Χρόνος και υποκείμενο στον Γκυ Ντεμπόρ – Μια κριτική στο βιβλίο του Άνσελμ Γιάππε, “Γκυ Ντεμπόρ”

Διαβάζοντας το βιβλίο του  Anselm Jappe για τον Γκυ Ντεμπόρ (Γκυ Ντεμπόρ, Ελεύθερος Τύπος, 1998), διαπίστωσα ότι παρ’ ό,τι ο συγγραφέας του έχει μια αρκετά καλή αντίληψη του  θέματος, του διαφεύγει η ουσία. Οπωσδήποτε δεν είναι καθόλου απλό το θέμα «Γκυ Ντεμπόρ». Νομίζω όμως ότι ο Γιάπε στενεύει υπερβολικά τον Γκυ Ντεμπόρ προκειμένου να ενισχύσει τη δική του άποψη των πραγμάτων.

Μια προκρούστεια προσέγγιση

Για παράδειγμα, ευθύς εξαρχής αφαιρεί από το σώμα της σκέψης του Ντεμπόρ όλα όσα αφορούν στο ζήτημα της οργάνωσης, λέγοντας ότι αυτό το ζήτημα «ήταν σημαντικό άλλοτε, αλλά σήμερα παραπέμπει μάλλον σε βυζαντινές διαμάχες γύρω από την ανθρώπινη ή θεία φύση του Χριστού» (Γιάπε, σελ. 15). Έτσι όμως ξεχνάει αυτό που δήλωνε με έμφαση ο ίδιος ο Ντεμπόρ:

Η άγνοια πάνω στην οργάνωση είναι η κεντρική άγνοια πάνω στην πράξη. Όταν είναι ηθελημένη άγνοια, τότε δεν εκφράζει παρά τη δειλή πρόθεση μιας απόσυρσης από τον ιστορικό αγώνα (…) Το σφάλμα πάνω στην οργάνωση είναι το κεντρικό πρακτικό σφάλμα. Αν είναι θελημένο, αποσκοπεί στο χειρισμό των μαζών. Αλλιώς, είναι τουλάχιστον το πλήρες σφάλμα πάνω στις συνθήκες της ιστορικής πρακτικής. Είναι λοιπόν το θεμελιώδες σφάλμα μέσα στην ίδια τη θεωρία της επανάστασης.[1]

Αυτή η παρασπονδία του Γιάπε δεν εξυπηρετεί μια καλύτερη αποτίμηση του Γκυ Ντεμπόρ, αλλά μάλλον την υποστήριξη της δικής του άποψης, σύμφωνα με την οποία τα οργανωτικά ζητήματα υποτίθεται πως ανήκουν στο παρελθόν και μάλιστα συνδέονται με την «οντολογική» ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υπάρχει ένα «υγιές» υποκείμενο μέσα στον αλλοτριωμένο κόσμο.

Τούτο συμβαίνει διότι, κατά τον Γιάπε, το «προτσέσο της αφαίρεσης» υποτίθεται ότι κυριαρχεί τόσο ολοκληρωτικά και απόλυτα στην σημερινή κοινωνία, ώστε είναι αφελές να μιλάμε, όπως οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ, για «επικοινωνία»:

Όπως συνέβη και στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, ο Ντεμπόρ οδηγήθηκε στην υπόθεση ότι η πραγμοποίηση συγκρούεται μ’ ένα υποκείμενο η ουσία του οποίου δεν υποκύπτει στην πραγμοποίηση. Το υποκείμενο, ακόμα και όπως παρουσιάζεται εδώ και τώρα, πρέπει να είναι, εν μέρει τουλάχιστον, φορέας απαιτήσεων και επιθυμιών διαφορετικών από  εκείνες που δημιουργεί η πραγμοποίηση. Στο Ιστορία και ταξική συνείδηση, όπως και στην Κοινωνία του Θεάματος, μοιάζει να απουσιάζει η υποψία ότι το υποκείμενο θα μπορούσε να έχει διαβρωθεί εντός του από  τις δυνάμεις της αλλοτρίωσης η οποία, καθορίζοντας έτσι το ασυνείδητο των υποκειμένων, τα κάνει να ταυτίζονται ενεργά με το σύστημα που τα εμπεριέχει (Γιάπε, σελ. 41).

Οι λέξεις «ψέμα» και «ψεύδομαι» είναι πολύ συχνές στην Κοινωνία του  Θεάματος και η σπουδαιότητα που αποδίδεται στην «επικοινωνία» παραπέμπει επίσης στην ιδέα μιας αλήθειας που κρύβεται κάτω από το πέπλο της πλαστοποίησης και περιμένει να έλθει στο φως. Μια τέτοια αλήθεια οφείλει να ανήκει σ’ αυτό το αναπαλλοτρίωτο, ως προς την ουσία του, υποκείμενο, για το οποίο μιλήσαμε ήδη. (στο ίδιο, σελ. 167).

Έτσι, μετά από αυτή τη χειρουργική αφαίρεση της οργανωτικής σκέψης από το σώμα του Ντεμπόρ, ο Γιάπε προχωράει και σε μια «ψυχιατρική» εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία το ενδιαφέρον των καταστασιακών για τα οργανωτικά ζητήματα ήταν «σχεδόν ψυχαναγκαστικό» (Γιάπε, σελ. 163).

Η αποκοπή του θεωρητικού από τον αγωνιστή Ντεμπόρ

Βεβαίως, κατά κανένα τρόπο δεν προκύπτει από την όποια προέλαση της «αφαίρεσης» η απόλυτη εξαφάνιση του υποκειμένου και της επικοινωνίας, όπως το θέτει ο Γιάπε. Θα δούμε αργότερα το γιατί. Το ζήτημα αυτή τη στιγμή είναι ότι, ως αποτέλεσμα αυτών των αυθαίρετων αφαιρέσεων και στενεμάτων, τελικά, κατά τον Γιάπε, το μοναδικό ενδιαφέρον της σκέψης του  Ντεμπόρ, η μοναδική «επικαιρότητα [και η] πραγματική καινοτομία της, βρίσκεται κατά μεγάλο μέρος στην υπογράμμιση του βασικού ρόλου της ανταλλαγής και της αρχής της ισοτιμίας στη σύγχρονη κοινωνία» (σελ. 175). Για ποιο λόγο; Όχι διότι έτσι έχουν στ’ αλήθεια τα πράγματα, αλλά επειδή ο ίδιος ο Γιάπε δεν βλέπει στη σημερινή κοινωνία παρά ένα ολοκληρωτικό θρίαμβο της αλλοτρίωσης και έτσι του διαφεύγουν σημαντικές όψεις του  αγώνα εναντίον της —όψεις οι οποίες σχετίζονται ακριβώς με αυτό που οι καταστασιακοί προσδιόριζαν, έστω και χωρίς απόλυτη σαφήνεια, «επικοινωνία», χωρίς να την εδράζουν διόλου σε ένα «υγιές» υποκείμενο, όπως υποθέτει ο Γιάπε.

Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε ο Γιάπε οδηγείται, πολύ χαρακτηριστικά, στο συμπέρασμα ότι οι ιδέες του  Ντεμπόρ παρέχουν «τουλάχιστον ΕΝΑ πλεονέκτημα για το απελευθερωτικό σχέδιο: για πρώτη φορά μπορεί να κινητοποιήσει προς όφελός του το ένστικτο της επιβίωσης» (σελ. 187, η υπογράμμιση του  Γιάπε). Το ένστικτο της επιβίωσης; Στην υπηρεσία του απελευθερωτικού σχεδίου; Μπορντίγκα![2]

Φέροντάς τον στα δικά του μέτρα, ο Γιάπε παρουσιάζει τον Ντεμπόρ ουσιαστικά σαν ένα «θεωρητικό της αλλοτρίωσης», κάπως ανάλογο π.χ. του Λούκατς ή του Αντόρνο, και εκτιμά σαν «πραγματική καινοτομία» του ως προς εκείνους το ότι ο Ντεμπόρ ανέλυσε τη σύγχρονη μορφή της αλλοτρίωσης, το «θέαμα». Πολύ ωραία. Όμως την ίδια στιγμή υποτιμά πλήρως τον Ντεμπόρ ως αγωνιστή εναντίον της αλλοτρίωσης. Η αγωνιστική σκέψη του Ντεμπόρ, η οποία αποτυπώνεται στις οργανωτικές συλλήψεις του, στην οργανωτική πράξη του και στον τρόπο που συνέλαβε το ιστορικό υποκείμενο, ανήκουν κατά τον Γιάπε στο παρελθόν και δεν απηχούν παρά ψευδαισθήσεις, «οντολογικές» παρεκκλίσεις και «σχεδόν ψυχαναγκαστικά» ενδιαφέροντα.

Αυτή η προκρούστεια προσέγγιση του Γιάπε στον Ντεμπόρ φαίνεται και από δύο ακόμα, κατά τη γνώμη μου πολύ σημαντικές, μειώσεις και αποκοπές.

Η μια εντοπίζεται ως εξής. Ενώ εντοπίζει πολύ σωστά στο Ιστορία και Ταξική συνείδηση του Γκιόργκι Λούκατς μια πολύ σημαντική πηγή έμπνευσης του Ντεμπόρ, την υπερτιμά σε βάρος άλλων, εξίσου σημαντικών πηγών της σκέψης του. Έτσι, διαβάζει την Κοινωνία του Θεάματος [στο εξής ΚτΘ] σχεδόν αποκλειστικά με βάση το δεύτερο κεφάλαιό της («Το εμπόρευμα σαν θέαμα») και του διαφεύγει η σημασία και η βαρύτητα τέταρτου κεφαλαίου. Πρόκειται όμως για το μεγαλύτερο και πιο αγωνιστικό κεφάλαιο της ΚτΘ, στο οποίο ο Ντεμπόρ δεν αντλεί πλέον από τον Λούκατς, αλλά από άλλες πηγές, όπως είναι σε μεγάλο βαθμό ο Καρλ Κορς (όλη η ανάλυση του Ντεμπόρ για τον Χέγκελ, τη σοσιαλδημοκρατία και το λενινισμό, ή ακόμα και για την ιστορικότητα της κριτικής θεωρίας, είναι παρμένη από τον Κορς [3]) και η ιστορική συμβουλιακή «υπεραριστερά», η οποία καταπιάστηκε ακριβώς με το ζήτημα της οργάνωσης και της αντιπροσώπευσης. [4]

Επόμενο λοιπόν είναι ότι ο Γιάπε δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη σημασία διαπιστώσεων όπως οι παρακάτω, τις οποίες ο Ντεμπόρ άντλησε από τη δική τους ιστορική εμπειρία:

Η ίδια ιστορική στιγμή όπου ο μπολσεβικισμός θριάμβευσε για λογαριασμό του στη Ρωσία και η σοσιαλδημοκρατία αγωνιζόταν νικηφόρα υπέρ του  παλιού κόσμου, σημαδεύει την ολοκληρωμένη γένεση μιας τάξης πραγμάτων που βρίσκεται στο κέντρο της κυριαρχίας του  σύγχρονου θεάματος : η εργατική αντιπροσώπευση ήρθε σε ριζική αντίθεση με την εργατική τάξη. (ΚτΘ, § 100).

Η επαναστατική αντιπροσώπευση του  προλεταριάτου σε αυτό το στάδιο αποτέλεσε συγχρόνως τον κύριο παράγοντα και το βασικό αποτέλεσμα της γενικής πλαστοποίησης της κοινωνίας. (ΚτΘ, § 101).

Αλλά είπαμε: η ενασχόληση με την αντιπροσώπευση είναι για τον Γιάπε σύμπτωμα «ψυχαναγκασμού»…

Η αποκοπή του Ντεμπόρ από το συλλογικό καταστασιακό εγχείρημα

Η άλλη αφαίρεση του  Γιάπε εντοπίζεται στη σχετική «αποκοπή» του  Ντεμπόρ από τους καταστασιακούς, από την Καταστασιακή Διεθνή ως συλλογικό αγωνιστικό εγχείρημα.

Είναι έως ένα βαθμό αλήθεια ότι ο Ντεμπόρ, όπως τον θέλει ο Γιάπε (και αρκετοί άλλοι όπως έχει φανεί όλα αυτά τα χρόνια), δηλαδή ως ένας ευφυής μεν αλλά μεμονωμένος «θεωρητικός της αλλοτρίωσης» και «θεωρητικός του  θεάματος», σε αρκετά σημεία απομακρύνεται από τη σκέψη των καταστασιακών. Ωστόσο, όλα μα όλα τα μεγάλα θέματα της αγωνιστικής σκέψης του Ντεμπόρ ανήκουν πλήρως στη σκέψη και το συνολικό εγχείρημα των καταστασιακών —και η αλήθεια είναι, ότι μόνο στο πλαίσιο αυτού του συλλογικού εγχειρήματος μπόρεσε ο Ντεμπόρ να τα συλλάβει στον μεγαλύτερο πλούτο τους.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ως προς αυτό, ότι όσο το συνολικό καταστασιακό εγχείρημα (και με ευθύνη του ίδιου) φτώχαινε και όσο ο Ντεμπόρ απομακρυνόταν από αυτό, τόσο περισσότερο η σκέψη του

  • είτε έχανε τον αγωνιστικό χαρακτήρα της και μετατρεπόταν σταδιακά σε μια εν πολλοίς ασφυκτική και αδιέξοδη, θεωρία-πασπαρτού περί ενός θριαμβεύοντος θεάματος[5] (αυτήν ακριβώς τη «θεωρία», που σήμερα επικροτούν διανοουμενίστικοι, ακαδημαϊκοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι από την Αριστερά έως τη Δεξιά, λ.χ. ο Alain de Benoist και ο Charles Champetier), ακριβώς επειδή της λείπει το αγωνιστικό στοιχείο,
  • είτε, πάλι, μεταλλασσόταν σε μια ελιτίστικη, αυτοαναφορική και ναρκισσιστική θεωρία της «απόλαυσης» και της «γοητείας», την οποία επικροτούν με ενθουσιασμό διάφοροι καλλιτεχνίζοντες, μποέμικοι και σνομπ κύκλοι, ακριβώς επειδή η υιοθέτησή της δεν θέτει καμμιά κοινωνική ευθύνη και συνέπεια.[6]

Όπως έχω ήδη επισημάνει αλλού [7], δεν είναι δυνατό να βλέπουμετο καταστασιακό εγχείρημα ως κάτι λιγότερο από μια συναρπαστική απόπειρα σύντηξης μεταξύ τριών μεγάλων ιστορικών ρευμάτων: (α) της υπαρξιακής σκέψης, με το αίτημά της για υπαρκτική πληρότητα και σύνδεση μεταξύ βιώματος και αναπαράστασης· (β) της καλλιτεχνικής δημιουργίας, με το αίτημά της για μια συγκλονιστικά όμορφη ζωή· και (γ) της επαναστατικής πολιτικής πράξης, με το αίτημά της για μια κοινωνική ζωή χωρίς διαχωρισμένη εξουσία.

Όσο λοιπόν περιστέλλει κανείς, όπως ο Γιάπε, τη σκέψη του  Ντεμπόρ π.χ. στον Λούκατς ή ακόμα και στον Χέγκελ, είναι αδύνατον να τη συλλάβει σε όλο της τον πλούτο —και ταυτόχρονα, καθίσταται αδύνατο να συλλάβει πόσο αυτή φτώχαινε και πόσο ολοένα και πιο σχηματική γινόταν όσο απομακρυνόταν από αυτό το συνολικό αγωνιστικό εγχείρημα.

Περί του υποκειμένου

Το βέβαιο είναι ότι, τόσο η αποκοπή του θεωρητικού από τον αγωνιστή Ντεμπόρ, όσο και η αποκοπή του από το συλλογικό καταστασιακό εγχείρημα, συνδέονται άμεσα με τον τρόπο με τον οποίον ο Γιάπε αντιλαμβάνεται το «υποκείμενο».

Είδαμε ότι θεωρεί πως οι απόψεις του  Ντεμπόρ και των καταστασιακών για το υποκείμενο, δηλαδή οι αγωνιστικές τους απόψεις, φλερτάρουν επικίνδυνα με την «οντολογία». Δυστυχώς, δεν κρίνει σκόπιμο να ξεκαθαρίσει τι εννοεί ως «οντολογία». Είναι γνωστή η προκατάληψη των κλασικών υλιστών εναντίον της οντολογίας, την οποία όμως συνταυτίζουν λαθεμένα με την αντίληψη περί μιας «φύσης» του  ανθρώπου, ενώ απεναντίας η οντολογία αναφέρεται στο «είναι» του  ανθρώπου —κάτι πολύ διαφορετικό από τη «φύση», οπωσδήποτε.

