Μπροσούρα: Αποδομώντας τις μάζες – Προς την ένοπλη ατομικότητα

Αποδομώντας τις Μάζες: Προς την Ένοπλη Ατομικότητα.

«Οι αναρχικοί εναντιώνονται στην εξουσία τόσο από τα πάνω όσο και από τα κάτω. Δε διεκδικούν την εξουσία για τις μάζες, μα αναζητούν τρόπους να καταστρέψουν κάθε κυριαρχία και ν’ αποσυνθέσουν τις μάζες σε ατομικότητες υπεύθυνες η κάθε μια για τη ζωή της. Συνεπώς, οι αναρχικοί είναι οι πιο ανένδοτοι εχθροί κάθε κομμουνισμού, και όσοι διατείνονται πως είναι κομμουνιστές ή σοσιαλιστές δεν μπορούν κατά καμία πιθανότητα να είναι αναρχικοί.»

– Enzo Martucci

Για μένα, η ατομικότητα είναι ένα όπλο. Είναι η ένοπλη πρακτική της μηδενιστικής αναρχίας και η προσωπική εναντίωση σε οποιαδήποτε απόπειρα επιβολής. Ένα πρόσωπο γίνεται ακυβέρνητο κατασκευάζοντας και υποστηρίζοντας τις αρνήσεις του ενάντια στους κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους, στα επίσημα φορμαλιστικά σύνολα και στη μονολιθικότητα της μαζικής κοινωνίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η άρνηση απηχεί την απροθυμία να απεμποληθεί η μοναδικότητα κάποιου στα πλαίσια μιας φορμαλιστικής ένωσης. Εδώ εγώ τραβάω μια γραμμή μεταξύ αναρχίας και αριστερισμού. Ο αριστερισμός επικροτεί την αναδιάταξη των κατασκευασμένων ταυτοτήτων, τους άκαμπτους σχηματισμούς και τους κοινωνικούς ρόλους εντός μιας άτεγκτης κοινωνικής δομής εντός της οποίας τα άτομα θυσιάζονται στον βωμό ενός “ανώτερου καλού” ή σκοπού. Απεναντίας, η αναρχία ως βίωμα σηματοδοτεί την αποσύνθεση πάσας τυποποιημένης κοινωνικής ομάδας, διανοίγοντας τις πιθανότητες ατομικής χειραφέτησης και απεριόριστης εξερεύνησης της υπαρξιακής αταξίας. Συμπερασματικά, για ‘μένα η αναρχία είναι μία ατομικιστική άρνηση του υποκειμένου να παραδώσει τον εαυτό του σε μία υπερβατική εξουσία που ανάγει τον εαυτό της σε απόλυτη αρχή.

Οι εξουσιαστικές δομές, κοινωνικές και θεσμικές, προϋποθέτουν την εγκατάλειψη της ατομικότητας προκειμένου να επεκτείνουν την κυριαρχία τους. Το κράτος δεν μπορεί να υπάρξει δίχως υποκείμενα πρόθυμα να φορέσουν τα εμβλήματα και τις στολές του. Ο καπιταλισμός αδυνατεί να εγκαθιδρυθεί δίχως την υποτέλεια ανθρώπων των οποίων η συσσωμάτωση συνιστά το μαζικό κοινωνικό σώμα ενίσχυσης της ψυχολογικής και κοινωνικής νομιμοποίσης του ιδίου, αλλά και της κυριαρχίας του. Το κράτος και ο καπιταλισμός αποβλέπουν στην απόσπαση της κοινωνικής συναίνεσης, ενώ ο πολλαπλασιασμός της συγκροτεί σταδιακά τη βιομηχανική μαζική κοινωνία. Θα αναγνωρίσω στους αριστεριστές το δίκιο πως μία αρκετά συμπαγής εργατική απεργία διαρκείας θα ήταν ικανή να παραλύσει τη βιομηχανική πρόοδο, εφόσον είναι ο εργάτης -ο μεμονωμένος μισθωτός σκλάβος- που συμβάλλει στη λειτουργία της μεγα-μηχανής. Αλλά, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, μία μαζική εργατική απεργία δεν είναι μονάχα εξαντλητικό να συντονιστεί, αλλά και ανέφικτο να συντηρηθεί αρκετά ως την κατάρρευση του καπιταλισμού. Καθώς πολλοί αριστεριστές, συμπεριλαμβανομένου και εμού μέχρι ενός σημείου, θα αναγνωρίσουν πως πολλοί εργάτες στερούνται την πρόσβαση σε εμψυχωτικές ριζοσπαστικές ιδέες, εγώ σταδιακά αντιλήφθηκα επιπλέον πως πλήθος εργατών πολύ απλά δεν επιθυμεί να απεργήσει. Για σωρεία λόγων, αδύνατο να καταγραφούν εδώ πέρα, αναρίθμητοι εργάτες συρρέουν στις δουλειές τους, αδιαφορώντας για το αν διεξάγεται κάποια απεργία ή όχι. Κάτι που συχνά παραβλέπεται είναι πως οι άνθρωποι είναι άτομα. Και, ως άτομα, ορισμένοι επιλέγουν να εξεγερθούν ενάντια στην εργασιακή τους συνθήκη και άλλοι όχι.

Κολεκτίβες, Συλλογική Ενδυνάμωση και Οργάνωση

Γύρω στο 2013, αποπειράθηκα να ενισχύσω την κοινωνική δυναμική μέσω συλλογικών εγχειρημάτων αφιερώμενων στην ευεργέτηση ανθρώπων στη γειτονιά μου. Πολύμορφα, με δανειστικές βιβλιοθήκες ριζοσπαστικών βιβλίων, παρουσιάσεις εντύπων, πραγματικά ελεύθερα λαϊκά παζάρια, “φαγητά-όχι-βόμβες”, και συλλογικές προβολές ταινιών. Το εγχείρημα στο οποίο συμμετείχα ήταν δραστήριο και γεμάτο ενέργεια. Κάποια στιγμή, στις 31 Ιουλίου, διοργανώσαμε μία Μέρα Δράσης Ενάντια στον Ρατσισμό και τον Φασισμό, η οποία περιλάμβανε στιγμιότυπα ταραχών από πορείες και βίντεο ισοπέδωσης ναζιστών. Αφήσαμε την πόρτα στον διάδρομό μας ανοιχτή για να συμμετάσχει κάθε ενδιαφερόμενη και ενδιαφερόμενος, και το μικρό διαμέρισμά μας γέμισε ασφυκτικά από παιδιά που κατοικούσαν τριγύρω και πανηγύριζαν ενθουσιασμένα καθώς παρακολουθούσαν τα βίντεο. Στο τέλος, μοιράσαμε στους παρευρισκομένους έντυπα και τρικάκια, και προπαγανδίσαμε ένα πραγματικά ελεύθερο ανταλλακτικό παζάρι που είχαμε οργανώσει για τις επόμενες δύο μέρες. Την επόμενη μέρα, μόνο 3 γείτονες απ’ όσους είχαν παραστεί στην εκδήλωση εμφανίστηκαν και συζήτησαν μαζί μας. Τη μεθεπόμενη μέρα, δεν εμφανίστηκαν ούτε αυτοί. Τη στιγμή εκείνη προσπαθούσα να κατανοήσω το γιατί -παρά τις προβολές, τα έντυπα, το προπαγανδιστικό υλικό και τις συζητήσεις- οι γείτονές μας, άνθρωποι που μας μίλησαν για την αντιμετώπιση του ρατσισμού στην καθημερινότητά τους, δε μεριμνούσαν να σχηματίσουν εγχειρήματα μαζί μας. Μία κατά πρόσωπο συζήτηση με δύο εξ αυτών, λίγες βδομάδες αργότερα, με προσγείωσε στην πραγματικότητα: «Είναι πολύ καλή φάση αυτό που όλοι εσείς επιχειρείτε να κάνετε, αλλά, ξέρεις, είμαστε απασχολημένοι αναζητώντας ρευστό. Προσπαθούμε απλά να βρούμε εισόδημα.». Μετά από έναν σύντομο διάλογο γύρω από την “οικονομική ανέλιξη”, αποχωριστήκαμε ανταλλάζοντας χειραψίες, κι εγώ ένιωθα μπερδεμένος και απογοητευμένος. Οι άνθρωποι της περιοχής μου, οι γείτονές μου δεν ψηνόντουσαν καθόλου γι’ αυτήν την “επαναστατική φάση”.

Μετά από μερικά ακόμα χρόνια τοπικών δράσεων, αναρτήσεων πανό, παρεμβάσεων με σπρέι, αφισοκολλήσεων, ενός εντύπου που επιμελήθηκα για να καταγράψω και να εγκωμιάσω την ιστορία των αντιρατσιστικών εξεγέρσεων της περιοχής μου, και συλλογικών εκδηλώσεων, συνειδητοποίησα μιαν αλήθεια ανεπιθύμητη για κάθε αριστεριστή: Δεν υφίσταται μια ομοιογενής κοινότητα προς ριζοσπαστικοποίηση. Τι σημαίνει η “κοινότητα”, όταν η γειτονιά σου συντίθεται από άτομα με το καθένα απ’ αυτά να έχει διαφορετικούς και, πολλές φορές, αντικρουόμενους στόχους στη ζωή του; Σύντομα κατάλαβα πως ο όρος “κοινότητα” είναι μια πολιτική έννοια που, συχνά, σκοπίμως απαλείφει σημαντικές διαφορές αναμεταξύ των υποκειμένων, διαμηνύοντας μιαν επίπλαστη ενότητα. Πρόκειται για μια κοινωνική κατασκευή που απλά περιγράφει ένα σύνολο ανθρώπων συνοίκων σε μια περιοχή. Σίγουρα υπήρξαν από ‘δώ κι από ‘κεί κάποια πρόσωπα υποστηρικτικά προς ό,τι εκπονούσαμε, αναμείχθηκαν και κόλλησαν μαζί μας για ένα εφήμερο διάστημα. Αλλά η γειτονιά ήταν ετερόκλητη. Και θα ήταν ανέντιμο να ισχυριστούμε πως εκπροσωπούσαμε τα συμφέροντα του συνόλου της. Ο καθένας είχε τις δικές του προσωπικές γνώμες και προσδοκίες απ’ τη ζωή.

Έχω, ανά καιρούς, συναντήσει ορισμένα τοπικά επαναστατικά σχήματα απαρτιζόμενα κατά μεγάλο ποσοστό από υλοποιημένες και ακμαίες κοινοτικές σχέσεις. Ορισμένες φορές διαρκούν για ένα διάστημα, ενώ άλλες τα μέλη τους απομακρύνονται και αποσαθρώνονται. Σε αυτό το σημείο, τα βιώματά μου ξεκίνησαν να διακρίνουν μιαν απόσταση μεταξύ ομαδοποιήσεων συγγένειας και μαζικών οργανώσεων. Όσα υποκείμενα ψηνόντουσαν όντως για ό,τι εκπροσωπούσαμε, μας προσέγγισαν ανεξαρτήτως του αν είχαμε προπαγανδίσει ή προτάξει κάποιο πρόγραμμα. Εμφανίστηκαν διότι εντόπισαν άλλες ατομικότητες με τις οποίες μπορούσαν να συσχετιστούν. Άλλοι άνθρωποι απλά αδιαφόρησαν, παρότι κατοικούσαμε όλοι μαζί στην ίδια γειτονιά, αντιμέτωπες με τον εξευγενισμό, και όντας στην πλειοψηφία μας έγχρωμοι.

Διακρίνω μία παραλληλία με ό,τι συμβαίνει στον αναρχισμό. Οι ίδιες μέθοδοι και προσφυγές στην κοινότητα, στις μάζες, στον “λαό”, είναι ενεργές και ειλικρινείς, αλλά παράγουν ελάχιστα αποτελέσματα. Έπειτα από αλλεπάλληλες συλλογικές κουζίνες, επαναστατικά κοινωνικά κέντρα ή ριζοσπαστικές δανειστικές βιβλιοθήκες, όλα στελεχώνονταν από τους προϋπάρχοντες εξεγερμένους και εξεγερμένες, καταντώντας έτσι συντεχνιακά στέκια κοινωνικοποίησης αντί για μέρη γεμάτα με αμύητους ανθρώπους σε αναζήτηση της κοινοτικής αμεσότητας. Οι προσπάθειες να κινητοποιήσουμε τις μάζες διαμέσου διαδηλώσεων κατέληγαν με άπλετους θεατές στο πεζοδρόμιο, ενώ οι ίδιοι εξεγερμένοι και εξεγερμένες φώναζαν συνθήματα, τραγουδούσαν και πορεύονταν στους δρόμους. Έγινα παρατηρητής της ίδιας πληγής σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις. Καθώς ο Τραμπ βρισκόταν στην προεκλογική του εκστρατεία, όλοι βρισκόντουσαν στους δρόμους μέχρι και με τις μητέρες τους. Οι εξεγερμένες είχαν επίσης ξεχυθεί, οπλισμένες με τρικάκια, έντυπα και μεγάφωνα, διαχέοντας την ριζοσπαστική τους συνθηματολογία. Σύντομα μετά το πέρας των εκλογών τα πράγματα εξομαλύνθηκαν και οι εξεγερμένοι έμειναν μόνοι στους δρόμους να συνεχίσουν τις γνωστές τους ασχολίες. Παραδέχομαι πως βρισκόμουν κι εγώ εκεί. Διαδηλώνοντας, φωνάζοντας, μοιράζοντας έντυπα και τρικάκια στους θεατές του πεζοδρομίου. Θυμάμαι, χρόνια πριν, μια πορεία Occupy που καλέσαμε στην οδό Μίσιγκαν του Σικάγο. Ένα πλήθος μαθητών μάς πρόσεξε, συμπορεύτηκε μαζί μας για περίπου 3 λεπτά, και έπειτα επέστρεψε βιαστικά στο πεζοδρόμιο ανταλλάσσοντας χειραψίες μαζί μας ώστε να συνεχίσουν τη μέρα τους. Παραμείναμε στον δρόμο προσπαθώντας να τους προσελκύσουμε ξανά μέσω δημοφιλούς μουσικής. Η ξαφνική αριθμητική σμίκρυνση του μπλοκ μας έδωσε την ευκαιρία στους μπάτσους να μας περικυκλώσουν και να μας απωθήσουν στο πεζοδρόμιο. Το πιο εξωφρενικό με δαύτη την κατάσταση είναι πως η εν λόγω τακτική επιστρατεύεται ακόμα από τους σημερινούς επαναστάτες. Λες κι οι πρώτες δεκάδες φορές δεν ήταν αρκετά ντροπιαστικές.

Καπιταλιστικός Aτομισμός εναντίον Ατομικιστικής Aναρχίας

Η ατομικότητα δύναται να εγκλιματιστεί και να υποταχθεί σ’ ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που κατέχει το μονοπώλιο της έκφρασης λόγων περί της ζωής. Στην περίπτωση του καπιταλισμού, γεννιόμαστε σε μια ήδη ρυθμισμένη κοινωνία που ενισχύει τις αξίες, τους ρόλους και την ιδεολογία της μέσα απ’ την πνευματική και ψυχολογική ισχύ των θεσμικών ιδρυμάτων της. Καθώς περιπλανόμαστε έξω, αντικρίζουμε μια πραγματικότητα εκ των προτέρων ποσοτικοποιημένη και θεσμικά κατασκευασμένη επιμελώς ώστε να προπαγανδίζει τον εαυτό της. Αυτοκίνητα, αεροπλάνα, λεωφόροι, ουρανοξύστες, πρόχειρο φαγητό, κλπ – όλα κανονικοποιημένα ώστε να εξασφαλίζουν την ομαλότητα της τάξης. Πέρα απ’ αυτήν, πέρα απ’ τις νόρμες, ελοχεύει ένα χάος ικανό να σπάσει τη νηνεμία της ατομικής υποδούλωσης. Οργάνωση και τάξη πορεύονται χέρι-χέρι. Οι αξίες, οι ρόλοι και οι ιδεολογίες ενισχύονται αποτελεσματικότερα όταν μαζικοποιούνται, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση του κανονικού. Αυτή η διαδικασία καταρρακώνει την ατομικότητα, τη μοναδικότητα και το χάος, αφού τα τρία τους συνιστούν απειλές έναντι των μονολιθικών σχηματισμών. Όταν ο καπιταλισμός διατείνεται πως ενθαρρύνει τον αγνό ατομικισμό, πρόκειται για έναν ατομικισμό που προπαρασκευάζεται ούτως ώστε ν’ αναπαράγει τον καπιταλισμό σε ατομικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, όσες ατομικότητες παραδίνονται στο καπιταλιστικό σύστημα υποβαθμίζονται σε ανδράποδα, καταδικασμένα να εξυπηρετούν την εύρυθμη λειτουργία του. Οποιαδήποτε ατομικότητα αμφισβητεί τον καπιταλισμό ή κάθε κοινωνικό σύστημα εν συνόλω, θα αναζητήσει μια ζωή αντιτιθέμενη στα συμφέροντα του καπιταλισμού. Υπό αυτήν την έποψη, η ατομικιστική αναρχία αποτελεί μιαν αντίσταση του προσώπου στην πιθανότητα περιορισμού του στα σύνορα ενός φορμαλιστικού συστήματος. Το χάος είναι η προσωποποιημένη στρατηγική της άρνησης μιας προσχεδιασμένης τάξης, μιας τάξης διαμορφωμένης απ’ όσους ενδιαφέρονται απλώς για την αριθμητική αύξηση των ακολούθων τους.

Η στρατηγική δημιουργίας μιας μαζικής κοινωνίας ή ενός εύτακτου συστήματος είναι μια στρατηγική καταστρατήγησης της ατομικότητας, του χάους και της μοναδικότητας. Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει την προώθηση ενός μονοδιάστατου τρόπου κατανόησης του ατομικισμού, προσχεδιασμένου απ’ τον καπιταλισμό. Αλλά, προκειμένου ο ατομικισμός να διατηρείται μοναδικός και χαοτικός, δεν μπορεί να εγκλείεται στα όρια τυπικών οργανώσεων και κοινωνικών κατασκευών. Ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνική κατασκευή εξαρτώμενη από τη μαζική συναίνεση και συμμετοχή προκειμένου να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της κανονικότητας και να διατηρήσει την επικρατούσα κοινωνική τάξη. Η μαζική συμμετοχή, συντιθέμενη από δουλοπρεπή υποκείμενα, επιτρέπει στον καπιταλισμό να υλοποιείται διαμέσου ιδρυμάτων, θεσμών και κατασκευών φυσικής υπόστασης, όλα χτισμένα από τα χέρια μεμονωμένων εργατών. Είναι αληθές πως η εργατική τάξη έχτισε αυτόν τον κόσμο, διαθέτοντας έτσι και τη δύναμη να τον κατεδαφίσει. Αλλά αυτό προϋποθέτει πως δεν υφίστανται υποβολιμαίες εν ενεργεία δυνάμεις καθυπόταξης του υποκειμένου. Αυτό εξηγεί γιατί ο κοινωνικός πόλεμος δεν είναι αποκλειστικά απαραίτητος ενάντια στη μαζοποιημένη κοινωνική πραγματικότητα, αλλά επιτακτικός επιπλέον για τη διάρρηξη των δεσμών με τις κοινωνικά κατασκευασμένες ταυτότητες, και τη συντριβή της υποτακτικής λογικής.

Η Δεξιά και η Αριστερά: Δύο Πλευρές του Ίδιου Νομίσματος ονόματι “Κοινωνικές Ταυτότητες”

Οι πολιτικές της ταυτότητας απηχούν πως διαφορετικές ταυτότητες σχηματοποιούνται ώστε να δημιουργήσουν ιεραρχικούς συσχετισμούς δύναμης μεταξύ ανθρώπινων ομαδοποιήσεων. Αντανακλούν επιπλέον πως η ατομικότητα και η μοναδικότητα αποθαρρύνονται μέχρι το σημείο κοινωνικής απομόνωσης. Όταν τα υποκείμενα αντιδρούν εκτός των επιβεβλημένων από τις κοινωνικές τους ταυτότητες ορίων, αντιμετωπίζονται ως “Άλλοι”, μη αξιόπιστοι για να εκπροσωπήσουν ένα βίωμα. Αναλόγως το σύστημα, ορισμένες εμπειρίες και βιώματα προτιμούνται και σταχυολογούνται προς επικύρωση. Επί παραδειγμάτι, για έναν δεξιό Α, ένας επιτυχημένος “μαύρος” επιχειρηματίας εγκωμιάζεται και παρουσιάζεται ως θρίαμβος ενός συμπεριληπτικού και απαλλαγμένου από διακρίσεις καπιταλισμού. Αλλά για έναν δεξιό Β, ο ίδιος άνθρωπος θεωρείται απειλή για την τάξη της λευκής υπεροχής, συνεπώς δυσφημείται. Παρομοίως, υπό το πρίσμα ενός αριστεριστή Α, το ίδιο υποκείμενο θα χλευαστεί ως “Θείος Τομ” και “προδότης υποτακτικός”. Αντιθέτως, για τον αριστεριστή Β, ο “μαύρος” επιχειρηματίας αντιπροσωπεύει μια παραδειγματική αφομοίωση, κοινωνική πρόοδο κι ελπίδα για άλλους μαύρους ανθρώπους. Τόσο η αριστερά όσο και ο καπιταλισμός διαθέτουν αμφότεροι διφορούμενα χαρακτηριστικά. Όλοι όμως, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, καταλήγουν να συμφωνούν σε κοινές αρχές σχετικά με την τάξη, τις ομογενοποιημένες ταυτότητες και την κοινωνική συνοχή. Συμπεραίνουμε αβίαστα ότι, ανεξαρτήτως μεθόδου, το άτομο αυτό επιστρατεύεται για την ενίσχυση του προπαγανδιστικού μηχανισμού ενός κοινωνικού συστήματος. Ας πάρουμε τώρα για παράδειγμα έναν “μαύρο” “άντρα” που αρνείται τη “μαύρη” κοινωνική ταυτότητα και τους συνεπαγόμενους “ρόλους” της, την πατριαρχία και την αφομοίωσή του δια της μισθωτής εργασίας. Απεναντίας, το εν λόγω πρόσωπο αρνείται και τον αριστερισμό και τον καπιταλισμό. Ποια κοινωνικά συστήματα κατορθώνουν να εκμεταλλευτούν το πρόσωπο αυτό υπέρ της προπαγάνδας τους; Υπό αριστερίστικη ή καπιταλιστική στοχοθεσία, ποια θετικά χαρακτηριστικά αυτού του υποκειμένου προσφέρονται για επικοινωνιακή εκμετάλλευση; Όσον αφορά την προώθηση ενός συστήματος, κανένα. Οι νόρμες και οι περιορισμοί του συστήματος στο κοινωνικό πεδίο έχουν ανασταλεί. Απομένει μόνο η αναρχία τού να γίνεις ακυβέρνητη μέσα από την προσωπική σου μοναδικότητα.

Οι αποκλίνουσες από την κανονικοποιημένη κοινωνική τάξη ατομικότητες δεν είναι μονάχα ακατάλληλες για προπαγάνδα, αλλά ενσαρκώνουν και τη ζωντανή απειλή να γίνουν η θρυαλλίδα για αλλεπάλληλες χειραφετήσεις. Όσες ατομικότητες κυνηγούν μιαν ελευθερία αποδεσμευμένη από το εκμαγείο των πολιτικών προγραμμάτων, δε γυρεύουν τα παζαρέματα μιας μελλοντικής ουτοπίας. Αντί να εργαστούν σήμερα ώστε να απολαύσουν στο μέλλον, η απόλαυση κι η περιπέτεια συντροφεύουν μιαν ήδη διεγερμένη αποφασιστικότητα για άγρια εξερεύνηση. Οπλισμένοι με μια αίσθηση αναγκαιότητας, μετατρέπουμε ξανά τη ζωή σ’ ένα παιχνίδι προσωπικής θαλερότητας και άρνησης κάθε κοινωνικής αλυσίδας – ένα παιχνίδι ευνοϊκό προς τις ελεύθερες κοινοτικές ενώσεις κι αλληλεπιδράσεις που δεν προσαρμόζονται στα πλαίσια μιας δομικής ακαμψίας.

Η ατομικότητα, με όπλο της το χάος, συλλαμβάνει τον εαυτό της ως έναν αποστάτη ενάντια σε όσες κοινωνικές δυνάμεις επιχειρούν την καθυπόταξή της. Καθώς η ατομικότητα γίνεται ανεξέλεγκτη, αποκτά την ιδιότητα της ανοσίας στα σχολαστικά σχεδιασμένα προγράμματα τα οποία οι πολιτικάντιδες των ταυτοτήτων και της επανάστασης διαφημίζουν. Οι αυτοανακυρηγμένοι τούτοι επαναστάτες εννοούν την επανάσταση με τον τρόπο μιας χωλής αναδιαμόρφωσης των κοινωνικών συνθηκών διατήρησης της τάξης. Κάποιοι εξ ημών προτιμάμε την εξέγερση όμως αντί της επανάστασης · μια εξέγερση που δε θα οδηγεί σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά σε μία ζωή δίχως μέτρο. Αποσκοπώ στη μετατροπή του χάους σε όπλο της ατομικής μου συντεταγμένης επίθεσης ενάντια σε κάθε κυβέρνηση και κοινωνική τάξη. Οραματίζομαι την αναρχία σα μια ξέφρενη πυρκαγιά που απανθρακώνει το εκπολιτισμένο, εξημερωνένο βασίλειο της θεσμικής και κοινωνικής κυριαρχίας. Η απελευθέρωση είναι κάτι περισσότερο από επίθεση στο κράτος και το κεφάλαιο. Τουλάχιστον για ‘μένα, σημαίνει επίσης να επανεφευρίσκεις τον εαυτό σου καθημερινά σε πείσμα των προσπαθειών της κοινωνίας να σε καθορίσει ως μια στατική οντότητα.

