Γερμανία, Βόρεια Έσση: Εμπρησμός 5 εκσκαφέων σε αλληλεγγύη με τον αγώνα ενάντια στον αυτοκινητόδρομο A49

Τη νύχτα από 3 προς 4 Ιουλίου του 2020, πυρπολήθηκαν πέντε εκσκαφείς της δισεκατομμυριούχου εταιρείας Strabag. Τα μηχανήματα χρησιμοποιούνταν στην κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου A49 στα περίχωρα της Treysa, στην περιοχή της Βόρειας Έσσης.

Στις 23 Ιουνίου, το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο παραμέρισε και το στερνό νομικό ανάχωμα για τη συνέχιση της κατασκευής. Παρά το γεγονός πως το δικαστήριο αδυνατούσε ν’ αρνηθεί την ανεπάρκεια ορισμένων οικολογικών αντισταθμιστικών μέτρων, αναγαίων για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου, αποφάσισε πως η συνέχισή της, η οποία σχεδιαζόταν εδώ και καιρό, είναι τρομερά σημαντική ώστε ν’ αναχαιτιστεί λόγω οικολογικών ανησυχιών.

Ήταν σαφές αρκετά πριν τη δικαστική υπόθεση στη Λειψία πως οι αρχές του αστικού κράτους, είτε πολιτικές είτε νομικές, δεν είναι ικανές και ούτε έχουν δημιουργηθεί ώστε ν’ αποτρέπουν οικολογικές καταστροφές. Όταν οι δυνάμεις του βιομηχανικού καπιταλισμού καθιστούν αγόγγυστα τούτον τον πλανήτη –το σπίτι μας– μη κατοικίσιμο, η άμεση δράση είναι απαραίτητη. Αντιμέτωπες μ’ ένα αυτοαποκαλούμενο “Πράσινο” κόμμα και μ’ έναν δικαστικό μηχανισμό που συνεχίζει να προωθεί την κλιμάκωση της σύγκρουσης, αισθανθήκαμε πως οφείλουμε ν’ αποκριθούμε με φωτιά.

Η φλόγα που φώτισε τον νυχτερινό ουρανό στο Schwalmtal, ας πυροδοτήσει την οργή όλων όσων πλήττονται από δαύτη την υπέρμετρη ανευθυνότητα – (την οργή) όλων μας. Όχι στην κατασκευή νέων αυτοκινητοδρόμων, όχι στη μόλυνση, όχι στην αποψίλωση του δάσους Dannenröder, όχι στην παγκόσμια οικολογική καταστροφή. Ας μην παραμείνουμε απαθείς, ας μην αφήσουμε να μας εξοντώσει ένα αίσθημα αδυναμίας. Ας πάρουμε τον έλεγχο των ζωών μας, εκεί που το κράτος προσπαθεί να μας τον αποστερήσει!

Μια μικρή αυτόνομη ομάδα σε αλληλεγγύη με τον αγώνα ενάντια στον A49.

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Άνθρωποι και αγάλματα

Τα πρόσφατα γεγονότα που προέκυψαν στην επικαιρότητα με αφορμή τους βανδαλισμούς μνημείων διαφόρων αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων της ιστορίας, είναι ένα αρκετά εύγλωττο σύμπτωμα των σημείων των καιρών, που σίγουρα φανερώνει πολλά για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η σύγχρονη δυτική κοινωνία, αλλά όχι όμως αυτά που φαντασιώνονται όσοι συμμετέχουν στα «οδοφράγματα» αυτής της ιδιότυπης σκιαμαχίας. Ο Ρενέ Γκενόν (René Guénon), θρεμμένος από ένα πνεύμα λατινικό που τον θωράκιζε απέναντι στον ρομαντικό πεσσιμισμό της γερμανικής σκέψης, είχε διαγνώσει ορθά, ήδη από το 1937, την ασθένεια που ταλαιπωρεί την μοντέρνα, εκκοσμικευμένη κοινωνία: «Στην εποχή μας, επικρατεί παντού μια παράξενη έλλειψη της αίσθησης της αναλογίας, που κάνει πολλούς όχι μόνο να συγχέουν το ουσιώδες με ό,τι πιο τυχάρπαστο ή ασήμαντο, αλλά να βάζουν στη θέση του κανονικού το ανώμαλο και το άνομο στη θέση του νόμιμου, σαν να ήταν όλα ίδια και να είχαν το ίδιο δικαίωμα ύπαρξης. Για να ξεφύγουμε από αυτή τη σύγχυση οφείλουμε κατ’ αρχάς να είμαστε ικανοί να τοποθετούμε το κάθε πράγμα στη θέση του, δηλαδή να βρίσκουμε την ακριβή του σχέση με τα υπόλοιπα, σύμφωνα με τη φύση και τη σημασία του. Κάτι που ο μεγαλύτερος αριθμός των συγχρόνων μας δεν μπορεί να κάνει, γιατί του λείπει κάθε αίσθηση ιεράρχησης»[1]. Είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη της αίσθησης της αναλογίας που κάνει τους σημερινούς ανθρώπους, όχι μόνο να ερμηνεύουν λάθος τα φαινόμενα, αλλά και να προσλαμβάνουν ως πραγματικότητα ένα κατεξοχήν μη γεγονός.

Από τη μια μεριά, οι υπερασπιστές της συντήρησης έχουν άδικο να φοβούνται τον βανδαλισμό μερικών, αμφίβολης καλλιτεχνικής ποιότητας, αδριάντων. Θά ‘πρεπε μάλλον να αναλογιστούν το πιο γνωστό ιστορικό παράδειγμα καταστροφής έργων τέχνης, αυτό του Βυζαντίου: εκατό χρόνια εικονομαχίας και αιματηρού εμφύλιου δεν κατάφεραν να αλλοιώσουν ούτε στο ελάχιστο την πνευματική ραχοκοκκαλιά της Αυτοκρατορίας κι αυτό γιατί η ορθόδοξη παράδοση κατείχε μίαν αναμφισβήτητα κεντρική θέση τόσο στη συνείδηση των υπηκόων της όσο και στην οργάνωση της καθημερινής τους ζωής. Αν ο φόβος των σύγχρονων συντηρητικών υποδηλώνει κάτι, είναι μάλλον το ότι και οι ίδιοι δεν είναι πλέον και τόσο σίγουροι για τις αξίες τις οποίες υπερασπίζονται δημόσια – κίνδυνος πολύ μεγαλύτερος από την καταστροφή μερικών αντικειμένων… Από την άλλη, ούτε και οι πολεμοχαρείς ακτιβιστές έχουν δίκιο να νομίζουν ότι με το να επιτίθενται σε ένα κομμάτι μάρμαρο ή μπρούτζο κάνουν κάτι περισσότερο από το να ξεσπάνε την μνησικακία τους ή ότι βοηθούν κατά οποιοδήποτε τρόπο να μειωθεί η αδικία που υφίστανται οι άνθρωποι: οι αδριάντες δουλεμπόρων δεν είναι η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα του κακού και αν συγχέουμε αυτά τα δύο (το αίτιο και το αποτέλεσμα), τότε οι όποιες πράξεις μας δεν μπορούν παρά να έχουν όση αποτελεσματικότητα έχει και μια τελετουργία βουντού, όταν τρυπώντας ένα ομοίωμα θέλουμε να προκαλέσουμε πραγματικό κακό στο αναπαριστώμενο πρόσωπο.

Οι σημερινοί ακτιβιστές δεν έχουν ούτε το κουράγιο του Σπάρτακου, που βάδισε ενάντια στις λεγεώνες, ούτε  την συνέπεια ενός μοντέρνου εστέτ όπως ο Μαρινέττι, που επιθυμούσε να πυρπολήσει το Λούβρο, αλλά και ούτε τον εικονοκλαστικό ηρωισμό ενός Ρεμπώ, ο οποίος αφού έφτασε ως το απώτατο όριο τις δυνατότητες της ποίησης, είχε την τόλμη να βυθίσει το «εγώ» του στην ανωνυμία της καθημερινής ζωής “των άλλων”. Σε αντίθεση με τις εμβληματικές αυτές προσωπικότητες της εξέγερσης, οι σύγχρονοι επαναστατημένοι αρκούνται στο πλιάτσικο: δηλαδή σε αντιδράσεις αγέλης, οι οποίες φανερώνουν ότι όσοι συμμετέχουν σε αυτές δεν αποτελούν ενεργά υποκείμενα αλλά μια άμορφη, παθητική μάζα, η οποία όχι μόνο δεν μπορεί να «ξαναγράψει την ιστορία», αλλά, λόγω της ίδιας της φύσης της, είναι καταδικασμένη να υφίσταται τις συνέπειες των αποφάσεων αυτών που πραγματικά κρατούν τα νήματα του κόσμου στα χέρια τους.

Η έλλειψη αίσθησης της αναλογίας έχει όμως κι ένα άλλο αποτέλεσμα στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία προσλαμβάνει αυτά τα γεγονότα. Τόσο οι απόστολοι της εξαναγκαστικής αλληλεγγύης και του υστερικού δικαιωματισμού, όσο και αρκετοί αντίπαλοί τους, κάνουν το λάθος να βλέπουν αυτά τα φαινόμενα με όρους πολιτικής ή οικονομικής σύγκρουσης, δηλαδή λίγο πολύ ουσιοκρατικά, σαν έναν ηρακλείτειο πόλεμο μεταξύ αντιτιθέμενων στοιχειακών δυνάμεων, το αποτέλεσμα του οποίου θα φέρει, υποτίθεται, την ανατολή ενός νέου κόσμου. Δυστυχώς γι’ αυτούς, η πραγματικότητα δεν είναι απλά πιο πεζή, αλλά και ουσιωδώς διαφορετική. Αυτά που συμβαίνουν αποτελούν βέβαια συμπτώματα παρακμής, τα αίτια της οποίας όμως δεν είναι εξωτερικής αλλά εσωτερικής προέλευσης, άμεσα συνδεδεμένα με την αγωνία και τα αδιέξοδα του νεωτερικού πολιτισμού. Πρόκειται για αποτελέσματα μιας ασθένειας, συγγενικής με αυτή της απώλειας της αίσθησης της αναλογίας, που κατατρώει τα σπλάχνα του δυτικού πολιτισμού εδώ και δύο αιώνες, και την οποία ορίζει ο Ρενέ Αλλώ (René Alleau) στο έργο του Η Επιστήμη των Συμβόλων[2]: πρόκειται, ισχυρίζεται ο Γάλλος ιστορικός, για ένα «παραλήρημα ιδεολογικής αφαίρεσης» που οφείλεται στην «απώλεια του νοήματος της ζωτικής αξίας της ποίησης» και κατ’ επέκταση στην πλήρη παρανόηση της έννοιας και της λειτουργίας του συμβολικού. Με τον όρο “ποίηση”, ο Αλλώ δεν εννοεί βέβαια το φιλολογικό είδος, αλλά τον εν γένει διαμεσολαβητικό Λόγο που καθιστά δυνατή «τη μετουσίωση της φύσης και την ενσάρκωση του πνεύματος», την κατεξοχήν δηλαδή πολιτισμική και εκπολιτιστική δραστηριότητα που επιτρέπει στον άνθρωπο να τοποθετηθεί στον κόσμο και να ιχνηλατήσει το νόημα της ύπαρξής του. Η απώλεια της κατανόησης του λόγου ως συστήματος αναλογιών και ο υποβιβασμός του σε απλό κώδικα – είναι ακριβώς το φαινόμενο της διάρρηξης του δεσμού μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, μεταξύ λέξης και κόσμου, για το οποίο γράφει ο Τζορτζ Στάινερ στο βιβλίο του Real Presences – κάνει το σύγχρονο πνεύμα να ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο εξίσου λανθασμένες ερμηνείες της γλώσσας: από τη μια μεριά απλός κώδικας κενός περιεχομένου και φορέας πληροφορίας (ο θρίαμβος της ψηφιοποίησης), και από την άλλη, ειδωλολατρία του εικονικού και πλαστογράφηση συμβόλων (ο θρίαμβος της φωτογραφικής εικόνας).

«Η υποσυνείδητη αίσθηση της ιστορικής αποτυχίας του αστικού πολιτισμού εκδηλώνεται, όπως εξ άλλου και σε κάθε νευρωτική κρίση, με μια κρίση πυρετικού συμβολισμού», γράφει ο Αλλώ[3] και είναι ακριβώς επειδή η σύγχρονη κοινωνία έχει λησμονήσει την λειτουργία της αναλογίας που συγχέει την αναπαράσταση με το αναπαριστώμενο, το συμβολικό και το πραγματικό: ο (πραγματικός) θάνατος ενός ανώνυμου πολίτη μετατρέπεται αυτόματα σε παγκόσμιο σύμβολο καταπίεσης, του οποιουδήποτε, οπουδήποτε και για οτιδήποτε, ενώ ένας (κατασκευασμένος) πίνακας ή μια (κατασκευασμένη) ταινία προσλαμβάνονται ως απτή πράξη βίας που χρήζει άμεσης δικαστικής επέμβασης. Αυτή η ανικανότητα διάκρισης πραγματικού και συμβολικού αποτελεί πλέον μια πραγματική αναπηρία για τη σημερινή κοινωνία, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την οπισθοδρόμηση της πνευματικής ορθοκρισίας του μέσου ανθρώπου, αλλά και σε σχέση με την δύναμή του να επηρεάζει τα κοινά και να δρα. Γι’ αυτό και η οποιαδήποτε δράση του σημερινού “πολίτη”, όση βία κι αν εκλύει, δεν μπορεί να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στο πραγματικό, μιας και αποτελεί, ήδη εν τη γενέσει της, μια “νευρωτική” αντίδραση στο εικονικό σύμπαν των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που είναι και το κατεξοχήν σύστημα εκμετάλλευσης της σύγχυσης πραγματικού και συμβολικού.

Αυτός εξ άλλου είναι ο λόγος για τον οποίο ο σύγχρονος, ψηφιακός ακτιβισμός εξαπολύει όλο και συχνότερες και πιο μανιασμένες επιθέσεις στη τέχνη και στα διάφορα καλλιτεχνικά προϊόντα και όχι στη καθαυτό εξουσία και στα κέντρα της: σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζεται, το καίριο πρόβλημα του σύγχρονου ανθρώπου, παγιδευμένου στις οθόνες και στο θέαμα, δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά η αναπαράσταση, ενώ το “πραγματικό” δεν είναι παρά πρόφαση και δεκανίκι. Η στάση των σύγχρονων χιλιαστών του δικαιωματισμού απέναντι στην τέχνη δεν έχει τις ρίζες της στην παλιά εικονομαχία ή στη δογματική disputatio των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά μάλλον στον εξαγνιστικό φανατισμό του Σαβοναρόλα – ο πρώτος στη νεωτερική εποχή που έκαψε στην πυρά έργα τέχνης για πολιτικούς σκοπούς – και βέβαια στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα στον ναζισμό. Οι ναζιστές – δεξιοτέχνες του πολιτικού ακτιβισμού – μπορεί να διοργάνωναν χάπενινγκ καίγοντας βιβλία, αλλά ποτέ δεν πείραξαν τα πρωτότυπα έργα τέχνης που κατάσχεσαν από τα μουσεία και τις συλλογές της Γερμανίας· αντιθέτως, τα φύλαξαν προσεχτικά προκειμένου να τα πουλήσουν, αναγνωρίζοντας έτσι έμμεσα την “αξία” τους και φανερώνοντας ταυτόχρονα την αδιαφορία τους για την τέχνη καθαυτή. Αυτό που ενδιέφερε τους ναζί ήταν η τέχνη ως μέσο διάπλασης και χειραγώγησης της κοινωνίας, η τέχνη ως προπαγάνδα, η οποία για να είναι αποτελεσματική έπρεπε να εξαγνιστεί, να ευθυγραμμιστεί δηλαδή με την κυρίαρχη ιδεολογία. Γι’ αυτό και τους αρκούσε απλά η απόσυρση των ενοχλητικών έργων από την κοινή θέα και από την συλλογική μνήμη. Είναι το ίδιο ακριβώς που συμβαίνει και σήμερα: τα έργα τέχνης του παρελθόντος φυλάσσονται ζηλότυπα σε μουσεία και συλλογές ως ανυπολόγιστης αξίας σπάνια αντικείμενα, την ίδια στιγμή που η μοντέρνα σεμνοτυφία απαιτεί τον κατάλληλο υπομνηματισμό τους, προκειμένου να καταστούν ακίνδυνα για τα χρηστά ήθη της πολιτικής ορθότητας.

Και βέβαια, ό,τι επιχειρείται στον τομέα της τέχνης, αποτελεί κοινή τάση σε όλα τα κοινωνικά πεδία: ο συνεχής πειραματισμός στο κοινωνικό σώμα, κυρίαρχη τάση όλης της νεωτερικότητας,  προκαλεί όλα αυτά τα φαινόμενα εννοιολογικής “κοπτοραπτικής”, τα οποία με τη σειρά τους παράγουν έναν όλο και πιο ασφυκτικό νομικισμό, μια εμμονική τάση για όλο και περισσότερες νομοθετικές ρυθμίσεις, μέσω των οποίων οι διάφορες κοινωνικές ομάδες παντοειδούς τύπου (φυλετικές, σεξουαλικές, ΜΚΟ κτλ.) προσπαθούν να προσεταιριστούν λίγη από την συνεχώς διογκούμενη κρατική εξουσία. Κι αν είναι παρακινδυνευμένο να προδικάσουμε με βεβαιότητα το αποτέλεσμα της διαδικασίας αποσύνθεσης της δυτικής κοινωνίας, οφείλουμε τουλάχιστον να έχουμε υπ’ όψιν, αν θέλουμε να την κατανοήσουμε έστω και κατ’ ελάχιστο, ότι αυτή η μάχη είναι ένας εμφύλιος πόλεμος στα σπλάχνα του μετα-αστικού πολιτισμού, στον οποίο τα όποια αλλοεθνή ή αλλόφυλλα θύματα παίζουν ένα ρόλο καθαρά υποβοηθητικό και συμβολικό, δηλαδή διακοσμητικό, είτε ως είδωλα είτε ως φετίχ, αλλά σε καμία περίπτωση ως ενεργούντα υποκείμενα ικανά να αλλάξουν τη μοίρα τους.


[1]René Guénon, Il Demiurgo e altri saggi, Adelphi 2007, σελ. 212.

[2]René Alleau, La Science des Symboles, Payot 1976, σσ. 236,237.

[3]ό.π.

Πηγή: respublica

Η ιδέα της προόδου μπροστά στην οικολογική καταστροφή

«Μπορεί να φαίνεται απίθανο μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία να επιλέξει να αυτο-καταστραφεί, αλλά είμαστε στη διαδικασία να κάνουμε αυτό ακριβώς», γράφει η Elizabeth Kolbert στο Ημερολόγιο μιας Καταστροφής.i Στο άλλο γνωστό βιβλίο της (Η Έκτη Εξαφάνιση των Ειδών), η Kolbert εκτιμά ότι η γη θα έχει χάσει περίπου τα μισά είδη μέχρι τον επόμενο αιώνα, 66 εκατομμύρια χρόνια μετά την προηγούμενη μαζική εξαφάνιση.

Μπορούμε να προσδοκάμε ότι οι κοινωνίες θα ελέγξουν αργά ή γρήγορα τη σημερινή πανδημία. Εκείνο όμως που δεν θα μπορούν να ελέγξουν είναι η κατάρρευση των φυσικών συνθηκών της ύπαρξής τους. Ο πλανήτης θερμαίνεται εδώ και 150 χρόνια, λόγω της υπερβολικής ενέργειας που εκλύεται από τα αέρια του θερμοκηπίου, κάτι που η προσωρινή, λόγω πανδημίας, μείωσή τους, δεν είναι ικανή από μόνη της να ανασχέσει.ii Ακόμα και αν εκπληρωθούν οι στόχοι του Παρισιού, η υπερθέρμανση του πλανήτη κατά 3,4° C μέχρι το 2100 φαίνεται να είναι δρομολογημένη, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν άλλα ανατροφοδοτικά φαινόμενα από τον κύκλο του διοξειδίου του άνθρακα. Αν ληφθούν υπόψιν, τότε η αύξηση εκτιμάται στους 4,5 με 5 ° C. Αύξηση της θερμοκρασίας 4° C θα ήταν «ασύμβατη με μια οργανωμένη παγκόσμια κοινότητα», και «θα μπορούσε να μειώσει τον ανθρώπινο πληθυσμό κατά 80 ή 90%».iii

Φαίνεται λοιπόν ότι το «τέλος του κόσμου» δεν είναι απλώς πια μια ιδέα που ανάγεται στην φθορά της Δυτικής «υλικής κυριαρχίας και πνευματικής ηγεμονίας», όπως υπόστηριξε ο Bauman σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του,iv αλλά μια ορατή πιθανότητα. Ο καπιταλισμός, ιδιαίτερη δημιουργία του Δυτικού πολιτισμού, έχει παγκοσμιοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που καταστρέφει τις συνθήκες ζωής όλων των όντων πάνω στη γη. Πράγματι, 70% των αερίων του θερμοκηπίου που έχουν εκλυθεί από το 1988 προέρχεται μόνο από 100 εταιρείες, ενώ την ίδια περίοδο όλες κι όλες 25 εταιρείες παρήγαγαν τις μισές από τις βιομηχανικές εκπομπές.v Πρόκειται βέβαια για πολυεθνικές, οι δραστηριότητες των οποίων προωθούνται από κυρίαρχα κράτη, επενδυτικά κεφάλαια, διεθνείς οργανισμούς, γεωστρατηγικά συμφέροντα, πολέμους, και κυβερνήσεις που δικαιολογούν ή αποκρύπτουν τις ζημίες που προκαλούνται στο παγκόσμιο οικοσύστημα. Ωστόσο, η εξουσία στην πολιτική, όπως και στην οικονομία, δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς μόνο σε σχέση με τη δυνατότητα συγκεκριμένων δρώντων να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους στο κοινωνικό σύνολο. Η εξουσία εδράζεται στην κατασκευή νοήματος, τις κοινές αξίες, την αποδοχή και νομιμοποίησή τους, ή, με άλλα λόγια στις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που χαρακτηρίζουν μια κοινωνία και ενσαρκώνονται στους θεσμούς της.

Παρ΄όλα αυτά, σε μια δημόσια συζήτηση που κυριαρχείται από ζοφερά περιβαλλοντικά δεδομένα, μετρήσιμους στόχους, και κίνητρα για επενδύσεις (όπου αυτά δίνονται) στις «πράσινες τεχνολογίες», μόλις και μετά βίας υπάρχει χώρος για πολιτισμική ανάλυση και αναστοχασμό σχετικά με την ιστορική πορεία που οδήγησε τις ανθρώπινες κοινωνίες να αντιμετωπίζουν μια τέτοια υπαρξιακή απειλή. Αυτό είναι αξιοσημείωτο, δεδομένου ότι τέτοιες αναλύσεις, στη φιλοσοφική, ανθρωπολογική και κοινωνιολογική βιβλιογραφία, υπάρχουν σχεδόν από τις απαρχές του εκβιομηχανισμού. Αναφέρομαι βέβαια στην βιβλιογραφία για την ιδέα της προόδου, και όλες τις παράγωγες έννοιες και πολιτικές (ανάπτυξη, εκσυγχρονισμός, μεγέθυνση, κ.λπ.), που παρά, την κριτική στην οποία έχει υποβληθεί τον προηγούμενο αιώνα, δεν έχει περάσει στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου, ακόμα και σε αυτήν την κρίσιμη για την ανθρωπότητα στιγμή – με εξαίρεση την επανάληψη των ίδιων παραδοχών, που βρίσκει κανείς και στον 19ο αιώνα.vi Παρακάτω, διακρίνω αυτές που θεωρώ πιο χαρακτηριστικές, και αμέσως μετά συζητώ την ιδέα της προόδου υπό τις σύγχρονες συνθήκες.

Η αέναη βελτίωση της κοινωνίας

Η πρόοδος είναι ιδέα της Νεωτερικότητας. Στο μεσαιωνικό κόσμο, η ζωή γινόταν αντιληπτή ως μια σειρά από συμβάντα που οφείλονταν σε θείες επεμβάσεις και αποκαλύψεις. Όπως γράφει ο John Bury στο κλασσικό του σύγγραμμα για την πρόοδο, για το χριστιανικό δόγμα, όπως διαμορφώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, η κίνηση της ιστορίας αφορούσε στη διασφάλιση της ευτυχίας ενός μικρού αριθμού ατόμων στον άλλο κόσμο, ενώ οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη στο γήινο κόσμο είχε μικρή σημασία.vii Στην ελληνική αρχαιότητα, που επηρέασε βαθιά την ευρωπαϊκή Νεωτερικότητα, δεν απουσίαζε η αντίληψη της προόδου, αλλά αφορούσε κυρίως στη μετάβαση από την άνομη ζωή στην οργανωμένη κοινότητα και στις υλικές ανέσεις που αυτή προσφέρει. Όπως όμως παρατηρούν και ο Bury και ο Edelstein, οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν την τάση να απορρίπτουν το παλιό ως υποδεέστερο του παρόντος, ούτε έβλεπαν το μέλλον ως μια πορεία προς αέναες βελτιώσεις.viii

Η Νεωτερικότητα αντιλαμβάνεται την πρόοδο με βάση τρεις, θα έλεγα, κυρίως, ρητές ή άρρητες, παραδοχές. Η πρώτη είναι ότι η πρόοδος αφορά στην κοινωνία ως όλον, όχι απλώς σε επιμέρους τομείς της, έστω κι αν αναφέρεται κυρίως σε επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, και στη βιομηχανική παραγωγικότητα. Δεύτερον, η πρόοδος υποδεικνύει μια γραμμική κίνηση προς άπειρες βελτιώσεις και αυξήσεις, η οποία ακόμα και αν διακοπεί, αρχίζει και πάλι την ανοδική της κίνηση. Τρίτον, η πρόοδος έχει πάντα ένα ισχυρό προσανατολισμό προς το μέλλον, και υποβαθμίζει εξίσου ισχυρά το παρελθόν, απέναντι στο οποίο το παρόν γίνεται αντιληπτό ως ένα πιο προχωρημένο στάδιο.

Πράγματι, η κυρίαρχη αντίληψη στη Νεωτερικότητα ήταν ότι όλοι οι τομείς της ζωής υπόκεινται σε πρόοδο. Η ιδέα της προόδου, δηλαδή, περιέκλειε ολόκληρη την κοινωνία, και όπως παρατηρεί ο John Stanley ταυτίστηκε με την ίδια την ιστορία. «Εφόσον πρόοδος τώρα σημαίνει βελτίωση σε όλα τα πεδία», γράφει, «η ιστορία όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων – της ίδιας της ανθρωπότητας – είναι η ιστορία της προόδου. Σε αυτό το σημείο ‘’ιστορία’’ και ‘’πρόοδος’’ γίνονται ουσιαστικά συνώνυμες».ix Άρα, η ιστορία θεωρείται και αυτή μια γραμμική και αέναη πορεία βελτιώσεων. Δεν υπάρχει ιδιαιτερότητα, ακμή και παρακμή, αποκορύφωμα και πτώση, ή κυκλικότητα, αλλά μια σταθερή γραμμική κίνηση, η οποία αν και μπορεί να διακοπεί από κρίσεις ή ατυχίες, δεν σταματά ποτέ την πορεία της προς τη «διαρκή τελειοποιησιμότητα», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Condorcet, από τους γνωστότερους θιασώτες της ιδέας της προόδου. Πρόκειται για μια κίνηση όχι απλώς αναγκαία, αλλά και αναπόφευκτη, δεδομένου ότι η κοινωνία, σύμφωνα με την κυρίαρχη φιλοσοφική σκέψη το 19ο αιώνα, κυβερνάται από νόμους, και η ιστορία εκτυλίσσεται σε στάδια. Για τον Herbert Spencer, για παράδειγμα, ο πολιτισμός είναι μέρος της φύσης, και άρα η πρόοδος «δεν είναι ατύχημα, αλλά αναγκαιότητα». Για τον Karl Marx, ο καπιταλισμός είναι ένα ιστορικά αναγκαίο στάδιο, που πρόκειται να το διαδεχθεί ο προλεταριακός έλεγχος των παραγωγικών δυνάμεων. Και για τον Auguste Comte, ο κόσμος εισήλθε στο «θετικιστικό στάδιο», υπό το οποίο ο ρόλος των κοινωνικών επιστημών είναι να ικανοποιεί την ανάγκη των κοινωνιών για «τάξη και πρόοδο».x Η πρόοδος, εν ολίγοις, ως αναγκαία και αναπόφευκτη, υπόκειται απλώς σε αρωγή και επιτάχυνση από δυνάμεις που ιστορικά έχουν επωμιστεί να παίξουν αυτόν τον ρόλο, και από τις μεθόδους των κοινωνικών επιστημών που μπορούν να την προβλέψουν, να την καθορίσουν, και να την μετρήσουν.

Η προοδευτική σκέψη εύκολα ταυτίζεται, ή καλύτερα, συγχέεται με την αισιοδοξία ή την ελπιδοφόρα στάση, καθώς κάθε αρνητική εξέλιξη θεωρείται απλώς ένα εμπόδιο που θα ξεπεραστεί προτού η πορεία των αέναων βελτιώσεων επανεκκινήσει. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Christopher Lasch, πρόκειται για επιπόλαια εξίσωση, αφού είναι η ίδια η ελπίδα που παραγκωνίζεται από την πίστη στην πρόοδο. Οι πιστοί της προόδου, γράφει, «αν και αρέσκονται να θεωρούνται το κόμμα της ελπίδας, στην πραγματικότητα έχουν μικρή ανάγκη να ελπίζουν, εφόσον έχουν την ιστορία με το μέρος τους».xi Η έλλειψη ελπίδας, σημειώνει ο Lasch, τους καθιστά ανίκανους για νοήμονα δράση, αφού θεωρούν το μέλλον δεδομένο.

Η πίστη σε ένα εξ ορισμού καλύτερο μέλλον συνοδεύεται από την απαξίωση του παρελθόντος, το οποίο συνήθως ταυτίζεται με καθυστέρηση, πρωτογονισμό ή βαρβαρότητα. Μια προοδεύουσα κοινωνία οφείλει να κινείται συνεχώς «προς τα μπρος», επεκτείνοντας απεριόριστα την τεχνο-επιστημονική γνώση, τον πλούτο, την κυριαρχία επί της φύσης, και των ορθολογιστικών ελέγχων επί της κοινωνίας, μέσω «επιστημονικής διακυβέρνησης». Αυτήν τη γενική αντίληψη τη βρίσκει κανείς μεταξύ των υποστηρικτών τόσο του καπιταλισμού όσο και του σοσιαλισμού κατά το 19ο αιώνα. ‘Tout pour lindustrie, tout par elle’ (τα πάντα για και μέσω της βιομηχανίας) διακήρυττε ο Henri de SaintSimon, και ο Marx, ο σημαντικότερος κριτικός στοχαστής του βιομηχανικού καπιταλισμού, τον θεωρούσε αναγκαίο πέρασμα προς το σοσιαλισμό, επειδή, πίστευε, η βιομηχανία θα δημιουργούσε τις υλικές συνθήκες για μια νέα, χειραφετημένη κοινωνία. Ο Marx ήταν μάλιστα αντίθετος σε μια μορφή σοσιαλισμού που θα αποκαθιστούσε προ-καπιταλιστικές μορφές οικονομικής δραστηριότητας (λ.χ. τεχνιτών, αγροτών, και μικρών παραγωγικών μονάδων), καθώς ταύτιζε την προ-βιομηχανική ζωή με τη μεσαιωνική βαρβαρότητα και τη μετριότητα, και την αντιπαρέθετε με αυτό που θεωρούσε ως ενεργητικό και δυναμικό πνεύμα των καπιταλιστών.

Η συλλήβδην απαξίωση του παρελθόντος συνοδεύει και τις σχετικές ιδεολογίες και πολιτικές του 20ού αιώνα (π.χ. «ανάπτυξη» και «εκσυγχρονισμός»), οι οποίες εξυμνούν τα παροντικά και τα επερχόμενα επιτεύγματα στον τεχνο-επιστημονικό τομέα, καθώς και την αύξηση της παραγωγικότητας, και της κατανάλωσης. Η επιστροφή στο παρελθόν, θεωρείται συχνά νοσταλγία και ανικανότητα προσαρμογής στη μοντέρνα ζωή. Ο Lasch εξετάζει τη φαινομενική αντίθεση μεταξύ της πίστης στην πρόοδο και της νοσταλγικής στάσης, και παρατηρεί ότι, στην πραγματικότητα, συμπίπτουν, γιατί και οι δυο παρουσιάζουν το παρελθόν ως ακίνητο και τη σύγχρονη ζωή ως δυναμική. Η νοσταλγία, σημειώνει, εξιδανικεύει το παρελθόν, και το αποκόπτει από το χρόνο, ακινητοποιώντας το σε μια κατάσταση αμετάβλητης τελειότητας. «Η Νοσταλγία επικαλείται το παρελθόν προκειμένου να το θάψει ζωντανό. Μοιράζεται με την πίστη στην πρόοδο, στην οποία αντιτίθεται μόνο επιφανειακά, την προθυμία να διακηρύξει το θάνατο του παρελθόντος και να αρνηθεί τη δράση της ιστορίας στο παρόν». Η νοσταλγία διαφέρει από τη μνήμη, υπογραμμίζει ο Lasch, στο ότι η τελευταία αντλεί ελπίδα και κουράγιο από το παρελθόν για να αντιμετωπίσει το παρόν. Η μνήμη «βλέπει το παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον ως συνεχή».xii

Είναι πράγματι η μνήμη που η ιδέα της προόδου εκτοπίζει, μαζί με το ίδιο το παρελθόν, που, συχνά, ταυτίζεται με τη ζωή στη φύση, εξυμνώντας το παρόν ως πιο προηγμένο, και προεξοφλώντας ένα ακόμα πιο προηγμένο μέλλον. Είναι αξιοσημείωτο ότι στα μεγάλα δυστοπικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, η επιστροφή στο παρελθόν και στο φυσικό περιβάλλον σημαίνει ανάκτηση της μνήμης, της ανθρωπιάς και σημαντικών πολιτιστικών δημιουργιών, αλλά και έμπνευση για την αμφισβήτηση και την πολιτική αντιπαράθεση με το ισχύον καθεστώς. Για παράδειγμα, στο Εμείς του Yevgeny Zamyatin (1924), η πρόοδος διασφαλίζεται από το Μονοκράτος, το οποίο περιβάλλεται από το Πράσινο Τείχος, που διαχωρίζει τον πληθυσμό του από τον «έξω κόσμο», όπου υπάρχει ακόμα φυσικό περιβάλλον, και όπου οι άνθρωποι ζουν σε παλιά σπίτια και χρησιμοποιούν παλιά αντικείμενα. «Έξω» είναι η φύση και το παρελθόν. «Μέσα» είναι η πρόοδος και η ευτυχία. Η φύση και το παρελθόν πρέπει να μείνουν, επίσης, «έξω» ή «πίσω» στο Παγκόσμιο Κράτος, στον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο (1932) του Aldous Huxley, μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία που αποτελείται από γενετικά τροποποιημένα άτομα. Τα μουσεία είναι κλειστά, τα ιστορικά μνημεία κατεστραμμένα, τα παλιά βιβλία, ειδικά τα μυθιστορήματα και η ποίηση, απαγορεύονται ως βλάσφημα και κατάλληλα μόνο για νοσηρά μυαλά. Στο Φαρενάιτ 451 (1953) του Ray Bradbury, όλα τα βιβλία απαγορεύονται, και όπου βρεθούν καίγονται, συχνά μαζί με τους κατόχους τους, από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, της οποίας το καθήκον δεν είναι να σβήνει φωτιές αλλά να τις ανάβει. Πολλοί παραβάτες ζουν στην εξοχή, όπου έχουν απομνημονεύσει το περιεχόμενο σημαντικών βιβλίων, διασώζοντας έτσι την πολιτιστική κληρονομιά αλλά και τους εαυτούς τους από τις επιθέσεις των δυνάμεων ασφαλείας. Τέλος, στο 1984 του George Orwell (1949), το παρελθόν υπάρχει στα παλιά σπίτια, τα έπιπλα, τα αντικείμενα και στις ανθρώπινες σχέσεις στα περίχωρα του Κράτους, όπου ο Γουίστον καταφεύγει με τη Τζούλια, ελπίζοντας να αποδράσουν για λίγες στιγμές από το βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού. Αλλά, στο τέλος, το δωμάτιο πάνω από το παλαιοπωλείο που είχαν για καταφύγιο αποδείχτηκε ότι δεν ήταν ασφαλές, καθώς για το Κόμμα «καθετί παλιό, και γενικά ωραίο, ήταν πάντα ύποπτο».

Κατά πόσο όμως οι παραπάνω παραδοχές, και γενικά, η πίστη στην πρόοδο επιβιώνουν σήμερα; Υποστηρίζω ότι η κλιματική κρίση απομακρύνει την πίστη στην αέναη βελτίωση της κοινωνίας, που τώρα σχεδόν αποκλειστικά επικεντρώνεται σε τεχνο-επιστημονικά επιτεύγματα που σκοπό έχουν την αύξηση της στρατιωτικής ισχύος, της οικονομικής κυριαρχίας, και των βιοπολιτικών ελέγχων, παρά το κοινό καλό, όπως δείχνει η παρούσα, και αποτρέψιμη, πανδημία. Το αέναο ή το απεριόριστο μετατοπίζεται τώρα στον ιδιωτικό ορίζοντα, ως διηνεκής «αναβάθμιση» ή επιμήκυνση της ατομικής βιολογικής ζωής. Καθώς η πρόοδος δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί το μέλλον,το παρελθόν αναδύεται, όπως επίσης ισχυρίζομαι, ως νοσταλγία, ως απειλή, αλλά και ως μνήμη.

Πρόοδος και «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση»

Η ιδέα της κοινωνικής προόδου, που από τα τέλη του 20ου αιώνα πήρε τη μορφή της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» και της «οικονομίας της αγοράς», που επιδιώκει διαρκώς την άνοδο της παραγωγικής και καταναλωτικής της ικανότητας, βρίσκεται σε φάση αποσάθρωσης: οι αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης ενισχύονται, παρά υποχωρούν, η συσσώρευση κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο είναι άνευ προηγουμένου, η κλιματική κρίση καθιστά έκδηλο το αδιέξοδο της απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης, και η τωρινή πανδημία φανερώνει ότι η επιστημονική έρευνα κάθε άλλο παρά έχει τεθεί στην «υπηρεσία του ανθρώπου». Η πρόοδος γίνεται αντιληπτή, σχεδόν αποκλειστικά, ως εφευρέσεις και αναβαθμίσεις τεχνο-επιστημονικών εφαρμογών και των αναρίθμητων γκάτζετ που κατακλύζουν τις κοινωνίες της κατανάλωσης.