Εδώ λοιπόν υπάρχει πράγματι ένα πρόβλημα, το οποίο αφορά στον ορισμό του υποκειμένου —και η αλήθεια είναι, πως δεν είναι πρόβλημα μόνο του  Γιάπε αλλά και του  ίδιου Ντεμπόρ και των καταστασιακών. Στον Ντεμπόρ ωστόσο, και ακόμα περισσότερο στους καταστασιακούς της Διεθνούς, η προβληματική του  υποκειμένου είναι πολύ πιο πλούσια και ουσιαστικότερη από αυτήν του  Γιάπε, και αυτό οφείλουμε να το αναδείξουμε.

Ας ξεκινήσω αναδεικνύοντας μια πολύ σωστή επισήμανση του Γιάπε. Αφορά στο ότι ο Ντεμπόρ συνταυτίζει το υποκείμενο με το χρόνο:

Σε πολλές περιστάσεις ο Ντεμπόρ υπογράμμισε ότι η καταστασιακή στάση συνίσταται στην ταύτιση του  υποκειμένου με το πέρασμα του  χρόνου (Γιάπε, σελ. 41).

Ωστόσο, όταν θεωρεί οντολογικές ψευδαισθήσεις και «νέο-αριστερές» παρεκκλίσεις (σελ. 163) τις αναφορές των καταστασιακών στην «επικοινωνία», δείχνει πως δεν κατανοεί ότι, αυτή η σύλληψη του  υποκειμένου σε συνάρτηση με το χρόνο, δεν είναι «οντολογική» με την (παρεξηγημένη) έννοια της αναφοράς σε ένα «φύσει υγιές» υποκείμενο. Ούτε κατανοεί ότι, αυτή ακριβώς η σύλληψη του  υποκειμένου, σχετίζεται με όλα όσα εννοούσαν (και αγωνίζονταν να πράττουν) οι καταστασιακοί ως «επικοινωνία» συνδέοντάς την με τη «γιορτή», την «κατασκευή καταστάσεων», την «πολυτέλεια»[8], την «κοινότητα» και με το αγωνιστικό συλλογικό υποκείμενο που εναντιώνεται στην αλλοτρίωση.

Έτσι, ο Γιάπε φαίνεται πως παραβλέπει το γιατί και από πού ο Ντεμπόρ οδηγήθηκε να ορίσει το θέαμα ως «το αντίθετο του  διαλόγου» (ΚτΘ § 18), και για ποιο λόγο, κλείνοντας την «Κοινωνία του  Θεάματος», προσδοκούσε την «επιστροφή του  διαλόγου» (ΚτΘ § 221). Όμως, το γεγονός ότι για τους καταστασιακούς και τον Ντεμπόρ «ο άνθρωπος (…) είναι ταυτόσημος με το χρόνο» (ΚτΘ § 125), έχει μια μεγάλη σειρά τόσο από προϋποθέσεις όσο και από συνέπειες.

α) Η καταστασιακή ταύτιση του υποκειμένου με το χρόνο: συνέπειες

Ας δούμε πρώτα τις συνέπειες, όπως τις εκθέτει ο Ντεμπόρ :

Η νίκη της αστικής τάξης είναι νίκη του  βαθιά ιστορικού χρόνου, διότι ο χρόνος της οικονομικής παραγωγής μεταμορφώνει την κοινωνία διαρκώς και εξ ολοκλήρου. (ΚτΘ § 141).

Επειδή όμως η αστική τάξη υποτάσσει τα πάντα στην  «ανταλλακτική αξία», γι’ αυτό το λόγο:

η ιστορία, ενώ είναι παρούσα σε όλο το βάθος της κοινωνίας, τείνει να χαθεί στην επιφάνεια. Ο θρίαμβος του ανεπίστρεπτου χρόνου είναι επίσης η μεταμόρφωσή του σε χρόνο των πραγμάτων, διότι το όπλο της νίκης του υπήρξε ακριβώς η μαζική παραγωγή αντικειμένων σύμφωνα με του ς νόμους του  εμπορεύματος. (ΚτΘ § 142)

Η ίδια η αλλοτρίωση είναι, για τον Ντεμπόρ, απαλλοτρίωση του  χρόνου των ανθρώπων:

Απαραίτητη προϋπόθεση για να οδηγηθούν οι εργαζόμενοι στην κατάσταση παραγωγών και «ελεύθερων» καταναλωτών του  χρόνου-εμπόρευμα, υπήρξε η βίαιη απαλλοτρίωση του  χρόνου τους. (ΚτΘ § 159)

Ωστόσο, ακριβώς επειδή στην αστική τάξη η ιστορία (ο ανεπίστρεπτος χρόνος) είναι παρούσα «σε όλο το βάθος της κοινωνίας», γι’ αυτό το λόγο:

για πρώτη φορά ο εργαζόμενος, στη βάση της κοινωνίας, δεν είναι πια υλικά ξένος προς την ιστορία, διότι τώρα η κοινωνία κινείται ανεπίστρεπτα από τη βάση της. Το προλεταριάτο, αξιώνοντας να βιώσει τον ιστορικό χρόνο που το ίδιο παράγει, ανακαλύπτει τον αναλλοίωτο πυρήνα του  επαναστατικού σχεδίου, που δεν λησμονήθηκε. (ΚτΘ § 143)

Επομένως, για τους καταστασιακούς και τον Ντεμπόρ το επαναστατικό πρόταγμα και το προλεταριάτο συνδέονται άμεσα με την απαίτηση «βίωσης του  ιστορικού χρόνου». Σε αυτό το πνεύμα θεωρούσαν λοιπόν αυτό το πρόταγμα αναπόσπαστο από τη «γιορτή», την «πολυτέλεια», την «κοινότητα» και την «επικοινωνία», ακριβώς επειδή στην απαλλοτρίωσή τους στήθηκε η εμπορευματική κοινωνία :

Αυτή η [αστική] εποχή, που επιδεικνύει στον εαυτό της το χρόνο της, κυρίως σαν ξαφνική επιστροφή πολλαπλών εορτασμών, είναι εξίσου μια εποχή χωρίς γιορτή. Εκείνο που μέσα στον κυκλικό χρόνο ήταν η στιγμή της συμμετοχής μιας κοινότητας στο πολυτελές ξόδεμα της ζωής, είναι αδύνατο για μια κοινωνία χωρίς κοινότητα και χωρίς πολυτέλεια. (ΚτΘ § 154)

Ο Γιάπε τα επισημαίνει όλα αυτά, αλλά επειδή έχει προσεγγίσει τον Ντεμπόρ από μια πολύ στενή οπτική γωνία, δεν βρίσκει τη βαθύτερη διασύνδεσή τους και δεν κατανοεί ότι «θεωρία του θεάματος» χωρίς «επικοινωνία», «γιορτή», «υποκείμενο» και «βιωμένο χρόνο», είναι ένα ανάπηρο και στείρο διανοητικό σχήμα.

β) Η καταστασιακή ταύτιση του υποκειμένου με το χρόνο: προϋποθέσεις

Αυτό θα φανεί καθαρότερα εάν εξετάσουμε τις ευρύτερες προϋποθέσεις ­της καταστασιακής συνταύτισης του υποκειμένου με το χρόνο. Επισημαίνοντας μια υπόδειξη του  Ντεμπόρ (ΚτΘ §  161), ο Γιάπε ανάγει την καταστασιακή προβληματική για τη σχέση μεταξύ υποκειμένου και χρόνου αποκλειστικά στον Χέγκελ. Ωστόσο, ο Χέγκελ είναι ένα μόνο από τα στηρίγματα της καταστασιακής σκέψης. Ένας άλλος πυλώνας της, εξίσου σημαντικός, ο οποίος έχει μάλιστα να κάνει άμεσα με αυτή την καταστασιακή προβληματική για το υποκείμενο, είναι η αντί-χεγκελιανή «υπαρξιακή» φιλοσοφία. Ας το δούμε.

Κάτι που δεν επισημαίνει καθόλου ο Γιάπε όταν εξετάζει τη σύνδεση υποκειμένου και χρόνου στον Ντεμπόρ, είναι το αίσθημα της μελαγχολίας, το οποίο συνοδεύει διαρκώς αυτή τη σύνδεση στο έργο του Ντεμπόρ. Είναι βέβαια αλήθεια ότι αυτό απλώς το υπαινίσσεται ο Ντεμπόρ στην ΚτΘ, όταν σε μια μόνο στιγμή αναφέρεται στο τραγούδι του Λορέντζου των Μεδίκων (ΚτΘ § 139). Είναι επίσης αλήθεια ότι στα «θεωρητικά» γραπτά του γενικότερα αυτό υποβόσκει μεν, αλλά συχνά είναι δύσκολο να το δει κανείς εάν διαβάζει μόνο ότι φαίνεται σε πρώτο πλάνο. Ωστόσο, αυτό το αίσθημα της μελαγχολίας είναι διάχυτο και μάλλον κυρίαρχο στο καλλιτεχνικό έργο του  Ντεμπόρ, και ιδιαίτερα στις πρώτες του ταινίες που έκανε έως το 1961.[9]

Πράγματι, για τον Ντεμπόρ και τους καταστασιακούς, η χεγκελιανή «αναγκαία αλλοτρίωση» την οποία συνεπάγεται ο χρόνος, δεν είναι καθόλου κατ’ ανάγκην αποδεκτή με νηφαλιότητα, και οπωσδήποτε καθόλου με χαρά. Για να κατανοήσουμε όμως τι συμβαίνει εδώ, πρέπει να ξεφύγουμε από τις χεγκελιανές και μαρξιστικές πηγές τους, και να εξετάσουμε τις εξίσου σημαντικές «υπαρξιστικές» καταβολές τους. Χρειάζεται δηλαδή μια σφαιρικότερη ματιά στην όλη περιπέτειά τους.

Ντεμπορική «μελαγχολία» και κιρκεγκωριανή «απελπισία», ο «υπαρξισμός» της καταστασιακής θεώρησης του υποκειμένου

Είναι βέβαιο ότι ο Ντεμπόρ επηρεάστηκε από τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ και ότι, κατά ένα μέρος, εμπνεύστηκε από αυτόν την έννοια της «κατάστασης»[10]. Ακολουθώντας τον Σαρτρ αλλά και απομακρυνόμενος από αυτόν, ο Ντεμπόρ έγραφε το 1957

Η ζωή του ανθρώπου είναι μια σειρά αναγκαστικών καταστάσεων. Αν και καμμιά από αυτές δεν είναι ολόιδια με τις άλλες, στην τεράστια πλειοψηφία τους αυτές οι καταστάσεις διαφέρουν τόσο ελάχιστα και είναι τόσο θολές, που δίκαια δίνουν την εντύπωση ότι είναι απαράλλαχτες. Έτσι, οι σπάνιες αληθινά συναρπαστικές καταστάσεις που γνωρίζουμε στη ζωή, την ακινητοποιούν και την οριοθετούν αυστηρά. Πρέπει να προσπαθήσουμε για την κατασκευή καταστάσεων, δηλαδή συλλογικών ατμοσφαιρών, ενός συνόλου εντυπώσεων που θα καθορίζει την ποιότητα μιας στιγμής. (Έκθεση για την κατασκευή καταστάσεων…, βλ. Το Ξεπέρασμα της Τέχνης).

Σε συνάρτηση με αυτά, έγραφε επίσης στο ίδιο κείμενο:

Η καταστασιακή θεωρία υποστηρίζει αποφασιστικά μια ασυνεχή αντίληψη της ζωής. Η έννοια της ενότητας θα πρέπει να μεταφερθεί από την προοπτική μιας ολόκληρης ζωής (…) στην προοπτική μεμονωμένων στιγμών της ζωής και της κατασκευής κάθε στιγμής, χάρη στην ενιαία χρήση των καταστασιακών μέσων. (στο ίδιο).

Οι μη-χεγκελιανές καταβολές αυτών των προτάσεων είναι σαφείς. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια «υπαρξιακή» προσέγγιση των πραγμάτων, στην οποία, όπως γνωρίζουμε, ο Ντεμπόρ είχε έναν εξαιρετικό δάσκαλο, τον Άσγκερ Γιόρν[11].

Πράγματι, κατά τη δεκαετία του  1950 ο Γιόρν είχε αναδείξει τα όρια της χεγκελιανής διαλεκτικής και φαίνεται να βοήθησε τον νεαρό Ντεμπόρ τόσο στην απομάκρυνσή του από τη φιλοσοφία του Σαρτρ όσο και σε μια μύηση στις ιδέες του  προπάτορα του  «υπαρξισμού», του Σέρεν Κίρκεγκωρ[12]. Αξίζει λοιπόν να σταθώ λιγάκι σε αυτό το θέμα, διότι από εδώ θα μπορέσουμε να διακρίνουμε με ποιο τρόπο ο Ντεμπόρ αντιλαμβανόταν το υποκείμενο και για ποιο λόγο δεν το αντιλαμβανόταν ούτε ακριβώς «οντολογικά», ούτε ακριβώς ως «υγιές», όπως υποστηρίζει ο Γιάπε.

Είναι γνωστό ότι ο Κίρκεγκωρ διαμόρφωσε τη δική του φιλοσοφία κατά πολύ σημαντικό βαθμό σε αντιπαράθεση με τη φιλοσοφία του  Χέγκελ, για τον οποίον έλεγε πολύ χαρακτηριστικά ότι «δεν ήταν παρά ένας καθηγητής φιλοσοφίας και όχι ένας στοχαστής» (Ημερολόγιο, 1849-1850). Πού εντοπιζόταν αυτή η αντιπαράθεση;

Ο Κίρκεγκωρ θεωρούσε ότι, στην αντίληψη του Χέγκελ, το υποκείμενο ολοκληρώνεται όταν ολοκληρώνεται ως διάνοια και μόνο. Για τον Δανό όμως (και εδώ έχει μεγάλη σημασία το ότι ήταν, έστω και κάπως ιδιότυπα, χριστιανός), η ηθική απόφαση και πράξη που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο υποκείμενο, δεν είναι αποτέλεσμα μιας απλής νοητικής ή λογικής διεργασίας. Έτσι, εισήγαγε τον όρο «Ύπαρξη» αντιπαραβάλλοντάς την στο «Είναι», και υποστήριξε ότι το υποκείμενο ολοκληρώνεται όταν ολοκληρώνεται ως «ύπαρξη», διευκρινίζοντας ότι ο άνθρωπος δεν είναι, αλλά γίνεται «ύπαρξη».

Σε αυτό το «δεν είναι, αλλά γίνεται» εντοπίζεται, στον Κίρκεγκωρ (και σε όλη την υπαρξιακή φιλοσοφία), η αγωνιστική και συνάμα εν πολλοίς τραγική σχέση του  ανθρώπου με το χρόνο. Διότι κατ’ αυτή την αντίληψη, η ολοκλήρωση του  ανθρώπου ως ύπαρξη δεν είναι δεδομένη εκ των προτέρων, από τη «φύση» του, αλλά αποτελεί καθήκον του και διακύβευμα της ελευθερίας του. Μέσα στο χρόνο, ο άνθρωπος μπορεί να κερδίσει τον εαυτό του, αλλά μπορεί και να τον χάσει! Μάλιστα, ακόμα κι αν τον κερδίσει κάποια στιγμή, πάλι μπορεί την επόμενη στιγμή να τον χάσει εάν αφεθεί να «διασκορπιστεί» σε ενέργειες αντίθετες προς την υπαρκτική ολοκλήρωση, στην οποία παίρνει μέρος ολόκληρος (ας θυμηθούμε εδώ τι έλεγε ο Γιόρν στο Περί Μορφής). Γι’ αυτό το λόγο, κατά τον Κίρκεγκωρ, στον χρόνο ο άνθρωπος ζει κατά κανόνα μέσα στην απελπισία.

