Μια τοποθέτηση με αφορμή τη μήνυση στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία

Μια τοποθέτηση με αφορμή τη μήνυση στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία

Το έναυσμα της συγγραφής του κειμένου αυτού, που άλλωστε προδίδεται και από τον τίτλο, αποτέλεσε η ανακοίνωση περί μήνυσης στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία. Όμως, η αποδοχή που φάνηκε να έχει από μερίδα κόσμου ήταν η κύρια αιτία.

Σκοπός αυτού δεν είναι να εξαπολύσει μύδρους. Δεν παραθέτει κάτι το πρωτότυπο, κάτι που δεν έχει ειπωθεί, συζητηθεί, γραφεί ποτέ. Σίγουρα, δεν εκθέτει σκέψεις υπό το πρίσμα της καθαρότητας, της πρωτοπορίας, του ελιτισμού. Ας ιδωθεί, λοιπόν, ως μια προωθητική κριτική, ως ένας δίαυλος επικοινωνίας προβληματισμών και αντιφάσεων, που ίσως ξεπεραστούν με ατομική και συλλογική δουλειά. Ίσως πάλι και όχι.

Με αφορμή λοιπόν κάτι τόσο ξένου θα πουν ορισμένοι, εχθρικό άλλοι… συντάχθηκε το παρόν κείμενο. Χωρίς διάθεση προσωποποίησης, έμμεσους υπαινιγμούς και μπηχτές, επιχειρούμε να καταπιαστούμε συνολικά με το ζήτημα της αστικής δικαιοσύνης, τη μήνυση ως “μέσο αγώνα”, τη θέση και τη συμμετοχή του αναρχικού κινήματος σε αιτηματικούς/θεσμικούς αγώνες, παρουσιάζοντας τη δική μας οπτική.

Επιστροφή στα βασικά…

Αντιθεσμικά, αδιαμεσολάβητα, αδιάλλακτα. Δεν είναι λέξεις κενού περιεχομένου, που συμπληρώνουν γραφικά τσιτάτα μόνο και μόνο για να γεμίσουμε κόλλες χαρτιού. Κατέχουν βασική θέση στον αξιακό μας κώδικα. Έννοιες που δεν είναι αυθύπαρκτες, αλλά εντάσσονται στην ευρύτερη θεώρηση για την πραγμάτωση του αναρχικού αγώνα, ως επιλογή ζωής.

Σε καιρούς πλήρους υποτακτικότητας, μάλλον, η συσπείρωση μας γύρω από αυτά τα κοινά προτάγματα θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη. Μακριά από θεσμούς και κάθε είδους εκπροσώπους, πρόθυμους κάθε ώρα και στιγμή να ανοίξουν διάλογο με τα φερέφωνα της εξουσίας.

Ζητούμενο για την απόδραση από ολάκερο το εξουσιαστικό σύμπλεγμα δεν είναι η προσπάθεια εύρεσης ενός πιο βιώσιμου και λειτουργικού συστήματος ούτε και η εξομάλυνση της δημοκρατίας. Ζητούμενο είναι η ολοκληρωτική κατάλυση τους.

Πάντα και για πάντα απέναντι από την αστική δικαιοσύνη

Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις και οι διορθώσεις και οι βελτιώσεις είναι ανοησίες. Όσο πιο πολύ καλυτερεύεις και μεταρρυθμίζεις τόσο το χειρότερο, γιατί δίνεις προσωρινά τεχνητή ζωή σε κάτι που πρέπει το δίχως άλλο να πεθάνει και να γκρεμιστεί. Δεν είμαι μεγαλοφυΐα κι ούτε θέλω να γίνω. Ξέρω όμως τι πρέπει να γίνει και τώρα αυτό κάνω. Και ’σεις το ξέρετε δεν κάνετε όμως άλλο από το να κλαψουρίζετε. Εμείς όμως δεν κλαίμε… Δρούμε…

-Dostoevsky (Οι Δαιμονισμένοι)

Η αστική δικαιοσύνη, σπλάχνο απ’ τα σπλάχνα της δημοκρατίας, εκφραστής του status quo, διαμεσολαβητής των ανθρώπινων σχέσεων, υπερασπιστής της τάξης, της ασφάλειας και της κοινωνικής ειρήνης, συνιστά την πεμπτουσία του κράτους.

Ένας θεσμός από το σωρό, που πλαισιώνει κάθε δημοκρατικό πολιτισμό που σέβεται τον εαυτό του, φέρει ποικίλες προεκτάσεις και λαμβάνει πολλαπλούς ρόλους. Δεν πρόκειται για μια αφηρημένη έννοια, αλλά για ένα θέσφατο της κυριαρχίας με υλική υπόσταση, που προασπίζει τα συμφέροντα της.

Πρωταρχικός της στόχος είναι η απονομή δικαιοσύνης. Μια έννοια ιδιάζουσα, περίεργη στην κατανόηση. Σωστό και λάθος, ενοχή και αθωότητα, δίκαιο και άδικο, νόμιμο και παράνομο, όλα τους δίπολα ιδιαίτερα φορτισμένα, εύπλαστα παρόλα αυτά, για να προσαρμόζονται στην εκάστοτε περίπτωση. Έννοιες που φέρουν νομοτελειακή σημασία, με κοινό αντιληψιακό και συνειδησιακό έρεισμα στο κοινωνικό σώμα. Η διχοτόμηση τους έχει μπολιάσει στις συνειδήσεις των υπηκόων, διαμορφώνοντας και την κυρίαρχη αφήγηση. Στο εργοστάσιο των τυποποιημένων συμπεριφορών καθετί ορίζεται με βάση τους νόμους που θεσπίζει η εξουσία. Το ατσάλινο πλέγμα της θα φροντίσει να ορίσει και το πλαίσιο βάση διαφόρων παραγόντων, όπως το κοινωνικό κλίμα, οι συσχετισμοί, τα συμφέροντα των εξουσιαστικών πόλων.

Οι νόμοι, άλλωστε, εμπνέουν το καθολικό, το δεδομένο, το ορθό και ταυτόχρονα στέκονται εκφοβιστικά και αποτρεπτικά σε όποιον σκεφτεί να τους παραβεί. Αποτελούν την οχύρωση του κράτους, που φαντάζει ένα άτρωτο και καλοκουρδισμένο οικοδόμημα, στηριζόμενο σε ισχυρά θεμέλια.Όσοι του γυρνούν την πλάτη, προσβάλλουν την επιβολή του, αρνούνται να υπακούσουν, επιτίθενται, περιμένουν τον κολασμό .Την τιμωρία της στοχοποίησης, της χρηματικής ποινής, του εγκλεισμού, της κοινωνικής απομόνωσης και του στιγματισμού.

Μέσα στις δικαστικές αίθουσες, στήνονται πανηγύρια με ενορχηστρωτές επίδοξους κυνηγούς κεφαλών. Ανακριτές, δικαστές, εισαγγελείς, ρουφιάνοι, που από θέση ισχύος κρίνουν τις τύχες όσων στέκονται στα δικαστικά έδρανα. Πρόσωπα με σάρκα και οστά, τοποθετημένα στο απέναντι στρατόπεδο. Πρόσωπα με ονόματα, διευθύνσεις, περιουσιακά στοιχεία… Πρόσωπα που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ουκ ολίγες φορές και σίγουρα εκεί θα συνεχίσουν να βρίσκονται. Πρόσωπα στα οποία δεν μπορούμε παρά να δούμε την αντανάκλαση όλων εκείνων που πολεμούμε με λύσσα.

Το να ζητάμε, λοιπόν, από τους εχθρούς μας να επιλύσουν προσωπικά ζητήματα, κρατικές και μη αυθαιρεσίες και ό,τι άλλο βάλει ο νους μας, είναι σα να παλεύουμε για ένα κράτος δικαίου, ένα κράτος πρόνοιας, ένας κράτος από εμάς για ’μας. Εάν βλέπουμε τα πράγματα από μια αντικρατική, και κατ’ επέκταση αντιθεσμική, σκοπιά τότε υιοθετώντας την παραπάνω θέση, φαίνεται να μην έχουμε αντιληφθεί την ουσία του πιο βασικού μας προτάγματος.

Για τους θεματοφύλακες της τάξης και του νόμου θα είμαστε πάντα ένοχοι. Ένοχοι για την προσπάθεια μας να ζήσουμε ανεξούσια, μακριά από ιεραρχικές σχέσεις, καταπίεση, εκμετάλλευση, ένοχοι γιατί δεν ασπαστήκαμε τα αφηγήματα τους, ένοχοι για τη θέση που έχουμε πάρει στον κοινωνικό πόλεμο, ένοχοι γιατί στρέψαμε τη ζωή μας στο λυσσασμένο κυνήγι της ελευθερίας.

Εκστρατείες διώξεων, αναβαθμίσεις κατηγορητηρίων, αντιτρομοκρατικά νομοθετήματα, καταδικαστικές αποφάσεις, οικονομική αφαίμαξη… Οι άνεμοι φαίνεται να πνέουν κόντρα, όμως στο χέρι μας είναι να αναστρέψουμε τη φορά τους. Μπορεί σύντροφοι και συντρόφισσες να έχουν στοχοποιηθεί, βασανιστεί, αιχμαλωτιστεί, μπορεί στις συνειδήσεις αναρχικών, αγωνιστών και ευρύτερων κοινωνικών κομματιών, η αστική δικαιοσύνη να επιχειρεί να ‘νομιμοποιήσει’ την ικανότητά – υποχρέωση της να κρίνει όσους αγωνίζονται… όμως οι νόμοι και το δικανικό σύστημα έχουν ισχύ όσο εμείς δεν τους καταργούμε στην πράξη.

Η δικαιοσύνη ενός κόσμου που γεννά και θρέφει την καταπίεση και την εξουσία, επανδρώνεται εγκλείοντας σε διαμερίσματα, σχολεία, εργασιακά κάτεργα, ψυχιατρεία, φυλακές, απομυζά τεράστια κέρδη από τη λεηλασία της φύση και την εκμετάλλευση κάθε έμβιου όντος … κείτεται νεκρή, πρώτα και κύρια στις συνειδήσεις μας. Κάθε εκπρόσωπός της στον υλικό κόσμο είναι εχθρός μας είτε αθωώνει είτε μοιράζει αναστολές είτε καταδικάζει σε πολυετείς καθείρξεις.

Πέραν, όμως, του προφανούς ρόλου του, το αστυνομό-δικαστικό σύστημα αποτελεί και μια κερδοφόρα επιχείρηση. Εγγυήσεις, παράβολα, πρόστιμα, εξαγορά ποινών, αλλά και πακτωλός χρημάτων για δικηγόρους που παζαρεύουν την ελευθερία, στήνουν τη μικρο-οικονομία του δικανικού συμπλέγματος, που συμβάλλει ενεργά στο κρατικό κεφάλαιο.

Επιπλέον, η επικύρωση, η διαχείριση, η επίλυση των ανθρώπινων δεσμών περνά κι αυτή με τη σειρά της από τις δικαστικές αίθουσες. Τρίτα πρόσωπα είναι αυτά που θα αποφασίσουν και θα διευθετήσουν τις διενέξεις, την καθημερινότητα, τις ζωές μας, δίνοντας την εντύπωση πως κανείς δεν είναι ικανός να ορίσει μόνος το πλαίσιο ύπαρξης του.

Η πρακτική της μήνυσης ως συλλογική αναρχική τοποθέτηση

Η βαρύτητα μιας τέτοιας επιλογής σε ατομικό επίπεδο, που σαφώς και χρήζει κριτικής, διαφέρει αρκετά από μια δημόσια αναρχική τοποθέτηση. Κι εδώ επιλέγουμε να κεντροβαρίσουμε στο δεύτερο. Μια συλλογική τοποθέτηση, λοιπόν, που θέλει να «Αφήσουμε πίσω την καθαρότητα μιας ιδεολογικής άρνησης», εκ πρώτης προκαλεί τεράστια αμηχανία. Έπειτα, γεννώνται ερωτήματα και τέλος, ακολουθεί μάλλον η απελπισία.

Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά πίσω μας, μετράμε εκατοντάδες ξυλοδαρμούς και βασανισμούς σε δρόμους, υπόγεια, γραφεία, κρατητήρια, κελιά και δεκάδες φυλακισμένους επαναστάτες με χρόνια χτισμένα μέσα σε σκυρόδεμα. Όμως, αριθμούμε και αλύγιστους ανθρώπους, που δε δέχθηκαν να συνεργαστούν, να ρουφιανέψουν, να πέσουν αμαχητί, όχι γιατί έκαναν τους ήρωες ή τους οσιομάρτυρες, αλλά γιατί παρέμειναν πιστοί στην επαναστατική τους συνείδηση.Όταν σύντροφοι και συντρόφισσες αρνήθηκαν να παραστούν σε δίκες-παρωδίες, να συνδιαλλαγούν με μπάτσους-δικαστικούς-εισαγγελείς (χωρίς αυτό να σημαίνει πως υπάρχει μόνο η ομερτά της σιωπής και καμία άλλη αξιοπρεπής στάση εντός των δικαστικών αιθουσών) μια τοποθέτηση περί: καθαρότητας μιας ιδεολογικής άρνησης (sic), που αυτομάτως γειώνει τέτοιου είδους επιλογές, είναι τουλάχιστον προσβλητική.

Ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια, ψυχολογικός εκβιασμός φώλιαζαν πάντα στο στρατόπεδο του εχθρού. Η βία είναι αναπόσπαστο κομμάτι τους και αυτός δεν αλλάζει με κανέναν τρόπο, πόσο μάλλον με θεσμικά μέσα. Αντίστοιχα, είναι δεδομένο πως ο αναρχικός αγώνας δεν μπορεί να αντιπαρατίθεται με το κράτος και τους μηχανισμούς του μονάχα στην σφαίρα των άξιων και των θεωρήσεων. Κι αυτό, όχι γιατί πλαισιώνεται από μια αίγλη ενός φετιχισμού της βίας, άλλα γιατί το οικοδόμημα της κυριαρχίας έχει πρώτα και κυρία υλική υπόσταση. Για αυτό, άλλωστε και εμείς έχουμε επιλέξει το δικό μας δρόμο. Η επαναστατική βία είτε στο πλαίσιο του υλικού αντικρίσματος είτε του συμβολισμού είτε της προπαγάνδισης, στοχεύει στην άμεση σύγκρουση με όλο το φάσμα της εξουσίας.

Τα όπλα μας στον πόλεμο που έχουμε κηρύξει δεν είναι οι μηνύσεις, οι δικογραφίες, οι φιλικά προσκείμενοι δημοσιογραφίσκοι, οι “αδιάβλητοι” σύγχρονοι Ιαβέρηδες… και ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα.

Σε περίπτωση «Δικαίωσης»…

Μιας και δεν αντιλαμβανόμαστε αυτό το «μέσο αγώνα», δεν μπορούμε να πούμε και με σιγουριά ποια θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική έκβαση μιας τέτοιας δίκης, παρά μόνο να εικάσουμε. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη γενικά και αόριστα την ευκταία για τον καταγγέλλοντα (ή τους καταγγέλλοντες), αλλά και την κοινή γνώμη απόφαση, βλέποντας λίγο πιο μακρόπνοα οι συνέπειες διακρίνονται σφοδρές και το μέλλον φαντάζει ζοφερό. Μια “νίκη” μέσα στις δικαστικές αίθουσες, διά στόματος δικαστικών και εισαγγελέων, θα έρθει να επισφραγίσει την καραμέλα του κράτους δικαίου, της διαφάνειας και της νομιμότητας, την «κάθαρση» μέσα στην αστυνομία. Μια τέτοια “νίκη” θα οδηγήσει στην αποριζοσπαστικοποίηση. Η προσπάθεια κοινωνικής πόλωσης, η αναγκαιότητα των εξεγέρσεων, οι επαναστατικές προοπτικές πηγαίνουν δεκάδες βήματα πίσω.

Η αναδίπλωση του κράτους, που ας μη γελιόμαστε συνιστά ένα επικοινωνιακό τρικ, στοχεύει στην αδρανοποίηση, στην παύση οποιασδήποτε αναταραχής. Όποιος πιστεύει πως οι στοχοποιήσεις, οι διώξεις, οι ξυλοδαρμοί και οι βασανισμοί θα σταματήσουν πλανάται πλάνην οικτράν.

Σε ένα καζάνι που βράζει δε θα ρίξουν λάδι στη φωτιά. Το κράτος στέκεται εκεί πυροσβεστικά, λειτουργώντας ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, σβήνοντας και την τελευταία σπίθα. Οι τόνοι πέφτουν, οδηγούμαστε στην αποκλιμάκωση και εκείνοι ενώ φαίνεται να γνέφουν συγκαταβατικά, οργανώνονται καλύτερα, για να επανέλθουν δριμύτεροι και να κάμψουν και τα τελευταία ψήγματα αντίστασης και ανομίας.

Αλήθεια, θεωρεί κανείς πως με μια δικαστική απόφαση θα τελειώσουμε μια και καλή με τη βία των μπάτσων, θα σταματήσει η ποινικοποίηση φιλικών και συντροφικών σχέσεων, οι στοχοποιήσεις αγωνιστών, οι ξυλοδαρμοί και οι βασανισμοί στο δρόμο και στα τμήματα, οι διώξεις και οι φυλακίσεις επαναστατών; Δεν τρέφουμε αυταπάτες για το αστυνομοδικαστικό σύμπλεγμα ούτε και θα έπρεπε να εστιάζουμε στις παρατυπίες του συστήματος της δικαιοσύνης. Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε είναι να το κοιτάξουμε κατάματα και να του επιτεθούμε.

Παράδειγμα των ημερών αποτελεί η δίκη της Χ.Α.. Μια δίκη που κατέβασε χιλιάδες κόσμο στο δρόμο, μια δίκη που παρακολουθήθηκε βήμα-βήμα και αγκαλιάστηκε από τα κοινωνικά κινήματα, ακόμη και από πιο μετριοπαθείς, μια δίκη που πολλοί αναρχικοί, στο άκουσμα της καταδικαστικής απόφασης, έσπευσαν να πανηγυρίσουν. Λες κι έτσι τελειώσαμε μια και καλή με το φασιστικό οχετό, τις επιθέσεις σε μετανάστες/στριες, τα κολαστήρια συγκέντρωσης, τις πατριωτικές και εθνικιστικές μαλακίες, το αφήγημα της εθνικής κυριαρχίας.

Μια δίκη που κατάφερε να ενισχύσει τη θεωρία των δυο άκρων και έφερε πάλι στο προσκήνιο τη λάσπη για τις επαναστατικές πρακτικές αγωνιστών και αναρχικών, αλλά και την πάλαι ποτέ πιπίλα της “αριστερής τρομοκρατίας”. Τα γκάζια στη Μεσογείων, το ξύλο στον Ασπρόπυργο, η εκτέλεση των 2 στο Νέο Ηράκλειο και τόσες ακόμη δράσεις, έπαιζαν σε πρώτο πλάνο, χαρίζοντας μας ρίγη και υπενθυμίζοντας πως η θέση του κάθε φασίστα είναι στην άσφαλτο, στο ΚΑΤ, στα νεκροκρέβατα. Στον αντίποδα, όμως, έφεραν και ναυτία σε όλους αυτούς που βρήκαν ευκαιρία να βροντοφωνάξουν πως στη βία δεν απαντάμε με βία. Κι όμως στη βία με αυτό ακριβώς απαντάμε… ΜΕ ΒΙΑ.

Οι φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με το logo: “Δεν είναι αθώοι, οι ναζί στη φυλακή” ήρθε να επισφραγίσει το ρεφορμιστικό του πράγματος και να ενισχύσει τη θέση της αστικής δικαιοσύνης στο κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, επαναφέροντας στο κοινωνικό σώμα την “πίστη στους θεσμούς”.

Μια δίκη, λοιπόν, την έκβαση της οποίας περιμέναμε έτσι και αλλιώς, ώστε να μην πολωθούν κοινωνικά καταστάσεις, ξεσπάσουν συγκρούσεις, επέλθει ριζοσπαστικοποίηση.

Από την άλλη, ενα άλλο ζήτημα που τίθεται είναι αυτό της καρατόμησης προσώπων, που κατέχουν καίριες θέσεις. Θέσεις που ξέρουμε καλά πως δε θα μείνουν ορφανές, οι αντικαταστάτες καραδοκούν στη γωνία. Θέσεις που δεν μας ενδιαφέρει ποιος θα αναλάβει, εάν θα είναι καλός άνθρωπος, σωστός οικογενειάρχης, φιλόζωος, συνεπής στις κοινωνικές του υποχρεώσεις. Θέσεις σύμφυτες με την εξουσία, εχθρικές και μισητές, με συγκεκριμένη σκοπιμότητα.

Και για να προλάβουμε ίσως και μια αναλογία, που λέει πως το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση μιας πολιτικής εκτέλεσης, η απάντηση είναι ναι, η θέση θα καλυφθεί. ΟΜΩΣ είναι άλλο να σπέρνεις τον τρόμο στο στρατόπεδου του εχθρού, να δίνεις πνοή στην ουσιαστική απειλή, μέσα από τις επαναστατικές πρακτικές, κάνοντας τον επόμενο να σκεφτεί καλά εάν θα αναλάβει ένα τέτοιο πόστο, μιας και το νήμα της μίζερης ζωής του μπορεί να κοπεί απότομα και άλλο να τους τραβάς στις δικαστικές αίθουσες, που το πιθανότερο είναι απλώς να οδηγηθούν σε κάποια άλλη θέση στη χειρότερη, να ιδιωτεύσουν σε μια περίοπτη στην καλύτερη.

Ενδιάμεσοι/Αιτηματικοί Αγώνες

Εδώ έρχεται να προστεθεί ένας ακόμη παραλληλισμός, μεταξύ της συμμετοχής των αναρχικών σε αιτηματικούς αγώνες, αγώνες δηλαδή, που ως επί το πλείστων έχουν θεσμικό χαρακτήρα ή απαιτούν τα «νόμιμα» και της μήνυσης, ως ένα αποδεκτό μέσο αγώνα. Ένας παραλληλισμός τρομερά άστοχος.

Συγκεκριμένα, η συμμετοχή στους ευρύτερους κοινωνικούς αγώνες, που βέβαια δεν αποτελεί επιλογή ούτε και πρώτη προτεραιότητα όλων των αναρχικών, οι οποίοι είτε αντιτίθενται στην καπιταλιστική επέλαση είτε στοχεύουν στη βελτίωση κάποια συνθήκης, για πολλούς συνιστά εύστοχο πεδίο παρέμβασης. Όμως, οι όροι συμμετοχής εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά και τις στοχεύσεις.

Σκοπός είναι να προωθείται η αντιθεσμικότητα, η σημασία της μη διαμεσολάβησης, αλλά και η σύνδεση με την ευρύτερη επαναστατική αντιπαράθεση με το κράτος. Σαφώς και για την επίτευξη των στοχεύσεων, η χάραξη μιας στρατηγικής πρέπει να γειώνεται στην πραγματικότητα του εκάστοτε αγώνα, χωρίς όμως αυτό να μεταφράζεται ως αδυναμία προώθησης των αναρχικών θεωρήσεων και πρακτικών. Τα αναρχικά προτάγματα μπορούν και πρέπει να παραμείνουν και να διαχυθούν αναλλοίωτα, χωρίς να παρουσιάζουμε ωραιοποιημένα και εύπεπτα αφηγήματα, χωρίς να αφομοιωθούμε από τη δυσαρεστημένη μάζα. Να πράξουμε σε κάθε επίπεδο, από τις πορείες έως τα συγκρουσιακά γεγονότα, από τις δημόσιες παρεμβάσεις έως τις συνωμοτικές βόλτες, αναδεικνύοντας την επαναστατική απελευθερωτική προοπτική, δημιουργώντας εφαλτήρια για ανάληψη αντικρατικής δράσης από όλο και περισσότερους ανθρώπους, κοιτώντας πέρα από τα ψευδο δίπολα που μας επιβάλλονται.

Κλείνοντας…

«Το να μην προσμένεις τίποτα δε σημαίνει να συνηθίζεις την ήττα»

Το κράτος είναι ένα σύμπλεγμα επιθετικό. Εάν, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε κάτι, ήταν πως επιβάλλεται. Δε θα γνέψει συγκαταβατικά, δε θα μας χαϊδέψει τα αυτιά, δε θα ξεχάσει τις επιθέσεις που δέχεται και σίγουρα δε θα γιορτάσει τις νίκες μας. Αντίστοιχα, οφείλουμε να πράξουμε και εμείς.

Περιμένοντας κάτι από τα παραπάνω καταλήγουμε να χάνουμε το στοίχημα του επαναστατικού πολέμου. Επιλέγοντας να λουφάξουμε, τροφοδοτώντας τη συνείδηση μας με ψέματα και παύοντας να διανοίγουμε μέτωπα αντιπαράθεσης, να στοχεύουμε στην όξυνση των εχθροπραξιών, να προλειαίνουμε το έδαφος της εξέγερσης, να βρίσκουμε τις προοπτικές και τις στρατηγικές για την υλοποίηση των επαναστατικών πρακτικών, κοιτάζοντας πέρα από τη νομιμότητα, τότε θα καταλήξουμε να βυθιζόμαστε στην ανυπαρξία. Καλύτερα, λοιπόν, να βυθιστούμε μια ώρα αρχύτερα στην οχλοβοή που διψά για δικαιώματα, να λάβουμε και κανένα παράσημο και να αποσυρθούμε ησύχως.

Εάν εντός του κοινωνικού πεδίου βλέπουμε πάντα και παντού ευκαιρίες για ανέλιξη, λιμνάζουμε και βρισκόμαστε απέναντι από τα αναρχικά προτάγματα που οι ίδιοι θέτουμε, θα καταλήξουμε να ιδιωτεύουμε, συμπληρώνοντας απλώς τη λίστα των υποτιθέμενων αγωνιστικών υποχρεώσεων, δίχως καμία ουσία, δίχως καμία προοπτική.

Η ζωή μας είναι μια διαρκής σύγκρουση. Με τον εαυτό μας και τις αντιφάσεις μας, τις συμβάσεις και τα αυτοξεπεράσματα μας. Μια σύγκρουση, όμως, και με τους νόμους, το εξουσιαστικό κοινωνικό πλέγμα, το οικοδόμημα της κυριαρχίας και των μηχανισμών του. Σύγκρουση στους δρόμους, μέσα και έξω από τις δικαστικές αίθουσες, στα στενά των μητροπόλεων, στις ταράτσες των φυλακών… Σύγκρουση με χαρακτηριστικά επαναστατικά, με συνέπεια σε λόγο και πράξεις.

Η λύση δε βρίσκεται μέσα στα αστικά δικαστήρια, στις κρατικές παροχές, στις καπιταλιστικές υποσχέσεις, στους κοινωνικούς ρόλους, στους κανόνες, στους θεσμούς, στα διάφορα νομοθετήματα. Δεν έρχεται από τους εχθρούς της ελευθερίας, αλλά ούτε και από μια αίολη κοινωνικό-κινηματική συσπείρωση, που μετράται ως ποσοτικό πλεόνασμα, στηριζόμενο σε σαθρά θεμέλια.

Να σταθούμε μόνοι μας στα πόδια μας. Σίγουρα έχουμε να κερδίσουμε πολλά περισσότερα, από το ψάχνουμε διαρκώς και διακαώς σάπια δεκανίκια στο πρόσωπο της εξουσίας. Ας αφήσουμε στην άκρη τον πολιτικαντισμό, τα επικοινωνιακά παιχνίδια, τις κινήσεις εντυπωσιασμού. Ας μη βαλτώσουμε περισσότερο στο βούρκο του ρεφορμισμού, ας μην αφομοιωθούμε σε όσα κάποτε παλεύαμε να καταστρέψουμε, ας μη μπλεχτούμε μόνοι μας στα κρατικά δεσμά, ανοίγοντας την κερκόπορτα του δικαιωματισμού.

Τα μονοπάτια που κυοφορούν τις επαναστατικές προοπτικές είναι πολλά, όμως ο στόχος της καθολικής ρήξης με το υπάρχον κοινός. Κι αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να το μνημονεύουμε συχνότερα.

Να πορευτούμε μαζί με τις αρνήσεις μας, να αναπτύξουμε σχέσεις που αντανακλούν αυτά που προτάσσουμε, να βαδίσουμε πλάι-πλάι με γνώμονα τη συντροφικότητα, την αξιοπρέπεια, την επιθετική διάθεση, την επαναστατική συνείδηση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.

Πάντα και για πάντα αντικρατικά, αντιθεσμικά, αδιαμεσολάβητα, ανεξούσια, ΑΝΑΡΧΑ.

Σύμπραξη αναρχικών ενάντια στη νομιμότητα

Απρίλιος 2021

Πηγή: Athens Indymedia

Consumimur Igni: Μια αντιδικανική τοποθέτηση

Λάβαμε 1/4/2021

Το παρακάτω κείμενο είχε συνταχθεί και ολοκληρωθεί στο τέλος του περασμένου Οκτώβρη, μερικές βδομάδες μετά το πέρας της δίκης της Χρυσής Αυγής και των παρεπόμενων κινητοποιήσεων. Πάραυτα, λόγω αλλεπάλληλων σημαντικών εν εξελίξει αγώνων επιλέξαμε να αναβάλουμε την δημοσίευση του μέχρι να βρεθεί το απαραίτητο χρονικό κενό για αναστοχασμό σε μία ήδη αρκετά επιβαρυμένη επικαιρότητα.

Με την ομαλότητα να επιστρέφει με τον καιρό στις ζωές μας, τις εστίες φωτιάς να σιγοσβήνουν παραχωρώντας την θέση τους σε νέους, αποστειρωμένους φωτισμούς στο πολυτάραχο αθηναϊκό κέντρο, ξεπροβάλλουν και οι κάθε λογής επιτετραμμένοι να συγυρίσουν τα πεδία σύγκρουσης από οτιδήποτε πεισματικά ανθίσταται στην εξάπλωση των επιχειρήσεων ειρήνευσης θυμίζοντας κοινωνική πόλωση.

Μιλάμε για ξεπερασμένη κοινωνική πόλωση γιατί αρνούμαστε εξίσου πεισματικά να ακολουθήσουμε το αφομοιωμένο πλήθος στις νέες του δοξασίες, αναγνωρίζοντας έστω και λειψώς μία οποιαδήποτε έκφανση πολέμου στον αντιφασιστικό θίασο που κατέλαβε το αισθητιριακό μας πεδίο τις μέρες του Οκτώβρη με αφορμή τον δημοκρατικό θίασο που στήθηκε πάνω στις δίκες των νεοναζί καθαρμάτων. Η κοινωνική πόλωση υλοποιείται όταν οι υπόγειες αντιτιθέμενες δυνάμεις που η διακυβέρνησή τους από το κράτος συνιστά ό,τι νοούμε ως εκπολιτισμένη κοσμική κοινωνία, εκρήγνυνται ανεξέλεγκτα, με τον αμοιβαίο ανταγωνισμό τους να κλυδωνίζει τις κυρίαρχες σχέσεις εξάρτησης. Να τις καταπατά καταστρέφοντας ή μετασχηματίζοντάς τες σε νέα κοινωνικά συμβόλαια, όχι να τις επιβεβαιώνει δια της προσκόλλησης στους ήδη υφιστάμενους διαμεσολαβητικούς θεσμούς. Όταν τα όργανα συγκεντροποίησης και καταστολής των συλλογικών και ατομικών δυνάμεων υποχωρούν, αφήνουν ως ίχνος την ανεπανάληπτη ευκαιρία αναθέρμανσης των πολιτικών διαμαχών, καθιστώντας στιγμιαία προφανές ό,τι στα μάτια των εξεγερμένων ανθρώπων αποτελεί βασική κοινοτοπία: την εμφυλιοπολεμική βάση των σύγχρονων κοινωνιών, που μόνο η συντονισμένη προσπάθεια κράτους και κυρίαρχης ηθικής, πολιτισμού και ιδεολογίας μπορεί να αποσιωπήσει.

Η δίκη της Χρυσής Αυγής δε σηματοδοτεί ούτε τη ρήξη της αστικοδημοκρατίας με τον φασισμό, ούτε αποδεικνύει την ισχύ της πίεσης του αντιθεσμικού αντιφασιστικού κινήματος στις νομικές διαδικασίες. Η δίκη των χρυσαυγητών ανακοινώνει απλώς στους εξοικειωμένους με την αστική δικανική γλώσσα ότι είναι συνηθισμένοι να ακούν, παραμένοντας δέσμιοι στο κράτος εν είδει φορέα σταθερότητας, ακόμα κι αν εξανίσταντο όταν αυτό δεν ικανοποιεί όλα τους τα βίτσια. Όλα είναι καλά. Όλα κυλούν ομαλά στην έρημο, αφού η άμμος πάντα απορροφά κάθε τυχόν κραδασμό. Το κράτος, με τα ιδρύματα και τα εκτελεστικά του όργανα, δηλώνει κυρίαρχο, πάντα έτοιμο να φέρει εις πέρας τα κυβερνητικά του καθήκοντα με όποιον τρόπο χρειαστεί. Το γεγονός ότι κάποιοι φασίστες κάθησαν στο δικαστικό έδρανο αποκαλύπτει απλώς την αποτυχία τους, την εξαντλημένη χρησιμότητά τους για το κυρίαρχο καθεστώς, την πλεονάζουσα παρουσία τους, αποκαλύπτει ότι, στην τελική, κρίθηκαν αδύναμοι για να καταλάβουν το κράτος.

Eξάλλου, ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός είναι ο πάροχος και ο σκαπανέας των πολιτικών φιλοδοξιών του κάθε -συνειδητού ή μη- φασίστα, όσο του προσφέρει οράματα διακυβέρνησης που μόνο η κατάληψη και η αναβάθμιση των εργαλείων του πρώτου μπορεί να ευοδώσει. Η κρατική δομή και, κυρίως, η αστική του εκδοχή, ήταν και θα παραμείνει ο βασικός ευεργέτης κάθε φασιστικού κινήματος γιατί, ελλείψει της επιρροής του, μπορεί να ευδοκιμεί ο φυλετισμός, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, αλλά θα στερούνταν τα μέσα συγκρότησης και υλικής έκφρασής τους. Δίχως τις χορηγούμενες από την αστική κοινωνία μεταβολές στη δομή των ανθρωπίνων συμπεριφορών και σχέσεων, ήτοι την κεντρική ρύθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων, την απόσπαση της πολιτικής πράξης από το κάθε ενεργό πρόσωπο και την παράδοσή του στη σέχτα των κατασκευασμένων ειδημόνων για την εύρυθμη λειτουργία της μεγαμηχανής, τη μονοπώληση της βίας από τους επιτετραμμένους του κυβερνητικού σχηματισμού, την προώθηση αυστηρών τύπων ηθικής ζωής για την εξασφάλιση της μαζικής ομοιομορφίας και τη νομιμοποίηση μιας ποινικολάγνας κουλτούρας αμφίδρομης αλλά και πυραμιδοειδούς επιτήρησης, πειθάρχησης και τιμωρίας, οι επαίσχυντες αυτές ανθρώπινες προοπτικές θα έχαναν όχι μόνο τον τιμαλφή τροφοδότη τους, αλλά περισσότερο τον τρόπο να επικρατήσουν σε ευρεία κλίμακα καταπολεμώντας τους αντιπάλους τους. Ο φασισμός ως μορφή ολοκληρωτισμού και αίτημα συγκεντροποίησης των εξουσιών δεν μπορρεί να νοηθεί δίχως το πιο συγκεντρωτικό και ολοκληρωτικό μέσο κυριαρχίας: το Κράτος.

Δεν μπορεί ποτέ λοιπόν να σταθεί ανάχωμα στον φασισμό ό,τι απορρέει και υποστηρίζεται από κρατικές διαδικασίες στα εξουσιοδοτημένα γραφεία, εκτελείται δια χειρός έμμισθων κατασταλτικών οργάνων και νομιμοποιείται συνειδησιακά μέσω αλλοτριωτικών ή μεσολαβητικών σωμάτων, όπως οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί και οι διάφορες περιστασιακές διασημότητες μιας κοινωνίας ευνουχισμένων ανδρείκελων. Πολλώ δε μάλλον να καταλήγει στη συστράτευση των αναρχικών μαζί τους. Δε θα μπορούσε να εξαλείψει το φασιστικό όνειδος, τουλάχιστον όχι κατά τον τρόπο που οι αναρχικοί διαχρονικά το αναλύουν και λαμβάνουν δράση εναντίον του. Απεναντίας, οι άνωθεν αστικοί αυτοματισμοί είναι οι κατεξοχήν αρωγοί και εγγυητές μιας φασιστικής ολοκληρωτικής πολιτειακής δομής. Η επιτηδευμένα υπερβατική τους εμφάνιση, η κυριαρχική τους δομή, η αγελαία τους συγκρότηση, η κατασταλτική δομική τους λειτουργία, ο εκ γενετής διαχωρισμένος χαρακτήρας τους και, ασφαλώς, η προσπάθειά τους να κατοχυρώσουν το μονοπώλιο της βίας και της πολιτικής πράξης, είναι αυτά τα απαραίτητα για το φασιστικό όραμα στοιχεία. Στα ίδια δικαστήρια, με τους ίδιους νόμους, στην τελική, αμέτρητες φορές υπέφεραν συντρόφια μας μαζί με άλλους υπονομευτές τους καθεστώτος. Προσέτι, τα ίδια μέσα αύριο θα στρέψουν το ολοκληρωτικό επινόημα της “κοινής γνώμης”, το δημοκρατικό κοπάδι, εναντίον των νέων “εχθρών του λαού και της δημοκρατίας”. Όταν δικαιολογούμε με οποιονδήποτε τρόπο την καταδίκη των φασιστών στα δικαστικά έδρανα, δε θα δικαιούμαστε να μιλάμε για φασισμό όταν στα ίδια δικαστικά έδρανα θα πάρουμε θέση εμείς ως “οι εχθροί του λαού”.

Aφού προβληματιστήκαμε έντονα στη θέα μέρους των ριζοσπαστικών κινημάτων να αξιώνει απαιτήσεις από τον κρατικό αυτό επινίκιο μονόλογο ή, ακόμα χειρότερα, να αγαλλιάζει με τη φυλάκιση ανθρώπων (ακόμα και μονοκύτταρων) -πάντα με το πρόσχημα ότι ναι μεν θα τους ήθελαν στο χώμα, αλλά, εφόσον κρίνεται ανέφικτο, κάτι είναι και η φυλάκισή τους, εν είδει βάλσαμου για τα θύματα της βίαιης δράσης τους- νιώσαμε και εμείς την ανάγκη να λάβουμε δημοσίως μια αντιδικανική τοποθέτηση, ανατρέχοντας σε ορισμένα θεμελιώδη αναρχικά προτάγματα.

Κατά την άποψή μας, η αναρχία ως (αντι)πολιτικό ρεύμα, αλλά πολύ περισσότερο ως βίωμα, συνδυάζει τη μηδενιστική καταστροφική πρακτική με την ανάκτηση της ελευθερίας και της αυτενέργειας στο εδώ και τώρα. Ο μηδενισμός της δεν είναι ιδεολογικός και, κατ’ επέκταση, λειψός, σαν ένας ακόμα άνευρος μηρυκαστικός μονόλογος στα χείλη εξανδραποδισμένων ζηλωτών του κάθε πολιτικού δόγματος. Η αντίδραση δεν αποτελεί καθήκον και αλλότριο αυτοσκοπό, αλλά τίθεται στην υπηρεσία της ατομικής και κοινοτικής απελευθέρωσης,  συμβάλλοντας στην επανάκτηση της κυριότητας της καθεμιάς. Καταρρίπτεται τοιουτοτρόπως και ο παραδοσιακός ετερόνομος συσχετισμός μεταξύ μέσων και σκοπών. Ο σκοπός δεν εξαρτάται από τη χειραγώγηση συνειδήσεων, την κατασκευή νορμών και την κυβέρνηση άβουλων κοπαδιών μαζανθρώπων, αλλά εμπερικλείεται στα ίδια τα μέσα της ενεργής αναρχικής πρακτικής ως συνέχειά τους, όχι ως υποβολέας τους. Η δράση, η σκέψη, η δημόσια παρουσία, η καταστροφή, ο πόλεμος, δεν είναι απλά μέσα πραγμάτωσης ενός ανώτερου τελικού σκοπού. Συνιστούν εκδηλώσεις και φορείς της αυτοπραγμάτωσής μας, του τρόπου μας να ζούμε συντονισμένες και συνεπείς ως προς τις αξίες και τις επιθυμίες μας. Αυτό είναι η αναρχική (αντι)πολιτική. Η κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ μέσων (που ανήκουν στους υπηκόους της δημοκρατίας) και σκοπών (που ταυτίζονται με την κατάκτηση των μέσων διαχωρισμού της κοινότητας από την πραγματική πολιτική της πρακτική, όπως το κράτος, τα εκτελεστικά όργανα, οι θεσμικοί φορείς) οδηγεί στην κατάργηση της εργαλειοποίησης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η πολιτική έτσι ξαναμετατρέπεται σε ένδειξη μιας ολοκληρωμένης και πλούσιας σε σχέσεις και βιώματα ζωής.

Ο αγώνας ενάντια στο κράτος, τον καπιταλισμό και τον κυρίαρχο πολιτισμό είναι το αναντικατάστατο παρόν του καθενός και της καθεμιάς μας. Τα προτάγματά μας δε συντάσσονται με τις υπόλοιπες διαφημιστικές προσφορές για επίγειους κοινωνικούς παραδείσους. Αδυνατούν να ξεπέσουν στην κατάντια των διαφημιστικών εκστρατειών όσων θέλουν να “καταλάβουν” τον κρατικό μηχανισμό. Και αυτό διότι εκφράζουν τις ανεξέλεγκτες επιθυμίες μας να ζήσουμε μακριά από συγκεντρωτικές δομές, απόλυτες αλήθειες και υπεραβικές αρχές. Σηματοδοτούν τον πολεμό μας απέναντι σε κοινωνικές κατασκευές όπως το δίκαιο, ο νόμος, η τιμωρία, ο εγκλεισμός, η ενοχή και η πολιτική ανάθεση. Ενάντια στον γενικευμένο διαχωρισμό, ενάντια στα όργανα και τους επιτελεστές του. Έτσι, θεωρούμε πως ο αντιφασισμός δεν είναι ένα μέσο για να επιτύχουμε την εξόντωση τον φασιστών ως απώτερο σκοπό. Είναι το αίμα που χύθηκε απ’ τα συντρόφια μας για την πραγμάτωση του ολοκληρωμένου εαυτού τους ενάντια σε κράτος, κεφάλαιο και κυριαρχία. Η απαράκαμπτη αυτή πραγματικότητα, το χάσμα μεταξύ των αξιών μας, του τρόπου μας να υπάρχουμε ως κάτοχοι των ζωών μας και της άρνησής μας να αναθέσουμε αυτό το καθήκον σε μηχανισμούς υποβάθμισης της ύπαρξής μας, μας έφερε μετωπικά απέναντι στις ναζιστικές σκουπιδοσακούλες.

Αν προκειμένου να τελεσφορήσει αυτό χρειαζόμαστε δικαστήρια, αποξενωμένα από εμάς εκτελεστικά σώματα για την επίτευξη των ίδιων μας των στοχεύσεων, ειδικά κλιμάκια στρατολογημένων “τιμωρών”, μάζες ετερόκλητων και εχθρικών μεταξύ τους αγελών, επαΐοντες μοραλιστές να επιβάλλουν οικουμενικά ποιος και τινί τρόπω θα τιμωρείται, ας βολευτούμε στην υπάρχουσα πραγματικότητα. Εξάλλου, αν το κριτήριο εναποτίθεται στον πρακτικισμό και στη στείρα αποτελεσματικότητα των κάθε λογής μεθόδων, τα κράτη θα υπερέχουν πάντα συγκριτικά με τις μικρές απείθαρχες ορδές μας. Δε θα επιτρέψουμε ποτέ όμως στην αποτελεσματικότητα να καθιερωθεί ως απόλυτο μέτρο των πράξεων και των ζωών μας, γι’ αυτό τα κράτη και άλλα μορφώματα της πολιτικής αλλοτρίωσης θα περισσεύουν πάντα από τα ζωογόνα όνειρα μας. Όσοι στον βωμό μιας ρηχής υλικής καταπολέμησης του φασισμού λησμονούν τις αναρχικές τους θέσεις, τότε το μόνο σίγουρο είναι ότι μαθηματικά θα αποτύχουν και στο πρώτο.

Βιώνοντας εξ ορισμού μια συνθήκη σχεδιασμένης αλλά και αυθόρμητης κατάπνιξης κλασσικών, αλλά και νεότερων αναρχικών προταγμάτων, πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός ότι δε διαθέτουμε χρονικά περιθώρια να συγχρωτιζόμαστε με τα αφομοιωμένα στην αστικοδημοκρατική ομαλότητα γκρουπούσκουλα της προοδευτικής αριστεράς και ενός αναρχικού χώρου που ζηλεύει τη στόμωση και το διαλεκτικό χάος της πρώτης. Πιθανώς, καθόσον το κενό παρουσίας και επιρροής έχει γίνει δυσβάσταχτα αισθητό με τον χειρουργικό εξοστρακισμό των επαναστατικών ρευμάτων από την υπόληψη της πλειοψηφίας, οι σπασμωδικές εκλάμψεις σύγκρουσης να χαρίζουν δόσεις ανακούφισης και καθησυχαστικές εντυπώσεις, αλλά δε θα εντοπιστεί εκεί η ανασύνταξη των γραμμών μας. Πόσο μάλλον όταν η πολυαναμενόμενη πολυπληθής συνάντησή μας στους δρόμους μετά από καιρό έχει ως πριμοδότη μια δικαστική έδρα, με τον δικανικό της λόγο να θέτει τους όρους του διαλόγου. Όταν λοιπόν η επιχειρηματολογία οργανώνεται βάσει των προτύπων ενός τέτοιου συστήματος αξιολόγησης, όταν οι όροι συμμετοχής είναι προσχεδιασμένοι από τους εμπνευστές της δεξίωσης, η αναρχική εκτροπή δεν είναι κάτι το εφικτό, διότι για εμάς ποτέ το ζήτημα δεν συνοψιζόνταν στο αν οι ναζί είναι αθώοι ή ένοχοι και ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος τιμωρίας τους. Όλη αυτή η ορολογία προσήκει στο σύμπλεγμα αξιών, αντιλήψεων, πεποιθήσεων και παραδόσεων που, ως αναρχικές και αναρχικοί, πολεμάμε διαχρονικά να αποδομήσουμε και να εξαλείψουμε.

Επιπλέον, η συμμετοχή αναρχικών στις επινίκιες τελετουργίες του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος, ακόμα και όταν τα θύματα είναι υπάνθρωποι άξιοι να γίνουν δέκτες των χειρότερων μορφών βίας, σηματοδοτεί απλά μια ακόμα επιτυχημένη επιχείρηση των επίδοξων εξολοθρευτών τους, η οποία σε μία καθόλου φανταστική μελλοντική στιγμή θα τοποθετήσει αυτούς στην έδρα, δεχόμενη πολιτική πίεση από αντίπαλους αποχαυνωμένους όχλους, ενώ, την ίδια στιγμή, το κύρος των μηχανισμών αυτών θα παραμένει στο απυρόβλητο. Όσοι, είτε από αγνές και ειλικρινείς αγωνιστικές προθέσεις, είτε από στυγνή απελπισία, διέπονται από την ψευδαίσθηση πως το Δίκαιό τους αποτελεί μία καθολική αρχή ή, ακόμα χειρότερα, πως εκφράζει στο σήμερα μία κοινωνική πλειοψηφία πρόθυμη -μετά την κατάλληλη προσέγγιση- να συστρατευτεί μαζί τους, δυστυχώς είναι αναπόδραστο να δουν τα οράματά τους καταβαραθρωμένα από τις αμείλικτες φασιστικές ορδές των μαζανθρώπων. Για ακόμη μία φορά…

Η επιλογή συμμετοχής σε μία πολιτική διαδικασία εξ ολοκλήρου εχθρική προς κάθε αναρχικό ρεύμα σκέψης, με μοναδικό διακύβευμα την καθιέρωσή μας στο κέντρο των εξελίξεων, ακόμα κι όταν αυτά αντίκεινται στις αξίες, στα προτάγματα, στις στοχεύσεις μας, υπονομεύοντας την αγωνιστική μας υπόσταση και τα θεμελιώδη προτάγματά μας, συνιστά συγκατάβαση με ένα μέλλον απαλλαγμένο από τις επιθυμίες μας. Ποιος εξάλλου σήμερα διατηρεί αμφιβολίες για το αν οι αλλεπάλληλες κονσερβοποιημένες ειδήσεις και τα απορρεόντα από την προπαγάνδα τους κοινωνικά δρόμενα δεν είναι παρά ένας διαρκής εχθρικός μονόλογος, οικείος μοναχά ένεκα της εκτενούς και αδιάληπτης διασποράς του; Η έγνοια να τοποθετηθούμε, και δη μαχητικά, σε γεγονότα τουλάχιστον διαμεσολαβημένα -αν όχι κατασκευασμένα- από έναν πακτωλό πληροφοριών και ειδήσεων που φέρουν ανεπαίσθητα τη σφραγίδα όσων υπαρχουσών πραγματικοτήτων επιδιώκουμε την εξάλειψή τους, είναι ενδεικτική της προέλασης του θεαματικού λόγου και της υποχώρησης της κριτικής σκέψης. Σημαίνει πως ο κομφορμισμός φτάνει σε επίπεδο διαπραγμάτευσης της επαναστατικής μας συνέχειας ως μια συνέχεια δίχως επαναστατικό πρόσημο. Σημαίνει πως, έστω και υποσυνείδητα, έχουμε συμβιβαστεί με το ανέφικτο των αναρχικών μας θέσεων, ενώ αγκομαχούμε να τους βρούμε θέση σε έναν κόσμο αποστερημένο από κάθε αγνή αναρχική προοπτική. Ηττοπαθείς και μουδιασμένοι μπροστά στην κοινή γνώμη, όπως αυτή κατασκευάζεται και μετά επιδεικνύεται στις αμέτρητες οθόνες που πλέον έχουν εισβάλει σε κάθε πτυχή της ζωής, είμαστε έτοιμοι να παραδώσουμε στα μέτρα της την προσωπική μας άποψη και τοποθέτηση. Δεχόμαστε την εκποίηση των έκλυτων πόθων μας, εφόσον καταδικάζονται ως στοιχεία ασύμβατα και παράκαιρα, προκειμένου να εξασφαλίσουμε μία υποτυπώδη επιβίωση σε ένα νέο, αποστειρωμένο από κάθε μικρόβιο ατομικής και συλλογικής εξέγερσης πολιτικό περιβάλλον.

Τούτη η προσαρμογή στους ρυθμούς του παραδεδεγμένου πολιτικού ανταγωνισμού στις μαζικές κοινωνίες, όπου, με οριζόντα την αποτελεσματικότητα, κάθε αντίπαλη φράξια επιχειρεί να γητέψει το θυμικό του πλήθους, εργαλειοποιώντας το στην προσπάθειά της να διαμορφώσει το κοινωνικό κατ’ εικόνα και ομοίωση της Ιδέας της, απέχει έτη φωτός από μία αναρχική (αντι)πολιτική πρακτική.

Δε γίνεται, με μοναδικό κριτήριο τη μαζικότητα και την απόσπαση αποδοχής, να αποφασίζουμε τη δημόσια στάση και την πολεμική μας τακτική, γιατί τότε μπορεί μεν η εξασφάλιση των παραπάνω να επιφέρει ποσοτικές νίκες (θεαματική ανάδειξη αγώνων, κυβερνητικές παραχωρήσεις, υποχρέωση του κράτους σε συνδιαλλαγή, δυναμικότερες συγκρούσεις, λεφούσι χειροκροτητών, ευνοϊκότερη διαχείριση), όμως τι νόημα έχουν αυτές όταν το αντίτιμο έγκειται στην απώλεια των ποιοτικών μας χαρακτηριστικών; Και δεν αναφερόμαστε σε πιθανές αντιφάσεις μεταξύ μακροπρόθεσμων (κατάλυση της αστικής δικαιοσύνης) και άμεσων (αντιμετώπιση των φασιστών) στόχων. Διακυβεύεται η ίδια η ουσία της αναρχικής παρουσίας εδώ και τώρα. Και, λέγοντας αυτό, εννοούμε το πώς ένα σώμα εμφανίζεται, λειτουργεί και κινείται, πάντα σε αλληλεξάρτηση με τα υπόλοιπα σώματα του περίγυρού του και τις σχέσεις δύναμης που σχηματίζουν. Πώς αγωνιζόμαστε, πού στοχεύουμε, πώς τοποθετούμαστε σε κάθε συγκυρία, πώς καταφάσκουμε ως συμπαγές σώμα και πώς διακρινόμαστε φυσικά, ως αναρχικά υποκείμενα, δια της συνολικής μας παρουσίας σε σύγκριση με τα άλλα σώματα.

Δεν πρόκειται λοιπόν περί μιας ακόμα κριτικής στη μερικότητα ενός αγώνα, αλλά ειλικρινούς προβληματισμού σχετικά με τους λόγους παρουσίας των αναρχικών σε μία έδρα τόσο εχθρική για τα προτάγματα και τους όρους συγκρότησής τους.

Πώς είναι δυνατόν η συγκυρία αυτή να συγκρίνεται με τις αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις, τις μαθητικές εξεγέρσεις και τα πλατιά μέτωπα ενάντια στον φασισμό; Πώς εξακολουθεί να μη γίνεται αισθητή η διαφορά μεταξύ της συμμετοχής σε αυθόρμητες κοινωνικές εκρήξεις, όπου, παρά το αναμενόμενα ετερόκλητο πλήθος, η αναρχική παρέμβαση δύναται να τις εκτρέψει με τη διακρτιτή της πολιτική αντζέτα, επηρεάζοντας άμεσα τους συσχετισμούς δύναμης και προβαίνοντας σε αυθεντικές γνωριμίες με νέο κόσμο, και της παρουσίας της σε μία καλεσμένη φίεστα-ύμνο στην αστική δικαιοσύνη, με τη συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου να έχει συρρεύσει προσμένοντας μια καταδικαστική απόφαση; Αν η απόφαση δεν ήταν ικανοποιητική (και ποια απόφαση δηλαδή θα ήταν ικανοποιητική από ένα αστικό δικαστήριο;), τότε σε ποιον θα απευθύνονταν οι συγκρούσεις και από ποια θέση; Τότε η αγανάκτηση των αναρχικών θα ήταν δίκαιη επειδή η έδρα δεν έκανε καλά τη δουλειά της; Πώς είναι δυνατόν εν τέλει να παραβλέπουμε ότι αυτές οι μυωπικές προσεγγίσεις, ερειδόμενες ολικώς στην ανάγκη πολιτικής επιβίωσης, και η υποστήριξη διαδικασιών αντίστοιχου χαρακτήρα ενδυναμώνει και σταθεροποιεί τους μελλοντικούς μας δήμιους; Να αγνοούμε πως το πλήθος θεατών της αντιφασιστικής παράτας, την ίδια στιγμή που χειροκροτεί για την καταδίκη των ναζί, ταυτόχρονα γυαλίζει τα έδρανα των δικών μας πολιτικών δικαστηρίων…

Σε αυτό το κείμενο, είναι εμφανές πως επιλέξαμε να μη σταθούμε καθόλου στην ίδια τη ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής, ούτε να αναφερθούμε σε δεδομένα και στοιχεία ευρέως γνωστά και αναλυμένα από συντροφικές φωνές πολύ καλύτερα απ’ ότι εμείς θα μπορούσαμε. Προτιμήσαμε να πραγματοποιήσουμε μία σύντομη κριτική στη σχέση των αναρχικών με το Δίκαιο. Κυρίως, να θυμίσουμε πως ορισμένες βαθιά ριζωμένες προβληματικές και αντιφάσεις αναδεικνύονται διαμέσου πιθανών προστριβών με την αστική εκδοχή του Δικαίου. Πριν κλείσουμε, θα αναφερθούμε για μία ακόμη φορά σε κάτι λειψώς σχολιασμένο και ελλειπώς κατανοητό, τρομερά κομβικό όμως στην προσπάθεια ανασυγκρότησης ενός εσωτερικά συνεκτικού και ιστορικά αρραγούς αναρχικού χώρου. Η αντίθεσή μας στην οικουμενική και υπερβατική σύλληψη της δικαιοσύνης, απότοκο της οποίας είναι και η αστική εκδοχή της, δεν είναι αισθητικής φύσης.

Η δικαιοσύνη και το δίκαιο είναι έννοιες υποκειμενικές. Εκφράζουν κάποιον αξιακό κώδικα. Όσοι αξιακοί κώδικες υπάρχουν, άλλα τόσα δίκαια θα συναντήσει κανείς. Πολεμάμε τη δικαιοσύνη τους όχι γιατί είναι απλά άδικη, αλλά γιατί ο αξιακός κώδικας του συστήματος που εκφράζει είναι εχθρικός με τον δικό μας. Και δεν μπορεί να υπάρξει κανένα αντικειμενικό δικαστήριο και κανείς δικαστής για να κρίνει αυτή τη σύγκρουση. Είναι οι δικές μας αξίες ενάντια στις δικές τους. Οι επαγγελματίες του δικαίου δεν έχουν καμία θέση στη δικιά μας αντίληψη και κοσμοθεωρία. Και αν μας ρωτήσει κάποιος “και τότε τι θέλετε;”, θα του απαντήσουμε “επιδιώκουμε να κολλήσουμε τους διευθυντές αυτού του συστήματος στον τοίχο, χωρίς όμως να τους αντικαταστήσουμε για να εγκαθιδρύσουμε μια “αγνότερη” έννοια δικαιοσύνης (αντικειμενικά δικαστήρια, δίκαιους νόμους, λογικές ποινές), αλλά μόνο για να αναλάβουμε ένα αδιάλλακτο “καθήκον” ξεκαθαρίσματος λογαριασμών ως μια έντιμη πράξη αυτοδικίας”.

Επαναφέροντας τα λόγια της Σ.Π.Φ., υπενθυμίζουμε πως ο πόλεμος για την κατάλυση των μαζικών εξουσιαστικών κοινωνιών και τη δημιουργία νέων, θεμελιωμένων στην ενσυναίσθηση, τις κοινές αξίες, τις ελεύθερες συμφωνίες, την ατομική αυτοσυνειδησία και τα μεταβλητά κοινωνικά συμβόλαια, διέρχεται μέσω της σύγκρουσης με κάθε υπερβατικό μονολιθικό κώδικα πειθάρχησης και τιμωρίας, όπως και με τα σώματα των ειδικευμένων σχεδιαστών τους. Δεν προθυμοποιούμαστε να επιβάλλουμε νοητικά την παραδοχή ανύπαρκτων συλλογικών σωμάτων προκειμένου να πείσουμε τον οποιοδήποτε αφελή προς δρούμε στο όνομα μιας “ανώτερης ιδέας”. Δε θα γίνουμε οι κομιστές της ελευθερίας κανενός, και δεν έχουμε αναλάβει σε καμία περίπτωση μία “θεϊκή αποστολή” να διαφωτίσουμε τα “παραπλανημένα πλήθη” με τη μαρμαρυγή της Δικαιοσύνης. Ως αποκυήμα των πολλών χρόνων εγκατάλειψης της δημόσιας σφαίρας και της ατομικής ευθύνης, αυτές οι λογικές βρωμάνε ανάθεση και είναι ικανές να γεννήσουν μόνο περισσότερη ανάθεση, ανευθυνότητα, μοιρολατρία, παραίτηση, διαχωρισμό, τελμάτωση, ιεραρχίες και ετερόνομα ανδράποδα, συνηθισμένα στην υποταγή μπρος το κάθε δεσπόζον κοινωνικό σύστημα, αντί για περήφανα και αξιοπρεπή πρόσωπα.

Διαχρονικά, τα ίδια φαινόμενα, οι ίδιες τετριμμένες πολιτικές επιλογές γίνονται κάρβουνο στη μηχανή θανάτου του φασισμού και κάθε ολοκληρωτισμού, εφοδιάζοντάς τους με οράματα προσφιλή για το εκπαιδευμένο στην αποποίηση του εαυτού πλήθους. Γι’ αυτό φροντίζουμε να μη λησμονούμε πως το λαϊκό φύραμα ετερόκλητων συμφερόντων και αξιών, ομοιόμορφο και αρραγές μόνο εν είδει σώματος κυβερνητικής διαχείρησης και βιο-πολιτικής επένδυσης, αποτελεί μήτρα και όχι εξολοθρευτή του φασισμού. Τα δικαστήρια και, κατ’ επέκταση, το δίκαιο, καθίστανται ευκταίο αντικείμενο διεκδίκησης αναμεταξύ των ανακυκλωμένων πολιτικών ομαδοποιήσεων, επειδή, εν αντιθέσει με την περήφανη ατομική αυτοδικία, εκπροσωπεί την υπάρχουσα ιεραρχική και αλλοτριωτική τάξη ενάντια στις άπειρες πιθανότητες της αναρχικής ανταρσίας.

Η διαρκής αναρχική ιστορική κίνηση γνωρίζει πως ο φασισμός προκύπτει αναπόδραστα όταν το πρόσωπο, με το κριτικό του πνεύμα, συνθλίβεται στη μέγγενη των εκάστοτε μεγαλόστομων αφεραίσεων, είτε πρόκειται για έθνη, είτε για τάξεις, είτε για τα κενά αξιακά συστήματα των -ξεπουλημένων στις αγορές- σύγχρονων δημοκρατιών. Ως εκ τούτου, η δημόσια παρουσία των αναρχικών και οι τακτικές τους επιλογές οφείλουν να συνοδεύονται από μία συστηματική κριτική σε κάθε μηχανισμό μαζοποίησης και ανάθεσης. Δίχως μία αδιάσπαστη συνέχεια μεταξύ της αναρχικής επίθεσης στα φαντάσματα του έθνους, της φυλής, του κράτους, της δικαιοσύνης, και της μάχης ενάντια στον φασισμό, δεν είμαστε καταδικασμένοι μόνο να υστερούμε μεθοδολογικά στην αντιμετώπιση του δεύτερου, αλλά, πολύ περισσότερο, να χάνουμε το νόημα και τη συνάφεια στο εσωτερικό μας. Μένουμε μονίμως πνιγμένες στις αντιφάσεις, ανίκανοι να τις υπερβούμε ανακτώντας την πίστη στις δυνάμεις, την πίστη στην προοπτική να διαρρήξουμε τον ρου της ιστορίας. Μένουμε ουρά όσων έχουν μάθει να ζουν με αυτές, αναρριχώμενοι στον βούρκο του σημερινού πολιτικαντισμού. Η ολική συντριβή του φασισμού συμπεριλαμβάνεται στον αναρχικό αγώνα για καταστροφή κάθε μορφής εξουσίας και ολοκληρωτισμού, και δε συναγελάζεται με προοδευτικούς θιάσους, δικαστικές ετυμηγορίες και δήθεν αντιφασιστικές μωρολογίες. Η ολική συντριβή του φασισμού διέρχεται μέσα από τη ριζοσπαστική ρήξη με τις κοινωνικές και υποκειμενικές συνθήκες γέννησής του, και ειδικά με τη δικαιοσύνη (αστικής ή οποιασδήποτε άλλης υπερβατικής απόχρωσης) ως εξέχουσας μεταξύ αυτών.

Θάνατος στον Φασισμό

Θάνατος στο Δίκαιο της επιβολής και της εξουσίας

Πόλεμος με κάθε μέσο για την Αναρχία στο εδώ και τώρα

Λύσσα και Συνείδηση

Consumimur Igni – Σύμπραξη για τους σκοπούς της ανάφλεξης.

