Wolfi Landstreicher: Το Κυβερνοδίκτυο της Κυριαρχίας

(Σημείωση του συγγραφέα: Αυτό το άρθρο είναι πιο υποθετικό από ό, τι θα ήθελαν να ήταν, επειδή προσπαθεί να εντοπίσει τις τάσεις που ενυπάρχουν σε μια πτυχή της σύγχρονης κοινωνίας, τάσεις οι οποίες, φυσικά, σχετίζονται με άλλες πτυχές αυτής της κοινωνίας. Δεν πρέπει να διαβαστεί ως πρόβλεψη, αλλά ως μια προσπάθεια να δείξει γιατί η κυβερνητική δεν είναι καν δυνητικά απελευθερωτική και τελικά θα αντιταχθεί από ελεύθερα πνεύματα εξεγερμένων.)

Η δικτατορία του εργαλείου, είναι το χειρότερο είδος δικτατορίας, Αλφρέντο Μπονάννο

Υπάρχει μια επανάσταση. Με αυτό δεν εννοώ μια εξέγερση, μια εξέγερση ατόμων ενάντια στην εξουσία (αν και αυτή η επανάσταση κατάφερε να ανακτήσει κάποιες αντι-αυταρχικές τάσεις προς τα τέλη της). Εννοώ μια ουσιαστική, ποιοτική αλλαγή στους τρόπους κοινωνικής αναπαραγωγής. Η κυριαρχία του βιομηχανικού κεφαλαίου σε αυτές τις διαδικασίες αντικαθίσταται από την κυριαρχία του κυβερνητικού κεφαλαίου. Όπως με όλες αυτές τις επαναστάσεις, αυτή δεν θα είναι μια ομαλή, εύκολη, ειρηνική μετάβαση. Η παλιά απόφαση και η νέα απόφαση είναι σε σύγκρουση. Η δύναμη των αντιδραστικών στοιχείων στην αμερικανική πολιτική τα τελευταία χρόνια δείχνει την επιμονή με την οποία η παλιά τάξη προσπαθεί να διατηρήσει την κυριαρχία της. Όμως όλο και περισσότερο η κυριαρχία είναι καθαρά πολιτική και η κυβερνητική νέα τάξη κυριαρχεί στην οικονομία. Μερικοί από τους τεχνόφιλους αναρχικούς φίλους μου έχουν πει ότι «πρέπει να αντιμετωπίσω τις πραγματικότητες της κυβερνητικής εποχής». Για μένα, αυτό σημαίνει εξέταση της φύσης της κυριαρχίας στην κυβερνητική εποχή και επίθεση αδιάκοπα. Το μόνο που έχω παρατηρήσει δείχνει ότι η κυβερνητική επιστήμη και η τεχνολογία είναι βασικές πτυχές αυτής της κυριαρχίας.

Οι καινοτόμοι της Κυβερνητικής τείνουν να είναι νέοι (σε ​​σύγκριση με τους περισσότερους από τους πολιτικούς ηγέτες της «παλιάς τάξης») και θεωρούν τους εαυτούς τους επαναστάτες, στην αιχμή. Οι αναρχο-τεχνόφιλοι που έχω γνωρίσει είναι ειλικρινά επαναστατικοί και θεωρούν ότι αντιτίθενται σε κάθε εξουσία. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της κυβερνητικής επανάστασης – συμπεριλαμβανομένης μιας δίκαιης ποσότητας της “αναρχικής” κυβερνητικής επανάστασης – μοιάζει με επανάσταση των επιχειρηματιών, μια επανάσταση για την απελευθέρωση ενός τρόπου παραγωγής / αναπαραγωγής και όχι για την απελευθέρωση ατόμων. Δεδομένου ότι αυτοί οι κυβερνητικοί καινοτόμοι είναι οι ανθρώπινοι παράγοντες μιας ποιοτικής αλλαγής στη φύση του καπιταλισμού, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι επιλέγουν να παίξουν ρόλο παρόμοιο με αυτόν των προηγούμενων καπιταλιστικών επαναστατών. Τα περισσότερα από τα φαινόμενα της κυβερνητικής δικτύωσης που γνωρίζω είναι πολύ φτωχά και ειλικρινά αναρχικά για να γίνουν ποτέ μέρος μιας νέας άρχουσας τάξης. Αλλά οι κυβερνητικοί καινοτόμοι με χρήματα δημιουργούν μια τέτοια κυρίαρχη τάξη – ωστόσο, όπως θα προσπαθήσω να δείξω παρακάτω, αυτή η «τάξη» μπορεί να γίνει πιο ακριβής ως σύστημα σχέσεων στο οποίο η ίδια η τεχνολογία κυβερνά και η ανθρώπινη «άρχουσα τάξη», τεχνικών και επιστημόνων του κυβερνοχώρου εξυπηρετεί μόνο το όργανο, τη μηχανή. Η επανάσταση των κυβερνητικών καινοτόμων είναι, από τη γέννησή της, καθαρά πραξικόπημα. Δεν υπάρχει τίποτα πραγματικά απελευθερωτικό γι ‘αυτό.

Όσο χιλιοειπωμένο κι αν είναι, φαίνεται να χρειάζεται συνεχή επανάληψη: ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία η εικόνα κυριαρχεί στην πραγματικότητα, στην οποία οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν την εικόνα ως πραγματικότητα. Αυτό καθιστά πολύ εύκολο για την κυβερνητική τάξη να ανακτήσει την επανάσταση, επειδή αυτή η νέα τάξη όχι μόνο έχει πολύ καλύτερη αντίληψη των τεχνολογιών λήψης εικόνων από ό, τι η παλιά, όλο και περισσότερο, γίνεται αυτές οι τεχνολογίες. Μια σύγκριση της παλιάς τάξης – η οποία εξακολουθεί να είναι η κύρια πηγή κυριαρχίας στις περισσότερες ζωές μας – και της νέας τάξης – η οποία τελειοποιεί τα εργαλεία κυριαρχίας, αλλά εις βάρος της παλιάς τάξης – θα ήταν χρήσιμη εδώ.

Η παλιά τάξη είναι αυτή του βιομηχανικού / χρηματοοικονομικού κεφαλαίου. Αλλά είναι κάτι παραπάνω από αυτό – είναι επίσης η τάξη του έθνους-κράτους και της πραγματικής πολιτικής δύναμης. Η εξουσία είναι κατάφωρα συγκεντρωμένη και ανοιχτά ιεραρχική – κανένας άλλος δεν μπορεί να προσποιείται ότι δεν κυβερνάται. Αυτό είναι κατάφωρο, διότι η ουσιαστική δύναμη αυτής της τάξης βρίσκεται στην πραγματικότητα στα ανθρώπινα όντα στο ρόλο τους ως μέρος της κοινωνικής δομής. Ο πολιτικός τρόπος αυτής της τάξης είναι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ή μία από τις παραλλαγές της, όπως ο φασισμός, η σοσιαλιστική δικτατορία και άλλες μορφές δικτατορίας. Η κυριαρχία του πολιτισμού σε όλη την μη ανθρώπινη ύπαρξη γίνεται ανοιχτά αποδεκτή ως θετικό και απαραίτητο πράγμα. Οι εντολές και η ψηφοφορία για μια επιλογή μεταξύ διαφόρων εντολών είναι οι μέθοδοι για την ολοκλήρωση των πραγμάτων. Η τιμωρία είναι ο τρόπος αντιμετώπισης των παρεκκλίσεων από τους κοινωνικούς κανόνες (αν και ακόμη και η παλιά τάξη χρησιμοποιεί συχνά τη γλώσσα θεραπείας για να περιγράψει τις τιμωρίες της). Με άλλα λόγια, η παλιά τάξη είναι αρκετά ανοιχτή σχετικά με τον αυταρχικό της χαρακτήρα.

Προς το παρόν, σε μεγάλο μέρος του κόσμου (αρκετά αισθητά στις ΗΠΑ), η τεχνολογία της νέας τάξης ελέγχεται ως επί το πλείστον από την παλιά τάξη, η οποία είναι ανίκανη να την χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά, επειδή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή στους όρους της παλιάς τάξης. Το κοινωνικό δυναμικό της κυβερνητικής είναι, επομένως, καλύτερα ανακαλυμμένο διαβάζοντας και ακούγοντας τα κυβερνο-πειρατικά. Εάν τα οράματά τους ήταν καθαρά φαντασιώσεις επιστημονικής φαντασίας, θα τα αγνοούσα, αλλά οι κοινωνικοπολιτικές δομές που ταιριάζουν στα οράματά τους προωθούνται και δημιουργούνται από διάφορες ημι-ελευθεριακές «ριζοσπαστικές» ομάδες και άτομα (π.χ. οι Πράσινοι, οι ελευθεριακοί δήμοι , κοινωνικοί οικολόγοι, Robert Anton Wilson, Timothy Leary …).

Στη νέα τάξη, η κυρίαρχη μορφή κεφαλαίου είναι το κυβερνητικό / πληροφορικό κεφάλαιο. Αυτό δεν σημαίνει το τέλος του βιομηχανικού, οικονομικού και εμπορικού καπιταλισμού, αλλά μάλλον την υπαγωγή τους στον κυβερνητικό τρόπο κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτή η νέα λειτουργία επιτρέπει ορισμένες αλλαγές στις κοινωνικές δομές που, στην επιφάνεια, εμφανίζονται σχεδόν αναρχικές – αλλαγές όπως αυτές που προωθούν οι Murray Bookchin, οι Πράσινοι, ο RA. Wilson και άλλοι ελευθεριακοί αριστερά και δεξιά. Αυτές οι αλλαγές δεν είναι μόνο δυνατές, αλλά πιθανώς είναι απαραίτητες σε κάποιο βαθμό για την αποτελεσματική αναπαραγωγή της κυβερνητικής κοινωνίας. Η αποκέντρωση είναι μια σημαντική κραυγή πολλών κυβερνητικών ριζών. Αυτός ο φαινομενικά αναρχικός στόχος, στην πραγματικότητα, δεν είναι ούτε έστω και λίγο αντι-αυταρχικός στο πλαίσιο του κυβερνητικού καπιταλισμού. Η κυβερνητική τεχνολογία όχι μόνο επιτρέπει, αλλά προωθεί, την αποκέντρωση της εξουσίας. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός ξεκίνησε τη διαδικασία με την οποία η εξουσία θα υφίστατο ολοένα και περισσότερο στα ίδια φυσικά μηχανήματα που αναπαράγουν την κοινωνία. Η κυβερνητική τεχνολογία τελειοποιεί αυτή τη διαδικασία στο βαθμό που φέρνει ακόμη και τεχνολογίες κοινωνικού ελέγχου στα πεδία του ελεύθερου χρόνου – τον οικιακό υπολογιστή, τα βιντεοπαιχνίδια και τα παρόμοια. Όλα αυτά τα φαινομενικά μεμονωμένα κομμάτια κυβερνοτεχνολογίας – τα οποία έχουν διαπεράσει χώρους εργασίας, σχολεία, arcade παιχνιδιών και, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, σπίτια σχεδόν όσων δεν είναι πολύ φτωχοί για να αποκτήσουν προσωπικό υπολογιστή – αποτελούν μέρος ενός δυνητικά ενοποιημένου, παγκόσμιου δικτύου. Αυτό το δίκτυο γίνεται το κέντρο εξουσίας και ισχύος. Περιλαμβάνει τόσο την υλική τεχνολογία των κυβερνητικών μηχανών όσο και την κοινωνική τεχνολογία των κυβερνητικών συστημικών δομών. Όσοι είναι πολύ φτωχοί για να αγοράσουν τα υλικά μηχανήματα περιλαμβάνονται στο δίκτυο καθιστώντας τους εξαρτώμενους από κοινωνικά προγράμματα που αποτελούν μέρος του δικτύου – αυτή η εξάρτηση οφείλεται στην έλλειψη πρόσβασης που έχουν στη γνώση που θα τους επέτρεπαν να δημιουργήσουν τη ζωή τους για τους εαυτούς τους. Η αποκέντρωση που προσφέρεται από την κυβερνητική τεχνολογία μπορεί ακόμη και να επεκταθεί στη βιομηχανία, ταιριάζοντας καλά με τα οράματα ορισμένων τεχνο-αναρχικών. Ορισμένες εταιρείες πειραματίζονται ήδη με την παραγωγή μερικών από τη βιομηχανία εξοχικών σπιτιών. Αυτό που δεν μπορεί να γίνει με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε πιθανώς να είναι τόσο αυτοματοποιημένο που θα χρειαζόταν μόνο λίγοι τεχνικοί σε ένα εργοστάσιο ως προσωπικό έκτακτης ανάγκης. (Έχω δει ένα τεράστιο εργοστάσιο που φάνηκε να έχει μόνο τέσσερις εργαζόμενους.) Επομένως, η κυβερνητική τεχνολογία επιτρέπει την φαινομενική αποκέντρωση της παραγωγής. Όμως, φυσικά, η ίδια η παραγωγή παραμένει αναμφισβήτητη. Αυτό συμβαίνει επειδή η κυβερνητική «αποκέντρωση» δεν είναι ούτε έστω και λίγο αντι-αυταρχική, κεντράρει απλώς την εξουσία σε ένα κοινωνικο-τεχνολογικό δίκτυο που δεν έχει χωρικό ή υλικό κέντρο, επειδή το δίκτυο είναι το ίδιο το κέντρο και είναι (σχεδόν) παντού. Και μπορεί εύκολα να εισβάλει σε όλες τις πτυχές της ζωής μας.

Μαζί με την φαινομενική αποκέντρωση, η κυβερνητική τεχνολογία προσφέρει τη δυνατότητα μιας φαινομενικής «άμεσης» δημοκρατίας. Αυτό φαίνεται να προσελκύει εκείνους τους αναρχικούς και τους ελευθεριακούς αριστερούς που τρέχουν πάνω από αυτήν την τεχνολογία. Ο καθένας που «κατέχει» έναν υπολογιστή συνδέεται, τουλάχιστον πολιτικά, με όλους τους άλλους που «κατέχουν» έναν υπολογιστή. Δεν θα ήταν έκπληξη εάν κάποια μορφή προσωπικού υπολογιστή διατίθεται ακόμη και στους φτωχότερους ανθρώπους στις πιο προηγμένες περιοχές της καπιταλιστικής κυριαρχίας, καθώς αυτό θα τους εντάσσει πληρέστερα στο κυβερνοδίκτυο. Εάν όλοι σε ένα συγκεκριμένο έθνος είχαν έναν υπολογιστή, θα μπορούσαν εύκολα να πείσουν ότι θα μπορούσαν να λάβουν τις πραγματικές αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους – ότι θα μπορούσαν να ψηφίσουν «απευθείας» μέσω των υπολογιστών τους για όλα τα σημαντικά ζητήματα. Ότι αυτό αποτελεί όσο το δυνατόν πληρέστερο διαχωρισμό μεταξύ της απόφασης και της δράσης, μπορεί να ξεχαστεί εύκολα, όπως και το γεγονός ότι το ίδιο το κυβερνητικό σύστημα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σημαντικά με αυτόν τον τρόπο, καθώς το ίδιο το σύστημα ελέγχει τι μπορεί και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από την ίδια τη φύση της τεχνολογίας του. Η κυβερνητική γλώσσα είναι ένα μεγάφωνο τεχνολογίας. Η «άμεση» δημοκρατία που προσφέρει είναι μόνο εκείνη που μπορεί να αναπαραγάγει την κυβερνητική κοινωνία. Δεν εξαλείφει την αντιπροσώπευση. Μπορεί απλώς να το κεντράρει στην τεχνολογία και όχι σε εκλεγμένους ανθρώπους. Αλλά όπως όλες οι αντιπροσωπεύσεις, αυτή η τεχνολογία θα λειτουργήσει ως ηγεμόνας.