Η επέκταση της τεχνολογίας, ή, γενικότερα, της τεχνικής, είχε βέβαια πάντα κεντρική θέση στην ιδέα της προόδου. Η τεχνική, όπως έδειξε ο Jacques Ellul στην κλασσική του μελέτη, δεν είναι αναγκαστικά εφαρμογή της επιστήμης στην πρακτική ζωή. Ιστορικά, η τεχνική, προηγήθηκε της επιστήμης, αν και προκειμένου να αναπτυχθεί η πρώτη έπρεπε να περιμένει τη δεύτερη. Από τον 20ο αιώνα, η τεχνική ανεξαρτητοποιήθηκε από τη μηχανή, μεταμορφώνοντας έτσι «ό,τι αγγίζει σε μηχανή».xiii Με άλλα λόγια, η τεχνική εισχώρησε όχι μόνο στις παραγωγικές, αλλά, ουσιαστικά, σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και έχει ενσωματωθεί πλήρως στην κοινωνία, εγκαθιδρύωντας αυτό που ο Postman ονόμασε Τεχνόπολη.xiv Στην Τεχνόπολη, η τεχνολογία κυριαρχεί στους κοινωνικούς θεσμούς και καθιστά όποιες άλλες εναλλακτικές αόρατες, και άρα άσχετες. Τα άτομα οδηγούνται στο να γεμίζουν τη ζωή τους με την αναζήτηση πληροφοριών. Δηλαδή, η διαδικασία παραγωγής, αποθήκευσης και διαμοιρασμού πληροφοριών συνιστά το μέσο αλλά και τον σκοπό της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Θα ήταν, όμως, πιο ακριβές να πούμε ότι η ιδέα της προόδου σήμερα εντοπίζεται στη λεγόμενη «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση», η οποία αφορά στη συνέργεια επιστημονικών και τεχνολογικών πεδίων όπως της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής, τη γενετικής, της νευροεπιστήμης και της νανοτεχνολογίας. Η προσδοκία είναι ότι μέσα από αυτήν τη συνέργεια θα προκύψουν νέες εφαρμογές που θα επιλύσουν κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, προβλήματα υγείας και την περιβαλλοντική κρίση, όπως, για παράδειγμα, αυτο-οδηγούμενα ηλεκτρικά οχήματα, βοηθήματα επικοινωνίας και προσθετικά μέλη για ανάπηρους ανθρώπους, ή ρομποτικές μηχανές που ανακουφίζουν τους εργαζόμενους από βαριές δουλειές.

Παρόλα αυτά, είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι αυτές οι υποσχέσεις δημιουργούν την αισιοδοξία που, συμβατικά, συνοδεύει την ιδέα της προόδου. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τον κύριο προσανατολισμό των σημερινών ή επερχόμενων εφευρέσεων που καθημερινά ανακοινώνονται: ρομπότ σε διάφορους τομείς που απειλούν με ανεργία ή υποαπασχόληση∙ αυτο-διευθυνόμενα θωρηκτά, τανκς, εναέρια και υποβρύχια drones με τεχνητή νοημοσύνη, ρομπότ-δολοφόνοι, και στρατιώτες που μπορούν να ενεργοποιούν όπλα με νευρωνικά μηνύματα∙ προβλεπτική αστυνόμευση (δηλ. συλλογή και χρήση δεδομένων για άτομα που «ενδέχεται» να διαπράξουν εγκλήματα)∙ αναγνώριση προσώπου και συλλογή βιομετρικών δεδομένων από κάμερες ασφαλείας και γυαλιά όρασης που φορούν αστυνομικοί· συσκευές ανάγνωσης των χειλιών και ανίχνευσης συναισθημάτων· «έξυπνες πόλεις» (δηλ. αστικές περιοχές εξοπλισμένες με αισθητήρες και κάμερες στου δρόμους για τη συλλογή δεδομένων από τους περαστικούς και τις κινητές συσκευές τους)· εμφυτεύματα ή κράνη που «διαβάζουν» τον εγκέφαλο, συνδεδεμένα με συσκευές τεχνητής νοημοσύνης, που αποκρυπτογραφούν τις σκέψεις μέσα από τη νευρωνική δραστηριότητα του εγκεφάλου· «φωνητικοί βοηθοί» που αντικαθιστούν τις συμβουλές των γονέων και καταγράφουν ιδιωτικές συνομιλίες· εφαρμογές για παραμόρφωση φωτογραφικού και βιντεοσκοπημένου υλικού· το «ιντερνέτ των πραγμάτων» που συνδέει συσκευές για την αυτόματη παραγγελία αναλώσιμων· μέσα κοινωνικής δικτύωσης που εκθέτουν και πωλούν προσωπικά στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα ωθούν προς την ιδιώτευση. Εν ολίγοις, για τη «βελτίωση» της κοινωνίας, η πρόοδος στις τεχνο-επιστημονικές εφαρμογές υπόσχεται τον πολλαπλασιασμό ορθολογιστικών, οικονομικών και βιοπολιτικών ελέγχων, τον εντατικό ανταγωνισμό για στρατιωτική υπεροχή, διηνεκή και διεισδυτική επιτήρηση, τη μαθηματικοποίηση ή αλγοριθμοποίηση της ανθρώπινης κρίσης και συμπεριφοράς, την ενίσχυση της γενικευμένης απο-κοινωνικοποίησης, και της μετατροπής της ανθρώπινης ζωής σε ψηφιακά δεδομένα – κάτι που μπορεί να ενισχύσει η πανδημία – και όχι την αποτροπή κοινών κινδύνων ή την διασφάλιση του κοινού καλού, όπως δείχνει η κλιματική κρίση, αλλά και η σημερινή κρίση στη δημόσια υγεία.

Πράγματι, όσοι ήταν σε θέση να γνωρίζουν, περίμεναν το ξέσπασμα μιας πανδημίας, αλλά ο κυρίαρχος προσανατολισμός της επιστημονικής έρευνας και η χρηματοδότησή της δεν επέτρεπαν την προετοιμασία για την αποτροπή της. Για παράδειγμα, το Συμβούλιο Παγκόσμιας Παρακολούθησης και Πρόληψης (GPMB) του ΟΗΕ γνώριζε: στην ετήσια έκθεσή του τον Σεπτέμβριο του 2019 τόνιζε πώς οι επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη εμβολίων και ευρέος φάσματος αντιικών φαρμάκων είναι ανεπαρκείς, μπροστά στον υψηλό κίνδυνο, όπως προειδοποιούσε, επιδημιών ή πανδημιών, με θύματα εκατομμύρια ανθρώπους, αναστάτωση των οικονομιών, και κοινωνικό χάος.xv Φιλάνθρωποι δισεκατομμυριούχοι γνώριζαν.xvi Η αμερικανική κυβέρνηση γνώριζε: το 2017, το Πεντάγωνο προειδοποίησε ότι μια «νέα ασθένεια του αναπνευστικού» θα μπορούσε «να εξελιχθεί γρήγορα σε μια πολυεθνική κρίση υγείας από την οποία θα υπέφεραν εκατομμύρια άνθρωποι».xvii Η ΕΕ γνώριζε, αλλά «τα βιομηχανικά λόμπι κατάφεραν να πείσουν την Επιτροπή να αφήσει τον ιδιωτικό τομέα να αποφασίσει πώς θα χρησιμοποιηθούν τα τεράστια ποσά που δίνει η ΕΕ για την έρευνα».xviii Οι φαρμακευτικές εταιρείες γνώριζαν, αλλά, τα τελευταία είκοσι χρόνια, παρεμπόδιζαν την αξιοποίηση της έρευνας εμβολίων, επειδή η επένδυση σε κρέμες προσώπου, φάρμακα που διατηρούν χρόνιες ασθένειες, το μάρκετινγκ και η επαναγορά των μετοχών είναι εκεί όπου βρίσκονται τα μεγάλα κέρδη, όχι στην πρόληψη των πανδημιών.xix Σύμφωνα με τον αναγνωρισμένο επιδημιολόγο, Michael Osterholm, αν μετά τον SARS του 2003 είχε παρασκευαστεί εμβόλιο, θα σώζονταν σήμερα οι μισές ζωές από τον COVID-19, έστω και αν οι δυο κορονοϊοί δεν έχουν ακριβώς την ίδια σύνθεση.xx Ο Richard Horton, διεθυντής του The Lancet, επιβεβαίωσε ότι οι «προειδοποιήσεις γιατρών και επιστημόνων αγνοήθηκαν, με θανατηφόρα αποτελέσματα» και ότι «ο κορονοϊός είναι η μεγαλύτερη παγκόσμια αποτυχία της επιστημονικής πολιτικής για μια γενιά».xxi

Άρα, λοιπόν, σε κοινωνίες που κομπάζουν ότι είναι «κοινωνίες της γνώσης», η επιστήμη, ως ορθολογική σκέψη και αξιοποίηση εμπειρικών αποτελεσμάτων, με σκοπό την προστασία της υγείας του πληθυσμού, παραμελείται υπέρ της συσσώρευσης πλούτου και του τεχνο-επιστημονικού ελέγχου, της κυριαρχίας, και της κατανάλωσης. Θα μπορούσε κανείς να θυμηθεί την Οργουελιανή Ωκεανία, όπου «η επιστήμη, με την παλαιά σημασία της λέξης, έχει πάψει σχεδόν να υπάρχει», και όπου «και αυτή ακόμα η τεχνολογική πρόοδος πραγματοποιείται μόνο όταν τα προϊόντα της μπορούν να χρησιμεύσουν με κάποιο τρόπο για την περιστολή της ανθρώπινης ελευθερίας».

Έτσι, και στις δικές μας «κοινωνίες της γνώσης», η τρέχουσα τεχνολογική πρόοδος εμφανίζεται περισσότερο ως απειλή παρά ως διασφάλιση αέναης κοινωνικής ευημερίας, και, αν προσθέσει κανείς την πιθανότητα μια οικολογικής καταστροφής, ούτε καν ως ελπίδα. Ωστόσο, ενώ το αέναο και το ελπιδοφόρο υποχωρούν, στην παρούσα συγκυρία, από τον κοινωνικό ορίζοντα, ο καπιταλισμός τα μεταφέρει στον ιδιωτικό ορίζοντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τεχνο-επιστημονική κίνηση της «ανθρώπινης υπερβατικότητας» (human transcendence), ή «διανθρωπισμού» (transhumanism) ή «μοναδικότητας» (singularity), που υπόσχεται αιώνια ζωή δια μέσου της διαρκούς τεχνολογικής «αναβάθμισης» του ανθρώπινου σώματος. Ο εφευρέτης, μελλοντολόγος και διευθυντικό στέλεχος της Google, Ray Kurzweil, βασικός εκπρόσωπος της κίνησης, προφητεύει ότι, από τα μέσα του 21ου αιώνα, η ανθρώπινη ζωή θα μετασχηματιστεί αμετάκλητα, γιατί η πληροφορική τεχνολογία αναπτύσσεται εκθετικά, η νευροεπιστήμη χαρτογραφεί με λεπτομέρεια όλες τις περιοχές του εγκεφάλου, η τεχνητή νοημοσύνη αντλεί από τα ανεξάντλητα αποθέματα πληροφορίας και γνώσης που είναι διαθέσιμα στο ιντερνέτ και μπορεί να αποθηκεύει και να ανακαλεί όλα τα συμβάντα, η νανοτεχνολογία καθιστά δυνατή την κατασκευή νανορομπότ με σκοπό τη χειραγώγηση του ανθρώπινου οργανισμού σε μοριακό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου με τους νευρώνες του οποίου θα αλληλεπιδρούν προκειμένου να δημιουργούν εικονική πραγματικότητα και να επεκτείνουν τη «νοημοσύνη». Η σύγκλιση αυτών των τεχνολογιών θα εγκαινιάσει την εποχή της Singularity που θα επιτρέψει τα ανθρώπινα όντα να υπερβούν τους βιολογικούς τους περιορισμούς. «Θα εξουσιάζουμε το πεπρωμένο μας. Η θνητότητα μας θα είναι στο χέρι μας. Θα μπορούμε να ζούμε όσο θέλουμε … Μέχρι το τέλος του αιώνα, η μη βιολογική πλευρά της νοημοσύνης μας θα είναι τρισεκατομμύρια των τρισεκατομυρίων φορές πιο ισχυρή από τη μη υποβοηθούμενη ανθρώπινη νοημοσύνη».xxii Η αθανασία αποτελεί επίσης μέρος των επιχειρηματικών σχεδίων των εργοδοτών του R. Kurzweil στη Google (των Larry Page και Sergey Brin), όπως και άλλων μεγαλοεπιχειρηματιών της Silicon Valley, οι οποίοι παρουσιάζουν το θάνατο ως «πρόβλημα προς επίλυση», και ως ένα νέο ένδοξο πεδίο επικερδών επενδύσεων.xxiii

Συνεπώς, το άπειρο, κεντρικό στοιχείο της ιδέας της προόδου, ιδιωτικοποιείται, δηλαδή, προσαρμόζεται στην κουλτούρα του καταναλωτικού ατομικισμού. Σε ένα πιο θεμελιώδες επίπεδο, όμως, τα όνειρα των «σινγκιουλαριστών» και γενικά των ιμορταλιστών είναι βαθιά ριζωμένα στο κοινωνικό φαντασιακό της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας που ανέλαβε να πραγματώσει τις ιδιότητες του Παντοκράτορα Θεού, την παντογνωσία, την παντοδυναμία και την αθανασία, μέσα από τεχνο-επιστημονικές εφαρμογές. Η φιλοδοξία για κυριαρχία πάνω στη βιολογική ζώη, προνόμιο του Θεού για πάνω από δεκαεπτά αιώνες, κληροδοτήθηκε στον άνθρωπο της Νεωτερικότητας και σήμερα τίθεται σε πλήρη εφαρμογή μέσω της συγχώνευσης της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής, της γενετικής, της νανοτεχνολογίας και της νευροεπιστήμης. Δυο αιώνες μετά τη δημοσίευση του μυθιστορήματος της Mary Shelley, οι Βίκτορ Φρανκεστάιν του σήμερα δεν πραγματώνουν τα πάθη τους στην απομόνωση και υπό τη γενική καχυποψία. Είναι αναγνωρισμένοι ερευνητές σε αυτά τα επιστημονικά πεδία, και χρηματοδοτούνται γενναιόδωρα από εταιρείες και κρατικούς οργανισμούς, και συνεργάζονται σε διεθνή ερευνητικά δίκτυα με σκοπό να τροποποιήσουν, να επεκτείνουν, αλλά και να δημιουργήσουν νέα ζωή, ενώ είναι ανίκανοι να προστατεύσουν την υπάρχουσα. Αν η Νεωτερικότητα δημιούργησε τη φαντασιακή σημασία της κυριαρχίας πάνω στη φύση και στα ανθρώπινα όντα, ο ύστερος καπιταλισμός δημιουργεί νέα όντα και ταυτόχρονα προκαλεί τη μαζική καταστροφή ειδών που υπάρχουν στη γη εδώ και εκατομμύρια χρόνια, και πιθανόν και του ίδιου του ανθρώπινου είδους.

Το παρελθόν ως απειλή και ως ελπίδα

Εκτός από τη φύση, όπως ειπώθηκε παραπάνω, η ιδέα της προόδου, ενσαρκωμένη σήμερα από τον καπιταλισμό, υποβαθμίζει και το παρελθόν, ταυτίζοντάς το με πρωτογονισμό και βαρβαρότητα, καθώς και με φτώχεια – που συχνά συγχέεται, όπως έδειξε ο Marshall Sahlins, με την ολιγάρκεια, και η οποία έχει, τελικά, επίσης «εκσυγχρονιστεί».xxiv Πράγματι, ο καπιταλισμός «απορροφά» την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα των κοινωνιών και τις διαφοροποιεί μόνο σύμφωνα με το ρυθμό και τον βαθμό ενσωμάτωσής τους στο παγκόσμιο σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης (ως «υπανάπτυκτες», «αναπτυσσόμενες», «σε μετάβαση» «αναδυόμενες» κ.λπ.). Επιπρόσθετα, τις τελευταίες δεκαετίες, η παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και η τεχνολογική υποδομή του δημιούργησαν αυτό που ο Castells αποκάλεσε «χώρο των ροών» και «αχρονικό χρόνο».xxv Ο «χώρος των ροών» υποδηλώνει μια παγκόσμια, απο-ιστορικοποιήμενη, καπιταλιστική επικράτεια η οποία συνδέει μεγαλουπόλεις, επιχειρηματικές και χρηματιστικές δραστηριότητες, τόπους τεχνο-επιστημονικής καινοτομίας, παραγωγής, και εργασίας, και λειτουργεί μέσω κυκλωμάτων ηλεκτρονικής ανταλλαγής. Ο «αχρονικός χρόνος» δημιουργεί «το σύμπαν του πάντοτε» μέσα από τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας σε πραγματικό χρόνο και το αδιάλειπτο κυνήγι του κέρδους, καθώς και μέσω των ΜΜΕ που σαρώνουν τον πλανήτη και την ιστορία της ανθρωπότητας ενσωματώνοντας κάθε πολιτιστική έκφραση σε ένα τεράστιο «υπερκειμένο». Επίσης, η βιομηχανία του τουρισμού έχει μετατρέψει τους πολιτισμούς σε θεματικά πάρκα για τις μάζες των τουριστών-καταναλωτών που σαρώνουν τον πλανήτη για διασκέδαση και «νέες εμπειρίες», και η αξία που έχει η πολιτισμική κληρονομιά για τους κατοίκους ενός τόπου έχει αντικατασταθεί με την οικονομική αξία. Τοπικές παραδόσεις, έθιμα, αρχαιότητες, αξιοθέατα, τελετουργίες, χοροί, και τέχνες έχουν εμπορευματοποιηθεί και «Ντισνεϋοποιηθεί».

Υπό τις συνθήκες της υποβάθμισης, θόλωσης και εμπορευματοποίησης του παρελθόντος, ούτε η αναζήτηση της επιβεβαίωσης ταυτοτήτων ούτε η άνοδος των ακροδεξιών δυνάμεων στη Δύση τις τελευταίες δεκαετίες, που επενδύουν πολιτικά σε αυτήν την αναζήτηση, είναι τυχαίες. Υποδεικνύουν (μαζί με την πρόσφατη άνοδο του ισλαμισμού, με την οποία είναι αλληλένδετες) μια «επιστροφή στο παρελθόν», αν και όχι «μια επανάληψη της δεκαετίας του 1930», όπως έχει υποστηριχθεί τελευταία στον δημόσιο λόγο των Δυτικών χωρών. Το γεγονός ότι αυτή η πολιτική μετατόπιση περιλαμβάνει δυνάμεις και ενέργειες που καθοδηγούνται από τη φασιστική ιδεολογία που δημιουργήθηκε εκείνη την περίοδο στην Ευρώπη δεν συνεπάγεται βέβαια ότι πρέπει να ερμηνεύονται μέσα από τους φακούς της ίδιας περιόδου. Ο φασισμός, άλλωστε, ήταν προσανατολισμένος στο μέλλον, παρόλο που αντλούσε ρητορική από ένα μυθοποιημένο παρελθόν, με σκοπό να οικοδομήσει μια συλλογική ταυτότητα και να θεμελιώσει τον ρατσισμό και τον εθνικισμό.xxvi Η ολοκληρωτική κοινωνία που οραματιζόταν ο φασισμός ενσάρκωνε πλήρως τη σημασία της ορθολογιστικής κυριαρχίας και ελέγχου, που πάντα συνόδευε την ιδέα της προόδου, κάτι που επίσης απεικονίστηκε εύστοχα από τα μεγάλα δυστοπικά μυθιστορήματα του 20ουαιώνα.

Στη Δύση, η Ακροδεξιά του σήμερα δημαγωγεί υπέρ της επιστροφής στο παρελθόν (π.χ. της ανάκτησης της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του έθνους-κράτους, και της επιβεβαίωσης των εθνικών πολιτισμών και ταυτοτήτων), παρόλο που συνεχίζει να υπηρετεί τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, όπως και το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα. Σήμερα, στις ΗΠΑ, υποστηρίζει ανορθολογικά την αγνόησή της πανδημίας προς όφελος της οικονομίας, κάτι που οι γενναία «διασωθείσες» μεγάλες επιχειρήσεις επικροτούν, αντί για τη στήριξη των εργαζομένων από κρατικούς πόρους. Σε αντίθεση με τους προγόνους της του 20ου αιώνα, η Aκροδεξιά της σημερινής εποχής, δεν είναι ούτε ένα μαζικό ιδεολογικό κίνημα ούτε επαγγέλλεται ένα συγκεκριμένο είδος μελλοντικής κοινωνίας. Επωφελείται από την ανασφάλεια, την ταυτοτική κρίση, τη νοσταλγία (και όχι από τη μνήμη, που είναι ικανή να ανακαλεί τα εγκλήματα του φασισμού) ή από την κριτική προς την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, για να νομιμοποιεί ιδεολογικά την εκδίωξη εκείνων που προσελκύονται από τις σειρήνες του ή δραπετεύουν από τις συνέπειές του. Αυτοί προβλέπεται να είναι, όλο και περισσότερο τις προσεχείς δεκαετίες, κλιματικοί μετανάστες. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η μαζική μετανάστευση, οι αυταρχικές δυνάμεις που θα οργάνωναν την αποτροπή της, καθώς και οι πολιτικές έκτακτης ανάγκης που θα αναλάμβαναν τη διαχείριση των συνεπειών από απότομες κλιματικές αλλαγές θα μπορούσαν να επιστρέψουν τις κοινωνίες σε ένα «προ-πολιτικό» παρελθόν, και οι φυσικές συνθήκες που θα προέκυπταν από τέτοιες καταστροφές θα μπορούσαν να τις επιστρέψουν στο προϊστορικό παρελθόν.

Ωστόσο, το παρελθόν διαφαίνεται επίσης ως ελπίδα, καθώς περιέχει δημιουργίες που μπορούν να αξιοποιηθούν για την ανα-θέσμιση των κοινωνιών μακριά από το δόγμα της προόδου. Παραδείγματα, οι πρωτοβουλίες προστασίας και ανάκτησης των οικοσυστημάτων, η βιολογική γεωργία, η επανα-ανακάλυψη της κοινοτικής ζωής, η επανα-τοπικοποίηση της οικονομίας, η διατήρηση μορφών κοινοτικής ζωής και αλληλεγγύης, η αποκατάσταση της δια-γενεακής ευθύνης από το κίνημα για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, και, γενικά, η αναζωογόνηση της πολιτικής εναντίον της αντίληψης ότι απλώς νέες τεχνολογίες θα αποκαταστήσουν ό,τι κατέστρεψαν οι παλαιότερες. Το παρελθόν μπορεί να αποτελέσει πηγή ελπίδας εφόσον ενεργοποιεί τη μνήμη, η οποία μπορεί να το επανασυνδέσει με το παρόν και το μέλλον, αποκαθιστώντας την αίσθηση του ιστορικού γίγνεσθαι. Με άλλα λόγια, η μνήμη, σε αντίθεση με τη νοσταλγία, είναι ουσιαστικής σημασίας για την αναστοχαστική δράση, καθώς αντλεί εμπειρία από το παρελθόν για να αναθεσμίσει πολιτικά το παρόν και το μέλλον.


i# Elizabeth Kolbert, Field Notes from a Catastrophe: Man, Nature, and Climate Change. Νέα Υόρκη, Bloomsbury (2006), σ. 187.

iv# Zigmund Bauman και Aleksandra Kania, «The West meant to be declining», Thesis Eleven, 149/1, σ. 91-99.

vi# Steven Pinker, Enlightenment Now: The Case for Reason, Science, Humanism and Progress. Allen Lane, Milton Keynes, 2018.

vii# John B. Bury, The Idea of Progress: An Inquiry into Its Origin and Growth, Middlesex, The Echo Library (2014/2006).

xii# Αυτ., σ. 118 και 83

xv# GPMB (2019). A World At Risk: Annual Report On Global Preparedness for Health Emergencies. Global Preparedness Monitoring Board. September 2019. https://apps.who.int/gpmb/assets/annual_report/GPMB_annualreport_2019.pdf

xvi# Gates, B. (2015). The Next Outbreak? We Are Not Ready. TED. YouTube. https://www.youtube.com/watch?v=6Af6b_wyiwI

xvii# Klippenstein, K. (2020). The Military Knew Years Ago That A Coronavirus Was Coming. The Nation. 1/4/2020.

xviii# CEO (2020) ‘In the Name of Innovation: Industry controls billions in EU research funding, de-prioritises the public interest’. Corporate Europe Observatory. https://corporateeurope.org/en/in-the-name-of-innovation

xix# Lawson, A. (2020). Taxpayers Funded COVID-19 Research, And Big Pharma Profited. The Real News Network. (16/4/2020) https://therealnews.com/stories/taxpayers-fund-coronavirus-research-nih-gilead-orphan-drug-status

xx# Osterholm, M. (2020). Joe Rogan Experience#1439 – Michael Osterholm. YouTube. https://www.youtube.com/watch?v=E3URhJx0NSw

xxi# Horton, R. (2020). Coronavirus is the greatest global science policy failure in a generation. The Guardian, 9/4/2020. https://www.theguardian.com/commentisfree/2020/apr/09/deadly-virus-britain-failed-prepare-mers-sars-ebola-coronavirus

Ανασυγκρότηση υποκειμένου, ένα παράδειγμα προοπτικισμού, κύριος και δούλος σε Nietzsche και Hegel

Ανασυγκρότηση υποκειμένου, ένα παράδειγμα προοπτικισμού, κύριος και δούλος σε Nietzsche και Hegel.

Μία από τις βασικότερες τομές μέσα στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας της σκέψης, που μας προσφέρει ο Nietzsche, αφορά την αλλαγή που επιφέρει με τον τρόπο που συλλαμβάνει τη συγκρότηση του υποκειμένου. Το γνωσιακό υποκείμενο έως εκείνη τη στιγμή συλλαμβάνεται από την παραδοσιακή φιλοσοφία, ως ένα οριστικά δεδομένο σχήμα, το οποίο όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο Foucault «…αναγνώριζε (η φιλοσοφία) αφενός ως καταγωγικό θεμέλιο της γνώσης, αφετέρου ως σημείο εμφάνισης της αλήθειας.»218.

Το νεωτερικό, ορθολογικό υποκείμενο που βρίσκει το απόγειό του στην καντιανή σκέψη, όταν η γνώση γίνεται αποτέλεσμα του συγκροτησιακού χαρακτήρα του υποκειμένου, το γνωστικό δηλαδή προϊόν είναι μόνον αυτό το φαινόμενο που ανακατασκευάζει το υποκείμενο με βάση την αισθητηριακή εμπειρία του και τη διανοητική του ικανότητα, έρχεται να χάσει την αίγλη του μέσα στη σκέψη του Nietzsche.

Όπως αναφέρει o Foucault: «Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να διερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο επιτελείται η συγκρότηση όχι ενός οριστικά δεδομένου υποκειμένου από το οποίο θα εκπορευόταν υποτίθεται η αλήθεια, αλλά ενός υποκειμένου που συγκροτείται εντός της ιστορίας και το οποίο δομείται και αναδομείται ακατάπαυστα από την ιστορία.»219.

Για τον Nietzsche δεν υφίσταται ένα a priori συγκροτημένο υποκείμενο γνώσης το οποίο θα μας εγγυηθεί λόγω της τυπικής του ταυτότητας [Εγώ = Εγώ], ανεξαρτήτως της εμπειρίας και της αλλαγής που επισυμβαίνει σε αυτή, ότι είναι αυτό που νομιμοποιείται να γνωρίσει και να κατέχει την έγκυρη, τη μία και μοναδική αλήθεια, η οποία αντικειμενικοποιείται διυποκειμενικά. Αντιθέτως βλέπουμε το απροσδιόριστο του Νεχαμά και το ανολοκλήρωτο του Foucault σε σχέση με την προοπτική απόδοση της έννοιας της ερμηνείας, να παίρνει σάρκα και οστά στη

νιτσεϊκή συγκρότηση αυτού του εν εξελίξει [εν κινήσει] υποκειμένου, που έχει πάντα μέσα του τη διονυσιακή ορμή, την ορμή για ζωή που το κινεί να πράττει. Αυτή η ορμή στο τέλος θα είναι πάντα μια Βούληση για δύναμη ή ακόμα καλύτερα, αν εξελιχθεί αυτό το υποκείμενο στο συνειδησιακό σχήμα του Υπεράνθρωπου, μια καθαρή Δύναμη.

Στη νιτσεϊκή σκέψη όπως παρατηρούμε, τα πράγματα ενέχουν κίνηση και αλληλόδραση με το περιβάλλον τους, επομένως και το υποκείμενο συγκροτείται εντός της εμπειρίας και της ιστορικής εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, χωρίς ποτέ να σταματάει αυτή η δόμηση και η αναδόμησή του.

«Είναι ουσιώδες να μην κάνουμε λάθος για τον ρόλο της «συνείδησης»: αυτή εξελίχθηκε από τη σχέση μας με τον «εξωτερικό κόσμο»… Συνήθως η συνείδηση λαμβάνεται σαν το γενικό κέντρο των αισθήσεων και ανώτατο δικαστήριο· αντίθετα είναι μόνο ένα μέσο επικοινωνίας: εξελίχθηκε μέσω της κοινωνικής συναλλαγής και εν όψει των συμφερόντων της κοινωνικής συναλλαγής…»220.

Ο Nietzsche θεωρεί ότι η φιλοσοφία δεν έθεσε στο σωστό τους ρόλο τη λογική και τις κατηγορίες του λογικού, έτσι ώστε να τα χρησιμοποιήσει ως μέσα για την κατηγοριοποίηση, για τη «διευθέτηση του κόσμου για ωφελιμιστικούς σκοπούς»221, αντιθέτως πίστεψε ότι κατάφερε να έχει μέσω και εξαιτίας της λογικής «το κριτήριο της αλήθειας και της πραγματικότητας»222. Θεώρησε δηλαδή ο άνθρωπος τον εαυτό του ως το μέτρο των πραγμάτων, το οποίο είναι ικανό να καθορίσει το «πραγματικό» έναντι του «μη πραγματικού».

Άκρως ενδιαφέροντα για το θέμα μας, είναι επίσης όσα αναφέρει ο Nietzsche στη Θέληση για δύναμη223, σχετικά με το ότι έχουμε δημιουργήσει ένα γνωσιακό υποκείμενο που πράττει και ποιες είναι οι συνέπειες αυτής μας της δημιουργίας. Πιο αναλυτικά, η σχέση αιτίας και αποτελέσματος είναι απόρροια της δημιουργίας υποκειμένων υπό την έννοια του πράττοντος. Ακριβώς επειδή έχουμε δημιουργήσει αυτή την έννοια ενός υποκειμένου που πράττει υπάρχει χώρος και για να νοήσουμε τις πράξεις του ως αποτέλεσμα ενός καταναγκασμού που του ασκείται κάθε φορά. Όμως και η ίδια η αναγκαιότητα για τον Nietzsche «δεν είναι γεγονός αλλά ερμηνεία»224.

Η ερμηνεία με βάση την αιτιότητα, όπως υποστηρίζεται από τον Nietzsche είναι μια απάτη και είναι ακριβώς αυτό το γεγονός, ότι αντιλαμβανόμαστε δηλαδή τα συμβάντα ως αποτελέσματα κάποιων αιτίων, που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένα «υποκείμενο» και ένα «αντικείμενο» ή «κατηγόρημα». Βέβαια παρόλο που γλωσσικά δεν ξέρουμε με ποιον τρόπο να απαλλαχτούμε από αυτές τις διακρίσεις, επί της ουσίας δεν υπάρχουν. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αν σκεφτώ έναν μυ ξέχωρα από τα «αποτελέσματά» του, τον αρνούμαι…»225. Για τον Nietzsche το «δήθεν ένστικτο της αιτιότητας» δεν είναι τίποτα άλλο από το φόβο μας για το άγνωστο και από την κρυφή μας επιθυμία να βρίσκουμε σε ό,τι το καινούριο κάτι το οικείο σε εμάς, ένα με άλλα λόγια αίτιο που να μας οδηγεί κάθε φορά στο «καινούριο» αποτέλεσμα226.Επομένως βλέπουμε σε αυτά τα χωρία, το υποκείμενο να παρουσιάζεται ως μια ερμηνευτική προσέγγιση του ανθρώπου, ως ένα «πλάσμα της φαντασίας μας»227. Εάν όντως συμβαίνει αυτό, παραμερίζοντας την έννοια του υποκειμένου που παράγει αποτελέσματα θα πρέπει να αφήσουμε στην άκρη και το αντικείμενο πάνω στο οποίο παράγονται αυτά τα αποτελέσματα.

«Τέλος χάνεται και το «πράγμα καθ’ εαυτό», επειδή αυτό είναι κατά βάθος η σύλληψη ενός «υποκειμένου καθ’ εαυτού». Έχουμε όμως καταλάβει ότι το υποκείμενο είναι πλάσμα της φαντασίας. Η αντίθεση «πράγμα καθ’ εαυτό» και «φαινομενικότητα» είναι αβάσιμη· μ’ αυτό όμως εξαφανίζεται και η έννοια της «φαινομενικότητας».228».

Συνέπεια όλων αυτών θα είναι να χάσουμε ακόμα πιο θεμελιώδεις έννοιες, όπως είναι αυτή της ουσίας αλλά και της ύλης και του πνεύματος. Έτσι ο κόσμος που έχει χάσει την υλικότητά του, δεν μπορεί παρά από την ηθική οπτική γωνία να γίνεται ψευδής, αλλά ακόμα και η ίδια η ηθική καταλήγει να είναι ψευδής στο μέτρο που ανήκει σε αυτό τον ψευδή κόσμο229.

Η Βούληση για αλήθεια είναι αυτή που καλείται τώρα να στερεοποιήσει, να δώσει διάρκεια και αξίωση αλήθειας στην πραγματικότητα που έχει καταποντιστεί μέσα στο ψεύδος. Να άρει δηλαδή τον ψευδή χαρακτήρα των πραγμάτων, να τους δώσει έναν σκοπό, ένα λόγο ύπαρξης. Η αλήθεια επομένως «δεν είναι κάτι που υπάρχει εκεί καιπου πρέπει να βρεθεί ή να ανακαλυφθεί, αλλά κάτι που πρέπει να δημιουργηθεί»230. Η«αλήθεια» για τον Nietzsche εισάγεται ως processus in infinitum [ατέρμονηδιαδικασία], ως δηλαδή ένα ατέρμονο ενεργό καθορίζειν της πραγματικότητας και όχιως μια συνειδητοποίηση κάποιου πράγματος που είναι ήδη από μόνο του στέρεο καικαθορισμένο231. Αυτή η βούληση για αλήθεια όπως περιγράφεται εδώ, ως ενεργό καθορίζειν είναι μια μάσκα της ίδιας της Βούλησης για Δύναμη.

Ο άνθρωπος προϋποθέτει μια κανονικότητα και μια διάρκεια στο πώς εξελίσσονται τα πράγματα και πάνω σε αυτή την προϋπόθεση θεμελιώνεται η ζωή, η οποία και φαίνεται να ισχυροποιείται μέσα από την αύξηση του εύρους της πραγματικότητας που μπορούμε να γνωρίσουμε, που μπορούμε δηλαδή να αποδώσουμε Είναι. «Η λογικοποίηση, ο εξορθολογισμός, η συστηματοποίηση ως βοηθητικά μέσα της ζωής.»232.

Η ενόρμηση του ανθρώπου για αλήθεια, η οποία είναι αυτή που καθορίζει την πραγματικότητα, όπως προανέφερα, προβάλλεται από τον άνθρωπο ως κάτι που είναι έξω από αυτόν· ως ένας κόσμος έξω από τον εαυτό του, στον οποίο όμως αυτός αποδίδει Είναι, «σαν κόσμος που ήδη υπάρχει».

«Οι ανάγκες του ως δημιουργού επινοούν τον κόσμο πάνω στον οποίο δουλεύει, τον προεξοφλούν· αυτή η προεξόφληση (αυτή η «πίστη» στην «αλήθεια») είναι το στήριγμά του.»233.

 

Αυτή η προεξόφληση και το γεγονός ότι αποδίδουμε ευθύνη για την ύπαρξή μας και τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε στον κόσμο, σε κάτι έξω από εμάς, είτε το ονομάζουμε Θεό, είτε Φύση και να μη μας βλέπουμε απλώς ως διαρκή έκφραση της Δύναμης και τίποτα άλλο, μας οδηγεί κατά τον Nietzsche στο να «διαστρέφουμε μέσα μας την αθωότητα του γίγνεσθαι.»234. Θυσιάζουμε αυτή την αθωότητα του γίγνεσθαι για να μην είμαστε μόνοι και αδύναμοι, να «έχουμε κάποιον που θέλει να πετύχει κάτι μέσω ημών και μαζί με μας.»235, αλλά ουσιαστικά αυτό είναι που μας κάνει αδύναμους και μας απομακρύνει από μια υγιή και εύρωστη έκφραση της δύναμή μας. Υπό αυτές τις συνθήκες το είδος καταλήγει να είναι τόσο προσωρινό, όσο και το άτομο και αυτή η πολυπόθητη διατήρηση του είδους δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σκαλοπάτι στην εξελικτική σκάλα του είδους. Διατηρείται δηλαδή σε αυτή την κατάσταση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μέχρι να ξεπεραστεί από έναν εξελικτικά ισχυρότερο τύπο, από ένα εξελιγμένο συνειδησιακό σχήμα, τον Υπεράνθρωπο. «Εκείνοι που έχουν την περισσότερη έγνοια ρωτούν σήμερα: ‘‘πώς θα γίνει να διατηρηθεί ο άνθρωπος;’’ Ο Ζαρατούστρα όμως ρωτά, ως ο μοναδικός και ο πρώτος: ‘‘πώς θα ξεπεραστεί ο άνθρωπος;’’…»236.

Ο Nietzscheστη ΓτΗ, επικεντρώνεται στη συγκρότηση αυτού του υποκειμένου, που δεν έχει συγκροτηθεί aprioriκαι στην γενεαλογική έρευνα και παρατήρηση της εξέλιξής του μέσα στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, δείχνοντάς το μάλιστα μέσω της αναστροφής των ηθικών αξιών που παρατηρεί ότι έχει συμβεί μέσα στην εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών.
Μας παρουσιάζει στη ΓτΗ, τον «κύριο» και τον «δούλο», που αποτελούν σε πρώτη ανάγνωση τους δύο μέχρι τώρα, ηθικούς τύπους ανθρώπου αλλά εξετάζοντας τους βαθύτερα μπορούμε να τους συλλάβουμε και ως δύο συνειδησιακά σχήματα, που στρέφουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις τη Βούλησή τους για δύναμη237. Μέσα από αυτά τα συνειδησιακά σχήματα μπορούμε να εξάγουμε σημαντικά συμπεράσματα για το τι εννοεί ακριβώς με αυτό το ψυχολογικό υποκείμενο ο Nietzsche. Το γεγονός ότι συλλαμβάνει το υποκείμενο με ψυχολογικούς όρους, του δίνει τη δυνατότητα να περιγράψει την κίνηση και τους μετασχηματισμούς του και να μας δείξει πώς αυτού του τύπου το υποκείμενο αποτελεί απόρροια και συνάμα «δημιουργό» της προοπτικής αντίληψής του. Ταυτόχρονα μέσα από την παρουσίαση της μεταστροφής των εννοιών του «καλού» και του «κακού» παίρνουμε ένα πολύ διαφωτιστικό παράδειγμα για το τι εννοεί ο Nietzscheόταν μιλάει για προοπτικισμό, αλλά και για το πώς μπορεί να επέλθει μια αλλαγή της προοπτικής ερμηνείας μέσα σε κάθε διαφορετικό κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο.