Wolfi Landstreicher: Το Κυβερνοδίκτυο της Κυριαρχίας

(Σημείωση του συγγραφέα: Αυτό το άρθρο είναι πιο υποθετικό από ό, τι θα ήθελαν να ήταν, επειδή προσπαθεί να εντοπίσει τις τάσεις που ενυπάρχουν σε μια πτυχή της σύγχρονης κοινωνίας, τάσεις οι οποίες, φυσικά, σχετίζονται με άλλες πτυχές αυτής της κοινωνίας. Δεν πρέπει να διαβαστεί ως πρόβλεψη, αλλά ως μια προσπάθεια να δείξει γιατί η κυβερνητική δεν είναι καν δυνητικά απελευθερωτική και τελικά θα αντιταχθεί από ελεύθερα πνεύματα εξεγερμένων.)

Η δικτατορία του εργαλείου, είναι το χειρότερο είδος δικτατορίας, Αλφρέντο Μπονάννο

Υπάρχει μια επανάσταση. Με αυτό δεν εννοώ μια εξέγερση, μια εξέγερση ατόμων ενάντια στην εξουσία (αν και αυτή η επανάσταση κατάφερε να ανακτήσει κάποιες αντι-αυταρχικές τάσεις προς τα τέλη της). Εννοώ μια ουσιαστική, ποιοτική αλλαγή στους τρόπους κοινωνικής αναπαραγωγής. Η κυριαρχία του βιομηχανικού κεφαλαίου σε αυτές τις διαδικασίες αντικαθίσταται από την κυριαρχία του κυβερνητικού κεφαλαίου. Όπως με όλες αυτές τις επαναστάσεις, αυτή δεν θα είναι μια ομαλή, εύκολη, ειρηνική μετάβαση. Η παλιά απόφαση και η νέα απόφαση είναι σε σύγκρουση. Η δύναμη των αντιδραστικών στοιχείων στην αμερικανική πολιτική τα τελευταία χρόνια δείχνει την επιμονή με την οποία η παλιά τάξη προσπαθεί να διατηρήσει την κυριαρχία της. Όμως όλο και περισσότερο η κυριαρχία είναι καθαρά πολιτική και η κυβερνητική νέα τάξη κυριαρχεί στην οικονομία. Μερικοί από τους τεχνόφιλους αναρχικούς φίλους μου έχουν πει ότι «πρέπει να αντιμετωπίσω τις πραγματικότητες της κυβερνητικής εποχής». Για μένα, αυτό σημαίνει εξέταση της φύσης της κυριαρχίας στην κυβερνητική εποχή και επίθεση αδιάκοπα. Το μόνο που έχω παρατηρήσει δείχνει ότι η κυβερνητική επιστήμη και η τεχνολογία είναι βασικές πτυχές αυτής της κυριαρχίας.

Οι καινοτόμοι της Κυβερνητικής τείνουν να είναι νέοι (σε ​​σύγκριση με τους περισσότερους από τους πολιτικούς ηγέτες της «παλιάς τάξης») και θεωρούν τους εαυτούς τους επαναστάτες, στην αιχμή. Οι αναρχο-τεχνόφιλοι που έχω γνωρίσει είναι ειλικρινά επαναστατικοί και θεωρούν ότι αντιτίθενται σε κάθε εξουσία. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της κυβερνητικής επανάστασης – συμπεριλαμβανομένης μιας δίκαιης ποσότητας της “αναρχικής” κυβερνητικής επανάστασης – μοιάζει με επανάσταση των επιχειρηματιών, μια επανάσταση για την απελευθέρωση ενός τρόπου παραγωγής / αναπαραγωγής και όχι για την απελευθέρωση ατόμων. Δεδομένου ότι αυτοί οι κυβερνητικοί καινοτόμοι είναι οι ανθρώπινοι παράγοντες μιας ποιοτικής αλλαγής στη φύση του καπιταλισμού, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι επιλέγουν να παίξουν ρόλο παρόμοιο με αυτόν των προηγούμενων καπιταλιστικών επαναστατών. Τα περισσότερα από τα φαινόμενα της κυβερνητικής δικτύωσης που γνωρίζω είναι πολύ φτωχά και ειλικρινά αναρχικά για να γίνουν ποτέ μέρος μιας νέας άρχουσας τάξης. Αλλά οι κυβερνητικοί καινοτόμοι με χρήματα δημιουργούν μια τέτοια κυρίαρχη τάξη – ωστόσο, όπως θα προσπαθήσω να δείξω παρακάτω, αυτή η «τάξη» μπορεί να γίνει πιο ακριβής ως σύστημα σχέσεων στο οποίο η ίδια η τεχνολογία κυβερνά και η ανθρώπινη «άρχουσα τάξη», τεχνικών και επιστημόνων του κυβερνοχώρου εξυπηρετεί μόνο το όργανο, τη μηχανή. Η επανάσταση των κυβερνητικών καινοτόμων είναι, από τη γέννησή της, καθαρά πραξικόπημα. Δεν υπάρχει τίποτα πραγματικά απελευθερωτικό γι ‘αυτό.

Όσο χιλιοειπωμένο κι αν είναι, φαίνεται να χρειάζεται συνεχή επανάληψη: ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία η εικόνα κυριαρχεί στην πραγματικότητα, στην οποία οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν την εικόνα ως πραγματικότητα. Αυτό καθιστά πολύ εύκολο για την κυβερνητική τάξη να ανακτήσει την επανάσταση, επειδή αυτή η νέα τάξη όχι μόνο έχει πολύ καλύτερη αντίληψη των τεχνολογιών λήψης εικόνων από ό, τι η παλιά, όλο και περισσότερο, γίνεται αυτές οι τεχνολογίες. Μια σύγκριση της παλιάς τάξης – η οποία εξακολουθεί να είναι η κύρια πηγή κυριαρχίας στις περισσότερες ζωές μας – και της νέας τάξης – η οποία τελειοποιεί τα εργαλεία κυριαρχίας, αλλά εις βάρος της παλιάς τάξης – θα ήταν χρήσιμη εδώ.

Η παλιά τάξη είναι αυτή του βιομηχανικού / χρηματοοικονομικού κεφαλαίου. Αλλά είναι κάτι παραπάνω από αυτό – είναι επίσης η τάξη του έθνους-κράτους και της πραγματικής πολιτικής δύναμης. Η εξουσία είναι κατάφωρα συγκεντρωμένη και ανοιχτά ιεραρχική – κανένας άλλος δεν μπορεί να προσποιείται ότι δεν κυβερνάται. Αυτό είναι κατάφωρο, διότι η ουσιαστική δύναμη αυτής της τάξης βρίσκεται στην πραγματικότητα στα ανθρώπινα όντα στο ρόλο τους ως μέρος της κοινωνικής δομής. Ο πολιτικός τρόπος αυτής της τάξης είναι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ή μία από τις παραλλαγές της, όπως ο φασισμός, η σοσιαλιστική δικτατορία και άλλες μορφές δικτατορίας. Η κυριαρχία του πολιτισμού σε όλη την μη ανθρώπινη ύπαρξη γίνεται ανοιχτά αποδεκτή ως θετικό και απαραίτητο πράγμα. Οι εντολές και η ψηφοφορία για μια επιλογή μεταξύ διαφόρων εντολών είναι οι μέθοδοι για την ολοκλήρωση των πραγμάτων. Η τιμωρία είναι ο τρόπος αντιμετώπισης των παρεκκλίσεων από τους κοινωνικούς κανόνες (αν και ακόμη και η παλιά τάξη χρησιμοποιεί συχνά τη γλώσσα θεραπείας για να περιγράψει τις τιμωρίες της). Με άλλα λόγια, η παλιά τάξη είναι αρκετά ανοιχτή σχετικά με τον αυταρχικό της χαρακτήρα.

Προς το παρόν, σε μεγάλο μέρος του κόσμου (αρκετά αισθητά στις ΗΠΑ), η τεχνολογία της νέας τάξης ελέγχεται ως επί το πλείστον από την παλιά τάξη, η οποία είναι ανίκανη να την χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά, επειδή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή στους όρους της παλιάς τάξης. Το κοινωνικό δυναμικό της κυβερνητικής είναι, επομένως, καλύτερα ανακαλυμμένο διαβάζοντας και ακούγοντας τα κυβερνο-πειρατικά. Εάν τα οράματά τους ήταν καθαρά φαντασιώσεις επιστημονικής φαντασίας, θα τα αγνοούσα, αλλά οι κοινωνικοπολιτικές δομές που ταιριάζουν στα οράματά τους προωθούνται και δημιουργούνται από διάφορες ημι-ελευθεριακές «ριζοσπαστικές» ομάδες και άτομα (π.χ. οι Πράσινοι, οι ελευθεριακοί δήμοι , κοινωνικοί οικολόγοι, Robert Anton Wilson, Timothy Leary …).

Στη νέα τάξη, η κυρίαρχη μορφή κεφαλαίου είναι το κυβερνητικό / πληροφορικό κεφάλαιο. Αυτό δεν σημαίνει το τέλος του βιομηχανικού, οικονομικού και εμπορικού καπιταλισμού, αλλά μάλλον την υπαγωγή τους στον κυβερνητικό τρόπο κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτή η νέα λειτουργία επιτρέπει ορισμένες αλλαγές στις κοινωνικές δομές που, στην επιφάνεια, εμφανίζονται σχεδόν αναρχικές – αλλαγές όπως αυτές που προωθούν οι Murray Bookchin, οι Πράσινοι, ο RA. Wilson και άλλοι ελευθεριακοί αριστερά και δεξιά. Αυτές οι αλλαγές δεν είναι μόνο δυνατές, αλλά πιθανώς είναι απαραίτητες σε κάποιο βαθμό για την αποτελεσματική αναπαραγωγή της κυβερνητικής κοινωνίας. Η αποκέντρωση είναι μια σημαντική κραυγή πολλών κυβερνητικών ριζών. Αυτός ο φαινομενικά αναρχικός στόχος, στην πραγματικότητα, δεν είναι ούτε έστω και λίγο αντι-αυταρχικός στο πλαίσιο του κυβερνητικού καπιταλισμού. Η κυβερνητική τεχνολογία όχι μόνο επιτρέπει, αλλά προωθεί, την αποκέντρωση της εξουσίας. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός ξεκίνησε τη διαδικασία με την οποία η εξουσία θα υφίστατο ολοένα και περισσότερο στα ίδια φυσικά μηχανήματα που αναπαράγουν την κοινωνία. Η κυβερνητική τεχνολογία τελειοποιεί αυτή τη διαδικασία στο βαθμό που φέρνει ακόμη και τεχνολογίες κοινωνικού ελέγχου στα πεδία του ελεύθερου χρόνου – τον οικιακό υπολογιστή, τα βιντεοπαιχνίδια και τα παρόμοια. Όλα αυτά τα φαινομενικά μεμονωμένα κομμάτια κυβερνοτεχνολογίας – τα οποία έχουν διαπεράσει χώρους εργασίας, σχολεία, arcade παιχνιδιών και, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, σπίτια σχεδόν όσων δεν είναι πολύ φτωχοί για να αποκτήσουν προσωπικό υπολογιστή – αποτελούν μέρος ενός δυνητικά ενοποιημένου, παγκόσμιου δικτύου. Αυτό το δίκτυο γίνεται το κέντρο εξουσίας και ισχύος. Περιλαμβάνει τόσο την υλική τεχνολογία των κυβερνητικών μηχανών όσο και την κοινωνική τεχνολογία των κυβερνητικών συστημικών δομών. Όσοι είναι πολύ φτωχοί για να αγοράσουν τα υλικά μηχανήματα περιλαμβάνονται στο δίκτυο καθιστώντας τους εξαρτώμενους από κοινωνικά προγράμματα που αποτελούν μέρος του δικτύου – αυτή η εξάρτηση οφείλεται στην έλλειψη πρόσβασης που έχουν στη γνώση που θα τους επέτρεπαν να δημιουργήσουν τη ζωή τους για τους εαυτούς τους. Η αποκέντρωση που προσφέρεται από την κυβερνητική τεχνολογία μπορεί ακόμη και να επεκταθεί στη βιομηχανία, ταιριάζοντας καλά με τα οράματα ορισμένων τεχνο-αναρχικών. Ορισμένες εταιρείες πειραματίζονται ήδη με την παραγωγή μερικών από τη βιομηχανία εξοχικών σπιτιών. Αυτό που δεν μπορεί να γίνει με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε πιθανώς να είναι τόσο αυτοματοποιημένο που θα χρειαζόταν μόνο λίγοι τεχνικοί σε ένα εργοστάσιο ως προσωπικό έκτακτης ανάγκης. (Έχω δει ένα τεράστιο εργοστάσιο που φάνηκε να έχει μόνο τέσσερις εργαζόμενους.) Επομένως, η κυβερνητική τεχνολογία επιτρέπει την φαινομενική αποκέντρωση της παραγωγής. Όμως, φυσικά, η ίδια η παραγωγή παραμένει αναμφισβήτητη. Αυτό συμβαίνει επειδή η κυβερνητική «αποκέντρωση» δεν είναι ούτε έστω και λίγο αντι-αυταρχική, κεντράρει απλώς την εξουσία σε ένα κοινωνικο-τεχνολογικό δίκτυο που δεν έχει χωρικό ή υλικό κέντρο, επειδή το δίκτυο είναι το ίδιο το κέντρο και είναι (σχεδόν) παντού. Και μπορεί εύκολα να εισβάλει σε όλες τις πτυχές της ζωής μας.

Μαζί με την φαινομενική αποκέντρωση, η κυβερνητική τεχνολογία προσφέρει τη δυνατότητα μιας φαινομενικής «άμεσης» δημοκρατίας. Αυτό φαίνεται να προσελκύει εκείνους τους αναρχικούς και τους ελευθεριακούς αριστερούς που τρέχουν πάνω από αυτήν την τεχνολογία. Ο καθένας που «κατέχει» έναν υπολογιστή συνδέεται, τουλάχιστον πολιτικά, με όλους τους άλλους που «κατέχουν» έναν υπολογιστή. Δεν θα ήταν έκπληξη εάν κάποια μορφή προσωπικού υπολογιστή διατίθεται ακόμη και στους φτωχότερους ανθρώπους στις πιο προηγμένες περιοχές της καπιταλιστικής κυριαρχίας, καθώς αυτό θα τους εντάσσει πληρέστερα στο κυβερνοδίκτυο. Εάν όλοι σε ένα συγκεκριμένο έθνος είχαν έναν υπολογιστή, θα μπορούσαν εύκολα να πείσουν ότι θα μπορούσαν να λάβουν τις πραγματικές αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους – ότι θα μπορούσαν να ψηφίσουν «απευθείας» μέσω των υπολογιστών τους για όλα τα σημαντικά ζητήματα. Ότι αυτό αποτελεί όσο το δυνατόν πληρέστερο διαχωρισμό μεταξύ της απόφασης και της δράσης, μπορεί να ξεχαστεί εύκολα, όπως και το γεγονός ότι το ίδιο το κυβερνητικό σύστημα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σημαντικά με αυτόν τον τρόπο, καθώς το ίδιο το σύστημα ελέγχει τι μπορεί και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από την ίδια τη φύση της τεχνολογίας του. Η κυβερνητική γλώσσα είναι ένα μεγάφωνο τεχνολογίας. Η «άμεση» δημοκρατία που προσφέρει είναι μόνο εκείνη που μπορεί να αναπαραγάγει την κυβερνητική κοινωνία. Δεν εξαλείφει την αντιπροσώπευση. Μπορεί απλώς να το κεντράρει στην τεχνολογία και όχι σε εκλεγμένους ανθρώπους. Αλλά όπως όλες οι αντιπροσωπεύσεις, αυτή η τεχνολογία θα λειτουργήσει ως ηγεμόνας.

Η ιδεολογία πίσω από την κυβερνητική τεχνολογία είναι η ανάλυση συστημάτων. Η ανάλυση συστημάτων επιδιώκει να κατανοήσει όλες τις αλληλεπιδράσεις σε όρους συστημάτων ή δικτύων σχέσεων στις οποίες κάθε πράγμα επηρεάζει όλα τα άλλα πράγματα. Προσπαθεί να κατανοήσει επιστημονικά (δηλαδή μαθηματικά) αυτά τα συστήματα σχέσεων προκειμένου να τα ελέγξει καλύτερα. Έτσι, η έννοια της «διαδικασίας», σε αντίθεση με τις αλυσίδες διοίκησης, καθίσταται όλο και πιο σημαντική στην κυβερνητική κοινωνία. «Διαδικασία» – μια ριζοσπαστική λέξη-κλειδί για «πολιτικά ορθούς» τρόπους επικοινωνίας και συσχέτισης – ταιριάζει πολύ καλά με την ανάλυση συστημάτων, επειδή είναι μια προσπάθεια να επισημοποιηθούν οι σχέσεις λήψης αποφάσεων χωρίς να κάνει κανείς που εμπλέκεται να αισθανθεί ότι εξαναγκάζονται. Η «σωστή» διαδικασία είναι δυνητικά, ο τρόπος για το κυβερνοδίκτυο να ενσωματώσει όλους όσο το δυνατόν πληρέστερα στον εαυτό του. Η διαδικασία καταπολεμά τη μη συμμετοχή, τείνει να κάνει τη μη συμμετοχή να εμφανίζεται ως θυματοποίηση και όχι ως ελεύθερη επιλογή. Η ιδεολογία πίσω από τη «σωστή» διαδικασία προϋποθέτει ότι το άτομο είναι απλώς ένα μέρος της διαδικασίας του συστήματος σχέσεων που είναι η ομάδα (σε μικρο-επίπεδο) ή κοινωνία (σε μακρο-επίπεδο). Η διαδικασία είναι ανάλυση συστημάτων που εφαρμόζεται σε ομαδικά και κοινωνικά έργα. Είναι η κυριαρχία της ιδεολογίας του κυβερνοδικτύου στις αλληλεπιδράσεις μας. Η διαδικασία χρησιμοποιείται τακτικά κυρίως σε ριζοσπαστικές, οικολογικές, φεμινιστικές και παρόμοιες ομάδες. Αλλά πολλές εταιρείες ενσωματώνουν τη διαδικασία – συναίνεση, διευκόλυνση και τα παρόμοια – με παλιές αλυσίδες εντολών σε πειράματα που έχουν σχεδιαστεί για να κάνουν τους υπαλλήλους να αισθάνονται ότι είναι πραγματικά αληθινά μέρος της εταιρείας. Τελικά, η «διαδικασία» που δημιουργήθηκε από κυρίως ριζοσπαστικές ομάδες μεσαίας τάξης παρέχει ένα σύστημα για τον έλεγχο των επαναστατικών τάσεων που ταιριάζει απόλυτα στο πλαίσιο του κυβερνητικού ελέγχου.

Εάν ένα μέρος της κυβερνητικής διαδικασίας δεν λειτουργεί σωστά, δεν το τιμωρείτε, προσπαθείτε να το διορθώσετε. Στο πλαίσιο της κυβερνητικής κοινωνίας, η τιμωρία των εγκληματιών και των αποκλινόντων φαίνεται να γίνεται όλο και πιο απάνθρωπη και παράλογη. Ο αποτελεσματικός κοινωνικός έλεγχος απαιτεί από όλους να ενσωματωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο στο κοινωνικό σύστημα και η τιμωρία δεν κάνει τίποτα για να ενσωματώσει τους τιμωρημένους – συχνότερα από ό, τι δεν κάνει το αντίθετο. Έτσι, τα πιο «προοδευτικά» στοιχεία στην κοινωνία δημιουργούν θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της κοινωνικής απόκλισης. Προς το παρόν, οι εγκληματίες τιμωρούνται κυρίως αν και η γλώσσα της θεραπείας χρησιμοποιείται ακόμη και σε αυτό το πλαίσιο. Η μη εγκληματική απόκλιση (π.χ. «υπερβολική» χρήση αλκοόλ, «ακατάλληλη» σεξουαλική συμπεριφορά, κακή συμπεριφορά στο σχολείο, «τρέλα») τείνει να χαρακτηρίζεται ως ασθένεια και «να θεραπεύεται». Ο πολλαπλασιασμός των ομάδων 12 βημάτων και των θεραπειών νέας ηλικίας είναι μόνο ένα μέρος αυτού του φαινομένου. Πολλές από αυτές τις ομάδες διδάσκουν κατάφωρα ότι δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα για τα φερόμενα προβλήματά σας μόνοι σας, πρέπει να γίνετε μέλος μιας αλληλεξαρτώμενης ομάδας συμπολιτών, βοηθώντας ο ένας τον άλλον να ανακάμψει – για πάντα και πάντα – και να γίνετε παραγωγικά μέλη της κοινωνίας. Περιστασιακά, ακόμη και εγκληματίες – ιδιαίτερα άτομα που καταδικάζονται για DUI ή δευτερεύοντα αδικήματα ναρκωτικών – έχουν την επιλογή μεταξύ τιμωρίας ή αναγκαστικής θεραπείας. Μια θεραπευτική προσέγγιση για την κοινωνική απόκλιση φαίνεται πολύ ανθρώπινη – αρκετά ώστε πολλοί αναρχικοί έχουν ενσωματώσει πτυχές της θεραπευτικής ιδεολογίας στις προοπτικές τους – αλλά αυτό είναι παραπλανητικό. Ο σκοπός της θεραπείας είναι η επανένταξη των κοινωνικών αποκλίσεων στην κοινωνική μηχανή όπως και τα γρανάζια. Ορίζει την τεχνολογία ή την αντίληψη της άγριας φύσης ως ολοκληρωμένα συστήματα που θα χρησιμοποιούνται με ολοκληρωμένο τρόπο από την κοινωνία. Ακόμη και οι «βαθιοί οικολόγοι» απορρίπτουν μόνο την ενσωμάτωση πολιτισμένων κοινωνικών συστημάτων και άγριων «οικοσυστημάτων», επειδή πιστεύουν ότι τα πολιτισμένα κοινωνικά συστήματα έχουν απομακρυνθεί πολύ μακριά από τα «φυσικά» συστήματα για να είναι σε θέση να ενσωματωθούν (κάνοντας κάποιο είδος κοινωνικής αποκάλυψης αναπόφευκτο), όχι επειδή απορρίπτουν την ιδέα ότι η μη συσχετισμένη σχέση και αλληλεπίδραση μπορούν να συστηματοποιηθούν. Ενώ οι περισσότερες εταιρείες συνεχίζουν με ταχύτητα να καταστρέφουν το περιβάλλον, είναι αρκετά επίκαιρο τώρα να μιλάμε για την οικολογία και οι πιο προοδευτικές εταιρείες προσπαθούν ακόμη και να ενεργούν οικολογικά. Σε τελική ανάλυση, είναι προς όφελός τους. Πώς μπορείτε να επεκτείνετε το κεφάλαιο εάν καταστρέψετε τους απαραίτητους πόρους για μια τέτοια επέκταση; Έτσι, ο κυβερνητικός καπιταλισμός τείνει προς μια οικολογική πρακτική ως μέσο εξημέρωσης των αγρίων χωρίς να τους καταστρέφει, για την ενσωμάτωσή τους στο κοινωνικό σύστημα του κυβερνοδικτύου.

Φυσικά, αυτές είναι απλώς τάσεις στις οποίες φαίνεται να ωθεί η ανάπτυξη και η αυξανόμενη δύναμη του κυβερνητικού κεφαλαίου. Η παλιά τάξη του βιομηχανικού κεφαλαίου είναι ακόμα αρκετά ισχυρή, κυριαρχεί στον πολιτικό χώρο, και είναι ακόμη αρκετά σημαντική ως τρόπος κοινωνικής κυριαρχίας. Αλλά μια έξυπνη επανάσταση πρέπει να κατανοήσει την κυριαρχία στο σύνολό της, πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίσει τα νέα της πρόσωπα, έτσι ώστε οι αντάρτες να μην εξαπατηθούν να αγκαλιάσουν μια νέα μορφή κυριαρχίας ως απελευθέρωση. Τα περισσότερα από τα άτομα που γνωρίζω που έχουν αγκαλιάσει κάποια εκδοχή του οικοτοπικού, κυβερνητικού, πράσινου αναρχισμού φαίνεται να είναι αρκετά ειλικρινείς στην επιθυμία τους να ζήσουν χωρίς όλους τους περιορισμούς. Φαίνεται όμως να αγνοούν κάποιες πολύ βασικές πτυχές της κυβερνητικής. Ως επιστήμη, η κυβερνητική τεχνολογία είναι η μελέτη συστημάτων ελέγχου. Πρακτικά, είναι η παραγωγή τέτοιων συστημάτων, τεχνολογικά και κοινωνικά – η παραγωγή ολοκληρωμένων συστημάτων κοινωνικού ελέγχου. Μερικές από τις πιο κοινές λέξεις της κυβερνητικής γλώσσας το καθιστούν προφανές. «Τα δεδομένα» προέρχονται από μια ελληνική λέξη που σημαίνει «Αυτό που δίνεται» – αυτό είναι ένα αξίωμα, αυτό που σας λένε, χωρίς απόδειξη, και απλά δεν πρέπει να αμφισβητήσετε. Οι πληροφορίες (information) αρχικά εννοούσαν, κυριολεκτικά «σε σχηματισμό» (in formation) στα Λατινικά. Το κυβερνοδίκτυο δεν προσφέρει καμία απελευθέρωση, απλώς την ψευδαίσθηση της απελευθέρωσης για να κρατήσει τους επαναστάτες «σε σχηματισμό». Υπονομεύει την ατομική εμπειρία και την εμπιστοσύνη των ατόμων στη δική τους εμπειρία δημιουργώντας σφαίρες ψευδο-εμπειρίας, δηλαδή «των δεδομένων» πληροφοριών που δεν έχουν καμία σχέση με τίποτα εκτός του κυβερνοχώρου. Τα άτομα, όλο και περισσότερο, βασίζονται μόνο σε αυτά που τους λέει το κυβερνοδίκτυο, και έτσι εξαρτώνται από την κυβερνητική κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο, το κυβερνοδίκτυο γίνεται το πιο αληθινά ολοκληρωτικό σύστημα ακόμη – ακριβώς με την «αποκέντρωση» και χρησιμοποιώντας τις ολοκληρωμένες μεθόδους διαδικασίας και θεραπείας που καθιστούν τα άτομα τους πράκτορες της δικής τους εξημέρωσης σε μια κατάσταση στην οποία κανείς δεν εμπιστεύεται τον εαυτό τους, αλλά όλα είναι εξαρτημένα από το κυβερνοδίκτυο.

Υπάρχει ένα ελάττωμα σε αυτό το σύστημα. Απελευθερώνει αυτούς που δεν θέλουν ή δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να έχουν κυβερνητική τεχνολογία στο σπίτι τους. Ακόμα και όταν οι οικιακοί υπολογιστές διατίθενται στους πολύ φτωχούς, πολλοί μπορεί να μην ενδιαφέρονται ακόμη και να μάθουν πώς να τους χρησιμοποιούν. Είναι ακόμη πολύ αμφίβολο ότι οι πλήρως απαλλαγμένοι – οι τεχνικοί και οι επιστήμονες που ξέρουν πώς να παράγουν και να χρησιμοποιούν πλήρως αυτές τις τεχνολογίες – θα ενδιαφέρονται να φέρουν τον καθένα στο επίπεδο των γνώσεών του για το κυβερνοδίκτυο. Έτσι, οι αποσυρμένοι – ειδικά οι εθελοντικά αποσυρμένοι – θα τείνουν να γίνονται ολοένα και περισσότεροι, έως ότου βρίσκονται σχεδόν τελείως έξω από το κυβερνοδίκτυο. Ενώ μέσα στο κυβερνοδίκτυο η τάση είναι προς τον απόλυτο έλεγχο, – έξω από το κυβερνοδίκτυο η τάση θα ήταν προς τη συνολική διάσπαση του κοινωνικού ελέγχου. Τελικά, σε μια τέτοια κατάσταση, η αντάρτικη εξέγερση θα ήταν δυνατή μόνο εκτός δικτύου.

Προς το παρόν, αυτή η κατάσταση προλαμβάνεται καθώς η νέα κυβερνητική τάξη και η παλιά τάξη έχουν μια άβολη ανακωχή. Η παλιά τάξη χρειάζεται τις τεχνολογίες πληροφοριών που δημιουργούν και δημιουργούνται από τη νέα τάξη. Και η νέα τάξη δεν είναι ακόμη αρκετά ισχυρή για να απαλλαγεί από μερικά από τα σκληρότερα μέσα κοινωνικού ελέγχου που παράγονται από την παλιά τάξη. Η νέα τάξη βρήκε επίσης τρόπους ενσωμάτωσης ορισμένων από τα πιο προοδευτικά στοιχεία της παλιάς τάξης, όπως οι πολυεθνικοί οργανισμοί, μέσα της. Είναι επίσης πολύ πιθανό ότι το κυβερνοδίκτυο θα βρει συνεχείς χρήσεις για μπάτσους, φυλακές και παρόμοια μέσα στο συστηματικό του δίκτυο κοινωνικού ελέγχου. Ή η άβολη ανακωχή μπορεί να συνεχιστεί επ ‘αόριστον. Δεδομένου ότι οι πραγματικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων δεν ταιριάζουν, στην πραγματικότητα, με τους τύπους του κυβερνοδικτύου και των αναλυτών συστημάτων του, δεν υπάρχει τρόπος πρόβλεψης του τι θα μπορούσε να συμβεί. Η δική μου επιθυμία είναι για μια εξέγερση που θα πλήξει όλα τα συστήματα κοινωνικού ελέγχου.

Αλλά η κυβερνητική τεχνολογία γίνεται ο κυρίαρχος τρόπος μεταβιομηχανικού κεφαλαίου. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο το κεφάλαιο, η τεχνολογία, η εξουσία και η κοινωνία ενσωματώνονται τόσο πλήρως που είναι πραγματικά ένα. Η εξέγερση, σε αυτό το πλαίσιο, σημαίνει εξέγερση ενάντια στο κυβερνοχώρο και εξέγερση ενάντια στην κοινωνία στο σύνολό της ή δεν σημαίνει τίποτα. Αυτό σημαίνει ότι ο αντάρτης αντιμετωπίζει την πραγματικότητα της κυβερνητικής τεχνολογίας. Το αντάρτικο άτομο δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα λιγότερο από να επαναστατήσει ενάντια στο σύνολο της κοινωνίας – συμπεριλαμβανομένων όλων αυτών των «ριζοσπαστικών» προοπτικών που δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αιχμή της πραγματικής «νέας παγκόσμιας τάξης».

Αυτό το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο “Anarchy: A Journal Of Desire Armed” Issue #35 Winter 1993”

Πηγή: Πράσινοι Ελευθεριακοί

Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Από τον Σμιτ και τον ορντο-φιλελευθερισμό στο ευρώ

Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Από τον Σμιτ και τον ορντο-φιλελευθερισμό στο ευρώ

Werner Bonefeld

Μετάφραση: Κ.Κ.

Ολόκληρο το κείμενο σε μορφή pdf

Σύνοψη

Το άρθρο εξετάζει την εγκυρότητα, από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού της αγοράς, της άποψης του Χάγιεκ (Friedrich Hayek) ότι μια δικτατορία μπορεί να είναι πιο φιλελεύθερη στις πολιτικές της από ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο χωρίς περιορισμούς. Η επισήμανση του Χάγιεκ για τον δυνητικά μη φιλελεύθερο χαρακτήρα της δημοκρατικής διακυβέρνησης αποτελεί βασικό στοιχείο για τη γερμανική ορντο-φιλελεύθερη σκέψη που εμφανίστηκε στο πλαίσιο της κρίσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οι ορντο-φιλελεύθεροι στοχαστές γνώριζαν καλά την πολιτική θεολογία του Σμιτ και συμφωνούσαν μαζί του ότι το κράτος αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη στη σχέση μεταξύ αγοράς και κράτους, αντιλαμβανόμενοι αυτή τη σχέση ως μια σχέση μεταξύ ελεύθερης οικονομίας και ισχυρού κράτους. Υποστήριζαν ότι η εδραίωση της κοινωνικής τάξης είναι η προϋπόθεση της ελεύθερης οικονομίας· ο νόμος δεν εφαρμόζεται στη διασάλευση της τάξης και δεν δημιουργεί τάξη. Το φιλελεύθερο κράτος είναι η «συγκεντρωμένη δύναμη» αυτής της τάξης. Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι ο ορντο-φιλελευθερισμός είναι πιο δόκιμο να χαρακτηριστεί αυταρχικός φιλελευθερισμός ενώ αξιολογείται η σύγχρονη εγκυρότητά του σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εισαγωγή: Σχετικά με τον αυταρχικό φιλελευθερισμό

Ο όρος «αυταρχικός φιλελευθερισμός» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό νομικό Hermann Heller σε μια δημοσίευση του 1933 σχετικά με τη δεξιά κυβέρνηση του φον Πάπεν το 1932.[1] Στο άρθρο του εξέταζε το κείμενο του Καρλ Σμιτ «Ισχυρό κράτος και Υγιής Οικονομία» ως θεωρητική έκφραση της αυταρχικής στροφής της φιλελεύθερης σκέψης. Ο Heller χαρακτήριζε τη στροφή προς τον αυταρχισμό ως υποβάθμιση της δημοκρατικής διακυβέρνησης «υπέρ της δικτατορικής εξουσίας του κράτους» (Heller, 2015: 296).[2] Τη θέση του Σμιτ συμμερίζονταν σε μεγάλο βαθμό οι στοχαστές που θεμελίωσαν τον γερμανικό ορντο-φιλελευθερισμό. Κι αυτοί επίσης θεωρούσαν ότι ο δημοκρατικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν η βασική αιτία για την κρίση της Βαϊμάρης, υποστηρίζοντας ότι η μαζική δημοκρατία έχει ως συνέπεια την τυραννία.[3]

Στο πλαίσιο της Βαϊμάρης, η αυταρχική επαναβεβαίωση του κράτους δεν αποσκοπούσε μόνο στην υπέρβαση της «θλιβερής αδυναμίας» (Friedrich, 1955: 512) του φιλελεύθερου κράτους. Αποσκοπούσε επίσης στην αναδιάταξη των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων για την επίτευξη της ελεύθερης οικονομίας. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός αντιλαμβάνεται το κράτος ως «αστυνομία της αγοράς» (Rüstow, 1942). Σύμφωνα με τον Heller (2015), προϋποθέτει το κράτος στην καθαρά φιλελεύθερη μορφή του ως την οργανωμένη δύναμη και συγκεντρωμένη εξουσία του συστήματος ελευθερίας, επιβάλλοντας την ελευθερία της αγοράς και διατηρώντας αποπολιτικοποιημένες της κοινωνικοοικονομικές σχέσεις. Η αποπολιτικοποίηση είναι μια κατ’ εξοχήν πολιτική πρακτική. Για τον Σμιτ και τους ορντο-φιλελεύθερους «ο Λεβιάθαν προηγείτο και έπρεπε να προηγείται» (Streek, 2015: 363)· και δικαίως: βάσει αυτής της λογικής, και όπως είχε ήδη υποστηρίξει ο Άνταμ Σμιθ, η ελεύθερη οικονομία καταλήγει σε «αιματοχυσία και αταξία» (Smith, 1976: 340) εκτός εάν το κράτος εκπολιτίσει τη διαχείριση που ασκεί μέσω του νόμου, της αστυνομίας και της κατασκευής ηθικών αισθημάτων για το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός προϋποθέτει την «αστυνομία της αγοράς μέσω της ισχυρής κρατικής εξουσίας» (Rüstow, 1942: 289) ώστε να μπορεί να διατηρηθεί. Η ισχύς του κράτους ως αστυνομίας της αγοράς εξαρτάται από την ανεξαρτησία αυτής της ισχύος από την κοινωνία. Η ικανότητά της να εξουδετερώνει τη δημοκρατία και να εκπολιτίζει τη διαχείριση μιας οικονομίας που βασίζεται στην ελεύθερη εργασία εξαρτάται από το κράτος ως ανεξάρτητη και συγκεντρωμένη δύναμη της κοινωνίας.[4]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920/αρχές της δεκαετίας του 1930, η κριτική της μαζικής δημοκρατίας αποτελούσε κομμάτι της αντίδρασης της δεξιάς στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Στη δεκαετία του 1950, έγινε κομμάτι του «αντι-ολοκληρωτισμού» σύμφωνα με τον οποίο η μαζική δημοκρατία οδηγεί στην ανελευθερία και πρέπει να περιοριστεί προς όφελος μιας ανοικτής κοινωνίας. Όπως το θέτουν οι Willgerodt και Peacock (1989: 6), «όσοι βασίζονται στους κανόνες για να λάβουν φιλελεύθερες αποφάσεις, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα αυτών των αποφάσεων, πρέπει να απαντήσουν στο εξής ερώτημα: πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι αυτές οι αποφάσεις δεν θα καταστρέψουν τους φιλελεύθερους κανόνες;». Από αυτή τη σκοπιά, η ελευθερία πρέπει να προστατεύεται από τους εχθρούς της, ακόμη κι αν αυτοί κινούνται τυπικά εντός των νομικών ορίων μιας ελεύθερης κοινωνίας και εξασφαλίζουν κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες με τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών. Δηλαδή, «η εμπιστοσύνη στην ελευθερία πρέπει να συνοδεύεται από μια δυσπιστία απέναντι στις δυνάμεις που καταργούν την ελευθερία ή παρεμβαίνουν σε αυτή» (Lenel, 1989: 21). Προϋπόθεση της εμπιστοσύνης είναι η επιτήρηση. Η αναγνώριση των εχθρών της ελευθερίας εξαρτάται από τη βεβαιότητα των αδιαίρετων κοινωνικοοικονομικών αξιών και πολιτικών κανόνων που αναγνωρίζουν την ελεύθερη οικονομία ως μια «καθολική μορφή ύπαρξης» (Eucken, 2004: 321). Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο σχετικισμός δεν έχει αξίες για υπεράσπιση. Υποκύπτει στους «ταραχοποιούς» (Röpke, 2007). Με αυτό τον αξιοσημείωτο τρόπο, η δεξιά καταγγελία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης καθιερώθηκε ως μια μαχητική υπεράσπιση της μεταπολεμικής δημοκρατίας. Η «μαχητική δημοκρατία» απορρίπτει την ελευθεροφροσύνη ως ανοιχτή πρόσκληση προς τον εσωτερικό εχθρό. Αντίθετα, απαιτεί την περιστολή της δημοκρατίας για να την προστατεύσει από τις επιθέσεις και την κομμουνιστική ανατροπή.[5]

Κατά τη δεκαετία του 1970, η αυταρχική φιλελεύθερη κριτική της δημοκρατίας επανήλθε στο προσκήνιο στο πλαίσιο της τότε οικονομικής κρίσης. Η συζήτηση επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Βρετανία. Υποστηριζόταν ότι η κρίση προκλήθηκε λόγω υπερβολικής δημοκρατίας που οδήγησε σε ένα πληθωρικό παρεμβατικό κράτος το οποίο κατέπνιξε την οικονομία οδηγώντας την σε κρίση. Η συγκεκριμένη διάγνωση της κρίσης συνεπαγόταν τη συνταγή για την επίλυσή της. Η οικονομία έπρεπε να απελευθερωθεί μέσω της υποχώρησης του κράτους και του περιορισμού του πλεονάσματος δημοκρατίας. Η συγκεκριμένη θέση διαμόρφωσε το θεωρητικό υπόβαθρο της επερχόμενης κυβέρνησης της Θάτσερ το 1979.[6] Ωστόσο, στην Ευρώπη, η πιο σταθερή προσπάθεια εξουδετέρωσης της μαζικής δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης, βάσει της οποίας δημιουργήθηκε το μοναδικό μη-εθνικό νόμισμα στον κόσμο. H διακυβέρνηση του ευρώ έχει απ’ όλες τις απόψεις αποκοπεί πλήρως από τα εδαφικοποιημένα κυρίαρχα δημοκρατικά κράτη. Θέτει σε ισχύ ένα φιλελεύθερο πλαίσιο αγοράς για την άσκηση πολιτικής στα ομόσπονδα και δημοκρατικά συγκροτημένα κράτη μέλη.

Στο άρθρο εξετάζεται το επιχείρημα ότι η καπιταλιστική πολιτική οικονομία προϋποθέτει το φιλελεύθερο κράτος ως αστυνομία της αγοράς. Αυτή η αντίληψη για το κράτος αποκλείει την ιδέα της μαζικής δημοκρατίας ως συστατικής βάσης του φιλελεύθερου κράτους δικαίου.[7] Στην επόμενη ενότητα παρουσιάζεται η αυταρχική θέση του Σμιτ και εξετάζεται η ορντο-φιλελεύθερη κριτική της μαζικής δημοκρατίας. Στην ενότητα που ακολουθεί παρουσιάζεται η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης της δημοκρατίας τη δεκαετία του 1970.[8] Στα συμπεράσματα συνοψίζεται το επιχείρημα με αναφορά στα στοιχεία αυταρχικού φιλελευθερισμού που ενυπάρχουν στη διακυβέρνηση του ευρώ. Υποστηρίζω ότι η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση συνιστά ένα σύστημα επιβαλλόμενης ελευθερίας, το οποίο ενισχύει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα των κρατών μελών. Τείνει επίσης να εθνικοποιεί την κριτική της «ελευθερίας» με τη μορφή ισχυρών νεοφασιστικών πολιτικών κινημάτων και κομμάτων, συμπεριλαμβανομένης της λαϊκιστικής εθνικιστικής άρνησης που τροφοδοτείται από την ανήμπορη οργή και τις θλιβερές αυταπάτες περί «γης και θάλασσας», όπως στην περίπτωση του Brexit.[9]

 Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Σμιτ και ορντο-φιλελευθερισμός

Αυταρχικός φιλελευθερισμός

Αποτιμώντας τις θέσεις του Σμιτ, ο Heller εντόπισε μια «κατάσταση εξαίρεσης», κατά την οποία η κυβέρνηση μέσω μιας εξουσιαστικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων αντικαθιστά το κοινοβούλιο ως βασικό θεσμό του κράτους. Κατά την άποψή του, η δικτατορία ήταν απαραίτητη για να τραβήξει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Η ανεξαρτησία του κράτους από την κοινωνία είναι θεμελιώδης σημασίας τόσο σε σχέση με την ικανότητα της κυβέρνησης να κυβερνά όσο και σε σχέση με την «πρωτοβουλία και την ελεύθερη εργασιακή δύναμη όλων των οικονομικά ενεργών ανθρώπων» (Schotte, παρατίθεται στο Heller, 2015: 299). Από αυτή την άποψη, το γεγονός ότι «σχεδόν το 90% του λαού μας» ζει από ένα εισόδημα ελάχιστα επαρκές για την ικανοποίηση των αναγκών του ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, διότι αυτό αντιμετωπίζει ισότιμα κάθε άτομο ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες περιστάσεις που μπορεί να βρίσκεται (Heller, 2015: 301). Ωστόσο, η διακήρυξη της δημοκρατικής του ισχύος θέτει σε κίνδυνο το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, καθώς γίνεται στόχος όλων των κοινωνικών αιτημάτων για κάθε είδους ειδικές παρεμβάσεις, καθιστώντας το υπεύθυνο για την κοινωνία συνολικά, από τη γέννηση ως τον θάνατο του ανθρώπου. Για τον Σμιτ και τους ορντο-φιλελεύθερους, η απεριόριστη μαζική δημοκρατία τείνει προς την ανάπτυξη ενός κράτους που έχει έναν καθαρά ποσοτικό χαρακτήρα, όπως το δημοκρατικό κράτος πρόνοιας της Βαϊμάρης. Ένα τέτοιο κράτος είναι ένα πλήρως αδύναμο κράτος. Δεν είναι σε θέση να κάνει διάκριση μεταξύ των «φίλων» της ελευθερίας και των «εχθρών» της (Σμιτ, 2016, Müller-Armack, 1933: 31, Röpke, 1998: 66). Το πλήρως αδύναμο κράτος είναι το πλήρως υπεύθυνο κράτος. Είναι «υπερφορτωμένο» πολιτικά και δεν είναι σε θέση να κυβερνήσει την κοινωνία στη βάση των φιλελεύθερων αρχών.[10] Είναι ένα κράτος χωρίς πολιτική ποιότητα, διότι η μαζική κοινωνία κυβερνά μέσω του κράτους και διεκδικεί τα αιτήματά της για κοινωνική ισότητα και υλική ασφάλεια στο πλαίσιο της δημοκρατικής ισοτιμίας.

Για τον Heller, ο αυταρχικός φιλελευθερισμός είναι μια απόπειρα να εδραιωθεί αυτό που ο Σμιτ αποκαλούσε κράτος πλήρους ποιότητας, δηλαδή ένα κράτος που αναλαμβάνει το καθήκον της απελευθέρωσης της οικονομίας, αποπολιτικοποιώντας τις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, κάνοντας πραγματικότητα την ελεύθερη οικονομία στην κοινωνική δομή και στη νοοτροπία της κοινωνίας και, τέλος, διασφαλίζοντας και διατηρώντας την ελεύθερη εργασιακή δύναμη του 90% που αγωνίζεται να βγάλει τα προς το ζην. Το κράτος της πλήρους ποιότητας διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο της βίας, επιβάλλοντας τον εαυτό του ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας αποπολιτικοποιημένης κοινωνίας ανταλλαγής στην οποία τα άτομα ως κάτοχοι ατομικής ιδιοκτησίας ανταγωνίζονται και ανταλλάσσουν μεταξύ τους: ο ένας αγοράζοντας εργασιακή δύναμη και ο άλλος πουλώντας την, χωρίς καταναγκασμό και ως ίσοι απέναντι στον νόμο. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός αναγνωρίζει το φιλελεύθερο κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας οικονομίας ελεύθερης εργασίας. Αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική ισότητα μιας τάξης εξαρτημένων πωλητών εργασιακής δύναμης αποτελεί έκδηλο κίνδυνο για τον καπιταλιστικό πλούτο και, ως εκ τούτου, απαιτεί ένα ισχυρό κράτος που δεν θα μετατραπεί σε στόχο των εργαζομένων που αναζητούν κοινωνική πρόνοια.[11] Αναγνωρίζει τις πολιτικές αναγκαιότητες του νόμου της ατομικής ιδιοκτησίας και «υπερασπίζεται την εργασία ως καθήκον, ως την ψυχολογική ευτυχία του λαού» (φον Πάπεν, παρατίθεται στο Heller, 2015: 300). Το ισχυρό κράτος κυβερνά για να διασφαλίσει και να διατηρήσει τις «ψυχο-ηθικές δυνάμεις» στη διάθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας, μετατρέποντας τους εξεγερμένους προλετάριους σε υπεύθυνους και πρόθυμους επιχειρηματίες εργασιακής δύναμης (Röpke, 1942: 68). Έτσι, ο Σμιτ υπερασπίζεται τον ηρωισμό της φτώχειας και της δουλειάς, της θυσίας και της πειθαρχίας, μέσω του οποίου οι «ακόλουθοι» ενός μη ελεγχόμενου από τον νόμο «ηγέτη» δεσμεύουν τον εαυτό τους σε μια φαντασιακή εθνική κοινότητα (Schmitt, 2010).

Σε αυτό το πλαίσιο, η ερμηνεία που έδωσε ο Streek στις θέσεις του Heller είναι τόσο διορατική όσο και αποπροσανατολιστική. Υποστηρίζει ότι «ο Heller αντιλαμβάνεται ότι το “αυταρχικό κράτος” του Σμιτ ήταν στην πραγματικότητα το φιλελεύθερο κράτος στην καθαρή του μορφή, αδύναμο σε σχέση με την καπιταλιστική οικονομία αλλά ισχυρό στο να αποτρέπει τις δημοκρατικές παρεμβάσεις στη λειτουργία του» (Streek, 2015: 361). Συμφωνώ με την τελευταία θέση και διαφωνώ με την πρώτη. Ο Streek (2015: 361) ορθώς υποστηρίζει ότι η «αποπολιτικοποιημένη κατάσταση μιας φιλελεύθερης οικονομίας είναι η ίδια αποτέλεσμα της πολιτικής». Είναι, σύμφωνα με τον Σμιτ, «μια πολιτική πράξη με έναν ιδιαίτερα έντονο τρόπο» (Schmitt, 1998: 227). Σε αντίθεση με τις θέσεις του Streek, ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του κράτους δεν στηρίζεται απλώς στη χαλιναγώγηση της δημοκρατικής παρέμβασης στην οικονομία ελεύθερης εργασίας, προστατεύοντας τις σχέσεις ατομικής ιδιοκτησίας από τα αιτήματα για περιορισμό της αγοράς προς όφελος της κοινωνικής πρόνοιας. Καθορίζεται επομένως επίσης κι από τον ρόλο του ως «αστυνομία της αγοράς», καθιστώντας εφικτή και διευκολύνοντας την καπιταλιστική οικονομία – οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν επιβάλλονται σαν να ήταν φυσική δύναμη. Στην πραγματικότητα, αποτελούν την πολιτική πρακτική της οικονομικής τάξης (Bonefeld, 2013). Όπως εξηγεί ο Miksch (1947: 9, βλ. επίσης Böhm, 1937: 101), η οικονομική ελευθερία δεν αποτελεί εκδήλωση κάποιας φυσικής ροπής όπως στον κλασσικό φιλελευθερισμό. Αντίθετα, «η φυσική τάξη έχει γίνει πολιτικό γεγονός [Veranstaltung]». Δηλαδή, η ελεύθερη οικονομία συνιστά πρακτική διακυβέρνησης.

«Ισχυρό κράτος και υγιής οικονομία» (Σμιτ, 1998)

Για τον Καρλ Σμιτ, η κρίση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν μια κρίση της πολιτικής εξουσίας που είχε προκύψει ως συνέπεια μιας ανεξέλεγκτης μαζικής κοινωνίας σε εξέγερση. Θεωρούσε ότι ο δημοκρατικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης βρισκόταν στο επίκεντρο της κρίσης. Ως συνέπεια της γερμανικής επανάστασης του 1918, η μαζική δημοκρατία είχε αντικαταστήσει το φιλελεύθερο κράτος. Το φιλελεύθερο κράτος είχε κυριολεκτικά χάσει τη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική εκλογική του βάση. Πριν την εισβολή της μαζικής κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα, η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση βασιζόταν στην ομοιογένεια μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Αντιστοιχούσε σε μια δημοκρατία φίλων, που μπορεί να φιλονικούσαν σχετικά με το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να προχωρήσουν παρακάτω αλλά που ήταν ενωμένοι όσον αφορά την αναγνώριση αυτού που ο Σμιτ ονομάζει ο «ξένος». Με την επέλαση της μαζικής δημοκρατίας, ο «ξένος» κατάφερε να εισέλθει στους πολιτικούς θεσμούς και ιδιαίτερα στο φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό σύστημα, μετατρέποντάς το σε μέσο μαζικής εκπροσώπησης. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν συμπύκνωνε πλέον τα συμφέροντα της αστικής τάξης.[12] Θεσμικά η μαζική δημοκρατία της Βαϊμάρης συμπυκνώνει την κρίση της φιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας. Η μαζική δημοκρατία δεν άσκησε μόνο επιρροή στη διακυβέρνηση. Θέσπισε επίσης νόμους, υποτάσσοντας το κράτος δικαίου στα μαζικά δημοκρατικά αιτήματα, καθιστώντας την κυβέρνηση υπόλογη απέναντι στο «συναίσθημα και το πάθος των μαζών», σύμφωνα με τον Röpke (1998: 152). Η θέσπιση νόμων από εκείνους που πρέπει να κυβερνηθούν «δεν είναι τίποτα περισσότερο από κυριαρχία του όχλου» (Schmitt, 2008a: 119). Έτσι, το δίκαιο έγινε κοινό δίκαιο με την πραγματική έννοια του όρου, δηλαδή έγινε το κοινό δίκαιο μιας πολιτικοποιημένης και συγκρουόμενης μαζικής κοινωνίας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Σμιτ, το νομικό πλαίσιο της διακυβέρνησης άρχισε να διασπάται και να κατακερματίζεται σε ένα χαοτικό άθροισμα ασυνάρτητων στοιχείων δικαίου (Schmitt, 2008b). Κατά την κρίση του, επομένως, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης συνιστούσε ένα εντελώς αδύναμο κράτος. Αντί μιας κυβέρνησης φίλων, δέχτηκε τον εχθρό ως ισότιμο νομοθέτη, οδηγώντας στη διάλυση του φιλελεύθερου κράτους δικαίου ως συνεκτικού πλαισίου της κοινωνικής τάξης και της υγιούς οικονομίας.[13]

Για τον Σμιτ, η μαζική «κοινωνία» κυρίευσε το κράτος σέρνοντάς το κάτω στην κοινωνία και καθιστώντας το μαζικό κράτος. To αποτέλεσμα ήταν ένα κράτος χωρίς συνοχή και χωρίς πολιτική ποιότητα. Κατά την άποψή του, οι κοινωνικές δυνάμεις τεμάχισαν κυριολεκτικά το κράτος, μετατρέποντάς το σε μια ασύνδετη έκφραση όλων των ειδών των διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων, οδηγώντας στον κατακερματισμό του «πολιτικού» και στην αποσύνθεση του κεντρικού θεσμού που, για τον Σμιτ, είναι σε θέση να συντηρεί την «υγιή οικονομία». Η μαζική δημοκρατία κατέστρεψε την ανεξαρτησία του κράτους και αναπαρήγαγε τις κοινωνικές συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς εντός εκείνου του θεσμού που είχε ως αποστολή να τις αναχαιτίσει στη βάση της τάξης, του νόμου και του δικαίου. Όπως το έθεσε ο Rüstow, το (φιλελεύθερο) κράτος

κατακερματίστηκε από άπληστους ιδιοτελείς. Ο καθένας από αυτούς παίρνει για τον εαυτό του ένα κομμάτι της εξουσίας του κράτους και το εκμεταλλεύεται για τους δικούς του σκοπούς… Αυτό το φαινόμενο μπορεί να περιγραφεί καλύτερα με έναν όρο που χρησιμοποιήθηκε από τον Καρλ Σμιτ – τον «πλουραλισμό». Πράγματι, εκπροσωπεί έναν πλουραλισμό του χειρότερου είδους. Ο ρόλος που παίζει το κράτος σε αυτό το πλαίσιο είναι ο ρόλος του θύματος. (Rustow, 1963: 255)

Όπως ο Rüstow, που υποστήριζε τη δικτατορία των κομισάριων ως μέσο αποκατάστασης της τάξης σε μια κοινωνία, έτσι και ο Σμιτ απαιτούσε την αποκατάσταση του πολιτικού, του κράτους, ως ανεξάρτητου επίσημου θεσμού λήψης αποφάσεων. «Δεν υπάρχει νομικός κανόνας που να εφαρμόζεται στο χάος. Πρέπει να υφίσταται τάξη για να είναι αποτελεσματικοί οι νομικοί κανόνες» (Schmitt, 2016). Η τάξη είναι προϋπόθεση του νόμου. Το κράτος δικαίου δεν μπορεί να αμυνθεί απέναντι σε μια πολιτικοποιημένη μαζική κοινωνία. Αντίθετα το «κατασπαράζει». Το κράτος δικαίου δεν «γνωρίζει» εάν εφαρμόζεται. Η κρίση για το εάν εφαρμόζεται ή εάν απαιτείται η προσωρινή του αναστολή προκειμένου να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα, μετά τη λήξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, δεν είναι νομική κρίση. Ο νόμος δεν αναστέλλει τον εαυτό του. Πρόκειται μάλλον για μια επιτακτική κρίση, απόφαση και διακήρυξη σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση, από αυτόν που ο Σμιτ θεωρεί ότι είναι ο πραγματικός κυρίαρχος, δηλαδή ο δικτάτορας που καθορίζει και προβαίνει στην κήρυξη της κατάστασης εξαίρεσης στο (φιλελεύθερο) κράτος δικαίου και αποκαλύπτεται από αυτή την πράξη και εντός αυτής. Στη δικτατορία, «η πραγματικότητα δεν αποδέχεται τη γνώση, μόνο την αναγνώριση» (Fortshoff, 1933a: 25).[14] Η εγκυρότητα της κυριαρχικής πράξης δεν είναι ζήτημα δικαίου ή αφηρημένων εννοιών της δικαιοσύνης. Πράγματι, «οι απόπειρες αμφισβήτησης του προσφάτως αποκτημένου ισχύοντος δικαίου του κράτους υποδηλώνουν σαμποτάζ… Η ανελέητη εξόντωση αυτού του είδους της σκέψης είναι το ευγενέστερο καθήκον του κράτους σήμερα» (Forsthoff, 1993b: 29). Η εγκυρότητα της κυριαρχικής απόφασης για την αναστολή του κράτους δικαίου έγκειται στην αυταρχική εξάλειψη οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την ορθότητα της απόφασης. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι μια κατάσταση ιδιαίτερα ισχυρής πολιτικής ποιότητας. Είναι μια στιγμή μεγάλης πολιτικής έντασης και καθαρής πολιτικής ποιότητας. Η απόφαση αναστολής του κράτους δικαίου ισοδυναμεί με την απόφαση να χυθεί αίμα (Σμιτ).

Συνοψίζοντας, το ισχυρό κράτος είναι ένα αυταρχικό εκτελεστικό κράτος (Regierungsstaat). Περιορίζει το νομοθετικό κράτος (Gesetzgebungsstaat) της λαϊκής κυριαρχίας και κυβερνά λαμβάνοντας υπόψη αυτό που έχει προσδιοριστεί ως ξένο προς το φιλελεύθερο ομοιογενές συμφέρον (Schmitt, 1931, 1932). Για τον Σμιτ, ο αγώνας για το κράτος της καθαρής (φιλελεύθερης) ποιότητας και η διατήρησή του προϋποθέτουν την εξάλειψη όλων των μορφών κοινωνικών συγκρούσεων μέσω μιας ισχυρής κρατικής εποπτείας των αποπολιτικοποιημένων κοινωνικοοικονομικών σχέσεων. Το κράτος, κατά κάποιο τρόπο, διατάζει την κοινωνία να επιτύχει την ομοιογένεια των εθνικών σκοπών εντός της νοοτροπίας της κοινωνίας γενικά. Εν ολίγοις,

η δημοκρατία απαιτεί… πρώτα την ομοιογένεια και δεύτερον –εάν προκύψει η ανάγκη– την εξάλειψη και την εκρίζωση της ετερογένειας… Η δημοκρατία επιδεικνύει την πολιτική της δύναμη γνωρίζοντας πώς να αρνηθεί ή να κρατήσει σε απόσταση κάτι ξένο και άνισο που απειλεί την ομοιογένειά της. (Σμιτ, 1988: 9)

Η αντίληψη του Rossiter ότι δεν μπορεί να υπάρξει «δημοκρατία σε ανώμαλες εποχές» (1948: 8) δεν πάει τόσο μακριά σε σύγκριση με τις απόψεις του Σμιτ. Όπως και ο Σμιτ, αποδέχεται ότι οι ανώμαλες εποχές μπορεί να απαιτούν μια δικτατορία που θα «τερματίσει την κρίση και θα αποκαταστήσει τις ομαλές συνθήκες» επιβάλλοντας την κοινωνική τάξη (Rossiter, 1948: 7). Ωστόσο, για τον Σμιτ, δεν μπορεί να υπάρξει φιλελεύθερη δημοκρατία ακόμα και σε κανονικές εποχές. Η διακυβέρνηση βάσει του κράτους δικαίου συνιστά πολιτική απόφαση σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση. H πολιτική κυριαρχία είναι μια λανθάνουσα παρουσία και σε κανονικές εποχές. Στην αφανή μορφή της εκδηλώνεται ως κράτος ασφάλειας που βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση, το οποίο, όπως εξηγεί ο Heller (2015: 301) βασισμένος στον Σμιτ (1998), διαθέτει όλα τα «τεχνολογικά μέσα, ειδικά τη στρατιωτική τεχνολογία», ώστε να εξασφαλίζει τη νόμιμη συμπεριφορά των πολιτών.

Ορντο-φιλελευθερισμός και το κράτος της δημοκρατίας

Όπως ο Σμιτ έτσι και οι ορντο-φιλελεύθεροι γνωρίζουν καλά τους κινδύνους της ελευθερίας. «Οι εχθροί», λέει ο Röpke (2007), «επωφελούνται επίσης από αυτή, και στο όνομα της ελευθερίας τούς παρέχεται κάθε πιθανή ευκαιρία να θέσουν τέλος στη φιλελεύθερη δημοκρατία». Απηχώντας τις προειδοποιήσεις του Σμιτ για τη δημοκρατία που δεν αναγνωρίζει τον «εχθρό», ο Röpke (1942: 253) υποστηρίζει ότι «όλοι γνωρίζουν πως η δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά σωστά μόνο όταν υπάρχει μια ελάχιστη συμφωνία σχετικά με τα ουσιώδη προβλήματα του εθνικού βίου». Η δημοκρατία λειτουργεί σωστά μόνο ως δημοκρατία των φίλων. Μόλις τα συμφέροντα της μάζας πάρουν τον έλεγχο της δημοκρατίας, «αυτή πέφτει αναγκαστικά θύμα είτε της αναρχίας είτε του κολεκτιβισμού» (Röpke, 1942: 246). Σε κάθε περίπτωση, η πολιτικοποιημένη μαζική κοινωνία συνεπάγεται την «απώλεια της κοινωνικής ενσωμάτωσης», αμβλύνει τη «διαφοροποίηση της κοινωνικής θέσης» και οδηγεί στην ενίσχυση της «τυποποίησης και της ομοιομορφίας». Καταστρέφει, όπως ισχυρίζεται, την «κάθετη συνοχή της κοινωνίας» (Röpke, 1942: 246), οδηγώντας στην απώλεια της «ζωτικής ικανοποίησης» (Röpke, 1942: 240) και της αποδοχής της κοινωνικής θέσης. Μέσα από τη διαδικασία εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης αναδύεται η φιγούρα του δυσαρεστημένου και ανήσυχου προλεταριάτου που, όπως η φιγούρα του νεκροθάφτη στον Μαρξ (Μαρξ και Ένγκελς, 2014), αποδυναμώνει τον νόμο της ατομικής ιδιοκτησίας ανατρέποντας «τους οικονομικούς μηχανισμούς προσαρμογής της αγοράς μέσω των τιμών» (Röpke, 1942: 3). Ένα αδύναμο κράτος υποκύπτει στα προλεταριακά αιτήματα, γεγονός που υπονομεύει όχι μόνο την οικονομική διαδικασία αλλά και εντείνει περαιτέρω την «απειλητική δυσαρέσκεια των εργαζομένων» (Röpke, 1942: 3), καθώς τα πάθη των αποστερημένων αφήνονται να θεριεύσουν. «Το δύσκολο πρόβλημα του προλεταριάτου», υποστηρίζει ο Röpke, δεν είναι οικονομικό αλλά ανθρώπινο. Χαρακτηρίζεται από έλλειψη ζωτικότητας και ψυχολογικής ευτυχίας. Σύμφωνα με τον Rüstow, η αυθεντική επιθυμία των απείθαρχων μαζών δεν είναι να καταστρέψουν την ελεύθερη οικονομία ούτε να συγκεντρώνονται στις γωνιές των δρόμων σε ένδειξη διαμαρτυρίας περιφρονώντας διαρκώς τη δεδομένη κατάσταση. Αντίθετα, λέει ο Rüstow (1959: 102), η αυθεντική επιθυμία των μαζών είναι να καθοδηγούνται και να κυβερνιούνται από Άνδρες με ειλικρινείς πεποιθήσεις και ευγενείς προθέσεις, αρκεί οι μάζες να γνωρίζουν ποιον να ακολουθήσουν. Ο Rüstow αντιλαμβάνεται έτσι τη δημοκρατία ως μια δημοψηφισματική δημοκρατία, στην οποία οι μάζες καθοδηγούνται από μια μαγευτική ελίτ που κυβερνά με την ηθική της ευθύνης και παρέχει χαρισματική υποστήριξη σε έναν απομαγευμένο κόσμο οικονομικής αξίας και κυριαρχίας μέσω αφηρημένων κανόνων και διατάξεων.[15]

Ο Eucken αντιλαμβανόταν επίσης τον εκδημοκρατισμό ως τη «χαοτική δύναμη των μαζών» (1932: 312), την οποία θεωρούσε βασική αιτία για τον μετασχηματισμό του φιλελεύθερου κράτους σε μαζικό δημοκρατικό κράτος πρόνοιας. Οι αδύναμες κυβερνήσεις κατεύνασαν την κοινωνική δυσαρέσκεια διευρύνοντας τη λαϊκή τους απήχηση, λυγίζοντας απέναντι στα επονομαζόμενα «επιμέρους συμφέροντα» που απαιτούν ίσα δικαιώματα και υλική ασφάλεια. Αντί να διευκολύνει την ελεύθερη οικονομία, η παρέμβαση στο ελεύθερο παιχνίδι των δυνάμεων της αγοράς δημιούργησε οικονομικές ανωμαλίες, οι οποίες απαιτούσαν περαιτέρω παρεμβάσεις, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο αυτοτροφοδοτούμενων παρεμβάσεων. Μέσα σε αυτό το κλίμα παρεμβατισμού που στρεβλώνει την αγορά, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο ομάδες ιδιωτικών συμφερόντων, ασκώντας πιέσεις για περιορισμό του ανταγωνισμού προκειμένου να εξασφαλίσουν τα δικά τους έσοδα. Ο Böhm (1937: 122) απορρίπτει το οικονομικό λεξιλόγιο για αυτού του είδους τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Αντί να μιλάμε για «καρτέλ, ρύθμιση της αγοράς ή αμοιβαία υποστήριξη», υποστηρίζει ότι οι δυνάμεις αδρανοποίησης της αγοράς των ιδιωτικών συμφερόντων συνιστούν «σαμποτάζ ή συνωμοσία». Εν ολίγοις, το κράτος, αποδυναμωμένο από τη μαζική δημοκρατία, ενέδωσε επίσης στα αιτήματα μιας πληθώρας ισχυρών ομάδων οικονομικών συμφερόντων με αποτέλεσμα να χάσει «τη δύναμη και την εξουσία του». Ανίκανο να διατηρήσει την «ανεξαρτησία του» από την οχλοβοή της κοινωνίας, άρχισε να «υποκύπτει στις επιθέσεις των ομάδων πίεσης… των μονοπωλίων και αργότερα των συνδικαλισμένων εργατών» (Rüstow, 1942: 276). Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν στην καθιέρωση του «ποσοτικά ολοκληρωτικού κράτους» που χαρακτηρίζεται από την πολιτική των κομμάτων, τον συμβιβασμό, τα παζάρια κ.λπ. Θεσμοθετεί ως θεμελιώδη αρχή της διακυβέρνησης τις «παραχωρήσεις στα κεκτημένα συμφέροντα» (Eucken, 1932: 318). Για τους ορντο-φιλελεύθερους, η ανεξέλεγκτη δημοκρατία οδηγεί σε σχεδιασμένο χάος.

