Ιταλία: “Ένα αήθες παραμύθι”, της Anna Beniamino

ΕΝΑ ΑΗΘΕΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Οι αναρχικές κι οι αναρχικοί μελετούν πολύ και γράφουν ακόμα περισσότερο και, ίσως ένεκα μιας διάχυτης λόγιας κουλτούρας, τείνουμε να συζητάμε ατέρμονα περί ηθών ενώ μοχθούμε μεν να τα κατανοήσουμε, αλλά αποτυγχάνουμε δε να τα υιοθετήσουμε στην καθημερινότητά μας. Και τότε… όποτε κάποιο άτομο παρατηρεί τα σφάλματα ενός άλλου, εξακολουθεί να μουτζουρώνει σελίδες και σελίδες (αδιευκρίνιστο το αν συντάσσονται για προσωπική χρήση ή απευθύνονται σε ένα διαλεγμένο κοινό) ή να προτείνει πλεόνασμα επιδιορθώσεων, προδήλως πιο σαθρές και υποκριτικές από τις οποιεσδήποτε δικαστικές ετυμηγορίες μέσα στις αλλόφρονες αντιφάσεις τους.

Δεν απολαμβάνω να ηθικολογώ κλεισμένη σε τέσσερις τοίχους, αλλά, σημειωτέας της πιθανότητας η σιωπή ορισμένων να επικαλυφθεί από τα μουρμουρητά των υπολοίπων, έκρινα πως ήταν καιρός να εισηγηθώ ένα μυστήριο φαινόμενο αντιστροφής νοημάτων και αφηγηματικών αναφορών κάποια χρόνια πριν.

Στην περίπτωση μίας εκ των πολλών αντι-αναρχικών κατασταλτικών εκστρατειών, εν είδει αμυντικής τακτικής, οι διωκόμενοι, μετρώντας ήδη έναν μήνα στην φυλακή, επέλεξαν να προβούν σε αυθόρμητες δηλώσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν προς αξιολόγηση τον Φεβρουάριο του 2019.

Δίχως να εισχωρήσω στην ουσία των περιεχομένων, η πρώτη μου ένσταση είναι πως αυτό πραγματοποιήθηκε κρυφά από τα συντρόφια και το κίνημα (αυτή τη μυστηριώδη οντότητα στην οποία αναφερόμαστε όλες και όλοι μας), αποκαλύπτοντας τις πολιτικές και “ηθικές” (με όσα εισαγωγικά δικαιολογεί η υπόθεση) τους κρίσεις αναφορικά με επιθετικές πρακτικές, τρόπους συσχέτισης και πεδία ενδιαφέροντος του κινήματος… αποκλειστικά στους δικαστές.

Παράξενο δεν είναι;

Στα χρόνια της άγουρης νιότης μου, πολιτικοποιήθηκα ακούγοντας μία διαφορετική επωδό, κάτι εκ πρώτης όψεως αρκετά απλό: Ας φιλονικούμε ακόμα και έντονα, αλλά ας αφήσουμε τις αιχμές και τις νύξεις εκτός των αιθουσών των δικαστηρίων.

Αντιθέτως, με την πάροδο του χρόνου, το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας είναι διαφορετικό.

Η ζημιά συντελέστηκε, κι αν τύχει κάποιος να παρατηρήσει το παραμικρό, δε συντρέχει θέμα, καθώς μπορούμε να προσθέσουμε ένα ή περισσότερα μπαλώματα αναλόγως τον συνομιλητή.

ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΤΗ ΓΛΙΤΩΣΩ ΔΙΧΩΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η παροιμιώδης ηθική πυξίδα μας, μετατρέπεται σε άχρηστο άχθος κατά τη διάρκεια της προσπάθειας κάποιων να επιπλεύσουν.

Η κατόπιν εορτής “εμπιστοσύνη στην επιθυμία να μην επιδεινωθεί το σφάλμα προσφέροντας χρήσιμες πληροφορίες στους καταπιεστές”, προκειμένου να μη συζητηθούν τόσο δημοσίως τα επιμέρους στοιχεία -και ενόσω έχουν ήδη επωφεληθεί οι αρμόδιοι ανακριτές- ακούγεται αδέξια και επικίνδυνη. Το να αποφεύγεις να κοινοποιήσεις τα πάντα ενώ το έχεις ήδη πράξει στο δικαστήριο συνιστά κατάφωρη αντιστροφή αξιών.

Το να βαφτίσουμε αυτήν την παλινδρόμηση μεταξύ αγανακτισμένης αποποίησης κατηγοριών και υπεράσπισης μιας δήθεν άμεμπτης προσωπικής συνείδησης “ασαφές σύνορο μεταξύ τεχνικού και πολιτικού”, ή το να δικαιολογούμε τις δηλώσεις νομιμοφροσύνης ως μέθοδο αφαίρεσης ενοχλητικών χαλικιών από τα παπούτσια μας, αποδεικνύει απλά πόσο τρεκλίζοντα και σαθρά είναι τα θεμέλια και τα σημεία αναφοράς των πολιτικών μας πράξεων.

Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Στην εποχή της αδιάλειπτης αστυνόμευσης της σκέψης, πιστεύω πως όλοι και όλες (μεταξύ όσων κινούνται κατά μήκος των κινημάτων και, κατά συνέπεια, των δικαστηριακών εδράνων) είμαστε συνειδητοποιημένες πως οι αντιλήψεις μας και η αλληλεγγύη με τα συντρόφια μας επιφέρει ως συνέπεια χρόνια και χρόνια κλεμμένης ζωής, και πως συχνά κατασταλτικές επιχειρήσεις θεμελιώνονται σε αντηχήσεις παρά σε γεγονότα, στις εκπεφρασμένες θέσεις εντός εκδόσεων και εφημερίδων, στις δηλώσεις αλληλεγγύης και στην εξέταση της ανατομίας των ανθρωπίνων σχέσεων.

Σε αυτήν τη βάση, συχνά μας εφίσταται η προσοχή να ζυγίζουμε το νόημα κάθε επιμέρους φράσης και τη σημασία κάθε μεμονωμένου συνθήματος. Το οποίο όμως πρέπει να συμβαίνει κατά τρόπο δημιουργικό, αξιολογώντας εκ των προτέρων τα περιεχόμενα (δημόσια και ιδιωτικά), και όχι εκ των υστέρων λόγω φόβου υπό την απειλή κυρώσεων. Ειδάλλως, τα ήθη μας μετατρέπονται σε προϊόντα κατανάλωσης, και μάλιστα σε έκπτωση, όντας ελαττωματικά.

ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ

Το πρώτο αναγκαίο βήμα όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα γεγονότα είναι να… προσπαθούμε τα ενημερωνόμαστε επί αυτών πριν λάβουμε κάποια θέση, δίχως την προδιάθεση να αμυνθούμε. Με το να σπεύδουμε να δικαιολογήσουμε τα κίνητρα κάποιας μέσα από μια εσπευσμένη ανάγνωση των δικαστικών αράδων ή μέσα απ’ τον μιντιακό σάλο, παράγει στη χειρότερη περίπτωση τέρατα, και στην καλύτερη δυσάρεστες υποκρισίες και υπεραπλουστεύσεις, χρήσιμες μόνο για τα χέρια των ανακριτών.

Η ατομική υπευθυνότητα, η άρνηση των κάθετων δομών και των αδιάκριτων δράσεων είναι ταυτόσημες για τους αναρχικούς και τις αναρχικές: Δύναμαι να το επαναλάβω ή όχι ενώπιον δικαστηρίου, αναλόγως έναν αριθμό παραγόντων. Το βασικό ζήτημα είναι η αρμονική συνεργασία με τα συγκατηγορούμενα άτομα, η αλληλεγγύη μεταξύ τους.

Το κυριότερο ζήτημα μεταξύ άλλων είναι η επίγνωση πως οι δικαστές παίζουν βρώμικα, εμείς όχι, ή τουλάχιστον δε θα έπρεπε να το κάνουμε ούτε μέσω λέξεων, κάτι που ενοχλεί μόνον όσους τις ξεστομίζουν απερίσκεπτα.

Άννα
Ιούνιος 2021

Υστερόγραφο: Αν η παραπάνω ιστορία σάς φαίνεται υπερβολικά ερμητική, μπορείτε να ξεκινήσετε το κυνήγι θησαυρού για επιπλέον παραπληρώματα και πληροφορίες, ρωτώντας ευθέως όσους άμεσα εμπλεκομένους επιζητήσουν διάλογο… ιδιαιτέρως.

Πηγή: Dark Nights

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #5: Abatage (Αφανισμός)

Αναδημοσίευση από τον σύνδεσμο:

https://thebaddayswillend.wordpress.com/2021/08/17/edn_05_abatage/

Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #5

(Νοέμβριος 1985)

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

(Αιγάλεω, Αύγουστος 2021)

ABATAGE

(ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ)[1]

Αν επιλέγουμε να διατηρήσουμε εδώ την παλιά ορθογραφία μιας λέξης που σήμερα γράφεται συνήθως abattage, ο λόγος δεν είναι σε καμία περίπτωση ότι θέλουμε να επιδείξουμε κάποιον αντικομφορμισμό αψηφώντας τις υποδείξεις της Ακαδημίας· ούτε ότι επιδιώκουμε να ακολουθήσουμε εξολοκλήρου την πρώτη Εγκυκλοπαίδεια, που έγραφε επίσης Abatage. Είναι απλώς ότι αυτή η ιδιάζουσα ορθογραφική ευχέρεια θα μας δώσει τη δυνατότητα να εξετάσουμε υπό το λήμμα Abattage, όπως έχουμε αναγγείλει, τη μιτερανική επιχείρηση ανακύκλωσης των προαστίων που είναι γνωστή με το όνομα Προάστια 89[Banlieues 89].

Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα αφανίζει αυτή η κοινωνία, τίθεται αναπόφευκτα το ερώτημα: “Για ποιον σκοπό γίνονται τόσες καταστροφές;” Αναμφίβολα ήταν ανέκαθεν απαραίτητο να αφανίζονται δάση και βουνά για την κατασκευή πόλεων και σπιτιών, να αφανίζονται άγρια και οικόσιτα ζώα για τροφή. Αλλά σήμερα, καθώς αυτός ο αφανισμός συνεχίζεται σε πρωτοφανή κλίμακα, ποιο είναι το όφελος που μας αποφέρει; Μένουμε σε σπίτια λίγο-πολύ τόσο συνθετικά όσο και το κρέας που τρώμε εκεί, από όπου έχουν εξαφανιστεί τα περισσότερα από τα υλικά που παραδοσιακά υπήρχαν εκεί, όταν η θεραπεία των αλλεργιών δεν αποτελούσε μια ακμάζουσα ιατρική εξειδίκευση. Η μακρά διαδικασία εξανθρωπισμού της φύσης και του ίδιου του ανθρώπου που αποκαλείται ιστορία αντιστρέφεται έτσι σε αυτό το τέλος του αιώνα για να εμφανιστεί ως η από κοινού κακοποίησή τους. Και ο μετασχηματισμός της φύσης, φτάνοντας στο επίπεδο της υλικής ισχύος της εποχής, ως μια απανθρωποποίηση του τοπίου που φτιάχτηκε από αιώνες ιστορίας. Ας εξετάσουμε το πιο γνωστό παράδειγμα, στη Γαλλία τουλάχιστον, ενός τέτοιου βάναυσου μετασχηματισμού ενός τοπίου υπομονετικά επεξεργασμένου από την ανθρώπινη εργασία: εκείνου που πλήττει, και έχει ήδη πρακτικά καταστρέψει, το παλιό αγροδασικό τοπίο [bocage], όπου φυτοφράχτες, λιμνούλες, τάφροι, μονοπάτια ήταν το αποτέλεσμα μιας μακραίωνης αντιπαράθεσης μεταξύ χρήσης, ιδιοκτησίας και γεωγραφίας. Η ατομική ιδιοκτησία της γης ήταν βέβαια ο κύριος αρχιτέκτονας αυτής της γαλλικής υπαίθρου. Αλλά πολλαπλασιάζοντας τους φυτοφράχτες, αυτές τις δεντροστοιχίες που με την ευεργετική επίδρασή τους στις καλλιέργειες και στα ζωικά είδη ωφελούσαν τον αγρότη ενώ ήταν ευχάριστες για τον περιπατητή, δεν αντιμαχόταν ουσιαστικά τα ανθρώπινα συμφέροντα των οποίων την εκπλήρωση περιόριζε τυπικά.

Τι βλέπουμε αντιθέτως όταν οι γραφειοκράτες της γεωργίας επιχειρούν να αναδιαμορφώσουν το τοπίο επεκτείνοντας παντού τις αφηρημένες συνθήκες του μέγιστου κέρδους; Η κύρια επιτυχία αυτών των γεωπόνων μηχανικών, γεωργικών συμβούλων, συμβούλων διαχείρισης και άλλων τεχνικών της προγραμματισμένης ερήμωσης είναι ότι έχουν κάνει τους αγρότες να χάσουν τη σύνεση που αποτελούσε την ευφυΐα τους: τους έφεραν λοιπόν τουλάχιστον ως προς αυτό πλησιέστερα σε ό,τι είναι ο σύγχρονος πολιτισμός στην έσχατη φάση του. Σε όλα τα υπόλοιπα, αποτυγχάνουν καταστροφικά. Τι σημασία έχει άλλωστε; Δεν υπεισέρχεται στους υπολογισμούς αυτών των ειδικών το γεγονός ότι η κατάτμηση των πλαγιών από τα χαντάκια των φυτοφραχτών περιόριζε την υδατική διάβρωση του εδάφους, ότι η πυκνότητα του δικτύου των δέντρων εξασθενούσε την επίδραση των ισχυρών ανέμων, ότι η πανίδα που ζούσε εκεί μετρίαζε η ίδια τις υπερβολές της: επικονίαση, και επομένως καρποφορία, από τα έντομα, ρύθμιση της παρουσίας τους από τα πουλιά, κ.λπ. Μπορεί όμως να υπεισέλθει στους υπολογισμούς τους το γεγονός ότι καταστρέφοντας όλα αυτά δημιουργούν νέες ανάγκες, στην ικανοποίηση των οποίων επιδίδονται ακόμα πιο αναποτελεσματικά στον βαθμό που είναι πλέον οι μόνοι που το κάνουν, κατέχοντας μονοπωλιακή θέση απέναντι στον αποστερημένο αγρότη, μισθωτό της Crédit Agricole που πιστεύει ότι είναι ιδιοκτήτης. Όλη αυτή η καταστροφή συνεπάγεται την κατασκευή υποκατάστατων και καταπραϋντικών, από τον αγωγό αποστράγγισης έως το χημικό λίπασμα, από τον φασιανό εκτροφείου έως το ζωολογικό πάρκο, που αναζωογονούν έτσι την παραγωγή, τα κέρδη, τις θέσεις εργασίας, επεκτείνοντας ταυτόχρονα τη σύγχρονη ερήμωση σε εδάφη που προηγουμένως της είχαν διαφύγει. Είναι γνωστό ότι σύμφωνα με τον κρατικό προγραμματισμό το ένα τρίτο του εδάφους ταξινομείται ως δυνητικά ανταγωνιστικό στην παγκόσμια αγορά, και επομένως πρέπει γρήγορα να “εξορθολογιστεί” (εξαφάνιση των φυτοφραχτών, των ευγενών ξύλων μέσα στα δάση προς όφελος των κωνοφόρων που είναι βραχυπρόθεσμα επικερδή, κ.λπ.), ενώ τα άλλα δύο τρίτα προορίζονται να γίνουν αποθέματα των ντόπιων που είναι επιφορτισμένοι με τον αγροτουρισμό, μια απολιθωμένη ύπαιθρο αφιερωμένη στη θερινή ανάπαυση των μισθωτών της Βόρειας Ευρώπης, μια διάχυτη Disneyland για τη βουκολική νοσταλγία των μολυσμένων προαστίων.

Αυτή η συνεχής παραμόρφωση της υπαίθρου –τίποτα πλέον εκεί δεν συγκρατεί το βλέμμα και τα πάντα εμποδίζουν το περπάτημα– δεν ωφελεί επομένως πραγματικά κανέναν, εκτός από το αγροβιομηχανικό κεφάλαιο: δηλαδή κανέναν. Όσον αφορά τον περαστικό, περνάει, και δεν μπορεί να έχει την αξίωση να βλέπει εκεί φυτοφράχτες, αφού άφησε να περάσουν εδώ τόσα πάρκινγκ, ψεύτικοι δρόμοι και τσιμέντο, αφού δέχτηκε να εκτελέσει πίσω από άλλους φράχτες τόσα εξευτελιστικά και ανώφελα καθήκοντα. Όσον αφορά τον ντόπιο, που εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτό του αγρότη, είναι εξίσου αδιάφορος για την υποβάθμιση αυτού που ήταν κάποτε το “αγαθό” του, και που δεν είναι πλέον παρά μόνο το τμήμα του οικονομικού δεινού στο οποίο ειδικά υπόκειται.

Ο πολίτης που τα δέχεται όλα αυτά είναι το ακριβώς αντίθετο από τον “καθολικό άνθρωπο” για τον οποίο ο Μαρξ έλεγε ότι η κομμουνιστική κοινωνία θα του επέτρεπε να είναι σήμερα αυτό, αύριο εκείνο, να κυνηγάει το πρωί, να ψαρεύει το απόγευμα, να ασχολείται με την κτηνοτροφία το βράδυ, να ασκεί κριτική κατά βούληση, χωρίς ποτέ να γίνεται κυνηγός, ψαράς, βοσκός ή κριτικός: δεν συναντά ποτέ, σε καθεμιά από τις δραστηριότητες που του έχουν ανατεθεί να εξασκεί, παρά μόνο την καθολικότητα της αποστέρησής του. Και προτιμά να μη σκέφτεται πολύ τις επιπτώσεις αυτής της αυτονομημένης κοινωνικής ισχύος, που τον εξουσιάζει και διαφεύγει από τον έλεγχό του. Είναι ο ανεύθυνος που ταιριάζει απόλυτα στην κυριαρχία μιας τάξης που δεν έχει και η ίδια καμία εμπιστοσύνη στο μέλλον της. Και πώς θα μπορούσε να έχει, εφόσον κάθε προοπτική της προϋποθέτει την επί χιλιετίες αντοχή των αποθηκών πυρηνικών αποβλήτων της; Τα δάση υπήρχαν πριν από αυτή, οι έρημοι την ακολουθούν. Και όλοι συνοδεύουν την πορεία της χωρίς να ανησυχούν για τις συνέπειες. Μέχρι πρόσφατα ο αγρότης, όπως ακριβώς ο Κολμπέρ για το πολεμικό ναυτικό των διαδόχων του[2], φύτευε δέντρα για τις ανάγκες των απογόνων του. Σήμερα, ανησυχώντας τόσο λίγο για την υποβάθμιση της γης που καλλιεργεί όσο και για εκείνη των προϊόντων που βγάζει από αυτή, ρημάζει τους φυτοφράχτες που δεν θα κληροδοτήσει πια σε κανέναν.

Αλλά για να διακρίνει κανείς πώς εκδηλώνονται ακόμα πιο ωμά οι καταστροφικές συνέπειες της υποταγής στην υποτιθέμενη οικονομική αναγκαιότητα, αρκεί να στρέψει το βλέμμα του σε άλλα δέντρα, που αφανίζονται από άλλες επιπτώσεις των ίδιων αιτίων. Αν και δεν έχουν ξεπεραστεί πουθενά τα κρατικά σύνορα, οι λαοί χάνουν παντού τις ουσιαστικές πραγματικότητες που θεμελίωναν την ενότητά τους: τοπία, έθιμα, γλώσσες, κ.λπ. Έτσι είναι δεδομένο σήμερα για έναν λαό να βλέπει να εξαφανίζονται μέσα σε μια γενιά όσα του ανήκαν από την εγκατάστασή του στη χώρα του και είχαν αναγνωριστεί ως συμβολικό θεμέλιο της φύσης του. Οι “όξινες βροχές”, ξαφνική αλλά καθόλου τυχαία σύζευξη φυσικών στοιχείων (σύννεφων, ανέμων και ήλιου) για να επιστραφούν τα δηλητηριασμένα απόβλητά του σε ένα σύστημα παραγωγής που ήθελε να θεωρεί τη φύση απείρως καλή για να την κακοποιεί επ’ άπειρον, αυτή η εκδίκηση του ουρανού για τη μόλυνση, προμηνύουν ουσιαστικά την εξαφάνιση του γερμανικού δάσους μέχρι το τέλος αυτού του αιώνα. Όσοι περιμένουν τα πάντα από το Κράτος θα πρέπει να το αποδεχτούν και αυτό: δεν αμφιβάλλουμε ότι οι οικολόγοι-κοινοβουλευτιστές είναι έτοιμοι να διαμαρτύρονται επί χίλια χρόνια ενάντια σε κάτι που χρειάζεται μόλις δεκαπέντε χρόνια για να πραγματοποιηθεί.

Σε αυτό που φτιάχνει από εκείνο που καταστρέφει έγκειται βεβαίως η ποιότητα των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση, και όχι μόνο στην καταστροφή που είναι τόσο μάταιο όσο και υποκριτικό να θρηνολογείται αφηρημένα. Ο αφανισμός μιας τεράστιας ποσότητας δέντρων για να χαραχτούν μέσα στη θάλασσα τα θεμέλια της Βενετίας ή για να φτιαχτεί ο χαρτοπολτός πάνω στον οποίο ξετυλίγονται οι τεράστιοι παραλογισμοί που διαδίδει η εποχή μας, ιδού μια επιλογή που κρίνει μια κοινωνία. Το ξεκίνημα της καταστροφής του δάσους του Αμαζονίου, για το οποίο γνωρίζουμε ότι είναι απαραίτητο για την ανανέωση του οξυγόνου σε όλη τη γη, ιδού μια επιλογή που απειλεί να καταδικάσει την ανθρωπότητα. Τον 12ο αιώνα, για τις ανάγκες της κατασκευής πόλεων και μοναστηριών, καθώς και για εκείνες της αναδυόμενης εξορυκτικής βιομηχανίας, αφανίστηκαν τόσα πολλά δέντρα γύρω από το Παρίσι ώστε το ξύλο έγινε σπάνιο και ακριβό. Ωστόσο οι νέες δυνατότητες που ανακαλύφθηκαν με την αστικοποίηση, και η μονιμότητα μιας μαζικής παρουσίας της φύσης, εδραίωσαν τότε για μια ολόκληρη εποχή μια ζωντανή σχέση μεταξύ των ανθρώπων και του περιβάλλοντός τους, μια σχέση πάνω στην οποία θεμελιώθηκαν τόσο το αίσθημα του πλούτου τους όσο και εκείνο της ενότητας με τον κόσμο τους.

Σήμερα ο αφανισμός στον οποίο επιδίδεται αχαλίνωτα αυτή η κοινωνική οργάνωση έχει ως αποτέλεσμα “αγαθά” των οποίων η φτώχεια αποδεικνύεται αναμφισβήτητα από την απλή σύγκριση με την παραγωγή του παρελθόντος· και αισθήματα τόσο δυσάρεστα στον ίδιο τον άνθρωπο ώστε το παλιό αίσθημα οργανικής ενότητας της φύσης μοιάζει με ανέφικτο πλούτο τη στιγμή ακριβώς που ο άνθρωπος έχει πρόσβαση σε μια σχεδόν καθολική ισχύ ως προς τον μετασχηματισμό της ύλης και των έμβιων διαδικασιών. Σήμερα η οικιακή χρήση του δέντρου, η μορφή με την οποία μπαίνει μαζικά στα σπίτια, είναι η μοριοσανίδα: με την εσωτερική δομή της από τεμαχίδια όπως και με την επιφανειακή επικάλυψή της από αυθεντικό ξύλο, αποτελεί αντάξιο προϊόν ενός κοινωνικού συστήματος που δεν μπορεί να προσφέρει στους υπαλλήλους του παρά μόνο αυταπάτες επιστρωμένες πάνω σε απορρίμματα. Ενώ παλιότερα μπορούσε κανείς, χωρίς να είναι πλούσιος, να μεταβιβάσει στους κληρονόμους του δύο ή τρία έπιπλα αξίας, σήμερα πρέπει να πληρώσει πολλές φορές για κάτι που δεν θα μπορέσει ούτε καν να μεταπωληθεί.

Στον άλλο μεγάλο τομέα όπου πραγματοποιείται ο μαζικός αφανισμός, βλέπουμε την ίδια λογική εν δράσει, και πώς η βιομηχανική εκτροφή τείνει να υποβιβάσει τα ζώα σε ένα απλό συσσωμάτωμα οργανικής ύλης, όπου οι εκδηλώσεις της ζωής γίνονται προφανώς ελάχιστες. Από το σφαγείο και μετά η εκμηχάνιση συνάρμοσε εκ νέου όλη την αλυσίδα της παραγωγής κρέατος, ταυτόχρονα με τη χημεία. Ο καταναλωτής μπορεί να αντικρύσει το αποτέλεσμά της υπό τη μορφή κομματιών καλυμμένων με ζελατίνα στα ράφια. Μπορεί επίσης να βλέπει με οίκτο τις εικόνες των εκτρεφόμενων σε κλουβιά μοσχαριών που θα του δείξει η τηλεόραση, και να απολαμβάνει έτσι την ανωτερότητά του έναντι αυτών των ζώων, που δεν έχουν από την πλευρά τους τίποτα να δουν, μέσα στους στάβλους όπου είναι καταδικασμένα στην απόλυτη ακινησία. Για ποιον λόγο θα σκεφτόταν να ανακαλύψει κάποια αναλογία μεταξύ αυτών των θλιβερών συνθηκών ύπαρξης και των δικών του; Είναι αλήθεια ότι εδώ μοιάζουν λιγότερο με εκείνες των μοσχαριών σε κλουβιά απ’ όσο στις γραφειοκρατικές χώρες, όπου δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα να δει κανείς, και όπου η ελευθερία της μετακίνησης είναι σχεδόν εξίσου περιορισμένη. Αλλά μπορούν οπωσδήποτε να παραπέμπουν στον ελεύθερο σταβλισμό, όπως γίνεται λόγος για τον ελεύθερο κόσμο, όπου, έγκλειστα χωρίς αλυσίδες και τρεφόμενα με βιομηχανικές τροφές, τα ζώα βρίσκονται “σε μια διαρκή κατάσταση ασθένειας που δεν εκδηλώνεται ανοιχτά” (Η Μεγάλη Σφαγή, 1981)[3]. Δεν έχει άλλωστε τόσα πολλά φάρμακα που του χρειάζονται για να καταπνίξει κάθε αμφιβολία σχετικά με την ποιότητα της ανθρωπιάς του, να εμποδίσει την ανοιχτή εκδήλωση της ασθένειάς του, να την διατηρήσει κάτω από το κατώφλι όπου αυτή θα τον καθιστούσε ακατάλληλο για κατανάλωση, θα διέκοπτε τον αργό και καθημερινό αφανισμό του από την εργασία; Έχει για παράδειγμα το Urbanil, για να αντέχει όσα του προκαλεί η πολεοδομία, και για να διαβάζει χωρίς να ανατριχιάζει, αν κατά τύχη υποπέσει στην αντίληψή του, μια διαφήμιση σαν αυτή: “Το άγχος δεν είναι ασθένεια, αλλά μια κατάσταση έντασης που θέτει σε κίνδυνο την υγεία των γουρουνιών κατά τη μεταφορά τους και τη συγκέντρωσή τους… Επιπτώσεις: ασθένειες, μειωμένη ανάπτυξη, θνησιμότητα λόγω αψιμαχιών. Ευτυχώς με το Stresnil, τέρμα πια η απώλεια κέρδους: μια απλή ενδομυϊκή ένεση τη στιγμή της φόρτωσης, και τα γουρούνια σας φτάνουν στον προορισμό ήρεμα και χαλαρά, όπως μετά από μια νύχτα σε κλινάμαξα.” (ό.π.) Μπορεί λοιπόν ακόμα και να χαμογελάει, αυτός ο ασθενής που επιζητά συνεχώς να καθησυχάζεται, μπορεί λοιπόν ακόμα και να είναι ήρεμος και χαλαρός όπως μετά από μια νύχτα σε κλινάμαξα όταν του απευθύνεται η κρατική προπαγάνδα στον δρόμο της παραθεριστικής μετακίνησής του για να του υπενθυμίσει τι είναι διατεθειμένη να του παραχωρήσει ως ανθρωπιά: “Μη σπρώχνετε, δεν είμαστε βόδια!”

Όσο για τον αφανισμό των ανθρώπων, θα ήταν σκόπιμο να τον εξετάσουμε σε όλη του την έκταση, από τις σφαγές έως την επιλεκτική καταστολή που διεξάγουν Κράτη τα οποία επιχειρούν να ξεπεράσουν οριστικά τις εναλλακτικές επιλογές που διατυπώθηκαν από τον Τσώρτσιλ (“Δεν υπάρχουν παρά μόνο δύο τρόποι διακυβέρνησης: σπάζοντας τα κεφάλια ή μετρώντας τα”) μετρώντας τα υπάκουα κεφάλια και σπάζοντας τα υπόλοιπα. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα πολύ ευρύ και πολύ σοβαρό για να αντιμετωπιστεί βιαστικά ως κατακλείδα αυτού του άρθρου. Ας εξετάσουμε λοιπόν σύντομα, πριν πεταχτούν στον εκλογικό κάλαθο των αχρήστων, τους αξιοθρήνητους όσο και αποκρουστικούς σοσιαλιστές ηγέτες, που, για να καταστείλουν την τόσο ελάχιστα επικίνδυνη διαμαρτυρία των οικολόγων της Greenpeace, θεώρησαν απαραίτητο να ενεργοποιήσουν τις μυστικές υπηρεσίες, και δεν κατάφεραν παρά μόνο να αποκαλύψουν την έκταση της ηλίθιας αδεξιότητάς τους.[4] Αυτοί οι φανατικοί του εκσυγχρονισμού δεν μπόρεσαν καν να μάθουν από τη σύγχρονη ιστορία ότι δεν υπάρχει πλέον κανένα σκάνδαλο για τον ψηφοφόρο: λόγω της εμμονής τους με την Καλιφόρνια ή την Ιαπωνία, δεν βλέπουν τι είναι σήμερα η Ιταλία, που αποτελεί ωστόσο ένα αντικείμενο μελέτης καταλληλότερο για κυβερνώντες σαν αυτούς. Οι ανίκανοι απλώς έχασαν τον μπούσουλα του θεάματος, και εξαιτίας αυτού και μόνο οι δημοσιογράφοι και πολιτικοί ρίχτηκαν στη λεία. Επειδή μπλέχτηκαν στις δικαιολογίες τους καταδικάστηκαν στα μάτια όλων. Γιατί δεν είναι ένα συγκεκριμένο έγκλημα, και μάλιστα τόσο κοινότοπο όσο αυτό, που μπορεί να βλάψει ένα σύγχρονο Κράτος, αλλά το σφάλμα να το παραδεχτεί σαν να ήταν υποχρεωμένο να το κάνει. Αλλά από ποιον; Φάνηκαν αδύναμοι, και αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που η αδυναμία των θεατών δεν συγχωρεί σε εκείνους στους οποίους δεν σέβονται παρά μόνο τη φαινομενικότητα της δύναμης. Αλλά αν είχαν υποστηρίξει ψυχρά την επιτακτική αναγκαιότητα του κρατικού μυστικού, ποιος θα είχε βρεθεί να την αντικρούσει; Και κυρίως, ποιος θα μπορούσε να της αντιταχθεί πρακτικά; Στο εξής, ενάντια σε αυτό το κρατικό μυστικό που καλύπτει όλες τις πραγματικότητες της ζωής, δεν υπάρχει καμία άλλη προσφυγή εκτός από μια επανάσταση: το να το λέει αυτό κάποιος σημαίνει ότι μιλάει για την εγγυημένη σημερινή ατιμωρησία των διευθυνόντων, εφόσον αυτοί ξέρουν πώς να το εκμεταλλευτούν. Η επιλογή που έγινε με τους πιο απλούς και τους πιο αληθινούς όρους της, τη στιγμή της υπόθεσης Μόρο, από τους πιο κυνικούς και τους πιο διεφθαρμένους πολιτικούς του πλανήτη (“Ή με το Κράτος ή εναντίον του Κράτους”) θα πρέπει να επιβληθεί παντού. Και έτσι η ιστορία θα παραμείνει για μια ολόκληρη εποχή ένας ψυχρός και τερατώδης αφανισμός κάθε φυσικού και ανθρώπινου πλούτου.

Σημειώσεις της μετάφρασης

[1] Το ουσιαστικό “abatage” μεταφράζεται σε ολόκληρο το κείμενο ως “αφανισμός” (και το αντίστοιχο ρήμα “abattre” μεταφράζεται ως “αφανίζω”) υποδηλώνοντας μεταξύ άλλων το κόψιμο δέντρων, τη σφαγή ζώων ή την εξόντωση ανθρώπων ανάλογα με το νοηματικό πλαίσιο της χρήσης του.

[2] O Ζαν Μπατίστ Κoλμπέρ (Jean-Baptiste Colbert) ήταν Υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας την περίοδο 1665–1683, επί βασιλείας Λουδοβίκου ΙΔ΄. Το 1669 συντάχθηκε με πρωτοβουλία του Κολμπέρ το βασιλικό διάταγμα “για τα νερά και τα δάση” που αποσκοπούσε μεταξύ άλλων στην προστασία και αποκατάσταση των αναγκαίων πόρων ξυλείας για την κατασκευή πλοίων του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού της Γαλλίας.

[3] Alfred Kastler, Michel Damien, et Jean-Claude Nouet (1981). Le grand massacre.

[4] Στις 10 Ιουλίου 1985 πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών της Γαλλίας ανατίναξαν και βύθισαν το πλοίο Rainbow Warrior της Greenpeace, το οποίο είχε καταπλεύσει στο λιμάνι του Ώκλαντ της Νέας Ζηλανδίας με σκοπό να μεταβεί στην ατόλη Μορουρόα της Πολυνησίας στο πλαίσιο διαμαρτυρίας ενάντια σε σχεδιαζόμενη πυρηνική δοκιμή του γαλλικού κράτους. Παρά την αρχική άρνηση της ανάμιξής της, η γαλλική κυβέρνηση παραδέχτηκε με επίσημη δήλωση του πρωθυπουργού Λωράν Φαμπιούς στις 22 Σεπτεμβρίου 1985 ότι οι δράστες είχαν ενεργήσει κατόπιν κρατικών εντολών. Κατά τη βύθιση του πλοίου πνίγηκε ο δημοσιογράφος Φερνάντο Περέιρα.

Πηγή: Athens Indymedia

Ο Ένγκελς για τον Στίρνερ: Επιστολή Ένγκελς στον Μαρξ, 19 Νοεμβρίου 1844

Μεταφράσαμε την επιστολή απ’ την αγγλική μετάφραση στο MECW 38. Στην εικόνα, σκίτσο του Ένγκελς το 1842 με την ομάδα των «Ελεύθερων». Από τ’ αριστερά προς τα δεξιά: Άρνολντ Ρούγκε, Ludwig Bohr, Carnau-Werk, Μπρούνο Μπάουερ, Ott Vegant, Έτγκαρ Μπάουερ, Μαξ Στίρνερ, Eduardo Mayen, δύο μέλη τα ονόματα των οποίων δεν γνωρίζουμε και Carl Friedrich Kuppen. Ο σκίουρος πάνω αριστερά είναι ο Πρώσος υπουργός Παιδείας Johan Eichhorn (Eichhorn στα γερμανικά σημαίνει σκίουρος).

Για τον Κύριο Σαρλ Μαρξ
Οδός Vanneau 38
Faubourg Saint-Germain, Παρίσι

#2

Μπάρμεν, 19 Νοεμβρίου 1844

Αγαπητέ Μ.

Πριν από ένα 15ήμερο έλαβα μερικές γραμμές από εσένα και τον Buergers γραμμένες στις 8 Οκτωβρίου και ταχυδρομημένες στις 27 Οκτωβρίου[1]. Περίπου την ίδια περίοδο που έγραψες τη σημείωσή σου, σου έστειλα μια επιστολή με παραλήπτη τη σύζυγό σου, κι εμπιστεύομαι ότι έφτασε στα χέρια σας. Για να είμαι σίγουρος ότι στο μέλλον η αλληλογραφία μας δεν θα κλαπεί [απ’ τις αρχές], προτείνω ν’ αριθμούμε τις επιστολές μας [ώστε να ξέρουμε αν τελικά κάποια στην πορεία εξαφανίστηκε], οπότε η παρούσα επιστολή είναι η επιστολή #2. Όποτε μου γράφεις, λέγε μου μέχρι ποιον αριθμό έχεις λάβει κι αν υπάρχει κάποιος ενδιάμεσος αριθμός που λείπει.

Πριν από μερικές ημέρες ήμουν στην Κολωνία και τη Βόννη. Όλα πήγαν καλά στην Κολωνία. Ο Grun θα σου είπε για τις δραστηριότητες των ανθρώπων μας. Ο Hess σκέφτεται να πάει κι αυτός στο Παρίσι όπως εσύ, σε δύο-τρεις εβδομάδες, αν καταφέρει να βρει αρκετά χρήματα. Έχεις τώρα αρκετούς Πολίτες επίσης εκεί, αρκετούς για να στήσετε ένα συμβούλιο. Θα μ’ έχεις λιγότερη ανάγκη, κι εδώ μ’ έχουν όλο και περισσότερη. Προφανώς, δεν μπορώ να έρθω τώρα καθώς αυτό θα σήμαινε να έρθω σε ρήξη με όλη μου την οικογένεια. Επιπλέον, έχω έναν ερωτικό δεσμό τον οποίο πρέπει να ξεκαθαρίσω πρώτα, κι έπειτα πρέπει ένας από εμάς να βρίσκεται εδώ επειδή οι άνθρωποί μας χρειάζονται πίεση για να διατηρήσουν ένα επαρκές βαθμό δραστηριότητας και να μην εκπέσουν στην αδράνεια. O Jung, για παράδειγμα, καθώς και πολλοί άλλοι, δεν μπορούν να πειστούν ότι η διαφορά μας με τον Ρούγκε είναι ζήτημα αρχής[2], και συνεχιζουν να πιστεύουν ότι πρόκειται απλώς για μια προσωπική φιλονικία. Όταν τους λένε ότι ο Ρούγκε δεν είναι κομμουνιστής δεν το πιστεύουν και διαβεβαιώνουν ότι, εν πάση περιπτώσει, θα ήταν κρίμα ν’ απορριφθεί απερίσκεπτα μια «φιλολογική αυθεντία» όπως ο Ρούγκε. Τι να πει κανείς γι’ αυτό; Θα πρέπει να περιμένουμε να ξεφουρνίσει ξανά ο Ρούγκε καμιά κολοσσιαία ηλιθιότητα, ώστε ν’ αποδειχθεί δια γυμνού οφθαλμού σ’ αυτούς τους ανθρώπους το γεγονός ότι ο Ρούγκε δεν είναι κομμουνιστής. Δεν ξέρω, αλλά κάτι δεν πάει καλά με τον Jung· ο άνθρωπος δεν έχει αρκετή αποφασιστικότητα.

Πραγματοποιούμε τώρα παντού δημόσιες συγκεντρώσεις με σκοπό να ιδρύσουμε ενώσεις για να προάγουμε την εργατική υπόθεση[3]· αυτό προκαλεί τρομερή αναστάτωση ανάμεσα στους Τεύτονες [Γερμανούς] και προσελκύει την προσοχή των φιλισταίων προς τα κοινωνικά προβλήματα. Οι συγκεντρώσεις αυτές συγκαλούνται αυθόρμητα και χωρίς να ζητηθεί η άδεια απ’ την αστυνομία. Προνοήσαμε ώστε τα μισά μέλη της επιτροπής που θα συντάξει το καταστατικό στη Κολωνία να είναι δικοί μας άνθρωποι· στο Έλμπερφελντ υπήρχε τουλάχιστον ένας δικός μας, και με την βοήθεια των ορθολογιστών[4] καταφέραμε σ’ αυτές τις δύο συναντήσεις να κατατροπώσουμε τους θρησκόληπτους· με μια συντριπτική πλειοψηφία, τα χριστιανικά στοιχεία αποκλείστηκαν απ’ τα καταστατικά[5]. Διασκέδασα ιδιαίτερα στο θέαμα βλέποντας αυτούς τους ορθολογιστές να γελοιοποιούνται ολοκληρωτικά με το θεωρητικό τους χριστιανισμό και τον πρακτικό τους αθεϊσμό. Κατ’ αρχήν, συμφωνούσαν πλήρως με τη χριστιανική αντιπολίτευση, παρότι στην πράξη, ο χριστιανισμός, ο οποίος σύμφωνα με τα δικά τους λόγια αποτελεί τη βάση της Ένωσης, δεν έπρεπε ν’ αναφερθεί πουθενά στο καταστατικό. Το καταστατικό μπορούσε να μιλάει για τα πάντα, εκτός απ’ τη καίρια αρχή της Ένωσης! Είχαν τόσο γαντζωθεί σ’ αυτή την παράλογη θέση που, χωρίς να χρειαστεί καν να ξεστομίσω ούτε μια λέξη, αποκτήσαμε καταστατικά τα οποία, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν θα μπορούσαν να είναι καλύτερα. Την προσεχή Κυριακή θα γίνει άλλη μια συνάντηση, δεν θα μπορέσω όμως να παραβρεθώ επειδή φεύγω αύριο για τη Βεστφαλία.

Είμαι βυθισμένος ως τα φρύδια σ’ αγγλικές εφημερίδες και βιβλία, απ’ τα οποία αντλώ για το βιβλίο μου για τη συνθήκη των Άγγλων προλετάριων[6]. Υποθέτω ότι θα το ‘χω τελειώσει μέχρι τα μέσα ή το τέλος του Ιανουαρίου, επειδή εδώ και μια-δυο εβδομάδες έχω τελειώσει με την κουραστικότερη δουλειά, την κατάταξη του υλικού. Θα παρουσιάσω στους Άγγλους ένα υπέροχο κατηγορητήριο· καταγγέλω σ’ όλον τον κόσμο την αγγλική αστική τάξη για φόνους, ληστείες κι άλλα εγκλήματα σε μαζική κλίμακα, και γράφω μια εισαγωγή στ’ αγγλικά[7] την οποία θα τυπώσω ξεχωριστά και θα τη στείλω στους Άγγλους κομματικούς αρχηγούς, τους ανθρώπους των γραμμάτων και τα μέλη του κοινοβουλίου. Με το κατηγορητήριο αυτό θα έχουν κάτι να με θυμούνται. Είναι αυτονόητο ότι αν και στοχεύω στο σαμάρι απευθύνομαι ωστόσο στον γάιδαρο, δηλαδή στη γερμανική αστική τάξη, στην οποία καταστώ σαφές είναι οι κατηγορίες αυτές αφορούν και την ίδια, με τη διαφορά ότι οι δικές της μέθοδοι δεν είναι τόσο θρασείς, διεξοδικές κι ευφυείς. Μόλις ολοκληρώσω το βιβλίο, θα συνεχίσω με την ιστορία της κοινωνικής ανάπτυξης της Αγγλίας[8], ένα έργο που θα είναι λιγότερο κοπιαστικό επειδή έχω ήδη συλλέξει τη σχετική βιβλιογραφία, έχω φτιάξει ένα γενικό περίγραμμα στο μυαλό μου κι έχω κατασταλάξει επί του ζητήματος. Εν τω μεταξύ, ίσως γράψω μερικές μπροσούρες μόλις βρω χρόνο, ιδίως ενάντια στον Λιστ[9].

Και να μην το έχεις λάβει ακόμα, θα έχεις ακούσει για το βιβλίο του Στίρνερ, Ο Μοναδικός κι η Ιδιοκτήσια του[10]. Ο Wigand μου έστειλε τα τυπογραφικά φύλλα, τα οποία πήρα μαζί μου στην Κολωνία και τ’ άφησα στον Hess. Ο ευγενής Στίρνερ -θα θυμάσαι τον Σμιντ [το πραγματικό όνομα του Στίρνερ ήταν Γιόχαν Κάσπαρ Σμιντ] απ’ το Βερολίνο, είναι αυτός που έγραψε για τα Μυστήρια στο περιοδικό του Buhl[11]- παίρνει ως αρχή του τον εγωισμό του Μπένθαμ, μόνο που κατά μια έννοια τον φέρνει σε πέρας πιο λογικά, και κατά μια άλλη έννοια λιγότερο λογικά. Πιο λογικά με την έννοια ότι ο Στίρνερ, ως άθεος, θέτει το εγώ πάνω απ’ τον θεό, ή μάλλον απεικονίζει το εγώ να είναι το Α και το Ω, το παν, ενώ ο Μπένθαμ επιτρέπει στον θεό να παραμείνει απόμακρος και νεφωλώδης πάνω απ’ το εγώ· αυτός ο Στίρνερ, εν ολίγοις, καβαλά τον γερμανικό ιδεαλισμό, είναι ένας ιδεαλιστής που στράφηκε προς τον υλισμό και τον εμπειρισμό, ενώ ο Μπένθαμ είναι απλώς ένας εμπειριστής. Ο Στίρνερ είναι λιγότερο λογικός με την έννοια ότι θα ήθελε ν’ αποφύγει την ανακατασκευή, επηρεασμένη απ’ τον Μπένθαμ, μιας κοινωνίας που έχει αναχθεί σε άτομα, όμως δεν μπορεί να τ’ αποφύγει. Ο εγωισμός αυτός είναι απλώς η ουσία της παρούσας κοινωνίας και του παρόντος ανθρώπου που έχει αποκτήσει συνείδηση της ουσίας του, είναι το έσχατο που μπορεί να μας αντιπαραθέσει η παρούσα κοινωνία, η κορύφωση όλης της θεωρίας εγγενούς στην επικρατούσα ηλιθιότητα. Αυτό είναι όμως ακριβώς που κάνει τον Στίρνερ σημαντικό, σημαντικότερο απ’ ότι τον θεωρεί, πχ, ο Hess. Δεν πρέπει απλώς να τον απορρίψουμε. Πρέπει αντ’ αυτού να τον χρησιμοποιήσουμε ως τη τέλεια έκφραση της παρούσας ανοησίας και, αντιστρέφοντάς τον, να οικοδομήσουμε επάνω του. Ο εγωισμός αυτό φτάνει σε τέτοια οξύτητα, είναι τόσο ανόητος και συνάμα τόσο αυτοσυνείδητος, που δεν μπορεί να διατηρηθεί ούτε για μια στιγμή στην μονομέρειά του ώστε πρέπει άμεσα να μετατραπεί σε κομμουνισμό. Αρχικά, πρόκειται για το απλό ζήτημα ν’ αποδείξουμε στον Στίρνερ ότι ο εγωιστικός του άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να γίνει κομμουνιστής απ’ τον ίδιο του τον εγωισμό. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να του απαντήσουμε. Κατά δεύτερον, πρέπει να του πούμε ότι στον εγωισμό της η ανθρώπινη καρδιά είναι από μόνη της, εξ αρχής, ανιδιοτελής κι αυτοθυσιαστική, ώστε τελικά να καταλήξει μ’ αυτό που μάχεται. Αυτές οι λίγες κοινοτυπίες αρκούν για ν’ αρνηθούμε την μονομέρεια. Πρέπει όμως να υιοθετήσουμε ως αρχή αυτή την αλήθεια όπως έχει. Και είναι σίγουρα αλήθεια ότι πρέπει πρώτα να κάνουμε έναν σκοπό δικό μας, εγωιστικό σκοπό, πριν μπορέσουμε να κάνουμε οτιδήποτε για την προώθησή του – και συνεπώς, κατ’ αυτή την έννοια, ανεξαρτήτως από όποιες τελικές υλικές προσδοκίες, είμαστε επίσης κομμουνιστές από εγωισμό, και είναι απ’ τον εγωισμό μας που θέλουμε να γίνουμε ανθρώπινα όντα κι όχι απλώς άτομα. Ή, για να το θέσω διαφορετικά. Ο Στίρνερ έχει δίκιο που απορρίπτει τον «άνθρωπο» του Φώυερμπαχ, ή τουλάχιστον τον «άνθρωπο» της Ουσίας του Χριστιανισμού. Ο Φώυερμπαχ συνάγει τον «άνθρωπό» του απ’ τον θεό, είναι απ’ τον θεό που καταλήγει στον «άνθρωπο», και συνεπώς ο «άνθρωπος» στέφεται μ’ ένα θεολογικό φωτοστέφανο αφαίρεσης. Ο αληθινός τρόπος να καταλήξουμε στον «άνθρωπο» είναι ο αντίθετος. Πρέπει να ξεκινήσουμε απ’ το Εγώ, το εμπειρικό άτομο με σάρκα και οστά, αν δεν θέλουμε, όπως ο Στίρνερ, να κολλήσουμε σ’ αυτό το σημείο αλλά να προχωρήσουμε στο ν’ ανυψώσουμε τους εαυτούς μας σε «άνθρωπο». Ο «άνθρωπος» θα παραμένει ένα φάντασμα όσο δεν παίρνουμε για βάση του τον εμπειρικό άνθρωπο. Εν ολίγοις, πρέπει να ξεκινήσουμε απ’ τον εμπειρισμό και τον υλισμό αν θέλουμε οι έννοιες μας, και ιδίως ο «άνθρωπός» μας, να είναι κάτι πραγματικό· πρέπει να συνάγουμε το γενικό απ’ το συγκεκριμένο, όχι απ’ τον εαυτό του ούτε, όπως ο Χέγκελ, από αέρα κοπανιστό. Όλα αυτά είναι κοινοτοπίες που δεν χρειάζονται εξήγηση· έχουν ήδη γραφτεί απ’ τον Φώυερμπαχ και δεν θα τα επαναλάμβανα αν ο Hess -πιθανότατα λόγω της πρότερης ιδεαλιστικής του κλίσης- δεν είχε δυσφημίσει τόσο τρομερά τον εμπειρισμό, ειδικά τον Φώυερμπαχ και τώρα στον Στίρνερ. Ο Hess έχει δίκιο για πολλά απ’ όσα λέει για τον Φώυερμπαχ· απ’ την άλλη όμως φαίνεται ότι ακόμη υποφέρει από μια σειρά ιδεαλιστικών παρεκκλίσεων – όποτε ξεκινάει να μιλήσει για θεωρητικά ζητήματα πάντα προχωρά μέσω της αλληλουχίας των κατηγοριών, και συνεπώς δεν μπορεί να γράψει μ’ έναν λαϊκό τρόπο επειδή είναι υπερβολικά αφηρημένος. Οπότε, μισεί επίσης κάθε είδος εγωισμού και κηρύττει την αγάπη για την ανθρωπότητα, κλπ, τα οποία τελικά συμπυκνώνονται στη χριστιανική αυτοθυσία. Αν, ωστόσο, το άτομο με σάρκα και οστά αποτελεί την αληθινή βάση, το αληθινό σημείο αφετηρίας, για τον «άνθρωπό» μας, έπεται ότι ο εγωισμός -όχι φυσικά μόνο ο πνευματικός εγωισμός του Στίρνερ, μα επίσης ο εγωισμός της καρδιάς– αποτελεί την αφετηρία για την αγάπη μας για την ανθρωπότητα, και χωρίς αυτόν τον εγωισμό η αγάπη για την ανθρωπότητα κρέμεται στον αέρα, χωρίς καμία βάση. Καθώς σύντομα ο Hess θα έρθει να σε βρει θα μπορέσετε να τα συζητήσετε αυτά κατ’ ιδίαν. Παρεμπιπτόντως, ημέρα με τ’ ημέρα βρίσκω αυτές τις θεωρητικές μπουρδολογίες όλο και πιο κουραστικές και τσαντίζομαι με κάθε λέξη που ξοδεύεται για το ζήτημα του «ανθρώπου», με κάθε πρόταση που πρέπει να διαβάσουμε ή να γράψουμε ενάντια στη θεολογία και την αφαίρεση καθώς κι ενάντια στον χυδαίο υλισμό. Είναι όμως τελείως διαφορετικό ζήτημα όταν, αντί να καταπιανόμαστε μ’ όλα αυτά τα φαντάσματα -επειδή ακόμη κι ο άνθρωπος που δεν έχει πραγματωθεί παραμένει ένα φάντασμα μέχρι τη στιγμή της πραγμάτωσής του- στρεφόμαστε στο πραγματικά, ζωντάνα πράγματα, σε ιστορικές εξελίξεις και συνέπειες. Αυτά, τουλάχιστον, είναι τα καλύτερα που μπορούμε ν’ αναμένουμε όσο παραμένουμε περιορισμένοι αποκλειστικά στο να γράφουμε και δεν μπορούμε να πραγματώσουμε τις σκέψεις άμεσα με τα ίδια μας τα χέρια ή, αν χρειαστεί, με τις γροθιές μας.

Το βιβλίο του Στίρνερ όμως επιδεικνύει γι’ άλλη μια φορά πόσο βαθά είναι ριζωμένη η αφαίρεση στη φύση των Βερολινέζων. Ξεκάθαρα, ο Στίρνερ είναι ο πιο ταλαντούχος, ανεξάρτητος κι εργατικός απ’ τους «Ελεύθερους»[12], πέφτει όμως απ’ την ιδεαλιστική στην υλιστική αφαίρεση και καταλήγει μετέωρος στο κενό. Απ’ όλη τη Γερμανία συρρέουν ειδήσεις αναφορικά με την ανάπτυξη του σοσιαλισμού, απ’ το Βερολίνο όμως τίποτα. Όταν καταργηθεί η ιδιοκτησία στη Γερμανία, αυτοί οι εξυπνάκηδες Βερολινέζοι θα στήσουν μια δική τους La Democratie pacifique[13] στο Hasenheide – σίγουρα όμως δεν θα πάνε μακρυά. Προσοχή! Ένας νέος μεσσίας θα εγερθεί στην Uckermark, ένας μεσσίας ο οποίος θα φέρει τον Φουριέρ στα μέτρα του Χέγκελ· θα ορθώσει ένα phalanstère[14] επί των αιώνιων κατηγοριών και θα το θέσει ως έναν αιώνιο νόμο της αυτοαναπτυσσόμενης ιδέας ότι το κεφάλαιο, το ταλέντο κι η εργασία πρέπει να λάβουν ένα ορισμένο μερίδιο του προϊόντος. Αυτό θ’ αποτελέσει τη Καινή Διαθήκη του εγελιανισμού, ο γερο-Χέγκελ θα είναι η Παλαιά Διαθήκη, και το «κράτος», το δίκαιο, «[ο] νόμος θα γίνει παιδαγωγός μας, οδηγώντας μας στον Χριστό»[15]. Και το phalanstère, στο οποίο θα βρίσκονται οι γνώστες σύμφωνα με τη λογική αναγκαιότητα, θα είναι ο «νέος παράδεισος» και η «νέα γη», η νέα Ιερουσαλήμ που κατέρχεται απ’ τον παράδεισο στολισμένη σαν νύφη[16]. Κι όλα αυτά ο αναγνώστη θα μπορεί να τα βρει να εκτείθονται επί μακρόν στη νέα Αποκάλυψη. Κι όταν όλα αυτά ολοκληρωθούν, θα προκύψει η Κριτική Κριτική, θ’ ανακηρύξει ότι είναι τα πάντα, ότι συνδυάζει στο κεφάλι της το κεφάλαιο, το ταλέντο και την εργασία, ότι όλα όσα παράγονται παράγονται απ’ αυτή κι όχι απ’ τις αδύναμες μάζες – και θα κατασχέσει τα πάντα για πάρτη της. Αυτή θα είναι η κατάληξη της βερολινέζικης εγελιανής ειρηνικής δημοκρατίας.

Όταν ολοκληρώσεις την Κριτική Κριτική[17] στείλε μου μερικά σφραγισμένα αντίτυπα μέσω των βιβλιοπώλων – ίσως κατασχεθούν [απ’ τις αρχές]. Σε περιπτώση που δεν έλαβες την προηγούμενη επιστολή μου, να επαναλάβω ότι μπορείς να μου γράψεις είτε βάζοντας ως στοιχεία παραλήπτη Φ. Ε. ο νεώτερος, Μπάρμεν, είτε με σφραγισμένη επιστολή στη F. W. Struecker and Co., Έλμπερφελντ. Την παρούσα επιστολή στη στέλνω μ’ έμμεσο τρόπο.

Γράψε μου σύντομα -έχουν περάσει περισσότεροι από δύο μήνες απ’ τη τελευταία φορά που μου έγραψε- για όσα συμβαίνουν στη Vorwärts!. Δώσε σ’ όλους τα χαιρετίσματά μου.

Δικός σου,
[υπογραφή του Ένγκελς]

Σημειώσεις:
1. Επιστολή των Μαρξ και Buergers στον Ένγκελς στις 8 Οκτωβρίου 1844 δεν έχει βρεθεί.
2. Η διαφωνία μεταξύ του Μαρξ, του Ένγκελς και του Άρνολντ Ρούγκε χρονολογείται απ’ την περίοδο της έκδοσης των Γαλλογερμανικών Χρονικών, σε σύνταξη του Μαρξ και του Ρούγκε. Οι διαφωνίες αυτές οφείλονταν στην αρνητική στάση του Ρούγκε προς τον κομμουνισμό και το επαναστατικό προλεταριακό κίνημα. Αυτή ήταν η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του Μαρξ και του Νεαρού Εγελιανού Ρούγκε, ο οποίος ήταν υποστηρικτής του φιλοσοφικού ιδεαλισμού. Η τελική ρήξη μεταξύ του Μαρξ και του Ρούγκε συνέβη τον Μάρτιο του 1844. Η καταδίκη της εξέγερσης των σιλεσιανών υφαντών τον Ιούνιο του 1844 απ’ τον Ρούγκε ώθησε τον Μαρξ να τον κατακρίνει στο άρθρο του «Κριτικές Περιθωριακές Σημειώσεις για το Άρθρο: “Ο Βασιλιάς της Πρωσίας και η Κοινωνική Μεταρρύθμιση. Από έναν Πρώσο”» [Σ.τ.Μ: το ανώνυμο άρθρο με την απλή υπογραφή «ένας Πρώσος» ήταν γραμμένο απ’ τον Ρούγκε, και ο Μαρξ το γνώριζε αυτό].
3. Αναφέρεται στις Ενώσεις προς Όφελος των Εργατικών Τάξεων που σχηματίστηκαν σε μια σειρά πρωσικών πόλεων το 1844 και το 1845 με πρωτοβουλία της γερμανικής φιλελεύθερης αστικής τάξης, οι οποίες ανησυχήσαν απ’ την εξέγερση των Σιλεσιανών υφαντών το καλοκαίρι του 1844, ελπίζοντας ότι οι ενώσεις αυτές θ’ αποτρέπαν τους εργάτες από μαχητικούς αγώνες. Παρά τις προσπάθειες της αστικής τάξης και των κυβερνητικών αρχών να δωθεί στις ενώσεις αυτές ένας ακίνδυνος φιλανθρωπικός χαρακτήρας, συνεισφέραν στην αναπτυσσόμενη πολιτική δραστηριότητα των μητροπολιτικών μαζών και τραβήξαν την προσοχή ευρύων τμημάτων της γερμανικής κοινωνίας προς κοινωνικά ζητήματα. Το κίνημα ίδρυσης τέτοιων ενώσεων υπήρξε ιδιαίτερα διαδεδομένο στις πόλεις της βιομηχανικής επαρχίας της Ρηνανίας. Με τις ενώσεις να έχουν πάρει μια τέτοια απρόβλεπτη κατεύθυνση, η πρωσική κυβέρνηση έκοψε βιαστικά τις δραστηριότητές τους την άνοιξη του 1845, αρνούμενη να εγκρίνει τα καταστατικά τους κι απαγορεύοντάς τους να συνεχίσουν το έργο τους.
4. Οι ορθολογιστές ήταν εκπρόσωποι μιας προτεσταντική τάση η οποία προσπαθούσε να συνδυάσει τη θεολογία με τη φιλοσοφία και ν’ αποδείξει ότι οι «θείες αλήθειες» μπορούν να ερμηνευτούν με τη λογική. Ο ορθολογισμός αντιτίθονταν στον πιετισμό [αλλιώς κι ευσεβισμό], μια ακραία μυστικιστική τάση του λουθηρανισμού.
5. Στο συνέδριο που έγινε στην Κολωνία στις 10 Νοεμβρίου του 1844 παρεβρίσκονταν πρώην μέτοχοι κι αρθογράφοι της Εφημερίδας του Ρήνου, οι φιλελεύθεροι Ludolf Camphausen και Gustav Mevissen, ριζοσπάστες μεταξύ των οποίων οι Georg Jung, Karl d’Ester και Franz Raveaux, και άλλοι. Δημιουργήθηκε μια Γενική Ένωση Αρωγής κι Εκπαίδευσης με σκοπό τη βελτίωση της συνθήκης των εργατών (τα μέτρα που λήφθησαν συμπεριλάμβαναν την αύξηση των ταμείων για αλληλοβοήθεια, κλπ). Παρά τις διαφωνίες των φιλελεύθερων, το συνέδριο υιοθέτησε δημοκρατικούς κανόνες οι οποίοι επιτρέπαν την ενεργή συμμετοχή των εργατών στην Ένωση. Στη συνέχεια υπήρξε μια οριστική ρήξη μεταξύ των ριζοσπαστικών-δημοκρατικών στοιχείων και των φιλελεύθερων. Οι φιλελεύθεροι, με ηγέτη τον Camphausen, αποχωρήσαν απ’ την Ένωση, η οποία λίγο αργότερα κρίθηκε παράνομη απ’ τις αρχές. Τον Νοέμβριο του 1844, δημιουργήθηκε μια Εκπαιδευτική Ένωση στο Έλμπερφελντ. Οι ιδρυτές της απ’ την αρχή αντιμάχονταν τον τοπικό κλήρο, ο οποίος προσπαθούσε να θέσει την Ένωση υπό την επιρροή του και να δώσει στη δραστηριότητά της έναν θρησκευτικό χαρακτήρα. Ο Ένγκελς κι οι φίλοι του ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τις συναντήσεις και την επιτροπή της Ένωσης για τη διάδοση κομμουνιστικών αντιλήψεων. Όπως περίμενε ο Ένγκελς, το καταστατικό της Ένωσης δεν εγκρίθηκε απ’ τις αρχές, και η Ένωση διαλύθηκε την άνοιξη του 1845.
6. Αναφέρεται στο βιβλίο του Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία.
7. Αναφέρεται στο κείμενό του «Στις Εργαζόμενες Τάξεις της Μεγάλης Βρετανίας», το οποίο παρατίθεται ως εισαγωγή στο Φρίντριχ Ένγκελς, Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία, μέρος Α’, εκδόσεις Μπάυρον, 1974.
8. Αρχικά ο Ένγκελς σχεδίαζε να γράψει ένα βιβλίο και την κοινωνική ιστορία της Αγγλίας και ν’ αφιερώσει ένα απ’ τα κεφάλαι του βιβλίου αυτού στην κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία. Όμως, συνειδητοποιώντας τον ειδικό ρόλο που έπαιζε το προλεταριάτο στην αστική κοινωνία, αποφάσισε να καταπιαστεί με την εργατική τάξη σ’ ένα ξεχωριστό βιβλίο, το οποίο έγραψε όταν επέστρεψε στη Γερμανία απ’ την Αγγλία, μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 1844 και του Μαρτίου του 1845. Αποσπάσματα από χειρόγραφα του Ένγκελς τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1845, καθώς κι οι επιστολές του εκδότη Leske στον Μαρξ στις 14 Μαΐου και 7 Ιουνίου του 1845, δείχνουν ότι την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1845 ο Ένγκελς συνέχισε να δουλεύει το βιβλίο του για την κοινωνική ιστορία στην Αγγλία. Παρότι δεν εγκατέλειψε αυτό το πλάνο του μέχρι και τα τέλη του 1847 -όπως αποδεικνύεται από ένα άρθρο του στη Deutsche-Brusseler-Zeitung, no. 91, 14 Νοεμβρίου 1847- τελικά απέτυχε να το ολοκληρώσει.
9. Ο Ένγκελς δεν έγραψε μπροσούρα για το βιβλίο του Φρίντριχ Λιστ, Das nationale System der politischen ökonomie, παρότει αργότερα συνέχισε να συζητά αυτή την ιδέα με τον Μαρξ, ο οποίος με τη σειρά του σκόπευε να δημοσιεύσει μια κριτική ανάλυση των απόψεων του Λιστ. Ο Ένγκελς επέκρινε τους Γερμανούς υπερμάχους του προστατευτισμού, και πάνω απ’ όλα τον Λιστ, στην ομιλία του στο Έλμπερφελντ [Σ.τ.Μ: για τ’ αδημοσιεύτα χειρόγραφα με την κριτική του Μαρξ στον Λιστ βλέπε Καρλ Μαρξ, Η Αυταπάτη της Εθνικής Οικονομίας, εκδόσεις Κοροντζής, 1990, στο οποίο περιλαμβάνεται και η δεύτερη ομιλία του Ένγκελς στο Έλμπερφελντ υπό τον τίτλο «Γιατί ο Κομμουνισμός Είναι Αναγκαιότητα για τη Γερμανία»].
10. Το βιβλίο του Στίρνερ κυκλοφόρησε στα τέλη Οκτωβρίου του 1844, παρότι το copyright της έκδοσης αναγράφει 1845.
11. Πρόκειται για το άρθρο «Review of Les Mysteres de Paris by Eugene Sue» που εκδόθηκε στο Berliner Monatsschrift.
12. Οι «Ελεύθεροι» ήταν μια βερολινέζικη ομάδα Νεαρών Εγελιανών που σχηματίστηκε στις αρχές του 1842. Το πιο γνωστά μέλη τους ήταν ο Edgar Bauer, ο Eduard Meven, ο Ludwig Buhl κι ο Μαξ Στίρνερ. Η κριτική τους προς τις επικρατούσες συνθήκες ήταν αφηρημένη και στερούνταν πραγματικού επαναστατικού περιεχομένου παρότι η μορφή της ήταν υπερριζοσπαστική. Το γεγονός ότι οι «Ελεύθεροι» εκλείπονταν οποιουδήποτε θετικού προγράμματος και παραμελούσαν τις πραγματικότητες της πολιτικής πάλης σύντομα επέφερε διαφωνίες μεταξύ των «Ελεύθερων» και των εκπροσώπων της επαναστατικής-δημοκρατικής πτέρυγας του γερμανικού αντιπολιτευτικού κινήματος. Μια οξεία σύγκρουση μεταξύ των «Ελεύθερων» και του Μαρξ έλαβε χώρα το φθινόπωρο του 1842, όταν ο Μαρξ έγινε συντάκτης της Εφημερίδας του Ρήνου. Τα επόμενα δύο χρόνια (1843-1844), η διαφωνία του Μαρξ και του Ένγκελς με τους Νεαρούς Εγελιανούς αναφορικά με ζητήματα θεωρίας και πολιτικής βάθυνε περαιτέρω. Αυτό δεν εξηγεί μόνο την μετάβασή τους προς τον υλισμό και τον κομμουνισμό, μα επίσης την εξέλιξη των ιδεών των αδερφών Μπάουερ και των φίλων τους. Στην Allgemeine Literatur-Zeitung, ο Μπάουερ κι η ομάδα του αποκηρύξαν τον πρότερό τους «ριζοσπαστισμό του 1842» και, πέρα απ’ την έκφραση υποκειμενικών ιδεαλιστικών απόψεων κι αντιπαράθεσης επιλέκτων προσωπικοτήτων, οι φορείς της «καθαρής Κριτικής», ως βρισκόμενοι σ’ αντίθεση με τις υποτιθέμενα νωθρές κι αδρανείς μάζες, ξεκίνησαν να διαδίδουν τις ιδέες της μετριοπαθούς φιλελεύθερης φιλανθρωπίας. Ο λόγος που ο Μαρξ κι ο Ένγκελς αποφάσισαν να γράψουν το πρώτο κοινό τους έργο, την Αγία Οικογένεια, ήταν να εκθέσουν την μορφή που έλαβαν το 1844 οι απόψεις των Νεαρών Εγελιανών και να υπερασπιστούν τη δική τους καινούρια υλιστική και κομμουνιστική αντίληψη.
13. Ειρωνική αναφορά στη φουριεριστική εφημερίδα La Democratie pacifique, γνωστή για τον σεκταρισμό και τον δογματισμό της.
14. [Σ.τ.Μ.]: Το phalanstère ήταν είδος κτηρίου σχεδιασμένο να στεγάσει τις ουτοπικές σοσιαλιστικές κοινότητες του Φουριέ. Το όνομά του προέρχεται απ’ τον συνδυασμό της phalange [η γνωστή αρχαιοελληνική φάλαγγα, στρατιωτική μονάδα] και του monastère [μοναστήρι].
15. «νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν» (Επιστολή Απόστολου Παύλου προς Γαλάτας, 3: 24).
16. «Καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινήν· ὁ γὰρ πρῶτος οὐρανὸς καὶ ἡ πρώτη γῆ ἀπῆλθον, καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔστιν ἔτι. Καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλὴμ καινὴν εἶδον καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡτοιμασμένην ὡς νύμφην κεκοσμημένην τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς» (Αποκάλυψις Ιωάννου, 21: 1-2).
17. Αναφέρεται στο κοινό βιβλίο τους Αγία Οικογένεια, ή η Κριτική της Κριτικής Κριτικής. Ενάντια στους Μπρούνο Μπάουερ και Σια.

Πηγή: theshadesmag

Mónica και Francisco: Ενάντια στον σεχταρισμό – Για μια συγγένεια που βασίζεται στην πρακτική

Ενάντια στον σεχταρισμό: Για μια συγγένεια που βασίζεται στην πρακτική

Mónica Caballero & Francisco Solar

Αντίκρυ σ’ αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως άμεσα αφομοιωτική για εμάς διαδικασία, ορθώνεται η αναγκαιότητα να γράψουμε αυτό το κείμενο για να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα ζητήματα.

