Μια τοποθέτηση με αφορμή τη μήνυση στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία

Μια τοποθέτηση με αφορμή τη μήνυση στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία

Το έναυσμα της συγγραφής του κειμένου αυτού, που άλλωστε προδίδεται και από τον τίτλο, αποτέλεσε η ανακοίνωση περί μήνυσης στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία. Όμως, η αποδοχή που φάνηκε να έχει από μερίδα κόσμου ήταν η κύρια αιτία.

Σκοπός αυτού δεν είναι να εξαπολύσει μύδρους. Δεν παραθέτει κάτι το πρωτότυπο, κάτι που δεν έχει ειπωθεί, συζητηθεί, γραφεί ποτέ. Σίγουρα, δεν εκθέτει σκέψεις υπό το πρίσμα της καθαρότητας, της πρωτοπορίας, του ελιτισμού. Ας ιδωθεί, λοιπόν, ως μια προωθητική κριτική, ως ένας δίαυλος επικοινωνίας προβληματισμών και αντιφάσεων, που ίσως ξεπεραστούν με ατομική και συλλογική δουλειά. Ίσως πάλι και όχι.

Με αφορμή λοιπόν κάτι τόσο ξένου θα πουν ορισμένοι, εχθρικό άλλοι… συντάχθηκε το παρόν κείμενο. Χωρίς διάθεση προσωποποίησης, έμμεσους υπαινιγμούς και μπηχτές, επιχειρούμε να καταπιαστούμε συνολικά με το ζήτημα της αστικής δικαιοσύνης, τη μήνυση ως “μέσο αγώνα”, τη θέση και τη συμμετοχή του αναρχικού κινήματος σε αιτηματικούς/θεσμικούς αγώνες, παρουσιάζοντας τη δική μας οπτική.

Επιστροφή στα βασικά…

Αντιθεσμικά, αδιαμεσολάβητα, αδιάλλακτα. Δεν είναι λέξεις κενού περιεχομένου, που συμπληρώνουν γραφικά τσιτάτα μόνο και μόνο για να γεμίσουμε κόλλες χαρτιού. Κατέχουν βασική θέση στον αξιακό μας κώδικα. Έννοιες που δεν είναι αυθύπαρκτες, αλλά εντάσσονται στην ευρύτερη θεώρηση για την πραγμάτωση του αναρχικού αγώνα, ως επιλογή ζωής.

Σε καιρούς πλήρους υποτακτικότητας, μάλλον, η συσπείρωση μας γύρω από αυτά τα κοινά προτάγματα θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη. Μακριά από θεσμούς και κάθε είδους εκπροσώπους, πρόθυμους κάθε ώρα και στιγμή να ανοίξουν διάλογο με τα φερέφωνα της εξουσίας.

Ζητούμενο για την απόδραση από ολάκερο το εξουσιαστικό σύμπλεγμα δεν είναι η προσπάθεια εύρεσης ενός πιο βιώσιμου και λειτουργικού συστήματος ούτε και η εξομάλυνση της δημοκρατίας. Ζητούμενο είναι η ολοκληρωτική κατάλυση τους.

Πάντα και για πάντα απέναντι από την αστική δικαιοσύνη

Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις και οι διορθώσεις και οι βελτιώσεις είναι ανοησίες. Όσο πιο πολύ καλυτερεύεις και μεταρρυθμίζεις τόσο το χειρότερο, γιατί δίνεις προσωρινά τεχνητή ζωή σε κάτι που πρέπει το δίχως άλλο να πεθάνει και να γκρεμιστεί. Δεν είμαι μεγαλοφυΐα κι ούτε θέλω να γίνω. Ξέρω όμως τι πρέπει να γίνει και τώρα αυτό κάνω. Και ’σεις το ξέρετε δεν κάνετε όμως άλλο από το να κλαψουρίζετε. Εμείς όμως δεν κλαίμε… Δρούμε…

-Dostoevsky (Οι Δαιμονισμένοι)

Η αστική δικαιοσύνη, σπλάχνο απ’ τα σπλάχνα της δημοκρατίας, εκφραστής του status quo, διαμεσολαβητής των ανθρώπινων σχέσεων, υπερασπιστής της τάξης, της ασφάλειας και της κοινωνικής ειρήνης, συνιστά την πεμπτουσία του κράτους.

Ένας θεσμός από το σωρό, που πλαισιώνει κάθε δημοκρατικό πολιτισμό που σέβεται τον εαυτό του, φέρει ποικίλες προεκτάσεις και λαμβάνει πολλαπλούς ρόλους. Δεν πρόκειται για μια αφηρημένη έννοια, αλλά για ένα θέσφατο της κυριαρχίας με υλική υπόσταση, που προασπίζει τα συμφέροντα της.

Πρωταρχικός της στόχος είναι η απονομή δικαιοσύνης. Μια έννοια ιδιάζουσα, περίεργη στην κατανόηση. Σωστό και λάθος, ενοχή και αθωότητα, δίκαιο και άδικο, νόμιμο και παράνομο, όλα τους δίπολα ιδιαίτερα φορτισμένα, εύπλαστα παρόλα αυτά, για να προσαρμόζονται στην εκάστοτε περίπτωση. Έννοιες που φέρουν νομοτελειακή σημασία, με κοινό αντιληψιακό και συνειδησιακό έρεισμα στο κοινωνικό σώμα. Η διχοτόμηση τους έχει μπολιάσει στις συνειδήσεις των υπηκόων, διαμορφώνοντας και την κυρίαρχη αφήγηση. Στο εργοστάσιο των τυποποιημένων συμπεριφορών καθετί ορίζεται με βάση τους νόμους που θεσπίζει η εξουσία. Το ατσάλινο πλέγμα της θα φροντίσει να ορίσει και το πλαίσιο βάση διαφόρων παραγόντων, όπως το κοινωνικό κλίμα, οι συσχετισμοί, τα συμφέροντα των εξουσιαστικών πόλων.

Οι νόμοι, άλλωστε, εμπνέουν το καθολικό, το δεδομένο, το ορθό και ταυτόχρονα στέκονται εκφοβιστικά και αποτρεπτικά σε όποιον σκεφτεί να τους παραβεί. Αποτελούν την οχύρωση του κράτους, που φαντάζει ένα άτρωτο και καλοκουρδισμένο οικοδόμημα, στηριζόμενο σε ισχυρά θεμέλια.Όσοι του γυρνούν την πλάτη, προσβάλλουν την επιβολή του, αρνούνται να υπακούσουν, επιτίθενται, περιμένουν τον κολασμό .Την τιμωρία της στοχοποίησης, της χρηματικής ποινής, του εγκλεισμού, της κοινωνικής απομόνωσης και του στιγματισμού.

Μέσα στις δικαστικές αίθουσες, στήνονται πανηγύρια με ενορχηστρωτές επίδοξους κυνηγούς κεφαλών. Ανακριτές, δικαστές, εισαγγελείς, ρουφιάνοι, που από θέση ισχύος κρίνουν τις τύχες όσων στέκονται στα δικαστικά έδρανα. Πρόσωπα με σάρκα και οστά, τοποθετημένα στο απέναντι στρατόπεδο. Πρόσωπα με ονόματα, διευθύνσεις, περιουσιακά στοιχεία… Πρόσωπα που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ουκ ολίγες φορές και σίγουρα εκεί θα συνεχίσουν να βρίσκονται. Πρόσωπα στα οποία δεν μπορούμε παρά να δούμε την αντανάκλαση όλων εκείνων που πολεμούμε με λύσσα.

Το να ζητάμε, λοιπόν, από τους εχθρούς μας να επιλύσουν προσωπικά ζητήματα, κρατικές και μη αυθαιρεσίες και ό,τι άλλο βάλει ο νους μας, είναι σα να παλεύουμε για ένα κράτος δικαίου, ένα κράτος πρόνοιας, ένας κράτος από εμάς για ’μας. Εάν βλέπουμε τα πράγματα από μια αντικρατική, και κατ’ επέκταση αντιθεσμική, σκοπιά τότε υιοθετώντας την παραπάνω θέση, φαίνεται να μην έχουμε αντιληφθεί την ουσία του πιο βασικού μας προτάγματος.

Για τους θεματοφύλακες της τάξης και του νόμου θα είμαστε πάντα ένοχοι. Ένοχοι για την προσπάθεια μας να ζήσουμε ανεξούσια, μακριά από ιεραρχικές σχέσεις, καταπίεση, εκμετάλλευση, ένοχοι γιατί δεν ασπαστήκαμε τα αφηγήματα τους, ένοχοι για τη θέση που έχουμε πάρει στον κοινωνικό πόλεμο, ένοχοι γιατί στρέψαμε τη ζωή μας στο λυσσασμένο κυνήγι της ελευθερίας.

Εκστρατείες διώξεων, αναβαθμίσεις κατηγορητηρίων, αντιτρομοκρατικά νομοθετήματα, καταδικαστικές αποφάσεις, οικονομική αφαίμαξη… Οι άνεμοι φαίνεται να πνέουν κόντρα, όμως στο χέρι μας είναι να αναστρέψουμε τη φορά τους. Μπορεί σύντροφοι και συντρόφισσες να έχουν στοχοποιηθεί, βασανιστεί, αιχμαλωτιστεί, μπορεί στις συνειδήσεις αναρχικών, αγωνιστών και ευρύτερων κοινωνικών κομματιών, η αστική δικαιοσύνη να επιχειρεί να ‘νομιμοποιήσει’ την ικανότητά – υποχρέωση της να κρίνει όσους αγωνίζονται… όμως οι νόμοι και το δικανικό σύστημα έχουν ισχύ όσο εμείς δεν τους καταργούμε στην πράξη.

Η δικαιοσύνη ενός κόσμου που γεννά και θρέφει την καταπίεση και την εξουσία, επανδρώνεται εγκλείοντας σε διαμερίσματα, σχολεία, εργασιακά κάτεργα, ψυχιατρεία, φυλακές, απομυζά τεράστια κέρδη από τη λεηλασία της φύση και την εκμετάλλευση κάθε έμβιου όντος … κείτεται νεκρή, πρώτα και κύρια στις συνειδήσεις μας. Κάθε εκπρόσωπός της στον υλικό κόσμο είναι εχθρός μας είτε αθωώνει είτε μοιράζει αναστολές είτε καταδικάζει σε πολυετείς καθείρξεις.

Πέραν, όμως, του προφανούς ρόλου του, το αστυνομό-δικαστικό σύστημα αποτελεί και μια κερδοφόρα επιχείρηση. Εγγυήσεις, παράβολα, πρόστιμα, εξαγορά ποινών, αλλά και πακτωλός χρημάτων για δικηγόρους που παζαρεύουν την ελευθερία, στήνουν τη μικρο-οικονομία του δικανικού συμπλέγματος, που συμβάλλει ενεργά στο κρατικό κεφάλαιο.

Επιπλέον, η επικύρωση, η διαχείριση, η επίλυση των ανθρώπινων δεσμών περνά κι αυτή με τη σειρά της από τις δικαστικές αίθουσες. Τρίτα πρόσωπα είναι αυτά που θα αποφασίσουν και θα διευθετήσουν τις διενέξεις, την καθημερινότητα, τις ζωές μας, δίνοντας την εντύπωση πως κανείς δεν είναι ικανός να ορίσει μόνος το πλαίσιο ύπαρξης του.

Η πρακτική της μήνυσης ως συλλογική αναρχική τοποθέτηση

Η βαρύτητα μιας τέτοιας επιλογής σε ατομικό επίπεδο, που σαφώς και χρήζει κριτικής, διαφέρει αρκετά από μια δημόσια αναρχική τοποθέτηση. Κι εδώ επιλέγουμε να κεντροβαρίσουμε στο δεύτερο. Μια συλλογική τοποθέτηση, λοιπόν, που θέλει να «Αφήσουμε πίσω την καθαρότητα μιας ιδεολογικής άρνησης», εκ πρώτης προκαλεί τεράστια αμηχανία. Έπειτα, γεννώνται ερωτήματα και τέλος, ακολουθεί μάλλον η απελπισία.

Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά πίσω μας, μετράμε εκατοντάδες ξυλοδαρμούς και βασανισμούς σε δρόμους, υπόγεια, γραφεία, κρατητήρια, κελιά και δεκάδες φυλακισμένους επαναστάτες με χρόνια χτισμένα μέσα σε σκυρόδεμα. Όμως, αριθμούμε και αλύγιστους ανθρώπους, που δε δέχθηκαν να συνεργαστούν, να ρουφιανέψουν, να πέσουν αμαχητί, όχι γιατί έκαναν τους ήρωες ή τους οσιομάρτυρες, αλλά γιατί παρέμειναν πιστοί στην επαναστατική τους συνείδηση.Όταν σύντροφοι και συντρόφισσες αρνήθηκαν να παραστούν σε δίκες-παρωδίες, να συνδιαλλαγούν με μπάτσους-δικαστικούς-εισαγγελείς (χωρίς αυτό να σημαίνει πως υπάρχει μόνο η ομερτά της σιωπής και καμία άλλη αξιοπρεπής στάση εντός των δικαστικών αιθουσών) μια τοποθέτηση περί: καθαρότητας μιας ιδεολογικής άρνησης (sic), που αυτομάτως γειώνει τέτοιου είδους επιλογές, είναι τουλάχιστον προσβλητική.

Ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια, ψυχολογικός εκβιασμός φώλιαζαν πάντα στο στρατόπεδο του εχθρού. Η βία είναι αναπόσπαστο κομμάτι τους και αυτός δεν αλλάζει με κανέναν τρόπο, πόσο μάλλον με θεσμικά μέσα. Αντίστοιχα, είναι δεδομένο πως ο αναρχικός αγώνας δεν μπορεί να αντιπαρατίθεται με το κράτος και τους μηχανισμούς του μονάχα στην σφαίρα των άξιων και των θεωρήσεων. Κι αυτό, όχι γιατί πλαισιώνεται από μια αίγλη ενός φετιχισμού της βίας, άλλα γιατί το οικοδόμημα της κυριαρχίας έχει πρώτα και κυρία υλική υπόσταση. Για αυτό, άλλωστε και εμείς έχουμε επιλέξει το δικό μας δρόμο. Η επαναστατική βία είτε στο πλαίσιο του υλικού αντικρίσματος είτε του συμβολισμού είτε της προπαγάνδισης, στοχεύει στην άμεση σύγκρουση με όλο το φάσμα της εξουσίας.

Τα όπλα μας στον πόλεμο που έχουμε κηρύξει δεν είναι οι μηνύσεις, οι δικογραφίες, οι φιλικά προσκείμενοι δημοσιογραφίσκοι, οι “αδιάβλητοι” σύγχρονοι Ιαβέρηδες… και ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα.

Σε περίπτωση «Δικαίωσης»…

Μιας και δεν αντιλαμβανόμαστε αυτό το «μέσο αγώνα», δεν μπορούμε να πούμε και με σιγουριά ποια θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική έκβαση μιας τέτοιας δίκης, παρά μόνο να εικάσουμε. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη γενικά και αόριστα την ευκταία για τον καταγγέλλοντα (ή τους καταγγέλλοντες), αλλά και την κοινή γνώμη απόφαση, βλέποντας λίγο πιο μακρόπνοα οι συνέπειες διακρίνονται σφοδρές και το μέλλον φαντάζει ζοφερό. Μια “νίκη” μέσα στις δικαστικές αίθουσες, διά στόματος δικαστικών και εισαγγελέων, θα έρθει να επισφραγίσει την καραμέλα του κράτους δικαίου, της διαφάνειας και της νομιμότητας, την «κάθαρση» μέσα στην αστυνομία. Μια τέτοια “νίκη” θα οδηγήσει στην αποριζοσπαστικοποίηση. Η προσπάθεια κοινωνικής πόλωσης, η αναγκαιότητα των εξεγέρσεων, οι επαναστατικές προοπτικές πηγαίνουν δεκάδες βήματα πίσω.

Η αναδίπλωση του κράτους, που ας μη γελιόμαστε συνιστά ένα επικοινωνιακό τρικ, στοχεύει στην αδρανοποίηση, στην παύση οποιασδήποτε αναταραχής. Όποιος πιστεύει πως οι στοχοποιήσεις, οι διώξεις, οι ξυλοδαρμοί και οι βασανισμοί θα σταματήσουν πλανάται πλάνην οικτράν.

Σε ένα καζάνι που βράζει δε θα ρίξουν λάδι στη φωτιά. Το κράτος στέκεται εκεί πυροσβεστικά, λειτουργώντας ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, σβήνοντας και την τελευταία σπίθα. Οι τόνοι πέφτουν, οδηγούμαστε στην αποκλιμάκωση και εκείνοι ενώ φαίνεται να γνέφουν συγκαταβατικά, οργανώνονται καλύτερα, για να επανέλθουν δριμύτεροι και να κάμψουν και τα τελευταία ψήγματα αντίστασης και ανομίας.

Αλήθεια, θεωρεί κανείς πως με μια δικαστική απόφαση θα τελειώσουμε μια και καλή με τη βία των μπάτσων, θα σταματήσει η ποινικοποίηση φιλικών και συντροφικών σχέσεων, οι στοχοποιήσεις αγωνιστών, οι ξυλοδαρμοί και οι βασανισμοί στο δρόμο και στα τμήματα, οι διώξεις και οι φυλακίσεις επαναστατών; Δεν τρέφουμε αυταπάτες για το αστυνομοδικαστικό σύμπλεγμα ούτε και θα έπρεπε να εστιάζουμε στις παρατυπίες του συστήματος της δικαιοσύνης. Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε είναι να το κοιτάξουμε κατάματα και να του επιτεθούμε.

Παράδειγμα των ημερών αποτελεί η δίκη της Χ.Α.. Μια δίκη που κατέβασε χιλιάδες κόσμο στο δρόμο, μια δίκη που παρακολουθήθηκε βήμα-βήμα και αγκαλιάστηκε από τα κοινωνικά κινήματα, ακόμη και από πιο μετριοπαθείς, μια δίκη που πολλοί αναρχικοί, στο άκουσμα της καταδικαστικής απόφασης, έσπευσαν να πανηγυρίσουν. Λες κι έτσι τελειώσαμε μια και καλή με το φασιστικό οχετό, τις επιθέσεις σε μετανάστες/στριες, τα κολαστήρια συγκέντρωσης, τις πατριωτικές και εθνικιστικές μαλακίες, το αφήγημα της εθνικής κυριαρχίας.

Μια δίκη που κατάφερε να ενισχύσει τη θεωρία των δυο άκρων και έφερε πάλι στο προσκήνιο τη λάσπη για τις επαναστατικές πρακτικές αγωνιστών και αναρχικών, αλλά και την πάλαι ποτέ πιπίλα της “αριστερής τρομοκρατίας”. Τα γκάζια στη Μεσογείων, το ξύλο στον Ασπρόπυργο, η εκτέλεση των 2 στο Νέο Ηράκλειο και τόσες ακόμη δράσεις, έπαιζαν σε πρώτο πλάνο, χαρίζοντας μας ρίγη και υπενθυμίζοντας πως η θέση του κάθε φασίστα είναι στην άσφαλτο, στο ΚΑΤ, στα νεκροκρέβατα. Στον αντίποδα, όμως, έφεραν και ναυτία σε όλους αυτούς που βρήκαν ευκαιρία να βροντοφωνάξουν πως στη βία δεν απαντάμε με βία. Κι όμως στη βία με αυτό ακριβώς απαντάμε… ΜΕ ΒΙΑ.

Οι φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με το logo: “Δεν είναι αθώοι, οι ναζί στη φυλακή” ήρθε να επισφραγίσει το ρεφορμιστικό του πράγματος και να ενισχύσει τη θέση της αστικής δικαιοσύνης στο κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, επαναφέροντας στο κοινωνικό σώμα την “πίστη στους θεσμούς”.

Μια δίκη, λοιπόν, την έκβαση της οποίας περιμέναμε έτσι και αλλιώς, ώστε να μην πολωθούν κοινωνικά καταστάσεις, ξεσπάσουν συγκρούσεις, επέλθει ριζοσπαστικοποίηση.

Από την άλλη, ενα άλλο ζήτημα που τίθεται είναι αυτό της καρατόμησης προσώπων, που κατέχουν καίριες θέσεις. Θέσεις που ξέρουμε καλά πως δε θα μείνουν ορφανές, οι αντικαταστάτες καραδοκούν στη γωνία. Θέσεις που δεν μας ενδιαφέρει ποιος θα αναλάβει, εάν θα είναι καλός άνθρωπος, σωστός οικογενειάρχης, φιλόζωος, συνεπής στις κοινωνικές του υποχρεώσεις. Θέσεις σύμφυτες με την εξουσία, εχθρικές και μισητές, με συγκεκριμένη σκοπιμότητα.

Και για να προλάβουμε ίσως και μια αναλογία, που λέει πως το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση μιας πολιτικής εκτέλεσης, η απάντηση είναι ναι, η θέση θα καλυφθεί. ΟΜΩΣ είναι άλλο να σπέρνεις τον τρόμο στο στρατόπεδου του εχθρού, να δίνεις πνοή στην ουσιαστική απειλή, μέσα από τις επαναστατικές πρακτικές, κάνοντας τον επόμενο να σκεφτεί καλά εάν θα αναλάβει ένα τέτοιο πόστο, μιας και το νήμα της μίζερης ζωής του μπορεί να κοπεί απότομα και άλλο να τους τραβάς στις δικαστικές αίθουσες, που το πιθανότερο είναι απλώς να οδηγηθούν σε κάποια άλλη θέση στη χειρότερη, να ιδιωτεύσουν σε μια περίοπτη στην καλύτερη.

Ενδιάμεσοι/Αιτηματικοί Αγώνες

Εδώ έρχεται να προστεθεί ένας ακόμη παραλληλισμός, μεταξύ της συμμετοχής των αναρχικών σε αιτηματικούς αγώνες, αγώνες δηλαδή, που ως επί το πλείστων έχουν θεσμικό χαρακτήρα ή απαιτούν τα «νόμιμα» και της μήνυσης, ως ένα αποδεκτό μέσο αγώνα. Ένας παραλληλισμός τρομερά άστοχος.

Συγκεκριμένα, η συμμετοχή στους ευρύτερους κοινωνικούς αγώνες, που βέβαια δεν αποτελεί επιλογή ούτε και πρώτη προτεραιότητα όλων των αναρχικών, οι οποίοι είτε αντιτίθενται στην καπιταλιστική επέλαση είτε στοχεύουν στη βελτίωση κάποια συνθήκης, για πολλούς συνιστά εύστοχο πεδίο παρέμβασης. Όμως, οι όροι συμμετοχής εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά και τις στοχεύσεις.

Σκοπός είναι να προωθείται η αντιθεσμικότητα, η σημασία της μη διαμεσολάβησης, αλλά και η σύνδεση με την ευρύτερη επαναστατική αντιπαράθεση με το κράτος. Σαφώς και για την επίτευξη των στοχεύσεων, η χάραξη μιας στρατηγικής πρέπει να γειώνεται στην πραγματικότητα του εκάστοτε αγώνα, χωρίς όμως αυτό να μεταφράζεται ως αδυναμία προώθησης των αναρχικών θεωρήσεων και πρακτικών. Τα αναρχικά προτάγματα μπορούν και πρέπει να παραμείνουν και να διαχυθούν αναλλοίωτα, χωρίς να παρουσιάζουμε ωραιοποιημένα και εύπεπτα αφηγήματα, χωρίς να αφομοιωθούμε από τη δυσαρεστημένη μάζα. Να πράξουμε σε κάθε επίπεδο, από τις πορείες έως τα συγκρουσιακά γεγονότα, από τις δημόσιες παρεμβάσεις έως τις συνωμοτικές βόλτες, αναδεικνύοντας την επαναστατική απελευθερωτική προοπτική, δημιουργώντας εφαλτήρια για ανάληψη αντικρατικής δράσης από όλο και περισσότερους ανθρώπους, κοιτώντας πέρα από τα ψευδο δίπολα που μας επιβάλλονται.

Κλείνοντας…

«Το να μην προσμένεις τίποτα δε σημαίνει να συνηθίζεις την ήττα»

Το κράτος είναι ένα σύμπλεγμα επιθετικό. Εάν, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε κάτι, ήταν πως επιβάλλεται. Δε θα γνέψει συγκαταβατικά, δε θα μας χαϊδέψει τα αυτιά, δε θα ξεχάσει τις επιθέσεις που δέχεται και σίγουρα δε θα γιορτάσει τις νίκες μας. Αντίστοιχα, οφείλουμε να πράξουμε και εμείς.

Περιμένοντας κάτι από τα παραπάνω καταλήγουμε να χάνουμε το στοίχημα του επαναστατικού πολέμου. Επιλέγοντας να λουφάξουμε, τροφοδοτώντας τη συνείδηση μας με ψέματα και παύοντας να διανοίγουμε μέτωπα αντιπαράθεσης, να στοχεύουμε στην όξυνση των εχθροπραξιών, να προλειαίνουμε το έδαφος της εξέγερσης, να βρίσκουμε τις προοπτικές και τις στρατηγικές για την υλοποίηση των επαναστατικών πρακτικών, κοιτάζοντας πέρα από τη νομιμότητα, τότε θα καταλήξουμε να βυθιζόμαστε στην ανυπαρξία. Καλύτερα, λοιπόν, να βυθιστούμε μια ώρα αρχύτερα στην οχλοβοή που διψά για δικαιώματα, να λάβουμε και κανένα παράσημο και να αποσυρθούμε ησύχως.

Εάν εντός του κοινωνικού πεδίου βλέπουμε πάντα και παντού ευκαιρίες για ανέλιξη, λιμνάζουμε και βρισκόμαστε απέναντι από τα αναρχικά προτάγματα που οι ίδιοι θέτουμε, θα καταλήξουμε να ιδιωτεύουμε, συμπληρώνοντας απλώς τη λίστα των υποτιθέμενων αγωνιστικών υποχρεώσεων, δίχως καμία ουσία, δίχως καμία προοπτική.

Η ζωή μας είναι μια διαρκής σύγκρουση. Με τον εαυτό μας και τις αντιφάσεις μας, τις συμβάσεις και τα αυτοξεπεράσματα μας. Μια σύγκρουση, όμως, και με τους νόμους, το εξουσιαστικό κοινωνικό πλέγμα, το οικοδόμημα της κυριαρχίας και των μηχανισμών του. Σύγκρουση στους δρόμους, μέσα και έξω από τις δικαστικές αίθουσες, στα στενά των μητροπόλεων, στις ταράτσες των φυλακών… Σύγκρουση με χαρακτηριστικά επαναστατικά, με συνέπεια σε λόγο και πράξεις.

Η λύση δε βρίσκεται μέσα στα αστικά δικαστήρια, στις κρατικές παροχές, στις καπιταλιστικές υποσχέσεις, στους κοινωνικούς ρόλους, στους κανόνες, στους θεσμούς, στα διάφορα νομοθετήματα. Δεν έρχεται από τους εχθρούς της ελευθερίας, αλλά ούτε και από μια αίολη κοινωνικό-κινηματική συσπείρωση, που μετράται ως ποσοτικό πλεόνασμα, στηριζόμενο σε σαθρά θεμέλια.

Να σταθούμε μόνοι μας στα πόδια μας. Σίγουρα έχουμε να κερδίσουμε πολλά περισσότερα, από το ψάχνουμε διαρκώς και διακαώς σάπια δεκανίκια στο πρόσωπο της εξουσίας. Ας αφήσουμε στην άκρη τον πολιτικαντισμό, τα επικοινωνιακά παιχνίδια, τις κινήσεις εντυπωσιασμού. Ας μη βαλτώσουμε περισσότερο στο βούρκο του ρεφορμισμού, ας μην αφομοιωθούμε σε όσα κάποτε παλεύαμε να καταστρέψουμε, ας μη μπλεχτούμε μόνοι μας στα κρατικά δεσμά, ανοίγοντας την κερκόπορτα του δικαιωματισμού.

Τα μονοπάτια που κυοφορούν τις επαναστατικές προοπτικές είναι πολλά, όμως ο στόχος της καθολικής ρήξης με το υπάρχον κοινός. Κι αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να το μνημονεύουμε συχνότερα.

Να πορευτούμε μαζί με τις αρνήσεις μας, να αναπτύξουμε σχέσεις που αντανακλούν αυτά που προτάσσουμε, να βαδίσουμε πλάι-πλάι με γνώμονα τη συντροφικότητα, την αξιοπρέπεια, την επιθετική διάθεση, την επαναστατική συνείδηση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.

Πάντα και για πάντα αντικρατικά, αντιθεσμικά, αδιαμεσολάβητα, ανεξούσια, ΑΝΑΡΧΑ.

Σύμπραξη αναρχικών ενάντια στη νομιμότητα

Απρίλιος 2021

Πηγή: Athens Indymedia

Consumimur Igni: Μια αντιδικανική τοποθέτηση

Λάβαμε 1/4/2021

Το παρακάτω κείμενο είχε συνταχθεί και ολοκληρωθεί στο τέλος του περασμένου Οκτώβρη, μερικές βδομάδες μετά το πέρας της δίκης της Χρυσής Αυγής και των παρεπόμενων κινητοποιήσεων. Πάραυτα, λόγω αλλεπάλληλων σημαντικών εν εξελίξει αγώνων επιλέξαμε να αναβάλουμε την δημοσίευση του μέχρι να βρεθεί το απαραίτητο χρονικό κενό για αναστοχασμό σε μία ήδη αρκετά επιβαρυμένη επικαιρότητα.

Με την ομαλότητα να επιστρέφει με τον καιρό στις ζωές μας, τις εστίες φωτιάς να σιγοσβήνουν παραχωρώντας την θέση τους σε νέους, αποστειρωμένους φωτισμούς στο πολυτάραχο αθηναϊκό κέντρο, ξεπροβάλλουν και οι κάθε λογής επιτετραμμένοι να συγυρίσουν τα πεδία σύγκρουσης από οτιδήποτε πεισματικά ανθίσταται στην εξάπλωση των επιχειρήσεων ειρήνευσης θυμίζοντας κοινωνική πόλωση.

Μιλάμε για ξεπερασμένη κοινωνική πόλωση γιατί αρνούμαστε εξίσου πεισματικά να ακολουθήσουμε το αφομοιωμένο πλήθος στις νέες του δοξασίες, αναγνωρίζοντας έστω και λειψώς μία οποιαδήποτε έκφανση πολέμου στον αντιφασιστικό θίασο που κατέλαβε το αισθητιριακό μας πεδίο τις μέρες του Οκτώβρη με αφορμή τον δημοκρατικό θίασο που στήθηκε πάνω στις δίκες των νεοναζί καθαρμάτων. Η κοινωνική πόλωση υλοποιείται όταν οι υπόγειες αντιτιθέμενες δυνάμεις που η διακυβέρνησή τους από το κράτος συνιστά ό,τι νοούμε ως εκπολιτισμένη κοσμική κοινωνία, εκρήγνυνται ανεξέλεγκτα, με τον αμοιβαίο ανταγωνισμό τους να κλυδωνίζει τις κυρίαρχες σχέσεις εξάρτησης. Να τις καταπατά καταστρέφοντας ή μετασχηματίζοντάς τες σε νέα κοινωνικά συμβόλαια, όχι να τις επιβεβαιώνει δια της προσκόλλησης στους ήδη υφιστάμενους διαμεσολαβητικούς θεσμούς. Όταν τα όργανα συγκεντροποίησης και καταστολής των συλλογικών και ατομικών δυνάμεων υποχωρούν, αφήνουν ως ίχνος την ανεπανάληπτη ευκαιρία αναθέρμανσης των πολιτικών διαμαχών, καθιστώντας στιγμιαία προφανές ό,τι στα μάτια των εξεγερμένων ανθρώπων αποτελεί βασική κοινοτοπία: την εμφυλιοπολεμική βάση των σύγχρονων κοινωνιών, που μόνο η συντονισμένη προσπάθεια κράτους και κυρίαρχης ηθικής, πολιτισμού και ιδεολογίας μπορεί να αποσιωπήσει.

Η δίκη της Χρυσής Αυγής δε σηματοδοτεί ούτε τη ρήξη της αστικοδημοκρατίας με τον φασισμό, ούτε αποδεικνύει την ισχύ της πίεσης του αντιθεσμικού αντιφασιστικού κινήματος στις νομικές διαδικασίες. Η δίκη των χρυσαυγητών ανακοινώνει απλώς στους εξοικειωμένους με την αστική δικανική γλώσσα ότι είναι συνηθισμένοι να ακούν, παραμένοντας δέσμιοι στο κράτος εν είδει φορέα σταθερότητας, ακόμα κι αν εξανίσταντο όταν αυτό δεν ικανοποιεί όλα τους τα βίτσια. Όλα είναι καλά. Όλα κυλούν ομαλά στην έρημο, αφού η άμμος πάντα απορροφά κάθε τυχόν κραδασμό. Το κράτος, με τα ιδρύματα και τα εκτελεστικά του όργανα, δηλώνει κυρίαρχο, πάντα έτοιμο να φέρει εις πέρας τα κυβερνητικά του καθήκοντα με όποιον τρόπο χρειαστεί. Το γεγονός ότι κάποιοι φασίστες κάθησαν στο δικαστικό έδρανο αποκαλύπτει απλώς την αποτυχία τους, την εξαντλημένη χρησιμότητά τους για το κυρίαρχο καθεστώς, την πλεονάζουσα παρουσία τους, αποκαλύπτει ότι, στην τελική, κρίθηκαν αδύναμοι για να καταλάβουν το κράτος.

Eξάλλου, ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός είναι ο πάροχος και ο σκαπανέας των πολιτικών φιλοδοξιών του κάθε -συνειδητού ή μη- φασίστα, όσο του προσφέρει οράματα διακυβέρνησης που μόνο η κατάληψη και η αναβάθμιση των εργαλείων του πρώτου μπορεί να ευοδώσει. Η κρατική δομή και, κυρίως, η αστική του εκδοχή, ήταν και θα παραμείνει ο βασικός ευεργέτης κάθε φασιστικού κινήματος γιατί, ελλείψει της επιρροής του, μπορεί να ευδοκιμεί ο φυλετισμός, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, αλλά θα στερούνταν τα μέσα συγκρότησης και υλικής έκφρασής τους. Δίχως τις χορηγούμενες από την αστική κοινωνία μεταβολές στη δομή των ανθρωπίνων συμπεριφορών και σχέσεων, ήτοι την κεντρική ρύθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων, την απόσπαση της πολιτικής πράξης από το κάθε ενεργό πρόσωπο και την παράδοσή του στη σέχτα των κατασκευασμένων ειδημόνων για την εύρυθμη λειτουργία της μεγαμηχανής, τη μονοπώληση της βίας από τους επιτετραμμένους του κυβερνητικού σχηματισμού, την προώθηση αυστηρών τύπων ηθικής ζωής για την εξασφάλιση της μαζικής ομοιομορφίας και τη νομιμοποίηση μιας ποινικολάγνας κουλτούρας αμφίδρομης αλλά και πυραμιδοειδούς επιτήρησης, πειθάρχησης και τιμωρίας, οι επαίσχυντες αυτές ανθρώπινες προοπτικές θα έχαναν όχι μόνο τον τιμαλφή τροφοδότη τους, αλλά περισσότερο τον τρόπο να επικρατήσουν σε ευρεία κλίμακα καταπολεμώντας τους αντιπάλους τους. Ο φασισμός ως μορφή ολοκληρωτισμού και αίτημα συγκεντροποίησης των εξουσιών δεν μπορρεί να νοηθεί δίχως το πιο συγκεντρωτικό και ολοκληρωτικό μέσο κυριαρχίας: το Κράτος.

Δεν μπορεί ποτέ λοιπόν να σταθεί ανάχωμα στον φασισμό ό,τι απορρέει και υποστηρίζεται από κρατικές διαδικασίες στα εξουσιοδοτημένα γραφεία, εκτελείται δια χειρός έμμισθων κατασταλτικών οργάνων και νομιμοποιείται συνειδησιακά μέσω αλλοτριωτικών ή μεσολαβητικών σωμάτων, όπως οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί και οι διάφορες περιστασιακές διασημότητες μιας κοινωνίας ευνουχισμένων ανδρείκελων. Πολλώ δε μάλλον να καταλήγει στη συστράτευση των αναρχικών μαζί τους. Δε θα μπορούσε να εξαλείψει το φασιστικό όνειδος, τουλάχιστον όχι κατά τον τρόπο που οι αναρχικοί διαχρονικά το αναλύουν και λαμβάνουν δράση εναντίον του. Απεναντίας, οι άνωθεν αστικοί αυτοματισμοί είναι οι κατεξοχήν αρωγοί και εγγυητές μιας φασιστικής ολοκληρωτικής πολιτειακής δομής. Η επιτηδευμένα υπερβατική τους εμφάνιση, η κυριαρχική τους δομή, η αγελαία τους συγκρότηση, η κατασταλτική δομική τους λειτουργία, ο εκ γενετής διαχωρισμένος χαρακτήρας τους και, ασφαλώς, η προσπάθειά τους να κατοχυρώσουν το μονοπώλιο της βίας και της πολιτικής πράξης, είναι αυτά τα απαραίτητα για το φασιστικό όραμα στοιχεία. Στα ίδια δικαστήρια, με τους ίδιους νόμους, στην τελική, αμέτρητες φορές υπέφεραν συντρόφια μας μαζί με άλλους υπονομευτές τους καθεστώτος. Προσέτι, τα ίδια μέσα αύριο θα στρέψουν το ολοκληρωτικό επινόημα της “κοινής γνώμης”, το δημοκρατικό κοπάδι, εναντίον των νέων “εχθρών του λαού και της δημοκρατίας”. Όταν δικαιολογούμε με οποιονδήποτε τρόπο την καταδίκη των φασιστών στα δικαστικά έδρανα, δε θα δικαιούμαστε να μιλάμε για φασισμό όταν στα ίδια δικαστικά έδρανα θα πάρουμε θέση εμείς ως “οι εχθροί του λαού”.

Aφού προβληματιστήκαμε έντονα στη θέα μέρους των ριζοσπαστικών κινημάτων να αξιώνει απαιτήσεις από τον κρατικό αυτό επινίκιο μονόλογο ή, ακόμα χειρότερα, να αγαλλιάζει με τη φυλάκιση ανθρώπων (ακόμα και μονοκύτταρων) -πάντα με το πρόσχημα ότι ναι μεν θα τους ήθελαν στο χώμα, αλλά, εφόσον κρίνεται ανέφικτο, κάτι είναι και η φυλάκισή τους, εν είδει βάλσαμου για τα θύματα της βίαιης δράσης τους- νιώσαμε και εμείς την ανάγκη να λάβουμε δημοσίως μια αντιδικανική τοποθέτηση, ανατρέχοντας σε ορισμένα θεμελιώδη αναρχικά προτάγματα.

Κατά την άποψή μας, η αναρχία ως (αντι)πολιτικό ρεύμα, αλλά πολύ περισσότερο ως βίωμα, συνδυάζει τη μηδενιστική καταστροφική πρακτική με την ανάκτηση της ελευθερίας και της αυτενέργειας στο εδώ και τώρα. Ο μηδενισμός της δεν είναι ιδεολογικός και, κατ’ επέκταση, λειψός, σαν ένας ακόμα άνευρος μηρυκαστικός μονόλογος στα χείλη εξανδραποδισμένων ζηλωτών του κάθε πολιτικού δόγματος. Η αντίδραση δεν αποτελεί καθήκον και αλλότριο αυτοσκοπό, αλλά τίθεται στην υπηρεσία της ατομικής και κοινοτικής απελευθέρωσης,  συμβάλλοντας στην επανάκτηση της κυριότητας της καθεμιάς. Καταρρίπτεται τοιουτοτρόπως και ο παραδοσιακός ετερόνομος συσχετισμός μεταξύ μέσων και σκοπών. Ο σκοπός δεν εξαρτάται από τη χειραγώγηση συνειδήσεων, την κατασκευή νορμών και την κυβέρνηση άβουλων κοπαδιών μαζανθρώπων, αλλά εμπερικλείεται στα ίδια τα μέσα της ενεργής αναρχικής πρακτικής ως συνέχειά τους, όχι ως υποβολέας τους. Η δράση, η σκέψη, η δημόσια παρουσία, η καταστροφή, ο πόλεμος, δεν είναι απλά μέσα πραγμάτωσης ενός ανώτερου τελικού σκοπού. Συνιστούν εκδηλώσεις και φορείς της αυτοπραγμάτωσής μας, του τρόπου μας να ζούμε συντονισμένες και συνεπείς ως προς τις αξίες και τις επιθυμίες μας. Αυτό είναι η αναρχική (αντι)πολιτική. Η κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ μέσων (που ανήκουν στους υπηκόους της δημοκρατίας) και σκοπών (που ταυτίζονται με την κατάκτηση των μέσων διαχωρισμού της κοινότητας από την πραγματική πολιτική της πρακτική, όπως το κράτος, τα εκτελεστικά όργανα, οι θεσμικοί φορείς) οδηγεί στην κατάργηση της εργαλειοποίησης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η πολιτική έτσι ξαναμετατρέπεται σε ένδειξη μιας ολοκληρωμένης και πλούσιας σε σχέσεις και βιώματα ζωής.

Ο αγώνας ενάντια στο κράτος, τον καπιταλισμό και τον κυρίαρχο πολιτισμό είναι το αναντικατάστατο παρόν του καθενός και της καθεμιάς μας. Τα προτάγματά μας δε συντάσσονται με τις υπόλοιπες διαφημιστικές προσφορές για επίγειους κοινωνικούς παραδείσους. Αδυνατούν να ξεπέσουν στην κατάντια των διαφημιστικών εκστρατειών όσων θέλουν να “καταλάβουν” τον κρατικό μηχανισμό. Και αυτό διότι εκφράζουν τις ανεξέλεγκτες επιθυμίες μας να ζήσουμε μακριά από συγκεντρωτικές δομές, απόλυτες αλήθειες και υπεραβικές αρχές. Σηματοδοτούν τον πολεμό μας απέναντι σε κοινωνικές κατασκευές όπως το δίκαιο, ο νόμος, η τιμωρία, ο εγκλεισμός, η ενοχή και η πολιτική ανάθεση. Ενάντια στον γενικευμένο διαχωρισμό, ενάντια στα όργανα και τους επιτελεστές του. Έτσι, θεωρούμε πως ο αντιφασισμός δεν είναι ένα μέσο για να επιτύχουμε την εξόντωση τον φασιστών ως απώτερο σκοπό. Είναι το αίμα που χύθηκε απ’ τα συντρόφια μας για την πραγμάτωση του ολοκληρωμένου εαυτού τους ενάντια σε κράτος, κεφάλαιο και κυριαρχία. Η απαράκαμπτη αυτή πραγματικότητα, το χάσμα μεταξύ των αξιών μας, του τρόπου μας να υπάρχουμε ως κάτοχοι των ζωών μας και της άρνησής μας να αναθέσουμε αυτό το καθήκον σε μηχανισμούς υποβάθμισης της ύπαρξής μας, μας έφερε μετωπικά απέναντι στις ναζιστικές σκουπιδοσακούλες.

Αν προκειμένου να τελεσφορήσει αυτό χρειαζόμαστε δικαστήρια, αποξενωμένα από εμάς εκτελεστικά σώματα για την επίτευξη των ίδιων μας των στοχεύσεων, ειδικά κλιμάκια στρατολογημένων “τιμωρών”, μάζες ετερόκλητων και εχθρικών μεταξύ τους αγελών, επαΐοντες μοραλιστές να επιβάλλουν οικουμενικά ποιος και τινί τρόπω θα τιμωρείται, ας βολευτούμε στην υπάρχουσα πραγματικότητα. Εξάλλου, αν το κριτήριο εναποτίθεται στον πρακτικισμό και στη στείρα αποτελεσματικότητα των κάθε λογής μεθόδων, τα κράτη θα υπερέχουν πάντα συγκριτικά με τις μικρές απείθαρχες ορδές μας. Δε θα επιτρέψουμε ποτέ όμως στην αποτελεσματικότητα να καθιερωθεί ως απόλυτο μέτρο των πράξεων και των ζωών μας, γι’ αυτό τα κράτη και άλλα μορφώματα της πολιτικής αλλοτρίωσης θα περισσεύουν πάντα από τα ζωογόνα όνειρα μας. Όσοι στον βωμό μιας ρηχής υλικής καταπολέμησης του φασισμού λησμονούν τις αναρχικές τους θέσεις, τότε το μόνο σίγουρο είναι ότι μαθηματικά θα αποτύχουν και στο πρώτο.

Βιώνοντας εξ ορισμού μια συνθήκη σχεδιασμένης αλλά και αυθόρμητης κατάπνιξης κλασσικών, αλλά και νεότερων αναρχικών προταγμάτων, πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός ότι δε διαθέτουμε χρονικά περιθώρια να συγχρωτιζόμαστε με τα αφομοιωμένα στην αστικοδημοκρατική ομαλότητα γκρουπούσκουλα της προοδευτικής αριστεράς και ενός αναρχικού χώρου που ζηλεύει τη στόμωση και το διαλεκτικό χάος της πρώτης. Πιθανώς, καθόσον το κενό παρουσίας και επιρροής έχει γίνει δυσβάσταχτα αισθητό με τον χειρουργικό εξοστρακισμό των επαναστατικών ρευμάτων από την υπόληψη της πλειοψηφίας, οι σπασμωδικές εκλάμψεις σύγκρουσης να χαρίζουν δόσεις ανακούφισης και καθησυχαστικές εντυπώσεις, αλλά δε θα εντοπιστεί εκεί η ανασύνταξη των γραμμών μας. Πόσο μάλλον όταν η πολυαναμενόμενη πολυπληθής συνάντησή μας στους δρόμους μετά από καιρό έχει ως πριμοδότη μια δικαστική έδρα, με τον δικανικό της λόγο να θέτει τους όρους του διαλόγου. Όταν λοιπόν η επιχειρηματολογία οργανώνεται βάσει των προτύπων ενός τέτοιου συστήματος αξιολόγησης, όταν οι όροι συμμετοχής είναι προσχεδιασμένοι από τους εμπνευστές της δεξίωσης, η αναρχική εκτροπή δεν είναι κάτι το εφικτό, διότι για εμάς ποτέ το ζήτημα δεν συνοψιζόνταν στο αν οι ναζί είναι αθώοι ή ένοχοι και ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος τιμωρίας τους. Όλη αυτή η ορολογία προσήκει στο σύμπλεγμα αξιών, αντιλήψεων, πεποιθήσεων και παραδόσεων που, ως αναρχικές και αναρχικοί, πολεμάμε διαχρονικά να αποδομήσουμε και να εξαλείψουμε.

Επιπλέον, η συμμετοχή αναρχικών στις επινίκιες τελετουργίες του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος, ακόμα και όταν τα θύματα είναι υπάνθρωποι άξιοι να γίνουν δέκτες των χειρότερων μορφών βίας, σηματοδοτεί απλά μια ακόμα επιτυχημένη επιχείρηση των επίδοξων εξολοθρευτών τους, η οποία σε μία καθόλου φανταστική μελλοντική στιγμή θα τοποθετήσει αυτούς στην έδρα, δεχόμενη πολιτική πίεση από αντίπαλους αποχαυνωμένους όχλους, ενώ, την ίδια στιγμή, το κύρος των μηχανισμών αυτών θα παραμένει στο απυρόβλητο. Όσοι, είτε από αγνές και ειλικρινείς αγωνιστικές προθέσεις, είτε από στυγνή απελπισία, διέπονται από την ψευδαίσθηση πως το Δίκαιό τους αποτελεί μία καθολική αρχή ή, ακόμα χειρότερα, πως εκφράζει στο σήμερα μία κοινωνική πλειοψηφία πρόθυμη -μετά την κατάλληλη προσέγγιση- να συστρατευτεί μαζί τους, δυστυχώς είναι αναπόδραστο να δουν τα οράματά τους καταβαραθρωμένα από τις αμείλικτες φασιστικές ορδές των μαζανθρώπων. Για ακόμη μία φορά…

Η επιλογή συμμετοχής σε μία πολιτική διαδικασία εξ ολοκλήρου εχθρική προς κάθε αναρχικό ρεύμα σκέψης, με μοναδικό διακύβευμα την καθιέρωσή μας στο κέντρο των εξελίξεων, ακόμα κι όταν αυτά αντίκεινται στις αξίες, στα προτάγματα, στις στοχεύσεις μας, υπονομεύοντας την αγωνιστική μας υπόσταση και τα θεμελιώδη προτάγματά μας, συνιστά συγκατάβαση με ένα μέλλον απαλλαγμένο από τις επιθυμίες μας. Ποιος εξάλλου σήμερα διατηρεί αμφιβολίες για το αν οι αλλεπάλληλες κονσερβοποιημένες ειδήσεις και τα απορρεόντα από την προπαγάνδα τους κοινωνικά δρόμενα δεν είναι παρά ένας διαρκής εχθρικός μονόλογος, οικείος μοναχά ένεκα της εκτενούς και αδιάληπτης διασποράς του; Η έγνοια να τοποθετηθούμε, και δη μαχητικά, σε γεγονότα τουλάχιστον διαμεσολαβημένα -αν όχι κατασκευασμένα- από έναν πακτωλό πληροφοριών και ειδήσεων που φέρουν ανεπαίσθητα τη σφραγίδα όσων υπαρχουσών πραγματικοτήτων επιδιώκουμε την εξάλειψή τους, είναι ενδεικτική της προέλασης του θεαματικού λόγου και της υποχώρησης της κριτικής σκέψης. Σημαίνει πως ο κομφορμισμός φτάνει σε επίπεδο διαπραγμάτευσης της επαναστατικής μας συνέχειας ως μια συνέχεια δίχως επαναστατικό πρόσημο. Σημαίνει πως, έστω και υποσυνείδητα, έχουμε συμβιβαστεί με το ανέφικτο των αναρχικών μας θέσεων, ενώ αγκομαχούμε να τους βρούμε θέση σε έναν κόσμο αποστερημένο από κάθε αγνή αναρχική προοπτική. Ηττοπαθείς και μουδιασμένοι μπροστά στην κοινή γνώμη, όπως αυτή κατασκευάζεται και μετά επιδεικνύεται στις αμέτρητες οθόνες που πλέον έχουν εισβάλει σε κάθε πτυχή της ζωής, είμαστε έτοιμοι να παραδώσουμε στα μέτρα της την προσωπική μας άποψη και τοποθέτηση. Δεχόμαστε την εκποίηση των έκλυτων πόθων μας, εφόσον καταδικάζονται ως στοιχεία ασύμβατα και παράκαιρα, προκειμένου να εξασφαλίσουμε μία υποτυπώδη επιβίωση σε ένα νέο, αποστειρωμένο από κάθε μικρόβιο ατομικής και συλλογικής εξέγερσης πολιτικό περιβάλλον.

Τούτη η προσαρμογή στους ρυθμούς του παραδεδεγμένου πολιτικού ανταγωνισμού στις μαζικές κοινωνίες, όπου, με οριζόντα την αποτελεσματικότητα, κάθε αντίπαλη φράξια επιχειρεί να γητέψει το θυμικό του πλήθους, εργαλειοποιώντας το στην προσπάθειά της να διαμορφώσει το κοινωνικό κατ’ εικόνα και ομοίωση της Ιδέας της, απέχει έτη φωτός από μία αναρχική (αντι)πολιτική πρακτική.

Δε γίνεται, με μοναδικό κριτήριο τη μαζικότητα και την απόσπαση αποδοχής, να αποφασίζουμε τη δημόσια στάση και την πολεμική μας τακτική, γιατί τότε μπορεί μεν η εξασφάλιση των παραπάνω να επιφέρει ποσοτικές νίκες (θεαματική ανάδειξη αγώνων, κυβερνητικές παραχωρήσεις, υποχρέωση του κράτους σε συνδιαλλαγή, δυναμικότερες συγκρούσεις, λεφούσι χειροκροτητών, ευνοϊκότερη διαχείριση), όμως τι νόημα έχουν αυτές όταν το αντίτιμο έγκειται στην απώλεια των ποιοτικών μας χαρακτηριστικών; Και δεν αναφερόμαστε σε πιθανές αντιφάσεις μεταξύ μακροπρόθεσμων (κατάλυση της αστικής δικαιοσύνης) και άμεσων (αντιμετώπιση των φασιστών) στόχων. Διακυβεύεται η ίδια η ουσία της αναρχικής παρουσίας εδώ και τώρα. Και, λέγοντας αυτό, εννοούμε το πώς ένα σώμα εμφανίζεται, λειτουργεί και κινείται, πάντα σε αλληλεξάρτηση με τα υπόλοιπα σώματα του περίγυρού του και τις σχέσεις δύναμης που σχηματίζουν. Πώς αγωνιζόμαστε, πού στοχεύουμε, πώς τοποθετούμαστε σε κάθε συγκυρία, πώς καταφάσκουμε ως συμπαγές σώμα και πώς διακρινόμαστε φυσικά, ως αναρχικά υποκείμενα, δια της συνολικής μας παρουσίας σε σύγκριση με τα άλλα σώματα.

Δεν πρόκειται λοιπόν περί μιας ακόμα κριτικής στη μερικότητα ενός αγώνα, αλλά ειλικρινούς προβληματισμού σχετικά με τους λόγους παρουσίας των αναρχικών σε μία έδρα τόσο εχθρική για τα προτάγματα και τους όρους συγκρότησής τους.

Πώς είναι δυνατόν η συγκυρία αυτή να συγκρίνεται με τις αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις, τις μαθητικές εξεγέρσεις και τα πλατιά μέτωπα ενάντια στον φασισμό; Πώς εξακολουθεί να μη γίνεται αισθητή η διαφορά μεταξύ της συμμετοχής σε αυθόρμητες κοινωνικές εκρήξεις, όπου, παρά το αναμενόμενα ετερόκλητο πλήθος, η αναρχική παρέμβαση δύναται να τις εκτρέψει με τη διακρτιτή της πολιτική αντζέτα, επηρεάζοντας άμεσα τους συσχετισμούς δύναμης και προβαίνοντας σε αυθεντικές γνωριμίες με νέο κόσμο, και της παρουσίας της σε μία καλεσμένη φίεστα-ύμνο στην αστική δικαιοσύνη, με τη συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου να έχει συρρεύσει προσμένοντας μια καταδικαστική απόφαση; Αν η απόφαση δεν ήταν ικανοποιητική (και ποια απόφαση δηλαδή θα ήταν ικανοποιητική από ένα αστικό δικαστήριο;), τότε σε ποιον θα απευθύνονταν οι συγκρούσεις και από ποια θέση; Τότε η αγανάκτηση των αναρχικών θα ήταν δίκαιη επειδή η έδρα δεν έκανε καλά τη δουλειά της; Πώς είναι δυνατόν εν τέλει να παραβλέπουμε ότι αυτές οι μυωπικές προσεγγίσεις, ερειδόμενες ολικώς στην ανάγκη πολιτικής επιβίωσης, και η υποστήριξη διαδικασιών αντίστοιχου χαρακτήρα ενδυναμώνει και σταθεροποιεί τους μελλοντικούς μας δήμιους; Να αγνοούμε πως το πλήθος θεατών της αντιφασιστικής παράτας, την ίδια στιγμή που χειροκροτεί για την καταδίκη των ναζί, ταυτόχρονα γυαλίζει τα έδρανα των δικών μας πολιτικών δικαστηρίων…

Σε αυτό το κείμενο, είναι εμφανές πως επιλέξαμε να μη σταθούμε καθόλου στην ίδια τη ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής, ούτε να αναφερθούμε σε δεδομένα και στοιχεία ευρέως γνωστά και αναλυμένα από συντροφικές φωνές πολύ καλύτερα απ’ ότι εμείς θα μπορούσαμε. Προτιμήσαμε να πραγματοποιήσουμε μία σύντομη κριτική στη σχέση των αναρχικών με το Δίκαιο. Κυρίως, να θυμίσουμε πως ορισμένες βαθιά ριζωμένες προβληματικές και αντιφάσεις αναδεικνύονται διαμέσου πιθανών προστριβών με την αστική εκδοχή του Δικαίου. Πριν κλείσουμε, θα αναφερθούμε για μία ακόμη φορά σε κάτι λειψώς σχολιασμένο και ελλειπώς κατανοητό, τρομερά κομβικό όμως στην προσπάθεια ανασυγκρότησης ενός εσωτερικά συνεκτικού και ιστορικά αρραγούς αναρχικού χώρου. Η αντίθεσή μας στην οικουμενική και υπερβατική σύλληψη της δικαιοσύνης, απότοκο της οποίας είναι και η αστική εκδοχή της, δεν είναι αισθητικής φύσης.

Η δικαιοσύνη και το δίκαιο είναι έννοιες υποκειμενικές. Εκφράζουν κάποιον αξιακό κώδικα. Όσοι αξιακοί κώδικες υπάρχουν, άλλα τόσα δίκαια θα συναντήσει κανείς. Πολεμάμε τη δικαιοσύνη τους όχι γιατί είναι απλά άδικη, αλλά γιατί ο αξιακός κώδικας του συστήματος που εκφράζει είναι εχθρικός με τον δικό μας. Και δεν μπορεί να υπάρξει κανένα αντικειμενικό δικαστήριο και κανείς δικαστής για να κρίνει αυτή τη σύγκρουση. Είναι οι δικές μας αξίες ενάντια στις δικές τους. Οι επαγγελματίες του δικαίου δεν έχουν καμία θέση στη δικιά μας αντίληψη και κοσμοθεωρία. Και αν μας ρωτήσει κάποιος “και τότε τι θέλετε;”, θα του απαντήσουμε “επιδιώκουμε να κολλήσουμε τους διευθυντές αυτού του συστήματος στον τοίχο, χωρίς όμως να τους αντικαταστήσουμε για να εγκαθιδρύσουμε μια “αγνότερη” έννοια δικαιοσύνης (αντικειμενικά δικαστήρια, δίκαιους νόμους, λογικές ποινές), αλλά μόνο για να αναλάβουμε ένα αδιάλλακτο “καθήκον” ξεκαθαρίσματος λογαριασμών ως μια έντιμη πράξη αυτοδικίας”.

Επαναφέροντας τα λόγια της Σ.Π.Φ., υπενθυμίζουμε πως ο πόλεμος για την κατάλυση των μαζικών εξουσιαστικών κοινωνιών και τη δημιουργία νέων, θεμελιωμένων στην ενσυναίσθηση, τις κοινές αξίες, τις ελεύθερες συμφωνίες, την ατομική αυτοσυνειδησία και τα μεταβλητά κοινωνικά συμβόλαια, διέρχεται μέσω της σύγκρουσης με κάθε υπερβατικό μονολιθικό κώδικα πειθάρχησης και τιμωρίας, όπως και με τα σώματα των ειδικευμένων σχεδιαστών τους. Δεν προθυμοποιούμαστε να επιβάλλουμε νοητικά την παραδοχή ανύπαρκτων συλλογικών σωμάτων προκειμένου να πείσουμε τον οποιοδήποτε αφελή προς δρούμε στο όνομα μιας “ανώτερης ιδέας”. Δε θα γίνουμε οι κομιστές της ελευθερίας κανενός, και δεν έχουμε αναλάβει σε καμία περίπτωση μία “θεϊκή αποστολή” να διαφωτίσουμε τα “παραπλανημένα πλήθη” με τη μαρμαρυγή της Δικαιοσύνης. Ως αποκυήμα των πολλών χρόνων εγκατάλειψης της δημόσιας σφαίρας και της ατομικής ευθύνης, αυτές οι λογικές βρωμάνε ανάθεση και είναι ικανές να γεννήσουν μόνο περισσότερη ανάθεση, ανευθυνότητα, μοιρολατρία, παραίτηση, διαχωρισμό, τελμάτωση, ιεραρχίες και ετερόνομα ανδράποδα, συνηθισμένα στην υποταγή μπρος το κάθε δεσπόζον κοινωνικό σύστημα, αντί για περήφανα και αξιοπρεπή πρόσωπα.

Διαχρονικά, τα ίδια φαινόμενα, οι ίδιες τετριμμένες πολιτικές επιλογές γίνονται κάρβουνο στη μηχανή θανάτου του φασισμού και κάθε ολοκληρωτισμού, εφοδιάζοντάς τους με οράματα προσφιλή για το εκπαιδευμένο στην αποποίηση του εαυτού πλήθους. Γι’ αυτό φροντίζουμε να μη λησμονούμε πως το λαϊκό φύραμα ετερόκλητων συμφερόντων και αξιών, ομοιόμορφο και αρραγές μόνο εν είδει σώματος κυβερνητικής διαχείρησης και βιο-πολιτικής επένδυσης, αποτελεί μήτρα και όχι εξολοθρευτή του φασισμού. Τα δικαστήρια και, κατ’ επέκταση, το δίκαιο, καθίστανται ευκταίο αντικείμενο διεκδίκησης αναμεταξύ των ανακυκλωμένων πολιτικών ομαδοποιήσεων, επειδή, εν αντιθέσει με την περήφανη ατομική αυτοδικία, εκπροσωπεί την υπάρχουσα ιεραρχική και αλλοτριωτική τάξη ενάντια στις άπειρες πιθανότητες της αναρχικής ανταρσίας.

Η διαρκής αναρχική ιστορική κίνηση γνωρίζει πως ο φασισμός προκύπτει αναπόδραστα όταν το πρόσωπο, με το κριτικό του πνεύμα, συνθλίβεται στη μέγγενη των εκάστοτε μεγαλόστομων αφεραίσεων, είτε πρόκειται για έθνη, είτε για τάξεις, είτε για τα κενά αξιακά συστήματα των -ξεπουλημένων στις αγορές- σύγχρονων δημοκρατιών. Ως εκ τούτου, η δημόσια παρουσία των αναρχικών και οι τακτικές τους επιλογές οφείλουν να συνοδεύονται από μία συστηματική κριτική σε κάθε μηχανισμό μαζοποίησης και ανάθεσης. Δίχως μία αδιάσπαστη συνέχεια μεταξύ της αναρχικής επίθεσης στα φαντάσματα του έθνους, της φυλής, του κράτους, της δικαιοσύνης, και της μάχης ενάντια στον φασισμό, δεν είμαστε καταδικασμένοι μόνο να υστερούμε μεθοδολογικά στην αντιμετώπιση του δεύτερου, αλλά, πολύ περισσότερο, να χάνουμε το νόημα και τη συνάφεια στο εσωτερικό μας. Μένουμε μονίμως πνιγμένες στις αντιφάσεις, ανίκανοι να τις υπερβούμε ανακτώντας την πίστη στις δυνάμεις, την πίστη στην προοπτική να διαρρήξουμε τον ρου της ιστορίας. Μένουμε ουρά όσων έχουν μάθει να ζουν με αυτές, αναρριχώμενοι στον βούρκο του σημερινού πολιτικαντισμού. Η ολική συντριβή του φασισμού συμπεριλαμβάνεται στον αναρχικό αγώνα για καταστροφή κάθε μορφής εξουσίας και ολοκληρωτισμού, και δε συναγελάζεται με προοδευτικούς θιάσους, δικαστικές ετυμηγορίες και δήθεν αντιφασιστικές μωρολογίες. Η ολική συντριβή του φασισμού διέρχεται μέσα από τη ριζοσπαστική ρήξη με τις κοινωνικές και υποκειμενικές συνθήκες γέννησής του, και ειδικά με τη δικαιοσύνη (αστικής ή οποιασδήποτε άλλης υπερβατικής απόχρωσης) ως εξέχουσας μεταξύ αυτών.

Θάνατος στον Φασισμό

Θάνατος στο Δίκαιο της επιβολής και της εξουσίας

Πόλεμος με κάθε μέσο για την Αναρχία στο εδώ και τώρα

Λύσσα και Συνείδηση

Consumimur Igni – Σύμπραξη για τους σκοπούς της ανάφλεξης.

Η έννοια της Iδεολογίας

(α μέρος ) η συνεισφορά του μαρξισμού

«Οι ιδέες έχουν μια γενεαλογία που, αν αποκαλυφθεί, φέρνει συχνά σ’ αμηχανία τους υποστηρικτές τους». R. Tawney

«Η Ιστορία των Ιδεών είναι ένα πλούσιο αλλά από τη φύση του ακαθόριστο πεδίο, που αντιμετωπίζεται με εύλογη καχυποψία από τους ειδικούς άλλων επιστημονικών κλάδων μεγαλύτερης ακριβείας, έχει όμως και τις εκπλήξεις και τις απολαβές της. Μεταξύ αυτών είναι και η ανακάλυψη ότι μερικές από τις πιο οικείες αξίες της κουλτούρας μας είναι περισσότερο πρόσφατες απ’ όσο θα υπέθετε κανείς αρχικά».
Isaiah Berlin

Η λέξη «ιδεολογία» σήμερα είναι ως επί το πλείστον φορτισμένη με αρνητικό σημασιολογικό περιεχόμενο, φέρνοντας στον νου μας τη διανοητική προκατάληψη, αν όχι και τη συνειδητή απόπειρα εξαπάτησης του κόσμου από επιτήδειους συμφεροντολόγους. Στον χώρο των πολιτικών συζητήσεων, ο όρος «ιδεολογία» είναι ίσως από τους πιο πολυχρησιμοποιημένους και πολυσυζητημένους. Τι είναι όμως ιδεολογία; Είναι η ύπαρξή της ευεργετική ή αρνητική για τις κοινωνίες; Μπορεί να μελετηθεί επιστημονικά ή κάθε απόπειρα κατανόησής της μαρτυρεί τις υποκειμενικές προτιμήσεις του εκάστοτε ερευνητή; Αρχικά, ως ιδεολογία, με την ευρύτερη σημασία του όρου, θεωρείται σύμφωνα με τον John Plamenatz, κάθε θεωρητική νομιμοποίηση των συμφερόντων μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, μέσα σε μια κοινωνία. Για παράδειγμα, τα θρησκευτικά συστήματα στην αρχαία Αίγυπτο και Ινδία ή στη μεσαιωνική Ευρώπη στήριζαν τα οικονομικά συμφέροντα μιας ιερατικής τάξης, που είχε ιδιαζόντως προνομιακή θέση μέσα στις κοινωνίες τους. Φυσικά, η ιδεολογία δεν είναι αναγκαστικά κάτι το ψευδές, αλλά κάτι που χρησιμοποιείται ως μέσο δικαίωσης ορισμένων συμφερόντων, ανεξάρτητα από το αν τελικά είναι αληθές ή ψευδές. Ούτε είναι απαραίτητο να ταυτίζεται η ιδεολογία με τη συνειδητή εξαπάτηση. Είναι όμως απαραίτητο να χρησιμοποιείται για να στηρίξει τα συμφέροντα κάποιων. Όπως θα φανεί παρακάτω, η αρνητική σημασία της λέξης από το ευρύ κοινό δεν απέχει πολύ από τον τρόπο που προσεγγίζεται κατά κανόνα η ιδεολογία από τους διάφορους κοινωνιολόγους και πολιτικούς επιστήμονες.

Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα ιδεολογίας, αποτελούν οι μύθοι. Σύμφωνα με τον Joseph Campbell (1904-1987), μια από τις τέσσερεις βασικές λειτουργίες του μύθου, είναι η «κοινωνιολογική», δηλαδή η ισχυροποίηση της (υπάρχουσας) κοινωνικής τάξης. Είναι γνωστό ότι, στον αρχαίο κόσμο, οι μύθοι δεν είχαν μονάχα θρησκευτικό και ψυχαγωγικό ρόλο, παρά διέθεταν και νομιμοποιητική λειτουργία, καθώς δικαιολογούσαν και αντιπροσώπευαν τη νομιμότητα της εξουσίας των κυρίαρχων τάξεων έναντι των κατώτερων. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι οι αριστοκρατικές οικογένειες στην αρχαία Ελλάδα προέβαλαν αξιώσεις κύρους προβάλλοντας τον ηρωικό ρόλο κάποιου μυθικού προγόνου-γενάρχη, από τον οποίο ισχυρίζονταν ότι η οικογένειά τους καταγόταν. Ιδιαίτερη έμφαση στην ιδεολογία δόθηκε κατά τους Νεώτερους Χρόνους.

Αρχικά, η ιδεολογία προσεγγιζόταν με την προσδοκία να γίνει κατανοητή δια της επιστημονικής γνώσης και αντικειμενικότητας. Συγκεκριμένα, ο Γάλλος φιλόσοφος Antoine Destutt De Tracy (1754-1836) μεταχειρίστηκε τον όρο, με σκοπό να δηλώσει τη φιλοδοξία του να θεμελιώσει την επιστημονική γνώση των ιδεών, στα πρότυπα των φυσικών επιστημών. Η σύγχρονη και απαξιωτική σημασία του όρου, δόθηκε αρχικά από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη στους αισθησιοκράτες οπαδούς του Condillac και επικράτησε μετά τη χρήση του όρου από τον Marx και τον Engels. Ωστόσο, σημαντικότατο ρόλο στην αναγνώριση του ρόλου των ιδεολογιών γενικότερα, έπαιξε ο μαρξισμός. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η σοσιαλιστική σκέψη είχε αποκρυσταλλωθεί σε δύο κύριες τάσεις: αφενός η ιδεαλιστική και ουτοπική κατεύθυνση (κυρίως οι Proudhon, Owen και Fourier), που στηριζόταν στον ελεύθερο συνεταιρισμό των ανθρώπων, ενώ από την άλλη η απολυταρχική και συγκεντρωτική κατεύθυνση, με επιφανέστερο θεωρητικό τον Karl Marx (1818-1883), που μαζί με τον Friedrich Engels (1820-1895), επεδίωκε τη δέσμευση και την κοινωνική αναδιανομή της ιδιοκτησίας. Η πρώτη ομάδα εξέφραζε περισσότερο ηθικές διαμαρτυρίες για τα αρνητικά της εκβιομηχάνισης, στην τότε υπάρχουσα μορφή της, εισηγούμενη νέες κοινωνικές δομές που θα την αντικαταστήσουν, ενώ η δεύτερη προέβαλε επιστημονικές αξιώσεις για την κατανόηση του καπιταλισμού και τη συνακόλουθη υπέρβασή του. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Marx: «οι φιλόσοφοι έχουν απλώς εξηγήσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους, αυτό που έχει σημασία είναι να τον αλλάξουμε». Για τον σκοπό αυτόν, πρώτοι οι Marx και Engels κατέδειξαν το πώς ένα ιδεολογικό σύστημα παρουσιάζει ως καθολικά τα επιμέρους συμφέροντα κάποιων συγκεκριμένων ομάδων, εξαγιάζοντας τον κοινωνικό ρόλο τους. Ας δούμε λοιπόν αναλυτικότερα τη μαρξική ανάγνωση της ιδεολογίας.

Αρχικά, ο όρος «ιδεολογία» χρησιμοποιείται από τους Marx και Engels απαξιωτικά, για να υποβαθμίσει τους στοχαστές της εγελιανής Αριστεράς στη Γερμανία των μέσων του 19ου αιώνα (Feuerbach, αδελφοί Bauer κ.α.), οι οποίοι στηριγμένοι στον Hegel, ερμήνευαν την παγκόσμια ιστορία ως τη διαλεκτική (δηλ. μέσω αντιθέσεων και υπέρβασής τους) πορεία του πνεύματος προς όλο και μεγαλύτερη πρόοδο. Οι δύο συγγραφείς αντιστρέφουν αυτή τη συλλογιστική, θέτοντας ως πρώτο παράγοντα το υλικό στοιχείο και ειδικότερα, την οικονομία, μέσα από τη θεωρία τους που ονομάζεται ιστορικός υλισμός. Σύμφωνα με τους Marx και Engels, ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία είναι έκφραση της πάλης των τάξεων, χαρακτηρίζεται δηλαδή από συγκρούσεις χάριν των ανταγωνιστικών οικονομικών συμφερόντων. Οι άνθρωποι, υποστηρίζουν, δεν είναι υπόδουλοι των θρησκευτικών και φιλοσοφικών ιδεών, ούτε καν των πολιτικών θεσμών, αφού όλα αυτά δεν είναι παρά η αντανάκλαση της ιδιοκτησίας στον χώρο των ιδεών. Βάση κάθε κοινωνίας είναι η οικονομικές συνθήκες. Συγκεκριμένα, η ιστορία χαρακτηρίζεται από τέσσερεις μεγάλες φάσεις ιδιοκτησίας: πρωτόγονος κομουνισμός, δουλοκτησία, φεουδαρχία, καπιταλισμός και τέλος, σοσιαλισμός (ο οποίος πρόκειται να διαδεχθεί μελλοντικά τον καπιταλισμό). Μετά την αρχική και πρώιμη φάση κοινοκτημοσύνης στις πρωτόγονες κοινωνίες, ήρθε η «φυλετική ιδιοκτησία», καθώς υπήρχε ελάχιστος καταμερισμός εργασίας. Αργότερα, αφού ενώθηκαν πολλές επί μέρους φυλές, προέκυψαν οι αρχαίες κοινωνίες, στις οποίες χρησιμοποιήθηκε πλέον η «κοινοτική ιδιοκτησία». Μετά την καταστροφή της τεχνολογίας μέσα στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, έκανε την εμφάνισή του ο Μεσαίωνας, στον οποίο κυριαρχούσε η φεουδαρχία και η οικονομία βασίστηκε στους δουλοπάροικους (κατ’ αναλογία με τους δούλους άλλων εποχών). Οι δουλοπάροικοι του Μεσαίωνα αντικαταστάθηκαν σταδιακά από τη μεσαία τάξη των βιοτεχνών, από την οποία, εξαιτίας της περαιτέρω ανάπτυξης των τεχνών και της βιομηχανίας, προήλθαν τελικά οι αστοί. Για να κυκλοφορεί ταχύτερα το χρήμα, συνέβη η ανάπτυξη του νομισματικού συστήματος και άρχισε να εμφανίζεται ο ανταγωνισμός των εθνών: η αρχή της παγκόσμιας αγοράς είναι ήδη γεγονός.

Πρόκειται για την τέταρτη φάση ιδιοκτησίας, την αστική ιδιοκτησία (καπιταλισμός). Κατά τη σύγχρονη εποχή, που ήλθε στο ιστορικό προσκήνιο η αστική τάξη, οι ταξικοί αγώνες απλουστεύτηκαν, με αποτέλεσμα το σχηματισμό δύο αντιμέτωπων τάξεων: των αστών και των προλετάριων. Έτσι φτάσαμε να υπάρχουν δύο μεγάλες τάξεις, με ανταγωνιστικά συμφέροντα: η αστική τάξη, που κατέχει τα μέσα παραγωγή και η εργατική τάξη (προλεταριάτο), το οποίο πρακτικά δεν κατέχει τίποτε. Μέσα στο καθεστώς της αστικής ιδιοκτησίας, οι πανάρχαιες ανισότητες ανάμεσα στους ανθρώπους έχουν εξωθηθεί στα άκρα: υπάρχει μια μικρή μειοψηφία που κατέχει όλον τον κοινωνικό πλούτο (αστοί) και από την άλλη μεριά, μια τεράστια πλειοψηφία που δεν κατέχει τίποτε (προλετάριοι). Ο κόσμος μας βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας επανάστασης: της προλεταριακής. Είναι μονάχα ζήτημα χρόνου μέχρι οι υλικές ανάγκες να ωθήσουν το διεθνές προλεταριάτο να ανατρέψει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Βέβαια, είναι γεγονός ότι σε κάθε εποχή συνέβαιναν κοινωνικές επαναστάσεις. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν οι Marx και Engels, η πρώτη πράξη της ιστορίας είναι η ικανοποίηση των υλικών αναγκών και οι παραγωγικές σχέσεις που αυτή απαιτεί. Όταν οι ανάγκες ικανοποιηθούν σε ένα βασικό επίπεδο, προκύπτουν νέες ανάγκες, οι οποίες πρέπει με τη σειρά τους στο εξής να καλυφθούν. Καθώς όμως ο μηχανισμός της οικογένειας αναπαράγει συνεχώς την ανθρωπότητα, προκύπτει ότι κάθε στάδιο τεχνολογικής ανάπτυξης («παραγωγικές δυνάμεις») γεννά μιαν αντίστοιχη μορφή επικοινωνίας («παραγωγικές σχέσεις»). Με την εξέλιξη όμως των παραγωγικών δυνάμεων, οι παλιές παραγωγικές σχέσεις παύουν να αντιστοιχούν σε αυτές, οπότε στην κοινωνία ξεσπούν αναταραχές. Η πάλη των τάξεων κλιμακώνεται. Τότε ακριβώς κάνει την εμφάνισή της εκείνη η τάξη, η οποία μέχρι τότε επωμιζόταν όλα τα βάρη της κοινωνίας, δεν απολάμβανε όμως τα αντίστοιχα πλεονεκτήματα και βρισκόταν στο περιθώριο. Αυτή η τάξη κάνει επανάσταση και καταλήγει σε ένα καταμερισμό της παραγωγής που να είναι προς όφελός της. Αυτό συνέβη λόγου χάρη στη Γαλλία το 1789, όταν η αστική τάξη ανέτρεψε τους ευγενείς και ήρθε στο ιστορικό προσκήνιο. Έτσι και τώρα λοιπόν είναι ζήτημα χρόνου να σπρώξουν οι υλικές ανάγκες το προλεταριάτο σε εξέγερση και ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης. Ωστόσο, προσθέτουν ο Marx και Engels, η μελλοντική κομουνιστική επανάσταση δε θα είναι μια ακόμη κοινωνική επανάσταση στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας.

Σε όλες ανεξαιρέτως τις προγενέστερες επαναστάσεις, υποστηρίζουν, συνέβαινε το εξής: μια τάξη εξεγειρόταν με σκοπό να πετύχει έναν ευνοϊκότερο για την ίδια καταμερισμό εργασίας. Γι’ αυτό το σκοπό προωθούσε την ιδέα ότι τα συμφέροντά της αποτελούν συμφέροντα του συνόλου της κοινωνίας, μέσω του μηχανισμού της «ιδεολογίας». Για παράδειγμα, στη Γαλλική επανάσταση η αστική τάξη «μετέφρασε» τα οικονομικά της συμφέροντα σε ιδέες που έμοιαζαν να ωφελούν το σύνολο (φιλελευθερισμός) και έτσι εκτόπισε τον κλήρο και τους φεουδάρχες, που μέχρι τότε ήταν κυρίαρχοι. Αν και βέβαια ο Marx γενικά δε μεταχειρίστηκε στα γραπτά του τον όρο «ψευδής συνείδηση», ενώ ο Engels τον χρησιμοποίησε αργότερα σε επιστολή του (γύρω στο 1893), ο τρόπος που οι δύο στοχαστές σκιαγραφούν την «ιδεολογία» παραπέμπει ακριβώς εκεί. Η ιδεολογία είναι μια ψευδής συνείδηση, που στόχο έχει να αποκρύπτει την πραγματικότητα της ταξικής εκμετάλλευσης, διατηρώντας την κοινωνική συνοχή (και την προνομιακή θέση των κυρίαρχων τάξεων). Τα πράγματα στην περίπτωση του προλεταριάτου όμως είναι διαφορετικά, θεωρούν. Στην εποχή μας ο καταμερισμός εργασίας έχει γίνει τεράστιος και η μεγάλη βιομηχανία έχει καταστήσει την αστική τάξη απόλυτη ιδιοκτήτρια των μέσων παραγωγής. Το προλεταριάτο αντίθετα είναι μία κοινωνική τάξη που δε κατέχει ιδιοκτησία και συγχρόνως πλειοψηφεί συντριπτικά. Αυτό σημαίνει πως λόγω της ιδιαίτερης κατάστασής του, το προλεταριάτο είναι η μοναδική τάξη στην ιστορία που μπορεί να αναπτύξει εντελώς αυτόνομη δραστηριότητα. Με λίγα λόγια, η προλεταριακή επανάσταση δε θα μεταβάλλει απλώς προς όφελός της τις συνθήκες ιδιοκτησίας, αλλά θα πλήξει την ίδια τη βάση της ταξικής κοινωνίας: την ιδιοκτησία. Με την προλεταριακή επανάσταση, τα μέσα παραγωγής θα περάσουν στα χέρια των εργατών και η ατομική ιδιοκτησία θα καταργηθεί εντελώς. Στη θέση της θα επικρατήσει η κοινοκτημοσύνη αγαθών. Αυτός είναι και ο λόγος που αυτή η μελλοντική επανάσταση έχει το χαρακτηρισμό «κομουνιστική». Σύμφωνα με τους Marx και Engels, η κομουνιστική επανάσταση θα προκύψει νομοτελειακά μόλις κλιμακωθεί αρκετά η ταξική πάλη. Όταν δηλαδή κορυφωθούν οι αντιφάσεις ανάμεσα σε κατέχοντες (αστούς) και μη κατέχοντες (εργάτες-προλετάριους), θα προκύψει η επανάσταση. Όσο για τη φιλοσοφία, τη θρησκεία και το κράτος σήμερα, αφού είναι απλά προϊόντα της αστικής ιδιοκτησίας για να την εξυπηρετούν, θα καταργηθούν αυτόματα μετά την ανατροπή της. Ο Marx δηλώνει λοιπόν ξεκάθαρα ότι η κοινωνική αδικία εν γένει θα εξαλειφθεί όταν γίνει το πέρασμα από την καπιταλιστική στην κομουνιστική, αταξική κοινωνία. Για να γίνει όμως αυτό είναι αναγκαίο να μεσολαβήσει το στάδιο της «δικτατορίας του προλεταριάτου», κατά το οποίο η εργατική τάξη θα κυριαρχήσει με βίαιη εξέγερση πάνω στην αστική, χρησιμοποιώντας προς όφελός της το κράτος. Με τη βοήθεια του κράτους, η εργατική τάξη θα αναδιανείμει τα μέσα παραγωγής και όχι τα μέσα κατανάλωσης, όπως προσπαθούν να κάνουν κατά καιρούς οι σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί. Τότε μονάχα τα αγαθά θα παράγονται και θα διαμοιράζονται στον κάθε άνθρωπο αναλόγως των προσωπικών του αναγκών, θα σταματήσει η πανάρχαια αδικία και οι άνθρωποι θα απελευθερωθούν από τη σκλαβιά της εργασίας. Στη θέση των ήπιων σοσιαλδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, ο Marx αντιπροτείνει την επανάσταση, την προλεταριακή δικτατορία στη θέση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ενώ στη θέση των εθνικών κυβερνήσεων τον σοσιαλιστικό διεθνισμό.

Σύμφωνα με τους Marx και Engels, η κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων κινείται σε κάθε εποχή μέσα σε ορισμένες δομές (θεωρία δομής και εποικοδομήματος). Αν οι μορφές αυτές καταργηθούν, τότε αλλάζουν και οι ιδέες που επικρατούν. Αν καταστραφούν οι παρούσες οικονομικές σχέσεις (π.χ. καπιταλισμός και αστική ιδιοκτησία), θα εξαφανιστούν αυτομάτως και τα παλιά ιδανικά. Βλέπουμε λοιπόν ότι για τον κλασικό μαρξισμό, η ιδεολογία συνιστά αφενός μια θεωρητική νομιμοποίηση των οικονομικών συμφερόντων μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης σε μια κοινωνία, η οποία προβάλλει τα συμφέροντά της ως συμφέροντα όλων, και αφετέρου ένα μέσο το οποίο πρόκειται να εξαφανιστεί εντελώς ύστερα από την επανάσταση του προλεταριάτου και τη μετάβαση στην αταξική κοινωνία, που θα σημάνει ουσιαστικά και το τέλος της ιστορίας της αδικίας και των συγκρούσεων.

Το εσχατολογικό όραμα της παραπάνω περιγραφής είναι εμφανές. Εδώ μπορούμε, ακολουθώντας τον Martin Buber, να διακρίνουμε σε αυτό που αποκαλείται συνήθως «ουτοπία», δύο διαφορετικές και αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις: από τη μια είναι η ουτοπία (με μια ειδικότερη σημασία), δηλαδή η απεικόνιση ενός τέλειου τόπου που εξαρτάται όμως από την ανθρώπινη βούληση και προϋποθέτει την εσωτερική μεταμόρφωση ανθρώπου. Από την άλλη βρίσκεται η εσχατολογία, που εκφράζει την προοπτική ενός τέλειου χρόνου, που πραγματώνεται με διαδικασίες ανεξάρτητες από τον άνθρωπο, με άνωθεν αλλαγή και τελείωση του κόσμου συνολικά. Ο μαρξισμός ανήκει πρωτίστως στην εσχατολογία, αν και δευτερευόντως διαθέτει και ουτοπικά στοιχεία, ενώ αντίθετα, ο επονομαζόμενος «ουτοπικός σοσιαλισμός» ανήκει στην ουτοπία, καθώς δίνει έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα για τον σχηματισμό της ιδεατής κοινωνίας. Υποδεικνύοντας λοιπόν πρώτος συστηματικά τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που υπάρχουν στις ανθρώπινες κοινωνίες, ο μαρξισμός αντιπροέβαλε ένα ιδεώδες υπέρβασής τους. Έτσι, αναδείχθηκε ως η πλέον συστηματική ιδεολογία και ουτοπία (ή μάλλον ορθότερα: εσχατολογία), δείχνοντας ιστορικά τους τρόπους που μια ιδεολογία αποκαλύπτει, κηρύσσει, εμπνέει και τελικά διαστρέφεται στην πράξη σε δυστοπία.

Όπως έχει παρατηρηθεί, ο μαρξισμός υπήρξε η τελευταία «αστική» κοσμοθεωρία, καθώς διέπεται από το συνθετικό σύστημα σκέψης, το οποίο χαρακτηρίζει τον αστικό πολιτισμό, η τελευταία «μεγάλη αφήγηση», για να θυμηθούμε τον Lyotard. Έπειτα από αυτόν, η πολιτική θα αναγνωριστεί ως ο αδιάκοπος αγώνας για κατάκτηση εξουσίας μέσα στην ιστορία, που δεν περιορίζεται σε οικονομικά/ταξικά κίνητρα και κατά συνέπεια δεν πρόκειται να λάβει τέλος. Πάντως, η σύλληψη της ιδεολογίας, ως εξαρτημένης από ιστορικοκοινωνικούς παράγοντες και ως εργαλείου νομιμοποίησης του κοινωνικού ελέγχου, υπήρξε η αφετηρία ενός νέου επιστημονικού κλάδου, που δεν είναι άλλος από την Κοινωνιολογία της Γνώσης. Συγκεκριμένα, ύστερα από το έργο των Marx και Engels, που παρουσιάσαμε, ορόσημο στη μελέτη των ιδεολογιών στάθηκε η σκέψη του Ιταλού κοινωνιολόγου Vilfredo Pareto (1848-1923), για τον οποίον θα μιλήσουμε στη συνέχεια.

(β μέρος) o Pareto, τα παράγωγα και η κυκλοφορία των ελίτ στην εξουσία

«Η ιδεολογική ενότητα του όχλου, λοιπόν, δεν είναι παρά ένας μύθος. Η ενότητα εκδηλώνεται μόνο σε κάθε ομάδα που έχει ίδια συμφέροντα».
(Gustave Le Bon)

Έχοντας σκιαγραφήσει επαρκώς τη μαρξική ανάλυση της ιδεολογίας, μπορούμε πλέον να περάσουμε στην παρουσίαση της σκέψης του κοινωνιολόγου Viflredo Pareto (1848-1923) και ειδικότερα, της περίφημης θεωρίας του για την κυκλοφορία των ελίτ. Σύμφωνα με τον Pareto, οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται εν γένει από έλλειμμα λογικής σκέψης και κρίσης, θεωρούν όμως εαυτούς ορθολογικά όντα και έτσι χρησιμοποιούν εν αγνοία τους τη λογική για να στηρίξουν εκ των υστέρων τις αποφάσεις που έχουν λάβει με εντελώς ανορθολογικό τρόπο. Όπως υποστηρίζει ο Ιταλός κοινωνιολόγος, ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία είναι στην πραγματικότητα η ιστορία της αλληλοδιαδοχής ορισμένων κοινωνικών ελίτ. Τα «παράγωγα», όπως τα αποκαλεί, είναι οι ιδέες που ευνοούν τη νέα ελίτ, αλλά παρουσιάζονται ψευδώς ως ευεργετικές για το σύνολο της κοινωνίας. Η έννοια των παραγώγων, μια έννοια που θυμίζει κάπως το μαρξικό «εποικοδόμημα», διαφέρει από αυτό ως προς το ότι δε θεωρείται αιτιοκρατικά καθορισμένο από τους οικονομικούς παράγοντες, αλλά περιλαμβάνει εντός του τις διάφορες ιδεολογικές ψευδαισθήσεις που χρησιμεύουν (χωρίς φυσικά να το συνειδητοποιούν οι θιασώτες τους) στο να ανοίγουν τον δρόμο στην κυριαρχία της νέας ελίτ, νομιμοποιώντας την εξουσία της. Σύμφωνα με τον Pareto, η χριστιανική συναδέλφωση των ανθρώπων, τα δικαιώματα του ατόμου που προέβαλε η Γαλλική επανάσταση, καθώς και η σοσιαλιστική οικονομική ισότητα, αποτελούν εξίσου παράγωγα, δηλαδή ιδεολογικές ψευδαισθήσεις που εξυπηρετούν την ιστορική ανάδυση και κυριαρχία μιας νέας ελίτ εντός της κοινωνίας. Αν κάποιος παραμερίσει αυτά τα ιδεολογικά ψιμύθια, αυτό που θα αποκαλυφθεί είναι οι εξουσιαστικές βλέψεις της εκάστοτε νέας ελίτ, ύστερα από την εμφανή παρακμή της εξουσίας της ήδη υπάρχουσας. Σύμφωνα με τον Pareto, ο σοσιαλισμός δεν είναι ανέφικτος. Αντίθετα, το σοσιαλιστικό κίνημα είναι πιθανό να επιτύχει τη νίκη, χωρίς ωστόσο να πραγματοποιηθούν τα εξισωτικά ιδεώδη που με τόσο πάθος πρεσβεύει, αφού όπως είδαμε αυτά είναι μονάχα τρόποι δικαιολόγησης της κυριαρχίας μιας ελίτ. Σήμερα, στις αρχές του 20ού αιώνα, ισχυρίζεται ο Pareto, η βιομηχανική ανάπτυξη έχει ωθήσει στον σχηματισμό μιας νέας ισχυρής τάξης, το προλεταριάτο και οι αστοί παρακμάζουν συνεχώς. Επομένως, καταλήγει, πρόκειται να δούμε μια νέα κοινωνική ελίτ που στο εξής θα μιλά και θα δρα εξ ονόματος του προλεταριάτου, ανατρέποντας την παλιά και παρηκμασμένη ελίτ των αστών, όπως ακριβώς, μετά τη Γαλλική επανάσταση του 1879, όταν οι αστοί τελικά ανέτρεψαν τη γερασμένη και ετοιμοθάνατη τάξη των ευγενών της κληρονομικής και φεουδαρχικής αριστοκρατίας στην Ευρώπη.

Βέβαια, η σκέψη του Pareto εν μέρει προεκτείνει τους αντίστοιχους στοχασμούς του Γάλλου συγγραφέα και πρωτοπόρου στην κοινωνική ψυχολογία, Gustave Le Bon (1841-1931). Συγκεκριμένα, ο Le Bon διαιρεί τις επαναστάσεις σε τρία είδη: θρησκευτικές, πολιτικές και επιστημονικές (αν και δεν εξετάζει τις τελευταίες, αφού κατά τη γνώμη του διέπονται πλήρως από ορθολογισμό). Σύμφωνα με τον ίδιο, οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση μιας επανάστασης, είναι η δημαγωγία και η σύμπραξη του στρατού. Ειδικά η πρώτη είναι πάντοτε υπαρκτή, καθώς οι λαοί κινούνται με βάση το συναίσθημα και μόνον υπό την καθοδήγηση κάποιου δημοφιλή ηγέτη. Τα ορθολογικά ιδεώδη είναι αδύνατο να οδηγήσουν σε επανάσταση, αν δεν απευθυνθούν στο συναίσθημα του πλήθους. Ο Le Bon εξηγεί ότι οι λαοί τείνουν γενικά να είναι «συντηρητικοί» απέναντι στη μεταβολή, ενώ κάθε πραγματική αλλαγή των θεσμών είναι βασικά αλλαγή μέσα στην ψυχική σύνθεση του λαού που τις υφίσταται. Κάθε επανάσταση προκαλεί αναταραχή, με αποτέλεσμα τη βία και τη γενικότερη αναρχία, ενώ μετά το πέρας της επανάστασης, προκύπτει μια δικτατορία για να σταθεροποιήσει την κατάσταση εγκαθιδρύοντας τη νέα τάξη. Αναλόγως της παράταξης που επικρατεί, η βιαιότητα της επανάστασης η βιαιότητα ξεσπά πάνω στους αντίστοιχους ηττημένους. Ο λόγος που μόνο μια δικτατορία μπορεί να επαναφέρει την τάξη, είναι ότι σε κάθε επανάσταση καταργούνται οι κοινωνικοί δεσμοί και καταπιεσμένα προγονικά συναισθήματα, που είναι παρόντα σε κάθε επιμέρους άτομο, απελευθερώνονται ορμητικά και ωθούν σε αδιανόητες ακρότητες. Πρωτεργάτες αυτών των βιαιοτήτων είναι κατά κανόνα οι κάθε λογής δυσαρεστημένοι της κοινωνίας, δηλαδή οι παραβατικοί, οι άνεργοι και οι αλκοολικοί. Πρώτη η ιδεολογία των έξυπνων πρωτεργατών (αντιστοιχία με τα «παράγωγα» του Pareto), ύστερα η δημαγωγία στον λαό, έπειτα η στήριξη του στρατού, και τέλος, η μαζική δράση, που λόγω του έμφυτου «συντηρητισμού» της, δε διστάζει να επαναφέρει κάτι αρκετά όμοιο με αυτό που ανετράπη. Για να δράσουν επαναστατικά οι λαοί, πρέπει να καθοδηγούνται αφενός από ένα ιδανικό και αφετέρου από κάποιον χαρισματικό ηγέτη. Ο Pareto διευκρινίζει ότι θεωρεί κάπως προκατειλημμένο τον Le Bon, ωστόσο συνεχίζει τη σκέψη του, τονίζοντας ότι ενώ ο σύγχρονος κόσμος μας έχει τοποθετήσει τη μάζα στο ιστορικό προσκήνιο, πραγματικοί υποκινητές κάθε μάζας είναι ορισμένες ελίτ.

Τι συμβαίνει όμως κατά τις περιόδους διαδοχής των ελίτ στην εξουσία; Σύμφωνα με τον Pareto, κατά τις επαναστατικές περιόδους, στις οποίες συντελείται η διαδοχή της παλιάς ελίτ από τη νέα, εμφανίζονται τρία κύρια χαρακτηριστικά συμπτώματα: αρχικά, ένταση των «θρησκευτικών» συναισθημάτων, ύστερα, σταδιακή παρακμή της παλιάς ελίτ και τέλος, άνοδος της καινούργιας. Σημάδια μιας παρακμάζουσας ελίτ είναι η έλλειψη πυγμής και η υποχωρητικότητα, πράγματα που την καθιστούν τελικά ευάλωτη στη συντριβή από μια νέα και ισχυρότερη ελίτ. Όταν ο Pareto κάνει λόγο για θρησκευτικά συναισθήματα, αυτό που εννοεί είναι οι παθιασμένες διακηρύξεις περί ανθρωπιάς (παράγωγα που προετοιμάζουν τη διαδοχή) και συνάμα η φανατισμένη σκληρότητα απέναντι σε όσους δεν τις συμμερίζονται. Σύμφωνα με τον Pareto, οι ιδέες που πρόκειται να θριαμβεύσουν στην κοινωνία, θα είναι μια εξαμβλωματική διαστρέβλωση και παραμόρφωση των ιδεών που οι θεωρητικοί του σοσιαλιστικού κινήματος πρεσβεύουν, όπως άλλωστε συνέβαινε ανέκαθεν στις κοινωνικές επαναστάσεις. Η κυριαρχία μιας νέας ελίτ ξεκινά πάντα ως ουτοπία και στο τέλος καταλήγει δυστοπία λόγω της σκληρότητάς της. Ο Pareto λέει πως δεν αποκλείεται να γίνουμε κάποτε μάρτυρες μιας νέα Ιεράς Εξέτασης, αυτή τη φορά όμως εκ μέρους των σοσιαλιστών προς τους αντιπάλους τους.

Βλέπουμε εδώ ότι ο Pareto διευρύνει τη μαρξική έννοια της ιδεολογίας ως εξαπάτησης και νομιμοποίησης συμφερόντων, τοποθετώντας εντός της όχι μονάχα τις οικονομικές κοινωνικές ομάδες (τάξεις), αλλά και κάθε κοινωνική ομάδα με επαρκώς συνειδητοποιημένα συμφέροντα. Επιπλέον, ενώ για τον Marx η ιδεολογία που εξυπηρετεί συμφέροντα πρόκειται να εξαφανιστεί στο προσεχές μέλλον, μετά την επανάσταση του προλεταριάτου, την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον κομουνισμό, για τον Pareto το παιχνίδι εξουσίας των ελίτ μέσα στην κοινωνία είναι αέναο και δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ. Αντίθετα με τον Marx, που λόγω του μεσσιανισμού με το οποίο συλλαμβάνει το προλεταριάτο είναι αισιόδοξος, ο Pareto εκφράζει μιαν απαισιοδοξία που αγγίζει τα όρια του κυνισμού. Αυτό, σε συνδυασμό ίσως με την έμφαση στον καθοριστικό ρόλο του ανορθολογικού παράγοντα μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, καθώς και τον ολιγαρχικό τρόπο σύλληψης της ιστορίας εκ μέρους του, είχαν ως αποτέλεσμα να λάβει ο Pareto, από ορισμένους, τον χαρακτηρισμό «ο Marx του φασισμού». Παρουσιάζει μάλιστα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο δικτάτορας Mussolini παρακολουθούσε κάποτε με θαυμασμό τις διαλέξεις του Pareto, στον οποίο έφτασε τελικά προσφέρει και μια θέση στην ιταλική Γερουσία.

Όσο και αν έχει επικριθεί ως απλουστευτικό και παρωχημένο, το ερμηνευτικό μοντέλο του Pareto υπήρξε επίσης αξιόλογη συνεισφορά. Αυτό ανέλαβε να δείξει και ο Robert Michels (1876-1936), αντλώντας τα καταγεγραμμένα δεδομένα από την οργάνωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της εποχής του. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ο Michels, εντός των δημοκρατικών κομμάτων και καθεστώτων υπάρχει πάντοτε μια οργανική τάση σχηματισμού ολιγαρχικών δομών. Κάθε κομματική οργάνωση συνιστά στην πραγματικότητα μια κραταιή ολιγαρχία με δημοκρατικά θεμέλια. Καμία οργάνωση, ούτε καν οι σοσιαλιστικές ή και αναρχικές ομάδες, δεν ξεφεύγουν από αυτόν τον κανόνα, τον οποίον ο Michels ονομάζει «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας». Μπορεί λοιπόν κάλλιστα να επικρατήσουν οι σοσιαλιστές στην κοινωνία, επ’ ουδενί όμως ο σοσιαλισμός. Μάλιστα, ο σοσιαλισμός εξανεμίζεται ακριβώς τη στιγμή που επικρατούν οι οπαδοί του. Παρά το γεγονός ότι έχουν επιστρατεύσει όλες τις δυνάμεις τους, οι μάζες τελικά απλώς αλλάζουν κυρίους. Το κράτος αποτελεί μια οργανωμένη μειοψηφία που επιβάλλει στην πλειοψηφία την τάξη. Η πλειοψηφία της ανθρωπότητας δε θα είχε ποτέ τη δυνατότητα (ή την ικανότητα) να αυτοκυβερνηθεί. Κανένα λαϊκό κίνημα δε μπορεί καθαυτό να αλλάξει μόνιμα την κοινωνία. Τα πιο αξιόλογα (από άποψη ευφυΐας, μόρφωσης, ηγετικών χαρισμάτων κ.λπ.) ξεκόβουν σιγά σιγά από το πλήθος και σχηματίζουν μια νέα κοινωνική ελίτ. Κατά συνέπεια, η αξίωση των πάσης φύσεως δημοκρατών για μια γνήσια εκπροσώπηση των λαϊκών αιτημάτων και για την αυτοκυβέρνηση του λαού, αποδεικνύεται σκέτος δονκιχωτισμός. Ο Michels βέβαια διευκρινίζει πως η θεωρία του Pareto είναι μόνο μερικώς ορθή, καθώς η εναλλαγή των ελίτ στην εξουσία συγκροτείται στην πραγματικότητα περισσότερο ως αδιάλειπτη συγχώνευση παλιών και νέων στοιχείων, παρά ως κανονική αντικατάσταση. Για παράδειγμα, οι ευγενείς στη Γαλλία δεν εξαφανίστηκαν οριστικά μετά την επανάσταση του 1789, αφού ακόμη και κατά τις αρχές του εικοστού αιώνα έχουν παρουσία στο ιππικό και στο διπλωματικό σώμα, σε μια αναλογία που υπερβαίνει κατά πολύ το αριθμητικό τους μέγεθος. Επιπλέον, παρά την αποκήρυξη της μαρξικής ουτοπίας και τη φιλοδοξία του για αντικειμενική επιστημονικά διερεύνηση, ο Pareto δεν κατόρθωσε να παραμερίσει ολοκληρωτικά τις προσωπικές προκαταλήψεις του και η ολιγαρχική του ιδιοσυγκρασία ευνόησε τον συντηρητισμό της αντιδημοκρατικής Δεξιάς της εποχής του. Γι’ αυτό και τη σκυτάλη για το εγχείρημα μιας αντικειμενικής και αμερόληπτης κατανόησης των ιδεολογικών ψευδαισθήσεων, θα παραλάβει στη συνέχεια ο ουγγρικής καταγωγής κοινωνιολόγος, Karl Mannheim (1893-1947), με την οποίο η Κοινωνιολογία της Γνώσης θα σημειώσει ακόμη μεγαλύτερη πρόοδο, όπως θα δούμε στο επόμενο τμήμα της πραγμάτευσής μας.

Πηγή: respublica

Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Από τον Σμιτ και τον ορντο-φιλελευθερισμό στο ευρώ

Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Από τον Σμιτ και τον ορντο-φιλελευθερισμό στο ευρώ

Werner Bonefeld

Μετάφραση: Κ.Κ.

Ολόκληρο το κείμενο σε μορφή pdf

Σύνοψη

Το άρθρο εξετάζει την εγκυρότητα, από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού της αγοράς, της άποψης του Χάγιεκ (Friedrich Hayek) ότι μια δικτατορία μπορεί να είναι πιο φιλελεύθερη στις πολιτικές της από ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο χωρίς περιορισμούς. Η επισήμανση του Χάγιεκ για τον δυνητικά μη φιλελεύθερο χαρακτήρα της δημοκρατικής διακυβέρνησης αποτελεί βασικό στοιχείο για τη γερμανική ορντο-φιλελεύθερη σκέψη που εμφανίστηκε στο πλαίσιο της κρίσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οι ορντο-φιλελεύθεροι στοχαστές γνώριζαν καλά την πολιτική θεολογία του Σμιτ και συμφωνούσαν μαζί του ότι το κράτος αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη στη σχέση μεταξύ αγοράς και κράτους, αντιλαμβανόμενοι αυτή τη σχέση ως μια σχέση μεταξύ ελεύθερης οικονομίας και ισχυρού κράτους. Υποστήριζαν ότι η εδραίωση της κοινωνικής τάξης είναι η προϋπόθεση της ελεύθερης οικονομίας· ο νόμος δεν εφαρμόζεται στη διασάλευση της τάξης και δεν δημιουργεί τάξη. Το φιλελεύθερο κράτος είναι η «συγκεντρωμένη δύναμη» αυτής της τάξης. Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι ο ορντο-φιλελευθερισμός είναι πιο δόκιμο να χαρακτηριστεί αυταρχικός φιλελευθερισμός ενώ αξιολογείται η σύγχρονη εγκυρότητά του σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εισαγωγή: Σχετικά με τον αυταρχικό φιλελευθερισμό

Ο όρος «αυταρχικός φιλελευθερισμός» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό νομικό Hermann Heller σε μια δημοσίευση του 1933 σχετικά με τη δεξιά κυβέρνηση του φον Πάπεν το 1932.[1] Στο άρθρο του εξέταζε το κείμενο του Καρλ Σμιτ «Ισχυρό κράτος και Υγιής Οικονομία» ως θεωρητική έκφραση της αυταρχικής στροφής της φιλελεύθερης σκέψης. Ο Heller χαρακτήριζε τη στροφή προς τον αυταρχισμό ως υποβάθμιση της δημοκρατικής διακυβέρνησης «υπέρ της δικτατορικής εξουσίας του κράτους» (Heller, 2015: 296).[2] Τη θέση του Σμιτ συμμερίζονταν σε μεγάλο βαθμό οι στοχαστές που θεμελίωσαν τον γερμανικό ορντο-φιλελευθερισμό. Κι αυτοί επίσης θεωρούσαν ότι ο δημοκρατικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν η βασική αιτία για την κρίση της Βαϊμάρης, υποστηρίζοντας ότι η μαζική δημοκρατία έχει ως συνέπεια την τυραννία.[3]

Στο πλαίσιο της Βαϊμάρης, η αυταρχική επαναβεβαίωση του κράτους δεν αποσκοπούσε μόνο στην υπέρβαση της «θλιβερής αδυναμίας» (Friedrich, 1955: 512) του φιλελεύθερου κράτους. Αποσκοπούσε επίσης στην αναδιάταξη των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων για την επίτευξη της ελεύθερης οικονομίας. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός αντιλαμβάνεται το κράτος ως «αστυνομία της αγοράς» (Rüstow, 1942). Σύμφωνα με τον Heller (2015), προϋποθέτει το κράτος στην καθαρά φιλελεύθερη μορφή του ως την οργανωμένη δύναμη και συγκεντρωμένη εξουσία του συστήματος ελευθερίας, επιβάλλοντας την ελευθερία της αγοράς και διατηρώντας αποπολιτικοποιημένες της κοινωνικοοικονομικές σχέσεις. Η αποπολιτικοποίηση είναι μια κατ’ εξοχήν πολιτική πρακτική. Για τον Σμιτ και τους ορντο-φιλελεύθερους «ο Λεβιάθαν προηγείτο και έπρεπε να προηγείται» (Streek, 2015: 363)· και δικαίως: βάσει αυτής της λογικής, και όπως είχε ήδη υποστηρίξει ο Άνταμ Σμιθ, η ελεύθερη οικονομία καταλήγει σε «αιματοχυσία και αταξία» (Smith, 1976: 340) εκτός εάν το κράτος εκπολιτίσει τη διαχείριση που ασκεί μέσω του νόμου, της αστυνομίας και της κατασκευής ηθικών αισθημάτων για το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός προϋποθέτει την «αστυνομία της αγοράς μέσω της ισχυρής κρατικής εξουσίας» (Rüstow, 1942: 289) ώστε να μπορεί να διατηρηθεί. Η ισχύς του κράτους ως αστυνομίας της αγοράς εξαρτάται από την ανεξαρτησία αυτής της ισχύος από την κοινωνία. Η ικανότητά της να εξουδετερώνει τη δημοκρατία και να εκπολιτίζει τη διαχείριση μιας οικονομίας που βασίζεται στην ελεύθερη εργασία εξαρτάται από το κράτος ως ανεξάρτητη και συγκεντρωμένη δύναμη της κοινωνίας.[4]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920/αρχές της δεκαετίας του 1930, η κριτική της μαζικής δημοκρατίας αποτελούσε κομμάτι της αντίδρασης της δεξιάς στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Στη δεκαετία του 1950, έγινε κομμάτι του «αντι-ολοκληρωτισμού» σύμφωνα με τον οποίο η μαζική δημοκρατία οδηγεί στην ανελευθερία και πρέπει να περιοριστεί προς όφελος μιας ανοικτής κοινωνίας. Όπως το θέτουν οι Willgerodt και Peacock (1989: 6), «όσοι βασίζονται στους κανόνες για να λάβουν φιλελεύθερες αποφάσεις, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα αυτών των αποφάσεων, πρέπει να απαντήσουν στο εξής ερώτημα: πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι αυτές οι αποφάσεις δεν θα καταστρέψουν τους φιλελεύθερους κανόνες;». Από αυτή τη σκοπιά, η ελευθερία πρέπει να προστατεύεται από τους εχθρούς της, ακόμη κι αν αυτοί κινούνται τυπικά εντός των νομικών ορίων μιας ελεύθερης κοινωνίας και εξασφαλίζουν κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες με τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών. Δηλαδή, «η εμπιστοσύνη στην ελευθερία πρέπει να συνοδεύεται από μια δυσπιστία απέναντι στις δυνάμεις που καταργούν την ελευθερία ή παρεμβαίνουν σε αυτή» (Lenel, 1989: 21). Προϋπόθεση της εμπιστοσύνης είναι η επιτήρηση. Η αναγνώριση των εχθρών της ελευθερίας εξαρτάται από τη βεβαιότητα των αδιαίρετων κοινωνικοοικονομικών αξιών και πολιτικών κανόνων που αναγνωρίζουν την ελεύθερη οικονομία ως μια «καθολική μορφή ύπαρξης» (Eucken, 2004: 321). Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο σχετικισμός δεν έχει αξίες για υπεράσπιση. Υποκύπτει στους «ταραχοποιούς» (Röpke, 2007). Με αυτό τον αξιοσημείωτο τρόπο, η δεξιά καταγγελία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης καθιερώθηκε ως μια μαχητική υπεράσπιση της μεταπολεμικής δημοκρατίας. Η «μαχητική δημοκρατία» απορρίπτει την ελευθεροφροσύνη ως ανοιχτή πρόσκληση προς τον εσωτερικό εχθρό. Αντίθετα, απαιτεί την περιστολή της δημοκρατίας για να την προστατεύσει από τις επιθέσεις και την κομμουνιστική ανατροπή.[5]

Κατά τη δεκαετία του 1970, η αυταρχική φιλελεύθερη κριτική της δημοκρατίας επανήλθε στο προσκήνιο στο πλαίσιο της τότε οικονομικής κρίσης. Η συζήτηση επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Βρετανία. Υποστηριζόταν ότι η κρίση προκλήθηκε λόγω υπερβολικής δημοκρατίας που οδήγησε σε ένα πληθωρικό παρεμβατικό κράτος το οποίο κατέπνιξε την οικονομία οδηγώντας την σε κρίση. Η συγκεκριμένη διάγνωση της κρίσης συνεπαγόταν τη συνταγή για την επίλυσή της. Η οικονομία έπρεπε να απελευθερωθεί μέσω της υποχώρησης του κράτους και του περιορισμού του πλεονάσματος δημοκρατίας. Η συγκεκριμένη θέση διαμόρφωσε το θεωρητικό υπόβαθρο της επερχόμενης κυβέρνησης της Θάτσερ το 1979.[6] Ωστόσο, στην Ευρώπη, η πιο σταθερή προσπάθεια εξουδετέρωσης της μαζικής δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης, βάσει της οποίας δημιουργήθηκε το μοναδικό μη-εθνικό νόμισμα στον κόσμο. H διακυβέρνηση του ευρώ έχει απ’ όλες τις απόψεις αποκοπεί πλήρως από τα εδαφικοποιημένα κυρίαρχα δημοκρατικά κράτη. Θέτει σε ισχύ ένα φιλελεύθερο πλαίσιο αγοράς για την άσκηση πολιτικής στα ομόσπονδα και δημοκρατικά συγκροτημένα κράτη μέλη.

Στο άρθρο εξετάζεται το επιχείρημα ότι η καπιταλιστική πολιτική οικονομία προϋποθέτει το φιλελεύθερο κράτος ως αστυνομία της αγοράς. Αυτή η αντίληψη για το κράτος αποκλείει την ιδέα της μαζικής δημοκρατίας ως συστατικής βάσης του φιλελεύθερου κράτους δικαίου.[7] Στην επόμενη ενότητα παρουσιάζεται η αυταρχική θέση του Σμιτ και εξετάζεται η ορντο-φιλελεύθερη κριτική της μαζικής δημοκρατίας. Στην ενότητα που ακολουθεί παρουσιάζεται η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης της δημοκρατίας τη δεκαετία του 1970.[8] Στα συμπεράσματα συνοψίζεται το επιχείρημα με αναφορά στα στοιχεία αυταρχικού φιλελευθερισμού που ενυπάρχουν στη διακυβέρνηση του ευρώ. Υποστηρίζω ότι η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση συνιστά ένα σύστημα επιβαλλόμενης ελευθερίας, το οποίο ενισχύει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα των κρατών μελών. Τείνει επίσης να εθνικοποιεί την κριτική της «ελευθερίας» με τη μορφή ισχυρών νεοφασιστικών πολιτικών κινημάτων και κομμάτων, συμπεριλαμβανομένης της λαϊκιστικής εθνικιστικής άρνησης που τροφοδοτείται από την ανήμπορη οργή και τις θλιβερές αυταπάτες περί «γης και θάλασσας», όπως στην περίπτωση του Brexit.[9]

 Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Σμιτ και ορντο-φιλελευθερισμός

Αυταρχικός φιλελευθερισμός

Αποτιμώντας τις θέσεις του Σμιτ, ο Heller εντόπισε μια «κατάσταση εξαίρεσης», κατά την οποία η κυβέρνηση μέσω μιας εξουσιαστικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων αντικαθιστά το κοινοβούλιο ως βασικό θεσμό του κράτους. Κατά την άποψή του, η δικτατορία ήταν απαραίτητη για να τραβήξει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Η ανεξαρτησία του κράτους από την κοινωνία είναι θεμελιώδης σημασίας τόσο σε σχέση με την ικανότητα της κυβέρνησης να κυβερνά όσο και σε σχέση με την «πρωτοβουλία και την ελεύθερη εργασιακή δύναμη όλων των οικονομικά ενεργών ανθρώπων» (Schotte, παρατίθεται στο Heller, 2015: 299). Από αυτή την άποψη, το γεγονός ότι «σχεδόν το 90% του λαού μας» ζει από ένα εισόδημα ελάχιστα επαρκές για την ικανοποίηση των αναγκών του ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, διότι αυτό αντιμετωπίζει ισότιμα κάθε άτομο ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες περιστάσεις που μπορεί να βρίσκεται (Heller, 2015: 301). Ωστόσο, η διακήρυξη της δημοκρατικής του ισχύος θέτει σε κίνδυνο το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, καθώς γίνεται στόχος όλων των κοινωνικών αιτημάτων για κάθε είδους ειδικές παρεμβάσεις, καθιστώντας το υπεύθυνο για την κοινωνία συνολικά, από τη γέννηση ως τον θάνατο του ανθρώπου. Για τον Σμιτ και τους ορντο-φιλελεύθερους, η απεριόριστη μαζική δημοκρατία τείνει προς την ανάπτυξη ενός κράτους που έχει έναν καθαρά ποσοτικό χαρακτήρα, όπως το δημοκρατικό κράτος πρόνοιας της Βαϊμάρης. Ένα τέτοιο κράτος είναι ένα πλήρως αδύναμο κράτος. Δεν είναι σε θέση να κάνει διάκριση μεταξύ των «φίλων» της ελευθερίας και των «εχθρών» της (Σμιτ, 2016, Müller-Armack, 1933: 31, Röpke, 1998: 66). Το πλήρως αδύναμο κράτος είναι το πλήρως υπεύθυνο κράτος. Είναι «υπερφορτωμένο» πολιτικά και δεν είναι σε θέση να κυβερνήσει την κοινωνία στη βάση των φιλελεύθερων αρχών.[10] Είναι ένα κράτος χωρίς πολιτική ποιότητα, διότι η μαζική κοινωνία κυβερνά μέσω του κράτους και διεκδικεί τα αιτήματά της για κοινωνική ισότητα και υλική ασφάλεια στο πλαίσιο της δημοκρατικής ισοτιμίας.

Για τον Heller, ο αυταρχικός φιλελευθερισμός είναι μια απόπειρα να εδραιωθεί αυτό που ο Σμιτ αποκαλούσε κράτος πλήρους ποιότητας, δηλαδή ένα κράτος που αναλαμβάνει το καθήκον της απελευθέρωσης της οικονομίας, αποπολιτικοποιώντας τις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, κάνοντας πραγματικότητα την ελεύθερη οικονομία στην κοινωνική δομή και στη νοοτροπία της κοινωνίας και, τέλος, διασφαλίζοντας και διατηρώντας την ελεύθερη εργασιακή δύναμη του 90% που αγωνίζεται να βγάλει τα προς το ζην. Το κράτος της πλήρους ποιότητας διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο της βίας, επιβάλλοντας τον εαυτό του ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας αποπολιτικοποιημένης κοινωνίας ανταλλαγής στην οποία τα άτομα ως κάτοχοι ατομικής ιδιοκτησίας ανταγωνίζονται και ανταλλάσσουν μεταξύ τους: ο ένας αγοράζοντας εργασιακή δύναμη και ο άλλος πουλώντας την, χωρίς καταναγκασμό και ως ίσοι απέναντι στον νόμο. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός αναγνωρίζει το φιλελεύθερο κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας οικονομίας ελεύθερης εργασίας. Αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική ισότητα μιας τάξης εξαρτημένων πωλητών εργασιακής δύναμης αποτελεί έκδηλο κίνδυνο για τον καπιταλιστικό πλούτο και, ως εκ τούτου, απαιτεί ένα ισχυρό κράτος που δεν θα μετατραπεί σε στόχο των εργαζομένων που αναζητούν κοινωνική πρόνοια.[11] Αναγνωρίζει τις πολιτικές αναγκαιότητες του νόμου της ατομικής ιδιοκτησίας και «υπερασπίζεται την εργασία ως καθήκον, ως την ψυχολογική ευτυχία του λαού» (φον Πάπεν, παρατίθεται στο Heller, 2015: 300). Το ισχυρό κράτος κυβερνά για να διασφαλίσει και να διατηρήσει τις «ψυχο-ηθικές δυνάμεις» στη διάθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας, μετατρέποντας τους εξεγερμένους προλετάριους σε υπεύθυνους και πρόθυμους επιχειρηματίες εργασιακής δύναμης (Röpke, 1942: 68). Έτσι, ο Σμιτ υπερασπίζεται τον ηρωισμό της φτώχειας και της δουλειάς, της θυσίας και της πειθαρχίας, μέσω του οποίου οι «ακόλουθοι» ενός μη ελεγχόμενου από τον νόμο «ηγέτη» δεσμεύουν τον εαυτό τους σε μια φαντασιακή εθνική κοινότητα (Schmitt, 2010).

Σε αυτό το πλαίσιο, η ερμηνεία που έδωσε ο Streek στις θέσεις του Heller είναι τόσο διορατική όσο και αποπροσανατολιστική. Υποστηρίζει ότι «ο Heller αντιλαμβάνεται ότι το “αυταρχικό κράτος” του Σμιτ ήταν στην πραγματικότητα το φιλελεύθερο κράτος στην καθαρή του μορφή, αδύναμο σε σχέση με την καπιταλιστική οικονομία αλλά ισχυρό στο να αποτρέπει τις δημοκρατικές παρεμβάσεις στη λειτουργία του» (Streek, 2015: 361). Συμφωνώ με την τελευταία θέση και διαφωνώ με την πρώτη. Ο Streek (2015: 361) ορθώς υποστηρίζει ότι η «αποπολιτικοποιημένη κατάσταση μιας φιλελεύθερης οικονομίας είναι η ίδια αποτέλεσμα της πολιτικής». Είναι, σύμφωνα με τον Σμιτ, «μια πολιτική πράξη με έναν ιδιαίτερα έντονο τρόπο» (Schmitt, 1998: 227). Σε αντίθεση με τις θέσεις του Streek, ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του κράτους δεν στηρίζεται απλώς στη χαλιναγώγηση της δημοκρατικής παρέμβασης στην οικονομία ελεύθερης εργασίας, προστατεύοντας τις σχέσεις ατομικής ιδιοκτησίας από τα αιτήματα για περιορισμό της αγοράς προς όφελος της κοινωνικής πρόνοιας. Καθορίζεται επομένως επίσης κι από τον ρόλο του ως «αστυνομία της αγοράς», καθιστώντας εφικτή και διευκολύνοντας την καπιταλιστική οικονομία – οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν επιβάλλονται σαν να ήταν φυσική δύναμη. Στην πραγματικότητα, αποτελούν την πολιτική πρακτική της οικονομικής τάξης (Bonefeld, 2013). Όπως εξηγεί ο Miksch (1947: 9, βλ. επίσης Böhm, 1937: 101), η οικονομική ελευθερία δεν αποτελεί εκδήλωση κάποιας φυσικής ροπής όπως στον κλασσικό φιλελευθερισμό. Αντίθετα, «η φυσική τάξη έχει γίνει πολιτικό γεγονός [Veranstaltung]». Δηλαδή, η ελεύθερη οικονομία συνιστά πρακτική διακυβέρνησης.

«Ισχυρό κράτος και υγιής οικονομία» (Σμιτ, 1998)

Για τον Καρλ Σμιτ, η κρίση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν μια κρίση της πολιτικής εξουσίας που είχε προκύψει ως συνέπεια μιας ανεξέλεγκτης μαζικής κοινωνίας σε εξέγερση. Θεωρούσε ότι ο δημοκρατικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης βρισκόταν στο επίκεντρο της κρίσης. Ως συνέπεια της γερμανικής επανάστασης του 1918, η μαζική δημοκρατία είχε αντικαταστήσει το φιλελεύθερο κράτος. Το φιλελεύθερο κράτος είχε κυριολεκτικά χάσει τη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική εκλογική του βάση. Πριν την εισβολή της μαζικής κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα, η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση βασιζόταν στην ομοιογένεια μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Αντιστοιχούσε σε μια δημοκρατία φίλων, που μπορεί να φιλονικούσαν σχετικά με το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να προχωρήσουν παρακάτω αλλά που ήταν ενωμένοι όσον αφορά την αναγνώριση αυτού που ο Σμιτ ονομάζει ο «ξένος». Με την επέλαση της μαζικής δημοκρατίας, ο «ξένος» κατάφερε να εισέλθει στους πολιτικούς θεσμούς και ιδιαίτερα στο φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό σύστημα, μετατρέποντάς το σε μέσο μαζικής εκπροσώπησης. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν συμπύκνωνε πλέον τα συμφέροντα της αστικής τάξης.[12] Θεσμικά η μαζική δημοκρατία της Βαϊμάρης συμπυκνώνει την κρίση της φιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας. Η μαζική δημοκρατία δεν άσκησε μόνο επιρροή στη διακυβέρνηση. Θέσπισε επίσης νόμους, υποτάσσοντας το κράτος δικαίου στα μαζικά δημοκρατικά αιτήματα, καθιστώντας την κυβέρνηση υπόλογη απέναντι στο «συναίσθημα και το πάθος των μαζών», σύμφωνα με τον Röpke (1998: 152). Η θέσπιση νόμων από εκείνους που πρέπει να κυβερνηθούν «δεν είναι τίποτα περισσότερο από κυριαρχία του όχλου» (Schmitt, 2008a: 119). Έτσι, το δίκαιο έγινε κοινό δίκαιο με την πραγματική έννοια του όρου, δηλαδή έγινε το κοινό δίκαιο μιας πολιτικοποιημένης και συγκρουόμενης μαζικής κοινωνίας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Σμιτ, το νομικό πλαίσιο της διακυβέρνησης άρχισε να διασπάται και να κατακερματίζεται σε ένα χαοτικό άθροισμα ασυνάρτητων στοιχείων δικαίου (Schmitt, 2008b). Κατά την κρίση του, επομένως, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης συνιστούσε ένα εντελώς αδύναμο κράτος. Αντί μιας κυβέρνησης φίλων, δέχτηκε τον εχθρό ως ισότιμο νομοθέτη, οδηγώντας στη διάλυση του φιλελεύθερου κράτους δικαίου ως συνεκτικού πλαισίου της κοινωνικής τάξης και της υγιούς οικονομίας.[13]

Για τον Σμιτ, η μαζική «κοινωνία» κυρίευσε το κράτος σέρνοντάς το κάτω στην κοινωνία και καθιστώντας το μαζικό κράτος. To αποτέλεσμα ήταν ένα κράτος χωρίς συνοχή και χωρίς πολιτική ποιότητα. Κατά την άποψή του, οι κοινωνικές δυνάμεις τεμάχισαν κυριολεκτικά το κράτος, μετατρέποντάς το σε μια ασύνδετη έκφραση όλων των ειδών των διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων, οδηγώντας στον κατακερματισμό του «πολιτικού» και στην αποσύνθεση του κεντρικού θεσμού που, για τον Σμιτ, είναι σε θέση να συντηρεί την «υγιή οικονομία». Η μαζική δημοκρατία κατέστρεψε την ανεξαρτησία του κράτους και αναπαρήγαγε τις κοινωνικές συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς εντός εκείνου του θεσμού που είχε ως αποστολή να τις αναχαιτίσει στη βάση της τάξης, του νόμου και του δικαίου. Όπως το έθεσε ο Rüstow, το (φιλελεύθερο) κράτος

κατακερματίστηκε από άπληστους ιδιοτελείς. Ο καθένας από αυτούς παίρνει για τον εαυτό του ένα κομμάτι της εξουσίας του κράτους και το εκμεταλλεύεται για τους δικούς του σκοπούς… Αυτό το φαινόμενο μπορεί να περιγραφεί καλύτερα με έναν όρο που χρησιμοποιήθηκε από τον Καρλ Σμιτ – τον «πλουραλισμό». Πράγματι, εκπροσωπεί έναν πλουραλισμό του χειρότερου είδους. Ο ρόλος που παίζει το κράτος σε αυτό το πλαίσιο είναι ο ρόλος του θύματος. (Rustow, 1963: 255)

Όπως ο Rüstow, που υποστήριζε τη δικτατορία των κομισάριων ως μέσο αποκατάστασης της τάξης σε μια κοινωνία, έτσι και ο Σμιτ απαιτούσε την αποκατάσταση του πολιτικού, του κράτους, ως ανεξάρτητου επίσημου θεσμού λήψης αποφάσεων. «Δεν υπάρχει νομικός κανόνας που να εφαρμόζεται στο χάος. Πρέπει να υφίσταται τάξη για να είναι αποτελεσματικοί οι νομικοί κανόνες» (Schmitt, 2016). Η τάξη είναι προϋπόθεση του νόμου. Το κράτος δικαίου δεν μπορεί να αμυνθεί απέναντι σε μια πολιτικοποιημένη μαζική κοινωνία. Αντίθετα το «κατασπαράζει». Το κράτος δικαίου δεν «γνωρίζει» εάν εφαρμόζεται. Η κρίση για το εάν εφαρμόζεται ή εάν απαιτείται η προσωρινή του αναστολή προκειμένου να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα, μετά τη λήξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, δεν είναι νομική κρίση. Ο νόμος δεν αναστέλλει τον εαυτό του. Πρόκειται μάλλον για μια επιτακτική κρίση, απόφαση και διακήρυξη σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση, από αυτόν που ο Σμιτ θεωρεί ότι είναι ο πραγματικός κυρίαρχος, δηλαδή ο δικτάτορας που καθορίζει και προβαίνει στην κήρυξη της κατάστασης εξαίρεσης στο (φιλελεύθερο) κράτος δικαίου και αποκαλύπτεται από αυτή την πράξη και εντός αυτής. Στη δικτατορία, «η πραγματικότητα δεν αποδέχεται τη γνώση, μόνο την αναγνώριση» (Fortshoff, 1933a: 25).[14] Η εγκυρότητα της κυριαρχικής πράξης δεν είναι ζήτημα δικαίου ή αφηρημένων εννοιών της δικαιοσύνης. Πράγματι, «οι απόπειρες αμφισβήτησης του προσφάτως αποκτημένου ισχύοντος δικαίου του κράτους υποδηλώνουν σαμποτάζ… Η ανελέητη εξόντωση αυτού του είδους της σκέψης είναι το ευγενέστερο καθήκον του κράτους σήμερα» (Forsthoff, 1993b: 29). Η εγκυρότητα της κυριαρχικής απόφασης για την αναστολή του κράτους δικαίου έγκειται στην αυταρχική εξάλειψη οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την ορθότητα της απόφασης. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι μια κατάσταση ιδιαίτερα ισχυρής πολιτικής ποιότητας. Είναι μια στιγμή μεγάλης πολιτικής έντασης και καθαρής πολιτικής ποιότητας. Η απόφαση αναστολής του κράτους δικαίου ισοδυναμεί με την απόφαση να χυθεί αίμα (Σμιτ).

Συνοψίζοντας, το ισχυρό κράτος είναι ένα αυταρχικό εκτελεστικό κράτος (Regierungsstaat). Περιορίζει το νομοθετικό κράτος (Gesetzgebungsstaat) της λαϊκής κυριαρχίας και κυβερνά λαμβάνοντας υπόψη αυτό που έχει προσδιοριστεί ως ξένο προς το φιλελεύθερο ομοιογενές συμφέρον (Schmitt, 1931, 1932). Για τον Σμιτ, ο αγώνας για το κράτος της καθαρής (φιλελεύθερης) ποιότητας και η διατήρησή του προϋποθέτουν την εξάλειψη όλων των μορφών κοινωνικών συγκρούσεων μέσω μιας ισχυρής κρατικής εποπτείας των αποπολιτικοποιημένων κοινωνικοοικονομικών σχέσεων. Το κράτος, κατά κάποιο τρόπο, διατάζει την κοινωνία να επιτύχει την ομοιογένεια των εθνικών σκοπών εντός της νοοτροπίας της κοινωνίας γενικά. Εν ολίγοις,

η δημοκρατία απαιτεί… πρώτα την ομοιογένεια και δεύτερον –εάν προκύψει η ανάγκη– την εξάλειψη και την εκρίζωση της ετερογένειας… Η δημοκρατία επιδεικνύει την πολιτική της δύναμη γνωρίζοντας πώς να αρνηθεί ή να κρατήσει σε απόσταση κάτι ξένο και άνισο που απειλεί την ομοιογένειά της. (Σμιτ, 1988: 9)

Η αντίληψη του Rossiter ότι δεν μπορεί να υπάρξει «δημοκρατία σε ανώμαλες εποχές» (1948: 8) δεν πάει τόσο μακριά σε σύγκριση με τις απόψεις του Σμιτ. Όπως και ο Σμιτ, αποδέχεται ότι οι ανώμαλες εποχές μπορεί να απαιτούν μια δικτατορία που θα «τερματίσει την κρίση και θα αποκαταστήσει τις ομαλές συνθήκες» επιβάλλοντας την κοινωνική τάξη (Rossiter, 1948: 7). Ωστόσο, για τον Σμιτ, δεν μπορεί να υπάρξει φιλελεύθερη δημοκρατία ακόμα και σε κανονικές εποχές. Η διακυβέρνηση βάσει του κράτους δικαίου συνιστά πολιτική απόφαση σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση. H πολιτική κυριαρχία είναι μια λανθάνουσα παρουσία και σε κανονικές εποχές. Στην αφανή μορφή της εκδηλώνεται ως κράτος ασφάλειας που βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση, το οποίο, όπως εξηγεί ο Heller (2015: 301) βασισμένος στον Σμιτ (1998), διαθέτει όλα τα «τεχνολογικά μέσα, ειδικά τη στρατιωτική τεχνολογία», ώστε να εξασφαλίζει τη νόμιμη συμπεριφορά των πολιτών.