Σε πρώτη φάση στη ΓτΗ περιγράφεται η νοηματοδότηση των εννοιών πριν επισυμβεί η μεταστροφή τους. Στο Δοκίμιο Ι βλέπουμε αρχικά τον «καλό»238της πρώτης αυτής φάσης, να είναι ο άνθρωπος που καταφάσκει την ίδια του την ύπαρξη, ο άνθρωπος της δράσης. Ένα ρωμαλέο αρχέγονο αρχέτυπο, όπου κατακλύζεται από ενέργεια και δύναμη, ψυχολογική αλλά και σωματική239. Στις περιγραφές του Nietzscheη κάθε κοινωνική θέση προκαλεί ως συνέπεια και μια ψυχολογική κατάσταση, η ψυχολογική κατάσταση του αρχέγονου αυτού «καλού» είναι η αυτοκατάφαση. Ορίζει ο ίδιος το τι είναι «καλό» μέσα από το δικό του τρόπο ύπαρξης. Αυτός είναι το μέτρο και δε χρειάζεται να συγκρίνει τον εαυτό του με κάτι εξωτερικό για να καταλήξει αν είναι καλός σε σχέση με αυτό. Η ευγένεια και η τιμή τους απορρέει από τη θεϊκή τους καταγωγή, έτσι η έννοια «καλός» ενσαρκώνει την ύπαρξη ενός τύπου ανθρώπου.

«…η κρίση ‘‘καλό’’ δεν προέρχεται από εκείνουςστους οποίους έχει γίνει η ‘‘καλοσύνη’’! Οι ίδιοι οι ‘‘καλοί’’ μάλλον, δηλαδή οι ευγενείς, δυνατοί, με υψηλή κοινωνική θέση και υψηλό φρόνημα, είναι εκείνοι που θεώρησαν τον εαυτό τους ‘‘καλό’’ και τις πράξεις τους ‘‘καλές’’, δηλαδή πρώτης τάξης, σε αντίθεση με καθετί ταπεινό, ευτελές, αγοραίο και πληβείο. Ξεκινώντας από αυτό το πάθος της απόστασης, απόκτησαν το δικαίωμα να δημιουργούν αξίες και να δίνουν ονόματα στις αξίες…»240. Ο γενναίος «καλός» θα ονομάσει τον πληβείο και δειλό, ως άσχημο241[δε θα τον ονομάσει κακό (bös(e)), αλλά μη έχοντα σχήμα, απλοϊκό (schlicht)με την έννοια του επιρρεπούς σε εξωγενείς δυνάμεις, και άρα αδύναμο στο να εκφράσει δύναμη] που θα ετεροκαθορίζεται απότο «πάθος της απόστασης»του δυνατού.Ο «άσχημος», οοποίος θα αυτοπροσδιοριστεί ως ο αδύναμος έχει τα αντίθετα χαρακτηριστικά από τον καλό όσον αφορά τα ψυχικά του χαρακτηριστικά. Αυτός δεν δρα, αλλά αντιδρά. Έχει ανάγκη να έχει έναν εχθρό απέναντί του, έτσι ώστε να προσδιορίζεται η ύπαρξή του.Χρειάζεται να ετεροκαθορίζεται αν και σε καμία περίπτωση δεν είναι οντολογικά αδύναμος, αλλά έχει αποδεχθεί τον ορισμό του από τον «καλό» και μάλιστα αυτή την άποψη την ενσωματώνει, παρόλο που είναι εξωτερικά προσδιορισμένη και καταλήγει να αυτοθυματοποιείται.

Ο Nietzscheθεωρεί ότι όλοι έχουμε Βούληση για δύναμη και η δύναμη αυτή μπορεί να εκφραστεί είτε θετικά, είτε αρνητικά. Ο «άσχημος» πείθει τον εαυτό του για την αδυναμία του και αποτέλεσμα αυτού είναι η δύναμή τουναστρέφεται στη μόνη λανθάνουσα δράση που αναπτύσσει, την αντίδραση. Η δύναμη ενέχει στο χαρακτήρα της την επιθετικότητα, την ορμή, επομένως είναι φύσει αδύνατο αυτή ηδύναμη να μην εκφραστεί, απλά όσο περισσότερο αδύναμος νιώθει κάποιος, τόσο πιο προσωπικήθα θεωρήσει την επίθεση που θα δεχτεί από τη δύναμη του ισχυρότερου. Ο «άσχημος» τρέφεται από τη σύγκρουσή του με τον ισχυρό και αποκτά ταυτότητα μέσα από τον εχθρό του. Ενώ ο «καλός» είναι γεμάτος από τις δικές του δραστηριότητες και κρατάει μια απόστασηαπό τον «άσχημο». Ο ψυχικά αδύναμος είναι αυτός που θα ορίσει τον αρχικά «καλό», ως «κακό», λόγω της κατωτερότητας που νιώθει απέναντί του. Βλέπουμε δηλαδή ότι έχουμε να κάνουμε με καθαρά ψυχο-κοινωνικούςπροσδιορισμούς, που απορρέουν από την κατάσταση και τη θέση που βρίσκεται ο καθένας μέσα στην κοινωνία, με άλλα λόγια από την προοπτική σκοπιά του.

Το προαναφερθέν σχήμα των ψυχο-κοινωνικώνπροσδιορισμών που αναπτύσσει τις έννοιες του «καλού» -«άσχημου» -«κακού» θα έρθει η στιγμή μέσα στην ιστορική και κοινωνική εξέλιξη που θα πληρούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις και θα αναστραφεί, θα επέλθει δηλαδή μια αλλαγή της προοπτικής ερμηνείας. Ο Nietzsche αυτή την μεταστροφή θα την περιγράψει ως την τυραννία των αδύναμων, την επιβολή της ηθικής των ψυχικά, όχι αντικειμενικά, αδύναμων, που θα οδηγήσει στην ανάδυση και εξάπλωση της μνησικακίας.

Η διαδικασία της αναστροφής θα συμβεί αργά και σταθερά. Ο «άσχημος» έχει τεράστια δύναμη αντίδρασης, λόγω της καταπίεσης που επιβάλλει στον εαυτό του και του αισθήματος κατωτερότητας που βιώνει. Έτσι μέσα στην εξέλιξη των κοινωνιών αρχίζει να παράγει τώρα αυτός αξίες που είναι αποτέλεσμα μιας μίξηςδημιουργίας και αντίδρασης, όπου ο αδύναμος καταφέρνει να επιβάλλει ως αξία την δική του κατάσταση. Επομένως, τώρα ως«καλός» ορίζεται αυτός που είναι αδύναμος, δειλός και με νιτσεϊκούς όρους, αυτόςπου δεν καταφάσκει την ύπαρξή του. Βλέπουμε αυτόν τον «καλό»της δεύτερης φάσης να μετατρέπειτην αίσθηση κατωτερότητάς του σε ένα εσωτερικό δηλητήριο –που δεν είναι άλλο από την μνησικακία –το οποίο τον οδηγεί σε κάθε του κίνηση.

Ο μνησίκακος δεν αντιδρά άμεσα για να εκδηλώσει αυτό που αισθάνεται, αλλά τοεσωτερικεύει, το κρατάει στη μνήμη του και εν συνεχεία θέτει όλη τη δημιουργική ενέργεια της νοημοσύνης του στην υπηρεσία της εκδίκησης και της αντεπίθεσής του, με έναν ορθολογικό όμως τρόπο. Ο αρχέγονος «καλός» φαντάζει αφελής μπροστά στον πονηρό «καλό» της δεύτερης φάσης. Για τον Nietzscheη σύγχρονη νεωτερική ορθολογικότητα, ο υπολογιστικός και μεθοδικός Λόγος, βρίσκει τα πατήματά του πάνω στο έδαφος της μνησικακίας. Σε αυτή τη διαδικασία που περιγράφει ο Nietzsche βλέπουμε εκτός των άλλων, μια αντίθεση ακόμα και στη δαρβινική άποψη περί της εξέλιξης των ειδών, όπου η φυσική επιλογή δίνει πλεονέκτημα, ως προς την επιβίωση, στον δυνατό, αφού σε αυτή την περίπτωση ο (ψυχικά) αδύναμος επικρατεί του δυνατού.

Ο αδύναμος, για τον Nietzsche γίνεται πλέον ο δούλος, μια δουλική ψυχοσύνθεση,που θυματοποιεί τον εαυτό του, λόγω της ανάγκης του για αναγνώριση, με στόχο την απόκτηση εξουσίας, εφόσον δεν μπορεί να κυριαρχήσει και να καταλάβει την εξουσία με την πραγματική του δύναμη, από αυτόν που έχει θέσει απέναντί του ως κύριο, ως τον «κακό» τώρα. Φτάνει στο σημείο να καταστείλει τη ζωογόνα δύναμή του με αντάλλαγμα να αποκτήσει εξουσία και αναγνώριση, προχωρώντας μάλιστα και ένα βήμα παραπάνω όταν στοχεύει στην παγίδευση των άλλων μέσω της ενοχής για να τους ελέγχει242.

Η ορολογία του «κυρίου» και του «δούλου» που καταλήγει να χρησιμοποιεί στη ΓτΗ ο Nietzsche, θέλοντας να περιγράψει δύο ηθικούς τύπους ανθρώπου αλλά και δύο ψυχολογικές συνειδήσεις στα δικά μου μάτια, δεν μπορεί να μη μας θυμίσει τον αφέντη [κύριο] και το δούλο του Hegel.

Ο Hegel στη Φαινομενολογία του Πνεύματος εξετάζει αρχικά τον αφέντη και το δούλο ως τα δύο πρώτα σχήματα της αυτοσυνειδησίας, περιγράφοντας την «κίνηση του αναγνωρίζειν»243. Η αυτοσυνειδησία βλέπει τον εαυτό της ως τέτοια, βασιζόμενη στην αναγνώριση της από μια άλλη αυτοσυνειδησία. Παρόμοια θα λέγαμε εδώ,με τον ετεροκαθορισμό που βιώνει και ο δούλος του Nietzsche. Όμως και ο νιτσεϊκός κύριος ετεροκαθορίζεται στη δεύτερη φάση–μετά δηλαδή απότη μεταστροφή των αξιών –από το δούλο, αφού είναι μόνο κύριος κατ’ επίφαση. Τίθεται εκεί,έτσι ώστενα εξυπηρετεί τηλειτουργία ενός αντίπαλου δέοντος για τονμνησίκακο δούλο, που έχεικαταφέρει νακάμψει με την μεταστροφή των αξιών και τη δύναμη του κυρίου, τον έχει διαστρεβλώσει.

Κατά τον Hegel, σε αντίθεση με τον Kant αλλά και με τον Descartes, η αλήθειατης αυτοσυνείδησης είναι διαμεσολαβημένη, δεν είναι μια αυτοεπιβεβαίωση. Η αναγνώριση μεταξύ αφέντη και δούλου έχει γνωστικό χαρακτήρα και σημαίνει ότι αναγνωρίζεται η θέση κάποιου, είτε θετικά, είτε αρνητικά, μέσα στο όλον· αναγνωρίζομαι, σημαίνει συνδέομαι με ένα δίκτυο σχέσεων και γνωρίζω τον εαυτό μου μέσω των άλλων, η ύπαρξή μου διαμεσολαβείται. Όπως και στον Nietzsche δηλαδή, μιλάμε και εδώ για μια προοπτική συνείδηση, η οποία είναι ιστορική και σχετική και όχι μια κενή, φορμαλιστική συνείδηση. Η έννοια της σχετικότητας [σχεσιακότητα], δηλαδή ενός προοπτικισμού με άλλα λόγια, μεθοδολογικά εφαρμόζεται ήδη από τη φιλοσοφική θεώρηση του Hegel, αν και θεμελιώνεται σε μία διαφορετική έννοια ιστορικότητας, από αυτή που βρίσκουμε στην νιτσεϊκή αντίληψη. Στον Hegelη ιστορικότητα είναι εξελικτικήυπό ένα πρίσμα προόδου, αντιθέτως στον Nietzsche βλέπουμε να καταλήγει το ταξίδι της ιστορικής εξέλιξης σε μια παρακμή [decadence].Ο Nietzsche σπάει την εγελιανή διαλεκτική της εξέλιξης, δεν μιλάει σε καμία περίπτωση για μια προοδευτική ανάπτυξη ενός νέου κοινωνικού στρώματος, αλλά για το ενδεχόμενονα σπάσει η επανάληψη ενός φαύλου κύκλου εξουσίας μεταξύ των εκάστοτε «δυνατών» και «αδύναμων». Φυσικά αυτό το ενδεχόμενο σπάσιμο του κύκλου δεν είναι νομοτελειακό,μιας και είναι δυνατό να μη συμβεί ποτέ,δεν είναι η πορεία του Λόγου, του Πνεύματος μέσα στην ιστορία, αλλά περιγράφεται πιο πολύ ως μια αιφνίδια απεμπλοκή σε ένα ατομικό επίπεδο ή πιο συλλογικά,στην δυνατότητα δημιουργίας ενός άλλου συνειδησιακού σχήματος, ενός άλλου τύπου ανθρώπου.

Ο ίδιος ο Nietzsche δεν είναι ένας παρακμιακός μηδενιστής, όπως συχνά υποστηρίζεται, αν καιείναι απόλυτα σαφές,ότι εμπνέεται από τη νόσο του μηδενισμού, από όλα όσαδηλαδή παρακμάζουν και χάνονταιμέσα στην κοινωνικό –πολιτικό –ιστορική εξέλιξη των αξιών του ανθρώπου. Παρόλο μάλιστα πουσε έναπρώτο επίπεδο ερμηνείαςδεν προσφέρει θετικές αποφάνσειςγια τη σωτηρία του κόσμου από το μηδενισμό, μηθέλοντας όπως φαίνεταινα παίξει το γιατρό που φέρνει τη θεραπεία για την ασθένεια της ανθρώπινης σκέψης δίνοντας συνταγές και έτοιμες λύσεις, καταφέρνει να βγει επιτυχώς από την παγίδα ενός άκρατου μηδενιστικού πεσιμισμού, επικεντρώνοντας την προσοχή του στη δυνατότητα του ανθρώπου να για μια θετική αυτοπραγμάτωση.

Αυτή την πορεία προς την αυτοπραγμάτωση, προς την αυτοσυνειδησίαμε εγελιανούς όρους, την βλέπουμε και στην εγελιανή σκέψη, ακόμα και αν τη στιγμή που ολοκληρώνεται κάθε φορά σε ένα βαθμό, ταυτόχρονα αποτελεί παρελθόν, αλλά και τη νέα βάση μέσα στο διαρκές της εξέλιξης του γίγνεσθαι. Ο Hegelθεωρεί ότι η αυτοσυνειδησία έρχεται μέσα από μια πορεία έκθεσης στην εμπειρία και η ελευθερία χτίζεται μέσα από τις εμπειρίες της ζωής και κυρίως μέσα από την εμπειρία του θανάτου. Γίνεται ένας αγώνας ζωής και θανάτου [πραγματικός, κοινωνικός, ψυχολογικός]μέσω του οποίου αλληλοεπαληθεύονται οι δύο αυτοσυνειδησίες. Πρέπει να επαληθεύσουν στον εαυτό τους και στον άλλο, τη βεβαιότητά τους για τον εαυτό τους, ότι υπάρχουν δηλαδή, καθαυτές, ως προσδιορισμένες αρνήσεις του εαυτού τους (και του άλλου) και όχι ότιαπλά ζουν υπό την έννοια μιαςαπλής επιβίωσης. Ακριβώς εδώ έγκειται και η ελευθερία τους, το να καταφέρουν με άλλα λόγια να αυτοκαθοριστούν. Το άτομο που δε θα διακινδυνεύσει τη ζωή του και άρα δε θα δημιουργήσει σχέση,θα αναγνωρισθεί μόνο ως πρόσωπο, αλλά δε θα έχει πετύχει την αναγνώριση του ως αυτοδύναμης αυτοσυνειδησίας.

Ο θάνατος είναι πολύ σημαντικός για τη διαμόρφωση της συνείδησης στη σκέψη του Hegel και νοείται είτε ως ο φυσικός θάνατος, είτε ως αποξένωση. Μέσα από το φυσικό θάνατο ή από το θάνατο της σχέσης μεταξύ των δύο, καταλήγουν οι δύο αυτοσυνειδησίες να χάνουνκαι τη σχέσητους με τον εαυτότους. Η σχέση με τον εαυτό τους γίνεται πλέον αυτοκαταναλωτική, αφού εκλείπει οποιαδήποτε άλλη συσχέτιση244. Τελικά όμως, στη φιλοσοφική θεώρηση του Hegel,τα άτομα μπαίνουν σε σχέση, επιβιώνουν και αναπόφευκτα δημιουργείται μία σχέση κυριαρχίας μεταξύ δύο σχημάτων αυτοσυνειδησίας, μία σχέση αφέντη και δούλου245.Οποιαδήποτε σχέση που είναι εξουσιαστική [καταναλωτική]έχει αυτή τη μορφή.

Ο αφέντης είναι αυτός που έχει διακινδυνεύσει τη ζωή του· η αυτοσυνειδησία που υπάρχει για τον εαυτό της, όχι όμως πια μόνον ως έννοια, διότι είναι προσδιορισμένη αυτοσυνειδησία, αφού μεσολαβείται από μια άλλη αυτοσυνειδησία, αυτή του δούλου. Ο αφέντης ασκεί εξουσία πάνω στο δούλο, αλλά και πάνω στο πράγμα, μετά τη νίκη του στη μάχη του θανάτου. Το πράγμα είναι αντικείμενο επιθυμίας για τον αφέντη και το απολαμβάνει, ενώ ο δούλος246 εργάζεται με αυτό και σχετίζεται μαζί του με όρους ουσίας. Δουλεύονταςεπομένως ο δούλοςπάνω στο πράγμα,το αντιμετωπίζει ως κάτι ζωντανό, που το μετασχηματίζει με τη δουλειά του, έτσι το πράγμα διατηρεί την ανεξαρτησία του· ο δούλος όμως είναι εξαρτώμενος από το πράγμα και χάνει την ελευθερία του.

Ο αφέντης σχετίζεται διαμεσολαβημένα με τον δούλο μέσω ενός ανεξάρτητου πράγματος, το οποίο και εξασφαλίζει την κυριαρχία πάνω στο δούλο. Ο αφέντης [82]όμως έχει μία άμεση, παθητική, εξωτερική σχέση με το πράγμα, αφού μόνο το καταναλώνει, ενώ ο δούλος έχοντας αποκτήσει ουσιαστική σχέση μαζί του, μαθαίνει από αυτό, εξελίσσεται μέσα από τη εργασία του, σε αντίθεση με τον αφέντη που παγιδεύεται μέσα στην εξουσία του. Ο δούλος δεν μπορεί να αρνηθεί τελείως το πράγμα, αφού ό,τι κάνει είναι στην πραγματικότητα ενέργεια του αφέντη. Η δουλική συνείδηση δεν μπορεί να επιτύχει παντελή άρνηση του πράγματος, ενώ ο αφέντης φτάνει σε σημείο όπουαρνείται τελείως247 και το πράγμα και τον δούλο· και τα δύο είναι ανούσια για αυτόν.

Η σχέση εξουσίας είναι μία εξωτερική, αρνητική σχέση και είναι αυτή η παγίδα την οποία πέφτει ο αφέντης και χάνει την ελευθερία του. Αναγνωρίζει τον εαυτό του ως απόλυτη εξουσία απέναντι στο δούλο και στο πράγμα και πετυχαίνει την αναγνώρισή του στον άλλο, δηλαδή στο δούλο, όμως ο ίδιος δεν αναγνωρίζει το δούλο ως ισότιμό του, ως αυθύπαρκτη αυτοσυνειδησία. Όμως για να υπάρχει ουσιαστική αναγνώριση, πρέπει να είναι αμφίδρομη και μεταξύ ισοτίμων, αλλιώς έχουμε ένα μονομερές και άνισο αναγνωρίζειν248. Εδώ λοιπόν επιτελείται μια αναστροφή· η αλήθεια του αφέντη κερδίζεται από τη σχέση του με τον «ανούσιο» για αυτόν δούλο, πράγμα που σημαίνει ότι είναι μια ανούσια αναγνώριση, που δεν μπορεί να τον ικανοποιήσει, παρά μόνο να τον αποδομήσει ως αφέντη249.

Ο δούλος, που αναγνωρίζει αρχικά μόνο τον άλλο ως αυτοσυνειδησία, έχει μέσα του,χωρίς να το ξέρει την δυνατότητα ανατροπής της δουλείας του. Εδώ φαίνεται πωςέγκειται και ηβασική διαφορά του εγελιανού δούλου, από τον νιτσεϊκό. Στο γεγονόςδηλαδήότι ο πρώτος έχει τη δυνατότητα να χειραφετηθεί, ενώ ο δεύτερος φαίνεται να μηχειραφετείται ποτέ, η στέρηση καταλήγει να του δημιουργεί επιθυμία για αντίδραση και όχι θετική έκφραση της δημιουργικότητάς του. Στην καλύτερη περίπτωση, στη νιτσεϊκή σκέψη θα ξεπεραστεί σαν συνειδησιακό σχήμα ο άνθρωπος εν γένει από τον Υπεράνθρωπο. Αυτή η διαφορετική εξέλιξη της δουλικής συνείδησης μεταξύ Nietzsche–Hegel είναι απόρροιατης διαφορετικής τους αντίληψης σχετικά με την ιστορική εξέλιξη. Η νεωτερικότητα που στον Hegelπαίρνει μια μορφή εξελικτικήςπροόδου,στον Nietzsche, όπως προανέφερα παρουσιάζεται να έχει φθίνουσα πορεία με αποτέλεσμα την παρακμή των κοινωνιών του ανθρώπου και των αξιών που τις απαρτίζουν.

Υπάρχουν δύο στιγμές που δίνουν τη δυνατότητα χειραφέτησής στον εγελιανό δούλο. Αφενός ο φόβος του επικείμενου θανάτου250, που βρίσκεται μέσα στη συνείδησή του και ως απόρροια από τη μάχη με τον αφέντη και την υποδούλωσή του και σηματοδοτεί την απόλυτη διάλυση οποιασδήποτε σταθεράς, μια απόλυτη αρνητικότητα. Αυτή η δυνητική απώλεια της ύπαρξης σε όλα τα επίπεδα είναι μια στιγμή ουσιαστικής καθολικότητας, κατά την οποία έρχεται σε επαφή με όλη του τη ζωή. Αφετέρου ηδεύτερη στιγμή έχει να κάνει με την ίδια τηδουλειά251 [formativeactivity], μέσα από την οποία έρχεται σε επαφή με κάτι που του αντιστέκεται, με κάτι ζωντανό, που το αναγνωρίζει ως ανεξάρτητο. Η δουλειά είναι μια επιθυμία, που ενέχει μια εσωτερική αναστολή της πλήρους ικανοποίησής της, διαφορετική από αυτή του αφέντη, η οποία είναι μια στείρα άρνηση του πράγματος. Ο δούλος αν και δεν έχει καμία σχέση με τον αφέντη μορφοποιεί τη σχέση του με το πράγμα, αλλάμέσα από αυτή τη μορφοποιητική σχέση με το πράγμα, μορφοποιεί και τον εαυτό του και άρα εξελίσσεται η αυτοσυνειδησία του.

Ο φόβος του θανάτου βλέπουμε ναγίνεται δημιουργικός και σε συνδυασμό με τη δουλειά, ως μορφοποιητική διαδικασία, καταφέρνουν και αναδύουν τις δυνατότητες του δούλου για χειραφέτηση του και άρα τη δυνατότητά του για ελευθερία και κατ’ επέκτασιν μια δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης. Όμως φαίνεται και αυτήη χειραφέτηση τελικά να είναι μερική (πάνω σε κάποια πράγματα), δε γίνεται μεταστροφή καθ’ ολοκληρίαν, δεν είναι ούτε δούλος πια, αλλά ούτε και αφέντης. Θεωρεί ότι κατακτά την ελευθερία του, όμως αυτό γίνεται μόνο εσωτερικά, στο επίπεδο της συνείδησης, πράγμα που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή πλήρους ελευθερίας, διότι ελλείπει το στοιχείο της αναγνώρισης από τους υπόλοιπους, αν και η κατάκτηση της εσωτερικής ελευθερίας είναι το πρώτο και αναγκαίο βήμα. Σίγουρα αυτή η μερική χειραφέτηση της δουλικής αυτοσυνείδησης είναι πιο ουσιαστική από την απόλυτη εξουσία που νιώθει ο αφέντης και στην οποία επαναπαύεται.

Σαφώς τώρα,ο δούλος του Hegel μέσα από την παραπάνω περιγραφή φαίνεται, αν μεταφέρουμε τη ματιά μας σε ένα ψυχολογικό επίπεδο, πολύ πιο κοντά στον άνθρωπο της δράσης, έτσι όπως παρουσιάζεται ότι πραγματώνεται ως αυτοσυνειδησία μέσα από τη δουλειά του πάνω στο πράγμα, σε αντίθεσημε τον μνησίκακο δούλο του Nietzsche που αντιδρά όχι για να χειραφετηθεί με στόχονα αυτοπροσδιορισθεί, αλλά για να κάνει και όλους τους υπόλοιπους ετεροκαθοριζόμενους και να μπορεί να τους εξουσιάζει.

Ας επικεντρωθούμε όμως ξανά στον Nietzsche,και στην ιστορική στροφή πουδημιουργεί την αναστροφή και εν συνεχεία τη διαστρέβλωση των έως τότε αξιών, η οποίασυμβαίνει τη στιγμή που ο αδύναμος[δούλος]παράγει αξίες. Έχουμε μια εξιδανίκευση του πόνου και της κακοτυχίας και έτσι το να είναι κάποιος αδύναμος, ο χριστιανικά ταπεινός με άλλα λόγια, γίνεται αξία και αυτό θα οδηγήσει στην απαξίωση των αξιών και στο μηδενισμό που θα διαγνώσει ο Nietzsche, όπως αναφέρθηκε αρκετές φορές έως τώρα,ως νόσο της σύγχρονης κοινωνίας.

Η δύναμη του αρχέγονου «καλού» που ως προς την ουσία της έγκειται στο ότι αγαπάει τη ζωή ως ενότητα ηδονής και οδύνης, παύ ειπλέον να έχει νόημα. Έχουμε μια κατάρρευση των αξιών του αρχαιοελληνικού μοντέλου και στην θέση του αναπτύσσονται αρχικά οι αξίες της ιερατικής κάστας των Εβραιών και μετέπειτα αυτές του Χριστιανισμού. Με τον Kant μάλιστα σύμφωνα με όσα του καταλογίζει ο Nietzsche διάσπαρτα στα κείμενά του, θεμελιώνονται φιλοσοφικά [ορθολογικά]οι προτεσταντικές αξίες.

Πώς όμως είναι δυνατόν να μη γίνει κάποιος μνησίκακος αντιμετωπίζοντας τις αντικειμενικές δυσκολίεςτης ζωής;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα για τον Nietzscheδεν είναι άλλη από την υπέρβαση εαυτού. Στην αυθυπέρβαση φυσικά θα συμβάλλει η λειτουργία της λήθης για να μπορέσει να απελευθερώσει ο άνθρωπος τον εαυτό τουαπό το χρέος, την ενοχή και την ευθύνη από την άσχημη συνείδησή δηλαδή που έχει δημιουργήσει μέσα στην ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας.Μια άσχημη συνείδηση, όπως αυτή προκύπτει σε ένα πιο πνευματικό επίπεδο, από τη κοινωνική εξέλιξη της αρχέτυπης σχέσης πιστωτή και οφειλέτη. Πλέον χάνεται η καθαρή αντιπαλότητα της σχέσης πιστωτή –οφειλέτη και ο οφειλέτης αφομοιώνει εσωτερικά [ενοχικά] τον νόμο του πιστωτή ως δικό του, που οφείλει να υποταχθεί σε αυτόν, παρά το γεγονός ότι υπονομεύει τη δημιουργική του δύναμη, αρνούμενος τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο Nietzsche όμως προσβλέπει σε αυτόν που θα υπερβεί τον εαυτό του και την εγωκεντρική σχέση με το «καλό» και το «κακό».Θα καταφέρει δηλαδή να θέσει τον εαυτό του πέρα από την ηθική [≠ ήθος] , υπό την έννοια ενός συνόλου κανόνων και αξιών και έτσι θα μπορέσει να αφυπνίσει την εσωτερική του ζωτική δύναμη. Αυτός στο μυαλό του Nietzsche δεν είναι άλλος από τον Υπεράνθρωπο [Übermensch].

Ο Υπεράνθρωπος όπως μας παρουσιάζεται από τον αγαπημένο του αντι-προφήτηΖαρατούστρα, φαντάζει να είναι ένας χορευτής που ούτε ακουμπάει όλο του το βάρος πάνω στη γη, αλλά ούτε και πετάει τελείως μακριά από τον κόσμο. Είναι τόσο εγκόσμιος, όσο χρειάζεται για να μπορεί να κρατάει τον εαυτό του διακριτό από το μηδέν του κόσμου. Τόσο κοντά ώστε να μην τον βλέπουμε ως ένα καντιανό υπερβατολογικό εγώ, αλλά και τόσο μακριά, ώστε ο κόσμος του να μην είναι τίποτα άλλο από βούληση για ζωή, βούληση για δύναμη.

«Αρκετά ισχυρός για να αντέξει το βάρος του κόσμου, αρκετά ανάλαφρος για να πετάει πάνω από αυτόν. Ο μετεωρισμός αυτός, το βύθισμα και η έξοδος συγχρόνως από τον κόσμο είναι ο τρόπος υπάρξεως του υπεράνθρωπου.»252.

Ο Nietzsche ουσιαστικά με το συνειδησιακό σχήμα του υπεράνθρωπου, που είναι ένα ψυχολογικό υποκείμενο και αυτό, θέλει να ολοκληρώσει την απόδρασή του από τα όρια της επικράτειας του ορθού λόγου, αποδομώντας πλήρως το ορθολογικό υποκείμενο. Για τον Kant λόγου χάρη, από τον οποίο μπορούμε να αντλήσουμε μια πολύ διαφορετική οπτική για την αποκωδικοποίηση της πραγματικότητας, είχε νόηματο υποκείμενο του να είναι ορθολογικό, αφού ο ορθός λόγος και η αυτονομία αυτού αποτέλεσε θεμέλιο λίθο για την έννοια της γνώσης αλλά και για όλη τη διαδρομή της φιλοσοφικής του σκέψης. Η σκέψη τούτη βέβαια αποτελεί απόρροια της προγενέστερής του διάκρισης μεταξύ σώματος και πνεύματος και της ανηλεούς διαμάχης για το ποιο από τα δύο πρέπει να επικρατήσει έναντι του άλλου.

Για τον Nietzsche όμως ο άνθρωπος είναι μια ενότητα, στην οποία δεν χωρεί διάκριση σώματος και πνεύματος, ο άνθρωπος δεν μπορεί να μην πιστεύει στο ίδιο του το σώμα253. Όπως επίσης και ο κόσμος αποτελεί μια ενότητα, ένα αρχέγονο Ένα, όπως μας παρουσιάζει σε όλη τη νιτσεϊκή σκέψη.

Όπως είδαμε από τα πρώτα δοκίμιά του και τη Γέννηση της Τραγωδίας, μέχρι τη Γενεαλογία της ηθικής και τις σημειώσεις του για τη Βούληση για δύναμη δεν μπορεί παρά να απαιτήσει τη σύλληψη ενός συνειδησιακού σχήματος που θα καταφέρει να αναπτύξει την ικανότητά του να βιώσει την ένωσητου πραγματικού με το ονειρικό, του Είναι με το γίγνεσθαι, χωρίςαυτόνα του φαίνεταιως κάτι αδιανόητο και ανορθολογικό.

Ο καλός της πρώτης φάσης της ΓτΗ χρησιμοποιείται από τον Nietzsche ως ένα διαφωτιστικό πρώτο στάδιο,που έχει ήδη υπάρξει σαν πρότυπο στην ανθρώπινη [86] ιστορία, μέσα σε ένα διαφορετικό προοπτικό πλέγμα, έτσι ώστε να μπορέσει να αποτελέσειοδηγό για την κατανόηση ενός διαφορετικού ηθικού καιαλλά και γνωσιακού τύπου ανθρώπου,έναντι του σύγχρονου μνησίκακου· όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Ο Nietzsche και ο τρόπος που αντιλαμβάνεται το ιστορικό γίγνεσθαι δεν του επιτρέπει μια απλή επιστροφή στο παρελθόν υπό τη μορφή της αναβίωσής του στο παρόν, φάνηκε άλλωστε και από την κριτική που ασκεί στην προσκόλληση των σύγχρονών του Γερμανών στις λαμπρές κατ’ αυτούς στιγμές της ιστορίας τους.

Επομένως, αυτό που είναι φανερό πλέον ότι απαιτεί, είναιη υπέρβαση του τύπου του ανθρώπου όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, όπως δηλαδή εξελίχθηκε μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, για μια ανώτερη στιγμή στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, για τον Υπεράνθρωπο. Ακόμα και αν σε καμία περίπτωση δε φαίνεται σίγουρος, ότι θα συμβεί αυτό κάποια στιγμή μέσα στην ιστορική εξέλιξη.

218Φουκώ, ό.π., σελ. 94
219Φουκώ, ό.π., σελ.94
220Θέληση, ό.π., παρ. 524, σσ. 323-324
221Θέληση, ό.π., παρ. 584, σελ. 358
222Θέληση, ό.π., παρ. 584, σελ. 358
223Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 337 και επ.
224Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 338
225Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 336
226Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 337
227Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 338
228Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 338
229Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
230Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
231Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
232Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
233Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
234Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 340
235Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 340
236Ζαρατούστρα, ό.π., παρ. 3, σελ.276 [Για τον ανώτερο άνθρωπο]
237Ο μεν «κύριος» την εξωτερικεύει αυτή του τη Βούληση, ο δε «δούλος» την εσωτερικεύει με αποτέλεσμα να γίνεται μνησίκακος.
238Bonusστα λατινικά, στα γερμανικά κατά NietzscheGut< Gott=> Ευγενής θεϊκής καταγωγής
239Φαίνεται πάντα να έχει στο μυαλό του ο Nietzscheγια την περιγραφή αυτού του αρχέγονου καλού, το πρότυπο του ομηρικού Αχιλλέα.
240ΓτΗ, ό.π., Δοκίμιο Ι, παρ. 2, σελ. 45
241Στα λατινικά malus, κατά Nietzscheαπό το ελληνικό μέλας που σημαίνει σκοτεινός και σκουρόχρωμος, στα γερμανικά schlecht< schlicht=> απλός
242Αυτό χρεώνει στα ιερατεία των Ιουδαίων και το θεσμικό Χριστιανισμό ο Nietzsche·το ότι δηλαδή καλλιεργούν την αδυναμία στον άνθρωπο, θέτοντάς τον σε μια δεδομένη θέση αμαρτωλού και μέσω της καλλιέργειας της ενοχής ασκούν πλέον εύκολα εξουσία απέναντι σε αυτόν τον αδύναμο άνθρωπο. Ο αμαρτωλός τώρα, έχει αιώνια υποχρέωση απέναντι σε αυτόν (τον ιερέα) που τον απαλλάσσει από την αμαρτία του μέσω της συγχώρεσης.
243PhS,ό.π.,παρ. 178
244Ακόμα και η σχέση αντίθεσης στον Hegelπροϋποθέτει ενότητα.
245PhS,ο.π., παρ. 189
246Η φύση της δουλικής συνείδησης είναι να συνδέεται με κάτι ανεξάρτητο, με μία πραγμότητα, δηλαδή με το πράγμα το ίδιο.
247Καθαρά αρνητική η δύναμή του αφέντη.
248PhS,ο.π., παρ. 191
249PhS,ο.π., παρ. 192
250PhS,ο.π., παρ. 194
251PhS,ο.π., παρ. 195
252Κουτρούλης, ό.π., σελ. 33
253ΠΚΚ, ό.π., σελ. 28

Πηγή: H έννοια της αλήθειας στην Νιτσεϊκή σκέψη Προοπτικισμός –Αλήθεια –Συνείδηση –Τραγική Γνώση

Ελβετία, Βασιλεία: Όχημα του Διπλωματικού Σώματος παραδόθηκε στις φλόγες

Στόχοι υπάρχουν παντού: οι εταιρείες και τα κτίριά τους, τα μηχανήματά τους, τα οχήματά τους, οι υπεύθυνοί τους · οι ναοί της κατανάλωσης, οι διαφημιστικές πινακίδες, τα δικαστήρια, τα αστυνομικά τμήματα και τα περιπολικά τους, τα στρατόπεδα, οι κόμβοι μετακινήσεων, οι φράχτες των συνόρων, οι κάμερες επιτήρησης, τα δίκτυα οπτικών ινών, οι κεραίες τηλεπικοινωνιών, τα κυβερνητικά κτίρια, οι εκκλησίες, τα κομματικά γραφεία… και κάποιες φορές μπορεί να πετύχει κανείς και κάποιο όχημα του Διπλωματικού Σώματος, όπως το περασμένο σαββατοκύριακο στη Βασιλεία. Χα χα!

(Σύμφωνα με ρεπορτάζ, έγινε αναφορά για δύο καμμένα οχήματα, γύρω στις 02.15 το ξημέρωμα της Κυριακής 17 Μάη, στην περιοχή Nonnengasse. Υπήρξαν σοβαρές υλικές ζημιές. Το δεύτερο όχημα μάλλον ήταν μια Mercedes παρκαρισμένη μπροστά του.)

Δεν είναι σαφές το ποιο συγκεκριμένο Διπλωματικό Σώμα χτυπήθηκε εδώ. Οποιοδήποτε άτομο ή θεσμός στην υπηρεσία οποιουδήποτε κράτους. Η δράση όμως αυτή καλύτερα ας κατανοηθεί ως επίθεση σ’ ολάκερο τον κόσμο των κρατών, στην ιδέα τού να κυβερνώμαστε και να μας διαχειρίζονται, στη θεμελιώδη αρχή της εξουσίας ως τέτοια.

