Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Από τον Σμιτ και τον ορντο-φιλελευθερισμό στο ευρώ

Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Από τον Σμιτ και τον ορντο-φιλελευθερισμό στο ευρώ

Werner Bonefeld

Μετάφραση: Κ.Κ.

Ολόκληρο το κείμενο σε μορφή pdf

Σύνοψη

Το άρθρο εξετάζει την εγκυρότητα, από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού της αγοράς, της άποψης του Χάγιεκ (Friedrich Hayek) ότι μια δικτατορία μπορεί να είναι πιο φιλελεύθερη στις πολιτικές της από ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο χωρίς περιορισμούς. Η επισήμανση του Χάγιεκ για τον δυνητικά μη φιλελεύθερο χαρακτήρα της δημοκρατικής διακυβέρνησης αποτελεί βασικό στοιχείο για τη γερμανική ορντο-φιλελεύθερη σκέψη που εμφανίστηκε στο πλαίσιο της κρίσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οι ορντο-φιλελεύθεροι στοχαστές γνώριζαν καλά την πολιτική θεολογία του Σμιτ και συμφωνούσαν μαζί του ότι το κράτος αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη στη σχέση μεταξύ αγοράς και κράτους, αντιλαμβανόμενοι αυτή τη σχέση ως μια σχέση μεταξύ ελεύθερης οικονομίας και ισχυρού κράτους. Υποστήριζαν ότι η εδραίωση της κοινωνικής τάξης είναι η προϋπόθεση της ελεύθερης οικονομίας· ο νόμος δεν εφαρμόζεται στη διασάλευση της τάξης και δεν δημιουργεί τάξη. Το φιλελεύθερο κράτος είναι η «συγκεντρωμένη δύναμη» αυτής της τάξης. Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι ο ορντο-φιλελευθερισμός είναι πιο δόκιμο να χαρακτηριστεί αυταρχικός φιλελευθερισμός ενώ αξιολογείται η σύγχρονη εγκυρότητά του σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εισαγωγή: Σχετικά με τον αυταρχικό φιλελευθερισμό

Ο όρος «αυταρχικός φιλελευθερισμός» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό νομικό Hermann Heller σε μια δημοσίευση του 1933 σχετικά με τη δεξιά κυβέρνηση του φον Πάπεν το 1932.[1] Στο άρθρο του εξέταζε το κείμενο του Καρλ Σμιτ «Ισχυρό κράτος και Υγιής Οικονομία» ως θεωρητική έκφραση της αυταρχικής στροφής της φιλελεύθερης σκέψης. Ο Heller χαρακτήριζε τη στροφή προς τον αυταρχισμό ως υποβάθμιση της δημοκρατικής διακυβέρνησης «υπέρ της δικτατορικής εξουσίας του κράτους» (Heller, 2015: 296).[2] Τη θέση του Σμιτ συμμερίζονταν σε μεγάλο βαθμό οι στοχαστές που θεμελίωσαν τον γερμανικό ορντο-φιλελευθερισμό. Κι αυτοί επίσης θεωρούσαν ότι ο δημοκρατικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν η βασική αιτία για την κρίση της Βαϊμάρης, υποστηρίζοντας ότι η μαζική δημοκρατία έχει ως συνέπεια την τυραννία.[3]

Στο πλαίσιο της Βαϊμάρης, η αυταρχική επαναβεβαίωση του κράτους δεν αποσκοπούσε μόνο στην υπέρβαση της «θλιβερής αδυναμίας» (Friedrich, 1955: 512) του φιλελεύθερου κράτους. Αποσκοπούσε επίσης στην αναδιάταξη των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων για την επίτευξη της ελεύθερης οικονομίας. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός αντιλαμβάνεται το κράτος ως «αστυνομία της αγοράς» (Rüstow, 1942). Σύμφωνα με τον Heller (2015), προϋποθέτει το κράτος στην καθαρά φιλελεύθερη μορφή του ως την οργανωμένη δύναμη και συγκεντρωμένη εξουσία του συστήματος ελευθερίας, επιβάλλοντας την ελευθερία της αγοράς και διατηρώντας αποπολιτικοποιημένες της κοινωνικοοικονομικές σχέσεις. Η αποπολιτικοποίηση είναι μια κατ’ εξοχήν πολιτική πρακτική. Για τον Σμιτ και τους ορντο-φιλελεύθερους «ο Λεβιάθαν προηγείτο και έπρεπε να προηγείται» (Streek, 2015: 363)· και δικαίως: βάσει αυτής της λογικής, και όπως είχε ήδη υποστηρίξει ο Άνταμ Σμιθ, η ελεύθερη οικονομία καταλήγει σε «αιματοχυσία και αταξία» (Smith, 1976: 340) εκτός εάν το κράτος εκπολιτίσει τη διαχείριση που ασκεί μέσω του νόμου, της αστυνομίας και της κατασκευής ηθικών αισθημάτων για το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός προϋποθέτει την «αστυνομία της αγοράς μέσω της ισχυρής κρατικής εξουσίας» (Rüstow, 1942: 289) ώστε να μπορεί να διατηρηθεί. Η ισχύς του κράτους ως αστυνομίας της αγοράς εξαρτάται από την ανεξαρτησία αυτής της ισχύος από την κοινωνία. Η ικανότητά της να εξουδετερώνει τη δημοκρατία και να εκπολιτίζει τη διαχείριση μιας οικονομίας που βασίζεται στην ελεύθερη εργασία εξαρτάται από το κράτος ως ανεξάρτητη και συγκεντρωμένη δύναμη της κοινωνίας.[4]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920/αρχές της δεκαετίας του 1930, η κριτική της μαζικής δημοκρατίας αποτελούσε κομμάτι της αντίδρασης της δεξιάς στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Στη δεκαετία του 1950, έγινε κομμάτι του «αντι-ολοκληρωτισμού» σύμφωνα με τον οποίο η μαζική δημοκρατία οδηγεί στην ανελευθερία και πρέπει να περιοριστεί προς όφελος μιας ανοικτής κοινωνίας. Όπως το θέτουν οι Willgerodt και Peacock (1989: 6), «όσοι βασίζονται στους κανόνες για να λάβουν φιλελεύθερες αποφάσεις, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα αυτών των αποφάσεων, πρέπει να απαντήσουν στο εξής ερώτημα: πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι αυτές οι αποφάσεις δεν θα καταστρέψουν τους φιλελεύθερους κανόνες;». Από αυτή τη σκοπιά, η ελευθερία πρέπει να προστατεύεται από τους εχθρούς της, ακόμη κι αν αυτοί κινούνται τυπικά εντός των νομικών ορίων μιας ελεύθερης κοινωνίας και εξασφαλίζουν κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες με τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών. Δηλαδή, «η εμπιστοσύνη στην ελευθερία πρέπει να συνοδεύεται από μια δυσπιστία απέναντι στις δυνάμεις που καταργούν την ελευθερία ή παρεμβαίνουν σε αυτή» (Lenel, 1989: 21). Προϋπόθεση της εμπιστοσύνης είναι η επιτήρηση. Η αναγνώριση των εχθρών της ελευθερίας εξαρτάται από τη βεβαιότητα των αδιαίρετων κοινωνικοοικονομικών αξιών και πολιτικών κανόνων που αναγνωρίζουν την ελεύθερη οικονομία ως μια «καθολική μορφή ύπαρξης» (Eucken, 2004: 321). Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο σχετικισμός δεν έχει αξίες για υπεράσπιση. Υποκύπτει στους «ταραχοποιούς» (Röpke, 2007). Με αυτό τον αξιοσημείωτο τρόπο, η δεξιά καταγγελία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης καθιερώθηκε ως μια μαχητική υπεράσπιση της μεταπολεμικής δημοκρατίας. Η «μαχητική δημοκρατία» απορρίπτει την ελευθεροφροσύνη ως ανοιχτή πρόσκληση προς τον εσωτερικό εχθρό. Αντίθετα, απαιτεί την περιστολή της δημοκρατίας για να την προστατεύσει από τις επιθέσεις και την κομμουνιστική ανατροπή.[5]

Κατά τη δεκαετία του 1970, η αυταρχική φιλελεύθερη κριτική της δημοκρατίας επανήλθε στο προσκήνιο στο πλαίσιο της τότε οικονομικής κρίσης. Η συζήτηση επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Βρετανία. Υποστηριζόταν ότι η κρίση προκλήθηκε λόγω υπερβολικής δημοκρατίας που οδήγησε σε ένα πληθωρικό παρεμβατικό κράτος το οποίο κατέπνιξε την οικονομία οδηγώντας την σε κρίση. Η συγκεκριμένη διάγνωση της κρίσης συνεπαγόταν τη συνταγή για την επίλυσή της. Η οικονομία έπρεπε να απελευθερωθεί μέσω της υποχώρησης του κράτους και του περιορισμού του πλεονάσματος δημοκρατίας. Η συγκεκριμένη θέση διαμόρφωσε το θεωρητικό υπόβαθρο της επερχόμενης κυβέρνησης της Θάτσερ το 1979.[6] Ωστόσο, στην Ευρώπη, η πιο σταθερή προσπάθεια εξουδετέρωσης της μαζικής δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης, βάσει της οποίας δημιουργήθηκε το μοναδικό μη-εθνικό νόμισμα στον κόσμο. H διακυβέρνηση του ευρώ έχει απ’ όλες τις απόψεις αποκοπεί πλήρως από τα εδαφικοποιημένα κυρίαρχα δημοκρατικά κράτη. Θέτει σε ισχύ ένα φιλελεύθερο πλαίσιο αγοράς για την άσκηση πολιτικής στα ομόσπονδα και δημοκρατικά συγκροτημένα κράτη μέλη.

Στο άρθρο εξετάζεται το επιχείρημα ότι η καπιταλιστική πολιτική οικονομία προϋποθέτει το φιλελεύθερο κράτος ως αστυνομία της αγοράς. Αυτή η αντίληψη για το κράτος αποκλείει την ιδέα της μαζικής δημοκρατίας ως συστατικής βάσης του φιλελεύθερου κράτους δικαίου.[7] Στην επόμενη ενότητα παρουσιάζεται η αυταρχική θέση του Σμιτ και εξετάζεται η ορντο-φιλελεύθερη κριτική της μαζικής δημοκρατίας. Στην ενότητα που ακολουθεί παρουσιάζεται η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης της δημοκρατίας τη δεκαετία του 1970.[8] Στα συμπεράσματα συνοψίζεται το επιχείρημα με αναφορά στα στοιχεία αυταρχικού φιλελευθερισμού που ενυπάρχουν στη διακυβέρνηση του ευρώ. Υποστηρίζω ότι η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση συνιστά ένα σύστημα επιβαλλόμενης ελευθερίας, το οποίο ενισχύει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα των κρατών μελών. Τείνει επίσης να εθνικοποιεί την κριτική της «ελευθερίας» με τη μορφή ισχυρών νεοφασιστικών πολιτικών κινημάτων και κομμάτων, συμπεριλαμβανομένης της λαϊκιστικής εθνικιστικής άρνησης που τροφοδοτείται από την ανήμπορη οργή και τις θλιβερές αυταπάτες περί «γης και θάλασσας», όπως στην περίπτωση του Brexit.[9]

 Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Σμιτ και ορντο-φιλελευθερισμός

Αυταρχικός φιλελευθερισμός

Αποτιμώντας τις θέσεις του Σμιτ, ο Heller εντόπισε μια «κατάσταση εξαίρεσης», κατά την οποία η κυβέρνηση μέσω μιας εξουσιαστικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων αντικαθιστά το κοινοβούλιο ως βασικό θεσμό του κράτους. Κατά την άποψή του, η δικτατορία ήταν απαραίτητη για να τραβήξει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Η ανεξαρτησία του κράτους από την κοινωνία είναι θεμελιώδης σημασίας τόσο σε σχέση με την ικανότητα της κυβέρνησης να κυβερνά όσο και σε σχέση με την «πρωτοβουλία και την ελεύθερη εργασιακή δύναμη όλων των οικονομικά ενεργών ανθρώπων» (Schotte, παρατίθεται στο Heller, 2015: 299). Από αυτή την άποψη, το γεγονός ότι «σχεδόν το 90% του λαού μας» ζει από ένα εισόδημα ελάχιστα επαρκές για την ικανοποίηση των αναγκών του ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, διότι αυτό αντιμετωπίζει ισότιμα κάθε άτομο ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες περιστάσεις που μπορεί να βρίσκεται (Heller, 2015: 301). Ωστόσο, η διακήρυξη της δημοκρατικής του ισχύος θέτει σε κίνδυνο το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, καθώς γίνεται στόχος όλων των κοινωνικών αιτημάτων για κάθε είδους ειδικές παρεμβάσεις, καθιστώντας το υπεύθυνο για την κοινωνία συνολικά, από τη γέννηση ως τον θάνατο του ανθρώπου. Για τον Σμιτ και τους ορντο-φιλελεύθερους, η απεριόριστη μαζική δημοκρατία τείνει προς την ανάπτυξη ενός κράτους που έχει έναν καθαρά ποσοτικό χαρακτήρα, όπως το δημοκρατικό κράτος πρόνοιας της Βαϊμάρης. Ένα τέτοιο κράτος είναι ένα πλήρως αδύναμο κράτος. Δεν είναι σε θέση να κάνει διάκριση μεταξύ των «φίλων» της ελευθερίας και των «εχθρών» της (Σμιτ, 2016, Müller-Armack, 1933: 31, Röpke, 1998: 66). Το πλήρως αδύναμο κράτος είναι το πλήρως υπεύθυνο κράτος. Είναι «υπερφορτωμένο» πολιτικά και δεν είναι σε θέση να κυβερνήσει την κοινωνία στη βάση των φιλελεύθερων αρχών.[10] Είναι ένα κράτος χωρίς πολιτική ποιότητα, διότι η μαζική κοινωνία κυβερνά μέσω του κράτους και διεκδικεί τα αιτήματά της για κοινωνική ισότητα και υλική ασφάλεια στο πλαίσιο της δημοκρατικής ισοτιμίας.

Για τον Heller, ο αυταρχικός φιλελευθερισμός είναι μια απόπειρα να εδραιωθεί αυτό που ο Σμιτ αποκαλούσε κράτος πλήρους ποιότητας, δηλαδή ένα κράτος που αναλαμβάνει το καθήκον της απελευθέρωσης της οικονομίας, αποπολιτικοποιώντας τις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, κάνοντας πραγματικότητα την ελεύθερη οικονομία στην κοινωνική δομή και στη νοοτροπία της κοινωνίας και, τέλος, διασφαλίζοντας και διατηρώντας την ελεύθερη εργασιακή δύναμη του 90% που αγωνίζεται να βγάλει τα προς το ζην. Το κράτος της πλήρους ποιότητας διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο της βίας, επιβάλλοντας τον εαυτό του ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας αποπολιτικοποιημένης κοινωνίας ανταλλαγής στην οποία τα άτομα ως κάτοχοι ατομικής ιδιοκτησίας ανταγωνίζονται και ανταλλάσσουν μεταξύ τους: ο ένας αγοράζοντας εργασιακή δύναμη και ο άλλος πουλώντας την, χωρίς καταναγκασμό και ως ίσοι απέναντι στον νόμο. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός αναγνωρίζει το φιλελεύθερο κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας οικονομίας ελεύθερης εργασίας. Αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική ισότητα μιας τάξης εξαρτημένων πωλητών εργασιακής δύναμης αποτελεί έκδηλο κίνδυνο για τον καπιταλιστικό πλούτο και, ως εκ τούτου, απαιτεί ένα ισχυρό κράτος που δεν θα μετατραπεί σε στόχο των εργαζομένων που αναζητούν κοινωνική πρόνοια.[11] Αναγνωρίζει τις πολιτικές αναγκαιότητες του νόμου της ατομικής ιδιοκτησίας και «υπερασπίζεται την εργασία ως καθήκον, ως την ψυχολογική ευτυχία του λαού» (φον Πάπεν, παρατίθεται στο Heller, 2015: 300). Το ισχυρό κράτος κυβερνά για να διασφαλίσει και να διατηρήσει τις «ψυχο-ηθικές δυνάμεις» στη διάθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας, μετατρέποντας τους εξεγερμένους προλετάριους σε υπεύθυνους και πρόθυμους επιχειρηματίες εργασιακής δύναμης (Röpke, 1942: 68). Έτσι, ο Σμιτ υπερασπίζεται τον ηρωισμό της φτώχειας και της δουλειάς, της θυσίας και της πειθαρχίας, μέσω του οποίου οι «ακόλουθοι» ενός μη ελεγχόμενου από τον νόμο «ηγέτη» δεσμεύουν τον εαυτό τους σε μια φαντασιακή εθνική κοινότητα (Schmitt, 2010).

Σε αυτό το πλαίσιο, η ερμηνεία που έδωσε ο Streek στις θέσεις του Heller είναι τόσο διορατική όσο και αποπροσανατολιστική. Υποστηρίζει ότι «ο Heller αντιλαμβάνεται ότι το “αυταρχικό κράτος” του Σμιτ ήταν στην πραγματικότητα το φιλελεύθερο κράτος στην καθαρή του μορφή, αδύναμο σε σχέση με την καπιταλιστική οικονομία αλλά ισχυρό στο να αποτρέπει τις δημοκρατικές παρεμβάσεις στη λειτουργία του» (Streek, 2015: 361). Συμφωνώ με την τελευταία θέση και διαφωνώ με την πρώτη. Ο Streek (2015: 361) ορθώς υποστηρίζει ότι η «αποπολιτικοποιημένη κατάσταση μιας φιλελεύθερης οικονομίας είναι η ίδια αποτέλεσμα της πολιτικής». Είναι, σύμφωνα με τον Σμιτ, «μια πολιτική πράξη με έναν ιδιαίτερα έντονο τρόπο» (Schmitt, 1998: 227). Σε αντίθεση με τις θέσεις του Streek, ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του κράτους δεν στηρίζεται απλώς στη χαλιναγώγηση της δημοκρατικής παρέμβασης στην οικονομία ελεύθερης εργασίας, προστατεύοντας τις σχέσεις ατομικής ιδιοκτησίας από τα αιτήματα για περιορισμό της αγοράς προς όφελος της κοινωνικής πρόνοιας. Καθορίζεται επομένως επίσης κι από τον ρόλο του ως «αστυνομία της αγοράς», καθιστώντας εφικτή και διευκολύνοντας την καπιταλιστική οικονομία – οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν επιβάλλονται σαν να ήταν φυσική δύναμη. Στην πραγματικότητα, αποτελούν την πολιτική πρακτική της οικονομικής τάξης (Bonefeld, 2013). Όπως εξηγεί ο Miksch (1947: 9, βλ. επίσης Böhm, 1937: 101), η οικονομική ελευθερία δεν αποτελεί εκδήλωση κάποιας φυσικής ροπής όπως στον κλασσικό φιλελευθερισμό. Αντίθετα, «η φυσική τάξη έχει γίνει πολιτικό γεγονός [Veranstaltung]». Δηλαδή, η ελεύθερη οικονομία συνιστά πρακτική διακυβέρνησης.

«Ισχυρό κράτος και υγιής οικονομία» (Σμιτ, 1998)

Για τον Καρλ Σμιτ, η κρίση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν μια κρίση της πολιτικής εξουσίας που είχε προκύψει ως συνέπεια μιας ανεξέλεγκτης μαζικής κοινωνίας σε εξέγερση. Θεωρούσε ότι ο δημοκρατικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης βρισκόταν στο επίκεντρο της κρίσης. Ως συνέπεια της γερμανικής επανάστασης του 1918, η μαζική δημοκρατία είχε αντικαταστήσει το φιλελεύθερο κράτος. Το φιλελεύθερο κράτος είχε κυριολεκτικά χάσει τη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική εκλογική του βάση. Πριν την εισβολή της μαζικής κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα, η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση βασιζόταν στην ομοιογένεια μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Αντιστοιχούσε σε μια δημοκρατία φίλων, που μπορεί να φιλονικούσαν σχετικά με το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να προχωρήσουν παρακάτω αλλά που ήταν ενωμένοι όσον αφορά την αναγνώριση αυτού που ο Σμιτ ονομάζει ο «ξένος». Με την επέλαση της μαζικής δημοκρατίας, ο «ξένος» κατάφερε να εισέλθει στους πολιτικούς θεσμούς και ιδιαίτερα στο φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό σύστημα, μετατρέποντάς το σε μέσο μαζικής εκπροσώπησης. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν συμπύκνωνε πλέον τα συμφέροντα της αστικής τάξης.[12] Θεσμικά η μαζική δημοκρατία της Βαϊμάρης συμπυκνώνει την κρίση της φιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας. Η μαζική δημοκρατία δεν άσκησε μόνο επιρροή στη διακυβέρνηση. Θέσπισε επίσης νόμους, υποτάσσοντας το κράτος δικαίου στα μαζικά δημοκρατικά αιτήματα, καθιστώντας την κυβέρνηση υπόλογη απέναντι στο «συναίσθημα και το πάθος των μαζών», σύμφωνα με τον Röpke (1998: 152). Η θέσπιση νόμων από εκείνους που πρέπει να κυβερνηθούν «δεν είναι τίποτα περισσότερο από κυριαρχία του όχλου» (Schmitt, 2008a: 119). Έτσι, το δίκαιο έγινε κοινό δίκαιο με την πραγματική έννοια του όρου, δηλαδή έγινε το κοινό δίκαιο μιας πολιτικοποιημένης και συγκρουόμενης μαζικής κοινωνίας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Σμιτ, το νομικό πλαίσιο της διακυβέρνησης άρχισε να διασπάται και να κατακερματίζεται σε ένα χαοτικό άθροισμα ασυνάρτητων στοιχείων δικαίου (Schmitt, 2008b). Κατά την κρίση του, επομένως, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης συνιστούσε ένα εντελώς αδύναμο κράτος. Αντί μιας κυβέρνησης φίλων, δέχτηκε τον εχθρό ως ισότιμο νομοθέτη, οδηγώντας στη διάλυση του φιλελεύθερου κράτους δικαίου ως συνεκτικού πλαισίου της κοινωνικής τάξης και της υγιούς οικονομίας.[13]

Για τον Σμιτ, η μαζική «κοινωνία» κυρίευσε το κράτος σέρνοντάς το κάτω στην κοινωνία και καθιστώντας το μαζικό κράτος. To αποτέλεσμα ήταν ένα κράτος χωρίς συνοχή και χωρίς πολιτική ποιότητα. Κατά την άποψή του, οι κοινωνικές δυνάμεις τεμάχισαν κυριολεκτικά το κράτος, μετατρέποντάς το σε μια ασύνδετη έκφραση όλων των ειδών των διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων, οδηγώντας στον κατακερματισμό του «πολιτικού» και στην αποσύνθεση του κεντρικού θεσμού που, για τον Σμιτ, είναι σε θέση να συντηρεί την «υγιή οικονομία». Η μαζική δημοκρατία κατέστρεψε την ανεξαρτησία του κράτους και αναπαρήγαγε τις κοινωνικές συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς εντός εκείνου του θεσμού που είχε ως αποστολή να τις αναχαιτίσει στη βάση της τάξης, του νόμου και του δικαίου. Όπως το έθεσε ο Rüstow, το (φιλελεύθερο) κράτος

κατακερματίστηκε από άπληστους ιδιοτελείς. Ο καθένας από αυτούς παίρνει για τον εαυτό του ένα κομμάτι της εξουσίας του κράτους και το εκμεταλλεύεται για τους δικούς του σκοπούς… Αυτό το φαινόμενο μπορεί να περιγραφεί καλύτερα με έναν όρο που χρησιμοποιήθηκε από τον Καρλ Σμιτ – τον «πλουραλισμό». Πράγματι, εκπροσωπεί έναν πλουραλισμό του χειρότερου είδους. Ο ρόλος που παίζει το κράτος σε αυτό το πλαίσιο είναι ο ρόλος του θύματος. (Rustow, 1963: 255)

Όπως ο Rüstow, που υποστήριζε τη δικτατορία των κομισάριων ως μέσο αποκατάστασης της τάξης σε μια κοινωνία, έτσι και ο Σμιτ απαιτούσε την αποκατάσταση του πολιτικού, του κράτους, ως ανεξάρτητου επίσημου θεσμού λήψης αποφάσεων. «Δεν υπάρχει νομικός κανόνας που να εφαρμόζεται στο χάος. Πρέπει να υφίσταται τάξη για να είναι αποτελεσματικοί οι νομικοί κανόνες» (Schmitt, 2016). Η τάξη είναι προϋπόθεση του νόμου. Το κράτος δικαίου δεν μπορεί να αμυνθεί απέναντι σε μια πολιτικοποιημένη μαζική κοινωνία. Αντίθετα το «κατασπαράζει». Το κράτος δικαίου δεν «γνωρίζει» εάν εφαρμόζεται. Η κρίση για το εάν εφαρμόζεται ή εάν απαιτείται η προσωρινή του αναστολή προκειμένου να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα, μετά τη λήξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, δεν είναι νομική κρίση. Ο νόμος δεν αναστέλλει τον εαυτό του. Πρόκειται μάλλον για μια επιτακτική κρίση, απόφαση και διακήρυξη σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση, από αυτόν που ο Σμιτ θεωρεί ότι είναι ο πραγματικός κυρίαρχος, δηλαδή ο δικτάτορας που καθορίζει και προβαίνει στην κήρυξη της κατάστασης εξαίρεσης στο (φιλελεύθερο) κράτος δικαίου και αποκαλύπτεται από αυτή την πράξη και εντός αυτής. Στη δικτατορία, «η πραγματικότητα δεν αποδέχεται τη γνώση, μόνο την αναγνώριση» (Fortshoff, 1933a: 25).[14] Η εγκυρότητα της κυριαρχικής πράξης δεν είναι ζήτημα δικαίου ή αφηρημένων εννοιών της δικαιοσύνης. Πράγματι, «οι απόπειρες αμφισβήτησης του προσφάτως αποκτημένου ισχύοντος δικαίου του κράτους υποδηλώνουν σαμποτάζ… Η ανελέητη εξόντωση αυτού του είδους της σκέψης είναι το ευγενέστερο καθήκον του κράτους σήμερα» (Forsthoff, 1993b: 29). Η εγκυρότητα της κυριαρχικής απόφασης για την αναστολή του κράτους δικαίου έγκειται στην αυταρχική εξάλειψη οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την ορθότητα της απόφασης. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι μια κατάσταση ιδιαίτερα ισχυρής πολιτικής ποιότητας. Είναι μια στιγμή μεγάλης πολιτικής έντασης και καθαρής πολιτικής ποιότητας. Η απόφαση αναστολής του κράτους δικαίου ισοδυναμεί με την απόφαση να χυθεί αίμα (Σμιτ).