Όπως έχουμε γράψει σε διάφορες περιπτώσεις, είτε ατομικά είτε συλλογικά, κατανοούμε την αναρχία όχι ως ενσάρκωση ή ως ένα σημείο για να φτάσουμε, αλλά ως μια τάση, μια διαρκή πρωτοπρόσωπη σύγκρουση που τοποθετεί στο κέντρο της την αναζήτηση της ατομικής ελευθερίας. Για εμάς, αυτός ο διαρκής αγώνας έχει αποτελέσει πραγματικότητα, και είναι κι ο λόγος για τον οποίον σήμερα βρισκόμαστε πίσω από κάγκελα. Η συνθήκη αυτή δε μας απέτρεψε απ’ το να συνεχίσουμε να συμμετέχουμε σε πρωτοβουλίες αγώνα, είτε εντός είτε εκτός φυλακής.

Κοντολογίς, η αναρχία για εμάς αποτελεί αξιακό κώδικα και διαρκή πρακτική απέναντι στην εξουσία, μια πρακτική στα πλαίσια της οποίας έχουμε γνωρίσει κόσμο (όχι απαραίτητα “αναρχικό”), εμπλουτίζοντας και βελτιώνοντας τις οπτικές και τις δυνατότητές μας, όπως επίσης και σφυρηλατώντας στενούς δεσμούς συνενοχής, οι οποίοι ενδυναμώνονται στο πέρασμα των χρόνων και στην εξέλιξη της σύγκρουσης. Το να ισχυριζόμαστε πως οι δεσμοί αυτοί μπορούν να συναφθούν μονάχα με όσες κι όσους αυτοαποκαλούνται “αναρχικοί”, πέραν του ότι αποτελεί φενάκη -στην οποία πιστεύουν όσοι δεν έχουν τολμήσει να ταξιδέψουν στις ατραπούς της σύγκρουσης και ξοδεύουν τον χρόνο τους μπροστά από έναν υπολογιστή-, είναι κάτι που έχουμε αρνηθεί από τη στιγμή όπου ιεραρχήσαμε υψηλότερα την οικοδόμηση δεσμών, αντί για την αναπαραγωγή κενής συνθηματολογίας ώστε να νιώθουμε “γεμάτοι”. Το να αυτοαποκαλούμαστε “ανυποχώρητοι αναρχικοί” δε σημαίνει απολύτως τίποτα, αν δε συνοδεύεται από τη συγκρουσιακή πρακτική που οφείλει να συγκροτεί μια τέτοια ταυτότητα.

Από την άλλη -και πιο σημαντικό όλων-, το να θεωρούμε πως οιαναρχικές και οι αναρχικοί πρέπει να οικοδομούν σχέσεις μονάχα με αναρχικές και αναρχικούς, αντανακλά μια παράλογη καθαρότητα και έναν σεχταρισμό που, αναμφιβόλως, αποτελεί εξουσιαστική έκφραση. Το να συμπράττουμε και να αρθρώνουμε αγωνιστικές πρωτοβουλίες μόνο με όσες κι όσους αυτοαποκαλούνται “αναρχικοί” περιορίζει τις σχέσεις μας και, κατ’ επέκταση, μειώνει πλήρως τις δυνατότητες να αναπτυχθούμε. Τούτο σημαίνει πως κλειδαμπαρωνόμαστε ηλιθιωδώς σε δογματισμούς που μας περιορίζουν και μας αποτρέπουν από την ελεύθερη συνύπαρξη. Το λοιπόν, παρατηρούμε πως, στο όνομα της ελευθερίας, κάποιοι χτίζουν το ακριβώς αντίθετο, τοποθετώντας τις σέχτες ως θεμέλιο των σχέσεών μας.

Με αυτό, δε θέλουμε να υποστηρίξουμε την οικοδόμηση σχέσεων δίχως κριτήρια ή δίχως να έχουμε κανενός είδους φίλτρο.

Σε προηγούμενα κείμενά μας έχουμε αφήσει κάποια επιχειρήματα που δεν έχουν αναιρεθεί · η μετάνοια, οι διαχωρισμοί και η ιδρυματοποίηση χαράσσουν κάποιες κόκκινες γραμμές, αποτελώντας ανυπέρβλητα στοιχεία που μας αποτρέπουν απ’ το να προβούμε σε συλλογικές πρωτοβουλίες παρέα με όσες κι όσους επιλέγουν αυτά τα μονοπάτια. Όπως μπορείτε να καταλάβετε, τα επιχειρήματα αυτά δεν αντιστοιχούν σε κενές μαρκίζες, αλλά είναι αρκετά συγκεκριμένα και ανταποκρίνονται στους όρους επιβίωσης εντός της φυλακής και όχι μόνο. Αποτελούν οπτικές που αναδεικνύουν την όποια πιθανή αντίφαση ανάμεσα σε αυτά που λέγονται και σ’ αυτά που γίνονται πράξη. Λοιπόν, ενδεχομένως η μόνη αξία για κάποιους είναι ξεστομίζουν πύρινες φανφάρες στο διαδίκτυο ή σε κάποιο κοινωνικό δίκτυο. Αντιθέτως, εμείς δίνουμε προτεραιότητα στην πρακτική, και με βάση αυτήν οικοδομούμε συγγένειες και ρήξεις.

Και σίγουρα, οι εξουσιαστικές πρακτικές αντιπροσωπεύουν μιαν οπτική που δεν πρόκειται να ανεχθούμε. Δε χτίσαμε ποτέ αγωνιστικές σχέσεις θεμελιωμένες στον εξουσιασμό, και η εμπειρία μας ως αναρχικές και ανατρεπτικοί κρατούμενοι δεν αποτελεί εξαίρεση. Τα κοινά σημεία που εντοπίζουμε σε όλα αυτά είναι πολύ πιο ισχυρά από την όποια πιθανή διαφωνία, η οποία προφανώς δε θα μπορούσε ν’ αποτελεί ανυπέρβλητο στοιχείο, καθώς, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα είχε τεθεί ως ζήτημα από το ξεκίνημα της εκάστοτε πρωτοβουλίας. Οι δεσμοί που μας ενώνουν με τα συντρόφια μας, έχουν σφυρηλατηθεί εντός της συγκρουσιακής διαδικασίας. Εντός κι εκτός φυλακής, για περισσότερο από μια δεκαετία, αποτελώντας για εμάς μια σχέση και μια πλούσια εμπειρία που, αδιαμφισβήτητα, έχει θρέψει, έχει δυναμώσει κι έχει προσδώσει καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά στο αναρχικό μας μονοπάτι. Σήμερα, σε αυτήν τη νέα συνθήκη κράτησης, τούτη η συλλογική πρωτοβουλία δεν είναι καινούργια, καθώς έχει βασιστεί σε σημαντικές κινητοποιήσεις που μας επέτρεψαν να αναπτύξουμε ενδιαφέροντα εγχειρήματα.

Τώρα, όπως αναφέραμε και στο άρθρο “Για την αναγκαιότητα συνέχισης του αγώνα εντός φυλακής”, στο περιοδικό Kalinov MOST 4, οι αναρχικές και οι αναρχικοί κρατούμενοι έχουν απομακρυνθεί από τους κώδικες των φυλακών, οι οποίοι είχαν επικρατήσει και αναπαράγονταν από μέλη ένοπλων αριστερών ομάδων από τη δεκαετία του ’80, κώδικες οι οποίοι είχαν κυρίως να κάνουν με την αναπαραγωγή της οργανικής-κομματικής λογικής εντός φυλακής, καθώς και με την εγκαθίδρυση μιας σφαίρας ανωτερότητας σε σχέση με τον υπόλοιπο ποινικό πληθυσμό. Πλέον καλούνται να διατηρήσουν ζωντανούς του ανατρεπτικούς κώδικες με τους οποίους νιώθουμε σύνδεση και τους οποίους θεωρούμε αναγκαίο να εγκολπώσουμε και να τους δώσουμε ζωή. Αναφερόμαστε στην αδιάλλακτη θέση και στάση ενάντια στον θεσμό της φυλακής, η οποία παρέχει μια κοινή ταυτότητα, αντίληψη και αναγνώριση στους κοινωνικούς κρατουμένους και στους λοιπούς φυλακισμένους. Αναφερόμαστε επίσης στο αναμφίλεκτο γεγονός της συνέχισης του αγώνα εντός φυλακής, δείχνοντας έμπρακτα πως με τον εγκλεισμό τίποτα δε σταματά, πως αποτελεί απλώς μία ακόμη μάχη, σπάζοντας έτσι τη θυματοποίηση. Πολλές φορές στον αγώνα για την απελευθέρωση των κρατουμένων, συντρόφια έχουν ορθώσει και προωθήσει εδώ και δεκαετίες μια πρακτική ενάντια στον εγκλεισμό, η οποία έχει διαρρήξει τα τείχη που διαχωρίζουν τον δρόμο και τη φυλακή. Αυτοί είναι μόλις λίγοι απ’ τους ανατρεπτικούς κώδικες που μοιραζόμαστε με τα συντρόφια, που ενισχύουν έμπρακτα τους δεσμούς συγγένειας καθημερινά, και μένουμε μακριά από όσους -ακόμη κι αν αυτοαποκαλούνται “αναρχικοί”- ξεμακραίνουν απ’ τον αγώνα ή βρίσκονται πλήρως αποσυνδεδεμένοι απ’ αυτόν. Τι κάνουν όλοι αυτοί οι “καθαροί” αυτοαποκαλούμενοι “αναρχικοί”, οι οποίοι είναι πλήρως απομακρυσμένοι από τούτες τις ιδέες και τις πρακτικές, αν έχουν ν’ αντιμετωπίσουν μια δίωξη ή αν βρεθούν στη φυλακή; Επαναλαμβάνουμε πως χτίζουμε σχέσεις βασισμένες σε κοινές πρακτικές, όχι σε λόγια ή σε πύρινες μεγαλοστομίες που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο. Τέλος, θεωρούμε αναγκαίο να κάνουμε λόγο για τον κίνδυνο που ο σεχταρισμός και η καθαρότητα εγκυμονούν για τους χώρους μας, πέραν των εξουσιαστικών σχέσεων που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Από την ξεκάθαρα αναρχική μας θέση, θεμελιωμένη στη διαρκή σύγκρουση και στην ατομική ελευθερία, οικοδομούμε σχέσεις και συμπράξεις που μας ενδυναμώνουν και μας ενισχύουν στην ατραπό της ολικής απελευθέρωσης.

Όπως έχουν πει και τα πύρινα συντρόφια της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς πριν λίγα χρόνια: Αλληλεγγύη με τους αναρχικούς κρατουμένους και με τους αμετανόητους όλων των επαναστατικών τάσεων!

ΣΗΜΕΡΑ ΛΕΜΕ: Τα συντρόφια Pablo Bahamondes, Marcelo Villarroel, Juan Aliste, Juan Flores και Joaquín García: Στους δρόμους!

Mónica Caballero Sepúlveda. Φυλακή Σαν Μιγκέλ.

Francisco Solar Domínguez. Φυλακή Ρανκάγουα.

Πηγή: AMW English

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Φώτης Τερζάκης: Άκυρο λόγω συμφέροντος

ΑΚΥΡΟ ΛΟΓΩ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

Αν και μπορούμε να είμαστε σχεδόν βέβαιοι πως κανένας επιστήμονας δεν θα τολμούσε να μεταχειριστεί έναν άνθρωπο σήμερα όπως μεταχειρίζεται τα κουνέλια, παραμένει μολαταύτα ο φόβος πως οι επιστήμονες ως σώμα μπορεί, αν τους επιτραπεί να το κάνουν, να υποβάλουν ζωντανούς ανθρώπους σε επιστημονικά πειράματα, σίγουρα λιγότερο σκληρά αλλά όχι λιγότερα ολέθρια για τ’ ανθρώπινα θύματά τους. Αν ωστόσο οι επιστήμονες δεν μπορούν να κάνουν πειράματα πάνω στα σώματα των ατόμων, είναι πρόθυμοι να κάνουν τέτοια πάνω στο συλλογικό σώμα, και σε αυτό ακριβώς πρέπει να εμποδιστούν ασυζητητί …Μια αριστοκρατία της διάνοιας και της μάθησης! Από πρακτική σκοπιά, θα ήταν η πιο αδιάλλακτη και, από κοινωνική σκοπιά, η πιο επηρμένη και αηδιαστική αριστοκρατία. Και τέτοια θα ήταν η δύναμη που θα εδραιωνόταν εν ονόματι της επιστήμης. Ένα τέτοιο καθεστώς θα ήταν ικανό να παραλύσει όλη τη ζωή και την κίνηση στην κοινωνία.

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

Είπαμε ν’ αποφεύγουμε ad hominem επιχειρηματολογίες και ιμπρεσιονιστικές αναφορές προς φτηνό εντυπωσιασμό· ο κύριος Γεροτζιάφας όμως δεν φαίνεται να το άκουσε. Στο πρόσφατο άρθρο-ανάρτησή του στο INFOWAR —εκεί που δημοσιεύθηκε πρότινος το άρθρο τού Άρη Χατζηστεφάνου «Εμβολιάσου ρε, τί σου ζητάμε;» στο οποίο απάντησα κάπως αιχμηρά, και κάτι σαν ανταπάντηση μου φαίνεται τούτο τώρα— με τίτλο «Περί υποχρεωτικού εμβολιασμού, φασιστών και μικροαστών φιλοτομαριστών»1 προσπαθεί πάλι να μας συγκινήσει με μια δραματική περιγραφή ασθενούς του, της οποίας η θέση στη συγγραφική του σκηνοθεσία (ακριβώς στην αρχή) έχει προφανή πρόθεση να κλονίσει κάθε ψύχραιμη κρίση ώστε να δεχθούμε σαν «φυσικό» το ανήκουστο συμπέρασμά του:  

Εάν τον ρωτούσαμε (ως κράτος και ως γιατροί) τον Φλεβάρη «μήπως θέλετε να κάνετε το εμβόλιο;» και «πείτε μας πιο προτιμάτε (Astra ή Pfizer ή Moderna)» θα ήμασταν απλώς εγκληματικά ηλίθιοι.

Εάν ερχόταν και έλεγε «όχι δεν κάνω το εμβόλιο γιατί άκουσα ότι…» και δεχόμασταν την «ελεύθερη βούληση» (αυτό είναι η προαιρετικότητα του εμβολιασμού) θα ήμασταν απλά εγκληματίες και υποκριτές.

Εάν λέγαμε «πρέπει να κάνεις το εμβόλιο γιατί εάν δεν το κάνεις θα τιμωρηθείς» (και για τα λαϊκά στρώματα δεν είναι τιμωρία ο αποκλεισμός από μπαρ και τα ταξίδι) θα ήμασταν φασίζοντες υποκριτές.

Στην πραγματική ζωή λοιπόν το θέμα τίθεται με απλό και σαφή τρόπο: «Κύριε θα κάνετε το εμβόλιο —αυτό που έχουν αποφασίσει αυτοί που ξέρουνγιατί θα σας προφυλάξει από μια αρρώστια που μπορεί να σας σκοτώσει […] και δεν έχει μα και μου». (υπογραμμίσεις δικές μου).

Παγώνει κανείς και μόνο διαβάζοντάς το. Αλλοίμονο αν δεχθούμε την «ελεύθερη βούληση» όποιου πιστεύει ότι έχει δικαίωμα στο σώμα του, ότι έχει δικαίωμα ν’ αποφασίζει για τη ζωή και τον θάνατό του! Όχι κύριε, η υγεία και η ζωή σου δεν είναι δικαίωμα, είναι υποχρέωση, ανήκεις εξ ολοκλήρου στο κράτος (που εύγλωττα συμπαρατάσσεται εδώ με τους γιατρούς) είτε στη φυλή ή στον σύγχρονο στρατό εργασίας και μην έχεις αυταπάτες ελευθερίας και αυτοκυριότητας, για σένα αποφασίζουν εκείνοι που ξέρουν!

Πώς τολμάει ένας άνθρωπος σε υπεύθυνη θέση σήμερα να ξεστομίζει δημόσια τέτοια λόγια και να μη λυντσάρεται; Και πώς μπορεί να δίνει στον εαυτό του το δικαίωμα χρήσης μιας τέτοιας γκαιμπελικής ρητορικής χωρίς αυτό να ταράζει διόλου την «αριστερή» του αυτοσυνειδησία; Ή θα πρέπει να είναι σχιζοφρενής, ή κάτι άλλο συμβαίνει εδώ… Θα μου κάποιος, βέβαια, έχει και μια ορισμένη «αριστερά» στα ντουλάπια της σκελετούς – τα σταλινικά στρατόπεδα αναμόρφωσης και την ψυχιατρική μεταχείριση των αντιφρονούντων, αίφνης… Όμως πίστευα ότι έχουμε συμφωνήσει πλέον, όσοι τουλάχιστον δεν ψάχνουμε άλλοθι για τον αντικομμουνισμό, πως ο τίτλος «αριστερά» πρέπει να αφαιρεθεί από τέτοιες στρατογραφειοκρατίες του εικοστού αιώνα.

Ο κύριος Γεροτζιάφας πάντως δεν είναι σχιζοφρενής. Είναι ένας ευφυής επιστήμονας με όλα τα τυπικά διαπιστευτήρια, καθηγητής αιματολογίας στην Ιατρική Σχολή τής Σορβόννης και διευθυντής ενός ερευνητικού κέντρου που αναπτύσσει ερευνητικά κι εκπαιδευτικά προγράμματα χρηματοδοτούμενα από τις εταιρείες Sanofi, Pfizer, Leo και Stago. Αυτό φυσικά δεν είναι είδηση· είναι τρέχουσα πρακτική στον ιατρικό κλάδο και προβλέπεται μάλιστα τυπική της αναφορά στις παραγόμενες εργασίες υπό τον τίτλο «δήλωση σύγκρουσης συμφερόντων». Αρνείται όμως να το συνειδητοποιήσει, φοβάμαι, το ευρύ κοινό, εκείνο που εθελοτυφλεί πιστεύοντας στον ευεργετικό ρόλο τής ιατρικής, ή της τεχνοεπιστήμης γενικότερα, και κυρίως πιστεύει πως οι επιστήμονες ξέρουν. Ό,τι δηλαδή ο ίδιος ο κος Γεροτζιάφας προσπαθεί να εγγράψει στο μυαλό τού κόσμου με την υπερφίαλη δήλωσή του. 

Ας γίνει επιτέλους συνείδηση όλων: εκείνο που ξέρουν με βεβαιότητα οι επιστήμονες είναι κυρίως το πού θα βρουν χρηματοδοτήσεις για τη δουλειά τους, και το τί δεν πρέπει να περιέχει αυτή η δουλειά εάν δεν θέλουν να βρεθούν με κλειστές όλες τις πόρτες· η πόζα τού ειδήμονα που παίρνουν απέναντι στους αδαείς είναι μια θλιβερή υπεραναπλήρωση της βαθιάς τους δουλοπρέπειας και της αυτοπεριφρόνησης που θα πρέπει νιώθουν επειδή ξέρουν —και αν δεν το ξέρουν είναι πραγματικά ηλίθιοι— ότι αποτελούν τον τελευταίο τροχό τής αμάξης. Η επιστήμη σήμερα, και κατεξοχήν η ιατρική, είναι κάτι ελάχιστα περισσότερο από πρακτορείο δημοσίων σχέσεων ενός ολιγοπωλιακού καρτέλ εταιρικών γιγάντων, και οι «επιστημονικές» αποφάνσεις της πρέπει να κρίνονται με τα ίδια κειμενικά κριτήρια που κρίνεται η φιλολογία τής διαφήμισης.

Πολύ αφελέστερος ο κος Χατζηστεφάνου, δεν έχει πάψει να δίνει δείγματα αυτής της γονυκλισίας τού μαζικού κοινού μπροστά στην επιστημονικότητα και στην επιστήμη. Αμετακίνητος επανήλθε προσφάτως2 με την αποσβολωτική δήλωση «το ηθικό πλεονέκτημα σε αυτούς τους χώρους [εν. της αριστεράς] έγκειται πρωτίστως στο γεγονός ότι δεν εγκαταλείπουν […] την πίστη τους στην επιστήμη και τον ορθό λόγο» (!) Δεν θα διαφωνήσω βέβαια με τον όρο πίστη· είναι η πιο ακριβής λέξη που μπορούσε να βρει για να περιγράψει τη στάση τού μέσου ανθρώπου σήμερα απέναντι στην αυθεντία τής επιστήμης: άλλοι πιστεύουν στη μετενσάρκωση, άλλοι πιστεύουν στην ύπαρξη εξωγήινων και άλλοι πιστεύουν στην επιστημονική «αλήθεια»… Με τη διαφορά ότι το να πιστεύεις στην ύπαρξη κάποιου είδους μεταθανάτιας ζωής, για παράδειγμα, είναι ίσως απλοϊκό ή και γραφικό αλλά δεν βλάπτει σοβαρά κανέναν – αντίθετα, δίνει ενδεχομένως σε κάποιους ανθρώπους κουράγιο και αντοχή για να ζήσουν, όταν δεν μπορούν να τα ποριστούν από αλλού. Το να πιστεύεις όμως στον έγκυρο κι ευεργετικό ρόλο τής τεχνοεπιστήμης είναι τραγικό: χαλυβδώνει την πιο δεινή κοσμοεξουσία που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, η οποία στον φοβερό αιώνα που πέρασε μας έφερε μόλις ένα βήμα πριν από τον πυρηνικό όλεθρο, και σήμερα απειλεί τη γενετική ταυτότητα του είδους άνθρωπος ενώ δοκιμάζει σκληρά τα όρια αντοχής τού πλανήτη. 

Εκείνο που είναι για να τραβάς τα μαλλιά σου στην παραπάνω φράση είναι το «ηθικό πλεονέκτημα [της αριστεράς]»… Ο κος Χατζηστεφάνου —και μαζί του, δυστυχώς, μεγάλο μέρος τής απολιθωμένης «αριστεράς» των ημερών μας— νομίζει ότι βρίσκεται ακόμα στον δέκατο όγδοο αιώνα, όταν η θρησκεία εκπροσωπούσε καθετί το οπισθοδρομικό και σκοταδιστικό και η επιστήμη συμβάδιζε με τη χειραφετησιακή υπόσχεση για τις ανερχόμενες τάξεις! Κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι από τότε, κε Χατζηστεφάνου μας, και ο καπιταλισμός που διαδέχθηκε τη φιλελεύθερη οικονομία τής αγοράς οργανώθηκε εξαρχής σαν ένα γιγαντιαίο τεχνοεπιστημονικό εγχείρημα για την απεριόριστη, ανελέητη κυριαρχία πάνω στα φυσικά και τ’ ανθρώπινα βιοσυστήματα· η επιστήμη και η τεχνική, αποσυνδεδεμένες από κάθε αξιακή κρίση και αναστοχασμό, είναι η ιδεολογία του. Και αυτό από μόνο του υποδεικνύει, νομίζω, ποιο είναι —ή ποιο θα έπρεπε να είναι— το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς: η ανυποχώρητη κριτική στην εργαλειακή ορθολογικότητα, δηλαδή την τεχνοεπιστήμη, από τη σκοπιά μιας αξιακής ή καθ’ ύλην ορθολογικότητας που προκρίνει διαλεκτικά (με την έννοια της πραξεολογικής διαμεσολάβησης του γνωσιοθεωρητικού στοιχείου) τούς ανθρώπινους σκοπούς: ένα πρόταγμα, δηλαδή, και όχι μια «γνώση». 

Τα «εμβόλια» που προπαγανδίζουν σήμερα οι γιατροί-βαθμοφόροι τού κράτους —για να επιστρέψω σ’ αυτά— είναι στην πραγματικότητα πλατφόρμες γενετικής τεχνολογίας οι οποίες, ως τροποποιητές τής λειτουργίας των κυττάρων, το λιγότερο που μπορούν να προκαλέσουν είναι μόνιμη αλλοίωση στον μηχανισμό φυσικής αυτοανοσοποίησης με συνέπειες τις οποίες δεν μπορεί να προβλέψει κανένας. Δεν θα αναφερθώ εδώ στο διογκούμενο κύμα των παρενεργειών (περιλαμβανομένων θανάτων, φυσικά, αλλά και ραγδαία νόσηση από τον ίδιο τον ιό απ’ όπου υποτίθεται ότι θα ήταν προφύλαξη!) οι οποίες έχουν σημειωθεί και σημειώνονται κιόλας αυτούς τους λίγους μήνες τού μαζικού εμβολιασμού – τις οποίες παρεμπιπτόντως πασχίζουν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο τρόπο να κρύψουν, και αυτό είναι ήδη έγκλημα κατά της ανθρωπότητας… Εκείνο που θέλω κυρίως να τονίσω είναι η δομική λογική που κατευθύνει την διεστραμμένη ιδέα τού υποχρεωτικού εμβολιασμού. 

Έχω ξαναπεί ότι ο θεμελιώδης εχθρός τού καπιταλισμού είναι η αυτονομία, που ενέχει την έννοια της αυτάρκειας σε οιοδήποτε επίπεδο. Κεντρική επιδίωξη είναι όλοι —άτομα, χώρες, γεωγραφικές περιοχές— να εξαρτώνται από μία κεντρική αγορά, μονοπωλιακά ή ολιγοπωλιακά ελεγχόμενη· και αυτό γίνεται με την ένταξη σε έναν διεθνή καταμερισμό εργασίας. Στο πλαίσιο του παγκόσμιου συστήματος, είναι εκείνο που είδαμε να συμβαίνει με το τέλος τής αποικιοκρατίας: οι χώρες που απέκτησαν εθνική ανεξαρτησία ήταν ήδη κατεστραμμένες παραγωγικά από την πολιτική των μονοκαλλιεργειών που είχε επιβάλει το αποικιακό σύστημα, και για να σταθούν στα πόδια τους ήταν υποχρεωμένες να ενταχθούν στην παγκόσμια αγορά, πράγμα που έκαναν αναγκαστικά δανειζόμενες. Δανείζονταν ακριβώς από τους πρώην δυνάστες τους, με δυσμενείς τοκογλυφικούς όρους, πράγμα τις έκανε ακόμη πιο εξαρτημένες —τεχνολογικά, οικονομικά και πολιτικά— από το κεφαλαιοκρατικό κέντρο, οδηγώντας τες σε ένα σπιράλ καταβαράθρωσης.

Σήμερα, βλέπουμε αυτή τη διαδικασία να προχωρεί αμείλικτα από την παγκόσμια περιφέρεια προς ολοένα κεντρικότερες ζώνες. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που συμβαίνει στην ευρωπαϊκή περιφέρεια – πράγμα το οποίο εξηγεί επίσης τα δεινά που έζησε με ιδιαίτερα δραματικό τρόπο η Ελλάδα μέσα στην τελευταία δεκαετία. Γύρω στο 1980 η Ελλάδα είχε ποσοστό παραγωγικής αυτάρκειας κάπου 60-70%. Αυτό κατέρρευσε μετά την ένταξή της στην ΕΕ και σήμερα εμφανίζει την εικόνα μιας χώρας κατεχόμενης από το διεθνές (και πρωτίστως ευρωπαϊκό) κεφάλαιο, εξειδικευμένη αποκλειστικά στην παροχή υπηρεσιών μέσα στον ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας και στερημένη ακόμη και από τη στοιχειώδη αυτάρκεια στον πρωτογενή (αγροτικό) τομέα.

Για τον ίδιον ακριβώς λόγο, και με την ίδια λογική, επιχειρείται σε όλες σχεδόν τις χώρες να εμποδιστούν οι καλλιέργειες με φυσικούς σπόρους και, είτε μέσω απαγορεύσεων (με κλασικό πρόσχημα την «ασφάλεια των τροφίμων») είτε μέσω επιδοτήσεων, να επιβληθούν οι τεχνητοί σπόροι —σαν να λέμε, γενετικές «πατέντες»— των εταιρειών βιοτεχνολογίας. Οι πατέντες των αγροτικών προϊόντων ισοδυναμούν με υποκλοπή της τροφικής αυτάρκειας από τον παγκόσμιο πληθυσμό εκ μέρους ενός βιοτεχνολογικού τραστ (με πρώτη τη δυσώνυμη Monsanto) που στηρίζεται από τις ισχυρότερες κυβερνήσεις τού πλανήτη. Έτσι συνδυάζεται το οικονομικό όφελος με τη δυνατότητα στρατηγικού ελέγχου χωρών και πληθυσμών.

Αναλογικά, το ίδιο γίνεται τώρα με τις φαρμακοβιομηχανίες. Η πολιτική τού υποχρεωτικού εμβολιασμού ισοδυναμεί με «πατεντοποίηση» της υγείας, των ίδιων των βιολογικών αυτορρυθμιστικών μηχανισμών τού ανθρώπινου οργανισμού, και με υποκλοπή τής ανοσολογικής του αυτάρκειας από βιοτεχνολογικά εργαστήρια που ελέγχονται από λίγους φαρμακευτικούς εταιρικούς γίγαντες σε στρατηγική συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.3 Δια βίου εξαρτημένοι από τα προϊόντα τους, που στοχεύουν πλέον όχι σε μια περιορισμένη αγορά «ασθενών» αλλά στην απέραντη αγορά των υγιών, όχι μόνο θα είμαστε όλοι μια ανεξάντλητη πηγή κερδοφορίας αλλά κι ελεγχόμενα εξαρτημένοι μέχρι —κυριολεκτικά— τις παραμικρές μας κυτταρικές λειτουργίες.

Αλήθεια, δεν σας έχουν περάσει ποτέ από το μυαλό αυτά κε Γεροτζιάφα; Δεν ξέρετε μήπως ότι το δήθεν «ασφαλές» εμβόλιο της Astra Zeneca έχει απαγορευτεί πλέον στις περισσότερες χώρες (και στην Ελλάδα υπό όρους) και τώρα μόλις η ΕΜΑ εξέδωσε απαγόρευση επίσης για το σκεύασμα της Johnson & Johnson; Τί ποσοστό τού παγκόσμιου πληθυσμού πρέπει ακόμα να θυσιαστεί μέχρι να απαγορευτούν και τα υπόλοιπα βιοτεχνολογικά τέρατα που έχετε αναλάβει με σταυροφορικό πάθος να προωθείτε;

Αν πραγματικά «αγωνίζεστε για να προστατέψετε και να θεραπεύσετε τους φτωχούς και τους οικονομικά αδύναμους, τα λαϊκά στρώματα σε όλες τις χώρες σε όλον τον πλανήτη», το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να τους αφήσετε στην ησυχία τους: δεν χρειάζονται εσάς, ούτε τα εμβόλια, ούτε την ιατρική σας· αρκετά έχουν πληρώσει ώς τώρα την τεχνογνωσία σας και τις «προστατευτικές» σας προθέσεις. Κρατήστε για τον εαυτό σας και τους ομοίους σας τα δηλητηριώδη σας δώρα· αν η ανθρωπότητα επιβιώσει, δεν θα επιβιώσει με τη βοήθειά σας αλλά ενάντια στον «πολιτισμό» σας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. https://info-war.gr/epitaktiki-i-anagki-gia-emvoliasmo-/?fbclid=IwAR2zXh8yRQTK-GnUa2Y6NvJiXPb69yTq2OSt5eC-cEblEp49fo_qxTGy728, όπου, εκτός των άλλων, προσφεύγει στο ιλιγγιώδες τέχνασμα να χρησιμοποιεί το παράδειγμα ενός βαρύτατα ασθενούς βορειοαφρικανού μετανάστη ως επιχείρημα για τον υποχρεωτικό εμβολιασμό υγιών! Νωρίτερα, άλλωστε, στον ίδιον δικτυακό τόπο είχε (ανα)δημοσιευθεί άρθρο του με τίτλο «Επιτακτική ανάγκη για εμβολιασμό των εγκύων»: ο άνθρωπος είναι αληθινά αδίστακτος…!

2. https://info-war.gr/o-polakis-psareyei-psifoys-sti-dexameni/, όπου λοιδωρεί έναν πρώην υπουργό του ΣΥΡΙΖΑ επειδή ένιωσε την ανάγκη να σπάσει την «ομερτά» τής συνενοχής στο εμβολιαστικό έγκλημα που στηρίζουν με τη σιωπή τους όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Κι εκτός αυτού, συνεχίζει αμετανόητα να χρησιμοποιεί την κακή λέξη: «ψεκασμένοι»…. Πιπέρι!

3. «Τείχος ανοσίας» το λένε αυτό στην υπηρεσιακή γλώσσα των υγειονομικών επιτελείων. Στην πραγματικότητα —όπως ήδη αποδεικνύεται, αλλά δεν ήταν δύσκολο να το μαντέψει κανείς— λειτουργεί μάλλον σαν «αγωγός νοσηρότητας»… Η μόνη αληθινή ανοσία που μπορεί να χτιστεί είναι μέσ’ από την ίδια τη νόσηση και κατοπινή ανάκαμψη – και προστατεύει αληθινά τους συνανθρώπους του μόνο εκείνος που διατίθεται, νοσώντας σχετικά ο ίδιος, να συμβάλει με τη φυσική του ανοσολογική αντίδραση στη βαθμιαία αποδυνάμωση του ιού. Όθεν και «φιλοτομαριστές μικροαστούς» πρέπει να λέμε όλους τους άλλους…

ΜΙΚΡΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΡΟΣ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ ΤΩΝ κ.κ. ΧΑΤΖΗΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΕΡΟΤΖΙΑΦΑ 

Anton Panekkoek, Ο Λένιν σαν φιλόσοφος, μετ. Ζαχαρίας Δεμαθάς, επιμ. Γ. Σιούνας (Ύψιλον, 1981 [1938])

M. Horkheimer / T.W. Adorno, Η διαλεκτική τού διαφωτισμού, μετ. Λευτέρης Αναγνώστου, επίμετρο: Κοσμάς Ψυχοπαίδης ( Νήσος (Αθήνα 1996 [1947]).

Heidegger Martin, «Το ερώτημα για την τεχνική», στο Περί πολιτικής, περί αληθείας, περί τεχνικής, εισαγ.-μετ.-σχόλια: Δημήτρης Τζωρτζόπουλος (Ηριδανός 2011 [1954]).

Michel Foucault, Η γέννηση της κλινικής. Μια αρχαιολογία τού ιατρικού βλέμματος, μετ. Κική Καψαμπέλη (Νήσος Αθήνα 2012 [1963).

Georges Canguilhem, Το κανονικό και το παθολογικό, πρόλ. Michel Foucault, μετ.-επίμετρο: Γιώργος Φουρτούνης (Νήσος: 2007 [1966]).

Jürgen Habermas, «Tεχνική και επιστήμη ως ιδεολογία», στο Κείμενα γνωσιοθεωρίας και κοινωνικής κριτικής, εισαγ.-μετ. Λευτέρης Αναγνώστου (Πλέθρον, 1990 [1968]).

René Dubos, Man, Medicine, and Environment (Praeger: Νέα Υόρκη 1968).

Ivan Illich, Ιατρική νέμεση. Η απαλλοτρίωση της υγείας, μετ. Βασίλης Τομανάς (Νησίδες: Σκόπελος  2010 [1975]).

Harris L. Coulter, A History of the Schism in Medical Thought, τόμ. I. The Patterns Emerge: Hippocrates to Paracelsus, τόμ. II. Progress and Regress: J.B. Van Helmont to

Claude Bernard (Wehawken Book Co.: Ουάσινγκτον 1975/1977).

Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η κρίση τής νεωτερικής επιστήμης και ο επιστημονικός προοδευτισμός», και «Το νόημα της τεχνικής», στο Τα σταυροδρόμια του λαβύρινθου, μετ. Ζήσης Σαρίκας (Ύψιλον, 1991 [1977)

Jacques Ellul, Το τεχνικό σύστημα, μετ.-πρόλ. Γιάννης Δ. Ιωαννίδης (Αλήστου Μνήμης, 2012 [1980]).

Michael Fitzpatrick, Η τυραννία τής υγείας, μετ. Άσπα Γολέμη, επιμ. Βαγγ. Γεωργίου και Θαν. Παπαγεωργίου (Πολύτροπον: Αθήνα 2004 [2001]).

Brian Goodwin, Nature’s Due. Healing of Fragmented Culture (Floris Books: Εδιμβούργο 2007).

Φώτης Τερζάκης, Αντι-επιστημολογικά (Πανοπτικόν: Θεσσαλονίκη 2012)

Peter Gøtzsche, Φονικά φάρμακα και οργανωμένο έγκλημα. Πώς οι μεγάλες εταιρείες φαρμάκων έχουν διαβρώσει την υγεία, πρόλ. Richard Smith, Drummond Rennie, μετ. Σωτηρία Ευθυμίου, επιμ. Χρήστος Πανοτόπουλος (Levantes: Αθήνα 2015 [2013]).

Giorgio Agamben, Homo Sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, μετ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, επιμ. Γιάννης Σταυρακάκης (Scripta 2005 [1998]).

Giorgio Agamben, Πού βρισκόμαστε; Η επιδημία ως πολιτική, μετ. Παναγιώτης Καλαμαράς, Τάσος Θεοφιλογιαννάκος (Αλήστου Μνήμης: Αθήνα 2020).

David Cayley, Πανδημικές αποκαλύψεις. Ερωτήματα για την τρέχουσα πανδημία υπό τη θεώρηση του Ιβάν Ίλλιτς, μετ. Τ. Θεοφιλογιαννάκος, Γ. Πινακούλας και Β. Τζούνης, εισαγ. Φ. Τερζάκης (Αλήστου Μνήμης: Αθήνα 20121).

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

Πηγή: grivas.info

Τι λέτε για τον εμβολιασμό;

Ενώ το ελληνικό κράτος, όπως πολλά άλλα κράτη της Ευρώπης, εντείνει την πίεση επί του λαού για την χορήγηση του εμβολίου κατά της Covid-19, πολλοί είναι αυτοί που φαίνεται να ενδίδουν στην “υπεύθυνη επιλογή”. Ας ξεκαθαρίσουμε ότι πιστεύουμε ότι τα άτομα μπορεί να έχουν σοβαρούς λόγους να εμβολιαστούν. Δεν ηθικολογούμε για τον εμβολιασμό. Εμείς όμως παραμένουμε απρόθυμοι. Πιστεύουμε πως όλος ο επίσημος λόγος σχετικά με την προσωπική ευθύνη αποσκοπεί στο να δώσει μεγαλύτερη εξουσία το κράτος, δημιουργώντας μια κοινωνία δύο ταχυτήτων με προνόμια για όσους συμμορφώνονται και κυρώσεις για όσους δεν θέλουν ή δεν μπορούν να συμμορφωθούν. Αυτό σημαίνει ενίσχυση του κοινωνικού ελέγχου και των ανισοτήτων.

Πιστέψτε τους ηγέτες

Δεν θεωρούμε ότι χρειάζεται να επιμείνουμε πολύ σ’ αυτό το θέμα. Μας ανάγκασαν να φοράμε μάσκες ενώ περπατάμε μόνοι μας στο πάρκο. Μας έριξαν πρόστιμα επειδή βρισκόμασταν στον δρόμο τη νύχτα, ενώ τα μετρό ήταν γεμάτα κόσμο κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μας έβρισαν που καθόμασταν στις πλατείες, ενώ οι εσωτερικοί χώροι εργασίας λειτουργούσαν με πλήρη χωρητικότητα. Τους είδαμε να υπολογίζουν το κόστος παροχής επιπλέον νοσοκομειακών κρεβατιών ή το κλείσιμο τμημάτων της οικονομίας, αλλάζοντας κυνικά την πολιτική τους ανάλογα με το οικονομικό συμφέρον. Τους είδαμε να επιλέγουν την πρόσληψη περισσότερων μπάτσων ενώ διακυβεύεται η υγεία τόσων ανθρώπων. Τους είδαμε να προσπαθούν να καταπνίξουν οποιαδήποτε μορφή διαμαρτυρίας, ενώ προελαύνουν με πολιτικές εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Έχουν χάσει κάθε αξιοπιστία και το γνωρίζουν, το μόνο πράγμα που μπορούν ακόμα να κάνουν είναι να μας εξαναγκάζουν και να μας εκβιάζουν.

Πιστέψτε τα δεδομένα

Μας λένε ότι τα δεδομένα είναι σαφή, ότι η λήψη του εμβολίου είναι η ασφαλής επιλογή (αν όχι η ασφαλέστερη). Ακόμα όμως κι αν αποδεχθούμε ότι τα υπάρχοντα δεδομένα σχετικά με τους εμβολιασμούς είναι ορθά, υπάρχουν πάρα πολλά δεδομένα τα οποία δεν διαθέτουμε (ακόμα).

Το πρώτο πράγμα άξιο προσοχής, είναι ότι όλα τα διαθέσιμα εμβόλια εγκρίνονται προσωρινά μέσω μιας διαδικασίας έκτακτης ανάγκης. Κανένα από τα εμβόλια για Covid-19 δεν έχει εγκριθεί πλήρως και δεν μπορεί να εγκριθεί λόγω έλλειψης δεδομένων σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Μπορούν να γίνουν υποθέσεις βάσει άλλων παρόμοιων εμβολιασμών από το παρελθόν (αν και τα εμβόλια που βασίζονται στη νέα τεχνολογία mRNA δεν έχουν τέτοιο ιστορικό), αλλά δεν υπάρχουν εγγυήσεις για το πώς συμπεριφέρονται μακροπρόθεσμα. Όλοι όσοι εμβολιάζονται πρέπει να το γνωρίζουν καλά. Και λόγω αυτού του γεγονότος και μόνον, οποιαδήποτε υποχρέωση ή πίεση για εμβολιασμό είναι ηθικά εσφαλμένη.

Τα δεδομένα που έχουμε για τα εμβόλια προέρχονται κυρίως από δοκιμές σε εργαστήρια και σε ελεγχόμενα περιβάλλοντα. Για να καταλήξουν σε οποιοδήποτε ουσιαστικό συμπέρασμα σχετικά με την αιτία και το αποτέλεσμα, αυτές οι δοκιμές πρέπει να διεκπεραιώνονται σε καλά ελεγχόμενες συνθήκες (ακόμα και αν έχουν δοκιμαστεί σε άτομα που ζουν την καθημερινή τους ζωή). Φυσικά, η πραγματική ζωή έχει πολλές επιπλοκές, παρεμβολές, απρόβλεπτα γεγονότα κ.λπ. Έτσι, αυτά τα δεδομένα μπορούν να προβλέψουν μόνο τη συμπεριφορά των εμβολίων με πολύ περιορισμένο τρόπο. Πράγματι, βλέπουμε τις συστάσεις για το ποιος δεν πρέπει να λάβει ορισμένα εμβόλια και τους καταλόγους πιθανών παρενεργειών να επικαιροποιούνται, ενώ τα εμβόλια χορηγούνται ήδη σε κόσμο κι ενώ αρχίζουν να εμφανίζονται απρόβλεπτα προβλήματα. Σε αυτήν την κλίμακα, οι παρενέργειες που επηρεάζουν μόνο ένα μικρό ποσοστό εμβολιασμένων μπορεί στην πραγματικότητα να σημαίνει μια παράπλευρη απώλεια που αποτελείται από χιλιάδες άτομα. Ακόμη και στις καλύτερες περιόδους, η σύγχρονη ιατρική δεν έχει αψεγάδιαστο ιστορικό όσον αφορά στον σεβασμό προς τη ζωή σε όλη της την ποικιλομορφία, τις αποχρώσεις, τις πολυπλοκότητες και το σύνολο της. Μην αυταπατάστε, λοιπόν, αυτό που συμβαίνει είναι ένα πείραμα μαζικής κλίμακας που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Πιστέψτε την επιστήμη

Μας λένε να έχουμε εμπιστοσύνη στην επιστήμη. Αλλά ακόμη και όταν εξετάζουμε τις επιστημονικές συστάσεις μόνο κατά τη διάρκεια αυτού του ενάμιση έτους πανδημίας Covid-19, αυτή η δήλωση είναι είτε αφελής είτε ψευδής. Στην αρχή της πανδημίας στην Ευρώπη, υπήρχε ισχυρή σύσταση να μην φοράμε μάσκες. Η θεωρία τους ήταν τότε ότι ο ιός εξαπλώνεται μέσω της επαφής και έτσι η απολύμανση ήταν η σωστή απάντηση (επιπλέον υπήρχε έλλειψη μασκών, οπότε προορίζονταν για το νοσοκομειακό προσωπικό). Μήνες αργότερα, αυτή η γνώμη άλλαξε και πλέον οι ειδικοί συμφωνούν ότι ο ιός εξαπλώνεται μέσω του αέρα και όχι με επαφή. Ξαφνικά οι μάσκες έγιναν η απάντηση σε όλα. Παρόλα αυτά, συνεχίζουμε να απολυμαίνουμε τα πάντα, αντί να αερίζουμε (αυτό ονομάζεται υγειονομικό θέατρο, αφού η αίσθηση της ασφάλειας είναι το σημαντικότερο). Αυτό είναι ένα παράδειγμα που δείχνει ότι η επιστήμη μπορεί να κάνει λάθος και πως η ευρύτερη κοινωνία μπορεί να χρειαστεί ακόμη περισσότερο χρόνο για να συνειδητοποιήσει το λάθος αυτό.

Ένα άλλο παράδειγμα από την πανδημία για το πώς δεν πρέπει απλώς να εμπιστευόμαστε την επιστήμη είναι η ασάφεια που επικρατεί γύρω από τη θεωρία της εργαστηριακής διαρροής. Στην αρχή της πανδημίας ένα άρθρο που συνυπέγραφαν πολλοί επιστήμονες, ειδικοί επί του θέματος, δήλωνε ότι η υπόθεση σύμφωνα με την οποία ο ιός που ευθύνεται για την Covid-19 θα μπορούσε να προέρχεται από εργαστήριο ήταν εντελώς βλακώδης. Το άρθρο αυτό έγινε η βάση για τα mainstream media, τα social media, τους πολιτικούς και τους ειδικούς για να χαρακτηρίσουν ως θεωρία συνωμοσίας οποιαδήποτε αναφορά στην υπόθεση της εργαστηριακής διαρροής. Χρειάστηκε ένας ολόκληρος χρόνος, σε μια εποχή όπου ο ιός ήταν έτσι κι αλλιώς σε κάθε πρωτοσέλιδο, μέχρι ορισμένοι επιστήμονες και δημοσιογράφοι να εξετάσουν με μεγαλύτερη κριτική σκέψη το άρθρο αυτό. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το κύριο αποδεικτικό στοιχείο ήταν άνευ σημασίας και ότι ορισμένοι από τους συγγραφείς του άρθρου είχαν άμεσο ενδιαφέρον να διατηρηθεί μια καλή εικόνα (των μεθόδων) των εργαστηρίων, οι οποίες θα ήταν οι πρώτες ύποπτες στη θεωρία της εργαστηριακής διαρροής.

Πλέον είναι ευρέως αποδεκτό ότι μια εργαστηριακή διαρροή είναι δυνατή και η πιθανότητα αυτή αξίζει να διερευνηθεί (για να είμαστε σαφείς, ούτε η υπόθεση εργαστηριακής διαρροής ούτε η ζωονοσογόνος υπόθεση έχουν αποδειχθεί ή καταρριφθεί, και οι δύο είναι πιθανές σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό). Αυτό είναι ένα παράδειγμα που δείχνει ότι στην πραγματικότητα η επιστημονική μέθοδος δεν είναι τόσο ισχυρή και αλάθητη όσο ισχυρίζεται. Η κυρίαρχη θεωρία αλλάζει λόγω μη επιστημονικών επιχειρημάτων (πολιτική καιροσκοπία, οικονομικά συμφέροντα κ.λπ.), ένας μικρός κύκλος εξαιρετικά εξειδικευμένων επιστημόνων δεν θέλουν ή δεν έχουν το χρόνο να ελέγχουν ο ένας τον άλλον κ.λπ. Η φιλοσοφία και η κοινωνιολογία της επιστήμης έχουν ήδη αποδείξει το χάσμα μεταξύ της ιδεολογίας της επιστήμης και της πραγματικότητάς της, από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα (βλ. για παράδειγμα Paul Feyerabend και Pierre Thuillier). Οι άνθρωποι φαίνεται να διατηρούν ακόμη μια πολύ αφελή αντίληψη για το τι κάνουν οι επιστήμονες.

Πιστέψτε στη συλλογική ανοσία

Μας λένε να κινητοποιηθούμε για να επιτύχουμε τη συλλογική ανοσία και να ”απελευθερωθούμε” από τον ιό. Για τον σκοπό αυτό, προτείνεται ο εμβολιασμός του 70% του πληθυσμού. Ωστόσο αυτός ο αριθμός υπάρχει πριν από την εμφάνιση των μεταλλάξεων (όπως της Delta) που είναι πιο μολυσματικές και κατά των οποίων ο εμβολιασμός είναι λιγότερο αποτελεσματικός. Ας έχουμε κατά νου επίσης ότι τα εμβόλια έχουν σχεδιαστεί για να περιορίζουν τη σοβαρότητα της νόσησης και η μείωση των λοιμώξεων είναι μόνο μια παρενέργεια (και τα περισσότερα εμβόλια που δεν είναι mRNA φαίνεται να μην είναι πολύ αποτελεσματικά ως προς αυτό). Δεδομένης της εμφάνισης των νέων μεταλλάξεων του ιού, πολλοί ειδικοί πιστεύουν πλέον ότι στην πραγματικότητα το 80 με 90% του πληθυσμού πρέπει να εμβολιαστεί για να φτάσουμε στη συλλογική ανοσία. Αυτός ο αριθμός θα σήμαινε ότι – εάν εξακολουθούμε να θεωρούμε ανήθικο να παρέχουμε μαζικά ένα νέο και όχι πλήρως κατανοητό εμβόλιο στους ανηλίκους και ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να εμβολιαστούν για ιατρικούς λόγους – όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός θα πρέπει να εμβολιαστεί. Κάθε δημόσια πολιτική που χρειάζεται 100% συμμόρφωση για να πετύχει είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

Ένας άλλος παράγοντας είναι ότι η ανοσία μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Υπάρχει ήδη συζήτηση για ενισχυτικές δόσεις του εμβολίου, 6 ή 9 μήνες μετά το αρχικό εμβόλιο (θα χρειαστεί να γίνει μία φορά ή θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε εξάμηνο ή κάθε χρόνο; Αυτή τη στιγμή δεν το γνωρίζουμε), κάνοντας τις πιθανότητες αποτυχίας ακόμη μεγαλύτερες.

Επιπλέον, δεδομένου ότι πρόκειται για μια παγκόσμια πανδημία ενός άκρως μεταδοτικού ιού, δεν φαίνεται πολύ ρεαλιστικό μια χώρα ή μια περιοχή να μπορεί να πετύχει μόνη της τη συλλογική ανοσία. Πολλά μέρη του κόσμου δεν έχουν καν αρκετές προμήθειες ή δεν διαθέτουν τις απαραίτητες υποδομές για να εμβολιάσουν έστω κι ένα μικρό μέρος του πληθυσμού τους, πόσο μάλλον τη μεγάλη πλειονότητά του. Βασίζονται, επίσης, κυρίως σε εμβόλια που είναι λιγότερο αποτελεσματικά στην αναχαίτιση των λοιμώξεων. Οι πιθανότητες εξάλειψης αυτού του ιού είναι ανύπαρκτες. Σε αυτό το σημείο ο ιός έχει φτάσει στην ενδημική του φάση, που σημαίνει ότι ο SARS-CoV-2 θα αρχίσει να συμπεριφέρεται όπως και άλλες ποικιλίες ιών corona, με τις εποχικές επιδημίες τους. Η συλλογική ανοσία δεν είναι παρά το τελευταίο “τυράκι” που μας πέταξαν για να υποταχθούμε. Αργά ή γρήγορα θα αντικατασταθεί με κάποιο άλλο, που στόχο θα έχει να πιστέψουμε πως μπορούμε να επιτύχουμε την «ελευθερία» μόνο αν υπακούσουμε.

Να είστε υπεύθυνοι

Το ζήτημα της συλλογικής ανοσίας (ή τουλάχιστον ο εμβολιασμός όσο το δυνατόν περισσότερων ατόμων) γεννά το ερώτημα του ποιος λαμβάνει τα εμβόλια. Σε πολλές περιοχές, άτομα που διατρέχουν κίνδυνο σοβαρής νόσησης από την Covid-19, που θέλουν να εμβολιαστούν και δεν έχουν πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, δεν λαμβάνουν εμβολιασμό. Ενώ στην Ευρώπη, άτομα που δεν διατρέχουν καν μεγάλο κίνδυνο εμφάνισης ήπιων συμπτωμάτων κι έχουν απειροελάχιστο κίνδυνο σοβαρής νόσησης έχουν εκατομμύρια εμβόλια που προορίζονται για αυτούς. Η συσσώρευση εμβολίων θα αυξηθεί ξανά με την ανάγκη για εμβόλια – ενισχυτές. Το γεγονός ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν θέλει να προτείνει εμβόλια-ενισχυτές φαίνεται να εμπνέεται κυρίως από τέτοιου είδους ανησυχίες. Είναι αυτό η υπεύθυνη επιλογή ή είναι η αναπαραγωγή των παγκόσμιων ανισοτήτων;

Η οικοδόμηση της συλλογικής ανοσίας και η ρητορική του «πολέμου ενάντια στον αόρατο εχθρό» συμβαδίζουν με τον αυστηρό έλεγχο της πρόσβασης στα κρατικά εδάφη και την εντεινόμενη διαχείριση του πληθυσμού. Φαίνεται ότι έχουμε φτάσει σε μια κατάσταση όπου η λεγόμενη προοδευτική μερίδα της κοινωνίας τάσσεται τώρα υπέρ του ελέγχου της κυκλοφορίας και των κλειστών συνόρων (φυσικά, δύσκολα θα το παρατηρήσουν οι ίδιοι, δεδομένου ότι διαθέτουν τα κατάλληλα έγγραφα για να κυκλοφορούν «ελεύθερα» ). Είναι αυτό η υπεύθυνη επιλογή ή είναι η εντατικοποίηση της επιτήρησης και του αποκλεισμού;

Αν έχουμε μάθει κάτι από τις τελευταίες δεκαετίες – την 11η Σεπτεμβρίου και την απειλή της τρομοκρατίας, την οικονομική κρίση και την απειλή της χρεοκοπίας, τα μέτρα λιτότητας και την απειλή του κοινωνικού κανιβαλισμού, τις προσφυγικές βάρκες και την απειλή ρατσιστικών πογκρόμ, την κλιματική αλλαγή και την απειλή οικολογικών καταστροφών κ.λπ. – είναι ότι μια θέση που δεν αντιτίθεται ριζοσπαστικά στη εξουσία του κράτους (ανεξάρτητα από το ποιος το ελέγχει), τελικά απλώς θα την ενισχύσει και θα ανοίξει τον δρόμο για τον επόμενο κύκλο κρίσεων που προκαλεί το κράτος και ο καπιταλισμός, καθώς και για τη διαχείριση των κρίσεων αυτών από το κράτος και τον καπιταλισμό.

Αναρχικοί/ες

Αθήνα, μέσα Ιουλίου 2021

Το κείμενο σε μορφή PDF (Ελληνικά)

Το κείμενο σε μορφή PDF (English)

Πηγή: Athens Indymedia

Alfredo Cospito: Τοποθέτηση για τον κύκλο παρουσιάσεων “Αντάρτικο και Επανάσταση”

Συνεισφορά του Alfredo Cospito από την πτέρυγα AS2 (Υψίστης Ασφαλείας 2) στη φυλακή της Φερράρα για τον κύκλο παρουσιάσεων “Αντάρτικο και Επανάσταση”

Ίσως ευθύνεται το ότι θα περάσω ένα μεγάλο μέρος της εναπομείνασας ζωής μου στη φυλακή, για το γεγονός ότι τελευταία νιώθω πως έχω κάποιες τάσεις “νεκροφιλίας”, για να θέσουμε με “ιστορικούς” όρους αυτό που έχει συμβεί. Έπειτα απ’ όλα, η τελευταία δράση που αναλήφθηκε ως “Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία – Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο” στην Ιταλία ήταν “μόλις” έναν χρόνο πριν. Συνήθως, ιστορικοποιούμε πράγματα “νεκρά”, περελθοντικά, όμως εμένα μ’ έχει καταβάλει ο φόβος πως όλα έχουν διαγραφεί ή, ακόμα χειρότερα, διαστρευλωθεί. Και το λέω αυτό με την πεποίθηση (ίσως και να κάνω λάθος) πως η FAI-FRI εξάντλησε τη ζωτική της ενέργεια και έχει παραδόσει τη σκυτάλη σε κάτι πιο ουσιαστικό, τις επαναστατικές καμπάνιες. Καμπάνιες οι οποίες, απ’ τη μια ήπειρο στην άλλη, θέτουν ξανά σε κίνηση την επαναστατική αλληλεγγύη, όχι μέσω μιας οργάνωσης, αλλά μέσω ομαδοποιήσεων και μεμονωμένων ατόμων που δε χρειάζεται ποτέ να γνωριστούν μεταξύ τους αυτοπροσώπως. Μια ζωντανή δυναμική, μέσω μιας γραμμικής διαδικασίας με αρκετή επιρροή ανά τον κόσμο, ακούει αυτή τη στιγμή στο όνομα “Μαύρη Διεθνής”, και, στην πραγματικότητα, δε χρειάζεται ούτε συνεργασία, ούτε συναντήσεις, ούτε διαπροσωπικές γνωριμίες. Οι αναρχικοί της πράξης συνήθως αμελούν την ιστορική ενδοσκόπηση, ενώ, αντιθέτως, οι αναρχικοί που αμελούν τη βίαιη δράση τείνουν να ξεθάβουν απόμακρες εμπειρίες οι οποίες είναι πιθανότερο στο σήμερα να γεννήσουν θλιβερά κακέκτυπα και “απομιμήσεις”. “Οι καιροί ήταν αλλιώς…”, η φράση αυτή ακόμη κουδουνίζει επαναλαμβανόμενα στο μυαλό μου, καθώς την άκουγα αμέτρητες φορές ως νεαρός από αναρχικούς / πιο ευσυνείδητους αναρχικούς / και, κυρίως, σε άλλες εποχές…

Αν η Ιστορία μας δεν καταγραφεί από εμάς, από Αναρχικούς για Αναρχικούς, θα συμβεί από άλλους. Αν η αναρχική ”ιστοριογραφία” αγνοήσει τη συνάφεια της αναρχικής δράσης εν καιρώ, υπεύθυνοι θα καταστούν οι επίσημοι ειδήμονες, διαστρεβλώνοντας και προσαρμόζοντάς την. Ωστόσο, προκύπτουν τόσο ευτυχείς περιπτώσεις, όσο συνάμα σπάνιες, στις οποίες την ευθύνη για την παρουσίασή της την αναλαμβάνουν επαναστάτες διαφορετικών ”ρευμάτων”, όπως στο προκείμενο παράδειγμα του βιβλίου “Η εργασία του τυφλοπόντικα”, που παρουσιάζεται σε αυτές τις πρωτοβουλίες. Ένα πόνημα απότοκο της δουλειάς επαναστατών κομμουνιστών, αφιερωμένο στις τελευταίες του σελίδες στην ύπαρξη των αναρχικών, και πιο συγκεκριμένα της FAI και της FAI/IRF. Το κάνουν με ειλικρινές προθέσεις, αλλά διαμέσου μιας ερμηνείας ανήμπορης ν’ αποφύγει παρερμηνείες και ανακρίβειες. Αναμφιβόλως φυσικό -εφόσον προέρχεται από έναν διαφορετικό ”γαλαξία σκέψης” (να το πούμε έτσι)- να της διαφεύγουν ορισμένα στοιχεία, δίχως όμως αυτό να συνεπάγεται πως αδυνατούμε να καταληφθούμε από θαυμασμό για την προσπάθειά τους. Απομονώνοντας ορισμένους ισχυρισμούς ανήκοντες στο βαρύ άχθος της Λενινιστικής αντίληψης, με την πεποίθηση για τον αδιαφιλονίκητο ρόλο της οργάνωσης στην κατάκτηση και την καθοδήγηση του προλεταριακού κράτους στο σημείο δίχως επιστροφή. Ισχυρισμούς προώθησης θεωρημάτων πως ”η αναρχική προσέγγιση, εξ ορισμού, υπολείπεται συχνά στρατηγικού βάθους” ή πως η βασική ”αντίφαση” του αναρχισμού θα εντοπιζόταν στην άρνηση της οργανωτικής και δομημένης οργάνωσης, η οποία θα εμπόδιζε την ανάπτυξη κλίματος ενότητας και αναβαθμισμένων δυνατοτήτων/αντοχών σύγκρουσης. Θέσεις που όταν δε διαστρεβλώνουν το πώς έχουν τα πράγματα υποστηρίζοντας την υποτιθέμενη ”απουσία στρατηγικού βάθους”, προβάλλουν τα πλεονεκτήματά μας, όπως την άρνηση άτεγκτων οργανωτικών δομών, ως ”αντιφάσεις”, ως αδυναμίες. Δεν κατανοούν πως η ευρηματικότητά μας και η δυνητικά αποδιοργανωτική δύναμή μας -δηλαδή τα πλεονεκτήματά μας- έγκεινται ακριβώς εκεί.

Η προσέγγιση της FAI/IRF ως ”τέκνου” της εμπειρίας της Επαναστατικής Πάλης αποτελεί αναμφίβολα υπερβολή. Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο φαινομένων, παρεκτός της σταδιακής υιοθέτησης ακρωνυμίων από αμφότερα, είναι η αναταραχή που προκάλεσαν εντός του αναρχικού κινήματος. Όσον αφορά τη FAI, οι ενδοκινηματικές αντιδράσεις αποδείχτηκαν κατά πολύ νοσηρότερες απ’ όσες αναπτύχθηκαν ενάντια στην Επαναστατική Πάλη, οι κατηγορίες περί κατασκόπων και προβοκατόρων ξεχείλισαν. Η υπόθεση αυτή βρίσκει την αιτιολόγησή της στη χρήση του συγκεκριμένου ακρωνυμίου και στη λοιδορία των δήθεν επίσημων αναρχικών σε ορισμένες αναλήψεις ευθύνης.

Ας είναι σαφές πως επρόκειτο απλά για τις αυθόρμητες σκέψεις μου, φυσικά δεν κατέχω την απόλυτη αλήθεια σχετικά με την εξέλιξη του παραπάνω φαινομένου, το οποίο από μεριάς γεωγραφικής έκτασης δεν έχει προηγούμενο στον αναρχικό χώρο. Η επίδραση της Επαναστατικής Πάλης σε νεοεισαχθέντες αναρχικούς στο κίνημα τη δεκαετία του ’80, είναι σχεδόν μηδαμινή. Πολύ ισχυρότερη, για παράδειγμα, ήταν η επιρροή της Οργισμένης Ταξιαρχίας ή της GARI (Διεθνιστικές Ομάδες Επαναστατικής Δράσης), απλά παρατηρήστε το ειρωνικό ύφος σε πολλές αναλήψεις της FAI ώστε να το αντιληφθείτε.

Θα τολμούσα να πω πως οι αναρχικοί των δεκαετιών του ’90 και του 2000 είναι τα πνευματικά παιδιά του εξεγερσιακού αναρχισμού και των θεωριών του Μπονάννο περί άτυπης οργάνωσης και ομάδων συγγένειας, οι οποίες με την σειρά του είναι οι ”κόρες” ενός αντι-οργανωτικού αναρχισμού, ο οποίος με την σειρά του προκύπτει από τις ομάδες τυχαίας σειράς του Καφιέρο, οι οποίες κατάγονται από την επαμφοτερίζουσα στρατηγική του Πιζακάνε. Η μοναδική συντρόφισσα της Επαναστατικής Πάλης που γνώρισα ανά τα χρόνια ήταν η Μαριλού, μια εξαίρεση, μολονότι πολύ σημαντική σε επίπεδο εγγύτητας αλλά και ανθρώπινο, συνεπώς κατ’ επέκταση και σε πολιτικό, ας πούμε… Η FAI δεν επιχείρησε (όπως η Επαναστατική Πάλη) μία ”επιστροφή” σε πιο ”οργανωτικές” δομές, αλλά απεναντίας μία περαιτέρω αποδιάρθρωση της εξεγερσιακής πρακτικής. Ο κοινωνικός ισνουρεξιονισμός (εξεγερτισμός) διατηρούσε στην πραγματικότητα (μολονότι όχι πλήρως θεωρητικοποιημένο) λειτουργικά κεντρικό τον ρόλο της συνέλευσης εν είδει ενδεδειγμένου σώματος λήψης των αποφάσεων, ανεξαρτήτως πόσο εγγενώς άτυπη ενδεχομένως να ήταν η ομαδοποίηση.

Η μεθοδολογία της FAI και σύνολου του άτυπου κινήματος με τις διαφορετικές υπογραφές, αμφισβήτησε την εμβρίθεια της συνέλευσης, υπερβαίνοντάς την και δίνοντας περισσότερο χρόνο στους πυρήνες και στα μεμονωμένα επιτιθέμενα συντρόφια. Συντρόφια απαλλαγμένα από την υποχρέωση να είναι υπόλογα στη συνέλευση προκειμένου να αναγνωριστούν και να συντονιστούν μεταξύ τους. Οι δράσεις και τα συνοδευτικά κείμενα ήταν επαρκέστατα για το συγκεκριμένο έργο.

Συνεπώς, αντιπροτείνω πως η γέννηση αυτής της οιονεί ”νέας” αναρχίας προήλθε (τουλάχιστον στην Ιταλία) από τη σφοδρή κριτική του κοινωνικού ινσουρεξιονισμού και των συλλογικών – συνελευσιακών δυναμικών του. Συλλογικές δομές ευμενείς για όσους διέθεταν περισσότερο χάρισμα ή ήταν περισσότερο περιώνυμοι και σεβαστοί, κατορθώνοντας να ”επιβάλλουν” τις κρίσεις τους, συνειδητά ή μη. Δεν κατηγορώ προσωπικά κανέναν, καθώς οι δυναμικές καθαυτής της διαδικασίας των συνελεύσεων  (όπως όλοι τις γνωρίζουμε) καναλιζάρουν τα χέρια της κάθε μιας σε συγκεκριμένα έργα.

Τοιουτοτρόπως, το κινηματικό περιβάλλον ανακύκλωνε πάντα τις ίδιες ιδέες, ενόσω με την πάροδο του καιρού μετατρέπονταν σε δόγματα διατυπωμένα από τα ίδια στόματα συντρόφων που, καίτοι ”επιφωτισμένοι”, μας κατέστησαν προβλέψιμες και αναποτελεσματικούς.

Αυτές οι διακυμάνσεις δε μας συστήθηκαν στο βιβλίο «Η εργασία του τυφλοπόντικα», καθώς, όντας δύσκολο να αναλυθούν επισταμένα ακόμα και από όσους και όσες τις έχουμε βιώσει προσωπικά, καθίσταται σισύφειο για συντρόφια που ανήκουν σε διαφορετικά επαναστατικά ρεύματα. Υπό το δικό μου πρίσμα υπάρχουν δύο συμβάντα που οδήγησαν σε ένα διαφορετικό επίπεδο συνειδητοποίησης ορισμένα τμήματα του αυτοαποκαλούμενου εξεγερσιακού χώρου: Οι δίκες Marini και, κυρίως, οι τραγικοί θάνατοι των Baleno και Sole. Κατά τη γνώμη μου, τούτοι οι δύο θάνατοι σηματοδότησαν μια πραγματική τομή μεταξύ ενός πριν και ενός μετά, αφού οι ακόλουθες αντιδράσεις στα γεγονότα άνοιξαν τα μάτια ενός τμήματος των συντροφισσών και των συντρόφων.

Άμα ανατρέξουμε στα χρονικά των δράσεων εν είδει αντιποίνων για τις άνωθι δολοφονίες, για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν παγιδευμένα δέματα, προκαλώντας πρωτόφαντη αίσθηση στα μέσα ενημέρωσης.

Δε γνωρίζουμε την (πολιτική) ταυτότητα των αποστολέων τους, αν πρόκειται περί αναρχικών ή όχι, δε δημοσιοποιήθηκαν αναλήψεις ευθύνης, όμως, δεδομένων των στόχων, ήταν πρόδηλη η απόπειρά τους να εκδικηθούν για την τρομερή αυτή τραγωδία (δεν ξέρω πως αλλιώς να το προσδιορίσω). Αυτή όμως ήταν και η ειδοποιός διαφορά για τον επακόλουθο κατακερματισμό σύνολου του αναρχικού κινήματος. Για παράδειγμα, εδώ στο Τορίνο, μεταξύ των κατειλημμένων χώρων, μόνο το Ελ Πάσο ξέφυγε απ’ το να διαδίδει υπόνοιες σεχταρισμού και κατηγορίες περί προβοκατόρων της αστυνομίας.

Όσο αμφισβητήσιμη κι αν είναι η τακτική των παγιδευμένων δεμάτων (και ποια τακτική στην τελική δεν είναι;), η μετάβαση από τις επιθέσεις σε πράγματα και δομές, σε προσωπικές επιθέσεις, έκανε πασιφανές (σε όσους διέθεταν έστω ψυχία κριτικής σκέψης) πως πολλοί άνθρωποι αρέσκονταν να μηρυκάζουν έννοιες όπως “επανάσταση” δίχως στην πραγματικότητα να έχουν την παραμικρή βούληση να πάρουν περισσότερα ρίσκα, ακόμη κι όταν συντρόφια τους πεθαίνουν. Εφόσον βρισκόμαστε στο Τορίνο, όντας ο τόπος διαμονής μου για σωρεία χρόνων, οφείλω να παραδεχτώ πως το κίνημα εντός της πόλης αυτής, κατά έναν εργαλειακό και μνησίκακο τρόπο αντιμαχόταν την παραδεδεγμένη ”καλή ζωή” (παραμορφώνοντας την αυθεντική ζωτική κι επαναστατική αίσθηση), ενώ διατεινόταν πως επικρατούσε μια δήθεν εκθείαση της “θυσίας” και του “ιδανικού του μάρτυρα” ανάμεσα σε όσες και όσους ήθελαν να προχωρήσουν μακρύτερα, διακυβεύοντας τις ζωές και την ελευθερία τους για το πάθος τους. Μόλις λίγους μήνες πριν, όταν οι ίδιοι άνθρωποι που κατηγορούσαν την “επιμονή στον ένοπλο αγώνα” για “οσιομαρτυρικότητα”, έπειτα διακήρυτταν πως “πρέπει να πεθάνεις για την τέχνη σου”, ξεστομίζοντας απλώς όμορφα λόγια.