Τι θα μπορούσε να γραφτεί σε τούτη την προκήρυξη για να κριτικάρει τους αιώνες – τη μακρά ιστορία της συστηματοποιημένης εξουσίας; Μια ιστορία σημαδεμένη από υποδούλωση, αρπαγή, καταναγκασμό, κατατρεγμό, όλεθρο, έλεγχο, μέχρι κι από μαζικές σφαγές κατ’ επανάληψη. Από πού μπορεί λοιπόν κανείς ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει;

Αντιλαμβανόμαστε πως μοναχά μια γενικευμένη εξέγερση θ’ αποτελούσε την αρμόζουσα απάντηση, ωστόσο παραθέτουμε μερικές αράδες:

Το κράτος, ως η απτή έκφραση των εξουσιαστικών σχέσεων, ενσαρκώνει την ιδέα πως η κοινωνία εξαρτάται απ’ τους κανόνες μιας κεντρικοποιημένης εξουσίας ώστε να συνυπάρχει ειρηνικά και εύτακτα. Με τη χρήση εντολών κι επιβραβεύσεων, οι άνθρωποι υφίστανται διαχείριση και έλεγχο σύμφωνα με τις αξίες του κράτους και των συμμάχων του. Ασχέτως της μορφής του, του χρώματος ή των βλέψεών του, (το κράτος) αποτελεί πάντα μια ολέθρια επίθεση στη δυνατότητα των ανθρώπινων όντων να ανακαλύψουν την πραγματικότητά τους για τους εαυτούς τους, να την καθορίσουν σύμφωνα με τη δικιά τους ξεχωριστή και μοναδική, ατομική και συλλογική φαντασία. Η ζωή θα μπορούσε να είναι ένα διαρκώς επανεφευρισκόμενο παιχνίδι · κάτω απ’ το κράτος όμως είναι απλά επιβίωση για κάτι που δεν είναι εσύ.

Προκειμένου να διατηρηθεί ή ακόμη και να επεκταθεί η με αίμα αποκτηθείσα θέση μιας εξουσίας, είναι αναπόφευκτες οι πολεμικές συγκρούσεις ανταγωνιστικών κρατών και η ατέρμονη ανάπτυξη του ελέγχου. “Το κράτος δε φέρνει ειρήνη · φέρνει πόλεμο. Το κράτος δεν προστατεύει · διατάζει, απειλεί, καταστέλλει, φυλακίζει…”, είχε γραφτεί σ’ έναν τοίχο, και θα έπρεπε μοναχά να προστεθεί πως υπερασπίζεται τα συμφέροντα των πλουσίων.

Οι ύπουλες διαμάχες των διάφορων κρατών για το μονοπώλιο της νοηματοδότησης της παρούσας κρίσης του Κορωνοϊού είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο της θλιβερής αυτής λογικής: ένας πόλεμος που σήμερα διεξάγεται για τα δεδομένα, τη γνώση και την πληροφορία. Ο πόλεμος του 21ου αιώνα.

Η διαδεδομένη χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών ψηφιακού ελέγχου ώστε να τιθασεύσουν την κρίση είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό του νέου αιώνα, εντός του οποίου η ζωή θα τοποθετείται όλο και περισσότερο στον ψηφιακό χώρο, και θα ελέγχεται, θα αξιολογείται και θα παρακολουθείται από κάποιου είδους αθέατους αλγορίθμους. Τα όρια τούτης της ανάπτυξης είναι απρόβλεπτα, ιδιαιτέρως εφόσον ωθούνται όλο και μακρύτερα λόγω του καταναγκασμού της προόδου.

Ο Κορωνοϊός αποτελεί απλώς μια κρίση μες σ’ έναν κόσμο όπου οι κρίσεις έχουν γίνει η κανονικότητα. Έπονται κι άλλες κρίσεις προξενημένες από δαύτη την τάξη. Το ερώτημα για το πώς θ’ αντιδράσει ο κόσμος των κρατών σε κάτι τέτοιο έχει πλέον απαντηθεί. Κατασταλτική διαχείριση, μια τέχνη τελειοποιημένη απ’ το κράτος.

Εδώ βρισκόμαστε λοιπόν. Από πού θά’ πρεπε ν’ αρχινήσουμε, από πού θά ‘πρεπε να εκκινήσουμε;

Ίσως ακριβώς εδώ.

Ζήτω η εξέγερση.

Κάθε άνθρωπος που αρνήθηκε να συμμορφωθεί.
Όπως χιλιάδες πιο πριν και, ευελπιστούμε, χιλιάδες και μετέπειτα.

Πηγή: anarchistsworldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Γαλλία, Γκρενόμπλ: Συντονισμένες εμπρηστικές επιθέσεις σε κεραίες αναμετάδοσης

Εμπρηστικές επιθέσεις στην Γκρενόμπλ

Κενή ζωή ή ανυπακοή;

Κάθε μέρα της ζωής σου, το σώμα σου μιλά. Και το σώμα σου δεν μπορεί να πει ψέματα.

Ακούς τον αχό των μηχανών, το βουητό των drones, των ελικοπτέρων… το τρεμόπαιγμα απ’ τα φώτα neon, απ’ τα φώτα του δρόμου;

Πόσες ώρες της μέρας σπαταλάς μπροστά από μια οθόνη τηλεόρασης; Από μια οθόνη υπολογιστή; Tablet; Smartphone; Πίσω από ‘να παράθυρο; Πίσω από ‘να παρμπρίζ;

Δε σ’ ενοχλεί που τα παράθυρα δεν ανοίγουν; Το air-condition λύνει το πρόβλημα;

Τα προγράμματα, τα apps, οι αλγόριθμοι καθοδηγούν τη ζωή σου;

Πόσες ώρες τη μέρα κοιμάσαι; Και, ακόμη πιο σημαντικό, ποια η ποιότητα του ύπνου σου;

Αντιλαμβάνεσαι ακόμα τα ερεθίσματα που σε περιτριγυρίζουν;

Πώς αντιδράς στον ήχο, στο φως, στη θερμότητα, στο άγγιγμα;

Η μουσική είν’ ένας τρόπος να καλύπτεται η σιωπή ή να εγείρονται συναισθήματα;

Πόσα απ’ τα συναισθήματά σου χρειάζονται αλκοόλ ή ναρκωτικά για να εκφραστούν;

Με το σώμα σου κάνεις άραγε πολλές και ποικίλες κινήσεις; Εξερευνάς για καινούργιες, για ένα νέο εύρος;

Πώς σ’ επηρεάζει η συνθήκη επιβεβλημένης απάθειας;

Πώς σ’ επηρεάζει η συνεχής επέλαση ήχων, τεχνητών φωνών, βίντεο, διαφημίσεων, διαφημιστικών σλόγκαν;

Ποια αισθήματα αιώνιου μεγαλείου εγείρουν όλα δαύτα;

Δε χρειάζεσαι κάποιες στιγμές στοχασμού; Θυμάσαι καν πώς είναι;

Πόσο μακριά μπορείς να κοιτάξεις; Αν είναι μόλις λίγες δεκάδες μέτρα μακριά, τι ψυχική κατάσταση πιστεύεις πως γεννά κάτι τέτοιο;

Πώς σ’ επηρεάζει το πλήθος; Πόσο χώρο χρειάζεται το σώμα σου;

Πώς σ’ επηρεάζει το μέγεθος του δωματίου στο οποίο ζεις; Ο αριθμός των γωνιών στα δεξιά; Ο αριθμός των παράλληλων γραμμών, των τετραγώνων, των γεωμετρικών σχημάτων;

Δε χρειάζεσαι να κοιτάξεις τον ουρανό; Να χαζέψεις το νερό; Ν’ αντικρίσεις τα δέντρα, τα ζώα;

Αυτός είν’ άραγε ο λόγος για τον οποίον έχεις σκυλιά, γατιά, φυτά σε γλάστρα, μπαλκόνι, ή για τον οποίον πας στο πάρκο;

Από πού προέρχεται η τροφή σου; Ποια η σχέση σου μ’ αυτήν; Θεωρείς πως ό,τι τρως είναι καλό για ‘σένα;

Θυμάσαι την τελευταία φορά όπου έφαγες κάτι που να μην προέρχεται από σούπερ μάρκετ;

Πόσο μπορείς ν’ αντέξεις δίχως να γνωρίζεις τι ώρα είναι;

Πόσο σ’ επηρεάζει η αναμονή; Η αναμονή στην ουρά, η αναμονή στην κίνηση, η αναμονή για κατούρημα, η αναμονή να μάθεις πώς να ιεραρχείς τις ανάγκες σου;

Πώς σ’ επηρεάζει η καταστολή των επιθυμιών σου; Το καλούπωμα, η διάψευση, η ερωτική απογοήτευση απ’ την παιδική ηλικία; Ο φόβος ή η ανταγωνιστικότητα για τα άτομα του ίδιου βιολογικού φύλου; Ο ερωτισμός ως μέσο αναπαραγωγής/ελέγχου;

Η απόλαυση είν’ άραγε επικίνδυνη; Δύναται ο κίνδυνος να προσφέρει ευχαρίστηση;

Δε νιώθεις ακόμη καμιά φορά την αγριότητα μέσα σου; Το ζωώδες;

Δε νιώθεις δα ένα κενό, μια έλλειψη νοήματος τόσο αβάσταχτη που δύσκολα μπορεί ν’ αποτυπωθεί με λέξεις;

Δε νιώθεις καμιά φορά να βρίσκεσαι στις παρυφές της έσχατης απώλειας του ελέγχου;

Δε θεωρείς πως τούτο αποτελεί σημάδι;

Τη νύχτα 17-18 Μάη του 2020, πυρπολήσαμε την κεραία αναμετάδοσης στο Haute-Jarrie.

Τουλάχιστον δύο ακόμη κεραίες δέχθηκαν επίθεση την ίδια ώρα σε άλλα σημεία της Γκρενόμπλ.

Οι κεραίες αναμετάδοσης συγκαταλέγονται αναμεταξύ των όσων έχουν εισβάλει και παραμορφώσει το τοπίο. Χρησιμοποιούνται για μαζική επικοινωνία, σύντομα και στα πιο απομακρυσμένα σημεία. Προς το παρόν, οι εγκαταστάσεις του 5G αξιοποιούνται για τον σκοπό αυτόν.

Οι ασυναρτησίες και το κουβεντολόι των μαζών, καθώς κι οι ατελεύτητες διαφημίσεις, αποκαλύπτουν το πραγματικό επικοινωνιακό κενό, την απουσία αληθινής επικοινωνίας. Δε δύναται, όμως, να υπάρξει αληθινή επικοινωνία δίχως αληθινές κοινωνικές σχέσεις. Οι απατηλές “κοινωνικές σχέσεις” των κοινωνικών δικτύων αποτελούν σαφέστατη ένδειξη περί αυτού.

Τούτη η υπαρξιακή κενότητα της εποχής είναι λοιπόν μετρήσιμη, συγκεκριμένα μέσω του ατέρμονου επικοινωνιακού κενού που τη διαπερνά.

Δεν ποθούμε έναν κόσμο όπου η εγγύηση πως μπορούμε να επικοινωνούμε εξ αποστάσεως, πάντα και παντού, ανταλλάσσεται με το να παρακολουθούμαστε και να επιτηρούμαστε συνεχώς.

Μακριά απ’ τους ηλιθίους που είναι χαρούμενοι μ’ έναν κόσμο και μια ζωή “βελτιστοποιημένη”, και οι οποίοι δε συνειδητοποιούν –ή δε δέχονται– πως ανταλλάσσουν μια ολοένα αυξανόμενη ποσότητα περιορισμών με μια όλο και πιο φρικτή ποιότητα ζωής. Τίποτα πιότερο από μια ύπαρξη ενδεδυμένη με τ’ αξιομίσητα κουρέλια μιας ζωής εγκλωβισμένης στο κενό.

Μες σ’ έναν κόσμο εγκλωβισμένο στο κενό, η γη –πέραν του ότι έχει αποικιοποιηθεί απ’ τα ανθρώπινα όντα, πέραν του ότι έχει υπερκαλυφθεί από ασφάλτινες πληγές, πέραν της καταστροφής τόσο πολλών άλλων μορφών ζωής που φιλοξενεί, κλπ.– απ’ άκρη σ’ άκρη είναι μπουκωμένη και τετραγωνισμένη από εγκαταστάσεις τηλεπικοινωνιών (μεταξύ πολλών άλλων). Ακόμη και στον ουρανό, ο οποίος τέμνεται από πάμπολλες γραμμές αερομεταφορών, δεν είναι πια οι αστερισμοί μα ο καταιγισμός δορυφόρων που ταξιδεύουν στον χώρο.

Ραδιενέργεια, ηλεκτρομαγνητικά κύματα, μόλυνση και κάθε είδους ιοί συνθέτουν το όλο και πιο μολυσμένο οξυγόνο του 21ου αιώνα.

Δεν εκπλήσσει το ότι τούτος ο κόσμος, έχοντας υπόψιν όλα δαύτα, μιλά για μια “ανοιχτή φυλακή”. Κι όλα αυτά ενόσω η τρέχουσα πανδημία έχει επιτρέψει και θα συνεχίσει να επιτρέπει στο Κράτος να μας θέτει, μέσω των περιορισμών, σε απομόνωση – πλασμένη ομολογουμένως στα μέτρα των περισσοτέρων.

Για εκείνες που αμφισβήτησαν τη συνθήκη αυτή, το σύστημα εγκλεισμού αποτελεί την αναγκαία τιμωρητική έκφανση της κυβερνητικής οργάνωσης της ζωής. Μια οργάνωση η οποία σύντομα θα οδηγήσει σε ευρύτατη επιτήρηση κι έλεγχο των μαζών, χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη, τις κάμερες και τα smartphones με αναγνώριση προσώπου, κι όλα αυτά μέσω των πλησιέστερων δικτύων στο ίντερνετ.

Τα περιοριστικά μέτρα απέδειξαν επαρκώς πως οι τηλεπικοινωνίες είναι κεντρικής σημασίας για τις ζωές των ανθρώπων, σε σημείο οι τελευταίοι ν’ αποδέχονται τον αυτο-εγκλεισμό.

Ενόσω κάποια άτομα πίσω απ’ τις βιτρίνες τους (“πορείες”, “διαδηλώσεις”…) έχουν διαλέξει το διαστρευλωμένο είδωλό τους, κάποια άλλα (συνέχισαν να) προπαγανδίζουν την εξέγερση βάφοντας, σπάζοντας, σαμποτάροντας και πυρπολώντας.

Τι επιλογές μάς έχουν απομείνει σ’ αυτόν τον κόσμο;

Αυτές μιας ζωής εγκλωβισμένης στο κενό, με ανησυχίες μονάχα για το νέο gadget προς αγορά, ή το νέο app προς download;

Ή εκείνες της ανυπακοής και της εξέγερσης, με ανησυχίες για εμπειρίες ευαίσθητες και βιωμένες σύμφωνα με τις αντιλήψεις μας, για ατομική αυτοπραγμάτωση απεκδεδυμένη απ’ όσο το δυνατόν περισσότερους κοινωνικούς φραγμούς…;

Ανυπακοή είναι να ξεμακραίνουμε από δαύτη την κενή ζωή.

Νυχτερίδες που διαχέουν τη Φωτιά

Πηγή: anarchistsworldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ρενάτο Κούρτσιο: Ψηφιακός Καπιταλισμός. Το Αποικισμένο Μέλλον.

Παρουσίαση και Εισήγηση της Εκδήλωσης – Συζήτησης που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019 στο Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο Vittoria στο Μιλάνο, με αφορμή την κυκλοφορία της τελευταίας κοινωνιο-αναλυτικής έρευνας του Ρενάτο Κούρτσιο με τίτλο: Το αποικισμένο μέλλον. Από τη εικονικοποίηση του μέλλοντος στο εξημερωμένο παρόν (εκδόσεις Sensibili alle Foglie. Μιλάνο, 2019).

Πολύτιμη τροφή για σκέψη από την πρωτεύουσα της Λομβαρδίας, βγαλμένη από την πραγματικότητα που δυστυχώς συνεχίζει να υπάρχει… Μερικές εβδομάδες πριν από το ξέσπασμα της εξελισσόμενης πανδημίας του ιού Covid 19 και την στρατιωτικοποιημένη διαχείριση της υγειονομικής και της επακόλουθης οικονομικής κρίσης που οξύνεται (εκτός των άλλων και) με “πολεμικούς” όρους. Λίγο πριν από το κατώφλι του σταδιακού περάσματος στη δυστοπική οικουμενική συνθήκη της “νέας κανονικότητας”…

Εδώ, στην Αθήνα, στο Μιλάνο, στην Ευρώπη και σ’ όλη την διεθνοποιημένη υδρόγειο του καπιταλιστικού κάτεργου και του ιμπεριαλιστικού σφαγείου. Εδώ και παντού, όπου το πνεύμα και τα σημεία των καιρών (της επίτασης της “απομακρυσμένης εργασίας”, της “τηλε-εκπαίδευσης” και της “τηλε-ιατρικής”, της “διαδικτυακής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας”…), συνηγορούν με αυτό που μας επαναλαμβάνουν ακατάπαυστα και οι καθεστωτικοί αυλικοί: όντως, “τίποτα δεν θα είναι όπως πριν”. Εδώ και παντού, όπου πράγματι, “ο κόσμος που γνωρίζαμε αλλάζει, ο κόσμος που αντέχαμε τελειώνει”. Εδώ και παντού, όπου συνεχίζονται να τίθενται νέα και παλιά, μακάβρια και δυσοίωνα ερωτήματα. Εδώ και παντού, όπου τα πάντα γύρω μας συνεχίζουν να επείγονται -ολοένα και πιο πολύ- για θεωρητικές και πρακτικές απελευθερωτικές απαντήσεις. Εδώ και παντού, όπου παρ’ όλα αυτά, “κι όμως κινείται”…

Μετάφραση στα ελληνικά: Προλεταριακή Πρωτοβουλία. Αθήνα, Μάης 2020.

Παρουσίαση από το Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο Vittoria

Ο κοινωνικός έλεγχος ακολουθεί -κατά βάση- μια ανάπτυξη μέσα στην εξέλιξη της πρωταρχικής και δομικής σύγκρουσης των ασυμφιλίωτων συμφερόντων ανάμεσα στις τάξεις. Όμως, μέσα στην χειροπιαστή πραγμάτωση του, διαφοροποιείται -με ποικίλους τρόπους- σχετικά με τα διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα: οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό.

Κοινωνικός έλεγχος σημαίνει στρατιωτική, αστυνομική, δικαστική καταστολή. Είναι ο εγκιβωτισμός μέσα στις ιδιότητες του εργοστασίου, είναι το ξεδίπλωμα κάθε μορφής σχέσης που εξουδετερώνει κάθε δυνατότητα σύγκρουσης, είναι η αντικειμενική συνθήκη του εκβιασμού μέσα στα χίλια ρυάκια της καπιταλιστικής παραγωγής.

Είναι σε προληπτική μορφή, η κατασκευή ενός φαντασιακού κοινωνικού ακτιβισμού μέσα στον οποίο να αντανακλάται και να γίνονται δικές μας οι αναξιότητες πάνω στις οποίες βασίζεται μια κοινωνία διαιρεμένη σε τάξεις.

Αν αναλογιστούμε την ίδια τη νίκη του Μπερλουσκόνι το 1994, αντιλαμβανόμαστε άμεσα το βάρος όχι τόσο της κατοχής των τηλεοράσεων όσο εκείνης της καταιγιστικής ιδεολογικής καμπάνιας με την προβολή συμπεριφορικών και υπαρξιακών μοντέλων, τέτοιων που να ενισχύουν και να συγκροτούν το ψεύτο-πολιτισμικό εποικοδόμημα ενός οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου υπέρ-φιλελεύθερου, ατομικιστικού και σεξιστικού.

Η πραγματικότητα όμως έχει πλέον μεταβληθεί. Θα ήταν μυωπική μια ανάγνωση του παρόντος με τα μάτια του νεολαίου μετανάστη εργάτη (…από τη νότια Ιταλία) στη Fiat που συγκρούεται θαρραλέα ενάντια στην αστυνομία στη λεωφόρο Traiano του Τορίνο, τον Ιούλη του 1969, η οποία είχε σταλθεί από τον αφέντη Ανιέλι για να καταστείλει και -ακριβώς- να ελέγξει την εργατική βάση που είχε εξεγερθεί.

Ο κοινωνικός έλεγχος του νέου αιώνα ποτέ δεν ήταν και -ακόμα περισσότερο σήμερα- δεν είναι η απλή επικάλυψη κατασταλτικών επιπέδων απέναντι στα οποία ν’ αντισταθούμε αλλά -μένοντας ενήμερη- εκτός από τη χρήση του προαναγγελθέντος συνηθισμένου οπλοστασίου, καθίσταται σε όλο και πιο πειστική, εξαπλωμένη και καθημερινά διεισδύει ολικά στις ζωές μας, χρησιμοποιώντας κάθε δυνατότητα που προσφέρεται στην εξουσία από τις νέες τεχνολογίες.

Εκμεταλλεύεται το διαδίκτυο οριοθετώντας ένα συλλογικό φαντασιακό ψευτοελευθερίας και αξιοποίησης ενός πλαστού ατομικού πρωταγωνιστισμού, μιας νέας μορφής ψεύτικης “συμμετοχής” ώστε να κατευθύνει τις συνειδήσεις και να κατασκευάσει την εικόνα μιας κοινωνίας συναίνεσης και “εθελοντικής” συμμετοχής σε ένα σχέδιο ελέγχου σε παρόντα χρόνο, το οποίο -από τη μια πλευρά- αναθέτει στον ελεγκτή κάθε εξουσία ενώ ταυτόχρονα εξορίζει τον ελεγχόμενο στην “ελευθερία” της πληκτρολόγησης ενός “like” ή την επιλογή κάποιου “influencer” ως δικού του σημείου αναφοράς…

Σε όλα τα προηγούμενα κείμενα που παρουσιάσαμε –στην Εικονική Αυτοκρατορία, την Ψηφιακή Ηγεμονία, την Τεχνητή Κοινωνία και τον Κυρίαρχο Αλγόριθμο- ο Ρενάτο, συνοπτικά, μελετάει και εμβαθύνει την ελκτική ικανότητα, τη σχέση και το επίπεδο διάδρασης ανάμεσα στον άνθρωπο και τα πληροφορικά εργαλεία.

Ηλεκτρονικοί υπολογιστές, έξυπνα κινητά, ταμπλέτες κλπ… H καθημερινή -μέχρι ψυχαναγκασμού- χρήση με την οποία -όμως- ο άνθρωπος χρησιμοποιείται για τη συλλογή δεδομένων του και την κλοπή των γενικών χαρακτηριστικών και τάσεων, έτσι ώστε εν συνεχεία να πλαστούν και να κατευθυνθούν μέσα σε ένα είδος σταδιακής κλιμάκωσης της Μαρξιστικής έννοιας των “προκληθέντων αναγκών” και όχι μόνο.

Αναλύει λεπτομερώς τον τρόπο έναρξης της διαδικασίας ψηφιοποίησης της καπιταλιστικής προσταγής επάνω σ’ ολόκληρη την κοινωνία και τις ζωές μας, φτάνοντας να προσδιορίσει ξεκάθαρα το ρόλο του κοινωνικού ελέγχου που προέρχεται από τη συμβίωση του ανθρώπου με τον μηχανισμό πληροφορικού ελέγχου που βρίσκεται στα χέρια της καπιταλιστικής προσταγής, ελέγχοντας τους χρόνους εργασίας και τους ρυθμούς ζωής του εργαζομένου.

Με αυτό το νέο κείμενο του, ο Ρενάτο Κούρτσιο πάει πio πέρα και εισέρχεται στον πυρήνα αυτού που μας προτείνεται και μας προσφέρεται σαν ένας νεωτερισμός, σαν μια γλυκαντική “αντικειμενική” νεωτερικότητα, έτσι ώστε να κρυφτεί η σκλήρυνση και ο αποικισμός των ζωών μας που σκοπεύει στην παραγωγή κέρδους.

Όμως ο Ρενάτο πάει ακόμα πιο πέρα και ξεκινάει να αποσαφηνίζει -όσο αυτό είναι δυνατό- ένα σενάριο που βλέπει τη διασύνδεση της αποστείρωσης της κριτικής σκέψης με μια επεκτεινόμενη και επιβαλλόμενη ανθρωπολογική μεταβολή, η οποία ξεφεύγει από το Δαρβινικό μονοπάτι της εξελεγκτικής ανάπτυξης.

Ένα μέλλον που έχει ήδη ξεκινήσει χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε πλήρως και του οποίου δεν καταφέρνουμε ακόμα ν’ αντιληφθούμε τα πιθανά όρια και τις μετεξελίξεις του, έτσι ώστε να μπορούμε να το θέσουμε υπό αμφισβήτηση και να το αντιμετωπίσουμε με τα πόδια γειωμένα μέσα στην πάλη των τάξεων.

Η μεγάλη αναλυτική ικανότητα του Ρενάτο Κούρτσιο θα μας συνοδεύσει σε αυτή τη σκέψη, σε μια απόπειρα να δοθούν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτηματικά.

… “Μέσα στο ακρο-καπιταλιστικό πλαίσιο που ζούμε, η ψηφιακή ολιγαρχία, λαμβάνοντας εκ των πραγμάτων τις κατευθυντήριες αποφάσεις της διανθρωπιστικής ιδεολογίας, έβαλε ως σκοπό τον αποικισμό του πλανήτη, ξεπερνώντας οριστικά τα όρια του ανθρώπινου. Ενώπιον αυτής της προοπτικής, φαντάζουν τουλάχιστον αφελείς οι κατευθύνσεις εκείνων που προτείνουν τον εξανθρωπισμό των ψηφιακών τεχνολογιών, της τεχνητής νοημοσύνης, των οχυρώσεων της “ασφάλειας”, της γενετικής και της κοινωνικής μηχανικής, έτσι ώστε να συγκρατηθούν “μέσα στα όρια της δημοκρατίας”. Αντίθετα, μοιάζει επείγουσα και αναγκαία η αρχή μιας συζήτησης για απο-αποικιοποίηση του διαδικτύου και του φαντασιακού”…

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019 στις 21.00

στο Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο (CSA) Vittoria

οδός Friuli και Muratori γωνία, Μιλάνο.

Πηγή: www.csavittoria.org

___________________________________________

Εισήγηση του Ρενάτο Κούρτσιο

Θα ήθελα να ξεκινήσω με δυο αποσπάσματα από δυο συνεντεύξεις που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα στον ιταλικό και το διεθνή Τύπο. Πρόκειται για λίγες γραμμές, αλλά νομίζω ότι μπορούν να μας εισάγουν καλά στο θέμα που θα προσπαθήσουμε -κατά κάποιο τρόπο- να διηγηθούμε.

Η πρώτη είναι του Leonard Kleinrock, ενός ανθρώπου σημαντικού στην ιστορία του Ίντερνετ, ή μάλλον θα μπορούσε να ειπωθεί του πρώτου ανθρώπου του: είναι εκείνος ο ερευνητής που το 1969 κατάφερε να φέρει για πρώτη φορά σε επαφή δυο ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Έπειτα, για πολλά χρόνια δούλεψε στα πρώτα σχέδια γέννησης του δικτύου και είναι γνωστός στους φοιτητές όλων των πανεπιστημίων αφού πρόκειται για τον ιδρυτή της πληροφορικής ως ακαδημαϊκού μαθήματος. Μέσα στον Οκτώβριο δήλωσε: “Το δικό μας Ίντερνετ ήταν ηθικό, έμπιστο, δωρεάν, κοινόχρηστο. Σήμερα από έγκυρος ψηφιακός πόρος έχει μετατραπεί σε πολλαπλασιαστή αμφιβολιών, από μέσο διαμοιρασμού σε εργαλείο με μια σκοτεινή πλευρά. Το Ίντερνετ δίνει τη δυνατότητα να προσεγγιστούν εκατομμύρια χρηστών με μηδέν κόστος και ανώνυμα. Γι’ αυτό το λόγο είναι ιδανικό για μοχθηρά πράγματα: αποστολή spam, τέλος της ιδιωτικότητας (privacy), ιοί, κλοπή δεδομένων, πορνογραφία, παιδεραστία, fake news. Το πρόβλημα γεννήθηκε όταν υπήρξε η θέληση για τη νομισματοποίηση του: ένα δημόσιο αγαθό μετατράπηκε σε κάτι με ιδιωτικούς σκοπούς που δεν έχει την ίδια με την παρελθούσα ταυτότητα του”. Επομένως, ο Kleinrock δηλώνει ότι υπάρχουν δυο φάσεις: μια πρώτη που γεννήθηκε το Ίντερνετ ως επιστημονικό και ερευνητικό σχέδιο -το οποίο όμως είχε ένα δημόσιο σκοπό- και μια δεύτερη που κάποιος άρχισε να το νομισματοποιεί και έτσι μετατράπηκε σε κάτι το “μοχθηρό”.

Ο Edward Snowden, τον οποίο όλοι γνωρίζουμε, σε μια άλλη συνέντευξη συνόψισε -με τον ακόλουθο τρόπο- τη δική του οπτική γωνία:

“Στις απαρχές του, το Ίντερνετ ήταν ο χώρος όπου όλοι ήταν ίσοι, ένας χώρος αφιερωμένος στη ζωή, την ελευθερία και την αναζήτηση της ελευθερίας. Σύντομα όμως, το Ίντερνετ αποικίστηκε από τις κυβερνήσεις και τις μεγάλες εταιρίες για την απόσπαση κέρδους και εξουσίας. Σήμερα, το Ίντερνετ είναι αμερικάνικο, τόσο ως υποδομή όσο και ως λογισμικό. Οι βασικές εταιρίες (Google, Facebook, Amazon) είναι αμερικάνικες και επομένως υποκείμενες στην αμερικάνικη νομοθεσία. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι είναι υποκείμενες σε μυστικές πολιτικές, αμερικάνικες μυστικές πολιτικές, οι οποίες επιτρέπουν στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να επιτηρεί εικονικά κάθε άντρα, γυναίκα και παιδί που χρησιμοποίησε έναν υπολογιστή ή έκανε ένα τηλεφώνημα, να διατηρεί σε διαρκή μνήμη, δηλαδή να αποθηκεύει όλα τα πιθανά δεδομένα, για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο, μέχρι και για πάντα. Μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001 περάσαμε από την παραδοσιακή στοχευμένη υποκλοπή σε μια κυριολεκτική μαζική επιτήρηση. Σήμερα πλέον η μαζική επίτηρηση είναι μια διαδικασία ατέλειωτης καταγραφής. Θα ήταν μια τραγωδία αν συνηθίζαμε στην ιδέα μια διαρκούς και γενικευμένης επιτήρησης: αυτιά που τα ακούνε όλα, μάτια που τα βλέπουνε όλα, μνήμη σε διαρκή επιφυλακή”.

Επομένως, ο Kleinrock και ο Snowden συμφωνούν ως προς το βασικό παράδειγμα παρουσίασης της ιστορίας του Ίντερνετ: υπήρξε μια πρώτη φάση όπου όλα ήταν ωραία, καθαρά, διάφανα, διαυγή, δημόσια και μια δεύτερη φάση στην οποία η νομισματοποίηση ή και οι στρατηγικές ανάγκες, διαμόρφωσαν τη συνθήκη για αυτό το πέρασμα στη νομισματοποίηση και τη μαζική επιτήρηση.

Όποιος και όποια παρακολουθεί τη δουλειά που κάνω τα τελευταία χρόνια γύρω από αυτά τα θέματα, ξέρει ότι οι κριτικές του Snowden και του Kleinrock αποτελούν ουσιαστικά την ερευνητική διαδρομή που έχουμε διανύσει από το 2015. Με χαροποιεί το γεγονός ότι ο ιδρυτής του Ίντερνετ, σήμερα συμφωνεί με την ριζοσπαστικότερη κριτική που έχει αναπτυχθεί. Παρ’ όλα αυτά, το διαδίκτυο σήμερα δεν βρίσκεται πλέον στη δεύτερη φάση, δεν είναι εκείνη η κόλαση που περιγράφεται μετά από μια αρχική περίοδο της Εδέμ. Σήμερα το Ίντερνετ έχει κάνει ένα ποιοτικό βήμα εξαιρετικά αξιοσημείωτο και εξαιρετικά καλυμμένο: αξιοσημείωτο γιατί μετατρέπει την ικανότητα του για αποικιοποίηση τόσο του διαδικτύου όσο και του φαντασιακού των πολιτών, καλυμμένο γιατί μια μεγάλη καμπάνια για την οικοδόμηση της πολιτισμικής ηγεμονίας αναπτύχθηκε από τους μεγάλους δημοσιογραφικούς ομίλους καθώς και στο πεδίο των εκδόσεων, με σκοπό να παρουσιάσουν το πρόσωπο του Ίντερνετ ως το πρόσωπο του μέλλοντος, της προόδου, της επιστήμης. Άρχισε λοιπόν να τίθεται επί τάπητος ένα σημαντικό παράδειγμα: εκείνο της κυριαρχίας της επιστημονικής σκέψης έναντι των ηθικών δισταγμών, οι οποίοι ωθούν πολλά άτομα να είναι αναποφάσιστα ως προς την εκτίμηση και την κρίση τους. Η δουλειά που σας φέρνω είναι μια αντανάκλαση των σημείων κλειδιών αυτού του ποιοτικού άλματος, μια αντανάκλαση που ακολουθήσαμε πέρυσι κατά τη διάρκεια δυο [κοινωνιο-αναλυτικών] εργοταξίων στη Ρώμη και το Μιλάνο.

Από τεχνική και επιστημονική πλευρά, αυτό το ποιοτικό πέρασμα έγκειται σε μια τεχνολογική καινοτομία μεγάλου εύρους: συνδέεται με την εφεύρεση των προγνωστικών αλγορίθμων, ικανών να δουλέψουν πάνω σε μεγάλους όγκους δεδομένων ώστε να προκύψουν κατασκευές εικονικής πραγματικότητας, οι οποίες -εκ πρώτης όψεως– αφορούν το μέλλον, αλλά που ουσιαστικά αποτελούν συνθήκη του παρόντος. Για να το εξηγήσω καλύτερα.

Όταν σκεφτόμαστε το μέλλον το σκεφτόμαστε με το δικό μας πολιτισμικό εφόδιο που είναι εκείνο του εικοστού, του δέκατου ένατου και όλων των προηγούμενων αιώνων. Το σκεφτόμαστε ως κάτι γραμμικό πιο πίσω από σήμερα, το μέλλον είναι από αύριο και μετά. Όταν όμως οι προγνωστικοί αλγόριθμοι σκέφτονται το μέλλον, δεν το σκέφτονται μ’ αυτό τον τρόπο: δεν είναι αύριο, είναι σήμερα, ή μάλλον είναι χθες. Το μέλλον που προσπαθούν να κατασκευάσουνε εδράζει σε όλα αυτά που εμείς εναποθέσαμε στις τράπεζες δεδομένων των servers που τους κατασκευάσανε. Αυτή η μάζα πληροφοριών περιέχει μοτίβα προσανατολισμού, επιθυμίας, προσδοκίας, μοτίβα συμπεριφοράς που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για λογαριασμό των ίδιων των ατόμων που τα παρήγαγαν: μοτίβα που μπορούν να γίνουν νοητά ως μηχανικές κατασκευές εικονικής πραγματικότητας προς εφαρμογή, αφού ήδη έχουν εφαρμοστεί μέσα στις προσδοκίες των ατόμων.

Θα προσπαθήσω να βγω λίγο από τη γενική συζήτηση έτσι ώστε να σας κάνω να δείτε τον τρόπο με τον οποίο αυτό το νέο παράδειγμα, το οποίο επιτρέπει την πραγματοποίηση του μέλλοντος στις παραγωγικές δραστηριότητες του παρόντος, επιτρέπει δηλαδή να δοθεί σε όποιον ζητάει αυτό που ζητάει, να του δοθεί ακριβώς αυτό που εκείνος επιθυμεί, αυτό που το ίδιο το νέο παράδειγμα κατασκεύασε μέσα από το σύστημα του έξυπνου μάρκετινγκ, που δημιουργήθηκε στη βάση των υπαρχόντων ικανοτήτων και δυνατοτήτων και εργάζεται για την επιβολή μια πολιτισμικής κατεύθυνσης και στη δική μας κοινωνική ζωή. Θα επιλέξω δυο πεδία που μοιάζουν πάρα πολύ απομακρυσμένα από την καθημερινότητα μας αλλά που απεναντίας δεν είναι διόλου μακριά: τη γενετική μηχανική και την τεχνητή νοημοσύνη.

Ανάμεσα στα 1990-91 πυροδοτήθηκε μια σημαντική διεθνής συζήτηση γύρω από τη φιγούρα του Craig Venter, ενός επιστήμονα που αφού δούλεψε για το υπουργείο Υγείας των ΗΠΑ, το 1991 πέρασε στον ιδιωτικό τομέα, ιδρύοντας διάφορα ινστιτούτα και εταιρίες με σκοπό την υλοποίηση σχεδίων παρεμβολής στο DNΑ, παίρνοντας μαζί του τα 30.000 γονίδια που αυτός είχε ανακαλύψει κατά τη διάρκεια των χρόνων συνεργασίας του με τους δημόσιους φορείς.

Το 2000 μια από αυτές τις επιχειρήσεις, η Celera Genomics, ανακοίνωσε την πρώτη διατύπωση της ακολουθίας του ανθρώπινου γονιδιώματος: από εκεί κι έπειτα εκφράστηκαν -από πολλές πλευρές- ανησυχίες σχετικά με τις προθέσεις για κατοχύρωση ολόκληρου το ανθρώπινου γονιδιώματος. Το ζήτημα έγκειται στο γεγονός ότι από τη δεκαετία του 1990, η γενετική μηχανική εργάζεται για τη συλλογή των δεδομένων του DNA του παγκόσμιου πληθυσμού, με μια επένδυση αξίας εκατομμυρίων δολαρίων. Πρόκειται για μια διαδικασία που κατασκευάστηκε μέσω του Ίντερνετ αφού από ένα σημείο κι έπειτα ο Venter είχε ανάγκη από μια μεγάλη ισχύ υπολογισμών και υποδομών, έτσι ώστε να προχωρήσει σε μεγάλους αριθμούς συλλογής DNA. Έτσι, το 2005 υπέγραψε μια συμφωνία με την Google, η οποία είναι σήμερα ο μεγαλύτερος συλλέκτης DNA σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπάρχουν ιστοσελίδες, όπως π.χ το 23andMe, όπου με 99 δολάρια σάς δίνουν το -σχεδόν πλήρες- πλαίσιο του DNA σας. Δεν μπορούν να σας το δώσουν πλήρες αφού οι υγειονομικοί θεσμοί -από το 2013- τους το απαγορεύουν, έτσι ώστε να μη δημιουργείται ανησυχία από τις διαγνώσεις.