Συνοψίζοντας, το ισχυρό κράτος είναι ένα αυταρχικό εκτελεστικό κράτος (Regierungsstaat). Περιορίζει το νομοθετικό κράτος (Gesetzgebungsstaat) της λαϊκής κυριαρχίας και κυβερνά λαμβάνοντας υπόψη αυτό που έχει προσδιοριστεί ως ξένο προς το φιλελεύθερο ομοιογενές συμφέρον (Schmitt, 1931, 1932). Για τον Σμιτ, ο αγώνας για το κράτος της καθαρής (φιλελεύθερης) ποιότητας και η διατήρησή του προϋποθέτουν την εξάλειψη όλων των μορφών κοινωνικών συγκρούσεων μέσω μιας ισχυρής κρατικής εποπτείας των αποπολιτικοποιημένων κοινωνικοοικονομικών σχέσεων. Το κράτος, κατά κάποιο τρόπο, διατάζει την κοινωνία να επιτύχει την ομοιογένεια των εθνικών σκοπών εντός της νοοτροπίας της κοινωνίας γενικά. Εν ολίγοις,

η δημοκρατία απαιτεί… πρώτα την ομοιογένεια και δεύτερον –εάν προκύψει η ανάγκη– την εξάλειψη και την εκρίζωση της ετερογένειας… Η δημοκρατία επιδεικνύει την πολιτική της δύναμη γνωρίζοντας πώς να αρνηθεί ή να κρατήσει σε απόσταση κάτι ξένο και άνισο που απειλεί την ομοιογένειά της. (Σμιτ, 1988: 9)

Η αντίληψη του Rossiter ότι δεν μπορεί να υπάρξει «δημοκρατία σε ανώμαλες εποχές» (1948: 8) δεν πάει τόσο μακριά σε σύγκριση με τις απόψεις του Σμιτ. Όπως και ο Σμιτ, αποδέχεται ότι οι ανώμαλες εποχές μπορεί να απαιτούν μια δικτατορία που θα «τερματίσει την κρίση και θα αποκαταστήσει τις ομαλές συνθήκες» επιβάλλοντας την κοινωνική τάξη (Rossiter, 1948: 7). Ωστόσο, για τον Σμιτ, δεν μπορεί να υπάρξει φιλελεύθερη δημοκρατία ακόμα και σε κανονικές εποχές. Η διακυβέρνηση βάσει του κράτους δικαίου συνιστά πολιτική απόφαση σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση. H πολιτική κυριαρχία είναι μια λανθάνουσα παρουσία και σε κανονικές εποχές. Στην αφανή μορφή της εκδηλώνεται ως κράτος ασφάλειας που βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση, το οποίο, όπως εξηγεί ο Heller (2015: 301) βασισμένος στον Σμιτ (1998), διαθέτει όλα τα «τεχνολογικά μέσα, ειδικά τη στρατιωτική τεχνολογία», ώστε να εξασφαλίζει τη νόμιμη συμπεριφορά των πολιτών.

Ορντο-φιλελευθερισμός και το κράτος της δημοκρατίας

Όπως ο Σμιτ έτσι και οι ορντο-φιλελεύθεροι γνωρίζουν καλά τους κινδύνους της ελευθερίας. «Οι εχθροί», λέει ο Röpke (2007), «επωφελούνται επίσης από αυτή, και στο όνομα της ελευθερίας τούς παρέχεται κάθε πιθανή ευκαιρία να θέσουν τέλος στη φιλελεύθερη δημοκρατία». Απηχώντας τις προειδοποιήσεις του Σμιτ για τη δημοκρατία που δεν αναγνωρίζει τον «εχθρό», ο Röpke (1942: 253) υποστηρίζει ότι «όλοι γνωρίζουν πως η δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά σωστά μόνο όταν υπάρχει μια ελάχιστη συμφωνία σχετικά με τα ουσιώδη προβλήματα του εθνικού βίου». Η δημοκρατία λειτουργεί σωστά μόνο ως δημοκρατία των φίλων. Μόλις τα συμφέροντα της μάζας πάρουν τον έλεγχο της δημοκρατίας, «αυτή πέφτει αναγκαστικά θύμα είτε της αναρχίας είτε του κολεκτιβισμού» (Röpke, 1942: 246). Σε κάθε περίπτωση, η πολιτικοποιημένη μαζική κοινωνία συνεπάγεται την «απώλεια της κοινωνικής ενσωμάτωσης», αμβλύνει τη «διαφοροποίηση της κοινωνικής θέσης» και οδηγεί στην ενίσχυση της «τυποποίησης και της ομοιομορφίας». Καταστρέφει, όπως ισχυρίζεται, την «κάθετη συνοχή της κοινωνίας» (Röpke, 1942: 246), οδηγώντας στην απώλεια της «ζωτικής ικανοποίησης» (Röpke, 1942: 240) και της αποδοχής της κοινωνικής θέσης. Μέσα από τη διαδικασία εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης αναδύεται η φιγούρα του δυσαρεστημένου και ανήσυχου προλεταριάτου που, όπως η φιγούρα του νεκροθάφτη στον Μαρξ (Μαρξ και Ένγκελς, 2014), αποδυναμώνει τον νόμο της ατομικής ιδιοκτησίας ανατρέποντας «τους οικονομικούς μηχανισμούς προσαρμογής της αγοράς μέσω των τιμών» (Röpke, 1942: 3). Ένα αδύναμο κράτος υποκύπτει στα προλεταριακά αιτήματα, γεγονός που υπονομεύει όχι μόνο την οικονομική διαδικασία αλλά και εντείνει περαιτέρω την «απειλητική δυσαρέσκεια των εργαζομένων» (Röpke, 1942: 3), καθώς τα πάθη των αποστερημένων αφήνονται να θεριεύσουν. «Το δύσκολο πρόβλημα του προλεταριάτου», υποστηρίζει ο Röpke, δεν είναι οικονομικό αλλά ανθρώπινο. Χαρακτηρίζεται από έλλειψη ζωτικότητας και ψυχολογικής ευτυχίας. Σύμφωνα με τον Rüstow, η αυθεντική επιθυμία των απείθαρχων μαζών δεν είναι να καταστρέψουν την ελεύθερη οικονομία ούτε να συγκεντρώνονται στις γωνιές των δρόμων σε ένδειξη διαμαρτυρίας περιφρονώντας διαρκώς τη δεδομένη κατάσταση. Αντίθετα, λέει ο Rüstow (1959: 102), η αυθεντική επιθυμία των μαζών είναι να καθοδηγούνται και να κυβερνιούνται από Άνδρες με ειλικρινείς πεποιθήσεις και ευγενείς προθέσεις, αρκεί οι μάζες να γνωρίζουν ποιον να ακολουθήσουν. Ο Rüstow αντιλαμβάνεται έτσι τη δημοκρατία ως μια δημοψηφισματική δημοκρατία, στην οποία οι μάζες καθοδηγούνται από μια μαγευτική ελίτ που κυβερνά με την ηθική της ευθύνης και παρέχει χαρισματική υποστήριξη σε έναν απομαγευμένο κόσμο οικονομικής αξίας και κυριαρχίας μέσω αφηρημένων κανόνων και διατάξεων.[15]

Ο Eucken αντιλαμβανόταν επίσης τον εκδημοκρατισμό ως τη «χαοτική δύναμη των μαζών» (1932: 312), την οποία θεωρούσε βασική αιτία για τον μετασχηματισμό του φιλελεύθερου κράτους σε μαζικό δημοκρατικό κράτος πρόνοιας. Οι αδύναμες κυβερνήσεις κατεύνασαν την κοινωνική δυσαρέσκεια διευρύνοντας τη λαϊκή τους απήχηση, λυγίζοντας απέναντι στα επονομαζόμενα «επιμέρους συμφέροντα» που απαιτούν ίσα δικαιώματα και υλική ασφάλεια. Αντί να διευκολύνει την ελεύθερη οικονομία, η παρέμβαση στο ελεύθερο παιχνίδι των δυνάμεων της αγοράς δημιούργησε οικονομικές ανωμαλίες, οι οποίες απαιτούσαν περαιτέρω παρεμβάσεις, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο αυτοτροφοδοτούμενων παρεμβάσεων. Μέσα σε αυτό το κλίμα παρεμβατισμού που στρεβλώνει την αγορά, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο ομάδες ιδιωτικών συμφερόντων, ασκώντας πιέσεις για περιορισμό του ανταγωνισμού προκειμένου να εξασφαλίσουν τα δικά τους έσοδα. Ο Böhm (1937: 122) απορρίπτει το οικονομικό λεξιλόγιο για αυτού του είδους τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Αντί να μιλάμε για «καρτέλ, ρύθμιση της αγοράς ή αμοιβαία υποστήριξη», υποστηρίζει ότι οι δυνάμεις αδρανοποίησης της αγοράς των ιδιωτικών συμφερόντων συνιστούν «σαμποτάζ ή συνωμοσία». Εν ολίγοις, το κράτος, αποδυναμωμένο από τη μαζική δημοκρατία, ενέδωσε επίσης στα αιτήματα μιας πληθώρας ισχυρών ομάδων οικονομικών συμφερόντων με αποτέλεσμα να χάσει «τη δύναμη και την εξουσία του». Ανίκανο να διατηρήσει την «ανεξαρτησία του» από την οχλοβοή της κοινωνίας, άρχισε να «υποκύπτει στις επιθέσεις των ομάδων πίεσης… των μονοπωλίων και αργότερα των συνδικαλισμένων εργατών» (Rüstow, 1942: 276). Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν στην καθιέρωση του «ποσοτικά ολοκληρωτικού κράτους» που χαρακτηρίζεται από την πολιτική των κομμάτων, τον συμβιβασμό, τα παζάρια κ.λπ. Θεσμοθετεί ως θεμελιώδη αρχή της διακυβέρνησης τις «παραχωρήσεις στα κεκτημένα συμφέροντα» (Eucken, 1932: 318). Για τους ορντο-φιλελεύθερους, η ανεξέλεγκτη δημοκρατία οδηγεί σε σχεδιασμένο χάος.

Η ορντο-φιλελεύθερη ανάλυση για την κρίση της πολιτικής οικονομίας της Βαϊμάρης δεν εμπεριέχει κάποια οικονομική επιχειρηματολογία. Προσδιορίζει την κρίση ως κρίση ακυβερνησίας που επήλθε από την υπερβολική δημοκρατία, η οποία εξαφάνισε «το μαστίγιο του ανταγωνισμού» (πρβ. Eucken, 1932) από τις κοινωνικές δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν την ελευθερία τους για να «καταβροχθίσουν» το φιλελεύθερο κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας οικονομίας που στηρίζεται στην ελεύθερη εργασία (Rüstow, 1963: 258). Επετράπη στα «ολοκληρωτικά μαζικά κόμματα» να «καταχρώνται τους κανόνες του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού» (Rüstow, 1942: 277), οδηγώντας στην εδραίωση ενός «ολοκληρωτικού κράτους πρόνοιας» (Röpke, 1942: 4) που αντικατέστησε «τον δημοκρατικό κυρίαρχο, την αγορά» (Röpke, 1942: 254) με την «κολεκτιβιστική τυραννία» (Röpke, 1942: 248). Για τους ορντο-φιλελεύθερους, η τυραννία είναι «ριζωμένη στη δημοκρατία που είναι απεριόριστη και όχι επαρκώς εξισορροπημένη από τον φιλελευθερισμό» (Röpke, 1942, 248). Η τυραννία, λέει ο Röpke, «πάντα κυβερνούσε με τις μάζες… ενάντια στην ελίτ που είναι φορέας του πολιτισμού» (Röpke, 1942: 248). Ως εκ τούτου, απευθύνει κάλεσμα στους ανθρώπους που διαθέτουν ορθή κρίση να αναλάβουν «την ηγεσία… και να υπερασπιστούν υποδειγματικά τους κατευθυντήριους κανόνες και τις αξίες της κοινωνίας» (Röpke, 1998: 130).[16] Για τους ορντο-φιλελεύθερους, ο φιλελευθερισμός πρέπει να είναι μαχητικός φιλελευθερισμός που κυβερνά με κύρος και σκοπό, πυγμή και δύναμη, θάρρος και αφοσίωση στις αξίες της ατομικής ιδιοκτησίας, με οποιοδήποτε τίμημα. «Ο φιλελευθερισμός», λέει ο Rüstow, «δεν αξίωνε ένα αδύναμο κράτος αλλά μόνο ελευθερία για την οικονομική ανάπτυξη υπό την προστασία του κράτους». Αυτή η προστασία «απαιτεί ισχυρό κράτος» (Rüstow, 1963: 68). Το ισχυρό κράτος «βρίσκεται στη θέση που του αντιστοιχεί: πέρα και πάνω από την οικονομία, πέρα και πάνω από τις ομάδες συμφερόντων [Interessenten]» (Rüstow, 1963: 258). Είναι η ανεξαρτησία του κράτους από τις ομάδες συμφερόντων, από την κοινωνία και, επομένως, από τη δημοκρατική κυριαρχία, που το καθιστά ισχυρό ως δύναμη που θέτει σε κίνηση την αγορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τις «προλεταριοποιημένες» συνθήκες της Βαϊμάρης, οι ιδρυτές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς υποστήριζαν τη δικτατορία των κομισάριων υπό τον φον Πάπεν για να επιτύχουν αυτό που ο Χάγιεκ αποκαλεί ελευθερία από τον «καταναγκασμό και τη βία» (Χάγιεκ, 1972: 66). Η δικτατορία των κομισάριων στόχο είχε να εδραιώσει εκ νέου την ανεξαρτησία του κράτους από τη μαζική κοινωνία, προκειμένου να απελευθερωθεί η οικονομία από την οχλοβοή των μαζών όχι μόνο μέσω της «βίας» αλλά και μέσω της «εξουσίας και του ηγέτη» (Rüstow, 1959: 100). Κατά την άποψη του Röpke (1942: 256), η δημοκρατία είναι ο πραγματικός χαρακτήρας της δικτατορίας. «Όταν μια δημοκρατία σε περιόδους ανάγκης τοποθετεί έναν δικτάτορα ως επικεφαλής της, σε καμία περίπτωση δεν παραδίδεται: πολύ περισσότερο υπακούει στις νουθεσίες της αναγκαιότητας και στις προσταγές της ιστορίας. Πέρα από όλα τα άλλα, στην περίπτωση της δημοκρατικής δικτατορίας, έχουμε να κάνουμε με τη μεταβίβαση μιας εξουσιοδότησης που αποκαθίσταται μετά την παρέλευση της περιόδου έκτακτης ανάγκης του κράτους και όχι με μια κανονική, μόνιμη μορφή της κατεύθυνσης του κράτους και της οικονομικής ζωής». Ο Friedrich (1968: 547) συλλαμβάνει σωστά τον φιλελεύθερο σκοπό της «στρατιωτικής κυβέρνησης» που δεν είναι άλλος από το «να προστατεύσει την ευημερία των κυβερνώμενων» – «εμπνεόμενη από τον ανθρωπιστικό παράγοντα» (Friedrich, 1968: 547).

Ωστόσο, η περιστολή της μαζικής δημοκρατίας από τη δικτατορία των κομισάριων εγείρει το θεμελιώδες ερώτημα για το πώς θα διατηρηθεί φιλελεύθερη η δικτατορία. Πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι η δικτατορία ασκείται στο όνομα της ελευθερίας – όπως η δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή που, μεταξύ άλλων, την επαινούσαν ο Μίλτον Φρίντμαν, ο Φρίντριχ Χάγιεκ και η Τζιν Κιρκπάτρικ.[17] Δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα. Η αβεβαιότητα απαιτεί σθεναρή δράση για την εξάλειψη κάθε αμφιβολίας που σχετίζεται με τον νόμιμο προσδιορισμό και τη νόμιμη εξολόθρευση του εχθρού. Παρά τη θεωρητική διάκριση μεταξύ του αυταρχικού προσδιορισμού του εχθρού και της φασιστικής καταδίωξης του εχθρού, δεν υπάρχει κανένας νόμος που να εμποδίζει κάποιον να διαβεί τον Ρουβίκωνα. Σύμφωνα με τον Rossiter (1948: 290), «σε όποια απαγορευμένα πεδία ελευθερίας κι αν αναγκαστούν να εισέλθουν οι ηγέτες μιας συνταγματικά νόμιμης κυβέρνησης υπό το βάρος των αναγκών της κρίσης, θα πρέπει να το κάνουν ή διαφορετικά να επιτρέψουν την καταστροφή του κράτους και των ελευθεριών του». Η Κιρκπάτρικ (1979) διέκρινε καλοπροαίρετες προθέσεις στην ελευθερία κάποιου να προστάζει, να σακατεύει και να δολοφονεί.

Ακυβερνησία και υπερβολική δημοκρατία

Κατά τη δεκαετία του 1970, η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης εκείνης της περιόδου επικεντρώθηκε ρητά ή άρρητα στην κρίση της κρατικής εξουσίας. Κατά βάση, η κρίση θεωρήθηκε κρίση κυβερνησιμότητας, η οποία υποτίθεται ότι ήταν συνέπεια της υπερβολικής δημοκρατίας. Πυρήνας της έννοιας της υπερβολικής δημοκρατίας ήταν η αντίληψη ότι η κοινωνία είχε καταστεί μη κυβερνήσιμη. Έχοντας να αντιμετωπίσουν τα ασυγκράτητα δημοκρατικά αιτήματα της μάζας για συλλογικές παροχές και προστασία από τον ανταγωνισμό, οι κυβερνήσεις παραχώρησαν έδαφος και ακολούθησαν μη φιλελεύθερες κοινωνικοοικονομικές πολιτικές, οι οποίες οδήγησαν στην οικονομική κρίση και την ενίσχυσαν. Έτσι, η κρίση της δεκαετίας του 1970 αντιμετωπίστηκε ως μια κρίση που προκλήθηκε από το αδύναμο κράτος το οποίο υπέκυψε στα ιδιαίτερα συμφέροντα και στα δημοκρατικά αιτήματα της μάζας για κοινωνική προστασία και προστασία της απασχόλησης.

Σύμφωνα με το επιχείρημα περί υπερβολικής δημοκρατίας και κοινωνικής αναταραχής, τα πολιτικά κόμματα προσπάθησαν να ανταγωνιστούν το ένα το άλλο προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερα μερίδια της «εκλογικής αγοράς». Αυτό οδήγησε στην «αύξηση των πληθωριστικών προσδοκιών» εκ μέρους του εκλογικού σώματος, την οποία ενθάρρυνε το δημοκρατικό σύστημα. Όπως το θέτει ο Sam Brittan, «οι υπερβολικές προσδοκίες δημιουργούνται από τις δημοκρατικές πτυχές του συστήματος» (Brittan, 1976: 97) και «ο πειρασμός να ενθαρρυνθούν οι ψευδείς προσδοκίες του εκλογικού σώματος κυριεύει τους πολιτικούς» (Brittan, 1976: 105). Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με τον Brittan, ήταν ότι «για τους ψηφοφόρους δεν υπήρχαν περιορισμοί στον κρατικό προϋπολογισμό» (Brittan, 1976: 104). Το κράτος δεν είχε τη δύναμη να συγκρατήσει τις προσδοκίες της μάζας μέσα στα όρια μιας ελεύθερης κοινωνίας. Αυτό είχε ως συνέπεια, το να μετατραπεί η κυβέρνηση σε «ένα είδος ασφαλιστικής εταιρείας απεριόριστης ευθύνης, που παρέχει ασφάλιση σε όλα τα άτομα ανά πάσα στιγμή έναντι κάθε πιθανού κινδύνου» (King, 1976: 12). Ο επιχειρηματίας, αυτή η φιγούρα του νεοφιλελεύθερου οράματος μιας κοινωνίας που απαρτίζεται από κυνηγούς της οικονομικής αξίας οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τον εαυτό τους, αμφισβητήθηκε από τη θεσμοθέτηση μιας κουλτούρας εξάρτησης, που με τη μορφή του κράτους πρόνοιας τιμωρούσε την επιτυχία και έδινε παροχές στην αδράνεια. Η μη συμμόρφωση με τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας και η απόρριψη των παραδοσιακών κανόνων συμπεριφοράς ήταν ευρέως διαδεδομένα. Όπως το θέτει ο King (1976: 23), «ο άντρας που εξαρτάται από τη σύζυγό του για να τον πηγαίνει με το αυτοκίνητο στη δουλειά διαπιστώνει όλο και περισσότερο ότι εκείνη αρνείται να το κάνει».

