Τέλος της ανθρωπότητας για να τερματιστεί η κυριαρχία;

Τέλος της ανθρωπότητας για να τερματιστεί η κυριαρχία; – Σχετικά με το μισανθρωπικό ρεύμα σε αναρχικά περιβάλλοντα

“Οι άνθρωποι είναι αρρώστια. Είναι ο καρκίνος αυτού του πλανήτη. Είναι μια πανούκλα. Και εμείς είμαστε η μόνη θεραπεία.” (Πράκτορας Smith – The Matrix)

Μέχρι τώρα έχουμε ήδη σκιαγραφήσει μια κριτική (1) της οικο-εξτρεμιστικής τάσης και αρκετών από τα παράγωγά της, ιδιαίτερα εκείνα τα αυταρχικά χαρακτηριστικά της και την υπεράσπισή της για μια ιερή οιονεί θρησκευτική σκέψη που, σαν αντιεξουσιαστές, μάς προκαλεί τόσο μεγάλη αηδία.

Η ανάπτυξη εκείνου του άρθρου επεδίωκε να επικεντρωθεί κυρίως σε εκείνες τις πτυχές που μας φαινόταν κλειδί για να εμβαθύνουμε στην αποκάλυψη της αναπαραγωγής αυτού που περιφρονούμε βαθιά, αλλά χωρίς αμφιβολία δεν ήταν το μόνο πράγμα που έχει γραφτεί. Ταυτόχρονα, από διαφορετικά εδάφη, υπήρξαν συνεχείς σκέψεις και κριτικές κατά του οικο-εξτρεμισμού (2) στις διάφορες εκδοχές του. Γραπτά που, μακριά από την προσπάθειά τους να δείξουν έναν καλό, θετικό ή πολιτικό (ΣτΜ: εκ του πολίτη/citizenist) αναρχισμό, επιδιώκουν να οξύνουν την εξάσκηση της επιθετικής αναρχικής πράξης.

Σε αυτό το κείμενο θα εξετάσουμε σε βάθος μια άλλη πτυχή που μπορούμε να εντοπίσουμε στην ίδια αυτή τάση, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, την ξεπερνά και πολύ. Δεν θα επικεντρωθούμε σε καμιά συγκεκριμένη ομάδα, περιοδικό, ιστοσελίδα, έκδοση ή διαφημιστικό ακρωνύμιο, αλλά μάλλον σε έναν τρόπο κατανόησης και αναφοράς σε αυτόν τον κόσμο. Μιλάμε για τη μισανθρωπική τάση και τα παράγωγά της.

Δεν είναι ψέμα ότι όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα, μια αίσθηση παραλογισμού εισβάλει μέσα μας κατά την ίδια την διαδικασία της έκφρασης σε χαρτί και της συστηματοποίησης αυτής της σειράς ιδεών, οραμάτων ή συναισθημάτων που αντιτίθενται στην ανθρωπότητα και το ανθρώπινο ον (3). Εν πάση περιπτώσει, θα προσπαθήσουμε καθώς θεωρούμε το μισανθρωπικό περιθώριο σχετικό, λόγω των αμέτρητων εντάσεων που δημιουργούνται μέσα στους αναρχικούς χώρους και της εξάπλωσης αυτών των προσεγγίσεων ως δήθεν ριζοσπαστικών.

Είναι απαραίτητο να επαληθευτεί η ευρεία – αλλά όχι βαθιά – διάχυση αυτής της τάσης που εμφανίζεται, κυρίως, σε τετριμμένα συνθήματα όπως: Ανθρώπινη Πανούκλα, Ανθρώπινα Σκουπίδια ή Αντι-ανθρώπινο. Αυτές οι εκφράσεις είναι δυνατόν να παρατηρηθούν σε ομιλίες, κείμενα, μουσική, συνθήματα, γκράφιτι στο δρόμο, τοιχογραφίες, συμπεριφορές, σχόλια, μεταξύ πολλών άλλων. Εκτός από τη διάχυση της εν λόγω φρασεολογίας, είναι δυνατόν να παρατηρηθεί μια λογική περιφρόνησης για οποιοδήποτε υποκείμενο ξένο προς τους μισανθρώπους, καθώς και μια δυσαναλογία κατά την άσκηση βίας, παραθέτοντας απλώς και μόνο την «ανθρώπινη» φύση του αντιπάλου ως επιχείρημα για την αύξηση της κλίμακας της σύγκρουσης, εκφράσεις που μπορούν να παρατηρηθούν τόσο σε καθημερινές καταστάσεις όσο και σε αδιάκριτες επιθέσεις.

Η μισανθρωπία έχει βρει κάποια αποδοχή σε μερικούς από τους αντι-εξουσιαστικούς χώρους στη Χιλή, το Μεξικό, την Αργεντινή και την Ισπανία, για να αναφέρουμε λίγα μέρη. Από το χώρο αυτό επιδιώκουμε να συμβάλουμε στη συζήτηση και στην εμβάθυνση του θέματος για να ξεπεράσουμε εκείνες τις θέσεις και την αισθητική του υποτιθέμενου ριζοσπαστισμού που εξαπλώνονται εν μέσω της έλλειψης προβληματισμού και ελλείψει προβολής, βγάζοντας εύπεπτους λόγους σαν να πουλάνε τα πιο μοδάτα εμπορεύματα. Τα κίνητρά μας δεν είναι κρυφά: επιδιώκουμε να μετατρέψουμε αυτά τα λόγια σε μια συμβολή για την καταστροφή αυτού του κόσμου, την επίθεση στην εξουσία και την επικύρωση των αρνήσεών μας.

Μισανθρωπία: Τι; Πού; Πότε;

Για να αποφευχθεί η σύγχυση και επιδιώκοντας να αποσαφηνίσουμε το σημείο που μας ενδιαφέρει, αξίζει να σημειωθεί ότι σε καμία περίπτωση δεν αναφερόμαστε στην κριτική της τεχνολογίας, του πολιτισμού, την απόρριψης του σπισισμού ή του ανθρωποκεντρισμού. Όταν αναφερόμαστε σε μισανθρωπικές τάσεις, πρέπει να κάνουμε μια παύση για να εξηγήσουμε τον ορισμό τους από το απλό στο περίπλοκο.

Η μισανθρωπία μπορεί να οριστεί ετυμολογικά από τα ελληνικά «Μισώ» και «Άνθρωπος». Αυτή η εξήγηση, αν και μας δίνει μια σημαντική ένδειξη, πρέπει να εμβαθυνθεί, καθώς οι λέξεις και οι έννοιές τους έχουν μια τροχιά, χρήση, επανοικειοποίηση και ιδιοποίηση από εκείνους που τις χρησιμοποιούν. Οι μισανθρωπικές τάσεις δεν αναφέρονται στην απόρριψη συγκεκριμένων ατόμων, σε τομείς, θέσεις, συμπεριφορές, δυναμικές ατόμων ή φάσεων της ανθρωπότητας, αλλά στο ανθρώπινο ον εν γένει. Η ανθρωπότητα στο σύνολό της και με κάθε μία από τις εκφράσεις της, νοείται ως κάτι άθλιο που αξίζει πλήρη απόρριψη και άρνηση.

Μακριά από το να είναι ένα φτωχό σενάριο μιας ταινίας χαμηλού προϋπολογισμού με εξωγήινους, οι φαντασιώσεις στις οποίες εκφράζεται η μισανθρωπία σχετίζονται με την εξόντωση και την καταστροφή της ανθρωπότητας. Επί του παρόντος, μπορούμε να βρούμε αναφορές σε αυτές τις θέσεις μέσα σε αναρχικά περιβάλλοντα, όπου επιδιώκουν να δώσουν ψευδή «ώθηση»• χωρίς να θέτουν πλέον τον αγώνα κατά του Κράτους, των αρχών και της κυριαρχίας εν γένει, αλλά μάλλον κατά της ίδιας της ανθρωπότητας. Αυτός ο υποτιθέμενος ριζοσπαστισμός μαστίζεται από κοινοτοπίες που όχι μόνο δεν εμβαθύνουν ποτέ, αλλά οι ιδέες αυτές είναι κοινές και συμπίπτουν με την ανάλυση αντιδραστικών του παρελθόντος. Αυτές οι μισανθρωπικές εκφράσεις μπορεί να είναι εντελώς άσχετες, παρά την υποτιθέμενη ανάπτυξή ή/και την μηδαμινή εξέλιξή τους, αλλά ακόμη και έτσι δεν μπορούμε να αρνηθούμε τις συνεχείς αναφορές που γίνονται σε διάφορους κύκλους «συντρόφων» που, χωρίς μεγαλύτερη ανάλυση ή ακόμα και κατανόηση, απλώς επαναλαμβάνουν θέσεις και συνθήματα, τα οποία επιτρέπουν τη συνέχιση θέσεων που αναπαράγουν τις εξουσίες που πολεμάμε.

Ανακυκλώνοντας τις λογικές της κυριαρχίας και της εξουσίας

Οι μισανθρωπικές εκφράσεις έχουν καταλήξει να ανακυκλώνουν τις μεθόδους των πιο κλασικών εξουσιαστών. Για αιώνες, ο Thomas Hobbes έχει αποτελέσει έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους των συγγραφέων για τη νομιμοποίηση κάποιων μορφών εξουσίας όπως το Κράτος και η ίδια η Κοινωνία. Ο Χομπς επινόησε τo γνωστή συλλογιστική ότι “Ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος” [homo homini lupus], για να μιλήσει για μια υποτιθέμενη εγγενώς επιζήμια ανθρώπινη φύση που βρίσκεται σε σύγκρουση εναντίον όλων. Απέναντι σε αυτό το σενάριο, θα ήταν απαραίτητο να δημιουργηθεί ένας θεσμός που επιτρέπει τη διαιτησία των μόνιμων εχθροτήτων των ανθρώπινων όντων και των ατόμων. Έτσι είναι που αναδύεται το Κράτος ως μέρος του μεγάλου κοινωνικού συμβολαίου.

Οι πιο συντηρητικές και κλασικές κουβέντες επαναλαμβάνονται ρυθμικά από τους μισανθρώπους, η «ανθρώπινη φύση» είναι επιβλαβής και μάλιστα επιβλαβής αφ’ εαυτής. Ο ενστερνισμός της διάγνωσης οδηγεί πίσω στη λύση, δεν απαιτείται πια ένα Κράτος να διαμορφώσει την Κοινωνία, αλλά η μόνη πιθανή και επιθυμητή λύση είναι η καταστροφή της ανθρωπότητας για το τέλος «κάθε κακού».

Καθιστώντας ουσιώδεις και φυσικοποιώντας συμπεριφορές, επιδιώκουν την ομαδοποίηση μέσω ηθικών επινοήσεων και τη νομιμοποίηση κάθε στάσης. Αυτή η πλάνη έχει χρησιμοποιηθεί αδιάλειπτα για το χτίσιμο και την ανέγερση διάφορων «έργων» της Κοινωνίας ή, σε αυτή την περίπτωση, της εξόντωσης ειδών. Το ότι το ανθρώπινο ον είναι κακό ή καλό είναι απλά ένας φιλοσοφικός μύθος για την επιδίωξη της οικοδόμησης έργων, δομών και σχεδιασμών, καθώς γίνεται το εικονικό φάρμακο (placebo) ή δικαιολογεί οποιασδήποτε πράξη.

Οι συγκεντρωτικές εκφράσεις των μισανθρώπων για την ανθρωπότητα επαναλαμβάνονται από διαφορετικά επιχειρήματα που ταιριάζουν απόλυτα με όσα προτάθηκαν από τον Thomas Malthus. Η διάγνωση φαίνεται να είναι και πάλι κοινή με εκείνα τα είδωλα του αυταρχισμού. Η διαβόητη Μαλθουσιανή θεωρία βασίζεται σε μια εξίσωση που έχει διεισδύσει έντονα στη λεγόμενη «κοινή λογική», όπου θεωρείται ότι η αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού θα είχε ως αποτελεσμα μόνο τη φτωχοποίησή, οδηγώντας στον πρόωρο αφανισμό στην εξαθλίωση. Ο Μάλθους, σαν τον Νοστράδαμο, έφτασε μέχρι και την υπόδειξη της ημερομηνίας της εξαφάνισης της ανθρωπότητας το 1880 εξαιτίας της καταστροφής των πόρων.