Η ορντο-φιλελεύθερη ανάλυση για την κρίση της πολιτικής οικονομίας της Βαϊμάρης δεν εμπεριέχει κάποια οικονομική επιχειρηματολογία. Προσδιορίζει την κρίση ως κρίση ακυβερνησίας που επήλθε από την υπερβολική δημοκρατία, η οποία εξαφάνισε «το μαστίγιο του ανταγωνισμού» (πρβ. Eucken, 1932) από τις κοινωνικές δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν την ελευθερία τους για να «καταβροχθίσουν» το φιλελεύθερο κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας οικονομίας που στηρίζεται στην ελεύθερη εργασία (Rüstow, 1963: 258). Επετράπη στα «ολοκληρωτικά μαζικά κόμματα» να «καταχρώνται τους κανόνες του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού» (Rüstow, 1942: 277), οδηγώντας στην εδραίωση ενός «ολοκληρωτικού κράτους πρόνοιας» (Röpke, 1942: 4) που αντικατέστησε «τον δημοκρατικό κυρίαρχο, την αγορά» (Röpke, 1942: 254) με την «κολεκτιβιστική τυραννία» (Röpke, 1942: 248). Για τους ορντο-φιλελεύθερους, η τυραννία είναι «ριζωμένη στη δημοκρατία που είναι απεριόριστη και όχι επαρκώς εξισορροπημένη από τον φιλελευθερισμό» (Röpke, 1942, 248). Η τυραννία, λέει ο Röpke, «πάντα κυβερνούσε με τις μάζες… ενάντια στην ελίτ που είναι φορέας του πολιτισμού» (Röpke, 1942: 248). Ως εκ τούτου, απευθύνει κάλεσμα στους ανθρώπους που διαθέτουν ορθή κρίση να αναλάβουν «την ηγεσία… και να υπερασπιστούν υποδειγματικά τους κατευθυντήριους κανόνες και τις αξίες της κοινωνίας» (Röpke, 1998: 130).[16] Για τους ορντο-φιλελεύθερους, ο φιλελευθερισμός πρέπει να είναι μαχητικός φιλελευθερισμός που κυβερνά με κύρος και σκοπό, πυγμή και δύναμη, θάρρος και αφοσίωση στις αξίες της ατομικής ιδιοκτησίας, με οποιοδήποτε τίμημα. «Ο φιλελευθερισμός», λέει ο Rüstow, «δεν αξίωνε ένα αδύναμο κράτος αλλά μόνο ελευθερία για την οικονομική ανάπτυξη υπό την προστασία του κράτους». Αυτή η προστασία «απαιτεί ισχυρό κράτος» (Rüstow, 1963: 68). Το ισχυρό κράτος «βρίσκεται στη θέση που του αντιστοιχεί: πέρα και πάνω από την οικονομία, πέρα και πάνω από τις ομάδες συμφερόντων [Interessenten]» (Rüstow, 1963: 258). Είναι η ανεξαρτησία του κράτους από τις ομάδες συμφερόντων, από την κοινωνία και, επομένως, από τη δημοκρατική κυριαρχία, που το καθιστά ισχυρό ως δύναμη που θέτει σε κίνηση την αγορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τις «προλεταριοποιημένες» συνθήκες της Βαϊμάρης, οι ιδρυτές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς υποστήριζαν τη δικτατορία των κομισάριων υπό τον φον Πάπεν για να επιτύχουν αυτό που ο Χάγιεκ αποκαλεί ελευθερία από τον «καταναγκασμό και τη βία» (Χάγιεκ, 1972: 66). Η δικτατορία των κομισάριων στόχο είχε να εδραιώσει εκ νέου την ανεξαρτησία του κράτους από τη μαζική κοινωνία, προκειμένου να απελευθερωθεί η οικονομία από την οχλοβοή των μαζών όχι μόνο μέσω της «βίας» αλλά και μέσω της «εξουσίας και του ηγέτη» (Rüstow, 1959: 100). Κατά την άποψη του Röpke (1942: 256), η δημοκρατία είναι ο πραγματικός χαρακτήρας της δικτατορίας. «Όταν μια δημοκρατία σε περιόδους ανάγκης τοποθετεί έναν δικτάτορα ως επικεφαλής της, σε καμία περίπτωση δεν παραδίδεται: πολύ περισσότερο υπακούει στις νουθεσίες της αναγκαιότητας και στις προσταγές της ιστορίας. Πέρα από όλα τα άλλα, στην περίπτωση της δημοκρατικής δικτατορίας, έχουμε να κάνουμε με τη μεταβίβαση μιας εξουσιοδότησης που αποκαθίσταται μετά την παρέλευση της περιόδου έκτακτης ανάγκης του κράτους και όχι με μια κανονική, μόνιμη μορφή της κατεύθυνσης του κράτους και της οικονομικής ζωής». Ο Friedrich (1968: 547) συλλαμβάνει σωστά τον φιλελεύθερο σκοπό της «στρατιωτικής κυβέρνησης» που δεν είναι άλλος από το «να προστατεύσει την ευημερία των κυβερνώμενων» – «εμπνεόμενη από τον ανθρωπιστικό παράγοντα» (Friedrich, 1968: 547).

Ωστόσο, η περιστολή της μαζικής δημοκρατίας από τη δικτατορία των κομισάριων εγείρει το θεμελιώδες ερώτημα για το πώς θα διατηρηθεί φιλελεύθερη η δικτατορία. Πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι η δικτατορία ασκείται στο όνομα της ελευθερίας – όπως η δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή που, μεταξύ άλλων, την επαινούσαν ο Μίλτον Φρίντμαν, ο Φρίντριχ Χάγιεκ και η Τζιν Κιρκπάτρικ.[17] Δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα. Η αβεβαιότητα απαιτεί σθεναρή δράση για την εξάλειψη κάθε αμφιβολίας που σχετίζεται με τον νόμιμο προσδιορισμό και τη νόμιμη εξολόθρευση του εχθρού. Παρά τη θεωρητική διάκριση μεταξύ του αυταρχικού προσδιορισμού του εχθρού και της φασιστικής καταδίωξης του εχθρού, δεν υπάρχει κανένας νόμος που να εμποδίζει κάποιον να διαβεί τον Ρουβίκωνα. Σύμφωνα με τον Rossiter (1948: 290), «σε όποια απαγορευμένα πεδία ελευθερίας κι αν αναγκαστούν να εισέλθουν οι ηγέτες μιας συνταγματικά νόμιμης κυβέρνησης υπό το βάρος των αναγκών της κρίσης, θα πρέπει να το κάνουν ή διαφορετικά να επιτρέψουν την καταστροφή του κράτους και των ελευθεριών του». Η Κιρκπάτρικ (1979) διέκρινε καλοπροαίρετες προθέσεις στην ελευθερία κάποιου να προστάζει, να σακατεύει και να δολοφονεί.

Ακυβερνησία και υπερβολική δημοκρατία

Κατά τη δεκαετία του 1970, η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης εκείνης της περιόδου επικεντρώθηκε ρητά ή άρρητα στην κρίση της κρατικής εξουσίας. Κατά βάση, η κρίση θεωρήθηκε κρίση κυβερνησιμότητας, η οποία υποτίθεται ότι ήταν συνέπεια της υπερβολικής δημοκρατίας. Πυρήνας της έννοιας της υπερβολικής δημοκρατίας ήταν η αντίληψη ότι η κοινωνία είχε καταστεί μη κυβερνήσιμη. Έχοντας να αντιμετωπίσουν τα ασυγκράτητα δημοκρατικά αιτήματα της μάζας για συλλογικές παροχές και προστασία από τον ανταγωνισμό, οι κυβερνήσεις παραχώρησαν έδαφος και ακολούθησαν μη φιλελεύθερες κοινωνικοοικονομικές πολιτικές, οι οποίες οδήγησαν στην οικονομική κρίση και την ενίσχυσαν. Έτσι, η κρίση της δεκαετίας του 1970 αντιμετωπίστηκε ως μια κρίση που προκλήθηκε από το αδύναμο κράτος το οποίο υπέκυψε στα ιδιαίτερα συμφέροντα και στα δημοκρατικά αιτήματα της μάζας για κοινωνική προστασία και προστασία της απασχόλησης.

Σύμφωνα με το επιχείρημα περί υπερβολικής δημοκρατίας και κοινωνικής αναταραχής, τα πολιτικά κόμματα προσπάθησαν να ανταγωνιστούν το ένα το άλλο προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερα μερίδια της «εκλογικής αγοράς». Αυτό οδήγησε στην «αύξηση των πληθωριστικών προσδοκιών» εκ μέρους του εκλογικού σώματος, την οποία ενθάρρυνε το δημοκρατικό σύστημα. Όπως το θέτει ο Sam Brittan, «οι υπερβολικές προσδοκίες δημιουργούνται από τις δημοκρατικές πτυχές του συστήματος» (Brittan, 1976: 97) και «ο πειρασμός να ενθαρρυνθούν οι ψευδείς προσδοκίες του εκλογικού σώματος κυριεύει τους πολιτικούς» (Brittan, 1976: 105). Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με τον Brittan, ήταν ότι «για τους ψηφοφόρους δεν υπήρχαν περιορισμοί στον κρατικό προϋπολογισμό» (Brittan, 1976: 104). Το κράτος δεν είχε τη δύναμη να συγκρατήσει τις προσδοκίες της μάζας μέσα στα όρια μιας ελεύθερης κοινωνίας. Αυτό είχε ως συνέπεια, το να μετατραπεί η κυβέρνηση σε «ένα είδος ασφαλιστικής εταιρείας απεριόριστης ευθύνης, που παρέχει ασφάλιση σε όλα τα άτομα ανά πάσα στιγμή έναντι κάθε πιθανού κινδύνου» (King, 1976: 12). Ο επιχειρηματίας, αυτή η φιγούρα του νεοφιλελεύθερου οράματος μιας κοινωνίας που απαρτίζεται από κυνηγούς της οικονομικής αξίας οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τον εαυτό τους, αμφισβητήθηκε από τη θεσμοθέτηση μιας κουλτούρας εξάρτησης, που με τη μορφή του κράτους πρόνοιας τιμωρούσε την επιτυχία και έδινε παροχές στην αδράνεια. Η μη συμμόρφωση με τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας και η απόρριψη των παραδοσιακών κανόνων συμπεριφοράς ήταν ευρέως διαδεδομένα. Όπως το θέτει ο King (1976: 23), «ο άντρας που εξαρτάται από τη σύζυγό του για να τον πηγαίνει με το αυτοκίνητο στη δουλειά διαπιστώνει όλο και περισσότερο ότι εκείνη αρνείται να το κάνει».

Ανεξάρτητα από το τι ακριβώς απασχολούσε τον King, η γενική τάση της συγκεκριμένης προσέγγισης ήταν ότι η κρίση της δεκαετίας του 1970 προκλήθηκε από τη συνδυασμένη επίδραση των πολιτικοποιημένων κοινωνικών σχέσεων, της μη συμμόρφωσης με τους αναμενόμενους κανόνες συμπεριφοράς και ενός ανεξέλεγκτου δημοκρατικού συστήματος που ενθάρρυνε τα πολιτικά κόμματα να πλειοδοτούν το ένα έναντι του άλλου με υποσχέσεις περί κοινωνικών παροχών. Το κράτος, βάσει αυτής της προσέγγισης, είχε γίνει όμηρος της Τέταρτης Τάξης ή αυτού που αποκαλούσε ο Röpke (1998, βλ. επίσης Ancil, 2012) προλεταριοποιημένες κοινωνικές δομές. Για τους νεοφιλελεύθερους, οι «οικονομικές συνέπειες της δημοκρατίας» (βλέπε Brittan, 1977) ήταν τεράστιες και θεμελιώδεις για την κατανόηση της οικονομικής κρίσης και της επίλυσής της.

Θεμελιώδες στοιχείο για την εξάλειψη της επιρροής της μάζας στο κράτος είναι ο διαχωρισμός της οικονομίας και του κράτους σε διακριτές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Το κράτος θα πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ισχύ επί της οικονομίας, εν ολίγοις, η οικονομία γίνεται αντιληπτή ως μια σφαίρα που δεν υπάγεται στο κράτος, στην οποία τα άτομα έχοντας την ευθύνη του εαυτού τους παίρνουν αποφάσεις βάσει της ελεύθερης βούλησής τους καθοδηγούμενα αποκλειστικά από τον μηχανισμό των ελεύθερων τιμών. Ο μη κρατικός χαρακτήρας της οικονομίας συνεπάγεται την αποπολιτικοποίησή της ως μιας μη πολιτικοποιημένης κοινωνίας ανταλλαγής όπου οι αγοραστές και οι πωλητές εργασιακής δύναμης συναντιούνται ως ισότιμα νομικά πρόσωπα, επιδιώκοντας το καθένα τα δικά του συμφέροντα και σκοπούς βάσει της ελεύθερης βούλησής τους και χωρίς εξαναγκασμό. Η αντίληψη του Müller-Armack (1981: 102) ότι το κράτος «πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ισχυρό στη δική του σφαίρα αλλά έξω από αυτήν, στην οικονομική σφαίρα, πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ισχύ» στην πραγματικότητα υποστηρίζει την πλήρη εξάλειψη της αταξίας στην οικονομία από ένα κράτος που διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο του πολιτικού. Επομένως, υποστηρίζει επίσης την πολιτικοποίηση του κράτους ως ανεξάρτητης δύναμης μιας ελεύθερης, δηλαδή αποπολιτικοποιημένης, οικονομίας. Η επίτευξη μιας «μη κρατικής» οικονομικής σφαίρας είναι στην ουσία έργο της πολιτικής. Θεσμοθετείται, επιβάλλεται και επιβλέπεται από το κράτος, προκειμένου να διασφαλιστεί και να διατηρηθεί η, βάσει κανόνων, συμπεριφορά των ελεύθερων επιχειρηματιών που εμπορεύονται εργασιακή δύναμη.

Ο απολογισμός της κρίσης της δεκαετίας του 1970 από νεοφιλελεύθερη σκοπιά καθιστά σαφές ότι το φιλελεύθερο κράτος είναι η πολιτική μορφή της ελεύθερης οικονομίας. Η αποπολιτικοποίηση της οικονομίας, ο περιορισμός της ισχύος των συνδικάτων, ο μετασχηματισμός του κράτους πρόνοιας σε κράτος εργασιακής πειθαρχίας (workfare state) και η φιλελευθεροποίηση της οικονομίας –η δημιουργία, η υποστήριξη και η διατήρηση της ελεύθερης οικονομίας– είναι όλα ζητήματα πρακτικής διακυβέρνησης. Ο ανταγωνισμός δεν δημιουργεί ανόθευτες σχέσεις ανταλλαγής σε αδιαίρετες αγορές. Οδηγεί είτε στην ανελέητη απληστία είτε στη μονοπωλιακή τιμολόγηση. Ο ανταγωνισμός είναι μια κατηγορία κοινωνικής διαμάχης και διχασμού. Η κοινωνική της υπόσταση συνιστά πολιτική πρακτική. Η οικονομία δεν προϋποθέτει την ελευθερία ούτε απελευθερώνει τον εαυτό της. Από μόνη της βυθίζεται στην «αιματοχυσία και την αταξία». Η φιλελεύθερη αντίληψη του αόρατου χεριού που ρυθμίζει την αγορά εκφράζει μια πολιτική πρακτική ανόθευτων και αδιαίρετων σχέσεων της αγοράς. Επομένως, το laissez-faire είναι «μια πολύ ασαφής και παραπλανητική περιγραφή των αρχών στις οποίες βασίζεται η φιλελεύθερη πολιτική» (Hayek, 2013). Δεν είναι η «απάντηση στις εξεγέρσεις» (Willgerodt and Peacock, 1989: 6). Δεν είναι η απάντηση «στις πεινασμένες ορδές των κατεστημένων συμφερόντων» (Röpke, 2007), ούτε στις πολιτικοποιημένες κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, ούτε στα μαζικά δημοκρατικά αιτήματα για τις συνθήκες ζωής, ούτε σε μια δημοκρατία που δεν ξέρει πώς να περιορίσει τον εαυτό της επιδιώκοντας την ελευθερία (βλ. Crozier et al., 1975). Πράγματι, για χάρη της ελευθερίας «οι πιο θεμελιώδεις αρχές μιας ελεύθερης κοινωνίας… μπορεί να χρειαστεί να θυσιαστούν προσωρινά… [προκειμένου να διαφυλαχτεί] η ελευθερία μακροπρόθεσμα» (Hayek, 2008). Τη δεκαετία του 1970, οι προειδοποιήσεις του Χάγιεκ για την απεριόριστη δημοκρατία ως πρόδηλο κίνδυνο για την ελευθερία, που περιέχονταν στο βιβλίο του Το Σύνταγμα της Ελευθερίας, υιοθετήθηκαν από τους στρατώνες. Όπως το έθεσε ο ίδιος εγκωμιάζοντας τη δικτατορία του Πινοσέτ, «ίσως υπάρχουν ακόμη και σήμερα δικτάτορες με καλές προθέσεις που ανήλθαν στην εξουσία λόγω της πραγματικής κατάρρευσης της δημοκρατίας και ανυπομονούν ειλικρινά να την αποκαταστήσουν, αρκεί μόνο να γνώριζαν πώς να τη διαφυλάξουν από τις δυνάμεις που την κατέστρεψαν». Σύμφωνα με τον Χάγιεκ, «μια δικτατορία μπορεί να επιβάλλει όρια στον εαυτό της, και μια δικτατορία που επιβάλλει τέτοια όρια μπορεί να είναι πιο φιλελεύθερη στις πολιτικές της από ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο που δεν γνωρίζει τέτοια όρια» (Hayek, παρατίθεται στο Cristi, 1998: 168, σημ. 16). Ο Χάγιεκ θεωρούσε τη δικτατορία του Πινοσέτ ισχυρό κράτος, ένα κράτος το οποίο επιλύει το ζήτημα της υπερβολικής δημοκρατίας, τραβώντας μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνίας και κράτους, καθιστώντας το κράτος κυβερνήσιμο ως «σχεδιαστή του ανταγωνισμού» (Hayek, 2013).

Συμπεράσματα

Για τον αυταρχικό φιλελευθερισμό, το κράτος είναι η κυρίαρχη κατηγορία της πολιτικής οικονομίας. Αναγνωρίζει ότι η ελεύθερη οικονομία βασίζεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη (social order) και συνιστά μια συνολική πρακτική διακυβέρνησης. Η τάξη (order) δεν είναι προϊόν της οικονομίας. Είναι πολιτική κατηγορία. Επομένως, οι οικονομικές κρίσεις φανερώνουν μια «κρίση του παρεμβατισμού» (Röpke, 1936: 160). Έχω υποστηρίξει ότι ο αυταρχικός φιλελευθερισμός μπορεί να συνοψιστεί στο μότο της ελεύθερης οικονομίας ως πολιτικής πρακτικής του ισχυρού κράτους. Για χάρη της οικονομικής ελευθερίας, αναγνωρίζει ότι το φιλελεύθερο κράτος δεν μπορεί να έχει αρκετή ισχύ και απορρίπτει τη δημοκρατική οργάνωση αυτής της ισχύος. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός εκφράζει τις πολιτικές αναγκαιότητες της ελεύθερης οικονομίας υπό τη μορφή μιας πολιτικής θεολογίας – αξιώνει ό,τι είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της ελευθερίας των αποστερημένων. Το αυταρχικό κράτος της ελεύθερης οικονομίας είναι οπλισμένο.

Η άποψη ότι η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970 συνιστά κρίση της εξουσίας του κράτους βασίστηκε στην πεποίθηση ότι ο «όχλος» είχε μετατρέψει το κράτος σε θήραμά του, αποδυναμώνοντας τη φιλελεύθερη χρησιμότητά του. Παρόμοιες απόψεις είχαν εκφραστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο Μπέρναρντ Μπαρούχ, κορυφαία φιγούρα των Δημοκρατικών, είχε διαμαρτυρηθεί εναντίον της απόφασης του Ρούσβελτ να εγκαταλείψει το 1933 τον κανόνα του χρυσού, δηλώνοντας ότι «οι μόνοι που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο είναι οι υποστηρικτές της οχλοκρατίας. Ίσως η χώρα να μην το γνωρίζει ακόμα, αλλά νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια επανάσταση πιο ριζική από τη Γαλλική Επανάσταση. Το πλήθος έχει καταλάβει την έδρα της κυβέρνησης και προσπαθεί να σφετεριστεί τον πλούτο. Ο σεβασμός για τον νόμο και την τάξη έχει χαθεί» (παρατίθεται στο Schlesinger, 1958: 202). Για τον Μπαρούχ, ορθά, οι αποστερημένοι έμποροι της εργασιακής δύναμης αποτελούν την κοινωνική πλειοψηφία. Για χάρη της ελευθερίας, ο περιορισμός τους είναι ζωτικής σημασίας. Ζωτικής σημασίας είναι επίσης η εξάλειψη της επιρροής της δημοκρατίας στη χάραξη πολιτικής, ιδίως στη νομισματική και στην πιστωτική πολιτική. Ούτε θα πρέπει «να λειτουργεί ως κέντρο ελέγχου από μια κυβέρνηση που εξαρτάται άμεσα από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή, ακόμα χειρότερα, από κάποια μη κοινοβουλευτική ομάδα που παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος της κοινής γνώμης» (Röpke, 1998: 223). Ο κανόνας του χρυσού λειτουργούσε παρόμοια με ένα απο-εθνικοποιημένο, απο-δημοκρατικοποιημένο και πλήρως αποπολιτικοποιημένο πλαίσιο οικονομικών προσαρμογών στις εδαφικοποιημένες αγορές εργασίας, η καθεμία σε ανταγωνισμό με την άλλη βάσει των τιμών στην παγκόσμια αγορά. Το γεγονός ότι δεν εξαρτιόταν από τις αποφάσεις κάποιας κυβέρνησης μετέτρεπε τον καθένα σε εξάρτημα ενός κανόνα φαινομενικά ανεξάρτητων οικονομικών δυνάμεων.[18] Η εγκατάλειψή του υπέταξε τη νομισματική πολιτική στις δημοκρατικές πιέσεις, γεγονός που κατά την άποψη του Μπαρούχ ισοδυναμεί με την κατάληψη του κράτους από τον όχλο. Δηλαδή, επέτρεψε την εφαρμογή του Κεϋνσιανισμού του New Deal υπό τον Ρούζβελτ. Στο πλαίσιο αυτό, οι ορντο-φιλελεύθεροι υποστήριξαν ότι η επιδίωξη της ελεύθερης οικονομίας προϋποθέτει την περιστολή της μαζικής δημοκρατίας και την ελευθερία λήψης εκτελεστικών αποφάσεων. Σε αντίθεση με τα φασιστικά ρεύματα, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η στάση τους συνιστά επιχείρημα υπέρ της δικτατορίας. Είναι μάλλον ένα επιχείρημα που αφορά τα μέσα για τη διατήρηση της οικονομικής ελευθερίας.

Η κατάσταση εξαίρεσης φανερώνει την αποτυχία της κυβέρνησης να αποτρέψει την εκδήλωση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τον φιλελευθερισμό. Δηλαδή, η επιδίωξη της ελευθερίας πρέπει να είναι προληπτική για να αποφευχθεί εκ των προτέρων η διασάλευση της τάξης. Συνεπώς, ο Röpke (1969: 97) υποστηρίζει ότι η δημοκρατία πρέπει να «περιορίζεται μέσω μέτρων και προφυλάξεων που θα αποτρέπουν την καταστροφή του φιλελευθερισμού από τη δημοκρατία». Η πρόσδεση της δημοκρατίας στο θεμέλιο του φιλελευθερισμού βρέθηκε στο επίκεντρο κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Αυτή η απόπειρα περιλάμβανε τη χορήγηση στα συνταγματικά δικαστήρια έκτακτων εξουσιών απόφανσης επί της συνταγματικότητας του κοινοβουλευτικού νομοθετικού έργου, υποτάσσοντάς το στον δικαστικό έλεγχο, στη δικαστική εποπτεία και στην εξουσία του δικαστηρίου να κηρύσσει άκυρη την πλειοψηφικά εγκεκριμένη νομοθεσία. Επίσης, διεξαγόταν, για παράδειγμα, συνεχής συζήτηση σχετικά με την επιβολή κανόνων ομοφωνίας στο νομοθετικό έργο (Buchanan και Tullock, 1999, Brennan και Buchanan, 1980, Buchanan και Wagner, 1977) ενώ πιο πρόσφατα εισήχθησαν ανώτατα όρια για το χρέος στα πλαίσια του συνταγματικού περιορισμού της κοινοβουλευτικής εξουσίας.[19] Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, έχουν γίνει πάρα πολλές θεσμικές προσπάθειες προκειμένου να μεταφερθούν σημαντικές πτυχές της λήψης πολιτικών αποφάσεων από τον δημοκρατικό έλεγχο σε εξω-δημοκρατικά τεχνοκρατικά θεσμικά όργανα, όπως για παράδειγμα οι κεντρικές τράπεζες που έχουν αποκτήσει ευρύτερες ανεξάρτητες εξουσίες χάραξης πολιτικής (Bonefeld και Burnham, 1998).[20] Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, το όραμα του Χάγιεκ (1939) για ένα σύστημα «διακρατικού φεντεραλισμού» αποδείχτηκε το πιο ενδεδειγμένο για την εδραίωση ενός ευρωπαϊκού οικονομικού συντάγματος στο οποίο τα ομοσπονδιακά κράτη λειτουργούν εντός ενός υπερεθνικού πλαισίου ατομικών οικονομικών δικαιωμάτων, νόμων και κανονισμών που υπερβαίνουν τις εθνικές δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων και ενσωματώνουν τα αποδυναμωμένα μαζικά δημοκρατικά κοινοβούλια ως όργανα νομιμοποίησης μιας ουσιαστικά απο-δημοκρατικοποιημένης νομοθετικής διαδικασίας που βρίσκεται στα χέρια ενός συμβουλίου εθνικών εκτελεστικών εκπροσώπων (Streek, 2015· Wilkinson, 2015· Bonefeld, 2015).

Το «σύμφωνο της Ευρώπης» είναι ένα σύμφωνο χωρίς Δήμο. Είναι επίσης ένα σύμφωνο χωρίς πολιτικό κυρίαρχο. Η πολιτική κυριαρχία παραμένει ομοσπονδοποιημένη σε εδαφικοποιημένες πολιτικές οντότητες, καθεμιά από τις οποίες απολαμβάνει το καθεστώς του δημοκρατικά διορισμένου δικαιούχου του μονοπωλίου της νόμιμης χρήσης βίας, εφαρμόζοντας τους κανόνες που αποφασίζονται από θεσμικά όργανα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια της κρίσης στην ευρωζώνη, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Επικεφαλής των κυβερνήσεων της ευρωζώνης αναδείχθηκε ως το βασικό όργανο λήψης αποφάσεων. Χωρίς να ελέγχεται από τον νόμο και σε απόσταση από τα εδαφικοποιημένα δημοκρατικά εκλογικά σώματα, κατάφερε να χειριστεί την κρίση λαμβάνοντας αυταρχικές αποφάσεις. Ο χαρακτηρισμός του Χάμπερμας (2012) για τη «νέα Ευρώπη» ως κατάσταση εξαίρεσης φέρνει στο προσκήνιο αυτό τον ισχυρισμό περί εκτελεστικού μανατζεριαλισμού. Υποδεικνύει την άνοδο στην εξουσία ενός «αδέσμευτου» εκτελεστικού οργάνου. Σε αντίθεση με ολόκληρη την ιστορία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, το νομοθετικό έργο πραγματοποιείται με εκτελεστική απόφαση, από τις δημοσιονομικές περικοπές μέχρι την απώλεια της δημοσιονομικής κυριαρχίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το συμβούλιο αποφάσισε ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναδιαρθρώσει το σύνολο του κοινωνικού της συμβολαίου ως προϋπόθεση για την τιμωρητική συμφωνία διάσωσης. Στην πραγματικότητα, το ελληνικό κράτος μετατράπηκε σε κράτος εκτέλεσης των αποφάσεων του συμβουλίου.

Στην ευρωζώνη, η αυταρχική αντίληψη ότι μια σωστά διοικούμενη «πολιτεία» πρέπει να περιορίζει τις δημοκρατικές υπερβολές της μαζικής κοινωνίας εκδηλώνεται μέσω ενός ομοσπονδιακού συστήματος το οποίο αποτελείται από ένα υπερεθνικό οικονομικό σύνταγμα, την εκτελεστική νομοθεσία και την εφαρμογή των κανόνων που έχουν συμφωνηθεί από τα δημοκρατικά κράτη μέλη που το απαρτίζουν. Εξαλείφοντας τη δημοκρατική επιρροή στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής, προσδένει τη δημοσιονομική πολιτική στην επιδίωξη της νομισματικής σταθερότητας, καθιστά δυνατή την ελευθερία του ανταγωνισμού μεταξύ των εδαφικοποιημένων αγορών εργασίας και θέτει τα δημοκρατικά κράτη μέλη υπό ένα καθεστώς επιβεβλημένης ελευθερίας. Όπως το έθετε ο Streek, «όπου εξακολουθούν να υπάρχουν δημοκρατικοί θεσμοί στην Ευρώπη, δεν ασκείται πλέον οικονομική διακυβέρνηση, από φόβο μην προσβληθεί η διαχείριση της οικονομίας από τα μη καπιταλιστικά συμφέροντα που πλήττουν την αγορά. Και όπου ασκείται οικονομική διακυβέρνηση, η δημοκρατία είναι απούσα» (2015: 366). Η κυβέρνηση του ευρώ ενισχύει έτσι το φιλελεύθερο θεμέλιο των δημοκρατικών κρατών μελών και κατά αυτόν τον τρόπο επαναβεβαιώνει την «ανεξαρτησία της θέλησής τους» έναντι των πολιτών της επικράτειάς τους.[21]

Το ευρωπαϊκό σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν προωθεί μόνο τον ανταγωνισμό μεταξύ των εδαφικοποιημένων αγορών εργασίας στο εσωτερικό της. Συντελεί επίσης στην εθνικοποίηση της διαμαρτυρίας ενάντια στο υπερεθνικό καθεστώς της επιβεβλημένης ελευθερίας. Η ραγδαία ενίσχυση της άκρας δεξιάς, συμπεριλαμβανομένων των νεοφασιστών, από το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία έως τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, έχει γίνει όπως φαίνεται νέα κανονικότητα στην ευρωζώνη. O περιορισμός των παραδοσιακών μορφών κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στα πλαίσια της κρίσης του ευρώ, δεν κατέπνιξε μόνο τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής αμφισβήτησης και νομιμοποίησης, οδηγώντας στην επανεδραίωση της (αντι-ευρωπαϊκής) εθνικιστικής δεξιάς ως υπολογίσιμης δύναμης. Αφόπλισε επίσης μια ολόκληρη παράδοση αριστερού διεθνισμού στην Ευρώπη και ενίσχυσε παλαιότερες ιδέες περί του έθνους ως υποτιθέμενα προοδευτικής δύναμης ενάντια στην παγκοσμιοποίηση.[22] Το Brexit εκφράζει την ιδέα της εθνικής αυτοδιάθεσης ως στρεβλής εναλλακτικής επιλογής στο ευρωπαϊκό σύστημα της ελευθερίας που επιβάλλεται από την εκτελεστική εξουσία. Αντί να ξεπεράσει την παράδοση του αυταρχικού φιλελευθερισμού, την προωθεί με πιο επικίνδυνο τρόπο, ως κίνημα εθνικού σκοπού.

Βιβλιογραφία

Agnoli J (1990) Die Transformation der Demokratie. Freiburg: Ca Ira.

Agnoli J (2000) Politik und Geschichte. Freiburg: Ca Ira.

Ancil RE (2012) Röpke and the restauration of property: The proletarianized market. The Imaginative

Conservative. Προσβάσιμο (6 Ιουλίου 2016) στη διεύθυνση: www.theimaginativeconservative.org/2012/10/Röpke-proletarianized-market

Arendt H (2017) Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Νησίδες.

Biebricher T (2015) Neoliberalism and democracy. Constellations 22(2): 255–266.

Böhm F (1937) Ordnung und Wirschaft. Berlin: Kohlhammer.

Bonefeld W (1992) Constitutional norm versus constitutional reality in Germany. Capital & Class 16(1): 65–88.

Bonefeld W (1993) The Recomposition of the British State during the 1980s. Aldershot: Dartmouth.

Bonefeld W (2006a) Democracy and dictatorship. Critique 34(3): 237–252.

Bonefeld W (2006b) Anti-globalisation and the question of socialism. Critique 34(1): 39–59.

Bonefeld W (2012) Freedom and the strong state: On German ordoliberalism. New Political Economy 17(5): 633–656.

Bonefeld W (2013) Adam Smith and ordoliberalism: On the political form of market liberty. Review of International Studies 39(2): 233–250.

Bonefeld W (2014) Critical Theory and the Critique of Political Economy. New York, NY: Bloomsbury.

Bonefeld W (2015) European economic constitution and the transformation of democracy. E. J. of International Relations 21(4): 867–886.

Bonefeld W και Burnham P (1998) The politics of counter-inflationary credibility in Britain, 1990-1994. Review of Radical Political Economics 30(1): 30–52.

Brittan S (1975) The economic contradictions of democracy. Στο: King A (ed.) Why is Britain Harder to Govern? London: BBC Books, 96–127.

Brittan S (1977) The Economic Consequences of Democracy. London: Temple Smith.

Brennan G και Buchanan JM (1980) The Power to Tax. Cambridge: Cambridge University Press.

Buchanan JM και Tullock G (1999) Ο λογισμός της συναίνεση – Τα λογικά θεμέλια της συνταγματικής δημοκρατίας. Εκδόσεις Παπαζήση.

Buchanan JM και Wagner RE (1977) Democracy in Deficit – The Political Legacy of Lord Keynes. New York, NY: Academy Press.

Burnham P (2001) New Labour and the politics of depoliticization. British Journal of Politics and International Relations 3(2): 127–49.

Cristi R (1998) Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press.

Crozier M et al. (1977) The Crisis of Democracy. New York, NY: New York University Press.

Eucken W (1932) Staatliche Strukturwandlungen und die Krise des Kapitalismus. Weltwirtschaftliches Archiv 36: 521–524.

Eucken W (2004) Grundsätze der Wirtschaftspolitik. 7th edition. Tübingen: Mohr Siebert.

Fortsthoff E (1933a) Das Ende der humanistischen Illusion. Berlin: Furche-Verlag.

Forsthoff E (1933b) Der totale Staat. Hamburg: Hanseatische Verlags-Anstalt.

Foucault M (2012) Η γέννηση της βιοπολιτικής. Πλέθρον.

Friedrich C (1955) The political thought of neo-liberalism. The American Political Science Review 49(2): 509–525.

Friedrich C (1968) Constitutional Government and Democracy. London: Blaisdell Publishing.

Gamble A (1988) The Free Economy and the Strong State. London: Palgrave.

Habermas J (2012) The Crisis of European Union. Cambridge: Polity.

Haselbach D (1991) Autoritärer Liberalismus und Soziale Marktwirtschaft. Baden-Baden: Nomos.

Hayek F (1939) The economic conditions of interstate federalism. Στο: Hayek F (1949) Individualism and Economic Order. London: Routledge and Kegan Paul, 255–273.

Hayek F (2013) Ο δρόμος προς τη δουλεία. Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Hayek F (2008) Το Σύνταγμα της ελευθερίας. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Hayek F (1972) A Tiger by the Tail. London: London Institute of Economic Affairs.

Hayek F (1979) The Political Order of a Free People. Chicago, IL: University of Chicago Press.

Heller H (2015 [1933]) Authoritarian liberalism. European Law Journal 21(3): 295–301.

King A (1976) The problem of overload. Στο: King A (ed.) Why is Britain Harder to Govern? London: BBC Books, 74–83.

Kirkpatrick J (1979) Dictatorship & double standards. Commentary Magazine, 1 Νοεμβρίου. Προσβάσιμο (7 Μαΐου 2016) στη διεύθυνση: https://www.commentarymagazine.com/articles/dictatorships-double-standards/

Lenel HO (1989) Evolution of the social market economy. Στο: Peacock A and Willgerodt H (eds) German Neoliberals and the Social Market Economy. London: Palgrave, 16–39.

Λούξεμπουργκ Ρόζα (2009) Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρκούζε Χέρμπερτ (1983) Η πάλη ενάντια στον φιλελευθερισμό στην ολοκληρωτική αντίληψη για το κράτος. Στο: Μαρκούζε Χέρμπερτ, Αρνήσεις. Ύψιλον.

Μαρξ Καρλ (1989) Grundrisse, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Στοχαστής.

Μαρξ Καρλ (2002) Το Κεφάλαιο, Τόμος Α. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Καρλ και Ένγκελς Φρίντριχ (2014) Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στο: Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840 – Μια ανθολογία, ΚΨΜ.

Miksch L (1947) Wettbewerb als Aufgabe. Grundsätze einer Wettbewerbsordnung. Bad Godesberg: Kuepper.

Mirowski P και Plehwe D (eds) (2009) The Road from Mont Pelerin. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Müller JW (2012) Militant democracy. Στο: Rosenfeld M and Sajó A (eds) Oxford Handbook of Comparative Constitutional Law. Oxford: Oxford University Press, 253–269.

Müller-Armack A (1933) Staatsidee und Wirtschaftsordnung im neuen Reich. Berlin: Junker & Dünnhaupt.

Müller-Armack A (1981) Diagnose unserer Gegenwart. Stuttgart: Paul Haupt.

Radice H (2014) Enforcing austerity in Europe: the structural deficit as a policy target. Journal of Contemporary European Studies 22(3): 248–260.

Röpke W (1936) Crisis and Cycles. London: W. Hodge.

Röpke W (1942) International Economic Disintegration. London: W. Hodge.

Röpke W (1969) Against the Tide. Vienna: Ludwig von Mises Institute.

Röpke W (1998) A Human Economy. Wilmington, DE: ISI Books.

Röpke W (2007) Η κρίση της εποχής μας. Ροές.

Rossiter CL (1948) Constitutional Dictatorship. Crisis and Government in the Modern Democracies. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Rüstow A (1963 [1932]) Die staatspolitischen Voraussetzungen des wirtschaftspolitischen Liberalismus. Στο: Rüstow A, Rede und Antwort. Ludwigsburg: Hoch, 249–258

Rüstow A (1942) General social laws of the economic disintegration and possibilities of reconstruction. Επίλογος στο Röpke W, International Economic Disintegration. London: W. Hodge, 267–283.

Rüstow A (1959 [1929]) Diktatur innerhalb der Grenzen der Demokratie. Vierteljahreshefte für Zeitgeschichte 7: 87–111.

Schlesinger AM (1959) The Age of Roosevelt: The Coming of the New Deal. Cambridge, MA: Riverside Press.

Schmitt C (1931) Der Hüter der Verfassung. Berlin: Duncker & Humblot.

Schmitt C (2010) Σχετικά με τα τρία είδη της νομικής σκέψης. Εκδόσεις Παπαζήση.

Schmitt C (2016) Πολιτική θεολογία. Τέσσερα κεφάλαια γύρω από τη διδασκαλία περί κυριαρχίας. Κουκκίδα.

Schmitt C (1988 [1923]) The Crisis of Parliamentary Democracy. Cambridge, MA: MIT Press.

Schmitt C (2009) Η έννοια του πολιτικού. Κριτική.

Schmitt C (1998 [1932]) Strong state and sound economy: an address to business leaders. Appendix. Στο: Cristi R, Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press, 213–232.

Schmitt C (2008a [1970]) Political Theology II: The Myth of the Closure of any Political Theology.Cambridge: Polity.

Schmitt C (2008b [1928]) Constitutional Theory. Durham, NC: Duke University Press.

Schmitt C (2015 [1942]) Land and Sea: A World-Historical Mediation. New York, NY: Telos. Harper.

Smith A (1976 [1759]) The Theory of Moral Sentiments. Oxford: Oxford University Press.

Streek W (2015) Heller, Schmitt and the Euro. European Law Journal 21(3): 361–370.

Triebe K (1995) Strategies of Economic Order. Cambridge: Cambridge University Press.

Von Mises L (1985 [1927]) Liberalism in the Classical Tradition. San Francisco, CA: Cobden Press.

Weber M (1987) Η πολιτική ως επάγγελμα. Εκδόσεις Παπαζήση

Wilkinson MA (2015) Authoritarian liberalism in the European constitutional imagination. European Law Journal 21(3): 313–339.

Willgerodt W και Peacock A (1989) German liberalism and economic revival. Στο: Peacock A και Willgerodt H (eds.) German Neo-Liberals and the Social Market Economy. London: Palgrave, 1–14.

[1]. Ο Φραντς φον Πάπεν (Franz von Papen) ήταν Γερμανός ευγενής, στρατιωτικός και πολιτικός. Μετά τη θητεία του στην καγκελαρία το 1932, έπεισε τον πρόεδρο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ να διορίσει τον Αδόλφο Χίτλερ ως καγκελάριο το 1933. Ο φον Πάπεν υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος του Χίτλερ από το 1933 έως το 1934. Η καγκελαρία του φον Πάπεν είναι γνωστή ως η «κυβέρνηση των βαρόνων».

[2]. Βλέπε επίσης Μαρκούζε (1983). Εκείνη την εποχή, ο Σμιτ ήταν υποστηριχτής του «αυταρχικού κράτους» του φον Παπεν (Heller, 2015: 295) όπως και οι στοχαστές που θεμελίωσαν τον γερμανικό ορντο-φιλελευθερισμό, συμπεριλαμβανομένων των Euken, Röpke και Rüstow (βλέπε Haselbach, 1991). Ο όρος ορντο-φιλελευθερισμός εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1950. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 οι ορντο-φιλελεύθεροι θεωρούσαν τους εαυτούς τους υποστηρικτές ενός «νέου φιλελευθερισμού» πέρα από το laissez-faire. Το 1938, στο Συνέδριο Walter Lippmann, o Rüstow εγκαινίασε τον όρο «νεοφιλελευθερισμός» για να διακρίνει αυτό τον νέο, κρατικοκεντρικό φιλελευθερισμό από την παράδοση του laissez-faire, την οποία απέρριπτε ως θεολογία. Σχετικά με τη διαδρομή του φιλελευθερισμού, βλέπε τα άρθρα των Mirowski και Plehwe (2009).

[3]. Ο Σμιτ ήταν σύνηθες σημείο αναφοράς για τις ορντο-φιλελεύθερες κριτικές της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Βλέπε, μεταξύ άλλων, Haselbach (1991), Cristi (1998), Tribe (1995) και Streek (2015). Βλέπε επίσης Bonefeld (2012). O Χάγιεκ (1944) σωστά καταγγέλλει τον Σμιτ ως τον νομικό φιλόσοφο του γερμανικού ναζισμού, για να καταλήξει όμως να επιδοκιμάζει την κριτική που άσκησε στη δημοκρατία της Βαϊμάρης ως την «πιο περισπούδαστη και οξυδερκή» (Χάγιεκ, 1960: 485). Σε σχέση με αυτό, βλέπε επίσης Bonefeld (2006a).

[4]. Σύμφωνα με τον Μαρξ, το κράτος είναι η πολιτική μορφή της κοινωνίας «θεωρημένο σε σχέση με τον εαυτό του» (Μαρξ, 1989: 72). Ως η «οργανωμένη βία της κοινωνίας» (Μαρξ, 2002: 776), συγκεντρώνει τον πολιτικό χαρακτήρα της αστικής κοινωνίας και με αυτό τον τρόπο αποπολιτικοποιεί τις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ αγοραστών εργασιακής δύναμης και παραγωγών υπεραξίας στη βάση του νόμου και της τάξης.

[5]. Για τη μαχητική δημοκρατία, τον αντι-κομμουνισμό, τους πεμπτοφαλαγγίτες και τα αφανή ανατρεπτικά στοιχεία βλέπε Agnoli (1990) και Müller (2012). Βλέπε επίσης Bonefeld (1992). Ο μακαρθισμός είναι φτιαγμένος από την ίδια στόφα.

[6]. Για τον θατσερισμό ως ένα πρόγραμμα ελεύθερης οικονομίας και ισχυρού κράτους βλέπε Gamble (1988) και Bonefeld (1993).

[7]. Αυτή η άποψη δεν είναι πρωτότυπη. Μεταξύ άλλων, είναι κεντρική στον Τοκβίλ (Tocqueville) όταν προειδοποιεί για την απειλή που εκφράζει η μαζική δημοκρατία στο φιλελεύθερο κράτος δικαίου (Agnoli, 2000). Βλέπε επίσης το επιχείρημα της Λούξεμπουργκ ότι στην καπιταλιστική κοινωνία «οι θεσμοί αντιπροσώπευσης, δημοκρατικοί στη μορφή, στο περιεχόμενό τους είναι όργανο των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Αυτό αποκαλύπτεται με απτό τρόπο στο γεγονός ότι μόλις η δημοκρατία δείξει μια τάση άρνησης του ταξικού της χαρακτήρα και αρχίσει να μετασχηματίζεται σε όργανο των πραγματικών συμφερόντων του πληθυσμού, οι δημοκρατικές μορφές θυσιάζονται από την αστική τάξη και τους κρατικούς της εκπροσώπους» [Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση, δική μας η μετάφραση]

[8]. Η διάκριση μεταξύ ορντο-φιλελευθερισμού, νεοφιλελευθερισμού και αυταρχικού φιλελευθερισμού είναι ρευστή. Ορθά ο Φουκώ (2012) θεωρεί ότι ο ορντο-φιλελευθερισμός είναι η αρχική διατύπωση του νεοφιλελευθερισμού. Είναι η πρώτη ισχυρή φιλελεύθερη απάντηση της αγοράς απέναντι στην κολεκτιβιστική πρόκληση. Έθεσε το ερώτημα: Τι πρέπει να γίνει για να διασφαλιστεί και να διατηρηθεί η τάξη της ελευθερίας της αγοράς; Τι είναι αναγκαίο; Στην πραγματικότητα, υπάρχει μόνο διαφορά στο πού δίνεται η έμφαση καθώς και ένας καταμερισμός της ακαδημαϊκής εργασίας. Για μια κριτική θεωρία του καπιταλιστικού κράτους ως θεμελιωδώς φιλελεύθερου κράτους (της αγοράς), βλέπε Bonefeld (2014: κεφ. 8).

[9]. Η γη και η θάλασσα είναι μια αναφορά στην παγκόσμια ιστορία ως αγώνα μεταξύ των χερσαίων και των θαλάσσιων δυνάμεων (βλ. Σμιτ, 2015). Η αγγλική εθνικιστική ελίτ διατηρεί την ψευδαίσθηση της χαμένης από καιρό Βρετανικής Αυτοκρατορίας ως μιας θαλάσσιας κοινοπολιτείας ιδιωτικού πλουτισμού. Αυτή η ψευδαίσθηση διαμορφώνει τον δημαγωγικό της λόγο περί της ελευθερίας των Βρετανών. Η ανήμπορη οργή χαρακτηρίζει την εξέγερση των φτωχών ενάντια στην ΕΕ. Δεν είχαν τίποτα να χάσουν και κέρδισαν την υπόσχεση για ακόμα μεγαλύτερα δεινά.

[10].  Η «υπερφόρτωση» και η «ανικανότητα διακυβέρνησης» συναντώνται στη νεοφιλελεύθερη κριτική του Κεϋνσιανού κοινωνικού κράτους τη δεκαετία του 1970.

[11]. Χρησιμοποιώ για λόγους συντομίας τη διατύπωση «εξαρτημένοι πωλητές εργασιακής δύναμης», διότι η πρόσβαση των ελεύθερων εργατών στα μέσα συντήρησης εξαρτάται από την πώληση της εργασιακής τους δύναμης.

[12]. Βλέπε επίσης Βέμπερ (1987) για μια περιγραφή αυτού του μετασχηματισμού και των συνεπειών του στη διακυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του κομματικού συστήματος, στην ηθική και τη νομιμοποίηση της διακυβέρνησης, στη λογική της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και στη διοίκηση.

[13]. Η κριτική του Σμιτ στρεφόταν κατά της νομικής θεωρίας του Kelsen, στην οποία υποστηριζόταν ότι οι νόμοι που θεσπίζονται από κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες σύμφωνα με τις καθιερωμένες συνταγματικές διαδικασίες είναι νόμιμοι και θεμιτοί ανεξάρτητα από το ειδικό περιεχόμενο του νόμου και των κανονιστικών του αξιών. Ο Σμιτ απέρριπτε αυτή τη θέση ως καθαρό σχετικισμό και ισχυριζόταν ότι η νομιμότητα του κοινού δικαίου δεν είναι νομικό ζήτημα αλλά, μάλλον, ζήτημα οριστικών αποφάσεων εξωδικαιικής αξίας και ως εκ τούτου ο πραγματικός κυρίαρχος δεν είναι το κράτος δικαίου. Αντίθετα, ο αληθινός κυρίαρχος είναι η ενσάρκωση του νόμιμου Δικαίου (Recht). Το τελευταίο έργο του Χάγιεκ για τη φιλοσοφία του δικαίου χαρακτηρίζεται από τη διάκριση που κάνει ο Σμιτ μεταξύ του φιλελεύθερου κράτους δικαίου και του δημοκρατικού κράτους δικαίου, υποστηρίζοντας ότι το ένα ανοίγει τον δρόμο προς την ελευθερία και το άλλο προς την τυραννία (βλ. Χάγιεκ, 1979).

[14]. Ο Ernst Forsthoff ήταν μαθητής του Σμιτ. Κατά τη διάρκεια του ναζισμού διετέλεσε καθηγητής σε διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Μετά την απελευθέρωση από τον ναζισμό, απολύθηκε από το πανεπιστήμιο κατόπιν εντολής της αμερικανικής στρατιωτικής κυβέρνησης. Συνέχισε τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης το 1952. Ο Forsthoff ήταν ο βασικός συγγραφέας του Συντάγματος της Κύπρου και διετέλεσε Πρόεδρος του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Κύπρου από το 1960 ως το 1963.

[15]. Η έννοια «δημοψηφισματική δημοκρατία» προέρχεται από τον Βέμπερ (1987). Τη συνέλαβε ως ένα μέσο διατήρησης της ελευθερίας στη μαζική δημοκρατία.

[16]. Η ορντο-φιλελεύθερη αντίληψη ότι η εξέγερση των μαζών πρέπει να αντιμετωπιστεί από την εξέγερση της ελίτ δεν έρχεται σε αντίθεση με τις φιλελεύθερες αρχές. Συνηγορεί υπέρ τους.

[17]. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια της Κιρκπάτρικ (1979), οι δικτάτορες σαν τον Πινοσέτ είναι καλοπροαίρετοι. «Δεν διαταράσσουν τους συνήθεις ρυθμούς εργασίας και ανάπαυσης, τους συνήθεις τόπους διαμονής και τα συνήθη πρότυπα των οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων. Επειδή τα βάσανα της παραδοσιακής ζωής είναι οικεία, γίνονται ανεκτά από τους απλούς ανθρώπους οι οποίοι, μεγαλώνοντας μέσα στην κοινωνία, μαθαίνουν να ανταπεξέρχονται».

[18]. Αυτό το σημείο προέρχεται από την κριτική της Χάνα Άρεντ στον ολοκληρωτισμό.

[19]. Σχετικά με αυτά τα ζητήματα, βλέπε την εύστοχη ανάλυση του Biebricher (2015). Βλέπε επίσης τον Radice (2014) σχετικά με τον καθορισμό ανώτατων ορίων χρέους ως μια κατεξοχήν πολιτική απόφαση.

[20]. Ο Burnham (2001) έχει αναλύσει αυτές τις εξελίξεις που αντιστοιχούν σε μια αποπολιτικοποίηση της χάραξης πολιτικής. Η αποπολιτικοποίηση της χάραξης πολιτικής είναι σαφώς
πολιτική πράξη.

[21]. Το παράθεμα προέρχεται από άρθρο του Eucken (1932: 308).

[22]. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, οι κριτικές της παγκοσμιοποίησης που περιστρέφονταν γύρω από το κράτος συνέβαλαν στην επανεμφάνιση των εθνικιστικών οπτικών ως υποτιθέμενα προοδευτικών. Βλ. Bonefeld (2006b).

Πηγή: Το Διαλυτικό

Ιταλία: Τοποθέτηση του Alfredo Cospito στη συζήτηση για των αγώνα ενάντια στα πυρηνικά

Το παρόν κείμενο αποτελεί τοποθέτηση του έγκλειστου αναρχικού Alfredo Cospito στη συζήτηση για τον αγώνα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια, η οποία διεξήχθη στα πλαίσια της πρωτοβουλίας “Voi gli date vent’anni, noi gli diamo la parola” (“Εσείς του δίνετε είκοσι χρόνια, εμείς του δίνουμε τον κόσμο”), στο Circolaccio Anarchico, στο Σπολέτο, στις 20 Μάρτη του 2021.

*

Αφού είδα αυτήν την ταινία σχετικά με την τραγωδία στο Τσέρνομπιλ, μου ζητήθηκε να προβώ σε μια τοποθέτηση.

Και τι να πρωτοπώ;

Τα τελευταία εννιά χρόνια της ζωής μου τα πέρασα κλειδαμπαρωμένος σ’ ένα κελί, διότι, παρέα μ’ έναν ακόμη σύντροφό μου, πυροβόλησα έναν απ’ τους σημαντικότερους ιθύνοντες της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία εκείνον τον καιρό. Και το πράξαμε ακριβώς επειδή δε θέλαμε να ξαναδούμε να συμβαίνει εδώ ό,τι είδαμε να συμβαίνει στην ταινία. Αρκετά απλοϊκό ως κίνητρο, όμως έτσι συνέβη.

Άξιζε όμως;

Θά ‘θελα να πιστεύω πως η δράση μας, παρότι μεμονωμένη, είχε μια κάποια βαρύτητα. Το μόνο βέβαιο είναι πως δράσεις τέτοιου είδους είναι απολύτως μη απορροφήσιμες απ’ το σύστημα, και επ’ ουδενί δε θα μπορούσαν να είναι. Μπορούν να τις δαιμονοποιήσουν, ποτέ όμως να τις απορροφήσουν, πόσο μάλλον να τις ακυρώσουν, εφόσον τέτοιες δράσεις αφήνουν στην εξουσία ένα τελεσίγραφο, και, απ’ τη δική μου οπτική, αυτό είναι κάτι παραπάνω από αρκετό για να ρισκάρω τα πάντα, τη λευτεριά μου, ακόμα και τη ζωή μου.

Ναι λοιπόν! Στο τέλος της μέρας, άξιζε.

Δε θέλαμε να τον σκοτώσουμε, θέλαμε μόνο να τον τραυματίσουμε, ορθώνοντας ένα απροσπέλαστο τείχος απέναντι στον τεχνολογικό και δολοφονικό κυνισμό των αδίστακτων επιστημόνων και πολιτικών: “Πέραν του ότι δε θα μπορείς να περπατήσεις, δε θα ξαναφέρεις την πυρηνική ενέργεια πίσω στην Ιταλία, ειδάλλως θα σε αντιμετωπίσουμε με όλα μας τα μέσα”.

Εννιά χρόνια πριν, όταν προβήκαμε στο χτύπημά μας, η πιθανότητα επιστροφής της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία φαινόταν έντονα να αναδύεται ξανά. Μόλις είχε συμβεί η Φουκουσίμα, και στη χώρα “μας”, χρόνια επί χρόνων αγώνα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια φάνταζαν να κινδυνεύουν να εξαλειφθούν, γεγονός που συνέβαινε σ’ ένα πέπλο απόλυτης σιωπής. Τότε, όπως ακόμη και σήμερα, η Ιταλία, μέσω της Ansaldo Nucleare, συνεισφέρει στην κατασκευή πυρηνικών εγκαταστάσεων σε χώρες όπως η Ρουμανία και η Αλβανία. Λίγο πριν τη δράση μας, ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια της κατασκευής μίας εξ αυτών των εγκαταστάσεων σκότωσε δύο εργάτες. Κανείς στην Ιταλία δε μιλούσε γι’ αυτό, εκτός από ‘κείνους τους ουτοπιστές οικολόγους και αναρχικούς, οι οποίοι αντίκριζαν τον φόβο της επιστροφής των σταθμών πυρηνικής ενέργειας στα μέρη “μας”, ενώ πολλά κόμματα στήριζαν αυτήν την εφιαλτική προοπτική. Σαφέστατα, δεν έχω αυταπάτες πως η δράση μας εμπόδισε την επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία, μα γυρίσαμε λίγο φόβο στο στρατόπεδό τους. Αυτή, λοιπόν, ήταν η συνεισφορά μας, αν και περιορισμένη, και αυτό είχε τη βαρύτητά του · και δε θαρρώ πως ήταν κάτι τόσο αμελητέο όσο θέλανε να μας κάνουν να πιστεύουμε.

Σήμερα, η ιταλική κυβέρνηση πρέπει αναγκαστικά να “αποκομίσει” πυρηνικά απόβλητα από τις παλιές εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας που τέθηκαν εκτός λειτουργίας, πετώντας 78.000 κυβικά μέτρα ραδιενεργών αποβλήτων κάτω απ’ το χαλάκι στο Πεδεμόντιο, στη Σαρδηνία, στην Τοσκάνη, στο Λάτσιο, στην Απουλία, στην Μπαζιλικάτα και στη Σικελία. Το παρουσιάζουν ως “αποκομιδή” χαμηλού επιπέδου ραδιοενεργών αποβλήτων, προϊόντων των εργοστασίων και λοιπών ιατροφαρμακευτικών αποβλήτων, όμως, στην πραγματικότητα, προσπαθούν κάτω απ’ το τραπέζι να περάσουν την “αποκομιδή” πολύ πιο επικίνδυνων ραδιενεργών αποβλήτων από τις παλιές πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Ας γίνω σαφής, η λύση δε θα μπορούσε να είναι το να πετάξουμε τα απόβλητα εκτός Ιταλίας, όπως ίσως έχει ήδη γίνει στο παρελθόν στην Αφρική, χρησιμοποιώντας φτωχότερες χώρες ως χωματερές για τα πυρηνικά μας κόπρανα. Ένα “οικολογικό” κίνημα το οποίο επί της ουσίας πιέζει προς μια τέτοια κατεύθυνση, είναι ένα αστικό κίνημα, στα πλαίσια ενός άθλιου “οικολογισμού”. Όσοι αντιτίθενται στις δομές απόθεσης πυρηνικών αποβλήτων επειδή υποτιμάται η αξία της ιδιοκτησίας τους, ποτέ δε θά ‘χουν την εμπιστοσύνη μου. Είναι αυτό το είδος ανθρώπων που έφεραν τις πιο χονδροειδείς πολιτικές στο κίνημα NO TAV (ενάντια στον Σιδηρόδρομο Υψηλής Ταχύτητας). Πάντα έτοιμοι να ξεπουλήσουν αγώνες, να τραβήξουν διαχωριστικές γραμμές από δράσεις. Δε θα κάνουμε επίκληση σε δαύτα τα ξεκάθαρα αστικά ένστικτα, ούτε θα μπορέσουμε να εθελοτυφλούμε όταν δημάρχοι, τοπικά ιδρύματα τέτοιων χωρών, απαιτούν αποζημιώσεις ή κλαψουρίζουν για την περιουσία τους, τις επιχειρήσεις τους, τις οικονομικές τους απώλειες. Το να έρθουμε ξανά σε επαφή με τέτοιους τύπους θα ήταν καταστροφικό. Ένα αρχαίο εβραϊκό ρητό λέει: “Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που μπορεί να σκοντάψει δυο φορές στην ίδια πέτρα”. Ας προσπαθήσουμε να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη · είκοσι χρόνια αγώνα ενάντια στο TAV θά ‘πρεπε να μας έχουν διδάξει κάποια πράγματα.