Ορντο-φιλελευθερισμός και το κράτος της δημοκρατίας

Όπως ο Σμιτ έτσι και οι ορντο-φιλελεύθεροι γνωρίζουν καλά τους κινδύνους της ελευθερίας. «Οι εχθροί», λέει ο Röpke (2007), «επωφελούνται επίσης από αυτή, και στο όνομα της ελευθερίας τούς παρέχεται κάθε πιθανή ευκαιρία να θέσουν τέλος στη φιλελεύθερη δημοκρατία». Απηχώντας τις προειδοποιήσεις του Σμιτ για τη δημοκρατία που δεν αναγνωρίζει τον «εχθρό», ο Röpke (1942: 253) υποστηρίζει ότι «όλοι γνωρίζουν πως η δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά σωστά μόνο όταν υπάρχει μια ελάχιστη συμφωνία σχετικά με τα ουσιώδη προβλήματα του εθνικού βίου». Η δημοκρατία λειτουργεί σωστά μόνο ως δημοκρατία των φίλων. Μόλις τα συμφέροντα της μάζας πάρουν τον έλεγχο της δημοκρατίας, «αυτή πέφτει αναγκαστικά θύμα είτε της αναρχίας είτε του κολεκτιβισμού» (Röpke, 1942: 246). Σε κάθε περίπτωση, η πολιτικοποιημένη μαζική κοινωνία συνεπάγεται την «απώλεια της κοινωνικής ενσωμάτωσης», αμβλύνει τη «διαφοροποίηση της κοινωνικής θέσης» και οδηγεί στην ενίσχυση της «τυποποίησης και της ομοιομορφίας». Καταστρέφει, όπως ισχυρίζεται, την «κάθετη συνοχή της κοινωνίας» (Röpke, 1942: 246), οδηγώντας στην απώλεια της «ζωτικής ικανοποίησης» (Röpke, 1942: 240) και της αποδοχής της κοινωνικής θέσης. Μέσα από τη διαδικασία εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης αναδύεται η φιγούρα του δυσαρεστημένου και ανήσυχου προλεταριάτου που, όπως η φιγούρα του νεκροθάφτη στον Μαρξ (Μαρξ και Ένγκελς, 2014), αποδυναμώνει τον νόμο της ατομικής ιδιοκτησίας ανατρέποντας «τους οικονομικούς μηχανισμούς προσαρμογής της αγοράς μέσω των τιμών» (Röpke, 1942: 3). Ένα αδύναμο κράτος υποκύπτει στα προλεταριακά αιτήματα, γεγονός που υπονομεύει όχι μόνο την οικονομική διαδικασία αλλά και εντείνει περαιτέρω την «απειλητική δυσαρέσκεια των εργαζομένων» (Röpke, 1942: 3), καθώς τα πάθη των αποστερημένων αφήνονται να θεριεύσουν. «Το δύσκολο πρόβλημα του προλεταριάτου», υποστηρίζει ο Röpke, δεν είναι οικονομικό αλλά ανθρώπινο. Χαρακτηρίζεται από έλλειψη ζωτικότητας και ψυχολογικής ευτυχίας. Σύμφωνα με τον Rüstow, η αυθεντική επιθυμία των απείθαρχων μαζών δεν είναι να καταστρέψουν την ελεύθερη οικονομία ούτε να συγκεντρώνονται στις γωνιές των δρόμων σε ένδειξη διαμαρτυρίας περιφρονώντας διαρκώς τη δεδομένη κατάσταση. Αντίθετα, λέει ο Rüstow (1959: 102), η αυθεντική επιθυμία των μαζών είναι να καθοδηγούνται και να κυβερνιούνται από Άνδρες με ειλικρινείς πεποιθήσεις και ευγενείς προθέσεις, αρκεί οι μάζες να γνωρίζουν ποιον να ακολουθήσουν. Ο Rüstow αντιλαμβάνεται έτσι τη δημοκρατία ως μια δημοψηφισματική δημοκρατία, στην οποία οι μάζες καθοδηγούνται από μια μαγευτική ελίτ που κυβερνά με την ηθική της ευθύνης και παρέχει χαρισματική υποστήριξη σε έναν απομαγευμένο κόσμο οικονομικής αξίας και κυριαρχίας μέσω αφηρημένων κανόνων και διατάξεων.[15]

Ο Eucken αντιλαμβανόταν επίσης τον εκδημοκρατισμό ως τη «χαοτική δύναμη των μαζών» (1932: 312), την οποία θεωρούσε βασική αιτία για τον μετασχηματισμό του φιλελεύθερου κράτους σε μαζικό δημοκρατικό κράτος πρόνοιας. Οι αδύναμες κυβερνήσεις κατεύνασαν την κοινωνική δυσαρέσκεια διευρύνοντας τη λαϊκή τους απήχηση, λυγίζοντας απέναντι στα επονομαζόμενα «επιμέρους συμφέροντα» που απαιτούν ίσα δικαιώματα και υλική ασφάλεια. Αντί να διευκολύνει την ελεύθερη οικονομία, η παρέμβαση στο ελεύθερο παιχνίδι των δυνάμεων της αγοράς δημιούργησε οικονομικές ανωμαλίες, οι οποίες απαιτούσαν περαιτέρω παρεμβάσεις, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο αυτοτροφοδοτούμενων παρεμβάσεων. Μέσα σε αυτό το κλίμα παρεμβατισμού που στρεβλώνει την αγορά, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο ομάδες ιδιωτικών συμφερόντων, ασκώντας πιέσεις για περιορισμό του ανταγωνισμού προκειμένου να εξασφαλίσουν τα δικά τους έσοδα. Ο Böhm (1937: 122) απορρίπτει το οικονομικό λεξιλόγιο για αυτού του είδους τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Αντί να μιλάμε για «καρτέλ, ρύθμιση της αγοράς ή αμοιβαία υποστήριξη», υποστηρίζει ότι οι δυνάμεις αδρανοποίησης της αγοράς των ιδιωτικών συμφερόντων συνιστούν «σαμποτάζ ή συνωμοσία». Εν ολίγοις, το κράτος, αποδυναμωμένο από τη μαζική δημοκρατία, ενέδωσε επίσης στα αιτήματα μιας πληθώρας ισχυρών ομάδων οικονομικών συμφερόντων με αποτέλεσμα να χάσει «τη δύναμη και την εξουσία του». Ανίκανο να διατηρήσει την «ανεξαρτησία του» από την οχλοβοή της κοινωνίας, άρχισε να «υποκύπτει στις επιθέσεις των ομάδων πίεσης… των μονοπωλίων και αργότερα των συνδικαλισμένων εργατών» (Rüstow, 1942: 276). Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν στην καθιέρωση του «ποσοτικά ολοκληρωτικού κράτους» που χαρακτηρίζεται από την πολιτική των κομμάτων, τον συμβιβασμό, τα παζάρια κ.λπ. Θεσμοθετεί ως θεμελιώδη αρχή της διακυβέρνησης τις «παραχωρήσεις στα κεκτημένα συμφέροντα» (Eucken, 1932: 318). Για τους ορντο-φιλελεύθερους, η ανεξέλεγκτη δημοκρατία οδηγεί σε σχεδιασμένο χάος.

Η ορντο-φιλελεύθερη ανάλυση για την κρίση της πολιτικής οικονομίας της Βαϊμάρης δεν εμπεριέχει κάποια οικονομική επιχειρηματολογία. Προσδιορίζει την κρίση ως κρίση ακυβερνησίας που επήλθε από την υπερβολική δημοκρατία, η οποία εξαφάνισε «το μαστίγιο του ανταγωνισμού» (πρβ. Eucken, 1932) από τις κοινωνικές δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν την ελευθερία τους για να «καταβροχθίσουν» το φιλελεύθερο κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας οικονομίας που στηρίζεται στην ελεύθερη εργασία (Rüstow, 1963: 258). Επετράπη στα «ολοκληρωτικά μαζικά κόμματα» να «καταχρώνται τους κανόνες του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού» (Rüstow, 1942: 277), οδηγώντας στην εδραίωση ενός «ολοκληρωτικού κράτους πρόνοιας» (Röpke, 1942: 4) που αντικατέστησε «τον δημοκρατικό κυρίαρχο, την αγορά» (Röpke, 1942: 254) με την «κολεκτιβιστική τυραννία» (Röpke, 1942: 248). Για τους ορντο-φιλελεύθερους, η τυραννία είναι «ριζωμένη στη δημοκρατία που είναι απεριόριστη και όχι επαρκώς εξισορροπημένη από τον φιλελευθερισμό» (Röpke, 1942, 248). Η τυραννία, λέει ο Röpke, «πάντα κυβερνούσε με τις μάζες… ενάντια στην ελίτ που είναι φορέας του πολιτισμού» (Röpke, 1942: 248). Ως εκ τούτου, απευθύνει κάλεσμα στους ανθρώπους που διαθέτουν ορθή κρίση να αναλάβουν «την ηγεσία… και να υπερασπιστούν υποδειγματικά τους κατευθυντήριους κανόνες και τις αξίες της κοινωνίας» (Röpke, 1998: 130).[16] Για τους ορντο-φιλελεύθερους, ο φιλελευθερισμός πρέπει να είναι μαχητικός φιλελευθερισμός που κυβερνά με κύρος και σκοπό, πυγμή και δύναμη, θάρρος και αφοσίωση στις αξίες της ατομικής ιδιοκτησίας, με οποιοδήποτε τίμημα. «Ο φιλελευθερισμός», λέει ο Rüstow, «δεν αξίωνε ένα αδύναμο κράτος αλλά μόνο ελευθερία για την οικονομική ανάπτυξη υπό την προστασία του κράτους». Αυτή η προστασία «απαιτεί ισχυρό κράτος» (Rüstow, 1963: 68). Το ισχυρό κράτος «βρίσκεται στη θέση που του αντιστοιχεί: πέρα και πάνω από την οικονομία, πέρα και πάνω από τις ομάδες συμφερόντων [Interessenten]» (Rüstow, 1963: 258). Είναι η ανεξαρτησία του κράτους από τις ομάδες συμφερόντων, από την κοινωνία και, επομένως, από τη δημοκρατική κυριαρχία, που το καθιστά ισχυρό ως δύναμη που θέτει σε κίνηση την αγορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τις «προλεταριοποιημένες» συνθήκες της Βαϊμάρης, οι ιδρυτές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς υποστήριζαν τη δικτατορία των κομισάριων υπό τον φον Πάπεν για να επιτύχουν αυτό που ο Χάγιεκ αποκαλεί ελευθερία από τον «καταναγκασμό και τη βία» (Χάγιεκ, 1972: 66). Η δικτατορία των κομισάριων στόχο είχε να εδραιώσει εκ νέου την ανεξαρτησία του κράτους από τη μαζική κοινωνία, προκειμένου να απελευθερωθεί η οικονομία από την οχλοβοή των μαζών όχι μόνο μέσω της «βίας» αλλά και μέσω της «εξουσίας και του ηγέτη» (Rüstow, 1959: 100). Κατά την άποψη του Röpke (1942: 256), η δημοκρατία είναι ο πραγματικός χαρακτήρας της δικτατορίας. «Όταν μια δημοκρατία σε περιόδους ανάγκης τοποθετεί έναν δικτάτορα ως επικεφαλής της, σε καμία περίπτωση δεν παραδίδεται: πολύ περισσότερο υπακούει στις νουθεσίες της αναγκαιότητας και στις προσταγές της ιστορίας. Πέρα από όλα τα άλλα, στην περίπτωση της δημοκρατικής δικτατορίας, έχουμε να κάνουμε με τη μεταβίβαση μιας εξουσιοδότησης που αποκαθίσταται μετά την παρέλευση της περιόδου έκτακτης ανάγκης του κράτους και όχι με μια κανονική, μόνιμη μορφή της κατεύθυνσης του κράτους και της οικονομικής ζωής». Ο Friedrich (1968: 547) συλλαμβάνει σωστά τον φιλελεύθερο σκοπό της «στρατιωτικής κυβέρνησης» που δεν είναι άλλος από το «να προστατεύσει την ευημερία των κυβερνώμενων» – «εμπνεόμενη από τον ανθρωπιστικό παράγοντα» (Friedrich, 1968: 547).

Ωστόσο, η περιστολή της μαζικής δημοκρατίας από τη δικτατορία των κομισάριων εγείρει το θεμελιώδες ερώτημα για το πώς θα διατηρηθεί φιλελεύθερη η δικτατορία. Πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι η δικτατορία ασκείται στο όνομα της ελευθερίας – όπως η δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή που, μεταξύ άλλων, την επαινούσαν ο Μίλτον Φρίντμαν, ο Φρίντριχ Χάγιεκ και η Τζιν Κιρκπάτρικ.[17] Δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα. Η αβεβαιότητα απαιτεί σθεναρή δράση για την εξάλειψη κάθε αμφιβολίας που σχετίζεται με τον νόμιμο προσδιορισμό και τη νόμιμη εξολόθρευση του εχθρού. Παρά τη θεωρητική διάκριση μεταξύ του αυταρχικού προσδιορισμού του εχθρού και της φασιστικής καταδίωξης του εχθρού, δεν υπάρχει κανένας νόμος που να εμποδίζει κάποιον να διαβεί τον Ρουβίκωνα. Σύμφωνα με τον Rossiter (1948: 290), «σε όποια απαγορευμένα πεδία ελευθερίας κι αν αναγκαστούν να εισέλθουν οι ηγέτες μιας συνταγματικά νόμιμης κυβέρνησης υπό το βάρος των αναγκών της κρίσης, θα πρέπει να το κάνουν ή διαφορετικά να επιτρέψουν την καταστροφή του κράτους και των ελευθεριών του». Η Κιρκπάτρικ (1979) διέκρινε καλοπροαίρετες προθέσεις στην ελευθερία κάποιου να προστάζει, να σακατεύει και να δολοφονεί.

Ακυβερνησία και υπερβολική δημοκρατία

Κατά τη δεκαετία του 1970, η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης εκείνης της περιόδου επικεντρώθηκε ρητά ή άρρητα στην κρίση της κρατικής εξουσίας. Κατά βάση, η κρίση θεωρήθηκε κρίση κυβερνησιμότητας, η οποία υποτίθεται ότι ήταν συνέπεια της υπερβολικής δημοκρατίας. Πυρήνας της έννοιας της υπερβολικής δημοκρατίας ήταν η αντίληψη ότι η κοινωνία είχε καταστεί μη κυβερνήσιμη. Έχοντας να αντιμετωπίσουν τα ασυγκράτητα δημοκρατικά αιτήματα της μάζας για συλλογικές παροχές και προστασία από τον ανταγωνισμό, οι κυβερνήσεις παραχώρησαν έδαφος και ακολούθησαν μη φιλελεύθερες κοινωνικοοικονομικές πολιτικές, οι οποίες οδήγησαν στην οικονομική κρίση και την ενίσχυσαν. Έτσι, η κρίση της δεκαετίας του 1970 αντιμετωπίστηκε ως μια κρίση που προκλήθηκε από το αδύναμο κράτος το οποίο υπέκυψε στα ιδιαίτερα συμφέροντα και στα δημοκρατικά αιτήματα της μάζας για κοινωνική προστασία και προστασία της απασχόλησης.

Σύμφωνα με το επιχείρημα περί υπερβολικής δημοκρατίας και κοινωνικής αναταραχής, τα πολιτικά κόμματα προσπάθησαν να ανταγωνιστούν το ένα το άλλο προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερα μερίδια της «εκλογικής αγοράς». Αυτό οδήγησε στην «αύξηση των πληθωριστικών προσδοκιών» εκ μέρους του εκλογικού σώματος, την οποία ενθάρρυνε το δημοκρατικό σύστημα. Όπως το θέτει ο Sam Brittan, «οι υπερβολικές προσδοκίες δημιουργούνται από τις δημοκρατικές πτυχές του συστήματος» (Brittan, 1976: 97) και «ο πειρασμός να ενθαρρυνθούν οι ψευδείς προσδοκίες του εκλογικού σώματος κυριεύει τους πολιτικούς» (Brittan, 1976: 105). Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με τον Brittan, ήταν ότι «για τους ψηφοφόρους δεν υπήρχαν περιορισμοί στον κρατικό προϋπολογισμό» (Brittan, 1976: 104). Το κράτος δεν είχε τη δύναμη να συγκρατήσει τις προσδοκίες της μάζας μέσα στα όρια μιας ελεύθερης κοινωνίας. Αυτό είχε ως συνέπεια, το να μετατραπεί η κυβέρνηση σε «ένα είδος ασφαλιστικής εταιρείας απεριόριστης ευθύνης, που παρέχει ασφάλιση σε όλα τα άτομα ανά πάσα στιγμή έναντι κάθε πιθανού κινδύνου» (King, 1976: 12). Ο επιχειρηματίας, αυτή η φιγούρα του νεοφιλελεύθερου οράματος μιας κοινωνίας που απαρτίζεται από κυνηγούς της οικονομικής αξίας οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τον εαυτό τους, αμφισβητήθηκε από τη θεσμοθέτηση μιας κουλτούρας εξάρτησης, που με τη μορφή του κράτους πρόνοιας τιμωρούσε την επιτυχία και έδινε παροχές στην αδράνεια. Η μη συμμόρφωση με τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας και η απόρριψη των παραδοσιακών κανόνων συμπεριφοράς ήταν ευρέως διαδεδομένα. Όπως το θέτει ο King (1976: 23), «ο άντρας που εξαρτάται από τη σύζυγό του για να τον πηγαίνει με το αυτοκίνητο στη δουλειά διαπιστώνει όλο και περισσότερο ότι εκείνη αρνείται να το κάνει».

Ανεξάρτητα από το τι ακριβώς απασχολούσε τον King, η γενική τάση της συγκεκριμένης προσέγγισης ήταν ότι η κρίση της δεκαετίας του 1970 προκλήθηκε από τη συνδυασμένη επίδραση των πολιτικοποιημένων κοινωνικών σχέσεων, της μη συμμόρφωσης με τους αναμενόμενους κανόνες συμπεριφοράς και ενός ανεξέλεγκτου δημοκρατικού συστήματος που ενθάρρυνε τα πολιτικά κόμματα να πλειοδοτούν το ένα έναντι του άλλου με υποσχέσεις περί κοινωνικών παροχών. Το κράτος, βάσει αυτής της προσέγγισης, είχε γίνει όμηρος της Τέταρτης Τάξης ή αυτού που αποκαλούσε ο Röpke (1998, βλ. επίσης Ancil, 2012) προλεταριοποιημένες κοινωνικές δομές. Για τους νεοφιλελεύθερους, οι «οικονομικές συνέπειες της δημοκρατίας» (βλέπε Brittan, 1977) ήταν τεράστιες και θεμελιώδεις για την κατανόηση της οικονομικής κρίσης και της επίλυσής της.

Θεμελιώδες στοιχείο για την εξάλειψη της επιρροής της μάζας στο κράτος είναι ο διαχωρισμός της οικονομίας και του κράτους σε διακριτές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Το κράτος θα πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ισχύ επί της οικονομίας, εν ολίγοις, η οικονομία γίνεται αντιληπτή ως μια σφαίρα που δεν υπάγεται στο κράτος, στην οποία τα άτομα έχοντας την ευθύνη του εαυτού τους παίρνουν αποφάσεις βάσει της ελεύθερης βούλησής τους καθοδηγούμενα αποκλειστικά από τον μηχανισμό των ελεύθερων τιμών. Ο μη κρατικός χαρακτήρας της οικονομίας συνεπάγεται την αποπολιτικοποίησή της ως μιας μη πολιτικοποιημένης κοινωνίας ανταλλαγής όπου οι αγοραστές και οι πωλητές εργασιακής δύναμης συναντιούνται ως ισότιμα νομικά πρόσωπα, επιδιώκοντας το καθένα τα δικά του συμφέροντα και σκοπούς βάσει της ελεύθερης βούλησής τους και χωρίς εξαναγκασμό. Η αντίληψη του Müller-Armack (1981: 102) ότι το κράτος «πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ισχυρό στη δική του σφαίρα αλλά έξω από αυτήν, στην οικονομική σφαίρα, πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ισχύ» στην πραγματικότητα υποστηρίζει την πλήρη εξάλειψη της αταξίας στην οικονομία από ένα κράτος που διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο του πολιτικού. Επομένως, υποστηρίζει επίσης την πολιτικοποίηση του κράτους ως ανεξάρτητης δύναμης μιας ελεύθερης, δηλαδή αποπολιτικοποιημένης, οικονομίας. Η επίτευξη μιας «μη κρατικής» οικονομικής σφαίρας είναι στην ουσία έργο της πολιτικής. Θεσμοθετείται, επιβάλλεται και επιβλέπεται από το κράτος, προκειμένου να διασφαλιστεί και να διατηρηθεί η, βάσει κανόνων, συμπεριφορά των ελεύθερων επιχειρηματιών που εμπορεύονται εργασιακή δύναμη.

Ο απολογισμός της κρίσης της δεκαετίας του 1970 από νεοφιλελεύθερη σκοπιά καθιστά σαφές ότι το φιλελεύθερο κράτος είναι η πολιτική μορφή της ελεύθερης οικονομίας. Η αποπολιτικοποίηση της οικονομίας, ο περιορισμός της ισχύος των συνδικάτων, ο μετασχηματισμός του κράτους πρόνοιας σε κράτος εργασιακής πειθαρχίας (workfare state) και η φιλελευθεροποίηση της οικονομίας –η δημιουργία, η υποστήριξη και η διατήρηση της ελεύθερης οικονομίας– είναι όλα ζητήματα πρακτικής διακυβέρνησης. Ο ανταγωνισμός δεν δημιουργεί ανόθευτες σχέσεις ανταλλαγής σε αδιαίρετες αγορές. Οδηγεί είτε στην ανελέητη απληστία είτε στη μονοπωλιακή τιμολόγηση. Ο ανταγωνισμός είναι μια κατηγορία κοινωνικής διαμάχης και διχασμού. Η κοινωνική της υπόσταση συνιστά πολιτική πρακτική. Η οικονομία δεν προϋποθέτει την ελευθερία ούτε απελευθερώνει τον εαυτό της. Από μόνη της βυθίζεται στην «αιματοχυσία και την αταξία». Η φιλελεύθερη αντίληψη του αόρατου χεριού που ρυθμίζει την αγορά εκφράζει μια πολιτική πρακτική ανόθευτων και αδιαίρετων σχέσεων της αγοράς. Επομένως, το laissez-faire είναι «μια πολύ ασαφής και παραπλανητική περιγραφή των αρχών στις οποίες βασίζεται η φιλελεύθερη πολιτική» (Hayek, 2013). Δεν είναι η «απάντηση στις εξεγέρσεις» (Willgerodt and Peacock, 1989: 6). Δεν είναι η απάντηση «στις πεινασμένες ορδές των κατεστημένων συμφερόντων» (Röpke, 2007), ούτε στις πολιτικοποιημένες κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, ούτε στα μαζικά δημοκρατικά αιτήματα για τις συνθήκες ζωής, ούτε σε μια δημοκρατία που δεν ξέρει πώς να περιορίσει τον εαυτό της επιδιώκοντας την ελευθερία (βλ. Crozier et al., 1975). Πράγματι, για χάρη της ελευθερίας «οι πιο θεμελιώδεις αρχές μιας ελεύθερης κοινωνίας… μπορεί να χρειαστεί να θυσιαστούν προσωρινά… [προκειμένου να διαφυλαχτεί] η ελευθερία μακροπρόθεσμα» (Hayek, 2008). Τη δεκαετία του 1970, οι προειδοποιήσεις του Χάγιεκ για την απεριόριστη δημοκρατία ως πρόδηλο κίνδυνο για την ελευθερία, που περιέχονταν στο βιβλίο του Το Σύνταγμα της Ελευθερίας, υιοθετήθηκαν από τους στρατώνες. Όπως το έθεσε ο ίδιος εγκωμιάζοντας τη δικτατορία του Πινοσέτ, «ίσως υπάρχουν ακόμη και σήμερα δικτάτορες με καλές προθέσεις που ανήλθαν στην εξουσία λόγω της πραγματικής κατάρρευσης της δημοκρατίας και ανυπομονούν ειλικρινά να την αποκαταστήσουν, αρκεί μόνο να γνώριζαν πώς να τη διαφυλάξουν από τις δυνάμεις που την κατέστρεψαν». Σύμφωνα με τον Χάγιεκ, «μια δικτατορία μπορεί να επιβάλλει όρια στον εαυτό της, και μια δικτατορία που επιβάλλει τέτοια όρια μπορεί να είναι πιο φιλελεύθερη στις πολιτικές της από ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο που δεν γνωρίζει τέτοια όρια» (Hayek, παρατίθεται στο Cristi, 1998: 168, σημ. 16). Ο Χάγιεκ θεωρούσε τη δικτατορία του Πινοσέτ ισχυρό κράτος, ένα κράτος το οποίο επιλύει το ζήτημα της υπερβολικής δημοκρατίας, τραβώντας μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνίας και κράτους, καθιστώντας το κράτος κυβερνήσιμο ως «σχεδιαστή του ανταγωνισμού» (Hayek, 2013).

Συμπεράσματα

Για τον αυταρχικό φιλελευθερισμό, το κράτος είναι η κυρίαρχη κατηγορία της πολιτικής οικονομίας. Αναγνωρίζει ότι η ελεύθερη οικονομία βασίζεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη (social order) και συνιστά μια συνολική πρακτική διακυβέρνησης. Η τάξη (order) δεν είναι προϊόν της οικονομίας. Είναι πολιτική κατηγορία. Επομένως, οι οικονομικές κρίσεις φανερώνουν μια «κρίση του παρεμβατισμού» (Röpke, 1936: 160). Έχω υποστηρίξει ότι ο αυταρχικός φιλελευθερισμός μπορεί να συνοψιστεί στο μότο της ελεύθερης οικονομίας ως πολιτικής πρακτικής του ισχυρού κράτους. Για χάρη της οικονομικής ελευθερίας, αναγνωρίζει ότι το φιλελεύθερο κράτος δεν μπορεί να έχει αρκετή ισχύ και απορρίπτει τη δημοκρατική οργάνωση αυτής της ισχύος. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός εκφράζει τις πολιτικές αναγκαιότητες της ελεύθερης οικονομίας υπό τη μορφή μιας πολιτικής θεολογίας – αξιώνει ό,τι είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της ελευθερίας των αποστερημένων. Το αυταρχικό κράτος της ελεύθερης οικονομίας είναι οπλισμένο.

Η άποψη ότι η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970 συνιστά κρίση της εξουσίας του κράτους βασίστηκε στην πεποίθηση ότι ο «όχλος» είχε μετατρέψει το κράτος σε θήραμά του, αποδυναμώνοντας τη φιλελεύθερη χρησιμότητά του. Παρόμοιες απόψεις είχαν εκφραστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο Μπέρναρντ Μπαρούχ, κορυφαία φιγούρα των Δημοκρατικών, είχε διαμαρτυρηθεί εναντίον της απόφασης του Ρούσβελτ να εγκαταλείψει το 1933 τον κανόνα του χρυσού, δηλώνοντας ότι «οι μόνοι που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο είναι οι υποστηρικτές της οχλοκρατίας. Ίσως η χώρα να μην το γνωρίζει ακόμα, αλλά νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια επανάσταση πιο ριζική από τη Γαλλική Επανάσταση. Το πλήθος έχει καταλάβει την έδρα της κυβέρνησης και προσπαθεί να σφετεριστεί τον πλούτο. Ο σεβασμός για τον νόμο και την τάξη έχει χαθεί» (παρατίθεται στο Schlesinger, 1958: 202). Για τον Μπαρούχ, ορθά, οι αποστερημένοι έμποροι της εργασιακής δύναμης αποτελούν την κοινωνική πλειοψηφία. Για χάρη της ελευθερίας, ο περιορισμός τους είναι ζωτικής σημασίας. Ζωτικής σημασίας είναι επίσης η εξάλειψη της επιρροής της δημοκρατίας στη χάραξη πολιτικής, ιδίως στη νομισματική και στην πιστωτική πολιτική. Ούτε θα πρέπει «να λειτουργεί ως κέντρο ελέγχου από μια κυβέρνηση που εξαρτάται άμεσα από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή, ακόμα χειρότερα, από κάποια μη κοινοβουλευτική ομάδα που παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος της κοινής γνώμης» (Röpke, 1998: 223). Ο κανόνας του χρυσού λειτουργούσε παρόμοια με ένα απο-εθνικοποιημένο, απο-δημοκρατικοποιημένο και πλήρως αποπολιτικοποιημένο πλαίσιο οικονομικών προσαρμογών στις εδαφικοποιημένες αγορές εργασίας, η καθεμία σε ανταγωνισμό με την άλλη βάσει των τιμών στην παγκόσμια αγορά. Το γεγονός ότι δεν εξαρτιόταν από τις αποφάσεις κάποιας κυβέρνησης μετέτρεπε τον καθένα σε εξάρτημα ενός κανόνα φαινομενικά ανεξάρτητων οικονομικών δυνάμεων.[18] Η εγκατάλειψή του υπέταξε τη νομισματική πολιτική στις δημοκρατικές πιέσεις, γεγονός που κατά την άποψη του Μπαρούχ ισοδυναμεί με την κατάληψη του κράτους από τον όχλο. Δηλαδή, επέτρεψε την εφαρμογή του Κεϋνσιανισμού του New Deal υπό τον Ρούζβελτ. Στο πλαίσιο αυτό, οι ορντο-φιλελεύθεροι υποστήριξαν ότι η επιδίωξη της ελεύθερης οικονομίας προϋποθέτει την περιστολή της μαζικής δημοκρατίας και την ελευθερία λήψης εκτελεστικών αποφάσεων. Σε αντίθεση με τα φασιστικά ρεύματα, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η στάση τους συνιστά επιχείρημα υπέρ της δικτατορίας. Είναι μάλλον ένα επιχείρημα που αφορά τα μέσα για τη διατήρηση της οικονομικής ελευθερίας.

Η κατάσταση εξαίρεσης φανερώνει την αποτυχία της κυβέρνησης να αποτρέψει την εκδήλωση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τον φιλελευθερισμό. Δηλαδή, η επιδίωξη της ελευθερίας πρέπει να είναι προληπτική για να αποφευχθεί εκ των προτέρων η διασάλευση της τάξης. Συνεπώς, ο Röpke (1969: 97) υποστηρίζει ότι η δημοκρατία πρέπει να «περιορίζεται μέσω μέτρων και προφυλάξεων που θα αποτρέπουν την καταστροφή του φιλελευθερισμού από τη δημοκρατία». Η πρόσδεση της δημοκρατίας στο θεμέλιο του φιλελευθερισμού βρέθηκε στο επίκεντρο κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Αυτή η απόπειρα περιλάμβανε τη χορήγηση στα συνταγματικά δικαστήρια έκτακτων εξουσιών απόφανσης επί της συνταγματικότητας του κοινοβουλευτικού νομοθετικού έργου, υποτάσσοντάς το στον δικαστικό έλεγχο, στη δικαστική εποπτεία και στην εξουσία του δικαστηρίου να κηρύσσει άκυρη την πλειοψηφικά εγκεκριμένη νομοθεσία. Επίσης, διεξαγόταν, για παράδειγμα, συνεχής συζήτηση σχετικά με την επιβολή κανόνων ομοφωνίας στο νομοθετικό έργο (Buchanan και Tullock, 1999, Brennan και Buchanan, 1980, Buchanan και Wagner, 1977) ενώ πιο πρόσφατα εισήχθησαν ανώτατα όρια για το χρέος στα πλαίσια του συνταγματικού περιορισμού της κοινοβουλευτικής εξουσίας.[19] Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, έχουν γίνει πάρα πολλές θεσμικές προσπάθειες προκειμένου να μεταφερθούν σημαντικές πτυχές της λήψης πολιτικών αποφάσεων από τον δημοκρατικό έλεγχο σε εξω-δημοκρατικά τεχνοκρατικά θεσμικά όργανα, όπως για παράδειγμα οι κεντρικές τράπεζες που έχουν αποκτήσει ευρύτερες ανεξάρτητες εξουσίες χάραξης πολιτικής (Bonefeld και Burnham, 1998).[20] Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, το όραμα του Χάγιεκ (1939) για ένα σύστημα «διακρατικού φεντεραλισμού» αποδείχτηκε το πιο ενδεδειγμένο για την εδραίωση ενός ευρωπαϊκού οικονομικού συντάγματος στο οποίο τα ομοσπονδιακά κράτη λειτουργούν εντός ενός υπερεθνικού πλαισίου ατομικών οικονομικών δικαιωμάτων, νόμων και κανονισμών που υπερβαίνουν τις εθνικές δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων και ενσωματώνουν τα αποδυναμωμένα μαζικά δημοκρατικά κοινοβούλια ως όργανα νομιμοποίησης μιας ουσιαστικά απο-δημοκρατικοποιημένης νομοθετικής διαδικασίας που βρίσκεται στα χέρια ενός συμβουλίου εθνικών εκτελεστικών εκπροσώπων (Streek, 2015· Wilkinson, 2015· Bonefeld, 2015).

Το «σύμφωνο της Ευρώπης» είναι ένα σύμφωνο χωρίς Δήμο. Είναι επίσης ένα σύμφωνο χωρίς πολιτικό κυρίαρχο. Η πολιτική κυριαρχία παραμένει ομοσπονδοποιημένη σε εδαφικοποιημένες πολιτικές οντότητες, καθεμιά από τις οποίες απολαμβάνει το καθεστώς του δημοκρατικά διορισμένου δικαιούχου του μονοπωλίου της νόμιμης χρήσης βίας, εφαρμόζοντας τους κανόνες που αποφασίζονται από θεσμικά όργανα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια της κρίσης στην ευρωζώνη, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Επικεφαλής των κυβερνήσεων της ευρωζώνης αναδείχθηκε ως το βασικό όργανο λήψης αποφάσεων. Χωρίς να ελέγχεται από τον νόμο και σε απόσταση από τα εδαφικοποιημένα δημοκρατικά εκλογικά σώματα, κατάφερε να χειριστεί την κρίση λαμβάνοντας αυταρχικές αποφάσεις. Ο χαρακτηρισμός του Χάμπερμας (2012) για τη «νέα Ευρώπη» ως κατάσταση εξαίρεσης φέρνει στο προσκήνιο αυτό τον ισχυρισμό περί εκτελεστικού μανατζεριαλισμού. Υποδεικνύει την άνοδο στην εξουσία ενός «αδέσμευτου» εκτελεστικού οργάνου. Σε αντίθεση με ολόκληρη την ιστορία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, το νομοθετικό έργο πραγματοποιείται με εκτελεστική απόφαση, από τις δημοσιονομικές περικοπές μέχρι την απώλεια της δημοσιονομικής κυριαρχίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το συμβούλιο αποφάσισε ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναδιαρθρώσει το σύνολο του κοινωνικού της συμβολαίου ως προϋπόθεση για την τιμωρητική συμφωνία διάσωσης. Στην πραγματικότητα, το ελληνικό κράτος μετατράπηκε σε κράτος εκτέλεσης των αποφάσεων του συμβουλίου.

Στην ευρωζώνη, η αυταρχική αντίληψη ότι μια σωστά διοικούμενη «πολιτεία» πρέπει να περιορίζει τις δημοκρατικές υπερβολές της μαζικής κοινωνίας εκδηλώνεται μέσω ενός ομοσπονδιακού συστήματος το οποίο αποτελείται από ένα υπερεθνικό οικονομικό σύνταγμα, την εκτελεστική νομοθεσία και την εφαρμογή των κανόνων που έχουν συμφωνηθεί από τα δημοκρατικά κράτη μέλη που το απαρτίζουν. Εξαλείφοντας τη δημοκρατική επιρροή στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής, προσδένει τη δημοσιονομική πολιτική στην επιδίωξη της νομισματικής σταθερότητας, καθιστά δυνατή την ελευθερία του ανταγωνισμού μεταξύ των εδαφικοποιημένων αγορών εργασίας και θέτει τα δημοκρατικά κράτη μέλη υπό ένα καθεστώς επιβεβλημένης ελευθερίας. Όπως το έθετε ο Streek, «όπου εξακολουθούν να υπάρχουν δημοκρατικοί θεσμοί στην Ευρώπη, δεν ασκείται πλέον οικονομική διακυβέρνηση, από φόβο μην προσβληθεί η διαχείριση της οικονομίας από τα μη καπιταλιστικά συμφέροντα που πλήττουν την αγορά. Και όπου ασκείται οικονομική διακυβέρνηση, η δημοκρατία είναι απούσα» (2015: 366). Η κυβέρνηση του ευρώ ενισχύει έτσι το φιλελεύθερο θεμέλιο των δημοκρατικών κρατών μελών και κατά αυτόν τον τρόπο επαναβεβαιώνει την «ανεξαρτησία της θέλησής τους» έναντι των πολιτών της επικράτειάς τους.[21]

Το ευρωπαϊκό σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν προωθεί μόνο τον ανταγωνισμό μεταξύ των εδαφικοποιημένων αγορών εργασίας στο εσωτερικό της. Συντελεί επίσης στην εθνικοποίηση της διαμαρτυρίας ενάντια στο υπερεθνικό καθεστώς της επιβεβλημένης ελευθερίας. Η ραγδαία ενίσχυση της άκρας δεξιάς, συμπεριλαμβανομένων των νεοφασιστών, από το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία έως τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, έχει γίνει όπως φαίνεται νέα κανονικότητα στην ευρωζώνη. O περιορισμός των παραδοσιακών μορφών κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στα πλαίσια της κρίσης του ευρώ, δεν κατέπνιξε μόνο τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής αμφισβήτησης και νομιμοποίησης, οδηγώντας στην επανεδραίωση της (αντι-ευρωπαϊκής) εθνικιστικής δεξιάς ως υπολογίσιμης δύναμης. Αφόπλισε επίσης μια ολόκληρη παράδοση αριστερού διεθνισμού στην Ευρώπη και ενίσχυσε παλαιότερες ιδέες περί του έθνους ως υποτιθέμενα προοδευτικής δύναμης ενάντια στην παγκοσμιοποίηση.[22] Το Brexit εκφράζει την ιδέα της εθνικής αυτοδιάθεσης ως στρεβλής εναλλακτικής επιλογής στο ευρωπαϊκό σύστημα της ελευθερίας που επιβάλλεται από την εκτελεστική εξουσία. Αντί να ξεπεράσει την παράδοση του αυταρχικού φιλελευθερισμού, την προωθεί με πιο επικίνδυνο τρόπο, ως κίνημα εθνικού σκοπού.

Βιβλιογραφία

Agnoli J (1990) Die Transformation der Demokratie. Freiburg: Ca Ira.

Agnoli J (2000) Politik und Geschichte. Freiburg: Ca Ira.

Ancil RE (2012) Röpke and the restauration of property: The proletarianized market. The Imaginative

Conservative. Προσβάσιμο (6 Ιουλίου 2016) στη διεύθυνση: www.theimaginativeconservative.org/2012/10/Röpke-proletarianized-market

Arendt H (2017) Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Νησίδες.

Biebricher T (2015) Neoliberalism and democracy. Constellations 22(2): 255–266.

Böhm F (1937) Ordnung und Wirschaft. Berlin: Kohlhammer.

Bonefeld W (1992) Constitutional norm versus constitutional reality in Germany. Capital & Class 16(1): 65–88.

Bonefeld W (1993) The Recomposition of the British State during the 1980s. Aldershot: Dartmouth.

Bonefeld W (2006a) Democracy and dictatorship. Critique 34(3): 237–252.

Bonefeld W (2006b) Anti-globalisation and the question of socialism. Critique 34(1): 39–59.

Bonefeld W (2012) Freedom and the strong state: On German ordoliberalism. New Political Economy 17(5): 633–656.

Bonefeld W (2013) Adam Smith and ordoliberalism: On the political form of market liberty. Review of International Studies 39(2): 233–250.

Bonefeld W (2014) Critical Theory and the Critique of Political Economy. New York, NY: Bloomsbury.

Bonefeld W (2015) European economic constitution and the transformation of democracy. E. J. of International Relations 21(4): 867–886.

Bonefeld W και Burnham P (1998) The politics of counter-inflationary credibility in Britain, 1990-1994. Review of Radical Political Economics 30(1): 30–52.

Brittan S (1975) The economic contradictions of democracy. Στο: King A (ed.) Why is Britain Harder to Govern? London: BBC Books, 96–127.

Brittan S (1977) The Economic Consequences of Democracy. London: Temple Smith.

Brennan G και Buchanan JM (1980) The Power to Tax. Cambridge: Cambridge University Press.

Buchanan JM και Tullock G (1999) Ο λογισμός της συναίνεση – Τα λογικά θεμέλια της συνταγματικής δημοκρατίας. Εκδόσεις Παπαζήση.

Buchanan JM και Wagner RE (1977) Democracy in Deficit – The Political Legacy of Lord Keynes. New York, NY: Academy Press.

Burnham P (2001) New Labour and the politics of depoliticization. British Journal of Politics and International Relations 3(2): 127–49.

Cristi R (1998) Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press.

Crozier M et al. (1977) The Crisis of Democracy. New York, NY: New York University Press.

Eucken W (1932) Staatliche Strukturwandlungen und die Krise des Kapitalismus. Weltwirtschaftliches Archiv 36: 521–524.

Eucken W (2004) Grundsätze der Wirtschaftspolitik. 7th edition. Tübingen: Mohr Siebert.

Fortsthoff E (1933a) Das Ende der humanistischen Illusion. Berlin: Furche-Verlag.

Forsthoff E (1933b) Der totale Staat. Hamburg: Hanseatische Verlags-Anstalt.

Foucault M (2012) Η γέννηση της βιοπολιτικής. Πλέθρον.

Friedrich C (1955) The political thought of neo-liberalism. The American Political Science Review 49(2): 509–525.

Friedrich C (1968) Constitutional Government and Democracy. London: Blaisdell Publishing.

Gamble A (1988) The Free Economy and the Strong State. London: Palgrave.

Habermas J (2012) The Crisis of European Union. Cambridge: Polity.

Haselbach D (1991) Autoritärer Liberalismus und Soziale Marktwirtschaft. Baden-Baden: Nomos.

Hayek F (1939) The economic conditions of interstate federalism. Στο: Hayek F (1949) Individualism and Economic Order. London: Routledge and Kegan Paul, 255–273.

Hayek F (2013) Ο δρόμος προς τη δουλεία. Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Hayek F (2008) Το Σύνταγμα της ελευθερίας. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Hayek F (1972) A Tiger by the Tail. London: London Institute of Economic Affairs.

Hayek F (1979) The Political Order of a Free People. Chicago, IL: University of Chicago Press.

Heller H (2015 [1933]) Authoritarian liberalism. European Law Journal 21(3): 295–301.

King A (1976) The problem of overload. Στο: King A (ed.) Why is Britain Harder to Govern? London: BBC Books, 74–83.

Kirkpatrick J (1979) Dictatorship & double standards. Commentary Magazine, 1 Νοεμβρίου. Προσβάσιμο (7 Μαΐου 2016) στη διεύθυνση: https://www.commentarymagazine.com/articles/dictatorships-double-standards/

Lenel HO (1989) Evolution of the social market economy. Στο: Peacock A and Willgerodt H (eds) German Neoliberals and the Social Market Economy. London: Palgrave, 16–39.

Λούξεμπουργκ Ρόζα (2009) Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρκούζε Χέρμπερτ (1983) Η πάλη ενάντια στον φιλελευθερισμό στην ολοκληρωτική αντίληψη για το κράτος. Στο: Μαρκούζε Χέρμπερτ, Αρνήσεις. Ύψιλον.

Μαρξ Καρλ (1989) Grundrisse, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Στοχαστής.

Μαρξ Καρλ (2002) Το Κεφάλαιο, Τόμος Α. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Καρλ και Ένγκελς Φρίντριχ (2014) Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στο: Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840 – Μια ανθολογία, ΚΨΜ.

Miksch L (1947) Wettbewerb als Aufgabe. Grundsätze einer Wettbewerbsordnung. Bad Godesberg: Kuepper.

Mirowski P και Plehwe D (eds) (2009) The Road from Mont Pelerin. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Müller JW (2012) Militant democracy. Στο: Rosenfeld M and Sajó A (eds) Oxford Handbook of Comparative Constitutional Law. Oxford: Oxford University Press, 253–269.

Müller-Armack A (1933) Staatsidee und Wirtschaftsordnung im neuen Reich. Berlin: Junker & Dünnhaupt.

Müller-Armack A (1981) Diagnose unserer Gegenwart. Stuttgart: Paul Haupt.

Radice H (2014) Enforcing austerity in Europe: the structural deficit as a policy target. Journal of Contemporary European Studies 22(3): 248–260.

Röpke W (1936) Crisis and Cycles. London: W. Hodge.

Röpke W (1942) International Economic Disintegration. London: W. Hodge.

Röpke W (1969) Against the Tide. Vienna: Ludwig von Mises Institute.

Röpke W (1998) A Human Economy. Wilmington, DE: ISI Books.

Röpke W (2007) Η κρίση της εποχής μας. Ροές.

Rossiter CL (1948) Constitutional Dictatorship. Crisis and Government in the Modern Democracies. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Rüstow A (1963 [1932]) Die staatspolitischen Voraussetzungen des wirtschaftspolitischen Liberalismus. Στο: Rüstow A, Rede und Antwort. Ludwigsburg: Hoch, 249–258

Rüstow A (1942) General social laws of the economic disintegration and possibilities of reconstruction. Επίλογος στο Röpke W, International Economic Disintegration. London: W. Hodge, 267–283.

Rüstow A (1959 [1929]) Diktatur innerhalb der Grenzen der Demokratie. Vierteljahreshefte für Zeitgeschichte 7: 87–111.

Schlesinger AM (1959) The Age of Roosevelt: The Coming of the New Deal. Cambridge, MA: Riverside Press.

Schmitt C (1931) Der Hüter der Verfassung. Berlin: Duncker & Humblot.

Schmitt C (2010) Σχετικά με τα τρία είδη της νομικής σκέψης. Εκδόσεις Παπαζήση.

Schmitt C (2016) Πολιτική θεολογία. Τέσσερα κεφάλαια γύρω από τη διδασκαλία περί κυριαρχίας. Κουκκίδα.

Schmitt C (1988 [1923]) The Crisis of Parliamentary Democracy. Cambridge, MA: MIT Press.

Schmitt C (2009) Η έννοια του πολιτικού. Κριτική.

Schmitt C (1998 [1932]) Strong state and sound economy: an address to business leaders. Appendix. Στο: Cristi R, Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press, 213–232.

Schmitt C (2008a [1970]) Political Theology II: The Myth of the Closure of any Political Theology.Cambridge: Polity.

Schmitt C (2008b [1928]) Constitutional Theory. Durham, NC: Duke University Press.

Schmitt C (2015 [1942]) Land and Sea: A World-Historical Mediation. New York, NY: Telos. Harper.

Smith A (1976 [1759]) The Theory of Moral Sentiments. Oxford: Oxford University Press.

Streek W (2015) Heller, Schmitt and the Euro. European Law Journal 21(3): 361–370.

Triebe K (1995) Strategies of Economic Order. Cambridge: Cambridge University Press.

Von Mises L (1985 [1927]) Liberalism in the Classical Tradition. San Francisco, CA: Cobden Press.

Weber M (1987) Η πολιτική ως επάγγελμα. Εκδόσεις Παπαζήση

Wilkinson MA (2015) Authoritarian liberalism in the European constitutional imagination. European Law Journal 21(3): 313–339.

Willgerodt W και Peacock A (1989) German liberalism and economic revival. Στο: Peacock A και Willgerodt H (eds.) German Neo-Liberals and the Social Market Economy. London: Palgrave, 1–14.

[1]. Ο Φραντς φον Πάπεν (Franz von Papen) ήταν Γερμανός ευγενής, στρατιωτικός και πολιτικός. Μετά τη θητεία του στην καγκελαρία το 1932, έπεισε τον πρόεδρο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ να διορίσει τον Αδόλφο Χίτλερ ως καγκελάριο το 1933. Ο φον Πάπεν υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος του Χίτλερ από το 1933 έως το 1934. Η καγκελαρία του φον Πάπεν είναι γνωστή ως η «κυβέρνηση των βαρόνων».

[2]. Βλέπε επίσης Μαρκούζε (1983). Εκείνη την εποχή, ο Σμιτ ήταν υποστηριχτής του «αυταρχικού κράτους» του φον Παπεν (Heller, 2015: 295) όπως και οι στοχαστές που θεμελίωσαν τον γερμανικό ορντο-φιλελευθερισμό, συμπεριλαμβανομένων των Euken, Röpke και Rüstow (βλέπε Haselbach, 1991). Ο όρος ορντο-φιλελευθερισμός εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1950. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 οι ορντο-φιλελεύθεροι θεωρούσαν τους εαυτούς τους υποστηρικτές ενός «νέου φιλελευθερισμού» πέρα από το laissez-faire. Το 1938, στο Συνέδριο Walter Lippmann, o Rüstow εγκαινίασε τον όρο «νεοφιλελευθερισμός» για να διακρίνει αυτό τον νέο, κρατικοκεντρικό φιλελευθερισμό από την παράδοση του laissez-faire, την οποία απέρριπτε ως θεολογία. Σχετικά με τη διαδρομή του φιλελευθερισμού, βλέπε τα άρθρα των Mirowski και Plehwe (2009).

[3]. Ο Σμιτ ήταν σύνηθες σημείο αναφοράς για τις ορντο-φιλελεύθερες κριτικές της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Βλέπε, μεταξύ άλλων, Haselbach (1991), Cristi (1998), Tribe (1995) και Streek (2015). Βλέπε επίσης Bonefeld (2012). O Χάγιεκ (1944) σωστά καταγγέλλει τον Σμιτ ως τον νομικό φιλόσοφο του γερμανικού ναζισμού, για να καταλήξει όμως να επιδοκιμάζει την κριτική που άσκησε στη δημοκρατία της Βαϊμάρης ως την «πιο περισπούδαστη και οξυδερκή» (Χάγιεκ, 1960: 485). Σε σχέση με αυτό, βλέπε επίσης Bonefeld (2006a).

[4]. Σύμφωνα με τον Μαρξ, το κράτος είναι η πολιτική μορφή της κοινωνίας «θεωρημένο σε σχέση με τον εαυτό του» (Μαρξ, 1989: 72). Ως η «οργανωμένη βία της κοινωνίας» (Μαρξ, 2002: 776), συγκεντρώνει τον πολιτικό χαρακτήρα της αστικής κοινωνίας και με αυτό τον τρόπο αποπολιτικοποιεί τις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ αγοραστών εργασιακής δύναμης και παραγωγών υπεραξίας στη βάση του νόμου και της τάξης.

[5]. Για τη μαχητική δημοκρατία, τον αντι-κομμουνισμό, τους πεμπτοφαλαγγίτες και τα αφανή ανατρεπτικά στοιχεία βλέπε Agnoli (1990) και Müller (2012). Βλέπε επίσης Bonefeld (1992). Ο μακαρθισμός είναι φτιαγμένος από την ίδια στόφα.

[6]. Για τον θατσερισμό ως ένα πρόγραμμα ελεύθερης οικονομίας και ισχυρού κράτους βλέπε Gamble (1988) και Bonefeld (1993).

[7]. Αυτή η άποψη δεν είναι πρωτότυπη. Μεταξύ άλλων, είναι κεντρική στον Τοκβίλ (Tocqueville) όταν προειδοποιεί για την απειλή που εκφράζει η μαζική δημοκρατία στο φιλελεύθερο κράτος δικαίου (Agnoli, 2000). Βλέπε επίσης το επιχείρημα της Λούξεμπουργκ ότι στην καπιταλιστική κοινωνία «οι θεσμοί αντιπροσώπευσης, δημοκρατικοί στη μορφή, στο περιεχόμενό τους είναι όργανο των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Αυτό αποκαλύπτεται με απτό τρόπο στο γεγονός ότι μόλις η δημοκρατία δείξει μια τάση άρνησης του ταξικού της χαρακτήρα και αρχίσει να μετασχηματίζεται σε όργανο των πραγματικών συμφερόντων του πληθυσμού, οι δημοκρατικές μορφές θυσιάζονται από την αστική τάξη και τους κρατικούς της εκπροσώπους» [Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση, δική μας η μετάφραση]

[8]. Η διάκριση μεταξύ ορντο-φιλελευθερισμού, νεοφιλελευθερισμού και αυταρχικού φιλελευθερισμού είναι ρευστή. Ορθά ο Φουκώ (2012) θεωρεί ότι ο ορντο-φιλελευθερισμός είναι η αρχική διατύπωση του νεοφιλελευθερισμού. Είναι η πρώτη ισχυρή φιλελεύθερη απάντηση της αγοράς απέναντι στην κολεκτιβιστική πρόκληση. Έθεσε το ερώτημα: Τι πρέπει να γίνει για να διασφαλιστεί και να διατηρηθεί η τάξη της ελευθερίας της αγοράς; Τι είναι αναγκαίο; Στην πραγματικότητα, υπάρχει μόνο διαφορά στο πού δίνεται η έμφαση καθώς και ένας καταμερισμός της ακαδημαϊκής εργασίας. Για μια κριτική θεωρία του καπιταλιστικού κράτους ως θεμελιωδώς φιλελεύθερου κράτους (της αγοράς), βλέπε Bonefeld (2014: κεφ. 8).

[9]. Η γη και η θάλασσα είναι μια αναφορά στην παγκόσμια ιστορία ως αγώνα μεταξύ των χερσαίων και των θαλάσσιων δυνάμεων (βλ. Σμιτ, 2015). Η αγγλική εθνικιστική ελίτ διατηρεί την ψευδαίσθηση της χαμένης από καιρό Βρετανικής Αυτοκρατορίας ως μιας θαλάσσιας κοινοπολιτείας ιδιωτικού πλουτισμού. Αυτή η ψευδαίσθηση διαμορφώνει τον δημαγωγικό της λόγο περί της ελευθερίας των Βρετανών. Η ανήμπορη οργή χαρακτηρίζει την εξέγερση των φτωχών ενάντια στην ΕΕ. Δεν είχαν τίποτα να χάσουν και κέρδισαν την υπόσχεση για ακόμα μεγαλύτερα δεινά.

[10].  Η «υπερφόρτωση» και η «ανικανότητα διακυβέρνησης» συναντώνται στη νεοφιλελεύθερη κριτική του Κεϋνσιανού κοινωνικού κράτους τη δεκαετία του 1970.

[11]. Χρησιμοποιώ για λόγους συντομίας τη διατύπωση «εξαρτημένοι πωλητές εργασιακής δύναμης», διότι η πρόσβαση των ελεύθερων εργατών στα μέσα συντήρησης εξαρτάται από την πώληση της εργασιακής τους δύναμης.

[12]. Βλέπε επίσης Βέμπερ (1987) για μια περιγραφή αυτού του μετασχηματισμού και των συνεπειών του στη διακυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του κομματικού συστήματος, στην ηθική και τη νομιμοποίηση της διακυβέρνησης, στη λογική της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και στη διοίκηση.

[13]. Η κριτική του Σμιτ στρεφόταν κατά της νομικής θεωρίας του Kelsen, στην οποία υποστηριζόταν ότι οι νόμοι που θεσπίζονται από κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες σύμφωνα με τις καθιερωμένες συνταγματικές διαδικασίες είναι νόμιμοι και θεμιτοί ανεξάρτητα από το ειδικό περιεχόμενο του νόμου και των κανονιστικών του αξιών. Ο Σμιτ απέρριπτε αυτή τη θέση ως καθαρό σχετικισμό και ισχυριζόταν ότι η νομιμότητα του κοινού δικαίου δεν είναι νομικό ζήτημα αλλά, μάλλον, ζήτημα οριστικών αποφάσεων εξωδικαιικής αξίας και ως εκ τούτου ο πραγματικός κυρίαρχος δεν είναι το κράτος δικαίου. Αντίθετα, ο αληθινός κυρίαρχος είναι η ενσάρκωση του νόμιμου Δικαίου (Recht). Το τελευταίο έργο του Χάγιεκ για τη φιλοσοφία του δικαίου χαρακτηρίζεται από τη διάκριση που κάνει ο Σμιτ μεταξύ του φιλελεύθερου κράτους δικαίου και του δημοκρατικού κράτους δικαίου, υποστηρίζοντας ότι το ένα ανοίγει τον δρόμο προς την ελευθερία και το άλλο προς την τυραννία (βλ. Χάγιεκ, 1979).

[14]. Ο Ernst Forsthoff ήταν μαθητής του Σμιτ. Κατά τη διάρκεια του ναζισμού διετέλεσε καθηγητής σε διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Μετά την απελευθέρωση από τον ναζισμό, απολύθηκε από το πανεπιστήμιο κατόπιν εντολής της αμερικανικής στρατιωτικής κυβέρνησης. Συνέχισε τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης το 1952. Ο Forsthoff ήταν ο βασικός συγγραφέας του Συντάγματος της Κύπρου και διετέλεσε Πρόεδρος του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Κύπρου από το 1960 ως το 1963.

[15]. Η έννοια «δημοψηφισματική δημοκρατία» προέρχεται από τον Βέμπερ (1987). Τη συνέλαβε ως ένα μέσο διατήρησης της ελευθερίας στη μαζική δημοκρατία.

[16]. Η ορντο-φιλελεύθερη αντίληψη ότι η εξέγερση των μαζών πρέπει να αντιμετωπιστεί από την εξέγερση της ελίτ δεν έρχεται σε αντίθεση με τις φιλελεύθερες αρχές. Συνηγορεί υπέρ τους.

[17]. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια της Κιρκπάτρικ (1979), οι δικτάτορες σαν τον Πινοσέτ είναι καλοπροαίρετοι. «Δεν διαταράσσουν τους συνήθεις ρυθμούς εργασίας και ανάπαυσης, τους συνήθεις τόπους διαμονής και τα συνήθη πρότυπα των οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων. Επειδή τα βάσανα της παραδοσιακής ζωής είναι οικεία, γίνονται ανεκτά από τους απλούς ανθρώπους οι οποίοι, μεγαλώνοντας μέσα στην κοινωνία, μαθαίνουν να ανταπεξέρχονται».

[18]. Αυτό το σημείο προέρχεται από την κριτική της Χάνα Άρεντ στον ολοκληρωτισμό.

[19]. Σχετικά με αυτά τα ζητήματα, βλέπε την εύστοχη ανάλυση του Biebricher (2015). Βλέπε επίσης τον Radice (2014) σχετικά με τον καθορισμό ανώτατων ορίων χρέους ως μια κατεξοχήν πολιτική απόφαση.

[20]. Ο Burnham (2001) έχει αναλύσει αυτές τις εξελίξεις που αντιστοιχούν σε μια αποπολιτικοποίηση της χάραξης πολιτικής. Η αποπολιτικοποίηση της χάραξης πολιτικής είναι σαφώς
πολιτική πράξη.

[21]. Το παράθεμα προέρχεται από άρθρο του Eucken (1932: 308).

[22]. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, οι κριτικές της παγκοσμιοποίησης που περιστρέφονταν γύρω από το κράτος συνέβαλαν στην επανεμφάνιση των εθνικιστικών οπτικών ως υποτιθέμενα προοδευτικών. Βλ. Bonefeld (2006b).

Πηγή: Το Διαλυτικό

Αφιέρωμα: 3 Κείμενα ενάντια στους εθνικούς μύθους

Εντός του εθνικού παροξυσμού των ημερών για την συμπλήρωση 200 χρόνων από την Ελληνική επανάσταση επιλέξαμε να συγκεντρώσουμε και να αναδημοσιευσουμε 3 κείμενα αφιερωμένα στο ξεμπρόστιασμα και την κριτική εθνικών αφηγήσεων και μυθευμάτων.

Ο πόλεμος ενάντια στο υπάρχον διερχόταν και θα συνεχίσει να διέρχεται μέσα από την επίθεση στα φαντάσματα του αστικού κόσμου όπως το έθνος και η φυλή.

*

1821: Η Δημοκρατική Επανάσταση που δεν έγινε ποτέ

Φέτος κλείνουν 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 και η αστική τάξη αναζητά έναν τρόπο να σηκώσει το συναίσθημα εθνικής ενότητας. Μπορεί οι ρεφορμιστικές δυνάμεις να δίνουν τα ρέστα στη στήριξη της κυβέρνησης της ΝΔ ενάντια στον «αόρατο εχθρό του κορονοϊού» προσπαθώντας να αναστείλουν εδώ και ένα χρόνο τις μαζικές, λαϊκές κινητοποιήσεις, όμως είναι τέτοια η σφοδρότητα της αστικής αντεπανάστασης σε κάθε λαϊκή κατάκτηση των τελευταίων 45 χρόνων, που χρειάζεται ξανά ένα νέο «εθνικό όραμα» για να συσπειρωθεί η κοινωνική πλειοψηφία. Οι θεωρίες του «ανάδελφου έθνους» που βάλλεται από εξωτερικούς ή εσωτερικούς, ορατούς και αόρατους εχθρούς, είναι απαραίτητες για να αποδεχτούν οι πληβείες τάξεις την παραπέρα εξαθλίωσή τους. Η περιγραφή μιας ενιαίας πορείας του έθνους που προοδεύει κόντρα σε θεούς και δαίμονες, η αφήγηση της «ψωροκώσταινας» που επιβιώνει με σοφία σε μια μικρή λωρίδα γης με πολλαπλούς εχθρούς και τα προαιώνια «δίκαια» που «κακές δυνάμεις» του πλανήτη δεν αφήνουν να εκπληρωθούν, αποτελεί ένα συνεκτικό κρίκο που συσπειρώνει το αστικό μπλοκ. Είναι όμως έτσι; Υπάρχει κάτι να υπερασπίσουμε από την πολιτική ιστορία του ελληνικού αστισμού; Ας δοκιμάσουμε να δούμε κάποια ζητήματα.

Αστική δημοκρατία και καπιταλισμός: Μια σχέση περιστασιακή

Πολλές φορές γίνεται σύγχυση του πολιτεύματος και των ελευθεριών με την αλλαγή των οικονομικών σχέσεων και την τεχνολογική εξέλιξη που φέρνουν αυτές. Κι αυτό συμβαίνει γιατί η αστική δημοκρατία έχει σαν προϋπόθεση την ύπαρξη των καπιταλιστικών σχέσεων αλλά το αντίστροφο δεν είναι απαραίτητο!

Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και καθορίζει κάθε περίοδο τους όρους συμβίωσης. Η προσπάθεια βελτίωσης των όρων αυτών για τις πληβείες τάξεις συγκροτεί τα διάφορα ανθρωπιστικά και δημοκρατικά κινήματα. Η μαρξιστική σχολή ανέδειξε με επιστημονικό τρόπο πως οι αλλαγές στο επίπεδο διαβίωσης δεν εξαρτώνται από ιδεολογικές – ηθικές σχέσεις αλλά από το οικονομικό επίπεδο που επιτρέπει την απελευθέρωση του συνόλου της ανθρωπότητας από την ανέχεια και την εξαθλίωση. Η ύπαρξη, λοιπόν, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του homo economicus, επιτρέπει όχι μόνο να εκτιναχτεί η παγκόσμια παραγωγική ικανότητα αλλά και να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις συλλογικής συνύπαρξης της κοινωνίας.

Η αστική δημοκρατία από την άλλη, δεν είναι μια «παραχώρηση του ηγεμόνα» αλλά προκύπτει ως ανάγκη από την καπιταλιστική οικονομική οργάνωση. Ο συλλογικός εργάτης χρειάζεται να μορφώνεται για να είναι πιο επιδέξιος, χρειάζεται να γιατρεύεται για να επιστρέφει παραγωγικός στη δουλειά του και από την άλλη δημιουργεί δεσμούς κοινωνικούς και πολιτικούς στην πόλη, στη δουλειά, στο σχολείο. Ο αστισμός, λοιπόν, έχει ανάγκη την κοινωνική ειρήνη και την ταξική συνθηκολόγηση για να λειτουργεί εύρυθμα η οικονομία. Η ύπαρξη δημοκρατικών ελευθεριών υπάρχει ως κομμάτι της ταξικής πάλης των πληβείων τάξεων και γίνεται ανεκτή μόνο όσο δεν επιβαρύνει δυσανάλογα την κερδοφορία του κεφαλαίου. Αν οι αστοί μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους με την ελάχιστη διαπραγμάτευση με τις λαϊκές τάξεις επιλέγουν αυτή τη συνθήκη χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Για το αστικό μπλοκ η δημοκρατία είναι δαπάνη πολυτελείας και πραγματοποιείται μόνο σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης.

Για να δούμε, λοιπόν, τη σχέση του ελληνικού αστικού κινήματος του 1821 με τη δημοκρατία.

Η σχέση της ελληνικής επανάστασης του 1821 με το Διαφωτισμό

Στον ελλαδικό χώρο υπάρχει μια περίεργη σχέση με την έννοια «δημοκρατία». Το βαρύ ιστορικό παρελθόν του ελλαδικού χώρου την περίοδο της αρχαιότητας δημιουργεί μια τεράστια αίγλη αλλά και προσδοκία στη σύγχρονη πολιτική σκηνή. Παρ` όλα αυτά τα τελευταία διακόσια χρόνια εκπέμπονται εντελώς αντιθετικά σήματα που δημιουργούν συγχύσεις. Από τη μία οι αναφορές στην αρχαιοελληνική δημοκρατία αλλά και στο γεγονός πως πραγματοποιήθηκε μια από τις πρώτες αστικές επαναστάσεις στον πλανήτη, καθιστούν την Ελλάδα κάτι σαν κοιτίδα της Δημοκρατίας. Τυπικά, ο κοινοβουλευτισμός φτάνει τα 190 χρόνια αλλά ο σφικτός εναγκαλισμός του με το στρατό και την εκκλησία και η ύπαρξη βασιλιά για 150 χρόνια δημιουργούν τουλάχιστον προβληματισμό για το επίπεδο των δημοκρατικών θεσμών. Όμως ας μην είμαστε προκατειλημμένοι και άδικοι με την ιστορία.Η Επανάσταση του 1821 ήταν από τις πρώιμες αστικές επαναστάσεις. Μετά τις ΗΠΑ και τη Γαλλία (ή και κάποιες μικρές σαν της Αϊτής) η εξέγερση που ξεκίνησε στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γέννησε παγκόσμιες ελπίδες για το δημοκρατικό κίνημα.

Κείμενα γράφονται σε κάθε μεριά του πλανήτη που εξυμνούν τη φλόγα της επανάστασης, μεμονωμένοι αγωνιστές έρχονται να πολεμήσουν στο πλευρό των αντάρτικων δυνάμεων. Στα σπαθιά των επαναστατών έβλεπαν τη νίκη της Λογικής και τη Δημοκρατία να νικάει στο γεωγραφικό χώρο που εμφανίστηκε πρώτη φορά ως ιδέα. Αυτή δεν ήταν μια αυθαίρετη προβολή, μια φαντασίωση.

Ο ελληνικός αστισμός μεγαλουργούσε σε κάθε πόλη της Ευρώπης. Από τη Βιέννη και το Άμστερνταμ, το Βουκουρέστι και το Παρίσι, τον Εύξεινο Πόντο και τις Ιταλικές πόλεις, η ανερχόμενη αστική τάξη ήταν παρούσα. Το ανερχόμενο εφοπλιστικό κεφάλαιο και η σχέση του με το παγκόσμιο εμπόριο έφερνε τους έλληνες αστούς στο κέντρο της παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τα παλιά απολυταρχικά καθεστώτα «έπνιγαν» τις δυνατότητες επέκτασης του κεφαλαίου. Η ανάγκη να υπάρχει μια σημαντική οικονομική – πολιτική αλλαγή έκαιγε τα μυαλά των αστών. Έχοντας δικτυωθεί στα μεγάλα εμπορευματικά κέντρα αλλά και στις πολιτικές λέσχες της τάξης του, ο ελληνικός αστισμός έρχεται σε επαφή με τις επαναστατικές θεωρίες του Διαφωτισμού αλλά και με τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 18ου αιώνα σε ΗΠΑ και Γαλλία που άλλαξαν το ρου της ιστορίας.