Η λογική μπορεί να μας εκπλήξει λόγω του πόσο κοινή ακούγεται με τους μισανθρώπους και τις σχετικές εκφράσεις τους, αλλά, εκείνη την εποχή, ο Malthus πρότεινε την αποτροπή του τέλους της ανθρωπότητας καταπολεμώντας τον υπερπληθυσμό, προτρέποντας τα διάφορα Κράτη να αναλάβουν δράση για τον έλεγχο των γεννήσεων.

Ο έλεγχος των γεννήσεων από το Κράτος πήρε τις πιο βάναυσες εκφράσεις, όπως η αναγκαστική στείρωση των γυναικών σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές σε όλο τον πλανήτη, που η διασταύρωση πατριαρχίας, Μαλθουσιανισμού και κυριαρχίας φαίνεται τέλεια. Για να αναφέρουμε κάποιες περιόδους αυτής της βαναυσότητας, μπορούμε να δούμε την εκστρατεία που διεξήγαγε ο Alberto Fujimori στο Περού, όπου χιλιάδες ιθαγενείς γυναίκες στειρώθηκαν με τη βία στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ή σε διάφορες περιοχές της Αφρικής, όπου έχει υπάρξει ένα επαναλαμβανόμενο μέτρο που επιβάλεται στις γυναίκες με τεράστιες καμπάνιες των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των κυβερνήσεων. Η λογική είναι η ίδια: στείρωση των φτωχών για την καταπολέμηση της φτώχειας της ανθρωπότητας. Οι αντι-άνθρωποι θα πανηγυρίσουν: λιγότεροι άνθρωποι γεννιούνται, λιγότεροι άνθρωποι θα κατοικούν στη γη. Αλλά οι μαλθουσιανές υποθέσεις αποκρύπτουν και εμποδίζουν την κατανόηση ένος σχετικού και προφανούς γεγονότος, ή μάλλον, το διαχωρίζουν από τη λογική: η δηλητηρίαση του περιβάλλοντος, η εξαθλίωση, η λεηλασία και η αρπαγή των «πόρων» δεν οφείλονται ούτε σχετίζονται αποκλειστικά με την αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού (συνέπεια της προέλασης του πολιτισμού), αλλά και, κυρίως, με τη διανομή τους (4). Μόνο αυτό μπορεί να εξηγήσει την ποσότητα των αγαθών και προμηθειών τροφίμων που καταστρέφονται κάθε μέρα, που συσσωρεύονται και πετιούνται για να διατηρήθει μια αυξανόμενη ζήτηση με χαμηλή προσφορά, ένας βασικός παράγοντας της αγοράς.

Η ομοιότητα της επιχειρηματολογικής λογικής ανάμεσα στις μισανθρωπικές θέσεις και εκείνες του Malthus μας φαίνεται ξεκάθαρη, ακόμα και όταν παράγουν διαφορετικά συμπεράσματα. Για να διατηρηθεί η ανθρωπότητα και οι πόροι της είναι απαραίτητο να μειωθεί και να ελεγχθεί ο φτωχότερος πληθυσμός. Δηλαδή για την ευημερία της Γης είναι απαραίτητη η καταστροφή της ανθρωπότητας, εφόσον – κατ’ ουσίαν – την καταστρέφει.

Φαίνεται ότι οι μισανθρωπικές πρακτικές κάνουν ζημιά με αυτόν τον τρόπο κατανόησης του κόσμου: το πρόβλημα υποβαθμίζεται στον αριθμό των ανθρώπων. Ο έλεγχος των γεννήσεων δεν είναι ο μόνος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμός κυριαρχίας για τη διαχείριση του ανθρώπινου πληθυσμού, αλλά και οι μεγάλοι πόλεμοι [Α’ και Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος], πέρα ​​από τις συγκρούσεις συμφερόντων, εδάφων ή κυριαρχίας από τα Κράτη, έχουν μελετηθεί και θεωρηθεί επίσης – σε ένα δεύτερο επίπεδο – ως ένας τρόπος για να διατηρηθεί ο έλεγχος του πληθυσμού που, σαν άλλο ένα εμπορεύσιμο είδος στην αγορά, μπορεί να καταστραφεί στους πολέμους, οδηγώντας στη συσσώρευση επανενεργοποιώντας την οικονομία και τις παραγωγικές διαδικασίες.

Οι ίδιες εκφράσεις, λειτουργίες και λογικές μπορούν να βρεθούν στον Κοινωνικό Δαρβινισμό ή στην Ευγονική. Το ανθρώπινο είδος γίνεται αντιληπτό από μια προοπτική ολότητας η οποία πρέπει να διαχειρίζεται, να μορφοποιείται, να καταστρέφεται ή να προβάλλεται από εκείνους που βρίσκονται έξω από αυτό, πάνω από αυτό• αυτοί πρέπει να ορίζουν ποιο είναι το καλό, όχι μόνο για τα άτομα, το περιβάλλον τους, ή της «κοινωνίας», αλλά ολόκληρου του είδους ή του πλανήτη.

Μέχρι εδώ μπορέσαμε να δούμε πώς οι μισανθρωπικές θέσεις έχουν καλλιεργηθεί σύμφωνα με δύο είδη ιδεών. Αφενός, καταλογίζουν στο ανθρώπινο γένος και τη «φύση» του όλα τα πιθανά κακά και, αφετέρου, την εγγενή ζημιά που προκαλεί ως είδος με την ενιαία ύπαρξή του στο περιβάλλον. Από εκεί είναι που γεννιέται η απόρριψη της έννοιας της ανθρωπότητας, μια απόρριψη που γενικά είναι πιο πολύ ρητορική παρά πραγματική, αλλά που μερικές φορές έχει τις επιπτώσεις της στις πραγματικές πρακτικές που κυμαίνονται από την αδιάκριτη επίθεση ή την απόλυτη περιφρόνηση για οποιοδήποτε υποκείμενο ή έκφραση εκτός του κύκλου.

Ιχνηλατώντας τις διαδρομές αυτών των υποτιθέμενων νέων και ακραίων μισανθρωπικών θέσεων, καταφέραμε να βρούμε περίεργες ομάδες που εδώ και χρόνια έχουν διακηρύξει στο παραλήρημά τους τις ίδιες κοινοτοπίες. Έτσι, η «Εκκλησία της Ευθανασίας» ή το «MEHV» (5) έχουν αναπτύξει αμέτρητες εκστρατείες και «ακτιβισμούς» που μοιράζονται πολλές προσεγγίσεις με τις τρέχουσες μισανθρωπικές τάσεις. Όχι πολύ διαφορετικές από το σύνολο των θρησκευτικών αιρέσεων που, διαποτισμένες με μεσσιανικά παραληρήματα, αυτοπλασάρονται ως σωτήρες της Γης εξαπολύοντας μαζικές αυτοκτονίες ή αδιάκριτες επιθέσεις σε «ανθρώπους». Αυτές οι σκέψεις θα ήταν μόνο ένα ανέκδοτο, αν δεν είχαν άμεση επίπτωση στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε σήμερα τον αγώνα, τη μάχη, τη σύγκρουση και, πάνω απ’ όλα, το πού στοχεύουμε με τις επιθέσεις μας. Οι αντι-ανθρώπινοι μισάνθρωποι δίνουν κάθε σημάδι για το πού στοχεύουν, όπως με τους πανηγυρισμούς για τυφώνες, καταιγίδες, τσουνάμι, λοιμούς ή σχολικούς πυροβολισμούς. Δεν θα μας εξέπληττε η εκθείαση του διαβόητου Carl Panzram, δολοφόνου, βιαστή και κατά συρροή βασανιστή της δεκαετίας του ’20 στις ΗΠΑ, ο οποίος παραδέχθηκε ότι τα δεκάδες θύματά του επιλέχθηκαν στο άκυρο και κατά τύχη: “σημασία είχε μόνο το γεγονός ότι ήταν ανθρώπινα όντα (…) μισώ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Γουστάρω να σκοτώνω και να βιάζω ανθρώπους”, θα έλεγε στην αυτοβιογραφία του. Χωρίς αμφιβολία, δεν υπάρχει τίποτα το επαναστατικό, ή κάτι που να αφορά την καταστροφή της εξουσίας ή την απελευθέρωση σε αυτές τις εκφράσεις, αλλά αρκετή μισανθρωπία και απόρριψη των ανθρώπινων όντων.

Για τη διαρκή ανάγκη να οξύνουμε τις αρνήσεις μας

Το να πιστεύεις σε πάγια, σταθερά, αιώνια δόγματα για την καταστροφή της κυριαρχίας σημαίνει, για να το πούμε απλά, να χτίζεις νέα τείχη και δομημένα σχήματα τα οποία, σαν ζουρλομανδύας, αρχίζουν να σφίγγουν μόνο όταν κινούμαστε.

Με δεδομένη αυτή την προϋπόθεση, αντικρίζουμε την επιτακτική πραγματικότητα να κάνουμε την κριτική μας διαρκή, χωρίς να επαναπαυόμαστε με τα παλιά συνθήματα και μοντέλα αγώνα, αλλά και να διασώσουμε την εμπειρία μας. Δεν μας ενδιαφέρει να κατηγοριοποιηθούμε στην «κατανάλωση» οποιασδήποτε ιδέας κάποιας ριζοσπαστικής αισθητικής. Το να πιστεύεις ότι οι μισανθρωπικές θέσεις είναι ριζοσπαστικές για τις βλέψεις τους σημαίνει απλώς να αγνοείς το νόημα του ριζοσπαστισμού, που σημαίνει να στοχεύεις στη ρίζα του προβλήματος. Τότε, αυτό το μοναδικό ζήτημα αρχίζει να γίνεται γελοίο. Είναι η ανθρώπινη «Φύση» η ρίζα της κυριαρχίας; Για να απελευθερωθούμε από την εξουσία και τις σχέσεις εξουσίας, είναι η εξαφάνιση του ανθρώπινου γένους επιθυμητή; Απορρίπτουμε τις μισανθρωπικές εκτιμήσεις για διάφορους λόγους, εκτός από την έντονη γεύση αυταρχικής συμπεριφοράς που έχει από διαφορετικές ιστορικές περιόδους, πιστεύουμε ότι η τοποθέτηση μιας συγκρουσιακής στάσης βασισμένης σε μια βιολογική συνιστώσα εμπίπτει σε έναν αφύσικο ντετερμινισμό, πολύ ανώτερο από εκείνους που είχαμε ήδη απορρίψει. Για να εμβαθύνουμε πιο συγκεκριμένα: ο εργάτης δεν είναι επαναστάτης καθαυτός• ούτε οι γυναίκες, ούτε οι μετανάστες, ούτε οι μαύροι – έτσι ούτε ο άνθρωπος είναι ο στόχος ή ο καταπιεστής εγγενώς και αφ’ εαυτού, αλλά μάλλον οι κοινωνικές συνθήκες στις οποίες έχουν αναπτυχθεί και η απόφαση κάθε ατόμου, κλάδου ή ομάδων που τους αποτελούν, που καταλαμβάνουν μια θέση στην κοινωνία και στο δίκτυο της εξουσίας: είτε το συντηρούν είτε το αρνούνται. Ο βιολογικός ντετερμινισμός μπορεί μόνο να προκαλέσει τη μέγιστη απόρριψή μας, επειδή η ανάλυση περιορίζει τη βούληση του ατόμου σε έναν στοιχειώδη, κακοφτιαγμένο και απλοϊκό μηχανισμό, ο οποίος εμποδίζει την κατανόηση της πολύπλοκης λειτουργίας του αυταρχισμού και ταυτόχρονα περιορίζει κάθε πιθανότητα να αγωνιστούμε, να συγκρουστούμε και να επιτεθούμε στον κόσμο των ισχυρών.