Θεωρώ (ίσως κι εδώ να σφάλλω) πως ήταν από εκεί, από εκείνη τη βαριά ατμόσφαιρα κατακερματισμού και διαχωρισμών (η οποία επικράτησε σ’ ολάκερη την Ιταλία), όπου γεννήθηκαν τα διάφορα ακρωνύμια ως αντίδραση, η οποία αργότερα, στην ώρα της, θα μετατρεπόταν σε FAI. Οι προοπτικές (διαβάζοντας τουλάχιστον τις αναλήψεις ευθύνης) της FAI, ήταν αδιαμφισβήτητα “κοινωνικές”. Έπειτα, η συνεισφορά των συντρόφων και συντροφισσών της ΣΠΦ από την Ελλάδα, με την “αντι-κοινωνική” – μηδενιστική τους στάση, αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη πίσω απ’ αυτό το φαινόμενο, το οποίο διαδόθηκε ανά τον κόσμο, φτάνοντας ως και την Ινδονησία (ακόμα και σήμερα ομαδοποιήσεις στη συγκεκριμένη χώρα αναλαμβάνουν την ευθύνη για ενέργειες υπό το ακρωνύμιο FAI-FRI).

Σήμερα γράφεται μια νέα σελίδα… τίποτα δεν τελείωσε, όλα συνεχίζονται…

Μια αγκαλιά σε όλα τα επαναστατημένα συντρόφια στο τώρα, είτε κομμουνιστές είτε αναρχικές.

Πάντα για την αναρχία.

Alfredo Cospito
Φυλακές Φερράρα
14/05/2021

Πηγή: Dark Nights

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Γκυ Ντεμπόρ: Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #5 – Abat-Faim (Κατασταλτικό της Πείνας)

Γκυ Ντεμπόρ – Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #5

(Νοέμβριος 1985)

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι
(Αιγάλεω, Ιούλιος 2021)

Εκτυπώσιμη μορφή του Κατασταλτικού της Πείνας

Σημείωση της μετάφρασης

Το κείμενο που ακολουθεί συντάχθηκε από τον Γκυ Ντεμπόρ υπό τη μορφή σημειώσεων και διαβιβάστηκε μέσω αλληλογραφίας στην Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων στις 16 Σεπτεμβρίου 1985. Η τελική εκδοχή του κειμένου, που παρατίθεται στη συνέχεια, δημοσιεύτηκε ανώνυμα στο τεύχος 5 της Εγκυκλοπαίδειας τον Νοέμβριο του 1985.

ABAT-FAIM
(ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΟ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ)

Είναι γνωστό ότι αυτός ο όρος αναφερόταν σε ένα πιάτο που σερβίρεται πρώτα για να κατευνάσει, να καταστείλει την αρχική πείνα των συνδαιτυμόνων” (Larousse). Οι Hatzfeld και Darmesteter τον χαρακτηρίζουν στο λεξικό τους ως παρωχημένο”. Αλλά η ιστορία είναι αλάνθαστη αφέντρα των λεξικών. Με τις πρόσφατες προόδους της τεχνικής, το σύνολο της τροφής που καταναλώνει η σύγχρονη κοινωνία κατέληξε να αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από κατασταλτικά της πείνας.

Η ακραία υποβάθμιση της τροφής είναι μια προφανής διαπίστωση που, όπως και μερικές άλλες, γίνεται κατά κανόνα ανεκτή με εγκαρτέρηση: σαν κάτι μοιραίο, τίμημα της αδιάκοπης προόδου, όπως γνωρίζουν όσοι συντρίβονται από αυτήν κάθε μέρα. Όλοι σωπαίνουν σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. Στην κορυφή επειδή δεν θέλουν να μιλήσουν γι’ αυτό, στη βάση επειδή δεν μπορούν. Η τεράστια πλειονότητα του πληθυσμού, που ανέχεται αυτή την υποβάθμιση, έστω και αν έχει έντονες υποψίες, δεν μπορεί να δει κατάματα μια τόσο δυσάρεστη πραγματικότητα. Πράγματι, δεν είναι ποτέ ευχάριστο να παραδεχτεί κανείς ότι εξαπατήθηκε, και αυτοί που εγκατέλειψαν την “μπριζόλα” –και τη διεκδίκηση της “μπριζόλας”– για χάρη της “αναδομημένης” σκιάς της είναι τόσο απρόθυμοι να παραδεχτούν αυτά που έχασαν από την ανταλλαγή όσο και εκείνοι που πίστεψαν ότι αποκτούν πρόσβαση στην άνεση με την αποδοχή παρόμοιων υποκατάστατων εντός της κατοικίας τους. Είναι συνήθως οι ίδιοι, που δεν μπορούν να απορρίψουν τίποτα επειδή φοβούνται να αποκηρύξουν όλα όσα άφησαν να γίνει η ζωή τους.

Ωστόσο αυτό το παγκόσμιο φαινόμενο, που επηρεάζει καταρχάς όλες τις οικονομικά προηγμένες χώρες και επενεργεί άμεσα στις χώρες που υπόκεινται στην καθυστέρηση της ίδιας διαδικασίας, μπορεί εύκολα να χρονολογηθεί με ακρίβεια. Αν και προαναγγέλθηκε από βαθμιαίες τροποποιήσεις, το κατώφλι που ξεπεράστηκε ως προς την απώλεια ποιότητας εκδηλώνεται μέσα σε δύο ή τρία χρόνια ως ξαφνική ανατροπή όλων των παλιών “διατροφικών συνηθειών”. Αυτό το αντιποιοτικό άλμα πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία, για παράδειγμα, γύρω στο 1970· και περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα στη Βόρεια Ευρώπη, δέκα χρόνια αργότερα στη Νότια Ευρώπη. Το κριτήριο που επιτρέπει να εκτιμηθεί πολύ απλά η τρέχουσα κατάσταση της διαδικασίας είναι βεβαίως η γεύση: αυτή των σύγχρονων τροφίμων υποβάλλεται ακριβώς σε επεξεργασία από μια βιομηχανία, αποκαλούμενη εδώ ως “αγροδιατροφική”, της οποίας συμπυκνώνει, ως καταστροφικό αποτέλεσμα, όλα τα χαρακτηριστικά, καθώς η χρωματιστή όψη δεν εγγυάται τη νοστιμιά, ούτε η ανοστιά την αβλάβεια. Πρώτα απ’ όλα η χημεία είναι αυτή που επιβάλλεται μαζικά στη γεωργία και στην κτηνοτροφία, προκειμένου να αυξηθεί η αποδοτικότητα εις βάρος οποιουδήποτε άλλου παράγοντα. Στη συνέχεια η χρήση νέων τεχνικών συντήρησης και αποθήκευσης. Και κάθε “πρόοδος” που επιτυγχάνεται, ανατρέποντας όσα οι ειδικοί των κατασταλτικών της πείνας ονομάζουν “νοητικούς φραγμούς” μας, δηλαδή την παλιά εμπειρία μιας ποιότητας και μιας γεύσης, καθιστά δυνατή την περαιτέρω προέλαση της εκβιομηχάνισης. Έτσι η κατάψυξη, και η ταχεία μετάβαση στην απόψυξη, χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για να διατεθούν στο εμπόριο “μπούτια πουλερικών”, παραδείγματος χάρη, τα οποία παρασκευάζονται από αλεσμένο υλικό και ανασυσταίνονται με “μορφοποίηση”. Σε αυτό το στάδιο, το υπό εξέταση υλικό εξακολουθεί να έχει κάποια συνάφεια με το όνομά του, “πουλερικό”, που διαφοροποιείται μόνο σχετικά από αυτό που θα μπορούσε να είναι ένα πουλερικό το οποίο θα είχε διαφύγει από τη βιομηχανική εκτροφή. Αλλά από τη στιγμή που γίνεται αποδεκτή αυτή η μορφή, το περιεχόμενο μπορεί ακόμα πιο εύκολα να αλλάξει: το παράδειγμα έρχεται και πάλι από την Ιαπωνία – ex Oriente lux [φως εξ Ανατολής]– όπου τα “πόδια από καβούρια” και “γαρίδες” παράγονται στην πραγματικότητα βιομηχανικά από φτηνά ψάρια που ανασυσταίνονται με αυτή την όψη. Αυτό είναι κάτι που καθιστά αισιόδοξο κάποιον σαν τον Ζακ Γκεγκέν [Jacques Gueguen], “υπεύθυνο ερευνών στον σταθμό του I.N.R.A.[1] της Ναντ”, όπου μελετώνται οι τρόποι να μας κάνουν να καταπιούμε μπιφτέκια από “πρωτεϊνικές ύλες φυτικής προέλευσης”. Αυτά εξακολουθούν βέβαια να έχουν κάποια ελαττώματα, αλλά θα διορθωθούν: «Το χρώμα δεν είναι ακριβώς το ίδιο, παραδέχεται ο Ζακ Γκεγκέν: “Τα απομονώματα σόγιας είναι υπόλευκα, με αισθητό άρωμα λάχανου. Ο ηλίανθος παράγει γκρίζες ίνες. Εκείνες της ελαιοκράμβης είναι κίτρινες, πάντα με μια επίγευση λάχανου. Σε κάθε περίπτωση, όπως διαβεβαιώνει, αυτές οι ίνες είναι επαναλεσμένες, επαναχρωματισμένες και αρωματισμένες, και δεν θα τις παρατηρήσετε καθόλου όταν θα τις ξαναβρείτε με τη μορφή μπιφτεκιού βοδινού, μοσχαρίσιου, χοιρινού ή γαλοπούλας”. Δύσπιστοι, θα αναλογιστείτε ότι δεν θα φάτε ποτέ αυτό το κρέας. Ρίξτε όμως μια λίγο προσεκτικότερη ματιά στη σύνθεση των αγαπημένων σας ραβιολιών ή του χάμπουργκερ που μόλις αγοράσατε από το τμήμα των κατεψυγμένων προϊόντων: μια πολύ συνηθισμένη συσκευασία, με τη φωτογραφία ενός μισοψημένου μπιφτεκιού τοποθετημένου πάνω σε μια σαλάτα. Είναι άραγε βοδινό κρέας όπως τα άλλα; Όχι ακριβώς, αν διαβάσετε τι είναι γραμμένο στο χαρτόνι: 69% (μερικές φορές μπορεί να πέφτει μέχρι το 65%) βοδινός κιμάς, “καρυκευμένος” με φυτικές πρωτεΐνες. Στην πραγματικότητα αυτό το 31% φυτικών πρωτεϊνών δεν είναι καρύκευμα αλλά αποτελεί ένα είδος πρόσθετης γέμισης στο πραγματικό κρέας.» (Cosmopolitan, Ιούνιος 1985.)

Αλλά η λογική που υπάρχει στην υπενθύμιση όλων όσα έχουμε ήδη καταπιεί δεν χρειάζεται να διατυπώνεται με τόση ειλικρίνεια για να είναι περιοριστική: αρκεί να μας κάνει να ξεχάσουμε όλα όσα δεν μπορούμε πλέον να γευτούμε. Έτσι, αφού η μπίρα έγινε απαίσια ώστε να μπορεί να αποθηκευτεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, δεν θα μας λείψει τίποτα ιδιαίτερο όταν θα προσαρμοστεί ακόμα καλύτερα στις ανάγκες της εμπορευματικής κυκλοφορίας: «Η ζυθοποιία Adelshoffen στο Σιλτιγκχάιμ [Schiltigheim] στα περίχωρα του Στρασβούργου λανσάρει τώρα τη συμπυκνωμένη μπίρα. Ένας όγκος μπίρας για πέντε όγκους ανθρακούχου νερού. Χάρη στις σύγχρονες τεχνικές υπερδιήθησης, η μπίρα δεν είναι πλέον παρά μια μηχανική με την οποία μπορεί να διαχωριστεί κάθε στοιχείο: νερό, αλκοόλη, αρωματικές ουσίες… Όπως η Coca-Cola, η Adelshoffen ονειρεύεται ήδη να μεταφέρει από την Αλσατία σε ολόκληρο τον κόσμο σιρόπι που μπορεί να ανασυσταθεί επί τόπου από τοπικούς εμφιαλωτές. […] “Αυτό μειώνει τα έξοδα μεταφοράς και συσκευασίας καθώς οι ζυθοποιοί είναι ολοένα περισσότερο πωλητές συσκευασιών, κρίνοντας από το μερίδιο της τιμής του υγρού στο κόστος του τελικού προϊόντος” εξηγεί ο Μισέλ Ντεμπύφ [Michel Debuf]. “Το συμπύκνωμα μπίρας είναι ένα τεράστιο σχέδιο με παγκόσμιες προοπτικές”, δηλώνει με ενθουσιασμό. Στο εξής ένας απλός τοπικός εμφιαλωτής θα μπορεί να σπάει τα μονοπώλια των ζυθοποιιών. “Με το συμπύκνωμα αρκεί μια γραμμή εμφιάλωσης για να προστεθεί το νερό και το διοξείδιο του άνθρακα. Κάθε εμφιαλωτής αναψυκτικών, τύπου Coca-Cola, μπορεί να το κάνει.”» (Libération, 29 Ιουνίου 1985).

Με αυτή την ανόητη επιδίωξη κάθε εξοικονόμησης χρόνου και δαπανών εργασίας ή υλικών (παραγόντων που μειώνουν παρομοίως το κέρδος) τείνει να επικρατήσει στην αφηρημένη καθαρότητά της η λογική του εμπορεύματος, που, μαζί με τον χρόνο (για παράδειγμα τον χρόνο που συσσωρεύτηκε στην ανθρώπινη ιστορία προκειμένου να αποκτηθεί η απαραίτητη εμπειρογνωμοσύνη για την παρασκευή μιας καλής μπίρας) θέλει να παραβλέπει το ποιοτικό. Το οποίο επιστρέφει αρνητικά, ως ασθένεια. Υποκαθίσταται έτσι από διάφορες ιδεολογικές αξιώσεις, κρατικούς νόμους που υποτίθεται ότι επιβάλλονται στο όνομα της υγιεινής, ή απλώς της εγγυημένης εμφάνισης, ώστε να ευνοηθεί προφανώς η συγκέντρωση της παραγωγής· η οποία θα μεταφέρει καλύτερα το κανονιστικό βάρος του νέου μολυσμένου προϊόντος. Στο τέλος της διαδικασίας, το μονοπώλιο στην αγορά στοχεύει να αφήσει μόνο την επιλογή μεταξύ του κατασταλτικού της πείνας και της ίδιας της πείνας.

Έτσι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν την Food and Drugs Administration [Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων], και εδώ η αφηρημένη κατανάλωση αφηρημένων εμπορευμάτων έχει αποκτήσει προφανώς τους νόμους της –αν και δεν λειτουργούν πολύ καλά– με τους κανονισμούς της λεγόμενης “Κοινής Αγοράς”. Είναι ακριβώς η κύρια ουσιαστική πραγματικότητα αυτού του θεσμού. Κάθε ιστορική παράδοση πρέπει να εξαφανιστεί, και η αφαίρεση πρέπει να βασιλεύει μέσα στη γενική απουσία της ποιότητας (βλ. το άρθρο Abstraction [Αφαίρεση]). Όλες οι χώρες δεν είχαν βέβαια τα ίδια χαρακτηριστικά (γεωγραφικά και πολιτιστικά) στη διατροφή. Για να παραμείνουμε στην Ευρώπη, η Γαλλία είχε κακή μπίρα (εκτός από την Αλσατία), πολύ κακό καφέ, κ.λπ.. Αλλά η Γερμανία έπινε καλή μπίρα, η Ισπανία έπινε καλή σοκολάτα και καλό κρασί, η Ιταλία καλό καφέ και καλό κρασί. Η Γαλλία είχε καλό ψωμί, καλά κρασιά, πολυάριθμα τυριά, πολλά πουλερικά και βοδινά. Στο πλαίσιο της Κοινής Αγοράς, όλα πρέπει να υποβιβαστούν σε μια ισότητα του μολυσμένου εμπορεύματος. Ο τουρισμός έπαιξε έναν ορισμένο ρόλο σε αυτό, με τον προσερχόμενο τουρίστα να συνηθίζει επί τόπου στην αθλιότητα των εμπορευμάτων που είχαν ακριβώς μολυνθεί για εκείνον, καθώς ερχόταν να καταναλώσει όλα όσα είχαν επιδεινωθεί εξαιτίας της ίδιας της παρουσίας του. Ο τουρίστας είναι στην πραγματικότητα αυτός που αντιμετωπίζεται παντού τόσο άσχημα όσο και κατ’ οίκον: είναι ο ψηφοφόρος σε κίνηση.

Η βασική χρησιμότητα του σύγχρονου εμπορεύματος, που αναπτύχθηκε σε βάρος οποιασδήποτε άλλης, έγκειται στο να αγοράζεται: έτσι με ένα από αυτά τα θαύματα των οποίων κατέχει το μυστικό, και με τη μεσολάβηση του κεφαλαίου, μπορεί να “δημιουργεί θέσεις απασχόλησης”! Όσο για τη δική του ενασχόληση, τη χρήση του, αυτή θεωρείται αυταρχικά ως δεδομένη ή υπονοείται παραπλανητικά, στην περίπτωση των τροφίμων διατηρώντας τεχνητά ορισμένα χαρακτηριστικά της προηγούμενης κατάστασής τους. Αλλά αυτές οι εξωτερικές όψεις απευθύνονται βέβαια στις αισθήσεις που είναι πιο εύκολο να εξαπατηθούν: “Χάρη στις νέες μεθόδους που χρησιμοποιούνται για να αποφευχθεί η αλλοίωση των τροφίμων, βρίσκουμε σε όλες τις εποχές φρούτα και λαχανικά που παλιότερα εμφανίζονταν στις αγορές μας μόνο μερικές εβδομάδες κάθε μήνα. Τα μήλα, για παράδειγμα, που αποθηκεύονται μέσα σε γιγαντιαίους καταψύκτες. Το μόνο σοβαρό πρόβλημα είναι ότι τα φρούτα που καταψύχονται χάνουν ένα μεγάλο μέρος από τη φυσική τους γεύση” (Cosmopolitan, ό.π.). Παλιότερα, όταν οι μήνες δεν είχαν παρά μόνο μερικές εβδομάδες, υπήρχε ένας χρόνος για κάθε πράγμα: σήμερα στερούμαστε ταυτόχρονα την πραγματικότητα του χρόνου και εκείνη των πραγμάτων. Οι πιο άμεσα πρακτικές αισθήσεις είναι αυτές που θυσιάζονται: η γεύση, η όσφρηση, η αφή καταργούνται προς όφελος δολωμάτων που παραπλανούν διαρκώς την όραση και την ακοή (βλ. το άρθρο Abbé [Αβάς]). Καθώς η χρήση ορισμένων αισθήσεων καταπνίγεται (είναι σίγουρα προτιμότερο να χάσει κανείς την όσφρηση όταν κατοικεί σε μια μεγάλη πόλη), και εκείνη ορισμένων άλλων παραπλανάται κατ’ αυτόν τον τρόπο, διαπιστώνεται μια γενικευμένη υποχώρηση της αισθαντικότητας, που συμβαδίζει με την ακραία υποχώρηση της πνευματικής διαύγειας· η οποία ξεκινάει από τη ρίζα με την απώλεια της ανάγνωσης και του μεγαλύτερου μέρους του λεξιλογίου. Για τον ψηφοφόρο που οδηγεί ο ίδιος το αυτοκίνητό του και βλέπει τηλεόραση, κανένα είδος γεύσης δεν έχει πλέον καμία σημασία: γι’ αυτό μπορούν να τον κάνουν να φάει Findus ή να ψηφίσει Fabius, να καταπιεί Fabius ή να επιλέξει Findus [2]. Οι σημαντικές δραστηριότητές του, η κατακλύζουσα παθητικότητά του, δεν του αφήνουν πραγματικά τον χρόνο να διαμορφώσει και να αναπτύξει γούστα που η ίδια η εμπορευματική παραγωγή δεν έχει άλλωστε τον χρόνο να ικανοποιήσει: αυτή η αξιοθαύμαστη αντιστοιχία μεταξύ απουσίας χρήσης και χρήσης της απουσίας χαρακτηρίζει τη σημερινή απώλεια οποιουδήποτε κριτηρίου αξίας. Επανερχόμαστε λοιπόν στο σημαίνον ζήτημα του χρόνου, αυτού του χρόνου που κερδίζεται παντού ώστε να μη βιώνεται. Έτσι, αφού ο χρόνος που αφιερωνόταν παλιότερα στην προετοιμασία γευμάτων απορροφάται σήμερα από την ενατένιση της τηλεόρασης, “οι καταναλωτές ζητάνε ολοένα λιγότερο τεμάχια κρέατος δεύτερης διαλογής που απαιτούν μακράς διάρκειας μαγειρικές παρασκευές”. Αυτά τα “τεμάχια δεύτερης διαλογής”, με τη βοήθεια των οποίων φτιάχνονταν κάποτε πολλά εξαίρετα πιάτα της γαλλικής λαϊκής κουζίνας, πρέπει σήμερα να ανακυκλωθούν με μια όψη πιο κατάλληλη για γρήγορο μαγείρεμα: «Αν την κοιτάξει κανείς από (όχι πολύ) κοντά και την δοκιμάσει, θα ξεγελαστεί. Έχει όλα τα γνωρίσματα μιας σπαλομπριζόλας: την εμφάνιση, τη μαλακή υφή, την “τρυφερότητα”. Ωστόσο, αυτή είναι φτιαγμένη από κότσι, από λάπα, από λαιμό βοδινού κρέατος, με λίγα λόγια από εκείνα τα κομμάτια που συνήθως προορίζονται για την παρασκευή μπραιζέ ή σιγοβρασμένων ραγού. Το μοσχάρι μπραιζέ μεταμορφώθηκε σε μπριζόλα; Αυτό μας ετοιμάζουν οι ερευνητές και βιομήχανοι που καταστρέφουν την αρχιτεκτονική του κρέατος, αναμιγνύουν λιγότερο ή περισσότερο λεπτοτεμαχισμένα κομμάτια και τα μορφοποιούν ξανά δημιουργώντας “αναδομημένο” κρέας.» (Le Monde, 25 Σεπτεμβρίου 1985.) Δεν αμφιβάλλουμε ότι αυτή η αναδόμηση θα επεκτείνει πολύ γρήγορα το πεδίο της δράσης της πολύ πέρα από τον τομέα των βοοειδών: «Αν καταφέρουμε να φτιάξουμε νόστιμες και τρυφερές “μπριζόλες” από κρέας πουλερικών ή από χοιρινό, που είναι λιγότερο ακριβά από το βοδινό, “τα βοοειδή θα έχουν το μέλλον πίσω τους”, όπως επισημαίνει ο κ. Ντυμόν [Dumont].» (ό.π.) Αυτός ο πολλά υποσχόμενος Ντυμόν είναι διευθυντής του ερευνητικού εργαστηρίου κρέατος του Εθνικού Ινστιτούτου Γεωπονικής Έρευνας (I.N.R.A.)· είναι λοιπόν ένας ειδικός των κατασταλτικών της πείνας, όπως και εκείνος που, αναφορικά με την τεχνική της “θερμικής εξώθησης” που καθιστά δυνατή την παραγωγή “προϊόντων με κυψελοειδή δομή”, σαν αυτών που προορίζονται για τους σκύλους και τις γάτες, δηλώνει: «Όσον αφορά τις εφαρμογές αυτής της διαδικασίας στην ανθρώπινη διατροφή, “υπάρχουν ακόμα πολλά που πρέπει να γίνουν”.» (ό.π.) Όσον αφορά την προσχώρησή μας σε μια κτηνώδη κατάσταση χωρίς ένστικτο, έχουν ήδη γίνει πολλά.

Η αστική τάξη είχε πει εδώ και πολύ καιρό: “Η ιστορία υπήρχε, αλλά δεν υπάρχει πια.” (Μαρξ.) Καθώς γραφειοκρατικοποιεί την κυριαρχία της, προσθέτει: “Το γούστο υπήρχε, αλλά δεν υπάρχει πια.” Δεν πρέπει καν να υπάρχει πια, για τον καθένα, αυτή η ατομική ιστορία μέσω της οποίας ανακάλυπτε και διαμόρφωνε τα γούστα του. Πρέπει να αποδεχτεί κανείς όλα όσα υπάρχουν εδώ αδιακρίτως, χωρίς να επιδιώκει να διατηρήσει οποιοδήποτε δικό του κριτήριο αξιολόγησης. Πρέπει να ακούγονται μόνο οι διακηρύξεις των ειδικών που, για παράδειγμα, μας περιγράφουν το ακτινοβόλο μέλλον του ακτινοβολημένου λαχανικού και ισχυρίζονται ήδη ότι “ποτέ δεν ήταν τόσο καλά τα λαχανικά” (l’ Express, 6-12 Σεπτεμβρίου 1985). Αυτό είναι το τελευταίο “look” της κοινωνίας του θεάματος, και κάθε ατομικό “look”, όσο μοδάτο και αν θέλει να φαίνεται, δεν μπορεί παρά να συνδέεται μαζί της· γιατί αυτή είναι που διατηρεί ολόκληρο το δίκτυο. Έτσι αυτό το “κρέας-πατέ” που αποτελεί το κατασταλτικό της πείνας του φτωχού μισθωτού, και που το καταπίνει όρθιος με φόντο τις τουαλέτες ενός σιδηροδρομικού σταθμού, μπορεί ακόμα και να μοιάζει με την τελευταία λέξη ενός νεωτερισμού, τον οποίο μάλλον επιλέγουν παρά υπομένουν αυτοί που τρώνε Mac Donald και σκέφτονται Actuel.

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Ποιος το ήθελε; Παλιότερα, κανένας. Από τους φυσιοκράτες, το αστικό σχέδιο ήταν ρητά να βελτιωθούν ποσοτικά και ποιοτικά τα προϊόντα της γης, γνωρίζοντας ότι είναι σχετικά πιο αμετάβλητα από τα προϊόντα της βιομηχανίας. Αυτό επιτεύχθηκε πράγματι καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και μετά. Οι επικριτές του καπιταλισμού ενδιαφέρονταν μερικές φορές περισσότερο για την υψηλότερη ποιότητα. Ο Φουριέ [Fourier] ειδικότερα, που υποστήριζε πολύ τις απολαύσεις και τα πάθη, και ήταν μεγάλος λάτρης των αχλαδιών, προσδοκούσε από το βασίλειο της αρμονίας μια πρόοδο των γευστικών ποικιλιών αυτού του φρούτου. Εδώ όπως και αλλού οι πρόοδοι του πολιτισμού τον δικαίωσαν πραγματοποιώντας το αντίθετο. Σήμερα η κατάσταση του προβλήματος θα μπορούσε να περιγραφεί πολύ συγκεκριμένα παίρνοντας μια κλασική συνταγή της γαλλικής κουζίνας και δείχνοντας ακριβώς τι έχει γίνει καθένα από τα συστατικά της στο πλαίσιο της σημερινής κατανάλωσης (βλ. το άρθρο Agro-alimentaire [Αγρο-διατροφικός]).

Οι οχλήσεις των κατασταλτικών της πείνας δεν περιορίζονται σε όσα εξαλείφουν, αλλά επεκτείνονται σε όσα κομίζουν με την ίδια την ύπαρξή τους, σύμφωνα με ένα σχήμα που εφαρμόζεται σε κάθε νέα παραγωγή του παλιού κόσμου. Η τροφή που έχασε τη γεύση της παρουσιάζεται σε κάθε περίπτωση ως υγιεινή, διαιτητική, ωφέλιμη, σε σύγκριση με τις επικίνδυνες περιπέτειες των προ-επιστημονικών μορφών διατροφής. Αλλά ψεύδεται κυνικά. Όχι μόνο περιέχει μια απίστευτη δόση δηλητηρίου, με τη θλιβερά διάσημη Union Carbide να κατασκευάζει για παράδειγμα τα δραστικά προϊόντα της για τη γεωργία [3], αλλά προάγει κάθε είδους ελλείψεις των οποίων οι επιπτώσεις αποτιμώνται, κατόπιν εορτής, στη δημόσια υγεία: όπως ανέφερε ένας γιατρός με μια απόλυτα επιστημονική αίσθηση του ευφημισμού, “φαίνεται ότι η αύξηση της γεωργικής παραγωγικότητας υλοποιείται χωρίς επαρκή μέριμνα για εκείνη την έννοια της ποιότητας για την οποία τα ιχνοστοιχεία αποτελούν έναν σημαντικό παράγοντα” (Ανρί Πικάρ, Θεραπευτική χρήση των ιχνοστοιχείων.[4]) Αυτό που είναι νόμιμο, αν και τρομακτικό, στην επεξεργασία των τροφίμων συνοδεύεται επιπλέον από ένα μερίδιο ανεκτής παρανομίας, και από την ανενδοίαστη παρανομία που υπάρχει σε κάθε περίπτωση (υπέρβαση των δόσεων ορμονών στο βοδινό, αντιψυκτικό στο κρασί, κ.λπ.) Είναι γνωστό ότι ο ευρύτερα διαδεδομένος καρκίνος στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι αυτός που αρέσκεται στους πνεύμονες του καπνιστή μολυσμένου καπνού ή του κατοίκου των ακόμα πιο μολυσμένων πόλεων, αλλά εκείνος που κατατρώει τα σωθικά ενός προέδρου Ρήγκαν[5], και των συνδαιτυμόνων του είδους του.

Αυτή η ευρεία πρακτική των κατασταλτικών της πείνας είναι επίσης υπεύθυνη για την έλλειψη τροφίμων στις χώρες της περιφέρειας που υπόκεινται πιο απόλυτα, αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο, στο καπιταλιστικό σύστημα. Η διαδικασία είναι απλή: οι εδώδιμες καλλιέργειες εξαλείφονται από την παγκόσμια αγορά, και οι αγρότες των λεγόμενων υπανάπτυκτων χωρών μετατρέπονται μαγικά σε ανέργους στις ραγδαία επεκτεινόμενες παραγκουπόλεις της Αφρικής ή της λατινικής Αμερικής. Γνωρίζουμε ότι τα ψάρια που αλίευαν και έτρωγαν οι Περουβιανοί υφαρπάζονται σήμερα από τους ιδιοκτήτες των προηγμένων οικονομιών, προκειμένου να ταΐσουν με αυτά τα πουλερικά που διαθέτουν εδώ στην αγορά. Και για να εξαφανιστεί η γεύση αυτών των ψαριών, χωρίς προφανώς να αποκατασταθεί οποιαδήποτε άλλη γεύση, πρέπει να χρησιμοποιηθεί η ακρολεΐνη, ένα πολύ επικίνδυνο χημικό προϊόν, που οι κάτοικοι της Λυών, μεταξύ των οποίων κατασκευάζεται, δεν γνωρίζουν –τόσο ως καταναλωτές όσο και ως γείτονες του παραγωγού–· αλλά που είναι βέβαιο ότι θα μάθουν κάποια στιγμή, υπό το φως μιας καταστροφής.

Οι ειδικοί της πείνας στον κόσμο (υπάρχουν πολλοί τέτοιοι, και συνεργάζονται στενά με άλλους ειδικούς που επιχειρούν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι εδώ κυριαρχούν οι άφθονες λιχουδιές ποιος ξέρει ποιου “μεγάλου συμποσίου”) μας γνωστοποιούν τα αποτελέσματα των υπολογισμών τους: ο πλανήτης θα εξακολουθούσε να παράγει αρκετά δημητριακά ώστε κανένας να μην υποφέρει από την πείνα, αλλά αυτό που χαλάει το ειδύλλιο είναι ότι οι “πλούσιες χώρες” καταναλώνουν καταχρηστικά τα μισά από αυτά τα δημητριακά για τη διατροφή των ζώων τους. Αλλά όταν γνωρίζουμε την απαίσια γεύση του κρέατος των σφαγίων που παχύνονται έτσι γρήγορα με δημητριακά, μπορούμε άραγε να μιλάμε για “πλούσιες χώρες”; Σίγουρα όχι. Ένα μέρος του πλανήτη πρέπει να πεθαίνει από την πείνα για να ζούμε εμείς όχι μέσα στον συβαριτισμό, αλλά μέσα στη λυματολάσπη. Αλλά στον ψηφοφόρο αρέσει να τον κολακεύουν, υπενθυμίζοντάς του ότι είναι λίγο σκληρόκαρδος, αφού ζει τόσο καλά ενώ κάποιες άλλες χαμένες χώρες τον παχαίνουν με τα πτώματα των παιδιών τους, stricto sensu [κυριολεκτικά]. Αυτό που είναι σε κάθε περίπτωση ευχάριστο για τον ψηφοφόρο, σε αυτή τη συζήτηση, είναι ότι του λένε πως ζει πλουσιοπάροχα. Του αρέσει να το πιστεύει.

Όχι μόνο τα φάρμακα, αλλά και η τροφή, όπως και πολλά άλλα πράγματα, έχουν γίνει κρατικό μυστικό. Μια από τις ισχυρότερες αντιρρήσεις εναντίον της δημοκρατίας, την εποχή όπου οι ιδιοκτήτριες τάξεις εξακολουθούσαν να διατυπώνουν αντιρρήσεις, επειδή φοβούνταν ακόμα, όχι αναίτια, τι θα σήμαινε γι’ αυτές μια πραγματική δημοκρατία, ήταν η επίκληση της άγνοιας της πλειονότητας των ανθρώπων, ως ουσιαστικά ανυπέρβλητου εμποδίου για να γνωρίζουν και να διευθύνουν οι ίδιοι τις υποθέσεις τους. Σήμερα λοιπόν νιώθουν καθησυχασμένες από τα εμβόλια που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα έναντι της δημοκρατίας, ή μάλλον έναντι εκείνης της υπολειμματικής δόσης που ισχυρίζονται ότι μας εξασφαλίζουν: γιατί οι άνθρωποι αγνοούν αυτό που υπάρχει στο πιάτο τους εξίσου με τα μυστήρια της οικονομίας, τις αναμενόμενες επιδόσεις των στρατηγικών όπλων ή τις ανεπαίσθητες “επιλογές της κοινωνίας” που παρουσιάζονται έτσι ώστε να επαναλαμβάνεται η ίδια και να ανανεώνεται.

Καθώς το μυστικό πυκνώνει έως και μέσα στο πιάτο μας, δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι όλοι αγνοούν τα πάντα. Αλλά οι ειδικοί, εντός του θεάματος, δεν πρέπει να διαδίδουν τόσο επικίνδυνες αλήθειες. Τις αποσιωπούν. Όλοι έχουν συμφέρον να το κάνουν. Και το πραγματικό απομονωμένο άτομο που δεν εμπιστεύεται τη δική του γεύση και τις δικές του εμπειρίες δεν μπορεί να εμπιστευτεί παρά μόνο την κοινωνικά οργανωμένη απάτη. Ένα συνδικάτο θα μπορούσε να μιλήσει; Δεν μπορεί να πει κάτι που θα ήταν ανεύθυνο και επαναστατικό. Το συνδικάτο υπερασπίζεται κατά βάση τα συμφέροντα των μισθωτών εντός του πλαισίου της μισθωτής εργασίας. Υπερασπιζόταν, για παράδειγμα, “την μπριζόλα τους”. Αλλά ήταν μια αφηρημένη μπριζόλα (σήμερα υπερασπίζεται, ή αντιθέτως δεν υπερασπίζεται, κάτι ακόμα πιο αφηρημένο, “την εργασία τους”). Ενώ η πραγματική μπριζόλα έχει σχεδόν εξαφανιστεί, αυτοί οι εδικοί δεν την είδαν να εξαφανίζεται, τουλάχιστον επισήμως. Γιατί η μπριζόλα που εξακολουθεί να υπάρχει κρυφά, αυτή που φτιάχνεται από κρέας το οποίο έχει εκτραφεί χωρίς χημεία, έχει προφανώς υψηλότερη τιμή, και η αποκάλυψη και μόνο της ύπαρξής της θα κλόνιζε συθέμελα τις στήλες του ναού της “συμβατικής πολιτικής”. Η δυτική νομενκλατούρα γνωρίζει ωστόσο αρκετά καλά τι συμβαίνει ώστε να πληρώνει συνήθως ακριβά τα υγιεινά τρόφιμα.

Την περίοδο αμέσως πριν από την επανάσταση του 1789, θυμόμαστε πόσες λαϊκές εξεγέρσεις πυροδοτήθηκαν εξαιτίας των τότε μετριοπαθών προσπαθειών παραποίησης του ψωμιού, και πόσοι τολμηροί πειραματιστές σύρθηκαν κατευθείαν στον φανοστάτη πριν μπορέσουν να εξηγήσουν τους λόγους τους, που ήταν σίγουρα πολύ σοβαροί. Εκείνη την εποχή, και καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η παραποίηση, ελάσσων και χειροτεχνική, εφαρμοζόταν στο επίπεδο του λιανοπωλητή: δεν είχε αναχθεί ακόμα στην ίδια την πηγή της παρασκευής τροφίμων, όπως έμελλε να συμβεί, με όλα τα μέσα της σύγχρονης βιομηχανίας, από τον πόλεμο του 1914, που γέννησε τα υποκατάστατα. Αλλά προκαλούσε μια δίκαιη οργή. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη· ή, για να το θέσουμε καλύτερα, τα οφέλη που αντλεί η ταξική κοινωνία από τον θεαματικό βαρύ εξοπλισμό της, σε μηχανήματα και σε προσωπικό, υπερβαίνουν κατά πολύ τις δαπάνες που είναι αναγκαίες για να συνοδευτούν τα υποκατάστατα από το απαραίτητο συμπλήρωμά τους, την πλύση εγκεφάλου. Έτσι όταν είδαμε, πριν από περίπου δέκα χρόνια, το ψωμί να εξαφανίζεται στη Γαλλία, και να αντικαθίσταται σχεδόν παντού από ένα ψευδο-ψωμί (μη αρτοποιήσιμα άλευρα, χημικές ζύμες, ηλεκτρικούς φούρνους), όχι μόνο αυτό το τραυματικό γεγονός δεν πυροδότησε κάποιο κίνημα διαμαρτυρίας και υπεράσπισης σαν εκείνο που εμφανίστηκε πρόσφατα υπέρ του λεγόμενου ελεύθερου σχολείου, αλλά κυριολεκτικά κανένας δεν μίλησε γι’ αυτό. Και ως αποκορύφωμα κυνισμού, αφού μας έκαναν με αυτόν τον τρόπο να χάσουμε τη γεύση του ψωμιού, επιχειρούν τώρα να την καταστήσουν αντικείμενο διδασκαλίας για μια νέα επέκταση της γραφειοκρατίας της κουλτούρας: «Πρόκειται για την εφαρμογή ενός είδους εκπαίδευσης της γεύσης που, ενδεχομένως, θα ξεκινούσε από στοιχειώδη πράγματα: την παρασκευή ψωμιού, την αναγνώριση της σύνθεσής του. Αυτού του ίδιου ψωμιού που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μιας ενημερωτικής εκστρατείας, “του ψωμιού που θεωρείται ως αντικείμενο κληρονομιάς”, ως “ζωντανός εθνικός θησαυρός”, όπως θα έλεγαν οι Ιάπωνες.» (Ζακ Λανγκ[6], όπως παρατίθεται από την le Monde, 7-8 Απριλίου 1985.) Με αυτό το νέο ψωμί “εκστρατείας”, δεν θα μπορούσε να μας υποδειχθεί καλύτερα ότι σε αυτόν τον κόσμο το αυθεντικό δεν έχει πλέον θέση στην καθημερινή ζωή και πρέπει να καταλήξει στο μουσείο.

Έτσι όλες οι απολαύσεις που παλιότερα χαρακτηρίζονταν “απλές” γίνονται, με την εξαφάνισή τους, αντικείμενο μιας ειδικευμένης μουσειογραφίας. Η σύγχρονη αρχιτεκτονική έχει ήδη εξαλείψει ένα μεγάλο μέρος τους μέσα στην τεράστια σφαίρα δράσης της. Φυσικά, αν η απόλαυση αποτελούταν από θεαματικές διασκεδάσεις, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι καταναλωτές είναι ευχαριστημένοι εφόσον βρίσκουν εικόνες για να βοσκήσουν. Αλλά η επικίνδυνη διαλεκτική επιστρέφει με διαφορετικό τρόπο. Γιατί βλέπουμε καθαρά ότι όλες οι κατακτήσεις αυτού του κόσμου αποσυντίθενται. Ενώ η κριτική αποφεύγει οποιαδήποτε διαχείρισή τους, όλα τα αποτελέσματα τις εξαλείφουν. Είναι το σύνδρομο της θανάσιμης ασθένειας του τέλους του 20ου αιώνα: η κοινωνία των τάξεων και των εξειδικεύσεων, με μια αδιάκοπη και εκτενή προσπάθεια, αποκτά ανοσία έναντι όλων των απολαύσεων. Η κατάρρευση της ανοσοποιητικής άμυνάς της έναντι όλων των δηλητηρίων που παράγει θα είναι ακόμα πιο καθολική.

Σημειώσεις της μετάφρασης

[1] INRA (Institut National de la Recherche Agronomique): Εθνικό Ινστιτούτο Γεωπονικής Έρευνας της Γαλλίας.

[2] Findus: Σουηδική εταιρεία παραγωγής κατεψυγμένων τροφίμων.
Fabius, Laurent: Ηγετικό μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος, πρωθυπουργός της Γαλλίας κατά την περίοδο 1984-1986.

[3] Αναφέρεται στα τοξικά χημικά αέρια που διέρρευσαν από το εργοστάσιο παρασκευής εντομοκτόνων της εταιρείας Union Carbide κοντά στην πόλη Μποπάλ της Ινδίας τη νύχτα της 2ας προς 3η Δεκεμβρίου 1984. Υπολογίζεται ότι λόγω της διαρροής πέθαναν συνολικά 15.000-25.000 άνθρωποι και έμειναν ανάπηροι πάνω από 500.000.

[4] Henry Picard (1972). Utilisation thérapeutique des oligo-éléments.

[5] Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρήγκαν υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση τον Ιούλιο του 1985 για να αφαιρεθούν καρκινικοί πολύποδες από το παχύ του έντερο.

[6] Ζακ Λανγκ [Jack Lang]: Υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας κατά την περίοδο 1981-1986 και 1989-1993.

Πηγή: The Bad Days Will End

325: Εισήγηση από την εκδήλωση στο ελευθεριακό στέκι Πικροδάφνης

Εισήγηση του αναρχικού εξεγερτικού περιοδικού 325 στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο ελευθεριακό στέκι Πικροδάφνης

“Ακολουθεί η μετάφραση της εισήγησης που πραγματοποιήθηκε στα αγγλικά του συντρόφου από το αναρχικό εξεγερτικό Περιοδικό 325 στην εκδήλωση (https://athens.indymedia.org/event/84890/ ) που διεξήχθη στο ελευθεριακό στέκι Πικροδάφνη για την στήριξη του Ταμείου Αλληλεγγύης φυλακισμένων & Διωκόμενων Αγωνιστ(ρ)ιών.”

Θέλω να ξεκινήσω λέγοντας ότι λυπάμαι που δεν είμαι μαζί σας ζωντανά, να δω τα πρόσωπα των συντρόφων/ισσων που παρακολουθούν σήμερα. Υπάρχουμε όλο και περισσότερο σε μία πραγματικότητα που κυριαρχείται ολοένα και πιο πολύ από τις οθόνες και από συσκευές που έχουν γίνει τεχνητά υποκατάστατα της πραγματικής, της ανθρώπινης πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνίας, κάτι που πραγματικά λείπει στην παρούσα κατάστασή μας.

Ελπίζω λοιπόν πως μία μέρα θα μπορέσουμε να δούμε τα πρόσωπα ο ένας/μία του άλλου/ης, τις εκφράσεις συνενοχής μας, να ανταλλάξουμε κάποια συνωμοτικά λόγια. Ζούμε σε στιγμές που τα “κινήματα”, προτιμώ να τα αποκαλώ τα υπολείμματα αυτών, παλεύουν να βρουν μία νέα ενέργεια, ένα νέο μονοπάτι, μία νέα τροχιά διαμέσου αυτών των καιρών της πανδημίας, της κραυγαλέας καταστολής και ελέγχου που έχει συμβεί σε όλο τον κόσμο, και όχι μόνο στα “κινήματα”.

Για αυτό το λόγο σας μιλάω σήμερα, ως σύντροφος με βαθιά ανησυχία για το τί μας έρχεται από τον ορίζοντα με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από ότι συνέβαινε στο παρελθόν. Για να χτίσω διασυνδέσεις διεθνώς, για να διαδώσω ιδέες που μπορούν να μετασχηματιστούν σε πράξεις, επειδή είμαστε αναρχικοί/ες, όχι φιλόσοφοι, ακαδημαϊκοί, αριστεριστές ή ακτιβιστές, είμαστε αυτοί/ες που δεν βλέπουμε διαχωρισμό μεταξύ των ιδεών και της πράξης, που μετασχηματίζουμε την κάθε μέρα μας σε επίθεση.

Η συλλογικότητα 325 με τις εκδόσεις της από το 2004 γεννήθηκε από ένα DIY ήθος, με εξεγερτική θεματική, για την ποινική καταστολή και το «έγκλημα», την αυτονομία, ενάντια στις φυλακές και στην ψυχιατρική, μετεξελισσόμενη σε επόμενα τεύχη σε ένα “εξεγερμένο περιοδικό του κοινωνικού πολέμου και της αναρχίας”. Από την αρχή υπήρχε μία αυξανόμενη επικέντρωση στη διεθνή οπτική, αλλά ειδικά στην ανάπτυξη της τεχνολογίας, στην καταστροφή, στον θάνατο και έλεγχο που αυτή επιβάλλει.

Πρόσφατα στα τελευταία 3 τεύχη, το νο10, νο11 και το τρέχον νο12 στο οποίο επικεντρώνει αυτή η παρουσίαση, έχει δοθεί έμφαση σε μία οπτική ενάντια στην τεχνολογία. Φτάνοντας στο σημείο να δοθεί όνομα σε αυτήν την επιταχυνόμενη μεταβολή εντός του κράτους, του καπιταλισμού και του τεχνο-βιομηχανικού συστήματος, ως η 4η και 5η Βιομηχανική Επαναστάση (ΒΕ) και εντός αυτών τον κίνδυνο της Τεχνολογικής Μοναδικότητας (Technological Singularity).

Το πρόσφατο τεύχος του 325, αποτελεί μία συνάντηση διεθνών αναρχικών ατομικοτήτων και συλλογικοτήτων που επικεντρώνουν σε σχετικές θεματικές, ανάλυσης των νέων πραγματικοτήτων που είναι η 4η και 5η Βιομηχανική Επανάσταση. Νιώθω ότι χρειάζεται ένας ορισμός και για τις δύο εδώ. Η 4η Βιομηχανική Επανάσταση (επίσης γνωστή ως Βιομηχανία 4.0) είναι ο εξελισσόμενος αυτοματισμός των παραδοσιακών κατασκευαστικών και βιομηχανικών πρακτικών, με τη χρήση σύγχρονης έξυπνης τεχνολογίας.

Η μεγάλης κλίμακας επικοινωνία μεταξύ μηχανών και το Δίκτυο των Πραγμάτων (Internet of Things, IoT) ολοκληρώνονται για επίτευξη αυξημένου αυτοματισμού, βελτιωμένης επικοινωνίας και αυτο-επισκόπησης, και για την παραγωγή έξυπνων μηχανών που μπορούν να αναλύσουν και να διαγνώσουν θέματα χωρίς την ανάγκη τις ανθρώπινης παρέμβασης. Αυτά θα καθοριστούν κυρίως από την ανάδυση τεχνολογιών όπως η ρομποτική, η τεχνητή νοημοσύνη, η νανοτεχνολογία, οι κβαντικοί υπολογιστές, το δίκτυο των πραγμάτων (IoT), το βιομηχανικό δίκτυο των πραγμάτων, τα συστήματα αποκεντρωμένης συναίνεσης, η κοινωνία χωρίς ρευστό χρήμα, τα κρυπτονομίσματα, οι 5G ασύρματες τεχνολογίες, η 3D εκτύπωση και τα πλήρως αυτόνομα οχήματα. Όλα αυτά, όπως μάλλον οι περισσότεροι/ες από εσάς θα γνωρίζετε, ήδη διαπερνούν τη σημερινή κοινωνία μας, κάτι που δείχνει ότι η 4η ΒΕ είναι ήδη καθοδόν.

Η 5η ΒΕ θα συμβεί παράλληλα με την 4η, και έχει να κάνει περισσότερο με τον ορισμό της ηθικής και του αντίκτυπου της τεχνολογίας που αναπτύσσεται κατά την 4η ΒΕ. Δεν θα επηρεάσει μόνο το πως οι μηχανές χρησιμοποιούνται για να δημιουργήσουν προϊόντα αλλά το πως ζούμε γενικώς. Ήδη η ψηφιοποίηση της βιομηχανίας και της εργασίας έχει αλλάξει την έννοια της 9 με 5 εργασίας και αυτό είναι πιθανό να επεκταθεί περισσότερο. Ήδη βλέπουμε μία αύξηση της εργασίας από το σπίτι κατά τη διάρκεια της καραντίνας, που τώρα έχει αρχίσει να προωθείται ως το εναλλακτικό στυλ της εργασίας, αν είσαι βέβαια τυχερός αρκετά για να είσαι καταρτισμένος ώστε να κάνεις αυτές τις δουλειές.

Το πως οι εργοδότες μπορούν να μας επιβλέπουν και να επικοινωνούν με εμάς, το πως ακόμα και το να πας να αγοράσεις οτιδήποτε από έξω μπορεί να γίνει πλέον με online αγορές και παράδοση, κάτι που επίσης αυξήθηκε γρήγορα κατά τη διάρκεια των καραντινών οδηγώντας ακόμα πιο πολύ στην πτώση των εμπορικών φυσικών αγορών και της εργασίας εντός αυτών. Αυτά είναι ορισμένες από τις πτυχές με τις οποίες θα ασχοληθεί η 5η ΒΕ, το πως η 4η ΒΕ θα μας επηρεάσει και θα επηρεάσει την κοινωνία εντός της οποίας ζούμε. Οι εξουσίες και οι καπιταλιστές έχουν επίγνωση της επίπτωσης που θα έχουν οι νέες τεχνολογίες, το ότι θα υπάρχει μία καθυστέρηση μεταξύ της τεχνολογικής εξέλιξης και των υποτιθέμενων ωφελειών αυτής, όπως έγινε και στις προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις.

Θα συμβεί μία δραστική αναμόρφωση των κρατών πρόνοιας, η δημιουργία ενός καθολικού βασικού εισοδήματος, που θα λαμβάνεται ασχέτως της κατάστασης εργασίας. Πάνω από όλα αυτά θα δούμε μία έμφαση στην «αντιμετώπιση» των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, όπου οι εταιρείες θα ενδιαφέρονται περισσότερο για έναν “πιο πράσινο καπιταλισμό”, χρησιμοποιώντας ανανεώσιμες πηγές ενέργειες, περιορίζοντας το ίχνος τους στο περιβάλλον. Κάτι που βλέπουμε ήδη να συμβαίνει εντός του καπιταλισμού, όχι απαραίτητα επειδή ενδιαφέρονται για το πως η κοινωνία σκέφτεται για αυτό, αλλά περισσότερο επειδή προσαρμόζονται στην καταστροφή του πλανήτη που ήδη συμβαίνει. Όχι τίποτε άλλο αλλά η καταστροφή, η εξάλειψη και η μόλυνση απλώς θα μεταφερθούν αλλού καθώς νέοι περισσότερο καταστροφικοί πόροι, ορυκτά και διαδικασίες θα απαιτηθούν για την παραγωγή αυτών των πράσινων τεχνολογιών.

Ο καλύτερος τρόπος να κατανοήσουμε την 5η ΒΕ είναι να τη δούμε ως τη διαχείριση των επιπτώσεων, αυτών που αλλάζει η 4η ΒΕ, χρησιμοποιώντας τις προαναφερθείσες τεχνολογίες, όπως την Τεχνητή Νοημοσύνη, την κυβερνητική, τους αλγόριθμους, τους αυτοματισμούς, κοκ, ώστε να διαχειριστεί, να δημιουργήσει μία μεταβολή στο πως τα ανθρώπινα όντα λειτουργούν και ζούνε, εργάζονται και κοινωνικοποιούνται, καταναλώνουν και παράγουν. Το πως ακόμα και το κράτος, ο καπιταλισμός και η κοινωνία λειτουργούν, με λιγότερη έμφαση σε συγκεκριμένα στοιχεία που έχουν αυτοματοποιηθεί και δημιουργώντας άλλες υποδομές, υποτίθεται λόγω ενδιαφέροντος για την κοινότητα και το περιβάλλον.

Όπως ξέρουμε αυτό ήταν πάντα ένα ψέμα, έτσι δίνεται έμφαση στο πως όλη αυτή η αναπτυσσόμενη τεχνολογική επιστημονική ανάπτυξη, όπως πάντα, γίνεται εις βάρος ενός πλανήτη που πεθαίνει, το πως αντιμετωπίζουμε μία “βιολογική εκμηδένιση” ή όπως καλύτερα περιγράφεται το “6ο Γεγονός Μαζικής Εξάλειψης/Εξαφάνισης” όσον αφορά τη βιόσφαιρα και τα ζωικά είδη που ήδη παλεύουν να επιβιώσουν. Ακόμα και η έννοια του αγώνα ήδη έχει και θα γίνεται ολοένα και περισσότερο τμήμα του του κόσμο τεχνο -φυλακή στον οποίο ζούμε.

Συμβαίνει, σίγουρα σε μερικές υπερανεπτυγμένες τεχνολογικά χώρες, μία αναδιάρθρωση, μία αλλαγή, μία μεταβολή της παραγωγής ή ακόμα και εξαφάνιση της έννοιας της βιομηχανίας όπως την ξέρουμε. Το πως, μαζί με αυτό, παραδοσιακές μορφές αντίστασης, ειδικά αυτές βασισμένες στην τάξη, ενσωματώνονται και γίνονται τμήμα του συστήματος. Ως παράδειγμα του πως έχουν θολώσει οι γραμμές μεταξύ των εννοιών της τάξης, του πως ο συνδικαλισμός έχει γίνει τμήμα της λειτουργίας της προόδου του καπιταλισμού αντί να είναι μία επαναστατική δύναμη, του πως καθώς μιλώ πρόσφατα έχουν περαστεί νόμοι από το ελληνικό κράτος για την περαιτέρω φυλάκιση της κοινωνίας, για την μεταμόρφωση της έννοιας της εργασίας ώστε να ταιριάζει στις δυτικές χώρες, ενώ ο Μητσοτάκης μαζί με τον Μπακογιάννη ανοίγουν την Ελλάδα στην ανάπτυξη, για να γίνει ένας παράδεισος των νέων τεχνολογιών του μέλλοντος.

Αυτή θα μπορούσε να είναι μία άλλη συζήτηση για μία άλλη φορά σύντροφοι/ισσες. Θα ήθελα να επικεντρωθώ σύντομα στις θεματικές που αγγίζουν τα άρθρα του ίδιου του τεύχους. Πρώτα έχουμε το “Αυτοματισμός, Ρομποτική και οι επιπτώσεις τους στην Εργασία” που μόλις αγγίξαμε νωρίτερα, για το πως θα μεταμορφωθεί η έννοια της εργασία, για την ιδέα του κράτους πρόνοιας, για το πως η μαζική ανεργία λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων θα μπορούσε να αποτελέσει ένα συχνό φαινόμενο όπως έδειξαν η καραντίνα της πανδημίας και η πρόσφατη “οικονομική κρίση”. Του πως οι ξεχωριστές εξελίξεις εντός της 4ης και 5ης ΒΕ θα οδηγήσουν σε αυτές τις μεταβολές, όχι μόνο μέσα στους φυσικούς χώρους εργασίας αλλά και στο πως βλέπουμε την εργασία και την χαλάρωση, το κράτος, την κοινωνία, την κοινότητα κοκ στο μέλλον. Του πως σχεδιάζεται μία μετα-βιομηχανική κοινωνία δυστοπικών αναλογιών, η οποία δεν θα απαιτεί φυσική βίαιη καταστολή αλλά περισσότερο έναν ψυχολογικό γραφειοκρατικό αλγοριθμικό εξαναγκασμό.

Η συνεχιζόμενη πανδημία και τα καταπιεστικά μέτρα σχολιάζονται επίσης σε άρθρα, επειδή αυτό που βλέπουμε και ελπίζω ότι οι περισσότεροι/ες εδώ θα έχουν επίγνωση είναι το πως η πανδημία και κυρίως η καραντίνα αποτέλεσαν μία αφορμή για τους τεχνοκράτες και τους επιστήμονες μαζί με τους τεχνο-επιχειρηματίες σαν τον Μασκ, την Google, την Apple και την Boston Robotics να επιταχύνουν τη χρήση τεχνολογιών και της επιστήμης στις ζωές μας, αλλά περισσότερο ποντάρουν στον φόβο και στην απομόνωση πάνω στα οποία αυτές θεριέβουν.

Αυτό με οδηγεί σε ένα άρθρο από την Ιταλική συλλογικότητα “Resistenze al Nanomondo” πάνω στο “Υπερανθρωπισμός και Τεχνητή Αναπαραγωγή”, που αφορά το πως η γενετική, η βιοτεχνολογία και ακόμα και η νανοτεχνολογία χρησιμοποιείται για να «παίξει» με τα σώματά μας ακόμα και στο κυτταρικό επίπεδο σε ένα τρελό κυνήγι για ένα άτρωτο ανθρώπινο ον, για αιώνια ζωή, ακόμα και στο άνοιγμα της πόρτας για την ένωση μηχανής και ανθρώπου.

Υπάρχει ακόμα το υπέροχα γραμμένο άρθρο “Ψυχολογία της Μηχανής” από τον John Zerzan ειδικά γραμμένο για το τρέχον τεύχος. Ο Zerzan, η Πράσινη Αναρχία και η αντί-πολιτισμική τάση έχει υπάρξει μία αναδυόμενη επιρροή στην συλλογικότητά μας καθώς περνάει ο καιρός, επειδή ακριβώς τα θέματα τα οποία επιλέγει αφορούν την κυβερνητική, έννοιες της πραγματικότητας, το ρόλο των αλγορίθμων, το ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης. Το πως έχουμε ήδη για κάποιο καιρό γίνει περισσότερο σαν τις μηχανές στις φυσικές και ψυχολογικές μας συμπεριφορές.

Αυτή η διαπίστωση οδηγεί και σε άλλα κείμενα γύρω από την έξυπνη τεχνολογία, όπως τα έξυπνα τηλέφωνα και το 5G, στο πως αυτά μας επηρεάζουν και θα μας επηρεάσουν περισσότερο, στο πως όλες αυτές οι εξελίξεις από την 4η και 5η ΒΕ θα τρέξουν πάνω από τα ήδη κατασκευαζόμενα δίκτυα 5G. Αυτό που είναι σημαντικό εδώ όμως είναι το πόσο τρωτά είναι αυτά τα συστήματα, ιδιαίτερα τα δίκτυα πάνω στα οποία στηρίζονται. Ως μία παράπλευρη σκέψη, πρόσφατα είχαμε ένα κύμα από επιθέσεις σε υποδομές 5G στην Ευρώπη σε πολλές χώρες κατά τη διάρκεια των καραντινών, και ήταν έκπληξη ότι δεν ήταν όλες συγκεκριμένα αναρχικές επιθέσεις. Μαζί με άλλα γεγονότα έδειξαν την τρωτότητα τους, όπως η τελευταία διακοπή στην παροχή internet αυτό το μήνα, που οδήγησε πολλά διεθνή websites να κλείσουν λόγω της δυσλειτουργίας πλατφορμών νέφους (cloud). Τίποτα δεν είναι ανίκητο, σε αντίθεση με το πόσο δηλώνουν ότι είναι, και θα ήθελαν να είναι, οι τεχνοκράτες και οι ιερείς της επιστήμης.

Μαζί με αυτά τα άρθρα έχουμε τη συμβολή από το σύντροφο μας Ντίνο στην “Διεθνή Συνάντηση ενάντια στην Τεχνολογία και στην Επιστήμη”, ο οποίος πάντα έχει διατηρήσει μια αξιοπρεπή και συνεχή στάση ενάντια στην τεχνολογική φυλακή για την οποία μιλάμε εδώ.

Υπάρχουν ακόμα γραπτά για την “Κοινωνία χωρίς μετρητά”, ένα ήδη διογκούμενο φαινόμενο ειδικά μετά την έναρξη της πανδημίας. Περιγράφει την εξαφάνιση του φυσικού νομίσματος, την online ψηφιοποίηση του χρήματος, μαζί με την ανάδυση των κρυπτονομισμάτων. Τέλος έχουμε ορισμένα ενδιαφέροντα άρθρα για το πως εντός της τεχνολογικής μεταβολής που ήδη συμβαίνει, θα δούμε μία περαιτέρω επέκταση έξω από τη γη στο διάστημα, είτε με τη δημιουργία του δορυφορικού συστήματος Starlink από τον Elon Musk ή με τη γενική ανάπτυξη της βιομηχανίας, την εξερεύνηση, εκμετάλλευση, κυριάρχηση στο διάστημα όσο η Γη γίνεται ένα όλο και πιο κατεστραμμένο μέρος.

Είναι ξεκάθαρο από την ανάλυση και την κριτική που περιέχεται στο τρέχον τεύχος, το ότι ξεκάθαρα έχει εμφανιστεί στις μέρες μας ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όχι σε κάποιο μακρινό μέλλον που περιέχεται σε ένα δυστοπικό διήγημα ή ταινία, αλλά αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα τώρα στο παρόν. Με την ανάδυση μία “εξυπνότερης από τον άνθρωπο” μηχανικής νοημοσύνης που είναι στο επίπεδο του Εξολοθρευτή και του Μάτριξ. Θα δούμε τα κράτη, τον καπιταλισμό και τις κοινωνίες να κυβερνώνται ολοένα και περισσότερο από αυτήν. Κατευθυνόμαστε προς την κατασκευή μίας κοινωνίας όπως την περιέγραψε ο Αλφρέντο Μπονάνο στο “Μετα-βιομηχανική Κοινωνία”, όπου το χάσμα μεταξύ εκείνων που θα γνωρίζουν τη γλώσσα των νέων τεχνολογιών και θα αισθάνονται τα οφέλη από αυτήν, μέσα στις απομονωμένες οχυρωμένες νησίδες προνομίων, θα μεγαλώνει από αυτούς που δεν την κατανοούν, αποκλεισμένοι εξ’ αρχής από αυτήν ή όσων επιλέγουν να την αρνηθούν, σπρωγμένοι μέσα στα νέα γκέτο. Ήδη βλέπουμε εξεγερσιακά ξεσπάσματα που παράγονται από όλα αυτά μαζί με τις επιπτώσεις της πανδημίας και των περιορισμών κίνησης.

Αρκεί να παρατηρήσεις την άνοδο στις μέρες μας του ολοκληρωτισμού σε μία αναδυόμενη Ρωσία και την άνοδο της Κίνας, χώρες εμμονικές με τις τεχνολογικές εξελίξεις για τον έλεγχο των πληθυσμών τους. Εάν επικεντρώσουμε στην Κίνα για παράδειγμα, ήδη λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως ένα ολοκληρωτικό κράτος της 4ης και 5ης ΒΕ, με έξυπνες πόλεις, ρομποτική και τεχνητή νοημοσύνη να διαπερνούν το σύνολο του πληθυσμού. Από την αναγνώριση προσώπου που επιβάλλεται στα παιδιά στα σχολεία ή από τα τεχνολογικά στρατόπεδα συγκέντρωσης του μέλλοντος για τον εγκλεισμό των Ουιγούρων έως το πραγματικό γεγονός ότι έχει ένα σύστημα επιτήρησης πραγματικού χρόνου που χωρίς πλάκα αποκαλείται “Skynet”. Γιατί πρέπει αυτό να μας αφορά; Γιατί αυτές είναι ακριβώς οι τεχνολογίες που αντιγράφει η Δύση! Επίσης αναπτύσσεται ένας διακρατικός ανταγωνισμός μεταξύ όλων των χωρών παγκόσμια για την τεχνητή νοημοσύνη, της κυβερνητική και τον αυτοματοποιημένο πόλεμο, που προσομοιάζει με προηγούμενους παγκόσμιους πολέμους, φτάνοντας στο σημείο να βάζει τα κράτη στα πρόθυρα ενός νέου πολέμου.

Συνδυάστε όλα αυτά με έναν online κατοπτρικό κόσμο τεχνητής και επαυξημένης πραγματικότητας, που διαφημίζει μία διέξοδο από τον φυσικό κόσμο με τον οποίο τα ανθρώπινα όντα γίνονται όλο και λιγότερο συνδεδεμένα. Είτε είναι μέσω των παιχνιδιών, της επικοινωνίας, ακόμα και των αισθημάτων, δεν θα χρειάζεται να φύγεις από την άνεση του δικού σου σπιτιού, που δεν είναι και πολύ μακριά από όπου είμαστε τώρα. Ένα αυτόνομο άνετο κελί φυλακής δικής μας δημιουργίας για το οποίο χρησιμοποιούμε την ψηφιακή κάρτα κλειδί για να φυλακίσουμε τους εαυτούς μας. Είναι οι αλγόριθμοι, οι αναλυτές δεδομένων, οι τεχνοκράτες που θα κυβερνούν το κράτος του μέλλοντος. Ακόμα και το πως οι νέοι άνθρωποι θα δημιουργούνται, κάτι που προάγει περαιτέρω την Τεχνολογική Μοναδικότητα, όπου οι άνθρωποι γίνονται ρομπότ και τα ρομπότ άνθρωποι. Ένας ορισμός της Τεχνολογικής Μοναδικότητας, για να μπορέσουμε να την καταλάβουμε, είναι ότι αποτελεί ένα σημείο στο χρόνο κατά το οποίο η τεχνολογική ανάπτυξη γίνεται ανεξέλεγκτη και μη αναστρέψιμη, έχοντας ως αποτέλεσμα μη προβλέψιμες αλλαγές στον ανθρώπινο πολιτισμό. Είναι βασικά το σημείο όπου είτε η τεχνητή Νοημοσύνη ή ανθρώπινα όντα σε συνδυασμό με ΤΝ, θα έχουν ως αποτέλεσμα μία ισχυρή υπερ-νοημοσύνη που ποσοτικά υπερβαίνει κατά πολύ όλη την ανθρώπινη νοημοσύνη. Αυτό πάλι έχει τις δυστοπικές αναλογίες καταστάσεων που περιγράφονται στην ταινία “Ghost In The Shell” ή στο βιβλίο “Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος”, μία κατάσταση όπου κάθε κύτταρο και άτομο, κάθε μυαλό θα έχει ενσωματωμένη τεχνολογία και τότε θα είναι πολύ αργά για αντίσταση.

Έτσι μέσα από αυτήν την σκοτεινή εικόνα, αντλούμε κάποιο φως, μέχρι και φωτιά, από την επιρροή του Ρώσου συγγραφέα/φιλοσόφου Nikolay Chernyshevsky, ο οποίος είχε μεγάλη επιρροή στους Ρώσσους επαναστάτες, αναρχικούς και νιχιλιστές. Θα πάρω τον τίτλο ενός από τα διηγήματά του και θα ρωτήσω “Τί πρέπει να γίνει”;

Οι αναρχικοί/ες πάντα κατόρθωναν να προσαρμόζονται και να είναι επιδέξιοι/ες στη χρήση των νέων τεχνολογιών για να αντιπαλέψουν το σύστημα που προσπαθεί να τους/τις ελέγξει. Από τους κατασκευαστές βομβών, στους χειριστές όπλων, στους τυπογράφους, πλαστογράφους, για να θυμηθούμε τους αναρχικούς στα τέλη του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, οι οποίοι πολέμησαν την άνοδο της τότε αναδυόμενης βιομηχανικής επανάστασης και της τεχνολογικής και επιστημονικής καταπίεσης που την συνόδευε. Το ίδιο θα συμβεί και στη νέα εποχή, και είναι αυτό που το έντυπο και εγώ σας προτείνω εδώ. Η εποχή της “προπαγάνδας της πράξης” χρειάζεται να επιστρέψει, επειδή ακόμα μία φορά ως αναρχικοί/ες περιοριζόμαστε στο πως μπορούμε να λειτουργήσουμε και αυτό απαιτεί από εμάς να επιτεθούμε αντί να θρηνούμε για τα μέσα που χάνονται και στα οποία βασιζόμασταν.

Η αναρχία πρέπει να ξαναγίνει απειλή, χρειάζεται να προκαλέσει φόβο στον εχθρό πάλι, να κάνει το φόβο να αλλάξει πλευρά. Το σαμποτάζ, η καταστροφή της κοινωνικής μηχανής, των δικτύων της, της περιουσίας, των μέσων παραγωγής είναι κυρίαρχης σημασίας μέσα σε αυτό το εφιαλτικό παρόν που πάει να δημιουργηθεί.

Ακόμα και εμείς στο 325 ως συλλογικότητα καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να εξελιχθούμε μαζί με τις καταστάσεις. Όπως έχουμε δηλώσει πρόσφατα, δεν ξέρουμε εάν η συλλογικότητά μας θα συνεχίσει ή θα εξελιχθεί ως μέρος κάτι άλλου, αλλά σίγουρα ξέρουμε που πρέπει να δοθεί η εξεγερσιακή σύγκρουση.