Πέρα από την εμφανή συγγένεια της κιρκεγκωριανής «απελπισίας» με τη ντεμπορική «μελαγχολία»,  είναι πολύ χαρακτηριστική αυτής της σύλληψης και η συγγένειά της με την «ασυνεχή αντίληψη της ζωής», την οποία υποστήριξε ο Ντεμπόρ στην Έκθεση για την Κατασκευή Καταστάσεων (1956). Είναι ορατό ότι και η μία και η άλλη απορρίπτουν τη (χεγκελιανή) γραμμική αντίληψη του  χρόνου και της εξέλιξης του  υποκειμένου. Πράγματι, στην «ασυνεχή αντίληψη της ζωής» η «ολοκλήρωση» (ή «πραγμάτωση» με όρους χεγκελιανούς) του υποκειμένου δεν είναι ποτέ βέβαιη, ούτε και ιστορικά εξασφαλισμένη καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αφού καμιά προηγούμενη λυτρωτική πράξη δεν μπορεί να αποτελεί σίγουρο έδαφος και κεκτημένο «αίτιο» ενός επόμενου απελευθερωτικού «αποτελέσματος». Γι’ αυτό, σε τούτη τη θεώρηση, κάθε «ντετερμινιστικός» εφησυχασμός (π.χ. στο «σχέδιο» της ιστορίας, ή στην «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων») καθίσταται αδύνατος και γελοίος. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό εδώ το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κίρκεγκωρ παρουσίαζε κάθε φορά τον εαυτό του «ασυνεχή», με διαφορετικά ψευδώνυμα, όχι από λατρεία του  ψευδωνύμου όσο για να καταδείξει ότι εκείνος που κάθε φορά μιλάει είναι ο ανολοκλήρωτος υπαρκτικά Σέρεν.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το γεγονός ότι, από τον Κίρκεγκωρ κι έπειτα (δηλαδή πάρα πολύ νωρίτερα από την εμφάνιση της κβαντομηχανικής), ο φιλοσοφικός ντετερμινισμός στη Δύση αρχίζει να κλυδωνίζεται. Μαζί του χάνει κλυδωνίζεται και το φιλοσοφικό πρωτείο της νοησιαρχίας. Πράγματι, σε αυτή τη γραμμή σκέψης συναντάμε στη συνέχεια τον Φρίντριχ Νίτσε με την συγκλονιστικά τραγική ιδέα του  «εσταυρωμένου Διονύσου». Στην ίδια γραμμή έρχεται, αργότερα, ο φιλόσοφος του Είναι και Χρόνος, Μάρτιν Χάιντεγκερ, που πολύ πριν από τον Ντεμπόρ καταγγέλλει, με τον όρο «Man» (ο οποίος μοιάζει πολύ με τον «Ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ), τη συμβατικότητα, την «κοινή γνώμη», την ανικανότητα για πρωτοτυπία και προσωπικό τρόπο έκφρασης, την ομοιομορφία της καθημερινής συμπεριφοράς, θεωρώντας ότι μοναδικό μέλημα του  ανθρώπου είναι να ξεφύγει από τις συμβάσεις του Man και να παλέψει για να γίνει «ύπαρξη».

Για το θέμα μας λοιπόν, είναι αξιοσημείωτο ότι, και γι’ αυτόν το φιλόσοφο της «ύπαρξης» ο άνθρωπος ζει μέσα στην αγωνία, δηλαδή στον «αόριστο φόβο» μήπως συναντήσει το «Τίποτα», μήπως δεν ολοκληρωθεί υπαρκτικά. Όπως και το ότι, για τον επόμενο «υπαρξιστή» στοχαστή, τον Σαρτρ, το κύριο συναίσθημα του  ανθρώπου που αναζητεί την υπαρκτική ολοκλήρωση είναι, μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, η ναυτία και η αηδία –ενώ για τον Αλμπέρ Καμύ, η τραγική κατάσταση του  «ξένου» και του  «Σισύφου».

Μια μαρτυρία του  Ζαν-Μισέλ Μανσιόν, παλιού φίλου και συντρόφου του  Ντεμπόρ από τα χρόνια του  λετρισμού, είναι διαφωτιστική εδώ και κατά την γνώμη μου ειλικρινής:

Στον Γκυ υπήρχε η αναζήτηση μιας απάντησης, η θέληση να πάει κανείς πιο πέρα από την εξέγερση, κι αυτό ήταν το συναρπαστικό (…) Ο Γκυ ήταν ωστόσο ένας άνθρωπος θλιμμένος. Είχε μια αρκετά πεσιμιστική θεώρηση του  μέλλοντος, έστω κι αν αυτό δεν τον εμπόδιζε να αγωνίζεται. Δεν ξέρω αν μπορούμε να πούμε ότι ήταν διχασμένος αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι πίστευε αληθινά στη δυνατότητα ανατροπής του  κόσμου. Πίστευε απόλυτα στην ανάγκη να την προσπαθήσει κανείς, κι εδώ ήταν σωστός, αλλά κατά βάθος ήταν μάλλον πεσιμιστής. (La Tribu, εκδόσεις Allia, 1998).

Ας θυμηθούμε επίσης εδώ την αναφορά του Ντεμπόρ (στον Πανηγυρικό) στον Εκκλησιαστή και στον Ομάρ Καγιάμ. Είναι λοιπόν δυνατόν να παραγνωρίζεται όλη αυτή η τροφή σκέψης, που σημάδεψε τον Γκυ Ντεμπόρ, και να τον στενεύει κανείς στα μέτρα μόνο του Χέγκελ, του Μαρξ και του Λούκατς;

Το πάσχον υποκείμενο και ο χρόνος

Εάν έπειτα από όλα αυτά δούμε την εικόνα του  υποκειμένου στον Ντεμπόρ, καταλαβαίνουμε ότι ο Γιάπε κάνει λάθος όταν νομίζει πως ο Ντεμπόρ και οι καταστασιακοί, όταν μιλούν για «αλλοτρίωση», «επικοινωνία» και «διάλογο», υπονοούν οπωσδήποτε ένα «υγιές» υποκείμενο, ένα «φύσει» υποκείμενο και ότι υιοθετούν μια «οντολογική» (ή μάλλον «φυσικαλιστική») σύλληψη του  υποκειμένου.

Ο Γιάπε φαίνεται να παραβλέπει, συν τοις άλλοις, το σημαντικό γεγονός ότι ο Ντεμπόρ ήταν ένας άνθρωπος που έπινε πολύ και συνειδητά, μέχρι και την πλήρη αυτοκαταστροφή του, όπως το είπε και ο ίδιος. Ας το συνδέσουμε αυτό με τη συνταύτιση του  ανθρώπου με τον «ανεπίστρεπτο χρόνο», την «ασυνεχή αντίληψη της ζωής», την υπαρξιακή μελαγχολία και την απουσία αισιόδοξων ντετερμινιστικών βεβαιοτήτων για την ιστορία. Τότε θα δούμε ότι, κατά ένα πολύ σημαντικό μέρος της σκέψης τους, ο Ντεμπόρ και οι καταστασιακοί δεν συλλαμβάνουν το υποκείμενο αποκλειστικά και μόνο χεγκελιανά, ούτε μαρξιστικά. Πώς ακριβώς το συλλαμβάνουν όμως;

Εδώ δυστυχώς δεν μάς βοηθούν οι ίδιοι γενικά, ούτε ο Ντεμπόρ ειδικότερα. Όχι επειδή δεν το θέλησαν, αλλά επειδή δεν μπόρεσαν να το αποσαφηνίσουν. Ο μαρξισμός του Ντεμπόρ, με την εμπιστοσύνη στην «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» και με τον αγωνιστικό του βολονταρισμό, όπως και η δηλωμένη «μεγαλομανία» του και το γητευτικό παιχνίδι του με τις εντυπώσεις, τον έστρεφαν διαρκώς —σαν μια αντίρροπη δύναμη, θα έλεγε κανείς, προς αυτήν της υπαρξιακής αγωνίας— προς την ιδέα ενός θριαμβεύοντος υποκειμένου, ενός υποκειμένου μάλιστα «απολύτως συνεκτικού», που υποτίθεται πως «έκανε ό,τι ήθελε και ήθελε ό,τι έκανε», και που ασφαλώς ήταν πολύ λίγο καταστασιακό, ελάχιστα σύμφωνο με μια «ασυνεχή αντίληψη της ζωής» και την ποιητική μελαγχολία, ενός υποκειμένου που στο τέλος αφήνεται ανερυθρίαστα και μάλλον θλιβερά να κάνει τον «αυτό-πανηγυρικό» του. Θλιβερά, διότι με αυτό τον τρόπο (και αυτό είναι ιδιαίτερα φανερό στον Ντεμπόρ), η υπαρξιστικής έμπνευσης καταστασιακή σύλληψη του  υποκειμένου στριμωχνόταν στην καλλιτεχνική πλευρά τους, για να αποδυναμωθεί δραστικά  −χωρίς ωστόσο να σβήσει ολότελα− με τη διαγραφή των καλλιτεχνών από το 1962 κι έπειτα.

Είδαμε ωστόσο ότι η «υπαρξιακή» σκέψη συλλαμβάνει το υποκείμενο ως ένα υποκείμενο που αγωνίζεται αβέβαια να ολοκληρωθεί υπαρκτικά, βιώνοντας μέσα στον κόσμο μελαγχολία, απελπισία, αγωνία, αηδία, ξενότητα και ένα σισύφειο έργο, και όχι σαν ένα θριαμβεύον «φύσει υγιές» υποκείμενο. Είδαμε, με άλλα λόγια, ότι η σκέψη αυτή συλλαμβάνει το υποκείμενο ως ένα πάσχον υποκείμενο.

Να το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν : το πάσχον υποκείμενο του Ντεμπόρ και των καταστασιακών δεν είναι εκ φύσεως «πλήρες» και οντολογικά ξένο προς την αλλοτρίωση, δεν είναι «υγιές». όπως ατυχώς φαντάζεται ο Γιάπε.  Ωστόσο, δεν είναι ούτε και ένα υποκείμενο απόλυτα υποταγμένο στην αλλοτρίωση, όπως το υποκείμενο που επίσης φαντάζεται ο Γιάπε μιλώντας για την πλήρη κατάληψη του  «ασυνειδήτου» από το «προτσέσο της αφαίρεσης».

Το πάσχον υποκείμενο δεν είναι ούτε εντελώς υγιές, ούτε εντελώς άρρωστο, ούτε ολοκληρωτικά ξένο προς την αλλοτρίωση, ούτε ολοκληρωτικά καθημαγμένο από αυτήν. Βρίσκεται μάλλον σε μια «τρίτη» κατάσταση ως προς την «υγεία» και την «αρρώστια», την οποία δεν μπορούμε να αντιληφθούμε όσο μένουμε εγκλωβισμένοι στο κλασικό σχήμα όπου «το Α δεν μπορεί να είναι μη-Α, του  τρίτου αποκλειομένου».

Η έκλειψη του πάσχοντος υποκειμένου στον Ντεμπόρ

Αυτό το πάσχον υποκείμενο −το οποίο ανιχνεύεται στον Ντεμπόρ όπου υπάρχει διάχυτη, έστω και υπόγεια, η υπαρξιακή μελαγχολία− δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί με μια χεγκελιανή αισιοδοξία στην «αναγκαία αλλοτρίωση» του  χρόνου, όπως φαίνεται να σκέφτεται ο Γιάπε. Διότι, αντίθετα από τον Χέγκελ, στην υπαρξιακή οπτική ο χρόνος και η πορεία του  υποκειμένου δεν είναι μια πορεία με λίγο-πολύ εξασφαλισμένο το αίσιο τέλος. Είναι μια πορεία ασυνεχής. «Ασυνεχής», όχι με την έννοια του  ασυνάρτητου, όχι με την έννοια μιας διαρκούς εναλλαγής «ρόλων», την οποία ευλογεί η σημερινή κυρίαρχη μηδενιστική ιδεολογία της αυτάρεσκης «ρευστότητας» και του χαρωπού υπαρξιακού «χάους», αλλά με την τραγική έννοια του πάσχοντος ανθρώπινου όντος.

Αν λοιπόν πάρουμε υπόψη μας ότι η «υπαρξιακή» ιδέα του πάσχοντος υποκειμένου και της ασυνεχούς αντίληψης της ζωής ανήκει στις προϋποθέσεις της αγωνιστικής καταστασιακής σκέψης, τότε θα καταλάβουμε καλύτερα μια σειρά από μη-μαρξιστικές έννοιες, τις οποίες προσπάθησαν να φέρουν στο προσκήνιο οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ —έννοιες όπως η γιορτή, η πολυτέλεια, η κοινότητα, ο διάλογος και η επικοινωνία. Διότι αυτές ακριβώς οι έννοιες, που ο Γιάπε προσπερνάει αλόγιστα, φαίνεται πως ήταν γι’ αυτούς η «γέφυρα» ανάμεσα στην υπαρξιακή μελαγχολία και τη μαρξιστική ιστορική αισιοδοξία. Τι άλλο μπορεί να είναι λ.χ. η «κατασκευή καταστάσεων», ή η «γιορτή», από μια συλλογική συνάντηση πασχόντων υποκειμένων, η οποία διαρρηγνύει εκρηκτικά αλλά «ασυνεχώς» τον κόσμο της αλλοτρίωσης; Χρειάζεται να το υποθέσουμε; Μα αυτό ακριβώς μάς βεβαιώνουν τα ίδια τα γραπτά των νεαρών λετριστών και των πρώτων καταστασιακών.

Είναι αλήθεια ότι όταν ο Ντεμπόρ συνδέει την ασυνεχή αντίληψη της ζωής και το υποκείμενο με μια υπεραξίωση της «στιγμής», κάνει ένα σφάλμα (παρασυρμένος ίσως από τον Ανρί Λεφέβρ και τη θεωρία του των «στιγμών»), στο οποίο δεν είχε υποπέσει ο Κίρκεγκωρ. Πράγματι, όπως επισημαίνει ο Γιόρν στο Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, τον Κίρκεγκωρ «η καθαρή στιγμή είναι ένα τρελό όνειρο και μια μάταια ελπίδα». Διότι γι’ αυτόν, η ασυνεχής αντίληψη της ζωής δεν συνεπάγεται μια υπεραξίωση της «στιγμής» αλλά, όντας άρρηκτα δεμένη με την «απελπισία», αξιώνει τη «σωτηρία», την «ολοκλήρωση» του πάσχοντος ανθρώπινου όντος, την υπαρκτική του πληρότητα δηλαδή και όχι κάποια, πάντοτε αβέβαια, επιμέρους επιτεύγματά του.

Από την άλλη μεριά, είναι επίσης αλήθεια ότι ο Ντεμπόρ, στην πολιτική απόπειρά του να αντιπαραθέσει στο «θέαμα» ένα θεαματικά ισχυρό «αντίπαλο δέος» και μια βεβαιότητα περί της τελικής «λύτρωσης», έσπρωξε από μόνος του σε κάποιου είδους αφάνεια αυτή την πλευρά της καταστασιακής σκέψης. Το πάσχον υποκείμενο δεν είχε θέση σε αυτή την απόπειρα, την οποία παρουσίασε με καθαρούς όρους δύναμης, βεβαιότητας, «υγείας», τόσο στο πεδίο της θεωρίας (όπου η «ασυνέχεια» αντικαταστάθηκε από μια ειδωλολατρία της «συνοχής»), όσο και στο οργανωτικό επίπεδο, όπου ο Ντεμπόρ βάλθηκε, κατά το πρότυπο ενός Μπαμπέφ, να παρουσιάζει την Καταστασιακή Διεθνή, ακόμα και εναντίον κάθε πραγματικότητας, σαν μια απολύτως «μη-θεαματική συνωμοσία των Ίσων» —μέχρι τη στιγμή τουλάχιστον όπου, εκ των πραγμάτων, αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ουδέποτε υπήρξε ισότητα στην οργάνωσή του [13].

Επιπλέον είναι γεγονός ότι, από ένα σημείο κι έπειτα τουλάχιστον, ο Ντεμπόρ έκανε το παν ώστε να διαβεβαιώσει ότι ουδέποτε υπήρξε ο ίδιος ένα «πάσχον υποκείμενο» (όπως αυτό που τόσο ποιητικά μάς έδωσε π.χ. στις ταινίες του για το Πέρασμα μερικών προσώπων… ή την Κριτική του  διαχωρισμού, κατά το 1960-1961), αλλά ότι υπήρξε αντίθετα απόλυτος «κύριος και αφέντης» κάθε στιγμής της ζωής του (π.χ. στον Πανηγυρικό), αν όχι και της ζωής άλλων ανθρώπων, όπως στην αφάνταστα άκομψη αναφορά του στο προ πολλού νεκρό φίλο και  μαικήνα του Gerard Lebovici, στην εισαγωγή του στο βιβλίο του Des Contrats [14] (βλ. Για τον ντεμπορισμό).

