως δε δύναται να καταπνίξει τη φωνή μου, τις σκέψεις μου, τα λόγια μου. Κάθε φυλακή, κάθε σχολείο, κάθε δουλειά υφίσταται ώστε να διαιωνίσει τα προνόμιά τους. Τα φράγκα τους και τα εμπορεύματά τους, η εξουσία τους και οι φαμίλιες τους ενισχύουν την απόφασή μου ν’ αγωνιστώ για την Αναρχία.»
Marcelo Villarroel Sepúlveda

ΕΜΠΡΑΚΤΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ, ΤΙΣ ΑΝΑΡΧΙΚΕΣ, ΤΟΥΣ ΜΑΠΟΥΤΣΕ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΕΣ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ

ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΥΣΤΥΧΙΑ, ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ

Η αφίσα σε μορφή PDF

Πηγή: Contra Info

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ουρουγουάη, Μοντεβιδέο: Εμπρηστική επίθεση στο Αστυνομικό Κέντρο Υγείας

Μολότωφ πετάχτηκαν στο Αστυνομικό Κέντρο Υγείας του Υπουργείου Εσωτερικών, στα πλαίσια επίθεσης που αναλήφθηκε από αναρχικούς στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Το Κέντρο Υγείας είναι μια “κλινική ελέγχου εξαρτήσεων”, την οποία διαχειρίζεται η αστυνομία.

Ακολουθεί η διακήρυξή τους:

Οι ίδιοι μπάτσοι που μπουκώνουν με ντρόγκια τις γειτονιές, οι ίδιοι έπειτα φροντίζουν για την “αποτοξίνωσή” σου. Ναι, σίγουρα…

Για τους διαδικτυακούς φορείς διαμόρφωσης κοινής γνώμης: Δεν είμαστε ούτε ντιλεράδες, ούτε και μέλη των Tupamaros*. Είμαστε Αναρχικοί.

Αριστερά και Δεξιά, τα ίδια σκατά.

Φωτιά στην Αστυνομία.

* Tupamaros: Ομάδα αντάρτικου πόλης, ενεργή τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 στην Ουρουγουάη.

Πηγή: Contra Info

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Wolfi Landstreicher: Για μια μη-πρωτογονιστική αντι-πολιτισμική κριτική

Κριτική, όχι πρόγραμμα!

 

Για μια μη-πρωτογονιστική αντι-πολιτισμική κριτική

Σημείωση: Το κείμενο που ακολουθεί παρουσιάστηκε από τον Wolfi Landstreicher (γνωστότερο με το ψευδώνυμο Feral Faun), στην Αντιπολιτισμική Συνάντηση της Βαρκελώνης, του 2007, σαν εισαγωγικό κείμενο για μια συζήτηση που έλαβε χώρα κατά τη συνάντηση.

Έτσι ο αναρχικός ατομικιστής όπως τον εννοώ εγώ, δεν έχει να περιμένει τίποτα […] Είμαι ήδη ένας αναρχικός και δεν μπορώ να περιμένω για μια μαζική επανάσταση προκειμένου να εξεγερθώ ο ίδιος, ούτε να μου εξασφαλίσει ο κομμουνισμός την ελευθερία μου. – Renzo Novatore

Αντιλαμβάνομαι τον αναρχισμό με την έννοια της καταστροφής. Σε αυτόν τον τομέα επεκτείνεται η αριστοκρατική λογική του: στην καταστροφή! Ιδού η αληθινή ομορφιά της αναρχίας. Θέλω να καταστρέψω όλα αυτά που με υποδουλώνουν, με κρατούν δέσμιο και καταπιέζουν τις επιθυμίες μου, θέλω να τα αφήσω όλα πίσω μου, σαν κουφάρια. Οι τύψεις, η αναποφασιστικότητα, η ευσυνειδησία, είναι πράγματα που το εικονοκλαστικό μου πνεύμα έχει διαλύσει […] Ναι λοιπόν, η εικονοκλαστική άρνηση είναι πιο πρακτική. – Armando Diluvi