Η πρόσφατη καταστολή ενάντια στο 325 είναι ένα παράδειγμα του πόσο φοβούνται μία τέτοια προοπτική εάν κερδίσει έδαφος, το οποίο έχει σαφώς τη δυνατότητα να το κάνει. Δεν είναι σύμπτωση ότι επιτέθηκαν ενάντια στη συλλογικότητά μας μετά την δημοσίευση του τεύχους 12 πέρυσι. Χρειάζονται περισσότερες πρωτοβουλίες με κριτική και ανάλυση ενάντια στον κόσμο της τεχνολογικής φυλακής, ανάλυση παλαιών αγώνων διεθνώς, τις αποτυχίες τους, τις επιτυχίες τους. Χρειάζεται να συμβεί μία ρήξη μεταξύ των παλαιών μορφών αγώνα, ακόμα και των απομειναριών του αναρχισμού, ώστε να εμφανιστεί μία νέα μορφή που προσαρμόζεται στο σύγχρονο κρίσιμο σταυροδρόμι. Η αντιπληροφόρηση, οι εκδόσεις, οι χώροι, οι εκδηλώσεις είναι σημαντικά για να δημιουργήσουν τη βάση, να δημιουργήσουν την ανταλλαγή της γνώσης, των ιδεών, της εμπειρίας που πηγαίνει πέρα από απλά λόγια. Επειδή όπως σχολίασα και στην αρχή αυτής της παρουσίασης οι αναρχικοί ήταν πάντα με τις ενέργεια, την ζώσα πράξη. Μόνο τότε μπορεί να διαμορφωθεί μία νέα επίθεση από την συγγένεια, τις άτυπες μορφές οργάνωσης, διεθνώς συντονισμένη ενάντια σε αυτό το νέο Λεβιάθαν που είναι η 4η και 5η ΒΕ και η Τεχνολογική Μοναδικότητα. Επειδή αν δεν γίνουν αυτά, η Γη, όλα τα ζώντα είδη και εμείς ως ανθρώπινα όντα όπως τα γνωρίζαμε είμαστε σε κίνδυνο.

Πηγή: Athens Indymedia

Εμβόλια και Γενετική Μηχανική: Μερικές αναγκαίες διευκρινίσεις

Το κείμενο σε μορφή PDF

*

Θεωρούμε πως το ζήτημα του εμβολιασμού και δη, του υποχρεωτικού, είναι πρωτίστως πολιτικό και όχι ιατρικό. Eντούτοις βλέποντας πως η σχετική συζήτηση, πέρα από αδιανόητη πόλωση, κυριαρχείται και από –συχνά εξωφρενικές– δογματικές απόψεις, ένθεν κακείθεν, κρίναμε πως αξίζει να επιχειρήσουμε μια προσπάθεια σύνοψης για το τι είναι γνωστό για τις διάφορες εμβολιαστικές τεχνολογίες με τη φιλοδοξία αυτό να λειτουργήσει ως μια πρώτη βάση για την περαιτέρω εμβάθυνση στο θέμα – και στις πιο τεχνικές, πολιτικές και επιστημονικές, λεπτομέρειές του. Σε κάθε περίπτωση, οι ιδιαιτερότητες αυτών των γενετικών νανοσυσκευών που αποκαλούνται εμβόλια, απαιτούν μια πρώτη διασαφήνιση του βιοτεχνολογικού υποβάθρου τους.

Παραδοσιακά εμβόλια

Όλα τα εμβόλια μέχρι και το 2020 (με εξαίρεση κάποιες εργαστηριακές και μικρής κλίμακας δοκιμές των τελευταίων χρόνων σε νέες τεχνολογίες) στηρίζονταν στη «μόλυνση» του ανθρώπινου σώματος με ένα «ακίνδυνο» στέλεχος του ιού, έτσι ώστε να εκπαιδευτεί το ανοσοποιητικό σύστημα στην αντιμετώπισή του: είτε με κάποιο αδρανοποιημένο στέλεχος (έναν ιό που έχει απονεκρωθεί με υπεριώδεις ακτινοβολίες π.χ.) που δε μπορεί να μολύνει τον οργανισμό, είτε με κάποιο εξασθενημένο στέλεχος του ιού (από κάποια φυσική μετάλλαξη, ή από κάποια εργαστηριακή διαδικασία) που ναι μεν είναι ζωντανός ιός, αλλά δεν έχει την ικανότητα να αναπαραχθεί και να βλάψει τον ανθρώπινο οργανισμό (π.χ. επειδή δεν αντέχει σε θερμοκρασίες άνω των 30°C), ή –σχετικά πιο πρόσφατα– με μια χαρακτηριστική, εργαστηριακά παρασκευασμένη, πρωτεΐνη της επιφάνειας του ιού.

Αυτά είναι τα λεγόμενα παραδοσιακά εμβόλια και αποτελούν σχεδόν το σύνολο των προγραμμάτων εμβολιασμού. Πρόκειται για μια τεχνολογία δοκιμασμένη σε βάθος χρόνων.

Το κάθε ξεχωριστό εμβόλιο έχει ωστόσο τις δικές του παραμέτρους (το υλικό του «περιβλήματος» του εξασθενημένου ή απονεκρωμένου ιού, το υλικό της ιικής καλλιέργειας, τις ίδιες τις ιδιότητες των εξασθενημένων ιικών στελεχών κλπ.) και σε καμία περίπτωση δε μπορούμε να μιλάμε για μια γενικά ασφαλή τεχνολογία. Για παράδειγμα ο υποτίθεται ακίνδυνος εξασθενημένος ιός πολιομυελίτιδας που χρησιμοποιήθηκε σε μαζικούς εμβολιασμούς στην Αφρική, όντως περιόρισε τον άγριο ιό, αλλά πλέον μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο και προκαλεί επιδημίες ήμερης πολιομυελίτιδας. Κάποια από τα χημικά πρόσθετα στα εμβόλια έχουν κατηγορηθεί για πρόκληση νευρολογικών βλαβών, ενώ διάφορες παταγώδεις (και θανατηφόρες) εμβολιαστικές αποτυχίες (όπως για τη γρίπη των χοίρων το 1976 στην Αμερική, για την H1N1 στην Eυρώπη το 2009, ή για τον HPV στην Ινδία το 2010), θέλουν η κάθε μια τη δική τους μελέτη για το τι πήγε λάθος.

Το βασικό που πρέπει να έχουμε κατά νου είναι πως το ανθρώπινο σώμα δεν είναι μια «περίπλοκη μηχανή» όπου ισχύουν 100% οι αναγωγικές και επαγωγικές μέθοδοι, αλλά ένας εξαιρετικά πολύπλοκος ζωντανός οργανισμός με πολλαπλά επίπεδα συσχέτισης και ολιστικού τύπου οργάνωση, την κατανόηση του οποίου σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καυχιέται πως έχει πλησιάσει ούτε στο ελάχιστο η επιστήμη. Και ειδικά σε ό,τι αφορά το ανθρώπινο ανοσοποιητικό, η σύγχρονη επιστήμη δε γνωρίζει σχεδόν τίποτε. Τα ολοένα και αυξανόμενα αυτοάνοσα νοσήματα δείχνουν ξεκάθαρα αυτήν την εντυπωσιακή άγνοια: η σύγχρονη ιατρική δεν έχει άλλο τρόπο αντιμετώπισης παρά την γενική ανοσοκαταστολή, μπας και έτσι σταματήσουν τα συμπτώματα.

Επομένως η κάθε παρέμβαση στον ανθρώπινο οργανισμό, ειδικά σε ό,τι αφορά τη διέγερση του ανοσοποιητικού συστήματος, εμπεριέχει ένα μεγάλο ποσοστό αβεβαιότητας. Όσες in vitro δοκιμές και να γίνουν, κανείς δε μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα πώς θα αντιδράσει στην πραγματικότητα το ανθρώπινο σώμα με το βομβαρδισμό του π.χ. με εκατομμύρια απονεκρωμένων ιών. Η ανάγκη μαζικής δοκιμής σε πραγματικές συνθήκες είναι η βασική αιτία που διάφορες φαρμακευτικές αναζητούν μέρη με φτηνή αξία ζωής, π.χ. Ινδία ή Αφρική, για να διεξαγάγουν τις συχνά δολοφονικές κλινικές μελέτες τους. Γενικά τα στάδια ελέγχου και δοκιμών, για το κάθε εμβόλιο, διαρκούν από τρία έως και δέκα χρόνια.

Σε κάθε περίπτωση, ένα εμβόλιο που χορηγείται εδώ και 5 δεκαετίες, έχει ήδη παράξει έναν όγκο βιβλιογραφίας, στην οποία μπορεί η κάθε μία να ανατρέξει και να αποφασίσει υπεύθυνα –σε ένα βαθμό πάντοτε– για τον εμβολιασμό της. Σαφώς και καλό είναι να εξετάζουμε κριτικά το κάθε «παραδοσιακό» εμβόλιο, αλλά η λίγο-πολύ σταθερή τεχνολογική τους βάση και η συνήθως πολύχρονη χρήση τους προσφέρουν μια σχετική ασφάλεια.

Μεταμοντέρνα Εμβόλια

Από τους τρεις διαφορετικούς τύπους εμβολίων που προσφέρονται στον δυτικό πολίτη, μόνο ο ένας είναι «παραδοσιακός»: αυτός του κινέζικου Sinovac που στηρίζεται σε αδρανοποιημένο στέλεχος SARS-CoV-2. Επειδή η χρήση του είναι επί του παρόντος σχετικά περιορισμένη στη Δύση (κυρίως σε βαλκανικές χώρες) δε θα επεκταθούμε –για την ώρα– σε αυτό.

Θα ασχοληθούμε οπότε με τους άλλους δύο τύπους που ουσιαστικά αποτελούν και το σύνολο των εμβολιαστικών επιλογών: τα εμβόλια CRISPR DNA (AstraZeneca, Sputnik V και Johnson & Johnson) και τα εμβόλια mRNA (Pfizer και Moderna). Αμφότερα έχουν τον ίδιο –πρωτοφανή στην εμβολιαστική ιστορία– στόχο: την παραγωγή των τμημάτων του ιού –στην προκειμένη περίπτωση την παθογόνο πρωτεϊνική ακίδα– από τα ίδια τα ανθρώπινα κύτταρα. Ενώ δηλαδή όλα ανεξαιρέτως τα εμβόλια μέχρι και σήμερα, εισήγαγαν τα ίδια τον ιό ή το περίβλημά του, τώρα τα ανθρώπινα κύτταρα αξιοποιούνται ως εργοστάσια παραγωγής παθογόνων με τα ενδεχόμενα ανοσολογικών καταστροφών να είναι ανοιχτά.

Αν και το επίδικο είναι κοινό, υπάρχουν δυο διαφορετικές τεχνολογικές προσεγγίσεις, αμφότερες σχετιζόμενες με τη βιοτεχνολογία και πρόκειται μάλιστα για τις δύο πιο δημοφιλείς καινοτόμες βιοτεχνολογικές εξελίξεις.

Α. CRISPR DNA

Η τεχνική CRISPR χρησιμοποιεί το ένζυμο Cas9 για την κοπτοραπτική ακριβείας σε συγκεκριμένες γενετικές ακολουθίες. Αν και είναι αντικείμενο μελέτης από το 1985, μόλις τα τελευταία λίγα χρόνια έχει φτάσει στο επίπεδο τεχνικής ανάπτυξης ώστε να χρησιμοποιείται ευρέως – το νόμπελ χημείας του 2020 αφορούσε ακριβώς την ανάπτυξη αυτής της τεχνικής. Μέχρι και πρόσφατα η γενετική μηχανική στηριζόταν στον βομβαρδισμό του γονιδιώματος (κυρίως των φυτών) με ένα γονιδιακό κανονάκι για να επιτύχει τις επιθυμητές μεταλλάξεις ώστε τα φυτικά τερατάκια της Monsanto να αντέχουν πιο πολλά φυτοφάρμακα ή να δίνουν μεγαλύτερους καρπούς. Όπως έχει εύστοχα περιγραφεί, ήταν κάπως «όποιον πάρει ο χάρος». Με την τεχνική CRISPR ωστόσο, υποτίθεται πως μπορούμε να έχουμε κοπτοραπτική ακριβείας: απεικονίζουμε σε υπολογιστή το γονιδίωμα, εντοπίζουμε το τμήμα που θέλουμε να αντικαταστήσουμε και το επιτυγχάνουμε με ακρίβεια. Δε θα επεκταθούμε στην ασφάλεια ή την ακρίβεια της ίδιας της τεχνικής, είναι άλλωστε πολύ καινούργια για να μπορεί να αποτιμηθεί. Ας κρατήσουμε ωστόσο το γεγονός πως είναι η πρώτη φορά ιστορικά που η γενετική μηχανική καταφέρνει να εισχωρήσει σε τέτοιο βαθμό στον βασικό της στόχο: το ανθρώπινο σώμα.

Στα εμβόλια DNA λοιπόν χρησιμοποιείται ένας γενικά χαμηλής επικινδυνότητας ιός, στην περιπτωσή μας ο αδενοϊός των πιθήκων –ένας ιός της μεγάλης οικογένειας των ιών του κρυολογήματος– και με την τεχνική CRISPR αφαιρείται τμήμα του γενετικού του υλικού και αντικαθίσταται με τα γονίδια που έχουν τις πληροφορίες για τη σύνθεση της πρωτεϊνικής ακίδας του SARS-CoV-2. Έχουμε δηλαδή ένα χιμαιρικό ιό, με γονίδια από δύο διαφορετικούς ιούς, ο οποίος υποτίθεται ότι χρησιμοποιεί την αυξημένη ικανότητα μόλυνσης –δηλαδή εισαγωγής στο κύτταρο– του αδενοϊού, μόνο που αυτός ο χιμαιρικός ιός όταν καταλάβει το κύτταρο αντί να αναπαραγάγει τον εαυτό του, αναπαράγει την πρωτεΐνη του SARS-CoV-2. Το γενετικά πειραγμένο DNA του μεταφράζεται σε RNA και το RNA αυτό δίνει εντολή στα ριβοσώματα να φτιάξουν την πρωτεϊνική ακίδα.

Τέτοιου τύπου εμβόλια, ανασυνδυασμένων δηλαδή ιών, έχουν χρησιμοποιηθεί ξανά τα τελευταία χρόνια αλλά σε πολύ περιορισμένο πλαίσιο, κυρίως σε μικρές δοκιμές στη θεραπεία καρκίνου και σε κάποια εμβόλια γρίπης στην Αμερική, είναι ωστόσο η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται σε τόσο μαζική κλίμακα. Πρόκειται για μια τεχνική που επειδή ακριβώς ενσωματώνει ένα από τα πιο σημαντικά βιοτεχνολογικά επιτεύγματα, το CRISPR δηλαδή, προωθείται πολύ, αλλά τα μέχρι τώρα κλινικά δεδομένα για τη χρήση ανασυνδυασμένων ιών σε γονιδιακές θεραπείες (κυρίως σε καρκίνους) είναι αποθαρρυντικά: υπήρξε μεγάλο ποσοστό φλεγμονών και υπερβολικών ανοσολογικών αντιδράσεων.

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ο ανασυνδυασμένος ιός των εμβολίων DNA εισχωρεί στον πυρήνα του κυττάρου για να αρχίσει να δίνει εντολές στα κύτταρα για την παραγωγή της πρωτεϊνικής ακίδας. Αυτό προφανώς αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο της γενετικής επιμόλυνσης, της ενσωμάτωσης δηλαδή τμήματος του ιικού DNA στο ανθρώπινο DNA. Μεγάλο τμήμα του ανθρώπινου γονιδιακού υλικού είναι απομεινάρι ιικού DNA (εξ ου και διάφοροι βιολόγοι βλέπουν στους ιούς έναν κομβικό παράγοντα εξέλιξης), ίσως και αρκετά πάνω από το μισό. Πρόκειται δηλαδή για κάτι που συμβαίνει και που άλλωστε περιγράφεται ως πιθανότητα και επίσημα. Το τι ακριβώς μπορεί να συμβεί με την ενσωμάτωση του γενετικά πειραγμένου ιικού DNA στο ανθρώπινο γονιδίωμα, κανείς δε μπορεί να γνωρίζει. Προφανώς, καθώς κανείς δε μπορεί να προβλέψει σε ποιο ακριβώς σημείο του γονιδιώματος θα ενσωματωθεί το εργαστηριακό DNA, η πιθανότητα γενετικών βλαβών και καρκίνων δεν είναι αμελητέα. Υπάρχει επίσης η μικρή πιθανότητα γενετικής επιμόλυνσης των ανθρώπινων γαμετών – πράγμα που σημαίνει πως οι όποιες γενετικές ανωμαλίες θα είναι κληρονομικές. Μπορεί και να μη συμβεί και τίποτε, το ενσωματωμένο DNA να ακολουθήσει το πάνω από το 90% του ανθρώπινου γενετικού υλικού, για το οποίο δεν έχει κανείς την παραμικρή ιδέα το τι ακριβώς κάνει (οι γενετιστές, σε μια σαφή ένδειξη του τρόπου σκέψης τους και της αγαθότητας των προθέσεών τους αποκαλούν αυτό το γενετικό υλικό τη λειτουργία του οποίου δε μπορούν να κατανοήσουν, junk Dna). Μπορεί να μείνει σε λανθάνουσα κατάσταση μέχρι να ενεργοποιηθεί από κάποιο μελλοντικό συμβάν με απρόβλεπτες συνέπειες, ή μπορεί και να αποδειχθεί πως έχει κάποιες άγνωστες για την ώρα μακροχρόνιες συνέπειες. Αχαρτογράφητα νερά γεμάτα σκοπέλους, δίνες και θαλάσσια τέρατα.

Β. mRNA

Πρόκειται για το άλλο χαϊδεμένο παιδί της βιοτεχνολογίας. Είναι εξαιρετικά πρόσφατη: μόλις το 2018, ο επικεφαλής της Moderna, δήλωσε περιχαρής για το mRNA: «βρήκαμε τρόπο να χακάρουμε το ανθρώπινο λειτουργικό σύστημα…» Με την τεχνική αυτή κατασκευάζεται ένα κομμάτι RNA που περιέχει την πληροφορία για την παραγωγή της πρωτεϊνικής ακίδας του SARS- CoV-2 και περικλείεται σε μια κάψουλα από λιπίδια ώστε να αντέξει μεγαλύτερο διάστημα και να μπορέσει να εισαχθεί στο ανθρώπινο κύτταρο. Όταν αυτό το νανοσωματίδιο εισαχθεί στο κύτταρο και πιο συγκεκριμένα στο κυτταρόπλασμα, θα μπορέσει να παραμείνει αρκετό διάστημα ώστε να μεταδώσει την πληροφορία του RNA του για την παραγωγή της γνωστής πρωτεϊνικής ακίδας από τα ριβοσώματα. Έχει δηλαδή το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα με τα εμβόλια DNA χωρίς όμως τη χρήση κάποιου ιού ως οχήματος.

Το RNA από μόνο του δε μπορεί να αντιγραφεί στο DNA, οπότε αυτή η μέθοδος έχει υποτίθεται το πλεονέκτημα της διασφάλισης έναντι γενετικών βλαβών, σε σχέση με τα εμβόλια DNA. Υπάρχει ωστόσο ένα ένζυμο, μια πρωτεΐνη με το όνομα ανάστροφη τρανσκριπτάση (αποδίδεται και ως αντίστροφη μεταγραφάση), η οποία μελετάται εδώ και περίπου μισό αιώνα και που κάνει αυτήν την μεταγραφή του RNA σε DNA εφικτή. Οι ρετροϊοί (ιοί RNA με πιο διάσημο εκπρόσωπο τον HIV) περιέχουν οι ίδιοι αυτή την πρωτεΐνη έτσι ώστε το RNA τους να μεταφράζεται σε ανθρώπινο DNA, αλλά δεν είναι οι μόνοι. Διάφοροι άλλοι RNA ιοί περιέχουν το ένζυμο αυτό (όπως αυτός της ηπατίτιδας β), αλλά και οι ανθρώπινες γονιδιακές ακολουθίες Line-1, οι οποίες υποτίθεται πως αποτελούν απομεινάρια αρχαίων επιμολύνσεων με ιούς RNA. Είναι κάτι σαν ενδογενείς, συμβιωτικοί ρετροιοί και υπολογίζεται πως αποτελούν το 8% του ανθρώπινου γoνιδιώματος. Το πόσο συχνά και με τι σκοπό, παράγει το ίδιο μας το σώμα, μέσω των γενετικών ακολουθιών Line-1, την ανάστροφη τρανσκριπτάση, είναι εξαιρετικά θολό. Μια σχετικά πρόσφατη έρευνα πάντως (www.biorxiv.org/content/10.1101/2020.12.12.422516v1.full.pdf) τεκμηριώνει μερικές σπάνιες περιπτώσεις που τμήματα του RNA του SARS-CoV-2 εγγράφονται στο ανθρώπινο DNA. Δεν είναι ξεκάθαρο πώς συμβαίνει κάτι τέτοιο, αν ευθύνονται οι ακολουθίες Line-1, η πολυμεράση-θ (ένα ένζυμο που χρησιμοποιείται στον ανθρώπινο οργανισμό για γενετικές επιδιορθώσεις και που μπορεί να δράσει σαν την ανάστροφη τρανσκριπτάση), ή κάποια άλλη άγνωστη ακόμα διαδικασία. Το σίγουρο είναι πως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί πολύ πιο εύκολα σε κάποιον που έχει ήδη μολυνθεί με ένα ρετροϊό, ακόμα και αν δεν έχει πλέον ενεργή μόλυνση. Σε φορείς HIV για παράδειγμα, έχει παρατηρηθεί ενσωμάτωση τμημάτων RNA του SARS-CoV-2 σε ανθρώπινο DNA. Αν κάτι τέτοιο είναι πιθανό για ένα φυσικό ιό, του οποίου το RNA είναι εξαιρετικά ασταθές και δε μπορεί να παραμείνει παρά για ελάχιστο διάστημα στο κύτταρο πριν αποσυντεθεί, είναι σίγουρα ακόμα πιθανότερο για το RNA των εμβολίων, το οποίο έχει κατασκευαστεί ώστε να αντέχει παραπάνω.

Πράγματι πρόκειται για μια πολύ μικρή πιθανότητα: να βρεθεί ταυτόγχρονα το RNA του εμβολίου με το σπάνιο ένζυμο στο ίδιο σημείο του κυττάρου, κοντά στον πυρήνα του. Μπορεί και να είναι στην περιοχή του ενός στα 10 δισεκατομμύρια. Αλλά μιλάμε για 30 τρισεκατομμύρια κύτταρα στο ανθρώπινο σώμα και δισεκατομμύρια εμβολιαστικών δόσεων με εκατομμύρια νανοσωματιδίων πειραγμένου RNA η κάθε μία: σε τέτοια νούμερα, το εξαιρετικά απίθανο, γίνεται ρεαλιστικά πιθανό. Οι συνέπειες από την ενσωμάτωση του εργαστηριακού RNA στον ανθρώπινο οργανισμό, είναι οι ίδιες με αυτές των εμβολίων DNA, που περιγράφηκαν παραπάνω, δηλαδή, άγνωστες.

Γενετικές νανοσυσκευές

Οι δύο διαφορετικές οικογένειες εμβολίων, CRISPR DNA και mRNA, έχουν πολύ περισσότερα κοινά απ’ ότι διαφορές. Καταρχάς αμφότερες στηρίζονται στη γενετική μηχανική: τη γονιδιακή δηλαδή παρέμβαση με στόχο την αλλαγή της φυσιολογίας ενός οργανισμού. Το γεγονός πως δεν υπάρχει άμεση τροποποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος (αν και υπάρχουν πολλές επιφυλάξεις για την έμμεση) δεν μετριάζει την επικινδυνότητα της πειρατείας των ανθρώπινων κυττάρων από γενετικά τροποποιημένους παράγοντες. Να θυμίσουμε πως δόθηκαν μακροχρόνιοι και σκληροί αγώνες ώστε –τουλάχιστον στην ΕΕ– να απαγορεύεται η καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων φυτών που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση. Αυτό που απαγορεύτηκε δηλαδή για το μαρούλι, επιτράπηκε για τους ανθρώπους.

Τόσο τα DNA, όσο και τα mRNA εμβόλια, δεν έχουν λάβει κανονική άδεια χρήσης, από κανένα αρμόδιο οργανισμό. Η χρήση τους χαρακτηρίζεται πειραματική και το στάδιο τρία των δοκιμών τους αναμένεται να ολοκληρωθεί στα τέλη του 2022 για κάποια, και του 2023 για κάποια άλλα. Με άλλα λόγια, ο παγκόσμιος πληθυσμός χρησιμοποιείται επίσημα ως πειραματόζωο.

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, αμφότερα –και εν αντιθέσει με κάθε άλλο εμβόλιο στην ιστορία– μετατρέπουν τα ίδια τα κύτταρα σε εργοστάσια παραγωγής παθογόνων. Γεγονός που γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνο υπό το φως σχετικά πρόσφατων μελετών που αποδίδουν στην ίδια την πρωτεϊνική ακίδα του SARS-CoV-2 –αυτής που εξαναγκάζονται να παράξουν τα ανθρώπινα κύτταρα– ένα μεγάλο μέρος των θανάσιμων επιπλοκών του ιού. Ακόμα και αποκομμένη από τον υπόλοιπο ιό, η πρωτεϊνική ακίδα, βλάπτει μεγάλο μέρος των ανθρώπινων οργάνων. (https://www.salk.edu/news-release/the-novel-coronavirus-spike-protein-plays-additional- key-role-in-illness/). Από τα 5 διαθέσιμα DNA και RNA εμβόλια, υποτίθεται πως μόνο αυτό της AstraZeneca παράγει πανομοιότυπη ακίδα με αυτή του ιού – στα άλλα 4 υπάρχουν μικρές μεταλλάξεις, που είναι ωστόσο άγνωστο κατά πόσο επηρεάζουν την παθογόνο δράση της.

Διάφοροι ειδικοί διαβεβαιώνουν πως η ακίδα που παρασκευάζεται στα κύτταρα μένει ως επί τω πλείστον στο σημείο του εμβολιασμού. Η πραγματικότητα βέβαια δείχνει να τους διαψεύδει: σύμφωνα με μια έρευνα που δημοσιεύτηκε στις 20 Mάη στο Oxford Academic, η ακίδα βρέθηκε σε ανιχνεύσιμες ποσότητες στο αίμα σε 11 από τους 13 συμμετάσχοντες, ήδη από την πρώτη μέρα μετά τον εμβολιασμό τους. (https://academic.oup.com/cid/advance-article/doi/10.1093/cid/ciab465/6279075).

Προφανώς και είναι νωρίς ακόμη για να εξαχθούν κάποια ασφαλή συμπεράσματα σχετικά τόσο με την επικινδυνότητα της ακίδας, όσο και με το εύρος της διασποράς της στο ανθρώπινο σώμα. Η δημοσίευση μιας μελέτης από μόνη της δεν λέει και πολλά για την ορθότητα των ισχυρισμών της. Αυτό που για την ώρα μπορούμε να κρατήσουμε είναι πως βαδίζουμε σε αχαρτογράφητες περιοχές και το αφήγημα των ειδικών που θέλει την ακίδα που προκαλείται από τα εμβόλια να παραμένει στην επιφάνεια των κυττάρων και να μην εντοπίζεται πέρα από το σημείο εμβολιασμού και το συκώτι, έχει πάρα πολλά κενά.

Οι μέχρι τώρα παρενέργειες στον ανθρώπινο πληθυσμό είναι πάνω κάτω ίδιες. Τα DNA προκαλούν περισσότερες θρομβώσεις ενώ τα mRNA προηγούνται σε καρδιακές επιπλοκές. Η θνησιμότητα ωστόσο και οι γενικότερες σοβαρές επιπλοκές τους είναι περίπου ίδιες και υπερδεκαπλάσιες (για την ακρίβεια έως και τριάντα φορές περισσότερες) από το μέσο όρο κάθε άλλου εμβολίου. Μέχρι και τις 22 Μαΐου του 2021, έχουν καταγραφεί επίσημα 12.184 θάνατοι και 1.196.190 επιπλοκές στην Ευρώπη. Και αυτό παρά την υπολειτουργία του συστήματος της κίτρινης κάρτας (πόσοι στ’ αλήθεια ενημερώνονται για την ύπαρξη αυτού του επίσημου συστήματος καταγραφής παρενεργειών, πριν τον εμβολιασμό τους;) το οποίο αγνοείται ακόμα και από πολλούς γιατρούς.

Χρειάζεται να τονίσουμε εδώ πως ένα εμβόλιο, σε αντίθεση με ένα φάρμακο, δε χορηγείται μόνο στους αρρώστους αλλά κυρίως σε υγιείς ανθρώπους. Ενώ δηλαδή όντως μπορεί, μέσα σε κάποια πλαίσια και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να αποτιμήσει κανείς τα οφέλη, σε σχέση με τις ζημιές, ενός φαρμάκου, κάτι τέτοιο είναι τουλάχιστον παράλογο στην περίπτωση των εμβολίων. Άλλωστε εμβόλια, με σαφώς μικρότερα ποσοστά παρενεργειών, όπως αυτό της γρίπης του 1976 στις ΗΠΑ, αποσύρθηκαν αμέσως μετά τα πρώτα σοβαρά περιστατικά.

Σε όλες σχεδόν τις χώρες παγκοσμίως, παρατηρείται αύξηση θανάτων και κρουσμάτων σε άμεση συσχέτιση με την έναρξη των μαζικών εμβολιασμών. Σε κάποιες χώρες, όπως το Γιβραλτάρ, η Χιλή, τα ΗΑΕ ή το Νεπάλ, η συσχέτιση είναι πραγματικά ανατριχιαστική (https://vaccineimpact.com/2021/french-medical-doctor-covid-19-injections-increasing-deaths-and-new-infections-the-evidence-is-overwhelming/). Γενικά, παρατηρείται μια εξασθένιση του ανοσοποιητικού έως και 20-30 μέρες μετά την πρώτη δόση και αυξημένη θνησιμότητα από 2 έως και 6 εβδομάδες μετά την έναρξη των μαζικών εμβολιασμών. Το μοτίβο είναι λίγο πολύ το ίδιο παντού, έτσι ώστε η πιθανότητα να έχουν συμπέσει απλά τα εμβολιαστικά προγράμματα με κάποιο επιδημικό κύμα, να είναι πολύ μικρή.

Ωστόσο, μετά από αυτό το διάστημα 3-6 εβδομάδων απότομης αύξησης θανάτων, η θνησιμότητα πέφτει σε φυσιολογικά επίπεδα και μάλιστα όπως μπορούμε να δούμε σε χώρες με μεγάλη εμβολιαστική κάλυψη, όπως η Αγγλία ή το Ισραήλ, οι επίσημες καταγραφές κρουσμάτων και θανάτων covid πέφτουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Αν και δε μπορεί να αγνοηθεί η επίδραση των καιρικών συνθηκών ή η αναμενόμενη πτώση των θανάτων μετά από μια κορύφωση θνησιμότητας, τα επίσημα τουλάχιστον δεδομένα (ας κρατάμε μικρό καλάθι για την αξιοπιστία τους) δείχνουν πως τόσο τα DNA, όσο και τα mRNA εμβόλια, μετά και τη 2η δόση τους προσφέρουν όντως –μια κάποια τουλάχιστον– προστασία από τον ιό.

Αυτό όμως που επίσης κάνει τις συγκεκριμένες γενετικές πλατφόρμες να διαφέρουν από κάθε άλλο γνωστό εμβόλιο και να είναι πιο κοντά στο φάρμακο μάλλον, παρά στο εμβόλιο, είναι τα αυξημένα, συγκριτικά με τα παραδοσιακά εμβόλια, ποσοστά μόλυνσης μετά τον εμβολιασμό, όσο και της δυνατότητας μετάδοσης του ιού. Όντως οι νοσηλείες μειώνονται μετά και τη δεύτερη δόση τους, αλλά είναι εντελώς ασαφές σε τι ποσοστό αποτρέπουν τις σοβαρές νοσηλείες και τις θανάσιμες επιπλοκές, καθώς επίσης και το κατά πόσο αποτρέπουν τη μετάδοση του ιού. Με άλλα λόγια, η συνεισφορά τους στο περιβόητο ανοσολογικό τείχος προστασίας είναι αμφισβητήσιμη.

Ένα επίσης πολύ σημαντικό θέμα, και των δυο τύπων εμβολίων, είναι η χορήγησή τους ακόμα και σε ανθρώπους που έχουν περάσει τον ιό και χωρίς μια πρωτύτερη καταμέτρηση των αντισωμάτων. Είναι πραγματικά παράξενο πως καμία αρχή στην Eυρώπη δε συστήνει τον υπολογισμό των αντισωμάτων, τουλάχιστον για όσους υπάρχει βεβαιότητα ή ισχυρές ενδείξεις πως έχουν ήδη κολλήσει τον ιό. Οι περιπτώσεις θανάσιμων φλεγμονών και υπεραντιδράσεων του ανοσοποιητικού σε ανθρώπους με ήδη αυξημένο αριθμό αντισωμάτων είναι πολλές και αν δεν αλλάξει το καθεστώς χορήγησής τους, αναμένεται να αυξηθούν.

Οι επιπλοκές των εμβολίων είναι σαφώς περισσότερες σε νεαρότερες ηλικίες. Κάτι που είναι αναμενόμενο, δεδομένου του πιο ζωηρού ανοσοποιητικού των πιο νέων ανθρώπων και που όμως γίνεται ιδιαίτερα ανησυχητικό με την αδιανόητη επιμονή των περισσότερων χωρών για τον μαζικό εμβολιασμό των παιδιών και εφήβων.

Παράλληλα με την, κοινή και στους δυο τύπους εμβολίων, πιθανότητα επιμόλυνσης του ανθρώπινου γενετικού υλικού υπάρχει και μία, ίσως πιο σοβαρή, πιθανότητα επικίνδυνων γενετικών επιμολύνσεων, ή καλύτερα, μεταλλάξεων, άλλων ιών. Γενικά, αυτός ο κίνδυνος ισχύει για όλα τα εμβόλια, ειδικά εν καιρώ πανδημίας. Καθώς οι συγγενικοί ιοί, ανταλλάσσουν εύκολα γονιδιακό υλικό όταν βρεθούν σε μια σχετική εγγύτητα –και αυτός είναι και ένας βασικός παράγοντας της συχνής μετάλλαξης των ιών–, η μόλυνση ενός εμβολιασμένου με τον SARS-CoV-2 ή με οποιοδήποτε κορωνοϊό, μπορεί να επιφέρει μεταλλαγμένα στελέχη του ιού. Παρόλο που αυτό το ρίσκο ισχύει όπως αναφέρθηκε παραπάνω για όλα τα εμβόλια και είναι σχετικά μικρό, στην περίπτωση των DNA και RNA γενετικών πλατφορμών τα πράγματα είναι σαφώς πιο ανησυχητικά. Ενώ από την ανταλλαγή γονιδίων π.χ. με ένα εξασθενημένο στέλεχος γρίπης ενός εμβολίου και ενός ιού του αναπνευστικού, το πιο πιθανό είναι να προκύψει μια μη βιώσιμη ή και λιγότερο επικίνδυνη μετάλλαξη, ένας τυχαίος και ακίνδυνος ιός του κρυολογήματος που θα εισχωρήσει στο κύτταρο όπου ήδη βρίσκεται κάποια γενετική νανοσυσκευή της AstraZeneca ή της Pfizer, η πιθανή ανταλλαγή γονιδίων είναι εύλογο να προσφέρει στον μέχρι τότε ακίνδυνο ιό τον εμπλουτισμό του με το πιο επικίνδυνο τμήμα του SARS-CoV-2: την πρωτεϊνική του ακίδα. Μια ακίδα με αξιοσημείωτες ικανότητες πρόσδεσης στους ανθρώπινους υποδοχείς ACE-2 και που είναι από μόνη της κύριος παράγοντας αγγειακών και άλλων βλαβών. Θα κατασκευαστεί δηλαδή μια εν δυνάμει θανάσιμη ιική απειλή από ένα τετριμμένο και ακίνδυνο ιό, από τους χιλιάδες που κυκλοφορούν κάθε τόσο στο ανθρώπινο σώμα. Με άλλα λόγια οι DNA και mRNA γενετικές πλατφόρμες, προσφέρουν απλόχερα σε οποιονδήποτε ιό εισχωρήσει στο ανθρώπινο σώμα, τον εμπλουτισμό του με ένα θανάσιμο υπερόπλο. [Το ότι ακριβώς αυτή η πρωτεϊνική ακίδα είναι το τμήμα του ιού στο οποίο επικεντρώνονται πολλές μελέτες για να επιχειρηματολογήσουν περί εργαστηριακής κατασκευής του ιού, είναι κάτι που πρέπει να κρατήσουμε ως πληροφορία. Η συγκεκριμένη ακίδα, δείχνει όντως να είναι αφύσικα καλά εξοπλισμένη για να μολύνει και να βλάπτει τον ανθρώπινο οργανισμό.] Πράγματι, οι πιθανότητες μιας τέτοιας μετάλλαξης είναι μικρές, αλλά και πάλι: μιλάμε για τρισεκατομμύρια νανοσυσκευών σε τρισεκατομμύρια κυττάρων, παγκοσμίως: το απίθανο μετατρέπεται σε στατιστικά βέβαιο.

Αυτό που επίσης θα πρέπει να έχουν κατά νου, όσοι σκοπεύουν να εμβολιαστούν, «για να τελειώνει όλη αυτή η ιστορία», είναι πως οι συγκεκριμένες γενετικές πλατφόρμες, σε αντίθεση με τα παραδοσιακά εμβόλια, φαίνεται πως χρειάζονται διαρκείς ενισχύσεις και αναβαθμίσεις για να λειτουργούν. Ήδη, η ανάγκη και για τρίτη δόση για το εμβόλιο της Moderna έχει ανακοινωθεί επίσημα, ενώ πιθανολογείται και η ανάγκη ετήσιας επανάληψης εμβολιασμών και για αυτά της Pfizer. Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα ρίσκο, που όπως πολλοί νομίζουν παίρνει κανείς άπαξ, αλλά αντίθετα για την είσοδο σε ένα νέο καθεστώς ύπαρξης όπου η υγεία εξαρτάται σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό από τις αποφάσεις των μεγάλων φαρμακευτικών και βιοτεχνολογικών εταιρειών.

Το κοινό χαρακτηριστικό και των δυο τύπων γενετικών ιατρικών συσκευών ωστόσο που πρέπει να μας προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία είναι το τεράστιο εύρος των πιθανών μακροχρόνιων συνεπειών. Από θανάσιμες φλεγμονές και επιπλοκές σχετιζόμενες με ADE (autoimmune dependent enhancement) και γενικά αυτοάνοσων νοσημάτων, μέχρι διαβήτη τύπου ΙΙ, εκφυλιστικές ασθένειες και προβλήματα στην κύηση και την αναπαραγωγική λειτουργία. Γενικά οι διαταραχές στην λειτουργία του ανοσοποιητικού παίρνουν κάποιο χρόνο ώστε να εμφανιστούν ως ασθένειες, αυτοάνοσες ή μη. Και έχουμε να κάνουμε με μια διέγερση του ανοσοποιητικού με τρόπους που ποτέ άλλοτε δεν έχουν δοκιμαστεί στο παρελθόν. Στις πιθανές μελλοντικές εξάρσεις διαβήτη, αποβολών, νευρολογικών συνδρόμων ή πνευμονικών οιδημάτων, θα είναι δύσκολο, έως αδύνατο να γίνει μια αιτιολογική σύνδεση με τα εμβόλια.

Εν κατακλείδι ή πώς μπλέξαμε έτσι

Είναι πραγματικά αδιανόητο το πώς από τις αρχές αυτής της πανδημίας, ενώ δεν υπήρξε σχεδόν καμία οργανωμένη προσπάθεια εύρεσης φαρμακευτικών σκευασμάτων –αντίθετα υπήρξαν οργανωμένες προσπάθειες κατασυκοφάντησης διαφόρων σκευασμάτων που προτάθηκαν– όλες οι χρηματοδοτήσεις και οι έρευνες στράφηκαν στην ανάπτυξη εμβολίων, παρόλο που μέχρι τώρα –αν και έγιναν πολλές προσπάθειες– δεν έχει γίνει δυνατό να κυκλοφορήσει κανένα εμβόλιο για οποιοδήποτε μέλος της μεγάλης οικογένειας των κορωνοϊών. Το παραπάνω, σε συνδυασμό με το ότι –τουλάχιστον στη Δύση– εφαρμόστηκαν εξαρχής προωθημένες βιοτεχνολογικές τεχνικές, με μηδενικό σχεδόν ιστορικό δοκιμών, θα πρέπει να μας κάνει, ανεξάρτητα από τις πιθανές τους παρενέργειες, εξαιρετικά επιφυλακτικούς απέναντι στα συγκεκριμένα σκευάσματα.

Παρόλα αυτά, ο εμβολιασμός παραμένει μια προσωπική απόφαση –ακόμη τουλάχιστον– και είναι απόλυτα κατανοητό πως για πολλούς ανθρώπους είτε λόγω επαγγέλματος είτε της κατάστασης της υγείας τους, αποτελούν μια εύλογη επιλογή. Για τους υπόλοιπους όμως –και όσο ακόμη μπορούν να έχουν επιλογή: άνθρωποι με ιστορικά αυτοάνοσων, υπερευαίσθητου ανοσοποιητικού, αλλεργικών αντιδράσεων, γυναικολογικών προβλημάτων, με πρόθεση αναπαραγωγής ή κυοφορούντες, με ιστορικό θρομβοπενίας, ή με καρδιολογικά προβλήματα, θα ήταν καλό να αποφύγουν το εμβόλιο. Ούτως ή άλλως είναι ήδη καλοκαίρι και οι πιθανότητες μόλυνσης με κορωνοϊό, είναι μικρές. Ας περιμένουν τουλάχιστον μέχρι την επόμενη ιική σεζόν, κάπου το Νοέμβρη (που πιθανώς θα αρχίσουν να εμφανίζονται και τα πρώτα σοβαρά περιστατικά ADE) – ίσως μέχρι τότε να έχουν μπορέσει να παρουσιαστούν κάπως αξιόπιστα στοιχεία για τη δράση και τις παρενέργειες των εμβολίων. Για την ώρα η συντονισμένη προπαγάνδα και η λογοκρισία, δεν αφήνουν τέτοια περιθώρια.

Το ότι μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων επιλέγουν να ρισκάρουν τη ζωή τους και τη συνενοχή τους με μια αναδυόμενη δυστοπία, για να πάνε πιο ξέγνοιαστα διακοπές ή γυμναστήριο, είναι εξαιρετικά προβληματικό. (Ας κοιτάξουν τουλάχιστον να αποφύγουν κάθε πιθανή ιική μόλυνση για 3 βδομάδες μετά τον εμβολιασμό τους). Οι υπόλοιποι όμως καλό είναι να αναβάλουν την απόφασή τους. Αν δεν ανησυχούν για την απώλεια της ελευθερίας τους, θα πρέπει τουλάχιστον να ανησυχούν για αυτήν της υγείας τους. Οι βιοτεχνολογικές πλατφόρμες είναι εντελώς καινούργιες και χωρίς κανένα στοιχειωδώς σοβαρό ιστορικό δοκιμών και η βιοτεχνολογία γενικά, πέρα από –ανεκπλήρωτες επί του παρόντος– υποσχέσεις για θεραπεία του καρκίνου με θαυμαστά νανορομπότ και τη μελλοντική δυνατότητα να επιλέγετε το χρώμα ματιών του απογόνου σας, το μόνο που έχει παραγάγει μέχρι τώρα είναι διάφορα φυτικά τερατάκια που καταστρέφουν τα χωράφια και τα υπόλοιπα φυτά.

Εν τέλει, θα έπρεπε να θεωρείται κοινοτοπία ότι τα συμφέροντα των μεγάλων φαρμακευτικών εταιριών και των συμμάχων τους, όχι μόνο δεν συμπίπτουν κατ’ ανάγκη με το γενικό κοινωνικό συμφέρον, αλλά συχνά προωθούνται με ακραία αντικοινωνικές πρακτικές, όπως δείχνουν τα ουκ ολίγα ιατροφαρμακευτικά σκάνδαλα, η εδώ και χρόνια εγκατεστημένη πολυφαρμακία και αχρείαστη συνταγογράφηση, το ιστορικό χρηματοδότησης και δωροδοκίας γιατρών, ερευνητών, δημοσιογράφων, αξιωματούχων και πολιτικών. Κάτω από αυτό το πρίσμα, κάθε επιστημονική καινοτομία, ειδικά στο βιοτεχνολογικό τομέα, μεταφράζεται σε δυνητικό κίνδυνο. Με τα νέου τύπου (CRISPR και mRNA) εμβόλια για πρώτη φορά η γενετική μηχανική καταφέρνει να εισχωρήσει στο ανθρώπινο σώμα σε μαζική κλίμακα και η συζήτηση για τον υποχρεωτικό εμβολιασμό μοιάζει με πρόβα για ένα νέο καθεστώς όπου οι ιατρικές αποφάσεις που αφορούν τον καθένα και την καθεμιά θα λαμβάνονται ερήμην τους. Η απαλλοτρίωση του ανθρώπινου σώματος και της υγείας του που περιέγραφε πριν χρόνια ο Ιβάν Ίλλιτς, φαίνεται να φτάνει στην ολοκλήρωσή της, μέσα από ένα πλέγμα αλγοριθμικών μοντέλων και διαγνωστικών τεστ. Στο άμεσο γενετικά τροποποιημένο μέλλον η υγεία θα είναι ο δυσπρόσιτος στόχος ενός διαρκή αγώνα συμμόρφωσης με τις εκάστοτε εντολές των κρατών και εταιρειών.

Γλωσσάρι

Ριβοσώματα: πρόκειται για οργανίδια αποτελούμενα από πρωτεΐνες και RNA που μεταφράζουν το mRNA σε πρωτεΐνες.

mRNA: Messenger RNA – Αγγελιοφόρο Ριβονουκλεϊκό Οξύ. Πρόκειται για μακρoμόρια μονού έλικα (σε αντίθεση με τον περιβόητο διπλό έλικα του DNA) που μεταφέρουν τις πληροφορίες για τη σύνθεση πρωτεϊνών από το DNA, που βρίσκεται στον πυρήνα του κυττάρου, στα ριβοσώματα που βρίσκονται στο κυτταρόπλασμα. Έχουν πολύ μικρό χρόνο ζωής, από λίγα λεπτά μέχρι το πολύ 1-2 μέρες.

Ιοί DNA και RNA: Γενικά οι ιοί αποτελούνται από γενετικό υλικό, DNA ή RNA, που περικλείεται συνήθως σε ένα κέλυφος λιπιδίων με κάποιες πρωτεΐνες στην επιφανειά του. Δε μπορούν να αναπαραχθούν μόνοι τους, καθώς δεν έχουν την ικανότητα σύνθεσης πρωτεϊνών, γι’ αυτό και «μολύνουν» συνήθως κύτταρα ώστε να χρησιμοποιήσουν τους κυτταρικούς μηχανισμούς για την αναπαραγωγή του γενετικού τους υλικού και των πρωτεϊνών τους.

Ιοί DNA: όταν εισχωρούν στο κύτταρο, μεταγράφουν τμήματα του DNA σε RNA για την παραγωγή των απαραίτητων πρωτεϊνών οι οποίες περικλείουν το γενετικό τους υλικό.

Ιοί RNA: όταν εισχωρούν στο κύτταρο πολλαπλασιάζουν το γενετικό τους υλικό και μεταφράζουν απευθείας το RNA τους σε πρωτεΐνες. Ο πιο γνωστός εκπρόσωπος είναι φυσικά ο κορωνοϊός.

Ρετροϊοί: ιοί RNA που χρησιμοποιούν το ένζυμο ανάστροφη τρανσκριπτάση για να εγγράψουν το RNA τους στο DNA του κυττάρου και μέσω αυτού να δώσουν τις εντολές για τη σύνθεση των κατάλληλων πρωτεϊνών για την αναπαραγωγή τους. Το πιο διάσημο μέλος τους είναι ο HIV.

Ειδικοί: Χαμηλόβαθμα στελέχη του επιστημονικού Ιερατείου, υπεύθυνα κυρίως για τη μετατροπή του Καπιταλιστικού Συμφέροντος σε Επιστημονικό Δόγμα και από εκεί σε οδηγίες προς τους υπηκόους. Συχνά σχηματίζουν επιτροπές και λυμαίνονται τις πολιτικές υποθέσεις. Αν παρομοιάσουμε τον κόσμο μας με ένα κύτταρο, τότε εμείς είμαστε τα εργοστάσια ενέργειάς του, τα ριβοσώματα δηλαδή, οι ελίτ μας το DNA και οι επιτροπές ειδικών το mRNA.

Υγεία: η κατάσταση της ανθρώπινης φυσιολογίας που συνάδει με τις προβλέψεις και απαιτήσεις των μηχανών και των αλγοριθμικών μοντέλων.

Γαμέτες: Τα γεννητικά κύτταρα και επί τω προκειμένω για τον άνθρωπο, τα ωάρια και σπερματοζωάρια. Έχουν τα μισά χρωμοσώματα από ένα κανονικό κύτταρο (δηλαδή, 23) και απο τη συγχωνευσή τους παράγεται το ζυγωτό κύτταρο και βαθμιαία, ένα ακόμη ανθρωπογενές πρόβλημα.

ADE: Βελτιστοποιμένη Μόλυνση λόγω Αντισωμάτων. Τα αντισώματα (που είναι ένα από τα πολλά όπλα του ανοσοποιητικού) γενικά αδρανοποιούν έναν ιό, προσκολλούμενα πάνω του και καλύπτοντάς τον. Υπάρχει όμως η περίπτωση αυτή η προσκόλληση να είναι ατελής οπότε ο ιός όχι μόνο να μην αδρανοποιηθεί, αλλά να χρησιμοποιήσει τα αντισώματα προς όφελός του, για να μολύνει είτε τα λεμφοκύτταρα του ανοσοποιητικού είτε ζωτικά όργανα. Δε συμβαίνει με όλους τους ιούς αυτό, ωστόσο οι κωρονοϊοί είναι από αυτούς που έχουν έντονη σύνδεση με περιστατικά ADE και αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που δεν είχε αναπτυχθεί κάποιο εμβόλιο για κωρονοϊό μέχρι σήμερα. Πρόκειται για μια διαδικασία με πολλές άγνωστες παραμέτρους. Πάντως τα εμβόλια γενικά, επειδή «εκπαιδεύουν» το ανοσοποιητικό με ένα τμήμα, ή μια παραλλαγή του ιού και όχι με τον ίδιο τον ιό, αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισής της, έναντι μιας «φυσικής» μόλυνσης.

Ανθρώπινο Σώμα: Ατελές και ανορθολογικό βιολογικό κατασκεύασμα, προϊόν μιας τυφλής και άνοης εξελικτικής διαδικασίας. Απαιτεί σειρά ρυθμίσεων και παρεμβάσεων, τεχνολογικού, γονιδιακού και πειθαρχικού χαρακτήρα ώστε να είναι στοιχειωδώς λειτουργικό για την Κερδοφορία της Αγοράς.

Μερικές προτάσεις για περαιτέρω ανάγνωση:

https://leftlockdownsceptics.com/2021/05/have-you-had-your-jab-yet-part-1/ https://anatopia.files.wordpress.com/2021/05/74.embolia-fakos-vellot_compressed.pdf https://www.americasfrontlinedoctors.org/frontline-news/expert-evaluation-on-adverse-effects- of-the-pfizer-covid-19-vaccination https://www.cureus.com/articles/55228-covid-19-vaccine-and-hyperosmolar-hyperglycemic-state http://www.ectrx.org/detail/epub/1/1/1/0/1041/0 https://drmalcolmkendrick.org/2021/06/03/covid19-the-spike-protein-and-blood-clotting/

Η αρxική μορφή αυτού του κειμένου βρίσκεται στα ημερολόγια ενός ιού, diariesofinfection.wordpress.com

λέσχη ανειδίκευτων

Ιούνης 2021

lesxianeidikefton.wordpress.com

viralvirus19 στο protonmail τελεία com

Πηγή: Athens Indymedia

Το παγκόσμιο πρόγραμμα του Bill Gates και μπορούμε να αντισταθούμε στο πόλεμό του ενάντια στη ζωή

Το παγκόσμιο πρόγραμμα του Bill Gates και πως μπορούμε να αντισταθούμε στον πόλεμο του ενάντια στη ζωή.

Το ακόλουθο άρθρο της Vandana Shiva που έγινε γνωστό ήδη εδώ και αρκετούς μήνες ανακεφαλαιώνει αποτελεσματικά τις κοινωνικές τάσεις που η κατάσταση έκτακτης ανάγκης του Covid 19 επιτάχυνε. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αποφασίσαμε να το δημοσιεύσουμε.

Στο μεταξύ, ο βιοτεχνολογικός μαζικός εμβολιασμός-του οποίου το ίδρυμα Gates είναι κορυφιαίος προωθητής και χρηματοδότης-κατέστησε ακόμη περισσότερο προφανές το σχέδιο να γίνουν τα σώματά μας πραγματικές και καθαυτές αποικίες από τις οποίες να εξορυχθούν τα δεδομένα και τα κέρδη. Σε όποια περιέγραψε και αμφισβήτησε τα αποτελέσματα των βιοτεχνολογιών στη γεωργία-των οποίων η διάδοση συνοδεύτηκε από μια γενικότερη “μονοκαλλιέργεια του μυαλού”-δεν διαφεύγει σε κάθε περίπτωση ότι το καινούριο σύνορο του βιομηχανικού εξορυκτισμού είναι τα ανθρώπινα σώματα. Και αυτό ακριβώς το πρόγραμμα δεν εξοικονομεί ούτε το σύστημα δημόσιας υγείας (ολοένα περισσότερο ωθούμενο προς τη ψηφιοποίηση και την τηλεϊατρική, εμπιστευόμενο στην αγορά ότι απομένει από τις ξεχαρβαλωμένες του δομές)αλλά ούτε και το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος αυτής της κατάστασης (σε ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι μονάχα) φτάνει να ρίξουμε μια ματιά στις σελίδες: “Αποστολή αρ.4-Παιδεία και Έρευνα” που της αφιερώνει το Σχέδιο Ανάκαμψης και Προσαρμογής της ιταλικής κυβέρνησης του Μάριο Ντράγκι, στο οποίο δεν αναφερόμαστε τυχαία αλλά απολύτως ενδεικτικά (επειδή ακριβώς το ίδιο ισχύει και στα πλαίσια του ευρύτερου ευρωπαϊκού προγράμματος Next Generation E.U. που είναι πιλοτικό για όλα τα κράτη της Ε.Ε.). Όχι μονάχα ανακοινώνεται ότι η Διδασκαλία Εξ Αποστάσεως ήλθε για να παραμείνει! Όχι μόνο διορίζονται μεταξύ των διευθυντών των Τεχνικών Ινστιτούτων Εκπαίδευσης, διευθυντές επιχειρήσεων, ώστε να προμηθεύσουν τις κατάλληλες “επαγγελματικές δεξιότητες” τις οποίες οι επιχειρήσεις 4.0 θα έχουν ανάγκη (συγκεκριμένα, “να προσαρμοστούν τα εκπαιδευτικά προγράμματα στις ανάγκες των τοπικών επιχειρήσεων”)! Αλλά επιπλέον υπάρχει η συγκεκριμένη στόχευση στη “μονοκαλλιέργεια του μυαλού”, διαμέσου της προτεινόμενης εφαρμοστικής λογικής του επωνομαζόμενου Problem Solving.

Δεδομένου ενός προβλήματος-του οποιου δεν είναι φυσικά δυνατό να αμφισβητηθεί η φύση, η διατύπωση και η ουδετερότητα-χρειάζεται να βρεθεί η πιο αποτελεσματική λύση, πέρα από κάθε άλλη ηθική και κοινωνική θεώρηση. Κοντολογίς, η λογική του αλγόριθμου. Η εφυϊα των μηχανών. Για να μπορέσει να γίνει μέχρι βάθους αντιληπτό τι ακριβώς πράγμα παράγει η λογική του Problem Solving ενσωματωμένη σε έναν τεχνογραφειοκρατικό μηχανισμό, σας προτείνουμε ένα βιβλίο του οποίου η επικαιρότητα κόβει την ανάσα : “Νεωτερικότητα και ολοκαύτωμα” (Modernity and Olocaust) του Σίγκμουντ Μπάουμαν. Το να θέλει κάποιος να “καλυτερεύσει τη δημοκρατία” -όπως η Vandana Shiva προτείνει μέσα σε αυτό το κείμενο-σημαίνει για μια ακόμη φορά να αποδεχθούμε τον κρατικο-καπιταλιστικό αξιοκρατικό καθορισμό της λύσης των προβλημάτων.

Το παγκόσμιο πρόγραμμα του Bill Gates και πως μπορούμε να αντισταθούμε στον πόλεμό του ενάντια στη ζωή. Της Vandana Shiva

“Η χειρότερη μορφή ιδιοκτησίας είναι η πνευματική”
Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν

Το Μάρτιο του 2015 ο Μπιλ Γκέιτς έδειξε την εικόνα ενός ιού της γρίπης κατά τη διάρκεια μιας τηλεοπτικής εκπομπής και είπε στους τηλεθεατές ότι επρόκειτο για την μεγαλύτερη καταστροφή της εποχής μας. Η πραγματική απειλή για τη ζωή, είπε, “δεν είναι οι πυρηνικοί πύραυλοι, αλλά τα μικρόβια”. Όταν, 5 χρόνια αργότερα, η πανδημία του Κορωναϊού σάρωσε τη γη όπως το τσουνάμι, αυτός επέστρεψε χρησιμοποιώντας την πολεμική γλώσσα, προσδιορίζοντας την “πανδημία” ως ένα “παγκόσμιο πόλεμο”. “Η πανδημία του Κορωναϊού έχει σαν αποτέλεσμα να εξεγείρεται ενάντια στον ιό ολόκληρη η ανθρωπότητα”.Στη πραγματικότητα όμως “η πανδημία” δεν είναι ένας πόλεμος. Η “πανδημία” είναι μια επίπτωση του πολέμου. Ενός πολέμου ενάντια στη ζωή.

Η μηχανική νοοτροπία που είναι συνδεδεμένη στη μηχανή εξαγωγής του χρήματος δημιούργησε τη ψευδαίσθηση ενός ανθρώπου διαχωρισμένου από τη φύση και της φύσης ως μιας νεκρής και αδρανούς πρώτης ύλης έτοιμης για εκμετάλλευση. Ομως, στην πραγματικότητα, εμείς αποτελούμε τμήμα του βιόματος (ως τμήματος της βιόσφαιρας σ.τ.μ.). Και επίσης είμαστε τμήμα του ιόματος (σταθερή παρουσία διαφόρων ιών μέσα στον οργανισμό μας. Το ίομα αλληλεπιδρά με το μακροβιοτικό και το ανθρώπινο γονίδιο και όλα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, επιφέροντας μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα στην υγεία του φιλοξενούμενου σ.τ.μ.). Οταν κάνουμε πόλεμο ενάντια στη βιοποικιλότητα των δασών μας, των ζώων και των φυτών που εκτρέφουμε, των ίδιων των εσωτερικών οργάνων της αρχέγονης βιολογικής λειτουργίας του σώματός μας, κάνουμε πόλεμο ενάντια στον ίδιο μας τον ΕΑΥΤΟ.

Η υγειονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης του Coronavirus είναι αδιαχώριστη από την υγειονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης που συνίσταται στον αφανισμό των ειδών , από την υγεινομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης που συνίσταται στην καταστροφή της βιοποικιλότητας και από την υγειονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης που συνίσταται στην κλιματική κρίση. Όλες αυτές οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης συνδέονται απόλυτα με μια μηχανιστική, μιλιταριστική και ανθρωποκεντρική αντίληψη του κόσμου που θεωρεί τα ανθρώπινα “όντα” διαχωρισμένα από τα υπόλοιπα όντα καθώς και ανώτερα από αυτά. Όντα τα οποία μπορούμε να τα ιδιοποιηθούμε, να τα χειραγωγήσουμε και να τα ελέγξουμε.

Όλες αυτές οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης έχουν τη ρίζα τους μέσα σε ένα οικονομικό μοντέλο που βασίζεται επάνω στην ψευδαίσθηση της χωρίς όρια ανάπτυξης και σε μια απεριόριστη απληστία, που βιάζουν τα πλανητικά όρια και καταστρέφουν την ολότητα των οικοσυστημάτων καθώς και των ατομικών ειδών. Παράγονται καινούριες ασθένειες γιατί η παγκοσμιοποιημένη γεωργία είναι βιομηχανοποιημένη και ανεπαρκής εισβάλοντας έτσι μέσα στα τοπικά οικοσυστήματα, καταστρέφοντάς τα και χειραγωγώντας τα ζώα, τα φυτά και τους άλλους οργανισμούς χωρίς να σεβαστεί ούτε την ακεραιότητα τους αλλά ούτε και την υγεία τους.

Σε ολόκληρο τον κόσμο ενωνόμαστε για να αντιμετωπίσουμε την εξάπλωση μιας ασθένειας όπως ο κοροναϊός που εμείς οι ίδιοι προκαλέσαμε εισβάλοντας μέσα στα οικοσυστήματα άλλων ειδών, χειραγωγώντας τα φυτά και τα ζώα για εμπορικούς και κερδοσκοπικούς στόχους και προωθώντας την μονοκαλλιέργεια. Όταν καταστρέφουμε τα δάση, μεταβάλουμε τους καλλιεργήσιμους αγρούς σε βιομηχανικές μονο-καλλιέργειες η παραγωγή των οποίων είναι τοξική και από διατροφικής άποψης μηδαμινή, όταν τα τρόφιμά μας υποβαθμίζονται εξαιτίας της βιομηχανικής τους τροποποίησης με τη χρήση συνθετικών και γενετικά χειραγωγημένων χημικών ουσιών, όταν συνεχίζουμε να τροφοδοτούμε την ψευδαίσθηση ότι η γη και η ζωή είναι πρώτες ύλες προορισμένες για εκμετάλλευση και πολυτελή κατανάλωση, είμαστε-πράγματι-όλοι μαζί ενωμένοι.

Όμως, αντί να ενωθούμε με στόχο να προστατέψουμε την υγεία μας προστατεύοντας την βιοποικιλότητα, την ακεραιότητα και την αυτο-οργάνωση όλων των έμβιων όντων, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπινων, ενωθήκαμε δυστυχώς για να αντιμετωπίσουμε μια ασθένεια.

Σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση της Εργασίας “1600 εκατομμύρια πάνω σε ένα παγκόσμιο σύνολο 2000 εκατομμυρίων εργαζομένων στην άτυπη οικονομία (οι περισσότερο ευάλωτοι της αγοράς εργασίας) και ένα παγκόσμιο εργατικό δυναμικό 3.300 εκατομυρίων ατόμων αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες επιβίωσης, εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων ή /και διότι εργάζονται μέσα στους περισσότερο πληχθέντες τομείς”.

Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Πρόγραμμα για τα Τρόφιμα, άλλα 250 εκατομύρια άτομα θα υποφέρουν από την πείνα και είναι πιθανό να πεθαίνουν με ρυθμό 300.000 την ημέρα. Και αυτές λοιπόν είναι επιδημίες που σκοτώνουν τους ανθρώπους. Δεν είναι δυνατό να προφασιζόμαστε ότι σώζουμε ζωές δολοφονώντας τους ανθρώπους!

Η υγεία αφορά τη ζωή και τα έμβια συστήματα. Ομως η “ζωή” δεν υπάρχει μέσα στο μοντέλο της υγείας που ο Bill Gates και όλοι σαν κι’ αυτόν προωθούν και επιβάλουν ανά το κόσμο. Μαζί με τους συμμάχους του σε ολόκληρο το πλανήτη, αυτός καθορίζει από ψηλά είτε τα διασυνδεμένα προβλήματα με τη υγεία είτε τα ίδια τα μέσα της επίλυσης τους. Πληρώνει ώστε να διατυπωθούν τα προβλήματα και κατόπι χρησιμοποιεί την επήρεια και το χρήμα που διαθέτει για να επιβάλει τις δικές του λύσεις. Και έτσι μέσα σε αυτή τη διαδικασία πλουτίζει ακόμη περισσότερο. Το αποτέλεσμα της “χρηματοδότησής” του είναι η εξόντωση της δημοκρατίας και της βιοποικιλότητας, της φύσης και του πολιτισμού. Η “φιλανθρωπία” του δεν είναι μονάχα “φιλοκαπιταλισμός” αλλά επίσης και “φιλο-ιμπεριαλισμός”.

Η πανδημία του Κορωναϊού και τα περιοριστικά μέτρα κατέδειξαν ακόμη πιό ξεκάθαρα με ποιό τρόπο μας απομείωσαν σε αντικείμενα που πρέπει να ελεγχθούν και πως τα σώματα και το μυαλό μας γίνονται ένα είδος καινούριων αποικιών για να εισβάλλουν μέσα σε αυτά. Οι αυτοκρατορίες δημιουργούν αποικίες, οι αποικίες συγκεντρώνουν τα κοινά αγαθά των αυτόχθονων κοινοτήτων και τα μετατρέπουν σε πηγές πρώτων υλών που εξορύσονται για λόγους πολυτελούς διαβίωσης. Αυτή η γραμμική και εξαγωγική λογική είναι ανίκανη να αντιληφθεί τις ευαίσθητες σχέσεις που επιτρέπουν την ύπαρξη της ζωής στη φύση. Είναι τυφλή απέναντι στη διαφορετικότητα, στους βιολογικούς κύκλους ανανέωσης, στις αξίες του να δώσεις και να μοιραστείς, έτσι ακριβώς όπως και στην εξουσία και την δυναμική της αυτο-οργάνωσης και της αλληλοβοήθειας. Είναι τυφλή απέναντι στην αταξία που δημιουργεί και στη βία που προκαλεί.

Τα παρατεταμένα περιοριστικά μέτρα του κορωναϊού ήταν ένα εργαστηριακό πείραμα για ένα μέλλον χωρίς ανθρωπότητα. (υπογράμμιση δική μας)

Στις 26 Μαρτίου 2020, στο απώγειο της πανδημίας του κορωναϊού και στη μέση των περιοριστικών μέτρων, ο Παγκόσμιος Οργανισμός της Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΟΜΡΙ) παραχώρησε στη Microsoft μια πατέντα. H πατέντα WO 060606 καθορίζει ότι “η δραστηριότητα του ανθρώπινου σώματος συνδεδεμένη σε μια αποστολή που εξουσιοδοτείται σε ένα χρήστη μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσα σε μια διαδικασία εξαγωγής κρυπτονομίσματος..”

Η “σωματική δραστηριότητα” που η Microsoft στοχεύει να “εξαγάγει” περιλαμβάνει τις ραδιοακτινοβολίες που εκπέμπονται από το ανθρώπινο σώμα, την εγκεφαλική δραστηριότητα, την κυκλοφορία των σωματικών ρευστών, τη κυκλοφορία του αίματος, τη δραστηριότητα των σωματικών οργάνων, τις σωματικές κινήσεις (όπως των ματιών, του προσώπου και τις μυικές), έτσι όπως και όλες τις υπόλοιπες δραστηριότητες που μπορούν να εντοπιστούν και να αναπαρασταθούν διαμέσουν εικόνων, κυμάτων, σημάτων, κειμένων, αριθμών ή οποιασδήποτε άλλης πληροφορίας και δεδομένου.

Η πατέντα είναι μια απαίτηση πνευματικής ιδιοκτησίας πάνω στο σώμα μας και πάνω στο μυαλό μας. (υπογράμμιση δική μας)

Στην αποικιοκρατία οι αποικιοκράτες αποσπούν το δικαίωμα να καταλάβουν τη γη και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές των αυτόχθονων λαών, να εξολοθρεύσουν τον πολιτισμό και την ανεξαρτησία τους και, σε ακραίες περιπτώσεις, να τους εξολοθρεύσουν εντελώς. Η πατέντα WO 060606 είναι μια απαίτηση της Microsoft σύμφωνα με την οποία το σώμα μας και το μυαλό μας είναι οι καινούριες της αποικίες. Είμαστε ορυχεία “πρώτων υλών” προς εξαγωγή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, τα δεδομένα μας, εξορύσονται απευθείας από το σώμα μας. Αντί να είμαστε ανεξάρτητα, διανοητικά ενσυνείδητα και εφυή όντα που λαμβάνουν αποφάσεις επιλέγοντας με σοφία και διαθέτοντας ορισμένες ηθικές αξίες αναφορικά με το αποτέλεσμα που οι ενέργειες μας έχουν πάνω στο φυσικό και τον κοινωνικό κόσμο του οποίου αποτελούμε τμήμα και με τον οποίο είμαστε στενά συνδεδεμένοι, είμαστε “χρήστες”. Ενας “χρήστης” είναι ένας καταναλωτής χωρίς επιλογή μέσα στη ψηφιακή αυτοκρατορία.

Ομως η προσέγγιση του Gates δεν περιορίζεται σε αυτό το πράγμα. Αντίθετα, είναι περισσότερο απαιτητική: πρόκειται για την αποικιοποίηση του σώματος και του μυαλού των παιδιών μας πρωτού αυτά να έχουν καν την ευκαιρία να αντιληφθούν πως είναι η ελευθερία και η ανεξαρτησία, αρχίζοντας από τους πιο ευάλωτους.