Θα ήταν ηλίθιο και μη προωθητικό από πλευράς μας να γυρεύουμε “λύσεις”, καταπραϋντικά για να καταστήσουμε την τεχνολογία πιο βιώσιμη, πιο “οικολογική”. Είμαστε ενάντια στις δομές απόθεσης πυρηνικών αποβλήτων, όσο είμαστε ενάντια και στις ανεμογεννήτριες – ημίμετρα δεν υπάρχουν στο πεδίο αυτό. Η μόνη πραγματική και απόλυτη λύση για τα πυρηνικά απόβλητα είναι να πολεμήσουμε με κάθε μέσο ώστε τα πυρηνικά εργοστάσια να κλείσουν παντού. Δεν μπορούμε να παρακάμπτουμε το θέμα αυτό, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Ο πλανήτης πεθαίνει, μόνο ένα πράγμα μπορούμε να κάνουμε: Να καταστρέψουμε εκ των έσω την τεχνολογική και καπιταλιστική κοινωνία στην οποία μας επιβάλλεται να ζούμε. Είναι αχρείαστο το να προσπαθούμε να ξεφύγουμε, είναι υποκριτικό το να χτίσουμε έναν μικρό παράδεισο επί γης, καθώς έτσι, ακόμα κι αν δε θέλουμε, γινόμαστε συνένοχοι · είναι εγκληματικό να αναζητούμε αναλγητικά, να ξεγελάμε τους εαυτούς μας πως η τεχνολογία μπορεί να καταστεί “οικολογική”. Δεν είναι ο αριθμός συμμετεχόντων σε μια διαδήλωση που θα φέρει αποτελέσματα, αλλά η ισχύς και η ριζοσπαστικότητα των ενεργειών μας. Τούτη είναι μια απ’ τις ιδιαιτερότητές μας, και ως αναρχικές κι αναρχικοί στοχεύουμε στα ποιοτικά χαρακτηριστικά · όχι τόσο στην ποσότητα των ανθρώπων πίσω από ένα πανό, αλλά στην ποιότητα των δράσεων και των ζωών μας. Ο κόσμος ενδέχεται να έρθει, αλλά αυτό εξαρτάται από τη συνέπεια και την ειλικρίνεια των σκοπών μας, καθώς επίσης και από την επαναστατική μας διαδικασία. Το πρώτο εμπόδιο που θα συναντήσουμε εδώ είναι πάντα το ίδιο: ο αστικός, πολιτικά απαθής οικολογισμός.

Με αυτό, δε θέλω να υποστηρίξω πως πρέπει να αυτοαπομονωθούμε, σίγουρα παλεύουμε στο πλευρό των ανθρώπων που πλήττονται άμεσα από δαύτα τα πυρηνικά απόβλητα, συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις, στις συγκεντρώσεις έξω στον δρόμο, όμως δε θυσιάζουμε τις ιδέες μας στον βωμό του “ρεαλισμού”, του συμβιβασμού. Φροντίζουμε διαρκώς να έχουμε κριτικό πνεύμα ως προς το ποιους έχουμε με το πλευρό μας και, πάνω απ’ όλα, δεν περιορίζουμε τις δράσεις μας στο όνομα μιας υποτιθέμενης έλλειψης κατανόησης από μερίδα του κόσμου.

Ας συμμετέχουμε σε συνελεύσεις (αν υπάρχουν), αλλά ας μη λησμονούμε τον πραγματικό μας σκοπό, την καταστροφή της τεχνολογικής κοινωνίας, την οικοδόμηση μιας κοινωνίας δίχως κράτος.

Ας έχουμε επίσης κατά νου πως, με το να δρούμε και πέραν απ’ τις αποφάσεις των συνελεύσεων, δεν πλήττουμε το συλλογικό σώμα του αγώνα, απλώς εκφράζουμε τη θέση μας ως αναρχικοί/ές.

Ας μην αποστασιοποιούμαστε -στο όνομα ενός κοινού αγώνα- από τις βίαιες ενέργειες που θα συμβούν, αν συμβούν, ακόμη κι αν δεν τις επικροτούμε πλήρως. Ας αποκηρύξουμε τα επίπλαστα προνόμια (ανέσεις) που μας “παρέχει” αυτή η σαπισμένη κοινωνία, ας επιδείξουμε συνέπεια.

Θεωρώ πως αυτά είναι τα λίγα μαθήματα που έχουν να μας προσφέρουν οι “κοινωνικοί” οικολογικοί αγώνες των τελευταίων δεκαετιών.

Ίσως αναδύεται στον ορίζοντα μια νέα ευκαιρία, μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Είμαι ακράδαντα πεπεισμένος πως θα αρκούσε απλώς να μην επαναλάβουμε τα συνήθη λάθη, αν θέλουμε να δούμε απροσδόκητα αποτελέσματα.

Θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει τούτον τον μονόλογο σε μια πολύ απλή ιδέα: “πολυμορφία δράσεων χωρίς προκαταλήψεις και οριοθετήσεις”.

Ας βάλουμε ένα τέρμα στην παράνοια σχετικά με τις πρωτοπορίες, με το θέαμα των δράσεων · ας δρα καθείς όπως επιθυμεί, ας εναρμονιστούν τα πάντα σε μια “ολότητα” και, πάνω απ’ όλα, ας αποστασιοποιηθούμε απ’ τους διαχωρισμούς.

Ίσως βγήκα λίγο “εκτός θέματος”, όμως πιστεύω πως ανάμεσά σας θα υπάρχουν αναρχικές κι αναρχικοί. Η τοποθέτηση αυτή προέρχεται από έναν αναρχικό, και πιότερο απ’ όλους απευθύνεται στις αναρχικές και τους αναρχικούς, όμως ευελπιστώ να έγινε κατανοητή και από όλους και όλες τις υπόλοιπες, ακόμη κι αν εκπροσωπεί μιαν αρκετά “συγκεκριμένη” αντίληψη.

Το μόνο βέβαιο είναι πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα επηρεάζουν τους πάντες, τη ζωή όλων.

Θα ήθελα πολύ να συμμετάσχω σ’ αυτή τη συζήτηση μαζί σας εκεί, όμως, για λόγους ανωτέρας βίας, αυτό είναι αδύνατο για ‘μένα.

Αναρχικούς κι επαναστατικούς χαιρετισμούς,

Alfredo Cospito
Φυλακές Ferrara

Το κείμενο στα αγγλικά σε μορφή PDF

Πηγή: Malacoda

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Αφιέρωμα: 3 Κείμενα ενάντια στους εθνικούς μύθους

Εντός του εθνικού παροξυσμού των ημερών για την συμπλήρωση 200 χρόνων από την Ελληνική επανάσταση επιλέξαμε να συγκεντρώσουμε και να αναδημοσιευσουμε 3 κείμενα αφιερωμένα στο ξεμπρόστιασμα και την κριτική εθνικών αφηγήσεων και μυθευμάτων.

Ο πόλεμος ενάντια στο υπάρχον διερχόταν και θα συνεχίσει να διέρχεται μέσα από την επίθεση στα φαντάσματα του αστικού κόσμου όπως το έθνος και η φυλή.

*

1821: Η Δημοκρατική Επανάσταση που δεν έγινε ποτέ

Φέτος κλείνουν 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 και η αστική τάξη αναζητά έναν τρόπο να σηκώσει το συναίσθημα εθνικής ενότητας. Μπορεί οι ρεφορμιστικές δυνάμεις να δίνουν τα ρέστα στη στήριξη της κυβέρνησης της ΝΔ ενάντια στον «αόρατο εχθρό του κορονοϊού» προσπαθώντας να αναστείλουν εδώ και ένα χρόνο τις μαζικές, λαϊκές κινητοποιήσεις, όμως είναι τέτοια η σφοδρότητα της αστικής αντεπανάστασης σε κάθε λαϊκή κατάκτηση των τελευταίων 45 χρόνων, που χρειάζεται ξανά ένα νέο «εθνικό όραμα» για να συσπειρωθεί η κοινωνική πλειοψηφία. Οι θεωρίες του «ανάδελφου έθνους» που βάλλεται από εξωτερικούς ή εσωτερικούς, ορατούς και αόρατους εχθρούς, είναι απαραίτητες για να αποδεχτούν οι πληβείες τάξεις την παραπέρα εξαθλίωσή τους. Η περιγραφή μιας ενιαίας πορείας του έθνους που προοδεύει κόντρα σε θεούς και δαίμονες, η αφήγηση της «ψωροκώσταινας» που επιβιώνει με σοφία σε μια μικρή λωρίδα γης με πολλαπλούς εχθρούς και τα προαιώνια «δίκαια» που «κακές δυνάμεις» του πλανήτη δεν αφήνουν να εκπληρωθούν, αποτελεί ένα συνεκτικό κρίκο που συσπειρώνει το αστικό μπλοκ. Είναι όμως έτσι; Υπάρχει κάτι να υπερασπίσουμε από την πολιτική ιστορία του ελληνικού αστισμού; Ας δοκιμάσουμε να δούμε κάποια ζητήματα.

Αστική δημοκρατία και καπιταλισμός: Μια σχέση περιστασιακή

Πολλές φορές γίνεται σύγχυση του πολιτεύματος και των ελευθεριών με την αλλαγή των οικονομικών σχέσεων και την τεχνολογική εξέλιξη που φέρνουν αυτές. Κι αυτό συμβαίνει γιατί η αστική δημοκρατία έχει σαν προϋπόθεση την ύπαρξη των καπιταλιστικών σχέσεων αλλά το αντίστροφο δεν είναι απαραίτητο!

Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και καθορίζει κάθε περίοδο τους όρους συμβίωσης. Η προσπάθεια βελτίωσης των όρων αυτών για τις πληβείες τάξεις συγκροτεί τα διάφορα ανθρωπιστικά και δημοκρατικά κινήματα. Η μαρξιστική σχολή ανέδειξε με επιστημονικό τρόπο πως οι αλλαγές στο επίπεδο διαβίωσης δεν εξαρτώνται από ιδεολογικές – ηθικές σχέσεις αλλά από το οικονομικό επίπεδο που επιτρέπει την απελευθέρωση του συνόλου της ανθρωπότητας από την ανέχεια και την εξαθλίωση. Η ύπαρξη, λοιπόν, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του homo economicus, επιτρέπει όχι μόνο να εκτιναχτεί η παγκόσμια παραγωγική ικανότητα αλλά και να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις συλλογικής συνύπαρξης της κοινωνίας.

Η αστική δημοκρατία από την άλλη, δεν είναι μια «παραχώρηση του ηγεμόνα» αλλά προκύπτει ως ανάγκη από την καπιταλιστική οικονομική οργάνωση. Ο συλλογικός εργάτης χρειάζεται να μορφώνεται για να είναι πιο επιδέξιος, χρειάζεται να γιατρεύεται για να επιστρέφει παραγωγικός στη δουλειά του και από την άλλη δημιουργεί δεσμούς κοινωνικούς και πολιτικούς στην πόλη, στη δουλειά, στο σχολείο. Ο αστισμός, λοιπόν, έχει ανάγκη την κοινωνική ειρήνη και την ταξική συνθηκολόγηση για να λειτουργεί εύρυθμα η οικονομία. Η ύπαρξη δημοκρατικών ελευθεριών υπάρχει ως κομμάτι της ταξικής πάλης των πληβείων τάξεων και γίνεται ανεκτή μόνο όσο δεν επιβαρύνει δυσανάλογα την κερδοφορία του κεφαλαίου. Αν οι αστοί μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους με την ελάχιστη διαπραγμάτευση με τις λαϊκές τάξεις επιλέγουν αυτή τη συνθήκη χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Για το αστικό μπλοκ η δημοκρατία είναι δαπάνη πολυτελείας και πραγματοποιείται μόνο σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης.

Για να δούμε, λοιπόν, τη σχέση του ελληνικού αστικού κινήματος του 1821 με τη δημοκρατία.

Η σχέση της ελληνικής επανάστασης του 1821 με το Διαφωτισμό

Στον ελλαδικό χώρο υπάρχει μια περίεργη σχέση με την έννοια «δημοκρατία». Το βαρύ ιστορικό παρελθόν του ελλαδικού χώρου την περίοδο της αρχαιότητας δημιουργεί μια τεράστια αίγλη αλλά και προσδοκία στη σύγχρονη πολιτική σκηνή. Παρ` όλα αυτά τα τελευταία διακόσια χρόνια εκπέμπονται εντελώς αντιθετικά σήματα που δημιουργούν συγχύσεις. Από τη μία οι αναφορές στην αρχαιοελληνική δημοκρατία αλλά και στο γεγονός πως πραγματοποιήθηκε μια από τις πρώτες αστικές επαναστάσεις στον πλανήτη, καθιστούν την Ελλάδα κάτι σαν κοιτίδα της Δημοκρατίας. Τυπικά, ο κοινοβουλευτισμός φτάνει τα 190 χρόνια αλλά ο σφικτός εναγκαλισμός του με το στρατό και την εκκλησία και η ύπαρξη βασιλιά για 150 χρόνια δημιουργούν τουλάχιστον προβληματισμό για το επίπεδο των δημοκρατικών θεσμών. Όμως ας μην είμαστε προκατειλημμένοι και άδικοι με την ιστορία.Η Επανάσταση του 1821 ήταν από τις πρώιμες αστικές επαναστάσεις. Μετά τις ΗΠΑ και τη Γαλλία (ή και κάποιες μικρές σαν της Αϊτής) η εξέγερση που ξεκίνησε στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γέννησε παγκόσμιες ελπίδες για το δημοκρατικό κίνημα.

Κείμενα γράφονται σε κάθε μεριά του πλανήτη που εξυμνούν τη φλόγα της επανάστασης, μεμονωμένοι αγωνιστές έρχονται να πολεμήσουν στο πλευρό των αντάρτικων δυνάμεων. Στα σπαθιά των επαναστατών έβλεπαν τη νίκη της Λογικής και τη Δημοκρατία να νικάει στο γεωγραφικό χώρο που εμφανίστηκε πρώτη φορά ως ιδέα. Αυτή δεν ήταν μια αυθαίρετη προβολή, μια φαντασίωση.

Ο ελληνικός αστισμός μεγαλουργούσε σε κάθε πόλη της Ευρώπης. Από τη Βιέννη και το Άμστερνταμ, το Βουκουρέστι και το Παρίσι, τον Εύξεινο Πόντο και τις Ιταλικές πόλεις, η ανερχόμενη αστική τάξη ήταν παρούσα. Το ανερχόμενο εφοπλιστικό κεφάλαιο και η σχέση του με το παγκόσμιο εμπόριο έφερνε τους έλληνες αστούς στο κέντρο της παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τα παλιά απολυταρχικά καθεστώτα «έπνιγαν» τις δυνατότητες επέκτασης του κεφαλαίου. Η ανάγκη να υπάρχει μια σημαντική οικονομική – πολιτική αλλαγή έκαιγε τα μυαλά των αστών. Έχοντας δικτυωθεί στα μεγάλα εμπορευματικά κέντρα αλλά και στις πολιτικές λέσχες της τάξης του, ο ελληνικός αστισμός έρχεται σε επαφή με τις επαναστατικές θεωρίες του Διαφωτισμού αλλά και με τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 18ου αιώνα σε ΗΠΑ και Γαλλία που άλλαξαν το ρου της ιστορίας.

Η ελληνική διανόηση γρήγορα στρατεύεται σε αυτή την κατεύθυνση. Από τον Αδαμάντιο Κοραή ως τον Ρήγα Βελεστινλή και τον Δημήτριο Υψηλάντη, δημιουργείται το πρώτο πολιτικό ρεύμα που ανοίγει το δρόμο για την δημοκρατία στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στο «Θούριο» του Ρήγα Βελεστινλή περιγράφεται μια ομοσπονδία φυλών και εθνοτήτων στο χώρο των Βαλκανίων που αποτινάσσουν το ζυγό του Σουλτάνου. Όταν ο Ρήγας αναφέρεται σε «ελληνική» ομοσπονδία αυτή έχει την έννοια της Γαλλικής Επανάστασης του πολίτη. Ο «έλληνας» είναι ο πολίτης αυτής της ομοσπονδίας που κατοικεί σε αυτή και όχι η συγγένεια αίματος που κατοχυρώθηκε στην ελληνική ιστορική περιγραφή. Συλλαμβάνεται στην Τεργέστη και εκτελείται το 1798 στη Βιέννη μέσα στο κλίμα αντεπανάστασης που υπάρχει στην Ευρώπη.

Αυτές οι ιδέες δεν ήταν ένα αφηρημένο σχέδιο των ελλήνων της Κεντρικής Ευρώπης. Δεν ήταν ιδεοληψίες χωρίς ιστορική και κοινωνική βάση. Μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η ναυτιλία και η κρατική διοίκηση ήταν σε «ελληνικά» χέρια. Παράλληλα το κοινοτικό σύστημα στα χωριά δημιουργούσε χώρο συλλογικής συνύπαρξης και δυνατότητα εξάπλωσης των ιδεών της αστικής αναδιοργάνωσης της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Αυτή η φλόγα ήταν που άναψε φωτιές σε όλη την Ευρώπη, αλλά για λίγο!

1821: Η Δημοκρατία μας τελειώνει πολύ γρήγορα

Η Φιλική Εταιρεία και ο Υψηλάντης ήταν η πρώτη προσπάθεια υλοποίησης της αστικής, δημοκρατικής επανάστασης.

Λειτουργούσε στο χώρο της Ρωσίας – Ρουμανίας μετά το 1814 εκμεταλλευόμενη την αντίθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πολλοί ιστορικοί στέκονται στον τρόπο οργάνωσης της εξέγερσης. Η ίδρυση ενός τακτικού στρατού που απελευθερώνει εδάφη, πράγματι, φαίνεται πιο αναποτελεσματική από το αντάρτικο που στήθηκε στον ελλαδικό χώρο. Στην πραγματικότητα, όμως, το πρόβλημα ήταν καθαρά πολιτικό.

Από τα πρώτα βήματά της η Ελληνική Επανάσταση αντιμετώπισε ένα συντεταγμένο συντηρητικό ρεύμα. Όπως είδαμε προηγουμένως, η αστική τάξη είχε αγαστή σχέση με το καθεστώς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γι` αυτό και τη διαδικασία της εξέγερσης την αντιμετωπίζει με διστακτικότητα. Γενικά, περισσότερο βλέπει μια αναβάθμιση της θέσης κι ένα παζάρι με την Πύλη για περισσότερα κέρδη παρά μια τυχοδιωκτική αποσταθεροποίηση του καθεστώτος που θα δημιουργούσε προβλήματα στην οικονομία.

Παράλληλα στο εξωτερικό έχει επικρατήσει ο Βοναπαρτίστικος συμβιβασμός της Γαλλικής επανάστασης και έχει συνταχτεί η Ιερή Συμμαχία των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης ενάντια στα επαναστατικά ρεύματα. Η ελληνική επανάσταση στην αρχή θα στιγματιστεί από τις καθεστωτικές δυνάμεις ως «καρμπονάρικη1». Τρομαχτικές πιέσεις δημιουργούνται στους επαναστάτες ώστε να απορρίψουν τα κοινωνικά διακυβεύματά τους. Ο Βλαντιμιρέσκου στη Ρουμανία είναι κεντρικός πολιτικός και στρατιωτικός σύμμαχος με τη Φιλική Εταιρεία αλλά προτάσσει την ανατροπή της δουλοπαροικίας. Ο Υψηλάντης μέσα από πιέσεις τον παραδίδει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία τον εκτελεί τον Μάη του 1821.

Αργά αλλά σταθερά εξαφανίζεται η κοινωνική χροιά της Επανάστασης και αναδεικνύεται μονομερώς η εθνική πλευρά της. Η «Άλωση της Τριπολιτσάς2» δημιουργεί ένα παγκόσμιο σοκ για την αγριότητα που επεφύλαξαν οι επαναστατημένοι έλληνες σε κάθε αλλοεθνή που δεν εγκατέλειψε έγκαιρα την πόλη.

Η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822 σφραγίζει το τέλος του δημοκρατικού χαρακτήρα της ελληνικής επανάστασης. Η φιλική Εταιρεία παύει να υπάρχει στο πολιτικό σκηνικό και κυριαρχούν οι κοτζαμπάσηδες3. Φυσικά δεν υπάρχει καμιά συζήτηση για αναδιανομή της γης στους φτωχούς αγρότες, ενώ κατοχυρώνεται η οργανική σχέση του νέου κράτους με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το ελληνικό 1848: μια ύστατη προσπάθεια για τη Δημοκρατία

Οι πολλαπλές ήττες σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο έφτασαν στο παρά πέντε να συντριφτεί η ελληνική επανάσταση. Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου και η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων εμπόδισε την καταστροφή. Μέσα από τη συνθηκολόγηση παράχτηκε ένα πολιτικό προσωπικό που τέλειωσε στη γέννησή τους όποια ερωτηματικά για κοινωνικές – δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

Προφανώς και δημιουργήθηκε μια κρατική διοίκηση και μια κοινοβουλευτική διαδικασία όπου, μάλιστα, κατοχυρώθηκε η καθολική συμμετοχή όλων των (αντρών) πολιτών. Δίνεται έμφαση στην καταπολέμηση της πειρατείας και του τοπικιστικού ανταγωνισμού προωθώντας την ιδέα του ενιαίου κράτους. Όμως αυτό γινόταν μέσα από τις θεσμικές εγγυήσεις του Ηγεμόνα δηλ του Βασιλιά, εγκαθιδρύοντας τη Βασιλευόμενη Δημοκρατία με 1ο Βασιλιά τον Όθωνα. Ο στρατός είναι επί της ουσίας μισθοφορικός αποφεύγοντας επικίνδυνες πολιτικές σαν τη συγκρότηση «εθνικού στρατού». Παράλληλα δεν αγγίζεται καμιά εκκλησιαστική περιουσία και δεν προχωρά καμιά οικονομική μεταρρύθμιση.

Όμως ακόμα υπάρχουν τα περιθώρια «προοδευτικότητας» της αστικής δημοκρατίας ως όραμα. Από τα μέσα του 19ου αιώνα ξεκινά ένας νέος παγκόσμιος γύρος αστικών επαναστάσεων που θα βάλει οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τις φεουδαρχικές σχέσεις. Σε αυτό το κλίμα εκδηλώνεται η Επανάσταση της 3ης Σεπτέμβρη όπου δημοκρατικά στοιχεία σαν τον Μακρυγιάννη και τον Καλλέργη με κομμάτια του στρατού ξαναφέρουν την έννοια της σύνταξης Δημοκρατικού Συντάγματος κόντρα στη Βασιλεία. Ένας νέος συμβιβασμός φέρνει τη Συνταγματική Μοναρχία σε μια προσπάθεια δημοκρατικού ελέγχου του Βασιλιά.

Για δεκαπέντε χρόνια δίνονται σημαντικές πολιτικές μάχες για αυτά τα ζητήματα με αποκορύφωμα τα «Σκιαδικά4» γεγονότα του 1859. Οι συγκρούσεις φοιτητών – μαθητών για την υποστήριξη του πανεπιστημιακού ασύλου, οδήγησε σε μαζικές συγκρούσεις με την αστυνομία και την άρνηση του βασιλιά να δεχτεί αντιπροσωπεία. Τρία χρόνια μετά εκδιώκεται αλλά ποτέ δεν εφαρμόζεται η Αβασίλευτη Δημοκρατία. Αντίθετα ξεκινά η περίοδος των Γλύξμπουργκ με τον Γεώργιο των Α` που τελειώνει 110 χρόνια αργότερα, το 1974.

Από εδώ και πέρα το παιχνίδι για την αστική τάξη έχει χαθεί. Οριστικά εγκαταλείπεται κάθε προοδευτική μεταρρύθμιση. Στο δημοψήφισμα του 1863 η «Αβασίλευτη Δημοκρατία» παίρνει 93 ψήφους, την ώρα που όλες οι πολιτικές δυνάμεις ρίχνουν 240.000 ψήφους στη Βασιλευόμενη.

Πλέον το ελληνικό κράτος έχει χάσει κάθε ελπίδα δημοκρατικής μεταρρύθμισης από την αστική πλευρά κι αυτό φαίνεται με κραυγαλέο τρόπο στα εθνικά θέματα.

Από την απελευθέρωση στη Μεγάλη Ιδέα

Προφανώς και κάθε επανάσταση αναζητεί την εδαφικοποίησής της. Όμως μέσα στο 19ο αιώνα η Ελληνική Επανάσταση δημιουργεί ένα κράτος όχι ως χώρο απελευθέρωσης των σκλαβωμένων αλλά κέντρο εξόρμησης των καπιταλιστών.

Η πλήρης εγκατάλειψη των κοινωνικών αιτημάτων και ο περιορισμός στο «εθνικό πρόταγμα» καθιστούσε προβληματική από την αρχή την όποια συζήτηση. Προφανώς σε ένα πρώτο στάδιο η επέκταση στη Θεσσαλία απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία φαίνεται σα μια προοδευτική εξέλιξη. Η σταδιακή, όμως, ενσωμάτωση αυτόνομων περιοχών όπως των Ιονίων Νήσων και της Κρήτης αρχίζει να θολώνει τους λόγους σκοπιμότητας.

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έχουν αρχίσει να εμφανίζονται πολλά νέα αστικά κράτη από τις ενοποιήσεις της Ιταλίας και Γερμανίας ως τις βαλκανικές χώρες. Το ελληνικό κράτος έχει πάψει να εμπνέει τα επαναστατικά κινήματα και οι λαοί δεν βλέπουν ένα όραμα για μια Πολιτεία ισότιμων πολιτών αλλά έναν κρατικό μηχανισμό υποστήριξης του ελληνικού κεφαλαίου.

Η Μεγάλη Ιδέα ξεκινά σε αυτή την περίοδο και συμπυκνώνει τις ιμπεριαλιστικές ελπίδες του ελληνικού κεφαλαίου να αντικαταστήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε «δύο ηπείρους και πέντε θάλασσες» και να αναρριχηθεί σαν κεντρικός παίχτης στην παγκόσμια σκακιέρα.

Αυτή η εθνική στρατηγική έχει ξεχωριστή θέση στη «Μαύρη Βίβλο» του ελληνικού καπιταλισμού και θα ασχοληθούμε εκτενέστερα σε επόμενο μέρος του αφιερώματος.

Γιατί το ελληνικό αστικό μπλοκ ήταν και είναι τόσο αντιδραστικό;

Η Δημοκρατία για τους έλληνες καπιταλιστές είναι μια «σπατάλη» και μάλιστα επικίνδυνη! Και αυτό κληρονομήθηκε από το 19ο αιώνα.Αν σε ένα πρώιμο στάδιο η «διεθνοποίηση» των καπιταλιστών τους έφερε πιο κοντά στις ιδέες του Διαφωτισμού, η δικτύωση τους με τις υπάρχουσες Μοναρχίες τους εξωθούσε στη διατήρηση αυτών των μηχανισμών. Ο έλληνας αστός δεν ήθελε το ξήλωμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ή της Αυστροουγγαρίας, γιατί έκανε μια χαρά δουλειές. Αυτό που επιζητούσε ήταν ένας αναβαθμισμένος οικονομικά ρόλος κι όχι τη διάλυση του πολιτικού συστήματος.

Το χτίσιμο του ελληνικού κράτους χρειαζόταν όχι σαν ορμητήριο καρμπονάρικης αποσταθεροποίησης αλλά σαν εγγυητής και διαπραγματευτής του ελληνικού αστισμού. Μάλιστα, σύντομα έγινε υμνητής της αντεπανάστασης! Κάθε αστική επανάσταση σε μια χώρα έφερνε το ξήλωμα της ελληνικής παροικίας! Η ιταλική ενοποίηση έδιωξε τους έλληνες εμπόρους και η πτώση των αυτοκρατοριών στην Αυστροουγαρία και Ρωσία μετέτρεψε τους έλληνες σε εμιγκρέδες. Πλέον το ελληνικό κράτος έγινε ο χωροφύλακας της τάξης για την παγκόσμια αντίδραση, τρομοκρατώντας τα αστικά επαναστατικά κινήματα από τη Σερβία ως το κίνημα των Νεότουρκων και την Άγκυρα.

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας στις αρχές του 20ου αιώνα αφήνει μια αίσθηση ανεκπλήρωτου πόιθου που διαπερνά τον ελληνικό αστισμό μέχρι σήμερα. Οι έλληνες καπιταλιστές πάντα έβλεπαν τον εαυτό τους σαν ένα παγκόσμιο συστημικό πυλώνα και αυτή η εθνική «ταπείνωση» αποτελεί καύσιμο που συντηρεί τον μιλιταριστικό, επεκτατικό εθνικισμό του σκληρού πυρήνα του αστισμού αναπαράγοντας τις πιο συντηρητικές αντιλήψεις του Κράτους.

Η δόμηση του ελληνικού κράτους στηρίχτηκε σε κάθε αντιδραστικό κοινωνικό μπλοκ. Ο στρατός και η εκκλησία αποτελούν κορυφαίο παράγοντα για το σύστημα. Έτσι κι αλλιώς μόλις το 1975 άρχισε να χτίζεται ένα πολίτευμα χωρίς εγγυήσεις στρατού ή βασιλιά. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις γίνονται με το σταγονόμετρο. Για την κατοχύρωση της αγροτικής ιδιοκτησίας στον μικρό ακτήμονα έπρεπε να μπει για τα καλά ο 20ος αιώνας. Αλλά και σε επίπεδο πολιτισμό διατηρήθηκαν τρομαχτικές αντιδραστικές αγκυλώσεις. Μέχρι το 1975 το ελληνικό κράτος ήταν «δίγλωσσο» μιας και υπήρχαν δύο γλώσσες με ταξικό προσδιορισμό: η επίσημη κρατική και των «αρίστων» των πανεπιστημίων ήταν η αρχαΐζουσα – καθαρεύουσα και για την καθημερινότητα των πληβείων τάξεων και της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης η δημοτική.

Αυτή η συντηρητική, αντιδραστική τοποθέτηση του αστισμού έφερε και σύγχυση στο εργατικό, σοσιαλιστικό κίνημα. Για δεκαετίες μεγάλα τμήματα της αριστεράς έβλεπαν την ανάγκη ενός «σταδίου» που θα γινόταν αστική δημοκρατική επανάσταση για να υλοποιηθούν τα «άλυτα, καθυστερημένα αστικά καθήκοντα». Μέσα από αυτή την οπτική πρότασσαν συμμαχίες με δημοκράτες αστούς, αναβάλλοντας τα αντικαπιταλιστικά καθήκοντα.

Όμως ούτε τότε, ούτε και τώρα χρειαζόμαστε «δημοκράτες, αστούς δεξιούς» να συγκυβερνήσουμε. Έχει δείξει ο καπιταλισμός πως δεν μπορεί να προσφέρει παραπάνω δημοκρατία και ανθρωπισμό από αυτά των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των οικονομικών κρίσεων που ξαναφέρνουν εξαθλίωση.

Η ελληνική αστική τάξη, ιδιαίτερα, θα έχει μια ξεχωριστή καταγραφή στην αθλιότητα του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Σημειώσεις

1. Οι Καρμπονάροι σημάδεψαν μια ολόκληρη επαναστατική εποχή και μέλη τους πήραν μέρος σε σημαντικότατα γεγονότα, όπως την ιταλική επανένωση (το λεγόμενο Ριζορτζιμέντο), την επανάσταση του 1820 στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων.

2. Δεν είναι τυχαίο που κατοχυρώθηκε ιστορικά ως «άλωση» κι όχι «απελευθέρωση». Ήταν τόσο μεγάλη και αποτρόπαια η σφαγή που δεν μπορούσε να καλυφθεί με κανένα τρόπο. Δείχνει και την αναλγησία των καθεστωτικών ιστορικών που ένιωσαν περήφανοι με αυτή την περιγραφή.

3. Επικεφαλής σε επίπεδο επαρχίας των ελληνικών χριστιανικών κοινοτήτων, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

4. Σκιάδια: ψάθινα καπέλα. Φοιτητές φορούσαν αυτά ως πολιτική πράξη.

Άρθρο από το 34ο τεύχος Αντιφασιστική Φρουρά, Αλέξανδρος Γανδής

Πηγή: Athens Indymedia

*

200 χρόνια χωρίς επανάσταση

Την Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021 το ελληνικό κράτος εορτάζει επίσημα τα 200 χρόνια από την έναρξη της αποκαλούμενης Ελληνικής Επανάστασης. Αυτή η επέτειος είναι ένα γνωστό ψεύδος, καθώς δεν ξεκίνησε η επανάσταση την 25η Μαρτίου 1821. Η μοναρχία του Όθωνα καθιέρωσε την επετειακή ημερομηνία για ρητούς λόγους θρησκευτικού συμβολισμού. Το συναφές διάγγελμα είναι σαφές:

«Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος δια την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ». (Εν Αθήναις την 15 Μαρτίου 1838, Όθων)

Στον ελλαδικό χώρο η επανάσταση δεν άρχισε ούτε στην Αγία Λαύρα, ούτε την 25η Μαρτίου. Ξέσπασε την 21η Μαρτίου με την επίθεση στα Καλάβρυτα. Όπως παρατηρούν οι συγγραφείς της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους: «Ούτε στις 25 Μαρτίου αλλά ούτε και στις 21, που έγινε η πρώτη πολεμική επιχείρηση, βρισκόταν κανείς στην Άγια Λαύρα».

Λείπει ακόμη μια πραγματική κοινωνικο-ιστορική μελέτη της σημασίας του Εικοσιένα. Η σημασία αυτή παραμένει εξάλλου, ένα διαρκές διακύβευμα. Θα έπρεπε να μετασχηματίζεται αναλόγως με τους κοινωνικο-ιστορικούς μετασχηματισμούς της νεοελληνικής κοινωνίας. Αντιθέτως, το ελληνικό κράτος, έχει επιβάλλει, εξ ιδρύσεώς του, έναν απολιθωμένο ιδρυτικό μύθο παλικαριών που πίνουν κρασί και μονιασμένα χορεύουν με τα καριοφίλια στα χέρια. Το 1821 παραμένει το πιο άγνωστο ιστορικό γεγονός και ο πιο  επιφανειακός ιδρυτικός μύθος για τους νεοέλληνες.

Δεν μπορούμε βέβαια εδώ να προχωρήσουμε σε μια εις βάθος ανάλυση. Απλώς, για χάρη της συζήτησης και της επετείου, θα αναφέρουμε κάποια σκόρπια στοιχεία.

Ο Δημήτρης Φωτιάδης κάνει λόγο για «δύο Εικοσιένα»: «Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων».

Από κοντά, ο Γιάννης Σκαρίμπας φωνάζει:

«Ο κατά μόνον το γένος και το θρήσκευμα του διαφέρων είναι ένας άγιος, μπρος στον κατά μόνο το “κατεστημένο” του διαφέροντα. – Οι Τούρκοι δεν ήταν οι χειρότεροι. Ο ελληνικός λαός δεν θα ‘κανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνο Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι ή δεν μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αυτουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’ αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν παναπεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε».[i]

Αν υπήρχαν πράγματι δύο Εικοσιένα, μπορούμε να πούμε ότι συμπλέχθηκαν και το ένα κατάπιε το άλλο. Μάλλον υπήρχαν πολλαπλά Εικοσιένα, πολλαπλές όψεις μίας επανάστασης που διαμόρφωσε μια νέα πραγματικότητα στη Βαλκανική και εν πολλοίς επέβαλλε νέα ιδεολογικά σχήματα κυριαρχίας, δηλαδή το φαντασιακό του Έθνους και της λαϊκής αντιπροσώπευσης, μετασχηματίζοντας ριζικά τις οθωμανικές διοικητικές, κοινοτικές και ταξινομητικές δομές σύμφωνα με το δυτικό πρότυπο του ορθολογιστικού κρατικού μηχανισμού. Αυτός ο μετασχηματισμός δεν υπήρξε ούτε ομόθυμος, ούτε ενιαίος, ούτε ολοκληρωμένος αλλά μάλλον δημιούργησε ένα νέο πολιτικό πεδίο συγκρούσεων, την εθνική πολιτική σκηνή, όπου ομάδες ολιγαρχικών συμφερόντων αντιμάχονται για τη διοίκηση του κράτους, άλλοτε ως παράγοντα διασφάλισης των προσβάσεων στο διεθνές κεφάλαιο, άλλοτε ως μέγιστο παράγοντα ενός παλαιού πελατειακού παιχνιδιού κοινωνικών σχέσεων, πάντοτε ως μηχανισμού καταστολής.

Η επανάσταση του λαού, οι λαϊκές εξεγέρσεις και τα κινήματα της κοινωνικής βάσης, παρότι συγκέντρωσαν το απαραίτητο κοινωνικό δυναμικό που εξαπολύθηκε ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία, δεν έλαβαν ποτέ την πρωτοβουλία του Αγώνα παρά μόνο τοπικά –όπως στην Ύδρα το 1821– και παροδικά.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνουμε στην εξέγερση των αγροτών της Άνδρου τον Απρίλιο του 1822 με επικεφαλής τον Δημήτριο Μπαλή, που στη Διακήρυξή της ανέφερε:

«Η νήσος Άνδρος είναι και αυτή δημιούργημα της φύσεως, καθώς και όλος ο κόσμος. Αλλά όταν εδημιουργήθη ο κόσμος, δεν υπήρχαν πλούσιοι και πτωχοί, μεγαλοκτήμονες και κολλίγοι. Η ανισότης, η ανέχεια, η δυστυχία, είναι δημιουργήματα όχι του Υπερτάτου Όντος, αλλά των κρατούντων. Εις την αρχαίαν Ελλάδα και εις τον άλλον κόσμον και προ ολίγων χρόνων εις την Γαλλίαν, εχύθη πολύ αίμα δια να καταργηθούν τα προνόμια των αρχόντων και η ιεραρχική διατήρησις της κοινωνίας. Διατί και ημείς κατά την παρούσαν στιγμήν να μην αποτινάξωμεν όχι μόνον τον ζυγόν των Τούρκων, αλλά και των αρχόντων; Ομιλούν διαρκώς οι τουρκοκοτζαμπάσηδες ότι έχουν δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας των και των εαυτών μας, τα οποία τάχα βγαίνουν από έγγραφα απαρασάλευτα. Αυτό δεν είναι σωστόν. […] Η ένωσις φέρει την δύναμιν και θα μας δώσει την εξουσίαν να εκτελέσωμεν την απόφασίν μας. Η κοινοκτημοσύνη δεν είναι ζορμπαλίκι, αλλά έργον δικαιοσύνης. Πρέπει να παύσωμεν να είμεθα κολλιγάδες, όπως επαύσαμεν να είμεθα ραγιάδες. Θα δουλεύωμεν εις το εξής τα φέουδα όλοι μαζί και θα απολαμβάνει τον καρπόν των η κομμούνα μας και θα γίνεται δικαία μοιρασιά της σοδειάς εις όλους τους δουλευτάδες, ανάλογα με τον κόπον και την δούλευσίν τους. Δι’ όλα αυτά θα γίνει σύναξις εις την Μεσαριάν, δια να λάβωμεν από κοινού αποφάσεις.»[ii]

Αυτή η λαϊκή εξέγερση κατεστάλη βίαια από την ελληνική “Κεντρική Διοίκηση” της επανάστασης και τον “αρμοστή των νήσων” Κ. Μεταξά τον Μάιο του 1822 μετά από αίτημα των προκρίτων του νησιού.

Άνωθεν, λοιπόν, σχεδιάστηκε και επιβλήθηκε μια διαχείριση των γεγονότων από ένα σύμπλεγμα εκπροσώπων των ανώτερων ελίτ που ζήτησαν ενεργά και ρητά την απόσχισή τους από την οθωμανική διοίκηση.

Το γεγονός ότι οι πλειοψηφίες των παραδοσιακών ελίτ συχνά αντιστάθηκαν στα επαναστατικά κελεύσματα διαμόρφωσε ενδότερες συγκρούσεις μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών. Οι παραδοσιακές ελίτ των κοτζαμπάσηδων κινητοποιούσαν ένα πλέγμα ευρύτερων εξαρτήσεων και συμφερόντων που βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε οικογενειακούς και φατριαστικούς δεσμούς, περιορισμένου βεληνεκούς, ενώ οι νεόπλουτες ελίτ των εφοπλιστών, των λογίων και των εμπόρων διαμόρφωναν πιο οικονομοκεντρικές και ταξικές συνομαδώσεις, ευρέως βεληνεκούς. Από την άλλη, οι λόγιοι και οι έμποροι είχαν διεθνή εμπειρία και ευρωκεντρική αντίληψη, ενώ οι εφοπλιστές μαζί με τους γαιοκτήμονες και κοτζαμπάσηδες στηρίζονταν στις τοπικές ρίζες και τα γενεαλογικά προνόμια.

Η επανάσταση άρχισε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στο Ιάσιο της Μολδαβίας (σημερινή Ρουμανία) την 24η Φεβρουαρίου 1821: «Η ΩΡΑ ήλθεν, ω άνδρες Έλληνες!» έγραφε η προκήρυξη που απευθυνόταν αποκλειστικά στους ελληνόφωνους, ενώ είχε εκδοθεί διαφορετική, καθησυχαστική διακήρυξη «προς το έθνος της Μολδαυϊας» με διαβεβαιώσεις για την τάξη και την ασφάλεια της περιοχής. Η διακήρυξη προς τους Έλληνες εμπεριέχει πρόταση και για την πολιτική οργάνωση της χώρας: «Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξει τους Δημογέροντάς του, και την υψίστην αυτή Βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις».

Ήδη στην διακήρυξη της επανάστασης προβάλλεται ως αιώνια αλήθεια η νεότευκτη ιδέα του εθνισμού, κατονομάζοντας τους εξεγερμένους μόνο ως Έλληνες ως εάν να υπήρχε ήδη καθορισμένο και διακριτό ελληνικό έθνος. Αλλά αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα, όπου κυριαρχούσε το θρησκευτικό και το τοπικιστικό κριτήριο. Αν υπήρχε κάποιο κριτήριο καταγωγής που λαμβανόταν υπόψιν αυτό αφορούσε αποκλειστικά την τοπικότητα και όχι κάποια «εθνική» κοινότητα. Όπως παρατήρησε ορθώς ο Κολοκοτρώνης στη Διήγησιν Συμβάντων χρόνια αργότερα: «δεν είναι παρά η επανάστασίς μας οπού εσχέτισε όλους τους Έλληνας. Ευρίσκοντο άνθρωποι οπού δεν εγνώριζαν άλλο χωριό μακριά μίαν ώραν από το εδικό τους…»

Η επανάσταση κηρύχθηκε από έναν ελληνόφωνο πρίγκηπα της Ρωσικής Αυλής, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, σε μία οθωμανική επαρχία, τη Μολδαβία, την οποία είχε στο παρελθόν διοικήσει ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Υψηλάντης, μακριά από τον ελλαδικό χώρο αλλά δίπλα στα σύνορα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα οργανωμένο σχέδιο μιας συνομωτικής ομάδας, της Φιλικής Εταιρείας, εμπνευσμένης από τις συνομωτικές αρχές του καρμποναρισμού, των μυστικών οργανώσεων της Ιταλίας. Σύμφωνα με τον Έρικ Χομπσμπάουμ οι αδελφότητες του καρμποναρισμού, που είχαν σχέσεις και με τις τεκτονικές στοές (ο Ξάνθος, εκ των τριών ιδρυτών της Φ.Ε. ήταν μύστης της Τεκτονικής Στοάς της Λευκάδας) θεωρούσαν εαυτές «προοδευτικές και χειραφετημένες ελίτ που έπρεπε να δράσουν στους κόλπους και προς όφελος μιας τεράστιας και αδρανούς μάζας αδαών και πλανημένων, οι οποίοι αναμφίβολα θα επιδοκίμαζαν την απελευθέρωση, όταν θα ερχόταν, αλλά κανείς δεν περίμενε να συμμετάσχουν ιδιαίτερα στην προετοιμασία της.»[iii]

Από τις πολλαπλές επαναστατικές ιδέες που διαδόθηκαν από τη μήτρα της Γαλλικής Επανάστασης, οι Φιλικοί προώθησαν καταρχήν την ιδέα του εθνικού αυτοκαθορισμού και διόλου την ιδέα της κοινωνικής ισότητας. Εξαρχής η Φ.Ε. απευθυνόταν μόνο «προς Έλληνας φιλοπάτριδας και τους εκλεκτούς και ανδρείους των ομογενών», αποκλείοντας ρητά τους αλλοεθνείς και τις γυναίκες. Το κυρίαρχο ιδεολόγημα ήταν η φαντασιακή σημασία του έθνους, ενώ η προετοιμασία της επανάστασης αναλήφθηκε από μέλη των καθιερωμένων ελληνόφωνων ελίτ, περιλαμβάνοντας πλούσιους εμπόρους, εφοπλιστές, προκρίτους, Φαναριώτες λόγιους και ιερωμένους. Χωρίς δηλαδή να θιγεί η κοινωνική διαστρωμάτωση των ελληνόφωνων κοινοτήτων και το προνομιακό καθεστώς της ντόπιας ολιγαρχίας.

Ωστόσο, η ιδέα της πολιτικής ισότητας φαίνεται να περνά σαν ίσκιος ίσκιος πίσω από την υπόσχεση πως οι δημογέροντες θα εκλεγούν από το «Έθνος συναθροιζόμενον». Αυτή είναι μια υπόσχεση που περιλαμβάνει εν δυνάμει ολόκληρο τον πληθυσμό που μέλλεται να ονομαστεί «Έθνος». Όμως επίσης φέρει το, απαραίτητο στο φαντασιακό του έθνους, συμπλήρωμα, δηλαδή την πολιτική αντιπροσώπευση, δηλαδή το φαντασιακό του κράτους και της διοικητικής ιεραρχίας. Το ποιος ανήκει στο έθνος έμελλε να είναι ένα ανοιχτό ερώτημα άνωθεν διεκδικούμενο, πηγή πολλών τραγωδιών για τους κατοίκους της χώρας.

Το «Έθνος» προβάλλεται ως η θεμελιώδης αρχή κυριαρχίας με φυσικά και καθορισμένα δικαιώματα που δικαιώνουν την απόφαση της απόσχισης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία – μα αυτό είναι μια εντελώς καινοφανής ιδέα. Η ίδια η Αυτοκρατορία, πολυεθνοτική και πολύγλωσση, δεν βασιζόταν στην αρχή της εθνικής κυριαρχίας αλλά στο απόλυτο της κυριαρχίας του Σουλτάνου που έχει θρησκευτική και ιστορική – ως δίκαιο της κατακτήσεως- βάση και διαμορφώνει πλέγματα βαθμιδωτών δεσμών από την απόλυτη υποταγή (πολιτική κυριαρχία) έως την απλή υποτέλεια (φορολογική κυριαρχία). Εξάλλου και στο παρελθόν και κατά τη διάρκεια της επανάστασης, πολλοί Οθωμανοί αξιωματούχοι, όπως ο επονομαζόμενος Κιουταχής, ήταν Έλληνες στη γλώσσα και την καταγωγή. Μα δεν ήταν χριστιανοί, που ήταν η πρωτεύουσα θρησκευτική διάκριση. Μετά το 1830 πολλοί ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι θα εξοριστούν λόγω της όψιμης ταύτισης της ελληνικής και της χριστιανικής ταυτότητας.

Ασφαλώς, όπως μας επιβεβαιώνουν τα ιστορικά αρχεία υπήρχαν τεράστιες λαϊκές αντιδράσεις και αντιστάσεις ενάντια στην κατεστημένη κοινωνική ανισότητα και τα εμφωλευμένα κοινά συμφέροντα κοτζαμπάσηδων και Πύλης. Πάνω από εκατό εξεγέρσεις ξέσπασαν στα Βαλκάνια κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κλεφτουριά ήταν μια τέτοια μορφή αντίδρασης και αντίστασης. Μα αυτές οι αντάρτικες μορφές πάλης και παραβατικές μορφές διαβίωσης, όπως και η πειρατεία, δεν εμπεριέκλειαν ουδεμία μορφή πολιτικής διεκδίκησης, κανένα ίχνος πολιτικού προτάγματος.

Όπως συνέβη και με τον νεοελληνικό Διαφωτισμό, τα στοιχεία του δημοκρατικού προτάγματος και τα ιδεώδη της ισονομίας, της πολιτικής ελευθερίας και των αναφαίρετων ατομικών δικαιωμάτων προήλθαν έξωθεν και άνωθεν, από προοδευτικά άτομα των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων που είχαν επαφή με το ευρωπαϊκό επαναστατικό κίνημα και πολλές φορές το πλήρωσαν με τη ζωή τους. Ήρθαν διαθλασμένα και καχεκτικά, χωρίς τον έντονο αντικληρικισμό και τους αναρχικούς ορίζοντες της Δύσεως. Ο Δ. Μπαλής της Άνδρου είχε γαλουχηθεί με κείμενα Γάλλων επαναστατών (όπως του Γράκχου Μπαμπέφ) που προμηθεύτηκε από τον διαφωτιστή Θεόφιλο Καΐρη. Οι πιο ειλικρινείς ελληνόφωνοι Διαφωτιστές διώχθηκαν από τις επίσημες εκκλησιαστικές αρχές με κάθε τρόπο προκειμένου να εμποδιστεί η διασπορά των ιδεών τους. Το όραμα του Ρήγα, που μιλούσε για κοινή επανάσταση των βαλκανικών λαών είχε ήδη στενέψει από την προσαρμογή του στα συμφέροντα των ηγεμονικών ομάδων.

Όσο όμως καχεκτικό και παραφρασμένο κι αν ήταν, το πνεύμα του Διαφωτισμού διαπότισε τις διακηρύξεις για ισονομία και ελευθερία των εξεγερμένων – όπως και την αντάρτικη κοινωνική αναπαράσταση και αυτοεικόνα της επανάστασης του 1821, διαμορφώνοντας μία ρομαντική αφήγηση και ένα ανώνυμο λαϊκό ρεύμα πίεσης και διεκδίκησης που, από τη μία, δεν έλεγξε ποτέ απολύτως η νεόδμητη κεντρική κρατική αρχή αλλά από την άλλη παρέμεινε χειραγωγήσιμο.

Η Ελληνική Επανάσταση είχε μακρά χρονική διάρκεια. Διήρκησε κοντά δέκα χρόνια, μέχρι την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, μα ο εξεγερμένος πληθυσμός δεν δημιούργησε δικούς του, αυτόνομους θεσμούς αυτοκυβέρνησης πουθενά.

Εξαρχής, το πνεύμα της Φιλικής Εταιρείας, η διαρκώς επαναλαμβανόμενη εξάρτηση από μία ‘Αόρατη Αρχή’, ο αφηρημένος, αποκλειστικός, μονοδιάστατος και αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας της φαντασιακής σημασίας του έθνους, οι άνωθεν προσπάθειες χαλιναγώγησης, και η άγρια καταστολή καθόρισαν την, κατά Σκαρίμπα, αποτυχία της επανάστασης στο εσωτερικό. Γιατί όμως «γελάστηκε»; Κατά τη γνώμη μου, επειδή εξαρχής ήταν χειραγωγημένη από προϋπάρχοντα ολιγαρχικά συμφέροντα και ηγεμονικές ομάδες.

Διαβάζοντας την επίσημη, συντηρητική και εθνοκεντρική Ιστορία του Ελληνικού Έθνους προκαλούν εντύπωση οι αγεφύρωτες και εκρηκτικές διαιρέσεις που χαρακτηρίζουν τα «χρόνια δοξασμένα» μετά το 1821. Οι κοινωνικές ανισότητες, οι τοπικές αντιμαχίες και τα αντίπαλα και διακριτά συμφέροντα των κυρίαρχων ηγεμονικών ελίτ δεν μπόρεσαν να καλυφθούν υπό τον μανδύα του Έθνους καθώς όριζαν βαθιές και ιστορικές διαιρέσεις.

Σε κάποια μέρη υπήρχε ισχυρή παράδοση τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως στον Μοριά, όπου είχαν αναδειχθεί ισχυρά τζάκια γαιοκτημόνων που μονοπωλούσαν τις κοινοτικές διοικητικές δομές, σε άλλα, όπως στην Κρήτη, υπήρχε έντονη Οθωμανική παρουσία και άμεση τουρκόφωνη διοίκηση. Στα τρία ναυτικά νησιά, την Ύδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά, υπήρχε καθεστώς ημι-αυτονομίας, και κυβερνούνταν από πανίσχυρες εφοπλιστικές οικογένειες όπως τους Κουντουριώτηδες. Στη Ρούμελη και την Ήπειρο υπήρχαν αρματολίκια, άτακτα τάγματα ενόπλων υπό οθωμανική διοίκηση και οι τοπικές διαμάχες μεταξύ των Οθωμανών πασάδων, όπως του Αλή Πασά των Ιωάννίνων. Υπήρχαν και αυτοδιοικούμενα χωριά, όπως το αλβανόφωνο Σούλι και τα Ζαγόρια. Ο κυρίαρχος τοπικισμός εκδηλώθηκε κατά περιστάσεις και στις ταλαιπωρίες που υπέστησαν σε διάφορες περιοχές οι πρόσφυγες από τα πολεμικά μέτωπα.

Όπως μας διηγείται στα Απομνημονεύματα ο Μακρυγιάννης, οι Αρτινοί πρόσφυγες έγιναν θύματα σκληρής εκμετάλλευσης στον Βάλτο:

“Τότε πήγα εις την Αγιά,οπού ‘χα τα ειδίσµατά µου στείλη, κ’ εκεί ηύρα τους δυστυχείς Αρτηνούς οπού έρχονταν ξυπόλυτοι και γυµνοί και νηστικοί. Και µό’ ‘πεσαν όλοι εις τονλαιµό µου να τους σώσω. […] Και τους συνάξαµεν ξύλα και τους περιποιηθήκαµεν. Τα µεσάνυχτα έρχονται κάτι Βαλτηνοί κι’ άλλοι και ρίχνουν ντουφέκια. […] Τότε ντουφεκιστήκαµεν κ’ εµείς µ’ αυτούς και τους γνωρίσαμε. Και ήρθαν να τους πάρουν και τα πουκάµισα, ότι άλλο τίποτας δεν τους αφήσαµεν, µόνον ό,τι φορούσαν. […] Κι’ από τότε βλέποντας αυτείνη την αρετή, σιχάθηκα το Ρωµαίικον, ότ’ είµαστε ανθρωποφάγοι.”

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης αντί να γεφυρωθούν, αποκαλύφθηκαν μία σειρά από τεμνόμενες διαιρέσεις.

Διαιρέσεις ανάμεσα σε Φιλικούς και κοτζαμπάσηδες, Φαναριώτες και δημογέροντες, λόγιους και ιεράρχες, “πολιτικούς” και “στρατιωτικούς”, Ρουμελιώτες και Μωραϊτες, εφοπλιστές και γαιοκτήμονες, νησιώτες και στεριανούς, “αυτόχθονες” και “ετερόχθονες”, τακτικούς αξιωματικούς και οπλαρχηγούς, προκρίτους και λαϊκούς, Καποδιστριακούς και Αντικαποδιστριακούς, “κυβερνητικούς” και “συνταγματικούς” – διαιρέσεις που οδήγησαν σε δύο ανοιχτούς εμφυλίους το 1824, σε παράλληλες διπλές κυβερνήσεις το 1824 και το 1832, σε δύο εισβολές Ρουμελιωτών στην Πελοπόννησο το 1824 και το 1832, στη δολοφονία του Ανδρούτσου το 1825, στη φυλάκιση του φιλόδοξου Κολοκοτρώνη το 1825 και το 1833, στην πυρπόληση του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη το 1831, στην εξέγερση της Μάνης το 1831, στη δολοφονία του αυταρχικού κυβερνήτη Καποδίστρια την ίδια χρονιά – και πίσω από όλα αυτά, τα συνωμοτικά παιχνίδια υποταγής στις Μεγάλες Δυνάμεις, τα δύο μεγάλα ληστρικά δάνεια, η συγκρότηση πελατειακών μηχανισμών, οι προσπάθειες υπερίσχυσης των τριών κομμάτων, του αγγλικού, του γαλλικού και του ρωσικού.

Όλες οι μερίδες, για να προφυλάξουν τα ίδια ολιγαρχικά τους συμφέροντα, κραδαίνουν διακηρύξεις δημοκρατίας προς τους εξεγερμένους, ενώ προσβλέπουν στην εύνοια της ξενόφερτης μοναρχίας του Όθωνα. Και στο βάθος, ταλαίπωρος, αγωνιστής και διαρκώς εξαπατημένος ο ανώνυμος και πολύφωνος λαός ίσα που ακούγεται – ενώ αρχίζουν οι εθνοκαθαρτικές διώξεις ενός πολυεθνοτικού πληθυσμού.

Ήδη από το 1821 η κατάληψη πόλεων και χωριών συνοδεύονταν με (αποσιωπημένα) πογκρόμ απέναντι στις εβραϊκές κοινότητες, όπως έγινε στο Βραχώρι (Αγρίνιο) και στην Τριπολιτσά (Τρίπολη). Μα επίσης αρχίζει και η κρατική τρομοκρατία απέναντι σε ντόπιους αντιφρονούντες:

“Οι καταπιέσεις, οι ληστείες, οι κακοποιήσεις, οι βασανισμοί και οι συλλήψεις των κατοίκων από τους στρατιώτες με το πρόσχημα ότι αναζητούν και τιμωρούν τους αντάρτες ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο [….] Η επιβολή της κυβερνήσεως έδωσε μεγάλο βάρος στους οπαδούς της και πολλούς ασταθείς και επιπόλαιους τους έσπρωξε, όπως γίνεται συνήθως, ως την αμετροέπεια και την αδιαλλαξία […] Δεν ήταν λοιπόν παράξενο, αν η κυβέρνηση, επηρεασμένη από το πνεύμα αυτών των φίλων της καταστάσεως, καταπάτησε τις υποσχέσεις της και περιόρισε στο Άργος, και κατόπιν στο Ναύπλιο, τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννήσιους αρχηγούς [….] Η σύλληψή τους προκάλεσε “μέγαν φόβον εις όλον τον λαόν”, γράφει ο Κασομούλης. Η επιβολή της κεντρικής αρχής είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή.”[iv]

Έτσι είχαν τα πράγματα το 1825, αμέσως μετά τον δεύτερο εμφύλιο που ξέσπασε, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, για τη νομή και επιβολή της κρατικής εξουσίας, προτού καν υπάρξει ανεξάρτητο κράτος. Κυρίαρχη είχε αναδειχθεί η πλευρά των νησιωτών εφοπλιστών και της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Η βία εναντίον των πολιτικών αντιπάλων αλλά και η τρομοκράτηση του πληθυσμού ήταν εξαρχής τα πολιτικά εργαλεία που χρησιμοποίησε ο κρατικός μηχανισμός για να επιβληθεί στην κοινωνία.

Παρά τον καραμπελικό μύθο, δεν υπήρχαν πραγματικά αυτόνομες κοινότητες στην οθωμανική αυτοκρατορία, ούτε στον ελλαδικό χώρο ούτε αλλού, με την ουσιαστική και πολιτική έννοια. Κοινότητες που να αυτοκυβερνώνται με ρητό τρόπο και ισότιμη συμμετοχή όλων των μελών τους.  Υπήρχαν κοινότητες με διαφορετικούς βαθμούς αυτοδιοίκησης που απολάμβαναν κάποιες φορές μέχρι και ατέλεια – δηλαδή φορολογική απαλλαγή – αλλά πάντοτε ενσωματωμένες στο οθωμανικό σύστημα διοίκησης και με αναγνωρισμένη την κυριαρχία της Υψηλής Πύλης. Εντός των κοινοτήτων οι καθιερωμένες ολιγαρχίες αναπαράγονταν με τον θεσμό των δημογερόντων που μονοπωλούσαν οι ηγεμονεύουσες οικογένειες, τα τζάκια.

Επιπλέον, δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση της θρησκευτικής αυθεντίας και της εκκλησιαστικής εξουσίας, ασχέτως με τις ενέργειες της τελευταίας. Εξάλλου ήδη από την εποχή του Μεχμέτ του Πορθητή το Πατριαρχείο είχε διευρυμένες διοικητικές και δικαστικές εξουσίες επί του χριστιανικού πληθυσμού. Την 20η ή, κατ’ άλλους, την 23η Μαρτίου 1821, (δηλαδή πριν τη μυθική 25η Μαρτίου) μεγάλη σύνοδος των αρχιερεών και των λαϊκών προυχόντων της Κων/πολης με επικεφαλής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ αφορίζει την επανάσταση που ξέσπασε. Οι εξεγερμένοι αποκαλούνται “κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι” ενώ υμνείται η “καλοκαγαθία του σουλτάνου”. Οι επαναστάτες αφορίζονται ακόμη και μετά θάνατον (!) ως “θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας”.

Παρόλο που η ανώτατη ιεραρχία πήρε θέση ενάντια στην επανάσταση, ουδείς αμφισβήτησε την πνευματική πρωτοκαθεδρία της ορθόδοξης εκκλησίας έως την επόμενη γενεά. Αυτή εξάλλου η ταύτιση των εξεγερμένων με την εκκλησία ενισχύθηκε και από τις διώξεις των Οθωμανών με κριτήριο την θρησκευτική ταυτότητα – ο Πατριάρχης που αφόρισε την Επανάσταση απαγχονίστηκε ως αντίποινα για τις επαναστατικές κινητοποιήσεις.

Στο τέλος, το παραδοσιακό, θρησκευτικό κριτήριο ταύτισης, του χριστιανού, θα συμπλεκόταν με την καινούργια εθνοτική ταξινόμηση, του Έλληνα, δημιουργώντας τον τραγέλαφο του ελληνοχριστιανισμού και χρησιμοποιώντας το δυναμικό του εθνικού φαντασιακού για την ενδυνάμωση και στερέωση του παραδοσιακού συντηρητικού και αντι-διαφωτιστικού ρεύματος. Οι παραδοσιακές μορφές θρησκευτικής ετερονομίας συνέχισαν να συνεργούν με τις νέες μορφές πολιτικής ετερονομίας.

Τελικά, όταν, με το πρωτόκολλο του Λονδίνου επήλθε, την 3η Φεβρουαρίου 1830 η ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, οι όροι ήταν σαφείς και συνοδεύονταν από την εγκαθίδρυση της απόλυτης μοναρχίας, δηλαδή τη ρητή ακύρωση κάθε υπόσχεσης λαϊκής κυριαρχίας.

“Η Ελλάς οφείλει την ύπαρξίν της εις τα παντοία διαβήματα, τα οποία επεδαψίλευσαν εις αυτήν αι τρεις Δυνάμεις. Ελευθερώσαται αυτήν έλαβον υπό την άμεσον προστασίαν των και την διέσωσαν από τον αναπόδραστον όλεθρον. Δια τούτους τους λόγους προσεκτήσαντο θετικά δικαιώματα εις την εκ μέρους των Ελλήνων τελείαν και πρόθυμον προσχώρησιν εις τα δεδογμένα.”

Με αυτά τα λόγια, τον Μάρτιο του 1830 οι αντιπρέσβεις της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας κοινοποιούν στις ελληνικές αρχές πώς κέρδισαν την πολιτική ανεξαρτησία τους τυπικά μόνο εφόσον την εγκαταλείψουν ουσιαστικά. Έτσι η εθνική ανεξαρτησία συνδέθηκε αναπόδραστα και με την αποικιοκρατικού τύπου εξάρτηση στο εξωτερικό. Αυτές οι πολλαπλές εξαρτήσεις, εσωτερικά από τις εγχώριες αντίπαλες ομάδες ολιγαρχικών συμφερόντων και εξωτερικά από τις μεγάλες Δυνάμεις, μαζί με την αγεφύρωτη αντίθεση προς την κοινωνία καθόρισαν το χαρακτήρα του νεοελληνικού κράτους. Όπως έγραψε ο Κοραής τότε:

“Η ταλαίπωρος Ελλάς δεν ανεστάθη αληθώς, αλλά τάφον μόνον ήλλαξε.”[v]

Η εικόνα του νεοελληνικού κράτους συμπληρώνεται με την ίδρυση της Βασιλικής Χωροφυλακής τον Ιούνιο του 1833, με εκπεφρασμένο στόχο την «διαφύλαξιν της ασφαλείας, την τήρησιν της κοινής ησυχίας, και την διώξην του εγκλήματος». Ποιο έγκλημα διώκεται; Οι λαϊκές μορφές αντίδρασης και αντίστασης στη βαυαρική απολυταρχία, δηλαδή οι διαδηλώσεις και ακόμη η ορεινή ληστεία, η οποία ήταν άμεση συνέχεια της κλέφτικης παράδοσης. Στα όρη κατέφευγαν ως ληστές οι απογοητευμένοι αγωνιστές της επανάστασης («σώματα πειναλέων αγωνιστών διατρεχόντων πάσαν την χώραν») και πολλοί ακτήμονες αγρότες που είδαν την ελπίδα της δίκαιης ανακατανομής των οθωμανικών κτημάτων να καταρρέει μπροστά στην εξουσία των γαιοκτημόνων και της Εκκλησίας. Οι κοινωνικοί αγώνες ενάντια στη νέα απολυταρχική εξουσία συνεχίστηκαν με νέες μορφές. Κατά μία έννοια, δεν σταμάτησε ποτέ η ανολοκλήρωτη μάχη για την κοινωνική χειραφέτηση.

