Ιατρική-γνώση-εξουσία, και η γαλλική επιστημολογική σχολή

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ Thomas S. Kuhn και του Paul Feyerabend είναι σήμερα πασίγνωστα και συνώνυμα, για πολλούς, με ό,τι πιο ριζοσπαστικό έχει εμφανιστεί στο πεδίο της επιστημολογίας από τη δεκαετία του 1960 και ύστερα. Είναι κυρίως η ιδέα των «επιστημονικών επαναστάσεων» του T.S. Kuhn εκείνη που υποτίθεται ότι αμφισβήτησε το συνεχές της προόδου και την αδιατάρακτη σωρευτικότητα της επιστημονικής γνώσης, αξιώματα εν πολλοίς αδιερώτητα για το θετικιστικό πνεύμα μέσ’ από το οποίο γεννήθηκε το ίδιο το επιστημολογικό εγχείρημα. Πολλοί λιγότεροι όμως συνειδητοποιούν ότι οι ουσιώδεις καινοτομίες του T.S. Kuhn έχουν προαναγγελθεί κατά μια εικοσαετία τουλάχιστον από τη λεγόμενη ιστορική επιστημολογική σχολή της Γαλλίας – ότι οι «επιστημονικές επαναστάσεις», ας πούμε, δεν είναι παρά ένα άλλο όνομα για τις «επιστημολογικές ρήξεις» που εισηγήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 ο Gaston Bachelard… Το ακαταμάχητο πλεονέκτημα των Kuhn και Feyerabend είναι βέβαια ότι έγραψαν στ’ αγγλικά, σε μια εποχή που η ιμπεριαλιστική κυριαρχία της αγγλικής μεταφράζει σε πολιτισμικό κεφάλαιο την πολιτικοοικονομική εκείνη ισχύ της οποίας προϊόν και μηχανισμός αναπαραγωγής ταυτόχρονα είναι το αγγλοσαξωνικό πανεπιστήμιο.

Για να το πούμε απλούστερα, αντισυμβατικοί επιστημολόγοι όπως οι Kuhn και Feyerabend «ανακαλύπτουν» ένα μάλλον κοινό μυστικό για το οποίο ήταν κουφή και τυφλή μόνο η αγγλόφωνη ακαδημαϊκή κοινότητα, παραλυμένη από τον εργαλειακό εμπειρισμό και την αναλυτική της φιλοσοφία: το ότι η επιστημονική «γνώση» είναι η ίδια ένα ιστορικό σημασιοδοτικό εγχείρημα που ακολουθεί κατά πόδας τούς ιδεολογικούς ανέμους εποχών και κοινωνιών, και στις κρίσιμες διαμορφωτικές της στιγμές καθορίζεται κατ’ ανάγκη από εξωεπιστημονικές και μη υπαγόμενες στον επιστημονικό ορθολογισμό δυνάμεις – το επίπεδο ανάπτυξης και την ιδιάζουσα φύση των παραγωγικών δυνάμεων, την οργάνωση των παραγωγικών σχέσεων, τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, τις ανάγκες αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος, τις οικονομικές επενδύσεις στον ερευνητικό τομέα… Ότι, για να το πούμε αλλιώς, δεν υπάρχουν καθαρές «αλήθειες» οι οποίες μπορούν να διαχωριστούν από τη ιστορική διαδικασία παραγωγής τους, ότι αν αφαιρέσουμε όλους τους παραπάνω παράγοντες τους οποίους ο παραδοσιακός επιστήμονας έχει διδαχθεί να εκλαμβάνει ως άσχετους με το ειδικό κομμάτι της δουλειάς του, δεν μένει τίποτε από το υποτιθέμενα θετικό περιεχόμενο της γνώσης παρά μόνο λίγες τυπικές φόρμουλες που συνιστούν απελπιστικές ταυτολογίες… Όχι βέβαια ότι η λεγόμενη «ηπειρωτική» σκέψη είχε εγγενώς εξασφαλισμένη ανοσία απέναντι στον θετικισμό και την εργαλειοτεχνική ορθολογικότητα, ούτε ότι αναγνωρίζει πάντοτε ρητά διαμορφωτικούς παράγοντες όπως οι παραπάνω – ο θετικισμός άλλωστε γεννήθηκε σε γαλλικό έδαφος, με τον Αύγουστο Κοντ, του οποίου το ριζικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης της γνώσης στάθηκε πιστό ιδεολογικό απείκασμα της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, και το ίδιο το γερμανικό πανεπιστήμιο θεμελιώθηκε στο άτεγκτο νομολογικό έδαφος του νεοκαντιανισμού, στήριγμα της γραφειοκρατικής δομής όλων των μοντέρνων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων απ’ όπου, μεταξύ άλλων, επρόκειτο να διδαχθούν τα μέγιστα και οι Aγγλοσάξωνες (πολύ περισσότερο, ας πούμε, απ’ όσο από τον γηγενή εκπαιδευτικό φιλελευθερισμό ενός John Dewey)… Για πολλούς λόγους ωστόσο ––και οπωσδήποτε λόγω της ύπαρξης ισχυρών αντικαπιταλιστικών κινημάτων που συγκλόνισαν την ήπειρο στη διάρκεια ενός και πλέον αιώνα–– στην Ευρώπη υπήρξαν αντιστάσεις, οι οποίες βρήκαν στις μεγάλες κριτικές παραδόσεις του Διαφωτισμού θεωρητικά όπλα για να πολιορκήσουν το κυρίαρχο θετικιστικό εργαλειοτεχνικό οχυρό. Και κάτι από αυτή τη θεωρητική κινητικότητα, τον επαναστατικό αναβρασμό των ιδεών, θα μπορούσε να πει κάποιος, ήταν αναπόφευκτο να διαπεράσει ακόμη και τα τείχη του αστικού πανεπιστημίου.

Πλέκοντας αναδρομικά ο Michel Foucault το εγκώμιο της γαλλικής επιστημολογικής σχολής ––κληρονόμο της οποίας αντιλαμβάνεται φυσικά τον εαυτό του–– θα προσπαθήσει να υποδείξει τον εικονοκλαστικό της χαρακτήρα μέσ’ από έναν τολμηρό παραλληλισμό. Γράφει: «Αν θέλαμε να βρούμε κάτι εκτός Γαλλίας που να αντιστοιχεί στο έργο του Cavailles, του Coyre, του Bachelard και του Canguilhem θα το βρίσκαμε ασφαλώς στη Σχολή της Φραγκφούρτης. Και όμως, το ύφος διαφέρει πολύ: διαφορετικοί είναι οι τρόποι με τους οποίους γίνεται καθετί, διαφορετικά τα πεδία ενδιαφέροντος. Αλλά το είδος των ερωτημάτων που διατυπώνονται είναι τελικά το ίδιο, στοιχειωμένο άλλοτε από τη μνήμη του Καρτέσιου, άλλοτε από το φάντασμα του Λούθηρου […] Κατά την ιστορία της επιστήμης στη Γαλλία, όπως και κατά τη γερμανική Κριτική Θεωρία, αν κάτι πρέπει να εξετάσουμε κατ’ ουσίαν είναι ένας λόγος που κουβαλάει μέσα στην αυτονομία των δομών του την ιστορία των δεσποτισμών και των δογματισμών – ένας λόγος που, κατά συνέπεια, μπορεί να επιφέρει χειραφέτηση μόνο εφόσον κατορθώσει να απελευθερωθεί από τον εαυτό του».1 Μέσα την υπερβολή του, ο παραλληλισμός αυτός είναι σωστός κι εσφαλμένος ταυτόχρονα. Διότι, από τη μία πλευρά, το κριτικό εγχείρημα στη γαλλική επιστημολογική σχολή δεν παρουσιάζει ούτε το εύρος ούτε την εμμονή και τη συνέπεια που έχει στην Κριτική Σχολή της Φραγκφούρτης· από την άλλη, η κριτική πρόθεση ποικίλλει αξιοσημείωτα από εκπρόσωπο σε εκπρόσωπο της γαλλικής επιστημολογίας, και ακόμη κι εκείνοι που το έργο τους θα μπορούσε να διαβαστεί σαν μια ζοφερή εξιστόρηση της νεωτερικότητας παράλληλη κάπως με τη Διαλεκτική του διαφωτισμού ––όπως ο ίδιος ο Foucault–– μοιάζουν δέσμιοι ενός επιστημονιστικού ταμπού έναντι κάθε μορφής αξιακότητας που αντιτίθεται οφθαλμοφανώς στις ρητές απελευθερωσιακές αποβλέψεις της Κριτικής Σχολής. Για τη Σχολής της Φραγκφούρτης είναι αδιανόητος ένας εγκλεισμός στο αυστηρά γνωσιολογικό πεδίο,2 ας πούμε, στο οποίο εξ ορισμού περιορίζεται η γαλλική επιστημολογία.

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η σχολή ––αν εξαιρέσουμε προς στιγμήν τον Alexandre Coyre που ως εμιγκρές από τη Ρωσία έχει κάπως διαφορετικές πνευματικές καταβολές, παρά την αδιαμφισβήτητη επιρροή που άσκησε στη γαλλική διανόηση του μεσοπολέμου–– μπορεί να συνοψιστεί στα ονόματα των Gaston Bachelard, Jean Cavaillès, Georges Canguilhem και Michel Foucault. Εξαιρώντας και πάλι τον Cavailles, προικισμένο μαθηματικό τού οποίου το έργο ωστόσο κόπηκε πρώιμα (συνελήφθη για συμμετοχή στην αντίσταση, βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τους ναζί το 1944), οι άλλοι τρεις αντιπροσωπεύουν τις μεγάλες διαδοχικές στιγμές αυτής της παράδοσης.3 Και από τους τρεις, όπως αναδρομικά μπορούμε να διαπιστώσουμε, ο Bachelard και ο Foucault βρίσκονται πολύ πιο κοντά μεταξύ τους απ’ όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Μολονότι ο τελευταίος ανοίχτηκε σε πιο πολλές εξωτερικές επιδράσεις, είχε στερεότερες βάσεις στη φιλοσοφία (την οποία διδάχθηκε δίπλα στον Jean Hippolyte) και στην ιστορία (στις ενασχολήσεις του με την οποία μοιάζει να έχει αφομοιώσει προπαντός το μάθημα της σχολής των Annales) ενώ στη δεκαετία του 1960 συνδέθηκε με τον διεπιστημονικό συρμό του λεγόμενου στρουκτουραλισμού, από μία άποψη δεν κάνει τίποτε άλλο από να επεξεργάζεται με νέα γλωσσικά μέσα και πάνω σε νέα αντικείμενα τις «επιστημολογικές ρήξεις» του Bachelard.

Παρά τη μεγάλη εκτίμηση που απολάμβανε πάντα στη Γαλλία ως δημιουργός μιας μετα-θετικιστικής και κατά κάποιον τρόπο αντι-καρτεσιανής επιστημολογίας, ο Gaston Bachelard είναι ίσως λιγότερο ρηξικέλευθος απ’ όσο γενικώς πιστεύεται. Με όλες τις ύστερες εξορμήσεις του στον χώρο της ποιητικής φαντασίας, τις γοητευτικές αναδιφήσεις του στην Ψυχανάλυση της φωτιάς4, στο Νερό και τα όνειρα5, στην Ποιητική του χώρου6, ο Μπασελάρ κατά βάσιν δεν εγκατέλειψε ποτέ την πεποίθηση ότι η επιστημονική γνώση είναι ανώτερη από κάθε προ-επιστημονική αντίληψη του κόσμου· γι’ αυτό και δεν έπαψε να υπερασπίζεται τα δικαιώματα της αφαίρεσης απέναντι σε κάθε μορφής «αμεσότητα». Διδαγμένος από τις δραματικές εξελίξεις της φυσικής στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, θα προτείνει μια νέα, αντι-ουσιολογική και «διαλεκτική», όπως την ονόμαζε, προσέγγιση η οποία διαλύει εμπειρικά «αντικείμενα» και «ιδιότητες» ανασυγκροτώντας τα ως πλέγματα σχέσεων (τα οποία εξ ορισμού υπερβαίνουν κάθε εμπειρική αντίληψη και είναι αρθρώσιμα σε μαθηματικές ή στατιστικοπιθανολογικές μήτρες).7 Αντιλαμβάνεται κάποιος εδώ ένα ίχνος διαλεκτικής που έχει τις ρίζες της στην εγελιανή σκέψη (αν δεν την επεκτείνουμε πίσω ως τον Σπινόζα), η οποία έχει ένα προφανές δίκιο έναντι του αφελούς επιστημονικού εμπειρισμού· ωστόσο λείπει η τελευταία κίνηση που ολοκληρώνει το διαλεκτικό εγχείρημα στον Χέγκελ, εκείνη που επαναφέρει στο συγκεκριμένο (άρνηση του αφηρημένου, κατά τον ίδιον τρόπο που εκείνο ήταν άρνηση του άμεσου), το οποίο έτσι αποκαθίσταται ως πλουσιότερο κατά το περιεχόμενό του από την απλή νοητική αφαίρεση. Αυτό μπορεί να ειπωθεί και με έναν άλλον τρόπο. Η υπέρβαση της εμπειρίας την οποία υπερασπίζεται ο Bachelard (σε συμφωνία με το «νέο επιστημονικό πνεύμα») αντιλαμβάνεται την εμπειρία με τον στενότερο δυνατό τρόπο, που είναι ουσιαστικά ο τρόπος του αγγλοσαξωνικού εμπειρισμού. Μία εντελώς διαφορετική έννοια της εμπειρίας αντιπροσωπεύει η εγελιανή Erfahrung, συνώνυμη ουσιαστικά με ό,τι θα ονομάζαμε ιστορική αυτοσυνειδησία – και σε αυτήν έγκειται το συγκεκριμένο που υπερβαίνει τη νοητική αφαίρεση (δηλαδή, την επιστημονική γνώση) στον Χέγκελ. Υπάρχει όμως και μία άλλη έννοια της εμπειρίας, την οποία έφερε στο προσκήνιο ο Husserl και έγινε σταδιακά ο άξονας όλου του φαινομενολογικού εγχειρήματος: είναι το Erlebnis που αποδίδουμε ακριβέστερα ως βίωμα, προ-διασκεπτική και προ-κατηγορική σύσταση του «κόσμου» και του «αντικειμένου» από την οποίαν απορρέει, και στην οποία παραμένει πάντοτε υπόλογη, κάθε μεταγενέστερη επιστημονική ανακατασκευή. Μέσω αυτής της ιδέας ο Husserl, όπως από μια παράλληλη θέση και ο Bergson, άσκησαν μια εξαιρετικά πειστική κριτική στον φορμαλισμό της επιστήμης και στην άσαρκη επιστημονική αφαίρεση, της οποίας τη σημασία δεν χρειάζεται να τονίσουμε σε μία ιστορική στιγμή όπου η ραγδαία επεκτεινόμενη τεχνοεπιστήμη γίνεται το κατεξοχήν εργαλείο κυριάρχησης του κόσμου, φυσικού όσο και ανθρώπινου. Απέναντι σε αυτές τις κριτικές ο Bachelard παραμένει κατά μια έννοια κουφός, παράγοντας ανεπιφύλακτα νομιμοποίηση για το επιστημονικό εγχείρημα με την επεξεργασία μιας απλώς διερυμένης ορθολογικότητας έναντι εκείνης που μας κληροδότησε η καρτεσιανή παράδοση. Οι «επιστημολογικές ρήξεις» του είναι σε τελευταία ανάλυση συμβάντα εντός της μεγάλης ορθολογικότητας που προέκυψε από την καταγωγική ρήξη του μύθου με τον λόγο: αίροντας κάθε φορά ειδικά «επιστημολογικά εμπόδια», παράγουν μια νέα, διαφορετικά οριζόμενη ορθολογικότητα η οποία, παρότι πριν από την «ρήξη» ήταν αδιανόητη, επαναδικτυώνει εκ των υστέρων μέσα στο σχήμα της την παλαιά.

Στον Foucault η ρήξη αυτή είναι απλώς πολύ πιο βαθιά (και από αυτή την άποψη έρχεται όντως εγγύτερα στον Thomas Kuhn). Για τον Foucault τίποτα ––ή σχεδόν τίποτα–– δεν γεφυρώνει το ένα παράδειγμα με το άλλο, τη μία δομή λόγου με την άλλη· οι ρήξεις έχουν το βάθος χειρουργικών τομών, δίνοντας στην ιστορία έναν χαρακτήρα δραματικής ασυνέχειας που δεν μπορεί ποτέ να αναχθεί σε μια νοηματικά συνεκτική διαδικασία. Ακριβέστερα, ο ίδιος ο όρος «ιστορία» πρέπει να εγκαταλειφθεί στον βαθμό που υπονοεί ήδη ένα συνεχές νοήματος· γι’ αυτό και θα τον αντικαταστήσει με τον όρο αρχαιολογία: εκείνο που ζητάμε είναι μάλλον το παρελθόν του παρελθόντος, τα αρχαία ερείπια που βρίσκονται θαμμένα κάτω από τα πολυκαιρισμένα μνημεία, το παγανιστικό τέμενος κάτω από τον καθεδρικό ναό, τα οστά του άγνωστου κοιμητηρίου κάτω από τον παλαιό συνοικισμό… Κι επειδή η ριζικότερη τέτοια τομή που μπορούμε να σκεφτούμε σε επιστημολογικό επίπεδο είναι η ίδια η ρήξη ανάμεσα στην ορθολογικότητα και τον παραλογισμό, προκλητικά ο Foucault θα επιλέξει ως παραδειγματικό αντικείμενό του μια «ιστορία της τρέλας» – δηλαδή, τη γενεαλογία ενός νεωτερικού επιστημονικού κλάδου που είναι η ψυχιατρική, ως λόγου πάνω σ’ εκείνο το οποίο εξ ορισμού αντίκειται στον λόγο. Ο λόγος ο οποίος κατάγεται από μια διαίρεση μεταξύ του εαυτού του και του ετέρου του δεν μπορεί να ανατρέξει μέχρις αυτή την καταγωγή, διατείνεται ο Foucault· γι’ αυτό και μια ιστορία της τρέλας είναι, σε τελευταία ανάλυση, η ιστορία της δυνατότητας να υπάρξει ιστορία. Παρά τον εσκεμμένα παραδοξολογικό χαρακτήρα τέτοιων δηλώσεων, αυτό θα μπορούσε απλούστερα να ιδωθεί ως εισαγωγή μιας συγκριτικής ανθρωπολογικής οπτικής στο πεδίο της παραδοσιακής ιστορίας (παρότι ο Foucault δεν το λέει έτσι) που επιδιώκει να φωτίσει τον πρωταρχικό σχηματισμό πολιτισμικών «αντικειμένων» μέσα από διαδικασίες προβληματοποίησης και αποκλεισμού, οι οποίες εγγράφουν πάντοτε ειδικές σχέσεις εξουσίας.

Όπως και αν κρίνει κάποιος τη σκέψη του Foucault συνολικά, η Ιστορία της τρέλας κατά την κλασική εποχή (1961)8 είναι το αριστούργημά του. Το προγραμματικό αυτό έργο του είναι γραμμένο σαν μια οιονεί λογοτεχνική αφήγηση ––παρά την ενδελεχέστατη τεκμηρίωση με αρχεία και πηγές που θα ζήλευε και ο σχολαστικότερος των ιστορικών–– όπου εξιστορείται η παράλληλη συγκρότηση αφενός του ιδρύματος εγκλεισμού, του ψυχιατρείου, αφετέρου ενός επιστημονικού λόγου πάνω στην «τρέλα», της ψυχιατρικής. Η αφήγησή του, η οποία ξεκινάει από τον δέκατο έβδομο αιώνα και ξετυλίγεται μέχρι τις ημέρες μας, υποδεικνύει μια νέα μορφή παραγωγής της ταυτότητας που αντιστοιχεί σε μια νέα μορφή αποκλεισμού, η οποία χαρακτηρίζει ειδικά τη νεώτερη αστική κοινωνία: το δίπολο λογικότητα/παραλογισμός έρχεται να πάρει τη θέση που στις μεσαιωνικές φαντασιακές αναπαραστάσεις κατείχε το δίπολο αρετή/δαιμονοπληξία. Η καταστολή των ευφάνταστων μυθοπλασιών και του λαϊκού οργιασμού που σημάδεψαν την καμπή προς τον δέκατο έβδομο αιώνα συνοδεύεται από μια εξουσιαστική στρατηγική η οποία πρώτα εκτοπίζει, εν συνεχεία μελετάει και «θεραπεύει» τον λεγόμενο ψυχασθενή, αφού η κοινωνικώς αποκλίνουσα συμπεριφορά του τελευταίου γίνεται τώρα αντιληπτή ως ιατρική διαταραχή που χρειάζεται επιστημονική αγωγή και όχι πλέον ως αμαρτία που απαιτεί παραδειγματική τιμωρία ή δαιμονοληψία που απαιτεί τελετουργικό εξορκισμό. Έτσι αναδεικνύεται η ιδιάζουσα οπτική του Foucault, που εν συνεχεία θα εφαρμοστεί σε ολόκληρο το φάσμα των επιστημών του ανθρώπου: πίσω από τη σύσταση ενός κλάδου γνώσης ενεργεί πάντα μια πρακτική της εξουσίας, και η συγκρότηση ενός διακεκριμένου γνωστικού αντικειμένου προϋποθέτει ένα πλέγμα θεσμών οι οποίοι εντοπίζουν και μορφοποιούν μία πρακτική κυριαρχίας πάνω στο κοινωνικό σώμα. Οπότε η σχέση αντιστρέφεται: δεν είναι η «ανακάλυψη» ενός αντικειμένου εκείνη που γεννά έναν επιστημονικό θεσμό, αλλά ο ίδιος ο θεσμός προηγείται κι εν συνεχεία συγκροτεί το «αντικείμενό» του μέσ’ από σύνθετες στρατηγικές κατεξουσιασμού. Η γένεση των λεγόμενων επιστημών του ανθρώπου στη σύγχρονη εποχή είναι πρωτίστως προϊόν της ανάγκης να ελεγχθούν και να κυριαρχηθούν αποτελεσματικά οι άνθρωποι στα όρια της νεωτερικής κοινωνίας – και είναι στην πράξη αδιαχώριστη από τη δημιουργία φοβερών ιδρυμάτων εγκλεισμού και ελέγχου όπως το ψυχιατρείο, η κλινική, το σωφρονιστήριο, κοκ.9

Γενικότερα μιλώντας, ο Foucault εδραιώνει περιοδολογήσεις που αντιστοιχούν στην ακτίνα ισχύος συγκεκριμένων επιστημολογικών παραδειγμάτων, τα οποία ονομάζει «αγορεύσεις» (discours). Αυτά αλλάζουν απότομα σε εποχές όπως ήταν η μετάβαση από τον δέκατο έκτο στον δέκατο έβδομο αιώνα, και ύστερα πάλι από τον δέκατο όγδοο στον δέκατο ένατο. Στο πεδίο της ψυχιατρικής είδαμε πώς η μορφή του δαιμονισμού αντικαθίσταται από μια νοσολογική οντότητα, την τρέλα· στο πεδίο της ιατρικής, αντίστοιχα, η προσωποποιημένη παράσταση του πάσχοντος αντικαθίσταται από μια κλινική διαγνωστική των συμπτωμάτων· στο πεδίο των γνωστικών πρακτικών η λογική της προσομοιότητας και της ερμηνείας αντικαθίσταται από τη λογική της αναπαράστασης και της ταξινομίας· στο πεδίο του χειρισμού της παραβατικότητας η στρατηγική της παραδειγματικής τιμωρίας αντικαθίσταται από τη στρατηγική του μεθοδευμένου σωφρονισμού, κοκ. Στο ογκώδες και πιο ορθόδοξα επιστημολογικό έργο του Οι λέξεις και τα πράγματα (1966)10, ο Φουκώ επισημαίνει λεπτομερέστερα εντός τού παραδείγματος που ανέκυψε από την πρώτη ρήξη του δέκατου έβδομου αιώνα μία δεύτερη, στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, δυνάμει της οποίας η «φυσική ιστορία» θα μετασχηματιστεί σε βιολογία, η «γραμματική» σε συγκριτική φιλολογία, η «ανάλυση του πλούτου» σε πολιτική οικονομία (το γενικό πνεύμα είναι από την αναπαράσταση στη γένεση): στη διατομή ακριβώς τούτων των νέων πεδίων και αντικειμένων θα γεννηθεί το φάντασμα των επιστημών του ανθρώπου και η ίδια η παράσταση «άνθρωπος» που στοιχειώνει τη νεωτερική μας αυτοκατανόηση. Στο ύστερο, πολύτομο και ημιτελές έργο του Ιστορία της σεξουαλικότητας11 ο Φουκώ θα διερύνει την ακτίνα της ιστορικής του έρευνας (που συνήθως δεν πήγαινε πίσω από τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα) για να περιλάβει και τον αρχαίο κόσμο: σύμφωνα με τη νέα περιοδολόγηση η αποφασιστική τομή αφορά τη μετάβαση από μιαν ars erotica σε μια scientia sexualis, όπου την πρωτοϊστορία αυτής της τελευταίας αντιπροσωπεύει η χριστιανική εξομολόγηση και την κυρίως ιστορία η φροϋδική ψυχανάλυση.