Σήμερα, το DNA αποτελεί τη γη της επαγγελίας για τους συνωμοσιολόγους. Στο Ίντερνετ υπάρχουν άπειρα γραφεία που αναλαμβάνουν να σας στείλουν στο σπίτι ένα τεστ με το οποίο δίνετε το DNA σας, παίρνοντας για αντάλλαγμα μια εξατομικευμένη δίαιτα. Το ίδιο ισχύει και για την καταπολέμηση της φαλάκρας. Υπάρχουν μέχρι και εστιατόρια στην Ιαπωνία που φτιάχνουν μερίδες sushi, βασισμένες στις διατροφικές ανάγκες του πελάτη που προκύπτουν από την ανάλυση του DNA το οποίο και δίνει, μέσω ενός τεστ, τη στιγμή της παραγγελίας. Υπάρχουν τηλεοπτικά προγράμματα, όπως το “Βρίσκοντας τις Ρίζες Σου” [“Finding Your Roots”], όπου αναλύοντας το DNA διηγούνται τις ιστορίες της γενετικής γενεαλογίας των ατόμων.

Στο εργοτάξιο που στήσαμε στη Ρώμη, μια κοπέλα που σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο της Tor Vergata εξήγησε ακριβώς αυτόν τον τύπο δουλειάς που έκανε. Είναι ξεκάθαρο ότι σε μια πολύπλοκη κοινωνία όπως η σημερινή, με ανθρώπους που φτάνουν από όλες τις ηπείρους, για πολλούς θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουν ποιος ήταν ο παππούς τους ή αν κατάγονται από την Κένυα αντί από την Ιρλανδία ή την Ιταλία. Όμως όλο αυτό είναι λειτουργικό για μια γιγαντιαία συλλογή DNA. Ποιος είναι λοιπόν ο σκοπός αυτής της συλλογής;

Όπως έχει εξηγήσει ο Venter σε διάφορα κείμενα του, πειράματα έχουν ήδη γίνει. Για παράδειγμα, στα ζώα, έχοντας πολλά δεδομένα στη διάθεσή τους, είναι εφικτή η παρέμβαση: ένα σχέδιο σκόπευε στη δημιουργία γενετικά τροποποιημένων χοιρινών που να διαθέτουν πνεύμονες, καρδιά και συκώτι που να μπορεί να μεταμοσχευθεί σε ανθρώπινα όντα. Επομένως, όλη η δουλειά που γίνεται γύρω από το DNA δεν είναι μια επιχείρηση που έχει να κάνει μονάχα με την γενική ιδέα της χαρτογράφησης και γνώσης ή με την απαραίτητη μελέτη για τη πρόληψη γενετικών ασθενειών, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ, οι οποίες θα μπορούσαν να θεραπευτούν μέσω μιας παρέμβασης στο DNA. Έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Για παράδειγμα, στη Κίνα ο He Jiankui, ένας επιστήμονας από το σημαντικότερο κινέζικο πανεπιστήμιο με έντονη διεθνή επιρροή, δηλαδή από το πανεπιστήμιο Shenzhen, είχε δηλώσει το 2018 -αρχικά σε ένα ακαδημαϊκό συνέδριο κι έπειτα στο Ίντερνετ- πως είχε πραγματοποιήσει την πρώτη επέμβαση -μέσω γενετικής μετάλλαξης- σε ανθρώπινα έμβρυα [1].

Το επιστημονικό πείραμα επιτεύχθηκε, υπήρξε όμως -σε ηθικό επίπεδο- έντονη αμφισβήτηση. Παρ’ όλα αυτά, το πρόβλημα που σας θέτω είναι πολύ απλό: ξέρουμε από τους καιρούς που ήδη έχουν υπάρξει πως όταν μια επιστημονική επιχείρηση είναι εφικτή, τότε αυτή θα εφαρμοστεί. Μπορεί κάποιοι να είναι σύμφωνοι και άλλοι όχι. Δεν θα είναι όμως τα ηθικά εμπόδια εκείνα που θα παρεμποδίσουν κάτι. Δεν υπήρξαν ηθικά εμπόδια για να παρεμποδίσουν τα χαλυβουργεία Krupp από το να πάνε και να επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή που να απέτρεψαν για μερικά -άλλοι λένε για περισσότερα- χρόνια επιστήμονες, τεχνικούς, εργάτες και εργαζόμενους από το να κατασκευάσουνε -υπό άκρα μυστικότητα- την ατομική βόμβα. Έπειτα, η ατομική βόμβα εκρήγνυται και τότε διαπιστώνεται ότι οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές. Ανακαλύπτονται τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τότε διαπιστώνεται ότι οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές. Οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές αλλά η Bayer πουλάει ακόμα ασπιρίνη, δεν άλλαξε καν όνομα. Κι όμως είναι η εταιρεία που έφτιαξε το Zyklon B, το τοξικό αέριο που δολοφόνησε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Σήμερα βρισκόμαστε ακριβώς στην ίδια συνθήκη: τότε φτιάχτηκε το Zyklon B, φτιάχτηκε η ατομική βόμβα. Σήμερα γίνεται όλη αυτή η δουλειά πάνω στο DNA. Μια διαδικασία που κινείται προς την κατεύθυνση του μετανθρώπινου, στην διανθρωπιστική προοπτική με τις διάφορες μορφές “ενδυνάμωσης” των ανθρώπινων όντων. Πειραματισμοί που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος μέσα στη “γκρίζα” ζώνη των στρατιωτικών και των αθλητικών θεσμών.

Αυτή η διαδικασία γενετικής μηχανικής είναι εξαιρετικά αξιοσημείωτη αφού περνάει μέσα από την υποδομή του Ίντερνετ, κατασκευάζεται από δημόσιες και ιδιωτικές εταιρίες αλλά ταυτόχρονα πραγματοποιείται από εμάς, αφού είμαστε εμείς οι ίδιοι που τη φτιάχνουμε. Με αυτό θέλω να θέσω μια πρώτη ισχυρή ιδέα γύρω από αυτό το σκεπτικό: είναι καλό που αναλύουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία ζούμε και τον τρόπο με τον οποίο αυτά δουλεύουν, κυρίως όμως είναι ακόμα καλύτερο να μην απεκδυόμαστε τη δική μας ευθύνη για τη λειτουργία τους. Γιατί η λειτουργία αυτών των πλαισίων, με αυτόν τον τρόπο, γίνεται εφικτή επειδή εμείς οι ίδιοι κάνουμε κινήσεις που επιτρέπουν σε αυτά τα πλαίσια να λειτουργούν κατά αυτόν τον τρόπο.

Σε αυτό το σημείο θα ξεκαθαρίσω αυτή τη σκέψη μετακινούμενος στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία δεν ζει στα εργαστήρια αλλά στα έξυπνα κινητά τηλέφωνα. Κάθε έξυπνο κινητό είναι γεμάτο από εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης. Θα αναφέρω μερικά: όταν πληκτρολογείτε ένα πλήκτρο, τη γραφή την διαχειρίζονται προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης που μπορούν να διορθώσουν αλλά και να εκτελέσουν και άλλες λειτουργίες, όπως το να γράψουν ένα άρθρο που έχει κυκλοφορήσει σε μια αθλητική εφημερίδα με μια υπογραφή ή ακόμα κι ένα ολόκληρο βιβλίο: υπάρχουν εκδότες που εκδίδουν -χωρίς να το λένε- βιβλία γραμμένα από αλγορίθμους, σχετικά με είδη γραφής που μπορούν να είναι εξαιρετικά τυποποιημένα. Όταν χρησιμοποιείτε τον εντοπισμό, οι χάρτες που χρησιμοποιείτε δεν είναι παρά ένα λογισμικό με τεράστια συμπύκνωση τεχνητής νοημοσύνης. Ο εντοπισμός δεν υπάρχει μέσα στο έξυπνο κινητό σας αλλά σε ένα δορυφορικό σύστημα τριγωνισμών και υπολογισμών, οι οποίοι γίνονται σχετικά με εσάς και τη συσκευή σας, σ’ ένα μακρινό και αδιαπέραστο έδαφος. Ο κωδικός ασφαλείας με τον οποίο ξεκλειδώνετε τη συσκευή σας, το ψηφιακό ή το ηχητικό αποτύπωμά σας, είναι κι αυτά εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης.

Για να είμαστε ακριβέστεροι, πρόκειται για εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης που έχουν ανάγκη να χρησιμοποιηθούν από κάποιον έτσι ώστε να τελειοποιηθούν. Είναι σαν τους μαθητές που έχουν ανάγκη από κάποιον για να τους διδάξει. Και ποιος τους διδάσκει; Όποιος τους χρησιμοποιεί. Αν εγώ πω “Siri παρήγγειλε μου ένα καφέ από το μπαρ”, τότε εγώ γίνομαι προπονητής ενός εξαρτήματος τεχνητής νοημοσύνης. Τον περασμένο Ιούλιο, η εφημερίδα Guardian κατήγγειλε την ύπαρξη εταιρειών στις οποίες ανατίθενται οι εργασίες επεξεργασίας αυτών των αλγορίθμων αφού η Alexa, η Siri, η Cortana κλπ είναι σχετικά νεαρές και κάνουν ακόμα πολλά λάθη. Για παράδειγμα, μπορεί να μην καταλάβει ότι μια αρθρωμένη λέξη δεν είναι ίδια με το συνθηματικό “Γεια σου Siri”. Έτσι, μπορεί ν’ ανάψει και πιθανότατα μπορεί να ηχογραφεί για ολόκληρες ώρες, ενώ ο κοινός χρήστης της ούτε καν το αντιλαμβάνεται. Επομένως πρέπει να βελτιωθεί η εκπαίδευση τους. Αυτή τη δουλειά την αναλαμβάνουν άλλες εταιρίες. Η Apple, η Amazon κλπ παραδίδουνε σε άλλες επιχειρήσεις αυτές τις ηχογραφήσεις έτσι ώστε να τις επεξεργαστούν και να αντιληφθούν τις διαδικασίες που απαιτούνται για τη βελτίωσή τους. Υπό αυτήν την έννοια, αυτοί που βελτιώνουν τα εξαρτήματα είμαστε εμείς οι ίδιοι: όσο μεγαλύτερη συλλογή φωνητικών μηνυμάτων υπάρχει τόσο διογκώνεται το υλικό για τη βελτίωσή τους, Επομένως μετατρεπόμαστε σε εργαζόμενους εν αγνοία μας. Άμισθοι εργαζόμενοι, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Δουλεύουμε για να παραχθεί η βελτίωση ενός εξαρτήματος που χρησιμοποιούμε, από το οποίο και θα εξαρτιόμαστε όλο και περισσότερο. Αυτός είναι ένας κύκλος εξαιρετικά αξιοσημείωτος.

Οι συμβουλές για το ηλεκτρονικό εμπόριο της Netflix, της Amazon κλπ αποτελούν εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης. Όποιος έχει χρησιμοποιήσει το Netflix, ξέρει ότι πριν ακόμα σου δώσει τη δυνατότητα εγγραφής σε ρωτάει: “Πες μου μια κινηματογραφική ταινία ή μια τηλεοπτική σειρά που σου αρέσει”. Αυτό το κάνει γιατί είναι η ερώτηση από την οποία κι έπειτα αρχίζει να δουλεύει ο αλγόριθμος τεχνητής νοημοσύνης.

Αρχίζω να μαθαίνω ότι σου άρεσε μια ερωτική, δραματική ή μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Έπειτα, σου λέω “εγγράψου” για να μου κάνεις μια παραγγελία. Έτσι, έχω ήδη δυο στοιχεία για εσένα, μετά τρία και μετά πέντε. Έπειτα, θα σου προτείνω εγώ -με βάση αυτά τα πέντε στοιχεία- μια σειρά πραγμάτων που διαθέτω και τα οποία -ενδεχομένως- να σ’ ενδιαφέρουν. Εσύ θα μου πεις ναι ή όχι. Έτσι, εγώ θα έχω περισσότερη γνώση σχετικά με τις κινηματογραφικές, μουσικές κλπ προτιμήσεις σου. Όλο αυτό όμως είναι κάτι που δεν γίνεται από ανθρώπινα όντα άλλα από μηχανές, από λογισμικά τα οποία εμείς -μέσα από τη χρήση τους- τα τελειοποιούμε.

Αυτή είναι η παραγωγή του μέλλοντος. Ένας προγνωστικός αλγόριθμος ενώ οικοδομεί τη γνώση του γύρω από το άτομο ταυτόχρονα σχηματίζει και την πρόταση που έχει να του κάνει, την ιδέα που έχει να του προσφέρει -με βάση μια πληρέστερη γνώση γύρω από τις κλίσεις του- για το προϊόν προς πώληση. Σε τέτοιο βαθμό που το Netflix, μιας και το αναφέραμε, μπορεί ν’ αποφασίσει τι να παράξει, έχοντας ξεκάθαρη εικόνα των χρηστών, των τάσεων και των αριθμών. Δηλαδή, μπορεί ν’ αποφασίσει να προτείνει μια σειρά που έχει βγει από το παρελθόν αλλά είναι το μέλλον, η οποία θα βγει σε τρεις μήνες αλλά έχει ήδη διαμορφωθεί από εμάς τους ίδιους.

H συγκεκριμένη προσέγγιση μπορεί να εφαρμοστεί και εφαρμόζεται ήδη και στο σύστημα πολιτικής επικοινωνίας. Σήμερα στην Ιταλία έχουμε ήδη τρεις τέτοιες: τη λεγόμενη bestia [θηρίο] του Σαλβίνι, την πλατφόρμα Russeau των 5 Αστέρων και τώρα και τη αμερικάνικη υποδομή του Ρέντζι, ο οποίος χρησιμοποιεί το λογισμικό που δημιουργήθηκε από την Cambridge Analytica.

Δεν μ’ ενδιαφέρει να εστιάσω στο πολιτικό στοιχείο. Θέλω να υπογραμμίσω το γεγονός ότι υπάρχουν πρακτορεία που η δουλειά τους είναι η χρήση προγνωστικών αλγορίθμων για την ιχνογράφηση των ατόμων και η πώληση αυτής της μάζας πληροφοριών. Έτσι λοιπόν, κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η πρόβλεψη λέει ότι -μεταξύ του διαδικτυακού λαού- σχετικά με ένα συγκεκριμένο μικροπρόβλημα επικρατεί και μια συγκεκριμένη τάση. Έτσι, το κοινωνικό προφίλ του πολιτικού στις 14:25 θα ποστάρει ένα συγκεκριμένο tweet, στις 16:27 το πρόβλημα θα είναι κάποιο άλλο και θα υπάρξει ένα αντίστοιχο ποστάρισμα κοκ. Είναι ξεκάθαρο ότι ο επικαθορισμός της κοινής γνώμης διεξάγεται και από τις υποδομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και των ΗΠΑ για τη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης κατεύθυνσης της κοινής γνώμης για ολόκληρους πληθυσμούς. Το ίδιο πράγμα κάνει και η Ρωσία…

Η Τεχνητή Νοημοσύνη ισοδυναμεί και με συνταρακτικότερα δεδομένα. Στις ΗΠΑ, σε μερικές Πολιτείες υπάρχει ένα λογισμικό που κρίνει αν το άτομο που έχει συλληφθεί μπορεί να τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό ή αν θα πρέπει να πάει φυλακή. Πρόκειται για έναν αλγόριθμο που αναλύει συνολικά την ιστορία του συγκεκριμένου ανθρώπου, τα ενδεχόμενα γεγονότα που τον έχουν φέρει και πάλι σε επαφή με το νόμο, διασταυρώνει τα δεδομένα και στο τέλος εκθέτει μια κρίση: το λογισμικό αποφασίζει, ο δικαστής εγκρίνει. Φυσικά, αυτός που αντέδρασε πρώτος ήταν ο κλάδος των δικηγόρων, οι οποίοι αναρωτήθηκαν ποια είναι εντέλει η δική τους δουλειά αν όλα γίνονται τόσο αυτόματα, χωρίς καν να συζητιούνται. Ζήτησαν να μπορούν τουλάχιστον να διαβάζουν τα κριτήρια με βάση τα οποία ο αλγόριθμος βγάζει την απόφασή του. Κι όμως, ούτε αυτό δεν έγινε δεκτό αφού το λογισμικό ανήκει σε μια ιδιωτική εταιρία και καλύπτεται από κρυφή κατοχυρωμένη πατέντα. Βρισκόμαστε ενώπιον της πραγματικότητας όπου για πρώτη φορά στην ιστορία, οι άνθρωποι κρίνονται από μηχανές, από λογισμικά και όχι από άλλα ανθρώπινα όντα [2].

Χωρίς ν’ αναφερθούμε -στο βιβλίο, αναλύεται και αυτή η όψη- στο γεγονός πως το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης συνδέεται με τη “μοναδικότητα”, μ’ εκείνο το όριο της ασυνέχειας έπειτα από το οποίο μπορεί να προκύψει η “έκρηξη” της, με την ανάπτυξη της να ξεφεύγει από την ανθρώπινη ικανότητα πρόβλεψης των επόμενων μετεξελίξεων της. Εδώ πλέον μπαίνουμε σε μια νέα εποχή που ορίζεται ως μετανθρώπινη.

Μπορούν να δοθούν πολλά ακόμα παραδείγματα. Αυτό όμως που θεωρώ σημαντικό να τονιστεί και στις δυο περιπτώσεις (τόσο στη συλλογή του DNA όσο και στην ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης) είναι η ενεργή ανάμειξη του χρήστη στον αποικισμό. Χρησιμοποιώ τη λέξη αποικισμός γιατί μιλάμε ακριβώς για μια αποικιακή διαδικασία, μέσω της οποίας μια εξουσία στρέφεται προς ένα έδαφος και προς τα ανθρώπινα όντα που βρίσκονται σε αυτό το έδαφος, ώστε να τους αφομοιώσει. Γνωρίζουμε ότι όλοι οι αποικισμοί του κόσμου λειτούργησαν μέσα από την καταστροφή του πολιτισμού των λαών, των εθνοτήτων, των τοπικών παραδόσεων, των εθίμων και των ιστοριών. Έρχεται δηλαδή μια εξουσία και σου λέει: σε αυτόν εδώ τον τόπο θα κάνουμε μια πανέμορφη φυτεία τσαγιού, γιατί το τσάι χρειάζεται στην Αγγλία. Μετά θα σου πει: Δεν σου αρέσει το τσάι; Πως κι έτσι; Δοκίμασε το και θ’ αρχίσω να το πουλάω και σε σένα. Η αποικιακή διαδικασία είναι μια διαδικασία αφομοίωσης στον πολιτισμό του αποίκου. Αυτόν τον κύκλο μπορούμε να τον μελετήσουμε αρχικά με τον Χριστόφορο Κολόμβο στη προκολομβιανή Αμερική, κι έπειτα στην Αφρική, στην Ινδία και όπου αλλού θέλετε. Παντού, θα βρούμε αυτή τη λογική, μέσα από την οποία μια εξωγενής εξουσία παρεμβαίνει σ’ ένα ανθρώπινο και φυσικό έδαφος και το αφομοιώνει στους δικούς της σχεδιασμούς. Εδώ το έδαφος είναι το δίκτυο, ένα έδαφος που στο προηγούμενο βιβλίο [3] το ονομάσαμε ήπειρο, μια ψηφιακή ήπειρο που δεν συμπίπτει με τις εθνικές διαστάσεις. Αναμφίβολα, το πρόβλημα του αποίκου είναι η επιβολή του στο έδαφος αλλά το κυριότερο είναι εκείνο του να μπορέσει να κάνει τον αποικισμένο να σκέφτεται με το δικό του κεφάλι. Τη δεκαετία του 1960, όταν υπήρχε η αντίσταση των μαύρων Αμερικάνων, αναπτύχθηκε μια σημαντική πολιτισμική μάχη γύρω από αυτό, όταν έλεγαν: εσύ είσαι ένας μαύρος, αλλά ένας μαύρος με μυαλό λευκού. Σήμερα την ίδια μάχη δίνουν οι Παλαιστίνιοι και οι Κούρδοι. Ο αποικισμένος βρίσκεται μπροστά σε δυο δρόμους: να προσαρμοστεί, να εξαφανιστεί, να μην αντιστέκεται άλλο αφού πληρώνει ένα πολύ υψηλό τίμημα ή να κάνει κάτι, έστω και μικρό, έστω και ελάχιστο, το οποίο όμως ίσως να αφήσει να χνάρι του που να μην είναι το χνάρι που θέλει ο άποικος. Δίνω επίτηδες αυτά τα παραδείγματα ώστε να σας θέσω ενώπιον της λογικής της αποικιοποίησης που νικάει μονάχα εκεί που ο αποικισμένος αφήνεται να εμπλακεί μέσα στο σχέδιο του αποίκου.

Η αποικισμός του Ίντερνετ είναι ένα δεδομένο γεγονός. Ο Kleinrock και ο Snowden έλεγαν ότι αρχικά δεν υπήρχε η νομισματοποίηση, αν και υπήρχαν ήδη οι υπηρεσίες ασφαλείας, υπήρχε μια έρευνα στην οποία συμμετείχαν καθηγητές πανεπιστημίου και ερευνητές, υπήρχε μια άλλη ιδέα. Έπειτα, αυτή η τεχνολογία αποικίστηκε από εταιρίες που είδαν σε αυτό τη δυνατότητα να βγάλουν χρήμα και άρχισαν να κάνουν τους καπιταλιστές. Να κάνουν δηλαδή αυτό που είναι, δεν κάνουν κάτι άλλο. Η Facebook και οι άλλες εταιρίες δεν είναι διαφορετικές από τη Fiat ή μια οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση. Η Facebook είναι μια εταιρία εισηγμένη στο χρηματιστήριο, η οποία έχει έναν αλγόριθμο που προηγείται όλων των άλλων: την άνιση ανταλλαγή. Είναι πολύ απλός και αποτελεί το θεμέλιο λίθο του καπιταλισμού. Πρόκειται για ένα αλγόριθμο που λέει: σου δίνω ένα χώρο, σου δίνω τους όρους διαχείρισης του, αν θες να έρθεις θα μου δώσεις πρώτα τα στοιχεία σου. Σε αυτήν την ανταλλαγή όμως τα στοιχεία σου αξίζουν πολλά περισσότερο απ’ όσα ανταποδίδει αυτή η υπηρεσία, αφού αλλιώς δεν θα είχε νόημα: κανένας δεν θα αγόραζε τις μετοχές της και η Facebook δεν θα είχε γίνει -μετά από λιγότερα από δεκαπέντε χρόνια- μια από τις πρώτες -ως προς την κεφαλαιοποίηση και τα κέρδη τους– εταιρίες στον κόσμο.

Πρόκειται για ένα σημαντικό στοιχείο που πρέπει να γίνει αντιληπτό: όταν μιλάμε για αποικισμό μιλάμε για εκείνο το εξάρτημα που βρίσκεται στα θεμέλια του καπιταλισμού και έγκειται στην επιβολή του αλγορίθμου του δικού του τρόπου παραγωγής. Αν επιβληθεί όχι μονάχα στο παρόν αλλά και στις στους σχηματισμούς του μέλλοντος που προκύπτουν από το παρελθόν μας, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχουμε κανένα μέλλον. Μετατρεπόμαστε σε εκείνους που παράγουν το μέλλον που επιθυμούνε οι παραγωγοί προγνωστικών αλγόριθμων, μετατρεπόμαστε σε δημιουργούς εκείνους του μέλλοντος που ακόμα -μόνο σχηματικά- δεν υφίσταται: είναι ήδη παρόν μέσα στη δράση που αναπτύσσουμε για την οικοδόμησή ενός μέλλοντος, το οποίο μπορεί να πραγματωθεί μονάχα αν το ζήσουμε, αφού δεν μπορεί να λειτουργήσει αν υπάρξει αντίσταση.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να στρέψω την προσοχή μας στο κόσμο της εργασίας. Το βιβλίο καταπιάνεται και με το ζήτημα του κοινωνικού ελέγχου αλλά εδώ θέλω να εστιάσω στο έλεγχο της εργασίας. Θα σας διηγηθώ δυο παραδειγματικές ιστορίες.

Η πρώτη αφορά μια αυστριακή εταιρεία logistics [φορτοεκφόρτωσης, αποθήκευσης και μεταφοράς εμπορευμάτων], την Knapp AG. Κάποια στιγμή η εν λόγω εταιρεία αποφάσισε να αναδιαρθρώσει τις αποθήκες της και ζήτησε από τους εργαζομένους της να φοράνε τα έξυπνα γυαλιά (smart glass), τα οποίο είναι ικανά να κατασκευάζουν μια εικονική πραγματικότητα για τα αντικείμενα που βρίσκονται στο οπτικό πεδίο τους. Αυτό σημαίνει πως όταν ένας εργαζόμενος βρίσκεται μπροστά σ’ ένα ράφι δεν χρειάζεται πλέον να πάει να ελέγξει το κωδικό του προϊόντος, αρκεί να το κοιτάξει και τα γυαλιά θα του δώσουν όλες τις πληροφορίες: έτσι, τα χέρια του μένουν ελεύθερα για άλλες εργασίες, πχ για το γέμισμα των καροτσιών. Επομένως, έτσι μπορεί να κάνει διπλή δουλειά. Αυτό σημαίνει πως η συγκεκριμένη αναδιάρθρωση μειώνει στους μισούς τους εργαζόμενους και ταυτόχρονα αυξάνει τη συνολική παραγωγικότητα. Την ίδια στιγμή τα έξυπνα γυαλιά με εντοπίζουν και μ’ ελέγχουν, αποθηκεύουν κάθε κίνησή μου, τους χρόνους μου για κάθε εργασία, τον αριθμό των διαλειμμάτων μου κλπ, επιτρέποντας μια ανάγνωση σε ζωντανό χρόνο της παραγωγικότητας μου. Αυτό το είδος αναδιάρθρωσης μετέτρεψε την Knapp στη μεγαλύτερη αυστριακή εταιρεία logistics και σε πρότυπο για όλες τις επιχειρήσεις του συγκεκριμένου κλάδου.

Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί το λιμάνι του Ρότερνταμ: κάποια στιγμή αποφάσισε να εξαφανίσει τους ναυτεργάτες, και σε αυτήν την περίπτωση χάρη στους αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης και τους αισθητήρες. Κατασκευάστηκε ένα σύστημα πλεούμενων drones που μπαίνουν μέσα στο λιμάνι, καθοδηγούμενα από αισθητήρες, με γερανούς 125 μέτρων που ξεφορτώνουν τα κοντέινερ και τα τοποθετούν στα οχήματα χωρίς πιλότο, τα οποία κινούμενα σε εικονικές πίστες τα πηγαίνουν στις αποθήκες, όπου άλλοι αισθητήρες καθορίζουν τα σημεία αποθήκευσης τους. Σήμερα, το λιμάνι του Ρότερνταμ είναι ένα από τα πιο αυτοματοποιημένα του κόσμου και καθοδηγείται εξ’ ολοκλήρου από απόσταση, από μερικούς εργαζόμενους που κάνουν μια ανάλυση γραφείου όλων όσων συμβαίνουν.

Αυτά τα δυο παραδείγματα καταδεικνύουν μια σταδιακή εισδοχή των μηχανιστικών παρεμβάσεων στις καθημερινές εργασιακές ζωές μας. Μια αλλαγή που -αναμφίβολα- παράγει εργαζόμενους ολοένα και πιο εξειδικευμένους στη λειτουργία των λογισμικών τεχνητής νοημοσύνης αλλά και εργαζόμενους ολοένα και πιο αχρείαστους. Αυτοί οι τελευταίοι είναι μια κατηγορία εργαζομένων τεράστιου ενδιαφέροντος αφού σήμερα είναι και η πιο διαδομένη: δεν πρόκειται για εργαζόμενους που δεν δουλεύουν, πρόκειται για εργαζόμενους που -κυριολεκτικά- πετάχτηκαν έξω από τον παλιό τρόπο εργασίας αφού οι ικανότητες και οι δεξιότητες τους μπορούν να μεταφερθούν σε μηχανές και ρομπότ, μ’ ένα κόστος χαμηλότερο του μισθού τους. Είναι εργαζόμενοι που στη συνέχεια προσλαμβάνονται αλλού, πχ σε απο-εδαφικοποιημένες εργασίες.

Σ’ ένα από τα εργοτάξια γύρω από αυτές τις θεματικές, μια κοπέλα διηγήθηκε πως δουλεύει -μέσω του έξυπνου κινητού της- για μια αγγλοαμερικάνικη εταιρεία που έχει αναλάβει μια υπηρεσία στο αεροδρόμιο του Ντάλας και έχει έδρες στο Σακραμέντο, το Ντέρυ και το Όστιν: η δουλειά της γι’ αυτήν την εταιρεία έγκειται στην παραγωγή πληροφοριών, μέσω των κοινωνικών προφίλ του αεροδρομίου του Ντάλας, για τους ταξιδιώτες που περνάνε από εκεί, για το ξενοδοχείο, το ταξί και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία αλλά και συναισθηματικών μηνυμάτων του τύπου: “Είμαστε χαρούμενοι να σε έχουμε μαζί μας! Πρώτη φορά στο Ντάλας;”. Ο επιβάτης θα λάβει την απάντηση στη γλώσσα του: αν είναι Ιάπωνας θα λάβει απάντηση από μια αποεδαφικοποιημένη εργαζόμενη που βρίσκεται στην Ιαπωνία, αν είναι Ιταλός από μια εργαζόμενη που βρίσκεται στην Ιταλία κοκ. Επομένως, έχουμε εργαζόμενους που πληρώνονται κανονικά από εταιρείες διάσπαρτες στον κόσμο, οι οποίοι δεν έχουν γραφείο, δεν έχουν ένα συγκεκριμένο φυσικό σημείο και ζουν αναζητώντας κάποια άλλη εργασία αλλά εν των μεταξύ συλλέγουν DNA για κάποια αμερικάνικη τηλεοπτική εκπομπή ή παράγουν μηνύματα για το αεροδρόμιο του Ντάλας. Αυτό οι εργαζόμενοι τείνουν να μετατραπούν σε πλειοψηφία. Πρόκειται για μια νέα μορφή εργασίας που γεννιέται από την αποσύνθεση των προηγούμενων μορφών και των δικαιωμάτων τους, αφού μέσα σε αυτό το κομμάτιασμα, το οποίο προκύπτει από τη δημιουργία αχρείαστων εργαζομένων που ανακυκλώνονται με διάφορους τρόπους, εξαφανίζονται εντελώς τα δικαιώματα.

Πως μπορούμε να βγούμε από αυτήν την κατάσταση; Ως προς αυτό, υπάρχουν τέσσερις απαντήσεις.

Η πρώτη είναι αυτή που δίνεται από το μετριοπαθές κομμάτι των χρηστών του διαδικτύου: μπορούμε να βγούμε με τον εξανθρωπισμό και τον εκδημοκρατισμό της τεχνολογίας, μέσα από τις εγγυήσεις μιας μεγαλύτερης ιδιωτικότητας (privacy). Όμως πχ και ο ίδιος ο Kleinrock αρνείται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί. Είναι μια καλή αλλά πολύ υποκριτική σκέψη. Πρόκειται για μια ανέφικτη ιδέα, η οποία δεν μπορεί ούτε να τεκμηριωθεί ούτε να εφαρμοστεί, αφού μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν μπορεί να εκδημοκρατιστεί οτιδήποτε, παρά μόνο στο βαθμό που ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θεωρεί ότι μπορεί να το κάνει. Αυτό σημαίνει ότι αν δεν υπάρχει ένας πόλεμος σε εξέλιξη μπορούμε άνετα να μιλάμε για το ΡΚΚ, όταν όμως οι Κούρδοι μετατρέπονται σε πρόβλημα τότε το Facebook κλείνει τα προφίλ εκείνων που μιλάνε γι’ αυτούς.

Μια δεύτερη, σοβαρότερη απάντηση δίνεται από τον ίδιο τον Kleinrock: μια συλλογικότητα χωρίς νομισματοποίηση. Έπειτα όμως, το ξανασκέφτεται λίγο και λέει: θα ήταν σαν να ζητάμε από τις μεγάλες εταιρίες να σεβαστούν την ιδωτικότητα των πελατών τους και προς το παρόν πρόκειται για μια χαμένη μάχη. Επομένως, ο Kleinrock δηλώνει ότι θα έπρεπε να απο-νομισματοποιηθεί το διαδικτύο, αλλά έπειτα αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει νόημα να ζητήσεις κάτι τέτοιο από τη Facebook, την Google, την Amazon κλπ γιατί βρισκόμαστε μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπου η απο-νομισματοποίηση σημαίνει κλείσιμο αυτού, σημαίνει οικοδόμηση ενός άλλου τρόπου παραγωγής.

Ο Snowden δίνει μια τρίτη απάντηση. Πρόκειται για κάτι που συμβαίνει ήδη στην Ευρώπη και σε άλλα μέρη του κόσμου: αποκέντρωση του δικτύου. Μαζί με τον Berners-Lee, έναν άλλον εκ των ιδρυτών του Ίντερνετ, ο Snowden θεωρεί ότι πρέπει να βρεθεί ο τρόπος έτσι ώστε το σύστημα να συνεχίζει να μας παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς να έχει πλέον ανάγκη την μετάδοση των δεδομένων μας. Είναι σαν να λέμε να εξαφανιστεί η δυνατότητα εντοπισμού των χρηστών των υπηρεσιών και επομένως η μνήμη τους. Επομένως να μπορούμε να σερφάρουμε ελεύθερα. Κάτι τέτοιο θα παρεμπόδιζε το σχηματισμό των προφίλ και τη λειτουργία των προγνωστικών αλγόριθμων. Ο Snowden και ο Berners-Lee δουλεύουν πάνω σε τέτοια πλάνα αποκέντρωσης. Υπάρχουν και στην Ιταλία ιστοσελίδες που κάνουν το ίδιο, μικρές ομαδοποιήσεις που κατασκευάζουν εναλλακτικά δίκτυα. Πρόκειται για πολύ όμορφους και ενδιαφέροντες πειραματισμούς, όμως μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ήδη από τη δεκαετία του 1960, υπάρχουν μικρές κοινότητες που αυτοδιαχειρίζονται τις δραστηριότητες τους: αυτό δεν δημιουργεί μια βαθιά κριτική του συστήματος μέσα στο οποίο βρισκόμαστε, δημιουργεί μια αφαίρεση. Μια σημαντική αφαίρεση αλλά μια αφαίρεση παραμένει μια αφαίρεση. Σημαίνει κάντε ότι νομίζετε, αποικίστε ότι θέλετε. Μέχρις ότου υπάρχει ένα κομμάτι γης, στο οποίο να μπορώ να δημιουργήσω μια κοινότητα με τους φίλους μου και μια οικογένεια για να ζω σύμφωνα με διαφορετικά κριτήρια σχέσεων και παραγωγής της ζωής, μέχρι τότε θα κάνω αυτήν την επιλογή. Νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον να γνωρίσουμε αυτές τις εμπειρίες. Όμως ζούμε μέσα σ’ ένα σύστημα στο οποίο περισσότερα από πέντε δισεκατομμύρια άτομα βρίσκονται μέσα σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής, κατανάλωσης, σχέσεων κλπ. Μέσα σε αυτήν την πολυπλοκότητα πρέπει να αναπτύξουμε τη σκέψη μας. Επομένως και η λύση του Snowden είναι ενδιαφέρουσα. Θα δούμε πως θα εξελιχθεί ο πειραματισμός με τα νέα αποκεντρωμένα δίκτυα. Προς το παρόν, παραμένει ένας μικρός πειραματισμός.

Τέλος, η τέταρτη απάντηση αγγίζει το πρόβλημα που βρίσκεται περισσότερο από κάθε άλλο στην καρδιά μου, από την οπτική γωνία της κατάληξης των διαδρομών αυτού του είδους: την απο-αποικιοποίηση. Είμαι απόλυτα πεισμένος ότι -απέναντι στην αποικιακή δράση- πρέπει να σταθούμε με ενεργητική και όχι παθητική στάση. Προσωπικά, με ενδιαφέρει μια τεχνολογία ελεύθερη, πραγματική, με την οποία να μην εξοπλίζεται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αλλά ένας τρόπος παραγωγής που δεν θα βασίζεται στην άνιση ανταλλαγή. Επομένως, με ενδιαφέρει να φτάσω την κριτική στη Facebook, στην Amazon κλπ από την επιφάνεια στη ρίζα της. Ποια είναι η ρίζα; Είναι ο τρόπος παραγωγής μέσα στον οποίο αυτές οι εταιρίες ανταλλάσουν τα εμπορεύματα ή παράγουν τις τεχνολογίες. Όπως γνωρίζουμε, οι τεχνολογίες δεν είναι ουδέτερες αλλά φέρουν μέσα τους τις επιδιώξεις εκείνων που τις δημιουργούν και μπορούν να κατασκευαστούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Σήμερα, όποιος αποικίζει τον κόσμο στις διάφορες μορφές του, έχει στο μυαλό του την κατασκευή τεχνολογιών που αποτελούν όπλα εκμετάλλευσης, όπως εκείνο στον κλάδο των logistics που αναφέρθηκα προηγουμένως. Ένα όπλο μέσω του οποίου οι εργαζόμενοι φτάνουν μέχρι την απόλυτη εξάντληση της ενεργητικότητας τους. Βρισκόμαστε στο εσωτερικό μιας κοινωνίας όπου -σύμφωνα με κάποιες έρευνες που αναφέρω στο βιβλίο- δουλεύουμε περισσότερο έξω παρά μέσα στο χώρο εργασίας μας και κυρίως έξω από κάθε τύπο φαντασιακού του σχέσεων: άτομα που παίρνουν τη δουλειά στο σπίτι γιατί πρέπει να την τελειώσουν, που δουλεύουν ακόμα και μέσα στο μετρό, πιθανώς με Whatsapp.