Η ελληνική διανόηση γρήγορα στρατεύεται σε αυτή την κατεύθυνση. Από τον Αδαμάντιο Κοραή ως τον Ρήγα Βελεστινλή και τον Δημήτριο Υψηλάντη, δημιουργείται το πρώτο πολιτικό ρεύμα που ανοίγει το δρόμο για την δημοκρατία στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στο «Θούριο» του Ρήγα Βελεστινλή περιγράφεται μια ομοσπονδία φυλών και εθνοτήτων στο χώρο των Βαλκανίων που αποτινάσσουν το ζυγό του Σουλτάνου. Όταν ο Ρήγας αναφέρεται σε «ελληνική» ομοσπονδία αυτή έχει την έννοια της Γαλλικής Επανάστασης του πολίτη. Ο «έλληνας» είναι ο πολίτης αυτής της ομοσπονδίας που κατοικεί σε αυτή και όχι η συγγένεια αίματος που κατοχυρώθηκε στην ελληνική ιστορική περιγραφή. Συλλαμβάνεται στην Τεργέστη και εκτελείται το 1798 στη Βιέννη μέσα στο κλίμα αντεπανάστασης που υπάρχει στην Ευρώπη.

Αυτές οι ιδέες δεν ήταν ένα αφηρημένο σχέδιο των ελλήνων της Κεντρικής Ευρώπης. Δεν ήταν ιδεοληψίες χωρίς ιστορική και κοινωνική βάση. Μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η ναυτιλία και η κρατική διοίκηση ήταν σε «ελληνικά» χέρια. Παράλληλα το κοινοτικό σύστημα στα χωριά δημιουργούσε χώρο συλλογικής συνύπαρξης και δυνατότητα εξάπλωσης των ιδεών της αστικής αναδιοργάνωσης της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Αυτή η φλόγα ήταν που άναψε φωτιές σε όλη την Ευρώπη, αλλά για λίγο!

1821: Η Δημοκρατία μας τελειώνει πολύ γρήγορα

Η Φιλική Εταιρεία και ο Υψηλάντης ήταν η πρώτη προσπάθεια υλοποίησης της αστικής, δημοκρατικής επανάστασης.

Λειτουργούσε στο χώρο της Ρωσίας – Ρουμανίας μετά το 1814 εκμεταλλευόμενη την αντίθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πολλοί ιστορικοί στέκονται στον τρόπο οργάνωσης της εξέγερσης. Η ίδρυση ενός τακτικού στρατού που απελευθερώνει εδάφη, πράγματι, φαίνεται πιο αναποτελεσματική από το αντάρτικο που στήθηκε στον ελλαδικό χώρο. Στην πραγματικότητα, όμως, το πρόβλημα ήταν καθαρά πολιτικό.

Από τα πρώτα βήματά της η Ελληνική Επανάσταση αντιμετώπισε ένα συντεταγμένο συντηρητικό ρεύμα. Όπως είδαμε προηγουμένως, η αστική τάξη είχε αγαστή σχέση με το καθεστώς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γι` αυτό και τη διαδικασία της εξέγερσης την αντιμετωπίζει με διστακτικότητα. Γενικά, περισσότερο βλέπει μια αναβάθμιση της θέσης κι ένα παζάρι με την Πύλη για περισσότερα κέρδη παρά μια τυχοδιωκτική αποσταθεροποίηση του καθεστώτος που θα δημιουργούσε προβλήματα στην οικονομία.

Παράλληλα στο εξωτερικό έχει επικρατήσει ο Βοναπαρτίστικος συμβιβασμός της Γαλλικής επανάστασης και έχει συνταχτεί η Ιερή Συμμαχία των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης ενάντια στα επαναστατικά ρεύματα. Η ελληνική επανάσταση στην αρχή θα στιγματιστεί από τις καθεστωτικές δυνάμεις ως «καρμπονάρικη1». Τρομαχτικές πιέσεις δημιουργούνται στους επαναστάτες ώστε να απορρίψουν τα κοινωνικά διακυβεύματά τους. Ο Βλαντιμιρέσκου στη Ρουμανία είναι κεντρικός πολιτικός και στρατιωτικός σύμμαχος με τη Φιλική Εταιρεία αλλά προτάσσει την ανατροπή της δουλοπαροικίας. Ο Υψηλάντης μέσα από πιέσεις τον παραδίδει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία τον εκτελεί τον Μάη του 1821.

Αργά αλλά σταθερά εξαφανίζεται η κοινωνική χροιά της Επανάστασης και αναδεικνύεται μονομερώς η εθνική πλευρά της. Η «Άλωση της Τριπολιτσάς2» δημιουργεί ένα παγκόσμιο σοκ για την αγριότητα που επεφύλαξαν οι επαναστατημένοι έλληνες σε κάθε αλλοεθνή που δεν εγκατέλειψε έγκαιρα την πόλη.

Η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822 σφραγίζει το τέλος του δημοκρατικού χαρακτήρα της ελληνικής επανάστασης. Η φιλική Εταιρεία παύει να υπάρχει στο πολιτικό σκηνικό και κυριαρχούν οι κοτζαμπάσηδες3. Φυσικά δεν υπάρχει καμιά συζήτηση για αναδιανομή της γης στους φτωχούς αγρότες, ενώ κατοχυρώνεται η οργανική σχέση του νέου κράτους με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το ελληνικό 1848: μια ύστατη προσπάθεια για τη Δημοκρατία

Οι πολλαπλές ήττες σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο έφτασαν στο παρά πέντε να συντριφτεί η ελληνική επανάσταση. Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου και η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων εμπόδισε την καταστροφή. Μέσα από τη συνθηκολόγηση παράχτηκε ένα πολιτικό προσωπικό που τέλειωσε στη γέννησή τους όποια ερωτηματικά για κοινωνικές – δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

Προφανώς και δημιουργήθηκε μια κρατική διοίκηση και μια κοινοβουλευτική διαδικασία όπου, μάλιστα, κατοχυρώθηκε η καθολική συμμετοχή όλων των (αντρών) πολιτών. Δίνεται έμφαση στην καταπολέμηση της πειρατείας και του τοπικιστικού ανταγωνισμού προωθώντας την ιδέα του ενιαίου κράτους. Όμως αυτό γινόταν μέσα από τις θεσμικές εγγυήσεις του Ηγεμόνα δηλ του Βασιλιά, εγκαθιδρύοντας τη Βασιλευόμενη Δημοκρατία με 1ο Βασιλιά τον Όθωνα. Ο στρατός είναι επί της ουσίας μισθοφορικός αποφεύγοντας επικίνδυνες πολιτικές σαν τη συγκρότηση «εθνικού στρατού». Παράλληλα δεν αγγίζεται καμιά εκκλησιαστική περιουσία και δεν προχωρά καμιά οικονομική μεταρρύθμιση.

Όμως ακόμα υπάρχουν τα περιθώρια «προοδευτικότητας» της αστικής δημοκρατίας ως όραμα. Από τα μέσα του 19ου αιώνα ξεκινά ένας νέος παγκόσμιος γύρος αστικών επαναστάσεων που θα βάλει οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τις φεουδαρχικές σχέσεις. Σε αυτό το κλίμα εκδηλώνεται η Επανάσταση της 3ης Σεπτέμβρη όπου δημοκρατικά στοιχεία σαν τον Μακρυγιάννη και τον Καλλέργη με κομμάτια του στρατού ξαναφέρουν την έννοια της σύνταξης Δημοκρατικού Συντάγματος κόντρα στη Βασιλεία. Ένας νέος συμβιβασμός φέρνει τη Συνταγματική Μοναρχία σε μια προσπάθεια δημοκρατικού ελέγχου του Βασιλιά.

Για δεκαπέντε χρόνια δίνονται σημαντικές πολιτικές μάχες για αυτά τα ζητήματα με αποκορύφωμα τα «Σκιαδικά4» γεγονότα του 1859. Οι συγκρούσεις φοιτητών – μαθητών για την υποστήριξη του πανεπιστημιακού ασύλου, οδήγησε σε μαζικές συγκρούσεις με την αστυνομία και την άρνηση του βασιλιά να δεχτεί αντιπροσωπεία. Τρία χρόνια μετά εκδιώκεται αλλά ποτέ δεν εφαρμόζεται η Αβασίλευτη Δημοκρατία. Αντίθετα ξεκινά η περίοδος των Γλύξμπουργκ με τον Γεώργιο των Α` που τελειώνει 110 χρόνια αργότερα, το 1974.

Από εδώ και πέρα το παιχνίδι για την αστική τάξη έχει χαθεί. Οριστικά εγκαταλείπεται κάθε προοδευτική μεταρρύθμιση. Στο δημοψήφισμα του 1863 η «Αβασίλευτη Δημοκρατία» παίρνει 93 ψήφους, την ώρα που όλες οι πολιτικές δυνάμεις ρίχνουν 240.000 ψήφους στη Βασιλευόμενη.

Πλέον το ελληνικό κράτος έχει χάσει κάθε ελπίδα δημοκρατικής μεταρρύθμισης από την αστική πλευρά κι αυτό φαίνεται με κραυγαλέο τρόπο στα εθνικά θέματα.

Από την απελευθέρωση στη Μεγάλη Ιδέα

Προφανώς και κάθε επανάσταση αναζητεί την εδαφικοποίησής της. Όμως μέσα στο 19ο αιώνα η Ελληνική Επανάσταση δημιουργεί ένα κράτος όχι ως χώρο απελευθέρωσης των σκλαβωμένων αλλά κέντρο εξόρμησης των καπιταλιστών.

Η πλήρης εγκατάλειψη των κοινωνικών αιτημάτων και ο περιορισμός στο «εθνικό πρόταγμα» καθιστούσε προβληματική από την αρχή την όποια συζήτηση. Προφανώς σε ένα πρώτο στάδιο η επέκταση στη Θεσσαλία απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία φαίνεται σα μια προοδευτική εξέλιξη. Η σταδιακή, όμως, ενσωμάτωση αυτόνομων περιοχών όπως των Ιονίων Νήσων και της Κρήτης αρχίζει να θολώνει τους λόγους σκοπιμότητας.

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έχουν αρχίσει να εμφανίζονται πολλά νέα αστικά κράτη από τις ενοποιήσεις της Ιταλίας και Γερμανίας ως τις βαλκανικές χώρες. Το ελληνικό κράτος έχει πάψει να εμπνέει τα επαναστατικά κινήματα και οι λαοί δεν βλέπουν ένα όραμα για μια Πολιτεία ισότιμων πολιτών αλλά έναν κρατικό μηχανισμό υποστήριξης του ελληνικού κεφαλαίου.

Η Μεγάλη Ιδέα ξεκινά σε αυτή την περίοδο και συμπυκνώνει τις ιμπεριαλιστικές ελπίδες του ελληνικού κεφαλαίου να αντικαταστήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε «δύο ηπείρους και πέντε θάλασσες» και να αναρριχηθεί σαν κεντρικός παίχτης στην παγκόσμια σκακιέρα.

Αυτή η εθνική στρατηγική έχει ξεχωριστή θέση στη «Μαύρη Βίβλο» του ελληνικού καπιταλισμού και θα ασχοληθούμε εκτενέστερα σε επόμενο μέρος του αφιερώματος.

Γιατί το ελληνικό αστικό μπλοκ ήταν και είναι τόσο αντιδραστικό;

Η Δημοκρατία για τους έλληνες καπιταλιστές είναι μια «σπατάλη» και μάλιστα επικίνδυνη! Και αυτό κληρονομήθηκε από το 19ο αιώνα.Αν σε ένα πρώιμο στάδιο η «διεθνοποίηση» των καπιταλιστών τους έφερε πιο κοντά στις ιδέες του Διαφωτισμού, η δικτύωση τους με τις υπάρχουσες Μοναρχίες τους εξωθούσε στη διατήρηση αυτών των μηχανισμών. Ο έλληνας αστός δεν ήθελε το ξήλωμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ή της Αυστροουγγαρίας, γιατί έκανε μια χαρά δουλειές. Αυτό που επιζητούσε ήταν ένας αναβαθμισμένος οικονομικά ρόλος κι όχι τη διάλυση του πολιτικού συστήματος.

Το χτίσιμο του ελληνικού κράτους χρειαζόταν όχι σαν ορμητήριο καρμπονάρικης αποσταθεροποίησης αλλά σαν εγγυητής και διαπραγματευτής του ελληνικού αστισμού. Μάλιστα, σύντομα έγινε υμνητής της αντεπανάστασης! Κάθε αστική επανάσταση σε μια χώρα έφερνε το ξήλωμα της ελληνικής παροικίας! Η ιταλική ενοποίηση έδιωξε τους έλληνες εμπόρους και η πτώση των αυτοκρατοριών στην Αυστροουγαρία και Ρωσία μετέτρεψε τους έλληνες σε εμιγκρέδες. Πλέον το ελληνικό κράτος έγινε ο χωροφύλακας της τάξης για την παγκόσμια αντίδραση, τρομοκρατώντας τα αστικά επαναστατικά κινήματα από τη Σερβία ως το κίνημα των Νεότουρκων και την Άγκυρα.

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας στις αρχές του 20ου αιώνα αφήνει μια αίσθηση ανεκπλήρωτου πόιθου που διαπερνά τον ελληνικό αστισμό μέχρι σήμερα. Οι έλληνες καπιταλιστές πάντα έβλεπαν τον εαυτό τους σαν ένα παγκόσμιο συστημικό πυλώνα και αυτή η εθνική «ταπείνωση» αποτελεί καύσιμο που συντηρεί τον μιλιταριστικό, επεκτατικό εθνικισμό του σκληρού πυρήνα του αστισμού αναπαράγοντας τις πιο συντηρητικές αντιλήψεις του Κράτους.

Η δόμηση του ελληνικού κράτους στηρίχτηκε σε κάθε αντιδραστικό κοινωνικό μπλοκ. Ο στρατός και η εκκλησία αποτελούν κορυφαίο παράγοντα για το σύστημα. Έτσι κι αλλιώς μόλις το 1975 άρχισε να χτίζεται ένα πολίτευμα χωρίς εγγυήσεις στρατού ή βασιλιά. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις γίνονται με το σταγονόμετρο. Για την κατοχύρωση της αγροτικής ιδιοκτησίας στον μικρό ακτήμονα έπρεπε να μπει για τα καλά ο 20ος αιώνας. Αλλά και σε επίπεδο πολιτισμό διατηρήθηκαν τρομαχτικές αντιδραστικές αγκυλώσεις. Μέχρι το 1975 το ελληνικό κράτος ήταν «δίγλωσσο» μιας και υπήρχαν δύο γλώσσες με ταξικό προσδιορισμό: η επίσημη κρατική και των «αρίστων» των πανεπιστημίων ήταν η αρχαΐζουσα – καθαρεύουσα και για την καθημερινότητα των πληβείων τάξεων και της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης η δημοτική.

Αυτή η συντηρητική, αντιδραστική τοποθέτηση του αστισμού έφερε και σύγχυση στο εργατικό, σοσιαλιστικό κίνημα. Για δεκαετίες μεγάλα τμήματα της αριστεράς έβλεπαν την ανάγκη ενός «σταδίου» που θα γινόταν αστική δημοκρατική επανάσταση για να υλοποιηθούν τα «άλυτα, καθυστερημένα αστικά καθήκοντα». Μέσα από αυτή την οπτική πρότασσαν συμμαχίες με δημοκράτες αστούς, αναβάλλοντας τα αντικαπιταλιστικά καθήκοντα.

Όμως ούτε τότε, ούτε και τώρα χρειαζόμαστε «δημοκράτες, αστούς δεξιούς» να συγκυβερνήσουμε. Έχει δείξει ο καπιταλισμός πως δεν μπορεί να προσφέρει παραπάνω δημοκρατία και ανθρωπισμό από αυτά των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των οικονομικών κρίσεων που ξαναφέρνουν εξαθλίωση.

Η ελληνική αστική τάξη, ιδιαίτερα, θα έχει μια ξεχωριστή καταγραφή στην αθλιότητα του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Σημειώσεις

1. Οι Καρμπονάροι σημάδεψαν μια ολόκληρη επαναστατική εποχή και μέλη τους πήραν μέρος σε σημαντικότατα γεγονότα, όπως την ιταλική επανένωση (το λεγόμενο Ριζορτζιμέντο), την επανάσταση του 1820 στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων.

2. Δεν είναι τυχαίο που κατοχυρώθηκε ιστορικά ως «άλωση» κι όχι «απελευθέρωση». Ήταν τόσο μεγάλη και αποτρόπαια η σφαγή που δεν μπορούσε να καλυφθεί με κανένα τρόπο. Δείχνει και την αναλγησία των καθεστωτικών ιστορικών που ένιωσαν περήφανοι με αυτή την περιγραφή.

3. Επικεφαλής σε επίπεδο επαρχίας των ελληνικών χριστιανικών κοινοτήτων, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

4. Σκιάδια: ψάθινα καπέλα. Φοιτητές φορούσαν αυτά ως πολιτική πράξη.

Άρθρο από το 34ο τεύχος Αντιφασιστική Φρουρά, Αλέξανδρος Γανδής

Πηγή: Athens Indymedia

*

200 χρόνια χωρίς επανάσταση

Την Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021 το ελληνικό κράτος εορτάζει επίσημα τα 200 χρόνια από την έναρξη της αποκαλούμενης Ελληνικής Επανάστασης. Αυτή η επέτειος είναι ένα γνωστό ψεύδος, καθώς δεν ξεκίνησε η επανάσταση την 25η Μαρτίου 1821. Η μοναρχία του Όθωνα καθιέρωσε την επετειακή ημερομηνία για ρητούς λόγους θρησκευτικού συμβολισμού. Το συναφές διάγγελμα είναι σαφές:

«Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος δια την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ». (Εν Αθήναις την 15 Μαρτίου 1838, Όθων)

Στον ελλαδικό χώρο η επανάσταση δεν άρχισε ούτε στην Αγία Λαύρα, ούτε την 25η Μαρτίου. Ξέσπασε την 21η Μαρτίου με την επίθεση στα Καλάβρυτα. Όπως παρατηρούν οι συγγραφείς της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους: «Ούτε στις 25 Μαρτίου αλλά ούτε και στις 21, που έγινε η πρώτη πολεμική επιχείρηση, βρισκόταν κανείς στην Άγια Λαύρα».

Λείπει ακόμη μια πραγματική κοινωνικο-ιστορική μελέτη της σημασίας του Εικοσιένα. Η σημασία αυτή παραμένει εξάλλου, ένα διαρκές διακύβευμα. Θα έπρεπε να μετασχηματίζεται αναλόγως με τους κοινωνικο-ιστορικούς μετασχηματισμούς της νεοελληνικής κοινωνίας. Αντιθέτως, το ελληνικό κράτος, έχει επιβάλλει, εξ ιδρύσεώς του, έναν απολιθωμένο ιδρυτικό μύθο παλικαριών που πίνουν κρασί και μονιασμένα χορεύουν με τα καριοφίλια στα χέρια. Το 1821 παραμένει το πιο άγνωστο ιστορικό γεγονός και ο πιο  επιφανειακός ιδρυτικός μύθος για τους νεοέλληνες.

Δεν μπορούμε βέβαια εδώ να προχωρήσουμε σε μια εις βάθος ανάλυση. Απλώς, για χάρη της συζήτησης και της επετείου, θα αναφέρουμε κάποια σκόρπια στοιχεία.

Ο Δημήτρης Φωτιάδης κάνει λόγο για «δύο Εικοσιένα»: «Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων».

Από κοντά, ο Γιάννης Σκαρίμπας φωνάζει:

«Ο κατά μόνον το γένος και το θρήσκευμα του διαφέρων είναι ένας άγιος, μπρος στον κατά μόνο το “κατεστημένο” του διαφέροντα. – Οι Τούρκοι δεν ήταν οι χειρότεροι. Ο ελληνικός λαός δεν θα ‘κανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνο Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι ή δεν μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αυτουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’ αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν παναπεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε».[i]

Αν υπήρχαν πράγματι δύο Εικοσιένα, μπορούμε να πούμε ότι συμπλέχθηκαν και το ένα κατάπιε το άλλο. Μάλλον υπήρχαν πολλαπλά Εικοσιένα, πολλαπλές όψεις μίας επανάστασης που διαμόρφωσε μια νέα πραγματικότητα στη Βαλκανική και εν πολλοίς επέβαλλε νέα ιδεολογικά σχήματα κυριαρχίας, δηλαδή το φαντασιακό του Έθνους και της λαϊκής αντιπροσώπευσης, μετασχηματίζοντας ριζικά τις οθωμανικές διοικητικές, κοινοτικές και ταξινομητικές δομές σύμφωνα με το δυτικό πρότυπο του ορθολογιστικού κρατικού μηχανισμού. Αυτός ο μετασχηματισμός δεν υπήρξε ούτε ομόθυμος, ούτε ενιαίος, ούτε ολοκληρωμένος αλλά μάλλον δημιούργησε ένα νέο πολιτικό πεδίο συγκρούσεων, την εθνική πολιτική σκηνή, όπου ομάδες ολιγαρχικών συμφερόντων αντιμάχονται για τη διοίκηση του κράτους, άλλοτε ως παράγοντα διασφάλισης των προσβάσεων στο διεθνές κεφάλαιο, άλλοτε ως μέγιστο παράγοντα ενός παλαιού πελατειακού παιχνιδιού κοινωνικών σχέσεων, πάντοτε ως μηχανισμού καταστολής.

Η επανάσταση του λαού, οι λαϊκές εξεγέρσεις και τα κινήματα της κοινωνικής βάσης, παρότι συγκέντρωσαν το απαραίτητο κοινωνικό δυναμικό που εξαπολύθηκε ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία, δεν έλαβαν ποτέ την πρωτοβουλία του Αγώνα παρά μόνο τοπικά –όπως στην Ύδρα το 1821– και παροδικά.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνουμε στην εξέγερση των αγροτών της Άνδρου τον Απρίλιο του 1822 με επικεφαλής τον Δημήτριο Μπαλή, που στη Διακήρυξή της ανέφερε:

«Η νήσος Άνδρος είναι και αυτή δημιούργημα της φύσεως, καθώς και όλος ο κόσμος. Αλλά όταν εδημιουργήθη ο κόσμος, δεν υπήρχαν πλούσιοι και πτωχοί, μεγαλοκτήμονες και κολλίγοι. Η ανισότης, η ανέχεια, η δυστυχία, είναι δημιουργήματα όχι του Υπερτάτου Όντος, αλλά των κρατούντων. Εις την αρχαίαν Ελλάδα και εις τον άλλον κόσμον και προ ολίγων χρόνων εις την Γαλλίαν, εχύθη πολύ αίμα δια να καταργηθούν τα προνόμια των αρχόντων και η ιεραρχική διατήρησις της κοινωνίας. Διατί και ημείς κατά την παρούσαν στιγμήν να μην αποτινάξωμεν όχι μόνον τον ζυγόν των Τούρκων, αλλά και των αρχόντων; Ομιλούν διαρκώς οι τουρκοκοτζαμπάσηδες ότι έχουν δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας των και των εαυτών μας, τα οποία τάχα βγαίνουν από έγγραφα απαρασάλευτα. Αυτό δεν είναι σωστόν. […] Η ένωσις φέρει την δύναμιν και θα μας δώσει την εξουσίαν να εκτελέσωμεν την απόφασίν μας. Η κοινοκτημοσύνη δεν είναι ζορμπαλίκι, αλλά έργον δικαιοσύνης. Πρέπει να παύσωμεν να είμεθα κολλιγάδες, όπως επαύσαμεν να είμεθα ραγιάδες. Θα δουλεύωμεν εις το εξής τα φέουδα όλοι μαζί και θα απολαμβάνει τον καρπόν των η κομμούνα μας και θα γίνεται δικαία μοιρασιά της σοδειάς εις όλους τους δουλευτάδες, ανάλογα με τον κόπον και την δούλευσίν τους. Δι’ όλα αυτά θα γίνει σύναξις εις την Μεσαριάν, δια να λάβωμεν από κοινού αποφάσεις.»[ii]

Αυτή η λαϊκή εξέγερση κατεστάλη βίαια από την ελληνική “Κεντρική Διοίκηση” της επανάστασης και τον “αρμοστή των νήσων” Κ. Μεταξά τον Μάιο του 1822 μετά από αίτημα των προκρίτων του νησιού.

Άνωθεν, λοιπόν, σχεδιάστηκε και επιβλήθηκε μια διαχείριση των γεγονότων από ένα σύμπλεγμα εκπροσώπων των ανώτερων ελίτ που ζήτησαν ενεργά και ρητά την απόσχισή τους από την οθωμανική διοίκηση.

Το γεγονός ότι οι πλειοψηφίες των παραδοσιακών ελίτ συχνά αντιστάθηκαν στα επαναστατικά κελεύσματα διαμόρφωσε ενδότερες συγκρούσεις μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών. Οι παραδοσιακές ελίτ των κοτζαμπάσηδων κινητοποιούσαν ένα πλέγμα ευρύτερων εξαρτήσεων και συμφερόντων που βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε οικογενειακούς και φατριαστικούς δεσμούς, περιορισμένου βεληνεκούς, ενώ οι νεόπλουτες ελίτ των εφοπλιστών, των λογίων και των εμπόρων διαμόρφωναν πιο οικονομοκεντρικές και ταξικές συνομαδώσεις, ευρέως βεληνεκούς. Από την άλλη, οι λόγιοι και οι έμποροι είχαν διεθνή εμπειρία και ευρωκεντρική αντίληψη, ενώ οι εφοπλιστές μαζί με τους γαιοκτήμονες και κοτζαμπάσηδες στηρίζονταν στις τοπικές ρίζες και τα γενεαλογικά προνόμια.

Η επανάσταση άρχισε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στο Ιάσιο της Μολδαβίας (σημερινή Ρουμανία) την 24η Φεβρουαρίου 1821: «Η ΩΡΑ ήλθεν, ω άνδρες Έλληνες!» έγραφε η προκήρυξη που απευθυνόταν αποκλειστικά στους ελληνόφωνους, ενώ είχε εκδοθεί διαφορετική, καθησυχαστική διακήρυξη «προς το έθνος της Μολδαυϊας» με διαβεβαιώσεις για την τάξη και την ασφάλεια της περιοχής. Η διακήρυξη προς τους Έλληνες εμπεριέχει πρόταση και για την πολιτική οργάνωση της χώρας: «Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξει τους Δημογέροντάς του, και την υψίστην αυτή Βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις».

Ήδη στην διακήρυξη της επανάστασης προβάλλεται ως αιώνια αλήθεια η νεότευκτη ιδέα του εθνισμού, κατονομάζοντας τους εξεγερμένους μόνο ως Έλληνες ως εάν να υπήρχε ήδη καθορισμένο και διακριτό ελληνικό έθνος. Αλλά αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα, όπου κυριαρχούσε το θρησκευτικό και το τοπικιστικό κριτήριο. Αν υπήρχε κάποιο κριτήριο καταγωγής που λαμβανόταν υπόψιν αυτό αφορούσε αποκλειστικά την τοπικότητα και όχι κάποια «εθνική» κοινότητα. Όπως παρατήρησε ορθώς ο Κολοκοτρώνης στη Διήγησιν Συμβάντων χρόνια αργότερα: «δεν είναι παρά η επανάστασίς μας οπού εσχέτισε όλους τους Έλληνας. Ευρίσκοντο άνθρωποι οπού δεν εγνώριζαν άλλο χωριό μακριά μίαν ώραν από το εδικό τους…»

Η επανάσταση κηρύχθηκε από έναν ελληνόφωνο πρίγκηπα της Ρωσικής Αυλής, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, σε μία οθωμανική επαρχία, τη Μολδαβία, την οποία είχε στο παρελθόν διοικήσει ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Υψηλάντης, μακριά από τον ελλαδικό χώρο αλλά δίπλα στα σύνορα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα οργανωμένο σχέδιο μιας συνομωτικής ομάδας, της Φιλικής Εταιρείας, εμπνευσμένης από τις συνομωτικές αρχές του καρμποναρισμού, των μυστικών οργανώσεων της Ιταλίας. Σύμφωνα με τον Έρικ Χομπσμπάουμ οι αδελφότητες του καρμποναρισμού, που είχαν σχέσεις και με τις τεκτονικές στοές (ο Ξάνθος, εκ των τριών ιδρυτών της Φ.Ε. ήταν μύστης της Τεκτονικής Στοάς της Λευκάδας) θεωρούσαν εαυτές «προοδευτικές και χειραφετημένες ελίτ που έπρεπε να δράσουν στους κόλπους και προς όφελος μιας τεράστιας και αδρανούς μάζας αδαών και πλανημένων, οι οποίοι αναμφίβολα θα επιδοκίμαζαν την απελευθέρωση, όταν θα ερχόταν, αλλά κανείς δεν περίμενε να συμμετάσχουν ιδιαίτερα στην προετοιμασία της.»[iii]

Από τις πολλαπλές επαναστατικές ιδέες που διαδόθηκαν από τη μήτρα της Γαλλικής Επανάστασης, οι Φιλικοί προώθησαν καταρχήν την ιδέα του εθνικού αυτοκαθορισμού και διόλου την ιδέα της κοινωνικής ισότητας. Εξαρχής η Φ.Ε. απευθυνόταν μόνο «προς Έλληνας φιλοπάτριδας και τους εκλεκτούς και ανδρείους των ομογενών», αποκλείοντας ρητά τους αλλοεθνείς και τις γυναίκες. Το κυρίαρχο ιδεολόγημα ήταν η φαντασιακή σημασία του έθνους, ενώ η προετοιμασία της επανάστασης αναλήφθηκε από μέλη των καθιερωμένων ελληνόφωνων ελίτ, περιλαμβάνοντας πλούσιους εμπόρους, εφοπλιστές, προκρίτους, Φαναριώτες λόγιους και ιερωμένους. Χωρίς δηλαδή να θιγεί η κοινωνική διαστρωμάτωση των ελληνόφωνων κοινοτήτων και το προνομιακό καθεστώς της ντόπιας ολιγαρχίας.

Ωστόσο, η ιδέα της πολιτικής ισότητας φαίνεται να περνά σαν ίσκιος ίσκιος πίσω από την υπόσχεση πως οι δημογέροντες θα εκλεγούν από το «Έθνος συναθροιζόμενον». Αυτή είναι μια υπόσχεση που περιλαμβάνει εν δυνάμει ολόκληρο τον πληθυσμό που μέλλεται να ονομαστεί «Έθνος». Όμως επίσης φέρει το, απαραίτητο στο φαντασιακό του έθνους, συμπλήρωμα, δηλαδή την πολιτική αντιπροσώπευση, δηλαδή το φαντασιακό του κράτους και της διοικητικής ιεραρχίας. Το ποιος ανήκει στο έθνος έμελλε να είναι ένα ανοιχτό ερώτημα άνωθεν διεκδικούμενο, πηγή πολλών τραγωδιών για τους κατοίκους της χώρας.

Το «Έθνος» προβάλλεται ως η θεμελιώδης αρχή κυριαρχίας με φυσικά και καθορισμένα δικαιώματα που δικαιώνουν την απόφαση της απόσχισης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία – μα αυτό είναι μια εντελώς καινοφανής ιδέα. Η ίδια η Αυτοκρατορία, πολυεθνοτική και πολύγλωσση, δεν βασιζόταν στην αρχή της εθνικής κυριαρχίας αλλά στο απόλυτο της κυριαρχίας του Σουλτάνου που έχει θρησκευτική και ιστορική – ως δίκαιο της κατακτήσεως- βάση και διαμορφώνει πλέγματα βαθμιδωτών δεσμών από την απόλυτη υποταγή (πολιτική κυριαρχία) έως την απλή υποτέλεια (φορολογική κυριαρχία). Εξάλλου και στο παρελθόν και κατά τη διάρκεια της επανάστασης, πολλοί Οθωμανοί αξιωματούχοι, όπως ο επονομαζόμενος Κιουταχής, ήταν Έλληνες στη γλώσσα και την καταγωγή. Μα δεν ήταν χριστιανοί, που ήταν η πρωτεύουσα θρησκευτική διάκριση. Μετά το 1830 πολλοί ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι θα εξοριστούν λόγω της όψιμης ταύτισης της ελληνικής και της χριστιανικής ταυτότητας.

Ασφαλώς, όπως μας επιβεβαιώνουν τα ιστορικά αρχεία υπήρχαν τεράστιες λαϊκές αντιδράσεις και αντιστάσεις ενάντια στην κατεστημένη κοινωνική ανισότητα και τα εμφωλευμένα κοινά συμφέροντα κοτζαμπάσηδων και Πύλης. Πάνω από εκατό εξεγέρσεις ξέσπασαν στα Βαλκάνια κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κλεφτουριά ήταν μια τέτοια μορφή αντίδρασης και αντίστασης. Μα αυτές οι αντάρτικες μορφές πάλης και παραβατικές μορφές διαβίωσης, όπως και η πειρατεία, δεν εμπεριέκλειαν ουδεμία μορφή πολιτικής διεκδίκησης, κανένα ίχνος πολιτικού προτάγματος.

Όπως συνέβη και με τον νεοελληνικό Διαφωτισμό, τα στοιχεία του δημοκρατικού προτάγματος και τα ιδεώδη της ισονομίας, της πολιτικής ελευθερίας και των αναφαίρετων ατομικών δικαιωμάτων προήλθαν έξωθεν και άνωθεν, από προοδευτικά άτομα των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων που είχαν επαφή με το ευρωπαϊκό επαναστατικό κίνημα και πολλές φορές το πλήρωσαν με τη ζωή τους. Ήρθαν διαθλασμένα και καχεκτικά, χωρίς τον έντονο αντικληρικισμό και τους αναρχικούς ορίζοντες της Δύσεως. Ο Δ. Μπαλής της Άνδρου είχε γαλουχηθεί με κείμενα Γάλλων επαναστατών (όπως του Γράκχου Μπαμπέφ) που προμηθεύτηκε από τον διαφωτιστή Θεόφιλο Καΐρη. Οι πιο ειλικρινείς ελληνόφωνοι Διαφωτιστές διώχθηκαν από τις επίσημες εκκλησιαστικές αρχές με κάθε τρόπο προκειμένου να εμποδιστεί η διασπορά των ιδεών τους. Το όραμα του Ρήγα, που μιλούσε για κοινή επανάσταση των βαλκανικών λαών είχε ήδη στενέψει από την προσαρμογή του στα συμφέροντα των ηγεμονικών ομάδων.

Όσο όμως καχεκτικό και παραφρασμένο κι αν ήταν, το πνεύμα του Διαφωτισμού διαπότισε τις διακηρύξεις για ισονομία και ελευθερία των εξεγερμένων – όπως και την αντάρτικη κοινωνική αναπαράσταση και αυτοεικόνα της επανάστασης του 1821, διαμορφώνοντας μία ρομαντική αφήγηση και ένα ανώνυμο λαϊκό ρεύμα πίεσης και διεκδίκησης που, από τη μία, δεν έλεγξε ποτέ απολύτως η νεόδμητη κεντρική κρατική αρχή αλλά από την άλλη παρέμεινε χειραγωγήσιμο.

Η Ελληνική Επανάσταση είχε μακρά χρονική διάρκεια. Διήρκησε κοντά δέκα χρόνια, μέχρι την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, μα ο εξεγερμένος πληθυσμός δεν δημιούργησε δικούς του, αυτόνομους θεσμούς αυτοκυβέρνησης πουθενά.

Εξαρχής, το πνεύμα της Φιλικής Εταιρείας, η διαρκώς επαναλαμβανόμενη εξάρτηση από μία ‘Αόρατη Αρχή’, ο αφηρημένος, αποκλειστικός, μονοδιάστατος και αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας της φαντασιακής σημασίας του έθνους, οι άνωθεν προσπάθειες χαλιναγώγησης, και η άγρια καταστολή καθόρισαν την, κατά Σκαρίμπα, αποτυχία της επανάστασης στο εσωτερικό. Γιατί όμως «γελάστηκε»; Κατά τη γνώμη μου, επειδή εξαρχής ήταν χειραγωγημένη από προϋπάρχοντα ολιγαρχικά συμφέροντα και ηγεμονικές ομάδες.

Διαβάζοντας την επίσημη, συντηρητική και εθνοκεντρική Ιστορία του Ελληνικού Έθνους προκαλούν εντύπωση οι αγεφύρωτες και εκρηκτικές διαιρέσεις που χαρακτηρίζουν τα «χρόνια δοξασμένα» μετά το 1821. Οι κοινωνικές ανισότητες, οι τοπικές αντιμαχίες και τα αντίπαλα και διακριτά συμφέροντα των κυρίαρχων ηγεμονικών ελίτ δεν μπόρεσαν να καλυφθούν υπό τον μανδύα του Έθνους καθώς όριζαν βαθιές και ιστορικές διαιρέσεις.

Σε κάποια μέρη υπήρχε ισχυρή παράδοση τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως στον Μοριά, όπου είχαν αναδειχθεί ισχυρά τζάκια γαιοκτημόνων που μονοπωλούσαν τις κοινοτικές διοικητικές δομές, σε άλλα, όπως στην Κρήτη, υπήρχε έντονη Οθωμανική παρουσία και άμεση τουρκόφωνη διοίκηση. Στα τρία ναυτικά νησιά, την Ύδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά, υπήρχε καθεστώς ημι-αυτονομίας, και κυβερνούνταν από πανίσχυρες εφοπλιστικές οικογένειες όπως τους Κουντουριώτηδες. Στη Ρούμελη και την Ήπειρο υπήρχαν αρματολίκια, άτακτα τάγματα ενόπλων υπό οθωμανική διοίκηση και οι τοπικές διαμάχες μεταξύ των Οθωμανών πασάδων, όπως του Αλή Πασά των Ιωάννίνων. Υπήρχαν και αυτοδιοικούμενα χωριά, όπως το αλβανόφωνο Σούλι και τα Ζαγόρια. Ο κυρίαρχος τοπικισμός εκδηλώθηκε κατά περιστάσεις και στις ταλαιπωρίες που υπέστησαν σε διάφορες περιοχές οι πρόσφυγες από τα πολεμικά μέτωπα.

Όπως μας διηγείται στα Απομνημονεύματα ο Μακρυγιάννης, οι Αρτινοί πρόσφυγες έγιναν θύματα σκληρής εκμετάλλευσης στον Βάλτο:

“Τότε πήγα εις την Αγιά,οπού ‘χα τα ειδίσµατά µου στείλη, κ’ εκεί ηύρα τους δυστυχείς Αρτηνούς οπού έρχονταν ξυπόλυτοι και γυµνοί και νηστικοί. Και µό’ ‘πεσαν όλοι εις τονλαιµό µου να τους σώσω. […] Και τους συνάξαµεν ξύλα και τους περιποιηθήκαµεν. Τα µεσάνυχτα έρχονται κάτι Βαλτηνοί κι’ άλλοι και ρίχνουν ντουφέκια. […] Τότε ντουφεκιστήκαµεν κ’ εµείς µ’ αυτούς και τους γνωρίσαμε. Και ήρθαν να τους πάρουν και τα πουκάµισα, ότι άλλο τίποτας δεν τους αφήσαµεν, µόνον ό,τι φορούσαν. […] Κι’ από τότε βλέποντας αυτείνη την αρετή, σιχάθηκα το Ρωµαίικον, ότ’ είµαστε ανθρωποφάγοι.”

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης αντί να γεφυρωθούν, αποκαλύφθηκαν μία σειρά από τεμνόμενες διαιρέσεις.

Διαιρέσεις ανάμεσα σε Φιλικούς και κοτζαμπάσηδες, Φαναριώτες και δημογέροντες, λόγιους και ιεράρχες, “πολιτικούς” και “στρατιωτικούς”, Ρουμελιώτες και Μωραϊτες, εφοπλιστές και γαιοκτήμονες, νησιώτες και στεριανούς, “αυτόχθονες” και “ετερόχθονες”, τακτικούς αξιωματικούς και οπλαρχηγούς, προκρίτους και λαϊκούς, Καποδιστριακούς και Αντικαποδιστριακούς, “κυβερνητικούς” και “συνταγματικούς” – διαιρέσεις που οδήγησαν σε δύο ανοιχτούς εμφυλίους το 1824, σε παράλληλες διπλές κυβερνήσεις το 1824 και το 1832, σε δύο εισβολές Ρουμελιωτών στην Πελοπόννησο το 1824 και το 1832, στη δολοφονία του Ανδρούτσου το 1825, στη φυλάκιση του φιλόδοξου Κολοκοτρώνη το 1825 και το 1833, στην πυρπόληση του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη το 1831, στην εξέγερση της Μάνης το 1831, στη δολοφονία του αυταρχικού κυβερνήτη Καποδίστρια την ίδια χρονιά – και πίσω από όλα αυτά, τα συνωμοτικά παιχνίδια υποταγής στις Μεγάλες Δυνάμεις, τα δύο μεγάλα ληστρικά δάνεια, η συγκρότηση πελατειακών μηχανισμών, οι προσπάθειες υπερίσχυσης των τριών κομμάτων, του αγγλικού, του γαλλικού και του ρωσικού.

Όλες οι μερίδες, για να προφυλάξουν τα ίδια ολιγαρχικά τους συμφέροντα, κραδαίνουν διακηρύξεις δημοκρατίας προς τους εξεγερμένους, ενώ προσβλέπουν στην εύνοια της ξενόφερτης μοναρχίας του Όθωνα. Και στο βάθος, ταλαίπωρος, αγωνιστής και διαρκώς εξαπατημένος ο ανώνυμος και πολύφωνος λαός ίσα που ακούγεται – ενώ αρχίζουν οι εθνοκαθαρτικές διώξεις ενός πολυεθνοτικού πληθυσμού.

Ήδη από το 1821 η κατάληψη πόλεων και χωριών συνοδεύονταν με (αποσιωπημένα) πογκρόμ απέναντι στις εβραϊκές κοινότητες, όπως έγινε στο Βραχώρι (Αγρίνιο) και στην Τριπολιτσά (Τρίπολη). Μα επίσης αρχίζει και η κρατική τρομοκρατία απέναντι σε ντόπιους αντιφρονούντες:

“Οι καταπιέσεις, οι ληστείες, οι κακοποιήσεις, οι βασανισμοί και οι συλλήψεις των κατοίκων από τους στρατιώτες με το πρόσχημα ότι αναζητούν και τιμωρούν τους αντάρτες ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο [….] Η επιβολή της κυβερνήσεως έδωσε μεγάλο βάρος στους οπαδούς της και πολλούς ασταθείς και επιπόλαιους τους έσπρωξε, όπως γίνεται συνήθως, ως την αμετροέπεια και την αδιαλλαξία […] Δεν ήταν λοιπόν παράξενο, αν η κυβέρνηση, επηρεασμένη από το πνεύμα αυτών των φίλων της καταστάσεως, καταπάτησε τις υποσχέσεις της και περιόρισε στο Άργος, και κατόπιν στο Ναύπλιο, τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννήσιους αρχηγούς [….] Η σύλληψή τους προκάλεσε “μέγαν φόβον εις όλον τον λαόν”, γράφει ο Κασομούλης. Η επιβολή της κεντρικής αρχής είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή.”[iv]

Έτσι είχαν τα πράγματα το 1825, αμέσως μετά τον δεύτερο εμφύλιο που ξέσπασε, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, για τη νομή και επιβολή της κρατικής εξουσίας, προτού καν υπάρξει ανεξάρτητο κράτος. Κυρίαρχη είχε αναδειχθεί η πλευρά των νησιωτών εφοπλιστών και της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Η βία εναντίον των πολιτικών αντιπάλων αλλά και η τρομοκράτηση του πληθυσμού ήταν εξαρχής τα πολιτικά εργαλεία που χρησιμοποίησε ο κρατικός μηχανισμός για να επιβληθεί στην κοινωνία.

Παρά τον καραμπελικό μύθο, δεν υπήρχαν πραγματικά αυτόνομες κοινότητες στην οθωμανική αυτοκρατορία, ούτε στον ελλαδικό χώρο ούτε αλλού, με την ουσιαστική και πολιτική έννοια. Κοινότητες που να αυτοκυβερνώνται με ρητό τρόπο και ισότιμη συμμετοχή όλων των μελών τους.  Υπήρχαν κοινότητες με διαφορετικούς βαθμούς αυτοδιοίκησης που απολάμβαναν κάποιες φορές μέχρι και ατέλεια – δηλαδή φορολογική απαλλαγή – αλλά πάντοτε ενσωματωμένες στο οθωμανικό σύστημα διοίκησης και με αναγνωρισμένη την κυριαρχία της Υψηλής Πύλης. Εντός των κοινοτήτων οι καθιερωμένες ολιγαρχίες αναπαράγονταν με τον θεσμό των δημογερόντων που μονοπωλούσαν οι ηγεμονεύουσες οικογένειες, τα τζάκια.

Επιπλέον, δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση της θρησκευτικής αυθεντίας και της εκκλησιαστικής εξουσίας, ασχέτως με τις ενέργειες της τελευταίας. Εξάλλου ήδη από την εποχή του Μεχμέτ του Πορθητή το Πατριαρχείο είχε διευρυμένες διοικητικές και δικαστικές εξουσίες επί του χριστιανικού πληθυσμού. Την 20η ή, κατ’ άλλους, την 23η Μαρτίου 1821, (δηλαδή πριν τη μυθική 25η Μαρτίου) μεγάλη σύνοδος των αρχιερεών και των λαϊκών προυχόντων της Κων/πολης με επικεφαλής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ αφορίζει την επανάσταση που ξέσπασε. Οι εξεγερμένοι αποκαλούνται “κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι” ενώ υμνείται η “καλοκαγαθία του σουλτάνου”. Οι επαναστάτες αφορίζονται ακόμη και μετά θάνατον (!) ως “θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας”.

Παρόλο που η ανώτατη ιεραρχία πήρε θέση ενάντια στην επανάσταση, ουδείς αμφισβήτησε την πνευματική πρωτοκαθεδρία της ορθόδοξης εκκλησίας έως την επόμενη γενεά. Αυτή εξάλλου η ταύτιση των εξεγερμένων με την εκκλησία ενισχύθηκε και από τις διώξεις των Οθωμανών με κριτήριο την θρησκευτική ταυτότητα – ο Πατριάρχης που αφόρισε την Επανάσταση απαγχονίστηκε ως αντίποινα για τις επαναστατικές κινητοποιήσεις.

Στο τέλος, το παραδοσιακό, θρησκευτικό κριτήριο ταύτισης, του χριστιανού, θα συμπλεκόταν με την καινούργια εθνοτική ταξινόμηση, του Έλληνα, δημιουργώντας τον τραγέλαφο του ελληνοχριστιανισμού και χρησιμοποιώντας το δυναμικό του εθνικού φαντασιακού για την ενδυνάμωση και στερέωση του παραδοσιακού συντηρητικού και αντι-διαφωτιστικού ρεύματος. Οι παραδοσιακές μορφές θρησκευτικής ετερονομίας συνέχισαν να συνεργούν με τις νέες μορφές πολιτικής ετερονομίας.

Τελικά, όταν, με το πρωτόκολλο του Λονδίνου επήλθε, την 3η Φεβρουαρίου 1830 η ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, οι όροι ήταν σαφείς και συνοδεύονταν από την εγκαθίδρυση της απόλυτης μοναρχίας, δηλαδή τη ρητή ακύρωση κάθε υπόσχεσης λαϊκής κυριαρχίας.

“Η Ελλάς οφείλει την ύπαρξίν της εις τα παντοία διαβήματα, τα οποία επεδαψίλευσαν εις αυτήν αι τρεις Δυνάμεις. Ελευθερώσαται αυτήν έλαβον υπό την άμεσον προστασίαν των και την διέσωσαν από τον αναπόδραστον όλεθρον. Δια τούτους τους λόγους προσεκτήσαντο θετικά δικαιώματα εις την εκ μέρους των Ελλήνων τελείαν και πρόθυμον προσχώρησιν εις τα δεδογμένα.”

Με αυτά τα λόγια, τον Μάρτιο του 1830 οι αντιπρέσβεις της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας κοινοποιούν στις ελληνικές αρχές πώς κέρδισαν την πολιτική ανεξαρτησία τους τυπικά μόνο εφόσον την εγκαταλείψουν ουσιαστικά. Έτσι η εθνική ανεξαρτησία συνδέθηκε αναπόδραστα και με την αποικιοκρατικού τύπου εξάρτηση στο εξωτερικό. Αυτές οι πολλαπλές εξαρτήσεις, εσωτερικά από τις εγχώριες αντίπαλες ομάδες ολιγαρχικών συμφερόντων και εξωτερικά από τις μεγάλες Δυνάμεις, μαζί με την αγεφύρωτη αντίθεση προς την κοινωνία καθόρισαν το χαρακτήρα του νεοελληνικού κράτους. Όπως έγραψε ο Κοραής τότε:

“Η ταλαίπωρος Ελλάς δεν ανεστάθη αληθώς, αλλά τάφον μόνον ήλλαξε.”[v]

Η εικόνα του νεοελληνικού κράτους συμπληρώνεται με την ίδρυση της Βασιλικής Χωροφυλακής τον Ιούνιο του 1833, με εκπεφρασμένο στόχο την «διαφύλαξιν της ασφαλείας, την τήρησιν της κοινής ησυχίας, και την διώξην του εγκλήματος». Ποιο έγκλημα διώκεται; Οι λαϊκές μορφές αντίδρασης και αντίστασης στη βαυαρική απολυταρχία, δηλαδή οι διαδηλώσεις και ακόμη η ορεινή ληστεία, η οποία ήταν άμεση συνέχεια της κλέφτικης παράδοσης. Στα όρη κατέφευγαν ως ληστές οι απογοητευμένοι αγωνιστές της επανάστασης («σώματα πειναλέων αγωνιστών διατρεχόντων πάσαν την χώραν») και πολλοί ακτήμονες αγρότες που είδαν την ελπίδα της δίκαιης ανακατανομής των οθωμανικών κτημάτων να καταρρέει μπροστά στην εξουσία των γαιοκτημόνων και της Εκκλησίας. Οι κοινωνικοί αγώνες ενάντια στη νέα απολυταρχική εξουσία συνεχίστηκαν με νέες μορφές. Κατά μία έννοια, δεν σταμάτησε ποτέ η ανολοκλήρωτη μάχη για την κοινωνική χειραφέτηση.

Αυτές είναι όψεις του ιστορικού κυκεώνα που δεν κρύβει ούτε η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» –αλλά τις κρύβουν οι εθνικές εορτές.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[i]  Γ. Σκαρίμπας, Η αλήθεια για το ’21, εκδ. Κάκτος, 1995.

[ii] Γιώργος Δαρδανός, «Θεόφιλος Καΐρης – Δημήτριος Μπαλής. Δυο αγωνιστές για κοινωνική απελευθέρωση», στο «Θεόφιλος Καΐρης», Αθήνα, 1988

[iii] Ε. Χομπσμπάουμ, Η Εποχή των Επαναστάσεων, σελ. 157.

[iv] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ, σελ. 374.

[v] A. Κοραής, Τι συμφέρει εις την ελευθερωμένην από Τούρκους Ελλάδα να πράξη εις τας παρούσας περιστάσεις, δια να μη δουλωθή εις χριστιανούς τουρκίζοντας: διάλογος δύο Γραικών, Παρίσι 1830, σ. 14.

Πηγή: Αυτολεξεί

*

Εισήγηση του Shades: Συζητώντας για τον ελληνικό εθνικό σχηματισμό από τη σκοπιά της θεωρίας, της ιστορίας και της υλιστικής κριτικής

Η εισήγηση της Συντακτικής Ομάδας του περιοδικού στην εκδήλωση με το Γιάννη Μηλιό, 24 Μαρτίου 2021.

Φίλες και φίλοι. Εκ μέρους της Συντακτικής Ομάδας του Shades Magazine θα ήθελα να σας καλωσορίσω και να σας ευχαριστήσω που ανταποκριθήκατε στο κάλεσμα μας για την σημερινή εκδήλωση. Έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε σε αυτό τον πάνελ τον Γιάννη Μηλιό από το περιοδικό Θέσεις, που έχει κάνει μια εξαιρετική μελέτη πάνω στο θέμα που εξετάζουμε, και τον Βαγγέλη Μπαντέκα μέλος της αντιεθνικιστικής πρωτοβουλίας για το 1821 και διδάκτορα φιλοσοφίας στο τεχνικό πανεπιστήμιο του Βερολίνου.

Πιστεύουμε στ’ αλήθεια ότι μια τέτοια εκδήλωση είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν είναι μόνο τα συνταρακτικά γεγονότα που βιώνουμε τον τελευταίο χρόνο, είναι η διαχρονική πορεία του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού που πρέπει να δούμε διεξοδικά εάν και εφόσον θέλουμε να ανοίξουμε ένα νέο δρόμο για παραγωγή κριτικής και πρακτικής στον 21ο αιώνα ― μια περίοδος όπου ο κύκλος του ιστορικού εργατικού κινήματος έχει κλείσει με μια συντριπτική ήττα εις βάρος του. Να ανοίξουμε νέες θεωρητικές δυνατότητες στην υλιστική κριτική, να δώσουμε νέες ανταγωνιστικές ερμηνείες στην ιστορία κόντρα στην κυρίαρχη εθνική αφήγηση. Αυτός είναι με απλά λόγια και ο δικός μας στόχος από τη σημερινή εκδήλωση. Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να βάλω μερικές εισαγωγικές θέσεις πιο αναλυτικά για το πως βλέπουμε και εμείς το λεγόμενο εθνικό ζήτημα.

Ο εθνικισμός είναι η χαρακτηριστική μορφή της παράλογης αντίληψης. Με επιδημικότητα συνεχίζει να μολύνει ολόκληρο τον αστικό κόσμο, σε μια ιστορική περίοδο μάλιστα όπου, εξαιτίας της ανάπτυξης των τεχνικών δυνάμεων παραγωγής και του δυνητικού ορισμού της γης ως ενιαίου πλανήτη, ο εθνικισμός θα έπρεπε να έχει χάσει την ρεαλιστική του βάση και να έχει βρει την θέση του στο μουσείο της ιστορίας. Ωστόσο, ο εθνικισμός όχι μόνο επιβιώνει αλλά αποτελεί το κύριο συστατικό κάθε κυρίαρχης ιδεολογίας, ζει και αναπαράγεται όσο θα υπάρχει εκμετάλλευση ακόμα και μέσα από φαινομενικά αντίθετους πολιτικούς χώρους.

Πάγια θέση του εγχειρήματος μας είναι ότι πίσω από την κυρίαρχη εθνική αφήγηση συντάσσεται και ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορικής αριστεράς, και μάλιστα βρίσκεται αφομοιωμένη ολοκληρωτικά στους κυρίαρχους εθνικούς μύθους. Δεν είναι βέβαια μόνο οι μύθοι γύρω από τα γεγονότα του 1821. Ολόκληρη η ιδεολογία του ελληνικού αστικού κράτους έχει παγιδεύσει μέσα στη πορεία του χρόνου, μεγάλη μερίδα αυτής της ιδεολογικής αριστεράς ακόμα και ευρύτερα τμήματα του αντιφασιστικού και ανταγωνιστικού χώρου. Δεύτερη πάγια θέση μας, είναι ότι η κυρίαρχη ιστορική ερμηνεία στον ελλαδικό χώρο, έχει γραφτεί από τους νικητές του εμφυλίου πολέμου 1946-49, καθώς και από τους επίσημους ιστοριογράφους του ελληνικού κράτους που συχνά εναρμονίζουν την έρευνά τους με την επίσημη εθνική αφήγηση. Επιχειρούμε λοιπόν να δημιουργήσουμε ένα ρήγμα σε αυτήν την ιστοριογραφία προσπαθώντας να την επανεξετάσουμε από υλιστική σκοπιά. Δεν μπορεί να υπάρχει χειραφετική κριτική, δίχως μια συνολική κριτική του έθνους και της εθνικής ιδεολογίας.

Ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας της μαζικής επικράτησης των αστικών επαναστάσεων, της γέννησης των περισσότερων εθνικών κρατικών σχηματισμών και της συγκρότησης των εθνικών ταυτοτήτων. Αν και αυτή η διαδικασία δεν ξεκίνησε τον 19αι, ωστόσο, εδώ φαίνεται να παίρνει την μορφή που στις περισσότερες περιπτώσεις γνωρίζουμε σήμερα. Η λεγόμενη, λοιπόν, εποχή των επαναστάσεων φέρει μαζί της την εποχή της κατασκευής των εθνών και τον διαμελισμό του κόσμου σε έθνη-κράτη. Η διαδικασία εθνοποίησης των μαζών συνδέεται άμεσα με ένα ελευθεριακό πρόταγμα το οποίο εκδηλώνεται με μια ροή αγώνων που κορυφώνεται και αποκρυσταλλώνεται με τη συγκρότηση του αστικού κράτους. «Τα Έθνη, ως φυσικός, θεόσταλτος τρόπος ταξινόμησης των ανθρώπων, ως ένα εγγενές, καίτοι πολύ αργοπορημένο πολιτικό πεπρωμένο, είναι μύθος». Δεν είναι τα έθνη που συγκροτούν τον εθνικισμό αλλά ο εθνικισμός που συγκροτεί τα έθνη. Δεν υπάρχει ιστορική εξαίρεση όπου η διαδικασία εθνογέννεσης δεν συμπίπτει ή δεν έπεται από τη καπιταλιστικοποίηση του κοινωνικού σχηματισμού, είτε αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο ανάδυσης είτε της κυριαρχίας των κεφαλαιακών σχέσεων παραγωγής. Η συγκρότηση του ελληνικού έθνους-κράτους, για παράδειγμα, δεν αποτελεί εξαίρεση καθώς μεταξύ των μεγάλων αλλαγών που πραγματοποιούνται στον ασιατικό κοινωνικό σχηματισμό της Α. Μεσογείου είναι: 1ον η ιδιοποίηση των τιμαρίων από τους τιμαριώτες καθώς αυτά μετατρέπονται σε ιδιωτική ιδιοκτησία και αυτοί σε τσιφλικάδες. 2ον η αγροτική παραγωγή στις αγροτικές κοινότητες της σύγχρονης νότιας Ελλάδας υπάγεται σταδιακά στον έλεγχο του εμπορικού κεφαλαίου, από τα τέλη του 18ου αιώνα. Και 3ον η κυριαρχία καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στις αρχές του 19ου αιώνα με την ανάπτυξη του εμπορικού και εφοπλιστικού κεφαλαίου στα νησιά του Αιγαίου αλλά και η δημιουργία καπιταλιστικών κοινοτήτων στην ενδοχώρα με την ανάπτυξη της μανιφακτούρας.

Το Βασικό ιδεολογικό συνεκτικό στοιχείο των νεοκατασκευασμένων εθνικών αστικών κρατών ήταν το γνωστό ψέμα της ισονομίας, ανεξαρτήτως τάξης και κοινωνικού στρώματος. Το εθνικό κράτος εμφανίζεται ως ο υπερασπιστής όλων των μελών της Εθνικής Λαϊκής Κοινότητας, ενώ αποτελεί ρυθμιστή, το κέντρο άσκησης της ταξικής εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην πολυεθνική εργατική τάξη. Εμφανίζεται, λοιπόν, ως η ενσάρκωση του λαϊκού πνεύματος, ως η μεταφορά της μορφής-οικογένεια στο επίπεδο του πολιτικού (Χέγκελ). Επιβάλλει τον εαυτό του ως μια οργανικά ενοποιημένη κοινότητα λειτουργώντας στο πλαίσιο του «κοινού συμφέροντος» και της «εθνικής αδελφοσύνης» – καθώς βρισκόμαστε-όλοι-στην-ίδια-βάρκα – σε όλα τα σημεία εσωτερικά της κοινωνικής ολότητας, ενώ εξωτερικά εμφανίζεται και λειτουργεί ως πολιτικό υποκείμενο που αναγνωρίζεται ως τέτοιο από άλλα όμοιά του μέσα από το πλέγμα των παγκόσμιων σχέσεων εξουσίας. Έτσι, συγκαλύπτει τις συγκεκριμένες ταξικές σχέσεις εμφανίζοντάς τες ως αφηρημένες εθνικές, κάτι που αποτυπώνεται υλικά στο κάθε σημείο των ιστορικών κοινωνικών σχηματισμών, αλλά και στις προσωπικότητες, στην-κάθε-στιγμή των υποκειμένων που κατοικούν εκεί. Αυτή η διαδικασία μετασχηματισμού των ταξικών ανταγωνιστικών σχέσεων σε εθνικές, καθιστά το έθνος-κράτος θεμελιώδες στοιχείο της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και της αναπαραγωγής της αξίας. Η διαδικασία γέννησης των αστικών εθνικών κρατών – και του δικού μας ελληνικού – ήταν επίπονη, βίαιη και αιματηρή. Έτσι εδώ βλέπουμε, ότι η τύχη για παράδειγμα του «Διαχρονικού Άλλου», του Εβραίου που δεν κατάφερε ποτέ ιστορικά να αφομοιωθεί στην εθνική κοινότητα του Λαού, δεν ήταν ανεξάρτητη από αυτή την πορεία με αποτέλεσμα την τραγική κορύφωσή της στο τέλεια οργανωμένο εργοστάσιο θανάτου του Άουσβιτς. Εδώ δεν θα μπορούσε παρά να τεθεί το ερώτημα: τι μπορεί να σημαίνει πρόοδος και πως αυτή παλινορθώνεται σε οπισθοδρόμηση; Το έθνος, λοιπόν, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη συσπείρωσή του γύρω από ένα μαζικά διαδεδομένο ψέμα. Για να μπορέσει να υπάρξει η κοινότητα του Λαού πρέπει να παρανοηθεί η θέση του υποτελή μέσα στην ομίχλη της εθνικής ιδεολογίας. Όσο μεγαλύτερο είναι το εθνικό ψέμα, τόσο περισσότερο κινητοποιούνται οι μάζες, κάτι που ιστορικά βρίσκουμε στον ίδιο τον εθνικοσοσιαλισμό.

Γυρνώντας στο σήμερα, στην επέτειο των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821. Όσο η σημερινή καπιταλιστική κρίση οξύνεται, τόσο οι ανορθολογικές και μισαλλόδοξες κραυγές στο εσωτερικό του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους θα πληθαίνουν όλο και περισσότερο. Αυτές οι κραυγές έρχονται πράγματι από πολύ μακριά, αποτελούν την σύγχρονη έκφραση του ελληνικού εθνικισμού, της βασικής ιδεολογίας που συνόδευσε τη διαμόρφωση, την εξέλιξη και την εκάστοτε διαχείριση του συγκεκριμένου κοινωνικού καθεστώτος σ’ αυτή τη γωνιά των Βαλκανίων: από τη ρομαντική κατασκευή του 19ουαι. περί διαχρονικής συνέχειας του ελληνικού έθνους και τον μεγαλοιδεατικό επεκτατισμό, ως τον «Γ ́ ελληνικό πολιτισμό» του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου ― από τη μετεμφυλιακή αντικομμουνιστική εθνικοφροσύνη μέχρι τις χουντικές και τις ολυμπιακές φιέστες με τις χλαμύδες και τις περικεφαλαίες στους σύγχρονους μακεδονομάχους. Είναι το ίδιο κοινωνικό καθεστώς που σήμερα, για ακόμα μια φορά, ανακαλύπτει την ιδεατή συγκολλητική του ουσία τη στιγμή ακριβώς που σε ύστερη φάση, πνίγεται στις αντιφάσεις της εσωτερικής του αποσύνθεσης: η πιο βαθιά καπιταλιστική κρίση εδώ και έναν αιώνα βρίσκει την Ψωροκώσταινα πληθυσμιακά, οικονομικά και κοινωνικά αποδεκατισμένη. Το βάπτισμα του νέου καθεστώτος καπιταλιστικής συσσώρευσης θα εμφυσήσει την αίσθηση της ιερότητας του γένους στους υποτελείς του, της φαντασιακής υπεροχής τους απέναντι σε Σλάβους, Βούλγαρους, Αλβανούς και Τούρκους.

Συγκεκριμένα τώρα, όσον αφορά την ελληνική εθνική κυρίαρχη ιδεολογία: στηρίζεται στο μύθευμα, του φυλετικά αδιάσπαστου γένους, δηλαδή σε μια υποτιθέμενη συνέχεια του ελληνικού έθνους από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα στη νεωτερική εποχή. Συνοπτικά, η πιο κλασική εκδοχή αυτού του εθνικού μύθου είναι η ύπαρξη ενός ενιαίου γλωσσικά, πολιτισμικά και φυλετικά υποκειμένου που, από την εποχή του χαλκού, ζει και αναπαράγεται στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα το ελληνικό κράτος, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ανεξάρτητα από τις οικονομικές και κοινωνικές βαθμίδες εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών, το ελληνικό έθνος φαντασιώνεται ότι παραμένει αναλλοίωτο και μη αναμεμιγμένο με άλλους λαούς. Πάνω στην αιώνια ιστορική συνέχεια του ελληνικού έθνους στηρίζεται στη πραγματικότητα ολόκληρη η εθνική ιδεολογία. Η διαστρέβλωση της ιστορίας είναι το βασικό συστατικό της. Σε αυτό το πλαίσιο η ιστορία λαμβάνει τον χαρακτήρα ενός φετίχ: συγκαλύπτει τις αντικειμενικές, αντιθετικές, εσωτερικές ταξικές σχέσεις που διέπουν τον κοινωνικό σχηματισμό και τον συγκροτούν ιστορικά, με μια πλασματική σχέση- φάντασμα, με μια ιστορία υποτιθέμενης απώθησης και επανεμφάνισης της εθνικής ιδέας και συνείδησης. Υφαρπάζοντας επιλεκτικά σπαράγματα της ιστορίας δομούν μια καλοφτιαγμένη ψευτο-αφήγηση. Η φετιχοποιημένη ιστορία είναι αυτή που βλέπει την ιστορία γραμμικά, εσχατολογικά, διακρίνοντας ξεκάθαρα μια πρωταρχική αγνή στιγμή του λαού αλλά και το τελικό του σημείο, την ολοκλήρωση του έθνους, την πραγμάτωση, δηλαδή, της Μεγάλης Ιδέας. Τα τέσσερα κατηγορήματα – όμαιμον, ομόγλωσσον, ομότροπον, ομόθρησκον – εμφανίζονται πάντα προσκολλημένα με μια τοπικότητα, αυτό είναι το υπεραιώνιο έδαφος, ο χώρος κίνησης της εθνικής ιστορίας. Γνωστό παράδειγμα αυτού του είδους ιστοριογραφίας είναι αυτό του Κωνσταντίνου Παπαρηγόπουλου όπου σε ένα μείζον πολιτικό εγχείρημα δομεί την ελληνική εθνική ιδέα, επινοεί τον ελληνισμό. Η ιδεολογική σφυρηλάτηση του έθνους, λοιπόν, είναι μια απαραίτητη συνθήκη για τις επιδιώξεις του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους, στους ανταγωνισμούς του με αντίπαλα εθνικά καπιταλιστικά κρατικά στρατόπεδα και τα συμφέροντά τους όπως γίνεται σήμερα και με τους ανταγωνισμούς του με την Τουρκία.