Ανεξάρτητα από το τι ακριβώς απασχολούσε τον King, η γενική τάση της συγκεκριμένης προσέγγισης ήταν ότι η κρίση της δεκαετίας του 1970 προκλήθηκε από τη συνδυασμένη επίδραση των πολιτικοποιημένων κοινωνικών σχέσεων, της μη συμμόρφωσης με τους αναμενόμενους κανόνες συμπεριφοράς και ενός ανεξέλεγκτου δημοκρατικού συστήματος που ενθάρρυνε τα πολιτικά κόμματα να πλειοδοτούν το ένα έναντι του άλλου με υποσχέσεις περί κοινωνικών παροχών. Το κράτος, βάσει αυτής της προσέγγισης, είχε γίνει όμηρος της Τέταρτης Τάξης ή αυτού που αποκαλούσε ο Röpke (1998, βλ. επίσης Ancil, 2012) προλεταριοποιημένες κοινωνικές δομές. Για τους νεοφιλελεύθερους, οι «οικονομικές συνέπειες της δημοκρατίας» (βλέπε Brittan, 1977) ήταν τεράστιες και θεμελιώδεις για την κατανόηση της οικονομικής κρίσης και της επίλυσής της.

Θεμελιώδες στοιχείο για την εξάλειψη της επιρροής της μάζας στο κράτος είναι ο διαχωρισμός της οικονομίας και του κράτους σε διακριτές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Το κράτος θα πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ισχύ επί της οικονομίας, εν ολίγοις, η οικονομία γίνεται αντιληπτή ως μια σφαίρα που δεν υπάγεται στο κράτος, στην οποία τα άτομα έχοντας την ευθύνη του εαυτού τους παίρνουν αποφάσεις βάσει της ελεύθερης βούλησής τους καθοδηγούμενα αποκλειστικά από τον μηχανισμό των ελεύθερων τιμών. Ο μη κρατικός χαρακτήρας της οικονομίας συνεπάγεται την αποπολιτικοποίησή της ως μιας μη πολιτικοποιημένης κοινωνίας ανταλλαγής όπου οι αγοραστές και οι πωλητές εργασιακής δύναμης συναντιούνται ως ισότιμα νομικά πρόσωπα, επιδιώκοντας το καθένα τα δικά του συμφέροντα και σκοπούς βάσει της ελεύθερης βούλησής τους και χωρίς εξαναγκασμό. Η αντίληψη του Müller-Armack (1981: 102) ότι το κράτος «πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ισχυρό στη δική του σφαίρα αλλά έξω από αυτήν, στην οικονομική σφαίρα, πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ισχύ» στην πραγματικότητα υποστηρίζει την πλήρη εξάλειψη της αταξίας στην οικονομία από ένα κράτος που διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο του πολιτικού. Επομένως, υποστηρίζει επίσης την πολιτικοποίηση του κράτους ως ανεξάρτητης δύναμης μιας ελεύθερης, δηλαδή αποπολιτικοποιημένης, οικονομίας. Η επίτευξη μιας «μη κρατικής» οικονομικής σφαίρας είναι στην ουσία έργο της πολιτικής. Θεσμοθετείται, επιβάλλεται και επιβλέπεται από το κράτος, προκειμένου να διασφαλιστεί και να διατηρηθεί η, βάσει κανόνων, συμπεριφορά των ελεύθερων επιχειρηματιών που εμπορεύονται εργασιακή δύναμη.

Ο απολογισμός της κρίσης της δεκαετίας του 1970 από νεοφιλελεύθερη σκοπιά καθιστά σαφές ότι το φιλελεύθερο κράτος είναι η πολιτική μορφή της ελεύθερης οικονομίας. Η αποπολιτικοποίηση της οικονομίας, ο περιορισμός της ισχύος των συνδικάτων, ο μετασχηματισμός του κράτους πρόνοιας σε κράτος εργασιακής πειθαρχίας (workfare state) και η φιλελευθεροποίηση της οικονομίας –η δημιουργία, η υποστήριξη και η διατήρηση της ελεύθερης οικονομίας– είναι όλα ζητήματα πρακτικής διακυβέρνησης. Ο ανταγωνισμός δεν δημιουργεί ανόθευτες σχέσεις ανταλλαγής σε αδιαίρετες αγορές. Οδηγεί είτε στην ανελέητη απληστία είτε στη μονοπωλιακή τιμολόγηση. Ο ανταγωνισμός είναι μια κατηγορία κοινωνικής διαμάχης και διχασμού. Η κοινωνική της υπόσταση συνιστά πολιτική πρακτική. Η οικονομία δεν προϋποθέτει την ελευθερία ούτε απελευθερώνει τον εαυτό της. Από μόνη της βυθίζεται στην «αιματοχυσία και την αταξία». Η φιλελεύθερη αντίληψη του αόρατου χεριού που ρυθμίζει την αγορά εκφράζει μια πολιτική πρακτική ανόθευτων και αδιαίρετων σχέσεων της αγοράς. Επομένως, το laissez-faire είναι «μια πολύ ασαφής και παραπλανητική περιγραφή των αρχών στις οποίες βασίζεται η φιλελεύθερη πολιτική» (Hayek, 2013). Δεν είναι η «απάντηση στις εξεγέρσεις» (Willgerodt and Peacock, 1989: 6). Δεν είναι η απάντηση «στις πεινασμένες ορδές των κατεστημένων συμφερόντων» (Röpke, 2007), ούτε στις πολιτικοποιημένες κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, ούτε στα μαζικά δημοκρατικά αιτήματα για τις συνθήκες ζωής, ούτε σε μια δημοκρατία που δεν ξέρει πώς να περιορίσει τον εαυτό της επιδιώκοντας την ελευθερία (βλ. Crozier et al., 1975). Πράγματι, για χάρη της ελευθερίας «οι πιο θεμελιώδεις αρχές μιας ελεύθερης κοινωνίας… μπορεί να χρειαστεί να θυσιαστούν προσωρινά… [προκειμένου να διαφυλαχτεί] η ελευθερία μακροπρόθεσμα» (Hayek, 2008). Τη δεκαετία του 1970, οι προειδοποιήσεις του Χάγιεκ για την απεριόριστη δημοκρατία ως πρόδηλο κίνδυνο για την ελευθερία, που περιέχονταν στο βιβλίο του Το Σύνταγμα της Ελευθερίας, υιοθετήθηκαν από τους στρατώνες. Όπως το έθεσε ο ίδιος εγκωμιάζοντας τη δικτατορία του Πινοσέτ, «ίσως υπάρχουν ακόμη και σήμερα δικτάτορες με καλές προθέσεις που ανήλθαν στην εξουσία λόγω της πραγματικής κατάρρευσης της δημοκρατίας και ανυπομονούν ειλικρινά να την αποκαταστήσουν, αρκεί μόνο να γνώριζαν πώς να τη διαφυλάξουν από τις δυνάμεις που την κατέστρεψαν». Σύμφωνα με τον Χάγιεκ, «μια δικτατορία μπορεί να επιβάλλει όρια στον εαυτό της, και μια δικτατορία που επιβάλλει τέτοια όρια μπορεί να είναι πιο φιλελεύθερη στις πολιτικές της από ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο που δεν γνωρίζει τέτοια όρια» (Hayek, παρατίθεται στο Cristi, 1998: 168, σημ. 16). Ο Χάγιεκ θεωρούσε τη δικτατορία του Πινοσέτ ισχυρό κράτος, ένα κράτος το οποίο επιλύει το ζήτημα της υπερβολικής δημοκρατίας, τραβώντας μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνίας και κράτους, καθιστώντας το κράτος κυβερνήσιμο ως «σχεδιαστή του ανταγωνισμού» (Hayek, 2013).

Συμπεράσματα

Για τον αυταρχικό φιλελευθερισμό, το κράτος είναι η κυρίαρχη κατηγορία της πολιτικής οικονομίας. Αναγνωρίζει ότι η ελεύθερη οικονομία βασίζεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη (social order) και συνιστά μια συνολική πρακτική διακυβέρνησης. Η τάξη (order) δεν είναι προϊόν της οικονομίας. Είναι πολιτική κατηγορία. Επομένως, οι οικονομικές κρίσεις φανερώνουν μια «κρίση του παρεμβατισμού» (Röpke, 1936: 160). Έχω υποστηρίξει ότι ο αυταρχικός φιλελευθερισμός μπορεί να συνοψιστεί στο μότο της ελεύθερης οικονομίας ως πολιτικής πρακτικής του ισχυρού κράτους. Για χάρη της οικονομικής ελευθερίας, αναγνωρίζει ότι το φιλελεύθερο κράτος δεν μπορεί να έχει αρκετή ισχύ και απορρίπτει τη δημοκρατική οργάνωση αυτής της ισχύος. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός εκφράζει τις πολιτικές αναγκαιότητες της ελεύθερης οικονομίας υπό τη μορφή μιας πολιτικής θεολογίας – αξιώνει ό,τι είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της ελευθερίας των αποστερημένων. Το αυταρχικό κράτος της ελεύθερης οικονομίας είναι οπλισμένο.

Η άποψη ότι η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970 συνιστά κρίση της εξουσίας του κράτους βασίστηκε στην πεποίθηση ότι ο «όχλος» είχε μετατρέψει το κράτος σε θήραμά του, αποδυναμώνοντας τη φιλελεύθερη χρησιμότητά του. Παρόμοιες απόψεις είχαν εκφραστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο Μπέρναρντ Μπαρούχ, κορυφαία φιγούρα των Δημοκρατικών, είχε διαμαρτυρηθεί εναντίον της απόφασης του Ρούσβελτ να εγκαταλείψει το 1933 τον κανόνα του χρυσού, δηλώνοντας ότι «οι μόνοι που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο είναι οι υποστηρικτές της οχλοκρατίας. Ίσως η χώρα να μην το γνωρίζει ακόμα, αλλά νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια επανάσταση πιο ριζική από τη Γαλλική Επανάσταση. Το πλήθος έχει καταλάβει την έδρα της κυβέρνησης και προσπαθεί να σφετεριστεί τον πλούτο. Ο σεβασμός για τον νόμο και την τάξη έχει χαθεί» (παρατίθεται στο Schlesinger, 1958: 202). Για τον Μπαρούχ, ορθά, οι αποστερημένοι έμποροι της εργασιακής δύναμης αποτελούν την κοινωνική πλειοψηφία. Για χάρη της ελευθερίας, ο περιορισμός τους είναι ζωτικής σημασίας. Ζωτικής σημασίας είναι επίσης η εξάλειψη της επιρροής της δημοκρατίας στη χάραξη πολιτικής, ιδίως στη νομισματική και στην πιστωτική πολιτική. Ούτε θα πρέπει «να λειτουργεί ως κέντρο ελέγχου από μια κυβέρνηση που εξαρτάται άμεσα από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή, ακόμα χειρότερα, από κάποια μη κοινοβουλευτική ομάδα που παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος της κοινής γνώμης» (Röpke, 1998: 223). Ο κανόνας του χρυσού λειτουργούσε παρόμοια με ένα απο-εθνικοποιημένο, απο-δημοκρατικοποιημένο και πλήρως αποπολιτικοποιημένο πλαίσιο οικονομικών προσαρμογών στις εδαφικοποιημένες αγορές εργασίας, η καθεμία σε ανταγωνισμό με την άλλη βάσει των τιμών στην παγκόσμια αγορά. Το γεγονός ότι δεν εξαρτιόταν από τις αποφάσεις κάποιας κυβέρνησης μετέτρεπε τον καθένα σε εξάρτημα ενός κανόνα φαινομενικά ανεξάρτητων οικονομικών δυνάμεων.[18] Η εγκατάλειψή του υπέταξε τη νομισματική πολιτική στις δημοκρατικές πιέσεις, γεγονός που κατά την άποψη του Μπαρούχ ισοδυναμεί με την κατάληψη του κράτους από τον όχλο. Δηλαδή, επέτρεψε την εφαρμογή του Κεϋνσιανισμού του New Deal υπό τον Ρούζβελτ. Στο πλαίσιο αυτό, οι ορντο-φιλελεύθεροι υποστήριξαν ότι η επιδίωξη της ελεύθερης οικονομίας προϋποθέτει την περιστολή της μαζικής δημοκρατίας και την ελευθερία λήψης εκτελεστικών αποφάσεων. Σε αντίθεση με τα φασιστικά ρεύματα, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η στάση τους συνιστά επιχείρημα υπέρ της δικτατορίας. Είναι μάλλον ένα επιχείρημα που αφορά τα μέσα για τη διατήρηση της οικονομικής ελευθερίας.

Η κατάσταση εξαίρεσης φανερώνει την αποτυχία της κυβέρνησης να αποτρέψει την εκδήλωση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τον φιλελευθερισμό. Δηλαδή, η επιδίωξη της ελευθερίας πρέπει να είναι προληπτική για να αποφευχθεί εκ των προτέρων η διασάλευση της τάξης. Συνεπώς, ο Röpke (1969: 97) υποστηρίζει ότι η δημοκρατία πρέπει να «περιορίζεται μέσω μέτρων και προφυλάξεων που θα αποτρέπουν την καταστροφή του φιλελευθερισμού από τη δημοκρατία». Η πρόσδεση της δημοκρατίας στο θεμέλιο του φιλελευθερισμού βρέθηκε στο επίκεντρο κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Αυτή η απόπειρα περιλάμβανε τη χορήγηση στα συνταγματικά δικαστήρια έκτακτων εξουσιών απόφανσης επί της συνταγματικότητας του κοινοβουλευτικού νομοθετικού έργου, υποτάσσοντάς το στον δικαστικό έλεγχο, στη δικαστική εποπτεία και στην εξουσία του δικαστηρίου να κηρύσσει άκυρη την πλειοψηφικά εγκεκριμένη νομοθεσία. Επίσης, διεξαγόταν, για παράδειγμα, συνεχής συζήτηση σχετικά με την επιβολή κανόνων ομοφωνίας στο νομοθετικό έργο (Buchanan και Tullock, 1999, Brennan και Buchanan, 1980, Buchanan και Wagner, 1977) ενώ πιο πρόσφατα εισήχθησαν ανώτατα όρια για το χρέος στα πλαίσια του συνταγματικού περιορισμού της κοινοβουλευτικής εξουσίας.[19] Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, έχουν γίνει πάρα πολλές θεσμικές προσπάθειες προκειμένου να μεταφερθούν σημαντικές πτυχές της λήψης πολιτικών αποφάσεων από τον δημοκρατικό έλεγχο σε εξω-δημοκρατικά τεχνοκρατικά θεσμικά όργανα, όπως για παράδειγμα οι κεντρικές τράπεζες που έχουν αποκτήσει ευρύτερες ανεξάρτητες εξουσίες χάραξης πολιτικής (Bonefeld και Burnham, 1998).[20] Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, το όραμα του Χάγιεκ (1939) για ένα σύστημα «διακρατικού φεντεραλισμού» αποδείχτηκε το πιο ενδεδειγμένο για την εδραίωση ενός ευρωπαϊκού οικονομικού συντάγματος στο οποίο τα ομοσπονδιακά κράτη λειτουργούν εντός ενός υπερεθνικού πλαισίου ατομικών οικονομικών δικαιωμάτων, νόμων και κανονισμών που υπερβαίνουν τις εθνικές δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων και ενσωματώνουν τα αποδυναμωμένα μαζικά δημοκρατικά κοινοβούλια ως όργανα νομιμοποίησης μιας ουσιαστικά απο-δημοκρατικοποιημένης νομοθετικής διαδικασίας που βρίσκεται στα χέρια ενός συμβουλίου εθνικών εκτελεστικών εκπροσώπων (Streek, 2015· Wilkinson, 2015· Bonefeld, 2015).

Το «σύμφωνο της Ευρώπης» είναι ένα σύμφωνο χωρίς Δήμο. Είναι επίσης ένα σύμφωνο χωρίς πολιτικό κυρίαρχο. Η πολιτική κυριαρχία παραμένει ομοσπονδοποιημένη σε εδαφικοποιημένες πολιτικές οντότητες, καθεμιά από τις οποίες απολαμβάνει το καθεστώς του δημοκρατικά διορισμένου δικαιούχου του μονοπωλίου της νόμιμης χρήσης βίας, εφαρμόζοντας τους κανόνες που αποφασίζονται από θεσμικά όργανα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια της κρίσης στην ευρωζώνη, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Επικεφαλής των κυβερνήσεων της ευρωζώνης αναδείχθηκε ως το βασικό όργανο λήψης αποφάσεων. Χωρίς να ελέγχεται από τον νόμο και σε απόσταση από τα εδαφικοποιημένα δημοκρατικά εκλογικά σώματα, κατάφερε να χειριστεί την κρίση λαμβάνοντας αυταρχικές αποφάσεις. Ο χαρακτηρισμός του Χάμπερμας (2012) για τη «νέα Ευρώπη» ως κατάσταση εξαίρεσης φέρνει στο προσκήνιο αυτό τον ισχυρισμό περί εκτελεστικού μανατζεριαλισμού. Υποδεικνύει την άνοδο στην εξουσία ενός «αδέσμευτου» εκτελεστικού οργάνου. Σε αντίθεση με ολόκληρη την ιστορία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, το νομοθετικό έργο πραγματοποιείται με εκτελεστική απόφαση, από τις δημοσιονομικές περικοπές μέχρι την απώλεια της δημοσιονομικής κυριαρχίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το συμβούλιο αποφάσισε ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναδιαρθρώσει το σύνολο του κοινωνικού της συμβολαίου ως προϋπόθεση για την τιμωρητική συμφωνία διάσωσης. Στην πραγματικότητα, το ελληνικό κράτος μετατράπηκε σε κράτος εκτέλεσης των αποφάσεων του συμβουλίου.

Στην ευρωζώνη, η αυταρχική αντίληψη ότι μια σωστά διοικούμενη «πολιτεία» πρέπει να περιορίζει τις δημοκρατικές υπερβολές της μαζικής κοινωνίας εκδηλώνεται μέσω ενός ομοσπονδιακού συστήματος το οποίο αποτελείται από ένα υπερεθνικό οικονομικό σύνταγμα, την εκτελεστική νομοθεσία και την εφαρμογή των κανόνων που έχουν συμφωνηθεί από τα δημοκρατικά κράτη μέλη που το απαρτίζουν. Εξαλείφοντας τη δημοκρατική επιρροή στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής, προσδένει τη δημοσιονομική πολιτική στην επιδίωξη της νομισματικής σταθερότητας, καθιστά δυνατή την ελευθερία του ανταγωνισμού μεταξύ των εδαφικοποιημένων αγορών εργασίας και θέτει τα δημοκρατικά κράτη μέλη υπό ένα καθεστώς επιβεβλημένης ελευθερίας. Όπως το έθετε ο Streek, «όπου εξακολουθούν να υπάρχουν δημοκρατικοί θεσμοί στην Ευρώπη, δεν ασκείται πλέον οικονομική διακυβέρνηση, από φόβο μην προσβληθεί η διαχείριση της οικονομίας από τα μη καπιταλιστικά συμφέροντα που πλήττουν την αγορά. Και όπου ασκείται οικονομική διακυβέρνηση, η δημοκρατία είναι απούσα» (2015: 366). Η κυβέρνηση του ευρώ ενισχύει έτσι το φιλελεύθερο θεμέλιο των δημοκρατικών κρατών μελών και κατά αυτόν τον τρόπο επαναβεβαιώνει την «ανεξαρτησία της θέλησής τους» έναντι των πολιτών της επικράτειάς τους.[21]

Το ευρωπαϊκό σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν προωθεί μόνο τον ανταγωνισμό μεταξύ των εδαφικοποιημένων αγορών εργασίας στο εσωτερικό της. Συντελεί επίσης στην εθνικοποίηση της διαμαρτυρίας ενάντια στο υπερεθνικό καθεστώς της επιβεβλημένης ελευθερίας. Η ραγδαία ενίσχυση της άκρας δεξιάς, συμπεριλαμβανομένων των νεοφασιστών, από το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία έως τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, έχει γίνει όπως φαίνεται νέα κανονικότητα στην ευρωζώνη. O περιορισμός των παραδοσιακών μορφών κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στα πλαίσια της κρίσης του ευρώ, δεν κατέπνιξε μόνο τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής αμφισβήτησης και νομιμοποίησης, οδηγώντας στην επανεδραίωση της (αντι-ευρωπαϊκής) εθνικιστικής δεξιάς ως υπολογίσιμης δύναμης. Αφόπλισε επίσης μια ολόκληρη παράδοση αριστερού διεθνισμού στην Ευρώπη και ενίσχυσε παλαιότερες ιδέες περί του έθνους ως υποτιθέμενα προοδευτικής δύναμης ενάντια στην παγκοσμιοποίηση.[22] Το Brexit εκφράζει την ιδέα της εθνικής αυτοδιάθεσης ως στρεβλής εναλλακτικής επιλογής στο ευρωπαϊκό σύστημα της ελευθερίας που επιβάλλεται από την εκτελεστική εξουσία. Αντί να ξεπεράσει την παράδοση του αυταρχικού φιλελευθερισμού, την προωθεί με πιο επικίνδυνο τρόπο, ως κίνημα εθνικού σκοπού.

Βιβλιογραφία

Agnoli J (1990) Die Transformation der Demokratie. Freiburg: Ca Ira.

Agnoli J (2000) Politik und Geschichte. Freiburg: Ca Ira.

Ancil RE (2012) Röpke and the restauration of property: The proletarianized market. The Imaginative

Conservative. Προσβάσιμο (6 Ιουλίου 2016) στη διεύθυνση: www.theimaginativeconservative.org/2012/10/Röpke-proletarianized-market

Arendt H (2017) Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Νησίδες.

Biebricher T (2015) Neoliberalism and democracy. Constellations 22(2): 255–266.

Böhm F (1937) Ordnung und Wirschaft. Berlin: Kohlhammer.

Bonefeld W (1992) Constitutional norm versus constitutional reality in Germany. Capital & Class 16(1): 65–88.

Bonefeld W (1993) The Recomposition of the British State during the 1980s. Aldershot: Dartmouth.

Bonefeld W (2006a) Democracy and dictatorship. Critique 34(3): 237–252.

Bonefeld W (2006b) Anti-globalisation and the question of socialism. Critique 34(1): 39–59.

Bonefeld W (2012) Freedom and the strong state: On German ordoliberalism. New Political Economy 17(5): 633–656.

Bonefeld W (2013) Adam Smith and ordoliberalism: On the political form of market liberty. Review of International Studies 39(2): 233–250.

Bonefeld W (2014) Critical Theory and the Critique of Political Economy. New York, NY: Bloomsbury.

Bonefeld W (2015) European economic constitution and the transformation of democracy. E. J. of International Relations 21(4): 867–886.

Bonefeld W και Burnham P (1998) The politics of counter-inflationary credibility in Britain, 1990-1994. Review of Radical Political Economics 30(1): 30–52.

Brittan S (1975) The economic contradictions of democracy. Στο: King A (ed.) Why is Britain Harder to Govern? London: BBC Books, 96–127.

Brittan S (1977) The Economic Consequences of Democracy. London: Temple Smith.

Brennan G και Buchanan JM (1980) The Power to Tax. Cambridge: Cambridge University Press.

Buchanan JM και Tullock G (1999) Ο λογισμός της συναίνεση – Τα λογικά θεμέλια της συνταγματικής δημοκρατίας. Εκδόσεις Παπαζήση.

Buchanan JM και Wagner RE (1977) Democracy in Deficit – The Political Legacy of Lord Keynes. New York, NY: Academy Press.