Η ιδεολογία πίσω από την κυβερνητική τεχνολογία είναι η ανάλυση συστημάτων. Η ανάλυση συστημάτων επιδιώκει να κατανοήσει όλες τις αλληλεπιδράσεις σε όρους συστημάτων ή δικτύων σχέσεων στις οποίες κάθε πράγμα επηρεάζει όλα τα άλλα πράγματα. Προσπαθεί να κατανοήσει επιστημονικά (δηλαδή μαθηματικά) αυτά τα συστήματα σχέσεων προκειμένου να τα ελέγξει καλύτερα. Έτσι, η έννοια της «διαδικασίας», σε αντίθεση με τις αλυσίδες διοίκησης, καθίσταται όλο και πιο σημαντική στην κυβερνητική κοινωνία. «Διαδικασία» – μια ριζοσπαστική λέξη-κλειδί για «πολιτικά ορθούς» τρόπους επικοινωνίας και συσχέτισης – ταιριάζει πολύ καλά με την ανάλυση συστημάτων, επειδή είναι μια προσπάθεια να επισημοποιηθούν οι σχέσεις λήψης αποφάσεων χωρίς να κάνει κανείς που εμπλέκεται να αισθανθεί ότι εξαναγκάζονται. Η «σωστή» διαδικασία είναι δυνητικά, ο τρόπος για το κυβερνοδίκτυο να ενσωματώσει όλους όσο το δυνατόν πληρέστερα στον εαυτό του. Η διαδικασία καταπολεμά τη μη συμμετοχή, τείνει να κάνει τη μη συμμετοχή να εμφανίζεται ως θυματοποίηση και όχι ως ελεύθερη επιλογή. Η ιδεολογία πίσω από τη «σωστή» διαδικασία προϋποθέτει ότι το άτομο είναι απλώς ένα μέρος της διαδικασίας του συστήματος σχέσεων που είναι η ομάδα (σε μικρο-επίπεδο) ή κοινωνία (σε μακρο-επίπεδο). Η διαδικασία είναι ανάλυση συστημάτων που εφαρμόζεται σε ομαδικά και κοινωνικά έργα. Είναι η κυριαρχία της ιδεολογίας του κυβερνοδικτύου στις αλληλεπιδράσεις μας. Η διαδικασία χρησιμοποιείται τακτικά κυρίως σε ριζοσπαστικές, οικολογικές, φεμινιστικές και παρόμοιες ομάδες. Αλλά πολλές εταιρείες ενσωματώνουν τη διαδικασία – συναίνεση, διευκόλυνση και τα παρόμοια – με παλιές αλυσίδες εντολών σε πειράματα που έχουν σχεδιαστεί για να κάνουν τους υπαλλήλους να αισθάνονται ότι είναι πραγματικά αληθινά μέρος της εταιρείας. Τελικά, η «διαδικασία» που δημιουργήθηκε από κυρίως ριζοσπαστικές ομάδες μεσαίας τάξης παρέχει ένα σύστημα για τον έλεγχο των επαναστατικών τάσεων που ταιριάζει απόλυτα στο πλαίσιο του κυβερνητικού ελέγχου.

Εάν ένα μέρος της κυβερνητικής διαδικασίας δεν λειτουργεί σωστά, δεν το τιμωρείτε, προσπαθείτε να το διορθώσετε. Στο πλαίσιο της κυβερνητικής κοινωνίας, η τιμωρία των εγκληματιών και των αποκλινόντων φαίνεται να γίνεται όλο και πιο απάνθρωπη και παράλογη. Ο αποτελεσματικός κοινωνικός έλεγχος απαιτεί από όλους να ενσωματωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο στο κοινωνικό σύστημα και η τιμωρία δεν κάνει τίποτα για να ενσωματώσει τους τιμωρημένους – συχνότερα από ό, τι δεν κάνει το αντίθετο. Έτσι, τα πιο «προοδευτικά» στοιχεία στην κοινωνία δημιουργούν θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της κοινωνικής απόκλισης. Προς το παρόν, οι εγκληματίες τιμωρούνται κυρίως αν και η γλώσσα της θεραπείας χρησιμοποιείται ακόμη και σε αυτό το πλαίσιο. Η μη εγκληματική απόκλιση (π.χ. «υπερβολική» χρήση αλκοόλ, «ακατάλληλη» σεξουαλική συμπεριφορά, κακή συμπεριφορά στο σχολείο, «τρέλα») τείνει να χαρακτηρίζεται ως ασθένεια και «να θεραπεύεται». Ο πολλαπλασιασμός των ομάδων 12 βημάτων και των θεραπειών νέας ηλικίας είναι μόνο ένα μέρος αυτού του φαινομένου. Πολλές από αυτές τις ομάδες διδάσκουν κατάφωρα ότι δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα για τα φερόμενα προβλήματά σας μόνοι σας, πρέπει να γίνετε μέλος μιας αλληλεξαρτώμενης ομάδας συμπολιτών, βοηθώντας ο ένας τον άλλον να ανακάμψει – για πάντα και πάντα – και να γίνετε παραγωγικά μέλη της κοινωνίας. Περιστασιακά, ακόμη και εγκληματίες – ιδιαίτερα άτομα που καταδικάζονται για DUI ή δευτερεύοντα αδικήματα ναρκωτικών – έχουν την επιλογή μεταξύ τιμωρίας ή αναγκαστικής θεραπείας. Μια θεραπευτική προσέγγιση για την κοινωνική απόκλιση φαίνεται πολύ ανθρώπινη – αρκετά ώστε πολλοί αναρχικοί έχουν ενσωματώσει πτυχές της θεραπευτικής ιδεολογίας στις προοπτικές τους – αλλά αυτό είναι παραπλανητικό. Ο σκοπός της θεραπείας είναι η επανένταξη των κοινωνικών αποκλίσεων στην κοινωνική μηχανή όπως και τα γρανάζια. Ορίζει την τεχνολογία ή την αντίληψη της άγριας φύσης ως ολοκληρωμένα συστήματα που θα χρησιμοποιούνται με ολοκληρωμένο τρόπο από την κοινωνία. Ακόμη και οι «βαθιοί οικολόγοι» απορρίπτουν μόνο την ενσωμάτωση πολιτισμένων κοινωνικών συστημάτων και άγριων «οικοσυστημάτων», επειδή πιστεύουν ότι τα πολιτισμένα κοινωνικά συστήματα έχουν απομακρυνθεί πολύ μακριά από τα «φυσικά» συστήματα για να είναι σε θέση να ενσωματωθούν (κάνοντας κάποιο είδος κοινωνικής αποκάλυψης αναπόφευκτο), όχι επειδή απορρίπτουν την ιδέα ότι η μη συσχετισμένη σχέση και αλληλεπίδραση μπορούν να συστηματοποιηθούν. Ενώ οι περισσότερες εταιρείες συνεχίζουν με ταχύτητα να καταστρέφουν το περιβάλλον, είναι αρκετά επίκαιρο τώρα να μιλάμε για την οικολογία και οι πιο προοδευτικές εταιρείες προσπαθούν ακόμη και να ενεργούν οικολογικά. Σε τελική ανάλυση, είναι προς όφελός τους. Πώς μπορείτε να επεκτείνετε το κεφάλαιο εάν καταστρέψετε τους απαραίτητους πόρους για μια τέτοια επέκταση; Έτσι, ο κυβερνητικός καπιταλισμός τείνει προς μια οικολογική πρακτική ως μέσο εξημέρωσης των αγρίων χωρίς να τους καταστρέφει, για την ενσωμάτωσή τους στο κοινωνικό σύστημα του κυβερνοδικτύου.

Φυσικά, αυτές είναι απλώς τάσεις στις οποίες φαίνεται να ωθεί η ανάπτυξη και η αυξανόμενη δύναμη του κυβερνητικού κεφαλαίου. Η παλιά τάξη του βιομηχανικού κεφαλαίου είναι ακόμα αρκετά ισχυρή, κυριαρχεί στον πολιτικό χώρο, και είναι ακόμη αρκετά σημαντική ως τρόπος κοινωνικής κυριαρχίας. Αλλά μια έξυπνη επανάσταση πρέπει να κατανοήσει την κυριαρχία στο σύνολό της, πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίσει τα νέα της πρόσωπα, έτσι ώστε οι αντάρτες να μην εξαπατηθούν να αγκαλιάσουν μια νέα μορφή κυριαρχίας ως απελευθέρωση. Τα περισσότερα από τα άτομα που γνωρίζω που έχουν αγκαλιάσει κάποια εκδοχή του οικοτοπικού, κυβερνητικού, πράσινου αναρχισμού φαίνεται να είναι αρκετά ειλικρινείς στην επιθυμία τους να ζήσουν χωρίς όλους τους περιορισμούς. Φαίνεται όμως να αγνοούν κάποιες πολύ βασικές πτυχές της κυβερνητικής. Ως επιστήμη, η κυβερνητική τεχνολογία είναι η μελέτη συστημάτων ελέγχου. Πρακτικά, είναι η παραγωγή τέτοιων συστημάτων, τεχνολογικά και κοινωνικά – η παραγωγή ολοκληρωμένων συστημάτων κοινωνικού ελέγχου. Μερικές από τις πιο κοινές λέξεις της κυβερνητικής γλώσσας το καθιστούν προφανές. «Τα δεδομένα» προέρχονται από μια ελληνική λέξη που σημαίνει «Αυτό που δίνεται» – αυτό είναι ένα αξίωμα, αυτό που σας λένε, χωρίς απόδειξη, και απλά δεν πρέπει να αμφισβητήσετε. Οι πληροφορίες (information) αρχικά εννοούσαν, κυριολεκτικά «σε σχηματισμό» (in formation) στα Λατινικά. Το κυβερνοδίκτυο δεν προσφέρει καμία απελευθέρωση, απλώς την ψευδαίσθηση της απελευθέρωσης για να κρατήσει τους επαναστάτες «σε σχηματισμό». Υπονομεύει την ατομική εμπειρία και την εμπιστοσύνη των ατόμων στη δική τους εμπειρία δημιουργώντας σφαίρες ψευδο-εμπειρίας, δηλαδή «των δεδομένων» πληροφοριών που δεν έχουν καμία σχέση με τίποτα εκτός του κυβερνοχώρου. Τα άτομα, όλο και περισσότερο, βασίζονται μόνο σε αυτά που τους λέει το κυβερνοδίκτυο, και έτσι εξαρτώνται από την κυβερνητική κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο, το κυβερνοδίκτυο γίνεται το πιο αληθινά ολοκληρωτικό σύστημα ακόμη – ακριβώς με την «αποκέντρωση» και χρησιμοποιώντας τις ολοκληρωμένες μεθόδους διαδικασίας και θεραπείας που καθιστούν τα άτομα τους πράκτορες της δικής τους εξημέρωσης σε μια κατάσταση στην οποία κανείς δεν εμπιστεύεται τον εαυτό τους, αλλά όλα είναι εξαρτημένα από το κυβερνοδίκτυο.

Υπάρχει ένα ελάττωμα σε αυτό το σύστημα. Απελευθερώνει αυτούς που δεν θέλουν ή δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να έχουν κυβερνητική τεχνολογία στο σπίτι τους. Ακόμα και όταν οι οικιακοί υπολογιστές διατίθενται στους πολύ φτωχούς, πολλοί μπορεί να μην ενδιαφέρονται ακόμη και να μάθουν πώς να τους χρησιμοποιούν. Είναι ακόμη πολύ αμφίβολο ότι οι πλήρως απαλλαγμένοι – οι τεχνικοί και οι επιστήμονες που ξέρουν πώς να παράγουν και να χρησιμοποιούν πλήρως αυτές τις τεχνολογίες – θα ενδιαφέρονται να φέρουν τον καθένα στο επίπεδο των γνώσεών του για το κυβερνοδίκτυο. Έτσι, οι αποσυρμένοι – ειδικά οι εθελοντικά αποσυρμένοι – θα τείνουν να γίνονται ολοένα και περισσότεροι, έως ότου βρίσκονται σχεδόν τελείως έξω από το κυβερνοδίκτυο. Ενώ μέσα στο κυβερνοδίκτυο η τάση είναι προς τον απόλυτο έλεγχο, – έξω από το κυβερνοδίκτυο η τάση θα ήταν προς τη συνολική διάσπαση του κοινωνικού ελέγχου. Τελικά, σε μια τέτοια κατάσταση, η αντάρτικη εξέγερση θα ήταν δυνατή μόνο εκτός δικτύου.

Προς το παρόν, αυτή η κατάσταση προλαμβάνεται καθώς η νέα κυβερνητική τάξη και η παλιά τάξη έχουν μια άβολη ανακωχή. Η παλιά τάξη χρειάζεται τις τεχνολογίες πληροφοριών που δημιουργούν και δημιουργούνται από τη νέα τάξη. Και η νέα τάξη δεν είναι ακόμη αρκετά ισχυρή για να απαλλαγεί από μερικά από τα σκληρότερα μέσα κοινωνικού ελέγχου που παράγονται από την παλιά τάξη. Η νέα τάξη βρήκε επίσης τρόπους ενσωμάτωσης ορισμένων από τα πιο προοδευτικά στοιχεία της παλιάς τάξης, όπως οι πολυεθνικοί οργανισμοί, μέσα της. Είναι επίσης πολύ πιθανό ότι το κυβερνοδίκτυο θα βρει συνεχείς χρήσεις για μπάτσους, φυλακές και παρόμοια μέσα στο συστηματικό του δίκτυο κοινωνικού ελέγχου. Ή η άβολη ανακωχή μπορεί να συνεχιστεί επ ‘αόριστον. Δεδομένου ότι οι πραγματικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων δεν ταιριάζουν, στην πραγματικότητα, με τους τύπους του κυβερνοδικτύου και των αναλυτών συστημάτων του, δεν υπάρχει τρόπος πρόβλεψης του τι θα μπορούσε να συμβεί. Η δική μου επιθυμία είναι για μια εξέγερση που θα πλήξει όλα τα συστήματα κοινωνικού ελέγχου.