Ο πόλεμός μου είναι ένας ατομικιστικός πόλεμος ενάντια στη δεξιά και κάθε απόχρωσή της. Βρίσκομαι σε πόλεμο με τις υπάρχουσες δομές της πατριαρχικής “λευκότητας”, τους θεσμούς της και την υποτιθέμενη πολιτική υπεροχή της, που ενσαρκώνεται στην αποικιοκρατική κυριαρχία του βιομηχανικού καπιταλισμού. Στο στόχαστρό μου βρίσκεται ωσαύτως η αριστερά και οι προσπάθειές της να παράξει έναν κόσμο συστηματοποιημένης “ελευθερίας” διαμέσου τυποποιημένης οργάνωσης, συντήρησης κοινωνικά κατασκευασμένων ταυτοτήτων και υπαγωγής του υποκειμένου στα συλλογικά σώματα. Η απελευθέρωσή μου δεν απαντάται στα ιερά κείμενα όπως το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο”, το “Forbes Magazine” ή η “Εξέγερση που Έρχεται”. Η ελευθερία δεν είναι μια προσχεδιασμένη μελλοντική ουτοπία · είναι μια βιωμένη εμπειρία όσων διαθέτουν το κουράγιο να την ανακτήσουν για τους εαυτούς τους εδώ και τώρα. Κόντρα στις επαναστατικές πρωτοπορίες που διεκδικούν το μέλλον με τις ποιητικές τους κοινωνικές πλάνες και τις ακαδημαϊκίστικες πραγματογνωμοσύνες τους, εγώ παραμένω ανυπότακτος.

Flower Bomb

Η μπροσούρα στα αγγλικά σε μορφή PDF

Πηγή: Warzone Distro

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Σουηδία, Μάλμε: Εμπρηστική επίθεση σε πύργο τηλεπικοινωνιών

Πριν τρεις βδομάδες, πυρπολήθηκε ένας πύργος τηλεπικοινωνιών 4G/3G. Το πράξαμε ως απάντηση αγνής εχθρότητας ενάντια στον τεχνο-βιομηχανικό εφιάλτη εντός του οποίου ζούμε.

Σαν ένα πνεύμα της εκδίκησης, τοποθετήσαμε τους μαγεμένους μας εμπρηστικούς μηχανισμούς στα καλώδια που συνδέουν τον πύργο με το δίκτυο-Λεβιάθαν. Αλυχτίσαμε κάτω απ’ τη σελήνη όταν ανάψαμε τα φιτίλια, ρίχνοντας στον πολιτισμό κατάρες για μια αιωνιότητα. Μονάχα με φωτιά μπορούμε να ξορκίσουμε τον τεχνο-βιομηχανικό Λεβιάθαν. Λίγα λεπτά αργότερα, τα καλώδια τυλίχτηκαν από μια φλόγα αγριεμένη, κόβοντας τη σύνδεση του πύργου με τον κυβερνοχώρο. Μες στην άξαφνη σιωπή, καθώς τα
τηλεφωνήματα κι οι διαδικτυακές συνδέσεις βυθίστηκαν στην κενότητα, ακουγόταν μόνο η φωτιά που θρασομανούσε.

Μόνο το σκοτάδι μάς φέρνει κοντά στο μέρος που νιώθουμε σπίτι. Τα λαμπερά βιομηχανικά φώτα που κάνουν την πόλη ν’ ακτινοβολεί, καίνε τα μάτια μας και συννεφιάζουν τις καρδιές μας. Μα η κυβερνητική σιγή που προκαλέσαμε με τη φωτιά μας στον πύργο, έκανε τα σώματά μας να νιώθουν ζωντανά και τις καρδιές μας να γεμίζουν χαρά.

Σήμερα, όλα έχουν επιστρέψει στην κανονικότητα, εκτός των καμμένων καλωδίων και του αχρηστεμένου πύργου. Προγραμματιστές κι αφεντικά κερδοσκοπούν απ’ την επόμενη επίθεση στο αγαπημένο μας σκοτάδι. Πύργοι 5G έχουν ενεργοποιηθεί πλέον στο Μάλμε, στο Γκέτεμποργκ και στη Στοκχόλμη. Το επόμενο επίπεδο ελέγχου απ’ τον Λεβιάθαν ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας. Οι σκλάβοι της κοινωνίας χειροκροτούν τον ίδιο τους τον εγκλεισμό.

Ευχόμαστε η ολότητα του πολιτισμού να τυλιχθεί στις φλόγες. Αν γινόταν στάχτη, θα άνθιζε εν τέλει το σκοτάδι. Σε κάθε βήμα όπου το πόδι μας αγγίζει το τσιμέντο και την άσφαλτο, καταριόμαστε τον Λεβιάθαν. Σε κάθε βήμα όπου το πόδι μας αγγίζει γη και χώμα και φυτά και ρίζες, τραγουδάμε από χαρά για το σκότος και το άγριο.

Γνωρίζουμε πως ποτέ δε θά ‘ρθει ένα μέλλον δίχως τον Λεβιάθαν, μα αυτό δε μας εμποδίζει να ονειρευόμαστε τον θάνατό του. Ποτέ δε μας εμποδίζει να κατασκευάζουμε εμπρηστικούς μηχανισμούς και να καίμε το αποσυντιθέμενο σώμα του. Ποτέ δε μας εμποδίζει να σιχτιρίζουμε την απαστράπτουσα αρματωσιά του και το τεχνο-βιομηχανικό του φως. Θάνατος, θάνατος, θάνατος, είναι το μόνο που μπορεί να πει ο Λεβιάθαν. Φωτιά, φωτιά, φωτιά, είν’ η απάντησή μας.

Little cursing and conjuring lovers of darkness
FAI/ELF

Πηγή: 325

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ανασυγκρότηση υποκειμένου, ένα παράδειγμα προοπτικισμού, κύριος και δούλος σε Nietzsche και Hegel

Ανασυγκρότηση υποκειμένου, ένα παράδειγμα προοπτικισμού, κύριος και δούλος σε Nietzsche και Hegel.

Μία από τις βασικότερες τομές μέσα στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας της σκέψης, που μας προσφέρει ο Nietzsche, αφορά την αλλαγή που επιφέρει με τον τρόπο που συλλαμβάνει τη συγκρότηση του υποκειμένου. Το γνωσιακό υποκείμενο έως εκείνη τη στιγμή συλλαμβάνεται από την παραδοσιακή φιλοσοφία, ως ένα οριστικά δεδομένο σχήμα, το οποίο όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο Foucault «…αναγνώριζε (η φιλοσοφία) αφενός ως καταγωγικό θεμέλιο της γνώσης, αφετέρου ως σημείο εμφάνισης της αλήθειας.»218.

Το νεωτερικό, ορθολογικό υποκείμενο που βρίσκει το απόγειό του στην καντιανή σκέψη, όταν η γνώση γίνεται αποτέλεσμα του συγκροτησιακού χαρακτήρα του υποκειμένου, το γνωστικό δηλαδή προϊόν είναι μόνον αυτό το φαινόμενο που ανακατασκευάζει το υποκείμενο με βάση την αισθητηριακή εμπειρία του και τη διανοητική του ικανότητα, έρχεται να χάσει την αίγλη του μέσα στη σκέψη του Nietzsche.

Όπως αναφέρει o Foucault: «Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να διερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο επιτελείται η συγκρότηση όχι ενός οριστικά δεδομένου υποκειμένου από το οποίο θα εκπορευόταν υποτίθεται η αλήθεια, αλλά ενός υποκειμένου που συγκροτείται εντός της ιστορίας και το οποίο δομείται και αναδομείται ακατάπαυστα από την ιστορία.»219.

Για τον Nietzsche δεν υφίσταται ένα a priori συγκροτημένο υποκείμενο γνώσης το οποίο θα μας εγγυηθεί λόγω της τυπικής του ταυτότητας [Εγώ = Εγώ], ανεξαρτήτως της εμπειρίας και της αλλαγής που επισυμβαίνει σε αυτή, ότι είναι αυτό που νομιμοποιείται να γνωρίσει και να κατέχει την έγκυρη, τη μία και μοναδική αλήθεια, η οποία αντικειμενικοποιείται διυποκειμενικά. Αντιθέτως βλέπουμε το απροσδιόριστο του Νεχαμά και το ανολοκλήρωτο του Foucault σε σχέση με την προοπτική απόδοση της έννοιας της ερμηνείας, να παίρνει σάρκα και οστά στη

νιτσεϊκή συγκρότηση αυτού του εν εξελίξει [εν κινήσει] υποκειμένου, που έχει πάντα μέσα του τη διονυσιακή ορμή, την ορμή για ζωή που το κινεί να πράττει. Αυτή η ορμή στο τέλος θα είναι πάντα μια Βούληση για δύναμη ή ακόμα καλύτερα, αν εξελιχθεί αυτό το υποκείμενο στο συνειδησιακό σχήμα του Υπεράνθρωπου, μια καθαρή Δύναμη.

Στη νιτσεϊκή σκέψη όπως παρατηρούμε, τα πράγματα ενέχουν κίνηση και αλληλόδραση με το περιβάλλον τους, επομένως και το υποκείμενο συγκροτείται εντός της εμπειρίας και της ιστορικής εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, χωρίς ποτέ να σταματάει αυτή η δόμηση και η αναδόμησή του.

«Είναι ουσιώδες να μην κάνουμε λάθος για τον ρόλο της «συνείδησης»: αυτή εξελίχθηκε από τη σχέση μας με τον «εξωτερικό κόσμο»… Συνήθως η συνείδηση λαμβάνεται σαν το γενικό κέντρο των αισθήσεων και ανώτατο δικαστήριο· αντίθετα είναι μόνο ένα μέσο επικοινωνίας: εξελίχθηκε μέσω της κοινωνικής συναλλαγής και εν όψει των συμφερόντων της κοινωνικής συναλλαγής…»220.

Ο Nietzsche θεωρεί ότι η φιλοσοφία δεν έθεσε στο σωστό τους ρόλο τη λογική και τις κατηγορίες του λογικού, έτσι ώστε να τα χρησιμοποιήσει ως μέσα για την κατηγοριοποίηση, για τη «διευθέτηση του κόσμου για ωφελιμιστικούς σκοπούς»221, αντιθέτως πίστεψε ότι κατάφερε να έχει μέσω και εξαιτίας της λογικής «το κριτήριο της αλήθειας και της πραγματικότητας»222. Θεώρησε δηλαδή ο άνθρωπος τον εαυτό του ως το μέτρο των πραγμάτων, το οποίο είναι ικανό να καθορίσει το «πραγματικό» έναντι του «μη πραγματικού».

Άκρως ενδιαφέροντα για το θέμα μας, είναι επίσης όσα αναφέρει ο Nietzsche στη Θέληση για δύναμη223, σχετικά με το ότι έχουμε δημιουργήσει ένα γνωσιακό υποκείμενο που πράττει και ποιες είναι οι συνέπειες αυτής μας της δημιουργίας. Πιο αναλυτικά, η σχέση αιτίας και αποτελέσματος είναι απόρροια της δημιουργίας υποκειμένων υπό την έννοια του πράττοντος. Ακριβώς επειδή έχουμε δημιουργήσει αυτή την έννοια ενός υποκειμένου που πράττει υπάρχει χώρος και για να νοήσουμε τις πράξεις του ως αποτέλεσμα ενός καταναγκασμού που του ασκείται κάθε φορά. Όμως και η ίδια η αναγκαιότητα για τον Nietzsche «δεν είναι γεγονός αλλά ερμηνεία»224.

Η ερμηνεία με βάση την αιτιότητα, όπως υποστηρίζεται από τον Nietzsche είναι μια απάτη και είναι ακριβώς αυτό το γεγονός, ότι αντιλαμβανόμαστε δηλαδή τα συμβάντα ως αποτελέσματα κάποιων αιτίων, που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένα «υποκείμενο» και ένα «αντικείμενο» ή «κατηγόρημα». Βέβαια παρόλο που γλωσσικά δεν ξέρουμε με ποιον τρόπο να απαλλαχτούμε από αυτές τις διακρίσεις, επί της ουσίας δεν υπάρχουν. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αν σκεφτώ έναν μυ ξέχωρα από τα «αποτελέσματά» του, τον αρνούμαι…»225. Για τον Nietzsche το «δήθεν ένστικτο της αιτιότητας» δεν είναι τίποτα άλλο από το φόβο μας για το άγνωστο και από την κρυφή μας επιθυμία να βρίσκουμε σε ό,τι το καινούριο κάτι το οικείο σε εμάς, ένα με άλλα λόγια αίτιο που να μας οδηγεί κάθε φορά στο «καινούριο» αποτέλεσμα226.Επομένως βλέπουμε σε αυτά τα χωρία, το υποκείμενο να παρουσιάζεται ως μια ερμηνευτική προσέγγιση του ανθρώπου, ως ένα «πλάσμα της φαντασίας μας»227. Εάν όντως συμβαίνει αυτό, παραμερίζοντας την έννοια του υποκειμένου που παράγει αποτελέσματα θα πρέπει να αφήσουμε στην άκρη και το αντικείμενο πάνω στο οποίο παράγονται αυτά τα αποτελέσματα.

«Τέλος χάνεται και το «πράγμα καθ’ εαυτό», επειδή αυτό είναι κατά βάθος η σύλληψη ενός «υποκειμένου καθ’ εαυτού». Έχουμε όμως καταλάβει ότι το υποκείμενο είναι πλάσμα της φαντασίας. Η αντίθεση «πράγμα καθ’ εαυτό» και «φαινομενικότητα» είναι αβάσιμη· μ’ αυτό όμως εξαφανίζεται και η έννοια της «φαινομενικότητας».228».

Συνέπεια όλων αυτών θα είναι να χάσουμε ακόμα πιο θεμελιώδεις έννοιες, όπως είναι αυτή της ουσίας αλλά και της ύλης και του πνεύματος. Έτσι ο κόσμος που έχει χάσει την υλικότητά του, δεν μπορεί παρά από την ηθική οπτική γωνία να γίνεται ψευδής, αλλά ακόμα και η ίδια η ηθική καταλήγει να είναι ψευδής στο μέτρο που ανήκει σε αυτό τον ψευδή κόσμο229.

Η Βούληση για αλήθεια είναι αυτή που καλείται τώρα να στερεοποιήσει, να δώσει διάρκεια και αξίωση αλήθειας στην πραγματικότητα που έχει καταποντιστεί μέσα στο ψεύδος. Να άρει δηλαδή τον ψευδή χαρακτήρα των πραγμάτων, να τους δώσει έναν σκοπό, ένα λόγο ύπαρξης. Η αλήθεια επομένως «δεν είναι κάτι που υπάρχει εκεί καιπου πρέπει να βρεθεί ή να ανακαλυφθεί, αλλά κάτι που πρέπει να δημιουργηθεί»230. Η«αλήθεια» για τον Nietzsche εισάγεται ως processus in infinitum [ατέρμονηδιαδικασία], ως δηλαδή ένα ατέρμονο ενεργό καθορίζειν της πραγματικότητας και όχιως μια συνειδητοποίηση κάποιου πράγματος που είναι ήδη από μόνο του στέρεο καικαθορισμένο231. Αυτή η βούληση για αλήθεια όπως περιγράφεται εδώ, ως ενεργό καθορίζειν είναι μια μάσκα της ίδιας της Βούλησης για Δύναμη.

Ο άνθρωπος προϋποθέτει μια κανονικότητα και μια διάρκεια στο πώς εξελίσσονται τα πράγματα και πάνω σε αυτή την προϋπόθεση θεμελιώνεται η ζωή, η οποία και φαίνεται να ισχυροποιείται μέσα από την αύξηση του εύρους της πραγματικότητας που μπορούμε να γνωρίσουμε, που μπορούμε δηλαδή να αποδώσουμε Είναι. «Η λογικοποίηση, ο εξορθολογισμός, η συστηματοποίηση ως βοηθητικά μέσα της ζωής.»232.

Η ενόρμηση του ανθρώπου για αλήθεια, η οποία είναι αυτή που καθορίζει την πραγματικότητα, όπως προανέφερα, προβάλλεται από τον άνθρωπο ως κάτι που είναι έξω από αυτόν· ως ένας κόσμος έξω από τον εαυτό του, στον οποίο όμως αυτός αποδίδει Είναι, «σαν κόσμος που ήδη υπάρχει».

«Οι ανάγκες του ως δημιουργού επινοούν τον κόσμο πάνω στον οποίο δουλεύει, τον προεξοφλούν· αυτή η προεξόφληση (αυτή η «πίστη» στην «αλήθεια») είναι το στήριγμά του.»233.

 

Αυτή η προεξόφληση και το γεγονός ότι αποδίδουμε ευθύνη για την ύπαρξή μας και τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε στον κόσμο, σε κάτι έξω από εμάς, είτε το ονομάζουμε Θεό, είτε Φύση και να μη μας βλέπουμε απλώς ως διαρκή έκφραση της Δύναμης και τίποτα άλλο, μας οδηγεί κατά τον Nietzsche στο να «διαστρέφουμε μέσα μας την αθωότητα του γίγνεσθαι.»234. Θυσιάζουμε αυτή την αθωότητα του γίγνεσθαι για να μην είμαστε μόνοι και αδύναμοι, να «έχουμε κάποιον που θέλει να πετύχει κάτι μέσω ημών και μαζί με μας.»235, αλλά ουσιαστικά αυτό είναι που μας κάνει αδύναμους και μας απομακρύνει από μια υγιή και εύρωστη έκφραση της δύναμή μας. Υπό αυτές τις συνθήκες το είδος καταλήγει να είναι τόσο προσωρινό, όσο και το άτομο και αυτή η πολυπόθητη διατήρηση του είδους δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σκαλοπάτι στην εξελικτική σκάλα του είδους. Διατηρείται δηλαδή σε αυτή την κατάσταση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μέχρι να ξεπεραστεί από έναν εξελικτικά ισχυρότερο τύπο, από ένα εξελιγμένο συνειδησιακό σχήμα, τον Υπεράνθρωπο. «Εκείνοι που έχουν την περισσότερη έγνοια ρωτούν σήμερα: ‘‘πώς θα γίνει να διατηρηθεί ο άνθρωπος;’’ Ο Ζαρατούστρα όμως ρωτά, ως ο μοναδικός και ο πρώτος: ‘‘πώς θα ξεπεραστεί ο άνθρωπος;’’…»236.

Ο Nietzscheστη ΓτΗ, επικεντρώνεται στη συγκρότηση αυτού του υποκειμένου, που δεν έχει συγκροτηθεί aprioriκαι στην γενεαλογική έρευνα και παρατήρηση της εξέλιξής του μέσα στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, δείχνοντάς το μάλιστα μέσω της αναστροφής των ηθικών αξιών που παρατηρεί ότι έχει συμβεί μέσα στην εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών.
Μας παρουσιάζει στη ΓτΗ, τον «κύριο» και τον «δούλο», που αποτελούν σε πρώτη ανάγνωση τους δύο μέχρι τώρα, ηθικούς τύπους ανθρώπου αλλά εξετάζοντας τους βαθύτερα μπορούμε να τους συλλάβουμε και ως δύο συνειδησιακά σχήματα, που στρέφουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις τη Βούλησή τους για δύναμη237. Μέσα από αυτά τα συνειδησιακά σχήματα μπορούμε να εξάγουμε σημαντικά συμπεράσματα για το τι εννοεί ακριβώς με αυτό το ψυχολογικό υποκείμενο ο Nietzsche. Το γεγονός ότι συλλαμβάνει το υποκείμενο με ψυχολογικούς όρους, του δίνει τη δυνατότητα να περιγράψει την κίνηση και τους μετασχηματισμούς του και να μας δείξει πώς αυτού του τύπου το υποκείμενο αποτελεί απόρροια και συνάμα «δημιουργό» της προοπτικής αντίληψής του. Ταυτόχρονα μέσα από την παρουσίαση της μεταστροφής των εννοιών του «καλού» και του «κακού» παίρνουμε ένα πολύ διαφωτιστικό παράδειγμα για το τι εννοεί ο Nietzscheόταν μιλάει για προοπτικισμό, αλλά και για το πώς μπορεί να επέλθει μια αλλαγή της προοπτικής ερμηνείας μέσα σε κάθε διαφορετικό κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο.

Σε πρώτη φάση στη ΓτΗ περιγράφεται η νοηματοδότηση των εννοιών πριν επισυμβεί η μεταστροφή τους. Στο Δοκίμιο Ι βλέπουμε αρχικά τον «καλό»238της πρώτης αυτής φάσης, να είναι ο άνθρωπος που καταφάσκει την ίδια του την ύπαρξη, ο άνθρωπος της δράσης. Ένα ρωμαλέο αρχέγονο αρχέτυπο, όπου κατακλύζεται από ενέργεια και δύναμη, ψυχολογική αλλά και σωματική239. Στις περιγραφές του Nietzscheη κάθε κοινωνική θέση προκαλεί ως συνέπεια και μια ψυχολογική κατάσταση, η ψυχολογική κατάσταση του αρχέγονου αυτού «καλού» είναι η αυτοκατάφαση. Ορίζει ο ίδιος το τι είναι «καλό» μέσα από το δικό του τρόπο ύπαρξης. Αυτός είναι το μέτρο και δε χρειάζεται να συγκρίνει τον εαυτό του με κάτι εξωτερικό για να καταλήξει αν είναι καλός σε σχέση με αυτό. Η ευγένεια και η τιμή τους απορρέει από τη θεϊκή τους καταγωγή, έτσι η έννοια «καλός» ενσαρκώνει την ύπαρξη ενός τύπου ανθρώπου.

«…η κρίση ‘‘καλό’’ δεν προέρχεται από εκείνουςστους οποίους έχει γίνει η ‘‘καλοσύνη’’! Οι ίδιοι οι ‘‘καλοί’’ μάλλον, δηλαδή οι ευγενείς, δυνατοί, με υψηλή κοινωνική θέση και υψηλό φρόνημα, είναι εκείνοι που θεώρησαν τον εαυτό τους ‘‘καλό’’ και τις πράξεις τους ‘‘καλές’’, δηλαδή πρώτης τάξης, σε αντίθεση με καθετί ταπεινό, ευτελές, αγοραίο και πληβείο. Ξεκινώντας από αυτό το πάθος της απόστασης, απόκτησαν το δικαίωμα να δημιουργούν αξίες και να δίνουν ονόματα στις αξίες…»240. Ο γενναίος «καλός» θα ονομάσει τον πληβείο και δειλό, ως άσχημο241[δε θα τον ονομάσει κακό (bös(e)), αλλά μη έχοντα σχήμα, απλοϊκό (schlicht)με την έννοια του επιρρεπούς σε εξωγενείς δυνάμεις, και άρα αδύναμο στο να εκφράσει δύναμη] που θα ετεροκαθορίζεται απότο «πάθος της απόστασης»του δυνατού.Ο «άσχημος», οοποίος θα αυτοπροσδιοριστεί ως ο αδύναμος έχει τα αντίθετα χαρακτηριστικά από τον καλό όσον αφορά τα ψυχικά του χαρακτηριστικά. Αυτός δεν δρα, αλλά αντιδρά. Έχει ανάγκη να έχει έναν εχθρό απέναντί του, έτσι ώστε να προσδιορίζεται η ύπαρξή του.Χρειάζεται να ετεροκαθορίζεται αν και σε καμία περίπτωση δεν είναι οντολογικά αδύναμος, αλλά έχει αποδεχθεί τον ορισμό του από τον «καλό» και μάλιστα αυτή την άποψη την ενσωματώνει, παρόλο που είναι εξωτερικά προσδιορισμένη και καταλήγει να αυτοθυματοποιείται.

Ο Nietzscheθεωρεί ότι όλοι έχουμε Βούληση για δύναμη και η δύναμη αυτή μπορεί να εκφραστεί είτε θετικά, είτε αρνητικά. Ο «άσχημος» πείθει τον εαυτό του για την αδυναμία του και αποτέλεσμα αυτού είναι η δύναμή τουναστρέφεται στη μόνη λανθάνουσα δράση που αναπτύσσει, την αντίδραση. Η δύναμη ενέχει στο χαρακτήρα της την επιθετικότητα, την ορμή, επομένως είναι φύσει αδύνατο αυτή ηδύναμη να μην εκφραστεί, απλά όσο περισσότερο αδύναμος νιώθει κάποιος, τόσο πιο προσωπικήθα θεωρήσει την επίθεση που θα δεχτεί από τη δύναμη του ισχυρότερου. Ο «άσχημος» τρέφεται από τη σύγκρουσή του με τον ισχυρό και αποκτά ταυτότητα μέσα από τον εχθρό του. Ενώ ο «καλός» είναι γεμάτος από τις δικές του δραστηριότητες και κρατάει μια απόστασηαπό τον «άσχημο». Ο ψυχικά αδύναμος είναι αυτός που θα ορίσει τον αρχικά «καλό», ως «κακό», λόγω της κατωτερότητας που νιώθει απέναντί του. Βλέπουμε δηλαδή ότι έχουμε να κάνουμε με καθαρά ψυχο-κοινωνικούςπροσδιορισμούς, που απορρέουν από την κατάσταση και τη θέση που βρίσκεται ο καθένας μέσα στην κοινωνία, με άλλα λόγια από την προοπτική σκοπιά του.

Το προαναφερθέν σχήμα των ψυχο-κοινωνικώνπροσδιορισμών που αναπτύσσει τις έννοιες του «καλού» -«άσχημου» -«κακού» θα έρθει η στιγμή μέσα στην ιστορική και κοινωνική εξέλιξη που θα πληρούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις και θα αναστραφεί, θα επέλθει δηλαδή μια αλλαγή της προοπτικής ερμηνείας. Ο Nietzsche αυτή την μεταστροφή θα την περιγράψει ως την τυραννία των αδύναμων, την επιβολή της ηθικής των ψυχικά, όχι αντικειμενικά, αδύναμων, που θα οδηγήσει στην ανάδυση και εξάπλωση της μνησικακίας.

Η διαδικασία της αναστροφής θα συμβεί αργά και σταθερά. Ο «άσχημος» έχει τεράστια δύναμη αντίδρασης, λόγω της καταπίεσης που επιβάλλει στον εαυτό του και του αισθήματος κατωτερότητας που βιώνει. Έτσι μέσα στην εξέλιξη των κοινωνιών αρχίζει να παράγει τώρα αυτός αξίες που είναι αποτέλεσμα μιας μίξηςδημιουργίας και αντίδρασης, όπου ο αδύναμος καταφέρνει να επιβάλλει ως αξία την δική του κατάσταση. Επομένως, τώρα ως«καλός» ορίζεται αυτός που είναι αδύναμος, δειλός και με νιτσεϊκούς όρους, αυτόςπου δεν καταφάσκει την ύπαρξή του. Βλέπουμε αυτόν τον «καλό»της δεύτερης φάσης να μετατρέπειτην αίσθηση κατωτερότητάς του σε ένα εσωτερικό δηλητήριο –που δεν είναι άλλο από την μνησικακία –το οποίο τον οδηγεί σε κάθε του κίνηση.