Στα εκπαιδευτικά ιδρύματα του αστικού κράτους, η εθνική χειραγώγηση του πληθυσμού έχει κεντρικό χαρακτήρα. Το κουτσούρεμα της ιστορίας και η προσαρμογή της ώστε να υποστηρίζει τον εθνικό μύθο ανάλογα με τις ανάγκες κάθε εποχής έχει γίνει με διάφορους ευφάνταστους τρόπους. Εκεί, αποτυπώνεται με ξεκάθαρο τρόπο, πως το αστικό εθνικό κράτος βλέπει τον εαυτό του, πως αντιμετώπισε του εχθρούς του κατά την περίοδο της κατασκευής του και πως εφευρίσκει τους δικούς του ήρωες. Εκεί απεικονίζεται ολόκληρος ο εθνικός μύθος. Στα βιβλία της εθνικής ιστορίας του σχολείου, οι μαθητές και μαθήτριες “μαθαίνουν» για την υπεροχή του «ελληνικού πολιτισμού» από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα. Αυτή η λατρεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που παίρνει σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα εξαλείφει όποια στοιχεία ψευτο-ορθολογικότητας είχαν απομείνει και παλινορθώνεται σε αυτό που είναι πραγματικά: τον απόλυτο μύθο. Η εικονοκλαστική ερμηνεία της αρχαιότητας που έφερε η Αναγέννηση γίνεται κομμάτι αυτής της θρησκευτικής αφοσίωσης. Οι υποτελείς του σύγχρονου ελληνικού καπιταλιστικού κράτους θεωρούνται από αυτήν την ιστορία απόγονοι των αρχαίων ελληνικών πόλεων, ενώ το Βυζάντιο, που ως γνωστό, ήταν και ο νεκροθάφτης της αρχαίας παγανιστικής θρησκείας και του ελληνιστικού στοιχείου γενικότερα, θεωρείται η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Οι υποτελείς του εθνικού κράτους καλούνται να θυσιαστούν αν χρειαστεί, όπως και οι υποτιθέμενοι πρόγονοι τους, σε κάποιο μελλοντικό πόλεμο.

Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο ότι κουβέντα δεν γίνεται σχεδόν ποτέ για εκείνα τα ιστορικά γεγονότα που ήταν καθοριστικά για να επιβιώσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος στον αγώνα του με τα αντίπαλα στρατόπεδα, ότι δηλαδή έπρεπε δώσει προτεραιότητα στην εθνική ομογενοποίηση του πληθυσμού. Μεγάλη μερίδα πληθυσμού μέσα σε αυτό νεοκατασκευασμένο κράτος δεν μιλούσε ελληνικά ούτε είχε κάποιου τύπου «ελληνική εθνική συνείδηση». Στον ελλαδικό χώρο ζούσε ένα μωσαϊκό διαφορετικών μειονοτήτων με διαφορετική γλώσσα και παράδοση. Στη γεωγραφική περιοχή που βρίσκεται σήμερα το ελληνικό κράτος, πριν την ελληνική αστική επανάσταση του 1821 και μετά, ζούσαν μειονότητες όπως οι Βλάχοι, οι Αρβανίτες, Μακεδόνες, Εβραίοι, Τσιγγάνοι και πάρα πολλοί άλλοι. Οι μειονότητες που ενσωματώθηκαν σταδιακά μέσα στο ελληνικό κράτος, σε μεγάλο βαθμό γνώρισαν τι σημαίνει βία και καταπίεση. Τους απαγορεύτηκε να μιλούν την γλώσσα τους, να αναπαράγουν τα έθιμα και τα τραγούδια τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σήμερα η Ελλάδα είναι ένα κράτος που δεν αναγνωρίζει τις μειονότητες, γιαυτό και για μας ως Shades παραμένει ένα κεντρικό αίτημα.

Στο βιβλίο του 1821- ιχνηλατώντας το Έθνος, το Κράτος και τη Μεγάλη Ιδέα, (ο Γιάννης Μηλιός) επισημαίνει ότι η παραδοσιακή εθνοκεντρική προσέγγιση αντιλαμβάνεται το έθνος «ως μια κοινότητα που η ύπαρξή της δεν ανάγεται στο εκάστοτε κοινωνικό και πολιτικό σύστημα … και … αποτελεί πάντα ένα ‘‘δεδομένο’’ που προηγείται των μορφών οργάνωσης της κοινωνίας, τις οποίες εξετάζουν η ιστορική έρευνα και ευρύτερα οι κοινωνικές επιστήμες». Στο βιβλίο, λοιπόν, ακολουθείται η αντίστροφη πορεία. Στην αρχή ερευνώνται οι συνθήκες μέσα στις οποίες ωριμάζει το φαινόμενο της ευρείας εθνικής πολιτικοποίησης των μαζών στη βαλκανική χερσόνησο και μάλιστα κατά τη στιγμή που εκδηλώνεται με τη μορφή επαναστατικών επεισοδίων, τα πιο επιτυχή από τα οποία παρατηρούνται στις περιοχές του νότιου ελλαδικού χώρου και τα νησιά. Ζητούμενο εδώ είναι το περιεχόμενο και τα όρια του ελληνικού έθνους καθώς και οι παράγοντες που συνετέλεσαν στον μετασχηματισμό ενός τμήματος των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε εθνικά πολιτικοποιημένη κοινότητα που με την επανάσταση έχει ως στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους.

Θα ήθελα να τελειώσω την εισήγηση μου με μια πρόσκληση. Καλούμε τις ελάχιστες αντιεθνικιστικές φωνές και όσες-ους βρίσκουν στις μέρες μας αναγκαίο να ανοίξουν δρόμοι διαλόγου και σύμπλευσης πάνω σε αυτά τα τόσο κομβικά ζητήματα να μην διστάσουν να έρθουν σε επαφή μαζί μας. Σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα μας παραμένει ανοιχτό σε κάθε φίλο και φίλη να μας στείλει ερωτήσεις, κριτική ή και πρόσκληση για κοινούς αγώνες σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη εποχή. Το ανταγωνιστικό κίνημα λοιπόν ή θα είναι αντι-εθνικό ή καθόλου ανταγωνιστικό.

Πηγή: The Shades Mag

Walter Benjamin: Το δικαίωμα στη χρήση βίας (1920)

Μτφρ.: Radical Desire

*Το κείμενο αποτελείται από κριτικές σημειώσεις για το άρθρο του Herbert Vorwerk, “Das Recht zur Gewaltanwendung” (“Το δικαίωμα στη χρήση βίας”), που δημοσιεύτηκε το 1920 στο Περιοδικό για τον θρησκευτικό σοσιαλισμό, έτος 1, τευχ. 4.

Σχετικά με το πρώτο τμήμα

1. “Το νομικό σύστημα τείνει να αντιδρά σε απόπειρες καταστροφής του καταφεύγοντας στον εξαναγκασμό, είτε με στόχο να εξαναγκάσει την διατήρηση είτε την αποκατάσταση της ορθής τάξης.”

Αυτή η πρόταση είναι σωστή η ίδια, αλλά είναι λάθος να την εξηγούμε μέσω αναφοράς στην εγγενή τάση του νόμου να εδραιώνει την εξουσία του. Αυτό το οποίο διακυβεύεται εδώ είναι μια δευτερεύουσα πραγματικότητα στην οποία απευθείνεται ο νόμος. Αυτό που διακευβεύεται εδώ είναι ο βίαιος ρυθμός της ανυπομονησίας στον οποίο υφίσταται και βρίσκει την χρονική του τάξη ο νόμος, σε αντιπαράθεση με τον αγαθό (;) ρυθμό της αναμονής στον οποίο ξεδιπλώνονται τα μεσιανικά συμβάντα.

[…]

δεν μπορεί να διακριθεί αντίφαση επί της αρχής ανάμεσα στη βία και την ηθική· από την άλλη […] μια επί της αρχής αντίφαση μπορεί όντως να γίνει αντιληπτή στην σχέση ηθικής και κράτους (ή νόμου). Η έκθεση αυτής της οπτικής γωνίας είναι ένας από τους στόχους της ηθικής μου φιλοσοφίας, και σ’ αυτά τα συμφραζόμενα ο όρος αναρχισμός μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει μια θεωρία που αρνείται το ηθικό δικαίωμα όχι στην ίδια την βία αλλά σε κάθε ανθρώπινο θεσμό, κοινότητα, ή ατομικότητα που είτε διεκδικεί μονοπώλιο πάνω της, είτε με οποιονδήποτε τρόπο διεκδικεί αυτό το δικαίωμα για τον εαυτό της από οποιαδήποτε οπτική γωνία**, ακόμα και ως απλή γενική αρχή, αντί να το σέβεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ως δώρο που δίνεται από μια θεία δύναμη, ως απόλυτη ισχύς.

[…]

Είναι τόσο εφικτό όσο και απαραίτητο να φτάσουμε σε ένα οικουμενικά ισχύον συμπέρασμα για το δικαίωμα στη χρήση βίας, γιατί η αλήθεια για την ηθική δεν σταματά στην ψευδαίσθηση της ηθικής ελευθερίας. -Παρ’ όλα αυτά, αν αφήσουμε στην άκρη αυτό που ήδη υποστηρίξαμε και επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ενδώσει σε επιχειρήματα ad hominem, θα μπορέσουμε να δούμε ότι δεν μπορούμε να έχουμε μια υποκειμενική απόφαση υπέρ ή εναντίον της χρήσης βίας αφηρημένα, διότι μια πραγματικά υποκειμενική απόφαση μάλλον είναι νοητή μόνο υπό το φως συγκεκριμένων στόχων και επιθυμιών.

** Πρβλ. Μονόδρομος, συγγ. 1923-26, δημ. 1928:

“Ο φόνος ενός εγκληματία μπορεί να είναι ηθικός· ποτέ όμως η νομιμοποίησή του.” Selected Writings, τομ. 1, σ. 481.

Πηγή: theshadesmag

Σκέψεις πανδημίας

Σκέψεις πανδημίας

Εισαγωγή Παρακολουθώντας τα γεγονότα που απασχολούν την επικαιρότητα από τον περασμένο Μάρτιο, προέκυψε η απόφαση να αποτυπώθουν στο χαρτί ορισμένες σκέψεις και παρατηρήσεις. Μεμονωμένες σκέψεις, που εξυπηρετούσαν αρχικά πιο πολύ την ανάγκη προσωπικής καταγραφής μιας συνέχειας και της δημιουργίας μιας στοιχειώδους διανοητικής αποστασης από τα γεγονότα, η οποία με τη σειρά της θα επιτρέψει να ιδωθούν αυτά μέσα από μια κριτική ματιά, απαλλαγμένη όσο το δυνατόν περισσότερο από βιαστικά και επιπόλαια συμπεράσματα που μπορεί να προκύψουν όταν καταλαμβανόμαστε από έντονα συναισθήματα.

Ακολούθησε η ανάγνωση επί μεγάλο διάστημα βιβλίων και άρθρων που διαπραγματεύονταν αντίστοιχες καταστάσεις στο παρελθόν, τόσο από πολιτική, όσο και ψυχολογική και φιλοσοφική σκοπιά. Διότι, άλλωστε, αν αναλύσει κανείς την ιστορία, θα διαπιστώσει ότι διάφορα μοτίβα επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτούσια, με διαφορετική βέβαια κάθε φορά μορφή, σε διάφορες εποχές. Αυτό μας βοηθά να καταφέρουμε να δούμε “πίσω” από τα γεγονότα, να ανιχνεύσουμε σε αυτά τάσεις και έτσι να τολμήσουμε να διατυπώσουμε κάποιες προβλέψεις για την κατεύθυνση των πραγμάτων.

Οι παραλληλισμοί και οι συνειρμοί που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της μελέτης οδήγησαν στις σκέψεις οι οποίες εκφράζονται σε αυτό το κείμενο. Αφορμή ωστόσο για τη συγγραφή του στάθηκαν ατελείωτες συζητήσεις με φίλους, συντρόφους και συγγενείς. Καθένας, με τα δικά του όπλα ανάλυσης του υπάρχοντος, συνέβαλε στο δικό του βαθμό στην καλύτερη επεξεργασία κάποιων ανολοκλήρωτων ιδεών και στη σύνδεση κάποιων μέχρι τότε ασύνδετων κομματιών.

Στόχος και στοίχημα του κειμένου είναι να καταφέρει να προσφέρει ίσως κάποια επιπλέον εργαλεία ανάλυσης της συγκυρίας, να παρουσιάσει μια διαφορετική “ανάγνωσή” της και να αποτελέσει υλικό για περαιτέρω σκέψη και, προφανώς, δράση στους δύσκολους καιρούς στους οποίους καλούμαστε να ανταποκριθούμε, διαφυλάσσοντας τα ήδη κεκτημένα και παλεύοντας για κάτι καλύτερο.

H νέα θρησκεία

Ανέκαθεν η επιστήμη και το Κράτος είχαν στενή σχέση μεταξύ τους και δεν ήταν χώροι ασύνδετοι. Πολλές φορές ιστορικά η επιστήμη έχει βρεθεί να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εκάστοτε εξουσίας, και, αντίστροφα, η εκάστοτε εξουσία να χρησιμοποιεί την επιστήμη για την προώθηση των επιδιώξεών της. Αυτό είναι κάτι που το βιώνουμε στην άμεση εφαρμογή του την εποχή του κορωνοϊού, αλλά βλέπουμε επιπλέον την επιστήμη να αποκτά ακόμα περισσότερη δύναμη και επιρροή και να έχει αναβαθμιστεί σταδιακά σε μια νέα, οικουμενική “θρησκεία”.

Όπως κάθε θρησκεία, έτσι και η ιατρική επιστήμη σήμερα έχει ανάγκη από ένα δόγμα και από μια και μοναδική Αλήθεια. Έτσι λοιπόν, ενώ κατεξοχήν χαρακτηριστικό της επιστήμης στη μέχρι πρότινος πορεία της ήταν η ύπαρξη διαφορετικών απόψεων – διαφορετικού βέβαια βαθμού βεβαιότητας και με διαφορετικό βαθμό επικράτησης στην επιστημονική κοινότητα – , οι οποίες μέσα από μια διαδικασία συνεχούς αναπροσαρμογής, αναθεώρησης και σύνθεσης οδηγούν τη γνώση της ανθρωπότητας προς τα εμπρός, παρατηρούμε τώρα στο πλαίσιο της πανδημίας μια σημαντική μεταστροφή: η Αλήθεια πλέον είναι μόνο μια, αυτή που εκφέρουν οι ορισμένοι από το κράτος “ειδικοί” και ο ΠΟΥ. Η επιστήμη έγινε δόγμα, δηλαδή αδιαφιλονίκητη ομολογία πίστεως, που καταστρώνεται όταν στόχος είναι η καταστολή κάθε αμφιβολίας μια για πάντα. Καμία σημασία δεν δίνεται πλέον στο αν υπάρχουν πάμπολλοι επιστήμονες ίδιου και μεγαλύτερου βεληνεκούς οι οποίοι προβάλλουν μια διαφορετική άποψη. Αξίζει να αναφερθούν τα ονόματα του Ιωαννίδη, του Christian Perronne, του Didier Raoult, του νομπελίστα ιατρικής φυσιολογίας Montagnier και πολλών άλλων. Οι απόψεις αυτών όχι μόνο αποκρύπτονται συστηματικά στο Διαδίκτυο μετά την πλουσιοπάροχη “στήριξη” των ΜΜΕ με 50εκ. € προκειμένου να προβάλλονται μόνο συγκεκριμένες ειδήσεις και με συγκεκριμένο ύφος, αλλά επιπλέον στηλιτεύεται η προσωπικότητα των ατόμων αυτών με στόχο την υπόβαθμιση της αξίας των λεγομένων τους. Η επαναφορά των όρων ψεκασμένος και συνωμοσιολόγος στο καθημερινό λεξιλόγιο επιτυγχάνουν με εύκολο τρόπο το δύσκολο έργο της αποδόμησης των πιο σημαντικών αντιπάλων μέσα από το τσουβάλιασμά τους με κάθε λογής αντίθετη άποψη που θα ακουστεί. Οποιαδήποτε διαφορετική ανάλυση συνθλίβεται κάτω από το βάρος και την πίεση της διαμορφωμένης κοινής γνώμης.

Καινούργιες μέθοδοι, όπως η λογοκρισία βίντεο στο youtube και το facebook, καθώς και τα περιφημα hoaxes, κάνουν την εμφάνισή τους και συμπληρώνουν το οπλοστάσιο της κυβερνητικής πολιτικής.

Όπως κάθε θρησκεία κατά το παρελθόν, έτσι και η επιστήμη οφείλει να προστατευτεί από τους αιρετικούς και να τους απομονώσει. Αντί να τους κάψει στην πυρά όπως στο παρελθόν, αφήνει να πλανηθεί από πάνω τους η απειλή του εξευτελισμού της προσωπικότητας τους στα ΜΜΕ, η απειλή της απώλειας της εργασίας τους σε περίπτωση που εκφράσουν διαφορετική γνώμη ή δεν υπακούσουν στον κατά τ’άλλα όχι υποχρεωτικό εμβολιασμό, η απειλή της πλήρους κοινωνικής απομόνωσης και της στέρησης της πρόσβασης σε πολιτιστικά δρώμενα, αεροδρόμια και λοιπά.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των θρησκειών είναι η εσχατολογία, μηχανισμός ο οποίος αποβλέπει στον έλεγχο των πιστών, την ενίσχυση της πίστης τους και την εξασφάλιση της κυριαρχίας της ιερατικής τάξης.[1] H καθημερινή αναφορά σε κρούσματα, θανάτους και διασωληνωμένους, καθώς και η δημοσίευση ειδήσεων με αποκαλυπτικό σχεδόν περιεχόμενο, έχουν ως μοναδικό στόχο την παγίδευση του κόσμου σε ένα αιώνιο παρόν, απογυμνωμένο από κοινωνικές σχέσεις, ανθρώπινη επαφή, φιλία, εργασία, καθημερινές ασχολίες. Σε αυτό το αιώνιο παρόν ο άνθρωπος γίνεται άβουλο υποκείμενο το οποίο αντιδρά παθητικά στα νέα κάθε φορά μέτρα -τα οποία μάλιστα αλλάζουν τόσο συχνά ώστε να επιβάλλουν την συνεχόμενη προσοχή του- και στη νέα πραγματικότητα, διατεθειμένος να θυσιάσει κάθε στοιχείο της προσωπικής του ταυτότητας μπροστά στον δυνητικό αόρατο εχθρό. Ερχόμαστε έτσι στην έννοια της γυμνής ζωής του Αgamben[2], που δεν αναγνωρίζει άλλη αξία πέρα από την επιβίωση, μια κατάσταση όπου όλες οι κοινωνικές σχέσεις καταργούνται και όλα τα άλλα ανθρώπινα όντα αντιμετωπίζονται ως πιθανοί φορείς.

Ένα άλλο γνώρισμα της επιστήμης ως νέας θρησκείας είναι ο έλεγχος και η καθυπόταξη των πιστών μέσω της υπόσχεσης της σωτηρίας, ήτοι της επιστροφής στην κανονικότητα. Η στιγμή αυτή μετατίθεται συνεχώς σε ένα όλο και πιο μακρινό και απροσδιόριστο σημείο στο μέλλον, σαν άλλη Δευτέρα Παρουσία, και απαιτεί ως αντάλλαγμα από τους πολίτες τυφλή πίστη στο δόγμα της και αυστηρή τήρηση των τελετουργικών της, δηλαδή της τήρησης των υγειονομικών μέτρων και των τελετουργικών απολύμανσης και καθαρισμού.

Ο φανατισμός των πιστών της νέας θρησκείας ειναι ένα ακόμα στοιχείο που παρατηρεί κανείς εξίσου εύκολα στην υπάρχουσα συγκυρία. Ποτέ προηγουμένως ιατροί δεν απευθύνονταν σε άλλους συναδέλφους τους με τόσο φανατικό και απαξιωτικό τρόπο. Οι οπαδοί της κυρίαρχης οπτικής σχετικά με τον κορωνοιό, διακατεχόμενοι από πρωτοφανή φρενίτιδα, ξεχνούν κάθε έννοια επιστημονικής μεθολογίας και πράττουν σύμφωνα με σκοταδιστικές λογικές. Για παράδειγμα, αν και ένα θετικό τεστ PCR (πόσο μάλλον ένα Rapid Test) δεν σημαίνει τίποτα από μόνο του για τη μεταδοτικότητα του ατόμου[3][4], έχουμε φτάσει στο σημείο να αποτελεί ο ημερήσιος αριθμός των κρουσμάτων το μοναδικό βαρόμετρο που καθορίζει τις πολιτικοοικονομικές εξελίξεις, επικοινωνικά τουλάχιστον. Επίσης, λογικά επιχειρήματα όπως ο ενδεχόμενος κίνδυνος πρόκλησης ADE (antibody-dependent enhancement) απο τα εμβόλια[5], απορρίπτονται και παραβλέπονται χωρίς καμία σκέψη, τη στιγμή που κάθε σοβαρός επιστήμονας που έχει τη στοιχειώδη αντίληψη του μεγέθους της άγνοιας που τον διακατέχει όσον αφορά τους χιλιάδες κυτταρικούς μηχανισμούς που υπάρχουν και πολλούς άλλους που προφανώς δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα, θα έπρεπε να απαντήσει με μια επιφυλακτικότητα και μια ταπεινή παρότρυνση για περαιτέρω έλεγχο και δοκιμές.

Έτσι φτάνουμε στην πίστη της επιστήμης στην παντοδυναμίας της, έκφραση της αλαζονίας του ανθρώπου. Ως νέος θεός, ο άνθρωπος έρχεται να παίξει στα ζάρια με τις δυνητικές πιθανότητες ανεπιθύμητων ενεργειών. Και όπως λέει ο Doug Corrigan, ακόμα και αν η πιθανότητα μιας σοβαρής βλάβης είναι απειροελάχιστη, της τάξης του 0,0001%, στις δισεκατομμύρια επαναλήψεις του εμβολίου είναι ένα ενδεχόμενο που οφείλουμε τουλάχιστον να λάβουμε υποψην[6][7]. Αντ’αυτού, τα εμβόλια εγκρίνονται με fast-track διαδικασίες, παρακάμπτοντας στο όνομα του επείγοντος πρωτόκολλα ασφαλείας που ίσχυαν μέχρι σήμερα.

Η σύγχρονη κοινωνία έχει οδηγήσει τον άνθρωπο στο σημείο να ασχολείται τόσο μεμονωμένα και αυτοματοποιημένα με τη δουλειά του, ώστε να μην υπάρχει για αυτόν κανένα εξωτερικό σημείο θέασης της καταστασής του, του εαυτού του, εκτός εργασίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο γίνεται κανείς μονοθεματικός, ανίκανος να συνδέσει αυτό που κάνει στην εργασία του με τις επιπτώσεις στην υπόλοιπη ζωή του ή και στο σύνολο της ανθρωπότητας. Καταλήγει λοιπόν να είναι θρυμματισμένος σε ξεχωριστά αυτόνομα κομμάτια. Κάπως έτσι προκύπτουν παράδοξες εικόνες όπως του καλού οικογενειάρχη που ταυτόχρονα ήταν εργαζόμενος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ή του επιστήμονα που φτιάχνει στα βιαστικά ένα εμβόλιο, παρακάμπτωντας όλες τις τυπικές διαδικασίες ασφαλείας, εστιάζοντας μόνο στο τεχνικό πρόβλημα που τον αφορά. Κάπως έτσι, κεκτημένα δεκαετιών, όπως το δικαίωμα στην ενημερωμένη συγκατάθεση (informed consent) των ασθενών για τις θεραπείες στις οποίες θα υποβληθούν, που κατακτήθηκε στη δίκη της Νυρεμβέργης, καταργούνται εν μια νυκτί. Κάπως έτσι έρχονται στο νου εικόνες από την ταινία του Kubrick “Dr Strangelove”, όπου το μέλλον της ανθρωπότητας φαίνεται να κρέμεται από μια κλωστή, έρμαιο στα χέρια ενός επιστήμονα σε οριακή κατάσταση.

Gaslighting

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ειδικά κατά τους πρώτους μήνες, όλοι ή σχεδόν όλοι, αν παρατηρήσουν τις σκέψεις που γεννιούνται στο μυαλό τους και είναι αρκετά ειλικρινείς ώστε να το παραδεχτούν, θα έχουν πιάσει τον εαυτό τους ανά στιγμές να αναρωτιέται για το αν όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω τους είναι όπως τους λέει το ένστικτό τους ή ακριβώς όπως το παρουσιάζουν τα ΜΜΕ, να αμφιβάλλουν δηλαδή για την ίδια τους ακόμα τη διαίσθηση, την αντίληψη και την κρίση. Να αδυνατούν να διακρίνουν την αλήθεια από το ψέμα, την πραγματικότητα από την τρομοκρατία.

Θα παρουσιάσουμε εδώ την έννοια του όρου gaslighting και θα εξηγήσουμε τους λόγους για τους οποίους είναι θέση του κειμένου αυτού ότι η περίοδος που διανύουμε είναι από τις λίγες που η μέθοθος αυτή έχει εφαρμοστεί κατά κόρον και τόσο μαζικά στο σύνολο του πληθυσμού.

Καταρχάς με τον όρο gasligthing, σύμφωνα με τον ορισμό της στη wikipedia[8], “εννοείται μια μέθοδος ψυχολογικής χειραγώγησης, της οποίας στόχος είναι η σπορά αμφιβολιών εντός ατόμων ή ομάδων ατόμων, έτσι ώστε να μην είναι βέβαια για την ίδια τους την μνήμη, αντίληψη, και λογική. Χρησιμοποιώντας συνεχή άρνηση, παραπλάνηση, αντιφάσεις, και ψεύδη, προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει το θύμα και να απαξιώσει τις πεποιθήσεις του”. Ως όρος προέρχεται από το θεατρικό έργο του 1938, του Πάτρικ Χάμιλτον, με τίτλο Gaslight.

Με το φαινόμενο του gaslighting εχει ασχοληθεί ήδη από τη δεκαετία του 1960 η ψυχιατρική, όπου μπορεί να το συναντήσει κανείς και εναλλακτικά με τον όρο “προβλητική ταύτιση”. Βοηθητικό σε αυτή την κατεύθυνση είναι το έργο του Theodore Dorpat. Το χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι ο θύτης αρχικά προβάλλει ασυνείδητο περιεχόμενο στο θύμα. Με αυτό τον τρόπο προκαλούνται στο θύμα δυσάρεστα συναισθήματα, χαμηλή αυτοπεποίθηση και δυσλειτουργία της σκέψης καθώς το θύμα αμφιβάλλει για την ικανότητά του να σκέφτεται και να αντιλαμβάνεται. Μπορεί να προκληθεί έτσι σύγχυση, ανησυχία, κατάθλιψη και σε λίγες περιπτώσεις ψύχωση. Το σημαντικό είναι να χάσει το θύμα την πίστη στις πνευματικές του ικανότητες. Αφού ολοκληρωθεί αυτό, ο θύτης μπορεί εύκολα να κατευθύνει όπως επιθυμεί τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του θύματος. Είναι αρκετές οι έρευνες που αναφέρουν τη χρήση της μεθόδου αυτής τόσο στη χιτλερική Γερμανία όσο και σε πολλά άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Η διαχείριση αυτή του υποκειμένου μπορεί να ενισχυθεί και με άλλους τρόπους όπως στέρηση ύπνου, αισθητηριακή αποστέρηση, ναρκωτικά, βασανιστήρια και κοινωνική απομόνωση του ατόμου.

Παίρνοντας αφορμή από τα παραπάνω, είναι εύκολο να ψηλαφήσουμε τις αναλογίες που δημιουργούνται με την παρούσα κατάσταση. Καταρχάς,όλη την περίοδο αυτής της κρίσης, βιώνουμε έναν συνεχή βομβαρδισμό του πληθυσμού από τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης με ασυνείδητο περιεχόμενο και με οδηγίες που αφορούν τον τρόπο θέασης της πραγματικότητας. Βλέπουμε μιασυστηματική φίμωση κάθε αντίθετης άποψης, η οποία συμβάλλει στο να επιβάλλεται μόνο ένας τρόπος αντίληψης της πραγματικότητας. Ταυτόχρονα εμφανίζονται, ή μάλλον ανασύρονται από το παρελθόν, οι όροι “συνωμοσιολόγος” και “ψεκασμένος”. Με τον τρόπο αυτο ταξινομούνται συλλήβδην όλοι οι αντιφρονούντες, όλοι όσοι έχουν διαφορετική άποψη, σε ένα ενιαίο σύνολο, είτε είναι εργάτες χωρίς επαρκείς γνώσεις λοιμωξιολογίας είτε μέχρι τώρα διακεκριμένοι επιστήμονες, καταξιωμένοι στο βάθος χρόνων. Επιδιώκεται έτσι η υποβάθμιση των ατόμων αυτών στα μάτια της κοινωνίας και η περιθωριοποίηση τους, η οποία στη συνέχεια θα προκαλέσει στα άτομα αυτά όλα τα αισθήματα μειωμένης αυτοπεποίθησης και πίστης στον εαυτό τους που περιγράφησαν παραπάνω. Μόνη κατάληξη είναι ο εξοστρακισμός, που μπορεί στο μέλλον να φτάσει και στον εγκλεισμό αυτών των ατόμων στο ψυχιατρείο, όπως έχει γίνει αρκετές φορές στο παρελθόν σε ανάλογα καθεστώτα. Η ανάγκη επινόησης συνωμοσιολογικών κέντρων και συνωμοτών εξάλλου, σχιζοφρενικό σύμπτωμα καθεαυτό, εξυπηρετεί το στόχο της ανάδειξης της παντοδυναμίας του κράτους σε αντιδιαστολή. Έτσι, το Κράτος γίνεται μάντης κακών και σωτήρας από το κακό ταυτόχρονα.

Προς αυτή την κατεύθυνση βοηθάει σαφώς το social distancing ή κοινωνική αποστασιοποίηση η οποία έχει εφαρμοστεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εξαναγκασμένη απομόνωση και η εξαφάνιση της δημόσιας σφαίρας δυσχεραίνουν την συνεύρεση των ατόμων και την γόνιμη ανταλλαγή απόψεων, στοιχείο που θα βοηθούσε εάν συνέβαινε στο να διαπιστώσει κανείς ότι οι ανησυχίες του είναι κοινές και βάσιμες και όχι απλά προϊόντα της φαντασίας. Αντ’αυτού η επικοινωνία μεταξύ των ατόμων περιορίζεται στην ήδη περιορισμένη, απρόσωπη και συνθηματική επικοινωνία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι η γνωστή από την αρχαιότητα τακτική του “διαίρει και βασίλευε” έρχεται να αποδείξει την αξία της στο χρόνο. Τα άτομα, δεχόμενα με μονόδρομο τρόπο πληροφορίες από τα ΜΜΕ παραδίδονται τελικά και υιοθετούν την οπτική της πραγματικότητας που τους πλασάρεται.

Μάσκες: συμβολισμός και λειτουργία

Οι μάσκες έχουν χρησιμοποιηθεί από αρχαιοτάτων χρόνων σε πολλές δραστηριότητες του ανθρώπου οι οποίες παρουσιάζουν μεγάλο εύρος, από τελετές θρησκευτικού χαρακτήρα μέχρι εργασία σε ορυχεία κτλ. Κοινό χαρακτηριστικό είναι η κάλυψη μέρους ή ολόκληρου του προσώπου. Μπορούν να έχουν ωστόσο δύο ξεχωριστές λειτουργίες, μια προστατευτική και μια συμβολική. Για παράδειγμα, οι μάσκες που χρησιμοποιούνται απο το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό ή οι μάσκες που φορούν οι ξυλουργοί έχουν προστατευτικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι δεν επιτρέπουν σε σωματίδια να ερθουν σε επαφή είτε με το πρόσωπο είτε με την αναπνευστική οδό του φέροντα. Απεναντίας, οι μάσκες στο θέατρο, σε σαμανιστικές τελετές ή στα διονυσιακά μυστήρια έχουν συμβολικό χαρακτήρα και χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν έναν διαφορετικό χαρακτήρα, να προκαλέσουν μια ιδιαίτερη συνειδησιακή κατάσταση ή να επιτρέψουν στο άτομο να απελευθερώσει ασυνείδητο περιεχόμενο και να δράσει για ένα διάστημα απαλλαγμένο από τους περιορισμούς που του επιβάλλει ο κοινωνικός του ρόλος ή η προσωπικότητά του. Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως η χρήση της μάσκας για σκοπούς εκφοβισμού και χειραγώγησης έχει αναφερθεί σε πολλούς πρωτόγονους λαούς και είναι τακτική τόσο παλιά όσο η ανθρωπότητα.

Την ίδια στιγμή, οι μάσκες υπονοούν την ύπαρξη ενός διαχωρισμού, ενός φραγμού ανάμεσα στο σώμα και στο περιβάλλον ή ανάμεσα σε διαφορετικά σώματα. Προϋποθέτουν και σηματοδοτούν επίσης την ύπαρξη μιας απειλής που υπάρχει στο εξωτερικό περιβάλλον και που δικαιολογεί τη χρήση τους.

Ερχόμενοι στην παρούσα κατάσταση, αυτήν της υποχρεωτικής χρήσης μάσκας σε εξωτερικούς χώρους κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ο ρόλος της μάσκας φαίνεται να είναι περισσότερο συμβολικός παρά λειτουργικός. Αυτό άλλωστε καταδεικνύεται τόσο από τις αντιφάσεις των οδηγιών της πολιτικής-υγειονομικής ηγεσίας ως προς την χρήση μάσκας κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας, όπως και από την ύπαρξη μελετών που αμφισβητούν το βαθμό του οφέλους στην πρόληψη της μετάδοσης του SARS-CoV-2 από την εφαρμογή της[9]. Θα λέγαμε, λοιπόν, πως ρόλος της μάσκας στην υπάρχουσα συγκυρία είναι κατά βάση το να υπενθυμίζει στον καθένα την ύπαρξη του “αόρατου εχθρού” και να σηματοδοτεί ότι ο φέρων λαμβάνει αυτό τον κίνδυνο σοβαρά. Έτσι, σε συμβολικό επίπεδο είναι σχεδόν ένα αντικείμενο πίστης, ένας τρόπος να δηλώσει κανείς δημόσια ότι συμφωνεί με τον κυρίαρχο επιστημονικό και πολιτικό λόγο, ένα σύμβολο συμμόρφωσης και υποταγής στις επιταγές του κράτους, ενώ όποιος δεν κάνει χρήση της μάσκας αυτομάτως αντιμετωπίζεται ως “ψεκασμένος”, ως πιθανή απειλή-πιθανός μολυντής, ως αντιφρονούντας.

Διαπιστώνουμε δηλαδή ότι οι μάσκες επιτελούν ακόμα έναν ρόλο, αυτόν της ταξινόμησης και του διαχωρισμού των ανθρώπων σε κατηγορίες.Τον ίδιο διαχωρισμό και την αναίτια διαίρεση του κόσμου σε αντίπαλα στρατόπεδα φιλοδοξεί να προκαλέσει εξάλλου και το πρόγραμμα του εμβολιασμού. Σετέτοιου είδους διαχωρισμούςέχουν προβεί κατά καιρούς πολλά ολοκληρωτικά καθεστώτα. Αξίζει να αναφερθεί εδώ το ακραίο παράδειγμα της ναζιστικής Γερμανίας, όπου από το 1938 έραβαν στις στολές όλων των Εβραίων το αστέρι του Δαυίδ, ενώ από το 1939 εισήχθη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ένα σύστημα από ένα ανεστραμμένο έγχρωμο τρίγωνο και κάποιες λέξεις, το οποίο διευκόλυνε τους φύλακες να αναγνωρίζουν εύκολα και γρήγορα το λόγο φυλάκισης κάποιου κρατουμένου.[10]

Δεν πρέπει τέλος να λησμονήσουμε να αναφέρουμε ότι η μάσκα συμβάλλει στη συντήρηση του συναισθήματος του φόβου, το οποίο χρησιμοποιείται από το κράτος ώστε να κρατάει τους πολίτες συνεχώς σε μια ευάλωτη κατάσταση, ανίκανους να επεξεργαστούν λογικά τα εισερχόμενα ερεθίσματα και άρα δεκτικούς σε κάθε είδους χειραγώγηση και μετάδοση ασυνείδητων μηνυμάτων.

Ο Άλλος ως πηγή μόλυνσης

Η ανθρώπινη επικοινωνία και επαφή δεν έχουν μείνει προφανώς ανεπηρέαστες από την ευρεία υποχρεωτική χρήση μάσκας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Strong, η ιογενής πανδημία οδηγεί και σε μια επιδημία φόβου και καχυποψίας.[11][12] Ο κάθε Άλλος μετατρέπεται σε μια πιθανή απειλή και ακόμα και τα αγαπημένα μας πρόσωπα αντιμετωπίζονται ως πιθανοί μολυντές. Οι ίδιοι επίσης καλούμαστε να επιφορτιστούμε με τύψεις αν αντικρύσουμε οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο, συμμετέχοντας στο παιχνίδι της ανευθυνότητας που έχει στηθεί. Δημιουγείται ένα άλυτο δίλημμα ανάμεσα στο να μη δεις ποτέ ξανά τους ευπαθείς γνωστούς σου και να μείνουν ασφαλείς και στο να τους επισκεφθείς με τον κίνδυνο πρόκλησης μιας δυνητικά θανάσιμης μόλυνσης. Έτσι, η πανδημία ως φαινόμενο έρχεται να υποσκάψει τον ίδιο τον πυρήνα των ανθρώπινων κοινωνιών, την ανθρώπινη επαφή, και αντιπροτείνει την αποστειρωμένη και απομακρυσμένη διαδικτυακή επαφή του homo antisepticus. Στη θέση της αυθόρμητης ανθρώπινης επαφής μπαίνει ο ψυχρός διανοητικός υπολογισμός πιθανοτήτων νόσησης, αν θα κάνουμε χειρονομία ή πόσο κοντά θα μιλάμε. Στη θέση των συναισθημάτων και των άπειρων εξωλεκτικών στοιχείων επικοινωνίας που εκφράζονται μέσω του προσώπου μπαίνει το απρόσωπο στοιχείο της μάσκας.

Κατά συνέπεια των παραπάνω, παρατηρούμε μια διάβρωση στο οτιδήποτε μέχρι τώρα συνιστούσε το κατεξοχήν ανθρώπινο στοιχείο και τη μετάβαση σε μια εποχή ξεχωριστών και απομονωμένων υπάρξεων, καθεμία από τις οποίες αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως μια συνθήκη από την οποία πρέπει να προστατευθεί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή των ανθρώπινων σχέσεωνκαι την επικράτηση της εργαλειακής χρήσης των άλλων αποκλειστικά για συγκεκριμένους και εγωιστικούς σκοπούς. Η αποεπένδυση των ανθρώπινων σχέσεων από το αναγκαίο και απαραίτητο συναίσθημα και η εργαλειοποίηση τους ανοίγει το δρόμο για τη διάπραξη οποιασδήποτε βαρβαρότητας. Είναι γνωστό άλλωστε από την Ιστορία πως των πιο αποτρόπαιων εγκλημάτων προηγείται η υποβάθμιση των θυμάτων από τη βαθμίδα του ανθρώπου σε κάτι υποδεέστερο. Βλέπε την υποβίβαση των Ινδιάνων σε πρωτόγονους, των Βιετκόγκ σε κιτρινιάρηδες και των Εβραίων σε κατώτερη των Γερμανών φυλή. Κάπως έτσι προέκυψε και το ναζιστικό πρόγραμμα ευθανασίας Τ4 (Aktion T4), η μαζική δηλαδή δολοφονία 300.000 ανθρώπων, ανθρώπων που το καθεστώς έκρινε ότι “οι ζωές τους δεν άξιζαν να βιωθούν” (“lebensunwertes Leben”).[13] Ας θυμηθούμε εδώ και ένα άλλο πρόσφατο περιστάτικο, αυτό της μαζικής δολοφονίας 17 εκατομμυρίων μινκ στη Δανία, χωρίς να έχει αποδειχθεί καν η μετάδοση της ασθένειας από τα μινκ στον άνθρωπο, βασιζόμενοι στις απλές εικασίες κάποιων “ειδικών”.[14] Αξίζει επιπλέον να αναλογιστούμε τι θα μπορούσε να συμβεί αν κάποιοι άνθρωποι με ένα πιθάνο μεταλλαγμένο, πολύ μεταδοτικό στέλεχος, έπεφταν στα χέρια κάποιων αντίστοιχων παρανοϊκών ανθρώπων.

Εξίσου απαράδεκτο επιστημονικά είναι το γεγονός ότι οι νέες μεταλλάξεις του ιού χρησιμοποιούνται, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί η επικινδυνότητά τους επαρκώς, ως πρόφαση για την αυστηροποίηση και παράταση των lockdown, όπως έγινε πρόσφατα στην Αυστρία με αφορμή το στέλεχος Β117 το οποίο, όπως φαίνεται από τις μέχρι τώρα αναλύσεις, έχει ακόμα μικρότερη θνητότητα. Αυτό αποτελεί άλλωστε μια επιχειρηματολογία με πολύ επικίνδυνες δυνητικές συνέπειες, καθώς η γνωστή εδώ και δεκαετίες αυξημένη τάση των κορονοϊών να μεταλλάσσονται συχνά ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί για τον αναίτιο εγκλωβισμό της ανθρωπότητας σε αυτό το φαύλο κύκλο.

Φόβος και άλλες μέθοδοι χειραγώγησης

Αν ανατρέξει κανείς σε βιβλία που αναλύουν τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για τον έλεγχο του μυαλού στη ναζιστική Γερμανία, στη βόρειο Κορέα και κατά τον Ψυχρό πόλεμο, μπορεί να αντλήσει σημαντικά συμπεράσματα ψυχολογικής φύσης. Οι περισσότερες από αυτές τις αναλύσεις και μελέτες έγιναν σε φυλακισμένους στρατοπέδων συγκέντρωσης ή POWs(prisoners of war), ωστόσο τα συμπεράσματα που μπορεί να αντλήσει κανείς έχουν αξία ακόμα και σήμερα, καθώς τα περισσότερα βασίζονται σε θεμελιώδεις ψυχολογικούς μηχανισμούς που ενυπάρχουν στο ανθρώπινο ον.

Αναλύοντας για παράδειγμα τη ρητορική των κυβερνήσεων και των ειδικών στην εποχή της πανδημίας, διαπιστώνει κανείς εύκολα ότι αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση των κρατικών φορέων ως πατρικές φιγούρες που αναλαμβάνουν να πείσουν τους υπηκόους-παιδιά να ακολουθήσουν τα όσα λένε, όχι με βάση τη λογική αλλά με βάση ασυνείδητους συναισθηματικούς μηχανισμούς. Χρησιμοποιώντας ως μοντέλο τη σχέση εξάρτησης των παιδιών από τους γονείς, το κράτος απευθύνεται στους πολίτες σαν να επρόκειτο για μωρά, μαθαίνοντάς τους ξανά από την αρχή πώς να συμπεριφέρονται, πως να καθαρίζουν τα χέρια τους, πώς να πλένονται, να είναι υπάκουοι και πειθήνιοι. Μόνο υπό αυτό το πρίσμα μπορούν να ιδωθούν το παιχνίδι της επίκλησης στην υπευθυνότητα των πολιτών καθώς και οι επιπλήξεις και οι τιμωρίες που ακολουθούν όταν υποτίθεται πως παραβιάστηκαν οι οδηγίες. Ταυτόχρονα, η συνεχής επανάληψη των κρατικών εντολών ενισχύει στα άτομα το αίσθημα ενοχής, παιδικότητας και ντροπής. Η δημιουργία κλίματος φόβου σκοπό έχει την προώθηση της όλο και μεγαλύτερης συμμόρφωσης. Και όσο περισσότερος φόβος υπάρχει σε μια κοινωνία, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη υπάρχει για επινόηση εσωτερικών αποδιοπομπαίων τράγων και εξωτερικών εχθρών. Η εσωτερική σύγχυση ψάχνει δίοδο αποφόρτισης σε εξωτερικούς πολέμους.

Η επίκληση της κρατικής ηγεσίας σε “κοινό αγώνα” και κοινή προσπάθεια για την νίκη απέναντι στον κορωνοϊό αποτελεί κλασσική μεθόδευση απολυταρχικών καθεστώτων για ένωση κάτω από ένα “μεγάλο σκοπό” ή μια “μεγάλη ιδέα”. Άσχετα με το αν ο εκάστοτε σκοπός αποτελεί τον πραγματικό σκοπό ή απλά ένα δούρειο ίππο. Οι δημαγωγοί, εκμεταλλευόμενοι τις ασυνείδητες υποτακτικές τάσεις των ανθρώπων και φέρνοντας όλα τα αγελαία ένστικτα στην επιφάνεια, κατορθώνουν με μαεστρία και μεθόδους ψυχολογίας της μάζας να συντονίζουν το πλήθος στην κατεύθυνση που επιθυμούν. Οι πολίτες με τη σειρά τους, μέσω μιας παλινδρόμησης σε νηπιακό στάδιο, καλούνται να απωλέσουν το εγώ τους, την προσωπικότητά τους, την ικανότητά τους για σκέψη και κρίση, και να μεταμορφωθούν σε άβουλα, αυτοματοποιημένα, πειθαρχημένα όντα, έτοιμα να κάνουν οτιδήποτε τους διατάξουν, αναμένοντας και προσμένοντας τη σωτηρία από τον παντοδύναμο “πατέρα”. Η παλινδρόμηση αυτή άλλωστε έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή σε πιο πρωτόγονα και κατώτερα μοτίβα σκέψης, στα οποία η λογική δεν κατέχει την πρώτη θέση.

Κοινωνία της διακινδύνευσης και κοινωνία ελέγχου

Πολύ διαφωτιστικό για την κατανόηση των όσων συμβαίνουν σήμερα είναι το έργο του Γερμανού κοινωνιολόγου Ulrich Beck.[15][16] Στον απόηχο της καταστροφής του Τσέρνομπιλ, ο Beck εξέδωσε το 1986 το βιβλίο “Risikogesellschaft – Auf dem Weg in eine andere Moderne” το οποίο κυκλοφόρησε και στα Αγγλικά το 1992 με τον τίτλο “Risk Society: Towards a New Modernity”. Ο Beck βλέποντας πως κοινός παρονομαστής της εποχής είναι η παρουσία μεγάλων σε κλίμακα απειλών σε πλανητικό επίπεδο, εισάγει την έννοια “κοινωνία της διακινδύνευσης” (risk society).

Ως κοινωνία της διακινδύνευσης «χαρακτηρίζεται μια φάση εξέλιξης της σύγχρονης κοινωνίας, στην οποία οι κοινωνικές, πολιτικές, οικολογικές και ατομικές διακινδυνεύσεις που προκαλούνται από τη δυναμική της ανανέωσης ξεφεύγουν όλο και περισσότερο από τους θεσμούς ελέγχου και εξασφάλισης που είχε δημιουργήσει η βιομηχανική κοινωνία» (Beck 1992). «Η καταστροφή της φύσης γίνεται κινητήρια δύναμη της κοινωνίας», διότι – σε αντίθεση προς τον κίνδυνο (Gefahr) – η διακινδύνευση (Risiko) δεν είναι τοπικά περιορίσιμη, δεν μπορεί να καταλογισθεί σε συγκεκριμένα άτομα και δεν αποτελεί αντικείμενο ασφάλισης. Οι διακινδυνεύσεις είναι πλέον τεράστιες και δεν μπορούν ούτε να αντιμετωπισθούν ούτε να αντισταθμισθούν αποτελεσματικά. Σε μια κατάσταση, όπου τα μέτωπα αντιπαράθεσης και τα κοινωνικά συμφέροντα είναι ιδιαίτερα ρευστά, διαπιστώνεται ένα είδος πολέμου όλων εναντίον όλων και η κοινωνία δημιουργεί ανέξελεγκτες «δυναμικές αυτοκαταστροφής».[17]

Στο μεταγενέστερο έργο του, “Living in the world risk society” (2006), o Beck αναφέρει ότι η έννοια της διακινδύνευσης σημαίνει την αναμονή μιας καταστροφής: οι κοινωνίες της διακινδύνευσης χαρακτηρίζονται από την αναμονή καταστροφών σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι κίνδυνοι αυτοί έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά.

Πρώτον, παγκοσμιότητα (globalisation). Οι κίνδυνοι δηλαδή δεν περιορίζονται σε στενά γεωγραφικά όρια αλλά αφορούν το σύνολο της ανθρωπότητας. Συνέπεια αυτού είναι ότι ο ρόλος του κράτους υποβαθμίζεται και η έννοια της κρατικής πολιτικής αντικαθίσταται απο τον κοσμοπολιτισμό (cosmopolitanism). Το κεφάλαιο έχει παγκόσμιο χαρακτήρα και απειλεί την ύπαρξη του έθνους-κράτους. Ιδιαίτερα τώρα στην εποχή του κορωνοϊού, παρατηρούμε όλο και πιο έντονα ότι οι πολιτικές που ακολουθούνται είναι σχεδόν ίδιες σε όλα τα κράτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το lockdown, με το οποίο αυτό που ουσιαστικά επιτυγχάνεται είναι η καταστροφή των μικρομεσαίων επιχείρησεων σε όλες τις χώρες και η μετάβαση του καπιταλισμού σε ολιγομονοπωλιακή φάση.

Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ο ανυπολόγιστος χαρακτήρας των συνεπειών αυτών των κινδύνων (incalculableness) και η αδυναμία αντιστάθμισής τους (non-compensatibility). Βλέπουμε ότι μια καταστροφή σε ένα σημείο του πλανήτη μπορεί να προκαλέσει προβλήματα σε πολλές άλλες πτυχές του περιβάλλοντος και της κοινωνίας, και ότι πολλοί από τους κινδύνους της σύγχρονης εποχής είναι μη αναστρέψιμοι, όπως για παράδειγμα ο κίνδυνος πυρηνικής καταστροφής.

Τρίτο, η μακρά χρονική διάρκεια υπό την έννοια ότι οι συνέπειες των σύγχρονων κινδύνων δεν μπορούν να προσδιοριστούν χρονικά, και, τέταρτο, η αδυναμία απόδοσης ευθυνών για τη γένεση και τις επιπτώσεις τους.

Ενα άλλο χαρακτηριστικό της κοινωνίας της διακινδύνευσης στο οποίο θα σταθούμε είναι ο υψηλός βαθμός ατομικοποίησης (individualization). Ο Beck την έχει ορίσει ως την αποσύνθεση των βεβαιοτήτων της βιομηχανικής κοινωνίας, καθώς και την ανάγκη εύρεσης νέων βεβαιοτήτων για τον καθένα. Η ατομικοποίηση όμως, έχει παραδόξως και μια άλλη αρνητική πλευρά. Υποβάλλει τους ανθρώπους σε πολύ μεγαλύτερο εξωτερικό έλεγχο σε σύγκριση με το παρελθόν και επίσης σε μεγάλο βαθμό προωθεί την τυποποίηση-ομοιομορφία (standardization), δηλαδή την εξάλειψη των διαφορών μεταξύ των ατόμων. Έτσι, στις καραντίνες, τα άτομα, αν και απομονωμένα, έχουν μετατραπεί σε μαζάνθρωπους δίχως να το καταλάβουν. Η καθήλωση του κάθε ατόμου στο σπίτι του, εχει κάνει πιο έντονη από ποτέ την εμφάνιση του μαζικώς παραγόμενου ερημίτη ως νέα μορφή ανθρώπου. Ανθρώπων πανομοιότυπων αν και απομονωμένων ο ένας από τον άλλο. Kάθε οικονομικό σύστημα συνοδεύεται από μια αντίστοιχη με τις ανάγκες του οργάνωση του ανθρώπινου δυναμικού και μια αντίστοιχη χωροταξία. Έτσι, η σύγχρονη μορφή οργάνωσης της παραγωγής, που θα έχει ως βάση της την απομονωμένη ανθρώπινη μονάδα, στοιβαγμένη στις μοντέρνες αστικές μεγαλουπόλεις -όπως αποδεικνύει η τάση επέκτασης της εργασίας από το σπίτι-, προωθεί με τη σειρά της την περαιτέρω απομόνωση για τη διευκόλυνση των σκοπών της.

Οι άνθρωποι καταναλώνουν πανομοιότυπες ειδήσεις από το Ίντερνετ και την τηλεόραση. Η εκλεκτική παρουσίαση συγκεκριμένων γεγονότων και η σκόπιμη απόκρυψη άλλων σε μαζική κλίμακα έχει ως αποτέλεσμα όλοι να καταναλώνουν σχεδόν το ίδιο “προιόν”, το ίδιο γεγονός, χωρίς να το βιώνουν οι ίδιοι, και να παράγουν μια απόκριση, μια γνώμη, την οποία παρουσιάζουν ως δική τους, προϊόν ελεύθερης κρίσης, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι στην πραγματικότητα, με αυτό τον παθητικό τρόπο, απλά συμβάλλουν στην παραγωγή του μαζοποιημένου ανθρώπου από τον ίδιο τους τον εαυτό. Για να καταφέρει κανείς στις μέρες μας να σχηματίσει μια αυθεντικά δική του γνώμη πρέπει δυστυχώς να ψάξει πολύ μόνος του και να βαδίσει δρόμους πολύ λίγο περπατημένους. Πρέπει να κάνει τη δικιά του επίπονη έρευνα η οποία θα του κοστίσει χρόνο και ενέργεια.

“when a phantom becomes real, reality becomes phantom-like”

Gunther Anders

Τα ειδησεογραφικά site του internet, η τηλεόραση και τα social media, αφού καταφέρουν να μας καταστήσουν παθητικούς δέκτες, μας μεταφέρουν την εικόνα του έξω κόσμου μέσα στο σπίτι. Μέσα από την οθόνη βλέπουμε εικόνες για τον κορωνοϊό από την Ιταλία ή τη Βραζιλία. Με μια αντιστροφή εννοιών, το μακρινό έρχεται κοντά, ενώ το κοντινό γίνεται μακρινό. Δεν γνωρίζουμε πλέον τι γίνεται έξω από το σπίτι μας, ενώ ξέρουμε για την άλλη άκρη του κόσμου. Η πραγματικότητα έχει λοιπόν υποκατασταθεί πλήρως από την εικονική πραγματικότητα. Αντίστοιχα, με μια άλλη αντιστροφή εννοιών, η επιχείρηση εμβολιασμού που στην ουσία συμβάλλει στην καθηλωσή μας στα σπίτια-μοντέρνα κελιά έχει ονομαστεί με έναν οργουελικό τρόπο “Επιχείρηση Ελευθερία”.

“The struggle for definition is veritably the struggle for life itself. In the typical Western two men fight desperately for the possession of a gun that has been thrown to the ground: whoever reaches the weapon first shoots and lives; his adversary is shot and dies. In ordinary life, the struggle is not for guns but for words; whoever first defines the situation is the victor; his adversary, the victim. For example, in the family, husband and wife, mother and child do not get along; who defines whom as troublesome or mentally sick?…[the one] who first seizes the word imposes reality on the other; [the one] who defines thus dominates and lives; and [the one] who is defined is subjugated and may be killed.”

Thomas Szasz

Η καθιέρωση των απογευματινών δελτίων σε καθημερινή βάση έχει ως αποτέλεσμα το μονοπώλιο του λόγου, καθιστώντας τους θεατές-απομονωμένους μαζάνθρωπους απλούς δέκτες, στερημένους από την ικανότητα του λόγου. Όπως λέει και ο Αμερικανός ψυχίατρος Szasz: “Στο ζωικό βασίλειο, ο κανόνας είναι, φάε ή θα σε φάνε. Στο ανθρώπινο βασίλειο, όρισε ή θα σε ορίσουν”. Με αυτό εννοείται το παιχνίδι των εννοιών το οποίο είναι καθοριστικότατο στην εποχή μας. Όποιος κατέχει τις έννοιες και τον ορισμό τους, αυτός έχει και την εξουσία. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι ο πόλεμος που διεξάγεται είναι σε σημαντικό βαθμό πόλεμος λέξεων. Και αυτό διότι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε έχουν σημασία, καθορίζουν τις σκέψεις που κάνουμε. Εκπαιδευτήκαμε σιγά σιγά στις έννοιες “ανοσία της αγέλης”, “κρούσματα”, “ασυμπτωματικοί φορείς”, “απαγόρευση συναθροίσεων”, “άδεια κυκλοφορίας”, “health pass”, και συνηθίσαμε στον τρόπο θέασης της πραγματικότητας μέσα από αυτό το παραμορφωτικό πρίσμα. Όποιος πλέον μιλήσει με άλλο πλαίσιο εννοιών, είναι στην καλύτερη περίπτωση ψεκασμένος αφού διαφωνεί με την συναινετική πραγματικότητα (consensus reality). Έτσι, η πλειονότητα των ανθρώπων που έχουν υπνωτιστεί στην ερμηνεία της πραγματικότητας με το καθεστωτικό μοντέλο, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, λειτουργούν ως θεματοφύλακες και υπερασπιστές της ρητορικής που υιοθέτησε το Κράτος και το Κεφάλαιο σε αυτή τη συγκυρία για να προωθήσουν την ατζέντα τους. Όπως αναφέρει και ο Μαρξ, “στην γραφειοκρατία, η σύμπτωση του κρατικού συμφέροντος και των ιδιαίτερων ατομικών υποθέσεων δομείται με τέτοιο τρόπο ώστε το κρατικό συμφέρον γίνεται μια ιδιαίτερη ατομική υπόθεση πάνω από τις άλλες ατομικές υποθέσεις”.

Βλέπουμε τον κόσμο μόνο μέσα από το σπίτι μας. Τα γεγονότα πλέον έρχονται σε εμάς όπως το βουνό πάει στον Μωάμεθ, δεν πάμε εμείς σε αυτά. Αρκεί κανείς να ανοίξει το δέκτη του και τα γεγονότα που έχουν επιλεχθεί να αντιπροσωπεύουν την “πραγματικότητα” τον περιμένουν ώστε να τα καταναλώσει από το ρόλο του θεατή. Ερχόμαστε έτσι στο παράδοξο συμπέρασμα πως αρκεί να κλείσουμε την πόρτα πίσω μας και να ανοίξουμε την οθόνη προκειμένου να δούμε τον εξωτερικό κόσμο σαν εικόνα, σαν θέαμα, μέσα από τα μάτια “ειδικών” και δημοσιογράφων, ενώ τα πραγματικά μάτια μας είναι αδύναμα να αντιληφθούν την πραγματικότητα όταν βρισκόμαστε “εκεί έξω”.

Όντας σε μια κατάσταση συνεχούς σοκ, όπως περιγράφει η Ναόμι Κλάιν, είμαστε ανίκανοι να αντιδράσουμε σε οτιδήποτε. Με αυτό τον τρόπο, η ζωή στο σύνολό της μοιάζει να έχει παγώσει και ο άνθρωπος ασχολείται με την καθημερινή του επιβίωση, απορροφημένος σε ένα συνεχές και αιώνιο παρόν, μετατρεπόμενος σε άχρονο και ανιστορικό ον.

Με αφορμή το έργο ενός άλλου σπουδαίου φιλοσόφου, του Deleuze, και κυρίως το έργο του “Postscript on the societies of control”[18], μπορούμε να αντλήσουμε κάποιους επιπλέον παραλληλισμούς και συμπεράσματα.

Κατά τον Deleuze, όλα τα περιβάλλοντα εγκλεισμού περνούν κρίση και βρίσκονται στη φάση πλήρους αποδόμησής τους. Η κυριότερη διαφορά των κοινωνιών της πειθάρχησης που αναλύει ο Foucault στο “Επιτήρηση και τιμωρία: Η Γέννηση της φυλακής” από τις κοινωνίες του ελέγχου, είναι ότι αυτός ο έλεγχος πλέον δεν περιορίζεται σε κλειστά περιβάλλοντα, αλλά αφορά και τα ανοιχτά περιβάλλοντα. Ο έλεγχος και η επιτήρηση περνούν πλέον και στο ανοιχτό περιβάλλον και ενσωματώνουν τις τεχνολογικές εξελίξεις των μετανεωτερικών κοινωνιών. Παράλληλα, ο έλεγχος συνιστά ένα συνεχές (Deleuze, 1992). Είναι μια αέναη διαδικασία, που αφορά όλες τις πτυχές της καθημερινότητας και χαρακτηρίζεται από τον «αόρατο» χαρακτήρα της τεχνολογίας.[19]

Στις κοινωνίες του ελέγχου κατά τον Deleuze κυριαρχούν οι κώδικες. Οι κώδικες είναι μια ψηφιακή γλώσσα που εξασφαλίζει -ή όχι- την πρόσβαση σε πληροφορίες. Προκείμενου το υποκείμενο να έχει πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες της καθημερινής ζωής, πρέπει να «πιστοποιεί» την ταυτότητά του, άρα την ύπαρξή του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι πιστωτικές κάρτες, οι διάφοροι κωδικοί πρόσβασης σε ηλεκτρονικές υπηρεσίες κτλ. Πλέον το εμβόλιο με το αντίστοιχο ψηφιακό πιστοποιητικό που θα το συνοδεύει και το γνωστό σε όλους health pass θα λειτουργεί και αυτό με τον ίδιο τρόπο καθώς θα καθορίζει ποιός θα μπορεί να ταξιδεύει, να συμμετέχει σε πολιτιστικές δραστηριότητες, ή και να δουλεύει ακόμα.

Όλοι αναρωτιούνται ποιός μπορεί να κερδίζει από την παρούσα κατάσταση. Οι μεγάλοι ωφελούμενοι από τις καραντίνες λοιπόν είναι ξεκάθαρα το μεγάλο κεφάλαιο που δραστηριοποείται στο διαδικτυακό χώρο καθώς και η Big Pharma. Θα σταθούμε προς το παρόν στους πρώτους κερδισμένους. Με την τεχνολογία των cookies και την ικανότητα διαχείρισης big data, ο απομονωμένος άνθρωπος του σήμερα, μετατρέπεται χωρίς να το αντιλαμβάνεται σε έναν εξατομικευμένο στόχο digital marketing. Γίνεται μια απλή επιθυμητική μηχανή και οι διάφορες εταιρείες αναλαμβάνουν να αποκωδικοποιήσουν τις επιθυμίες του από τα δεδομένα που απλόχερα και δωρεάν τους παρέχουμε. Κάθε σχέση εμπορευματοποιείται μετατρεπόμενη σε κεφάλαιο και αυτό είναι που αποδεικνύουν τα τεράστια κέρδη των εταιρειών social media εν μέσω πανδημίας. Η οποιαδήποτε δραστηριότητα μας, η οποιαδήποτε σχέση μας στον ψηφιακό χώρο κεφαλαιοποιείται και μετατρέπεται σε κέρδος. Μετατρεπόμαστε αθελά μας στον τέλειο καταναλωτή που ζητάει το σύστημα. Μετά την δουλειά επιστρέφουμε στο ελεγχόμενο περιβάλλον του σπιτιού προκειμένου να καταναλώσουμε στο διαδίκτυο, κατά μόνας, τα τυποποιημένα μαζικά προϊόντα που μας πλασάρονται. Καταναλώνουμε εικονικά, συνευρισκόμαστε εικονικά, διαμαρτυρόμαστε εικονικά. Παράλληλα με το δίκτυο του πραγματικού κόσμου, έχει δομηθεί και ένα εικονικό, το οποίο όμως καθορίζει εξίσου, αν όχι παραπάνω, τα πράγματα. Δεν συμμετέχουμε πλέον στον κόσμο αλλά αντίθετα έχουμε χαθεί στην εικόνα, στο θέαμα, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι. Μέσω του μονοπωλίου της παρεχόμενης πληροφορίας, έχουμε φτάσει στο σημείο η δημιουργημένη εικόνα, το θέαμα, να αντικειμενοποιείται και να προσπαθεί να επιβάλλει στην πραγματικότητα το πως πρέπει να είναι, να την αναγκάζει να προσαρμοστεί σε αυτήν και να την αντιγράψει.