Τον Μάιο του 2020 ο κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Andrew Cuomo ανακοίνωσε ότι έχει φτιάξει έναν οργανισμό μαζί με το ίδρυμα Gates με στόχο να “αναζωογονηθεί η εκπαίδευση”. Ο Cuomo χαρακτήρισε τον Gates “έναν οραματιστή” και υποστήριξε ότι η πανδημία “δημιούργησε μια σπάνια στιγμή μέσα στην ιστορία στην οποία μπορούμε πράγματι να ενσωματώσουμε και να προωθήσουμε αυτές τις ιδέες (του Gates)….Τι νόημα έχουν πλέον όλα αυτά τα κτήρια, όλες αυτές οι φυσικές αίθουσες, με την τεχνολογία την οποία διαθέτουμε;” .Πράγματι, εδώ και μια εικοσαετία ο Gates επιδιώκει να αποσυναρμολογήσει το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι μαθητές είναι ορυχεία δεδομένων. Για αυτό οι δείκτες που προωθεί είναι: η επιβοηθητική συνδρομή, η πανεπιστημιακή εγγραφή και τα αποτελέσματα των εξετάσεων στα μαθηματικά και την ανάγνωση, δεδομένου ότι αυτοί είναι δυνατό να ποσοτικοποιηθούν και να γίνουν εύκολα εκμεταλλεύσιμοι. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναζωογόνησης της εκπαίδευσης, οι μικροί μαθητές θα ελέγχονται διαμέσου συστημάτων επόπτευσης για να διαπιστωθεί αν είναι ικανοί να συγκεντρωθούν, ενώ εξαναγκάζονται να παρακολουθούν μαθήματα εξ αποστάσεως, μόνοι από το σπίτι τους.

Είναι στην κυριολεξία αυτό που αποκαλούμε δυστοπία (περιγραφή ή αναπαράσταση μιας φανταστικής πραγματικότητας του μέλλοντος που όμως είναι προβλέψιμη πάνω στη βάση των τάσεων του παρόντος που γίνονται αντιληπτές ως εξαιρετικά αρνητικές και μέσα στις οποίες προδιαγράφεται μια ανεπιθύμητη ή τρομακτική εμπειρία ζωής σ.τ.μ.) μέσα στην οποία τα μικρά παιδιά δεν επιστρέφουν ποτέ στο σχολείο, δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να παίξουν, δεν έχουν φίλους. Είναι ένας κόσμος χωρίς κοινωνία, χωρίς σχέσεις, χωρίς αγάπη ή φιλία.

Οταν κοιτώ το μέλλον του κόσμου του Gates και των βαρόνων της τεχνολογίας, βλέπω μια ανθρωπότητα ακόμη περισσότερο στριμωγμένη, με μεγάλες ποσότητες ατόμων “μιας χρήσης, χρησιμοποίησε και πέτα” για τα οποία δεν υπάρχει πλέον θέση μέσα στην Καινούρια Αυτοκρατορία. Και όλοι αυτοί επίσης που θα είναι οι εσωκλεισμένοι στη Καινούρια Αυτοκρατορία, δεν θα είναι τίποτε περισσότερο από ψηφιακοί σκλάβοι.

Ομως, πιστεύω ότι μπορούμε να αντισταθούμε. Μπορούμε να σπείρουμε ένα καινούριο μέλλον, να καλυτερεύσουμε τις δημοκρατίες μας, να απαιτήσουμε τα κοινά μας αγαθά, να αναζωογονήσουμε τη γη ως ζωντανά μέλη μιας εννιαίας γήϊνης Οικογένειας, πλούσιας από τη διαφορετικότητα και την ελευθερία μας, από την ενότητα και την διασύνδεση μας. Αυτό ακριβώς είναι ένα καλύτερο και πιο υγιές μέλλον, ένα μέλλον για το οποίο πρέπει να αγωνιστούμε, ένα μέλλον που πρέπει να διεκδικήσουμε.

Βρισκόμαστε στα πρόθυρα του αφανισμού. Θα αφήσουμε ώστε μια άπληστη μηχανή που δεν γνωρίζει όρια και είναι ανίκανη να σταματήσει την αποικιοκρατία και την καταστροφή να εξολοθρεύσει την ανθρωπιά μας που είναι φτιαγμένη από ζωντανά όντα, ενσυνείδητα, εφυή και αυτόνομα; Η θα σταματήσουμε τη μηχανή και θα υπερασπίσουμε την ανθρωπιά μας, την ελευθερία μας, την αυτονομία μας έτσι ώστε να υπερασπίσουμε την ίδια τη ζωή πάνω στη γη;

Από το Mondialisation.org, μετάφραση της D.T.

Πηγή: il rovescio.com

Υποσημείωση των μεταφραστών στην ελληνική γλώσσα

Το παραπάνω άρθρο της γνωστής και με διεθνούς κύρους διακρίσεις για τους αγώνες της, ακτιβίστριας Vandana Shiva, καταδεικνύει και κατά την άποψη μας-μέσα στην παρούσα διεθνή ερημοποίηση των κριτικών προσεγγίσεων αναφορικά με τα πραγματικά αίτια και τις επακόλουθες πολιτικές στοχεύσεις διαχείρησης της πανδημίας του κορωναϊού από πλευράς των διεθνών κρατικών μηχανισμών καθώς και του προωθημένου διεθνούς βιομηχανικού κεφαλαίου- τη στενή παρούσα διασύνδεση της επιλογής των εμβολίων της γενετικής μηχανικής, ως βασικού οχήματος τη στιγμή αυτή και άρα κοινωνικού καταλύτη της ταχύτερης μετάβασης στην γενικευμένη ψηφιοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας και κατ΄επέκταση της κοινωνίας στο σύνολό της, σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η όχι τυχαία σχέση ενός εκ των βαρώνων του πιο προωθημένου ψηφιακού δυτικού καπιταλισμού Gates, δηλαδή της Microsoft, με τη φαρμακευτική και την βιοτεχνολογική βιομηχανία ( το ίδρυμα Gates είναι ο βασικός μέτοχος της Γερμανικής BionTech που κατασκεύασε το ομώνυμο βιοτεχνολογικό εμβόλιο και στη συνέχεια εξαγοράστηκε από την αμερικάνική φαρμακευτική πολυεθνική Pfizer) δείχνει επίσης την αγαστή συνεργασία που επιτυγχάνεται μεταξύ του προωθημένου διεθνοποιημένου κεφαλαίου, όταν τα συμφέροντα του το απαιτούν, πίσω από την πολιτική θεατρική σκηνή ( Η τωρινή διαμάχη μεταξύ Μπάϊντεν και Μέρκελ, επαφορμή των εξαγγελιών Μπάϊντεν για το ζήτημα της πατέντας που στην ουσία προσβάλλει το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας του εμβολίου από πλευράς του γερμανικού κράτους-κεφαλαίου).

Ως γνωστό, η εταιρία Microsoft, έχει αποφασίσει να επεκτείνει σημαντικά τις οικονομικές και κοινωνικές της δραστηριότητες και στην Ελλάδα.

Μήπως όμως οι τοπικοί βαρώνοι της ψηφιακής τεχνολογίας- παρότι κατείχαν πάντοτε μια καθόλου ασήμαντη θέση υπεργολάβου, αναφορικά με τα δυτικά προωθημένα κεφάλαια, έτσι για να μην λέμε ονόματα, η εταιρία Intracom, για παράδειγμα, συμφερόντων της οικογένειας Κόκαλη-θα μπορούσαν ίσως στο όνομα της “Πράσινης Ανάπτυξης”, να ξανασκεφτούν κριτικά και αποτελεσματικά αναφορικά με τον παρελθόντα και τον τωρινό ρόλο της ψηφιακής και των διασυνδεμένων με αυτή τεχνολογιών στην αποκαλούμενη και ευαγγελιζόμενη από πλευρά τους κοινωνική πρόοδο και ανάπτυξη;

Ειλικρινά δεν το νομίζουμε, επίσης και για όλους αυτούς τους λόγους που δεν το νομίζει και η Vandana Shiva τους οποίους εξηγεί ξεκάθαρα, παρότι δεν είναι αναρχική και άρα το ζήτημα αναφορικά με τη συζήτησή αυτή δεν ήταν ποτέ και δεν είναι ιδεολογικό. Ισως όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική συμμαχία-που κατά τα άλλα δημιουργεί, με όλα τα μέσα που διαθέτει, πολύ θόρυβο αναφορικά με μια σειρά συναφών ζητημάτων, αλλά στην ουσία τηρεί σιγή ιχθύος σχετικά με την ίδια την ποιότητα όσο και την αποτελεσματικότητα των βιοτεχνολογικών εμβολίων- ή έστω ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και σίγουρα ευαίσθητος, κατά τα φαινόμενα, σε παρόμοια ζητήματα, έστω και σε καθαρά συμβολικό επίπεδο, ως απόγονος του αρχίατρου του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας-το ζήτημα επαναλαμβάνουμε δεν είναι ιδεολογικό, απέναντι στον οποιονδήποτε, αλλά πρόκειται κατά βάθος για ένα ζήτημα Δημόσιας Υγείας- θα μπορούσε, στον όνομα της “Πράσινης ανάπτυξης”, να μας διαφωτίσει περαιτέρω σε κάτι πάνω στο ζήτημα αυτό;

Διεθνής Αναρχική Αντιπληροφόρηση

Αναρχική Διεθνιστική Ομάδα

Πηγή: Athens Indymedia

Dany-Robert Dufour: Ο δομισμός κι ο μεταδομισμός ως αιχμές του δόρατος του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού

Σημ: Δίχως να ταυτιζόμαστε με το σύνολο των θέσεων όσων αποσπασμάτων του Robert Dufour αναδημοσιεύουμε από το Respublica, κρίνουμε χρήσιμη για την ανάδειξη συγκλίσεων μεταξύ όψιμου καπιταλισμού και μεταδομισμού καθώς και την αντιεξεγερτική λειτουργία του τελευταίου την παράθεση των παρακάτω χωρίων. Συνεχίζουμε έτσι την προσπάθεια αποκάλυψης όσων απαραβίαστων δεσμών συνδέουν την σύγχρονη νεοφιλελεύθερη διανόηση με τις υλικές διαδικασίες ολοκλήρωσης των κοινωνιών του κεφαλαίου. 

Μισέλ Φουκώ

Ήταν κάποιοι ιστορικοί επιστήμονες που με έκαναν να καταλάβω το σφάλμα του Φουκώ, υποδεικνύοντάς μου τον πολύ χαλαρό, αν όχι αναξιόπιστο κι αμφίβολο τρόπο με τον οποίο ο Φουκώ χρησιμοποιούσε τις πηγές του. Ο Μαρσέλ Γκωσέ (Marcel Gauchet) μου έθεσε υπόψη τις έρευνες της ψυχαναλύτριας Γλάντις Σουαίν (Gladys Swain) που ασκούσε κριτική στον Φουκώ της Ιστορίας της Τρέλας. Το βασικό επιχείρημα του Φουκώ, ως γνωστόν, είναι ο ισχυρισμός ότι στις απαρχές της τρέλας βρίσκεται αυτό που ονομάζει « le grand enfermement », δηλαδή η διαδικασία περιθωριοποίησης και εγκλεισμού των ψυχικά διαταραγμένων. Τελικά, γύρω στα 1800, ο πατέρας της σύγχρονης ψυχιατρικής επιστήμης, ο Philippe Pinel, διέταξε την απελευθέρωση των τρελών. Η Σουαίν όμως αποδεικνύει ότι αυτή η πράξη απελευθέρωσης είναι ένας μύθος, τον οποίο ο Φουκώ υιοθέτησε και ανέπτυξε, μύθος κατασκευασμένος από τον Scipion Pinel, γιο του Philippe, ο οποίος ήταν αυτός που υπέγραψε το διάταγμα κατάργησης των αλυσίδων που χρησιμοποιούνταν στα ψυχιατρεία. Ο ίδιος ο Scipion Pinel όμως αποδίδει την πρωτοβουλία αυτή όχι στον εαυτό του αλλά στον M. Pussin, επόπτη του νοσοκομείου Hospice de Bicetre. Ο Φουκώ υιοθέτησε αυτό τον μύθο περί “απελευθέρωσης”, γιατί επιβεβαίωνε την υπόθεσή του περί εγκλεισμού, αποτέλεσμα, κατά τον ίδιο, του καρτεσιανού διαχωρισμού λογικής και τρέλας.

Είχα την ευκαιρία να συζητήσω αυτό το σημείο με τον φιλόσοφο και εξειδικευμένο αναλυτή του Φουκώ, τον Frédéric Gros. Ο Gros μου είπε ότι ο Φουκώ ήταν πριν απ’ όλα ένας στρατευμένος αγωνιστής. Άρχισα λοιπόν να υποπτεύομαι ότι ο Φουκώ θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τις πηγές του επιλεκτικά, προκειμένου να στηρίξει την πολεμική του. Τελικά κι ο ίδιος ο Φουκώ αναγκάστηκε να το ομολογήσει, υπερασπιζόμενος όμως πάντα τη μέθοδό του:

«Καλλιεργώ ένα είδος ιστορικής μυθιστορίας. Κατά κάποιον τρόπο, γνωρίζω πολύ καλά ότι αυτό που λέω δεν είναι αλήθεια. Ένας ιστορικός θα μπορούσε να πει σχετικά με αυτά που γράφω: “Δεν είναι αλήθεια”. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 έγραψα πολύ για την τρέλα, έκανα μια ιστορία της γένεσης της ψυχιατρικής και ξέρω καλά ότι αυτά που έγραψα, από ιστορικής άποψης, είναι επιλεκτικά, υπερβολικά. Ίσως να αγνοούσα κάποια στοιχεία που θα αντέφασκαν με την ανάλυσή μου. Το βιβλίο μου πάντως, καθώς κι ο ισχυρισμός που διατυπώνεται σ’ αυτό, επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν την τρέλα και άρα κατέχουν μια αλήθεια στην πραγματικότητα του σήμερα».[i]

Τι περίεργος ορισμός της αλήθειας! Ο Φουκώ διεκδικεί το δικαίωμα να ισχυρίζεται αναλήθειες με  μόνο κριτήριο τον βαθμό επιρροής τους στην πραγματικότητα. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίπτωση επιστημονικής απάτης, σε μια επιχείρηση εξαπάτησης με σκοπό την αποκόμιση κοινωνικής επιρροής. Η αλήθεια είναι ότι ο Φουκώ βρισκόταν μπροστά από την εποχή του: είχε εφεύρει αυτό που σήμερα αποκαλούμε «fake news». Αναρωτιέμαι αν τελικά αυτό που προήγαγε στην πραγματικότητα ο Φουκώ δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό που όλοι βιώνουμε σήμερα, την κυριαρχία της μετα-αλήθειας. Ανακάλυψα παρόμοιες περιπτώσεις -υπερβολές, παραλείψεις, έλλειψη αντικειμενικότητας- και σε άλλα έργα του Φουκώ, ιδίως σε αυτά που σχετίζονται με τους θεσμούς. Σε αυτό το πεδίο, ο Φουκώ έμεινε καθηλωμένος σε μια κριτική του καπιταλισμού παλαιού τύπου, δίχως να βλέπει ή δίχως να θέλει να δει, ότι την ίδια εκείνη περίοδο γεννιόταν ένας νέου τύπου, φιλήδονος, λιμπιντικός και αντιθεσμικός καπιταλισμός.

Ο Φουκώ ισχυρίζεται ότι οι κοινωνικοί θεσμοί είναι φυλακές που με εμποδίζουν να αναπτύξω ελεύθερα τον εαυτό μου. Βρίσκουμε συμπυκνωμένη αυτή τη σκέψη στο Επιτήρηση και Τιμωρία: «Η φυλακή μοιάζει με τα σχολεία, τα εργοστάσια, τα στρατόπεδα, τα νοσοκομεία, που μοιάζουν όλα με φυλακές».[ii] Κι αν όλοι αυτοί οι θεσμοί μοιάζουν τόσο μεταξύ τους, είναι γιατί αναπαράγουν το ίδιο μοντέλο εξουσίας. Ο Φουκώ δεν εξετάζει το πρόβλημα της εξουσίας υπό το πρίσμα της σχέσης κράτους-φυσικού δικαίου, όπως έκαναν όλοι οι μοντέρνοι φιλόσοφοι από την εποχή του Χομπς και του Διαφωτισμού μέχρι τον Καντ, τον Ρουσσώ, τον Χέγκελ, τους οποίους ο Φουκώ αρχίζει πλέον να αποκαλεί «maîtres-penseurs», αρχιστοχαστές (κατά το αρχιμάστορες, με την έννοια του αφεντικού μιας συντεχνίας Σ.τ.Μ.), ένας μειωτικός χαρακτηρισμός που δανείζεται το 1977 από τον André Glucksmann, εκπρόσωπο του ρεύματος των «νέων φιλοσόφων» και εκλαϊκευτή του έργου του. «Αυτοί οι αρχιστοχαστές έστησαν όλο το νοητικό οικοδόμημα που υποστηρίζει τα συστήματα κυριαρχίας και υπακοής των μοντέρνων κοινωνιών».[iii] Με το καίριο όμως ερώτημα, «γιατί είναι απαραίτητοι οι πολιτικοί θεσμοί προκειμένου τα άτομα να γίνουν ενεργά υποκείμενα;» ο Φουκώ δεν ασχολείται καθόλου. Υπάρχουν όμως απαντήσεις: οι πολιτικοί θεσμοί είναι απαραίτητοι έτσι ώστε να μπορεί η κοινωνία να αποφεύγει της συγκρούσεις καθαρής ισχύος που εκφράζουν μονομερή, ιδιωτικά συμφέροντα, για να εμποδίζεται η στρατολόγηση των πολιτών από τους πρωταγωνιστές αυτών των συγκρούσεων, για να προστατεύεται το δημόσιο συμφέρον και για να καθίστανται οι άνθρωποι ελεύθεροι πολίτες, ικανοί να σκέφτονται και να δρούνε πέραν των ιδιωτικών συμφερόντων τους… Αυτό όμως που ενδιαφέρει τον Φουκώ δεν είναι παρά μόνο οι κατώτεροι μηχανισμοί της εξουσίας. Και το θέαμα που προσφέρουν αυτοί οι μηχανισμοί δεν είναι ωραίο, γιατί αποτελούν μέσα καταναγκασμού του ατόμου. Γι’ αυτό το λόγο ο Φουκώ μελετά την εξουσία στο επίπεδο αυτών των ελλάσονων μηχανισμών, αυτών δηλαδή που ορίζουν, πειθαρχούν και εκπαιδεύουν το σώμα.

Στο Επιτήρηση και Τιμωρία ο Φουκώ θα μελετήσει αυτή τη «μικροφυσική της εξουσίας» με βάση τέσσερεις τρόπους με τους οποίους η εξουσία κυριαρχεί το σώμα: ως ένα κομμάτι χώρου, ως σύνολο συμπεριφορών, ως εσωτερική διάρκεια και ως σύνολο δύναμης. Σκοπός του είναι να αναλύσει αυτό το σύστημα καταναγκασμών που έχει ως στόχο να ορίσει το άτομο σε ένα συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και να καθορίσει έτσι τη συμπεριφορά του. Τελικός σκοπός αυτής της εκπαίδευσης, σύμφωνα με τον Φουκώ, είναι η προπαρασκευή των σωμάτων προκειμένου να ενταχθούν μια προκαθορισμένη θέση στον κοινωνικό χώρο. Ο καθένας οφείλει να τοποθετηθεί στη θέση του σύμφωνα με την γενική ιεραρχία και τη λειτουργία που πρέπει να επιτελέσει, έτσι ώστε να επιτευχθούν ταυτόχρονα δύο στόχοι: αποφυγή οποιασδήποτε κοινωνικής αταξίας και μεγιστοποίηση της αξίας που μπορεί να παράξει το κάθε σώμα. Προϋπόθεση για να λειτουργήσει επιτυχώς αυτή η εκπαίδευση είναι το να εσωτερικευτεί ως ανάγκη. Εδώ ο Φουκώ συγχέει συστηματικά τους θεσμούς εκείνους που έχουν ως σκοπό να προάγουν τα άτομα σε πολιτικά υποκείμενα ενός κράτους δικαίου, με εκείνους τους κατασταλτικούς μηχανισμούς που αφαιρούν από το άτομο αυτή την ιδιότητα.

Ο Φουκώ πλαγιοκοπεί έτσι τη γνώση από δύο πλευρές, από αυτήν της παιδαγωγικής μεθόδου και από αυτή του περιεχομένου. Η παιδαγωγική είναι γι’ αυτόν η εφαρμογή μιας σειράς τεχνικών και κανόνων που σκοπό έχουν να δαμάσουν το άτομο. Μέθοδος της παιδαγωγικής είναι να ανταμείβει όποιον υποτάσσεται και να τιμωρεί αντίστοιχα αυτόν που εξεγείρεται, δρώντας έτσι αποτρεπτικά. Ποτέ ο Φουκώ δεν αναρωτιέται για τον απώτερο σκοπό της παιδείας -το να διαμορφώνει ανεξάρτητα σκεπτόμενους πολίτες- στον οποίο τόσο επέμεινε ο Διαφωτισμός (βλ. για παράδειγμα την Πραγματεία περί Παιδαγωγικής του Καντ). Για τον Φουκώ, η γνώση εκπορεύεται από την εξουσία και, αντίστροφα, κάθε καθιερωμένη γνώση επιτρέπει και εγγυάται την εξάσκηση μιας εξουσίας. Για παράδειγμα, η δημογραφία αποτελεί μέσο κατανόησης και ελέγχου του πληθυσμού, η εγκληματολογία μέσο κατανόησης του ατόμου και ελέγχου των παρορμήσεών του κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, όπως το αναφέρει ο Φουκώ στο Επιτήρηση και Τιμωρία, είναι η φυλακή που δημιούργησε το έγκλημα, όπως ακριβώς η ψυχιατρική εξουσία δημιούργησε την αρρώστια. Δίχως αυτούς τους θεσμούς το έγκλημα και η αρρώστια πολύ απλά δεν θα υπήρχαν.

Αυτή η επιχειρηματολογία προδίδει την γοητεία που ασκούσαν στον Φουκώ οι τρελοί, οι εγκληματίες, οι άγριοι, τα νήπια… Ο Φουκώ έφτασε μέχρι το σημείο να ανακηρύξει σε ήρωα τον Pierre Rivière, έναν δολοφόνο της γαλλικής επαρχίας του 19ου αιώνα που έσφαξε χωρίς λόγο τη μητέρα του, την αδελφή του και τον αδελφό του. Η αντίσταση που επιδεικνύουν όλες αυτές οι μορφές του κοινωνικού περιθωρίου σε οποιαδήποτε συστηματοποιημένη ανάλυση (είτε πρόκειται για την ψυχανάλυση είτε για την εγκληματολογία και την κοινωνιολογία) αρκεί για να τους καταστήσει αυτομάτως ήρωες. Μήπως ο Φουκώ δεν είχε προβλέψει ότι θα ερχόταν μια μέρα που η τρέλα «θα κατακτούσε επιτέλους τη γαλήνη του θετικού και θα μαραίνονταν η εικόνα της πύρινης λογικής;»[iv]

Η φουκωϊκή θέση ότι είναι οι θεσμοί που δημιουργούν την τρέλα και το έγκλημα, θέση πολύ επαναστατική φαινομενικά, μιας και οδηγεί στην αποδόμηση των θεσμών, είναι το αίτιο εξαιρετικά σοβαρών παρεκτροπών, όπως η θεσμική έκπτωση των ατόμων, κάτι που είναι συμβατό με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Η θέση αυτή παραβλέπει ότι το έγκλημα και η τρέλα, όχι μόνο δεν είναι απλές εφευρέσεις ή αποτελέσματα των θεσμών αλλά υπάρχουν καθεαυτά, ότι υπάρχουν δηλαδή ως πραγματικότητα πριν υπάρξουν ως έννοιες. Σε όλους τους πολιτισμούς, και πριν από τη δημιουργία οποιουδήποτε αναλυτικού συστήματος μάθησης, υπάρχει ένα σύνολο γνώσης που αποτυπώνεται στην προφορική παράδοση του κάθε λαού. Αυτή η γνώση παρέχει στην κοινότητα ένα σύνολο κανόνων που δεν είναι συζητήσιμοι, που δεν επιδέχονται ούτε απόδειξη ούτε αντίρρηση και οι οποίοι καθορίζουν τις σχέσεις με τη ζωή, με τον θάνατο, τις σχέσεις των δύο φύλων, τις σχέσεις μεταξύ των γενεών, τις σχέσεις με το ορατό και το αόρατο, με το κακό, με την τρέλα… Αυτή η γνώση μας πληροφορεί με άλλα λόγια τι είναι κακό και τι είναι τρέλα. Το σύνολο αυτών των γνώσεων συμπυκνώνεται σε μια κοινή ευπρέπεια (common decency), η οποία επιτρέπει στα μέλη μιας κοινότητας να γνωρίζουν ενστικτωδώς τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουν προκειμένου να ζήσουν εν κοινωνία. Για ποιόν άλλο λόγια να αρνούμαστε αυτή τη διάσταση αν όχι για να δημιουργήσουμε έναν νεό κοινωνικο-πολιτικό χώρο όπου όλα, τόσο η τρέλα όσο και τα «ιδιωτικά βίτσια» (Mandeville), όχι μόνο επιτρέπονται αλλά και ενθαρρύνονται; Μια κοινωνία δηλαδή βασισμένη στο ξεχαρβάλωμα κάθε «ρυθμιστικής αρχής», για να θυμηθούμε την έκφραση του Καντ – και είναι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο που μερικοί συνεχιστές του Φουκώ βρήκαν στη σκέψη του ένα μέσο να προωθήσουν τον νεοφιλελευθερισμό ενώ ταυτόχρονα διασκεδάζουν βλέποντας πολλούς “αριστεριστές” να διεκδικούν τη σκέψη του.

Το έργο του Φουκώ είναι στην πραγματικότητα απολύτως συμβατό με αυτό του οικονομολόγου Χάγιεκ (Hayek), ηγετικής μορφής της νεοφιλελεύθερης σχολής του Σικάγο. Υπάρχει εξάλλου μεγάλη συγγένεια μεταξύ της νεοφιλελεύθερης προσταγής «γίνε επιχειρηματίας του εαυτού σου» και του φουκωικού «se soucier de soi» (ασχολήσου με τον εαυτό σου). Ο Φουκώ έλεγε ότι αυτού του είδους η ενασχόληση θα επέτρεπε την εμφάνιση και την καλλιέργεια «αντι-συμπεριφορών»[v], κάτι που ζητούσε ο Mandeville ήδη από το 1714. Ο Φουκώ είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον Χάγιεκ αλλά περιέργως δεν αναφέρθηκε ποτέ στον Mandeville, τον οποίο όμως ο Χάγιεκ είχε αναγνωρίσει ως δάσκαλό του μπροστά στην Βρετανική Ακαδημία το 1966.[vi]  Περίεργη γενεαλογική παράλειψη! Ο Φουκώ ίσως θεωρούσε ότι μια αναφορά στον Mandeville θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση, κάτι που επιβεβαιώνει αυτό που μου είχαν πει πολλοί ιστορικοί (μεταξύ των οποίων κι ο Pierre Nora), ότι δηλαδή ο Φουκώ χρησιμοποιούσε από τα αρχεία μόνο τα κείμενα που ταίριαζαν με εκείνο που ήθελε να αποδείξει. Αρκεί να διαβάσει κανείς το σεμινάριό του με τίτλο «Γέννηση της βιοπολιτικής» του 1978-1979, όπου και μελετά την φιλελεύθερη σχολή της διακυβέρνησης βασισμένος στις δύο μεγάλες νεοφιλελεύθερες σχολές του 20ού αιώνα, τη γερμανική και αυτή του Σικάγο. Εκεί ο Φουκώ πλέκει το εγκώμιο του Χάγιεκ (π.χ. στη σελίδα 225, όπου ο Χάγιεκ παρουσιάζεται ως ο δημιουργός μιας νεοφιλελεύθερης ουτοπίας, ικανής να ανταγωνιστεί επιτέλους τις αντίστοιχες σοσιαλιστικές).[vii] Εύκολα καταλαβαίνουμε το γιατί: ο Χάγιεκ υποστήριζε μια αντι-ορθολογική προσέγγιση που έλπιζε ότι μια μέρα θα κυριαρχούσε σε όλη την οικονομική επιστήμη. Μία προσέγγιση σύμφωνα με την οποία «ο άνθρωπος δεν είναι ένα ανώτερο, ορθολογικό και νοήμον ον αλλά ένα βαθιά παράλογο πλάσμα, που άγεται και φέρεται από τα πάθη του και τα ιδιωτικά του συμφέροντα και που έχει ως μόνη αρετή το ότι είναι αρκετά εύπλαστος ώστε να οδηγηθεί βαθμιαία σε μια τέλεια οργανωμένη κοινωνία. Την ίδια στιγμή, στο σεμινάριο αυτό, ο Φουκώ αποκρύπτει επιμελώς τις πηγές του: καμιά αναφορά, όπως προανέφερα, στον Mandeville, καμιά αναφορά στο κατεξοχήν εργαστήριο του νεοφιλελευθερισμού, την Χιλή του Πινοσέτ (την οποία ο Χάγιεκ επισκέπτεται συχνά για να δει τα αγαπημένα του “Chigago Boys”), καμιά αναφορά στην Καλιφόρνια, που ο Φουκώ γνώριζε καλά και όπου ο κυβερνήτης Ρ. Ρήγκαν εφάρμοζε ήδη από το 1967 τις νεοφιλελεύθερες συνταγές.

Συμπερασματικά, πιστεύω ότι η επανάσταση που ευαγγελίζονταν ο Φουκώ πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο της επανάστασης της νεοφιλελεύθερης κουλτούρας. Ο Φουκώ έγινε ο θεωρητικός της “δεύτερης αριστεράς”, μιας αριστεράς ελευθεριακής και φιλελεύθερης, σε αντίθεση με την “πρώτη” που ήταν αυταρχική και κρατιστική. Οι θεματικές της σκέψης του χρησιμοποιήθηκαν για να οδηγηθεί στο μαντρί του νεοφιλελευθερισμού το φοιτητικό κίνημα του ’68. Και η επιχείρηση στέφτηκε με επιτυχία, αφού η δεύτερη αριστερά υπερκέρασε τελικά την πρώτη, δημιουργώντας το εξής αντιφατικό φαινόμενο: οι αριστεροί φουκωικοί συνεχίζουν να καταγγέλλουν τις καταπιεστικές πρακτικές του καπιταλισμού, την ίδια στιγμή που ο καπιταλισμός μεταμορφώνεται σε έναν νέου τύπου, επιθυμητικό καπιταλισμό, θρεφόμενος μεταξύ άλλων και από τις φουκωικές αναλύσεις. Ένα πράγμα είναι βέβαιο: πολεμώντας με αυτόν τον τρόπο τον καπιταλισμό καταλήγουμε αναγκαστικά να τον ενδυναμώνουμε.


[i] Michel Foucault, « Foucault étudie la raison d’État » (1979) στο Dits et écrits III, Gallimard, Paris, 1994, σελ. 805.

[ii]  Michel Foucault, Surveiller et punir, Gallimard, Paris, 1975, σελ. 229.

[iii] Michel Foucault, « La grande colère des faits », Le Nouvel Observateur, 9-15 Μαΐου 1977, στο Dits et Écrits, III, Gallimard, Paris, 1994, σελ. 275 κ.ε.

[iv] Michel Foucault, « La folie et l’absence d’oeuvre », στο Histoire de la folie à l’âge classique, Gallimard, Paris, 1972.

[v] Βλ. Michel Foucault, Sécurité, territoire, population : Cours au Collège de France, 1977-1978, Gallimard, Paris, 2004, « Leçon du 1er mars 1978 : conduites et contre-conduites ».

[vi] Friedrich Hayek, « Lecture on a Master Mind » [1945] στο New Studies in Philosophy, Politics, Economies and the

History of Ideas, Routledge & Kegan Paul, London, Melbourne and Henley, 1982.

[vii] Βλ. Mitchell Dean και Daniel Amora, Le Dernier Homme et la fin de la révolution, Foucault après Mai 1968, Lux Éditeur, Québec, 2019.

Ζυλ Ντελέζ

Διαβάζοντας τα Χίλια Επίπεδα του Ντελέζ καταφέρνουμε τελικά να συγκροτήσουμε έναν ορισμό του σχιζοφρενή. Όχι όμως του ασθενή-τρόφιμου της κλινικής, του δεμένου στο κρεββάτι, του κατατονικού καταναλωτή ψυχοφάρμακων, αλλά του ενεργού σχιζοφρενή, του μοναδικού που του αξίζει ο τίτλος του επαναστάτη. Ο πραγματικός σχιζοφρενής ορίζεται ως ένας τρόπος υποκειμενικοποίησης που διαφεύγει των κλασικών διχοτομιών που ορίζουν την ταυτότητα: δεν είναι ούτε άντρας ούτε γυναίκα, ούτε πατέρας ούτε γιος, ούτε ζωντανός ούτε νεκρός, ούτε άνθρωπος ούτε ζώο, αλλά μάλλον ο τόπος ενός ανώνυμου γίγνεσθαι, μη ορίσιμος, πολλαπλός, παρόμοιος μ’ ένα πλήθος που το διαπερνούν ανόμοιες και ετερόκλητες δυνάμεις. Ο ντελεζιακός ήρωας είναι αυτός που είναι ικανός να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή ευελιξία, τοποθετούμενος πέρα των οποιωνδήποτε διαφορών: άντρας/γυναίκα, γονιός/παιδί, εν/πολλαπλό, ναι/όχι κτλ…

Υποψήφιοι ντελεζιακοί ήρωες γίνονται λοιπόν ο χάκερ, ο σέρφερ, ο μηχανόβιος, ο αποσυνάγωγος, ο παραβατικός, ο queer και γενικά οποιοσδήποτε απαρνείται τις μεγάλες διαφορές που ορίζουν την ανθρωπότητα. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στις απαρχές του μεγάλου νεοφιλελεύθερου κύματος, ο Ντελέζ θέλησε να σαμποτάρει τον καπιταλισμό με τη βοήθεια της φιγούρας του σχιζοφρενή, ο οποίος θα απορρύθμιζε τις κανονικές ροές, συνδέοντας τα πάντα με τα πάντα.

Ο Ντελέζ θέλησε να στριμώξει τον καπιταλισμό στην ύστατη αμυντική του θέση, επιταχύνοντας το εκρηκτικό προτσές της απεδαφικοποίησης, με τον ίδιο τρόπο που ο Νίτσε υπολόγιζε ότι θα ξεπερνούσε τον δυτικό μηδενισμό, οδηγώντας τον στον παροξυσμό. Η γενική ιδέα είναι εδώ ότι η σωτηρία θα προέλθει από το ίδιο το κακό. Αυτό όμως που ο Ντελέζ δεν κατάλαβε ήταν το ότι το πρόγραμμά του, αντί να ξεπεράσει τον καπιταλισμό, επιτάχυνε την πορεία του. Όλα δείχνουν ότι ο νέος, λιμπιντικός καπιταλισμός κατάλαβε καλά το μάθημα του Ντελέζ: αν θέλουμε να αυξήσουμε την ταχύτητα και την ποσότητα της ροής των εμπορευμάτων, τότε θα πρέπει να αντικαταστήσουμε τόσο το παλιό κριτικό υποκείμενο του Καντ με τις κατηγορικές προσταγές του όσο και το εξίσου πεπαλαιωμένο φροϋδικό υποκείμενο με τις νευρωτικές εμμονές του με ένα ον ανοιχτό σε όλες τις δυνατές διασυνδέσεις. Είναι θλιβερό αλλά πιστεύω ότι ο Ντελέζ παγιδεύτηκε τελικά από τον νέο καπιταλισμό, τη στιγμή που αυτός ο τελευταίος κατάλαβε ότι οι θεσμοί κοινωνικού ελέγχου που είχε στη διάθεσή του, στηριζόμενοι κατά ένα μεγάλο μέρος στο υπερβατικό, παρήγαγαν ακόμα υποκείμενα που παρέμεναν κύριοι του εαυτού τους. Κατάλαβε λοιπόν ότι θά ‘πρεπε να διαρρήξει και να απορρυθμίσει τους θεσμούς για να παράξει το σχιζοειδές υποκείμενο.

Μπροστά σε αυτήν την μεταμόρφωση υπήρχαν δύο μόνο λύσεις: φρενάρισμα, δηλαδή αντίσταση, ή επιτάχυνση. Ο Ντελέζ επέλεξε την πιο επικίνδυνη λύση, τη δεύτερη, γιατί έκρινε ότι αποτελούσε το μόνο τρόπο ξεπεράσματος του καπιταλισμού, όπως το αποδεικνύει το παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από τον Αντι-Οιδίποδα:

«Υπάρχει ένας επαναστατικός δρόμος; Ποιός θα ήταν αυτός; Η απόσυρση από την παγκόσμια αγορά […]; Ή μήπως το αντίθετο; Το να πάμε δηλαδή ακόμα πιο μακριά στην κατεύθυνση της αγοράς, της αποκωδικοποίησης, της απεδαφικοποίησης; Γιατί ίσως οι ροές να μην είναι ακόμα αρκετά απεδαφικοποιημένες, να μην είναι αρκετά αποκωδικοποιημένες, από την οπτική μιας θεωρίας και μιας πρακτικής εντελώς σχιζοφρενούς. Όχι να εγκαταλείψουμε τη διαδικασία, αλλά να πάμε μακρύτερα, να την επιταχύνουμε, όπως το έλεγε ο Νίτσε. Από αυτή την άποψη, ακόμα δεν είδαμε τίποτα».i

Ε, λοιπόν, εγώ θα προτιμούσα να φρενάρω. Εκεί ακριβώς που ο Ντελέζ νόμισε ότι θα προσπερνούσε τον καπιταλισμό, τελικά προσπεράστηκε από αυτόν. Πιστεύω ότι ο Ντελέζ είχε προβλέψει αυτό που ερχόταν, ίσως νωρίτερα από οποιονδήποτε άλλον, αλλά έκανε ένα τραγικό λάθος βάζοντας το κεφάλι κάτω και ορμώντας ίσια μπροστά στον στόχο. Εκεί που γίνεται φανερό το λάθος του Ντελέζ, είναι στην επιλογή του να υιοθετήσει την οικονομική ορολογία των παραγωγικών δυνάμεων για να περιγράψει τις διεργασίες του ανθρώπινου ψυχισμού:

«Παντού όλα λειτουργούν χωρίς σταματημό, χωρίς διακοπή. Ένα σώμα αναπνέει, θερμαίνεται, τρέφεται. Χέζει, γαμάει. Τι λάθος όμως αυτός ο ενικός, αυτό το “ένα”! Παντού υπάρχουν μηχανές, κι όχι μεταφορικά: μηχανές μηχανών, με τις συναρμογές και τις διασυνδέσεις τους. Μια μηχανή όργανο συνδέεται με μια μηχανή πηγή: η μία εκπέμπει μια ροή που η άλλη διακόπτει. Το στήθος είναι μια μηχανή που παράγει γάλα, πάνω στην οποία κουμπώνει η μηχανή-στόμα. Γι’ αυτό όλοι είμαστε μάστορες που μαστορεύουμε, ο καθένας και οι μηχανούλες του».ii

Αυτή η εφαρμογή της οικονομικής ορολογίας για να περιγραφεί το ασυνείδητο είναι αμφισβητήσιμη. Παντού γίνεται λόγος για μηχανές, ροές, συναρμογές, αποσυνδέσεις, επιθυμιτικές μηχανές, παραγωγικά ή αντιπαραγωγικά σώματα… Η γλώσσα που χρησιμοποιείται προδιαγράφει και επιβάλλει συνεκδοχές και υποδηλώσεις που παραπέμπουν αποκλειστικά σε ένα σημασιολογικό πεδίο οικονομικής φύσης, αποκλείοντας έτσι εξαρχής διαφορετικού είδους συνδέσεις με το λεξιλογικό πεδίο. Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να διαβάσουμε τα Χίλια Επίπεδα παρά μόνο αν αποφασίσουμε να ξεχάσουμε τον συμβολικό και αναπαραστατικό χαρακτήρα του λεξιλογίου που ρυθμίζει τις σχέσεις της γλώσσας με το ασυνείδητο, αποδεχόμενοι ταυτόχρονα ότι αυτό είναι φτιαγμένο από μηχανικά κατασκευασμένα προϊόντα. Όπως ας πούμε οι επιθυμιτικές μηχανές, οι οποίες δεν ξεχωρίζουν σε τίποτα από τις κανονικές μηχανές αφού μπορούν να συνδεθούν η μία με την άλλη. Με αυτό τον τρόπο απαρνούμαστε όμως όλη τη συμβολική διάσταση ενός θεατρικά δομημένου ασυνείδητου για χάρη μιας καθαρά μηχανιστικής ερμηνείας. Πρόκειται για την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα με την τεχνητή νοημοσύνη που συμμετέχει πλέον σε όλες τις φυσικές διαδικασίες υπολογισμού: δεν χρειάζεται πλέον να σπάμε το κεφάλι μας για να προσανατολιστούμε, το κάνει για μας το GPS.

Ο Αξελός με παρότρυνε επίσης να εξετάσω ένα άλλο ζήτημα του ντελεζιανού έργου, αυτό της μειονότητας («devenir mineur»), το οποίο ήταν ένας τρόπος του Ντελέζ να επιτεθεί στον Διαφωτισμό και πιο συγκεκριμένα στην ιδέα του Καντ, όπως αναπτύσσεται στο Τί είναι ο Διαφωτισμός; ότι το άτομο πρέπει να βγει από την μειονότητα και να γίνει μέρος της πλειοψηφίας, δηλαδή να μάθει να σκέπτεται και να δρα αυτόνομα. Για τον Ντελέζ είναι προτιμότερο να παραμείνει κανείς μέρος μιας μειονότητας, επενδύοντας μάλιστα στο φαντασιακό που καλλιεργεί η κάθε τέτοια μειονότητα. Ο σκοπός είναι να συντριβεί ο γενικός μέσος όρος, η πλειοψηφία, και να αντικατασταθεί από ένα πλήθος μειονοτήτων που η κάθε μια θα άδει απ’ τη γωνιά της: «είμαστε όλοι μειονότητες, «είμαστε όλοι αδελφές», «είμαστε όλοι θύματα αποικιοκρατίας», «είμαστε όλοι προλετάριοι». Η είσοδος σε μια μειονότητα θα ήταν έτσι το πρώτο βήμα προς την σχιζοφένεια. Αυτό όμως το μετα-ταυτοτικό και μηδενιστικό βήμα δεν είναι εύκολο να γίνει, γιατί είναι μια βουτιά στο τίποτα. Όπως το έλεγε ο Henri Ey στον Λακάν, «δεν τρελαίνεσαι απλά επειδή το θέλεις». Αυτός ο μηδενισμός καταλήγει συνήθως, όπως το έλεγε ο Νίτσε, σε έναν «κουρασμένο μηδενισμό»iii και στην προτίμηση για «ό,τι γιατρεύει, ανακουφίζει, καθυσηχάζει»iv. Χαμηλώνουμε λοιπόν τις προσδοκείες μας και ανταλλάσουμε την μετα-ταυτότητα με την μειονότητα και το αντίστροφο. Η ντελεζιανή μειονότητα τροφοδότησε έναν ταυτοτικό ακτιβισμό, ο οποίος εκφράζεται σήμερα στους αυταρχικούς ισχυρισμούς του τύπου «είμαι μουσουλμάνος», «είμαι βέγκαν», «είμαι ομοφυλόφιλος», «είμαι τρανς», οι οποίοι εγκλωβίζουν αυτόν που τις διατυπώνει στο εσωτερικό μιας κοινότητας, “περήφανης” που είναι απρόσιτη στο βλέμμα του άλλου, του οποιουδήποτε άλλου. Αυτή η μετατροπή είναι απόλυτα συμβατή με το αφήγημα της Αγοράς, η οποία προωθεί παντού έναν γενικευμένο σχετικισμό, απαρνούμενη οποιονδήποτε ουνιβερσαλισμό και αποδεχόμενη μόνο ιδιαιτερότητες και κοινότητες. Τελικά η ντελεζιανή επανάσταση συνδέθηκε με την αποπολιτικοποίηση και τη γένεση των ταυτοτικών κοινοτήτων· με την απορρόφηση του υποκειμένου από την εξουσία των μηχανών· με την αποψίλωση του ασυνείδητου από την συμβολική δυναμική του και την αντικατάστασή του από ένα μηχανικό ασυνείδητο που μπορεί να μπει σε κίνηση μόνο μέσω μηχανικώς διαδικασιών και χημικών διεγερτικών. Η επικράτηση αυτών των θέσεων επέφερε αργά αλλά σταθερά την παρακμή της ψυχανάλυσης.

i Gilles Deleuze και Félix Guatttari, L’Anti-OEdipe, capitalisme et schizophrénie, éditions de Minuit, Paris, 1972, σελ. 285.

ii ό.π., κεφ. 1, « Les machines désirantes », μέρος 1 : « La production désirante ».

iii Friedrich Nietzsche, Η θέληση για Δύναμη, μετ. Henri Albert και Marc Sautet, Le Livre de poche, Paris, 1991, κεφ. 1.

iv ό.π., κεφ. 1.

Ζακ Ντεριντά

Υπήρξα εξαρχής καχύποπτος απέναντι στην προσπάθεια της λεγόμενης french theory να τελειώσει μια για πάντα την δυτική μεταφυσική. Αυτή η επιχείρηση καταστροφής δεν μπορούσε βέβαια να παρουσιαστεί ως τέτοια και γι’ αυτό μεταμφιέστηκε με τον όρο αποδόμηση. Αυτό που εννοούσε ο Ντεριντά με αυτή τη λέξη, ήταν η επίθεση ενάντια στα θεμέλια της παραδοσιακής οντολογίας και των βασικών εννοιών της. Αποδόμηση είναι το σύνολο των τεχνικών και των στρατηγικών που εφάρμοσε ο Ντεριντά προκειμένου να αποσταθεροποιήσει και να διαρρήξει το μεταφυσικό οικοδόμημα της δυτικής σκέψης. Οι στόχοι αυτής της επίθεσης ήταν:

α) ο εντοπισμός των θεμελιωδών εννοιολογικών διχοτομιών που ορίζουν το δυτικό αφήγημα: λόγος-πάθος, ψυχή-σώμα, άλλο-ίδιο, καλό-κακό, φύση-πολιτισμός, αισθητό-νοητό, παρόν-παρελθόν, υποκείμενο-αντικείμενο κοκ.

β) η ανάδειξη, μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης μεταφυσικής, της ύπαρξης ενός ενδιάμεσου όρου στα διχοτομικά ζεύγη

γ) η καταστροφή της κυρίαρχης ρυθμιστικής σχέσης στο εσωτερικό των ζευγών αυτών, έτσι ώστε να φανεί ότι είναι δυνατόν η γραφή μπορεί να υπερκεράσει και ενδεχομένως να αντικαταστήσει το λόγο, το πάθος τη λογική, το άλλο το ίδιο, η απουσία την παρουσία, το αισθητό το νοητό, το θηλυκό το αρσενικό, το ζωώδες το ανθρώπινο…

δ) η εγκατάλειψη όλων των σημασιών που θεμελιώνονται στα κλασικά αντιθετικά ζεύγη προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάδυση μιας σκέψης αναποφάσιστης, διάφορης από τον ίδιο τον εαυτό της (η περίφημη «διαφωρά», la diferance), μια σκέψη βασισμένη σε έννοιες κατεξοχήν αμφίσημες, όπως το ανδρόγυνο, και το ξεπέρασμα των αντιθέσεων του τύπου λόγος-πάθος, ψυχή-σώμα, άλλο-ίδιο, καλό-κακό, φύση-πολιτισμός, υποκείμενο-αντικείμενο κτλ.

Η ντεριντιανή αποδόμηση προκάλεσε βαθιά ρήγματα σε όλο το δυτικό αφήγημα και αφέθηκε σε ένα πάθος για το αναποφάσιστο. Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι η αναζήτηση του νοήματος δεν πρέπει να σταματά οριστικά σε κανένα σημαινόμενο κι ότι μπορεί πάντα να συνεχίζει το ταξίδι της ανάμεσα στο παιχνίδι της διασποράς και των ιχνών που παραπέμπουν το ένα στο άλλο. Αλλά το να αναγάγουμε το αναποφάσιστο σ’ ένα νέο ιδεώδες είναι κάτι το τελείως διαφορετικό, γιατί έτσι καθίσταται δυνατόν, αν όχι αναπόφευκτο, να λέμε τα πάντα και το αντίθετο τους. Είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο που η οξύμωρη ρητορική του Ντεριντά και των οπαδών του ξεφεύγει πέρα από κάθε όριο, κατακλύζοντας όλα τα έργα τους: παντού μιλάνε για τις απροϋπόθετες προϋποθέσεις της σκέψης, για την εμφάνιση της εξαφάνισης, για την πρώτη σπορά που είναι διασπορά… Παράδειγμα: «προσπάθησα να περιγράψω και να εξηγήσω το πως η γραφή φέρει μέσα της, δομικά, την αρχή της ίδιας της της ακύρωσης». Ή κάποιες άλλες χαρακτηριστικές αντιλογικές φράσεις από το μεγάλο ρεπερτόριο του Ντεριντά: «η μεταφορικότητα είναι η επιμόλυνση της λογικής και η λογική της επιμόλυνσης», «η φιλοσοφία, ως θεωρία της μεταφοράς, υπήρξε κατ’ αρχάς μια μεταφορά της θεωρίας», «Αμερική θα ήταν το όνομα ενός νέου μυθιστορήματος για την αποδόμηση της ιστορίας και την ιστορία της αποδόμησης».

Η ντεριντιανή αποδόμηση αποτελεί άμεση προέκταση της χαϊντεγγεριανής επίθεσης στην δυτική μεταφυσική που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’30. Στόχος της επίθεσης εκείνης ήταν η προετοιμασία του εδάφους για την επικράτηση της ναζιστικής ιδεολογίας. Τριάντα χρόνια αργότερα, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, χρησιμοποιήθηκε για έναν άλλο σκοπό, την επικράτηση του νεοφιλευθερισμού. Δεν ισχυρίζομαι ότι επρόκειτο για συνομωσία αλλά απλά για συγκυρία. Η σκέψη του Ντελέζ, όπως άλλωστε και του Φουκώ ή του Μπουρντιέ, υπέσκαψε όλους εκείνους τους θεσμούς που γεννήθηκαν από το Διαφωτισμό. Η σκέψη του Ντεριντά διέρρηξε τα ίδια τα θεμέλια της μεταφυσικής επάνω στα οποία στηρίζονταν αυτοί οι θεσμοί. Προσωπικά στρατεύτηκα σε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο, όχι της καταστροφής ή της αποδόμησης, αλλά της αναδόμησης του μεγάλου δυτικού αφηγήματος προκειμένου να μπορέσουμε να αποφύγουμε τον κίνδυνο της βαρβαρότητας που έβλεπα να διαγράφεται στον ορίζοντα.

Οι συνέπειες της επίθεσης της αποδόμησης υπήρξαν τεράστιες, επηρέασαν πολλούς διαφορετικούς τομείς και έθρεψαν μια νέα αριστερά που έπασχε από έλλειψη ιδεών. Αυτή η αριστερά πολύ γρήγορα εγκατέλειψε την έννοια του λαού για να την αντικαταστήσει με αυτήν της μειονότητας, εθνοτικής, σεξουαλικής, ταυτοτικής, ηλικιακής κ.ο.κ. Έχουμε έτσι έναν δεξιό νεοφιλελευθερισμό να επικρατεί στο πεδίο της οικονομίας και έναν αριστερό νεοφιλελευθερισμό να επικρατεί στο πεδίο της κουλτούρας – ο Μισεά ανέλυσε πολύ καλά αυτό το φαινόμενο. Ο αριστερός νεοφιλελευθερισμός αποδέχτηκε το ρόλο του, αρκούμενος στο να καταπραΰνει, όπως ένα παυσίπονο, τις επώδυνες συνέπειες του δεξιού νεοφιλελευθερισμού. Αυτό ώθησε την εργατική και μεσαία τάξη να εγκαταλείψει τα αριστερά κόμματα, τα οποία με τη σειρά τους στήριξαν μια απεριόριστη επέκταση των ατομικών δικαιωμάτων που οδήγησε στην αποδόμηση κάθε έννοιας κυριαρχίας και δημόσιου συμφέροντος, υποβαθμίζοντας έτσι το κράτος σε πάροχο κοινωνικών επιδοτήσεων. Υπέροχη ευκαιρία για την άκρα δεξιά που δεν είχε παρά να σκύψει και να μαζέψει την παραπεταμένη έννοια του λαού και να την προσαρμόσει στο δικό της ιδεώδες περί εθνικού μεγαλείου.

Οι μειονότητες μπήκαν λοιπόν στη μάχη των διεκδικήσεων, ακολουθώντας την φουκο-ντελεζιανή αρχή: “δεν υπάρχει όριο στα δικαιώματά μου”. «Δεν εξαρτώμαι από κανένα παρελθόν, από καμιά αυθεντία, από καμιά διαφορετικότητα». Πώς να μην δούμε εδώ ένα ντελίριο παντοδυναμίας που δεν αναγνωρίζει τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά του ανθρώπινου είδους, όπως το φύλο ή την ηλικία; Εξάλλου οι Ντελέζ-Γκουατταρί το είχαν πει ξεκάθαρα στον Αντί–Οιδίποδα: «το σχιζοφρενικό προτσές είναι το δυναμικό της επανάστασης». Εμφανίστηκε έτσι το μεταμοντέρνο υποκείμενο με τις διεκδικήσεις του στιλ «μπορώ να διαλέξω το φύλο μου» κτλ. Ένα υποκείμενο το οποίο η Αγορά θα προμήθευε με όλα τα απαραίτητα εξαρτήματα προκειμένου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του self made man.

Τέλος, στις συνέπειες αυτές της french theory βλέπω μια “πονηρία της ιστορίας”, κατά την εγελιανή πονηρία του Λόγου: οι ενεργές ομάδες που δρουν μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι καταλήγουν να πραγματοποιήσουν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που επιθυμούσαν. Οι ελευθεριακοί φοιτητές που ονειρεύονταν τον Μάη του ’68 να κατατροπώσουν τον καπιταλισμό, χρησιμοποιήθηκαν τελικά από αυτόν για να τον ανανεώσουν και να τον μετατρέψουν από θεσμικό-αυταρχικό σε φιλελεύθερο-ελευθεριακό.

Ξέρετε, όταν εισέρχεται κανείς σε ένα πεδίο τόσο πλαστό όσο αυτό του στρουκτουραλισμού, χάνει πολύ γρήγορα τον προσανατολισμό του. Ενώ οι εκπρόσωποί του παρουσιάστηκαν ως μεγάλοι επαναστάτες, στην πραγματικότητα ώθησαν την κοινωνία να κάνει μια νεοφιλελεύθερη στροφή, την ίδια στιγμή που όποιος τους ασκούσε κριτική περνούσε αυτόματα στο στρατόπεδο του νεοσυντηρητισμού. Όλη αυτή η σύγχυση οδήγησε στο φαινόμενο της τάσης επανεμφάνισης “ανακαινισμένων” παλαιότερων κοσμοθεωριών, όπως ο κομμουνισμός κι ο χριστιανισμός. Σκέφτομαι εδώ την επαναπροώθηση της κομμουνιστικής υπόθεσης από τον Μπαντιού. Μου φαίνεται πολύ περίεργη η τάση ενός ανθρώπου τόσο έξυπνου όπως ο Μπαντιού να αγνοεί επιδεικτικά οτιδήποτε έχει σχέση με αυτά που οδήγησαν στην αποτυχία πραγματοποίησης της κομμουνιστικής ιδέας, κάθε φορά που έγινε προσπάθεια να εφαρμοστεί στην ιστορία, από την πλατωνική πολιτεία έως και την κινεζική πολιτιστική επανάσταση, περνώντας από την Παρισινή Κομμούνα, τον Κόκκινο Οκτώβρη και τον Μάη του ’68. Από τη στιγμή που μπαίνουμε σ’ αυτόν τον τρόπο σκέψης τίποτε πλέον δεν μπορεί να κλονίσει την πίστη μας και μπορούμε μάλιστα να χρησιμοποιήσουμε όλη την εξυπνάδα μας για να ενδυναμώσουμε αυτή την πίστη. Ο Μπαντιού μου φαίνεται σαν ένας απροσπέλαστος σε οποιοδήποτε είδος αντίρρησης μοναχός. Δεν έχω να του αντιτάξω κάτι παρά μόνον ότι αυτή του η εμμονή φανερώνει αυτό που είναι πραγματικά ο κομμουνισμός, μια πολιτική θρησκεία. Ο Μαρξ πίστευε ότι έστησε τον Χέγκελ, αυτόν τον υπερ-χριστιανό που πίστευε ότι η Ιστορία είναι ενσάρκωση του απόλυτου Πνεύματος, «στα πόδια του». Ο Μπαντιού, θαυμαστής του Αγίου Παύλου, τον αναποδογύρισε εκ νέου, προκειμένου να μπορέσει να πιστέψει στην τελική αποθέωση.

Απ’ την άλλη έχουμε την πραγματική θρησκεία, τον Ρωμαιοκαθολικισμό. Ο Bruno Latour επιχειρεί την ανακύκλωση του χριστιανισμού ως θριαμβεύουσας θεοδικίας, εφευρίσκοντας μια ανθρωπολογία των κοινωνικών επιστημών και του τεχνικού νεωτερισμού εντελώς αντίθετη με τα συμπεράσματα στοχαστών όπως ο Γκύντερ Άντερς, ο Ιβάν Ιλιτς ή ο Ζακ Ελλύλ. Για τον Latour, η θέση της τεχνικής στον κόσμο μας είναι καθόλα νόμιμη. Γιατί; Γιατί αποτελεί απλά την συνέχεια του θεϊκού έργου, δηλαδή της πνευματοποίησης της ύλης που επιφέρει την εξουδετέρωση της διαφορετικότητας της υλικής πραγματικότητας. Γι’ αυτόν ο καπιταλισμός είναι κάτι το θετικό γιατί επέφερε μια επιτάχυνση της τεχνικής προόδου και άρα μια επιτάχυνση αυτής της πνευματοποίησης της ύλης. Δεν είναι όμως αυτός ένας τρόπος έμμεσης αποδοχής όλων αυτών των υποσχέσεων του τρανσουμανισμού που διαποτίζουν τον σημερινό νεοφιλελευθερισμό;

Πιερ Μπουρντιέ

Συνειδητοποίησα το βασικό σφάλμα του Μπουρντιέ όταν κατάλαβα πόσο τεχνητός ήταν ο ριζοσπαστισμός του. Όπως ο Ντελέζ εισήγαγε την οικονομική ορολογία στην ανάλυση συμβολικών διαδικασιών κι όπως ο Φουκώ ενέδωσε στον νεοφιλελευθερισμό, έτσι κι ο Μπουρντιέ συρρίκνωσε όλον τον πολιτισμό στην έννοια του «πολιτισμικού κεφαλαίου»: ακόμα μια φορά η γλώσσα της οικονομίας άλωνε το πεδίο του συμβολικού. Κι αυτή η συρρίκνωση μου φανερώθηκε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο σε ένα πεδίο για το οποίο ενδιαφερόμουν πολύ, αυτό της γλώσσας. Στο βιβλίο του Ce que parler veut dire, ο Μπουρντιέ διεκδικεί το δικαίωμα να ερμηνεύει τα γλωσσικά και γραμματολογικά ζητήματα με όρους οικονομίας: οφείλουμε, έγραφε, «να ξεπεράσουμε τη συνήθη επιλογή μεταξύ οικονομίας και πολιτισμού προκειμένου να επεξεργαστούμε μια οικονομία των συμβολικών ανταλλαγών»[1]. Γι’ αυτόν, η γλώσσα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια «γλωσσολογική αγορά», στο εσωτερικό της οποίας οι γλωσσικές ανταλλαγές είτε εκφράζουν είτε πραγματοποιούν σχέσεις εξουσίας μεταξύ του ομιλητή και των ακροατών του. Ουσιαστικό κέρδος αυτών των γλωσσικών αγοραπωλησιών είναι η «αξία της διάκρισης» που αποκτάται σε κάθε κοινωνική ανταλλαγή και διά μέσου της κινητοποίησης του γλωσσικού κεφαλαίου στο εσωτερικό της αγοράς των συμβολικών αγαθών. Υποβιβάζοντας την οικονομία του λόγου (όπου ανταλλάσσουμε νόημα) σε απλή ανταλλακτική οικονομία (όπου ανταλλάσσονται υλικά αγαθά) ο Μπουρντιέ αποτυγχάνει να συλλάβει την ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα της γλωσσικής πράξης.

Παρόμοιες θέσεις, εφαρμοσμένες στο πεδίο της εκπαίδευσης, άνοιξαν τον δρόμο σε μια κριτική άρνηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας με τη δικαιολογία ότι, αφού η εκπαίδευση δεν έχει άλλο σκοπό παρά την κοινωνική αναπαραγωγή, δεν μπορεί παρά να είναι καταπιεστική. Πολλοί καθηγητές εκείνης της εποχής τορπίλισαν το ίδιο το επάγγελμά τους εξ αιτίας της υποτιθέμενης συμβολικής βίας που εξασκεί στο παιδί το εκπαιδευτικό σύστημα. Η θεωρία της κοινωνικής αναπαραγωγής συνέβαλε τη δεκαετία του ’70 στην απαξίωση του σχολείου και στη δημιουργία ενός κλίματος καχυποψίας απέναντι σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα.

Σύμφωνα με τον Μπουρντιέ, κάποιος σαν κι εμένα που προέρχεται από λαϊκά στρώματα και μιλούσε τη λαϊκή αργκό, θά ‘πρεπε να παραμείνει εκεί, γιατί η λεγόμενη υψηλή κουλτούρα, με όλη τη μικροαστική πόζα της και τη μη-μου-άπτου ευαισθησία της, δεν είχε άλλο στόχο παρά να εξουδετερώσει και να λογοκρίνει την λαϊκή “χοντροκοπιά”. Τα λαϊκά στρώματα απέρριπταν, σύμφωνα με τον Μπουρντιέ, όλη αυτή τη μανιέρα επιμένοντας στην «αντρίκια ντομπροσύνη» τους και στην «έξω απ’ τα δόντια» γλωσσική τους έκφραση. Για μένα, η στάση του Μπουρντιέ είναι άλλη μια πόζα, η πόζα του «φραγκάτου», όπως θά ‘λεγε ο πατέρας μου, που θέλει απελπισμένα να ταυτιστεί με το πόπολο. Ο ίδιος ο Μπουρντιέ επαναλάμβανε συχνά πόσο απεχθανόταν τον εαυτό του ως διανοούμενο: «Δεν μου αρέσει ο διανοούμενος σ’ εμένα. Ό,τι μπορεί να εκληφθεί ως αντιδιανοουμενισμός σ’ αυτά που γράφω, στρέφεται κατ’ αρχάς εναντίον μου, σε ό,τι διανοητικό ή διανοουμενίστικο παραμένει μέσα μου».[2]

Ε λοιπόν, εγώ απολάμβανα τη «διανοούμενη» δραστηριότητά μου και στην υψηλή κουλτούρα δεν έβλεπα μόνο πόζα και μανιέρες, αλλά κι έναν τρόπο πρόσβασης σε έναν άλλο κόσμο. Δεν συμφωνώ με τη θέση του Μπουρντιέ αλλά συντάσσομαι μάλλον με αυτήν του Κοντορσέ, ο οποίος έλεγε ότι πρέπει να πολεμήσουμε την άγνοια και να «ανυψώσουμε το λαό», ή τη θέση του έγκριτου ψυχολόγου Wallon, ο οποίος εκπόνησε μετά τον Β’Π.Π. το γνωστό πλάνο Langevin-Wallon για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που είχε ως στόχο την εξασφάλιση όλων εκείνων των προϋποθέσεων που συνεισφέρουν στην ανάπτυξη των ατομικών ικανοτήτων του κάθε μαθητή.

Χάρη στον Alain Caillé κατάλαβα από που προερχόταν ο αναγωγισμός του Μπουρντιέ. Τα αναλυτικά εργαλεία με τα οποία ο Μπουρντιέ θέλησε να ασκήσει κριτική στην καπιταλιστική κουλτούρα, τα δανείστηκε από έναν νεοφιλελεύθερο οικονομολόγο της Σχολής του Σικάγο, τον Gary Becker, εφευρέτη της θεωρίας του ανθρώπινου κεφαλαίου! «Αγαπώ και θαυμάζω τον Gary Becker», έλεγε ο Μπουρντιέ στην Οικονομική Ανθρωπολογία του[3] . Ο Μπουρντιέ υιοθέτησε την οπτική του Becker, σύμφωνα με την οποία η αληθινή ουσία όλων των ανθρώπινων σχέσεων είναι το ατομικό συμφέρον και ο οικονομικός υπολογισμός. Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος απ’ αυτόν για να υποκύψεις στην νεοφιλελεύθερη κουλτούρα. Κατάλαβα ότι αυτές οι «επαναστατικές» θέσεις των Ντελέζ, Φουκώ, Μπουρντιέ προετοίμαζαν το έδαφος για την επιβολή αυτής της κουλτούρας, αφού ο μεν Ντελέζ πρότεινε να τρέξουμε πιο γρήγορα από την Αγορά, ο δε Φουκώ εμπνέονταν από τον ιδρυτή της Σχολής του Σικάγο, Hayek, ενώ ο Μπουρντιέ βάσιζε τη σκέψη του στον Becker. Βλέποντας ότι μεγάλο μέρος της γενιάς του Μάη του ’68, μέρος της οποίας ήμουν κι εγώ, έπεσε στην παγίδα χωρίς να το καταλάβει, κατάλαβα ότι θά ‘πρεπε να αλλάξω πεδίο σκέψης. Ξεκίνησα αυτήν την αλλαγή θέτοντας δύο ερωτήσεις. 1) Μήπως οι δάσκαλοί μας ήταν λίγο διεστραμμένοι; Και 2) Κι αν ναι, γιατί εγώ δεν είχα πέσει στην παγίδα τους; Απάντηση στην πρώτη ερώτηση: ναι, ήταν λίγο. Κι όσο για τη δεύτερη ερώτηση, η απάντηση που έδωσα ήταν η εξής: μιας και δεν αισθανόμουν την ανάγκη να σκοτώσω τον πατέρα μου, δεν είχα ανάγκη ούτε από «δασκάλους» για να τον αντικαταστήσουν. Πόσω μάλλον όταν οι απόψεις τους μου φαίνονταν τόσο αναληθοφανείς.


[1] Pierre Bourdieu, Ce que parler veut dire, Fayard, Paris,1982.

[2] Pierre Bourdieu, Les Méditations pascaliennes, Seuil, Paris, 1997, p. 16.

[3] Anthropologie économique, Cours au Collège de France 1992-1993, Seuil, Paris, 2017, p. 79.

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Dany-Robert Dufour, Fils d’anar et philosophe. Entretiens avec Thibault Isabel, R&N, 2021, σσ. 70-93

Πηγή: respublica

Συλλογή κειμένων: Χρήμα, Μαγεία, Οικονομία (Μέρος Β’)

Σημείωση: Επιλέξαμε να συγκεντρώσουμε και να αναδημοσιεύσουμε σε 3 μέρη μία εξαιρετική συλλογή κειμένων σχετικά με μία θεσμοκεντρική κατανόηση της λειτουργίας και της γενεαλογίας του χρήματος έναντι των κυρίαρχων οικονομοκεντρικών συλλήψεων του. Η πηγή των κειμένων απαντάται στην σελίδα των dangerfew και τους ευχαριστούμε για το πολύτιμο έργο τους.

4- Η αξία δεν είναι ούτε ουσία, ούτε μέγεθος

Στο προηγούμενο μέρος της παρουσίασης της θεσμοκεντρικής θεώρησης του χρήματος, είδαμε ξεκάθαρα την καρδιά του προβλήματος χρήμα: πρόκειται, όπως λέει ο Αντρέ Ορλεάν, για την «ενσάρκωση αυτού που “αξίζει”, θεμελιώνεται στη λατρεία της κοινωνικής ομάδας για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή σημείο». Συνεχίζουμε λοιπόν με αποσπάσματα από τρία κείμενα του ίδιου συγγραφέα, που διευκρινίζουν πλήρως τη θεσμοκεντρική θεώρηση του χρήματος υπό το πρίσμα που μας ενδιαφέρει. Οι παρατηρήσεις του εδώ είναι ζωτικής σημασίας για την απομάγευση του κόσμου του χρήματος και της αξίας.

 

Δυο σημειώσεις. Μια μικρή σημείωση για τον όρο conatus, που ο Ορλεάν δανείζεται, όπως λέει, από τον Σπινόζα. Κατά τον Σπινόζα, «[κ]άθε πράγμα προσπαθεί, όσο εξαρτάται από το ίδιο, να εμμείνει στο είναι του» (Ηθική, Πρόταση 6, εκδ. ΕΚΚΡΕΜΕΣ, 2009) και  αυτή την προσπάθεια την ονομάζει conatus (βλ. και την εξαιρετική Εισαγωγή της Βασιλικής Γρηγοροπούλου).

 

Και μια σημείωση για τον Χάγιεκ, αυτό τον νεοφιλελεύθερο λάτρη των ελίτ και φίλο του Πινοσέτ. Να θυμήσω απλά τι έλεγε στην εφημερίδα El Mercurio κατά τη δεύτερη επίσκεψή του στη Χιλή, το 1981:

«Είμαι εντελώς κατά των δικτατοριών ως θεσμών μακράς διαρκείας. Όμως μια δικτατορία μπορεί να είναι απαραίτητη σε ένα σύστημα για μια μεταβατική περίοδο. Κατά καιρούς είναι αναγκαίο μια χώρα να έχει, για κάποιο διάστημα, μια ορισμένη μορφή δικτατορίας. Όπως καταλαβαίνετε, είναι δυνατόν ένας δικτάτορας να κυβερνά με φιλελεύθερο τρόπο. Όπως επίσης, είναι δυνατόν μια δημοκρατία να κυβερνά με πλήρη έλλειψη φιλελευθερισμού. Προσωπικά προτιμώ ένα φιλελεύθερο δικτάτορα από μια δημοκρατική κυβέρνηση που της λείπει ο φιλελευθερισμός. Η προσωπική μου εντύπωση είναι ότι εδώ στη Χιλή βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο από μια δικτατορική προς μια φιλελεύθερη διακυβέρνηση. Στη διάρκεια αυτής της μετάβασης μπορεί να είναι αναγκαίο να διατηρηθούν ορισμένες δικτατορικές εξουσίες».