Το έργο του Foucault έχει πολλές όψεις και επίπεδα απ’ όπου θα μπορούσε να διαβαστεί, σφραγίζεται ωστόσο ολόκληρο από μιαν ανεπίλυτη αμφισημία. Από τη μία πλευρά η παράθεση τεκμηρίων, η ανάλυση γεγονότων και η συσσώρευση στοιχείων που επιτελείται σύμφωνα με το πλέον σχολαστικό ερευνητικό πρωτόκολλο, σε συνδυασμό με μια ερευνητική ψυχρότητα εντομολόγου που επιδιώκει να διαλύσει εκ των προτέρων την παραμικρή υποψία αξιακής εμπλοκής, σκιαγραφούν ένα περίγραμμα εκ πρώτης όψεως πιο θετικιστικό απ’ ό,τι του Gaston Bachelard, για παράδειγμα. Από την άλλη πλευρά, η ανάλυσή του στοχεύει κατευθείαν στην υπονόμευση όχι μόνο του κύρους κάθε επιστημονικά συγκροτημένου «γεγονότος», αλλά και των ίδιων του αξιώσεων του λόγου σε οιαδήποτε εκδοχή αλήθειας – αφήνοντας αιωρούμενο το ερώτημα κατά πόσον ο λόγος μπορεί να είναι τίποτε άλλο εκτός από εργαλείο γυμνού κατεξουσιασμού… Αυτή η σχετικοποίηση εν πρώτοις του επιτρέπει να συλλάβει την καταγωγική συνύφανση των λόγων με μια υλική κοινωνική διαδικασία και τις δομές κυριαρχίας που αποκρυσταλλώνονται μέσα της, πεδίο το οποίο στον Bachelard είναι τουλάχιστον σκιώδες· σε δεύτερο βήμα, όμως, του απαγορεύει να συστήσει ένα συνεκτικό πλέγμα ιστορικών εξηγήσεων που θα έδινε έναν ευανάγνωστο σκοπό στο δικό του θεωρητικό εγχείρημα. Παραδόξως λοιπόν, η «ιστορία» του δεν είναι μια πραγματική ιστορία των παραγωγικών σχέσεων που κάθε φορά οργανώνουν το κοινωνικό πεδίο αλλά μάλλον μια περιπτωσιολογία εμφάνισης θεσμικών σχηματισμών και ιδρυμάτων, των οποίων η ανάδυση είναι εξίσου ανεξήγητη με τις ίδιες τις τομές που εγκαθιδρύουν και τα «παραδείγματα» ή τις «αγορεύσεις» που επιβάλλουν. Εκτός αν ίσως πούμε ότι είναι η αιώνια ροπή της ανθρώπινης φύσης προς κυριαρχία και επιβολή εκείνη που υποκινεί ολοένα νέες, και σε μιαν ατελείωτη ποικιλία διακλαδούμενες, συμπλέξεις θεσμικής εξουσίας/κυρίαρχου λόγου… Στρουκτουραλιστικό είναι αυτό κατά το ότι εξαλείφει πραξικοπηματικά την υποκειμενικότητα, την οποίαν αντιλαμβάνεται μάλλον ως θεσμική κατασκευή παρά ως θεσμίζουσα δύναμη σε οιονδήποτε βαθμό μέσα στην ιστορία· στο βάθος όμως είναι ο ιδιόμορφος νιτσεϊσμός του εκείνος που υπερφαλαγγίζει ακόμα και τον στρουκτουραλισμό του δίνοντας τη δεσπόζουσα σχετικιστική ––στην πραγματικότητα, μηδενιστική–– τονική στη σκέψη του. Και μένει βεβαίως να αναρωτηθούμε αν αν το ίδιο το εγχείρημα του Foucault αυτοκατανοείται ως ουδέτερη περιγραφή, οπότε επιστρέφει στη θετικιστική έννοια του «γεγονότος» την οποία υποτίθεται ότι αποδόμησε, ή έχει μιαν αξιακή διάσταση καταγγελίας, οπότε μαρτυρεί άθελά του μία άλλη χρήση του λόγου που δεν συμποσούται στον γυμνό κατεξουσιασμό.

Ο Georges Canguilhem (1904-1992) είναι πιο ιδιάζουσα περίπτωση, και οπωσδήποτε η λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό. Η προσεκτική επικέντρωσή του στο συγκεκριμένο και πάντα ειδικό, η ιδιοσυγκρασιακή του απέχθεια για τους ρητορισμούς και τις ιδεολογικοποιημένες γενικεύσεις, οι έμφυτες διαλεκτικές αποχρώσεις της σκέψης του είναι όλα συστατικά που τον διαχωρίζουν από το κυρίαρχο ρεύμα της παρισινής διανόησης – είναι όμως, ταυτόχρονα, εκείνα στα οποία οφείλεται η βαθιά επιρροή που άφησε σε στοχαστές τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους (αλλά και από τον ίδιον) όσο ο Foucault και ο Αlthusser, ο Deleuze και ο Macherey, ο Bourdieu και ο Alain Badiou… Το πεδίο της ενασχόλησής του είναι επίσης πολύ πιο περιορισμένο απ’ ό,τι του Bachelard ή του Foucault: είναι ειδικώς οι βιοϊατρικές επιστήμες και τα πρότυπα κανονιστικότητας που αναδύονται στο εσωτερικό τους (και είναι αξιοσημείωτο ότι η εμβάθυνση στο πεδίο που επέλεξε οδήγησε τον Canguilhem, ο οποίος ξεκίνησε από τη φιλοσοφία, να κάνει πλήρεις ιατρικές σπουδές στα χρόνια της κατοχής). Η διδακτορική του διατριβή με τίτλο Δοκίμιο επί ορισμένων προβλημάτων που αφορούν το κανονικό και το παθολογικό (1943)12 παραμένει έργο αξεπέραστο στα πλαίσια της γαλλικής επιστημολογικής σχολής και άξονας όλης τής μεταγενέστερης προβληματικής του: εστιακό σημείο στο οποίο διαρκώς επανέρχεται και απ’ όπου διαρκώς επανεκκινείται η ανήσυχη σκέψη του. Όλο το πρώιμο έργο τού Michel Foucault, από την αντίστοιχη διατριβή του πάνω στην Ψυχική αρρώστια και ψυχολογία (1952)13 μέχρι τα πρώτες γενεαλογικές του μελέτες πάνω στην Ιστορία της τρέλας και τη Γέννηση της κλινικής, αναβλύζουν απευθείας από το μάθημα του Georges Canguilhem.

Εκείνο που εμφανέστερα διακρίνει τον Canguilhem από τον Foucault––και, μέχρις ένα σημείο, από τον Bachelard επίσης–– είναι η αποποίηση μίας επιστημονίζουσας πόζας η οποία οχυρώνεται πίσω από ένα ψυχρό και «αντικειμενικό» ύφος (παρά τις προσεκτικά σχεδιασμένες ποιητικές του εξάρσεις, που δεν πείθουν πάντα για έλλειψη ρητορισμού) υπέρ μιας αποφασιστικής θεσιληψίας. Ο Canguilhem δεν μιλάει ποτέ «υπεράνω» προσωπικών δεσμεύσεων· η σκέψη του έχει ρητές αποβλέψεις και σαφώς οριοθετημένο αντίπαλο: είναι ο επιστημονικός θετικισμός στις βιοϊατρικές επιστήμες, απέναντι στον οποίον επιχειρεί να υπερασπιστεί, διαλεκτικά διευρυμένη βεβαίως, μια κάποια βιταλιστική οπτική η οποία έχει συστηματικά απαξιωθεί από το κύριο ρεύμα των εξελίξεων στον επιστημονικό ιατρικό τομέα. Σε τί ακριβώς η έγκειται η δική του διεύρυνση (ακριβέστερα: διαλεκτικοποίηση) θα το δούμε σε λίγο. Μπορούμε ωστόσο να εκτιμήσουμε εξαρχής αυτή τη δεσπόζουσα της ύφους του. Παραδείγματος χάριν: «Είναι ακριβές ότι στην ιατρική η κανονική κατάσταση του ανθρώπινου σώματος είναι η κατάσταση που ευχόμαστε να αποκαταστήσουμε. Αλλά πρέπει άραγε να την πούμε κανονική επειδή την στοχεύει η θεραπευτική ως έναν καλό σκοπό προς επίτευξη, ή μήπως η θεραπευτική την στοχεύει επειδή εκλαμβάνεται ως κανονική από τον ενδιαφερόμενο, δηλαδή τον άρρωστο; Ισχυριζόμαστε ότι αυτή η δεύτερη σχέση είναι η αληθής» (σελ. 162, υπογράμμιση δική μου). Ποτέ ο Foucault δεν θα μιλούσε έτσι! Όλο του το εγχείρημα βασίζεται στα αξιολογικά διαφορούμενα, στο σχετικιστικό του ταμπού απέναντι σε οιαδήποτε έννοια αλήθειας η οποία θα ήταν κάτι περισσότερο από «κατασκευή»· στην πραγματικότητα, να το ξαναπώ, ο αξιακά ψυχρός κονστρουκτιβισμός του Foucault είναι το στοιχείο που τον επαναπροσδένει μοιραία ––όσο και όλον τον στρουκτουραλισμό, παρά τις εξωτικές παραλλαγές του–– στο θετικιστικό στρατόπεδο με το οποίο συγκρούεται απερίφραστα η σκέψη του Georges Canguilhem.

Για να θυμηθούμε τη φωνή της ιατρικής ορθοδοξίας σήμερα αρκεί ν’ ανατρέξουμε, για παράδειγμα, στο άρθρο «Φιλοσοφία της ιατρικής» από την Εισαγωγή στη φιλοσοφία της επιστήμης των Merrilee H. Salmon και John Earman.14 Το ξεκαθάρισμα με τις βιταλιστικές εικασίες είναι απροϋποθετη αρχή κάθε συζήτησης εντός τού ακαδημαϊκού πεδίου: «Η βιταλιστική θέση, την οποία υπερασπίστηκε στις αρχές του αιώνα μας ο Hans Driesch, πρότεινε την ύπαρξη ειδικών δυνάμεων και μη αναγώγιμων αιτιών που προσιδιάζουν στις ζωντανές οντότητες. Η βιταλιστική θέση δεν οδηγεί σε ελέγξιμες υποθέσεις και ουσιαστικά είναι τελειωμένη ιστορία για τη σύγχρονη βιολογία» (σελ. 438). Η «επιστημονική πρόοδος» που εν τω μεταξύ συντελείται σε όλο τον εικοστό αιώνα, δηλαδή η ανάπτυξη της μοριακής βιολογίας, της νευροχημείας, η κατανόηση των διασυνδέσεων ανοσοποιητικού-νευρικού-ενδοκρινικού συστήματος και, τελικά, η γενετική μηχανική και η γλώσσα της, δίνουν νέα ώθηση στο όνειρο μιας ικανοποιητικής αναγωγής της ιατρικής στις βιοχημικές επιστήμες σύμφωνα μ’ ένα κυβερνητικά διερυμένο μηχανιστικό μοντέλο· έτσι, «η κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτελούμενη επιστημονική πρόοδος ενισχύει την αναγωγιμότητα της ιατρικής στη βιολογία και επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό της ιατρικής ως επιστήμης» (σελ. 473). Το μόνο εμπόδιο που παραμένει, κατά τον συγγραφέα, στην ολοκλήρωση του φιλόδοξου αναγωγιστικού προγράμματος αφορά την πιθανότητα η ιατρική «να ενέχει ορισμένα εγγενή κανονιστικά και ηθικά χαρακτηριστικά τα οποία […] καθιστούν δύσκολη την υποστήριξη μιας αναγωγιστικής προσέγγισης» (ό.π.). Ή αλλιώς, «η επισήμανση που έκανε ο φιλόσοφος Νταίηβιντ Χιουμ μερικές εκατοντάδες χρόνια πριν, η οποία συχνά αναφέρεται ως η διάκριση μεταξύ “όντος” και “δέοντος”, στοιχειοθετεί ένα μεγάλο εμπόδιο προς την κατεύθυνση μιας τέτοιας αναγωγής […] Έτσι, στη συζήτησή μας σχετικά με την αναγωγιμότητα της ιατρικής ––ένα ούτως ή άλλως δύσκολο πρόβλημα–– έχουμε να αντιμετωπίσουμε και τα αιώνια φιλοσοφικά προβλήματα που αφορούν τη φύση της ηθικής» (σελ. 475). Τί ωραία θα ήταν να μπορούσαμε να διατυπώσουμε μια μαθηματικής ακριβείας θεωρία των ηθών που θα έκανε τις ανθρώπινες συμπεριφορές αναγώγιμες στα ρυθμιστικά πρότυπα των κυβερνητικών αυτομάτων!

Αυτός ο τρόπος σκέψης που συνιστά, όπως δεν πρέπει στιγμή να ξεχνάμε, τη νοοτροπία της επιστημονικής αφρόκρεμας των κοινωνιών μας δεν είναι μόνο αφοπλιστικά βλακώδης· είναι και πολιτικά επικίνδυνος στον ύψιστο βαθμό. Στον Michel Foucault χρωστάμε την έννοια της βιοπολιτικής (την οποία επανεπεξεργάστηκε ο Giorgio Agamben) ως συστατικό γνώρισμα του ολοκληρωτισμού: υποδηλώνει τη συμπλοκή πολιτικής και ιατρικής σε ένα πρόγραμμα ––πειραματική μορφή του οποίου ήταν ακριβώς τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως–– χειραγώγησης των ανθρώπων σε μαζική κλίμακα μέσω του εξουσιαστικού ελέγχου των ίδιων τους των ζωτικών λειτουργιών, ει δυνατόν μέχρι το κυτταρικό επίπεδο. Αυτή η οξεία κατανόηση του πολιτικού βάρους των βιοϊατρικών μοντέλων στον Foucault πηγάζει από τη σκέψη ακριβώς του Georges Canguilhem. Ιδού πώς σχολιάζει αυτός, προδρομικά, την αναδυόμενη σαγήνη της γενετικής στην ιατρική σκέψη: «Η κληρονομικότητα είναι το σύγχρονο όνομα της υπόστασης (substance). Θεωρούμε πως είναι δυνατό να εξουδετερώσουμε το αποτέλεσμα ενός σφάλματος μεταβολισμού παρέχοντας διαρκώς στον οργανισμό το προϊόν χημικής αντίδρασης που είναι απαραίτητο για την άσκηση μιας λειτουργίας, και το οποίο του στερεί μια ατελής αλυσίδα αντιδράσεων […] Αλλά η εξισορρόπηση εφ’ όρου ζωής του ελλείμματος ενός οργανισμού δεν είναι παρά διαιώνιση μιας οδυνηρής λύσης. Η πραγματική λύση μιας αίρεσης είναι η εκρίζωση. Γιατί λοιπόν να μην ονειρευόμαστε ένα κυνήγι των ετερόδοξων γονιδίων, μια γενετική ιερά εξέταση; Και μέχρι τότε, γιατί να μη στερούμε στους ύποπτους γεννήτορες την ελευθερία να σπέρνουν σε κάθε κοιλιά; Αυτά τα όνειρα, το γνωρίζουμε, δεν είναι μόνο όνειρα μερικών βιολόγων με άκρως ιδιάζουσες φιλοσοφικές πεποιθήσεις, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Όταν όμως ονειρεύεται κάποιος τέτοια όνειρα μπαίνει σε έναν άλλον κόσμο, που συνορεύει με τον θαυμαστότερο των κόσμων του Aldous Huxley, απ’ όπου έχουν εξαλειφθεί τα ασθενή άτομα, οι ιδιαίτερες ασθένειές τους και οι γιατροί τους. Η ζωή ενός φυσικού πληθυσμού αναπαρίσταται σαν σάκος λοταρίας, όπου επαφίεται σε αξιωματούχους εξουσιοδοτημένους από την επιστήμη της ζωής να εξακριβώνουν την κανονικότητα των αριθμών που περιέχει, πριν επιτραπεί στους παίκτες να τους τραβήξουν για να συμπληρώσουν τις καρτέλες τους. Στη βάση αυτού του ονείρου υπάρχει η γενναιόδωρη φιλοδοξία να απαλλάξουμε τα αθώα και ανήμπορα έμβια όντα από το βαρύ φορτίο να αντιπροσωπεύουν τα σφάλματα της ζωής· στο τέλος, όμως, βρίσκουμε την αστυνομία των γονιδίων συγκαλυμμένη από την επιστήμη των γενετιστών» (σελ. 358-9).

To πρόβλημα για τον Canguilhem δεν είναι οι ενδεχόμενες καταχρήσεις των γενετιστών, ούτε καν η μονομέρεια που προκύπτει από την υπερεξειδίκευση της μοντέρνας νοσοκομειακής ιατρικής. Πηγαίνει πολύ πιο βαθιά και συνδέεται με το θεμελιώδες παράδειγμα βάσει του οποίου σκέπτεται η δυτική ιατρική από τον δέκατο έβδομο αιώνα κι εντεύθεν, αφότου δηλαδή συγκροτήθηκε το κυρίαρχο μηχανικό μοντέλο ερμηνείας του σύμπαντος που έδωσε την προμηθεϊκή ώθηση στον ευρωπαϊκή τεχνοεπιστήμη. Σεβόμενος την ιδιαιτερότητα του αντικειμένου του επιφυλάσσεται στο να κρίνει συνολικά το νέο αυτό επιστημονικό μοντέλο: η ένστασή του περιορίζεται στο να υποδείξει την ακαταλληλότητα του εν λόγω παραδείγματος για τις επιστήμες της ζωής, και ειδικά την ιατρική. Σε αυτή την προοπτική είναι που επανοικειοποιείται ορισμένα βιταλιστικά επιχειρήματα, μολονότι με μια ιστορική ευαισθησία που ελάχιστα χαρακτηρίζει τους δογματικά περιχαρακωμένους βιταλιστές. Προπαντός κατανοεί το βάθος της τομής που συντελέστηκε γύρω στον δέκατο έβδομο αιώνα με τη ραγδαία ανάπτυξη της ανατομίας και της φυσιολογίας, και ολοκληρώθηκε τον δέκατο ένατο με τη μικροβιακή θεωρία, η οποία επρόκειτο να αντιδιαστείλει ριζικά τη νέα ιατρική σε θεραπευτικές αντιλήψεις αιώνων, κοινές ως προς ορισμένα θεμελιώδη γνωρίσματά τους σε αρχαίους, μεσαιωνικούς και μη δυτικούς πολιτισμούς. Και αυτή η τομή δεν είναι ένα ουδέτερο επιστημολογικό συμβάν: εγγράφει στις βιοϊατρικές επιστήμες ένα εγχείρημα κατεξουσιασμού της φύσης, συστατικό της αστικής νεωτερικότητας εν γένει το οποίο εγκυμονεί πρωτοφανείς κινδύνους για την ανθρώπινη κοινωνία αλλά και για την ίδια τη ζωή. Όπως με μοναδικό τρόπο το διατυπώνει: «Χωρίς καμία πρόθεση επιβουλής της αυθεντίας των παστεριανών δογμάτων, θα μπορούσαμε κάλλιστα να πούμε ότι η μικροβιακή θεωρία των μεταδοτικών ασθενειών οφείλει σίγουρα ένα καθόλου αμελητέο μέρος της επιτυχίας της στο γεγονός ότι ενέχει μια οντολογική παράσταση της αρρώστιας. Το μικρόβιο μπορούμε να το δούμε, έστω και με την περίπλοκη μεσολάβηση του μικροσκοπίου, των χρωστικών και των καλλιεργειών, πράγμα που δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε με το μίασμα ή την επήρεια. Η θέαση ενός όντος συνιστά ήδη πρόβλεψη μιας πράξης. Ο αισιόδοξος χαρακτήρας των θεωριών λοίμωξης όσον αφορά τις θεραπευτικές τους προεκτάσεις είναι αδιαμφισβήτητος. Η ανακάλυψη των τοξινών και η αναγνώριση του ειδικού και ατομικού παθογόνου ρόλου τής ιδιαιτερότητας του ξενιστή κατέστρεψαν την όμορφη απλότητα μιας διδασκαλίας, το επιστημονικό ένδυμα της οποίας μεταμφίεζε την αντοχή μιας αντίδρασης απέναντι στο κακό παλιάς όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος […] Απεναντίας, η αρχαία ελληνική ιατρική, με τα ιπποκρατικά κείμενα και πρακτικές, παρέχει μια σύλληψη της ασθένειας όχι πλέον εντοπιστική αλλά ολοποιητική. Η φύσις, στον άνθρωπο όσο κι έξω απ’ αυτόν, είναι αρμονία και ισορροπία. Ασθένεια είναι η διατάραξη αυτής της ισορροπίας, αυτής της αρμονίας. Εδώ η ασθένεια δεν είναι κάπου μέσα στον άνθρωπο. Βρίσκεται σε ολόκληρο τον άνθρωπο και έγκειται εξ ολοκλήρου σε αυτόν. Οι εξωτερικές περιστάσεις είναι αφορμές αλλά όχι αιτίες […] Η ασθένεια δεν είναι μόνο ανισορροπία ή δυσαρμονία, είναι επίσης ––και ίσως κυρίως–– προσπάθεια της φύσης να επιτύχει μια νέα ισορροπία στον άνθρωπο. Ο οργανισμός αρρωσταίνει για να θεραπευθεί. Η θεραπευτική οφείλει πρώτ’ απ’ όλα να ανεχθεί, και εν ανάγκη να ενισχύσει, αυτές τις αυθόρμητες ευδαιμονικές και θεραπευτικές αντιδράσεις. Η ιατρική μιμείται τη φυσική θεραπευτική δράση (vis mediatrix naturae) […] Προφανώς μια τέτοια σύλληψη είναι επίσης αισιόδοξη, αλλά εδώ η αισιοδοξία αφορά τη ροπή της φύσης και όχι την αποτελεσματικότητα της ανθρώπινης τεχνικής» (σελ. 62-3).