Αυτές είναι όψεις του ιστορικού κυκεώνα που δεν κρύβει ούτε η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» –αλλά τις κρύβουν οι εθνικές εορτές.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[i]  Γ. Σκαρίμπας, Η αλήθεια για το ’21, εκδ. Κάκτος, 1995.

[ii] Γιώργος Δαρδανός, «Θεόφιλος Καΐρης – Δημήτριος Μπαλής. Δυο αγωνιστές για κοινωνική απελευθέρωση», στο «Θεόφιλος Καΐρης», Αθήνα, 1988

[iii] Ε. Χομπσμπάουμ, Η Εποχή των Επαναστάσεων, σελ. 157.

[iv] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ, σελ. 374.

[v] A. Κοραής, Τι συμφέρει εις την ελευθερωμένην από Τούρκους Ελλάδα να πράξη εις τας παρούσας περιστάσεις, δια να μη δουλωθή εις χριστιανούς τουρκίζοντας: διάλογος δύο Γραικών, Παρίσι 1830, σ. 14.

Πηγή: Αυτολεξεί

*

Εισήγηση του Shades: Συζητώντας για τον ελληνικό εθνικό σχηματισμό από τη σκοπιά της θεωρίας, της ιστορίας και της υλιστικής κριτικής

Η εισήγηση της Συντακτικής Ομάδας του περιοδικού στην εκδήλωση με το Γιάννη Μηλιό, 24 Μαρτίου 2021.

Φίλες και φίλοι. Εκ μέρους της Συντακτικής Ομάδας του Shades Magazine θα ήθελα να σας καλωσορίσω και να σας ευχαριστήσω που ανταποκριθήκατε στο κάλεσμα μας για την σημερινή εκδήλωση. Έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε σε αυτό τον πάνελ τον Γιάννη Μηλιό από το περιοδικό Θέσεις, που έχει κάνει μια εξαιρετική μελέτη πάνω στο θέμα που εξετάζουμε, και τον Βαγγέλη Μπαντέκα μέλος της αντιεθνικιστικής πρωτοβουλίας για το 1821 και διδάκτορα φιλοσοφίας στο τεχνικό πανεπιστήμιο του Βερολίνου.

Πιστεύουμε στ’ αλήθεια ότι μια τέτοια εκδήλωση είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν είναι μόνο τα συνταρακτικά γεγονότα που βιώνουμε τον τελευταίο χρόνο, είναι η διαχρονική πορεία του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού που πρέπει να δούμε διεξοδικά εάν και εφόσον θέλουμε να ανοίξουμε ένα νέο δρόμο για παραγωγή κριτικής και πρακτικής στον 21ο αιώνα ― μια περίοδος όπου ο κύκλος του ιστορικού εργατικού κινήματος έχει κλείσει με μια συντριπτική ήττα εις βάρος του. Να ανοίξουμε νέες θεωρητικές δυνατότητες στην υλιστική κριτική, να δώσουμε νέες ανταγωνιστικές ερμηνείες στην ιστορία κόντρα στην κυρίαρχη εθνική αφήγηση. Αυτός είναι με απλά λόγια και ο δικός μας στόχος από τη σημερινή εκδήλωση. Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να βάλω μερικές εισαγωγικές θέσεις πιο αναλυτικά για το πως βλέπουμε και εμείς το λεγόμενο εθνικό ζήτημα.

Ο εθνικισμός είναι η χαρακτηριστική μορφή της παράλογης αντίληψης. Με επιδημικότητα συνεχίζει να μολύνει ολόκληρο τον αστικό κόσμο, σε μια ιστορική περίοδο μάλιστα όπου, εξαιτίας της ανάπτυξης των τεχνικών δυνάμεων παραγωγής και του δυνητικού ορισμού της γης ως ενιαίου πλανήτη, ο εθνικισμός θα έπρεπε να έχει χάσει την ρεαλιστική του βάση και να έχει βρει την θέση του στο μουσείο της ιστορίας. Ωστόσο, ο εθνικισμός όχι μόνο επιβιώνει αλλά αποτελεί το κύριο συστατικό κάθε κυρίαρχης ιδεολογίας, ζει και αναπαράγεται όσο θα υπάρχει εκμετάλλευση ακόμα και μέσα από φαινομενικά αντίθετους πολιτικούς χώρους.

Πάγια θέση του εγχειρήματος μας είναι ότι πίσω από την κυρίαρχη εθνική αφήγηση συντάσσεται και ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορικής αριστεράς, και μάλιστα βρίσκεται αφομοιωμένη ολοκληρωτικά στους κυρίαρχους εθνικούς μύθους. Δεν είναι βέβαια μόνο οι μύθοι γύρω από τα γεγονότα του 1821. Ολόκληρη η ιδεολογία του ελληνικού αστικού κράτους έχει παγιδεύσει μέσα στη πορεία του χρόνου, μεγάλη μερίδα αυτής της ιδεολογικής αριστεράς ακόμα και ευρύτερα τμήματα του αντιφασιστικού και ανταγωνιστικού χώρου. Δεύτερη πάγια θέση μας, είναι ότι η κυρίαρχη ιστορική ερμηνεία στον ελλαδικό χώρο, έχει γραφτεί από τους νικητές του εμφυλίου πολέμου 1946-49, καθώς και από τους επίσημους ιστοριογράφους του ελληνικού κράτους που συχνά εναρμονίζουν την έρευνά τους με την επίσημη εθνική αφήγηση. Επιχειρούμε λοιπόν να δημιουργήσουμε ένα ρήγμα σε αυτήν την ιστοριογραφία προσπαθώντας να την επανεξετάσουμε από υλιστική σκοπιά. Δεν μπορεί να υπάρχει χειραφετική κριτική, δίχως μια συνολική κριτική του έθνους και της εθνικής ιδεολογίας.

Ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας της μαζικής επικράτησης των αστικών επαναστάσεων, της γέννησης των περισσότερων εθνικών κρατικών σχηματισμών και της συγκρότησης των εθνικών ταυτοτήτων. Αν και αυτή η διαδικασία δεν ξεκίνησε τον 19αι, ωστόσο, εδώ φαίνεται να παίρνει την μορφή που στις περισσότερες περιπτώσεις γνωρίζουμε σήμερα. Η λεγόμενη, λοιπόν, εποχή των επαναστάσεων φέρει μαζί της την εποχή της κατασκευής των εθνών και τον διαμελισμό του κόσμου σε έθνη-κράτη. Η διαδικασία εθνοποίησης των μαζών συνδέεται άμεσα με ένα ελευθεριακό πρόταγμα το οποίο εκδηλώνεται με μια ροή αγώνων που κορυφώνεται και αποκρυσταλλώνεται με τη συγκρότηση του αστικού κράτους. «Τα Έθνη, ως φυσικός, θεόσταλτος τρόπος ταξινόμησης των ανθρώπων, ως ένα εγγενές, καίτοι πολύ αργοπορημένο πολιτικό πεπρωμένο, είναι μύθος». Δεν είναι τα έθνη που συγκροτούν τον εθνικισμό αλλά ο εθνικισμός που συγκροτεί τα έθνη. Δεν υπάρχει ιστορική εξαίρεση όπου η διαδικασία εθνογέννεσης δεν συμπίπτει ή δεν έπεται από τη καπιταλιστικοποίηση του κοινωνικού σχηματισμού, είτε αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο ανάδυσης είτε της κυριαρχίας των κεφαλαιακών σχέσεων παραγωγής. Η συγκρότηση του ελληνικού έθνους-κράτους, για παράδειγμα, δεν αποτελεί εξαίρεση καθώς μεταξύ των μεγάλων αλλαγών που πραγματοποιούνται στον ασιατικό κοινωνικό σχηματισμό της Α. Μεσογείου είναι: 1ον η ιδιοποίηση των τιμαρίων από τους τιμαριώτες καθώς αυτά μετατρέπονται σε ιδιωτική ιδιοκτησία και αυτοί σε τσιφλικάδες. 2ον η αγροτική παραγωγή στις αγροτικές κοινότητες της σύγχρονης νότιας Ελλάδας υπάγεται σταδιακά στον έλεγχο του εμπορικού κεφαλαίου, από τα τέλη του 18ου αιώνα. Και 3ον η κυριαρχία καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στις αρχές του 19ου αιώνα με την ανάπτυξη του εμπορικού και εφοπλιστικού κεφαλαίου στα νησιά του Αιγαίου αλλά και η δημιουργία καπιταλιστικών κοινοτήτων στην ενδοχώρα με την ανάπτυξη της μανιφακτούρας.

Το Βασικό ιδεολογικό συνεκτικό στοιχείο των νεοκατασκευασμένων εθνικών αστικών κρατών ήταν το γνωστό ψέμα της ισονομίας, ανεξαρτήτως τάξης και κοινωνικού στρώματος. Το εθνικό κράτος εμφανίζεται ως ο υπερασπιστής όλων των μελών της Εθνικής Λαϊκής Κοινότητας, ενώ αποτελεί ρυθμιστή, το κέντρο άσκησης της ταξικής εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην πολυεθνική εργατική τάξη. Εμφανίζεται, λοιπόν, ως η ενσάρκωση του λαϊκού πνεύματος, ως η μεταφορά της μορφής-οικογένεια στο επίπεδο του πολιτικού (Χέγκελ). Επιβάλλει τον εαυτό του ως μια οργανικά ενοποιημένη κοινότητα λειτουργώντας στο πλαίσιο του «κοινού συμφέροντος» και της «εθνικής αδελφοσύνης» – καθώς βρισκόμαστε-όλοι-στην-ίδια-βάρκα – σε όλα τα σημεία εσωτερικά της κοινωνικής ολότητας, ενώ εξωτερικά εμφανίζεται και λειτουργεί ως πολιτικό υποκείμενο που αναγνωρίζεται ως τέτοιο από άλλα όμοιά του μέσα από το πλέγμα των παγκόσμιων σχέσεων εξουσίας. Έτσι, συγκαλύπτει τις συγκεκριμένες ταξικές σχέσεις εμφανίζοντάς τες ως αφηρημένες εθνικές, κάτι που αποτυπώνεται υλικά στο κάθε σημείο των ιστορικών κοινωνικών σχηματισμών, αλλά και στις προσωπικότητες, στην-κάθε-στιγμή των υποκειμένων που κατοικούν εκεί. Αυτή η διαδικασία μετασχηματισμού των ταξικών ανταγωνιστικών σχέσεων σε εθνικές, καθιστά το έθνος-κράτος θεμελιώδες στοιχείο της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και της αναπαραγωγής της αξίας. Η διαδικασία γέννησης των αστικών εθνικών κρατών – και του δικού μας ελληνικού – ήταν επίπονη, βίαιη και αιματηρή. Έτσι εδώ βλέπουμε, ότι η τύχη για παράδειγμα του «Διαχρονικού Άλλου», του Εβραίου που δεν κατάφερε ποτέ ιστορικά να αφομοιωθεί στην εθνική κοινότητα του Λαού, δεν ήταν ανεξάρτητη από αυτή την πορεία με αποτέλεσμα την τραγική κορύφωσή της στο τέλεια οργανωμένο εργοστάσιο θανάτου του Άουσβιτς. Εδώ δεν θα μπορούσε παρά να τεθεί το ερώτημα: τι μπορεί να σημαίνει πρόοδος και πως αυτή παλινορθώνεται σε οπισθοδρόμηση; Το έθνος, λοιπόν, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη συσπείρωσή του γύρω από ένα μαζικά διαδεδομένο ψέμα. Για να μπορέσει να υπάρξει η κοινότητα του Λαού πρέπει να παρανοηθεί η θέση του υποτελή μέσα στην ομίχλη της εθνικής ιδεολογίας. Όσο μεγαλύτερο είναι το εθνικό ψέμα, τόσο περισσότερο κινητοποιούνται οι μάζες, κάτι που ιστορικά βρίσκουμε στον ίδιο τον εθνικοσοσιαλισμό.

Γυρνώντας στο σήμερα, στην επέτειο των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821. Όσο η σημερινή καπιταλιστική κρίση οξύνεται, τόσο οι ανορθολογικές και μισαλλόδοξες κραυγές στο εσωτερικό του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους θα πληθαίνουν όλο και περισσότερο. Αυτές οι κραυγές έρχονται πράγματι από πολύ μακριά, αποτελούν την σύγχρονη έκφραση του ελληνικού εθνικισμού, της βασικής ιδεολογίας που συνόδευσε τη διαμόρφωση, την εξέλιξη και την εκάστοτε διαχείριση του συγκεκριμένου κοινωνικού καθεστώτος σ’ αυτή τη γωνιά των Βαλκανίων: από τη ρομαντική κατασκευή του 19ουαι. περί διαχρονικής συνέχειας του ελληνικού έθνους και τον μεγαλοιδεατικό επεκτατισμό, ως τον «Γ ́ ελληνικό πολιτισμό» του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου ― από τη μετεμφυλιακή αντικομμουνιστική εθνικοφροσύνη μέχρι τις χουντικές και τις ολυμπιακές φιέστες με τις χλαμύδες και τις περικεφαλαίες στους σύγχρονους μακεδονομάχους. Είναι το ίδιο κοινωνικό καθεστώς που σήμερα, για ακόμα μια φορά, ανακαλύπτει την ιδεατή συγκολλητική του ουσία τη στιγμή ακριβώς που σε ύστερη φάση, πνίγεται στις αντιφάσεις της εσωτερικής του αποσύνθεσης: η πιο βαθιά καπιταλιστική κρίση εδώ και έναν αιώνα βρίσκει την Ψωροκώσταινα πληθυσμιακά, οικονομικά και κοινωνικά αποδεκατισμένη. Το βάπτισμα του νέου καθεστώτος καπιταλιστικής συσσώρευσης θα εμφυσήσει την αίσθηση της ιερότητας του γένους στους υποτελείς του, της φαντασιακής υπεροχής τους απέναντι σε Σλάβους, Βούλγαρους, Αλβανούς και Τούρκους.

Συγκεκριμένα τώρα, όσον αφορά την ελληνική εθνική κυρίαρχη ιδεολογία: στηρίζεται στο μύθευμα, του φυλετικά αδιάσπαστου γένους, δηλαδή σε μια υποτιθέμενη συνέχεια του ελληνικού έθνους από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα στη νεωτερική εποχή. Συνοπτικά, η πιο κλασική εκδοχή αυτού του εθνικού μύθου είναι η ύπαρξη ενός ενιαίου γλωσσικά, πολιτισμικά και φυλετικά υποκειμένου που, από την εποχή του χαλκού, ζει και αναπαράγεται στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα το ελληνικό κράτος, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ανεξάρτητα από τις οικονομικές και κοινωνικές βαθμίδες εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών, το ελληνικό έθνος φαντασιώνεται ότι παραμένει αναλλοίωτο και μη αναμεμιγμένο με άλλους λαούς. Πάνω στην αιώνια ιστορική συνέχεια του ελληνικού έθνους στηρίζεται στη πραγματικότητα ολόκληρη η εθνική ιδεολογία. Η διαστρέβλωση της ιστορίας είναι το βασικό συστατικό της. Σε αυτό το πλαίσιο η ιστορία λαμβάνει τον χαρακτήρα ενός φετίχ: συγκαλύπτει τις αντικειμενικές, αντιθετικές, εσωτερικές ταξικές σχέσεις που διέπουν τον κοινωνικό σχηματισμό και τον συγκροτούν ιστορικά, με μια πλασματική σχέση- φάντασμα, με μια ιστορία υποτιθέμενης απώθησης και επανεμφάνισης της εθνικής ιδέας και συνείδησης. Υφαρπάζοντας επιλεκτικά σπαράγματα της ιστορίας δομούν μια καλοφτιαγμένη ψευτο-αφήγηση. Η φετιχοποιημένη ιστορία είναι αυτή που βλέπει την ιστορία γραμμικά, εσχατολογικά, διακρίνοντας ξεκάθαρα μια πρωταρχική αγνή στιγμή του λαού αλλά και το τελικό του σημείο, την ολοκλήρωση του έθνους, την πραγμάτωση, δηλαδή, της Μεγάλης Ιδέας. Τα τέσσερα κατηγορήματα – όμαιμον, ομόγλωσσον, ομότροπον, ομόθρησκον – εμφανίζονται πάντα προσκολλημένα με μια τοπικότητα, αυτό είναι το υπεραιώνιο έδαφος, ο χώρος κίνησης της εθνικής ιστορίας. Γνωστό παράδειγμα αυτού του είδους ιστοριογραφίας είναι αυτό του Κωνσταντίνου Παπαρηγόπουλου όπου σε ένα μείζον πολιτικό εγχείρημα δομεί την ελληνική εθνική ιδέα, επινοεί τον ελληνισμό. Η ιδεολογική σφυρηλάτηση του έθνους, λοιπόν, είναι μια απαραίτητη συνθήκη για τις επιδιώξεις του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους, στους ανταγωνισμούς του με αντίπαλα εθνικά καπιταλιστικά κρατικά στρατόπεδα και τα συμφέροντά τους όπως γίνεται σήμερα και με τους ανταγωνισμούς του με την Τουρκία.

Στα εκπαιδευτικά ιδρύματα του αστικού κράτους, η εθνική χειραγώγηση του πληθυσμού έχει κεντρικό χαρακτήρα. Το κουτσούρεμα της ιστορίας και η προσαρμογή της ώστε να υποστηρίζει τον εθνικό μύθο ανάλογα με τις ανάγκες κάθε εποχής έχει γίνει με διάφορους ευφάνταστους τρόπους. Εκεί, αποτυπώνεται με ξεκάθαρο τρόπο, πως το αστικό εθνικό κράτος βλέπει τον εαυτό του, πως αντιμετώπισε του εχθρούς του κατά την περίοδο της κατασκευής του και πως εφευρίσκει τους δικούς του ήρωες. Εκεί απεικονίζεται ολόκληρος ο εθνικός μύθος. Στα βιβλία της εθνικής ιστορίας του σχολείου, οι μαθητές και μαθήτριες “μαθαίνουν» για την υπεροχή του «ελληνικού πολιτισμού» από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα. Αυτή η λατρεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που παίρνει σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα εξαλείφει όποια στοιχεία ψευτο-ορθολογικότητας είχαν απομείνει και παλινορθώνεται σε αυτό που είναι πραγματικά: τον απόλυτο μύθο. Η εικονοκλαστική ερμηνεία της αρχαιότητας που έφερε η Αναγέννηση γίνεται κομμάτι αυτής της θρησκευτικής αφοσίωσης. Οι υποτελείς του σύγχρονου ελληνικού καπιταλιστικού κράτους θεωρούνται από αυτήν την ιστορία απόγονοι των αρχαίων ελληνικών πόλεων, ενώ το Βυζάντιο, που ως γνωστό, ήταν και ο νεκροθάφτης της αρχαίας παγανιστικής θρησκείας και του ελληνιστικού στοιχείου γενικότερα, θεωρείται η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Οι υποτελείς του εθνικού κράτους καλούνται να θυσιαστούν αν χρειαστεί, όπως και οι υποτιθέμενοι πρόγονοι τους, σε κάποιο μελλοντικό πόλεμο.

Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο ότι κουβέντα δεν γίνεται σχεδόν ποτέ για εκείνα τα ιστορικά γεγονότα που ήταν καθοριστικά για να επιβιώσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος στον αγώνα του με τα αντίπαλα στρατόπεδα, ότι δηλαδή έπρεπε δώσει προτεραιότητα στην εθνική ομογενοποίηση του πληθυσμού. Μεγάλη μερίδα πληθυσμού μέσα σε αυτό νεοκατασκευασμένο κράτος δεν μιλούσε ελληνικά ούτε είχε κάποιου τύπου «ελληνική εθνική συνείδηση». Στον ελλαδικό χώρο ζούσε ένα μωσαϊκό διαφορετικών μειονοτήτων με διαφορετική γλώσσα και παράδοση. Στη γεωγραφική περιοχή που βρίσκεται σήμερα το ελληνικό κράτος, πριν την ελληνική αστική επανάσταση του 1821 και μετά, ζούσαν μειονότητες όπως οι Βλάχοι, οι Αρβανίτες, Μακεδόνες, Εβραίοι, Τσιγγάνοι και πάρα πολλοί άλλοι. Οι μειονότητες που ενσωματώθηκαν σταδιακά μέσα στο ελληνικό κράτος, σε μεγάλο βαθμό γνώρισαν τι σημαίνει βία και καταπίεση. Τους απαγορεύτηκε να μιλούν την γλώσσα τους, να αναπαράγουν τα έθιμα και τα τραγούδια τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σήμερα η Ελλάδα είναι ένα κράτος που δεν αναγνωρίζει τις μειονότητες, γιαυτό και για μας ως Shades παραμένει ένα κεντρικό αίτημα.

Στο βιβλίο του 1821- ιχνηλατώντας το Έθνος, το Κράτος και τη Μεγάλη Ιδέα, (ο Γιάννης Μηλιός) επισημαίνει ότι η παραδοσιακή εθνοκεντρική προσέγγιση αντιλαμβάνεται το έθνος «ως μια κοινότητα που η ύπαρξή της δεν ανάγεται στο εκάστοτε κοινωνικό και πολιτικό σύστημα … και … αποτελεί πάντα ένα ‘‘δεδομένο’’ που προηγείται των μορφών οργάνωσης της κοινωνίας, τις οποίες εξετάζουν η ιστορική έρευνα και ευρύτερα οι κοινωνικές επιστήμες». Στο βιβλίο, λοιπόν, ακολουθείται η αντίστροφη πορεία. Στην αρχή ερευνώνται οι συνθήκες μέσα στις οποίες ωριμάζει το φαινόμενο της ευρείας εθνικής πολιτικοποίησης των μαζών στη βαλκανική χερσόνησο και μάλιστα κατά τη στιγμή που εκδηλώνεται με τη μορφή επαναστατικών επεισοδίων, τα πιο επιτυχή από τα οποία παρατηρούνται στις περιοχές του νότιου ελλαδικού χώρου και τα νησιά. Ζητούμενο εδώ είναι το περιεχόμενο και τα όρια του ελληνικού έθνους καθώς και οι παράγοντες που συνετέλεσαν στον μετασχηματισμό ενός τμήματος των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε εθνικά πολιτικοποιημένη κοινότητα που με την επανάσταση έχει ως στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους.

Θα ήθελα να τελειώσω την εισήγηση μου με μια πρόσκληση. Καλούμε τις ελάχιστες αντιεθνικιστικές φωνές και όσες-ους βρίσκουν στις μέρες μας αναγκαίο να ανοίξουν δρόμοι διαλόγου και σύμπλευσης πάνω σε αυτά τα τόσο κομβικά ζητήματα να μην διστάσουν να έρθουν σε επαφή μαζί μας. Σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα μας παραμένει ανοιχτό σε κάθε φίλο και φίλη να μας στείλει ερωτήσεις, κριτική ή και πρόσκληση για κοινούς αγώνες σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη εποχή. Το ανταγωνιστικό κίνημα λοιπόν ή θα είναι αντι-εθνικό ή καθόλου ανταγωνιστικό.

Πηγή: The Shades Mag

Κομμουνισμός: Το ανώτατο στάδιο του Ατομικισμού

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ: ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΥ

Αντί προλόγου (κολλάζ για τον κομμουνιστικό εγωισμό)

«Ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι τελικά παρά η περιγραφή του πως η κοινωνία, αφού οργανώθηκε ενάντια στον εαυτό της, εξακολούθησε και εξακολουθεί να υπερασπίζεται με σχιζοφρενικό ζήλο την αυτοκαταστροφή της. Η οικοδόμηση του πολιτισμού, της οργανωμένης κοινωνίας και της οικονομίας, σήμανε την απαρχή της εξουσιαστικής συμβίωσης των ανθρώπων, το θάνατο της ελευθερίας, της ατομικότητας και επομένως της συλλογικότητας… Σε μια τέτοια κατάσταση δεν υφίσταται ούτε η ατομικότητα, ούτε η συλλογικότητα, γιατί ο θάνατος της ατομικής ελευθερίας είναι ταυτόχρονα και θάνατος της δυνατότητας για επαφή, επικοινωνία και συλλογική λειτουργία. Σε μια τέτοια κατάσταση η ατομικότητα και η συλλογικότητα είναι θεαματικές, μη πραγματικές, καλουπωμένες σε σχέσεις εμπορευματικές και ανταλλακτικές, δηλαδή σε σχέσεις δέσμευσης και εξουσίας.»

Ουτοπία

«Κατά πρώτο λόγο, είναι απλό να αποδείξουμε στον Στίρνερ ότι είναι αναπόφευκτο για τον εγωιστή του να γίνει κομμουνιστής εξαιτίας του καθαρού εγωισμού του… Και είναι αλήθεια ότι πρώτα κάνουμε μια υπόθεση από μόνοι μας, μια εγωιστική υπόθεση, προτού κάνουμε οτιδήποτε για να την προωθήσουμε – και ως εκ τούτου ότι, με αυτήν την έννοια, ασχέτως οποιωνδήποτε ενδεχομένων υλικών φιλοδοξιών, είμαστε κομμουνιστές και εξαιτίας του εγωισμού μας, καθώς και εξαιτίας του εγωισμού επιθυμούμε να είμαστε ανθρώπινα όντα και όχι απλά άτομα.»

Φρίντριχ Ένγκελς

«Η απληστία, στην πλήρη της έννοια, είναι η μοναδική δυνατή βάση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Οι παρούσες μορφές απληστίας διαλύονται, εντέλει, διότι αποδεικνύονται ελλιπώς άπληστες. Η ουσία του κομμουνισμού είναι ο εγωισμός, η ουσία του εγωισμού είναι ο κομμουνισμός.»

For ourselves

«Η ατομική ιδιοκτησία δυσχεραίνει τον Ατομικισμό σε κάθε βήμα… Με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, τότε πραγματικά θα έχουμε όμορφο, υγιή Ατομικισμό. Κανείς δε θα χάνει τη ζωή του συσσωρεύοντας αγαθά και σύμβολα αγαθών. Θα ζει. Το να ζεις είναι το πιο σπάνιο πράγμα στον κόσμο. Οι πιο πολλοί άνθρωποι απλά υπάρχουν, αυτό είναι όλο.»

Όσκαρ Ουάιλντ

«Η ατομική ιδιοκτησία είναι η ίδια η άρνηση του ατομικισμού και της ατομικής περιουσίας. Για τη συντριπτική πλειοψηφία των υπηκόων της, δηλ. των προλεταρίων, η ατομική ιδιοκτησία δεν είναι κατά κανένα τρόπο ατομικός πλούτος, αλλά είναι μάλλον απώλεια (πώληση, αποξένωση) του εαυτού, είναι να είσαι άλλος από τον εαυτό σου, να είσαι άλλος για τους άλλους. Ακόμα και οι καπιταλιστές, οι κεφαλαιοκράτες, δεν είναι παρά, στην καλύτερη περίπτωση, απλοί πράκτορες του κεφαλαίου – διαχειριστές της δικής τους (και των άλλων) στέρησης. Ο μυθικός “ατομικισμός” της καπιταλιστικής κοινωνίας μπορεί να πραγματωθεί μονάχα μέσα στην άρνησή του και στην άρνηση της κοινωνίας από την οποία εκπηγάζει. Έτσι η Παρισινή Κομμούνα του 1871, η πρώτη πραγματωμένη “δικτατορία του προλεταριάτου”, επιχείρησε να καταργήσει την ιδιωτική ιδιοκτησία, προκειμένου “να κάνει αλήθεια τον ατομικό πλούτο”.»

For ourselves

«Ο ντανταϊσμός απαιτεί:

I. Τη διεθνή επαναστατική ένωση των δημιουργών και διανοούμενων όλου του κόσμου, με βάση το ριζοσπαστικό κομμουνισμό.

II. Τη σταδιακή εισαγωγή της αεργίας μέσα από τη γενικευμένη εκμηχάνιση όλων των δραστηριοτήτων (σ.σ. εννοεί της εργασίας). Διότι μονάχα η αεργία θα προσφέρει σε κάθε άτομο τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσει την αλήθεια της ζωής και να συνηθίσει επιτέλους να δημιουργεί τις δικές του εμπειρίες.

III. Την άμεση κατάργηση κάθε ιδιοκτησίας (την κοινωνικοποίησή της)…»

Ρίχαρντ Χύλζενμπεκ

Από το μικροαστικό φιλοτομαρισμό
στον επαναστατικό ατομικισμό

1

Για όσους βλέπουν επιφανειακά την επαναστατική ιστορία, βλέπουν στη ρωσική επανάσταση του 1917 τη μεγαλύτερη νίκη του επαναστατικού κινήματος. Οι καταστασιακοί, εύστοχα, στην επικράτηση των μπολσεβίκων είδαν την πιο «επαίσχυντη ήττα», μια φαινομενική επιτυχία που εξελίχθηκε σε θεμελιώδη ήττα, με την άνοδο του ρεφορμισμού και την εγκατάσταση στην εξουσία της κρατικής γραφειοκρατίας: «η μπολσεβίκικη επανάσταση, δεν είναι σε τελική ανάλυση παρά η πιο βαριά ως προς τις συνέπειες ήττα» ( I.S., Για την αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων).

Με το πραξικόπημα των μπολσεβίκων σε βάρος της συμβουλιακής (σοβιετικής) επανάστασης του 1917, την ανάδυση στην εξουσία μιας νέας γραφειοκρατικής ελίτ και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας επί του προλεταριάτου (που ψευδώς αυτοχρίζεται ως δικτατορία του προλεταριάτου) ξαφνικά ο κομμουνισμός έγινε συνώνυμο του ολοκληρωτισμού, της ιδεολογίας της παραγωγικότητας (σταχανοφισμός και ιεροποίηση της εργασίας, η οποία παρέμεινε μισθωτή), των γκούλαγκ, της στρατιωτικοποίησης, της καταστολής και του επεκτατισμού. Σε τελική ανάλυση, η στρέβλωση και η μπολσεβικοποίηση του κομμουνισμού ήταν οι μεγαλύτερες ήττες του επαναστατικού κινήματος. Ήττες τόσο υλικές, όσο και πνευματικές. Είναι, όμως, ο κομμουνισμός ιδιοκτησία των γραφειοκρατών; Είχαν καμιά σχέση οι γραφειοκρατικές δικτατορίες του «υπαρκτού» με τον κομμουνισμό; Όχι, ο κομμουνισμός δεν είναι ούτε οι γραφειοκράτες, ούτε καν ο Μαρξ ή ο Κροπότκιν.

Και, από την άλλη, ο Ατομικισμός ταυτίζεται με το βλέμμα του ευτραφούς επιχειρηματία, που στο αχόρταγο βλέμμα του βλέπουμε, αντί για τις κόρες των ματιών του, το σήμα του δολαρίου;

Όχι λοιπόν! Ο κομμουνισμός ανήκει στους ατομικιστές και ο ατομικισμός στους κομμουνιστές!

2

Παιχνίδι με τις λέξεις, θα πουν κάποιοι. Βυζαντινολογίες…

Οι λέξεις, όμως, δεν είναι απλά πυροτεχνήματα, είναι κομμάτι της ιστορικής ύλης και της ιστορικής διαδικασίας. “Το να τις εγκαταλείψεις τους σφετεριστές τους, να επινοήσεις νέες λέξεις ή να χρησιμοποιήσεις άλλες λέξεις εξαιτίας της δυσκολίας να ανακτήσεις τις αληθινές, ιστορικές λέξεις, σημαίνει να εγκαταλείπεις το πεδίο στον εχθρό. Είναι μια θεωρητική παραχώρηση που δεν μπορούμε να ανεχθούμε. Το να κάνουμε μια τέτοια παραχώρηση θα σήμαινε μόνο το να συμβάλουμε στη σύγχυση, σε μια σύγχυση που, εν μέρει, σχηματίζει βάση της κατεστημένης τάξης. Η εκ μέρους μας αντιστροφή της προοπτικής, αντιθέτως, προχωρεί στη διαύγαση των ίδιων των όρων της σύγχυσης.”

Σ’ αυτό το κείμενο θα νοηματοδοτήσουμε εκ νέου δυο λέξεις, που μέσα στον κόσμο της φαινομενικότητας έχουν διαστρεβλωθεί και κατασυκοφαντηθεί: Ατομικισμός και Κομμουνισμός. Και θα υποστηρίξουμε ότι η Επανάσταση, η Αναρχία, ο Ατομικισμός και ο Κομμουνισμός, όχι απλώς δεν είναι έννοιες αλληλοαποκλειόμενες, αλλά συμπληρώνουν η μία την άλλη, στον αέναο αγώνα για ατομική και συλλογική απελευθέρωση.

3

«Το πλούσιο ανθρώπινο ον και η πλούσια ανθρώπινη ανάγκη αντικαθιστούν τον πλούτο και την αθλιότητα της πολιτικής οικονομίας.»

Μαρξ

Ένα από τα μεγαλύτερα ψεύδη της ιδεολογίας, απότοκος της ιδεαλιστικής/χριστιανικής κληρονομιάς, είναι το ψεύδος της ανιδιοτέλειας (ενίοτε και «επαναστατικής»).

Ανιδιοτέλεια υποτίθεται ότι είναι να πράττεις δίχως προσωπικό όφελος. Σε έναν κόσμο που ο φιλοτομαρισμός και οι ανταλλακτικές σχέσεις είναι ο νόμος, η ανιδιοτέλεια είναι το ιδεολογικό ψέμα που δικαιώνει τη βρωμιά του υπάρχοντος κόσμου. Στη συνηθέστερη περίπτωση η ανιδιοτέλεια, η εργαλειακή χρήση της ανθρωπιάς (η ιδεολογία του ανθρωπισμού) γίνεται το άλλοθι της διαιώνισης της πλέον ταπεινής μορφής απληστίας: της ατομικής ιδιοκτησίας, της γενικευμένης φτώχειας που μασκαρεύεται ως πλούτος. Η ανιδιοτέλεια και ο ανθρωπισμός δεν μπορούν πλέον να κρυφτούν: “είναι ανήθικο να χρησιμοποιείς την ατομική ιδιοκτησία με σκοπό να ανακουφίσεις τα φοβερά δεινά που προκύπτουν από το θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας”. Σε μια κομμουνιστική κοινωνία γνήσιας αλληλεγγύης, χωρίς ανταλλακτικές σχέσεις, η ανιδιοτέλεια θα εξαφανιστεί ως άχρηστη. Γιατί από κάθε μας πράξη θα αντλούμε προσωπική ευχαρίστηση. Κι αυτό θα είναι το προσωπικό μας όφελος.

Στην πιο ειλικρινή της εκδοχή (και στην επαναστατική της εκδοχή, από τον κοινωνισμό μέχρι το νετσαγιεφισμό), η ανιδιοτέλεια γίνεται το αυτομαστίγωμα, ο ασκητισμός, η φιλοπονία, η αυτοθυσία, ο καλογερισμός. Παντού και πάντα είχε τα ίδια αποτελέσματα: τα βίαια ξεσπάσματα κατά του εαυτού, την τρέλα. Όπως στις καλόγριες, που η ερωτική στέρηση προκαλεί σεξουαλικές φαντασιώσεις με το Σατανά, έτσι και η ανιδιοτέλεια μετατρέπει την ανθρωπιά και την επανάσταση σε μια αποστειρωμένη και απονευρωμένη φαντασίωση. Δεν είναι ανθρωπιά, είναι η αναπαράστασή της. Δεν είναι επανάσταση, είναι μια απλή και ταπεινή ονείρωξη…

Ας βάλουμε τελεία στο ψεύδος της ανιδιοτέλειας, ας βάλουμε τέλος στον ψευδή τεμαχισμό της ατομικότητας και της συλλογικότητας. «Η αυθεντική κοινή ζωή», έλεγε ο Μαρξ, «προέρχεται από την ανάγκη και τον εγωισμό των ατόμων, δηλ. μέσα από την ενεργοποίηση της ίδιας τους της ύπαρξης».

«Ένας άνθρωπος που δε σκέφτεται τον εαυτό του δε σκέφτεται καθόλου». Η επανάσταση ξεκινάει από εμάς και καταλήγει πάλι σε εμάς. Εμείς είμαστε η αφετηρία της επανάστασης, εμείς είμαστε η ίδια η επανάσταση (παρ’ όλα αυτά, δεν είμαστε και λήξη της επανάστασης, καθώς η επανάσταση δεν έχει λήξη…). Μοναδικό επαναστατικό υποκείμενο είναι ο εαυτός μας. Επαναστατούμε, όχι αποδεχόμενοι μια επιβαλλομένη -από τα πάνω- συλλογική ταυτότητα (προλετάριος, μετανάστης κλπ), αλλά αρνούμενοι τους επιβαλλόμενους ρόλους. Επαναστατούμε ως συλλογικότητα ατομικιστών.

Ανακεφαλαιώνοντας: στην υπάρχουσα αθλιότητα των ανταλλακτικών/εμπορευματικών σχέσεων, στην υπάρχουσα δικτατορία της κενότητας και της μετριότητας, η ιδιοτέλεια και η ανιδιοτέλεια είναι οι διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι τα δύο πρόσωπα του Ιανού. Σκάψε βαθιά μέσα στην ανιδιοτέλεια και θα βγεις από την άλλη μεριά…

Οι παρούσες μορφές ανιδιοτέλειας διαλύονται, εντέλει, διότι αποδεικνύονται ελλιπώς ανιδιοτελείς…

4

Ο γνήσιος ατομικισμός, ο αυθεντικός εγωισμός πραγματώνεται μόνο μέσω της γνήσιας συλλογικότητας. « Ο “εαυτός” υπάρχει μόνο ως συνεταιρισμός εαυτών, ως μια σύνδεση με άλλους εαυτούς, ως σύμπραξη εαυτών, ως κοινωνία». Ο τεμαχισμός του ατόμου και της κοινωνίας υπάρχει μόνο στα μυαλά των ιδεολόγων (είτε του μεταφυσικού κοινωνισμού, είτε της αντανάκλασής του: του μεταφυσικού ατομικισμού). Δεν υπάρχει εξωκοινωνικό άτομο. Το άτομο πλάθεται από την κοινωνία και την πλάθει ταυτόχρονα: «σκάψε βαθιά μέσα στο άτομο και θα βρεις την κοινωνία. σκάψε βαθιά μέσα στην κοινωνία και θα βρεις το άτομο. Σκάψε βαθιά στο ένα και θα βγεις από την “άλλη” μεριά».

Και γι αυτόν ακριβώς το λόγο, ο αγώνας μας είναι αντικοινωνικός και ταυτόχρονα κοινωνικός. Γιατί θέλουμε να συντρίψουμε την υπάρχουσα κοινωνία της αλλοτρίωσης και της γενικευμένης φτώχειας. Γιατί θέλουμε να δραπετεύσουμε από το βασίλειο της αθλιότητας του υπάρχοντος και να δημιουργήσουμε την κοινωνία των ελεύθερων ατόμων και του γενικευμένου πλούτου.

5

Η υπάρχουσα μορφή του εγωισμού είναι κάτι παραπάνω από ελλιπής. Είναι η ιδιώτευση και η εξατομίκευση, είναι ο φιλοτομαρισμός και η θρησκεία της συσσώρευσης. Είναι η αποξένωση και η απομόνωση. Είναι η αρπαγή και η δίδυμη αδερφή της: η φιλανθρωπία. «Διότι απλούστατα ο καθένας κάτω από την επικράτηση του κεφαλαίου είναι καταδικασμένος να επιδιώκει την απληστία με αυτόν το στενό, περιορισμένο τρόπο». Η κοινωνία της ατομικής ιδιοκτησίας, είναι κοινωνία της μιζέριας, πλούσια μόνο σε φτώχεια (υλική και υπαρξιακή). Πρέπει από σήμερα κιόλας να κηρύξουμε το πόλεμο σ’ αυτόν ψευδο-εγωισμό:

«Ο εξαθλιωμένος άνθρωπος, τυπικός στην καπιταλιστική κοινωνία, ο αποκαλούμενος “άπληστος”, είναι ένας άνθρωπος που ενθουσιάζεται μονάχα από το χρήμα, που ενδιαφέρεται μονάχα για αποσπάσματα, για θραύσματα άλλων ανθρώπων – να αγοράσει τις δεξιότητές τους, τις υπηρεσίες τους, τα προϊόντα τους, ενώ τα υπόλοιπα “δεν είναι δική του δουλειά”, δεν τον αφορούν. Ζει σε έναν κόσμο γεμάτο πόρνες, δηλαδή σε έναν κόσμο προλεταρίων. Είναι ο αφέντης της μερικής οικειοποίησης ανθρώπου από άνθρωπο. Δηλαδή, της εκμετάλλευσης».

Η άρνηση του υπάρχοντος κόσμού περνάει και από την άρνηση του υπάρχοντος ατομικισμού. Είναι ένας ατομικισμός φτωχός, χωλός, ανάπηρος. Ο κόσμος αυτός δε μας κάνει, το ίδιο και ο ατομικισμός του. Ο κομμουνισμός είναι το ανώτερο στάδιο του εγωισμού. Ένας γνήσιος ατομικισμός, μπορεί να πραγματωθεί μονάχα σε μια κοινωνία των από κοινού ηδονών, του κοινωνικού πλούτου (και όχι της πρωτογονιστικής σπάνης). Ο θάνατος του εμπορεύματος, της μισθωτής εργασίας, της αλλοτριωμένης/εξουσιαστικής κοινωνίας, του κατακερματισμού, του κρατισμού, της πολιτικής, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας θα σημάνει την ανατολή του πλήρους Ατομικισμού, του πλήρους Κομμουνισμού, της Αναρχίας…

Γιατί, Κομμουνισμός χωρίς Αναρχία και Ατομικισμό, σημαίνει γενικευμένη σκλαβιά. Γιατί, Αναρχία και Ατομικισμός, χωρίς Κομμουνισμό σημαίνει συνέχιση της παρούσας στέρησης και της φτώχειας, με άλλα μέσα, μια παλινδρόμηση. Γιατί, Ατομικισμός χωρίς Αναρχία και Κομμουνισμό, σημαίνει (ακόμα και όταν γίνονται ειλικρινείς απόπειρες ξεπεράσματος του ατομικισμού του υπάρχοντος κόσμου) περικύκλωση από τον κόσμο της ανελευθερίας. Η κατάρρευση αυτού του ατομικισμού είναι θέμα χρόνου.

6

«Στην αστική κοινωνία, όπου οι αντιθέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι μόνο αντιθέσεις που δεν έχουν να κάνουν με τον ίδιο τον άνθρωπο, είναι ακριβώς οι πραγματικές αντιθέσεις, οι αντιθέσεις ποιότητας που δε διατηρούνται. Ο κομμουνιστής δε θέλει να χτίσει μια συλλογική ψυχή. Θέλει να δημιουργήσει μια κοινωνία όπου οι ψευδείς αντιθέσεις θα εξαφανιστούν. Κι όταν αυτές οι ψευδείς αντιθέσεις εξαφανιστούν, ανοίγουν όλες οι δυνατές πραγματικές αντιθέσεις.»

Κάλεσμα

Και να το πούμε ξεκάθαρα. Ο κομμουνισμός και η αναρχία, δεν είναι κανένας παράδεισος κοινωνικής αρμονίας, δεν ταυτίζεται με τα χαζοχαρούμενα χιλιαστικά κηρύγματα, δε θα γίνουν ξαφνικά όλοι οι άνθρωποι αδέλφια. Ο χιλιασμός, η τελολογία, η εσχατολογία και η προνοιακή αντίληψη της ιστορίας, που μπαίνουν από το παράθυρο στο επαναστατικό κίνημα, πρέπει να πολεμηθούν λυσσαλέα από την επαναστατική θεωρία. Πρέπει να πετάξουμε όλη αυτή τη χριστιανική κληρονομιά του επαναστατικού κινήματος στις χωματερές της ιδεολογίας. Ο κομμουνισμός και η αναρχία είναι η δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας πλούτου, γνήσιου πλούτου (υλικού και πνευματικού).

Ο πλούτος αυτός καμιά σχέση δεν έχει με τη σημερινή αγχώδη συσσώρευση χρημάτων και εμπορευμάτων (άχρηστων κατά 99%). Ο κομμουνισμός και η αναρχία είναι οι μοναδικές ικανές καταστάσεις που θα δημιουργήσουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα χτιστεί η ανώτερη μορφή του ατομικισμού.

7

«Ο ντετερμινισμός και ο νόμος αιτίου και αιτιατού, είναι νεκρός από καιρό. Τα επαναστατικά μέσα που χρησιμοποιούμε, ακόμα και η εξέγερση, δεν οδηγούν αναγκαστικά στην κοινωνική επανάσταση. Το μοντέλο, το τόσο αγαπητό στους θετικιστές του προηγούμενου αγώνα, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Σ’ έναν κόσμο όπου τίποτα δεν είναι αληθινό, όλες οι ελπίδες επιτρέπονται. Το ιστορικό παιχνίδι δε θα μπορούσε ποτέ να είναι ένας νόμος κι ένας πόλεμος την ίδια στιγμή. Και άλλωστε, δε θα είχε κανένα ενδιαφέρον στην πρώτη περίπτωση.»

Κύκλος Κόλαση – Λυσσασμένοι

Δεν γνωρίζουμε αν η Αναρχία και ο Κομμουνισμός θα πραγματωθούν κάποτε στο μέλλον. Ούτε και μας ενδιαφέρει. Δεν έχουμε καμιά διάθεση για μελλοντολογία. Ούτε πιστεύουμε σε επίγειους παραδείσους. Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζουμε ότι ο αγώνας για την επαν-οικειοποίηση της ζωής (η “ουτοπία”, όπως χαρακτηρίζεται από τα απονευρωμένα ανθρωπάρια του σήμερα) δεν είναι κάτι μακρινό, υπάρχει και αναπνέει ακόμα και τώρα, στον παλιό κόσμο. Σε κάθε μας πράξη. Το μόνο που μας μένει είναι το γκρέμισμα του παλιού κόσμου, η αναβολή της αναβολής. Όλα τ’ άλλα είναι προφάσεις για αναβολές.

Περί εξουσίας (ακόμη ένα κολλάζ…)

«Η εξουσιαστική/αυταρχική προσωπικότητα είναι κατ’ ουσίαν η προσωπικότητα σκλάβου, είναι η δουλοπρεπής προσωπικότητα, εκείνη που έχει ανάγκη την εξουσία, που δεν μπορεί να τα καταφέρει δίχως αυτήν. Αυτή η χαρακτηροδομή κρύβει την ουσία της στο ρόλο του αφέντη. Αποκαλύπτει την ουσία της στο ρόλο του δούλου. Η καπιταλιστική κοινωνία είναι θεμελιωμένη στη διευρυμένη και εκτεταμένη αναπαραγωγή της έξης της υποταγής, της αποξένωσης, της αλλοτρίωσης της υποκειμενικότητας, της μισθωτής εργασίας»

For ourselves

«Όλοι οι τρόποι διακυβέρνησης είναι αποτυχημένοι. Ο δεσποτισμός είναι άδικος για όλους, συμπεριλαμβανομένου και του δεσπότη, ο οποίος πιθανόν να είναι πλασμένος για καλύτερα πράγματα. Οι ολιγαρχίες είναι άδικες για τους πολλούς και οι οχλοκρατίες άδικες για τους λίγους. Μεγάλες προσδοκίες δημιουργήθηκαν κάποτε για τη δημοκρατία. Αλλά η δημοκρατία απλά σημαίνει ξυλοφόρτωμα του λαού από το λαό για το λαό. Και πρέπει να το πω ότι ήταν καιρός, γιατί κάθε εξουσία εξευτελίζει εντελώς. Εξευτελίζει αυτούς που την ασκούν και εξευτελίζει αυτούς πάνω στους οποίους ασκείται. Όταν χρησιμοποιείται βίαια, ολοκληρωτικά και αδίστακτα, παράγει ένα καλό αποτέλεσμα, δημιουργώντας ή αναδεικνύοντας σε κάποιο βαθμό, το πνεύμα της εξέγερσης και τον Ατομικισμό που θα τη σκοτώσει. Όταν εφαρμόζεται με κάποιο βαθμό ευγένειας και συνοδεύεται από δώρα και ανταμοιβές, διαφθείρει τρομερά. ο λαός, σ’ αυτήν την περίπτωση, έχει λιγότερη συναίσθηση της φρικτής πίεσης που του ασκείται και γι αυτό συνεχίζει τη ζωή του σε ένα είδος χυδαίου βολέματος, σα ζώο που το χαϊδεύουν, χωρίς ποτέ να αντιλαμβάνεται ότι πιθανώς σκέφτεται τις σκέψεις άλλων ανθρώπων, ότι ζει με τους κανόνες άλλων ανθρώπων…

“Αυτός που θα ήθελε να είναι ελεύθερος”, λέει ένας ωραίος στοχαστής, “δεν πρέπει να προσαρμόζεται”. Και η εξουσία, δωροδοκώντας τους ανθρώπους για να προσαρμόζονται, παράγει ένα χονδροειδές είδος υπερτροφικής βαρβαρότητας ανάμεσά μας.»

Όσκαρ Ουάιλντ

«Η δημοκρατία -κι αυτό ισχύει για όλες τις μορφές διακυβέρνησης- είναι μια αντίφαση, ένα ψέμα και στην ουσία μια καθαρή υποκρισία. Η πολιτική ελευθερία είναι μια φαινομενική ελευθερία και η χειρότερη μορφή σκλαβιάς, το πρόσχημα της ελευθερίας και άρα η χειρότερη υποδούλωση. Το ίδιο ισχύει και για την πολιτική ισότητα. Γι αυτό η δημοκρατία πρέπει να γίνει κομμάτια, όπως και κάθε άλλη μορφή διακυβέρνησης.»

Φρίντριχ Ένγκελς

«Ο Σοσιαλισμός, ο Κομμουνισμός, ή όπως κανείς διαλέξει να τον ονομάσει, μετατρέποντας την ατομική ιδιοκτησία σε δημόσιο πλούτο και αντικαθιστώντας τον ανταγωνισμό με τη συνεργασία, θα επαναφέρει την κοινωνία στη σωστή κατάσταση ενός εξολοκλήρου υγιούς οργανισμού και θα διασφαλίσει την υλική ευμάρεια καθενός μέλους της κοινότητας. Θα αποδώσει, στην ουσία, στη Ζωή το σωστό θεμέλιο και το κατάλληλο περιβάλλον. Αλλά, για την πλήρη ανάπτυξη της Ζωής στο ύψιστο στάδιο της τελειότητας, χρειάζεται κάτι ακόμα. Αυτό που χρειάζεται είναι ο Ατομικισμός. Εάν ο σοσιαλισμός είναι αυταρχικός, εάν υπάρχουν κυβερνήσεις οπλισμένες με οικονομική ισχύ, εάν με μια λέξη, πρόκειται να έχουμε Βιομηχανικές Τυραννίες, τότε το τελευταίο στάδιο του ανθρώπου θα είναι χειρότερο από το πρώτο.»

Όσκαρ Ουάιλντ

Πηγές:

For ourselves: Δικαίωμα στην απληστία, εκδ. Ερατώ/

Όσκαρ Ουάιλντ: Η ψυχή του ανθρώπου στο σοσιαλισμό, εκδ. Στοχαστής/

Ρίχαρντ Χύλζενμπεκ: Εμπρός Νταντά, εκδ. Ελεύθερος Τύπος/

Συμμορία με προλεταριακή μνήμη: Η εξέγερση του παρισινού προλεταριάτου και η ανακήρυξη της Κομμούνας του 1871/

Κύκλος Κόλαση-Λυσσασμένοι: Επαναστατικό κίνημα και αυτοδιαχειριζόμενος καπιταλισμός/

Κάλεσμα/

Ουτοπία/

Πανοπτικόν

Πηγή: Ασύμμετρη Απειλή

Walter Benjamin: Η Ζωή των Φοιτητών (1915)

Εισαγωγικό Σημείωμα της Ελληνικής Μετάφρασης

Το κείμενο πoυ ακολουθεί γράφτηκε από τον Βάλτερ Μπένγιαμιν το 1914-15 και δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Der neue Merkur το 1915. Μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον RodneyLivingstone και αναδημοσιεύτηκε στη συλλογή κειμένων με τίτλο Walter Benjamin, Selected Writings Volume 1, 1913-1926 (Belknap Press of Harvard University Press, Cambridge, MA: 1996). H ελληνική μετάφραση έγινε από τα αγγλικά.

Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι
Σεπτέμβρης 2009

Υπάρχει μια αντίληψη της ιστορίας που εναποθέτει την πίστη της στο άπειρο εύρος του χρόνου και, επομένως, ενδιαφέρεται μονάχα για την ταχύτητα – ή για την έλλειψη ταχύτητας – με την οποία οι άνθρωποι και οι εποχές προχωράνε στο μονοπάτι της προόδου. Αυτή η αντίληψη αντιστοιχεί σε μια ορισμένη έλλειψη συνοχής και αυστηρότητας ως προς τις απαιτήσεις που θέτει στο παρόν. Αντίθετα, οι ακόλουθες παρατηρήσεις σκιαγραφούν μια ιδιαίτερη συνθήκη όπου η ιστορία εμφανίζεται συμπυκνωμένη σε ένα μόνο επίκεντρο σημείο, όπως εκείνα που υπάρχουν παραδοσιακά στις ουτοπικές εικόνες των φιλοσόφων. Τα στοιχεία της έσχατης κατάστασης δεν εκδηλώνονται ως άμορφες προοδευτικές τάσεις αλλά είναι βαθιά ριζωμένα σε κάθε παρόν με τη μορφή των πλέον απειλούμενων, αποφλοιωμένων και γελοιοποιημένων ιδεών και προϊόντων της δημιουργικής σκέψης. Το καθήκον του ιστορικού είναι να αποκαλύψει αυτή την εμμενή κατάσταση τελειότητας και να την καταστήσει απόλυτη, να την καταστήσει ορατή και κυρίαρχη στο παρόν. Αυτή η συνθήκη δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με όρους μιας πραγματιστικής περιγραφής των λεπτομερειών (ιστορία των θεσμών, των εθίμων κ.ο.κ.)· στην πραγματικότητα, διαφεύγει αυτών των λεπτομερειών. Αντίθετα, το καθήκον είναι να γίνει αντιληπτή η μεταφυσική δομή αυτής της συνθήκης – όπως συμβαίνει με τη μεσσιανική σφαίρα ή με την ιδέα της Γαλλικής Επανάστασης. Αξίζει τον κόπο να περιγραφεί η σημερινή σημασία των φοιτητών και του πανεπιστημίου, η σημασία της μορφής που έχει η παρούσα ύπαρξή τους, μόνο εφόσον κατανοηθούν ως μια μεταφορά, ως εικόνα της υψηλότερης μεταφυσικής κατάστασης της ιστορίας. Μόνο τότε αυτή η κατάσταση θα γίνει κατανοητή και εφικτή.

Μια τέτοια περιγραφή δεν αποτελεί ένα κάλεσμα στα όπλα ούτε ένα μανιφέστο· και τα δύο αυτά είναι εξίσου μάταια. Αλλά ρίχνει φως στην κρίση που, μέχρι σήμερα, παραμένει θαμμένη στη φύση των πραγμάτων. Αυτή η κρίση θα οδηγήσει στην αποφασιστική λύση που θα συνεπάρει τους λιπόψυχους και στην οποία θα ενδώσουν οι γενναιόκαρδοι. Ο μόνος τρόπος να πραγματευθεί κανείς την ιστορική σημασία των φοιτητών και του πανεπιστημίου είναι να εστιάσει στο σύστημα συνολικά. Εφόσον απουσιάζουν οι προϋποθέσεις γι’ αυτό, η μόνη δυνατότητα είναι να απελευθερωθεί το μέλλον από τις παραμορφώσεις του στο παρόν μέσω μιας πράξης επίγνωσης. Αυτό πρέπει να είναι το αποκλειστικό έργο της κριτικής.

Το ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί αφορά τη συνειδητή ενότητα της φοιτητικής ζωής. Αυτό είναι το σημείο αφετηρίας, διότι δεν έχει νόημα να γίνεται διάκριση μεταξύ ιδιαίτερων προβλημάτων – της επιστήμης, της ηθικής ή της πολιτικής – εφόσον κάποιος στερείται συνολικά το θάρρος να ενδώσει. Αυτό που διακρίνει τη φοιτητική ζωή είναι το ακριβώς αντίθετο: είναι η θέληση της υποβολής σε μια αρχή, της πλήρους ταύτισης με μια ιδέα. Η έννοια της “επιστήμης” ή της ακαδημαϊκής πειθαρχίας χρησιμεύει κυρίως για να συγκαλύψει μια βαθιά ριζωμένη, αστική αδιαφορία. Η αξιολόγηση της φοιτητικής ζωής με κριτήριο αυτή την επιστήμη δε συνεπάγεται αναγκαστικά κάποιο είδος πανλογισμού η διανοουμενισμού – σύμφωνα με μια συνήθη ανησυχία – αλλά είναι μια δικαιολογημένη κριτική, καθώς η επιστήμη είναι αυτή που συνήθως επικαλείται κανείς ως προπύργιο ενάντια σε “αλλότριες” απαιτήσεις. Επομένως, ασχολούμαστε εδώ με την εσωτερική ενότητα και όχι με μια εξωτερική κριτική. Και η απάντησή μας είναι ότι, για την τεράστια πλειονότητα των φοιτητών, οι ακαδημαϊκές σπουδές δεν είναι τίποτα παραπάνω από επαγγελματική κατάρτιση.

Καθώς “οι ακαδημαϊκές σπουδές δεν έχουν καμία σχέση με τη ζωή”, πρέπει να αποτελούν τον αποκλειστικό παράγοντα που καθορίζει τη ζωή εκείνων που ακολουθούν αυτές τις σπουδές. Οι αθώα υποκριτικές επιφυλάξεις που έχουν οι άνθρωποι σχετικά με την επιστήμη συνδέονται με την προσδοκία ότι οι ακαδημαϊκές σπουδές πρέπει να οδηγήσουν σε ένα επάγγελμα. Η ακαδημαϊκή μόρφωση, ωστόσο, αντί να οδηγεί αναπόδραστα σε κάποιο επάγγελμα μπορεί στην πραγματικότητα να το αποκλείει, διότι δε σου επιτρέπει να την εγκαταλείψεις. Κατά κάποιο τρόπο, υποχρεώνει το φοιτητή να γίνει ένας δάσκαλος αλλά να μην ενστερνιστεί ποτέ το επίσημο επάγγελμα του γιατρού, του δικηγόρου ή του πανεπιστημιακού καθηγητή. Δεν ωφελεί να αποκαλούνται κέντρα μάθησης τα ιδρύματα που παρέχουν τίτλους, προσόντα και άλλες προϋποθέσεις για τη ζωή ή για κάποιο επάγγελμα. Η αντίρρηση ότι το σημερινό κράτος δεν μπορεί να παράγει με διαφορετικό τρόπο τους γιατρούς, τους δικηγόρους και τους καθηγητές που έχει ανάγκη είναι άσχετη. Καταδεικνύει απλώς το μέγεθος του έργου που εμπεριέχεται στη δημιουργία μιας κοινότητας μάθησης, σε αντίθεση με ένα σώμα στελεχών και ανθρώπων που διαθέτουν ακαδημαϊκά προσόντα. Δείχνει απλώς σε πόσο μεγάλο βαθμό η ανάπτυξη των επαγγελματικών διατάξεων έχει αναγκάσει (μέσω της συσσωρευμένης γνώσης και της ειδίκευσης) τους σύγχρονους επιστημονικούς κλάδους να εγκαταλείψουν την αρχική τους ενότητα ως προς την ιδέα της γνώσης, μια ενότητα που, στα μάτια τους, έχει μετατραπεί πλέον σε μυστήριο – αν όχι σε αποκύημα της φαντασίας.

Οποιοσδήποτε αποδέχεται το σύγχρονο κράτος ως δεδομένο και πιστεύει ότι τα πάντα πρέπει να υπηρετούν την ανάπτυξή του θα αναγκαστεί να απορρίψει αυτές τις ιδέες. Μπορεί κανείς να ελπίζει μονάχα ότι ένας τέτοιος άνθρωπος δε θα απευθύνει στο κράτος την έκκληση να προστατεύσει και να υποστηρίξει τη “μάθηση”. Διότι το πραγματικό σημάδι της παρακμής δεν είναι η σύμπραξη ανάμεσα στο πανεπιστήμιο και το κράτος (η οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι ασύμβατη με μια γνήσια βαρβαρότητα) αλλά η θεωρία και η εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, όταν στην πραγματικότητα οι άνθρωποι αποδέχονται εκ προοιμίου με κτηνώδη αφέλεια ότι ο σκοπός της σπουδής είναι να προσανατολίσει τους μαθητές της σε μια κοινωνικά εννοημένη ατομικότητα και σε μια υπηρεσία προς το κράτος. Καμία ανοχή στις γνώμες και τις διδασκαλίες – οσοδήποτε ελεύθερες κι αν είναι αυτές – δεν μπορεί να είναι επωφελής εφόσον δεν υπάρχει η εγγύηση για μια μορφή ζωής την οποία συνεπάγονται αυτές οι ιδέες – και αυτό δεν ισχύει λιγότερο για τις ελεύθερες ιδέες απ’ ό,τι για τις απόλυτες· εφόσον οι άνθρωποι μπορούν να αρνούνται το τεράστιο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στις ιδέες και τη ζωή τονίζοντας τη σύνδεση ανάμεσα στα πανεπιστήμια και το κράτος.

Είναι παραπλανητικό να δημιουργεί κανείς προσδοκίες στο άτομο εφόσον η εκπλήρωση αυτών των προσδοκιών αναιρεί το πνεύμα που συνδέει αυτά τα άτομα, ενώ το μόνο αξιοπρόσεκτο ή ακόμα και εκπληκτικό σημείο που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι ο βαθμός στον οποίο τα ιδρύματα ανώτερης μόρφωσης χαρακτηρίζονται από ένα γιγαντιαίο κρυφτούλι όπου οι φοιτητές και οι καθηγητές – καθένας με τη δική του ενοποιημένη ταυτότητα – συνωθούνται και προσπερνούν ο ένας τον άλλον χωρίς καν να κοιτάζονται. Οι φοιτητές είναι πάντα κατώτεροι από τους καθηγητές επειδή δεν έχουν κανένα επίσημο κύρος, ενώ το νομικό καθεστώς του πανεπιστημίου – που υποστασιοποιείται στον υπουργό εκπαίδευσης, ο οποίος διορίζεται από τον ανώτατο άρχοντα και όχι από το πανεπιστήμιο – αποτελεί μια ελάχιστα συγκαλυμμένη συμμαχία ανάμεσα στις ακαδημαϊκές αρχές και το κράτος πάνω από τα κεφάλια των φοιτητών (ή, σε κάποιες σπάνιες και καλοδεχούμενες περιπτώσεις, πάνω και από τα κεφάλια των καθηγητών).