Λεπτομέρεια: αυτή η … μετάβαση βάστηξε άλλα οκτώ χρόνια. Τι λέμε τώρα!- Σημ. HS

Η πρωταρχικότητα του χρήματος

«Για να σκεφτούμε μια αυθεντική θεωρία του χρήματος πρέπει να αντιστρέψουμε ριζικά την οπτική μας. Πρέπει να ξεκινήσουμε από το χρήμα, δηλαδή να θεωρήσουμε ότι η ανάγκη για χρήμα προηγείται της ανάγκης για αγαθά. Πρέπει να σκεφτούμε μια οικονομία, στην οποία τα εμπορεύματα είναι μέσο για την απόκτηση χρήματος∙ και όχι το αντίστροφο. (…)

Στην οπτική μας ο πλούτος δεν είναι ένα αντικείμενο, ούτε μια ουσία. Είναι κάτι που αναφέρεται σε μια κοινωνική ιδιότητα: τη ρευστότητα, δηλαδή το να είναι κάτι αντικείμενο της επιθυμίας όλων των μελών μιας κοινωνίας. Είναι η μορφή που παίρνει ο κοινωνικός δεσμός και η αλληλεγγύη μέσα σε μια κοινωνία που έχει αποπροσωποποιήσει την αλληλεξάρτηση.

Στην πρότασή μας, το χρήμα ορίζεται ως η κοινωνικά αναγνωρισμένη μορφή, την οποία παίρνει ο πλούτος σε μια δεδομένη στιγμή. Είναι η απόλυτη ρευστότητα*

Ο διαχωρισμός και η αβεβαιότητα στη βάση της εμπορευματικής οικονομίας

«Για τον mainstream οικονομολόγο τα πάντα ξεκινούν από το ανεξάρτητο άτομο, το οποίο ψάχνει ν’ αποκτήσει τα εμπορεύματα που του είναι χρήσιμα. Το μοναδικό εμπόδιο που γνωρίζει αυτό το ανεξάρτητο άτομο στον αγώνα του να πραγματώσει τις επιθυμίες του, είναι τα άλλα άτομα, που είναι εξίσου ανεξάρτητα και που αγωνίζονται κι αυτά εξίσου για να πραγματώσουν τις επιθυμίες του αποκτώντας τα ίδια εμπορεύματα. Πάνω σε τέτοιας λογής βάσεις, ο κοινωνικός κόσμος νοείται σαν σύνθεση των ατομικών πράξεων. Είναι αυτό που ο Φρίντριχ Χάγιεκ, στο βιβλίο του Scientism and the Study of Society (Ο Επιστημονισμός και η Μελέτη της Κοινωνίας, 1942), ονομάζει “ατομιστική και συνθετική μέθοδος των κοινωνικών επιστημών”. Σε αυτή την οπτική, η εμπορευματική οικονομία αναλύεται σαν ένα σύνολο χρήσιμων αντικείμενων, τα οποία πρέπει να διανεμηθούν σε ένα σύνολο ατόμων. Γι’ αυτό και θεωρεί πρωταρχική την αγορά, ενώ το χρήμα το βλέπει σαν ένα δευτερεύον συμπλήρωμα, ένα απλό εργαλείο που διευκολύνει τις ανταλλαγές χωρίς, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, να επηρεάζει στο παραμικρό την αξία των εμπορευμάτων.

Αυτή η αντίληψη υποτιμά ριζικά μια πραγματικότητα, η οποία παίζει τεράστιο ρόλο στην οικονομία. Είναι η αβεβαιότητα. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εμπορευματικής οικονομίας είναι οι ασταμάτητες, σημαντικές και απρόβλεπτες μεταπτώσεις τόσο στις παραγωγικές τεχνικές όσο και στις καταναλωτικές προτιμήσεις, γεγονός που επηρεάζει ριζικά τις τιμές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ύπαρξη καθενός παραγωγού-ανταλλάκτη να παίζεται κυριολεκτικά στα ζάρια. Μπορεί σήμερα να τα φέρνει βόλτα μια χαρά, αλλά τίποτα δεν τον εξασφαλίζει ότι αυτό θα ισχύει και αύριο.

 

Διότι η εμπορευματική οικονομία θεμελιώνεται στο διαχωρισμό. Πρόκειται δηλαδή για ένα κοινωνικό σχηματισμό, όπου ο καθένας κλείνεται στην ατομική του αυτονομία χωρίς να μπορεί να λογαριάζει στους άλλους παρά μόνο αν έχει κάτι ν’ ανταλλάξουν. Σε τελική ανάλυση, το άτομο δεν μπορεί εδώ να υπολογίζει στη βοήθεια των άλλων έτσι και το βρουν δυσκολίες στη ζωή. [βλ. και εδώ.]

Η αγορά λοιπόν δεν είναι σε θέση να ανταποκρίνεται στην ανάγκη για βοήθεια και κάλυψη, την οποία γεννάει ο ίδιος ο εμπορευματικός διαχωρισμός. Από εδώ προκύπτει μια ιδιαίτερη απαίτηση, η “ελεγκτική δύναμη” πάνω στην κυκλοφορία εμπορευμάτων, γιατί μέσα από αυτή τη δυνατότητα ο καθένας ελπίζει ότι η ύπαρξή του θα γίνει λιγότερο αβέβαιη. Και φυσικά, στην οικονομία της αγοράς, αυτή η ελεγκτική δύναμη ενσαρκώνεται στην αγοραστική δύναμη, μιας και η αγορά αποτελεί το μοναδικό νόμιμο τρόπο για να αποκτά κανείς εμπορεύματα.

Όμως, για να μπορεί κανείς να διαθέτει “αγοραστική δύναμη”, πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκρίνεται σε δυο προαπαιτούμενα: πρώτον, η αγοραστική του δύναμη να είναι γενική, δηλαδή να του επιτρέπει να αγοράζει οποιοδήποτε εμπόρευμα, άρα να έχει πρόσβαση σε όλα τα εμπορεύματα γενικώς∙ και δεύτερον, να μπορεί να παραμένει αδιάπτωτη μέσα στο χρόνο. (…)

Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που αποκαλούμε “ρευστότητα” και φυσικά το χρήμα είναι εκείνο απ’ όλα τα αγαθά, που η ρευστότητά του είναι απόλυτη. Έτσι, η αντίληψη του οικονομικού, την οποία αντιπροτείνω, είναι ριζικά διαφορετικής φύσης από των mainstream θεωριών. Στη δική μου οπτική, ο κοινωνικός κόσμος δεν οικοδομείται από την απλή προέκταση των επιμέρους ατομικών βουλήσεων, όπως θεωρεί η maistream σκέψη, αλλά είναι προϊόν μιας ισχύος −της σαγήνης του χρήματος−, η οποία υπερβαίνει τις ατομικές αξίες και τις ατομιστικές αναλύσεις. Πράγματι, η επιθυμία του χρήματος είναι μια επιθυμία που σε πολύ μεγάλο βαθμό ξεφεύγει από τη λογική του ανεξάρτητου και αυτεξούσιου ατόμου. Πρόκειται, ακριβέστερα, για μια επιθυμία η οποία περισσότερο επιβάλλεται στους ανθρώπους παρά πηγάζει από την ελεύθερη βούλησή τους. (…)

Γι’ αυτό το λόγο, στην οπτική που υποστηρίζουμε, το χρήμα παίζει τον πρωταρχικό ρόλο, ενώ η αξία ενός εμπορεύματος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ποσότητα χρήματος, που αυτό το εμπόρευμα επιτρέπει να αποκτηθεί κατά την ανταλλαγή. Αυτό λοιπόν που έχει σημασία, είναι η κοινωνική “αντικειμενικότητα” αυτού του μέτρου, δηλαδή το γεγονός ότι επιβάλλεται στους πάντες. (…)

Αυτή η “αντικειμενικότητα” της αξίας δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αναζητηθεί στο μέγεθός της, το οποίο είναι εξαιρετικά ευμετάβλητο ανάλογα με τις συνθήκες και τις παραγωγικές σχέσεις. Πρέπει να αναζητηθεί σε ένα αμετάβλητο χαρακτηριστικό της. Τι δεν είναι ευμετάβλητο; Αμετάβλητο είναι το γεγονός ότι η αξία αντικειμενοποιείται κοινωνικά στο χρήμα. Αντικειμενικό και αμετάβλητο, δηλαδή, είναι το γεγονός της ύπαρξης της τιμής και όχι το μέγεθός της! (…)

Η οικονομική αξία, όπως και οι ηθικές, οι αισθητικές ή οι θρησκευτικές αξίες, είναι καμωμένη από το υλικό που λέγεται κοινό αίσθημα. Η αξία δεν είναι μια ουσία ή μια υπόσταση, την οποία έχουμε να μετρήσουμε! Είναι μια δύναμη, η οποία διαμορφώνει το conatus των δρώντων υποκειμένων. Στο βιβλίο του Οι Στοιχειώδεις μορφές της θρησκευτικής ζωής, ο Εμίλ Ντυρκέμ μας λέει:

“Ο πιστός που κοινωνεί με το θεό του, δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που βλέπει νέες αλήθειες τις οποίες δεν βλέπει ο άπιστος. Είναι ένας άνθρωπος που μπορεί παραπάνω. Αισθάνεται μέσα του περισσότερη δύναμη…”

Σε αυτή την ενέργεια αναγνωρίζουμε την ύπαρξη των αξιών, μέσω των οποίων κινείται μιας κοινωνία. Και το ίδιο ισχύει για την οικονομία: δεν την προσδιορίζει η αναζήτηση της χρησιμότητας, η οποία αποτελεί ένα μάλλον άτονο πάθος, αλλά ο πόθος του χρήματος. Στα βιβλικά εβραϊκά για παράδειγμα, η λέξη για το χρήμα είναι kessef, που προέρχεται από το ρήμα Lehikassed, το οποίο σημαίνει “ποθώ με πάθος”. Παρόμοια, μια από τις αραβικές λέξεις για το χρήμα, η λέξη almalalmaal) έχει κι αυτή, όπως η λέξη kessef, για ρίζα της την έννοια του έντονου πόθου ή και του φθόνου.

Αυτή η αντίληψη του χρήματος βρίσκεται στους αντίποδες της εργαλειακής θεώρησης, την οποία λατρεύουν οι οικονομολόγοι, γιατί μας καθιστά ορατή μια πραγματικότητα που ξεφεύγει από την ορθολογικότητα μιας και στ’ αλήθεια δεν υπάρχει τίποτα το ορθολογικό στο να ποθεί κανείς το χρήμα.

Υποστηρίζουμε λοιπόν, ότι οι διάφορες θεωρίες της αξίας −τόσο αυτές που την ανάγουν στη χρησιμότητα, όσο κι αυτές που την ανάγουν στην εργασία− πρέπει να κατανοηθούν με αφετηρία αυτή την αγωνιώδη απορία των ανθρώπων μπροστά σ’ ένα φαινόμενο που τους ξεπερνάει, που δεν το ελέγχουν και που κοροϊδεύει τη λογική τους. Εδώ βρίσκεται και ο λόγος που οι οικονομικές αξίες μάς έχουν κατακυριεύσει: επενδύουμε με τόσο πάθος σε αυτές, που χάνουμε την ικανότητα να τις παρατηρήσουμε από απόσταση και με σκεπτικισμό.»**

Το θεσμοκεντρικό μοντέλο γένεσης του χρήματος

«Εμπορευματική οικονομία είναι μια οικονομία, στην οποία η παραγωγή αφήνεται στα χέρια ενός πλήθους αυτόνομων παραγωγών-ανταλλακτών, που παίρνουν τις αποφάσεις τους εντελώς ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον. Ωστόσο, άπαξ και αναπτυχθεί έστω κι ελάχιστα ο καταμερισμός της εργασίας, ο κάθε παραγωγός-ανταλλάκτης αρχίζει να εξαρτάται στενά από ένα πολύ μεγάλο αριθμό άλλων παραγωγών-ανταλλακτών τόσο σε ό,τι αφορά την ίδια την παραγωγή (προκειμένου να αποκτήσει όσα χρειάζεται για να παράξει), όσο και σε ό,τι αφορά την πώληση των προϊόντων του, δεδομένου ότι στο παιχνίδι εμπλέκεται πλέον ένα πλήθος δυνητικών καταναλωτών. Επιπλέον, η ταυτότητα αυτού του πολύ μεγάλου αριθμού ατόμων διαφοροποιείται συχνά σε συνάρτηση με την εξέλιξη των τεχνικών παραγωγής και των προτιμήσεων των καταναλωτών. Κοντολογής, σε μια ανεπτυγμένη εμπορευματική κοινωνία ο καθένας εξαρτάται δυνητικά από όλους.

 

Πώς θα μπορούσε επομένως να οργανωθεί μια τέτοια “ρευστή και κλυδωνιζόμενη αλληλεξάρτηση”; Είναι προφανές ότι ο αντιπραγματισμός δεν είναι η απάντηση. Θα ήταν σαν να λέμε, ότι κάποιος που φτιάχνει αυτοκίνητα, θα μπορούσε να το κάνει μέσα από μια ατέλειωτη σειρά διμερών αντιπραγματιστικών ανταλλαγών με όλους τους πελάτες του! Ανταλλάσσοντας τι με τι στο κάτω-κάτω της γραφής; Αστείο και να το σκεφτείς.

Ποια είναι λοιπόν η θεμελιακή Αρχή πάνω στην οποία δομούνται οι εμπορευματικές οικονομίες; Είναι η αφηρημένη αξία. Η εμπορευματική παραγωγή είναι μια παραγωγή που μοναδικό σκοπό έχει την ιδιοποίηση της αφηρημένης αξίας, δηλαδή του γενικού δικαιώματος πάνω στην ολότητα. Αν αυτή την ιδέα της αξίας δεν υπήρχε εκ των προτέρων αγκιστρωμένη μέσα στα μυαλά των παραγωγών-ανταλλακτών, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε προσφορά εμπορευμάτων, ούτε και μαζική παραγωγή.

Στόχος μας δεν είναι να προτείνουμε μια καινούργια θεωρία της Αξίας, που θα μας υποδεικνύει τρόπους για να βρίσκουμε πόσο αξίζει ένα εμπόρευμα! Αυτό που μας ενδιαφέρει, απεναντίας, είναι να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι εμπορευματική παραγωγή δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο σε μια κοινωνία για την οποία η ιδέα της αξίας, δηλαδή το ότι κάτι έχει αξία για το μέγιστο δυνατό αριθμό ατόμων, έχει μια κοινωνικά αναγνωρισμένη ύπαρξη.

Με αυτή την έννοια, σε μια εμπορευματική οικονομία η αξία βρίσκεται στα θεμέλια της σχέσης με τον άλλον και είναι εκείνο δια του οποίου ο εμπορευματικός κόσμος επιβάλλεται πάνω στα άτομα. Έτσι, η σχέση του εμπορευματικού ατόμου με τον περίγυρό του χτίζεται μέσα από τον υπολογισμό του σε πόσους και πόσο μπορεί να πουλήσει. Γι’ αυτό το λόγο οι λογαριασμοί είναι, μέσα στο εμπορευματικό σύμπαν, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθενός έναντι των άλλων. (…)

Λέει ο Άνταμ Σμιθ στον Πλούτο των Εθνών:

“Μετά την πρώτη εγκαθίδρυση του καταμερισμού της εργασίας, κάθε σώφρων άνθρωπος χρειάστηκε φυσικά να ρυθμίζει τις υποθέσεις του έτσι ώστε να έχει πάντοτε στην κατοχή του, πέρα από κάποιο αγαθό που τον ενδιαφέρει να παράγει για τον εαυτό του, και μια ποσότητα ενός άλφα ή βήτα εμπορεύματος, το οποίο κατά τη γνώμη του οι περισσότεροι άνθρωποι θα δέχονταν να πάρουν ανταλλάσσοντάς το με τα δικά τους προϊόντα” (σ. 26)

Ο καθένας δηλαδή προσπαθεί όσο περισσότερο μπορεί να “μαντέψει” αυτό που θεωρείται “πλούτος”, δηλαδή ποια είναι εκείνα τα αγαθά που αναγνωρίζει ως πλούτο ο μέγιστος αριθμός των συνανθρώπων του. Επομένως, αναζήτηση του πλούτου σημαίνει αναζήτηση αυτού που οι περισσότεροι θεωρούν σαν πλούτο. Αυτός ο αυτοαναφορικός ορισμός του πλούτου (“πλούτος είναι αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν σαν πλούτο”) οδηγεί σε μια λογική μιμητικής αντιπαλότητας μεταξύ διαφόρων αγαθών, που προτείνονται ως πλούτος.

Πράγματι, η υιοθέτηση μιας άλφα αντίληψης του πλούτου αποκτά μεγαλύτερη σημασία για το άτομο στο βαθμό που αυτή η αντίληψη είναι αντικείμενο μιας ευρύτατης συμφωνίας. Όσο ευρύτερη είναι η συμφωνία, τόσο μεγαλύτερο είναι το πεδίο κυκλοφορίας του αγαθού που θεωρείται πλούτος, και επομένως τόσο περισσότερα σε ποσότητα και ποικιλία είναι τα εμπορεύματα που μπορεί να αποκτήσει όποιος κατέχει το συγκεκριμένο αγαθό-πλούτο. Με άλλα λόγια, διευρύνεται το πεδίο ισχύος των δικαιωμάτων που ενσαρκώνει η κατοχή αυτού του πλούτου.

Από εδώ προκύπτει αναπόφευκτα το κλασικό φαινόμενο του “κυνηγητού των αποδόσεων”: ο καθένας κυνηγάει την πιο διαδεδομένη συλλογική αναφορά, το αγαθό που ενσαρκώνει τον πλούτο για τους περισσότερους, για να συμμορφωθεί σε αυτήν και να κερδίσει τα δικαιώματα που αυτή προσφέρει. Με αυτό τον τρόπο γίνεται αισθητή η ισχύς του πλήθους. Είναι προς το συμφέρον καθενός να τροποποιήσει την ατομική αντίληψή του για τον πλούτο υιοθετώντας εκείνη που αποδέχονται οι περισσότεροι, διότι με αυτό τον τρόπο πολλαπλασιάζει τις δυνατότητές του να συναλλάσσεται −πράγμα που αποτελεί ζωτικής σημασίας προϋπόθεση της εμπορευματικής ισχύος. Αυτή ακριβώς η λογική, που αναγκάζει τον καθένα να προσαρμόζεται στη υπερισχύουσα αντίληψη του πλούτου, μπορεί να ονομαστεί μιμητική.  Κι έτσι, μέσα σε ορισμένες γενικές συνθήκες, αυτή μιμητική διαδικασία οδηγεί κατόπιν συγκρούσεων σε μια κατάσταση, στην οποία οι εμπλεκόμενοι συμφωνούν τελικά να υιοθετήσουν από κοινού ένα συγκεκριμένο αγαθό, ή σημείο, ως εκπρόσωπο του πλούτου. Πρόκειται για το φαινόμενο που αποκαλούμε “μιμητική πόλωση”, ή ακόμα “φαινόμενο εκλογής”. Από εδώ προκύπτει το χρήμα και το νόμισμα. (…)

Πρέπει εδώ να υπογραμμίσω, ότι οι θέσεις μας αυτές δεν απορρίπτουν υποχρεωτικά όλες τις νομισματικές αναλύσεις που κάνουν οι οπαδοί των εργαλειακών θεωριών. Πράγματι, όταν ένα νόμισμα σταθεροποιηθεί ως αντικείμενο εμπιστοσύνης εκ μέρους όλων των οικονομικών παραγόντων, τότε συμπεριφέρεται de facto σαν ένα απλό εργαλείο των ανταλλαγών −κι έτσι μπορεί κανείς να το αναλύσει μέσω των τριών θεμελιακών λειτουργιών του, ως λογιστική μονάδα, ως μέσον αποταμίευσης και ως μέσο κυκλοφορίας. (…)

Όμως για να μπορεί ένα νόμισμα να διατηρεί αυτές τις λειτουργίες, πρέπει κατά πρώτο λόγο να διατηρείται η συμφωνία πάνω στην οποία “εκλέχτηκε”. Κι αυτό δεν είναι καθόλου προφανές, μιας και η ενοποίηση του εμπορευματικού πεδίου με άξονα ένα κεντρικό νομισματικό γνώμονα αφήνει πάντοτε απ’ έξω ορισμένα επιμέρους συμφέροντα, τρέφοντας με αυτό τον τρόπο ένα υποβόσκον συγκρουσιακό δυναμικό που, άπαξ και βγει στην επιφάνεια θέτοντας σε αμφισβήτηση την ενότητα του νομισματικού πεδίου, οδηγεί σε αυτό που γνωρίζουμε ως νομισματική κρίση». ***

Από τα κείμενα του Ορλεάν:

* Σκέψεις πάνω στα θεσμικά θεμέλια της εμπορευματικής αντικειμενικότητας,

(Φεβρουάριος 2003)

** Συνέντευξη στον Rainer Diaz-Bone (Φθινόπωρο 2013)

*** Εισήγηση στο σεμινάριο «De l’ auto-organisation au temps du projet»,

 (11-18 Ιουλίου 2007)

5- Το μέτρο της αξίας», μια παράλογη έκφραση

Όπως είδαμε, οι εργαλειακές και ουσιοκρατικές αναλύσεις του χρήματος και της αξίας εδράζονται σε μια σειρά συγχύσεων, που οφείλονται σε μια πραγμοποιημένη, ή αν θέλετε μαγεμένη, αντίληψη του κοινωνικού δεσμού που υφαίνει το χρήμα και η αξία. Αυτές οι αναλύσεις παράγουν επιπλέον σύγχυση, κυρίως στο βαθμό που, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο, θεωρούν την ανταλλαγή σαν επιφαινόμενο της εργασίας. Έτσι, μια κριτική της αξίας που στηρίζεται σε τέτοιου τύπου αναλύσεις, αφ’ ενός χάνει την ουσιαστικά κοινωνική δραστηριότητα που κρύβεται πίσω από το πέπλο της αξίας και αφ’ ετέρου οδηγείται στην  ιδέα ότι η κρίση του κεφαλαίου έχει να κάνει με μια μείωση του ποσοστού της «ενσωματωμένης υπεραξίας» εξαιτίας, υπότιθεται, της επιταχυνόμενης εκμηχάνισης της παραγωγής.

 

Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα όταν αυτή η ψευδής κριτική της αξίας καταλήγει να παρουσιάζει την εκτεχνίκευση, και ειδικά στις πιο σύγχρονες μορφές της της ηλεκτρονικής αυτοματοποίησης, σαν ένα είδος «υποκειμένου» της κοινωνικής χειραφέτησης στη θέση του απωλεσθέντος προλεταριάτου −αφού, όπως ισχυρίζεται, ο καλπασμός της Τεχνικής όχι μόνο ρίχνει σε βαθιά κρίση την «αξιοποίηση της αξίας» αλλά και συντελεί στην απελευθερωτική «κατάργηση της εργασίας»!

 

Θεωρώντας κρίσιμη την απομάγευση της σκέψης μας γύρω από αυτό το θέμα, παρουσιάζουμε τώρα απόσπασμα από ένα κείμενο του Φρανσουά Φουρκέ. – Σημ. HS.

 

Τι ονομάζουμε αξία;

 

Εάν «αξία» είναι το όνομα που έχουμε δώσει στο μέτρο του πλούτου, τότε είναι παράλογο να μιλάμε για «μέτρο της Αξίας». Εφόσον η Αξία είναι μέτρο, δεν έχει και η ίδια μέτροόπως το μήκος δεν έχει μήκος και το βάρος δεν έχει βάρος. Μπορούμε να μετρήσουμε το μήκος ενός λιβαδιού, ή την αξία ενός εμπορεύματος, αλλά δεν γίνεται να μετρήσουμε το μήκος του μήκους, ούτε την αξία της αξίας. Επομένως η έκφραση «μέτρο της αξίας» είναι παράλογη. Όταν μιλάμε για «μέτρο της αξίας» χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι με αυτό τον τρόπο μετατρέπουμε στο μυαλό μας την αξία σε ουσία, τότε καταλήγουμε να την συγχέουμε με την πραγματικότητα την οποία μετράει, δηλαδή τον πλούτο.

Αυτή η σύγχυση δεν είναι συμπτωματική. Πάνω σε αυτήν θεμελιώνεται η πολιτική οικονομία από τον καιρό του Άνταμ Σμιθ. Άλλωστε ο Σμιθ ήταν μάστορας στο να θολώνει τα πράγματα: έχοντας προηγουμένως δηλώσει, ότι «η εργασία είναι το πραγματικό μέτρο της αξίας», στην αμέσως επόμενη φράση μιλάει για «αξία της εργασίας» −δηλαδή για … το μέτρο του πραγματικού μέτρου του μέτρου … τίνος πράγματος; Του πλούτου ασφαλώς! (Ο Πλούτος των Εθνών, βιβλίο Ι, κεφ. 5).

Εκείνο που, απεναντίας, δεν είναι παράλογο, είναι ο καθορισμός μιας μονάδας μέτρησης, ο καθορισμός της γλώσσας αυτής της μονάδας. Το βάρος εκφράζεται με γραμμάρια, το εμβαδόν με μέτρα, κ.ο.κ. Η μονάδα είναι προϊόν κοινωνικής σύμβασης. Ποια είναι η μονάδα της αξίας; Όπως μαρτυρούν τα γραπτά του Γουίλιαμ Πέτυ, του Τυργκό και του Σμιθ, πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα έσπαγαν το κεφάλι τους οι παλιοί οικονομολόγοι.

Αξία και τιμή

Οι λεγόμενοι εθνικοί λογαριασμοί δεν κατατρύχονται από τέτοιας λογής μεταφυσικά προβλήματα σχετικά με τη φύση της αξίας και τη μονάδα μέτρησής της. Ονομάζουν «τιμές» αυτό που ονομάσαμε παραπάνω «αξία» και μετρούν ή λογαριάζουν (δηλαδή καταγράφουν με μορφή λογαριασμών) τις τιμές που αναγράφονται στα κοινωνικά και εμπορικά τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στα λογιστικά και τους ισολογισμούς των επιχειρήσεων και των υπουργείων, κ.λπ. Οι εθνικοί λογαριασμοί έχουν στη διάθεσή τους μια μονάδα μέτρησης, αυτή που σχετίζεται με κάθε νόμισμα −το φράγκο, το δολάριο, κ.τ.τ. Παλιότερα μετρούσαμε σε λίβρες, μια μονάδα μέτρησης που με τη σειρά της μετριόταν με βάση μια μονάδα βάρους, αφού κάθε καινούργια μονάδα μέτρησης στηρίζεται πάνω σε ένα προϋπάρχον σύστημα μέτρησης: π.χ. το τζάουλ ή το κιλό είναι συνδυασμοί μιας μονάδας βάρους με μια μονάδα μήκους.

Οι κλασσικοί οικονομολόγοι αναρωτιόντουσαν κατά πόσο το νόμισμα αποτελεί μια λειτουργική μονάδα μέτρησης. Κι αυτό, επειδή διαπίστωναν ότι το νόμισμα έχει τη μορφή ενός μεταλλικού εμπορεύματος και επομένως, όπως κάθε εμπόρευμα, υφίσταται διακυμάνσεις. Έτσι, ο Πέτυ και ο Σμιθ βάλθηκαν να βρουν μια ακλόνητη μονάδα μέτρησης της αξίας και φαντάστηκαν ότι τη βρήκαν, ο μεν πρώτος στη γη και την εργασία, ο δε δεύτερος στην εργασία. Επειδή όμως ο Σμιθ πίστευε πως η «αξία της εργασίας» βρίσκεται στα μέσα συντήρησης του εργαζόμενου, δηλαδή σε αυτά που έχει ανάγκη για να επιβιώνει, αναγκάστηκε να οδηγηθεί σε μια άλλη μονάδα μέτρησης και η σκέψη του έγινε θρύψαλα, μιας και δεν είχε πού να στηριχτεί.

Αξία και χρόνος εργασίας

Καθώς δεν μπορεί να μετρηθεί η επιδεξιότητα της εργασίας, δηλαδή αυτό που διαφοροποιεί μια πιο εξειδικευμένη εργασία από μια λιγότερο εξειδικευμένη, οι κλασσικοί οικονομολόγοι έθεσαν το αξίωμα ότι η εξειδικευμένη εργασία δεν είναι παρά ένα πολλαπλάσιο της υποτιθέμενα «απλής εργασίας». Με βάση αυτή την αξιωματική αναγωγή ορίστηκε μια συμβατική μονάδα μέτρησης: ο χρόνος εργασίας −ένας αριθμός που μπορεί αντικειμενικά να διαιρείται, να υπολογίζεται και να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Έτσι η συμβατική μέτρηση του πλούτου με βάση τον εργάσιμο χρόνο έγινε μέρος της καθημερινής ζωής: λέμε λ.χ. ότι «εκατομμύρια ώρες εργασίας χάθηκαν με τις απεργίες», ή «κερδήθηκαν χάρη στην τάδε τεχνική εφεύρεση».

Ο Πέτυ ήταν ο πρώτος που έκανε την εργασία εργαλείο μέτρησης του πλούτου/δύναμης στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής σύγκρισης −αυτός ήταν άλλωστε ο σκοπός της αριθμητικής πολιτικής.

 

Δυνητική ή πλασματική και ενεργός ή πραγματική αξία

Ως μέτρο του πλούτου, η αξία μετράει μια ορισμένη ποσότητα αντικειμένων που υπάρχουν στο χώρο μέσα σε δεδομένη μια χρονική στιγμή. Σε ό,τι αφορά το εμπόρευμα, το κάθε συγκεκριμένο εμπόρευμα, η εκτίμηση της αξίας του γίνεται κατά την πώλησή του, δηλαδή αφότου έχει παραχθεί. Με βάση τι παράχθηκε; Παράχθηκε με βάση τον υπολογισμό μιας πιθανότητας: «Πόσο θα αξίζει κατά την πώλησή του;». Ο υπολογισμός αυτής της πιθανότητας εμπεριέχει τον υπολογισμό ενός ορισμένου κόστους παραγωγής του εμπορεύματος −δηλαδή την ποσότητα της εργασίας (ζωντανής ή παγιωμένης στα παραγωγικά μέσα) που χρειάστηκε για να παραχθεί, συν ένα μέσο κέρδος κατά την ίδια την παραγωγή του.

Έτσι, το εμπόρευμα έχει δυο αξίες: την αξία που έχει υπολογιστεί πιθανολογικά κατά την παραγωγή του και την αξία που ορίζεται πραγματικά κατά την πώλησή του.

Ονομάζω λοιπόν (1) δυνητική [ή πλασματική] αξία την αξία που υπολογίζεται κατά τη στιγμή της παραγωγής του εμπορεύματος, και την οποία (οι ουσιοκράτες) λένε «ενσωματωμένη» αξία, ή, όπως θα έλεγε ο Ρικάρντο, αξία που «έχει πραγματωθεί» ή «προσδιοριστεί μέσα σε ένα εμπόρευμα», και (2) ενεργό [ή πραγματική] αξία την αξία, η οποία καθορίζεται κατά την πώληση του εμπορεύματος και η οποία ισούται με την τιμή του.

Αντίθετα απ’ ό,τι δείχνουν τα φαινόμενα, η αξία που υποτίθεται ότι είναι «ενσωματωμένη» και «έχει πραγματωθεί μέσα» σε ένα εμπόρευμα, είναι εντελώς φανταστική. Είναι μια αξία, την οποία πιθανολογεί κανείς και αναμένει, δηλαδή μια αξία που υπολογιστεί εκ των προτέρων ως πιθανή αξία −είναι το αντικείμενο του οικονομικού υπολογισμού και γι’ αυτό την ονομάζω δυνητική ή πλασματική.

Πραγματική αξία είναι μόνο η ενεργός αξία και μοναδική πραγματικότητα της αξίας αυτής είναι η χρηματική τιμή της. Θα εξηγήσω τώρα γιατί.

Η αξία δεν είναι πράγμα αλλά σχέση

Ας κάνουμε μια σύγκριση με τη δύναμη. Όταν μιλάμε για «δύναμη», έχουμε κατά νου κάτι το καθαρά δυναμικό, δυνητικό. Όταν π.χ. λέμε ότι «το τάδε έθνος είναι πολύ δυνατό», εννούμε ότι έχει μέσα του μεγάλη δύναμη με την έννοια ότι το θεωρούμε ικανό να νικήσει τους αντιπάλους του σε περίπτωση πολέμου. Εδώ ακριβώς βρίσκεται όλο το πρόβλημα: η «δύναμη» ενός έθνους μετράει μεν αυτό που θα μπορούσε να κάνει σε περίπτωση πολέμου, αλλά το αν θα το κάνει αυτό ή όχι είναι εντελώς άλλο ζήτημα! Η πραγματική δύναμη έχει να κάνει με αυτό που μπορεί (δηλαδή αξίζει) στην πράξη, εδώ και τώρα, μέσα στη δράση να κάνει κάποιος και όχι στο τι θα μπορούσε να κάνει αλλού και άλλοτε. Η πόλεμος είναι η στιγμή της αλήθειας των εκτιμήσεων σχετικά με τη δύναμη των κρατών. Η Γαλλία λ.χ. θεωρούνται μεγάλη δύναμη πριν από τον Β’ παγκόσμιο πολεμο, αλλά κατέρρευσε σαν τραπουλόχαρτο το 1940.

Ένα ακόμα παράδειγμα: Συνηθίζουμε να μετράμε σε πόντους τη σχετική αξία κάθε πιονιού στο σκάκι. Πρόκειται για μια συμβατική ένδειξη, που διευκολύνει τους υπολογισμούς, ειδικά τη στιγμή που ο παίκτης δέχεται ν’ ανταλλάξει το πιόνι του με ένα του αντιπάλου. Όμως αυτό που αξίζει πραγματικά ένα πιόνι, μας το λέει η θέση που έχει πάνω στη σκιακιέρα εδώ και τώρα, μέσα στο παιχνίδι. Ένας πύργος περικυκλωμένος από μια σειρά από πιόνια, δεν αξίζει τίποτα. Η αξία του είναι καθαρά δυνητική. Αν δεν απελευθερώσουμε το πεδίο δράσης του μέσα στο παιχνίδι, τότε δεν θα έχει ποτέ την ευκαιρία να εκδιπλώσει τη δυνητική του αξία. Αντίστροφα, ένα στρατιωτάκι, που θεωρητικά δεν αξίζει και πολλά, μπορεί σε μια συγκεκριμένη στιγμή να αξίζει πολύ περισσότερο κι από την ίδια τη βασίλισσα.

Η αξία-εργασία του εμπορεύματος, η αξία ως «εργασία ενσωματωμένη στο εμπόρευμα», δεν είναι περισσότερο πραγματική απ’ ό,τι λόγου χάρη η δύναμη ενός έθνους πριν από τον πόλεμο, ή ενός πιονιού στο σκάκι πριν από το παιχνίδι. Η μόνη πραγματική αξία είναι η ενεργός αξία και αυτή η αξία δεν είναι ένα πράγμα αλλά μια σχέση και τίποτε άλλο. Η πώληση είναι για την αξία του εμπορεύματος ό,τι και το παιχνίδι για την αξία ενός πιονιού. (…)

Φρανσουά Φουρκέ, Richesse et Puissance. Une génèalogie de la valeur 

| Πλούτος και Ισχύς. Μια γενεαλογία της Αξίας.

(1989, β΄έκδοση 2002)

6- Το χρήμα δεν είναι ούτε μέσον, ούτε εμπόρευμα: είναι τάλισμαν

Στο προηγούμενο βήμα είδαμε ότι η περίφημη αξία όχι μόνο δεν είναι κάποιου είδους «ουσία» του εμπορεύματος, αλλά , όπως διευκρίνησε ο Φουρκέ, είναι μια αξία, την οποία πιθανολογεί κανείς και αναμένει, δηλαδή μια αξία που υπολογιστεί εκ των προτέρων ως πιθανή αξία, δηλαδή μια αξία  δυνητική ή πλασματική.

 

Φτάσαμε έτσι το μαχαίρι στο κόκαλο και μπορούμε τώρα να προχωρήσουμε για να δούμε καθαρότερα ότι το χρήμα, όχι μόνο δεν είναι μέσον ή εργαλείο, αλλά είναι μάλλον ένα είδος μαγικού φυλακτού, τάλισμαν, όπως θα μας εξηγήσει τώρα ο Φρανσουά Σιμιάν.

 

Οπωσδήποτε είναι πολύ δύσκολο  να μεταφερθεί με αποσπάσματα το πνεύμα ενός τόσο πυκνού κειμένου όπως αυτό που παρουσιάζουμε εδώ. Ωστόσο πρόκειται για μια μελέτη εντελώς απαραίτητη, που νομίζουμε ότι είναι σαφής και δεν χρειάζεται να πούμε κάτι περισσότερο. Σημειώνουμε προς το παρόν τη βαρύτητα που έχει η απόρριψη της ιδέας ότι η χρηματική ανταλλαγή προήλθε από τον αντιπραγματισμό, σαν δήθεν μια «βολικότερη» μετεξέλιξή του, και γενικότερα της ιδέας ότι ο άνθρωπος κινείται με πηδάλιο το «βολικότερο» και το «ωφέλιμο» . Πράγματι, η ιδέα ότι η χρηματική ανταλλαγή αποτελεί απλή εξέλιξη του αντιπραγματισμού προέρχεται από την πλάνη του ωφελιμισμού, που θέλει να βλέπει την ανταλλαγή ως ανταλλαγή «χρήσιμων» πραγμάτων ή, όπως το έλεγαν οι αστοί οικονομολόγοι, «αξιών χρήσης» – απ’ όπου και όλες οι ανοησίες περί «διπλής φύσης» του εμπορεύματος («αξία χρήσης» και «ανταλλακτική αξία»).

 

Σημειώμουμε ότι τα 7 μέρη στα οποία χωρίσαμε το κείμενο του Σιμιάν, δεν αντιστοιχούν σε αυτά του πρωτότυπου κειμένου. – Σημ. H.S.

«Αντίθετα από τα φαινόμενα, μπορούμε να πούμε ότι η οικονομική σκέψη γεννήθηκε και αναπτύχθηκε σε άμεση σύνδεση με το φαινόμενο του νομίσματος. Ας προσπαθήσουμε όμως να δούμε, πού οφείλεται η αμηχανία, η φλύαρη πολυπλοκότητα, η αντιφατικότητα και η λίγο-πολύ ξεκάθαρη αποτυχία να κατανοηθεί το φαινόμενο του χρήματος. (…)

Α. Οι θεσμοί, άρα και το χρήμα, δεν φτιάχνονται για λόγους «βολής»

Με πρώτο τον Λοκ, κάθε συγγραφέας με ‘‘κοινό νου’’ ισχυρίζεται ότι το χρήμα εφευρέθηκε επειδή οι άνθρωποι ήθελαν να διευκολύνουν τις ανταλλαγές τους και θεώρησαν ότι τους βόλευε να βρουν ένα κοινό μέσο και να συμφωνήσουν ότι αυτό θα έχει στο εξής γενική και αναγνωρισμένη από όλους ανταλλακτική αξία. Η άποψη αυτή αποτελεί ακριβή αντανάκλαση της ιδέας περί ‘‘κοινωνικού συμβολαίου’’ με την οποία, και πάλι το 18ο αιώνα, θέλησαν να εξηγήσουν το σχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας των πολιτών. Ωστόσο, ξέρουμε πολύ καλά ότι αυτή η τεχνητή κατασκευή δεν είχε καμιά σχέση με την ιστορική αλήθεια και ούτε μπορούσε να εξηγήσει πραγματικά τα κύρια χαρακτηριστικά της κοινωνικής πραγματικότητάς μας. (…)

Η εξήγηση ενός θεσμού, ενός κοινωνικού κανόνα, με το σκεπτικό ότι ‘‘βόλευε’’ τους ανθρώπους διαψεύδεται από τα γεγονότα και, σε ό,τι αφορά το θέμα που πραγματευόμαστε εδώ, δεν στάθηκε ποτέ δυνατό να καταδειχτεί πού και πότε οι άνθρωποι, οι κοινωνίες, πέρασαν από τον αντιπραγματισμό στην χρηματική ανταλλαγή επειδή το έβρισκαν ‘‘πιο βολικό’’ . (…)

Δεν αμφισβητούμε βέβαια ότι σε πάμπολλες και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους κοινωνίες (κι όχι κατ’ ανάγκη πρωτόγονες) πραγματοποιούνταν πλήθος ανταλλαγές χωρίς τη μεσολάβηση του χρήματος. Όμως τα ουσιώδη χαρακτηριστικά αυτών των ανταλλαγών δείχνουν ξεκάθαρα, πως επρόκειτο για ανταλλαγές που δεν διέθεταν κανένα από τα θεμελιακά χαρακτηριστικά της χρηματικής ανταλλαγής. Επομένως, δεν έχει ακόμα αποδειχτεί καθόλου ότι η χρηματική ανταλλαγή προήλθε από τον αντιπραγματισμό, ότι περάσαμε δηλαδή από τον ένα στην άλλη. (…)

Εφόσον, όπως είδαμε, η χρηματική ανταλλαγή δεν μπορεί να εξηγηθεί με το σκεπτικό ότι οι άνθρωποι προτιμούν κάτι που φαίνεται ‘‘βολικότερο’’ και συνάπτουν ένα ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ πάνω σε αυτό, για ποιο λόγο εξακολουθούμε να θεωρούμε πως οι πραγματικοί ιστορικοί λόγοι που οδήγησαν στην ‘‘εκλογή’’ των λεγόμενων πολύτιμων μετάλλων (χρυσός ή ασήμι) ως μέσων της χρηματικής ανταλλαγής, εξηγούνται με ένα τέτοιας λογής σκεπτικό, δηλαδή λέγοντας ότι προτιμήθηκαν επειδή τα πολύτιμα μέταλλα, ως υλικά, έχουν ‘‘βολικές’’ για το σκοπό αυτό ιδιότητες (π.χ. δεν αλλοιώνονται, είναι εύκολο να κοπούν και να τα κουβαλήσει κανείς πάνω του, κ.ο.κ.);

 

Β. Τι λένε τα ιστορικά δεδομένα για την εφεύρεση του χρήματος

Ας δούμε τι μας λένε εδώ τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Πρώτα-πρώτα μας λένε ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν για χρήμα γενικώς κάποια ‘‘πολύτιμα μέταλλα’’, αλλά μόνο εκείνα που συνδεόταν με μια έκφραση ισχύος∙ και δεύτερον, μας λένε ότι ως χρήμα χρησιμοποιήθηκαν κι ένα σωρό άλλα πράγματα, συχνά εντελώς απίθανα, εκτός από τα λεγόμενα πολύτιμα μέταλλα. Επιπλέον, από τις υποτιθέμενες ‘‘βολικές’’ ιδιότητες των πολύτιμων μετάλλων,

  • καμιά τους δεν λείπει (πολλές φορές μάλιστα είναι ανώτερη) από άλλα μέταλλα ή άλλα υλικά∙ και
  • καμιά τους δεν λείπει ούτε από πολλά άλλα αντικείμενα, που χρησιμοποιήθηκαν σαν νομίσματα.

Εκείνο που κάνει όμως τη διαφορά στην ‘‘εκλογή’’ ενός μετάλλου ή οποιουδήποτε άλλου αντικειμένου ως νομίσματος, είναι το αν εκφράζει κοινωνικό κύρος και διαθέτει κοινωνική βαρύτητα.

[Μεταξύ πολλών παραδειγμάτων αναφέρουμε:]

Σε μια εργασία του που πέρασε απαρατήρητη [The Evolution of modern money, 1901), ο W.W. Carlile σημείωνε πως όλα τα πολυποίκιλα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιούνται ακόμη ως νομίσματα, υπήρξαν κυριολεκτικά (ή εξακολουθούσαν παράλληλα να χρησιμοποιούνται και σαν) ‘‘στολίδια’’, κοσμήματα −δηλαδή αντικείμενα αποκλειστικά κοινωνικής αξίας και όχι χρηστικά αντικείμενα, προορισμένα για την ικανοποίηση βιολογικών αναγκών του ανθρώπου. (…)

Όπως αναφέρει ο Ossendwoski στο λεξικό της αξιοσημείωτης εθνογραφικής μονογραφίας του Hommes, bêtes et dieux [Άνθρωποι, κτήνη και θεοί, 1922], η λέξη hatyk αναφέρεται σ’ ένα κομμάτι από λευκό ή κίτρινο μετάξι που προσφέρεται σαν δώρο στους φιλοξενούμενους, τους αρχηγούς, τους λάμας και τους θεούς, και σημαίνει επίσης νόμισμα (αξίας περίπου 2-3 γαλλικών φράγκων). (…)

Ο J.L. Laughlin μάς θυμίζε πως οι πρώτοι άποικοι στις μετέπειτα Η.Π.Α. χρησιμοποιούσαν σαν νόμισμα στις ανταλλαγές τους με τους Ινδιάνους ιθαγενείς τα wampum, που ήταν ζώνες ή κολλιέ από διάφορα κοχύλια και τα οποία χρησιμοποιούνταν σαν νόμισμα όχι μόνον επειδή ήταν κοσμήματα αλλά κι επειδή είχαν χρησιμοποιηθεί σαν ‘‘ενθύμια’’ για να θυμίζουν σπουδαία γεγονότα. (…)

Ο Louis Capitan [στο Le travail en Amérique avant et après Colombe∙ Η εργασία στην Αμερική πριν και μετά τον Κολόμβο, 1930] επισημαίνει ότι στο Μεξικό θεωρούσαν πως ο χρυσός και το ασήμι −που τα χρησιμοποιούσαν και για τα νομίσματα− είχαν θεϊκές ιδιότητες, γι’ αυτό και όποιος έκλεβε χρυσάφι ή ασήμι τιμωρούνταν με θάνατο. Πίστευαν μάλιστα ότι οι ιδιότητες αυτές μεταβιβάζονταν μυστηριωδώς στους χρυσοχόοους, που τα εργάζονταν. (…)

Ο De Groot [The religious system of China, 1892] αναφέρει, πως οι αρχαίοι Κινέζοι εβαζαν κομματάκια χρυσάφι (όχι χρυσά νομίσματα) στο στόμα των νεκρών, επειδή πίστευαν ότι ο χρυσός (αλλά και άλλες ουσίες) εμπόδιζε την αποσύνθεση. Ενώ οι αρχαίοι Έλληνες, επειδή δεν καταλάβαιναν αυτή την ιεροτελεστεία, την ερμήνευσαν σαν πρώιμοι ‘‘βολταιρικοί’’, θεωρώντας ότι το χρυσάφι αυτό χρησίμευε στους νεκρούς για να πληρώσουν τον Χάροντα.

Σε τελική ανάλυση, κι εμείς στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό μας όταν τοποθετούμε τάματα από χρυσό ή ασήμι στους ναούς, δεν αναρωτιόμαστε αν το κάνουμε επειδή αυτά τα μέταλλα έχουν αξία και γι’ αυτό ταιριάζει να τα προσφέρουμε στο Θεό, ή ότι έχουν αξία επειδή ήταν πάντοτε υλικά που τα αφιερώναμε στους θεούς κι έτσι, κατά κάποιον τρόπο, αντανακλούν ή ακόμα και έχουν μέσα τους κάτι από τη θεϊκή υπόσταση; (…)

Γ. Το χρήμα δεν είναι εμπόρευμα

Αν τώρα, από μια εντελώς διαφορετική πλευρά, εξετάσουμε με ποιο τρόπο μπορεί να λειτουργήσει ένα αντικείμενο ως νόμισμα στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, θα διαπιστώσουμε ότι δεν μπορεί να είναι ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα. Απλοποιώντας, ας πάρουμε μια αγορά στην οποία συναντώνται και ανταλλάσσονται 5 εμπορεύματα, α, β, γ, δ και ε. Για να καθοριστεί ένα σύστημα τιμών σε αυτή την αγορά, θα πρέπει οι σχέσεις ανταλλαγής να εκφραστούν σε ένα αριθμό εξισώσεων ίσο προς το αριθμό των αγνώστων που είναι οι τιμές αυτών των 5 εμπορευμάτων. Οι σχέσεις ανταλλαγής τους μπορούν να γραφτούν απλά ως εξής:

f(α) = f(β)

f(β) = f(γ)

f(γ) = f(δ)

f (δ)= f(ε)

Όμως αυτό το σύστημα των 5 εξισώσεων μπορεί να προσδιορίσει, πέρα από τις σχετικές τιμές αυτών των εμπορεύματων, ένα σύστημα τιμών τους; Αν υποθέσουμε ότι θέλουμε να προσδιορίσουμε 3 διαφορετικά ύψη, ενός δέντρου, μιας εκκλησίας κι ενός καμπαναριού, αρκεί να ξέρουμε ότι το καμπαναριό έχει διπλάσιο ύψος από το δέντρο και πενταπλάσιο από την εκκλησία; Δεν αρκεί. Ακόμα κι αν γνωρίζουμε λοιπόν τις σχέσεις ανάμεσα στις τιμές των 5 εμπορευμάτων μας [π.χ. η τιμή του β είναι διπλάσια από την τιμή του α, η τιμή του γ είναι τριπλάσια από την τιμή του β, κ.ο.κ.], θα οδηγούμαστε πάντοτε σε ένα σύστημα 4 εξισώσεων με 5 αγνώστους. Επομένως, για να καθορίσουμε ένα σύστημα τιμών στη συγκεκριμένη αγορά, χρειαζόμαστε και μια πέμπτη εξίσωση, ανεξάρτητη είτε από κάποιες από τις προηγούμενες 4, είτε από όλες τους.

Για να φτιάξουμε όμως αυτή την πέμπτη εξίσωση, θα πρέπει να συναρτήσουμε μία από τις σχετικές τιμές αυτών των 5 εμπορευμάτων με έναν όρο διαφορετικό και ανεξάρτητο από τις 5 σχετικές τιμές. Αυτός ο διαφορετικός και ανεξάρτητος όρος θα είναι ο νομισματικός όρος. Ειδάλλως δεν μπορεί να υπάρξει σύστημα τιμών και επομένως αγορά.

Να λοιπόν γιατί είναι λάθος να θεωρούμε, ότι το νόμισμα είναι κι αυτό ένα εμπόρευμα. Ακόμα κι αν, παρ’ όλα αυτά, επιμένουμε να ονομάζουμε εμπόρευμα το χρυσό ή το ασημένιο νόμισμα, θα πρέπει τουλάχιστον να παραδεχτούμε ότι πρόκειται για ένα μοναδικό, εντελώς ξεχωριστό εμπόρευμα, ένα εμπόρευμα που διαθέτει μια ιδιαίτερη ιδιότητα, η οποία όχι μόνο το ξεχωρίζει από τα όλα άλλα, αλλά και το αντιπαραθέτει προς αυτά. Είναι όμως λογικό να εξακολουθήσουμε να χρησιμοποιούμε το ίδιο όνομα −εμπόρευμα− για δυο εντελώς διαφορετικές, ακόμα κι αντιτιθέμενες μεταξύ τους, πραγματικότητες; (…)

Δ. Νομίσματα: αντικείμενα με μαγική, θρησκευτική, ηθική αξία

Με βάση όλα όσα είπαμε μέχρι τώρα, προκύπτει άραγε πως είναι εντελώς αναγκαίο να αναγνωρίζεται πάντοτε ως νόμισμα το μεταλλικό νόμισμα, που είναι φτιαγμένο από κάποιο πολύτιμο μέταλλο ή από ένα κράμα με βάση ένα πολύτιμο μέταλλο; Ασφαλώς όχι! Είδαμε άλλωστε, ότι πολλά άλλα αντικείμενα χρησίμευσαν και χρησιμεύουν ακόμα σαν νομίσματα.  Όμως, όπως είδαμε, είχαν όλα τους ένα κοινό χαρακτηριστικό: ότι ήταν πάντοτε, στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο λειτούργησαν ως νομίσματα, αντικείμενα επενδεδυμένα με μια εξω-οικονομική, μαγική, θρησκευτική, ηθική αξία.

Ως προς αυτό το χαρακτηριστικό τους λοιπόν, θεωρούμε ότι τα κάθε λογής νομίσματα ‘‘εκλέχτηκαν’’ για να αναλάβουν τη λειτουργία που περιγράψαμε πιο πάνω, δηλαδή της μονάδας μέτρησης που είναι ανεξάρτητη από τις σχετικές τιμές των εμπορευμάτων επειδή ακριβώς αντιπροσωπεύει μια μη-οικονομική αξία.

Ε. Χρήμα, πίστη και δυσπιστία: δεν πρόκειται για υποκειμενικά συναισθήματα

Βέβαια, με την ανάπτυξη της σύγχρονης οικονομίας, η οικονομική αξία έχασε το θρησκευτικό χαρακτήρα της. Μήπως λοιπόν είναι υπερβολικό να θεωρούμε ως βάση κάθε συστήματος τιμών στις προηγμένες οικονομίες κάποιο υπόλειμμα μαγικοθρησκευτικής προκατάληψης (ήδη αποξενωμένο μάλιστα από τα θρησκευτικά πιστεύω και τις θρησκευτικές πρακτικές αυτών των προηγμένων κοινωνιών), όσο μεγάλο κι αν είναι πράγματι αυτό το υπόλειμμα; Δεν είναι σαν να θεωρούμε ως αναγκαία και κεντρικά για την άσκηση της σύγχρονης Ιατρικής τα (οπωσδήποτε διόλου αμελητέα) απομεινάρια των προκαταλήψεων των πρακτικών των μάγων των πρωτόγονων κοινωνιών; (…)

Ο μόνος τρόπος για να απαντήσουμε αυτό το πρόβλημα, είναι πρώτα-πρώτα να δούμε με ποιον τρόπο, σε τέτοιου τύπου ‘‘λαϊκές’’ [μη-θρησκευτικές] οικονομίες, έχουν λειτουργήσει νομισματικά συστήματα που δεν στηρίζονται στα πολύτιμα μέταλλα. Η λειτουργία τέτοιου τύπου νομισμάτων είναι εξαιρετικά διδακτική, διότι πρόκειται για νομίσματα διπλής προέλευσης:

  • προέλευσης οικονομικής, όπως π.χ. τα ‘νομίσματα’ που κυκλοφορούν σε ομάδες νέων που δεν μπορούν να έχουν ικανές ποσότητες μεταλλικών νομισμάτων αλλά ταυτόχρονα χρειάζονται κάποιου είδους νόμισμα για να κανονίζουν τις μεταξύ τους συναλλαγές∙ και
  • προέλευσης έξω-οικονομικής, όταν σε περίπτωση εθνικής κρίσης, είτε εσωτερικής είτε λόγω πολέμου,  το κράτος έχει άμεση ανάγκη από χρήματα που δεν μπορούν να καλυφθούν από τους φόρους ή με δανεισμό, οπότε παρατηρείται η κυκλοφορία νέων νομισματικών μέσων.

[Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις], η παρούσα όσο και πολύ περισσότερο η μελλοντική αξία αυτών των νομισμάτων δεν είναι αποτέλεσμα θετικών, στατιστικών προσδιορισμών, αλλά είναι απλώς και μόνο θέμα εκτίμησης, γνώμης, πεποίθησης, δηλαδή με δυο λόγια ζήτημα ‘εμπιστοσύνης’ (ή δυσπιστίας). Μιας εμπιστοσύνης που δεν κάθεται κανείς να την αναλύσει διεξοδικά για να δει αν στέκει, και που γι’ αυτό το λόγο είναι ίσως ακόμα πιο ισχυρή −κοντολογής, μιας ολικής εμπιστοσύνης συναισθηματικού τύπου, μιας πίστης σε εκείνους που έχουν εκδώσει το συγκεκριμένο νόμισμα, πίστης στο μέλλον τους ή στο μέλλον της χώρας, αν είναι χώρα αυτή που το εξέδωσε. (…)

Βέβαια αυτή η πίστη-εμπιστοσύνη δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας εκτίμησης αυτών των νομισμάτων. Με μια πρώτη ματιά, φαίνεται να παίζει ρόλο − για τον άνθρωπο της πιάτσας τουλάχιστον− και η μάζα αυτών των νομισματικών μέσων. Όμως και πάλι, αυτό που λογαριάζει ο άνθρωπος της πιάτσας δεν είναι μόνο η τωρινή μάζα του συγκεκριμένου νομίσματος όσο, κυρίως, η μελλοντική μάζα όπως την προβλέπουν με τη βοήθεια εκτιμήσεων, πιθανολογιών, εκτιμώμενων δυνατοτήτων. Κι αυτό, ας το υπογραμμίσουμε, θα μπορούσε να είναι και ο τρόπος με τον οποίον καθορίζονται πάντοτε οι τιμές όλων των εμπορευμάτων −και πραγματικά, η πρόβλεψη για τη μελλοντική ποσότητα του τάδε εμπορεύματος (σε συνάρτηση και με τη μελλοντική του ζήτηση) επηρεάζει τη τύχη του στην αγορά εξίσου ή και περισσότερο από την τωρινή προσφορά και ζήτησή του. (…)

Αυτός λοιπόν ο παράγοντας, που αφορά στη μελλοντική κατάσταση του συγκεκριμένου νομισματικού μέσου, δεν είναι παράγοντας που καθορίζεται ή μπορεί να καθοριστεί με τη χρήση των μαθηματικών πιθανοτήτων. Είναι παράγοντας που έχει να κάνει με την εκτίμηση,  η οποία δεν είναι θέμα λογικής πρόβλεψης αλλά, και πάλι, εμπιστοσύνης (ή δυσπιστίας). (…)

Επομένως, η αξία και αυτών των ‘‘λαϊκών’’ νομισμάτων δεν θεμελιώνεται σε κάποια φυσικά ή ποσοτικά στοιχεία, τα οποία υποτίθεται πως συναρτώνται μεταξύ τους με μια μαθηματική σχέση μέτρησης. Απεναντίας, προκύπτει από εκτιμήσεις, πιθανολογίες, πιστεύω, έκφραση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας. Και αν αυτή η πίστη, η εμπιστοσύνη ή δυσπιστία επιδρούν πολύ πραγματικά πάνω στα ίδια τα υλικά στοιχεία της οικονομικής ζωής, αυτό συμβαίνει επειδή δεν πρόκειται για υποκειμενικά συναισθήματα.

Η λογική και συνάμα συναισθηματική παράσταση που λέγεται νόμισμα, δεν γεννιέται λοιπόν από κάποια νηφάλια και σοφά άτομα (που όπως είδαμε δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τις πραγματικές συμπεριφορές του χρήματος), αλλά από ομάδες, συλλογικότητες, έθνη. Είναι μια παράσταση κοινωνική. Ο χαρακτήρας  και ο ρόλος του νομίσματος είναι εξόχως αντικειμενικοί, ακριβώς επειδή το χρήμα είναι μια κοινωνική πεποίθηση και πίστη, και επομένως μια κοινωνική πραγματικότητα.

ΣΤ. Το κύρος του χρήματος είναι έξω-οικονομικό

Μελετώντας την αντικειμενική εξέλιξη του χρήματος, είδαμε πως ο χρυσός, το ασήμι και άλλα αντικείμενα έγιναν νομίσματα στο βαθμό που ήταν επενδεδυμένα με μια ανώτερη δύναμη πάνω στους ανθρώπους και στα πράγματα, σύμφωνα με κάποια κοινωνικά πιστεύω θρησκευτικού και μαγικού χαρακτήρα. Ακόμα και στις σημερινές κοινωνίες μας, που λέμε πως είναι οικονομικά ανεπτυγμένες, αυτό το μακρυνό υπόστρωμα δεν είναι καθόλου αμελητέο και εξακολουθεί να επιδρά πάνω μας, πολύ περισσότερο μάλιστα στο βαθμό που δεν το συνειδητοποιούμε και αποφεύγουμε να το αναλύσουμε. (…)

Εξαιτίας του εξω-οικονομικού κύρους τους, τα πολύτιμα μέταλλα και τα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται σαν νομίσματα επιβλήθηκαν και επιβάλλονται πάνω στους ανθρώπους ακόμα και στην ίδια την οικονομική σφαίρα. Σιγά-σιγά αυτό το μαγικό κύρος μετατέθηκε και συγκεντρώθηκε ως κύρος οικονομικό, δύναμη απόκτησης υπηρεσιών και πραγμάτων με αντάλλαγμα το συγκεκριμένο νόμισμα. Με ποιο τρόπο; Επειδή ακριβώς ο πωλητής αυτών των υπηρεσιών και πραγμάτων θεώρησε ότι, έχοντας αποκτήσει το χρήμα, απέκτησε τη δύναμή του πάνω στους ανθρώπους και τα πράγματα. Κι αυτή η δύναμη θεωρήθηκε τέτοια, επειδή την ίδια στιγμή ήταν δύναμη καθολική, δηλαδή επειδή με το χρήμα είχε κανείς τη δύναμη πρόσβασης ‘‘in commercio’’ σε όλα τα αγαθά −με άλλα λόγια, επειδή η δύναμη του χρήματος έχει πέραση σε κάθε κοινωνία που το έχει υιοθετήσει και επομένως παρουσιάζεται σαν μια δύναμη που εκτείνεται στο άπειρο μέλλον. (…)

Σε τι λοιπόν στηρίζεται η πίστη σε αυτό το πράγμα, ‘‘που δεν χρησιμεύει σε τίποτε άλλο πέρα από το ότι έχει τη δύναμη ιδιοποίησης όλων των πραγμάτων’’, αν όχι στην κοινή γνώμη, στην πεποίθηση ότι αντιπροσωπεύει μια ανώτερη δύναμη κι αξία, και μάλιστα ότι έτσι συνέβαινε από αρχαιοτάτων χρόνων; (…)

Ζ. Η πρωταρχικότητα της κριτικής του χρήματος

Πρέπει λοιπόν, αντιστρέφοντας τη λογική που έχει επικρατήσει μέχρι τώρα, να τονίσουμε ότι αυτό που συγκαλύπτει τα πραγματικά οικονομικά φαινόμενα, δεν είναι το χρήμα και το νόμισμα, όπως πιστεύεται, αλλά απεναντίας η προσπάθεια να εξετάσουμε τα φαινόμενα αυτά βάζοντας σε δεύτερη μοίρα ή παραβλέποντας το χρήμα. (…)

Οφείλουμε επιτέλους να πραγματευτούμε το νόμισμα σαν ένα γεγονός (…) το οποίο είναι αυτό που είναι και δρα όπως δρα επειδή είναι μια κοινωνική πραγματικότητα.»

Φρανσουά Σιμιάν, Το νόμισμα ως κοινωνική πραγματικότητα (1934)

 

7- Πώς επινόησαν την λεγόμενη οικονομική “αξία”

Είδαμε τα κακοπαθήματα της εργαλειακής και ουσιοκρατικής αντίληψης του χρήματος και της αξίας. Αυτό που έχει τώρα μεγάλο ενδιαφέρον είναι να δούμε πώς προέκυψε ότι αυτή η μαγεμένη αντίληψη.
Θα εξετάσουμε λοιπόν τώρα, με τη βοήθεια ενός άρθρου του Σιλβαίν Πιρόν, πώς αντιλαμβανόταν τη χρηματική ανταλλαγή ο Αριστοτέλης και πώς την παρερμήνευσε ο Αλβέρτος ο Μέγας. Νομίζουμε ότι οι αναγνώστες μας θα αντιληφθούν αμέσως τις πολλαπλές συνέπειες αυτής της παρερμηνείας, συνέπειες που δεν άφησαν άθικτο ούτε το επαναστατικό στρατόπεδο.  Διότι απο εδώ θα δούμε ότι πρόκειται για τον καρπό μιας μεταλλαγής στον τρόπο με τον οποίο ο δυτικός άνθρωπος αντιλαμβανόταν το νόημα της ανθρώπινης δραστηριότητας μέσα στον κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, η ιδέα μιας αξίας (valor) που υποτίθεται είτε ότι “ενυπάρχει” στα προϊόντα της (“αξία χρήσης”), είτε ότι “ενσωματώνεται” σε αυτά δια της αφηρημένης εργασίας (“ανταλλακτική αξία”), εδραιώθηκε μέσα από μια μεταλλαγή που προσέδωσε οντολογική προτεραιότητα στη σχέση προς τα πράγματα έναντι του κοινωνικού δεσμού.
Να σημειώσουμε ότι η μετάφραση των αποσπασμάτων είναι δική μας και ότι τα κεφάλαια και οι τίτλοι των κεφαλαίων στην ανάρτηση δεν αντιστοιχούν σε αυτά του κειμένου. – Σημ. HS

«Γύρω στο έτος 1000, στη Δύση κάτι άλλαξε στις σχέσεις των ανθρώπων με τον υλικό κόσμο∙ κάτι που δεν είναι εύκολο να περιγραφεί. Μια λεξιγραφική προσέγγιση, μπορεί ωστόσο να συνδράμει στην διαύγασή του. Ανάμεσα στον 11ο και το 12ο αιώνα, το λεξιλόγιο των οικονομικών πρακτικών τροποποιήθηκε βαθύτατα. Ορισμένοι λατινικοί όροι πέφτουν σε αχρηστία, σε άλλους αλλάζει σημαντικά το νόημα, ενώ εμφανίζονται κι ένα πλήθος νεολογισμών. Δεν πρόκειται μόνο για τεχνικούς όρους, οι οποίοι άλλωστε αφθονούν κυρίως για να περιγράψουν τους αναρίθμητους τύπους των μεσαιωνικών φοροεισπρακτικών πρακτικών. Πρόκειται εξίσου για βασικές έννοιες, που περιγράφουν και χαρακτηρίζουν τις κύριες οικονομικές δραστηριότητες, με πρώτη-πρώτη την έννοια της αξίας.

Η λατινική λέξη valor απουσιάζει από το λεξιλόγιο των κλασικών λατινικών και εμφανίζεται γύρω στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα από διάφορες πλευρές και σε διαφορετικούς τόπους της λατινικής Δύσης. Παρόμοια, γύρω στο 1100 εμφανίζεται η παραπλήσια έννοια ‘‘κόστος’’ (ως constamentum ή constamen αρχικά, και αργότερα cust ή cost).  (…)

Αυτή η λεξιλογική ανανέωση είναι τέτοιας ευρύτητας, ώστε δύσκολα θα μπορούσαμε να μην τη θεωρήσουμε σαν ένδειξη ενός πολύ ευρύτερου συμβάντος. Σύμφωνα με τη δική μου υπόθεση, εκφράζει μια κρυμμένη διάσταση του μετασχηματισμού που συνέβη στο έτος 1000 και δεν αφορά απλώς την κοινωνική οργάνωση αλλά ένα πολύ βαθύτερο επίπεδο, που έχει να κάνει με το πώς, εκείνοι που προώθησαν αυτή τη μετάλλαξη, αντιλαμβάνονταν τον φυσικό κόσμο, την εργασία και τις ανταλλαγές. Κοντολογίς, ο αναπροσανατολισμός που σημειώθηκε τότε στο σύνολο των δυτικών κοινωνιών, είχε να κάνει με το νόημα της ανθρώπινης δραστηριότητας μέσα στον κόσμο. (…)

Κατά τη γνώμη μου, οι σημαντικότερες λεξιλογικές ανατροπές δεν ήταν αυτές που περιέγραφαν τις νέες πραγματικότητες, αλλά μάλλον εκείνες που υποδήλωσαν ένα μετασχηματισμό των βασικών κατηγοριών εκφράζοντας ένα καινούργιο τρόπο αναφοράς προς τον φυσικό κόσμο και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Το χριστιανικό λεξιλόγιο προσέλαβε σιγά-σιγά αυτές τις έννοιες κυρίως κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα, είτε ενσωματώνοντάς τις άμεσα, είτε μέσα από την προσπάθειά του να μεταφράσει όρους της καθομιλουμένης στις κατηγορίες των κλασικών λατινικών. (…)

Αριστοτέλης και Αλβέρτος ο Μέγας

Πάνω σε αυτό, η ανάγνωση του βιβλίου Ε’ από τα Ηθικά Νικομάχεια είναι αποκαλυπτική διότι αυτό το ελληνιό κείμενο προσέφερε το θεωρητικό πλαίσιο, που επέτρεψε την έκφραση μιας προβληματικής εντελώς χαρακτηριστικής του λατινικού μεσαιωνικού κόσμου.

Η έννοια valor απουσιάζει εντελώς από τη μετάφραση του Robert Grosseteste, η οποία ήταν μια αυστηρά κατά λέξη μετάφραση. Εκείνος που εισήγαγε τη λέξη valor ήταν ο Αλβέρτος ο Μέγας με σχόλιό του στην πρώτη έκδοση αυτού του πέμπτου βιβλίου στο λατινικό κόσμο, διαστρεβλώνοντας με αυτό τον τρόπο σημαντικά το κείμενο του Αριστοτέλη. Η παρέμβασή του αυτή σημάδεψε για πάντα τη φιλοσοφική προσέγγιση της αξίας και της ανταλλαγής, τόσο που μπορούμε να πούμε πως εκείνο το πρώτο σχόλιο στα Ηθικά Νικομάχεια αποτέλεσε την πράξη γένεσης της ιστορίας της δυτικής οικονομικής σκέψης.(…)

Πράγματι, εκείνες οι σελίδες που αφιέρωσε ο Αριστοτέλης στο ζήτημα της δικαιοσύνης στις ανταλλαγές [Ηθικά Νικομάχεια, βιβλίο Ε’, 1133α/19-1133β/18] −σελίδες σκοτεινές και συνάμα γεμάτες νοήματα−, δεν σταμάτησαν ποτέ να διεγείρουν τη σύγχρονη οικονομική σκέψη, από τον Μαρξ και τον Μένγκερ κι ακόμα παραπέρα. Παρ’ όλα αυτά, όλες οι απόπειρες που επιχειρούν να εξηγήσουν τον Αριστοτέλη σε συνάρτηση με την προβληματική της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης, τείνουν να ερμηνεύουν το κείμενο αυτό εισάγοντάς του έννοιες που απουσιάζουν από αυτό. Κι ο πρώτος που το έκανε, ήταν ο Αλβέρτος ο Μέγας στην Κολωνία γύρω στα 1248 με 1250, για να ακολουθήσει όλο το ρεύμα του Σχολαστικισμού και των πνευματικών παραδόσεων που προήλθαν από αυτόν. Έτσι, τα κεφάλαια που το βιβλίο Ε’ των Ηθικών Νικομαχείων αφιέρωνε στο ζήτημα της αμοιβαιότητας, υπηρέτησαν ενδιαφέροντα που δεν ήταν δικά τους.