Με αυτή την έννοια, ο Γιάπε είναι κάπως δικαιολογημένος που αγνοεί αυτήν την καταστασιακή πλευρά της σκέψης του  Ντεμπόρ και τις βαθύτερες προϋποθέσεις της. Κατά κάποιον τρόπο, παρασύρθηκε εδώ από τον ίδιο τον Ντεμπόρ, από την ίδια την αποτυχία του Ντεμπόρ να διατηρήσει τον πλούτο του  αρχικού καταστασιακού εγχειρήματος, από την ίδια αποτυχία των καταστασιακών να παραμείνουν καταστασιακοί.

Συμπέρασμα

Συνδέοντας το υποκείμενο με το χρόνο, οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ ευδόκησαν προς στιγμή μια ασυνεχή αντίληψη όχι μόνο του  χρόνου αλλά και του  υποκειμένου. Ψάχνοντας λοιπόν να βρούμε πώς εννοούσαν το υποκείμενο, δεν θα βρούμε τόσο μια οντολογία του  «υγιούς» υποκειμένου, όπως αυτή που εντοπίζει ο Γιάπε (και ασφαλώς με τίποτα μια μεταφυσική του  «ενστίκτου της επιβίωσης»).

Θα βρούμε κυρίως μια άλλη, πολύ διαφορετική και πολύ αξιόλογη σύλληψη του  υποκειμένου, μέσα από την οποία μπορούμε να καταλάβουμε πολύ καλύτερα το νόημα που πήγαν να δώσουν στην «κατασκευή καταστάσεων», τη «γιορτή», την «πολυτέλεια», το «διάλογο» και την «επικοινωνία».

Αν και είναι θεμιτό να πούμε ποια «θέματα» οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ έφεραν και πάλι στο τραπέζι, θα ήταν σφάλμα να τους αποδώσουμε κάτι περισσότερο απ’ όσα οι ίδιοι μπόρεσαν να επεξεργαστούν. Αλλά θα ήταν επίσης σφάλμα να του αποδώσουμε κάτι λιγότερο, όπως κάνει σε αυτό το βιβλίο του ο Άνσελμ Γιάπε.

Γιάννης Δ. Ιωαννίδης

Ιανουάριος 2003

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Γκυ Ντεμπόρ και Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι, Το Αληθινό Σχίσμα στη Διεθνή, στο «Θέσεις πάνω στην καταστασιακή Διεθνή και τον καιρό της», § 45 (Ελεύθερος Τύπος, 1981).

[2] Δεν είναι επιφώνημα. Ο Ιταλός κομμουνιστής Amadeo Bordiga (1889-1970) θεωρούσε ότι ο καπιταλισμός, σαν ένα είδος φυσικού κατακλυσμού, βάζει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση και τη ζωή των προλετάριων, και ότι αρκεί το ένστικτο της επιβίωσης για να ξεσηκωθούν και να φτιάξουν μια κομμουνιστική κοινωνία. Στο Σχόλιο πάνω στο βιβλίο του Ζιλ Ντωβέ έχω δείξει πιο διεξοδικά το αβάσιμο αυτής της ιδέας. Πολύ περιληπτικά: το «ένστικτο της επιβίωσης» μπορεί μεν να κάνει κάποιους να ξεσηκωθούν, αλλά όχι και να οικοδομήσουν μια καλύτερη, ελεύθερη κοινωνία.

[3] Βλ. Καρλ Κορς, Γιατί είμαι μαρξιστής (Ύψιλον/βιβλία, 1980) και Μαρξισμός και φιλοσοφία (Ύψιλον/βιβλία, 1981).

[4] Ο τίτλος αυτού του κεφαλαίου είναι «Το προλεταριάτο σαν υποκείμενο και σαν αναπαράσταση». Αυτή η τελευταία λέξη στα γαλλικά είναι représentation, που σημαίνει και παράσταση-αναπαράσταση, αλλά και αντιπροσώπευση-εκπροσώπηση. Να σημειώσω όμως ότι ο Ντεμπόρ δεν είναι κατά της αντιπροσώπευσης γενικά, ούτε κατά της δημοκρατίας γενικά (βλ. π.χ. ΚτΘ, § 116, 103, 121).

[5] Βλ. π.χ. τα Σχόλια πάνω στην κοινωνία του θεάματος (Ελεύθερος Τύπος, 1988).

[6] Βλ. π.χ. τους ανεκδιήγητους Πανηγυρικούς του (ο πρώτος κυκλοφόρησε από τον Ελεύθερο Τύπο, 1995).

[7] Το Ξεπέρασμα της Τέχνης, Πρόλογος του μεταφραστή στη β’ έκδοση (Ύψιλον/βιβλία, 1999) και Γ.Δ. Ιωαννίδης, «Για τον ντεμπορισμό» (2001-2006).

[8] Έννοια που εισήγαγε ο Άσγκερ Γιόρν αντιπαραθέτοντάς την στην «άνεση» (βλ. Περί Μορφής. Σκιαγραφία μιας μεθοδολογίας των τεχνών, Νησίδες, 2002).

[9] Ουρλιαχτά υπέρ του Σαντ (1952, ελληνικά Οξύ, 1995), Για το πέρασμα μερικών προσώπων… (1959), Κριτική του διαχωρισμού (1961).

[10] Βλ. Ζ.-Π. Σαρτρ, Situations (Καταστάσεις, 1947 κ.ε.). Ένα άλλο μέρος (βλ. τα «Ντοκουμέντα σχετικά με την καταστασιακή ιστορία, 1» στην ιστοσελίδα happyfew), είναι μια αναφορά του Λέοντα Τρότσκι. Να επισημάνω, ότι και η έννοια της «περιπέτειας» συνδέεται στενά με τον υπαρξισμό του Σαρτρ.

[11] Το πιστοποιούν και οι αναφορές του Γιόρν σ’ αυτόν και στον Ντεμπόρ στο «Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός» (1964, Αλήστου Μνήμης, 2003).

[12] Βλ. το Περί Μορφής.

[13] Βλ. χαρακτηριστικά Το αληθινό σχίσμα στη Διεθνή.

[14] Γ.Δ. Ιωαννίδης, «Για τον ντεμπορισμό».

 

Πηγή: dangerfew

Χιλή: Ανάληψη ευθύνης για εμπρηστική επίθεση σε εταιρείες.

Maule, Χιλή: Εμπρηστική επίθεση στις εταιρείες Áridos Bullileo και Asfaltos Maule.

Αναλμβάνουμε την ευθύνη για το διενηργημένο σαμποτάζ την νύχτα της 18ης Σεπτέμβρη εναντίον των εταιρειών Áridos Bullileo και Asfaltos Maule, ιδιοκτησία της οικογένειας Vega-Ruiz. Η εν λόγω οικογένεια, συσσώρευσε τον πλούτο της με τίμημα την καταστροφή του οικοσυστήματος και την διακινδύνευση των ζωών μας. Επισήμως διαμηνύουμε πως δεν υφίσταται αθώος πλούτος, πως οποιοσδήποτε κάτοχος κεφαλαίου διένυσε ένα μονοπάτι κατάχρησης και στρεψοδικίας, βάσιμη αφορμή για να τον καταστήσει στόχο. Γνωρίζουμε το πλούσιο ιστορικό της οικογένειας αναφορικά με την κακομεταχείριση εργατών και την υποβάθμιση του τοπικού οικοσυστήματος.

Καταγγέλλουμε την συνενοχή της στην λεηλασία του περιβάλλοντος, σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της περιοχής αυτής εν ονόματι Χιλή.

Το αποτέλεσμα της δράσης ήταν η ολοσχερής καταστροφή:
3 Φορτηγών αναδευτήρων
2 Φορτηγών Χοάνης
1 Φορτηγού τρακτέρ
1 Τρακτέρ
1 Κινητή μονάδα ταξινόμησης ( εικονίζεται στην πάνω φωτογραφία )
1 Εκσκαφέα

Για να συντομεύσουμε τον απολογισμό, το ποσό της ζημιάς ανήλθε στο ύψος των 800 εκατομμυρίων pesos [ περίπου 835.000 ευρώ με τα σημερινά δεδομένα ανταλλαγής στμ.]

Προ της 18ης Οκτώβρη του 2019, [ ημέρα έναρξης της τεράστιας κοινωνικής εξέγερσης στην Χιλή ] οι εργαζόμενοι των προαναφερθέντων εταιρειών κινητοποιήθηκαν απαιτώντας καλύτερους μισθούς και μεταχείριση από τους ιδιοκτήτες. Μετά από έναν μήνα πάλης, η οικογένεια Vega-Ruiz, επίλυσε την σύγκρουση εξαγοράζοντας το κεφάλι της ένωσης, έναν προδότη, απολήγοντας έτσι στην υποχώρηση των εργαζομένων και προχωρώντας έπειτα σε αδικαιολόγητες μαζικές απολύσεις. Οι αντισυνδικαλιστικές πρακτικές αυτών των ανθρώπων είναι συνεχείς και μέρος της μόνιμης διαφθοράς συντηρούμενης από την εργασιακή επιθεώρηση και τις τοπικές μεγάλες επιχειρήσεις.

Η προέλαση της περιβαλλοντικής εκμετάλλευσης σε αυτήν την περιοχή δεν περιορίζεται στην παραγωγή αδρανών υλών, στις οποίες επιτεθήκαμε, την παρατηρούμε εξίσου στην εταιρία COEXCA, στην εγκατάσταση της δασοκομικής εταιρίας Arauco – υπεύθυνη για την ισοπέδωση των δασών στο WALLMAPU – και στην καταστροφή του υδροβιότοπου Ayuwün από την μεσιτική εταιρεία (real estate)Alborada. Αυτά, ξεδιπλώνουν ένα αυτόχρημα δομημένο πλάνο για την καταστροφή των περιοχών μας εκ μέρους των επιχειρηματιών. Των ιδιοκτητών της χώρας, αυτών που αντιλαμβάνονται τους τόπους μας αποκλειστικά σαν ευκαιρία να αυξήσουν τον πλούτο τους. Μπορεί να ήταν διαφορετικά στην βόρεια-κεντρική ζώνη ( στην Petorca, για παράδειγμα ), μα δεν έχουμε τα περιθώρια να συνεχίσουμε να ατενίζουμε αμέτοχοι την καταστροφή του περιβάλλοντος, αιτία που στην τελική μας εμπνέει να αντιλαμβανόμαστε την αχανή περιοχή υπό την κατοχή του Χιλιανού κράτους εν είδει θυσιαστήριας ζώνης. Από τον βορά στον νότο και από την θάλασσα ως τις Άνδεις, οπουδήποτε κατοικούν άνθρωποι, μία ανελέητη εξορυκτική διαδικασία διαδραματίζεται, ευνοώντας περισσότερο τα συμφέροντα του κεφαλαίου εις βάρος της ζωής των ανθρώπων και του οικοσυστήματος. Βρισκόμαστε σε ένα σημείο δίχως γυρισμό, όπου ο μοναδικός εναπομείναντας δρόμος για μας τους ανθρώπους είναι να οργανωθούμε και να αγωνιστούμε, να αναλάβουμε δράση, να σχηματίσουμε μαχητικές ομάδες εξαπολύοντας Σαμποτάζ.

Υπό αυτό το πρίσμα, το σαμποτάρισμα των εταιρειών αδρανών υλών “Bullileo” και “Asfaltos Maule” ανταποκρίνεται σε ένα μοτίβο πρωτοβουλιών ευκταίο να δούμε να διαδίδεται και να πολλαπλασιάζεται σε κάθε γωνία όπου Κράτος και Κεφάλαιο απειλούν την ζωή. Το γεγονός πως η εν λόγω δράση επαναλήφθηκε στην περιοχή La Obra, στην Linares, όταν ένα σαμποτάζ έλαβε χώρα εναντίον μιας εξορυκτικής γεωργικής εταιρίας μια μέρα πριν την αρχή της συγκομιδής, μας γεμίζει με ελπίδα.

Αποτελούμε κομμάτι της μαχόμενης νεολαίας που έχει δει πως οι παραδοσιακές οργανωτικές δομές δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν σε αυτήν την τροπή. Πολιτική, παρωχημένη με τον σχεδιασμό της να παλλινδρομεί μεταξύ αναζήτησης συμφωνιών και παραίτησης συμφυρμένων με έναν ανατρεπτικό λόγο αδύναμο να οδηγήσει πουθενά. Γι’ αυτό επενδύουμε στην ανάγκη να συγκροτήσουμε πραγματικές ομάδες δράσης, οι οποίες θα περάσουν στην επίθεση μέσα από τις φλόγες της αυτονομίας. Η αποφασιστικότητα μας οφείλει να προσανατολιστεί προς την όξυνση της σύγκρουσης, δια συμπαγούς τρόπου, με όσους αυταπατώνται πως είναι τα αφεντικά της χώρας και μας παρασύρουν, παρέα με τις επιχειρήσεις τους, στην δίνη μιας σπειροειδούς μιζέριας και επισφάλειας: ας μάθουν οι κερδοσκόποι της δημοκρατίας πως δεν θα υποκύψουμε: οι αξίες μας δεν είναι διαπραγματεύσιμες, τα εγχειρήματα μας δεν θα υποπέσουν στην παγίδα του μικρότερου κακού.

Τιμή και δόξα στον πεσόντα της Οκτωβριανής εξέγερσης, José Miguel Uribe Antipán. Μία θερμή αγκαλιά επίσης στους αδερφούς Avaca
Mancilla(https://darknights.noblogs.org/post/2021/06/14/chile-two-comrades-arrested-for-explosive-attack-on-police-station-in-talca/) αγέρωχους φυλακισμένους του πολέμου των φτωχών.

Λευτεριά για όλους τους πολιτικούς κρατούμενους της εξέγερσης του Οκτώβρη, τους ανατρεπτικούς φυλακισμένους και το έθνος των Mapuche.

ΤΟ MAULE ΟΡΓΑΝΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΕΞΟΡΥΞΕΙΣ!

Αυτόνομη Επαναστατική Ομάδα του Maule

Πηγή: darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

Μπροσούρα – Το άρωμα της φωτιάς: Η Οργή της Απόγνωσης σε έναν Τριπολικό κόσμο – Gustavo Rodríguez [I am Dynamite Editions]

”Το θειώδες άρωμα από την καύση της βενζίνης και των παράγωγων της, προκαλεί μία αλάθητη οσφρυτική αίσθηση που διεγείρει μία συγκεκριμένη παροδική κατάσταση έκστασης και ασυνείδητα μας αποστέλλει μία διαδοχή συνυφασμένων μεταξύ τους εικόνων φορέων αστείρευτης απόλαυσης: ένα φλεγόμενο τμήμα, μία φυλακή απανθρακωμένη, ένα συγκρότημα κεραιών αποκαΐδια, ένα πυρπολημένο περιπολικό ή ένα καμένο εμπορικό κέντρο. Αυτό το γίγνεσθαι-φωτιά – η οποία φωτίζει τον νυχτερινό ουρανό – προσφέρει μία λυτρωτική ταραχή που κανένα άλλο μέσο, καμία πολεμική μηχανή, δεν μπορεί να αναδείξει. Μία χειρονομία καινοτόμα ώστε να γίνει η αναρχία αισθητή μέσα από φωτιές καταστροφής.

– Gustavo Rodríguez

Διαδικτυακή Μπροσούρα στα Αγγλικά: Το άρωμα της φωτιάς σε έναν τριπολικό κόσμο.

Οι εκδόσεις I am Dynamite παρουσιάζουν την πρώτη τους έντυπη δημοσίευση της πολυαναμενόμενης μετάφρασης στα Αγγλικά του έργου του αναρχικού συντρόφου Gustavo Rodríguez: Το άρωμα της φωτιάς: Η Οργή της Απόγνωσης σε έναν Τριπολικό κόσμο ( επανεξετάζοντας τον αγώνα από μία αφορμαλιστική αναρχική προοπτική).

Με την πρώτη μας δημοσίευση εκκινούμε το εκδοτικό μας εγχείρημα αποβλέποντας στην προώθηση της άτυπης εξεγερσιακής αναρχικής πράξης και
της Μαύρης Αναρχίας.