Επομένως, αυτό είναι το πραγματικό σημείο επίθεσης ενάντια στις τεχνολογίες της κυριαρχίας και αυτό δεν ξεκινάει μέσα στο Ίντερνετ αλλά έξω από αυτό, στη ζωή των σχέσεων ανάμεσα σε σώματα. Γιατί όταν ήμαστε μέσα στο διαδίκτυο έχουμε εξωσωματικές ταυτότητες που δεν αποτελούνται από τις διαχωρισμένες διαδικασίες, τις οποίες μέσα σε χιλιάδες χρόνια, ως ανθρώπινα όντα, πειραματιστήκαμε αλλά από μια σχάση μέσω της οποίας ένα κομμάτι μας, διαχωρισμένο, ζει σε μια ήπειρο όπου οι κανόνες δεν είναι ίδιοι μ’ εκείνους των σχέσεων των σωμάτων. Επομένως, μέσα στο διαδίκτυο οι ταυτότητες βρίσκονται σε εδάφη που δεν μπορούν να τα διαχειριστούν, ζουν σε πλατφόρμες άλλων και βρίσκονται έκθετες σε τεράστιους κινδύνους. Γι’ αυτό το λόγο, πιστεύω ότι το σημείο από το οποίο μπορούμε να εκκινήσουμε μια επεξεργασία για μια κριτική σκέψη -σχετική με τα όρια των υπαρχουσών τεχνολογιών- βρίσκεται έξω από το διαδίκτυο, μέσα στις σχέσεις των σωμάτων, εκεί όπου οι άνθρωποι συναντιούνται, γνωρίζονται, ανταλλάσουν σκέψεις και συζητάνε. Πρέπει να αποκτήσουμε και πάλι την ικανότητα να ζούμε σε ανθρώπινες ομάδες που θέτουν το πρόβλημα των εργαλείων που χρησιμοποιούν, όχι γιατί έχουν στην καρδιά τους τη δαιμονοποίηση των εργαλείων που υπάρχουν, αλλά για ν’ αντιληφθούν με ποια θέλουμε να εφοδιαστούμε έτσι ώστε να μπορέσουμε να παράξουμε με άλλο τρόπο τη καθημερινή ζωή καθώς και τη ζωή των ανθρωπίνων σχέσεων. Αυτό είναι το διακύβευμα της μάχης. Ή θα καταφέρουμε να παραμείνουμε sapiens sapiens, ως άνθρωποι που παραμένουν ανθρώπινοι, με την έννοια της ανάπτυξης των ικανοτήτων μας κατά τη διάρκεια και αυτής της εποχής, ή αν η αντικειμενοποίηση που αυτό το εποικοδόμημα υψώνει αμείλικτα γύρω από τον καθένα μας θα μας μετατρέψει σε απλά κομμάτια της μηχανής, επομένως σε αποικισμένους που obtorto collo, με το ζόρι, με χαρά ή και χωρίς να καταλαβαίνουμε πλέον αν μας αρέσει ή όχι, δεν θα κάνουμε άλλο από το να αναπαράγουμε τα συμφέροντα, τις στρατηγικές γραμμές και τις τροχιές που είναι εκείνες του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, το οποίο και κρατάει στα χέρια του τις δικές μας τύχες.

Σημειώσεις.

[1] Από G. Baer, Genome editing. Οι μεταβολές στο ανθρώπινο DNA, σ. 14

[2] Από G. Baer, ΗΠΑ: τεχνητή δικαιοσύνη, Big data, τεχνητή νοημοσύνη και προγνωστικοί αλγόριθμοι στα δικαστήρια. Paginauno τεύχος 65/2019.

[3] Από R. Curcio, Ο κυρίαρχος αλγόριθμος. Ψηφιακή ταυτότητα, ολική επιτήρηση, πολιτικό σύστημα. Paginauno, τεύχος 60/2018.

Πηγή: www.labottegadelbarbieri.org

Βιβλιογραφία του συγγραφέα στα ελληνικά.

Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη.

Α’ έκδοση, εκδόσεις Convoy. Aθήνα 1990.

Β’ έκδοση, εκδόσεις Επανοικειοποίηση. Αθήνα 2007.

Μετρό.

Α’ έκδοση, εκδόσεις Δελφίνι. Αθήνα 1996.

Β’ έκδοση, εκδόσεις Επανοικειοποίηση. Αθήνα 2009.

Πέρα από το Κατώφλι.

Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα. Αθήνα 2003.

Με ξεσκέπαστο πρόσωπο.

Εκδόσεις Διάδοση. Αθήνα 2012.

Η εικονική αυτοκρατορία.

Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα. Αθήνα 2016.

Πηγή: athens.indymedia.org

Γερμανία, Βερολίνο: Εμπρηστικό σαμποτάζ ενάντια στη δημιουργία του νέου “Corona-App”

Να τσακίσουμε την εξουσία! Σαμποτάζ σε ψηφιακή υποδομή

Χαρίσαμε την άρνησή μας στο αποκαλούμενο “Corona-App”, αναλαμβάνοντας δράση. Σήμερα, προκειμένου ν’ αντικρούσουμε την όποια περαιτέρω υποβάθμιση θεμελιωδών δικαιωμάτων και την επέκταση των μέτρων επιτήρησης, πυρπολήσαμε έναν στύλο με καλώδια επικοινωνίας που καταλήγουν, μεταξύ άλλων, στο “Ινστιτούτο Heinrich-Herz (HHI)”. Τα καλώδια της Colt, της Telekom και άλλων παρόχων καταστράφηκαν απ’ την επίθεσή μας. Εντοπίσαμε τον εκτεθειμένο στύλο στον οποίον τοποθετούνταν καινούργια καλώδια ως γραμμή παροχής του “HHI”. Το βραχυπρόθεσμο κλείσιμο επηρέασε επιπλέον και άλλες εταιρείες, όπως αντιπροσωπείες αυτοκινήτων των εταιρειών Volks Wagen, Alfa Romeo, Jeep, Mercedes, Audi, Porsche, κλπ., οι οποίες καταστρέφουν την ατμόσφαιρα. Αποκλείσαμε απ’ τη δράση μας κάθε κίνδυνο που θα μπορούσε να προκληθεί σε τρίτους.

Γιατί σαμποτάραμε με πολιτικούς όρους τη χρήση της συγκεκριμένης εφαρμογής:

Τα μέτρα έναντι της πανδημίας έφεραν μαζί τους απαγορεύσεις κυκλοφορίας κι επαφών, αλλά και περαιτέρω μέτρα, γεγονός πρωτόγνωρο στα πλαίσια της ραγδαίας εξλέλιξης και της δομικής φύσης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Οι παρεμβάσεις αυτές συνοδεύονται κατ’ επανάληψη από πολεμική ρητορική. Το μοντέλο αυτών των “μέτρων” βασίζεται στον τρόπο κατά τον οποίον διαχειρίστηκε τον ιό η Κίνα, μια πατριαρχική δικτατορία που παρακολουθεί και ελέγχει κάθε κίνηση των ανθρώπων, τιμωρώντας τις όποιες παραβάσεις έναντι των “κανόνων” που έχουν τεθεί απ’ την κομμουνιστική-καπιταλιστική ελίτ. Ο αποκλεισμός μεγαλουπόλεων μπορεί να διεκπεραιωθεί μόνο σ’ ένα τόσο αποτελεσματικό ολοκληρωτικό σύστημα, ως μέτρο του τι είναι δυνατό να συμβεί. Η Κίνα, με την απαγόρευση κυκλοφορίας για 60 ημέρες (π.χ. στη Γουχάν) και τον απόλυτο έλεγχο των ανθρώπων, έχει αποτελέσει υπόδειγμα σε σχέση με τον (υποτιθέμενο) περιορισμό της πανδημίας για όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο. Στις αρχές Ιανουαρίου, αυτά τα μέτρα κριτικάρονταν ακόμη ως ολοκληρωτικά και παραβιαστικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τώρα εφαμόζονται κάπως τροποποιημένα και στις υπόλοιπες ηπείρους.

Με το πνεύμα αυτό ήταν που ο Γενς Σπαν (Ομοσπονδιακός Υπουργός Υγείας) πρότεινε επανειλημμένα την παρακολούθηση των κινητών και των προσωπικών δεδομένων κάθε ατόμου, προκειμένου να εντοπιστούν και ν’ απομονωθούν οι νοσούντες και τα δυνητικά νέα κρούσματα. Παραμέρισε σε απόσταση τουλάχιστον δυο μέτρων την κριτική των ειδικών επί των συνταγματικών νόμων, αλλά και των επιθυμούντων την προστασία των δεδομένων. Αντέγραψε τον πλήρη εντοπισμό του προφίλ κίνησης κάθε μεμονωμένου ατόμου, ο οποίος εφαρμόζεται στην Κίνα και τη Νότια Κορέα. Ο πρόεδρος του αυστριακού κοινοβουλίου υποστήριξε την υποχρεωτική εισαγωγή μιας παρόμοιας εφαρμογής. Στη Γερμανία υπήρξαν επίσης αντίστοιχες απαιτήσεις. Ακόμη κι οι συζητήσεις που θεωρούνταν ταμπού βρίσκονται προ τετελεσμένων γεγονότων μπρος στις ολοένα αναδυόμενες προοπτικές επιτήρησης μέσω των νέων τεχνολογιών, οι οποίες υποστηρίζονται ώστε να λάβουν αποδοχή και να ελέγχονται απ’ την εξουσία, αν κριθεί απαραίτητο, και αν δεν μπορούν να ελεχθούν “εθελοντικά” απ’ τους ίδιους τους ανθρώπους.

Στην Κίνα, η εφαρμογή τής “Ant Financial” χρησιμοποιείται κατά τις ψαχτικές της αστυνομίας. Το προσωπικό QR code αποφασίζει για τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ και για τους περιπάτους. Αν το QR code είναι κόκκινο ή κίτρινο, δίνονται οδηγίες απ’ τις αρχές. Αυτή η εφαρμογή πληρωμών αποφασίζει με τρόπο μη διαφανή σχετικά με την “κοινωνική επιβάρυνση λόγω κορωνοϊού”. Η Νότια Κορέα δεν έχει επιβάλει ακόμη απαγόρευση κυκλφορίας. Οι άνθρωποι μπορούν να συνεχίσουν να δουλεύουν, μέχρι τα smartphones τους να τους ταυτοποιήσουν ως “νοσούντες” ή ως “πιθανά κρούσματα”, οπότε και επιβάλλεται η κρατική παρέμβαση. Προς το παρόν, η κυβέρνηση ωθεί τους ανθρώπους να παραδόσουν “εθελοντικά” τα δεδομένα τους και την πρόσβαση στα κινητά τους τηλέφωνα. Η χαρτογράφηση των δεδομένων έχει δοκιμαστεί στη Νότια Κορέα με το πρόγραμμα “Total Information Awareness”, μεταξύ άλλων, το οποίο συνέχισε να λειτουργεί η NSA υπό την ονομασία “Prism”, όπως αποκάλυψε ο πληροφοριοδότης Εντ Σνόουντεν. Στις ΗΠΑ, η Google και η Apple θέλουν να διανείμουν ένα “Corona-App” που να εγκαθίσταται αυτομάτως ως δομικό στοιχείο ενός λειτουργικού συστήματος με κάποιο επερχόμενο update.

Ένα σύστημα ιχνηλάτησης δεδομένων σύντομα θα εφαρμοστεί και στη Γερμανία, με τη μορφή μιας εγκαταστάσιμης εφαρμογής. Η προπαγάνδα γι’ αυτήν την εφαρμογή τρέχει ήδη με ραγδαία ταχύτητα. Οι πολιτικοί δημιουργούν τεράστια δημοσιότητα γι’ αυτήν, διότι, κατά την άποψή τους, μόνον η πλατιά αποδοχή της υπόσχεται τα επιθυμητά αποτελέσματα. Με μια πρώτη κι επιφανειακή ματιά, η χρήση της εφαρμογής φαντάζει εύλογη. Όταν πρωτοεισήχθη η ιδέα της εφαρμογής, ήταν βασισμένη (αρχικά) στο ότι η χρήση της θα ήταν εθελοντική, προκειμένου ν’ αποφευχθεί μια καταφανής συνταγματική παραβίαση. Και αυτό ούτως ώστε να μπορούν να ανιχνευθούν επαφές, π.χ. νοσούντα και μη νοσούντα άτομα, καθώς και ο περίγυρός τους. Ακριβώς όμως όπως συμβαίνει και με την προώθηση των (υποτιθέμενων) ανώνυμων προφίλ κίνησης από παρόχους κινητής τηλεφωνίας, για τη χρήση των οποίων ήδη έχει χαθεί η δυνατότητα για όσους προβληματίζονταν να συναναίσουν ή να αρνηθούν, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πως οι επιλογές παρακολούθησης που εμπεριέχονται στην εφαρμογή θα μετατραπούν λίαν συντόμως σε μια πραγματικότητα υποχρεωτική, με το που εδραιωθούν “εθελοντικά” από έναν επαρκή αριθμό ατόμων: Όποιος θέλει να πάει στη βιβλιοθήκη θα πρέπει να έχει την εφαρμογή – ούτως ή άλλως η επίσκεψη στη βιβλιοθήκη εθελοντική είναι… Καθώς ο κώδικας του λογισμικού δεν είναι ανοιχτός, είναι αδύνατο να ελέγξουμε αν η προπαγάνδα για τη χρήση της εφαρμογής ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ή ποιος άλλος μπορεί να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα. Και αν υπάρχουν επίσης δυνατότητες για παρακολούθηση δεδομένων. Ένα απλό update στο λογισμικό θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα ώρα και στιγμή. Το “Ινστιτούτο Robert Koch” δουλεύει προς το παρόν πάνω στην εφαρμογή αυτή, σε συνεργασία με το “Ινστιτούτο Heinrich Herz”, την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας Πληροφοριών και τις Γερμανικές Ειδικές Δυνάμες, μεταξύ άλλων.

Είναι προκαθορισμένο:

Δύσκολα μπορούμε να συλλάβουμε την ταχύτητα των καθημερινών αλλαγών. Έχει τη σημασία του το γεγονός πως η μάχη ενάντια στην πανδημία υποστηρίζεται από μια σκοπίμως επιλεχθείσα πολεμική ρητορική. Για κάθε πόλεμο υπάρχει και μια επίθεση στην κοινωνία στο εσωτερικό των κρατών, προκειμένου να αναπροσανατολιστεί η “κοινότητα του έθνους” ή -και αυτό είναι το καινοφανές στην υπόθεση του κορωνοϊού- η “παγκόσμια κοινότητα”, προς την κατεύθυνση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης. Δεν υπάρχει κάποιο συνωμοτικό σχέδιο πίσω απ’ αυτό. Είναι η εκτυλισσόμενη δυναμική της κυρίαρχης τάξης, η οποία δε λέει εδώ και χιλιάδες χρόνια να διαλυθεί από μια συνολική απελευθερωτική επανάσταση ενάντια σε κάθε μορφής κυριαρχία. Το μοτίβο δεν είναι καινούργιο: Οι κρίσεις ανέκαθεν λειτουργούσαν ως καταλύτες για την κανονικοποίηση του πληθυσμού με όρους κατασταλτικούς, εκτός αν μια επαναστατική δύναμη θέσει άλλους όρους. Μπρος στην πανδημία, κινητοποιείται ένας μηχανισμός εσωτερικής ασφαλείας, ο οποίος επιβιώνει απ’ το γεγονός πως σχεδόν όλοι είναι συμμέτοχοι. Για πολλούς ανθρώπους, οι συγκεκριμένοι αλγόριθμοι της εταιρείας πίσω απ’ το app ήδη καθορίζουν την καθημερινή τους ρουτίνα κι αποτελούν πανταχού παρούσα συντροφιά. Έτσι, στους καιρούς του Κορωνοϊού, οφείλουμε να δημιουργούμε περιορισμούς, κοινωνική αποστασιοποίηση, να παρατηρούμε επίμονα όσους έχουμε επαφή μαζί τους – κι έπειτα, σε κάποιο σημείο, όλο τούτο να γίνει για εμάς ευκολότερο μέσω της εφαρμογής. Συμπεριλαμβάνοντας και τα αισθήματα ευγένειας κι υπεθυνότητας, έχουμε έτσι συνεισφέρει κατιτίς στην ασφάλεια όλων.

Εμφανίζονται νέες, κατ’ εξαίρεση χρησιμοποιούμενες λέξεις.

Με τον “πόλεμο ενάντια στον ιό”, η γλώσσα κι η αντίληψή μας επίσης αλλάζουν. Άξαφνα, εμφανίζονται άνθρωποι “αναγκαίοι για το σύστημα”. “Ευπαθείς ομάδες” που υποτίθεται πως πρέπει να απομονωθούν. Η “κοινωνική αποστασιοποίηση” ως ο λυτρωμός που θα σώσει τις “ευπαθείς ομάδες” και τους ανθρώπους που είναι “αναγκαίοι για το σύστημα”, τους “ήρωες της καθημερινής ζωής”. Οι τελευταίοι, δηλαδή οι υγειονομικοί υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι στα σούπερ μάρκετ, οι ντελιβεράδες κλπ., μετατρέπονται σε μαχητές στο “μέτωπο”, αντί απλώς να πληρώνονται αξιοπρεπώς – ενώ τα αφεντικά συνεχίζουν να παίρνουν τα μπόνους τους και να μαζεύουν δισεκατομμύρια απ’ τις εταιρείες τους. Η στρατιωτική-ιατρική ιδέα της “διαλογής” προχωρά σε παγκόσμια σφαίρα: Συστηματική ταξινόμηση των ανθρώπων: Ποιοι πρέπει να σωθούν, και ποιοι “δεν αξίζουν” πλέον, ποιοι πρέπει να αφεθούν πίσω στο “πεδίο της μάχης του ιού”. Δεν είναι όμως ο ιός ως τέτοιος που οδηγεί σε (υγειονομική) κρίση, αλλά το ιδιωτικοποιημένο και προσανατολισμένο στο κέρδος σύστημα υγείας, το οποίο ωθεί σε μια επαπειλούμενη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης τα νοσοκομεία και τα γηροκομεία. Στην Ισπανία, στην Ιταλία, πιθανώς και εδώ.

Γεννά φόβους το γεγονός πως κάθε ανθρώπινη ύπαρξη αντικρίζει τον θάνατο αβοήθητη, ιδιαιτέρως όταν κάνει την εμφάνισή του ως ένας αόρατος ιός που μπορεί ν’ αξιολογηθεί ως μια νέα πανδημία. Τους φόβους αυτούς δεν πρέπει να τους χλευάζουμε. Μήτε να τους μεγαλοποιούμε ή να τους αφήνουμε να φαντάζουν κάτι το εξωπραγματικό, καθώς όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Όμως, η πανδημία αυτή εργαλειοποιεί τους αρχέγονους ανθρώπινους φόβους περί θανάτου. Οι φόβοι αυτοί αντιμετωπίζονται ως κάποιου είδους “παιχνίδι”. Δε μας προβληματίζει η πολιτική ιδιωτικοποίησης των συστημάτων υγείας, αλλά το αν ΕΜΕΙΣ κρατάμε επαρκή απόσταση απ’ τον διπλανό μας. Αν ΕΜΕΙΣ τηρούμε τους κανόνες. Με βάση αυτούς τους κανόνες παρακολουθούμαστε (και κάποιες φορές, επίσης, τιμωρούμαστε). Και προωθούν μιαν εκ των υψίστων γερμανικών “αρετών”: την τάση της επικριτικότητας. Στους κύκλους των διανοουμένων, αυτό μεταφράζεται στη μομφή πως κάποιος δε δείχνει αλληλεγγύη αν δεν ακολουθεί τους κανόνες. Αν ΕΜΕΙΣ δεν ακολουθούμε τους κανόνες αυτούς, ΕΜΕΙΣ πρέπει να κατηγορούμαστε όταν πεθαίνουν άνθρωποι. Πέραν της ατομικής συμπεριφοράς, η αναφορά στις “ευπαθείς ομάδες” αποτελεί παράγοντα ηθικού εκβιασμού, προκειμένου να εγκαθιδρυθούν ακόμη και αναμεταξύ φίλων οι κρατικοί και πολιτικοί κανόνες δίχως αμφισβήτηση. Η ατομική υγιεινή συνάδει μ’ ένα παράδειγμα κοινωνικής υγιεινής, η οποία δεν επιτρέπει βρωμιά, αντιστασιακή σκέψη και διάλογο.

Κι όμως, είναι δυνατόν:

Εκείνοι που, σε άλλες περιστάσεις, καταντάνε οι μπροστάρηδες των κρατικών τεχνικών κυριαρχίας και της τεχνολογικής επίθεσης στην κοινωνία -ακόμη, ενδεχομένως, και άθελά τους- είναι οι ίδοι που θα υποστηρίξουν πως η δράση μας υστερεί σε αλληλεγγύη. Η ανάληψή μας είτε θα αγνοηθεί, βυθισμένη στην αφάνεια του ειδησεογραφικού κυκεώνα, είτε θα χαρακτηριστεί ως συγκεχυμένη.

Δείχνουμε αλληλεγγύη με τους όρους μας:

Δεν αναλαμβάνουμε τη ρισκοβόρα αυτή δράση προκειμένου να κερδίσουμε ευρεία αποδοχή, καθώς οι διαμάχες γι’ αυτήν διέπονται από μια τεράστια πόλωση, η οποία μας καθιστά σε μειονεκτική θέση λόγω των διάχυτων αντεπαναστατικών αντιλήψεων. Μας αφορά η αποδοχή μίας μερίδας της κοινωνίας. Στεκόμαστε στο πλευρό εκείνων που δεν είναι προετοιμασμένοι ν’ αντικρίσουν την κατακρήμνιση των ιστορικά κι επώδυνα κεκτημένων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Στεκόμαστε στο πλευρό των μεταναστριών στα σύνορα και στα κέντρα κράτησης. Στεκόμαστε στο πλευρό όσων αντιλαμβάνονται και αντιδρούν στην εργαλειοποίηση της πανδημίας και των φόβων. Στεκόμαστε στο πλευρό εκείνων που ανησυχούν για την εντεινόμενη επιτήρηση.

Πώς εκτυλίσσεται ο ψηφιακός μετασχηματισμός:

Αντιλαμβανόμαστε ως ψηφιακό μετασχηματισμό της κοινωνίας την ψηφιοποίηση της καθημερινής ζωής, η οποία αναπόδραστα διαχέεται τώρα με την απαγόρευση επαφών και κυκλοφορίας, και η οποία ξεφνικά φαίνεται να μη γνωρίζει άλλες ανάλογες εναλλακτικές. Με μια πρώτη ματιά, φαντάζει ο μόνος τρόπος ώστε να μένουν σε επαφή αναμεταξύ τους οι απομονωμένοι άνθρωποι. Μα ο χώρος στον οποίον εκτυλίσσεται όλο αυτό δεν είναι ουδέτερος. Είναι ελεγχόμενος κι επιτηρούμενος. Τα κοινωνικά υποκείμενα, οι άνθρωποι, μετατρέπονται σε ψηφιακούς αριθμούς, τους οποίους ο αλγόριθμος κατακερματίζει σ’ ένα σύνολο δεδομένων, τους κρίνει βάσει μυστικών κριτηρίων, ελέγχει τις διαφημίσεις, σημειώνει και αναφέρει την κάθε ανάρμοστη συμπεριφορά, και επιβραβεύει την υποταγή. Η “κοινωνική αποστασιοποίηση” ή το ότι “απόσταση σημαίνει φιλότιμο”, ακούγονται σαν όροι δανεισμένοι απ’ τον “Θαυμαστό καινούργιο κόσμο” του Χάξλεϋ, ή το “1984” του Όργουελ. Στη γυμνή τους ουσία, είναι πολεμικοί όροι, και η εμβάπτισή τους στον ψηφιακό κόσμο μάς καταδεικνύει μια συνολική κοινωνική συμπεριφορά. Υπονοείται ένα επίπλαστο “εμείς”, και το δίκτυο προσφέρεται στο “εμείς” ως ένας καινούργιος τόπος κοινωνικής συνάντησης και χώρος εργασίας – ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την κοινωνική απομόνωση που ήδη βρίσκεται εν εξελίξει ως αποτέλεσμα της τεχνολογικής επέλασης. Εδώ είναι όπου δομείται η παρούσα και μελλοντική ελεγξιμότητα ολάκερων κοινωνιών μέσω του Διαδικτύου.

Online εμπόριο, ψηφιακά σχολικά μαθήματα, online σεμινάρια στα πανεπιστήμια, τηλεδιασκέψεις, δουλειά απ’ το σπίτι, ηλεκτρονικά μητρώα ασθενών, Amazon, Zalando, Netflix, Lieferando, πληρωμές μέσω κάρτας, εφαρμογές γνωριμιών, μετάδοση βίντεο και παιχνιδιών, κλπ. αποτελούν προϋπόθεση για όλο αυτό. Εδώ, λοιπόν, αναδομείται η κοινωνία. Εδώ λαμβάνει χώρα ο εθισμός, εδώ αλλάζει η κοινωνία με ρυθμούς των οποίων το κόστος -δηλαδή σύνολη χειραγώγηση και, κατ’ επέκταση, έλεγχος- θα μας γίνει ευκρινώς αντιληπτό τα ερχόμενα χρόνια. Ένα νέο, και συγκεκριμένα ένα υγιεινιστικό (εθνικό) “εμείς” κατασκευάζεται τώρα προκειμένου να ενισχύσει τα κάθε λογής μέτρα έναντι των οποίων είχαν υπάρξει επιφυλάξεις και αντιστάσεις στο παρελθόν, όπως η ψηφιοποίηση στα σχολεία, οι κάρτες ασφάλισης κατ’ επίφασιν της υγείας, τα μητρώα ασθενών, ή οι online πληρωμές και η εξαφάνιση των μετρητών.

Η Deutsche Telekom παρέχει “υπηρεσίες τηλεδιασκέψεων” για μαθητές και καθηγητές, βασισμένες σε cloud, δίχως χρέωση, τελείως “ανιδιοτελώς”. Παρόμοιες προσφορές είναι επίσης διαθέσιμες για εταιρείες και για τις ανάγκες των οικιακών τους γραφείων. Για τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που μπορεί νά ‘χει κανείς, υπάρχει η καινούργια υπηρεσία streaming της Disney. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, 10 επιπρόσθετα gigabyte για σερφάρισμα μέσω κινητού. Προς το παρόν δωρεάν. Ενόσω η Telecom διαδίδει το σλόγκαν “Δικτυώνουμε τη Γερμανία”, οι πολεμικές ιαχές της Vodafone κραυγάζουν πως “Η Γερμανία παραμένει δικτυωμένη”. Δε διαφέρει και τόσο πολύ το εύρος των υπηρεσιών που παρέχουν. Η Γερμανία και το ψηφιακό δίκτυο πάνε παρέα. Ο κορωνοϊός αποτέλεσε χάδι της τύχης για τους διαχειριστές του δικτύου: Νέες απαιτήσεις για μεγαλύτερες ταχύτητες, μεγαλύτερο εύρος δικτύου, όλο και περισσότερες δυνατότητες. Με τις παρούσες προσφορές, οι μελλοντικοί πελάτες δεσμεύονται, και παράγονται όλο και περισσότερα δεδομένα στα οποία μπορούν να έχουν πρόσβαση οι εταιρείες, όπως και οι μυστικές υπηρεσίες. Για παράδειγμα, η Vodafone βρίσκεται σε στενή συνεργασία με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες, με τη σειρά τους, αποτελούν τον κοντινότερο σύμμαχο της αμερικανικής NSA. Όσο πιο πολύ οι άνθρωποι περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους με online κοινωνικές επαφές, δουλειά και ψυχαγωγία, οι μυστικές υπηρεσίες και οι επιχειρήσεις πανηγυρίζουν. Πόση περαιτέρω πρόσβαση θα μπορούσε άραγε να υπάρξει στην κοινωνική ζωή; Πολλώ δε μάλλον, με όρους κέρδους, παρακολούθησης κι ελέγχου της καταναλωτικής συμπεριφοράς και των ποθητών lifestyles, μπορεί να προκύψει, ως αποκύημα τούτων των δεδομένων, η έγκαιρη ανίχνευση πιθανών εξεγέρσεων!

Τουλάχιστον μας έχει γίνει γνωστό, έπειτα απ’ τις δημοσιοποιήσεις του Έντουαρντ Σνόουντεν σχετικά με την παγκόσμια επιτήρηση απ’ την NSA, τα κράτη και τις ομάδες συμφερόντων, κι έπειτα από ατομικές ψηφιακές τοποθετήσεις συγκεκριμένων προσώπων: Επιστρατεύεται και η παραμικρή τεχνική δυνατότητα της ψηφιακής επιτήρησης και του ελέγχου της συμπεριφοράς. Στην Κίνα, στις ΗΠΑ, στη Ρωσία, αλλά επίσης και στη Γερμανία. Το “Corona-App” ανοίγει διάπλατα τις θύρες. Το σενάριο πως το 60 τοις εκατό του γερμανικού πληθυσμού αναμένεται να υπόκειται “εθελοντικά” σε μιαν εφαρμογή, σε μια νόρμα, σε έναν σκοπό, σε μια “εθελούσια” έκθεση όλων των ιδιωτικών και δημόσιων επαφών – οι ψηφιακές αυτές προκλήσεις μάς καλούν σε σαμποτάζ.

Τι απομένει να λεχθεί:

Είμαστε μάρτυρες μιας παγκοσμίου βεληνεκούς άσκησης διαχείρισης εμφυλίων πολέμων, ενόψει μελλοντικών κρίσεων και συρράξεων. Οι συνέπειες της “άσκησης” αυτής θα μετασχηματίσουν τον κόσμο. Η δριμύτητα της πανδημίας, η διάχυσή της και το τεράστιο πλήθος των ανθρώπων που πεθαίνουν, αποτελούν το μάτριξ με βάση το οποίο βυθιζόμαστε σε μια νέα εποχή όπου οι κρίσεις θ’ αποτελούν τη μόνιμη συνθήκη. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, δε μετράνε μήτε τα θεμελιώδη δικαιώματα της χώρας που εξετάζουμε (τα οποία ποτέ δεν αποδόθηκαν στους πάντες), μήτε τα ανθρώπινα δικαιώματα. Καθόσον επιβάλλονται απαγορεύσεις επαφής και κυκλοφορίας, ο καταναγκασμός της μισθωτής εργασίας διατηρείται, και αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των επιχειρηματιών το αν θα συνεχίσουν απρόσκοπτα τον ρου της εργασίας, αν θα επιδοτήσουν δουλειές μερικής απασχόλησης, ή θα στρέψουν την παραγωγή σε πιο κερδοφόρες μεθόδους. Σε άλλα μέρη, τουλάχιστον, ξέσπασαν απεργίες. Στη Γερμανία, ο έλεγχος για την πανδημία σταματά έξω απ’ τις πύλες των εργοστασίων. Στη γραμμή παραγωγής και όχι μόνον, εκεί όπου δε γίνεται να υπάρξει εργασία απ’ το σπίτι, οι άνθρωποι πρέπει να δουλεύουν όσο αυτό εξυπηρετεί τη μεγιστοποίηση των κερδών, κι έπειτα επιστρέφουν στην οικογενειακή τους φωλιά – οι εμπορικές ενώσεις δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο. Ενόσω τα αγαθά πρέπει να εξακολουθούν να κυκλοφορούν ελεύθερα και οι ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες εργάτες να καταφθάνουν στην ώρα τους -ούτως ώστε να μην καταρρεύσει η οικονομία-, πρόσφυγες κρατούνται σε κέντρα κράτησης τα οποία εγγυώνται τη ραγδαία εξάπλωση του ιού, και σίγουρα όχι την επαρκή υγειονομική περίθαλψη.

Μια κρίση δεν αντικαθιστά καμία άλλη, απλώς καθιστά ορισμένα ζητήματα αόρατα. Αορατοποείται η κλιματική κρίση μπρος στην κρίση του Κορωνοϊού. Οι πόλεμοι και οι συνέπειές τους επίσης αορατοποιούνται. Όπως, επιπλέον, και οι αιτίες πίσω απ’ τους πολέμους. Δεν είναι ξεκάθαρο το πού κατέληξαν οι 10.000 άνθρωποι οι οποίοι βρέθηκαν παγιδευμένοι στα σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Η ΕΕ, η οποία ολοένα και μετατρέπει τα σύνορά της σε χαρακώματα, παραμένει ατιμώρητη. Απαρατήρητο, επίσης, περνά και το στρώσιμο του εδάφους απ’ τον Όρμπαν και τη δεξιά στην Ουγγαρία για πογκρόμ κατά Ρομά και Σίντι. Καμιά αντίδραση δεν υπάρχει για τη χρήση του ιού ως πρόφαση προκειμένου να εγκαθιδρυθούν αντισυνταγματικές απολυταρχικές κυβερνήσεις, όπως στην Πολωνία. Ή για τη διατήρηση του διεφθαρμένου ισραηλινού προέδρου στην εξουσία. Ή για την εδραίωση της ισχύος του Πούτιν.

Τουλάχιστον, θα έπρεπε να μπορούμε ν’ αναγνωρίζουμε πότε η κυβέρνηση και η οικονομία δείχνουν εμπιστοσύνη στους ειδικούς και την επιστήμη, και πότε όχι. Γιατί δύναται μια πανδημία να πυροδοτήσει μια κινητοποίηση εκτάκτου ανάγκης και δραστικά μέτρα παγκοσμίως, αλλά δε δύναται η ήδη συντελούμενη κλιματική καράρρευση; Αυτή η ερώτηση ισχύει και για όλα τα παγκόσμια προβλήματα.

Στην περίπτωση της καταστροφής του ατμόσφαιρας, η οποία επηρεάζει ολάκερη την ανθρωπότητα τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με την πανδημία, οι προειδοποιήσεις και οι προτάσεις των ειδικών, ως επί το πλείστον, έχουν αγνοηθεί και θα συνεχίσουν ν’ αγνοούνται. Διότι δεν αρκεί ένα εμβόλιο να καταπολεμήσει τις συνέπειες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Ο Κορωνοϊός είναι λιγάκι διαφορετικός: όχι μόνο βρίσκουν ευήκοα ώτα οι ειδικοί της υγείας, αλλά η ιατρική τους προσέγγιση για την καταπολέμηση της πανδημίας διανοίγει ένα νέο πεδίο για τους πολιτικούς. Η αιμοδιψής οικονομία, το πολεμικής κοπής παγκόσμιο σύστημα και ο προσανατολισμός κάπου μεταξύ προόδου και ανάπτυξης που αποσκοπεί να καταστρέψει τη γη και τα θεμέλια σύνολης της ζωής, συντηρούνται παρέα με τρισεκατομμύρια δολλάρια και ευρώ, ενόσω οι διαδηλώσεις απέναντι σ’ αυτήν τη συνθήκη απαγορεύονται απ’ τις υγειονομικές αρχές. Οι αποικιοκρατικές αξίες είναι εκείνες σύμφωνα με τις οποίες αξιολογούνται με διαφορετικούς όρους οι ανθρώπινες ζωές. Κάθε χρόνο, 100.000 άνθρωποι πεθαίνουν από ελονοσία. Η κλιματική αλλαγή ήδη σκοτώνει: εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι λιμοκτονούν ή πεθαίνουν λόγω πείνας. Δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό.

Σε τούτην τη νέα εποχή, οι δυνάμεις που γυρεύουν ριζικές αλλαγές οφείλουν να αναπροσανατολιστούν και να επαναπροσδιοριστούν σε διεθνές επίπεδο. Ο γενικευμένος ξεσηκωμός και το ξεπέρασμα της πατριαρχικής, αποικιοκρατικής και καπιταλιστικής συνθήκης, δεν αποτελούν προβλήματα πολυτελείας, αλλά ζητήματα υπαρξιακά.

Ποτέ δε θα συνηθίσουμε σε ό,τι μας θέλουν να συνηθίσουμε.

Ομάδα Volcano
“Να τσακίσουμε την εξουσία / Να σαμποτάρουμε τις ψηφιακές υποδομές”

Υ.Γ.: Για μια επαναστατική Πρωτομαγιά ενάντια στην αποικιοκρατία, την πατριαρχία και τον εθνικισμό.

Πηγή: anarchistsworldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Χιλή, Wallmapu: Καταστροφή πύργων τηλεπικοινωνιών με εκρηκτικούς μηχανισμούς

Τα ξημερώματα της 27ης Μαρτίου, ισχυρές εκρήξεις τάραξαν την κοινότητα Contulmi, η οποία βρίσκεται στην περιφέρεια του Arauco. Τοποθετήθηκαν ανωνυμάτοι εκρηκτικοί μηχανισμοί στη βάση μιας κεραίας τηλεπικοινωνιών, ανατινάζοντάς την και κάνοντάς τη συντρίμια, προκαλώντας μερικές ζημιές και σ’ έναν δεύτερο παρακείμενο πύργο.

Η επίθεση πραγματοποιήθηκε καταμεσής του δρόμου p-80r, ο οποίος συνδέει τις κοινότητες Contulmo και Purén, και συγκεκριμένα στην περιοχή Pata de Gallinas, επηρεάζοντας της τηλεπικοινωνίες σχεδόν ολάκερης της περιοχής.

Στον ίδιο δρόμο, σε μικρή απόσταση, είχαν κοπεί τρία δέντρα προκειμένου ν’ αποτραπεί η άμεση πρόσβαση της αστυνομίας, κατά τη διάρκεια της πανεθνικής ολικής απαγόρευσης κυκλοφορίας στον απόηχο της επιδημίας του Covid-19 και της όξυνσης του κοινωνικού ελέγχου.

Εν τέλει, το προσωπικό των μονάδων GOPE, Labocar και OS-9 έφτασε στο σημείο.

Προς το παρόν, η δράση δεν έχει αναληφθεί, και οι μπάτσοι δε βρήκαν φυλλάδια στο σημείο. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε αντιτρομοκρατική έρευνα.

Πηγή: 325

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Για τις πανδημίες που έρχονται: Σημείωση για το Κεφάλαιο ως γεωλογική δύναμη καταστροφής

Γράφει ο Lucifugo, a diavolo in corpo

Οι επιδημίες, όπως και η ιστορία των κοινωνιών με την οποία οι πρώτες διαπλέκονται, δεν αποτελούν αναλλοίωτα βιολογικά δεδομένα. Είναι κοινός επιστημονικός τόπος –αν και ελάχιστα κατανοητός στη βαθύτερη σημασία του- πως το σύνολο των ιογενών λοιμώξεων και ένα μεγάλο μέρος των βακτηριακών είναι το αποτέλεσμα του ιστορικού κύκλου της εξημέρωσης των ζώων από τους ανθρώπους που προκαλεί εν δυνάμει λοιμογόνα άλματα από το ένα είδος στο άλλο (zoonosis) παράγοντας νέους παθογόνους οργανισμούς. Μια διαδικασία εξημέρωσης που λαμβάνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μέσα σε καθορισμένες κοινωνικές μορφές αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τη γήινη φύση.

Το απλό κρυολόγημα επί παραδείγματι οφείλεται σε ιούς μέσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και ένα στέλεχος του coronavirusπου κατάγονται από τη σχέση εξημέρωσης των ανθρώπων με τα άλογα, η ευλογιά από τα βοοειδή, η ιλαρά από τα γουρούνια, η ανεμοβλογιά από τις όρνιθες, η γρίπη από τις πάπιες, τα γουρούνια, τα πουλερικά κ.ο.κ. Η σταθερή βιολογική ανοσοποίηση έναντι αυτών των λοιμώξεων που σήμερα θεωρείται δεδομένη και καθολική δεν προϋπήρχε ανέκαθεν, είναι με τη σειρά της η τελική αποκρυστάλλωση στο επίπεδο του γενετικού υλικού της απαρχής μιας διαδικασίας οργάνωσης της κοινωνικής ζωής με πυρήνα την αύξηση της δημογραφικής πυκνότητας του πληθυσμού πάνω στο έδαφος κυριαρχικών και ιεραρχικών σχέσεων εξουσίας και υποταγής.