H άκριτη και ασπόνδυλη συναίνεση σε αυτή την κατάσταση αποτελεί βασικό γνώρισμα της φοιτητικής ζωής. Είναι αλήθεια ότι οι λεγόμενες ανεξάρτητες φοιτητικές οργανώσεις [Freie Studentenschaft] – καθώς επίσης και άλλες οργανώσεις που ανήκουν στη μία ή την άλλη κοινωνική τάση – έχουν προσπαθήσει να επιλύσουν αυτό το πρόβλημα [1]. Ωστόσο, σε τελευταία ανάλυση η απάντησή τους βασίζεται στην πλήρη ενσωμάτωση των ακαδημαϊκών θεσμών στις αστικές συνθήκες, δείχνοντας έτσι με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι οι φοιτητές σήμερα ως κοινότητα είναι ανίκανοι ακόμα και να διατυπώσουν το ζήτημα που αφορά το ρόλο της μάθησης ή να κατανοήσουν τις άρρηκτες διακηρύξεις της μάθησης ενάντια στις απαιτήσεις της εποχής για κατάρτιση. Είναι απαραίτητο να ασκηθεί κριτική στις ανεξάρτητες φοιτητικές οργανώσεις και στις ιδέες εκείνων που τις περιβάλλουν, διότι αυτή η κριτική θα ρίξει φως στη χαοτική αντίληψη που έχουν για την ακαδημαϊκή ζωή. Για το σκοπό αυτό, θα παραθέσω ένα απόσπασμα από μια ομιλία που έδωσα σε φοιτητικό κοινό με την ελπίδα να συμβάλω σε ένα μεταρρυθμιστικό κίνημα.

Υπάρχει ένα πολύ απλό και αξιόπιστο κριτήριο μέσω του οποίου μπορεί να εξεταστεί η πνευματική αξία μιας κοινότητας. Αρκεί κανείς να ρωτήσει: Επιτρέπει αυτή η κοινότητα να εκφραστούν όλες οι προσπάθειες ενός ατόμου; Είναι το ανθρώπινο ον συνολικά δεσμευμένο και απαραίτητο σε αυτή την κοινότητα; Ή μήπως η κοινότητα είναι εξίσου περιττή για κάθε άτομο όσο περιττό είναι και το κάθε άτομο για την κοινότητα; Είναι πολύ εύκολο να τεθούν και να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα σε σχέση με τις σημερινές μορφές της κοινωνικής κοινότητας. Και η απάντηση έχει αποφασιστική σημασία. Κάθε άνθρωπος που πετυχαίνει αγωνίζεται για την ολότητα, και η αξία της επιτυχίας του έγκειται σε αυτή την ολότητα – δηλαδή στο γεγονός ότι η συνολική, αδιαίρετη φύση ενός ανθρώπινου όντος θα πρέπει να εκφράζεται στην επιτυχία του. Αλλά όταν καθορίζεται από την κοινωνία μας, όπως συμβαίνει σήμερα, η επιτυχία δεν εκφράζει μια ολότητα· είναι εντελώς κατακερματισμένη και παράγωγη. Η κοινότητα είναι συνήθως ο τόπος όπου διεξάγεται ένας συντονισμένος και συγκαλυμμένος αγώνας ενάντια σε υψηλότερες επιθυμίες και ενάντια σε πιο προσωπικούς στόχους, ενώ επισκιάζεται η βαθύτερα οργανική ατομική ανάπτυξη. Η κοινωνικά σημαντική επιτυχία του μέσου ανθρώπου χρησιμεύει στις περισσότερες περιπτώσεις για να καταστείλει τις αυθεντικές και πρωτογενείς, εσωτερικές επιθυμίες του ανθρώπινου όντος.

Μιλάμε εδώ για ακαδημαϊκά καταρτισμένους ανθρώπους οι οποίοι έχουν – για επαγγελματικούς λόγους – κάποιο είδος εσωτερικού δεσμού με τους πνευματικούς αγώνες και με τις σκεπτικιστικές ή κριτικές στάσεις των φοιτητών. Αυτοί οι άνθρωποι οικειοποιούνται ένα περιβάλλον που είναι απολύτως ξένο προς τον εαυτό τους και το καθιστούν τόπο εργασίας τους· σε αυτόν τον απομακρυσμένο τόπο ενσαρκώνουν μια περιορισμένη δραστηριότητα, και το σύνολο αυτής της εργασίας θεμελιώνεται στην υποτιθέμενη χρησιμότητά της για μια κοινωνία η οποία γίνεται συχνά αντιληπτή με αφηρημένο τρόπο. Δεν υπάρχει καμία εσωτερική ή αυθεντική σχέση ανάμεσα στην πνευματική ύπαρξη ενός φοιτητή και – για παράδειγμα – στο ενδιαφέρον του για την ευημερία των παιδιών των εργατών ή ακόμα για τους υπόλοιπους φοιτητές. Καμία σχέση, δηλαδή, εκτός από μια αντίληψη καθήκοντος που δε συνδέεται με τη δική του εσωτερική εργασία. Πρόκειται για μια αντίληψη που βασίζεται σε μια μηχανική αντίθεση: από τη μια πλευρά, είναι υπότροφος· από την άλλη, διενεργεί το κοινωνικό του καθήκον. Η αντίληψη του καθήκοντος εδώ είναι υπολογισμένη, δευτερογενής και διαστρεβλωμένη· δεν απορρέει από την ίδια τη φύση της εργασίας. Αυτή η αίσθηση του καθήκοντος δεν ικανοποιείται υποφέροντας για χάρη της αλήθειας, υπομένοντας όλες τις αμφιβολίες ενός ειλικρινούς ερευνητή ή μέσω ενός συνόλου πεποιθήσεων που συνδέονται με μια αυθεντική πνευματική ζωή. Αντίθετα, αυτή η αίσθηση του καθήκοντος γίνεται αντιληπτή με όρους ενός ακατέργαστου, επιφανειακού δυισμού – όπως εκείνου ανάμεσα στα ιδεώδη και τον υλισμό ή ανάμεσα στην θεωρία και την πρακτική. Με δυο λόγια, όλη αυτή η κοινωνικά σημαντική εργασία δεν αντιπροσωπεύει μια αυξημένη ηθική ένταση αλλά μονάχα την άτολμη αντίδραση της πνευματικής ζωής.

Ωστόσο, η βαθύτερη και σημαντικότερη ένσταση δεν είναι ότι αυτή η κοινωνικά σημαντική εργασία αφήνεται απλώς μετέωρη να αντιτίθεται αφηρημένα στις πραγματικές δραστηριότητες του φοιτητή και, επομένως, αποτελεί μια ακραία και παντελώς αξιοκατάκριτη μορφή σχετικισμού που είναι ανίκανη για οποιαδήποτε πραγματική σύνθεση και άρα προσπαθεί δειλά και αγωνιωδώς να διασφαλίσει ότι κάθε πνευματική δραστηριότητα συνοδεύεται από μια σωματική δραστηριότητα, ότι κάθε διανοητική δέσμευση συνοδεύεται από το αντίθετό της. Ο αποφασιστικός παράγοντας, επομένως, δεν είναι ότι αυτή η κοινωνικά σημαντική εργασία είναι απλώς μια κενή, άσκοπη επιθυμία να είναι κανείς “χρήσιμος”. Η κριτική που έχει πραγματικά αποφασιστική σημασία είναι ότι – παρόλα όσα αναφέρθηκαν –αυτή η εργασία διεκδικεί τη χειρονομία της αγάπης, εκεί όπου υπάρχει μονάχα το μηχανικό καθήκον. Αυτό το καθήκον συχνά δεν είναι παρά μια παρέκκλιση από το στόχο, μια διαφυγή από τις συνέπειες της κριτικής, πνευματικής ύπαρξης στην οποία είναι δεσμευμένοι οι φοιτητές. Διότι, στην πραγματικότητα, ένας φοιτητής ορίζεται ως τέτοιος επειδή τα προβλήματα της πνευματικής ζωής βρίσκονται πιο κοντά στην καρδιά του από την πρακτική της κοινωνικής ευημερίας.

Τέλος – και αυτό είναι ένα αλάθευτο σημάδι – αυτή η κοινωνικά σημαντική φοιτητική δραστηριότητα δεν πετυχαίνει να επαναστατικοποιήσει την αντίληψη και την αξία αυτής της κοινωνικής εργασίας εν γένει. Για τον κοινό νου, αυτή η εργασία εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ένα περίεργο μίγμα καθήκοντος και φιλανθρωπίας εκ μέρους του ατόμου. Οι φοιτητές δεν έχουν κατορθώσει να αποδείξουν την πνευματική αναγκαιότητα αυτής της εργασίας και, γι’ αυτόν το λόγο, δεν έχουν κατορθώσει ποτέ να εδραιώσουν μια πραγματικά σοβαρή κοινότητα στη βάση της – εν αντιθέσει προς μια κοινότητα η οποία συνέχεται μέσω του καθήκοντος και του ίδιου συμφέροντος. Το Τολστοϊκό πνεύμα, το οποίο αποκάλυψε το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην αστική και την προλεταριακή ύπαρξη· η αντίληψη ότι η υπηρεσία για λογαριασμό των φτωχών είναι το καθήκον της ανθρωπότητας και όχι μια δραστηριότητα για τον ελεύθερο χρόνο των φοιτητών – αυτή η αντίληψη απηύθυνε μια ξεκάθαρη έκκληση: καθολική δέσμευση ή τίποτα. Το Τολστοϊκό πνεύμα, το οποίο αναπτύχθηκε στη σκέψη των πιο βαθιά αφοσιωμένων αναρχικών ή στα Χριστιανικά μοναστικά τάγματα, αυτή η πραγματικά σοβαρή αίσθηση της κοινωνικής εργασίας που δε χρειαζόταν καμιά παιδιάστικη προσπάθεια για να συμπάσχει με την ψυχή των εργατών ή του λαού – αυτό το πνεύμα απέτυχε να αναπτυχθεί στις φοιτητικές κοινότητες. Η προσπάθεια να μετατραπεί η ακαδημαϊκή κοινότητα σε οργανισμό υπέρ της κοινωνικής ευημερίας απέτυχε εξαιτίας της αφηρημένης φύσης του αντικειμένου της, καθώς επίσης επειδή οι φοιτητές στερούνταν οποιασδήποτε εσωτερικής σύνδεσης με αυτή την προσπάθεια. Η γενική βούληση δεν μπορούσε να εκφραστεί επειδή η βούληση στο εσωτερικό αυτής της κοινότητας δεν μπορούσε να κατευθυνθεί προς την ολότητα.

Η συμπτωματική σημασία αυτών των προσπαθειών εκ μέρους των ανεξάρτητων φοιτητών – συμπεριλαμβανομένων των Χριστιανοσοσιαλιστών και πολλών άλλων – είναι ότι, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν τη χρησιμότητά τους για το κράτος και για τη ζωή, επανενεργοποιούν στο μικρόκοσμο του πανεπιστημίου την ίδια εκείνη σύγκρουση που παρατηρήσαμε στη σχέση του πανεπιστημίου με το κράτος. Κατέκτησαν ένα άσυλο στο πανεπιστήμιο για όλα σχεδόν τα είδη εγωισμών και αλτρουισμών, για κάθε αυτονόητο τρόπο ύπαρξης στον πραγματικό κόσμο. Μονάχα η ριζική αμφιβολία, η θεμελιώδης κριτική και το πιο σημαντικό απ’ όλα – η ζωή που θα ήταν πρόθυμη να αφοσιωθεί στην αναδόμηση – αποκλείονται. Αυτό που βλέπουμε εδώ δεν είναι το προοδευτικό πνεύμα των ανεξάρτητων φοιτητών σε αντιπαράθεση με την αντιδραστική εξουσία των αντιμαχόμενων αδελφοτήτων. Όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε εδώ – και όπως μπορούμε να δούμε από την ομοιομορφία και την παθητικότητα των πανεπιστημίων συνολικά – οι ανεξάρτητοι φοιτητές απέχουν πολύ από την κατοχή μιας καλά επεξεργασμένης πνευματικής στρατηγικής. Η φωνή τους δεν έχει ακουστεί για κανένα από τα ζητήματα που αναδείχθηκαν εδώ. Η αναποφασιστικότητά τους έχει ως συνέπεια να μην ακούγονται. Η αντιπολίτευσή τους ακολουθεί τον ομαλό δρόμο της φιλελεύθερης πολιτικής· οι κοινωνικές αρχές τους δεν έχουν αναπτυχθεί πέρα από το επίπεδο του φιλελεύθερου τύπου. Οι ανεξάρτητοι φοιτητές δεν έχουν σκεφτεί το πρόβλημα του πανεπιστημίου και, για το λόγο αυτό, αποτελεί γι’ αυτούς μια πικρή ιστορική δικαίωση ότι, σε επίσημες περιστάσεις, οι αντιμαχόμενες αδελφότητες – οι οποίες στο παρελθόν είχαν όντως βιώσει και αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ακαδημαϊκής κοινότητας – εμφανίζονται τώρα ως ανάξιοι εκπρόσωποι της φοιτητικής παράδοσης. Το πνεύμα που επιδεικνύουν οι ανεξάρτητοι φοιτητές σε σχέση με τα θεμελιώδη ζητήματα δεν είναι υψηλότερο και η αποφασιστικότητά τους δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη των αδελφοτήτων, ενώ η επιρροή τους είναι σχεδόν ακόμα πιο ολέθρια. Αυτή η επιρροή είναι πιο απατηλή και πιο παραπλανητική, διότι αυτό το απείθαρχο, αστικό και μικρόμυαλο κίνημα διεκδικεί το ρόλο του πρωταθλητή και του απελευθερωτή στην πανεπιστημιακή ζωή.

Το σημερινό φοιτητικό σώμα δεν μπορεί να βρεθεί εκεί όπου μαίνονται οι συγκρούσεις σχετικά με την πνευματική αναγέννηση του έθνους – στις διενέξεις αναφορικά με μια καινούρια τέχνη – ούτε στο πλευρό των συγγραφέων και των ποιητών του ή στις πηγές της θρησκευτικής ζωής. Αυτό ισχύει διότι το Γερμανικό φοιτητικό σώμα δεν υπάρχει ως τέτοιο. Όχι επειδή αρνείται να συμμετάσχει στα πρόσφατα “μοντέρνα” κινήματα αλλά επειδή, ως φοιτητικό σώμα, έχει πλήρη άγνοια γι’ αυτά τα κινήματα· επειδή, ως φοιτητικό σώμα, μετατοπίζεται συνεχώς ακολουθώντας την κοινή γνώμη· επειδή φλερτάρεται και κακομαθαίνεται από κάθε συμμαχία και κάθε κόμμα, επειδή κολακεύεται από τους πάντες και υποτάσσεται στους πάντες. Και, με όλα αυτά, εξακολουθεί να στερείται από κάθε άποψη την ευγένεια που, μέχρι πριν από έναν αιώνα, έδινε στους Γερμανούς φοιτητές μια ορατή παρουσία και τους επέτρεπε να προχωράνε μπροστά ως πρωταθλητές της ζωής στις καλύτερες στιγμές της.

Η διαστροφή του δημιουργικού πνεύματος σε πνεύμα κατάρτισης – την οποία βλέπουμε παντού να βρίσκεται σε εξέλιξη – έχει καταλάβει τα πανεπιστήμια συνολικά και τα έχει απομονώσει από την ανεπίσημη, δημιουργική ζωή της σκέψης. Αυτό αποδεικνύεται με επώδυνο τρόπο από την περιφρόνηση που δείχνουν οι γραφειοκράτες πανεπιστημιακοί για τις δραστηριότητες ανεξάρτητων καλλιτεχνών και ακαδημαϊκών οι οποίες είναι ξένες και συχνά εχθρικές προς το κράτος. Ένας από τους πιο φημισμένους Γερμανούς πανεπιστημιακούς καθηγητές αναφέρθηκε σε μια διάλεξή του σε εκείνους τους «λόγιους των καφενείων, σύμφωνα με τους οποίους ο Χριστιανισμός έχει τελειώσει». Το ύφος και η ακρίβεια αυτής της διατύπωσης αλληλοεξισορροπούνται στην εντέλεια. Και αν ένα πανεπιστήμιο οργανωμένο με αυτόν τον τρόπο είναι εχθρικό προς τις ακαδημαϊκές σπουδές – μολονότι αυτές οι σπουδές μπορούν να προσποιούνται ότι διεκδικούν τη “σύνδεσή” τους με τις άμεσες φροντίδες του κράτους – πόσο περισσότερο άγονη θα είναι άραγε η προσέγγισή του στις τέχνες και τις Μούσες; Κατευθύνοντας τους φοιτητές προς τα επαγγέλματα, το πανεπιστήμιο πρέπει αναγκαστικά να αποτυγχάνει να αντιληφθεί την άμεση δημιουργικότητα ως μορφή κοινοτικής δραστηριότητας. Στην πραγματικότητα, η ακατανόητη εχθρότητα της ακαδημίας απέναντι στη ζωή που απαιτεί η τέχνη μπορεί να ερμηνευτεί ως απόρριψη κάθε μορφής άμεσης δημιουργικότητας που δε συνδέεται με γραφειοκρατικά αξιώματα. Αυτό επιβεβαιώνεται – με όρους εσωτερικής συνείδησης – από την ανωριμότητα και τη σχολιαρούδικη αντίληψη των φοιτητών. Από αισθητική άποψη, η πιο εντυπωσιακή και επώδυνη πλευρά του πανεπιστημίου είναι η μηχανική αντίδραση των φοιτητών όταν ακούνε μια διάλεξη. Μονάχα μια αυθεντικά ακαδημαϊκή και εκλεπτυσμένη κουλτούρα συζήτησης θα μπορούσε να αντισταθμίσει αυτό το επίπεδο δεκτικότητας. Και, βεβαίως, τα πανεπιστημιακά σεμινάρια απέχουν έτη φωτός από μια τέτοια κουλτούρα, διότι κι εκείνα βασίζονται κυρίως στη μορφή της διάλεξης, ενώ δεν έχει μεγάλη σημασία αν οι ομιλητές είναι καθηγητές ή φοιτητές.

Η οργάνωση του πανεπιστημίου έχει πάψει να βασίζεται στη δημιουργικότητα των φοιτητών του, όπως είχαν οραματιστεί οι ιδρυτές του. Εκείνοι φαντάζονταν τους φοιτητές ως δασκάλους και ταυτόχρονα ως μαθητές: ως δασκάλους, επειδή η δημιουργικότητα συνεπάγεται την πλήρη αυτονομία, με τη σκέψη να είναι προσηλωμένη στην επιστήμη και όχι στην προσωπικότητα του εκπαιδευτή τους. Αλλά εκεί όπου το επάγγελμα και τα αξιώματα είναι οι ιδέες που διευθύνουν τη φοιτητική ζωή, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική μάθηση. Δεν μπορεί πλέον να τεθεί το ζήτημα της αφοσίωσης σε μια μορφή γνώσης απέναντι στην οποία υπάρχει η ανησυχία ότι θα οδηγούσε τους φοιτητές μακριά από την αστική ασφάλεια. Δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αφοσίωση στη μάθηση ούτε αφοσίωση της ζωής σε μια νεότερη γενιά. Ωστόσο, η αποστολή της διδασκαλίας – αν και με μορφές αρκετά διαφορετικές από τις σημερινές – αποτελεί επιτακτική ανάγκη για οποιαδήποτε αυθεντική μάθηση. Μια τέτοια ριψοκίνδυνη αυτο-αφοσίωση στη μάθηση και στη νεολαία πρέπει να εκδηλωθεί στο φοιτητή ως ικανότητα για αγάπη, και πρέπει να αποτελεί την πηγή της δημιουργικότητάς του. Αλλά, με τον ίδιο τρόπο, ο φοιτητής πρέπει επίσης να ακολουθεί τα χνάρια των πρεσβυτέρων· πρέπει να αποκτήσει τη μάθηση από το δάσκαλό του, χωρίς να τον ακολουθήσει στο επάγγελμά του. Με ήσυχη τη συνείδησή του, μπορεί να αποχωριστεί την κοινότητα που τον ενώνει με τους άλλους δημιουργούς, καθώς αυτή η κοινότητα αντλεί τη γενική μορφή της αποκλειστικά από τη φιλοσοφία. Πρέπει να γίνει ένας ενεργητικός δημιουργός, φιλόσοφος και δάσκαλος ταυτόχρονα, και όλα αυτά πρέπει να αποτελούν μέρος της βαθύτερης και πρωταρχικότερης φύσης του. Αυτά ορίζουν το επάγγελμα και τη ζωή του.

Η κοινότητα των δημιουργικών ανθρώπινων όντων εξυψώνει σε οικουμενικό κάθε ιδιαίτερο πεδίο σπουδών με τη μορφή της φιλοσοφίας. Αυτή η οικουμενικότητα δεν επιτυγχάνεται φέρνοντας τους δικηγόρους αντιμέτωπους με λογοτεχνικά ζητήματα ή τους γιατρούς αντιμέτωπους με νομικά ζητήματα (όπως έχουν προσπαθήσει να κάνουν διάφορες φοιτητικές ομάδες). Μπορεί να επέλθει μόνο αν η κοινότητα διασφαλίσει ότι οι εξειδικευμένες σπουδές (οι οποίες δεν μπορύν να υπάρξουν χωρίς να έχουν κατά νου ένα επάγγελμα) και όλες οι δραστηριότητες των ειδικών επιστημονικών κλάδων υπάγονται σταθερά στην κοινότητα του πανεπιστημίου ως τέτοιου, διότι μονάχα αυτό είναι ο δημιουργός και ο θεματοφύλακας της φιλοσοφίας ως μορφής κοινότητας. Αυτή η φιλοσοφία, με τη σειρά της, θα πρέπει να ασχολείται όχι με τα περιορισμένα τεχνικά φιλοσοφικά ζητήματα αλλά με τα μεγάλα μεταφυσικά ερωτήματα του Πλάτωνα και του Σπινόζα, των Ρομαντικών και του Νίτσε. Αυτό – και όχι η διεξαγωγή εκδρομών σε οργανισμούς πρόνοιας – θα δημιουργήσει τους στενότερους δεσμούς ανάμεσα στη ζωή και τα επαγγέλματα, αν και η ζωή θα γίνεται κατανοητή με βαθύτερο τρόπο. Αυτό θα εμπόδιζε τον εκφυλισμό των σπουδών σε συσσώρευση πληροφοριών. Το καθήκον των φοιτητών είναι να συντάσσονται γύρω από το πανεπιστήμιο, το οποίο θα είναι σε θέση να μεταδώσει τη συστηματική κατάσταση της γνώσης μαζί με προσεκτικές και ακριβείς αλλά ταυτόχρονα τολμηρές εφαρμογές νέων μεθοδολογιών. Οι φοιτητές που θα αντιλαμβάνονταν το ρόλο τους με αυτόν τον τρόπο θα έμοιαζαν σε μεγάλο βαθμό με τα άμορφα κύματα του πληθυσμού που περικυκλώνουν το παλάτι του πρίγκιπα, το οποίο χρησιμεύει ως χώρος μιας ακατάπαυστης πνευματικής επανάστασης – ένα σημείο όπου κυοφορούνται νέα εωτήματα με πιο φιλόδοξο, λιγότερο ξεκάθαρο, λιγότερο σαφή τρόπο, αλλά ίσως με μεγαλύτερη βαθύτητα από τα παραδοσιακά επιστημονικά ερωτήματα. Ίσως τότε η δημιουργικότητα των φοιτητών θα μας επέτρεπε να τους θεωρήσουμε σαν τους μεγάλους μεταμορφωτές, των οποίων το καθήκον είναι να αξιοποιούν τις καινούριες ιδέες – που εμφανίζονται νωρίτερα στις τέχνες και στην κοινωνία απ’ ό,τι στο πανεπιστήμιο – και να τις μεταπλάθουν δίνοντάς τους επιστημονική μορφή, υπό την καθοδήγηση της φιλοσοφικής τους προσέγγισης.

Η μυστική τυραννία της επαγγελματικής κατάρτισης δεν είναι η χειρότερη από τις παραμορφώσεις των οποίων το αποκρουστικό αποτέλεσμα είναι ότι δηλητηριάζουν σταθερά την ουσία της δημιουργικής ζωής. Υπάρχει επίσης μια κοινότοπη αντίληψη της ζωής που ανταλλάσσει την πνευματική δραστηριότητα με διάφορα υποκατάστατα. Αυτή η αντίληψη πετυχαίνει σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό να αποκρύπτει τους κινδύνους της πνευματικής ζωής και επομένως να γελοιοποιεί τους ελάχιστους επιζώντες οραματιστές ως αιθεροβάμονες ονειροπόλους. Ένα βαθύτερο πρόβλημα προκύπτει από την ασυνείδητη διαστρέβλωση της φοιτητικής ζωής από τις κυρίαρχες ερωτικές συμβάσεις. Όπως η ιδεολογία της επαγγελματικής κατάρτισης έχει μετατραπεί σε αποδεκτή αλήθεια και έχει μονοπωλήσει πλήρως την πνευματική συνείδηση, έτσι ακριβώς η έννοια του γάμου και η ιδέα της οικογένειας έχουν βαρύνουσα σημασία στην αντίληψη του έρωτα. Το ερωτικό στοιχείο μοιάζει να έχει εξαφανιστεί από ένα χώρο που εκτείνεται – κενός και ακαθόριστος – ανάμεσα στην παιδική ηλικία του ατόμου και τη δημιουργία της δικής του οικογένειας. Εφόσον η σιωπηρή προσδοκία του γάμου παραμένει αδιαμφισβήτητη, δεν μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν είναι δυνατή η ενότητα μεταξύ δημιουργίας και αναπαραγωγής ή αν αυτή η ενότητα μπορεί να βρεθεί στην οικογένεια, καθώς αυτό θα σήμαινε μια αδικαιολόγητη ανάπαυλα εν μέσω της οποίας κάποιος θα μπορούσε το πολύ-πολύ να θέσει εμπόδια στον πειρασμό. Ο έρωτας για τη δημιουργικότητα – αν κάποια ομάδα ήταν σε θέση να τον κατανοήσει και να αγωνιστεί για να τον εκπληρώσει, τότε αυτή η ομάδα θα έπρεπε να είναι το φοιτητικό σώμα. Αλλά ακόμα και όταν οι εξωτερικές αστικές συνθήκες απουσίαζαν και δεν υπήρχε καμία προοπτική για τη δημιουργία οικογένειας· ακόμα και εκεί – όπως σε πολλές Ευρωπαϊκές πόλεις – όπου μια πολυπρόσωπη μάζα γυναικών στήριζαν ολόκληρη την οικονομική τους ύπαρξη στους φοιτητές (μέσω της πορνείας) – ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις οι φοιτητές δεν μπόρεσαν να θέσουν εκείνα τα ερωτήματα για τον έρωτα που προσιδίαζαν στον εαυτό τους. Χρειαζόταν οπωσδήποτε να αναρωτηθούν αν η αναπαραγωγή και η δημιουργικότητα έπρεπε να παραμείνουν διαχωρισμένες και αν – εφόσον και οι δύο διαστρεβλώνονταν εξαιτίας αυτού του διαχωρισμού – καμία από τις δύο δεν έπρεπε να απορρέει από την ιδιόμορφή ύπαρξη αυτού του διαχωρισμού. Ένα τέτοιο ερώτημα – μολονότι είναι επώδυνο και ταπεινωτικό να τίθεται στους σημερινούς φοιτητές – δεν μπορεί να  αποφευχθεί, διότι αυτοί οι δύο πόλοι της ανθρώπινης ύπαρξης είναι στενά συνδεμένοι ιστορικά.

Αντιμετωπίζουμε ένα ζήτημα που καμία κοινότητα δεν μπορεί να αφήσει ανεπίλυτο και το οποίο, ωστόσο, κανένας λαός δεν μπόρεσε να απαντήσει από την εποχή των Ελλήνων και των πρώτων Χριστιανών. Το ερώτημα αυτό είχε πάντα βαρύνουσα σημασία για τα μεγάλα δημιουργικά πνεύματα: Πώς θα μπορούσαν να δικαιώσουν την εικόνα τους για την ανθρωπότητα και ταυτόχρονα να μοιραστούν μια κοινότητα με τις γυναίκες και τα παιδιά, των οποίων η δημιουργικότητα έχει διαφορετική μορφή; Οι Έλληνες, όπως γνωρίζουμε, έλυσαν αυτό το πρόβλημα με τη βία. Υπέταξαν την αναπαραγωγή στη δημιουργία έτσι ώστε, μακροχρόνια, αποκλείοντας τις γυναίκες και τα παιδιά από τη ζωή του κράτους επέφεραν την κατάρρευσή του. Οι Χριστιανοί προσέφεραν μια πιθανή λύση για την Πολιτεία του Θεού [Civitas Dei]: αποκήρυξαν τη διχωρισμένη ύπαρξη σε οποιαδήποτε σφαίρα. Ακόμα και οι πιο προοδευτικοί φοιτητές δεν έχουν προχωρήσει ποτέ πέρα από ατέλειωτες καλαισθητικές συζητήσεις για τη συντροφικότητα με τις γυναίκες φοιτήτριες. Δε δίστασαν να διατυπώσουν την ελπίδα για μια “υγιή” εξουδετέρωση του ερωτικού στοιχείου τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Και πραγματικά, με τη βοήθεια που παρείχαν οι πόρνες, το ερωτικό στοιχείο εξουδετερώθηκε στα πανεπιστήμια. Και εκεί όπου δεν εξουδετερώθηκε, αντικαταστάθηκε από μια ακατάσχετη αθωότητα, από μια μεθυστική ατμόσφαιρα κεφιού, ενώ η ανάξια-για-μια-κυρία νεαρή φοιτήτρια καλωσορίστηκε θορυβωδώς στη μικτή εκπαίδευση ως διάδοχος της άσχημης, ηλικιωμένης γεροντοκόρης καθηγήτριας. Είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς εδώ τη γενική παρατήρηση ότι η Καθολική Εκκλησία διαθέτει μια πολύ μεγαλύτερη (αν και άτολμη) ενστικτώδη εκτίμηση για τη δύναμη και τις αδιάλλακτες απαιτήσεις του ερωτικού στοιχείου από εκείνη που διαθέτει το πανεπιστήμιο.

Στα πανεπιστήμια, ένα τεράστιο πρόβλημα παραμένει θαμμένο, ανεπίλυτο και αποκηρύσσεται. Πρόκειται για ένα πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από τις αμέτρητες αιτίες τριβής που υπάρχουν στην κοινωνία. Είναι το εξής: Πώς θα ενοποιήσουμε την πνευματική ζωή, όταν αυτό που βρίσκουμε μπροστά μας είναι ο αξιοθρήνητος διαχωρισμός ανάμεσα στην πνευματική αυτονομία του δημιουργικού πνεύματος (στις αδελφότητες) και μια ακαταδάμαστη δύναμη της φύσης (στην πορνεία) – δηλαδή το διαστρεβλωμένο και κατακερματισμένο σώμα του ενιαίου ερωτικού πνεύματος; Ο στόχος που θα έπρεπε να επιδιώκουν οι φοιτητές – σε συμφωνία με τη μορφή της ζωής τους – είναι να μετασχηματιστεί η αναγκαία ανεξαρτησία του δημιουργικού πνεύματος και να εκπληρωθεί η απαραίτητη συμμετοχή των γυναικών (οι οποίες δεν είναι δημιουργικές με την αρρενωπή έννοια) σε μια ενιαία κοινότητα δημιουργικών ανθρώπων, μέσω της αγάπης. Σήμερα, ωστόσο, οι θανατηφόρες συμβάσεις κυριαρχούν πάνω μας σε τέτοιο βαθμό ώστε οι φοιτητές δεν έχουν φτάσει ούτε καν στο σημείο να ομολογήσουν την ενοχή τους απέναντι στις πόρνες. Επιπλέον, οι άνθρωποι εξακολουθούν να φαντάζονται ότι όλη αυτή η βλάσφημη διαδικασία της ανθρώπινης καταστροφής  μπορεί να ανασχεθεί με εκκλήσεις υπέρ της αγνότητας, καθώς δεν έχουν το θάρρος να κοιτάξουν κατά πρόσωπο την ομορφότερη δική τους ερωτική φύση. Ο ακρωτηριασμός της νεότητας πηγαίνει πολύ βαθιά για να σπαταλήσει κανείς πολλά λόγια μιλώντας γι’αυτόν. Αντίθετα, με την αντιμετώπισή του πρέπει να επιφορτιστεί το πνεύμα εκείνων που σκέφτονται και η αποφασιστικότητα των ατρόμητων, διότι είναι απρόσιτος σε κάθε πολεμική.

Πώς βλέπει τον εαυτό της η νέα γενιά; Ποια είναι η εικόνα που έχει για τον εαυτό της, εφόσον επιτρέπει μια τέτοια συσκότιση των ιδεών της, μια τέτοια διαστρέβλωση των αξιών της; Αυτή η εικόνα έχει διαμορφωθεί από τις αδελφότητες, οι οποίες αποτελούν την πιο ορατή ενσάρκωση της φοιτητικής αντίληψης για τη νεότητα, ενάντια στην οποία οι υπόλοιποι φοιτητές – με επικεφαλής τις “ελεύθερες φοιτητικές οργανώσεις” – εξαπολύουν τα κοινωνικά τους συνθήματα. Οι Γερμανοί φοιτητές διακατέχονται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό από την έμμονη ιδέα ότι πρέπει να απολαύσουν τα νιάτα τους. Έπρεπε να δοθεί κάποιο περιεχόμενο στην εντελώς ανορθολογική περίοδο αναμονής ως το γάμο και την άσκηση ενός επαγγέλματος, και έπρεπε αυτό να είναι ένα παιγνιώδες και ψευδο-ρομαντικό περιεχόμενο που θα βοηθούσε να περάσει ο καιρός. Ένα φοβερό στίγμα προσάπτεται ακόμα στην περιβόητη αμέριμνη διασκέδαση των φοιτητικων τραγουδιών, του “ Gaudeamus igitur…”[2]. Αντιπροσωπεύει ένα φόβο για το μέλλον και, ταυτόχρονα, μια αυτάρεσκη συμφωνία με τον απαραίτητο φιλισταϊσμό με τον οποίο θέλει κανείς να απεικονίζει στοργικά τον εαυτό του, σύμφωνα με το σχήμα των “μεγάλων αγοριών”[3]. Αλλά επειδή οι φοιτητές έχουν πουλήσει την ψυχή τους στην αστική τάξη – μαζί με το γάμο και το επάγγελμα – διεκδικούν με επιμονή αυτά τα λίγα χρόνια αστικής ελευθερίας. Αυτή η ανταλλαγή πραγματοποιείται στο όνομα της νεότητας. Είτε ανοιχτά είτε με μυστικότητα – σε ένα μπαρ ή εν μέσω εκκωφαντικών λόγων στις φοιτητικές συναθροίσεις – δημιουργείται μια ακριβά αγορασμένη κατάσταση μέθης, το δικαίωμα στην οποία δεν πρέπει να αμφισβητείται.

Αυτή η εμπειρία εμφανίζεται ανάμεσα στη νεότητα που διασπαθίζεται και τα γηρατειά που ποθούν τη γαλήνη και την ησυχία, και εδώ ακριβώς κάθε απόπειρα να εμπνεύσει κανείς στους φοιτητές υψηλότερα ιδανικά έχει καταλήξει σε οικτρή αποτυχία. Ωστόσο, καθώς αυτός ο τρόπος ζωής αποτελεί εμπαιγμό για κάθε πραγματικότητα, τιμωρείται – εν είδει εκδίκησης – από όλες τις φυσικές και πνευματικές δυνάμεις: από την επιστήμη με τη μεσολάβηση του κράτους, από τον έρωτα με τη μεσολάβηση που παρέχουν οι πόρνες, και επομένως από τη φύση με τη μορφή του επερχόμενου αφανισμού. Διότι οι φοιτητές δεν είναι η νεότερη γενιά· είναι η γηράσκουσα γενιά. Για εκείνους που έχασαν τα πρώτα χρόνια της ζωής τους στα Γερμανικά σχολεία, χρειάζεται μια ηρωική απόφαση ώστε να αναγνωρίσουν την έναρξη του γήρατος, καθώς τα πανεπιστημιακά χρόνια έμοιαζαν να τους προσφέρουν επιτέλους την προοπτική μιας νεότητας γεμάτης από ζωή – μόνο και μόνο για να ακυρώσουν αυτή την προοπτική χρόνο με το χρόνο.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουν ότι πρέπει να γίνουν δημιουργικοί παραγωγοί και, επομένως, μοναχικά γηράσκοντες άνθρωποι, και ότι μια πλουσιότερη γενιά παιδιών και νέων έχει ήδη γεννηθεί, στην οποία αυτοί μπορούν μονάχα να αφοσιωθούν ως δάσκαλοι. Από όλα τα συναισθήματα, τούτο είναι το πιο περίεργο γι’ αυτούς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούν να αποδεχτούν την ύπαρξή τους και δεν είναι καλά προετοιμασμένοι να ζήσουν από την αρχή με τα παιδιά (διότι αυτό ακριβώς σημαίνει να είναι κανείς δάσκαλος),  καθώς τα παιδιά δεν έχουν εισέλθει ακόμα στη σφαίρα της μοναξιάς. Επειδή δεν αναγνωρίζουν τη διαδικασία της γήρανσης, σπαταλούν το χρόνο τους. Η παραδοχή της λαχτάρας τους για μια όμορφη παιδική ηλικία και για μια άξια νεότητα αποτελεί προϋπόθεση της δημιουργικότητάς τους. Χωρίς αυτή την παραδοχή, χωρίς τη θλίψη για ένα χαμένο μεγαλείο δεν είναι δυνατή η ανανέωση της ζωής τους. Ο φόβος της μοναξιάς – ο φόβος τους να ενδώσουν – ευθύνεται για την απουσία ερωτικής δέσμευσης. Μετράνε τον εαυτό τους σε σχέση με τον πατέρα τους, όχι σε σχέση με τις επόμενες γενιές, και με αυτόν τον τρόπο διασώζουν την ψευδαίσθηση της νεότητάς τους. Η φιλία τους στερείται μεγαλείου και μοναξιάς. Εκείνη η περιεκτική φιλία ανάμεσα στα δημιουργικά πνεύματα, με την αίσθηση της απεραντοσύνης της και το ενδιαφέρον της για την ανθρωπότητα συνολικά ακόμα και όταν αυτά τα πνεύματα είναι ταυτόχρονα μαζί και μόνα ή όταν βιώνουν τη λαχτάρα σε κατάσταση μοναξιάς, δεν έχει καμία θέση στη ζωή των φοιτητών. Αντί γι’ αυτή, υπάρχει μόνο εκείνη η αδελφοποίηση που είναι τόσο αχαλίνωτη όσο και προσωπικά περιορισμένη. Δεν έχει σημασία αν πίνουν σε ένα μπαρ ή αν ιδρύουν ένα σύλλογο σε κάποιο καφέ. Όλες αυτές οι πρακτικές αποτελούν απλώς μια αγορά του προπαρασκευαστικού και του προσωρινού, όπως και η δραστηριότητα εκείνων που πηγαινοέρχονται στις αίθουσες διαλέξεων ή στα καφέ· βρίσκονται εκεί απλώς για να γεμίσουν τον κενό χρόνο αναμονής, παρεκκλίνοντας από τη φωνή που τους καλεί να οικοδομήσουν τη ζωή τους με ένα ενιαίο πνεύμα δημιουργικής δραστηριότητας, έρωτα και νεότητας. Υπάρχει μια αγνή και λιτή μορφή νεότητας που σέβεται εκείνους που την πραγματώνουν, και αυτή αντηχεί στα λόγια του Stefan George:

Εφευρέτες του τροχαϊκού μέτρου και των σπινθηροβόλων διαλόγων

ανάμεσα σε πνευματώδεις ρήτορες: ο χρόνος και η απόσταση μού επιτρέπουν να χαράξω στη μνήμη μου τον παλιό μου εχθρό. Κάντε κι εσείς το ίδιο!

Γιατί στην κλίμακα της έκστασης και του πάθους βρισκόμαστε και οι δύο σε παρακμή.

Ποτέ πια δε θα με κολακεύσει η εξύμνηση και η χαρά της νεότητας.

Ποτέ ξανά δε θα ηχήσουν στίχοι τόσο βροντερά στα αυτιά σας [4].

Η λιποψυχία έχει αποξενώσει τη ζωή των φοιτητών από τέτοιου είδους ενοράσεις. Αλλά κάθε τρόπος ζωής, με τον δικό του ιδιαίτερο ρυθμό, απορρέει από τις εντολές που καθορίζουν τη ζωή των δημιουργών. Εφόσον παρεκκλίνουν από αυτές τις εντολές, η ύπαρξή τους θα τους τιμωρήσει με την ασχήμια και η απελπισία θα πλήξει την καρδιά ακόμα και των πλέον αναίσθητων. Σήμερα, διακυβεύεται ακόμα αυτή η απειλούμενη αναγκαιότητα· απαιτείται αυστηρός έλεγχος. Καθένας θα ανακαλύψει τα δικά του καθήκοντα, τα οποία θα αποτελέσουν τις ύψιστες απαιτήσεις στη ζωή του. Μέσω αυτής της κατανόησης, καθένας θα πετύχει να απελευθερώσει το μέλλον από την παραμορφωμένη ύπαρξή του στη μήτρα του παρόντος.

[1] Freie Studentenschaft [Ελεύθερη Φοιτητική Ένωση]: Ριζοσπαστική φοιτητική ομάδα που δημιουργήθηκε από το Γερμανικό Κίνημα Νεολαίας. Αυτοί οι “ανεξάρτητοι φοιτητές” βρίσκονταν σε αντιπαράθεση τόσο με τις συντηρητικές αντιμαχόμενες αδελφότητες (Korps), οι οποίεςαντλούσαν την καταγωγή τους από τον εθνικισμό του Ρομαντικού κινήματος, όσο και με το πιο πρόσφατο κίνημα Wandervögel που υποστήριζε μια ιδεολογία υπέρ της επιστροφής στη φύση. Ο Μπένγιαμιν εκλέχτηκε πρόεδρος του Βερολινέζικου τομέα τής Freie Studentenschaft το εαρινό εξάμηνο του 1914 και παρέμεινε σε αυτή τη θέση μέχρι το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.

[2] Gaudeamus igitur (‘Ας χαρούμε λοιπόν’): Τραγούδι που αποτελεί τον επίσημο ύμνο πολλών Ευρωπαϊκών πανεπιστημίων και εκτελείται συνήθως από τους φοιτητές κατά τη διάρκεια των τελετών αποφοίτησης [Σημείωση της ελληνικής μετάφρασης].

[3] “Mεγάλα αγόρια”: Οι alterHerrn είναι τα πρώην μέλη αδελφοτήτων που διατηρούν την επιρροή τους σε αυτές τις οργανώσεις και λειτουργούν ως παράγοντες που προστατεύουν την επόμενη γενιά.

[4] StefanGeorge (1868-1933), “H.H”, από το ‘Έτος της Ψυχής’ [DasJahrderSeele, 1897].

Πηγή theshadesmag

Walter Benjamin: Το δικαίωμα στη χρήση βίας (1920)

Μτφρ.: Radical Desire

*Το κείμενο αποτελείται από κριτικές σημειώσεις για το άρθρο του Herbert Vorwerk, “Das Recht zur Gewaltanwendung” (“Το δικαίωμα στη χρήση βίας”), που δημοσιεύτηκε το 1920 στο Περιοδικό για τον θρησκευτικό σοσιαλισμό, έτος 1, τευχ. 4.

Σχετικά με το πρώτο τμήμα

1. “Το νομικό σύστημα τείνει να αντιδρά σε απόπειρες καταστροφής του καταφεύγοντας στον εξαναγκασμό, είτε με στόχο να εξαναγκάσει την διατήρηση είτε την αποκατάσταση της ορθής τάξης.”

Αυτή η πρόταση είναι σωστή η ίδια, αλλά είναι λάθος να την εξηγούμε μέσω αναφοράς στην εγγενή τάση του νόμου να εδραιώνει την εξουσία του. Αυτό το οποίο διακυβεύεται εδώ είναι μια δευτερεύουσα πραγματικότητα στην οποία απευθείνεται ο νόμος. Αυτό που διακευβεύεται εδώ είναι ο βίαιος ρυθμός της ανυπομονησίας στον οποίο υφίσταται και βρίσκει την χρονική του τάξη ο νόμος, σε αντιπαράθεση με τον αγαθό (;) ρυθμό της αναμονής στον οποίο ξεδιπλώνονται τα μεσιανικά συμβάντα.

[…]

δεν μπορεί να διακριθεί αντίφαση επί της αρχής ανάμεσα στη βία και την ηθική· από την άλλη […] μια επί της αρχής αντίφαση μπορεί όντως να γίνει αντιληπτή στην σχέση ηθικής και κράτους (ή νόμου). Η έκθεση αυτής της οπτικής γωνίας είναι ένας από τους στόχους της ηθικής μου φιλοσοφίας, και σ’ αυτά τα συμφραζόμενα ο όρος αναρχισμός μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει μια θεωρία που αρνείται το ηθικό δικαίωμα όχι στην ίδια την βία αλλά σε κάθε ανθρώπινο θεσμό, κοινότητα, ή ατομικότητα που είτε διεκδικεί μονοπώλιο πάνω της, είτε με οποιονδήποτε τρόπο διεκδικεί αυτό το δικαίωμα για τον εαυτό της από οποιαδήποτε οπτική γωνία**, ακόμα και ως απλή γενική αρχή, αντί να το σέβεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ως δώρο που δίνεται από μια θεία δύναμη, ως απόλυτη ισχύς.

[…]

Είναι τόσο εφικτό όσο και απαραίτητο να φτάσουμε σε ένα οικουμενικά ισχύον συμπέρασμα για το δικαίωμα στη χρήση βίας, γιατί η αλήθεια για την ηθική δεν σταματά στην ψευδαίσθηση της ηθικής ελευθερίας. -Παρ’ όλα αυτά, αν αφήσουμε στην άκρη αυτό που ήδη υποστηρίξαμε και επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ενδώσει σε επιχειρήματα ad hominem, θα μπορέσουμε να δούμε ότι δεν μπορούμε να έχουμε μια υποκειμενική απόφαση υπέρ ή εναντίον της χρήσης βίας αφηρημένα, διότι μια πραγματικά υποκειμενική απόφαση μάλλον είναι νοητή μόνο υπό το φως συγκεκριμένων στόχων και επιθυμιών.

** Πρβλ. Μονόδρομος, συγγ. 1923-26, δημ. 1928:

“Ο φόνος ενός εγκληματία μπορεί να είναι ηθικός· ποτέ όμως η νομιμοποίησή του.” Selected Writings, τομ. 1, σ. 481.

Πηγή: theshadesmag

Ομιλία για την «κουλτούρα του εγωισμού»

Πριν δυο χρόνια μου δόθηκε η ευκαιρία να πω δυο λόγια για την τρομερά ενδιαφέρουσα συζήτηση ανάμεσα στον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κρίστοφερ Λας, που είχε διοργανώσει το 1986 το βρετανικό κανάλι Channel 4 υπό τη διεύθυνση του Μάικλ Ιγνάτιεφ ─την οποία εξέδωσαν με τίτλο Η Κουλτούρα του Εγωισμού το 2014 οι «Εναλλακτικές Εκδόσεις» σε μετάφραση Χριστίνας Σταματοπούλου και με επίμετρο το κείμενο Η ψυχή του ανθρώπου στον καπιταλισμό, του Ζαν Κλωντ Μισεά. ─HS.

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω από τα λόγια με τα οποία έκλεισε τη συζήτηση ο πιο αφανής εκείνα τα χρόνια συντονιστής της συζήτησης, Καναδός ιστορικός Μάικλ Ιγνάτιεφ:

«(… Μέσα από αυτή τη συζήτηση) φτάνουμε στην άκρως ερεθιστική υπόθεση σύμφωνα με την οποία, στη σημερινή κοινωνία, δεν διαμορφώνονται πλέον άτομα ικανά να ενεργοποιήσουν το όραμα του Αριστοτέλη [για τον οποίον, Δεν μπορεί κανείς να έχει αρτιότητα ως ανθρώπινο ον παρά μόνο αν γίνει πολίτης, που συμμετέχει στη ζωή ενός δημόσιου χώρου κληροδοτημένου, μάλιστα, από πανάρχαιες παραδόσεις.] Και αυτό είναι ένα από τα μηνύματα της βραδιάς, ένα δύσκολο ερώτημα: μήπως έχουμε μεταβληθεί σε άλλο είδος ανθρώπων; Μήπως έχουμε χάσει αυτό το ιδεώδες; Και εδώ νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σταματήσουμε. Καλό βράδυ.»

Όπως καταλαβαίνετε, η συζήτηση φαίνεται να σταματάει στο καλύτερο! Μπορούμε όμως, και πρέπει, να το δούμε λίγο διαφορετικά: η συζήτηση εκείνη μάς προετοιμάζει, προλειαίνει το έδαφος, μας δίνει μια σειρά από εντελώς απαραίτητα και ισχυρά εφόδια, τη σκυτάλη ας πούμε −άρα και την ευθύνη−, ώστε να απαντήσουμε εμείς στο ερώτημα.

Αυτό που μας παραδίδει εκείνη η συζήτηση, είναι η αγωνία για την κατάρρευση εκείνου του Αριστοτελικού πολιτικού ιδανικού, για την καλπάζουσα «αναχώρησή» του όχι μόνο από το πεδίο του κοινωνικού γίγνεσθαι αλλά και από τη μοντέρνα ψυχή. Αυτή η αγωνία οδηγεί τους εξαίρετους συνομιλητές στην ανάδειξη του Ατομισμού όχι ως ζωογόνου δύναμης −έτσι τον βλέπουν άλλες «ομάδες»− αλλά ως δύναμης καταστροφικής∙ στην καταγγελία, δηλαδή, της κυρίαρχης σήμερα κουλτούρας ως «κουλτούρας του Εγωισμού».

Αριστοτεχνικά και προοδευτικά ξεδιπλώνουν οι συνομιλητές ένα προς ένα τα βασικά συστατικά, με τα οποία συγκροτείται και μας επιβάλλεται αυτή η κουλτούρα −ξεκινώντας από πιο εξωτερικές, κοινωνιολογικού ας πούμε τύπου, αλλά σημαντικές παρατηρήσεις, για να προχωρήσουν σε ολοένα και πιο βαθιά υποστρώματα του προβλήματος. Συνοψίζω σε 10 σημεία τα χαρακτηριστικά που επισημαίνουν. Ας τα δούμε με τη σειρά που μας τα αποκαλύπτει ο διάλογός τους.

Οι σπόνδυλοι της «εγωιστικής κουλτούρας» κατά τον Λας και τον Καστοριάδη

Ιδεολογία της επιβίωσης, πάθος της αυτοσυντήρησης. «Μονάχα στην εποχή μας η επιβίωση έχει αποκτήσει μια σχεδόν ηθική υπόσταση, σάμπως αυτή να ήταν το παν και όχι ο όρος για τη δυνατότητα ενός ηθικού βίου», δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα ο Κρίστοφερ Λας.

Απουσία οράματος. «Για μένα», παίρνει τη σκυτάλη και συνεχίζει ο Καστοριάδης, «αυτό που ειπώθηκε έχει μια σαφέστατη συνέπεια. ‘Μέρα με τη μέρα’, για να επαναλάβω αυτή την πολύ σωστή έκφραση, είναι αυτό που εγώ αποκαλώ απουσία προτάγματος. (…) Κάποτε οι άνθρωποι της Αριστεράς μιλούσαν για τη Μεγάλη Νύχτα και οι άνθρωποι της Δεξιάς για την αέναη πρόοδο, κ.λπ. Σήμερα κανένας δεν τολμάει να εκφράσει ένα φιλόδοξο σχέδιο, ή τουλάχιστον ορθολογικό, που να πηγαίνει πέρα από τον προϋπολογισμό ή από τις προσεχείς εκλογές. (…) Κανένας δεν δεσμεύεται σε χρονικό ορίζοντα δημόσιου χαρακτήρα, ούτε εντάσσεται σε ένα δημόσιο χώρο.».

Υποκατάσταση του δημόσιου Λόγου από την Προπαγάνδα ώστε να τρέφονται με ενδιαφέρον και ελπίδες τα ασύνδετα μεταξύ τους Άτομα. «Σήμερα, τι είναι ο δημόσιος χώρος;», ρωτάει ο Καστοριάδης, και απαντά: «Είναι κενός ή, με μια έννοια, κάτι ακόμα χειρότερο. Πρόκειται για ένα δημόσιο χώρο που προορίζεται αποκλειστικά για τη διαφήμιση, την πορνογραφία −και δεν αναφέρομαι μόνο στην πορνογραφία με την κυριολεκτική έννοια, υπάρχουν φιλόσοφοι που είναι πορνογράφοι».

Και ο Λας συμπληρώνει: «Ο κόσμος όπου ζούμε αποτελείται από φευγαλέες εικόνες και τείνει όλο και περισσότερο −εν μέρει, νομίζω, χάρη στην τεχνολογία των μαζικών μέσων επικοινωνίας− να αποκτήσει ένα παραισθησιογόνο χαρακτήρα […Γιατί πρόκειται για] μια επίθεση από εικόνες φτιαγμένες τις περισσότερες φορές για να ξυπνάνε τις φαντασιώσεις μας [όπου] ακόμα και η επιστήμη, που θεωρούνταν ένα από τα κυριότερα μέσα μιας πιο ορθολογικής κοσμοαντίληψης, εμφανίζεται στην καθημερινή ζωή σαν μια διαδοχή τεχνολογικών θαυμάτων που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι όλα είναι δυνατά».

Αποπολιτικοποίηση. «Όλο αυτό έχει να κάνει με την παρακμή του πολιτικού λόγου σε όλα τα επίπεδα. Οι άνθρωποι μιλούν μόνο για τον εαυτό τους. Δεν υπάρχει πια καμμιά πραγματική σύγκρουση. (…) Η πολιτική μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε ζήτημα ομάδων συμφερόντων (…) [Μάλιστα, ακόμα και] η ίδια η δυνατότητα να υπάρξει ένας λόγος κατανοητός από όλους και να αποτελεί βάση της δημόσιας ζωής, του πολιτικού διαλόγου, αποκλείεται σχεδόν εξ ορισμού», παρατηρεί ο Λας.

Ενώ από την πλευρά του ο Καστοριάδης επισημαίνοντας, εκ πείρας, τη διάψευση των επαναστατικών οραμάτων, τονίζει: «Οι άνθρωποι έχουν την εντύπωση, δικαίως, ότι με τις πολιτικές ιδέες που κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά, δεν αξίζει τον κόπο να αγωνιστεί κανείς γι’ αυτές. (…) Λες και οι άνθρωποι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν γίνεται τίποτα και ότι πρέπει επομένως ο καθένας να κλειστεί στον εαυτό του −πράγμα που άλλωστε αντιστοιχεί στην ενδογενή κίνηση του καπιταλισμού».

Αντιστροφή της έννοιας του πολιτικού από το Κοινό στο Ιδιωτικό. «Για την πολιτική φιλοσοφία του 17ου αιώνα, αν εξαιρέσουμε τον Ρουσώ, η πολιτική αποσκοπεί στο να επιτρέπει στον καθένα να αμύνεται απέναντι στο κράτος∙ δεν εννοεί ότι εμείς οι ίδιοι αποτελούμε μια πολιτική κοινότητα, κάθε άλλο», λέει ο Καστοριάδης.

6.

Ιδιωτικότητα ως αξία και ιδιώτευση ως πρακτική. Ρωτάει ευθέως ο Καστοριάδης, βάζοντας το μαχαίρι στο κόκκαλο: «Ανάμεσα στα 55εκ. των Εγγλέζων, στα 55εκ. των Γάλλων, τα 230εκ. των Αμερικάνων, κ.ο.κ., πόσοι έχουν πραγματικά τη θέληση να δράσουν με υπεύθυνο τρόπο, για να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους; Από πού προέρχεται αυτή η επιθυμία;».

Από το σημείο αυτό και πέρα, αρχίζει η κάθοδος στα σκοτεινότερα βάθη του προβλήματος. Προηγείται μια μαεστρική σύνοψη από το Καστοριάδη: «Θα έλεγα, με ένα ελαφρώς υπεροπτικό τρόπο, πως υπάρχουν τρία επίπεδα. Κατ’ αρχάς η πραγματικότητα, η ουσία του προβλήματος (που είναι πως) η αύξηση της κατανάλωσης και της ικανοποίησης της ιδιωτικής ζωής είναι μια αύξηση του τίποτα. (…) Το δεύτερο σημείο είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται αυτή την πραγματικότητα. Είναι άραγε ικανοποιημένοι; (…) Και τρίτον, η δυσαρέσκεια μπορεί να οδηγήσει οπουδήποτε».

7.

Κενότητα υποκειμένου. Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Ιγνάτιεφ επικεντρώνοντας δια του Λας (το βιβλίο του Ο ελάχιστος εαυτός) στην ουσία: «Η ιδέα ότι η κατανάλωση ικανοποιεί τους ανθρώπους προϋποθέτει ένα ειδικού τύπου Εγώ, ένα Εγώ που επιλέγει κάποια προϊόντα και απορρίπτει άλλα (όμως) ο προορισμός όλων αυτών των προϊόντων είναι ένα κενό κέντρο: Δεν υπάρχει κανείς πάνω στη γέφυρα αυτών των μικρών πλοίων».

Κρίση ταυτότητας. «Γιατί αυτό το Εγώ είναι κενό, ανίκανο να επιλέξει, απογυμνωμένο από δικούς του στόχους;», ρωτάει ο Ιγνάτιεφ και απαντάει ο Καστοριάδης: «Διότι η απάντηση στην ερώτηση ποιος είμαι; έχει ουσιώδη σχέση με αυτό που η θέσμιση της κοινωνίας οφείλει να προσφέρει στα άτομα, δηλαδή ένα νόημα, ή ένα πλαίσιο σημασιοδότησης για τη ζωή τους (….) και η σημερινή κοινωνία, αυτό δεν το κάνει».

9.

Η κρίση ταυτότητας στο ατομικό επίπεδο είναι κρίση της ίδιας της κοινωνίας ως συστήματος αλληλοαναγνώρισης. Ξεκάθαρη η τοποθέτηση από τον Καστοριάδη: «Αυτό που στηρίζει την εικόνα του Εγώ, είναι επίσης το γεγονός ότι οι άλλοι την αναγνωρίζουν και κατά μία έννοια την αποδέχονται. Γι’ αυτό έχει ανάγκη να καρφιτσωθεί σε κάτι που είναι διαφορετικό από την ίδια. Με την κατάρρευση όμως του δημόσιου χώρου, αυτό ακριβώς που ο Χέγκελ ονόμαζε αναγνώριση και που εμείς ονομάζουμε σεβασμό και οι Έλληνες αποκαλούσαν κλέος και κύδος, αυτό είναι που χάνει κάθε νόημα. Τι αναγνωρίζουμε σήμερα; Τους αστέρες που λάμπουν για μια περίοδο κι έπειτα εξαφανίζονται».

Τραγικότητα. Όλη αυτή η πορεία του σύγχρονου Ατόμου εκβάλλει τελικά σε μια διπλή τραγικότητα, μια τραγωδία σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Όμως, πριν έρθω σε αυτό το καυτό σημείο −στο οποίο η συζήτηση είναι αλήθεια ότι εισέρχεται ακροθιγώς και σαν με ένα άλμα, για να κλείσει αμέσως, πριν προλάβουμε ν’ ακούσουμε τα ουσιαστικότερα−, οφείλω, παίρνοντας τη σκυτάλη απ’ όσα μας έδωσαν οι συζητητές, να θέσω μια κρίσιμη ερώτηση.

Ωραία λοιπόν∙ τα σύγχρονα υποκείμενα είναι παραδομένα στο πάθος του εγωισμού, δεν έχουν κέντρο, ούτε ταυτότητα, δεν έχουν όραμα, ούτε πλατιούς ορίζοντες, είναι αποπολιτικοποιημένα και έρμαια της προπαγάνδας, αυτοαναφορικά Άτομα και κατά βάση Ιδιώτες. Πώς όμως τέτοιας λογής όντα κατορθώνουν και συγκροτούν Κοινωνία; Πώς μπορούν και συνυπάρχουν, συνεργάζονται; Τι είναι τελοσπάντων αυτό που όχι απλώς τα κρατάει μαζί, αλλά και τα συνθέτει θεσμικά;

Το σύγχρονο Άτομο δεν είναι απλώς «εγωιστικό»

Λογικά, είναι αδύνατον καθαρώς εγωιστικά υποκείμενα να στήσουν κοινωνία. Μόνο στο όραμα του Μαξ Στίρνερ υπήρξε ένας «συνεταιρισμός των Μοναδικών». Στον πραγματικό όμως κόσμο, δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία στηριγμένη απλά και μόνο στον εγωισμό και την κουλτούρα του. Χρειάζεται το αυτοαναφορικό Άτομο να είναι πιο σύνθετο, «μιγαδικό» αν θέλετε. Αλλιώς δεν βγαίνει. Πώς συγκροτεί επομένως κοινωνία το σύγχρονο Άτομο;

Αν δεν απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση, κινδυνεύουμε πρώτα-πρώτα να πέσουμε σε μια στεγνή ηθικολογία του τύπου «πόσο κακός είναι ο εγωισμός», από την οποία τίποτα δεν αποκλείει να προβάλλουν ως προσδοκώμενη διέξοδος μαζικοκολλεκτιβιστικού τύπου απαντήσεις. Το είδαμε μέσα στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Αλλά πέρα από αυτό, κινδυνεύουμε ακόμα χειρότερα να μην καταλάβουμε τον κόσμο όπου ζούμε, δηλαδή από πού αντλεί τη δύναμη που τον έκανε κυρίαρχο σε πλανητική πλέον κλίμακα, τι είναι αυτό που τον συγκρατεί, άρα και πώς εισέρχεται σε ριζική (και όχι απλώς περιφερειακή) κρίση, καθώς και το τι είναι αυτό που έχουμε πραγματικά να του αντιτάξουμε, αν έχουμε κάτι τέτοιο.

Χωρίς να προχωρήσω εδώ σε πιο διεξοδικές απαντήσεις, θα επισημάνω ότι ένας πολύ καλός τρόπος για να γνωρίσεις ένα πρόβλημα, προέρχεται από μια αρχαιότερη, «γενεαλογική» ας πούμε μεθοδολογία: «Πες μου από πού έρχεσαι, ποια είναι η μάνα σου, ο πατέρας σου και τα παιδιά σου».

Γνωρίζουμε λ.χ. μια διάσημη «εγγονή» αυτής της ατομιστικής ανθρωπολογίας στο πρόσωπο της Άυν Ραντ (1905-1982), που θέλησε να παρουσιάσει την ιδιοτέλεια σαν «ηθική αρετή». Αλλά πραγματικά ενδιαφέροντες είναι οι πρόγονοί της.

Ξέρουμε λ.χ. ότι ο θεμελιωτής της οικονομικής σκέψης, ο Άνταμ Σμιθ (1723-1790), στην πραγματεία του για τον Πλούτο των Εθνών (1776), υποστήριξε ότι το κοινό καλό προκύπτει, χάρη σ’ ένα «αόρατο χέρι», από την «ενάρετη φιλαυτία» των Ατόμων. Υπογραμμίζω: «ενάρετη φιλαυτία». Ένα παράξενο μιγαδικό σχήμα, ασφαλώς.