Περισσότερο από ποτέ ορθώνεται η ανάγκη για ανάλυση και κριτική των περασμένων, των σημερινών και των μελλοντικών συστημάτων κυριαρχίας, ομοίως και των αγώνων εναντίον τους. Αυτή είναι η συνεισφορά μας στην νεοεμφανιζόμενη εν εξελίξει εξεγερσιακή σύγκρουση, για το καταστροφικό τέλος του υπάρχοντος.

Μελλοντικές δημοσιεύσεις θα ακολουθήσουν…

Εκδόσεις I am Dynamite

iamdynamiteeditions[at]riseup.net

Υ.γ: Με καθυστέρηση εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη και την διαρκή αναρχική μας συνενοχή σε όσους συντρόφους μας βοήθησαν στο μακρύ και δύσβατο αυτό ταξίδι να δημιουργήσουμε τις εκδόσεις. Κάλλιο αργά παρά ποτέ!

Πηγή:darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

 

*Υστερόγραφο των μεταφραστών. Η μετάφραση της μπροσούρας στα Ελληνικά έχει ήδη αναληφθεί από συντρόφους και συντρόφισσες.

Μηδενιστική Πρωτοβουλία για την 6 Δεκέμβρη : Απολογιστική 6ης Δεκέμβρη

“Η άγρια επανάσταση είναι μια περιπέτεια.Είναι η θαρραλέα εξερεύνηση της πιθανότητας να ξαναμετατραπούμε σε άγριους. Μας παίρνει σε άγνωστες περιοχές για τις οποίες δεν υπάρχει χάρτης.Μπορούμε να γνωρίσουμε αυτές τις περιοχές μόνο αν τολμήσουμε να τις εξερευνήσουμε με την όρασή μας. Πρέπει να τολμήσουμε να καταστρέφουμε οτιδήποτε καταστρέφει την αγριότητά μας και να δράσουμε βασισμένοι στο ένστικτο και τις επιθυμίες μας”
– Feral Faun

 

Ο αέρας μύρισε και φέτος Δεκέμβρη, αν κι όπως πάντα, αυτό δε σημαίνει για όλους το ίδιο.
Από τη μια πλευρά νοικοκυραίοι στολίζουν τα σπίτια τους, η χώρα βάζει τα “καλά” της, οι δρόμοι γεμίζουν φωτάκια και χριστουγεννιάτικες καρικατούρες, και μια ντουζίνα ανεγκέφαλοι καλικάντζαροι στέκονται σούζα κάτω από το δέντρο του Αγιοβασιλη Μπακογιάννη στην Αθήνα.
Από την άλλη, ορισμένες μαυροντυμένες μειοψηφίες ανά την Ελλάδα αποφασίζουν να μαζευτούν, να συμπράξουν, να συνωμοτισουν και να ετοιμάσουν την δική τους απάντηση στο Χριστουγεννιάτικο φιάσκο, κόντρα στην υπερκαταναλωτική μανία και την ασφάλεια των προσκυνητών και των προσκυνημένων.

Χωρίς να έχουμε σκοπό να μπούμε σε βαθύτερες διαδικασίες σύγκρισης, θα θέλαμε να πούμε πως, κατά την εκτίμησή μας, ο φετινός Δεκέμβρης στη Θεσσαλονίκη ήταν αρκετά δυναμικότερος από όσα είχαμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Οι περσινές απαγορεύσεις και οι κρατικοί κανιβαλισμοί έναντι μέχρι και μεμονωμένων ανθρώπων, φίλων ή καθηγητών του Αλέξη που θέλησαν να αφήσουν ένα λουλούδι στο σημείο που δολοφονήθηκε, δε κατάφεραν να μας φοβίσουν. Αντιθέτως, μας πεισμωσαν παραπάνω και βάλανε λάδι στη φωτιά, υπενθυμίζοντάς μας τους λόγους που θρέφουμε τόσο μίσος.

Το κλίμα ήταν εξαρχής τεταμένο.
Μέχρι και η καταρρακτώδης βροχή λίγο πριν τη πορεία συμβόλισε για μας το θρήνο για τους αμέτρητους δολοφονημένους από την εξουσία ανθρώπους και συντρόφους μας.
Ήδη από τη στιγμή που συγκεντρωνόταν ο κόσμος στη Καμάρα, υπήρχε μια διάχυτη ένταση στην ατμόσφαιρα. Πολίτες άνοιγαν το βήμα τους για να φτάσουν γρήγορα στο σπίτι τους για να αποφύγουν να βρεθούν ανάμεσα στα επεισόδια, καταστηματάρχες ετοιμάζονταν να κλείσουν τα ρολά τους, κι οι τυπικοί συστημικοί καραγκιοζοπαίχτες είχαν ήδη ξεκινήσει τα δακρυβρεχτα λόγια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, περί περιουσιών που καταστρέφονται και αμαξιών που καίγονται από τους γνωστούς αγνώστους.

Η φετινή μαζικότητα της πορείας και ειδικά του μαύρου μπλοκ ήταν εμφανέστατη. Η οργή ήταν διάχυτη και η ατμόσφαιρα μύριζε βενζίνη. Η διαδρομή της φετινής πορείας ευτυχώς μας γλύτωσε από τη συνάντηση με ορισμένους μετριοπαθείς εξεγερμένους της αριστεράς, που σα γνήσιοι πασιφιστές αποφάσισαν να συγκεντρωθούν σε άλλο σημείο της πόλης, προφανώς επιθυμώντας να διαχωρίζουν τη θέση τους από τους χαλέους φετιχιστές της βίας. “Και ορθώς έπραξαν”, θα πούμε εμείς.
Οι μαύρες κουκούλες καταλαμβάναν ένα αξιοσημείωτο κομμάτι της πορείας, οι διαθέσεις όλων ήταν εμφανείς εξαρχής, και οι μπάτσοι, αν και πολυπληθείς, εκτιμούμε πως κάτω από τα κράνη και τις ασπίδες τους έτρεμαν για το τι έπεται. Όπως άλλωστε ακούστηκε και κάποια στιγμή από συντρόφους “Το φάντασμα πλανάται ακόμα”.

Όταν η πορεία έφτασε και πάλι στη Καμάρα, ήταν ξεκάθαρο πως μια πύρινη καταιγίδα ήταν έτοιμη να ξεσπάσει. Μέσα σε λίγα λεπτά οι συγκρούσεις είχαν ξεκινήσει πέριξ της Ροτόντας, με κάδους να καίγονται, οδοφράγματα να στήνονται, μπάτσους να τρέχουν μπας και μαγκώσουν έστω και κάποιον άσχετο, και φιλήσυχους νοικοκυραίους να ουρλιάζουν υστερικά από τα μπαλκόνια τους τρομοκρατημένοι για την αξία που έχουν για αυτούς τα καμμένα σκουπίδια. Ίσως κάπου εκεί να βλέπουν και τους εαυτούς τους, ποιος ξέρει.
Οι συγκρούσεις απλώθηκαν χαοτικά σε διαφορετικά σημεία της πόλης, η μαχητικότητα των συντρόφων ήταν αμείωτη, κι ο φόβος έσβηνε μπροστά στο μένος. Η πόλη απέκτησε το χριστουγεννιάτικο ντεκόρ που της αξιζε, και η πορεία έκλεισε όπως ξεκίνησε, με μια ακόμη βροχή να σηματοδοτεί συμβολικά το τέλος της.
Χαιρετίζουμε τα δεκάδες συντρόφια που, ακόμη κι αν δε γνωριζόμαστε, νιώθουμε να μοιραζόμαστε μαζί τους το ίδιο πάθος, την ίδια οργή, και την ίδια αληθινή αλληλεγγύη. Στέλνουμε την αγάπη μας σε κάθε ατομικότητα που αψήφισε τους μπάτσους, τους νόμους, το κίνδυνο, και έβαλε μπουρλότο στη κανονικότητα των βολεμένων.

Παρόλαυτά, θέλοντας να κάνουμε και την ψύχραιμη αυτοκριτική μας, ως απαραίτητο βήμα για την βελτίωση των χτυπημάτων μας, οφείλουμε να επισημάνουμε πως, εφόσον οι εξεγερμένες ψυχές ακόμη υπάρχουν και δομούν ομάδες, είναι κρίμα να μην έχουμε τη κατάλληλη οργάνωση και επικοινωνία μεταξύ μας. Θα θέλαμε λοιπόν η παρούσα απολογιστική να λειτουργήσει και ως κάλεσμα για περαιτέρω συσπείρωση αναμεσά μας, ως ευκαιρία να δομήσουμε σχέσεις και να συναψουμε ισχυρότερους συντροφικούς δεσμούς. Καλούμε κάθε ομάδα, συλλογικότητα ή άτομο που το επιθυμεί, να ενταχθεί στην επίθεση, να δράσει πρωτοβουλιακά, και να συμβάλει στην δημιουργία ενός άτυπου δικτύου επίθεσης & σύγκρουσης. Θεωρούμε πως τα χτυπήματα μας οφείλουν να είναι απρόσμενα, αποκεντρωμένα, ανύποπτα και χαοτικά. Δε χρειαζόμαστε αφορμές από πλευράς του κράτους για να επιτεθούμε και να δικαιολογήσουμε ηθικά το μένος μας στο πλαίσιο κάποιας “αναγκαστικής αντιβίας”. Η ύπαρξη του υπάρχοντος συστήματος είναι από μόνη της μια συνεχής καταπίεση, μια συνεχής αφορμή για επίθεση, και η σύγκρουση με αυτό είναι για μας από μόνη της πηγή χαράς κι αυτοσκοπός.

Αλληλεγγύη στα συλληφθέντα άτομα της 6ης Δεκέμβρη!
Είτε με τις κουκούλες, Είτε με τις γραβάτες!
Λύσσα και Συνείδηση!
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΠΛΑΝΑΤΑΙ ΑΚΟΜΗ
ΚΑΙ ΣΑΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΕΙ.
Μηδενιστική Πρωτοβουλία για την 6η Δεκέμβρη

Χιλη: ‘Οι κίνδυνοι της πολυμορφίας’ Λόγια του Αναρχικού Αιχμάλωτου Francisco Solar.

Η αναζήτηση της ελευθερίας συνεπάγεται την προσπάθεια να εγκαθιδρυθούν και να αναπτυχθούν οι προσήκουσες πρακτικές. Η ρήξη με τις επιβεβλημένες κατευθύνσεις, τα δόγματα και τα προκαθορισμένα εκμαγεία είναι ουσιώδης για την οικοδόμηση αντι-εξουσιαστικών σχέσεων και την επίρρωση τους.

Η πολυμορφία με όρους δράσης ( και όχι μόνο ) περιλαμβάνεται σε αυτόν τον τρόπο κατανόησης και εφαρμογής του αγώνα. Συνιστά μία έκφραση ελευθερίας αντιτιθέμενης στις μονοδιάστατες, άκαμπτες συμπεριφορές και τις αντίστοιχες μεθόδους λειτουργίας των καθημερινών ζητημάτων ενθαρρύνοντας, στον αντίποδα, την αυτονομία και την φαντασία.

Επιπλέον, εμπερικλείει μία άρνηση της εξειδίκευσης και των ειδημόνων οι οποίοι, όπως έχουμε πολλάκις παρατηρήσει, νωρίτερα παρά αργότερα μετατρέπονται σε ηγετίσκους, μία πεφωτισμένη πρωτοπορία. Ήταν και είναι επαναλαμβανόμενο μοτίβο να παρατηρείς πως οι ένοπλοι βραχίονες διαπράττοντας σημαντικές ενέργειες αναρρίθηκαν στην ηγεσία μιας οργάνωσης, ή το πως τμήμα του κινήματος επαίρεται, δια της χρήσης όπλων, για την παρουσία του, εμφανίζοντας έναν μιλιταρισμό ο οποίος μας είναι και ξένος αλλά και εχθρικός.

Από την άλλη, η πολυμορφία έχει κατορθώσει να διευρύνει την προπαγάνδα με έναν διόλου αμελητέο τρόπο. Χρησιμοποιώντας πανό, γκράφιτι, πύρινα οδοφράγματα, εκρηκτικά και σφαίρες, οι αναρχικές ιδέες εξαπλώθηκαν, βρήκαν χώρους όπου καλωσορίστηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή. Εδώ, η σημασία αυτού που ονομάζουμε ”αναπαραγωγιμότητα της δράσης” έρχεται στο προσκήνιο, γενικώς συνυφασμένη με ”μικρές δράσεις” δίχως την μεσολάβηση  μεγάλου ρίσκου ή δίχως να προαπαιτούν την προαναφερθέν αμφιλεγόμενη εξειδίκευση για την τέλεση τους. Οι ”αναπαράξιμες δράσεις” θα διέθεταν το πλεονέκτημα να υιοθετούνται από την οποιαδήποτε, κάτι το οποίο θα αύξανε τις πιθανότητες διεύρυνσης τους, σωρευτικά προκαλώντας μεγαλύτερο αντίκτυπο και/ή ποσοστό αποτελεσματικότητας στην επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου.

Ωστόσο, η πολυμορφία των δράσεων έχει καταστεί ένα οιονεί αλάνθαστο πρότυπο το οποίο – όπως όλα τα πρότυπα – μας εμποδίζει να δούμε παραπέρα. Έχει καταλήξει απόλυτη αλήθεια, περιστέλλοντας τον διάλογο και καθιστώντας αδύνατο να θίξεις θέματα αναγόμενα σε ”ταμπού”.

Είναι ουσιώδες, τότε, να παραμείνουμε ικανοί να εξακριβώνουμε αυτά τα δεσμά και να έρθουμε σε ρήξη με κάθε παράδειγμα πρόσφορο για την παρακώλυση της αμφισβήτησης μας ή τον περιορισμό μας με οιονδήποτε τρόπο. Είμαστε εδώ, μεταξύ πολλών άλλων πραγμάτων, για να κατεδαφίσουμε όλα τα πρότυπα.

Ένα εξ’όσων ζητημάτων αποσιωπήθηκαν ή εξοβελίστηκαν στο περιθώριο από το ”υπόδειγμα της πολυμορφίας” είναι η σημασία των πιο πολυσύνθετων και μεγάλης κλίμακας δράσεων. Ο Cospito είναι σαφής και κατηγορηματικός όταν λέει: ”Οφείλω να αναφερθώ στις ”αιφνίδιες” δράσεις επειδή κανείς δεν μιλάει γι’αυτές, δεν συγκαταλέγονται ούτε επιγραμματικά στις πιθανές επιλογές. Δεν πιστεύω πως είναι λόγω φόβου, αλλά επειδή συνήθως πιστεύεται πως προαπαιτείται να γίνει κάποια επαγγελματίας για να τις σηκώσει.”(1)

Εκτός των γενεσιουργών αιτιών του φαινομένου, αναφέρεται η παράλειψη ενός ζητήματος, κατά την γνώμη μου, θεμελιώδους.

Η εμβρίθεια τέτοιων δράσεων, καθώς και η ανάγκη να τις ενθαρρύνουμε και να τις αναλύουμε, είναι άμεσα συνυφασμένη με την εντατικοποίηση των επιθέσεων μας και της δυνατότητας να καταφέρουμε ισχυρά πλήγματα στην κυριαρχία.

Η από κοινού αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος μας επιτρέπει να μοιραστούμε οράματα και απόψεις ικανές να διανοίξουν νέα μονοπάτια και δυνατότητες. Επίσης, ενέχει την ευκαιρία να θραύσουμε στερεότυπα γενικώς συνδεδεμένα μαζί του, επί παραδείγματι την ανάγκη να είναι κάποιος ειδήμον προκειμένου να αναλάβει πιο σύνθετη δράση. Αρκεί η εμβάθυνση σε αυτό το ζήτημα για να κατανοήσουμε πως πίσω από κάθε μείζονα δράση δεν κρυβόντουσαν ”ειδικοί” ή άνθρωποι εκτός του αναρχικού περιβάλλοντος προετοιμασμένοι με ”εξειδικευμένη εκπαίδευση”. Αποδεικνύεται πως ήταν συντρόφια όπως κάθε άλλο, που συμμετείχαν ή συμμετέχουν σε δραστηριότητες όπως κάθε άλλο, τον περισσότερο καιρό επιτελώντας ”απλές” δράσεις όπως κάθε άλλο. Επιχειρώντας να αποξενώσουμε αυτά τα συντρόφια προσεγγίζοντας τα ως ”ειδικούς της βίας” ανταποκρίνεται, εν μέρει, σε κατάλοιπα αριστερίστικης λογικής που κατατμημούσε τις αγωνιζόμενες σε συγκεκριμένους ρόλους και λειτουργίες.