Αλλά η κυβερνητική τεχνολογία γίνεται ο κυρίαρχος τρόπος μεταβιομηχανικού κεφαλαίου. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο το κεφάλαιο, η τεχνολογία, η εξουσία και η κοινωνία ενσωματώνονται τόσο πλήρως που είναι πραγματικά ένα. Η εξέγερση, σε αυτό το πλαίσιο, σημαίνει εξέγερση ενάντια στο κυβερνοχώρο και εξέγερση ενάντια στην κοινωνία στο σύνολό της ή δεν σημαίνει τίποτα. Αυτό σημαίνει ότι ο αντάρτης αντιμετωπίζει την πραγματικότητα της κυβερνητικής τεχνολογίας. Το αντάρτικο άτομο δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα λιγότερο από να επαναστατήσει ενάντια στο σύνολο της κοινωνίας – συμπεριλαμβανομένων όλων αυτών των «ριζοσπαστικών» προοπτικών που δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αιχμή της πραγματικής «νέας παγκόσμιας τάξης».

Αυτό το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο “Anarchy: A Journal Of Desire Armed” Issue #35 Winter 1993”

Πηγή: Πράσινοι Ελευθεριακοί

Ιταλία: Τοποθέτηση του Alfredo Cospito στη συζήτηση για των αγώνα ενάντια στα πυρηνικά

Το παρόν κείμενο αποτελεί τοποθέτηση του έγκλειστου αναρχικού Alfredo Cospito στη συζήτηση για τον αγώνα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια, η οποία διεξήχθη στα πλαίσια της πρωτοβουλίας “Voi gli date vent’anni, noi gli diamo la parola” (“Εσείς του δίνετε είκοσι χρόνια, εμείς του δίνουμε τον κόσμο”), στο Circolaccio Anarchico, στο Σπολέτο, στις 20 Μάρτη του 2021.

*

Αφού είδα αυτήν την ταινία σχετικά με την τραγωδία στο Τσέρνομπιλ, μου ζητήθηκε να προβώ σε μια τοποθέτηση.

Και τι να πρωτοπώ;

Τα τελευταία εννιά χρόνια της ζωής μου τα πέρασα κλειδαμπαρωμένος σ’ ένα κελί, διότι, παρέα μ’ έναν ακόμη σύντροφό μου, πυροβόλησα έναν απ’ τους σημαντικότερους ιθύνοντες της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία εκείνον τον καιρό. Και το πράξαμε ακριβώς επειδή δε θέλαμε να ξαναδούμε να συμβαίνει εδώ ό,τι είδαμε να συμβαίνει στην ταινία. Αρκετά απλοϊκό ως κίνητρο, όμως έτσι συνέβη.

Άξιζε όμως;

Θά ‘θελα να πιστεύω πως η δράση μας, παρότι μεμονωμένη, είχε μια κάποια βαρύτητα. Το μόνο βέβαιο είναι πως δράσεις τέτοιου είδους είναι απολύτως μη απορροφήσιμες απ’ το σύστημα, και επ’ ουδενί δε θα μπορούσαν να είναι. Μπορούν να τις δαιμονοποιήσουν, ποτέ όμως να τις απορροφήσουν, πόσο μάλλον να τις ακυρώσουν, εφόσον τέτοιες δράσεις αφήνουν στην εξουσία ένα τελεσίγραφο, και, απ’ τη δική μου οπτική, αυτό είναι κάτι παραπάνω από αρκετό για να ρισκάρω τα πάντα, τη λευτεριά μου, ακόμα και τη ζωή μου.

Ναι λοιπόν! Στο τέλος της μέρας, άξιζε.

Δε θέλαμε να τον σκοτώσουμε, θέλαμε μόνο να τον τραυματίσουμε, ορθώνοντας ένα απροσπέλαστο τείχος απέναντι στον τεχνολογικό και δολοφονικό κυνισμό των αδίστακτων επιστημόνων και πολιτικών: “Πέραν του ότι δε θα μπορείς να περπατήσεις, δε θα ξαναφέρεις την πυρηνική ενέργεια πίσω στην Ιταλία, ειδάλλως θα σε αντιμετωπίσουμε με όλα μας τα μέσα”.

Εννιά χρόνια πριν, όταν προβήκαμε στο χτύπημά μας, η πιθανότητα επιστροφής της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία φαινόταν έντονα να αναδύεται ξανά. Μόλις είχε συμβεί η Φουκουσίμα, και στη χώρα “μας”, χρόνια επί χρόνων αγώνα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια φάνταζαν να κινδυνεύουν να εξαλειφθούν, γεγονός που συνέβαινε σ’ ένα πέπλο απόλυτης σιωπής. Τότε, όπως ακόμη και σήμερα, η Ιταλία, μέσω της Ansaldo Nucleare, συνεισφέρει στην κατασκευή πυρηνικών εγκαταστάσεων σε χώρες όπως η Ρουμανία και η Αλβανία. Λίγο πριν τη δράση μας, ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια της κατασκευής μίας εξ αυτών των εγκαταστάσεων σκότωσε δύο εργάτες. Κανείς στην Ιταλία δε μιλούσε γι’ αυτό, εκτός από ‘κείνους τους ουτοπιστές οικολόγους και αναρχικούς, οι οποίοι αντίκριζαν τον φόβο της επιστροφής των σταθμών πυρηνικής ενέργειας στα μέρη “μας”, ενώ πολλά κόμματα στήριζαν αυτήν την εφιαλτική προοπτική. Σαφέστατα, δεν έχω αυταπάτες πως η δράση μας εμπόδισε την επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία, μα γυρίσαμε λίγο φόβο στο στρατόπεδό τους. Αυτή, λοιπόν, ήταν η συνεισφορά μας, αν και περιορισμένη, και αυτό είχε τη βαρύτητά του · και δε θαρρώ πως ήταν κάτι τόσο αμελητέο όσο θέλανε να μας κάνουν να πιστεύουμε.

Σήμερα, η ιταλική κυβέρνηση πρέπει αναγκαστικά να “αποκομίσει” πυρηνικά απόβλητα από τις παλιές εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας που τέθηκαν εκτός λειτουργίας, πετώντας 78.000 κυβικά μέτρα ραδιενεργών αποβλήτων κάτω απ’ το χαλάκι στο Πεδεμόντιο, στη Σαρδηνία, στην Τοσκάνη, στο Λάτσιο, στην Απουλία, στην Μπαζιλικάτα και στη Σικελία. Το παρουσιάζουν ως “αποκομιδή” χαμηλού επιπέδου ραδιοενεργών αποβλήτων, προϊόντων των εργοστασίων και λοιπών ιατροφαρμακευτικών αποβλήτων, όμως, στην πραγματικότητα, προσπαθούν κάτω απ’ το τραπέζι να περάσουν την “αποκομιδή” πολύ πιο επικίνδυνων ραδιενεργών αποβλήτων από τις παλιές πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Ας γίνω σαφής, η λύση δε θα μπορούσε να είναι το να πετάξουμε τα απόβλητα εκτός Ιταλίας, όπως ίσως έχει ήδη γίνει στο παρελθόν στην Αφρική, χρησιμοποιώντας φτωχότερες χώρες ως χωματερές για τα πυρηνικά μας κόπρανα. Ένα “οικολογικό” κίνημα το οποίο επί της ουσίας πιέζει προς μια τέτοια κατεύθυνση, είναι ένα αστικό κίνημα, στα πλαίσια ενός άθλιου “οικολογισμού”. Όσοι αντιτίθενται στις δομές απόθεσης πυρηνικών αποβλήτων επειδή υποτιμάται η αξία της ιδιοκτησίας τους, ποτέ δε θά ‘χουν την εμπιστοσύνη μου. Είναι αυτό το είδος ανθρώπων που έφεραν τις πιο χονδροειδείς πολιτικές στο κίνημα NO TAV (ενάντια στον Σιδηρόδρομο Υψηλής Ταχύτητας). Πάντα έτοιμοι να ξεπουλήσουν αγώνες, να τραβήξουν διαχωριστικές γραμμές από δράσεις. Δε θα κάνουμε επίκληση σε δαύτα τα ξεκάθαρα αστικά ένστικτα, ούτε θα μπορέσουμε να εθελοτυφλούμε όταν δημάρχοι, τοπικά ιδρύματα τέτοιων χωρών, απαιτούν αποζημιώσεις ή κλαψουρίζουν για την περιουσία τους, τις επιχειρήσεις τους, τις οικονομικές τους απώλειες. Το να έρθουμε ξανά σε επαφή με τέτοιους τύπους θα ήταν καταστροφικό. Ένα αρχαίο εβραϊκό ρητό λέει: “Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που μπορεί να σκοντάψει δυο φορές στην ίδια πέτρα”. Ας προσπαθήσουμε να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη · είκοσι χρόνια αγώνα ενάντια στο TAV θά ‘πρεπε να μας έχουν διδάξει κάποια πράγματα.

Θα ήταν ηλίθιο και μη προωθητικό από πλευράς μας να γυρεύουμε “λύσεις”, καταπραϋντικά για να καταστήσουμε την τεχνολογία πιο βιώσιμη, πιο “οικολογική”. Είμαστε ενάντια στις δομές απόθεσης πυρηνικών αποβλήτων, όσο είμαστε ενάντια και στις ανεμογεννήτριες – ημίμετρα δεν υπάρχουν στο πεδίο αυτό. Η μόνη πραγματική και απόλυτη λύση για τα πυρηνικά απόβλητα είναι να πολεμήσουμε με κάθε μέσο ώστε τα πυρηνικά εργοστάσια να κλείσουν παντού. Δεν μπορούμε να παρακάμπτουμε το θέμα αυτό, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Ο πλανήτης πεθαίνει, μόνο ένα πράγμα μπορούμε να κάνουμε: Να καταστρέψουμε εκ των έσω την τεχνολογική και καπιταλιστική κοινωνία στην οποία μας επιβάλλεται να ζούμε. Είναι αχρείαστο το να προσπαθούμε να ξεφύγουμε, είναι υποκριτικό το να χτίσουμε έναν μικρό παράδεισο επί γης, καθώς έτσι, ακόμα κι αν δε θέλουμε, γινόμαστε συνένοχοι · είναι εγκληματικό να αναζητούμε αναλγητικά, να ξεγελάμε τους εαυτούς μας πως η τεχνολογία μπορεί να καταστεί “οικολογική”. Δεν είναι ο αριθμός συμμετεχόντων σε μια διαδήλωση που θα φέρει αποτελέσματα, αλλά η ισχύς και η ριζοσπαστικότητα των ενεργειών μας. Τούτη είναι μια απ’ τις ιδιαιτερότητές μας, και ως αναρχικές κι αναρχικοί στοχεύουμε στα ποιοτικά χαρακτηριστικά · όχι τόσο στην ποσότητα των ανθρώπων πίσω από ένα πανό, αλλά στην ποιότητα των δράσεων και των ζωών μας. Ο κόσμος ενδέχεται να έρθει, αλλά αυτό εξαρτάται από τη συνέπεια και την ειλικρίνεια των σκοπών μας, καθώς επίσης και από την επαναστατική μας διαδικασία. Το πρώτο εμπόδιο που θα συναντήσουμε εδώ είναι πάντα το ίδιο: ο αστικός, πολιτικά απαθής οικολογισμός.

Με αυτό, δε θέλω να υποστηρίξω πως πρέπει να αυτοαπομονωθούμε, σίγουρα παλεύουμε στο πλευρό των ανθρώπων που πλήττονται άμεσα από δαύτα τα πυρηνικά απόβλητα, συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις, στις συγκεντρώσεις έξω στον δρόμο, όμως δε θυσιάζουμε τις ιδέες μας στον βωμό του “ρεαλισμού”, του συμβιβασμού. Φροντίζουμε διαρκώς να έχουμε κριτικό πνεύμα ως προς το ποιους έχουμε με το πλευρό μας και, πάνω απ’ όλα, δεν περιορίζουμε τις δράσεις μας στο όνομα μιας υποτιθέμενης έλλειψης κατανόησης από μερίδα του κόσμου.

Ας συμμετέχουμε σε συνελεύσεις (αν υπάρχουν), αλλά ας μη λησμονούμε τον πραγματικό μας σκοπό, την καταστροφή της τεχνολογικής κοινωνίας, την οικοδόμηση μιας κοινωνίας δίχως κράτος.

Ας έχουμε επίσης κατά νου πως, με το να δρούμε και πέραν απ’ τις αποφάσεις των συνελεύσεων, δεν πλήττουμε το συλλογικό σώμα του αγώνα, απλώς εκφράζουμε τη θέση μας ως αναρχικοί/ές.

Ας μην αποστασιοποιούμαστε -στο όνομα ενός κοινού αγώνα- από τις βίαιες ενέργειες που θα συμβούν, αν συμβούν, ακόμη κι αν δεν τις επικροτούμε πλήρως. Ας αποκηρύξουμε τα επίπλαστα προνόμια (ανέσεις) που μας “παρέχει” αυτή η σαπισμένη κοινωνία, ας επιδείξουμε συνέπεια.

Θεωρώ πως αυτά είναι τα λίγα μαθήματα που έχουν να μας προσφέρουν οι “κοινωνικοί” οικολογικοί αγώνες των τελευταίων δεκαετιών.

Ίσως αναδύεται στον ορίζοντα μια νέα ευκαιρία, μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Είμαι ακράδαντα πεπεισμένος πως θα αρκούσε απλώς να μην επαναλάβουμε τα συνήθη λάθη, αν θέλουμε να δούμε απροσδόκητα αποτελέσματα.

Θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει τούτον τον μονόλογο σε μια πολύ απλή ιδέα: “πολυμορφία δράσεων χωρίς προκαταλήψεις και οριοθετήσεις”.

Ας βάλουμε ένα τέρμα στην παράνοια σχετικά με τις πρωτοπορίες, με το θέαμα των δράσεων · ας δρα καθείς όπως επιθυμεί, ας εναρμονιστούν τα πάντα σε μια “ολότητα” και, πάνω απ’ όλα, ας αποστασιοποιηθούμε απ’ τους διαχωρισμούς.

Ίσως βγήκα λίγο “εκτός θέματος”, όμως πιστεύω πως ανάμεσά σας θα υπάρχουν αναρχικές κι αναρχικοί. Η τοποθέτηση αυτή προέρχεται από έναν αναρχικό, και πιότερο απ’ όλους απευθύνεται στις αναρχικές και τους αναρχικούς, όμως ευελπιστώ να έγινε κατανοητή και από όλους και όλες τις υπόλοιπες, ακόμη κι αν εκπροσωπεί μιαν αρκετά “συγκεκριμένη” αντίληψη.

Το μόνο βέβαιο είναι πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα επηρεάζουν τους πάντες, τη ζωή όλων.