Πριν ακριβώς από αυτόν, ο Ολλανδός φιλόσοφος και οικονομολόγος Μπέρναρντ Μάντεβιλ (1670-1733), με το σατιρικό ποίημα-παραβολή του Η γκρινιάρα κυψέλη (1705) −όπου περιγράφει πώς μια ακμάζουσα κυψέλη ξεπέφτει στη μαύρη φτώχεια όταν ξαφνικά οι μέλισσες μεταλλάσσονται σε ενάρετα, ηθικά όντα−, υποστήριξε πως τα ιδιωτικά πάθη (του πλουτισμού, της άνεσης, της πολυτελούς διαβίωσης) είναι αυτά που προωθούν τελικά την κοινή ευημερία. Χάρη σε κάποιο «αόρατο χέρι» άραγε; Όχι ακριβώς. Λίγο μετά, στις σημειώσεις του στο Μύθο του μελισσιού με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο Ιδιωτικές αμαρτίες, δημόσια αρετές (1714), διευκρινίζει πως «τα ιδιωτικά πάθη μπορούν να οδηγήσουν στη δημόσια ευημερία χάρη στην κατάλληλη διαχείρισή τους από επιδέξιους πολιτικούς». Μιγαδικότητα και πάλι: η αυτοαναφορικότητα μπορεί, χωρίς να δώσει γη και ύδωρ στο ενδιαφέρον για τον Άλλον, να στήσει Κοινωνία.

Κι από πιο πριν, ο πατέρας ίσως όλων, Τόμας Χομπς (1588-1679), κάνοντας μια ριζοσπαστική τομή στην πολιτική σκέψη, θέλησε να θεμελιώσει το κοινό όφελος, την Κοινοπολιτεία του, ακριβώς πάνω στα ιδιωτικά συμφέροντα και την ιδιοτελή επιδίωξη της Ισχύος. Βέβαια, το Άτομο που περιγράφει ο Χομπς: ένα «πλάσμα που ποθεί την ισχύ, ολοένα και περισσότερη ισχύ», για το οποίο «λόγος και λογική δεν είναι τίποτε άλλο παρά λογάριασμα, υπολογισμός, λογιστική», και που «δεν βρίσκει καμιά ευχαρίστηση, τουναντίον άπειρη θλίψη στην παρέα με τους συνανθρώπους του αφού καμιά δύναμη δεν μπορεί ποτέ να τους δέσει με αμοιβαίο σεβασμό»…, αυτό το Άτομο καθεαυτό είναι αδύνατο να συγκροτήσει Κοινοπολιτεία.

Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να προσέξουμε πως ετούτες οι ιδέες προκύπτουν από τη μια πηγή από τις δυο πηγές της σκέψης του Χομπς, που είναι η επίθεσή του στο θρησκευτικοφιλοσοφικό Σχολαστικισμό. Υπάρχει όμως από κοντά κι η άλλη της πηγή, που είναι η λατρεία του για την Επιστήμη και τη Γεωμετρία, απ’ όπου πρότεινε (στη σύντομη Εισαγωγή του στο Λεβιάθαν, 1651) ότι ο άνθρωπος είναι «κάτι σαν μηχανή» και η Κοινοπολιτεία, ο πολιτικός σχηματισμός, ένα είδος τεχνητού ανθρώπου, δηλαδή θα λέγαμε κάτι σαν μια Μεγαμηχανή∙ και ότι για να ζήσει κανείς, απαραίτητο είναι να έχει αυτογνωσία, δηλαδή να συνειδητοποιήσει τη μηχανικότητά του και τη κοινωνική Μεγαμηχανή. Ορίστε λοιπόν η τελική εικόνα για τον άνθρωπο του Χομπς: το Άτομο που ποθεί και λατρεύει την ισχύ δεν είναι κατά βάθος παρά μια ζωντανή μηχανή!

Το σύγχρονο «μιγαδικό» υποκείμενo: ένα απρόσωπο αυτοαναφορικό Άτομο

Από τη σύντομη «γενεαλογία» μας, προκύπτει λοιπόν μια πιο σύνθετη εικόνα για τον τύπο υποκειμένου που συγκροτεί το σύγχρονο πολιτισμό. Δεν πρόκειται ακριβώς για καθαρά ή απλά «εγωιστικό» Άτομο. Αυτό που βλέπουμε είναι μάλλον

  • ένα αυτοαναφορικό «απείθαρχο» Άτομο, που κινείται ιδιοτελώς, φίλαυτα, ιδιότροπα και χωρίς ηθική δέσμευση έναντι του Άλλου και της κοινωνίας,
  • ενσωματωμένο όμως πειθήνια μέσα σε ένα κατά το μέγιστο δυνατόν «απρόσωπο» Συλλογικό, από την Αγορά του «αόρατου χεριού» έως την πιο εξελιγμένη μορφή του, όταν έχει πλέον εκμηδενιστεί κάθε παραδοσιακού τύπου ηθική κανονιστικότητα, το Τεχνικό Σύστημα −δηλαδή την ενοποίηση των ατομικών πειραματισμών μέσω της εκτεχνίκευσής τους και την αξιοποίηση του τεχνικού στοιχείου που μπορεί να έχουν.

Αυτό το μιγαδικό υποκείμενο, λοιπόν, το ικανό να παίζει κατά κάποιο τρόπο «διπολικά» και στα δυο αυτά ταμπλό: του Εγωισμού και του Απρόσωπου συνάμα, αυτό είναι το υποκείμενο του σημερινού πολιτισμού.

Προτυπική ενσάρκωσή του; Ο σύγχρονος Τεχνικός και, ως κοινωνική κατηγορία, η τεχνοκρατική ελίτ, που έχει πλέον αντικαταστήσει με καλπάζοντα ρυθμό την αστική τάξη −το βλέπουμε καθαρά σήμερα.

Επίλογος: η τραγωδία του καιρού μας

Τώρα μπορούμε, πιστεύω, να κατανοήσουμε καλύτερα την τραγικότητα, στην οποία καταλήγουν ο Καστοριάδης με τον Λας.

«Σε ποιο σημείο η ελευθερία του Ατόμου να επιλέγει και να διαμορφώνει μόνο του τον εαυτό του, να επιλέγει τις δικές του αξίες, πρέπει να υποχωρεί μπροστά στη συναίσθηση των συλλογικών υποχρεώσεων που δεσμεύουν όλα τα άτομα ως ανθρώπινα όντα;», ρωτάει ο Ιγνάτιεφ. Και ο Καστοριάδης απαντά: «Η ελευθερία δεν είναι εύκολη υπόθεση, δεν είναι εύκολη έννοια. Υπό μία έννοια, αν μιλήσουμε για πραγματική ελευθερία, θα έλεγα ότι πρόκειται για μία τραγική έννοια. Όπως και η δημοκρατία είναι τραγικό καθεστώς. Γιατί δεν υπάρχουν εξωτερικά όρια, δεν υπάρχουν μαθηματικά θεωρήματα που θα σας έλεγαν: Πρέπει να σταματήσετε εδώ! (…)».

Γνωρίζοντας από τον Ζακ Ελλύλ, ότι η Τεχνική δεν μπορεί ποτέ να πει «πρέπει να σταματήσετε εδώ!» ─απεναντίας, η άνευ τελικού σκοπού μεγέθυνση αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της─, το μέλλον του σύγχρονου «αυτοαναφορικού» Ατόμου, που όπως είδαμε στηρίζει το κοινωνικό του Είναι στο Τεχνικό σύστημα, προδιαγράφεται … λαμπρό. Γι’ αυτό, η αναζήτηση ανασχετικών σκέψεων και μέτρων στην ξέφρενη πορεία του επείγει όσο ποτέ.

 

Πηγή: dangerfew

Τεχνολογία, δυστοπία, κυριαρχία: Ο ορίζοντας της μελαγχολίας

Το διάστημα 2001 – 2003, εκδόθηκαν στις ΗΠΑ οι πρώτες αναφορές του ινστιτούτου WTEC, στο Arlington, με θέμα τη σύγκλιση των νέων τεχνολογιών[1], στις οποίες πληθώρα ακαδημαϊκών από διάφορες ειδικότητες είχαν κληθεί να τοποθετηθούν πάνω στις νέες κατευθύνσεις της τεχνολογίας, εκείνες που θα καθόριζαν τα επόμενα στάδια ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και άρα θα κατέδειχναν τις νέες κατευθύνσεις της βιομηχανίας και της έρευνας. Δύο άλλες παρόμοιες αναφορές με την ίδια θεματική δόθηκαν στη δημοσιότητα μέχρι το 2003. Και στις τρεις, τα συμπεράσματα κατέληγαν εμφατικά σε τέσσερις κύριους άξονες ανάπτυξης για το μέλλον, με το κωδικό αρκτικόλεξο NBIC, δηλαδή Nano-Bio-Info-Cogno, που σήμαινε ότι το κέντρο βάρους μιας επερχόμενης τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης θα δινόταν στους κλάδους της Νανοτεχνολογίας, της Βιοτεχνολογίας, της Πληροφορικής και των Γνωσιακών Επιστημών. Μάλιστα, από τον τίτλο των πρώτων αυτών αναφορών, οι άξονες αυτοί διαφημίζονται με τη μορφή πολλαπλασιαστών ισχύος των ανθρώπινων όντων. Σε αυτό το θέμα έχουν αφιερωθεί από τότε μια σειρά από ανάλογες εκθέσεις ειδικών σε διάφορες κατευθύνσεις [2], [3]

Με έκπληξη διαπίστωνε κανείς ότι ένας μικρός τότε αριθμός συμμετεχόντων δεχόταν ότι για τη συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας της βιομηχανίας, που θα στηνόταν πάνω σε παρόμοιους άξονες, θα έπρεπε να γίνει, σταδιακά, αποδεκτός ένας βαθμός παρεμβατικότητας και, ίσως, «μεταλλαξιμότητας» της ανθρώπινης φύσης. Αυτή η νεοεισαγόμενη ανάγκη ελαστικοποίησης του ορισμού του ανθρώπινου θα μπορούσε, εκ πρώτης όψης, να θεωρηθεί μια ακόμη υπερβολή ενός νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στον οποίο κυριάρχησε η οικονομική σφαίρα, και στον οποίον άλλες υπερβολές είχαν ήδη εισαχθεί από πολύ νωρίτερα με χαρακτηριστικότερο, ίσως, παράδειγμα την κατάψυξη ανθρώπων η ακόμη και κεφαλιών τεθνεώντων, με την προσδοκία μιας μελλοντικής ανάστασης λόγω προόδων της ιατρικής. Παρόμοια, οι ρίζες του λεγόμενου Διανθρωπιστικού (transhuman) κινήματος, επίσης θα μπορούσαν να αναζητηθούν πολύ πιο πίσω, ακόμη και στην υπεραισιόδοξη πρόσληψη της τεχνικής προόδου των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, κάτι που τίμησε δεόντως τόσο η ε. φ., όσο και το Χόλυγουντ. Μόνο περί τις δύο τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα αρχίζει να εμφανίζεται παράλληλα μια πιο απαισιόδοξη οπτική όσον αφορά τους πιθανούς κινδύνους και γενικότερα το πρόβλημα της ύβρεως και των ορίων της ανάπτυξης, κυρίως με την άνοδο των οικολογικών κινημάτων. Χαρακτηριστικότερα, ίσως, παραδείγματα αποτέλεσαν οι κινηματογραφικές παραγωγές τύπου ‘Alien‘ και ‘The Thing’, στη σημειολογία των οποίων υποκρύπτεται σαφέστατα η απειλή των ανεξέλεγκτων μεταλλάξεων.

Παρ’ όλες αυτές τις πρώιμες μορφές αμφιταλάντευσης, είτε προς θετικές είτε προς αρνητικές όψεις της προηγμένης τεχνολογίας, η πραγματική κατανόηση του εύρους και του βάθους των αλλαγών που υπονοούνται πίσω από το πλαίσιο των NBIC συνολικά, είναι πολύ μεγαλύτερη από ότι έχουμε γνωρίσει μέχρι τώρα. Μια χοντρική εικόνα μπορεί να δοθεί με την παρακάτω απαρίθμηση δυνατοτήτων:

  • Η συστηματική καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και η απόλυτη εξάρτηση των πολιτών από την τεχνολογία για την επιβίωση τους.
  • Η επικειμένη διείσδυση των ρομποτικών και άλλων αυτοματισμών στην καθημερινή ζωή και η πιθανότητα μερικής συγχώνευσης τους με το ανθρώπινο σώμα (ένωση Ανθρώπου – Μηχανής).
  • Ο γονιδιακός ανασχεδιασμός των ζώντων οργανισμών και η δυνατότητα δημιουργίας νέων μορφών τεχνητής ζωής όπως και κατώτερων όντων – σκλάβων.
  • Η δυνατότητα πλήρους αποκωδικοποίησης των νευρωνικών διαδικασιών και των εγκεφαλικών σημάτων και η μηχανική ανάγνωση της σκέψης.
  • Η δημιουργία Τεχνητής Νοημοσύνης με ικανότητες που ξεπερνούν τις ανθρώπινες σε ορισμένους τομείς και η σταδιακή διείσδυση τους σε παραγωγικές και εμπορικές δραστηριότητες.

Aξίζει, ίσως, τον κόπο να παραθέσουμε, εδώ, μια παράδοξη συνήχηση με προηγούμενες ιστορικές περιόδους λόγω της ευθύτητας της, που μπορεί να βρει κανείς διαβάζοντας αποσπάσματα από τις σημειώσεις του Friedrich Kellner[4], ενός σοσιαλδημοκράτη ο οποίος παρέμεινε στη Γερμανία καθ’ όλη τη διάρκεια του Ναζιστικού καθεστώτος – από το 1932 έως το 1945 – καταγράφοντας όλα όσα μπορούσε να δει. Χαρακτηριστικά, μάλιστα, ανέφερε ότι έβλεπε στους δρόμους της Γερμανίας «μια μίξη του οργανικού με το μηχανικό». Μια τέτοια φράση ακούγεται, σήμερα, παράταιρα επίκαιρη αν και οι ερμηνείες μπορεί να ποικίλλουν. Σίγουρα μπορεί κανείς να δει εδώ ταυτόχρονα το περιβόητο «βήμα της χήνας», όπως και έναν έμμεσο θρίαμβο του Φουτουρισμού ενός Marinetti. Μπορεί όμως κάλλιστα να εννοηθεί και σαν προειδοποίηση για την πιθανότητα επαναφοράς αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης πίσω από μια τέτοια μίξη.

Παράλληλα, παρατηρούμε τις τελευταίες δεκαετίες την ανάδυση μιας φιλοσοφίας του Μετα-ανθρωπισμού (post-humanism) ως κριτική του Διανθρωπισμού, η οποία, με τη σειρά της, ανάγεται στο μνημειώδες έργο του Gunter Anders, «Η Απαρχαίωση του Ανθρώπου»[5], ενός από τους τελευταίους επιγόνους της Σχολής της Φρανκφούρτης, κριτικός συνεχιστής του αρχικού έργου των Spengler και Heidegger πάνω στη φιλοσοφία της τεχνικής. Πρόκειται για ένα έργο που παρέμεινε για πολύ καιρό αμετάφραστο και άγνωστο στο ευρύ κοινό, ακόμη και το αγγλόφωνο. Από την αποσπασματική ανάγνωση του έργου του Anders, μας προσφέρεται ένα σημαντικό εργαλείο για την κατανόηση ενός πολυσύνθετου συνόλου δυνατοτήτων. Θορυβημένος από τις συνέπειες των πυρηνικών βομβαρδισμών στο τέλος του Β΄ΠΠ, ο Anders παραθέτει την κρίση του σχετικά με την έλλειψη φαντασίας των μαζών, αλλά και των ιθυνόντων, ως μέτρο πρόνοιας και φρόνησης. Ουσιαστικά, μας ζητά να αντιπαραθέτουμε σε κάθε νέα μορφή «βιασύνης» και ανέμελης υιοθέτησης κάθε υπερτεχνολογικού νεωτερισμού, μια απόπειρα προέκτασης της στις πιθανές ακραίες συνέπειες της προκειμένου να είμαστε σε θέση να διαγνώσουμε και τους αντίστοιχους κινδύνους, ιδίως όταν αυτή συναντάται με άλλους νεωτερισμούς που οδηγούν σε ριζικές παρεμβάσεις πάνω στην ανθρώπινη φύση. Αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο και ένα αντίδοτο στη δύναμη και τον λαϊκισμό κάθε μορφής διαφήμισης ή προπαγάνδας, ιδίως όταν βασίζονται στην προώθηση κάθε είδους «διευκόλυνσης».

Η συνδρομή του Άντερς είναι κεφαλαιώδης στο ότι νοηματοδοτεί τα ερωτήματα περί των πιθανών ορίων που θα έπρεπε ίσως να τεθούν, ταυτόχρονα όμως επισημαίνει και μια εκδοχή της αλλοτρίωσης πολύ γενικότερη από τον αρχικό φετιχισμό του εμπορεύματος που συναντάμε στον πρώιμο Μάρξ, μια εκδοχή που εκλαμβάνει τη μορφή ενός Προμηθεϊκού άγους, μιας αντιστροφής των εννοιών όπου το αντίγραφο αποκαλύπτεται τελειότερο από το πρωτότυπο στήνοντας έναν μηχανισμό διαρκούς εξιδανίκευσης. Για παράδειγμα, αν μας είναι εύκολο να σκεφτούμε την πιθανή απαγόρευση των πυρηνικών όπλων λόγω του προφανούς κινδύνου, πόσο εύκολο θα ήταν να σκεφτούμε τον κίνδυνο ενός μελλοντικού βιολογικού ή έστω, ψυχολογικού εκφυλισμού εξαιτίας συγκεκριμένων στρεβλώσεων στην ανατροφή νεαρών ατόμων μέσω της τεχνολογίας, στρεβλώσεων οι οποίες μπορεί να περιέχονται ήδη σε αρχικές επιλογές των σχεδιαστών της;

Ο προφητικός λόγος του Anders, υπερβαίνει, κατά τη γνώμη μας, σε εύρος και βάθος πολλά άλλα έργα τα οποία, καλώς η κακώς, εμφανίστηκαν ως αντιπολιτευτικά ευαγγέλια γενικής χρήσης, όπως για παράδειγμα «Η Κοινωνία του Θεάματος» του Guy Debor, χωρίς με αυτό να θέλουμε να μειώσουμε τη σημασία του τελευταίου για τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή που παρουσιάστηκε. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να ανατρέξουμε στο έργο του ίδιου του ύστερου Χάιντεγκερ όσον αφορά το άγχος της υπέρβασης του ανθρώπινου όντος όταν ό ίδιος αναφέρεται στην τεχνολογία ως εγκιβωτισμό μέσα σε ένα πλαίσιο-καλούπι (Gestell)[6], σε ένα οικοδόμημα δηλαδή του οποίου αρχίζει να αποτελεί άλλο ένα μέρος αντί για μια ολότητα, θέτοντας έτσι σε αμφισβήτηση ακόμη και τις αρχαιο-ελληνικές απαρχές της φιλοσοφίας ως ερωτήματος περί του τι είναι ο άνθρωπος. Αν μάλιστα, υιοθετήσουμε μια από τις πρωτογενείς αντιλήψεις της ψυχανάλυσης ότι ήδη η γλώσσα είναι μια απόσπαση του ανθρώπου από την φυσικότητα, τότε η διαμόρφωση και υπερμεγέθυνση του τεχνολογικού κελύφους μπορεί να διαβαστεί συνολικά σα μια διαδρομή προς το αφύσικο, η οποία και παροξύνεται πλέον, αφ’ ης στιγμής η προβληματική γύρω από τα NBIC άρχεται κατευθείαν από τη δυνατότητα παρέμβασης στο ανθρώπινο σώμα ως τελευταίο προπύργιο μιας αδέσποτης φύσης.

Είναι στα παραπάνω πλαίσια όπου ανακαλύπτει κανείς ότι το ερώτημα για την ανάγκη ελαστικοποίησης των ορίων του ανθρώπινου κόσμου δεν είναι καθόλου αθώο, ειδικά σε μια εποχή κατά την οποία η δύναμη της τεχνικής βαίνει πλέον εκθετικά αυξανόμενη, τόσο ως προς τα αποτελέσματα, όσο και ως προς την περιπλοκότητα. Επιπλέον, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψιν ότι αυτό δε συμβαίνει σε μια οποιαδήποτε ιστορική και γεωπολιτική συγκυρία, αλλά σχεδόν αμέσως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, με την είσοδο σε έναν πολυπολικό κόσμο γεμάτο αστάθειες και αβεβαιότητα. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος ακόμη και για τις κυβερνώσες ελίτ, θα πρέπει να αντιπαραθέσουμε στα συνέδρια των τεχνικών, ένα άλλο που έλαβε χώρα το 1995 υπό την αιγίδα του ίδιου του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και πεντακόσιους συμμετέχοντες από τις πολιτικές ηγεσίες, ακαδημίες και εταιρίες όλων των ηπείρων, αφιερωμένο στο πρόβλημα της διακυβερνησιμότητας[7]. Η προβληματική αυτή προέρχεται από μια ορισμένη ανάγνωση ενός οικονομικού μοντέλου του Παρέτο, το οποίο προβλέπει, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ένα μοντέλο ανάπτυξης 20:80, δηλαδή, με απλά λόγια, ένα κολοσσιαίο περίσσευμα – περί τα 80% του παγκόσμιου πληθυσμού σε παραγωγική ηλικία, του οποίου η εργασία δεν θα απαιτείται για την ανάπτυξη της οικονομίας. Χαρακτηριστικά, ο πολύς Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκυ λέγεται ότι ήταν ο εισηγητής της λύσης με το όνομα “tittytainment”, και του οποίου το μάλλον χυδαίο, κυριολεκτικά, περιεχόμενο αναφέρεται όχι απλά σε άρτο και θεάματα, αλλά σε μια προσκόλληση ανάλογη με εκείνη του νεογέννητου στον μαστό, και εν πολλοίς, βρίσκεται σε ευθεία αναλογία με τις εξαρτησιογόνες μορφές τεχνολογίας έξυπνων κινητών και το φαινόμενο των προσκολλημένων χρηστών που βλέπουμε τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθούν και ορισμένες λιγότερο προφανείς συνιστώσες πέραν της αυστηρά οικονομικής σφαίρας, οι οποίες υποδεικνύουν ότι τόσο οι κυβερνώσες ελίτ, όσο και οι συνεπικουρούντες επιχειρηματικοί κύκλοι, πιθανόν να ενεργούν υπό το καθεστώς πιέσεων ανήκουστων για προηγούμενες εποχές. Τέτοιοι κίνδυνοι απορρέουν από την υπερεκμετάλλευση και εξάντληση πόρων και πρώτων υλών (πχ: έχουμε ήδη περάσει την εποχή του “Peak Oil”) όπως και την πιθανότητα πραγματοποίησης των απειλών από μια τελική υπερθέρμανση του πλανήτη. Σημειωτέον ότι εδώ δεν παίρνουμε θέση υπέρ ή κατά οποιασδήποτε τοποθέτησης, αλλά μελετούμε μόνο το πλαίσιο στο οποίο πιθανά λαμβάνονται αποφάσεις από κύκλους διακυβέρνησης με πληρέστερη πληροφόρηση από εκείνη του μέσου ανθρώπου. Συν αυτώ, πρέπει να τονιστεί κάτι που συζητείται επιμελώς λιγότερο, τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τους κύκλους των διανοουμένων. Εδώ και καιρό, μια μερίδα βιολόγων και ζωολόγων επιμένουν ότι οι παρατηρήσεις τους συνηγορούν στο ότι το σύνολο της πανίδας και χλωρίδας του πλανήτη παρουσιάζουν συμπτώματα τα οποία συνάδουν με το φαινόμενο που αποκλήθηκε «Μαζικός Αφανισμός» (Extinction Level Event)[8], και του οποίου έχουν προηγηθεί άλλα πέντε παρόμοια συμβάντα όπως γνωρίζουμε από τη μελέτη γεωλογικών στρωμάτων και άλλες έρευνες. Δεν είναι, όμως, καθόλου ξεκάθαροι οι λόγοι για τέτοιας κλίμακας φαινόμενα, δεδομένου ότι υπήρξαν παρόμοια πολύ πριν την εμφάνιση του ανθρώπου και δεν οφείλονταν όλα σε κοσμικά ατυχήματα – όπως οι πτώσεις αστεροειδών.

Τα παραπάνω, όπως και η τρέχουσα πανδημία του COVID-19 επίσης, συνηγορούν σε μια πιθανή ολίσθηση σε λιγότερο δημοκρατικές μορφές διακυβέρνησης με το λιγότερο η περισσότερο προσχηματικό αίτιο μελλοντικών κατaστάσεων έκτακτης ανάγκης. Η αύξηση των τεχνικών δυνατοτήτων συμπληρώνεται στο νέο αιώνα και από μια σειρά από παράπλευρες φυγόκεντρες τάσεις εκτός του νεωτερικού αστικού κράτους, με τη σταδιακή επανεμφάνιση προ-νεωτερικών θεσμών, ανανεωμένων και ξαναγεννημένων στην κολυμβήθρα των νέων τεχνολογιών. Ανάμεσα σε άλλα, παρατηρούμε την ισχυρή επάνοδο της μισθοφορίας στα τελευταία πολεμικά μέτωπα του νέου αιώνα, αλλά και τη διαρκώς αυξανόμενη αστυφιλία που οδηγεί πλέον την καμπύλη του αστικού πληθυσμού στο να υπερβαίνει οριακά εκείνη του αγροτικού, οδηγώντας στη δημιουργία μεγα-πόλεων και τη σταδιακή παράδοση της γης σε μεγάλα εταιρικά σχήματα βιομηχανοποιημένης γεωργίας. Φτάνουμε, δε, στο σημείο να συζητείται ακόμη και η επαναφορά του θεσμού των πόλεων-κρατών[9] όπως και τα σχέδια για την δημιουργία θαλάσσιων πόλεων σε περιοχές διεθνών υδάτων[10], ιδανικό σημείο συνάντησης εξωθεσμικών και ανεξέλεγκτων κύκλων της βιομηχανίας και του διεθνούς κεφαλαίου.

Το 2007, ο γράφων δημοσίευσε μια πρώτη συγκεντρωτική ανάλυση των συμπερασμάτων γύρω από αυτήν τη μοιραία συνάντηση τεχνικής και μορφών διακυβέρνησης [11], επιλέγοντας τον όρο «Τεχνοφεουδαρχία», σαν ένα νεολογισμό προκειμένου να τονιστεί η δεύρυνση ενός αριθμού χασμάτων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν δυνητικά σε ανατίναξη όλων των πλαισίων και των αναφορών που συγκρότησαν την αστική, νεωτερική κοινωνία, όπως ιστορικά τουλάχιστον καθιερώθηκε μετά τις δύο μεγάλες επαναστάσεις, των ΗΠΑ και της Γαλλίας στα τέλη του 18ου αιώνα, χωρίς ταυτόχρονα αυτό να σηματοδοτεί την πραγμάτωση κάποιου ουτοπικού η έστω αμεσο-δημοκρατικού οράματος. Αν και η εργασία αυτή κυκλοφόρησε μόνο στα Ελληνικά, την τελευταία δεκαετία παρατηρήθηκε μια ευθεία αύξηση στη χρήση ενός ανάλογου όρου στον αγγλόφωνο κόσμο, όπως μια απλή διαδικτυακή αναζήτηση μπορεί να δείξει. Μάλιστα, μόλις το 2020, κυκλοφόρησε στη γαλλική, βιβλίο με ακριβώς τον ίδιο τίτλο από τον Cedric Durand [12] και στο οποίο αναλύεται πλέον με πιο αυστηρά, οικονομο-τεχνικά κυρίως κριτήρια, η ραγδαία αύξηση υπερεθνικών «ψηφιακών» μονοπωλίων με αρπακτικά χαρακτηριστικά, βασιζόμενων στην εκμετάλλευση των χρηστών ως μιας νέας μορφής εξαρτημένων «δουλοπάροικων», των οποίων η πραγματική εργασία είναι η παραγωγή προσωπικών πληροφοριών για το «άλεσμα» τους από τους αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης. Επιπλέον, τονίζεται ο εξαναγκασμός των κρατών σε συνεργασία, και η αποκόμιση έμμεσης πολιτικής ισχύος που αρχίζει να φαίνεται με την υπόθεση φίμωσης διαφόρων, περισσότερο η λιγότερο περιθωριακών απόψεων από τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Τόσο στην αρχική εργασία του 2007 όσο και στην τωρινή ανάγνωση της, ένα από τα κύρια ζητήματα που τίθενται αφορά την πιθανότητα επανεμφάνισης είτε αρχαϊκών, προ-δημοκρατικών, είτε νέων αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης και διεύθυνσης συναρμοσμένων με ορισμένες μορφές και κατευθύνσεις που μπορούν να λάβουν εξαιρετικά προηγμένες τεχνολογίες. Ένα τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να τεθεί συνολικά χωρίς μια κριτική θεωρία της τεχνικής η οποία απαιτεί ένα ολόκληρο ξεχωριστό κεφάλαιο, αλλά μπορεί να συνοψισθεί, για την ώρα, στη θεμελιώδη διαπίστωση ότι όσον αφορά την τεχνική, δεν ισχύει σε καμία περίπτωση η γραμμικότητα μιας θετικιστικής ανάγνωσης της προόδου, ακόμη και αν δεχτούμε μια τέτοια πιθανότητα για την περίπτωση της «καθαρής» επιστήμης. Κατ’ ουσίαν, η τεχνική ως μηχανολογία (engineering), αλλά και ως πρακτική επινόηση – βούληση, εμπεριέχει αναγκαστικά και εξω-επιστημονικές παραμέτρους και επιλογές, οι οποίες της προσδίδουν μάλλoν μια δενδροειδή δομή, της οποίας παρατηρούμε, ανά εποχές, μόνο συγκεκριμένους κλάδους. Μπορείτε, για παράδειγμα, να αναρωτηθείτε αν ο σύγχρονος τρόπος επικοινωνίας με τις συγκεκριμένες συσκευές τύπου «έξυπνων» τηλεφώνων είναι αναγκαστικά μοναδικός, και από ποιά αναγκαιότητα θα απέρρεε μια παρόμοια μοναδικότητα, έξω και πέρα από συγκεκριμένες οικονομικές και άλλες επιλογές της ίδιας της βιομηχανίας ερήμην των καταναλωτών της. Επιπλέον, δεν είναι με κανέναν τρόπο εγγυημένο ότι τέτοιες επιλογές σέβονται θεσμικά η άλλως πως, κάποιες δημοκρατικές διαδικασίες.

Θα πρέπει να επαναφέρουμε εδώ τις κύριες θέσεις της αρχικής εργασίας πάνω σε αυτή τη θεματική, ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι καταρχήν η σημερινή τεχνική επιτάχυνση παρουσιάζεται στο κοινό με τη μορφή μιας εκθετικής επιτάχυνσης που συνιστά το ισοδύναμο μιας στρατηγικής «Σοκ και Δέους», γεγονός το οποίο θα έπρεπε να αρκεί για να εγείρει μια σειρά από ενστάσεις. Η διαπίστωση αυτή προηγείται μάλλον των πολιτικών και κοινωνικών παραμέτρων διότι ανάγεται σε οντολογικές, δηλαδή βιολογικές και ανθρωπολογικές συνιστώσες όπως το ότι τα ανθρώπινα όντα είναι και αυτά προϊόντα μιας προηγούμενης ατελεύτητης, αλλά και μονίμως ατελούς Δαρβινικής διαδικασίας επιλογής για ένα συγκεκριμένο περιβάλλον με συγκεκριμένα όρια προσαρμοστικότητας και πλαστικότητας. Όπως επίσης, είναι γνωστό ότι ο μέσος άνθρωπος δυσκολεύεται να συλλάβει την απειλή εκτροχιασμού που αντιπροσωπεύουν οι καθαρά εκθετικές διεργασίες, που σε πρακτικό επίπεδο είναι πρόδρομοι χαοτικών φαινομένων αστάθειας. Αυτό περίπου έγινε μάλλον αντιληπτό και από τον Γιουβάλ Χαράρι, όταν σε πρόσφατες δηλώσεις του έθεσε εκ νέου το ζήτημα της αέναα αναπροσαρμοζόμενης απασχόλησης σε έναν κόσμο ολοένα επιταχυνόμενων αλλαγών όπως π.χ. εκείνη που αναμένεται μέσα στη νέα δεκαετία με τη μαζική εισαγωγή της ρομποτικής στους τόπους εργασίας.

Αυτή η τάση διαρκούς επιτάχυνσης συναρμόζεται με επικίνδυνο τρόπο και με την ανάγκη της οικονομικής σφαίρας να ανακαλύπτει διαρκώς νέο έδαφος επέκτασης, γεγονός που έχει δύο άμεσες συνέπειες: α) από τη μία τη μετατροπή του ίδιου του ανθρώπινου σώματος στο τελευταίο ανεκμετάλλευτο έδαφος, λαμβάνοντας αφορμή από την ανάγκη αντιμετώπισης παθήσεων και αναπηριών με τεχνητά μέσα και προχωρώντας σε κάθε είδους «ενισχύσεις» και β) τη διαρκή διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα σε αυτό που αποτέλεσε τη δικαική βάση του νεωτερικού αστικού πολιτισμού και που απαιτούσε και απαιτεί έναν κάποιο στοιχειωδώς σταθερό ορισμό του ανθρώπινου όντος. Και οι δυο αυτοί άξονες υποσκάπτουν σοβαρά τα θεμέλια του νεωτερικού αστικού κράτους, χωρίς όμως την αντίστοιχη εναλλακτική πρόταση όπως π.χ. εκείνη που επιχειρήθηκε ιστορικά να θεωρητικοποιηθεί από τον Χέγκελ. Όλως παραδόξως, η πτέρυγα που φαίνεται να κατανόησε καλύτερα τη δυνατότητα αυτή είναι εκείνη που πρεσβεύει τώρα τη λεγόμενη «Μεγάλη Επανεκκίνηση» όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στα πρόσφατα βιβλία του Claus Schwab [13], [14] όπου η αργοπορία και αδυναμία τoποθέτησης του νόμου σε ολοένα και αυξανόμενες νέες προκλήσεις τονίζεται χαρακτηριστικά ως επιχείρημα για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε καταλληλότερα όργανα που μένει να επινοηθούν, και πάλι με τη βοήθεια της τεχνικής.

Το κύριο χαρακτηριστικό της οικονομικής σφαίρας που ενδιαφέρει εδώ, τουλάχιστον όσον αφορά τα πεδία παραγωγής και κυκλοφορίας του εμπορεύματος, συνίσταται στην τάση συνδυασμού των πάντων με τα πάντα, όπως π.χ. τη διασταύρωση όλων των τεχνολογιών στις περιοχές της NBIC, κατά τη διαρκή αγωνιώδη αναζήτηση νέων επενδύσεων μέσω νεωτερισμών, γεγονός που μας θέτει αντιμέτωπους με οξύτατα προβλήματα που άπτονται μιας συνδυαστικής έκρηξης, της οποίας οι συνέπειες μπορεί να είναι ανυπολόγιστες. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι στις πρόσφατες αναφορές [15] [16] σχετικές με την εξάπλωση βιολογικών εργαστηρίων επιπέδου ασφαλείας 4 (έρευνες σε παθογόνα χωρίς γνωστή θεραπεία ή εμβόλια) παρατηρείται πραγματική έκρηξη τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ακόμη και σε αναπτυσσόμενες χώρες με ελαστικό νομικό πλαίσιο λόγω των κερδών που αποφέρει η παρουσία τους, με τον συνεπαγόμενο κίνδυνο μιας επόμενης βιοχημικής Φουκουσίμα. Επιπλέον, μόλις στις αρχές του νέου έτους, κυκλοφόρησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τεχνική αναφορά [17] στην οποία αποδεικνύεται με φορμαλιστικό πλέον τρόπο, ακολουθώντας μεθοδολογίες της μαθηματικής λογικής, το ότι η κατασκευή υπερ-ευφυών μηχανών με δυνατότητες αυτόνομης άντλησης πληροφοριών και μάθησης, οδηγεί, αναγκαστικά, σε ριζική αδυναμία ελέγχου τους. Είχαν, μάλιστα, προηγηθεί μια σειρά μελετών σχετικών με την αδυνατότητα εγγραφής συγκεκριμένων ηθικών αρχών σε κάποιου είδους «φιλικές» τεχνητές νοημοσύνες [18], [19] ενώ πληθώρα προβλημάτων αναδεικνύονται και σε ζητήματα εμπλοκής τους σε νομικές διαδικασίες [20].

Μπορείτε, τώρα, να ζητήσετε τη συνδρομή της φαντασίας σας, για το ποιο θα μπορούσε να είναι το σύνολο των πιθανών συνεπειών από μια πλήρη αυτοματοποίηση ενός βιολογικού εργαστηρίου επιπέδου 4 μέσω μιας παρόμοιας μηχανής.

Κυρίως όσον αφορά τον κυρίαρχο λόγο περί «ενίσχυσης» του ανθρώπινου σώματος και του εγκεφάλου με οποιεσδήποτε πιθανές προσθήκες, η κυριαρχία του οικονομικού ωφελιμισμού αποπειράται, στην πραγματικότητα, τη μετατροπή μιας αφηρημένης δυνατότητας σε πρακτική και, ή δυνατόν, αναπόσπαστη αναγκαιότητα. Το ότι αυτό κρύβει και μια πιθανά εγκληματική διάσταση είναι ίσως δύσκολο να γίνει ορατό από τον μέσο πολίτη που αγνοεί τις λεπτομέρειες και, τέλος πάντων, δεν έχει άμεση επαφή με τις όποιες, «λερές» λεπτομέρειες της πραγματικής έρευνας και παραγωγής αυτών των τεχνολογιών. Για να το κάνουμε όσο γίνεται ορατό, θα χρειαστούμε μια μεταφορά από τον χώρο της βιολογίας. Φαντασθείτε, για παράδειγμα, την πορεία των πρώτων «οικιακών» τεχνουργημάτων, όπως π.χ. του γραμμοφώνου και του ραδιοφώνου και παρακολουθείστε την πορεία τους μέσα στον χρόνο με κύριο χαρακτηριστικό την σμίκρυνση. Κατ’ αναλογίαν, γνωρίζουμε ότι τα σημερινά κύτταρα των ζώντων οργανισμών απέκτησαν ένα πλήθος οργανιδίων μέσω μια σταδιακής διαπήδησης ιών και άλλων μικροοργανισμών, οι οποίοι και ενσωματώθηκαν μέσω συμβιωτικών σχέσεων. Κατά κάποιον τρόπο, η σμίκρυνση εγγυάται τη διαπήδηση σε κάποιο ακαθόριστο μέλλον.

Ο οικονομικός ωφελιμισμός και ο συνακόλουθος εργαλειακός λόγος του, έχουν σίγουρα αντιληφθεί, πλέον, μια ανάλογη δυνατότητα πλην όμως, αυτό δεν μπορεί να συμβεί κατά τρόπο που να επιτρέπει την απόλυτα επιτυχή συμβίωση διότι αυτό θα σηματοδοτούσε, απλούστατα, την έλευση ενός ή περισσότερων νέων αυτόνομων ειδών και, επομένως, την αυτοκατάργηση της ίδιας της οικονομικής δραστηριότητας που θα απαιτούνταν για την συντήρηση τους. Άρα, δεν μπορεί παρά να αποσκοπεί, το πολύ, σε καταστάσεις εξάρτησης που θα μπορούσαν να ισοδυναμούν με το αντίθετο της «ενίσχυσης», ιδωμένο τουλάχιστον από τη σκοπιά κάθε λογής νέων αποκλεισμών, σαν μια κατάσταση εξάπλωσης αναπηριών! Το πραγματικό διακύβευμα εδώ, που υπερβαίνει τις άμεσα ωφελιμιστικές αντιλήψεις, είναι η επανενεργοποίηση της Δαρβινικής αρένας, η οποία, όσον αφορά τον άνθρωπο τουλάχιστον, παρέμεινε μάλλον σιωπηλή τα τελευταία διακόσιες χιλιάδες χρόνια. Διότι, είτε μια δραστική αλλαγή της βιολογικής φύσης του ανθρώπινου όντος, είτε μια δραστική αλλαγή του περιβάλλοντος, επαναφέρουν μια τέτοια ασυμφωνία ώστε να σηματοδοτούν την επανεκκίνηση ενός ανηλεούς βιολογικού ανταγωνισμού. Εάν αυτός συναντηθεί ταυτόχρονα με τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς, τότε πλέον θα μιλάμε για το οριστικό τέλος της αστικής κοινωνίας, της οποίας οι θεσμοί μόνον ως μουσειακοί τραγέλαφοι και κωμικές ρηχότητες θα μπορούσαν να εξακολουθούν να υπάρχουν.

Από αυτήν την άποψη είναι επείγον να επανέλθουμε στο πεδίο της πιο άμεσης επικαιρότητας, αποπειρώμενοι να σταχυολογήσουμε τις διάφορες ενδείξεις μιας τέτοιας ολίσθησης εκτός του πλαισίου της νεωτερικότητας. Ας σημειωθεί ότι η ιστορική εμπειρία επιτρέπει να κατατάξουμε περιπτώσεις ευρείας σύμπραξης μεταξύ μεγάλου κεφαλαίου και εταιρικών και βιομηχανικών οντοτήτων υπό την αιγίδα των κρατών σαν πρωτο-φασιστικά μορφώματα, όχι απαραίτητα με την ακραία μορφή του εθνικο-σοσιαλισμού αλλά ίσως ενός «ήπιου» Μουσολινισμού. Αυτό, επίσης, πρέπει να διακριθεί από την άμεση παρεμβατικότητα και ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τα τελευταία κομμουνιστικά καθεστώτα Κίνας και Β. Κορέας. Σημαντικό διαφοροποιό στοιχείο είναι ο ρόλος της αυτοματοποίησης, που μειώνει σημαντικά την υπερβολικά γραφειοκρατική δομή παρόμοιων προηγούμενων καθεστώτων, καθιστώντας εφικτό έναν πιο άμεσο αλλά και «αόρατο» έλεγχο των διαδικασιών. Ενδεικτικός, επίσης, είναι ο χαρακτηρισμός που κυκλοφορεί, τελευταία, στο διαδίκτυο για έναν σοσιαλισμό των πολλών απέναντι σε έναν μονοπωλιακό καπιταλισμό των ελίτ.

Ένα πρώτο δείγμα βλέπουμε στην κάπως υστερική απόπειρα διάδοσης μιας ανελαστικής πολιτικής ορθότητας σε όλα τα ηλεκτρονικά μέσα, υποβοηθούμενη από την αλλοπρόσαλλη θητεία Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ. Αυτό το τελευταίο, είναι ήδη μια πρώτη ένδειξη απομάκρυνσης από τα αστικά δημοκρατικά πλαίσια όπου ο διάλογος και όχι ο φόβος υποτίθεται ότι συγκροτούν τη σφαίρα της δημοσιότητας ως κεντρική όψη της δημοκρατίας (Χάμπερμας) [21] ενώ στην τρέχουσα κατάσταση ευνοούνται η ακραία πόλωση σε κάθε ζήτημα και η άρση της εμπιστοσύνης από μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού. Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι ασυναίσθητα ή όχι, με αυτόν τον τρόπο επανέρχεται έμμεσα αλλά δραματικά και το πρόβλημα του «Άλλου» ως Ξένου, κάτι που είχε να φανεί από το περιβόητο «Εβραικό Ζήτημα» στην Ευρώπη του 19ου αιώνα και εν τέλει τα στρατόπεδα εξόντωσης του 20ου αιώνα. Οι κινήσεις αυτές συνοδεύουν και επαυξάνουν τις συνέπειες από τη δραματική εξουθένωση και συμπίεση της μεσαίας τάξης σαν συνέπεια της οικονομικής κρίσης του 2008, αλλά και της πρόσφατης πανδημίας, γεγονός που πρέπει να γίνει αντιληπτό ως ένα ακόμη πλήγμα στις αστικές μορφές διακυβέρνησης. Από την άλλη, τα λεγόμενα μέτρα τύπου παγκόσμιου εγγυημένου εισοδήματος (Universal Basic Income) δε φαίνεται να είναι κάτι περισσότερο από μέθοδοι διαχείρισης της φτώχειας τη στιγμή που το χάσμα του πλούτου διευρύνεται ασταμάτητα λόγω του λεγόμενου χρηματιστικού (turbo) καπιταλισμού αποκλείοντας και αποδυναμώνοντας όλο και περισσότερους και αποστερώντας ακόμη περισσότερο τον δημόσιο λόγο.

Συμπληρωματικά, τα τελευταία δέκα χρόνια αναδύθηκε πλέον έντονα στη δημόσια σφαίρα το ζήτημα της σταδιακής κατάργησης της «Iδιωτικότητας» και η εμφάνιση του λεγόμενου «Πανοπτικού Καπιταλισμού» (Surveillance Capitalism) [22] ενώ συζητείται ήδη και με αφορμή την τελευταία πανδημία, η υιοθέτηση μεθόδων ανάλογων του ολοκληρωτικού Κινεζικού συστήματος «Κοινωνικής Βαθμολόγησης» (Social Credit). Στην πραγματικότητα, διάφοροι αναλυτές συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι, τα μεγάλα εταιρικά κονσόρτσια είχαν και έχουν ήδη τη δυνατότητα εφαρμογής παρόμοιων συμπεριφορικών δεικτών, οι οποίοι λειτουργούν αφανώς με τη χρήση αλγορίθμων εκούσιας η ακούσιας συλλογής δεδομένων (π.χ. “cookies”) για τη διαμόρφωση της πολιτικής τους απέναντι στους πελάτες τους, αλλά και την εφαρμογή συγκεκριμένου τύπου διακρίσεων. Η απόπειρα οριστικοποίησης αυτών των πρακτικών οδηγεί τότε στο αβίαστο ερώτημα, τι θα είχε συμβεί εάν για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα που αφορά έναν από τους πυρήνες του νεωτερικού αστικού πολιτισμού, είχε ζητηθεί εξ’ αρχής η διεξαγωγή δημοψηφισμάτων πριν καν δοθεί η έγκριση εφαρμογής με μονοπωλιακό τρόπο αυτών των τεχνολογιών. Αντίθετα, τις τελευταίες δύο δεκαετίες παρατηρούμε μια τάση παρουσίασης όλων αυτών των θεμελιωδών αλλαγών με τη μορφή «φυσικών» και άρα «αναπόφευκτων» επιλογών. Η τάση αυτή, όμως, είχε ήδη εδραιωθεί από προηγούμενα πολιτικά γεγονότα που εξώθησαν σε «καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης» (Δίδυμοι Πύργοι, Patriot Act, αποκαλύψεις Snowden-Assange) κατά τρόπο που να μειώνει τις αντιστάσεις των μαζών.

Αρκετά αρνητικές και εξίσου επίφοβες εμφανίζονται πλέον και οι συνέπειες από μια υπερβολικά ψηφιοποιημένη και αποστειρωμένη δημόσια εκπαίδευση, γεγονός που είχε ήδη καταγγελθεί από τον Jean-Paul Micheat [23] και τον Renud Garcia [24], [25] σε δύο σημαντικές εργασίες. Η διαρκώς αυξανόμενη απώλεια της ικανότητας συγκέντρωσης και άλλων βασικών ικανοτήτων από μικρή ηλικία δεν προδιαθέτει για την αντιμετώπιση ζητημάτων τόσο σύνθετων όσο αυτά που τίθενται από τη συνεύρεση με εξαιρετικά προηγμένες και ξεκάθαρα παρεμβατικές τεχνολογίες, παρεκτός κι αν αποσκοπούμε μόνο στην παραγωγή δουλοπάροικων καταναλωτών όπως ήδη κατήγγειλε ο Μισεά στην «Εκπαίδευση της Αμάθειας». Αυτό που κυρίως θα έπρεπε να τονιστεί εδώ, δεν είναι τόσο η ανάδυση κάποιων νέων Άουσβιτς, η κάποιου Οργουελιανού κράτους, αλλά μάλλον ένας σχεδόν βιολογικός εκφυλισμός, μια οπισθοχώρηση που θα οδηγούσε στην κυριολεκτική κατασκευή κατώτερων ανθρώπινων όντων προς εκμετάλλευση. Η τάση αυτή είναι, βέβαια, συμπληρωματική του Διανθρωπισμού, και ιδίως της πτέρυγας εκείνης που συγκαταλέγει στα μέλη της μερικούς από τους πλουσιότερους ανθρώπους παγκόσμια και οι οποίοι, με σχεδόν υβριστικό τρόπο ομολογούν ότι επιζητούν την κυριολεκτική, βιολογική τους αθανασία. (Φανταστείτε μόνο να έπρεπε αυτό να το απαιτήσουν όλοι!)

Ο κίνδυνος της φυσικοποίησης και της μονοδρόμησης εδώ εμπεριέχει και ορισμένες καθόλου ευχάριστες παράπλευρες συνέπειες που πρέπει να εξεταστούν ιδιαίτερα. Καταρχήν, διότι άγονται και φέρονται από την ίδια ψευδο-ουτοπική σκέψη με εκείνη προηγούμενων ιδεολογικών συστημάτων που επιχείρησαν να συστηματοποιήσουν την ιστορία αγνοώντας βασικές ανθρωπολογικές και βιολογικές προκείμενες των ανθρώπινων όντων. Κατά δεύτερον, είτε αγνοούν, είτε παραγνωρίζουν τον τραγικό χαρακτήρα που εμπεριέχεται στις ανθρώπινες επιλογές σαν απόρροια της πεπερασμένης φύσης μας. Είναι ακριβώς η τεράστια επιρροή της μηχανοποιημένης νόησης (Τεχνητή Νοημοσύνη, Μηχανική Μάθηση) και ο βασανιστικά αναγωγιστικός χαρακτήρας των σύγχρονων γνωσιακών επιστημών που καταλήγει να τρέφει την παραπλανητική εικόνα ενός απόλυτα ελεγχόμενου πεπρωμένου (Controlled Destiny Fallacy), το οποίο είναι, ουσιαστικά, ανάλογη μορφή ύβρεως όπως στην αρχαία Ελληνική, τραγωδία. Αυτά όλα συγκλίνουν σε ένα πλανητικής κλίμακας πείραμα με εμάς τους ίδιους ως υποκείμενα.

Διερωτάται κανείς το εξής απλό: τι θα σήμαινε αν το σύνολο της ανθρωπότητας καλούνταν να μεγαλώσει, να εργαστεί και να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον τύπου «Big Brother»; Δε χωρά αμφιβολία ότι η φανερή επιρροή ενός απόλυτα ορατού βλέμματος από ψηλά δεν είναι ό,τι υγιεινότερο αν δεν μιλά κανείς για καταδίκους σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά ακόμη και η ιδέα μιας αφανούς, δηλ. με κάποιο τρόπο «εξευγενισμένης» διαρκούς παρακολούθησης, αναπόφευκτα καταλήγει να γίνει έμμεσα ορατή από συγκεκριμένα απτά αποτελέσματα, ειδάλλως θα ήταν άχρηστη! Το να προσδώσει κανείς παγκόσμια εμβέλεια σε κάτι χωρίς ιστορικό προηγούμενο περικλείοντας ολοκληρωτικά τις επόμενες γενιές που θα γεννηθούν και θα μεγαλώσουν αποκλειστικά σε ανάλογα περιβάλλοντα, δεν επιτρέπει καν οποιεσδήποτε εγγυήσεις ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε εκφυλιστικά αποτελέσματα. Θα μπορούσαμε τότε να εμπλακούμε σε μια κατάσταση ανάλογη με την περιβόητη «Συμπεριφορική Καταβόθρα» (Behavioral Sink) [26], ένα αρκετά γνωστό πείραμα του ηθο-βιολόγου John Calhoun το 1961-62 σε αποικίες ποντικών με την κωδική ονομασία «Universe 25», οι οποίες οδηγήθηκαν όλες σε κατάρρευση παρά τις ιδανικές συνθήκες που εξασφάλισαν οι πειραματιστές.

Αν και το πείραμα είχε ως στόχο την διαλεύκανση του ρόλου του υπερπληθυσμού, μπορεί αναλογικά να χρησιμέψει σαν μια μεταφορά για όλες εκείνες τις ακρότητες που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν απλά και μόνο επειδή γίνονται κάποια στιγμή εφικτές, αλλά και επειδή ευνοούν συγκεκριμένους κύκλους συμφερόντων για την αύξηση και επέκταση της επιρροής τους με πρακτικά μονοπωλιακό τρόπο.

Κατά περίεργο τρόπο, πουθενά δεν φαίνεται πιο καθαρά η αρνητική εκδοχή της εκθετικής αύξησης του συνόλου των δυνατοτήτων ως απειλή αποσταθεροποίησης όσο σε αυτό που ονομάστηκε «συνωμοσιολογία», μια κατά κάποιο τρόπο αρνητική εκδοχή της έκκλησης του Anders για τη συνδρομή της φαντασίας. Κατ’ αρχήν, είναι σημαντική εδώ η υπόμνηση ότι ο όρος “conspiracy theories”, αν και παλαιότερη, καθιερώθηκε ως δυσφήμιση από ορισμένες υπηρεσίες του βαθέος κράτους των ΗΠΑ κατά την περίοδο των ερευνών για τη δολοφονία του προέδρου Kennedy το 1963 [27]. Κατά δεύτερο, η αρνητική πλευρά του φαινομένου οφείλεται κυρίως στο ότι ο απλός άνθρωπος, ο οποίος στερείται εξειδικευμένης τεχνικής εκπαίδευσης, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ένα πρωτοφανές παράδοξο. Από τη μια, γίνεται όλο και πιο προφανές ότι με κάποιον μαγικό τρόπο, τα πάντα μπορούν να συνδεθούν με τα πάντα, γεγονός που προπαγανδίζεται διαρκώς όσον αφορά το δυναμικό των τεχνολογιών, ενώ από την άλλη ο ίδιος αδυνατεί να βρει τις σωστές διασυνδέσεις με αποτέλεσμα να γεννά τερατολογίες στην προσπάθεια να αντιληφθεί και να συμπεριλάβει στη σκέψη του εκείνες ακριβώς τις πιθανά απειλητικές εκδοχές. Με απλά λόγια, το όλο θέμα δεν είναι παρά μια εκδήλωση του πρωτογενούς άγχους για την πιθανή απώλεια κάθε ελέγχου πάνω στις ζωές μας όπως και η μάλλον ορθή υποψία ότι ούτε οι ίδιες οι κυβερνώσες ελίτ διακρίνονται από παντογνωσία. Αυτό απέχει πολύ από την πρόσφατη και επιφανειακή κατηγορία ότι όλοι όσοι τρέφουν αυτό το άγχος είναι απλά ναρκισσιστές την ίδια στιγμή που η τεχνολογία του διαδικτύου και των κοινωνικών μέσων υπερτονίζουν και παροξύνουν αυτόν ακριβώς τον ναρκισσισμό στην χαμηλότερη και πιο απολίτικη μορφή του ταυτόχρονα με τη μανική υπεράσπιση επίσημων αφηγήσεων οι οποίες ήδη έχουν καταστεί ανυπόληπτες από τη συμμετοχή τους σε καθαρά μονοπωλιακά σχήματα πληροφόρησης.

Είναι επομένως και επείγον να αναρωτηθούμε επιπλέον: α) ποιος παράγει ποια τεχνολογία και β) για ποιον η ποιους σκοπούς ακριβώς. Ακόμη περισσότερο, από τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής και οικονομικής ελίτ αποδέχεται τη διαρκώς επιταχυνόμενη τεχνική ανάπτυξη ως απαραίτητη συνθήκη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μεταστρέφοντας οποιαδήποτε εξέλιξή της σε αυτοσκοπό και αυταξία, αγνοώντας ή και συγκαλύπτοντας, εν τέλει, αυτήν την δενδριτική και ιστορική δόμηση που εισήχθη προηγούμενα και ταυτόχρονα επιβάλλοντας νέους ανθρωπολογικούς τύπους και καλουπώνοντας νέους τύπους κοινωνικών σχέσεων που απορρέουν από εργαστηριακό σχεδιασμό μάλλον, παρά από μια δημοκρατική «Αγορά».

——————————————————

[1] «Converging Technologies for Improving Human Performance», NANOTECHNOLOGY, BIOTECHNOLOGY, INFORMATION TECHNOLOGY AND COGNITIVE SCIENCE, NSF/DOC sponsored report, Ed. M. C. Roco, W. S. Bainbridge, Arlington Virginia (2003) Kluwer Academic.

[2]  “Medical Enhancement and Posthumanity”, (2008) Springer

[3] “Convergence of Knowledge, Technology and Society” (2013) Springer.

[4] https://en.wikipedia.org/wiki/My_Opposition

[5] Günther Anders,  “Die Antiquiertheit des Menschen.” Vol. I “Über die Seele im Zeitalter der zweiten industriellen Revolution” (1956), Vol. II “Über die Zerstörung des Lebens im Zeitalter der dritten industriellen Revolution” (1980), München: C.H. Beck.

[6] Martin Heidegger, “Die Frage nach der Technik” (The Question Concerning Technology) in “Vorträge und Aufsätze” (1954), Garland Publishing.

[7] Hans-Peter Martin, “Die Globalisierungsfalle: Der Angriff auf Demokratie und Wohlstand” (The Global Trap: Globalization and the Assault on Democracy and Prosperity) (1996), Rowohlt Verlag.

[8] Richard E. Leakey, “The Sixth Extinction: Patterns of Life and the Future of Humankind” (1996), First Anchor Books

[9] Jamie Bartlett, “Return of the city-state” Aeon magazine, https://aeon.co/essays/the-end-of-a-world-of-nation-states-may-be-upon-us

[10] World Ocean Initiative, The Economist Group, https://www.woi.economist.com/cities-on-the-ocean/


[11] Θεοφάνης Ράπτης, «Τεχνοφεουδαρχία» (2007) Εκδόσεις Έσοπτρον.

[12] Cedric Durand, “Technoféodalisme: Critique de l’économie numérique” (2020) Ed. La Decouverte.

[13] Klaus Schwab, “The Fourth Industrial Revolution” (2017), WEF.

[14] Klaus Schwab, Theirry Malleret, “COVID-19: The Great Reset” (2020), WEF.

[15] WHO Consultative Meeting on High/Maximum Containment (Biosafety Level 4) Laboratories Networking, Meeting Report (2017) Lyon, France.

[16] A. Peters, “The global proliferation of high-containment biological laboratories: understanding the phenomenon and its implications”, Rev. Sci. Tech. Off. Int. Epiz., 2018, 37 (3), 857-883

[17] M. Alfonseca et al., “Superintelligence Cannot be Contained: Lessons from Computability Theory”, Journal of A. I. Research 70, (2021)

[18] P. Eckersley, “Impossibility and Uncertainty Theorems in AI Value Alignment”, Safe AI 2019: Proceedings of the AAAI Workshop on Artificial Intelligence Safety.

[19] B. Mittelstadt, “Principles alone cannot guarantee ethical AI”, Nature Machine Intelligence volume 1, 501–507 (2019).

[20] A. D. Selbst, “Negligence and AI’s Human Users”, Boston Univ. Law Review 1315 (2020).

[21] Yurgen Habermas, “Strukturwandel der Öffentlichkeit. Untersuchungen zu einer Kategorie der bürgerlichen Gesellschaft” (1962), Ελ. έκδοση, “ΑΛΛΑΓΗ ΔΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ”, Εκδ. Νήσος.

[22]  Shoshana Zuboff , “The Age of Surveillance Capitalism: The Fight for the Future at the New Frontier of Power” (2019), Public Affairs: Hatchette Books Group, NY.

[23] Jean-Claude Michéa, “L’Enseignement de l’ignorance et ses conditions modernes ” (1999) Ελλ. Έκδοση, “Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΜΑΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ” (2002) Εκδ. Βιβλιόραμα.

[24] https://kaboomzine.gr/ston-techno-kapitalismo-i-protogenis-m/

[25] https://orgrad.wordpress.com/a-z-of-thinkers/renaud-garcia/

[26] https://en.wikipedia.org/wiki/Behavioral_sink

[27] Lance deHaven-Smith, ‘Conspiracy Theory in America‘ (2013), Discovering America Series: Texas Univ. Press.

Πηγή: respublica

Ρέκβιεμ για το «καγκελάκι» και την ασυλοποίηση της αναρχίας (Και μια μικρή σημείωση)

Και τα μυαλά στα κάγκελα

Ρέκβιεμ για το «καγκελάκι» και την ασυλοποίηση της αναρχίας…

Έφτασε η ώρα επιτέλους, να τελειώσουμε με τη φάρσα του «κάγκελου». Τα ανούσια στημένα ραντεβού, πρέπει να δώσουν τη θέση τους στη διάχυση της αταξίας μέσα στη μητρόπολη. Ο ποδοσφαιρικός αγώνας αναρχικών-μπάτσων, με διαιτητή τις δημοκρατικές ισορροπίες και γήπεδο το άσυλο, πρέπει να δώσει τη θέση του στο ανεξέλεγκτο, αποκεντρωμένο και χαοτικό αντάρτικο. Γιατί, οι εξεγερμένοι δεν έχουν άλλο όπλο απ’ το αντάρτικο απέναντι σε έναν πάνοπλο και οργανωμένο τακτικό στρατό. Έφτασε η ώρα να οργανώσουμε το αντάρτικό μας, αντί να αυτοεγκλωβιζόμαστε στο καγκελάκι, περικυκλωμένοι από αφιονισμένους μπάτσους. Πριν λίγους μήνες γράφαμε: «Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι συγκρούσεις γύρω απ’ τα πανεπιστήμια πρέπει να αποτελούν ένα ΕΛΑΧΙΣΤΟ κομμάτι της όλης δράσης μας. Το μεταφυσικό ρίγος που νιώθουν ορισμένοι μόνο στο άκουσμα της λέξης «πολυτεχνείο» είναι τουλάχιστο γελοίο. Το ίδιο και κάποιοι που έχουν γαντζωθεί στο καγκελάκι…» – Αλάστωρ και Αναρχοχαρούμενοι Σύντροφοι: «Φοιτητικός εναλλακτισμός και επαναστατικό βίωμα»

Σήμερα, μετά το επιπόλαιο γάντζωμα στο καγκελάκι, πρέπει να αλλάξουμε λίγο τη θέση μας: Καμιά συγκρουσιακή δράση γύρω απ’ το καγκελάκι! Ας πετάξουμε το καγκελάκι στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας κι ας υιοθετήσουμε την επαναστατική εκτροπή, το αντάρτικο της ουσίας: «Η έννοια της επαναστατικής εκτροπής δεν έχει σφύριγμα έναρξης και λήξης. Ούτε σκοράρει το 90 από σπόντα. Και μετά περηφανεύεται για τη νίκη της. Η επαναστατική εκτροπή είναι διαδικασία διαρκείας. Παντού, σε κάθε σημείο της πόλης, πάντα, σε κάθε στιγμιότυπο της καθημερινότητας. Με τις αφίσες, τις προκηρύξεις, τα σπρέι, τις μπροσούρες, τις κουβέντες, τα σπασίματα, τις επιθέσεις, τις καταστροφές, εκτρέπει την καθημερινότητα.» – Πρακτική Θεωρία, πράξις 2

«… Η αδιαλλαξία της επίθεσης των επαναστατών δεν είναι θέμα μαγκιάς και δύναμης… Γι’ αυτό ανοίγουμε ένα νέο επαναστατικό κύκλο, που τοποθετεί στο κέντρο του την ουσιαστική ανάδειξη της ποιότητας της ζωής και της άρνησής της από την εξουσία, διατηρώντας ως κεντρική γραμμή (σταθερό σημείο) την επίθεση.» – Πρακτική Θεωρία, πράξις 3

Επίθεση, αυτή είναι η λέξη κλειδί. Αδιάκοπη και καθημερινή. Επανάσταση ως βίωμα και όχι ασκήσεις επί χάρτου. Αυτή είναι η επιλογή μας. Και το «καγκελάκι», εδώ και καιρό, λειτουργεί αντιθετικά προς τις επιλογές μας. Αντιθετικά προς την επιθετική άμεση δράση.