Από την άλλη, οι σύνθετες δράσεις συνοδεύονται από καθόλου αμελητέα ρίσκα και σημασίες εύκολο να αποβούν καθοριστικές. Διατρανώνουν την προθυμία να στοιχηματίσεις την ελευθερία και την ζωή σου καθώς και την πρόθεση να προκαλέσεις αξιοσημείωτα τραύματα και ζημιές, δηλώνοντας απερίφραστα πως δεν επρόκειτο περί παιχνιδιού ή παροδικής φάσης. Μαζί με την ενδυνάμωση του ατόμου και της συλλογικής πεποίθησης ( χρειώδη για την ανάπτυξη του αγώνα ), η βαρύτητα έγκειται και στο μήνυμα που μεταδίδεται στον εχθρό. Ένα θαλερό μήνυμα που απηχεί σοβαρότητα στην ανηλειμμένη πορεία, η οποία δεν είναι ορατή αποκλειστικά στον εχθρό και τους εκπροσώπους του μα και σε σύνολη την ταρακουνημένη από την δράση κοινωνία. Το αντίκτυπο, συνεπώς, είναι αναμφισβήτητο, διευκολύνοντας έτσι την προπαγάνδα μας να φτάσει σε ανύποπτες γωνιές, το οποίο, σε τελική ανάλυση, συνιστά έναν από τους κύριους στόχους των ισχυρών δράσεων.

Μία από τις πτυχές που με γοήτεψε και εξακολουθεί να με γοητεύει στην αναρχία είναι η ακατάβλητη προσπάθεια να μετουσιώσουμε την θεωρία μας σε πράξη, να μεταφέρουμε την συνθηματολογία στην πραγματική ζώνη του εφικτού. Και αυτό πλαισιώνεται με αυτήν την έννοια: αν μιλάμε για κήρυξη πολέμου στο κράτος, ας κινηθούμε πέρα από τις λέξεις επιδιώκοντας το. Ας επωμιστούμε το βάρος μιας πρόκλησης τέτοιας κλίμακας αναλαμβάνοντας κάθε παρεπόμενη συνέπεια.

Ταυτίζομαι απόλυτα με τα λόγια του συντρόφου Joaquín García όταν δηλώνει: Πόσο μπορούμε να μιλήσουμε για τις υποτιθέμενες ιδέες μας, ανεξαρτήτως του πόσο ριζοσπαστικές ή ακραίες μπορεί να είναι, αν δεν έχουν την παραμικρή βαρύτητα στην πραγματικότητα που αποσκοπούμε να καταστρέψουμε ή αν δεν ανησυχούν καθόλου το υπάρχον και ακόμα χειρότερα, αν είναι τόσο εύπλαστες από την κυριαρχία και αφομοιώσιμες από τις μάζες. (2)

Επισημαίνοντας τις διαφορές εντός της αναγκαίας συνύπαρξης

Αποτελούν οι μεγάλης εμβέλειας δράσεις και οι ”απλές” δράσεις ένα και το αυτό; Είναι το ίδιο πράγμα να τοποθετείς εκρηκτικά σε ένα αστυνομικό τμήμα και το να βανδαλίζεις έναν τοίχο ή να χρωματίζεις ένα πανό;

Σαφέστατα όχι. Διαφέρουν στον σχεδιασμό, στην απαιτούμενη αφοσίωση ή στα περιλαμβανόμενα διακυβεύματα. Διαφέρουν όσον αφορά τον αντίκτυπο ή τις επακόλουθες επιπτώσεις.

Ωστόσο, ”Το παράδειγμα της πολυμορφίας” ανοιχτά αντιπαρέρχεται αυτήν την διαφορά, καθιστώντας αόρατες στην πορεία τις σύνθετες δράσεις και αντανακλώντας σε άλλες τα ρίσκα και τους κινδύνους τους.

Εδώ και κάποιο καιρό, αμφότερες έχουν επενδυθεί με ισόποση βαρύτητα, η οποία κενώνει μία αναρχική πρακτική γενικά από ανάλυση και περιεχόμενα φθείροντας έτσι, ενδιαφέροντα εγχειρήματα ερειδόμενα στην επίθεση. Αναφέρομαι στην εμπειρία της FAI-IRF, η οποία, κατά την άποψη μου, έχασε πολλή απ’ την βαρύτητα και την σθεναρότητα της την στιγμή όταν οδοφράγματα, βανδαλισμοί και πανό ξεκίνησαν να αναλαμβάνονται υπό το ακρωνύμιο της. Σχετικά με αυτό, στο περιοδικό Kalinov Most βεβαιώσαμε πως ” Τα όρια του παράλογου ξεπεράστηκαν από την FAI-IRF με τις αναλήψεις ευθύνης για τον βανδαλισμό κάποιων τοίχων, χάνοντας κατ΄αυτόν τον τρόπο κάθε νόημα και έννοια των λέξεων και των σημασιών τους, δείχνοντας μας τότε και τώρα τα όρια της πολυμορφίας.” (3)

Σύνθετες δράσεις όπως η ένοπλη επίθεση στον Adinolfi και η επίθεση με αμάξι γεμάτο εκρηκτικά στα κεντρικά της Microsoft στην Ελλάδα, οι οποίες σηματοδότησαν την γέννηση του εγχειρήματος και κατέκλυσαν με ενθουσιασμό αρκετούς εξεγερσιακούς ανά τον κόσμο, σύντομα έδωσαν έδαφος σε βαμμένα πανό και λοιπές απλές δράσεις οι οποίες περιβάλλονταν από το ίδιο ύφος και ακρωνύμιο ενώ έχαιραν της ίδιας κάλυψης από τον υπέρ της ενότητας τύπο με τις εμβριθείς δράσεις. Το πρόβλημα ήταν πως τέτοιες παρεμβάσεις, δίχως την προϋπόθεση ιδιαίτερου σχεδιασμού ή την παρεμβολή κινδύνου και με φυσικά μικρό αντίκτυπο, ξεκίνησαν να επικρατούν, σύντομα καταλαμβάνοντας ένα μεγάλο τμήμα της αντιπληροφόρησης. (4)

Προφανώς, αυτό επέφερε αποτελμάτωση στις αναρχικές δράσεις, οι οποίες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν έχουν καταφέρει να βελτιώσουν την ποιότητα τους. Όπως ο Joaquín García εύστοχα επισημαίνει: ”η πολυμορφία υποκρύπτει μία παραλυτική παγίδα”(5)

”Το παράδειγμα της πολυμορφίας”, οδήγησε στην αδυναμία να κινηθούμε παραπέρα, δίνοντας προτεραιότητα στην υποδεέστερη δράση με την πρόφαση, μεταξύ άλλων, της ευνοϊκότητας της για αναπαραγωγή. Ωστόσο, η πρόκληση έγκειται στο να κάνουμε τις δράσεις μεγάλης κλίμακας αναπαράξιμες, διαπνεόμενοι από την αξίωση πως δεν απαιτούνται ειδικοί ή κάτι παρόμοιο γι’αυτό. Πως η θέληση και μόνο αρκεί.

Τέλος, θέλω αποσαφηνίσω πως κατανοώ ότι ο πολλαπλασιασμός των ”απλών” δράσεων και κατά συνέπεια η πολυμορφία, είναι απαραίτητοι για τον αναρχικό αγώνα, αλλά αυτό ( η πολυμορφία ) δεν θα έπρεπε να υπονομεύει την ύπαρξη πιο σύνθετων δράσεων με την σπασμωδική πρόφαση πως επιτελούνται από εξειδικευμένους βραχίονες, ξένους από τους αναρχικούς χώρους και τα περιβάλλοντα. Είναι χρειώδης η διατήρηση της συνύπαρξης διαφορετικών πρακτικών καθώς και της ικανότητας μας να τις αξιολογούμε γι’αυτό που είναι, το οποίο θα επιτρέψει, σε έναν συγκεκριμένο βαθμό, το διαζύγιο με το ”παράδειγμα της πολυμορφίας” και την πόρευση μας προς την εντατικοποίηση και εμβάθυνση των επιθέσεων μας.

Francisco Solar D.
Ιούνιος 2021
C.P. Rancagua

(1) Alfredo Cóspito: Απάντηση στο περιοδικό “Caligine”-2021
(2) Joaquín García: Για την ανάγκη να προικίσουμε την ζωή μας με θαλερή ζωτικότητα. Θαλερή ζωτικότητα.” Στο περιοδικό Kalinov Most τεύχος 5, Οκτώβριος 2019.
(3)”Τα μέσα, οι επαφές μας.”Αναστοχασμοί πάνω στα μέσα αντιπληροφόρησης και τον απαθή τύπο. στο Kalinov Most  τεύχος 7, Δεκέμβρης 2020, σελίδα. 29.
(4) Μία από τις λίγες εξαιρέσεις αποτελεί η σελίδα “Social War News”, ασχολούμενη αποκλειστικά με σύνθετες δράσεις, δημοσιεύοντας ανακοινωθέντα και πραγματοποιώντας αδρές αναλύσεις πάνω στην κάθε μία.
(5) Joaquin Garcia “Πάνω στην αναγκαιότητα” στο Kalinov Most , Οκτώβρης 2019

Πηγή:darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

Αλφρέντο Μαρία Μπονάννο: Τι είναι η εξέγερση;

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ;

Μία πρώτη ουσιαστική προσέγγιση

Ένα περιορισμένο μαζικό κίνημα που επιτίθεται, βίαια, ενάντια σε μια δομή της εξουσίας.

Αυτός ο προσδιορισμός είναι αρκετά κατά προσέγγιση, και κατά συνέπεια είναι αναγκαία η εμβάθυνσή του.

Μέσα σε αυτόν ξεχωρίζουν τρία στοιχεία:

α) ο περιορισμός του μαζικού κινήματος,

β) η βία της επίθεσης,

γ) η μερικότητα της δομής της εξουσίας.

Μια κριτική της εξέγερσης είναι ωστόσο πολύ εύκολη. Ένα περιορισμένο μαζικό κίνημα σημαίνει μειοψηφικό, αδύναμο και αναποτελεσματικό. Μπορεί να δεχτεί εύκολα επίθεση και να εγκληματοποιηθεί. Έπειτα συνιστά το ίδιο αντίφαση στο βαθμό που, αν είναι μαζικό, πρέπει αναγκαστικά να τείνει στην εξάπλωσή του. Στην αρχή μπορεί να είναι μικρό, και άρα να μη συμφέρει να κινηθεί σε παρόμοιες συνθήκες. Και μετά, ακόμη και αν ένα κίνημα που πράγματι αυξάνεται, που βρίσκεται στα πρώτα του βήματα ή που, για διάφορους λόγους, παραμένει περιορισμένο ακριβώς γιατί δεν βρίσκει χώρο, για να μπορέσει να κινηθεί πρέπει να πάρει μια απόφαση. Αντίθετα, στην περίπτωση του μεγάλου μαζικού κινήματος είναι ακριβώς αυτή η μεγάλη του διάσταση που το κάνει να δρα φυσικά, χωρίς να το υποχρεώνει να πάρει αποφάσεις, σαν αυθόρμητη συνέπεια της εσωτερικής ώθησης. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η επιθετική απόφαση, σε μαζικές συνθήκες πολύ περιορισμένες, είναι πάντοτε μειοψηφική. Και επειδή η απόλυτη συμφωνία σε αυτά τα πράγματα είναι υπόθεση των παραμυθιών, η απόφαση θα είναι έργο συγκεκριμένων μικρών ομάδων που δρουν στο εσωτερικό του περιορισμένου κινήματος. Όμως σε τι πράγμα θα βασιστούν οι ομάδες; Δεν θα τείνουν να γίνουν πρωτοπορία; Δεν θα καταλήξουν να επιβληθούν πάνω στη θέληση των άλλων; Δεν θα υπονομεύσουν τις ίδιες τις δυνατότητες ανάπτυξης του κινήματος;

Αυτά όσον αφορά το πρώτο σημείο. Για το δεύτερο, η κριτική μπορεί ανάλογα εύκολα να επισημάνει πως η επίθεση με μειοψηφικές δυνάμεις είναι σχεδόν πάντοτε προορισμένη στην αποτυχία. Από εδώ πηγάζουν οι τραγικές συνέπειες συνδεδεμένες με την αύξηση της καταστολής. Παραπέρα, η χρήση βίας κατά τη διάρκεια της επίθεσης δεν αποτελεί κανονική μαζική πολιτική ενέργεια, στο βαθμό που αντιστοιχεί σε μια επιλογή μέσων που δεν συμμερίζονται οι πάντες, επιλογή μιας μειοψηφίας που αποφασίζει ακριβώς τους χρόνους, τους τόπους και τους τρόπους της επίθεσης. Στην περίπτωση του βίαιου ξεσπάσματος από πλευράς των μεγάλων μαζών, το πρόβλημα δεν τίθεται, η κατάσταση στο σύνολό της μεταβάλλεται, και η βία γίνεται αυθόρμητη εκδήλωση των δυνάμεων της απελευθέρωσης.

Για το τρίτο σημείο, τέλος, η κριτική μπορεί να επισημάνει την ασημαντότητα ενός χτυπήματος ενάντια σε μια περιορισμένη δομή της εξουσίας, ενώ παράλληλα οι υπόλοιπες δομές παραμένουν άθικτες και σε θέση να συνδράμουν το πληγέν σημείο, σπεύδοντας άμεσα έτσι ώστε αποφευχθεί ο κίνδυνος. Τη μη δυνατότητα να καθοριστεί ένας περισσότερο σημαντικός στόχος από κάποιον άλλο. Σήμερα, η εξουσία δεν διαθέτει πλέον μια «καρδιά», κατά συνέπεια δεν αποτελεί σωστή επιλογή ο καθορισμός των λεγόμενων νευραλγικών σημείων του εχθρού. Τον κίνδυνο να μην είμαστε κατόπι σε θέση να περιμένουμε ώστε να πλήξουμε πιο μεγάλες ή διαφορετικές δομές με μια μονάχα ενέργεια.

Το σύνολο αυτών των κριτικών είναι αρκετά βάσιμο και αξίζει περαιτέρω σκέψη. Να σημειωθεί επίσης ότι θα μπορούσε να επεκταθεί σε διάφορες λεπτομέρειες, άλλο τόσο λογικές και άξιες θεώρησης.

Πρέπει όμως ταυτόχρονα να ειπωθεί ότι μέσα σε αυτές τις ανησυχίες δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά στις θετικές απόψεις και στα συγκεκριμένα όρια του εξεγερσιακού γεγονότος.

Ας τις εξετάσουμε συγκρίνοντάς τις με τις παραπάνω κριτικές:

α) Η εξεγερσιακή απόφαση δεν σπαταλά τις συσσωρευμένες κατά τη διάρκεια της επαναστατικής έντασης ενέργειες, στο βαθμό που ολοκληρώνει με ένα συγκεκριμένο στόχο τη σειρά των προσπαθειών που, μακροπρόθεσμα, απειλούν να πέσουν στο κενό.

β) Η βία της επίθεσης αιφνιδιάζει σχεδόν πάντοτε τον εχθρό που έχει καθορίσει τους χρόνους της κοινωνικής διαπραγμάτευσης πάνω στο δημοκρατικό πεδίο και δεν αναμένει την προσφυγή σε διαφορετικά όπλα.

γ) Ο στόχος καθαυτός, θεωρούμενος σαν δομή διασυνδεμένη με το σύνθετο θεσμικό πλέγμα, είναι μηδαμινό πράγμα. Όμως δεν χρειάζεται να ξεχνάμε το πλεονέκτημα της αναπαραγωγής που διαθέτει το εξεγερσιακό γεγονός (με προϋπόθεση να πραγματοποιηθεί με συγκεκριμένους τρόπους ούτως ώστε να είναι δυνατό να προταθεί σαν αναπαράξιμο γεγονός).

Όσον αφορά τις θετικές απόψεις, ας περάσουμε τώρα στα συγκεκριμένα όρια:

α) Η συμμετοχή στο εξεγερσιακό γεγονός συνδέεται με την απήχηση των οργανώσεων που συμμετείχαν στην προπαρασκευή του, δηλαδή με τον τρόπο που αυτές αντιδρούν μπροστά από την επιλογή του στόχου, στη χρήση συγκεκριμένων μεθόδων, στις πιθανές κατασταλτικές συνέπειες, κ.λπ.