Η τοποθέτηση μιας κριτικής του ανθρώπινου όντος σαν ένα είδος σημαίνει την φυσικοποίηση ορισμένων χαρακτηριστικών, αθροίζοντας όλα τα άτομα και εξαλείφοντας εντελώς τη βούλησή τους, την απόφασή τους, την ατομική τους πρωτοβουλία και τη πιθανότητα ρήξης που μπορεί να έχουν. Αλλά έχουμε και ένα θεμελιώδες παράδοξο, το οποίο θέλουμε να αντιμετωπίσουμε σοβαρά προκειμένου να ξεπεραστεί η κλασική αντίδραση που ακούστηκε πολλές φορές: “Να αυτοκτονήσουν αν είναι τόσο αντι-ανθρώπινοι”.

Το εν λόγω παράδοξο αφορά την απάντηση στην ακόλουθη ερώτηση: Από πού αναπτύσσονται οι μισανθρωπικές θέσεις; Ποιος τις προτείνει; Δεν αναφερόμαστε σε υποτιθέμενες θεωρίες συνωμοσίας που βλέπουν παντού τα πλοκάμια της αστυνομίας, αλλά, θεωρητικά, αυτές οι θέσεις απόρριψης του ανθρώπινου όντος που είναι τόσο αποξενωμένες από την ανθρώπινη φύση τους, τοποθετούν τους εαυτούς τους ως δικαστές ή διαιτητές στη σύγκρουση. Είναι εμφανές σε γελοίο βαθμό το γεγονός ότι εκείνοι που ανέπτυξαν αυτές τις μισανθρωπικές θέσεις είναι ανθρώπινα όντα. Λοιπόν τότε, πώς μπορεί να εξηγηθεί ένα τέτοιο παράδοξο; Πώς είναι δυνατόν να αναπτυχθεί; Πιστεύουμε ότι η αντίληψη του ότι υπάρχουν ανθρώπινα και μη ανθρώπινα ζώα μας επιτρέπει να τοποθετούμε τους εαυτούς μας με διαφορετικό τρόπο στο περιβάλλον και άλλα έμβια όντα, όπου όλοι είμαστε ζώα, αλλά οι μισανθρωπικές θέσεις δεν αναφέρονται σε αυτές τις αντιλήψεις, αλλά υποστηρίζουν ότι το ανθρώπινο ζώο πρέπει να εξαφανιστεί. Tο μόνο θεωρητικό/φιλοσοφικό ζογκλερικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί τότε είναι το επιχείρημα της εξουσίας, όπου, για να επεξηγηθούν αυτές οι θέσεις, είναι απαραίτητη η αποξένωση κάποιου από το εγγενές κακό που βλέπουν στον άνθρωπο, για να αισθάνεται έξω και ξένος σε αυτήν την πραγματικότητα. Αυτή η αποξένωση από μια βιολογική κατάσταση είναι, επομένως, ένας οιονεί θρησκευτικός τρόπος ανάληψης της εξουσίας ενάντια στην ανάπτυξη κριτικής. Μερικά ρεύματα μέσα στις μισανθρωπικές θέσεις αποφασίζουν να προσθέσουν τον προσδιορισμό «πολιτισμένος άνθρωπος» προσπαθώντας δήθεν να εντοπίσουν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που απορρίπτονται, αλλά επαναλαμβάνουν πάραυτα τα σύνολα τους ενάντια στους «ανθρώπους» και απλά επαναλαμβάνουν τις ίδιες λογικές που αμφισβητήσαμε προηγουμένως.

Σε αυτές τις στιγμές, είναι επιτακτικό η κριτική μας να είναι διαρκής, επιδιώκοντας πάντα να οξύνει την άρνησή μας για το υπάρχον, ξεπερνώντας τον φαινομενικό ριζοσπαστισμό, τις καινοτομίες που επιδιώκουν να προσφερθούν στο νέο σούπερ μάρκετ με τις τρέντυ μόδες, προκειμένου να κατανοήσουμε και να εμβαθύνουμε γνώση της κυριαρχίας και των τρόπων να της επιτεθούμε.

Για μια καταστροφική πράξη

Οι συνεχείς αναφορές στην άγρια ​​φύση, στα ζώα, δεν μας είναι ξένες, τις έχουμε χρησιμοποιήσει και συνεχίζουμε να τις χρησιμοποιούμε περισσότερες από μία φορές σε λογοτεχνικές ή άλλες αναφορές, αλλά είναι πολύ διαφορετικό να διακρίνουμε ένα διώνυμο «ανθρώπινο = κακό» / «ζωικό = καλό» και από εκεί να τοποθετείται μια πολιτική πρακτική του αγώνα.

Για μας, η αναζήτηση της αυτοματοποίησης των σχέσεων, των εμπειριών, η κανονικοποίηση και η σχηματοποίηση αυτών, η εξάντληση και η υποβάθμιση της ζωής σε απλή επανάληψη, δεν δημιουργεί καμιά ουσία του ανθρώπινου όντος, όπως μας έχει δείξει η πρακτική όταν έχουμε παρατηρήσει διαφορετικούς αυτόχθονες λαούς, όταν παρατηρούμε τις διάφορες δυνατότητες που έχουν προκύψει σε όλη την ιστορία με τους τρόπους συσχέτισης, τη δημιουργία αβέβαιων νέων κόσμων, την εμπειρία και τη συγγένεια που αναπτύσσεται στην ίδια την εξέγερση και τη σύγκρουση, σε διαφορετικούς χρόνους, τόπους και ανθρώπους, που μας θυμίζει και μας δείχνει ότι η δημιουργική ικανότητα παραμένει στα χέρια μας και όχι σε μια επαναλαμβανόμενη δήθεν «φυσική» κατάσταση.

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν επεσήμανε πριν από αρκετά χρόνια ότι “Το Κράτος είναι η άρνηση της ανθρωπότητας” (6), εκείνη η δομή και ο θεσμός όπου η εξουσία αποκρυσταλλώνεται με πολιτικό έλεγχο στις ζωές των ατόμων, είναι αυτό που επιδιώκει να επιτεθεί και να προκαλέσει ασφυξία σε κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό ή έκφραση. Για εμάς, και με την αντίστοιχη επέκταση της κυριαρχίας, το Κράτος μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως μία έκφραση της κυριαρχίας και όχι ως η μοναδική μορφή της.

Μπορούμε να δούμε διαφορετικές αιχμές που συμπίπτουν στη συν-δημιουργία σχέσεων εξουσίας, αρκετοί σύντροφοι έβαλαν τον πολιτισμό ως άλλη μια κεντρική αιχμή για την κατανόηση της άρθρωσης της κυριαρχίας. Από τη δεκαετία του ’70, ο Τεντ Καζίνσκι ήδη στόχευσε στην τεχνο-βιομηχανική κοινωνία ως το οικοδόμημα της δυστυχίας για την ανθρωπότητα και όχι την ίδια την ανθρωπότητα ως τον εχθρό προς επίθεση. “Η Βιομηχανική Επανάσταση και οι συνέπειές της ήταν καταστροφή για το ανθρώπινο γένος. Το προσδόκιμο ζωής για εκείνους από εμάς που ζουν σε «αναπτυγμένες» χώρες έχει αυξηθεί σημαντικά, αλλά έχει αποσταθεροποιήσει την κοινωνία, κατέστησε αδύνατη τη ζωή, έχει υποβάλει τα ανθρώπινα όντα σε ταπεινώσεις, έχει οδηγήσει στην εξάπλωση του ψυχολογικού πόνου (και σωματικού πόνου στον τρίτο κόσμο) και έχει προκαλέσει σοβαρές ζημιές στον φυσικό κόσμο” (7).

Είναι ο υπερπληθυσμός της ανθρωπότητας και η επακόλουθη περιβαλλοντική καταστροφή που είναι εγγενές πρόβλημα στο ανθρώπινο είδος; Είναι σαφές ότι ο σχηματισμός μεγάλων πόλεων, η ανάπτυξη της τεχνολογίας, της επιστήμης, η λογική της προόδου αποτελούν συστατικά στοιχεία του πολιτισμού και ένας τρόπος ζωής που κατασπαράζει τα πάντα, επιτρέποντας και ενθαρρύνοντας την περιβαλλοντική καταστροφή, θεωρώντας τη γη και τον πλανήτη ως πόρους για συσσώρευση και αποταμίευση. Οι πόλεις, ως κατασκευές, ως γεωπολιτικές τοποθεσίες, γεννιούνται, αναπτύσσονται και ενισχύονται προκειμένου να καταστήσουν την κυριαρχία πιο αποτελεσματική και να επιτύχουν μεγαλύτερα κέρδη στη διοίκησή της, επομένως η κριτική μας για τον αστικό σχεδιασμό πρέπει να είναι καταστροφική στο σύνολό της. Είναι όμως απαραίτητο να τονίσουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι ο υπερπληθυσμός, αλλά ότι αποτελεί μόνο συνέπεια ενός συστήματος ζωής που τον παράγει και τον αναπαράγει. Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση των αντι-ναταλιστών συντρόφων και ο έγκυρος έλεγχός τους επί των σωμάτων τους είναι πάντοτε βάσιμες ως θεμελιώδεις πτυχές για την ανάκτηση του ελέγχου της ζωής μας, θέσεις εκ διαμέτρου διαφορετικές από την επιβεβλημένη στείρωση και τον έλεγχο των γεννήσεων από το Κράτος. Εδώ δεν είναι λατρεία της ζωής ούτε Aναγεννησιακός ανθρωπισμός, αλλά η όξυνση της κριτικής μας για να αναγνωρίσουμε όχι μόνο αυτό που μας καταπιέζει και τη λογική του, αλλά και την ικανότητά μας να το καταπολεμήσουμε και να μην το αναπαράγουμε.

Με την ίδια αυτή έννοια είναι συναφές να αναφέρουμε και ίσως κάπως ανόητο, ότι δεν πρόκειται για τοποθέτηση κάποιου στην «οικουμενική αδελφότητα», ούτε για αδελφοσύνη με κάθε υποκείμενο, αλλά για την επανεξέταση των αποφάσεων και των θέσεων του ατόμου και όχι κάποια βιολογική και ηθική αξιολόγηση της υποτιθέμενης «φύσης».

Μόνο τότε μπορούμε να κατανοήσουμε τους «πολίτες» και τη σκέψη τους ως υποκείμενα με συγκεκριμένη και χειροπιαστή θέση στην υπεράσπιση αυτού του κόσμου. Απορρίπτουμε τη λογική τους ακριβώς λόγω των θέσεών τους, όχι λόγω του «είδους» τους, το οποίο θα ισοδυναμούσε με το να βάζουμε τους εαυτούς μας σε μια πολύ διαφορετική θέση.

Είναι τότε που βλέπουμε ότι τα φράγματα, οι ηλεκτρικές γραμμές, οι τοξικές μητροπόλεις που καταπατούν κάθε γωνιά της γης, οι ορίζοντες γεμάτοι κτίρια, οι δρόμοι που μπουκάρουν σε κάθε απομακρυσμένο μέρος, τα ψυχιατρικά κελιά, οι φυλακές και οι ζωολογικοί κήποι, η τρέλα και η αλλοτρίωση των ζωών μας, τα βασανιστήρια των ζώων στα εργαστήρια, η καταστροφή της γης, η κανονικότητα των νεκροταφείων, η ασφυκτική πραγματικότητα στα σκατά, η λογική της προόδου και της επιστήμης που μας τοποθετεί ως το κεντρικό είδος, δεν είναι ούτε εγγενή ούτε «φυσικά» στην ανθρωπότητα, αλλά ότι είναι σαφείς και συγκεκριμένες εκφράσεις κυριαρχίας, αυθεντίας και άσκησης εξουσίας. Η επίθεση, λοιπόν, γίνεται όχι μόνο απαραίτητη αλλά και επείγουσα για να κατεδαφιστεί αυτός ο κόσμος.