Ο μνησίκακος δεν αντιδρά άμεσα για να εκδηλώσει αυτό που αισθάνεται, αλλά τοεσωτερικεύει, το κρατάει στη μνήμη του και εν συνεχεία θέτει όλη τη δημιουργική ενέργεια της νοημοσύνης του στην υπηρεσία της εκδίκησης και της αντεπίθεσής του, με έναν ορθολογικό όμως τρόπο. Ο αρχέγονος «καλός» φαντάζει αφελής μπροστά στον πονηρό «καλό» της δεύτερης φάσης. Για τον Nietzscheη σύγχρονη νεωτερική ορθολογικότητα, ο υπολογιστικός και μεθοδικός Λόγος, βρίσκει τα πατήματά του πάνω στο έδαφος της μνησικακίας. Σε αυτή τη διαδικασία που περιγράφει ο Nietzsche βλέπουμε εκτός των άλλων, μια αντίθεση ακόμα και στη δαρβινική άποψη περί της εξέλιξης των ειδών, όπου η φυσική επιλογή δίνει πλεονέκτημα, ως προς την επιβίωση, στον δυνατό, αφού σε αυτή την περίπτωση ο (ψυχικά) αδύναμος επικρατεί του δυνατού.

Ο αδύναμος, για τον Nietzsche γίνεται πλέον ο δούλος, μια δουλική ψυχοσύνθεση,που θυματοποιεί τον εαυτό του, λόγω της ανάγκης του για αναγνώριση, με στόχο την απόκτηση εξουσίας, εφόσον δεν μπορεί να κυριαρχήσει και να καταλάβει την εξουσία με την πραγματική του δύναμη, από αυτόν που έχει θέσει απέναντί του ως κύριο, ως τον «κακό» τώρα. Φτάνει στο σημείο να καταστείλει τη ζωογόνα δύναμή του με αντάλλαγμα να αποκτήσει εξουσία και αναγνώριση, προχωρώντας μάλιστα και ένα βήμα παραπάνω όταν στοχεύει στην παγίδευση των άλλων μέσω της ενοχής για να τους ελέγχει242.

Η ορολογία του «κυρίου» και του «δούλου» που καταλήγει να χρησιμοποιεί στη ΓτΗ ο Nietzsche, θέλοντας να περιγράψει δύο ηθικούς τύπους ανθρώπου αλλά και δύο ψυχολογικές συνειδήσεις στα δικά μου μάτια, δεν μπορεί να μη μας θυμίσει τον αφέντη [κύριο] και το δούλο του Hegel.

Ο Hegel στη Φαινομενολογία του Πνεύματος εξετάζει αρχικά τον αφέντη και το δούλο ως τα δύο πρώτα σχήματα της αυτοσυνειδησίας, περιγράφοντας την «κίνηση του αναγνωρίζειν»243. Η αυτοσυνειδησία βλέπει τον εαυτό της ως τέτοια, βασιζόμενη στην αναγνώριση της από μια άλλη αυτοσυνειδησία. Παρόμοια θα λέγαμε εδώ,με τον ετεροκαθορισμό που βιώνει και ο δούλος του Nietzsche. Όμως και ο νιτσεϊκός κύριος ετεροκαθορίζεται στη δεύτερη φάση–μετά δηλαδή απότη μεταστροφή των αξιών –από το δούλο, αφού είναι μόνο κύριος κατ’ επίφαση. Τίθεται εκεί,έτσι ώστενα εξυπηρετεί τηλειτουργία ενός αντίπαλου δέοντος για τονμνησίκακο δούλο, που έχεικαταφέρει νακάμψει με την μεταστροφή των αξιών και τη δύναμη του κυρίου, τον έχει διαστρεβλώσει.

Κατά τον Hegel, σε αντίθεση με τον Kant αλλά και με τον Descartes, η αλήθειατης αυτοσυνείδησης είναι διαμεσολαβημένη, δεν είναι μια αυτοεπιβεβαίωση. Η αναγνώριση μεταξύ αφέντη και δούλου έχει γνωστικό χαρακτήρα και σημαίνει ότι αναγνωρίζεται η θέση κάποιου, είτε θετικά, είτε αρνητικά, μέσα στο όλον· αναγνωρίζομαι, σημαίνει συνδέομαι με ένα δίκτυο σχέσεων και γνωρίζω τον εαυτό μου μέσω των άλλων, η ύπαρξή μου διαμεσολαβείται. Όπως και στον Nietzsche δηλαδή, μιλάμε και εδώ για μια προοπτική συνείδηση, η οποία είναι ιστορική και σχετική και όχι μια κενή, φορμαλιστική συνείδηση. Η έννοια της σχετικότητας [σχεσιακότητα], δηλαδή ενός προοπτικισμού με άλλα λόγια, μεθοδολογικά εφαρμόζεται ήδη από τη φιλοσοφική θεώρηση του Hegel, αν και θεμελιώνεται σε μία διαφορετική έννοια ιστορικότητας, από αυτή που βρίσκουμε στην νιτσεϊκή αντίληψη. Στον Hegelη ιστορικότητα είναι εξελικτικήυπό ένα πρίσμα προόδου, αντιθέτως στον Nietzsche βλέπουμε να καταλήγει το ταξίδι της ιστορικής εξέλιξης σε μια παρακμή [decadence].Ο Nietzsche σπάει την εγελιανή διαλεκτική της εξέλιξης, δεν μιλάει σε καμία περίπτωση για μια προοδευτική ανάπτυξη ενός νέου κοινωνικού στρώματος, αλλά για το ενδεχόμενονα σπάσει η επανάληψη ενός φαύλου κύκλου εξουσίας μεταξύ των εκάστοτε «δυνατών» και «αδύναμων». Φυσικά αυτό το ενδεχόμενο σπάσιμο του κύκλου δεν είναι νομοτελειακό,μιας και είναι δυνατό να μη συμβεί ποτέ,δεν είναι η πορεία του Λόγου, του Πνεύματος μέσα στην ιστορία, αλλά περιγράφεται πιο πολύ ως μια αιφνίδια απεμπλοκή σε ένα ατομικό επίπεδο ή πιο συλλογικά,στην δυνατότητα δημιουργίας ενός άλλου συνειδησιακού σχήματος, ενός άλλου τύπου ανθρώπου.

Ο ίδιος ο Nietzsche δεν είναι ένας παρακμιακός μηδενιστής, όπως συχνά υποστηρίζεται, αν καιείναι απόλυτα σαφές,ότι εμπνέεται από τη νόσο του μηδενισμού, από όλα όσαδηλαδή παρακμάζουν και χάνονταιμέσα στην κοινωνικό –πολιτικό –ιστορική εξέλιξη των αξιών του ανθρώπου. Παρόλο μάλιστα πουσε έναπρώτο επίπεδο ερμηνείαςδεν προσφέρει θετικές αποφάνσειςγια τη σωτηρία του κόσμου από το μηδενισμό, μηθέλοντας όπως φαίνεταινα παίξει το γιατρό που φέρνει τη θεραπεία για την ασθένεια της ανθρώπινης σκέψης δίνοντας συνταγές και έτοιμες λύσεις, καταφέρνει να βγει επιτυχώς από την παγίδα ενός άκρατου μηδενιστικού πεσιμισμού, επικεντρώνοντας την προσοχή του στη δυνατότητα του ανθρώπου να για μια θετική αυτοπραγμάτωση.

Αυτή την πορεία προς την αυτοπραγμάτωση, προς την αυτοσυνειδησίαμε εγελιανούς όρους, την βλέπουμε και στην εγελιανή σκέψη, ακόμα και αν τη στιγμή που ολοκληρώνεται κάθε φορά σε ένα βαθμό, ταυτόχρονα αποτελεί παρελθόν, αλλά και τη νέα βάση μέσα στο διαρκές της εξέλιξης του γίγνεσθαι. Ο Hegelθεωρεί ότι η αυτοσυνειδησία έρχεται μέσα από μια πορεία έκθεσης στην εμπειρία και η ελευθερία χτίζεται μέσα από τις εμπειρίες της ζωής και κυρίως μέσα από την εμπειρία του θανάτου. Γίνεται ένας αγώνας ζωής και θανάτου [πραγματικός, κοινωνικός, ψυχολογικός]μέσω του οποίου αλληλοεπαληθεύονται οι δύο αυτοσυνειδησίες. Πρέπει να επαληθεύσουν στον εαυτό τους και στον άλλο, τη βεβαιότητά τους για τον εαυτό τους, ότι υπάρχουν δηλαδή, καθαυτές, ως προσδιορισμένες αρνήσεις του εαυτού τους (και του άλλου) και όχι ότιαπλά ζουν υπό την έννοια μιαςαπλής επιβίωσης. Ακριβώς εδώ έγκειται και η ελευθερία τους, το να καταφέρουν με άλλα λόγια να αυτοκαθοριστούν. Το άτομο που δε θα διακινδυνεύσει τη ζωή του και άρα δε θα δημιουργήσει σχέση,θα αναγνωρισθεί μόνο ως πρόσωπο, αλλά δε θα έχει πετύχει την αναγνώριση του ως αυτοδύναμης αυτοσυνειδησίας.

Ο θάνατος είναι πολύ σημαντικός για τη διαμόρφωση της συνείδησης στη σκέψη του Hegel και νοείται είτε ως ο φυσικός θάνατος, είτε ως αποξένωση. Μέσα από το φυσικό θάνατο ή από το θάνατο της σχέσης μεταξύ των δύο, καταλήγουν οι δύο αυτοσυνειδησίες να χάνουνκαι τη σχέσητους με τον εαυτότους. Η σχέση με τον εαυτό τους γίνεται πλέον αυτοκαταναλωτική, αφού εκλείπει οποιαδήποτε άλλη συσχέτιση244. Τελικά όμως, στη φιλοσοφική θεώρηση του Hegel,τα άτομα μπαίνουν σε σχέση, επιβιώνουν και αναπόφευκτα δημιουργείται μία σχέση κυριαρχίας μεταξύ δύο σχημάτων αυτοσυνειδησίας, μία σχέση αφέντη και δούλου245.Οποιαδήποτε σχέση που είναι εξουσιαστική [καταναλωτική]έχει αυτή τη μορφή.

Ο αφέντης είναι αυτός που έχει διακινδυνεύσει τη ζωή του· η αυτοσυνειδησία που υπάρχει για τον εαυτό της, όχι όμως πια μόνον ως έννοια, διότι είναι προσδιορισμένη αυτοσυνειδησία, αφού μεσολαβείται από μια άλλη αυτοσυνειδησία, αυτή του δούλου. Ο αφέντης ασκεί εξουσία πάνω στο δούλο, αλλά και πάνω στο πράγμα, μετά τη νίκη του στη μάχη του θανάτου. Το πράγμα είναι αντικείμενο επιθυμίας για τον αφέντη και το απολαμβάνει, ενώ ο δούλος246 εργάζεται με αυτό και σχετίζεται μαζί του με όρους ουσίας. Δουλεύονταςεπομένως ο δούλοςπάνω στο πράγμα,το αντιμετωπίζει ως κάτι ζωντανό, που το μετασχηματίζει με τη δουλειά του, έτσι το πράγμα διατηρεί την ανεξαρτησία του· ο δούλος όμως είναι εξαρτώμενος από το πράγμα και χάνει την ελευθερία του.

Ο αφέντης σχετίζεται διαμεσολαβημένα με τον δούλο μέσω ενός ανεξάρτητου πράγματος, το οποίο και εξασφαλίζει την κυριαρχία πάνω στο δούλο. Ο αφέντης [82]όμως έχει μία άμεση, παθητική, εξωτερική σχέση με το πράγμα, αφού μόνο το καταναλώνει, ενώ ο δούλος έχοντας αποκτήσει ουσιαστική σχέση μαζί του, μαθαίνει από αυτό, εξελίσσεται μέσα από τη εργασία του, σε αντίθεση με τον αφέντη που παγιδεύεται μέσα στην εξουσία του. Ο δούλος δεν μπορεί να αρνηθεί τελείως το πράγμα, αφού ό,τι κάνει είναι στην πραγματικότητα ενέργεια του αφέντη. Η δουλική συνείδηση δεν μπορεί να επιτύχει παντελή άρνηση του πράγματος, ενώ ο αφέντης φτάνει σε σημείο όπουαρνείται τελείως247 και το πράγμα και τον δούλο· και τα δύο είναι ανούσια για αυτόν.

Η σχέση εξουσίας είναι μία εξωτερική, αρνητική σχέση και είναι αυτή η παγίδα την οποία πέφτει ο αφέντης και χάνει την ελευθερία του. Αναγνωρίζει τον εαυτό του ως απόλυτη εξουσία απέναντι στο δούλο και στο πράγμα και πετυχαίνει την αναγνώρισή του στον άλλο, δηλαδή στο δούλο, όμως ο ίδιος δεν αναγνωρίζει το δούλο ως ισότιμό του, ως αυθύπαρκτη αυτοσυνειδησία. Όμως για να υπάρχει ουσιαστική αναγνώριση, πρέπει να είναι αμφίδρομη και μεταξύ ισοτίμων, αλλιώς έχουμε ένα μονομερές και άνισο αναγνωρίζειν248. Εδώ λοιπόν επιτελείται μια αναστροφή· η αλήθεια του αφέντη κερδίζεται από τη σχέση του με τον «ανούσιο» για αυτόν δούλο, πράγμα που σημαίνει ότι είναι μια ανούσια αναγνώριση, που δεν μπορεί να τον ικανοποιήσει, παρά μόνο να τον αποδομήσει ως αφέντη249.

Ο δούλος, που αναγνωρίζει αρχικά μόνο τον άλλο ως αυτοσυνειδησία, έχει μέσα του,χωρίς να το ξέρει την δυνατότητα ανατροπής της δουλείας του. Εδώ φαίνεται πωςέγκειται και ηβασική διαφορά του εγελιανού δούλου, από τον νιτσεϊκό. Στο γεγονόςδηλαδήότι ο πρώτος έχει τη δυνατότητα να χειραφετηθεί, ενώ ο δεύτερος φαίνεται να μηχειραφετείται ποτέ, η στέρηση καταλήγει να του δημιουργεί επιθυμία για αντίδραση και όχι θετική έκφραση της δημιουργικότητάς του. Στην καλύτερη περίπτωση, στη νιτσεϊκή σκέψη θα ξεπεραστεί σαν συνειδησιακό σχήμα ο άνθρωπος εν γένει από τον Υπεράνθρωπο. Αυτή η διαφορετική εξέλιξη της δουλικής συνείδησης μεταξύ Nietzsche–Hegel είναι απόρροιατης διαφορετικής τους αντίληψης σχετικά με την ιστορική εξέλιξη. Η νεωτερικότητα που στον Hegelπαίρνει μια μορφή εξελικτικήςπροόδου,στον Nietzsche, όπως προανέφερα παρουσιάζεται να έχει φθίνουσα πορεία με αποτέλεσμα την παρακμή των κοινωνιών του ανθρώπου και των αξιών που τις απαρτίζουν.

Υπάρχουν δύο στιγμές που δίνουν τη δυνατότητα χειραφέτησής στον εγελιανό δούλο. Αφενός ο φόβος του επικείμενου θανάτου250, που βρίσκεται μέσα στη συνείδησή του και ως απόρροια από τη μάχη με τον αφέντη και την υποδούλωσή του και σηματοδοτεί την απόλυτη διάλυση οποιασδήποτε σταθεράς, μια απόλυτη αρνητικότητα. Αυτή η δυνητική απώλεια της ύπαρξης σε όλα τα επίπεδα είναι μια στιγμή ουσιαστικής καθολικότητας, κατά την οποία έρχεται σε επαφή με όλη του τη ζωή. Αφετέρου ηδεύτερη στιγμή έχει να κάνει με την ίδια τηδουλειά251 [formativeactivity], μέσα από την οποία έρχεται σε επαφή με κάτι που του αντιστέκεται, με κάτι ζωντανό, που το αναγνωρίζει ως ανεξάρτητο. Η δουλειά είναι μια επιθυμία, που ενέχει μια εσωτερική αναστολή της πλήρους ικανοποίησής της, διαφορετική από αυτή του αφέντη, η οποία είναι μια στείρα άρνηση του πράγματος. Ο δούλος αν και δεν έχει καμία σχέση με τον αφέντη μορφοποιεί τη σχέση του με το πράγμα, αλλάμέσα από αυτή τη μορφοποιητική σχέση με το πράγμα, μορφοποιεί και τον εαυτό του και άρα εξελίσσεται η αυτοσυνειδησία του.

Ο φόβος του θανάτου βλέπουμε ναγίνεται δημιουργικός και σε συνδυασμό με τη δουλειά, ως μορφοποιητική διαδικασία, καταφέρνουν και αναδύουν τις δυνατότητες του δούλου για χειραφέτηση του και άρα τη δυνατότητά του για ελευθερία και κατ’ επέκτασιν μια δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης. Όμως φαίνεται και αυτήη χειραφέτηση τελικά να είναι μερική (πάνω σε κάποια πράγματα), δε γίνεται μεταστροφή καθ’ ολοκληρίαν, δεν είναι ούτε δούλος πια, αλλά ούτε και αφέντης. Θεωρεί ότι κατακτά την ελευθερία του, όμως αυτό γίνεται μόνο εσωτερικά, στο επίπεδο της συνείδησης, πράγμα που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή πλήρους ελευθερίας, διότι ελλείπει το στοιχείο της αναγνώρισης από τους υπόλοιπους, αν και η κατάκτηση της εσωτερικής ελευθερίας είναι το πρώτο και αναγκαίο βήμα. Σίγουρα αυτή η μερική χειραφέτηση της δουλικής αυτοσυνείδησης είναι πιο ουσιαστική από την απόλυτη εξουσία που νιώθει ο αφέντης και στην οποία επαναπαύεται.

Σαφώς τώρα,ο δούλος του Hegel μέσα από την παραπάνω περιγραφή φαίνεται, αν μεταφέρουμε τη ματιά μας σε ένα ψυχολογικό επίπεδο, πολύ πιο κοντά στον άνθρωπο της δράσης, έτσι όπως παρουσιάζεται ότι πραγματώνεται ως αυτοσυνειδησία μέσα από τη δουλειά του πάνω στο πράγμα, σε αντίθεσημε τον μνησίκακο δούλο του Nietzsche που αντιδρά όχι για να χειραφετηθεί με στόχονα αυτοπροσδιορισθεί, αλλά για να κάνει και όλους τους υπόλοιπους ετεροκαθοριζόμενους και να μπορεί να τους εξουσιάζει.

Ας επικεντρωθούμε όμως ξανά στον Nietzsche,και στην ιστορική στροφή πουδημιουργεί την αναστροφή και εν συνεχεία τη διαστρέβλωση των έως τότε αξιών, η οποίασυμβαίνει τη στιγμή που ο αδύναμος[δούλος]παράγει αξίες. Έχουμε μια εξιδανίκευση του πόνου και της κακοτυχίας και έτσι το να είναι κάποιος αδύναμος, ο χριστιανικά ταπεινός με άλλα λόγια, γίνεται αξία και αυτό θα οδηγήσει στην απαξίωση των αξιών και στο μηδενισμό που θα διαγνώσει ο Nietzsche, όπως αναφέρθηκε αρκετές φορές έως τώρα,ως νόσο της σύγχρονης κοινωνίας.

Η δύναμη του αρχέγονου «καλού» που ως προς την ουσία της έγκειται στο ότι αγαπάει τη ζωή ως ενότητα ηδονής και οδύνης, παύ ειπλέον να έχει νόημα. Έχουμε μια κατάρρευση των αξιών του αρχαιοελληνικού μοντέλου και στην θέση του αναπτύσσονται αρχικά οι αξίες της ιερατικής κάστας των Εβραιών και μετέπειτα αυτές του Χριστιανισμού. Με τον Kant μάλιστα σύμφωνα με όσα του καταλογίζει ο Nietzsche διάσπαρτα στα κείμενά του, θεμελιώνονται φιλοσοφικά [ορθολογικά]οι προτεσταντικές αξίες.

Πώς όμως είναι δυνατόν να μη γίνει κάποιος μνησίκακος αντιμετωπίζοντας τις αντικειμενικές δυσκολίεςτης ζωής;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα για τον Nietzscheδεν είναι άλλη από την υπέρβαση εαυτού. Στην αυθυπέρβαση φυσικά θα συμβάλλει η λειτουργία της λήθης για να μπορέσει να απελευθερώσει ο άνθρωπος τον εαυτό τουαπό το χρέος, την ενοχή και την ευθύνη από την άσχημη συνείδησή δηλαδή που έχει δημιουργήσει μέσα στην ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας.Μια άσχημη συνείδηση, όπως αυτή προκύπτει σε ένα πιο πνευματικό επίπεδο, από τη κοινωνική εξέλιξη της αρχέτυπης σχέσης πιστωτή και οφειλέτη. Πλέον χάνεται η καθαρή αντιπαλότητα της σχέσης πιστωτή –οφειλέτη και ο οφειλέτης αφομοιώνει εσωτερικά [ενοχικά] τον νόμο του πιστωτή ως δικό του, που οφείλει να υποταχθεί σε αυτόν, παρά το γεγονός ότι υπονομεύει τη δημιουργική του δύναμη, αρνούμενος τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο Nietzsche όμως προσβλέπει σε αυτόν που θα υπερβεί τον εαυτό του και την εγωκεντρική σχέση με το «καλό» και το «κακό».Θα καταφέρει δηλαδή να θέσει τον εαυτό του πέρα από την ηθική [≠ ήθος] , υπό την έννοια ενός συνόλου κανόνων και αξιών και έτσι θα μπορέσει να αφυπνίσει την εσωτερική του ζωτική δύναμη. Αυτός στο μυαλό του Nietzsche δεν είναι άλλος από τον Υπεράνθρωπο [Übermensch].

Ο Υπεράνθρωπος όπως μας παρουσιάζεται από τον αγαπημένο του αντι-προφήτηΖαρατούστρα, φαντάζει να είναι ένας χορευτής που ούτε ακουμπάει όλο του το βάρος πάνω στη γη, αλλά ούτε και πετάει τελείως μακριά από τον κόσμο. Είναι τόσο εγκόσμιος, όσο χρειάζεται για να μπορεί να κρατάει τον εαυτό του διακριτό από το μηδέν του κόσμου. Τόσο κοντά ώστε να μην τον βλέπουμε ως ένα καντιανό υπερβατολογικό εγώ, αλλά και τόσο μακριά, ώστε ο κόσμος του να μην είναι τίποτα άλλο από βούληση για ζωή, βούληση για δύναμη.

«Αρκετά ισχυρός για να αντέξει το βάρος του κόσμου, αρκετά ανάλαφρος για να πετάει πάνω από αυτόν. Ο μετεωρισμός αυτός, το βύθισμα και η έξοδος συγχρόνως από τον κόσμο είναι ο τρόπος υπάρξεως του υπεράνθρωπου.»252.

Ο Nietzsche ουσιαστικά με το συνειδησιακό σχήμα του υπεράνθρωπου, που είναι ένα ψυχολογικό υποκείμενο και αυτό, θέλει να ολοκληρώσει την απόδρασή του από τα όρια της επικράτειας του ορθού λόγου, αποδομώντας πλήρως το ορθολογικό υποκείμενο. Για τον Kant λόγου χάρη, από τον οποίο μπορούμε να αντλήσουμε μια πολύ διαφορετική οπτική για την αποκωδικοποίηση της πραγματικότητας, είχε νόηματο υποκείμενο του να είναι ορθολογικό, αφού ο ορθός λόγος και η αυτονομία αυτού αποτέλεσε θεμέλιο λίθο για την έννοια της γνώσης αλλά και για όλη τη διαδρομή της φιλοσοφικής του σκέψης. Η σκέψη τούτη βέβαια αποτελεί απόρροια της προγενέστερής του διάκρισης μεταξύ σώματος και πνεύματος και της ανηλεούς διαμάχης για το ποιο από τα δύο πρέπει να επικρατήσει έναντι του άλλου.

Για τον Nietzsche όμως ο άνθρωπος είναι μια ενότητα, στην οποία δεν χωρεί διάκριση σώματος και πνεύματος, ο άνθρωπος δεν μπορεί να μην πιστεύει στο ίδιο του το σώμα253. Όπως επίσης και ο κόσμος αποτελεί μια ενότητα, ένα αρχέγονο Ένα, όπως μας παρουσιάζει σε όλη τη νιτσεϊκή σκέψη.

Όπως είδαμε από τα πρώτα δοκίμιά του και τη Γέννηση της Τραγωδίας, μέχρι τη Γενεαλογία της ηθικής και τις σημειώσεις του για τη Βούληση για δύναμη δεν μπορεί παρά να απαιτήσει τη σύλληψη ενός συνειδησιακού σχήματος που θα καταφέρει να αναπτύξει την ικανότητά του να βιώσει την ένωσητου πραγματικού με το ονειρικό, του Είναι με το γίγνεσθαι, χωρίςαυτόνα του φαίνεταιως κάτι αδιανόητο και ανορθολογικό.

Ο καλός της πρώτης φάσης της ΓτΗ χρησιμοποιείται από τον Nietzsche ως ένα διαφωτιστικό πρώτο στάδιο,που έχει ήδη υπάρξει σαν πρότυπο στην ανθρώπινη [86] ιστορία, μέσα σε ένα διαφορετικό προοπτικό πλέγμα, έτσι ώστε να μπορέσει να αποτελέσειοδηγό για την κατανόηση ενός διαφορετικού ηθικού καιαλλά και γνωσιακού τύπου ανθρώπου,έναντι του σύγχρονου μνησίκακου· όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Ο Nietzsche και ο τρόπος που αντιλαμβάνεται το ιστορικό γίγνεσθαι δεν του επιτρέπει μια απλή επιστροφή στο παρελθόν υπό τη μορφή της αναβίωσής του στο παρόν, φάνηκε άλλωστε και από την κριτική που ασκεί στην προσκόλληση των σύγχρονών του Γερμανών στις λαμπρές κατ’ αυτούς στιγμές της ιστορίας τους.

Επομένως, αυτό που είναι φανερό πλέον ότι απαιτεί, είναιη υπέρβαση του τύπου του ανθρώπου όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, όπως δηλαδή εξελίχθηκε μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, για μια ανώτερη στιγμή στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, για τον Υπεράνθρωπο. Ακόμα και αν σε καμία περίπτωση δε φαίνεται σίγουρος, ότι θα συμβεί αυτό κάποια στιγμή μέσα στην ιστορική εξέλιξη.