Θα ήθελα πολύ να συμμετάσχω σ’ αυτή τη συζήτηση μαζί σας εκεί, όμως, για λόγους ανωτέρας βίας, αυτό είναι αδύνατο για ‘μένα.

Αναρχικούς κι επαναστατικούς χαιρετισμούς,

Alfredo Cospito
Φυλακές Ferrara

Το κείμενο στα αγγλικά σε μορφή PDF

Πηγή: Malacoda

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Wolfi Landstreicher: Η φύση ως θέαμα

Η εικόνα της «άγριας φύσης*» ενάντια στην αγριότητα

(Σημείωση του συγγραφέα: Η συχνή χρήση εισαγωγικών γίνεται για να ενισχύσει την άποψη πως η φύση και η «ερημιά» είναι έννοιες και όχι πραγματικά όντα).

Η Φύση δεν υπήρχε ανέκαθεν. Δε βρίσκεται στα βάθη του δάσους, στην καρδιά του λιονταριού του βουνού ή στα τραγούδια των πυγμαίων· βρίσκεται στις φιλοσοφίες και στις κατασκευασμένες γι’αυτήν εικόνες των πολιτισμένων ανθρώπων. Οι φαινομενικά αντίθετες θέσεις περιπλέκονται, δημιουργώντας τη φύση ως μια ιδεολογική κατασκευή, που υπηρετεί την εξημέρωσή μας, την καταστολή και τη διοχεύτευση των άγριων εκφράσεών μας.

Ο Πολιτισμός είναι μονολιθικός και  ο πολιτισμένος τρόπος αντίληψης όλων εκείνων, που μπορούν να παρατηρηθούν, είναι επίσης μονολιθικός. Όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τα εκατομμύρια όντα, που υπάρχουν γύρω του, το πολιτισμένο μυαλό χρειάζεται να τα κατηγοριοποιήσει για να νομίζει ότι τα καταλαβαίνει (ενώ στην πραγματικότητα, το μόνο που καταλαβαίνει είναι πώς να τα κάνει χρήσιμα στον πολιτισμό). Η φύση είναι μια από τις πιο βασικές κατηγορίες του Πολιτισμού, μια από τις πιο χρήσιμες για να περιορίζει την αγριότητα των ατομικοτήτων και να επιβάλλει τον αυτοπροσδιορισμό τους ως πολιτισμένα, κοινωνικά όντα.

Κατά πάσα πιθανότητα, μια από τις πρώτες αντιλήψεις για τη φύση ήταν παρόμοια με αυτήν, που παρατηρούμε στην Παλαιά Διαθήκη: η κακή «αγριάδα», ένας τόπος ερημιάς, που κατοικείται από άγρια και δηλητηριώδη κτήνη, μοχθηρούς δαίμονες και τρελούς. Αυτή η αντίληψη εξυπηρετούσε ένα σκοπό ιδιαίτερα σημαντικό για τους πρώτους πολιτισμούς. Είχε ενσταλάξει το φόβο για ό,τι ήταν άγριο, κρατώντας τον περισσότερο κόσμο εντός των τειχών της πόλης και προκαλώντας σε όσους έβγαιναν να εξερευνήσουν την ανάγκη να έχουν μια αμυντική στάση, σα να βρίσκονταν σε εχθρικό έδαφος. Με αυτόν τον τρόπο, αυτή η αντίληψη βοήθησε να δημιουργηθεί η διχοτόμηση μεταξύ «ανθρώπου» και «φύσης», η οποία εμποδίζει τους ανθρώπους να ζήσουν άγρια, δηλαδή σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Αλλά, αυτή η εντελώς αρνητική αντίληψη περί φύσης θα έφτανε κάποια στιγμή στα όρια της αχρηστείας της, αφού κρατούσε τον πολιτισμό μέσα σε ένα κλειστό και υπό πολιορκία φρούριο, ενώ για να επιβιώσει, ο πολιτισμός έχει την ανάγκη να επεκταθεί, να έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί όλο και πιο πολλά. Η «Φύση» έγινε ένα καλάθι πόρων, μια «μητέρα», που θρέφει την «ανθρωπότητα» και τον πολιτισμό της. Ήταν πανέμορφη, άξια λατρείας, ενατένισης, μελέτης και… εκμετάλλευσης.Δεν ήταν πλέον κακή… αλλά, ήταν χαοτική, ιδιότροπη και αναξιόπιστη. Ευτυχώς για τον πολιτισμό, η «ανθρώπινη φύση» είχε εξελιχθεί, είχε γίνει λογική και χρειαζόταν να βάλει τα πράγματα σε τάξη, να τα θέσει υπό τον έλεγχό της. Τα άγρια μέρη ήταν απαραίτητα στους ανθρώπους, για να μελετούν και να θαυμάζουν τη «φύση» στην ανέγγιχτη μορφή της, ακριβώς, όμως, για να μπορούν τα πολιτισμένα ανθρώπινα όντα να κατανοήσουν και να ελέγξουν τις «φυσικές» διαδικασίες, με σκοπό να τις χρησιμοποιήσουν για να επεκτείνουν τον πολιτισμό. Έτσι, η «κακή αγριάδα» επισκιάζεται από μια «φύση» ή μια «αγριότητα», που έχει θετική αξία για τον πολιτισμό.

Η αντίληψη περί φύσης δημιουργεί συστήματα κοινωνικών αξιών και ηθικής. Λόγω των προφανώς αντιθετικών αντιλήψεων, που έχουν εμπλακεί στην ανάπτυξη της έννοιας της «φύσης», αυτά τα συστήματα ίσως φαίνονται, επίσης, αντιθετικά· όμως, όλα έχουν τον ίδιο σκοπό: την εξημέρωσή μας. Εκείνοι, που μας λένε «να φέρεστε πολιτισμένα» και εκείνοι, που μας λένε «να φέρεστε φυσικά», μας λένε στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα: «Ζήστε σύμφωνα με εξωτερικές από εσάς αξίες, όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες σας». Η ηθική των νατουραλιστών δεν είναι λιγότερο φαύλη από κάθε άλλη ηθική. Άνθρωποι φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και σκοτώθηκαν, επειδή έκαναν «αφύσικες πράξεις»  και αυτό συμβαίνει ακόμα. Η «Φύση» είναι και αυτή ένας άσχημος και απαιτητικός θεός.

Από την απαρχή της, η φύση ήταν μια κατασκευή της εξουσίας, για να ενισχύσει τη δύναμή της. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως στη σύγχρονη κοινωνία, όπου το θέαμα κυριαρχεί στην πραγματικότητα και πολλές φορές φαίνεται να τη δημιουργεί, η «φύση» λειτουργεί ως μια μέθοδος εξημέρωσης. Προγράμματα για τη «Φύση» στην τηλεόραση, ημερολόγια του SierraClub*, οι έμποροι «αγριότητας», τα τρόφιμα και οι ίνες «φυσικής» προέλευσης, ο «οικολόγος» πρόεδρος και η «ριζοσπαστική» οικολογία, όλα συνωμοτούν δημιουργώντας τη «φύση» και τη «σωστή» σχέση μας με αυτήν. Η προβαλλόμενη εικόνα εμπεριέχει την «κακή αγριάδα» των πρώτων πολιτισμών, σε μια υποσυνείδητη μορφή. Τα τηλεοπτικά προγράμματα για τη «Φύση» περιέχουν πάντα σκηνές άγριου κυνηγιούκαι έχει ειπωθεί πως οι σκηνοθέτες αυτών των προγραμμάτων χρησιμοποιούν ράβδους, που παράγουν ηλεκτρικές εκκενώσεις, για να προκαλέσουν μάχες μεταξύ των ζώων. Οι προειδοποιήσεις, που δίνονται στους μελλοντικούς εξερευνητές  για τα επικίνδυνα ζώα και φυτά και οι ποσότητες προϊόντων, που παράγονται από τους εμπόρους «αγριότητας» για να αντιπετωπιστούν αυτά, είναι μάλλον υπερβολικά, από την προσωπική μου εμπειρία περιπάτων σε άγρια μέρη. Μας δίνεται η εικόνα πως η ζωή εκτός του πολιτισμού είναι μια μάχη επιβίωσης.

Αλλά, η κοινωνία του θεάματος χρειάζεται η εικόνα της «κακής αγριάδας» να είναι υποσυνείδητη, για να την εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά. Η κυρίαρχη εικόνα για τη «φύση» την απεικονίζει ως πόρο και ως αντικείμενο ομορφιάς για ενατένιση και μελέτη. Η «Άγρια φύση» είναι ένα μέρος, που μπορούμε να αποτραβηχτούμε για ένα σύντομο διάστημα, αν αυτό έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, για να ξεφύγουμε από την πλήξη της καθημερινότητας, να χαλαρώσουμε και να διαλογιστούμε ή για να ζήσουμε την έξαψη και την περιπέτεια. Και, βέβαια, η «φύση» παραμένει η «μητέρα», που καλύπτει τις ανάγκες μας, ο πόρος από τον οποίο δημιουργείται ο πολιτισμός.

Στην εμπορευματική κουλτούρα, η «φύση» γιατρεύει την επιθυμία για άγρια περιπέτεια, για ελεύθερη ζωή χωρίς εξημέρωση, με το να μας πουλάει την εικόνα της. Η υποσυνείδητη αντίληψη της «κακιάς αγριάδας» προσδίδει στην περιπλάνηση στα δάση μια δόση κινδύνου, που ικανοποιεί τους περιπετειώδεις και ανήσυχους τύπους. Επίσης, ενισχύει την ιδέα πως δεν ανήκουμε εκεί στην πραγματικότητα και επομένως, μας πουλάει τα πολλά σχετικά προϊόντα που κρίνονται απαραίτητα για τις εκδρομές σε άγρια μέρη. Η θετική αντίληψη περί φύσης  μας κάνει να πιστεύουμε πως πρέπει να βιώσουμε την εμπειρία στα άγρια μέρη (μη συνειδητοποιώντας πως οι αντιλήψεις, που μας έχουν ταίσει, διαμορφώνουν αυτήν την εμπειρία, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με το πραγματικό περιβάλλον). Έτσι, ο πολιτισμός γιατρεύει επιτυχώς και τις περιοχές, που φαινομενικά δεν έχει αγγίξει άμεσα, μεταμορφώνοντάς τες σε «φύση», σε «αγριάδα», σε πτυχές του θεάματος, που μας κρατάει εξημερωμένους. Η «Φύση» εξημερώνει επειδή μετατρέπει την αγριότητα σε μια μονολιθική έννοια, μια τεράστια περιοχή διαχωρισμένη από τον πολιτισμό. Εκφράσεις της αγριότητας, μέσα στον πολιτισμό, αποκαλούνται ανωριμότητα, τρέλα, παραβατική συμπεριφορά, ανηθικότητα ή έγκλημα και απορρίπτονται, φυλακίζονται, λογοκρίνονται ή τιμωρούνται, διατηρώντας ταυτόχρονα το γενικό πλαίσιο  πως ό,τι είναι «φυσικό» είναι καλό. Όταν η «αγριότητα» γίνεται ένα μέρος έξω από εμάς αντί μιας έκφρασης του ατομικού μας ελεύθερου πνεύματος, τότε μπορούν και υπάρχουν ειδικοί στην «αγριότητα», που μας μαθαίνουν τους «σωστούς» τρόπους να «συνδεόμαστε» μαζί της. Στη δυτική ακτή, υπάρχουν όλων των ειδών οι πνευματικοί δάσκαλοι, που βγάζουν τα προς το ζην, πουλώντας «αγριότητα» σε γιάπηδες, με έναν τρόπο, που καθόλου δεν απειλεί τα όνειρα καριέρας, τις πόρσε και τα διαμερίσματά τους στην πόλη. Η «Αγριότητα» είναι μια πολύ επικερδής βιομηχανία, σήμερα.

Οι οικολόγοι, ακόμα και οι «ριζοσπάστες», πέφτουν κατευθείαν στην παγίδα. Αντί να προσπαθούν να αγριέψουν και να καταστρέψουν τον πολιτισμό με την ενέργεια των αδέσμευτων επιθυμιών, προσπαθούν να «σώσουν την άγρια φύση». Πρακτικά, αυτό σημαίνει το να ζητιανεύουν ή να προσπαθούν να χειραγωγήσουν τις αρχές, ώστε αυτές να σταματήσουν τις πιο επιβλαβείς δραστηριότητες κάποιων βιομηχανιών και να μετατρέψουν μικρά κομμάτια σχετικά ακέραια δάση, ερήμους και βουνά σε προστατευόμενες «Περιοχές Άγριας Φύσης».  Αυτή η πρακτική, απλά, ενισχύει την αντίληψη περί αγριότητας ως μια μονολιθική οντότητα, «αγριάδα» ή «φύση», και εμπορευματοποίηση, που είναι εγγενής σε αυτήν την οπτική. Η ίδια η βάση των προστατευόμενων «Περιοχών Άγριας Φύσης» είναι ο διαχωρισμός μεταξύ «αγριότητας» και «ανθρωπότητας». Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως μια από τις τάσεις της «ριζοσπαστικής» οικολογικής ιδεολογίας δημιούργησε τη σύγκρουση μεταξύ «βιοκεντρισμού» και «ανθρωποκεντρισμού», ενώ δε θα έπρεπε να είμαστε τίποτα άλλο από εγωκεντρικοί.

Ακόμα κι εκείνοι οι «ριζοσπάστες» οικολόγοι, που θέλουν να επανεντάξουν τον άνθρωπο στη «φύση», ξεγελούν τον εαυτό τους. Το όραμα τους (όπως το θέτει ένας από αυτούς) για ένα «άγριο, συμβιωτικό σύνολο» είναι, απλά, η μονολιθική αντίληψη, που δημιούργησε ο πολιτισμός, ειπωμένη με ένα μυστικιστικό τρόπο.  Για αυτούς τους οικολόγους μυστικιστές, η «Άγρια Φύση» συνεχίζει να είναι μια μονολιθική οντότητα, ένα ον ανώτερο από μας, στο οποίο πρέπει να υποτασσόμαστε. Όμως, η υποταγή είναι εξημέρωση. Η υποτακτικότητα είναι το καύσιμο του πολιτισμού. Το όνομα της ιδεολογίας, που επιβάλλει την υποταγή, έχει μικρή σημασία, είτε λέγεται «φυσική», είτε λέγεται «άγριο συμβιωτικό σύνολο». Το αποτέλεσμα θα είναι και πάλι η συνέχιση της εξημέρωσης.