Η αξία ως valor

Μια ανάγνωση που σέβεται τα πνευματικά και θεσμικά συγκείμενα της αρχαίας Αθήνας καθώς και την πρόθεση του Αριστοτέλη, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εκείνες οι σελίδες δεν είχαν καμιά σχέση με αυτό που ονομάζουμε ‘‘οικονομική σκέψη’’ με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Απεναντίας, πραγματεύονται ένα ηθικό και πολιτικό ζήτημα, που οφείλουμε να το διαβάσουμε με τους δικούς του όρους. Στις σελίδες αυτές δεν υπάρχει καμιά διερεύνηση των όρων που καθορίζουν την αξία των ανταλλασσόμενων αγαθών και ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι κάποια σημασιολογική πενία. Ο Αριστοτέλης θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιήσει εκεί τους όρους αξία ή τιμή, που χρησιμοποιεί στα Νικομάχεια [π.χ. 4 φορές στο πρώτο κεφάλαιο του ένατου βιβλίου] και αλλού για να εκφράσει τις διαβαθμίσεις της τιμής με την οποία οφείλουμε να περιβάλλουμε κάποια πρόσωπα, ή ακόμα και υπηρεσίες. Αλλά καμιά από τις λέξεις που χρησιμοποιεί δεν έχει να κάνει με την έννοια μιας κλίμακας, βάσει της οποίας θα μπορούσαν να μετρηθούν τα ανταλλασσόμενα αγαθά.

Ας εξετάσουμε με συντομία τον όρο valor. Στα κλασικά λατινικά υπήρχαν διάφορα ουσιαστικά, όπως appretiation, æstimatio, taxatio, που σήμαιναν πάντοτε μια κοινωνική δραστηριότητα αποτίμησης και ποτέ μια όψη του ίδιου του αποτιμώμενου πράγματος. Ο Émile Benveniste σημειώνει τη μοναδικότητα του όρου pretium στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, δείχνοντας ότι μπορούμε να τον προσεγγίσουμε μόνο μέσω της ρίζας interpret: επομένως, η σημασία του αρχικού όρου ήταν ‘‘αυτό που συμφωνούν μεταξύ τους οι διάφορες πλευρές’’. (…)

Απεναντίας, ο όρος valor εκφράζει μια εγγενή διάσταση του ίδιου του πράγματος και ορίζει ένα κριτήριο, βάσει του οποίου μπορούμε να κρίνουμε αν η [χρηματική] τιμή του αντιστοιχεί στην αξία του. (…)

Καταλαβαίνουμε λοιπόν, πώς αυτή η έννοια της αξίας/valor ενός αγαθού υπήρξε το σημασιολογικό εργαλείο που επέτρεψε την ιδέα μιάς ‘‘οντολογικής προτεραιότητας της σχέσης προς τα πράγματα έναντι του κοινωνικού δεσμού’’ (Λουί Ντυμόν, Homo Æqualis). […] Η εμφάνιση του όρου valor μπορεί να θεωρηθεί ως το σημάδι μιας πρώτης, αποσπασματικής και ατελούς κίνησης προς αυτή την κατεύθυνση, η οποία έλαβε χώρα κατά τον αναπροσανατολισμό του έτους 1000 μ.Χ. (…)

Βέβαια η ιστορία του όρου valor είναι στην πραγματικότητα ακόμα πιο πολύπλοκη, καθώς εμφανίζεται κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα με διάφορες χρήσεις, που σημαίνουν τόσο την αξία/valor των αγαθών όσο και την αξία/valor των προσώπων. Χρησιμοποιήθηκε επίσης στο εκκλησιαστικό δίκαιο ώστε να διακρίνονται τα ‘‘ανεκτίμητα’’ ιερά αγαθά από τα αγαθά που μπορούν να ‘‘τιμώνται’’, με στόχο την καταπολέμηση του φαινόμενου της σιμωνίας*, και προς τα τέλη του 12ου αιώνα προκειμένου να αποτρέπεται κάθε μορφή χρηματικής ανταλλαγής που θα απομακρυνόταν από τη ‘‘δίκαιη τιμή’’. Έτσι, μόνο από τα μέσα του 13ου αιώνα κι ύστερα ο όρος αξία/valor εμφανίζεται στη φιλοσοφία χάρη στη μελέτη του πέμπτου βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων. (…)

Η δίκαιη ανταλλαγή κατά τον Αριστοτέλη

Στο βιβλίο αυτό, ο Αριστοτέλης επιχειρεί να ορίσει τι είναι δίκαιο στις ανταλλαγές. Δεδομένου ότι η ανταλλαγή είναι αυτή που ‘‘συνδέει άρρηκτα τον ένα με τον άλλο’’ [ουκ έσται αλλαγή, ουδέ κοινωνία] και ότι λαβαίνει χώρα μεταξύ ατόμων με διαφορετικά επαγγέλματα, κατά τον Αριστοτέλη δίκαιη ανταλλαγή δεν μπορεί να υπάρξει παρά εφόσον ‘‘αυτά τα άτομα ισωθούν’’. [Ο Αριστοτέλης φέρνει το παράδειγμα ανταλλαγής μεταξύ ενός οικοδόμου κι ενός υποδηματοποιού.] Από την εποχή του [βυζαντινού] σχολιαστή του Αριστοτέλη, Μιχαήλ του Εφέσιου, κατά τον 11ο αιώνα, το τετράγωνο που εκφράζει την αναλογική ισότητα της ανταλλαγής παρασταίνεται με ένα σχήμα, το οποίο όλες οι γενιές των ερμηνευτών θεωρούσαν καθήκον τους να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν.

Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, η ανταλλαγή δεν πρέπει να γίνεται με βάση μια μονάδα του προϊόντος καθενός (ένα σπίτι αντί ενός ζευγαριού παπουτσιών), αλλά σύμφωνα με μια αναλογία που λαβαίνει υπόψη της την αξία των προσώπων εντός της Πόλεως. (…)

Έτσι, οι διαγώνιες ΑΔ και ΒΓ του τετραγώνου δεν εκφράζουν την αξία των προϊόντων, αλλά την αμοιβαία χρεία. Το ζήτημα λοιπόν [για τον Αριστοτέλη], δεν αφορά τη σχέση προς τα πράγματα αλλά την αναγνώριση της αμοιβαίας χρείας χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ανταλλαγή, ούτε κοινότητα. (…)

Με άλλα λόγια, για τον Αριστοτέλη το θέμα δεν είναι η μέτρηση της αξίας/valor των πραγμάτων, αλλά η κατασκευή της δίκαιης αναλογίας κατά την ανταλλαγή τους μέσα σε μια σχέση μεταξύ δυο προσώπων. (…)

Με αυτή την έννοια αντιλαμβάνεται το χρήμα/νόμισμα σαν ένα συμβατικό υποκατάστατο αυτής της χρείας και καταδικάζει τη ‘‘χρηματιστική’’ σαν ένα τερατώδες σφάλμα, που εκλαμβάνει το μέσον [χρήμα] ως σκοπό. (…)

Η παρερμηνεία του Αλβέρτου

Κατά τη μεσαιωνική πρόσληψη των αριστοτελικών θέσεων λοιπόν, συνέβη ένα εννοιολογικό άλμα εξαιτίας ακριβώς της εισαγωγής της έννοιας της αξίας εκεί ακριβώς όπου ο Αριστοτέλης δεν ήθελε ούτε καν να το διανοηθεί! Μέσα από αυτό το άλμα έλαβε χώρα μια μετατόπιση της έννοιας του μέτρου, που έπαψε να σημαίνει ‘‘μέτρο κατά την ανταλλαγή’’ και άρχισε να σημαίνει ‘‘αφηρημένο μέτρο των ανταλλασσόμενων αγαθών’’. Από το σημείο αυτό κι έπειτα, η έννοια του δίκαιου στην ανταλλαγή γίνεται κατανοητή μέσω της αφηρημένης αξίας/valor. […]

Επί της ουσίας, τα Ηθικά Νικομάχεια μελετήθηκαν στα studia και τα universitas, που ήταν εγκατεστημένα στο κέντρο των μεσαιωνικών πόλεων, σε συνάρτηση με ένα κοινωνικό ορίζοντα στον οποίον η χρηματική μεσολάβηση έχει μια θέση εντελώς άλλη από εκείνη που είχε στην ελληνική Πόλιν. (…)

[Ας δούμε πώς συνέβη αυτή η μετατόπιση.] Το 1247, ο Robert Grosseteste, επίσκοπος του Λίνκολν, δημοσίευσε μια πλήρη μετάφραση των Νικομαχείων με ένα σύνολο ελληνικών σχολίων και σημειώσεων. Στην σχεδόν κατά λέξη μετάφρασή του, απέδωσε τον αριστοτελικό όρο χρεία κυρίως ως necessitas (με τον οποίο μεταφράζει και τον όρο ανάγκη), αλλά σε τρεις περιπτώσεις −που αφορούσαν τις φράσεις στις οποίες ο Αριστοτέλης ορίζει τη χρεία ως μέτρον− τον μεταφράζει με τον εντελώς επισφαλή όρο opus, ο οποίος σημαίνει μεν ‘‘έλλειψη’’ και ‘‘ανάγκη’’, όμως μπερδεύεται με τον ομώνυμό του όρο που σήμαινε ‘‘τετελεσμένη εργασία’’, ‘‘έργο’’. (…)

Βέβαια, σε μια ανώνυμη αναθεώρηση εκείνης της μετάφρασης το 1260 αυτό το σφάλμα διορθώνεται (το opus αντικαθίσταται με το indigentia), όμως ο Αλβέρτος ο Μέγας −[που δεν ήταν κάποιος μοναχικός σταχαστής, αλλά] επιφορτισμένος με την οργάνωση ενός κέντρου προωθημένων μελετών στο δομινικανό studium της Κολωνίας− προσέλαβε τα Ηθικά Νικομάχεια στηριζόμενος σ’ εκείνη την πρώτη, επισφαλή απόδοση. Κι εκείνη η πρώτη μελέτη των Νικομαχείων, που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1250, προσανατόλισε μόνιμα την πρόσληψη αυτού του έργου τόσο πάνω στο συγκεκριμένο θέμα όσο και σε μια σειρά άλλων. (…)

Πράγματι, ο Αλβέρτος δεν μπόρεσε να αντιληφθεί το παιχνίδι ανάμεσα στις δυο σημασίες του όρου opus και έτσι κατανόησε την αριστοτελική ιδέα της χρείας ως μέτρου αποκλειστικά με την έννοια opus/τετελεσμένη εργασία. Όμως αυτή η παρανόηση, αντί να του δυσκολέψει ακόμα περισσότερο την κατανόηση ενός κειμένου έτσι κι αλλιώς δύσκολου, του επέτρεψε απεναντίας να επεξεργαστεί μια καινούργια κοινωνική φιλοσοφία που δεν είχε παρά ελάχιστη σχέση με αυτή του Αριστοτέλη. (…)

Πώς η αξία έδεσε με την εργασία

Πράγματι, από την πρώτη κιόλας στιγμή, όταν δηλαδή  καταγίνεται ακόμα με την έκθεση του προβλήματος [τι είναι δίκαιη ανταλλαγή], ο Αλβέρτος παρουσιάζει την αριστοτελική θεματική της αναλογικής ισότητας με ένα τελείως άλλο τρόπο, ως ζήτημα εξίσωσης της αξίας/valor των εργασιών καθενός από τους συναλλασσόμενους. Το όλο θέμα της δίκαιης ανταλλαγής γίνεται σε αυτόν ζήτημα ανταλλαγής πραγμάτων ‘‘ίσης αξίας’’ (Super Ethica, V, 7). (…)

Θεωρεί δηλαδή, ότι η ανταλλαγή δεν μπορεί να είναι δίκαιη, ισωτική, παρά μόνο σε συνάρτηση με ένα εγγενές μέτρο της αξίας/valor των προϊόντων, τα οποία, με αυτό τον τρόπο, μετασχηματίζονται σε εμπορεύματα −δηλαδή σε προϊόντα που δεν έχουν να κάνουν με την αμοιβαία χρεία, αλλά διατίθενται προς πώληση και απαιτούν ν’ ανταλλαχθούν στη βάση της αξίας/valor τους σύμφωνα με ένα κοινωνικό μέτρο εξωτερικό από την αμοιβαιότητα.

Ενώ ο Αριστοτέλης κατασκεύασε το περίφημο τετράγωνό του εξισώνοντας τις διαγώνιες ΑΔ και ΒΓ [δηλαδή οικοδόμος/παπούτσι = υποδηματοποιός/σπίτι, με άλλα λόγια: η αμοιβαιότητα της χρείας] σύμφωνα με ένα μέτρο εσωτερικό της ανταλλαγής, ο Αλβέρτος, με τρόπο αληθινά αξιοσημείωτο, αλλάζει το νόημα του τετραγώνου υιοθετώντας έναν άλλο τρόπο κατασκευής του. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι για να επιτευχθεί η δίκαιη-ισοτική ανταλλαγή πρέπει πρώτα να εξισωθούν αναλογικά οι πλευρές ΑΓ και ΒΔ, οι οποίες εκφράζουν τη σχέση καθενός προς τη δική του εργασία, το δικό του έργο ή προϊόν  [δηλαδή οικοδόμος/σπίτι = υποδηματοποιός/παπούτσι, με άλλα λόγια: το opus/εργασία του ενός με το  opus/εργασία του άλλου]. (…)

Αυτή η φαινομενικά ανώδυνη διαφοροποίηση του Αλβέρτου σε σχέση με τον Αριστοτέλη εκφράζει στην πραγματικότητα μια διαφορετική αντίληψη της ανταλλαγής, την κατανόηση της ανταλλαγής με βάση την αξία/valor. Σύμφωνα με αυτήν, για να υπάρξει δίκαιη-ίση ανταλλαγή δεν πρέπει να εξισωθούν αναλογικά τα πρόσωπα αλλά οι εργασίες τους, τα προϊόντα της εργασίας τους. Μέσα από αυτές τις σελίδες, απουσιάζει τελείως η αριστοτελική έννοια της αμοιβαίας χρείας και στη θέση της προβάλλει η ιδέα της δίκαιης αμοιβής των παραγωγικών εργασιών. (…)

Μέσα από αυτή την παρερμηνεία του, ο Αλβέρτος εισάγει μια καινούργια διάσταση, που απουσίαζε εντελώς από το κείμενο του Αριστοτέλη και η οποία αντιστοιχεί σε ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του [δυτικού] μεσαιωνικού πολιτισμού: την αξίωση της προσπάθειας, της εργασίας. (…)

Στον Αλβέρτο λοιπόν χρωστάμε την πρώτη φιλοσοφική διατύπωση της οικονομικής έννοιας της αξίας ως valor. Δεν πρόκειται βέβαια για μια ‘‘θεωρία της αξίας’’ με την έννοια που την αντιλαμβάνεται η σύγχρονη οικονομική σκέψη, αλλά για τον ορισμό της διάστασης εκείνης μέσω της οποίας τα πράγματα μπορούν να γίνουν αντιληπτά σύμφωνα με μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, σύμφωνα με ένα ‘‘συμβεβηκός’’, για να χρησιμοποιήσουμε μια αριστοτελική ορολογία. Συγκεκριμένα, αυτό στο οποίο μας καλεί η οπτική του Αλβέρτου, είναι να αναγνωρίσουμε στα πράγματα την εγγενή ιδιότητα να μπορούν να αποτιμηθούν, να έχουν αξία, πριν από κάθε ανταλλαγή. (…)

Αν όμως είναι αναχρονισμός να ψάχνουμε κάποια ‘‘θεωρία της αξίας’’ στον Αλβέρτο, γεγονός είναι ότι έθεσε το πρόβλημα και κατέδειξε τις κοινωνικές συνεπαγωγές του με ένα τρόπο που σφράγισε όλες τις μετέπειτα συζητήσεις.»

Συλβαίν Πιρόν, Ο Αλβέρτος ο Μέγας και η έννοια της αξίας (2010)

* «Σιμωνία», από την περίπτωση του Σίμωνα του Μάγου (βλ. Πράξεις Αποστόλων, 8:9-25), ονομάστηκε η μετάδοση εκκλησιαστικών μυστηρίων ή αξιωμάτων με οικονομικό αντάλλαγμα.

Συλλογή κειμένων: Αξία, Χρήμα, Μαγεία (Μέρος Α’)

Σημείωση: Επιλέξαμε να συγκεντρώσουμε και να αναδημοσιεύσουμε σε 3 μέρη μία εξαιρετική συλλογή κειμένων σχετικά με μία θεσμοκεντρική κατανόηση της λειτουργίας και της γενεαλογίας του χρήματος έναντι των κυρίαρχων οικονομοκεντρικών συλλήψεων του. Η πηγή των κειμένων απαντάται στην σελίδα των dangerfew και τους ευχαριστούμε για το πολύτιμο έργο τους.

0- Τι είναι οικονομία;

Αποφασίσαμε να συντάξουμε μια σειρά κειμένων με γενικό τίτλο Αξία, Χρήμα και Μαγεία, με στόχο να συνδράμουμε στην απομάγευση της σκέψης πάνω στη φύση και τη λειτουργία του χρήματος και της χρηματικής σχέσης. Το πρώτο βήμα μας προς αυτή την κατευθυνση λοιπόν αφορά την απομάγευση της γενικής ιδέας με την οποία επενδύεται ιδεολογικά αυτή η σχέση, δηλαδή της οικονομίας.

 

Από το 1803 τουλάχιστον, όταν ο Jean-Baptiste Say είπε ότι «πολιτική οικονομία είναι η επιστήμη που μελετάει τους νόμους της οικονομίας», επικράτησε η ιδέα ότι η οικονομία αποτελεί μια πραγματική και αυτόνομη (δηλαδή με δικούς της «νόμους») δομή της κοινωνίας, όλων μάλιστα των κοινωνιών (απ’ όπου και τα περί «οικονομίας των αρχαίων κοινωνιών», «οικονομίας του Μεσαίωνα», κ.ο.κ.), την οποία ακριβώς έρχεται να μελετήσει «επιστημονικά» η λεγόμενη πολιτική οικονομία.
Αυτή η ιδέα ήταν καινοφανής. Στον αρχαίο κόσμο λ.χ., όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς ερευνώντας τον όρο οικονομία στο λεξικό Liddell-Scott, η λέξη «οικονομία» εννοούσε κατά βάση μια τέχνη διαχείρισης ─με στόχο την αυτάρκεια κατά το μέτρο και μόνο που η αυτάρκεια υπηρετούσε την ελευθερία της Πόλεως (καμιά σχέση ούτε καν με το «εξοικονομώ» του σημερινού σπαγκοραμμένου)─, και πάντως καθόλου μια πραγματική δομή της κοινωνίας, ανεξάρτητη από το δίκαιο, την ηθική και την πολιτική, και με δικούς της «νόμους».

 

Το ίδιο διαπιστώνουμε και από το Μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά, ενώ από το Λεξικό του Godefroy μαθαίνουμε ότι για τον Νικόλαο Ορέσμ (1320-1382), σχολιαστή του Αριστοτέλη και σύμβουλο του βασιλιά Καρόλου του Ε΄, «οικονομία είναι η διαχείριση του οίκου με τάξη». Μάλιστα, κατ’ αυτόν, «­πολλοί Οικονόμοι (οι σημερινοί λογιστές-οικονομολόγοι) υποστηρίζουν πως πρέπει κανείς να διαφυλάσσει ή και να αυξάνει απεριόριστα τα χρήματά του» (Πολιτ., 1489), ενώ ο ίδιος έκρινε ότι το χρήμα δεν είναι ιδιοκτησία κανενός αλλά της συλλογικότητας.

 

Η καινοφανής πρόταση του Say ήρθε βέβαια να ικανοποιήσει το επιστημονικό πνεύμα της εποχής του, πνεύμα που έχει ανάγκη «πραγμάτων» για να ερευνά. Την ίδια όμως στιγμή, εισήγαγε και εδραίωσε μια μαγική, ή αν θέλετε πραγμοποιημένη, αντίληψη για το σύνολο εκείνο των δραστηριοτήτων και των σχέσεων που υφαίνονται με άξονα το χρήμα και την αύξηση της ιδιωτικής περιουσίας, κρύβοντάς τις πίσω από το όνομα «οικονομία» και την ιδέα ότι πρόκειται για μια πραγματική και υπεριστορική δομή των κοινωνιών.
Με τη βοήθεια του ανθρωπολόγου Paul Jorion, θα ξεκινήσουμε το φάκελό μας με τίτλο Αξία, Χρήμα και Μαγεία, με μια καίρια απάντηση στο ερώτημα «τι είναι οικονομία;». Χωρίς να ασπαζόμαστε τη συνολική οπτική του Ζοριόν, πιστεύουμε πως είναι πλούσια σε καίριες παρατηρήσεις. Προς το παρόν ας συγκρατήσουμε δυο πράγματα:

  1. Τη συνάφεια αυτού που λέει εδώ ο Ζοριόν για «το νούμερο που αναγράφεται στην ετικέτα» με αυτά που λέει π.χ. ο Φρανσουά Φουρκέ για τη «δυνητική ή πλασματική αξία»∙
  1. Την επισήμανση του Ζοριόν, ότι η λεγόμενη ‘‘οικονομία’’ δεν είναι παρά «ένας ορισμένος τρόπος θεώρησης της δραστηριότητας των ανθρώπων, η θεώρηση της δραστηριότητάς του κάτω από μια συγκεκριμένη οπτική», την οπτική της χρηματικής τιμής. Με άλλα λόγια, η οικονομία δεν έχει να κάνει καθόλου, ούτε με την παραγωγή, ούτε με την κατανάλωση, ούτε με τη χρησιμότητα, ούτε με τη χρηστικότητα, ούτε με την ανθρώπινη φύση, ούτε με τις λεγόμενες «υλικές ανάγκες» και την ικανοποίησή τους, ούτε με καμιά από όλες αυτές τις παραπλανητικές λέξεις, με τις οποίες αυτή η θεώρηση προσπαθεί να δικαιωθεί.

Κάθε πράγμα έχει την τιμή του

 

Ορισμένοι συγγραφείς πιστεύουν πως είναι πολύ σοφό να αναρωτηθούν σήμερα πάνω στην έννοια της λέξης ‘‘οικονομία’’. Σκέφτονται ότι δεν έχουμε προσδιορίσει με ακρίβεια το αντικείμενο της οικονομικής επιστήμης κι ότι πρέπει οπωσδήποτε να αποσαφηνιστεί ‘‘τι είναι αυτό, για το οποίο μιλούν οι οικονομολόγοι’’. Ωστόσο οι παλιότεροι συγγραφείς δεν είχαν τέτοιες ανησυχίες. Γι’ αυτούς, το πράγμα ήταν απλό: η οικονομία μιλάει για τα πλούτη, γι’ αυτά που φτιάχνουν την περιουσία.
Ε λοιπόν, το να ξεκινήσει κανείς από αυτό το σημείο, απ’ όπου ξεκινούσαν οι παλιοί συγγραφείς, ήταν και εξακολουθεί να είναι το καλύτερο: τα πλούτη δεν φτιάχνονται μόνο από τα ακριβά πράγματα, δηλαδή από πράγματα που πουλιούνται σε υψηλές τιμές, αλλά κι από πράγματα που πουλιούνται φθηνά, αρκεί να είναι σε μεγάλη ποσότητα. Πράγμα που σημαίνει, ότι τα πλούτη φτιάχνονται από πράγματα που αποτιμώνται σε συνάρτηση με τη χρηματική τιμή τους.

 

‘‘Κάθε πράγμα έχει την τιμή του’’, λέει το λαϊκό ρητό και δεδομένου ότι τα περισσότερα πράγματα απ’ όσα κυκλοφορούν σήμερα έχουν πράγματι μια τιμή, μέσα από αυτό το πρίσμα έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με την οικονομία ο καθένας, χωρίς να είναι οικονομολόγος.

 

Αυτή η τιμή είναι το νούμερο που αναγράφεται στην ετικέτα και δείχνει το χρηματικό ποσό που ζητάει εκείνος που πουλάει από εκείνον που αγοράζει, για να του παραχωρήσει την ιδιοκτησία του πωλούμενου πράγματος. Και βέβαια υπάρχει και τιμή που έχει να κάνει με την προσωρινή παραχώρηση ενός πράγματος, χωρίς μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του: είναι η τιμή του ενοικίου που ζητάει ο εκμισθωτής από τον ενοικιαστή.

 

Με δυο λόγια, εμπορεύματα είναι τα πράγματα που έχουν μια [χρηματική] τιμή.

Αυτό ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ‘‘οικονομία’’! Εννοούμε ανθρώπους, οι οποίοι ενεργούν είτε ως πωλητές, είτε ωςαγοραστές (ή είτε ως εκμισθωτές, ή ως ενοικιαστές). Με άλλα λόγια, οικονομία είναι η ανθρώπινη διάδραση κάτω από την οπτική, και στην προοπτική, της χρηματικής τιμής. Δεν είναι παρά ένας ορισμένος τρόπος θεώρησης της δραστηριότητας των ανθρώπων∙ είναι η θεώρηση της δραστηριότητάς τους κάτω από μια συγκεκριμένη οπτική.»

 

Πωλ Ζοριόν, Η σχέση μεταξύ αξίας και τιμής (Ιούλιος 2008)

1- Για την τιμή του χρήματος

Στον Πρόλογο αυτής της σειράς μας είδαμε ότι  οικονομία είναι η ανθρώπινη διάδραση κάτω από την οπτική, και στην προοπτική, της χρηματικής τιμής. Τι είναι όμως η χρηματική τιμή; Για να το απαντήσουμε, θα εξετάσουμε μια ευρύτερη ερώτηση : τι είναι το χρήμα; Και πώς σχετίζεται με τις κρίσεις που περνάει η κοινωνία μας;

Δεδομένου ότι σκεφτόμαστε πάντα μέσα σε ένα συγκεκριμένο κόσμο, θα ξεκινήσουμε λοιπόν με μερικές από τις βασικές αντιλήψεις που κυκλοφορούν για την σημερινή κρίση.

 

Πολλοί, ο περισσότερος κόσμος μάλλον και οι κρατούντες σίγουρα, θεωρούν πως η παρούσα κρίση είναι κατά βάση «οικονομική». Έτσι, πιστεύουν ότι η κρίση αυτή είναι μεν σοβαρή αλλά οπωσδήποτε όχι κάτι περισσότερο ή κάτι άλλο από μια επιμέρους εμπλοκή μιας ιδιαίτερης σφαίρας της κοινωνικής ζωής -μιας σφαίρας, την οποία θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε με τη βοήθεια της «οικονομικής επιστήμης» και να αντιμετωπίσουμε ακολουθώντας τις συνταγές των πάσης ιδεολογικής απόχρωσης οικονομολόγων.

Άλλοι πάλι, αρκετοί και προερχόμενοι κυρίως από την πλευρά των αντιπολιτευόμενων, θεωρούν ότι η κρίση είναι ουσιαστικά «πολιτική». Αυτοί εδώ, υποστηρίζουν ότι θα μπορούσαμε να την ερμηνεύσουμε σαν αποτυχία κάποιων πολιτικών προσώπων, ή κάποιων πολιτικών επιλογών, ή ακόμα και πολιτικών θεσμών, και να την επιλύσουμε βάζοντας −είτε ειρηνικά ή και με επανάσταση− στη θέση τους τα σωστά πρόσωπα, τις σωστές πολιτικές ή τους σωστούς θεσμούς.

Άλλοι, μάλλον λιγότεροι, υποστηρίζουν πως η κρίση πηγάζει από ένα επίπεδο βαθύτερο από αυτά της οικονομίας και της πολιτικής. Κατ’ αυτούς η κρίση είναι κυρίως μια «ηθική και πνευματική» κρίση, δηλαδή μια «κρίση αξιών», με την έννοια ότι οι αξίες εκφράζουν την κοσμοθεωρία, γύρω από την οποία  περιστρέφεται κάθε φορά τόσο η οικονομική όσο και η πολιτική σφαίρα μιας κοινωνίας. Έτσι, κρίνουν πως η μάχη δίνεται κατά πρώτο λόγο στη σφαίρα της Παιδείας με την ευρύτερη έννοια του όρου.

Κάποιοι τέλος, πηγαίνοντας ακόμα βαθύτερα (ή ελπίζοντας περισσότερα), υποστηρίζουν ότι η κρίση είναι «συστημική», δηλαδή μια κρίση πολυεπίπεδη και πολυδιάστατη ολόκληρου του κυρίαρχου πολιτισμού, ολόκληρου του κοινωνικού «συστήματος» −και όχι απλά κάποιου «υποσυστήματος» (π.χ. του χρηματοπιστωτικού, ή της  «ευρωζώνης», κ.λπ.)−, που επικράτησε χοντρικά από τη Γαλλική επανάσταση κι έπειτα. Έτσι προτείνουν ότι καταρχάς είναι μάταιο να αναζητάει κανείς λύση με όρους του σημερινού πολιτισμού.

Εδώ θα πρέπει να ξανατονίσουμε το εξής. Για να πει κανείς ότι η κρίση είναι συστημική, δεν αρκεί καθόλου να εντοπίζει και αναδεικνύει «κρίση» στα επιμέρους επίπεδα του κυρίαρχου συστήματος. Οφείλει μάλλον να εντοπίσει κρίση στο στοιχείο εκείνο που κάνει το σύστημα αυτό να είναι και να συμπεριφέρεται ως σύστημα. 

Κρίση ανθρωπολογική;

 

Εφόσον λοιπόν μιλάμε για κοινωνικό −δηλαδή ανθρώπινο− σύστημα, δεν μπορεί να νοηθεί «συστημική κρίση» χωρίς κρίση του ανθρωπολογικού τύπου που το συναρμολογεί, συντηρεί και προσανατολίζει∙ ούτε, επομένως, χωρίς κρίση του «καύσιμου», που τροφοδοτεί αυτόν τον τύπο, καθώς και του όλου συστήματος άντλησης και διανομής αυτού του καύσιμου.

Επομένως, για να καταλάβουμε τι συμβαίνει με τη σημερινή κρίση, νομίζω πως θα πρέπει να αρχίσουμε από εδώ:

«Η ανάγκη για χρήμα είναι λοιπόν η μοναδική και η αληθινή ανάγκη που παράγεται από το σύγχρονο οικονομικό σύστημα. Η ποσότητα του χρήματος γίνεται ολοένα και περισσότερο η μόνη αποτελεσματική του ιδιότητα. […] Κάθε τι που σου ανήκει, πρέπει να το κάνεις πωλήσιμο […] Σε προχωρημένες καταστάσεις, όλοι είναι έμποροι […] Καθώς έχει την ιδιότητα της εξαγοράς των πάντων, την ιδιότητα της ιδιοποίησης όλων των αντικειμένων, το χρήμα είναι λοιπόν το αντικείμενο της πιο σημαντικής κατοχής. Η καθολικότητα της ιδιότητάς του αποτελεί την παντοδυναμία του είναι του. Επομένως λειτουργεί σαν ένα παντοδύναμο ον. […] Αυτό που μπορώ να πληρώσω, δηλαδή που το χρήμα μπορεί να αγοράσει, αυτό είναι Εγώ, ο κάτοχος του χρήματος. Η έκταση της δύναμης του χρήματος είναι η έκταση της δύναμής μου. […] Όλα τα πάθη και όλες οι δραστηριότητες πρέπει λοιπόν να βυθιστούν μέσα στη δίψα του πλούτου. […] Αν το χρήμα είναι ο δεσμός που με συνδέει με την ανθρώπινη ζωή, που συνδέει την κοινωνία μ’ εμένα και μένα με τη φύση και τον άνθρωπο, τότε λοιπόν δεν είναι ο δεσμός όλων των δεσμών;» − Καρλ Μαρξ, Χειρόγραφα του 1844 (η έμφαση δική μου).

Δεν μπορούμε, κοντολογίς, να καταλάβουμε τις καθοριστικές συντεταγμένες της παρούσας κρίσης, αν δεν καταλάβουμε τι σημαίνει το χρήμα ως «η μοναδική και η αληθινή ανάγκη που παράγεται από το σύγχρονο σύστημα» και ως «ο δεσμός όλων των δεσμών». Όμως την ίδια στιγμή, για να το καταφέρουμε αυτό, θα πρέπει να απομακρυνθούμε από τη θεωρία της «αξίας», την οποία −ακολουθώντας τους αστούς οικονομολόγους− ανέπτυξε στη συνέχεια ο Μαρξ και  ύψωσαν σε εξηγητικό σύστημα οι μαρξιστές.

Κριτική της μαρξι(στι)κής αντίληψης της αξίας

 

Πράγματι, η θεωρία αυτή στηρίζεται σε τρεις θεμελιώδεις αλλά λαθεμένες παραδοχές, η υιοθέτηση των οποίων οριοθετεί έναν ορίζοντα, που βρίσκεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του μέσα στην επικράτεια του σημερινού πολιτισμού − και κατά το υπόλοιπο στη δυσοίωνη επικράτεια ενός επερχόμενου τεχνικού συστήματος απαλλαγμένου από τα προ-αστικά και αστικά «βάρη» της νεωτερικότητας. Πρόκειται για τις εξής παραδοχές:

 

  1. Ότι η εργασία παράγει «αξία», πράγμα που τελικά οδηγεί στην παρανόηση ότι αυτό δημιουργεί τον κοινωνικό πλούτο [1] −ενώ στην πραγματικότητα η εργασία δεν παράγει καμιά αξία και κανένα πλούτο∙

 

  1. Ότι η κοινωνική αδικία συνίσταται σε έναν αποκλεισμό από τον πλούτο που υποτίθεται ότι παράγει η εργασία, και αποδεικνύεται δια της «υπερεργασίας» και της «απλήρωτης εργασίας» − ενώ στην πραγματικότητα ο πλούτος δεν είναι κάτι το ουδέτερο ώστε το αίσθημα αποκλεισμού από αυτόν να νομιμοποιείται από μόνο του και να φτιάχνει δυναμική υπέρβασης του κυρίαρχου πλούτου∙ και

 

  1. Ότι η τεχνολογία ειδικά και η Τεχνική γενικότερα είναι μια δυναμική απελευθερωτική αυτή καθαυτή, επειδή αντικαθιστά τη «ζωντανή εργασία» στην παραγωγή και έτσι υποτίθεται πως μειώνει ολοένα και περισσότερο την εξαγόμενη «υπεραξία» σπρώχνοντας έτσι το σύστημα στο τέλος του −ενώ στην πραγματικότητα ούτε αυτό ισχύει, αλλά ούτε και είναι ακίνδυνη (ίσα ίσα!) μια τέτοια αποσύνδεση της τεχνολογίας από το κυρίαρχο τεχνικό πνεύμα, το οποίο αποτελεί αποθέωση του σημερινού κοινωνικού συστήματος.

 

Θα προσπαθήσουμε λοιπόν εδώ, να προσεγγίσουμε το χρήμα μέσα από την ουσιώδη πραγματικότητά του, αυτή του «δεσμού όλων των δεσμών», δηλαδή μέσα από την πραγματικότητά του ως θεσμό.

 

Γι’ αυτό το λόγο, αξίζει εδώ να θυμίσουμε τον τρόπο με τον οποίο το προσέγγισε, πολύ πριν από τον Μαρξ, ο Αριστοτέλης όταν έγραφε:

Όσο για τις μελλοντικές ανταλλαγές, το νόμισμα είναι για εμάς ένα είδος εγγύησης ότι η ανταλλαγή θα μπορεί πάντοτε να γίνεται, αν υπάρχει ανάγκη, έστω κι αν τώρα δεν έχουμε ανάγκη κανενός πράγματος. Διότι όταν ένας δίνει νόμισμα, πρέπει να μπορεί να πάρει αυτό που του χρειάζεται. Συμβαίνει όμως και στο νόμισμα ό,τι και στα άλλα αγαθά: δεν έχουν πάντοτε την ίδια αξία· παρ’ όλα αυτά, έχει σε μεγαλύτερο βαθμό την ιδιότητα να παραμένει σταθερό. Αυτός είναι ο λόγος που τα αγαθά πρέπει να έχουν μια ορισμένη τιμή· διότι τότε θα υπάρχει πάντοτε ανταλλαγή, κι αν υπάρχει ανταλλαγή, θα υπάρχουν και κοινωνία μεταξύ των ανθρώπων.[2]

Ε λοιπόν, αυτό ακριβώς είναι το καίριο χαρακτηριστικό ενός θεσμού: η εξασφάλιση, όχι αυτού που γίνεται τώρα, αλλά ότι αυτό που γίνεται τώρα να μπορεί να γίνεται και στο μέλλον. Γι’ αυτό το λόγο βρίσκουμε πως μια οξυδερκής αντίληψη του χρήματος δεν μπορεί να είναι παρά θεσμοκεντρική.

 

Πρέπει όμως, πριν προχωρήσουμε, να διευκρινήσουμε κάτι σημαντικό. Όταν λέμε ότι το χρήμα είναι θεσμός και μάλιστα «ο θεσμός όλων των θεσμών», δεν εννοούμε πως είναι και ο μοναδικός θεσμός στην κοινωνία μας. Το χρήμα δεν θα μπορούσε να αποκτήσει αυτή την κεντρική θέση χωρίς την πολιτική και κοινωνική επανάσταση -τη λεγόμενη «αστική επανάσταση»- χάρη στην οποία το συλλογικό ταξικό υποκείμενό του κατόρθωσε, μέσω πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών, να κατακτήσει τη σφαίρα εκείνη δια της οποίας απέκτησε τη δύναμη να επιβάλλει το δικό του πολιτικό και δικαιϊκο καθεστώς, δηλαδή τη σφαίρα του κράτους και της κρατικής θέσμισης. Έτσι, όταν λέμε ότι το χρήμα είναι πλέον «ο θεσμός όλων των θεσμών» εννοούμε πως είναι ο θεσμός γύρω από τον οποίο υφαίνονται και τον οποίον υπηρετούν όλοι οι κυρίαρχοι σήμερα θεσμοί.

 

Η ανάλυση όλων αυτών ξεφεύγει πολύ από πλαίσιο αυτής εδώ της «σειράς», στην οποία θα την συναντήσουμε μόνο διάσπαρτα και ελλειπτικά. Δεν είναι μόνο θέμα όγκου δουλειάς (είναι φυσικά και αυτό!). Είναι πιο πολύ ότι μάς απασχολεί  πιο συγκεκριμένα η απομάγευση της σκέψης γύρω από το χρήμα και την αξία. Και εφόσον είπαμε ότι η θέση από την οποία το επιχειρούμε είναι η θεσμοκεντρική θεώρηση του χρήματος, αυτή τη θεώρηση θα δείξουμε στη συνέχεια.

[1] Παρανόηση την οποία επισήμανε μεν ο Μαρξ στους πρώτους επιγόνους του, αλλά «κατ’ ιδίαν», αφού η Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα δεν δημοσιεύτηκε ενόσω ζούσε.

[2] Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, βιβλίο Ε’, 1133b, μετάφραση Δημήτριος Λυπουρλής, Ζήτρος, σ. 59-60 (η έμφαση δική μου, Γ.Δ.Ι.)

2- Το χρήμα μεταξύ βίας και εμπιστοσύνης

Υποστηρίξαμε ήδη ότι το χρήμα είναι θεσμός και όχι μέσον ή εργαλείο, και πρέπει να δούμε τι ακριβώς σημαίνει, για εμάς, αυτή η θέση και πού βρίσκεται η αντιπαλότητά της με την εργαλειακή θεώρηση του χρήματος. Για το σκοπό αυτό επιλέξαμε και παραθέτουμε εδώ αποσπάσματα από ένα σημαντικό σχετικό βιβλίο των Αντρέ Ορλεάν και Μισέλ Αλιετά για το χρήμα.

 

Η μετάφραση είναι δική μας καθώς και, για λόγους καθαρά ευκολίας ανάγνωσης εδώ, η διαίρεση με υπότιτλους. Να σημειώσουμε ότι οι εκδόσεις ΠΟΛΙΣ έχουν κυκλοφορήσει ένα βιβλίο του Αλιετά, το «Η οικονομική κρίση», το 2009, σε μετάφραση Α.Δ. Παπαγιαννίδη. –Σημ. HS.

*

 

Η εμπορευματική σχέση ως ριζική αποξένωση

«(…) Πρέπει να υπογραμμίσουμε τη σημασία που παίζουν οι ατομιστικές αξίες στην ίδια τη συγκρότηση της εμπορευματικής κοινωνιας. Η εμπορευματική σχέση είναι μια παράδοξη κοινωνική σχέση∙ παράδοξη με την έννοια ότι τελικός σκοπός της είναι ο χωρισμός των ατόμων. Αυτό προκύπτει αναγκαστικά εξαιτίας της προτεραιότητας που έχουν, σε αυτήν, οι σχέσεις με τα πράγματα έναντι των σχέσεων μεταξύ των ατόμων. (…)

Η αλλεργία προς τους άλλους αποτελεί το διακριτικό χαρακτηριστικό της εμπορευματικής σχέσης. Η αυτονομία, η ανεξαρτησία και η ελευθερία κερδίζονται εδώ εναντίον των άλλων και προτιμάται η επαφή με τα εμπορεύματα από την επαφή με τους άλλους. Αυτή η θεσμική μορφή αντιλαμβάνεται την κοινωνική ζωή και την αλληλεγγύη σαν εμπόδια ή αρχαϊσμούς. (…)

Ο εμπορευματικός χωρισμός υποτάσσει βίαια τα μέλη της κοινωνίας στο νόμο της σπάνης χωρίς να παρέχει κανένα δίχτυ προστασίας όταν τα πράγματα δεν τους πηγαίνουν κατ’ ευχήν. Γι’ αυτό, κάνει εξαιρετικά εύθραυστες και επισφαλείς τις ατομικές καταστάσεις. Η ανασφάλεια είναι η μόνιμη ψυχική κατάσταση του “ελεύθερου” και “ανεξάρτητου” ατόμου της εμπορευματικής κοινωνίας. (…)»

Η κοινωνική σπάνη και η ανάγκη για πλούτο

Οι επιπτώσεις αυτής της ανασφάλειας είναι ακόμα πιο ολέθριες επειδή η εμπορευματική κοινωνία δεν διαθέτει μηχανισμούς προστασίας από τους κινδύνους − μηχανισμούς όπως λ.χ. οι σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ οικογενειών, γειτόνων ή κοντινών προσώπων, χάρη στους οποίους, μέσα στις παραδοσιακές κοινωνίες, ο καθένας κινητοποιούσε τη συμπαράσταση των άλλων σε περίπτωση που τα πράγματα τού πήγαιναν στραβά. Απεναντίας, η εμπορευματική σχέση είναι μια σχέση εξαιρετικής σκληρότητας. Η ανασφάλεια κυριαρχεί, διότι κανείς δεν μπορεί να περιμένει τίποτα από τους άλλους στις δύσκολες ώρες του. Σε αυτή την κοινωνία τα αντικείμενα επιβάλλουν το νόμο τους στα άτομα και αυτός ο νόμος είναι η σπάνη. (…)

Πρέπει να καταλάβουμε καλά αυτό που έχει περιγράψει εξαιρετικά ο Μάρσαλ Σάλινς στις μελέτες του των αρχαιότερων κοινωνιών, όπου κατέδειξε πως εκείνες οι κοινωνίες δεν γνώριζαν τη σπάνη αλλά την αφθονία καθώς, όντας οργανωμένες κοινοτικά, φρόντιζαν διαρκώς να περιορίζουν την ιδιωτική ιδιοκτησία αγαθών όταν αυτή κινδύνευε να αποβεί σε βάρος του συνόλου.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι η σπάνη δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο κάποιο φυσικό δεδομένο, το οποίο υποτίθεται ότι θα μπορούσαμε να μετρήσουμε με τη βοήθεια αντικειμενικών παραμέτρων όπως π.χ. το “μέσο επίπεδο διαβίωσης” του πληθυσμού.

Να καταλάβουμε επίσης ότι είναι εντελώς λάθος να πιστεύουμε πως όσο μια κοινωνία αναπτύσσεται και ακμάζει, τόσο περισσότερο αποβάλλει από μέσα της την σπάνη∙ διότι στην πραγματικότητα συμβαίνει το εντελώς αντίθετο! Να καταλάβουμε δηλαδή ότι η σπάνη προσδιορίζει τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο κοινωνικής οργάνωσης, τον οποίο θεσμίζει η αγορά και στον οποίον, σε διαστάσεις άγνωστες σε άλλου τύπου κοινωνίες, η ύπαρξη καθενός εξαρτάται αποκλειστικά και μόνον από την ικανότητά του να αποκτά αντικείμενα χωρίς να περιμένει βοήθεια από κανέναν. 

Ο όλεθρος και ο αφανισμός κρέμονται διαρκώς πάνω από τα κεφάλια των ατόμων της εμπορευματικής σχέσης εξαιτίας του θεμελιώδους χωρισμού τους∙ και δεν καταπραΰνονται οριστικά με τίποτε και με κανένα τρόπο. Εξαιτίας του διαχωρισμού, ο τρόπος με τον οποίον ο καθένας εξαρτάται από τους άλλους κι από το κοινωνικό σύνολο είναι εκ των πραγμάτων εντελώς αδιαφανής, με αποτέλεσμα το κοινωνικό να έρχεται πάντοτε εκ των υστέρων και με τρόπο βίαιο κι απρόσμενο. Μέσα στην εμπορευματική κοινωνική σχέση κανείς δεν ξέρει τι θα του ξημερώσει, ούτε έστω κατά προσέγγιση και πιθανολογικά.

Αυτό το εντελώς χαρακτηριστικό της νεωτερικής κοινωνίας αίσθημα μιας βαθιάς ανασφάλειας, το οποίο επιβάλλεται από τη δικτατορία της σπάνης, γεννά μια εντελώς ιδιαίτερη ανάγκη για προστασία ή ασφάλεια: την “ανάγκη για πλούτο”. Διότι, εδώ, “πλούτος” είναι αυτό που επιτρέπει στο άτομο να προστατεύεται από την αβεβαιότητα και ανασφάλεια της ζωής στην εμπορευματική κοινωνία. […]»

Πλούτος και Ισχύς

Με άλλα λόγια, ο πλούτος δεν σχετίζεται απλώς με την απληστία, αλλά με μια πολύ ισχυρότερη ζωτική ανάγκη. Γι’ αυτό το λόγο η ελευθερία και η ανεξαρτησία σε σχέση με τους άλλους, τις οποίες τόσο ισχυρά θεσμίζει ο εμπορευματικός χωρισμός των ανθρώπων, μπορούν να πάρουν τη μορφή της ακραίας μοναξιάς και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Το γεγονός ότι σε αυτές τις κοινωνίες κάποιοι ζουν μέσα στη φτώχεια, την ανέχεια και την πείνα ενώ άλλοι διαθέτουν πολλά περισσότερα απ’ όσα χρειάζονται, δεν είναι μυστήριο αλλά συνέπεια κοινωνικών ρυθμίσεων, οι οποίες καλύπτονται πλήρως από το νόμο. (…)

Αυτό συμβαίνει επειδή ο πλούτος δεν αποτελεί απλώς και μόνο έκφραση μιας ανάγκης για προστασία και ασφάλεια, που είναι κοινή σε όλα τα μέλη της εμπορευματικής κοινωνίας. Διότι, παρ’ όλο που μέσα από αυτή την ανάγκη εισάγεται ο πλούτος, άπαξ και αυτός πραγματωθεί, επιτρέπει μια σημαντική αναδίπλωση του ατόμου στον εαυτό του και ένα ισχυρότατο βαθμό αυτονομίας του έναντι των κινδύνων της εμπορευματικής οικονομίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, του δίνει τη δυνατότητα να “παγώσει το παιχνίδι” μονόπλευρα, απειλώντας σοβαρά ολόκληρη την εμπορευματική ομάδα με διάρρηξη των οικονομικών της δοσοληψιών.

Αυτή η απειλή γίνεται ακόμα περισσότερο πειστική στο βαθμό που ο κάτοχος του πλούτου είναι σε θέση να τον χρησιμοποιήσει για να συγκροτήσει νέες συμμαχίες και να επιβάλλει διαφορετικούς τρόπους ανταλλαγής και παραγωγής. Αυτό συμβαίνει π.χ. όταν επενδύει τον πλούτο του σε καινούργιες τεχνικές, που ξεπερνούν τις προηγούμενες μορφές παραγωγής με τέτοιον τρόπο ώστε να μεταλλάσσονται οι εμπορευματικοί δεσμοί βάζοντας σε θανάσιμο κίνδυνο τα έως τότε κεκτημένα. (…)

Κατ’ αυτό τον τρόπο ο πλούτος δεν ενσαρκώνει απλώς την ικανοποίηση μιας ζωτικής ανάγκης για ασφάλεια και προστασία μέσα στην εμπορευματική αποξένωση, αλλά παρουσιάζεται επιπλέον ως το κατεξοχήν εργαλείο, με τη βοήθεια του οποίου μπορεί κανείς να επιβληθεί πάνω στην κοινωνία και στους άλλους. (…)

Η δημιουργία του χρήματος

Για να αντιληφθούμε το όλο ζήτημα, πρέπει να δούμε πως εκείνο που διακυβεύεται με τον πλούτο μέσα στην εμπορευματική σχέση, είναι το να υπάρξει − να τεθεί − ένα “πράγμα”, το οποίο θα επιτρέπει την απόκτηση όλων των αγαθών και των υπηρεσιών που θεωρεί χρήσιμες εκείνος που το κατέχει και το προτείνει. Δηλαδή ένα “πράγμα”, το οποίο οι κάτοχοι αυτών των αγαθών και υπηρεσιών, όποιοι κι αν είναι, θα αποδέχονται ως αντάλλαγμα για αυτά. Υπ’ αυτή την έννοια, ο πλούτος μέσα στην εμπορευματική τάξη πραγμάτων δεν είναι παρά το όνομα που δίνεται στο απολύτως επιθυμητό, σε εκείνο δηλαδή το  “πράγμα” που, για την απόκτησή του, κάθε μέρος της ομάδας είναι διατεθειμένο να παραδώσει αυτά που κατέχει. Πρόκειται λοιπόν για ένα εμπόρευμα εντελώς ιδιαίτερου τύπου, δεδομένου ότι αντλεί τη δύναμή του από την ικανότητά του να γίνεται αποδεκτό και επιθυμητό από όλα τα μέλη της ομάδας.

Για να ορίσουμε αυτή τη συστατική ιδιότητα του εμπορευματικού πλούτου, χρησιμοποιούμε τον όρο “ρευστότητα”. Η ρευστότητα του πλούτου τον κάνει ένας είδος φυλαχτού, που προστατεύτει τον κάτοχό του από τις αναποδιές και τα βάσανα που επιφυλάσσει η εμπορευματική ανασφάλεια. Με αυτή την έννοια λοιπόν, ο πλούτος βγαίνει έξω από το καθαρά ωφελιμιστικό πλαίσιο. Διότι η χρησιμότητά του δεν προέρχεται από την καταπρόσωπο σχέση μεταξύ του αντικειμένου και του ατόμου, αλλά από την ικανότητα του πλούτου να επικεντρώνει πάνω του την ομόθυμη επιθυμία όλης της ομάδας. Πρόκειται για μια νέα και εντελώς ιδιαίτερη πραγματικότητα. Αυτός ο πλούτος, που είναι απολύτως ρευστός επειδή είναι απολύτως επιθυμητός από όλα τα μέλη της εμπορευματικής σχέσης, βρίσκεται στα θεμέλια του νομίσματος. Το νόμισμα είναι ένας κοινωνικά αναγνωρισμένος και νομιμοποιημένος πλούτος. (…)

Πρέπει λοιπόν ν’ απομακρυνθούμε από τις περί πλούτου αντιλήψεις, που προέρχονται από τις θεωρίες της αξίας και οι οποίες υιοθετούν την ιδέα ότι ο πλούτος είναι μια ωφελιμιστική “ουσία”, μια “αξία χρήσης” πέραν των κοινωνικών συμβάσεων. Ο πλούτος είναι ουσιαστικά ζήτημα κοινωνικής σύμβασης. Πλούτος δεν είναι παρά αυτό που επιθυμούν όλα τα μέλη μιας ομάδας. (…)

Στο σημείο αυτό, η θεωρία του Ρενέ Ζιράρ για τη μιμητικότητα μάς βοηθάει να βρούμε ένα κατάλληλο πλαίσιο ανάλυσης για να εξειδικεύσουμε τους ορισμούς μας. Εφόσον όταν κανείς επιθυμεί τον πλούτο, ουσιαστικά επιθυμεί αυτό που επιθυμούν οι άλλοι, ο κοινωνικός μιμητισμός επιβάλλεται σαν η μόνη ορθολογική συμπεριφορά που αρμόζει σε αυτή την κατάσταση σχέσεων, δηλαδή στις εμπορευματικές σχέσεις.

Λαμβάνοντας υπόψη τον κατά Ρενέ Ζιράρ μιμητικό ανταγωνισμό, αντιλαμβανόμαστε ότι η μιμητική επιδίωξη του πλούτου από όλα τα μέλη του εμπορευματικού κοινωνικού σχηματισμού απολήγει αναγκαστικά στην εστίαση όλων των επιθυμιών πλούτου σε ένα αγαθό. Όλοι καταλήγουν να επιθυμούν το ίδιο αγαθό ως υπέρτατη ενσάρκωση του πλούτου. Αυτή η ομόθυμη πόλωση έχει ως αποτέλεσμα το ριζικό μετασχηματισμό της φύσης αυτού του εκλεκτού αγαθού. Συγκεκριμένα, για να μην οδηγήσει ο γενικευμένος μιμητικός ανταγωνισμός περί αυτού σε διάλυση της κοινωνίας, το αγαθό αυτό τοποθετείται πέραν και υπεράνω των ατόμων. Ενώ προηγουμένως αποτελούσε μια ιδιωτική και δοκιμαστική μορφή του πλούτου − μια απλή “πρόταση” πλούτου εκ μέρους κάποιου ατόμου ή ομάδας, όπως κάθε άλλο εμπορευματικό αγαθό −, στο εξής αποκτά κοινωνικής εμβέλειας νομιμοποίηση και οι ιδιότητές του παγιώνονται σε “νόμο”. Γίνεται, δηλαδή, νόμισμα.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, στο τέλος όλης αυτής της πορείας μιμητικών ανταγωνισμών, αναδύεται το νόμισμα, το οποίο δίνει μορφή στον εμπορευματικό διαχωρισμό. Πολύ μακρυά από την ιδέα ότι αποτελεί κάποιο είδους “γενικό ισοδύναμο” ανταλλαγής “αξιών χρήσης”, το νόμισμα είναι νόμισμα χάρη στη γενικευμένη μιμητική πολωση. (…)

Έτσι είναι σαφές, ότι κάθε εμπορευματική σχέση, ακόμα και στην πιο στοιχειώδη μορφή της, συνυφαίνεται με την ύπαρξη νομίσματος. Για να το πούμε ευθέως, με δυο λόγια: η εμπορευματική σχέση είναι πάντοτε μια χρηματική-νομισματική σχέση. (…)

Μεταξύ εμπιστοσύνης και βίας: ο δανεισμός

Το χρήμα, ως ένας κοινωνικά αναγνωρισμένος και νομιμοποιημένος πλούτος, είναι ένα πολιτισμικό γεγονός, το οποίο μας έρχεται από τα βάθη του χρόνου. Πολύ πριν από την επινόηση λεπτομερειακά σκαλισμένων νομισμάτων στις ελληνικές πόλεις του Αιγαίου πελάγους κατά τον 5ο π.Χ αιώνα, συναντάμε σχετικά τεκμήρια από την εποχή των Σουμερίων της 3ης χιλιετίας π.Χ. Πρόκειται για νομίσματα όπου είναι σκαλισμένο το κεφάλι της Αστάρτης, μιας μητρικής θεότητας που συμβόλιζε τόσο τη γέννηση όσο και το θάνατο. Τούτο υποδεικνύει τον αμφίπλευρο χαρακτήρα του νομίσματος ήδη από τις καταβολές του: μέσον κοινωνικής συνοχής, μέσον ειρήνευσης μέσα στην κοινότητα, αλλά και διακύβευμα αγώνα για την ισχύ και πηγή θανάσιμης βίας. (…)

Πράγματι, το χρήμα δεν καταργεί τις ενδογενείς αντιφάσεις της επιθυμίας για πλούτο. Τους δίνει όμως μορφές, μέσα στις οποίες μπορούν να κινούνται μετασχηματίζοντας τη βία σε κοινωνική δυναμική. Οι μορφές αυτές είναι αυτές των νομισμάτων που σχετίζονται με το δανεισμό. Αυτά τα νομίσματα μετασχηματίζουν την εμπορευματική αντιπαλότητα σε μια αντιφατική σχέση μεταξύ δανειστών και δανειζομένων. 

Από αυτή τη σχέση γεννήθηκε ο καπιταλισμός. Πρόκειται για μια ειδική σχέση, η οποία ρυθμίζεται από το νόμισμα και με τη σειρά της ρυθμίζει τους κανόνες της κυριαρχίας του. (…)

Εδώ το νόμισμα συνδέεται άρρηκτα με την πίστωση και η πίστωση στηρίζεται σε μια εμπιστοσύνη, η οποία εκφράζεται στην πίστη σε ένα αξιακό απόθεμα. Συνεπώς στον καπιταλισμό οι κανόνες κυριαρχίας ρυθμίζονται από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, μέσω του οποίου επιβάλλονται στο σύνολο της οικονομίας. (…)».

Michel Aglietta και André Orléan, La Monnaie entre Violence et Confiance

[Το χρήμα-νόμισμα μεταξύ βίας και εμπιστοσύνης], εκδ. Odile Jacob, 2002.

3-Το χρήμα δεν είναι “μέτρο της αξίας”, αλλά θεσμός

Στο δεύτερο μέρος της σχετικής σειράς μας, είδαμε την υφή της κοινωνικής σχέσης που δομείται από το θεσμό του χρήματος. Πρέπει όμως να εξετάσουμε διεξοδικότερα το λόγο για τον οποίο το χρήμα είναι θεσμός. Θα το κάνουμε σε δύο μέρη. Στο πρώτο, εδώ, παρουσιάζουμε σχετικά αποσπάσματα από μια εισήγηση του ίδιου συγγραφέα σε δική μας μετάφραση. Θα δούμε ότι ο Αριστοτέλης κατάλαβε το ζήτημα της εμπορευματικής ανταλλαγής καλύτερα από τον Μαρξ: δεν υπάρχει καμιά «ουσία» κρυμμένη πίσω από την ανταλλαγή εμπορευμάτων. Το μόνο «θεμέλιο» αυτής της ανταλλαγής είναι η σύμβαση του χρήματος. Έτσι, όταν λέμε ότι το τάδε εμπόρευμα έχει τη δείνα “αξία”, εννοούμε απλώς ότι το εμπόρευμα αυτό επιτρέπει την απόκτηση χρήματος κατά την ανταλλαγή του. Πιστεύουμε ότι είναι σαφέστατα τα όσα λέει και μάλιστα μάς εισάγουν στην ιδέα του χρήματος ως τάλισμαν, μαγικού φυλαχτού, που θα δούμε και αργότερα.

 

Το μικρό παράθεμα από τον Εντουάρ Βιλ, που βάζουμε για προμετωπίδα, συμπυκνώνει σε λίγες γραμμές την οπτική γωνία αυτή εδώ της σειράς. Για τη μετάφραση του όρου institutionnaliste: χάρη στον παλιό φίλο και μεταφραστή Πάνο Τσαχαγέα, τον αποδώσαμε με τον πολύ δόκιμο όρο θεσμοκεντρική. Σημ. HS

 

*

 

«Υπογραμμίζοντας λοιπόν ότι, όπως δείχνουν όλα τα δεδομένα, το χρήμα δεν γεννήθηκε σαν ένα εργαλείο αριθμητικής μέτρησης των αξιών των εμπορευμάτων αλλά πρώτα-πρώτα σαν ένα στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων −όπου το ποσοτικό δεν ήταν κατ’ ουσίαν παρά μια υλική αποτύπωση ανορθολογικών σχέσεων ισχύος−, και στη συνέχεια σαν ένα (αλλά όχι το μοναδικό) εργαλείο κωδικοποίησης αυτών των σχέσεων, οφείλουμε να παρατηρήσουμε, ότι ποτέ σε ολόκληρη την ιστορία του το χρήμα δεν έπαψε να αποτελεί μια αντανάκλαση του ανορθολογισμού εκείνων των πρωτόγονων κοινωνικών δομών».

Edouard Will, «Σκέψεις και υποθέσεις σχετικά με τις καταβολές του νομίσματος»,

Révue numismatique, τχ 17 (1955).

*

«Τι εννοούμε όταν λέμε, ότι το χρήμα είναι θεσμός; Εννοούμε ότι το χρήμα δεν είναι ένα εμπόρευμα, ούτε ένα εργαλείο για τη διευκόλυνση των ανταλλαγών, όπως υποστηρίζουν πάμπολλες ανταγωνιστικές θεωρίες, αλλά είναι ο δεσμός που συνδέει μεταξύ τους τους παραγωγούς και που, έτσι, καθιστά δυνατή την πραγμάτωση των ανταλλαγών. Με άλλα λόγια, κάτω από αυτή την οπτική, το χρήμα είναι η πρωταρχική σχέση, εκείνη πάνω στην οποία θεμελιώνεται η εμπορευματική τάξη πραγμάτων. Χωρίς το χρήμα, χωρίς το νόμισμα, δεν μπορεί να υπάρξει εμπορευματική οικονομία.

Εδώ βρίσκεται η πρωτοτυπία της θεσμοκεντρικής [institutionaliste] θέσης μας. Στις οικονομικές θεωρίες το χρήμα θεωρείται συνήθως δευτερεύον σε σχέση με τον ορισμό της έννοιας της Αξίας. Αυτή η έννοια αποτελεί κατά παράδοση το κατεξοχήν αντικείμενο των οικονομικών αναλύσεων και από αυτήν αντλούν την απάντησή τους σε όλα τα θεμελιώδη ζητήματα της οικονομίας: γιατί τα εμπορεύματα είναι σύμμετρα και σύμφωνα με ποια σχέση αναλογίας ανταλλάσσονται. Αυτή την αντίληψη την ονομάζω εργαλειακή [instrumentaliste] προσέγγιση του χρήματος, διότι θεωρεί το χρήμα σαν ένα εργαλείο, το εργαλείο που διευκολύνει τις ανταλλαγές.

Μαρξ και Αριστοτέλης

 

Η προσέγγιση του Μαρξ αποτελεί ένα ενδιαφέρον όσο και χαρακτηριστικό παράδειγμα της εργαλειακής θεώρησης του χρήματος. Ας το δούμε. Στο πρώτο λ.χ. κεφάλαιο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίον ο Αριστοτέλης, εξετάζοντας το ζήτημα της ισότητας “5 κλίνες = 1 οικία”, γράφει ότι “ούτε ανταλλαγή θα υπήρχε αν δεν υπήρχε ισότητα∙ ούτε ισότητα θα υπήρχε αν δεν υπήρχε συμμετρία” [Ηθικά Νικομάχεια, βιβλίο Ε΄, 1133b –σημ. HS], δηλαδή αναγωγή σε ένα κοινό μέτρο.

 

Σχολιάζοντας εδώ ο Μαρξ, υπογραμμίζει την “μεγαλοφυΐα” του Αριστοτέλη, στο βαθμό που κατάλαβε πως η χρηματική ανταλλαγή στηρίζεται σε μια σχέση ισότητας. Ωστόσο κατά τον Μαρξ, σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Αριστοτέλης σκόνταψε αφού δεν κατόρθωσε να καταδείξει πού θεμελιώνεται η εμπορευματική ισότητα-συμμετροποίηση, μιας και ήταν της γνώμης ότι “είναι αδύνατον πράγματα τόσο ανόμοια να γίνουν σύμμετρα”, με αποτέλεσμα να  καταλήξει ο συμπέρασμα ότι “κάνουμε αυτή τη συμμετροποίηση απλώς και μόνο για λόγους πρακτικής χρείας” [στο ίδιο, HS].

Για τον Αριστοτέλη λοιπόν, η εμπορευματική ισότητα-συμμετροποίηση είναι καθαρά θέμα σύμβασης. Όμως για τον Μαρξ δεν είναι έτσι τα πράγματα. Κατ’ αυτόν υπάρχει πραγματικά κάτι το κοινό μεταξύ των εμπορευμάτων, μια ουσία στην οποία θεμελιώνεται η συμμετροποίησή τους και η οποία προηγείται του χρήματος: η ανθρώπινη εργασία. Έτσι, συμπεραίνει ότι η ανταλλαγή των εμπορευμάτων συντελείται με μέτρο τον “κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας” που απαιτείται για την παραγωγή τους.  Σύμφωνα με τον Μαρξ, ο λόγος που ο Αριστοτέλης δεν κατόρθωσε να ξεδιαλύνει το μυστήριο της ιστότητας των εμπορευμάτων έχει να κάνει με το ότι ζούσε σε μια εποχή όπου οι δουλοκτητικές σχέσεις έκρυβαν την ουσία που εξισώνει τις ανθρώπινες εργασιακές δυνάμεις. Κοντολογής, στη μαρξιστική θεωρία το χρήμα είναι δευτερεύον, μια σε δεύτερο χρόνο έκφραση των σχέσεων Αξίας.

Η εμπορευματική ανταλλαγή δεν βασίζεται σε καμιά “ουσία” του εμπορεύματος!

 

Η δική μας αντίληψη αντιτίθεται τόσο στη μαρξιστική όσο και στη νεοκλασσική υπόθεση της Αξίας, και συμφωνεί με τον Αριστοτέλη. Θεωρούμε δηλαδή ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία αντικειμενική ουσία πίσω από την ανταλλαγή των εμπορευμάτων και ότι η ανταλλαγή αυτή θεμελιώνεται απλώς και μόνο στην σύμβαση του χρήματος. Με άλλα λόγια, η σχέση με το χρήμα είναι εκείνη που ομοιογενοποιεί, εξισώνει, ή καθιστά “σύμμετρα”, τα εμπορεύματα. Αυτή η εξίσωση ή συμμετροποίηση  δεν προϋπάρχει της θέσμισης του χρήματος και δεν υπάρχει χωρίς τη σύμβαση του χρήματος.

Υποστηρίζουμε λοιπόν μια θεωρία πολύ διαφορετική από εκείνη που προτείνουν οι ποικίλες θεωρίες της Αξίας, όπως κι αν την ορίζουν. Δεν βλέπουμε στο χρήμα μια ουδέτερη μορφή, η οποία απλώς επιτρέπει ή διευκολύνει την έμμεση έκφραση μιας Αξίας που υποτίθεται ότι προϋπάρχει της χρηματικής σύμβασης. Απεναντίας, θεωρούμε ότι το χρήμα και η αξία αποτελούν μια και την αυτήν πραγματικότητα: είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αξία υπάρχει μόνο και μόνο επειδή υπάρχει το χρήμα. Αξία χωρίς χρήμα δεν υπάρχει.

Επομένως, σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη, όταν λέμε ότι το τάδε εμπόρευμα έχει τη δείνα “αξία”, εννοούμε απλώς ότι το εμπόρευμα αυτό επιτρέπει την απόκτηση χρήματος κατά την ανταλλαγή του. Δεν πρέπει λοιπόν να βλέπουμε τη χρηματική τιμή όπως τη βλέπουν οι διάφορες θεωρίας της Αξίας, δηλαδή σαν ένα συμβατικό μανδύα που θα πρέπει να τον σηκώσουμε για να δούμε καθαρά ένα μέγεθος, το οποίο υποτίθεται ότι κρύβεται από πίσω του και είναι η αντικειμενική αξία των εμπορευμάτων. Απεναντίας, θεωρούμε πως η τιμή είναι μια θεμελιακή πραγματικότητα της εμπορευματικής ανταλλαγής με την έννοια ότι το κάθε εμπόρευμα αξίζει ακριβώς όσο και η τιμή του, δηλαδή όση είναι η ποσότητα χρήματος την οποία αποφέρει κατά την εμπορευματική ανταλλαγή.

Με άλλα λόγια, για τη θεσμοκεντρική προσέγγιση το θεωρητικά ουσιώδες γεγονός, αυτό που πρέπει πρωτίστως να κατανοήσουμε, είναι η εξάρτηση όλων των εμπορευματοκατόχων και εμπορευματοπαραγωγών από το χρήμα. Πρέπει δηλαδή να καταλάβουμε τι είναι αυτή η ομόφωνη και ακόρεστη επιθυμία για χρήμα, που διακατέχει όλα τα μέλη των εμπορευματικών κοινωνιών.

 

Γι’ αυτό το λόγο η θεσμοκεντρική προσέγγιση, αντίθετα από τις άλλες οικονομικές θεωρίες, δεν επιδιώκει να συλλάβει την πραγματικότητα του χρήματος στις διάφορες επιμέρους λειτουργίες του (νομισματική μονάδα, μέσον κυκλοφορίας, μέσον αποταμίευσης), αλλά στην ικανότητά του να συγκεντρώνει πάνω του την γενικευμένη συμφωνία της κοινωνικής ομάδας και να την εκφράζει μ’ έναν αντικειμενοποιημένο τρόπο −απ’ όπου και ορισμοί μας όπως “το χρήμα, έκφραση της κοινωνίας ως ολότητα” (Aglietta et al. 1998, 10) ή “το χρήμα, συντελετής ολοποίησης” (Orléan, 2002).