Πρώτα απ’ όλα, δεν υπάρχει τίποτα αόριστα πρωτογονιστικό όταν μιλάμε για μια κριτική στον πολιτισμό, ιδιαίτερα όταν αυτή η κριτική είναι ορισμένη και από επαναστατική οπτική. Ανάλογες κριτικές υπάρχουν όσο υπάρχει και ένα συνειδητοποιημένο αναρχικό κίνημα, και δεν υπήρξαν πάντοτε συνδεδεμένες με μια κριτική στην τεχνολογία ή και την πρόοδο. (Ο Dejacques πίστευε πως κάποια τεχνολογική ανάπτυξη θα επέτρεπε στους ανθρώπους να ξεπεράσουν τον πολιτισμό, ενώ από την άλλη, ο Enrico Arrigoni ή αλλιώς Frank Brand έβλεπε τόσο τον πολιτισμό όσο και την βιομηχανική τεχνολογία σαν εμπόδια της πραγματικής ανθρώπινης προόδου). Το πραγματικό ερώτημα, κατά την άποψή μου, είναι κατά πόσο ο πρωτογονισμός ωφελεί μια αναρχική και επαναστατική κριτική του πολιτισμού.

Η λέξη πρωτογονισμός μπορεί να σημαίνει δυο μάλλον διαφορετικά πράγματα. Πρώτα απ’ όλα, μπορεί να σημαίνει να λαμβάνουμε υπόψη μας τα όσα γνωρίζουμε για τις «πρωτόγονες» κοινωνίες ως μια κριτική προς τον πολιτισμό. Αυτή η μορφή πρωτογονισμού φαίνεται σχετικά ανώδυνη. Είναι όμως; Ακόμα κι αν παρακάμψουμε τα προφανή ερωτήματα σχετικά με την εξάρτηση για τις πληροφορίες μας από τους ειδικούς αυτούς που αποκαλούμε ανθρωπολόγους, όσον αφορά τις «πρωτόγονες κοινωνίες, υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα εδώ. Οι πραγματικές κοινωνίες που αποκαλούμε «πρωτόγονες» ήταν, και στο βαθμό που υπάρχουν ακόμη, είναι ζωντανές σχέσεις ανάμεσα σε ζωντανά, με σάρκα και οστά ανθρώπινα όντα, υποκείμενα που αναπτύσσουν τη δική τους αλληλεπίδραση με τον κόσμο γύρω τους. Να εκλάβουμε κάτι τέτοιο ως μοντέλο σύγκρισης σημαίνει την φετιχοποίηση αυτών των ζωντανών σχέσεων, τον μετασχηματισμό τους σε μια αφαίρεση – το «πρωτόγονο» – σε μια εξιδανικευμένη εικόνα του «πρωτογονισμού». Έτσι, η χρήση τέτοιων μεθόδων κριτικής στον πολιτισμό αφαιρεί την ανθρώπινη και την υποκειμενική υπόσταση των πραγματικών ανθρώπων που έζησαν ή ζουν τις σχέσεις αυτές. Επιπλέον, αυτό το είδος κριτικής, δεν μας παρέχει κάποιο πραγματικό εργαλείο για να βρούμε πως θα πολεμήσουμε τον πολιτισμό εδώ και τώρα. Στην καλύτερη περίπτωση, η φετιχιστική, αφηρημένη σύλληψη του «πρωτόγονου» θα γίνει ένα μοντέλο, ένα πρόγραμμα για μια πιθανή μελλοντική κοινωνία.