Κοντολογίς, εκείνο που συντελέστηκε κατά τη μετάβαση από την προ-επιστημονική θεραπευτική στην «επιστημονική» ιατρική ήταν μια τριπλή διχοτόμηση: διχοτόμηση του ψυχικού από το σωματικό (κατά το καρτεσιανό κοσμοείδωλο, υπόλογο στη μονοθεϊστική κληρονομιά που ήταν ουσιώδης για την κατασκευή ενός μηχανικού μοντέλου της φύσης)· διχοτήμηση του οργανισμού από το περιβάλλον (κατά το νέο μοναδολογικό πρότυπο που αποτυπώνει τη δομή μίας αστικής κοινωνίας της αγοράς)· διχοτόμηση του ζεύγους θεραπευτής-θεραπευόμενος (των οποίων η σχέση τώρα μετατοπίζεται από ένα πρότυπο διυποκειμενικότητας σε ένα πρότυπο υποκειμένου-αντικειμένου κατά το πνεύμα της εργαλειακής ορθολογικότητας των νέων επιστημών). Σε ό,τι αφορά τις λεπτομέρειες αυτής της μετάβασης, τους ακριβείς τρόπους με τους οποίους θα δομηθεί το νέο ιατρικό βλέμμα, τη συμβολή τεχνικών μέσων όπως το μικροσκόπιο και το βιοχημικό εργαστήριο, τον ρόλο του νοσοκομείου ως μηχανισμού κοινωνικής απομόνωσης, περιορισμού και ελέγχου και ταυτόχρονα τόπου παραγωγής μιας εμπειρικής ειδημοσύνης που περιβάλλεται με ακαδημαϊκό κύρος, αξεπέραστη παραμένει Η γέννηση του κλινικής του Foucault. Αναδιφώντας με τη συνήθη του σχολαστικότητα στις πηγές και παραθέτοντας εξαντλητικά στη λεπτομερειακότητά τους παραδείγματα, ο Foucault έδειξε ανάγλυφα το πώς συγκροτείται μια γραμματική των σημείων και μια βοτανολογία των συμπτωμάτων που θα επιτρέψουν να παρακαμφθεί οριστικά το ερώτημα «Ποιος πάσχει;» χάριν της διάγνωσης και του χειρισμού «νόσων» και «συνδρόμων». Όλη του η πραγμάτευση υποβάλλει, και αναμοχλεύει υπογείως, το ερώτημα που είχε θέσει με αφοπλιστική ευθύτητα από το 1943 ο Georges Canguilhem: μιλάμε για την αρρώστια του ασθενούς ή για την «αρρώστια» του γιατρού;

Φαίνεται ότι κατά τη διαδικασία συγκρότησης αυτού του νέου παραδείγματος στην ιατρική μία μικρότερης σημασίας τομή σημειώθηκε στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα. Είναι εκείνο που ο Foucault στις Λέξεις και τα πράγματα υποσημαίνει ως ανάδυση της έννοιας της ζωής. Ήταν προϊόν της σύστασης της βιολογίας ως διακριτής επιστήμης και, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε αρκετούς κραδασμούς στο εσωτερικό της ιατρικής. Μία όψη του πράγματος ήταν η αυξανόμενη έμφαση που άρχισε να δίνεται στη φυσιολογία, ως έκφραση του δυναμισμού και της λειτουργίας που είναι χαρακτηριστικά υποτίθεται της ζωής, έναντι της ανατομίας (η οποία έφτασε επίσης στο κορυφαίο σημείο αναπτυξής της τότε με τον Cuvier), που έχει κάτι από τη στατικότητα του ανόργανου… Η ιδέα αυτή ήταν αναπόφευκτο να συνεπιφέρει και μια πρόσκαιρη αναζωπύρωση βιταλιστικών αντιλήψεων, οι οποίες ωστόσο επρόκειτο να χάσουν τη στιγμή τους χάρη στη θετικιστική κατεύθυνση που θα έδινε τελικά στον νέο κλάδο ο μεγαλύτερος φυσιολόγος του δέκατου ένατου αιώνα, ο Claude Bernard (φίλος και θαυμαστής του Αύγουστου Κοντ, όπως μας πληροφορεί ο Canguilhem). Η εν πρώτοις σημαντική ενόραση που ήρθε στην επιφάνεια, δηλαδή, ότι ανάμεσα στο λεγόμενο παθολογικό και το θεωρούμενο ως φυσιολογικό υπάρχει συνέχεια και κατά βάσιν ποσοτικές διακυμάνσεις, απορροφήθηκε από την απαίτηση της ποσοτικοποίησης κατά το πρότυπο των θετικών επιστημών, απ’ όπου αναδύθηκε ένα κύμα προσπαθειών να οριστούν νομοθετικές κανονικότητες για όλες τις φυσιολογικές λειτουργίες. Μέσα στον θετικιστικό ανεμοστρόβιλο των μέσων του δέκατου ένατου αιώνα, η ιατρική άρχισε να γίνεται μία νομοθετική-κανονιστική επιστήμη όπως όλες οι άλλες. Την αυταπάτη αυτής της ιδέας προσπαθεί πάνω απ’ όλα να δείξει η διατριβή του Georges Canguilhem, και μπορούμε να πούμε ότι εκείνη η ιστορική διαμάχη του δέκατου ένατου αιώνα που έκρινε τον χαρακτήρα της μοντέρνας ιατρικής είναι ο άξονας γύρω από τον οποίον αρθρώνεται η επιχειρηματολογία του. Όπως σε κάποιο σημείο το συνοψίζει: «Αν ο ορισμός της φυσιολογίας ως επιστήμης του κανονικού φάνηκε αδύνατο να υποστηριχθεί, φαίνεται εξίσου δύσκολη η δυνατότητα μιας επιστήμης της ασθένειας, μιας καθαρά επιστημονικής παθολογίας […] Η φυσιολογία-παθολογία οφείλει να προσδιορίσει αιτιακές σχέσεις ανάμεσα σε φυσικά φαινόμενα, αλλά καθώς δεν υπάρχει επιστημονική έννοια της ζωής (πέρ’ από μια καθαρά διαγνωστική έννοια), είναι απολύτως αναρμόδια για τους στόχους ή τους σκοπούς και, κατά συνέπεια, για τις αξίες που συνυφαίνονται με τη ζωή. Κάθε τελεολογία, σίγουρα όχι υπερβατική αλλά εμμενής, κάθε τελεολογία που ξεκινάει από τη σκοπιμότητα του οργανισμού ή που αναφέρεται σε αυτήν, στη συντήρηση της ζωής, κλπ. και συνεπώς κάθε αξιολογική κρίση, δεν ανήκει στις φυσικές επιστήμες και άρα ούτε στη φυσιολογία-παθολογία» (σελ. 262-4 passim).

Μήπως πρέπει λοιπόν να πούμε, όπως ο Wirchow, ότι η ιατρική είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνική επιστήμη; Όλα εξαρτώνται προφανώς και πάλι από την έννοια που έχει ο όρος «επιστήμη» στις λεγόμενες κοινωνικές επιστήμες· με όλες τις επιφυλάξεις, πάντως, μια τέτοια διατύπωση θα ήταν πιο κοντά στο πνεύμα του Georges Canguilhem. Με οξύτατη κοινωνική διορατικότητα (που έχει προφανώς υπόψιν της το έργο της γαλλικής κοινωνιολογικής σχολής και ιδίως τις συγκριτικές εθνολογικές μελέτες του Marcel Mauss) θα υποδείξει σε ποιον βαθμό οι φυσιολογικές «κανονικότητες» είναι πολιτισμικά εξαρτημένα μεγέθη, όσο τουλάχιστον πολιτισμικά εξαρτημένες είναι οι αξιολογήσεις περί φυσιολογικότητας, κανονικότητας, υγείας, κλπ. και τα ίδια τα αισθήματα ευχαρίστησης και δυσφορίας. Στην πραγματικότητα, θα υποδείξει, αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό που μπορεί να αποδοθεί ανεπιφύλακτα στη ζωή, αυτό δεν θα ήταν οιουδήποτε είδους «κανονικότητα» αλλά μάλλον μια αρχή κανονιστικότητας – η ελαστικότητα εκείνη, δηλαδή, που επιτρέπει στο ζωντανό να καταστρατηγεί διαρκώς δεδομένους κανόνες και να δίνει στον εαυτό του νέους. Εδώ έγκειται η ευελιξία της ζωής, η απόδρασή της δηλαδή από οιονδήποτε κλειστό ντετερμινισμό και η καταστατική αυτορρύθμισή της, που είναι επίσης μια λειτουργία οικοσυστημική, όπως εύγλωττα δείχνει το έξοχο απόσπασμα που ακολουθεί: «Αυτό που χαρακτηρίζει την υγεία είναι η ικανότητα να υπερβαίνει τον κανόνα ο οποίος ορίζει το προς στιγμήν κανονικό, η δυνατότητα να ανέχεται παραβιάσεις του συνήθους κανόνα και να εγκαθιδρύει νέους κανόνες σε νέες καταστάσεις […] Η υγεία είναι ένα περιθώριο ανοχής των ασυνεπειών του περιβάλλοντος. Αλλά δεν είναι παράλογο να μιλάει κανείς για ασυνέπεια του περιβάλλοντος; Θα μπορούσε να ισχύει για το ανθρώπινο κοινωνικό περιβάλλον όπου οι θεσμοί είναι κατά βάθος επισφαλείς, οι συμβάσεις ανακλητές και οι μόδες περνούν σαν αστραπή. Το κοσμικό περιβάλλον όμως, το περιβάλλον του εμβίου εν γένει, δεν είναι ένα σύστημα μηχανικών, φυσικών και χημικών σταθερών, δεν είναι φτιαγμένο από αμετάβλητες; Οπωσδήποτε το περιβάλλον που ορίζει η επιστήμη είναι φτιαγμένο από νόμους, αλλά οι νόμοι αυτοί είναι θεωρητικές αφαιρέσεις. Το έμβιο δεν ζει ανάμεσα σε νόμους, αλλά ανάμεσα σε όντα και συμβάντα που διαφοροποιούν αυτούς τους νόμους. Αυτό που στηρίζει το πουλί είναι το κλαδί και όχι οι νόμοι της ελαστικότητας. Εάν αναγάγουμε το κλαδί στους νόμους της ελαστικότητας, δεν πρέπει να μιλάμε πλέον για πουλί αλλά για κολλοειδή διαλύματα […] Ομοίως, αυτό που τρώει η αλεπού είναι το αυγό μιας κότας, όχι η χημεία των λευκωματοειδών ή οι νόμοι της εμβρυολογίας. Επειδή το προσδιορισμένο έμβιο ζει σε έναν κόσμο προσδιορισμένων αντικειμένων, ζει σε έναν κόσμο δυνατών ατυχημάτων […] Να με ποιον τρόπο το περιβάλλον είναι ασυνεπές. Η ασυνέπειά του είναι το ίδιο του το γίγνεσθαι, η ίδια η ιστορία του […] Ο υγιής οργανισμός αναζητεί λιγότερο να διατηρηθεί στην παροντική κατάσταση και στο παροντικό περιβάλλον και περισσότερο να πραγματώσει τη φύση του. Αλλά αυτό προϋποθέτει ότι ο οργανισμός θα αντιμετωπίσει κινδύνους και αποδέχεται το ενδεχόμενο καταστροφικών αντιδράσεων. Ο υγιής άνθρωπος δεν αποτραβιέται από τα προβλήματα που τίθενται από τις κάποτε ξαφνικές ανατροπές των συνηθειών του, ακόμη και από ψυχολογική άποψη. Προσμετρά την υγεία του με την ικανότητά του να υπερβαίνει τις οργανικές κρίσεις ώστε να εγκαθιδρύει μια καινούργια τάξη […] Σε αντίθεση με κάποιους γιατρούς, πολύ πρόθυμους να δουν τις αρρώστιες ως εγκλήματα επειδή αυτοί που τις υφίστανται κάπου πρέπει να έχουν διαπράξει υπερβολές ή παραλείψεις, εκτιμάμε ότι η ικανότητα και η τάση προς την ασθένεια συνιστούν ουσιώδες χαρακτηριστικό της φυσιολογίας του ανθρώπου. Παραφράζοντας μία φράση του Valery, θα λέγαμε πως η δυνατή κατάχρηση της υγείας αποτελεί μέρος της υγείας» (σελ. 243-4).

Η ετυμηγορία του Georges Canguilhem είναι απερίφραστη, και συντριπτική για τις επιστημονικές αξιώσεις του ιατρικού τομέα και των λειτουργών του, αυτού του μοντέρνου ιερατείου που έχει επενδυθεί δυσθεώρητες εξουσίες στις σύγχρονες κοινωνίες και απορροφά ένα δυσανάλογο κομμάτι του κοινωνικού πλούτου – σε αντίστροφη αναλογία μάλιστα προς τα πραγματικά του αποτελέσματα στην ανακούφιση της ανθρώπινης δυστυχίας: «[Η ιατρική] είναι μια δραστηριότητα που έχει τις ρίζες της στην αυθόρμητη προσπάθεια του εμβίου να δαμάσει το περιβάλλον του και να το οργανώσει σύμφωνα με τις αξίες του […] Να γιατί, παρ’ όλο που δεν είναι η ίδια επιστήμη, η ιατρική χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα όλων των επιστημών για την εξυπηρέτηση των κανόνων της ζωής. Υπάρχει ιατρική, λοιπόν, προπαντός επειδή οι άνθρωποι αισθάνονται άρρωστοι. Μόνο δευτερευόντως οι άνθρωποι γνωρίζουν από τί είναι άρρωστοι επειδή υπάρχει ιατρική» (σελ. 281, υπογράμμιση δική μου). Αυτό, όπως καταλαβαίνει κανείς, παρά την ήπια και ψύχραιμη διατύπωσή του, ανοίγει τεράστια ζητήμα επαναπροσδιορισμού ––και πολιτικού αναπροσανατολισμού των θεραπευτικών εγχειρημάτων–– τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν πολύ μακριά. Δεν είναι ίσως της παρούσης στιγμής να ανοίξουμε αυτή τη συζήτηση· θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε, παρεκτείνοντας κάπως τη σκέψη του Georges Canguilhem, ότι ακόμα και ο όρος «υγεία», κατάφορτος με κανονιστικές και ψευδοαντικειμενικές συνδηλώσεις, οφείλει ίσως να εγκαταλειφθεί: πολύ πιο ακριβές θα ήταν να μιλάμε για χαρά, ικανότητα για απόλαυση και δημιουργία, που είναι η υποκειμενικά επιθυμητή κατάσταση (δηλαδή, αξία) για το αυτοπροσδιοριζόμενο ζωντανό.

Eν πάση περιπτώσει, η σκέψη αυτή μπορεί ασφαλώς να διαβαστεί ως επεξεργασία μιας εναλλακτικής θεραπευτικής φιλοσοφίας που αμφισβητεί τη λογική και τις αρχές της εδραιωμένης ιατρικής από μια σκοπιά η οποία εμπνέεται απ’ ορισμένες βιταλιστικές ενοράσεις και συγγενεύει με πολλές σύγχρονες οικοσυστημικές προσεγγίσεις – και, ως τέτοια, μπορεί να προσαχθεί προς στήριξη ριζοσπαστικών κινημάτων εναντίωσης στην κατεστημένη ιατρική στις κοινωνίες μας.15 Η διαλεκτική οξυδέρκεια του Canguilhem έγκειται ωστόσο στο ότι δεν αντιμετωπίζει την οπτική την οποίαν ανασκευάζει ως απλώς «εσφαλμένη»· το «σφάλμα» της θετικιστικής κανονικοποίησης είναι παρά ταύτα ένα αναγκαίο σφαλμα, με την έννοια ότι έχει αφ’ εαυτού υψηλή επιστημολογική αξία εφόσον μας επιτρέπει ν’ αποκρυπτογραφήσουμε μέσα του ευρύτερες και ωστόσο ειδικές κοινωνιοϊστορικές διαδικασίες οι οποίες το επέβαλλαν. Με άλλα λόγια, διαβάζει τις επιστημονικές αντιλήψεις που επικράτησαν οριστικά στο βιοϊατρικό πεδίο από τον δέκατο ένατο αιώνα και ύστερα ως ιδεολογία, με την μαρξιστική έννοια του όρου (μολονότι δεν χρησιμοποιεί τη λέξη). Ιδού με τον πιο οικονομικό και καίριο τρόπο διατυπωμένη η λύση του επιστημολογικού γρίφου, όπως την αναπτύσσει στο μεταγενέστερο δοκίμιό του «Νέες σκέψεις σχετικά με το κανονικό και παθολογικό» (1963-66) που έχει συμπεριληφθεί στην ελληνική έκδοση16: «Κανονικό είναι ο όρος με τον οποίον ο δέκατος ένατος αιώνας θα περιγράψει το σχολικό πρότυπο και την κατάσταση της οργανικής υγείας. Η μεταρρύθμιση της ιατρικής ως θεωρίας βασίζεται στη μεταρρύθμιση της ιατρικής ως πρακτικής: είναι στενά συνδεδεμένη, στη Γαλλία όπως και στην Αυστρία, με τη νοσοκομειακή μεταρρύθμιση. Η νοσοκομειακή μεταρρύθμιση, όπως και η παιδαγωγική μεταρρύθμιση, εκφράζουν μιαν απαίτηση εξορθολογισμού η οποία εμφανίζεται επίσης στην πολιτική αλλά και στην οικονομία, υπό την επίδραση του αναδυόμενου βιομηχανικού εκμηχανισμού, και η οποία θα καταλήξει σε ό,τι αποκαλούμε έκτοτε κανονικοποίηση (normalisation) […] Από την άποψη της κανονικοποίησης, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη γέννηση της γραμματικής, στη Γαλλία του δέκατου έβδομου αιώνα, και την εγκαθίδρυση του μετρικού συστήματος, στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Ο Ρισελιέ, τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης και ο Ναπολέων Βοναπάρτης υπήρξαν τα διαδοχικά όργανα της ίδιας συλλογικής απαίτησης […] Ο Pierre Giraud το είχε καταλάβει πολύ καλά όταν έγραφε: “Η ίδρυση της Γαλλικής Ακαδημίας από τον Ρισελιέ το 1635 εντάσσεται σε μια γενική πολιτική συγκεντροποίησης, την οποία κληρονομούν η Επανάσταση, η Αυτοκρατορία και η Δημοκρατία […] Δεν θα ήταν παράλογο να σκεφτούμε ότι η αστική τάξη ιδιοποιήθηκε τη γλώσσα την ίδια εποχή που κατελάμβανε τα μέσα παραγωγής”. Θα μπορούσαμε να το πούμε διαφορετικά […] Ανάμεσα στο 1759, χρονολογία εμφάνισης της λέξης κανονικός, και το 1834, χρονολογία εμφάνισης της λέξης κανονικοποιημένος, μία τάξη κατέκτησε την εξουσία να ταυτίζει ––ωραίο παράδειγμα ιδεολογικής ψευδαίσθησης–– τη λειτουργία των κοινωνικών κανόνων με τη χρησιμοποίηση εκείνων των κανόνων των οποίων το περιεχόμενο προσδιόριζε η ίδια» (302-313 passim).

Με άλλα λόγια, η ιατρική είναι το πεδίο στο οποίο κατεξοχήν δοκιμάστηκε μια νέα αντίληψη περί «κανονικότητας» που ανταποκρινόταν στη νέα λογική οργάνωσης του κοινωνικού πεδίου από την νικήτρια αστική τάξη: η ιδέα μιας ταξικώς ουδέτερης επιστήμης είναι αδύνατο πλέον να υποστηριχθεί… Αν ωστόσο αυτή η αλληλομετάθεση σημασιών ανάμεσα στην ιατρική και σε άλλους τομείς της οργανωμένης γνώσης ή της κοινωνικής δραστηριότητας έγινε εφικτή, οφείλεται προπαντός στο ότι μπόρεσε να εδραιωθεί μια αντίληψη που αντιλαμβανόταν τα πεδία ζωή-κοινωνία ως αδιαμεσολάβητα συνεχή και διεπόμενα από κοινούς νόμους: τους νόμους αυτούς θα αποκάλυπτε ––ανάλογα με τις θεωρητικές προτιμήσεις των ειδημόνων–– μια «κοινωνική φυσική» (Αύγουστος Κοντ) είτε μια «κοινωνική βιολογία» (Herbert Spencer). Είναι η συμπληρωματική όψη τού ιδεολογήματος της κανονικότητας που κατασκεύασε ο δέκατος ένατος αιώνας και προϋπόθεση για να αποβεί δραστικό· και αξίζει να παρατηρήσουμε ότι, σε αυτό ειδικά το σημείο, οι κατά τα άλλα αντίπαλοι θετικισμός και βιταλισμός βρίσκονται σε υπόρρητη συναίνεση. Στην πραγματικότητα, αν θα είχε κανείς να προσάψει κάτι στις βιταλιστικές φιλοσοφίες ––ξεκινώντας από την παραδειγματική τέτοια, τη φιλοσοφία του Μπεργκσόν–– είναι ακριβώς ότι φυσικοποιεί αθέμιτα το κοινωνικό επειδή δεν διαθέτει έννοιες για να συλλάβει τη μη αναγώγιμη ιδιαιτερότητά του (και την πολυπλοκότητα των μεσολαβήσεων που το επανασυνδέουν με τη φυσική τάξη). Το αν αυτή η φυσικοποίηση θα γίνει με όρους μηχανικής ή με όρους βιολογίας είναι, όπως καταλαβαίνει κανείς, δευτερεύον ζήτημα. Εδώ ακριβώς είναι, ωστόσο, που ο Georges Canguilhem αποκλίνει από τις στενά εννοούμενες βιταλιστικές αντιλήψεις – εδώ, δηλαδή, αστράφτει ακόμα μία φορά η διαλεκτική ποιότητα της σκέψης του. Οι κοινωνίες δεν ριζώνουν βέβαια πουθενά έξω από τη φύση, ούτε όμως είναι ταυτόσημες με φυσικούς οργανισμούς: «Η κοινωνική ρύθμιση τείνει λοιπόν προς την οργανική ρύθμιση και τη μιμείται, χωρίς ωστόσο να παύει ν’ αποτελεί μηχανική σύνθεση […] Αρκεί ένα άτομο σε μια οποιαδήποτε κοινωνία να αναρωτηθεί για τις ανάγκες και τους κανόνες αυτής της κοινωνίας και να τα αμφισβητήσει ––σημάδι ότι αυτές οι ανάγκες και αυτοί οι κανόνες δεν είναι ολόκληρης της κοινωνίας–– για να κατανοήσουμε σε ποιον βαθμό η κοινωνική ανάγκη δεν είναι εμμενής, σε ποιον βαθμό ο κοινωνικός κανόνας δεν είναι εσωτερικός, σε ποιον βαθμό εντέλει η κοινωνία, έδρα ελεγχόμενων διχογνωμιών ή λανθανόντων ανταγωνισμών, απέχει πολύ από τα συνιστά ένα όλον. Εάν το άτομο εγείρει το ερώτημα της σκοπιμότητας της κοινωνίας, δεν είναι αυτό σημάδι ότι η κοινωνία είναι ένα κακώς ενοποιημένο σύνολο μέσων, ελλείψει ακριβώς ενός σκοπού με τον οποίο θα ταυτιζόταν η συλλογική δραστηριότητα την οποία επιτρέπει η δομή;» (σελ. 326).