218Φουκώ, ό.π., σελ. 94
219Φουκώ, ό.π., σελ.94
220Θέληση, ό.π., παρ. 524, σσ. 323-324
221Θέληση, ό.π., παρ. 584, σελ. 358
222Θέληση, ό.π., παρ. 584, σελ. 358
223Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 337 και επ.
224Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 338
225Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 336
226Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 337
227Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 338
228Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 338
229Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
230Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
231Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
232Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
233Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
234Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 340
235Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 340
236Ζαρατούστρα, ό.π., παρ. 3, σελ.276 [Για τον ανώτερο άνθρωπο]
237Ο μεν «κύριος» την εξωτερικεύει αυτή του τη Βούληση, ο δε «δούλος» την εσωτερικεύει με αποτέλεσμα να γίνεται μνησίκακος.
238Bonusστα λατινικά, στα γερμανικά κατά NietzscheGut< Gott=> Ευγενής θεϊκής καταγωγής
239Φαίνεται πάντα να έχει στο μυαλό του ο Nietzscheγια την περιγραφή αυτού του αρχέγονου καλού, το πρότυπο του ομηρικού Αχιλλέα.
240ΓτΗ, ό.π., Δοκίμιο Ι, παρ. 2, σελ. 45
241Στα λατινικά malus, κατά Nietzscheαπό το ελληνικό μέλας που σημαίνει σκοτεινός και σκουρόχρωμος, στα γερμανικά schlecht< schlicht=> απλός
242Αυτό χρεώνει στα ιερατεία των Ιουδαίων και το θεσμικό Χριστιανισμό ο Nietzsche·το ότι δηλαδή καλλιεργούν την αδυναμία στον άνθρωπο, θέτοντάς τον σε μια δεδομένη θέση αμαρτωλού και μέσω της καλλιέργειας της ενοχής ασκούν πλέον εύκολα εξουσία απέναντι σε αυτόν τον αδύναμο άνθρωπο. Ο αμαρτωλός τώρα, έχει αιώνια υποχρέωση απέναντι σε αυτόν (τον ιερέα) που τον απαλλάσσει από την αμαρτία του μέσω της συγχώρεσης.
243PhS,ό.π.,παρ. 178
244Ακόμα και η σχέση αντίθεσης στον Hegelπροϋποθέτει ενότητα.
245PhS,ο.π., παρ. 189
246Η φύση της δουλικής συνείδησης είναι να συνδέεται με κάτι ανεξάρτητο, με μία πραγμότητα, δηλαδή με το πράγμα το ίδιο.
247Καθαρά αρνητική η δύναμή του αφέντη.
248PhS,ο.π., παρ. 191
249PhS,ο.π., παρ. 192
250PhS,ο.π., παρ. 194
251PhS,ο.π., παρ. 195
252Κουτρούλης, ό.π., σελ. 33
253ΠΚΚ, ό.π., σελ. 28

Πηγή: H έννοια της αλήθειας στην Νιτσεϊκή σκέψη Προοπτικισμός –Αλήθεια –Συνείδηση –Τραγική Γνώση

Niger Lupus Negationis: Η εσωτερική εξέγερση, κατασπαράσσοντας την ιδεολογικοποίηση του Μηδενισμού

Ο Μηδενισμός, η διαρκής και καθαρή Άρνηση, δεν είναι ποτέ δυνατόν να μεταβληθεί από εργαλείο ερμηνείας της πραγματικότητας και σύμμαχο στο διαρκή πόλεμο ενάντια στο Κράτος και την Κοινωνία, σε ένα σύστημα, μια απονεκρωμένη ψευδοσυνείδηση. Μια τέτοια μεταβολή θα καθιστούσε ακαριαία την Άρνηση ανίσχυρη και αυτοαναιρούμενη, τον ίδιο το «Μηδενισμό» από εργαλείο, δυνάστη της συνείδησης. Το μείζον στην αναζήτηση κάθε αναρχικού συντρόφου στις πεδιάδες της Επίθεσης και του άγριου Χαοτικού χορού είναι η προσήλωση στη ίδια του τη συνείδηση. Μπορεί ποτέ το πρόσωπο να απαλλαγεί από τη συνείδησή του ; Φυσικά όχι. Είναι, όμως, πιθανό, εφόσον το πρόσωπο δε φέρει μια κλειστή, βαθιά προσωπική συνείδηση, να μετατρέψει το ίδιο το εργαλείο, τη μέθοδο της επίθεσης, σε εσωτερικευμένη αξία. Να μετατρέψει τον ανόθευτο Μηδενισμό σε μία καχεκτική μάζα ηθικών κανόνων και υποχρεώσεων.

Η Ιδεολογικοποίηση του Μηδενισμού

Η μηδενιστική σκέψη αναπτύσσεται έξω από προκαθορισμένες νόρμες και ιερότητες. Ο πόλεμος ενάντια στον κόσμο διέπεται μονάχα από μια «αρχή». Κάθε πράξη του προσώπου πρέπει να είναι σύμφυτη με το ορμέμφυτο, με την καθαρή του βούληση. Ο,τιδήποτε άλλο είναι συμβιβασμός, άτακτη υποχώρηση μπροστά σε συμβάσεις και «πρέπει». Μια τέτοια ιδεολογικοποίηση, μια ταύτιση του εργαλείου με τη βούληση, είναι επικίνδυνη και αποπροσανατολιστική. Όταν ο Μηδενισμός εκλαμβάνεται και αυτός ως σύστημα ιδεών, ως μια ιδεολογία με συγκεκριμένα όρια και στοχεύσεις, τότε το πρόσωπο παύει να αναζητεί στιγμές αυτοκυριότητας και Χάους, αλλά αναπτύσσει την προσωπικότητα, τις ιδέες και τις στοχεύσεις του ώστε να μετατραπεί σταδιακά σε «ολοκληρωμένο μηδενιστή».

Φυσικά, μια τέτοια προσπάθεια σύνδεσης του Μηδενισμού με κάποιο Ιδανικό, ακόμα και αν αυτό ονομάζεται Αναρχία ή μηδενιστική αυτοπλήρωση, οδηγεί σε «Ιερότητα». Ο Μηδενισμός μετατρέπεται σε Ιερό με τον ίδιο τρόπο που ο Θεός των παπάδων αποκαθηλώνεται για να πλασαριστεί κομψός πάνω από το πτώμα του, μα πάντα το ίδιο δουλικός και αδύναμος, ο «Άνθρωπος». Φτάνουμε, δηλαδή, σε ένα οξύμωρο κατ’αρχήν σχήμα ταύτισης του Αρνητή με το αντικείμενο της Άρνησης. Φυσικά, ένας τέτοιος «μηδενισμός» που αναφέρεται σε ιερά και όσια και προτάσσει ιδανικά που πρέπει να εκπληρώσει ο κοινωνός του, είναι και αυτός το ίδιο σηψαιμικός με την Ηθική και την Ιδεολογία και πρέπει να τσακιστεί χωρίς δεύτερη σκέψη.

Γιατί, όμως, φτάνουν κάποιοι στο σημείο να θεωρούν το Μηδενισμό ένα άτυπο Ευαγγέλιο ; Γνώμη μου είναι πως για να απαντήσουμε, θα πρέπει να προχωρήσουμε καταρχάς σε μία σημαντική διάκριση. Η διάκριση αυτή αφορά τη σχέση ανάμεσα στο Μηδενισμό (που Εγώ προτάσσω) και το Ρώσικο Νιχιλισμό. Ας γίνει, λοιπόν, πλέον ξεκάθαρο. Ο ρώσικος νιχιλισμός και ο νετσαγιεφισμός δεν έχουν σχέση με το φιλοσοφικό ρεύμα του αναρχοατομικισμού, δεν έχουν σχέση με το Μηδενισμό και τους αναρχικούς της πράξης. Και αυτό διότι, ο ρώσικος νιχιλισμός, κραυγαλέα και χωρίς κανένα δισταγμό, προτάσσει την ευημερία της μάζας και προωθεί με κάθε μέσο, έστω και αν χρειαστεί να ασπαστεί μπλανκιστικές πρακτικές, την επανάσταση των μαζών.
Ο Μηδενισμός, δε φέρει καμία ιερότητα στον πυρήνα του. Αντίθετα, αρνείται να συνεργαστεί, πόσο μάλλον να εκθειάσει, με τις μάζες, αρνείται τη μαζικότητα και την κοινωνία. Ο Μηδενισμός στρέφεται θεωρητικά και πρακτικά, ενσαρκώνοντας την Άρνηση στην πιο όμορφη και καθαρή της μορφή, ενάντια στα ιδανικά και τα ιερά του νετσαγιεφισμού, την Ηθική και το Λαό. Δηλώνει σε όλους τους τόνους πως κινητροδοτείται από την απόλαυση και τη χαρά της Καταστροφής και δε μετατρέπει ποτέ το πρόσωπο σε καλόγερο της επανάστασης, αλλά αντίθετα, ο ίδιος ο μηδενιστής είναι κατ’ επιλογή «αντάρτης της απόλαυσης», όπως πολύ εύστοχα σημειώνουν οι σύντροφοι της ΣΠΦ.

Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη, τόσο για να απομακρυνθούν οι όποιες παρεξηγήσεις, όσο και για να εντοπιστούν τα αίτια της ιδεολογικοποίησης της Άρνησης.

Η δόμηση αντι-αξιών και η ανάπτυξη νέας Ηθικής

Ανεξάρτητα από την προέλευση της ιδεολογικοποίησης της μηδενιστικής σκέψης, είναι σαφές πως δεν αναφερόμαστε πλέον σε ουσιαστικό μηδενισμό, αλλά σε έναν κατ’ επίφαση τέτοιο, ο οποίος χρησιμοποιείται είτε από το άτομο (με το διαχωρισμό μεταξύ ατόμου και προσώπου που έχει γίνει σε προηγούμενα κείμενα να διατηρείται ως έννοια), είτε από την ίδια την κοινωνία ως ανάχωμα, διαφυλάσσοντας ιερά. Εάν η Άρνηση δεν είναι ισοπεδωτική και ολοκληρωτική ή εάν το άτομο προσκολληθεί σε αντι-αξίες και δομήσει μέσα του μια νέα Ηθική, ψευδομηδενιστική, με βάση τα ιερά αυτά, τότε οδηγούμαστε σε μία από τις πολλές αλλαγές «στο θρόνο» χωρίς κατάργηση της «μοναρχίας».

Έτσι, το άτομο, ενώ αρνείται την αστική ή εργατική Ηθική, αδύναμο να σκεφτεί, να δράσει και εν γένει να ζήσει χωρίς Ηθική, προσκολλάται στην ίδια την Άρνηση και ψάχνει αγωνιωδώς αντι-αξίες που στο φαντασιακό του πηγάζουν από αυτή, ώστε να γατζώσει την ύπαρξή του πάνω τους.

Παράδειγμα στα παραπάνω αποτελεί η αναρχική μηδενιστική εξέγερση. Εάν η εξέγερση καταστεί αυτοσκοπός ή ιερό, τότε μετατρέπεται σε αυτό που ο Μαξ Στίρνερ ονομάζει «έμμονη ιδέα», το άτομο ζει για την εξέγερση και όχι για τον εαυτό του, η ίδια η εξέγερση από μέσο για αναζήτηση στιγμών αυτοπραγμάτωσης, αυτοκυριότητας και Χάους, μετατρέπεται σε τελικό σκοπό, γεγονός που απονεκρώνει το νόημά της και τελικά οδηγεί σε αλλοτρίωση και «ψυχαναγκασμό».

Το ίδιο θεωρώ πως συμβαίνει με την Αναρχία, όπως γίνεται αντιληπτή από την πλειοψηφία των κοινωνικών αναρχικών. Η μετατροπή, δηλαδή, του μέσου σε σκοπό, στραγγαλίζει την ίδια την Αναρχία. Από αυτή την αφετηρία ξεπηδά ο σηψαιμικός και βαθιά ιδεολογικοποιημένος Αναρχισμός.

Απονέκρωση από την Πράξη

Εμείς είμαστε αναρχικοί της πράξης. Οι ιδέες και οι θεωρίες που δεν τολμούν να γίνουν πράξεις, παραμένουν δειλές φλυαρίες και τρέφονται με δικαιολογίες και αναστολές απραξίας. Εμείς δε διωκόμαστε απλά για κάποιες όμορφες αναρχικές ιδέες που αποτυπώσαμε σε κάποιο κομμάτι χαρτί, αλλά για την ΕΠΙΛΟΓΗ μας οι ιδέες μας να μιλήσουν και μέσα απ’ τη φλόγα που ανάβει το φιτίλι, απ’ το στουπί που αγκαλιάζει τη μολότοφ, απ’ την κάννη ενός όπλου που είναι ακόμα ζεστή…

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς

Η απομόνωση της σκέψης από την πράξη, η μη μετουσίωση της πέννας σε μαχαίρι απονεκρώνει επίσης το Μηδενισμό. Η σκέψη, παρότι πολύτιμο και πανίσχυρο εργαλείο λυσσασμένης επίθεσης στο Κράτος και την Κοινωνία, όταν δεν τροφοδοτεί την έμπρακτη αναρχική μηδενιστική δράση, φτάνει μόνο ως τα μισά του δρόμου.

Θα πρέπει, ωστόσο, να ποινικοποιηθεί η αδυναμία επίθεσης με όρους αντισυμβατικού πολέμου στα σύμβολα του υπάρχοντος. Φυσικά και όχι. Κάθε μηδενιστής θέτει μόνος του το όριο της δράσης του, δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να στραφεί στο ένοπλο. Αυτό που είναι, όμως, επιζήμιο για τον ίδιο το Μηδενισμό, την ίδια την Άρνηση και την επίθεση εν γένει, είναι το καλούπωμα της αδυναμίας σε ιδεολογικά πλαίσια.

Μια τέτοια προσπάθεια να εμφανιστεί ο Μηδενισμός ως μια μόνον φιλοσοφική τάση, αποκομμένη από την έμπρακτη δράση, τον περιορίζει και τον εξισώνει με τις συζητήσεις του καφέ στα μικροαστικά σαλονάκια. Ο Μηδενισμός είναι ό,τι ο μηδενιστής θέλει να είναι, είναι το μέσο το καθενός προκειμένου να απαλλαγεί από τις αλυσίδες της κοινωνίας και της ηθικής, δεν είναι ούτε αποκλειστικά θεωρητικό ζήτημα, ούτε και αποκομμένος από κάθε σκέψη.

Το τσάκισμα, λοιπόν, της ιδεολογικοποίησης του Μηδενισμού διέρχεται από το πεδίο του ίδιου του Μηδενισμού. Μόνο μέσω της άρρηκτης σύνδεσης θεωρίας και πράξης (στο βαθμό που μπορεί ο καθένας να την υποστηρίξει), μπορεί να νοείται Μηδενισμός, μόνο έτσι κατορθώνει η Λύσσα και το Μίσος προς το Κράτος και την Κοινωνία να μετουσιωθεί σε ουσιαστική απειλή.
Το σημείο αυτό προσφέρεται για μια ουσιαστική παρατήρηση. Η προσκόλληση στην ανάγκη για δράση, όσο απαραίτητη και αν εμφανίζεται η τελευταία, δεν μπορεί παρά να μεταβάλλεται σε φετιχισμό και να καταλήγει πολλές φορές σε θλιβερά αποτελέσματα, όπως η a priori αποδοχή και υποστήριξη του όποιου ενόπλου (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ΕΛΑΣ), αλλά και η ταύτιση της μηδενιστικής βίας με οποιαδήποτε μορφή βίας ενάντια στο κράτος. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως οποιοσδήποτε εξεγείρεται εναντίον της κρατικής μηχανής δεν είναι αυτόματα σύντροφος, ούτε φυσικά θα πρέπει να θεωρείται τμήμα της αντικρατικής τάσης ή ακόμα και της μαύρης Αναρχίας.

Εάν, λοιπόν, τίθενται συγκεκριμένες προϋποθέσεις και χαρακτηριστικά που αποδελτιώνουν τη μηδενιστική βία, μπορούμε να θεωρήσουμε πως συμβαίνει κάποιου είδους φιλτράρισμα όσον αφορά τα ίδια τα υποκείμενα ; Και αν, ναι, αποτελεί η θέση αυτή ολίσθηση προς τον ελιτισμό ; Για να έρθω στα λόγια των «συντρόφων» της Συσπείρωσης, οι οποίοι τόσο αβίαστα συνέρραψαν πρόσωπα και γεγονότα, αγιάζει ο σκοπός τα μέσα ή όχι ;

Για το ζήτημα της εργαλειακής χρησιμοποίησης

Κατ’ αρχάς, θεωρώ χρήσιμη την αποδόμηση της ίδιας της φράσης. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», λοιπόν. Έχει διατυπωθεί ήδη με κάθε τρόπο η θέση πως ο Μηδενισμός είναι ένα εργαλείο ερμηνείας και επίθεσης, την ίδια ώρα που η Αναρχία αποτελεί όχι ένα τελικό στάδιο ή μια κοινωνική πανούκλα, αλλά το μέσο για την πλήρη απαλλαγή από τις αλυσίδες που φορτώνει η κοινωνία και η εξουσία στη συνείδηση. Επομένως, η Αναρχία δεν είναι ο «σκοπός».

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως με βάση την παραπάνω παραδοχή, η Αναρχία όντως δεν είναι ο τελικός σκοπός, θέτοντας όμως στη θέση της την ίδια την αυτοκυριότητα. Θα ούρλιαζε τότε στ’ αυτιά μας, «η Αυτοκυριότητα είναι ο σκοπός σας!». Τι είναι όμως η αυτοκυριότητα ;

To θεϊκό είναι υπόθεση του Θεού το ανθρώπινο, «του ανθρώπου». Η δική μου υπόθεση δεν είναι το θεϊκό ούτε το ανθρώπινο, δεν είναι το αληθινό, το καλό, το δίκαιο, το ελεύθερο κ.ο.κ.• είναι μόνο το δικό μου, και δεν είναι γενική, αλλά -μοναδική, όπως είμαι κι εγώ μοναδικός. Για μένα, τίποτε δεν βρίσκεται πάνω από μένα!

Μαξ Στίρνερ, Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του

Μια τοποθέτηση επάνω στην αυτοκυριότητα, θα πρέπει να ξεκινήσει από μια συγκεκριμένη για μένα παραδοχή. Η ουσία που εκφράζει ο όρος δεν πραγματώνεται στο απόλυτό του. Με άλλα λόγια, όπως συμβαίνει και με την ελευθερία, δεν υπάρχει απόλυτη αυτοκυριότητα, αλλά καταρχήν η έννοια αφορά τη συνείδηση και την απαλλαγή της από κάθε εσωτερικευμένη αξία, κάθε απότοκο της κοινωνίας που παρασιτεί σε βάρος του ενστίκτου του προσώπου.

Και στη βάση αυτή, καθίσταται ανούσια η εργαλειακή χρησιμοποίηση των υποκειμένων ώστε να εξυπηρετηθεί ο «σκοπός», επειδή πολύ απλά ο «σκοπός» δεν είναι ποτέ δυνατόν να πραγματωθεί στην ολότητά του. Δεν ορίζεται σκοπός. Χωρίς σκοπό όμως, δεν έχει νόημα η καθαγίαση του μέσου.

Τι σημαίνει όμως αυτό πρακτικά, πέρα από αοριστολογίες και θεωρητικές συζητήσεις ; Σε πρώτη φάση ποιος μπορεί να ονομάζεται σύντροφος ; Για μένα το ζήτημα είναι απλούστατο, σύντροφός μου είναι ο αντικοινωνικός, ο μηδενιστής αναρχικός της πράξης, ο χαοτικός και ο εγωιστής. Όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι σύντροφοί μου, το εάν συμπράττω ή όχι μαζί τους, καθορίζεται από άλλους παράγοντες.

Οι παράγοντες αυτοί αφορούν τη στόχευση του μηδενιστή και είναι χρονικά προσδιορισμένοι. Η σύμπραξη με τον καθένα, εάν εξυπηρετεί κάποια βραχυπρόθεσμη επιδίωξη και φυσικά δε δρα επιβαρυντικά για το πρόσωπο σε συνειδησιακό και πρακτικό επίπεδο, δε θα πρέπει να δαιμονοποιείται. Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση «επαφή» του Μηδενισμού με το Ρώσικο Νιχιλισμό, καθώς ο δεύτερος δρα στο όνομα της μάζας, ποδοπατά το προσωπικό συμφέρον και την παρόρμηση, θέτει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, ενώ ο Μηδενισμός, όντας εχθρικός προς τη θεωρητικοποίηση και τον προγραμματισμό όπως αυτός παρουσιάζεται από τους νιχιλιστές, πυροδοτεί ένα πρωτόγνωρο χαοτικό χορό., χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς δεσμεύσεις και ιερατεία, χωρίς επαναστατικά υποκείμενα και προφητείες που πρέπει να εκπληρωθούν.

Εν ολίγοις, ο Μηδενισμός απορρίπτει και φτύνει στο πρόσωπο κάθε ντετερμινισμό, ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό ή οικονομικό και παραδίδει το μηδενιστή στην τρελή πορεία προς το Τίποτα. Σε μια τέτοια πορεία, δεν υπάρχει σκοπός, δεν υπάρχει «πρέπει», αλλά ορμέμφυτο και «θέλω». Και σε αυτό το διεστραμμένο χαοτικό χορό, ο νιχιλισμός και η λατρεία του για την τελική στόχευση ασφυκτιά.

Γράφει ο Φ. Νίτσε στο «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα»:

«Δε λέτε, ότι ο καλός σκοπός αγιάζει κάθε πόλεμο ; Κι εγώ σας λέω, ο καλός πόλεμος αγιάζει κάθε σκοπό.»

Ακόμα, όμως, και η αυτοκυριότητα δεν είναι παρά ένα τμήμα του διαρκούς πολέμου κατά του υπάρχοντος. Ας γίνει ξεκάθαρο. Δεν υπάρχει κάποιο σημείο παύσης του Πολέμου, ο πόλεμος είναι διαρκής και δεν αφορά μόνο την παρούσα κοινωνία, αλλά επεκτείνεται σε κάθε μελλοντική. Από τη στιγμή που το φάντασμα δεν καρατομείται, αλλά απλώς αντικαθίσταται από ένα άλλο, η επίθεση συνεχίζεται. Έτσι είναι και έτσι θα είναι για όσο υπάρχουν Κοινωνίες και Κράτη. Είναι όμως αυτοσκοπός ο Πόλεμος και κατ’ επέκταση, είναι οι μηδενιστές καλόγεροι του πολέμου ; Αυτό είναι ένα ερώτημα που έχει απαντηθεί πολλές φορές, ωστόσο εάν χρειαζόταν να επανέλθω συνοπτικά, θα έλεγα πως ο μηδενιστής δεν αντιλαμβάνεται τον πόλεμο ενάντια στο υπάρχον ως αυτοσκοπό, αλλά ως ένα τμήμα της δραστηριότητάς του. Ο πόλεμος, δηλαδή, ως ιδέα και πρακτική δεν αυτονομείται στη συνείδηση του δρώντος και δε μετατρέπεται σε «έμμονη ιδέα», αλλά διεξάγεται όσο το πρόσωπο έχει συμφέρον και επιθυμεί να δράσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο,τιδήποτε άλλο είναι τυφλή πίστη.

Το ιδανικό του ήρωα

Η ζωή μου είναι δική μου και μόνο και δε θυσιάζεται σε κανένα βωμό καμιάς αξίας. Ας γίνει κατανοητό πως ο μηδενιστής είναι πρωτίστως βαθιά Εγωιστής (για μένα τουλάχιστον). Ως εκ τούτου, ο θάνατος είναι ήττα, το ζήτημα είναι να ζήσεις για να πολεμήσεις. Γιατί, λοιπόν, να θυσιάσω τη Ζωή για την αφύπνιση της κοινωνίας ; Γι’ αυτό για μένα μπροστά στο θάνατο ο μηδενιστής επιλέγει τη Ζωή του, την επιβίωσή του, όχι τον ηρωικό θάνατο. Το ιδανικό του μάρτυρα είναι κοινωνικό ιδανικό και ο μηδενιστής, ως βαθιά αντικοινωνικός δε θα μπορούσε να το ενσαρκώσει. Είναι λάθος της εξουσίας που μου δίνει τη δυνατότητα να ζήσω, συμβιβάζομαι πρόθυμα, υπογράφω όσες μετάνοιες χρειαστούν και μετά επιτίθεμαι ξανά εναντίον της. Μπορείς να πεις το ίδιο ; Μπορείς να πεις ότι προτιμάς τη Ζωή από την κοινωνική εξύψωση ;

Το ιδανικό του ηρωικού θανάτου, το κυνήγι της υστεροφημίας, παρότι μπορεί να φαντάζει επιθυμητό και παρότι υιοθετείται συχνά ακόμα και από μηδενιστές συντρόφους, είναι πέρα για πέρα κοινωνική κατασκευή. Ο Θάνατος, είτε σε βρει μισοσαπισμένο σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, είτε με μια σφαίρα μπάτσου στον κρόταφο είναι Ήττα. Ο Θάνατος είναι πάντα Ήττα.
Το ιδανικό του Ήρωα, η ανάγκη για προσφορά στο κοινωνικό σύνολο, μια προσφορά που συχνά μετουσιώνεται σε αυτόβουλη ανθρωποθυσία, είναι κατασκεύασμα του κοινωνικού βάλτου, της ίδιας της αγέλης των αδύναμων γλειφτών, των περιφρονητών της Επίθεσης και των δηλητηριοποτών. Μια παγίδα είναι λοιπόν ο ηρωικός θάνατος, ένα βολικό ξεπάστρεμα συντρόφων προς όφελος του Κράτους και του κοινωνικού Κτήνους. Η μάζα είναι ανίκανη να πολεμήσει, ανίκανη να σταθεί εμπρός στους πολεμιστές και να τους κοιτάξει στα μάτια. Και αυτή η αναβλύζουσα δυσωδία αγέλη, κατεχόμενη από αυτήν της την κατωτερότητα επιδιώκει να εξαλείψει τους πολεμιστές. Και το καταφέρνει με τον «Ηρωικό Θάνατο».