Burnham P (2001) New Labour and the politics of depoliticization. British Journal of Politics and International Relations 3(2): 127–49.

Cristi R (1998) Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press.

Crozier M et al. (1977) The Crisis of Democracy. New York, NY: New York University Press.

Eucken W (1932) Staatliche Strukturwandlungen und die Krise des Kapitalismus. Weltwirtschaftliches Archiv 36: 521–524.

Eucken W (2004) Grundsätze der Wirtschaftspolitik. 7th edition. Tübingen: Mohr Siebert.

Fortsthoff E (1933a) Das Ende der humanistischen Illusion. Berlin: Furche-Verlag.

Forsthoff E (1933b) Der totale Staat. Hamburg: Hanseatische Verlags-Anstalt.

Foucault M (2012) Η γέννηση της βιοπολιτικής. Πλέθρον.

Friedrich C (1955) The political thought of neo-liberalism. The American Political Science Review 49(2): 509–525.

Friedrich C (1968) Constitutional Government and Democracy. London: Blaisdell Publishing.

Gamble A (1988) The Free Economy and the Strong State. London: Palgrave.

Habermas J (2012) The Crisis of European Union. Cambridge: Polity.

Haselbach D (1991) Autoritärer Liberalismus und Soziale Marktwirtschaft. Baden-Baden: Nomos.

Hayek F (1939) The economic conditions of interstate federalism. Στο: Hayek F (1949) Individualism and Economic Order. London: Routledge and Kegan Paul, 255–273.

Hayek F (2013) Ο δρόμος προς τη δουλεία. Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Hayek F (2008) Το Σύνταγμα της ελευθερίας. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Hayek F (1972) A Tiger by the Tail. London: London Institute of Economic Affairs.

Hayek F (1979) The Political Order of a Free People. Chicago, IL: University of Chicago Press.

Heller H (2015 [1933]) Authoritarian liberalism. European Law Journal 21(3): 295–301.

King A (1976) The problem of overload. Στο: King A (ed.) Why is Britain Harder to Govern? London: BBC Books, 74–83.

Kirkpatrick J (1979) Dictatorship & double standards. Commentary Magazine, 1 Νοεμβρίου. Προσβάσιμο (7 Μαΐου 2016) στη διεύθυνση: https://www.commentarymagazine.com/articles/dictatorships-double-standards/

Lenel HO (1989) Evolution of the social market economy. Στο: Peacock A and Willgerodt H (eds) German Neoliberals and the Social Market Economy. London: Palgrave, 16–39.

Λούξεμπουργκ Ρόζα (2009) Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρκούζε Χέρμπερτ (1983) Η πάλη ενάντια στον φιλελευθερισμό στην ολοκληρωτική αντίληψη για το κράτος. Στο: Μαρκούζε Χέρμπερτ, Αρνήσεις. Ύψιλον.

Μαρξ Καρλ (1989) Grundrisse, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Στοχαστής.

Μαρξ Καρλ (2002) Το Κεφάλαιο, Τόμος Α. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Καρλ και Ένγκελς Φρίντριχ (2014) Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στο: Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840 – Μια ανθολογία, ΚΨΜ.

Miksch L (1947) Wettbewerb als Aufgabe. Grundsätze einer Wettbewerbsordnung. Bad Godesberg: Kuepper.

Mirowski P και Plehwe D (eds) (2009) The Road from Mont Pelerin. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Müller JW (2012) Militant democracy. Στο: Rosenfeld M and Sajó A (eds) Oxford Handbook of Comparative Constitutional Law. Oxford: Oxford University Press, 253–269.

Müller-Armack A (1933) Staatsidee und Wirtschaftsordnung im neuen Reich. Berlin: Junker & Dünnhaupt.

Müller-Armack A (1981) Diagnose unserer Gegenwart. Stuttgart: Paul Haupt.

Radice H (2014) Enforcing austerity in Europe: the structural deficit as a policy target. Journal of Contemporary European Studies 22(3): 248–260.

Röpke W (1936) Crisis and Cycles. London: W. Hodge.

Röpke W (1942) International Economic Disintegration. London: W. Hodge.

Röpke W (1969) Against the Tide. Vienna: Ludwig von Mises Institute.

Röpke W (1998) A Human Economy. Wilmington, DE: ISI Books.

Röpke W (2007) Η κρίση της εποχής μας. Ροές.

Rossiter CL (1948) Constitutional Dictatorship. Crisis and Government in the Modern Democracies. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Rüstow A (1963 [1932]) Die staatspolitischen Voraussetzungen des wirtschaftspolitischen Liberalismus. Στο: Rüstow A, Rede und Antwort. Ludwigsburg: Hoch, 249–258

Rüstow A (1942) General social laws of the economic disintegration and possibilities of reconstruction. Επίλογος στο Röpke W, International Economic Disintegration. London: W. Hodge, 267–283.

Rüstow A (1959 [1929]) Diktatur innerhalb der Grenzen der Demokratie. Vierteljahreshefte für Zeitgeschichte 7: 87–111.

Schlesinger AM (1959) The Age of Roosevelt: The Coming of the New Deal. Cambridge, MA: Riverside Press.

Schmitt C (1931) Der Hüter der Verfassung. Berlin: Duncker & Humblot.

Schmitt C (2010) Σχετικά με τα τρία είδη της νομικής σκέψης. Εκδόσεις Παπαζήση.

Schmitt C (2016) Πολιτική θεολογία. Τέσσερα κεφάλαια γύρω από τη διδασκαλία περί κυριαρχίας. Κουκκίδα.

Schmitt C (1988 [1923]) The Crisis of Parliamentary Democracy. Cambridge, MA: MIT Press.

Schmitt C (2009) Η έννοια του πολιτικού. Κριτική.

Schmitt C (1998 [1932]) Strong state and sound economy: an address to business leaders. Appendix. Στο: Cristi R, Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press, 213–232.

Schmitt C (2008a [1970]) Political Theology II: The Myth of the Closure of any Political Theology.Cambridge: Polity.

Schmitt C (2008b [1928]) Constitutional Theory. Durham, NC: Duke University Press.

Schmitt C (2015 [1942]) Land and Sea: A World-Historical Mediation. New York, NY: Telos. Harper.

Smith A (1976 [1759]) The Theory of Moral Sentiments. Oxford: Oxford University Press.

Streek W (2015) Heller, Schmitt and the Euro. European Law Journal 21(3): 361–370.

Triebe K (1995) Strategies of Economic Order. Cambridge: Cambridge University Press.

Von Mises L (1985 [1927]) Liberalism in the Classical Tradition. San Francisco, CA: Cobden Press.

Weber M (1987) Η πολιτική ως επάγγελμα. Εκδόσεις Παπαζήση

Wilkinson MA (2015) Authoritarian liberalism in the European constitutional imagination. European Law Journal 21(3): 313–339.

Willgerodt W και Peacock A (1989) German liberalism and economic revival. Στο: Peacock A και Willgerodt H (eds.) German Neo-Liberals and the Social Market Economy. London: Palgrave, 1–14.

[1]. Ο Φραντς φον Πάπεν (Franz von Papen) ήταν Γερμανός ευγενής, στρατιωτικός και πολιτικός. Μετά τη θητεία του στην καγκελαρία το 1932, έπεισε τον πρόεδρο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ να διορίσει τον Αδόλφο Χίτλερ ως καγκελάριο το 1933. Ο φον Πάπεν υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος του Χίτλερ από το 1933 έως το 1934. Η καγκελαρία του φον Πάπεν είναι γνωστή ως η «κυβέρνηση των βαρόνων».

[2]. Βλέπε επίσης Μαρκούζε (1983). Εκείνη την εποχή, ο Σμιτ ήταν υποστηριχτής του «αυταρχικού κράτους» του φον Παπεν (Heller, 2015: 295) όπως και οι στοχαστές που θεμελίωσαν τον γερμανικό ορντο-φιλελευθερισμό, συμπεριλαμβανομένων των Euken, Röpke και Rüstow (βλέπε Haselbach, 1991). Ο όρος ορντο-φιλελευθερισμός εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1950. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 οι ορντο-φιλελεύθεροι θεωρούσαν τους εαυτούς τους υποστηρικτές ενός «νέου φιλελευθερισμού» πέρα από το laissez-faire. Το 1938, στο Συνέδριο Walter Lippmann, o Rüstow εγκαινίασε τον όρο «νεοφιλελευθερισμός» για να διακρίνει αυτό τον νέο, κρατικοκεντρικό φιλελευθερισμό από την παράδοση του laissez-faire, την οποία απέρριπτε ως θεολογία. Σχετικά με τη διαδρομή του φιλελευθερισμού, βλέπε τα άρθρα των Mirowski και Plehwe (2009).

[3]. Ο Σμιτ ήταν σύνηθες σημείο αναφοράς για τις ορντο-φιλελεύθερες κριτικές της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Βλέπε, μεταξύ άλλων, Haselbach (1991), Cristi (1998), Tribe (1995) και Streek (2015). Βλέπε επίσης Bonefeld (2012). O Χάγιεκ (1944) σωστά καταγγέλλει τον Σμιτ ως τον νομικό φιλόσοφο του γερμανικού ναζισμού, για να καταλήξει όμως να επιδοκιμάζει την κριτική που άσκησε στη δημοκρατία της Βαϊμάρης ως την «πιο περισπούδαστη και οξυδερκή» (Χάγιεκ, 1960: 485). Σε σχέση με αυτό, βλέπε επίσης Bonefeld (2006a).

[4]. Σύμφωνα με τον Μαρξ, το κράτος είναι η πολιτική μορφή της κοινωνίας «θεωρημένο σε σχέση με τον εαυτό του» (Μαρξ, 1989: 72). Ως η «οργανωμένη βία της κοινωνίας» (Μαρξ, 2002: 776), συγκεντρώνει τον πολιτικό χαρακτήρα της αστικής κοινωνίας και με αυτό τον τρόπο αποπολιτικοποιεί τις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ αγοραστών εργασιακής δύναμης και παραγωγών υπεραξίας στη βάση του νόμου και της τάξης.

[5]. Για τη μαχητική δημοκρατία, τον αντι-κομμουνισμό, τους πεμπτοφαλαγγίτες και τα αφανή ανατρεπτικά στοιχεία βλέπε Agnoli (1990) και Müller (2012). Βλέπε επίσης Bonefeld (1992). Ο μακαρθισμός είναι φτιαγμένος από την ίδια στόφα.

[6]. Για τον θατσερισμό ως ένα πρόγραμμα ελεύθερης οικονομίας και ισχυρού κράτους βλέπε Gamble (1988) και Bonefeld (1993).

[7]. Αυτή η άποψη δεν είναι πρωτότυπη. Μεταξύ άλλων, είναι κεντρική στον Τοκβίλ (Tocqueville) όταν προειδοποιεί για την απειλή που εκφράζει η μαζική δημοκρατία στο φιλελεύθερο κράτος δικαίου (Agnoli, 2000). Βλέπε επίσης το επιχείρημα της Λούξεμπουργκ ότι στην καπιταλιστική κοινωνία «οι θεσμοί αντιπροσώπευσης, δημοκρατικοί στη μορφή, στο περιεχόμενό τους είναι όργανο των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Αυτό αποκαλύπτεται με απτό τρόπο στο γεγονός ότι μόλις η δημοκρατία δείξει μια τάση άρνησης του ταξικού της χαρακτήρα και αρχίσει να μετασχηματίζεται σε όργανο των πραγματικών συμφερόντων του πληθυσμού, οι δημοκρατικές μορφές θυσιάζονται από την αστική τάξη και τους κρατικούς της εκπροσώπους» [Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση, δική μας η μετάφραση]

[8]. Η διάκριση μεταξύ ορντο-φιλελευθερισμού, νεοφιλελευθερισμού και αυταρχικού φιλελευθερισμού είναι ρευστή. Ορθά ο Φουκώ (2012) θεωρεί ότι ο ορντο-φιλελευθερισμός είναι η αρχική διατύπωση του νεοφιλελευθερισμού. Είναι η πρώτη ισχυρή φιλελεύθερη απάντηση της αγοράς απέναντι στην κολεκτιβιστική πρόκληση. Έθεσε το ερώτημα: Τι πρέπει να γίνει για να διασφαλιστεί και να διατηρηθεί η τάξη της ελευθερίας της αγοράς; Τι είναι αναγκαίο; Στην πραγματικότητα, υπάρχει μόνο διαφορά στο πού δίνεται η έμφαση καθώς και ένας καταμερισμός της ακαδημαϊκής εργασίας. Για μια κριτική θεωρία του καπιταλιστικού κράτους ως θεμελιωδώς φιλελεύθερου κράτους (της αγοράς), βλέπε Bonefeld (2014: κεφ. 8).

[9]. Η γη και η θάλασσα είναι μια αναφορά στην παγκόσμια ιστορία ως αγώνα μεταξύ των χερσαίων και των θαλάσσιων δυνάμεων (βλ. Σμιτ, 2015). Η αγγλική εθνικιστική ελίτ διατηρεί την ψευδαίσθηση της χαμένης από καιρό Βρετανικής Αυτοκρατορίας ως μιας θαλάσσιας κοινοπολιτείας ιδιωτικού πλουτισμού. Αυτή η ψευδαίσθηση διαμορφώνει τον δημαγωγικό της λόγο περί της ελευθερίας των Βρετανών. Η ανήμπορη οργή χαρακτηρίζει την εξέγερση των φτωχών ενάντια στην ΕΕ. Δεν είχαν τίποτα να χάσουν και κέρδισαν την υπόσχεση για ακόμα μεγαλύτερα δεινά.

[10].  Η «υπερφόρτωση» και η «ανικανότητα διακυβέρνησης» συναντώνται στη νεοφιλελεύθερη κριτική του Κεϋνσιανού κοινωνικού κράτους τη δεκαετία του 1970.

[11]. Χρησιμοποιώ για λόγους συντομίας τη διατύπωση «εξαρτημένοι πωλητές εργασιακής δύναμης», διότι η πρόσβαση των ελεύθερων εργατών στα μέσα συντήρησης εξαρτάται από την πώληση της εργασιακής τους δύναμης.

[12]. Βλέπε επίσης Βέμπερ (1987) για μια περιγραφή αυτού του μετασχηματισμού και των συνεπειών του στη διακυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του κομματικού συστήματος, στην ηθική και τη νομιμοποίηση της διακυβέρνησης, στη λογική της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και στη διοίκηση.

[13]. Η κριτική του Σμιτ στρεφόταν κατά της νομικής θεωρίας του Kelsen, στην οποία υποστηριζόταν ότι οι νόμοι που θεσπίζονται από κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες σύμφωνα με τις καθιερωμένες συνταγματικές διαδικασίες είναι νόμιμοι και θεμιτοί ανεξάρτητα από το ειδικό περιεχόμενο του νόμου και των κανονιστικών του αξιών. Ο Σμιτ απέρριπτε αυτή τη θέση ως καθαρό σχετικισμό και ισχυριζόταν ότι η νομιμότητα του κοινού δικαίου δεν είναι νομικό ζήτημα αλλά, μάλλον, ζήτημα οριστικών αποφάσεων εξωδικαιικής αξίας και ως εκ τούτου ο πραγματικός κυρίαρχος δεν είναι το κράτος δικαίου. Αντίθετα, ο αληθινός κυρίαρχος είναι η ενσάρκωση του νόμιμου Δικαίου (Recht). Το τελευταίο έργο του Χάγιεκ για τη φιλοσοφία του δικαίου χαρακτηρίζεται από τη διάκριση που κάνει ο Σμιτ μεταξύ του φιλελεύθερου κράτους δικαίου και του δημοκρατικού κράτους δικαίου, υποστηρίζοντας ότι το ένα ανοίγει τον δρόμο προς την ελευθερία και το άλλο προς την τυραννία (βλ. Χάγιεκ, 1979).

[14]. Ο Ernst Forsthoff ήταν μαθητής του Σμιτ. Κατά τη διάρκεια του ναζισμού διετέλεσε καθηγητής σε διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Μετά την απελευθέρωση από τον ναζισμό, απολύθηκε από το πανεπιστήμιο κατόπιν εντολής της αμερικανικής στρατιωτικής κυβέρνησης. Συνέχισε τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης το 1952. Ο Forsthoff ήταν ο βασικός συγγραφέας του Συντάγματος της Κύπρου και διετέλεσε Πρόεδρος του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Κύπρου από το 1960 ως το 1963.

[15]. Η έννοια «δημοψηφισματική δημοκρατία» προέρχεται από τον Βέμπερ (1987). Τη συνέλαβε ως ένα μέσο διατήρησης της ελευθερίας στη μαζική δημοκρατία.

[16]. Η ορντο-φιλελεύθερη αντίληψη ότι η εξέγερση των μαζών πρέπει να αντιμετωπιστεί από την εξέγερση της ελίτ δεν έρχεται σε αντίθεση με τις φιλελεύθερες αρχές. Συνηγορεί υπέρ τους.

[17]. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια της Κιρκπάτρικ (1979), οι δικτάτορες σαν τον Πινοσέτ είναι καλοπροαίρετοι. «Δεν διαταράσσουν τους συνήθεις ρυθμούς εργασίας και ανάπαυσης, τους συνήθεις τόπους διαμονής και τα συνήθη πρότυπα των οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων. Επειδή τα βάσανα της παραδοσιακής ζωής είναι οικεία, γίνονται ανεκτά από τους απλούς ανθρώπους οι οποίοι, μεγαλώνοντας μέσα στην κοινωνία, μαθαίνουν να ανταπεξέρχονται».

[18]. Αυτό το σημείο προέρχεται από την κριτική της Χάνα Άρεντ στον ολοκληρωτισμό.

[19]. Σχετικά με αυτά τα ζητήματα, βλέπε την εύστοχη ανάλυση του Biebricher (2015). Βλέπε επίσης τον Radice (2014) σχετικά με τον καθορισμό ανώτατων ορίων χρέους ως μια κατεξοχήν πολιτική απόφαση.

[20]. Ο Burnham (2001) έχει αναλύσει αυτές τις εξελίξεις που αντιστοιχούν σε μια αποπολιτικοποίηση της χάραξης πολιτικής. Η αποπολιτικοποίηση της χάραξης πολιτικής είναι σαφώς
πολιτική πράξη.

[21]. Το παράθεμα προέρχεται από άρθρο του Eucken (1932: 308).

[22]. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, οι κριτικές της παγκοσμιοποίησης που περιστρέφονταν γύρω από το κράτος συνέβαλαν στην επανεμφάνιση των εθνικιστικών οπτικών ως υποτιθέμενα προοδευτικών. Βλ. Bonefeld (2006b).

Πηγή: Το Διαλυτικό

Βιβλίο: Έρημος (Μετάφραση του βιβλίου Desert)

Στις καρδιές μας, όλα ξέρουμε πως ο κόσμος δεν θα σωθεί.

Μπορεί η διάψευση παραισθήσεων να είναι απελευθερωτική?

Τι πιθανότητες για ελευθερία και αγριάδα μπορεί να κλείσουν, ή να ανοίξουν, απο την ασταμάτητη κλιματική αλλαγή, την αυξανόμενη παρακολούθηση, και τις αντιφάσεις του πολιτισμού?

Σε αυτά τα ερωτήματα απαντά το βιβλίο Έρημος, που υπάρχει, εκτός από γερμανική, πλέον και σε ελληνική μετάφραση, και που είναι μία αρκετά απλή εισαγωγή σε κάποιες πράσινες, αντι-πολιτισμικές, και αναρχικές ιδέες. Γραμμένο από ανώνυμ_ συγγραφέα.

Συνημμένο pdf της μετάφρασης.

Για επικοινωνία: tomvns@protonmail.com

Αρχεία:

desert_4.5.pdf

Πηγή: Athens Indymedia

Anselm Jappe: “Για όλα φταίει η χρηματοπιστωτική αγορά;”

Προφανώς, τα πράγματα είναι απλά. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008, και απέχει πολύ από το τέλος της, αποκάλυψε το πραγματικό πρόσωπο του σύγχρονου καπιταλισμού: η οικονομία και, τελικά, το σύνολο της κοινωνίας, κυριαρχούνται από το μεγάλο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Τράπεζες, ασφαλιστικές και επενδυτικά ταμεία δεν επενδύουν στην πραγματική παραγωγή, αλλά διοχετεύουν σχεδόν όλο το χρήμα στην κερδοσκοπία, η οποία δεν πλουτίζει παρά μόνον τους κερδοσκόπους, ενώ καταστρέφει θέσεις εργασίας και δημιουργεί δυστυχία. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο επιβάλλει τους κανόνες του στις κυβερνήσεις, ακόμα και των ισχυρότερων χωρών, όταν δεν επιλέγει να τις διαφθείρει. Εξαγοράζει επίσης τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Έτσι, η δημοκρατία έχει χάσει κάθε ουσία. Μερικοί νομίζουν ότι είναι οι ίδιοι οι «αφέντες του κόσμου» που επινόησαν τη σημερινή κρίση, για να αποκομίσουν ακόμα μεγαλύτερα κέρδη και να επιβάλλουν τα αυστηρά αντιλαϊκά μέτρα. Πράγματι, τα κράτη, που περιστέλλουν τις σημαντικότερες δημόσιες δαπάνες, έχουν βρει τεράστια ποσά χρημάτων για να διασώσουν τις τράπεζες και τα κέρδη των μετόχων τους. Μπροστά σ’ αυτή την σκανδαλώδη κατάσταση, θα πρέπει να ασκηθεί επιτέλους μια γνήσια πολιτική επανακτώντας τα δικαιώματά της,  και μια αριστερή κυβέρνηση που θα θέσει αυστηρούς περιορισμούς στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, θα υπερασπιστεί τη μισθωτή εργασία και θα επαναφέρει την πλήρη απασχόληση. Δεν απομένει παρά να βρεθούν οι υποψήφιοι που θα μπορέσουν, μπροστά στις κάλπες, να ενώσουν τις διαφορετικές εκδοχές της Αριστεράς.

Είναι όμως τόσο απλό; Είμαστε σίγουροι ότι η παντοδυναμία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που το υποστηρίζουν, αποτελούν το κύριο αίτιο της σημερινής κρίσης; Και ότι, αντίθετα, αυτά δεν αποτελούν παρά μόνον ένα σύμπτωμα μιας πολύ βαθύτερης κρίσης, μιας κρίσης ολόκληρης της καπιταλιστικής κοινωνίας;

Αυτό που δίνει την αξία τους στα εμπορεύματα είναι η εργασία που τα δημιουργεί. Όσο λιγότερος χρόνος απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος, τόσο μικρότερη είναι η αξία του, και τόσο μικρότερο και το κόστος του.  Αλλά αυτό σημαίνει επίσης και μικρότερο κέρδος. Η αύξηση της παραγωγικότητας, θεμελιώδες  στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, έχει το παράδοξο αποτέλεσμα να μειώνει την αξία και την υπεραξία κάθε συγκεκριμένου προϊόντος. Όταν οι αντισταθμιστικοί μηχανισμοί –ιδιαίτερα η αύξηση της παραγωγής– δεν επαρκούν πλέον για να αντισταθμίσουν την μείωση της κερδοφορίας, το κεφάλαιο αρχίζει να στρέφεται – ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1970– στο «πλασματικό κεφάλαιο», όπου τα δάνεια δημιουργούν καινούργια δάνεια. Αυτό εξασφάλισε σημαντικά κέρδη σε ορισμένους, και προκάλεσε τεράστιες κοινωνικές καταστροφές. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί μια φυγή προς τα εμπρός του καπιταλιστικού συστήματος, ούτε και επέκτασή του. Είναι αδύνατον να εξαλειφθεί η βαθύτερη αιτία της συνεχιζόμενης κρίσης της αξιοποίησης του κεφαλαίου: η αντικατάσταση του εργατικού δυναμικού από την τεχνολογία, η οποία ως τέτοια δεν δημιουργεί αξία.