Δημιουργείται με άλλα λόγια μια κατάσταση διάρκειας εκατοντάδων ετών όπου, για παράδειγμα, ο φτωχοποιημένος αγροτικός πληθυσμός της Ευρώπης εξωθείται να ζει κυριολεκτικά σε άμεση επαφή με τα περιττώματα, τις εκκρίσεις κ.τ.λ. των λίγων ζώων που κατέχει για τροφή, εργασία κ.α. Το διαρκές αυτό πολιτιστικό-ταξικό φαινόμενο συνεπάγεται μια σειρά από ιστορικές θανατηφόρες επιδημίες με τη ρίζα της ανοσοποίησης να πρωτοδιαμορφώνεται μέσα από μια διαλεκτική θανάτου-επιβίωσης στο τέλος μόνο της οποίας παγιώνεται βιολογικά η ανοσία. Με την οριστικοποίηση της τελευταίας δεν εξαλείφεται μονάχα η απειλή της επιδημίας από το ταυτόσημο παθογόνο αλλά ζωντανεύει και ο κίνδυνος για τη σκέψη να χάσει πίσω από το “καθολικό” βιολογικό δεδομένο τον ιδιαίτερο ιστορικό δρόμο και την συγκεκριμένη κοινωνική ώθηση που οδήγησε σε αυτό.

Η επιδημία της βουβωνικής και πνευμονικής πανώλης (ο “Μαύρος Θάνατος”), για να συνεχίσουμε με το ευρωπαϊκό παράδειγμα, που σάρωσε την Ευρώπη τον δέκατο τέταρτο αιώνα δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως προς τη γένεση και την επέκτασή της έξω από την καπιταλιστική προϊστορία: συσσώρευση εμπορευματικού κεφαλαίου μέσα από τη διαμόρφωση εμπορικών δρόμων μεγάλων αποστάσεων (Ιταλία-Κίνα) με ταυτόχρονη τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο στα υπό μεταμόρφωση αστικά κέντρα όπου συρρέουν εξαθλιωμένες αγροτικές μάζες μέσω της αρχομένης επιβολής μιας νέας τυραννίας, της μισθωτής εργασίας.

Με βάση όλα τα παραπάνω, χαρακτηριστική ήταν η απουσία τυπικής βιολογικής ανοσίας των αυτοχθόνων πληθυσμών της Αμερικής στην ιλαρά, την ανεμοβλογιά κ.τ.λ. οι οποίοι μέσα σε λίγες δεκάδες χρόνια, κατά τον δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο αιώνα, και επί της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας αποδεκατίστηκαν από αυτές τις επιδημίες που στην Ευρώπη την ίδια περίοδο ολοκλήρωναν τον λοιμογόνο κύκλο τους, είχαν καταστεί λιγότερο θανατηφόρες και είχαν αρχίσει να υποβιβάζονται επιδημιολογικά σε λοιμώδεις ασθένειες της παιδικής ηλικίας.

Όλα αυτά μας είναι χρήσιμα ως ελάχιστα νοητικά εφόδια για να τοποθετήσουμε πάνω σε μια συγκεκριμένη ιστορική και θεωρητική βάση την πανδημία του νέου κορωνοϊου (Covid-19). Αυτή η πανδημία δεν αποτελεί κεραυνώ εν καπιταλιστική αιθρία. Τις τελευταίες δεκαετίες νέοι ιοί [SARS (ένας άλλος corovanirus), Embola, Γρίπη των χοίρων και των πτηνών κ.α.] αναδύθηκαν από τους πυθμένες της συσσώρευσης του κεφαλαίου και ειδικότερα από την λογική της αξιοποίησης που επιβάλλει μια εγκληματική σχέση των ανθρώπων με τη γήινη φύση.

Από την ίδια την οπτική της αξιοποίησης του κεφαλαίου η γήινη φύση δεν υφίσταται ως τέτοια-που-είναι, ως “ετερότητα” που συνιστά θεμελιακό όρο της ανθρώπινης ύπαρξης, παρά μόνον ως πεθαμένη –ομοιογενής- πρώτη ύλη για την παραγωγή ενός και μόνο κόσμου εμπορευμάτων. Για την κοινωνική μεγα-μηχανή του κεφαλαίου το σύνολο της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης δεν είναι παρά μια ατέλειωτη ροή πρώτων υλών και καυσίμων για την παραγωγή αξίας. Η προκατηγορική και συνειδητά ασυνείδητη στόχευση της συσσώρευσης του κεφαλαίου ως αξίας που αξιοποιείται μέσω της αφηρημένης δραστηριότητας-για-χρήμα είναι η μετατροπή της έμβιας και άβιας πολλαπλότητας της γήινης φύσης σε νεκρό πλανήτη, ακατάλληλο και εχθρικό για την ύπαρξη της ζωής εν γένει.

Η καπιταλιστική γεωργική παραγωγή και η παραγωγή κρέατος και των παραγώγων του είναι ένα επιστημονικό σύστημα θανάτου που καταστρέφουν την άβια και έμβια φύση με ένα διπλό τρόπο:

– προωθώντας γιγάντιες εκτάσεις μονοκαλλιεργειών που διαλύουν την ιδιαίτερη σύνθεση των οικοσυστημάτων και αφανίζουν την συγκεκριμένη βιοποικιλότητα των ζωντανών πλασμάτων που τη συγκροτούν,

– συγκεντρώνοντας σε αχανείς βιομηχανοποιημένες περιοχές ζώα” προς μαζική εκτροφήαναπαραγωγή-σφαγή σε συνθήκες που δεν συναντιούνται πουθενά στη φύση

– επεκτείνοντας σχιζοφρενικά τον αστικό ιστό ως προϋπόθεση και ως αποτέλεσμα των παραπάνω αποψιλώνοντας την χλωρίδα και ωθώντας σε φυγή την πανίδα.

Με την γενικευμένη αποσταθεροποίηση των οικοσυστημάτων και την ολική αντικατάστασή τους από “τεχνητά περιβάλλοντα” η ταυτολογία του κεφαλαίου ανυψώνεται σε γεωλογική δύναμη δημιουργώντας όλες τις ιδανικές προϋποθέσεις για τη μαζική απομόνωση μικροοργανισμών και τη μετατροπή τους σε νέα παθογόνα με απρόβλεπτη λοιμογόνο δύναμη και ικανότητα. Πλήθη μικροοργανισμών που επί το πλείστον και για χιλιάδες χρόνια είναι συμβιωτικοί ενός καθορισμένου ζωικού είδους και αναπτύσσονται εντός συγκεκριμένου οικοσυστήματος, έρχονται ξαφνικά αντιμέτωποι με πληθώρα από άγνωστα “περιβάλλοντα” και “προκλήσεις” με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζεται εκθετικά η “μεταλλαξιογόνος ικανότητα” που οδηγεί αναπόφευκτα στη γέννηση πολλών και εν δυνάμει φονικών πανδημικών παθογόνων[1]. Δεν μπορεί λοιπόν πάρα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αμοιβαίας αιτιότητας όπου η κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κοινωνικής μορφής επιταχύνει και επιταχύνεται από την “κρίση” των πλανητικών οικοσυστημάτων με πρωτόγνωρες εξελίξεις και συνέπειες και ως προς τις δυο κατευθύνσεις.

Σχηματικά μιλώντας η καπιταλιστικά ενοποιημένη ανθρωπότητα υπό την “αόρατη απειλή” του κορονωϊού και στο πρόσωπο των τυπικών ηγεμόνων της λαμβάνει μέτρα για να περισωθεί η ύπαρξή της ως καπιταλιστική και εθνική. Η νέα εθνική ενότητα οικοδομείται πάνω στην απομόνωση και αυτοπειθαρχία των βουβαμένων σωμάτων του “Μένουμε Σπίτι” που κυκλοφορούν μόνο για να καταναλώσουν τα αναγκαία-να παράξουν τα αναγκαίανα αναπαραχθούν τα ίδια ως αναγκαία εμπορεύματα-για-το-κεφάλαιο και περνάει μέσα από την καραντίνα και τις απαγορεύσεις διαρκείας που όσο αυταρχικοποιούνται τόσο περισσότερο θα δαιμονοποιούνται τα συμπτώματα του Κακού αντιμεταθέτοντας τις δομικές αιτίες της πανδημίας σε κάποιον φαντασμαγορικό μολυσματικό “Άλλο”. Ο κορωνοϊος, με άλλα λόγια, φέρνει στο φως και κάνει σαφή την αφηρημένη σχιζοειδή φύση της αστικής υποκειμενικότητας όπου το άτομο ως “πολίτης” καλείται να παραμένει στο σπίτι, να συμπεριφέρεται υπεύθυνα, να τα-κάνει-όλα από το διαδίκτυο[2] διαφορετικά θα τιμωρείται αν κυκλοφορεί “ελεύθερα ”χωρίς επαρκή για-την-κρατική-εξουσία λόγο, ενώ ως πωλητής εργασιακής δύναμης το ίδιο αφηρημένο άτομο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να συρρέει-στη-δουλειά “ελεύθερα” διατρέχοντας καθημερινά όλους τους μολυσματικούς κινδύνους που ως “υπεύθυνος πολίτης” οφείλει να τους αποφεύγει.

Ο νέος κορωνοϊός μπορεί να είναι το μεταλλαγμένο προϊόν του διεθνή πολιτισμού της αξίας-σε-κρίση αλλά η μορφή διαχείρισης της πανδημίας αποτυπώνει και συνδέεται με τα εθνικά συμφέροντα των κρατών όπως αυτά διαμορφώνονται στη αρένα του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Η επιδημία του κορωνοϊου τάχιστα έλαβε διαστάσεις πανδημίας όχι από κάποια αφηρημένη “παγκοσμιοποίηση” αλλά από την απροθυμία των εθνών-κρατών που αποτέλεσαν και τα αρχικά επίκεντρα της επιδημίας να βάλουν την οικονομία εξαρχής σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Και αυτή η απροθυμία είναι καπιταλιστικά δικαιολογημένη από την εμπορική πίεση που ασκείται σε κάθε ξεχωριστό κράτος μέσω του διεθνούς/διακρατικού ανταγωνισμού. Μόνο όταν ο κορωνοϊός έγινε άτυπα πανδημικός πλήττοντας περισσότερα κράτη, δηλαδή μόνο όταν κατάφερε να πλήξει τον διακρατικό ανταγωνισμό, μόνο τότε τα επιμέρους κράτη άρχισαν να λαμβάνουν “έκτακτα μέτρα” όχι τόσο για να περιορίσουν τη διασπορά του ιού στην κοινότητα αλλά για διασώσουν τα εθνικά τους κεφάλαια από την ραγδαία και απρόβλεπτη απαξιοποίηση.

Το παγκόσμιο κοινωνικό κύκλωμα της αξιοποίησης του κεφαλαίου ως ασταμάτητη κίνηση παραγωγής-κυκλοφορίας-κατανάλωσης εμπορευμάτων βραχυκυκλώνει εν μέσω της αναπάντεχης στάσης και ακινησίας που επιβάλλει ο μολυσματικός κίνδυνος της πανδημίας και το κάθε κράτος καλείται να ρυθμίσει το βραχυκύκλωμα-της-αξίας επιδεικνύονταςκυνικά τη μόνηαλληλεγγύη που γνωρίζει: να συντονιστεί με όλα τα άλλα για να τα βγάλει πέρα μόνο του και εις βάρος όλων των υπολοίπων γδέρνοντας από κοινού όσο πετσί έχει απομείνει στο προλεταριάτο. Τι κι αν στη Βόρεια Ιταλία τα πτώματα “φορτώνονται στα κάρα”. Αυτό που στην Ιταλία και σε άλλες χώρες εμφανίζεται ως κρίση “Δημόσιας Υγείας” έχει να κάνει με το κεφάλαιο που αναπαράγει πρωτίστως το κέρδος και την αξία και παραπλεύρως τη “ζωή” και τους “ανθρώπους”. Ηγερασμένη βιομηχανική καρδιά της Ιταλίας –και γενικότερα του καπιταλιστικού κόσμου- αντλεί πλέον και κυριολεκτικά το αίμα των υπηκόων τηςσυσσώρευσης, και κυρίως εκείνων που εξαρτώνται από την πώληση της εργασιακής τους δύναμης για να ζήσουν μια ζωή που τουςσυνθλίβει γιατί το κεφάλαιο-σε-τελική-κρίση αναπαράγει μόνο τηνισοδυναμία του κέρδους με το θάνατο.

Η πανδημία του νέου κορωνοϊού είναι από πολλές απόψεις και ένας αλάνθαστος καθρέπτης των αδιεξόδων της κυρίαρχης σκέψης και πρακτικής των κοινωνιών του κεφαλαίου, καθρέπτης που όχι μόνο αντανακλά αλλά και οξύνει -οδηγώντας στα άκρα- την άλυτη πόλωση και αμφιταλάντευση στα ψευδο-δίπολα που ορίζουν την καπιταλιστική νεωτερικότητα και το αστικό υποκείμενο: Εθνικό και Διεθνές, Δημόσιο και Ιδιωτικό, Κράτος και Άτομο, Πολιτική και Οικονομία, Επιστήμη και Κοινός Νους, Άνθρωπος και Φύση κτλ κτλ. Η υγειονομική κρίση είναι μονάχα μια όψη της βαθύτερης κρίσης που διατρέχει το σύνολο των λειτουργικά διαχωρισμένων σφαιρών των καπιταλιστικών κοινωνιών με την επέλαση του κορωνοϊου να αναδεικνύει την ιστορική ανικανότητα του κεφαλαίου να διαχειριστεί τις ίδιες του τις καταστρεπτικές αντιφάσεις ωθώντας την ανθρωπότητα μερικά βήματα πριν την αυτο-εξόντωση. Η μακάβρια ειρωνεία της Ιστορίας είναι πως οι “εθνικοί ιθαγενείς του Κεφαλαίου” είναι για την πανδημία του κορωνοϊού ό,τι ήταν και οι ιθαγενείς της Αμερικής για την επιδημία της ιλαράς, της ανεμοβλογιάς κ.τ.λ. Και οι δύο δεν γνώριζαναπό πού τους ήρθε” προς πείσμα όλων των μέτρων και των ιεροτελεστιών αντίστοιχα για την αντιμετώπιση του πραγματικού κινδύνου της μετάδοσης.

Παρ’ όλη τη μαυρίλα των καιρών δεν έχουν χαθεί ακόμα όλα. Το κεφάλαιο με τη φωνή του κράτους εξαναγκάζεται από μια πανδημία που-δεν-την-περίμενε να διαταράξει την κανονικότητα της αστικής καθημερινότητας στο όνομα της “αιώνιας” επιστροφής σε αυτήν. Με άλλα λόγια προετοιμάζει το έδαφος για νέες, ίσως φονικότερες πανδημίες και για ακόμα μεγαλύτερα εγκλήματα που απειλούν ανοιχτά πλέον τα ίδια τα θεμέλια της ζωής.

Υπό το αβάσταχτο βάρος της απειλής του αφανισμού μας που άλλοτε τον προϊδεαζόμαστε θεωρητικά κι άλλοτε διαισθητικά, ίσως καταφέρουμε μαζί (σαν “είδος”, σαν “τάξη”, σαν “ανθρώπινη κοινότητα” ή δεν ξέρω πώς αλλιώς) να χαράξουμε μια χαραμάδα στο σάβανο της συσσώρευσης που το έχουμε όλες και όλοι ενδυθεί και μέσα από αυτήν να περάσουμε σαν συντρόφισσες και σύντροφοι μαζικά προςτην-ζωή ξεσχίζοντας το ρούχο του θανάτου.

Υποσημειώσεις

[1] Η επιδημία του φονικού ιού Ebola που εξαπλώθηκε στη Δυτική Αφρική προ ετών ακολούθησε ευλαβικά την μονοκαλλιέργεια του φοινικέλαιου –το οποίο λατρεύουν οι νυχτερίδες- και οι οποίες αποτελούν και την πηγή του νέου παθογόνου που προκάλεσε την επιδημία. Η ζωική πηγή του νέου κορωνοϊού είναι μάλλον άγνωστη προς στιγμήν, η κοινωνική διαδικασία που τον παρήγαγε όμως -και αυτό είναι που έχει πραγματική σημασία- είναι η ίδια: η γεωλογική δύναμη του κεφαλαίου.

[2] Η φούσκα του ψηφιακού καπιταλισμού με σημαία του την τηλεργασία δεν είναι μόνο μια δυστοπική έφοδος του κεφαλαίου στα ύψη της πλασματικής αξιοποίησης. Επωφελείται πραγματικά της πανδημίας δικτυώνοντας την κατάρρευση της “πραγματικής” οικονομίας.

Πηγή: theshadesmag

Raoul Vaneigem: Κορωνοϊός

Κορωνoϊός. Του Raoul Vaneigem

[ Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο lundimatin #234. Στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον Σπύρο Σταβέρη και δημοσιεύτηκε στο προσωπικό του blog Lifo|Αλμανάκ ]

«‘Εξω το φέρετρο, μέσα η τηλεόραση, το παράθυρο ανοιχτό σε έναν κλειστό κόσμο!»

Είναι καθαρός παραλογισμός το να αμφισβητείς τον κίνδυνο του κορωνοϊού.  Από την άλλη πλευρά, μήπως δεν είναι εξίσου παράλογο το γεγονός ότι μια διαταραχή στη συνήθη πορεία ασθενειών γίνεται αντικείμενο μιας τέτοιας συγκινησιακής εκμετάλλευσης, κινητοποιώντας την αλαζονική εκείνη ανικανότητα που είχε διώξει κάποτε έξω από τη Γαλλία το σύννεφο του Τσερνομπίλ; Βέβαια, γνωρίζουμε με πόση ευκολία το φάσμα της Αποκάλυψης βγαίνει από το κουτί του για να ιδιοποιηθεί τον πρώτο τυχόντα κατακλυσμό, να διορθώσει τα κλασικά εικονογραφημένα του παγκόσμιου κατακλυσμού και να βυθίσει το αλέτρι της ενοχής στο στείρο χώμα των Σοδόμων και των Γομόρρων.

Η θεϊκή κατάρα υποβοηθούσε με χρήσιμο τρόπο την εξουσία. Τουλάχιστον μέχρι τον σεισμό της Λισαβόνας του 1755, τότε που ο μαρκήσιος ντε Πομπάλ, φίλος του Βολταίρου, εκμεταλλεύτηκε τον σεισμό για να σφαγιάσει τους Ιησουίτες, να ανοικοδομήσει την πόλη σύμφωνα με τις αντιλήψεις του και να ξεφορτωθεί με όλη του την άνεση τους πολιτικούς του αντιπάλους στήνωντας μία σειρά από «πρωτο-σταλινικές» δίκες. Δεν θα θέλαμε νε προσβάλουμε τον Πομπάλ, όσο απεχθής κι αν ήταν, με το να συγκρίνουμε το πραξικοπηματικό του κατόρθωμα με τα άθλια μέτρα που εφαρμόζει παγκοσμίως ο δημοκρατικός ολοκληρωτισμός στην επιδημία του κορωνοϊού.

Πόσο κυνικός πρέπει να είσαι για να καταλογίζεις την εξάπλωση της μάστιγας στην αξιοθρήνητη ανεπάρκεια των ιατρικών μέσων που χρησιμοποιούνται! Εδώ και δεκαετίες, τα δημόσια αγαθά πλήττονται, ενώ ο νοσοκομειακός τομέας έχει υποστεί το τίμημα μιας πολιτικής που ευνοεί τα οικονομικά συμφέροντα σε βάρος της υγείας των πολιτών. Υπάρχουν πάντα περισσότερα χρήματα για τις τράπεζες και όλο και λιγότερα κρεβάτια και νοσηλευτές για τα νοσοκομεία. Ποιές γελοιότητες, και για πόσο καιρό ακόμη, θα αποκρύπτουν ότι αυτή η καταστροφική διαχείριση του καταστροφισμού είναι εγγενής στον παγκοσμίως κυρίαρχο χρηματιστικό καπιταλισμό, που σήμερα αμφισβητείται παντού στο όνομα της ζωής, του πλανήτη και των ειδών που πρέπει να σωθούν.

Χωρίς να υιοθετούμε το αναμάσημα της θείας τιμωρίας, αποδεχόμενοι την άποψη ότι η Φύση απαλλάσσεται από τον Άνθρωπο ως ένα ανεπιθύμητο και επιβλαβές παράσιτο, αξίζει να θυμόμαστε ότι για χιλιετίες η εκμετάλλευση της ανθρώπινης φύσης και της γήινης φύσης επέβαλε το δόγμα της αντι-φύσης. Το βιβλίο του Eric Postaire, Οι επιδημίες του 21ου αιώνα, που δημοσιεύθηκε το 1997, επιβεβαιώνει τις καταστροφικές συνέπειες της επίμονης αλλοίωσης της φύσης, την οποία καταγγέλλω εδώ και δεκαετίες. Αναφερόμενος στο δράμα των «τρελών αγελάδων» (που προέβλεψε ο Rudolf Steiner ήδη από το 1920), ο συγγραφέας υπενθυμίζει ότι εκτός από την αδυναμία μας να αντιμετωπίζουμε ορισμένες ασθένειες, συνειδητοποιούμε ότι η ίδια η επιστημονική πρόοδος μπορεί να τις προκαλέσει. Συνηγορώντας υπέρ μιας υπεύθυνης προσέγγισης των επιδημιών και της διαχείρισής τους, κατηγορεί αυτό που ο Claude Gudin, στον πρόλογο, αποκαλεί τη «φιλοσοφία της ταμειακής». Θέτει το ερώτημα: «‘Οταν η υγεία του πληθυσμού υπάγεται στους νόμους του κέρδους, μέχρι το σημείο να μετατρέπουμε φυτοφάγα ζώα σε σαρκοφάγα, μήπως δεν κινδυνεύουμε έτσι να προκαλούμε θανατηφόρες καταστροφές για τη Φύση και την Ανθρωπότητα;» Οι κυβερνώντες, όπως γνωρίζουμε, έχουν ήδη απαντήσει με ένα ομόφωνο ΝΑΙ. Τι σημασία έχει, εφόσον το ΟΧΙ των χρηματιστικών συμφερόντων εξακολουθεί να θριαμβεύει κυνικά;

Χρειαζόταν ο κορωνοϊός για να αποδείξουμε στους πιο στενόμυαλους ότι η αλλοίωση της φύσης στο βωμό του κέρδους έχει καταστροφικές συνέπειες πάνω στην οικουμενική υγεία -αυτήν που διαχειρίζεται αδιαλείπτως ένας Παγκόσμιος Οργανισμός, των οποίων τα πολύτιμα στατιστικά στοιχεία αντισταθμίζουν την εξαφάνιση των δημόσιων νοσοκομείων; Υπάρχει μια προφανής συσχέτιση μεταξύ του κορωναϊού και της κατάρρευσης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Την ίδια στιγμή, άλλο τόσο προφανές είναι ότι αυτό που καλύπτει και κατακλύζει την επιδημία του κορωναϊού είναι μια συναισθηματική πανώλη, ένας υστερικός φόβος, ένας πανικός που κρύβει τις ελλείψεις της διαχείρισης και ταυτόχρονα διαιωνίζει το κακό τρελαίνοντας τον ασθενή. Κατά τη διάρκεια των μεγάλων επιδημιών πανώλης του παρελθόντος, οι άνθρωποι έκαναν μετάνοιες και διακήρυτταν την ενοχή τους μαστιγώνοντας τους εαυτούς τους. Μήπως δεν έχουν και οι διαχειριστές της παγκόσμιας απανθρωποποίησης συμφέρον να πείσουν τους ανθρώπους ότι δεν υπάρχει διέξοδος από την άθλια μοίρα που τους επιφυλάσσεται; Ότι τους έχει μείνει μόνο το μαστίγιο της εθελοντικής σκλαβιάς; Το μόνο που κάνει η τρομερή μηντιακή μηχανή είναι να αναμασά το παλιό ψέμα της ουράνιας, ανεξιχνίαστης, αναπόφευκτης προσταγής όπου το τρελό χρήμα έχει αντικαταστήσει τους αιμοδιψείς και ιδιόρρυθμους θεούς του παρελθόντος.

Η αστυνομική βαρβαρότητα που εξαπολύθηκε κατά των ειρηνικών διαδηλωτών απέδειξε με το παραπάνω ότι ο στρατιωτικός νόμος ήταν το μόνο πράγμα που λειτουργούσε αποτελεσματικά. Σήμερα υποβάλλει τις γυναίκες, τους άνδρες και τα παιδιά σε καραντίνα. Έξω, το φέρετρο, μέσα η τηλεόραση, το παράθυρο ανοιχτό σε έναν κλειστό κόσμο! Πρόκειται για την διαμόρφωση μιας κατάστασης ικανής να επιδεινώσει την υπαρξιακή δυσφορία ποντάροντας πάνω σε τσακισμένα από το άγχος συναισθήματα, οξύνοντας την τύφλωση του αδύναμου θυμού.

Αλλά ακόμα και το ψέμα υποχωρεί απέναντι στη γενική κατάρρευση. Η κρατική και λαϊκιστική παραγωγή κρετίνων άγγιξε τα όριά της. Δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ένα πείραμα βρίσκεται σε εξέλιξη. Η πολιτική ανυπακοή εξαπλώνεται και ονειρεύεται κοινωνίες ριζικά νέες, επειδή θα είναι ριζικά ανθρώπινες. Η αλληλεγγύη απελευθερώνει από την ατομικιστική τους προβιά άτομα που δεν φοβούνται πλέον να σκέφτονται από μόνα τους.

Ο κορωνοϊός αποκάλυψε την χρεοκοπία του κράτους. Ορίστε ένα θέμα που προσφέρεται για προβληματισμό για τα θύματα του καταναγκαστικού περιορισμού. ‘Οταν είχαν δημοσιευτεί οι Ταπεινές μου προτάσεις προς τους απεργούς, κάποιοι φίλοι μού είχαν επιστήσει την προσοχή στις δυσκολίες που παρουσιάζει η προσφυγή στη συλλογική άρνηση, την οποία υποστήριζα, ως προς την καταβολή φόρων, δασμών και παρακρατήσεων. Να όμως που τώρα η αποδεδειγμένη χρεοκοπία του κράτους-απατεώνα μαρτυρεί την οικονομική και κοινωνική αποσύνθεση που καθιστά απολύτως αφερέγγυες τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, το τοπικό εμπόριο, τα χαμηλά εισοδήματα, τους οικογενειακούς αγρότες, και ακόμη και τα λεγόμενα ελεύθερα επαγγέλματα. Η κατάρρευση του Λεβιάθαν κατάφερε να πείσει ταχύτερα από τις προσπάθειές μας για να το ρίξουμε.

Ο κορωναϊός κατάφερε ακόμη κι άλλα. Παύοντας την βλαβερές συνέπειες της αχαλίνωτης παραγωγής, μειώνει την παγκόσμια ρύπανση, γλύτωνει εκατομμύρια ανθρώπους από έναν προγραμματισμένο θάνατο, η φύση αναπνέει, τα δελφίνια επιστρέφουν στη Σαρδηνία, τα κανάλια της Βενετίας απαλλαγμένα από τον μαζικό τουρισμό ξαναβρίσκουν ένα νερό καθαρό, το χρηματιστήριο καταρρέει. Η Ισπανία αποφασίζει να εθνικοποιήσει ιδιωτικά νοσοκομεία, σαν να ανακαλύπτει εκ νέου την κοινωνική ασφάλιση, σαν να θυμάται το κράτος το κράτος πρόνοιας που κατέστρεψε.

Τίποτα δεν είναι δοσμένο, όλα αρχίζουν. Η ουτοπία περπατάει ακόμα στα τέσσερα. Ας εγκαταλείψουμε στην ουράνια ασημαντότητά τους τα δισεκατομμύρια τραπεζογραμμάτια και κενές ιδέες που κάνουν κύκλους πάνω από τα κεφάλια μας. Το σημαντικό είναι να «ασχοληθούμε εμείς οι ίδιοι με τις υποθέσεις μας» αφήνοντας την κομπιναδόρικη φούσκα να διαλυθεί και να εκραγεί. Ας προσέξουμε να μη μας λείψει η τόλμη και η αυτοπεποίθηση!

Το παρόν μας δεν είναι ο περιορισμός που μας επιβάλλει η επιβίωση, είναι το άνοιγμα σε όλες τις δυνατότητες. Πανικόβλητο, το ολιγαρχικό κράτος αναγκάζεται να υιοθετήσει μέτρα που χθες ακόμα διακήρυττε πως ήταν αδύνατα. Εμείς θέλουμε να ανταποκριθούμε στο αίτημα της αποκατάστασης της ζωής και της γης. Η καραντίνα ευνοεί τη σκέψη. Ο περιορισμός δεν καταργεί την παρουσία του δρόμου, αλλά την επανεφεύρει. Επιτρέψτε μου να σκέφτομαι, cum grano salis, ότι η εξέγερση της καθημερινότητας έχει ανυποψίαστες θεραπευτικές αρετές.

*To άρθρο αυτό προέρχεται από μία συλλογή κειμένων και συνεντεύξεων που θα δημοσιεύονταν τον Απρίλη από τις εκδόσεις Grevis με τίτλο Η εξέγερση της καθημερινής ζωής. Ο Ραούλ Βανεγκέμ είναι βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος, πρώην μέλος και θεωρητικός της Καταστασιακής Διεθνούς.

Πηγή: σφίγγα και άλλες χίμαιρες σε δύσκολους καιρούς

Ο πολιτισμός και οι επιδημίες του

Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΗΜΙΕΣ ΤΟΥ

Οι σωτήριες για την ζωή επιτυχίες της σύγχρονης ιατρικής παρατίθενται συχνά για να προκαλέσουν τους αναρχικούς, οι οποίοι είναι επικριτικοί με τον πολιτισμό. Αυτό που οι πρωτοπόροι της ιατρικής επιστήμης αγνοούν, παρ’ όλα αυτά, είναι οι επικίνδυνες αποτυχίες αυτού του είδους της ιατρικής.

Πρόσφατα, τα Κέντρα για την Ασθένεια, τον Έλεγχο και την Πρόληψη (CDC) αναγνώρισαν ότι τα αντιβιοτικά αποδεικνύονται άχρηστα για έναν αυξανόμενο αριθμό ασθενειών. Σύμφωνα με τα κέντρα αυτά, η αντίσταση στα αντιβιοτικά θα είναι πολύ περισσότερο θανατηφόρα και από τον καρκίνο το 2050. Σήμερα, πάνω από 23 χιλιάδες άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες πεθαίνουν κάθε χρόνο από μολύνσεις που είναι ανθεκτικές στα αντιβιοτικά.

Η πρώτη ετήσια αναφορά του Παγκόσμιου Συμβουλίου Παρακολούθησης της Προετοιμασίας, που δημοσιεύτηκε το 2019, προειδοποίησε πως υπάρχουν “ολοένα και πιο δεινοί κίνδυνοι” από επιδημίες που θα μπορούσαν να εξαπλωθούν σε ολόκληρο τον κόσμο και ενδεχομένως να σκοτώσουν δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Η έκθεση αναφέρει την κλιματική κρίση, την αυξανόμενη μετανάστευση, την αστικοποίηση και την έλλειψη νερού ως τους κύριους λόγους λόγω των οποίων τέτοιες ασθένειες εξαπλώνονται όλο και ταχύτερα. Από τότε, ο νέος κορονοϊός έχει ήδη σκοτώσει πάνω από 1.486 άτομα από τα μέσα Φεβρουαρίου (οι αριθμοί είναι πιθανόν πολύ μεγαλύτεροι από ό, τι έχει αναφερθεί μέχρι τώρα).

Όπως αναφέρθηκε και πριν, η θανατηφόρος φύση αυτών των ασθενειών πιο πολύ ενισχύεται, παρά αποτρέπεται από αυτό που ο καπιταλιστικός πολιτισμός ονομάζει “εξέλιξη”. Η παγκοσμιοποίηση -το αποτέλεσμα της ανάγκης του καπιταλισμού να επεκταθεί ολοένα και περισσότερο στον κόσμο- έχει αυξήσει την κινητικότητά μας, κινητοποίησε τους ανθρώπους να παγιδευτούν όλο και πιο στενά στις πόλεις καταπατώντας όλο και περισσότερο τα εδάφη των άγριων ζώων, όλα αυτά ενθαρρύνουν την εξάπλωση της ασθένειας. Οι παγκόσμιες πανδημίες θα επιδεινώνονται όλο και περισσότερο όσο συνεχίζουμε τέτοιες πρακτικές.

Ενώ ιοί που προέρχονται από ήδη περιθωριοποιημένες περιοχές του κόσμου τείνουν να λαμβάνουν τη μεγαλύτερη προσοχή, είναι στην πραγματικότητα η κοινή γρίπη που ενδέχεται να προκαλέσει τους περισσότερους θανάτους. Περίπου 50 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν το 1918-1919 από την ισπανική γρίπη · οι ειδικοί της δημόσιας υγείας τη χαρακτήρισαν ως τη “χειρότερη πανδημία στη σύγχρονη ιστορία”.

Η ενίσχυση της υγείας και της ευεξίας είναι ιδιαίτερα σημαντική, αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος της σύγχρονης ιατρικής βιομηχανίας. Αυτή η βιομηχανία αναπτύχθηκε κατά τα πρώιμα στάδια του καπιταλισμού για να απομακρύνει τη δύναμη από τις γυναίκες και τους παραδοσιακούς ολιστικούς θεραπευτές, δίνοντας εξουσία σε “ειδικούς” με ελάχιστη κατανόηση του ανθρώπινου σώματος, και των οποίων οι σπουδές έχουν επηρεαστεί, συνειδητά ή μη, από τις ανάγκες του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η υγεία και η ευτυχία είναι, παρ’ όλα αυτά, στόχος των περισσότερων αναρχικών. Οι αναρχικοί είναι υπερασπιστές της ζωής, όχι για να παρατείνει κανείς την ύπαρξή του, αλλά για να εμβαθύνουμε τη ζωή και την ευτυχία μας στο έπακρο.

Το έργο της μετάβασης προς μια υγιή και ευτυχισμένη κοινωνία, στην οποία αποκαθίσταται η ισορροπία και η σχέση μεταξύ των έμβιων όντων, δεν μπορεί να πραγματωθεί στα πλαίσια του “πολιτισμού”. Ο πολιτισμός ορίζεται από τη μη βιωσιμότητά του, από την ανάγκη μιας ομάδας να εκμεταλλεύεται μια άλλη για την επιβίωσή της, η οποία στην καλύτερη των περιπτώσεων οδηγεί στην αλλοτρίωση, ενώ στη χειρότερη στον θάνατο. Η λύση στην κατάσταση της παγκόσμιας υγείας που επιδεινώνεται δεν μπορεί να βρεθεί στις βιομηχανίες που την παρήγαγαν. Πρέπει να χαράξουμε τα δικά μας μονοπάτια προς τη φυσική και πνευματική ευημερία!

Πηγή: anarchistsworldwide

Μετάφραση: Lobo Negro

ΣΑΕΚΜ, Θεσσαλονίκη: Παρεμβάσεις σε καταστήματα συστημάτων ασφαλείας

Παρεμβάσεις με τρικάκια και σπρέι σε καταστήματα που εμπορεύονται συστήματα ασφαλείας (κάμερες, συναγερμούς κλπ) στο κέντρο και στα ανατολικά.

Ο εγκλεισμός αποτελεί ένα από τα πιο απτά παραδείγματα επίδειξης δύναμης της εξουσίας. Τα κελιά είναι εκείνα που αναλαμβάνουν να προασπίσουν την ομαλότητα και να διαιωνίσουν την κοινωνική ειρήνη. Η φυλακή, λοιπόν, κάνει ξεκάθαρα τα επιτρεπτά όρια που ορίζει η κυριαρχία. Μα και εμείς, που ζούμε υπό την εξουσία της, διαμορφώνουμε την καθημερινότητα μας και ορίζουμε το χρόνο μας με βάση τις ανάγκες και τα θέλω της. Ζούμε σε ένα άυλο, ευρύχωρο κελί. Ένα κελί δίχως ορατά συρματοπλέγματα ή κάγκελα, στο οποίο όμως δεσπόζουν οι νόρμες, τα διάχυτα κοινωνικά πρότυπα, οι κάλπικες ανάγκες, οι εξουσιαστές σχέσεις. Κάθε μορφή εξουσίας, άλλοτε αποτυπώνεται στα πρόσωπα των εχθρών μας και άλλοτε στα δικά μας.

Η ασφάλεια ορίζεται συχνά ως η προστασία από κίνδυνο ή απώλεια. Πρόκειται για ένα αίσθημα ισχυρό, το οποίο πολλές φορές ταυτίζεται με την επιβίωση και τη συνέχεια της υπόστασης του οργανισμού στο περιβάλλον. Ωστόσο, στις σύγχρονες μεταβιομηχανικές κοινωνίες το ένστικτο της επιβίωσης έχει διαστρεβλωθεί και πλέον έχει ξεπέσει σε κοινωνικό φαινόμενο, που εκτείνεται σε όλες τις πτυχές του αστικού κόσμου. Από την προστασία της κατοικίας μέχρι της επιχείρησης, όπως και να’χει, η ιδιοκτησία είναι το κυριότερο αντικείμενο προστασίας. Οι άνθρωποι των πόλεων φοβούνται ακόμα και τη σκιά τους και χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους για να νιώσουν ασφάλεια. Ανάμεσα σε αυτές και οι συσκευές επιτήρησης-ειδοποίησης, όπως κάμερες-συναγερμοί. Φυσικά δεν υφίσταται ταξική κατανομή του φαινομένου αυτού. Από τις βίλες και τις επαύλεις, μέχρι τα διαμερίσματα των πολυκατοικιών, η ανάγκη για προστασία της ιδιοκτησίας είναι ακριβώς η ίδια. Η επιθυμία του ανθρώπου για κτήση είναι ακόρεστη. Κτήση σημαίνει εξουσία, δύναμη. Όταν κάποιο άτομο κατέχει, έχει και τον απόλυτο έλεγχο πάνω σε αυτή. Η προστασία αυτού του “αγαθού” που καλείται περιουσία λοιπόν κρίνεται απαραίτητη και μάλιστα βαφτίζεται “ανάγκη” όταν πρέπει να δικαιολογηθεί στο κοινό περί δικαίου αίσθημα. Αντίστοιχα, στις πολυεθνικές εταιρείες και στις μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις επιστρατεύονται όλα τα απαραίτητα μέσα προστασίας προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία τους. Η εκάστοτε ιδιοκτησία, λοιπόν, συνιστά το ύψιστο αγαθό. Στο όνομα της είναι δυνατό να συμβούν τα πάντα, αρκεί να εξασφαλιστεί η ασφάλεια και η μη απώλεια της. Ακόμα και αν αυτό σημαίνει πως κάθε κίνηση στη μητρόπολη θα καταγράφεται 24 ώρες. Οι κοινωνίες της επιτήρησης εδραιώνονται πάνω σε αυτά τα θεμέλια. Όλα είναι ελεγχόμενα και παρατηρούνται διαρκώς.