Ερχόμαστε έτσι στη δεύτερη σημασία του πρωτογονισμού – την ιδέα ότι οι «πρωτόγονες» κοινωνίες προσφέρουν ένα μοντέλο για την μελλοντική κοινωνία. Οι οπαδοί αυτής της μορφής πρωτογονισμού μπορούν δίκαια να αποκαλούνται πρωτογονιστές, μιας και, όσο κι αν το αρνούνται, αυτό που προάγουν δεν είναι παρά ένα πρόγραμμα και μια ιδεολογία. Με την μορφή αυτή, πιστεύω ότι ο πρωτογονισμός έρχεται σε σύγκρουση με την αναρχική σκέψη και δράση. Ο λόγος γι αυτό μπορεί να βρεθεί στο απόφθεγμα του Novatore παραπάνω. Απλώς αντικαταστήστε το «κομμουνισμός» με «πρωτογονισμός» και το «μαζική επανάσταση» με το «βιομηχανική κατάρρευση», και θα ξεκαθαρίσουν όλα. Όπως το βλέπω εγώ, μια από τις πιο σημαντικές διαφορές μεταξύ του μαρξισμού και του αναρχισμού είναι ότι ο τελευταίος δεν είναι στην ουσία μια τελεολογική θέαση ενός αναμενόμενου μέλλοντος, αλλά ένας τρόπος αντιμετώπισης του κόσμου εδώ και τώρα. Έτσι, η επανάσταση για τους αναρχικούς δεν είναι μια εγγυημένη ιστορική διαδικασία του μέλλοντος, αλλά κάτι που το ζούμε και το δημιουργούμε εδώ και τώρα. Ο πρωτογονισμός δεν είναι λιγότερο αβίωτος από τον μαρξιστικό κομμουνισμό. Είναι κι αυτός ένα πρόγραμμα για το μέλλον, και μάλιστα ένα πρόγραμμα βασισμένο σε πλαίσια όπου δεν είναι στο χέρι μας να παρέμβουμε. Έτσι, δεν έχει τίποτα περισσότερο κοινό με την αναρχική πρακτική, απ’ όσο έχει και η μαρξιστική τελεολογία.

Έχω ήδη καταδείξει πως η ακριβής σύλληψη του «πρωτόγονου» φετιχοποιεί την πραγματική ζωή και τις σχέσεις αυτών που περικλείει αυτή η ταμπέλα. Αυτό εκδηλώνεται ανοιχτά ανάμεσα στους πρωτογονιστές που επιθυμούν να εφαρμόσουν την ιδεολογία τους εδώ και τώρα, και στο πως τελικά προσδιορίζεται αυτή η εφαρμογή. Με έναν τρόπο εν πολλοίς όμοιο του μαρξισμού, η «πρωτόγονη» ζωή μειώνεται τελικά σε ένα ζήτημα οικονομικής αναγκαιότητας, σε ένα άθροισμα ικανοτήτων, το άναμμα φωτιάς με ξυλαράκια, το πρωτόγονο κυνήγι, η γνώση των άγριων φυτών που τρώγονται ή έχουν ιατρικές ιδιότητες, του πώς να φτιάξεις ένα τόξο ή ένα καταφύγιο κλπ κλπ. έτσι ώστε να μπορείς να επιβιώσεις.

Αυτό στη συνέχεια μπορεί να πάρει μια γεύση νατουραλιστικής πνευματικότητας, δανεισμένης από κάποιο βιβλίο ή την κάθε new age μαλακία που αναφέρεται σε μια επιστροφή στη «φυσική ενότητα», αν κι αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η ολότητα των ανθρώπων που αποκαλούνται «πρωτόγονοι» αγνοείται, μιας και είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστη και καθόλου προσβάσιμη σε όσους γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον βιομηχανικό καπιταλιστικό πολιτισμό που τώρα κυριαρχεί τον κόσμο – κι αυτό περιλαμβάνει όλους εμάς που αναπτύσσουμε μια αναρχική κριτική στον πολιτισμό. Όμως, ακόμη κι αν εξετάσουμε απλώς το ζήτημα των ικανοτήτων επιβίωσης, είναι γεγονός ότι ακόμα και στις ΗΠΑ ή τον Καναδά, όπου υπάρχουν πραγματικές, αρκετά εκτεταμένες (αν και πληγωμένες σε μεγάλο βαθμό) άγριες εκτάσεις, ελάχιστοι άνθρωποι θα μπορούσαν να επιβιώσουν με τον τρόπο αυτό. Έτσι αυτοί που μαθαίνουν ανάλογες δραστηριότητες με τη λογική ότι θα ζήσουν πραγματικά σαν «πρωτόγονοι» τις ζωές τους, αυτό που έχουν στο μυαλό τους δεν είναι η καταστροφή του πολιτισμού (εκτός ίσως αν επέλθει μια αναπόφευκτη μελλοντική συγκυρία για την οποία θεωρούν ότι θα βρεθούν προετοιμασμένοι), αλλά η απόδραση από αυτόν. Δεν θα τους το προσάψω αυτό, πάντως δεν έχει τίποτα να κάνει με την αναρχία ή την κριτική στον πολιτισμό. Σε πρακτικό επίπεδο, δεν είναι παρά μια πιο ανεπτυγμένη μορφή του «παίζουμε τους ινδιάνους» όπως έκαναν πολλοί από μας στις ΗΠΑ ως παιδιά, και στην πραγματικότητα, το έχουν πάρει πολύ σοβαρά. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που γνωρίζω κι έχουν ασχοληθεί με την ανάπτυξη των «πρωτόγονων» ικανοτήτων τους, στο όνομα του «αναρχο-πρωτογονισμού» αποδεικνύουν πόσο έτοιμοι είναι για μια τέτοια ζωή με τον χρόνο που περνούν στον υπολογιστή τους, στήνοντας ιστοσελίδες, παίρνοντας μέρος σε φόρουμ, γράφοντας μπλογκ κλπ κλπ. Συνήθως, μου φαίνονται περισσότερο σαν παιδιά της τεχνολογίας που παίζουν role games στο δάσος, παρά ως αναρχικοί σε μια διαδικασία απεξάρτησης από τον πολιτισμό.