Η κερδοσκοπία, μακράν από το αποτελεί παράγοντα που διαταράσσει μια κατά τα άλλα υγιή οικονομία, επέτρεψε τις τελευταίες δεκαετίες τη διαιώνιση της φαντασιοκοπίας περί καπιταλιστικής ευημερίας. Χωρίς τα δεκανίκια που προσέφερε  η χρηματοπιστωτικοποίηση, η κοινωνία της αγοράς θα είχε ήδη καταρρεύσει, μαζί με τις θέσεις εργασίας και, επίσης, τη δημοκρατία της. Τώρα, το σχοινί φαίνεται έτοιμο να σπάσει οριστικά. Ο ιταλός υπουργός Οικονομικών Giulio Tremonti, το εξέφρασε ως εξής: «Είναι σαν ένα βιντεοπαιχνίδι. Σκοτώνεις ένα τέρας, νομίζεις ότι μπορείς να χαλαρώσεις, αλλά να που κάθε φορά εμφανίζεται ένα καινούργιο τέρας ακόμα πιο επικίνδυνο.» (Αυτή η μεταφορά επιτρέπει επίσης να καταλάβουμε τι κάνει σήμερα ένας υπουργός στον ελεύθερο χρόνο του.)

Αυτό που διακρίνεται πίσω από την οικονομική κρίση είναι η εξάντληση των βασικών κατηγοριών του καπιταλισμού: του εμπορεύματος και του χρήματος, της εργασίας και της αξίας. Ο καπιταλισμός δεν είναι μόνον η κυριαρχία των λίγων κακών πλούσιων πάνω στους εργαζόμενους. Συνίσταται ουσιαστικά στην απρόσωπη κυριαρχία που ασκούν το εμπόρευμα και το χρήμα, η εργασία και η αξία πάνω στο σύνολο της κοινωνίας. Αυτές οι κατηγορίες έχουν δημιουργηθεί από την ίδια την ανθρωπότητα – αλλά η ίδια τις θεωρεί σαν θεούς που την κυβερνούν. Αυτό είναι που ο Καρλ Μαρξ αποκαλούσε «φετιχισμό του εμπορεύματος». Σήμερα, όλος ο κόσμος συμμετέχει, αν και προφανώς ούτε στον ίδιο ρόλο ούτε με τα ίδια οφέλη.

Αντιμέτωποι με τον ολοκληρωτισμό του εμπορεύματος, δεν αρκεί να φωνάζουμε κατά των κερδοσκόπων και των υπόλοιπων κλεπτοκρατών: «Δώστε μας πίσω τα χρήματα μας.» Θα έπρεπε κυρίως να κατανοήσουμε τον ιδιαίτερα καταστροφικό χαρακτήρα του χρήματος, του εμπορεύματος και της εργασίας που τα παράγει. Η απαίτηση για «εξυγίανση» του καπιταλισμού ώστε να υπάρξει ένα  καλύτερο ξεκίνημα και ώστε να καταστεί πιο δίκαιος, είναι απατηλή: οι σημερινές  καταστροφές δεν οφείλονται σε μια συνωμοσία της πιο αρπακτικής κλίκας της κυρίαρχης τάξης, αλλά αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια των προβλημάτων που ήταν πάντα μέρος της ίδιας της φύσης του καπιταλισμού. Η ζωή επί πιστώσει δεν είναι μια θεραπεύσιμη διαστροφή, αλλά το τελευταίο απότομο ξύπνημα για τον  καπιταλισμό – και όλους εκείνους που ζουν εκεί.

Συνειδητοποιώντας όλα αυτά, αποφεύγουμε να πέσουμε στην παγίδα του λαϊκισμού που θέλει να απελευθερώσει τους «έντιμους εργαζόμενους και επιχειρηματίες» –που θεωρούνται απλά θύματα του συστήματος – από την επιρροή ενός κακού, προσωποποιημένου στη μορφή του κερδοσκόπου. Η διάσωση του καπιταλισμού με την απόδοση όλων των σφαλμάτων του στις πράξεις μιας διεθνούς μειοψηφίας «παρασίτων», είναι κάτι που έχουμε ξαναδεί. Είναι πολύ λίγο το να πούμε, όπως ο Stéphane Hessel σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Le Monde: «Η χρηματοπιστωτική οικονομία είναι ο κύριος εχθρός».

Η μόνη εναλλακτική λύση είναι η πραγματική κριτική της καπιταλιστικής κοινωνίας σε όλες τις πτυχές της (και όχι μόνο του νεοφιλελευθερισμού). Ο καπιταλισμός δεν ταυτίζεται μόνον με την αγορά: το κράτος είναι ένα άλλο πρόσωπό του, που έχει υποστεί τη δομική αναδιάρθρωση του κεφαλαίου, και που είναι υποχρεωμένο να της παρέχει τα απαραίτητα οικονομικά μέσα παρέμβασης. Το κράτος δεν μπορεί να είναι ο δημόσιος χώρος της απόφασης των κυρίαρχων. Αλλά ακόμη και ως το δίπολο κράτος-αγορά, ο καπιταλισμός δεν είναι, ή δεν είναι πια, ένας απλός εξαναγκασμός που επιβάλλεται από τα έξω στους πάντα ανυπότακτους υπηκόους του. Ο τρόπος ζωής που δημιούργησε έχει πάψει προ πολλού να θεωρείται ως ιδιαίτερα επιθυμητός, και το πιθανό τέλος του ως  καταστροφή.

Η ιδέα της «αποανάπτυξης», από την άλλη, εγγράφεται στη σχολή σκέψης  εκείνων που επικρίνουν το ίδιο το περιεχόμενο της καπιταλιστικής «ευημερίας». Η αποκήρυξη της προσδοκίας για μια μόνιμη οικονομική ανάπτυξη και, συνεπώς, η αποκήρυξη την προσδοκίας για μια ακόμη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα των εμπορευμάτων, προϋποθέτει ουσιαστικά την υπέρβαση των ορίων ενός «εναλλακτικού οικονομικού μοντέλου» και το όραμα της εξόδου από το σύνολο του καπιταλιστικού «πολιτισμού».

Αλλά εδώ είναι ο κόμπος. Η αποανάπτυξη θέλει να είναι λογική, μεταρρυθμιστική, σταδιακή, τώρα. Απευθύνεται στην καλή θέληση όλων «όσων αποφασίζουν», συμπεριλαμβανομένων των «εκλεγμένων».  Έτσι, αποφεύγει, εκ προθέσεως ή εξ αφελείας, το βασικό πρόβλημα: η έμμονη επιθυμία για «ανάπτυξη», που στις κοινωνίες μας αποτελεί ουσιαστικά μια πίστη με θεολογικά χαρακτηριστικά, δεν είναι μια ψευδαίσθηση του νου που θα μπορούσαμε να την αντιμετωπίσουμε με σωστά επιχειρήματα, χωρίς ταυτόχρονα να αντιπαρατεθούμε στην αιτία αυτής της διαρκούς ανάγκης για «μεγέθυνση», που η νεωτερική εποχή, και μόνον αυτή, νιώθει. Αυτή η αιτία, δηλαδή η συνεχής μετατροπή της εργασίας σε αξία και η ανάγκη αύξησης της παγκόσμιας παραγωγής ώστε να εξουδετερωθούν οι επιπτώσεις της μείωσης της αξίας που περιέχεται σε κάθε συγκεκριμένου εμπόρευμα. Η οικολογική κρίση είναι η αναπόφευκτη συνέπεια. Συνεπώς, δεν πρέπει να διεκδικούμε την επιστροφή στην «πλήρη απασχόληση», που στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε δυνατή ούτε επιθυμητή, ούτε μια «άλλη ανακατανομή της εργασίας». Θα πρέπει κυρίως να τελειώνουμε με το γεγονός ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε αν δεν καταφέρουμε προηγουμένως να πουλήσουμε την εργασία μας, την συχνά αλλοτριωτική και άχρηστη ή ακόμα και επιβλαβή.

Εάν οι αποαναπτυξιακοί δεν θέλουν να καταντήσουν, αργά ή γρήγορα, να θεωρούνται ως εκείνοι που έδωσαν στα θύματα της μανίας του καπιταλισμού τις συνταγές για τον καλύτερο τρόπο να ζουν «αξιοπρεπώς» τη φτώχεια τους, ή να γίνουν σύμβουλοι των όποιων πεφωτισμένων οικολογικά πριγκίπων, πρέπει να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της εξόδου από την εμπορευματική κοινωνία, όπου η κοινωνική δραστηριότητα λαμβάνει τη μορφή του εμπορεύματος και του χρήματος, της εργασίας και της αξίας. Ο τρόπος μένει να βρεθεί: αλλά μπορούμε ήδη να πούμε ότι δεν θα περάσει μέσα από την ιδιοποίηση των θεσμών του κράτους, σε οποιοδήποτε επίπεδο. Θα περνούσε κυρίως από ένα κίνημα εγκατάλειψης όλων των μορφών που θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα πολίτες μιας αξιοσέβαστης δημοκρατίας, ακόμη και όταν η οικονομία της αγοράς μάς έχει ήδη μετατρέψει, ή θα μας μετατρέψει, σε «ασύμφορους» και «πλεονάζοντες».

Πηγή: kourelarios

Τα λόγια και τα έργα: Αναφορικά με το επαναστατικό σχέδιο

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ

Αναφορικά με το επαναστατικό σχέδιο

Φιλολογική προϋπόθεση

Ένας κόσμος ολοένα περισσότερο “μη ανατρέψιμος”. Μέσα στο κείμενο της “Εγκυκλοπαίδειας των Τοξικοτήτων” (Encyclopedie des Nuisances) αυτός ο όρος είναι “indetournable”. Όπως είναι γνωστό, ο όρος “detournement” είναι μια έννοια-κλειδί των Σιτουασιονιστών που υποδηλώνει είτε μια καλλιτεχνική-λογοτεχνική-θεωρητική διαδικασία-η οποία συνίσταται στη συναρμολόγηση ήδη υπαρχόντων υλικών επαναπροσδιορίζοντας την χρήση και το νόημά τους, είτε διαφορετικά μια πιο γενικότερη “ανατροπή προοπτικής”. Αν κάθε επαναστατικό κίνημα έπρεπε να ανακαλύψει καινούργιες λέξεις έτσι ώστε να υποδηλώσει πράγματα τα οποία ακόμη δεν υπήρχαν, μια συγκεκριμένη ποιητική εκρηκτική έπαρση αναπτύσσεται με αυτό το τρόπο, ευρισκόμενη-de facto- σε ένα διαρκή πόλεμο ενάντια στο χρόνο- έπειτα, όταν παγιώνεται, γίνεται η ίδια ένα εμπόδιο που απαγορεύει τον δημιουργικό στοχασμό της πραγματικότητας και μεταβάλλεται έτσι σε έναν αυτο-αναφορικό γλωσσικό κώδικα. Νομίζουμε ότι η απόδοση του συγκεκριμένου όρου “indetournable” σαν “μη ανατρέψιμος” από πλευράς μας, είναι πιο άμεσος και δεν παραπέμπει σε μια συγκεκριμένη αργκό επαϊόντων επαναστατικών κειμένων, αλλά δεν εμπεριέχει ακριβώς όλες τις εκφάνσεις που διαθέτει στη γαλλική γλώσσα. Στα γαλλικά η λέξη “detourner” εμπεριέχει διάφορες αποχρώσεις, για παράδειγμα “εκτροπή του ρου” (ενός ποταμού, από υποψίες), “υπεξαίρεση” (χρημάτων), “πειρατεία” (ενός αεροπλάνου). Πέρα λοιπόν από τις λεξικογραφικές λεπτομέρειες, αυτές οι διαφορετικές έννοιες εκφράζουν περισσότερο ή λιγότερο καλά τον τρόπο με τον οποίο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τα επαναστατικά κινήματα σκέφτηκαν και σχεδίασαν τη σχέση τους με τα μέσα παραγωγής (απαλλοτριώνοντάς τα από τα αφεντικά και το κράτος, εκτρέποντας την παγκόσμια σημασία τους από τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, αντιστρέφοντας κοινωνικά τη χρήση). Ένας κόσμος “μη ανατρέψιμος” (indetournable), σημαίνει κατά συνέπεια ένα κόσμο μη απαλλοτριώσιμο, μη εκτρέψιμο, μη αναστρέψιμο. Όπως πιστεύουμε ότι όλοι αντιλαμβανόμαστε εύκολα, αυτό δεν αποτελεί ένα πρόβλημα, αλλά το πρόβλημα.

Η detournement της κοινωνίας της κυριαρχίας τοποθετείται, μέσα στα παρελθόντα κείμενα της ΕτΤ, σύμφωνα με τα μαρξιστικά-σιτουασιονιστικά σχήματα, δηλαδή ακολουθώντας την διαλεκτική λογική της υπέρβασης. Οι ίδιοι οι “εγκυκλοπαιδιστές” από την πλευρά τους εντόπισαν, μέσα στα επόμενα χρόνια (της δεκαετίας του 90), αυτή την αντίφαση (μεταξύ αντι-βιομηχανικής κριτικής και μαρξιστικής θεώρησης των παραγωγικών δυνάμεων ως σύμμαχου του προλεταριάτου). Μονάχα που εμβαθύνοντας στη γνώση της αντι-βιομηχανικής κριτικής (Mumford, Ellul, Charbonneau, Anders…), εγκατέλειψαν από τη μια την ίδια την ταξική έννοια και από την άλλη αυτή της επανάστασης, προτείνοντας μια προοπτική απόσχισης αγκιστρωμένης πάνω στην έννοια της Φύσης – στο βαθμό που αποτελεί ένα όριο που πρέπει να αντιπαρατεθεί ενάντια στην τεχνολογική-εμπορευματική απληστία και στο βαθμό επίσης που είναι μια ηθικο-κοινωνική βάση για μια δραστηριότητα αναγέννησης της ίδιας της κριτικής σκέψης καθώς και των ίδιων των κοινοτιστικών σχέσεων. Εξαναγκασμένοι από τα ίδια τα πράγματα να διαπιστώσουν πως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης-που τη δεκαετία του ογδόντα υπήρχε η εκτίμηση ότι μπορούσε να κινητοποιηθεί προς όφελος της επαναστατικής υπόθεσης παρέα με την επιθυμία του αγνώστου-ενεργοποιείται καθημερινά από πλευράς του συστήματος για να δημιουργήσει ένα κλειστό ορίζοντα, ο οποίος έπειτα αποτελεί το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο βρίσκουν εφαρμογή όλες οι τεχνολογικές εισβολές.

Αυτές οι τελευταίες διορθώσεις πρέπει να ληφθούν υπόψη όχι μονάχα για λόγους ιστορικής ακρίβειας, αλλά επίσης για να αποφύγουμε να ρίξουμε πόρτες που είναι ήδη ανοικτές. Η παραβολή των “εγκυκλοπαιδιστών” παραμένει ωστόσο διδακτική ακόμη και εκεί που διορθώνει το ίδιο της τον εαυτό. Για όποιον είχε εναποθέσει τις ελπίδες του σε ένα συγκεκριμένο “ιστορικό υποκείμενο” (φορέα της συνείδησης, των παγκοσμίων συμφερόντων κ.λ.π.), η εξαφάνιση αυτού του τελευταίου ναρκοθετεί τις ίδιες τις δυνατότητες μιας επανάστασης. Όποιος δεν πίστεψε ποτέ σε ένα παρόμοιο σχήμα (που κατά τα άλλα κληρονομήθηκε από μια αστική ιστορική αντίληψη), αντίθετα, μπορεί να σκεφτεί με ένα διαφορετικό τρόπο την επαναστατική ρήξη – δηλαδή το εφικτό μέσα στην ιστορία.

Για ποιο λόγο λοιπόν, αφού περιέχουν, παρόμοιου είδους ατοπήματα, να ασχοληθούμε σήμερα με κείμενα που δημοσιεύτηκαν πριν τριάντα χρόνια; Διότι μας ενδιαφέρουν μέχρι ένα σημείο τα όρια, τα λάθη και οι αντιφάσεις αυτής ή της άλλης ανατρεπτικής ομάδας. Αυτό που μας χρησιμεύει είναι ένα διαφορετικό πράγμα- δηλαδή μια ακριβής διατύπωση των θεωρητικών και πρακτικών δεσμών που πρέπει να κόψουμε σήμερα. Να επιστρέψουμε κυρίως σε διάφορα ιστορικά περάσματα μας φαίνεται θεμελιώδες για να αντιληφθούμε επακριβώς μέσα σε ποιες συνθήκες παρεμβαίνουμε σήμερα και προς τα που θέλουμε να πάμε. Κάποιος θα την αποκαλούσε φιλολογική προσέγγιση στους αγώνες, στις κατακτήσεις και στις ήττες, στις απόπειρες χειραφέτησης που πραγματοποιήθηκαν. Αντί να ανανεώσουμε τους δεσμούς της πίστης (ακόμη και της “αντι-βιομηχανικής”), μας φαίνεται ότι έχει μεγαλύτερο νόημα σήμερα να σκάψουμε στη κατεύθυνση της υποκειμενικής και υλικής διάστασης του κοινωνικού πολέμου – για να διαχωρίσουμε τα πρόβατα από τα ερίφια. Χρησιμοποιώντας μια ωραία μεταφορά που ανήκε στους ίδιους τους “εγκυκλοπαιδιστές” κατά τα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα: για να βγάλουμε το χέρι από το μέλι, πρέπει να παρατήσουμε αυτό το οποίο ήμασταν πεισμένοι ότι κατείχαμε.

Χωρίς παρακαμπτήριες

Να παρατηρήσουμε την πραγματικότητα χωρίς ιδεολογικές παρακαμπτήριες σήμερα προκαλεί ίλιγγο. Είναι σαν να θέλουμε να ρίξουμε κάτω ένα δέντρο γνωρίζοντας ότι καθόμαστε πάνω στα κλαδιά του. Όχι μονάχα οι παραγωγικές δυνάμεις, αλλά πιο γενικότερα οι ίδιες οι υλικές συνθήκες της ύπαρξης, “έχουν τώρα επιστρατευτεί από τις ιδιοκτήτριες τάξεις και από τα κράτη τους για να καταστήσουν μη ανατρέψιμη την απαλλοτρίωση της ζωής μας από πλευρά τους και για να λεηλατήσουν το κόσμο μέχρι το σημείο να τον κάνουν ένα πράγμα που κανένας πλέον δεν θα μπορεί να σκεφτεί να αμφισβητήσει”.

Από αυτή την άποψη, μπορεί να ειπωθεί ότι η βαθειά αναδιάρθρωση που συνέβη, ανάλογα με τη χώρα, μεταξύ των δεκαετιών του εβδομήντα, του ογδόντα αλλά και του ενενήντα, δεν είχε μονάχα το στόχο να αποσυναρμολογήσει τη “δυσκαμψία” της εργατικής τάξης, να καταστήσει περισσότερο εύκαμπτη και ευέλικτη την παραγωγή και να ρίξει κάθετα το κόστος αποθήκευσης των πρώτων υλών ή των έτοιμων προϊόντων διαμέσου της παγκόσμιας αλυσίδας των logistics και του just in time, αλλά επίσης και πρωτίστως στόχευε να επιτεθεί μετωπικά ενάντια στην ίδια τη δυνατότητα μιας επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας. Να καταστήσει, δηλαδή, πάντοτε περισσότερο μη ανατρέψιμη την κοινωνία της κυριαρχίας. Η αντίφαση είναι γνωστή. Ακόμη και η βίαιη άρνηση της μισθωτής εργασίας-αυτή που πολλές φορές προσδιορίστηκε ως το “σύγχρονο” περιεχόμενο της εξέγερσης που ξέσπασε τη δεκαετία του εξήντα-μπορούσε να επιτεθεί και να υποχωρήσει με αφετηρία συγκεκριμένα σχήματα της συλλογικής ζωής που με τη σειρά τους δεν ήταν αποσυνδεμένα από ένα συγκεκριμένο παραγωγικό μοντέλο.

Όπως άλλωστε παραδέχτηκαν έπειτα από μερικά χρόνια ορισμένοι Κομοντιστές, θεωρητικοί του παράνομου προλεταριάτου και της αναπόφευκτα “εγκληματικής” έναρξης της επαναστατικής εφόδου, -με το σύνθημα “Ενάντια στο κεφάλαιο εγκληματική ζωή”– εκείνες οι άγριες πρακτικές άρχισαν να υποχωρούν παράλληλα με τη διάλυση συγκεκριμένων αστικών γειτονιών καθώς και μιας συγκεκριμένης “ταξικής κοινότητας”, της ίδιας ακριβώς που μέσα της εμπεριείχε τον ρεφορμισμό, το αίτημα της θεσμικής εκπροσώπησης και τέλος όχι λίγα κατάλοιπα σταλινισμού.

Να σκεφτεί κάποιος ότι η συνδικαλιστική και η πολιτική “ενσωμάτωση” είναι μόνο ένα είδος εξωτερικού παράγοντα, εχθρού του προλεταριακού αυθορμητισμού, υπήρξε μια από τις ψευδαισθήσεις ενάντια στις οποίες συγκρούστηκε ένα τμήμα του επαναστατικού κινήματος της εποχής εκείνης. Έχοντας εκλείψει πλέον -κυρίως χάρη στην κατασταλτική παρέμβαση του κράτους, χωρίς την οποία τα αφεντικά δεν θα μπορούσαν ποτέ να ξεκινήσουν την “τηλεματική επανάσταση”- οι τόποι, η νοοτροπία, οι οργανωτικές ικανότητες που είχαν δημιουργηθεί στο εσωτερικό της αντίστασης σε εκείνο τον καπιταλιστικό κύκλο, η επαναστατική επίθεση βρέθηκε αποπροσανατολισμένη, εκτός εδάφους, όπως ακριβώς και οι φράουλες μέσα στα θερμοκήπια.

Το ίδιο το γεγονός ότι ο παραγωγικός μηχανισμός ήταν όσο αφορούσε ένα μεγάλο μέρος του πλέον “μη αντιστρέψιμος”, ήταν ένα συμπέρασμα που λίγα φωτεινά μυαλά είχαν κατανοήσει με αφετηρία τη δεκαετία του Τριάντα, που όμως δεν ανησυχούσε και πολύ τους θεωρητικούς της εργατικής αυτονομίας και που επιπλέον απέφευγε να ασχοληθεί με αυτό ζήτημα ακόμη και η ίδια η ριζοσπαστική κριτική.

Φτάνει να σκεφτούμε την εμμονή επάνω στη θεματική των εργατικών συμβουλίων και τη μαρξική αντιπαράθεση μεταξύ αξίας χρήσης και αξίας ανταλλαγής αναφορικά με τα εμπορεύματα, τις υπηρεσίες, τις τεχνικές, τις παραγόμενες μηχανές από πλευράς του καπιταλισμού. Η ίδια η αναφορά στα συμβούλια, όπως και αυτή σε ένα προφασιζόμενο τρόπο χρήσης τους που θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί βίαια ενάντια στην αόριστη εμπορευματική αφθονία, υπονοούσαν ότι υπήρχε μια παγκόσμια ανθρώπινη σημασία που ήταν δυνατό να αποσπαστεί από το καπιταλιστικό της περίβλημα. Ο ύμνος στην αυτοματοποίηση από πλευράς των πρώτων σιτουασιονιστών αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το πιο χτυπητό παράδειγμα. Αυτοματισμός ξεχωριστά, η παγίδα ήταν ακριβώς η ιδέα ότι θα έπρεπε να αποσπαστεί από την ταξική κυριαρχία το πεδίο της τεχνολογικής ανάπτυξης.