Ανθρωπολογική συνηγορία υπέρ της θεσμοκεντρικής θεώρησης

 

Η θεσμοκεντρική θεωρία μας μπορεί να είναι εντελώς μειοψηφική μεταξύ των οικονομολόγων, ωστόσο έχει σημαντικούς υποστηρικτές στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Για παράδειγμα τον Μως, τον Σιμιάν, ή τον Ζίμμελ. Ας δούμε λ.χ. τι λέει σχετικά ο Μαρσέλ Μως στη σύντομη μελέτη του με τίτλο “Οι καταβολές της έννοιας του χρήματος” (1914).

 

Βασική ιδέα του Μως είναι ότι η ικανότητα προσπορισμού αγαθών προέρχεται από την σαγηνευτική δύναμη του τάλισμαν [μαγικό φυλαχτό, HS]. Οι άνθρωποι ποθούν μαζικά το τάλισμαν επειδή πιστεύουν στις μαγικές του ιδιότητες σε τέτοιο βαθμό, που είναι πρόθυμοι να εγκαταλείψουν όσα έχουν για να το αποκτήσουν. Εδώ βρίσκεται η προέλευση των μαγικών ιδιοτήτων του χρήματος! Η αγοραστική δύναμη του κατάγεται από τη σαγήνη που ασκεί το τάλισμαν. Ο Μως γράφει:

Κατά τη γνώμη μου, η αγοραστική δύναμη του πρωτόγονου χρήματος έγκειται πάνω απ’ όλα στη δύναμη σαγήνης που μεταβιβάζει σε όποιον το κατέχει και την οποία χρησιμοποιεί για να επιβάλλεται στους άλλους.

Με δυο λόγια, ο Μως μάς λέει πως για να καταλάβουμε την αγοραστική δύναμη του χρήματος, πρέπει να καταλάβουμε τη συλλογική λατρεία που περιβάλλει ορισμένα αντικείμενα. Εδώ ακριβώς συναντάει την δική μας προβληματική. Να σημειώσω, πως ο μοντέλο του τάλισμαν συμφωνεί με τα συμπεράσματα πολυάριθμων αθρωπολόγων, που έχουν υπογραμμίσει το γεγονός ότι το πρωτόγονο χρήμα είναι κατ’ ουσίαν ένα μέσον πληρωμής με το οποίον μπορούσε να “εξοφλήσει” κανείς μη-οικονομικές υποχρεώσεις, όπως για παράδειγμα τη προίκα της νύφης, ή το weregild [η αξία κάθε προσώπου ή πράγματος σύμφωνα με τους Σάλιους Κώδικες, HS].

Εδώ βλέπουμε ξεκάθαρα την καρδιά του προβλήματος χρήμα: η ενσάρκωση αυτού που “αξίζει”, θεμελιώνεται στη λατρεία της κοινωνικής ομάδας για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή σημείο. Τέτοιου είδους είναι το μυστήριο της αγοραστικής δύναμης. Εκείνο που αλλάζει με το σύγχρονο χρήμα, είναι η φύση της λατρείας: δεν πρόκεται πλέον για κλασσική μαγικοθρησκευτική λατρεία. Γι’ αυτό και μιλάμε τώρα για “συλλογική εμπιστοσύνη” [και “εμπορική πίστη”, HS].»

André Orléan, Εισήγησηστοσεμινάριο

«De l’ auto-organisation au temps du projet»,

11-18 Ιουλίου 2007

 

Μοντερνισμός και μεταμοντερνισμός ή προς μια ριζοσπαστική κριτική του μεταμοντερνισμού

Μοντερνισμός και μεταμοντερνισμός, ή προς μια ριζοσπαστική κριτική του μεταμοντερνισμού*
του Βασίλη Φιοραδάντε

 

«Κάθε αισθητική ουτοπία προσλαμβάνει σήμερα αυτή τη μορφή: να γίνουν πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουμε τι είναι».

Αντόρνο

 

Ο μοντερνισμός ορίζεται cog η τέχνη της ρήξης με το παρελθόν (1903-10), με τον ρεαλισμό, τον νατουραλισμό, την παραδοσιακή τέχνη και το παραδοσιακό πνεύμα. Ο διεθνισμός του στυλ. της γλώσσας, της μορφής και της ιδεολογίας είναι κυρίαρχος· ο βολονταρισμός. ο ιστορικισμός και ο μαχόμενος ανθρωπισμός, αναδεικνύονται σε καθοριστικά, καθώς και σε κυρίαρχα ηγεμονικά στοιχεία.

Μέσα από την ανάπτυξη καινούργιων (μοντέρνων) αντιλήψεων και πρακτικών αναφορικά με τα χρώματα, τον χ(όρο. το σχέδιο, το υλικό (materiaux). την καλλιτεχνική γλώσσα γενικά, αλλά και ειδικά σε σχέση με την αντίστοιχη μορφή τέχνης (ποίηση, λογοτεχνία, μουσική, πλαστικές τέχνες κ.λπ.). θεμελιώνεται και αναπτύσσεται μια καινούργια (μοντέρνα) ορθολογικότητα (rationalite) σ’ αντίθεση με την κυρίαρχη. Προς αυτή την κατεύθυνση καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο πειραματισμός, ο συνεχής και αδιάκοπος πειραματισμός, αλλά πάντα συνδεδεμένος με τους παραπάνω στόχους.

Ο μοντερνισμός είναι η τέχνη και γενικότερα η θεώρηση που συνδέεται στενά με την εμφάνιση των πρωτοποριών, φαινόμενο πρωτόγνωρο σ’ όλη την ιστορία και που εμφανίζεται για πρώτη φορά στις αρχές του αιώνα. Η εμφάνιση των πρωτοποριών είναι ένα καθαρά κοινωνικό φαινόμενο, συνδεόμενο με τις βαθιές αλλαγές της κοινωνίας στην περίοδο της μονοπωλιοποίησης ιμπεριαλιστικοποίησής της, σαν η έκφραση μιας αρνητικής θέσης και δυναμικής απέναντι σ’ αυτήν την καταστροφική μετατροπή για τον άνθρωπο, την κοινωνία και την φύση.

Οι πρωτοπορίες είναι εικονοκλαστικές, καθαρές (pures et puristes), ριζοσπαστικές και προσπαθούν να ξεφύγουν από κάθε κυρίαρχη λογική – σ’ ένα κάποιο βαθμό δε, το καταφέρνουν. Όλο το βάρος της δραστηριότητας τους συγκεντρώνεται αναγκαστικά σε μια προσπάθεια να σπάσουν την όλο και εντονότερα κυριαρχούσα πραγμοποίηση, στο ξεπέρασμα της γενικευόμενης αλλοτρίωσης: Στην αναζήτηση της χαμένης και διαλυμένης αυθεντικότητας.

Η κρίση των μορφών και η κρίση της κοινωνίας στη μεταδοτική της περίοδο στις αρχές του αι. δημιούργησαν τις προϋποθέσεις του ιστορικού ξεπεράσματος της παραδοσιακής τέχνης. Αυτή η ίδια κρίση και η μεταδοτικότητα έκαναν δυνατή την ιστορική θεμελίωση του μοντερνισμού σαν κοινωνικό και αισθητικό ρεύμα. Στο βαθμό του μη ξεπεράσματος των μοντερνιστικών σχεδίων μεταρρύθμισης του καπιταλισμού, ο μοντερνισμός κουβαλούσε στην πλάτη του την σύμφυτη μοντερνιστική ουτοπία του συστήματος. Ο ριζοσπαστικός μοντερνισμός, αντίθετα, εργάστηκε προς την κατεύθυνση ενός δυνατού ξεπεράσματος του συστήματος και των κοινωνικά αλλοτριωτικών του μηχανισμών.

Από την πρώτη δεκαετία του ΧΧου αι. μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η μοντέρνα τέχνη συνεχίζει ν’ αναπτύσσεται έστω και με σοβαρές διαφορές (μετά το 1945 εμφανίζονται νέες πρωτοπορίες που διαδέχονται τις ιστορικές των αρχών του αι.). Η συνεχής αυτή ανάπτυξη συνδυάζεται με την σταθερή άρνηση των πρωτοποριών στην ενσωμάτωση, κύριο χαρακτηριστικό του μονοπωλιακού και του ύστερου καπιταλισμού. Έτσι γίνεται κατορθωτή η προοδευτική συγκρότηση της μοντερνιστικής ορθολογικότητας σε Λόγο, σε ριζοσπαστικό και αισθητικό κοινωνικό Λόγο. Ριζοσπαστική και κριτική διάσταση σημαίνουν συνεχή άρνηση, αντίσταση στην ορθολογικοποίηση, τεχνοκρατικοποίηση, γραφειοκρατικοποίηση: Ολική αντίθεση στην προϊούσα εργαλειοποίηση του λόγου.

Η σύνδεση του μοντερνισμού με τις κοινωνικές ουτοπίες, σε σταθερή ανάπτυξη και διάδοση από την αρχή του αι. μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, είναι σαφής και καθοριστική στην κοινωνικοποίηση του σαν τέχνη και σκέψη, ακόμη και στις πιο απαισιόδοξες εκδοχές, ακόμη και στις πιο αυτονομημένες μορφές του. Ενδεικτικά αναφέρουμε το έργο του Μπέκετ, του Ράιυχαρτ κ.ά.

Ο ριζοσπαστικός μοντερνισμός αυτονομείται από την κατεστημένη πράξη και τις κυρίαρχες ιδεολογίες, ειδικότερα δε από την ιδεολογία της προόδου (και ιδιαίτερα της τεχνολογικής), χωρίς να εγκαταλείπει τον ύστατο αγώνα για την πραγματική πρόοδο της κοινωνίας που συνδυάζεται με τον γενικότερο αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση.

Ο μοντερνισμός είναι η τέχνη του περιεχομένου, ενός κριτικού έως και ανατρεπτικού περιεχομένου. Οι καλλιτεχνικές του μορφές παρουσιάζουν ένα άμεσο και έντονο ενδιαφέρον σαν τέτοιες, αλλά και σαν η συμπύκνωση του παραπάνω συγκεκριμένου περιεχομένου τους. Έτσι καθορίζονται και σε κάθε περίπτωση αλληλεξαρτώνται απ’ αυτό. Μ’ αυτήν την έννοια, η διαλεκτική μορφή περιεχόμενο είναι πρωταρχική, όπως και η διαλεκτική του μοντερνισμού με την κοινωνία. Μια ακόμη διαλεκτική, επί μέρους εκδήλωση του ολικού κοινωνικού φαινομένου που είναι ο μοντερνισμός, αναδεικνύεται σε καθοριστική: Μορφή υλικό περιεχόμενο. Η εργασία των πρωτοποριών αναφορικά με το υλικό, βοηθά στο ξεπέρασμα του παραδοσιακού δυαδισμού μορφή-περιεχόμενο, το περιεχόμενο δε με τον μοντερνισμό αποκτά κοινωνικές και ιστορικές διαστάσεις (κατασταλαγμένο περιεχόμενο, περιεχόμενο αλήθειας, ιστορικό και κοινωνικό περιεχόμενο).

Στην όλη διαμόρφωση του μοντερνιστικού προγράμματος, η συνείδηση παίζει καθοριστικό ρόλο. Αυτή δημιουργείται, και κατά κάποιο τρόπο εδραιώνεται και ισχυροποιείται μέσα από και την ριζική αντίθεση των πρωτοποριών στην ψευδή συνείδηση, η εμφάνιση της οποίας συμβαδίζει με την μονοπωλιοποίηση και στην συνέχεια τεχνοκρατικοποίηση της κοινωνίας. Το ξεπέρασμα, έστω υποθετικό ή και ουτοπικό, της πραγμοποίησης καταλήγει σε προϋπόθεση sine qua non κάθε αυθεντικής και πρωτοποριακής δημιουργίας, και συνδέεται στενά με την ύπαρξη ή όχι συνειδητοποιημένων ατομικών και συλλογικών υποκειμένων. Η ιστορικότητα, με την έννοια της (συνειδητής) σύνδεσης της μοντέρνας τέχνης με την προηγούμενη ιστορία της κοινωνίας και της τέχνης, αλλά κυρίως από την άποψη της αποδοχής της (από την μοντέρνα τέχνη) σαν δρώσα δύναμη και επί πλέον από την συνειδητοποίηση της, σαν δύναμης που προετοιμάζει το μέλλον (που σαν τέτοια ταυτίζεται με το ιστορικό υποκείμενο), αποτελεί την κινητήρια δύναμη του μοντερνισμού.

Η πραγματικότητα είναι έτσι πάντα παρούσα στον μοντερνισμό, αλλά κατά κανόνα αρνητικά και μόνον αφετηριακά θεωρητικοποιημένη. Η πραγμοποιημένη πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να είναι αρνητικά ενταγμένη στην τέχνη – διαφορετικά η μοντέρνα τέχνη θα ξέπεφτε σ’ ένα φτωχό και στείρο ρεαλισμό της πραγμοποιημένης και εκ των πραγμάτων μη ιστορικής πραγματικότητας (ή δεν θα ξέφευγε από διάφορες αντανακλαστικές, μηχανιστικά ρεαλίζουσες ή νατουραλίζουσες αναπαραστάσεις της).

Ο μοντερνισμός αναπτύσσεται στο όλο και περισσότερο ελαχιστοποιούμενο περιθώριο που ξέφευγε από την γρήγορα αναπτυσσόμενη βιομηχανία της κουλτούρας στον ύστερο καπιταλισμό. Η μονοδιαστατοποίηση και η μαζοποίηση της (καταφατικής) κουλτούρας είναι εντελώς ξένες στην τέχνη των πρωτοποριών, χωρίς οι τελευταίες να φθάνουν και σ’ ελιτισμό. Η μοντέρνα τέχνη είναι, πολύ απλά, πρωτοποριακή και η πρωτοποριακή τέχνη είναι η μοντέρνα: ούτε ελιτισμός ούτε λαϊκισμός και, ιδιαίτερα, βιομηχανοποιημένος.

Η φυγή από την πραγμοποιημένη πραγματικότητα, όπως και η άρνηση της ώθησαν (αναπόφευκτα;) ένα σοβαρό τμήμα της μοντέρνας τέχνης προς τον σπιριτουαλισμό. Η προσπάθεια επανεισαγωγής του πνεύματος, απέναντι σε μια έντονα υλιστικοποιημένη πραγματικότητα και σ’ αντίθεση σ’ αυτήν, μπορεί να οδήγησε μέχρι και σε διάφορες μορφές ιδεαλισμού, ακόμη και άκρατου ιδεαλισμού, αλλά αυτό ήταν το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν οι πρωτοπορίες στην πραγμοποίηση, στην αλλοτρίωση και στην διάλυση της αυθεντικότητας, της κάθε αυθεντικότητας. Όμως αυτός ο «ιδεαλισμός» είναι η κινητήρια δύναμη του μοντερνισμού, και ταυτόχρονα, αποτελεί βασικό στοιχείο των θεωρήσεων του του κόσμου, της απελευθερωτικής του διάστασης.

Μια από τις σημαντικότερες εισφορές της μοντέρνας τέχνης, και κυρίως του ριζοσπαστικού τμήματος της, είναι η επεξεργασία ενός απελευθερωτικού οράματος. Μ’ αυτή την έννοια, η μοντέρνα τέχνη αποκτά μια έντονα κοινωνικοπολιτική, και κατ’ επέκταση ιδεολογική διάσταση. Η ιδεολογική κριτική αναδεικνύεται σε μοναδικής αξίας συνισταμένη στον αδυσώπητο αγώνα της εναντίον της κατεστημένης τάξης και των κυριάρχων ιδεολογιών, καθώς και της ίδιας της καλλιτεχνικής δημιουργίας καθαυτής.

Ο Μεταμοντερνισμός (μ-μ) συνίσταται στην ταύτιση της εικόνας με την πραγματικότητα (ή στηρίζεται στην αναπαράσταση της πραγματικότητας μ’ ένα φωτογραφικό λίγο πολύ τρόπο). Μ’ αυτή την έννοια, πρόκειται για τέχνη θεωρητικοποίηση της συνθηκολόγησης. Επιστρατεύει δε ακόμη τον αντιδραστικό ιστορικισμό (ή τον αναχρονισμό) και τον κυνισμό σαφώς αντιουμανιστικού περιεχομένου.

Ο μ-μ αντιπροσωπεύει την κατάργηση sine die του κοινωνικού στοιχείου της τέχνης, θεωρεί κάθε αμφισβήτηση, αντίθεση, κάθε κριτική ή αρνητική θέση σαν πουριτανισμό. Ξεκόβει έτσι από τις μορφικές επεξεργασίες του μοντερνισμού και επιχειρεί μια άγρια επιστροφή σ’ εντελώς ξεπερασμένες μορφές, δηλαδή σ’ αυτές της τέχνης των προηγουμένων ιστορικών περιόδων και ακόμη των εντελώς απομακρυσμένων, οι οποίες έχουν αποστεωθεί από την ίδια την ιστορική εξέλιξη, επιστροφή που αποπειράται να τις ιδανανικοποιήσει αποκαθιστώντας τες, δεδομένης της υποτιθέμενης προγραφής τους από τον «δογματικό» μοντερνισμό. Μ’ αυτό τον τρόπο ο μανιερισμός, το μπαρόκ, το δωρικό στυλ κ.λπ., ξαναεπιστρέφουν με τη μεταμοντερνίζουσα αναθεώρηση τους στην επικαιρότητα. Επί πλέον, η εντελώς οπισθοδρομική θεωρία του metier, καθώς και η στείρα ακαδημαϊκή τέχνη pompier, «επαναξιοποιούνται», καταλαμβάνοντας πρωτεύουσα θέση στο μ-μ πάνθεον!

Η ένταξη του μ-μ στη βιομηχανία της κουλτούρας είναι πλήρης με καταστροφικές συνέπειες για τη σύγχρονη τέχνη και κουλτούρα. Το ίδιο καταστροφική είναι και η κυριάρχηση του μ-μ από την τεχνική, την τεχνοκρατία και την ανεξέλεγκτη τεχνική αναπαραγωγή, αν και στις προθέσεις του είναι να τους προσδώσει ωραιοποιητικές διαστάσεις.

Η εμφάνιση και η ραγδαία εξάπλωση του μ-μ εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο την κρίση του κοινωνικού κινήματος, την προϊούσα διάλυση και αποσύνθεση των θεωρήσεων του κόσμου που βρισκόταν σ’ αλληλοσύνδεση με τον μοντερνισμό (ιστορικό και νεώτερο). Έτσι η διαλεκτική τέχνης κοινωνίας, που είναι κυρίαρχη στον μοντερνισμό, εξαφανίζεται, προς όφελος της απόλυτης εμπορευματοποίησης της μ-μ ψευδοτέχνης.

Ο μ-μ ταυτίζεται με την εξαφάνιση κάθε αυθεντικότητας στην τέχνη· με την κατάργηση κάθε έννοιας του έργου τέχνης (ακόμη δε περισσότερο του έργου σαν αυτονόητη ολότητα)· με την άρνηση της πνευματικότητας (spiritualisme) και της διανοητικότητας της τέχνης και αντικατάστασης της με την ιδανικοποίηση της ψευδούς συνείδησης. Ανάγει την ισοπέδωση γενικά σε κυρίαρχη, και ειδικότερα αυτή της διαλεκτικής υποκείμενο αντικείμενο, με μόνο στόχο την ιδανικοποίηση του αντικειμένου και την αντικειμενικοποίηση, βλ. πραγμοποίηση, στη λατρεία της οποίας υποτάσσεται πλήρως μετατρέποντας την σε ιδεολογία του.

Ο μεταμοντερνισμός σαν στυλ, συνοδευόμενος και ταυτιζόμενος με το άδειασμα του ιδεολογικού στοιχείου της μοντέρνας τέχνης, ενώ φαινομενικά παρουσιάζεται σαν ηγεμονικός, δεν είναι τίποτε άλλο από μια στείρα ανάδειξη της μη δημιουργικότητας, καθώς και της έλλειψης της οποιασδήποτε δημιουργικότητας σε ιδεολογία. Έτσι το αμάλγαμα και το συνοθύλευμα (pastiche) παίζουν πρωταρχικό ρόλο στον μ-μ, τόσο σαν ιδιαίτερα στυλμόδες, όσο και σαν ιδεολογία γενικότερα. Ειδικότερα δε μ’ αυτόν τον τρόπο ο μ-μ προσπαθεί να αποκρύψει τον ψευτορεαλισμό, τον αντιουμανισμό, τον αντιρασιοναλισμό και τον αντιιστορικισμό του.

Ο μ-μ έχει επιστρέψει στην ιστορικά ξεπερασμένη αφήγηση. Νομιμοποιεί οτιδήποτε στην προσπάθεια του να μετατρέψει την τέχνη σε θέαμα ή να την υποβιβάσει σ’ αυτό. Η θεαματικοποίηση της τέχνης συμβαδίζει με την αντίστοιχη μετατροπή σε θέαμα της πολιτικής και με την massmediation όλης της κοινωνικής ζωής. Η τέχνη έτσι δεν διαφορίζεται σε τίποτε από τα παραγόμενα σ’ ασύλληπτες ποσότητες επικοινωνησιακά και άλλα gadgets (δηλ. διάφορα μικροαντικείμενα χωρίς κανένα νόημα και λόγο ύπαρξης). Στην καλύτερη δε περίπτωση δεν ξεπερνά το επίπεδο του bricolage (μαστόρεμα).

Οι πρωτοπορίες θεωρούνται από τον συνθηκολογημένο μ-μ εικονοκλαστικές. Κατ’ επέκταση και η ριζοσπαστική ιδεολογία του μοντερνισμού στο σύνολο του, σαν ιστορικό και κοινωνικό αισθητικό κίνημα, αντικαθίσταται από την ιδανικοποίηση του αμαγάλματος, τη θεολογία του συνοθυλεύματος, της εξαφάνισης κάθε έννοιας και νοήματος. Ταυτόχρονα, ανάγεται σε ιδεολογία η αντιιστορική προσέγγιση της ιστορίας της τέχνης (και της κοινωνίας), και ειδικότερα όσον αφορά την ιστορική ρήξη του μοντερνισμού με την παράδοση. Ο μοντερνισμός μετατρέπεται έτσι σε ένα γεγονός και σ’ ένα καλλιτεχνικό ρεύμα όπως όλα τ’ άλλα. Αμφισβητούνται οι αφετηριακές και προγραγραμματικές προθέσεις του σαν ριζοσπαστικό κίνημα, στο όνομα της κυριαρχούσας σήμερα «καταστροφής» (A.B. Oliva) και της επιδιωκόμενης «ηρεμίας» (A.B. Oliva). H ανατροπή του μοντερνισμού που επιχειρείται, και σ’ ένα πολύ σημαντικό βαθμό επιτελείται από τον μ-μ, είναι πλήρης.

Τα ίδια ακριβώς είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του μ-μ στη φιλοσοφία και στην αισθητική θεωρητικοποίησή του, αποτέλεσμα μιας γενικότερης εκφυλισμένης (degeneree) στάσης που τον καθορίζει ολοκληρωτικά. Ο μ-μ συνδέεται με τον νεοσυντηρητισμό στην πολιτική και κοινωνική πρακτική, σαν απόρροια της σχετικής έλλειψης της πράξης και της έντονης κρίσης του υποκειμένου.

Η ανάγκη όμως για μια σταθερή μοντερνιστική, βλέπε κριτική, αρνητική και ριζοσπαστική πρακτική δεν έχει εκλείψει. Η αποδόμηση (και η μέχρι παροξυσμού συνδρομική λατρεία και διάδοση της) δεν είναι δυνατό να διατηρείται για πάντα: Εμφανίζεται και η τάση προς την ανασύνθεση.

 

III

Η λατρεία του αντικειμένου αρχίζει με τον ντανταϊσμό (ντανταϊστικό αντικείμενο), γενικεύεται με τον Νέο Ρεαλισμό και κυριαρχεί στον μ-μ, ενώ στον Μάλεβιτς, για παράδειγμα, και σε πολύ σημαντικό τμήμα της αφηρημένης τέχνης, η τέχνη ορίζεται σαν κατ’ εξοχήν μη-αντικειμενική (nonobjective).

Η γενική τάση προς το γκρέμισμα του Dada, που στόχευε στην απελευθέρωση της δημιουργικής φαντασίας, άφησε ορθάνοικτες τις πόρτες στην μ-μ μπουλντόζα. Δεν δημιουργήθηκε κανένα ξεπέρασμα των καθιερωμένων (παραδοσιακών) καλλιτεχνικών αξιών και κατηγοριών (όπως η ζωγραφική, η γλυπτική, η χρήση των παραδοσιακών υλικών: μουσαμάς, λάδι κ.λπ.). Η ονειρική ψυχαναλυτική χίμαιρα που οδηγούσε στον αισθητικό ηδονισμό, θεωρητικά απαραίτητο για κάθε απελευθερωτική τάση στην τέχνη κατέληξε σε ιδανικοποίηση της ψευδούς συνείδησης, της ρεαλίζουσας ταυτότητας και της κατάργησης του οποιουδήποτε νοήματος από τον μ-μ.

Ένα τόσο ριζοσπαστικό κίνημα, όπως ήταν ο ντανταϊσμός, και στη συνέχεια ο σουρεαλισμός, και το οποίο εκμηδένιζε κάθε διάκριση ανάμεσα στη ζωγραφική, το ανάγλυφο, την γλυπτική και το προκατασκευασμένο αντικείμενο, στην αναθεωρημένη μορφή του που διαπερνάται από την χωρίς όρια συνθηκολόγηση όπως αυτή ενσαρκώνεται από τον μ-μ, κατέληξε σ’ ένα αδιέξοδο ή στη δημιουργία των ακριβώς αντιθέτων του. Αντιθέτων, τόσο από την άποψη των μορφικών επεξεργασιών και αισθητικών αποτελεσμάτων, όσο και από την άποψη της ανατροπής των ριζοσπαστικών αφετηριακών προθέσεων του. Ειδικότερα δε στην πέννα του ιδεολόγου του μ-μ. J. Clair η τάση ακριβώς της σουρεαλιστικής πρωτοπορίας προς το ξεπέρασμα των διαφόρων λίγο πολύ παραδοσιακών μορφών τέχνης, αποτελεί, via πάντα τον νέο ρεαλισμό, ακρογωνιαίο λίθο της επίθεσης του εναντίον των πρωτοποριών και του κοσμοπολιτισμού, ουτοπισμού, βολονταρισμού και του διεθνισμού τους.

Η ριζοσπαστική αισθητική και επιστημολογική απόπειρα του Duchamp: αντεστραμμένη ρόδα, ουροδόχος από πορσελάνη κ.λπ., κατέληξε σ’ ένα οργανωμένο θέαμα με βασική την παράμετρο της ξενάγησης (τουριστική αλλοτρίωση), σε πλήρη ενσωμάτωση στις γκαλερί της μόδας και στα ψευτομοντερνίζοντα μουσεία. Η πραγματικά μοντέρνα καλλιτεχνική πρακτική είναι υποχρεωμένη σήμερα να λάβει αρνητικά υπόψη της, τόσο το χώρο του οργανωμένου θεάματος, όσο και την μ-μ ιδιοποίηση των πρωτοποριών γενικά, και του Duchamp ειδικότερα.

Η αναγεννησιακή όσο και μοντέρνα διαδικασία που αναδείχτηκαν για την τέχνη τα collages, πρόδρομος του ready made, ήταν διαδικασία που παρά τα εξ ορισμού πτωχά μέσα της (ίσως και εξαιτίας τους), κατέληξε σε προτάσεις ιδεολογικής ηγεμονίας μοντερνιστικού χαρακτήρα. Δηλαδή στην προοδευτική δημιουργία μιας ριζοσπαστικής ορθολογικότητας, που συγκροτούνταν σ’ αντίθεση με την επίσημη και την κατεστημένη.

Η σουρεαλιστική εμβληματικότητα, καθώς και η ντανταϊστική άρνηση «καλλιτεχνικών επιλογών και μέσων» δεν υποδήλωνε ουδετερότητα, και ακόμη λιγότερο ιδεολογική ουδετερότητα. Αντίθετα ήταν μια συνειδητή επιλογή άρνησης των κατεστημένων αισθητικών και γενικότερα κοινωνικών κριτηρίων. Μ’ αυτή την έννοια περιέκλειε μια θετικότητα, αναγκαία προϋπόθεση κάθε ιδεολογικής κριτικής, κάθε ριζοσπαστικής αισθητικοκοινωνικής στάσης.

Η σχεδόν συστηματική χρήση του μη «χρηστικού αντικειμένου με συμβολική σημασία» (Dali) συνεισέφερε στην απελευθέρωση από τον ορθολογισμό, ο οποίος είχε πάρει ήδη μαζικές διαστάσεις, αναδεικνυόμενος σε κυρίαρχο, λόγω της στενής του σύνδεσης με την ορθολογικοποίηση της οικονομίας και της κοινωνίας. Ο ορθολογισμός ήταν εξάλλου βασική ιδεολογική έκφραση αυτής της διαδικασίας και της «ορθολογιστικής» πρακτικής του σύγχρονου κράτους.

Το χιούμορ της άχρηστης μηχανής εκδήλωνε την αντίθεση στην αυξανόμενη κυριάρχηση του τεχνοκρατισμού και του προντουκτιβισμού. Το συνοθύλευμα από aspirateurs και άλλα κιτς βιομηχανικά προϊόντα των σημερινών μ-μ αναδειγμένα σε «τέχνη» εκδηλώνει το τραγικό αδιέξοδο του βιομηχανικού πολιτισμού και της συνεπαγόμενης ενσωμάτωσης ή και ακόμη διάλυσης κάθε δημιουργικότητας. Παραφράζοντας τον Β. Μπένζαμιν, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η τεχνική αναπαραγωγή δεν σκοτώνει απλά την αύρα του έργου τέχνης, αλλά ανάγει τη βιομηχανική τεχνική και τα προϊόντα της σε «τέχνη»: Τα αυροποιεί! Διαφορετικά δεν θα είχε κανένα ιδεολογικό επιχείρημα για να δικαιολογήσει και σ’ ένα σημαντικό

βαθμό να επιβάλλει την άκρατη και πρακτικιστική (εργαλειακή) κυριαρχία της.

Ο πειραματισμός ήταν πάντα βασικό χαρακτηριστικό της πρωτοποριακής τέχνης στη συνεχή προσπάθεια της ν’ αναζητά την κρυμμένη αυθεντικότητα και την πάντα καινούργια (μοντέρνα) μορφοποίηση. Ο ψευτοπειραματισμός των μ-μ, παραμορφώνοντας την παραπάνω ριζικά αποδομητική και ταυτόχρονα αναδομητική διαδικασία των πρωτοποριών, εξωραΐζει το άσχημο, αρνείται την πλαστικότητα και την αισθητικότητα. Τέλος, ανάγει σε τέχνη το ακατέργαστο με μόνο και κύριο στόχο την εμπορευματοποίηση.

Η διαδικασία αποδόμησης αναδόμησης ήταν ανέκαθεν μια διαδικασία διαλεκτική, είτε στο χώρο της οικονομίας, είτε στο χώρο της κοινωνίας, είτε, τέλος στο χώρο της τέχνης. Κατά κανόνα δε και οι τρεις αυτές διαστάσεις συνυπήρχαν στη μοντέρνα τέχνη υποστασιοποιημένες. Στη μοντέρνα τέχνη η αφετηρία ήταν πάντα αποδομητική, αλλά κατέληγε είτε σε αναδόμησησύνθεση, είτε σε ριζοσπαστικό κενό ή σε τραγικό αδιέξοδο, βαθύτατη έκφραση μιας έντονα αρνητικής στάσης απέναντι στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων.

Ο μ-μ ιδανικεύει, τόσο στο χώρο της τέχνης όσο και της φιλοσοφίας, την αποδόμηση, η οποία παραμένει πάντα αποδόμηση και την θεωρητικοποιεί σαν τέτοια. Δεν πρόκειται για καμιά αρνητική διαλεκτική, σύμφωνα με το πνεύμα του Αντόρνο. Και ακριβώς το αρνητικό αντορνικό πνεύμα είναι που βάλλεται και αναθεωρείται από τους διάφορους ανανήψαντες πρώην μοντέρνους και σημερινούς μ-μ. Στον Αντόρνο πάντα η αρνητικότητα, ακόμη και στην πιο ακραία και απαισιόδοξη έκφραση της, και όταν ακόμη είχε καταλήξει να θεμελιώνεται, θεωρητικά, μόνο και μόνο στον εαυτό της (όπως και η αισθητική και η κριτική σκέψη γενικότερα), δεν ξέφευγε ποτέ από τα χεγκελιανά σχήματα, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Αντόρνο τα θεωρούσε δύσκολα πραγματοποιήσιμα στα νεώτερα χρόνια. Δεν ξέφευγε ποτέ από την αναζήτηση (μιας κάποιας) θετικότητας ακόμη και της σύνθεσης. Ακριβέστερα, η ίδια η αρνητικότητα ήταν μια εγγενής θετικότητα αισθητικά και κοινωνικά ριζοσπαστική έστω και ουτοπική. Στους μ-μ αντίθετα, ο αποδομητισμός είναι η ιδανικοποίηση της κοινωνικά συντηρητικής στάσης, της ψευδοηθικής φιλοσοφίας τους: του πραγματικού όσο και ιδεολογικά χυδαίου κυνισμού τους. Η ιστορία για μερικούς απ’ αυτούς σταμάτησε ή επέστρεψε πάλι για νιοστή φορά στον Καντ, για άλλους στον μανιερισμό, για τους τρίτους στο δωρικό στυλ, για τους υπόλοιπους στον Νίτσε ή (και) στον Χάιντεγκερ… Ακόμη είναι σταθερή η επιλογή τους για ανιστορικά αντιδραστικά συνοθυλεύματα, για ανορθολογικές λύσεις και θεωρίες.

Η επίθεση του νεοσυντηρητισμού, και του ουσιαστικά ίδιας ποιότητας και ιδεολογίας μ-μ, εναντίον της «εξισωτικής» κοινωνικής διάστασης της νεώτερης σκέψης, αρχής γενομένης από τον J.J. Rousseau (Le Contrat Social), δεν αποσκοπεί σε τίποτα άλλο από την αμφισβήτηση του δημιουργικού και ζωογόνου ρόλου των επαναστάσεων στην ιστορία, από την ιδανικοποίηση της υπάρχουσας κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας (τις ανώτερες σφαίρες της οποίας καταλαμβάνουν και οι ίδιοι οι νεοσυντηρητικοί και μ-μ ιδεολόγοι), από την προσπάθεια να γίνει ευρύτερα πιστευτό και τέλος αποδεκτό ότι κάθε απόπειρα απελευθέρωσης οδηγεί αναπόφευκτα σε γκουλάγκ. Ο φόβος τους μπροστά στον διαγραφόμενο κίνδυνο, μια ολική επανάσταση ν’ ανατρέψει και τους ίδιους από τ’ ανώτερα σημεία της κοινωνικής πυραμίδας, είναι η βάση του αντιεξισωτισμού, δηλαδή του ελιτισμού και του συντηρητισμού τους. Η ριζοσπαστική μοντέρνα τέχνη ήταν πάντα αντίθετη σ’ αυτά τα σοφίσματα, ήταν πάντα στο πλευρό της απελευθέρωσης και της έκφρασης «του συσσωρευμένου πόνου» (Αντόρνο) της κοινωνίας. Συνέλαβε, ίσως αυτή πρώτη, την ανάγκη της ολικής επανάστασης και της απόλυτης χειραφέτησης του ανθρώπου (σουρρεαλισμός). Στις σημερινές, το ίδιο ή και πολύ περισσότερο αλλοτριωτικές και καταπιεστικές, συνθήκες δεν απομένει στην τέχνη παρά να επεξεργαστεί ένα νέο, το ίδιο ριζοσπαστικό όσο το ιστορικό, μοντερνιστικό πρόγραμμα σαν ιστορική του συνέχεια. Να επεξεργαστεί νέες και πρωτοπόρες καλλιτεχνικές μορφές, νέα απελευθερωτικά και ανατρεπτικά οράματα απέναντι στην ολική κυριάρχηση της σύγχρονης απάνθρωπης βαρβαρότητας.

 

IV

Η συστηματική και σε βάθος μελέτη του ιστορικά μοναδικού φαινομένου που είναι η μοντέρνα τέχνη, συνιστά μια από τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για τη γνώση της, για την αισθητική και κοινωνιολογική γνώση γενικότερα. Μέσα από τη γνωστική αυτή διαδικασία θα γίνει δυνατό να φωτιστεί η σημερινή συζήτηση: ανάμεσα στον μοντερνισμό και τον μ-μ και ν’ αποσαφηνιστούν οι μ-μ παραμορφώσεις και υποχωρήσεις σε σχέση με το ανεκπλήρωτο ακόμη μοντερνιστικό πρόγραμμα. Αυτή η γνωστική διαδικασία μπορεί να οδηγήσει στη συνειδητοποίηση της ανάγκης να συνεχιστεί ο μοντερνισμός σαν αισθητικο-κοινωνικό ρεύμα (στάση ζωής) και παράλληλα να υποβοηθηθεί η κριτική της μ-μ αντιδραστικής ανατροπής.

Η πορεία της μοντέρνας τέχνης μέχρι τον μινιμαλισμό, την arte povera και την land art ήταν συνεχής και διαδοχική, έστω και με μικρές τομές και ρήξεις στο εσωτερικό της. (Μήπως θα μπορούσε να ήταν και διαφορετικά;) Αυτή η πορεία όμως, παρά το σχετικό αδιέξοδο της σήμερα, δεν είχε καμιά σχέση με την οποιαδήποτε έννοια γλωσσολογικού εξελικτικισμού. Αντίθετα επρόκειτο για την ορθολογική ανάπτυξη στα πλαίσια της συγκρότησης μιας γενικότερης κοινωνικής και αισθητικής ορθολογικότητας (ρασιοναλιτέ) που αντιπροσώπευε η μοντέρνα τέχνη (ιστορική και νεώτερη πρωτοπορία). Όμως αυτή η ορθολογικότητα, και εδώ είναι το πρόβλημα και όχι τα αντιδραστικά ανέκδοτα του A.B. Ολίβα και του Ζ. Κλαιρ, ίσως κατέληξε σ’ ένα σχετικό ξεπέρασμα που η ίδια της η εξελικτική πορεία δημιούργησε. Ίσως ακόμη να μην ταιριάζει απόλυτα με τις αισθητικές ανάγκες της ονομαζόμενης από τους τεχνοκράτες μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Ίσως να υπερεκτιμούνται και τα υπάρχοντα αρνητικά στοιχεία της κατάστασης της σημερινής τέχνης και κοινωνίας, λόγω ακριβώς της γενικευμένης ιδεολογικής επίθεσης από τους μ-μ μανδαρίνους εναντίον της. Ότι και να συμβαίνει πάντως ο μοντερνισμός στην οποιαδήποτε μορφή του, δηλ. μεταρρυθμισμένος, ανανεωμένος, καινούργιος ή με την «παραδοσιακά μη παραδοσιακή» του μορφή, ιστορικά δεν έχει ξεπεραστεί. Αυτό το επιβεβαιώνει και η σημερινή τάση επιστροφής σ’ αυτόν.

Οι επιστημονικές και επιστημολογικές επαναστάσεις στις οποίες στηρίχθηκε σ’ ένα πάρα πολύ σημαντικό βαθμό ο μοντερνισμός, και που χωρίς αυτές ίσως να ήταν αδύνατη η κάθε μοντερνιστική απόπειρα, κατά κάποιο τρόπο ξεχάστηκαν, ξεπεράστηκαν από την ίδια την επιστημονική και κοινωνική ανάπτυξη. Νέες επιστημονικές και επιστημολογικές επαναστάσεις μικρότερης ίσως κλίμακας τις διαδέχτηκαν. Απέναντι τους όμως ο μοντερνισμός κράτησε μια μάλλον ουδέτερη αν όχι κριτική στάση. Και αυτό, διότι αυτές οι επαναστάσεις αφ’ ενός βοήθησαν, ίσως άθελα τους, την ανάπτυξη της εργαλειοποίησης του λόγου, και αφετέρου τη γενίκευση της αλλοτρίωσης. Μοντερνισμός όμως χωρίς μια επιστημονική επιστημολογική στήριξη και με μια αντίστοιχη θεμελίωση δεν γίνεται να υπάρχει και να διατηρηθεί. Στον επιστημολογικό όμως χώρο, η κυριαρχία του ποζιτιβισμού καθιστά δύσκολη, αν όχι ανέφικτη, τη σύνθεση σε ένα κοινό σχέδιο πρόγραμμα του μοντερνισμού με την επιστήμη.

Η ψυχανάλυση που βρίσκεται στη βάση του αισθητικού ηδονισμού του σουρεαλισμού και της action painting οδήγησε (ή ξέπεσε) σε μια κανονιστική πρακτική επαναφοράς των ατόμων στην κοινά αποδεκτή κοινωνική ζωή και στον παραγωγικό μηχανισμό, και όχι στην ψυχική σεξουαλική και κοινωνική απελευθέρωση. Η οπισθοχώρηση του φεμινισμού, για παράδειγμα, και η επιστροφή σε παραδοσιακά οικογενειακά και σεξουαλικά πρότυπα και αξίες, αφαιρούν μια σημαντική βάση από τον μοντερνισμό. Τα νέα κινήματα, που και αυτά βρίσκονται γενικότερα σε υποχώρηση σήμερα, δεν έχουν κατορθώσει να επεξεργαστούν μια κοινή και ιστορική θεώρηση του κόσμου, απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε μοντερνιστικό πρόγραμμα. Ο μοντερνισμός μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ίσως να χρειάζεται μια σοβαρή μεταρρύθμιση, στο βαθμό που η αποσπασματοποίηοη και η αποσύνθεση έχουν πάρει τέτοιες διαστάσεις, που κατά συνέπεια είναι αδύνατο να οδηγήσουν σε μια σύνθεση. Ακόμη και σαν τάση, μια τέτοια προσπάθεια είναι πολύ δύσκολη. Επιπλέον οι διάφορες μικροουτοπίες κινδυνεύουν να ξεπέσουν σε αντιδραστικές κατευθύνσεις.

Η ανυπαρξία όμως της τάσης προς τη σύνθεση και η έλλειψη της οποιασδήποτε ριζοσπαστικής κοινωνικής ουτοπίας δεν διαγράφουν κάθε μοντερνιστική προοπτική όπως προπαγανδίζουν οι διάφοροι μ-μ ιδεολόγοι. Αντίθετα, αυτή η προοπτική μπορεί να συλληφθεί ως ένα απόσπασμα (κομμάτι) – όλο. Η τέχνη έτσι μπορεί να αρνηθεί τα μ-μ μικρά recits (αφηγήματα), μέσα από τη συνειδητή δημιουργία μοντέρνων και ριζοσπαστικών έργων κομματιών, ως έκφραση μιας δύσκολα συντιθέμενης ολότητας (και καθολικότητας), που θα την εμπεριέχουν όμως σπερματικά και θα την αντικαθιστούν μέχρι την πλήρη συγκρότηση της σαν τέτοια. Ακόμη και αν αποδεικνυόταν κάτι τέτοιο αδύνατο, ίσως αυτά τα έργα, τα οποία θα κατέληγαν μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία σε αυτόνομα, να έπαιρναν στο νοηματικό επίπεδο τη θέση του παλιού και ως ένα βαθμό ανέφικτου πλέον χεγκελιανού συστήματος, αρκεί η ολότητα ν’ αναπαράγεται, να προβάλλεται ή και να συλλαμβάνεται έστω και περιορισμένα, και τέλος να είναι διαλεκτικά παρούσα στα μικρά κομμάτια ολότητες. Μπορεί ακόμη να υποτεθεί, ότι η αυτονόμηση τους θα εμφανιζόταν ακόμη και αφετηριακά ως μια συνθήκη sine que non του ριζοσπαστισμού τους. Η υπό ανεύρεση ολότητα όμως δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά, είναι η ίδια: Η ολική επανάσταση και η πλήρης κοινωνική χειραφέτηση.

Η ανάγκη ανανέωσης των μορφικών και αισθητικών (με τη στενή έννοια της λέξης) προτύπων του μοντερνισμού ίσως είναι για πολλούς καλλιτέχνες περισσότερο από προφανής: επιβεβλημένη. Αυτή η ανανέωση δεν μπορεί να γίνει ακριτικά, όπως και ο πειραματισμός δεν μπορεί να γίνεται για τον πειραματισμό. Η συστηματική μελέτη της τέχνης και η βαθιά συνειδητοποίηση των πραγματικών κοινωνικών αναγκών, σε συνδυασμό με την αναζήτηση αυθεντικών και νέων μορφών καλλιτεχνικής έκφρασης μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις αυτής της ανανέωσης. Και η ανάγκη όμως της κουλτούρας είναι απόλυτα απαραίτητη. Μόνο με μια διανοητική εργασία βάθους και πλάτους, εσωτερική κι εξωτερική, είναι δυνατόν να γίνουν βήματα προς τη δημιουργία νέων πλαστικών και καλλιτεχνικών μορφών, ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες για κάθε ρεύμα ή καλλιτέχνη επί μέρους μορφές και διαδικασίες έκφρασης. Είναι πάντα δυνατό ένα προχώρημα του μοντερνισμού προς νέες κατευθύνσεις, σε αντίθεση με τα μ-μ κηρύγματα περί τέλους της τέχνης, ολικής καταστροφής και ιστορικής ανακύκλωσης, αλλά πάντα με τις παραπάνω προϋποθέσεις, που βοηθούν ν’ αποφευχθεί το εύκολο, το κιτς, το εύκολα πωλήσιμο, το «λαϊκό» κ.λπ. Η έλλειψη έστω και μιας από τις παραπάνω προϋποθέσεις οδηγεί σχεδόν πάντα την καλλιτεχνική έκφραση σε αδυναμίες, σε ρηχότητα ή σ’ εντυπωσιασμό, στον άχαρο αγώνα αναζήτησης του «μοναδικού» ή του εντελώς νέου, ενώ τέτοια δεν υπάρχουν, ούτε έχουν υπάρξει ποτέ στην ιστορία, (είναι προφανές ότι αυτός ο ψευτομοντερνισμός προκαλεί ίσως μεγαλύτερη ζημιά στον μοντερνισμό παρά ο μ-μ ο ίδιος).

Είναι γνωστό, και γενικότερα αποδεκτό, ότι η τέχνη διέρχεται μια περίοδο κρίσης, που σε συνδυασμό με την ευρύτερη κοινωνική και ιδεολογική κρίση οδηγεί σε κρίση κριτηρίων. Η κρίση όμως εμπεριέχει ένα δυνατό ξεπέρασμα της, όπου το καινούργιο και δυναμικό θα κυριαρχήσει πάνω στο παλιό και το ξεπερασμένο. Αυτό το ξεπέρασμα θα συνδυαστεί εκ των πραγμάτων με την εμφάνιση νέων (μοντερνιστικών) κριτηρίων συνδεδεμένων, σύμφωνα με την αρχή της ομολογίας, με την εμφάνιση νέων κοινωνικών και ιδεολογικών θεωρήσεων του κόσμου, στο βαθμό που θα είναι απελευθερωτικές. Μπορεί ακόμη μια νέα μοντερνιστική απόπειρα να προηγηθεί της γενικότερης κοινωνικής κίνησης. Κατά μια τρίτη άποψη, ο μοντερνισμός στην αφηρημένη του έκφραση και συγκεκριμενοποίηση (αφηρημένη τέχνη) δεν έπαψε ποτέ να είναι επίκαιρος: βρίσκεται ακόμη σε μια πρώτη φάση ανάπτυξης του και είναι ουσιαστικά ανεξάντλητος και με ζωντανές πάντα τις προοπτικές του. Κατά μια ακόμη άποψη ο μοντερνισμός πάντα επαναπροσδιοριζόταν αναφορικά με την αρχαιότητα και ίσως χρειάζεται και πάλι μια τέτοια κριτική επιστροφή.

Αυτό όμως που είναι σίγουρο, είναι το γεγονός, ότι ο μοντερνισμός σ’ όλες του τις εκφράσεις και εκδηλώσεις διατηρούσε ή αναζητούσε κριτικά μια προοδευτική διάσταση, συνιστούσε μια απόπειρα ανασύνθεσης του Λόγου, και κατά συνέπεια αποκτούσε την αναπαλλοτρίωτη ριζοσπαστική διάσταση του (του Λόγου). Ο μοντερνισμός οριζόταν ως η έκφραση της συνειδητής άρνησης της πραγμοποίησης, ως η αναζήτηση, στο αισθητικό επίπεδο, της διαλεκτικής της κοινωνίας προς την απελευθέρωση της. Κατά συνέπεια, ήταν αντίθετος με κάθε στατική αντίληψη της κοινωνίας, με κάθε ρεαλίζουσα και οντολογίζουσα αντίληψη του υπαρκτού (αλλοτριωμένου) είναι.

Δεν έχει γίνει ακόμη σαφές από τις μ-μ επιθέσεις γιατί ο μοντερνισμός πρέπει να υποχωρήσει απ’ αυτούς τους στόχους, γιατί πρέπει ν’ αλλάξει ριζικά τη φύση του μετατρεπόμενος στο αντίθετο του, γιατί πρέπει να παραιτηθεί από το ιστορικά μη πραγματοποιημένο πρόγραμμα του, από τη συνεχή θέληση της αναζήτησης εκ μέρους του νέων εκφραστικών τρόπων και μορφών.

Η μοντέρνα τέχνη εκφράζει μια κριτική ερμηνεία του κόσμου, που στηρίζεται στη συσσωρευμένη γνώση, στην εξωτερική σύνδεση της με τη φύση και ταυτόχρονα στην πρόθεση της για καθολικότητα, αποτέλεσμα της γενικότερης τάσης της προς την ορθολογικότητα (ρασιοναλιτέ) που εκφράζεται μέσα στην μοντέρνα σύλληψη του κόσμου. Σαν τέτοια, εξωτερικεύει καλλιτεχνικά και νοηματικά αυτή την εσωτερικευμένη σχέση της και συνεισφέρει στο προχώρημα της συνολικής γνώσης. Ταυτόχρονα, μετατρέπεται από μερικό σε καθολικό φαινόμενο. Επιπλέον εμπεριέχει μια αρνητική (κριτική) στάση απέναντι στον αλλοτριωμένο κόσμο και μια θετική στάση, που απορρέει από την κατανόηση σε βάθος αυτού του ίδιου κόσμου, στη σύνθεση του. Και με μια πιο γενική έννοια, ο μοντερνισμός ορίζεται από το καλλιτεχνικό, το αισθητικό, το κοινωνικό, το ιδεολογικό και το γνωστικό στοιχείο στη σύνθεση τους. Είναι μέσα στις νέες και αρκετά διαφοροποιημένες συνθήκες ο ιστορικός κληρονόμος του καθολικού πνεύματος της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού.

Ο μοντερνισμός είναι η έκφραση της κρίσης που συνειδητοποιείται από την μεσολάβηση της οξείας συνείδησης των πρωτοπόρων καλλιτεχνών, η έκφραση των αδιεξόδων του σύγχρονου ανθρώπου και της υπαρξιακής του αγωνίας: Είναι τέχνη ορίων και οριακών καταστάσεων. Ταυτόχρονα αναζητεί εναγώνια το ξεπέρασμα, το ολικό ξεπέρασμα.

Η μοντερνιστική και ανανεωτική θέληση βρίσκεται στη βάση της αντίστοιχης μοντερνιστικής πρακτικής, με την έννοια ότι απελευθερώνει ένα προφανές ενδιαφέρον για την κοινωνική ζωή. Αυτή η θέληση συνδέεται με την ύπαρξη του δημιουργικού υποκειμένου, και ξεπερνά ταυτόχρονα κατά πολύ τα ηθικά πλαίσια της δραστηριότητας του.

Κατά κανόνα, η μοναδική γνωστικο-αισθητική εργασία της μοντέρνας τέχνης στην ορθολογική της διάσταση πραγματοποιούταν με πολύ φτωχά υλικά, και μέσα στο ίδιο φτωχό ατελιέ. Αυτή η επιλογή συνδεόταν με τη ριζική αντίθεση σε κάθε αντίληψη αποδοχής του λουξ· συμβάδιζε με την άρνηση της αλλοτρίωσης και τη θέληση ξεπεράσματος της. Στον Α. Τζιακομμέτι, για παράδειγμα, αυτή η αντίληψη-κατάσταση είχε πάρει μορφές παροξυσμού: Ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης δεν διέφερε ουσιαστικά από έναν σύγχρονο Διογένη. Τόσο ο Τζιακομέτι όσο και οι περισσότεροι πρωτοπόροι καλλιτέχνες δούλευαν μ’ ένα σχεδόν αναρχικό τρόπο, (εργασία τη νύχτα και χωρίς κανένα σύστημα, κ.λπ.), ώστε με το ξεπέρασμα κάθε νόρμας εξωτερικά επιβεβλημένης να γίνει κατορθωτή η σύλληψη, η επεξεργασία και η έκφραση συγκεκριμενοποίηση μέσα στο έργο μιας εντελώς απελευθερωτικής διάστασης. Η εικαστική-αισθητική συγκεκριμενοποίηση της κοινωνικής ουτοπίας γινόταν κατορθωτή, χειροπιαστή. Η πρακτική των καλλιτεχνών της πρωτοπορίας αποσκοπούσε ακριβώς σ’ αυτόν τον στόχο. Ο μ-μ ανατρέπει ακριβώς τη βασική προϋπόθεση ουσιαστικής δημιουργίας, θυσιάζοντας την αυτονομία της τέχνης στη βιομηχανία της κουλτούρας, στα Μουσεία, στις μόδες πυν γκαλερί και των υπεραναπτυγμένων πολιτιστικών μηχανισμών. Ως προς τις συγκεκριμένες δημιουργίες του, αυτές δεν απέχουν αισθητά από τις παραδοσιακές.

Το μ-μ πισωγύρισμα είναι αποτέλεσμα της ανάπτυξης ενός έντονου συναισθήματος ασφάλειας και προφύλαξης στο γενικότερο κοινωνικό επίπεδο’ στον καλλιτεχνικό και πολιτιστικό χώρο αυτό το συναίσθημα εμφανίζεται μ’ έναν πολύ πιο έντονο τρόπο. Το κίνημα του Μάη καταρρέει και μαζί μ’ αυτό διακόπτεται κάθε ανανεωτική προσπάθεια στο χώρο της τέχνης και της κουλτούρας. Ο νεοσυντηρητισμός αναδύεται μέσα απ’ αυτές τις συνθήκες, αμφισβητώντας συστηματικά τις κατακτήσεις του Μάη. Ο μ-μ σαν ρεύμα αισθητικό αναλαμβάνει, μ’ ένα συστηματικό τρόπο, όχι μόνο να θέσει σε αμφισβήτηση την τάση προς τον πειραματισμό και την ανανέωση των καλλιτεχνικών μορφών που βγήκαν από την ευφορία του Μάη, αλλά ακόμη περισσότερο να καταφύγει στο παρελθόν για να ιδανικοποιήσει (αγνοώντας ακριβώς τον Μάη) εντελώς ξεπερασμένα και νεκρά πρότυπα. Έτσι η καταστροφή που προκαλεί των σύγχρονων αισθητικών κριτηρίων και αντιλήψεων είναι πλήρης. Όλο και περισσότερο κατανοείται το γεγονός ότι ο ανορθολογισμός, η αλχημεία και το αμάγαλμα, κύρια χαρακτηριστικά του μ-μ, δεν αποτελούν απάντηση στην κρίση.

Η σημερινή «γενική καταστροφή» (Ολίβα) δεν είναι μεγαλύτερη από την καταστροφή που επέφερε ο 2ος Πόλεμος όταν, όπως έλεγε και ξανάλεγε ο Αντόρνο, δεν μπορούσε να υπάρξει η ποίηση στην οποιαδήποτε μορφή της. Παρ’ όλα αυτά η τέχνη, μέσα στις απόλυτα καταστροφικές συνθήκες του 2ου Πολέμου, δεν σταμάτησε ποτέ ν’ αναζητά τον αισθητικό ηδονισμό, σαν έκφραση της ύστατης πίστης της στις ανθρωπιστικές, κοινωνικές και ιστορικές αξίες· στις δυνατότητες της κοινωνίας ότι τελικά μπορεί να σωθεί. Δηλαδή αυτόματα καταρρέει και αυτό το ψευδο-επιχείρημα του μ-μ, ότι δηλαδή στις σημερινές συνθήκες είναι αδύνατη κάθε μοντέρνα δημιουργία, χωρίς να παραβλέπονται και οι δυσκολίες πραγματικά αυθεντικής καλλιτεχνικής δημιουργίας μέσα σε συνθήκες άπειρα πιο αλλοτριωτικές, όπως είναι οι σημερινές, σε σχέση με τη δεκαετία του ’40, όπου εμφανίστηκε ορμητικά η νέα πρωτοπορία. Βέβαια η αλλοτρίωση επιτείνεται σήμερα και από τον μ-μ, που δεν παύει να είναι ενεργό τμήμα της, και ο αναπόφευκτος αποπροσανατολισμός που αυτός επιφέρει, παίζει εντελώς ανασταλτικό ρόλο προς κάθε προσπάθεια ξεπεράσματος της κρίσης στο χώρο της τέχνης.

Η αναγέννηση της τέχνης σήμερα έχει ανάγκη επεξεργασίας ενός προγράμματος ανασυγκρότησης της (κοινωνικής) θεωρίας. Και, αντίθετα: ένα μοντερνιστικό προχώρημα της τέχνης σήμερα είναι δυνατό να συνεισφέρει στην ανασυγκρότηση της θεωρίας. Και με μια πιο γενική έννοια, η φιλοσοφία και η κοινωνική θεωρία έχουν ανάγκη την τέχνη στη σύλληψη της ανθρώπινης συνθήκης σήμερα, όταν οι λεγόμενες ανθρωπιστικές επιστήμες έχουν ξεπέσει σ’ έναν άκρατο ποζιτιβισμό και εμπειρισμό. Η μοντέρνα τέχνη στο σύνολο της ανέδειξε μορφές της κοινωνικής ζωής που ξέφευγαν εντελώς από τη (θεωρητική) σκέψη. Γιατί θα πρέπει η τέχνη να σταματήσει ν’ αναπτύσσεται προς την ίδια κατεύθυνση; Γιατί θα πρέπει να σταματήσει να διερευνά τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες και τη φύση του σύγχρονου ανθρώπου; Γιατί θα πρέπει να σταματήσει να αναζητά την αποδέσμευση των αποθεμάτων φαντασίας και θέλησης για την απελευθέρωση της κοινωνίας;

Η ακμή της αφαίρεσης, μια από τις βασικότερες συνιστώσες του μοντερνισμού στο χώρο της λογοτεχνίας, της μουσικής, και κυρίως στη ζωγραφική και τη γλυπτική, συμβάδισε με τον λίγο πολύ ρεντουξιονιστικό χαρακτήρα της. Παρά το γεγονός ότι, στην ηρωική της περίοδο, η αφαίρεση συνεισέφερε στη λύση και στο προχώρημα πολλών και δύσκολων αισθητικών προβλημάτων, η πορεία της προς τον ρεντουξιονισμό-φορμαλισμό συμβάδισε με την διαπίστωση-έκφραση του τέλους του υποκειμένου (ή ενός τέλους). Ταυτόχρονα, η πορεία προς ένα σχετικά έντονο φορμαλισμό, από τον μινιμαλισμό ειδικότερα, οδήγησε την αφαίρεση προς ένα σχετικό αδιέξοδο, σε μια κρίση εκφραστικών μέσων από μια συγκεκριμένη άποψη την οδήγησε σ’ ένα κάποιο τέλος. Ένα δυνατό ξεπέρασμα αυτού του συγκεκριμένου τέλους ίσως επέλθει μέσα από μια επιστροφή στην ιστορία, μέσα από μια επανεξέταση της ιστορίας της ίδιας της αφαίρεσης στον ΧΧο αι. Η μ-μ περίοδος, που ξεκίνησε αμέσως μετά τον μινιμαλισμό δυστυχώς δεν οδήγησε ούτε σ’ αυτήν την επανεξέταση, αλλά ούτε και στη λύση του αφαιρεσιακού αδιεξόδου, διότι μετέθεσε τη συζήτηση σ’ ένα άλλο επίπεδο ριζικά διαφορετικό και καθόλου ευνοϊκό για το οποιοδήποτε παραπέρα προχώρημα, για την οποιαδήποτε κριτική επανεξέταση του προβλήματος. Η κατεδάφιση του μοντερνισμού που προτείνει (ο μ-μ) οδηγεί σε νέα αδιέξοδα, σε παράταση της κρίσης ή στην καλλιτεχνική μηχανιστική αναπαραγωγή της. Μ’ άλλα λόγια το πρόβλημα της επικαιρότητας και της ιστορικής δυνατότητας της αφαίρεσης παραμένει ακέραιο, και μια πιθανή λύση του θα δοθεί μόνο υπερβαίνοντας τα μ-μ υποπροϊόντα.

Ο μ-μ στηρίζεται στη θεωρητικοποίηση όχι της συνείδησης, αλλά του «αποικιοποιημένου βιωμένου κόσμου» (Χάμπερμας), σαν αποτέλεσμα της οριζόντιας σύλληψης του της κοινωνίας. Η κοινωνία εκλαμβάνεται χωρίς κρίση, χωρίς ανισότητες κ.λπ., χωρίς δυνατότητες ριζικής αλλαγής της. Δηλ. ιδανικοποιείται στη σημερινή της ταξική μορφή. Το ενεργητικό υποκείμενο των πρωτοποριών αντικαθίσταται από το «ήσυχο υποκείμενο» (Ολίβα) της Transavantgarde!

Στα τελευταία χρόνια η πειθάρχηση της εργατικής τάξης στις χώρες του ύστερου καπιταλισμού συμβαδίζει με την εμφάνιση και επέκταση της κρίσης, και της παράλληλης ενσωμάτωσης τεχνοκρατικοποίησης των συνδικάτων, ισχυροποίησης των διοικητικών ιεραρχικών μηχανισμών του σύγχρονου κράτους. Η νομιμοποίηση επιτελείται μέσα από την ισχυροποίηση του κράτους και των μηχανισμών του. Στο ιδεολογικό επίπεδο εμφανίζονται σαφείς τάσεις προς τον μεσσιανισμό και τον παγανισμό μεσαιωνικού τύπου. Στο καθαρά κοινωνικό επίπεδο η ατομικοποίηση συμπληρώνει το τοπίο σήψης και αποσύνθεσης που κυριαρχεί. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, ο μ-μ αποτελεί μια από τις συνιστώσες της πολιτιστικής ιδεολογικής ενσωμάτωσης, βοηθητική των μηχανισμών κοινωνικής ενσωμάτωσης και καταστολής.

Η επιρροή του μεταστρουκτουραλισμού (ο στρουκτουραλισμός έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της νεώτερης τεχνοκρατικής σκέψης και της νέας φιλοσοφίας που αποτελούσαν βασικές παραμέτρους του μ-μ) συνδέεται με τις προσδοκίες των νεώτερων διανοουμένων, των οποίων ο ορίζοντας έχει γίνει τόσο ζοφερός, ώστε συμβάλλει αποφασιστικά στη διάδοση μιας αριστοκρατικής διάθεσης, η οποία πολλές φορές καταντά ακόμη και σ’ αποκαλυπτικές προσδοκίες αναζωπύρωσης ενός θρησκευτικού αισθήματος. Η μεταμοντερνιτέ συνδέεται αδιαχώριστα με τις έννοιες της μεταϊστορικότητας και με τις νεοσυντηρητικές συνέπειες του μεταστρουκτουραλισμού, δηλαδή της φιλοσοφικής της θεμελίωσης. Το φράγμα που δημιουργείται έτσι στη μοντερνιστική, και γενικότερα στη γνήσια καλλιτεχνική και κοινωνική πρακτική, ορθώνεται αδιαπέραστο.

Ο Αντόρνο θεωρητικοποιώντας τις καταστάσεις της μοντέρνας τέχνης, ριζοσπαστικοποιεί την κριτική του Λόγου μέχρι το σημείο της αυτοαναφορικότητας, μέχρι το σημείο που η κριτική αρχίζει να υπονομεύει τα ίδια τα θεμέλια της. Μ’ αυτήν την έννοια διαφέρει απόλυτα από τους σημερινούς νιτσεϊκούς χαϊντεγγεριανούς, στο ότι δεν θέλει να ξεφύγει από τα παράδοξα της κριτικής του Λόγου, αν και η κριτική μπορεί σήμερα να μην έχει υποκείμενο. Η φιλοσοφία του Αντόρνο αντέχει μέσα στην ενεργό αντίφαση μιας αρνητικής διαλεκτικής, η οποία στρέφει το αναπόφευκτο μέσο της σκέψης, που γνωρίζει και αντικειμενοποιεί τα πράγματα, εναντίον του ίδιου του εαυτού της. Η ολική αμφισβήτηση του Λόγου, αντίθετα, θα έβαζε σε αμφισβήτηση την ίδια την θεμελίωση της μοντερνιτέ, όπως συμβαίνει με τους κυνικούς μεταστρουκτουραλιστές με τους μεταμοντέρνους ιδεολόγους.

Η αισθητική θεωρία της μοντέρνας τέχνης καταρρέει μόλις λυθεί ο δεσμός της με τη φιλοσοφία της ιστορίας και σ’ ένα βαθμό αυτονομείται από τη θέση, σύμφωνα με την οποία κάθε πρόοδος της αντικειμενοποίησης οδηγεί την ανθρωπότητα όλο και περισσότερο προς στην πραγμάτωση. Το ίδιο αναγκαίο είναι και η τέχνη να ξεφύγει από την επέκταση των πραγμοποιητικών διαδικασιών που προκαλούνται από την κάθε νέα πρόοδο, διότι μέχρι τώρα η πραγμοποίηση όλο και περισσότερο γενικεύεται και ισχυροποιείται…

Η μέχρι τώρα πρακτική της μοντέρνας τέχνης και η αισθητική δεν κατόρθωσαν να προβάλλουν επιθυμητές μορφές ζωής για το μέλλον, δεν κατόρθωσαν να εισάγουν στην καθημερινή ζωή πρότυπα επεξεργασμένα απ’ αυτές χωρίς αλλοτριωτικές και παραμορφωτικές επιδράσεις και διαφοροποιήσεις από την κατεστημένη τάξη και τη λογική της. Αντίθετα η κριτική της κουλτούρας και η σύγχρονη ανάπτυξη των διαφόρων μορφών αντικουλτούρας συνεισφέρουν στη θεμελίωση της ανάγκης μιας νέας κοινωνικής δόμησης ή μιας νέας οργάνωσης της κοινωνίας από τα κάτω, στην ανάγκη επεξεργασίας μιας ιδεολογίας μ’ έναν οργανικό τρόπο και με σαφή την τάση συγκρότησης της σε ηγεμονική.

Η πτώση των πρωτοποριακών αξιών και προτύπων είναι σχεδόν ολική. Η κριτική της ιδέας της προόδου, και ιδιαίτερα της τεχνολογικής, ήταν, και παραμένει, μια από τις βασικές προϋποθέσεις αυτονόμησης της τέχνης, ξεπεράσματος της οπισθοδρόμησης, του τεχνολογισμού και του παραδοσιασμού. Αλλά είναι αδύνατη η σύλληψη ενός κάποιου μέλλοντος στο οποίο μπορεί να προσβλέπει η τέχνη. Με μια πιο γενική έννοια το πρόβλημα που τίθετα είναι: Μπορεί η θεωρία της χειραφέτησης ν’ αποφύγει την ιδέα της προόδου;

Η σημερινή αντιμεταμοντερνιστική καμπή μπορεί να αποτελέσει αφετηρία μιας γενικευμένης και σε βάθος συζήτησης αναφορικά με την τέχνη, αλλά με σαφώς – ΐ μοντερνιστική προοπτική. Μπορεί ν’ αποτελέσει την αρχή ώστε να ραγίσει το κυρίαρχο και πλατιά διαδεδομένο μ-μ πνεύμα. «Σήμερα καθήκον μας είναι να βεβαιώσουμε ότι στο μέλλον δεν θα αφήσουμε την ικανότητα για θεωρία και για πράξη που απορρέει από τη θεωρία να χαθεί, ακόμη και αν έρθει μια περίοδος ειρήνης όπου η καθημερινή ρουτίνα θα αποκρύψει για μια ακόμη φορά το πρόβλημα. Καθήκον μας είναι να αγωνιζόμαστε συνεχώς για να μην απελπιστεί εντελώς η ανθρωπότητα από τα φοβερά δεινά του παρόντος για να μη χαθεί από το πρόσωπο της γης η πίστη του ανθρώπου στη δυνατότητα πραγμάτωσης μιας αξιόλογης, ειρηνικής και ευτυχισμένης κοινωνίας» (Μ. Χορκχάιμερ).

 

* Υπάρχουν πολλά γνωστά κείμενα και μελέτες σχετικά με την πολεμική μοντερνισμοΰμεταμοντερνισμού που χρησιμοποιούμε σαν Βάση. όπως επίσης και οι ιστορικές αναλύσεις της Σχολής της Φραυκφούρτης στη συνέχεια των οποίων τοποθετείται η όλη μας θεωρητική προσπάθεια. Βλ. μεταξύ άλλων. Β. Buckloch. Regression el totalitarisme ed. Terriloires. J. Habermas, «La moderniie: Un projet inacheve». in Critique No 413. F. Guaitari. «Impasse postmoderne» in Flash Art No 11. κ.ά.

Πηγή: theseis
Τεύχος 27, περίοδος: Απρίλιος – Ιούνιος 1989