Μια αναρχική κι επαναστατική κριτική του πολιτισμού δε ξεκινά από μια σύγκριση με άλλες κοινωνίες ή με κάθε μελλοντικό ιδεώδες. Ξεκινά με την αντιπαράθεσή μου, την αντιπαράθεσή σου, με την άμεση πραγματικότητα του πολιτισμού στις ζωές μας εδώ και τώρα. Είναι η αναγνώριση ότι η ολότητα των κοινωνικών σχέσεων που ονομάζουμε πολιτισμό μπορεί να υπάρξει μόνο λεηλατώντας τις ζωές μας από μας, και κατακερματίζοντάς τις σε bits που η κυρίαρχη τάξη μπορεί να χρησιμοποιήσει για την αναπαραγωγή της. Δεν πρόκειται για μια διαδικασία που έχει ολοκληρωθεί μια για πάντα, κάποτε στο μακρινό παρελθόν, αλλά συνεχίζεται διαρκώς, ανά πάσα στιγμή. Εδώ είναι που υπεισέρχεται η αναρχική θεώρηση για τη ζωή. Ανά πάσα στιγμή, χρειάζεται να καθορίσουμε πώς θα αρπάξουμε πίσω την ολότητα των ζωών μας ενάντια στην ολότητα του πολιτισμού. Έτσι όπως το είπε ο Armando Diluvi, ο αναρχισμός μας είναι ουσιωδώς καταστροφικός. Ως τέτοιος, δεν έχει ανάγκη από μοντέλα ή προγράμματα όπως αυτά του πρωτογονισμού. Όπως το έθεσε κι ένας παλιός, νεκρός πια, γενειοφόρος κλασσικός του αναρχισμού: Το πάθος για καταστροφή είναι επίσης πάθος δημιουργικό. (Σ.τ.μ.: η περίφημη φράση του Μ. Μπακούνιν). Κι επίσης ένα πάθος που μπορεί να τεθεί άμεσα σε εφαρμογή. (Ένας άλλος επίσης νεκρός, αντιεξουσιαστής επαναστάτης μιας-δυο γενιών έπειτα είπε για την παθιασμένη καταστροφή ότι δεν είναι παρά «ένας τρόπος να απολαμβάνεις την ευτυχία άμεσα»).