Όταν η αγριότητα γίνεται αντιληπτή ως κάτι, που δεν έχει να κάνει καθόλου με μια μονολιθική οντότητα, συμπεριλαμβανομένης της «φύσης» και της «αγριάδας», όταν γίνεται αντιληπτή ως η πιθανή ελευθερία πνεύματος των ατομικοτήτων, που μπορεί να πάρει σάρκα και οστά οποιαδήποτε στιγμή, μόνο τότε αποτελεί απειλή για τον πολιτισμό. Ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να περάσει αρκετά χρόνια στην «άγρια φύση», αλλά θα συνεχίζαμε να βλέπουμε το περιβάλλον μας από τον παραμορφωτικό φακό του πολιτισμού, αν συνεχίζαμε να αντιλαμβανόμαστε τα εκατομμύρια πλάσματα μονολιθικά ως «φύση», ως «αγριάδα», ως το «άγριο, συμβιωτικό σύνολο», θα είμαστε ακόμα πολιτισμένοι και όχι άγριοι. Αλλά, αν καταμεσής της πόλης αρνούμαστε δραστήρια κάθε στιγμή την εξημέρωση, αν αρνούμαστε την κυριαρχία των κοινωνικών ρόλων, που μας φοριούνται με τη βία, αντί να ζούμε  σύμφωνα με τις δικές μας επιθυμίες, πάθη και βίτσια, αν γίνουμε τα μοναδικά και απρόβλεπτα όντα, που βρίσκονται κάτω από τους ρόλους, είμαστε, για εκείνες τις στιγμές, άγριοι. Παίζοντας άγρια ανάμεσα στα συντρίμμια ενός παρηκμασμένου πολιτισμού (όμως, μην ξεγελιέστε, ακόμα και παρηκμασμένος, ο πολιτισμός είναι ένας επικίνδυνος εχθρός και ικανός να αντέξει για πολύ καιρό), μπορούμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να τον ανατρέψουμε. Και οι εξεγερμένοι με το ελεύθερο πνεύμα θα απορρίψουν τον «επιβιωτισμό» της οικολογίας ωςμια ακόμα προσπάθεια του πολιτισμού να καταστείλει την ελεύθερη ζωή  και θα παλέψουν για να ζήσουν τον χαοτικό, συνεχώςεναλλασσόμενο χορό των ελεύθερα συσχετιζόμενων, μοναδικών ατομικοτήτων, ενάντια τόσο στον πολιτισμό, όσο στην προσπάθειά του να περιορίζει την άγρια, με ελεύθερο πνεύμα ζωή: «Φύση».

Wolfi Landstreicher

Υποσημειώσεις:

1. Στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται η λέξη wilderness. Κατά τη διάρκεια του κειμένου, μεταφράζεται με διαφορετικούς, αλλά παρόμοιους τρόπους , ανάλογα με τι ταιριάζει σε κάθε σημείο.

2. Πρόκειται για παλαιότερο κείμενο του Wolfi Landstreicher (Feral Faun), το οποίο εμείς αλιεύσαμε από το πρώτο τεύχος του αγγλικού εξεγερσιακού περιοδικού Return Fire.

Μετάφραση: Έρεβος

Βιβλίο: Έρημος (Μετάφραση του βιβλίου Desert)

Στις καρδιές μας, όλα ξέρουμε πως ο κόσμος δεν θα σωθεί.

Μπορεί η διάψευση παραισθήσεων να είναι απελευθερωτική?

Τι πιθανότητες για ελευθερία και αγριάδα μπορεί να κλείσουν, ή να ανοίξουν, απο την ασταμάτητη κλιματική αλλαγή, την αυξανόμενη παρακολούθηση, και τις αντιφάσεις του πολιτισμού?

Σε αυτά τα ερωτήματα απαντά το βιβλίο Έρημος, που υπάρχει, εκτός από γερμανική, πλέον και σε ελληνική μετάφραση, και που είναι μία αρκετά απλή εισαγωγή σε κάποιες πράσινες, αντι-πολιτισμικές, και αναρχικές ιδέες. Γραμμένο από ανώνυμ_ συγγραφέα.

Συνημμένο pdf της μετάφρασης.

Για επικοινωνία: tomvns@protonmail.com

Αρχεία:

desert_4.5.pdf

Πηγή: Athens Indymedia

Εμβόλια: Όπλα μαζικής καταστροφής

Αυτή τη φορά, με τα εμβόλια, ο τρόπος που εξελίχθηκε η φροντίδα υγείας, υπηρετώντας τη φαρμακοβιομηχανία, δεν ήταν μια συμμετοχική μέθοδος χωρίς αποκλεισμούς, κινώντας όλους εκείνους τους μηχανισμούς που έχουν κατασκευαστεί και εισαχθεί έως τώρα με την πάροδο των χρόνων για να δημιουργήσουν αυτήν την αποδοχή και τον δημόσιο ψευδοδιάλογο προκειμένου να δίνουν την εντύπωση της επιλογής και της απόφασης σε εκείνους που αντιθέτως δεν επιλέγουν και δεν αποφασίζουν για τίποτα. Άρχισαν κατευθείαν με ένα επείγον διάταγμα παρακάμπτοντας ευθέως το κοινοβούλιο επιστρατεύοντας τις προϋποθέσεις της έκτακτης ανάγκης και του κατεπείγοντος που απαιτούνται σε τέτοιες περιπτώσεις προκειμένου να παραβλεφθούν όλα και όλοι. Αλλά τι συμβαίνει με τα εμβόλια αν κάποτε υπάρξει κάποιο; Σίγουρα τόσος σαματάς δεν θα έπρεπε να αναζητηθεί σε μια επικείμενη επιδημία. Ο κίνδυνος της μηνιγγίτιδας, που τόσο προαναγγέλθηκε τους τελευταίους μήνες, διαψεύστηκε λίγο μετά από τον ίδιο τον υπουργό υγείας, αρκετά αργότερα όμως ώστε να εξαντληθούν πρώτα τα φαρμακευτικά αποθέματα. Για άλλη μια φορά με την ιλαρά, αλλά και σε αυτήν την περίπτωση, το ανώτατο ινστιτούτο υγείας αναφέρει μείωση 84% για το Μάιο σε σύγκριση με τον Απρίλιο και 87% σε σύγκριση με το Μάρτιο. Και βλέποντας τα κρούσματα ιλαράς του 1970 γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτά του 2017 δεν είναι καθόλου ανησυχητικά, ενώ το 2008 ήταν περισσότερα από το διπλάσιο, με πλήρη εμβολιαστική κάλυψη.

Για άλλη μια φορά, οι λόγοι πρέπει να αναζητηθούν αλλού στη σκοτεινότερη γωνιά της ψευδο-ενημέρωσης, ακριβώς μεταξύ εκείνων που σήμαναν το συναγερμό τρομοκρατώντας όσο το δυνατόν περισσότερο, αρκετά για να θολώσουν μια κριτική σκέψη και να επιβάλουν αμέσως τη δική τους λύση: αύξηση των υποχρεωτικών εμβολιασμών από τέσσερις σε δώδεκα. Προφανώς, η δική τους λύση δεν συνιστά πρόταση, αλλά μια επιβολή με βαριές κυρώσεις για εκείνους που αντιτάσσονται σε αυτήν φτάνοντας μέχρι και στο δικαστήριο ανηλίκων για την αναστολή της γονικής μέριμνας και τον επακόλουθο εξαναγκαστικό εμβολιασμό. Και όχι μόνο αυτό, κάθε φωνή κριτικής συντρίβεται με μια πολύ έντονη λογοκρισία: οι βιντεπροβολές αναστέλλονται υπό καθεστώς απειλών, γιατροί που αντιδρούν για τον εξοπλισμό του εμβολιασμού, χωρίς όμως να είναι αντίθετοι στα ίδια τα εμβόλια, διαγράφονται από το σύλλογο, μηνύματα μονής κατεύθυνσης από τα media, κάθε φορά που δεν βλέπουμε με τα μάτια μας τα πραγματικά και κατάφωρα ψέματα που κατασκευάζονται κατά παραγγελία. Τόση φούρια εν καιρώ κοινωνικής ειρήνης μήπως σημαίνει ότι προετοιμάζονται για κοινωνικό πόλεμο;

Όλα αυτά δεν φαίνεται να ξεκινούν από έναν απλό υπουργό μαριονέτα στα χέρια της φαρμακοβιομηχανίας αλλά πρέπει να θεωρηθούν ως μια συνεργία μεταξύ κυβερνήσεων και πολυεθνικών, μια συμφωνία, η οποία δεν τραβάει την προσοχή επειδή δεν έχει καν όνομα, αλλά φαίνεται να έχει τις ΗΠΑ ως συντονιστή και την Ιταλία, που επιλέχθηκε για να φέρει την αυστηροποίηση των πολιτικών εμβολιασμού στην Ευρώπη, ως μία από τις ευρωπαϊκές χώρες με τα περισσότερα υποχρεωτικά εμβόλια∙ μήπως είμαστε αντιμέτωποι με έναν καινούριο μαζικό πειραματισμό όπου η Ιταλία θα δείξει το δρόμο; Τι είναι πίσω απ’ την πόρτα που περιμένει στην ουρά για να μπει; Είναι γνωστό ότι μια έκτακτη ανάγκη φέρνει πάντα μαζί της μια άλλη έκτακτη ανάγκη σε μια συνεχή σπείρα λεηλασίας και υποβάθμισης των εκμεταλλευομένων.

Αυτή η στάση θυμίζει κάπως εκείνη που υιοθέτησε η ναζιστική Γερμανία απέναντι σε παιδιά με χρόνιες παθήσεις, αναπηρία ή νοητική υστέρηση. Τα έκλεβαν από τις οικογένειές τους με σκοπό την υλοποίηση ενός βιοϊατρικού πρότζεκτ που στηριζόταν σε φυλετικές αντιλήψεις. Οι γονείς οι οποίοι δίστασαν να παραδώσουν το παιδί τους στα χέρια των βιολόγων του Ράιχ στερήθηκαν της γονικής επιμέλειας με το πρόσχημα ότι αρνήθηκαν την ενδεδειγμένη θεραπεία. Ο νομικός εξαναγκασμός εξυπηρετούσε και σε αυτήν την περίπτωση τη διατήρηση μίας συγκεκριμένης δομής εξυπηρέτησης κρατικών συμφερόντων και εκείνου του μηχανισμού που διαμορφώθηκε από τη γερμανική χημική βιομηχανία που θα έπαιρνε το όνομα IG Farben και σήμερα θα μπορούσαμε να δούμε πολύ καλά στη συγχώνευση της Bayer και της Mosanto, που και οι δύο ακόμα φιλοξενούν τους ιούς του ναζισμού και σίγουρα ποτέ δεν εμβολιάστηκαν από κανέναν.

Συγκεκριμένα, τα εμβόλια δεν αντιμετωπίζουν ένα πραγματικό πρόβλημα αλλά ένα τυχαίο. Ο εμβολιασμός δεν αποτελεί ένα θεραπευτικό, αλλά ένα μέτρο προφύλαξης: εντοπίζονται παιδιά και υγιείς ενήλικες, οι οποίοι ενώ δεν χρειάζονται καμία θεραπεία εμβολιάζονται με σκοπό να προστατευτούν από μια ενδεχόμενη μελλοντική ασθένεια. Μια ασθένεια για την οποία κανείς δεν γνωρίζει εάν θα εμφανιστεί ή όχι∙ ένα παιχνίδι πιθανοτήτων, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το ρίσκο.

Σε μια όλο και περισσότερο εντεινόμενη ιατρικοποίηση το όριο μεταξύ ασθένειας και υγιούς ατόμου γίνεται δυσδιάκριτο. Σε κάποιες περιοχές της Ιαπωνίας ή της Λευκορωσίας οι δείκτες ακτινοβολίας είναι τόσο υψηλοί που πολλοί άνθρωποι αναγκάζονται να υποβάλλονται σε διαρκείς ιατρικές και ψυχολογικές εξετάσεις και θεραπείες: ζεις στον προθάλαμο της κλινικής, του εργαστηρίου και της φυλακής. Μπορεί να μην αρρωστήσουμε ποτέ, αλλά έχουμε ήδη εσωτερικεύσει μια διάσταση του αυτόματου που δεν είναι πλέον αυτάρκες συστηματικά προσκολλημένο σε αυτή τη μηχανή, η οποία πρώτα του αρνήθηκε το οξυγόνο και τώρα του δίνει πίσω ένα δυσώδη αέρα.

Πώς να εξηγήσεις σε δωδεκάχρονα παιδιά τους εμβολιασμούς για την ηπατίτιδα, μία ασθένεια γνωστή για τη μετάδοσή της μέσω μολυσμένων συριγγών και της επικίνδυνης σεξουαλικής επαφής χωρίς προφύλαξη; Ή τον πρόσφατο νόμο που υποχρεώνει τις μητέρες να υποβάλλουν το παιδί τους αμέσως μετά τη γέννα σε γενετικό έλεγχο για δεκάδες ασθένειες. Στην τελευταία περίπτωση οι πληροφορίες που συλλέγονται θα γίνουν χρήματα, αλλά επίσης και πάνω απ’ όλα διαχείριση και έλεγχος του ατόμου. Οι κορυφαίες εταιρίες πληροφορικής (των λεγόμενων big data) δουλεύουν σκληρά με τεράστιες επενδύσεις στον κόσμο των γενετικών πληροφοριών. Πρόσφατα υπεγράφη μια συμφωνία στις πρώην εγκαταστάσεις της Expo για τη δημιουργία ενός πολύ σημαντικού ερευνητικού κέντρου της πολυεθνικής εταιρίας πληροφορικής IBM, συμφωνία ανάθεσης στην εταιρία που προέβλεπε ότι θα λάβει όλα τα δεδομένα υγείας από την περιφέρεια της Λομβαρδίας, παραχωρημένα αυτοπροσώπως από τον πρωθυπουργό που ήταν παρών στα εγκαίνιά του.

Ο πρώην πρωθυπουργός ήταν επίσης παρών σε άλλα εγκαίνια, αυτά που πραγματοποιήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2016 στο αμφιθέατρο της φαρμακευτικής πολυεθνικής GlaxoSmithKline (GSK) για την παρουσίαση του κυβερνητικού σχεδίου για τη βιομηχανία 4.0.

Λοιπόν, σε αυτό το σημείο, να πάμε λίγο πίσω και να θυμηθούμε ότι η Glaxo είναι ο κύριος παραγωγός του εξαδύναμου εμβολίου στην Ιταλία, που προφανώς σε «κρίση» ένα χρόνο πριν είχε κάνει μια ανακοίνωση που ακούγεται πάντα σαν απειλή, ότι θα κλείσει το εργοστάσιό της στην Ιταλία και θα το μεταφέρει στην Κίνα. Αλλά μετά ξαφνικά άλλαξε γνώμη και έκανε μια πρώτη επένδυση μόνο στην Ιταλία ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Ήδη το 1991 η Glaxo είχε βάλει το λάδι της στην πολιτική για να κερδίσει την υποχρεωτικότητα του εμβολίου της ηπατίτιδας Β στα βρέφη. Σ’ εκείνη την περίπτωση ο τότε υπουργός υγείας είχε τσεπώσει μίζα 600 εκατομμυρίων. Με μια τελεσίδικη απόφαση, μετά από 26 ολόκληρα χρόνια, με την καταδίκη του υπουργού, εκείνο το εμβόλιο, καρπός οικονομικών συμφωνιών και των επιπτώσεων στην υγεία που ποτέ δεν θα ομολογήσει κανείς, εξακολουθεί να κυκλοφορεί.