β) Η προσφυγή στη βία επιλέγει δραστικά την απάντηση του κινήματος στο σύνολό του, επίσης και σε ακολουθία του περιρρέοντος άσχημου ιδεολογικού ήθους που τείνει να τοποθετεί σε νοσηρή σκιά την απελευθερωτική βία των εκμεταλλευόμενων με αφετηρία μια φιλοσοφική απάτη ανειλημμένη αυτούσια από την αστική ηθική.

γ) Η αναπαραγωγή του εξεγερσιακού γεγονότος, παρ’ ότι είναι δυνατό να μελετηθεί στις παραμικρές της λεπτομέρειες και να καταστεί αντικειμενικά εφικτή, δέχεται πάντοτε την ισχυρή παρενόχληση της παρέμβασης των μεγάλων μέσων πληροφόρησης, που μπορούν οποιαδήποτε στιγμή να περιχαρακώσουν μια σωστή λαϊκή απάντηση.

Ο περιορισμός του μαζικού κινήματος

Ας σκεφτούμε μια στιγμή πάνω στην έννοια του μαζικού κινήματος. Αποτελείται από μια λιγότερο ή περισσότερο αξιόλογη μεταβολή του επίπεδου συνείδησης μιας αρκετά μεγάλης ομάδας προσώπων συνδεδεμένων από αντικειμενικά στοιχεία, συνήθως από το γεγονός ότι ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη.

Για παράδειγμα, μια ομάδα προλετάριων, η οποία μπορεί να περισυλλέγει επίσης στοιχεία συγκοινωνούντων τάξεων (υπο-προλετάριοι, αγρότες, άνεργοι, περιθωριοποιημένοι) ή στοιχεία προερχόμενα από τις κυρίαρχες τάξεις που απαρνήθηκαν την ιδεολογική τους καταγωγή. Αυτή η ομάδα κινείται, δηλαδή πολώνεται πάνω σε συγκεκριμένους στόχους σε ακολουθία των κοινωνικών ή των πολιτισμικών μεταβολών που επιβεβαιώνονται μέσα στις παραγωγικές δυνάμεις, μέσα στη σύνθεση των τάξεων, μέσα στις συνθήκες των κοινωνικών στρωμάτων, μέσα στις ιδεολογίες κ.λπ.

Το επίπεδο συνείδησης που επιτυγχάνεται από πλευράς του κινήματος στην ολότητά του καθορίζει επίσης την αυτοοργανωτική του ικανότητα. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη μας ότι το επίπεδο συνείδησης είναι με τη σειρά του ένα αποτέλεσμα των μεταβολών στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως, συνεπάγεται ότι επίσης κι η αυτοοργανωτική ώθηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτές τις μεταβολές. Αν αυτές είναι πενιχρές, αν είναι μακροπρόθεσμες, αν η εξουσία διαθέτει την ικανότητα να τις διαβαθμίζει χρονικά, αν η κοινωνική ειρήνη επιτυγχάνεται, τότε επίσης κι οι αυτοοργανωτικές δυνάμεις θα είναι λιγότερο προφανείς και διαθέσιμες.

Δεν είναι όμως δεδομένο ότι αυτή η ειδική ικανότητα, διαμέσου της οποίας προωθείται το εξεγερσιακό σχέδιο, είναι αναγκαία για όλη τη μάζα που κινείται. Μια παρόμοια γενίκευση δεν είναι μονάχα αδιανόητη, αλλά είναι επίσης και άτοπη, ακριβώς για το λόγο ότι κάθε άτομο διαθέτει διαφορετικά επίπεδα συνείδησης, κίνητρα συχνά όχι ίδια και σε κάθε περίπτωση έναν διαφορετικό χαρακτήρα και μια διαφορετική ιστορία.

Θα ήταν πιο εύκολο ώστε μια μικρή μειοψηφία, στο εσωτερικό της μάζας η οποία βρίσκεται σε κίνηση, να διαθέτει εκείνα τα αυτοοργανωτικά χαρακτηριστικά περί των οποίων γίνεται λόγος, και είναι επίσης πιθανό να θέλει να τα υλοποιήσει πρακτικά, μεταβάλλοντάς τα από απλή δύναμη σε συγκεκριμένο γεγονός, δηλαδή σε ενσάρκωση μιας συγκεκριμένης οργανωτικής δομής, μιας δομής γύρω από την οποία να πολωθεί το μαζικό κίνημα που σχηματίζεται, ακόμη και μικρών διαστάσεων, αλλά πάντοτε σε θέση να αφουγκραστεί τα ουσιώδη στοιχεία της απελευθερωτικής και ανταγωνιστικής ταξικής συζήτησης.

Έχουμε κατά συνέπεια έναν ακριβή περιορισμό που, αν σκεφτούμε καλά, βρίσκεται μέσα σε οποιαδήποτε μαζική δουλειά, ακόμη και με μακροπρόθεσμες πολιτικές επιδιώξεις. Μονάχα που σε αυτή την τελευταία περίπτωση, όταν υπολογίζεται ένα σχήμα ποσοτικής ανάπτυξης στο διηνεκές, η συνεχής και αδιάκριτή του μετάθεση αποκρύπτει ακριβώς τον πραγματικό περιορισμό του ίδιου του κινήματος, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι αν σήμερα είμαστε λίγοι, αύριο θα είμαστε πολλοί, σε ικανοποιητικό αριθμό ώστε να ανατρέψουμε τη σχέση δύναμης με τον εχθρό. Όταν, αντίθετα, παραμερίζεται η ποσοτική ψευδαίσθηση και υπάρχει θέληση άμεσης δράσης, σε κάθε περίπτωση μέσα σε λογικούς χρόνους, πρέπει να παραδεχτούμε τον αδιαμφισβήτητο περιορισμό του μαζικού κινήματος.

Η εξεγερσιακή δομή

Είναι φυσικά αδιανόητο ότι η ενεργή μειοψηφία που διαθέτει μια υψηλή επαναστατική-κοινωνική συνείδηση θα περιμένει, προτού να κινηθεί, ώστε η ομάδα αναφοράς της, το λεγόμενο μαζικό κίνημα, να φτάσει στο ίδιο επίπεδο συνείδησης ή, ακόμη χειρότερα, να είναι ορατή μια διαδικασία ολοένα πιο γενικευμένης διεύρυνσης των επιπέδων συνείδησης. Θα αντιστοιχούσε στην αναβολή στο άπειρο του οργανωτικού σχεδίου το οποίο αντίθετα έχει αναγκαιότητες άμεσου χαρακτήρα.

Η παρουσία μας ανάμεσα στον κόσμο, ως φορέων ενός πολιτικού προγράμματος που περιέχει λεπτομέρειες (ακόμη και ελάχιστων και εξειδικευμένων) σχετικά με το στόχο και τις μεθόδους: αυτή ακριβώς είναι μια όχι δευτερεύουσα άποψη της επαναστατικής δουλειάς. Στην καθημερινή πραγματικότητα οι ρεφορμιστικές ή ψευτο-επαναστατικές οργανώσεις παρουσιάζονται δημόσια με πολύ λεπτομερή προγράμματα και επίσης, ορισμένες φορές, πιο επιθετικά και συναρπαστικά.

Πέρα από το πρόγραμμα και τις μεθόδους είναι απολύτως απαραίτητο ένα οργανωτικό σημείο αναφοράς.

Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι η ίδια ομάδα που προωθεί την πρωτοβουλία, προτείνει το πρόγραμμα κα εγγυάται τη βασιμότητα των προτεινομένων μεθόδων. Αυτή η ομάδα, ακριβώς εξαιτίας του επιτευχθέντος επιπέδου συνείδησης, θα διαθέτει τη δική της ομοιογένεια που, σχεδόν πάντοτε, μεταφράζεται σε μια οργανωτική δομή, όμως δεν είναι για μια παρόμοια δομή που εδώ συζητάμε. Είναι φυσικά άλλο τόσο αδιανόητο να προτείνουμε στο μαζικό κίνημα (δηλαδή σε έναν περισσότερο ή λιγότερο μεγάλο αριθμό προλετάριων και εκμεταλλευόμενων) να μπουν και να συμμετέχουν στις αναρχικές μας ομάδες.

Αν πράτταμε κατ’ αυτόν τον τρόπο η ομάδα θα μεταβαλλόταν σ’ ένα μίνι κόμμα, και ο κόσμος θα ωθούνταν να περιμένει και να δέχεται διαταγές. Η αυτοοργάνωση δεν μεταναστεύει κάνοντας να μεταναστεύσουν οι άνθρωποι στο εσωτερικό ειδικών δομών όπου αυτή εκδηλώνεται ψευδίζοντας, αλλά αντίθετα, συνεισφέροντας από την πλευρά μας στην οργάνωση δομών που διαθέτουν ειδικά χαρακτηριστικά σε θέση, αν όχι να επιτρέψουν μια πλήρη ανάπτυξη της αυτοοργάνωσης, τουλάχιστο να μην καταστρέψουν τους παλμούς που γεννιούνται.

Τα χαρακτηριστικά αυτών των οργανωτικών δομών είναι απολύτως ξεκάθαρα:

α) Είναι πολωμένες πάνω σε ένα μονάχα πρόβλημα, κατά συνέπεια δεν εμφανίζονται σαν μίνι συνδικάτα ικανά να υπερασπιστούν τους παραγωγούς, ή να φροντίσουν για τις ανάγκες εκείνης ή της άλλης κοινωνικής ομάδας. Για αυτόν ακριβώς το λόγο μέσα στη δράση τους κατευθύνονται αποκλειστικά προς έναν συγκεκριμένο στόχο, ο οποίος συνίσταται στην επίθεση ενάντια στη δομή εξουσίας που επιλέχθηκε.

β) Είναι συγκρουσιακές με διαρκή τρόπο, δηλαδή δεν περιμένουν σήματα από κανέναν ή από κάτι ώστε να επιτεθούν ενάντια στο στόχο· αντίθετα, εξαρχής αρχίζουν να επιτελούν δραστηριότητες που προκύπτουν προσαρμοσμένες στις δυνατότητές τους. Αυτές οι δραστηριότητες σταματούν μονάχα με τη συστολή του μαζικού κινήματος που αποτελεί τη βάση, είτε για την επίτευξη του στόχου, είτε για τη μετάθεση αυτού του τελευταίου κατόπι κρατικών αποφάσεων, είτε τέλος εξαιτίας ενός κατασταλτικού εμποδίου τόσο σοβαρού ώστε να προκύπτει απροσπέλαστο.

γ) Είναι αυτόνομες, δηλαδή δεν εξαρτούνται ούτε από την ομάδα που συνεισέφερε στη δημιουργία τους, ούτε από άλλες πολιτικές δυνάμεις περισσότερο ή λιγότερο μεγάλες με τις οποίες έρχονται σε επαφή κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

Ο στόχος

Πρέπει να έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και να μην είναι αποκλειστικά συμβολικός. Δεν είναι δυνατή μια εξεγερσιακή ενέργεια ενάντια σε ένα μεμονωμένο άτομο (για παράδειγμα, ένα δικαστή ή έναν αστυνομικό). Το αδιέξοδο είναι προφανές.

Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δυνατή ενάντια σε μια ολόκληρη εχθρική τάξη (η άρχουσα τάξη, η γραφειοκρατία, οι πολιτικοί διευθύνοντες, κ.λπ.), πρόκειται για στόχους που δεν είναι δυνατό να εντοπιστούν μέσα στον φυσικό χώρο ακόμη κι αν είναι αρκετά εντοπίσιμοι μέσα στον κοινωνικό χώρο.

Οι εξεγερσιακοί στόχοι είναι υλοποιήσεις της εκμετάλλευσης και του κοινωνικού ελέγχου σε εξέλιξη, και είναι κατά συνέπεια, δομές.

Πρόκειται για διαρθρωμένες διαδικασίες μέσα στις οποίες, με συγκεκριμένα συστήματα, υλοποιούνται προγράμματα αποφασισμένα σε κεντρικό επίπεδο, πραγματοποιείται μια κατανομή της εργασίας μεταξύ των διαφορετικών συνιστωσών, και καθορίζονται απαράβατοι κανόνες συμπεριφοράς. Μέσα στις δομές αυτές παρατηρείται, συγκεκριμένα, η δράση της κυριαρχίας.

Ένας αστυνομικός, ένας δικαστής, ένας καπιταλιστής, μια φυλακή, ένα δικαστήριο, ένα ψυχιατρείο, ένα δημαρχείο, η βουλή, μια εφορία, και τόσα άλλα άτομα και τόποι διαμέσου των οποίων υλοποιείται η προαναφερόμενη διαδικασία, είναι όλοι τους δυνατοί στόχοι αγώνα, αλλά δεν μπορούν από μόνοι τους να αποτελέσουν έναν εξεγερσιακό στόχο.

Η επίθεση ενάντια σε έναν επιμέρους καπιταλιστή έχει –στην πράξη– μια συμβολική σημασία. Όχι τόσο όσον αφορά τους άλλους καπιταλιστές που, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν σταματούν το επάγγελμά τους από φόβο, αλλά όσον αφορά τους άλλους προλετάριους που θα έπρεπε λογικά να καταλάβουν τη δυνατότητα μιας παρόμοιας επίθεσης. Όμως, μια παρόμοια ενέργεια είναι χρήσιμη μονάχα στην κατεύθυνση δύο προοπτικών: στην υπόθεση ότι όποιος την υλοποιεί επιδιώκει να καταστρέψει μια συγκεκριμένη έκφραση του εχθρού, ένα μέρος, αν και αμελητέο, του τεράστιου εμπόδιου που τον καταπιέζει. Δεύτερο, στην υπόθεση ότι η ίδια η επίθεση εισάγεται μέσα σε μια πιο ευρεία εξεγερσιακή στρατηγική, και κατά συνέπεια το μεμονωμένο άτομο προκύπτει ως ένα στοιχείο του θεσμού που υπάρχει θέληση να χτυπηθεί.

Η πρώτη εκ των δύο αυτών υποθέσεων εδώ δεν μας αφορά. Η δεύτερη εισάγεται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της έρευνας σχετικά με τον ίδιο τον εξεγερσιακό στόχο που, όπως είναι προφανές, προκύπτει ότι αποτελείται όχι μονάχα από μια διαδικασία σε εξέλιξη, αλλά επίσης από ανθρώπους και από πράγματα.

Επιστρέφοντας στη συζήτησή μας, μπορούμε τώρα να συγκεκριμενοποιήσουμε ότι ο εξεγερσιακός αγώνας μπορεί να διεξαχθεί –πάντοτε παραμένοντας μέσα στην αντίληψη των υλοποιήσεων σε εξέλιξη– ενάντια στην καταστολή, στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στην εργασία, στο μιλιταρισμό, κ.λπ.

Αυτό το πράγμα σημαίνει επίθεση ενάντια σε κάθε επιμέρους στοιχείο που συνεισφέρει στο να καταστήσει δυνατή την καταστολή, την κοινοβουλευτική δημοκρατία, το εκπαιδευτικό σύστημα, την εργασία, το μιλιταρισμό, κ.λπ.

Το σχέδιο

Παρ’ ότι δεν είναι δυνατό να μιλήσουμε για λεπτομερή σχέδια είναι απαραίτητο να διαθέτουμε κάποια προσχέδια, είτε για να αξιολογήσουμε επαρκώς τις ενέργειες σε σχέση με το επίπεδο της σύγκρουσης, είτε για να συντονίσουμε την παρέμβαση των διαφόρων εξεγερσιακών δομών. Το σχέδιο αυτό, παρ’ ότι είναι εμβρυακό, πρέπει οπωσδήποτε να λάβει υπόψη του όλες τις δυνάμεις που εμπλέκονται στο παιχνίδι. Πρώτα από όλες, αυτές τις πολιτικές δυνάμεις που φαινομενικά υποστηρίζουν παρόμοιου είδους αγώνες. Για παράδειγμα τα κόμματα της αριστεράς ή τους ίδιους τους επαναστατικούς σχηματισμούς, με εξουσιαστικές όμως θέσεις, στην περίπτωση πάντα που αυτοί διαθέτουν επαρκή σημασία και δεν αποτελούν απλές ιδεολογικές υποθέσεις. Όχι δηλαδή για αυτό το πράγμα που αυτοί αντιπροσωπεύουν σαν οργανωμένα συστήματα, αλλά για τους προλετάριους που επιτυγχάνουν να προσεγγίσουν, να παραπληροφορήσουν, και κατά συνέπεια να εγκλωβίσουν. Κατά βάθος το πεδίο αναφοράς μας είναι κοινό, άρα δεν μπορούμε να αγνοούμε τις θέσεις τους ή να αποφύγουμε τη μεταξύ μας αντιπαράθεση όταν αγωνιζόμαστε μέσα σε μια εξεγερσιακή προοπτική.