Είναι πράγματι πολύ εύκολο να αποθεώσει η πλέμπα το νεκρό, να κλάψει μέρες και νύχτες για το χαμό του, να πέσει σε βαθιά περισυλλογή και κατάθλιψη. Μα πόσο βαθιά ανακούφιση και εμετικό γέλιο κρύβει αυτός ο θρήνος ; Πόσοι και πόσοι σύντροφοι, πόσοι και πόσοι πολεμιστές και εικονοκλάστες χάθηκαν ανούσια και ηλίθια, υπηρετώντας αυτό το φάντασμα ; Πόσοι δεν επέλεξαν άραγε τον ηρωικό θάνατο από την «ατίμωση» ;

Ε λοιπόν, αρνούμαι να παραδοθώ στους κήρυκες του Θανάτου, αρνούμαι να θυσιαστώ για Ιδανικά και Κοινωνίες, αρνούμαι να πεθάνω για να καταλάβω μια θέση στο «πάνθεον» των κοινωνικών φιόγκων – ηρώων. Ας είμαι Εγώ και κάθε σύντροφος δέκτης της κοινωνικής απαξίωσης, ας είμαστε εμείς οι «δηλωσίες» του σύγχρονου υπάρχοντος, το ζήτημα είναι να ζήσεις αυτό που είσαι και όχι να πεθάνεις γι’ αυτό που είσαι.

Σηκώνουμε τα όπλα ενάντια στο Κράτος και την Κοινωνία ως αντάρτες της απόλαυσης και κινητροδοτούμαστε από τη δική μας λύσσα για καταστροφή αυτού του κόσμου. Εάν ο Θάνατος είναι βέβαιος, θα χαμογελάσουμε για μια τελευταία φορά και θα δοθούμε με όση δύναμη μας έχει απομείνει στο Χαοτικό χορό, αγκαλιάζοντας το μαύρο άγγελο. Όμως, εάν συμβεί και πέσουμε στα χέρια του εχθρού, γονατισμένοι μπροστά στους διώκτες μας θα υπογράψουμε κάθε χαρτί, θα μετανιώσουμε χίλιες κι ακόμα μία φορές εάν μας δοθεί η ευκαιρία, θα ποδοπατήσουμε κάθε σύμβολο και θα κάψουμε μπροστά τους κάθε κείμενό μας. Όταν η παγωμένη κάννη τους βρεθεί στον κρόταφό μας θα δηλώσουμε, αν είναι τόσο ηλίθιοι και δε μας εκτελέσουν αμέσως, αν είναι τόσο ηλίθιοι και μας δώσουν την ευκαιρία να ξεφύγουμε, πιστοί στην κοινωνία και θα αποκηρύξουμε κάθε σύντροφο και οργάνωση.

Έχοντας, λοιπόν, υπογράψει τη «δήλωση μετανοίας» μας, θα αφεθούμε ελεύθεροι, βαθιά περιφρονημένοι από τον κοινωνικό πολτό, μισημένοι από τους ηλίθιους «συντρόφους» μας που θα προτιμούσαν να μας νεκροφιλήσουν από το να περπατάμε δίπλα τους δηλωμένοι νομιμόφρονες. Αλλά πόσο γελοία μας φαίνονται όλα αυτά ! Πόσο δυνατά γελάμε, ω αγαπημένοι μου σύντροφοι με τις αντιδράσεις του.

Ελευθερωμένοι, λοιπόν, θα βαδίσουμε ξανά στα ίδια μονοπάτια της Άρνησης, θα σηκώσουμε και πάλι τα όπλα ενάντια στο υπάρχον και θα ριχτούμε με το ίδιο καταστρεπτικό πάθος στον Πόλεμο εναντίον Όλων. Γιατί δεν είμαστε εμείς και δε θα γίνουμε, σύντροφοι, οι οσιομάρτυρες του Λαού και της Μάζας, γιατί δε θα γίνουμε επαναστατικό εικόνισμα, αλλά θα συνεχίσουμε τον πόλεμο. Γιατί ο Θάνατος είναι ήττα, το ζήτημα είναι να ζήσεις. Και όσες φορές πάλι μας φέρουν εμπρός στην κάννη του όπλου και αν είναι ακόμη το ίδιο ηλίθιοι να μας δώσουν την επιλογή, το ίδιο θα πράξουμε.

Γιατί τι άλλο παρά εξόφθαλμος χριστιανισμός είναι η θυσία για κάτι που δε θα γνωρίσει το Εγώ ; Ας γίνει ξεκάθαρο. Ο Μηδενισμός είναι τόσο επικίνδυνος επειδή δεν υπακούει σε θεωρητικές αρχές, δε διέπεται από Ιερότητες, δεν έχει στεγανά. Η υποταγή στη βούληση και τις αξίες της μάζας είναι Ήττα, είναι ακρωτηριασμός του Μηδενισμού, είναι δεύτερος Θάνατος.

Το τι είσαι ή τι δεν είσαι είναι και μένει πάντα ολότελα άσχετο με το τι θα υποχρεωθείς να πεις ή να πράξεις. Με καμιάς λογής υποχώρηση στη βία δεν αλλάζει ποτέ αυτό που ‘σαι αν εσύ έχεις την επίγνωση και ξέρεις πόσο αδύναμο είναι το πρόσωπο κατέναντι των όπλων. Εκτός αν μέσα σου έχει οργανωθεί το σύμπλεγμα εκείνο της συνέπειας. Και σ’ αυτό βασίζονται οι άλλοι, στο να ‘χει μέσα σου οργανωθεί το καθαρά ψυχωτικό αυτό σύμπλεγμα οπότε με την ελάχιστη υποχώρησή σου στο βάσανο ή στη βία ή στην απειλή του θανάτου όλο το πυρινωμένο πάνω στη συνέπεια Εγώ σου συντρίβεται, καταλύεται, καταργείται. Ε λοιπόν, όχι. Το σκευώρημα, κύριοι, είναι πολύ φτηνό, πολύ άτεχνο. Θρυμματίζεται ,να. Στηρίξετέ μου όσες κάννες θέλετε στους κροτάφους, αφού το πρόβλημα το καταντήσατε εκεί. Εγώ τη χάρη δε θα σας την κάνω να πεθάνω σαν ήρωας, πολύ φτηνά απαλλάσσοντάς σας έτσι από την παρουσία μου.

Η απολογία ενός κυνικού, «Πυραμίδα 67», Ρένος Αποστολίδης

Οπαδοί κανενός

Θεωρώ χρήσιμο να ξεκινήσω την τοποθέτησή μου αυτή με την παράθεση ενός αποσπάσματος στα πλαίσια της κοινωνιστικής πολεμικής:

Αφού έχουμε να κάνουμε με τη λατρεία ενός συγκεκριμένου προσώπου, του Νίτσε, μπορούμε να μιλήσουμε καθαρά για νιτσεϊσμό και όχι για μηδενισμό ή αναρχομηδενισμό ή τι άλλο έχουν κατασκευάσει ορισμένοι στο μυαλό τους.

Ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει αλλά τουλάχιστον μη μπερδεύουμε άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Θέλουν κάποιοι να έχουν για ίνδαλμα τον Νίτσε, ας τον έχουν, στο βαθμό που εμάς δε μας ενοχλεί σε κάτι, ας κάνουν το κομμάτι τους.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια προσπάθεια να φορτωθεί επάνω μας ο ετεροκαθορισμός της οπαδικής λατρείας. Ας είμαστε όλοι ειλικρινείς. Τέτοιου τύπου πολεμική είναι γελοία και παντελώς αθεμελίωτη. Θα έπρεπε, όμως, να μας ανησυχεί ένα ενδεχόμενο μετατροπής της καθαρά προσωπικής σκέψης και κατ’ επέκταση συνείδησης σε όργανο αναπαραγωγής λόγων τρίτων ; Η απάντηση είναι προφανής.

Είναι θεωρώ απόλυτα σαφές πως ούτε νιτσεϊκοί, ούτε στιρνερικοί είμαστε, είμαστε αναρχικοί μηδενιστές, όχι ακολουθούντες κάποια αρχή ή δόγμα, αλλά ελεύθερα διαμορφώνοντες τη σκέψη και τη δράση μας. Ο χαρακτηρισμός της σκέψης, παρότι μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να φαντάζει ασήμαντος ή και δικαιολογημένος, είναι και αυτός ετεροκαθορισμός, είναι και αυτός αλυσίδα την οποία πρέπει, αν θέλουμε να μην κοροϊδευόμαστε, να αποτινάξουμε.

Σαφώς επηρεάζομαι από τη σκέψη των μεγάλων Γερμανών εξεγερμένων, του Φ. Νίτσε και του Μ. Στίρνερ και από την ποίηση και τη δράση των μηδενιστών των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, αλλά είναι αυτό το ίδιο με το να τοποθετήσω πάνω από μένα έναν τέτοιο χαρακτηρισμό (ο οποίος μάλιστα προέρχεται από το ίδιο το όνομα του Στίρνερ, έχει και αυτό τη σημασία του) ; Όχι.

Θα ειπωθεί μία φορά και ας γίνει κατανοητό. Το ζήτημα είναι να κάψεις τη λατρεία των προσώπων, να κάψεις μέσα σου τα ίδια τα πρόσωπα. Δεν υπάρχουν άλλοι, είμαι Εγώ και Εγώ δρω και γράφω, απόλυτα συνειδητοποιημένος για τη Μοναδικότητα και την Ύπαρξή μου. Οι άλλοι, οι μάζες και οι λαοί, ας έχουν αλλότριους φάρους και πυξίδες. Εγώ έχω εμένα και εμένα μόνο. Κάψτε, λοιπόν, τα πορτραίτα των μεγάλων ψυχών εντός σας, είστε η μόνη ουσία που γνωρίζετε και θα γνωρίσετε ποτέ, εάν και εφόσον υπάρχει τέτοια.
Οπαδοί κανενός, λοιπόν, ούτε ακόλουθοι, ούτε διαφωτιστές. Ας πάνε στο διάολο όλα και ας αφεθεί ο καθένας στην παρανοϊκή τρέλα του. Βεβηλώστε τα ιερά και τα όσια, μόνο έτσι θα πιείτε από τις αρχαίες πηγές. Σκοτώστε τα σύμβολα, και ας είμαστε εμείς και Εγώ ανακόλουθοι, διακόψτε κάθε επαφή με το μαζισμό του κοινωνικού πτώματος αν δε θέλετε να σας δηλητηριάσουν οι τοξίνες του.

Ενεργητικός και Παθητικός Μηδενισμός

Ο Μηδενισμός των Μοναδικών διακρίνεται από τον παθητικό μηδενισμό της μάζας, ο οποίος είναι προϊόν ενός κοινωνικοπολιτικού συμπλέγματος, ενός συμπλέγματος που σχετίζεται με το Κράτος, με φορείς εκπαίδευσης υπηκόων όπως το σχολείο και η εκκλησία, αλλά και με την ίδια την Κοινωνία. Όταν μιλάμε για παθητικό μηδενισμό, δεν μπορούμε φυσικά να μιλήσουμε για πρόσωπα, αλλά μόνο για άτομα, για κοινωνικούς πυρήνες.

Ο παθητικός μηδενισμός είναι αποτέλεσμα είτε μαζισμού, είτε απογοήτευσης, μιας απογοήτευσης που μπορεί να συνδέεται με την αντίληψη της αποτυχίας των μαζικών κινημάτων ή ακόμα και με τη συνειδητή παραδοχή της προσωπικής αδυναμίας για σκέψη και δράση. Αυτού του είδους ο μηδενισμός προέρχεται από κυκλικές διαδικασίες (όπως η συμμετοχή στο μαζικό και η μετέπειτα απογοήτευση, από την άποψη ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται ένας κύκλος μαζισμού που ξεκινά από τη συλλογική πίστη σε ένα φάντασμα, ας πούμε τον εργατισμό, και ολοκληρώνεται με το μαζισμό του παθητικού μηδενισμού) και είναι σώμα απ’ το σώμα της κοινωνίας.

Από τη στιγμή που το άτομο αισθάνεται μέρος ενός τέτοιου συνόλου – φαντάσματος όπως είναι η κοινωνία, είναι σχεδόν επόμενο πως η απογοήτευση από κάποια κοινωνική διεργασία θα έχει ως αποτέλεσμα μια συλλογική «έμμονη ιδέα» που ενσαρκώνεται με τη μορφή του παθητικού μηδενισμού. Για όσους έχουμε πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι από το Κράτος και την Κοινωνία ο Μηδενισμός είναι ξέρασμα της συνείδησης, είναι ένα εργαλείο στο οποίο φτάσαμε μετά από επίμονη αναζήτηση και εκφράζει πρώτα και κύρια την εσωτερική Εξέγερση. Ο μηδενισμός μας δεν είναι προϊόν απογοήτευσης, είναι ειλικρινής και μαχητικός.

Κλείνοντας

Το παρόν κείμενο δεν επιδιώκει να φωτίσει κάθε πτυχή της μηδενιστικής κριτικής στην ιδεολογικοποίηση του Μηδενισμού, ούτε φυσικά θα πρέπει να λαμβάνεται ως ευαγγέλιο σχετικά με τα ζητήματα που τέθηκαν. Εκφράζω εμένα και μόνον εμένα και απαιτώ οποιαδήποτε κριτική να αφορά το πρόσωπό μου και μόνο αυτό.

Niger Lupus Negationis

Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο 2ο τεύχος του εντύπου “Μηδενιστική Πορεία για τη διάχυση της Φωτιάς και του Χάους”

Νιχιλιστές ενάντια στην κοινωνική συνοχή. Μια οφειλόμενη τοποθέτηση.

Λάβαμε 5/4/2020

Μια οφειλόμενη τοποθέτηση

”Έχω λίγο πυρετό εδώ και κάποιες μέρες· υποφέρω ή καλύτερα αισθάνομαι λυπημένος. Από που έρχονται αυτές οι μυστήριες επιδράσεις που αλλάζουν αποθαρρύνοντας την ευτυχία και την αυτοπεποίθηση μας σε θλίψη; Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ο αέρας, ο αόρατος αέρας είναι γεμάτος από άγνωστες Δυνάμεις, στων οποίων την μυστήρια παρουσία υποτασσόμαστε. Ξυπνάω γεμάτος ευθυμία, με διάθεση μέσα απ’ την καρδιά μου να τραγουδήσω. -Γιατί;- Κατεβαίνω προς την όχθη του ποταμού· και ξαφνικά, μετά από μια μικρή βόλτα, επιστρέφω λυπημένος, σαν κάποια συμφορά να με περίμενε στο σπίτι. -Γιατί;- Είναι ένα κρύο αεράκι που, αγγίζοντας το δέρμα μου, έχει κλονίσει τα νεύρα μου και συσκοτίσει την ψυχή μου; Είναι το σχήμα των συννεφών, ή το χρώμα του ουρανού, το χρώμα των γύρω πραγμάτων, τόσο ευμετάβλητο, που, περνώντας μπρος από τα μάτια μου, προβληματίζει την σκέψη μου; Ποιος ξέρει; Όλα αυτά που μας περιτριγυρίζουν, όλα αυτά που βλέπουμε χωρίς να κοιτάμε, όλα αυτά που μας αγγίζουν χωρίς να το ξέρουμε, όλα αυτά που αγγίζουμε χωρίς να τα ψηλαφίζουμε, όλα αυτά που συναντούμε χωρίς να τα ξεχωρίζουμε, έχουν πάνω μας, πάνω στα όργανα μας και, μέσω αυτών, πάνω στις ιδέες μας, πάνω στην ίδια την καρδιά μας, γρήγορες, αιφνίδιες και ανεξήγητες επιδράσεις;”

Γκυ ντε Μωπασσάν

”Ο τροχος του πεπρωμενου κυλαει προς το τελος, η γεννηση της πολης τραβαει προς το μερος της τον θανατο. Η σχεση αναμεσα στην αρχη και στο τελος, αναμεσα στο αγροτοσπιτο και το οικοδομικο τετραγωνο ειναι αναλογη με εκεινη μεταξυ της ψυχης και της ευφυιας, μεταξυ του αιματος και της πετρας. Αλλα δεν ειναι τυχαιο οτι ο χρονος ειναι μια λεξη που δηλωνει τη μη αντιστρεψιμοτητα. Εδω ολα τραβουν μπροστα, τιποτε δεν γυριζει πισω.”

Όσβαλντ Σπένγκλερ

Προφήτες του καιρού – Ο άνεμος στην κοιλάδα και οι γνώμες της αγοράς της σήμερον δεν δείχνουν τίποτε από αυτό που έρχεται, αλλά μόνο για εκείνο το οποίο συνέβη ήδη.

Φρίντριχ Νίτσε

Αν δεν με έλκει το μυστήριο, είναι γιατί τα πάντα μου φαίνονται ανεξήγητα – τι λέω; Είναι γιατί ζω το ανεξήγητο και έχω μπουχτήσει.

Εμίλ Σιοράν

Το κείμενο αυτό δε φιλοδοξεί να αποτελέσει άλλη μία προσθήκη στον αχταρμά των εμφανιζόμενων πολιτικών αναλύσεων και προγνώσεων στον απόηχο της λήψης έκτακτων μέτρων προς “αντιμετώπιση της πανδημίας”. Αποσκοπεί περισσότερο στην κατάθεση κάποιων προσωπικών, κάπως περισσότερο συναισθηματικών εντυπώσεων, και την κοινοποίησή τους διαμέσου κειμένου σε ανθρώπους με παρόμοιους προβληματισμούς και συμπεράσματα. Εμφανής θα είναι η -ίσως αρκετά αιχμηρή- κριτική σε συνηθισμένες στάσεις και αντιδράσεις απέναντι στην εξάπλωση της κρίσης στους κοντινούς μας χώρους. Αυτό κυρίως συμβαίνει γιατί εκεί που οι πολλοί αντιλαμβάνονται ευκαιρίες να δοκιμάσουν τις ιδέες τους ενάντια στον κοινωνικό λήθαργο, εμείς επιλέγουμε να αντιλαμβανόμαστε ευκαιρίες να ανανήψουμε από τον δικό μας λήθαργο, συγκρουόμενοι άμεσα με τις ιδέες των πολλών για την κοινωνία. Αν δεν ξεκινήσουμε επαναξιολογώντας τις δικές μας θεωρίες, αντιλήψεις και προτάσεις, εκμεταλλευόμενοι τη σύγκρουση με την εισαγωγή των δραστικών αυτών αλλαγών, τότε οι ευκαιρίες για κάτι τέτοιο στο μέλλον θα λιγοστέψουν περισσότερο. Η κρίση, μέσα σε όλα, απέδειξε την ανετοιμότητα και την αδυναμία του αναρχικού χώρου να σταθεί πολεμικά και ξέχωρα από τις κρατικές πολιτικές σε μία κατάσταση γενικευμένης αναταραχής, κι αν δεν εξαχθούν πολύτιμα συμπεράσματα… κάθε κρίση και χειρότερα.

Υπάρχουν δύο συνήθεις ανθρώπινες αντιδράσεις όταν το κρηπίδωμα πάνω στο οποίο έστεκαν οι βεβαιότητές μας αμέριμνα καταρρέει, παρασέρνοντάς τις στον βυθό της αβεβαιότητας. Δύο αντιδράσεις επιφανειακά εντελώς αποκλίνουσες, αλλά στο σύνολό τους πυροδοτημένες από ομοούσια συναισθήματα, και γι’ αυτό σε άμεση εξάρτηση η μία από την άλλη. Συναποτελούν δύο από τους πυλώνες στήριξης της μαζικής κοινωνίας ώστε να συνεχίσει να σκεπάζει τους ορίζοντες κάθε ανθρώπινου σχετίζεσθαι.

Αναφερόμαστε αφενός στον πανικό, τον φόβο, την τρομοϋστερία και την παραφιλογογία γύρω από τα αίτια και τις επιπτώσεις των εξελίξων, και αφετέρου στην εικοτολογία, την αισιοδοξία, τον πολιτικαντισμό, τις προφητείες και τις πομπώδεις διακηρύξεις αναφορικά με το μέλλον της ανθρωπότητας. Οι αντιδράσεις αυτές απαντώνται σε όλο το φάσμα των κοινωνικών τάξεων, υπερβαίνοντας σύνορα, φύλα, μόδες, πολιτικά στρατόπεδα και ιδεολογίες, προσαρμοζόμενες στον ιδιαίτερο λόγο της κάθε ομάδας, και κάνοντας ορατή -έστω και αμυδρά- τη συγκολλητική ουσία στα θεμέλια του κυριαρχικού πολιτισμού. Είτε πρόκειται για τρόμο μπροστά στην κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής ή για φόβο για την ενδεχόμενη έλευση ενός Οργουελικού κράτους, πολλοί τρομοκρατήθηκαν μόλις η κανονικότητα κλονίστηκε, και αναζήτησαν απαντήσεις. Είτε πρόκειται για την κοινωνική οδοσήμανση απ’ τους πολιτικούς ηγέτες των δημοκρατικών ομοιομάτων ή απ’ τους επαναστάτες προφήτες των μελλοντικών εξεγέρσεων, οι οποίοι, σαν έτοιμοι από καιρό, παρουσιάστηκαν απευθείας στη σκηνή ως οι καλοθελητές της. Μία λειτουργική και ανταποδοτική σχέση μεταξύ των οργανικών αυτών αντιδράσεων προκειμένου να αναχαιτιστεί η επελαύνουσα ταραχή… “Μόλις παρέλθει θα λογαριαστούμε”, λένε, και κλείνουν το μάτι ο ένας στον άλλον.

Άλλωστε, αν κάτι απέδειξε περίτρανα η παρούσα πανδημία και το ντόμινο πολιτικο-οικονομικών εξελίξεων, είναι το πόσο επηρμένες, ιδεοληπτικές και κενόδοξες είναι οι πεποιθήσεις όλων μας πως με κάποιον τρόπο εξαιρούμαστε από τον ιστορικό ορίζοντα της εποχής μας. Πόσο τυφλές και αυτάρεσκες είναι όλες οι βεβαιότητες της πλειοψηφίας πως υψωνόταν σε κάποιον υπερ-ιστορικό άμβωνα κριτικής, κηρύττοντας από εκεί τις προφητείες της για τη ροή της ιστορίας με τη σιγουριά μαθηματικού. Όμως, ακριβώς αυτή η διαφωτιστική μανία της εξαίρεσης και της κριτικής αυθεντίας πόσο απηχούσε το πνεύμα της εποχής μας άραγε; Η πρόδηλη κριτική αντικειμενοποίηση της ιστορίας δεν είναι ίδια με την αντικειμενοποίηση που μετατρέπει τα ζώα σε θερμίδες, τον αέρα και τον ήλιο σε joule, τους καρπούς και τους πόρους σε ποσοστά κέρδους; Δεν είναι η ίδια που μετατρέπει την ιστορία σε αιτιοκρατικές αλληλουχίες πλήρως υπαγόμενες στη δικαιοδοσία του πολιτικού Λόγου; Η ίδια που τη μετουσιώνει ως διαδικτυακά δεδομένα και επίχρισμα μανιφέστων απαραίτητων για την τροφοδότηση της δημοκρατικής μηχανής και του κοινωνικού εργοστασίου; Δεν είναι εμφανείς, στιγμές σαν κι αυτές, οι λεκέδες αίματος της καθημαγμένης διαλεκτικής του διαφωτισμού;

Τα αυλακώματά τους: τέρψη βαθιά για τα μάτια μας, αντίκρυ στις αναταραχές της εποχής μας. Τι άλλο να μας ευχαριστούσε περισσότερο από την κοινή στους ανθρώπους αναστάτωση, ελέω μιας κρίσης που υπάγει και χωνεύει τις υπερυψωμένες διαφορές των όσων καλομάθανε στη “μοναδικότητά” τους, προσγειώνοντάς τους στο ορμέμφυτο, στη γυμνή ζωή, στο μιαρό ζωώδες που πασχίζουν να εκλεπτύνουν ή να φτιασιδώσουν; Έτσι, ξεδιπλώνεται μπροστά μας το αιώνια επαναλαμβανόμενο ζωικό φιλοτέχνημα. Ο ζόφος του ανεξερεύνητου μέλλοντος επισκιάζει τις φαεινές ψευδαισθήσεις μας. Ο πηγαίος φόβος επανασυνδέει το “άφθαρτο” σώμα με την τρωτότητά του. Η ανάγκη ανάδειξης αισιόδοξων προοπτικών μάς κάνει να ξανασυναντηθούμε ανεπαίσθητα στους πιο κοινούς μας αδιόρατους τόπους. Διαταξικά, γιατί ο τρόμος δεν κάνει τέτοιες διακρίσεις. Ομοίως με τα σκιρτήματα και τις φρικιάσεις μας.

Δεν ικανοποιούμαστε λιγότερο με τον τρόμο του γείτονά μας απ’ ότι με τον τρόμο των αφεντικών. (ίσως με τον δεύτερο να ικανοποιούμαστε λίγο περισσότερο, ομολογουμένως). Δε λοιδορούμε λιγότερο τις απονενοημένες προσπάθειες των κυρίαρχων να μη συντριφθούν από το απροσδιόριστο μέλλον, απ’ ότι τις κενές υποσχέσεις των επαναστατών ιεροκηρύκων να τους συντρίψουν. (ίσως πάλι να λοιδορούμε λίγο περισσότερο τους δεύτερους). Δεν καυχιόμαστε πως περιβαλλόμαστε από λιγότερο σκοτάδι σε σύγκριση με τους προαναφερθέντες, αλλά παραδεχόμαστε πως δε μας πλάνεψε ποτέ το φως. Ό,τι μισήσαμε πάνω σε αυτόν τον κόσμο δεν περιχαρακώνεται αποκλειστικά σε ταξικά, φυλετικά ή πολιτισμικά σύνορα, εντοπίζοντας εκφάνσεις του ουκ ολίγες φορές ακόμα και στις πιο οικείες μας συνήθειες. Διαθέτοντας τα κριτήριά μας και στρέφοντάς τα εναντίον των στοιχείων αυτών, συμπεριφορών και πρακτικών, πώς να μην απολαύσουμε τον αλαφιασμένο, φοβισμένο τους χορό σήμερα;

Η ασφάλεια λαμβάνεται ως μέτρο απέναντι στον φόβο, όπως οι απαντήσεις κατευνάζουν την περιέργεια και την αγωνία. Οι κρατικές πολιτικές αντιμετώπισης της “υγειονομικής κρίσης” δεν αποσκοπούν να απαντήσουν σε διαφορετικά ερωτήματα απ’ ότι πολλές κοινωνικές επαναστατικές προτάσεις, απλά το κάνουν διαφορετικά, υπέρ διαφορετικών πληθυσμιακών συνόλων. Αναπαράγεται αυτούσια η απαραίτητη πολιτική σχέση εξάρτησης, ώστε να διαιωνιστεί η μαζική κοινωνία, να νομιμοποιηθεί η αντιπροσώπευση και να μείνει στο απυρόβλητο το υπάρχον διαφωτιστικό, τεχνο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, δίχως να καταλυθεί η αξιολογική του κλίμακα.