Σήμερα γινόμαστε μάρτυρες της επιβολής του δόγματος του εμβολιασμού σε όλες τις χώρες του κόσμου, της επιβολής μαζικών εμβολιασμών ίσων για όλους∙ ίδια ουσία, ίδια δόση, ίσες φορές.

Για άλλη μια φορά έχουμε στο πεδίο μια ιατρική αντίληψη που θεωρεί το ανθρώπινο σώμα ως μηχανή που μπορεί να διπλωθεί, να ξαναφτιαχτεί, να τυποποιηθεί, να καταστραφεί και να βελτιωθεί κατά βούληση.

Η αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική, ο ανθρώπινος οργανισμός εντάσσεται σε ένα φυσικό πλαίσιο το οποίο έχει τις δικές του ανάγκες και τα δικά του όρια: μόλις ξεπεραστούν αυτά τα όρια, οποιαδήποτε ανισορροπία είναι πιθανή. Αλλά όταν μιλάμε για εμβόλια και βλαπτικότητα γενικά, πολλές από τις ανισορροπίες και τις παθήσεις που προκαλούν είναι εμφανείς και αναγνωρίσιμες μόνο μακροπρόθεσμα, καθιστώντας δύσκολη αν όχι αδύνατη τη συσχέτιση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος.

Από την άλλη, τα ίδια τα περιεχόμενα των εμβολίων δεν είναι τόσο ξεκάθαρα και όσα γνωρίζουμε είναι χάρη σε κάποιους γενναίους που έχουν εργαστεί μόνοι τους επισημαίνοντας ορισμένες εξαιρετικά καρκινογόνες ουσίες για κάθε έμβιο ον και τα υπόλοιπα συστατικά παραμένουν ένα μυστήριο. Θα ήταν μάταιος κόπος να ρωτούσαμε τους παραγωγούς, οι οποίοι από την άλλη ξέρουν καλά ότι οι αρνήσεις της «αλήθειας» τους δεν έχουν θέση, καθώς ελέγχουν όλες τις επιστημονικές δημοσιεύσεις ενός ορισμένου επιπέδου και, όπως έχουμε δει με την EFSA στην Ευρώπη και την FDA στις ΗΠΑ, έχουν και τον έλεγχο της ασφάλειας των καταστροφών τους. Τα εμβόλια είναι μία πάρα πολύ σημαντική κατηγορία φαρμάκων για το κράτος και τις φαρμακευτικές πολυεθνικές. Αφού το οικονομικό ζήτημα είναι μεγάλο, δεδομένου ότι ότι τα εμβόλια δεν χρειάζεται να ελεγχθούν και άρα να επιβαρύνουν με σημαντικές δαπάνες για την παραγωγή τους, προσφέρουν λαχταριστές προστιθέμενες αξίες και, επιπλέον αγοράζονται σε τεράστιες ποσότητες από διάφορα κράτη τα οποία, στη συνέχεια, εάν οι εταιρίες έχουν ενεργήσει «σωστά», κάνουν τη χρήση τους υποχρεωτική∙ πρέπει να έχουμε κατά νου το ζήτημα της διαχείρισης της «ασθένειας» ή της λεγόμενης «υγειονομικής έκτακτης ανάγκης» , που δεν είναι τίποτα άλλο παρά έλεγχος επί των ζωών μας. Εμβόλια, γενετικοί έλεγχοι, παιδιά του σωλήνα… θα επιτρέψουν όλο και περισσότερο στο κράτος να διαχειρίζεται τη ζωές των παιδιών μας ως υγειονομικό ζήτημα εντός του τεχνο-επιστημονικού παραδείγματος.

Αυτούς τους μήνες, από τη δημοσίευση αυτού του «εμβολιαστικού διατάγματος» είδαμε μια έντονη και πολύμορφη κινητοποίηση σε όλη την Ιταλία αποτελούμενη από πορείες, πυρσοφορίες, συνέδρια, συζητήσεις… για την εναντίωση σε αυτή την πολλοστή επίθεση σε βάρος των ζωών των ανθρώπων.

Η αληθινή ελευθερία επιλογής είναι αυτή που παραμένει έξω από τις δικές τους επιλογές, τους τεχνικούς τους, τα συνέδρια των διακανονισμών τους που κάνουν για να μας δηλητηριάσουν με εν επιγνώσει συναίνεση, αυτή η ελευθερία που μπορούμε να πάρουμε μόνο με τη συνειδητοποίηση του ότι εάν δεν αγωνιστούμε τώρα και αμέσως δεν θα το κάνει κανένας άλλος, δημιουργώντας συνθήκες, δίκτυα και στιγμές ενεργούς αλληλεγγύης.

Constantino Ragusa

 

Από το 5ο τεύχος της ριζοσπαστικής οικολογικής εφημερίδας L’Urlo della Terra (Η Κραυγή της Γης), Ιούλιος 2017.

 

Πρωτότυπο στα Ιταλικά: Resistenze al nanomondo

Μετάφραση στα Ελληνικά: Ντίνος Γιαγτζόγλου

Πηγή: athensindymedia

Walter Benjamin: Σύντομη εισαγωγή στο έργο του και στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θεωρείται από τους πιο σημαντικούς και πολυμελετημένους φιλόσοφους, στοχαστές, κριτικούς λογοτεχνίας, ιστορικούς της κουλτούρας (και πολλές άλλες ιδιότητες που θα μπορούσαν να του έχουν αποδοθεί ή να του αποδοθούν εξαιτίας του πολυποίκιλου έργου του)· ωστόσο μία από τις βασικές προσφορές του σύμφωνα με τους μελετητές του είναι μια νέα κατανόηση της ανθρώπινης ιστορίας, μέσα από τις αποσπασματικές, αινιγματικές, αλληγορικές, α-συστηματικές αλλά βαθιά ανατρεπτικές και ουσιαστικά κριτικές Θέσεις του για τη φιλοσοφία της ιστορίας, που συνιστούν ένα από τα πλέον σημαντικά φιλοσοφικά και πολιτικά κείμενα του 20ου αιώνα. Ο Μπένγιαμιν εντάσσεται στην παράδοση της Κριτικής Σχολής της Φρανκφούρτης (μαζί με τους Αντόρνο, Χορκχάιμερ, Μαρκούζε κ.α.) και όπως γράφει ο Μίκαελ Λέβι είναι «ένας επαναστάτης κριτικός της φιλοσοφίας της προόδου, ένας μαρξιστής αντίπαλος του ‘προοδευτισμού’, ένας νοσταλγός του παρελθόντος που ονειρεύεται το μέλλον, ένας ρομαντικός παρτιζάνος του υλισμού» (Löwy:13).

Η αναφορά στην Κριτική Σχολή της Φρανκφούρτης, δηλαδή στους στοχαστές που εργάζονται ή συνδέονται με το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης από το 1930 περίπου και έπειτα, μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε δύο βασικές διαστάσεις της κριτικής στο έργο του Μπένγιαμιν:

α. την κριτική της βιομηχανικής/εργοστασιακής νεωτερικότητας (με κύρια έμφαση στην επίθεση απέναντι στις έννοιες της «ανάπτυξης» και της «προόδου»)· επίκριση του καπιταλισμού,

β. την κριτική στην επικρατούσα ορθόδοξη μαρξιστική θεωρία και η οποία επίσης είχε ως βασικό άξονα την εμπιστοσύνη στην έννοια της προόδου και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ως ντετερμινιστική διέξοδο από το καπιταλιστικό μοντέλο κοινωνικών σχέσεων· επίκριση του σταλινισμού.

Ο Μπένγιαμιν θέτει στο επίκεντρο τις έννοιες της αλλοτρίωσης, της αποξένωσης, του φετιχισμού που είχαν σχεδόν αποσιωπηθεί (αν σκεφτούμε ότι ο Λούκατς αποκήρυξε το περίφημο έργο τουΙστορία και ταξική συνείδηση στο οποίο αναστοχάζεται με εκπληκτικό τρόπο στο ζήτημα της αλλοτρίωσης και του φετιχισμένου υποκειμένου), δηλαδή την θεωρία του Μαρξ ότι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής οι σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους παρουσιάζονται με τη μορφή σχέσεων ανάμεσα σε πράγματα (παραγωγή και ανταλλαγή εμπορευμάτων), ότι δηλαδή ζούμε σε μια εμπράγματη κοινωνία (φετιχισμός του εμπορεύματος).
Ως μαρξιστής στοχαστής ο Μπένγιαμιν ενδιαφέρεται ακριβώς για το ζήτημα της επανάστασης, δηλαδή της αλλαγής του κόσμου, της ανατροπής της κεφαλαιοκρατικής σχέσης και αυτό το κεντρικό ζήτημα τίθεται σε όλα τα έργα του, φιλοσοφικά και αισθητικά. Στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, ένα από το βασικά ερωτήματα που τίθενται είναι αυτό της ιστορικής χρονικότητας σε σχέση με την επανάσταση, δηλαδή η σύλληψη της επανάστασης όχι «ως ‘φυσικό’ ή ‘αναπόφευκτο’ αποτέλεσμα της τεχνικής και οικονομικής προόδου», όπως υποστήριξαν μέχρι τότε οι ορθόδοξες μαρξιστικές θεωρίες και οι πρακτικές και πολιτικές του σταλινισμού αλλά «ως διακοπή μιας ιστορικής εξέλιξης η οποία οδηγεί στην καταστροφή» (Löwy:25).

Κριτικές απέναντι στον αστικό βιομηχανικό πολιτισμό, οι ιδέες του Μπένγιαμιν είναι συγγενείς προς το σουρεαλιστικό ρεύμα από το οποίο αντλεί την έννοια του μύθου και της μαγικής διάστασης της κουλτούρας του παρελθόντος που διαπερνά ως αστραπή τη στιγμή της πάλης και της εξέγερσης των καταπιεσμένων στο παρόν, δηλαδή ένα είδος ουτοπικού ρομαντισμού που αποστρέφεται ωστόσο τις συντηρητικές και φασιστικές ερμηνείες και αναδεικνύει ως επίκεντρο την ανατροπή της εξουσίας.

Στο έργο του Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής, και σε αντίθεση με τη θεωρία αρκετών από τους στοχαστές της σχολής της Φρανκφούρτης που ανησυχούσαν για τις αρνητικές συνέπειες της μαζικής κουλτούρας -ως απόρροια της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής- ως προς τις δυνατότητες κοινωνικής χειραφέτησης (Αντόρνο), ο Μπένγιαμιν διαβλέπει τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών που ωθούν προς την κοινωνική χειραφέτηση. Η μηχανική αναπαραγωγή των έργων τέχνης διαλύει την «αύρα» των έργων τέχνης ή οδηγεί σε μια κοινωνικά αλλοτριωμένη παραγωγή της.

Ο Μπένγιαμιν χρησιμοποιεί την «αύρα» για να ορίσει την παραδοσιακή έννοια της αυθεντικότητας ενός έργου τέχνης, η οποία δεν συνίσταται σε μια εγγενή ιδιότητα που αντικατοπτρίζεται στα μάτια του θεατή αλλά αποτελεί κοινωνική σχέση διαντίδρασης στην οποία επισωρεύονται εξωτερικά χαρακτηριστικά (κάτοχος και ιδιοκτήτης του έργου, χώρος και χρόνος έκθεσης, πολιτιστική αξία, μια εξουσιαστική δομή που διακρίνει τη σφαίρα της «υψηλής» από τη «λαϊκή» τέχνη, τελευταίο καταφύγιο της οποίας αποτελεί το μουσείο που πλέον προσδίδει στο έργο τέχνης την αύρα της αυθεντικής μοναδικότητας). Η καταστροφή της «αύρας», της μοναδικότητας ή της ιεροτελεστικής δημιουργίας του έργου τέχνης, μέσα από την μηχανική του αναπαραγωγή, αποτελεί επομένως κατά τον Μπένγιαμιν τη χειραφετητική δυνατότητα των αποκλεισμένων από την «υψηλή κουλτούρα» μαζών, που στην ουσία αποτελούν τους πραγματικούς παραγωγούς, να οικειοποιηθούν ξανά τους μύθους και τους φαντασιακούς δεσμούς πέρα από εξουσιαστικές και ιεραρχικές σχέσεις της επικρατούσας αστικής ιδεολογίας. Ωστόσο εντοπίζει ταυτόχρονα και την «ιστορική ισχύ του αγοραίου καπιταλισμού να ‘επαναμαγεύσει’ τις παραγόμενες πολιτιστικές μορφές με όχημα αυτά τα ίδια τεχνολογικά μέσα επικοινωνίας που απαξίωσαν το παραδοσιακό πλαίσιο τελετουργικής πρόσληψης των έργων τέχνης» (Δαρεμάς: 238). Αυτή η επαναμάγευση είναι η σύσταση έργων τέχνης ως εμπορευμάτων-φετίχ που συμβολίζουν τη λατρεία του καπιταλισμού, αυτό που ο Μπένγιαμιν ονομάζει φαντασμαγορία του εμπορεύματος. Ωστόσο, κατά τον Μπένγιαμιν, στον φετιχιστικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, πέρα από τον πυρήνα της καθολικής αλλοτρίωσης διαφαίνεται και ένα δυναμικό υπέρβασής της, καθώς αποτελεί τον αλλοτριωμένο χαρακτήρα της συλλογικής μνήμης, των ονείρων και των ανεκπλήρωτων επιθυμιών που ωστόσο δεν έχουν χαθεί, υπάρχουν ως πλεόνασμα στη μορφή της άρνησής τους.