Γράφοντας όλα αυτά, δεν είμαι ενάντια σε κάθε παιγνιώδη φαντασία ενός πιθανού από-πολιτισμένου κόσμου. Όμως για να γίνει μια τέτοια φαντασία πραγματικά παιγνιώδης και να αποκτήσει μια πειραματική πιθανότητα, δεν μπορούν να υπάρχουν μοντέλα προερχόμενα από αφηρημένες συλλήψεις παλιών είτε μελλοντικών κοινωνιών. Στην πραγματικότητα, κατά την άποψή μου, είναι καλύτερα να αφήσουμε την ιδέα της «κοινωνίας» στην άκρη, και να σκεφτούμε καλύτερα με τους όρους διαρκώς αναγεννημένων, εφήμερων σχέσεων μεταξύ μοναδικών, παθιασμένων ατόμων. Τη στιγμή αυτή, μπορούμε μόνο να παίξουμε και να πειραματιστούμε, εκεί που η επιθυμία μας για το φαινομενικά «αδύνατο» συναντά την πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Αν ο πολιτισμός πρόκειται να καταλυθεί στη διάρκεια της ζωής μας, αυτό που θα συναντήσουμε δε θα είναι ένας κόσμος άγριων δασών και πεδιάδων ή ερήμων γεμάτων με άγρια πανίδα. Αυτό που θα αντιμετωπίζαμε θα ήταν στην πραγματικότητα ένας κόσμος γεμάτος με τα σκουπίδια του πολιτισμού: εγκαταλελειμμένα κτίρια, μηχανήματα, μπάζα κλπ κλπ.

Η φαντασία που δεν δεσμεύεται ούτε από την πραγματικότητα ούτε από μια πρωτογονιστική ηθική ιδεολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί με πολλούς τρόπους, για εξερεύνηση ή για παιχνίδι, οι πιθανότητες είναι σχεδόν άπειρες. Το πιο σημαντικό, κάτι τέτοιο αποτελεί μια άμεση δυνατότητα, κι ο καθένας μπορεί να συνδεθεί εκτενώς με μια καταστροφική επίθεση ενάντια στον πολιτισμό. Κι αυτή η αμεσότητα είναι ουσιαστικής σημασίας, μιας και εγώ ζω τώρα, κι εσείς ζείτε τώρα, όχι σε εκατοντάδες χρόνια από τώρα οπότε ένα βεβιασμένο πρόγραμμα προς ένα πρωτογονιστικό ιδανικό ίσως να μπορεί να δημιουργήσει έναν κόσμο μέσα στον οποίο το ιδανικό αυτό θα μπορεί να πραγματωθεί παγκόσμια – αν οι πρωτογονιστές κάνουν την επανάστασή τους τώρα, και επιβάλλουν το πρόγραμμά τους. Ευτυχώς, κανένας πρωτογονιστής δε φαίνεται πρόθυμος να επιβάλλει τέτοια εξουσιαστικά επαναστατικά μέτρα, και προτιμά να επαναπαύεται σε ένα είδος μισο-μυστικιστικού μετασχηματισμού προκειμένου να πραγματοποιηθούν τα όνειρά του (ίσως πρόκειται για κάτι σαν τα όραματα των ιθαγενών αμερικανών, του θρησκευτικού χορού των φαντασμάτων, όπου το τοπίο όπως το διαμόρφωσαν οι ευρωπαίοι εισβολείς υποτίθεται ότι θα ξεφλουδιστεί ως δια μαγείας, αφήνοντας στη θέση του βοσκοτόπια γεμάτα άγρια ζώα).