Μιλάμε για υποσχέσεις και για οικοδόμηση ενός μέλλοντος; Γιατί από τον μηδενισμό υπάρχει μια σημαντική συνεισφορά με αυτή την έννοια, όπου δεν πρόκειται πλέον περί παρουσίασης σχεδίων για μελλοντικούς κόσμους, ελπίδες και/ή εναλλακτικές λύσεις να προσφέρει. Η αναρχική σύγκρουση γεννιέται από την άρνηση και την αντιπαράθεση με αυτόν τον κόσμο, από την εναντίωση, την πλήρη και απόλυτη απόρριψή του, χωρίς απαραίτητα να προσφέρει μια πατενταρισμένη εναλλακτική πρόταση, αλλά επιβεβαιώνει επίσης ένα αναμφισβήτητο γεγονός: ότι αυτό για το οποίο είμαστε σίγουροι είναι ότι στα χέρια μας υπάρχει πάντα η δημιουργική/καταστροφική ικανότητα να σφυρηλατήσουμε νέες σχέσεις και πιθανούς κόσμους• από τα υπόλοιπα, μόνο το άγνωστο μας περιμένει και αυτό που θα έρθει!

Kalinov Most #3

  1. Μισανθρωπικές άγριες τάσεις: άλλες εκφράσεις αυταρχισμού και ιερής σκέψης. Kalinov Most # 1, Οκτώβριος 2017.
  2. Ενάντια στον οικο-εξτρεμισμό: Καθρέφτισμα του Πολιτισμού και της Θρησκείας. [Μπροσούρα στα Αγγλικά]
  3. Οι αναφορές που κάνουμε σχετικά με την «ανθρωπότητα» για εμάς σχετίζονται με το σύνολο των ανθρώπων και όχι με κάποια αφαίρεση της έννοιας που τη θέτει ως αθροιστική και ομογενοποιητική οντότητα έναντι των ατόμων και των ιδιαιτεροτήτων τους. Δεν θέλουμε να καλλιεργήσουμε μια ψευδαίσθηση πάνω από μια άλλη.
  4. Είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί η πραγματική και προφανής αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού πάνω στη γη, αλλά η καταστροφή του περιβάλλοντος και η λεηλασία θα σχετίζονταν περισσότερο με το σύστημα της «ζωής» και της κοινωνικής τάξης που επεκτείνει τεχνητά τη γήρανση, τους φόβους, τις ασθένειες και τους θανάτους, παρά απλώς τον αριθμό των κατοίκων του πλανήτη. Το να πιστεύεις σε μια άμεση σχέση μεταξύ των ατόμων και την κατανάλωση πόρων σημαίνει να ξεκινάς από τη βάση ότι το σύστημα ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων των υποκειμένων που ζούνε στη γη παραβλέποντας τη συγκέντρωση και τη συσσώρευση, θεμελιώδη στοιχεία της πραγματικότητάς μας. Από την άλλη πλευρά, είναι απαραίτητο να επικεντρωθούμε στην εκβιομηχάνιση, στην αχαλίνωτη και απεριόριστη κατανάλωσή της, η οποία θεωρεί αναγκαία την καταστροφή της γης προκειμένου να διατηρηθεί ο ξέφρενος και παράλογος ρυθμός της παρούσας «ζωής».
  5. Κίνημα για τον Εθελοντικό Ανθρώπινο Αφανισμό.
  6. Bakunin Mikhail,  Ο Θεός και το Κράτος.
  7. Kaczynski Theodore, Η Βιομηχανική Κοινωνία και το Μέλλον της, Θέση #1.

Μετάφραση στα Ελληνικά: Ντίνος Γιαγτζόγλου

Μετάφραση στα Αγγλικά: 325

Μια πηγή για το πρωτότυπο κείμενο στα Ισπανικά

Walter Benjamin: “Αυτοκρατορικό Πανόραμα”

Αυτοκρατορικό Πανόραμα: Μια περιήγηση στον γερμανικό πληθωρισμό

1.Στα αποθέματα φρασεολογίας που απογυμνώνουν το αμάλγαμα της ηλιθιότητας και της δειλίας που συναπαρτίζουν τον τρόπο ζωής του γερμανού αστού, είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτη η φράση που αναφέρεται στην επερχόμενη καταστροφή — ότι “τα πράματα δεν πάνε άλλο”. Η ανήμπορη εμμονή σε ιδέες ασφάλειας και ιδιοκτησίας που αντλείται από περασμένες δεκαετίες αποτρέπει τον μέσο πολίτη απ’ το να αντιληφθεί τις μάλλον εντυπωσιακές σταθερές νέας κοπής που αποτελούν και το υπόστρωμα της σημερινής κατάστασης. Επειδή η σχετική σταθεροποίηση των προπολεμικών ετών τον εξυπηρέτησε, νιώθει την ανάγκη να βλέπει κάθε κατάσταση που απειλεί το βιός του ως ασταθή. Αλλά οι σταθερές συνθήκες δεν είναι με κανένα τρόπο αναγκασμένες να είναι ευχάριστες συνθήκες, και ακόμα και πριν απ’ τον πόλεμο υπήρχαν στρώματα για τα οποία οι σταθερές συνθήκες σήμαιναν σταθερή εξαθλίωση. Η παρακμή δεν είναι λιγότερο σταθερή, ούτε περισσότερο αναπάντεχη από την άνοδο.

Μόνο μια οπτική που παραδέχεται την πτώση ως μοναδική αιτία της τωρινής κατάστασης μπορεί να προχωρήσει πέρα από την εκνευριστική έκπληξη με αυτό που καθημερινά επαναλαμβάνεται και να αντιληφθεί τα φαινόμενα της παρακμής ως σταθερά, βλέποντας μόνο την σωτηρία ως εξαιρετική, ως κάτι που αγγίζει το θαυματουργό και το ακατανόητο. Οι άνθρωποι στις εθνικές κοινότητες της Κεντρικής Ευρώπης ζουν όπως οι κάτοικοι μιας περικυκλωμένης πόλης της οποίας οι προμήθειες και το μπαρούτι εξαντλούνται, και για τις οποίες η σωτηρία είναι, με βάση την ανθρώπινη λογική, μάλλον απίθανη — περίπτωση στην οποία η παράδοση, ίσως άνευ όρων, θα έπρεπε να τύχει της πιο σοβαρής εξέτασης ως λύση.

Αλλά η σιωπηρή, αόρατη δύναμη που η Κεντρική Ευρώπη νιώθει ότι έχει απέναντί της δεν διαπραγματεύεται. Τίποτε, συνεπώς, δεν απομένει παρά να κινήσουμε το βλέμμα, εν τη διαρκή αναμονή του τελικού ολέθρου, στην κατεύθυνση τίνος άλλου πράγματος, παρά του εκπληκτικού συμβάντος από το οποίο και μόνο εξαρτάται η σωτηρία πλέον. Αλλά αυτή η απαραίτητη κατάσταση εντατικής και αδιαμαρτύρητης προσοχής θα μπορούσε, επειδή βρισκόμαστε σε μυστηριώδη επαφή με τις δυνάμεις που μας πολιορκούν, να αποφέρει όντως ένα θαύμα. Αντιστρόφως, η υπόθεση ότι “τα πράματα δεν πάνε άλλο” θα βρει μια μέρα τον εαυτό της να αντιλαμβάνεται το γεγονός πως σε ό,τι αφορά την οδύνη των ατόμων και των κοινοτήτων υπάρχει μόνο ένα όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν να πάνε τα πράματα: η εξάλειψη.

2.Ένα παράξενο παράδοξο: οι άνθρωποι έχουν κατά νου μόνον το στενότερο προσωπικό τους συμφέρον όταν δρουν, κι όμως την ίδια στιγμή καθορίζονται περισσότερο από ποτέ σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά τους από τα ένστικτα της μάζας. Και τα μαζικά ένστικτα έχουν πέσει σε σύγχυση και έχουν αποξενωθεί από τη ζωή περισσότερο από ποτέ. Ενώ το θολό ένστικτο του ζώου (όπως μας αφηγούνται ατέλειωτες ιστορίες) εντοπίζει, καθώς το πλησιάζει ο κίνδυνος, έναν τρόπο διαφυγής που παραμένει ακόμα αόρατος, η κοινωνία τούτη, της οποίας τα μέλη νοιάζονται μόνο για την δική τους ατομική μίζερη καλοπέραση, πέφτει θύμα –με ζωώδη αναισθησία αλλά χωρίς την διαίσθηση του ζώου– ως τυφλή μάζα ακόμα και του προφανέστερου των κινδύνων. Και η ετερογένεια των ατομικών στόχων είναι ασήμαντη μπροστά στην ταυτότητα των καθοριστικών δυνάμεων.

Ξανά και ξανά αναδεικνύεται το γεγονός πως η προσκόλληση της κοινωνίας στην ζωή που της είναι οικεία αλλά την οποία έχει εδώ και καιρό απεμπολήσει ως δικαίωμα είναι τόσο άκαμπτη ώστε να εκμηδενίζει την αυθεντικά ανθρώπινη εφαρμογή του νου, της προνοητικότητας, ακόμα και όταν ο κίνδυνος είναι τεράστιος. Κι έτσι, στην κοινωνία αυτή, η εικόνα της ηλιθιότητας έχει φτάσει την τελειότητα: αβεβαιότητα, και ακόμα και διαστροφή των ζωτικών ενστίκτων· και ανημπόρια, και ακόμα και αποσύνθεση, του νου. Αυτή είναι η κατάσταση ολάκερης της γερμανικής αστικής τάξης.

3.Όλες οι στενές σχέσεις φωτίζονται από μια σχεδόν αβάσταχτη, διατρητική καθαρότητα απ’ την οποία μόλις και μετά βίας μπορούν να επιβιώσουν. Γιατί απ’ τη μία, το χρήμα στέκεται καταστροφικά στο κέντρο κάθε ζωτικού συμφέροντος, αλλά απ’ την άλλη, αυτό το ίδιο είναι το εμπόδιο πάνω στο οποίο συντρίβονται όλες σχεδόν οι σχέσεις. Έτσι, όλο και περισσότερο, στην φυσική αλλά και στην ηθική σφαίρα, η αστόχαστη εμπιστοσύνη, η ηρεμία και η υγεία εξαφανίζονται.

4.Δεν είναι χωρίς λόγο που συνηθίζεται να μιλάμε για “γυμνή” εξαθλίωση. Αυτό που είναι καταστροφικότερο στην επίδειξή της, μια πρακτική που ξεκινά κάτω από τις επιταγές τής αναγκαιότητας και που καθιστά ορατό μόνο το ένα χιλιοστό της στενοχώριας που κρύβει, δεν είναι η λύπηση του θεατή ούτε η εξίσου τρομερή του συναίσθηση για την δική του ατιμωρησία, αλλά η ντροπή του. Είναι αδύνατο να μείνεις σε μια μεγάλη γερμανική πόλη, όπου η πείνα αναγκάζει τους πιο εξαθλιωμένους να ζουν με τα χαρτονίσματα με τα οποία οι περαστικοί προσπαθούν να κρύψουν μια γύμνια που τους πληγώνει.