Μία από τις βασικές στιγμές της σκέψης του Μπένγιαμιν είναι η αναφορά στη διαλεκτική εικόνα. Για τον Μπένγιαμιν, η εικόνα αποτελεί ένα τρίτο στοιχείο ανάμεσα στη φόρμα και το περιεχόμενο ως συναστρία ομοιώσεων. Με αφετηρία την έννοια της ομοίωσης ο Μπένγιαμιν κάνει αναφορά στον κόσμο των ονείρων ως συμβάντα που εμφανίζονται όχι με τρόπο ταυτοτικό αλλά παρόμοιο. Η εικόνα είναι για τον Μπένγιαμιν αυτή η διάπλαση –όχι υλική– όπου αναγνωρίσιμες εμπειρίες, η ιστορία και η πραγματικότητα, εκδηλώνονται ως μια εικόνα ανάμνησης. Οι διαλεκτικές εικόνες του Μπένγιαμιν ξεφεύγουν από την κυριαρχία της υλικής εικόνας, δηλαδή της αναπαριστατικότητας της πραγματικότητας, και μετατρέπονται σε εικόνες σκέψης, στις οποίες εγγράφονται κειμενικά η ιστορία, η πραγματικότητα και η εμπειρία. Αποτελούν αναπαραστάσεις ιδεών στις οποίες ωστόσο η ιδέα έχει αφανιστεί ή κρυφτεί σε ένα είδος ανάμνησης ή αιφνίδιας επίγνωσης. Η διαλεκτική εικόνα είναι ένας υβρίδιο κατανόησης του χρόνου και της ιστορίας. Στις παρισινές στοές ο Μπένγιαμιν προσδιορίζει τη διαλεκτική εικόνα ως τόπο όπου «αυτό που υπήρξε εισέρχεται αστραπιαία σε μια συναντρία με το τώρα. Με άλλα λόγια: η εικόνα είναι διαλεκτική εν στάσει. Γιατί ενώ η σχέση του παρόντος προς το παρελθόν είναι καθαρά χρονική, συνεχής, η σχέση αυτού που υπήρξε προς το τώρα είναι διαλεκτική: δεν είναι ροή αλλά εικόνα, άλμα». Η διαλεκτική εικόνα είναι ένα μέσο ώστε να αναγνωρίσουμε τον κόσμο, στο παρελθόν του και το παρόν του, αλλά κυρίως σε μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στα δύο (σύζευξη εμπειρίας και σκέψης). Αυτές οι διαλεκτικές εικόνες είναι που μπορούν να καταστρέψουν την φαντασμαγορία του εμπορεύματος, και του έργου τέχνης ως εμπορεύματος, να θραύσουν την φαινομενικότητα και τη φενάκη που μας κρατά δέσμιους στον κόσμο των εμπορευμάτων.

Ένα παράδειγμα των διαλεκτικών εικόνων του Μπένγιαμιν είναι οι Θέσεις του για την φιλοσοφία της ιστορίας. Οι θέσεις, ως διαλεκτικές εικόνες, δεν αναπτύσσουν ένα πρόγραμμα για τη φιλοσοφία της ιστορίας, αλλά οι ίδιες ως ιερογλυφικά, ως γρύφοι ή ως ιερά κείμενα –αν και αναφέρονται σε συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες– παρουσιάζουν σκέψεις γύρω από ιστορικές συλλήψεις, γύρω από αυτό που θεωρείται ως ιστορικό και τελικά γύρω από την ίδια την έννοια της Ιστορίας. Το κείμενό του αρχίζει με την αμφιλεγόμενη εικόνα του αυτόματου. Το αυτόματο ή μαριονέτα είναι στην πρώτη θέση του Μπένγιαμιν ο «ιστορικός υλισμός», ο οποίος ωστόσο αναφέρεται μέσα σε εισαγωγικά.

Ο ιστορικός υλισμός, δηλαδή η μαρξιστική θεωρία σύμφωνα με την οποία οι υλικοί όροι ζωής καθορίζουν την ιστορική πορεία των κοινωνιών, τίθεται στο στόχαστρο της κριτικής του Μπένγιαμιν όχι καθεαυτός αλλά βάσει των ύστερων ερμηνειών του και της υποβάθμισής του σε στείρο οικονομισμό, δηλαδή στον λεγόμενο χυδαίο «υλισμό», που υποστήριζε πως και η μεταβίβαση των μέσων παραγωγής στην πλειοψηφία του λαού θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή της καπιταλιστικής λογικής (σοσιαλιστική ουτοπία) χωρίς ωστόσο να αμφισβητήσει κατά βάση την ίδια την καπιταλιστική λογική που βασίζεται στις έννοιες της προόδου, της παραγωγικότητας, της βιομηχανικής ανάπτυξης και της συσσώρευσης. Για να κερδίσει ο ιστορικός υλισμός την μάχη με τον εχθρό, δηλαδή με την αστική τάξη και το κεφάλαιο, χρειάζεται σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν την βοήθεια του νάνου, που κινεί τα νήματα, δηλαδή της θεολογίας. Ο θεολογικός νάνος, ως ψυχή ενός άψυχου και νεκρού αυτοματισμού στον οποίο μετατρέπεται η φιλοσοφία όταν γίνεται δόγμα, δεν έχει καμία σχέση με οποιοδήποτε αντίστοιχο θεολογικό δόγμα. Αποτελεί στην ουσία τον αντίποδα του εξορθολογισμού που επέβαλλε ο Διαφωτισμός, έχει τις ρίζες του στον επαναστατικό ρομαντισμό και εισάγει μια παράμετρο μυστικιστική που σχετίζεται με το απροσδόκητο της εξέγερσης των καταπιεσμένων η οποία εμφανίζεται “ως αστραπή σε μια στιγμή κινδύνου”, την αναμνημόνευση των αγώνων του παρελθόντος, το καταπιεσμένο πλεόνασμα των ανθρώπινων επιθυμιών και των ονείρων που εμφανίζονται στην αρνημένη τους μορφή και που δεν σκιαγραφούνται σε απλές οικονομικές ή σχέσεις παραγωγής αλλά που διατρέχουν την πάλη των τάξεων.

Στην ένατη από τις θέσεις ο Μπένγιαμιν παρουσιάζει την εικόνα του αγγέλου της ιστορίας, βασισμένη στον πίνακα του Klee,Angelus Novus. Ο άγγελος της ιστορίας αποτελεί μια διαλεκτική εικόνα, μια εικόνα-σκέψη. Ωθείται από μια θύελλα προς μια καθορισμένη κατεύθυνση, προς το μέλλον. Η θύελλα αυτή είναι «αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόοδο» και είναι τόσο δυνατή που παγιδεύει τα φτερά του αγγέλου και δεν του επιτρέπει να τα κλείσει, δηλαδή να σταματήσει την προκαθορισμένη και ιλιγγιώδη πορεία της ιστορίας προς το μέλλον. Η κίνηση του κειμένου εδώ βασίζεται σε μια πολλαπλή αλλαγή της προοπτικής ανάμεσα στο βλέμμα του παρατηρητή προς τον άγγελο και την προοπτική της δυναμικής κίνησης του ίδιου του αγγέλου ως προς το σημείο που βρίσκεται καθώς και στην προοπτική του διάκενου της επιθυμίας του (να παραμείνει) ανάμεσα στις δύο χρονικότητες στις οποίες υπερίπταται. Η κίνησή του προς το μέλλον είναι ανάστροφη, έχει την πλάτη στραμμένη σε αυτό, ενώ το πρόσωπό του, με βλέμμα στυλωμένο, μάτια γουρλωμένα, στόμα ανοιχτό και φτερά αναπεπτάμενα βρίσκεται στραμμένο προς το παρελθόν. Αυτό το παρελθόν, δηλαδή την ιστορία, που εμείς όπως αναφέρει ο Μπένγιαμιν μεταφράζουμε ως απλή αλληλουχία γεγονότων, είναι για τον άγγελο ένας σωρός ερειπίων, όχι ως στατικό στοιχείο, αλλά ως δυναμική κίνηση που η ίδια η ιστορία φέρει και επισωρεύει στα πόδια της και στα πόδια μας, είναι μια αλληλουχία καταστροφών.

Σε αυτή την αλληγορία ο Μπένγιαμιν μας προτείνει κάτι νέο: αντί να τρέξουμε προς τον παράδεισο με τη δύναμη της προόδου, όπως υποστήριζε ο ιστορικός υλισμός του ορθόδοξου μαρξιστικού ρεύματος, αντί δηλαδή να τρέξουμε προς την πραγματοποίηση της ιδέας ενός σοσιαλισμού μέσα από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που θα εντείνουν την εκμετάλλευση και την κυριαρχία στο έπακρο και θα οδηγήσουν σύμφωνα με την συγκεκριμένη αντίληψη το προλεταριάτο στην επανάσταση και την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας (παράδεισος), αντί δηλαδή να συνταυτιστούμε με την ιλλιγιώδη κίνηση της προόδου, είναι καλύτερο να κάνουμε το ανάποδο, δηλαδή να τραβήξουμε το φρένο της ιστορίας, να σταματήσουμε αυτή την κίνηση που επισωρεύει ερείπια και καταστροφές, όπως η Χιροσίμα ή το Άουσβιτς.

Ο άγγελος της ιστορίας θέλει να σταματήσει, να χρονοτριβήσει, να συνενώσει ό,τι είναι θρυμματισμένο, να «δέσει τις πληγές των θυμάτων» από όλες τις αιματηρές εμπειρίες που έχει να παρουσιάσει η ιστορία, να ξυπνήσει τους νεκρούς των πολέμων και του ναζισμού αλλά η θύελλα της προόδου, που περιγράφεται ως φυσικό φαινόμενο ακριβώς για να παρουσιάσει το αναπόφευκτο της ίδιας της λογικής της, τον εμποδίζει. Ο άγγελος της ιστορίας είναι η κίνηση της ιστορίας που καθορίζεται από την υλική συγκρότηση των ιστορικών συμβάντων. Αυτή η κίνηση μέσα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων που υπάγονται ολοκληρωτικά στην ανάπτυξη, την καταστροφή της φύσης, την ακόρεστη παραγωγή και συσσώρευση εμπορευμάτων, είναι το αφηρημένο συνεχές της ιστορίας ως αδήριτος εξελικτισμός, είναι ο χρόνος της ταξικής κυριαρχίας. Για τον Μπένγιαμιν η επαναστατική προοπτική συνίσταται στην άρνηση ή στο σπάσιμο αυτού του συνεχούς της ιστορίας, στην οποία ουσιαστικά δεν συμβαίνει τίποτε καινούργιο παρά η επισώρευση νέων ερειπίων και νέων καταστροφών. Είναι ανάγκη η ανθρωπότητα να τραβήξει το φρένο της έκτακτης ανάγκης, να εναντιωθεί σε αυτή τη συγκεκριμένη λογική της ιστορίας, αν εξεγερθεί απέναντι στη φρενήρη πορεία που μας οδηγεί στην άβυσσο.

Ας σκεφτούμε την πραγματικότητα στην Ελλάδα σήμερα. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στην συγκεκριμένη ιστορική στιγμή πολλές από τις εικόνες που συνθέτει η αλληγορία του αγγέλου της ιστορίας του Μπένγιαμιν. Βρισκόμαστε περικυκλωμένοι από μια ιστορική λογική που μας λέει πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος, δεν υπάρχει εναλλακτική, πως πρέπει να δεχτούμε την νέα πειθαρχία που επιβάλει το κεφάλαιο, τα μέτρα λιτότητας και τα μνημόνια. Και επίσης μας λέει πως δεν υπάρχει περίπτωση να εναντιωθούμε σε αυτή την καταστροφική λογική του κεφαλαίου και φυσικά ότι ακόμη κι αν εναντιωθούμε δεν υπάρχει καμία περίπτωση να νικήσουμε. Και μας το λέει με χίλιους τρόπους. Κι όμως αυτό που συμβαίνει μέσα από το κίνημα ή καλύτερα το κύμα αντίστασης και ανυποταγής από τους ανθρώπους, άλλοτε σιωπηλό και καθημερινό και άλλοτε ως ξέσπασμα οργής για την αξιοπρέπεια που μας στερούν, όπως συμβαίνει και με όλα τα κινήματα σε όλο τον κόσμο και σε όλη την πορεία της ιστορίας, είναι ακριβώς αυτό: να φτύνει κατάμουτρα αυτή τη μονόδρομη λογική και να συνεχίζει να λέει «όχι», να επιμένει να μην προσαρμόζεται σε όλες τις πολιτικές διαχείρισης και επιβολής, να προσπαθεί να τραβήξει το φρένο της έκτακτης ανάγκης.

Και για τον Μπένγιαμιν, αυτό ακριβώς κάνει και ο καλλιτέχνης όχι μόνο με μια πολιτική εικόνων αλλά και ως μέρος ενός ολιστικού πεδίου, που είναι γι’ αυτόν η πολιτική και από το οποίο κανείς δεν παραμένει εκτός.

Κ.Ν. Οαχάκα, 3/2012

Αναφορές και σχετική βιβλιογραφία

Αμφισβητούμενοι χώροι στην πόλη, 2010, (συλλ. έργο),
Κώστας Γιαννακόπουλος, Γιάννης Γιαννιτσιώτης (επιμ.),
Αθήνα: Αλεξάνδρεια

Βάλτερ Μπένγιαμιν. Εικόνες και Μύθοι της νεωτερικότητας,
2007, (συλλ. έργο), Αγγελική Σπυροπούλου (επιμ.), Αθήνα:
Αλεξάνδρεια

Benjamin, W., 2004, Μονόδρομος, Αθήνα: Άγρα

Benjamin, W., 2004, Μονόδρομος, Αθήνα: Άγρα

Benjamin, W., 2005, Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια
εννιακόσια, Αθήνα: Άγρα

Κώστας Μαράς, 2011, Ο φετιχισμός στην τέχνη του 20ου
αιώνα, Αθήνα: futura

Löwy, M., 2004, Walter Benjamin: Προμήνυμα Κινδύνου. Μια
ανάγνωση των θέσεων «για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας»,
Αθήνα: Πλέθρον

Ροζάνης, Σ., 2006, Walter Benjamin: η ιεροποίηση του
αποσπάσματος, Αθήνα: Μεταίχμιο

Sergio Tischler, 2011, Χρόνος και Χειραφέτηση. Ο Μιχαήλ
Μπαχτίν και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στη ζούγκλα Λακαντόνα,
Αθήνα: futura

Πηγή: Theshadesmag

Αθήνα: Ανάληψη ευθύνης για εκρηκτικό μηχανισμό σε κυνηγετικό σύλλογο στην Καισαριανή

Στις 28/12, ξημερώματα, κινηθήκαμε σιωπηλά και τοποθετήσαμε έναν εκρηκτικό μηχανισμό στον 3ο κυνηγετικό σύλλογο Καισιαριανής (εντευκτήριο), υπό το άγρυπνο βλέμμα των μπάτσων. Πρόκειται για αναγνωρισμένο σωματείο που συνεργάζεται με το υπουργείο περιβάλλοντος, ενέργειας και κλιματικής αλλάγης. Κάθε νύχτα που περνά είναι μια ακόμα ευκαιρία να σπάσουμε τις απαγορεύεσεις και να ξεχυθούμε στους δρόμους για να ταράξουμε τα στάσιμα νερά αυτής της δυστοπικής πόλης που ούτε τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια, ούτε τα λαμπερά στολίδια, μπορούν να καλύψουν τη μιζέρια και τη δυστυχία. Από τη μια είμαστε όλοι κλεισμένοι στα σπίτια μας για το “κοινό καλό” ενώ από την άλλη οι κυνηγοί, ανενόχλητοι, μπορούν να εξολοθρέυουν ότι κινείται. Παρά τις απαγορεύεσεις και τα νέα μέτρα, με πρόφαση τον κορονοιό, που προσπαθούν να μας αποτρέψουν από την άμεση δράση εμείς αποδεικνύουμε πως η θέληση για περισσότερες πράξεις, από λόγια, μπορούν να γίνουν στο εδώ και το τώρα. Με το συγκεκριμένο μηχανισμό καταφέραμε να κατεβάσουμε όλη την τζαμαρία της πρόσοψης, να ανατινάξουμε την πόρτα και να κάψουμε το εσωτερικό του χώρου.