“Όλοι αυτοί που κατά το παρελθόν ήθελαν να επαναστατικοποιήσουν τη κοινωνία είχαν τη δυνατότητα να θεωρήσουν δεδομένο το γεγονός ότι η εργατική αυτονομία, η επιχειρημένη με αποφασιστικότητα αυτοοργάνωση στους τόπους εργασίας, εμπεριείχε εξαρχής τον μακροπρόθεσμο στόχο (την απαλλοτρίωση του παραγωγικού μηχανισμού), υλοποιούσε αυτή τη δυνατότητα. Κατά συνέπεια και κάθε αγώνας, ακόμη και αυστηρά διεκδικητικός στους προβαλλόμενους στόχους του, επέτρεπε την απόκτηση και τη συσσώρευση μιας επαναστατικής εμπειρίας, ήταν ακριβώς μια στιγμή της ανάδειξης του προλεταριάτου σε ιστορικό υποκείμενο”.

Δεν ήταν φυσικά καθόλου απλό -και ακόμη λιγότερο εξακολουθεί να είναι σήμερα- να σκεφτείς και να υλοποιήσεις μορφές αυτοοργάνωσης, γνωρίζοντας ότι ελάχιστα πράγματα από αυτά πάνω στα οποία οργανώνεσαι σε υλική βάση θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν στην “αυριανή κοινωνία”.

Το σχέδιο μιας κοινωνίας των Συμβουλίων – η ίδια η “γενικευμένη αυτοδιαχείριση” του Vaneigem ήταν κατά βάθος μια ποσοτική και ποιοτική επέκταση- και κάτω από συγκεκριμένες απόψεις το τελευταίο επαναστατικό σχέδιο που γεννήθηκε στη Δύση. Αν φυσικά ως επαναστατικό σχέδιο, εννοούμε αυτό το πράγμα που προκύπτει επεξεργασμένα από την συνάντηση μεταξύ της θεωρίας και της πρακτικής μιας ανατρεπτικής μειοψηφίας και εκείνου του συνόλου των προσδοκιών, των αξιών, των νοοτροπιών, της δημιουργίας και των εμπειριών ενός τμήματος της κοινωνίας.

Τα Συμβούλια, για παράδειγμα, ήταν ιστορικά πρώτα μια προλεταριακή αυτοδημιουργία και μετά μια επαναστατική θεωρία. Το ίδιο πράγμα μπορεί να ειπωθεί και για τις αγροτικές συλλογικότητες στο Μεξικό, στην Ουκρανία, στην Ισπανία. Σε γενικές γραμμές, η επαναστατική προοπτική γίνεται μια υλική δύναμη όταν φωτίζει αυτό το οποίο ήδη κάνει ένα τμήμα των εκμεταλλευόμενων καθώς και αυτό το οποίο θα μπορούσε να κάνει. Πράγματι, “οι άνθρωποι δεν τίθενται ποτέ διαρκώς σε κίνηση για να γκρεμίσουν μια δεδομένη κοινωνική οργάνωση από καθαρή αποστροφή της υπάρχουσας κατάστασης: χρειάζεται επιπλέον να κατέχουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μια θετική έννοια της ζωής που θέλουν να ζήσουν”.

Χωρίς αυτή τη “θετική έννοια” όχι μονάχα ένα κίνημα γενικευμένης εξέγερσης δεν διαρκεί, αλλά επιπλέον δεν κατορθώνει και να φτάσει στη δεύτερη φάση της εξεγερσιακής εφόδου, δηλαδή στο πέρασμα που εδράζεται επάνω στην μη αντιστρεψιμότητα της κατάστασης -όταν ακριβώς δεν είναι δυνατή πλέον- ακόμη και σε περίπτωση που θα το ήθελε κάποιος, η επιστροφή στην προγενέστερη κατάσταση.

Τα εξεγερσιακά κινήματα από τα οποία σημαδεύτηκε ο πλανήτης κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα χρόνων έχουν, ως προς αυτό, πολλά να διδάξουν. Σχεδόν πουθενά το αρχικό τους χτύπημα δεν ήταν η ίδια η γενική απεργία. Αν επιβεβαιώνεται ακόλουθα η παράλυση της παραγωγικής διαδικασίας, επιβεβαιώνεται σαν αποτέλεσμα της έκρηξης μιας άμεσης κοινωνικής οργής, δηλαδή σαν απαίτηση συντονισμού και μαζί επιβεβαίωσης -της μόνης εφικτής κατά τα άλλα- του βαθμού εξάπλωσης της ίδιας της οργής. Αν αυτό το χαρακτηριστικό καθιστά περισσότερο δύσκολη την αφομοίωση από θεσμικής πλευράς, καθιστά επίσης πιο εύθραυστη την κατάκτηση των χώρων και τη διάρκεια στο χρόνο από πλευράς του κινήματος. Η επιστροφή στην κανονικότητα -που οπωσδήποτε αφήνει μια παρακαταθήκη για τις μελλοντικές εξεγέρσεις- συμβαίνει εξαιτίας της γενικής εξάρτησης από το σύστημα αναπαραγωγής των υλικών συνθηκών της ζωής (πέρα φυσικά της ίδιας της κρατικής βίας!) και όχι τόσο εξαιτίας των πολιτικών παιχνιδιών χειραγώγησης. Ο εναλλακτικός ορίζοντας ενός κόσμου χωρίς το κράτος και τα χρήματα διαφαίνεται κυριολεκτικά αφάνταστος μέχρις ότου, μαζί με τη σύγκρουση, δεν αναφαίνεται συγκεκριμένα, ένας διαφορετικός κόσμος της ζωής. “Το τεράστιο μέγεθος αυτής της προσπάθειας μεταβολής, που ο καθένας διαισθάνεται με συγκεχυμένο τρόπο, είναι χωρίς αμφιβολία η πιο παγκόσμια και η περισσότερο αληθινή αιτία της κατάπτωσης πολλών συγχρόνων μας, που προσδίδει παράλληλα στη θεαματική προπαγάνδα τη σχετική αποτελεσματικότητά της”.

Επιστροφή πίσω

Η επιστροφή του θέματος των εργατικών Συμβουλίων κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εξήντα του περασμένου αιώνα είχε το νόημα, περισσότερο από μια πρακτική πρόταση που βρίσκονταν πλέον εκτός χρόνου, μιας συγκεκριμένης τοποθέτησης. Ενάντια στη γραφειοκρατική και ρεφορμιστική κατάσχεση της ιστορικής μνήμης, αυτή ήταν η ανάληψη ευθύνης των επαναστατικών εμπειριών του προλεταριάτου, εκείνες οι “ήττες” που αντιπροσώπευαν τις περισσότερο σημαντικές του εμπειρίες, ακριβώς εκεί όπου “οι νίκες” έπρεπε να καταγγελθούν -στη Δύση όπως και στην Ανατολή- σαν περισσότερο ή λιγότερο αιμοσταγείς παρωδίες, δηλαδή σαν οι χειρότερες, στην πραγματικότητα, ήττες.

Ανακαλύπτονται έτσι και ξαναδιαβάζονται γεγονότα και λόγοι του 1905 στη Ρωσία, του 1919-20 στη Γερμανία και στην Ιταλία, του 1956 στην Ουγγαρία. Όταν η νεανική αμφισβήτηση του Μάη συναντά και συμπαρασύρει το κόσμο της εργασίας, παρόλα αυτά, αναφαίνονται εντελώς διαφορετικά πράγματα. Ενώ οι λυσσασμένοι και οι σιτουασιονιστές προσκαλούν “στη διατήρηση των καταλήψεων” μέσα στα εργοστάσια, οι νεαροί προλετάριοι πάνε στη θάλασσα, χωρίς καμιά πρόθεση να τα αυτοδιαχειριστούν. Κανένας πλέον δεν θέλει να ακολουθήσει αυτή τη Συμβουλή. Από εκείνη τη χρονική στιγμή και μετά, στη θεωρία αλλά και στη πράξη, το ουσιαστικό “εργάτες” αντικαθίσταται ολοένα συχνότερα από αυτό των “προλετάριων” (Λουδιστικά-Προλεταριακά Συμβούλια, για παράδειγμα), έτσι ώστε να υπονοηθεί το ίδιο το γεγονός ότι δεν υφίσταται πλέον κανένα “κέντρο” με αφετηρία το οποίο να μπορέσει να επαναστατικοποιηθεί η κοινωνία, αλλά αντίθετα υπάρχει μια συνθήκη απώλειας που πρέπει να ανατραπεί μέσα σε όλες τις πτυχές της ατομικής και της συλλογικής ζωής. Όταν επανεμφανίζεται έξω από την Ευρώπη – σκεφτόμαστε την ιρανική επανάσταση του 1979, πριν τη Χομεϊνική της αποστράγγιση, η Συμβουλιακή μορφή (Σόρα) διαθέτει μια περισσότερο εδαφική παρά παραγωγική ουσία. Το ίδιο συμβαίνει με την γιγαντιαία ιρακινή εξέγερση του 1991 (οργανωμένη για άλλη μια φορά σε Σόρα) και με το κίνημα των Άαρχ στην Αλγερινή Καμπιλία το 2001, μια εξεγερσιακή έκρηξη που προτάσσει στο “άμεσο πρόγραμμά της” έναν κοινοτικό τρόπο οργάνωσης που συντρίφτηκε από τα γαλλικά στρατεύματα το 1871.

Η Συμβουλιακή μορφή -σκεφτόμαστε τα εξεγερσιακά ξεσπάσματα στη Συρία- δεν εξαφανίστηκε με κανένα τρόπο από την ιστορία. Όμως σήμερα δεν έχει ούτε μια καθαρή ταξική σύνθεση ούτε και μια άμεση σχέση με τους τόπους της εργασίας. Αν επανενεργοποιεί κάτι από το παρελθόν, αυτό φαίνεται περισσότερο ότι είναι ο παλιός κοινοτισμός -ο αστικός ή ο αγροτικός- και όχι οι θεσμοί του παλιού εργατικού κινήματος. Οι περισσότερο μακρόπνοες εμπειρίες -σκεφτόμαστε την Oaxaca στο Μεξικό- ριζώνουν εκεί όπου οι παλιοί κοινοτικοί δεσμοί δεν διαλύθηκαν από το καπιταλιστικό σύστημα. Για να προχωρήσουν εμπρός, με λίγα λόγια, τα εξεγερσιακά κινήματα επιστρέφουν πίσω, μέχρι το σημείο να βρουν “ένα θετικό νόημα στη ζωή που θέλουν να ζήσουν”.

Αυτό το πράγμα που τους φράζει το δρόμο είναι η ένοπλη κρατική βία. Παρόλα αυτά, αυτοί ακριβώς οι χώροι υπαινίσσονται “τη δημιουργία μιας συλλογικής άποψης με αφετηρία την οποία καθίσταται δυνατή η καταδίκη ολόκληρου του εξουσιαστικού τεχνικού νεωτερισμού, χωρίς πλέον να αφεθούν να εντυπωσιαστούν από πλευράς φαιδρών απόψεων περί “λατρείας επιστροφής στην εποχή των σπηλαίων”.

Τοπικό πνεύμα

Η “κοινοτική” τάση – “κομουνιστική θεωρία”, ο Gilles Dauve και άλλοι, που οι βάσεις της γεννιούνται μετά τον Γαλλικό Μάη – εδώ και αρκετά χρόνια φωτίζει την μυθική αύρα η οποία περικλείει τη μορφή του Συμβουλίου, η οποία όμως μας λέει πολύ λίγα, από μόνη της, αναφορικά με τα περιεχόμενά της. Όχι μονάχα γιατί ιστορικά τα Συμβούλια ενσωματώθηκαν από τα μέσα από πλευράς της σοσιαλδημοκρατίας και του λενινισμού (πολύ περισσότερο από ότι συγκεκριμένες επαναστατικές επαναναγνώσεις δεν αντιλαμβάνονται)! Αλλά κυρίως για ένα πολύ περισσότερο ριζοσπαστικό λόγο που είναι ότι τα Συμβούλια δεν βγαίνουν έξω από τη λογική της εργατικής διαχείρισης του κεφαλαίου, όλα αυτά συμπαγώς με την ιδέα ότι ο κομουνισμός είναι η σύσταση του προλεταριάτου σε ιστορικό υποκείμενο. Αν αντίθετα, αυτή μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου είναι μια σχέση “αμοιβαίας διαπλοκής”, συνάγεται ότι η καταστροφή του κεφαλαίου και η κατάργηση του προλεταριάτου είναι δύο ταυτόχρονες διαδικασίες. Η παγκοσμιοποίηση της προλεταριακής συνθήκης, η οποία ανατίναξε τόσο τους τόπους διαμεσολάβησης όσο και τις συνδεδεμένες με αυτή παραγωγικές και κοινωνικές κατηγορίες, τοποθετεί σήμερα το πρόβλημα της επανάστασης με άμεσα κομουνιστικούς όρους, χωρίς καμία μεταβατική ιδεολογία. Αυτό το οποίο αυτή η τάση περικλείει με τη σειρά της για άλλη μια φορά μέσα σε μια μυθολογική αύρα είναι το πως και με αφετηρία ποιους τόπους περνάμε από τους διεκδικητικούς αγώνες στην κομουνιστική μεταβολή όλων των απόψεων της ζωής. Ξύνοντας – ξύνοντας, η λογική παραμένει ακόμη αυτή σύμφωνα με την οποία το κεφάλαιο, εξαλείφοντας κάθε “συντεχνιακό” εμπόδιο στην εξάπλωσή του, δουλεύει με έμμεσο τρόπο και άθελά του για την ίδια την επανάσταση. Κατά συνέπεια περιοριζόμαστε να αναλύουμε εν αναμονή. Σαν όλα αυτά που στο μεταξύ προκαλεί η τεχνολογικοποίηση του κόσμου να μην επηρέαζε τα ίδια τα θεμέλια της ανατροπής του.

“Εφόσον ο εδαφικός χώρος στην ολότητά του αναμορφώθηκε από τον εχθρό σύμφωνα με τις κατασταλτικές αναγκαιότητές του, κάθε ανατρεπτική θέληση πρέπει να ξεκινήσει με μια ψυχρή θεώρηση αυτής της κατάστασης και με αφετηρία τις βιωμένες καταστάσεις που μπορούν να αναγεννήσουν μια συλλογική κριτική συνείδηση καθώς και το καθορισμό των καινούριων σημείων εφαρμογής της εξέγερσης που είναι ικανά να μεταφέρουν μαζί τους όλα τα προηγούμενα”.

Αν είναι το λιγότερο αμφίβολο ότι ένα παρόμοιο σχέδιο μπορεί να γεννηθεί “στη ψύχρα” -η σιτουασιονιστική αξίωση του στρατηγικού χτυπήματος αργεί να πεθάνει…-, τότε το βάρος πρέπει σίγουρα να πέσει επάνω “στα σημεία εφαρμογής της εξέγερσης”. Γεγονός που δεν σημαίνει μονάχα να έχουμε σαφείς ιδέες για το που να παρέμβουμε όταν τα πράγματα ανάβουν -όταν αυξάνεται η ηθική θερμοκρασία μιας εποχής, έλεγε ο Bloch-, αλλά επίσης να εφαρμόσουμε, με την πιο κυριολεκτική σημασία της έννοιας, το τοπικό πνεύμα.

Η μορφή ανάγνωσης που δίνεται στις μεταβολές που βρίσκονται σε εξέλιξη μέσα στο κόσμο της εργασίας και μέσα στην κοινωνία μεταφράζεται, σε συγκεκριμένες συγκυρίες, σε ακριβείς πρακτικές και επιχειρησιακές επιλογές. Έχει σημειωθεί, είτε όσο αφορά την εξέγερση του 2008 στην Ελλάδα, είτε όσο αφορά αυτή που συντάραξε τη Χιλή το περασμένο φθινόπωρο, ότι πολλές από τις ενέργειες των συντρόφων είχαν ένα “συμβολικό” χαρακτήρα (το κτήριο της κυβέρνησης, ή την έδρα της κεντρικής τράπεζας), ενώ αντίθετα αν υπήρχε μια διαφορετική ανάλυση θα μπορούσε να είχε υποδείξει εντελώς διαφορετικές σημαντικές επιθετικές ενέργειες στην κατεύθυνση των θεμελιωδών υποδομών της κυριαρχίας (ενέργεια και επικοινωνίες). Από αυτή την άποψη -θα επανέλθουμε παρακάτω- οι άμεσες δράσεις που επιτίθενται αυτή τη στιγμή ανά το κόσμο ενάντια στην παρούσα “κατάσταση έκτακτης ανάγκης” προκύπτουν πολύ πιο κατάλληλες απέναντι στη μορφή της τεχνολογικής αναδιάρθρωσης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Αλλά όμως αν αυτό το πράγμα είναι απαραίτητο έτσι ώστε να προσδιοριστεί καλύτερα μια μεθοδολογία δράσης, είναι από μόνο του ανεπαρκές για ένα επαναστατικό σχέδιο.

Τα “σημεία εφαρμογής της εξέγερσης” δεν είναι μονάχα οι λεμφαδένες που πρέπει να μπλοκαριστούν, αλλά είναι επίσης οι χώροι αφετηρίας από τους οποίους ξεκινάμε για να ζήσουμε διαφορετικά! Δηλαδή όπου εκτείνεται, διαρθρώνεται και λαμβάνει χώρα “η δεύτερη έφοδος” (αυτή ακριβώς που δεν έλαβε χώρα ούτε στην Ελλάδα, ούτε στις αραβικές εξεγέρσεις, ούτε και στη Χιλή).

Φτάνουμε πάντα σε ένα “σημείο” -ουσιαστικό που πρέπει να κληθεί είτε με την χρονική είτε και με την τοπογραφική έννοια- στο οποίο το ζήτημα δεν εξαντλείται πλέον με την ποσότητα των πληγμένων στόχων, ούτε απλά με την ποιότητά τους, αλλά με τον βαθμό της μη αντιστρεψιμότητας της κατάστασης που έχει επιτευχθεί. Και για αυτό το σκοπό δεν επαρκούν οι εξεγερσιακές τεχνικές, χρησιμεύουν επιπλέον τα πρώτα επαναστατικά μέτρα, όσο και περιορισμένος μπορεί να είναι ο εδαφικός χώρος μέσα στον οποίο πειραματιζόμαστε: τι να απαλλοτριώσουμε, που και πώς να το χρησιμοποιήσουμε από κοινού, πως να εξουδετερώσουμε με την διεθνιστική αλληλεγγύη την πολιορκία των εμπάργκο στα τρόφιμα κ.λ.π. Και βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή μακριά, δεν λέμε από το να “λύσουμε”, αλλά μονάχα από το να αντιμετωπίσουμε παρόμοια προβλήματα.

Όπως έχουμε εδώ και πάρα πολύ καιρό σημειώσει, μέσα τους κύκλους μας υπάρχει η τάση να χρησιμοποιούμε σχεδόν σαν συνώνυμες τις έννοιες της αναταραχής, της στάσης, της εξέγερσης, της επαναστατικής ρήξης, ενώ αντίθετα είναι “πράγματα” ποσοτικά και ποιοτικά διαφορετικά. Δεν πρόκειται για ένα πρόβλημα γλωσσικού κώδικα, αλλά για την ίδια την αντίληψη της πραγματικότητας. Χωρίς να προτείνουμε εδώ κάποιο είδος αλφαβητάριου για να προσπαθήσουμε να συνεννοηθούμε κάπως καλύτερα, συνεχίζουμε να εφαρμόζουμε το τοπικό πνεύμα. Επιχειρώντας να προσδιορίσουμε την εξέγερση όχι μονάχα με όρους εδαφικής επέκτασης -αυτή που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως γενικευμένη εξέγερση- αλλά και με όρους βάθους. Δηλαδή ως ένα τμήμα του εδαφικού χώρου που βρίσκεται στα χέρια των εξεγερμένων, όπου το κράτος δεν δύναται ακόμη να παρέμβει. Αυτό το “σημείο εφαρμογής” προϋποθέτει όχι μονάχα ένα υψηλό επίπεδο σύγκρουσης, από τη στιγμή που οι χώροι αυτονομίας και αυτοοργάνωσης αποσπώνται από την κατοχή του εχθρού! Αλλά επίσης προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής (τρόπου αποφάσεων, τρόπου διατροφής, τρόπου άμυνας, τρόπου υγειονομικής περίθαλψης, τρόπου αντιμετώπισης των εσωτερικών συγκρούσεων κ.λ.π.).

Το πρόβλημα της χρονικής διάρκειας παρόμοιων εμπειριών είναι είτε υλικό -το 2001, το αργεντίνικο κίνημα των piqueteros δεν ηττήθηκε από τη καταστολή, αλλά από το γεγονός ότι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα μέσα στο Μπουένος Άιρες δεν υπήρχε πλέον τίποτα για φαγητό- είτε συμβολικό. Είναι συνδεδεμένο, δηλαδή, με ποια συγκεκριμένα μέτρα λαμβάνονται και με ποιόν ακριβώς τρόπο αυτά ανακοινώνονται προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Τα οδοφράγματα και οι φωτιές -ιδιαίτερα κατά την εποχή της τηλεματικής κατανάλωσης των εικόνων- μοιάζουν με ένα είδος τόπου της αναταραχής (από το διδασκαλικό τους περιεχόμενο γίνεται αντιληπτό μονάχα ότι πρόκειται για το Χονγκ Κογκ, το Σαντιάγκο της Χιλής ή τη Βηρυτό), είναι από μόνα τους ανεπαρκή ώστε να μας δώσουν να καταλάβουμε το βάθος των ίδιων των γεγονότων που βρίσκονται σε εξέλιξη. Τα οδοφράγματα και οι φωτιές, παρότι εμπεριέχουν πάντα μια θεωρητική αξία, μπορούν να είναι μέσα ζήτησης περισσότερης δημοκρατίας, έτσι όπως θα μπορούσαν επίσης να είναι η αρχή μιας εφικτής Κομούνας.

Πατώντας στη γη

“Οι υποστηριχτές της κοινωνικής κριτικής αξίωναν την άρνηση της πολιτικής, ήθελαν να λαμβάνονταν σαν σημείο αφετηρίας εκείνα τα επαναστατικά σπέρματα που ήταν οι εργατικοί αγώνες, όμως ξεχνούσαν ότι τα πραγματικά επαναστατικά σπέρματα δεν αναπτύχθηκαν ποτέ τη σύγχρονη εποχή (στη Γαλλία το 1968 όπως και στη Πολωνία το 1980-81) αν όχι με τη δημιουργία μιας πρώτης απελευθερωμένης μορφής επικοινωνίας μέσα στην οποία όλα τα προβλήματα της πραγματικής ζωής έτειναν να βρουν την άμεση έκφρασή τους και στην οποία τα άτομα άρχιζαν, υλοποιώντας τις απαιτούμενες πράξεις που τους ζητούνταν από τις αναγκαιότητες της ίδιας τους της χειραφέτησης, να οικοδομούν εκείνο τον δημόσιο χώρο όπου η ελευθερία μπορεί να επεκτείνει τις ιδιότητές της και να καταστεί έτσι μια απτή πραγματικότητα. Με λίγα λόγια: δεν είναι δυνατό να καταργηθεί η πολιτική χωρίς πρώτα να πραγματωθεί”.

Υπάρχουν τουλάχιστο δύο σχολές σκέψης -οι οποίες επηρέασαν την ίδια την επαναστατική θεωρία- επάνω στην έννοια της πολιτικής. Μια που ξεκινά από τον Μακιαβέλι και καταλήγει στον Όργουελ, σύμφωνα με την οποία η πολιτική είναι η τέχνη της διακυβέρνησης, δηλαδή της εξαπάτησης και της πονηριάς. Μια άλλη, που ξεκινά από τον Αριστοτέλη και καταλήγει στην Χάνα Άρεντ και που βρήκε επίσης στο Καστοριάδη έναν από τους πιο συνεπείς της σύγχρονους εκφραστές, για την οποία η πολιτική είναι η από κοινού φροντίδα των κοινών συμφερόντων. Στην πρώτη περίπτωση, ο ολοκληρωτισμός θα ήταν η μέγιστη έκφραση της πολιτικής! Στη δεύτερη, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα -έτσι όπως και η παρούσα τεχνολογικοποίηση του κόσμου- θα αποτελούσαν γιγάντια πειράματα αποπολιτικοποίησης των ατόμων και των κοινωνιών. Η θέση του Μαρξ αναφορικά με αυτό το ζήτημα είναι διφορούμενη: η “ανθρώπινη κοινότητα” θα πρέπει να υλοποιήσει την κατάργηση της πολιτικής ως διαχωρισμένης σφαίρας, ως αστικού βασιλείου της διαμεσολάβησης μεταξύ ατομικοποιημένων ατόμων, δηλαδή αφηρημένων! Αλλά ταυτόχρονα, σύμφωνα με το διαλεκτικό σχήμα, η πολιτική είναι ένα αναγκαίο πέρασμα -η κατάληψη των δημοσίων εξουσιών από πλευράς του προλεταριάτου- ούτως ώστε η “διακυβέρνηση των ανθρώπων” να αντικατασταθεί με την “διαχείριση των πραγμάτων”.

Ο αναρχισμός από τις καταβολές του αντιπαρέβαλε την κοινωνική επανάσταση στη πολιτική, δηλαδή την εν τοις πράγμασι μεταβολή αντί για αυτή μέσω των διαταγμάτων! Όχι μονάχα γιατί να χειραφετηθεί η κοινωνία από τα πάνω είναι κάτι το αναπόφευκτα εξουσιαστικό και φορέας μιας εξουσίας που θα είναι οτιδήποτε άλλο παρά μεταβατική, αλλά κυρίως γιατί ένα παρόμοιο πράγμα είναι αδύνατο. Μονάχα αρχίζοντας να απελευθερώνονται τα ίδια τα άτομα μπορούν να διαβούν το δρόμο της ελευθερίας. Ο Μαλατέστα, τον οποίο ενδιέφερε περισσότερο η άμεση κατανόηση των νοητικών σχημάτων παρά η γλωσσολογική τους εντρύφηση, έλεγε ότι η κοινωνική είναι μια επανάσταση που έχει δυο ψυχές, μια οικονομική (κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας) και μια πολιτική (καταστροφή του κράτους)! Δύο ψυχές που δεν μπορούν να διαχωριστούν, αλλά που δεν συμπίπτουν. Είναι η ένοπλη νικηφόρα εξέγερση που διανοίγει το δρόμο στον κομουνισμό και όχι το αντίθετο. Όμως εκείνη την εποχή, οι αγροί, τα εργοστάσια και τα εργαστήρια ήταν τόποι που οι προλετάριοι μπορούσαν ακόμη να αποσπάσουν από το κράτος και τα αφεντικά, παρότι ήδη στις αρχές του εικοστού αιώνα αυτό το πράγμα δεν σήμαινε με κανένα τρόπο να κληρονομήσουν τον κόσμο, αλλά αντίθετα σήμαινε ακόμη τη δυνατότητα να τον μεταβάλουν! Και όχι μονάχα μέσα στις κοινωνικές του σχέσεις, αλλά και μέσα στις ίδιες τις υλικές βάσεις του (σχέση μεταξύ πόλεων και αγροτικών περιοχών, μεταξύ ανθρώπινης δραστηριότητας και μηχανών, μεταξύ κόπου και απόλαυσης, μεταξύ της επιστήμης και των ηθο-κοινοτικών συντεταγμένων της εφαρμογής της κ.λ.π.). Ο αναρχισμός, παρότι διέθετε μια σαφή ταξική τοποθέτηση, δεν υπήρξε ποτέ εργατιστικός. Αντίθετα, τοποθέτησε αρκετά συχνά τις προσδοκίες του επάνω ακριβώς σε αυτές τις μορφές ζωής και αγώνα -τις αγροτικές κοινότητες και τις jacqueries- που οι ορθόδοξοι μαρξιστές θεωρούσαν αντιδραστικές στο βαθμό που προορίζονταν να υπερκεραστούν από την ανάπτυξη των βιομηχανικών δυνάμεων. Είναι ακριβώς μέσα στις αγροτικές περιοχές που ο αναρχικός κολεκτιβισμός στις καταβολές του φάνηκε σαν ένα είδος μεσσιανικής αποκάλυψης, στο βαθμό που εκείνος ο αγροτικός κόσμος έβλεπε ήδη το κράτος σαν μια γιγάντια βδέλλα που απομυζούσε τους κόπους του καθώς και ένα κλέφτη που του αποστερούσε τα παιδιά του για τη στρατιωτική θητεία! Φυσικά ο κόσμος της υπαίθρου δεν ήταν ούτε απελευθερωμένος ούτε και ελευθεριακός, αλλά σίγουρα αποτελούσε μια αντι-κοινωνία, περήφανη για τις γνώσεις της, για τη μνήμη της και για τις συνήθειές της. (Μπορούμε και σήμερα να σκεφτούμε κάτι παρόμοιο, αλλά σαν ένα είδος αντεστραμμένης αποκάλυψης, αναφορικά με τη συνάντηση μεταξύ των ιθαγενών κοινοτήτων των Μαπούτσε και των αντιεξουσιαστικών ομάδων). Για αυτό το λόγο το αναρχικό κίνημα δεν αισθάνονταν καμία ανάγκη ενός δημόσιου χώρου που να μην ήταν ενιαίος με την οικονομικο-κοινωνική διάσταση. Η Αρεντιανή διάκριση μεταξύ ιδιωτικής, κοινωνικής και δημόσιας σφαίρας – διάκριση που υποβόσκει μέσα στη σκέψη των “εγκυκλοπαιδιστών” σηματοδοτήθηκε και επιβαρύνθηκε επιπλέον από τις εισβολές που υλοποίησε η τεχνο-εμπορευματική κοινωνία ενάντια σε κάθε μορφή συλλογικής και ατομικής αυτονομίας.

Είναι αλήθεια ότι σήμερα -σκεφτόμαστε τις εμπειρίες του Πάρκου Γκεζί στη Κων/πολη, τα συριακά συμβούλια, αλλά ακόμη και τα κίτρινα γιλέκα- τα κινήματα διαμαρτυρίας, επίσης και όπου προσλαμβάνουν εξεγερσιακά χαρακτηριστικά, σχηματίζονται και συσπειρώνονται μέσα σε ένα χώρο που δεν είναι αυτός της αναπαραγωγής των συνθηκών της ύπαρξης, ούτε αυτός ενός αφηρημένου “εδαφικού χώρου”, αλλά ακριβώς αυτός ενός “σημείου εφαρμογής της εξέγερσης” που τα άτομα αποσπούν άμεσα από την κρατική διαχείριση του δημόσιου χώρου. Από αυτό το σημείο, ενδεχομένως, οργανώνονται για να μπλοκάρουν την οικονομία και την τροφοδοσία της, εξαναγκασμένοι σε κάθε περίπτωση από το κράτος να σκεφτούν αναφορικά με το πρόβλημα της αυτοάμυνάς τους αλλά ταυτόχρονα και της ίδιας της βίας.

Σχεδόν τίποτα από όσα προηγούνται το σχηματισμό αυτών των κινημάτων, σε όρους κοινής εμπειρίας και ενεργητικής μνήμης, δεν αντιπροσωπεύει μια βάση από την οποία να τροφοδοτηθούν ή την οποία να χρησιμοποιήσουν σαν πυξίδα για να οικοδομήσουν μια διαφορετική ζωή. Είναι κινήματα που βρίσκονται αναπόφευκτα εκτός εδάφους, εκτός αν κατορθώσουν να επανενεργοποιήσουν τους τόπους της ιστορίας τους -αυτές τις “ρίζες” που είναι “οι σταγόνες του ζωντανού παρελθόντος” (Σιμόν Βέϊγ)- με άλλα λόγια δηλαδή να πατήσουν στη γη.

Ακόμη σήμερα, ο αναρχισμός συνεχίζει όχι μονάχα να αναδύεται με καινούριες δυνάμεις μέσα σε ηπείρους που για δεκαετίες είχαν πληγεί από τον τέτανο του μαρξιστικού πατριωτισμού, αλλά το κάνει διασταυρώνοντας δύο στοιχεία που η πρόοδος θεωρεί πλέον εξαφανισμένα: την υποβαθμισμένη νεολαία των μητροπολιτικών κέντρων και τις λαϊκές συνελεύσεις. Είναι αυτές οι τελευταίες που επέτρεψαν ακόμη και σε ένα κίνημα καθηγητών μέσης εκπαίδευσης να μεταβληθεί, εξωθούμενο από πλευράς του εχθρού, σε ένα συλλογικό χώρο μέσα στον οποίο ο διάλογος προωθούνταν από ένα ομοσπονδιοποιημένο σύστημα οδοφραγμάτων. (Προς επιβεβαίωση του βαθμού στον οποίο τα πραγματικά κινήματα επιστρέφουν πάντα στην επιφάνεια, μπορούμε να θυμηθούμε ότι αυτή “των αντιπροσώπων των οδοφραγμάτων με άμεσα ανακλητή εξουσία” ήταν ακριβώς η μορφή εξεγερσιακής οργάνωσης που προτάθηκε από τον Μπακούνιν το 1869).

Στην Αφρική, ορισμένοι σύντροφοι, έπειτα από την βιωμένη εμπειρία των διασταυρούμενων καταστροφών από πλευράς της αποικιοκρατίας και των εθνικών επαναστάσεων, θεωρητικοποιούν μια μορφή αναρχισμού ο οποίος ανατρέχει και ριζοσπαστικοποιεί περαιτέρω τη παράδοση του προ-βιομηχανικού κοινοτισμού.

Ένα φλεγόμενο καζίνο

Τα δημιουργημένα αποτελέσματα της επιδημίας του κορωνοϊού και του αντίκτυπου της παγκοσμιοποίησης -πάνω στα οποία δρα με αυξανόμενο βάρος η ξέφρενη κούρσα της ιδιοποίησης του χερσαίου και του θαλάσσιου χώρου καθώς και των σπανίων μεταλλευμάτων, απαραίτητων για την κατασκευή των δορυφόρων, τη ψηφιοποίηση της παραγωγής και της κοινωνίας, καθώς και της λεγόμενης ενεργειακής μετάβασης- διανοίγουν αυτή τη στιγμή απρόβλεπτα σενάρια. Από τη μια πλευρά βρισκόμαστε εμπρός από ένα χωρίς κανένα ιστορικό προηγούμενο ολοκληρωτικό έλεγχο και από την άλλη η αξιοποίηση του ίδιου του κεφαλαίου φαίνεται ολοένα περισσότερο εύθραυστη, κλητεύοντας άμεσα την παρέμβαση του κράτους.

Όχι μονάχα οι υλικές συνθήκες, η υγεία και η ελευθερία καταβαραθρώνονται παρέα, αλλά επίσης το γεγονός αυτό συμβαίνει διαμέσου μιας μαζικής εμπειρίας επάνω σε διεθνές επίπεδο. Η εξουσία υψώνει τη σημαία της αναγκαιότητας όμως αυτή που βασιλεύει είναι μονάχα η συγκυρία.

Ας προσπαθήσουμε να αντικαταστήσουμε τις “τοξικότητες” με τις “επιδημίες”: “Παρόλα τα προφανή της προτερήματα σαν μέθοδος διακυβέρνησης, η επικήρυξη της συνείδησης δεν μπορεί να αποφύγει τις καταστροφές που προκαλεί στην κατεύθυνση της κοινωνίας, η οποία καταλήγει ανεπανόρθωτα διεφθαρμένη. Και όταν (η εξουσία) προσπαθεί να παρουσιαστεί σαν εγγυητής της επιβίωσης της ανθρωπότητας, δεν κατορθώνει τίποτε περισσότερο παρά να προσθέσει στην συνηθισμένη απουσία του ρεαλισμού της ένα επιπλέον πολεμικό σκιάχτρο ενάντια στις τοξικότητες και τις μολύνσεις, ένα τελευταίο χτύπημα του κλέφτη μέσα σε ένα καζίνο που φλέγεται”. Στο να προσδώσουν σε ολόκληρη αυτή τη κατάσταση μια αίσθηση τέλους του παιχνιδιού δεν είναι φυσικά σε καμία περίπτωση οι αποκαλούμενες “μη υπερβατές κρίσεις του καπιταλισμού”, αλλά τα ίδια τα οικολογικά όρια του πλανήτη που οι τεχνολογικές φυγές προς τα εμπρός κατορθώνουν ολοένα και λιγότερο να συγκαλύψουν.

Μέσα σε ένα παρόμοιο σενάριο, ένα επαναστατικό σχέδιο δεν μπορεί να προηγηθεί από μια προσεκτική ανάλυση των “σημείων εφαρμογής” του. Και σε αυτό το σημείο επιστρέφουμε στο ζήτημα του δημόσιου χώρου.

Για κάποιο είδος παράδοξου, ο ελευθεριακός κοινοτισμός του Μπούκτσιν είναι ένα από τα σημεία αναφοράς του “δημοκρατικού συνομοσπονδισμού” πάνω στον οποίο πειραματίζονται οι κουρδικές κοινότητες μέσα στα πλαίσια ενός ανταρτοπόλεμου. Ας βάλουμε όμως στην άκρη όλα αυτά τα στοιχεία που είναι αυτοδιαφημιστικά, για το ΡΚΚ, μέσα σε αυτή την αναφορά. Εδώ μας ενδιαφέρει περισσότερο ένας διαφορετικός διαλογισμός.

Τα ιστορικά παραδείγματα πάνω στα οποία θεμελιώνονταν η πρόταση του Μπούκτσιν ήταν τα κλαμπ της γαλλικής επανάστασης, η Κομούνα του Παρισιού και η άμεση δημοκρατία των Συμβουλίων. Περισσότερο από είκοσι χρόνια πριν, κάποιος είχε παρατηρήσει ότι δεν ήταν δυνατό να αποκοπούν αυτά ακριβώς τα παραδείγματα ομοσπονδιακής οργάνωσης από το ίδιο το υλικό και το ψυχολογικό ιστορικό τους πλαίσιο: την εξεγερσιακή περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Χωρίς αυτή τη ρήξη -συνέχιζε ο ίδιος αυτός διαλογισμός- κανένας απολύτως πραγματικός χώρος διαλόγου δεν μπορεί να δημιουργηθεί μέσα στις κρατικές πόλεις. Η ίδια η ιδέα μιας προοδευτικής απόσχισης από την κοινωνία της κυριαρχίας διαμέσου ελευθεριακών τοπικών κοινοτήτων που ομοσπονδιοποιούνται μεταξύ τους προοδευτικά, δεν είναι μονάχα μια ψευδαίσθηση που αντιπαραβάλει τα αποτελέσματα στις ίδιες τους τις αιτίες, αλλά επιπλέον αποτελεί το ανοικτό πεδίο για κάθε είδους θεσμική συνδιαχείριση.

Το ίδιο το γεγονός ότι ο Μπούκτσιν κατέληξε στην πρόταση παρουσίας της εκλογικής λίστας στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν είναι ούτε ένα ατύχημα διαδρομής, ούτε επίσης ένα εξόφθαλμο παράδειγμα προσωπικής ασυνέπειας: είναι το λογικό συμπέρασμα όσων -του ιδίου συμπεριλαμβανομένου- θεωρούσαν ότι το “εξεγερσιακό μοντέλο” ήταν ένα φάντασμα του παρελθόντος, μια κληρονομιά του δέκατου ένατου αιώνα που απαγόρευε τη διατύπωση και την εφαρμογή μιας ελευθεριακής πολιτικής που να βρίσκονταν σε αντιστοιχία με το πνεύμα των καιρών.

Αυτή τη στιγμή βέβαια, όχι μονάχα εκείνο το φάντασμα (της εξέγερσης) επέστρεψε δριμύτερο κάνοντας το γύρο του κόσμου με ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα, αλλά επιπλέον είναι κάτω από την “μαγευτική του επήρεια” που πήραν σάρκα και οστά οι εμπειρίες της άμεσης δημοκρατίας οι οποίες αξίζουν το κόπο να προσεγγιστούν κριτικά (οι υπόλοιπες αυτοκριτικάρονται από μόνες τους εξαιτίας της τοξικής αβασιμότητας που εμπεριέχουν). Και βεβαίως η κριτική, όπως είδαμε προηγουμένως αναφορικά με τα εργατικά Συμβούλια, δεν μπορεί να σταματήσει στην εξωτερική μορφή (πλήρης συναίνεση ενάντια στη πλειοψηφία, ανακλητοί αντιπρόσωποι ενάντια σε διαρκείς αντιπροσώπους κ.λ.π.), αλλά πρέπει να κατέβει επίσης στο επίπεδο των περιεχομένων: τα οποία δεν είναι τόσο οι λόγοι, όσο οι ίδιες οι πρακτικές με τις οποίες μεταβάλουμε τη ζωή. Τι βάζουμε από κοινού πέρα από τα λόγια, η σχέση μεταξύ αυτοοργάνωσης της βίας και πραγματικού διαλόγου, οι κοινωνικοί χώροι που ευαισθητοποιούνται και συμπαρασύρονται μέσα στους αγώνες. Κοντολογίς, ο βαθμός μη αντιστρεψιμότητας της κατάστασης που επιτεύχθηκε από πλευράς ενός κινήματος.

Το γεγονός ότι να σκεφτεί κάποιος βάσει σχεδίου “εκείνο το δημόσιο χώρο όπου η ελευθερία μπορεί να εξαπλώσει τις δυνατότητές της και να καταστεί έτσι μια εφικτή πραγματικότητα” αντικατοπτρίζει κυρίως όλους αυτούς που παραμένουν αρκετά μακριά από τις κοινωνικές σεισμικές δονήσεις που επιτρέπουν με τη σειρά τους τη δημιουργία αυτής της δυναμικής, δεν αποτελεί μονάχα ένα παράδοξο. Αποτελεί ένα δικό μας έλλειμμα, που ορισμένες μαγικές συνταγές (“καταστρέψτε την εργασία”, “δυναμιτίστε το υπάρχον”…) συντρέχουν ώστε να αποκαλυφθεί. Αν θέλουμε βέβαια να βγάλουμε πραγματικά το χέρι μας από το βάζο, θα πρέπει να προχωρήσουμε πέρα από αυτές τις συνταγές. Κατά συνέπεια θα πρέπει να σκεφτούμε τον αναρχισμό όχι μόνο ως εξεγερσιακή μεθοδολογία -αν περιοριστούμε σε αυτό, δεν βγαίνουμε έξω από τα πλαίσια της μορφής- αλλά επίσης και ως επαναστατικό σχέδιο. Ως ένα διαρθρωμένο σύνολο περιεχομένων σε διαρκή αναζήτηση των “σημείων εφαρμογής” τους.

Η πρακτική των ομάδων συγγένειας και ο αφορμαλιστικός συντονισμός τους δε μας λένε πως ακριβώς οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες οργανώνονται! Στη καλύτερη των περιπτώσεων, υποδεικνύουν με ποιο τρόπο παρεμβαίνουν μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, με αφετηρία ποια σημεία επίθεσης, για να ανοίξουν ποια ακριβώς ρήγματα! Αλλά από μόνα τους -ακριβώς γιατί ένα σχέδιο χρήζει μιας μεθόδου, αλλά δεν είναι απλά μια μέθοδος- αφήνουν να διαφανούν ελάχιστα πράγματα για την ίδια τη ζωή για την οποία μάχονται! Δηλαδή, για παράδειγμα, αναφορικά με τα πρώτα κομουνιστικά μέτρα που θα επεδίωκαν να υιοθετήσουν μέσα σε ένα εξεγερσιακό πλαίσιο.

Ανολοκλήρωτες απόπειρες

Ίσως η τοπική και η διεθνής διάσταση δεν ήταν ποτέ άλλοτε μεταξύ τους περισσότερο συνυφασμένες. Το πιο επείγον πράγμα είναι να καταγραφεί με αφετηρία συγκεκριμένα πλαίσια, ένας διάλογος εξ αποστάσεως, η “δημιουργία μιας πρώτης μορφής απελευθερωμένης επικοινωνίας μέσα στην οποία τα προβλήματα της πραγματικής ζωής αναζητούν να βρουν την άμεση έκφρασή τους”. Για παράδειγμα, συνενώνοντας, όχι μόνο τις δράσεις και τις μορφές αντίστασης σε έμμεσο επίπεδο, αλλά επίσης και επάνω σε αυτό το άμεσο των λόγων και των καλεσμάτων, καταδεικνύοντας τη διασύνδεση μεταξύ της “ψηφιακής σχηματοποίησης” της κοινωνίας εδώ και της λεηλασίας των πλουτοπαραγωγικών πηγών σε άλλα μέρη του κόσμου, ως τους συνδετικούς κρίκους μιας ταυτόσημης διαδικασίας. Έχοντας ακριβή συνείδηση του γεγονότος ότι μονάχα μια παρόμοια μορφή διεθνιστικής αλληλεγγύης μπορεί να δημιουργήσει τις βάσεις για να αμφισβητηθεί έμπρακτα η κούρσα των στρατιωτικών εξοπλισμών που βρίσκεται σε εξέλιξη αυτή τη στιγμή σε διεθνές επίπεδο, μέσα στην οποία το κράτος και οι καπιταλιστές καταβαραθρώνουν την κοινωνία (από την αυτοματοποίηση στο δημόσιο χρέος και από τη διαχείριση των συνόρων στη Νέα Πράσινη Συμφωνία για την ανάπτυξη, όλα συνεργάζονται μεταξύ τους).

Ένας παρόμοιος διάλογος χρειάζεται αφενός τους μακρούς χρόνους της αυτοοργάνωσης και αφετέρου συγκεκριμένες “ενέργειες ανατάραξης υψηλού παραδειγματικού βαθμού”. Χρειάζεται, να διαθέτουμε, όπως προσπαθήσαμε να καταδείξουμε με αφορμή άλλες ευκαιρίες, μια ποιοτική αποφασιστικότητα της έννοιας της δύναμης, εννοούμενης ταυτόχρονα ως ικανότητας κρούσης και ως ικανότητας ριζώματος.

Μέσα σε ένα κόσμο στον οποίο το “Αόριστο αντικειμενοποιείται” κάθε μέρα και περισσότερο, δεν είναι δυνατό να απαλλαγούμε από αυτή τη συνθήκη “υπερεξοπλισμένης αφασίας-ανικανότητας” χωρίς να πάρουμε τη γη (τη κατοχή του εδαφικού χώρου). Ορισμένες “δομές βάσης” δεν είναι δυνατό να αυτοσχεδιαστούν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, αλλά χρειάζεται να προετοιμαστούν από πριν. Επίσης η αλληλεγγύη με τους εργαζόμενους που αγωνίζονται πρέπει και μπορεί να πάει πέρα από τη περισσότερο ή λιγότερο κριτική υποστήριξη. Όχι περιοριζόμενοι μονάχα στην αντίσταση κατά της υποβάθμισης των εργασιακών συνθηκών, αλλά επίσης δημιουργώντας τους χώρους για να κρίνουμε συλλογικά τις ίδιες τις τεχνικές και τα προϊόντα αυτής της συγκεκριμένης εργασίας. Επιτιθέμενοι, δηλαδή, όχι μόνο ενάντια στην αυξανόμενη εξαθλίωση, αλλά επίσης και ενάντια στην ίδια τη “δηλητηριασμένη αφθονία” που τα κινήματα ενάντια στις τοξικότητες άρχισαν ήδη (εν μέρει και αντιφατικά) να καταγγέλλουν.