5.”Η φτώχεια δεν ατιμάζει κανένα”. Πολύ καλά. Όμως αυτοί που το λένε ατιμάζουν τους φτωχούς. Το κάνουν, και μετά τους παρηγορούν με το μικρό αυτό τσιτάτο. Είναι από τις φράσεις εκείνες που κάποτε μπορεί να ήταν αλήθεια, έχει όμως προ πολλού εκφυλιστεί. Δεν ισχύει κάτι διαφορετικό με την κτηνώδη φράση “αν δε δουλεύει ο άνθρωπος, δεν πρέπει και να τρώει.” Όταν υπήρχε δουλειά για να ταϊζει τον άνθρωπο, υπήρχε επίσης φτώχεια που δεν τον ατίμαζε, εφόσον ήταν το αποτέλεσμα δυσμορφίας ή κάποιας άλλης κακοτυχίας στη ζωή. Αλλά αυτή η στέρηση, μες στην οποία γεννιούνται εκατομμύρια και μέσα στην οποία σέρνονται από την φτωχοποίηση εκατοντάδες χιλιάδες, αυτή πράγματι φέρνει ατίμωση. Η βρώμα και η μιζέρια φυτρώνουν γύρω της σαν τους τοίχους, έργο αόρατων χειρών. Και όπως ένας άνθρωπος μπορεί να αντέξει πολλά μόνος του αλλά νιώθει δικαίως ντροπή όταν η γυναίκα του τον βλέπει να υποφέρει ή υποφέρει και η ίδια εξαιτίας του, έτσι μπορεί να αντέξει πολλά όσο είναι μόνος του, και τα πάντα όσο μπορεί να τα κρύψει.

Αλλά κανείς δεν μπορεί να συνάψει ειρήνη με τη φτώχεια όταν αυτή πέφτει σα γιγάντια σκιά πάνω στους συμπατριώτες του και στο σπίτι του. Τότε θα πρέπει να είναι ευαίσθητος σε κάθε ταπείνωση που προκαλείται σε βάρος του, και έτσι να πειθαρχήσει τον εαυτό του ώστε το μαρτύριό του να μην είναι πια ο κατηφορικός δρόμος της θλίψης αλλά το ανηφορικό μονοπάτι της εξέγερσης. Όμως δεν υπάρχει ελπίδα για αυτό όσο το πιο κατάμαυρο, το πιο φριχτό χτύπημα της μοίρας, που το συζητά ο Τύπος καθημερινά κι ακόμα και κάθε ώρα, εκθέτοντας το με όλες του τις απατηλές αιτίες και συνέπειες, δεν βοηθά κανέναν να ξεσκεπάσει τις σκοτεινές δυνάμεις που κρατούν τη ζωή του δέσμια.

6.Για τον ξένο που γνωρίζει επιφανειακά τον τρόπο της γερμανικής ζωής και που έχει ταξιδέψει σύντομα στα διάφορα μέρη της χώρας, οι κάτοικοί της μοιάζουν το ίδιο αλλόκοτοι όσο και και κάποια εξωτική φυλή. Ένας πνευματώδης Γάλλος είπε: “Ο Γερμανός σπάνια καταλαβαίνει τον εαυτό του. Αν φτάσει και τον καταλάβει, δεν θα το πει. Και αν το πει, δεν θα γίνει κατανοητός.” Αυτή η χωρίς παρηγοριά απόσταση αυξήθηκε με τον πόλεμο, όχι όμως απλώς μέσω των πραγματικών και θρυλικών αγριοτήτων που αναφέρεται ότι διέπραξαν οι Γερμανοί. Μάλλον, αυτό το οποίο ολοκληρώνει την απομόνωση της Γερμανίας στα μάτια των υπόλοιπων Ευρωπαίων –αυτό το οποίο πράγματι προκαλεί την στάση ότι, όταν έχεις να κάνεις με Γερμανούς, έχεις να κάνεις με μαύρους της Νότιας Αφρικής (όπως έχει τεθεί εύστοχα)– είναι η βία, ακατανόητη για όσους βρίσκονται απ’ έξω και εντελώς μη αντιληπτή σε όσους εγκλωβίζονται μέσα της, με την οποία οι συνθήκες, η βρώμα, και η ηλιθιότητα υποτάσσουν τους ανθρώπους εδώ εντελώς σε συλλογικές δυνάμεις, καθώς μόνο οι ζωές των αγρίων υποτάσσονται στους νόμους της φυλής. Η πιο ευρωπαϊκή απ’ όλες τις κατακτήσεις, αυτή η λίγο-πολύ ευδιάκριτη ειρωνεία με την οποία η ζωή του ατόμου επιβεβαιώνει το δικαίωμά της να πάρει το δρόμο της ανεξάρτητα από την κοινότητα μέσα στην οποία έτυχε να βρεθεί, έχει πλήρως εγκαταλείψει τους Γερμανούς.

7. Η ελευθερία στην συζήτηση έχει χαθεί. Αν παλιότερα ήταν δεδομένο σε μια συζήτηση να λάβεις υπόψη τα ενδιαφέροντα του συνομιλητή σου, τώρα η έγνοια αυτή υποκαθίσταται με ερωτήσεις για το πόσο κόστισαν τα παπούτσια του ή η ομπρέλλα του. Αυτό που εισβάλλει ακαταμάχητα σε κάθε φιλική συνομιλία είναι η θεματική των συνθηκών διαβίωσης, του χρήματος. Αυτό που αφορά αυτή η θεματική δεν είναι τόσο οι έγνοιες και οι λύπες των ατόμων, στις οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο, αλλά η συνολική εικόνα. Είναι σαν να ήταν κάποιος παγιδευμένος σ’ ένα θέατρο και να έπρεπε να παρακολουθήσει τα διαδραματιζόμενα στη σκηνή είτε το θέλει είτε όχι — σαν να ‘πρεπε να τα καταστήσει ξανά και ξανά, θέλοντας και μη, το θέμα στο οποίο επικεντρώνει τη σκέψη και την ομιλία του.

8. Όποιος δεν αρνείται απλώς να αντιληφθεί την παρακμή θα βιαστεί να βρει μια ιδιαίτερη νομιμοποίηση για την δική του εξακολουθητική παρουσία, την δραστηριότητά του, και την εμπλοκή του σ’ αυτό το χάος. Υπάρχουν τόσες εξαιρέσεις σε ό,τι αφορά την σφαίρα δραστηριοποίησης κάποιου, το μέρος όπου μένει, και την στιγμή του στο χρόνο όσες και ενοράσεις για την γενική αποτυχία. Παντού σχεδόν θριαμβεύει η τυφλή αποφασιστικότητα να διασώσουμε το κύρος της ατομικής μας ύπαρξης αντί, μέσα από μια αμερόληπτη περιφρόνηση για την σημασία της και τις εμπλοκές της, να την αποσπάσουμε τουλάχιστο από το συνολικό πλαίσιο της οικουμενικής αυταπάτης. Για αυτό κι ο αέρας έχει κορεστεί τόσο από θεωρίες περί της ζωής και κοσμοαντιλήψεις, για αυτό και σ’ αυτή τη χώρα εμφανίζονται τόσο αυτάρεσκες, αφού σχεδόν πάντοτε ο στόχος τους είναι να νομιμοποιήσουν κάποια εντελώς ασήμαντη ατομική κατάσταση. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο ο αέρας είναι γεμάτος φαντάσματα, οπτασίες ενός ένδοξου πολιτιστικού μέλλοντος που θα πέσει επάνω μας αναπάντεχα και στα κλεφτά, αφού όλοι αφοσιώνονται στις οπτικές ψευδαισθήσεις του απομονωμένου τους οπτικού σημείου.

9. Οι άνθρωποι που τσουβαλιάζονται σ’ αυτή τη χώρα δεν διακρίνουν πλέον το περίγραμμα της ανθρώπινης προσωπικότητας. Κάθε ελεύθερος άνθρωπος τους φαίνεται εκκεντρικός. Ας φανταστούμε τις κορυφές των Άλπεων να προβάλλουν όχι σε αντίθεση με τον ουρανό αλλά σε αντίθεση με τις δίπλες κάποιου σκούρου υφάσματος. Αυτές οι επιβλητικές μορφές θα διακρινόντουσαν μόνο θολά. Με τον τρόπο αυτό, μια βαριά κουρτίνα κρύβει τον ουρανό της Γερμανίας, και δεν διακρίνουμε πια το προφίλ ούτε των μεγαλύτερων ανδρών.

10. Η θέρμη εγκαταλείπει τα πράγματα. Τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης μας απωθούν, τρυφερά μα επίμονα. Μέρα με τη μέρα, στην προσπάθειά μας να ξεπεράσουμε τις μυστικές αντιστάσεις –και όχι μόνο τις φανερές– που βάζουν στο διάβα μας, αντιμετωπίζουμε ένα γιγάντιο έργο. Πρέπει να αποζημιώσουμε την ψυχρότητά τους με την δική μας θερμότητα αν δεν θέλουμε να τα αφήσουμε να μας ξεπαγιάσουν, και να χειριστούμε τις αγκαθωτές τους μορφές με ατέρμονη δεξιότητα αν δεν θέλουμε να μας αιμορραγήσουν μέχρι θανάτου. Από τους συνανθρώπους μας δεν μπορούμε να περιμένουμε στήριξη. Αλλά οι διευθυντές, οι αξιωματούχοι, οι εργαζόμενοι, οι πωλητές — όλοι τους νιώθουν πως είναι οι εκπρόσωποι ενός αντιστεκόμενου υλικού κόσμου, του οποίου την απειλητικότητα μπαίνουν στον κόπο να την αποδείξουν με την κατήφειά τους. Και η ίδια η φύση συνομωτεί με την αποφυσικοποίηση των πραγμάτων, μια αποφυσικοποίηση με την οποία, μιμούμενα την ανθρώπινη αποσύνθεση, τα πράγματα τιμωρούν την ανθρωπότητα. Μας τρώει όπως μας τρώνε τα πράγματα, και η γερμανική άνοιξη, που δεν έρχεται ποτέ, είναι μόνο ένα από τα αμέτρητα φαινόμενα της σήψης της γερμανικής φύσης. Ζούμε σαν το βάρος της στήλης αέρα που υποστηρίζει ο καθένας μας να έχει γίνει στις περιοχές μας αισθητό, αιφνίδια, και κόντρα σε κάθε φυσικό νόμο.

11. Κάθε ανθρώπινη κίνηση, είτε πηγάζει από διανοητικό είτε ακόμα από φυσικό ένστικτο, εμποδίζεται στην εκδίπλωσή της από την ατέρμονη αντίσταση του εξωτερικού κόσμου. Η έλλειψη κατοικιών και το αυξανόμενο κόστος του ταξιδιού βρίσκονται καθ’ οδόν να εξαλείψουν το βασικό σύμβολο της ευρωπαϊκής ελευθερίας, η οποία υπήρχε σε ορισμένες μορφές ακόμα και στο Μεσαίωνα. Την ελευθερία επιλογής κατοικίας. Και αν ο μεσαιωνικός εξαναγκασμός έδενε τους ανθρώπους με τις φυσικές διασυνδέσεις, τώρα οι άνθρωποι δένονται μαζί σε μια αφύσικη κοινότητα. Λίγα πράγματα θα βοηθήσουν στην προώθηση της απειλητικής ανόδου της λατρείας της αλητείας όσο ο στραγγαλισμός της ελευθερίας κατοικίας. Και ποτέ πριν δεν ήταν μεγαλύτερη η ασυμμετρία ανάμεσα στην ελευθερία της κίνησης και την αφθονία μέσων ταξιδίου.

12. Όπως όλα τα πράγματα, μέσα από μια ανεπίστρεπτη διαδικασία μίξης και αλληλεπίδρασης, χάνουν τον εγγενή τους χαρακτήρα ενώ η αμφισημία εκτοπίζει την αυθεντικότητα, έτσι συμβαίνει και με την πόλη. Οι μεγάλες πόλεις –των οποίων η ασύγκριτη ισχύς συντήρησης και επιβεβαίωσης περικλείει όσους εργάζονται εντός τους με μια εσωτερική ανακωχή και σηκώνει μέσα τους, στη θέα του ορίζοντα, την επίγνωση της παρουσίας των ακοίμητων δυνάμεων των στοιχείων– εμφανίζονται να κατακερματίζονται παντού από την εισβάλλουσα ύπαιθρο. Όχι από το τοπίο της υπαίθρου, αλλά απ’ αυτό που είναι ό,τι πικρότερο στην ανεμπόδιστη φύση: την οργωμένη γη, τους αυτοκινητοδρόμους, τον νυχτερινό ουρανό που δεν τον κρύβει πια το πέπλο του παλλόμενου κόκκινου. Η ανασφάλεια ακόμα και των πολυάσχολων περιοχών της πόλης βάζει τον κάτοικό της στην δυσδιάκριτη και αληθινά φριχτή κατάσταση στην οποία είναι αναγκασμένος να εγκολπώσει, εκτός από τα απομονωμένα τερατουργήματα της ανοιχτής υπαίθρου, τα εκτρώματα της αστικής αρχιτεκτονικής.