Από την κατάσταση της συνεχούς επιτήρησης των δρόμων, μέσω των καμερών επωφελείται έντονα ο εχθρός και ειδικότερα οι μπάτσοι. Το έργο τους διευκολύνεται σε μεγάλο βαθμό, καθώς τους δίνεται η δυνατότητα να βρίσκονται παντού και πουθενά ταυτόχρονα. Μία έκνομη ενέργεια αρκεί για να ανοίξουν όλες οι κάμερες πέριξ του σημείου σε χρόνο μηδέν, ώστε να προσφερθεί η πιθανότητα ταυτοποίησης των δραστών. Οι καταγραφές από τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης αποτελούν ένα από τα πιο βασικά μέσα των αρχών στην προσπάθεια τους για διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, της τάξης και της εφαρμογής του νόμου.

Η πόλη, λοιπόν, συνθέτει το αόρατο κάτεργο μας. Από την αρχιτεκτονική της δόμηση έως την ολότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Από τις μονότονες διαδρομές, σπίτι-δουλεία δουλειά- σπίτι, που η ομοιότητα με το προαύλιο-κελί,κελί προαύλιο είναι τρομακτική, έως τις ίδιες μηχανικές κινήσεις και συνήθειες. Η διαφορά μετράται σε μερικά τετραγωνικά μέτρα. Φρουρός της ίδιας του της φυλακής αποτελεί το κοινωνικό σώμα, το οποίο την οχυρώνει με κάθε δυνατό τρόπο, εσωτερικεύοντας την απάθεια, τη νομιμοφροσύνη και τη ρουφιανιά. Κάμερες σε ιδιωτικούς χώρους, με υλικό ετοιμοπαράδοτο στις αρχές, όποτε αυτό χρειαστεί, συνεργασία με εταιρείες security, ήρωες ευυπόληπτοι πάντα πρόθυμοι να σταματήσουν κάθε έκνομη ενέργεια. Φιλήσυχα όντα, δίχως επιθυμία για ζωή. Βουτηγμένα στις συμβάσεις και τα ‘πρέπει’. Αλλοτρίωση, παθητικότητα και φόβος. Βασικά γνωρίσματα κάθε συνετού υπηκόου στη σύγχρονη δυστοπία. Ο φόβος κυριαρχεί στο μυαλό, στη σκέψη, στο συναίσθημα. Η κοινωνία φυλακή είναι εδώ. Είναι ο κάθε μικροαστός που ζει παρακολουθώντας την κάθε σου κίνηση. Ανήμπορος να βιώσει το οτιδήποτε επιχειρεί να ελέγξει κάθε σου βήμα. Η λογική της κλειδαρότρυπας-ο μεγάλος αδερφός δεν είναι μόνο τα συστήματα ελέγχου, κάμερες και drones, αλλά ο νοικοκυραίος που καρτερικά και με μεγάλη επιμονή περιμένει την επιστροφή στο σπίτι. Είναι το η ήχηση του κλειδιού στην πόρτα, που θα αποτελέσει για αυτόν τη χαρμόσυνη στιγμή της ημέρας. Είναι ο μπάτσος της διπλανής πόρτας με το υποκριτικό χαμόγελο.

Η αστική φυλακή, σάρκα από τις σάρκες της κυριαρχίας, αποτελεί ένα σύμφυρμα μεταξύ θεσμών, δομών, σχεδιασμών και κοινωνικών σχέσεων. Δεν είναι μονάχα το καθεστώς παρακολούθησης των καμερών, των βάσεων δεδομένων και των μπάτσων. Είναι η πολεοδομική δόμηση, τα βιομετρικά χαρακτηριστικά, τα ασύρματα τσιπ επικοινωνίας, η ηλεκτρονική σήμανση και η αναγνώριση μοτίβων. Η δορυφορική χαρτογράφηση, οι στρατοί ιδιωτικής ασφάλειας, οι σαρωτές μικροκυμάτων “X-Ray”. Πρόκειται για την καθολική εφαρμογή συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας, τραπεζικών και εταιρικών υπηρεσιών.Τα μηνύματα των ΜΜΕ που μεταδίδονται απευθείας στο κεφάλι μας 24 ώρες την ημέρα, επαναπρογραμματίζοντας την πραγματικότητά μας μέσω της τηλεόρασης, των εφημερίδων, του ραδιοφώνου και του διαδικτύου. Είναι η δύναμη της δημοσκόπησης, του μάρκετινγκ, της έρευνας των καταναλωτών. Η φορολογική υπηρεσία, η συναλλαγματική ισοτιμία, τα χρήματα και ο χειρισμός τους. Είναι η επεξεργασία των ανθρώπινων και μη ζώων από τις μηχανές. Αποτελούμε την εικονοποίηση των στατιστικών της έξυπνης-ειρκτής μας. Η φυλακή εντοπίζεται στις λεπτομέρειες. Ελέγχει την ύπαρξή χωρίς να φαίνεται, καθορίζει τη ρουτίνα, ρυθμίζει το ρολόι, ορίζει το χρέος και ξοδεύει το μισθό. Είναι μια βιομηχανία, μια κοινωνία, ένας τρόπος επιβίωσης. Είναι το χθες, το σήμερα και το αύριο, μιας ζωής που δεν αξίζει να βιωθεί.

ΝΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΦΩΤΙΑ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΝΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΦΩΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΦΥΛΑΚΗ

ΟΙ ΑΛΥΣΙΔΕΣ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΘΗΛΙΑ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ ΣΑΣ

ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕΧΡΙ ΟΛΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

Συνέλευση Αναρχικών Ενάντια στην Κοινωνική Μηχανή

sakm@riseup.net

saekm.espivblogs.net

Πηγή: saekm.espivblogs.net

Ισπανία, Μαδρίτη: Εμπρησμός σε ηλεκτρικό όχημα της εταιρείας Car2Go

Τη νύχτα της 24ης προς 25η Φλεβάρη, πυρπολήσαμε ένα ηλεκτρικό όχημα της εταιρείας Car2Go.

Τα καινούργια μοντέλα μετακίνησης και αστικοποίησης που μας προτείνονται απ’ τα κράτη και τις εταιρείες, στην παρούσα περίπτωση μέσω της “Ενοικίασης αυτοκινήτων” ή των “Έξυπνων πόλεων”, αποτελούν μέρος της καπιταλιστικής προπαγάνδας που επιδιώκει να ξεπλύνει την εικόνα του γηρασμένου καπιταλιστικού εχθρού, του ανέκαθεν καταστροφικού κι απάνθρωπου. Πάραυτα, αποτελούν απλώς επέκταση του βιομηχανικού ολέθρου που διαιωνίζει βάναυσες συνθήκες ύπαρξης, οι οποίες καθιστούν δυνατή την ανάπτυξή του και το κέρδος.

Δεν ποθούμε να μεταρρυθμίσουμε τον καπιταλισμό, ποθούμε να τον συντρίψουμε. Δε χρειαζόμαστε περαιτέρω λόγους για να επιτεθούμε.

Πόλεμο στο Κράτος, τον καπιταλισμό και την καθημερινή εκμηδένιση των ζωών μας.

Για την αναρχία.

Πηγή: contramadriz

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Nolen Gertz: Μηδενισμός

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Aeon. Ο Nolen Gertz είναι επίκουρος καθηγητής εφαρμοσμένης φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Τβέντε και συγγραφέας.

Μετάφραση: Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Ο μηδενισμός είναι μια μόνιμη απειλή. Όπως αναγνώρισε η φιλόσοφος του 20ου αιώνα, Hannah Arendt, είναι καλύτερα κατανοητός όχι σαν ένα σύνολο από «επικίνδυνες σκέψεις», αλλά ως ένα ρίσκο εγγενές στην ίδια τη πράξη της σκέψης. Αν σταθούμε πάνω σε οποιαδήποτε ιδέα για αρκετό χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα του πόσο ισχυρή μοιάζει στην αρχή, ή πόσο ευρέως αποδεκτή είναι, θα αρχίσουμε να αμφισβητούμε την αλήθεια του. Μπορεί επίσης να αρχίσουμε να αμφισβητούμε αν εκείνοι που αποδέχονται την ιδέα ξέρουν στα αλήθεια (ή ενδιαφέρονται) για το αν η ιδέα είναι πραγματική ή όχι. Αυτό απέχει ένα βήμα από το να σκεφτούμε γιατί υπάρχει τόσο λίγη συναίνεση για τόσα πολλά ζητήματα, και γιατί όλοι οι άλλοι μοιάζει να είναι τόσο βέβαιοι για αυτό που τώρα σου φαίνεται τόσο αβέβαιο. Στο σημείο αυτό, στο χείλος του μηδενισμού, υπάρχει μια επιλογή: είτε συνεχίζεις να σκέφτεσαι και ρισκάρεις να αποξενωθείς από την κοινωνία· ή σταματάς να σκέφτεσαι και ρισκάρεις να αποξενωθείς από την πραγματικότητα.

Έναν αιώνα πριν την Arendt, ο Friedrich Nietzsche περιέγραψε στα σημειωματάρια του (δημοσιευμένα μετά θάνατον από την αδερφή του στο Η Θέληση για Δύναμη) μια επιλογή μεταξύ «ενεργητικού» και «παθητικού» μηδενισμού. Ένας από τους πολλούς αφορισμούς του πάνω στον μηδενισμό ήταν πως είναι το αποτέλεσμα  των υψηλότερων αξιών που απαξιώνουν τους εαυτούς τους. Αξίες όπως η αλήθεια και η δικαιοσύνη μπορεί να καταλήξουν να φαίνονται όχι σαν απλές ιδέες, αλλά πως έχουν κάποια υπερφυσική δύναμη, ιδιαίτερα όταν λέμε: «Η αλήθεια θα σε ελευθερώσει» ή «Η δικαιοσύνη θα αποδοθεί». Όταν αυτές οι αξίες αποδεικνύεται πως δεν έχουν την δύναμη που τους αποδίδεται , όταν η αλήθεια αποδεικνύεται πως δεν απελευθερώνει, όταν η δικαιοσύνη δεν αποδίδεται, τότε απογοητευόμαστε. Ωστόσο, αντί να κατηγορήσουμε τους εαυτούς μας επειδή αποθέσαμε πολύ πίστη σε αυτές τις αξίες, αντίθετα κατηγορούμε τις αξίες επειδή δεν ανταποκρίθηκαν στις υψηλές μας προσδοκίες.

Σύμφωνα με τον Nietzsche, μπορούμε να γίνουμε ενεργοί μηδενιστές και να απορρίψουμε τις αξίες που μας δίνονται από άλλους ώστε να ορθώσουμε τις δικές μας αξίες. Ή μπορούμε να γίνουμε παθητικοί μηδενιστές και να συνεχίσουμε να πιστεύουμε σε παραδοσιακές αξίες, παρά το γεγονός ότι έχουμε αμφιβολίες για την πραγματική αξία αυτών των αξιών. Ο ενεργητικός μηδενιστής καταστρέφει ώστε να βρει ή να δημιουργήσει κάτι στο οποίο να αξίζει να πιστεύει. Μόνο αυτό που μπορεί να επιβιώσει της καταστροφής μπορεί να μας κάνει δυνατότερους. Ο Nietzsche και η ομάδα των Ρώσσων του 19ου αιώνα που αυτοπροσδιορίζονταν ως μηδενιστές μοιράζονταν από κοινού αυτή την οπτική. Ο παθητικός μηδενιστής ωστόσο δεν θέλει να διακινδυνεύσει την αυτοκαταστροφή, και έτσι αγκιστρώνεται στην ασφάλεια των παραδοσιακών πιστεύω. Ο Nietzsche λέει πως μια τέτοια αυτοπροστασία είναι στη πραγματικότητα μια ακόμη πιο επικίνδυνη μορφή αυτοκαταστροφής. Το να πιστεύεις απλά και μόνο για να πιστεύεις σε κάτι μπορεί να οδηγήσει σε μια επιφανειακή ύπαρξη, στην αυτάρεσκη αποδοχή του να πιστεύεις σε οτιδήποτε πιστεύουν οι άλλοι, επειδή πιστεύοντας σε κάτι (ακόμη και όταν αποδεικνύεται πως είναι κάτι που δεν αξίζει να το πιστεύεις) θα αντιμετωπιστεί από τον παθητικό μηδενιστή ως προτιμότερο από το ρίσκο του να μη πιστεύεις σε τίποτα, να πάρεις το ρίσκο να κοιτάξεις στην άβυσσο – μια μεταφορά για τον μηδενισμό που εμφανίζεται συχνά στο έργο του Nietzsche.

Σήμερα ο μηδενισμός γίνεται όλο και πιο δημοφιλής τρόπος για να περιγραφεί μια διαδεδομένη στάση προς την παρούσα κατάσταση του κόσμου. Ωστόσο όταν ο όρος χρησιμοποιείται σε διάλογο, σε άρθρα γνώμης εφημερίδων ή σε παραληρήματα των κοινωνικών δικτύων, σπάνια ορίζεται, σαν να γνωρίζουν όλοι πολύ καλά τι σημαίνει ο μηδενισμός και αποδέχεται τον ίδιο ορισμό της ιδέας. Όπως όμως έχουμε δει, ο μηδενισμός μπορεί να είναι και ενεργητικός και παθητικός. Αν θέλουμε μια καλύτερη κατανόηση του σύγχρονου μηδενισμού, θα πρέπει να δούμε τον τρόπο με τον οποίο έχει μετατραπεί σε επιστημολογία, ηθική και μεταφυσική, και πως έχει βρει έκφραση σε διαφορετικά πεδία της ζωής, όπως στην άρνηση του εαυτού, την άρνηση του θανάτου και στην άρνηση του κόσμου.

Στην επιστημολογία ( τη θεωρία της γνώσης), ο μηδενισμός συχνά αντιμετωπίζεται ως η άρνηση του ότι η γνώση είναι πιθανή, τη στάση πως τα πιο πολύτιμα μας πιστεύω δεν έχουν κανένα υπόβαθρο. Το επιχείρημα υπέρ του επιστημολογικού μηδενισμού βασίζεται στην ιδέα πως η γνώση απαιτεί κάτι περισσότερο από έναν γνώστη και ένα γνωστό. Αυτό το κάτι τυπικότερα αντιμετωπίζεται ως αυτό που κάνει τη γνώση αντικειμενική, ως η ικανότητα να αναφέρεται κάποιος σε κάτι έξω από τη δική του προσωπική, υποκειμενική εμπειρία είναι κάτι που διαχωρίζει τη γνώση από την απλή γνώμη.

Για τον επιστημολογικό μηδενισμό ωστόσο, δεν υπάρχει δεδομένο, θεμέλιο, έδαφος πάνω στο οποίο κάποιος να ισχυριστεί γνώση, τίποτα που να δικαιολογεί την πίστη μας πως κάθε ιδιαίτερος ισχυρισμός είναι αληθινός. Κάθε επίκληση σε αντικειμενικότητα που αντιμετωπίζεται με την οπτική του επιστημολογικού μηδενισμού είναι ψευδαίσθηση. Δημιουργούμε την εντύπωση της γνώσης για να κρύψουμε  το γεγονός πως δεν υπάρχουν γεγονότα. Για παράδειγμα, όπως είπε ο Thomas Kuhn στο βιβλίο του Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων (1962), μπορούμε σίγουρα να δημιουργήσουμε  πολύ περίπλοκα και πολύ πετυχημένα μοντέλα για να περιγράψουμε την πραγματικότητα, την οποία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε  για να ανακαλύψουμε ένα πλούτο από νέα «δεδομένα», αλλά δεν μπορούμε ποτέ να αποδείξουμε πως αυτά αντιστοιχούν στην ίδια την πραγματικότητα – μπορεί απλά να προκύπτουν από το δικός μας ιδιαίτερο μοντέλο πραγματικότητας.

Αν κάτι λέγεται πως είναι αλήθεια, με βάση προηγούμενη εμπειρία, τότε προκύπτει το πρόβλημα της επαγωγής: απλά και μόνο επειδή κάτι έχει συμβεί αυτό δεν εξασφαλίζει πως θα συμβεί ξανά. Αν κάτι λέγεται πως είναι αληθινό με βάση επιστημονικά στοιχεία, τότε προκύπτει το πρόβλημα της επίκλησης στην αυθεντία. Στη λογική, τέτοιες επικλήσεις θεωρείται πως μεταδίδουν ένα σφάλμα, καθώς οι ισχυρισμοί άλλων, ακόμη και οι ισχυρισμοί ειδικών, δεν αντιμετωπίζονται ως βάση για την αλήθεια. Με άλλα λόγια, ακόμη και οι ειδικοί μπορεί να μεροληπτούν και να μπορεί να κάνουν λάθη. Επιπλέον, καθώς οι ειδικοί κάνουν ισχυρισμούς βασισμένοι στο έργο προηγούμενων επιστημόνων, τότε και εκείνοι κάνουν έκκληση  στην αυθεντία. Αυτό οδηγεί σε ένα ακόμη πρόβλημα, το πρόβλημα της αέναης παλινδρόμησης. Κάθε ισχυρισμός στη γνώση βασισμένος σε κάποια βάση αναπόφευκτα οδηγεί σε ερωτήματα για την βάση αυτής της βάσης, και μετά για την βάση αυτής της βάσης, και ούτω κάθε εξής.

Στο σημείο αυτό, μπορεί να μοιάζει πως αυτό που αποκαλώ «επιστημολογικό μηδενισμό» στην πραγματικότητα δεν διαφέρει από το σκεπτικισμό. Ο σκεπτικιστής αμφισβητεί με τον ίδιο τρόπο την βάση πάνω στην οποία βασίζονται οι ισχυρισμοί για την γνώση, και αμφιβάλει την πιθανότητα η γνώση να βρει ποτέ σταθερό υπόβαθρο. Εδώ θα ήταν χρήσιμο να επιστρέψουμε στο διαχωρισμού του Nietzsche μεταξύ ενεργητικού και παθητικού μηδενισμού. Οπού ο ενεργητικός μηδενιστής θα είναι παρόμοιος με το ριζοσπαστικό σκεπτικιστή, ο παθητικός δεν θα είναι. Ο παθητικός μηδενιστής ξέρει πως σκεπτικιστικά ζητήματα μπορούν να τεθούν για τη γνώση. Αλλά αντί να αμφισβητεί τη γνώση, ο παθητικός μηδενιστής συνεχίζει να πιστεύει στη γνώση. Κατά συνέπεια, για τον παθητικό μηδενιστή η γνώση υπάρχει, αλλά υπάρχει πάνω στη βάση της πίστης.

Ο μηδενισμός έτσι δεν εντοπίζεται μόνο στο άτομο που απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί γνώσης επειδή δεν έχουν αδιαμφησβήτητη βάση. Αντίθετα, ένα άτομο που έχει γνώση των αμφιβολιών που περιβάλουν τους ισχυρισμούς για γνώση και που ωστόσο συνεχίζουν να δρουν σαν αυτές οι αμφιβολίες να μην έχουν σημασία στη πραγματικότητα, είναι επίσης μηδενιστής.

Οι επιστημονικές θεωρίες μπορούν να βασιστούν στην επίκληση σε άλλες θεωρίες, που βασίζονται στην επίκληση άλλων θεωριών, οποιαδήποτε από τις οποίες μπορεί να βασίζεται σε ένα λάθος. Αλλά για όσο οι επιστημονικές θεωρίες συνεχίζουν να παράγουν αποτελέσματα – ιδιαίτερα αποτελέσματα με την μορφή τεχνολογικής προόδου – τότε οι αμφιβολίες για την απόλυτη αλήθεια  αυτών των θεωριών μπορούν να θεωρηθούν ασήμαντες. Και στην υποβάθμιση των αμφιβολιών για τη γνώση, ο παθητικός μηδενιστής υποβαθμίζει την αναζήτηση της γνώσης.

Με άλλα λόγια, για τον παθητικό μηδενιστή, η γνώση δεν έχει σημασία. Σκεφτείτε απλά πόσο συχνά λέξεις όπως «γνώση» και «βεβαιότητα» χρησιμοποιούνται άσκοπα στη καθημερινή ζωή. Κάποιος λέει πως ξέρει πως έρχεται το τραίνο, και είτε δεν ρωτάμε πως το ξέρει ή, αν ρωτήσουμε, συχνά αντιμετωπίζουμε το απόλυτο θεμέλιο για τη γνώση στην σύγχρονη ζωή: επειδή το λέει το τηλέφωνο τους. Το τηλέφωνο μπορεί να αποδειχτεί πως έχει δίκιο, περίπτωση στην οποί η αξίωση του τηλεφώνου στην αυθεντία διατηρείται. Ή το τηλέφωνο μπορεί να αποδειχτεί πως έχει άδικο, περίπτωση στην οποία πιθανότερα θα κατηγορήσουμε όχι το τηλέφωνο αλλά το τραίνο. Από τη στιγμή που το τηλέφωνο έχει γίνει ο βασικός εγγυητής μας για τη γνώση, το να παραδεχτούμε πως το ,τηλέφωνο μπορεί να κάνει λάθος είναι να ρισκάρεις να παραδεχτείς, πως όχι μόνο οι με βάση το τηλέφωνο αξιώσεις μας περί γνώσης είναι αβάσιμες, αλλά πως μπορεί να είναι όλες οι αξιώσεις μας περί γνώσεις. Τελικά, όπως και με το τηλέφωνο, τείνουμε να μην ρωτάμε γιατί νομίζουμε πως ξέρουμε αυτό που νομίζουμε πως ξέρουμε. Με το τρόπο αυτό, ο παθητικός μηδενισμός γίνεται, όχι μια ριζοσπαστική «μεταμοντέρνα» θέση, αλλά μάλλον ένα κανονικό κομμάτι της καθημερινής ζωής.

Στην ηθική φιλοσοφία, ο μηδενισμός αντιμετωπίζεται ως η άρνηση της ύπαρξης της ηθικής. Όπως γράφει ο Donald A Crosby στο βιβλίο The Specter of the Absurd (1988), ο ηθικός μηδενισμός μπορεί να γίνει αντιληπτός ως μια συνέπεια του επιστημολογικού μηδενισμού. Αν δεν υπάρχει λόγος για αντικειμενικούς ισχυρισμούς για τη γνώση και την αλήθεια, τότε δεν υπάρχει λόγος για αντικειμενικούς ισχυρισμούς περί σωστού και λάθους. Με άλλα λόγια, αυτό που θέλουμε να θεωρούμε ως ηθική είναι ζήτημα του τι πιστεύεται πως είναι σωστό – ανεξάρτητα αν αυτή η άποψη είναι σχετική με κάθε ιστορική περίοδο, με κάθε κουλτούρα, με κάθε άτομο – παρά θέμα του τι είναι σωστό.

Ο ηθικός φιλόσοφος του 18ου αιώνα, Immanuel Kant αναγνώρισε το κίνδυνο του να βασιστεί η ηθική πάνω στο Θεό ή πάνω στην ευτυχία ως κάτι που οδηγεί στον ηθικό σκεπτικισμό. Η πίστη στο Θεό μπορεί να ωθήσει τους ανθρώπους να δρουν ηθικά, αλλά μόνο ως μέσο του σκοπού να καταλήξουν στο παράδεισο αντί για την κόλαση. Η επιδίωξη της ευτυχίας μπορεί να ωθήσει τους ανθρώπους να δράσουν ηθικά, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι εκ των προτέρων πια πράξη θα οδηγήσει στο να είναι ευτυχισμένοι οι άνθρωποι. Έτσι, σε απάντηση, ο Kant αντίθετα, μίλησε για μια βασισμένη στην λογική ηθική. Σύμφωνα με αυτόν, αν μια καθολική βάση αυτό που χρειάζεται η ηθική τότε απλά πρέπει να παίρνουμε αποφάσεις σύμφωνα με τη λογική της καθολικότητας. Καθορίζοντας αυτό που προσπαθούμε να επιτύχουμε σε κάθε δράση, και με την μετατροπή αυτής της πρόθεσης σε νόμο που όλα τα λογικά όντα πρέπει να υπακούν, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη λογική για να καθορίσουμε αν είναι λογικά δυνατό για την επιθυμητή πράξη να καθολικοποιηθεί. Η λογική – παρά ο Θεός ή η επιθυμία – μπορεί να μας πει αν η επιθυμητή πράξη είναι δυνατή (καθολική) ή λάθος (μη καθολική).

Υπάρχουν ωστόσο, αρκετά προβλήματα στην προσπάθεια να βασίσουμε την ηθική στη λογική. Ένα τέτοιο πρόβλημα, όπως έδειξε ο Jacques Lacan στο δοκίμιο «Ο Kant με τον Sade» (1989), είναι πως η χρήση της καθολικότητας ως κριτηρίου για το σωστό και το λάθος μπορεί να επιτρέψει ευφυείς ανθρώπους (όπως ο Μαρκήσιος de Sade) να δικαιολογήσουν μερικές προφανώς απαίσιες πράξεις αν μπορέσουν να καταφέρουν να δείξουν πως αυτές οι πράξεις μπορούν να περάσουν τη δοκιμασία της λογικής του Kant. Ένα άλλο πρόβλημα, όπως έδειξε ο John Stuart Mill στο έργο του Ωφελιμισμός (1861), είναι πως οι άνθρωποι είναι λογικοί, αλλά η λογική δεν είναι το μόνο που διαθέτουμε, και έτσι ακολουθώντας την καντιανή ηθική μας αναγκάζει να ζούμε σαν αδιάφορες μηχανές παρά ως άνθρωποι.

Ένα ακόμη πρόβλημα, όπως έδειξε ο Nietzsche, είναι πως η λογική δεν είναι αυτό που ισχυρίζονταν πως ήταν ο Kant, καθώς είναι απόλυτα πιθανό πως η λογική να μην είναι σταθερότερη βάση από ότι είναι ο Θεός ή η ευτυχία. Στο βιβλίο  Η Γενεαλογία της Ηθικής (1887), ο Nietzsche υποστήριξε πως η λογική δεν είναι κάτι το απόλυτο και οικουμενικό αλλά αντίθετα κάτι που έχει εξελιχθεί με τη πάροδο του χρόνου σε κομμάτι της ανθρώπινης ζωής. Σε γενικές γραμμές με τον ίδιο τρόπο που τα ποντίκια σε ένα πείραμα στο εργαστήριο μπορούν να διδαχτούν να είναι λογικά, έτσι έχουμε μάθει να είμαστε λογικοί χάρη σε αιώνες ηθικών, θρησκευτικών και πολιτικών «πειραμάτων» στην εκπαίδευση των ανθρώπων να είναι λογικοί. Η λογική έτσι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ακλόνητη βάση για την ηθική καθώς οι ίδιες της οι βάσεις μπορούν να αμφισβητηθούν.

Εδώ μπορούμε ξανά να βρούμε μια σημαντική διάκριση μεταξύ του πως ο ενεργητικός μηδενιστής και ο παθητικός μηδενιστής αντιδρούν σε αυτό τον ηθικό σκεπτικισμό. Η ικανότητα να αμφιβάλουν για την νομιμοποίηση κάθε πιθανού θεμελίου για την ηθική μπορεί να οδηγήσει τον ενεργητικό μηδενιστή στο είτε να επαναπροσδιορίσει την ηθική ή στο να απορρίψει την ηθική. Στην πρώτη περίπτωση, οι πράξεις μπορούν να κριθούν χρησιμοποιώντας ηθικές αρχές. Αυτό όμως που μοιάζει να είναι δημιουργικό μπορεί στη πράξη να είναι δευτερογενές, καθώς είναι δύσκολο να διακρίνουμε πότε σκεφτόμαστε για εμάς αντίθετα με το πότε σκεφτόμαστε σύμφωνα με το τρόπο που ανατραφήκαμε.

Έτσι αντί για τέτοιο ηθικό εγωισμό, είναι πιο πιθανό πως ο ενεργητικός μηδενισμός απλά θα απορρίψει συνολικά την ηθική. Αντίθετα, οι πράξεις κρίνονται μόνο με πρακτικούς όρους, όπως το τι είναι περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικό προς την επίτευξη ενός επιθυμητού στόχου. Οι ανθρώπινες πράξεις έτσι αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο με τις πράξεις ενός ζώου ή μιας μηχανής. Αν μοιάζει με λάθος να πούμε πως ένα ζώο είναι κακό επειδή τρώει ένα άλλο ζώο όταν πεινάει, τότε ο ενεργητικός μηδενιστής θα πει πως είναι εξίσου λάθος να ειπωθεί πως οι άνθρωποι είναι κακοί επειδή κλέβουν από ένα άλλο άνθρωπο όταν πεινούν.

Δίχως ηθική, έννοιες όπως κλοπή, ιδιοκτησία ή δικαιώματα αντιμετωπίζονται μόνο ως νομικές οντότητες. Οι πράξεις μπορούν να θεωρηθούν εγκληματικές αλλά όχι ανήθικες. Ένα παράδειγμα ενός τέτοιου ενεργητικού μηδενισμού μπορεί να βρεθεί στον αρχαίο Έλληνα σοφιστή Θρασύμαχο. Στην Πολιτεία του Πλάτωνα, ο Θρασύμαχος υποστηρίζει πως η «δικαιοσύνη» είναι απλά προπαγάνδα που χρησιμοποιείται από τον ισχυρό για να καταπιέσει τον αδύναμο, με το να τους πείσει να δεχτούν αυτή την καταπίεση ως δίκαιη.

Ο παθητικός μηδενιστής, από την άλλη, δεν απορρίπτει την παραδοσιακή ηθική απλά και μόνο πως η νομιμοποίηση της μπορεί να αμφισβητηθεί. Αντίθετα, ο παθητικός μηδενιστής απορρίπτει την ιδέα πως η νομιμοποίηση της ηθικής έχει πραγματική σημασία. Ο παθητικός μηδενιστής υπακούει στην ηθική, όχι για την ηθική αυτή καθ’ εαυτή, αλλά για την ίδια την υπακοή. Το να ζει σύμφωνα με αυτό που πιστεύεται από τους άλλους πως είναι σωστό και λάθος, πως είναι καλό και κακό, θεωρείται από τον παθητικό μηδενιστή ως προτιμότερο από το να πρέπει να ζήσει δίχως τέτοιους ηθικούς κανόνες να τον καθοδηγούν στην λήψη αποφάσεων. Οι ηθικοί κανόνες προσφέρουν μια πυξίδα, και ο παθητικός μηδενιστής προτιμά να χαράζει τη πορεία του στη ζωή χρησιμοποιώντας μια προβληματική πυξίδα από το να ρισκάρει να περάσει τη ζωή του αισθανόμενος απόλυτα χαμένος.

Οι ηθικοί κανόνες προσφέρουν επίσης την αίσθηση του να ανήκεις σε μια κοινότητα. Οι κοινές νόρμες και αξίες είναι εξίσου σημαντικές για μια κοινή ζωή όσο και η κοινή γλώσσα. Απορρίπτοντας την ηθική, ο ενεργητικός μηδενιστής  απορρίπτει έτσι την κοινότητα. Ο παθητικός μηδενιστής όμως είναι απρόθυμος να ρισκάρει να αισθάνεται εντελώς μόνος στο κόσμο. Έτσι, απορρίπτοντας την ηθική νομιμοποίηση, ο παθητικός μηδενιστής αποδέχεται την κοινότητα. Με το τρόπο αυτό, εκείνο που έχει σημασία για τον παθητικό μηδενιστή δεν είναι αν μια ηθική αξίωση είναι αληθινή, αλλά αντίθετα αν μια ηθική αξίωση είναι δημοφιλής.

Αυτό σημαίνει, για τον παθητικό μηδενιστή, η ηθική δεν έχει σημασία. Ο παθητικός μηδενιστής εκτιμά την ηθική ως μέσο για ένα σκοπό, όχι την ίδια ως σκοπό. Επειδή η επιθυμία να ανήκει και να καθοδηγείται υπερισχύει της επιθυμίας να έχει ηθική βεβαιότητα, ο παθητικός μηδενιστής νοιάζεται μόνο για την αίσθηση κατεύθυνσης και την αίσθηση κοινότητας που προέρχεται από την αποδοχή ενός ηθικού συστήματος. Ο παθητικός μηδενιστής είναι σαν ένας θεατής σε ένα αθλητικό γεγονός  που στηρίζει την εντός έδρας ομάδα απλά επειδή το κάνουν όλοι οι άλλοι. Ο παθητικός μηδενιστής στηρίζει τους ηθικούς κανόνες επειδή είναι δεκτά από την κοινότητα στην οποία θέλει να ανήκει ο παθητικός μηδενιστής.

Όπως ακριβώς ο επιστημολογικός μηδενισμός μπορεί να οδηγήσει στον ηθικό μηδενισμό, έτσι και ο ηθικός μηδενισμός μπορεί να οδηγήσει στον πολιτικό μηδενισμό. Ο πολιτικός μηδενισμός είναι συνήθως κατανοητός ως απόρριψη της εξουσίας. Αυτή ήταν η περίπτωση με τους προαναφερθέντες αυτοπροσδιοριζόμενους μηδενιστές της Ρωσίας του 19ου αιώνα, που τελικά κατάφεραν να δολοφονήσουν τον τσάρο. Ωστόσο, αυτή η επαναστατική μορφή του πολιτικού μηδενισμού, με την οποία μπορούμε να ταυτίσουμε τον ενεργητικό μηδενισμό, δεν περιλαμβάνει την παθητική μορφή του πολιτικού μηδενισμού.

Ο κίνδυνος του ενεργητικού μηδενισμού προέρχεται από την αναρχική του θέληση να καταστρέψει την κοινωνία για χάρη της ελευθερίας. Ο κίνδυνος του παθητικού μηδενισμού προέρχεται από την κομφορμιστική του προθυμία να καταστρέψει την ελευθερία για χάρη της κοινωνίας. Όπως έχουμε δει ήδη, ο παθητικός μηδενιστής εργαλειοποιεί τη γνώση και την ηθική αντιμετωπίζοντας και τις δυο ως σημαντικές μόνο στο βαθμό που εξυπηρετούν το σκοπό της άνεσης και της ασφάλειας. Η ανάγκη να αισθάνονται προστατευμένοι από την ενόχληση της αστάθειας είναι αυτό που οδηγεί τον παθητικό μηδενιστή να γίνει τελικά πιο καταστροφικός από τον ενεργητικό μηδενιστή.

Ο κίνδυνος εδώ είναι πως τα ηθικά και πολιτικά συστήματα που προωθούν την ελευθερία και την ανεξαρτησία θα αντιμετωπιστούν ως λιγότερο επιθυμητά από τον παθητικό μηδενιστή από τα ηθικά και πολιτικά συστήματα που προωθούν την δογματική αποδοχή της παράδοσης και την τυφλή υποταγή στην εξουσία. Αν και μπορέι να πούμε πως θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι, μια τέτοια απελευθέρωση μπορεί να φαίνεται σαν τρομερό βάρος. Αυτό εκφράζεται για παράδειγμα από τον Søren Kierkegaard στο βιβλίο του Η Έννοια της Αγωνίας (1844) όταν περιέγραψε την αγωνία ως την «ζάλη της ελευθερίας» που προκύπτει όταν κοιτάμε μέσα σε αυτό που μας μοιάζει σαν την «άβυσσο» των άπειρων πιθανοτήτων. Σκεφτείτε απλά πόσο συχνά μπροστά σε ένα μενού γεμάτο με επιλογές οι πελάτες ενός εστιατορίου καταλήγουν να ζητάνε από τον σερβιτόρο να τους προτείνει κάτι. Ή πως το Netflix πως πέρασε από την προώθηση της τεράστιας ταινιοθήκης του για να επιλέξεις στο να προωθεί τον αλγόριθμό του που θα σου επιτρέψει να «χαλαρώσεις» ενώ κάνει την επιλογή για σένα.

Ο Nietzsche ανησυχούσε για αυτό που έβλεπε ως την όλο και μεγαλύτερη αποδοχή του αλτρουισμού, της αυτοθυσίας και της αυταπάρνησης ως ηθικές αξίες. Έβλεπε την αποδοχή τέτοιων ιδανικών, που ακύρωναν τον εαυτό, ως απόδειξη πως ο παθητικός μηδενισμός εξαπλώνονταν σαν αρρώστια  στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Στον 20ο αιώνα, ο Erich Fromm στο βιβλίο του Ο Φόβος Μπροστά στην Ελευθθερία (1941) ανησυχούσε παρομοίως για αυτό που περιέγραφε ως «φόβο της ελευθερίας» που εξαπλώνονταν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ήταν αυτή η ανησυχία που ενέπνευσε το έργο τόσο των κριτικών θεωρητικών στη Γερμανία όσο και των υπαρξιστών στη Γαλλία.

Η Arendt προειδοποίησε πως θα έπρεπε να είμαστε προσεκτικοί στο να μην σκεφτούμε τον μηδενισμό απλά ως μια προσωπική κρίση αβεβαιότητας. Αντίθετα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως ο μηδενισμός είναι μια πολιτική κρίση. Ο μηδενισμός μπορεί να προωθηθεί από εκείνους που είναι στην εξουσία που κερδίζουν από μια τέτοια κρίση. Έτσι ακόμη και ο μεταφυσικός μηδενισμός μπορεί να έχει πολιτική βαρύτητα. Με την αποδοχή πως το σύμπαν δεν έχει σημασία μπορεί να οδηγήσει στην αντιμετώπιση και των ανησυχιών για την καταπίεση, για το πόλεμο, για το περιβάλλον ως ασήμαντα. Για το λόγο αυτό, δεν είναι μόνο οι πολιτικοί που μπορεί να κερδίσουν από τον μηδενισμό.

Σύμφωνα με την Simone de Beauvoir στο βιβλίο Για Μια Ηθική της Αμφισβήτησης (1948), μια από τις μορφές που μπορεί να πάρει ο μηδενισμός είναι η νοσταλγία – η επιθυμία για επιστροφή στο πόσο ελεύθεροι νιώθαμε σαν παιδιά πριν ανακαλύψουμε ως ενήλικες πως η ελευθερία εμπεριέχει την υπευθυνότητα. Οι πολυεθνικές επίσης μπορούν να κερδίσουν από την προώθηση του μηδενισμού με την μορφή του να μας πουλάνε νοσταλγία και άλλους τρόπους για να αποσπάμε τους εαυτούς μας από την πραγματικότητα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όχι μόνο πρέπει να αναγνωρίζουμε τον μηδενισμό στους εαυτούς μας, αλλά επίσης να αναγνωρίσουμε πως υπάρχει στο κόσμο γύρω μας, και να αναγνωρίσουμε τις πηγές αυτού του μηδενισμού. Αντί να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να αισθάνονται αβοήθητοι σε ένα κόσμο που μοιάζει να μην νοιάζεται πια, θα πρέπει να αναρωτηθούμε από που προέρχονται οι μηδενιστικές απόψεις για το κόσμο, και ποιος ωφελείται από το να βλέπουμε τον κόσμο με αυτό το τρόπο.

Πηγή: geniusloci