Οι προαναφερόμενοι τοποθετούνται συστηματικά ενάντια σε αυτή την προοπτική, αλλά δεν μπορούν ποτέ να το παραδεχτούν ανοιχτά μπροστά στους εκμεταλλευόμενους και στους προλετάριους που τους ακολουθούν. Θα πρέπει ωστόσο να ακολουθήσουν πλάγιους δρόμους, πραγματοποιώντας συμβιβασμούς και να χρησιμοποιήσουν όλες τις πολιτικές τέχνες τις οποίες διαθέτουν. Μέσα σε αυτά τα κενά που δημιουργούνται, η δράση μας μπορεί να επιτύχει να διευρύνει εκείνο το μαζικό κίνημα πάνω στο οποίο βασιζόμαστε, ακριβώς εξασκώντας έλξη πάνω στα στοιχεία που συνδέονται με αυτά τα κόμματα και με αυτές τις οργανώσεις.

Ταυτόχρονα το σχέδιο πρέπει να εκτιμήσει τις γενικότερες συνθήκες της σύγκρουσης, την παραγωγική και κοινωνική κατάσταση της χώρας, τη διεθνή κατάσταση.

Από την άλλη πλευρά, το σχέδιο πρέπει να υποδείξει μια συγκεκριμένη αγωνιστική υλοποίηση, μια προσωποποίηση του στόχου που να μην είναι μονάχα συμβολική, αλλά να αποτελεί μια συγκεκριμένη παρεμβατική βάση, εύκολα κατανοητή.

Αν αγωνιζόμαστε ενάντια στην καταστολή, μπορεί να είναι μια μεγάλη φυλακή υπό κατασκευή, αν αγωνιζόμαστε ενάντια στο μιλιταρισμό μπορεί να είναι μια βάση πυραύλων, αν αγωνιζόμαστε ενάντια στο εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να είναι ένα μεγάλο πανεπιστήμιο, αν αγωνιζόμαστε ενάντια στην εργασία μπορεί να είναι ένα εργοστάσιο ή ο οργανισμός απασχόλησης εργατικού δυναμικού, αν αγωνιζόμαστε ενάντια στη γραφειοκρατία μπορεί να είναι ένα δημαρχείο, τα γραφεία ενός συνδικάτου ή και ο οργανισμός εργατικής κατοικίας.

Η αποκωδικοποίηση του στόχου

Όπως θα καταστεί προφανές, ο στόχος μπορεί, μερικές φορές, να προκύπτει ασαφής στο μη εξασκημένο μάτι του προλετάριου που κινείται και δηλώνει διαθέσιμος για αγώνα. Η ίδια η έννοια της εξέγερσης προκύπτει γεμάτη ασάφειες, επίσης και μεταξύ αυτών που θα έπρεπε κανονικά να διαθέτουν το αντίστοιχο ένστικτο για ανάλογα προβλήματα. Χρειάζεται ωστόσο να τοποθετηθεί μια διαμεσολάβηση, μεταξύ του στόχου και της προσωποποίησής του, μια διαδικασία αποκωδικοποίησης, δηλαδή, στην πράξη, ορισμένες επεξηγήσεις.

Για παράδειγμα, ο αγώνας ενάντια στην καταστολή μπορεί να προκύπτει αρκετά ασαφής, ενώ γίνεται πιο κατανοητός αν υποδεικνύεται μια συγκεκριμένη φυλακή σαν προσωποποίηση του στόχου. Όμως ακόμη και αυτή η φάση είναι δυνατό να προκύπτει αποσυνδεδεμένη από τα άμεσα συμφέροντα των επιμέρους προλετάριων, και ακριβώς σε αυτό το σημείο αναπτύσσεται η δουλειά της αποκωδικοποίησης: ο κίνδυνος της φυλακής, η έλλειψη της ελευθερίας, η κατασταλτική σημασία της σε σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες, η ψευδής ιδεολογία των καλών και των κακών, πώς κατασκευάζεται ο εγκληματίας, ο ρόλος της αστυνομίας, της δικαιοσύνης, κ.λπ. Πρόκειται για μια μεγάλη ποσότητα πληροφοριών που χρειάζονται επεξεργασία και διάδοση μέσα στα χωρικά πλαίσια. Η διάδοση μπορεί να είναι πολύ εντατική ακριβώς για το λόγο ότι το πεδίο αναφοράς είναι πολύ περιορισμένο. Συνήθως πρόκειται για μια συνοικία, μια μικρή πόλη, μια περιοχή που περιλαμβάνει περισσότερα χωριά ή μικρές πόλεις.

Είναι προφανές ότι χρειάζεται να διασυνδεθούν οι τοπικές πραγματικότητες με τις άλλες καταστάσεις, σε ολόκληρη τη χώρα και επίσης στο εξωτερικό, αλλά πρόκειται για συνήθη δουλειά των επαναστατικών αναρχικών ομάδων που διασυνδέονται με ποικίλους τρόπους αναμεταξύ τους.

Η βία της επίθεσης

Πολλοί φαντάζονται την εξέγερση σαν τον απλό αγώνα στα οδοφράγματα. Αυτό είναι παιδαριώδες.

Συχνά το γεγονός αυτό βολεύει ώστε να εγκλωβιστεί η κριτική θεώρηση ακριβώς σε αυτή την εικόνα, και ακολούθως να υποστηριχτεί ότι πρόκειται για όνειρα του προπερασμένου αιώνα που βρίσκονται πλέον εκτός τόπου και χρόνου.

Η παρούσα κριτική θεώρηση κατευθύνεται στο να αποδομήσει μια παρόμοια ψευδαισθησιακή υπόθεση. Ο εξεγερσιακός αγώνας είναι ένα σχέδιο επαναστατικής δράσης μεσοπρόθεσμων προοπτικών που δεν περιορίζεται στην αναμονή μιας υποθετικής εξέγερσης των μεγάλων μαζών.

Οι αγωνιστικές μέθοδοι είναι άρα, και κατά συνέπεια, βίαιης φύσης. Αυτό σημαίνει απλά ότι δεν αποδέχονται τη χρήση ειρηνιστικών ή απλά συμβολικών μεθόδων. Όμως η βία δεν έγκειται σε μια άμεση και ξεπερασμένη ριζοσπαστικοποίηση της σύγκρουσης. Αυτή, αντίθετα, βασίζεται σε μια συνεχή σχέση με το πραγματικό επίπεδο της σύγκρουσης, κατά τρόπο ώστε να αποφευχθούν οι φυγές προς τα εμπρός που θα είχαν, σαν άμεση συνέπεια, μια άχρηστη αύξηση της καταστολής.

Το σύνολο αυτών των παρεμβάσεων, των μεθόδων και των κριτικών θεωρήσεων, έχει σαν σκοπό να μετακινήσει προς το στόχο το μεγαλύτερο μέρος του μαζικού κινήματος που έχει προηγουμένως ευαισθητοποιηθεί διαμέσου της δουλειάς της αντιπληροφόρησης και που φυσικά έχει έλθει σε επαφή με τις εξεγερσιακές δομές.

Η μετακίνηση έχει το νόημα να φέρει τον κόσμο μέσα στο εχθρικό έδαφος, στο εσωτερικό της θεσμικής δομής στην οποία θέλει να επιτεθεί. Από αυτό ακριβώς το γεγονός πηγάζει η κεντρική σημασία που διαθέτει η κατάληψη μέσα στην εξεγερσιακή προοπτική.

Η κατάληψη

Κάθε υλοποίηση της εκμετάλλευσης και του κοινωνικού ελέγχου σε εξέλιξη έχει μια προέκταση μέσα στο χώρο. Μια παρόμοια δραστηριότητα θα ήταν αδύνατη χωρίς την κατασκευή κτηρίων, γραφείων, φραχτών, καμερών, σεκιουριτάδων, απαγορεύσεων πρόσβασης, φακέλων, ηλεκτρονικών υπολογιστών, μηχανολογικού εξοπλισμού, αποθηκών όπλων, σχολικών αιθουσών, αιθουσών συμβουλίων, συστημάτων εφοδιασμού (logistics), αλυσίδων παραγωγής, δικαστικών αιθουσών, κ.λπ.

Μέσα σε αυτόν τον φυσικό χώρο η παρουσία των εκμεταλλευόμενων και των ελεγχόμενων είναι δυνατή μονάχα κατόπιν αποδοχής ορισμένων προκαταρκτικών συνθηκών: να εξεταστούν, να εκπαιδευτούν, να ερευνηθούν, να μετρηθούν, να παρατηρηθούν, να αξιολογηθούν, να ζυγιστούν, να απογυμνωθούν, να ρομποτοποιηθούν. Οι κανόνες συμπεριφοράς είναι καθορισμένοι από τους νόμους, από τις συνήθειες, από την κυρίαρχη ηθική. Κάθε παραβατική συμπεριφορά τιμωρείται με μια συγκεκριμένη ποινική πρόληψη καθώς και με την επίπληξη της ομάδας που μας περιτριγυρίζει.

Το όριο που ορίζεται από τον νόμο, είτε αυτό προκύπτει από την ιδιοκτησία είτε από την κρατική εξουσία, μπορεί να προσπεραστεί μονάχα με μια βίαιη ενέργεια που φέρνει αυτούς που βρίσκονται από αυτή την πλευρά, άμεσα και χωρίς καμιά άδεια, από την άλλη πλευρά, πέρα από όλα όσα ορίζει ο νόμος.

Δεν χρειάζεται να παρερμηνευτεί αυτό το πραγματικό προσπέρασμα σε σχέση με το απλό συμβολικό προσπέρασμα των ειρηνιστών. Η βίαιη ενέργεια προσλαμβάνει τα εξεγερσιακά χαρακτηριστικά μονάχα υπό τον όρο ότι οι συμμετέχοντες προσπερνούν το προαναφερόμενο όριο για να επιτεθούν και ει δυνατόν να καταστρέψουν την εχθρική δομή, και όχι για να επιδείξουν απλά τη διαφωνία τους.

Από περίπτωση σε περίπτωση, κατά τη διάρκεια των επιμέρους αγώνων, αυτή η διαφορά θα καταστεί ξεκάθαρη, είτε λόγω των χρησιμοποιούμενων μεθόδων, είτε λόγω της υφής των αποφάσεων και των οργανωτικών μεθόδων.

Δυστυχώς, πρέπει να το επισημάνουμε, η μεγάλη σοσιαλδημοκρατική μόλυνση αυτών των τελευταίων δεκαετιών απαξίωσε σε μεγάλο βαθμό τη βαθιά έννοια του όρου κατάληψη. Πολλές φορές, φτάσαμε στο σημείο να αντιστοιχηθεί η εξεγερσιακή ενέργεια με την απλή συμβολική εκδήλωση, με το αίτημα για καλύτερες συνθήκες εργασίας, μισθού, με τη ρεφορμιστική και καλοθελητική πρακτική.

Αντιθέτως, η κατάληψη είναι ακριβώς το ανώτατο σημείο της επίθεσης ενάντια στο ταμπού, η στιγμή του προσπεράσματος στο κατώφλι που αυτό ορίζει μέσα στον φυσικό χώρο και το οποίο μας αφαιρέθηκε ελέω του νόμου, εμείς επιστρέφουμε τώρα για να το πάρουμε πίσω. Μονάχα που δεν μπορούμε να το πάρουμε πίσω αν δεν το καταστρέψουμε, σε αντίθετη περίπτωση η ενέργειά μας χάνεται μέσα στο σύμβολο.

Η μερικότητα της δομής της εξουσίας

Μια τελευταία κλασική ένσταση είναι εκείνη που θεωρεί πολύ περιορισμένη και ασήμαντη μια εξεγερσιακή ενέργεια. Σε μια συγκυρία που τείνει ολοένα περισσότερο στη γενίκευση του ελέγχου, αναρωτιούνται ορισμένοι: τι σημασία έχει η επίθεση και η καταστροφή ενός από τα άπειρα περιφερειακά σημεία αυτού του ελέγχου (και της αντίστοιχης εκμετάλλευσης);

Χρειάζεται να παραδεχτούμε ότι η απάντηση σε παρόμοια ένσταση δεν είναι εύκολη, και χρειάζεται άρα μια καλύτερη εμβάθυνση.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό το ζήτημα χρειάζεται να επιστρέψουμε στην έννοια της αναπαραξιμότητας. Η ενέργεια πρέπει να μελετηθεί με τρόπο ώστε να προκύπτει ξεκάθαρος ο επαναστατικός στόχος, η χρησιμοποιούμενη μέθοδος και το θεμέλιο του ιδανικού της ελευθερίας που εμπνέει το κίνημα στο σύνολό του. Πρέπει παραπέρα να είναι μία κινηματική ενέργεια, δηλαδή μια υπέρβαση του ορίου που ορίζει ο νόμος που να μην προκύπτει όμως σαν έργο μιας στενής ομάδας επαναστατών αγωνιστών, αλλά να εμπλέκει το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό προλετάριων και εκμεταλλευόμενων.

Βέβαια, θα χρειαστεί να πληρωθεί μια κατασταλτική τιμή, συχνά μάλιστα αρκετά υψηλή. Όμως δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική για όποιον πορεύεται στον επαναστατικό δρόμο.

Το κράτος έχει ήδη προ πολλού εξοικειωθεί με τον συμβολισμό των ειρηνιστικών αγώνων. Δεν κατάφερε όμως ακόμα (ούτε και θα καταφέρει ποτέ) να εξουδετερώσει, χωρίς κόστος, τους εξεγερσιακούς αγώνες. Παρ’ όλα αυτά, και τα κατασταλτικά αντίποινα επίσης έχουν την επίδρασή τους πάνω στον κόσμο. Τις πρώτες στιγμές, γενικεύεται ο φόβος. Κατόπι, αναπτύσσεται η υποστήριξη και η συμπάθεια. Στο τέλος, θα μπορούσε επίσης να διανοιχθεί η φάση της απόκτησης συνείδησης.

Οσοδήποτε μικρή και αν είναι η ενέργεια και όσο και ανεπαρκείς και αν προκύπτουν οι προσπάθειες μας να τη διευρύνουν μέσα σε άλλες καταστάσεις και να την κρατήσουν σε επαφή με την εξωτερική πραγματικότητα –δεδομένων των ανεπαρκειών και των εσωτερικών προβλημάτων του επαναστατικού κινήματος–, η εξέγερση είναι πάντοτε ένα επαναστατικό γεγονός μεγάλης σημασίας που αποκαλύπτει τη γύμνια της πραγματικής φύσης της εξουσίας, την απατηλή της δημοκρατικότητα, τη στυγνότητα της καταστολής (αλλά επίσης και τα όριά της), τη ματαιότητα των συμβιβασμών, τη συνεργασία των ρεφορμιστών, τον ιησουϊτισμό των νέων δελφίνων της εξουσίας.

Καμιά απολύτως ποσοτική εκτίμηση δεν είναι δυνατή σε παρόμοια εγχειρήματα. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά όλοι οι σύντροφοι που ξέρουν τι σημαίνει ο εξεγερσιακός αγώνας. Ένας αγώνας συχνά δύσκολος, που δεν προκύπτει άμεσα κατανοητός, που συναντά την υποψία των υπερ-κριτικών και την απραξία των μεγάλων μαζών. Όμως, είναι ακριβώς ένας μικρός πυρήνας συντρόφων που ξαναπροτείνει διαρκώς το εξεγερσιακό σχέδιο, τροποποιώντας το ανάλογα με τις καταστάσεις και τις συγκρουσιακές συνθήκες, που πρέπει να έχει ξεκάθαρα τα όρια και τις επιχειρησιακές του δυνατότητες. Και είναι ακριβώς σε αυτήν τη χούφτα των ανδρών και των γυναικών που απευθύνεται με πρωταρχική σημασία η παρούσα θεώρηση.

Πηγή: Alfredo M. Bonanno, “Che cos’è l’insurrezione”, Teoria e pratica dell’insurrezione (1985),Edizioni Anarchismo

Πηγή: athensindymedia

css.php