Αυτό το ερώτημα, παρεμπιπτόντως, έχει ισχύ ως διάψευση επίσης των στρουκτουραλιστικών συλλήψεων του κοινωνικού (που πρέπει ενόψει των παραπάνω να διαβάζονται ως η τελευταία μεταμόρφωση της επιστημονιστικής ιδεολογίας…). Τί δηλώνει όμως όλη αυτή η λαμπρή ανάλυση για την ίδια την επιστημολογία; Επιστημολογικό μπορεί να θεωρηθεί το έργο του Canguilhem μόνο κατά το ότι αντιπροσωπεύει έναν αυτοανασκοπικό στοχασμό αναφορικά με το ίδιο το πεδίο εντός του οποίου ξεδιπλώνεται. Η ανάλυσή του μοιάζει να λέει ακατάπαυστα στην επιστημολογία: de te fabula narratur! Αν η επιβολή ενός κατασταλτικού μοντέλου κανονικότητας στις βιοϊατρικές επιστήμες αντανακλά την αυταρχική ρύθμιση ολόκληρου του κοινωνικού πεδίου από την πρώτη επιβολή του μοντέλου της αγοράς στις ευρωπαϊκές κοινωνίες μέχρι τη βιομηχανική επανάσταση, η γένεση της επιστημολογίας αντανακλά την ίδια αυτή βουλιμία για κανονικοποίηση στο επίπεδο της θεσμοποιημένης γνώσης· το σύγχρονο πανεπιστήμιο θα σταθεί ο καρπός μιας τέτοιας στρατηγικής (κάτι που όλως παραδόξως «διέφυγε» του Foucault) όχι λιγότερο απ’ όσο η κλινική, το ψυχιατρείο και η φυλακή. Και δεν πρέπει στιγμή να ξεχνάμε ότι αναδύθηκε ακριβώς από το απονενοημένο εγχείρημα του Αύγουστου Κοντ ––δηλαδή, σαν να λέμε: επιστημολογία και θετικισμός είναι συνώνυμα, γεννιούνται ταυτόχρονα και από την ίδια ρίζα–– όπου προαναγγέλονται, όπως είμαστε αναδρομικά σε θέση να δούμε, όλα τα σχέδια ασφυκτικού προγραμματισμού της κοινωνικής ζωής τα οποία μόχθησαν να υλοποιήσουν οι ολοκληρωτισμοί του εικοστού αιώνα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Michel Foucault, «Ζωρζ Κανγκιλέμ, ο φιλόσοφος του σφάλματος» (1978), μετ. Χλόη Μπάλλα, στο Γεράσιμος Κουζέλης [επιμ.], Επιστημολογία. Κείμενα (Νήσος: Αθήνα 1993), σελ. 425-442.
  2. Γι’ αυτό ακριβώς η Σχολή της Φραγκφούρτης δεν έχει γράψει «επιστημολογία». Οι εκτεταμένες διεπιστημονικές προσεγγίσεις που κήρυξε προγραμματικά ο Max Horkheimer ως επιδίωξη του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών στη δεκαετία του 1930 ήταν μια προσπάθεια να αξιοποιηθούν θεωρητικές έννοιες μέσα απ’ όλο το φάσμα των επιστημών στην υπηρεσία ενός σκοπού ο οποίος (οφείλει να) κατευθύνει ρητά τη θεωρητική δραστηριότητα, που με τα ίδια του τα λόγια περιγράφεται ως «μέλημα για την ελεύθερη και δίκαιη κοινωνία» (πολύ πιο κοντά απ’ όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται, δηλαδή, στην «11η θέση» του Μαρξ για τον Φώυερμπαχ)· η περίφημη διαμάχη για τη γερμανική κοινωνιολογία στην οποία ο Adorno συμμετείχε από κοινού με τον νεαρό Habermas στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ήταν μια κατά μέτωπον σύγκρουση με φιλελεύθερους τεχνοκράτες όπως ο Karl Popper και το επιτελείο του οι οποίοι πάσχιζαν να μεταμφιέσουν τις ταξικά μεροληπτικές θέσεις τους για την κοινωνία σε δεσμευτικούς κοινωνιολογικούς κανόνες – συνεπώς εγχείρημα εξ ολοκλήρου πολιτικό. Γι’ αυτή την τελευταία διαμάχη, βλ. Karl Popper, «Η λογική των κοινωνικών επιστημών»· Theodor W. Adorno, «Σχετικά με τη λογική των κοινωνικών επιστημών» και «Θεωρία της κοινωνίας και εμπειρική έρευνα»· Jürgen Habermas, «Γνώση και διαφέρον» και «Θετικισμός πραγματισμός, ιστορισμός», όλα στο Γεράσιμος Κουζέλης [επιμ.], Επιστημολογία. Κείμενα (Νήσος: Αθήνα 1993).
  3. Η καλύτερη μονογραφία πάνω στο έργο της γαλλικής επιστημολογικής σχολής και των συγκεκριμένων εκπροσώπων της είναι ίσως του Dominique Lecourt, Marxism and Epistemology: Bachelard, Canguilhem, Foucault (New Left Books: Λονδίνο 1975).
  4. Ελλ. έκδ. Ερατώ (Αθήνα 1987), μετ. Γιάννης Εμίρης.
  5. Ελλ. έκδ. Χατζηνικολή (Αθήνα 1985), μετ. Έλση Τσούτη.
  6. Ελλ. έκδ. Χατζηνικολή (Αθήνα 1982), μετ. Ελένη Βέλτσου – Ιωάννα Χατζηνικολή.
  7. Για την ανάπτυξη των βασικών αυτών θέσεων, βλ. Gaston Bachelard, «Η μόρφωση του επιστημονικού πνεύματος» (1938), μετ. Στάθης Μπάλιας, στο Γεράσιμος Κουζέλης [επιμ.], Επιστημολογία. Κείμενα (Νήσος: Αθήνα 1993), σελ. 324-383· και Το νέο επιστημονικό πνεύμα, μετ.-σημ. Γιώργος Φαράκλας, επιμ. Αρ. Μπαλτάς (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης: Ηράκλειο 2000).
  8. Ελλ. έκδ. Ηριδανός (Αθήνα 1974), μετ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου.
  9. Στην ιστορία της κλινικής ο Foucault αφιερώνει το Naissance de la clinique. Une archeologie du regard medical (PUF: Παρίσι 1963) και στην ιστορία της φυλακής το Surveiller et punir. Naissance de la prison (1976) [Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, μετ. Καίτη Χατζηδήμου – Ιουλιέττα Ράλλη, θεώρηση: Άλκης Σταύρου, επίμετρο: Νέστωρ Κουράκης (Ράππα: Αθήνα 1989)].
  10. Ελλ. έκδ. Γνώση (Αθήνα 1986), μετ. Κωστής Παπαγιώργης.
  11. Ελλ. έκδ. Ράππα (Αθήνα 1983-93): Ι. Η δίψα της γνώσης, μετ. Γκλόρυ Ροζάκη, επιμ. Γιάννης Κρητικός· ΙΙ. Η χρήση των απολαύσεων, μετ. Γιώργος Κωνσταντινίδης· ΙΙΙ. Η μέριμνα για τον εαυτό μας, μετ. Γιάννης Κρητικός.
  12. Βλ. Georges Canguilhem, Το κανονικό και το παθολογικό, πρόλ. Michel Foucault, μετ.-επιμ.-επίμετρο: Γιώργος Φουρτούνης (Νήσος: Αθήνα 2007). Από εκεί και τα παραθέματα που θα χρησιμοποιήσω.
  13. Ελλ. έκδ. Ελεύθερος Τύπος (Αθήνα 1988), μετ. Τάσος Γιατζόγλου.
  14. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Ηράκλειο 1998), μετ. Π. Θεοδώρου – Κ. Πωγωνδιώτης – Γ. Φουρτούνης, επιμ. Αρ. Μπαλτάς, σελ. 431-479. Το συγκεκριμένο κείμενο, στο οποίο και παραπέμπω ακολούθως, είναι του Kenneth F. Schaffner.
  15. Το αριστουργηματικό έργο που τεκμηριώνει αυτά τα ριζοσπαστικά σύγχρονα ρεύματα, συντριπτικό κατηγορητήριο ταυτόχρονα κατά της κατεστημένης ιατρικής, είναι του Ivan Illich, Ιατρική Νέμεση: η απαλλοτρίωση της υγείας, μετ. Βασίλης Τομανάς (Εκδοτική Ομάδα: Θεσσαλονίκη 1986).
  16. Canguilhem, Το κανονικό και το παθολογικό, ό.π.

Πηγή:[Από το Αντι-επιστημολογικά (Πανοπτικόν: Θεσσαλονίκη 2012)]

Nolen Gertz: Μηδενισμός

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Aeon. Ο Nolen Gertz είναι επίκουρος καθηγητής εφαρμοσμένης φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Τβέντε και συγγραφέας.

Μετάφραση: Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Ο μηδενισμός είναι μια μόνιμη απειλή. Όπως αναγνώρισε η φιλόσοφος του 20ου αιώνα, Hannah Arendt, είναι καλύτερα κατανοητός όχι σαν ένα σύνολο από «επικίνδυνες σκέψεις», αλλά ως ένα ρίσκο εγγενές στην ίδια τη πράξη της σκέψης. Αν σταθούμε πάνω σε οποιαδήποτε ιδέα για αρκετό χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα του πόσο ισχυρή μοιάζει στην αρχή, ή πόσο ευρέως αποδεκτή είναι, θα αρχίσουμε να αμφισβητούμε την αλήθεια του. Μπορεί επίσης να αρχίσουμε να αμφισβητούμε αν εκείνοι που αποδέχονται την ιδέα ξέρουν στα αλήθεια (ή ενδιαφέρονται) για το αν η ιδέα είναι πραγματική ή όχι. Αυτό απέχει ένα βήμα από το να σκεφτούμε γιατί υπάρχει τόσο λίγη συναίνεση για τόσα πολλά ζητήματα, και γιατί όλοι οι άλλοι μοιάζει να είναι τόσο βέβαιοι για αυτό που τώρα σου φαίνεται τόσο αβέβαιο. Στο σημείο αυτό, στο χείλος του μηδενισμού, υπάρχει μια επιλογή: είτε συνεχίζεις να σκέφτεσαι και ρισκάρεις να αποξενωθείς από την κοινωνία· ή σταματάς να σκέφτεσαι και ρισκάρεις να αποξενωθείς από την πραγματικότητα.

Έναν αιώνα πριν την Arendt, ο Friedrich Nietzsche περιέγραψε στα σημειωματάρια του (δημοσιευμένα μετά θάνατον από την αδερφή του στο Η Θέληση για Δύναμη) μια επιλογή μεταξύ «ενεργητικού» και «παθητικού» μηδενισμού. Ένας από τους πολλούς αφορισμούς του πάνω στον μηδενισμό ήταν πως είναι το αποτέλεσμα  των υψηλότερων αξιών που απαξιώνουν τους εαυτούς τους. Αξίες όπως η αλήθεια και η δικαιοσύνη μπορεί να καταλήξουν να φαίνονται όχι σαν απλές ιδέες, αλλά πως έχουν κάποια υπερφυσική δύναμη, ιδιαίτερα όταν λέμε: «Η αλήθεια θα σε ελευθερώσει» ή «Η δικαιοσύνη θα αποδοθεί». Όταν αυτές οι αξίες αποδεικνύεται πως δεν έχουν την δύναμη που τους αποδίδεται , όταν η αλήθεια αποδεικνύεται πως δεν απελευθερώνει, όταν η δικαιοσύνη δεν αποδίδεται, τότε απογοητευόμαστε. Ωστόσο, αντί να κατηγορήσουμε τους εαυτούς μας επειδή αποθέσαμε πολύ πίστη σε αυτές τις αξίες, αντίθετα κατηγορούμε τις αξίες επειδή δεν ανταποκρίθηκαν στις υψηλές μας προσδοκίες.

Σύμφωνα με τον Nietzsche, μπορούμε να γίνουμε ενεργοί μηδενιστές και να απορρίψουμε τις αξίες που μας δίνονται από άλλους ώστε να ορθώσουμε τις δικές μας αξίες. Ή μπορούμε να γίνουμε παθητικοί μηδενιστές και να συνεχίσουμε να πιστεύουμε σε παραδοσιακές αξίες, παρά το γεγονός ότι έχουμε αμφιβολίες για την πραγματική αξία αυτών των αξιών. Ο ενεργητικός μηδενιστής καταστρέφει ώστε να βρει ή να δημιουργήσει κάτι στο οποίο να αξίζει να πιστεύει. Μόνο αυτό που μπορεί να επιβιώσει της καταστροφής μπορεί να μας κάνει δυνατότερους. Ο Nietzsche και η ομάδα των Ρώσσων του 19ου αιώνα που αυτοπροσδιορίζονταν ως μηδενιστές μοιράζονταν από κοινού αυτή την οπτική. Ο παθητικός μηδενιστής ωστόσο δεν θέλει να διακινδυνεύσει την αυτοκαταστροφή, και έτσι αγκιστρώνεται στην ασφάλεια των παραδοσιακών πιστεύω. Ο Nietzsche λέει πως μια τέτοια αυτοπροστασία είναι στη πραγματικότητα μια ακόμη πιο επικίνδυνη μορφή αυτοκαταστροφής. Το να πιστεύεις απλά και μόνο για να πιστεύεις σε κάτι μπορεί να οδηγήσει σε μια επιφανειακή ύπαρξη, στην αυτάρεσκη αποδοχή του να πιστεύεις σε οτιδήποτε πιστεύουν οι άλλοι, επειδή πιστεύοντας σε κάτι (ακόμη και όταν αποδεικνύεται πως είναι κάτι που δεν αξίζει να το πιστεύεις) θα αντιμετωπιστεί από τον παθητικό μηδενιστή ως προτιμότερο από το ρίσκο του να μη πιστεύεις σε τίποτα, να πάρεις το ρίσκο να κοιτάξεις στην άβυσσο – μια μεταφορά για τον μηδενισμό που εμφανίζεται συχνά στο έργο του Nietzsche.

Σήμερα ο μηδενισμός γίνεται όλο και πιο δημοφιλής τρόπος για να περιγραφεί μια διαδεδομένη στάση προς την παρούσα κατάσταση του κόσμου. Ωστόσο όταν ο όρος χρησιμοποιείται σε διάλογο, σε άρθρα γνώμης εφημερίδων ή σε παραληρήματα των κοινωνικών δικτύων, σπάνια ορίζεται, σαν να γνωρίζουν όλοι πολύ καλά τι σημαίνει ο μηδενισμός και αποδέχεται τον ίδιο ορισμό της ιδέας. Όπως όμως έχουμε δει, ο μηδενισμός μπορεί να είναι και ενεργητικός και παθητικός. Αν θέλουμε μια καλύτερη κατανόηση του σύγχρονου μηδενισμού, θα πρέπει να δούμε τον τρόπο με τον οποίο έχει μετατραπεί σε επιστημολογία, ηθική και μεταφυσική, και πως έχει βρει έκφραση σε διαφορετικά πεδία της ζωής, όπως στην άρνηση του εαυτού, την άρνηση του θανάτου και στην άρνηση του κόσμου.

Στην επιστημολογία ( τη θεωρία της γνώσης), ο μηδενισμός συχνά αντιμετωπίζεται ως η άρνηση του ότι η γνώση είναι πιθανή, τη στάση πως τα πιο πολύτιμα μας πιστεύω δεν έχουν κανένα υπόβαθρο. Το επιχείρημα υπέρ του επιστημολογικού μηδενισμού βασίζεται στην ιδέα πως η γνώση απαιτεί κάτι περισσότερο από έναν γνώστη και ένα γνωστό. Αυτό το κάτι τυπικότερα αντιμετωπίζεται ως αυτό που κάνει τη γνώση αντικειμενική, ως η ικανότητα να αναφέρεται κάποιος σε κάτι έξω από τη δική του προσωπική, υποκειμενική εμπειρία είναι κάτι που διαχωρίζει τη γνώση από την απλή γνώμη.

Για τον επιστημολογικό μηδενισμό ωστόσο, δεν υπάρχει δεδομένο, θεμέλιο, έδαφος πάνω στο οποίο κάποιος να ισχυριστεί γνώση, τίποτα που να δικαιολογεί την πίστη μας πως κάθε ιδιαίτερος ισχυρισμός είναι αληθινός. Κάθε επίκληση σε αντικειμενικότητα που αντιμετωπίζεται με την οπτική του επιστημολογικού μηδενισμού είναι ψευδαίσθηση. Δημιουργούμε την εντύπωση της γνώσης για να κρύψουμε  το γεγονός πως δεν υπάρχουν γεγονότα. Για παράδειγμα, όπως είπε ο Thomas Kuhn στο βιβλίο του Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων (1962), μπορούμε σίγουρα να δημιουργήσουμε  πολύ περίπλοκα και πολύ πετυχημένα μοντέλα για να περιγράψουμε την πραγματικότητα, την οποία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε  για να ανακαλύψουμε ένα πλούτο από νέα «δεδομένα», αλλά δεν μπορούμε ποτέ να αποδείξουμε πως αυτά αντιστοιχούν στην ίδια την πραγματικότητα – μπορεί απλά να προκύπτουν από το δικός μας ιδιαίτερο μοντέλο πραγματικότητας.

Αν κάτι λέγεται πως είναι αλήθεια, με βάση προηγούμενη εμπειρία, τότε προκύπτει το πρόβλημα της επαγωγής: απλά και μόνο επειδή κάτι έχει συμβεί αυτό δεν εξασφαλίζει πως θα συμβεί ξανά. Αν κάτι λέγεται πως είναι αληθινό με βάση επιστημονικά στοιχεία, τότε προκύπτει το πρόβλημα της επίκλησης στην αυθεντία. Στη λογική, τέτοιες επικλήσεις θεωρείται πως μεταδίδουν ένα σφάλμα, καθώς οι ισχυρισμοί άλλων, ακόμη και οι ισχυρισμοί ειδικών, δεν αντιμετωπίζονται ως βάση για την αλήθεια. Με άλλα λόγια, ακόμη και οι ειδικοί μπορεί να μεροληπτούν και να μπορεί να κάνουν λάθη. Επιπλέον, καθώς οι ειδικοί κάνουν ισχυρισμούς βασισμένοι στο έργο προηγούμενων επιστημόνων, τότε και εκείνοι κάνουν έκκληση  στην αυθεντία. Αυτό οδηγεί σε ένα ακόμη πρόβλημα, το πρόβλημα της αέναης παλινδρόμησης. Κάθε ισχυρισμός στη γνώση βασισμένος σε κάποια βάση αναπόφευκτα οδηγεί σε ερωτήματα για την βάση αυτής της βάσης, και μετά για την βάση αυτής της βάσης, και ούτω κάθε εξής.

Στο σημείο αυτό, μπορεί να μοιάζει πως αυτό που αποκαλώ «επιστημολογικό μηδενισμό» στην πραγματικότητα δεν διαφέρει από το σκεπτικισμό. Ο σκεπτικιστής αμφισβητεί με τον ίδιο τρόπο την βάση πάνω στην οποία βασίζονται οι ισχυρισμοί για την γνώση, και αμφιβάλει την πιθανότητα η γνώση να βρει ποτέ σταθερό υπόβαθρο. Εδώ θα ήταν χρήσιμο να επιστρέψουμε στο διαχωρισμού του Nietzsche μεταξύ ενεργητικού και παθητικού μηδενισμού. Οπού ο ενεργητικός μηδενιστής θα είναι παρόμοιος με το ριζοσπαστικό σκεπτικιστή, ο παθητικός δεν θα είναι. Ο παθητικός μηδενιστής ξέρει πως σκεπτικιστικά ζητήματα μπορούν να τεθούν για τη γνώση. Αλλά αντί να αμφισβητεί τη γνώση, ο παθητικός μηδενιστής συνεχίζει να πιστεύει στη γνώση. Κατά συνέπεια, για τον παθητικό μηδενιστή η γνώση υπάρχει, αλλά υπάρχει πάνω στη βάση της πίστης.

Ο μηδενισμός έτσι δεν εντοπίζεται μόνο στο άτομο που απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί γνώσης επειδή δεν έχουν αδιαμφησβήτητη βάση. Αντίθετα, ένα άτομο που έχει γνώση των αμφιβολιών που περιβάλουν τους ισχυρισμούς για γνώση και που ωστόσο συνεχίζουν να δρουν σαν αυτές οι αμφιβολίες να μην έχουν σημασία στη πραγματικότητα, είναι επίσης μηδενιστής.

Οι επιστημονικές θεωρίες μπορούν να βασιστούν στην επίκληση σε άλλες θεωρίες, που βασίζονται στην επίκληση άλλων θεωριών, οποιαδήποτε από τις οποίες μπορεί να βασίζεται σε ένα λάθος. Αλλά για όσο οι επιστημονικές θεωρίες συνεχίζουν να παράγουν αποτελέσματα – ιδιαίτερα αποτελέσματα με την μορφή τεχνολογικής προόδου – τότε οι αμφιβολίες για την απόλυτη αλήθεια  αυτών των θεωριών μπορούν να θεωρηθούν ασήμαντες. Και στην υποβάθμιση των αμφιβολιών για τη γνώση, ο παθητικός μηδενιστής υποβαθμίζει την αναζήτηση της γνώσης.

Με άλλα λόγια, για τον παθητικό μηδενιστή, η γνώση δεν έχει σημασία. Σκεφτείτε απλά πόσο συχνά λέξεις όπως «γνώση» και «βεβαιότητα» χρησιμοποιούνται άσκοπα στη καθημερινή ζωή. Κάποιος λέει πως ξέρει πως έρχεται το τραίνο, και είτε δεν ρωτάμε πως το ξέρει ή, αν ρωτήσουμε, συχνά αντιμετωπίζουμε το απόλυτο θεμέλιο για τη γνώση στην σύγχρονη ζωή: επειδή το λέει το τηλέφωνο τους. Το τηλέφωνο μπορεί να αποδειχτεί πως έχει δίκιο, περίπτωση στην οποί η αξίωση του τηλεφώνου στην αυθεντία διατηρείται. Ή το τηλέφωνο μπορεί να αποδειχτεί πως έχει άδικο, περίπτωση στην οποία πιθανότερα θα κατηγορήσουμε όχι το τηλέφωνο αλλά το τραίνο. Από τη στιγμή που το τηλέφωνο έχει γίνει ο βασικός εγγυητής μας για τη γνώση, το να παραδεχτούμε πως το ,τηλέφωνο μπορεί να κάνει λάθος είναι να ρισκάρεις να παραδεχτείς, πως όχι μόνο οι με βάση το τηλέφωνο αξιώσεις μας περί γνώσης είναι αβάσιμες, αλλά πως μπορεί να είναι όλες οι αξιώσεις μας περί γνώσεις. Τελικά, όπως και με το τηλέφωνο, τείνουμε να μην ρωτάμε γιατί νομίζουμε πως ξέρουμε αυτό που νομίζουμε πως ξέρουμε. Με το τρόπο αυτό, ο παθητικός μηδενισμός γίνεται, όχι μια ριζοσπαστική «μεταμοντέρνα» θέση, αλλά μάλλον ένα κανονικό κομμάτι της καθημερινής ζωής.

Στην ηθική φιλοσοφία, ο μηδενισμός αντιμετωπίζεται ως η άρνηση της ύπαρξης της ηθικής. Όπως γράφει ο Donald A Crosby στο βιβλίο The Specter of the Absurd (1988), ο ηθικός μηδενισμός μπορεί να γίνει αντιληπτός ως μια συνέπεια του επιστημολογικού μηδενισμού. Αν δεν υπάρχει λόγος για αντικειμενικούς ισχυρισμούς για τη γνώση και την αλήθεια, τότε δεν υπάρχει λόγος για αντικειμενικούς ισχυρισμούς περί σωστού και λάθους. Με άλλα λόγια, αυτό που θέλουμε να θεωρούμε ως ηθική είναι ζήτημα του τι πιστεύεται πως είναι σωστό – ανεξάρτητα αν αυτή η άποψη είναι σχετική με κάθε ιστορική περίοδο, με κάθε κουλτούρα, με κάθε άτομο – παρά θέμα του τι είναι σωστό.

Ο ηθικός φιλόσοφος του 18ου αιώνα, Immanuel Kant αναγνώρισε το κίνδυνο του να βασιστεί η ηθική πάνω στο Θεό ή πάνω στην ευτυχία ως κάτι που οδηγεί στον ηθικό σκεπτικισμό. Η πίστη στο Θεό μπορεί να ωθήσει τους ανθρώπους να δρουν ηθικά, αλλά μόνο ως μέσο του σκοπού να καταλήξουν στο παράδεισο αντί για την κόλαση. Η επιδίωξη της ευτυχίας μπορεί να ωθήσει τους ανθρώπους να δράσουν ηθικά, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι εκ των προτέρων πια πράξη θα οδηγήσει στο να είναι ευτυχισμένοι οι άνθρωποι. Έτσι, σε απάντηση, ο Kant αντίθετα, μίλησε για μια βασισμένη στην λογική ηθική. Σύμφωνα με αυτόν, αν μια καθολική βάση αυτό που χρειάζεται η ηθική τότε απλά πρέπει να παίρνουμε αποφάσεις σύμφωνα με τη λογική της καθολικότητας. Καθορίζοντας αυτό που προσπαθούμε να επιτύχουμε σε κάθε δράση, και με την μετατροπή αυτής της πρόθεσης σε νόμο που όλα τα λογικά όντα πρέπει να υπακούν, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη λογική για να καθορίσουμε αν είναι λογικά δυνατό για την επιθυμητή πράξη να καθολικοποιηθεί. Η λογική – παρά ο Θεός ή η επιθυμία – μπορεί να μας πει αν η επιθυμητή πράξη είναι δυνατή (καθολική) ή λάθος (μη καθολική).