13. Η ευγενής αδιαφορία για τις σφαίρες του πλούτου και της ένδειας έχει μάλλον εγκαταλείψει τα βιομηχανικά προϊόντα. Το κάθε τι σφραγίζει τον ιδιοκτήτη του, αφήνοντάς του μόνο την επιλογή να εμφανιστεί ως φτωχοδιάβολος ή μεγαλοαπατεώνας. Γιατί αν και η αληθινή πολυτέλεια μπορεί να εμποτιστεί από το πνεύμα και την ανθρώπινη συντροφικότητα κι έτσι να ξεχαστεί, τα εμπορεύματα πολυτελείας που κορδώνονται πια μπροστά μας παρελαύνουν με τέτοια εκθρασυμένη απτότητα που όλα τα όπλα του νου συντρίβονται ανήμπορα στην επιφάνειά τους.

14. Τα πιο πρώιμα έθιμα των λαών μοιάζουν να μας στέλνουν μια προειδοποίηση πως, δεχόμενοι αυτό που παίρνουμε τόσο άφθονα από τη φύση, πρέπει να φυλαχτούμε από μια χειρονομία απληστίας. Γιατί είμαστε ανίκανοι να δώσουμε στη Μητέρα Γη οποιοδήποτε δικό μας δώρο. Είναι λοιπόν πρέπον να δείχνουμε σεβασμό όταν παίρνουμε, επιστρέφοντας ένα μέρος όσων παίρνουμε πριν βάλουμε το χέρι μας στο δικό μας μερίδιο. Αυτός ο σεβασμός εκφράζεται με το αρχαίο έθιμο της σπονδής. Πράγματι, είναι ίσως τούτη η πανάρχαια πρακτική που έχει επιβιώσει, μεταμορφωμένη, στην απαγόρευση της συλλογής ξεχασμένων καλαμποκιών ή σταφυλιών που έχουν πέσει στη γη, που αφήνονται να επιστρέψουν στη γη ή στους προγονικούς αποστολείς της ευλογίας. Ένα αθηναϊκό έθιμο απαγόρευε την συλλογή των ψίχουλων απ’ το τραπέζι, αφού αυτά ανήκαν στους νεκρούς ήρωες. Αν η κοινωνία έχει αλλοιώσει τόσο τη φύση της μέσα από την αναγκαιότητα και την απληστία που να μπορεί πια να λάβει τα δώρα της φύσης με τέτοια αρπαχτικότητα, ώστε να αρπάζει τους καρπούς άγουρους απ’ τα δέντρα για να τους πουλήσει με το περισσότερο κέρδος, κι ώστε να αδειάζει κάθε πιάτο με την αποφασιστικότητα να χορτάσει, τότε το χώμα θα γίνει φτωχό και η γη θα δίνει κακή σοδειά.

Μονόδρομος, 1923-1926, πρώτη δημοσίευση 1928

Μετάφραση: Lenin Reloaded

Πηγή: theshadesmag

Εμίλ Αρμάν: Μίνι εγχειρίδιο του Ατομικιστικού Αναρχισμού

I

Το να είσαι αναρχικός σημαίνει να αρνείσαι την εξουσία και να απορρίπτεις την οικονομική απόρροιά της: την εκμετάλλευση — και αυτήν σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο αναρχικός επιθυμεί να ζήσει χωρίς θεούς ή αφέντες· χωρίς πάτρονες ή διευθυντές· ά-νομα, χωρίς νόμους και προκαταλήψεις· ανήθικα, χωρίς υποχρεώσεις και συλλογικά ήθη. Θέλει να ζει ελεύθερα, να ζει τη δικιά του συγκεκριμένη αντίληψη της ζωής. Στο βάθος της καρδιάς του, είναι πάντοτε αντικοινωνικός, ένας ατίθασος, ένας παρείσακτος, περιθωριακός, η εξαίρεση, ένας απροσάρμοστος. Και μολονότι μπορεί να είναι υποχρεωμένος να ζει σε μια κοινωνία η σύνθεση της οποίας είναι αποκρουστική για το ταπεραμέντο του, είναι σαν να έχει κατασκηνώσει σε ξένη χώρα. Αν κάνει στο περιβάλλον του αναπόφευκτες παραχωρήσεις — πάντοτε με την πρόθεση να τις πάρει πίσω — προκειμένου να αποφύγει να ρισκάρει ή να θυσιάσει τη ζωή του βλακωδώς ή άσκοπα, είναι επειδή τις βλέπει ως όπλα για την άμυνά του στον αγώνα για την ύπαρξη. Ο αναρχικός εύχεται να ζήσει τη ζωή του, όσο πληρέστερα γίνεται, ηθικά, διανοητικά, οικονομικά, χωρίς να νοιάζεται για τον υπόλοιπο κόσμο, τους εκμεταλλευτές ή τους εκμεταλλευόμενους· χωρίς να θέλει να κυριαρχήσει ή να εκμεταλλευτεί άλλους, αλλά έτοιμος να απαντήσει με όλα τα μέσα εναντίον οποιουδήποτε θελήσει να παρέμβει στη ζωή του ή να τον αποτρέψει απ’ το να εκφράσει τη σκέψη του γραπτώς ή προφορικώς.

Ο αναρχικός έχει για εχθρό του το Κράτος και όλους τους θεσμούς που τείνουν να διατηρούν ή να διαιωνίζουν τον ασφυκτικό κλοιό τους γύρω από το άτομο. Δεν υπάρχει πιθανότητα συμφιλίωσης μεταξύ του αναρχικού και οποιασδήποτε μορφής κοινωνίας βασισμένης στην εξουσία, είτε αυτή εκπορεύεται από ένα δικτάτορα, από μια αριστοκρατία ή από μια δημοκρατία. Κανένα κοινό έδαφος μεταξύ του αναρχικού και οποιουδήποτε περιβάλλοντος κυβερνιέται απ’ τις αποφάσεις της πλειοψηφίας ή τις επιθυμίες μιας ελίτ. Ο αναρχικός πολεμάει για τον ίδιο λόγο την Κρατικά παρεχόμενη εκπαίδευση και αυτήν που μοιράζεται από την Εκκλησία. Είναι ο αντίπαλος των μονοπωλίων και των προνομίων, είτε αυτά είναι διανοητικής, ηθικής ή οικονομικής τάξεως. Με μια λέξη, είναι ο ασυμβίβαστος ανταγωνιστής κάθε πολιτεύματος, κάθε κοινωνικού συστήματος, κάθε κατάστασης πραγμάτων που συνεπάγεται την κυριαρχία του ανθρώπου ή του περιβάλλοντος πάνω στο άτομο και την εκμετάλλευση του ατόμου από ένα άλλο ή από την ομάδα.

Το έργο του αναρχικού είναι πάνω απ’ όλα ένα έργο κριτικής. Ο αναρχικός προχωρεί, σπέρνοντας την εξέγερση ενάντια σε ό,τι καταπιέζει, εμποδίζει, αντιτίθεται στην ελεύθερη ανάπτυξη της ατομικής ύπαρξηςΕίναι της άποψης πρωτίστως να απαλλάξει το μυαλό από προκατειλημμένες ιδέες, να απελευθερώσει ταπεραμέντα που έχουν αλυσοδεθεί από το φόβο, να προκαλέσει νοοτροπίες να απελευθερωθούν απ’ την κοινή γνώμη και τις κοινωνικές συμβάσεις· γι’ αυτό ο αναρχικός θα ωθήσει όλους τους ελθόντες να πορευτούν μαζί του για να επαναστατήσουν πρακτικά εναντίον της νομοτέλειας του κοινωνικού περιβάλλοντος, να επιβεβαιωθούν ατομικά, να λαξεύσουν το εσώτερό τους άγαλμα, να καταστήσουν τον εαυτό τους, όσο το δυνατόν περισσότερο, ανεξάρτητο απ’ το ηθικό, πνευματικό και οικονομικό περιβάλλον. Θα παροτρύνει τον αδαή να διδάξει τον εαυτό του, τον απαθή να αντιδράσειτον αδύναμο να γίνει δυνατόςτον καμπουριασμένο να ορθώσει το ανάστημά του. Θα ωθήσει τους πτωχά προικισμένους και λιγότερο ικανούς να βγάλουν απ’ τον εαυτό τους όλους τους δυνατούς πόρους και να μην στηρίζονται σε άλλους.

Άβυσσος χωρίζει τον αναρχισμό απ’ το σοσιαλισμό σε αυτές τις διαφορετικές εκτιμήσεις, συμπεριλαμβανομένου του συνδικαλισμού.

Ο αναρχικός τοποθετεί στη βάση όλων των αντιλήψεων της ζωής του: την ατομική πράξη. Και αυτός είναι ο λόγος που πρόθυμα αποκαλεί τον εαυτό του αναρχικόατομικιστική.

Δεν πιστεύει ότι όλα τα δεινά απ’ τα οποία υποφέρουν οι άνθρωποι προέρχονται αποκλειστικά απ’ τον καπιταλισμό ή την ατομική ιδιοκτησία. Πιστεύει ότι οφείλονται κυρίως στην προβληματική νοοτροπία των ανθρώπων, λαμβανομένου ως μπλοκ. Υπάρχουν αφεντικά επειδή υπάρχουν δούλοι και οι θεοί συντηρούνται επειδή κάποιοι πιστοί γονατίζουνΟ ατομικιστικής αναρχικός χάνει το ενδιαφέρον του σε μια βίαιη επανάσταση που έχει ως στόχο το μετασχηματισμό του τρόπου κατανομής των προϊόντων με την κολεκτιβιστική ή κομμουνιστική έννοιαη οποία μόλις και μετά βίας θα επέφερε μια αλλαγή στη γενική νοοτροπία και η οποία δεν θα προκαλούσε καθόλου τη χειραφέτηση της ατομικής ύπαρξης. Σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς στο οποίο κάποιος θα ήταν τόσο εξαρτημένος όσο σήμερα στην καλή θέληση του περιβάλλοντος: θα έβρισκε τον εαυτό του τόσο φτωχό, τόσο δυστυχισμένο όσο τώρα· αντί να είναι κάτω απ’ την εποπτεία της σημερινής μικρής καπιταλιστικής μειοψηφίας, θα κυριαρχούνταν από το οικονομικό σύνολο. Τίποτα δεν θα ανήκε σωστά σ’ αυτόνΘα ήταν παραγωγός, καταναλωτής, βάλε λίγο ή πάρε κάτι απ’ το σωρό, αλλά ποτέ δεν θα ήταν αυτόνομος.

II

O ατομικιστής-αναρχικός διαφοροποιείται απ’ τον αναρχικό-κομμουνιστή κατά την έννοια ότι θεωρεί (εκτός απ’ την ιδιοκτησία σε ορισμένα αντικείμενα απόλαυσης που έχουν να κάνουν με την προσωπικότητα) την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και της ελεύθερης διάθεσης του προϊόντος ως τη βασική εγγύηση για την αυτονομία του ατόμου. Εξυπακούεται ότι η ιδιοκτησία περιορίζεται στην πιθανότητα του να βάλει στη δούλεψη (ατομικά, ανά ζευγάρια, ανά οικογενειακές ομάδες, κλπ.) την έκταση του εδάφους ή τις μηχανές παραγωγής που είναι απαραίτητες για τις ανάγκες της κοινωνικής ενότητας· υπό τον όρο, για τον ιδιοκτήτη, να μην τις μισθώσει στον οποιονδήποτε ή να μην καταφεύγει στο να ρίχνει τη βελτίωσή τους σε κάποιον στην υπηρεσία του.