Κατάσταση εξαίρεσης

Κοινό στοιχείο της πολιτικής των περισσότερων κρατών το έτος που πέρασε είναι η εγκαθίδρυση κατάστασης εξαίρεσης. Είναι ολοφάνερη στην παρούσα φάση η συγκέντρωση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας από την κυβέρνηση και ταυτόχρονα η απουσία οποιουδήποτε ελέγχου από την δικαστική εξουσία. Και είναι ακριβώς αυτό το στοιχείο το οποίο επέτρεψε να συμβεί τόσο μεγάλη περιστολή των ελευθεριών των πολιτών σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Αλλά ας κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Η έννοια “κατάσταση εξαίρεσης” χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από το Γερμανό φιλόσοφο Carl Schmitt στις αρχές της δεκαετίας του 1920 για να περιγράψει την κατάσταση εκείνη κατά την οποία ο κυρίαρχος υπερβαίνει το νόμο στο όνομα του δημόσιου συμφέροντος. Ο Schmitt είπε οτι κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, άρα η εξουσία του εδράζεται στην εξαίρεση.[20]

Ήδη από τα ρωμαϊκά χρόνια περιγράφεται ο όρος iustitium στο ρωμαϊκό δίκαιο ο οποίος ισοδυναμεί με ανακήρυξη κατάστασης επείγοντος με αφορμή το θάνατο του αυτοκράτορα ή σε περίπτωση εισβολής. Πρώτη επίκληση iustitium έγινε το 465 π.Χ. όταν πανικός κυρίευσε τη Ρώμη λόγω διάδοσης ψευδούς πληροφορίας περί επικείμενης εισβολής από τους Αικούους.[21]

Ο Agamben αναφέρει πως ο όρος ius-titium (δικαιοστάσιο) -που συντίθεται κατ’αναλογίαν ακριβώς προς τον όρο sol-stitium (ηλιοστάσιο)- σημαίνει κυριολεκτικά τη «διακοπή», την «αναστολή του ius, της έννομης τάξης». Οι ρωμαίοι γραμματικοί εξηγούν τον όρο ως εξής: «Όταν ο νόμος φτάνει σε ένα σημείο στάσης, όπως ακριβώς ο ήλιος κατά το ηλιοστάσιό του». Έτσι, το iustitium δεν ήταν τόσο αναστολή στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης, όσο αναστολή του ίδιου του νόμου. Εάν θέλουμε να συλλάβουμε τη φύση και τη δομή της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, θα πρέπει πρώτα να καταλάβουμε την παραδοξότητα αυτού του δικαιικού θεσμού ο οποίος αποσκοπεί απλούστατα στη δημιουργία ενός νομικού κενού, στην κατασκευή ενός χώρου πλήρως απαλλαγμένου από “ius”.[21]

Όμοια με το iustitium της ρωμαϊκής εποχής, σύμφωνα με τον Agamben, το ίδιο παρατηρούμε στο παράδειγμα του Χίτλερ, ο οποίος ευθύς μόλις κατέλαβε την εξουσία, εξέδωσε στις 28 Φεβρουαρίου του 1933 το «Διάταγμα για την προστασία του λαού και του κράτους», με το οποίο ανέστειλε τα άρθρα του Συντάγματος της Βαϊμάρης που αφορούσαν τις ατομικές ελευθερίες. Το διάταγμα δεν ανακλήθηκε ποτέ, με αποτέλεσμα σε όλη τη διάρκεια του Γ΄ Ράιχ, η Γερμανία να τελεί από νομικής άποψης σε κατάσταση εξαίρεσης που διήρκεσε δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Πρέπει εδώ να κάνουμε μια παρένθεση και να επισημάνουμε πως η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης δεν συνεπάγεται τη δημιουργία μιας καινούργιας αρχής, παρά μόνο τη δημιουργία μιας ζώνης ανομίας όπου όλοι οι νομικοί καθορισμοί απενεργοποιούνται. Από αυτή την άποψη, και αντίθετα με τη στερεότυπη αντίληψη, ούτε ο Χίτλερ ούτε ο Μουσολίνι μπορούν τεχνικά να οριστούν ως δικτάτορες. Ο Χίτλερ μάλιστα ήταν καγκελάριος του Ράιχ, διορισμένος νόμιμα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Εκείνο που χαρακτηρίζει το ναζιστικό καθεστώς, και το καθιστά ένα τόσο επικίνδυνο πρότυπο, είναι ότι επέτρεψε τη διατήρηση του Συντάγματος της Βαιμάρης, ενώ, παράλληλα, του προσέθεσε μια δεύτερη και νομικά μη τυποποιημένη δομή, η οποία δεν θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στην πρώτη χωρίς τη συνδρομή μιας γενικευμένης κατάστασης εκτάκτου ανάγκης.[Agamben, 2006]

Βλέπουμε λοιπόν την τάση της εξουσίας να μετατρέπει την κατάσταση εξαίρεσης σε μόνιμη πρακτική διακυβέρνησης. Επειδή μπόρεσαν να συμβούν όλα αυτά στην πράξη, φτάσαμε σήμερα σε μια διάχυση της κατάστασης εξαίρεσης στο επίπεδο του πλανήτη και επομένως δεν χρειάζεται πια να κηρυχθεί επίσημα ως τέτοια. Πρόκειται για ένα είδος ακήρυχτου παγκόσμιου πολέμου, όπου τα κράτη δικαίου αντικαθίστανται από την φυσιοκρατική αντίληψη του κράτους της ασφάλειας (Security State).[22]

Το καθεστώς εξαίρεσης έγινε ο νέος “φυσιολογικός” τρόπος διακυβέρνησης. Ενώ αρχικά χρησιμοποιούνταν ως ένα προσωρινό μέτρο για να αντιμετωπιστεί ένα έκτακτο συμβάν, τελικά αναβαθμίστηκε σε κανόνα και μόνιμη τεχνική διακυβέρνησης και έγινε, μέσω της δύναμης της συνήθειας, αποδεκτό από τους πολίτες. Ακόμα, στην κατάσταση εξαίρεσης δεν μπορεί να υπάρξει καταλογισμός ευθυνών εφόσον όσα γίνονται δεν αντιτίθενται σε κάποιο νομικό πλαίσιο και κατά συνέπεια κανείς δεν είναι υπόλογος για οτιδήποτε.

Την έννοια της κατάστασης εξαίρεσης και του security state την είδαμε στην πλήρη εφαρμογή της στις ΗΠΑ το 2001 όπου o τότε Πρόεδρος Μπους εξέδωσε την περίφημη στρατιωτική διαταγή σύμφωνα με την οποία οι μη-πολίτες (non-citizens) που ήταν ύποπτοι για τρομοκρατική δραστηριότητα υπάγονταν σε ειδική δικαιοδοσία που περιελάμβανε την «αόριστη κράτηση» (indefinite detention) και τα στρατοδικεία. Η Πατριωτική Νομοθετική Πράξη της 26ης Οκτωβρίου 2001 εξουσιοδοτεί τον Γενικό Εισαγγελέα να θέτει υπό κράτηση όποιον αλλοδαπό κρίνεται ύποπτος ότι εκθέτει την εθνική ασφάλεια σε κίνδυνο. Ωστόσο, θα έπρεπε μέσα σε εφτά μέρες ο κρατούμενος αυτός είτε να απελαθεί είτε να του απαγγελθούν κατηγορίες για παραβίαση του μεταναστευτικού νόμου ή για κάποιο άλλο έγκλημα. Η καινοτομία του διατάγματος Μπους ήταν πως απογύμνωνε τα άτομα αυτά από κάθε νομική υπόσταση και παρήγαγε ως εκ τούτου οντότητες τις οποίες ο νόμος δεν μπορούσε να κατονομάσει ή να ταξινομήσει, υποκείμενα που υπάγονται σε μια καθαρή de facto κυριαρχία, αιχμάλωτοι σε μια κατάσταση η οποία εξαιρείται από κάθε έλεγχο.[Αγκαμπεν,2006].

Την περίοδο που περιγράψαμε παραπάνω χρησιμοποιείται η έννοια του “Αόρατου εχθρού” για να δικαιολογήσει τα μέτρα αυτά στις ΗΠΑ καθώς και πλήθος ιμπεριαλιστικών πολέμων που ακολούθησαν έκτοτε στο όνομα της πάταξης της τρομοκρατίας. Με την ίδια ακριβώς λογική παρατηρούμε να ξεδιπλώνεται η ρητορική για τον κορωνοϊό σε παγκόσμιο πλέον επίπεδο.

Ο λόγος στην οικονομία

Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο πολιτικοί στη χώρα μας όσο και άλλου, κάνουν επίκληση της έννοιας του “αόρατου εχθρού” για να δικαιολογήσουν την πολιτική που ακολουθείται. Και τώρα, όπως και τότε, βλέπουμε ότι η ανάγκη του κεφαλαίου για αναδιάρθρωση και νέα “πρωταρχική συσσώρεση” δεν μπορεί παρά να επικαλεστεί την ύπαρξη ένος κινδύνου, ενός επείγοντος, προκειμένου να συνεχίσει να καταδυναστεύει την ολοένα φτωχότερη και ολοένα μεγαλύτερη εργατική μάζα.

Ο Αgamben αναφέρει χαρακτηριστικά: «Θα αφήσουμε να συμβούν καταστροφές, αναταραχές, ή και θα βοηθήσουμε να συμβούν, επειδή αυτό θα μας επιτρέψει να παρέμβουμε και να τις διακυβερνήσουμε προς τη σωστή κατεύθυνση»[κατάσταση εξαίρεσης, 2011]. Αξίζει να σημειωθεί πως στην Αγγλική ιστορία περιγράφονται και καταστάσεις εξαίρεσης που έχουν προσπαθήσει να επηβληθούν με έναν επινοημένο λόγο, και ο όρος για αυτό είναι “fancied emergency”. Παίρνοντας αφορμή από το παραπάνω, θα μπορούσαμε να πούμε λοιπόν πως ακόμα και αν ο κορωνοϊός δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί. Και αυτό διότι εξυπηρετεί την εξέλιξη του καπιταλισμού στην παρούσα φάση του. Είναι γνωστό πως το κεφάλαιο θα κάνει ότι χρειαστεί προκειμένου να συνεχίσει την επέκτασή του. Σε περίοδους κρίσης έχουν περιγραφεί εκτενώς στη βιβλιογραφία περιπτώσεις όπου το κεφάλαιο προβαίνει σε πολέμους και καταστροφή κεφαλαίου δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για αναδιανομή του πλούτου.

Οπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι μεγάλοι κερδισμένοι της κρίσης είναι η φαρμακοβιομηχανία και οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο. “Στα 11,4 τρισ. δολάρια εκτοξεύτηκε η περιουσία των πιο πλούσιων ανθρώπων του πλανήτη μέσα στο 2020, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 20% σε σχέση με το 2019, με τον κλάδο των Big Tech και του Διαδικτύου, όπως είναι ο Τζεφ Μπέζος (Amazon), ο Μπιλ Γκέιτς (Microsoft), ο Λάρι Πέιτζ (Google), o Λάρι Έλισον (Oracle) και ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ (Facebook) να αποτελούν τους μεγάλους κερδισμένους”.[23] Η πανδημία του κορωνοϊού στην ουσία αποτέλεσε τον καταλύτη που επιτάχυνε τους μετασχηματισμούς που θα συνέβαιναν ούτως ή άλλως στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού. Η οικειοποίηση και ο έλεγχος του ιστορικού χρόνου από τις κυβερνήσεις μέσω του ορισμού και της διαίρεσής του σε “κρίσιμες εβδομάδες” και “κρίσιμους μήνες” αποτελεί το έδαφος πάνω στο οποίο δικαιολογούνται οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού. Η αναδιάρθρωση αυτή περιλαμβάνει ακόμα μεγαλύτερη μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής, μαζική καταστροφή κεφαλαίου και ακραία φτωχοποίηση πληθυσμών. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά – δηλαδή η ανάδειξη ολιγάριθμων κολοσσών που υπερβαίνουν σε δύναμη τα περισσότερα κράτη και είναι σε θέση να κάνουν συμφωνίες μαζί τους, η καθήλωση τεράστιου ποσοστού του πληθυσμού σε ένα κατώτατο επίπεδο επιβίωσης, η όλο και μικρότερη κινητικότητα και δυνατότητα μετάβασης από τη μια τάξη στην άλλη σαν να επρόκειτο για κλειστές κάστες και η μετάβαση του μεγαλύτερου ποσοστού της εργασίας σε επίπεδο παροχής υπηρεσιών– συντείνουν στην άποψη ότι ο καπιταλισμός μεταπίπτει σε ένα νεοφεουδαρχικό μοντέλο οργάνωσης, γεγονός που έχει παρατηρηθεί από αναλυτές εδώ και αρκετά χρόνια.

Το πέρασμα μεγαλύτερου μέρους της αγοράς στη διαδικτυακή σφαίρα και η επιτηδευμένη συνέχιση περαιτέρω lockdown στόχο έχουν να εξαφανίσουν όλες τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και όσες δεν καταφέρουν να ακολουθήσουν την τεχνολογική εξέλιξη, ενώ θα επιβιώσουν μόνο οι μεγαλύτερες σε κάθε κλάδο. Ταυτόχρονα, η ανεργία θα αυξηθεί ακόμα παραπάνω και σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού θα βασίζεται για την επιβίωσή του στα πενιχρά επιδόματα που θα παρέχει το κράτος. Στο σημείο αυτό ας κάνουμε μια παρένθεση για όσους απόρησαν με την διατύπωση “επιτηδευμένη συνέχιση περαιτέρω lockdown”. Εχουν δηλαδή τα lockdown οικονομική σκοπιμότητα? Θέση αυτού του κειμένου είναι λοιπόν πως τα lockdown έχουν ξεκάθαρη οικονομική σκοπιμότητα στο πλαίσιο του οικονομικού πολέμου που διεξάγεται την εποχή που μιλάμε. ´Ισως μόνο το πρώτο να είχε κάποια υγειονομική σημασία με την έννοια του ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός ίσως αντιμετώπιζε κάτι πρωτόγνωρο. Δεν αποτελούν επίθεση κατά του ιού, αλλά, αντίθετα, επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου κατά των μικρομεσαίων, κυρίως, με αποτέλεσμα την εξαθλίωσή τους. Αυτό φαίνεται και από τους όλο και πιο ακραίους, αυθαίρετους περιορισμούς του ωραρίου κυκλοφορίας, που ουδεμία επιστημονική βάση έχουν.

Για όσους θέλουν να διαβάσουν παραπάνω για την αναγκαιότητα των lockdown από υγειονομικής άποψης, ας ανατρέξουν στις σημειώσεις που παρατίθενται, ξεκινώντας από τη σκανδαλώδη αποτυχία και αστοχία του περίφημου εκθετικού μοντέλου του Niel Ferguson που αποτέλεσε και αποτελεί ακόμα το επιχείρημα υπέρ lockdown, μέχρι αναλύσεις που αναδεικνύουν το ελάχιστο όφελος που προσφέρουν στην αντιμετώπιση της εξάπλωσης του ιού.[24][25][26][27]

Tι κάνουμε τώρα

Βρισκόμαστε λοιπόν εδώ και ένα χρόνο θεατές του κόσμου που καταρρέει μπροστά στα μάτια μας. Βομδαρδιζόμενοι καθημερινά από καινούργια μέτρα και καινούργιες οδηγίες, βρίσκουμε τους εαυτούς μας να είμαστε σαστισμένοι, σε κατάσταση σοκ ακόμα δυστυχώς. Αυτός είναι ο τρόπος της προπαγάνδας να κρατάει την προσοχή του απομονωμένου ακροατή αποσπασμένη από τα πραγματικά του προβλήματα, δέσμιος σε ένα άχρονο παρόν χωρίς μέλλον, χωρίς σκοπό. Η απλή βιολογική επιβίωση έχει γίνει αυτοσκοπός και χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την καθήλωση των μαζών. Οτιδήποτε παραπάνω, όπως η δημόσια παιδεία που σταδιακά καταστρέφεται ολοσχερώς, η καλλιέργεια, η συνεύρεση των ανθρώπων, καταλήγουν να θεωρούνται πολυτέλεια και να αποτελούν εικόνα από το παρελθόν. Οι περισσότεροι επιλέγουν το δρόμο της υπομονής και της παθητικότητας. Προκειμένου να αποφύγουν την πιθανότητα του τέλους της ζωής, όσο μικρή και αν είναι αυτή στην πραγματικότητα, είναι διατεθειμένοι να ζήσουν έναν τρόμο χωρίς τέλος. Χωρίς να θέλουμε να το κατακρίνουμε, είναι και αυτό ένας τρόπος άμυνας, ένας προστατευτικός μηχανισμός απέναντι στον κίνδυνο, κατά τον οποίο το άτομο ευελπιστεί “να περάσει και αυτό με τον καιρό”. Όχι χωρίς αντίτιμο βέβαια. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος παραμένει παθητικός και δεν παίρνει τη ζωή του στα χέρια του, αντιλαμβανόμενος ότι η ζοφερή κατάσταση την οποία ζει γίνεται κάτι μόνιμο, αρχίζει σταδιακά να βυθίζεται σε μια κατάσταση ύπαρξης η οποία χαρακτηρίζεται από μονοτονία, ελλειψη κατεύθυνσης, αίσθηση αναξιότητας κτλ. Αυτά οδηγούν με τη σειρά τους σε καταθλιπτική συμπτωματολογία και απάθεια, που τόσο συχνά παρατηρούμε με αυξημένη συχνότητα γύρω μας. Όταν μάλιστα οι υποσχέσεις για την πολυπόθητη “επιστροφή στην κανονικότητα” αποδεικνύονται κάλπικες, όλα τα παραπάνω εντείνονται κατά πολύ.

Αντί όμως να περιμένουμε “να περάσει από πάνω μας” αυτή η κατάσταση, υπάρχει και μια άλλη οδός. Αυτή του ενεργητικού αγώνα, όποιο πόστο και αν κατέχει κανείς. Σε μια εποχή που δαιμονοποιεί κάθε κοινωνική επαφή και προσπαθεί να μας κάνει να συνηθίσουμε σε μια δυστοπική κοινωνία εφαρμόζοντας μεθόδους που θα ζήλευαν οι θιασώτες του Pavlov, οφείλουμε να αντιπροτάσσουμε καθημερινά τις αρετές της ελευθερίας, της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς, της αυθόρμητης επαφής με τους συνανθρώπους μας. Οφείλουμε επίσης να κλείσουμε τα Μέσα Μαζικής Αποβλάκωσης και να αντικρύσουμε τη ζωή μας όπως πραγματικά είναι, να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτές οι απαγορεύσεις και αυτά τα μέτρα ήρθαν για να μείνουν, ότι αυτή θα είναι η νέα κανονικότητα που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να επιβάλλει τον εαυτό της. Οφείλουμε να πάρουμε πίσω το Λόγο που μας έχει στερηθεί και να διαδώσουμε τις δικές μας αλήθειες, τις δικές μας οπτικές, τις δικές μας αναλύσεις, σπάζοντας το καθεστώς του φόβου. Γιατί μόλις αρχίσει η υποχώρηση του φόβου, θα αρχίσει η κατάρρευσή της ρητορικής τους. Ας γίνουμε λοιπόν ο καθένας από τη θέση του καταλύτης αυτής της διαδικασίας.

Και μιας και έχουμε πόλεμο, ας κλείσουμε με ένα απόφθεγμα του Sun Tzu από την “Τέχνη του πολέμου”.

“Αν ξέρεις τον εχθρό και γνωρίζεις τον εαυτό σου, δεν χρειάζεται να φοβάσαι για το αποτέλεσμα εκατό μαχών.”

Σημειώσεις

1)Agamben G. (2020). Η επιδημία και η πολιτική. Εκδόσεις Παρέγκλισις

2)Agamben G. (2020). Μόλυνση, επιδημία, κατάσταση εξαίρεσης. Εκδόσεις Παρέγκλισις

3)Department of Physics and Technology, UiT The Artic University of Norway(2020). PCR positives: what do they mean? https://www.cebm.net/covid-19/pcr-positives-what-do-they-mean/

4)Public Health Ontario (2020). An Overview of Cycle Threshold Values and their Role in SARS-CoV-2 Real-Time PCR Test Interpretation. https://www.publichealthontario.ca/-/media/documents/ncov/main/2020/09/cycle-threshold-values-sars-cov2-pcr.pdf?la=en

5)Wen Shi Lee, Adam K. Wheatley, Stephen J. Kent & Brandon J. DeKosky (2020) Antibody-dependent enhancement and SARS-CoV-2 vaccines and therapies. https://www.nature.com/articles/s41564-020-00789-5

6)Corrigan D.(2020). Is a Coronavirus Vaccine a Ticking TimeBomb? https://sciencewithdrdoug.com/2020/08/01/is-a-coronavirus-vaccine-a-ticking-time-bomb/

7)Corrigan D.(2020). Will an RNA Vaccine Permanently Alter My DNA? https://sciencewithdrdoug.com/2020/11/27/will-an-rna-vaccine-permanently-alter-my-dna/

8)Gaslighting. https://en.wikipedia.org/wiki/Gaslighting

9)Are Face Masks Effective? The Evidence. https://swprs.org/covid-masks-review/

10)United States Holocaust Memorial Museum. Classification System in Nazi Concentration Camps.

https://encyclopedia.ushmm.org/content/en/article/classification-system-in-nazi-concentration-camps

11)Sandra Maria Pfister (2020). Theorising – The Social Definition of the Corona Pandemic. https://www.europeansociologist.org/issue-45-pandemic-impossibilities-vol-1/theorising-social-definition-corona-pandemic

12)Strong, P. 1990. Epidemic psychology. A model. Sociology of Health & Illness

13)Aktion T4. https://en.wikipedia.org/wiki/Aktion_T4

14)Murray A. (2020). Coronavirus: Denmark shaken by cull of millions of mink

https://www.bbc.com/news/world-europe-54890229

15)Beck, Ulrich (1986). Risikogesellschaft – Auf dem Weg in eine andere Moderne

16)Beck, Ulrich (1992) Risk Society: Towards a New Modernity. London: Sage

17)Δημούλης Δ. Κοινωνία της διακινδύνευσης», ανθρώπινα δικαιώματα και πολιτική. Περιοδικό Θέσεις, Τεύχος 55, περίοδος: Απρίλιος – Ιούνιος 1996

18)Deleuze G. (1990). Postscript on the Societies of Control. https://theanarchistlibrary.org/library/gilles-deleuze-postscript-on-the-societies-of-control

19)Οι κοινωνίες της διακινδύνευσης και οι κοινωνίες του ελέγχου: Πόσο επίκαιροι είναι ο U. Beck και ο G. Deleuze?

https://thesafiablog.com/2020/05/27/societyofbeckdeleuze/

20)Carl Schmitt (1922), Politische Theologie. Vier Kapitel zur Lehre von der Souveränität

21)Agamben G. (2006). Κατάσταση εξαίρεσης. Εκδόσεις Πατάκη

22) Τσίρος Ν.(2016). Η έννοια της κατάστασης εξαίρεσης στο έργο του Giorgio Agamben: Μια κριτική αποτίμηση. Τεύχος 137 http://www.theseis.com/index.php?οption=com_content&task=view&id=1354&Itemid=29

23)Τα πλούτη τους είναι το αίμα μας. (20/12/20) https://www.facebook.com/efodosstonourano/

24)‘Professor Lockdown’ Modeler Resigns in Disgrace(2020). https://www.nationalreview.com/corner/professor-lockdown-modeler-resigns-in-disgrace/

25)The myth that lockdowns stop pandemics (2020) https://www.realclearpolitics.com/articles/2020/08/07/the_myth_that_lockdowns_stop_pandemics_143899.html

26)John Ioannidis – “lockdown is a nuclear weapon that destroys everything”

27)Ελληνικό Εθνικό Lockdown No2 και SARS-CoV2 / Covid 2019

Για οποιαδήποτε επικοινωνία, enso_000@protonmail.com

Πηγή: athensindymedia

Το σώμα στην εργασία

Ενώ έχει ξεκινήσει ήδη η μεγαλύτερη στην ιστορία στρατο-εμβολιαστική εκστρατεία, στην οποία οι φαρμακευτικές πολυεθνικές και τα κράτη μοιράζονται τα συμφέροντά τους (τα γιγαντιαία κέρδη, οι πρώτες· την προπαγανδιστική εξουσία, την εθνικιστική ρητορική και τον παροπλισμό κάθε διαφωνίας, τα τελευταία), μας φάνηκε χρήσιμο να αναδημοσιεύσουμε ένα κείμενο γραμμένο προ τριετίας, κατά την περίοδο των υποχρεωτικών εμβολιασμών που εισήγαγε η ιταλική κυβέρνηση για λογαριασμό της Glaxo. Όχι μόνο για το γεγονός, όπως αναφέρεται στο κείμενο, ότι φάρμακα, που δεν έχουν δοκιμαστεί ακόμη, έχουν πατενταριστεί και έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά και επειδή σήμερα, για πρώτη φορά, εγκρίνεται η χορήγηση εμβολίων mRNA ‒ που βασίζονται, δηλαδή, σε τεχνική γενετικής επεξεργασίας ‒ μετά από μόλις τρεις μήνες δοκιμών, ενώ φάρμακα που βασίζονταν στην ίδια τεχνική (και στόχευαν σε πολύ πιο περιορισμένο κοινό) δεν είχαν λάβει ακόμη έγκριση, ακόμα και μετά από χρόνια κλινικών δοκιμών. Το ότι πρόκειται για ένα μαζικό βιοτεχνολογικό πειραματισμό (και με την «κλινική» έννοια) είναι γεγονός. Ένα άλμα προς τα εμπρός του οποίου το βεληνεκές δεν μπορεί να παραβλέψει καμία κριτική σκέψη.

 

Το σώμα στην εργασία

Το τελικό σχέδιο της επιστήμης, με έναν απροκάλυπτο πια τρόπο, είναι τώρα η απόλυτη κυριαρχία του αντικειμένου επί του υποκειμένου, της «μηχανής» επί του ανθρώπου, της μη-ύπαρξης, πλασαρισμένης ως αυτό που θα έπρεπε να υπάρχει, επί της ύπαρξης.

G. Cesarano1, E. Ginosa, Η καπιταλιστική ουτοπία, 1969

Το πραγματικό περιεχόμενο της εναλλακτικής που διακυβεύεται είναι αποκάλυψη ή επανάσταση … η επανάσταση της ζωής ενάντια στο θάνατο είναι μια ολική επανάσταση, μια βιολογική επανάσταση, που καθορίζει την τύχη του είδους.

G. Cesarano, G. Collu, Αποκάλυψη και επανάσταση, 1973

Μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της δεκαετίας του 1970, η πιο διαυγής ριζοσπαστική κριτική είχε ήδη αναγνωρίσει την τάση της κυριαρχίας ‒ σε μια φάση που το ιδιωτικό κεφάλαιο και το κράτος συγχωνεύτηκαν σε ένα τεχνοκρατικό σύστημα ‒ να κάνει το ανθρώπινο σώμα ως τέτοιο ένα νέο πεδίο κατάκτησης. Αν στην εποχή της «επίσημης κυριαρχίας» το σώμα γινόταν αντικείμενο εκμετάλλευσης ως εργατική δύναμη (και το κεφάλαιο ενδιαφερόταν ελάχιστα για τη ζωή που δεν ήταν ενθυλακωμένη στην παραγωγή), με το πέρασμα στην «πραγματική κυριαρχία» η διάκριση μεταξύ χρόνου εργασίας και χρόνου ζωής αρχίζει να παραβλέπεται.  Πρώτα ήταν το πιστωτικό σύστημα που έκανε τη ζωή έναν όμηρο για τον οποίο ο προλετάριος πρέπει να πληρώνει συνεχώς λύτρα στο κεφάλαιο: «Το προλεταριάτο που πουλά την εργατική του δύναμη σήμερα είναι “ένα έτος” πίσω σε χρήματα. Το νόμισμα που μαζεύει σήμερα, είναι το νόμισμα που ξόδεψε μία πράξη πριν» (Η καπιταλιστική ουτοπία). Στη συνέχεια, έχοντας νικήσει την επαναστατική έφοδο στον ουρανό που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960, το κεφάλαιο, το οποίο πλέον είχε τον άξονα του στην επιστήμη, επέβαλε το δικό του υλικό όραμα για το άτομο ως αυτο-κεφαλαιοποιούμενο2 πρόσωπο-επιχείρηση: «η ολοκαίνουργια διαδικασία που συνδέει τους αγωγούς της εξωτερικευμένης κεφαλαιοποίησης με τους αγωγούς της εσωτερικευμένης κεφαλαιοποίησης» (Αποκάλυψη και επανάσταση). Αυτό που παρέμενε ακόμα μια καπιταλιστική μεταφορά της ζωής (οι διανοητικές και σωματικές ικανότητες ως ένα αυθεντικό «μέσο παραγωγής» του ατόμου ως μια μικρογραφία εργοστασίου) έγινε όλο και πιο κυριολεκτικό, ώσπου κατέληξε στη μετατροπή των ίδιων των κύκλων της ζωής του είδους σε γρανάζια του κεφαλαίου, σε παραρτήματα του Ανόργανου, σε λειτουργίες της Μηχανής.

Εάν κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όλα τα είδη παραγωγικών, ιατρικών και φαρμακολογικών πειραμάτων διεξήχθησαν στην έγκλειστη ζωή μέσα στα διάφορα μπλοκ του καπιταλισμού, η επακόλουθη ανάπτυξη της μαζικής βιομηχανικής κοινωνίας έχει επεκτείνει σε ολόκληρο τον πληθυσμό αυτό που είχε προηγουμένως βιωθεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα νοσοκομεία, στα άσυλα. Οι τρόφιμοι ‒ πάνω στους οποίους οι φαρμακευτικές εταιρείες σε όλο τον κόσμο έχουν διεξάγει τις κλινικές δοκιμές τους ‒ ήταν το ταπεινό σώμα αυτής της μετάβασης. Αλλά επειδή η αντεπανάσταση δεν είναι ποτέ απλώς ένα αντιδραστικό και κατασταλτικό κίνημα, αλλά είναι επίσης μια διαδικασία κεφαλαιοποίησης αυτού που αντιτίθεται σε αυτήν, δηλαδή, της εξέγερσης, του λόγου της, των ανησυχιών της, των πρακτικών της, η απαλλοτρίωση  των σωμάτων έχει αρχίσει να μιλάει τη γλώσσα της επιθυμίας. Το σύνθημα των Καταστασιακών «Ζήστε χωρίς νεκρό χρόνο, απολαύστε δίχως φραγμούς» σήμερα θα μπορούσε να είναι η διαφήμιση ενός ιστότοπου διαδικτυακού σεξ.

Η διαλεκτική φυλακισμένη μεταξύ ευφορίας και κατάθλιψης σε όλο και πιο σύντομα διαστήματα, η φρενήρης αναζήτηση νοήματος που έχει ανασταλεί λόγω του φόβου της κενότητας φαίνεται να είναι η συναισθηματική κατάσταση του σύγχρονου καταναλωτή. Ο Giorgio Colli είχε παρατηρήσει ήδη στα τέλη της δεκαετίας του 1950: «Τα αισθητήρια όργανα προσλαμβάνουν το εξωτερικό· το υπόλοιπο ανθρώπινο σώμα, εκτός από αυτό που προορίζεται για τη συντήρησή του, φαίνεται να προορίζεται κυρίως για αυθορμητισμό. Έτσι είναι ο εγκέφαλος, η φωνή, τα χέρια και τα πόδια, τα γεννητικά όργανα. Στη σύγχρονη ζωή, το ερέθισμα είναι σαφώς επικρατέστερο έναντι του αυθορμητισμού. Αυτό είναι ένα σοβαρό σημάδι ζωτικής φθοράς» (Ο λόγος περιπλανιέται). Οι τεχνολογίες τηλεματικής αντιπροσωπεύουν ένα ισχυρό και διαρκές ερέθισμα που ωθεί μυαλά και σώματα, που μετατρέπονται σε απλές δέσμες ψυχικής και συναισθηματικής αντίδρασης. Η ελκυστική και παιδαγωγική δύναμη των αντικειμένων υπερβαίνει κατά πολύ αυτήν της ομιλίας. Και μάλιστα, σε γονείς και δασκάλους, ανίκανους να αντιτάξουν μια κουλτούρα ελευθερίας, που είναι η αυτο-εκπαίδευση στην αυτονομία και στην προσπάθεια, μπροστά στην άμεση διέγερση των επιθυμιών που παράγονται από τα πανταχού παρόντα smartphones, μένει μόνο η ταυτολογία της απαγόρευσης: «Όχι γιατί όχι». Απαγόρευση που καθιστά το Αντικείμενο ακόμη πιο επιθυμητό. Αλλά η διείσδυση των τεχνολογιών στα σώματα και τις επιθυμίες είναι ακόμη πιο βαθιά, παραμορφώνοντας την αίσθηση της αναπόσπαστης περατότητας της ανθρώπινης κατάστασης. Η ασθένεια, η στειρότητα, ο θάνατος δεν είναι πλέον όρια με τα οποία πρέπει να συμβιώσουμε, αλλά σχεδόν προϊστορικά εμπόδια που η Πρόοδος μπορεί να εξαλείψει. Η υπόσχεση για την κατάργηση της φυσικής αναγκαιότητας πάει χέρι-χέρι με τον πιο κτηνώδη αναγωγισμό που εφαρμόζεται στην ανθρώπινη ύπαρξη. Οι βιο-ιατρικές τεχνολογίες ‒ οι οποίες σήμερα αποτελούν μια από τις ταχέως αναπτυσσόμενες αγορές ‒ μετατρέπουν τα σώματα σε εργοστάσια και αποθήκες από τις οποίες εξάγονται όργανα, κύτταρα, ιστοί και υγρά. Αποσυναρμολογώντας και επανασυναρμολογώντας τα οργανικά στοιχεία σαν να ήταν ανόργανα κομμάτια μιας μηχανής, η βιο-ιατρική συγκεντρώνει σπέρματα, ωοκύτταρα, μήτρες, έμβρυα που προέρχονται από ζώντα σώματα καθώς και από τις τράπεζες όπου αποθηκεύεται το βιολογικό υλικό για να γίνουν παραγγελίες στους κατάλληλους ιστότοπους.

Αλλά αν η συνύφανση της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, της παρένθετης μητρότητας, της έρευνας βλαστοκυττάρων και του πειραματισμού με νέα φάρμακα (όλα αλληλένδετα και αδιαχώριστα φαινόμενα) επαναπροσδιορίζει τα βιολογικά όρια του ανθρώπινου όντος, αναδιανέμει και επιδεινώνει τα ιστορικά και κοινωνικά όρια που το κεφάλαιο αντιτάσσει στην απελευθέρωση του ανθρώπου. Η αφήγηση που βλέπει αφενός την Τεχνική και αφετέρου την Ανθρωπότητα ως αφηρημένες, μετα-ιστορικές οντότητες, είναι η αφήγηση που συντηρεί η ίδια η κυριαρχία, ο μονόλογός της. Στη Γη όπου λαμβάνει χώρα αυτό το δράμα, η εξέλιξη του τεχνοεπιστημονικού συστήματος στην πραγματικότητα ακολουθεί ακριβείς γραμμές τάξης, φύλου και «φυλής». Ακριβώς όπως οι «ανεπτυγμένες ζώνες» και οι «υπανάπτυκτες ζώνες» ήταν πάντα λειτουργικά οργανωμένες για τον διεθνή καταμερισμό της καπιταλιστικής εργασίας, έτσι και σήμερα τα σώματα-αποθήκες επιλέγονται και τίθενται σε παραγωγή ξεκινώντας από καλά προσδιορισμένες ιστορικές και υλικές συνθήκες. Ακριβώς όπως η τρέχουσα τεχνοεπιστημονική εξέλιξη έχει τη βάση της στην πολιτική εξουσίας και πειραματισμού που ασκήθηκε από τα Κράτη κατά τη διάρκεια του Δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, οι αναπαραγωγικές τεχνολογίες και γενικότερα η βιοϊατρική κατέστησαν δυνατές χάρη στο σύνολο των νόμων και των αναδιαρθρώσεων με τις οποίες τα Κράτη ανταποκρίθηκαν στους αγώνες των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Και μάλιστα οι κανόνες που ρυθμίζουν την αγορά τεχνητής ανθρώπινης αναπαραγωγής είναι ακριβώς εκείνοι που ιστορικά προηγούνται της συλλογικής διαπραγμάτευσης των εργασιακών συνθηκών. Και μάλιστα η «ειδική εκτέλεση της σύμβασης» με την οποία η «μητέρα φορέας» μπορεί να υποχρεωθεί από τη νομοθεσία να παραδώσει το νεογέννητο στο ζευγάρι-πελάτη είναι ο ίδιος κανόνας με τον οποίο προσλαμβάνονταν οι βρετανοί εργάτες στα τέλη του 19ου αιώνα και υποχρεώνονταν από το νόμο να εκτελούν ορισμένα εργασιακά καθήκοντα. Και μάλιστα οι ζώνες του «τουρισμού γονιμότητας»3 αντιστοιχούν στις βιομηχανικά εγκαταλελειμμένες περιοχές που κάποτε χαρακτηρίζονταν από έντονες εργατικές συγκρούσεις. Και μάλιστα ο φαρμακολογικός βομβαρδισμός είναι πολύ συχνά η άλλη πλευρά του στρατιωτικού βομβαρδισμού. Και μάλιστα τα υποκείμενα που υποβάλλονται στις κλινικές δοκιμές της φαρμακοβιομηχανίας είναι εκείνα που στερούνται κάθε είδους πρόνοιας. Και μάλιστα οι μήτρες για την παρένθετη μητρότητα και οι οργανικοί ιστοί για τα βλαστοκύτταρα προέρχονται από τα σώματα του παγκόσμιου Νότου και της Ανατολής.

Ο λευκός φοιτητής μπορεί να παρέχει το σπέρμα του σε τράπεζες σπέρματος για να πληρώσει την εγγραφή του στο αναγνωρισμένο κολέγιο, αλλά η φθηνότερη μήτρα προς ενοικίαση θα είναι αυτή των ινδών γυναικών. Ενώ στη Δύση προσποιούνται ότι πιστεύουν ότι η συναίνεση και η ελευθερία ρυθμίζουν τη σύμβαση αγοράς και πώλησης βιολογικών ικανοτήτων, η παρένθετη μητρότητα σε ορισμένες Χώρες είναι ένα “εθνικό ομόλογο”, όπως σε άλλες είναι το πετρέλαιο. Όταν το να κάνεις παιδιά για άλλους ‒ ή το να υποβληθείς σε επικίνδυνες κλινικές δοκιμές σε ένα ιατρικό εργαστήριο ‒ γίνεται το μόνο εισόδημα για προλεταριακές οικογένειες, ασκείται έντονη κοινωνική πίεση στη γυναίκα ή στον άνεργο που είναι ικανοί για δοκιμή. Όταν το να σου χορηγούνται φάρμακα που έχουν ήδη πατενταριστεί και έχουν ήδη εισαχθεί στο χρηματιστήριο, αλλά δεν έχουν ακόμη δοκιμαστεί, είναι ο μόνος τρόπος για να πληρώσεις για μια χειρουργική επέμβαση ή για να εξασφαλίσεις τη φροντίδα υγείας, επιστρέφεις στη δουλεία με σύμβαση.

Όταν, το 1981, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων κατάργησε επίσημα τις κλινικές δοκιμές σε κρατούμενους των ΗΠΑ (μία πραγματική εφεδρεία για πολυεθνικές εταιρείες σε όλο τον κόσμο), οι κρατικές μεταρρυθμίσεις στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης είχαν ήδη εξασφαλίσει στον βιοϊατρικό πειραματισμό μια μάζα αφροαμερικανών και λατινοαμερικανών “ελεύθερων” να υποβληθούν σε δοκιμές με «συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης» (άλλη μια νομική “επανεφεύρεση” από τον φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα: εάν υπογράψεις, τότε δεν μπορείς να μιλήσεις για βλάβη και επομένως ούτε για αποζημίωση).

Όπως φαίνεται από αυτά τα παραδείγματα, πίσω από την ανάπτυξη του καπιταλισμού υπάρχει πάντα το οργανωτικό έργο του Κράτους, χωρίς του οποίου τις νομικές παρεμβάσεις για την ιδιωτικοποίηση της φροντίδας υγείας και την ελαστικοποίηση της εργασίας, οι πολυεθνικές δεν θα είχαν πρώτη ύλη. Για να μην αναφέρουμε τις περιπτώσεις στις οποίες τα εργαστήρια και οι «κλινικές γονιμότητας» ελέγχονται άμεσα από το Κράτος, σε μια διαπλοκή κέρδους και δημογραφικού προγράμματος, όπως συμβαίνει στο Ισραήλ (όπου η παραγωγή ζωής είναι αυστηρά εγχώρια ακόμη και αν το «βιολογικό υλικό» ‒ ωοκύτταρα και γαμέτες ‒ μπορεί να εισαχθεί). Μπορεί κανείς να ανταποκριθεί στις επιθυμίες ορισμένων περισσότερο ή λιγότερο πλούσιων καταναλωτών, επειδή έχει μια μάζα φτωχών ανθρώπων αναγκασμένων να μετατρέψουν τα σώματά τους σε μέσα παραγωγής. Προλετάριοι με τη ριζική/ακραία έννοια.

Η ιατρική όχι μόνο συμβάλλει στην εξάπλωση των όλο και πιο μυστηριωδών ασθενειών, αλλά είναι η ίδια ένα εργαλείο καπιταλιστικής επέκτασης και κοινωνικού ελέγχου.

Ο Ivan Illich έγραψε το 1976: «Η εντατική εκπαίδευση καθιστά τον αυτοδίδακτο υποψήφιο για ανεργία, η εντατική γεωργία εξαλείφει τον αυτάρκη αγρότη, η ανάπτυξη της αστυνομίας υπονομεύει την ικανότητα της κοινότητας για αυτοέλεγχο. Η κακοήθης εξάπλωση της ιατρικής έχει ανάλογα αποτελέσματα: μετατρέπει την αλληλοβοήθεια και την αυτοθεραπεία σε παράνομες ή εγκληματικές πράξεις» (Ιατρική Νέμεση – Η απαλλοτρίωση της υγείας). Ο ρόλος του Κράτους στη μετάδοση της ιατρογένεσης της ασθενείας (δηλ. της ιατρικής της προέλευσης) είναι θεμελιώδης, λόγω της προπαγανδιστικής, της γραφειοκρατικής και εξαναγκαστικής εξουσίας που μόνο αυτό μπορεί να αναπτύξει. Για να το συνειδητοποιήσουμε, αρκεί να παρατηρήσουμε τι συνέβη και συμβαίνει στην Ιταλία με τους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς, με τη συνοδεία μιας μιντιακής τρομο-εκστρατείας, στην οποία τα επιστημονικά ψευδο-επιχειρήματα και οι κατηγορηματικές απειλές προς τους απείθαρχους συγχωνεύτηκαν σκοπίμως. Και πάλι, μόνο ένας νόμος του Κράτους μπορεί να εξασφαλίσει στις φαρμακευτικές πολυεθνικές (συγκεκριμένα, στην Glaxo) μια μάζα πληθυσμού πάνω στην οποία θα δοκιμαστούν εμβόλια που δεν έχουν περάσει και τα τέσσερα στάδια των κλινικών δοκιμών. Ένας νόμος, για μια αλλαγή, ξεκάθαρα ταξικός. Για τους πλούσιους, σίγουρα δεν είναι πρόβλημα ούτε να κάνουν τεστ αντισωμάτων για να λάβουν απαλλαγές, ούτε να πληρώσουν το διοικητικό πρόστιμο, ούτε να βρουν μια γκουβερνάντα για να εμπιστευτούν τα μωρά τους που δεν γίνονται δεκτά στα νηπιαγωγεία. Όλα τα άλλα μπορούν καλώς να γίνουν κοπάδια για «ανοσοποίηση».

Όπως επεσήμανε κάποιος πριν από χρόνια, ενώ η ιατρική είναι ανίκανη να αντιμετωπίσει σύγχρονες ασθένειες (όπως ο καρκίνος) ‒ επειδή, για να το κάνει, θα έπρεπε να αμφισβητήσει έναν τρόπο ζωής του οποίου η ίδια είναι έκφραση και εργαλείο ‒ υπερηφανεύεται ότι νίκησε εκείνες του Μεσαίωνα (χωρίς να λέει, εξάλλου, ότι οι εκπρόσωποί της εκείνη την εποχή, υποταγμένοι στη θρησκεία όσο και οι σημερινοί στη βιομηχανία, απέδωσαν την εξάπλωση της πανούκλας στους εβραίους).

Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι οι μεταφορές της ιατρικής στο ανθρώπινο σώμα, όπως έδειξε με αξιοθαύμαστο τρόπο η Susan Sontag (Η Νόσος ως Μεταφορά – Το AIDS και οι Μεταφορές του) ήταν από καιρό πανομοιότυπες με εκείνες της αστυνομίας και του στρατού στην κοινωνία: το σώμα ως φρούριο πολιορκούμενο από εξωτερικούς εχθρούς (ιούς) και το ανοσοποιητικό σύστημα ως όργανο ελέγχου και καταστολής. Με αυτήν την αντίληψη του ζωντανού υποκειμένου, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η λύση στην ασθένεια είναι ο φαρμακολογικός βομβαρδισμός, ο οποίος είναι ο ίδιος μια αιτία που συμβάλει, μαζί με την πυρηνική ακτινοβολία, τα φυτοφάρμακα, τη βιομηχανική ρύπανση, τις βλάβες από το «γρήγορο φαγητό», το άγχος, στην εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος. Ούτε και θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη εάν το πεδίο στο οποίο αναπτύχθηκε η κρυοσυντήρηση του σπέρματος, των κυττάρων και των εμβρύων ήταν η βιομηχανική εκτροφή ζώων. Το κεφάλαιο, μόλις αγγίξει τα όρια του πλανήτη και των πόρων του, όχι μόνο μπαίνει στο ανθρώπινο σώμα, αλλά διαμορφώνει ολόκληρο τον κόσμο της ζωντανού και της φύσης κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν δική του.

Εάν πριν από περισσότερα από είκοσι χρόνια κάποιος υποστήριζε ήδη το τέλος κάθε Προόδου, που αντικαταστάθηκε από την «αυταρχική διακυβέρνηση του υπάρχοντος», η επιβεβαίωση έρχεται ακριβώς στο πλαίσιο στο οποίο η «καινοτομία» διαλαλείται περισσότερο: σε αυτό της φαρμακευτικής βιομηχανίας, στην οποία κάθε ελάχιστη παραλλαγή του ολόιδιου4 πατεντάρεται και εισάγεται στο χρηματιστήριο. Αφού το σώμα δεν προσαρμόζεται σε ένα όλο και πιο άρρωστο και νοσηρό περιβάλλον, αλλάζουμε το σώμα, προσαρμόζοντάς το στη μηχανή.

Ποτέ όπως σήμερα, η ατομική απελευθέρωση, ο ριζικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, η υπεράσπιση της φυσικής ποικιλότητας και των ικανοτήτων του είδους δεν είχαν γίνει τρεις πτυχές της ίδιας χειραφέτησης.

Ποτέ όπως σήμερα, σε αυτή την τεράστια χειραγώγηση των αναγκών και των επιθυμιών, δεν έλειπε τραγικά η ιδέα της ελευθερίας.

 

Από το 5ο τεύχος του αναρχικού περιοδικού i giorni e le notti (οι μέρες και οι νύχτες), Οκτώβριος 2017.

 

Πρωτότυπο στα Ιταλικά: il Rovescio

Μετάφραση στα Ελληνικά: Ντίνος Γιαγτζόγλου

 

Σημειώσεις του μεταφραστή:

  1. Για μια επισκόπηση του έργου και μια βιογραφία του Giorgio Cesarano (στα Αγγλικά) βλ. εδώ.
  2. auto-valorizza. Πρόκειται προφανώς για παραγωγό της μαρξικής έννοιας Kapitalverwertung, με τον (πρωτότυπο) γερμανικό όρο Verwertung, στις περισσότερες μεταφραστικές απόπειρες, να έχει αποδοθεί ως valorisation στα Αγγλικά και στα Γαλλικά, και valorizzazione στα Ιταλικά. Πιθανότατα ο όρος κεφαλαιοποίηση (που χρησιμοποιείται εφεξής στη μετάφραση, παρότι σχετικά ανακριβής) να είναι ο πιο κοντινός στην έννοια που εισήγαγε ο Marx.
  3. Γνωστός και ως «αναπαραγωγικός τουρισμός». Δεν ξέρω εάν μπορεί να θεωρηθεί «εθνικό ομόλογο», όπως αναφέρεται παρακάτω στο κείμενο, πάντως είναι σίγουρα «τουριστικό προϊόν» τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου, οι οποίες, με τις κλινικές, τα (νόμιμα και παράνομα) κυκλώματα και τις νομοθεσίες τους, αποτελούν «δημοφιλείς» τουριστικούς προορισμούς αυτού του είδους ‒ δυστυχώς λείπει εκείνος ο απαραίτητος φεμινισμός (για τον οποίο η Rote Zora άφησε μια σπουδαία αγωνιστική παρακαταθήκη) που θα μπορούσε να προβάλει αντιστάσεις λόγω και έργω.
  4. ogni minima variazione dell’identico. Πιθανότατα αναφέρεται στα «γενόσημα φάρμακα» τα οποία, ακόμα και αν δεν εννοεί αυτό, είναι ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα.

Πηγή: athensindymedia

Αθήνα: Ανάληψη ευθύνης για εμπρησμούς σε προσωπικά οχήματα μπάτσων

Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που μάθαμε να συμβιώνουμε με έναν… “αόρατο εχθρό” γύρω από τις ζωές μας. Καμιά στιγμή όμως δεν ξεχάσαμε τον ορατό εχθρό. Αυτόν που εκπονεί και υλοποιεί τον κεντρικό κρατικό σχεδιασμό, ρυθμίζοντας την κοινωνικο-οικονομικο-πολιτική πραγματικότητα, με άλλοθι την υγειονομική κρίση και την επιστράτευση των πάσης φύσεως “ειδικών”. Είναι ο ίδιος εχθρός που μέρα με τη μέρα σκληραίνει όλο και περισσότερο το καθεστώς έκτακτης ανάγκης, σαν μέγγενη πάνω από τα κεφάλια μας. Αυτός που ψάχνει κάθε ευκαιρία να μας επιβάλλει την ατομική ευθύνη με το γκλοπ, τις αύρες ή την κάνη του όπλου, όπως συνέβη και πριν 12 χρόνια με την εν ψυχρώ δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια. Όπως ακριβώς συνέβη και πριν 10 χρόνια, ξημέρωμα 10 Μάρτη στη Δάφνη, όπου ο αναρχικός επαναστάτης Λάμπρος Φούντας έπεφτε μαχόμενος κατά τη διάρκεια ένοπλης συμπλοκής με τους φρουρούς του καθεστώτος. Όπως, όπως, όπως… Και ο πιο αφελής δεν θα μπορούσε να μην αναγνωρίσει αυτόν τον εχθρό στο σύμπλεγμα των πολιτικών διαχειριστών της κρατικής εξουσίας, στη μαφία των απανταχού προνομιούχων οικονομικών ελίτ, στο άσβεστο μίσος του κάθε συμμορίτη των μηχανισμών καταστολής του κράτους.

Έτσι, τον τελευταίο χρόνο βλέπουμε τα νομοσχέδια για τα εργασιακά να κατατίθονται και να ψηφίζονται με απαράμιλλη μεθοδικότητα, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι, ανασφάλιστοι ή με αναστολή σύμβασης να στήνονται στον τοίχο. Βλέπουμε την “ατομική ευθύνη” να μεταφράζεται σε εγκλεισμό και κοινωνική αποσύνθεση μέσα στα σπίτια μας, την ενδοοικογενειακή βία να αυξάνεται και τις πληγές στην ψυχική υγεία των καταπιεσμένων να είναι εμφανείς. Οι κυρίαρχοι, άλλωστε, μάλλον χαρακτηρίζονται από τη μεγαλειώδη αρετή της υπομονής, μέχρι να ξαναδούν την aston martin και το εξοχικό τους στο baden-baden (όπως ο αντιδήμαρχος του Μπακογιάννη). Παράλληλα, αφουγκραζόμαστε την κόλαση του εγκλεισμού στα κέντρα κράτησης μεταναστών/στριών να γίνεται ολοένα πιο ανελέητη και αδυσώπητη, όπως επίσης και τις αποθήκες ψυχών – φυλακές να μετατρέπονται σε εστίες covid-19, μετρώντας ήδη νεκρούς όπως στα Διαβατά. Εκτός, βέβαια, αν πρόκειται για κάποιο έμμεσο σχεδιασμό “αποσυμφόρησής” τους…

Για όλα τα παραπάνω – και για άλλα τόσα – απαγορεύεται φυσικά να βγεις και να φωνάξεις. Σχεδόν καθημερινά, λαμβάνουν χώρα επιχειρήσεις επί πόλεως ευρύτατης κλίμακας (βλέπε εκκένωση του ΕΜΠ στις 13 Νοέμβρη, πορεία 17 Νοέμβρη, απεργία 26 Νοέμβρη, συγκεντρώσεις 4/5/6/7 Δεκέμβρη), με 100αδες προσαγωγές, συλλήψεις, τραυματισμούς, σεξιστικές παρενοχλήσεις, ακόμα και απελάσεις (βλέπε περίπτωση του συντρόφου Ερόλ). Ενώ, λοιπόν, οι καταπιεσμένοι/ες στοιβάζονται στα ΜΜΜ, συνωστίζονται στα εργασιακά κάτεργα ή πεθαίνουν στα σπίτια τους (κυριολεκτικά και μεταφορικά), οι μηχανισμοί καταστολής διογκώνονται, εξοπλίζονται, εκπαιδεύονται και προετοιμάζονται για την επόμενη μέρα. Οι εφορμήσεις διμοιριών και ταγμάτων της ομάδας Δράση στο κέντρο και τις γειτονιές, το ακαριαίο κλείσιμο 26 σταθμών ΜΜΜ στις 6 Δεκέμβρη, οι επιχειρησιακές τακτικές τύπου χούλιγκανς σε πολιτικές παρεμβάσεις του α/α χώρου (όπως στην πλατεία Συντάγματος και στο ΑΤ Κολωνού), είναι η στρατιωτική προέκταση του δόγματος νόμος-τάξη-ασφάλεια και το ρίζωμά του σε έναν διαλυμένο κοινωνικό ιστό. Είναι ο νέος ολοκληρωτισμός που στήνεται με κονδύλια δεκάδων εκατομυρίων ευρώ, με αθρόες προσλήψεις ειδικών φρουρών για τη μητρόπολη και τα πανεπιστήμια και αναπαράγεται δια στόματος υπουργού Μ.Χρυσοχοϊδη και των επιτελών του, με κάθε ευκαιρία, με κάθε τρόπο.

Όλοι και όλες οφείλουμε, επιτέλους, να συνειδητοποιήσουμε ότι ο φόβος πρέπει να αλλάξει στρατόπεδο. Ακόμα και στην εποχή του κορωνοιού, της κρατικής τρομοκράτησης μέσω των ΜΜΕ και της έντεχνης λασπολόγησης και συκοφάντησης της κοινωνικής ανυπακοής, η παγκόσμια συγκυρία απλόχερα μας προσφέρει παραδείγματα. Από τις βίαιες διαδηλώσεις της Αλβανίας και τις μάχες στους γαλλικούς δρόμους ενάντια στην αστυνομική αυθαιρεσία, την καταστολή και τις κρατικές δολοφονίες, εώς τους πολύμηνους αγώνες κατά των διακρίσεων και του ρατσιστικού κράτους στις ΗΠΑ, ας πιάσουμε και μεις με τη σειρά μας το νήμα αυτών των αγώνων. Δε θα μπορούσαμε να επιτρέψουμε, έτσι απλά, ο Δεκέμβρης του ‘20 να είναι ο Δεκέμβρης της εκδίκησης των μπάτσων, απέναντι στην εξέγερση του ‘08 και της παρακαταθήκης που αυτή άφησε. Και αυτό γίνεται μόνο με την επίθεση, επαναοικειοποιώντας τις προσφιλείς και ευέλικτες τακτικές που πάντα χρησιμοποιούσαν οι καταπιεσμένοι για να απαντήσουν άμεσα σε επιθέσεις τακτικού στρατού: τον αιφνιδιασμό και την επιστροφή της ελάχιστης αντιβίας που τους αναλογεί, κάτω από τα σπίτια τους. Δεν είναι μακρυά οι μέρες που οι θρασύδειλοι νταήδες πετούσαν τα κράνη και τις ασπίδες τους, βλέποντας τρεχάμενοι τις κλούβες τους να καίγονται. Ούτε οι νύχτες που οι σκοποί των αστυνομικών τμημάτων ταμπουρώνονταν με υπερηφάνεια στα γραφεία τους, καθώς τα περιπολικά φούντωναν. Ας οπλιστούμε με συντροφικότητα, αλληλεγγύη και μαχητική φαντασία για τις νέες, δύσκολες εποχές που έρχονται. Για τις εποχές των κινημάτων και των αγώνων, εκεί που οι αυταπάτες της κρατικής διαχείρισης γκρεμίζονται, εκεί που ο φόβος πάει με το μέρος του εχθρού, εκεί που το δίκιο του αγώνα γίνεται ο τελικός κριτής της ιστορίας.

Για όλους αυτούς τους λόγους – και για ακόμα περισσότερους, το βράδυ της Κυριακής 20 Δεκέμβρη πυρπολήσαμε 4 Ι.Χ. οχήματα μπάτσων, 1 αυτοκίνητο στο Γκύζη και 3 μοτοσυκλέτες σε Ζωγράφου, Καισαριανή και Νέα Σμύρνη.

Sydney E. Parker: Αναρχία εναντίον Σοσιαλισμού

Το πρόβλημα διαλεκτικής εξέτασης του Σοσιαλισμού είναι η εγγενής ασάφεια του όρου καθ αυτού. Η Αναρχία, απεναντίας, είναι ευκρινής και ακριβής. Ο αναρχικός είναι κάποιος που δεν παραδίδει την πίστη του στην αυθεντία – ένα πρόσωπο αποφασισμένο να ζήσει δίχως να υποκύπτει σε μία εξωγενή θέληση. Συνεπώς, η Αναρχία ενσαρκώνει την φιλοσοφία του να ζεις δίχως εξουσία όπως η ετυμηγορία του όρου αποκαλύπτει.

Τι είναι όμως ο Σοσιαλισμός;

Το μικρό λεξικό της Οξφόρθης προσφέρει αμβλυμένους ορισμούς: ”Σοσιαλισμός”: Κοινωνική αρχή κατά την οποία η ατομική ελευθερία οφείλει να υπόκειται ολοκληρωτικά στην κοινότητα. Οι ίδιοι οι επιφανείς σοσιαλιστές ωστόσο επιλέγουν να αγνοούν την πασιφανή αυτή ασάφεια ενώ πλήρως αντιφατικά μεταξύ τους ιδεολογικά δόγματα ταξινομούνται ως ”σοσιαλιστικά”.  Έχουν εμφανιστεί ανά περιόδους και εξακολουθούν να υπάρχουν Εθνικοσοσιαλιστές, Χριστιανοί Σοσιαλιστές, Ελευθεριακοί Σοσιαλιστές, Κρατικοί Σοσιαλιστές, Μαρξιστές Σοσιαλιστές, Πνευματικοί Σοσιαλιστές, Ουτοπικοί Σοσιαλιστές και ούτω καθεξής. Ο μοναδικός τρόπος ώστε να διακρίνει κανείς ένα νόημα μέσα από τον κυκεώνα των ” αληθών ερμηνειών ” είναι να εντοπίσει μία πεποίθηση ή κάποιο στοιχείο κοινό μεταξύ των σοσιαλιστών επαρκές για να τους διακρίνει από τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Εφόσον, για τους σοσιαλιστές γενικώς, το οικονομικό ζήτημα είναι δεσπόζον – κάθε πρόβλημα τίνει να περιορίζεται στην κατάργηση του Καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση του Σοσιαλισμού – μία αξίωση διέπει κάθε σοσιαλιστή, από τους Κρατιστές μέχρι τους Ελευθεριακούς Κομμουνιστές, και αυτή είναι η πίστη στην αναγκαιότητα να δώσουμε την κυριότητα ή τον έλεγχο των μέσων παραγωγής στα χέρια ενός συλλογικού σώματος, είτε πρόκειται για την κυβέρνηση είτε για την ”κοινωνία”. Ο Σοσιαλισμός πάνω απ΄όλα είναι όπως το έθεσε και ο Auguste Hamon, ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο – ένα κοινωνικό δόγμα δια του οποίου – τα μέσα παραγωγής κοινωνικοποιούνται. Εγώ διατείνομαι πως αυτή η επιθυμία μετατροπής της κοινωνίας σε κάτοχο και πάροχο των χρειωδών για την ζωή μέσων ταυτίζεται με την επιδίωξη να τεθεί μία νέα κυριαρχία πάνω στο πρόσωπο στην θέση της παλιάς και ως εκ τούτου δεν πρόκειται περί Αναρχίας. Η Αναρχία σημαίνει πως κάθε άτομο θα έχει την ελευθερία από μόνο του να επιλέγει και να εξασφαλίζει ότι επιθυμεί, συνεπώς συνιστά το αντίθετο του Σοσιαλισμού και όχι παραπλήρωμα του. Επόμενο είναι πως όσοι αναρχικοί προσλαμβάνουν την Αναρχία ως μια μορφή Σοσιαλισμού εξαπατούν τους εαυτούς τους και αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθούν να επιλέξουν μεταξύ τους γιατί δεν μπορούν βάσει λογικής να είναι και τα δύο.

Αναμφίβολα υπάρχουν σοσιαλιστές πραγματικά προβληματισμένοι αναφορικά με την ελευθερία του προσώπου και πιστεύουν πως η απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής από τα χέρια των καπιταλιστών και η παράδωση τους στην κοινωνία, ή στο κράτος ως εκπρόσωπο της κοινωνίας, θα τερματίσει την υποδούλωση των πολλών στους λίγους προνομιούχους επισφραγίζοντας έτσι την ελευθερία του κάθε ατόμου. Όμως πως αυτό θα μετέβαλε ριζικά την θέση του μεμονωμένου παραγωγού; Υπό τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής γίνεται έρμαιο της θέλησης μιας δράκας κεφαλαιοκρατών και των μονοπώλιων τους. Υπό ένα σοσιαλιστικό καθεστώς καταδυναστεύεται από την θέληση της κοινότητας. Δεν θα κατέχει την ελευθερία παραγωγής και ανταλλαγής κατά το δοκούν και έτσι η ατομική του ελευθερία δεν μπορεί να εξασφαλιστεί.

Οι σοσιαλιστές ίσως αποκριθούν πως μόλις τα μέσα παραγωγής περάσουν στην ιδιοκτησία της κοινότητας τότε όλοι θα είναι ιδιοκτήτες. Αλλά τι αξία θα έχει για μένα το να ανακηρυχθώ συνιδιοκτήτης σε οτιδήποτε μαζί για παράδειγμα με ένα εκατομμύριο ανθρώπους; Το να κατέχεις το ένα εκατομμυριοστό ενός πράγματος στην ουσία είναι το ίδιο με το να μην κατέχεις τίποτα. Σε ένα Σοσιαλιστικό καθεστώς λοιπόν, το άτομο θα παραμείνει ένας προλετάριος – άνθρωπος στερούμενος οποιαδήποτε ιδιοκτησίας – ενώ ο έλεγχος τον μέσων παραγωγής θα κατέχεται από μία αφαίρεση αποκαλούμενη ”κοινωνία” με τα συμφέροντα της παραπάνω αφαίρεσης να ζυγίζουν περισσότερο από τα ενδιαφέροντα του κάθε ατόμου. Όλα θα γίνονται για το ”κοινό καλό”.

Δεν αρκεί η διαβεβαίωση πως το πρόσωπο θα συνεχίσει να κατέχει την ενδυμασία ή την οδοντόβουρτσα του και πως μόνο τα μέσα παραγωγής αυτών των πραγμάτων θα ελέγχονται από κοινού. Όπως επισήμανε και ο Μπέντζαμιν Τάκερ η κατάσταση αυτή μου επιτρέπει να τρώω αλλά όχι να μαγειρεύω, να πιω αλλά όχι να παρασκευάσω, να ντυθώ αλλά όχι να γνέθω, να κατοικώ αλλά όχι να χτίσω, να δώσω αλλά όχι να πουλήσω ή να αγοράσω, να σκεφτώ αλλά όχι να εκτυπώσω τι σκέψεις μου, να μιλήσω αλλά όχι να νοικιάσω μια αίθουσα γι΄αυτό, να χορέψω αλλά όχι να πληρώσω τον μουσικό.

Ο Σοσιαλισμός όντας παραφυάδα του ανθρωπισμού αποτελεί κήρυκα μιας αδιάκριτης αλληλεγγύης. Καταπιέζει οποιαδήποτε αδιαμεσολάβητη επαφή μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή επιβάλλοντας σε αμφότερους της ηθική προσταγή να εργαστούν για την ευημερία ολονών. Συμπεραίνει πως αφού σε κάθε άτομο κατοχυρώνεται το δικαίωμα μιας εξασφαλισμένης επιβίωσης το ίδιο επιβαρύνεται με το καθήκον να παραχωρεί όσα παράγει στο απόθεμα της κοινότητας. Ο παραγωγός αποστερείται του δικαιώματος να διαλέξει το ποιος θα επωφεληθεί από τον μόχθο του. Συνεπώς, ο Σοσιαλισμός είναι μια αγελαία φιλοσοφία, έργο εξανδραποδισμένων εργασιομανών. Η συνεπής εφαρμογή του θα αποφέρει την απάλειψη κάθε ελευθερίας επιλογής οδηγώντας σε ένα ολοκληρωτικό σύστημα. Ακόμα κι αν θεωρητικά δεν θα θεσπίζονταν νόμοι προκειμένου να επιβληθεί η καταδυνάστευση του υποκειμένου από την μάζα, θα εκγαθιδρυθεί ένα σύστημα ηθικού εξαναγκασμού ώστε να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα.

Οικονομική ελευθερία – οποιαδήποτε ελευθερία εν τοις πραγμάσι – για το πρόσωπο μπορεί να υπάρξει μόνο εάν και εφόσον διασφαλίζεται η εκλογή μεταξύ εναλλακτικών. Η Αναρχία δεν δύναται να είναι κάτι άλλο από πλουραλιστική επιτρέποντας κάθε είδος άμεσης οικονομικής επαφής με την προϋπόθεση ότι ικανοποιεί τους μετέχοντες. Η πρόσδεση του ατόμου στην οικουμενική κοινοκτημοσύνη δεν συμπίπτει με την Αναρχία, γιατί η Αναρχία ανθίζει μόνο μαζί με την δυνατότητα άπειρων αλλαγών και της παρεπόμενης ποικιλομορφίας.

Η θεμελιώδης ρήξη μεταξύ Σοσιαλισμού και Αναρχίας τέθηκε πολύ εύστοχα προσφάτως από τον Francis Ellingham καθώς ανέλυε τις διαφορές μεταξύ Ατομικιστικής Αναρχίας και Ελευθεριακού Κομμουνισμού. Θεωρούσε πως αυτές οι διαφορές αφορούσαν:

 ”….. Ποιος οφείλει να είναι ο υπεύθυνος των διαδικασιών παραγωγής, κατανάλωσης και συσσώρευσης;

Ενδείκνυται να είναι το άτομο, δουλεύοντας ως ανεξάρτητη οικονομική μονάδα – είτε μονάχο είτε αν το επιλέξει σε συνεργασία με άλλα ευκταία πρόσωπα; Ή θα είναι η κοινωνία ως ολότητα, δουλεύοντας στα πρότυπα μιας τεράστιας οικογένειας, ενσωματώνοντας αναπόδραστα το άτομο το οποίο τοιουτοτρόπως μετατρέπεται σε ένα κύτταρο εντός ενός ασύγκριτα μεγαλύτερου οικονομικού οργανισμού;

Η οικονομία δύναται να έχει είτε την μορφή μιας εξαναγκαστικής συλλογικότητας ( κι ας μην ξεχνάμε πως η οικονομική αναγκαιότητα μπορεί να είναι εξίσου δεσποτική με οποιαδήποτε κυβέρνηση ), είτε θα μπορούσε να εδράζεται στην ατομική μονάδα αφήνοντας κάθε πρόσωπο αδέσμευτο να συμπράττει κατά το δοκούν, δίχως όμως ποτέ να το υποτάσσει σε ποιοδήποτε σύνολο από το οποίο θα ήταν ανέφικτο να αποχωρήσει δίχως να επέλθει οικονομική καταστροφή.”

Συνεχίζει γράφοντας πως το ιδεώδες το Ελευθεριακού Κομμουνισμού είναι:

”….. μόνο μία παραλλαγή του Μαρξιστικού ιδεολογήματος πως το κράτος σταδιακά θα εξαλειφθεί. Δεν ευδοκιμούν αφεντικά στην Μαρξιστική ουτοπία συγκροτώντας με αυτήν την έννοια έναν Αναρχικό κόσμο. Ωστόσο, το υποτιθέμενα ”ελέυθερο” άτομο είναι απλά ένας τροχός σε μια γιγάντια κοινωνική μηχανή, που διατηρείται συμπαγής ένεκα της επίδρασης μιας στυγνούς βίας οικονομικής αναγκαιότητας.”