Το «καγκελάκι», λειτουργεί όχι μόνο αυτοεγκλωβιστικά, αλλά και εκτονωτικά. Είναι ένα ανούσιο ξεκαύλωμα, ξένο σε κάθε επιθετικό και επαναστατικό σχεδιασμό, ξένο προς την αυτο-οργανωμένη επαναστατική βία, ξένο προς την ουσιαστική εκτροπή της νομιμότητας. Πράγματι, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με κάποιον τρόπο (εάν αποτελούσε πράγματι απειροελάχιστο κομμάτι της δράσης μας), αλλά η οκνηρία και η επιπολαιότητα ορισμένων συντρόφων το έχουν καταστήσει όχι μονάχα άχρηστο, αλλά και εχθρικό προς την άοκνη, αεικίνητη και συνεχώς ανικανοποίητη απελευθερωτική διαδικασία. Ανικανοποίητη, γιατί ό,τι και να κάνουμε, δε θα ικανοποιηθούμε μέχρι να απο-αλλοτριώσουμε τις ζωές μας, μέχρι να καταστρέψουμε κάθε εξουσία. Η αυτο-ικανοποίηση (ο αυνανισμός) στο «καγκελάκι», δεν μπορεί να καλύψει ούτε στο ελάχιστο το πάντοτε ανήσυχο επαναστατικό/αναρχικό πνεύμα. Ας ξεχυθούμε, λοιπόν, για να μετατρέψουμε το εχθρικό τοπίο των μητροπόλεων, σε φιλικό έδαφος που θα φιλοξενήσει τη συνολική μας επίθεση ενάντια στο υπάρχον. Ας εισβάλουν οι ενέργειές μας με περίσσιο θράσος και θόρυβο στη νεκρική σιγή της κοινωνίας. Ας γίνουμε απρόβλεπτοι.

Η νίκη θα ανήκει σ’ αυτούς που θα σπείρουν το χάος, δίχως να το φέρουν μέσα τους!!!

Πηγή: Ασύμμετρη Απειλή

*

Σημείωση της Δ.Ο. Ragnarok: Το παραπάνω κείμενο είχε γραφτεί στις αρχές του (όχι και τόσο) μακρινού 2008 και είχε δημοσιευθεί στην Ασύμμετρη Απειλή. Θεωρούμε κάθε αράδα του πιο επίκαιρη από ποτέ, ειδικά μετά από μια μακρά περίοδο όπου βασίλευσαν -για το μεγαλύτερο μέρος των ριζοσπαστικών κινημάτων- η εσωτερική κατανάλωση, η αυτοαναφορικότητα, η έλλειψη στέρεης και συμπαγούς πολιτικής και πολεμικής οργάνωσης και υποδομής, η φενάκη της αναγωγής μέσων αγώνα σε αυτοσκοπό και, κατ’ επέκταση, η αλλοίωση της χρησιμότητάς τους όσον αφορά την προπαγάνδιση των ιδεών μας ή την άσκηση πίεσης και την πρόκληση κόστους προς τους εχθρούς μας, το κανιβαλικό κυνήγι προσωπικής αυτοπλήρωσης και οικοδόμησης ατομικής-συλλογικής ψευδο-ταυτότητας με πολιτικούς όρους. Πλέον, η εποχή αποδεικνύει περίτρανα πως ο κόσμος δε γυρνά γύρω μας, πως για να επιβιώσουμε εμείς και η προοπτική καταστροφής του κυρίαρχου-αστικού πολιτισμού, χρειάζεται σαφή προσδιορισμό των μέσων, των σκοπών, των στρατηγικών και των τακτικών μας.

Η «παιδική χαρά» γκρεμίστηκε, και μαζί της κάθε μετεφηβική ονείρωξη για «επαναστατικά» παιχνιδίσματα με σχετικά ασφαλείς όρους. Η θεαματικοποίηση μέσων αγώνα, όπως η σύγκρουση με τους μπάτσους, η απόσπασή τους απ’ την πραγματική ουσία τους, η άσκησή τους με όρους lifestyle και παλιμπαιδισμού, και η αναφορά σε αυτά ως κάτι που δεν επισύρει ευθύνες ή σοβαρές συνέπειες, έχει καταντήσει να γαλουχήσει μια γενιά αγωνιστ(ρι)ών ανίκανων να απαντήσουν έμπρακτα και με βάθος στα προβλήματα της εποχής. Μια γενιά που απομακρύνθηκε στη συντριπτική της πλειοψηφία απ’ τα διαχρονικά μέσα των επαναστατών, δηλαδή απ’ την αντάρτικη πάλη και την άμεση δράση, καθώς δε διανοείται πρακτικά τους τρόπους και τους όρους εφαρμογής τους με συνέπεια και αποτελεσματικότητα. Μια γενιά απομακρυσμένη απ’ το σθένος της μαχήτριας και του πολεμιστή που αντικρίζει κατάματα τη βία, τον πόνο και τον θάνατο. Μια γενιά που, βυθισμένη στη ματαιολογία και την παραδοχή της ήττας και του τέλους της ιστορίας, έχει απωλέσει το όραμα και την πόρωση για την εφεύρεση των υλικών όρων για τον ολικό μετασχηματισμό των σχέσεων και της ανθρώπινης δραστηριότητας. Μια γενιά που αντικρίζει την επελαύνουσα καπιταλιστική δυστοπία σε ένα απ’ τα κομβικότερα σημεία της ιστορικής της πορείας, στέκοντας με το στόμα ανοιχτό, γεμάτη ερωτήματα, μουδιασμένη, δίχως πυγμή, δίχως πάθος και προοπτική.

Θεωρούμε πως η θεαματικοποίηση μέσων αγώνα και η αναγωγή τους σε σύμβολα μιας επίπλαστης ανεμελιάς και γενναιότητας, ή σε μια επισφράγιση του αγελαίου ανήκειν σε μια συλλογική ταυτότητα που «ενοχλεί και προκαλεί τους πολλούς», έχει γεννήσει ένα ομιχλώδες νέφος το οποίο ξεκινά αρχικά να σκιάζει και να θολώνει τον ίδιο τον προσδιορισμό των εαυτών και των σκοπών μας, και καταλήγει φυσικά να καθιστά αδύνατο τον προσδιορισμό των στρατηγικών και των μέσων του αγώνα μας. Πάσα ψευδαίσθηση απόστασης από αρνητικές συνέπειες, βάσανα, πόνο και οδύνη, πρέπει να καεί στη φλόγα της επαναστατικής προοπτικής. Πάσα δραστηριότητα που συμβάλλει στη διαιώνιση της ψευδαίσθησης αυτής, οφείλει να δεχθεί ολικό επαναπροσδιορισμό, και να ταχθεί εκ νέου στη φαρέτρα των εξεγερτικών μας εργαλείων. Οι εποχές είναι ζόρικες. Το ιστορικό βάρος που καλούμαστε να σηκώσουμε στις πλάτες μας είναι δυσβάσταχτο: Γεγονός που αποδεικνύεται απ’ τις δεκάδες δικογραφίες, φυλακίσεις, ξυλοδαρμούς, διώξεις αναρχικών και ευρύτερα αγωνιστ(ρι)ών στην ελλαδική επικράτεια, καθώς επίσης και απ’ το ότι δε μας παραχωρείται η παραμικρή σπιθαμή χώρου. Το πανεπιστημιακό άσυλο ξηλώθηκε, οι καταλήψεις και τα στέκια μας δέχονται στοχοποίηση, επίθεση και εκκένωση, οι συγκεντρώσεις κι οι πορείες μας καταστέλλονται, ο δημόσιος χώρος μονοπωλείται απ’ τις εικόνες των πάνοπλων φρουρών της αστικής δημοκρατίας. Τα μέσα είναι μέσα, υπάγονται στους σκοπούς και τις αξίες μας, και η χρήση τους απαιτεί διαύγεια, σαφή επίγνωση του ποιοι και ποιες είμαστε, ποιο εξεγερτικό μονοπάτι βαδίζουμε, προς ποιον ορίζοντα ατενίζουμε. Η στείρα τελετουργία οδηγεί στην ουσιαστική απονοηματοδότηση των μέσων του αγώνα. Η μίζερη συνήθεια καθιστά τα μέσα ακίνδυνα και εμάς τυφλούς και ανίκανες να προασαρμοζόμαστε στη μάχη.

Ας πάρουμε επιτέλους τον αγώνα μας σοβαρά. Χρειάζεται προσήλωση, διαύγεια, μελέτη και συζήτηση. Ακόμα πιο πολύ, χρειάζεται οργάνωση και πίστη στις δυνάμεις μας. Και πιότερο απ’ όλα, χρειάζεται σαφέστατη γνώση των εαυτών μας, των αντιφάσεών μας, των συναισθημάτων και των πόθων μας, των ορίων και των αδυναμιών μας. Για να μπορέσουμε να παράξουμε ειλικρινείς και βαθιές συντροφικές σχέσεις, να συγκροτήσουμε πολεμικό μέτωπο-ανάχωμα στο βάρβαρο παρόν που γατζώνεται πάνω μας σα σκουριασμένο λεπίδι. Για να αναπνεύσουμε ελάχιστο απ’ το οξυγόνο της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας που οραματιζόμαστε.

The Blast: Το τέλος ενός κύκλου;

Η πόλωση του πολιτικού σκηνικού στην μεταπολεμική Ελλάδα δεν άφηνε πολλά περιθώρια ώστε να είναι κανείς αδιάφορος προς την πολιτική. Ως αποτέλεσμα όλες οι πτέρυγες του πολιτικού φάσματος, από τη δεξιά ως το κέντρο και την αριστερά, είχαν μια μεγάλη κομματική δεξαμενή, έντονα πολιτικοποιημένη, και με την πλειοψηφία των μελών τους, αρκετά στρατευμένα ιδεολογικώς.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια ο κοινωνικός χάρτης στο ελληνικό τοπίο έχει αλλάξει δραματικά. Νέες τάσεις έχουν διαμορφωθεί, έχουν καταστεί κυρίαρχες, και έχουν επηρεάσει τους κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς.

Οι ανακατατάξεις της μεταπολίτευσης, η κοινωνική κοινωνικότητα και οι αντιφατικές ταξικές μετατοπίσεις που τη χαρακτήρισαν, καλλιέργησαν σταδιακά τις συνθήκες για την α-πολιτικοποίηση μεγάλου μέρους του δυναμικού κάθε πολιτικής πτέρυγας. Διαμορφώθηκε έτσι ένας μεγάλος κοινωνικός πόλος που εκτείνεται από τη μετριοπαθή συντήρηση ως τη μετριοπαθή πρόοδο, αδιάφορος για τα κοινά τον περισσότερο καιρό, εμποτισμένος από την κυρίαρχη ιδεολογία της ανάπτυξης και του καταναλωτισμού, πακέτο με την εξοικείωση πρακτικών διαφθοράς, σε αναλογία πάντα των κοινωνικών και ταξικών προνομίων του καθενός.

Ο συγκεκριμένος κοινωνικός πόλος, πέρα από συγκεκριμένες στιγμές που ενεργοποιήθηκε λόγω συγκυριών που είχαν σχέση με εθνικές ή οικονομικές κρίσεις, υπήρξε κατά κύριο λόγο ανενεργός, διατυμπανίζοντας περήφανα την α-πολιτικοποίηση του, ως κοινωνικά υπεύθυνη θέση, ενώ η αδιαφορία προς τα κοινά, μετατρεπόταν σε κυρίαρχη κοινωνική τάση, σε αντίθεση με το παρελθόν που ενδεχομένως ήταν πιο περιθωριακή. Η τάση αυτή, σε συνδυασμό με την επιρροή της μαζικής κουλτούρας των επόμενων δεκαετιών, καθιερώθηκε ως η απόλυτη νέα νόρμα και ήταν και αυτή που απορροφούσε τα μεγαλύτερα κύματα της νεολαίας.

Θεωρούμε ότι ο πόλος αυτός, που άλλοτε αποκαλείται σιωπηλή πλειοψηφία ή μέτωπο της λογικής, δεν έγινε άμεσα αντιληπτός, ως τέτοιος, από το ευρύτερο ανταγωνιστικό κίνημα , με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια αποξένωση με χαρακτηριστικά ιδρυματοποίησης, των ριζοσπαστικών υποκειμένων από το ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αυτή η ιδρυματοποίηση δημιούργησε κάπως μια συλλογική αίσθηση ότι όσο περισσότερο φωνάζουμε, όσο περισσότερη βαβούρα κάνουμε, τόσο περισσότερο ακούγεται προς τα έξω το δίκιο μας, και μάλιστα γίνεται αποδεκτό. Κάπως σαν το σύνδρομο του φωνακλά που επειδή φωνάζει σε μια συζήτηση, νομίζει ότι οι χαμηλοί τόνοι των υπολοίπων είναι ένδειξη πειθούς.

Το χάσμα ανάμεσα στις ριζοσπαστικοποιημένες δυνάμεις της προόδου και τον κοινωνικό πόλο της α-πολιτικοποίησης βάθυνε κι άλλο στη πορεία της μεταπολίτευσης, καθώς χανόταν ολοένα και περισσότερο το πολιτισμικό κομμάτι της παράδοσης των αγώνων, των συλλογικών αντιστάσεων και κατακτήσεων, αφήνοντας πίσω ένα κενό που κάλυπτε η επελαύνουσα μαζική κουλτούρα των ΄90s και ΄00s. Η ενασχόληση με την πολιτική από την άλλη φαινόταν σα δείγμα γραφικού φανατισμού ή μια επιλογή καριέρας για τους πιο επιδέξιους και φιλόδοξους. Ήταν εποχές που ειδικά στις νεανικές παρέες ήταν στάνταρ οι φράσεις «έλα μωρέ τι ασχολείσαι με αυτά τώρα», «δε μπορούμε να κάνουμε μια κουβέντα όλο στο πολιτικό το πας», «καλό παιδί ο/η τάδε αλλά στα πρήζει με τα πολιτικά» .

Οι κοινωνικοί αγώνες λοιπόν έφθιναν στη μεταπολίτευση, οι πιο δυναμικές αντιστάσεις γίνονταν ολοένα και πιο περιθωριακές, και κάθε μεγάλο κοινωνικό κίνημα που ξεσπούσε δε ήταν παρά μια σκιά κάποιου προηγούμενου, κάποια χρόνια πίσω. Αν κοιτάξει κάποιος τη μεγάλη εικόνα των προηγούμενων δεκαετιών και μελετήσει την καμπύλη των κοινωνικών αγώνων στη μεταπολίτευση, θα διαπιστώσει μια διαρκώς φθίνουσα πορεία σχεδόν σε όλα τα μέτωπα. Από τις εργατικές μέχρι τις φοιτητικές και τις μαθητικές κινητοποιήσεις και από τα αντιπολεμικά μέχρι το κίνημα της αντι-παγκοσμιοποίησης, σημειώνεται μια πτωτική τάση, αν όχι απαραίτητα σε δυναμικότητα, σίγουρα σε μαζικότητα. Οι εστίες κοινωνικής σύγκρουσης λιγοστεύουν διαρκώς, η ένοπλή αμφισβήτηση υποχωρεί καθώς καταγράφονται ολοένα και λιγότερες ενέργειες, ενώ μία από τις πιο εμβληματικές και πολυπληθέστερες οργανώσεις πολιτικής βίας, τερματίζει τη δράση της στα μέσα της δεκαετίας του ΄90 .

Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, και ότι την ακολούθησε, ήταν βεβαίως μια εξαίρεση αλλά ταυτόχρονα ήταν και μια παρένθεση. Δυναμική αλλά παρένθεση. Η εξέγερση απέκτησε ένα δημόσιο πρόσωπο στις δυναμικές αντιδράσεις και διαδηλώσεις των μαθητών, αλλά η βασική εκρηκτική της ύλη, αν εξαιρέσουμε το αναρχικό κίνημα, υπήρξε το κοινωνικό περιθώριο, δηλαδή ένας διαρκής πληθυσμός υπό εξαίρεση. Ρομά, μετανάστες, με ή χωρίς χαρτιά, τοξικοεξαρτημένοι, λούμπεν παραβατικός πληθυσμός καθώς και χούλιγκαν των γηπέδων. Το γεγονός της έκρηξης του κοινωνικού περιθωρίου ταρακούνησε τα πιο συντηρητικά κομμάτια του κοινωνικού πόλου της α-πολιτικοποίησης, στρέφοντας τους στα πιο δεξιά του πολιτικού φάσματος από εκεί και ύστερα.

Τα πρώτα χρόνια της κρίσης και των αντιμνημονιακών αγώνων, η πόλωση που προκάλεσε η κοινωνική αγανάκτηση, υπήρξε ομολογουμένως μεγάλη, δημιουργώντας μια πολιτική αποσταθεροποίηση που άλλαξε τα δεδομένα του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος. Της κοινωνικής αγανάκτησης κατάφεραν να τεθούν πρωτοπορία δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και της ακροδεξιάς, οι μεν επενδύοντας στην ελπίδα μιας καλύτερης διαχείρισης, οι δε στην απογοήτευση και το θυμό εξαιτίας της «πολιτικής φαυλοκρατίας». Αμφότερες επένδυσαν στο χαρτί των πατριωτικών αισθημάτων με την ρητορική της καθεμιάς προσαρμοσμένη στις γενικότερες διακηρυγμένες αρχές της, και στα αυτιά του ευρύτερου ακροατήριου της. Εκλογικά επικράτησαν οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις διαψεύδοντας την ελπίδα που καλλιέργησαν ενώ την ίδια στιγμή οι ακροδεξιές δυνάμεις βάλλονταν ως εγκληματικές, και έβρισκαν απέναντι τους το «τείχος της Δημοκρατίας».

Αυτή ακριβώς η αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας του 2015-2019 να καταφέρει, έστω και περιορισμένα, να ικανοποιήσει τις προσδοκίες που η ίδια καλλιέργησε, ήταν καταλυτική ώστε να δημιουργηθεί το έδαφος για μια επερχόμενη επανασυσπείρωση του κοινωνικού πόλου της α-πολιτικοποίησης, της σιωπηλής πλειοψηφίας και του μετώπου της λογικής υπό την αδιαμφισβήτητή πολιτική ηγεμονία της δεξιάς πτέρυγας του πολιτικού συστήματος.

Το γεγονός αυτό δίνει την ευχέρεια στη νέα πολιτική διαχείριση της εξουσίας να ανακηρύξει το τέλος ενός ιστορικού κύκλου, αυτού της μεταπολίτευσης, και το άνοιγμα ενός νέου. Ενός νέου κεφαλαίου που θα κλείσει τα κεφαλαία που συνιστούσαν «παθογένειες του παρελθόντος», «γραφικότητες» και «σπασμωδικές αντιδράσεις μειοψηφικών ομάδων», καταστάσεις δηλαδή που δεν μας έκαναν να φαινόμαστε μια καθώς πρέπει ευρωπαϊκή ανεπτυγμένη χώρα, αλλά μια οπισθοδρομική βαλκανική μπανανία.

Έτσι η κυβέρνηση κλείνει το κεφάλαιο των διαδηλώσεων, κλείνει το κεφάλαιο των απεργιών, το κεφάλαιο του ριζοσπαστισμού στα πανεπιστήμια, το κεφάλαιο της πολιτικής βίας και της έμπρακτης αμφισβήτησης του καθεστώτος σε οποιαδήποτε μορφή, και ετοιμάζεται να κλείσει και άλλα κεφάλαια, με την πρόθεση να γράψει ιστορία και να αφήσει εποχή, ως η κυβέρνηση που έκανε αυτά που δεν τόλμησε να κάνει καμιά άλλη. Κι αυτό χωρίς κόμπλεξ και ενοχικά σύνδρομα για το βρώμικο παρελθόν της δεξιάς, πράγματα που αφορούν γεγονότα που έχουν ξεθυμάνει και οι νέες γενιές δεν έχουν ζήσει καν, χωρίς ταμπού, και πάνω από όλα, χωρίς πραγματικό αντίπαλο μέχρι στιγμής. Κι αυτό γιατί οι δυνάμεις της αριστεράς από τη μία, νόμιζαν πως τα μεταπολιτευτικά προνόμια τους θα κρατούσαν για πάντα και απέχουν πολύ από οποιοδήποτε επίπεδο ετοιμότητας, και η πιο δυναμική και συγκρουσιακή κοινωνική δυναμική από την άλλη, η αναρχία, παραμένει κατακερματισμένη και δεχόμενη συντριπτικά απανωτά πλήγματα, το ένα πίσω από το άλλο.

Πλέον το να φωνάζεις δυνατά και επαναλαμβανόμενα πόσο φασιστική είναι η κυβέρνηση και αυτά που κάνει, απλώς δεν έχει κανένα νόημα. Κι αυτό διότι τα χρόνια πέρασαν, και οι κυβερνώντες πλέον δεν τριγκάρονται με αυτή τη ρητορική. Περισσότερο διασκεδάζουν καθώς γνωρίζουν ότι έτσι δεν πείθεται παρά ένα πολύ μικρό κοινό μέσα στην κοινωνία, με έφεση να παρασύρεται από λεκτικές υπερβολές. Η πραγματικότητα, όσο κι αν μας ενοχλεί, είναι ότι πολλά από τα πράγματα που τώρα κάνει η κυβέρνηση ισχύουν, και είναι μια κανονικότητα σε πολλές χώρες στην Ευρώπη εδώ και χρόνια, δεκαετίες ίσως. Και ο περισσότερος κόσμος στον οποίο απευθυνόμαστε, ή τέλος πάντων αυτό πασχίζουμε να το κάνουμε, δεν έχει στο μυαλό του την Ευρώπη, γενικώς και αορίστως, ως μια ένωση φασιστικών κρατών, αλλά ως ισοδύναμο της προόδου και του εκσυγχρονισμού, τόσο σε ότι αφορά τα πανεπιστήμια, αλλά και τις κινητοποιήσεις, την καταστολή, τις φυλακές κτλ.

Ο περισσότερος κόσμος θα έχει ταξιδέψει σε κάποια χώρα της Ευρώπης, για τουρισμό, για σπουδές, για αναψυχή, και σίγουρα αυτό που σκέφτηκε δεν ήταν, «α τι φασιστική χώρα είναι αυτή», αλλά πόσο προχωρημένα, πολιτισμένα, εκσυγχρονισμένα και τακτοποιημένα είναι τα πράγματα εκεί πέρα. Αυτός είναι ο πυρήνας του φαντασιακού του κοινωνικό πόλου της α-πολιτικοποίησης όταν ακούει για Ευρώπη, η οποία περισσότερο σαν πρότυπο κάπως γίνεται αντιληπτή, παρά σαν παράδειγμα αποφυγής.
Βερμπαλισμοί τύπου Χούντα, Φασισμός, φασιστικές πρακτικές, δεν συγκινούν και δεν πείθουν παρά ελάχιστα αυτιά. Ακόμα χειρότερα ακούγονται σαν τις υστερίες ενός κακομαθημένου παιδιού που οι κηδεμόνες του αποφάσισαν να γίνουν πιο αυστηροί. Μια εικόνα που ενισχύεται από την προπαγάνδα του κυβερνητικού στρατοπέδου που χαρακτηρίζει την αριστερά (στο σύνολο της) ως το κακομαθημένο παιδί της μεταπολίτευσης που δεν έμαθε ποτέ τρόπους.

Σε μεγάλο βαθμό λοιπόν, ο πόλος της α-πολιτικοποίησης όχι μόνο δεν ενδιαφέρεται για τις προοδευτικές κατακτήσεις που χάνονται, αλλά τις εγκρίνει κιόλας, και τις θεωρεί δείγμα κυβερνητικής συνέπειας και αποφασιστικότητας. Αυτό σημαίνει ότι μέχρι να θιγούν και τα δικά τους άμεσα συμφέροντα και προνόμια και να αναγκαστούν να λάβουν την όποια θέση διαμαρτυρίας, είμαστε μόνοι και μόνες μας, σε έναν αγώνα που μοιάζει με κούρσα επιβίωσης, με τις πιθανότητες αναχαίτησης αυτής της επίθεσης να μην αυξάνονται με μια ρητορική και μια στρατηγική που αποσκοπεί στο να κάνει τους κυβερνώντες να νιώσουν ντροπή για τα «φασιστικά πεπραγμένα» τους, ή να αγχωθούν μην ταυτιστούν με την επάρατο Δεξιά.

Η κυβέρνηση επιτίθεται ανελέητα σε όλο το προοδευτικό φάσμα θεωρώντας ότι το χει να το κάνει γιατί τόσα χρόνια «βρίσκαμε και τα κάναμε». Μπορεί οι συνθήκες της πανδημίας να ευνοούν τις αλλαγές των κοινωνικών συσχετισμών αλλά, μη γελιόμαστε, αυτές θα προχωρούσαν έτσι κι αλλιώς, με ή χωρίς πανδημία. Απλώς τώρα τσουλάνε πιο εύκολα. Η ανάσχεση τους από την άλλη, και η διάψευση της νέα πολιτικής διαχείρισης ότι δεν παίζει χωρίς αντίπαλο, δε θα είναι χωρίς βαρύ κόστος. Αυτό ας το λάβουμε υπόψη μας.

Πηγή: The Blast

Εμβόλια: Όπλα μαζικής καταστροφής

Αυτή τη φορά, με τα εμβόλια, ο τρόπος που εξελίχθηκε η φροντίδα υγείας, υπηρετώντας τη φαρμακοβιομηχανία, δεν ήταν μια συμμετοχική μέθοδος χωρίς αποκλεισμούς, κινώντας όλους εκείνους τους μηχανισμούς που έχουν κατασκευαστεί και εισαχθεί έως τώρα με την πάροδο των χρόνων για να δημιουργήσουν αυτήν την αποδοχή και τον δημόσιο ψευδοδιάλογο προκειμένου να δίνουν την εντύπωση της επιλογής και της απόφασης σε εκείνους που αντιθέτως δεν επιλέγουν και δεν αποφασίζουν για τίποτα. Άρχισαν κατευθείαν με ένα επείγον διάταγμα παρακάμπτοντας ευθέως το κοινοβούλιο επιστρατεύοντας τις προϋποθέσεις της έκτακτης ανάγκης και του κατεπείγοντος που απαιτούνται σε τέτοιες περιπτώσεις προκειμένου να παραβλεφθούν όλα και όλοι. Αλλά τι συμβαίνει με τα εμβόλια αν κάποτε υπάρξει κάποιο; Σίγουρα τόσος σαματάς δεν θα έπρεπε να αναζητηθεί σε μια επικείμενη επιδημία. Ο κίνδυνος της μηνιγγίτιδας, που τόσο προαναγγέλθηκε τους τελευταίους μήνες, διαψεύστηκε λίγο μετά από τον ίδιο τον υπουργό υγείας, αρκετά αργότερα όμως ώστε να εξαντληθούν πρώτα τα φαρμακευτικά αποθέματα. Για άλλη μια φορά με την ιλαρά, αλλά και σε αυτήν την περίπτωση, το ανώτατο ινστιτούτο υγείας αναφέρει μείωση 84% για το Μάιο σε σύγκριση με τον Απρίλιο και 87% σε σύγκριση με το Μάρτιο. Και βλέποντας τα κρούσματα ιλαράς του 1970 γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτά του 2017 δεν είναι καθόλου ανησυχητικά, ενώ το 2008 ήταν περισσότερα από το διπλάσιο, με πλήρη εμβολιαστική κάλυψη.

Για άλλη μια φορά, οι λόγοι πρέπει να αναζητηθούν αλλού στη σκοτεινότερη γωνιά της ψευδο-ενημέρωσης, ακριβώς μεταξύ εκείνων που σήμαναν το συναγερμό τρομοκρατώντας όσο το δυνατόν περισσότερο, αρκετά για να θολώσουν μια κριτική σκέψη και να επιβάλουν αμέσως τη δική τους λύση: αύξηση των υποχρεωτικών εμβολιασμών από τέσσερις σε δώδεκα. Προφανώς, η δική τους λύση δεν συνιστά πρόταση, αλλά μια επιβολή με βαριές κυρώσεις για εκείνους που αντιτάσσονται σε αυτήν φτάνοντας μέχρι και στο δικαστήριο ανηλίκων για την αναστολή της γονικής μέριμνας και τον επακόλουθο εξαναγκαστικό εμβολιασμό. Και όχι μόνο αυτό, κάθε φωνή κριτικής συντρίβεται με μια πολύ έντονη λογοκρισία: οι βιντεπροβολές αναστέλλονται υπό καθεστώς απειλών, γιατροί που αντιδρούν για τον εξοπλισμό του εμβολιασμού, χωρίς όμως να είναι αντίθετοι στα ίδια τα εμβόλια, διαγράφονται από το σύλλογο, μηνύματα μονής κατεύθυνσης από τα media, κάθε φορά που δεν βλέπουμε με τα μάτια μας τα πραγματικά και κατάφωρα ψέματα που κατασκευάζονται κατά παραγγελία. Τόση φούρια εν καιρώ κοινωνικής ειρήνης μήπως σημαίνει ότι προετοιμάζονται για κοινωνικό πόλεμο;

Όλα αυτά δεν φαίνεται να ξεκινούν από έναν απλό υπουργό μαριονέτα στα χέρια της φαρμακοβιομηχανίας αλλά πρέπει να θεωρηθούν ως μια συνεργία μεταξύ κυβερνήσεων και πολυεθνικών, μια συμφωνία, η οποία δεν τραβάει την προσοχή επειδή δεν έχει καν όνομα, αλλά φαίνεται να έχει τις ΗΠΑ ως συντονιστή και την Ιταλία, που επιλέχθηκε για να φέρει την αυστηροποίηση των πολιτικών εμβολιασμού στην Ευρώπη, ως μία από τις ευρωπαϊκές χώρες με τα περισσότερα υποχρεωτικά εμβόλια∙ μήπως είμαστε αντιμέτωποι με έναν καινούριο μαζικό πειραματισμό όπου η Ιταλία θα δείξει το δρόμο; Τι είναι πίσω απ’ την πόρτα που περιμένει στην ουρά για να μπει; Είναι γνωστό ότι μια έκτακτη ανάγκη φέρνει πάντα μαζί της μια άλλη έκτακτη ανάγκη σε μια συνεχή σπείρα λεηλασίας και υποβάθμισης των εκμεταλλευομένων.

Αυτή η στάση θυμίζει κάπως εκείνη που υιοθέτησε η ναζιστική Γερμανία απέναντι σε παιδιά με χρόνιες παθήσεις, αναπηρία ή νοητική υστέρηση. Τα έκλεβαν από τις οικογένειές τους με σκοπό την υλοποίηση ενός βιοϊατρικού πρότζεκτ που στηριζόταν σε φυλετικές αντιλήψεις. Οι γονείς οι οποίοι δίστασαν να παραδώσουν το παιδί τους στα χέρια των βιολόγων του Ράιχ στερήθηκαν της γονικής επιμέλειας με το πρόσχημα ότι αρνήθηκαν την ενδεδειγμένη θεραπεία. Ο νομικός εξαναγκασμός εξυπηρετούσε και σε αυτήν την περίπτωση τη διατήρηση μίας συγκεκριμένης δομής εξυπηρέτησης κρατικών συμφερόντων και εκείνου του μηχανισμού που διαμορφώθηκε από τη γερμανική χημική βιομηχανία που θα έπαιρνε το όνομα IG Farben και σήμερα θα μπορούσαμε να δούμε πολύ καλά στη συγχώνευση της Bayer και της Mosanto, που και οι δύο ακόμα φιλοξενούν τους ιούς του ναζισμού και σίγουρα ποτέ δεν εμβολιάστηκαν από κανέναν.

Συγκεκριμένα, τα εμβόλια δεν αντιμετωπίζουν ένα πραγματικό πρόβλημα αλλά ένα τυχαίο. Ο εμβολιασμός δεν αποτελεί ένα θεραπευτικό, αλλά ένα μέτρο προφύλαξης: εντοπίζονται παιδιά και υγιείς ενήλικες, οι οποίοι ενώ δεν χρειάζονται καμία θεραπεία εμβολιάζονται με σκοπό να προστατευτούν από μια ενδεχόμενη μελλοντική ασθένεια. Μια ασθένεια για την οποία κανείς δεν γνωρίζει εάν θα εμφανιστεί ή όχι∙ ένα παιχνίδι πιθανοτήτων, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το ρίσκο.

Σε μια όλο και περισσότερο εντεινόμενη ιατρικοποίηση το όριο μεταξύ ασθένειας και υγιούς ατόμου γίνεται δυσδιάκριτο. Σε κάποιες περιοχές της Ιαπωνίας ή της Λευκορωσίας οι δείκτες ακτινοβολίας είναι τόσο υψηλοί που πολλοί άνθρωποι αναγκάζονται να υποβάλλονται σε διαρκείς ιατρικές και ψυχολογικές εξετάσεις και θεραπείες: ζεις στον προθάλαμο της κλινικής, του εργαστηρίου και της φυλακής. Μπορεί να μην αρρωστήσουμε ποτέ, αλλά έχουμε ήδη εσωτερικεύσει μια διάσταση του αυτόματου που δεν είναι πλέον αυτάρκες συστηματικά προσκολλημένο σε αυτή τη μηχανή, η οποία πρώτα του αρνήθηκε το οξυγόνο και τώρα του δίνει πίσω ένα δυσώδη αέρα.

Πώς να εξηγήσεις σε δωδεκάχρονα παιδιά τους εμβολιασμούς για την ηπατίτιδα, μία ασθένεια γνωστή για τη μετάδοσή της μέσω μολυσμένων συριγγών και της επικίνδυνης σεξουαλικής επαφής χωρίς προφύλαξη; Ή τον πρόσφατο νόμο που υποχρεώνει τις μητέρες να υποβάλλουν το παιδί τους αμέσως μετά τη γέννα σε γενετικό έλεγχο για δεκάδες ασθένειες. Στην τελευταία περίπτωση οι πληροφορίες που συλλέγονται θα γίνουν χρήματα, αλλά επίσης και πάνω απ’ όλα διαχείριση και έλεγχος του ατόμου. Οι κορυφαίες εταιρίες πληροφορικής (των λεγόμενων big data) δουλεύουν σκληρά με τεράστιες επενδύσεις στον κόσμο των γενετικών πληροφοριών. Πρόσφατα υπεγράφη μια συμφωνία στις πρώην εγκαταστάσεις της Expo για τη δημιουργία ενός πολύ σημαντικού ερευνητικού κέντρου της πολυεθνικής εταιρίας πληροφορικής IBM, συμφωνία ανάθεσης στην εταιρία που προέβλεπε ότι θα λάβει όλα τα δεδομένα υγείας από την περιφέρεια της Λομβαρδίας, παραχωρημένα αυτοπροσώπως από τον πρωθυπουργό που ήταν παρών στα εγκαίνιά του.

Ο πρώην πρωθυπουργός ήταν επίσης παρών σε άλλα εγκαίνια, αυτά που πραγματοποιήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2016 στο αμφιθέατρο της φαρμακευτικής πολυεθνικής GlaxoSmithKline (GSK) για την παρουσίαση του κυβερνητικού σχεδίου για τη βιομηχανία 4.0.

Λοιπόν, σε αυτό το σημείο, να πάμε λίγο πίσω και να θυμηθούμε ότι η Glaxo είναι ο κύριος παραγωγός του εξαδύναμου εμβολίου στην Ιταλία, που προφανώς σε «κρίση» ένα χρόνο πριν είχε κάνει μια ανακοίνωση που ακούγεται πάντα σαν απειλή, ότι θα κλείσει το εργοστάσιό της στην Ιταλία και θα το μεταφέρει στην Κίνα. Αλλά μετά ξαφνικά άλλαξε γνώμη και έκανε μια πρώτη επένδυση μόνο στην Ιταλία ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Ήδη το 1991 η Glaxo είχε βάλει το λάδι της στην πολιτική για να κερδίσει την υποχρεωτικότητα του εμβολίου της ηπατίτιδας Β στα βρέφη. Σ’ εκείνη την περίπτωση ο τότε υπουργός υγείας είχε τσεπώσει μίζα 600 εκατομμυρίων. Με μια τελεσίδικη απόφαση, μετά από 26 ολόκληρα χρόνια, με την καταδίκη του υπουργού, εκείνο το εμβόλιο, καρπός οικονομικών συμφωνιών και των επιπτώσεων στην υγεία που ποτέ δεν θα ομολογήσει κανείς, εξακολουθεί να κυκλοφορεί.

Σήμερα γινόμαστε μάρτυρες της επιβολής του δόγματος του εμβολιασμού σε όλες τις χώρες του κόσμου, της επιβολής μαζικών εμβολιασμών ίσων για όλους∙ ίδια ουσία, ίδια δόση, ίσες φορές.

Για άλλη μια φορά έχουμε στο πεδίο μια ιατρική αντίληψη που θεωρεί το ανθρώπινο σώμα ως μηχανή που μπορεί να διπλωθεί, να ξαναφτιαχτεί, να τυποποιηθεί, να καταστραφεί και να βελτιωθεί κατά βούληση.

Η αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική, ο ανθρώπινος οργανισμός εντάσσεται σε ένα φυσικό πλαίσιο το οποίο έχει τις δικές του ανάγκες και τα δικά του όρια: μόλις ξεπεραστούν αυτά τα όρια, οποιαδήποτε ανισορροπία είναι πιθανή. Αλλά όταν μιλάμε για εμβόλια και βλαπτικότητα γενικά, πολλές από τις ανισορροπίες και τις παθήσεις που προκαλούν είναι εμφανείς και αναγνωρίσιμες μόνο μακροπρόθεσμα, καθιστώντας δύσκολη αν όχι αδύνατη τη συσχέτιση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος.

Από την άλλη, τα ίδια τα περιεχόμενα των εμβολίων δεν είναι τόσο ξεκάθαρα και όσα γνωρίζουμε είναι χάρη σε κάποιους γενναίους που έχουν εργαστεί μόνοι τους επισημαίνοντας ορισμένες εξαιρετικά καρκινογόνες ουσίες για κάθε έμβιο ον και τα υπόλοιπα συστατικά παραμένουν ένα μυστήριο. Θα ήταν μάταιος κόπος να ρωτούσαμε τους παραγωγούς, οι οποίοι από την άλλη ξέρουν καλά ότι οι αρνήσεις της «αλήθειας» τους δεν έχουν θέση, καθώς ελέγχουν όλες τις επιστημονικές δημοσιεύσεις ενός ορισμένου επιπέδου και, όπως έχουμε δει με την EFSA στην Ευρώπη και την FDA στις ΗΠΑ, έχουν και τον έλεγχο της ασφάλειας των καταστροφών τους. Τα εμβόλια είναι μία πάρα πολύ σημαντική κατηγορία φαρμάκων για το κράτος και τις φαρμακευτικές πολυεθνικές. Αφού το οικονομικό ζήτημα είναι μεγάλο, δεδομένου ότι ότι τα εμβόλια δεν χρειάζεται να ελεγχθούν και άρα να επιβαρύνουν με σημαντικές δαπάνες για την παραγωγή τους, προσφέρουν λαχταριστές προστιθέμενες αξίες και, επιπλέον αγοράζονται σε τεράστιες ποσότητες από διάφορα κράτη τα οποία, στη συνέχεια, εάν οι εταιρίες έχουν ενεργήσει «σωστά», κάνουν τη χρήση τους υποχρεωτική∙ πρέπει να έχουμε κατά νου το ζήτημα της διαχείρισης της «ασθένειας» ή της λεγόμενης «υγειονομικής έκτακτης ανάγκης» , που δεν είναι τίποτα άλλο παρά έλεγχος επί των ζωών μας. Εμβόλια, γενετικοί έλεγχοι, παιδιά του σωλήνα… θα επιτρέψουν όλο και περισσότερο στο κράτος να διαχειρίζεται τη ζωές των παιδιών μας ως υγειονομικό ζήτημα εντός του τεχνο-επιστημονικού παραδείγματος.

Αυτούς τους μήνες, από τη δημοσίευση αυτού του «εμβολιαστικού διατάγματος» είδαμε μια έντονη και πολύμορφη κινητοποίηση σε όλη την Ιταλία αποτελούμενη από πορείες, πυρσοφορίες, συνέδρια, συζητήσεις… για την εναντίωση σε αυτή την πολλοστή επίθεση σε βάρος των ζωών των ανθρώπων.

Η αληθινή ελευθερία επιλογής είναι αυτή που παραμένει έξω από τις δικές τους επιλογές, τους τεχνικούς τους, τα συνέδρια των διακανονισμών τους που κάνουν για να μας δηλητηριάσουν με εν επιγνώσει συναίνεση, αυτή η ελευθερία που μπορούμε να πάρουμε μόνο με τη συνειδητοποίηση του ότι εάν δεν αγωνιστούμε τώρα και αμέσως δεν θα το κάνει κανένας άλλος, δημιουργώντας συνθήκες, δίκτυα και στιγμές ενεργούς αλληλεγγύης.

Constantino Ragusa

 

Από το 5ο τεύχος της ριζοσπαστικής οικολογικής εφημερίδας L’Urlo della Terra (Η Κραυγή της Γης), Ιούλιος 2017.

 

Πρωτότυπο στα Ιταλικά: Resistenze al nanomondo

Μετάφραση στα Ελληνικά: Ντίνος Γιαγτζόγλου

Πηγή: athensindymedia

Walter Benjamin: Σύντομη εισαγωγή στο έργο του και στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θεωρείται από τους πιο σημαντικούς και πολυμελετημένους φιλόσοφους, στοχαστές, κριτικούς λογοτεχνίας, ιστορικούς της κουλτούρας (και πολλές άλλες ιδιότητες που θα μπορούσαν να του έχουν αποδοθεί ή να του αποδοθούν εξαιτίας του πολυποίκιλου έργου του)· ωστόσο μία από τις βασικές προσφορές του σύμφωνα με τους μελετητές του είναι μια νέα κατανόηση της ανθρώπινης ιστορίας, μέσα από τις αποσπασματικές, αινιγματικές, αλληγορικές, α-συστηματικές αλλά βαθιά ανατρεπτικές και ουσιαστικά κριτικές Θέσεις του για τη φιλοσοφία της ιστορίας, που συνιστούν ένα από τα πλέον σημαντικά φιλοσοφικά και πολιτικά κείμενα του 20ου αιώνα. Ο Μπένγιαμιν εντάσσεται στην παράδοση της Κριτικής Σχολής της Φρανκφούρτης (μαζί με τους Αντόρνο, Χορκχάιμερ, Μαρκούζε κ.α.) και όπως γράφει ο Μίκαελ Λέβι είναι «ένας επαναστάτης κριτικός της φιλοσοφίας της προόδου, ένας μαρξιστής αντίπαλος του ‘προοδευτισμού’, ένας νοσταλγός του παρελθόντος που ονειρεύεται το μέλλον, ένας ρομαντικός παρτιζάνος του υλισμού» (Löwy:13).

Η αναφορά στην Κριτική Σχολή της Φρανκφούρτης, δηλαδή στους στοχαστές που εργάζονται ή συνδέονται με το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης από το 1930 περίπου και έπειτα, μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε δύο βασικές διαστάσεις της κριτικής στο έργο του Μπένγιαμιν:

α. την κριτική της βιομηχανικής/εργοστασιακής νεωτερικότητας (με κύρια έμφαση στην επίθεση απέναντι στις έννοιες της «ανάπτυξης» και της «προόδου»)· επίκριση του καπιταλισμού,

β. την κριτική στην επικρατούσα ορθόδοξη μαρξιστική θεωρία και η οποία επίσης είχε ως βασικό άξονα την εμπιστοσύνη στην έννοια της προόδου και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ως ντετερμινιστική διέξοδο από το καπιταλιστικό μοντέλο κοινωνικών σχέσεων· επίκριση του σταλινισμού.

Ο Μπένγιαμιν θέτει στο επίκεντρο τις έννοιες της αλλοτρίωσης, της αποξένωσης, του φετιχισμού που είχαν σχεδόν αποσιωπηθεί (αν σκεφτούμε ότι ο Λούκατς αποκήρυξε το περίφημο έργο τουΙστορία και ταξική συνείδηση στο οποίο αναστοχάζεται με εκπληκτικό τρόπο στο ζήτημα της αλλοτρίωσης και του φετιχισμένου υποκειμένου), δηλαδή την θεωρία του Μαρξ ότι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής οι σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους παρουσιάζονται με τη μορφή σχέσεων ανάμεσα σε πράγματα (παραγωγή και ανταλλαγή εμπορευμάτων), ότι δηλαδή ζούμε σε μια εμπράγματη κοινωνία (φετιχισμός του εμπορεύματος).
Ως μαρξιστής στοχαστής ο Μπένγιαμιν ενδιαφέρεται ακριβώς για το ζήτημα της επανάστασης, δηλαδή της αλλαγής του κόσμου, της ανατροπής της κεφαλαιοκρατικής σχέσης και αυτό το κεντρικό ζήτημα τίθεται σε όλα τα έργα του, φιλοσοφικά και αισθητικά. Στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, ένα από το βασικά ερωτήματα που τίθενται είναι αυτό της ιστορικής χρονικότητας σε σχέση με την επανάσταση, δηλαδή η σύλληψη της επανάστασης όχι «ως ‘φυσικό’ ή ‘αναπόφευκτο’ αποτέλεσμα της τεχνικής και οικονομικής προόδου», όπως υποστήριξαν μέχρι τότε οι ορθόδοξες μαρξιστικές θεωρίες και οι πρακτικές και πολιτικές του σταλινισμού αλλά «ως διακοπή μιας ιστορικής εξέλιξης η οποία οδηγεί στην καταστροφή» (Löwy:25).

Κριτικές απέναντι στον αστικό βιομηχανικό πολιτισμό, οι ιδέες του Μπένγιαμιν είναι συγγενείς προς το σουρεαλιστικό ρεύμα από το οποίο αντλεί την έννοια του μύθου και της μαγικής διάστασης της κουλτούρας του παρελθόντος που διαπερνά ως αστραπή τη στιγμή της πάλης και της εξέγερσης των καταπιεσμένων στο παρόν, δηλαδή ένα είδος ουτοπικού ρομαντισμού που αποστρέφεται ωστόσο τις συντηρητικές και φασιστικές ερμηνείες και αναδεικνύει ως επίκεντρο την ανατροπή της εξουσίας.

Στο έργο του Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής, και σε αντίθεση με τη θεωρία αρκετών από τους στοχαστές της σχολής της Φρανκφούρτης που ανησυχούσαν για τις αρνητικές συνέπειες της μαζικής κουλτούρας -ως απόρροια της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής- ως προς τις δυνατότητες κοινωνικής χειραφέτησης (Αντόρνο), ο Μπένγιαμιν διαβλέπει τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών που ωθούν προς την κοινωνική χειραφέτηση. Η μηχανική αναπαραγωγή των έργων τέχνης διαλύει την «αύρα» των έργων τέχνης ή οδηγεί σε μια κοινωνικά αλλοτριωμένη παραγωγή της.

Ο Μπένγιαμιν χρησιμοποιεί την «αύρα» για να ορίσει την παραδοσιακή έννοια της αυθεντικότητας ενός έργου τέχνης, η οποία δεν συνίσταται σε μια εγγενή ιδιότητα που αντικατοπτρίζεται στα μάτια του θεατή αλλά αποτελεί κοινωνική σχέση διαντίδρασης στην οποία επισωρεύονται εξωτερικά χαρακτηριστικά (κάτοχος και ιδιοκτήτης του έργου, χώρος και χρόνος έκθεσης, πολιτιστική αξία, μια εξουσιαστική δομή που διακρίνει τη σφαίρα της «υψηλής» από τη «λαϊκή» τέχνη, τελευταίο καταφύγιο της οποίας αποτελεί το μουσείο που πλέον προσδίδει στο έργο τέχνης την αύρα της αυθεντικής μοναδικότητας). Η καταστροφή της «αύρας», της μοναδικότητας ή της ιεροτελεστικής δημιουργίας του έργου τέχνης, μέσα από την μηχανική του αναπαραγωγή, αποτελεί επομένως κατά τον Μπένγιαμιν τη χειραφετητική δυνατότητα των αποκλεισμένων από την «υψηλή κουλτούρα» μαζών, που στην ουσία αποτελούν τους πραγματικούς παραγωγούς, να οικειοποιηθούν ξανά τους μύθους και τους φαντασιακούς δεσμούς πέρα από εξουσιαστικές και ιεραρχικές σχέσεις της επικρατούσας αστικής ιδεολογίας. Ωστόσο εντοπίζει ταυτόχρονα και την «ιστορική ισχύ του αγοραίου καπιταλισμού να ‘επαναμαγεύσει’ τις παραγόμενες πολιτιστικές μορφές με όχημα αυτά τα ίδια τεχνολογικά μέσα επικοινωνίας που απαξίωσαν το παραδοσιακό πλαίσιο τελετουργικής πρόσληψης των έργων τέχνης» (Δαρεμάς: 238). Αυτή η επαναμάγευση είναι η σύσταση έργων τέχνης ως εμπορευμάτων-φετίχ που συμβολίζουν τη λατρεία του καπιταλισμού, αυτό που ο Μπένγιαμιν ονομάζει φαντασμαγορία του εμπορεύματος. Ωστόσο, κατά τον Μπένγιαμιν, στον φετιχιστικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, πέρα από τον πυρήνα της καθολικής αλλοτρίωσης διαφαίνεται και ένα δυναμικό υπέρβασής της, καθώς αποτελεί τον αλλοτριωμένο χαρακτήρα της συλλογικής μνήμης, των ονείρων και των ανεκπλήρωτων επιθυμιών που ωστόσο δεν έχουν χαθεί, υπάρχουν ως πλεόνασμα στη μορφή της άρνησής τους.

Μία από τις βασικές στιγμές της σκέψης του Μπένγιαμιν είναι η αναφορά στη διαλεκτική εικόνα. Για τον Μπένγιαμιν, η εικόνα αποτελεί ένα τρίτο στοιχείο ανάμεσα στη φόρμα και το περιεχόμενο ως συναστρία ομοιώσεων. Με αφετηρία την έννοια της ομοίωσης ο Μπένγιαμιν κάνει αναφορά στον κόσμο των ονείρων ως συμβάντα που εμφανίζονται όχι με τρόπο ταυτοτικό αλλά παρόμοιο. Η εικόνα είναι για τον Μπένγιαμιν αυτή η διάπλαση –όχι υλική– όπου αναγνωρίσιμες εμπειρίες, η ιστορία και η πραγματικότητα, εκδηλώνονται ως μια εικόνα ανάμνησης. Οι διαλεκτικές εικόνες του Μπένγιαμιν ξεφεύγουν από την κυριαρχία της υλικής εικόνας, δηλαδή της αναπαριστατικότητας της πραγματικότητας, και μετατρέπονται σε εικόνες σκέψης, στις οποίες εγγράφονται κειμενικά η ιστορία, η πραγματικότητα και η εμπειρία. Αποτελούν αναπαραστάσεις ιδεών στις οποίες ωστόσο η ιδέα έχει αφανιστεί ή κρυφτεί σε ένα είδος ανάμνησης ή αιφνίδιας επίγνωσης. Η διαλεκτική εικόνα είναι ένας υβρίδιο κατανόησης του χρόνου και της ιστορίας. Στις παρισινές στοές ο Μπένγιαμιν προσδιορίζει τη διαλεκτική εικόνα ως τόπο όπου «αυτό που υπήρξε εισέρχεται αστραπιαία σε μια συναντρία με το τώρα. Με άλλα λόγια: η εικόνα είναι διαλεκτική εν στάσει. Γιατί ενώ η σχέση του παρόντος προς το παρελθόν είναι καθαρά χρονική, συνεχής, η σχέση αυτού που υπήρξε προς το τώρα είναι διαλεκτική: δεν είναι ροή αλλά εικόνα, άλμα». Η διαλεκτική εικόνα είναι ένα μέσο ώστε να αναγνωρίσουμε τον κόσμο, στο παρελθόν του και το παρόν του, αλλά κυρίως σε μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στα δύο (σύζευξη εμπειρίας και σκέψης). Αυτές οι διαλεκτικές εικόνες είναι που μπορούν να καταστρέψουν την φαντασμαγορία του εμπορεύματος, και του έργου τέχνης ως εμπορεύματος, να θραύσουν την φαινομενικότητα και τη φενάκη που μας κρατά δέσμιους στον κόσμο των εμπορευμάτων.

Ένα παράδειγμα των διαλεκτικών εικόνων του Μπένγιαμιν είναι οι Θέσεις του για την φιλοσοφία της ιστορίας. Οι θέσεις, ως διαλεκτικές εικόνες, δεν αναπτύσσουν ένα πρόγραμμα για τη φιλοσοφία της ιστορίας, αλλά οι ίδιες ως ιερογλυφικά, ως γρύφοι ή ως ιερά κείμενα –αν και αναφέρονται σε συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες– παρουσιάζουν σκέψεις γύρω από ιστορικές συλλήψεις, γύρω από αυτό που θεωρείται ως ιστορικό και τελικά γύρω από την ίδια την έννοια της Ιστορίας. Το κείμενό του αρχίζει με την αμφιλεγόμενη εικόνα του αυτόματου. Το αυτόματο ή μαριονέτα είναι στην πρώτη θέση του Μπένγιαμιν ο «ιστορικός υλισμός», ο οποίος ωστόσο αναφέρεται μέσα σε εισαγωγικά.

Ο ιστορικός υλισμός, δηλαδή η μαρξιστική θεωρία σύμφωνα με την οποία οι υλικοί όροι ζωής καθορίζουν την ιστορική πορεία των κοινωνιών, τίθεται στο στόχαστρο της κριτικής του Μπένγιαμιν όχι καθεαυτός αλλά βάσει των ύστερων ερμηνειών του και της υποβάθμισής του σε στείρο οικονομισμό, δηλαδή στον λεγόμενο χυδαίο «υλισμό», που υποστήριζε πως και η μεταβίβαση των μέσων παραγωγής στην πλειοψηφία του λαού θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή της καπιταλιστικής λογικής (σοσιαλιστική ουτοπία) χωρίς ωστόσο να αμφισβητήσει κατά βάση την ίδια την καπιταλιστική λογική που βασίζεται στις έννοιες της προόδου, της παραγωγικότητας, της βιομηχανικής ανάπτυξης και της συσσώρευσης. Για να κερδίσει ο ιστορικός υλισμός την μάχη με τον εχθρό, δηλαδή με την αστική τάξη και το κεφάλαιο, χρειάζεται σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν την βοήθεια του νάνου, που κινεί τα νήματα, δηλαδή της θεολογίας. Ο θεολογικός νάνος, ως ψυχή ενός άψυχου και νεκρού αυτοματισμού στον οποίο μετατρέπεται η φιλοσοφία όταν γίνεται δόγμα, δεν έχει καμία σχέση με οποιοδήποτε αντίστοιχο θεολογικό δόγμα. Αποτελεί στην ουσία τον αντίποδα του εξορθολογισμού που επέβαλλε ο Διαφωτισμός, έχει τις ρίζες του στον επαναστατικό ρομαντισμό και εισάγει μια παράμετρο μυστικιστική που σχετίζεται με το απροσδόκητο της εξέγερσης των καταπιεσμένων η οποία εμφανίζεται “ως αστραπή σε μια στιγμή κινδύνου”, την αναμνημόνευση των αγώνων του παρελθόντος, το καταπιεσμένο πλεόνασμα των ανθρώπινων επιθυμιών και των ονείρων που εμφανίζονται στην αρνημένη τους μορφή και που δεν σκιαγραφούνται σε απλές οικονομικές ή σχέσεις παραγωγής αλλά που διατρέχουν την πάλη των τάξεων.

Στην ένατη από τις θέσεις ο Μπένγιαμιν παρουσιάζει την εικόνα του αγγέλου της ιστορίας, βασισμένη στον πίνακα του Klee,Angelus Novus. Ο άγγελος της ιστορίας αποτελεί μια διαλεκτική εικόνα, μια εικόνα-σκέψη. Ωθείται από μια θύελλα προς μια καθορισμένη κατεύθυνση, προς το μέλλον. Η θύελλα αυτή είναι «αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόοδο» και είναι τόσο δυνατή που παγιδεύει τα φτερά του αγγέλου και δεν του επιτρέπει να τα κλείσει, δηλαδή να σταματήσει την προκαθορισμένη και ιλιγγιώδη πορεία της ιστορίας προς το μέλλον. Η κίνηση του κειμένου εδώ βασίζεται σε μια πολλαπλή αλλαγή της προοπτικής ανάμεσα στο βλέμμα του παρατηρητή προς τον άγγελο και την προοπτική της δυναμικής κίνησης του ίδιου του αγγέλου ως προς το σημείο που βρίσκεται καθώς και στην προοπτική του διάκενου της επιθυμίας του (να παραμείνει) ανάμεσα στις δύο χρονικότητες στις οποίες υπερίπταται. Η κίνησή του προς το μέλλον είναι ανάστροφη, έχει την πλάτη στραμμένη σε αυτό, ενώ το πρόσωπό του, με βλέμμα στυλωμένο, μάτια γουρλωμένα, στόμα ανοιχτό και φτερά αναπεπτάμενα βρίσκεται στραμμένο προς το παρελθόν. Αυτό το παρελθόν, δηλαδή την ιστορία, που εμείς όπως αναφέρει ο Μπένγιαμιν μεταφράζουμε ως απλή αλληλουχία γεγονότων, είναι για τον άγγελο ένας σωρός ερειπίων, όχι ως στατικό στοιχείο, αλλά ως δυναμική κίνηση που η ίδια η ιστορία φέρει και επισωρεύει στα πόδια της και στα πόδια μας, είναι μια αλληλουχία καταστροφών.

Σε αυτή την αλληγορία ο Μπένγιαμιν μας προτείνει κάτι νέο: αντί να τρέξουμε προς τον παράδεισο με τη δύναμη της προόδου, όπως υποστήριζε ο ιστορικός υλισμός του ορθόδοξου μαρξιστικού ρεύματος, αντί δηλαδή να τρέξουμε προς την πραγματοποίηση της ιδέας ενός σοσιαλισμού μέσα από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που θα εντείνουν την εκμετάλλευση και την κυριαρχία στο έπακρο και θα οδηγήσουν σύμφωνα με την συγκεκριμένη αντίληψη το προλεταριάτο στην επανάσταση και την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας (παράδεισος), αντί δηλαδή να συνταυτιστούμε με την ιλλιγιώδη κίνηση της προόδου, είναι καλύτερο να κάνουμε το ανάποδο, δηλαδή να τραβήξουμε το φρένο της ιστορίας, να σταματήσουμε αυτή την κίνηση που επισωρεύει ερείπια και καταστροφές, όπως η Χιροσίμα ή το Άουσβιτς.

Ο άγγελος της ιστορίας θέλει να σταματήσει, να χρονοτριβήσει, να συνενώσει ό,τι είναι θρυμματισμένο, να «δέσει τις πληγές των θυμάτων» από όλες τις αιματηρές εμπειρίες που έχει να παρουσιάσει η ιστορία, να ξυπνήσει τους νεκρούς των πολέμων και του ναζισμού αλλά η θύελλα της προόδου, που περιγράφεται ως φυσικό φαινόμενο ακριβώς για να παρουσιάσει το αναπόφευκτο της ίδιας της λογικής της, τον εμποδίζει. Ο άγγελος της ιστορίας είναι η κίνηση της ιστορίας που καθορίζεται από την υλική συγκρότηση των ιστορικών συμβάντων. Αυτή η κίνηση μέσα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων που υπάγονται ολοκληρωτικά στην ανάπτυξη, την καταστροφή της φύσης, την ακόρεστη παραγωγή και συσσώρευση εμπορευμάτων, είναι το αφηρημένο συνεχές της ιστορίας ως αδήριτος εξελικτισμός, είναι ο χρόνος της ταξικής κυριαρχίας. Για τον Μπένγιαμιν η επαναστατική προοπτική συνίσταται στην άρνηση ή στο σπάσιμο αυτού του συνεχούς της ιστορίας, στην οποία ουσιαστικά δεν συμβαίνει τίποτε καινούργιο παρά η επισώρευση νέων ερειπίων και νέων καταστροφών. Είναι ανάγκη η ανθρωπότητα να τραβήξει το φρένο της έκτακτης ανάγκης, να εναντιωθεί σε αυτή τη συγκεκριμένη λογική της ιστορίας, αν εξεγερθεί απέναντι στη φρενήρη πορεία που μας οδηγεί στην άβυσσο.

Ας σκεφτούμε την πραγματικότητα στην Ελλάδα σήμερα. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στην συγκεκριμένη ιστορική στιγμή πολλές από τις εικόνες που συνθέτει η αλληγορία του αγγέλου της ιστορίας του Μπένγιαμιν. Βρισκόμαστε περικυκλωμένοι από μια ιστορική λογική που μας λέει πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος, δεν υπάρχει εναλλακτική, πως πρέπει να δεχτούμε την νέα πειθαρχία που επιβάλει το κεφάλαιο, τα μέτρα λιτότητας και τα μνημόνια. Και επίσης μας λέει πως δεν υπάρχει περίπτωση να εναντιωθούμε σε αυτή την καταστροφική λογική του κεφαλαίου και φυσικά ότι ακόμη κι αν εναντιωθούμε δεν υπάρχει καμία περίπτωση να νικήσουμε. Και μας το λέει με χίλιους τρόπους. Κι όμως αυτό που συμβαίνει μέσα από το κίνημα ή καλύτερα το κύμα αντίστασης και ανυποταγής από τους ανθρώπους, άλλοτε σιωπηλό και καθημερινό και άλλοτε ως ξέσπασμα οργής για την αξιοπρέπεια που μας στερούν, όπως συμβαίνει και με όλα τα κινήματα σε όλο τον κόσμο και σε όλη την πορεία της ιστορίας, είναι ακριβώς αυτό: να φτύνει κατάμουτρα αυτή τη μονόδρομη λογική και να συνεχίζει να λέει «όχι», να επιμένει να μην προσαρμόζεται σε όλες τις πολιτικές διαχείρισης και επιβολής, να προσπαθεί να τραβήξει το φρένο της έκτακτης ανάγκης.

Και για τον Μπένγιαμιν, αυτό ακριβώς κάνει και ο καλλιτέχνης όχι μόνο με μια πολιτική εικόνων αλλά και ως μέρος ενός ολιστικού πεδίου, που είναι γι’ αυτόν η πολιτική και από το οποίο κανείς δεν παραμένει εκτός.

Κ.Ν. Οαχάκα, 3/2012

Αναφορές και σχετική βιβλιογραφία

Αμφισβητούμενοι χώροι στην πόλη, 2010, (συλλ. έργο),
Κώστας Γιαννακόπουλος, Γιάννης Γιαννιτσιώτης (επιμ.),
Αθήνα: Αλεξάνδρεια

Βάλτερ Μπένγιαμιν. Εικόνες και Μύθοι της νεωτερικότητας,
2007, (συλλ. έργο), Αγγελική Σπυροπούλου (επιμ.), Αθήνα:
Αλεξάνδρεια

Benjamin, W., 2004, Μονόδρομος, Αθήνα: Άγρα

Benjamin, W., 2004, Μονόδρομος, Αθήνα: Άγρα

Benjamin, W., 2005, Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια
εννιακόσια, Αθήνα: Άγρα

Κώστας Μαράς, 2011, Ο φετιχισμός στην τέχνη του 20ου
αιώνα, Αθήνα: futura

Löwy, M., 2004, Walter Benjamin: Προμήνυμα Κινδύνου. Μια
ανάγνωση των θέσεων «για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας»,
Αθήνα: Πλέθρον

Ροζάνης, Σ., 2006, Walter Benjamin: η ιεροποίηση του
αποσπάσματος, Αθήνα: Μεταίχμιο

Sergio Tischler, 2011, Χρόνος και Χειραφέτηση. Ο Μιχαήλ
Μπαχτίν και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στη ζούγκλα Λακαντόνα,
Αθήνα: futura

Πηγή: Theshadesmag