Άπλετες ερωτήσεις και ικανοποιητικός αριθμός δυνατών απαντήσεων σε αυτές. Μεταξύ τους, μερικά σημεία στίξης απόσταση, και τίποτα παραπάνω. Ο ρόλος του ενός δεν ευδοκιμεί χωρίς την πρακτική του άλλου. Κι αν, περιστασιακά, ο ένας υπονομεύει και χλευάζει τον άλλον, συμβαίνει γιατί υπάρχει κοινό συμφέρον να διατηρηθεί η απόσταση, προκειμένου να καταφάσκουν αμφίδρομα στην ταυτότητά τους. Σπάνια κάποιος διερωτάται σχετικά με το περιεχόμενο του στοχασμού.

Η κρίση του συστήματος είναι δική μας; Ο ανθρωπισμός τελικά είναι θεμιτός ως εργαλείο ανάγνωσης της πραγματικότητας; Η άρνησή μας να γίνουμε ειλικρινείς σχετικά με τις καταστροφικές συνέπειες που υπονοούνται στον πόλεμό μας ενάντια στη σημερινή μορφή του κόσμου, τι αποδεικνύει για τον εαυτό μας; Σε πόσο μεγάλο βαθμό είμαστε ζωτικά -και όχι επιδερμικά- δεμένοι με το υπάρχον και τις αξίες του; Πρέπει το εννοιολογικό κατασκεύασμα της πανανθρώπινης κοινότητας να επιβιώσει, αν αυτό συνεπάγεται τη διατήρηση της σημερινής κοινωνικής οργάνωσης; Μπορεί η κοινωνική αλληλεγγύη να είναι η απάντηση στις καπιταλιστικές κρίσεις ή αποτελεί εργαλείο του κόσμου του κεφαλαίου για να αναπροσαρμοστεί η βάση του στις νέες συνθήκες, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις θεμελιώδεις κοινωνικές κατηγορίες; Μπορούμε να συμβιβαστούμε με την θνητότητα και τις πραγματικές, μη εξιδανικευμένες απολήξεις ενός πολέμου; Έχουμε τη δύναμη να διατρανώσουμε τις απορίες μας;

Αυτά ίσως είναι ένα αντιπροσωπευτικό ψιχίο επίκαιρης αναρχικής προβληματοποίησης.

Η θέση αυτή από μεριάς μας δεν έρχεται να δώσει απαντήσεις στα προσήκοντα στη σημερινή κοινωνία ερωτήματα, αλλά να προβληματιστεί σχετικά με το πώς γεγονότα διαλυτικά για τη σημερινή τάξη προβληματοποίησης θα μας επιτρέψουν δυνητικά να αναδείξουμε μια νέα, σε διαφορετικές βάσεις. Συγκαταλέγεται και αυτό στις πιθανές κατευθυντήριες απαντήσεις απέναντι σε μια κρίση; Μπορεί. Αλλά εμείς δεν αποποιηθήκαμε την αρραγή σύνδεσή μας με την υπάρχουσα πραγματικότητα, παρά μόνο αναζητούμε οδούς και γραμμές διαφυγής από την αναπαραγωγή των σημερινών ανθρωπότυπων. Και, για να το πετύχουμε αυτό, είμαστε αποφασισμένοι να εκμηδενίσουμε βαθιά και χωρίς διακρίσεις.

Και ναι λοιπόν, απομακρυνόμαστε από και περιφρονούμε όσους πανικόβλητοι, εν μέσω καταιγίδας, είναι πρόθυμοι να σώσουν την κιβωτό της ανθρωπότητας. Ακόμα περισσότερο χλευάζουμε τους επίδοξους αντικαταστάτες των εξαφανισμένων ή αποτυχημένων καπετάνιων. Αν, ενδεχομένως, αποβλέπουν στην κατάληψη της ηγεσίας, δεν έχουν να φοβούνται ανταγωνισμό από τα “αντικοινωνικά μιάσματα”, αλλά ας μην αυταπατώνται αφυώς πως θα στελεχώσουμε τις μάταιες προσπάθειές τους ή θα ευνοηθούν από τη συναίνεσή μας. Το νου σας, τυφλοπόντικες κάθε επαναστατικής πρωτοπορίας.

Κάθε πολιτισμός αντιμετωπίζει τις προσιδιάζουσες στο ενδιαίτημά του κρίσεις. Αν ο σημερινός φρόντισε να αφανίσει ή να εξορκίσει τον φόβο για τα ξεσπάσματα και τους κινδύνους της απρόβλεπτης και αφερέγγυας φύσης, με όπλο του την ανάπτυξη μιας γνώσης εύτακτης, λειτουργικής και αποδοτικής ως προς την εγκαθίδρυση του οικονομικού του μηχανισμού, αυτό δε συνεπάγεται πως θα είναι αμετάκλητα ασφαλής από τις συμφορές του παγκόσμιου νόμου της εντροπίας. Αυτός, θα βρίσκει τρόπους να εμφανίζεται πάντα, εκμεταλλευόμενος κάθε χαραμάδα τρωτότητας της ανθρώπινης φύσης και της ζωής, όσο κι αν κάθε εξουσιαστικό σύμπλεγμα βαυκαλίζεται για το αντίθετο, εξαίροντας την ισχύ του. Όλα απόλλυνται στην πυρά του χρόνου, ανεξαρτήτως αν εμείς πολύ συχνά επιθυμούμε να συμβάλλουμε στην επιτάχυνση της διαδικασίας.

Όλες οι κοινωνίες θωρακίζονται, παλεύουν, και εν τέλει χάνουν τη μάχη με τη φθορά, ενδίδοντας στο τραγούδι της αΐδιου σειρήνας, και βαδίζουν έως ότου ανταμώσουν το τέλος τους. Γιατί κάθε τέλος και ολοκλήρωση. Κάτι ακατάληπτο βέβαια για τα παιδιά της απειρότητας. Ζηλωτές του ατέρμονου και ανεξάντλητου, χαλκευμένα στις συντεχνίες της προόδου, και εμφορούμενα μέχρι το μεδούλι από το κυνήγι της βελτίωσης, είδαν τις μορφές αυτού του κόσμου να τείνουν στην αιωνιότητα. Ακατάπαυστη συσσώρευση, απρόσκοπτη επιτάχυνση, ανελέητη πρόοδος, ακατάσχετη ρευστότητα, ανεξάντλητοι υλικοί και πνευματικοί πόροι. Για εμάς και την εποχή μας, ακόμα και ο θάνατος μεταφράστηκε ως επιστροφή στο αείζωον πυρ. Ούτε εκεί δεν προσφέρεται πια νηνεμία. Πως θα διαχειριζόταν τώρα αυτός ο κόσμος την πρόσκρουσή του με την απροσδιοριστία του κινδύνου;

Ο αλαζονικός αυτός κόσμος, και εμείς περιπλανώμενοι κάπου στις αποστειρωμένες οδούς του, λησμονήσαμε πως είμαστε τρωτοί, πως εν καιρώ θα ενσκήψει η απαράγραπτη ειμαρμένη βάζοντας τέλος στα όνειρα της αφθονίας μας. Δεν ισχυριζόμαστε πως αυτή η στιγμή είναι τώρα, αλλά, να, πώς να μην ευχαριστηθούμε με το ρυθμικό πλατάγισμα των κατακρημνισμένων κομπασμών;

Τι άλλο όμως συμβαίνει σήμερα παρεκτός της έξοχης αυτής παράστασης;

Δίχως να θέλουμε να στερήσουμε από κανέναν την τέρψη να συμπληρώσει με τη δική του αξιολογική νότα την πρόσφατη αυτή ταραχή, κρίνουμε πως είναι ανεκτίμητης σημασίας η κοινοποίηση και η αντιπαράθεση συντροφικών απόψεων πάνω στις πρόσφατες εξελίξεις. Ακριβώς γιατί εμείς, ως “κοντόφθαλμοι”, δεν εναμβρυνόμαστε για τις προφητικές μας ικανότητες. Ίσως επειδή δεν κατανοήσαμε σε βάθος απαράμιλλους στοχαστές όπως ο Αγκάμπεν, ο Μαρξ και ο Φουκώ, αναγκασμένοι τώρα να ομολογήσουμε την άγνοιά μας. Σύντροφοι και συντρόφισσες, σας χρειαζόμαστε περισσότερο τώρα.

Δε γνωρίζουμε τι μέλλει γενέσθαι και πώς ακριβώς οφείλουμε να κινηθούμε εντεύθεν. Αναμφίλεκτη παραδοχή πως υφίσταται μια καθ’ όλα πραγματική κρίση για τον σύγχρονο κόσμο, και όχι μόνο για το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα, όπως ορισμένοι έσπευσαν να ανακοινώσουν ή, πολύ πιο σεμνά, εξέφρασαν την πρόθεσή τους να μετατρέψουν σε κρίση αυτού. Καλύτερη απόδειξη άλλωστε της βαρύτητας αυτής της κρίσης είναι πως ακόμα και οι πιο ριζοσπαστικές τάξεις του αρνητικού έμειναν εμβρόντητες μπροστά στα πρωτόφαντα αυτά φαινόμενα, καταφεύγοντας συχνά στις δύο αντιδράσεις που αναλύσαμε ακροθιγώς προηγουμένως.

Ο πανικός που έχει κατακλύσει τα κυβερνητικά κέντρα και τα διευθυντικά γραφεία, οδηγώντας τα σκέλεθρα που διοικούν τον δύσοσμο αυτό βόρβορο στη σπασμωδική λήψη αποφάσεων περιστολής ελευθεριών και καταπάτησης δικαιωμάτων κεντρικών για τον αυτοπροσδιορισμό των δυτικών δημοκρατιών εδώ και χρόνια, αποδεικνύει το λιλιπούτειο ανάστημά τους. Μαλθακοί και αβροδίαιτοι, ένεκα της πίστης τους στα δόγματα του οπτιμισμού και της προόδου, έμαθαν να στηρίζονται με τον καιρό περισσότερο στις δυνάμεις των μηχανών και των κάθε λογής ειδημόνων αντί για τις δικές τους. Πρόγνωση, πρόληψη, έλεγχος, ισχύς, προγραμματισμός και διακυβέρνηση. Η σημερινή κατάσταση, όμως, ελισσόμενη στα διάκενα των παραπάνω τεχνικών, τους εκθέτει ανεπανόρθωτα, αναγκάζοντάς τους, εκτός της περαιτέρω προσφυγής τους στους γκουρού της ιατρικής και τους επαϊόντες της επιστήμης, να γελοιοποιούνται πολιτικά, καθώς ακόμα και τα μεγαλύτερα φιλελεύθερα καθίκια υιοθετούν πολιτικές και ρητορικές των χειρότερών τους αντιπάλων προκειμένου να σώσουν ό,τι προλάβουν από το ξεχείλισμα του βόθρου που ετοίμασαν.

Ορισμένοι ίσως μας καταλογίσουν έκλυτη ευθυμία με μια κατάσταση όπου πλήττει μεροληπτικά τους ταξικά υποδεέστερους. Φυσικά, είναι αναμφισβήτητο πως κάθε κοινωνική κρίση δίχως ρητό και ακραιφνή επαναστατικό-προλεταριακό χαρακτήρα, αναπόδραστα θα πλήξει εντονότερα τους αδύναμους ενός οικονομικά διαρθρωμένου κόσμου, και δε χρειάζεται περαιτέρω τεκμηρίωση. Εμείς, όμως, ποτέ δεν εναντιωθήκαμε στους κυρίαρχους για το απλό δεδομένο της κυριαρχίας τους επί κάποιων. Έτσι κι αλλιώς, δε βαφτιστήκαμε σωτήρες των αναξιοπαθούντων. Πολεμάμε τους κυρίαρχους γιατί το κοινωνικό συμβόλαιό τους με τους κυριαρχούμενους διαιωνίζει έναν επονείδιστο κόσμο αντίθετο στις επιθυμίες μας. Κομμάτι αυτού του κόσμου αποτελούν και οι κάθε λογής εξανδραποδισμένοι, καταπιεσμένοι, κολασμένοι, εκμεταλλευόμενοι και ανίσχυροι των οποίων τον πολλαπλασιασμό των βασάνων και την διόγκωση του άλγους καλωσορίζουμε, αν μέλλει να αποτελέσει θρυαλλίδα εκρήξεων ταραχής για την καταστροφή μιας κοινωνικής οργάνωσης που ορκιστήκαμε να πολεμήσουμε.

Όσοι καλοί σαμαρείτες βιάζεστε τώρα να μας κουνήσετε το δάχτυλο, σας ρωτούμε αν η δική σας παρουσίαση της πανδημίας ως ευκαιρία ξεσπάσματος επαναστάσεων διαφεύγει των κατηγοριών που ετοιμάζετε να μας εξακοντίσετε.

Ο πόλεμος αυτός, τροφοδοτημένος από το ασίγαστο και βαθιά προσωπικό μας μίσος, δε γνωρίζει φυσικά ανακωχή. Τοποθετούμαστε, καταθέτοντας μια πρώτη οφειλόμενη κριτική πάνω στα γεγονότα, ως αναρχικοί μηδενιστές-ατομικιστές ενάντια σε κάθε κυριαρχία, επιβολή, κράτος και εξουσιαστικό μόρφωμα εχθρικό στις προσωπικές συμφωνίες και επιθυμίες μας. Πόσο μάλλον όταν η λειτουργία των παραπάνω λαμβάνει σε καιρούς κρίσης έναν τόσο επιθετικό και “ολοκληρωτικό” χαρακτήρα. “Ολοκληρωτικό” σε εισαγωγικά, γιατί σημασία έχει και η ερμηνεία του καθενός σχετικά με τη φύση κοινωνικά αποδεκτών καθημερινών φαινομένων πριν το ξέσπασμα της πανδημίας. Ίσως, βέβαια, αυτή η πιο άμεση και ακατέργαστη εισβολή του ελέγχου στις ανέμελες καθημερινότητες του καθενός να γίνει πυροκροτητής για την ανάπτυξη στοχασμών γύρω από τη φύση και την αξία του ελέγχου σε ευρύτερα κοινωνικά τμήματα. Θα δείξει…

Τι συνιστούμε ως μια πρώτη αντίδραση εμείς; Ηρεμία, νηφαλιότητα, εγρήγορση, προσήλωση και σύνεση. Δεν ήρθε το τέλος, ούτε κάτι ιστορικά ανεπανάληπτο. Να μην επιτρέψουμε στην ιστορική λήθη και την μουσειοποίηση της μετα-νεωτερικότητας να μας κλείσει στη μέγγενή της. Μπορεί οι μορφές της κρατικής αυτής λειτουργίας να είναι φαινομενικά νέες, εφόσον η τεχνολογία διανοίγει περαιτέρω πεδία και δυνατότητες πληθυσμιακού ελέγχου στα κράτη, αλλά η λογική των μηχανισμών άμυνάς τους -δυστυχώς μαζί με τη δική μας ευθύνη- έχουν παραμείνει ανάλλαχτοι.

Μακριά από τη συμμετοχή στην παραφιλολογία και την καλλιέργεια επιβλαβούς εικοτολογίας, να εκπονήσουμε πρακτικά και αποτελεσματικά σχέδια διακοπής της απομόνωσης και προσβολής της κοινωνικής συνοχής. Οι ιδέες για το πώς οι αναρχικοί εξεγερμένοι μπορούν να διατηρήσουν την ακεραιότητά τους και να εφαρμόσουν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις στο εδώ και τώρα είναι πάντα πιο χρήσιμες από τις εικασίες για το που οδεύει ο κόσμος. Σκοπός παραμένει να τον αλλάξουμε και όχι να τον ερμηνεύσουμε.

Είναι κεντρικής σημασίας στοίχημα να κατορθώσουμε να υπερασπιστούμε τις συντροφικές μας σχέσεις και τη μαχητική μας κουλτούρα από τον πιθανό εκφυλισμό τους σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, όπου οι συνήθεις τρόποι δραστηριότητάς μας περιορίζονται. Να μην επηρεαζόμαστε από τη μαζική παράκρουση. Η ψυχρή ματιά της κριτικής σθεναρότητας και η ζεστή αγκαλιά των αδερφών μας είναι το ενδεδειγμένο ενδιαίτημα για την αναχαίτιση της σύγχυσης. Να συμπράξουμε με τις συντρόφισσές μας μεταφράζοντας, παράγοντας και διαχέοντας αναρχικό λόγο ενάντια στις εκφάνσεις της αποσυντιθέμενης αυτής κοινωνίας. Μην ξεχνάμε να προστατεύουμε την υγεία μας από το πλήθος των κινδύνων που καραδοκούν, σωματικών ή ψυχικών. Κάθε πλήγμα που δεν επιλέξαμε να σηκώσουμε παίρνοντας το ρίσκο οι ίδιοι, είναι ήττα.

Κατά τ’ άλλα, η συνολική εικόνα όπως προαναφέραμε ενδείκνυται για ευχάριστη ενατένιση με πάντα δημιουργικούς όρους, αναζητώντας τρόπους να την εμπλουτίσουμε. Να μην ξεχνάμε πως, αποδεσμευμένοι από την ανάγκη κοινωνικής απεύθυνσης του αγώνα μας, δεν έχουμε καμία απειλή να μας ωθεί σε σπασμωδικές κινήσεις και πολιτικούς βερμπαλισμούς. Δεν έχουμε να πείσουμε κανέναν για τίποτα. Για εμάς, το καλύτερο φάρμακο στην επέλαση της αρρώστιας ήταν και παραμένει ο πόλεμος.

Η δημοκρατία θα πέσει.

Πίστη στην ανάφλεξη.
Πίστη στις δυνάμεις μας.
Πίστη στους σκοπούς μας.
Πιστοί ο ένας στην άλλη.

”Τι θα πει λεύτερος; Αυτός που δεν φοβάται το θάνατο

Νίκος Καζατζάκης

”Η δύση του λαού και της ανθρωπότητας θα σημάνει το δικό μου χάραμα.

Μαξ Στίρνερ

«Τα πάντα καταρρέουν, γκρεμίζονται. Μουχλιασμένες ιδεολογίες, σάπια ηθική, φιλοσοφίες της παραίτησης, ληγμένες ρητορείες πασχίζουν να καλλωπίσουν την κατάσταση. Η αρρώστια έχει προχωρήσει και τίποτα δεν την αγγίζει πια. Στα αγαπημένα θεμέλια του παλιού κόσμου φώλιασαν τα μικρόβια της μόλυνσης. Τα πάντα είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν, να συντριβούν στον πάτο ενός σωρού σκουπιδιών του παλιού κόσμου. Η Ιστορία κλείνει αυτήν την σελίδα με ανακούφιση, την σελίδα του αδιάλειπτου θεάματος της αδράνειας ενός πλήθους αφιερωμένου σ έναν συρφετό ανυπόστατων φαντασμάτων, κατασκευάζοντας ό,τι επίκειται να καταστρέψει, ένα σώμα ασθενικό, που ταλανίζεται από τις εξεγέρσεις των λίγων, ενώ τα πάντα συνηγορούν σ ένα σύμπλεγμα δειλίας και υποταγής, που ενίοτε ονομάζεται και ηρωισμός, τα πάντα αντανακλούν μια δυστυχισμένη έμπνευση. Κι έτσι τελείωσε αυτή η εποχή. Στα τσακίδια! Μπροστά σε τέτοια μακάβρια ερείπια τραγουδώ για την καταστροφή, σαν τον Νέρωνα. Στα ερείπια αυτά θα ανθίσει ο κόσμος, ο κόσμος μου. Συνεπώς, τραγουδώ…»

Bruno Filippi

Νιχιλιστές ενάντια στην κοινωνική συνοχή.

Αγγλία: Αντι-μπατσικές ταραχές και εμπρησμοί

Αντι-μπατσικές ταραχές και εμπρησμοί στον απόηχο της διακύρηξης κατάστασης εκτάκτου ανάγκης

23 Μαρτίου – Το βράδυ όπου ο (νυν μολυσμένος) πρωθυπουργός Boris Johnson ανακήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τα νέα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας, μπάτσοι στο Σάουθεντ του Μπρίστολ παρενοχλούσαν νεαρούς στους δρόμους. Η αστυνομία δέχθηκε επίθεση με πέτρες και μπουκάλια, ενώ δύο βαν Ισλανδικών Σούπερ Μάρκετ πυρπολήθηκαν έξω από την αποθήκη τους. Αρκετά οχήματα σπάστηκαν και πυρπολήθηκαν επίσης σε όλη την πόλη. Νεαροί ήδη βρίσκονται συνεχώς υπό ”ειδική μεταχείρηση” από τις κατασταλτικές δυνάμεις -τραμπουκισμοί, βιαοπραγίες, παρενοχλήσεις, ειδικά μέτρα- έτσι οι αναταραχές και οι αντεπιθέσεις είναι η μόνη αποτελεσματική απάντηση, όχι να κλειδώνεσαι στο σπίτι φοβισμένος.

Τα Σούπερ Μάρκετ και άλλες επιχειρήσεις ευνοούμενες μαζικά από την ”κρίση” -υπεύθυνες για την οποία είναι αποκλειστικά οι δομές της εξουσίας και του κεφαλαίου- είναι έγκυροι και κατανοητοί στόχοι του μηδενιστικού και αντικοινωνικού μένους εναντίον αυτής της κατάστασης.

Τα ψέματα των μέσων ενημέρωσης επαναλαμβάνουν πως ”είμαστε όλοι μαζί σε αυτό” αλλά είναι εμφανές πως δεν είμαστε και ούτε πρόκειται ποτέ να είμαστε.

Είναι η μάχη των νέων και των ανυπότακτων ενάντια στο νοσηρό αυτό σύστημα, και η παραπάνω δράση δεν είναι παρά μια ψιχάλα της επερχόμενης καταιγίδας.

Θάνατος στους πολιτικούς, την αστυνομία και όσους μολύνουν αυτόν τον κόσμο.

Πηγή: 325

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Σκέψεις πάνω στο ζήτημα της αλληλεγγύης και της καταστροφής των φυλακών

Στη γλώσσα των βουβών, η λαγνεία του Θανάτου ταυτίζεται με τη βούληση˙ είναι σαφώς επόμενο η άρνηση μια τέτοιας αξιοθρήνητης συνθήκης να μαστιγώνεται με κάθε δυνατό μέσο. Ποιος μπορεί, όμως, να επικαλεστεί το φάντασμα της ελευθερίας για την επιλογή της διάρρηξης της νηνεμίας του βούρκου ; Ο εικονοκλάστης μηδενιστής αναζητά στη δική του ρήξη με το υπάρχον τις στιγμές εκείνες κατά τις οποίες ενώ δεν πάυει να αποτελεί μέρος του, σηκώνει την πέννα της κριτικής και τη μετατρέπει σε μαχαίρι έμπρακτης άρνησης. Η σύνδεση της σκέψης με την πράξη δεν ανυψώνει το δρον υποκείμενο στο βάθρο ενός στρεβλού φαντασιακού, ούτε το μετατρέπει σε προσφορά στο βωμό μιας ιδέας, αλλά του δίνει τη δυνατότητα να ενσαρκώσει το θεωρητικό του στασιασμό και να βιώσει την ολοκληρωτική ρήξη με το σύνολο του κοινωνικού οικοδομήματος.

Για την κοινωνία και το κράτος, εκείνος που αρνήθηκε να ζήσει τον εφιάλτη μιας καρκινοβασίας χωρίς τη συγκίνηση και το χορό με τα άκρα αποτελεί μίασμα, μια οντότητα που πρέπει να πάψει να υπάρχει. Γιατί στην περίπτωση του εξεγερμένου προσώπου, εκείνου του για τη νόρμα παρανοϊκού εραστή της απόλαυσης και της καταστροφής, ο αντίπαλος δεν είναι ένας κατά φαντασίαν κοινωνικός εχθρός, αλλά ένας άνθρωπος ολότελα ξένος με κάθε τι που πρεσβεύει το υπάρχον. Και για αυτόν τον άνθρωπο η νέμεσις πρέπει να είναι οδυνηρή. Ο βέβηλος διαρρήκτης της κανονικότητας, ο γκρεμιστής των ειδώλων, διαπράττει τη μεγαλύτερη ασέβεια προς τα ιερά και τα όσια αυτού του κόσμου. Αρνείται ριζικά και καταστρέφει, καταστρέφει στο εδώ και το ώρα, χωρίς προοπτική και σχέδιο, χωρίς να υποκύπτει στη λατρεία καμίας ιερότητας. Και γι αυτό είναι ασυγχώρητος από το κοινωνικό κοπάδι, τους επαιρόμενους λάτρες. Κανείς, λοιπόν, δε θα πρέπει να σοκάρεται από τη μοίρα που επιφυλάσσεται σε όσους, με τον τρόπο που οι ίδιοι επέλεξαν και τις κατατεθειμένες σκέψεις, πέρασαν ανεπιστρεπτί τη γραμμή της συμμόρφωσης.
Δε γράφω και δε θα γράψω γενικά και αόριστα. Οι μεθοδεύσεις του κράτους, σε πλήρη αρμονία με τον παλμό και την επιθυμία της μάζας δε σοκάρουν κανέναν από όσους κοιτούν την πραγματικότητα χωρίς να παρεμβάλλουν παραμορφωτικούς καθρέπτες. Αυτή είναι η πραγματικότητα, αυτές είναι οι επιλογές του κράτους σε μια αποτελεσματική όσο και καθυστερημένη απόπειρα αναβάθμισης του συστήματος καταστολής και τακτοποίησης των «κοινωνικών αποβλήτων» που στοιβάζει στα κάτεργα της δημοκρατίας. Τα ιδεολογήματα περί νέου ολοκληρωτισμού και προσπάθειας κοινωνικού εκφασισμού ταιριάζουν στην πλευρά των υπάκουων που δυσαρεστούνται από την αναπροσαρμογή των όρων του κοινωνικού συμβολαίου. Ας σταματήσουν άπαντες να σοκάρονται που το κράτος διαδραματίζει το ρόλο του και ας αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Ας πάψουν, επίσης, να αναζητούν στις γραμμές των μαζανθρώπων δυνέμει συμμάχους. Η μάζα είναι αυτή, άλλωστε, που αποδέχεται, οικοδομεί και διαχέει το κρατικό και κοινωνικό οικοδόμημα. Και είναι η ίδια πλέμπα που αποδέχεται την αναγκαιότητα των φυλακών και της καταπίεσης.