Το σφάλμα των σοσιαλιστών έγκειται στο σπασμωδικό συμπέρασμα πως το πρόσωπο μπορεί να θεωρείται ελεύθερο – δηλαδή αυτόνομο και αυτοκυρίαρχο – μόνο εφόσον τα συμφέροντα του συμπλέουν με αυτά των υπόλοιπων ατόμων. Πιστεύουν στην κολλεκτιβοποίηση των συμφερόντων. Αλλά δεν μπορώ να θεωρώ τον εαυτό μου ελεύθερο όσο τα συμφέροντα μου εξαρτώνται από τα δικά σου. Η ελευθερία μου έγκειται στην ευκαιρία μου να διαφέρω, στην μοναδικότητα μου, στην αποσύνδεση, στην διαφωνία. Είμαι πιο ελεύθερος από ποτέ όταν τα ενδιαφέροντα μου ατομικοποιούνται, όταν κατορθώνω να είμαι ο αποκλειστικός κυρίαρχος του εαυτού μου διαθέτοντας όσα παράγω ή όσα προσφέρω όπως με ευχαριστεί.

Η Αναρχία προωθεί την κατεύθυνση εξατομίκευσης των ζητημάτων, οικονομικών ή άλλων, όχι την κοινωνικοποίηση τους.

Ο Σοσιαλισμός είναι μία κοινωνική θρησκεία – η θυσία του ατόμου στην κοινότητα.

Η Αναρχία συνιστά την φιλοσοφία του ατόμου, είναι η επίρρωση της ατομικότητας, η περήφανη άρνηση νομιμοποίησης οποιουδήποτε θεσμού, ομάδας ή ιδέας αξιώνει κυριαρχία πάνω στο Εγώ.

Sydney E Parker

Πηγή: Υπό του Ενός, τεύχος 14, έτος έκδοσης 1966

Μετάφραση: Δ.Ο RAGNAROK

Herbert Marcuse: Τι είναι ο εθνικοσοσιαλισμός;

Δημοσιεύουμε αποσπάσματα (που μεταφράζονται πρώτη φορά στα ελληνικά) από το κείμενοState and Individual under National Socialism, γραμμένο το 1942 και ανέκδοτο μέχρι το 1998, οπότε και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο του Herbert Marcuse, Technology, War and Fascism, από τις εκδόσεις Routledge, Λονδίνο-Νέα Υόρκη.

Η επιλογή της δημοσίευσης φυσικά δεν θα μπορούσε να είναι τυχαία. Οι σκέψεις αυτές διατυπώθηκαν από τον πιο διακεκριμένο τιμητή της λεγόμενης Σχολής της Φραγκφούρτης μέσα στη δίνη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Με τα εργαλεία μιας νεόφυτης για την εποχή μεταμαρξιστικής σκέψης γίνεται προσπάθεια να αναλυθεί το φαινόμενο του εθνικοσοσιαλισμού μέσα στα καινούργια του δεδομένα όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί και οδηγήσει (σ)τον πόλεμο.

«Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν είναι επανάσταση ούτε ένα είδος ανανέωσης». Φαίνεται καταρχάς η ανάγκη να αποκαθηλωθεί μια γενικευμένη εντύπωση που ήθελε να δώσει αυτή η μορφή του φασισμού σε ολόκληρο τον κόσμο: η αύρα μιας νέας και λαοπρόβλητης δύναμης που μπορούσε να ενεργοποιήσει τα πιο απόκρυφα οράματα των φυλετικών ελίτ. Τα στοιχεία που αποκαλύπτουν το δυνάμωμα των γερμανών μεγαλοαφεντικών στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος είναι απαραίτητα για να απαντηθεί η εθνικοσοσιαλιστική λαϊκιστική ρητορεία της φετιχοποίησης των «αρετών της εργατικής τάξης».

Από κει και πέρα, θα μπορούσαμε να κάνουμε κριτική σε μια υπολανθάνουσα υπερασπιστική αντίληψη που χαρακτηρίζει το κείμενο για την αστική  δημοκρατία. Όμως δεν είναι αυτό που διακυβεύεται σ’ αυτές τις γραμμές. Το κείμενο αυτό μπορεί να αφήσει κάποιον άναυδο, όχι τόσο για την αποκαλυπτική -και εμβριθή για την εποχή της- περιγραφή της πραγματικότητας του εθνικοσοσιαλισμού αλλά για την άμεση αναγνώριση των στοιχείων του φασισμού στα αστικοδημοκρατικά καθεστώτα της μεταπολεμικής περιόδου.

«Ενσωματώνοντας και τον ελεύθερο χρόνο, ο εθνικοσοσιαλισμός κατάλυσε και το τελευταίο προστατευτικό προπύργιο των προοδευτικών όψεων του ατομικισμού».  Μήπως αυτή δεν είναι μια πρώιμη αναγνώριση των βασικών στοιχείων της επερχόμενης κοινωνίας του θεάματος;

Το απαύγασμα, βέβαια, που δικαιολογεί και την επιλογή αυτής της δημοσίευσης, είναι οι αναφορές του κειμένου στη δομή και τη λειτουργία του εθνικοσοσιαλισμού οι οποίες εμφανίζονται σε μια αντιδιαστολή με την δημοκρατία αλλά θυμίζουν επακριβώς την σημερινή πραγματικότητα της πολυδιαφημισμένης παγκοσμιοποίησης σε συνάρτηση με τον αμερικάνικο και ευρωπαϊκό εθνικισμό.

Όπως: «Ο εθνικοσοσιαλιστικός αυταρχισμός:

-καταργεί, σε μεγάλο βαθμό, πλήθος από τα κατάλοιπα του φιλελεύθερου παρελθόντος που είχαν ως αρμοδιότητα να εμποδίζουν την ανελέητη άσκηση της οικονομικής εξουσίας.

-στηρίζεται στην αγορά, θεσμός μέσω του οποίου, με τρόπο τυφλό και αναρχικό, η κοινωνία στην ολότητα της εξεγείρεται εναντίον των ατομικών συμφερόντων.

-επιτίθεται στην σπατάλη και στην καθυστέρηση που επιφέρουν μια ανεξέλεγκτη ανταγωνιστικότητα και η αναποτελεσματικότητα εργοστασίων και εργαστηρίων μη τεχνικά προσαρμοσμένων.

-εξαρτά την αποδοτικότητα της ατομικής επιχείρησης από την μέγιστη χρήση του βιομηχανικού μηχανισμού, ο οποίος πρέπει να ευεργετεί με ακόμη περισσότερα κέρδη αυτούς που τον ελέγχουν».

Στις γραμμές αυτές, αυτό που μπορεί να επιβεβαιώνεται από την ιστορική πραγματικότητα μπορεί να μην είναι μια μετακύληση της δημοκρατίας στον εθνικοσοσιαλισμό αλλά σίγουρα ένας «εμπλουτισμός» της με στοιχεία εθνικοσοσιαλισμού και, πάντως, ακόμα πιο σίγουρα, η δομική τους πολιτική και οικονομική επικοινωνία.

Η αναφορά που γίνεται στην ασφάλεια δεν μπορεί παρά να είναι προφητική για τις μέρες μας και το Κυρίαρχο πρόσχημα για την εκμαίευση της κοινωνικής συναίνεσης: «Η ασφάλεια αυτή, όμως, υποδουλώνει το άτομο στον πιο καταπιεστικό μηχανισμό που γνώρισε ποτέ η μοντέρνα κοινωνία. Φυσικά, η ανοιχτή τρομοκρατία δεν πλήττει παρά τους εχθρούς, τους «ξένους» και όσους δεν μπορούν ή δεν θέλουν να συνεργασθούν. Αλλά η υποχθόνια τρομοκρατία της επιτήρησης και της γενικής επιστράτευσης, του πολέμου και της στέρησης πλήττει όλον τον κόσμο».

Εκείνο που μένει σε μας να επαναλάβουμε πολλές φορές και να σκεφτούμε είναι οι φράσεις του τέλους:

«Τα πάντα συμμαχούν για να μετατρέψουν τις παρορμήσεις για διαμαρτυρία και εξέγερση σε επιθυμία ενότητας. Όλα έρχονται να συνθέσουν την εικόνα ενός καθεστώτος που όχι μόνο υπόταξε τις πιο ατίθασες και τις καλύτερα προστατευμένες από την ατομικιστική κοινωνία ζώνες αλλά επίσης, έπεισε το άτομο να εκτιμά και να διαιωνίζει έναν κόσμο μέσα στον οποίο δεν είναι παρά ένα όργανο καταπίεσης».

 

Τι είναι ο εθνικοσοσιαλισμός;

 

Δεν είναι πλέον αναγκαίο να αμφισβητούμε την απατηλή ιδέα σύμφωνα με την οποία ο εθνικοσοσιαλισμός θα σηματοδοτούσε μιαν επανάσταση. Γνωρίζουμε σήμερα ότι το κίνημα αυτό δεν ανέτρεψε την θεμελιώδη οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, της οποίας ο έλεγχος παραμένει στα χέρια ειδικών κοινωνικών ομάδων που ελέγχουν τα εργαλεία της εργασίας χωρίς να φροντίζουν για τις ανάγκες και τα συμφέροντα της κοινωνίας στο σύνολό της (1).  Η οικονομική δραστηριότητα του Γ΄ Ράιχ στηρίζεται στις μεγάλες βιομηχανικές κοινοπραξίες οι οποίες, πριν ακόμα από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και έχοντας επωφεληθεί ευρέως από την κυβερνητική υποστήριξη, είχαν σταδιακά ενισχύσει τη θέση τους. Διατήρησαν αυτό το ρόλο-κλειδί σε μια οικονομία πολέμου και κατάκτησης. Από το 1933, οι διευθύνοντές τους συγχωνεύτηκαν με την νέα «ελίτ», μια «ελίτ» στρατολογημένη στο πιο υψηλό επίπεδο του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, αλλά δεν εγκατέλειψαν ως εκ τούτου τις σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές τους δραστηριότητες (2).

Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν αποτελεί ούτε μια κοινωνική και πολιτική ανανέωση, ακόμη κι αν επανεγκατέστησε σε μεγάλο βαθμό στην εξουσία τις δυνάμεις και τις ομάδες συμφέροντος που η Δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε απειλήσει ή καταστείλει: ο στρατός έγινε πάλι Κράτος Εν Κράτει, η εξουσία του διευθυντή επιχείρησης απαλλάχθηκε από πολλούς περιορισμούς και η εργατική τάξη υφίσταται μια πραγματική ολοκληρωτική επιρροή. Ως εκ τούτου, δεν αναμόρφωσε τις παλιές μορφές κυριαρχίας και ιεράρχησης.

Το εθνικοσοσιαλιστικό Κράτος, όπως παρουσιάζεται, έχει ωστόσο λίγα κοινά σημεία με την πολιτική οργάνωση του παλαιού Ράϊχ. Ο στρατός, παραδοσιακή φυτογή της φεουδαρχίας και της Πρωσικής υπεροχής, οργανώθηκε εκ νέου σύμφωνα με πιο ανοιχτές αρχές στρατολόγησης, ενώ μια σειρά ψευτοδημοκρατικών μέτρων άρχισε να διέπει τις κοινωνικές επαφές. Αφεντικά κι εργάτες, ενωμένοι στους κόλπους του γερμανικού  εργατικού Μετώπου, όφειλαν να συμμετέχουν πλάι-πλάι στις ίδιες πορείες και συγκεντρώσεις και να τηρούν τους ίδιους κανόνες καθοδήγησης. Πολλά προνόμια και τιμητικοί τίτλοι, κατάλοιπα της φεουδαρχικής τάξης, καταργήθηκαν. Επιπλέον -και πιο σημαντικό- η παλιά γραφειοκρατία και οι πιο υψηλές αρχές της βιομηχανίας και της οικονομίας αναγνώρισαν το νέο αφεντικό και τις νέες μεθόδους διαχείρισης.

Θα αναπτύξουμε παρακάτω την ιδέα, σύμφωνα με την οποία το εθνικοσοσιαλιστικό Κράτος απαλλάχθηκε από τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά του μοντέρνου Κράτους. Το καθεστώς αυτό τείνει να καταργήσει κάθε διάκριση ανάμεσα σε Κράτος και κοινωνία, μεταθέτοντας πολιτικές λειτουργίες στις κοινωνικές ομάδες που κατέχουν πραγματικά την εξουσία (…)

Το μοντέρνο Κράτος –και μόνο αυτό είναι που μας απασχολεί εδώ- κατασκευάστηκε και οργανώθηκε έξω από το πεδίο των διατομικών σχέσεων, τομέας που θεωρείται ως μη πολιτικός και που ανταποκρίνεται σε δικούς του νόμους και μοντέλα. Η ιδιωτική ζωή, η οικογένεια, η Εκκλησία και ευρείς τομείς της οικονομικής και πολιτιστικής ζωής, υπάγονταν στον τομέα αυτό. (…) Το Κράτος αναγνώριζε ότι μερικά ειδικά κοινωνικά δικαιώματα προϋπήρχαν αυτού και η επέμβαση του δεν θα δικαιολογούταν ούτε θα γινόταν αποδεκτή παρά μόνο για να τα διαφυλάξει, να τα προάγει ή να τα αποκαταστήσει. (…) Ο εθνικοσοσιαλισμός κατήργησε αυτή τη διάκριση ανάμεσα σε Κράτος και κοινωνία.

Το Κράτος: μια μηχανή. Αυτή η υλιστική αντίληψη αντανακλά πολύ καλύτερα την εθνικοσοσιαλιστική πραγματικότητα απ’ ότι οι θεωρίες για την κοινότητα της φυλής ή για το Κράτος-οδηγό. Η μηχανή αυτή, η οποία ελέγχει παντού την ζωή των ανθρώπινων όντων, είναι η πιο τρομακτική απ’ όλες εφόσον, με όλη την αποτελεσματικότητα και την ακρίβεια που επιδεικνύει,  μένει ολοκληρωτικά απρόβλεπτη και ιδιόρρυθμη. Κανείς δεν ξέρει, εξαιρουμένων ίσως κάποιων «μυημένων», πού και πότε θα κτυπήσει. Φαίνεται να λειτουργεί μόνο δυνάμει των νόμων της και προσαρμόζεται με ευελιξία και επιμέλεια και στην πιο ανεπαίσθητη αλλαγή στη σύνθεση των διευθυντηρίων ομάδων. Όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες υπόκεινται στους επιτακτικούς στόχους ελέγχου και επέκτασης.

Ο εθνικοσοσιαλισμός μάταια ισχυρίστηκε ότι το Κράτος διοικείται προσωπικά από μερικά πανίσχυρα άτομα: τα ίδια αυτά άτομα στην πραγματικότητα υπάγονται στο μηχανισμό του Κράτους. Δεν είναι ούτε ο Himmler, ούτε ο Göring, ούτε ο Ley (3) που χτυπούν και διατάζουν πραγματικά αλλά η Γκεστάπο ή η Λουφτβάφε και το εργατικό Μέτωπο. Οι διαφορετικές διοικητικές μηχανές συγκροτούν ένα γραφειοκρατικό μηχανισμό που εξυπηρετεί καλά τόσο τα συμφέροντα της βιομηχανίας, όσο και εκείνα του στρατού και του κόμματος. Ας το επαναλάβουμε: η ανώτατη εξουσία δεν ενσαρκώνεται στη μορφή κάποιου επικεφαλής βιομηχανίας, στρατηγού ή πολιτικού αρχηγού αλλά ασκείται μέσω των μεγάλων βιομηχανικών κοινοπραξιών, του στρατιωτικού μηχανισμού και της πολιτικής λειτουργίας. Το εθνικοσοσιαλιστικό Κράτος είναι η πολιτική διαχείριση των τριών υποστάσεων που λαμβάνουν οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξουσίες.

Αυτά τα ανταγωνιστικά στοιχεία συμφωνούν σε έναν συγκεκριμένο κοινό στόχο: την ιμπεριαλιστική επέκταση σε διηπειρωτική κλίμακα. Για να πετύχει τον στόχο αυτόν, το καθεστώς απαιτεί τη μέγιστη προσφυγή στην εργατική δύναμη, την ύπαρξη εκτεταμένου αποθέματος εργατών και την διανοητική και φυσική εκπαίδευση που είναι αναγκαία για την εκμετάλλευση όλων των νεοκατακτηθέντων ανθρώπινων και φυσικών πόρων. Τότε είναι –όταν η καλή λειτουργία του μηχανισμού δεν βασίζεται πια παρά μόνο σε απολύτως υποκειμενικούς παράγοντες- που η τρομοκρατική καταπίεση βρίσκει τα όρια της. Ένα κοινωνικό σύστημα σε πλήρη επέκταση, θεμελιωμένο στη μέγιστη δυνατή τεχνολογική και βιομηχανική αποδοτικότητα, δε μπορεί παρά να απελευθερώσει στο άτομο τις ικανότητες και τις παρορμήσεις που πραγματώνουν αυτή την επέκταση. Το ανθρώπινο όν, η πιο πολύτιμη πηγή ενέργειας και δύναμης, γίνεται λοιπόν το χαϊδεμένο παιδί του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος. (…)

Όλα αυτά δεν μπορεί παρά  να θυμίζουν την ατομικιστική φιλοσοφία της μεγάλης εποχής του φιλελευθερισμού. Εξάλλου, με τη σημασία που αποδίδει στο άτομο ως πρωταρχική πηγή της εργατικής δύναμης, ο εθνικοσοσιαλισμός συμπληρώνει μερικές από τις θεμελιώδεις τάσεις της [ατομικιστικής] κοινωνίας. Σύμφωνα με τη βασική αρχή της κοινωνίας αυτής, ο καθένας βλέπει τον εαυτό του να αμείβεται σύμφωνα με το ρόλο του στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και κάθε πράξη θα πρέπει να δικαιολογείται από την αναζήτηση του προσωπικού συμφέροντος. Ωστόσο, με την αρχή αυτή να έχει αυξήσει τελικά τις οικονομικές ανισότητες,  η φιλελεύθερη κυβέρνηση ανέλαβε να πειθαρχήσει το ελεύθερο παιχνίδι των οικονομικών δυνάμεων.

Πρέπει, ωστόσο, να επιμείνουμε στο γεγονός ότι η εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση της δημόσιας και της οικονομικής ζωής είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν που γνωρίζουμε ή εξυμνούμε στις δημοκρατικές χώρες. Όταν, στις χώρες αυτές, η κυβερνητική παρέμβαση υποτίθεται ότι μετριάζει τα αρνητικά αποτελέσματα της συγκέντρωσης της οικονομικής εξουσίας, η εθνικοσοσιαλιστική πειθαρχία τείνει να καταργήσει ή να διορθώσει τους μηχανισμούς που θα μπορούσαν να την εμποδίσουν(4). Ο εθνικοσοσιαλιστικός αυταρχισμός:

-καταργεί, σε μεγάλο βαθμό, πλήθος από τα κατάλοιπα του φιλελεύθερου παρελθόντος που είχαν ως αρμοδιότητα να εμποδίζουν την ανελέητη άσκηση της οικονομικής εξουσίας.

-στηρίζεται στην αγορά, θεσμός μέσω του οποίου, με τρόπο τυφλό και αναρχικό, η κοινωνία στην ολότητα της εξεγείρεται εναντίον των ατομικών συμφερόντων.

-επιτίθεται στην σπατάλη και στην καθυστέρηση που επιφέρουν μια ανεξέλεγκτη ανταγωνιστικότητα και η αναποτελεσματικότητα εργοστασίων και εργαστηρίων μη τεχνικά προσαρμοσμένων.

-εξαρτά την αποδοτικότητα της ατομικής επιχείρησης από την μέγιστη χρήση του βιομηχανικού μηχανισμού, ο οποίος πρέπει να ευεργετεί με ακόμη περισσότερα κέρδη αυτούς που τον ελέγχουν.

Μπροστά σε αυτή τη σύγκλιση απόψεων που αφορούν την ιμπεριαλιστική επέκταση, μια τέτοια εξάρτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως θρίαμβος του γενικού συμφέροντος επί των ατομικών συμφερόντων. Ωστόσο, η κοινωνία αυτή, της οποίας η κοινωνική ευημερία είναι επίσης αυτό που διακυβεύεται, είναι μια κοινωνία βασισμένη στην μονιμότητα της στέρησης και της καταπίεσης. Αυτό θα μπορούσε να συγκριθεί μ’ ένα γιγαντιαίο μονοπωλιακό σύμπλεγμα το οποίο, έχοντας κατορθώσει να ελέγξει τον εσωτερικό οικονομικό ανταγωνισμό και να υποτάξει τις εργατικές μάζες, προετοιμάζεται να κατακτήσει την παγκόσμια αγορά. Η άνοδος του Γ΄ Ράιχ είναι ακριβώς η πιο αποτελεσματική και η πιο ανελέητη απόδειξη αυτής της διαδικασίας.

Το εθνικοσοσιαλιστικό Κράτος δεν είναι το αντίθετο του ανταγωνιστικού ατομικισμού, είναι το επιστέγασμά του. Απελευθερώνει τις χυδαίες παρορμήσεις του προσωπικού συμφέροντος, τις οποίες οι δημοκρατίες προσπάθησαν να δαμάσουν και να συνταιριάξουν σε απαίτηση της ελευθερίας.

Όπως κάθε [ανταγωνιστική] κοινωνία, η εθνικοσοσιαλιστική κοινωνία στηρίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και οργανώνεται συνεπώς γύρω από τους δύο πόλους που σχηματίζουν απ’ τη μια, ο μικρός αριθμός εκείνων που ελέγχουν την παραγωγική διαδικασία και απ’ την άλλη, το κύριο μέρος του πληθυσμού που -άμεσα ή έμμεσα- εξαρτάται από αυτούς. Με τον εθνικοσοσιαλισμό, η κατάσταση του ατόμου είναι αυτή που υφίσταται τις πιο βαθιές ανακατατάξεις, καθώς το ίδιο το άτομο εξελίσσεται σε αυτή την τελευταία κατηγορία. Ωστόσο, σ’ αυτό το σημείο ακόμα, η εξέλιξη αυτή συγκεκριμενοποιεί –αλλά δεν αντιφάσκει- ορισμένες τάσεις της [ατομικιστικής] κοινωνίας.

Στην πολύ διευρυμένη βάση της κοινωνικής πυραμίδας, το άτομο υποβαθμίστηκε σε σημαντικό βαθμό στη θέση του απλού στοιχείου του «πλήθους». Το Γ΄ Ράιχ είναι φυσικά ένα «Κράτος των μαζών», στο οποίο όλες οι ατομικές δυνάμεις και συμφέροντα συγχωνεύονται σε μια παράλογη ανθρώπινη μάζα, την οποία μεταχειρίζεται με επιδεξιότητα το καθεστώς (5). Η μάζα αυτή δεν είναι,  ωστόσο, ενοποιημένη από μια κοινή «συνείδηση» ή ένα κοινό συμφέρον. Τα άτομα που την αποτελούν, δεν αναζητάνε σε ατομικό επίπεδο παρά μόνο το πιο στοιχειώδες προσωπικό τους συμφέρον και η ανασυγκρότηση τους στάθηκε δυνατή μονάχα επειδή το συμφέρον αυτό συγχέεται με το βίαιο ένστικτο της αυτοσυντήρησης που είναι κοινό σε όλους. Η συσπείρωση των ατόμων σε ένα πλήθος περισσότερο όξυνε την ιδιαιτερότητα και την απομόνωσή τους παρά τις ακύρωσε και η εξίσωσή τους δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αναπαράγει το σενάριο σύμφωνα με το οποίο, η ατομικότητά τους είχε προηγουμένως διαμορφωθεί. (…)

Η ίδια αρχή αποδοτικότητας η οποία, σ’ αυτήν την τάξη πραγμάτων, οδήγησε στην υποταγή της βιομηχανίας –προς το μεγαλύτερο όφελος των ισχυρών κοινοπραξιών- επιφέρει επίσης τη γενική επιστράτευση όλων των δυνάμεων εργασίας. (…) Πράγματι, η άσκηση της εργατικής του δύναμης είναι η μόνη ελευθερία που παραχωρείται στο άτομο, το οποίο βρίσκεται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Το πιο πολύτιμο αγαθό του λαού είναι «η εργατική του δύναμη από την οποία εξαρτώνται το μεγαλείο και η ισχύς του έθνους. Η διαφύλαξη και η μεγιστοποίηση της είναι η πρωταρχική υποχρέωση του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος και το πιο πιεστικό καθήκον των γερμανικών επιχειρήσεων, των οποίων η επιβίωση και η αποδοτικότητα βασίζονται και στον αριθμό και στο επίπεδο ικανοτήτων των εργατών».(6)

Ο εθνικοσοσιαλισμός επεξεργάστηκε ένα πολύπλοκο σύστημα ηθικής, διανοητικής και φυσικής εκπαίδευσης, σκοπός του οποίου είναι να αυξήσει την απόδοση της εργασίας μέσω της παράπλευρης κατεύθυνσης των πλέον επιστημονικά επεξεργασμένων μεθόδων και τεχνικών. Ο μισθός εξαρτάται από την προσωπική απόδοση του εργαζομένου(7). Δημιουργούνται ινστιτούτα ψυχολογίας και τεχνολογίας για να μελετηθούν οι μέθοδοι οι καλύτερα προσαρμόσιμες στην ατομικοποίηση της εργασίας και να αποτραπούν τα δυσοίωνα αποτελέσματα της μηχανοποίησης. Τα εργοστάσια, τα σχολεία, οι χώροι για προπόνηση, τα στάδια, οι πολιτιστικοί θεσμοί και ο ελεύθερος χρόνος είναι εξίσου εργαστήρια «επιστημονικής διαχείρισης» της εργασίας.

Η ολική επιστράτευση της εργατικής δύναμης του ατόμου καταστρέφει και το τελευταίο προπύργιο που το προστάτευε από την κοινωνία και το Κράτος: παραβιάζει τον ιδιωτικό τομέα του ελεύθερου χρόνου του. Κατά τη διάρκεια της φιλελεύθερης περιόδου, το άτομο διαφοροποιούνταν από την κοινωνία μέσω της επιβεβλημένης διάκρισης ανάμεσα στη δουλειά και τον ελεύθερο χρόνο του. Υπό τον εθνικοσοσιαλισμό ο διαχωρισμός αυτός, όπως και εκείνος που υπήρχε ανάμεσα στην κοινωνία και το Κράτος, καταργήθηκε. (…) Ενσωματώνοντας και τον ελεύθερο χρόνο, ο εθνικοσοσιαλισμός κατάλυσε και το τελευταίο προστατευτικό προπύργιο των προοδευτικών όψεων του ατομικισμού. (…)

Η γενική επιστράτευση της εργατικής δύναμης δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς το άτομο να λαμβάνει ανταμοιβές για την απώλεια της ανεξαρτησίας του. Ο εθνικοσοσιαλισμός προσφέρει δύο: μια νέα οικονομική ασφάλεια κι ένα καινούργιο προνόμιο. Το γεγονός ότι η ιμπεριαλιστική οικονομία του Γ΄ Ράιχ εξασφάλισε την πλήρη απασχόληση,  προσφέροντας παράλληλα μια στοιχειώδη οικονομική ασφάλεια στους πολίτες της,  είναι αποφασιστικής σημασίας. Η ελευθερία που απολάμβανε το άτομο κατά την προ-φασιστική περίοδο, για ένα μεγάλο μέρος των Γερμανών, αντισταθμιζόταν με μια μόνιμη ανασφάλεια.  Από το 1923, η συνειδητή βούληση να εγκαθιδρυθεί μια κοινωνία πραγματικά δημοκρατική, άφησε τη θέση της σε μια διεισδύουσα ατμόσφαιρα παραίτησης και απελπισίας. Δεν θα εκπλαγούμε που  από τότε, η ελευθερία βάραινε λιγότερο μπροστά σε ένα σύστημα που προσέφερε πλήρη ασφάλεια στο καθένα από τα μέλη της γερμανικής οικογένειας. Ο εθνικοσοσιαλισμός άλλαξε το ελεύθερο υποκείμενο σε υποκείμενο οικονομικά σταθερό× η εφησυχαστική πραγματικότητα της οικονομικής ασφάλειας επισκίασε το επικίνδυνο ιδανικό της ελευθερίας.       Η ασφάλεια αυτή, όμως, υποδουλώνει το άτομο στον πιο καταπιεστικό μηχανισμό που γνώρισε ποτέ η μοντέρνα κοινωνία. Φυσικά, η ανοιχτή τρομοκρατία δεν πλήττει παρά τους εχθρούς, τους «ξένους» και όσους δεν μπορούν ή δεν θέλουν να συνεργασθούν. Αλλά η υποχθόνια τρομοκρατία της επιτήρησης και της γενικής επιστράτευσης, του πολέμου και της στέρησης πλήττει όλον τον κόσμο. Το καθεστώς δεν επιτρέπεται να εξασφαλίζει την οικονομική ασφάλεια στο σημείο που εκείνη να γίνεται το έναυσμα της ελευθερίας. Όπως δεν μπορεί να καλυτερεύσει το βιοτικό επίπεδο στο βαθμό που το άτομο να βρίσκει, για τον εαυτό του, τους τρόπους μιας δικής του έκφρασης των ικανοτήτων του και την ικανοποίηση των επιθυμιών του. Μια τέτοια χειραφέτηση θα ήταν, στην πραγματικότητα, ασυμβίβαστη με την κοινωνική κυριαρχία που απαιτεί η ιμπεριαλιστική οικονομία.

Η εθνικοσοσιαλιστική ρητορική γύρω από το καθήκον της θυσίας υπερβαίνει την απλή ιδεολογία. Δεν είναι μια προπαγανδιστική αρχή αλλά μια οικονομική αρχή. Η εθνικοσοσιαλιστική ασφάλεια συνδέθηκε εν μέρει με την στέρηση και την καταπίεση. Η οικονομική ασφάλεια, έστω κι αν είναι μια ανταμοιβή, πρέπει να συνοδεύεται από μια μορφή  ελευθερίας που παρέχει ο εθνικοσοσιαλισμός αίροντας ορισμένα θεμελιώδη κοινωνικά ταμπού. (…)

Το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς αποκάλυψε τη στέρηση σε αυτούς που το υποστήριζαν. (…) Ήταν στριμωγμένοι, προδομένοι και στερημένοι μέσα στις επιθυμίες και τις δυνατότητες τους αλλά τώρα είναι τα αφεντικά και μπορούν να κάνουν αυτό που τα παλιά τους αφεντικά τολμούσαν σπάνια να κάνουν. Ο Ernest R. Pope παραθέτει ένα διαφωτιστικό απόσπασμα του επίσημου προγράμματος της διάσημης (και οργιώδους) Νύχτας των Αμαζόνων: «αυτό που πριν ήταν αυστηρά περιορισμένο και παρουσιαζόταν μακριά από τα βλέμματα σε λίγους μυημένους, προσεκτικά επιλεγμένους, προσφέρεται σήμερα φανερά σε όλους μέσα στη νυχτερινή μαγεία τουNymphenburg Park (…) μέσα στα μινιμαλιστικά στολίδια των Μουσών, μέσα στη γυμνή ελευθερία θαυμάσιων κορμιών. (…) Αυτοί που αναγαλλιάζουν, παρασυρμένοι από τον χαρούμενο ενθουσιασμό αυτού στο οποίο συμμετέχουν και θαυμάζουν, είναι οι νέοι Γερμανοί του 1939 (8)…»

Τέτοιο είναι το προσφερόμενο θέαμα σε εκείνους που επιτρέπεται να διασκεδάζουν μέσα στη φυλακή τους, να απελευθερώνονται μέσα στους κήπους των παλιών τους βασιλιάδων, να συμμετέχουν και να «θαυμάζουν» τα άλλοτε απαγορευμένα θαύματα. Η γοητεία, η ομορφιά και η ελευθεριότητα της εθνικοσοσιαλιστικής χλιδής κουβαλάνε μέσα τους τα ίχνη της υποταγής και της καταπίεσης. Οι νεαρές όμορφες γυμνές κοπέλες και τα πολύχρωμα τοπία των εθνικοσοσιαλιστών καλλιτεχνών ανταποκρίνονται άψογα στον κλασικισμό των εξωραϊσμένων χώρων συγκέντρωσης, των εξωραϊσμένων εργοστασίων, των εξωραϊσμένων μηχανών και των εξωραϊσμένων στολών εργασίας. Τα πάντα συμμαχούν για να μετατρέψουν τις παρορμήσεις για διαμαρτυρία και εξέγερση σε επιθυμία ενότητας. Όλα έρχονται να συνθέσουν την εικόνα ενός καθεστώτος που όχι μόνο υπόταξε τις πιο ατίθασες και τις καλύτερα προστατευμένες από την ατομικιστική κοινωνία ζώνες αλλά επίσης, έπεισε το άτομο να εκτιμά και να διαιωνίζει έναν κόσμο μέσα στον οποίο δεν είναι παρά ένα όργανο καταπίεσης.

 

Herbert Marcuse

 (1)   Τα επιχειρήματα που επιτρέπουν αυτήν την ερμηνεία βρίσκονται στο έργο του Franz Newmann, Behemoth. The Origin and Structure of National Sosialism, Oxford University Press, Νέα Υόρκη, 1942.

(2)   Για το μοίρασμα της εξουσίας ανάμεσα στον πολιτικό μηχανισμό και τον επιχειρηματικό κόσμο πρβλ. Arkadji Gurland, “Technological Trends under National Sosialism” στο Studies in Philosophie and Social Science, 1941, Νέα Υόρκη, Νο 2 και, στο ίδιο τεύχος, Otto Kirchheimer “Changes in the Structure of Political Compromise”.

(3)   O Heinrich Himmler, αρχηγός των SS, έγινε υπουργός εσωτερικών× ο στρατάρχης Hermann Göring ήταν διαδοχικά πρωθυπουργός της Πρωσίας, έπειτα ταγματάρχης των εναέριων δυνάμεων και υπεύθυνος σχεδίου× ο Robert Ley διοικούσε το γερμανικό εργατικό Μέτωπο προτού αναλάβει την οργάνωση του ναζιστικού κόμματος.

(4)   Arkadji Gurland (όπ. π.)

(5)   Βλέπε Emil Lederer, State of the Masses, Νέα Υόρκη, Howard Fertig, 1940.

(6)   Robert Ley, “Anordnung über des Leistungskampf der deutschen Betriebe”, στο Deutsche Sozialpolitik, Bericht der Deutschen Arbeitfront, Zentralbureau, Sozialamt, Βερολίνο, 1937.

(7)   Όπ. π.

(8)    Munich Playground, Νέα Υόρκη, 1941.

*Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Σαμιζντάτ, Τεύχος 6, Γενάρης 2003 (όταν όλοι θεωρούσαν ανάξια οποιαδήποτε αναφορά στο φαινόμενο του φασισμού)

Πηγή: shadesmagazine

Τα λόγια και τα έργα: Αναφορικά με το επαναστατικό σχέδιο

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ

Αναφορικά με το επαναστατικό σχέδιο

Φιλολογική προϋπόθεση

Ένας κόσμος ολοένα περισσότερο “μη ανατρέψιμος”. Μέσα στο κείμενο της “Εγκυκλοπαίδειας των Τοξικοτήτων” (Encyclopedie des Nuisances) αυτός ο όρος είναι “indetournable”. Όπως είναι γνωστό, ο όρος “detournement” είναι μια έννοια-κλειδί των Σιτουασιονιστών που υποδηλώνει είτε μια καλλιτεχνική-λογοτεχνική-θεωρητική διαδικασία-η οποία συνίσταται στη συναρμολόγηση ήδη υπαρχόντων υλικών επαναπροσδιορίζοντας την χρήση και το νόημά τους, είτε διαφορετικά μια πιο γενικότερη “ανατροπή προοπτικής”. Αν κάθε επαναστατικό κίνημα έπρεπε να ανακαλύψει καινούργιες λέξεις έτσι ώστε να υποδηλώσει πράγματα τα οποία ακόμη δεν υπήρχαν, μια συγκεκριμένη ποιητική εκρηκτική έπαρση αναπτύσσεται με αυτό το τρόπο, ευρισκόμενη-de facto- σε ένα διαρκή πόλεμο ενάντια στο χρόνο- έπειτα, όταν παγιώνεται, γίνεται η ίδια ένα εμπόδιο που απαγορεύει τον δημιουργικό στοχασμό της πραγματικότητας και μεταβάλλεται έτσι σε έναν αυτο-αναφορικό γλωσσικό κώδικα. Νομίζουμε ότι η απόδοση του συγκεκριμένου όρου “indetournable” σαν “μη ανατρέψιμος” από πλευράς μας, είναι πιο άμεσος και δεν παραπέμπει σε μια συγκεκριμένη αργκό επαϊόντων επαναστατικών κειμένων, αλλά δεν εμπεριέχει ακριβώς όλες τις εκφάνσεις που διαθέτει στη γαλλική γλώσσα. Στα γαλλικά η λέξη “detourner” εμπεριέχει διάφορες αποχρώσεις, για παράδειγμα “εκτροπή του ρου” (ενός ποταμού, από υποψίες), “υπεξαίρεση” (χρημάτων), “πειρατεία” (ενός αεροπλάνου). Πέρα λοιπόν από τις λεξικογραφικές λεπτομέρειες, αυτές οι διαφορετικές έννοιες εκφράζουν περισσότερο ή λιγότερο καλά τον τρόπο με τον οποίο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τα επαναστατικά κινήματα σκέφτηκαν και σχεδίασαν τη σχέση τους με τα μέσα παραγωγής (απαλλοτριώνοντάς τα από τα αφεντικά και το κράτος, εκτρέποντας την παγκόσμια σημασία τους από τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, αντιστρέφοντας κοινωνικά τη χρήση). Ένας κόσμος “μη ανατρέψιμος” (indetournable), σημαίνει κατά συνέπεια ένα κόσμο μη απαλλοτριώσιμο, μη εκτρέψιμο, μη αναστρέψιμο. Όπως πιστεύουμε ότι όλοι αντιλαμβανόμαστε εύκολα, αυτό δεν αποτελεί ένα πρόβλημα, αλλά το πρόβλημα.

Η detournement της κοινωνίας της κυριαρχίας τοποθετείται, μέσα στα παρελθόντα κείμενα της ΕτΤ, σύμφωνα με τα μαρξιστικά-σιτουασιονιστικά σχήματα, δηλαδή ακολουθώντας την διαλεκτική λογική της υπέρβασης. Οι ίδιοι οι “εγκυκλοπαιδιστές” από την πλευρά τους εντόπισαν, μέσα στα επόμενα χρόνια (της δεκαετίας του 90), αυτή την αντίφαση (μεταξύ αντι-βιομηχανικής κριτικής και μαρξιστικής θεώρησης των παραγωγικών δυνάμεων ως σύμμαχου του προλεταριάτου). Μονάχα που εμβαθύνοντας στη γνώση της αντι-βιομηχανικής κριτικής (Mumford, Ellul, Charbonneau, Anders…), εγκατέλειψαν από τη μια την ίδια την ταξική έννοια και από την άλλη αυτή της επανάστασης, προτείνοντας μια προοπτική απόσχισης αγκιστρωμένης πάνω στην έννοια της Φύσης – στο βαθμό που αποτελεί ένα όριο που πρέπει να αντιπαρατεθεί ενάντια στην τεχνολογική-εμπορευματική απληστία και στο βαθμό επίσης που είναι μια ηθικο-κοινωνική βάση για μια δραστηριότητα αναγέννησης της ίδιας της κριτικής σκέψης καθώς και των ίδιων των κοινοτιστικών σχέσεων. Εξαναγκασμένοι από τα ίδια τα πράγματα να διαπιστώσουν πως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης-που τη δεκαετία του ογδόντα υπήρχε η εκτίμηση ότι μπορούσε να κινητοποιηθεί προς όφελος της επαναστατικής υπόθεσης παρέα με την επιθυμία του αγνώστου-ενεργοποιείται καθημερινά από πλευράς του συστήματος για να δημιουργήσει ένα κλειστό ορίζοντα, ο οποίος έπειτα αποτελεί το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο βρίσκουν εφαρμογή όλες οι τεχνολογικές εισβολές.

Αυτές οι τελευταίες διορθώσεις πρέπει να ληφθούν υπόψη όχι μονάχα για λόγους ιστορικής ακρίβειας, αλλά επίσης για να αποφύγουμε να ρίξουμε πόρτες που είναι ήδη ανοικτές. Η παραβολή των “εγκυκλοπαιδιστών” παραμένει ωστόσο διδακτική ακόμη και εκεί που διορθώνει το ίδιο της τον εαυτό. Για όποιον είχε εναποθέσει τις ελπίδες του σε ένα συγκεκριμένο “ιστορικό υποκείμενο” (φορέα της συνείδησης, των παγκοσμίων συμφερόντων κ.λ.π.), η εξαφάνιση αυτού του τελευταίου ναρκοθετεί τις ίδιες τις δυνατότητες μιας επανάστασης. Όποιος δεν πίστεψε ποτέ σε ένα παρόμοιο σχήμα (που κατά τα άλλα κληρονομήθηκε από μια αστική ιστορική αντίληψη), αντίθετα, μπορεί να σκεφτεί με ένα διαφορετικό τρόπο την επαναστατική ρήξη – δηλαδή το εφικτό μέσα στην ιστορία.

Για ποιο λόγο λοιπόν, αφού περιέχουν, παρόμοιου είδους ατοπήματα, να ασχοληθούμε σήμερα με κείμενα που δημοσιεύτηκαν πριν τριάντα χρόνια; Διότι μας ενδιαφέρουν μέχρι ένα σημείο τα όρια, τα λάθη και οι αντιφάσεις αυτής ή της άλλης ανατρεπτικής ομάδας. Αυτό που μας χρησιμεύει είναι ένα διαφορετικό πράγμα- δηλαδή μια ακριβής διατύπωση των θεωρητικών και πρακτικών δεσμών που πρέπει να κόψουμε σήμερα. Να επιστρέψουμε κυρίως σε διάφορα ιστορικά περάσματα μας φαίνεται θεμελιώδες για να αντιληφθούμε επακριβώς μέσα σε ποιες συνθήκες παρεμβαίνουμε σήμερα και προς τα που θέλουμε να πάμε. Κάποιος θα την αποκαλούσε φιλολογική προσέγγιση στους αγώνες, στις κατακτήσεις και στις ήττες, στις απόπειρες χειραφέτησης που πραγματοποιήθηκαν. Αντί να ανανεώσουμε τους δεσμούς της πίστης (ακόμη και της “αντι-βιομηχανικής”), μας φαίνεται ότι έχει μεγαλύτερο νόημα σήμερα να σκάψουμε στη κατεύθυνση της υποκειμενικής και υλικής διάστασης του κοινωνικού πολέμου – για να διαχωρίσουμε τα πρόβατα από τα ερίφια. Χρησιμοποιώντας μια ωραία μεταφορά που ανήκε στους ίδιους τους “εγκυκλοπαιδιστές” κατά τα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα: για να βγάλουμε το χέρι από το μέλι, πρέπει να παρατήσουμε αυτό το οποίο ήμασταν πεισμένοι ότι κατείχαμε.

Χωρίς παρακαμπτήριες

Να παρατηρήσουμε την πραγματικότητα χωρίς ιδεολογικές παρακαμπτήριες σήμερα προκαλεί ίλιγγο. Είναι σαν να θέλουμε να ρίξουμε κάτω ένα δέντρο γνωρίζοντας ότι καθόμαστε πάνω στα κλαδιά του. Όχι μονάχα οι παραγωγικές δυνάμεις, αλλά πιο γενικότερα οι ίδιες οι υλικές συνθήκες της ύπαρξης, “έχουν τώρα επιστρατευτεί από τις ιδιοκτήτριες τάξεις και από τα κράτη τους για να καταστήσουν μη ανατρέψιμη την απαλλοτρίωση της ζωής μας από πλευρά τους και για να λεηλατήσουν το κόσμο μέχρι το σημείο να τον κάνουν ένα πράγμα που κανένας πλέον δεν θα μπορεί να σκεφτεί να αμφισβητήσει”.

Από αυτή την άποψη, μπορεί να ειπωθεί ότι η βαθειά αναδιάρθρωση που συνέβη, ανάλογα με τη χώρα, μεταξύ των δεκαετιών του εβδομήντα, του ογδόντα αλλά και του ενενήντα, δεν είχε μονάχα το στόχο να αποσυναρμολογήσει τη “δυσκαμψία” της εργατικής τάξης, να καταστήσει περισσότερο εύκαμπτη και ευέλικτη την παραγωγή και να ρίξει κάθετα το κόστος αποθήκευσης των πρώτων υλών ή των έτοιμων προϊόντων διαμέσου της παγκόσμιας αλυσίδας των logistics και του just in time, αλλά επίσης και πρωτίστως στόχευε να επιτεθεί μετωπικά ενάντια στην ίδια τη δυνατότητα μιας επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας. Να καταστήσει, δηλαδή, πάντοτε περισσότερο μη ανατρέψιμη την κοινωνία της κυριαρχίας. Η αντίφαση είναι γνωστή. Ακόμη και η βίαιη άρνηση της μισθωτής εργασίας-αυτή που πολλές φορές προσδιορίστηκε ως το “σύγχρονο” περιεχόμενο της εξέγερσης που ξέσπασε τη δεκαετία του εξήντα-μπορούσε να επιτεθεί και να υποχωρήσει με αφετηρία συγκεκριμένα σχήματα της συλλογικής ζωής που με τη σειρά τους δεν ήταν αποσυνδεμένα από ένα συγκεκριμένο παραγωγικό μοντέλο.

Όπως άλλωστε παραδέχτηκαν έπειτα από μερικά χρόνια ορισμένοι Κομοντιστές, θεωρητικοί του παράνομου προλεταριάτου και της αναπόφευκτα “εγκληματικής” έναρξης της επαναστατικής εφόδου, -με το σύνθημα “Ενάντια στο κεφάλαιο εγκληματική ζωή”– εκείνες οι άγριες πρακτικές άρχισαν να υποχωρούν παράλληλα με τη διάλυση συγκεκριμένων αστικών γειτονιών καθώς και μιας συγκεκριμένης “ταξικής κοινότητας”, της ίδιας ακριβώς που μέσα της εμπεριείχε τον ρεφορμισμό, το αίτημα της θεσμικής εκπροσώπησης και τέλος όχι λίγα κατάλοιπα σταλινισμού.

Να σκεφτεί κάποιος ότι η συνδικαλιστική και η πολιτική “ενσωμάτωση” είναι μόνο ένα είδος εξωτερικού παράγοντα, εχθρού του προλεταριακού αυθορμητισμού, υπήρξε μια από τις ψευδαισθήσεις ενάντια στις οποίες συγκρούστηκε ένα τμήμα του επαναστατικού κινήματος της εποχής εκείνης. Έχοντας εκλείψει πλέον -κυρίως χάρη στην κατασταλτική παρέμβαση του κράτους, χωρίς την οποία τα αφεντικά δεν θα μπορούσαν ποτέ να ξεκινήσουν την “τηλεματική επανάσταση”- οι τόποι, η νοοτροπία, οι οργανωτικές ικανότητες που είχαν δημιουργηθεί στο εσωτερικό της αντίστασης σε εκείνο τον καπιταλιστικό κύκλο, η επαναστατική επίθεση βρέθηκε αποπροσανατολισμένη, εκτός εδάφους, όπως ακριβώς και οι φράουλες μέσα στα θερμοκήπια.

Το ίδιο το γεγονός ότι ο παραγωγικός μηχανισμός ήταν όσο αφορούσε ένα μεγάλο μέρος του πλέον “μη αντιστρέψιμος”, ήταν ένα συμπέρασμα που λίγα φωτεινά μυαλά είχαν κατανοήσει με αφετηρία τη δεκαετία του Τριάντα, που όμως δεν ανησυχούσε και πολύ τους θεωρητικούς της εργατικής αυτονομίας και που επιπλέον απέφευγε να ασχοληθεί με αυτό ζήτημα ακόμη και η ίδια η ριζοσπαστική κριτική.

Φτάνει να σκεφτούμε την εμμονή επάνω στη θεματική των εργατικών συμβουλίων και τη μαρξική αντιπαράθεση μεταξύ αξίας χρήσης και αξίας ανταλλαγής αναφορικά με τα εμπορεύματα, τις υπηρεσίες, τις τεχνικές, τις παραγόμενες μηχανές από πλευράς του καπιταλισμού. Η ίδια η αναφορά στα συμβούλια, όπως και αυτή σε ένα προφασιζόμενο τρόπο χρήσης τους που θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί βίαια ενάντια στην αόριστη εμπορευματική αφθονία, υπονοούσαν ότι υπήρχε μια παγκόσμια ανθρώπινη σημασία που ήταν δυνατό να αποσπαστεί από το καπιταλιστικό της περίβλημα. Ο ύμνος στην αυτοματοποίηση από πλευράς των πρώτων σιτουασιονιστών αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το πιο χτυπητό παράδειγμα. Αυτοματισμός ξεχωριστά, η παγίδα ήταν ακριβώς η ιδέα ότι θα έπρεπε να αποσπαστεί από την ταξική κυριαρχία το πεδίο της τεχνολογικής ανάπτυξης.

“Όλοι αυτοί που κατά το παρελθόν ήθελαν να επαναστατικοποιήσουν τη κοινωνία είχαν τη δυνατότητα να θεωρήσουν δεδομένο το γεγονός ότι η εργατική αυτονομία, η επιχειρημένη με αποφασιστικότητα αυτοοργάνωση στους τόπους εργασίας, εμπεριείχε εξαρχής τον μακροπρόθεσμο στόχο (την απαλλοτρίωση του παραγωγικού μηχανισμού), υλοποιούσε αυτή τη δυνατότητα. Κατά συνέπεια και κάθε αγώνας, ακόμη και αυστηρά διεκδικητικός στους προβαλλόμενους στόχους του, επέτρεπε την απόκτηση και τη συσσώρευση μιας επαναστατικής εμπειρίας, ήταν ακριβώς μια στιγμή της ανάδειξης του προλεταριάτου σε ιστορικό υποκείμενο”.

Δεν ήταν φυσικά καθόλου απλό -και ακόμη λιγότερο εξακολουθεί να είναι σήμερα- να σκεφτείς και να υλοποιήσεις μορφές αυτοοργάνωσης, γνωρίζοντας ότι ελάχιστα πράγματα από αυτά πάνω στα οποία οργανώνεσαι σε υλική βάση θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν στην “αυριανή κοινωνία”.

Το σχέδιο μιας κοινωνίας των Συμβουλίων – η ίδια η “γενικευμένη αυτοδιαχείριση” του Vaneigem ήταν κατά βάθος μια ποσοτική και ποιοτική επέκταση- και κάτω από συγκεκριμένες απόψεις το τελευταίο επαναστατικό σχέδιο που γεννήθηκε στη Δύση. Αν φυσικά ως επαναστατικό σχέδιο, εννοούμε αυτό το πράγμα που προκύπτει επεξεργασμένα από την συνάντηση μεταξύ της θεωρίας και της πρακτικής μιας ανατρεπτικής μειοψηφίας και εκείνου του συνόλου των προσδοκιών, των αξιών, των νοοτροπιών, της δημιουργίας και των εμπειριών ενός τμήματος της κοινωνίας.

Τα Συμβούλια, για παράδειγμα, ήταν ιστορικά πρώτα μια προλεταριακή αυτοδημιουργία και μετά μια επαναστατική θεωρία. Το ίδιο πράγμα μπορεί να ειπωθεί και για τις αγροτικές συλλογικότητες στο Μεξικό, στην Ουκρανία, στην Ισπανία. Σε γενικές γραμμές, η επαναστατική προοπτική γίνεται μια υλική δύναμη όταν φωτίζει αυτό το οποίο ήδη κάνει ένα τμήμα των εκμεταλλευόμενων καθώς και αυτό το οποίο θα μπορούσε να κάνει. Πράγματι, “οι άνθρωποι δεν τίθενται ποτέ διαρκώς σε κίνηση για να γκρεμίσουν μια δεδομένη κοινωνική οργάνωση από καθαρή αποστροφή της υπάρχουσας κατάστασης: χρειάζεται επιπλέον να κατέχουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μια θετική έννοια της ζωής που θέλουν να ζήσουν”.

Χωρίς αυτή τη “θετική έννοια” όχι μονάχα ένα κίνημα γενικευμένης εξέγερσης δεν διαρκεί, αλλά επιπλέον δεν κατορθώνει και να φτάσει στη δεύτερη φάση της εξεγερσιακής εφόδου, δηλαδή στο πέρασμα που εδράζεται επάνω στην μη αντιστρεψιμότητα της κατάστασης -όταν ακριβώς δεν είναι δυνατή πλέον- ακόμη και σε περίπτωση που θα το ήθελε κάποιος, η επιστροφή στην προγενέστερη κατάσταση.

Τα εξεγερσιακά κινήματα από τα οποία σημαδεύτηκε ο πλανήτης κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα χρόνων έχουν, ως προς αυτό, πολλά να διδάξουν. Σχεδόν πουθενά το αρχικό τους χτύπημα δεν ήταν η ίδια η γενική απεργία. Αν επιβεβαιώνεται ακόλουθα η παράλυση της παραγωγικής διαδικασίας, επιβεβαιώνεται σαν αποτέλεσμα της έκρηξης μιας άμεσης κοινωνικής οργής, δηλαδή σαν απαίτηση συντονισμού και μαζί επιβεβαίωσης -της μόνης εφικτής κατά τα άλλα- του βαθμού εξάπλωσης της ίδιας της οργής. Αν αυτό το χαρακτηριστικό καθιστά περισσότερο δύσκολη την αφομοίωση από θεσμικής πλευράς, καθιστά επίσης πιο εύθραυστη την κατάκτηση των χώρων και τη διάρκεια στο χρόνο από πλευράς του κινήματος. Η επιστροφή στην κανονικότητα -που οπωσδήποτε αφήνει μια παρακαταθήκη για τις μελλοντικές εξεγέρσεις- συμβαίνει εξαιτίας της γενικής εξάρτησης από το σύστημα αναπαραγωγής των υλικών συνθηκών της ζωής (πέρα φυσικά της ίδιας της κρατικής βίας!) και όχι τόσο εξαιτίας των πολιτικών παιχνιδιών χειραγώγησης. Ο εναλλακτικός ορίζοντας ενός κόσμου χωρίς το κράτος και τα χρήματα διαφαίνεται κυριολεκτικά αφάνταστος μέχρις ότου, μαζί με τη σύγκρουση, δεν αναφαίνεται συγκεκριμένα, ένας διαφορετικός κόσμος της ζωής. “Το τεράστιο μέγεθος αυτής της προσπάθειας μεταβολής, που ο καθένας διαισθάνεται με συγκεχυμένο τρόπο, είναι χωρίς αμφιβολία η πιο παγκόσμια και η περισσότερο αληθινή αιτία της κατάπτωσης πολλών συγχρόνων μας, που προσδίδει παράλληλα στη θεαματική προπαγάνδα τη σχετική αποτελεσματικότητά της”.

Επιστροφή πίσω

Η επιστροφή του θέματος των εργατικών Συμβουλίων κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εξήντα του περασμένου αιώνα είχε το νόημα, περισσότερο από μια πρακτική πρόταση που βρίσκονταν πλέον εκτός χρόνου, μιας συγκεκριμένης τοποθέτησης. Ενάντια στη γραφειοκρατική και ρεφορμιστική κατάσχεση της ιστορικής μνήμης, αυτή ήταν η ανάληψη ευθύνης των επαναστατικών εμπειριών του προλεταριάτου, εκείνες οι “ήττες” που αντιπροσώπευαν τις περισσότερο σημαντικές του εμπειρίες, ακριβώς εκεί όπου “οι νίκες” έπρεπε να καταγγελθούν -στη Δύση όπως και στην Ανατολή- σαν περισσότερο ή λιγότερο αιμοσταγείς παρωδίες, δηλαδή σαν οι χειρότερες, στην πραγματικότητα, ήττες.

Ανακαλύπτονται έτσι και ξαναδιαβάζονται γεγονότα και λόγοι του 1905 στη Ρωσία, του 1919-20 στη Γερμανία και στην Ιταλία, του 1956 στην Ουγγαρία. Όταν η νεανική αμφισβήτηση του Μάη συναντά και συμπαρασύρει το κόσμο της εργασίας, παρόλα αυτά, αναφαίνονται εντελώς διαφορετικά πράγματα. Ενώ οι λυσσασμένοι και οι σιτουασιονιστές προσκαλούν “στη διατήρηση των καταλήψεων” μέσα στα εργοστάσια, οι νεαροί προλετάριοι πάνε στη θάλασσα, χωρίς καμιά πρόθεση να τα αυτοδιαχειριστούν. Κανένας πλέον δεν θέλει να ακολουθήσει αυτή τη Συμβουλή. Από εκείνη τη χρονική στιγμή και μετά, στη θεωρία αλλά και στη πράξη, το ουσιαστικό “εργάτες” αντικαθίσταται ολοένα συχνότερα από αυτό των “προλετάριων” (Λουδιστικά-Προλεταριακά Συμβούλια, για παράδειγμα), έτσι ώστε να υπονοηθεί το ίδιο το γεγονός ότι δεν υφίσταται πλέον κανένα “κέντρο” με αφετηρία το οποίο να μπορέσει να επαναστατικοποιηθεί η κοινωνία, αλλά αντίθετα υπάρχει μια συνθήκη απώλειας που πρέπει να ανατραπεί μέσα σε όλες τις πτυχές της ατομικής και της συλλογικής ζωής. Όταν επανεμφανίζεται έξω από την Ευρώπη – σκεφτόμαστε την ιρανική επανάσταση του 1979, πριν τη Χομεϊνική της αποστράγγιση, η Συμβουλιακή μορφή (Σόρα) διαθέτει μια περισσότερο εδαφική παρά παραγωγική ουσία. Το ίδιο συμβαίνει με την γιγαντιαία ιρακινή εξέγερση του 1991 (οργανωμένη για άλλη μια φορά σε Σόρα) και με το κίνημα των Άαρχ στην Αλγερινή Καμπιλία το 2001, μια εξεγερσιακή έκρηξη που προτάσσει στο “άμεσο πρόγραμμά της” έναν κοινοτικό τρόπο οργάνωσης που συντρίφτηκε από τα γαλλικά στρατεύματα το 1871.

Η Συμβουλιακή μορφή -σκεφτόμαστε τα εξεγερσιακά ξεσπάσματα στη Συρία- δεν εξαφανίστηκε με κανένα τρόπο από την ιστορία. Όμως σήμερα δεν έχει ούτε μια καθαρή ταξική σύνθεση ούτε και μια άμεση σχέση με τους τόπους της εργασίας. Αν επανενεργοποιεί κάτι από το παρελθόν, αυτό φαίνεται περισσότερο ότι είναι ο παλιός κοινοτισμός -ο αστικός ή ο αγροτικός- και όχι οι θεσμοί του παλιού εργατικού κινήματος. Οι περισσότερο μακρόπνοες εμπειρίες -σκεφτόμαστε την Oaxaca στο Μεξικό- ριζώνουν εκεί όπου οι παλιοί κοινοτικοί δεσμοί δεν διαλύθηκαν από το καπιταλιστικό σύστημα. Για να προχωρήσουν εμπρός, με λίγα λόγια, τα εξεγερσιακά κινήματα επιστρέφουν πίσω, μέχρι το σημείο να βρουν “ένα θετικό νόημα στη ζωή που θέλουν να ζήσουν”.

Αυτό το πράγμα που τους φράζει το δρόμο είναι η ένοπλη κρατική βία. Παρόλα αυτά, αυτοί ακριβώς οι χώροι υπαινίσσονται “τη δημιουργία μιας συλλογικής άποψης με αφετηρία την οποία καθίσταται δυνατή η καταδίκη ολόκληρου του εξουσιαστικού τεχνικού νεωτερισμού, χωρίς πλέον να αφεθούν να εντυπωσιαστούν από πλευράς φαιδρών απόψεων περί “λατρείας επιστροφής στην εποχή των σπηλαίων”.

Τοπικό πνεύμα

Η “κοινοτική” τάση – “κομουνιστική θεωρία”, ο Gilles Dauve και άλλοι, που οι βάσεις της γεννιούνται μετά τον Γαλλικό Μάη – εδώ και αρκετά χρόνια φωτίζει την μυθική αύρα η οποία περικλείει τη μορφή του Συμβουλίου, η οποία όμως μας λέει πολύ λίγα, από μόνη της, αναφορικά με τα περιεχόμενά της. Όχι μονάχα γιατί ιστορικά τα Συμβούλια ενσωματώθηκαν από τα μέσα από πλευράς της σοσιαλδημοκρατίας και του λενινισμού (πολύ περισσότερο από ότι συγκεκριμένες επαναστατικές επαναναγνώσεις δεν αντιλαμβάνονται)! Αλλά κυρίως για ένα πολύ περισσότερο ριζοσπαστικό λόγο που είναι ότι τα Συμβούλια δεν βγαίνουν έξω από τη λογική της εργατικής διαχείρισης του κεφαλαίου, όλα αυτά συμπαγώς με την ιδέα ότι ο κομουνισμός είναι η σύσταση του προλεταριάτου σε ιστορικό υποκείμενο. Αν αντίθετα, αυτή μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου είναι μια σχέση “αμοιβαίας διαπλοκής”, συνάγεται ότι η καταστροφή του κεφαλαίου και η κατάργηση του προλεταριάτου είναι δύο ταυτόχρονες διαδικασίες. Η παγκοσμιοποίηση της προλεταριακής συνθήκης, η οποία ανατίναξε τόσο τους τόπους διαμεσολάβησης όσο και τις συνδεδεμένες με αυτή παραγωγικές και κοινωνικές κατηγορίες, τοποθετεί σήμερα το πρόβλημα της επανάστασης με άμεσα κομουνιστικούς όρους, χωρίς καμία μεταβατική ιδεολογία. Αυτό το οποίο αυτή η τάση περικλείει με τη σειρά της για άλλη μια φορά μέσα σε μια μυθολογική αύρα είναι το πως και με αφετηρία ποιους τόπους περνάμε από τους διεκδικητικούς αγώνες στην κομουνιστική μεταβολή όλων των απόψεων της ζωής. Ξύνοντας – ξύνοντας, η λογική παραμένει ακόμη αυτή σύμφωνα με την οποία το κεφάλαιο, εξαλείφοντας κάθε “συντεχνιακό” εμπόδιο στην εξάπλωσή του, δουλεύει με έμμεσο τρόπο και άθελά του για την ίδια την επανάσταση. Κατά συνέπεια περιοριζόμαστε να αναλύουμε εν αναμονή. Σαν όλα αυτά που στο μεταξύ προκαλεί η τεχνολογικοποίηση του κόσμου να μην επηρέαζε τα ίδια τα θεμέλια της ανατροπής του.

“Εφόσον ο εδαφικός χώρος στην ολότητά του αναμορφώθηκε από τον εχθρό σύμφωνα με τις κατασταλτικές αναγκαιότητές του, κάθε ανατρεπτική θέληση πρέπει να ξεκινήσει με μια ψυχρή θεώρηση αυτής της κατάστασης και με αφετηρία τις βιωμένες καταστάσεις που μπορούν να αναγεννήσουν μια συλλογική κριτική συνείδηση καθώς και το καθορισμό των καινούριων σημείων εφαρμογής της εξέγερσης που είναι ικανά να μεταφέρουν μαζί τους όλα τα προηγούμενα”.

Αν είναι το λιγότερο αμφίβολο ότι ένα παρόμοιο σχέδιο μπορεί να γεννηθεί “στη ψύχρα” -η σιτουασιονιστική αξίωση του στρατηγικού χτυπήματος αργεί να πεθάνει…-, τότε το βάρος πρέπει σίγουρα να πέσει επάνω “στα σημεία εφαρμογής της εξέγερσης”. Γεγονός που δεν σημαίνει μονάχα να έχουμε σαφείς ιδέες για το που να παρέμβουμε όταν τα πράγματα ανάβουν -όταν αυξάνεται η ηθική θερμοκρασία μιας εποχής, έλεγε ο Bloch-, αλλά επίσης να εφαρμόσουμε, με την πιο κυριολεκτική σημασία της έννοιας, το τοπικό πνεύμα.

Η μορφή ανάγνωσης που δίνεται στις μεταβολές που βρίσκονται σε εξέλιξη μέσα στο κόσμο της εργασίας και μέσα στην κοινωνία μεταφράζεται, σε συγκεκριμένες συγκυρίες, σε ακριβείς πρακτικές και επιχειρησιακές επιλογές. Έχει σημειωθεί, είτε όσο αφορά την εξέγερση του 2008 στην Ελλάδα, είτε όσο αφορά αυτή που συντάραξε τη Χιλή το περασμένο φθινόπωρο, ότι πολλές από τις ενέργειες των συντρόφων είχαν ένα “συμβολικό” χαρακτήρα (το κτήριο της κυβέρνησης, ή την έδρα της κεντρικής τράπεζας), ενώ αντίθετα αν υπήρχε μια διαφορετική ανάλυση θα μπορούσε να είχε υποδείξει εντελώς διαφορετικές σημαντικές επιθετικές ενέργειες στην κατεύθυνση των θεμελιωδών υποδομών της κυριαρχίας (ενέργεια και επικοινωνίες). Από αυτή την άποψη -θα επανέλθουμε παρακάτω- οι άμεσες δράσεις που επιτίθενται αυτή τη στιγμή ανά το κόσμο ενάντια στην παρούσα “κατάσταση έκτακτης ανάγκης” προκύπτουν πολύ πιο κατάλληλες απέναντι στη μορφή της τεχνολογικής αναδιάρθρωσης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Αλλά όμως αν αυτό το πράγμα είναι απαραίτητο έτσι ώστε να προσδιοριστεί καλύτερα μια μεθοδολογία δράσης, είναι από μόνο του ανεπαρκές για ένα επαναστατικό σχέδιο.

Τα “σημεία εφαρμογής της εξέγερσης” δεν είναι μονάχα οι λεμφαδένες που πρέπει να μπλοκαριστούν, αλλά είναι επίσης οι χώροι αφετηρίας από τους οποίους ξεκινάμε για να ζήσουμε διαφορετικά! Δηλαδή όπου εκτείνεται, διαρθρώνεται και λαμβάνει χώρα “η δεύτερη έφοδος” (αυτή ακριβώς που δεν έλαβε χώρα ούτε στην Ελλάδα, ούτε στις αραβικές εξεγέρσεις, ούτε και στη Χιλή).