Ο ατομικιστήςαναρχικός δεν σκοπεύει πια να ζει με κάθε κόστος, όπως ο ατομικιστής, απ’ το να ζει σύμφωνα με κανόνες, υπό την προϋπόθεση ότι ένα πιάτο φαί είναι εξασφαλισμένο, ο ρουχισμός σίγουρος και η κατοικία εγγυημένη.

Η ατομικιστικήςαναρχικός, εξάλλου, δεν διεκδικεί κανένα σύστημα που θα δέσμευε το μέλλον. Αξιώνει να θέσει τον εαυτό του σε κατάσταση νόμιμης άμυνας σχετικά με οποιαδήποτε κοινωνική ατμόσφαιρα (Κράτος, κοινωνία, περιβάλλον, ομαδοποίηση, κλπ.) που θα επέτρεπε, θα αποδεχόταν, θα διαιώνιζε, θα ενέκρινε ή θα καθιστούσε δυνατή:

α) την υποταγή στο περιβάλλον του ατομικού όντος, τοποθετώντας το αυτό σε μια κατάσταση εμφανούς κατωτερότητας απ’ τη στιγμή που δεν μπορεί να συμπεριφερθεί με το συλλογικό σύνολο ως ίσος προς ίσον, δύναμη με δύναμη·

β) την υποχρέωση (σε οποιονδήποτε τομέα) της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης, του συνεταιρίζεσθαι·

γ) τη στέρηση της ατομικής και αναπαλλοτρίωτης κατοχής των μέσων παραγωγής και της πλήρους και απεριόριστης διάθεσης του προϊόντος·

δ) την εκμετάλλευση του οποιουδήποτε από κάποιον απ’ τους συντρόφους του, που θα τον έκανε να μοχθήσει για λογαριασμό του και προς όφελός του·

ε) τη μονοπώληση, δηλ. την πιθανότητα για ένα άτομο, ένα ζευγάρι, μια οικογενειακή ομάδα να κατέχει περισσότερα απ’ ό,τι είναι απαραίτητα για την κανονική της συντήρηση·

στ) το μονοπώλιο του Κράτους ή κάθε εκτελεστικής μορφής που το αντικαθιστά, δηλαδή την παρέμβασή τηςστο ρόλο του ως συγκεντρωτιστής, διαχειριστής, διευθυντής, οργανωτήςστις σχέσεις μεταξύ των ατόμων, σε οποιονδήποτε τομέα·

ζ) το δάνειο με τόκο, τοκογλυφία, επικαταλλαγή, συναλλαγή, κληρονομιά, κ.λπ., κ.λπ.

ΙΙΙ

O ατομικιστικήςαναρχικός κάνει «προπαγάνδα» προκειμένου να επιλέξει ατομικιστικέςαναρχικές διαθέσεις που θα έπρεπε να έχει, για να καθορίσει τουλάχιστον μια πνευματική ατμόσφαιρα ευνοϊκή στην εμφάνισή τους. Μεταξύ ατομικιστώναναρχικών οι σχέσεις είναι εδραιωμένες με βάση την «αμοιβαιότητα». Η «συντροφικότητα» είναι ουσιαστικά ατομικής τάξεως, ποτέ δεν επιβάλλεται. Ο «σύντροφος» που τον ικανοποιεί ατομικά να συναναστραφεί, είναι κάποιος που κάνει μια αξιόλογη προσπάθεια προκειμένου να αισθάνεται ότι ζει, που παίρνει μέρος στην προπαγάνδα του της εκπαιδευτικής κριτικής και της επιλογής των προσώπων· που σέβεται την επιλογή υπάρξεως του καθενός, μην εμποδίζοντας την ανάπτυξη εκείνων που προοδεύουν μαζί του και εκείνων που τον αγγίζουν πιο στενά.

Ο ατομικιστήςαναρχικός δεν είναι ποτέ ο δούλος κάποιου τύπουφόρμουλας ή ενός αποδεκτού μηνύματος. Αναγνωρίζει μονάχα απόψεις. Προτείνει μονάχα θέσεις. Δεν επιβάλλει ένα τέλος στον εαυτό του. Αν υιοθετεί μια μέθοδο ζωής σε κάποια μικρή λεπτομέρεια, είναι για να εξασφαλίσει περισσότερη ελευθερία, περισσότερη ευτυχία, περισσότερη ευημερία, αλλά επ’ ουδενί για να θυσιάσει τον εαυτό του. Και την τροποποιεί, και τη μεταμορφώνει όταν του φαίνεται ότι εξακολουθώντας να παραμένει πιστός σ’ αυτήν θα μείωνε την αυτονομία του. Δεν θέλει να αφήσει τον εαυτό του να κυριαρχείται από αρχές που καθορίζονται a priori· είναι μονάχα a posteriori, απ’ τις εμπειρίες του, που βασίζει τους κανόνες συμπεριφοράς του, μολαταύτα οριστικές, πάντοτε υποκείμενες στις τροποποιήσεις και τους μετασχηματισμούς που η καταγραφή νέων εμπειριών μπορούν να εγγράψουν, και στην αναγκαιότητα απόκτησης νέων όπλων στον αγώνα του ενάντια στο περιβάλλον — χωρίς να κάνει ένα απόλυτο a priori.

Ο ατομικιστικήςαναρχικός δεν λογοδοτεί ποτέ σε κανέναν άλλον πέρα απ’ τον εαυτό του για τις πράξεις και τις χειρονομίες του.

Ο ατομικιστικήςαναρχικός θεωρεί τη συναναστροφή μονάχα ως ένα τελεσφόρο, ένα προσωρινό. Γι’ αυτό, θέλει να συναναστρέφεται μονάχα σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης αλλά πάντοτε σε εθελοντική βάση. Και επιθυμεί μονάχα να συμβάλλεται, σε γενικές γραμμές, για σύντομο χρονικό διάστημα, θα είναι πάντα κατανοητό ότι κάθε συμβόλαιο μπορεί να ακυρωθεί απ’ τη στιγμή που βλάπτει ένα απ’ τα συμβαλλόμενα μέρη.

Ο ατομικιστήςαναρχικός δεν απαγορεύει καμιά αποφασισμένη σεξουαλική ηθική. Είναι στο χέρι του καθενός να καθορίσει τη σεξουαλική, συναισθηματική ή αισθηματική του ζωή, τόσο για το ένα φύλο όσο και για το άλλο. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι σε προσωπικές σχέσεις μεταξύ αναρχικών διαφορετικών φύλων ούτε η βία ούτε ο περιορισμός λαμβάνουν χώρα. Πιστεύει ότι η οικονομική ανεξαρτησία και η δυνατότητα τού να είναι μητέρα όπως επιθυμεί είναι οι αρχικές συνθήκες για τη χειραφέτηση της γυναίκας.

Ο ατομικιστήςαναρχικός θέλει να ζει, θέλει να είναι σε θέση να εκτιμά τη ζωή ατομικά, ζωή θεωρούμενη σε όλες της τις εκφάνσεις. Παραμένοντας κύριος στο μεταξύ της βούλησής του, λαμβάνοντας υπόψη τόσους πολλούς υπηρέτες που τίθονται στη διάθεση του «εαυτού» του οι γνώσεις του, οι ικανότητές του, οι αισθήσεις του, τα πολλαπλά όργανα αντίληψης του σώματός του. Δεν είναι δειλός, αλλά δεν θέλει να μειώνει τον εαυτό του. Και ξέρει καλά ότι εκείνος που επιτρέπει στον εαυτό του να καθοδηγείται απ’ τα πάθη του ή να κυριαρχείται απ’ τις αρεσκείες του είναι δούλος. Θέλει να διατηρεί «την κυριότητα του εαυτού» προκειμένου να οδηγεί προς τις περιπέτειες στις οποίες η ανεξάρτητη έρευνα και η ελεύθερη μελέτη τον οδηγούν. Θα συνιστούσε πρόθυμα μια απλή ζωή, την αποκήρυξη του ψεύτικου, της υποδούλωσης, των άχρηστων αναγκών· την αποφυγή των μεγάλων πόλεων· μια λογική διατροφή και σωματική υγιεινή.

O ατομικιστήςαναρχικός θα ενδιαφερθεί για τις συναναστροφές που συγκροτούνται από συγκεκριμένους συντρόφους με σκοπό να τους σχίσει απ’ την εμμονή σε ένα περιβάλλον που τους αηδιάζει. Η άρνηση της στρατιωτικής θητείας, ή της πληρωμής των φόρων θα έχει όλη του τη συμπάθεια· ελεύθερες ενώσεις, μονές ή πολλαπλές, σαν διαμαρτυρία εναντίον των κοινών ηθών· ιλλεγκαλισμός ως βίαια ρήξη (και με ορισμένες επιφυλάξεις) με την οικονομική σύμβαση που έχει επιβληθεί δια της βίας· αποχή από κάθε ενέργεια, από κάθε δουλειά, από κάθε λειτουργία που σχετίζεται με τη διατήρηση ή την εδραίωση του επιβεβλημένου πνευματικού, ηθικού ή οικονομικού καθεστώτος· ανταλλαγή ζωτικών προϊόντων μεταξύ ατομικιστώναναρχικών ιδιοκτητών των αναγκαίων μηχανών παραγωγής, μακριά από κάθε καπιταλιστικό μεσάζοντα· κ.λπ., είναι πράξεις εξέγερσης σύμφωνες ουσιαστικά με το χαρακτήρα του ατομικιστικούαναρχισμού.

Μετάφραση: Αιχμή

Πηγή: aixmh

Negative Reviews Έκδοση: Todd May “Η αποτυχία του μαρξισμού”

i. Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση

Η παρούσα έκδοση, πρώτη απόπειρα μετάφρασης τμήματος του βιβλίου του Todd May [1] The political philosophy of poststructuralist anarchism στην ελληνική γλώσσα -απ’ όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε-, αποτελεί την αφετηρία ενός ευρύτερου εγχειρήματος μετάφρασης και ανάδειξης της συγκεκριμένης προσέγγισης στην πολιτική φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία από την πλευρά μας. Συνιστά ένα πρώτο βήμα σε αυτό που προσδοκούμε πως θα εξελιχθεί σε έκδοση του πλήρους κειμένου.