Για την αλληλεγγύη

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ: Είναι ο μακάβριος βωμός στον οποίο ανεβαίνουν οι ηθοποιοί κάθε είδους για να προβάλουν την ιερατική τους ποιότητα και για να αποδώσουν επιτήδεια τη λειτουργία. Είναι κάτι για το οποίο οι ευλογημένοι, δεν πληρώνουν ποτέ λιγότερο από εκατό τοις εκατό παραπάνω από την ταπείνωση.

Ρέντζο Νοβατόρε, «Τα αποφθέγματά μου»

Καμία αλληλεγγύη σε κανέναν. Αυτή είναι η δική μου πρόταση, σύντροφοι. Καμία ταυτότητα δεν αξίζει την a priori συμπάθειά μου, καμία θεωρία τη δική μου θυσία. Στο βωμό καμιάς ιδεολογικής συγγένειας δεν οφείλει κανένας από όσους αυτοπροσδιοριζόμαστε μηδενιστές να χειροκροτήσει το συλλογικό αγώνα των φυλακισμένων κάτω από την κοινή τους ταυτότητα. Ούτε ανθρωπιστής είμαι, ούτε δόθηκα στην υπηρεσία κάποιας ιδέας.

Κάθε πρόσωπο είναι υπεύθυνο για τις επιλογές στις οποίες προβαίνει και για τις αποφάσεις ζωής που παίρνει. Το ίδιο ισχύει και για τους αδερφούς μας που βρέθηκαν αιχμάλωτοι από τον εχθρό. Η δική τους ομηρία στα μπουντρούμια της δημοκρατίας δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από απότοκο συγκεκριμένων επιλογών ζωής, οι οποίες τους έφεραν μπροστά στη νέμεσι του κράτους και της κοινωνίας. Και μπροστά σε ανθρώπους που έκαναν πράξη τις επιλογές τους, αυτό που αρμόζει δεν είναι ούτε το χειροκρότημα, ούτε η συμπάθεια, αλλά η ειλικρινής αναγνώριση των ατομικοτήτων τους. Από ‘κει και πέρα, αν πράγματι είμαστε εγωτικοί στην πράξη και όχι μόνο μέσα σε κυκλώνες ποιητικών εξάρσεων, θα πρέπει να κατανοήσουμε πως κάθε μηδενιστής πρώτα και πριν από ο,τιδήποτε τοποθετεί την προσωπική του βούληση και ικανοποίηση.

Όσον αφορά την Αλληλεγγύη, δεν είναι τίποτα παραπάνω από τη θεατρική σκηνή στην οποία δίνει το ρεσιτάλ του ο εκάστοτε παλιάτσος με μοναδικό σκοπό να χειροκροτηθεί από το πρόθυμο κοινό και να εκπληρώσει το αυτιστικό ιδανικό του. Ακόμη και ο ειλικρινής αλληλέγγυος δεν μπορεί παρά να μου φαίνεται τόσο ανόητος την ώρα που κραυγάζει «Φωτιά στα Κελιά» έξω από τα κάτεργα του Κράτους. Την ίδια ώρα που σπαράζει η καρδιά του για τους αιχμάλωτους συντρόφους, εκείνος, είτε τους θυματοποιεί, είτε αναλώνεται σε φθηνή συνθηματολογία. Δε λέω ότι έχω έτοιμο σχέδιο για να βγουν οι σύντροφοι, αλλά μπορώ να αναγνωρίσω τον αυτισμό της αλληλεγγύης όσο και την αδυναμία της δράσης.

Ως μηδενιστής αρνούμαι την αλληλεγγύη και πολύ περισσότερο την υποχρέωση να την επιδείξω. Οι ευαισθησίες μου είναι επιλεκτικές και τα κίνητρά μου ιδιοτελή. Το ίδιο είναι και τα δικά σας, απλώς Εγώ το παραδέχομαι. Δε στέκομαι δίπλα στον αγώνα του μετανάστη άκριτα, απλώς επειδή ο προσδιορισμός αυτός τον καθιστά στα μυαλά κάποιων επαναστατικό υποκείμενο. Για μένα, η Ηθική του σκλάβου είναι το ίδιο απεχθής με αυτή του εξουσιαστή. Δίνω το χέρι, τη δική μου έμπρακτη «αλληλεγγύη», μόνο στους Αρνητές του Υπάρχοντος, τους Αντάρτες της Απόλαυσης και όσους στρέφονται ενάντια στο Νόμο, το Κράτος και τα υπόλοιπα φαντάσματα. Αρνούμαι να δεχτώ να συναγελάζομαι με “νοικοκυραίους”, θρήσκους και αδύναμους γλύφτες. Εάν εσείς θεωρείτε τους εαυτούς σας ανθρωπιστές, Εγώ δεν είμαι τέτοιος. Γιατί εσείς θάψατε το Θεό των παπάδων και επάνω από το φρεσκοχτισμένο του μνήμα σκούξατε “Ζήτω ο Άνθρωπος”.

Εάν επιμένετε να πλάθεετε Θεούς και να τους τοποθετείτε στη θέση των παλιών που κατακρυμνίσατε, αυτό είναι δικό σας πρόβλημα. Εγώ δε θα το κάνω. Φυσικά και κάθε αξία, είτε αστική, είτε αναρχική είναι στόχος μου. Δε θα έπρεπε να σας κάνει εντύπωση αν δεν είχατε εξυψώσει σε θεϊκό θρόνο την Αναρχία (τον αναρχισμό σας για να είμαι σαφέστερος), εάν δεν είχατε θεωρήσει την Αναρχία τελικό σκοπό και σηματοδότη νέας Ηθικής.

«Ενάντια στον Αναρχισμό, Μηδενιστική Πορεία, τεύχος 1ο»

Η δική μου θέση ήταν και παραμένει ξεκάθαρη. Παρόλα αυτά δεν παραγνωρίζει κανείς ότι στα κελιά του κράτους κρατούνται αδέλφια μας. Και το ζήτημα που τίθεται αφορά τη θέση των μηδενιστών απέναντι στη συνθήκη εγκλεισμού που έχει επιβληθεί στους συντρόφους μας. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει την προοπτική της εκδίκησης, είναι σαφές, όμως, πως ούτε αφοσιωμένοι υπήκοοι κανενός είμαστε, ούτε μπορεί η όποια δράση να καταλήγει να ασκείται για να εξυπηρετήσει βεντέτες. Καθένας από μας είναι μια διακριτή και αυτόβουλη προσωπικότητα, με διαφορετικά θέλω και στοχεύσεις. Δε θα τοποθετήσω πάνω μου αλλότρια Υπόθεση, όχι αν θέλω να είμαι πράγματι εγωιστής και όχι κάποιος περιφερόμενος παλιάτσος. Το ερώτημα, όμως, παραμένει. Τι μπορούμε να κάνουμε για τα αιχμάλωτα αδέλφια μας χωρίς να απολέσουμε τα προσωπικά μας χαρακτηριστικά και χωρίς να μετατραπούμε σε ομάδα αλληλέγγυων ;

Παρά τις πρόσκαιρες συλλογικοποιήσεις και τις οργανικές ή μη σχέσεις του κάθε προσώπου με τα υπόλοιπα, η βάση της ύπαρξής του είναι η μοναχικότητα, μια μοναχικότητα που δεν επιδέχεται ερμηνείας και διευκρινίσεων. Καμία πράξη, ούτε καν η συνέχιση της επίθεσης, δε γίνεται για να εξυπηρετήσει άλλα πρόσωπα, παρά τις επιμέρους δικαιολογίες. Κάθε ανθρώπινη πράξη διέπεται από εγωισμό και ως στόχο έχει την προσωπική ικανοποίηση. Το ίδιο δεν μπορεί παρά να συμβαίνει και με το ζήτημα της πράξης, αλλά και με την υπόθεση της αιχμαλωσίας ειδικότερα. Κάθε πράξη ενός δρώντος υποκειμένου που θυσιάζεται στο βωμό της αλληλεγγύης ή του σκοπού είναι πράξη χαμένη. Το ζήτημα είναι να ζήσεις αυτό που είσαι, όχι αυτό που είναι οι σύντροφοι ή οι οικείοι σου. Και αυτό είναι το στοίχημα που τίθεται για το καθένα μας. Με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις στα κάτεργα όλης της χώρας, η θέση μου είναι σαφής. Καμία αλληλεγγύη σε κανέναν που απλώς φέρει μια μαζική ταυτότητα. Εγώ δεν πρόκειτα να παραστήσω τον κρετίνο που μυξοκλέει για τους συντρόφους του και είτε αναλώνεται σε ηλίθιους συναισθηματισμούς είτε τοποθετεί την υπόθεσή του στην αποθέωση του αντάρτικου συμβολισμού, θέτοντας εαυτόν στην υπηρεσία της εκδίκησης. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, από τη στιγμή που δεν έχω αναπτύξει τις ίδιες οργανικές σχέσεις μαζί τους, όσο με τους κοντινούς μου συντρόφους. Όσο δεν είμαι σε θέση να προσφέρω ουσιαστικά στην καταστροφή των δεσμών των συντρόφων μου, προτιμώ να το βουλώσω.

Για την καταστροφή των φυλακών

Είναι σημαντικό να γίνει σαφής ο λόγος για τον οποίο προτάσσουμε την καταστροφή της φυλακής, λόγος που ακολουθεί κατ’ επέκταση και κάθε μας πρόταση για καταστροφή, σε κάθε πτυχή του υπάρχοντος. Ποια θα μπορούσε να είναι, λοιπόν, η μηδενιστική θέση απένατι στο σωφρονιστικό σύστημα ;

Από τη στιγμή που αναγνωρίζει τον εγωισμό ως υπόβαθρο κάθε ανθρώπινης πράξης, δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ την ίδια τη φύση μου και να τοποθετήσω την προοπτική της καταστροφής των φυλακών πίσω από το παραβάν του αλτρουισμού. Προτάσσω την καταστροφή τους, όχι εξαιτίας κάποια ανθρωπιστικής αίσθησης υποχρέωσης προς το ανθρώπινο είδος των ηλιθίων, αλλά μόνο επειδή η φυλακή ως μέσο καταπίεσης και καταστολής σε κάθε περίοδο και κάτω από οποιοδήποτε κοινωνικό συμβόλαιο, όποια απόχρωση και να φέρει αυτό, χρησιμοποιήσει για να περιθωριοθετήσει εκείνους που η συλλογικά συγκροτημένη μάζα θεωρεί επικίνδυνους, σκουπίδια ή παράσιτα. Και εφόσον αποδεχτούμε ότι μηδενιστής, ο εικονοκλάστης, ο εξεγερμένος ή ο αρνητής εργασίας τοποθετούνται σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες, είναι λογικό να θεωρήσουμε πως το συμφέρον μας εξυπηρετείται από την καταστροφή τέτοιου είδους ιδρυμάτων.
Όχι από αγάπη για τους ανθρώπους, αλλά από μίσος για όλους τους. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμη. Η ανάγκη να προστατεύσω αυτό που Εγώ θεωρώ κόσμο μου, εμένα και τους λιγοστούς συντρόφους μου τους οποίους το κράτος και η κοινωνία καταδίκασε σε αργά θάνατο στα καταστήματα σωφρονισμού της. Σημείο προβληματισμού στα παραπάνω είναι η θέση μας απέναντι στους ενδιάμεσους αγώνες, τους αγώνες εκείνους που γίνονται για να κατακτηθούν ή να προασπιστούν συνθήκες που στην καθημερινότητα της φυλακής καθιστούν την παραμονή εκεί ελαφρώς ευνοϊκότερη.

 

Για μένα, το ζήτημα είναι από ποιο πρίσμα δίνεται κάθε τέτοιος αγώνας. Εάν τα υποκείμενα που συμμετέχουν σε αυτόν συνοστίζονται κάτω από συλλογικές ταυτότητες και λογικές, τότε ο αγώνας αυτός δε διαφέρει σε τίποτα από τους αντίστοιχους αγώνες που δίνονται στο κοινωνικό πεδίο έξω απ’ τα κελιά και στηρίζονται στη ροή των μαζανθρώπων, τη συνοχή και μια διαπλοκή αιτημάων που καμία σχέση πάντως δεν έχουν με τη ρήξη με το εκάστοτε ισχύον καθεστώς. Ένας αγώνας που οργανώνται στη βάση της δαιμονοποίησης του αντιπάλου και σε αυτήν ακριβώς τη βάση συσπειρώνει κομμάτια παντελώς ετερόκλητα και συχνά τάσεις αντιφατικές, δεν είμαι σίγουρος πόσο νόημα μπορεί να έχει. Σε τελική ανάλυση, ο πυρήνας της αντιπαράθεσης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ο καθένας τη φυλακή κοινωνικά και σε επίπεδο θεώρησης.

Αν θεωρησουμε τη φυλακή κοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά της εξωτερικής, αλλά οξυμένα σε μεγάλο βαθμό, τότε το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι πως αν θέλει κανείς να αναζητήσει σημεία πίεσης απέναντι στη διοίκηση της φυλακής και τον κρατικό μηχανισμό εν γένει, θα πρέπει να καταφύγει σε ενέργειες εκτός των τειχών τους. Οποιαδήποτε άλλη διεκδίκηση, αποκομμενη από τη διακριτότητα της θεώρησης και με τη σύγχυση που προσφέρουν τα θολά συλλογικά όργανα δεν μπορεί παρά να καταλήγει ακίνδυνη για το κράτος.

Niger Lupus Negationis

Δεύτερος χαοτικός κύκλος 2014

Nolen Gertz: Μηδενισμός

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Aeon. Ο Nolen Gertz είναι επίκουρος καθηγητής εφαρμοσμένης φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Τβέντε και συγγραφέας.

Μετάφραση: Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Ο μηδενισμός είναι μια μόνιμη απειλή. Όπως αναγνώρισε η φιλόσοφος του 20ου αιώνα, Hannah Arendt, είναι καλύτερα κατανοητός όχι σαν ένα σύνολο από «επικίνδυνες σκέψεις», αλλά ως ένα ρίσκο εγγενές στην ίδια τη πράξη της σκέψης. Αν σταθούμε πάνω σε οποιαδήποτε ιδέα για αρκετό χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα του πόσο ισχυρή μοιάζει στην αρχή, ή πόσο ευρέως αποδεκτή είναι, θα αρχίσουμε να αμφισβητούμε την αλήθεια του. Μπορεί επίσης να αρχίσουμε να αμφισβητούμε αν εκείνοι που αποδέχονται την ιδέα ξέρουν στα αλήθεια (ή ενδιαφέρονται) για το αν η ιδέα είναι πραγματική ή όχι. Αυτό απέχει ένα βήμα από το να σκεφτούμε γιατί υπάρχει τόσο λίγη συναίνεση για τόσα πολλά ζητήματα, και γιατί όλοι οι άλλοι μοιάζει να είναι τόσο βέβαιοι για αυτό που τώρα σου φαίνεται τόσο αβέβαιο. Στο σημείο αυτό, στο χείλος του μηδενισμού, υπάρχει μια επιλογή: είτε συνεχίζεις να σκέφτεσαι και ρισκάρεις να αποξενωθείς από την κοινωνία· ή σταματάς να σκέφτεσαι και ρισκάρεις να αποξενωθείς από την πραγματικότητα.

Έναν αιώνα πριν την Arendt, ο Friedrich Nietzsche περιέγραψε στα σημειωματάρια του (δημοσιευμένα μετά θάνατον από την αδερφή του στο Η Θέληση για Δύναμη) μια επιλογή μεταξύ «ενεργητικού» και «παθητικού» μηδενισμού. Ένας από τους πολλούς αφορισμούς του πάνω στον μηδενισμό ήταν πως είναι το αποτέλεσμα  των υψηλότερων αξιών που απαξιώνουν τους εαυτούς τους. Αξίες όπως η αλήθεια και η δικαιοσύνη μπορεί να καταλήξουν να φαίνονται όχι σαν απλές ιδέες, αλλά πως έχουν κάποια υπερφυσική δύναμη, ιδιαίτερα όταν λέμε: «Η αλήθεια θα σε ελευθερώσει» ή «Η δικαιοσύνη θα αποδοθεί». Όταν αυτές οι αξίες αποδεικνύεται πως δεν έχουν την δύναμη που τους αποδίδεται , όταν η αλήθεια αποδεικνύεται πως δεν απελευθερώνει, όταν η δικαιοσύνη δεν αποδίδεται, τότε απογοητευόμαστε. Ωστόσο, αντί να κατηγορήσουμε τους εαυτούς μας επειδή αποθέσαμε πολύ πίστη σε αυτές τις αξίες, αντίθετα κατηγορούμε τις αξίες επειδή δεν ανταποκρίθηκαν στις υψηλές μας προσδοκίες.

Σύμφωνα με τον Nietzsche, μπορούμε να γίνουμε ενεργοί μηδενιστές και να απορρίψουμε τις αξίες που μας δίνονται από άλλους ώστε να ορθώσουμε τις δικές μας αξίες. Ή μπορούμε να γίνουμε παθητικοί μηδενιστές και να συνεχίσουμε να πιστεύουμε σε παραδοσιακές αξίες, παρά το γεγονός ότι έχουμε αμφιβολίες για την πραγματική αξία αυτών των αξιών. Ο ενεργητικός μηδενιστής καταστρέφει ώστε να βρει ή να δημιουργήσει κάτι στο οποίο να αξίζει να πιστεύει. Μόνο αυτό που μπορεί να επιβιώσει της καταστροφής μπορεί να μας κάνει δυνατότερους. Ο Nietzsche και η ομάδα των Ρώσσων του 19ου αιώνα που αυτοπροσδιορίζονταν ως μηδενιστές μοιράζονταν από κοινού αυτή την οπτική. Ο παθητικός μηδενιστής ωστόσο δεν θέλει να διακινδυνεύσει την αυτοκαταστροφή, και έτσι αγκιστρώνεται στην ασφάλεια των παραδοσιακών πιστεύω. Ο Nietzsche λέει πως μια τέτοια αυτοπροστασία είναι στη πραγματικότητα μια ακόμη πιο επικίνδυνη μορφή αυτοκαταστροφής. Το να πιστεύεις απλά και μόνο για να πιστεύεις σε κάτι μπορεί να οδηγήσει σε μια επιφανειακή ύπαρξη, στην αυτάρεσκη αποδοχή του να πιστεύεις σε οτιδήποτε πιστεύουν οι άλλοι, επειδή πιστεύοντας σε κάτι (ακόμη και όταν αποδεικνύεται πως είναι κάτι που δεν αξίζει να το πιστεύεις) θα αντιμετωπιστεί από τον παθητικό μηδενιστή ως προτιμότερο από το ρίσκο του να μη πιστεύεις σε τίποτα, να πάρεις το ρίσκο να κοιτάξεις στην άβυσσο – μια μεταφορά για τον μηδενισμό που εμφανίζεται συχνά στο έργο του Nietzsche.

Σήμερα ο μηδενισμός γίνεται όλο και πιο δημοφιλής τρόπος για να περιγραφεί μια διαδεδομένη στάση προς την παρούσα κατάσταση του κόσμου. Ωστόσο όταν ο όρος χρησιμοποιείται σε διάλογο, σε άρθρα γνώμης εφημερίδων ή σε παραληρήματα των κοινωνικών δικτύων, σπάνια ορίζεται, σαν να γνωρίζουν όλοι πολύ καλά τι σημαίνει ο μηδενισμός και αποδέχεται τον ίδιο ορισμό της ιδέας. Όπως όμως έχουμε δει, ο μηδενισμός μπορεί να είναι και ενεργητικός και παθητικός. Αν θέλουμε μια καλύτερη κατανόηση του σύγχρονου μηδενισμού, θα πρέπει να δούμε τον τρόπο με τον οποίο έχει μετατραπεί σε επιστημολογία, ηθική και μεταφυσική, και πως έχει βρει έκφραση σε διαφορετικά πεδία της ζωής, όπως στην άρνηση του εαυτού, την άρνηση του θανάτου και στην άρνηση του κόσμου.

Στην επιστημολογία ( τη θεωρία της γνώσης), ο μηδενισμός συχνά αντιμετωπίζεται ως η άρνηση του ότι η γνώση είναι πιθανή, τη στάση πως τα πιο πολύτιμα μας πιστεύω δεν έχουν κανένα υπόβαθρο. Το επιχείρημα υπέρ του επιστημολογικού μηδενισμού βασίζεται στην ιδέα πως η γνώση απαιτεί κάτι περισσότερο από έναν γνώστη και ένα γνωστό. Αυτό το κάτι τυπικότερα αντιμετωπίζεται ως αυτό που κάνει τη γνώση αντικειμενική, ως η ικανότητα να αναφέρεται κάποιος σε κάτι έξω από τη δική του προσωπική, υποκειμενική εμπειρία είναι κάτι που διαχωρίζει τη γνώση από την απλή γνώμη.

Για τον επιστημολογικό μηδενισμό ωστόσο, δεν υπάρχει δεδομένο, θεμέλιο, έδαφος πάνω στο οποίο κάποιος να ισχυριστεί γνώση, τίποτα που να δικαιολογεί την πίστη μας πως κάθε ιδιαίτερος ισχυρισμός είναι αληθινός. Κάθε επίκληση σε αντικειμενικότητα που αντιμετωπίζεται με την οπτική του επιστημολογικού μηδενισμού είναι ψευδαίσθηση. Δημιουργούμε την εντύπωση της γνώσης για να κρύψουμε  το γεγονός πως δεν υπάρχουν γεγονότα. Για παράδειγμα, όπως είπε ο Thomas Kuhn στο βιβλίο του Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων (1962), μπορούμε σίγουρα να δημιουργήσουμε  πολύ περίπλοκα και πολύ πετυχημένα μοντέλα για να περιγράψουμε την πραγματικότητα, την οποία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε  για να ανακαλύψουμε ένα πλούτο από νέα «δεδομένα», αλλά δεν μπορούμε ποτέ να αποδείξουμε πως αυτά αντιστοιχούν στην ίδια την πραγματικότητα – μπορεί απλά να προκύπτουν από το δικός μας ιδιαίτερο μοντέλο πραγματικότητας.

Αν κάτι λέγεται πως είναι αλήθεια, με βάση προηγούμενη εμπειρία, τότε προκύπτει το πρόβλημα της επαγωγής: απλά και μόνο επειδή κάτι έχει συμβεί αυτό δεν εξασφαλίζει πως θα συμβεί ξανά. Αν κάτι λέγεται πως είναι αληθινό με βάση επιστημονικά στοιχεία, τότε προκύπτει το πρόβλημα της επίκλησης στην αυθεντία. Στη λογική, τέτοιες επικλήσεις θεωρείται πως μεταδίδουν ένα σφάλμα, καθώς οι ισχυρισμοί άλλων, ακόμη και οι ισχυρισμοί ειδικών, δεν αντιμετωπίζονται ως βάση για την αλήθεια. Με άλλα λόγια, ακόμη και οι ειδικοί μπορεί να μεροληπτούν και να μπορεί να κάνουν λάθη. Επιπλέον, καθώς οι ειδικοί κάνουν ισχυρισμούς βασισμένοι στο έργο προηγούμενων επιστημόνων, τότε και εκείνοι κάνουν έκκληση  στην αυθεντία. Αυτό οδηγεί σε ένα ακόμη πρόβλημα, το πρόβλημα της αέναης παλινδρόμησης. Κάθε ισχυρισμός στη γνώση βασισμένος σε κάποια βάση αναπόφευκτα οδηγεί σε ερωτήματα για την βάση αυτής της βάσης, και μετά για την βάση αυτής της βάσης, και ούτω κάθε εξής.

Στο σημείο αυτό, μπορεί να μοιάζει πως αυτό που αποκαλώ «επιστημολογικό μηδενισμό» στην πραγματικότητα δεν διαφέρει από το σκεπτικισμό. Ο σκεπτικιστής αμφισβητεί με τον ίδιο τρόπο την βάση πάνω στην οποία βασίζονται οι ισχυρισμοί για την γνώση, και αμφιβάλει την πιθανότητα η γνώση να βρει ποτέ σταθερό υπόβαθρο. Εδώ θα ήταν χρήσιμο να επιστρέψουμε στο διαχωρισμού του Nietzsche μεταξύ ενεργητικού και παθητικού μηδενισμού. Οπού ο ενεργητικός μηδενιστής θα είναι παρόμοιος με το ριζοσπαστικό σκεπτικιστή, ο παθητικός δεν θα είναι. Ο παθητικός μηδενιστής ξέρει πως σκεπτικιστικά ζητήματα μπορούν να τεθούν για τη γνώση. Αλλά αντί να αμφισβητεί τη γνώση, ο παθητικός μηδενιστής συνεχίζει να πιστεύει στη γνώση. Κατά συνέπεια, για τον παθητικό μηδενιστή η γνώση υπάρχει, αλλά υπάρχει πάνω στη βάση της πίστης.

Ο μηδενισμός έτσι δεν εντοπίζεται μόνο στο άτομο που απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί γνώσης επειδή δεν έχουν αδιαμφησβήτητη βάση. Αντίθετα, ένα άτομο που έχει γνώση των αμφιβολιών που περιβάλουν τους ισχυρισμούς για γνώση και που ωστόσο συνεχίζουν να δρουν σαν αυτές οι αμφιβολίες να μην έχουν σημασία στη πραγματικότητα, είναι επίσης μηδενιστής.

Οι επιστημονικές θεωρίες μπορούν να βασιστούν στην επίκληση σε άλλες θεωρίες, που βασίζονται στην επίκληση άλλων θεωριών, οποιαδήποτε από τις οποίες μπορεί να βασίζεται σε ένα λάθος. Αλλά για όσο οι επιστημονικές θεωρίες συνεχίζουν να παράγουν αποτελέσματα – ιδιαίτερα αποτελέσματα με την μορφή τεχνολογικής προόδου – τότε οι αμφιβολίες για την απόλυτη αλήθεια  αυτών των θεωριών μπορούν να θεωρηθούν ασήμαντες. Και στην υποβάθμιση των αμφιβολιών για τη γνώση, ο παθητικός μηδενιστής υποβαθμίζει την αναζήτηση της γνώσης.

Με άλλα λόγια, για τον παθητικό μηδενιστή, η γνώση δεν έχει σημασία. Σκεφτείτε απλά πόσο συχνά λέξεις όπως «γνώση» και «βεβαιότητα» χρησιμοποιούνται άσκοπα στη καθημερινή ζωή. Κάποιος λέει πως ξέρει πως έρχεται το τραίνο, και είτε δεν ρωτάμε πως το ξέρει ή, αν ρωτήσουμε, συχνά αντιμετωπίζουμε το απόλυτο θεμέλιο για τη γνώση στην σύγχρονη ζωή: επειδή το λέει το τηλέφωνο τους. Το τηλέφωνο μπορεί να αποδειχτεί πως έχει δίκιο, περίπτωση στην οποί η αξίωση του τηλεφώνου στην αυθεντία διατηρείται. Ή το τηλέφωνο μπορεί να αποδειχτεί πως έχει άδικο, περίπτωση στην οποία πιθανότερα θα κατηγορήσουμε όχι το τηλέφωνο αλλά το τραίνο. Από τη στιγμή που το τηλέφωνο έχει γίνει ο βασικός εγγυητής μας για τη γνώση, το να παραδεχτούμε πως το ,τηλέφωνο μπορεί να κάνει λάθος είναι να ρισκάρεις να παραδεχτείς, πως όχι μόνο οι με βάση το τηλέφωνο αξιώσεις μας περί γνώσης είναι αβάσιμες, αλλά πως μπορεί να είναι όλες οι αξιώσεις μας περί γνώσεις. Τελικά, όπως και με το τηλέφωνο, τείνουμε να μην ρωτάμε γιατί νομίζουμε πως ξέρουμε αυτό που νομίζουμε πως ξέρουμε. Με το τρόπο αυτό, ο παθητικός μηδενισμός γίνεται, όχι μια ριζοσπαστική «μεταμοντέρνα» θέση, αλλά μάλλον ένα κανονικό κομμάτι της καθημερινής ζωής.

Στην ηθική φιλοσοφία, ο μηδενισμός αντιμετωπίζεται ως η άρνηση της ύπαρξης της ηθικής. Όπως γράφει ο Donald A Crosby στο βιβλίο The Specter of the Absurd (1988), ο ηθικός μηδενισμός μπορεί να γίνει αντιληπτός ως μια συνέπεια του επιστημολογικού μηδενισμού. Αν δεν υπάρχει λόγος για αντικειμενικούς ισχυρισμούς για τη γνώση και την αλήθεια, τότε δεν υπάρχει λόγος για αντικειμενικούς ισχυρισμούς περί σωστού και λάθους. Με άλλα λόγια, αυτό που θέλουμε να θεωρούμε ως ηθική είναι ζήτημα του τι πιστεύεται πως είναι σωστό – ανεξάρτητα αν αυτή η άποψη είναι σχετική με κάθε ιστορική περίοδο, με κάθε κουλτούρα, με κάθε άτομο – παρά θέμα του τι είναι σωστό.

Ο ηθικός φιλόσοφος του 18ου αιώνα, Immanuel Kant αναγνώρισε το κίνδυνο του να βασιστεί η ηθική πάνω στο Θεό ή πάνω στην ευτυχία ως κάτι που οδηγεί στον ηθικό σκεπτικισμό. Η πίστη στο Θεό μπορεί να ωθήσει τους ανθρώπους να δρουν ηθικά, αλλά μόνο ως μέσο του σκοπού να καταλήξουν στο παράδεισο αντί για την κόλαση. Η επιδίωξη της ευτυχίας μπορεί να ωθήσει τους ανθρώπους να δράσουν ηθικά, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι εκ των προτέρων πια πράξη θα οδηγήσει στο να είναι ευτυχισμένοι οι άνθρωποι. Έτσι, σε απάντηση, ο Kant αντίθετα, μίλησε για μια βασισμένη στην λογική ηθική. Σύμφωνα με αυτόν, αν μια καθολική βάση αυτό που χρειάζεται η ηθική τότε απλά πρέπει να παίρνουμε αποφάσεις σύμφωνα με τη λογική της καθολικότητας. Καθορίζοντας αυτό που προσπαθούμε να επιτύχουμε σε κάθε δράση, και με την μετατροπή αυτής της πρόθεσης σε νόμο που όλα τα λογικά όντα πρέπει να υπακούν, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη λογική για να καθορίσουμε αν είναι λογικά δυνατό για την επιθυμητή πράξη να καθολικοποιηθεί. Η λογική – παρά ο Θεός ή η επιθυμία – μπορεί να μας πει αν η επιθυμητή πράξη είναι δυνατή (καθολική) ή λάθος (μη καθολική).

Υπάρχουν ωστόσο, αρκετά προβλήματα στην προσπάθεια να βασίσουμε την ηθική στη λογική. Ένα τέτοιο πρόβλημα, όπως έδειξε ο Jacques Lacan στο δοκίμιο «Ο Kant με τον Sade» (1989), είναι πως η χρήση της καθολικότητας ως κριτηρίου για το σωστό και το λάθος μπορεί να επιτρέψει ευφυείς ανθρώπους (όπως ο Μαρκήσιος de Sade) να δικαιολογήσουν μερικές προφανώς απαίσιες πράξεις αν μπορέσουν να καταφέρουν να δείξουν πως αυτές οι πράξεις μπορούν να περάσουν τη δοκιμασία της λογικής του Kant. Ένα άλλο πρόβλημα, όπως έδειξε ο John Stuart Mill στο έργο του Ωφελιμισμός (1861), είναι πως οι άνθρωποι είναι λογικοί, αλλά η λογική δεν είναι το μόνο που διαθέτουμε, και έτσι ακολουθώντας την καντιανή ηθική μας αναγκάζει να ζούμε σαν αδιάφορες μηχανές παρά ως άνθρωποι.

Ένα ακόμη πρόβλημα, όπως έδειξε ο Nietzsche, είναι πως η λογική δεν είναι αυτό που ισχυρίζονταν πως ήταν ο Kant, καθώς είναι απόλυτα πιθανό πως η λογική να μην είναι σταθερότερη βάση από ότι είναι ο Θεός ή η ευτυχία. Στο βιβλίο  Η Γενεαλογία της Ηθικής (1887), ο Nietzsche υποστήριξε πως η λογική δεν είναι κάτι το απόλυτο και οικουμενικό αλλά αντίθετα κάτι που έχει εξελιχθεί με τη πάροδο του χρόνου σε κομμάτι της ανθρώπινης ζωής. Σε γενικές γραμμές με τον ίδιο τρόπο που τα ποντίκια σε ένα πείραμα στο εργαστήριο μπορούν να διδαχτούν να είναι λογικά, έτσι έχουμε μάθει να είμαστε λογικοί χάρη σε αιώνες ηθικών, θρησκευτικών και πολιτικών «πειραμάτων» στην εκπαίδευση των ανθρώπων να είναι λογικοί. Η λογική έτσι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ακλόνητη βάση για την ηθική καθώς οι ίδιες της οι βάσεις μπορούν να αμφισβητηθούν.

Εδώ μπορούμε ξανά να βρούμε μια σημαντική διάκριση μεταξύ του πως ο ενεργητικός μηδενιστής και ο παθητικός μηδενιστής αντιδρούν σε αυτό τον ηθικό σκεπτικισμό. Η ικανότητα να αμφιβάλουν για την νομιμοποίηση κάθε πιθανού θεμελίου για την ηθική μπορεί να οδηγήσει τον ενεργητικό μηδενιστή στο είτε να επαναπροσδιορίσει την ηθική ή στο να απορρίψει την ηθική. Στην πρώτη περίπτωση, οι πράξεις μπορούν να κριθούν χρησιμοποιώντας ηθικές αρχές. Αυτό όμως που μοιάζει να είναι δημιουργικό μπορεί στη πράξη να είναι δευτερογενές, καθώς είναι δύσκολο να διακρίνουμε πότε σκεφτόμαστε για εμάς αντίθετα με το πότε σκεφτόμαστε σύμφωνα με το τρόπο που ανατραφήκαμε.

Έτσι αντί για τέτοιο ηθικό εγωισμό, είναι πιο πιθανό πως ο ενεργητικός μηδενισμός απλά θα απορρίψει συνολικά την ηθική. Αντίθετα, οι πράξεις κρίνονται μόνο με πρακτικούς όρους, όπως το τι είναι περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικό προς την επίτευξη ενός επιθυμητού στόχου. Οι ανθρώπινες πράξεις έτσι αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο με τις πράξεις ενός ζώου ή μιας μηχανής. Αν μοιάζει με λάθος να πούμε πως ένα ζώο είναι κακό επειδή τρώει ένα άλλο ζώο όταν πεινάει, τότε ο ενεργητικός μηδενιστής θα πει πως είναι εξίσου λάθος να ειπωθεί πως οι άνθρωποι είναι κακοί επειδή κλέβουν από ένα άλλο άνθρωπο όταν πεινούν.

Δίχως ηθική, έννοιες όπως κλοπή, ιδιοκτησία ή δικαιώματα αντιμετωπίζονται μόνο ως νομικές οντότητες. Οι πράξεις μπορούν να θεωρηθούν εγκληματικές αλλά όχι ανήθικες. Ένα παράδειγμα ενός τέτοιου ενεργητικού μηδενισμού μπορεί να βρεθεί στον αρχαίο Έλληνα σοφιστή Θρασύμαχο. Στην Πολιτεία του Πλάτωνα, ο Θρασύμαχος υποστηρίζει πως η «δικαιοσύνη» είναι απλά προπαγάνδα που χρησιμοποιείται από τον ισχυρό για να καταπιέσει τον αδύναμο, με το να τους πείσει να δεχτούν αυτή την καταπίεση ως δίκαιη.

Ο παθητικός μηδενιστής, από την άλλη, δεν απορρίπτει την παραδοσιακή ηθική απλά και μόνο πως η νομιμοποίηση της μπορεί να αμφισβητηθεί. Αντίθετα, ο παθητικός μηδενιστής απορρίπτει την ιδέα πως η νομιμοποίηση της ηθικής έχει πραγματική σημασία. Ο παθητικός μηδενιστής υπακούει στην ηθική, όχι για την ηθική αυτή καθ’ εαυτή, αλλά για την ίδια την υπακοή. Το να ζει σύμφωνα με αυτό που πιστεύεται από τους άλλους πως είναι σωστό και λάθος, πως είναι καλό και κακό, θεωρείται από τον παθητικό μηδενιστή ως προτιμότερο από το να πρέπει να ζήσει δίχως τέτοιους ηθικούς κανόνες να τον καθοδηγούν στην λήψη αποφάσεων. Οι ηθικοί κανόνες προσφέρουν μια πυξίδα, και ο παθητικός μηδενιστής προτιμά να χαράζει τη πορεία του στη ζωή χρησιμοποιώντας μια προβληματική πυξίδα από το να ρισκάρει να περάσει τη ζωή του αισθανόμενος απόλυτα χαμένος.

Οι ηθικοί κανόνες προσφέρουν επίσης την αίσθηση του να ανήκεις σε μια κοινότητα. Οι κοινές νόρμες και αξίες είναι εξίσου σημαντικές για μια κοινή ζωή όσο και η κοινή γλώσσα. Απορρίπτοντας την ηθική, ο ενεργητικός μηδενιστής  απορρίπτει έτσι την κοινότητα. Ο παθητικός μηδενιστής όμως είναι απρόθυμος να ρισκάρει να αισθάνεται εντελώς μόνος στο κόσμο. Έτσι, απορρίπτοντας την ηθική νομιμοποίηση, ο παθητικός μηδενιστής αποδέχεται την κοινότητα. Με το τρόπο αυτό, εκείνο που έχει σημασία για τον παθητικό μηδενιστή δεν είναι αν μια ηθική αξίωση είναι αληθινή, αλλά αντίθετα αν μια ηθική αξίωση είναι δημοφιλής.

Αυτό σημαίνει, για τον παθητικό μηδενιστή, η ηθική δεν έχει σημασία. Ο παθητικός μηδενιστής εκτιμά την ηθική ως μέσο για ένα σκοπό, όχι την ίδια ως σκοπό. Επειδή η επιθυμία να ανήκει και να καθοδηγείται υπερισχύει της επιθυμίας να έχει ηθική βεβαιότητα, ο παθητικός μηδενιστής νοιάζεται μόνο για την αίσθηση κατεύθυνσης και την αίσθηση κοινότητας που προέρχεται από την αποδοχή ενός ηθικού συστήματος. Ο παθητικός μηδενιστής είναι σαν ένας θεατής σε ένα αθλητικό γεγονός  που στηρίζει την εντός έδρας ομάδα απλά επειδή το κάνουν όλοι οι άλλοι. Ο παθητικός μηδενιστής στηρίζει τους ηθικούς κανόνες επειδή είναι δεκτά από την κοινότητα στην οποία θέλει να ανήκει ο παθητικός μηδενιστής.

Όπως ακριβώς ο επιστημολογικός μηδενισμός μπορεί να οδηγήσει στον ηθικό μηδενισμό, έτσι και ο ηθικός μηδενισμός μπορεί να οδηγήσει στον πολιτικό μηδενισμό. Ο πολιτικός μηδενισμός είναι συνήθως κατανοητός ως απόρριψη της εξουσίας. Αυτή ήταν η περίπτωση με τους προαναφερθέντες αυτοπροσδιοριζόμενους μηδενιστές της Ρωσίας του 19ου αιώνα, που τελικά κατάφεραν να δολοφονήσουν τον τσάρο. Ωστόσο, αυτή η επαναστατική μορφή του πολιτικού μηδενισμού, με την οποία μπορούμε να ταυτίσουμε τον ενεργητικό μηδενισμό, δεν περιλαμβάνει την παθητική μορφή του πολιτικού μηδενισμού.

Ο κίνδυνος του ενεργητικού μηδενισμού προέρχεται από την αναρχική του θέληση να καταστρέψει την κοινωνία για χάρη της ελευθερίας. Ο κίνδυνος του παθητικού μηδενισμού προέρχεται από την κομφορμιστική του προθυμία να καταστρέψει την ελευθερία για χάρη της κοινωνίας. Όπως έχουμε δει ήδη, ο παθητικός μηδενιστής εργαλειοποιεί τη γνώση και την ηθική αντιμετωπίζοντας και τις δυο ως σημαντικές μόνο στο βαθμό που εξυπηρετούν το σκοπό της άνεσης και της ασφάλειας. Η ανάγκη να αισθάνονται προστατευμένοι από την ενόχληση της αστάθειας είναι αυτό που οδηγεί τον παθητικό μηδενιστή να γίνει τελικά πιο καταστροφικός από τον ενεργητικό μηδενιστή.

Ο κίνδυνος εδώ είναι πως τα ηθικά και πολιτικά συστήματα που προωθούν την ελευθερία και την ανεξαρτησία θα αντιμετωπιστούν ως λιγότερο επιθυμητά από τον παθητικό μηδενιστή από τα ηθικά και πολιτικά συστήματα που προωθούν την δογματική αποδοχή της παράδοσης και την τυφλή υποταγή στην εξουσία. Αν και μπορέι να πούμε πως θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι, μια τέτοια απελευθέρωση μπορεί να φαίνεται σαν τρομερό βάρος. Αυτό εκφράζεται για παράδειγμα από τον Søren Kierkegaard στο βιβλίο του Η Έννοια της Αγωνίας (1844) όταν περιέγραψε την αγωνία ως την «ζάλη της ελευθερίας» που προκύπτει όταν κοιτάμε μέσα σε αυτό που μας μοιάζει σαν την «άβυσσο» των άπειρων πιθανοτήτων. Σκεφτείτε απλά πόσο συχνά μπροστά σε ένα μενού γεμάτο με επιλογές οι πελάτες ενός εστιατορίου καταλήγουν να ζητάνε από τον σερβιτόρο να τους προτείνει κάτι. Ή πως το Netflix πως πέρασε από την προώθηση της τεράστιας ταινιοθήκης του για να επιλέξεις στο να προωθεί τον αλγόριθμό του που θα σου επιτρέψει να «χαλαρώσεις» ενώ κάνει την επιλογή για σένα.

Ο Nietzsche ανησυχούσε για αυτό που έβλεπε ως την όλο και μεγαλύτερη αποδοχή του αλτρουισμού, της αυτοθυσίας και της αυταπάρνησης ως ηθικές αξίες. Έβλεπε την αποδοχή τέτοιων ιδανικών, που ακύρωναν τον εαυτό, ως απόδειξη πως ο παθητικός μηδενισμός εξαπλώνονταν σαν αρρώστια  στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Στον 20ο αιώνα, ο Erich Fromm στο βιβλίο του Ο Φόβος Μπροστά στην Ελευθθερία (1941) ανησυχούσε παρομοίως για αυτό που περιέγραφε ως «φόβο της ελευθερίας» που εξαπλώνονταν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ήταν αυτή η ανησυχία που ενέπνευσε το έργο τόσο των κριτικών θεωρητικών στη Γερμανία όσο και των υπαρξιστών στη Γαλλία.

Η Arendt προειδοποίησε πως θα έπρεπε να είμαστε προσεκτικοί στο να μην σκεφτούμε τον μηδενισμό απλά ως μια προσωπική κρίση αβεβαιότητας. Αντίθετα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως ο μηδενισμός είναι μια πολιτική κρίση. Ο μηδενισμός μπορεί να προωθηθεί από εκείνους που είναι στην εξουσία που κερδίζουν από μια τέτοια κρίση. Έτσι ακόμη και ο μεταφυσικός μηδενισμός μπορεί να έχει πολιτική βαρύτητα. Με την αποδοχή πως το σύμπαν δεν έχει σημασία μπορεί να οδηγήσει στην αντιμετώπιση και των ανησυχιών για την καταπίεση, για το πόλεμο, για το περιβάλλον ως ασήμαντα. Για το λόγο αυτό, δεν είναι μόνο οι πολιτικοί που μπορεί να κερδίσουν από τον μηδενισμό.

Σύμφωνα με την Simone de Beauvoir στο βιβλίο Για Μια Ηθική της Αμφισβήτησης (1948), μια από τις μορφές που μπορεί να πάρει ο μηδενισμός είναι η νοσταλγία – η επιθυμία για επιστροφή στο πόσο ελεύθεροι νιώθαμε σαν παιδιά πριν ανακαλύψουμε ως ενήλικες πως η ελευθερία εμπεριέχει την υπευθυνότητα. Οι πολυεθνικές επίσης μπορούν να κερδίσουν από την προώθηση του μηδενισμού με την μορφή του να μας πουλάνε νοσταλγία και άλλους τρόπους για να αποσπάμε τους εαυτούς μας από την πραγματικότητα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όχι μόνο πρέπει να αναγνωρίζουμε τον μηδενισμό στους εαυτούς μας, αλλά επίσης να αναγνωρίσουμε πως υπάρχει στο κόσμο γύρω μας, και να αναγνωρίσουμε τις πηγές αυτού του μηδενισμού. Αντί να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να αισθάνονται αβοήθητοι σε ένα κόσμο που μοιάζει να μην νοιάζεται πια, θα πρέπει να αναρωτηθούμε από που προέρχονται οι μηδενιστικές απόψεις για το κόσμο, και ποιος ωφελείται από το να βλέπουμε τον κόσμο με αυτό το τρόπο.

Πηγή: geniusloci

Renzo Novatore: Ο εικονοκλαστικός Ατομικισμός μου

Άφησα για πάντα μια ζωή στις πεδιάδες.

Ε. Ίψεν

 

Ακόμα και οι πιο καθαρές πηγές της Ζωής και της Σκέψης που δροσερές και χαμογελαστές αναβλύζουν μέσα από τα απόκρημνα βράχια των ψηλότερων βουνών, όταν ανακαλύπτονται από τους δημαγωγούς βοσκούς του νόθου κοπαδιού από αστούς και προλετάριους, αμέσως μετατρέπονται σε δύσοσμες μιαρές και λασπωμένες λακκούβες. Τώρα είναι η σειρά του Ατομικισμού. Από το χυδαίο απεργοσπάστη ως τον ηλίθιο και σιχαμερό αστυνομικό, από τον άθλιο πουλημένο ως τον κατάπτυστο χαφιέ, από το δειλό σκλάβο ως τον απεχθή τύραννο, όλοι μιλούν περί Ατομικισμού.

Είναι της μόδας.

Ακόμα και οι ραχιτικοί ψευτοδιανοούμενοι που που πρεσβεύουν το φθισικό φιλελεύθερο συντηρητισμό ή εκείνοι οι άρρωστοι που υποφέρουν από χρόνια δημοκρατική σύφιλη, μέχρι και οι ευνούχοι του σοσιαλισμού και οι αναιμικοί του κομμουνισμού, όλοι μιλούν και παίρνουν θέση για τους Ατομικιστές.

Αντιλαμβάνομαι ότι μη όντας ο Ατομικισμός μία σχολή και λιγότερο ένα κόμμα, δεν μπορεί να είναι μοναδικός ωστόσο είναι πιο αληθές ότι ακόμα και οι Μοναδικοί είναι ατομικιστές. Και γω σαν μοναδικός ορμάω στο πεδίο της μάχης, ξεγυμνώνω το σπαθί μου και υπερασπίζομαι τις πιο ακριβές μου ιδέες που εκφράζουν έναν ακραίο ατομικισμό, αδιαμφισβήτητα μοναδικό. Μπορεί να είμαστε σκεπτικιστές αδιάφοροι και είρωνες, αλλά όταν κάποιος είναι καταδικασμένος να ακούει συνεχώς τους σοσιαλιστές, λίγο η πολύ καταρτισμένους, να διατυμπανίζουν ξεδιάντροπα και με πλήρη άγνοια ότι δεν υπάρχει τίποτα το ασύμβατο μεταξύ της Ατομικιστικής και συλλογικής ιδέας, και προσπαθούν ηλίθια να συγκρίνουν ένα γιγάντιο βάρδο της ηρωικής ισχύος- έχοντα κυριαρχήσει πάνω στα ανθρώπινα φαντάσματα ηθικά και θεϊκά που τρέμει και καρδιοχτυπά τότε αναγαλλιάζει και απλώνεται πέρα από το καλό και το κακό της Εκκλησίας και του Κράτους, των Λαών και της Ανθρωπότητας μέσα σε παράξενες λάμψεις μιας νέας ερωτικής φωτιάς, παρερμηνευμένης όπως άλλωστε και ο λυρικός δημιουργός του Ζαρατούστρα, με κάποιον κοινό και φτωχό προφήτη του Σοσιαλισμού- τη σχολή της δειλίας. Ή ακόμα και έναν ακατανίκητο και αξεπέραστο Εικονοκλάστη όπως είναι ο Μαρξ Στίρνερ, τον θεωρούν σαν ένα οποιοδήποτε εργαλείο εκτεθειμένο στους φρενήρεις θιασωτές του κομμουνισμού, ε τότρ ναι, μπορεί να κάνει κάποιος μια ειρωνική γκριμάτσα με τα χείλη του αλλά κατόπιν πρέπει να εξεγερθεί αποφασιστικά προκειμένου να υπερασπιστεί και να επιτεθεί, εφόσον νιώθει Ατομικιστής από την αρχή ως το τέλος, δε μπορεί να ανέχεται να βρίσκεται έστω και στο ελάχιστο μπερδεμένος μέσα στους αδαείς κόλπους ενός νοσηρού βελάζοντος κοπαδιού.

Η Ιστορία, ο Υλισμός, ο Μονισμός, ο θετικισμός και όλοι οι -ισμοί αυτού του κόσμου είναι παλιές και σκουριασμένες πληγές που δε μου χρησιμεύουν πια και δε με απασχολούν. Έχω σαν αρχή τη Ζωή και σαν τέλος το Θάνατο. Θέλω να ζήσω έντονα τη Ζωή μου για να αγκαλιάσω το Θάνατό μου.

Εσείς περιμένετε την Επανάσταση! Ας είναι! Η δική μου έχει ξεκινήσει προ καιρού! Όταν θα είστε έτοιμοι- Θεέ μου τι μεγάλη αναμονή!- δε θα μου προκαλεί αποστροφή το να μοιραστώ μαζί σας ένα μέρος δρόμου.

Άλλα όταν θα σταματήσετε, εγώ θα συνεχίσω την τρελή και θριαμβευτική μου πορεία προς τη μεγαλειώδη και υπέρτατη κατάκτηση του Τίποτα!

Κάθε κοινωνία που θα φτιάξετε θα ‘χει τα όρια της και στα όρια της θα δρουν οι ηρωικοί και αναμαλλιασμένοι τυχοδιώκτες, με την παρθένα και άγρια σκέψη τους, που ξέρουν να ζούνε μονάχα, ετοιμάζοντας αδιάλειπτα νέες και τρομερές εξεγερσιακές εκρήξεις.

Εγώ θα είμαι μεταξύ αυτών!

Και μετά από μένα, όπως και πριν από μένα, θα υπάρχουν πάντα αυτοί που θα λένε στους ανθρώπους: “‘Εξεγερθείτε εσείς οι ίδιοι, όχι τόσο εναντίον των θεών σας ή των ειδώλων σας: ανακαλύψτε μέσα σας ότι υπάρχει και είναι κρυμμένο: φέρτε τα στο φως: αποκαλυφτείτε!”. Είναι η στιγμή που ο κάθε άνθρωπος ανασκαλεύοντας μέσα του, βγάζει ότι μυστηριωδώς ήταν κρυμμένο, σαν μια σκιά που κρύβει από τις ακτίνες του Ήλιου κάθε τύπο ζωντανής Κοινωνίας!

Κάθε Κοινωνία τρέμει όταν η περιφρονητική αριστοκρατία των Τυχοδιωκτών, των Μοναδικών, των Απροσπέλαστων, των Κυρίαρχων του Ιδεώδους και των κατακτητών του Τίποτα αψηφώντας τα πάντα προχωρά. Εμπρός, λοιπόν, ω Εικονοκλάστες, εμπρός!

“Ήδη ο ουρανός που είναι κυριευμένος από προαίσθημα κρύβεται και σιωπά!”

Άρκολα, Ιανουάριος 1920

Έργο του Renzo Novatore, που δημοσιεύτηκε από το Iconoclasta, στην Πιστόια, στις 15/01/1920.