Υπάρχουν ωστόσο, αρκετά προβλήματα στην προσπάθεια να βασίσουμε την ηθική στη λογική. Ένα τέτοιο πρόβλημα, όπως έδειξε ο Jacques Lacan στο δοκίμιο «Ο Kant με τον Sade» (1989), είναι πως η χρήση της καθολικότητας ως κριτηρίου για το σωστό και το λάθος μπορεί να επιτρέψει ευφυείς ανθρώπους (όπως ο Μαρκήσιος de Sade) να δικαιολογήσουν μερικές προφανώς απαίσιες πράξεις αν μπορέσουν να καταφέρουν να δείξουν πως αυτές οι πράξεις μπορούν να περάσουν τη δοκιμασία της λογικής του Kant. Ένα άλλο πρόβλημα, όπως έδειξε ο John Stuart Mill στο έργο του Ωφελιμισμός (1861), είναι πως οι άνθρωποι είναι λογικοί, αλλά η λογική δεν είναι το μόνο που διαθέτουμε, και έτσι ακολουθώντας την καντιανή ηθική μας αναγκάζει να ζούμε σαν αδιάφορες μηχανές παρά ως άνθρωποι.

Ένα ακόμη πρόβλημα, όπως έδειξε ο Nietzsche, είναι πως η λογική δεν είναι αυτό που ισχυρίζονταν πως ήταν ο Kant, καθώς είναι απόλυτα πιθανό πως η λογική να μην είναι σταθερότερη βάση από ότι είναι ο Θεός ή η ευτυχία. Στο βιβλίο  Η Γενεαλογία της Ηθικής (1887), ο Nietzsche υποστήριξε πως η λογική δεν είναι κάτι το απόλυτο και οικουμενικό αλλά αντίθετα κάτι που έχει εξελιχθεί με τη πάροδο του χρόνου σε κομμάτι της ανθρώπινης ζωής. Σε γενικές γραμμές με τον ίδιο τρόπο που τα ποντίκια σε ένα πείραμα στο εργαστήριο μπορούν να διδαχτούν να είναι λογικά, έτσι έχουμε μάθει να είμαστε λογικοί χάρη σε αιώνες ηθικών, θρησκευτικών και πολιτικών «πειραμάτων» στην εκπαίδευση των ανθρώπων να είναι λογικοί. Η λογική έτσι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ακλόνητη βάση για την ηθική καθώς οι ίδιες της οι βάσεις μπορούν να αμφισβητηθούν.

Εδώ μπορούμε ξανά να βρούμε μια σημαντική διάκριση μεταξύ του πως ο ενεργητικός μηδενιστής και ο παθητικός μηδενιστής αντιδρούν σε αυτό τον ηθικό σκεπτικισμό. Η ικανότητα να αμφιβάλουν για την νομιμοποίηση κάθε πιθανού θεμελίου για την ηθική μπορεί να οδηγήσει τον ενεργητικό μηδενιστή στο είτε να επαναπροσδιορίσει την ηθική ή στο να απορρίψει την ηθική. Στην πρώτη περίπτωση, οι πράξεις μπορούν να κριθούν χρησιμοποιώντας ηθικές αρχές. Αυτό όμως που μοιάζει να είναι δημιουργικό μπορεί στη πράξη να είναι δευτερογενές, καθώς είναι δύσκολο να διακρίνουμε πότε σκεφτόμαστε για εμάς αντίθετα με το πότε σκεφτόμαστε σύμφωνα με το τρόπο που ανατραφήκαμε.

Έτσι αντί για τέτοιο ηθικό εγωισμό, είναι πιο πιθανό πως ο ενεργητικός μηδενισμός απλά θα απορρίψει συνολικά την ηθική. Αντίθετα, οι πράξεις κρίνονται μόνο με πρακτικούς όρους, όπως το τι είναι περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικό προς την επίτευξη ενός επιθυμητού στόχου. Οι ανθρώπινες πράξεις έτσι αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο με τις πράξεις ενός ζώου ή μιας μηχανής. Αν μοιάζει με λάθος να πούμε πως ένα ζώο είναι κακό επειδή τρώει ένα άλλο ζώο όταν πεινάει, τότε ο ενεργητικός μηδενιστής θα πει πως είναι εξίσου λάθος να ειπωθεί πως οι άνθρωποι είναι κακοί επειδή κλέβουν από ένα άλλο άνθρωπο όταν πεινούν.

Δίχως ηθική, έννοιες όπως κλοπή, ιδιοκτησία ή δικαιώματα αντιμετωπίζονται μόνο ως νομικές οντότητες. Οι πράξεις μπορούν να θεωρηθούν εγκληματικές αλλά όχι ανήθικες. Ένα παράδειγμα ενός τέτοιου ενεργητικού μηδενισμού μπορεί να βρεθεί στον αρχαίο Έλληνα σοφιστή Θρασύμαχο. Στην Πολιτεία του Πλάτωνα, ο Θρασύμαχος υποστηρίζει πως η «δικαιοσύνη» είναι απλά προπαγάνδα που χρησιμοποιείται από τον ισχυρό για να καταπιέσει τον αδύναμο, με το να τους πείσει να δεχτούν αυτή την καταπίεση ως δίκαιη.

Ο παθητικός μηδενιστής, από την άλλη, δεν απορρίπτει την παραδοσιακή ηθική απλά και μόνο πως η νομιμοποίηση της μπορεί να αμφισβητηθεί. Αντίθετα, ο παθητικός μηδενιστής απορρίπτει την ιδέα πως η νομιμοποίηση της ηθικής έχει πραγματική σημασία. Ο παθητικός μηδενιστής υπακούει στην ηθική, όχι για την ηθική αυτή καθ’ εαυτή, αλλά για την ίδια την υπακοή. Το να ζει σύμφωνα με αυτό που πιστεύεται από τους άλλους πως είναι σωστό και λάθος, πως είναι καλό και κακό, θεωρείται από τον παθητικό μηδενιστή ως προτιμότερο από το να πρέπει να ζήσει δίχως τέτοιους ηθικούς κανόνες να τον καθοδηγούν στην λήψη αποφάσεων. Οι ηθικοί κανόνες προσφέρουν μια πυξίδα, και ο παθητικός μηδενιστής προτιμά να χαράζει τη πορεία του στη ζωή χρησιμοποιώντας μια προβληματική πυξίδα από το να ρισκάρει να περάσει τη ζωή του αισθανόμενος απόλυτα χαμένος.

Οι ηθικοί κανόνες προσφέρουν επίσης την αίσθηση του να ανήκεις σε μια κοινότητα. Οι κοινές νόρμες και αξίες είναι εξίσου σημαντικές για μια κοινή ζωή όσο και η κοινή γλώσσα. Απορρίπτοντας την ηθική, ο ενεργητικός μηδενιστής  απορρίπτει έτσι την κοινότητα. Ο παθητικός μηδενιστής όμως είναι απρόθυμος να ρισκάρει να αισθάνεται εντελώς μόνος στο κόσμο. Έτσι, απορρίπτοντας την ηθική νομιμοποίηση, ο παθητικός μηδενιστής αποδέχεται την κοινότητα. Με το τρόπο αυτό, εκείνο που έχει σημασία για τον παθητικό μηδενιστή δεν είναι αν μια ηθική αξίωση είναι αληθινή, αλλά αντίθετα αν μια ηθική αξίωση είναι δημοφιλής.

Αυτό σημαίνει, για τον παθητικό μηδενιστή, η ηθική δεν έχει σημασία. Ο παθητικός μηδενιστής εκτιμά την ηθική ως μέσο για ένα σκοπό, όχι την ίδια ως σκοπό. Επειδή η επιθυμία να ανήκει και να καθοδηγείται υπερισχύει της επιθυμίας να έχει ηθική βεβαιότητα, ο παθητικός μηδενιστής νοιάζεται μόνο για την αίσθηση κατεύθυνσης και την αίσθηση κοινότητας που προέρχεται από την αποδοχή ενός ηθικού συστήματος. Ο παθητικός μηδενιστής είναι σαν ένας θεατής σε ένα αθλητικό γεγονός  που στηρίζει την εντός έδρας ομάδα απλά επειδή το κάνουν όλοι οι άλλοι. Ο παθητικός μηδενιστής στηρίζει τους ηθικούς κανόνες επειδή είναι δεκτά από την κοινότητα στην οποία θέλει να ανήκει ο παθητικός μηδενιστής.

Όπως ακριβώς ο επιστημολογικός μηδενισμός μπορεί να οδηγήσει στον ηθικό μηδενισμό, έτσι και ο ηθικός μηδενισμός μπορεί να οδηγήσει στον πολιτικό μηδενισμό. Ο πολιτικός μηδενισμός είναι συνήθως κατανοητός ως απόρριψη της εξουσίας. Αυτή ήταν η περίπτωση με τους προαναφερθέντες αυτοπροσδιοριζόμενους μηδενιστές της Ρωσίας του 19ου αιώνα, που τελικά κατάφεραν να δολοφονήσουν τον τσάρο. Ωστόσο, αυτή η επαναστατική μορφή του πολιτικού μηδενισμού, με την οποία μπορούμε να ταυτίσουμε τον ενεργητικό μηδενισμό, δεν περιλαμβάνει την παθητική μορφή του πολιτικού μηδενισμού.

Ο κίνδυνος του ενεργητικού μηδενισμού προέρχεται από την αναρχική του θέληση να καταστρέψει την κοινωνία για χάρη της ελευθερίας. Ο κίνδυνος του παθητικού μηδενισμού προέρχεται από την κομφορμιστική του προθυμία να καταστρέψει την ελευθερία για χάρη της κοινωνίας. Όπως έχουμε δει ήδη, ο παθητικός μηδενιστής εργαλειοποιεί τη γνώση και την ηθική αντιμετωπίζοντας και τις δυο ως σημαντικές μόνο στο βαθμό που εξυπηρετούν το σκοπό της άνεσης και της ασφάλειας. Η ανάγκη να αισθάνονται προστατευμένοι από την ενόχληση της αστάθειας είναι αυτό που οδηγεί τον παθητικό μηδενιστή να γίνει τελικά πιο καταστροφικός από τον ενεργητικό μηδενιστή.

Ο κίνδυνος εδώ είναι πως τα ηθικά και πολιτικά συστήματα που προωθούν την ελευθερία και την ανεξαρτησία θα αντιμετωπιστούν ως λιγότερο επιθυμητά από τον παθητικό μηδενιστή από τα ηθικά και πολιτικά συστήματα που προωθούν την δογματική αποδοχή της παράδοσης και την τυφλή υποταγή στην εξουσία. Αν και μπορέι να πούμε πως θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι, μια τέτοια απελευθέρωση μπορεί να φαίνεται σαν τρομερό βάρος. Αυτό εκφράζεται για παράδειγμα από τον Søren Kierkegaard στο βιβλίο του Η Έννοια της Αγωνίας (1844) όταν περιέγραψε την αγωνία ως την «ζάλη της ελευθερίας» που προκύπτει όταν κοιτάμε μέσα σε αυτό που μας μοιάζει σαν την «άβυσσο» των άπειρων πιθανοτήτων. Σκεφτείτε απλά πόσο συχνά μπροστά σε ένα μενού γεμάτο με επιλογές οι πελάτες ενός εστιατορίου καταλήγουν να ζητάνε από τον σερβιτόρο να τους προτείνει κάτι. Ή πως το Netflix πως πέρασε από την προώθηση της τεράστιας ταινιοθήκης του για να επιλέξεις στο να προωθεί τον αλγόριθμό του που θα σου επιτρέψει να «χαλαρώσεις» ενώ κάνει την επιλογή για σένα.

Ο Nietzsche ανησυχούσε για αυτό που έβλεπε ως την όλο και μεγαλύτερη αποδοχή του αλτρουισμού, της αυτοθυσίας και της αυταπάρνησης ως ηθικές αξίες. Έβλεπε την αποδοχή τέτοιων ιδανικών, που ακύρωναν τον εαυτό, ως απόδειξη πως ο παθητικός μηδενισμός εξαπλώνονταν σαν αρρώστια  στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Στον 20ο αιώνα, ο Erich Fromm στο βιβλίο του Ο Φόβος Μπροστά στην Ελευθθερία (1941) ανησυχούσε παρομοίως για αυτό που περιέγραφε ως «φόβο της ελευθερίας» που εξαπλώνονταν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ήταν αυτή η ανησυχία που ενέπνευσε το έργο τόσο των κριτικών θεωρητικών στη Γερμανία όσο και των υπαρξιστών στη Γαλλία.

Η Arendt προειδοποίησε πως θα έπρεπε να είμαστε προσεκτικοί στο να μην σκεφτούμε τον μηδενισμό απλά ως μια προσωπική κρίση αβεβαιότητας. Αντίθετα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως ο μηδενισμός είναι μια πολιτική κρίση. Ο μηδενισμός μπορεί να προωθηθεί από εκείνους που είναι στην εξουσία που κερδίζουν από μια τέτοια κρίση. Έτσι ακόμη και ο μεταφυσικός μηδενισμός μπορεί να έχει πολιτική βαρύτητα. Με την αποδοχή πως το σύμπαν δεν έχει σημασία μπορεί να οδηγήσει στην αντιμετώπιση και των ανησυχιών για την καταπίεση, για το πόλεμο, για το περιβάλλον ως ασήμαντα. Για το λόγο αυτό, δεν είναι μόνο οι πολιτικοί που μπορεί να κερδίσουν από τον μηδενισμό.

Σύμφωνα με την Simone de Beauvoir στο βιβλίο Για Μια Ηθική της Αμφισβήτησης (1948), μια από τις μορφές που μπορεί να πάρει ο μηδενισμός είναι η νοσταλγία – η επιθυμία για επιστροφή στο πόσο ελεύθεροι νιώθαμε σαν παιδιά πριν ανακαλύψουμε ως ενήλικες πως η ελευθερία εμπεριέχει την υπευθυνότητα. Οι πολυεθνικές επίσης μπορούν να κερδίσουν από την προώθηση του μηδενισμού με την μορφή του να μας πουλάνε νοσταλγία και άλλους τρόπους για να αποσπάμε τους εαυτούς μας από την πραγματικότητα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όχι μόνο πρέπει να αναγνωρίζουμε τον μηδενισμό στους εαυτούς μας, αλλά επίσης να αναγνωρίσουμε πως υπάρχει στο κόσμο γύρω μας, και να αναγνωρίσουμε τις πηγές αυτού του μηδενισμού. Αντί να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να αισθάνονται αβοήθητοι σε ένα κόσμο που μοιάζει να μην νοιάζεται πια, θα πρέπει να αναρωτηθούμε από που προέρχονται οι μηδενιστικές απόψεις για το κόσμο, και ποιος ωφελείται από το να βλέπουμε τον κόσμο με αυτό το τρόπο.

Πηγή: geniusloci

Τέλος της ανθρωπότητας για να τερματιστεί η κυριαρχία;

Τέλος της ανθρωπότητας για να τερματιστεί η κυριαρχία; – Σχετικά με το μισανθρωπικό ρεύμα σε αναρχικά περιβάλλοντα

“Οι άνθρωποι είναι αρρώστια. Είναι ο καρκίνος αυτού του πλανήτη. Είναι μια πανούκλα. Και εμείς είμαστε η μόνη θεραπεία.” (Πράκτορας Smith – The Matrix)

Μέχρι τώρα έχουμε ήδη σκιαγραφήσει μια κριτική (1) της οικο-εξτρεμιστικής τάσης και αρκετών από τα παράγωγά της, ιδιαίτερα εκείνα τα αυταρχικά χαρακτηριστικά της και την υπεράσπισή της για μια ιερή οιονεί θρησκευτική σκέψη που, σαν αντιεξουσιαστές, μάς προκαλεί τόσο μεγάλη αηδία.

Η ανάπτυξη εκείνου του άρθρου επεδίωκε να επικεντρωθεί κυρίως σε εκείνες τις πτυχές που μας φαινόταν κλειδί για να εμβαθύνουμε στην αποκάλυψη της αναπαραγωγής αυτού που περιφρονούμε βαθιά, αλλά χωρίς αμφιβολία δεν ήταν το μόνο πράγμα που έχει γραφτεί. Ταυτόχρονα, από διαφορετικά εδάφη, υπήρξαν συνεχείς σκέψεις και κριτικές κατά του οικο-εξτρεμισμού (2) στις διάφορες εκδοχές του. Γραπτά που, μακριά από την προσπάθειά τους να δείξουν έναν καλό, θετικό ή πολιτικό (ΣτΜ: εκ του πολίτη/citizenist) αναρχισμό, επιδιώκουν να οξύνουν την εξάσκηση της επιθετικής αναρχικής πράξης.

Σε αυτό το κείμενο θα εξετάσουμε σε βάθος μια άλλη πτυχή που μπορούμε να εντοπίσουμε στην ίδια αυτή τάση, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, την ξεπερνά και πολύ. Δεν θα επικεντρωθούμε σε καμιά συγκεκριμένη ομάδα, περιοδικό, ιστοσελίδα, έκδοση ή διαφημιστικό ακρωνύμιο, αλλά μάλλον σε έναν τρόπο κατανόησης και αναφοράς σε αυτόν τον κόσμο. Μιλάμε για τη μισανθρωπική τάση και τα παράγωγά της.

Δεν είναι ψέμα ότι όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα, μια αίσθηση παραλογισμού εισβάλει μέσα μας κατά την ίδια την διαδικασία της έκφρασης σε χαρτί και της συστηματοποίησης αυτής της σειράς ιδεών, οραμάτων ή συναισθημάτων που αντιτίθενται στην ανθρωπότητα και το ανθρώπινο ον (3). Εν πάση περιπτώσει, θα προσπαθήσουμε καθώς θεωρούμε το μισανθρωπικό περιθώριο σχετικό, λόγω των αμέτρητων εντάσεων που δημιουργούνται μέσα στους αναρχικούς χώρους και της εξάπλωσης αυτών των προσεγγίσεων ως δήθεν ριζοσπαστικών.

Είναι απαραίτητο να επαληθευτεί η ευρεία – αλλά όχι βαθιά – διάχυση αυτής της τάσης που εμφανίζεται, κυρίως, σε τετριμμένα συνθήματα όπως: Ανθρώπινη Πανούκλα, Ανθρώπινα Σκουπίδια ή Αντι-ανθρώπινο. Αυτές οι εκφράσεις είναι δυνατόν να παρατηρηθούν σε ομιλίες, κείμενα, μουσική, συνθήματα, γκράφιτι στο δρόμο, τοιχογραφίες, συμπεριφορές, σχόλια, μεταξύ πολλών άλλων. Εκτός από τη διάχυση της εν λόγω φρασεολογίας, είναι δυνατόν να παρατηρηθεί μια λογική περιφρόνησης για οποιοδήποτε υποκείμενο ξένο προς τους μισανθρώπους, καθώς και μια δυσαναλογία κατά την άσκηση βίας, παραθέτοντας απλώς και μόνο την «ανθρώπινη» φύση του αντιπάλου ως επιχείρημα για την αύξηση της κλίμακας της σύγκρουσης, εκφράσεις που μπορούν να παρατηρηθούν τόσο σε καθημερινές καταστάσεις όσο και σε αδιάκριτες επιθέσεις.

Η μισανθρωπία έχει βρει κάποια αποδοχή σε μερικούς από τους αντι-εξουσιαστικούς χώρους στη Χιλή, το Μεξικό, την Αργεντινή και την Ισπανία, για να αναφέρουμε λίγα μέρη. Από το χώρο αυτό επιδιώκουμε να συμβάλουμε στη συζήτηση και στην εμβάθυνση του θέματος για να ξεπεράσουμε εκείνες τις θέσεις και την αισθητική του υποτιθέμενου ριζοσπαστισμού που εξαπλώνονται εν μέσω της έλλειψης προβληματισμού και ελλείψει προβολής, βγάζοντας εύπεπτους λόγους σαν να πουλάνε τα πιο μοδάτα εμπορεύματα. Τα κίνητρά μας δεν είναι κρυφά: επιδιώκουμε να μετατρέψουμε αυτά τα λόγια σε μια συμβολή για την καταστροφή αυτού του κόσμου, την επίθεση στην εξουσία και την επικύρωση των αρνήσεών μας.

Μισανθρωπία: Τι; Πού; Πότε;

Για να αποφευχθεί η σύγχυση και επιδιώκοντας να αποσαφηνίσουμε το σημείο που μας ενδιαφέρει, αξίζει να σημειωθεί ότι σε καμία περίπτωση δεν αναφερόμαστε στην κριτική της τεχνολογίας, του πολιτισμού, την απόρριψης του σπισισμού ή του ανθρωποκεντρισμού. Όταν αναφερόμαστε σε μισανθρωπικές τάσεις, πρέπει να κάνουμε μια παύση για να εξηγήσουμε τον ορισμό τους από το απλό στο περίπλοκο.

Η μισανθρωπία μπορεί να οριστεί ετυμολογικά από τα ελληνικά «Μισώ» και «Άνθρωπος». Αυτή η εξήγηση, αν και μας δίνει μια σημαντική ένδειξη, πρέπει να εμβαθυνθεί, καθώς οι λέξεις και οι έννοιές τους έχουν μια τροχιά, χρήση, επανοικειοποίηση και ιδιοποίηση από εκείνους που τις χρησιμοποιούν. Οι μισανθρωπικές τάσεις δεν αναφέρονται στην απόρριψη συγκεκριμένων ατόμων, σε τομείς, θέσεις, συμπεριφορές, δυναμικές ατόμων ή φάσεων της ανθρωπότητας, αλλά στο ανθρώπινο ον εν γένει. Η ανθρωπότητα στο σύνολό της και με κάθε μία από τις εκφράσεις της, νοείται ως κάτι άθλιο που αξίζει πλήρη απόρριψη και άρνηση.

Μακριά από το να είναι ένα φτωχό σενάριο μιας ταινίας χαμηλού προϋπολογισμού με εξωγήινους, οι φαντασιώσεις στις οποίες εκφράζεται η μισανθρωπία σχετίζονται με την εξόντωση και την καταστροφή της ανθρωπότητας. Επί του παρόντος, μπορούμε να βρούμε αναφορές σε αυτές τις θέσεις μέσα σε αναρχικά περιβάλλοντα, όπου επιδιώκουν να δώσουν ψευδή «ώθηση»• χωρίς να θέτουν πλέον τον αγώνα κατά του Κράτους, των αρχών και της κυριαρχίας εν γένει, αλλά μάλλον κατά της ίδιας της ανθρωπότητας. Αυτός ο υποτιθέμενος ριζοσπαστισμός μαστίζεται από κοινοτοπίες που όχι μόνο δεν εμβαθύνουν ποτέ, αλλά οι ιδέες αυτές είναι κοινές και συμπίπτουν με την ανάλυση αντιδραστικών του παρελθόντος. Αυτές οι μισανθρωπικές εκφράσεις μπορεί να είναι εντελώς άσχετες, παρά την υποτιθέμενη ανάπτυξή ή/και την μηδαμινή εξέλιξή τους, αλλά ακόμη και έτσι δεν μπορούμε να αρνηθούμε τις συνεχείς αναφορές που γίνονται σε διάφορους κύκλους «συντρόφων» που, χωρίς μεγαλύτερη ανάλυση ή ακόμα και κατανόηση, απλώς επαναλαμβάνουν θέσεις και συνθήματα, τα οποία επιτρέπουν τη συνέχιση θέσεων που αναπαράγουν τις εξουσίες που πολεμάμε.