Ο στόχος μας είναι, πέρα για πέρα, ξεκάθαρος ώστε να εκφράσουμε το μένος μας για τους πατροπαράδοτους σφάχτες της άγριας φύσης. Για εμάς κυνηγετικοί σύλλογοι, αμάξια, παρατηρητήρια, και γιατί όχι και οι ίδιοι οι κυνηγοί, είναι ένας ακόμα λόγος για δράση.

Τα ζώα και η φύση ήταν και θα είναι πάντα τα θύματα της ανθρώπινης αλαζονίας και του σάπιου πολιτισμού που είναι χτισμένος πάνω σε γερές βάσεις εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης. Ο άνθρωπος καυχιέται για την εξέληξη του είδους του, με τις επιστήμες και τις τεχνολογίες, αλλά την ίδια στιγμή επιλέγει τους πιο απάνθρωπους και απαρχαιωμένους τρόπους να διασκεδάσει με το να σκοτώνει, για χόμπυ, ότι ζωντανό και όμορφο υπάρχει στη φύση. Η φύση προσπαθεί με τους δικούς τις ρυθμούς να φέρει σε ισορροπία το έκτρωμα που έχει αφήσει πίσω της η ανθρωπότητα. Ο άνθρωπος, από την άλλη, εκμεταλλεύεται με ταχύτατους ρυθμούς τη φύση με σκοπό την πλήρη καταστροφή της. Σύμφωνα μάλιστα με την Ορνιθολογική εταιρία θανατώνονται ετησίως πάνω από 600.000 ζώα διαφόρων ειδών. Είναι τουλάχιστον ανήθικο, αν θέλετε να μιλήσουμε για ηθική, το να αποδεκατίζεις ολόκληρο οικοσύστημα για ένα καπρίτσιο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πολλά άγρια ζώα πεθαίνουν αργά και βασανιστικά από μολυβδίαση από τα σκάγια των κυνηγών.

Ο άνθρωπος, από την αρχή της ιστορίας του, δεν είχε το προνόμιο της άμεσης πρόσβασης σε τροφή. Ξεκίνησε ως καρποφάγο ζώο και στη συνέχεια έφτιαξε εργαλεία, με σκοπό το κυνήγι, καθώς δεν είχε την ικανότητα να σκοτώσει το θήραμα του και να καλύψει την ανάγκη του για τροφή. Ενώ έχουν περάσει τόσα χρόνια και ο άνθρωπος πλέον δεν χρειάζεται να κυνηγήσει, έξω στη φύση, για να διεκδικήσει την τροφή του, μιας και υπάρχει σε κάθε γωνία σουπερ μάρκετ με άπειρες επιλογές, συνεχίζει να συμπεριφέρετε σαν “απολίτιστος” άνθρωπος των σπηλαίων για να ικανοποιήσει το εγώ του. Αυτό μάλιστα, γίνεται αντιληπτό, γιατί θήματα των κυνηγών είναι και ζώα τα οποία δεν καταναλώνονται ως τροφή από τους ανθρώπους όπως πχ η αλεπού. Το κυνήγι, λοιπόν, δεν αποτελεί βασική ανάγκη για τον σύγχρονο άνθρωπο. Πρόκειτε για ένα ανόητο χόμπυ για ματαιόδοξους. Το σύγχρονο κυνήγι είναι ένα ακόμα μέσο κακοποίησης του περιβάλλοντος και μια λογική που μετατρέπει τη φύση και τα ζώα σε προιόντα προς κατανάλωση ανάλογα με τα κέφια του εκάστοτε ανθρώπου.

Ως αντισπισιστές είμαστε κατά κάθε εκμετάλλευσης των μη ανθρώπινων ζώων, είτε σε βιομηχανίες και εργοστάσια, είτε σαν μια ακόμα επιλογή για διασκέδαση.

Ένας λόγος ακόμα, που σιχαινόμαστε τους κυνηγούς, είναι γιατί χρησιμοποιούν μη ανθρώπινα ζώα ως εργαλεία για να καταφέρουν το σκοπό τους. Μη ανθρώπινα ζώα τα οποία μόλις γεράσουν, θεωρούνται άχρηστα, για αυτούς, και τα παρατάνε σε βουνά ή απομακρυσμένες περιοχές, αφήνοντας τα να πεθάνουν με τον πιο βάναυσο τρόπο, ή τα κρεμάνε ζωντανά για να τα αποτελειώσουν. Επίσης επιδίδονται σε παράνομες αγοραπωλησίες κυνηγόσκυλων από γέννες και εκτροφεία όπου έχουν σε άθλιες συνσθήκες τα τόσο “πολύτημα” εργαλεία τους. Αν το εργαλείο πάλι δεν βγει “σωστό”, όπως τους υποσχέθηκε ο εκτροφέας, έχει την ίδια κατάληξη με το “παλιό” και “γερασμένο”. Όταν ο κυνηγός σιγουρευτεί ότι το εργαλείο είναι κατάλληλο, μετά από εξαντλητική εκπαίδευση, πετιέται σε ένα κουτί και αναγκάζεται να υπομείνει χιλιόμετρα και ακραίες καιρικές συνθήκες μέχρι τον τελικό προορισμό. Όλη αυτή η διαδικασία και ιδιοσυγκρασία μας φαίνεται αρρωστημένη και αδιανόητη.

Επιστρέφουμε την ελάχιστη βία που δέχεται καθημερινά το οικσύστημα από τους “πολιτισμένους” ανθρώπους και επιτιθόμαστε στις δομές τους.

Για εμάς μόλις άρχισε η κυνηγετική περίοδος και τα θύματα είστε εσείς.

ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΟΛΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΦΑΙΡΕΣ ΣΤΟΥΣ ΚΥΝΗΓΟΥΣ

-Αγρίμια-

Πηγή: Athens Indymedia

Γαλλία, Aubenas: Εμπρηστική επίθεση στην Εθνική Υπηρεσία Δασοκομίας (ONF)

Άκουσα να λένε πως τα δάση χρειάζονται “διαχείριση”. Ακόμα χειρότερα, πως χρειάζεται να “καθαριστούν”.

Άκουσα πως τα δάση χρειάζεται να “μπουν σε τάξη”, να γίνουν πιο κερδοφόρα, προσιτά, ελκυστικά. Πως οι άνθρωποι πρέπει να τα περιδιαβαίνουν τις Κυριακές, σε ασφαλή μεγάλα μονοπάτια, με σκυλιά σε λουριά, με πικνίκ σε προσφερόμενα τραπέζια.

Άκουσα πως τα δάση χρειάζονται “προστασία”. Με άλλα λόγια, “έλεγχο”.

Άκουσα πως τα δέντρα πρέπει να φυτεύονται σε σειρές για να παράγουν σημειωματάρια για αδιάφορες σημειώσεις, άνοστα βιβλία, αποβλακωτικά περιοδικά, καθώς και ράφια πάνω στα οποία θα τοποθετούνται όλα δαύτα.

Άκουσα πως είναι αναγκαίο να στηρίζουμε τα δάση μέσω οικολογικών νόμων και κομμάτων, και πως αυτός είν’ ο τρόπος για να τα υπερασπιστούμε απ’ τους κακούς βιομήχανους.

Άκουσα πως τα πεσμένα ξύλα δεν πρέπει να μαζεύονται, ούτως ώστε να μη διαταράσσεται το εύθραυστο οικοσύστημα.

Άκουσα πως κανείς δεν πρέπει να βγαίνει απ’ το τεχνητό μονοπάτι, προκειμένου να μην προκαλεί ζημιά στα φυτά.

Άκουσα πως το να περπατάς μονάχος στο δάσος μπορεί να είναι “επικίνδυνο”.

Άκουσα πως δεν πρέπει ν’ ανάβουμε φωτιά επειδή θα μπορούσε να καταστρέψει το δάσος. Όμως με το να κόβονται όλα τα δέντρα, κανένα πρόβλημα;

Άκουσα πως μπορείς να πας σε σούπερ-μάρκετ στην καραντίνα, αλλά όχι να μαζέψεις λουλούδια. Σε άλλες περιπτώσεις χρειαζόσουν άδεια. Όχι απ’ τα φυτά, αγαπητοί απλοί άνθρωποι, αλλά απ’ τη δημόσια διοίκηση.

Άκουσα πως θά ‘πρεπε να είμαι ευτυχής που υπάρχουν “φυσικά πάρκα”.

Άκουσα πως τα δάση έχουν ιδιοκτήτες. Και πως αυτοί οι ιδιοκτήτες δεν είναι οι κάτοικοί τους, με τις γούνες τους, τα φτερά τους και τα γρυλλίσματά τους.

Άκουσα πως οι κάτοικοι αυτοί πρέπει να ελέγχονται μέσω κυνηγετικών επεμβάσεων.

Άκουσα πως τα σκυλιά πρέπει να κρατούνται με λουρί, όμως οι άνθρωποι -οι οποίοι έχουν την άδεια του Κράτους- μπορούν ελεύθερα να σκοτώνουν, με όπλα τόσο εκλεπτυσμένα που δεν τους αφορά καν πιο είναι το θήραμά τους.

Άκουσα πως είναι αναγκαίο να οξύνουμε την αντίληψη περί “σεβασμού της φύσης” στους νέους, οι οποίοι γεννιούνται για να περιβάλλονται από τσιμέντο.

Άκουσα να λέγεται πως μια τεχνολογικά υπερανεπτυγμένη κοινωνία θα μπορούσε να είναι “πράσινη”.

Άκουσα πως οι όροι “βιώσιμο” και “οικολογικό” σημαίνουν την προμελετημένη καταστροφή του 99% των δέντρων, το σκάψιμο αυλακιών βάθους 40 εκατοστών μες στη λάσπη, καθώς και τα σιδερένια θεριά που τρέφονται με βενζίνα κι είν’ αναγκαία για να έρθουν εις πέρας όλα δαύτα. Άκουσα τον ήχο των δέντρων που πέφτουν, τις μηχανές που τα ρίχνουν στο έδαφος, τον βρυχηθμό των οχημάτων 4×4 που ανήκουν στους “προστάτες” των δασών.

Άκουσα πως τα εργοστάσια ξυλείας μπορούν να “αυτοδιαχειριστούν”. Η εκμετάλλευση της ξυλείας που αξιοποιείται για καλό σκοπό, θεωρείται “εναλλακτική”.

Άκουσα πως χρειάζεται να φυτευτούν δέντρα προκειμένου να σωθεί το ανθρώπινο είδος.

Άκουσα πως θα μπορούσες να συμβάλεις στο φύτεμα ενός δέντρου αγοράζοντας ένα πακέτο ζυμαρικά.

Άκουσα πως τα δέντρα μπορούν να θεραπεύουν τον καρκίνο. Ποιος όμως θα θεραπεύσει αυτά απ’ την παρουσία μας;

Έτσι, έκλεισα τ’ αυτιά μου και ούρλιαξα. Ούρλιαξα τόσο δυνατά που αναρίγησαν τα φύλλα των δέντρων. Ούρλιαξα τόσο πολύ που ξεράθηκε η φωνή και η δική μου και των άλλων. Σαν επανήλθε η σιωπή, θυμήθηκα κάποια άλλα πράγματα που είχα μάθει.

Είχα μάθει πως ο έλεγχος των δασών σημαίνει και έλεγχο των πληθυσμών, έλεγχο επί της ίδιας μου της ζωής.

Είχα μάθει πως η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ηλίθια, δειλή, αδαής ή θλιβερά ρεαλιστική. Πως όταν δέχονται δύο χτυπήματα είναι για το καλό τους, ή χαζοχαίρονται που δε δέχθηκαν και τρίτο. Πως είναι μάλιστα περήφανοι που άφησαν πίσω τη “φυσική κατάσταση”. Μεγάλο βήμα μπρος!

Είχα μάθει πως δεν αγαπώ τα δάση μόνο για τον πλούτο της ζωής, του θανάτου και οτιδήποτε ενδιάμεσου, αλλά γι’ αυτό που είναι. Πως η απέχθειά μου για τη μοίρα που τους επιφυλάσσεται δεν είναι απλή ενσυναίσθηση, και πως οι ίδιες μου οι δυνατότητες επίσης περιορίζονται, ελέγχονται, κατασκευάζονται, συνθλίβονται.

Έπειτα θυμήθηκα τις δράσεις σαμποτάζ ενάντια στην καταστροφή των δασών. Βανδαλισμός μηχανών, ολοσχερής πυρπόληση εργοστασίων ξυλείας, επιθέσεις σε ανθρώπους υπεύθυνους για την καταστροφή αυτή.

Θυμήθηκα πως θα μπορούσα να δράσω και να μην ξεπέσω στο να μείνω κουφός και τυφλός προκειμένου να μείνω ασφαλής. Συνεπώς, συμμετείχα σε εμπρηστική επίθεση στην Εθνική Υπηρεσία Δασοκομίας (ONF), στο Aubenas (στο Ardèche της Γαλλίας), τη νύχτα μεταξύ 5ης και 6ης Οκτωβρίου.

Σαφέστατα είναι μια εξευτελιστικά ισχνή δράση, μπρος στην τόσο ακραία εξολόθρευση του πλανήτη και όλων των ζωντανών πλασμάτων ανά τον κόσμο. Είναι όμως μια δράση που θέλει να εκφράσει περισσότερα απ’ ότι ο άμεσος αντίκτυπός της. Να γιατί γράφω τούτες τις αράδες. Για ν’ αποτρέψω να καταλήξει απλά μια ακόμη είδηση που αγνοείται απ’ τα μίντια. Επίσης, επειδή αποδεικνύει πως είναι δυνατό να αυτοοργανωθούμε και να επιτεθούμε άμεσα στην κοινωνία του ελέγχου, της επιτήρησης και της εκμετάλλευσης. Μια κοινωνία βασισμένη στην κατασκευασμένη μας συμπεριφορά, την οποία και πρέπει να παλέψουμε, αλλά και σε συγκεκριμένα ιδρύματα, τα οποία δεν πρέπει να λησμονούμε να παλεύουμε να τα καταστρέψουμε.

Χαιρετισμούς, στην περίπτωση αυτή, σε όσες και όσους δεν ξεχνούν να επιτίθενται, να μην υποτάσσονται, να αντιδρούν και να συνεχίζουν να προσπαθούν.

Δύναμη σε όσους και όσες βρίσκονται στη φυλακή για τις ιδέες ή τις δράσεις τους.

Πηγή: Act For Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok