Renzo Novatore: Άσματα της Μεσημβρίας

Η Αναρχία, είναι για μένα το μέσο για να φτάσουμε στην ατομικότητα, και όχι το άτομο ένα μέσο για να φτάσουμε στην Αναρχία. Μια τέτοια αναρχία δεν θα ‘ταν παρά μια ακόμα πλάνη. Εάν οι αδύναμοι φαντασιώνονται την Αναρχία σαν έναν κοινωνικό σκοπό, οι δυνατοί πραγματώνουν την Αναρχία σαν το μέσο ανίχνευσης του απείρου της ατομικότητας. Μήπως οι αδύναμοι δεν είναι που δίνουν ζωή – τη ζωή τους – σ αυτήν την κοινωνία που με τη σειρά της γεννά την ιδέα του νόμου; Μα όποιος κάνει την Αναρχία πράξη εχθρεύεται τον νόμο και ζει σε πόλεμο με την κοινωνία. Κι ο πόλεμος αυτός είναι ατέρμονος καθώς με την πτώση του Τσάρου ενθρονίζεται ο Λένιν, με την διάλυση της αυτοκρατορικής φρουράς έρχεται η κόκκινη φρουρά… Ο αναρχισμός σαν μια κληρονομιά ηθική και πνευματική, θα ‘ναι πάντοτε υπόθεση μιας ευγενικής ολιγάριθμης φάλαγγας, και όχι των μαζών ή του λαού. Ο αναρχισμός είναι θησαυρός και ιδιοκτησία μοναδική αυτών των λίγων που αισθάνονται σ’ όλο της το βάθος, να αντηχεί μέσα τους η κραυγή μιας αδιαπραγμάτευτης και απόλυτης άρνησης!

Εγώ ανήκω στην πιο εξτρεμιστική μειοψηφία των αλητών της συνείδησης: Σε μια μειοψηφία «καταραμένη» να μην αφομοιώνεται μα να αδημονεί. Να μην αγαπά τίποτα απ’ όσα είναι ως τα τώρα γνωστά, ν αγνοεί ακόμα και τους φίλους. Απελευθερώνομαι από τα δεσμά της αγάπης για να λυτρωθώ από το μίσος και την περιφρόνηση…

Εμένα δεν με οδηγεί η θέληση των μαζών. Ούτε θρηνώ τους καημούς του λαού. Ούτε πιστεύω στην ευτυχία μιας κοινωνικής αρμονίας. Αφήνω να με παρασέρνει η δική μου ψυχή, πονώ για την δική μου θλίψη, πιστεύω μονάχα στον εαυτό μου, στον δικό μου βαθύτατο πόνο. Έναν πόνο που όμοιό του δεν νιώθει κανείς παρά εγώ που τον αγαπώ. Τον αγαπώ πέρα από το μίσος και την περιφρόνηση των ψεμμάτων της ανθρωπότητας. Έτσι αγαπώ ακόμα και τον πόνο μου. Όπως κάθε τι αληθινά δικό μου. Όπως τις ιδανικές μου ερωμένες, όπως τους άγνωστούς μου αδερφούς, όπως τα αγέννητα μου παιδιά.

Ε λοιπόν, ακόμα ονειρεύομαι! Ακόμα… Ονειρεύομαι μια μεγαλειώδη εξέγερση όλων των χρωμάτων που ξεθωριάζουν στην μακροχρόνια προσμονή. Ονειρεύομαι το δαιμόνιο ξύπνημα όλων όσων ζουν ναρκωμένοι… πρέπει να σταθούμε ικανοί ν’ ανάψουμε τους λύχνους μες την νύχτα!…κοιτάξτε τους κενταύρους του θανάτου που καλπάζουν μεταφέροντας τους τραγικούς ήρωες που χλώμιασαν στην μακρά προσμονή τους: κοιτάξτε τα πνεύματα της Εξέγερσης και της ’Aρνησης που τώρα χορεύουν κυριεύοντας τον κόσμο!- Και τώρα;

Τώρα δεν μένει παρά να ουρλιάξουμε το τραγικό ΌΧΙ! της δικής μας εξέγερσης. Για την πραγμάτωση της δικής μας, πλέριας ατομικότητας. Για την κατάκτηση της ελευθερίας μας. Για την απόλυτη κυριαρχία της δικής μας μοναδικής ζωής. Γιατί εμείς – οι αλήτες της συνείδησης -…

Είμαστε οι αξεχώριστοι αδερφοί της Εξέγερσης και της ’Aρνησης!

Ν ύ χ τ ε ς τ η ς Ο ρ γ ή ς: Για τις ταραχές στα γαλλικά προάστεια του 2005

Πρωτότυπος τίτλος: Le notti della collera: Sulle recenti sommosse di Francia ~ Filippo Argenti

Για την μετάφραση χρησιμοποιήθηκε κυρίως η αγγλική της Barbara Stefanelli: Nights of Rage: On the recent revolts in France (link)

Είναι κάτι που χτυπά και ξαναχτυπά αδημονώντας την πόρτα μας. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει ν’ ανοίξουμε… Πολλοί κρύβονται σιωπηλοί, κι όχι μόνο οι δειλοί, αλλά κι εκείνοι που είναι πολύ ήσυχοι ή πολύ απασχολημένοι. Δεν επιθυμούν μπλεξίματα. Κι όμως εμπλέκονται καθώς η βοή τους συνεπαίρνει όλο και περισσότερο, κι οι ωτασπίδες τους είναι άχρηστες. Ακόμα κι αν ο λόγος αποτυγχάνει παταγωδώς, ο λόγος που κληρονομήθηκε απ’ τον παλιό κόσμο, με τις παλιές θυσίες του, τις παλιές απεικονίσεις και τον εξωραϊσμό μιας εποχής που πέρασε. Τίποτα δεν είναι όπως ήταν πριν. Οι παλιές λέξεις γκρεμίζονται η μια πάνω στην άλλη γιατί δεν έχουν πουθενά να κρατηθούν, προβάλουν ύψη που κανένα αστείο, καμμιά ειρωνία και καμμιά σοφία δεν μπορούν να αγγίξουν. Η εποχή της μπουρζουαζίας φτάνει στο τέλος της και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τί θα ‘ρθει. Πολλοί έχουν ένα σκοτεινό προαίσθημα και περιθωριοποιούνται. Όμως κι οι μάζες έχουν επίσης μια σκοτεινή διαίσθηση αλλλά είναι ανίκανες να εκφραστούν και καταπιέζονται. Το Παλιό και το Νέο, η αδιάλυτη αντίθεση μεταξύ αυτού που ήταν κι αυτού που θα είναι, δεν μονομαχούν μ’ ευγένεια, αλλά ρίχνονται στην μεταξύ τους μάχη οπλισμένα ως τα δόντια. Μια παλίρροια τραντάζει τη γη. Δεν είναι απλά οικονομικά: δεν είναι απλά το θέμα του να βρούμε να φάμε, να πιούμε και να κάνουμε λεφτά. Δεν είναι απλά ένα θέμα του πως θα κατανέμεται ο πλούτος, ποιοί θα εργάζονται και πώς θα τους εκμεταλλεύονται. Όχι, αυτό που παίζεται εδώ είναι κάτι άλλο: είναι τα πάντα. – Kurt Tucholsky, Weltbόhne, March 11 1920.

Πρόλογος του συγγραφέα

Αυτό το βιβλιαράκι είναι μια μικρή συνεισφορά στην κατανόηση των πρόσφατων (2005) ταραχών στη Γαλλία. Περιττό να το πούμε, δεν αποτελεί μια κοινωνιολογική ή, με μια πιο εξειδικευμένη έννοια, θεωρητική ματιά. Οι εξεγέρσεις μπορούν να κατανοηθούν μόνον απ’ αυτούς που μοιράζονται τις ίδιες ανάγκες με τους εξεγερμένους, δηλαδή μ’ αυτούς που νιώθουν ότι αποτελούν μέρος της εξέγερσης. Μετά από ένα σύντομο χρονολόγιο, στις σελίδες που ακολουθούν τίθεται το ερώτημα του πώς τα γεγονότα του Νοέμβρη στη Γαλλία μας αφορούν όλους, κι επιχειρείται να δωθεί μια πιθανή απάντηση.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ορισμένα σημεία σ’ αυτή τη σύντομη εισαγωγή.

Αν ρίξουμε μια ματιά στις διάφορες επαναστατικές θεωρίες που κυκλοφορούν στη Γαλλία, την Ιταλία και τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, θα δούμε ότι αυτού του είδους οι εξεγέρσεις δεν ήταν καθόλου απρόβλεπτες ούτε απρόσμενες. Κάποιοι σύντροφοι μίλησαν για εμφύλιο πόλεμο, για εκρήξεις που δύσκολα θα συμπίπτουν με τους χώρους όπου το κεφάλαιο συγκεντρώνει κι ελέγχει τους εκμεταλλευόμενους, για την ολοκληρωτική έκθεσή τους στο εμπόρευμα. Όχι τυχαία, οι θέσεις των τελών του 19ου αιώνα για τους βαρβάρους, την κατάρρευση κάθε κοινού λόγου μεταξύ των εκμεταλλευομένων, την αμφισημία της έννοιας του μηδενισμού κλπ, αναθεωρήθηκαν. Ορισμένες έννοιες εκφράζουν, ακόμα και με εμβρυακό και συγκεχυμένο τρόπο, ανάγκες που ξεπερνούν το άτομο. Μ’ αυτήν την έννοια, υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ των εξεγέρσεων αυτών και της επαναστατικής θεωρίας. Είναι ένα είδος διαλόγου εξ αποστάσεως. Σύμφωνα με γάλλους συντρόφους, κάθε απόπειρα άμεσης συνάντησης ως τα τώρα έχει αποτύχει, ενώ η κοινή εχθρότητα προς την αστυνομία ή μια πρακτική αλληλεγγύη προς τους συλληφθέντες δεν είναι αρκετή. Προφανώς, αυτές οι ταραχές αποτελούν καθ΄ εαυτόν θεωρητικές προτάσεις, ένα είδος κριτικής στον κόσμο. Όμως, τί μας λένε; Ασφαλώς όχι ότι οι εξεγερμένοι θέλουν να διαχειριστούν αυτόν τον κόσμο, να πάρουν υπό τον έλεγχό τους την παραγωγή και την τεχνολογία, από τα κάτω. Δεν πρόκειται για το συλλογικό εργατικό (και με τις δυο έννοιες) υποκείμενο, ούτε για τους διανοητικούς εργάτες των φιλοζαπατιστικών διαδηλώσεων για μια δημοκρατική Ευρώπη. Οι φλόγες στη Γαλλία έχουν καταστρέψει κάθε δημοκρατική ψευδαίσθηση ενσωμάτωσης των φτωχών στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο Walter Benjamin έθετε το ερώτημα πώς στα 1830 οι εξεγερμένοι του Παρισιού πυροβολούσαν αυθόρμητα στα ρολόγια της πόλης, ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη και χωρίς κάποιον συντονισμό γι’ αυτήν τους τη δράση. Από μεριάς μας, δεν μπορούμε παρά να διερωτηθούμε γιατί η άγρια νεολαία του σήμερα βάζει φωτιά στ’ αμάξια. Στην πραγματικότητα, τί αντιπροσωπεύει το αυτοκίνητο στη σύγχρονη κοινωνία; Ας αφήσουμε το ερώτημα ανοιχτό.
Καθώς η επιδίωξη παραγωγής μιας σπουδαίας επαναστατικής ανάλυσης που θα εξηγεί τα πάντα και την οποία οι προλετάριοι δε θα μένει παρά να την εφαρμόσουν έχει πια εξαφανιστεί, είναι καιρός η επαναστατική δραστηριότητα η ίδια να ειδωθεί μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αντί να φέρνουμε τα πανώ και τις σημαίες στο σημείο που ξεσπά η πρώτη φωτιά και στήνεται το πρώτο οδόφραγμα, μπορούμε πλέον να στήσουμε οδοφράγματα ή να ξεκινήσουμε φωτιές αλλού, με σκοπό να επεκτείνουμε την εξέγερση, κι όχι να την κατευθύνουμε πολιτικά. Στην πραγματικότητα, ο καημός όσων απ’ την μεριά των εξεγερμένων παραπονιούνται για την έλλειψη κάποιου πολιτικού προγράμματος καταντά αξιοθρήνητος.

Να επεκτείνουμε την εξέγερση ωστόσο, δε σημαίνει να θέτουμε τον εαυτό μας στο επίπεδο των υπαρχουσών πρακτικών ώστε απλά να τις πολλαπλασιάσουμε (καίγονται αμάξια; ας πάμε να κάψουμε κι εμείς περισσότερα τότε!), αλλά στην ανίχνευση του τί πρέπει να χτυπηθεί και πώς, προκειμένου να ξεδιπλωθεί στην ολότητά του ο χαρακτήρας της εξέγερσης.

Την ίδια στιγμή, κάθε σκέψη για ανάδειξη των οργισμένων νεολαίων των προαστείων στο νέο επαναστατικό υποκείμενο θα ήταν εξίσου αξιοκαταφρόνητη. Θα ήταν υπέροχο αν οι φοιτητές στον αγώνα τους ενάντια στην επισφάλεια είχαν πάρει τη σκυτάλη απ’ τους εξεγερμένους του Νοέμβρη. Δεν είναι ακριβώς έτσι όμως. Ακόμη κι αν υπήρχαν αρκετά συνθήματα για απελευθέρωση των (κυρίως ανήλικων) προφυλακισμένων του Νοέμβρη στις διαδηλώσεις και τις συνελεύσεις του Μάρτη και του Απρίλη, οι πραγματικές συναντήσεις των δυο μερών υπήρξαν ελάχιστες. Κι εκεί εμφανίστηκαν αρκετά προβλήματα. Στη διαδήλωση της 23ης Μαρτίου στο Παρίσι, για παράδειγμα, μερικές εκατοντάδες νέοι απ’ τα προάστεια επιτέθηκαν σε φοιτητές, και τους ψείρισαν τα πορτοφόλια και τα κινητά τους τηλέφωνα, χτυπώντας και βρίζοντάς τους. Επιπλέον, χτύπησαν και κόσμο που έτρεχε να διαφύγει τη σύλληψη απ’ την αστυνομία, εν τω μέσω συγκρούσεων και αστυνομικών επιθέσεων. Αυτά τα γεγονότα δεν μπορούν να αποσιωπούνται. Εδαφικές ταυτότητες, προσκόλληση σε εμπορεύματα, περιφρόνηση για τους “προνομιούχους” φοιτητές κλπ, είναι όψεις των προβλημάτων που οι νέες κοινωνικές συγκρούσεις θα φέρουν εντός τους ως κληρονομιά μιας σάπιας κοινωνίας. Καμμιά εξεγερσιακή ιδεολογία δεν μπορεί να τις σβήσει ως δια μαγείας.

Προκειμένου να εξετάσουμε τη σχέση μεταξύ των ταραχών του Νοέμβρη και του κινήματος που κατέκλυσε τη Γαλλία ενάντια στο CPE (συμβόλαιο πρώτης εργασίας, για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και την εντονότερη εκμετάλλευση της φοιτητικής και νεανικής εργασίας), είναι ανάγκη να μελετήσουμε τις μνήμες, τις μαρτυρίες, τα κείμενα. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφασίσαμε να ετοιμάσουμε δυο ξεχωριστές εκδόσεις. Αν επιθυμούμε ν’ αποφύγουμε τις δημοσιογραφικές απλουστεύσεις και την αμφίσημη ρητορική, πρέπει να συλλάβουμε το ζωντανό στοιχείο των εμπειριών του αγώνα.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια κοινοτυπία: η έκφραση “νέοι των προαστείων” δεν σημαίνει ένα πράγμα. Πρώτον, γιατό τα Παρισινά προάστεια έχουν μόνα τους πάνω από 9 εκατομμύρια κατοίκους (και την μέρα που θα εξεγερθούν όλοι αυτοί, θα ναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία), κι έπειτα γιατί τα cités (πολύ αδρά: τεράστια οικιστικά συγκροτήματα που προορίζονταν για φθηνές εργατικές κατοικίες, και πλέον σχηματίζουν ολόκληρες πόλεις, με τις πλατείες και τις αυλές τους), που βρίσκονται εντός των ορίων των μεγαλουπόλεων συμμετείχαν επίσης στις ταραχές.

Πολλοί “νέοι των προαστείων” φοιτούν στις πόλεις (είτε στα Lycées, τα γαλλικά γυμνάσια-λύκεια, είτε στα πανεπιστήμια, στα οποία φοιτούν περισσότεροι οι Γάλλοι, απ’ ό,τι οι Ιταλοί). Με την έννοια αυτή, ένας μεγάλος αριθμός νέων και όχι και τόσο νέων, που συμμετέιχαν στις διαδηλώσεις, τα μπλόκα και τις συγκορύσεις τον Μάρτη και τον Απρίλη ήταν οι ίδιοι άνθρωποι μ’ αυτούς που πυρπολούσαν τις γαλλικές νύχτες το προηγούμενο Φθινόπωρο. Σύμφωνα με αξιόπιστους υπολογισμούς, οι εξεγερμένοι του Νοέμβρη έφταναν τους 50.000, ενώ το “κίνημα ενάντια στο CPE” μετρούσε πάνω από ένα εκατομμύριο συμμετέχοντες. Πολλοί “προαστειακοί νεολαίοι” είχαν στην πραγματικότητα μια φιλήσυχη στάση, ενώ αρκετοί “πιο προνομιούχοι” έδρασαν καταλυτικά στο ανέβασμα του πήχη της σύγκρουσης. Οι στατιστικές που εξηγούν τις εξεγέρσεις βάσει του εισοδήματος γίνονται πλέον πιστευτές μόνο από κοινωνιολόγους. Σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις (την Rennes για παράδειγμα) η συνάντηση μεταξύ φοιτητών και των λεγόμενων casseurs (κυριολεκτικά “σπάστες”) ήταν πολύ αποτελεσματική από στρατηγικής άποψης, κάτι που προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στον Σαρκοζύ και στα επιτελεία του. Στο Παρίσι πάλι, αρκετά λιγότερο. Προφανώς υπάρχουν ακριβείς λόγοι γι΄ αυτό. Για πολλούς “προαστειακούς νέους” είναι καταρχήν δύσκολο να προσεγγίσουν τις διαδηλώσεις στο κέντρο: αν δεν τους σταματήσουν ήδη πριν επιβιβαστούν στα τραίνα, ενώ ακόμα κι αν τα καταφέρουν, τα γαλλικά ΜΑΤ θα τους την πέσουν μόλις βγουν απ’ τον σταθμό. Αν παρολαυτά μπορέσουν να προσεγγίσουν, η περιφρούρηση των συνδικάτων θα τους κρατήσει έξω απ’ το κυρίως σώμα της πορείας, κάτι που μερικοί φοιτητές ακόμα επικροτούν. Είναι λάδι στη φωτιά. Επιπλέον, οι νεότεροι απ’ αυτούς, που δεν είναι τόσο έμπειροι σε ζητήματα άμεσης μάχης με την αστυνομία, εύκολα απομονώνονται απ’ την πορεία μεταξύ λεηλασιών και φωτιών, και κατά συνέπεια συλλαμβάνονται. Φυσικά, αυτό δε δικαιολογεί ένα αδιάκριτο μίσος προς τους άλλους διαδηλωτές, αλλά είναι ενδεικτικό των διαφορετικών κοινωνικών συνθηκών και τρόπων ζωής. Αυτοί που έχουν γευτεί τους ασφυκτικούς ελέγχους των ειδικών αστυνομικών μονάδων, που συχνά οδηγούν σε άγριους ξυλοδαρμούς στους δρόμους ή στα αστυνομικά τμήματα, το βρίσκουν ακατανόητο να βλέπουν πορείες να προχωρούν με αστυνομική συνοδεία σ’ όλο το μήκος τους.

Μ’ άλλα λόγια, χωρίς να πέφτουμε σε υπεραπλουστεύσεις και κρατώντας στο μυαλό ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, μπορούμε να πούμε ότι προς το παρόν στη Γαλλία, ορισμένοι άγριοι νεολαίοι είναι στην πράξη ολομόναχοι σ’ έναν πρωτοφανή αγώνα (απ’ τον Νοέμβρη, παράλληλα με τις ταραχές, εκτυλίχθηκαν μια σειρά από βίαιες ληστείες, όπου παρέες νεολαίων επιτίθενται σε φορτηγάκια σεκιουριτάδων με μπαστούνια του μπέιζμπολ κλπ). Για τους επαναστάτες που ανοιχτά στέκονται με την μεριά της εξέγερσης, ενάντια στην μεριά του Κράτους, δεν είναι τόσο εύκολο να συμβαδίζουν πάντοτε με την κατάσταση, ακόμα κι όταν αφορά ένα αγωνιστικό κίνημα που αποδεικνύεται τόσο ριζοσπαστικό.

Ένα παράδειγμα θα το ξεκαθαρίσει αυτό. Στην αρχή, ο αγώνας είχε επικεντρωθεί στο CPE, αλλά σύντομα απέκτησε συνείδηση του ότι η επισφάλεια δεν εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο νομοσχέδιο, αλλά αντίθετα, αυτό είναι μάλλον το προϊόν ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος, που δεν μπορεί απλά να δεχτεί μερικές μεταρρυθμίσεις. Ακόμα κι αν το κίνημα κέρδιζε ως προς τον συγκεκριμένο στόχο του (όπως ξέρουμε η κυβέρνηση τελικά απέσυρε το αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο), γνώριζε ότι ακόμη βρισκόταν καθηλωμένο στην άμυνα. Το να κάνει ένα βήμα παραπέρα δεν ήταν τόσο εύκολο. Το κύριο σύνθημα του κινήματος, που προτάθηκε στην αρχή δειλά, κι έπειτα σχεδόν επίσημα (δηλαδή με ψηφίσματα φοιτητικών συνελεύσεων) ήτανε: να μπλοκάρουμε τα πάντα. Κι αυτό ήταν. Σταθμοί, δρόμοι, πανεπιστήμια, συγκοινωνίες κι αυτοκινητόδρομοι: η κυκλοφορία ανθρώπων κι εμπορευμάτων διακόπηκε σε μγάλο βαθμό, μέσα σε μια ατμόσφαιρα λαϊκής συναίνεσης. Ακόμα κι όσοι δεν ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν με την αστυνομία, βρήκαν έναν οικείο τρόπο δράσης στα οδοφράγματα, χάρη στην ευχάριστη πολυμορφία των δράσεων που χαρακτηρίζει όλα τα πραγματικά κινήματα. Οι πιο άγριοι, ωστόσο, αυτοί των οποίων η καθημερινή ύπαρξη είναι μια ισόβια ποινή μεταξύ αστυνομικών κυνηγιών και κελλιών κρατητηρίων, μεταξύ τσιμεντένιων κτιρίων κι εμπορικού κέντρου, γι’ αυτούς το θέμα δεν ήταν απλώς να τα μπλοκάρουν όλα, αλλά να τα γαμήσουν όλα! (tout niquer). Η επαναστατική ρητορεία, λειψή από θάρρος και οργανωτικές ικανότητες, στην πράξη τους άφησε μόνους τους. Έπρεπε να είχαμε πολύ περισσότερες εμπειρίες, πολύ περισσότερες φωτιές και λεηλασίες. Όμως ο δρόμος είναι ανοιχτός.

Το βιβλιαράκι αυτό, καθώς και το επόμενο (“Ημέρες της Άρνησης”) είναι μια μικρή συνεισφορά στη διάδοση, τη συζήτηση και την εμπέδωση αυτών των εμπειριών στην Ιταλία. Αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία είναι ένα είδος αμονιού πάνω στο οποίο θα πρέπει να σφυρηλατήσουμε τις ιδέες και τις πρακτικές μας, νυχτερινές ή ημερίσιες.

Μάιος 2006

Τα αποβράσματα

Δεν είναι όλες οι εξεγέρσεις απρόβλεπτες. Φυσικά δεν υπάρχει κάποια μέθοδος για να προβλέψουμε σαν Νοστράδαμοι την ακριβή στιγμή κάθε έκρηξης, αλλά το γεγονός ότι μια εξέγερση συμβαίνει δεν εκπλήσει παρά μόνο όσους έχουν ελάχιστη ιδέα για τον αφόρητο κόσμο στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε. Κι όμως, μόνο έκπληξη δεν είναι, καθώς γνωρίζουμε πως τέτοιες εξεγέρσεις συμβαίνουν συχνά στη Γαλλία, ξαναπιάνοντας κάθε φορά τις ίδιες πρακτικές και τελετουργίες -εκατοντάδες αμάξια καίγονται κάθε χρόνο την παραμονή της πρωτοχρονιάς.
[σημείωση του συγγραφέα: Ακολουθώντας ένα διαδεδομένο παιχνίδι, μοναδικό στην Ευρώπη, την πρωτοχρονιά του 2005, 425 οχήματα πυρπολήθηκαν στη Γαλλία, το 2004 330, το 2003 324, το 2002 379. Το Clichy-sous-Bois, το Aulnay και η La Courneuve είναι οι πόλεις που συμμετέχουν πιο πολύ σ’ αυτό το φαινόμενο. Επίσης, την πρωτοχρονιά του 2004, το μπλακ-άουτ στο Sevran επέτρεψε στους ταραχοποιούς να στήσουν μια ενέδρα στην αστυνομία, που έφαγε αμέτρητες πέτρες από ταράτσες κτιρίων. Μπορούμε να πούμε ότι η πρωτοχρονιά έχει έναν πραγματικά εορταστικό χαρακτήρα στη Γαλλία…]
Οι εξεγέρσεις είναι ένα αναπόφευκτο προϊόν του παρόντος κοινωνικού συστήματος. Κι όταν μια εξέγερση ξεσπά, δεν έχει νόημα ν’ αναρωτιέται κανείς “γιατί γίνεται αυτό”, αλλά “γιατί δε γίνεται παντού, πάντοτε;”. Όμως, κάθε φορά που ξεσπά μια εξέγερση, ο πρώτος μηχανισμός που κινητοποιείται είναι μια προσπάθεια να εγκλειστεί σε μια κατηγορία. Ποιοί είναι οι εξεγερμένοι, από που έρχονται, τί θέλουν; Ξεκινά η έρευνα για ονόματα, ταυτότητες, για τις κατάλληλες κατηγορίες: ξένοι, μετανάστες… όχι, γάλλοι, ναι γάλλοι, αλλά γάλλοι δεύτερης γενιάς, δεύτερης κατηγορίας, γιοί ή εγγονοί μεταναστών, αποκλεισμένων, απόβλητων… Απογοήτευση, μάλλον η θεωρία του ισλαμικού φονταμενταλισμού δε δουλεύει: προφανώς οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι από κείνους που πάνε στο τζαμί -στην πράξη τόσο οι εκκλήσεις όσο και οι κατάρες των ιμάμηδων αποδείχθηκαν άχρηστες. Οι δεξιές εφημερίδες (πχ η Le Figaro) επιχειρούν να στιγματίσουν τους εξεγερμένους ως “μέλη μιας παλαιστηνιακού τύπου Ιντιφάντα”, “ισλαμικά φονταμενταλιστικά στοιχεία”, “τρομοκράτες” κλπ. Αυτές οι διαστρεβλώσεις, ωστόσο, δε φαίνεται να εμπεδώνονται, καθώς ο αγώνας καταφέρνει να επιδείξει τη δική του ασίγαστη ιδιαιτερότητα.

Οι κοινωνιολογικές κατηγορίες χρησιμοποιούνται για να οριστεί, να ταυτοποιηθεί και να εγκλειστεί η εξέγερση, με λίγα λόγια, εντός σαφών εννοιολογικών ορίων. Απ’ τη στιγμή που μια ταυτότητα έχει αποδωθεί στους εξεγερμένους -με πιο συχνή τέτοια, στην περίπτωσή μας, αυτή των κοινωνικών αποβλήτων, μια νέα λέξη για το “περιθώριο” (underclass). Το φάσμα των θεωριών για την διαχείρισή της κυμαίνεται κλασσικά από την αστυνομική καταστολή και τα μέτρα έκτακτης ανάγκης, στην κοινωνική πρόνοια και την παρέμβαση της πολιτείας, να προτάξει, με άλλα λόγια, χείρα τιμωρίας ή οίκτου, η καταστολή και η ενσωμάτωση, το μαστίγιο και το καρότο. Όλα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα το γεγονός ότι άν η αναταραχή κι η εξέγερση είναι άμεσες συνέπειες του συστήματος της κυριαρχίας, το μόνο τέλος που μπορεί να έχουν είναι το τέλος της κυριαρχίας, η ανατροπή της.
Ωστόσο, το να ταυτοποιηθούν τα “αποβράσματα”, να τους δωθεί ενδεχομένως ένα πιο πολιτικά ορθός ορισμός, ενέχει ορισμένες προϋποθέσεις. Για να κατηγοριοποιηθεί ένα τέτοιο φαινόμενο με σχετική συνοχή, πρέπει πρώτα απ’ όλα να οριστεί, και για να οριστεί πρέπει να απομονωθεί. Απ’ την μια, τα όρια της εξέγερσης ορθώνονται για να αναπαραστήσουν τη δράση και τις αιτίες της σαν τυχαία έκτροπα, που παρήγαγε ένα σύστημα το οποίο (παρόλη τη φτώχεια, τον πόλεμο, την μόλυνση, την ολοκληρωτική υπαγωγή στο εμπόρευμα και την καταστροφή ολόκληρου του -έμβιου και μη- κόσμου, και των ζωών όλων) πρέπει να διατηρηθεί, ίσως ακόμα και με ορισμένες κοινωνικές παροχές ταυτόχρονα με την κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Όμως, όπως είναι γενικά γνωστό, αυτό που ήταν εξαίρεση γίνεται ο κανόνας, κατάσταση που συμπεριλαμβάνει τον αποκλεισμό, τη φτώχεια, την κοινωνική αποξένωση, τη γενικότερη υποτίμηση της ζωής.

Δεν πρόκειται ποτέ για μεμονωμένο φαινόμενο, είτε τοπικά ή παγκόσμια. Η φτώχεια, η ανασφάλεια της ζωής στη δυτική κοινωνία, η αστική πολεοδομία στις μητροπόλεις ολόκληρου του κόσμου (απ’ το Λος Άντζελες στην Μπογκοτά, κι απ’ το Αλγέρι στο Παρίσι), η περίφραξη των συνόρων της Ευρώπης-φρούριο, είναι μόνο ορισμένες εκδηλώσεις αυτής της δομικής περίφραξης. Το κόλπο του καρότου και του μαστιγίου, ο συνδυασμός αστυνομικής και δικονομικής καταστολής με την εξαγγελία κοινωνικών παροχών στα προάστεια, μπορεί να ξεγελάσουν μερικούς, αλλά σίγουρα όχι τους -όχι λίγους- που γεύονται την κοινωνική περιθωριοποίηση στο πετσί τους, που νιώθουν ότι νέες και μεγαλύτερες εκρήξεις συναρμολογούνται σε κάθε γωνία, και κυρίως, νιώθουν μια ακατάπαυστη θέληση για εξέγερση να πάλλεται μέσα τους. Και είναι ακριβώς αυτή η ελκυστική γοητεία της εξέγερσης που αποτελεί τον κύριο στόχο της διαδικασίας της κατηγοριοποίησής της.

Στην πραγματικότητα, η διαδικασία της κατηγοριοποίησης, πέραν του να αναπαριστά τη φαινομενικότητα της παρούσας κοινωνικής τάξης σαν να ήταν ουδέτερη, στοχεύει στον διαχωρισμό και την απομόνωση των “αποβλήτων” από όλους τους υπόλοιπους -διαχωρίζοντας ταυτόχρονα όλους αυτούς απ’ τον ίδιο τον εαυτό τους, απ’ την επιθετική δυναμική τους. Μ’ άλλα λόγια, τα απόβλητα έχουν κάποιου είδους κληρονομικού δικαιώματος στην οργή, καθώς η απόγνωση και η αίσθηση της αδικίας είναι αποκλειστικά δικά τους προβλήματα. Όμως εμείς, οι προνομιούχοι αυτής της κοινωνίας, τί θέλουμε; Εντάξει στα γκέττο των σύγχρονων πόλεων, στα banlieues (προάστεια) του Παρισιού, η ζωή είναι διαλυμένη, κενή, κυνηγημένη από κάθε μπάντα της κοινωνικής, υλικής και υπαρξιακής αλλοτρίωσης, πνιγμένη στην απόγνωση και την μεταφυσική ανία. Αλλά η δική μας ζωή; είναι πλουσιοπάροχη και γεμάτη διασκεδάσεις, προοπτικές, πάθος… Η δική μας ζωή; Με συγχωρείτε, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς.

Εκ των πραγμάτων, το επίπεδο της καταπίεσης, και ταυτόχρονα τα ρήγματα που προκαλεί η εξέγερση, αφορούν τους πάντες. Η δυιστική λογική της συμπονετικής αντιπολίτευσης, μεταφράζει την πραγματικότητα με τόσο χονδροειδή τρόπο που αδυνατεί να αντιληφθεί τη δυναμική της εξέγερσης κι αυτών που θα ΄ρθουν. Η διάκριση των νέων απ’ τα προάστεια απ’ τους υπόλοιπους, έπειτα ο διαχωρισμός των βίαιων κι αδιόρθωτων που είναι αδύνατον να πειθαρχηθούν απ’ αυτούς που πρέπει να προστατευθούν απ’ την μόλυνσή τους, δεν είναι παρά μια προσπάθεια να ξεριζωθεί η δυνατότητα εξέγερσης από τα μέσα και το περιβάλλον που χρειάζεται για να εκραγεί. Αυτή είναι η κοινή λογική πίσω από κάθε έκτακτη διαχείριση. Επιπλέον, η εμπέδωση μιας τέτοιας ιδεολογικής διαίρεσης συνθλίβει κάθε πρακτική δυνατότητα. Όπως κάθε εξέγερση, ομοίως και της Γαλλίας απευθύνεται στον καθέναν. Το ξεδίπλωμά της αναπόφευκτα επιρρεάζει τις κινήσεις μας. Τελικά, το ποιο σημαντικό δεν είναι ποιοί είναι αυτοί, αλλά μάλλον ποιοί είμαστε εμείς, και τί θέλουμε να κάνουμε. Καθώς μια μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης υφίσταται είτε διακυρήσσεται επίσημα είτε όχι, το πρώτο πρακτικό μάθημα αφορά την εφαρμογή μιας αποτελεσματικής κατάστασης εξαίρεσης απέναντι στην έκρηξη καταστροφικών πράξεων, τη γρήγορη διάδοσή τους και την άρνηση κάθε εκπροσώπησης.

Ορισμένοι γκρινιάζουν για την υποτιθέμενη έλλειψη σαφών ταξικών στόχων κι επαναστατικής συνείδησης, απενοχοποιώντας έτσι την αποστασιοποίησή τους, αδυνατώντας να βρουν κάποια πολιτική προοπτική ή αποτέλεσμα. Ακόμα, μιλούν για φαινόμενα “βαρβάρων” χωρίς κανένα σχέδιο, ως αποτέλεσμα της “παθητικής διάλυσης της παλιάς εργατικής τάξης”. Κάποιοι άλλοι ποζάρουν ως συνειδητοποιημένοι οργανωτές της εξέγερσης (της επερχόμενης, φυσικά). Ωστόσο, αντί να ασχολούμαστε με το να δείξουμε στους ταραχοποιούς της Γαλλίας τί να κάνουν, θα ήταν προτιμότερο να δούμε τί μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτούς. Υπάρχει μια πρακτική εγρήγορση στις τακτικές της εξέγερσης των “αποβρασμάτων” που λείπει επαίσχυντα ακόμα κι απ’ τους πιο εκλεπτυσμένους “συνειδητοποιημένους” των επαναστατικών χώρων, συχνά τόσο συνειδητοποιημένων που αδυνατούν να πράξουν. Εάν οι Γάλλοι ταραχοποιοί δεν κατάφεραν να “κάνουν ένα ακόμη βήμα για να γίνουν επαναστάτες” (πιθανόν, όμως ποιοί είναι τελικά επαναστάτες σήμερα;), τουλάχιστον με τον τρόπο τους εξέθεσαν τις ενεργητικές δυνατότητές τους στην πιο σκληρή δοκιμασία. Χωρίς να περιμένουν από κανέναν να τους διδάξει “τί να κάνουμε”, κατέθεσαν έμπρακτα τη δική τους εκδοχή για το πώς να το κάνουμε. Πραγματοποίησαν την εκρηκτική οργή τους ως μια εντυπωσιακή σειρά εμπρησμών, χωρίς να τους ενεχειρίζουν σε κανέναν εκπρόσωπο. Η ζωτική δύναμη που απελευθερώθηκε μετά από μακροχρόνια καταπίεση ήταν ταυτόχρονα μια άγρια πυρομανία που αγνοούσε κάθε μορφή αντιπροσώπευσης και απολογίας.

Φαινομενολογία του οργισμένου μηδενισμού

Η οργή είναι η έκφραση της δύναμης που έχει καταπιεστεί για πολύ καιρό, δέσμια και υποδουλωμένη, οργή που εμφανίζεται ως διαπίστωση πως “είμαστε πολύ νέοι για να πεθάνουμε”. Η πρώτη εκδήλωσή της ανοίγεται στον ορίζοντα που χαρακτηρίζεται από μια ολοκληρωτική καταστροφή. Η τυφλή οργή της αιχμαλωσίας δε διακρίνει γύρω της τί θα χτυπήσει, αν θα χτυπήσει στον τοίχο ή θα σπάσει τα χέρια της, το σώμα της μετασχηματίζεται σε πολιορκητικός κριός. Τα πάντα μπορεί να καταστραφούν! Η οργή, εκδηλώνεται στον ορίζοντα του μηδενισμού. Καθώς δε δικαιούνται να επιθυμούν τίποτα για δικό τους, αυτοί οι άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας επιθυμούν αυτό το τίποτα να γίνει πραγματικά τίποτα, να εκμηδενιστεί.

Όμως ο μηδενισμός, αυτός ο ενοχλητικός καλεσμένος, εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές. Οι λιγότερο προφανείς είναι και οι πιο διαδεδομένες, κι επίσης οι πιο δημοφιλείς: είναι ο αυτονόητος μηδενισμός της εξουσιαστικής διαχείρισης της ύπαρξης, που διαβρώνει τα πάντα. Εκμηδενίζει τη ζωή και την αποξενώνει απ’ την ίδια τη δυναμική της, προκειμένου να την αναπαράγει εντός των κατεστημένων θεσμών της τάξης και της πειθαρχίας, της παραγωγής και κατανάλωσης, της παραίτησης και της κυνικής αδιαφορίας.

Το παρόν κοινωνικό σύστημα είναι τόσο μηδενιστικό όσο και οι υπήκοοί του που υποτάσσονται σ’ αυτό, αποδεχόμενοι τις διάφορες μορφές σκλαβιάς, σέρνοντας με απάθεια τα πόδια τους μέρα με την μέρα. Καθώς έχουν ενσωματώσει τα αυτονόητα της οικονομίας και τη φαντασιακή αξία των εμπορευμάτων, η ζωή τους βασίζεται στους υπολογισμούς μεταξύ κόστους και οφέλους, στον διαχωρισμό μεταξύ σκοπού και μέσων, στην εγκατάλειψη στην αθλιότητα του σήμερα και την παθητική προσμονή ενός καλύτερου αύριο. Η μηδενιστική παραγωγή της κυριαρχίας συνίσταται σε δυο συμπληρωματικές κινήσεις: απ’ την μια αποξενώνει, λεηλατεί και ξεγυμνώνει, απ’ την άλλη θαμπώνει, ξαναντύνει, και μασκαρεύει. Όμως η κενότητα στην οποία βασίζεται αυτή η διττή κίνηση και την οποία μετουσιώνει, γίνεται προφανής όταν το δεύτερο σκέλος της (η ψευδής ικανοποίηση των αυταπατών) υπολειτουργεί: όταν το σχολείο, η εργασία κι όλοι οι θεσμοί της πολιτισμένης κοινωνίας του θεάματος απαξιώνονται ως διαμορφωτές-διαχειριστές της ύπαρξης, που κατά συνέπεια, εξωθείται στην παρατεταμένη μετάσταση της αλλοτρίωσής της.

Όταν μια τέτοια μετάσταση εκδηλώνεται τυφλά, όταν έρχεται αντιμέτωπη μ’ έναν απάνθρωπο θάνατο, μπορεί να εκραγεί ως οργισμένος μηδενισμός: καθώς υποβάλλονται βίαια σε μια διάγνωση της κενότητας που περιβάλλει και διαβρώνει τις ζωές τους, αποφασίζουν ανώνυμα, σε επίπεδο προσωπικών σχέσεων, να παραδόσουν την κενότητα αυτή στο τίποτα. Ο οργισμένος μηδενισμός δε ζητά τίποτα, και διαθέτει μια διαυγή αντίληψη του ότι το μόνο που μπορεί να κάνει με όσα τον περιβάλλουν είναι να καταβροχθισθούν απ’ την κενότητά του. Η έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού, απελευθερωτική για τα πιο άγρια πάθη, μπορεί να είναι επίσης μια άδολη χαρά γεννημένη από μια αφόρητη ναυτία για το σύνολο του υπάρχοντος κόσμου. Κι όμως είναι έτσι ακριβώς που εξελίσσεται σε μια αυθεντική καταστροφική ευφορία.

Μετά την εποχή της κυνικής αδιαφορίας, του καιροσκοπισμού και του φόβου, στην παρούσα φάση γενικευμένης προλεταριοποίησης της ζωής, τί είδους αγώνας θα μπορούσε να γίνει; Λυπούμαστε που θα απογοητεύσουμε τους ακούραστους θεματοφύλακες της προόδου, αλλά οι τρέχοντες αγώνες περιλαμβάνουν επίσης μια ολοκληρωτικά καταστροφική πλευρά. Είχε γραφτεί κάποτε: “Μηδενιστές… ακόμα ένα βήμα αν θέλετε να είστε επαναστάτες”. Το να θέλεις τα πάντα, είναι μόλις ένα βήμα απ’ το να μη θες τίποτα. Μπορούμε όμως ακόμα να πούμε: “Επαναστάτες… ακόμα ένα βήμα για να γίνεται μηδενιστές”: απαιτεί μεγάλο θάρρος να συμβαδίζει κανείς με την οργή του. Και πού θα μας πάει; Μα δεν ξέρετε; Δε θα μας πάει πουθενά, αλλά… πού νομίζετε ότι πηγαίνετε όλοι σας;
‘S’ io fossi foco arderei lo mondo’
(“Αν ήμουν φωτιά, θα έκαιγα τον κόσμο”, από σονέττο του Cecco Angiolieri, σύγχρονου του Δάντη)

Η καταστροφική ευφορία του οργισμένου μηδενισμού βρίσκει την κύρια μορφή έκφρασής της στο στοιχείο που αναπαριστά περισσότερο την οργή: τη φωτιά. Οι μολότωφ και οι εκρηκτικοί μηχανισμοί είναι σαν βέλη, με τα οποία σύμβολα και δομές της εξουσίας και του συστήματος στοχοποιούνται: αστυνομικά τμήματα, δημαρχεία, δικαστήρια, τράπεζες, εμπορικά κέντρα και καταστήματα, σχολεία και αυτοκίνητα.

Ορισμένοι απ’ τους στόχους αυτούς πληγώνουν την κοινωνική συνείδηση πολλών ανθρώπων. Γιατί να καίνε τα σχολεία, όταν αυτά θα φέρουν στους κοινωνικά αποκλεισμένους την μόρφωση και την ένταξη στην κοινωνία; Μήπως δεν ήταν η δημόσια εκπαίδευση μια σημαντική κατάκτηση για την ανθρωπότητα και την πρόοδο; Ίσως, αλλά την ίδια στιγμή, ποιός μπορεί να αρνηθεί πως τα σχολεία μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με φυλακές, όντας και τα δύο στοιχεία μιας γενικότερης κοινωνίας-φυλακής, ποιός δεν μπορεί παρά να σιωπήσει μπρος στη φαινομενική ομορφιά ενός σχολείου που καίγεται; Το εκπαιδευτικό σύστημα βασίζεται σε μια αφαίρεση του νοήματος. Με άλλα λόγια, τα σχολεία, όντως μέσα για εισαγωγή στη ζωή, ή μάλλον στην εργασία, που παρέχει τα μέσα για τη ζωή, δεν έχουν άλλο νόημα καθ’ εαυτόν, παρά το νόημα αυτού για το οποίο προετοιμάζουν. Μ’ αυτήν την έννοια, καθώς κάθε μελλοντική προοπτική καταργείται, και το μέλλον συνίσταται σ’ έναν μακρόσυρτο σκοπό μεταξύ ανίας και απόγνωσης, τα σχολεία αδειάζουν απ’ το όποιο παιδαγωγικό τους περιεχόμενο. Όταν ένα μέσο χάνει τη χρησιμότητά του, η διατήρησή του σημαίνει τη φετιχοποίησή του, και τα φετίχ παραδίδονται στην πυρά, πιθανώς, όπως στην περίπτωσή, μας από παιδιά που φωνάζουν “αυτή η νύχτα είναι δική μας”.

Οι συνειδητοποιημένοι απορούν για τα καμμένα αυτοκίνητα: “γιατί να κάψεις το αυτοκίνητο του γείτονα”, λες και ο “γείτονας” αυτόματα αντιμετωπίζει την ίδια κατάσταση έκτακτης ανάγκης με τους ταραξίες. Πρώτον, τα περισσότερα απ’ τα πυρπολημένα αυτοκίνητα ανήκαν άμεσα ή έμμεσα σε θεσμούς. Δεύτερον, τα “αποβράσματα” δεν έρχονται απ’ το πουθενά, αλλά ζουν σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο, το οποίο σε καμμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει μια ομοιογενή ανθρώπινη πραγματικότητα. Απ’ την μία, οι ταραχοποιοί απ’ τα προάστεια ήξεραν ότι μπορούν να βασίζονται στην υποστήριξη και την πρακτική αλληλεγγύη πολλών κατοίκων των γειτονιών τους (χωρίς την οποία δε θα ήταν εφικτό να κρατήσουν είκοσι νύχτες οι ταραχές), απ’ την άλλη φαίνεται να γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τίνος το αμάξι πυρπολούν, και σίγουρα δεν ανήκουν σε άμεσους ή έμμεσους συνεργούς των εξεγερμένων. Στα προάστεια, όπως κι οπουδήποτε αλλού, υπάρχουν ζηλωτές της τάξης και του διαλόγου, ρουφιάνοι και κερδοσκόποι, συνεργάτες της αστυνομίας και κάθε είδους καθήκι, όπως επίσης κι αυτοί που δε συμμερίζονται στην πράξη την αταλάντευτη και σαφή στάση των ταραχοποιών. Οι νέοι των προαστείων δεν ανέχονται κανενός είδους ουδετερότητας, διαλόγους ή συμβιβασμού με τους θεσμούς -κάτι το οποίο εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα προβληματικό τρόπο στο κίνημα ενάντια στο CPE τον Μάρτη και τον Απρίλη του 2006, ειδικά στο Παρίσι.

Οι γείτονες δηλαδή, δεν είναι πάντοτε φίλοι ή “συνένοχοι”. Επίσης, οι εξεγέρσεις δε διεξάγονται σ’ ένα συμβολικό επίπεδο, αλλά στο πραγματικό πεδίο της μάχης. Έτσι, οχήματα παραδίδονται στις φλόγες όχι μόνο επειδή είναι προφανώς μια ευχαρίστηση να βλέπει κανείς τις φωτιές να τα καταπίνουν, αλλά κυρίως ακολουθώντας μια στρατηγική αντίληψη επί του εδάφους, δηλαδή λόγω της θέσης τους στο πεδίο που εκτυλίσσεται ο αγώνας. Είναι μόνο σε μια τέτοια προοπτική πραγματική σύγκρουσης (κι όχι στην κοινωνιολογική μετάφραση ή την πολιτική αναπαράστασή της) που η αξία αυτής της πρακτικής μπορεί να εκτιμηθεί. Η πυρπόληση αυτοκινήτων μπορεί να γίνει ένα ιδιαίτερα παοτελεσματικό μέσο ταχύτατης δημιουργίας οδοφραγμάτων, και ταυτόχρονα είναι ένας εύχρηστος τρόπος να τραβηχθεί η αστυνομία σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου στη συνέχεια συνήθως δέχεται επίθεση με πέτρες ή μολότωφ, ενώ οι ταραχοποιοί μπορούν να σπάσουν και να διαφύγουν εύκολα για να ξαναβρεθούν σε κάποιο προσυνεννοημένο μέρος και να ξαναπιάσουν το παιχνίδι απ’ την αρχή. Αυτή η τακτική εφαρμόστηκε και στο σαμποτάζ σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας με το οποίο ξεκίνησαν μερικές απ’ τις νύχτες της οργής.

Το γεγονός ότι αυτές οι απλές παρατηρήσεις έχουν περάσει απαρατήρητες από τόσο πολλούς “ειδικούς” είναι εντυπωσιακό. Το πιο σημαντικό σημείο πάντως, είναι η σημασία που παίρνει το μητροπολιτικό πεδίο ως πεδίο μάχης για τους τρέχοντες αγώνες κι αυτούς που θα ‘ρθουν. Σε μια κοινωνία που βασίζεται στην κυκλοφορία του χρήματος, της πληροφορίας, των ανθρώπων και των εμπορευμάτων, ο έλεγχος επί του εδάφους είναι μια απ’ τις σημαντικότερες λειτουργίες της εξουσίας. Για παράδειγμα, στις αστικές συγκοινωνίες που μας δολοφονούν αργά, καθημερινά, με το δηλητήριό τους στις μητροπολιτικές ζώνες, οι ελεύθεροι χώροι περιορίζονται στους αποξενωτικούς χώρους μεταβίβασης και εξυπηρέτησης. Πρόκειται για μια ασύμμετρη, απάνθρωπη και δολοφονική πραγματικότητα που εξορίσει τη ζωή, όπου το έδαφος γίνεται ολοένα και πιο άγονο και απαράβατο γι’ αυτούς που, είτε από συστηματικό αποκλεισμό, είτε από προσωπικές τους επιλογές, αδυνατούν να αναπαραχθούν ως εμπορεύματα, και κατ’ επέκταση περιθωριοποιούνται, φυλακίζονται, απελαύνονται.

Την ίδια στιγμή, το έδαφος και η μετακίνηση σ’ αυτό γίνονται στρατηγικοί παράγοντες των αγώνων, με τηην εξάπλωση πρακτικών όπως τα μπλόκα και το σαμποτάζ, η εύρεση νέων τρόπων ζωής και χρήσης του χώρου, και η καταστροφή του κάθε τί που δεν μπορεί να οικειοποιηθεί. Δε γνωρίζουμε ασφαλώς αν αυτό είχαν στο μυαλό τους οι εμπρηστές αυτοκινήτων. Δε γνωρίζουμε αν υπερεκτιμούμε την οργή τους. Αυτό που είναι βέβαιο όμως είναι ότι πίσω απ’ την αρνητική, καταστροφική τους στάση ορθώνεται μια θετική στάση, που αφορά τον τρόπο ζωής τους, τον τρόπο σύναψης ανθρώπινων σχέσεων, που πέρα απ’ την συνεχή εφευρετικότητα λέξεων και χειρονομιών, οικοδομεί μια συνενοχή κι αλληλεγγύη στις ταραχές.

Μια θετική στάση που δε χωράει στην αναπαράσταση που προβάλλουν οι δυνάμεις του εχθρού, για τις οποίες δεν πρόκειται παρά για βάνδαλους, ανόητους και παράλογους μανιακούς. Δεν μας ενδιαφέρει να πλέξουμε ένα νεο-ρεαλιστικό εγκώμιο του περιθωρίου. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να αναρωτηθούμε ξανά, αν είναι εφικτό να ζήσουμε σε χώρους μ’ έναν διαφορετικό τρόπο ούτως ώστε να συναντήσουμε νέους “συνενόχους” και νέες πιθανότητες αγώνα που θα ξεσπά ριζοσπαστικά, χαρμόσυνα κι εφευρετικά.

Μάρτης 2006

———————-

Διάχυτη εξουσία, διάχυτη επίθεση

Η εξουσία δε διαμένει σε κάποια Χειμερινά Ανάκτορα που μπορούν να καταληφθούν απ’ τους επαναστάτες, ούτε βασίζεται στα διάφορα κέντρα παραγωγής που μπορούν να καταλάβουν οι εργάτες. Δε συμπεριλαμβάνει απλώς τις πολιτικές, αστυνομικές και νομικές λειτουργίες, αλλά διαθέτει ένα τριχοειδές σύστημα σχέσεων που, μιας και επεκτείνεται στο σύνολο της κοινωνίας, διαμορφώνοντας τις ατομικές και συλλογικές πράξεις. Η εξουσία παράγει και ευνοεί την αναπαραγωγή μορφών ζωής που η διατροφή, η επικοινωνία, η κίνηση, η σκέψη κλπ προσαρμόζονται ευκολότερα στις απαιτήσεις της. Η εξουσία μοιάζει να έχει κυριαρχήσει παντού, μα για τον ίδιο είναι επίσης εκτεθειμένη παντού -προφανώς σε διαφορετικό βάθος στρατηγικής επίθεσης. Όλο αυτό δεν είναι παρά κοινοτοπίες που θα διδάσκονταν ακόμα και σε κάποιο γαλλικό κολλέγιο, όμως αν είναι έτσι, τότε δε θα ‘πρεπε να παραπονιέται κανείς στα σοβαρά για τη ζημιά που προκαλούν οι ταραχοποιοί προς “άσχετους ανθρώπους”. Είτε πρόκειται για ιδιοκτήτες αυτοκινήτων που πυρπολήθηκαν απ’ τους γάλλους αυτοκινητομάχους, είτε για τους απογοητευμένους πελάτες κάποιας κατεστραμμένης τράπεζας, ή για τους αργοπορημένους οδηγούς λόγω ενός οδοφράγματς, κάθε ισχυρισμός ότι αποτελούν έναν τρίτο, άσχετο μ’ όλο αυτό, ισοδυναμεί μ’ έναν ισχυρισμό ουδετερότητας: μια υπόθεση προς κατάρριψη.

Ασφαλώς, κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι η καταστροφή μιας τράπεζας, μιας φυλακής ή ενός δικαστηρίου είναι κάτι διαφορετικό ποιοτικά απ’ την πυρπόληση ενός αυτοκινήτου στα προάστεια, κάτι που ισχύει αλλά μέχρι ενός σημείου. Για να το αντιληφθούμε καλύτερα, θα μπορούσε κάποιος να διεξάγει το ακόλουθο υποθετικό πείραμα. Ας πάρουμε ως δεδομένο ότι κριτήριο για την ευκρίνεια μιας πρακτικής στην εξέγερση είναι η πιθανότητα γενίκευσής της, οπότε ας υποθέσουμε ότι μια πρακτική θα ακολουθούταν παντού: για παράδειγμα, αν όλες οι τράπεζες καταστρέφονταν, σίγουρα, θα προκαλούνταν ένα χάος αλλά βέβαια θα απείχε ακόμα απ’ το να επιφέρει μια επανάσταση. Ας επαναλάβουμε το πείραμα, με όλα τα αυτοκίνητα αυτή τη φορά να καταστρέφονται. Δε θα ήταν οι συνέπειες το ίδιο, αν όχι και περισσότερο επαναστατικές; Δε θα επέφερε μια ριζική μεταμόρφωση ολόκληρης της κοινωνικής ζωής; Μια υπόθεση που δεν μπορούμε να αρνηθούμε.

~
“Θέλω να πω σ’ όλα τα παιδιά που ζουν σε δύσκολες περιοχές ότι δεν έχει σημασία από που κατάγονται, όλα είναι παιδιά της (Γαλλικής) Δημοκρατίας” -J. Chirac, 14 Νοέμβρη 2005.

“Δημοκρατία είναι μια μορφή διακυβέρνησης που τίθεται πάνω απ’ το λαό, τον χειραγωγεί, τον εκπαιδεύει και τον κάνει ό,τι θέλει. Με τον στρατό της υποχρεώνει τους πιο απείθαρχους να υποταχθούν στους νόμους της. Κι όπως κάθε άλλη διακυβέρνηση, τα μόνα εμπόδια που βρίσκει είναι η αντίσταση των υπηκόων της κι ο φόβος για μια πιθανή εξέγερση” -E. Malatesta

Η ιδεολογία του νομοταγούς πολίτη

“Παιδιά της Δημοκρατίας”: έτσι απευθύνθηκε ο Chirac στους κατοίκους των προαστείων προκειμένου να τους εξευμενίσει -σε μια προσπάθεια να αντισταθμιστούν οι υβριστικές προσβολές του Σαρκοζύ. Όσοι απ’ αυτούς γνωρίζουν πώς λειτουργούν οι δημοκρατικοί θεσμοί, σαν χρυσοποίκιλτες πόρνες, έχουν αρκετούς λόγους να θίγονται: όπως το Κράτος ονομάζεται Πατρίδα όταν είναι έτοιμο να σκοτώσει, αποκαλεί τους υπηκόους του “πολίτες” όταν επιθυμεί τη συνενοχή τους στο νόμιμο έγκλημα.

Η ιδεολογία του πολίτη, βέβαια, έχει δεχθεί κριτική εδώ και πολύ καιρό ως ιδεολογική αντανάκλαση μιας ψευδούς ισότητας που συγκαλύπτει την κοινωνική ιεραρχία, έχει ειπωθεί ότι ο πολίτης δεν είναι παρά η αστική εκδοχή της κοινωνικής ιεραρχίας. Στην υποχώρησή της, η κατάσταση του πολίτη έχει αποκαλύψει τη γυμνή ζωή που ισχυριζόταν ότι έκρυβε. Αυτή ήταν η φρικτή διαπίστωση των δυο παγκοσμίων πολέμων του εικοστού αιώνα: πίσω απ’ τους πολίτες δεν υπήρχε παρά η αστική αντίληψη κοινωνικής ζωής, όμως βαθύτερα, κρυβόταν η γυμνή ζωή που μόλις απαλλάχθηκε απ’ το περιτύλιγμά της, έχασε κάθε αξία, κάθε δικαίωμα, κάθε σεβασμό.

Σήμερα δεν είναι καλύτερα, καθώς οικουμενικά οι πολίτες δεν είναι παρά οι καθημερινοί εκείνοι άνθρωποι που οι συμπεριφορές και τα συναισθήματά τους έχουν ενσωματώσει κάθε κυρίαρχο πρότυπο. Ένας άχρωμος, θλιβερός συμβιβασμός, βασισμένος στην αναισθησία, συγκολλημένος απ’ τον φόβο. Τα τρία συστατικά του σύγχρονου πολίτη είναι η ανικανότητα άρνησης, η αδυναμία αποτελεσματικής δράσης και η ενσωμάτωση της αδυναμίας, ενισχυμένα απ’ την ιλιγγιώδη μείξη τεχνολογικής ανάπτυξης και θεάματος που παράγουν σε πληθώρα κάθε υποκατάστατο ώστε να αποφεύγεται το πανταχού παρόν ενδεχόμενο ψυχολογικής κατάρρευσης, παραίτησης κι απόσυρσης απ’ τον κόσμο. Προκειμένου να εξακολουθεί να ισχυρίζεται κανείς ότι διάγει μια ζωή ήσυχη και “κανονική” στις παρούσες συνθήκες, οφείλει πρώτα να απολέσει την όραση και την ακοή του, κι έπειτα, καθώς τα ανησυχητικά γεγονότα εμφανίζονται παντού και δεν μπορούν πια να αγνοούνται, να εγκαταλείψει τη δυνατότητά του να αντιδρά: εξ ου και η γενικευμένη παραίτηση που αν δεν μετατρέπεται ανοιχτά σε γενική κατάθλιψη είναι γιατί υποστηρίζεται από μια εκτεταμένη χρήση του φόβου, όχι μόνο των άλλων αλλά και του φόβου για το παρόν και το μέλλον του καθενός, και απ’ τις αμέτρητες τεχνοκρατικές μεθόδους του “να ξεφεύγεις”.

Πέρα απ’ την κατάσταση του πολίτη ωστόσο, αναπτύσσονται και διαδίδονται διαφορετικές μορφές ζωής. Όσοι απ’ αυτούς διατηρούν την αίσθηση του ανικανοποίητου απ’ αυτόν τον κόσμο, και επιστρατεύουν τη δύναμη και τη φαντασία τους για να επινοήσουν μορφές αντίδρασης κι επίθεσης ενάντια στην απάνθρωπη κοινοτοπία του, αλλά και το αναγκαίο θάρρος για να τις κάνουν πράξη, τίθενται εκ των πραγμάτων εκτός της ιδιότητας του πολίτη. Διατηρούν τη ζωή τους, τη ζωτικότητα που δεν μπορεί να περιοριστεί απλά στην μια ή την άλλη μορφή επιβίωσης. Απ’ την μια, ανεπιθύμητα προϊόντα αυτής της κοινωνίας, κατακάθια, που διαρκώς επιστρέφουν για να ταράξουν τον ήσυχο ύπνο της, και την ίδια στιγμή λογικά και παθιασμένα όντα της εξέγερσης, παράνομες και βαρβαρικές μορφές ζωής που ακατάπαυστα εμποδίζουν, επιτίθενται και πυρπολούν μέχρι κάθε ίχνος της αδικίας να εκλείψει. Όχι κύριε πρόεδρε, οι εξεγερμένοι της Γαλλίας δεν είναι παιδιά της αιματοβαμμένης δημοκρατίας σας, είναι παιδιά της ίδιας λύσσας που σας περιμένει σε κάθε γωνιά του δρόμου να σας αποδώσει τον λογαριασμό.

~
“Είναι ένα μέτρο ασφάλειας που πάρθηκε για να αποδώσει στην αστυνομία όποια δυνατότητα χρειαστεί προκειμένου να αποκαταστήσει οριστικά την ειρήνη” -J. Chirac

Κατάσταση εξαίρεσης

Η κατάσταση εξαίρεσης είναι ο κανόνας: είναι δύσκολο να βρούμε μια πιο κοινή έκφραση στη σύγχρονη θεωρητική-κριτική παραγωγή λόγου. Είναι εξίσου δύσκολο να βρούμε μια κριτική και πρακτική ανάλυση που να μπορεί να στηρίξει μια τέτοια δήλωση. Η ίδια η έννοια είναι εξαρχής αμφίσημη, καθώς φαίνεται να υπονοεί ότι, ιστορικά ή λόγικά, πίσω απ’ την κατάσταση εξαίρεσης υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει κάποιου είδους αγνής εξουσίας που θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά, χωρίς καταπίεση, βία κι αδικία. Είναι βέβαια γεγονός ότι είναι η εξουσία καθ’ εαυτόν που είναι καταπιεστική, βίαια κι άδικη. Έχοντας αποσαφηνίσει αυτό, είναι η δύναμη των γεγονότων που μας τραβά να αναζητήσουμε τί υπάρχει πίσω απ’ την κήρυξη έκτακτης ανάγκης.

Επισήμως, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι η συρρίκνωση της νομιμότητας (κι επομένως όλων των δικαιωμάτων κι ελευθεριών που υποτίθεται ότι εγγυάται) προκειμένου να υπερασπιστεί η ίδια η νομιμότητα. Αυτή η διαδικασία, που είναι φαινομενικά παράδοξη, δικαιολογείται τυπικά βάσει μιας οποιασδήποτε απειλής. Το γέγονος ότι γίνεται ο κανόνας, σημαίνει ότι η κατάσταση εξαίρεσης εφαρμόζεται τόσο συχνά, ανεξάρτητα απ’ τις επίσημες διακηρύξεις: απ’ την διαχείριση της μετανάστευσης (που όχι απλά εμπεριέχει εξοντωτικούς περιορισμούς στο “δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης”, αλλά βασίζεται στην ίδια την αρχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης, με τα “κέντρα κράτησης”), στην επετειακή ανακήρυξη κόκκινων ζωνών (όπου οι όποιες πολιτικές ελευθερίες πρακτικά καταργούνται), στην διόγκωση του κατασταλτικού μηχανισμού (που πλέον εισβάλει σε κάθε όψη της προσωπικής ζωής των ατόμων, παρά τις δημοκρατικές διακηρύξεις για την “προστασία της ιδιωτικής ζωής”), στην καθημερινότητα της αστυνομικής βίας (η “κακοποίηση” τείνει να είναι ευφημισμός για ό,τι συμβαίνει στους δρόμους ή σε τμήματα), και η λίστα των κανονικών καταστάσεων εξαίρεσης θα μπορούσε να συνεχίζεται για ολόκληρες σελίδες. Είναι προφανές ότι οι νεολαίοι των προαστείων γνωρίζουν πολύ καλά ότι όλα αυτά αποτελούν την “ομαλότητα” καθώς όχι μόνο ζουν οι ίδιοι σε μια χωροταξική κατάσταση εξαίρεσης αλλά και δέχονται την αστυνομική καταστολή σε καθημερινή βάση, σ’ όλο το φάσμα των εξευτελισμών, της κακοποίησης και της ανοιχτής βίας που συνοδεύει μια τυπική εξακρίβωση στοιχείων ή έναν έλεγχο.
Η κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη Γαλλία δε θα ήταν τόσο σκανδαλώδης στην πραγματικότητα, αν δε στιγματιζόταν από έναν συμβολικό χαρακτήρα: η επαναφορά ενός νόμου του 1955 που εισήχθηκε στη διάρκεια της πολεμικής επέμβασης στην Αλγερία, αποκαλύπτει την οσμή της αποικιακής διαχείρισης στην εσωτερική πολιτική: με άλλα λόγια, ήταν μια επιβεβαίωση απ’ την μεριά της κυβέρνησης ότι στο εσωτερικό της χώρας διεξάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος.

Η ομαλότητα της κατάστασης εξαίρεσης, λοιπόν, αναπόφευκτα αποκαλύπτει τη βία που το Κράτος και η νομιμότητά του βασίζονται: βία που σκοπεύει στην πάσει θυσία διασφάλιση του Κράτους (κυρίως με την μορφή του κρατικού μονοπωλίου της βίας: αστυνομία, δικαστήρια, φυλακές), και βία που σκοπεύει στην εξάπλωση του Κράτους (πόλεμοι, εμπάργκο, φυλακές υψίστης ασφαλείας κλπ). Όμως αυτή η ομαλότητα δείχνει επίσης το πώς η εξουσία είναι διαρκώς σε επιφυλακή για κάποια άμεση απειλή, για τη διάδοση μιας εξεγερτικής δυναμικής που θα ήταν δύσκολο να διαχειριστεί και να καταστείλει, εάν εξαπλωνόταν αποτελεσματικά. Εξ ου και η λήψη αναρίθμητων αποτρεπτικών μέτρων, όπως η ασταμάτητη προπαγάνδα περί τρομοκρατίας, μια διαρκώς επανερχόμενη κρίση και η διάδοση της ανασφάλειας, που μεταμορφώνει τους φόβους μιας σαθρής εξουσίας σε κοινές φοβίες των υπηκόων της.

Η κατάσταση εξαίρεσης, ωστόσο, έχει μια άλλη δυναμική που σπάνια τονίζεται από τη θεωρητική κριτική. Ο Benjamin μίλησε για μια ρήξη του ιστορικού συνεχούς: ένα επαναστατικό ξέσπασμα συμπίπτει με τη διάρρηξη της ομαλότητας, και -με μια διαπίστωση ότι είναι αδύνατον να συνεχιστεί έτσι- θέτει σε κίνηση την καταστροφική του ικανότητα. Οπότε, δεν έχει νόημα να αναζητάμε το πολιτικό πρόγραμμα, τις προοπτικές ή τους στόχους της εξέγερσης. Κάτι τέτοιο δε θα ήταν παρά μια αξιοθρήνητη οπισθοδρόμηση στο γνωστό “Τί να κάνουμε;”, ένα ζήτημα που μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα χαθεί τελικά στους σκουπιδοτενεκέδες της Ιστορίας. Μπορούμε απλούστερα να αναρωτηθούμε τί μπορεί ο καθένας μας να κάνει γι αυτό, κάθε τί άλλο δε θα ήταν παρά ένα placebo.

~
“Θέλω να ‘μαι αποδεκτή γι’ αυτό που είμαι”-μια 26χρονη αλγερινής καταγωγής

“Εργάτες προσέξτε! Μη στιγματίζετε τους αδερφούς σας, αυτούς που αποκαλούνε κλέφτες, δολοφόνους, πόρνες, επαναστάτες, φυλακισμένους, με το στίγμα της υποτίμησης. Μην τους βρίζετε, μην τους συκοφαντείτε, προστατεύστε τους από ένα τελειωτικό χτύπημα. Δε βλέπετε πώς σας αποδέχονται οι στρατιωτικοί, πώς σας καλούν για μάρτυρες οι δικαστές, πώς σας χαμογελούν οι τοκογλύφοι, πώς σας νουθετούν οι παπάδες και πως σας απειλούν οι μπάτσοι; –E. Coerderoy

Περί Ενσωμάτωσης

Δεν είναι εύκολο να παραμελεί κανείς την αιτία των ταραχών των γαλλικών banlieues: το γεγονός ότι ολόκληρη η ύπαρξή τους εξαρτάται απ’ την κοινωνική αλλοτρίωση είναι τόσο εκκωφαντικό που δεν μπορεί να λησμονηθεί. Όμως ελάχιστοι δείχνουν να κατανοούν τους λόγους αυτής της κατάστασης. Εξ ου και το αίτημα για κοινωνική ενσωμάτωση, για επαναφομοίωση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μια αιτιολογική διαύγεια διαδέχεται το πολιτικό ψέμμα. Όλοι όσοι ζητούν κοινωνική ενσωμάτωση καλή τη πίστει, είναι απλά έρμαια της ψευδαίσθησης ότι η κοινωνία μπορεί να υποστεί μερικές αλλαγές, προκειμένου να μη χρειαστεί ν’ αλλάξουμε κοινωνία. Τουλάχιστον όσοι δεν είναι και τόσο καλόπιστοι, είναι συνήθως πιο ειλικρινείς: έχουν συνείδηση της κοινωνικής πειθάρχησης που υπονοείται σε τέτοια αιτήματα πρόνοιας.

Ενσωμάτωση σημαίνει πρώτα απ’ όλα ένταξη στην εργασία. Όμως η εργασία, στοιχείο του Κεφαλαίου και κατά συνέπεια συνώνυμη της υποταγής και της εκμετάλλευσης, διακρίνεται ολοένα και περισσότερο σε υπερειδικευμένη τεχνοκρατική εργασία και ολοένα και πιο απαξιωμένο μηχανικό-χειρωνακτικό έργο. Αυτά είναι τα δυο πρόσωπα της σύγχρονης επισφαλούς εργασίας: ο αγχώδης μάνατζερ κι ο εξαντλημένος προλετάριος. Περιττό να πούμε ποιό ποιό από τα δύο προορίζεται για τους νέους των προαστείων, άλλωστε αποδεικνύεται απ’ το γεγονός ότι η ελάχιστη ηλικία για να πάει κάποιος βοηθός σε τεχνικές εργασίες είναι σύμφωνα με έναν νέο νόμο του πρωθυπουργού De Villepin τα 14 έτη, όταν η υποχρεωτική εκπαίδευση απ’ το 1959 κρατάει ως τα 16. Την ίδια στιγμή, το σύμφωνο πρώτης εργασίας (CPE), νομιμοποιεί την άμισθη εργασία για τα δυο πρώτα χρόνια απ’ την πρόσληψη.

Τελικά, λίγοι αντιλαμβάνονται ότι είναι το Κεφάλαιο (κι άρα η εργασία η ίδια) που έχει δημιουργήσει την κατάσταση απ’ την οποία τώρα πρέπει να ξεφύγει: κατά την ιμπεριαλιστική επέκτασή του πρωτοεφάρμοσε τις σκληρές συνθήκες που ανάγκασαν εκατομμύρια ανθρώπων να μεταναστεύσουν, καθώς τότε ήταν σε θέση να διαχειριστεί την εισαγωγή και την εκμετάλλευση της υποτιμημένης εργασίας τους στις βιομηχανικές ζώνες (μεταξύ άλλων -την ίδια περίοδο- δημιουργώντας, μέσω των τοπικών δημοτικών συμβουλίων, τις τεράστιες εργατουπόλεις στη θέση των παλιών γειτονιών που υπήρξαν δίκτυα εργατικής αλληλεγγύης). Μετά το δεύτερο μισό των ’70es, οπότε κι έλαβε χώρα η λεγόμενη βιομηχανική αναδιάρθρωση, δηλαδή η μετανάστευση των επενδύσεων προς μέρη του πλανήτη όπου η εργασία ήταν ακόμα φθηνότερη, ο πλεονασματικός πληθυσμός των προαστείων εγκαταλήφθηκε στις συνθήκες ζωής που υφίστανται και σήμερα, δημιουργώντας τις κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν μια έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού. Θα δώσει το Κεφάλαιο τη δική του λύση στο πρόβλημα που έχει δημιουργήσει το ίδιο; Θα γίνουμε ξανά μάρτυρες της πιο ανισόρροπης διαλεκτικής μεταξύ Κεφαλαίου κι εργασίας;

Όσον αφορά την εκπαίδευση, τη συμπληρωματική μορφή της ενσωμάτωσης, τα σημαντικά έχουν ειπωθεί ήδη: καθήκον της δεν είναι παρά η προετοιμασία για την εργασία. Αφαιρουμένης -εκ των πραγμάτων- αυτής της λειτουργίας, δεν είναι παρά μια άχρηστη εξάσκηση -στην καλύτερη- και ένας μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου -στη χειρότερη, κάτι που έγινε φανερό απ’ την θεσμοθέτηση των ZEP (Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας) το 1981, που σήμερα περιλαμβάνουν 20% των μαθητών όλης της χώρας. Εν συντομία, κάθε αίτημα για ενσωμάτωση δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη απόπειρα αναβίωσης του κοινωνικού πτώματος με περισσότερη φορμόλη.

Οι αντιφάσεις που περιέχει η λογική της ενσωμάτωσης αφορούν επίσης τους ταραχοποιούς, τουλάχιστον ένα μέρος τους, αυτούς που διεκδικούν το να μιλούν οι ίδιοι για λογαριασμό τους. Απ’ τη στιγμή που η εξέγερση έχει γίνει δεκτή με μεγάλη χαρά, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε αν το ξέσπασμά της αντιπροσωπεύει μια θέληση καταστροφής του συστήματος (όπως, σύμφωνα με την ανάλυση των καταστασιακών, συνέβη στην εξέγερση του Watts), ή απλά των ανισοτήτων του, των οποίων ο δομικός χαρακτήρας δεν γίνεται αντιληπτός. Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο, πάντως, καθιστά την πρώτη υπόθεση εξαιρετικά πιθανή: το γεγονός ότι η νεολαία των banlieues θα μπορούσε κάλλιστα να επιβιώνει με άλλα μέσα, π.χ. μέσω του εμπορίου ναρκωτικών και της παράνομης οικονομίας. Ένα απ’ τα καθήκοντα της θεωρητικής κριτικής, ωστόσο, είναι ακριβώς να δείξει ότι μια γενική “ενσωμάτωση” είναι αδύνατη, κι ως εκ τούτου κάθε αίτημα πολιτικών προοπτικών που προέκυψε απ’ το ρήγμα που άνοιξε η εξέγερση, είναι μη-ρεαλιστικό. Με δυο λέξεις, να αρνηθεί τον μονόδρομο της κοινωνικής ενσωμάτωσης ως πανάκεια για την αναπόφευκτη αποσύνθεση του κοινωνικού συστήματος. Όπως είναι αρκετά γνωστό, η δημιουργία του νέου, μπορεί να έρθει μόνο απ’ τον θάνατο του παλιού.

Απρίλης 2006

Alfredo Cospito: Ποια Διεθνής; (Πρώτο Μέρος)

Ολοκληρώνουμε την μετάφραση μιας σειράς συνεντεύξεων του αναρχικού αιχμάλωτου συντρόφου Alfredo Cospito στο περιοδικό Vertiolo με θέμα την κατανόηση και συγκρότηση μιας νέας σύγχρονης αναρχικής διεθνούς, αναρτώντας και το πρώτο μέρος το οποίο ήταν και το τελευταίο που δημοσιεύθηκε στα αγγλικά από το συντροφικό εγχείρημα Dark Nights.

Οι διαδοχικές αυτές συνεντεύξεις αναφορικά με το πως μία σύγχρονη επιθετική διεθνής μπορεί να πατήσει πάνω σε μία πλούσια ριζοσπαστική ανατρεπτική παράδοση ώστε να χαράξει καταστροφικούς ελιγμούς μέσα σε ένα περιβάλλουν καθολικού ελέγχου υπό την ολοκλήρωση ενός τεχνολογικά προηγμένου όψιμου καπιταλισμού και να αντιστρέψει τον ρου της ιστορίας, έγινε αφορμή για μία ακόμη κατασταλτική επιχείρηση στην γείτονα χώρα
Ιταλία. Η επιχείρησε Sibilla αποτέλεσε αφορμή για την έφοδο των εγχώριων μπάτσων σε δεκάδες συντροφικά σπίτια, την κατάσχεση άφθονου υλικού, την επιβάρυνση συντρόφων με περιοριστικούς όρους, την στοχοποίηση εγχειρημάτων αναρχικής προπαγάνδας όπως το Malacoda και το Roundrobin, την περαιτέρω προσπάθεια απομόνωσης του αγέρωχου, αμετανόητου μαχητή Alfredo Cospito και φυσικά την ενίσχυση των κατασταλτικών επιθυμιών της κυριαρχίας να κατακρημνιστεί η γέφυρα μεταξύ νόμιμων και παράνομων πρακτικών.

Οφείλουμε από μεριάς μας σεβόμενοι όσους συντρόφους ανά τον κόσμο υποβάλλονται σε πλείστες δοκιμασίες και ενσυνείδητες σχετικά με ποιες κρατικές στρατηγικές αυτές αποκαλύπτουν, να προετοιμάσουμε τις προσήκουσες απαντήσεις αν δεν θέλουμε να σβήσουμε σιωπηρά όσο ο εμπορευματικός ολοκληρωτισμός προελαύνει ισοπεδώνοντας οτιδήποτε τολμάει να ορθωθεί στο διάβα του. Οι πρόσφατες κατασταλτικές επιχειρήσεις σε διάφορα σημεία του κόσμου ( με τα παραδείγματα να μην απουσιάζουν και στην Ελληνική πραγματικότητα ) εναντίον εγχειρημάτων και ατόμων ενεργών στην απόπειρα δημιουργίας περασμάτων μεταξύ της ανεκτής πολιτικής συμμετοχής και της ριζοσπαστικοποίησης της αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξης, αποδεικνύουν πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες όσων βαυκαλίζονται πως η δραστηριοποίηση τους είναι ασφαλής οριοθετημένη μέσα στα ”ακατάλυτα” πλαίσια του δημοκρατικού σεβασμού της ελεύθερης γνώμης. Ο κρατικός λεβιάθαν είναι ένα αιμοβόρο αρπακτικό που προτιμάει να καταβροχθίζει το θύμα του από το κεφάλι πριν φτάσει στην ουρά. Μην νομίσει ούτε στιγμή η τελευταία πως είναι σώα και αβλαβής επειδή δύναται ακόμα να ασπαίρει.

Τα κράτη, οργανωμένα συμπλέγματα παραγωγής βίας και καταπίεσης, δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε όσες τα αμφισβητούν έμπρακτα ή θεωρητικά. Τακτικά μόνο αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα αντιμετώπισης των πιο επιτακτικών και άμεσων κινδύνων για την εύρυθμη λειτουργία τους στην βάση μιας ολικής αξιολόγησης για το πως θα ευοδωθεί η απαράλλακτη στόχευση τους: να εξυπηρετήσουν την καθολική εξάπλωση του κεφαλαίου διαιωνίζοντας και ισχυροποιώντας το υπάρχον. Γι’ αυτό μόλις αισθάνονται ότι ξεμπέρδεψαν με το αντάρτικο πόλης πάντα προχωρούν στην επόμενη αποδυναμωμένη μπουκιά. Για να αναχαιτίσουμε αποτελεσματικά αυτήν την προαναγγελμένη σφαγή επιβάλλεται να συλλάβουμε αμφότεροι την αγωνιστική μας υπόσταση με συνολικούς όρους, σχηματίζοντας μία σύγχρονη επιθετική αναρχική διεθνή. Δίχως φετιχισμούς και μερικότητες. Ενάντια στην παθητικότητα, στο θέαμα και στην αποσπασματικότητα. Τι πιο προωθητικό και πολύτιμο προς αυτήν την κατεύθυνση από τα λόγια ενός ακατάβλητου συντρόφου με μία ζωή αφιερωμένη στον αναρχικό πόλεμο ενάντια σε κάθε εξουσία;

Την αμέριστη αλληλεγγύη μας και μία συνένοχη αγκαλιά σε όσες και όσους βρέθηκαν στο στόχαστρο της κατασταλτικής επιχείρησης Sibilla.

Μέχρι η Αναρχική Διεθνής να γίνει ο τάφος κάθε κυριαρχίας.

Για την Αναρχία και τον νέο Νιχιλισμό.

Δ.ο Ragnarok

 

Ποια Διεθνής; Συνέντευξη και διάλογος με τον Alfredo Cospito από τις φυλακές της Ferrara

Ο διεθνισμός αποτελούσε ανέκαθεν θεμέλιο έμπνευσης της δράσης και του ορίζοντα όσων καταπιεσμένων απεκδύονταν τον κοινωνικά επιβεβλημένο ρόλο τους. Πάντα συνιστούσε ένα φάρμακο απέναντι στον εκάστοτε καιροσκοπισμό, μία εγγύηση πως όσοι τον εφαρμόζουν δεν είναι υπηρέτες του αφεντικού τους ή ενός ξένου αφεντικού αλλά αυθεντικοί εχθροί πάσας εξουσίας και εκμετάλλευσης. Ο διεθνισμός ως τάση, με το εγγενές πνεύμα του, δεν αλλοιώνεται με το πέρασμα των εποχών. Ωστόσο, ο τρόπος υλοποίησης τους ιστορικά διαφέρει. Ρεφορμιστές, μίσθαρνοι και εξουσιαστές εξάπαντος επιχειρούσαν να τον διαστρεβλώσουν προς όφελος των συμφερόντων τους. Το ζήτημα των ζητημάτων, ο μοχλός αφύπνισης της εξεγερμένης δύναμης του κόσμου είναι ως εκ τούτου η Διεθνισμός. Πως, ή τι, θα όφειλε η Διεθνής να είναι σήμερα. Θα έπρεπε να είναι μία πραγματική ”οργάνωση”, ένας συνασπισμός ομαδοποιήσεων, ένα παγκόσμιο ”κόμμα”; Ή μπορεί να επιλέγονται όργανα και ”δομές” πιο συμβατά με το Αναρχικό Όραμα και αποτελεσματικότερα την συγκεκριμένη χρονική περίοδο;

Όπως και ο επιστημονικός Σοσιαλισμός, ο αναρχισμός επινοήθηκε για να αντιταχθεί σε μία παγκόσμια διαδικασία, στον καπιταλισμό και στην άνοδο της Μπουρζουαζίας. Είναι παραπάνω από φυσικό το γεγονός ότι Μαρξιστές και Αναρχικοί εκ γεννησιμιού επιδίωξαν, με αποκλίνοντα αποτελέσματα, μία διεθνή οργανωτική διάσταση. Στον 19ο αιώνα μαζί με τον Μπακούνιν, η αναρχία εγκατέλειψε τον φιλοσοφικό ιδεαλισμό, πραγματοποιώντας τα πρώτα της δειλά βήματα στον πραγματικό κόσμο. Πρώτα συγκρουόμενη με τον μεσσιανικό φιλελευθερισμό του Ματσίνι κι έπειτα με τον Κρατικό Σοσιαλισμό του Μαρξ, δίνοντας ζωή στις αυτόνομες φεντεραλιστικές τάσεις στο εσωτερικό της πρώτης Διεθνούς.

Αυτά τα πρώτα συμπαγή βήματα τους αναρχισμού πάρθηκαν με την αρωγή 2 διεθνών οργανώσεων που σήμερα θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ” λαθρόβιες ” καθώς έδρασαν στην σκιά του ”πραγματικού κινήματος” των εργατών και των προλετάριων. Η Διεθνής Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, ενεργή από το 1868 έως το 1872 και η Διεθνής Συμμαχία των Επαναστατών Σοσιαλιστών που έδρασε μετά το 1872. Όσο παράδοξο κι αν ηχεί, ακόμα και σήμερα πιστεύω πως η προσπάθεια να δημιουργηθούν ”υπόγειες” οργανώσεις, δρώντας κάτω από τα φώτα εντός των μαζικών κινημάτων μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική τοπικά.

Η ”επιστημονική” προσέγγιση του Μαρξ δεν μπορούσε να το ανεχθεί, θεωρώντας το ανωριμότητα, σπασμωδικότητα, κατάλοιπο συνωμοτικότητας του 18ου αιώνα. Κάπως παρόμοια με το πως η συντριπτική πλειοψηφία του σημερινού αναρχικού κινήματος αδυνατεί να κατανοήσει τις μυστικές μηχανορραφίες ενάντια σε κράτος και νόμους. Ο Έγκελς ήταν ο πρώτος ο οποίος διέβλεψε ένα διττό επίπεδο στην ”συνωμοτικότητα”, μία ευκαιρία να ηγεμονεύσει την Διεθνή. Ανά τα χρόνια, οι αναρχικοί έκαναν ατελείωτες προσπάθειες να οργανωθούν σε διεθνές επίπεδο: Στο Saint Imier το 1872, στο Άμστερνταμ το 1907, στο Βερολίνο το 1921, στο Παρίσι το 1949, στο Λονδίνο το 1958, στην Καρράρα το 1968 με την δημιουργία της Διεθνούς των Αναρχικών Ομοσπονδιών ( IFA )… αλλά σταδιακά η συνωμοτική προοπτική εξασθένησε μέχρι που σχεδόν εξαφανίστηκε. Αυτό το ”σχεδόν” διατηρήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες κυρίως από τις Ομοσπονδίες των Νεολαίων Αναρχικών εν ονόματι ” Πρώτη Μάη ” ενεργή αρχές της δεκαετίας του 60, στην προσπάθεια τους να δείξουν αλληλεγγύη στην κατεχόμενη από το καθεστώς του Φράνκο Ισπανία διαμέσου καταστροφικών δράσεων και ένοπλης πάλης και μετέπειτα από την αναγέννηση της εξεγερσιακής τάσης εμπλουτισμένης από την επαναφορά των ομάδων συγγένειας και των άτυπων συντονισμών. Μέχρι σήμερα, με την γέννηση της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας – Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο ( FAI – IRF ) και με όλες τις πραγματοποιημένες δράσεις παγκοσμίως που επικοινωνούν μέσω των αναλήψεων ευθύνης και συγκροτούν τρόπον τινά μίας ”Μαύρη Διεθνή”. Πριν απαντήσω στην ερώτηση σου σχετικά με την μορφή της Διεθνούς σήμερα και πως ενδείκνυται να δομηθεί, ας προσπαθήσουμε να αποσαφηνίσουμε απέναντι σε τι θα όφειλε αυτή η Διεθνής να πολεμήσει. Ας σταθούμε προσωρινά στην έννοια του καπιταλισμού.

Όταν συζητάμε για τον καπιταλισμό δεν μπορούμε να αποφύγουμε να θίξουμε την τεχνολογία και την επιστήμη. Μέχρι το κλείσιμο του 16ου αιώνα, τεχνολογία και επιστήμη αποτελούσαν διακριτά πεδία, τότε μία προϊούσα όσμωση ξεκίνησε να συντελείται μεταξύ των δύο έως την ανάδειξη του πιο προωθημένου καπιταλισμού όταν και στον 19ο αιώνα τεχνολογία και επιστήμη γίνανε αδιαχώριστες. Ορισμένες θα ισχυριστούν ( ορθώς κρίνω ) πως ο καπιταλισμός είναι ουσιαστικά το αποκύημα της ενοποίησης τεχνολογίας και επιστήμης. Όταν κάνουμε λόγο για ιμπεριαλισμό σήμερα, στην ουσία αναφερόμαστε σε μία επιστημονική-τεχνολογική επανάσταση. Και αυτή η επανάσταση οδηγεί σε έναν αύξοντα αριθμό εκμεταλλευομένων, στην αραίωση της μπουρζουαζίας και στην αύξηση των πλεοναζόντων πληθυσμών.

Ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι κατέχουν γνώση και κατ’ επέκταση πλούτο στον πλανήτη μας. Αυτός ο ”καινούριος” ιμπεριαλισμός διευρύνει εκθετικά το χάσμα μεταξύ εσώκλειστων και αποκλεισμένων. Ένα ελάχιστο τμήμα της ανθρωπότητας είναι υπεύθυνο για την διαμορφωμένη κατάσταση και βρίσκεται στην υπηρεσία των σύγχρονων κρατών και του κεφαλαίου. Τα τελευταία έχουν δημιουργήσει συνθήκες ικανές να οδηγήσουν στην ανατολή ενός νέου κόσμου που θα καθαιρέσει την ανθρωπότητα με την γνωστή της μορφή, εξολοθρεύοντας κάθε ψήγμα ζωής στον πλανήτη. Επιστήμονες, μαθηματικοί, βιολόγοι, ειδικοί υπολογιστών, χημικοί, ερευνητές όλων των επιστημονικών κλάδων, τεχνοκράτες, σύνολη η αριστοκρατία της ανθρώπινης διανόησης, δίχως τις τεράστιες επενδύσεις και τις προμήθειες που μόνο ο καπιταλισμός και τα κράτη θα μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν μέσω της εκμετάλλευσης της πλειοψηφίας του πληθυσμού στον πλανήτη, δεν θα μπορούσαν να κάνουν το παραμικρό. Πόσο μάλλον να επιτελέσουν την ”επανάσταση” η οποία διαδραματίζεται εδώ και κάποιο καιρό και η ενδεχόμενη τελεσφόρηση της θα επιφέρει μία τόσο ριζική μεταμόρφωση της φύσης μας που θα ισοδυναμεί, αν δεν εμποδιστεί, με την εξάλειψη του ανθρώπινου είδους, τουλάχιστον όπως το γνωρίζουμε σήμερα και η εν λόγω αλλαγή σίγουρα δεν θα είναι προς το καλύτερο. Η ”ταξική πάλη” παραμένει η κινητήρια δύναμη των πάντων, το σημαντικότερο απόθεμα μας, όμως μόνο εφόσον κατευθύνει την δυναμική της εξίσου ενάντια σε κράτος και κεφάλαιο. Μόνο ο καπιταλισμός με το σύγχρονο κράτος δύνανται να τροφοδοτήσουν επαρκώς την τεχνολογική πρόοδο, αρκετά ώστε να μας οδηγήσει ανεπιστρεπτί στην άβυσσο. Συνεπώς, πιστεύω πως αυτή η Διεθνής θα έπρεπε να παλέψει ενάντια σε κράτη και κεφάλαιο τρέφοντας το ταξικό μίσος, το μίσος των εκμεταλλευομένων, των φτωχών, των προλετάριων, διοχετεύοντας τις βίαιες ενέργειες τους κατευθείαν στους λομπίστες, στους στρατιωτικούς, στους βιομηχάνους, στους πλούσιους, στους τεχνοκράτες, στους πολιτικούς, στους κρατικοδίαιτους, στους τεχνικούς και τους επιστήμονες. Εναντίον όλων των εντός των τειχών, τους έχοντες γνώση και κεφάλαιο δηλαδή εξουσία, όποια κι αν είναι αυτή. Η τεχνολογία δεν είναι πλέον στην υπηρεσία του κεφαλαίου, αντ’ αυτού το κεφάλαιο βρίσκεται στην υπηρεσία της τεχνολογίας, προς αυτήν την κατεύθυνση βαδίζουμε. Η κυρίαρχη λογική σήμερα προστάζει ολοένα και λιγότερο καθαρό κέρδος αλλά την ολοένα και πιο ανελέητη εφαρμογή της επιστημονικής λογικής. Μόλις μία επιστημονική ανακάλυψη έχει ευοδωθεί η επιστροφή γίνεται ανέφικτη, ακόμα κι αν η παρεπόμενη τεχνολογική καινοτομία μας οδηγεί μαθηματικά στην αυτοκαταστροφή. Το έχουμε δει να συμβαίνει με τα πυρηνικά όπλα, θα το διαπιστώσουμε επίσης με την πολύ πιο καταστροφική και ανεξέλεγκτη τεχνητή νοημοσύνη, προχωράμε αυτομάτως δίχως πιθανότητα επιστροφής ανοιχτή. ”Είμαστε καταδικασμένοι σε όλα όσα έχουν εφευρεθεί μια για πάντα”. Παρομοίως καταδικασμένοι είμαστε να κάνουμε πάντα το επόμενο βήμα μέχρι την στιγμή της συντριβής. Όπως ο πρωταγωνιστής στην ταινία ”το μίσος” ο οποίος κατά την καταβαράθρωση του στο κενό ανακουφίζει τον εαυτό του σκεπτόμενος: ” έως εδώ καλά, έως εδώ καλά…” Δεν γνωρίζω το κατά πόσο ο διεθνισμός θα μας αποτρέψει από αυτήν την κάθοδο στην ανυπαρξία, ή αν όπως το θέτετε θα αποτελέσει τον μοχλό ανύψωσης και ανατροπής του υπάρχοντος κόσμου. Ένα πράγμα είναι πάντως σίγουρο: Προκειμένου να αντιταχθούμε σε αυτόν τον νέο Καπιταλισμό αποφασιστικά, η κατάρρευση του συστήματος απαιτείται να είναι παγκόσμια. Οι πόλεμοι παρατάξεων οδηγούν στην ήττα τόσο όσο και η αναμονή της κατάλληλης στιγμής ωρίμανσης των συνθηκών από τους αναρχικούς.

Και εδώ καθίσταται επίκαιρο το αναρχικό πρότυπο δράσης. Πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε επαναστατικά γυμνάσια ή τις απλές προετοιμασίες προ της κατάρρευσης του συστήματος. Είναι εντός της δράσης που οι αναρχικοί καταλαβαίνουν τους εαυτούς τους καθώς και την ύπαρξη τους. Μέσα στις χειρονομίες καταστροφής, τις εστίες εξέγερσης και ανυποταξίας, οι αναρχικοί βιώνουν την αναρχία στο τώρα, στο σήμερα, διακόπτοντας κάθε μορφή αναμονής. Αυτή η θαλερή ”μηδενιστική” σύλληψη της αναρχίας συνοδεύεται από την επανασύνδεση πράξης και θεωρίας. Προκειμένου να είναι εύστοχη η θεωρία οφείλει να αναδύεται διαμέσου την πράξης, όχι το αντίστροφο. Μόνο συγκρουόμενοι ιδιοχείρως με τα επιτετραμμένα χέρια του συστήματος δυνάμεθα να εκπονήσουμε τρόπους δράσης ικανούς να μας παρέχουν τα ”οργανωτικά”, ”άτυπα” εργαλεία που θα μας επιτρέψουν να συνεισφέρουμε δυναμικά στην ”διεθνή” ( ένα όργανο χρήσιμο για την επιτυχή αναδιαμόρφωση της πραγματικότητας ) κάτι το οποίος εμείς ως αναρχικοί έχουμε τόσο πολύ ανάγκη. Και πράγματι όντας αναρχικοί νιώθουμε αυτήν την διεθνή να ρέει στο αίμα μας. Όλα μας τα αντικρατικά οράματα, η εναντίωση μας στα σύνορα, η απόρριψη πάσας μορφής εθνικισμού, μας οδηγούν αναμφίβολα προς αυτήν την προοπτική, χρειάζεται απλά να προτάξουμε συγκεκριμένες απαντήσεις σε αυτήν την ανάγκη. Ο παραπάνω διάλογος μεταξύ αναρχικών ανέκαθεν αιωρούταν πάνω από την υφήλιο, πάντα επηρεάζαμε ο ένας την άλλη από την μία στην άλλη γωνιά του κόσμου. Πολλές, πάρα πολλές ήταν οι απόπειρες να δοθεί σταθερότητα, μία οιονεί συμπαγής δομή σε αυτό το διεθνιστικό όραμα του κινήματος. Όμως αλλότριες θεωρίες προερχόμενες θύραθεν, η απαξίωση της δράσης και η απομείωση της στο ελάχιστο επιτρεπτό, η αστικοποίηση, η σταδιακότητα ( μια μορφή καχεκτικού ρεφορμισμού ) όλα τα παραπάνω στιγμάτισαν αυτές τις προθέσεις που παρότι ευσεβείς, υποβαθμίστηκαν ( υπερβολικά συχνά τα τελευταία 40 χρόνια ) σε μία στείρα  αναπόληση κάποιου ένδοξου παρελθόντος. Σήμερα, τα παραδείγματα άτυπου συντονισμού ( ερειδόμενα στην επικοινωνία δίχως μεσάζοντες μέσω των αναλήψεων καταστροφικών ενεργειών τελεσμένων από ρευστά και χαοτικά υποκείμενα και ομάδες συγγένειας διάσπαρτες ανά τον κόσμο ) μας χαρίζουν την ευκαιρία να επανεκκινήσουμε συγκεκριμένα μία ”διεθνή” ικανή να εξαπολύσει μία ασταμάτητη αλυσίδα αντιδράσεων απειλητικών προς το υπάρχον σύστημα. Ασφαλώς μιλάμε περί απειροελάχιστων μειοψηφιών, γιατί όμως να τις αποκλείουμε εκ των προτέρων αφού καταπώς συμβαίνει συχνά στην φύση, ένας αδιόρατος ιός παρεισφρύοντας από το τσίμπημα ενός ασήμαντου κουνουπιού δύναται να σκοτώσει έναν επιβλητικό ελέφαντα; Θα ήταν απερίσκεπτο να αποκηρύξουμε αυτήν την πιθανότητα.  Φανταστείτε αν οι αναρχικοί της πράξης, παρά τις πολυπληθείς διαφορές τους, ένωναν τις δυνάμεις τους επιτυχώς ενώ παράλληλα κατόρθωναν να προφυλάξουν την αυτονομία και την μοναδικότητα τους. Εξάλλου, διαθέτουμε την μόνη εναλλακτική στον καπιταλισμό η οποία δεν έχει προδώσει τις αρχές της. Πιθανώς επειδή ανέκαθεν ”αποτυγχάναμε”. Περισσότερο από μία φορά στην ιστορία εμφανίστηκαν εκλάμψεις συγκεκριμένης εφαρμογής της αναρχίας όμως θνησιγενείς καθώς προτιμούσαμε να υποκύψουμε παρά να αποδεχτούμε μία οιονεί ”επαναστατική” δικτατορία. Το κληροδότημα αυτών των αποτυχιών είναι η ουτοπική μας δύναμη, η πρωτοταγής ορμή του μύθου μας. Εντός των αγώνων μας προς το κυνήγι του οι δράσεις μας μετατρέπονται σε πραγματικότητα, ζωντανή ύλη, δράση, οραματισμός, πράξη – θεωρία. Αν παρατηρήσουμε ποιες δυνάμεις μας ωθούν προς την διεθνή θα συμπεράνουμε ότι όλες οι συμπαγείς απόπειρες διεθνοποίησης των αγώνων ενέχουν την ”αλληλεγγύη” εν είδει κατευθυντήριας αρχής, αλληλεγγύη με έναν αγωνιζόμενο πληθυσμό, αλληλεγγύη με τους μετανάστες, αλληλεγγύη με χτυπημένους από την καταστολή αδερφούς και αδερφές… Η ”αλληλεγγύη” αποτελεί την πρώτη ώθηση, τον από μηχανής θεό κάθε αγώνα έμπλεο από την αξία της αλληλοβοήθειας, επειδή εκπηγάζει από μία μύχια ανάγκη, βαρυσήμαντη για κάθε ανθρώπινο ον. Με ρωτάς τι θα όφειλε η διεθνής να είναι και ποια τα προσήκοντα εργαλεία της, οι πλέον αναρχικές και αποτελεσματικές δομές μέσω των οποίων οι ενστικτώδεις τάσεις μας για διεθνισμό θα μπορέσουν να εκφρασθούν. Μία αμφιλεγόμενη ερώτηση με ενδεχομένως ποικίλα σημεία ερμηνείας. Στην ιστορία του κινήματος μας συγκεκριμένες οργανώσεις, ομοσπονδίες, ακόμα και κόμματα, ας θυμηθούμε το UAI το οποίο ο Μαλατέστα χαρακτήριζε ως αναρχικό κόμμα, τέθηκαν υπό δοκιμασία ακόμα και σε διεθνές επίπεδο με διαφορετικές καταλήξεις και κοινές αποτυχίες. Εξάλλου, μακριά από μένα η όποια ”ηθική” κρίση αναφορικά με το ποια οργανωτική μέθοδος θα έπρεπε να υιοθετηθεί ή όχι. Ειδάλλως, περιπλεκόμαστε σε χριστιανικά αφηγήματα αναφορικά με το τι είναι αναρχικό και τι όχι, αφορίζοντας προς πάσα κατεύθυνση. Ξόδεψα την ζωή μου πράττοντας το και μόνο τώρα καταλαβαίνω πόσο μεγάλη σπατάλη χρόνου και ενέργειας πράγματι είναι. Αυτό στο οποίο μπορώ να προσπαθήσω να προσφέρω μια απάντηση είναι τι κατ’ εμέ αποτελεί την πιο αποτελεσματική ”δομή” ή εργαλείο ούτως ώστε να συγκροτηθεί μια ισχυρή, επιθετική, επικίνδυνη αναρχική διεθνής. Μία διεθνής αρκετή για να κάνει την κυριαρχία να αιμορραγήσει, πλήττοντας την στα αδύναμα σημεία της, διεξάγοντας εύστοχα πόλεμο εναντίον της. Θα είμαι σαφής και λιτός: Πιστεύω πως η εν λόγω ”διεθνής” διαθέτει ήδη την μορφή και τις δυναμικές της ακόμα κι αν πρόκειται μόνο για ένα περίγραμμα. Με τα πάνω και τα κάτω της, με την ευτέλεια και το κλέος της, χαλκεύεται από όλους τους αδερφούς και τις αδερφές ανά τον κόσμο, οι οποίοι μέσω των αναλήψεων τους, με ή χωρίς ακρωνύμια, επικοινωνούν μεταξύ τους, μοιράζονται αμφίδρομα υποστήριξη και αλληλεγγύη καλώντας σε καμπάνιες σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Κάτι ασήμαντο με μία πρώτη ματιά, το οποίο όμως εμπεριέχει αυτούσιο τεράστια ελπίδα, μία πραγματική πιθανότητα πως κατόπιν των αποτυχιών του επιστημονικού μαρξιστικού ντετερμινισμού, θα καταφέρει να επαναφέρει την ελπίδα στις καρδιές των καταπιεσμένων της γης, χαρίζοντας νέα πνοή σε μία αναρχία απειλούμενη να αναιρέσει τον εαυτό της εντός μιας μετά-αναρχικής θεωρίας σταδίων, η οποία πίσω από τις επιφάσεις ”ρεαλισμού” μας παραδίδει ολοκληρωτικά στις πολιτικές των σταδιακών βελτιώσεων, στον ίδιο τον ρεφορμισμό. Μονάχα απορρίπτοντας την μετάθεση της επανάστασης σε ένα ακαθόριστο αύριο, βιώνοντας την στο σήμερα, βίαια, απαλλαγμένοι από συμβιβασμούς και μετριοπάθειες θα επιτύχουμε να δραπετεύσουμε από αυτό το αδιέξοδο. Γνωρίζω πως τείνω να επαναλαμβάνομαι στις συνεισφορές και τα γράμματα μου από την φυλακή. Δεν προσπαθώ να πρωτοτυπήσω πάση θυσία όμως τις λίγες σταθερές μου αντιλήψεις θα τις λέω και ξαναλέω ad nauseam ( μέχρι ναυτίας ) υπό την ελπίδα να συζητηθούν. Είμαι ακλόνητα πεπεισμένος πως ο κόμπος που ζητείται να λύσουμε προκειμένου να γίνουμε πιο αιχμηροί και να προξενήσουμε την μεγαλύτερη δυνατή ζημιά σε αυτό το θεμελιωμένο σε δύο βάσεις υπερ-τεχνολογικό σύστημα, τον καπιταλισμό και το κράτος, είναι το πως θα ”οργανωθούμε” δίχως να εκποιήσουμε τους εαυτούς μας, δίχως να παραδώσουμε καθόλου την ατομική μας ελευθερία όπως συμβαίνει τώρα. Η προσχώρηση μου στο εγχείρημα της FAI-IRF λέει από μόνη της πολλά πάνω στο πως θεωρώ ότι θα έπρεπε να κινηθούμε από δω και μπρος και τι είδους μορφή θα όφειλε αυτή η ”διεθνής” να λάβει. Θα βρούμε τρόπο να αναφερθούμε σε αυτό στην συνέχεια, είναι ένας απλός και ταυτόχρονα περίπλοκος διάλογος, ο οποίος, όπως κάθε ζωτικό ζήτημα, διαχωρίζει το κίνημα , προκαλεί εντάσεις και τελευταίο εξίσου όμως σημαντικό, καταπίεση, και είμαστε μόνο στην αρχή…

Τα μέσα ενημέρωσης προαναγγέλλουν την άφιξη των ρομπότ με ξέχειλη αμετροέπεια. Αναμένουμε να δούμε. Ο ρόλος της επιστήμης στον κόσμο της εκμετάλλευσης, ωστόσο, έχει καταστεί ευκρινής χιλιετίες τώρα. Πως να σταματήσουμε αυτό το τέρας ενόσω απειλεί να διαταράξει την ζωή σε αυτόν τον πλανήτη μια για πάντα; Ποια έποψη θα όφειλε να εμπνεύσει τις δράσεις μιας διεθνούς απέναντι στους επιστήμονες; Θα μπορούσε η ατομική άμεση δράση να ακολουθηθεί από μαζικές εκρήξεις αντίστασης, όπως συνέβη στο παρελθόν με το κίνημα των λουδιτών ( για παράδειγμα από ανθρώπους οργισμένους απέναντι στα ρομπότ ως αιτία να στερηθούν τις δουλειές τους ή να γίνουν οι όροι της μισθωτής τους σκλαβιάς χειρότεροι ); Επιπλέον, πως αξιολογείς κινήματα όπως το ELF, το ALF και τα συναφή;

Είναι αλήθεια πως τα μίντια ανακοινώνουν την άφιξη των ρομπότ με υπέρμετρη αδολεσχία. Και όταν το κάνουν αυτό, συνυφαίνουν σχεδόν πάντα το φαινόμενο με τον κίνδυνο της ανεργίας, ενώ κάποια πιο επινοητικά μέσα το πάνε ακόμα μακρύτερα, βλέποντας την άφιξη των ρομπότ ως μία υπέρβαση του ανθρώπου, ως μια δικτατορία των μηχανών εναντίον της οποίας ένας γενικευμένος ανθρωπισμός απαιτείται να υψωθεί. Για δεκαετίες μας βομβαρδίζουν με τον κίνδυνο επικείμενης οικολογικής καταστροφής, αντιπροτείνοντας στο καλύτερο σενάριο, μία εύπεπτη οικολογική τεχνολογία και στο χειρότερο ( οι πλέον ”ριζοσπάστες” οικολόγοι ) μία αυθόρμητη κατάρρευση του συστήματος. Γιατί τα μέσα το κάνουν αυτό; Μας παρέχουν μία αστείρευτη ποσότητα πληροφοριών καναλιζάροντας μας σε χιμαιρικές λύσεις, ένας ”γενικευμένος ανθρωπισμός” ο οποίος δρα ως παραπλήρωμα μιας εξίσου αόριστης έννοιας, αυτής του ”λαού”, υποστηρίζοντας την υποτιθέμενη αφευκτότητα μιας καταστροφής από την οποία μοναχά η ”μοίρα”, ένας μετεωρίτης, ένας πυρηνικός πόλεμος, ή η άφιξη των πράσινων ανθρώπων μπορεί να μας γλιτώσει. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο υποσκάπτουν την θέληση μας πείθοντας μας πως το εφικτό είναι ανέφικτο. Εγκαταλείποντας μας με μοναχά δύο ”εναλλακτικές”, την ψευδή ελπίδα επαναφοράς της τεχνολογίας σε ένα ανθρώπινο επίπεδο ή την παράδοση μας στο αναπότρεπτο με την μάταιη προσδοκία πως ο ”θεός”, ή η ”μοίρα” θα μας γλιτώσει από τον εφιάλτη. Τι μπορούμε να αντιπροτείνουμε σε όλες αυτές τις μαλακίες; Πλήρη επίγνωση των δυνάμεων μας, πλήρη συνείδηση των υπευθύνων για την εκμετάλλευση, τους πολέμους και την επικείμενη καταστροφή. Μία μοναδική τάξη ελέγχει την υπερ-τεχνολογική κοινωνία. Μία τάξη μόνη της καρπώνεται τα οφέλη του, όλες οι άλλες μένουν να απολαμβάνουν τα σκουπίδια, τα απομεινάρια, την εκμετάλλευση. Ο εχθρός μας δεν εντοπίζεται στα ρομπότ αλλά σε όσους τα σχεδιάζουν, στον καπιταλισμό και το κράτος ως χορηγούς των παραπάνω εγχειρημάτων, σε άντρες και γυναίκες με σάρκα και οστά. Είμαι σίγουρος πως διατυπώνω κάτι προφανές όταν διατείνομαι ότι μια ”απελευθερωμένη κοινωνία” που υπάγεται σε ένα υπερ-τεχνολογικό μοντέλο είναι μία αντίφαση εν τοις όροις. Πρέπει να βρούμε το θάρρος να αποκηρύξουμε την ”πρόοδο”, πρέπει να αποκτήσουμε το κουράγιο να της αντιταχθούμε με οπλισμένα χέρια, ριψοκινδυνεύοντας τις ζωές μας ώστε να διακόψουμε την αυτοκαταστροφική αυτή διαδικασία η οποία κάθε άλλο από αναπόδραστη είναι. Ο νεωτερισμός διαιωνίζεται συντηρείται αποκλειστικά λόγω της συστηματικής εκμετάλλευσης δισεκατομμυρίων γυναικών και αντρών, δεν υφίσταται κομμουνιστική κρατική ”ουτοπία” ικανή να σταθεί. Αυτό θα ισχύει τουλάχιστον όσο τα ηνία βρίσκονται στα χέρια ατελών ανθρώπων όπως εμείς, μέχρι η κυρίαρχη τάξη να αναγκαστεί στην εκχώρηση ( παράδοση ) της διοίκησης ( μιας μέγα-μηχανής ήδη υπερβολικά περίπλοκης για να διαχειριστεί ) σε μία ”ύπερ-ευφυία”, τότε μόνο ναι, θα μπορούμε να προσδοκούμε μία καταραμένη ευζωία δίχως καμία ελευθερία, την οποία δεν εύχομαι ούτε στον χειρότερο εχθρό μου. Ας γίνουμε όμως πιο ευκρινείς γύρω από το θέμα σχολιασμού μας: όσο ”επιστημονικά φανταστικό” και φαντασιόπληκτο κι αν ακούγεται εκ πρώτης όψεως, κάνουμε λόγο για μία ”επανάσταση”, η επιτυχία της οποίας θα διαταράξει ριζικά την ζωή σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αν ο καπιταλισμός είναι το αλλοτριωτικό και αλλοτριωμένο παράγωγο της κατίσχυσης της τεχνολογίας επί της επιστήμης, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε πως το υποπροϊόν αυτής της σχέσης είναι η ύπερ-μηχανή, εντός της οποίας ζούμε βουλιάζοντας όλες μας σήμερα. Το επόμενη βήμα θα είναι ο εμπλουτισμός αυτής της ύπερ-μηχανής με αυτοσυνείδηση διαμέσου της Τ.Μ ( Τεχνητής Νοημοσύνης). Ας το προσεγγίσουμε βήμα βήμα: Παντού στον κόσμο, οι επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη είναι υψίστης σημασίας και πολλαπλασιάζονται χρόνο με τον χρόνο. Το 2016 η Ευρώπη επένδυσε σε αυτόν τον τομέα 3.2 δισεκατομμύρια ευρώ, 20 δισεκατομμύρια προβλέπονται για το 2020. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη επενδύσει 18 και 37 δις προβλέπονται για το 2020. Δώδεκα δισεκατομμύρια ευρώ επενδύθηκαν παγκοσμίως αποκλειστικά για την μελέτη αλγορίθμων ικανών να μαθαίνουν από τα λάθη τους, αυτόματα. Σε ένα προχωρημένο στάδιο, η δημιουργία νευρομορφικών υπολογιστών, οι οποίοι αντί να κάνουν υπολογισμούς βασισμένοι σε δυαδικούς κώδικες ( εννεργό – ανενεργό ) χρησιμοποιούν επεξεργαστές σχεδιασμένους να εκπέμπουν σήματα όπως οι νευρώνες μας. Αναπτύσσοντας έτσι, απείρως υψηλότερες ταχύτητες, ολοένα πιο μειωμένες διαστάσεις και τρόπους να λειτουργούν ”εγγύτερα” στον εγκέφαλο μας. Οι επιπτώσεις της αγοράς, μολονότι αποσπασματικές, παρατάσσονται ήδη ενώπιον μας: – αυτοκινούμενα αμάξια – φάρμακα ( ανάλυση ιατρικών ιστορικών, ακτίνες χ, αρρώστιες, ιοί ) – ρομποτική ( όλα τα διαχειριζόμενα από μποτάκια συστήματα ) βιομηχανικός αυτοματισμός – ανάλυση και διαχείριση σύνθετων συστημάτων όπως το οδικό δίκτυο εντός μιας μητρόπολης – αυτόματα συστήματα διακυβέρνησης – ανάλυση και πρόβλεψη των καταναλωτικών τάσεων – ανάλυση και πρόβλεψη των μετεορολογικών και αγροτικών πεδίων – ανάλυση βίντεο, κειμένων και φωτογραφιών δημοσιευμένων στο διαδίκτυο – διαχείριση υλικοτεχνικού εξοπλισμού. Οι ιθύνοντες της σημερινής ”επανάστασης” βρίσκονται σε έναν περιορισμένο αριθμό επιστημόνων, υπερ-εξειδικευμένων τεχνικών σε μερικά κέντρα διάσπαρτα ανά τον κόσμο. Βρίσκονται όλοι στην εμβέλεια της αναρχικής διεθνούς, μιας οντότητας μαχητικής, παρότι περιορισμένης δύναμης. Τα πιο αξιόπιστα όπλα της; Θέληση και αποφασιστικότητα, αυτές οι ιδιότητες αρκούν ώστε να αντεπιτεθούμε, να επιβραδύνουμε αυτήν την τεχνολογική ”πρόοδο” που θέλουν να μας πείσουν πως είναι ασταμάτητη. Έχουμε ακόμα χρόνο στην διάθεση μας όπως και χώρο για αναστροφή, ειδικά καθώς το σύστημα δεν έχει ακόμα πλήρη επίγνωση του μεταβατικού αυτού σημείου και οι επενδύσεις, παρότι ογκώδεις, είναι μόνο η αρχή. Είναι πολύ πιθανό πως οι κυβερνητικοί γραφειοκράτες και οι υπηρεσίες πληροφοριών διεπόμενοι από μία χαρακτηριστική αδυναμία και ακαμψία αρκετή για να τους αποτρέψει από την συνολική κατανόηση της σημασίας ορισμένων εξελίξεων, οι οποίες προς εμάς εφόσον βρισκόμαστε θύραθεν των παραπάνω λογικών και εξειδικεύσεων, είναι ανάγλυφες. Ας πούμε πως η τοποθέτηση μας εκτός και εναντίον του συστήματος μας διανοίγει μία ευρύτερη έποψη, μία μεγαλύτερη πνευματική ελαστικότητα. Τα προσκόμματα για την κατανόηση μιας αντίστοιχης ”επανάστασης, ενός ομόλογου σημείου καμπής, θα ήταν ιδιαιτέρως απαιτητικό για κυβερνήσεις, κράτη και καπιταλιστές.

Αλλά τι θα ήταν αυτό το σημείο καμπής; αυτή η τεχνολογική ”επανάσταση”; Η αγροτική επανάσταση εξαπλώθηκε ανά τον κόσμο εδώ και χιλιάδες χρόνια, η βιομηχανική εδώ και εκατοντάδες, η επανάσταση της πληροφορικής τεχνολογίας εδώ και λίγες δεκαετίες και αναμένεται η αποκορύφωση, το ”σημείο δίχως επιστροφή” με ότι οι τεχνικοί και οι επιστήμονες προσφωνούν ως ”έκρηξη ευφυίας”. Το “Human Brain Project”, ιδρύθηκε το 2005 ελπίζοντας πως εντός 20 χρόνων θα καταφέρει να αναδημιουργήσει έναν ανθρώπινο εγκέφαλο. Αυτό θα πυροδοτήσει την περίφημη ”έκρηξη”, την μετάβαση από την ανθρώπινη στην (υπάνθρωπη) υπερευφυία. Οι επιστήμονες διατείνονται πως μόλις η ανθρώπινη νοητική ικανότητα επιτευχθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ( ακόμα και μήνες ) η έκρηξη ευφυίας θα πυροδοτηθεί, περιλαμβάνοντας μία εκθετική και ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των νοητικών δυνάμεων της Τεχνιτής Νοημοσύνης. Έκτοτε, ο κίνδυνος απεμπόλησης των ηνίων του πεπρωμένου μας θα γίνει πολύ υψηλός, προς ευχαρίστηση των μετανθρωπιστών, ο homo sapiens θα μετατραπεί σε κάτι άλλο, κάτι ακαθόριστο, ένα έκτρωμα της φύσης, ένας καρκίνος στο σώμα του πλανήτη μεγαλύτερος απ’ ότι ήδη είναι. Ευτυχώς για μας, οι επιστήμονες είναι εκ φύσεως συχνά υπερβολικά ”αισιόδοξοι” με το χρονοδιάγραμμα και ”αιθεροβάμονες” στις εικασίες τους. Μπορούμε να είμαστε εξίσου πεπεισμένοι για την δυνατότητα μας να αντισταθούμε αν όχι να αντιστρέψουμε τούτη την διαδικασία. Εξαρτάται από εμάς, από την διαύγεια μας, από τις δυνάμεις που αντέχουμε να μετερχόμαστε, από τα όπλα που αξιοποιούμε. Θαρρώ πως το σημαντικότερο στοίχημα είναι να μην καταποντιστούμε από την καταστροφολογία, η οποία αντί να μας ενδυναμώνει μας καναλιζάρει στην παραίτηση ενώπιον του αναπότρεπτου. Ούτως ώστε να αποκτήσουμε μία αντιπροσωπευτικότερη ιδέα του τεχνολογικού άλματος όπου ο προοδευτισμός μας υπόσχεται διαμέσου της υπερευφυίας, ας προχωρήσουμε στην ανάγνωση ορισμένων από τους κοινά αναγνωρισμένους ορισμούς των τεχνικών για την προαναφερθέν έννοια: «οιαδήποτε διάνοια ικανή για αγεφύρωτη υπέρβαση των συνειδητών αποδόσεων των ανθρώπινων όντων σε σχεδόν όλα τα πεδία ενδιαφέροντος», ήτοι, μια υπερευφυιής μηχανή είναι: «μία μηχανή ικανή να ξεπεράσει κατά πολύ όλες τις διανοητικές διεργασίες οποιουδήποτε ανθρώπινου όντως, όσο ευφυιές κι αν είναι». Σύμφωνα με όσους εργάζονται πάνω στο εγχείρημα, η υπερ-ευφυία θα αποτελέσει πανάκια απέναντι σε κάθε κακό, το λυχνάρι του Αλαντίν δόκιμο για την επίλυση όλων των ενεργειακών, μολυσματικών και οικονομικών προβλημάτων μας, θα ανακαλύψει την θεραπεία για κάθε αρρώστια, υπόσχεται ακόμα, αν όχι την αθανασία, μία μη-θνητότητα. Όμως, οι ίδιο τεχνικοί και επιστήμονες που ονειρεύονται τα μελλοντικά αυτά προοδευτικά άλματα ( τα οποία, ας είμαστε ειλικρινείς, αναπόφευκτα θα ευνοήσουν μόνο την τάξη των εσώκλειστων ) τα τρέμουν θεωρώντας την άφιξη τους αφάνταστα επικίνδυνη, αρκετά ώστε να κάνει τους κινδύνους της ατομικής εποχής, του πυρηνικού πολέμου, να φαίνονται ευτράπελοι. Επιστήμονες και τεχνικοί, μολονότι απέχουν πολύ από το να το πετύχουν, απεγνωσμένα αναζητούν εφικτές παγίδες ψηφιακής πραγματικότητας ώστε να το περιορίσουν, να το εξαπατήσουν, να το συγκρατήσουν μόλις φτάσουν σε αυτό το σημείο. Παρά τους φόβους ή τις ελπίδες, ο σιδερένιος νόμος της επιστήμης μας καταδικάζει στην ”πρόοδο”, να συνεχίσουμε προς τα εμπρός με κάθε κόστος, ακόμα και διακινδυνεύοντας την επιβίωση μας ως είδος. Ποια όμως αποτελεί χειρότερη καταδίκη για έναν σκλάβο από μία αθανασία που παρατείνει το άλγος μιας ζωής δίχως ελευθερία. Εμείς οι αναρχικοί διαθέτουμε ιδιαίτερη ευαισθησία πάνω σε αυτά τα θέματα επειδή τίποτα δεν απείλησε την ελευθερία μας τα προηγούμενα χρόνια περισσότερο από την ”πρόοδο”, την τεχνολογία. Δεν περιορίσαμε τους εαυτούς μας σε αναλύσεις κοινωνιολογικού περιεχομένου αναφορικά με την τεχνική και την τεχνολογία ανά τα χρόνια. Όσες από μας έρεπαν στην δράση, όσοι αναρχικοί εφάρμοσαν καταστρεπτικές άμεσες δράσεις διαμέσου άτυπων συντονισμών και ομάδων συγγένειας, έχουν αναπτύξει ένα θεωρητικό και πρακτικό οπλοστάσιο πάνω στους ευάλωτους και περιφεριακούς στόχους προς αξιοποίηση, οπτικές ίνες, καλώδια ρεύματος, πυλώνες… Η τάση έγκειται στην πρόταση να μετακινηθούμε από το κέντρο στην περιφέρεια του συστήματος οπού ο έλεγχος είναι μειωμένος και οι ζωτικές γραμμές, αν διακοπούν με πρόσφορα  για αναπαραγωγή μέσα ( φωτιά, μπουλονοκόφτες ) θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αξιοσημείωτο κόστος. Διεξάγεται εξάλλου αρκετός διάλογος πρόσφατα περί της παρεμπόδισης της ροής των προϊόντων. Η εν λόγω τάση, κυρίαρχη σήμερα μεταξύ πολλών εξεγερσιακών οφείλει την γέννηση της ( κατά την γνώμη μου ) στην αντιπαράθεση των αναρχικών της πράξης στo παραδοσιακό αντάρτικο πόλης των Ερυθρών Ταξιαρχιών ( Red Brigades ), όταν και η φράση κλειδί για τους αναρχικούς έγινε ο ισχυρισμός πως το κράτος στερείται καρδιάς ή κέντρου. Εντωμεταξύ, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες αναμασούσαν την επιτακτικότητα της επίθεσης στην ”καρδιά του κράτους” μέσω της στοχοποίησης των πιο επιφανών φιγούρων του. Πολλές δεκαετίες κύλησαν έκτοτε, τα πάντα άλλαξαν, όμως αυτή η ”φόρμουλα” με άλλοτε αδιαμφισβήτητη σημασία κατέντησε ένα ”συναξάρι”, ένα ”δόγμα” διαιονίζοντας τον εαυτό της αναλόγως, χάνοντας ολοένα και περισσότερο το νόημα της και καταλήγοντας ένας προάγγελος αμβλύνοιας, πνευματικής αυχμηρότητας, μία δικαίωση για ανείπωτες ανησυχίες. Η παραπάνω μεθοδολογία, τουλάχιστον όσον αφορά την χώρα που κατοικώ, έχει υποβαθμιστεί σε μία άρνηση ( ποτέ ανοιχτά αναγνωρισμένη αλλά στην πραγματικότητα καιρό εγκατεστημένη ) να πληχθούν ανθρώπινοι στόχοι, οι άμεσα υπεύθυνοι για την συστημική αχρειότητα. Για πολλές αναρχικές υπάρχει αποκλειστικά το ”σαμποτάζ” και η καταστρεπτική δράση ( να χτυπάς και να καταστρέφεις πράγματα ). Η αποκλειστικότητα αυτής της πρακτικής είναι επίσης διαδεδομένη στον οικοαναρχικό περίγυρω, με ελάχιστες εμβριθείς εξαιρέσεις, όπως αυτή του Tedd Kaczynski. Τα ALF και ELF υιοθετούν εξίσου αυτήν την ροπή να αποκλείουν τις βίαιες δράσεις εναντίον ανθρώπων ( ωσαύτως με λιγοστές σποραδικές εξαιρέσεις ). Αυτές οι ”οργανώσεις” παραμένουν τιμαλφείς για περαιτέρω λόγους όπως ένεκα ότι αποτελούν έξοχο παράδειγμα (όντας καλοσυγκροτημένα) του πως μπορεί κάποια να ”οργανωθεί” υπό έναν άτυπο τρόπο. Όπως αρέσκονται κάποιοι σύντροφοι να το θέτουν ” η οργάνωση δίχως να έχει ή να αναζητά οργάνωση”. Κατά την άποψη μου, η επίδραση τους στις μετέπειτα πρακτικές της FAI-FRI είναι πέραν πάσης αμφιβολίας, αρκεί να λάβεις υπόψιν την επικοινωνία τους μέσω δράσεων και συντονισμένων διεθνών εκστρατειών τους. Ευελπιστώ να ευκαιρίσουμε μιλώντας πιο καταλεπτώς σε σχέση με αυτό αργότερα…Εδώ στην Ιταλία, στον χώρο των αναρχικών, μόνο μερικές δράσεις κινήθηκαν ενάντια σε αυτό το ρεύμα τα τελευταία χρόνια. Τα χιλιοαπαξιωμένα ”παγιδευμένα δέματα”, μία αρχαία πρακτική η οποία ότι κι αν πείτε αποτελεί κληρονομιά της αναρχικής ”παράδοσης”. Απλά θυμηθείτε τους ”Γκαλλεανιστές” στην Αμερική, ή τα εκρηκτικά μπαούλα αποσταλμένα εναντίον των μεγαλύτερων Ιταλικών εκδοτικών οίκων, από [Ιταλούς] αναρχικούς που διέφυγαν κατά την διάρκεια του φασιστικού καθεστώτος καταφεύγοντας στην Γαλλία, για να αναφερθώ επιγραμματικά σε κάποια. Όπως έχω ήδη ισχυριστεί στο παρελθόν, η διαστρεβλωση της ”ιστορίας”, η κάθαρση άβολων γεγονότων, δεν συνιστά αποκλειστικό ιδίωμα του Σταλινισμού, ακόμα και εμείς ως αναρχικοί το αναπαράγουμε στην μικρή μας κλίμακα, συνήθως ασυνείδητα. Αναφέρεσαι στο κίνημα των Λουδιτών, αναρχικοί, και όχι μόνο, υπερβολικά συχνά επικαλούνται το εν λόγω κίνημα εν είδει χαρακτηριστικού παραδείγματος της πρακτικής του ”σαμποτάζ”, παραγράφοντας οιοδήποτε ιστορικό δεδομένο κρίνεται δύσπεπτο για ένα συγκεκριμένο φάσμα δράσεων. Οι φόνοι αποτελούσαν εξίσου ένα αναπόσπαστο σύνεργο των Λουδιτών, δεν περιοριζόντουσαν στην καταστροφή αργαλειών. Το 1812, ο William Horsfall, ιδιοκτήτης ενός εργοστασίου υφασμάτων, πυροβολήθηκε ( πέφτοντας νεκρός ) σε μία ενέδρα. Λίγες μέρες πριν είχε υποσχεθεί στους εργαζόμενους του πως θα έπνιγε οποιαδήποτε εξέγερση και ότι αίμα λουδιτών θα κυλούσε μέχρι και στο σαμάρι του. Όμως αυτός στο τέλος βρέθηκε πνιγμένος στο ξέχειλο αίμα του. Τρις λουδίτες κρεμάστηκαν για αυτήν την χειρονομία ανταρσίας. Δεν επρόκειτο περί μεμονωμένης περίπτωσης, διαβάζοντας εντούτοις τις ακριβοδίκαιες εξιδανικεύσεις του Λουδισμού, σπανίως ακούμε να αναφέρονται αυτού του είδους οι δράσεις. Γιατί; Είναι το ”σαμποτάζ” ενδεχομένως πιο ανατρεπτικό, πιο επικίνδυνο για το σύστημα από την φυσική εξόντωση ενός αφεντικού; Σαφώς σήμερα συμπεριλαμβάνει μια πιο δραστική αντίδραση του κατεστημένου με περισσότερη καταστολή. Ο ”φόβος” όμως δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος, μας αποκόπτει από την λογική μας, μας στερεί την επαφή με την πραγματικότητα. Πιθανώς, η εντύπωση της απομάκρυνσης από την πραγματικότητα να απορρέει από τους τόμους επί τόμων, από τις αμέτρητες ”κοινωνιολογικές” αποκρίσεις των αναρχικών σχετικά με τον όρο τρομοκρατία, του πως αυτός ο όρος δύναται να μας περιθωριοποιήσει όντας αποκλειστικά ένα εξουσιαστικό προϊόν. Η τρομοκρατία είναι μία πρακτική κοινή μεταξύ των αναρχικών ( όπως και μεταξύ σχεδόν όλων των επαναστατικών και λαϊκών κινημάτων ανά την ιστορία ) που ανέκαθεν επιστράτευαν. Δεν θα κουραστώ ποτέ να το επαναλαμβάνω παρά του πόσο δυσάρεστο ακούγεται ή αφορμή για καταστολή μπορεί να γίνεται, επειδή πιστεύω πως η διανοητική ειλικρίνεια και η συνέπεια πηγαίνουν χέρι χέρι, και προκειμένου να είναι αξιόπιστες, δηλαδή αποτελεσματικές, στην πράξη, οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας και τους άλλους, όχι αποζητώντας την άμεση ευκολία αλλά την διορατική προοπτική. Η τρομοκρατία, προοριζόμενη ως πρακτική να διαχύσει τον τρόμο στα ενδότερα των κυρίαρχων τάξεων, όπως έκανε ο Emile Henry, όπως κάνανε οι Αλγερινοί χτυπώντας Γαλλικά μπαρ, ( τα παραδείγματα αφθονούν ) ανεξαρτήτως του πόσο αμφιλεγόμενη μπορεί να είναι σε ”ηθικό” επίπεδο, ποτέ δεν αποξένωσε καμία και η ιστορία μας το αποδεικνύει. Η τρομοκρατία προερχόμενη από τα κάτω και στοχεύοντας τους από πάνω διαθέτει υπέρ της όλες τις δικαιολογήσεις του κόσμου. Συγχώρεσαι με για την ενδεχόμενη παρέκβαση μου από το θέμα, όφειλα όμως να θίξω ορισμένα ζητήματα, ακόμα κι αν είναι άβολα. Ας συνεχίσουμε στην επόμενη ερώτηση…

[Δημοσιεύθυκε στο Αναρχικό περιοδικό “Βιτριόλι”, n. 2, Φθινόπωρο 2018]

Πηγή:darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

 

Για το Δεύτερο Μέρος: Ποια Διεθνής; 2
Για το Τρίτο Μέρος: Ποια Διεθνης; 3

Χιλή: Εκρηκτική επίθεση στην Εθνική Διεύθυνση Χωροφυλακής

Σαντιάγκο, Χιλή: Εκρηκτική επίθεση στην Εθνική Διεύθυνση Χωροφυλακής + ανάλυψη ευθύνης της ”Μαύρης Εκδίκησης”.

Νωρίς το πρωί της Δευτέρας 27 Δεκεμβρίου 2021, ένας δυνατός κρότος συγκλονίζει το κέντρο της πρωτεύουσας. Ένας εκρηκτικός μηχανισμός πυροδοτείται σε παράθυρο της Εθνικής Διεύθυνσης Χωροφυλακής, που βρίσκεται στην οδό Ρόζας στο ύψος του Τεατίνου.

Το προσωπικό της GOPE έφτασε γρήγορα στο σημείο, ενώ παρούσα ήταν και η Εισαγγελία του Νότου, η οποία χειρίζεται αυτού του είδους τα εγκλήματα, αναθέτοντας την έρευνα στο προσωπικό του OS-9 και του Labocar. Σύμφωνα με τον Τύπο, ήταν η ίδια η Εισαγγελία που υπέδειξε την απαγόρευση να ενημερώσει και να δώσει περισσότερες πληροφορίες. Στο σημείο δεν βρέθηκαν φυλλάδια.

Μέσω email, η δράση αναλήφθηκε από τον πυρήνα “La Negra Venganza”, ο οποίος σύμφωνα με το κείμενο ήταν ο ίδιος πυρήνας που έδρασε εναντίον αστυνομικού τμήματος το 2020. Το κείμενο περιγράφει λεπτομερώς τη χρήση βιομηχανικών εκρηκτικών υλών, καθώς και πυρομαχικών στον εκρηκτικό μηχανισμό, κάνοντας ανοιχτό κάλεσμα για τον πολλαπλασιασμό αυτού του είδους της πρακτικής, για χειρονομίες αλληλεγγύης στους κρατούμενους και την επέκταση της χρήσης του ονόματός τους και τέλος για να χαιρετίσει άλλους πυρήνες άμεσης δράσης.

***

Καμπάνια επίθεσης και εκδίκησης κατά των εκτελεστών. Πράξη ΙΙ

Eκρηκτική επίθεση στην Εθνική Διεύθυνση Χωροφυλακής της Χιλής.

“Με ιδιαίτερα αυτοκριτικό τρόπο, οι δράσεις αλληλεγγύης που πραγματοποιούνται είναι γενικά συμβολικές. Δεν υπάρχουν δράσεις που είναι ξεκάθαρα επιθετικές… Όλοι ξέρουμε πού βρίσκονται οι τύποι, κυκλοφορούν με τις στολές τους και το κάνουν με πλήρη ατιμωρησία. Και ξέρουμε ότι μέσα στα κελιά  παρενοχλούν τους αδελφούς και τις αδελφές μας, τους κάνουν να αισθάνονται άσχημα, τους ταπεινώνουν…”.

Mauricio Morales

Ένα χρόνο μετά την πρώτη μας δράση, ως ομάδα, και μετά από πολλή μελέτη, εντάσεις, προτάσεις και προβληματισμούς, επιστρέφουμε. Επιστρέψαμε, συνεχίζουμε την εκστρατεία που ξεκινήσαμε πριν από λίγο καιρό.

Θα επισκεφτούμε νωρίς το πρωί της 27ης Δεκεμβρίου 2021, λίγα λεπτά πριν το ρολόι χτυπήσει 3:00 π.μ. (Η ώρα και η ημέρα προτείνονται πάντα, ώστε η επίθεση στο σύνολό της να φτάσει τους στόχους-εχθρούς μας) την Εθνική Διεύθυνση Χωροφυλακής της Χιλής,η οποία βρίσκεται στην οδό Rosas, στο κέντρο του Σαντιάγο.

Προκαλέσαμε μία κατευθυνόμενη επίθεση ώστε η έκρηξη να εισβάλλει στην φωλιά των βασανιστών.  Χρησιμοποιήσαμε αυτήν την φορά 400 grs. Βιομηχανικό εκρηκτικό εκρηκτικό και επιπλέον μισό κιλό ANFO (προσθέσαμε στο εσωτερικό του μηχανισμού πυρομαχικά μεγάλου διαμετρήματος όπως επίσης και των 9mm.) Δεν θέλαμε να αποτύχουμε, ούτε να υπάρξουν απρόβλεπτα.

Αν όλα λειτουργήσουν όπως τα έχουμε σχεδιάσει, αυτά τα πυρομαχικά φορτωμένα με οργή προς τους εκτελεστές, γεμάτα αγάπη και αλληλεγγύη προς τους αδελφούς και τις αδελφές μας στη φυλακή θα αφήσουν κάποιους τραυματισμένους και γιατί να μην το πούμε, κάποιους νεκρούς.

Λαμβάνοντας υπ’όψιν ότι οι εχθροί μας είναι έτοιμοι και προετοιμασμένοι να μας αποκρούσουν, πρόθυμοι να μας αιχμαλωτίσουν,εμείς απαντάμε: ΠΟΤΈ ΞΑΝΆ ΑΟΠΛΟΙ!!!! Φορώντας αλεξίσφαιρα γιλέκα και οπλισμένοι, είμαστε κύριοι της μοίρας μας.

Ας γυρίσουμε πίσω στο χρόνο.

Όταν αναδείξαμε την επείγουσα ανάγκη να αντεπιτεθούμε χτύπημα το χτύπημα, να εντείνουμε τις δράσεις μας ενάντια στους δήμιους δεν μπορούσαν να μείνει εκτός  αυτή η επίλεκτη ομάδα μπράβων στην υπηρεσία του κράτους. Η φυλακή ως θεσμός αποτελούσε ανέκαθεν ένα προπύργιο του κράτους και του κεφαλαίου μέσα από το οποίο επιδιώκεται ο εγκλεισμός των εκμεταλλευομένων και ο περιοεισμός όσων αντιστέκονται. Όσοι αποφασίζουν να επαναστατήσουν ενάντια στη μιζέρια που τους εμφυτεύεται από τη γέννησή τους γνωρίζουν μόνο δύο πεπρωμένα: τη φυλακή και το θάνατο, εμείς σιγοψιθυρίζουμε μια τρίτη επιλογή, ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ.

Αυτός ο θεσμός που έχει στιγματίσει την ιστορία του με αίμα, εξευτελισμούς, βασανιστήρια, μαφίες και κέρδη θα είναι πάντα ένας ξεκάθαρος στόχος για κάθε είδους επίθεση. Όπως φωνάζουν οι τοίχοι, “81 λόγοι για να σκοτώσεις ένα μπάτσο”.

Η επίθεσή μας επιδιώκει να σπάσει το πέπλο της ηρεμίας και της ατιμωρησίας τους.
Με αυτή τη δράση θυμόμαστε τους 81 κρατούμενους που σκοτώθηκαν στην πυρκαγιά στη φυλακή San Miguel, όπου η χωροφυλακή, με την υποστήριξη της τότε κυβέρνησης, εγκατέλειψε 81 κρατούμενους να καούν ζωντανοί. Ως μηχανή  ανθρώπινης σάρκας, υψώνονται οι τοίχοι αυτού του θεσμού που συνεχίζει να φυλακίζει και να βασανίζει.
Φέρνουμε στη μνήμη μας αυτή τη στιγμή την αδάμαστη ζωή του Kevin Garrido, ο οποίος πέθανε μέσα σε μια φυλακή, τον Οκτώβριο του 2018.

Álvaro Andrés Millanao Valenzuela και Millanao μάθαμε για τη συνεχή παρενόχληση των αδελφών μας που κρατούνται όμηροι, στα μπουντρούμια της La Gonzalina ,που εσείς είστε υπεύθυνοι.

Θα είμαστε ξεκάθαροι:

Αν οι αναρχικοί σύντροφοί μας: Joaquin Garcia, Juan Flores, Ignacio και Luis Avaca. Χτυπηθούν, παρενοχληθούν ή ταπεινωθούν ξανά.

Αν συμβεί κάτι στην υγεία και τη ζωή του Αναρχικού συντρόφου μας Francisco Solar, στον οποίο αρνούνται συνεχώς την ιατρική περίθαλψη που χρειάζεται.

Η αντίδρασή μας θα είναι άμεση και ίσως δυσανάλογη.

Ομοίως και με την αναρχική συντρόφισσα Monica Caballero, τους ανατρεπτικούς κρατούμενους Juan Aliste, Marcelo Villaroel και Pablo Bahamondez.

Θα αντεπιτεθούμε χτύπημα το χτύπημα, ώστε το σύνθημα “κανένας σύντροφος στη φυλακή δεν είναι μόνος του” να γίνει πραγματικότητα.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, κάθε ανθρωποφύλακας, αστυνομικός, στρατιωτικός, είναι στόχος. Είμαστε πολύ κοντά σας.

Κάθε θάνατος στη φυλακή είναι άμεση ευθύνη του κράτους.

Μπουρλότο και φωτιά σε όλα τα κελιά!
Εμπρακτη αλληλεγγύη με τους αιχμαλώτους.
Λευτεριά στους Μαπούτσε,στους ανατρεπτικούς
και στους αναρχικούς κρατούμενους.

Όταν αυτοί που βασανίζουν τους αδελφούς και τις αδελφές μας στις φυλακές φοβούνται να επιστρέψουν στα σπίτια τους θα είμαστε στο σωστό δρόμο.

ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΖΟΜΑΣΤΕ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΒΙΑΙΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟΥ ΠΟΛΗΣ.

“Δεν είμαστε σε θέση να πούμε αν ένα άτομο “ανήκει” ή όχι στην ταξιαρχία. Το μόνο που λέμε είναι ότι η ταξιαρχία είναι παντού… Αν οργανωθούν δέκα άντρες και δέκα γυναίκες που είναι αποφασισμένοι για τον κεραυνό της βίας και όχι για την αργή αγωνία της επιβίωσης- από εκείνη τη στιγμή η απελπισία τελειώνει και η τακτική αρχίζει. Η ταξιαρχία είναι θυμωμένη!”

Οργισμένη Ταξιαρχία.

Όπως δηλώσαμε πριν από ένα χρόνο στην πρώτη μας ανάληψη,αναγνωρίζουμε την επείγουσα ανάγκη να δημιουργηθούν αδελφικοί δεσμοί συνεργασίας και δίαυλοι επικοινωνίας  που συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανατρεπτικής δράσης ,μεταξύ των διαφόρων πυρήνων που αποφάσισαν να περάσουν στην επίθεση.

Κατά τη διάρκεια όλου αυτού του χρόνου έμφορτου με συζητήσεις,πρόβες και αναζητήσεις συναντήσαμε κάποια εμπόδια. Για παράδειγμα, πώς θα δημιουργήσουμε αυτόνομες υποδομές; Η δικιά μας απάντηση λοιπόν σε αυτό το ερώτημα είναι, η παρανομία και η άτυπη δράση .Όλα τα μέσα μας προέρχονται από παράνομες ενέργειες. Ως εκ τούτου, η πρόταση είναι πιο σαφής σήμερα από ό,τι χθες για την “επέκταση της επίθεσης” που θα ταξιδέψει σε γωνιές του κόσμου, διασχιζοντας τα ανθρώπινα συνόρων και οξύνοντας τις επιθέσεις. Σαφώς και δεν θα είναι τόσο εύκολο όσο μπορεί κάποιος να το διαβάσει καθώς το κόστος μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο.

Θα ξεπεράσουμε τα εμπόδια της μικροπολιτικής και των υπερφύαλων ΕΓΩ που χαρακτηρίζουν τον “γαμάτο αγωνιστή”, θέλουμε να δούμε αυτή την πραγματικότητα να γκρεμίζεται. Ας αφήσουμε τους θιασώτες της να ζήσουν την αγωνία (για μια φορά στη ζωή τους). Απευθύνουμε κάλεσμα σε όλους εκείνους που πιστεύουν στη δράση, στη βία, στην επίθεση. Χωρίς ηγέτες, χωρίς ιεραρχίες ή κόμματα. Είμαστε Αναρχικοί και κυνηγάμε τους ισχυρούς.

Από σήμερα δηλώνουμε: Οποιαδήποτε ομάδα ή άτομο ,σε οποιαδήποτε περιοχή που θέλει να χρησιμοποιήσει τη υπογραφή της “ΜΑΥΡΗΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗΣ”, έχει το ελεύθερο . Η εκδικητική δράση δεν έχει ιδιοκτησία, αντίθετα, επιθυμούμε να εξαπλωθεί σαν τη χειρότερη μαύρη πανώλη.

Οι λεπτομέρειες της δράσης και του εκρηκτικού μηχανισμού που χρησιμοποιούμε έχουν ένα σαφή στόχο, να μεταφερθεί η γνώση σε όσους αποφασίσουν να επιτεθούν. Είναι απαραίτητο να συγκεράσουμε δυνάμεις και γνώσεις, να μοιραστούμε υποδομές και μεθόδους. Να δώσουμε μια αίσθηση  “σώματος” και έτσι να μπούμε σε νέα μονοπάτια και δυνατότητες του αντάρτικου πόλης. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να απαντήσουμε και να αποκρούσουμε τις επιθέσεις της εξουσίας, μόνο έτσι θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τα εμπόδια στο μονοπάτι της επίθεσης ενάντια στην εξουσία.

Αξιολόγηση και ένταση των δράσεων.

Βρισκόμαστε σε καιρούς όπου το κράτος και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποσιωπούν τις βιαιες δράσεις. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε σε θέση να κάνουμε τις επιθέσεις και τις δράσεις μας να έχουν απήχηση και ορατότητα. Να αφήσουμε τον φόβο και την ανασφάλεια να κυριεύσουν αυτούς που πιστεύουν ότι έχουν τον έλεγχο της ζωής μας.

Σε αυτούς τους καιρούς όπου η “κοινωνική” διαμαρτυρία είναι ο ενωτικός ήχος ενός παρόντος, φαινομενικά χωρίς μνήμη ασκούμε κριτική στην απώλεια των ανατρεπτικών αξιών και της αναρχικής/επαναστατικής ηθικής. ΔΕΝ ΘΕΩΡΟΥΜΕ ΣΥΜΜΑΧΟΥΣ όσους πιστεύουν και επικυρώνουν την εκλογική οδό ως μια εναλλακτική λύση στη μιζέρια και τον έλεγχο. Απεχθανόμαστε εκείνους που συνεχώς  κραδαίνουν με υπερβάλλων ζήλο το επώδυνο λάβαρο της συνέλευσης ως μια μορφή συντήρησης. Τρέφουμε πάντα καχυποψία για όσους επιλέγουν το μικρότερο κακό, φτάνοντας στο σημείο να πραγματοποιούν καμπάνιες για έναν υποψήφιο που έχει εγγυηθεί για τη διαφύλαξη της κοινωνικής ειρηνης. Δεν έχουμε υποψηφίους, τα μονοπάτια μας είναι αυτόνομα απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.

Σήμερα είναι απαραίτητο η δράση να ξεχειλίζει από φαντασία, σε κάθε βήμα να πλησιάζουμε όλο και πιο κοντά σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Οι στόχοι είναι πολλαπλοί. Είναι αυτό το αγέρωχο βήμα που σηματοδοτεί το ρίγμα  μεταξύ της μαζικής “κοινωνικής” και της παράνομης-άτυπης-αναρχικής δράσης.

Ερχόμαστε κοντά και συμπράτουμε με όσους/ες αποφασίζουν και αγκαλιάζουν την αδιάλλακτη επίθεση, δίνοντας συνέχεια στους αιώνες της μαύρης δράσης. Κληρονομούμε το μίσος εκείνων που πέθαναν κραδαίνοντας τα όπλα τους, εκείνων που έπεσαν ρίχνοντας βόμβες.

Ένας συνένοχος και συντροφικός χαιρετισμός στους αδελφούς και τις αδελφές μας σε: Βολιβία, Αργεντινή, Ιταλία και σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Ας απελευθερωθεί η άτυπη δράση ενάντια στην εξουσία και τους μηχανισμούς της.
Αγκαλιάζουμε τις άμεσες δράσεις στη Χιλή, από: Valdebenito, Επαναστατικοί Πυρήνες Nicolas Neira, Αντικαπιταλιστικός Πυρήνας Simon Radowitzky.

Ας τρέμουν οι ισχυροί!!!!!

Τίποτα δεν έχει τελειώσει…

Για την όξυνση της αναρχικής/επαναστατικής δράσης.

Τίποτα δε μπορεί να μπει εμπόδιο στην άνθιση του αντάρτικου πόλης.
Η Μαύρη Εκδίκηση διαχαίεται και επεκτείνεται.
Στη μνήμη του Sebastian Oversluij.
Με τους Punky Mauri, Claudia Lopez, Jhony Cariqueo και Santiago Maldonado στην καρδιά ,είμαστε ακόμα στο μονοπάτι του πολέμου.

Negra Venganza/Μαυρη Εκδίκηση -Δεκέμβριος 2021

Πηγή: Darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

Χιλή: Λόγια από τους Ignacio και Luis Avaca. Είμαστε ένοχοι. Για την θέση μας στο γεγονός πως κατηγορούμαστε και αναλαμβάνουμε την πολιτική ευθύνη.

”Ανθίσταμαι στην αξίωση να με κρίνουν όσοι δεν κατανοούν την φωνή της λαχτάρας μου, το αλύχτισμα των αναγκών μου, τα ενδύματα του πνεύματος μου, το άλγος του μυαλού μου, το αίσθημα των ιδεών μου και το υπαρξιακό άγχος των σκέψεων μου.

Αλλά μόνο εγώ νογώ τα παραπάνω. Ζητάτε να με κρίνετε; Πολύ καλά τότε! Ποτέ δεν θα είστε ικανοί να κρίνετε τον πραγματικό μου εαυτό.

Απεναντίας, θα κρίνετε το “Εγώ” των δικών σας επινοήσεων. Όταν θα νομίζετε πως με κατέχετε στα χέρια σας έτοιμο να με συντρίψετε, εγώ θα είμαι ψηλά πάνω σας, γελώντας από απόσταση.”

Renzo Novatore.

Καταθέσαμε ενώπιον του παλιού εισαγγελέα… Δεν ήταν εύκολο, τουλάχιστον για εμάς, όντας αντιμέτωποι για πρώτη φορά με μία διαδικασία σαν αυτή. Αναγνωρίσαμε την εγκυρότητα του γεγονότος ότι κατηγορούμαστε και εκφράσαμε τα πολιτικά και αξιακά μας εφαλτήρια.

Την δράση μας καθ αυτήν, την αντιληφθήκαμε ως ένα πέρασμα από τα λόγια στην πράξη, αποκύημα της καταστροφικής μας κριτικής σε όσες δομές ασκούν βία εν ονόματι του Κράτους.

”Επιθυμούσαμε να ενσταλάξουμε τον τρόμο σε τμήμα του γενικού πληθυσμού”, πιο συγκεκριμένα στο ένστολο. Υπάρχουν άφθονοι λόγοι γι’ αυτό, ξεκινώντας από τις πολιτικές μας κλίσεις και την ιδεολογία και κλείνοντας με εμπράγματα στοιχεία υπεύθυνα για την παροιμιώδη αχρεία φήμη των Carabineros, είτε πρόκειται για σφαγές, είτε για φόνους, σκάνδαλα, επιχειρήσεις και άλλες δημόσιες ή μυστικές καταστάσεις. Ακόμα κι έτσι, πιστεύουμε πως το γεγονός μιλάει από μόνο του και ακόμη και δίχως την αντίστοιχη τεκμηρίωση το μήνυμα θα ήταν παραπάνω από σαφές.

Η προσέγγιση μας εμπίπτει στην τακτική της ”προσωποποιημένης επίθεσης”. Ο στόχος ενδεχομένως να φαίνεται τυχαίος. Δεν τον γνωρίζουμε προσωπικά, όμως υπεραμυνόμαστε της επιλογής μας γνωρίζοντας πως είμαστε εχθροί οποιουδήποτε ( προφανώς ) φοράει στολή και μετατρέπεται σε σύνεργο του κρατικού μονοπωλίου της βίας με την πρόφαση της ευταξίας και του κοινού καλού.

Θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα πως διευκολύναμε την έρευνα; Σίγουρα ναι, αλλά με όφελος την απόλαυση να μην απεκδυθούμε ή να αποκρύψουμε τις αρχές μας, απαντώντας στις πιο ”τεχνικές” ερωτήσεις. Γνωστοποιήσαμε στον εισαγγελέα μέρος της διαδικασίας πριν από τα γεγονότα που καταδεικνύουν την πατρότητα κοινών και χωριστών τελεσμένων διεργασιών.

Το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσαμε να μετανιώσουμε είναι μεμονωμένες αποφάσεις και τεχνικές λεπτομέρειες που αν είχαν αναληφθεί με μεγαλύτερη επιμέλεια θα είχαν διαφοροποιήσει το παρόν μας και τις σημερινές συνέπειες, αυτό που μένει αναλλοίωτο είναι η στάση μας απέναντι στην φυλάκιση, η οποία ποτέ δεν συνέπιπτε με τον ρόλο των θυμάτων.

Η ανειλημμένη ευθύνη είναι, κατά την γνώμη μας, αμιγώς και ολοκληρωτικά πολιτική. Το είχαμε υποστηρίξει εξαρχής αδιαφορώντας για την αθωωτική ή καταδικαστική ετυμηγορία.

Όπως μία παρέα συντρόφων από την Ελληνική επικράτεια το είχε διατυπώσει κάποτε, σε εποχές αρκούντως πρόσφορες για την προάσπιση θυματοποιητικών θέσεων και την καταγγελία αστυνομικών μηχανορραφιών, προσπαθώντας να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως κακόμοιρους διωκόμενους ανθρώπους, τοποθετούμαστε από μία συνεπή και ριζοσπαστική συνάφεια της θεωρίας και της δράσης μας, στην αιώνια προσπάθεια να μετατρέψουμε την ζωή μας σε κάτι όχι απλώς εκδικητικό και ρητορικά επιθετικό, εξαντλημένο όμως σε έναν στείρο συμβολισμό.

Ποτέ δεν επεδείξαμε μία περηφάνια επιζήμια ώστε να μας τυφλώσει απέναντι στα λάθη μας. Γνωρίζουμε πως είμαστε εντελώς και ολοκληρωτικά ατελείς, και πάντα ανοιχτοί στην πλέον αιχμηρή αυτό-κριτική δυνάμεθα να ασκήσουμε στους εαυτούς μας, αλλά αυτοί οι αναστοχασμοί συνιστούν έναν θησαυρό που θα διαφυλάξουμε για μας.

Δεν μένει κάτι άλλο για εμάς παρά να κλείσουμε αυτές τις σύντομες κουβέντες ευχαριστώντας τα αγαπημένα μας πρόσωπα για την ανεπιφύλακτη τους υποστήριξη, συγγενείς και φίλους, ελεύθερους και φυλακισμένους, κοντά και μακριά, σε αυτήν ή σε μία άλλη ζωή.

Τίποτα δεν τελείωσε…

Συνένοχες αγκαλιές σε όλους τους φυλακισμένους αδερφούς και αδερφές μας στα μπουντρούμια της Ελλάδας και όλου του κόσμου. Επίσης, έναν ξεχωριστό αδερφικό χαιρετισμό στους Λευκορώσσους Αναρχικούς, καταδικασμένους τον Δεκέμβρη του 2021 για τον αγώνα τους ενάντια στην ντόπια δικτατορία.

Αποξενωμένοι, ποτέ ηττημένοι!

Ανατρεπτικοί και αναρχικοί κρατούμενοι πίσω στους δρόμους!

Φωτιά στις φυλακές και στην κοινωνία που τις χρειάζεται!

Ignacio και Luis Avaca.

Πηγή:darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

Ο Νίτσε ως κριτικός της κοινωνίας του χρήματος και του κράτους

«Ο εκδικητικός τον λέει Νόμο,

κι ο τρελός Παιχνίδι,

Επιτακτικό , το Παιχνίδι του κόσμου,

Αναδύει το ον και την επίφαση»

Φ.ΝΙΤΣΕ

Ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο Φ.Νίτσε την αστική κοινωνία , την κοινωνία που θέτει ως αξιακή  προτεραιότητα το χρήμα , καθορίζεται από την ποιητικότητα της γραφής του  και την απουσία συστηματικότητας στην σκέψη του.

Αν αναμένουμε απ’ αυτόν τις εκτενείς αναλύσεις της αστικής κοινωνίας , που συνδυάζουν διαφορετικούς επιστημονικούς χώρους  (όπως οικονομία , δίκαιο , ιστορία ,φιλοσοφία και συχνά θεολογία ) , σαν αυτές που συναντούμε στα έργα του Μάρξ ή του Μ.Βέμπερ , θα απογοητευτούμε. Ο λόγος του Νίτσε , υπαινικτικός ή αποφθεγματικός , περισσότερο χρησιμεύει ως έναρξη παρά ως κλείσιμο συζητήσεων. Η κριτική του κατευθύνεται προς τις αξίες , αποθεμελιώνοντας τις αξιακές προυποθέσεις του πρώιμου καπιταλισμού , ιδιαίτερα δε την εγκόσμια ασκητική του δυτικού χριστιανισμού.

Όσο επικριτικός είναι ο Νίτσε προς την κοινωνία του χρήματος, τόσο επιθετικός είναι προς τον ισχυρότερό αντίπαλό της , τον σοσιαλισμό , δίνοντας έτσι την βάση στον Λούκατς και σε άλλους να τον θεωρήσουν ως «ξεμοναχιασμένο πρόδρομο του Χίτλερ » , «θεμελιωτή του ιρασιοναλισμού της ιμπεριαλιστικής περιόδου »  και ως «εχθρό του σοσιαλιστικού ανθρωπισμού».[1]Βεβαίως , σήμερα , οι περισσότεροι συμφωνούν ότι οι κατηγορίες αυτές  είναι αβάσιμες ή αποτελούν προϊόν διαστρέβλωσης των σκέψεων του Νίτσε , από την αντισημίτρια αδελφή του Ε.Φόρστερ- Νίτσε. Ήδη  ,από το 1941, ο  Δ.Γληνός  αποφαινόταν ότι στον λόγο του γερμανού φιλοσόφου καθρεφτίζονταν και προβάλλονταν δυναμικά «οι πόθοι και τα ιδανικά ενός νέου κόσμου που εξορμούσε  για την κατάχτηση της ζωής »[2], ενώ σε ένα άλλο σημείο αναρωτιέται «στάθηκεν ο  Νίτσε ένας νοσταλγός ή ένας προφήτης ; »[3]

Οι αντιρρήσεις του Νίτσε προς τον καπιταλισμό  είναι ουσιαστικά ίδιας ποιότητας με τις αντιρρήσεις του προς τον σοσιαλισμό. Ο δεύτερος αποτελεί την λογική προέκταση και όχι την αντίθεση στον πρώτο. Τα δύο κοινωνικά ρεύματα ευνοούν την ισοπέδωση του ανθρώπου  , την λεηλασία της φύσης στο όνομα της προόδου και την αποθέωση του κράτους. Κατά τα άλλα , η νιτσεϊκή  κριτική προς την παιδεία των κερδοσκόπων ,προς την μηχανική εργασία , προς τον ασφυκτικό έλεγχο του πολιτικού από το οικονομικό , προς το πολυεθνικό κεφάλαιο αλλά και προς τον εθνικισμό, τον αντισημιτισμό και τον γερμανικό σωβινισμό είναι ανάλογη με την μαρξιστική. Συμμετέχουν συνεπώς και  οι δύο σκέψεις στο μεγάλο ρεύμα κριτικής του καπιταλισμού και της αστικής κοινωνίας , το οποίο χρωματίζεται από την ποικιλία όσο και την έλλειψη ομοφωνίας και σύμπνοιας για το τι πρόκειται ή πρέπει να διαδεχθεί τον καπιταλισμό.

Ο Νίτσε στους «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς», και  κυρίως στο κεφάλαιο που αναφέρεται  στον «Σοπενάουερ  ως παιδαγωγό » ,  επιτίθεται στον  «εγωισμό των κερδοσκόπων» , που στοχεύουν σ’ έναν «καταχρασμένο και εκμισθωμένο πολιτισμό».Οι κερδοσκόποι και ο χρηματοκρατούμενος πολιτισμός υπάγουν  την παιδεία  , αποκλειστικά στην  υπηρεσία του κέρδους : «Γιατί υπάρχει ένα είδος καταχρασμένου και εκμισθωμένου πολιτισμού – ας κοιτάξουμε γύρω μας !Και ακριβώς οι εξουσίες , οι οποίες τώρα υποστηρίζουν , όσο πιο δραστήρια γίνεται τον πολιτισμό , έχουν υστερόβουλες σκέψεις , και δεν επικοινωνούν μαζί του με καθαρή αφιλόκερδη διάθεση .Εδώ βρίσκεται κατ’ αρχήν , ο εγωισμός των κερδοσκόπων , ο οποίος χρειάζεται τη συνδρομή του πολιτισμού , και , για να τον ευχαριστήσει γι’ αυτό , ανταποδίδει τη βοήθεια. Όμως , στο σημείο αυτό  , θέλει βέβαια να δώσει δείγματα γραφής , συνάμα για το σκοπό και το μέτρο .Απ’ αυτήν την πλευρά προέρχεται  εκείνη η δημοφιλής πρόταση και  το αλυσιδωτό συμπέρασμα , το οποίο έχει περίπου ως εξής : όσο το δυνατό περισσότερο γνώση και εκπαίδευση , συνεπώς όσο το δυνατό μεγαλύτερη ανάγκη , γι’ αυτό όσο το δυνατό μεγαλύτερο κέρδος  και ευτυχία – έτσι ηχεί ο απατηλός τύπος .Η μόρφωση θα προσδιοριζόταν απ’ τους οπαδούς της ως φρόνηση με την οποία , κάποιος , στις ανάγκες και την ικανοποίησή τους , θα γίνεται όλο και πιο επίκαιρος , αλλά και με την οποία , συγχρόνως , θα διαθέτει κάλλιστα όλα τα μέσα και τους δρόμους , για να κερδίσει , όσο το δυνατό πιο εύκολα , χρήματα. Το να εκπαιδεύουμε όσο το δυνατό περισσότερους τρέχοντες (courante) ανθρώπους , με την έννοια εκείνου , το οποίο ονομάζουν τρέχον σ΄ ένα νόμισμα .Αυτό επομένως θα ήταν ο σκοπός και σύμφωνα  μ’ αυτήν την άποψη , τόσο πιο ευτυχισμένος θα είναι ένας λαός , όσο περισσότερο διαθέτει τέτοιους τρέχοντες ανθρώπους ».[4]

Η  Παιδεία στην  υπηρεσία της παραγωγής και η παραγωγή στην υπηρεσία των κερδοσκόπων ( ή του κεφαλαίου κατά την μαρξιστική ορολογία ), αυτή είναι η κρυφή όψη της επέκτασης της παιδείας. Ο αστικός πολιτισμός  απαιτεί να ταυτίσουμε την ευφυΐα  με την ιδιοκτησία  και τον πλούτο με τον πολιτισμό , ώστε : «  κάθε μόρφωση , η οποία οδηγεί στη μοναχικότητα , η οποία θέτει σκοπούς πέρα από τα χρήματα  και το κέρδος , η οποία καταναλώνει πολύ χρόνο , γίνεται εδώ αντικείμενο μίσους .Φροντίζουν επιμελώς να κατηγορήσουν  τα  σοβαρότερα είδη της μόρφωσης ως «λεπτότερο εγωισμό» ,  ως «ανήθικο επικουρισμό της μόρφωσης». Βέβαια , σύμφωνα με την εδώ ισχύουσα ηθικότητα ,εκτιμάται ακριβώς το αντίθετο , δηλαδή μια ταχεία μόρφωση , για να μπορέσει να γίνει μία ύπαρξη  που να κερδίζει πάρα πολλά χρήματα. Τόσο μόνο θα επιτραπεί στον άνθρωπο πολιτισμός , όσο εμπίπτει στο ενδιαφέρον της γενικής κερδοσκοπίας και της παγκόσμιας επικοινωνίας , τόσα όμως θα απαιτήσει κι αυτός   »[5] .

Ο εγωισμός των κερδοσκόπων  εναρμονίζεται με τον εγωισμό του κράτους, «που επιθυμεί παρομοίως την όσο το δυνατό μεγαλύτερη εξάπλωση και γενίκευση του πολιτισμού , και έχει στα χέρια του το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του».[6] Χρήμα  και κράτος αποτελούν δύο στοιχεία που αλληλοτροφοδοτούνται  .Το κράτος δημιουργεί  το είδος της παιδείας «έτσι ώστε οι πνευματικές δυνάμεις να μπορέσουν να υπηρετήσουν τους υφιστάμενους θεσμούς»[7].

Κατά τον Νίτσε ο έλεγχος του πνεύματος από το κράτος , αποτελεί αιτία διαφθοράς του. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα είναι η διαφθορά του χριστιανισμού: «Ας φέρουμε μόνο στη μνήμη μας , τι προέκυψε βαθμιαία από τον Χριστιανισμό υπό τον εγωισμό του κράτους. Ο Χριστιανισμός είναι ασφαλώς ένα από τα πιο καθαρά φανερώματα εκείνης της τάσης προς τον πολιτισμό και , ακριβώς προς την πάντα ανανεούμενη  γέννηση του αγίου. Επειδή , αυτό, όμως , χρησιμοποιούταν εκατονταπλάσια , για να κινήσει τους μύλους των κρατικών εξουσιών , αρρώστησε βαθμιαία ως μέσα στην καρδιά , έγινε υποκριτικό και ψεύτικο και εκφυλίστηκε  ως την αντίφαση μαζί με τους αρχικούς σκοπούς του ».[8]

Ο Νίτσε έχει κατονομάσει στους «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς», τρείς αρνητικούς εγωισμούς : των εγωισμό των κερδοσκόπων , τον εγωισμό του κράτους καθώς και τον εγωισμό «όλων εκείνων , οι οποίοι έχουν λόγο να προσποιούνται και να κρύβονται πίσω από τη μορφή». Κοντά σε αυτούς θα προσθέσει και τον εγωισμό της επιστήμης και του λογίου .Η επιστήμη κατηγορείται  διότι «σχετίζεται με τη σοφία , όπως η αρετή με τον αγιασμό : είναι ψυχρή και πληκτική , δεν τρέφει καμιά αγάπη , και δεν ξέρει τίποτε απ’ το βαθύ συναίσθημα της ανεπάρκειας και της λαχτάρας .Είναι τόσο ωφέλιμη για τον εαυτό της , όσο είναι επιζήμια για τους υπηρέτες της στο βαθμό που μεταδίδει σ’ αυτούς το χαρακτήρα της και , έτσι , κοκαλιάζει τρόπο τινά την ανθρωπιά της  ».[9]Ο Νίτσε είναι αναγκασμένος να χαράξει  μια  γραμμή ανάμεσα στις αποδοτικές αλήθειες, που αφοσιώνονται οι πιο πολλοί  και στις μη αποδοτικές αλήθειες ,που επιλέγουν οι λίγοι. Αλλά μία δεύτερη διάκριση ,πιο σημαντική , είναι εκείνη ανάμεσα στον άνθρωπο της επιστήμης , τον λόγιο και από την άλλη τον ιδιοφυή .Οι δύο διαφορετικοί ιδεότυποι είναι σε διαρκή σύγκρουση , διότι οι  λόγιοι «θέλουν να σκοτώσουν , να διαλύσουν και κατανοήσουν τη Φύση»[10] ενώ οι ιδιοφυείς «θέλουν να ενισχύσουν τη Φύση με νέα ζωντανή Φύση»[11] .Σε κάθε εποχή αντιστοιχεί ο διαφορετικός ιδεότυπος : «Εποχές που ήταν απόλυτα ευτυχισμένες , δε χρειάζονταν και δεν ήξεραν το λόγιο .Εποχές ολοκληρωτικά άρρωστες και δύσθυμες , τον εκτιμούσαν ως τον ανώτερο και πιο αξιοσέβαστο άνθρωπο , και του έδιναν την πρώτη θέση ».[12]

Τελικά ο Νίτσε  συμπεραίνει : «Το κράτος προσφέρει τόσο μεγαλόφωνα την υπηρεσία  του , ώστε να καθιερώσει τον πολιτισμό .Τον υποστηρίζει , για να  στηρίξει τον εαυτό του , και δε συλλαμβάνει ένα σκοπό , που να βρίσκεται ψηλότερα από την ευημερία του και την ύπαρξή του .Αυτό που οι κερδοσκόποι θέλουν , όταν αδιάκοπα επιθυμούν την διδαχή  και την εκπαίδευση , είναι τελικά πάλι το κέρδος »[13]Το πλαίσιο αυτό δεν επιτρέπει να υπάρξουν ,τουλάχιστον για πολύ, ιδιοφυείς και αυθεντικές υπάρξεις .Έτσι γράφει , αν είχε γεννηθεί ο Σωκράτης στην εποχή μας «σε κάθε περίπτωση ,δε θα είχε φτάσει τα εβδομήντα χρόνια ».[14]  Είναι τόσο απαισιόδοξη η προοπτική του πολιτισμού  ώστε : «Η πίστη σε μια μεταφυσική σημασία του πολιτισμού στο τέλος δε θα ’ταν καθόλου τόσο τρομακτική : ίσως όμως να ήταν κάποια συμπεράσματα , τα οποία θα μπορούσαμε να αντλήσουμε απ’ αυτή για την αγωγή και την δημόσια εκπαίδευση ».[15]

Ενάντια στον «κοντόφθαλμο εγωισμό του κράτους , την επίπεδη σκέψη των κερδοσκόπων , την πληκτική ολιγάρκεια των  λογίων»[16] , θα προτείνει ως λύση τον «Σοπενάουερ  ως παιδαγωγό». Βεβαίως αυτός ο μεγάλος αντίπαλος του Χέγκελ , δεν θα είναι παρά μια προσωρινή διέξοδος για τον Νίτσε .Στα επόμενα κείμενα ο Σοπενάουερ, όπως και ο Βάγκνερ θα καταδικαστούν  ως μέρος μίας αρνητικής φιλοσοφίας .

Ρεαλιστική είναι η διάγνωση  που κάνει  για το είδος της φιλοσοφίας ,που ευνοεί το κράτος «Επειδή κάθε κράτος τους φοβάται και , πάντα , θα ευνοεί   μόνο τους φιλοσόφους τους οποίους δε φοβάται » [17] Η φιλοσοφία τίθεται στην υπηρεσία του κράτους  καθώς « το κράτος επιλέγει για λογαριασμό του τους φιλόσοφους υπηρέτες του , και μάλιστα τόσους , όσους χρειάζεται για τα ιδρύματά του »[18] Η αναγκαία προυπόθεση για να έχει η φιλοσοφία σοβαρότητα είναι να απαγκιστρωθεί από το κράτος και τον ακαδημαϊσμό «Όσο συνεχίζει να υφίσταται το κρατικά αναγνωρισμένο σινάφι των ψευτοστοχαστών , θα ματαιώνεται ή , τουλάχιστον , θα εμποδίζεται κάθε σημαντική επίδραση μιας αληθινής φιλοσοφίας , και μάλιστα , όχι από τίποτε άλλο , όσο από την κατάρα του γελοίου , την οποία έχουν προκαλέσει οι αντιπρόσωποι εκείνου του μεγάλου πράγματος και η οποία , όμως , έχει κτυπήσει το ίδιο το πράγμα .Γι’ αυτό , το θεωρώ μια απαίτηση του  πολιτισμού , να απαλλάξουμε τη Φιλοσοφία από κάθε κρατική και ακαδημαϊκή αναγνώριση , και , γενικά το κράτος και η Ακαδημία , να εγκαταλείψουν το άλυτο γι’ αυτά ζήτημα της διάκρισης ανάμεσα σε αληθινή και ψευδή φιλοσοφία  » .[19] Τελικά το πρόβλημα της σχέσης του κράτους με την φιλοσοφία αποσαφηνίζεται «το κράτος δεν ενδιαφέρεται ποτέ  για την αλήθεια , αλλά  πάντα , μόνο για τη χρήσιμη σ’ αυτό αλήθεια».[20]

Σε ένα κόσμο όπου  η «πορεία των ανθρωπίνων πραγμάτων καθορίζεται από βία , απάτη  και αδικία»[21]  ο Νίτσε βλέπει την ελπίδα στο γεγονός ότι δεν πεθαίνει ο τραγικός  λόγος  .Αντίθετα  «δεν υπάρχει καμιά πιο ευφραντική χαρά απ’ το να ξέρει κανείς αυτό που εμείς ξέρουμε , πώς η τραγική σκέψη γεννήθηκε και πάλι μέσα στον κόσμο».[22] Το τραγικό στοιχείο δεν επιτρέπει  στην σκέψη να εκτραπεί στην εσχατολογία  δηλαδή στην « πίστη ότι , κάποτε , η ανθρωπότητα θα βρει οριστικές ιδεώδεις διευθετήσεις»[23] Συγχρόνως θα απορρίψει τον εγελιανισμό , που είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της αρνητικής σχέσης της φιλοσοφίας και του κράτους .  Επισημαίνει ειρωνικά  ,ότι  αυτό που τελικά κατάφερε ο Χέγκελ είναι να κατανοήσει την εξέλιξη του παγκόσμιου γίγνεσθαι  ως ταύτιση με «την δική του βερολινέζικη ύπαρξη» [24].Ενώ στρέφεται κατά του ευρωκεντρισμού της εποχής του: «Άμετρα περήφανε Ευρωπαίε του δέκατου ενάτου αιώνα , παραληρείς !Η γνώση σου δεν ολοκληρώνει τη Φύση ,αλλά σκοτώνει μόνο τη δική σου » .[25]

Η άμετρη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του επιστημονικού λόγου  θα είναι τελικά για την σκέψη τόσο επιζήμια «όσο είναι η οικονομική θεωρία του laisser faire για τα ήθη ολόκληρων λαών» .[26]

Ο Νίτσε θεωρεί ότι  ο μοναχικός φιλόσοφος είναι ο κύριος εχθρός της κοινωνίας του χρήματος και του ισχυρού κράτους. Είναι η ύπαρξη που  έχοντας γαλβανίσει  ένα εσωτερικό εγώ, μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε επιθετική πραγματικότητα: «Όπου υπήρξαν ισχυρές κοινωνίες , κυβερνήσεις , θρησκείες , κοινές γνώμες ,εν ολίγοις όπου υπήρχε μια τυραννία , εκεί αυτή μίσησε το μονήρη φιλόσοφο .Γιατί η φιλοσοφία εγκαινιάζει για τον άνθρωπο ένα άσυλο , όπου δεν μπορεί να εισβάλλει καμιά τυραννία , τη σπηλιά του εσώτερου , το λαβύρινθο του στήθους  και αυτό δυσαρεστεί τους τυράννους : όμως εκεί ,επίσης , παραμονεύει ο μεγαλύτερος κίνδυνος των μοναχικών. Αυτοί οι άνθρωποι , οι οποίοι έχουν φυγαδεύσει την ελευθερία τους στο εσώτερο , πρέπει επίσης να ζήσουν εξωτερικά , να γίνουν ορατοί , να εκτεθούν στη θέα των άλλων .Έχουν αναρίθμητες  επαφές μέσω καταγωγής , κατοικίας ,εκπαίδευσης , πατρίδας , σύμπτωσης , φορτικότητας των άλλων».[27]

Διαρκώς επανέρχεται σε έναν  σφοδρό αντικρατισμό, που  είναι συγχρόνως και αντιεγελιανισμός , ως φιλοσοφίας που εκπροσωπεί και δικαιώνει το πρωσικό , κατ’ αρχάς, κράτος : «Εδώ όμως , ζούμε τις συνέπειες εκείνης της διδασκαλίας , που πρόσφατα διακηρύχθηκε απ’ όλες τις στέγες , ότι,  δηλαδή , το κράτος είναι ο υψηλότερος σκοπός της ανθρωπότητας , και ότι , για έναν άνθρωπο , δεν υπάρχει κανένα υψηλότερο καθήκον , απ’ το να υπηρετεί το κράτος : στο οποίο , εγώ , δεν αναγνωρίζω μια υποτροπή στην ειδωλολατρία , αλλά στη βλακεία . Μπορεί να ισχύει , ότι ένας τέτοιος άνθρωπος , που βλέπει το ύψιστο καθήκον του στην υπηρεσία στο κράτος , δε γνωρίζει , επίσης , πραγματικά κανένα υψηλότερο καθήκον .Όμως , εξ αιτίας του , υπάρχουν άνθρωποι  και καθήκοντα  και πέρα απ’ αυτό. Και ένα απ’ αυτά τα καθήκοντα , το οποίο , για μένα τουλάχιστον , βρίσκεται ψηλότερα από την υπηρεσία στο κράτος , απαιτεί την καταστροφή της βλακείας σε κάθε μορφή , επομένως και της βλακείας αυτής    »  [28]

Η κοινωνία του χρήματος ταυτίζεται με την βαρβαρότητα .Η επιστήμη έχοντας γίνει ενεργό στοιχείο της χρηματοκρατίας πολλαπλασιάζει το πρόβλημα .Η κριτική του Νίτσε δεν περιορίζεται στον χώρο της οικονομίας ή των παραγωγικών σχέσεων – κατά το μαρξιστικό παράδειγμα , αλλά διευρύνεται στο χώρο των αξιών και συνολικά στο χώρο που δημιουργούνται οι «αξίες»:  «Οι επιστήμες , λειτουργώντας  δίχως το οποιοδήποτε μέτρο και με το πιο τυφλό  laisser  faire,  κατακομματιάζουν και διαλύουν κάθε στερεή πεποίθηση .Οι διαμορφωμένες θέσεις και τάξεις , θα παρασυρθούν από μια μεγαλόπρεπα περιφρονητική οικονομία του χρήματος. Ουδέποτε ο κόσμος ήταν περισσότερο κόσμος , ποτέ φτωχότερος σε αγάπη και καλοσύνη … όλα υπηρετούν την επερχόμενη βαρβαρότητα , συμπεριλαμβανομένης της σύγχρονης τέχνης και επιστήμης  »[29]

Επίσης θα αναρωτηθεί :« πώς δίνουμε την καρδιά μας , βιαστικά , χάρισμα στο κράτος , στην κερδοσκοπία , στην κοινωνικότητα ή στην επιστήμη , μόνο για να μην την κατέχουμε πια , πως αφοσιωνόμαστε  στην ίδια τη βαριά ημερήσια εργασία με περισσότερο πάθος και αναισθησία , σα να ήταν απαραίτητο για να ζήσουμε  »[30] Η απάντησή  του  είναι «Η βιασύνη είναι καθολική , γιατί καθένας φεύγει μπρος στον εαυτό του .Καθολική , επίσης , η έντρομη απόκρυψη αυτής της βιασύνης , γιατί θέλουμε να δείχνουμε ικανοποιημένοι , και να ξεγελούμε τους οξυδερκέστερους παρατηρητές σχετικά  με την αθλιότητά μας ».[31]

Στην εποχή που έγραψε ο Νίτσε  το «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς»  την απάντηση στην κοινωνία του χρήματος την βλέπει  σε μια ισχυρή κοινότητα , που δεν θα συγκροτηθεί μέσω εξωτερικών τύπων   αλλά « κυρίως με μια ιδρυτική ιδέα  ».Έτσι γράφει « η ιδέα αυτή , είναι η ιδρυτική ιδέα του πολιτισμού , στο βαθμό που αυτός ένα μόνο καθήκον ξέρει να αναθέτει στο καθένα από μας : να υποστηρίξουμε , μέσα μας  και έξω από μας , τη γέννηση του φιλοσόφου , του καλλιτέχνη  και του αγίου , και , με τον τρόπο  αυτό , να εργαστούμε για την τελείωση της Φύσης .Γιατί  , όσο το’ χει ανάγκη η φύση του φιλοσόφου , τόσο το χρειάζεται κι αυτή του  καλλιτέχνη , να τείνει

 σ ’ένα μεταφυσικό σκοπό , δηλαδή στην ίδια της τη διαφώτιση  σχετικά με τον εαυτό της , προκειμένου τελικά , κάποτε , να έχει απέναντι της ως καθαρό και τέλειο σχήμα αυτό που , στην ταραχή του γίγνεσθαί της , δεν καταφέρνει να δει με σαφήνεια – τείνει , επομένως , στην αυτογνωσία της ».[32]

Τελικά ο Νίτσε  θα βρει στην αγάπη ,την πιο σημαντική  και πιο απαραίτητη προυπόθεση για την αυτογνωσία και για τον προσδιορισμό μίας ανώτερης αξίας , στην οποία να τείνουμε  . Χάρις αυτή θα  καταφέρουμε  να αφοσιωθούμε  με όλο μας το είναι στην Φύση: «επειδή μόνο με την αγάπη αποκτά η ψυχή  όχι μόνο το καθαρό , διαλυτικό και περιφρονητικό για τον εαυτό της βλέμμα , αλλά και εκείνη την επιθυμία να δει πέρα από την ίδια και να ψάξει μ’ όλες της τις δυνάμεις για έναν κρυμμένο ακόμα  κάπου , ανώτερο εαυτό .Επομένως μόνο αυτός , ο οποίος αφιέρωσε την καρδιά του σε κάποιο μεγάλο άνθρωπο , δέχεται το πρώτο βάπτισμα του πολιτισμού ».[33]

Παρόμοιες σκέψεις για την σκοπιμότητα και τη σύσταση  της παιδείας , καθώς επεκτείνεται  σε  μεγαλύτερα πλήθη , περιέχονται  στα «Μαθήματα για την Παιδεία»[34] ,  ένα έργο που χρονολογικά προηγείται των «Ανεπίκαιρων Στοχασμών». Βασική θέση του , είναι ότι η Παιδεία καθώς επεκτείνεται ,γίνεται συγχρόνως θεραπαινίδα του χρήματος  και των κερδοσκόπων  και αδιαφορεί για την ουσιαστική πνευματική καλλιέργεια .Εξαντλεί  το μορφωτικό της ιδεώδες σε μια ταχύρυθμη  , χρησιμοθηρική εκπαίδευση  , στην υπηρεσία του χρήματος  και του κράτους. Όπως γράφει :  «Δύο φαινομενικά αντίθετα ρεύματα με εξίσου ολέθριες συνέπειες , δύο ρεύματα  που τα αποτελέσματά τους τελικά συγχωνεύονται , κυριαρχούν σήμερα στα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα : Από τη μια η τάση για όσο το δυνατό μεγαλύτερη επέκταση και διάδοση της παιδείας κι από την άλλη η τάση για τον περιορισμό και την αποδυνάμωσή της. Η παιδεία , για διαφορετικούς λόγους , πρέπει να φτάσει σε όσο το δυνατό ευρύτερους κύκλους – αυτό επιδιώκει η μία τάση .Η άλλη προβάλλει την  αξίωση να εγκαταλείψει η παιδεία τις πιο ψηλές , τις πιο ευγενικές και ανώτερες απαιτήσεις  και να αρκεστεί να υπηρετήσει κάποιο  άλλο σχήμα , ας πούμε το κράτος .Πιστεύω ότι έχετε προσέξει από ποια πλευρά ακούγεται πιο απροσχημάτιστα η κραυγή για όσο το δυνατό μεγαλύτερη επέκταση και διάδοση της παιδείας .Η επέκταση αυτή είναι ένα από τα πιο προσφιλή εθνικοοικονομικά δόγματα της εποχής .Όσο το δυνατό περισσότερη γνώση και μόρφωση .Άρα όσο το δυνατό περισσότερη παραγωγή  και όσο το δυνατό περισσότερο ανάγκες .Άρα όσο το δυνατό περισσότερη ευτυχία – κάπως έτσι είναι η συνταγή. Ως στόχο και  σκοπό της παιδείας έχουμε εδώ τη χρησιμότητα  ή , ακόμη πιο συγκεκριμένα , την υλική απολαβή , το όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρηματικό κέρδος .Με αυτό το πρίσμα η παιδεία θα μπορούσε περίπου να οριστεί ως η γνώση για το πώς θα κρατηθεί  κανείς στο «ύψος της εποχής του» , η γνώση των μεθόδων , με τις οποίες αποκτά κανείς όσο το δυνατό πιο άκοπα το χρήμα , η κατοχή όλων των τρόπων , με τους οποίους συντελείται η επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους  και τους λαούς. Η κατεξοχήν επομένως αποστολή της παιδείας θα ήταν να φτιάξει ανθρώπους με όσο το δυνατό μεγαλύτερη «πέραση» – ακριβώς όπως λέμε για ένα νόμισμα ότι «έχει πέραση   ».[35]

Ο Νίτσε ισχυρίζεται λοιπόν ότι η γενίκευση της Παιδείας  αποτυγχάνει να βελτιώσει τον πολιτισμό , ακριβώς  διότι στην διαδικασία της επέκτασης  της αποβάλλει τα ουσιώδη θετικά χαρακτηριστικά , για να υπηρετήσει την τρισυπόστατη θεότητα : το χρήμα , την χρησιμότητα , το κράτος . Το παιδευτικό ιδανικό θα έπρεπε να αποτελεί αυτοσκοπό . Ο μοναχικός φιλόσοφος , αυτός που δεν ταυτίζει την ευφυΐα με την περιουσία θα ‘πρεπε να μπορεί να γονιμοποιήσει τον πολιτισμό :  «  Ο « συνδυασμός  ευφυΐας και  περιουσίας» , που προβάλλεται από την πλευρά των κοσμοθεωριών  αυτών , θεωρείται πια κυριολεκτικά ηθική επιταγή .Κάθε παιδεία που οδηγεί στη μοναξιά , που βάζει στόχους πέρα από το χρήμα και την απολαβή , που απαιτεί πολύ χρόνο , προκαλεί τώρα την απέχθεια .Έχει γίνει πια συνήθεια κάθε τάση για μια τέτοια παιδεία να την απορρίπτουν ως «εγωισμό  ανώτερου βαθμού» ως  « ανήθικο μορφωτικό επικουρισμό». Γιατί βέβαια , σύμφωνα με τις ηθικές αρχές που ισχύουν εδώ , αυτό που απαιτείται είναι κάτι εντελώς αντίθετο : μια ταχύρυθμη μόρφωση , ώστε να μπορεί κανείς γρήγορα να κερδίσει πάρα πολλά χρήματα , κι ακόμη , μια γερή μόρφωση. Στον άνθρωπο γενικά  αναγνωρίζεται το δικαίωμα για τόση μόνο μόρφωση , όση είναι απαραίτητη προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα υλικά συμφέροντά του . Δεν του ζητούν τίποτα περισσότερο. »  [36]

Ο Νίτσε καταλήγει  πως η επέκταση της Παιδείας – ίσως με τον τρόπο που γίνεται ;-  συνιστά «αποβαρβάρωση» . Δεν θεραπεύει ούτε την θρησκευτική δεισιδαιμονία , ούτε απελευθερώνει τον άνθρωπο. Το κράτος  έχει την δυνατότητα να τιθασεύσει  το μορφωτικό ιδεώδες , ώστε να υπηρετεί τους δικούς του στόχους. Όμως όσο αναγκαία είναι  η παιδεία – τόσο  αυτή που συνηθίζεται να ονομάζεται «κλασσική» ή «ανθρωπιστική» όσο και αυτή χαρακτηρίζεται περισσότερο «πρακτική »-  είναι βέβαιο ότι αυτή τελικά θα υπηρετεί  τους στόχους που επιλέγει μια κοινωνία και ένα κράτος . Δεν μπορούμε συνεπώς να φανταστούμε ότι η « σύγχρονη μαζική δημοκρατία» ,θα ευνοούσε μια άλλη παιδεία από αυτή που της είναι χρήσιμη  δηλαδή αυτή που δημιουργεί ευέλικτους εργάτες και ευπροσάρμοστους καταναλωτές . Έτσι λοιπόν ο Νίτσε γράφει : «Όπου λοιπόν ακούω τις πολεμικές ιαχές της μάζας για πλατύτερη μόρφωση του λαού , συνήθως προσπαθώ να διακρίνω αν η ιαχή αυτή ξεκινά από μια πληθωρική τάση για απόκτηση και κατοχή υλικών αγαθών ή αν οφείλεται σε κάποια παλαιότερη θρησκευτική καταπίεση  ή , τέλος , στην έξυπνη αυτοπεποίθηση ενός κράτους»[37]

Όπως και ο Μάρξ , ο Νίτσε θα δει στην εξειδίκευση έναν θανάσιμο αντίπαλο της Παιδείας  όσο και του Πολιτισμού. «Έτσι ένας εξειδικευμένος επιστήμονας που ασχολείται αποκλειστικά με έναν τομέα δεν διαφέρει από τον εργάτη της βιομηχανίας που σ’ όλη  τη ζωή του δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να στρίβει μια ορισμένη βίδα ή να κάνει κάποιο χειρισμό σε κάποιο εργαλείο ή σε κάποια μηχανή , όπου ασφαλώς αποκτά τελικά μια απίστευτη επιδεξιότητα…. Επί αιώνες ολόκληρους θεωρούσαν αυτονόητο ότι μορφωμένος είναι ο σοφός επιστήμονας και μόνον αυτός. Οι εμπειρίες της εποχής μας δύσκολα θα μας οδηγούσαν σε μια τόσο απλοϊκή εξομοίωση. Γιατί τώρα η εκμετάλλευση ενός ανθρώπου για χάρη της επιστήμης αποτελεί προυπόθεση που γίνεται παντού αποδεκτή χωρίς ενδοιασμούς .Ποιος αναρωτιέται  πια τι αξία μπορεί να έχει μια επιστήμη που καταβροχθίζει σαν λάμια τα δημιουργήματα της ;Σήμερα ο καταμερισμός της εργασίας στην επιστήμη τείνει ουσιαστικά στον ίδιο στόχο που συνειδητά κατά καιρούς επιδιώκουν οι θρησκείες : στην αποδυνάμωση της παιδείας , στον αφανισμό της  ».[38]

Ο Νίτσε θα έβλεπε ως φάρμακο σε αυτή την θλιβερή κατάσταση , την μαθητεία στον τραγικό κόσμο  του αρχαίου στοχασμού  , «στον ατέλειωτο μακρινό και δυσπρόσιτο κόσμο της Ελλάδας , στην αυθεντική πατρίδα της παιδείας  ».[39] Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και ούτε η μελέτη για παράδειγμα του Σοφοκλή ή του Ηράκλειτου μπορούν να δώσουν αυτόματα ένα διέξοδο από την κυριαρχούσα ευτέλεια .Αυτό συμβαίνει ,διότι η ανοησία παραμονεύει   καθώς «  αφού ο μαθητής αυτός την άλλη ώρα θα πιάσει στα χέρια του μια εφημερίδα ή ένα σύγχρονο ρομάντζο ή έστω κάποιο από τα « μορφωτικά »  βιβλία που ήδη στο ύφος τους έχει αποτυπωθεί το αηδιαστικό έμβλημα της σύγχρονης παιδευτικής βαρβαρότητας ».[40]

Ο Νίτσε καταλήγει σε ορισμένα πρώτα συμπεράσματα :

– όπως   ακριβώς  στην ασκητική η υπακοή είναι το πρώτο στάδιο για την θέαση της αλήθειας  , παρόμοια και η παιδεία προϋποθέτει  την αυτοπειθαρχία , την μαθητεία ,  την υπακοή δίπλα  στον στοχαστή .Αντίθετα θεωρεί την κολακεία του νέου ως «ένα δείγμα εκβαρβάρωσης».

– η διεύρυνση της παιδείας , που συνοδεύεται από την εξειδίκευση ή την φλύαρη πολυμάθεια ,την εκτρέπει από τον προορισμό της  και την μεταβάλει σε ένα μέσο βιοπορισμού ή αποκόμισης κέρδους . Βεβαίως σήμερα μπορούμε να ισχυριστούμε , ότι όσο κι αν ο Νίτσε  τον περιφρονεί ,  ένας τέτοιος στόχος δεν είναι διόλου ασήμαντος. Όμως η παιδεία  δεν μπορεί να χάνει την σημασία  της , ούτε  την αυταξία  της .Μόνο έτσι θα μπορεί να διαμορφώνει  ελεύθερα πρόσωπα.

Ο Νίτσε αντιπαραθέτει την Παιδεία , στην πολυμάθεια : «το γυμνάσιο – λίγο μετά το ιστορικό ξεκίνημά του – έπαψε να προσφέρει παιδεία και προσφέρει μόνο πολυμάθεια , και ακόμη ότι τώρα τελευταία παίρνει μια κατεύθυνση όχι καν πια προς την πολυμάθεια αλλά προς τον δημοσιογραφισμό ».[41] Ως έργο  του δασκάλου  καθορίζεται «το να καταλαβαίνει κανείς να μεταχειρίζεται το ζωντανό ως κάτι ζωντανό».[42]Η αρχαία ελληνική σκέψη  και γλώσσα υμνείται πολλαπλά και θεωρείται ως αναγκαίο στάδιο για την έξοδο από την βαρβαρότητα , και «ως  επιθετικότητα η οποία εκφράζεται με ακατάπαυτη πάλη κατά του σύγχρονου κίβδηλου πολιτισμού»[43]  .Η βαθιά γνώση της  ορίζεται , ως στόχος του γερμανικού πνεύματος.

Η σκέψη του Νίτσε θα λάβει στοιχεία ελιτισμού – αριστοκρατικότητας , καθώς ορίζεται ως στόχος της Παιδείας , όχι  «η μόρφωση της μάζας », αλλά «η μόρφωση των διαλεχτών ατόμων , αυτών που έχουν την αρματωσιά για έργα μεγάλα , προορισμένα να διαρκέσουν. Τώρα πια ξέρουμε ότι οι κατοπινές γενιές κρίνουν ακριβοδίκαια το μορφωτικό επίπεδο ενός λαού με αποκλειστικό κριτήριο τους Μεγάλους ,εκείνες τις ηρωικές μορφές που προχωρούν μοναχικά  »[44]Παρόλα αυτά θεωρεί εύλογο   και αναγκαίο ο λαός να λαμβάνει την καθολική και υποχρεωτική εκπαίδευση[45] .Όμως ως Παιδεία , που έχει μεταφυσική προέλευση και πατρίδα,  στην πιο στοχαστική και πιο βαθιά μορφή  μπορεί να κατακτήσουν  αυτοί  που ονομάζει «Διαλεχτούς »[46]  , «Αλλά ήδη το γεγονός ότι προβάλλει , ότι βγαίνει από τα σπλάχνα ενός λαού , ότι συνάμα είναι η αντανάκλαση , η ολοκληρωμένη πολύχρωμη εικόνα των ιδιαίτερων  δυνάμεων του λαού αυτού , το γεγονός ότι με την ουσία της ύπαρξης του και το αιώνιο έργό του μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε ένα ομοίωμα του λαϊκού πεπρωμένου στην πιο υψηλή έκφρασή του , ότι ενώνει έτσι το λαό του με το Αιώνιο και τον λυτρώνει από τα δεσμά της χρονικότητας – όλα αυτά τα κατορθώνει   το διαλεχτό άτομο μόνο εφόσον ωριμάσει και μεστώσει στη μητρική αγκαλιά της λαϊκής παιδείας  »[47] Κατά αυτόν τον τρόπο ο ελιτισμός αποθεώνεται , αλλά συγχρόνως υπερβαίνεται .

Ο Νίτσε  επανέρχεται στις επιθέσεις στο Κράτος , που όμως  τις συνδυάζει με  την επίθεση  στην σκέψη που κατεξοχήν το δικαιώνει , στην φιλοσοφία  που χαρακτηρίζει το κράτος , ως τον «απόλυτα ολοκληρωμένον ηθικό οργανισμό » , δηλαδή  την «εγελιανή φιλοσοφία»: «Πρόκειται για ένα καινούργιο και εν  πάση περιπτώσει πρωτογενές φαινόμενο :Το κράτος να εμφανίζεται ως μυσταγωγός του πολιτισμού. Και ενώ ουσιαστικά εξυπηρετεί τους δικούς του σκοπούς , πειθαναγκάζει τους υπηρέτες του να παρουσιάζονται μπροστά του κρατώντας μόνο  το δαυλό της γενικής κρατικής παιδείας , που στο άστατο φεγγοβόλημά του οι υπηρέτες αυτοί θα ανακαλύψουν το ίδιο το κράτος σαν τον ύψιστο στόχο ,σαν το έπαθλο κάθε προσπάθειας τους για παιδεία .Ειδικά αυτό το φαινόμενο, θα έπρεπε να τους κάνει να μείνουν άναυδοι , θα έπρεπε να τους θυμίσει λ.χ. την ανάλογη τάση που εκδηλώθηκε στο χώρο της φιλοσοφίας και , όπως σιγά σιγά  έγινε αντιληπτό , αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση του ίδιου του κράτους .Εννοούμε την εγελιανή φιλοσοφία. Και δεν είναι ίσως υπερβολή , αν υποστηρίξουμε υποτάσσοντας η Πρωσσία  όλες τις μορφωτικές προσπάθειες στους δικούς της στόχους πέτυχε να προσοικειωθεί εκείνο το κομμάτι της εγελειανής φιλοσοφίας που επιδέχεται πρακτική αξιοποίηση .Έτσι λοιπόν η αποθέωση του κράτους, η εγελειανή φιλοσοφία κορυφώνεται σ’ αυτήν ακριβώς την καθυπόταξη  »  [48]

Αντίθετα με το νεωτερικό κράτος , το αρχαιοελληνικό  « δεν ήταν φρουρός , ρυθμιστής , επιτηρητής  του πολιτισμού του , αλλά ο ψυχωμένος , ο μπρατσωμένος σύντροφος και συναγωνιστής που βγαίνει με τα άρματα στη μάχη για να ανοίξει μέσα από την κακοτράχαλη πραγματικότητα το δρόμο στον Διαλεχτό , τον ευγενικό , τον ουράνιο φίλο του , και που για τούτο δρέπει ύστερα το θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη του  ».[49]

Ο Νίτσε τελικά μας δίνει μια εικόνα της παιδευτικής διαδικασίας στην ιδανική της μορφή : «Αν θέλετε να βάλετε κάποιον νέο στο σωστό μονοπάτι της παιδείας , προσέξτε να μη του ταράξετε την απλοϊκή , τη γεμάτη εμπιστοσύνη και ταυτόχρονα προσωπική , άμεση σχέση του με τη φύση. Σ’ αυτόν το νέο πρέπει το δάσος και ο βράχος , η θύελλα , το αρπαχτικό  πουλί , το κάθε λουλούδι , η πεταλούδα , το λιβάδι , η βουνοπλαγιά να του μιλάνε στη γλώσσα τους .Πρέπει να ξαναβλέπει σ’ αυτά τον ίδιο τον εαυτό του σαν σε αναρίθμητους κατοπτρισμούς και αντιφεγγίσματα , σε μια δίνη από ρευστές εκφάνσεις. Έτσι , στη μεγάλη αλληγορία της φύσης θα διαισθανθεί , ασύνειδα , τη μεταφυσική ενότητα όλων των όντων και ταυτόχρονα θα «ακουμπήσει» κι ο ίδιος στην ακατάλυτη συνέχεια και στην αναγκαιότητά τους. Πόσοι όμως  νέοι άνθρωποι μπόρεσαν κι ανδρώθηκαν έχοντας τόσο άμεση , σχεδόν προσωπική σχέση με τη φύση ; Οι υπόλοιποι υποχρεώνονται πολύ νωρίς να μάθουν μια άλλη αλήθεια : πώς να υποδουλώνουν τη φύση .  Εδώ είναι που  εκείνη η απλοϊκή μεταφυσική  χάνεται εντελώς  ».[50]

Η ανάδυση και η κυριαρχία της αστικής κοινωνίας αναγκαία συμπορεύτηκε με ένα κράτος , που την προστάτευε και την αναπαρήγαγε και που σε ορισμένες περιπτώσεις βρήκε στην εγελιανή φιλοσοφία ένα σπουδαίο απολογητή , ενώ αντιμετώπισε την φύση ως αντικείμενο έρευνας και στην συνέχεια εκμετάλλευσης και αποκόμισης κερδών. Σ’ αυτήν της , την δραστηριότητα , δικαιώθηκε από τις διάφορες ιδεολογίες της «προόδου» .Ανάμεσα σε αυτές υπήρξε ο μαρξισμός , που σε αυτό , όπως και σε άλλα σημεία ακολούθησε κατά πόδας την αστική ιδεολογία.

Στο «Ανθρώπινο πολύ Ανθρώπινο»[51] , ο Νίτσε , υποστηρίζει ότι ο πλούτος δίχως πνεύμα είναι δημόσιος κίνδυνος .Η ανόητη χρήση του προκαλεί την μήνιν και την οργή των μη εχόντων : « Μόνο εκείνος που έχει πνεύμα , θα έπρεπε να κατέχει αγαθά .Διαφορετικά η περιουσία είναι ένας δημόσιος κίνδυνος .Γιατί ,αυτός που την κατέχει , όταν δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει τις ευκαιρίες που του δίνει η τύχη , θα συνεχίζει πάντα , να θέλει να αποκτά αγαθά : αυτή η επιθυμία θα είναι η ψυχαγωγία του , το πολεμικό του τέχνασμα ενάντια στον εχθρό. Είναι έτσι που η  μετριοπαθής άνεση  η οποία θα ήταν αρκετή για τη ζωή του πνεύματος , μεταμορφώνεται σε αληθινό πλούτο , απατηλό αποτέλεσμα της ανεξαρτησίας και της πνευματικής  φτώχιας .Ωστόσο , ο πλούτος εμφανίζεται τελείως διαφορετικά από αυτό που θα μπορούσε να περιμένει η άθλια προέλευσή του , επειδή μπορεί  να πάρει τη μάσκα του πολιτισμού και της τέχνης :μπορεί να αγοράσει αυτή τη μάσκα .Με αυτό , προκαλεί τη ζήλια των πιο φτωχών και των αγράμματων που ζηλεύουν , γενικά , πάντα , τη μόρφωση και που δεν βλέπουν παρά αυτό που δεν είναι παρά μια μάσκα – και ετοιμάζεται , έτσι , λίγο – λίγο ,μια κοινωνική αναταραχή : γιατί η κτηνωδία κάτω από ένα λούστρο πολυτέλειας , η καυχησιολογία του υποκριτή με την οποία ο πλούσιος επιδεικνύει τις «απολαύσεις του πολιτισμένου», προκαλούν στον φτωχό την ιδέα ότι «μόνο το χρήμα αξίζει» , – ενώ στην πραγματικότητα , αν το χρήμα αξίζει κάτι , το πνεύμα αξίζει πολύ περισσότερα  » .[52]

Ο Νίτσε νιώθει το ίδια εχθρικά τόσο προς τους αστούς , όσο και προς τους αντιπάλους τους ,καθότι αποτελούν κοινωνικές καταστάσεις ,με τα ίδια τελικώς χαρακτηριστικά  και την ίδια «ποιότητα » .Από αυτό το σημείο ξεκινούν οι αδυναμίες των αστών να αντιπαρατεθούν στους υποτιθέμενους αντιπάλους τους  : «Εμπρός , πλούσιοι αστοί που αποκαλείσθε «φιλελεύθεροι », ομολογήστε το στους εαυτού σας ,είναι το ίδιο σας το αίσθημα που βρίσκετε τόσο τρομερό και τόσο απειλητικό στους σοσιαλιστές αλλά στην ίδια σας την καρδιά που παρέχετε μια αναγκαία  θέση , σα να μην ήταν το ίδιο πράγμα .Αν δεν είχατε , έτσι όπως είστε , την περιουσία σας και την έννοια της διατήρησής της ,αυτό το αίσθημα θα σας έκανε όμοιο με τους σοσιαλιστές ;Μόνο η περιουσία κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε σας και σ’ αυτούς. Κατ’ αρχήν  , πρέπει να νικήσετε τους εαυτούς σας , αν θέλετε να θριαμβεύσετε με οποιονδήποτε τρόπο , πάνω στους εχθρούς της καλοπέρασής σας. Αν , τουλάχιστον , αυτή η καλοπέραση ανταποκρινόταν σε μια αληθινή ευημερία !Θα ήταν λιγότερο εξωτερική και θα προκαλούσε λιγότερο φθόνο , θα είχε περισσότερο ευμένεια , περισσότερη φροντίδα για την εντιμότητα και θα ήταν περισσότερο ωφέλιμη .Αλλά εκείνο που είναι ψεύτικο και κωμικό στη χαρά σας , που προέρχεται κυρίως , από ένα αίσθημα αντίθεσης  ( με άλλους που δεν έχουν αυτή τη χαρά να ζουν και  που σας φθονούν ) που με μια ορισμένη πληρότητα δύναμης και ανωτερότητας – οι απαιτήσεις του διαμερίσματος σας , τα ρούχα σας , τα εφόδια σας , τα μαγαζιά σας , οι ανάγκες του στόματος και του τραπεζιού , οι θορυβώδεις ενθουσιασμοί σας για τη συναυλία και την όπερα και τέλος , οι καλοφτιαγμένες  και καλοντυμένες γυναίκες σας αλλά που είναι από κακό μέταλλο , επιχρυσωμένες  αλλά χωρίς τον ήχο του χρυσού , διαλεγμένες από εσάς , για να παρελαύνετε μαζί τους ,φερόμενες οι ίδιες ως κομμάτια επίδειξης .Εσείς είστε οι δηλητηριασμένοι προπαγανδιστές αυτής της ασθένειας του λαού , που με τη μορφή της σοσιαλιστικής ψώρας ,εξαπλώνεται τώρα , ανάμεσα στις μάζες , με μια ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα αλλά που είχε σε σας , την πρώτη έδρα και την πρώτη εστία εκκόλαψης .Και ποιος , λοιπόν , θα ήταν ακόμη ,ικανός να σταματήσει αυτή την πανούκλα;  » .[53]

Οι αστοί είναι υπεύθυνοι για την δημιουργία και την  διάδοση  της θρησκείας , που δοξάζει το Χρήμα ως τον υπέρτατο Θεό. Σε αυτήν την θεότητα θα προσέλθουν ,ως νέοι προσήλυτοι οι σοσιαλιστές. H στράτευση στα κόμματα τους δημιουργεί νέες σκλαβιές , νέες υποδουλώσεις : «Οι τυμπανοκρουσίες με τις οποίες νέοι συγγραφείς μπαίνουν στην υπηρεσία ενός κόμματος , μοιάζουν για εκείνον που δεν ανήκει στο κόμμα , με μια κλαγγή από αλυσίδες και προκαλούν περισσότερο τη συμπόνια παρά τον θαυμασμό».[54]

Ο αστισμός παράγει τον σοσιαλισμό ,για τον Νίτσε , ιδίας φύσεως και ποιότητας μεγέθη. Παρότι εκπροσώπησαν ενάντιες κοινωνικές δυνάμεις , ιστορικά τελικώς θα συναντηθούν στο πεδίο της μαζικοδημοκρατίας. Η σοσιαλδημοκρατία αποτελεί την ανιαρή όψη ενός ανίερου κόσμου. Ο Λένιν , απαιτώντας , από τους εργάτες  να γίνουν κυρίαρχοι ,συνετέλεσε στο να αποβάλουν το αίσθημα μνησικακίας , να στήσουν νέες ιεραρχίες και να μυηθούν στην  «ηθική των κυρίων » , δηλαδή στην βούληση για ισχύ. Με   μια όμως σημαντική διαφορά  το πρωτοπόρο κόμμα και η «δικτατορία του προλεταριάτου » , παρείχε τα νέα αφεντικά ,  τους νέους κύριους , που κυριάρχησαν πάνω στους εργάτες.

Βεβαίως ο Νίτσε ξεκινώντας από μία άλλη αφετηρία , διατυπώνει μια εξίσου με τον μαρξισμό ,και τον χριστιανισμό  αποθεμελιωτική  κριτική της κοινωνίας του χρήματος : «Η περιουσία σκλαβώνει. Δεν είναι παρά ως ένα ορισμένο βαθμό που η περιουσία κάνει τον άνθρωπο πιο ανεξάρτητο και πιο ελεύθερο .Ένα σκαλοπάτι παραπάνω  και η περιουσία γίνεται ο αφέντης , ο ιδιοκτήτης ο  σκλάβος : από τότε , θα πρέπει να της θυσιάσει τον χρόνο του , τη σκέψη του και να αισθάνεται υποχρεωμένος για ορισμένες συναναστροφές , συνδεδεμένες με  ένα τόπο , ενσωματωμένος  με ένα κράτος –όλα αυτά μπορούν  να είναι αντίθετα στις βαθιές και ουσιώδεις ανάγκες του» [55]

Η κριτική επεκτείνεται στην μηχανή   και  στον  «μηχανικό »  τρόπο της εργασίας: «Η μηχανή που έχει παραχθεί , ακριβώς , από την υψηλότερη διανοητική ικανότητα , δεν θέτει σε κίνηση , στα άτομα που τη χειρίζονται , παρά τις κατώτερες και αστόχαστες δυνάμεις .Είναι αλήθεια ότι η λειτουργία της αποδεσμεύει μια ποσότητα δυνάμεων που , διαφορετικά , θα παρέμεινε κοιμισμένη .Αλλά δεν παρακινεί στην εξύψωση , στο να γίνεις καλύτερος , να γίνεις καλλιτέχνης .Καθιστά δραστήριο και ομοιόμορφο αλλά αυτό προξενεί ένα αντίθετο αποτέλεσμα :μια απεγνωσμένη πλήξη  κυριεύει την ψυχή που μαθαίνει να αναπνέει με τη μηχανή , με μια άπρακτη κίνηση.»[56]

Ο Νίτσε θέλει να διοχετεύσει ορισμένα συναισθήματα , όπως η ματαιοδοξία και ο εγωισμός  σε ένα δρόμο αποκλειστικά πνευματικό και αισθητικό .Για αυτό είναι έτοιμος να αναγνωρίσει την σημασία της μικρής περιουσίας – που εξασφαλίζει στον κάτοχο της έναν αέρα ανεξαρτησίας – , αλλά επιθυμεί να αποκλείσει κάθε δυνατότητα στην συγκέντρωση πλούτου και περιουσίας : «Για να έχουν , στο μέλλον , περισσότερη εμπιστοσύνη στην ιδιοκτησία και να γίνει αυτή πιο ηθική , πρέπει να ανοίξεις όλους  τους τρόπους εργασίας που οδηγούν στη μικρή περιουσία αλλά να εμποδίσεις τον εύκολο και ξαφνικό πλουτισμό .Θα έπρεπε να βγάλεις τα χέρια απ’ όλους τους κλάδους της μεταφοράς και του εμπορίου που ευνοούν τη συγκέντρωση των μεγάλων περιουσιών .Πριν απ’ όλα , λοιπόν,  το εμπόριο του χρήματος – και να θεωρήσεις αυτούς που κατέχουν πολλά πλάσματα επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια ,ακριβώς όπως εκείνους που δεν διαθέτουν τίποτα  ».[57]

Ο Νίτσε επαναλαμβάνει την αρνητική διάσταση της εκμετάλλευσης της εργασίας και πώς αυτή πολλαπλασιάζεται με την χρήση των μηχανών .: «Η εκμετάλλευση της εργασίας ήταν , όπως αντιλαμβανόμαστε σήμερα , μια ανοησία , ένα πέταγμα  στη ζημιά του μέλλοντος , ένας κίνδυνος για την κοινωνία .Τώρα έχουμε , ήδη , φτάσει σχεδόν , στον πόλεμο : και σε κάθε περίπτωση , τα απαραίτητα έξοδα για να διατηρηθεί η ειρήνη , για να συνάψουμε συνθήκες και για να εμπνεύσουμε εμπιστοσύνη , θα είναι εξαιρετικά ανεβασμένα , εφόσον η ανοησία των εκμεταλλευτών θα είναι τόσο μεγάλη και τόσο διαρκής ».[58] Ο λόγος θυμίζει πάρα πολύ τις σκέψεις του Μάρξ στα «Χειρόγραφα του ΄44».Η μηχανή όπως γράφει ταπεινώνει ,ισοπεδώνει , αφαιρεί από τα πράγματα της αξία του προσώπου , μεταβάλει τελικά τα πρόσωπα σε πράγματα , σε αντικείμενα. Η τεχνική διατηρεί απόσταση από την τέχνη .Οι μηχανές είναι για τους εργάτες ένας αργός καθημερινός θάνατος της ύπαρξής τους. Η κριτική στην μηχανοκρατία μπορεί να λάβει την μορφή ρομαντικής εξέγερσης κατά του νεωτερικού πολιτισμού , ή να περιοριστεί στην διαπίστωση της πραγματικής θέσης του εργάτη : «Η μηχανή είναι απρόσωπη ,αφαιρεί από την εργασία την περηφάνια της , την ποιότητα και τις ελλείψεις της που είναι το προσωπικό γνώρισμα κάθε εργασίας η οποία δεν έχει δημιουργηθεί για τη μηχανή – άρα , ένα τμήμα της ανθρωπότητας .Άλλοτε ,κάθε αγορά από τους τεχνίτες ήταν μια διάκριση ,αποδιδόμενη σ’ ένα πρόσωπο , η σφραγίδα του οποίου θα περιέβαλε τον αγοραστή : έτσι που τα συνηθισμένα αντικείμενα και ρούχα γίνονταν ένα είδος συμβόλων αμοιβαίας  εκτίμησης και προσωπικής σχέσης, ενώ σήμερα , μοιάζουμε να ζούμε σε μια ανώνυμη και απρόσωπη σκλαβιά .Δεν πρέπει να αγοράζουμε πολύ ακριβά την ελάφρυνση  της  εργασίας ».[59]

Ο Νίτσε βλέπει στην  σύγχρονη δημοκρατία  ως «την ιστορική μορφή της παρακμής του κράτους»[60].Αν αυτό το αποτέλεσμα δεν ήταν πρόωρο θα έβλεπε μια θετική διάσταση. Όπως αρκετά μακρινό φαίνεται να δημιουργηθεί  ένα ενιαίο έθνος στην θέση των σημερινών.

Προφητικές είναι οι διαπιστώσεις του για την εξέλιξη του σοσιαλισμού. Τον θεωρεί ως τον «φανταστικό δευτερότοκο αδελφό του ψυχορραγούντος δεσποτισμού ,την κληρονομιά του οποίου θέλει να συλλέξει .Οι προσπάθειες του ,είναι , λοιπόν , με τη βαθύτερη έννοια, αντιδραστικές .Γιατί επιθυμεί μια πληρότητα δύναμης του κράτους , τέτοια που ποτέ δεν είχε  ο δεσποτισμός , ακόμη και αν υπερβαίνει όλα όσα δείχνει το παρελθόν ,επειδή εργάζεται  για την τυπική εκμηδένιση του ατόμου».[61] Σαν να βλέπει την εφιαλτική εξέλιξη του σταλινισμού  προβλέπει την «πλήρη καθυπόταξη όλων των πολιτών του κράτους , τέτοια που δεν έχει υπάρξει ποτέ στο παρελθόν »[62]Καθότι η θρησκεία δεν  θα χρησιμοποιείται πλέον για να οργανώνεται η κρατική συναίνεση χρειάζεται μια νέα κυριαρχία που θα στηρίζεται πάνω στον τρόμο  και στην εξάλειψη κάθε πνευματικότητας. Ένα θετικό βλέπει σε όλα αυτά. Ο σοσιαλιστικός δεσποτισμός θα προκαλέσει μια γενική άρνηση του κράτους : «Ο σοσιαλισμός μπορεί να χρησιμεύσει για να διδάξει με τρόπο κτηνώδη και χτυπητό , τον κίνδυνο όλων των συσσωρεύσεων δύναμης μέσα στο κράτος και με αυτή την έννοια , να υπαινιχθεί μια δυσπιστία εναντίον του ίδιου του κράτους. Όταν η τραχιά του φωνή αναμιχθεί με την κραυγή του πολέμου : «Όσο το δυνατόν περισσότερο κράτος » , αυτή η κραυγή θα γίνει , αρχικά , πιο θορυβώδης παρά ποτέ :αλλά σε  λίγο , θα ξεσπάσει με όχι λιγότερη δύναμη , η αντίθετη κραυγή : «Όσο το δυνατόν λιγότερο κράτος».[63]

Σε ένα από τα τελευταίο του βιβλία το «Ιδε ο  Άνθρωπος », ο Νίτσε , κάνει μια αναδρομή στα προηγούμενα έργά του , και βρίσκει την ευκαιρία  να επανέλθει στις απόψεις που είχε υποστηρίξει στους «Ανεπίκαιρους Στοχασμούς»  για την αρνητικές όψεις της επιστήμης , την απρόσωπη εργασία του τεχνίτη .Επισημαίνει ότι για αυτούς τους λόγους η εποχή του είναι άρρωστη και σε αποσύνθεση: «η ζωή είναι άρρωστη από τούτο τον απανθρωποποιημένο μηχανισμό ρολογιού , από την «απρόσωπη ύπαρξη του εργαζόμενου», από την ψεύτικη οικονομία του «καταμερισμού εργασίας».Έχει χαθεί, δηλαδή η κουλτούρα , και έχει εκβαρβαριστεί η σύγχρονη ενασχόληση με την επιστήμη..  »[64].Στο ίδιο έργο θα βρει την ευκαιρία να καταδικάσει τον γερμανικό εθνικισμό και να σημειώσει την συμπάθεια του για τους Εβραίους. Θα τονίσει ότι μετά την ήττα του Ναπολέοντα  ,η Ευρώπη, πάσχει από τον εθνικισμό και την εθνική νεύρωση  που την οδηγεί στην διαιώνιση της διαίρεσης της σε «μικρά κράτη , στην μικροπολιτική»[65].Ιδιαίτερα οι Γερμανοί παρουσιάζουν σε έξαρση αυτά τα χαρακτηριστικά «Όταν φαντάζομαι έναν τύπο ανθρώπου που αντιβαίνει σε όλα τα ένστικτά μου , αυτός είναι πάντα Γερμανός…Οι Γερμανοί όμως είναι canaille (όχλος)-αχ, είναι τόσο καλοσυνάτοι !-Υποβιβάζει κανείς τον εαυτό του όταν έχει πάρε δώσε με Γερμανούς:οι Γερμανοί τους κάνουν όλους ίσους και όμοιους…Δεν ξέρουν καθόλου πόσο χυδαίοι είναι , αλλά αυτό είναι ο υπερθετικός βαθμός της χυδαιότητας-δεν ντρέπονται που είναι Γερμανοί …Ανακατεύονται με όλα ,θεωρούν πως είναι ικανοί να αποφασίζουν για όλα , και φοβάμαι πως ήδη έχουν βγάλει απόφαση ακόμη για μένα…Όλη μου η ζωή είναι η αυστηρή απόδειξη αυτών των αρχών. Μάταια έψαξα  ανάμεσά τους για κάποιο σημάδι τaκτ , delicatesse (λεπτότητας ) απέναντί μου. Στους  Εβραίους το βρήκα , ποτέ όμως στους Γερμανούς».[66]

Τέτοιου είδους απόψεις παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη αντοχή στο έργο του Νίτσε .Στο «Λυκόφως των ειδώλων» θα υποστηρίξει ότι οι Γερμανοί «βαριούνται το πνεύμα»  και έχουν παρακμάσει διότι «στοιχίζει ακριβά το να αποκτάς δύναμη :η δύναμη αποβλακώνει»[67].Η αφοσίωση τους στο κράτος  και στις υποθέσεις του , τους αφυδατώνει από πνεύμα «η κουλτούρα και το κράτος – ας μην ξεγελιόμαστε επ’ αυτού είναι ανταγωνιστές :η ιδέα ενός κράτους που δημιουργεί κουλτούρα είναι απλώς μια μοντέρνα ιδέα . » [68]

Επίσης σε επιστολή προς την Μαλβίντα  φον Μευζενμπουργκ ( 12 Μαΐου 1887) , θα εξομολογηθεί το πάθος του για τον Ντοστογιέφσκι και θα επαναλάβει ότι δεν αισθάνεται καμία συγγένεια για τους Γερμανούς διανοούμενους «οι οποίοι κρίνουν τα πάντα σύμφωνα με την αρχή « Deutshland ,Deutshland uber alles !»[69]   Ενδιαφέρον είναι  ο θαυμασμός του για τον Ντοστογιέφσκι, που σε επιστολή του στον Γ.Μπραντές εξηγείται «επειδή αποτελεί το πιο πολύτιμο ψυχολογικό υλικό που γνωρίζω – κατά περίεργο τρόπο , του είμαι ευγνώμων , παρόλο που πάντα μου προκαλεί απέχθεια , αφού ξυπνάει τα πιο ταπεινά μου ένστικτα. Αυτή είναι περίπου η σχέση μου προς τον Πασκάλ , τον οποίο παρεμπιπτόντως αγαπώ , επειδή έχω διδαχτεί άπειρα πράγματα απ’αυτόν :ο μοναδικός λογικός χριστιανός  » [70]. Σε μια άλλη επιστολή του προς την Φραντζίσκα Νίτσε ( 18 Οκτωβρίου 1887) γράφει «μου λείπει πάντα και η ελάχιστη επιθυμία να κάνω παρέα με τον αντισημίτη κύριο γαμπρό μου .Οι απόψεις του και οι δικές μου διαφέρουν μεταξύ τους – και αυτό καθόλου δεν με λυπεί.»[71] Σε επιστολή στον Ρουτζέρο Μπόνγκι (Δεκέμβριος 1988) γράφει ότι «πρέπει να βάλει κανείς ένα τέλος»[72] να θεωρείται ως απαραίτητο καθήκον και υψηλή πολιτική οι εγωισμοί των λαών ,ενώ στον Φράντς Όβερμπεκ ( 4 Ιανουαρίου 1889) γράφει «μόλις έβαλα να τουφεκίσουν όλους τους αντισημίτες.» [73]

Παρόμοια και χωρίς διακυμάνσεις , είναι η αγωνία για την φύση  : «Ύβρις είναι σήμερα ολόκληρη η στάση μας απέναντι  της φύσης , η καταδυνάστευση μας της φύσης με τη βοήθεια των μηχανών και με την τόσο απερίσκεπτη εφευρετικότητα των τεχνικών και των μηχανικών».[74]

Η επίθεση στην κοινωνία του χρήματος και στο κράτος απλώνεται στα γραφτά κάθε περιόδου του Νίτσε .Στην ΑΥΓΗ  θα γράψει : «Η εποχή μας , όσο κι αν μιλάει για οικονομία , είναι σπάταλη :σπαταλάει το πιο πολύτιμο πράγμα,  το πνεύμα »[75].Στο τελευταίο του βιβλίο στη «Θέληση για δύναμη» γράφει: «οι «πλούσιοί» μας είναι οι φτωχότεροι όλων !Ο αληθινός σκοπός κάθε πλούτου είναι η λήθη».[76]

Ο Νίτσε δεν συμμερίζεται την αισιόδοξη ανθρωπολογική άποψη για την «καλή ρίζα του ανθρώπου», που διαφθείρει η κοινωνία. Γι’ αυτό δεν αποδέχεται την δυνατότητα για την οριστική διευθέτηση των κοινωνικών προβλημάτων. Ένας επίγειος παράδεισος δεν είναι μόνο ανέφικτος , αλλά και αντίθετος στην ιδιοσυγκρασία του. Η προσμονή μίας ουτοπικά τέλειας κοινωνίας ή  είναι εσχατολογικής προέλευσης  ή αποτελεί έναν ιδεαλισμό που , αντί να περπατά με το κεφάλι κάτω, περπατάει με τα πόδια (καθώς  έλεγε ο Μάρξ για τον Χέγκελ).Ο Πλάτων και οι σοσιαλιστές (της εποχής του Νίτσε βέβαια ) λανθασμένα ισχυρίζονται ότι η εξάλειψη της ιδιοκτησίας θα καταργήσει συγχρόνως την ματαιοδοξία και τον εγωισμό .Καθώς γράφει , αυτή η «βασική και ουτοπική μελωδία του Πλάτωνα , που οι σοσιαλιστές εξακολουθούν πάντα να τραγουδούν , βασίζεται σε μια ατελή γνώση του ανθρώπου :αγνοούσε την ιστορία των ηθικών αισθημάτων , του έλειπε η διορατικότητα πάνω στην προέλευση των παλιών ιδιοτήτων της ανθρώπινης ψυχής  »[77]

Ο Νίτσε αντιπροσωπεύει ένα φωτεινό πνεύμα αντίστασης , που δεν χάθηκε σε οποιοδήποτε μονοπάτι εσχατολογίας ή τέλους της ιστορίας. Ο σκεπτικισμός είναι η μέθοδος , που ταιριάζει στο ύφος και στην ιδιοσυγκρασία του: «Ένα πνεύμα που ζητάει μεγάλα πράγματα , που ζητάει επίσης τα μέσα για να φτάσει σ’ αυτά , είναι κατ’ ανάγκη ένας σκεπτικιστής .Η ελευθερία απ’ όλα τα είδη πεποιθήσεων , η ικανότητα να βλέπεις ελεύθερα , αποτελεί μέρος της δύναμης …Η πεποίθηση ως μέσο :Το μεγάλο πάθος χρειάζεται και χρησιμοποιεί τις πεποιθήσεις , αλλά δεν υποτάσσεται σ’ αυτές –νιώθει ανώτερο απ’ αυτές. Αντίθετα , η ανάγκη για πίστη , για κάποιο είδος ανεπιφύλακτου Ναι ή Όχι , αυτός ο Καρλαυσμός , αν μου επιτρέπεται η έκφραση , είναι μια ανάγκη που γεννιέται από την αδυναμία    ».[78] Γι’ αυτό είναι κατανοητό ,ο Νίτσε , να αντιτίθεται όχι μόνο σε κάθε θρησκεία  και πίστη  , αλλά και στον αστισμό ,στην δημοκρατία ,στον σοσιαλισμό , στο κράτος [79], στην εξουσία [80], στον γερμανισμό, στον εθνικισμό[81], στον αναρχισμό[82], στον αντισημιτισμό [83].

Παρόλα αυτά στο τελευταίο και πιο αμφιλεγόμενο βιβλίο την «Θέληση για Δύναμη» προβλέπει πολλά από αυτά που ακολούθησαν , ενώ αναδύεται αρκετά θολά και ασαφές ένα πολιτικό δέον.

Διέβλεψε ότι  « ανάλωση του ανθρώπου και της ανθρωπότητας γίνεται ολοένα και πιο οικονομική»[84].Ο άνθρωπος μικραίνει , μειώνει ,εμφανίζεται «η προσαρμογή , η ισοπέδωση , ο ανώτερος κινεζισμός , η μετριοπάθεια στα ένστικτα »[85], ενώ η γη «αποκτά κοινή οικονομική διαχείριση»[86] και μεταβάλλεται σε «μηχανή στην υπηρεσία της οικονομίας αυτής»[87].Συγχρόνως ο Ευρωπαίος  γίνεται «το πιο έξυπνο δουλικό ζώο , πολύ εργατικό , κατά βάθος πολύ μετριοπαθές , περίεργο μέχρι υπερβολής ,πολυειδές ,αβροδίαιτο , με αδύναμη θέληση – ένα κοσμοπολίτικο χάος  αισθημάτων και νου»[88]

Οι εργάτες μεταβάλλονται σε στρατιώτες : «Οι εργάτες πρέπει να μάθουν να αισθάνονται σαν στρατιώτες. Μια αμοιβή , ένα εισόδημα , αλλά όχι πληρωμή! Καμιά σχέση μεταξύ πληρωμής και απόδοσης !Αλλά το άτομο , το καθένα ανάλογα με το είδος του , πρέπει να τοποθετείται έτσι ώστε να μπορεί να αποδώσει το ύψιστο που μπορεί να αποδώσει. Οι εργάτες θα ζουν μια μέρα όπως οι αστοί σήμερα – αλλά πάνω απ’ αυτούς, διακρινόμενοι από την έλλειψη αναγκών τους , η ανώτερη κάστα : δηλαδή πιο φτωχοί και πιο απλοί , αλλά κάτοχοι της δύναμης ».[89]

Οι  επισημάνσεις του Φ.Νίτσε για τον χαρακτήρα που ελάμβανε η νεωτερική κοινωνία ήδη από τον 19ο αιώνα , παρ’ ότι περιέχονται σε έναν λόγο αφοριστικό , πυκνό  και όχι ιδιαίτερα αναλυτικό και τεκμηριωμένο , αποσπασματικό – μη συστηματικό , δεν στερούνται εγκυρότητας. Αντίθετα ο προσωπικός , υποκειμενικός και ποιητικός τόνος του τον διευκολύνει σε μια ριζική και καίρια ανατομία της νεωτερικής κοινωνίας.

Στο έργό του «ΧΑΡΑΥΓΗ»[90] καταπιάνεται , ανάμεσα σε άλλα θέματα , αφοριστικά με την μοίρα του εργάτη , την θέση του εργαζόμενου μέσα στο εργοστάσιο και την κοινωνία .Βλέπει την ανθρώπινη ύπαρξη  να μετατρέπεται από πρόσωπο σε βίδα , σε γρανάζι της μηχανής .

Την αποτρόπαιη αυτή κατάσταση μπορεί , κατά τον Νίτσε , να απαλύνει η αύξηση του μισθού , αλλά δεν την αλλάζει ουσιαστικά :

« Είναι ντροπή να πιστεύουμε ότι με μια υψηλότερη αμοιβή μπορεί να αρθεί η ουσία της αθλιότητάς τους , δηλαδή η απρόσωπη υποδούλωσή τους ! Είναι ντροπή να αφήνουμε να μας πείθουν με φλυαρίες  ότι με  μια επίταση αυτής της απροσωπίας , στο εσωτερικό της μηχανικής λειτουργίας μιας  κοινωνίας , μπορεί να κάνει αρετή την ντροπή της  δουλείας ! Ντροπή να έχει μια τιμή με αντάλλαγμα το να γίνεσαι βίδα αντί να μένεις πρόσωπο ! Είστε συνεργοί στην τωρινή τρέλα των εθνών , τα οποία θέλουν να παράγουν όσο το δυνατόν περισσότερο και να γίνουν όσον το δυνατόν πλουσιότερα; Από  σας εξαρτάται να τους παρουσιάσετε έναν αντίθετο λογαριασμό : ποσό μεγάλα ποσά εσωτερικής αξίας θα πεταχτούν  για χάρη ενός τέτοιου σκοπού !Που όμως είναι η δική σας εσωτερική σας αξία , όταν δεν ξέρετε πια τι σημαίνει να αναπνέει κανείς ελεύθερα ;Όταν  δεν εξουσιάζετε ούτε σε περίπτωση ανάγκης τον εαυτό σας ; Όταν μπουχτίζετε πολύ συχνά  τον εαυτό σας όπως  ένα ποτό που έχει χάσει την φρεσκάδα του ; Όταν ακούτε τις εφημερίδες και λοξοκοιτάτε τον πλούσιο γείτονα , με ανοιγμένη την όρεξή σας λόγω της γρήγορου ανόδου και πτώσης της δύναμης , του χρήματος και των γνωμών ;Όταν δεν πιστεύετε πια στην φιλοσοφία , που φοράει κουρέλια , στην ελευθεροφροσύνη εκείνων που δεν έχουν ανάγκες ; ».[91]

Στο απόσπασμα του Νίτσε ,περιέχεται μια ουσιαστικά μεταμαρξιστική  κριτική του καπιταλισμού και της κυριαρχίας της τεχνικής :

  • – στο εργοστάσιο η ανθρώπινη ύπαρξη δεν κοινωνικοποιείται αλλά μετατρέπεται από  πρόσωπο σε εξάρτημα των μηχανών.
  • – ο παραγωγισμός , η συνεχής αύξηση της παραγωγής , η ανάπτυξη δίχως όρια και με κάθε κόστος αποτελεί τον χαρακτηριστικότερο ανορθολογισμό της νεωτερικότητας , την « τωρινή τρέλα των εθνών » , που συμμερίστηκε τόσο ο καπιταλισμός όσο και η μαρξιστική σκέψη.
  • – Οι διαδικασίες που επιτάσσει η καπιταλιστική κοινωνία και ο νεωτερικός πολιτισμός , εντός  και εκτός του εργοστασίου , καταστρέφουν κάθε εσωτερικότητα , κάθε «εσωτερική αξία » , για χάρη της εξωτερικότητας που θεοποιεί το χρήμα , την τεχνική , την ανάπτυξη.

Η απάντηση του Νίτσε στην καταστροφή του ανθρώπινου προσώπου δεν είναι η μεθοδική αλλαγή της κοινωνίας  αλλά είτε , όπως γράφει  , « καλύτερα να μεταναστεύσω , να προσπαθήσω να γίνω κύριος σε άγριες και δροσερές περιοχές του κόσμου και προ παντός κύριος του εαυτού μου  , να αλλάζω μέρος μόλις μου γνέψει ακόμη και το πιο μικρό σημάδι δουλείας » , είτε να στραφεί στην « περιπέτεια και τον πόλεμο και , αν έρθουν τα χειρότερα , να είμαι έτοιμος να πεθάνω : καλύτερα  όλα αυτά  παρά να υπομένω κι άλλο αυτή την ανάρμοστη δουλεία , παρά να συνεχίζω να γίνομαι  σκυθρωπός , φαρμακερός και συνεργός ».[92]

Η πρώτη επιλογή θυμίζει  ανάλογες σκέψεις ρομαντικών κοινοτιστών , όπως ο Γ.Λαντάουερ , οι οποίοι πρότειναν  ,μεταξύ άλλων ,την φυγή σε νέες χώρες και την δημιουργία νέων κοινοτήτων . Η σκέψη ότι η περιπέτεια , ο πόλεμος  μπορεί να είναι διέξοδος στην καπιταλιστική αλλοτρίωση θυμίζει ανάλογες σκέψεις του Ε.Γιούνγκερ , όπου ο πόλεμος χάνει την εφιαλτική του όψη για να γίνει μια περιπέτεια , ένα αισθητικό φαινόμενο , μια κατάφαση στον κίνδυνο.

Ο Νίτσε επιθυμεί οι στοχαστές να ζουν ως ασκητές ,  για να γίνουν απελευθερωτικά  πρότυπα για τους εργάτες , δηλαδή να ζουν με «  εθελούσια ειδυλλιακή φτώχεια » , με «αποχή από το επάγγελμα και το γάμο».[93]  Αντίθετα , η αναμονή της σοσιαλιστικής ελπίδας , η μελωδία ενός μελλοντικού παραδείσου , όταν δεν προϋποθέτει άμεσες πρακτικές αλλαγές , επιτείνει την αποδοχή της καταστροφής του ανθρώπινου προσώπου.

Η κριτική του Νίτσε ξετυλίγεται  με ριζοσπαστικό τρόπο : « Ιδού ποιο θα ήταν το σωστό φρόνημα : οι εργάτες της Ευρώπης θα έπρεπε στο εξής  να κάνουν ό,τι  είναι ανθρωπίνως  αδύνατο ως τάξη , κι όχι μόνο , όπως  συμβαίνει συνήθως , κάτι που έχει οργανωθεί  σκληρά και απρόσφορα  .Θα έπρεπε να εγκαινιάσουν μέσα στην ευρωπαϊκή  κυψέλη μια εποχή εξόδου κατά σμήνη , που , που όμοιά της δεν ξανά έγινε ποτέ , και , μ’ αυτή  την μεγαλειώδη πράξη ελεύθερης μετοικεσίας , να διαμαρτυρηθούν εναντίον της μηχανής , εναντίον του κεφαλαίου  και εναντίον του διλήμματος που τους απειλεί τώρα , να αναγκαστούν να γίνουν είτε δούλοι του κράτους , είτε δούλοι ενός ανατρεπτικού κόμματος . Μακάρι να ξαλαφρώσει η Ευρώπη από ένα τέταρτο  των κατοίκων της ! Θα είναι καλύτερο και για εκείνη  και γι’ αυτούς  !Θα είναι καλύτερο και για εκείνη και γι’ αυτούς ! Μόνο σε μακρινές χώρες και στις  επιχειρήσεις σμηνών  αποίκων θα φανεί καθαρά ποσό πολλή ορθοφροσύνη  και δικαιοσύνη  , πόσο υγιή δυσπιστία έχει δώσει στα παιδιά    της η μητέρα Ευρώπη .Σ’ αυτά τα παιδιά που δεν μπορούν πια να ζουν δίπλα σ’ αυτή τη ν μουχλιασμένη  γριά γυναίκα , που κινδυνεύουν    να  γίνουν γκρινιάρηδες  , ευερέθιστοι  και  φιλήδονοι σαν αυτήν. Έξω από την Ευρώπη θα ταξιδέψουν   μαζί με τους εργάτες και οι αρετές  της Ευρώπης  . Κι αυτό που μέσα στην πατρίδα άρχισε να εκφυλίζεται  σε επικίνδυνη δυσθυμία  και εγκληματική ροπή , θα αποκτήσει έξω μια άγρια , ωραία φυσικότητα  και θα ονομαστεί ηρωισμός. Έτσι θα φυσήξει  επιτέλους καθαρότερος αέρας στην  γέρικη  , πυκνοκατοικημένη  και απορροφημένη από τον εαυτό της Ευρώπης   ».[94]

Στο κείμενο αυτό υπάρχουν ορισμένες ευφυείς επισημάνσεις : το τέλος της εργατικής τάξης με τον τρόπο που αρχικά την είδαμε να εισβάλλει στην ιστορία , η υποδούλωση  του εργάτη στο κράτος  , στο κεφάλαιο , αλλά και στο « ανατρεπτικό κόμμα » , δηλαδή  στο κομμουνιστικό κόμμα  που μετέτρεψε την κυριαρχία των εργαζομένων σε δικτατορία του ιδίου και των στελεχών , που το απάρτιζαν. Επίσης η Ευρώπη ( ο ευρωπαϊκός πολιτισμός ) παρομοιάζετε με  « μουχλιασμένη γριά  γυναίκα»  , καθ’ ότι είχε χάσει κάθε γονιμότητα και δημιουργικότητα. Βέβαια  ο κριτικός αναστοχασμός είναι από τα στοιχεία που τελικά θα χαρακτηρίσουν την ευρωπαϊκή σκέψη , και αυτό ακριβώς  πράττει ο Νίτσε , ακόμη κι αν  είναι ο λόγος  του σκληρός και αδυσώπητος. Αυτή δε  η τεράστιας σημασίας κατάκτηση , δηλαδή  η αποδοχή  όχι μόνο της κριτικής  , αλλά και της άρνησης και της αμφισβήτησης , υπήρξε  ένα πνευματικό και κοινωνικό γεγονός που οφείλει πολλά σε στοχαστές , όπως ο Νίτσε  και ο Μάρξ.

Δίπλα λοιπόν στις ευφυείς επισημάνσεις του Νίτσε , υπάρχει ένας λόγος ποιητικός , υπερρεαλιστικός , παραληρηματικός κάποτε  , που ζητά την έξοδο των εργαζόμενων  από την Ευρώπη.

Παρότι η έξοδος αυτή , υπό άλλη μορφή , έγινε, δεν προξένησε τις αλλαγές που προσδοκούσε ο Νίτσε , ούτε στην Ευρώπη , ούτε στις Νέες Χώρες. Η μετανάστευση μετέφερε την απαλλοτρίωση της ανθρώπινης ύπαρξης από την μια χώρα στην άλλη. Σε μια εποχή ειδικότερα που η οικονομία αποκτά παγκόσμια χαρακτηριστικά , παρότι η συμμετοχή στον καπιταλισμό είναι διαφορετικού χαρακτήρα και αναλογίας σε κάθε κράτος , η αντιμετώπιση των προβλημάτων που με ριζικό τρόπο θέτει ο λόγος του Νίτσε ( και φυσικά και ο Μάρξ) μπορεί να γίνει με διαφορετικό τρόπο , δηλαδή με μια οργάνωση της εργασίας , που θα συνδυάζει την εργασία με το παιχνίδι , την δημιουργία , δεν θα θυσιάζει το ανθρώπινο πρόσωπο στον βωμό της παραγωγικότητας  και θα οδηγήσει  σταδιακά  στην μείωση του χρόνου της μισθωτής εργασίας.

Δεν μας διαφεύγει ότι η εργασία , σε μια εξιδανικευμένη της τουλάχιστον μορφή , συνδέει  το άτομο με την κοινωνία , είναι στοιχείο δημιουργικότητας , αλληλεγγύης   , ανεξαρτησίας ,αξιοπρέπειας και  βέβαια βιοπορισμού. Ο  άνεργος είναι αναγκασμένος να αποδέχεται πολλές ταπεινώσεις , να οδηγείται  στο περιθώριο της κοινωνίας  και να επιζεί από την φιλανθρωπία , γεγονός που επιτείνει τον ευτελισμό του.

Ο Νίτσε επισημαίνει ορθά ότι στον εγκώμιο της εργασίας   βλέπει  « την ίδια υστερόβουλη σκέψη όπως στον  έπαινο των κοινωφελών απρόσωπων πράξεων : εκείνη του φόβου για κάθε ατομικό ».[95]

Πιστεύει ότι η σκληρή εργασία είναι μια μέθοδος  για να σιγάσει κάθε επιθυμία για ελευθερία , αλλά και να πάψει να υπάρχει το ανθρώπινο πρόσωπο: « Παρατηρώντας την εργασία , αισθάνεται κανείς σήμερα κατά βάθος – με την λέξη εργασία εννοείται πάντα εκείνη  η σκληρή εργατικότητα από νωρίς έως αργά  – ότι  μια τέτοια εργασία  είναι η καλύτερη  αστυνομία , ότι χαλιναγωγεί  τους πάντες και ξέρει να εμποδίζει δυναμικά την ανάπτυξη του λογικού , της επιθυμίας , του πόθου  για ανεξαρτησία. Διότι ξοδεύει εξαιρετικά πολλή νευρική δύναμη , την οποία έτσι αφαιρεί από τον στοχασμό , τον αναλογισμό , την ονειροπόληση , τις μέριμνες , την  αγάπη , το μίσος : βάζει έναν μικρό σκοπό πάντα εν όψει και εγγυάται εύκολες και κανονικές ικανοποιήσεις . Έτσι , μια κοινωνία , στην οποία θα υπάρχει συνεχής σκληρή εργασία , θα έχει μεγαλύτερη ασφάλεια : και την ασφάλεια ακριβώς λατρεύουν σήμερα ως την ανώτερη θεότητα .- Και τώρα ! Φρίκη ! Ο «εργάτης » ακριβώς έχει γίνει επικίνδυνος ! Ο τόπος βρίθει από «επικίνδυνα άτομα »! Και πίσω απ’ αυτά ο κίνδυνος των κινδύνων – το άτομο ! ».[96]

Είναι τραγικό μια κοινωνία που επαγγέλλεται , ως ιδρυτική της αρχή , την πρωτοκαθεδρία του ατόμου  απέναντι σε κάθε συλλογικότητα , να εκμηδενίζει τελικά  το ανθρώπινο πρόσωπο μέσα σε μια αγέλη , όπου η επιθυμία  για ελευθερία , για όνειρο , για βίωση αισθημάτων έχει αντικατασταθεί από την επιθυμία για ασφάλεια από εκείνους που βρίσκονται  εντός και εκτός των τειχών.

Η κριτική του Νίτσε στην μισθωτή εργασία , η επιθυμία για διάσωση του ανθρώπινου προσώπου , για ανεξαρτησία και ονειροπόληση φέρνει τον στοχασμό του, κοντά σε κάποιους   ρομαντικούς λόγους  του Μάρξ , όπου  ο « καθένας  μπορεί να τελειοποιηθεί σε οποιονδήποτε κλάδο θέλει , η κοινωνία ρυθμίζει την γενική παραγωγή κι έτσι κάνει δυνατό για μένα να κάνω ένα πράγμα σήμερα κι άλλο αύριο , να κυνηγώ το πρωί , να ψαρεύω το απόγευμα , να φροντίζω  τα ζώα το βράδυ , να κριτική μετά το δείπνο , όπως ακριβώς μου αρέσει , χωρίς ποτέ να γίνομαι κυνηγός , ψαράς , βοσκός ή κριτικός»[97]  – που βέβαια αντιφάσκουν με τον πρωταρχικό ρόλο που αποδίδει ο ίδιος στην ανθρώπινη εργασία  σε άλλα κείμενα του[98] – όπως  και με τον γαλλικό περσοναλισμό. Βεβαίως η σκέψη του Μάρξ για την εργασία προέρχεται από τον άλλο αντίπαλο του Νίτσε , τον Χέγκελ και την σχέση κύριου-δούλου  όπου « με την εργασία ο δούλος συνειδητοποιεί την αληθινή του φύση».[99] Παρά τις επί μέρους διαφωνίες με τον Χέγκελ του αναγνωρίζει ότι «υιοθετεί την άποψη της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας .Βλέπει την εργασία σαν ουσία , η αυτό- επιβεβαιούμενη  ουσία  του ανθρώπου. Βλέπει μόνο τη θετική και όχι την αρνητική πλευρά της εργασίας .Η  εργασία είναι ο ερχομός του ανθρώπου για τον εαυτό μέσα στην αλλοτρίωση ή ο ερχομός του σαν αλλοτριωμένου ανθρώπου»[100].Συνεπώς μπορεί ο Μάρξ διατυπώνει τις ενστάσεις  του για την αλλοτριωμένη εργασία, αλλά μαζί με τον Χέγκελ αναγνωρίζει σε αυτή την ουσία του ανθρώπου. Βεβαίως η άποψη αυτή δεν τον εμπόδισε να αναγνωρίσει , σε άλλα όπως είδαμε γραπτά του, την σημασία που έχει για τον άνθρωπο ο μη εργάσιμος χρόνος.

Σε ένα άλλο κείμενο με τον τίτλο «Το κράτος στους Έλληνες»[101] ο Νίτσε ισχυρίζεται ότι στην νεοτερικότητα  «όλοι βασανίζονται να διαιωνίσουν με άθλιο τρόπο μια άθλια ζωή .Αυτή η φοβερή ανάγκη τους οδηγεί να κάνουν μια εξουθενωτική εργασία , την οποία θαυμάζει κάθε τόσο ο εκμαυλισμένος από τη «θέληση» άνθρωπος ή ακριβέστερα ανθρώπινος νους , σαν να είναι κάτι αξιοσέβαστο.»[102]Έτσι ενώ στον σύγχρονο άνθρωπο μπορεί να συνδυάζεται ο αγώνας για την ύπαρξη με την ανάγκη της τέχνης στους αρχαίους Έλληνες «η ιδέα ότι η εργασία είναι ένα όνειδος εκφράζεται με τρομακτική ειλικρίνεια »[103]

Αντίθετα στον σύγχρονο κόσμο δεν είναι ο άνθρωπος της τέχνης , αλλά ο δούλος που καθορίζει και ονοματίζει τις σχέσεις με τον κόσμο και για αυτό έχουν έναν απατηλό χαρακτήρα «Φαντάσματα όπως η αξιοπρέπεια του ανθρώπου , η αξιοπρέπεια της εργασίας , είναι ενδεή προϊόντα της δουλείας που κρύβεται από τον ίδιο τον εαυτό της .»[104]Προχωρώντας ακόμη περισσότερο , ο Νίτσε , ισχυρίζεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την εργασία και την δουλεία ως   αναγκαιότητα για την οποία ένιωθαν συγχρόνως ντροπή και όνειδος. Μάλιστα η ύπαρξη στρωμάτων που εργάζονται δουλικά είναι προυπόθεση για την ανάπτυξη του πολιτισμού, ενώ ο καθένας αποκτά αξιοπρέπεια καθώς γίνεται εργαλείο της μεγαλοφυΐας. Αμφίσημη είναι σε αυτό το σημείο η θέση του Νίτσε για το κράτος .Ενώ το θεωρεί  αναγκαίο συγχρόνως επισημαίνει ότι «πρέπει να δεχτούμε ότι ένα όν που ερευνά τη γέννηση του κράτους , θα αναζητούσε στο εξής ,γεμάτο  φρίκη , τη σωτηρία του μόνο στην απομάκρυνση από αυτό»[105] Παρότι εσφαλμένα γράφει ότι η εξάπλωση της καθολικής ψηφοφορίας δείχνει τον φόβο μπροστά στον πόλεμο – μετά την Γαλλική Επανάσταση ξέσπασαν πόλεμοι με τέτοια συμμετοχή του λαού που δεν υπήρξε στο παρελθόν των δυναστικών κρατών- εντοπίζει την ανάδυση μιας αριστοκρατίας του χρήματος , που απαρτίζεται από απάτριδες κοσμοπολίτες «εκείνους τους ερημίτες του χρήματος , οι οποίοι , επειδή δεν διαθέτουν εκ φύσεως το κρατικό ένστικτο , έχουν μάθει να χρησιμοποιούν καταχρηστικά το κράτος και την κοινωνία ως μηχανισμούς για να πλουτίζουν οι ίδιοι.»[106]Κατά το παράδειγμα και πάλι ,του Ε.Γιούνγκερ, θα αναζητήσει στον πόλεμο την διέξοδο από την «τη χρησιμοποίηση της επαναστατικής σκέψης στην υπηρεσία μιας ιδιοτελούς και άνευ σχέσεων με το κράτος αριστοκρατία του χρήματος»[107] .Βεβαίως  η διατύπωση ενός δέοντος από τον Νίτσε τελεί από την ριζική σχετικότητα και την αποφασιστική άρνηση να υψώσει νέες θεότητες. Όπως γράφει «Το τελευταίο που υπόσχομαι είναι να «βελτιώσω» την ανθρωπότητα .Δεν θα στήσω καινούρια είδωλα, ας μάθουν τα παλιά τι σημαίνει να έχουν πήλινα πόδια .Το αναποδογύρισμα των ειδώλων (είδωλα είναι η λέξη μου για τα «ιδεώδη») – αυτή είναι μάλλον η δουλειά μου.»[108]

 

Ο Νίτσε αφού προηγουμένως αποθεμελίωσε όλα τα υπάρχοντα πολιτικά συστήματα , διαλέγει ως την δική του ουτοπία μια πνευματική αριστοκρατία , που θα ζει ασκητικά, μοναχικά ,με ελάχιστα αγαθά , συμφιλιωμένη με την οδύνη και τις κακουχίες[109] . Απέναντι στην τάση του εκδημοκρατισμού και των ίσων δικαιωμάτων , που κάνει  «το αγελαίο ζώο κύριο»  ,αυτός κατέχεται από το πάθος της απόστασης. Στοχεύει σε νέες ιεραρχίες που δεν είναι όμως ούτε οι ιεραρχίες του χρήματος , ούτε ιεραρχίες που αποθεώνουν το κράτος. Πρόκειται βέβαια για μια δική του επιθυμία , που δεν έχει ελπίδα να γίνει μέρος της πραγματικότητας , διότι προϋποθέτει μια βαθύτατη ανατροπή , που θα έχει γίνει πρώτα στην συνείδηση των ανθρώπων και θα έχει τέτοια ισχύ ώστε να μπορεί να επιβληθεί στην πολιτική που στηρίζεται από το κράτος και τα μέσα ενημέρωσης. Σε αντίθεση με τον Δαρβίνο θεωρεί ότι αυτοί που επικρατούν δεν είναι οι ισχυροί ,αλλά οι αδύναμοι .Οι ισχυροί είναι σπάταλοι ,ενώ αποδεκατίζονται σε μάχες μεταξύ τους ,και  τα αισθήματα που έχουν τα ξοδεύουν : «η ύπαρξή τους είναι δαπανηρή »[110].

Η δημοκρατία ισοπεδώνει τους πληθυσμούς της Ευρώπης και τις ιεραρχίες που διέπονταν ,προετοιμάζοντας μια νέα κυρίαρχη  τάξη, ώστε  «οι ίδιες συνθήκες που επισπεύδουν την εξέλιξη του  αγελαίου ζώου ,επισπεύδουν και την εξέλιξη του ηγετικού ζώου»[111].Αναρωτιέται αν  την ευρωπαϊκή δημοκρατία θα την διαδέχεται «ένα ανώτερο είδος κυριάρχων και καισαρικών πνευμάτων που θα στέκονταν πάνω σ’ αυτό, , που θα διατηρούνταν απ’ αυτό , και που θα ανυψώνονταν μέσω αυτού; » και «μια τολμηρή κυρίαρχη ράτσα πάνω στη βάση μιας εξαιρετικά έξυπνης αγελαίας μάζας.»[112] Προβλέπει ότι πλησιάζει ο καιρός που η γη θα κυβερνηθεί σαν σύνολο και αναρωτιέται «Και για ποιο σκοπό θα αναδυθεί και θα εκτραφεί ο «άνθρωπος » ως σύνολο – και όχι πια ως λαός , φυλή ;».[113] Είναι ερωτήματα που μπορεί να προοιωνίζουν την παγκοσμιοποίηση , αλλά ο Νίτσε δεν μπορεί να τα απαντήσει .  Κάποιες προυποθέσεις , που θέτει , όπως είναι η αντιστροφή των αξιών , η ανάδυση ενός «είδος ανθρώπου ύψιστης πνευματικότητας και δύναμης της θέλησης »[114], μόνο ως  παιχνίδια του νου μπορούν να ερμηνευθούν. Προς το παρόν ας συγκρατήσουμε ότι καμιά κοινωνία (καπιταλιστική , σοσιαλιστική ή οποιαδήποτε άλλη) δεν μπορεί να λειτουργήσει , αν δεν υπάρχουν κάποιοι , που μπορεί και να είναι μειοψηφία, οι οποίοι δεν έχουν ως μοναδική ή κύρια αξία τους το χρήμα , αλλά η δραστηριότητά της θα διέπεται από τις μη-εγχρήματες αξίες.

Η κοινωνία του χρήματος και αυτή που ήθελε να φαίνεται ως αντίθετή της  , ο σοσιαλισμός (ο υπαρκτός σοσιαλισμός , η σοσιαλδημοκρατία ), συγχωνεύτηκαν  και δεν αποτελούν πλέον δύο διαφορετικές εκδοχές της νεωτερικότητας , αλλά μια  .Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να θριαμβολογούν , να θεωρούν τον εαυτό τους ως το τέλος της ιστορίας , αλλά δεν μπορούν να αναλογιστούν ούτε την μικροπολιτική  τους , ούτε την αντιαισθητική τους ευτέλεια  . Δεν συνιστούν μέρος της φυσικής τάξης ή έξοδο από τον μηδενισμό , αλλά μεταμφιέσεις του μηδενός.

Ο Νίτσε και ο Μάρξ αν δεν χρησιμοποιηθούν ,ως ιερά κείμενα  ,ή ως ιερά τέρατα  είναι το ίδιο αναγκαίοι για να κατανοήσουμε την νεωτερικότητα .Ξεκινώντας από δύο διαφορετικές αφετηρίες , ο ένας από το πάθος της ισότητας , ο άλλος από το πάθος της απόστασης γίνονται και οι  δύο κριτικοί της κοινωνίας που έχει ανάγει ως κύρια αξία και θεμέλιο της ,το χρήμα. Βεβαίως είναι ενδιαφέρον το που μπορούμε να φτάσουμε ακολουθώντας τα ερωτήματά τους και τις σκέψεις. Ο Νίτσε δίχως να το περιμένει γράφοντας ότι , «δεν υπάρχουν γεγονότα , αλλά μόνον ερμηνείες » [115], προανήγγειλε   τον μεταμοντερνισμό. Το πιο παράδοξο είναι ότι  οραματιζόμενος μια πνευματική αριστοκρατία εξέρχεται από τα όρια της πολιτικής και εισέρχεται στα όρια της ηθικής και της αισθητικής .Η σημαντικότερη συνεισφορά του , που τον φέρνει δίπλα στον Ντοστογιέφσκι , που θαύμαζε απεριόριστα  , είναι η τοποθέτηση του τραγικού στοιχείου     και του τραγικού  ανθρώπου – κι όχι μια τυφλά αισιόδοξης πίστης – στο κέντρο της μεταξίωσης όλων των αξιών ,στην  καρδιά της πορείας εξόδου από τον μηδενισμό : «Είναι τα ηρωικά πνεύματα που λένε Ναι στον εαυτό τους ,στην τραγική σκληρότητα :είναι αρκετά σκληρά για να αισθάνονται τον πόνο σαν ηδονή».[116]

[1] Γ.Λούκατς : «Φ.Νίτσε :Κάτω από το φως του μαρξισμού»,Πρόλογος-Μετάφραση Ξεν.Ι.Καράκαλου ,Εκδόσεις Μαρή ,Αθήνα 1980, σελ.9.Το  δοκίμιο του Λούκατς  για τον Νίτσε περιέχεται  στο έργο του «Η καταστροφή του Λόγου»

[2] όπως προηγούμενα σελ. 7

[3] Δ.Γληνός :Εκλεκτές σελίδες , Εκδόσεις Στοχαστής, Τόμος Α’ , σελ. 100 στο δοκίμιο του «Νοσταλγός ή προφήτης :ένα σύντομο σκίτσο για το Νίτσε  και τη φιλοσοφία », που πρωτοδημοσιεύθηκε ,ως πρόλογος στο έργο του Φ.Νίτσε «Η γενεαλογία της ηθικής », που μετέφρασε ο ίδιος με το ψευδώνυμο Δ.Αλεξάνδρου και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Γκοβόστη στην Αθήνα το 1942.

[4] Φ.ΝΙΤΣΕ : «Ανεπίκαιροι Στοχασμοί », ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ,Θεσσαλονίκη 1996, Εισαγωγή- μετάφραση – χρονικό Ι.Σ.Χριστοδούλου ,Πρόλογος Σ.Δεληβογιατζής σελ. 265-266.

[5] Όπως προηγούμενα σελ.266

[6] Όπως προηγούμενα σελ 267

[7] Όπως προηγούμενα σελ 267

[8] Όπως προηγούμενα σελ 267.Σε ένα άλλο σημείο του ίδιου βιβλίου συνηγορεί υπέρ των γνήσιων χριστιανών (όπως ήταν για παράδειγμα  οι ασκητές  ) , που κράτησαν τον χριστιανισμό εκτός του κράτους : « Οι περισσότερο γνήσιοι  και αληθινοί  οπαδοί του Χριστιανισμού , την κοσμική του επιτυχία , την επονομαζόμενη «ιστορική ισχύ » του ,ανέκαθεν την αμφισβήτησαν και την εμπόδισαν περισσότερο παρά την υποστήριξαν .Γιατί φρόντιζαν να θέσουν εαυτούς εκτός «του κόσμου» , και δεν ανησυχούσαν για την «πορεία  της χριστιανικής ιδέας» γι’ αυτό κυρίως έχουν μείνει εντελώς άγνωστοι και ανώνυμοι στην Ιστορία »(σελ.193).

[9] Όπως προηγούμενα σελ 272

[10] Όπως προηγούμενα σελ 279

[11] Όπως προηγούμενα σελ279

[12] Όπως προηγούμενα σελ 279

[13] Όπως προηγούμενα σελ 279

[14] Όπως προηγούμενα σελ 279.Στους «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς» , ο Σωκράτης σε αντίθεση με άλλα έργα του Νίτσε , έχει μια απόλυτα θετική αντιμετώπιση.

[15] Όπως προηγούμενα σελ 280

[16] Όπως προηγούμενα σελ 284

[17] Όπως προηγούμενα σελ 294

[18] Όπως προηγούμενα σελ295

[19] Όπως προηγούμενα σελ 301

[20] Όπως προηγούμενα σελ 302

[21] Όπως προηγούμενα σελ332

[22] Όπως προηγούμενα σελ335

[23] Όπως προηγούμενα σελ 389

[24] Όπως προηγούμενα σελ 179

[25] Όπως προηγούμενα σελ 185

[26] Όπως προηγούμενα σελ 219

[27] Όπως προηγούμενα σελ 229

[28] Όπως προηγούμενα σελ 241

[29] Όπως προηγούμενα σελ 242

[30] Όπως προηγούμενα σελ 256

[31] Όπως προηγούμενα σελ 256-257

[32] Όπως προηγούμενα σελ 259.

[33] Όπως προηγούμενα σελ 263

[34]Φ.Νίτσε : «Μαθήματα για την Παιδεία », Εκδόσεις Ροές , Μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος

[35] Όπως προηγούμενα σελ 47, 48

[36] Όπως προηγούμενα σελ 49

[37] Όπως προηγούμενα σελ 51

[38] Όπως προηγούμενα σελ 53

[39] Όπως προηγούμενα σελ 55

[40] Όπως προηγούμενα σελ 55

[41] Όπως προηγούμενα σελ 65

[42] Όπως προηγούμενα σελ 65

[43] Όπως προηγούμενα σελ 83

[44] Όπως προηγούμενα σελ 102

[45] Όπως προηγούμενα σελ 102

[46] Όπως προηγούμενα σελ 103

[47] Όπως προηγούμενα σελ 103,104

[48] Όπως προηγούμενα σελ 118

[49] Όπως προηγούμενα σελ 120

[50] Όπως προηγούμενα σελ 130,131. Ένας στοχαστής που προέρχεται από την ορθόδοξη  χριστιανική σκέψη  ο Σ .Γουνελάς σχολίασε εκτεταμένα   στο δοκίμιο του  «Ο Φ.Νίτσε , οι διαλέξεις για την παιδεία»  ,που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του « Η κρίση του πολιτισμού» , τις σκέψεις του Νίτσε και κατέληξε  ότι «Οι διαλέξεις του Νίτσε μας επαναφέρουν με σαφήνεια και ανιδιοτέλεια μπροστά στην πραγματικότητα , φωτίζοντας την ελληνικά , υπό ορισμένη έννοια. Ο πυρήνας από τον οποίο αντλεί και στον οποίο παραπέμπει δεν είναι μια στείρα αρχαιολατρία , αλλά η γονιμοποίηση του και των αισθήσεων στη σημερινή εποχή ή σε οποιαδήποτε άλλη, έτσι ώστε να βοηθηθεί ο άνθρωπος να ξαναβρεί το «μέγεθος», που έχασε »(σελ.127).

[51] «Ανθρώπινο πολύ Ανθρώπινο» , Εκδόσεις Μ. Δαμιανού , Μετ.Ε.Καλκάνη

[52] Όπως προηγούμενα σελ.441 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 310)

[53] Όπως προηγούμενα σελ.439,440 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 304)

[54] Όπως προηγούμενα σελ. 441 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 308)

[55] Όπως προηγούμενα σελ. 442 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 317)

[56] Όπως προηγούμενα σελ. 550,551 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 220)

[57] Όπως προηγούμενα σελ. 571 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 285)

[58] Όπως προηγούμενα σελ. 572 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 286)

[59] Όπως προηγούμενα σελ. 572 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 288)

[60] Όπως προηγούμενα σελ. 292(από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 472)

[61] Όπως προηγούμενα σελ. 293 (από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 473)

[62] Όπως προηγούμενα σελ. 293(από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 473)

[63] Όπως προηγούμενα σελ. 293(από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 473)

[64] Φ. ΝΙΤΣΕ:Ιδε ο Άνθρωπος ,Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ. 90

[65] Φ. ΝΙΤΣΕ:Ιδε ο Άνθρωπος ,Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ143

[66] Φ. ΝΙΤΣΕ:Ιδε ο Άνθρωπος ,Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ 146,147

[67] Φ. ΝΙΤΣΕ:Το λυκόφως των ειδώλων, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ.65,66

[68] Φ. ΝΙΤΣΕ:Το λυκόφως των ειδώλων, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ.69

[69] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ.42

[70] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ129

[71] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ 50

[72] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ 168

[73] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ 183

[74] Φ.ΝΙΤΣΕ; «Γενεαλογία της Ηθικής»,Εκδόσεις Γκοβόστης, ,Μετάφραση Άρης Δικταίος , σελ.120

[75] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Αυγή», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας, σελ.127

[76] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Η θέληση για δύναμη», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας,σελ.44

[77]Φ.ΝΙΤΣΕ «Ανθρώπινο πολύ Ανθρώπινο» , Εκδόσεις Μ. Δαμιανού , Μετ.Ε.Καλκάνη, σελ.571,(από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 285)

[78] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Ο Αντίχριστος», Εκδοτική Θεσσαλονίκης ,Μετάφραση Ζ.Σαρίκα ,σελ. 71.

[79] Στο «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα »(Εκδόσεις Δωδώνη , Μετάφραση Α.Δικταίου ): «Κράτος λέγεται το πιο παγερό απ’ όλα τα παγερά τέρατα. Κ’ επίσης παγερά ψεύδεται. Και τα ψέματα αυτά έρπουν από το στόμά του: «Εγώ ,το κράτος ,είμαι ο λαός .Αυτό είναι ψέμα !Δημιουργοί ήσαν αυτοί που δημιούργησαν τους λαούς  και κρέμασαν από πάνω τους μια πίστη και μιαν αγάπη :έτσι υπηρέτησαν τη ζωή »(σελ. 87), στο «Θέληση για δύναμη » (Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας)  γράφει «Το κράτος ή η οργανωμένη ανηθικότητα –εσωτερικά : ως αστυνομία , ποινικό δίκαιο , τάξεις ,εμπόριο , οικογένεια .Εξωτερικά :ως θέληση για δύναμη , για πόλεμο , για κατάκτηση , για εκδίκηση»(σελ.336),ενώ δικαιολογεί την εξέγερση «Το έγκλημα ανήκει στην έννοια «εξέγερση εναντίον της κοινωνικής τάξης πραγμάτων».Δεν «τιμωρούν έναν στασιαστή :τον καταστέλλουν .Ένας στασιαστής μπορεί να είναι άθλιος και αξιοπεριφρόνητος άνθρωπος .Αλλά δεν υπάρχει τίποτε μεμπτό σε μια εξέγερση καθ’ εαυτήν – και το να είσαι στασιαστής σε σχέση με το δικό μας είδος κοινωνίας  δεν μειώνει από μόνο του την αξία ενός ανθρώπου .Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις όπου οφείλει κανείς να τιμήσει έναν στασιαστή ,επειδή αυτός βρίσκει κάτι στην κοινωνία μας εναντίον του οποίου χρειάζεται να γίνει πόλεμος : όπου μας ξυπνά από τον λήθαργό μας ….Σε όλα σχεδόν τα εγκλήματα βρίσκουν επίσης έκφραση ορισμένες ιδιότητες που δεν πρέπει να λείπουν από έναν άνθρωπο .Δεν ήταν αδικαιολόγητο που ο Ντοστογιέφσκι είπε για τους τροφίμους των σιβηριανών φυλακών του  ότι αποτελούσαν το πιο ισχυρό και πιο αξιόλογο κομμάτι του ρωσικού λαού» (σελ.343 ,344)

[80] Στο «Λυκόφως των Ειδώλων», Εκδοτική Θεσσαλονίκης , Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας : «Στοιχίζει πολύ ακριβά η άνοδος στην εξουσία :η εξουσία σε κάνει ηλίθιο »(σελ.51)

[81] Στο «Θέληση για δύναμη » (Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας)  γράφει «Λίγος καθαρός αέρας !Αυτή η παράλογη κατάσταση της Ευρώπης δεν πρέπει να συνεχιστεί άλλο ! Υπάρχει καμιά ιδέα πίσω απ’ αυτόν τον βοϊδίσιο εθνικισμό ;  » (σελ. 347)

[82] Στο «Γενεαλογία της Ηθικής  » Εκδόσεις Γκοβόστης, ,Μετάφραση Άρης Δικταίος γράφει : «Μα , πρώτ’ απ’ όλα , θα πώ κάτι στο αυτί των ψυχολόγων μας , αν υποθέσουμε πως θα τους έκανε κέφι να μελετήσουν από πιο κοντά την ίδια τη μνησικακία :το φυτό αυτό ανθίζει , σήμερα , κατά τον ωραιότερο τρόπο , ανάμεσα στους αναρχικούς και στους αντισημίτες , όπως άνθιζε , πάντα , άλλωστε , σαν τον μενεξέ , μ’ όλο που το άρωμά του διαφέρει»(σελ. 75).Στο Φ.ΝΙΤΣΕ: «Ο Αντίχριστος», Εκδοτική Θεσσαλονίκης ,Μετάφραση Ζ.Σαρίκα , γράφει «Μπορούμε να εξισώνουμε πλήρως τον χριστιανό με τον αναρχικό :ο στόχος τους , το ένστικτό τους , κατευθύνεται μόνο προς την καταστροφή. Η ιστορία αποδεικνύει αυτήν την πρόταση με μια εκπληκτική σαφήνεια»(σελ.79).

[83] Στο «Γενεαλογία της Ηθικής  » Εκδόσεις Γκοβόστης, ,Μετάφραση Άρης Δικταίος γράφει : «δε μπορώ να υποφέρω μήτε κι αυτούς τους νεοφανείς εμπόρους του ιδεαλισμού , τους αντισημίτες , που σήμερα στρέφουν άλλού τα μάτια τους και χτυπούν τα χριστιανικά , άρεια , αγαθά στήθεια τους και  που με γαϊδουρινή υπομονή και   ξεθεωτική κατάχρηση  των κοινότερων δημαγωγικών μέσων, την ηθική στάση δηλαδή , ζητούν να ερεθίσουν όλα τα στοιχεία του κερασφόρου ζώου που ‘χει ένας λαός (- αν κάθε είδος πνευματικής απάτης δεν μένει χωρίς επιτυχία στη σημερινή Γερμανία , αυτό οφείλεται στο αδιάψευστο και χειροπιαστό κιόλας φτώχεμα του γερμανικού πνεύματος , που την αιτία του τη ζητώ σε μιαν υπερβολικά αποκλειστική πνευματική τροφή που του δίνεται μ’ εφημερίδες , πολιτική , μπύρα  και βαγκνερική  μουσική , συμπεριλαμβανομένου κι αυτού που αποτελεί προυπόθεση αυτής της δίαιτας : ο εθνικός αποκλειστικισμός κ’ η εθνική ματαιοδοξία , η ισχυρή , μα και στενή αρχή : «Η Γερμανία υπεράνω όλων», μα και ,αμέσως μετά , η paralysis agitans των «μοντέρνων ιδεών» ) » (σελ. 168, 169).Επίσης στο Φ.ΝΙΤΣΕ «Η περίπτωση Βάγκνερ- Νίτσε εναντίον Βάγκνερ , Εκδοτική Θεσσαλονίκης ,Μετάφραση Ζ.Σαρίκα» γράφει : «Δεν αντέχω τίποτε το διφορούμενο .Από τότε που πήγε ο Βάγκνερ στη Γερμανία ,ενέδωσε σιγά-σιγά σ’ όλα  όσα περιφρονώ εγώ –ακόμη και στον αντισημιτισμό  »(σελ.94).

Στο «Πέρα από το καλό και το κακό »(Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση –Επιμέλεια Ζ.Σαρίκας), γράφει «Τι χρωστάει η Ευρώπη στους Εβραίους;- Πολλά πράγματα , καλά και κακά , και προπαντός ένα που είναι ταυτόχρονα από τα καλύτερα και από τα χειρότερα:το μεγάλο στιλ στην ηθική , τη φοβερότητα και τη μεγαλειότητα των ατέλειωτων απαιτήσεων , των ατέλειωτων σημασιών , ολόκληρο τον ρομαντισμό και την εξοχότητα των ηθικών αμφιβολιών – και κατά συνέπεια ακριβώς το πιο ελκυστικό , ύπουλο και διαλεγμένο κομμάτι  εκείνων των χρωματικών παιχνιδιών και των σαγηνών της ζωής από  από  των οποίων την τελευταία αναλαμπή ο ουρανός της ευρωπαϊκής κουλτούρας μας , ο απογευματινός της ουρανός , τώρα φλέγεται – ίσως καίγεται. Εμείς οι καλλιτέχνες μεταξύ των θεατών και των φιλοσόφων είμαστε γι’ αυτό το πράγμα ευγνώμονες – στους Εβραίους….Το ότι οι Εβραίοι θα μπορούσαν , αν το ήθελαν – ή αν αναγκάζονταν , όπως φαίνεται να θέλουν οι αντισημίτες – ακόμη και τώρα να επικρατήσουν , και μάλιστα να κυριαρχήσουν σ’ ολόκληρη την Ευρώπη είναι σίγουρο.. Εξίσου σίγουρο είναι ότι δεν δουλεύουν και δεν κάνουν σχέδια γι’ αυτό το πράγμα.. Στο μεταξύ θέλουν και επιθυμούν μάλλον , ακόμη και με κάποια φορτικότητα , να απορροφηθούν και να αφομοιωθούν από την και μέσα στην Ευρώπη , λαχταρούν να εγκατασταθούν επιτέλους μόνιμα, να γίνουν δεκτοί και σεβαστοί και να δώσουν τέλος στη νομαδική ζωή , στον «περιπλανώμενο Ιουδαίο»  »(σελ. 144,σελ.146).

Στο Φ.ΝΙΤΣΕ: «Η θέληση για δύναμη», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας : «οι αντισημίτες δεν συγχωρούν τους Εβραίους για το ότι έχουν «πνεύμα» – και χρήμα. Οι αντισημίτες – ένα άλλο όνομα για  τους «μη προνομιούχους»(σελ.403)

[84] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Η θέληση για δύναμη», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας,σελ.406

[85] όπως προηγούμενα σελ.406

[86] όπως προηγούμενα σελ.406

[87] όπως προηγούμενα σελ.406

[88] όπως προηγούμενα σελ.407

[89] όπως προηγούμενα σελ.350

[90] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004.

[91] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ.147

[92] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ 147,148

[93] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ147

[94] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ 148

[95] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός  173 ,σελ.124

[96] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός  173 ,σελ.124

[97] Κ.Μάρξ – Φ.Ένγκελς : « Η Γερμανική Ιδεολογία » , μετάφραση Κ.Φιλίνη , Αθήνα ,Gutenberg  , τόμος Α’ , σελ. 78.

[98] Ο Κ.Παπαιωάννου στο έργο του «ο Μάρξ και η φιλοσοφία » επισημαίνει  «Άλλωστε , ο ώριμος Μάρξ , πιο εξοικειωμένος με την πραγματικότητα του βιομηχανικού πολιτισμού . δείχνει ένα μεγάλο σκεπτικισμό , σχετικά με τη δυνατότητα μιας τέτοιας επανεμφάνισης της παλιάς «χαράς της εργασίας».Σ’όλη του τη ζωή ο Marx ,πίστευε , ότι η βιομηχανική  εργασία φανερώνει την «ουσία» του ανθρώπου και αποτελεί την πληρέστερη πραγματοποίηση των «ουσιαστικών δυνάμεων  του ανθρώπου»! » (Κ.Παπαιωάννου:Φιλοσοφία και Τεχνική :ο διάλογος Μάρξ- Χέγκελ, Εναλλακτικές Εκδόσεις ,Εισαγωγή Γ.Καραμπελιά σελ.63)

[99] Γ.Χέγκελ: Φαινομενολογία του πνεύματος ,Εκδόσεις Δωδώνη, Εισαγωγή-μετάφραση –σχόλια Δ.Τζωρτζόπουλου, Τόμος Α’ ,σελ. 343

[100] Κ.Μάρξ:Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, Εκδόσεις Γλάρος, 1975,μετάφραση  Μπάμπη Γραμμένου, σελ.177

[101] Φ.ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.89-106

[102] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.89

[103] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.90

[104] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.91

[105] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.98

[106] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.102

[107] ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.102

[108] Φ.ΝΙΤΣΕ:ΙΔΕ ο Άνθρωπος, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ14

[109] Φ.ΝΙΤΣΕ: Πέρα από το καλό και το κακό »,Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση –Επιμέλεια Ζ.Σαρίκας : «  Νιώθουμε σαν το σπίτι μας σε πολλές χώρες του πνεύματος , ή τουλάχιστον υπήρξαμε φιλοξενούμενοι σε σ’ αυτές. Ξεφεύγαμε πάντα από τις ευχάριστες μουχλιασμένες γωνιές , στις οποίες έδειχναν να μας παραδίδουν η προτίμηση και η προκατάληψη , η νιότη , η καταγωγή , οι συγκυρίες ανθρώπων και βιβλίων , ή και η κόπωση από την  περιπλάνηση .Είμαστε γεμάτοι κακία για τα θέλγητρα της εξάρτησης , που κρύβονται  μέσα στις τιμές , στο χρήμα , στα αξιώματα ή στους ενθουσιασμούς των αισθήσεων .Είμαστε ευγνώμονες προς τη δυστυχία και τη μεταβαλλόμενη αρρώστια , επειδή πάντα μας ελευθέρωνε από κάποιον κανόνα και την  «προκατάληψή» του »(σελ. 50).

[110] Φ.ΝΙΤΣΕ : Η θέληση για δύναμη, Εκδόσεις Νησίδες ,Μετάφραση- επιμέλεια Ζ.Σαρίκας,σελ. 405

[111] όπως προηγούμενα σελ.438

[112] όπως προηγούμενα σελ.438.Παρόμοιες αντιλήψεις εκφράζει στο «Πέρα από το καλό και το κακό »(Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση –Επιμέλεια Ζ.Σαρίκας) : «ο εκδημοκρατισμός της Ευρώπης είναι ταυτόχρονα μια αθέλητη διευθέτηση για τη δημιουργία τυράννων – με όλες τις έννοιες της λέξης , ακόμη και την πιο πνευματική»(σελ.138)

[113] όπως προηγούμενα σελ.438

[114] όπως προηγούμενα σελ.440

[115] όπως προηγούμενα σελ. 238

[116] όπως προηγούμενα σελ.394

 

Πηγή: https://koutroulis-spyros.blogspot.com/2010/11/blog-post_28.html

No Wing : O Μηδενισμός Δεν Σημαίνει Το Τίποτα

Ρωτήστε σχεδόν οποιονδήποτε, και θα σας πει ότι ο μηδενισμός είναι η πίστη στο τίποτα. Αυτή η παρεξήγηση του μηδενισμού, που έγινε δημοφιλής από την ταινία «Ο Μεγάλος Λεμπόφσκι» και διαιωνίστηκε από τεμπέληδες ακαδημαϊκούς και φιλοσόφους, οδήγησε σε ένα είδος δαιμονοποίησης στους αναρχικούς κύκλους. Ο πριμιτιβιστής Τζον Ζέρζαν συχνά οδύρεται για τον μηδενισμό, λέγοντας πράγματα όπως «…αρχίζεις να έχεις ανθρώπους που είναι τόσο μηδενιστές που δεν νοιάζονται καν για τη ζωή πια». Για τον Ζέρζαν, μηδενισμός είναι απλά να μη νοιάζεσαι για τη ζωή.

Ακόμη και κάποιος που αντιτίθεται στον πριμιτιβισμό, ο τρανσουμανιστής William Gillis δηλώνει ««Μπορεί ένας μηδενιστής να είναι αναρχικός;». Όχι. Με τίποτα. Ο μηδενισμός είναι η φιλοσοφία της απόλυτα κοινωνιοπαθητικής κοινωνίας μας. Όλα όσα πολεμάμε». Αν οι πριμιτιβιστές και οι τρανσουμανιστές μπορούν και οι δύο να μισούν τον μηδενισμό μαζί τόσο δραστήρια, ίσως αυτό δείχνει ότι έχουν περισσότερα κοινά απ’ όσα θα περίμενε κανείς. Ίσως ο μηδενισμός να είναι ένας βολικός μπαμπούλας για τους αναρχικούς που είναι τόσο βαθιά ριζωμένοι στις δικές τους ιδεολογίες του πριμιτιβισμού/του τρανσουμανισμού/κ.λπ. που αυτές οι ιδεολογίες έχουν αρχίσει να αντικαθιστούν τον αναρχισμό;

Είναι ο μηδενισμός απλώς «αδιαφορία για τη ζωή»; Με τίποτα! Οι πρώτοι μηδενιστές ονομάστηκαν έτσι επειδή τίποτα «από όσα υπήρχαν τότε δεν έβρισκαν εύνοια στα μάτια τους». Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν πίστευαν σε τίποτα ή ότι δεν νοιάζονταν για τη ζωή. Ακριβώς το αντίθετο! Για εκείνους που θα αποτελούσαν τα θεμέλια του μηδενισμού, η ζωή ήταν αρκετά σημαντική ώστε να απορρίψουν εκείνα τα πράγματα που θα επιχειρούσαν να περιορίσουν τη ζωή. Οι πρώτοι μηδενιστές κοίταξαν γύρω τους, δεν είδαν τίποτα που να τους αρέσει, και στη συνέχεια ξεκίνησαν να καταστρέφουν αυτά τα πράγματα, δημιουργώντας παράλληλα δομές και συνθήκες που τους ευχαριστούσαν. Ο μηδενισμός πηγάζει από τους ανθρώπους που θέλουν να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες τους μέσω της δράσης. Αν ο μηδενισμός ήταν απλώς άνθρωποι που δεν νοιάζονται, όπως ισχυρίζεται ο Ζέρζαν, τότε ο μηδενισμός δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει τη δολοφονία ενός τσάρου και σχεδόν την ανατροπή μιας αυτοκρατορίας. Η ιστορία δεν υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του κ. Ζέρζαν.

Μπορεί κανείς να είναι αναρχικός και μηδενιστής, όπως ισχυρίζεται ο κ. Gillis ότι είναι αδύνατον; Φυσικά! Βασικά, από τον Renzo Novatore, μέχρι την ΣΠΦ, μέχρι την FAI, οι αναρχικοί είναι μηδενιστές για πάνω από έναν αιώνα, και σχεδόν όσο καιρό χρησιμοποιείται η φράση “αναρχισμός” στην πολιτική. Ο κ. Gillis είτε κάνει μεγαλεπήβολους ισχυρισμούς, ενώ αγνοεί την ιστορία, είτε ισχυρίζεται ότι άνθρωποι και ομάδες που έχουν κάνει πολύ περισσότερα όσον αφορά τη δημιουργία της αναρχίας από τον ίδιο δεν είναι αναρχικοί, και μάλιστα εχθροί του αναρχισμού! Και πάλι, η πραγματικότητα έρχεται σε αντίθεση με εκείνους που θα έκαναν ψευδείς ισχυρισμούς για τον μηδενισμό.

Ο κ. Gillis ισχυρίζεται ότι ο μηδενισμός «είναι η φιλοσοφία της απόλυτα κοινωνιοπαθητικής κοινωνίας μας». Μακάρι να ήταν έτσι! Μακάρι η κοινωνία μας να είχε τις ρίζες της στην απόρριψη των καταναγκαστικών κοινωνικών προτύπων και στην επίθεση στις καταπιεστικές δομές! Αυτό κάνουν οι μηδενιστές… Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος πώς αυτό τους κάνει εχθρούς του αναρχισμού.

“Άρνηση κάθε κοινωνίας, κάθε σέκτας, κάθε κανόνα, κάθε θρησκείας. Αλλά δε λαχταρώ τη Νιρβάνα περισσότερο από ότι ποθώ τον απελπισμένο και ανίσχυρο πεσιμισμό του Σοπενχάουερ, ο οποίος είναι χειρότερος από τη βίαια αποκήρυξη της ίδιας της ζωής. Ο δικός μου πεσιμισμός είναι ενθουσιώδης και διονυσιακός, σαν φλόγα που πυρπολεί τη ζωτική μου αφθονία, που χλευάζει κάθε θεωρητική, επιστημονική και ηθική φυλακή.”— Renzo Novatore

Ο Renzo Novatore, ένας Ιταλός μηδενιστής αναρχικός των αρχών της δεκαετίας του 1900, καταπολεμά συγκεκριμένα αυτή την ιδέα του μηδενισμού ως κάποια επιδεινούμενη απελπισία και απορρίπτει τον μηδενισμό ως «ανίσχυρη απαισιοδοξία». Ο Νοβατόρε κατανοεί ότι οι εξουσιαστές μπορεί να έχουν πολλές μορφές, ακόμη και «θεωρητικές, επιστημονικές και ηθικές». Ως αναρχικοί, δεν θα έπρεπε να είμαστε σε εγρήγορση απέναντι σε όλες τις έννοιες ως δυνητικούς κυβερνήτες; Δεν θα έπρεπε να προσπαθήσουμε να αντιταχθούμε χειροπιαστά σε ό,τι μας εξαναγκάζει; Δεν θα έπρεπε να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε συνθήκες που να ταιριάζουν καλύτερα στις επιθυμίες μας; Για τον κ. Gillis, αυτές οι πράξεις θα ήταν υπερβολικά μηδενιστικές, γεγονός που τον αφήνει να κρατά έναν αναρχισμό που θα φαινόταν αρκετά αναποτελεσματικός. Θα έλεγα ότι ο μηδενισμός είναι ένα κομπλιμέντο, αν όχι εγγενές, για τον αναρχισμό.

Ο μηδενισμός, που απέχει πολύ από την πίστη στο τίποτα, μας προτρέπει να δράσουμε. Μας ενθαρρύνει να δημιουργήσουμε τον κόσμο που θέλουμε να δούμε, και να το κάνουμε αμέσως τώρα. Όπως πήραν οι πρώτοι μηδενιστές από τον Μπακούνιν: «Το πάθος για καταστροφή είναι και δημιουργικό πάθος!» Ο μηδενισμός δεν είναι κάποιο απελπιστικό τέλος, είναι μια φωτεινή αρχή!

«(Ο μηδενισμός) στέκεται σαν ένα άκρο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί, και όμως είναι ο μόνος αληθινός δρόμος για να πάει κανείς παραπέρα- είναι η αρχή μιας νέας έναρξης.» – Maurice Blanchot

Γιατί, λοιπόν, υπάρχει αυτή η συντονισμένη προσπάθεια ενάντια στην έννοια του μηδενισμού από πολλές διαφορετικές γωνιές του αναρχισμού; Γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι τόσο αποφασισμένοι να αντιταχθούν σε αυτό που είναι εξ ορισμού και ιστορικά κάτι που έχει εμπεδωθεί σε μεγάλο βαθμό στον αναρχισμό; Θα έλεγα ότι αυτό οφείλεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι φιγούρες έχουν τοποθετηθεί μέσα στον αναρχισμό. Η απροθυμία του μηδενισμού να αποδεχτεί το δόγμα έρχεται σε αντίθεση με τις ίδιες τις δογματικές θέσεις που έχουν λάβει αναρχικοί όπως ο Gillis και ο Ζέρζαν. Έχοντας χρωματίσει τους εαυτούς τους σε γωνίες ως τρανσουμανιστές ή πριμιτιβιστές, άνθρωποι σαν αυτούς πιθανόν να αισθάνονται απειλή από έναν μηδενισμό που θα απέρριπτε τον τρανσουμανισμό ή τον πριμιτιβισμό ως στατικές ιδεολογίες. Εξάλλου, ο μηδενισμός απαιτεί μια ρευστότητα των ιδεών που κινείται μαζί με τη ρευστότητα των επιθυμιών και δεν ενδιαφέρεται για «θεωρητικές φυλακές» που διεκδικούν έναν συγκεκριμένο δρόμο προς την αναρχία. Ο Gillis και ο Ζέρζαν έχουν στηριχθεί σε πολύ συγκεκριμένα σύνολα ιδεών, και καταλαβαίνουν ότι ο μηδενισμός αμφισβητεί αυτές τις ιδέες στις οποίες κάθονται….. Είτε αυτό, είτε είναι πραγματικά απλά αμόρφωτοι και αδαείς ως προς τις πραγματικές καταβολές του μηδενισμού.

«Κάθε κοινωνία που θα φτιάξετε θα ‘χει τα όρια της και στα όρια της θα δρουν οι ηρωικοί και αναμαλλιασμένοι τυχοδιώκτες, με την παρθένα και άγρια σκέψη τους, που ξέρουν να ζούνε μονάχα, ετοιμάζοντας αδιάλειπτα νέες και τρομερές εξεγερσιακές εκρήξεις. Εγώ θα είμαι μεταξύ αυτών!» — Renzo Novatore

Ο μηδενισμός στέκεται ενάντια στον πρεσκριπτιβισμό και το δόγμα των προκατασκευασμένων ιδεολογιών. Ενθαρρύνει τη δράση και κινεί τους ανθρώπους να αναιρούν ό,τι τους καταπιέζει, ενώ παράλληλα δημιουργούν τις επιθυμίες τους. Ο μηδενισμός δεν είναι μια παθητική απόρριψη της ζωής, αλλά μια δραστήρια γιορτή της ζωής, της ικανότητάς μας να δημιουργούμε και να καταστρέφουμε. Ο μηδενισμός κατανοεί την ανάγκη για συνεχή επαγρύπνηση ενάντια στην ασβεστοποίηση που συμβαίνει σε όλες τις ιδεολογίες και όλες τις κοινωνίες. Χωρίς αυτή την επαγρύπνηση, ακόμη και ο πιο ένθερμος αναρχικός είναι ευάλωτος στην ίδια την εξουσία που ισχυρίζεται ότι πολεμά.

«Ηττημένος στη λάσπη ή νικητής στον ήλιο, τραγουδώ τη ζωή και τη λατρεύω!» — Renzo Novatore

 

Πηγή: blessedistheflame

Μπροσούρα – Το άρωμα της φωτιάς: Η Οργή της Απόγνωσης σε έναν Τριπολικό κόσμο – Gustavo Rodríguez [I am Dynamite Editions]

”Το θειώδες άρωμα από την καύση της βενζίνης και των παράγωγων της, προκαλεί μία αλάθητη οσφρυτική αίσθηση που διεγείρει μία συγκεκριμένη παροδική κατάσταση έκστασης και ασυνείδητα μας αποστέλλει μία διαδοχή συνυφασμένων μεταξύ τους εικόνων φορέων αστείρευτης απόλαυσης: ένα φλεγόμενο τμήμα, μία φυλακή απανθρακωμένη, ένα συγκρότημα κεραιών αποκαΐδια, ένα πυρπολημένο περιπολικό ή ένα καμένο εμπορικό κέντρο. Αυτό το γίγνεσθαι-φωτιά – η οποία φωτίζει τον νυχτερινό ουρανό – προσφέρει μία λυτρωτική ταραχή που κανένα άλλο μέσο, καμία πολεμική μηχανή, δεν μπορεί να αναδείξει. Μία χειρονομία καινοτόμα ώστε να γίνει η αναρχία αισθητή μέσα από φωτιές καταστροφής.

– Gustavo Rodríguez

Διαδικτυακή Μπροσούρα στα Αγγλικά: Το άρωμα της φωτιάς σε έναν τριπολικό κόσμο.

Οι εκδόσεις I am Dynamite παρουσιάζουν την πρώτη τους έντυπη δημοσίευση της πολυαναμενόμενης μετάφρασης στα Αγγλικά του έργου του αναρχικού συντρόφου Gustavo Rodríguez: Το άρωμα της φωτιάς: Η Οργή της Απόγνωσης σε έναν Τριπολικό κόσμο ( επανεξετάζοντας τον αγώνα από μία αφορμαλιστική αναρχική προοπτική).

Με την πρώτη μας δημοσίευση εκκινούμε το εκδοτικό μας εγχείρημα αποβλέποντας στην προώθηση της άτυπης εξεγερσιακής αναρχικής πράξης και
της Μαύρης Αναρχίας.

Περισσότερο από ποτέ ορθώνεται η ανάγκη για ανάλυση και κριτική των περασμένων, των σημερινών και των μελλοντικών συστημάτων κυριαρχίας, ομοίως και των αγώνων εναντίον τους. Αυτή είναι η συνεισφορά μας στην νεοεμφανιζόμενη εν εξελίξει εξεγερσιακή σύγκρουση, για το καταστροφικό τέλος του υπάρχοντος.

Μελλοντικές δημοσιεύσεις θα ακολουθήσουν…

Εκδόσεις I am Dynamite

iamdynamiteeditions[at]riseup.net

Υ.γ: Με καθυστέρηση εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη και την διαρκή αναρχική μας συνενοχή σε όσους συντρόφους μας βοήθησαν στο μακρύ και δύσβατο αυτό ταξίδι να δημιουργήσουμε τις εκδόσεις. Κάλλιο αργά παρά ποτέ!

Πηγή:darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

 

*Υστερόγραφο των μεταφραστών. Η μετάφραση της μπροσούρας στα Ελληνικά έχει ήδη αναληφθεί από συντρόφους και συντρόφισσες.

Serafinski : Ατόφια άρνηση και απόλαυση

«Το πάθος για καταστροφή είναι ένα δημιουργικό πάθος». -Mikhail Bakunin

 

Αυτό το κάλεσμα του Bakunin για υιοθέτηση της επιθυμίας για καταστροφή σχηματίζει τη ραχοκοκαλιά τόσο της αναρχικής όσο και της αναρχο-νιχιλιστικής σκέψης. Η δεύτερη παίρνει αυτό το αξίωμα και πορεύεται μαζί του, υποστηρίζοντας πως απέναντι στο παγκόσμιο σύστημα κυριαρχίας, μοναδικός μας στόχος είναι το να καταστρέψουμε το σύνολο όσων το αποτελούν. Αυτό βρίσκεται σε άμεση αντίθεση με άλλες αναρχικές τάσεις που δίνουν μια έστω ελάχιστη έμφαση σε “θετικά προγράμματα” ή σε προσδοκίες για την οικοδόμηση κάτι ιδεώδους μέσα στον παρόντα κόσμο, ή ακόμα για την κατάρτιση σχεδίων εν αναμονή της κατάρρευσης του τωρινού συστήματος. Ο αναρχο-νιχιλισμός αντιλαμβάνεται τα θετικά προγράμματα ως έργο κάποιων που “συγχέουν την επιθυμία με την πραγματικότητα, και επεκτείνουν αυτή τη σύγχυση στο μέλλον”, είτε δίνοντας υποσχέσεις για τα επιτεύγματα ενός επαναστατικού μέλλοντος, είτε επιχειρώντας να εφαρμόσουν αυτές τις συνθήκες μέσα στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Τέτοιες θετικές προσδοκίες δεν προσφέρουν τίποτα περισσότερο από ένα αιωρούμενο καρότο το οποίο παίρνουμε στο κατόπι, σε μια κατάσταση μέσα στην οποία το ρόπαλο, το σκοινί και τα “έπαθλα της παρηγοριάς” θα πρέπει να καταστραφούν. Το παράδειγμα εκείνων που έζησαν υπό την εξουσία των ναζί απεικονίζει μια κατάσταση στην οποία, για τους κρινόμενους ως ballastexistenzen, τα θετικά οράματα ήταν ακατανόητα: εναλλακτικές δομές ή μακροχρόνια σχέδια ήταν αστεία, εκτός από εκείνα που δεν θα στόχευαν παρά στην καταστροφή. Το να είσαι βυθισμένος σε μια κοινωνική τάξη πραγμάτων σαν της ναζιστικής Γερμανίας, με τόσο έντονα τα χαρακτηριστικά της βίας και του ελέγχου, δικαιολογούσε μια αντίδραση απόλυτης εχθρότητας, ατόφιας άρνησης. Κατά τον ίδιο τρόπο αντιλαμβάνεται και ο αναρχονιχιλισμός την υπάρχουσα τάξη στο σήμερα, δίχως τη δυνατότητα μιας κάποιας θετικής ατζέντας. Ότι κι αν οικοδομήσουμε μέσα στα όριά της θα ενσωματωθεί, θα στραφεί εναντίον μας:”Αντιλαμβανόμαστε πως μόνο όταν όλα τα υπολείμματα του κυρίαρχου τεχνο-βιομηχανικούκαπιταλιστικού συστήματος θα έχουν γίνει αποκαΐδια, θα είναι εφικτό να ρωτήσουμε: Τι κάνουμε τώρα”. Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή σκέψης, η σημερινή μας κατάσταση είναι παρόμοια με αυτή των lager, στον βαθμό που μαζικά σχέδια, απόπειρες για τη δημιουργία ενός νέου κόσμου μέσα στο κέλυφος του παλιού, είναι απλώς εκτός τόπου. Τα φυλακισμένα μέλη της ΣΠΦ γράφουν: “Εμείς ως αναρχικοί-μηδενιστές, σε αντίθεση με άλλους αναρχικούς κύκλους, δεν μιλάμε για το μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων σε μια πιο απελευθερωτική εκδοχή, αλλά προωθούμε την απόλυτη καταστροφή και την εκμηδένισή τους. Γιατί μόνο μέσα από την ολοκληρωτική καταστροφή του σύγχρονου κόσμου της εξουσίας και του πολιτισμού τής εκμετάλλευσης των ανθρώπων, των ζώων και της φύσης, μπορεί να χτιστεί κάτι νέο. Όσο πιο βαθιά γκρεμίζεις τόσο πιο απελευθερωμένα χτίζεις”

Τα οράματα που εξεγερμένοι τείνουν να υιοθετούν για το πως θα είναι η ζωή Μετά Την Επανάσταση δεν είναι απλώς μη παραγωγικά αλλά και επικίνδυνα επειδή θεωρούν πως ένα ενιαίο όραμα για τη ζωή είναι επιθυμητό. Τέτοιες συζητήσεις για το μέλλον επιχειρούν να τσουβαλιάσουν ένα τεράστιο φάσμα πιθανοτήτων και να το περιορίσουν σε ένα “ιδεώδες” αναρχικό μονοπάτι. Γράφει η ΣΠΦ:”Ακόμα και μέσα στους αναρχικούς κύκλους συχνά γίνονται κουβέντες για τη μελλοντική οργάνωση της ‘αναρχικής’ κοινωνίας, την εργασία, την αυτοδιαχείριση των μέσων παραγωγής, την άμεση δημοκρατία κ.α. Για εμάς τέτοιες συζητήσεις και προτάσεις μοιάζουν σα να χτίζουν ένα φράγμα στην ορμή του χειμάρρου της αναρχίας”

Ακόμη κι εκείνοι που αντιστάθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ασχολήθηκαν κάποιες φορές με αντίστοιχες πολιτικές φαντασιώσεις. Στο Buchenwald, για παράδειγμα, τρεις μυστικές οργανώσεις συνεργάστηκαν το 1944 για να προγραμματίσουν μια μελλοντική γερμανική κυβέρνηση, την ίδια στιγμή που άλλες οργανώσεις επικέντρωναν στο να σώζουν ζωές και να ασκούν συντονισμένη αντίσταση. Ο νιχιλισμός μάς ωθεί να σκεφτούμε το γεγονός πως τέτοιοι προγραμματισμοί είναι απλώς μη απαραίτητοι και περιπλέκουν τον πλέον άμεσο στόχο της άρνησης. “Δεν χρειάζεται να ξέρεις τι θα γίνει αύριο για να καταστρέψεις ένα σήμερα που σε κάνει να αιμορραγείς” μας λέει η ΣΠΦ. Από τα θεμέλια αυτής της κριτικής, ο νιχιλισμός αναγνωρίζει μια κοινή παγίδα που έχει βιωθεί από αναρχικούς: τη σαγηνευτική παρόρμηση να αναγνωριστούμε με τρόπο θετικό μέσα στην κοινωνία, παρά το ότι παλεύουμε για την καταστροφή της. Έτσι, οι αναρχικοί απαντούν στις κριτικές για τις καταστροφές που προκαλούν, με την υπενθύμιση των όσων προσφέρουμε στην κοινωνία • όταν δεν εξεγειρόμαστε κάνουμε οργανωτική δουλειά μέσα στις κοινότητες, μαγειρεύουμε για τα κοινωνικά συσσίτια, παίζουμε μουσική κλπ.

Η άρνηση, ωστόσο, δικαιώνεται από την ίδια την ύπαρξη της κυρίαρχης τάξης, όχι από τα διαπιστευτήριά μας ως ακτιβιστές. οι εξεγέρσεις μας δικαιώνονται όχι από την κοινωνική συνεισφορά μας αλλά επειδή αναγκαζόμαστε να υπάρχουμε κάτω από την μπότα μιας τερατώδους κοινωνίας. Θετικά σχέδια είναι τα μέσα επιβίωσης εντός αυτής της τάξης- η άρνηση είναι το σχέδιο της ολοσχερούς καταστροφής της. Και το Baedan στρέφεται εναντίον αυτής της τάσης, επιμένοντας ότι τίποτα δεν έχουμε να κερδίσουμε αποκρύπτοντας τις πραγματικές μας προθέσεις: “Αντιλαμβανόμαστε την καταστροφή ως αναγκαία και την επιθυμούμε ως το τέρμα. Δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε με το να ντρεπόμαστε ή να μην έχουμε εμπιστοσύνη σε αυτές μας τις επιθυμίες. Αυτός ο κόσμος πρέπει να εκμηδενιστεί στην κάθε του στιγμή, όλος, αμέσως. Το να διστάζουμε απέναντι σε αυτή την αποστολή, το να διαβεβαιώνουμε τους εχθρούς μας για τις καλές μας προθέσεις, είναι η πλέον χοντροειδής ανεντιμότητα”.

 

απόλαυση

 

Παρά τους μελαγχολικούς συνειρμούς, η δέσμευση στην ατόφια άρνηση βρίσκει τις πιο ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις της ως ένα χαρούμενο, δημιουργικό και απεριόριστο σχέδιο. Αξιοσημείωτη είναι η χρήση από το Bedan της γαλλικής λέξης jouissance η οποία μεταφράζεται ως απόλαυση, αλλά μπορεί να λάβει μια σειρά από συνδηλώσεις που σχετίζονται με την “απολίτιστη επιθυμία”, με τον “θρυμματισμό της ταυτότητας και του νόμου”, και που “κομματιάζουν την υποκειμενική μας υποδούλωση στον πολιτισμό του καπιταλισμού”. Η απόλαυση είναι μια εκστατική ενέργεια που τη νιώθουμε αλλά ποτέ δεν την κάνουμε δική μας, που μας ωθεί μακριά από κάθε μορφή κυριαρχίας, αντιπροσώπευσης ή αυτοπεριορισμού, και μας υποχρεώνει να κινηθούμε μακριά από τον πολιτισμό, προς την ολοκληρωτική απειθαρχία. Είναι “η διαδικασία που στιγμιαία μας απελευθερώνει από τον φόβο του θανάτου” και εκφράζεται “ως γαλήνια απόλαυση του παρόντος μας” ή ως “ικανοποίηση που δεν μπορούμε να ονοματίσουμε”. Η απόλαυση είναι ο πλούτος της ζωής που προκαλείται από την αντίσταση, το πνεύμα που επέτρεπε στη Maria Jakobovics να συνεχίζει τις πράξεις σαμποτάζ, παρά το χτύπημα του ρόπαλου και την απειλή της κρεμάλας, κι ίσως το πνεύμα που επιτρέπει σε πολλούς από εμάς να ζούμε ζωές αντίστασης σε καταστάσεις απολύτως ενάντιές μας. Είναι η ενστικτώδης εμπειρία της άρνησης ως εκστατική απελευθέρωση.

Αν και το πνεύμα της απόλαυσης διακατέχει πολλά αναρχικά κείμενα, είναι ο νιχιλισμός αυτός που το προσεγγίζει με τον πλέον καθαρό εναγκαλισμό. Για πολλούς νιχιλιστές, η απόλαυση είναι ο πυρήνας του αναρχισμού. Δίχως προσδοκίες για έναν μελλούμενο κόσμο, δίχως σεβασμό σε κάποιον ηθικό κώδικα, δίχως προσήλωση στον “σωστό τρόπο” για να γίνονται τα πράγματα, ο νιχιλισμός αγκαλιάζει την πράξη της αντίστασης ως αυτοσκοπό. Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα, η χαρά τού να κατουράς μέσα σε ένα πύραυλο των ναζί δεν μπορεί να συγκριθεί με τα ρίσκα ή τα αποτελέσματα της πράξης. Δίχως να χρησιμοποιούν σαφώς τη λέξη, κάποια φυλακισμένα μέλη της ΣΠΦ περιγράφουν τέλεια την απόλαυση: “Σημασία δεν έχει η νίκη ή η ήττα, παρά μόνο τα μάτια μας που λάμπουν τόσο όμορφα όταν πολεμάμε”. Η έμφαση στην πράξη, δίχως πρόσδεση στα αποτελέσματά της, είναι μια από τις πλευρές του νιχιλισμού που τον έχουν κάνει μια Τόσο προβληματική δύναμη για τους άλλους αναρχικούς. Οι κριτικές στον νιχιλισμό βλέπουν αυτό το είδος έμφασης στην απόλαυση και στην άρνηση ως απλώς μια μορφή βολικής υποχώρησης στο προσωπικό βίωμα, καθώς “πονάει πάρα πολύ το να ελπίζεις στο απίθανο, να φαντάζεσαι ένα μέλλον στο οποίο δεν μπορείς να πιστέψεις”? Κι ενώ αυτή η κριτική έχει κάποια αξία, πιστεύω ότι σε μεγάλο βαθμό τής ξεφεύγει η δύναμη της νιχιλιστικής θέσης και η ομορφιά της απόλαυσης. Ότι κι αν επιλέξουμε να κάνουμε σε συνάρτηση με αυτή την κριτική, όσο στρατηγικά, φιλόδοξα ή αισιόδοξα κι αν αισθανόμαστε, η κατανόηση του γιατί αντιστεκόμαστε μπορεί να είναι στέρεα ριζωμένη μοναχά σε έναν τόπο απόλαυσης. Σκέφτομαι πως η νιχιλιστική θέση αφήνει Χώρο και για νίκες, ενώ όμως ταυτόχρονα αναγνωρίζει πως η ικανότητά μας να πραγματώνουμε νίκες δεν είναι ταυτόσημη με τη δέσμευσή μας στην απελευθερωτική δράση. Ακόμα κι όταν ξεμένουμε από αισιόδοξη ρητορική και ιστορίες που μας εμπνέουν, οι ζωές μας μπορούν ακόμα να είναι προσανατολισμένες ενάντια στον πυρήνα της κοινωνίας. Ακόμα κι από θέση απώτατης απελπισίας, μπορούμε ακόμα να βρίσκουμε μέσα μας την απόλαυση στο να επιτεθούμε. Για μια ακόμα μία φορά, η ΣΠΦ επιμένει πως “Αυτό που μετράει είναι η δύναμη που νιώθουμε όταν δεν σκύβουμε το κεφάλι, όταν γκρεμίζουμε τα ψεύτικα είδωλα του πολιτισμού, όταν το βλέμμα μας συναντιέται με το βλέμμα των συντρόφων μας στις άνομες διαδρομές μας, όταν τα Χέρια μας σκορπίζουν φωτιά στα σύμβολα της εξουσίας… Εκείνες τις στιγμές δε ρωτάς: Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε; Απλά πολεμάς…”

Η απόλαυση είναι αυτή που δίνει ζωή στην αντίσταση που δεν χρειάζεται άλλους λόγους για να υπάρχει, κι έτσι, ακόμα κι αν δεν έχουμε μέλλον, μπορούμε ακόμα να ανακαλύπτουμε τη ζωή στο σήμερα.

 

Πηγη : Ευλογημένη η φλόγα , Serafinski , σελ58-64

Μηδενιστική Πρωτοβουλία για την 6 Δεκέμβρη : Απολογιστική 6ης Δεκέμβρη

“Η άγρια επανάσταση είναι μια περιπέτεια.Είναι η θαρραλέα εξερεύνηση της πιθανότητας να ξαναμετατραπούμε σε άγριους. Μας παίρνει σε άγνωστες περιοχές για τις οποίες δεν υπάρχει χάρτης.Μπορούμε να γνωρίσουμε αυτές τις περιοχές μόνο αν τολμήσουμε να τις εξερευνήσουμε με την όρασή μας. Πρέπει να τολμήσουμε να καταστρέφουμε οτιδήποτε καταστρέφει την αγριότητά μας και να δράσουμε βασισμένοι στο ένστικτο και τις επιθυμίες μας”
– Feral Faun

 

Ο αέρας μύρισε και φέτος Δεκέμβρη, αν κι όπως πάντα, αυτό δε σημαίνει για όλους το ίδιο.
Από τη μια πλευρά νοικοκυραίοι στολίζουν τα σπίτια τους, η χώρα βάζει τα “καλά” της, οι δρόμοι γεμίζουν φωτάκια και χριστουγεννιάτικες καρικατούρες, και μια ντουζίνα ανεγκέφαλοι καλικάντζαροι στέκονται σούζα κάτω από το δέντρο του Αγιοβασιλη Μπακογιάννη στην Αθήνα.
Από την άλλη, ορισμένες μαυροντυμένες μειοψηφίες ανά την Ελλάδα αποφασίζουν να μαζευτούν, να συμπράξουν, να συνωμοτισουν και να ετοιμάσουν την δική τους απάντηση στο Χριστουγεννιάτικο φιάσκο, κόντρα στην υπερκαταναλωτική μανία και την ασφάλεια των προσκυνητών και των προσκυνημένων.

Χωρίς να έχουμε σκοπό να μπούμε σε βαθύτερες διαδικασίες σύγκρισης, θα θέλαμε να πούμε πως, κατά την εκτίμησή μας, ο φετινός Δεκέμβρης στη Θεσσαλονίκη ήταν αρκετά δυναμικότερος από όσα είχαμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Οι περσινές απαγορεύσεις και οι κρατικοί κανιβαλισμοί έναντι μέχρι και μεμονωμένων ανθρώπων, φίλων ή καθηγητών του Αλέξη που θέλησαν να αφήσουν ένα λουλούδι στο σημείο που δολοφονήθηκε, δε κατάφεραν να μας φοβίσουν. Αντιθέτως, μας πεισμωσαν παραπάνω και βάλανε λάδι στη φωτιά, υπενθυμίζοντάς μας τους λόγους που θρέφουμε τόσο μίσος.

Το κλίμα ήταν εξαρχής τεταμένο.
Μέχρι και η καταρρακτώδης βροχή λίγο πριν τη πορεία συμβόλισε για μας το θρήνο για τους αμέτρητους δολοφονημένους από την εξουσία ανθρώπους και συντρόφους μας.
Ήδη από τη στιγμή που συγκεντρωνόταν ο κόσμος στη Καμάρα, υπήρχε μια διάχυτη ένταση στην ατμόσφαιρα. Πολίτες άνοιγαν το βήμα τους για να φτάσουν γρήγορα στο σπίτι τους για να αποφύγουν να βρεθούν ανάμεσα στα επεισόδια, καταστηματάρχες ετοιμάζονταν να κλείσουν τα ρολά τους, κι οι τυπικοί συστημικοί καραγκιοζοπαίχτες είχαν ήδη ξεκινήσει τα δακρυβρεχτα λόγια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, περί περιουσιών που καταστρέφονται και αμαξιών που καίγονται από τους γνωστούς αγνώστους.

Η φετινή μαζικότητα της πορείας και ειδικά του μαύρου μπλοκ ήταν εμφανέστατη. Η οργή ήταν διάχυτη και η ατμόσφαιρα μύριζε βενζίνη. Η διαδρομή της φετινής πορείας ευτυχώς μας γλύτωσε από τη συνάντηση με ορισμένους μετριοπαθείς εξεγερμένους της αριστεράς, που σα γνήσιοι πασιφιστές αποφάσισαν να συγκεντρωθούν σε άλλο σημείο της πόλης, προφανώς επιθυμώντας να διαχωρίζουν τη θέση τους από τους χαλέους φετιχιστές της βίας. “Και ορθώς έπραξαν”, θα πούμε εμείς.
Οι μαύρες κουκούλες καταλαμβάναν ένα αξιοσημείωτο κομμάτι της πορείας, οι διαθέσεις όλων ήταν εμφανείς εξαρχής, και οι μπάτσοι, αν και πολυπληθείς, εκτιμούμε πως κάτω από τα κράνη και τις ασπίδες τους έτρεμαν για το τι έπεται. Όπως άλλωστε ακούστηκε και κάποια στιγμή από συντρόφους “Το φάντασμα πλανάται ακόμα”.

Όταν η πορεία έφτασε και πάλι στη Καμάρα, ήταν ξεκάθαρο πως μια πύρινη καταιγίδα ήταν έτοιμη να ξεσπάσει. Μέσα σε λίγα λεπτά οι συγκρούσεις είχαν ξεκινήσει πέριξ της Ροτόντας, με κάδους να καίγονται, οδοφράγματα να στήνονται, μπάτσους να τρέχουν μπας και μαγκώσουν έστω και κάποιον άσχετο, και φιλήσυχους νοικοκυραίους να ουρλιάζουν υστερικά από τα μπαλκόνια τους τρομοκρατημένοι για την αξία που έχουν για αυτούς τα καμμένα σκουπίδια. Ίσως κάπου εκεί να βλέπουν και τους εαυτούς τους, ποιος ξέρει.
Οι συγκρούσεις απλώθηκαν χαοτικά σε διαφορετικά σημεία της πόλης, η μαχητικότητα των συντρόφων ήταν αμείωτη, κι ο φόβος έσβηνε μπροστά στο μένος. Η πόλη απέκτησε το χριστουγεννιάτικο ντεκόρ που της αξιζε, και η πορεία έκλεισε όπως ξεκίνησε, με μια ακόμη βροχή να σηματοδοτεί συμβολικά το τέλος της.
Χαιρετίζουμε τα δεκάδες συντρόφια που, ακόμη κι αν δε γνωριζόμαστε, νιώθουμε να μοιραζόμαστε μαζί τους το ίδιο πάθος, την ίδια οργή, και την ίδια αληθινή αλληλεγγύη. Στέλνουμε την αγάπη μας σε κάθε ατομικότητα που αψήφισε τους μπάτσους, τους νόμους, το κίνδυνο, και έβαλε μπουρλότο στη κανονικότητα των βολεμένων.

Παρόλαυτά, θέλοντας να κάνουμε και την ψύχραιμη αυτοκριτική μας, ως απαραίτητο βήμα για την βελτίωση των χτυπημάτων μας, οφείλουμε να επισημάνουμε πως, εφόσον οι εξεγερμένες ψυχές ακόμη υπάρχουν και δομούν ομάδες, είναι κρίμα να μην έχουμε τη κατάλληλη οργάνωση και επικοινωνία μεταξύ μας. Θα θέλαμε λοιπόν η παρούσα απολογιστική να λειτουργήσει και ως κάλεσμα για περαιτέρω συσπείρωση αναμεσά μας, ως ευκαιρία να δομήσουμε σχέσεις και να συναψουμε ισχυρότερους συντροφικούς δεσμούς. Καλούμε κάθε ομάδα, συλλογικότητα ή άτομο που το επιθυμεί, να ενταχθεί στην επίθεση, να δράσει πρωτοβουλιακά, και να συμβάλει στην δημιουργία ενός άτυπου δικτύου επίθεσης & σύγκρουσης. Θεωρούμε πως τα χτυπήματα μας οφείλουν να είναι απρόσμενα, αποκεντρωμένα, ανύποπτα και χαοτικά. Δε χρειαζόμαστε αφορμές από πλευράς του κράτους για να επιτεθούμε και να δικαιολογήσουμε ηθικά το μένος μας στο πλαίσιο κάποιας “αναγκαστικής αντιβίας”. Η ύπαρξη του υπάρχοντος συστήματος είναι από μόνη της μια συνεχής καταπίεση, μια συνεχής αφορμή για επίθεση, και η σύγκρουση με αυτό είναι για μας από μόνη της πηγή χαράς κι αυτοσκοπός.

Αλληλεγγύη στα συλληφθέντα άτομα της 6ης Δεκέμβρη!
Είτε με τις κουκούλες, Είτε με τις γραβάτες!
Λύσσα και Συνείδηση!
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΠΛΑΝΑΤΑΙ ΑΚΟΜΗ
ΚΑΙ ΣΑΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΕΙ.
Μηδενιστική Πρωτοβουλία για την 6η Δεκέμβρη

Χιλή: Αφίσα στην μνήμη του πεσόντα συντρόφου Sebastián Oversluij

Λάβαμε και μεταφράσαμε 6/12/2021

8 χρόνια μετά τη δολοφονία του: Δράση, Μνήμη και Εκδίκηση για τον Sebastián Oversluij “Pelao Angry”

Στις 11 Δεκεμβρίου 2013, κατά τη διάρκεια απαλλοτρίωσης τράπεζας, δολοφονήθηκε ο αναρχονιχιλιστής/αντισπισιστής σύντροφος Sebastián Oversluij Seguel , ο οποίος μπαίνοντας στο  υποκατάστημα τράπεζας με ένα υποπολυβόλο εκτελείται από τον αηδιαστικό Γουίλιαμ Βέρα μισθοφόρο / φρουρό της Τράπεζας της Χιλής, στην περιοχή Πουδαουέλ, στο Σαντιάγο.

«Εμπρός, ονειρευτείτε ότι η δράση οξύνεται
ζώα μοναχικά δεν υπάρχει κανείς να μας σταματήσει
ούτε χίλιοι τοίχοι μπορούν να μας περιορίσουν με όσα κουβαλάμε στο κεφάλι μας
Ανοίχτε το δρόμο σας
φανταστείτε όλα τα κάγκελα γκρεμισμένα
ότι δε σας απασχολεί η αποτυχημένη κοινωνία
ίσως ρομαντικοί φίλοι δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο
από το να αισθάνεσαι ελεύθερος από τους νόμους τους
ενώ ατενίζεις απολαυστικά  τη δύση του πολιτισμού
Φτάνω στα χίλια καταστροφικά όνειρα στο σκοτάδι
η φωτιά τροφοδοτεί τις αισθήσεις μου
αλυχτισματα της εξεγερτικής αγέλης
για μια ζωή έμπλεη συναισθημάτων
ζώντας και πεθαίνοντας στη αναζήτηση της απόλυτης ελευθερίας.

Η ιδέα βρίσκεται στο μυαλό
και όταν μετουσιώνεται σε πράξη δημιουργεί
αχαρτογράφητα πεδία
συνένοχων συγγενειών
για να πάψουμε να είμαστε αιχμάλωτοι και αιχμάλωτες επιβαλλόμενων καθηκόντων
για να γευτείτε τις ελευθερίες που επιθυμείτε
κι αν μας περιβάλλουν χιλιάδες όρια
κάθε υλικό που έχετε στα χέρια σας μπορεί να χρησιμοποιηθεί.”

(Απόσπασμα του τραγουδιού “The Idea”, Λέξεις σε σύγκρουση, 2012)

SEBASTIÁN OVERSLUIJ SEGUEL ΠΑΡΩΝ!

MHΔΕΝ

Κατάστρεψε τη φυλακή που υπάρχει στο μυαλό σου
Πολέμησε τους κοινωνικούς ρόλους που περιορίζουν τις καρδιές μας
Αποκάλυψε τη μήτρα του δόγματος που φυλακίζει την ελευθερία
Ορμησε προς το δημιουργικό τίποτα

(Παρμένο από μια ζωγραφιά του συντρόφου Angry)
Aναρχονιχιλιστής-Αντισπισιστής σύντροφος που δολοφονήθηκε 11 Δεκέμβρη του 2013 σε απαλλοτρίωση τράπεζας.

 

 

Ευλογημένη η Φλόγα : Αυτοκόλλητα για τη διάχυση της μαύρης αναρχίας

Αποφασίσαμε να σχεδιάσουμε μερικά αυτοκόλλητα για τη διάχυση της μαύρης αναρχίας.Τα υπόλοιπα θα δημοσιευτούν σύντομα.Θα βρεθούν σε αυτοδιαχειριζόμενος χώρους της Θεσσαλονίκης καθώς επίσης μπορείτε να τα εκτυπώσετε ή/και να τα χρησιμοποιήσετε σε άρθρα.

“Η δημιουργικότητα είναι απαραίτητη στην αναρχική πρακτική. Πρόκειται για ένα κλισέ το οποίο θα έπρεπε να είναι αυτονόητο.” (Wolfi Landstreicher)

Πηγή: blessedistheflame

css.php