Ανακυκλώνοντας τις λογικές της κυριαρχίας και της εξουσίας

Οι μισανθρωπικές εκφράσεις έχουν καταλήξει να ανακυκλώνουν τις μεθόδους των πιο κλασικών εξουσιαστών. Για αιώνες, ο Thomas Hobbes έχει αποτελέσει έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους των συγγραφέων για τη νομιμοποίηση κάποιων μορφών εξουσίας όπως το Κράτος και η ίδια η Κοινωνία. Ο Χομπς επινόησε τo γνωστή συλλογιστική ότι “Ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος” [homo homini lupus], για να μιλήσει για μια υποτιθέμενη εγγενώς επιζήμια ανθρώπινη φύση που βρίσκεται σε σύγκρουση εναντίον όλων. Απέναντι σε αυτό το σενάριο, θα ήταν απαραίτητο να δημιουργηθεί ένας θεσμός που επιτρέπει τη διαιτησία των μόνιμων εχθροτήτων των ανθρώπινων όντων και των ατόμων. Έτσι είναι που αναδύεται το Κράτος ως μέρος του μεγάλου κοινωνικού συμβολαίου.

Οι πιο συντηρητικές και κλασικές κουβέντες επαναλαμβάνονται ρυθμικά από τους μισανθρώπους, η «ανθρώπινη φύση» είναι επιβλαβής και μάλιστα επιβλαβής αφ’ εαυτής. Ο ενστερνισμός της διάγνωσης οδηγεί πίσω στη λύση, δεν απαιτείται πια ένα Κράτος να διαμορφώσει την Κοινωνία, αλλά η μόνη πιθανή και επιθυμητή λύση είναι η καταστροφή της ανθρωπότητας για το τέλος «κάθε κακού».

Καθιστώντας ουσιώδεις και φυσικοποιώντας συμπεριφορές, επιδιώκουν την ομαδοποίηση μέσω ηθικών επινοήσεων και τη νομιμοποίηση κάθε στάσης. Αυτή η πλάνη έχει χρησιμοποιηθεί αδιάλειπτα για το χτίσιμο και την ανέγερση διάφορων «έργων» της Κοινωνίας ή, σε αυτή την περίπτωση, της εξόντωσης ειδών. Το ότι το ανθρώπινο ον είναι κακό ή καλό είναι απλά ένας φιλοσοφικός μύθος για την επιδίωξη της οικοδόμησης έργων, δομών και σχεδιασμών, καθώς γίνεται το εικονικό φάρμακο (placebo) ή δικαιολογεί οποιασδήποτε πράξη.

Οι συγκεντρωτικές εκφράσεις των μισανθρώπων για την ανθρωπότητα επαναλαμβάνονται από διαφορετικά επιχειρήματα που ταιριάζουν απόλυτα με όσα προτάθηκαν από τον Thomas Malthus. Η διάγνωση φαίνεται να είναι και πάλι κοινή με εκείνα τα είδωλα του αυταρχισμού. Η διαβόητη Μαλθουσιανή θεωρία βασίζεται σε μια εξίσωση που έχει διεισδύσει έντονα στη λεγόμενη «κοινή λογική», όπου θεωρείται ότι η αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού θα είχε ως αποτελεσμα μόνο τη φτωχοποίησή, οδηγώντας στον πρόωρο αφανισμό στην εξαθλίωση. Ο Μάλθους, σαν τον Νοστράδαμο, έφτασε μέχρι και την υπόδειξη της ημερομηνίας της εξαφάνισης της ανθρωπότητας το 1880 εξαιτίας της καταστροφής των πόρων.

Η λογική μπορεί να μας εκπλήξει λόγω του πόσο κοινή ακούγεται με τους μισανθρώπους και τις σχετικές εκφράσεις τους, αλλά, εκείνη την εποχή, ο Malthus πρότεινε την αποτροπή του τέλους της ανθρωπότητας καταπολεμώντας τον υπερπληθυσμό, προτρέποντας τα διάφορα Κράτη να αναλάβουν δράση για τον έλεγχο των γεννήσεων.

Ο έλεγχος των γεννήσεων από το Κράτος πήρε τις πιο βάναυσες εκφράσεις, όπως η αναγκαστική στείρωση των γυναικών σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές σε όλο τον πλανήτη, που η διασταύρωση πατριαρχίας, Μαλθουσιανισμού και κυριαρχίας φαίνεται τέλεια. Για να αναφέρουμε κάποιες περιόδους αυτής της βαναυσότητας, μπορούμε να δούμε την εκστρατεία που διεξήγαγε ο Alberto Fujimori στο Περού, όπου χιλιάδες ιθαγενείς γυναίκες στειρώθηκαν με τη βία στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ή σε διάφορες περιοχές της Αφρικής, όπου έχει υπάρξει ένα επαναλαμβανόμενο μέτρο που επιβάλεται στις γυναίκες με τεράστιες καμπάνιες των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των κυβερνήσεων. Η λογική είναι η ίδια: στείρωση των φτωχών για την καταπολέμηση της φτώχειας της ανθρωπότητας. Οι αντι-άνθρωποι θα πανηγυρίσουν: λιγότεροι άνθρωποι γεννιούνται, λιγότεροι άνθρωποι θα κατοικούν στη γη. Αλλά οι μαλθουσιανές υποθέσεις αποκρύπτουν και εμποδίζουν την κατανόηση ένος σχετικού και προφανούς γεγονότος, ή μάλλον, το διαχωρίζουν από τη λογική: η δηλητηρίαση του περιβάλλοντος, η εξαθλίωση, η λεηλασία και η αρπαγή των «πόρων» δεν οφείλονται ούτε σχετίζονται αποκλειστικά με την αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού (συνέπεια της προέλασης του πολιτισμού), αλλά και, κυρίως, με τη διανομή τους (4). Μόνο αυτό μπορεί να εξηγήσει την ποσότητα των αγαθών και προμηθειών τροφίμων που καταστρέφονται κάθε μέρα, που συσσωρεύονται και πετιούνται για να διατηρήθει μια αυξανόμενη ζήτηση με χαμηλή προσφορά, ένας βασικός παράγοντας της αγοράς.

Η ομοιότητα της επιχειρηματολογικής λογικής ανάμεσα στις μισανθρωπικές θέσεις και εκείνες του Malthus μας φαίνεται ξεκάθαρη, ακόμα και όταν παράγουν διαφορετικά συμπεράσματα. Για να διατηρηθεί η ανθρωπότητα και οι πόροι της είναι απαραίτητο να μειωθεί και να ελεγχθεί ο φτωχότερος πληθυσμός. Δηλαδή για την ευημερία της Γης είναι απαραίτητη η καταστροφή της ανθρωπότητας, εφόσον – κατ’ ουσίαν – την καταστρέφει.

Φαίνεται ότι οι μισανθρωπικές πρακτικές κάνουν ζημιά με αυτόν τον τρόπο κατανόησης του κόσμου: το πρόβλημα υποβαθμίζεται στον αριθμό των ανθρώπων. Ο έλεγχος των γεννήσεων δεν είναι ο μόνος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμός κυριαρχίας για τη διαχείριση του ανθρώπινου πληθυσμού, αλλά και οι μεγάλοι πόλεμοι [Α’ και Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος], πέρα ​​από τις συγκρούσεις συμφερόντων, εδάφων ή κυριαρχίας από τα Κράτη, έχουν μελετηθεί και θεωρηθεί επίσης – σε ένα δεύτερο επίπεδο – ως ένας τρόπος για να διατηρηθεί ο έλεγχος του πληθυσμού που, σαν άλλο ένα εμπορεύσιμο είδος στην αγορά, μπορεί να καταστραφεί στους πολέμους, οδηγώντας στη συσσώρευση επανενεργοποιώντας την οικονομία και τις παραγωγικές διαδικασίες.

Οι ίδιες εκφράσεις, λειτουργίες και λογικές μπορούν να βρεθούν στον Κοινωνικό Δαρβινισμό ή στην Ευγονική. Το ανθρώπινο είδος γίνεται αντιληπτό από μια προοπτική ολότητας η οποία πρέπει να διαχειρίζεται, να μορφοποιείται, να καταστρέφεται ή να προβάλλεται από εκείνους που βρίσκονται έξω από αυτό, πάνω από αυτό• αυτοί πρέπει να ορίζουν ποιο είναι το καλό, όχι μόνο για τα άτομα, το περιβάλλον τους, ή της «κοινωνίας», αλλά ολόκληρου του είδους ή του πλανήτη.

Μέχρι εδώ μπορέσαμε να δούμε πώς οι μισανθρωπικές θέσεις έχουν καλλιεργηθεί σύμφωνα με δύο είδη ιδεών. Αφενός, καταλογίζουν στο ανθρώπινο γένος και τη «φύση» του όλα τα πιθανά κακά και, αφετέρου, την εγγενή ζημιά που προκαλεί ως είδος με την ενιαία ύπαρξή του στο περιβάλλον. Από εκεί είναι που γεννιέται η απόρριψη της έννοιας της ανθρωπότητας, μια απόρριψη που γενικά είναι πιο πολύ ρητορική παρά πραγματική, αλλά που μερικές φορές έχει τις επιπτώσεις της στις πραγματικές πρακτικές που κυμαίνονται από την αδιάκριτη επίθεση ή την απόλυτη περιφρόνηση για οποιοδήποτε υποκείμενο ή έκφραση εκτός του κύκλου.

Ιχνηλατώντας τις διαδρομές αυτών των υποτιθέμενων νέων και ακραίων μισανθρωπικών θέσεων, καταφέραμε να βρούμε περίεργες ομάδες που εδώ και χρόνια έχουν διακηρύξει στο παραλήρημά τους τις ίδιες κοινοτοπίες. Έτσι, η «Εκκλησία της Ευθανασίας» ή το «MEHV» (5) έχουν αναπτύξει αμέτρητες εκστρατείες και «ακτιβισμούς» που μοιράζονται πολλές προσεγγίσεις με τις τρέχουσες μισανθρωπικές τάσεις. Όχι πολύ διαφορετικές από το σύνολο των θρησκευτικών αιρέσεων που, διαποτισμένες με μεσσιανικά παραληρήματα, αυτοπλασάρονται ως σωτήρες της Γης εξαπολύοντας μαζικές αυτοκτονίες ή αδιάκριτες επιθέσεις σε «ανθρώπους». Αυτές οι σκέψεις θα ήταν μόνο ένα ανέκδοτο, αν δεν είχαν άμεση επίπτωση στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε σήμερα τον αγώνα, τη μάχη, τη σύγκρουση και, πάνω απ’ όλα, το πού στοχεύουμε με τις επιθέσεις μας. Οι αντι-ανθρώπινοι μισάνθρωποι δίνουν κάθε σημάδι για το πού στοχεύουν, όπως με τους πανηγυρισμούς για τυφώνες, καταιγίδες, τσουνάμι, λοιμούς ή σχολικούς πυροβολισμούς. Δεν θα μας εξέπληττε η εκθείαση του διαβόητου Carl Panzram, δολοφόνου, βιαστή και κατά συρροή βασανιστή της δεκαετίας του ’20 στις ΗΠΑ, ο οποίος παραδέχθηκε ότι τα δεκάδες θύματά του επιλέχθηκαν στο άκυρο και κατά τύχη: “σημασία είχε μόνο το γεγονός ότι ήταν ανθρώπινα όντα (…) μισώ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Γουστάρω να σκοτώνω και να βιάζω ανθρώπους”, θα έλεγε στην αυτοβιογραφία του. Χωρίς αμφιβολία, δεν υπάρχει τίποτα το επαναστατικό, ή κάτι που να αφορά την καταστροφή της εξουσίας ή την απελευθέρωση σε αυτές τις εκφράσεις, αλλά αρκετή μισανθρωπία και απόρριψη των ανθρώπινων όντων.

Για τη διαρκή ανάγκη να οξύνουμε τις αρνήσεις μας

Το να πιστεύεις σε πάγια, σταθερά, αιώνια δόγματα για την καταστροφή της κυριαρχίας σημαίνει, για να το πούμε απλά, να χτίζεις νέα τείχη και δομημένα σχήματα τα οποία, σαν ζουρλομανδύας, αρχίζουν να σφίγγουν μόνο όταν κινούμαστε.

Με δεδομένη αυτή την προϋπόθεση, αντικρίζουμε την επιτακτική πραγματικότητα να κάνουμε την κριτική μας διαρκή, χωρίς να επαναπαυόμαστε με τα παλιά συνθήματα και μοντέλα αγώνα, αλλά και να διασώσουμε την εμπειρία μας. Δεν μας ενδιαφέρει να κατηγοριοποιηθούμε στην «κατανάλωση» οποιασδήποτε ιδέας κάποιας ριζοσπαστικής αισθητικής. Το να πιστεύεις ότι οι μισανθρωπικές θέσεις είναι ριζοσπαστικές για τις βλέψεις τους σημαίνει απλώς να αγνοείς το νόημα του ριζοσπαστισμού, που σημαίνει να στοχεύεις στη ρίζα του προβλήματος. Τότε, αυτό το μοναδικό ζήτημα αρχίζει να γίνεται γελοίο. Είναι η ανθρώπινη «Φύση» η ρίζα της κυριαρχίας; Για να απελευθερωθούμε από την εξουσία και τις σχέσεις εξουσίας, είναι η εξαφάνιση του ανθρώπινου γένους επιθυμητή; Απορρίπτουμε τις μισανθρωπικές εκτιμήσεις για διάφορους λόγους, εκτός από την έντονη γεύση αυταρχικής συμπεριφοράς που έχει από διαφορετικές ιστορικές περιόδους, πιστεύουμε ότι η τοποθέτηση μιας συγκρουσιακής στάσης βασισμένης σε μια βιολογική συνιστώσα εμπίπτει σε έναν αφύσικο ντετερμινισμό, πολύ ανώτερο από εκείνους που είχαμε ήδη απορρίψει. Για να εμβαθύνουμε πιο συγκεκριμένα: ο εργάτης δεν είναι επαναστάτης καθαυτός• ούτε οι γυναίκες, ούτε οι μετανάστες, ούτε οι μαύροι – έτσι ούτε ο άνθρωπος είναι ο στόχος ή ο καταπιεστής εγγενώς και αφ’ εαυτού, αλλά μάλλον οι κοινωνικές συνθήκες στις οποίες έχουν αναπτυχθεί και η απόφαση κάθε ατόμου, κλάδου ή ομάδων που τους αποτελούν, που καταλαμβάνουν μια θέση στην κοινωνία και στο δίκτυο της εξουσίας: είτε το συντηρούν είτε το αρνούνται. Ο βιολογικός ντετερμινισμός μπορεί μόνο να προκαλέσει τη μέγιστη απόρριψή μας, επειδή η ανάλυση περιορίζει τη βούληση του ατόμου σε έναν στοιχειώδη, κακοφτιαγμένο και απλοϊκό μηχανισμό, ο οποίος εμποδίζει την κατανόηση της πολύπλοκης λειτουργίας του αυταρχισμού και ταυτόχρονα περιορίζει κάθε πιθανότητα να αγωνιστούμε, να συγκρουστούμε και να επιτεθούμε στον κόσμο των ισχυρών.

Η τοποθέτηση μιας κριτικής του ανθρώπινου όντος σαν ένα είδος σημαίνει την φυσικοποίηση ορισμένων χαρακτηριστικών, αθροίζοντας όλα τα άτομα και εξαλείφοντας εντελώς τη βούλησή τους, την απόφασή τους, την ατομική τους πρωτοβουλία και τη πιθανότητα ρήξης που μπορεί να έχουν. Αλλά έχουμε και ένα θεμελιώδες παράδοξο, το οποίο θέλουμε να αντιμετωπίσουμε σοβαρά προκειμένου να ξεπεραστεί η κλασική αντίδραση που ακούστηκε πολλές φορές: “Να αυτοκτονήσουν αν είναι τόσο αντι-ανθρώπινοι”.

Το εν λόγω παράδοξο αφορά την απάντηση στην ακόλουθη ερώτηση: Από πού αναπτύσσονται οι μισανθρωπικές θέσεις; Ποιος τις προτείνει; Δεν αναφερόμαστε σε υποτιθέμενες θεωρίες συνωμοσίας που βλέπουν παντού τα πλοκάμια της αστυνομίας, αλλά, θεωρητικά, αυτές οι θέσεις απόρριψης του ανθρώπινου όντος που είναι τόσο αποξενωμένες από την ανθρώπινη φύση τους, τοποθετούν τους εαυτούς τους ως δικαστές ή διαιτητές στη σύγκρουση. Είναι εμφανές σε γελοίο βαθμό το γεγονός ότι εκείνοι που ανέπτυξαν αυτές τις μισανθρωπικές θέσεις είναι ανθρώπινα όντα. Λοιπόν τότε, πώς μπορεί να εξηγηθεί ένα τέτοιο παράδοξο; Πώς είναι δυνατόν να αναπτυχθεί; Πιστεύουμε ότι η αντίληψη του ότι υπάρχουν ανθρώπινα και μη ανθρώπινα ζώα μας επιτρέπει να τοποθετούμε τους εαυτούς μας με διαφορετικό τρόπο στο περιβάλλον και άλλα έμβια όντα, όπου όλοι είμαστε ζώα, αλλά οι μισανθρωπικές θέσεις δεν αναφέρονται σε αυτές τις αντιλήψεις, αλλά υποστηρίζουν ότι το ανθρώπινο ζώο πρέπει να εξαφανιστεί. Tο μόνο θεωρητικό/φιλοσοφικό ζογκλερικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί τότε είναι το επιχείρημα της εξουσίας, όπου, για να επεξηγηθούν αυτές οι θέσεις, είναι απαραίτητη η αποξένωση κάποιου από το εγγενές κακό που βλέπουν στον άνθρωπο, για να αισθάνεται έξω και ξένος σε αυτήν την πραγματικότητα. Αυτή η αποξένωση από μια βιολογική κατάσταση είναι, επομένως, ένας οιονεί θρησκευτικός τρόπος ανάληψης της εξουσίας ενάντια στην ανάπτυξη κριτικής. Μερικά ρεύματα μέσα στις μισανθρωπικές θέσεις αποφασίζουν να προσθέσουν τον προσδιορισμό «πολιτισμένος άνθρωπος» προσπαθώντας δήθεν να εντοπίσουν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που απορρίπτονται, αλλά επαναλαμβάνουν πάραυτα τα σύνολα τους ενάντια στους «ανθρώπους» και απλά επαναλαμβάνουν τις ίδιες λογικές που αμφισβητήσαμε προηγουμένως.

Σε αυτές τις στιγμές, είναι επιτακτικό η κριτική μας να είναι διαρκής, επιδιώκοντας πάντα να οξύνει την άρνησή μας για το υπάρχον, ξεπερνώντας τον φαινομενικό ριζοσπαστισμό, τις καινοτομίες που επιδιώκουν να προσφερθούν στο νέο σούπερ μάρκετ με τις τρέντυ μόδες, προκειμένου να κατανοήσουμε και να εμβαθύνουμε γνώση της κυριαρχίας και των τρόπων να της επιτεθούμε.

Για μια καταστροφική πράξη

Οι συνεχείς αναφορές στην άγρια ​​φύση, στα ζώα, δεν μας είναι ξένες, τις έχουμε χρησιμοποιήσει και συνεχίζουμε να τις χρησιμοποιούμε περισσότερες από μία φορές σε λογοτεχνικές ή άλλες αναφορές, αλλά είναι πολύ διαφορετικό να διακρίνουμε ένα διώνυμο «ανθρώπινο = κακό» / «ζωικό = καλό» και από εκεί να τοποθετείται μια πολιτική πρακτική του αγώνα.

Για μας, η αναζήτηση της αυτοματοποίησης των σχέσεων, των εμπειριών, η κανονικοποίηση και η σχηματοποίηση αυτών, η εξάντληση και η υποβάθμιση της ζωής σε απλή επανάληψη, δεν δημιουργεί καμιά ουσία του ανθρώπινου όντος, όπως μας έχει δείξει η πρακτική όταν έχουμε παρατηρήσει διαφορετικούς αυτόχθονες λαούς, όταν παρατηρούμε τις διάφορες δυνατότητες που έχουν προκύψει σε όλη την ιστορία με τους τρόπους συσχέτισης, τη δημιουργία αβέβαιων νέων κόσμων, την εμπειρία και τη συγγένεια που αναπτύσσεται στην ίδια την εξέγερση και τη σύγκρουση, σε διαφορετικούς χρόνους, τόπους και ανθρώπους, που μας θυμίζει και μας δείχνει ότι η δημιουργική ικανότητα παραμένει στα χέρια μας και όχι σε μια επαναλαμβανόμενη δήθεν «φυσική» κατάσταση.

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν επεσήμανε πριν από αρκετά χρόνια ότι “Το Κράτος είναι η άρνηση της ανθρωπότητας” (6), εκείνη η δομή και ο θεσμός όπου η εξουσία αποκρυσταλλώνεται με πολιτικό έλεγχο στις ζωές των ατόμων, είναι αυτό που επιδιώκει να επιτεθεί και να προκαλέσει ασφυξία σε κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό ή έκφραση. Για εμάς, και με την αντίστοιχη επέκταση της κυριαρχίας, το Κράτος μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως μία έκφραση της κυριαρχίας και όχι ως η μοναδική μορφή της.

Μπορούμε να δούμε διαφορετικές αιχμές που συμπίπτουν στη συν-δημιουργία σχέσεων εξουσίας, αρκετοί σύντροφοι έβαλαν τον πολιτισμό ως άλλη μια κεντρική αιχμή για την κατανόηση της άρθρωσης της κυριαρχίας. Από τη δεκαετία του ’70, ο Τεντ Καζίνσκι ήδη στόχευσε στην τεχνο-βιομηχανική κοινωνία ως το οικοδόμημα της δυστυχίας για την ανθρωπότητα και όχι την ίδια την ανθρωπότητα ως τον εχθρό προς επίθεση. “Η Βιομηχανική Επανάσταση και οι συνέπειές της ήταν καταστροφή για το ανθρώπινο γένος. Το προσδόκιμο ζωής για εκείνους από εμάς που ζουν σε «αναπτυγμένες» χώρες έχει αυξηθεί σημαντικά, αλλά έχει αποσταθεροποιήσει την κοινωνία, κατέστησε αδύνατη τη ζωή, έχει υποβάλει τα ανθρώπινα όντα σε ταπεινώσεις, έχει οδηγήσει στην εξάπλωση του ψυχολογικού πόνου (και σωματικού πόνου στον τρίτο κόσμο) και έχει προκαλέσει σοβαρές ζημιές στον φυσικό κόσμο” (7).

Είναι ο υπερπληθυσμός της ανθρωπότητας και η επακόλουθη περιβαλλοντική καταστροφή που είναι εγγενές πρόβλημα στο ανθρώπινο είδος; Είναι σαφές ότι ο σχηματισμός μεγάλων πόλεων, η ανάπτυξη της τεχνολογίας, της επιστήμης, η λογική της προόδου αποτελούν συστατικά στοιχεία του πολιτισμού και ένας τρόπος ζωής που κατασπαράζει τα πάντα, επιτρέποντας και ενθαρρύνοντας την περιβαλλοντική καταστροφή, θεωρώντας τη γη και τον πλανήτη ως πόρους για συσσώρευση και αποταμίευση. Οι πόλεις, ως κατασκευές, ως γεωπολιτικές τοποθεσίες, γεννιούνται, αναπτύσσονται και ενισχύονται προκειμένου να καταστήσουν την κυριαρχία πιο αποτελεσματική και να επιτύχουν μεγαλύτερα κέρδη στη διοίκησή της, επομένως η κριτική μας για τον αστικό σχεδιασμό πρέπει να είναι καταστροφική στο σύνολό της. Είναι όμως απαραίτητο να τονίσουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι ο υπερπληθυσμός, αλλά ότι αποτελεί μόνο συνέπεια ενός συστήματος ζωής που τον παράγει και τον αναπαράγει. Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση των αντι-ναταλιστών συντρόφων και ο έγκυρος έλεγχός τους επί των σωμάτων τους είναι πάντοτε βάσιμες ως θεμελιώδεις πτυχές για την ανάκτηση του ελέγχου της ζωής μας, θέσεις εκ διαμέτρου διαφορετικές από την επιβεβλημένη στείρωση και τον έλεγχο των γεννήσεων από το Κράτος. Εδώ δεν είναι λατρεία της ζωής ούτε Aναγεννησιακός ανθρωπισμός, αλλά η όξυνση της κριτικής μας για να αναγνωρίσουμε όχι μόνο αυτό που μας καταπιέζει και τη λογική του, αλλά και την ικανότητά μας να το καταπολεμήσουμε και να μην το αναπαράγουμε.