Η επιλογή μας να προχωρήσουμε στη μετάφραση του συγκεκριμένου έργου εγγράφεται σε ένα ευρύτερο εγχείρημα το οποίο εκτείνεται σε δύο επίπεδα: ένα περισσότερο εξειδικευμένο και ένα γενικότερου χαρακτήρα. Καταρχάς, όσον αφορά στο μακροεπίπεδο της στοχοθέτησης, η πρόθεσή μας είναι να αποπειραθούμε τόσο μια διαλογή θέσεων από τον πλούτο της ιστορικά καταγεγραμμένης αναρχικής παράδοσης που ανταποκρίνονται στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κοινωνικό κόσμο και τη θέση μας εναντίον του, όσο και την επικαιροποίηση και εμπλουτισμό αυτού του θεωρητικού σώματος, ώστε να είναι σε θέση να παράσχει τα αναγκαία, για τη σύγχρονη αναρχική παρέμβαση, αναλυτικά εργαλεία. Η απόληξη αυτού του εγχειρήματος δεν μπορεί να είναι, όπως εμείς τουλάχιστον το κατανοούμε από τη θέση μας, ένα άκαμπτο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο λόγου, αλλά ένα σώμα εργαλείων και θέσεων που αφενός διατηρεί στο ακέραιο την οξύτητα και την διαύγεια της παραδοσιακής αναρχικής κριτικής και παρέμβασης στον κοινωνικό κόσμο και, αφετέρου, προσφέρει τη δυνατότητα εκλεπτυσμένων ερμηνειών, διευρύνει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τις σχέσεις εξουσίας στο κοινωνικό πλέγμα και τη θέση μας σε αυτό και, εν τέλει, ενέχει στον πυρήνα του την αξίωση να βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με τους διαρκείς κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς μετασχηματισμούς. Εν ολίγοις, αντιλαμβανόμενοι ότι εντός του κόσμου που μας περιβάλλει συντελούνται ανατροπές που θέτουν υπό αίρεση παραδεδεγμένες θέσεις ή αναπτύσσονται θεωρητικά σχήματα που επιτρέπουν μια περισσότερο πολύπλευρη ερμηνεία των φαινομένων, επιχειρούμε να συμβάλλουμε, με τις όποιες δυνάμεις μας, στη διαμόρφωση ενός αναρχικού λόγου που αξιώνει, υπό την αίρεση των διαφόρων οντολογικών παραδοχών των φορέων του, την όσο το δυνατόν πιο γόνιμη περιγραφή και ερμηνεία, αποφεύγοντας να συγκροτήσει μια άκαμπτη θεολογία· αντίθετα, από τη δική μας πλευρά ως αναρχικοί, θεωρούμε πως η λεπίδα της κριτικής ακονίζεται καλύτερα όταν ακονίζεται πάνω στο σώμα του ίδιου του αναρχικού λόγου.

Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, θεωρούμε πως ένα μέρος της μαρξικής θεωρίας και κάποια τμήματα μεταγενέστερων μαρξιστικών επεξεργασιών είναι σε θέση να παράσχουν εργαλεία που ο αναρχικός λόγος μπορεί να αξιοποιήσει για τη γονιμότερη περιγραφή και παρέμβαση στον κόσμο, αποφεύγοντας, παράλληλα, τη μεταμόρφωσή του σε ένα θεωρητικό σώμα που θα διέπεται από τον αυταρχισμό πολλών εκδοχών του μαρξισμού. Φυσικά, αυτή η υιοθέτηση σχημάτων που δεν απολήγουν απευθείας από την αναρχική ιστορική παράδοση δεν είναι μια πρωτότυπη εισήγηση· ιδιαίτερα στην παράδοση του εν Ελλάδι αναρχικού χώρου, τέτοια σχήματα έχουν χρησιμοποιηθεί σε πολλαπλές περιστάσεις και έχουν, με την πάροδο των ετών, αποδελτιωθεί ως οργανικά τμήματα του αναρχικού λόγου. Πιθανολογούμε πως σε κανέναν/καμία αναγνώστη/τρια δεν προκαλεί αμηχανία η αναφορά στους αλτουσεριανούς ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους ή στην φραγκφουρτιανή κριτική της πολιτιστικής βιομηχανίας, για να αναφέρουμε μόνο δύο παραδείγματα.

Αυτή η παρατήρηση μας φέρνει στο δεύτερο, το μικροεπίπεδο της στοχοθέτησής μας. Η παρούσα μετάφραση αποσκοπεί αφενός να αναδείξει την καταγωγή των σχημάτων αυτών και να φωτίσει το πλαίσιο λόγου εντός του οποίου αναπτύχθηκαν. Αφετέρου, και αυτό είναι, κατά την άποψή μας το ουσιαστικότερο, επιχειρεί να θέσει θεωρητικά ζητήματα που σχετίζονται με την υιοθέτηση τέτοιου είδους σχημάτων και να διατυπώσει ένα σχετικό πρόβλημα που αφορά στην ευρύτερη αναρχική θεωρία. Η κατανόηση του θεωρητικού πλαισίου εντός του οποίου οι διάφοροι μαρξιστές στοχαστές εισηγήθηκαν τα σχήματα που παρουσιάζονται, θεωρούμε πως θα πρέπει να εγείρει προβληματισμούς συμβατότητας και να οδηγήσει σε ανάπτυξη εκλεπτυσμένων και αυστηρών, ως προς την αναλυτική συνεκτικότητα του εγχειρήματος, γνωμόνων που σχετίζονται με τις παραδοχές των αναρχικών για τη φύση του κοινωνικού κόσμου, μια αναρχική οντολογία εν ολίγοις, αλλά και με τις προκείμενες της πολιτικής φιλοσοφίας του αναρχισμού (για παράδειγμα, τι είναι ο άνθρωπος, πώς εντάσσεται στον κοινωνικό χώρο, το εάν πράγματι εντοπίζεται η ανθρωπολογική μεροληψία του ρουσωϊκού και του λοκιανού υποδείγματος στον κλασσικό αναρχισμό, όπως ισχυρίζονται διάφοροι θεωρητικοί του μετα-αναρχισμού, του εξεγερσιακού και του ατομικιστικού αναρχισμού) και των γνωσιολογικών του προσεγγίσεων (το αν, για παράδειγμα, κανείς υιοθετεί μια αντικειμενιστική ή κονστρουκτιβιστική προσέγγιση της γνώσης του κόσμου). Με λίγα λόγια, επιχειρούμε να ενεργοποιήσουμε ένα στοχασμό σχετικό με το αν και σε ποιο βαθμό μπορούμε, ως αναρχικοί, να υιοθετήσουμε σχήματα που προέρχονται από τον μαρξισμό, καθώς και [σχετικό] με τους τρόπους που οφείλουμε να αναδείξουμε ώστε να ελέγχουμε κάθε φορά ότι αυτά δε συγκρούονται με τον τρόπο με τον οποίο εισηγούμαστε ότι επιλέγουμε να κατανοούμε την κοινωνία της οποίας είμαστε μέρη.

Υπό το φως των παραπάνω, θεωρήσαμε πως η ενότητα Η αποτυχία του μαρξισμού προσφέρεται προς αυτόνομη μετάφραση, καθώς, αφενός, το κείμενο αρθρώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στη χρονολογική διαδοχή των διαφόρων θεωριών, προσφέρει μια εισαγωγή στις διάφορες πτυχές της μαρξιστικής κοινωνικής θεωρίας, εντοπίζει εύστοχα, κατά τη γνώμη μας, σημεία κριτικής που δεν αναδεικνύονται συχνά από την αναρχική κριτική (και, υπό αυτή την έννοια, συνεισφέρει εμπλουτίζοντας την κριτική στο μαρξικό και μαρξιστικό εγχείρημα) και, αφετέρου, λειτουργεί ως εισαγωγικό βήμα για τη ανασκόπηση και κριτική του κλασσικού αναρχισμού, που ακολουθεί, προκειμένου να διατυπωθεί, εν τέλει, η πρόταση για την αξιοποίηση σημείων της μεταδομιστικής κοινωνικής θεωρίας από τον αναρχισμό· μια πρόταση που θεωρούμε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, με τα πλεονεκτήματα και τις ενδεχόμενες αδυναμίες της. Έτσι, ο προβληματισμός που επιχειρούμε να διατυπώσουμε σχετικά με την υιοθέτηση διαφόρων σχημάτων του μαρξισμού βρίσκει τη θέση του στην παρούσα έκδοση, ώστε να έχουμε όλο το χώρο, στην τελική έκδοση του βιβλίου, να πραγματευτούμε τη συγκριτική προσέγγιση αναρχισμού και μεταδομισμού. Φυσικά, αν χρειαστεί ή αν το κρίνουμε σκόπιμο, θα επανέλθουμε στον προβληματισμό αυτής της έκδοσης και στην επόμενη. Αυτό το προλογικό σημείωμα είναι, άλλωστε, μόνο η εκδήλωση της πρόθεσής μας να ασχοληθούμε περαιτέρω με το συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά και μια απόπειρα να εγκαινιάσουμε έναν ανοιχτό διάλογο που θα περιλαμβάνει οποιονδήποτε σύντροφο/ισσα συμμερίζεται τους προβληματισμούς μας και θα ήθελε να συνεισφέρει. Από την πλευρά μας, θα επανέλθουμε.

ii. Δυο λόγια για το βιβλίο

Το βιβλίο του Todd May The political philosophy of poststructuralist anarchism εκδόθηκε το 1994 και αποτελεί μία από τις συνεκτικότερες παρουσιάσεις του θεωρητικού πλαισίου του μεταδομιστικού αναρχισμού [2] (ή μετα-αναρχισμού). Ο τελευταίος, αξιοποιεί τη θεωρητική συνεισφορά κυρίως δύο μεταδομιστών, των Foucault και Deleuze, για τον εμπλουτισμό της αναρχικής κριτικής στην κυριαρχία, αναδεικνύοντας περαιτέρω πεδία εντοπισμού σχέσεων εξουσίας, πέρα από την οικονομία και την πολιτική και μεταφέροντας την αναρχική οπτική από την εικόνα του συστήματος με καρδιά (το κοινοβούλιο και την κυβέρνηση) σε ένα σχεδιάγραμμα πλεγμάτων εξουσίας που αναφύονται, απλώνονται και αναπαράγονται στο σύνολο του κοινωνικού χώρου. Όπως θα γίνει περισσότερο σαφές με την τελική έκδοση του βιβλίου, ένας σημαντικός αριθμός παραδοχών του μεταδομιστικού αναρχισμού ενυπάρχει στην πολιτική σκέψη των εξεγερσιακών αναρχικών, καθώς και σε εκείνο το πλαίσιο λόγου που στον ελλαδικό χώρο ονομάστηκε αναρχικός μηδενισμός, χωρίς να θεωρούμε a priori εμπρόθετο αυτό το γεγονός.

Στην ενότητα που παρουσιάζεται εδώ, Η αποτυχία του μαρξισμού, το νήμα που διατρέχει το κείμενο είναι το θεωρητικό ζήτημα που ανέκυψε από την αδυναμία/απροθυμία της εργατικής τάξης να ανταποκριθεί στον ιστορικό ρόλο που της είχε αποδώσει ο Marx · το ίδιο νήμα που οδήγησε πολλούς από τους θεωρητικούς που παρουσιάζει ο May, να επιχειρήσουν την επικαιροποίηση ή τη διεύρυνση της μαρξικής θεωρίας, προκειμένου να ερμηνεύσουν αυτήν την αποτυχία του μαρξισμού. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο οι εκπρόσωποι της Κριτικής Θεωρίας διεύρυναν την οπτική του μαρξισμού, αναζητώντας τις αιτίες της αποτυχίας στην πολιτισμική σφαίρα · αυτός ήταν και ο λόγος που ο Althusser περιέγραψε τις τελετουργικές πρακτικές εμπέδωσης της υποκειμενικότητας στην αστική κοινωνία.

Από την πλευρά μας, ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα και για αυτή την πτυχή του κειμένου, εφόσον αφορά άμεσα και την αναρχική θεωρία, παράδοση και πρακτική και ελπίζουμε πως, σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, θα επανέλθουμε στη συγκεκριμένη θεματική, με κεντρικό άξονα μια κριτική προσέγγιση όχι μόνο του μεσσιανικού χαρακτήρα της μαρξικής αντίληψης για το προλεταριάτο, αλλά και της ίδια της έννοιας του συλλογικού επαναστατικού υποκειμένου, όπως αυτή θεματοποιείται στη μαρξι(στι)κή και αναρχική σκέψη.

Negative Reviews

εργαστήριο για τη μελέτη της ανατομίας της μηχανής

Σημειώσεις:

1. Ο Todd May είναι καθηγητής του Clamson University των ΗΠΑ. Το ενδιαφέρον του εστιάζεται στο γνωστικό πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας. Η κύρια μέριμνά του αφορά τον αναρχισμό, το μεταδομισμό και τη σύνθεση των δύο.

2. Άλλος εκπρόσωπος του μεταδομιστικού αναρχισμού είναι ο Saul Newman, κείμενα του οποίου έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.

H έκδοση σε pdf: https://athens.indymedia.org/media/upload/2019/12/16/The_failure_of_marxism1_FKv8j8v.pd

Πηγή: athensindymedia