Για τον λόγο αυτό, ίσως είναι λίγο άδικο να αποκαλείται το πρωτογονιστικό όραμα ως πρόγραμμα (αν και μιας και δε μου κάνουν οι αστικές αξίες, χέστηκα αν είμαι άδικος…). Ίσως του ταιριάζει καλύτερα η λέξη προσμονή. Όταν θέτω κάποια από τα ερωτήματα αυτά σε γνωστούς μου πρωτογονιστές, συχνά επικαλούνται τις «επιθυμίες» τους, τις οποίες αντανακλά το πρωτογονιστικό όραμα. Μάλλον έχουμε διαφορετικές επιθυμίες λοιπόν. Οι «επιθυμίες» που βασίζονται σε αφηρημένες και φετιχοποιημένες εικόνες – στην περίπτωσή μας, του «πρωτόγονου» – είναι εκείνα τα φαντάσματα των επιθυμιών που υπαγορεύουν την κατανάλωση εμπορευμάτων. Αυτό εκδηλώνεται ξεκάθαρα σε ορισμένους πρωτογονιστές, όχι απλά στην κατανάλωση των βιβλίων του κάθε θεωρητικού του πρωτογονισμού, αλλά και στα χρήματα ή/και το χρόνο που ξοδεύουν ώστε να αποκτήσουν κάποιες απ’ τις λεγόμενες «πρωτόγονες» ικανότητες σε σχολές που ειδικεύονται σ αυτό. Όμως, αυτό το φάντασμα της επιθυμίας, αυτή η προσμονή για μια εικόνα που δεν έχει καμία σύνδεση με την πραγματικότητα, δεν αποτελεί πραγματική επιθυμία, γιατί το αντικείμενο μιας πραγματικής επιθυμίας δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη εικόνα, πάνω στην οποία επικεντρώνει κανείς – μια εικόνα που δεν μπορεί να αποκτήσει πραγματικά κανείς. Η επιθυμία ανιχνεύεται μέσα στη δραστηριότητα και τις σχέσεις που αναπτύσσονται στον κόσμο εδώ και τώρα. Η επιθυμία, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, είναι στην πραγματικότητα ο οδηγός της δράσης, της επικοινωνίας, της δημιουργίας. Με την έννοια αυτή, το αντικείμενό της αποκτά υπόσταση μονάχα με την εκπλήρωση της επιθυμίας, με την πραγματοποίησή της. Κι εδώ επανερχόμαστε στην αναγκαιότητα της αμεσότητας. Και είναι με αυτήν την έννοια και μόνο που η επιθυμία γίνεται ο εχθρός του πολιτισμού στον οποίον ζούμε, του πολιτισμού που η ύπαρξή του βασίζεται στην διαδικασία φετιχοποίησης κάθε σχέσης και δραστηριότητας, στον μετασχηματισμό του σε αντικείμενα που στέκονται πάνω από μας και μας ορίζουν, στο να τις προσδιορίσει, να τις θεσμίσει και να τις εμπορευματοποιήσει. Έτσι, η επιθυμία, σαν ένας οδηγός κι όχι μια προσμονή, δρα άμεσα, επιτιθέμενη σε κάθε τι που την εμποδίζει από το να κινηθεί αυτοδύναμα. Ανακαλύπτει τα αντικείμενά της στον κόσμο γύρω της, όχι σαν αφηρημένες έννοιες, αλλά ως δυναμικές σχέσεις. Αυτός είναι κι ο λόγος που επιτίθεται στις θεσμοθετημένες σχέσεις που καλουπώνουν την κάθε δραστηριότητα σε ρουτίνα, πρωτόκολλα, έθιμα και συνήθειες – σε πράγματα που πρέπει να γίνουν ή να διαταχθούν. Αναλογιστείτε σχετικά τι σημαίνουν δραστηριότητες όπως η κατάληψη, η απαλλοτρίωση, η χρήση του χρόνου εργασίας κάποιου/ας για τον εαυτό του/της, το γκράφιτι κλπ, και πως σχετίζονται με μια ακόμα πιο καταστροφική δραστηριότητα.

Τελικά, αν φανταζόμαστε μια κατάλυση του πολιτισμού, ενεργά και συνειδητά καταστρέφοντάς τον, όχι για να πραγματοποιήσουμε ένα θεσμικό πρόγραμμα ή ένα προσδιορισμένο όραμα, αλλά για να διευρύνουμε ατέλειωτα τις πιθανότητες να πραγματώσουμε τους εαυτούς μας και να ανακαλύψουμε τις ικανότητες και τις επιθυμίες μας, μπορούμε πλέον να ξεκινήσουμε να το κάνουμε εδώ και τώρα ενάντια στην κυρίαρχη τάξη. Αν, αντί να ελπίζουμε σε έναν ακόμη παράδεισο, αρπάξουμε τη ζωή, τη χαρά και την αναζήτηση τώρα, θα ζήσουμε μια πραγματικά αναρχική κριτική του πολιτισμού που δεν έχει τίποτα κοινό με μια εικόνα περί «πρωτόγονου», αλλά μάλλον με την άμεση ανάγκη μας να αποτινάξουμε την εξημέρωση, την ανάγκη μας να είμαστε Μοναδικοί, κι όχι υπάκουοι-υπήκοοι, επιτηρούμενοι, περιορισμένοι. Έπειτα, θα βρούμε τρόπους να αρπάξουμε όλα όσα μπορούμε να οικειοποιηθούμε και να καταστρέψουμε όλα όσα θέλουν να μας επιβληθούν.

Wolfi Landstreicher

[Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Αύγουστος 2007]