Με την ίδια αυτή έννοια είναι συναφές να αναφέρουμε και ίσως κάπως ανόητο, ότι δεν πρόκειται για τοποθέτηση κάποιου στην «οικουμενική αδελφότητα», ούτε για αδελφοσύνη με κάθε υποκείμενο, αλλά για την επανεξέταση των αποφάσεων και των θέσεων του ατόμου και όχι κάποια βιολογική και ηθική αξιολόγηση της υποτιθέμενης «φύσης».

Μόνο τότε μπορούμε να κατανοήσουμε τους «πολίτες» και τη σκέψη τους ως υποκείμενα με συγκεκριμένη και χειροπιαστή θέση στην υπεράσπιση αυτού του κόσμου. Απορρίπτουμε τη λογική τους ακριβώς λόγω των θέσεών τους, όχι λόγω του «είδους» τους, το οποίο θα ισοδυναμούσε με το να βάζουμε τους εαυτούς μας σε μια πολύ διαφορετική θέση.

Είναι τότε που βλέπουμε ότι τα φράγματα, οι ηλεκτρικές γραμμές, οι τοξικές μητροπόλεις που καταπατούν κάθε γωνιά της γης, οι ορίζοντες γεμάτοι κτίρια, οι δρόμοι που μπουκάρουν σε κάθε απομακρυσμένο μέρος, τα ψυχιατρικά κελιά, οι φυλακές και οι ζωολογικοί κήποι, η τρέλα και η αλλοτρίωση των ζωών μας, τα βασανιστήρια των ζώων στα εργαστήρια, η καταστροφή της γης, η κανονικότητα των νεκροταφείων, η ασφυκτική πραγματικότητα στα σκατά, η λογική της προόδου και της επιστήμης που μας τοποθετεί ως το κεντρικό είδος, δεν είναι ούτε εγγενή ούτε «φυσικά» στην ανθρωπότητα, αλλά ότι είναι σαφείς και συγκεκριμένες εκφράσεις κυριαρχίας, αυθεντίας και άσκησης εξουσίας. Η επίθεση, λοιπόν, γίνεται όχι μόνο απαραίτητη αλλά και επείγουσα για να κατεδαφιστεί αυτός ο κόσμος.

Μιλάμε για υποσχέσεις και για οικοδόμηση ενός μέλλοντος; Γιατί από τον μηδενισμό υπάρχει μια σημαντική συνεισφορά με αυτή την έννοια, όπου δεν πρόκειται πλέον περί παρουσίασης σχεδίων για μελλοντικούς κόσμους, ελπίδες και/ή εναλλακτικές λύσεις να προσφέρει. Η αναρχική σύγκρουση γεννιέται από την άρνηση και την αντιπαράθεση με αυτόν τον κόσμο, από την εναντίωση, την πλήρη και απόλυτη απόρριψή του, χωρίς απαραίτητα να προσφέρει μια πατενταρισμένη εναλλακτική πρόταση, αλλά επιβεβαιώνει επίσης ένα αναμφισβήτητο γεγονός: ότι αυτό για το οποίο είμαστε σίγουροι είναι ότι στα χέρια μας υπάρχει πάντα η δημιουργική/καταστροφική ικανότητα να σφυρηλατήσουμε νέες σχέσεις και πιθανούς κόσμους• από τα υπόλοιπα, μόνο το άγνωστο μας περιμένει και αυτό που θα έρθει!

Kalinov Most #3

  1. Μισανθρωπικές άγριες τάσεις: άλλες εκφράσεις αυταρχισμού και ιερής σκέψης. Kalinov Most # 1, Οκτώβριος 2017.
  2. Ενάντια στον οικο-εξτρεμισμό: Καθρέφτισμα του Πολιτισμού και της Θρησκείας. [Μπροσούρα στα Αγγλικά]
  3. Οι αναφορές που κάνουμε σχετικά με την «ανθρωπότητα» για εμάς σχετίζονται με το σύνολο των ανθρώπων και όχι με κάποια αφαίρεση της έννοιας που τη θέτει ως αθροιστική και ομογενοποιητική οντότητα έναντι των ατόμων και των ιδιαιτεροτήτων τους. Δεν θέλουμε να καλλιεργήσουμε μια ψευδαίσθηση πάνω από μια άλλη.
  4. Είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί η πραγματική και προφανής αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού πάνω στη γη, αλλά η καταστροφή του περιβάλλοντος και η λεηλασία θα σχετίζονταν περισσότερο με το σύστημα της «ζωής» και της κοινωνικής τάξης που επεκτείνει τεχνητά τη γήρανση, τους φόβους, τις ασθένειες και τους θανάτους, παρά απλώς τον αριθμό των κατοίκων του πλανήτη. Το να πιστεύεις σε μια άμεση σχέση μεταξύ των ατόμων και την κατανάλωση πόρων σημαίνει να ξεκινάς από τη βάση ότι το σύστημα ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων των υποκειμένων που ζούνε στη γη παραβλέποντας τη συγκέντρωση και τη συσσώρευση, θεμελιώδη στοιχεία της πραγματικότητάς μας. Από την άλλη πλευρά, είναι απαραίτητο να επικεντρωθούμε στην εκβιομηχάνιση, στην αχαλίνωτη και απεριόριστη κατανάλωσή της, η οποία θεωρεί αναγκαία την καταστροφή της γης προκειμένου να διατηρηθεί ο ξέφρενος και παράλογος ρυθμός της παρούσας «ζωής».
  5. Κίνημα για τον Εθελοντικό Ανθρώπινο Αφανισμό.
  6. Bakunin Mikhail,  Ο Θεός και το Κράτος.
  7. Kaczynski Theodore, Η Βιομηχανική Κοινωνία και το Μέλλον της, Θέση #1.

Μετάφραση στα Ελληνικά: Ντίνος Γιαγτζόγλου

Μετάφραση στα Αγγλικά: 325

Μια πηγή για το πρωτότυπο κείμενο στα Ισπανικά

Walter Benjamin: “Αυτοκρατορικό Πανόραμα”

Αυτοκρατορικό Πανόραμα: Μια περιήγηση στον γερμανικό πληθωρισμό

1.Στα αποθέματα φρασεολογίας που απογυμνώνουν το αμάλγαμα της ηλιθιότητας και της δειλίας που συναπαρτίζουν τον τρόπο ζωής του γερμανού αστού, είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτη η φράση που αναφέρεται στην επερχόμενη καταστροφή — ότι “τα πράματα δεν πάνε άλλο”. Η ανήμπορη εμμονή σε ιδέες ασφάλειας και ιδιοκτησίας που αντλείται από περασμένες δεκαετίες αποτρέπει τον μέσο πολίτη απ’ το να αντιληφθεί τις μάλλον εντυπωσιακές σταθερές νέας κοπής που αποτελούν και το υπόστρωμα της σημερινής κατάστασης. Επειδή η σχετική σταθεροποίηση των προπολεμικών ετών τον εξυπηρέτησε, νιώθει την ανάγκη να βλέπει κάθε κατάσταση που απειλεί το βιός του ως ασταθή. Αλλά οι σταθερές συνθήκες δεν είναι με κανένα τρόπο αναγκασμένες να είναι ευχάριστες συνθήκες, και ακόμα και πριν απ’ τον πόλεμο υπήρχαν στρώματα για τα οποία οι σταθερές συνθήκες σήμαιναν σταθερή εξαθλίωση. Η παρακμή δεν είναι λιγότερο σταθερή, ούτε περισσότερο αναπάντεχη από την άνοδο.

Μόνο μια οπτική που παραδέχεται την πτώση ως μοναδική αιτία της τωρινής κατάστασης μπορεί να προχωρήσει πέρα από την εκνευριστική έκπληξη με αυτό που καθημερινά επαναλαμβάνεται και να αντιληφθεί τα φαινόμενα της παρακμής ως σταθερά, βλέποντας μόνο την σωτηρία ως εξαιρετική, ως κάτι που αγγίζει το θαυματουργό και το ακατανόητο. Οι άνθρωποι στις εθνικές κοινότητες της Κεντρικής Ευρώπης ζουν όπως οι κάτοικοι μιας περικυκλωμένης πόλης της οποίας οι προμήθειες και το μπαρούτι εξαντλούνται, και για τις οποίες η σωτηρία είναι, με βάση την ανθρώπινη λογική, μάλλον απίθανη — περίπτωση στην οποία η παράδοση, ίσως άνευ όρων, θα έπρεπε να τύχει της πιο σοβαρής εξέτασης ως λύση.

Αλλά η σιωπηρή, αόρατη δύναμη που η Κεντρική Ευρώπη νιώθει ότι έχει απέναντί της δεν διαπραγματεύεται. Τίποτε, συνεπώς, δεν απομένει παρά να κινήσουμε το βλέμμα, εν τη διαρκή αναμονή του τελικού ολέθρου, στην κατεύθυνση τίνος άλλου πράγματος, παρά του εκπληκτικού συμβάντος από το οποίο και μόνο εξαρτάται η σωτηρία πλέον. Αλλά αυτή η απαραίτητη κατάσταση εντατικής και αδιαμαρτύρητης προσοχής θα μπορούσε, επειδή βρισκόμαστε σε μυστηριώδη επαφή με τις δυνάμεις που μας πολιορκούν, να αποφέρει όντως ένα θαύμα. Αντιστρόφως, η υπόθεση ότι “τα πράματα δεν πάνε άλλο” θα βρει μια μέρα τον εαυτό της να αντιλαμβάνεται το γεγονός πως σε ό,τι αφορά την οδύνη των ατόμων και των κοινοτήτων υπάρχει μόνο ένα όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν να πάνε τα πράματα: η εξάλειψη.

2.Ένα παράξενο παράδοξο: οι άνθρωποι έχουν κατά νου μόνον το στενότερο προσωπικό τους συμφέρον όταν δρουν, κι όμως την ίδια στιγμή καθορίζονται περισσότερο από ποτέ σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά τους από τα ένστικτα της μάζας. Και τα μαζικά ένστικτα έχουν πέσει σε σύγχυση και έχουν αποξενωθεί από τη ζωή περισσότερο από ποτέ. Ενώ το θολό ένστικτο του ζώου (όπως μας αφηγούνται ατέλειωτες ιστορίες) εντοπίζει, καθώς το πλησιάζει ο κίνδυνος, έναν τρόπο διαφυγής που παραμένει ακόμα αόρατος, η κοινωνία τούτη, της οποίας τα μέλη νοιάζονται μόνο για την δική τους ατομική μίζερη καλοπέραση, πέφτει θύμα –με ζωώδη αναισθησία αλλά χωρίς την διαίσθηση του ζώου– ως τυφλή μάζα ακόμα και του προφανέστερου των κινδύνων. Και η ετερογένεια των ατομικών στόχων είναι ασήμαντη μπροστά στην ταυτότητα των καθοριστικών δυνάμεων.

Ξανά και ξανά αναδεικνύεται το γεγονός πως η προσκόλληση της κοινωνίας στην ζωή που της είναι οικεία αλλά την οποία έχει εδώ και καιρό απεμπολήσει ως δικαίωμα είναι τόσο άκαμπτη ώστε να εκμηδενίζει την αυθεντικά ανθρώπινη εφαρμογή του νου, της προνοητικότητας, ακόμα και όταν ο κίνδυνος είναι τεράστιος. Κι έτσι, στην κοινωνία αυτή, η εικόνα της ηλιθιότητας έχει φτάσει την τελειότητα: αβεβαιότητα, και ακόμα και διαστροφή των ζωτικών ενστίκτων· και ανημπόρια, και ακόμα και αποσύνθεση, του νου. Αυτή είναι η κατάσταση ολάκερης της γερμανικής αστικής τάξης.

3.Όλες οι στενές σχέσεις φωτίζονται από μια σχεδόν αβάσταχτη, διατρητική καθαρότητα απ’ την οποία μόλις και μετά βίας μπορούν να επιβιώσουν. Γιατί απ’ τη μία, το χρήμα στέκεται καταστροφικά στο κέντρο κάθε ζωτικού συμφέροντος, αλλά απ’ την άλλη, αυτό το ίδιο είναι το εμπόδιο πάνω στο οποίο συντρίβονται όλες σχεδόν οι σχέσεις. Έτσι, όλο και περισσότερο, στην φυσική αλλά και στην ηθική σφαίρα, η αστόχαστη εμπιστοσύνη, η ηρεμία και η υγεία εξαφανίζονται.

4.Δεν είναι χωρίς λόγο που συνηθίζεται να μιλάμε για “γυμνή” εξαθλίωση. Αυτό που είναι καταστροφικότερο στην επίδειξή της, μια πρακτική που ξεκινά κάτω από τις επιταγές τής αναγκαιότητας και που καθιστά ορατό μόνο το ένα χιλιοστό της στενοχώριας που κρύβει, δεν είναι η λύπηση του θεατή ούτε η εξίσου τρομερή του συναίσθηση για την δική του ατιμωρησία, αλλά η ντροπή του. Είναι αδύνατο να μείνεις σε μια μεγάλη γερμανική πόλη, όπου η πείνα αναγκάζει τους πιο εξαθλιωμένους να ζουν με τα χαρτονίσματα με τα οποία οι περαστικοί προσπαθούν να κρύψουν μια γύμνια που τους πληγώνει.

5.”Η φτώχεια δεν ατιμάζει κανένα”. Πολύ καλά. Όμως αυτοί που το λένε ατιμάζουν τους φτωχούς. Το κάνουν, και μετά τους παρηγορούν με το μικρό αυτό τσιτάτο. Είναι από τις φράσεις εκείνες που κάποτε μπορεί να ήταν αλήθεια, έχει όμως προ πολλού εκφυλιστεί. Δεν ισχύει κάτι διαφορετικό με την κτηνώδη φράση “αν δε δουλεύει ο άνθρωπος, δεν πρέπει και να τρώει.” Όταν υπήρχε δουλειά για να ταϊζει τον άνθρωπο, υπήρχε επίσης φτώχεια που δεν τον ατίμαζε, εφόσον ήταν το αποτέλεσμα δυσμορφίας ή κάποιας άλλης κακοτυχίας στη ζωή. Αλλά αυτή η στέρηση, μες στην οποία γεννιούνται εκατομμύρια και μέσα στην οποία σέρνονται από την φτωχοποίηση εκατοντάδες χιλιάδες, αυτή πράγματι φέρνει ατίμωση. Η βρώμα και η μιζέρια φυτρώνουν γύρω της σαν τους τοίχους, έργο αόρατων χειρών. Και όπως ένας άνθρωπος μπορεί να αντέξει πολλά μόνος του αλλά νιώθει δικαίως ντροπή όταν η γυναίκα του τον βλέπει να υποφέρει ή υποφέρει και η ίδια εξαιτίας του, έτσι μπορεί να αντέξει πολλά όσο είναι μόνος του, και τα πάντα όσο μπορεί να τα κρύψει.

Αλλά κανείς δεν μπορεί να συνάψει ειρήνη με τη φτώχεια όταν αυτή πέφτει σα γιγάντια σκιά πάνω στους συμπατριώτες του και στο σπίτι του. Τότε θα πρέπει να είναι ευαίσθητος σε κάθε ταπείνωση που προκαλείται σε βάρος του, και έτσι να πειθαρχήσει τον εαυτό του ώστε το μαρτύριό του να μην είναι πια ο κατηφορικός δρόμος της θλίψης αλλά το ανηφορικό μονοπάτι της εξέγερσης. Όμως δεν υπάρχει ελπίδα για αυτό όσο το πιο κατάμαυρο, το πιο φριχτό χτύπημα της μοίρας, που το συζητά ο Τύπος καθημερινά κι ακόμα και κάθε ώρα, εκθέτοντας το με όλες του τις απατηλές αιτίες και συνέπειες, δεν βοηθά κανέναν να ξεσκεπάσει τις σκοτεινές δυνάμεις που κρατούν τη ζωή του δέσμια.

6.Για τον ξένο που γνωρίζει επιφανειακά τον τρόπο της γερμανικής ζωής και που έχει ταξιδέψει σύντομα στα διάφορα μέρη της χώρας, οι κάτοικοί της μοιάζουν το ίδιο αλλόκοτοι όσο και και κάποια εξωτική φυλή. Ένας πνευματώδης Γάλλος είπε: “Ο Γερμανός σπάνια καταλαβαίνει τον εαυτό του. Αν φτάσει και τον καταλάβει, δεν θα το πει. Και αν το πει, δεν θα γίνει κατανοητός.” Αυτή η χωρίς παρηγοριά απόσταση αυξήθηκε με τον πόλεμο, όχι όμως απλώς μέσω των πραγματικών και θρυλικών αγριοτήτων που αναφέρεται ότι διέπραξαν οι Γερμανοί. Μάλλον, αυτό το οποίο ολοκληρώνει την απομόνωση της Γερμανίας στα μάτια των υπόλοιπων Ευρωπαίων –αυτό το οποίο πράγματι προκαλεί την στάση ότι, όταν έχεις να κάνεις με Γερμανούς, έχεις να κάνεις με μαύρους της Νότιας Αφρικής (όπως έχει τεθεί εύστοχα)– είναι η βία, ακατανόητη για όσους βρίσκονται απ’ έξω και εντελώς μη αντιληπτή σε όσους εγκλωβίζονται μέσα της, με την οποία οι συνθήκες, η βρώμα, και η ηλιθιότητα υποτάσσουν τους ανθρώπους εδώ εντελώς σε συλλογικές δυνάμεις, καθώς μόνο οι ζωές των αγρίων υποτάσσονται στους νόμους της φυλής. Η πιο ευρωπαϊκή απ’ όλες τις κατακτήσεις, αυτή η λίγο-πολύ ευδιάκριτη ειρωνεία με την οποία η ζωή του ατόμου επιβεβαιώνει το δικαίωμά της να πάρει το δρόμο της ανεξάρτητα από την κοινότητα μέσα στην οποία έτυχε να βρεθεί, έχει πλήρως εγκαταλείψει τους Γερμανούς.

7. Η ελευθερία στην συζήτηση έχει χαθεί. Αν παλιότερα ήταν δεδομένο σε μια συζήτηση να λάβεις υπόψη τα ενδιαφέροντα του συνομιλητή σου, τώρα η έγνοια αυτή υποκαθίσταται με ερωτήσεις για το πόσο κόστισαν τα παπούτσια του ή η ομπρέλλα του. Αυτό που εισβάλλει ακαταμάχητα σε κάθε φιλική συνομιλία είναι η θεματική των συνθηκών διαβίωσης, του χρήματος. Αυτό που αφορά αυτή η θεματική δεν είναι τόσο οι έγνοιες και οι λύπες των ατόμων, στις οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο, αλλά η συνολική εικόνα. Είναι σαν να ήταν κάποιος παγιδευμένος σ’ ένα θέατρο και να έπρεπε να παρακολουθήσει τα διαδραματιζόμενα στη σκηνή είτε το θέλει είτε όχι — σαν να ‘πρεπε να τα καταστήσει ξανά και ξανά, θέλοντας και μη, το θέμα στο οποίο επικεντρώνει τη σκέψη και την ομιλία του.

8. Όποιος δεν αρνείται απλώς να αντιληφθεί την παρακμή θα βιαστεί να βρει μια ιδιαίτερη νομιμοποίηση για την δική του εξακολουθητική παρουσία, την δραστηριότητά του, και την εμπλοκή του σ’ αυτό το χάος. Υπάρχουν τόσες εξαιρέσεις σε ό,τι αφορά την σφαίρα δραστηριοποίησης κάποιου, το μέρος όπου μένει, και την στιγμή του στο χρόνο όσες και ενοράσεις για την γενική αποτυχία. Παντού σχεδόν θριαμβεύει η τυφλή αποφασιστικότητα να διασώσουμε το κύρος της ατομικής μας ύπαρξης αντί, μέσα από μια αμερόληπτη περιφρόνηση για την σημασία της και τις εμπλοκές της, να την αποσπάσουμε τουλάχιστο από το συνολικό πλαίσιο της οικουμενικής αυταπάτης. Για αυτό κι ο αέρας έχει κορεστεί τόσο από θεωρίες περί της ζωής και κοσμοαντιλήψεις, για αυτό και σ’ αυτή τη χώρα εμφανίζονται τόσο αυτάρεσκες, αφού σχεδόν πάντοτε ο στόχος τους είναι να νομιμοποιήσουν κάποια εντελώς ασήμαντη ατομική κατάσταση. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο ο αέρας είναι γεμάτος φαντάσματα, οπτασίες ενός ένδοξου πολιτιστικού μέλλοντος που θα πέσει επάνω μας αναπάντεχα και στα κλεφτά, αφού όλοι αφοσιώνονται στις οπτικές ψευδαισθήσεις του απομονωμένου τους οπτικού σημείου.

9. Οι άνθρωποι που τσουβαλιάζονται σ’ αυτή τη χώρα δεν διακρίνουν πλέον το περίγραμμα της ανθρώπινης προσωπικότητας. Κάθε ελεύθερος άνθρωπος τους φαίνεται εκκεντρικός. Ας φανταστούμε τις κορυφές των Άλπεων να προβάλλουν όχι σε αντίθεση με τον ουρανό αλλά σε αντίθεση με τις δίπλες κάποιου σκούρου υφάσματος. Αυτές οι επιβλητικές μορφές θα διακρινόντουσαν μόνο θολά. Με τον τρόπο αυτό, μια βαριά κουρτίνα κρύβει τον ουρανό της Γερμανίας, και δεν διακρίνουμε πια το προφίλ ούτε των μεγαλύτερων ανδρών.

10. Η θέρμη εγκαταλείπει τα πράγματα. Τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης μας απωθούν, τρυφερά μα επίμονα. Μέρα με τη μέρα, στην προσπάθειά μας να ξεπεράσουμε τις μυστικές αντιστάσεις –και όχι μόνο τις φανερές– που βάζουν στο διάβα μας, αντιμετωπίζουμε ένα γιγάντιο έργο. Πρέπει να αποζημιώσουμε την ψυχρότητά τους με την δική μας θερμότητα αν δεν θέλουμε να τα αφήσουμε να μας ξεπαγιάσουν, και να χειριστούμε τις αγκαθωτές τους μορφές με ατέρμονη δεξιότητα αν δεν θέλουμε να μας αιμορραγήσουν μέχρι θανάτου. Από τους συνανθρώπους μας δεν μπορούμε να περιμένουμε στήριξη. Αλλά οι διευθυντές, οι αξιωματούχοι, οι εργαζόμενοι, οι πωλητές — όλοι τους νιώθουν πως είναι οι εκπρόσωποι ενός αντιστεκόμενου υλικού κόσμου, του οποίου την απειλητικότητα μπαίνουν στον κόπο να την αποδείξουν με την κατήφειά τους. Και η ίδια η φύση συνομωτεί με την αποφυσικοποίηση των πραγμάτων, μια αποφυσικοποίηση με την οποία, μιμούμενα την ανθρώπινη αποσύνθεση, τα πράγματα τιμωρούν την ανθρωπότητα. Μας τρώει όπως μας τρώνε τα πράγματα, και η γερμανική άνοιξη, που δεν έρχεται ποτέ, είναι μόνο ένα από τα αμέτρητα φαινόμενα της σήψης της γερμανικής φύσης. Ζούμε σαν το βάρος της στήλης αέρα που υποστηρίζει ο καθένας μας να έχει γίνει στις περιοχές μας αισθητό, αιφνίδια, και κόντρα σε κάθε φυσικό νόμο.