Όλα αυτά τα πράγματα που εμπόδισε η καπιταλιστική αναδιάρθρωση να γίνουν κατά τη δεκαετία του ογδόντα του περασμένου αιώνα θα μπορούσαν να επιστρέψουν, κατά τη διάρκεια των ευκαιριών της ρήξης, ως μια πρακτική χειραφέτησης που ξανακαλεί τις ανολοκλήρωτες απόπειρες του παρελθόντος.

“Τα κινήματα των εργαζομένων που εξοπλίζονται αμυντικά με αυτόνομα οργανωτικά εργαλεία (συντονιστικά, επιτροπές βάσης κ.λ.π.) μπορούν να υπερβούν τα πλαίσια του νεο-συνδικαλιστικού αγώνα και με αυτό το τρόπο να βρουν βοήθεια, μονάχα καταγγέλλοντας στους τόπους που βρίσκονται τις οικονομικές ψευτοαναγκαιότητες οι οποίες επιβάλλονται αδιάκριτα σε όλους. Αν μονάχα μέσα σε ένα ζωτικό τομέα της παραγωγής (και είναι σχεδόν όλοι, μέσα σε μια εύθραυστη κατάσταση τεχνολογικά υπερεξοπλισμένου παραλογισμού), οι προλετάριοι κατόρθωναν να επιβληθούν βίαια ως τέτοιοι δείχνοντας με ένα λελογισμένο σαμποτάζ την ανθρώπινή τους ανωτερότητα απέναντι στον τεχνολογικό εξοπλισμό της παρακμής και γνώριζαν πως να επικοινωνήσουν άμεσα την αλήθεια αυτής τους της ενέργειας, σε απάντηση ενάντια στις αναπόφευκτες συκοφαντίες που θα εξαπέλυε εναντίον τους η κρατική εξουσία, όλες οι σοφιστείες που χρησιμεύουν σε καθημερινό επίπεδο για να συγκαλύψουν την παμπάλαια μεταπρατική-εμπορευματική διαφθορά και πανουργία θα έμπαιναν άμεσα στη θέση τους”.

Για την ώρα, “είναι λυπηρά εκπληκτικό ότι τα κινήματα που κατάφεραν να γίνουν αρκετά ισχυρά και κατόρθωσαν να ακουστούν, δεν είχαν στην κυριολεξία απολύτως τίποτα να πουν ενάντια στον τομέα της οικονομίας μέσα στον οποίο επιχειρούν”. Το γεγονός αυτό ισχύει επίσης και στο εσωτερικό των εργατικών κύκλων που κατά τη τελευταία δεκαετία αναπτύχθηκε η πιο ισχυρή συγκρουσιακότητα – αυτών των logistics. Παρόλες τις ζημιές που προκάλεσαν οι απεργίες και οι άλλες δράσεις στον αντίπαλο, αμφισβητώντας από τα αφεντικά τον έλεγχο των συνθηκών της εργασίας δεν κατάφεραν να βγουν έξω από τα νεο-συνδικαλιστικά πλαίσια (ούτε και από τον περίγυρο των αποθηκευτικών χώρων)! Γιατί είναι καταγγέλλοντας επίσης αυτό το οποίο παράγει αυτή η εργασία και αυτή η αλυσίδα τροφοδοσίας που μπορούν να γεννηθούν νέοι χώροι επικοινωνίας και να μπουν έτσι σε πειραματισμό άλλες πρακτικές αλληλεγγύης.

Ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας ώστε να μπορέσει να γίνει καταφανές αυτό το οποίο είναι ήδη προφανές -για παράδειγμα η σχέση μεταξύ της νεοαποικιακής ληστείας, της εκμετάλλευσης των ναυτεργατών και των λιμενεργατών και της Data driven society σε διαδικασία κατασκευής- δεν θα είναι πολύς. Όχι μονάχα εξαιτίας της σκληρής καταστολής από πλευράς των αφεντικών και της αστυνομίας που χτυπά ανελέητα αυτούς τους αγώνες, αλλά κυρίως εξαιτίας του αυξανόμενου βάρους της αυτοματοποίησης με τους αλγόριθμούς της, τα ρομπότ της και τα smartwatch της.

Η συσσώρευση της αντίστασης και της συνειδητοποίησης αυτής της κατάστασης είναι το προλεταριακό έγκλημα ενάντια στο οποίο τα αφεντικά δεν κάνουν εκπτώσεις ούτε οικονομία: οι μηχανές κοστίζουν περισσότερο, αλλά δεν εξεγείρονται.

Ένα άλλο πεδίο μέσα στο οποίο είναι αναγκαίο να γεννηθούν δημόσιοι χώροι κριτικής και αντιπαράθεσης είναι αυτό της συλλογικής και ατομικής υγείας. Επίσης και εδώ, πηγαίνοντας πέρα από τη καταγγελία των περικοπών των δαπανών και της ιδιωτικοποίησης των υγειονομικών θεσμών, για να τεθούν υπό συζήτηση και να δεχτούν επίθεση είτε οι ίδιες οι δομικές αιτίες των ιατρικών παθήσεων είτε επίσης η ίδια η ολοένα περισσότερο γραφειοκρατική και ιατροκεντρική φύση της βιομηχανίας της υγείας.

Σαν μια προαίσθηση

“Όσο αφορά τις κοινότητές μας, αυτές είναι ανεπανόρθωτα και με αποκαρδιωτικό τρόπο εξαρτημένες, ακριβώς σαν και εμάς τα επιμέρους ανθρώπινα όντα, εκτός από εκείνο το μικρό τμήμα των προσώπων, που μειώνονται διαρκώς και ασχολούνται ακόμη με τη γεωργία, ακόμη αν ακόμη και αυτοί είναι σκλάβοι των δανείων. Ανάμεσα στις πόλεις μας, πιθανά δεν θα υπήρχε ούτε μια που θα ήταν σε θέση να αντέξει μια εβδομάδα με τις δικές τις δυνάμεις και καμιά δεν θα κατόρθωνε να αποφύγει την πιο απελπιστική κατάρρευση αν αναγκάζονταν από τα πράγματα να παράξει την τροφή της. Σε απάντηση αυτής της συνθήκης και της διασυνδεόμενης πολιτικής, ο αναρχισμός υποστηρίζει μια συμβιωτικού χαρακτήρα οικονομία (κάλυψης των βασικών αναγκών), την αποσύνθεση των μεγάλων κοινοτήτων και την επαναχρησιμοποίηση της γης”. Αυτά έγραφε στο περιοδικό “Μητέρα γη”, το μακρινό 1909, η αναρχική Voltairine de Cleyre (Ο αναρχισμός και η αμερικάνικη παράδοση). Είναι λέξεις εκπληκτικής επικαιρότητας, που επιβεβαιώνουν το βαθμό που τα λιγότερο σαγηνευμένα από τις σειρήνες της προόδου πνεύματα είχαν με μεγάλη χρονική απόσταση διαισθανθεί και αντιληφθεί την τάση του καπιταλισμού να ξεριζώσει κάθε μορφή υλικής αυτονομίας της ατομικής και συλλογικής ζωής.

Σήμερα, που τα αστικά πολεοδομικά συγκροτήματα έχουν αγγίξει κυριολεκτικά άμετρες διαστάσεις και η ίδια η γεωργία έχει για τα καλά υποταχθεί στη βιομηχανία αποτελώντας κλάδο της, η “αποσύνθεση των μεγάλων κοινοτήτων” είναι ένας από τους πρωταρχικούς στόχους που πρέπει να έχει ένα επαναστατικό κίνημα. Όταν μια μειοψηφία, σε διαρκή ποσοτική συρρίκνωση και πάντα ολοένα περισσότερο εξαρτημένη από το Σύστημα, είναι επιφορτισμένη με τη παραγωγή της τροφής του υπόλοιπου πληθυσμού, η εκμηχάνιση και η ποιοτική υποβάθμιση των διαδικασιών παραγωγής της τροφής είναι τάσεις τόσο καταστροφικές όσο και αναπόφευκτες, οι οποίες με τη σειρά τους αποτελούν πηγές ολοένα και πιο σοβαρών οικολογικών καταστροφών.

Όλα αυτά που μας αφαιρεί κάτω από τα πόδια μας το τεχνο-εμπορευματικό σύστημα συσσωρεύεται, σύμφωνα με τις επιταγές της εξάπλωσης και του βάθους, προς ένα καταστροφικό ουρανό που είναι έτοιμος να πέσει πάνω στη Γη. Κατά συνέπεια, αναπόσπαστο μέρος μιας ριζοσπαστικής προοπτικής αλλαγής καθίστανται τα “σημεία εφαρμογής” διαμέσου των οποίων μπορεί να επιτευχθεί το πέρασμα από τις αποκεντρωμένες μεθόδους δράσης στις αποκεντρωμένες μορφές ζωής. Ίσως ποτέ άλλοτε μέσα στην ιστορία ο αναρχικός φεντεραλισμός δεν ήταν τόσο αναγκαίος αλλά και ταυτόχρονα σε τέτοιο βαθμό εμποδισμένος από πλευράς μιας συγκεντρωτικής εξουσίας -πολύ περισσότερο τεχνικής παρά πολιτικής– η οποία έχει ενσωματωθεί πλέον σαν αναπόσπαστο κομμάτι του υλικού μας κόσμου.

Εκατό χιλιάδες, ένας, κανένας

Σήμερα ο αναρχισμός διαθέτει συγκεκριμένα χαρτιά που μπορεί να παίξει. Ενώ μεγάλο τμήμα του λεγόμενου ανταγωνιστικού κινήματος περιμένει ώστε οι κοινωνικές αντιφάσεις να εκραγούν από μόνες τους, οι αναρχικές και οι αναρχικοί έχουν πάρει ήδη την πρωτοβουλία.

Η κριτική της τεχνολογίας, που δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ με το πέρασμα του χρόνου, δημιουργεί ακριβώς τις προϋποθέσεις ώστε στους υποστηρικτές της να μην διαφεύγει το διακύβευμα που παίζεται μέσα στους πειραματισμούς που γίνονται αυτή τη στιγμή στο όνομα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης εξαιτίας του κορωνοϊού.

Αν οι οικονομικές συνθήκες με τις οποίες τα αφεντικά και τα κράτη στρώνουν αυτή τη στιγμή το τραπέζι για εκατομμύρια εκμεταλλευόμενους θα αποτελέσουν πιθανά τη σπίθα των μελλοντικών εξεγέρσεων, είναι μονάχα υπό το φως της άρνησης της ολοκληρωτικής πληροφοριοποίησης της κοινωνίας που αυτές οι εξεγέρσεις δεν θα είναι δυνατό να αφομοιωθούν από τον εχθρό.

Η κυριαρχία μπορεί και να παραιτηθεί από την ιδιωτικοποίηση της υγείας και επίσης είναι δυνατό ώστε όντας εξαναγκασμένη από την βιαιότητα των κοινωνικών αγώνων, να αποφασίσει να ανακατανείμει ένα μέρος του πλούτου, όμως η απαλλοτρίωση της ανθρώπινης εμπειρίας από πλευράς των διαδικασιών ανάλυσης και αυτοματοποιημένης παραγωγής αντιπροσωπεύει πλέον την καρδιά, τις αρτηρίες και τις φλέβες του κόσμου της εξουσίας και του εμπορεύματος.

Από αυτή την άποψη το ποτάμι των ενεργειών που επιτίθενται αυτή τη στιγμή ανά τον κόσμο ενάντια στην ψηφιοποίηση και τις δομές της είναι πραγματικά ενθαρρυντική. Όχι μόνο για την ποσότητα των επιθέσεων, αλλά και για την ακρίβεια της στόχευσης αυτής της μορφής νεο-λουδισμού που επιβεβαιώνει, με την απλότητα των μέσων του, την ανωτερότητα του ανθρώπινου είδους απέναντι στη μηχανή. Αν αυτή η αυθόρμητη σύγκλιση των πρακτικών είναι δυνατή, δεν είναι μονάχα εξαιτίας της κοινής κριτικής που ασκείται ενάντια στον τεχνολογικό ολοκληρωτισμό, αλλά επίσης εξαιτίας της διάχυσης των ευέλικτων και αποκεντρωμένων οργανωτικών μεθόδων οι οποίες αποδεικνύονται ακόμη πιο πολύτιμες στο μέτρο το οποίο οι κρατικές δυνάμεις πολιορκούν τους χώρους της συλλογικής δράσης (Δες για παράδειγμα, τι έγινε στο φετινό “Πολυτεχνείο”).

Όμως, όπως προείπαμε πιο πάνω, αν όλα αυτά τα στοιχεία είναι αναγκαία για μια άλλο τόσο αναγκαία εξεγερσιακή προοπτική, είναι ωστόσο ανεπαρκή ακόμη και για να περιγράψουν σε γενικές γραμμές τις αναπόφευκτες ελλείψεις ενός επαναστατικού σχεδίου.

Ας πάρουμε το ακόλουθο απόσπασμα, που περιέχεται μέσα σε ένα κείμενο που κατά τα άλλα είναι πλούσιο σε ερεθίσματα, (Σκέψεις αναφορικά με τον αναρχισμό και το οργανωτικό ζήτημα σε μια εποχή πανδημίας-και όχι μόνο): “Το άτομο, πάντα και σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι σε θέση να διατυπώσει ένα επαναστατικό σχέδιο. Μετά, αν το θεωρεί απαραίτητο και χρήσιμο, μπορεί να αναζητήσει αντιπαράθεση και συνενοχή με άλλα άτομα που διαθέτουν το δικό τους επαναστατικό σχέδιο. Μπορεί επίσης, προφανώς, να αποφασίσει να δράσει μόνο του”.

Διαβάζοντας παρόμοιους συλλογισμούς, αναρωτιόμαστε: μα τι ακριβώς εννοούν αυτοί οι σύντροφοι για “επαναστατικό σχέδιο”; Αν αυτή η έννοια παραπέμπει, όπως υποδεικνύει το ιστορικό της νόημα, σε μια ριζική μεταβολή των ίδιων των βάσεων μιας κοινωνικής τάξης, τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει η διατύπωσή του; Επάνω στο πρακτικό-υλικό επίπεδο, πρόκειται ακριβώς για αυτή τη δυναμική που οδηγεί ένα εξεγερσιακό κίνημα σε μια αναπότρεπτη – χωρίς επιστροφή φάση (όποιες και να είναι οι επιπτώσεις της σε ποιοτική κατεύθυνση)! Επάνω σε λογικο-θεωρητικό επίπεδο, σημαίνει την αυστηρή πόλωση δυνάμεων, περασμάτων, περιεχομένων προς έναν υλικά διαφορετικό κόσμο. Εννοείται φυσικά ότι στην πρώτη εκδοχή το επιμέρους άτομο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να διατυπώσει ένα επαναστατικό σχέδιο (πολύ λιγότερο μόνο του, αν έτσι του αρέσει…)! Και ευτυχώς, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε.

Από τη στιγμή που η συγκεκριμένη διατύπωση ενός επαναστατικού σχεδίου αλλάζει όχι μονάχα τη ζωή των επαναστατών, αλλά επίσης αυτή εκατομμυρίων άλλων ατόμων, ευτυχώς που η κοινωνία δεν έχει γίνει μέχρι στιγμής σε τέτοιο βαθμό άμορφη και χειραγωγούμενη, ώστε να είναι δυνατό να επαναστατικοποιηθεί από πλευράς ενός μονάχα ανθρώπινου όντος…

Όμως είμαστε εξίσου πεπεισμένοι ότι χωρίς τη σύγκλιση ενός ιδανικού (όχι ιδεολογίας) και των διευρυμένων και κακοτράχηλων εμπειριών της επεξεργασίας του, ένα επαναστατικό σχέδιο δεν είναι δυνατό να υπάρξει ούτε καν μέσα στο κεφάλι (ακόμη και των πιο διαφωτισμένων) των ανθρώπων. Και πράγματι, σήμερα ένα παρόμοιο σχέδιο δεν υπάρχει, ούτε καν σε θεωρητικό επίπεδο.

Αυτή τη στιγμή μπορεί να υπάρχει μια ένταση, ίσως και μια δυναμική! Μπορεί να υπάρχουν σαφείς ιδέες αναφορικά με τον εχθρό, σχετικά με τους τρόπους οργάνωσης και παρέμβασης. Όλα αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να τα αναζητήσουμε πρωτίστως στον καθένα μας για να τα ενδυναμώσουμε, να τα αντιπαραθέσουμε και να τα συντονίσουμε με άλλους, Όμως ένα σχέδιο είναι ένα διαφορετικό πράγμα.

Πάνω στη πλαγιά

Είναι ακριβώς εκεί που βρισκόμαστε τώρα. “Είναι μεγάλος ο πλούτος ενός κόσμου που αγωνιά”, έγραφε ο Ερνστ Μπλοχ. Για την ώρα, με τη πρωτοβουλία να βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια των κρατών και των τεχνοκρατών, αυτή η “αγωνία” είναι πλούσια κυρίως σε καταστροφές και πάσης φύσης εξαναγκασμούς των οποίων το ύφασμα από πυρίτιο καλύπτει στη κυριολεξία την όραση.

Αν η εκδοχή να εξέλθουμε προοδευτικά απ’αυτή την “υπερ-εξοπλισμένη αφασία και υπερ-τροφοδοτούμενη ανικανότητα”, μέσω της ποσοτικής συσσώρευσης των κοινωνικών αγώνων και των δυνάμεων, είναι μια ψευδαίσθηση που πλέον είναι έξω από κάθε εφικτό χρόνο και τόπο, επίσης και η ιδέα ότι οι αναταράξεις των εξεγέρσεων θα μπορούσαν απρόσμενα να επανασυνδέσουν το μίτο της ανθρώπινης εμπειρίας και της κριτικής σκέψης προκύπτει με τη σειρά της άλλο τόσο παρηγορητική.

Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, θεωρούμε ότι αυτή τη στιγμή χρησιμεύει να μπορέσουμε να υιοθετήσουμε άβολες αλήθειες. Για παράδειγμα, ότι δεν υπάρχει σήμερα κανένα απολύτως έτοιμο και ωραίο επαναστατικό σχέδιο που θα μπορούσαμε να κληρονομήσουμε από το παρελθόν! Κατά συνέπεια δεν υπάρχουν ούτε μετα- ιστορικές ανθρώπινες ικανότητες στις οποίες θα μπορούσαμε να εναποθέσουμε τη εμπιστοσύνη μας. Η κυριαρχία κατόρθωσε να σκάψει πολύ βαθειά. Όχι μονάχα για να μπορέσει να αποσπάσει, μέσω των βασανιστηρίων, τα μυστικά της βιολογικής ζωής η οποία υπόκειται εκμετάλλευσης μέχρι του επιπέδου των υποατομικών της μορίων! Αλλά επίσης για να μπορέσει να υποθηκεύσει το ίδιο το νόημα της ελευθερίας, εισχωρώντας προοδευτικά μέσα στα ίδια τα μύχια συναισθήματα του κάθε ατόμου (ακόμη και ο Μητσοτάκης μίλησε για “ελευθερία” μέσα από το Πολυτεχνείο).

Όχι σε λιγότερο βαθμό, η τελευταία δεκαετία υπήρξε κάθε άλλο παρά ακίνητη από την άποψη των αγώνων, των στάσεων, των εξεγέρσεων. Οι εξουσιαστικές μορφές οργάνωσης δυσκολεύονται πάντοτε περισσότερο να επιβληθούν πάνω στα κινήματα και ο χωρο-χρόνος μέσα στον οποίο αυτά αναπτύσσονται τείνει να μοιάζει σε διεθνές επίπεδο. Παραμένει πιθανά αληθινό αυτό που έλεγε ο Gustav Landauer, ότι δηλαδή στις εποχές ρήξης οι επαναστάτες γεννιούνται από αυθόρμητη βλάστηση. Με τη διευκρίνηση ότι αν αυτό μπορεί να ισχύει για τους επαναστάτες, δεν ισχύει απαραίτητα επίσης και για τις επαναστάσεις. Και με τη προσθήκη ότι η βλαστικότητα από την ίδια της τη φύση δεν είναι δυνατό να σχεδιαστεί! Είναι δυνατό να καλλιεργηθεί, να ενδυναμωθεί, να διευρυνθεί.

Θα είναι οπωσδήποτε οι ιδέες, οι ενέργειες και τα πρώτα επαναστατικά μέτρα που θα καθορίσουν, μέσα από ένα διάλογο εξ αποστάσεως, εκείνα τα σχέδια που θα διαθέτουν το πλούτο των τοπικών ιδιαιτεροτήτων καθώς και το παγκόσμιας εμβέλειας εκτόπισμα του καλέσματος στα όπλα. Δεν είναι η ίδια η έκταση ενός κινήματος αμφισβήτησης που το καθιστά μεταδοτικό, αλλά το βάθος του, ο βαθμός στον οποίο μπορεί να γίνει ζωντανό παράδειγμα, όσο και περιορισμένη μπορεί να είναι η γεωγραφική του διάσταση. Ίσως αυτό που χρειαζόμαστε να είναι ακριβώς αυτός ο φεντεραλισμός των επαναστατικών παραδειγμάτων που είναι ικανά να δημιουργήσουν τέτοιο αντίλαλο ώστε να θεμελιώσουν τις ικανές και απαραίτητες συνθήκες της διεύρυνσης τους σε κοινωνικό επίπεδο. Θα είναι οπωσδήποτε η διεθνής αλληλεγγύη που θα αμβλύνει τη περικύκλωση από τον εχθρό. Θα είναι οπωσδήποτε η βλάστηση των παραδειγμάτων που θα ξεπαγώσει την ιστορία και που κάθε άλμα προς την ελευθερία έχει απολύτως ανάγκη.

Σημείωση

Μια πολύ σημαντική άποψη, δεδομένης της διάστασης της οικολογικής καταστροφής στην οποία έφτασε ο καπιταλιστικός πολιτισμός και που εδώ θα πρέπει τουλάχιστο να επισημανθεί, είναι η σχέση μεταξύ της επαναστατικής ρήξης και της ίδιας της θέασης του κόσμου. Μια διαφορετική σχέση μεταξύ των ανθρώπινων όντων και της φύσης δεν μπορεί παρά να αναδομήσει εκείνη την ηθική διασύνδεση -που ήταν σε μεγάλο βαθμό παρούσα μέσα στη φιλοσοφία της Αναγέννησης και που βρίσκεται ακόμη στο κέντρο των ιθαγενών κοινοτήτων και συγκεκριμένων παραδόσεων που επιβιώνουν εκεί που το εμπόρευμα δεν εδραίωσε ακόμη την ολική του κυριαρχία- που ενώνει το άτομο με το κόσμο, τη καθημερινή δραστηριότητα δεμένη με τις εποχές, αυτό το οποίο δημιουργείται και αυτό το οποίο κληρονομείται, την υποκειμενική δύναμη και τα απρόσωπα στοιχεία από τα οποία αποτελείται, την αυτονομία και την αίσθηση του ορίου.

Διεθνιστική αναρχική ομάδα

freebirdsinter@protonmail.com

Το κείμενο σε μορφή PDF

Πηγή: Athens Indymedia