11. Κάθε ανθρώπινη κίνηση, είτε πηγάζει από διανοητικό είτε ακόμα από φυσικό ένστικτο, εμποδίζεται στην εκδίπλωσή της από την ατέρμονη αντίσταση του εξωτερικού κόσμου. Η έλλειψη κατοικιών και το αυξανόμενο κόστος του ταξιδιού βρίσκονται καθ’ οδόν να εξαλείψουν το βασικό σύμβολο της ευρωπαϊκής ελευθερίας, η οποία υπήρχε σε ορισμένες μορφές ακόμα και στο Μεσαίωνα. Την ελευθερία επιλογής κατοικίας. Και αν ο μεσαιωνικός εξαναγκασμός έδενε τους ανθρώπους με τις φυσικές διασυνδέσεις, τώρα οι άνθρωποι δένονται μαζί σε μια αφύσικη κοινότητα. Λίγα πράγματα θα βοηθήσουν στην προώθηση της απειλητικής ανόδου της λατρείας της αλητείας όσο ο στραγγαλισμός της ελευθερίας κατοικίας. Και ποτέ πριν δεν ήταν μεγαλύτερη η ασυμμετρία ανάμεσα στην ελευθερία της κίνησης και την αφθονία μέσων ταξιδίου.

12. Όπως όλα τα πράγματα, μέσα από μια ανεπίστρεπτη διαδικασία μίξης και αλληλεπίδρασης, χάνουν τον εγγενή τους χαρακτήρα ενώ η αμφισημία εκτοπίζει την αυθεντικότητα, έτσι συμβαίνει και με την πόλη. Οι μεγάλες πόλεις –των οποίων η ασύγκριτη ισχύς συντήρησης και επιβεβαίωσης περικλείει όσους εργάζονται εντός τους με μια εσωτερική ανακωχή και σηκώνει μέσα τους, στη θέα του ορίζοντα, την επίγνωση της παρουσίας των ακοίμητων δυνάμεων των στοιχείων– εμφανίζονται να κατακερματίζονται παντού από την εισβάλλουσα ύπαιθρο. Όχι από το τοπίο της υπαίθρου, αλλά απ’ αυτό που είναι ό,τι πικρότερο στην ανεμπόδιστη φύση: την οργωμένη γη, τους αυτοκινητοδρόμους, τον νυχτερινό ουρανό που δεν τον κρύβει πια το πέπλο του παλλόμενου κόκκινου. Η ανασφάλεια ακόμα και των πολυάσχολων περιοχών της πόλης βάζει τον κάτοικό της στην δυσδιάκριτη και αληθινά φριχτή κατάσταση στην οποία είναι αναγκασμένος να εγκολπώσει, εκτός από τα απομονωμένα τερατουργήματα της ανοιχτής υπαίθρου, τα εκτρώματα της αστικής αρχιτεκτονικής.

13. Η ευγενής αδιαφορία για τις σφαίρες του πλούτου και της ένδειας έχει μάλλον εγκαταλείψει τα βιομηχανικά προϊόντα. Το κάθε τι σφραγίζει τον ιδιοκτήτη του, αφήνοντάς του μόνο την επιλογή να εμφανιστεί ως φτωχοδιάβολος ή μεγαλοαπατεώνας. Γιατί αν και η αληθινή πολυτέλεια μπορεί να εμποτιστεί από το πνεύμα και την ανθρώπινη συντροφικότητα κι έτσι να ξεχαστεί, τα εμπορεύματα πολυτελείας που κορδώνονται πια μπροστά μας παρελαύνουν με τέτοια εκθρασυμένη απτότητα που όλα τα όπλα του νου συντρίβονται ανήμπορα στην επιφάνειά τους.

14. Τα πιο πρώιμα έθιμα των λαών μοιάζουν να μας στέλνουν μια προειδοποίηση πως, δεχόμενοι αυτό που παίρνουμε τόσο άφθονα από τη φύση, πρέπει να φυλαχτούμε από μια χειρονομία απληστίας. Γιατί είμαστε ανίκανοι να δώσουμε στη Μητέρα Γη οποιοδήποτε δικό μας δώρο. Είναι λοιπόν πρέπον να δείχνουμε σεβασμό όταν παίρνουμε, επιστρέφοντας ένα μέρος όσων παίρνουμε πριν βάλουμε το χέρι μας στο δικό μας μερίδιο. Αυτός ο σεβασμός εκφράζεται με το αρχαίο έθιμο της σπονδής. Πράγματι, είναι ίσως τούτη η πανάρχαια πρακτική που έχει επιβιώσει, μεταμορφωμένη, στην απαγόρευση της συλλογής ξεχασμένων καλαμποκιών ή σταφυλιών που έχουν πέσει στη γη, που αφήνονται να επιστρέψουν στη γη ή στους προγονικούς αποστολείς της ευλογίας. Ένα αθηναϊκό έθιμο απαγόρευε την συλλογή των ψίχουλων απ’ το τραπέζι, αφού αυτά ανήκαν στους νεκρούς ήρωες. Αν η κοινωνία έχει αλλοιώσει τόσο τη φύση της μέσα από την αναγκαιότητα και την απληστία που να μπορεί πια να λάβει τα δώρα της φύσης με τέτοια αρπαχτικότητα, ώστε να αρπάζει τους καρπούς άγουρους απ’ τα δέντρα για να τους πουλήσει με το περισσότερο κέρδος, κι ώστε να αδειάζει κάθε πιάτο με την αποφασιστικότητα να χορτάσει, τότε το χώμα θα γίνει φτωχό και η γη θα δίνει κακή σοδειά.

Μονόδρομος, 1923-1926, πρώτη δημοσίευση 1928

Μετάφραση: Lenin Reloaded

Πηγή: theshadesmag

Εμίλ Αρμάν: Μίνι εγχειρίδιο του Ατομικιστικού Αναρχισμού

I

Το να είσαι αναρχικός σημαίνει να αρνείσαι την εξουσία και να απορρίπτεις την οικονομική απόρροιά της: την εκμετάλλευση — και αυτήν σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο αναρχικός επιθυμεί να ζήσει χωρίς θεούς ή αφέντες· χωρίς πάτρονες ή διευθυντές· ά-νομα, χωρίς νόμους και προκαταλήψεις· ανήθικα, χωρίς υποχρεώσεις και συλλογικά ήθη. Θέλει να ζει ελεύθερα, να ζει τη δικιά του συγκεκριμένη αντίληψη της ζωής. Στο βάθος της καρδιάς του, είναι πάντοτε αντικοινωνικός, ένας ατίθασος, ένας παρείσακτος, περιθωριακός, η εξαίρεση, ένας απροσάρμοστος. Και μολονότι μπορεί να είναι υποχρεωμένος να ζει σε μια κοινωνία η σύνθεση της οποίας είναι αποκρουστική για το ταπεραμέντο του, είναι σαν να έχει κατασκηνώσει σε ξένη χώρα. Αν κάνει στο περιβάλλον του αναπόφευκτες παραχωρήσεις — πάντοτε με την πρόθεση να τις πάρει πίσω — προκειμένου να αποφύγει να ρισκάρει ή να θυσιάσει τη ζωή του βλακωδώς ή άσκοπα, είναι επειδή τις βλέπει ως όπλα για την άμυνά του στον αγώνα για την ύπαρξη. Ο αναρχικός εύχεται να ζήσει τη ζωή του, όσο πληρέστερα γίνεται, ηθικά, διανοητικά, οικονομικά, χωρίς να νοιάζεται για τον υπόλοιπο κόσμο, τους εκμεταλλευτές ή τους εκμεταλλευόμενους· χωρίς να θέλει να κυριαρχήσει ή να εκμεταλλευτεί άλλους, αλλά έτοιμος να απαντήσει με όλα τα μέσα εναντίον οποιουδήποτε θελήσει να παρέμβει στη ζωή του ή να τον αποτρέψει απ’ το να εκφράσει τη σκέψη του γραπτώς ή προφορικώς.

Ο αναρχικός έχει για εχθρό του το Κράτος και όλους τους θεσμούς που τείνουν να διατηρούν ή να διαιωνίζουν τον ασφυκτικό κλοιό τους γύρω από το άτομο. Δεν υπάρχει πιθανότητα συμφιλίωσης μεταξύ του αναρχικού και οποιασδήποτε μορφής κοινωνίας βασισμένης στην εξουσία, είτε αυτή εκπορεύεται από ένα δικτάτορα, από μια αριστοκρατία ή από μια δημοκρατία. Κανένα κοινό έδαφος μεταξύ του αναρχικού και οποιουδήποτε περιβάλλοντος κυβερνιέται απ’ τις αποφάσεις της πλειοψηφίας ή τις επιθυμίες μιας ελίτ. Ο αναρχικός πολεμάει για τον ίδιο λόγο την Κρατικά παρεχόμενη εκπαίδευση και αυτήν που μοιράζεται από την Εκκλησία. Είναι ο αντίπαλος των μονοπωλίων και των προνομίων, είτε αυτά είναι διανοητικής, ηθικής ή οικονομικής τάξεως. Με μια λέξη, είναι ο ασυμβίβαστος ανταγωνιστής κάθε πολιτεύματος, κάθε κοινωνικού συστήματος, κάθε κατάστασης πραγμάτων που συνεπάγεται την κυριαρχία του ανθρώπου ή του περιβάλλοντος πάνω στο άτομο και την εκμετάλλευση του ατόμου από ένα άλλο ή από την ομάδα.

Το έργο του αναρχικού είναι πάνω απ’ όλα ένα έργο κριτικής. Ο αναρχικός προχωρεί, σπέρνοντας την εξέγερση ενάντια σε ό,τι καταπιέζει, εμποδίζει, αντιτίθεται στην ελεύθερη ανάπτυξη της ατομικής ύπαρξηςΕίναι της άποψης πρωτίστως να απαλλάξει το μυαλό από προκατειλημμένες ιδέες, να απελευθερώσει ταπεραμέντα που έχουν αλυσοδεθεί από το φόβο, να προκαλέσει νοοτροπίες να απελευθερωθούν απ’ την κοινή γνώμη και τις κοινωνικές συμβάσεις· γι’ αυτό ο αναρχικός θα ωθήσει όλους τους ελθόντες να πορευτούν μαζί του για να επαναστατήσουν πρακτικά εναντίον της νομοτέλειας του κοινωνικού περιβάλλοντος, να επιβεβαιωθούν ατομικά, να λαξεύσουν το εσώτερό τους άγαλμα, να καταστήσουν τον εαυτό τους, όσο το δυνατόν περισσότερο, ανεξάρτητο απ’ το ηθικό, πνευματικό και οικονομικό περιβάλλον. Θα παροτρύνει τον αδαή να διδάξει τον εαυτό του, τον απαθή να αντιδράσειτον αδύναμο να γίνει δυνατόςτον καμπουριασμένο να ορθώσει το ανάστημά του. Θα ωθήσει τους πτωχά προικισμένους και λιγότερο ικανούς να βγάλουν απ’ τον εαυτό τους όλους τους δυνατούς πόρους και να μην στηρίζονται σε άλλους.

Άβυσσος χωρίζει τον αναρχισμό απ’ το σοσιαλισμό σε αυτές τις διαφορετικές εκτιμήσεις, συμπεριλαμβανομένου του συνδικαλισμού.

Ο αναρχικός τοποθετεί στη βάση όλων των αντιλήψεων της ζωής του: την ατομική πράξη. Και αυτός είναι ο λόγος που πρόθυμα αποκαλεί τον εαυτό του αναρχικόατομικιστική.

Δεν πιστεύει ότι όλα τα δεινά απ’ τα οποία υποφέρουν οι άνθρωποι προέρχονται αποκλειστικά απ’ τον καπιταλισμό ή την ατομική ιδιοκτησία. Πιστεύει ότι οφείλονται κυρίως στην προβληματική νοοτροπία των ανθρώπων, λαμβανομένου ως μπλοκ. Υπάρχουν αφεντικά επειδή υπάρχουν δούλοι και οι θεοί συντηρούνται επειδή κάποιοι πιστοί γονατίζουνΟ ατομικιστικής αναρχικός χάνει το ενδιαφέρον του σε μια βίαιη επανάσταση που έχει ως στόχο το μετασχηματισμό του τρόπου κατανομής των προϊόντων με την κολεκτιβιστική ή κομμουνιστική έννοιαη οποία μόλις και μετά βίας θα επέφερε μια αλλαγή στη γενική νοοτροπία και η οποία δεν θα προκαλούσε καθόλου τη χειραφέτηση της ατομικής ύπαρξης. Σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς στο οποίο κάποιος θα ήταν τόσο εξαρτημένος όσο σήμερα στην καλή θέληση του περιβάλλοντος: θα έβρισκε τον εαυτό του τόσο φτωχό, τόσο δυστυχισμένο όσο τώρα· αντί να είναι κάτω απ’ την εποπτεία της σημερινής μικρής καπιταλιστικής μειοψηφίας, θα κυριαρχούνταν από το οικονομικό σύνολο. Τίποτα δεν θα ανήκε σωστά σ’ αυτόνΘα ήταν παραγωγός, καταναλωτής, βάλε λίγο ή πάρε κάτι απ’ το σωρό, αλλά ποτέ δεν θα ήταν αυτόνομος.

II

O ατομικιστής-αναρχικός διαφοροποιείται απ’ τον αναρχικό-κομμουνιστή κατά την έννοια ότι θεωρεί (εκτός απ’ την ιδιοκτησία σε ορισμένα αντικείμενα απόλαυσης που έχουν να κάνουν με την προσωπικότητα) την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και της ελεύθερης διάθεσης του προϊόντος ως τη βασική εγγύηση για την αυτονομία του ατόμου. Εξυπακούεται ότι η ιδιοκτησία περιορίζεται στην πιθανότητα του να βάλει στη δούλεψη (ατομικά, ανά ζευγάρια, ανά οικογενειακές ομάδες, κλπ.) την έκταση του εδάφους ή τις μηχανές παραγωγής που είναι απαραίτητες για τις ανάγκες της κοινωνικής ενότητας· υπό τον όρο, για τον ιδιοκτήτη, να μην τις μισθώσει στον οποιονδήποτε ή να μην καταφεύγει στο να ρίχνει τη βελτίωσή τους σε κάποιον στην υπηρεσία του.

Ο ατομικιστήςαναρχικός δεν σκοπεύει πια να ζει με κάθε κόστος, όπως ο ατομικιστής, απ’ το να ζει σύμφωνα με κανόνες, υπό την προϋπόθεση ότι ένα πιάτο φαί είναι εξασφαλισμένο, ο ρουχισμός σίγουρος και η κατοικία εγγυημένη.

Η ατομικιστικήςαναρχικός, εξάλλου, δεν διεκδικεί κανένα σύστημα που θα δέσμευε το μέλλον. Αξιώνει να θέσει τον εαυτό του σε κατάσταση νόμιμης άμυνας σχετικά με οποιαδήποτε κοινωνική ατμόσφαιρα (Κράτος, κοινωνία, περιβάλλον, ομαδοποίηση, κλπ.) που θα επέτρεπε, θα αποδεχόταν, θα διαιώνιζε, θα ενέκρινε ή θα καθιστούσε δυνατή:

α) την υποταγή στο περιβάλλον του ατομικού όντος, τοποθετώντας το αυτό σε μια κατάσταση εμφανούς κατωτερότητας απ’ τη στιγμή που δεν μπορεί να συμπεριφερθεί με το συλλογικό σύνολο ως ίσος προς ίσον, δύναμη με δύναμη·

β) την υποχρέωση (σε οποιονδήποτε τομέα) της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης, του συνεταιρίζεσθαι·

γ) τη στέρηση της ατομικής και αναπαλλοτρίωτης κατοχής των μέσων παραγωγής και της πλήρους και απεριόριστης διάθεσης του προϊόντος·

δ) την εκμετάλλευση του οποιουδήποτε από κάποιον απ’ τους συντρόφους του, που θα τον έκανε να μοχθήσει για λογαριασμό του και προς όφελός του·

ε) τη μονοπώληση, δηλ. την πιθανότητα για ένα άτομο, ένα ζευγάρι, μια οικογενειακή ομάδα να κατέχει περισσότερα απ’ ό,τι είναι απαραίτητα για την κανονική της συντήρηση·

στ) το μονοπώλιο του Κράτους ή κάθε εκτελεστικής μορφής που το αντικαθιστά, δηλαδή την παρέμβασή τηςστο ρόλο του ως συγκεντρωτιστής, διαχειριστής, διευθυντής, οργανωτήςστις σχέσεις μεταξύ των ατόμων, σε οποιονδήποτε τομέα·

ζ) το δάνειο με τόκο, τοκογλυφία, επικαταλλαγή, συναλλαγή, κληρονομιά, κ.λπ., κ.λπ.

ΙΙΙ

O ατομικιστικήςαναρχικός κάνει «προπαγάνδα» προκειμένου να επιλέξει ατομικιστικέςαναρχικές διαθέσεις που θα έπρεπε να έχει, για να καθορίσει τουλάχιστον μια πνευματική ατμόσφαιρα ευνοϊκή στην εμφάνισή τους. Μεταξύ ατομικιστώναναρχικών οι σχέσεις είναι εδραιωμένες με βάση την «αμοιβαιότητα». Η «συντροφικότητα» είναι ουσιαστικά ατομικής τάξεως, ποτέ δεν επιβάλλεται. Ο «σύντροφος» που τον ικανοποιεί ατομικά να συναναστραφεί, είναι κάποιος που κάνει μια αξιόλογη προσπάθεια προκειμένου να αισθάνεται ότι ζει, που παίρνει μέρος στην προπαγάνδα του της εκπαιδευτικής κριτικής και της επιλογής των προσώπων· που σέβεται την επιλογή υπάρξεως του καθενός, μην εμποδίζοντας την ανάπτυξη εκείνων που προοδεύουν μαζί του και εκείνων που τον αγγίζουν πιο στενά.

Ο ατομικιστήςαναρχικός δεν είναι ποτέ ο δούλος κάποιου τύπουφόρμουλας ή ενός αποδεκτού μηνύματος. Αναγνωρίζει μονάχα απόψεις. Προτείνει μονάχα θέσεις. Δεν επιβάλλει ένα τέλος στον εαυτό του. Αν υιοθετεί μια μέθοδο ζωής σε κάποια μικρή λεπτομέρεια, είναι για να εξασφαλίσει περισσότερη ελευθερία, περισσότερη ευτυχία, περισσότερη ευημερία, αλλά επ’ ουδενί για να θυσιάσει τον εαυτό του. Και την τροποποιεί, και τη μεταμορφώνει όταν του φαίνεται ότι εξακολουθώντας να παραμένει πιστός σ’ αυτήν θα μείωνε την αυτονομία του. Δεν θέλει να αφήσει τον εαυτό του να κυριαρχείται από αρχές που καθορίζονται a priori· είναι μονάχα a posteriori, απ’ τις εμπειρίες του, που βασίζει τους κανόνες συμπεριφοράς του, μολαταύτα οριστικές, πάντοτε υποκείμενες στις τροποποιήσεις και τους μετασχηματισμούς που η καταγραφή νέων εμπειριών μπορούν να εγγράψουν, και στην αναγκαιότητα απόκτησης νέων όπλων στον αγώνα του ενάντια στο περιβάλλον — χωρίς να κάνει ένα απόλυτο a priori.

Ο ατομικιστικήςαναρχικός δεν λογοδοτεί ποτέ σε κανέναν άλλον πέρα απ’ τον εαυτό του για τις πράξεις και τις χειρονομίες του.

Ο ατομικιστικήςαναρχικός θεωρεί τη συναναστροφή μονάχα ως ένα τελεσφόρο, ένα προσωρινό. Γι’ αυτό, θέλει να συναναστρέφεται μονάχα σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης αλλά πάντοτε σε εθελοντική βάση. Και επιθυμεί μονάχα να συμβάλλεται, σε γενικές γραμμές, για σύντομο χρονικό διάστημα, θα είναι πάντα κατανοητό ότι κάθε συμβόλαιο μπορεί να ακυρωθεί απ’ τη στιγμή που βλάπτει ένα απ’ τα συμβαλλόμενα μέρη.

Ο ατομικιστήςαναρχικός δεν απαγορεύει καμιά αποφασισμένη σεξουαλική ηθική. Είναι στο χέρι του καθενός να καθορίσει τη σεξουαλική, συναισθηματική ή αισθηματική του ζωή, τόσο για το ένα φύλο όσο και για το άλλο. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι σε προσωπικές σχέσεις μεταξύ αναρχικών διαφορετικών φύλων ούτε η βία ούτε ο περιορισμός λαμβάνουν χώρα. Πιστεύει ότι η οικονομική ανεξαρτησία και η δυνατότητα τού να είναι μητέρα όπως επιθυμεί είναι οι αρχικές συνθήκες για τη χειραφέτηση της γυναίκας.

Ο ατομικιστήςαναρχικός θέλει να ζει, θέλει να είναι σε θέση να εκτιμά τη ζωή ατομικά, ζωή θεωρούμενη σε όλες της τις εκφάνσεις. Παραμένοντας κύριος στο μεταξύ της βούλησής του, λαμβάνοντας υπόψη τόσους πολλούς υπηρέτες που τίθονται στη διάθεση του «εαυτού» του οι γνώσεις του, οι ικανότητές του, οι αισθήσεις του, τα πολλαπλά όργανα αντίληψης του σώματός του. Δεν είναι δειλός, αλλά δεν θέλει να μειώνει τον εαυτό του. Και ξέρει καλά ότι εκείνος που επιτρέπει στον εαυτό του να καθοδηγείται απ’ τα πάθη του ή να κυριαρχείται απ’ τις αρεσκείες του είναι δούλος. Θέλει να διατηρεί «την κυριότητα του εαυτού» προκειμένου να οδηγεί προς τις περιπέτειες στις οποίες η ανεξάρτητη έρευνα και η ελεύθερη μελέτη τον οδηγούν. Θα συνιστούσε πρόθυμα μια απλή ζωή, την αποκήρυξη του ψεύτικου, της υποδούλωσης, των άχρηστων αναγκών· την αποφυγή των μεγάλων πόλεων· μια λογική διατροφή και σωματική υγιεινή.

O ατομικιστήςαναρχικός θα ενδιαφερθεί για τις συναναστροφές που συγκροτούνται από συγκεκριμένους συντρόφους με σκοπό να τους σχίσει απ’ την εμμονή σε ένα περιβάλλον που τους αηδιάζει. Η άρνηση της στρατιωτικής θητείας, ή της πληρωμής των φόρων θα έχει όλη του τη συμπάθεια· ελεύθερες ενώσεις, μονές ή πολλαπλές, σαν διαμαρτυρία εναντίον των κοινών ηθών· ιλλεγκαλισμός ως βίαια ρήξη (και με ορισμένες επιφυλάξεις) με την οικονομική σύμβαση που έχει επιβληθεί δια της βίας· αποχή από κάθε ενέργεια, από κάθε δουλειά, από κάθε λειτουργία που σχετίζεται με τη διατήρηση ή την εδραίωση του επιβεβλημένου πνευματικού, ηθικού ή οικονομικού καθεστώτος· ανταλλαγή ζωτικών προϊόντων μεταξύ ατομικιστώναναρχικών ιδιοκτητών των αναγκαίων μηχανών παραγωγής, μακριά από κάθε καπιταλιστικό μεσάζοντα· κ.λπ., είναι πράξεις εξέγερσης σύμφωνες ουσιαστικά με το χαρακτήρα του ατομικιστικούαναρχισμού.

Μετάφραση: Αιχμή

Πηγή: aixmh