Φτάνουμε πάντα σε ένα “σημείο” -ουσιαστικό που πρέπει να κληθεί είτε με την χρονική είτε και με την τοπογραφική έννοια- στο οποίο το ζήτημα δεν εξαντλείται πλέον με την ποσότητα των πληγμένων στόχων, ούτε απλά με την ποιότητά τους, αλλά με τον βαθμό της μη αντιστρεψιμότητας της κατάστασης που έχει επιτευχθεί. Και για αυτό το σκοπό δεν επαρκούν οι εξεγερσιακές τεχνικές, χρησιμεύουν επιπλέον τα πρώτα επαναστατικά μέτρα, όσο και περιορισμένος μπορεί να είναι ο εδαφικός χώρος μέσα στον οποίο πειραματιζόμαστε: τι να απαλλοτριώσουμε, που και πώς να το χρησιμοποιήσουμε από κοινού, πως να εξουδετερώσουμε με την διεθνιστική αλληλεγγύη την πολιορκία των εμπάργκο στα τρόφιμα κ.λ.π. Και βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή μακριά, δεν λέμε από το να “λύσουμε”, αλλά μονάχα από το να αντιμετωπίσουμε παρόμοια προβλήματα.

Όπως έχουμε εδώ και πάρα πολύ καιρό σημειώσει, μέσα τους κύκλους μας υπάρχει η τάση να χρησιμοποιούμε σχεδόν σαν συνώνυμες τις έννοιες της αναταραχής, της στάσης, της εξέγερσης, της επαναστατικής ρήξης, ενώ αντίθετα είναι “πράγματα” ποσοτικά και ποιοτικά διαφορετικά. Δεν πρόκειται για ένα πρόβλημα γλωσσικού κώδικα, αλλά για την ίδια την αντίληψη της πραγματικότητας. Χωρίς να προτείνουμε εδώ κάποιο είδος αλφαβητάριου για να προσπαθήσουμε να συνεννοηθούμε κάπως καλύτερα, συνεχίζουμε να εφαρμόζουμε το τοπικό πνεύμα. Επιχειρώντας να προσδιορίσουμε την εξέγερση όχι μονάχα με όρους εδαφικής επέκτασης -αυτή που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως γενικευμένη εξέγερση- αλλά και με όρους βάθους. Δηλαδή ως ένα τμήμα του εδαφικού χώρου που βρίσκεται στα χέρια των εξεγερμένων, όπου το κράτος δεν δύναται ακόμη να παρέμβει. Αυτό το “σημείο εφαρμογής” προϋποθέτει όχι μονάχα ένα υψηλό επίπεδο σύγκρουσης, από τη στιγμή που οι χώροι αυτονομίας και αυτοοργάνωσης αποσπώνται από την κατοχή του εχθρού! Αλλά επίσης προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής (τρόπου αποφάσεων, τρόπου διατροφής, τρόπου άμυνας, τρόπου υγειονομικής περίθαλψης, τρόπου αντιμετώπισης των εσωτερικών συγκρούσεων κ.λ.π.).

Το πρόβλημα της χρονικής διάρκειας παρόμοιων εμπειριών είναι είτε υλικό -το 2001, το αργεντίνικο κίνημα των piqueteros δεν ηττήθηκε από τη καταστολή, αλλά από το γεγονός ότι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα μέσα στο Μπουένος Άιρες δεν υπήρχε πλέον τίποτα για φαγητό- είτε συμβολικό. Είναι συνδεδεμένο, δηλαδή, με ποια συγκεκριμένα μέτρα λαμβάνονται και με ποιόν ακριβώς τρόπο αυτά ανακοινώνονται προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Τα οδοφράγματα και οι φωτιές -ιδιαίτερα κατά την εποχή της τηλεματικής κατανάλωσης των εικόνων- μοιάζουν με ένα είδος τόπου της αναταραχής (από το διδασκαλικό τους περιεχόμενο γίνεται αντιληπτό μονάχα ότι πρόκειται για το Χονγκ Κογκ, το Σαντιάγκο της Χιλής ή τη Βηρυτό), είναι από μόνα τους ανεπαρκή ώστε να μας δώσουν να καταλάβουμε το βάθος των ίδιων των γεγονότων που βρίσκονται σε εξέλιξη. Τα οδοφράγματα και οι φωτιές, παρότι εμπεριέχουν πάντα μια θεωρητική αξία, μπορούν να είναι μέσα ζήτησης περισσότερης δημοκρατίας, έτσι όπως θα μπορούσαν επίσης να είναι η αρχή μιας εφικτής Κομούνας.

Πατώντας στη γη

“Οι υποστηριχτές της κοινωνικής κριτικής αξίωναν την άρνηση της πολιτικής, ήθελαν να λαμβάνονταν σαν σημείο αφετηρίας εκείνα τα επαναστατικά σπέρματα που ήταν οι εργατικοί αγώνες, όμως ξεχνούσαν ότι τα πραγματικά επαναστατικά σπέρματα δεν αναπτύχθηκαν ποτέ τη σύγχρονη εποχή (στη Γαλλία το 1968 όπως και στη Πολωνία το 1980-81) αν όχι με τη δημιουργία μιας πρώτης απελευθερωμένης μορφής επικοινωνίας μέσα στην οποία όλα τα προβλήματα της πραγματικής ζωής έτειναν να βρουν την άμεση έκφρασή τους και στην οποία τα άτομα άρχιζαν, υλοποιώντας τις απαιτούμενες πράξεις που τους ζητούνταν από τις αναγκαιότητες της ίδιας τους της χειραφέτησης, να οικοδομούν εκείνο τον δημόσιο χώρο όπου η ελευθερία μπορεί να επεκτείνει τις ιδιότητές της και να καταστεί έτσι μια απτή πραγματικότητα. Με λίγα λόγια: δεν είναι δυνατό να καταργηθεί η πολιτική χωρίς πρώτα να πραγματωθεί”.

Υπάρχουν τουλάχιστο δύο σχολές σκέψης -οι οποίες επηρέασαν την ίδια την επαναστατική θεωρία- επάνω στην έννοια της πολιτικής. Μια που ξεκινά από τον Μακιαβέλι και καταλήγει στον Όργουελ, σύμφωνα με την οποία η πολιτική είναι η τέχνη της διακυβέρνησης, δηλαδή της εξαπάτησης και της πονηριάς. Μια άλλη, που ξεκινά από τον Αριστοτέλη και καταλήγει στην Χάνα Άρεντ και που βρήκε επίσης στο Καστοριάδη έναν από τους πιο συνεπείς της σύγχρονους εκφραστές, για την οποία η πολιτική είναι η από κοινού φροντίδα των κοινών συμφερόντων. Στην πρώτη περίπτωση, ο ολοκληρωτισμός θα ήταν η μέγιστη έκφραση της πολιτικής! Στη δεύτερη, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα -έτσι όπως και η παρούσα τεχνολογικοποίηση του κόσμου- θα αποτελούσαν γιγάντια πειράματα αποπολιτικοποίησης των ατόμων και των κοινωνιών. Η θέση του Μαρξ αναφορικά με αυτό το ζήτημα είναι διφορούμενη: η “ανθρώπινη κοινότητα” θα πρέπει να υλοποιήσει την κατάργηση της πολιτικής ως διαχωρισμένης σφαίρας, ως αστικού βασιλείου της διαμεσολάβησης μεταξύ ατομικοποιημένων ατόμων, δηλαδή αφηρημένων! Αλλά ταυτόχρονα, σύμφωνα με το διαλεκτικό σχήμα, η πολιτική είναι ένα αναγκαίο πέρασμα -η κατάληψη των δημοσίων εξουσιών από πλευράς του προλεταριάτου- ούτως ώστε η “διακυβέρνηση των ανθρώπων” να αντικατασταθεί με την “διαχείριση των πραγμάτων”.

Ο αναρχισμός από τις καταβολές του αντιπαρέβαλε την κοινωνική επανάσταση στη πολιτική, δηλαδή την εν τοις πράγμασι μεταβολή αντί για αυτή μέσω των διαταγμάτων! Όχι μονάχα γιατί να χειραφετηθεί η κοινωνία από τα πάνω είναι κάτι το αναπόφευκτα εξουσιαστικό και φορέας μιας εξουσίας που θα είναι οτιδήποτε άλλο παρά μεταβατική, αλλά κυρίως γιατί ένα παρόμοιο πράγμα είναι αδύνατο. Μονάχα αρχίζοντας να απελευθερώνονται τα ίδια τα άτομα μπορούν να διαβούν το δρόμο της ελευθερίας. Ο Μαλατέστα, τον οποίο ενδιέφερε περισσότερο η άμεση κατανόηση των νοητικών σχημάτων παρά η γλωσσολογική τους εντρύφηση, έλεγε ότι η κοινωνική είναι μια επανάσταση που έχει δυο ψυχές, μια οικονομική (κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας) και μια πολιτική (καταστροφή του κράτους)! Δύο ψυχές που δεν μπορούν να διαχωριστούν, αλλά που δεν συμπίπτουν. Είναι η ένοπλη νικηφόρα εξέγερση που διανοίγει το δρόμο στον κομουνισμό και όχι το αντίθετο. Όμως εκείνη την εποχή, οι αγροί, τα εργοστάσια και τα εργαστήρια ήταν τόποι που οι προλετάριοι μπορούσαν ακόμη να αποσπάσουν από το κράτος και τα αφεντικά, παρότι ήδη στις αρχές του εικοστού αιώνα αυτό το πράγμα δεν σήμαινε με κανένα τρόπο να κληρονομήσουν τον κόσμο, αλλά αντίθετα σήμαινε ακόμη τη δυνατότητα να τον μεταβάλουν! Και όχι μονάχα μέσα στις κοινωνικές του σχέσεις, αλλά και μέσα στις ίδιες τις υλικές βάσεις του (σχέση μεταξύ πόλεων και αγροτικών περιοχών, μεταξύ ανθρώπινης δραστηριότητας και μηχανών, μεταξύ κόπου και απόλαυσης, μεταξύ της επιστήμης και των ηθο-κοινοτικών συντεταγμένων της εφαρμογής της κ.λ.π.). Ο αναρχισμός, παρότι διέθετε μια σαφή ταξική τοποθέτηση, δεν υπήρξε ποτέ εργατιστικός. Αντίθετα, τοποθέτησε αρκετά συχνά τις προσδοκίες του επάνω ακριβώς σε αυτές τις μορφές ζωής και αγώνα -τις αγροτικές κοινότητες και τις jacqueries- που οι ορθόδοξοι μαρξιστές θεωρούσαν αντιδραστικές στο βαθμό που προορίζονταν να υπερκεραστούν από την ανάπτυξη των βιομηχανικών δυνάμεων. Είναι ακριβώς μέσα στις αγροτικές περιοχές που ο αναρχικός κολεκτιβισμός στις καταβολές του φάνηκε σαν ένα είδος μεσσιανικής αποκάλυψης, στο βαθμό που εκείνος ο αγροτικός κόσμος έβλεπε ήδη το κράτος σαν μια γιγάντια βδέλλα που απομυζούσε τους κόπους του καθώς και ένα κλέφτη που του αποστερούσε τα παιδιά του για τη στρατιωτική θητεία! Φυσικά ο κόσμος της υπαίθρου δεν ήταν ούτε απελευθερωμένος ούτε και ελευθεριακός, αλλά σίγουρα αποτελούσε μια αντι-κοινωνία, περήφανη για τις γνώσεις της, για τη μνήμη της και για τις συνήθειές της. (Μπορούμε και σήμερα να σκεφτούμε κάτι παρόμοιο, αλλά σαν ένα είδος αντεστραμμένης αποκάλυψης, αναφορικά με τη συνάντηση μεταξύ των ιθαγενών κοινοτήτων των Μαπούτσε και των αντιεξουσιαστικών ομάδων). Για αυτό το λόγο το αναρχικό κίνημα δεν αισθάνονταν καμία ανάγκη ενός δημόσιου χώρου που να μην ήταν ενιαίος με την οικονομικο-κοινωνική διάσταση. Η Αρεντιανή διάκριση μεταξύ ιδιωτικής, κοινωνικής και δημόσιας σφαίρας – διάκριση που υποβόσκει μέσα στη σκέψη των “εγκυκλοπαιδιστών” σηματοδοτήθηκε και επιβαρύνθηκε επιπλέον από τις εισβολές που υλοποίησε η τεχνο-εμπορευματική κοινωνία ενάντια σε κάθε μορφή συλλογικής και ατομικής αυτονομίας.

Είναι αλήθεια ότι σήμερα -σκεφτόμαστε τις εμπειρίες του Πάρκου Γκεζί στη Κων/πολη, τα συριακά συμβούλια, αλλά ακόμη και τα κίτρινα γιλέκα- τα κινήματα διαμαρτυρίας, επίσης και όπου προσλαμβάνουν εξεγερσιακά χαρακτηριστικά, σχηματίζονται και συσπειρώνονται μέσα σε ένα χώρο που δεν είναι αυτός της αναπαραγωγής των συνθηκών της ύπαρξης, ούτε αυτός ενός αφηρημένου “εδαφικού χώρου”, αλλά ακριβώς αυτός ενός “σημείου εφαρμογής της εξέγερσης” που τα άτομα αποσπούν άμεσα από την κρατική διαχείριση του δημόσιου χώρου. Από αυτό το σημείο, ενδεχομένως, οργανώνονται για να μπλοκάρουν την οικονομία και την τροφοδοσία της, εξαναγκασμένοι σε κάθε περίπτωση από το κράτος να σκεφτούν αναφορικά με το πρόβλημα της αυτοάμυνάς τους αλλά ταυτόχρονα και της ίδιας της βίας.

Σχεδόν τίποτα από όσα προηγούνται το σχηματισμό αυτών των κινημάτων, σε όρους κοινής εμπειρίας και ενεργητικής μνήμης, δεν αντιπροσωπεύει μια βάση από την οποία να τροφοδοτηθούν ή την οποία να χρησιμοποιήσουν σαν πυξίδα για να οικοδομήσουν μια διαφορετική ζωή. Είναι κινήματα που βρίσκονται αναπόφευκτα εκτός εδάφους, εκτός αν κατορθώσουν να επανενεργοποιήσουν τους τόπους της ιστορίας τους -αυτές τις “ρίζες” που είναι “οι σταγόνες του ζωντανού παρελθόντος” (Σιμόν Βέϊγ)- με άλλα λόγια δηλαδή να πατήσουν στη γη.

Ακόμη σήμερα, ο αναρχισμός συνεχίζει όχι μονάχα να αναδύεται με καινούριες δυνάμεις μέσα σε ηπείρους που για δεκαετίες είχαν πληγεί από τον τέτανο του μαρξιστικού πατριωτισμού, αλλά το κάνει διασταυρώνοντας δύο στοιχεία που η πρόοδος θεωρεί πλέον εξαφανισμένα: την υποβαθμισμένη νεολαία των μητροπολιτικών κέντρων και τις λαϊκές συνελεύσεις. Είναι αυτές οι τελευταίες που επέτρεψαν ακόμη και σε ένα κίνημα καθηγητών μέσης εκπαίδευσης να μεταβληθεί, εξωθούμενο από πλευράς του εχθρού, σε ένα συλλογικό χώρο μέσα στον οποίο ο διάλογος προωθούνταν από ένα ομοσπονδιοποιημένο σύστημα οδοφραγμάτων. (Προς επιβεβαίωση του βαθμού στον οποίο τα πραγματικά κινήματα επιστρέφουν πάντα στην επιφάνεια, μπορούμε να θυμηθούμε ότι αυτή “των αντιπροσώπων των οδοφραγμάτων με άμεσα ανακλητή εξουσία” ήταν ακριβώς η μορφή εξεγερσιακής οργάνωσης που προτάθηκε από τον Μπακούνιν το 1869).

Στην Αφρική, ορισμένοι σύντροφοι, έπειτα από την βιωμένη εμπειρία των διασταυρούμενων καταστροφών από πλευράς της αποικιοκρατίας και των εθνικών επαναστάσεων, θεωρητικοποιούν μια μορφή αναρχισμού ο οποίος ανατρέχει και ριζοσπαστικοποιεί περαιτέρω τη παράδοση του προ-βιομηχανικού κοινοτισμού.

Ένα φλεγόμενο καζίνο

Τα δημιουργημένα αποτελέσματα της επιδημίας του κορωνοϊού και του αντίκτυπου της παγκοσμιοποίησης -πάνω στα οποία δρα με αυξανόμενο βάρος η ξέφρενη κούρσα της ιδιοποίησης του χερσαίου και του θαλάσσιου χώρου καθώς και των σπανίων μεταλλευμάτων, απαραίτητων για την κατασκευή των δορυφόρων, τη ψηφιοποίηση της παραγωγής και της κοινωνίας, καθώς και της λεγόμενης ενεργειακής μετάβασης- διανοίγουν αυτή τη στιγμή απρόβλεπτα σενάρια. Από τη μια πλευρά βρισκόμαστε εμπρός από ένα χωρίς κανένα ιστορικό προηγούμενο ολοκληρωτικό έλεγχο και από την άλλη η αξιοποίηση του ίδιου του κεφαλαίου φαίνεται ολοένα περισσότερο εύθραυστη, κλητεύοντας άμεσα την παρέμβαση του κράτους.

Όχι μονάχα οι υλικές συνθήκες, η υγεία και η ελευθερία καταβαραθρώνονται παρέα, αλλά επίσης το γεγονός αυτό συμβαίνει διαμέσου μιας μαζικής εμπειρίας επάνω σε διεθνές επίπεδο. Η εξουσία υψώνει τη σημαία της αναγκαιότητας όμως αυτή που βασιλεύει είναι μονάχα η συγκυρία.

Ας προσπαθήσουμε να αντικαταστήσουμε τις “τοξικότητες” με τις “επιδημίες”: “Παρόλα τα προφανή της προτερήματα σαν μέθοδος διακυβέρνησης, η επικήρυξη της συνείδησης δεν μπορεί να αποφύγει τις καταστροφές που προκαλεί στην κατεύθυνση της κοινωνίας, η οποία καταλήγει ανεπανόρθωτα διεφθαρμένη. Και όταν (η εξουσία) προσπαθεί να παρουσιαστεί σαν εγγυητής της επιβίωσης της ανθρωπότητας, δεν κατορθώνει τίποτε περισσότερο παρά να προσθέσει στην συνηθισμένη απουσία του ρεαλισμού της ένα επιπλέον πολεμικό σκιάχτρο ενάντια στις τοξικότητες και τις μολύνσεις, ένα τελευταίο χτύπημα του κλέφτη μέσα σε ένα καζίνο που φλέγεται”. Στο να προσδώσουν σε ολόκληρη αυτή τη κατάσταση μια αίσθηση τέλους του παιχνιδιού δεν είναι φυσικά σε καμία περίπτωση οι αποκαλούμενες “μη υπερβατές κρίσεις του καπιταλισμού”, αλλά τα ίδια τα οικολογικά όρια του πλανήτη που οι τεχνολογικές φυγές προς τα εμπρός κατορθώνουν ολοένα και λιγότερο να συγκαλύψουν.

Μέσα σε ένα παρόμοιο σενάριο, ένα επαναστατικό σχέδιο δεν μπορεί να προηγηθεί από μια προσεκτική ανάλυση των “σημείων εφαρμογής” του. Και σε αυτό το σημείο επιστρέφουμε στο ζήτημα του δημόσιου χώρου.

Για κάποιο είδος παράδοξου, ο ελευθεριακός κοινοτισμός του Μπούκτσιν είναι ένα από τα σημεία αναφοράς του “δημοκρατικού συνομοσπονδισμού” πάνω στον οποίο πειραματίζονται οι κουρδικές κοινότητες μέσα στα πλαίσια ενός ανταρτοπόλεμου. Ας βάλουμε όμως στην άκρη όλα αυτά τα στοιχεία που είναι αυτοδιαφημιστικά, για το ΡΚΚ, μέσα σε αυτή την αναφορά. Εδώ μας ενδιαφέρει περισσότερο ένας διαφορετικός διαλογισμός.

Τα ιστορικά παραδείγματα πάνω στα οποία θεμελιώνονταν η πρόταση του Μπούκτσιν ήταν τα κλαμπ της γαλλικής επανάστασης, η Κομούνα του Παρισιού και η άμεση δημοκρατία των Συμβουλίων. Περισσότερο από είκοσι χρόνια πριν, κάποιος είχε παρατηρήσει ότι δεν ήταν δυνατό να αποκοπούν αυτά ακριβώς τα παραδείγματα ομοσπονδιακής οργάνωσης από το ίδιο το υλικό και το ψυχολογικό ιστορικό τους πλαίσιο: την εξεγερσιακή περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Χωρίς αυτή τη ρήξη -συνέχιζε ο ίδιος αυτός διαλογισμός- κανένας απολύτως πραγματικός χώρος διαλόγου δεν μπορεί να δημιουργηθεί μέσα στις κρατικές πόλεις. Η ίδια η ιδέα μιας προοδευτικής απόσχισης από την κοινωνία της κυριαρχίας διαμέσου ελευθεριακών τοπικών κοινοτήτων που ομοσπονδιοποιούνται μεταξύ τους προοδευτικά, δεν είναι μονάχα μια ψευδαίσθηση που αντιπαραβάλει τα αποτελέσματα στις ίδιες τους τις αιτίες, αλλά επιπλέον αποτελεί το ανοικτό πεδίο για κάθε είδους θεσμική συνδιαχείριση.

Το ίδιο το γεγονός ότι ο Μπούκτσιν κατέληξε στην πρόταση παρουσίας της εκλογικής λίστας στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν είναι ούτε ένα ατύχημα διαδρομής, ούτε επίσης ένα εξόφθαλμο παράδειγμα προσωπικής ασυνέπειας: είναι το λογικό συμπέρασμα όσων -του ιδίου συμπεριλαμβανομένου- θεωρούσαν ότι το “εξεγερσιακό μοντέλο” ήταν ένα φάντασμα του παρελθόντος, μια κληρονομιά του δέκατου ένατου αιώνα που απαγόρευε τη διατύπωση και την εφαρμογή μιας ελευθεριακής πολιτικής που να βρίσκονταν σε αντιστοιχία με το πνεύμα των καιρών.

Αυτή τη στιγμή βέβαια, όχι μονάχα εκείνο το φάντασμα (της εξέγερσης) επέστρεψε δριμύτερο κάνοντας το γύρο του κόσμου με ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα, αλλά επιπλέον είναι κάτω από την “μαγευτική του επήρεια” που πήραν σάρκα και οστά οι εμπειρίες της άμεσης δημοκρατίας οι οποίες αξίζουν το κόπο να προσεγγιστούν κριτικά (οι υπόλοιπες αυτοκριτικάρονται από μόνες τους εξαιτίας της τοξικής αβασιμότητας που εμπεριέχουν). Και βεβαίως η κριτική, όπως είδαμε προηγουμένως αναφορικά με τα εργατικά Συμβούλια, δεν μπορεί να σταματήσει στην εξωτερική μορφή (πλήρης συναίνεση ενάντια στη πλειοψηφία, ανακλητοί αντιπρόσωποι ενάντια σε διαρκείς αντιπροσώπους κ.λ.π.), αλλά πρέπει να κατέβει επίσης στο επίπεδο των περιεχομένων: τα οποία δεν είναι τόσο οι λόγοι, όσο οι ίδιες οι πρακτικές με τις οποίες μεταβάλουμε τη ζωή. Τι βάζουμε από κοινού πέρα από τα λόγια, η σχέση μεταξύ αυτοοργάνωσης της βίας και πραγματικού διαλόγου, οι κοινωνικοί χώροι που ευαισθητοποιούνται και συμπαρασύρονται μέσα στους αγώνες. Κοντολογίς, ο βαθμός μη αντιστρεψιμότητας της κατάστασης που επιτεύχθηκε από πλευράς ενός κινήματος.

Το γεγονός ότι να σκεφτεί κάποιος βάσει σχεδίου “εκείνο το δημόσιο χώρο όπου η ελευθερία μπορεί να εξαπλώσει τις δυνατότητές της και να καταστεί έτσι μια εφικτή πραγματικότητα” αντικατοπτρίζει κυρίως όλους αυτούς που παραμένουν αρκετά μακριά από τις κοινωνικές σεισμικές δονήσεις που επιτρέπουν με τη σειρά τους τη δημιουργία αυτής της δυναμικής, δεν αποτελεί μονάχα ένα παράδοξο. Αποτελεί ένα δικό μας έλλειμμα, που ορισμένες μαγικές συνταγές (“καταστρέψτε την εργασία”, “δυναμιτίστε το υπάρχον”…) συντρέχουν ώστε να αποκαλυφθεί. Αν θέλουμε βέβαια να βγάλουμε πραγματικά το χέρι μας από το βάζο, θα πρέπει να προχωρήσουμε πέρα από αυτές τις συνταγές. Κατά συνέπεια θα πρέπει να σκεφτούμε τον αναρχισμό όχι μόνο ως εξεγερσιακή μεθοδολογία -αν περιοριστούμε σε αυτό, δεν βγαίνουμε έξω από τα πλαίσια της μορφής- αλλά επίσης και ως επαναστατικό σχέδιο. Ως ένα διαρθρωμένο σύνολο περιεχομένων σε διαρκή αναζήτηση των “σημείων εφαρμογής” τους.

Η πρακτική των ομάδων συγγένειας και ο αφορμαλιστικός συντονισμός τους δε μας λένε πως ακριβώς οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες οργανώνονται! Στη καλύτερη των περιπτώσεων, υποδεικνύουν με ποιο τρόπο παρεμβαίνουν μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, με αφετηρία ποια σημεία επίθεσης, για να ανοίξουν ποια ακριβώς ρήγματα! Αλλά από μόνα τους -ακριβώς γιατί ένα σχέδιο χρήζει μιας μεθόδου, αλλά δεν είναι απλά μια μέθοδος- αφήνουν να διαφανούν ελάχιστα πράγματα για την ίδια τη ζωή για την οποία μάχονται! Δηλαδή, για παράδειγμα, αναφορικά με τα πρώτα κομουνιστικά μέτρα που θα επεδίωκαν να υιοθετήσουν μέσα σε ένα εξεγερσιακό πλαίσιο.

Ανολοκλήρωτες απόπειρες

Ίσως η τοπική και η διεθνής διάσταση δεν ήταν ποτέ άλλοτε μεταξύ τους περισσότερο συνυφασμένες. Το πιο επείγον πράγμα είναι να καταγραφεί με αφετηρία συγκεκριμένα πλαίσια, ένας διάλογος εξ αποστάσεως, η “δημιουργία μιας πρώτης μορφής απελευθερωμένης επικοινωνίας μέσα στην οποία τα προβλήματα της πραγματικής ζωής αναζητούν να βρουν την άμεση έκφρασή τους”. Για παράδειγμα, συνενώνοντας, όχι μόνο τις δράσεις και τις μορφές αντίστασης σε έμμεσο επίπεδο, αλλά επίσης και επάνω σε αυτό το άμεσο των λόγων και των καλεσμάτων, καταδεικνύοντας τη διασύνδεση μεταξύ της “ψηφιακής σχηματοποίησης” της κοινωνίας εδώ και της λεηλασίας των πλουτοπαραγωγικών πηγών σε άλλα μέρη του κόσμου, ως τους συνδετικούς κρίκους μιας ταυτόσημης διαδικασίας. Έχοντας ακριβή συνείδηση του γεγονότος ότι μονάχα μια παρόμοια μορφή διεθνιστικής αλληλεγγύης μπορεί να δημιουργήσει τις βάσεις για να αμφισβητηθεί έμπρακτα η κούρσα των στρατιωτικών εξοπλισμών που βρίσκεται σε εξέλιξη αυτή τη στιγμή σε διεθνές επίπεδο, μέσα στην οποία το κράτος και οι καπιταλιστές καταβαραθρώνουν την κοινωνία (από την αυτοματοποίηση στο δημόσιο χρέος και από τη διαχείριση των συνόρων στη Νέα Πράσινη Συμφωνία για την ανάπτυξη, όλα συνεργάζονται μεταξύ τους).

Ένας παρόμοιος διάλογος χρειάζεται αφενός τους μακρούς χρόνους της αυτοοργάνωσης και αφετέρου συγκεκριμένες “ενέργειες ανατάραξης υψηλού παραδειγματικού βαθμού”. Χρειάζεται, να διαθέτουμε, όπως προσπαθήσαμε να καταδείξουμε με αφορμή άλλες ευκαιρίες, μια ποιοτική αποφασιστικότητα της έννοιας της δύναμης, εννοούμενης ταυτόχρονα ως ικανότητας κρούσης και ως ικανότητας ριζώματος.

Μέσα σε ένα κόσμο στον οποίο το “Αόριστο αντικειμενοποιείται” κάθε μέρα και περισσότερο, δεν είναι δυνατό να απαλλαγούμε από αυτή τη συνθήκη “υπερεξοπλισμένης αφασίας-ανικανότητας” χωρίς να πάρουμε τη γη (τη κατοχή του εδαφικού χώρου). Ορισμένες “δομές βάσης” δεν είναι δυνατό να αυτοσχεδιαστούν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, αλλά χρειάζεται να προετοιμαστούν από πριν. Επίσης η αλληλεγγύη με τους εργαζόμενους που αγωνίζονται πρέπει και μπορεί να πάει πέρα από τη περισσότερο ή λιγότερο κριτική υποστήριξη. Όχι περιοριζόμενοι μονάχα στην αντίσταση κατά της υποβάθμισης των εργασιακών συνθηκών, αλλά επίσης δημιουργώντας τους χώρους για να κρίνουμε συλλογικά τις ίδιες τις τεχνικές και τα προϊόντα αυτής της συγκεκριμένης εργασίας. Επιτιθέμενοι, δηλαδή, όχι μόνο ενάντια στην αυξανόμενη εξαθλίωση, αλλά επίσης και ενάντια στην ίδια τη “δηλητηριασμένη αφθονία” που τα κινήματα ενάντια στις τοξικότητες άρχισαν ήδη (εν μέρει και αντιφατικά) να καταγγέλλουν.

Όλα αυτά τα πράγματα που εμπόδισε η καπιταλιστική αναδιάρθρωση να γίνουν κατά τη δεκαετία του ογδόντα του περασμένου αιώνα θα μπορούσαν να επιστρέψουν, κατά τη διάρκεια των ευκαιριών της ρήξης, ως μια πρακτική χειραφέτησης που ξανακαλεί τις ανολοκλήρωτες απόπειρες του παρελθόντος.

“Τα κινήματα των εργαζομένων που εξοπλίζονται αμυντικά με αυτόνομα οργανωτικά εργαλεία (συντονιστικά, επιτροπές βάσης κ.λ.π.) μπορούν να υπερβούν τα πλαίσια του νεο-συνδικαλιστικού αγώνα και με αυτό το τρόπο να βρουν βοήθεια, μονάχα καταγγέλλοντας στους τόπους που βρίσκονται τις οικονομικές ψευτοαναγκαιότητες οι οποίες επιβάλλονται αδιάκριτα σε όλους. Αν μονάχα μέσα σε ένα ζωτικό τομέα της παραγωγής (και είναι σχεδόν όλοι, μέσα σε μια εύθραυστη κατάσταση τεχνολογικά υπερεξοπλισμένου παραλογισμού), οι προλετάριοι κατόρθωναν να επιβληθούν βίαια ως τέτοιοι δείχνοντας με ένα λελογισμένο σαμποτάζ την ανθρώπινή τους ανωτερότητα απέναντι στον τεχνολογικό εξοπλισμό της παρακμής και γνώριζαν πως να επικοινωνήσουν άμεσα την αλήθεια αυτής τους της ενέργειας, σε απάντηση ενάντια στις αναπόφευκτες συκοφαντίες που θα εξαπέλυε εναντίον τους η κρατική εξουσία, όλες οι σοφιστείες που χρησιμεύουν σε καθημερινό επίπεδο για να συγκαλύψουν την παμπάλαια μεταπρατική-εμπορευματική διαφθορά και πανουργία θα έμπαιναν άμεσα στη θέση τους”.

Για την ώρα, “είναι λυπηρά εκπληκτικό ότι τα κινήματα που κατάφεραν να γίνουν αρκετά ισχυρά και κατόρθωσαν να ακουστούν, δεν είχαν στην κυριολεξία απολύτως τίποτα να πουν ενάντια στον τομέα της οικονομίας μέσα στον οποίο επιχειρούν”. Το γεγονός αυτό ισχύει επίσης και στο εσωτερικό των εργατικών κύκλων που κατά τη τελευταία δεκαετία αναπτύχθηκε η πιο ισχυρή συγκρουσιακότητα – αυτών των logistics. Παρόλες τις ζημιές που προκάλεσαν οι απεργίες και οι άλλες δράσεις στον αντίπαλο, αμφισβητώντας από τα αφεντικά τον έλεγχο των συνθηκών της εργασίας δεν κατάφεραν να βγουν έξω από τα νεο-συνδικαλιστικά πλαίσια (ούτε και από τον περίγυρο των αποθηκευτικών χώρων)! Γιατί είναι καταγγέλλοντας επίσης αυτό το οποίο παράγει αυτή η εργασία και αυτή η αλυσίδα τροφοδοσίας που μπορούν να γεννηθούν νέοι χώροι επικοινωνίας και να μπουν έτσι σε πειραματισμό άλλες πρακτικές αλληλεγγύης.

Ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας ώστε να μπορέσει να γίνει καταφανές αυτό το οποίο είναι ήδη προφανές -για παράδειγμα η σχέση μεταξύ της νεοαποικιακής ληστείας, της εκμετάλλευσης των ναυτεργατών και των λιμενεργατών και της Data driven society σε διαδικασία κατασκευής- δεν θα είναι πολύς. Όχι μονάχα εξαιτίας της σκληρής καταστολής από πλευράς των αφεντικών και της αστυνομίας που χτυπά ανελέητα αυτούς τους αγώνες, αλλά κυρίως εξαιτίας του αυξανόμενου βάρους της αυτοματοποίησης με τους αλγόριθμούς της, τα ρομπότ της και τα smartwatch της.

Η συσσώρευση της αντίστασης και της συνειδητοποίησης αυτής της κατάστασης είναι το προλεταριακό έγκλημα ενάντια στο οποίο τα αφεντικά δεν κάνουν εκπτώσεις ούτε οικονομία: οι μηχανές κοστίζουν περισσότερο, αλλά δεν εξεγείρονται.

Ένα άλλο πεδίο μέσα στο οποίο είναι αναγκαίο να γεννηθούν δημόσιοι χώροι κριτικής και αντιπαράθεσης είναι αυτό της συλλογικής και ατομικής υγείας. Επίσης και εδώ, πηγαίνοντας πέρα από τη καταγγελία των περικοπών των δαπανών και της ιδιωτικοποίησης των υγειονομικών θεσμών, για να τεθούν υπό συζήτηση και να δεχτούν επίθεση είτε οι ίδιες οι δομικές αιτίες των ιατρικών παθήσεων είτε επίσης η ίδια η ολοένα περισσότερο γραφειοκρατική και ιατροκεντρική φύση της βιομηχανίας της υγείας.

Σαν μια προαίσθηση

“Όσο αφορά τις κοινότητές μας, αυτές είναι ανεπανόρθωτα και με αποκαρδιωτικό τρόπο εξαρτημένες, ακριβώς σαν και εμάς τα επιμέρους ανθρώπινα όντα, εκτός από εκείνο το μικρό τμήμα των προσώπων, που μειώνονται διαρκώς και ασχολούνται ακόμη με τη γεωργία, ακόμη αν ακόμη και αυτοί είναι σκλάβοι των δανείων. Ανάμεσα στις πόλεις μας, πιθανά δεν θα υπήρχε ούτε μια που θα ήταν σε θέση να αντέξει μια εβδομάδα με τις δικές τις δυνάμεις και καμιά δεν θα κατόρθωνε να αποφύγει την πιο απελπιστική κατάρρευση αν αναγκάζονταν από τα πράγματα να παράξει την τροφή της. Σε απάντηση αυτής της συνθήκης και της διασυνδεόμενης πολιτικής, ο αναρχισμός υποστηρίζει μια συμβιωτικού χαρακτήρα οικονομία (κάλυψης των βασικών αναγκών), την αποσύνθεση των μεγάλων κοινοτήτων και την επαναχρησιμοποίηση της γης”. Αυτά έγραφε στο περιοδικό “Μητέρα γη”, το μακρινό 1909, η αναρχική Voltairine de Cleyre (Ο αναρχισμός και η αμερικάνικη παράδοση). Είναι λέξεις εκπληκτικής επικαιρότητας, που επιβεβαιώνουν το βαθμό που τα λιγότερο σαγηνευμένα από τις σειρήνες της προόδου πνεύματα είχαν με μεγάλη χρονική απόσταση διαισθανθεί και αντιληφθεί την τάση του καπιταλισμού να ξεριζώσει κάθε μορφή υλικής αυτονομίας της ατομικής και συλλογικής ζωής.

Σήμερα, που τα αστικά πολεοδομικά συγκροτήματα έχουν αγγίξει κυριολεκτικά άμετρες διαστάσεις και η ίδια η γεωργία έχει για τα καλά υποταχθεί στη βιομηχανία αποτελώντας κλάδο της, η “αποσύνθεση των μεγάλων κοινοτήτων” είναι ένας από τους πρωταρχικούς στόχους που πρέπει να έχει ένα επαναστατικό κίνημα. Όταν μια μειοψηφία, σε διαρκή ποσοτική συρρίκνωση και πάντα ολοένα περισσότερο εξαρτημένη από το Σύστημα, είναι επιφορτισμένη με τη παραγωγή της τροφής του υπόλοιπου πληθυσμού, η εκμηχάνιση και η ποιοτική υποβάθμιση των διαδικασιών παραγωγής της τροφής είναι τάσεις τόσο καταστροφικές όσο και αναπόφευκτες, οι οποίες με τη σειρά τους αποτελούν πηγές ολοένα και πιο σοβαρών οικολογικών καταστροφών.

Όλα αυτά που μας αφαιρεί κάτω από τα πόδια μας το τεχνο-εμπορευματικό σύστημα συσσωρεύεται, σύμφωνα με τις επιταγές της εξάπλωσης και του βάθους, προς ένα καταστροφικό ουρανό που είναι έτοιμος να πέσει πάνω στη Γη. Κατά συνέπεια, αναπόσπαστο μέρος μιας ριζοσπαστικής προοπτικής αλλαγής καθίστανται τα “σημεία εφαρμογής” διαμέσου των οποίων μπορεί να επιτευχθεί το πέρασμα από τις αποκεντρωμένες μεθόδους δράσης στις αποκεντρωμένες μορφές ζωής. Ίσως ποτέ άλλοτε μέσα στην ιστορία ο αναρχικός φεντεραλισμός δεν ήταν τόσο αναγκαίος αλλά και ταυτόχρονα σε τέτοιο βαθμό εμποδισμένος από πλευράς μιας συγκεντρωτικής εξουσίας -πολύ περισσότερο τεχνικής παρά πολιτικής– η οποία έχει ενσωματωθεί πλέον σαν αναπόσπαστο κομμάτι του υλικού μας κόσμου.

Εκατό χιλιάδες, ένας, κανένας

Σήμερα ο αναρχισμός διαθέτει συγκεκριμένα χαρτιά που μπορεί να παίξει. Ενώ μεγάλο τμήμα του λεγόμενου ανταγωνιστικού κινήματος περιμένει ώστε οι κοινωνικές αντιφάσεις να εκραγούν από μόνες τους, οι αναρχικές και οι αναρχικοί έχουν πάρει ήδη την πρωτοβουλία.

Η κριτική της τεχνολογίας, που δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ με το πέρασμα του χρόνου, δημιουργεί ακριβώς τις προϋποθέσεις ώστε στους υποστηρικτές της να μην διαφεύγει το διακύβευμα που παίζεται μέσα στους πειραματισμούς που γίνονται αυτή τη στιγμή στο όνομα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης εξαιτίας του κορωνοϊού.

Αν οι οικονομικές συνθήκες με τις οποίες τα αφεντικά και τα κράτη στρώνουν αυτή τη στιγμή το τραπέζι για εκατομμύρια εκμεταλλευόμενους θα αποτελέσουν πιθανά τη σπίθα των μελλοντικών εξεγέρσεων, είναι μονάχα υπό το φως της άρνησης της ολοκληρωτικής πληροφοριοποίησης της κοινωνίας που αυτές οι εξεγέρσεις δεν θα είναι δυνατό να αφομοιωθούν από τον εχθρό.

Η κυριαρχία μπορεί και να παραιτηθεί από την ιδιωτικοποίηση της υγείας και επίσης είναι δυνατό ώστε όντας εξαναγκασμένη από την βιαιότητα των κοινωνικών αγώνων, να αποφασίσει να ανακατανείμει ένα μέρος του πλούτου, όμως η απαλλοτρίωση της ανθρώπινης εμπειρίας από πλευράς των διαδικασιών ανάλυσης και αυτοματοποιημένης παραγωγής αντιπροσωπεύει πλέον την καρδιά, τις αρτηρίες και τις φλέβες του κόσμου της εξουσίας και του εμπορεύματος.

Από αυτή την άποψη το ποτάμι των ενεργειών που επιτίθενται αυτή τη στιγμή ανά τον κόσμο ενάντια στην ψηφιοποίηση και τις δομές της είναι πραγματικά ενθαρρυντική. Όχι μόνο για την ποσότητα των επιθέσεων, αλλά και για την ακρίβεια της στόχευσης αυτής της μορφής νεο-λουδισμού που επιβεβαιώνει, με την απλότητα των μέσων του, την ανωτερότητα του ανθρώπινου είδους απέναντι στη μηχανή. Αν αυτή η αυθόρμητη σύγκλιση των πρακτικών είναι δυνατή, δεν είναι μονάχα εξαιτίας της κοινής κριτικής που ασκείται ενάντια στον τεχνολογικό ολοκληρωτισμό, αλλά επίσης εξαιτίας της διάχυσης των ευέλικτων και αποκεντρωμένων οργανωτικών μεθόδων οι οποίες αποδεικνύονται ακόμη πιο πολύτιμες στο μέτρο το οποίο οι κρατικές δυνάμεις πολιορκούν τους χώρους της συλλογικής δράσης (Δες για παράδειγμα, τι έγινε στο φετινό “Πολυτεχνείο”).

Όμως, όπως προείπαμε πιο πάνω, αν όλα αυτά τα στοιχεία είναι αναγκαία για μια άλλο τόσο αναγκαία εξεγερσιακή προοπτική, είναι ωστόσο ανεπαρκή ακόμη και για να περιγράψουν σε γενικές γραμμές τις αναπόφευκτες ελλείψεις ενός επαναστατικού σχεδίου.

Ας πάρουμε το ακόλουθο απόσπασμα, που περιέχεται μέσα σε ένα κείμενο που κατά τα άλλα είναι πλούσιο σε ερεθίσματα, (Σκέψεις αναφορικά με τον αναρχισμό και το οργανωτικό ζήτημα σε μια εποχή πανδημίας-και όχι μόνο): “Το άτομο, πάντα και σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι σε θέση να διατυπώσει ένα επαναστατικό σχέδιο. Μετά, αν το θεωρεί απαραίτητο και χρήσιμο, μπορεί να αναζητήσει αντιπαράθεση και συνενοχή με άλλα άτομα που διαθέτουν το δικό τους επαναστατικό σχέδιο. Μπορεί επίσης, προφανώς, να αποφασίσει να δράσει μόνο του”.

Διαβάζοντας παρόμοιους συλλογισμούς, αναρωτιόμαστε: μα τι ακριβώς εννοούν αυτοί οι σύντροφοι για “επαναστατικό σχέδιο”; Αν αυτή η έννοια παραπέμπει, όπως υποδεικνύει το ιστορικό της νόημα, σε μια ριζική μεταβολή των ίδιων των βάσεων μιας κοινωνικής τάξης, τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει η διατύπωσή του; Επάνω στο πρακτικό-υλικό επίπεδο, πρόκειται ακριβώς για αυτή τη δυναμική που οδηγεί ένα εξεγερσιακό κίνημα σε μια αναπότρεπτη – χωρίς επιστροφή φάση (όποιες και να είναι οι επιπτώσεις της σε ποιοτική κατεύθυνση)! Επάνω σε λογικο-θεωρητικό επίπεδο, σημαίνει την αυστηρή πόλωση δυνάμεων, περασμάτων, περιεχομένων προς έναν υλικά διαφορετικό κόσμο. Εννοείται φυσικά ότι στην πρώτη εκδοχή το επιμέρους άτομο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να διατυπώσει ένα επαναστατικό σχέδιο (πολύ λιγότερο μόνο του, αν έτσι του αρέσει…)! Και ευτυχώς, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε.

Από τη στιγμή που η συγκεκριμένη διατύπωση ενός επαναστατικού σχεδίου αλλάζει όχι μονάχα τη ζωή των επαναστατών, αλλά επίσης αυτή εκατομμυρίων άλλων ατόμων, ευτυχώς που η κοινωνία δεν έχει γίνει μέχρι στιγμής σε τέτοιο βαθμό άμορφη και χειραγωγούμενη, ώστε να είναι δυνατό να επαναστατικοποιηθεί από πλευράς ενός μονάχα ανθρώπινου όντος…

Όμως είμαστε εξίσου πεπεισμένοι ότι χωρίς τη σύγκλιση ενός ιδανικού (όχι ιδεολογίας) και των διευρυμένων και κακοτράχηλων εμπειριών της επεξεργασίας του, ένα επαναστατικό σχέδιο δεν είναι δυνατό να υπάρξει ούτε καν μέσα στο κεφάλι (ακόμη και των πιο διαφωτισμένων) των ανθρώπων. Και πράγματι, σήμερα ένα παρόμοιο σχέδιο δεν υπάρχει, ούτε καν σε θεωρητικό επίπεδο.

Αυτή τη στιγμή μπορεί να υπάρχει μια ένταση, ίσως και μια δυναμική! Μπορεί να υπάρχουν σαφείς ιδέες αναφορικά με τον εχθρό, σχετικά με τους τρόπους οργάνωσης και παρέμβασης. Όλα αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να τα αναζητήσουμε πρωτίστως στον καθένα μας για να τα ενδυναμώσουμε, να τα αντιπαραθέσουμε και να τα συντονίσουμε με άλλους, Όμως ένα σχέδιο είναι ένα διαφορετικό πράγμα.

Πάνω στη πλαγιά

Είναι ακριβώς εκεί που βρισκόμαστε τώρα. “Είναι μεγάλος ο πλούτος ενός κόσμου που αγωνιά”, έγραφε ο Ερνστ Μπλοχ. Για την ώρα, με τη πρωτοβουλία να βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια των κρατών και των τεχνοκρατών, αυτή η “αγωνία” είναι πλούσια κυρίως σε καταστροφές και πάσης φύσης εξαναγκασμούς των οποίων το ύφασμα από πυρίτιο καλύπτει στη κυριολεξία την όραση.

Αν η εκδοχή να εξέλθουμε προοδευτικά απ’αυτή την “υπερ-εξοπλισμένη αφασία και υπερ-τροφοδοτούμενη ανικανότητα”, μέσω της ποσοτικής συσσώρευσης των κοινωνικών αγώνων και των δυνάμεων, είναι μια ψευδαίσθηση που πλέον είναι έξω από κάθε εφικτό χρόνο και τόπο, επίσης και η ιδέα ότι οι αναταράξεις των εξεγέρσεων θα μπορούσαν απρόσμενα να επανασυνδέσουν το μίτο της ανθρώπινης εμπειρίας και της κριτικής σκέψης προκύπτει με τη σειρά της άλλο τόσο παρηγορητική.

Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, θεωρούμε ότι αυτή τη στιγμή χρησιμεύει να μπορέσουμε να υιοθετήσουμε άβολες αλήθειες. Για παράδειγμα, ότι δεν υπάρχει σήμερα κανένα απολύτως έτοιμο και ωραίο επαναστατικό σχέδιο που θα μπορούσαμε να κληρονομήσουμε από το παρελθόν! Κατά συνέπεια δεν υπάρχουν ούτε μετα- ιστορικές ανθρώπινες ικανότητες στις οποίες θα μπορούσαμε να εναποθέσουμε τη εμπιστοσύνη μας. Η κυριαρχία κατόρθωσε να σκάψει πολύ βαθειά. Όχι μονάχα για να μπορέσει να αποσπάσει, μέσω των βασανιστηρίων, τα μυστικά της βιολογικής ζωής η οποία υπόκειται εκμετάλλευσης μέχρι του επιπέδου των υποατομικών της μορίων! Αλλά επίσης για να μπορέσει να υποθηκεύσει το ίδιο το νόημα της ελευθερίας, εισχωρώντας προοδευτικά μέσα στα ίδια τα μύχια συναισθήματα του κάθε ατόμου (ακόμη και ο Μητσοτάκης μίλησε για “ελευθερία” μέσα από το Πολυτεχνείο).

Όχι σε λιγότερο βαθμό, η τελευταία δεκαετία υπήρξε κάθε άλλο παρά ακίνητη από την άποψη των αγώνων, των στάσεων, των εξεγέρσεων. Οι εξουσιαστικές μορφές οργάνωσης δυσκολεύονται πάντοτε περισσότερο να επιβληθούν πάνω στα κινήματα και ο χωρο-χρόνος μέσα στον οποίο αυτά αναπτύσσονται τείνει να μοιάζει σε διεθνές επίπεδο. Παραμένει πιθανά αληθινό αυτό που έλεγε ο Gustav Landauer, ότι δηλαδή στις εποχές ρήξης οι επαναστάτες γεννιούνται από αυθόρμητη βλάστηση. Με τη διευκρίνηση ότι αν αυτό μπορεί να ισχύει για τους επαναστάτες, δεν ισχύει απαραίτητα επίσης και για τις επαναστάσεις. Και με τη προσθήκη ότι η βλαστικότητα από την ίδια της τη φύση δεν είναι δυνατό να σχεδιαστεί! Είναι δυνατό να καλλιεργηθεί, να ενδυναμωθεί, να διευρυνθεί.

Θα είναι οπωσδήποτε οι ιδέες, οι ενέργειες και τα πρώτα επαναστατικά μέτρα που θα καθορίσουν, μέσα από ένα διάλογο εξ αποστάσεως, εκείνα τα σχέδια που θα διαθέτουν το πλούτο των τοπικών ιδιαιτεροτήτων καθώς και το παγκόσμιας εμβέλειας εκτόπισμα του καλέσματος στα όπλα. Δεν είναι η ίδια η έκταση ενός κινήματος αμφισβήτησης που το καθιστά μεταδοτικό, αλλά το βάθος του, ο βαθμός στον οποίο μπορεί να γίνει ζωντανό παράδειγμα, όσο και περιορισμένη μπορεί να είναι η γεωγραφική του διάσταση. Ίσως αυτό που χρειαζόμαστε να είναι ακριβώς αυτός ο φεντεραλισμός των επαναστατικών παραδειγμάτων που είναι ικανά να δημιουργήσουν τέτοιο αντίλαλο ώστε να θεμελιώσουν τις ικανές και απαραίτητες συνθήκες της διεύρυνσης τους σε κοινωνικό επίπεδο. Θα είναι οπωσδήποτε η διεθνής αλληλεγγύη που θα αμβλύνει τη περικύκλωση από τον εχθρό. Θα είναι οπωσδήποτε η βλάστηση των παραδειγμάτων που θα ξεπαγώσει την ιστορία και που κάθε άλμα προς την ελευθερία έχει απολύτως ανάγκη.

Σημείωση

Μια πολύ σημαντική άποψη, δεδομένης της διάστασης της οικολογικής καταστροφής στην οποία έφτασε ο καπιταλιστικός πολιτισμός και που εδώ θα πρέπει τουλάχιστο να επισημανθεί, είναι η σχέση μεταξύ της επαναστατικής ρήξης και της ίδιας της θέασης του κόσμου. Μια διαφορετική σχέση μεταξύ των ανθρώπινων όντων και της φύσης δεν μπορεί παρά να αναδομήσει εκείνη την ηθική διασύνδεση -που ήταν σε μεγάλο βαθμό παρούσα μέσα στη φιλοσοφία της Αναγέννησης και που βρίσκεται ακόμη στο κέντρο των ιθαγενών κοινοτήτων και συγκεκριμένων παραδόσεων που επιβιώνουν εκεί που το εμπόρευμα δεν εδραίωσε ακόμη την ολική του κυριαρχία- που ενώνει το άτομο με το κόσμο, τη καθημερινή δραστηριότητα δεμένη με τις εποχές, αυτό το οποίο δημιουργείται και αυτό το οποίο κληρονομείται, την υποκειμενική δύναμη και τα απρόσωπα στοιχεία από τα οποία αποτελείται, την αυτονομία και την αίσθηση του ορίου.

Διεθνιστική αναρχική ομάδα

freebirdsinter@protonmail.com

Το κείμενο σε μορφή PDF

Πηγή: Athens Indymedia

Ναζισμός και Νεοφιλελευθερισμός

«Τη στιγμή που  η Γερμανία και ο Ναζισμός συντρίβονταν, τη στιγμή που επιτέλους εδραιωνόταν η νίκη των Συμμαχικών στρατευμάτων και μόλις ένα μήνα πριν την οριστική κατάρρευσή του, ο Χίτλερ δήλωνε βέβαιος ότι θα νικήσει. Φυσικά, οι πάντες γέλασαν και τον θεώρησαν τρελό, γιατί ήταν πια ολοφάνερο πως τίποτα δεν μπορούσε να σώσει τη Γερμανία. Σήμερα, που το πράγμα έληξε, κανείς δεν το θυμάται αυτό. Μήπως όμως θα έπρεπε επιτέλους, ακόμα και τώρα, να φανούμε πιο προσεκτικοί και να πάρουμε στα σοβαρά τα λόγια του;

Όταν το 1938 ο Χίτλερ εκτόξευε απειλές, εμείς λέγαμε “απλώς εκβιάζει”. Όταν τον Ιανουάριο του 1940 δήλωνε πως τον Ιούλιο θα παρήλαυνε στο Παρίσι, εμείς είπαμε ότι “του αρέσουν τα μεγάλα λόγια”. Μήπως τον είχαμε πάρει στα σοβαρά, όταν το 1938 δήλωνε ότι θα εισβάλει στη Ρουμανία και την Ουκρανία; Κι όμως, αν είχαμε πάρει στα σοβαρά το Mein Kampf, αν το είχαμε δει σαν ένα σχέδιο δράσης και όχι σαν ένα σκέτο εκλογικό πρόγραμμα που ποτέ δεν θα εφαρμοζόταν (όπως σκεφτόμαστε για τα προγράμματα των πολιτικών μας), τότε θα είχαμε ίσως πάρει τις αναγκαίες προφυλάξεις. Διότι ο Χίτλερ έκανε πράξη όλα όσα είχε αναγγείλει στο Mein Kampf: τους στόχους, τις μεθόδους και τα αποτελέσματα. Ακόμα κι αν δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει το σχέδιό του, ήταν πλήρως αποφασισμένος να το κάνει. Όσα είπε, τα έκανε. Είναι λοιπόν δυνατό να μην παίρνουμε στα σοβαρά τα συνθήματά του, τα οποία διακήρυσσε ακόμα και τη στιγμή που γνώριζε καλά πως οι στρατιές του είχαν ηττηθεί;

Αν προσέξουμε τις διακηρύξεις του, θα δούμε ότι δεν τον απασχολούσε να νικήσει η σύγχρονη Γερμανία, ούτε τον ένοιαζε μια στρατιωτική νίκη και μόνο. Αυτό που ήθελε, ήταν να νικήσει ο Ναζισμός και η “αιώνια Γερμανία”. Με άλλα λόγια, αυτό που τον ενδιέφερε ήταν ουσιαστικά μια πολιτική νίκη. Και σε αυτό το πεδίο δεν είναι η πρώτη φορά που ο ηττημένος στρατιωτικά, μπορεί στο τέλος να νικήσει πολιτικά το νικητή του. Για παράδειγμα, οι δυνάμεις της (γαλλικής) Επανάστασης και της (ναπολεόντειας) Αυτοκρατορίας ηττήθηκαν μεν, αλλά έφεραν σ’ ολόκληρη την Ευρώπη την ιδέα της Δημοκρατίας κι ένα αίσθημα ελευθερίας, που τη θριαμβευτική προέλασή του δεν μπόρεσε κανείς να ανακόψει σ’ ολόκληρο το 19ο αιώνα.

Τι βλέπουμε λοιπόν σήμερα;

Πρώτα-πρώτα, ο Χίτλερ κήρυξε τον ολικό πόλεμο∙ μάλιστα, κάτι πολύ χειρότερο, την ολική σφαγή. Γνωρίζουμε λοιπόν τους κανόνες ενός τέτοιου πολέμου: πρέπει οι πάντες να εμπλακούν σε αυτόν τον ολικό πόλεμο, δηλαδή σ’ ένα πόλεμο εξόντωσης ακόμα και των αμάχων (πράγμα που συνέβη!) και στην απεριόριστη χρήση όλων των δυνάμεων και των αποθεμάτων των εθνών με σκοπό τον πόλεμο. Είναι προφανές πως έτσι πρέπει να κάνει όποιος θέλει να επικρατήσει ολοκληρωτικά. Είναι όμως σίγουρο ότι μπορούμε να νικήσουμε το κακό με το κακό;

Σε κάθε περίπτωση, γεγονός είναι ότι σπρώχνοντάς μας να τον μιμηθούμε και να εμπλακούμε σε σφαγές αμάχων, ο Χίτλερ πέτυχε να μας παρασύρει στην οδό του κακού. Και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα ξεμπλέξουμε τόσο εύκολα από αυτό. Το βλέπουμε από τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζουμε τις μειοψηφίες κατά τη σημερινή προσπάθεια ανασυγκρότησης του κόσμου.

Έπειτα, η πανεθνική επιστράτευση είχε παράπλευρες συνέπειες. Όχι μόνον επειδή αυτές οι επιστρατευμένες δυνάμεις ανέλαβαν καθήκοντα πέρα από αυτά που προβλέπονταν να κάνουν, αλλά πάνω απ’ όλα επειδή το Κράτος στέφθηκε την απόλυτη εξουσία.

Μα φυσικά, θα πει κανείς, δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς! Ωστόσο είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ακόμα κι εδώ, παρασυρθήκαμε κι ακολουθήσαμε τα βήματα του Χίτλερ. Το Κράτος, για να φέρει σε πέρας την πανεθνική επιστράτευση, πήρε και βαστάει ακόμα στα χέρια του όλη την οικονομική και ζωτική δύναμη, και ανέδειξε σε πρώτο πλάνο τους ειδήμονες της Τεχνικής. Οδηγηθήκαμε έτσι σε κατάπνιξη της ελευθερίας, κατάπνιξη της ισότητας, απόλυτο έλεγχο στη διακίνηση των αγαθών, περίφραξη της πολιτιστικής δραστηριότητας, εξάλειψη πραγμάτων ή ακόμα και προσώπων που κρίθηκε ότι δεν υπηρετούσαν την εθνική άμυνα. Το Κράτος πήρε τα πάντα στα χέρια του και τα χρησιμοποιεί μέσω των τεχνικών. Αυτό δεν είναι δικτατορία; (…)

Όμως όλα αυτά, θα πει κανείς, είναι προσωρινά∙ ήταν αναγκαία σε συνθήκες πολέμου αλλά μαζί με την ειρήνη θα επιστρέψουμε και στην ελευθερία. Είναι όμως σίγουρο αυτό; Ας μην ξεχνάμε ότι μετά το 1918  έλεγαν ότι θα παύσουν τα μέτρα που είχαν ληφθεί λόγω του πολέμου … κι όμως εκείνα τα μέτρα δεν έπαυσαν ποτέ.  Απεναντίας, παγιώθηκαν δυο πράγματα. Πρώτον, από τα οικονομικά πλάνα που είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε (το πλάνο Μπέβεριτζ, το πλάνο περί Πλήρους Απασχόλησης και το αμερικάνικο χρηματοοικονομικό πλάνο), βλέπουμε ξεκάθαρα πως παγιώνεται η επιρροή του Κράτους στην οικονομική ζωή και ότι οδηγούμαστε προς μια παγκόσμια οικονομική δικτατορία. Έπειτα, ο ιστορικός νόμος, η ιστορική πείρα, δείχνει πως το Κράτος δεν παραδίδει τις εξουσίες που παίρνει στα χέρια του. (…)

Αυτή είναι η δεύτερη νίκη του Χίτλερ. Μιλάμε πολύ για δημοκρατία και ελευθερία αλλά κανείς δεν θέλει πια να τις ζήσει. Έχουμε υιοθετήσει τη συνήθεια να περιμένουμε τα πάντα από το Κράτος και μόλις τα πράγματα πάνε στραβά, να θεωρούμε πως φταίει το Κράτος. Όμως αυτό σημαίνει πως απαιτούμε από το Κράτος να πάρει ολοκληρωτικά στα χέρια του τη ζωή του έθνους. Ποιος νοιάζεται για την αληθινή ελευθερία; (…)

Τα πάντα τείνουν να τίθενται με όρους γραφειοκρατικής ευταξίας και αποτελεσματικότητας, και η αδιαφορία του πολύ κόσμου για τις πολιτικές συζητήσεις και διαμάχες αποτελεί ένα πολύ σοβαρό σημάδι αυτής της νοοτροπίας, που χωρίς καμιά αμφιβολία είναι “φασίζουσα”. (…)

Φυσικά μπορούμε να προσπαθήσουμε να αντιδράσουμε. Αλλά στο όνομα τίνος πράγματος; Η ελευθερία έκανε ολόκληρη τη Γαλλία να πάλλεται όσο το θέμα ήταν ν’ απελευθερωθούμε από τους “γερμαναράδες”. Τώρα, η ελευθερία χάνει όλο της το νόημα. Ν’ απελευθερωθούμε από τι; Από το Κράτος; Κανέναν δεν ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Όσο για τη χαμένη ζωτικότητα και ενεργητικότητα του κόσμου, ε, μπορούμε πάντα να επικαλεστούμε τις “πνευματικές αξίες” στο όνομα των οποίων οι άνθρωποι θα ξαναστρωθούν στη δουλειά. Όπως έκανε ο Χίτλερ, έτσι δεν είναι; Γιατί ο Χίτλερ έβαλε το πνευματικό να υπηρετήσει το υλικό∙ αυτός έκανε το πνευματικό ένα απλό μέσον στην υπηρεσία υλικών σκοπών: μια καλοφτιαγμένη θεωρία για τον Άνθρωπο και για τον Κόσμο, μια θρησκεία για την εξυπηρέτηση πολεμικών και οικονομικών δυνάμεων. Σιγά-σιγά, γλυστράμε κι εμείς σε αυτή την οδό. Ζητάμε κι εμείς Μυστικισμό, όποιον να ’ναι, αρκεί να ξεσηκώνει τις καρδιές των Γάλλων∙ ζητάμε κι εμείς Ηγέτες να θυσιαστούν μέσα στο γενικό λαϊκό παραλήρημα. Τη δικτατορία ενός τέτοιου Μυστικισμού την αποδεχόμαστε σιωπηρά και της ζητάμε πάνω απ’ όλα να είναι ολοκληρωτική, δηλαδή να μας συνεπάρει ολόκληρους και να μας βάλει σώματι, πνεύματι και καρδία να τεθούμε απολύτως στην υπηρεσία του Έθνους. (…)

Η νίκη του Χίτλερ δεν είναι επιφανειακή αλλά σε βάθος. (…) Υπάρχει μια ολόκληρη παράδοση που την προετοίμασε. Ας θυμηθούμε τον Μακιαβέλι, τον Ρισελιέ και τον Μπίσμαρκ. (…) Ο Χίτλερ οδήγησε στο έπακρον κάτι που ήταν κιόλας υπαρκτό∙ μετέδωσε ευρύτερα αυτή την αρρώστια και την έκανε να θεριέψει. (…)

Μπροστά σε αυτή την παλίρροια, που καταστρέφει κάθε πνευματική αξία και δένει τον άνθρωπο με χρυσές αλυσίδες, το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να διαπλαστούν άνθρωποι που δεν θα δεχτούν να απορροφηθούν από αυτό τον πολιτισμό και δεν θα υποκύψουν σε αυτή τη δουλεία. Αλλά πώς; (…)»

Ζακ Ελλύλ, άρθρο στην εφημερίδα Réforme, 23 Ιουνίου 1945

Σημ. HS. Ακόμα ένα «προφητικό» κείμενο του Γάλλου στοχαστή και μέλους της γαλλικής Αντίστασης κατά την Κατοχή. Χρειάζεται λ.χ. να θυμίσουμε ότι, από το Β’ παγκόσμιο πόλεμο και δώθε, ο αριθμός των αμάχων θυμάτων υπερβαίνει ολοένα και περισσότερο αυτόν των ενόπλων στις διάφορες συρράξεις; Βέβαια δεν ήταν ο μόνος που διέγνωσε έγκαιρα μια υπόγεια «νίκη» του Χίτλερ στην υιοθέτηση πολλών από τις μεθόδους και τα μέτρα του από τους δημοκράτες νικητές του. Παρ’ όλα αυτά ήταν, ίσως, ο πιο συστηματικός στην καταγραφή του φαινομένου. 

Ας υπογραμμίσουμε πάντως εδώ, ότι αυτό που παρουσιάστηκε τις τελευταίες δεκαετίες ως «νεοφιλελευθερισμός» με κανένα τρόπο δεν εκπροσωπεί, παρά την «αντι-κρατιστική», «αντι-γραφειοκρατική» και «αντι-ολοκληρωτική» ρητορική του, κάποιου είδους αντίθεση στον τεχνοφασιστικό ολοκληρωτισμό που επισημαίνει ο Ελλύλ. Στην πραγματικότητα, μόνη επιδίωξη του νεοφιλελευθερισμού είναι να τεθεί η κρατική μηχανή και οι ολοκληρωτικές μέθοδοι στην αποκλειστική υπηρεσία της οικονομικής ολιγαρχίας. 

Το δύσκολο λοιπόν δεν είναι να διακηρύσσει κανείς, ακόμα και ειλικρινώς, την αντίθεσή του στο ναζισμό και γενικότερα τον ολοκληρωτισμό. Το δύσκολο είναι να βρει το σημείο που θα την στηρίξει. Γιατί αυτό δεν βρίσκεται εντός του σύγχρονου, νεωτερικού ή υστερονεωτερικού πολιτισμού.

Πηγή: dangerfew

325: Αφίσα ενάντια στις τεχνολογίες ελέγχου

Ενάντια στις τεχνολογίες ελέγχου

Αντιμετωπίζουμε τον Φόβο – Πολεμάμε το Μέλλον

Η πανδημία του COVID-19 είναι αναπόσπαστο τμήμα του τεχνολογικά έγκλειστου κόσμου και της περίφημης τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης. Οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας και οι κανόνες της καραντίνας είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε, δια του εκφοβισμού, να οδηγούν τα πλήθη στην υποταγή. Να σπάσουμε τους περιορισμούς, να καταλάβουμε τους δρόμους και να συγκρουστούμε με το τεχνοκρατικό Κράτος που θα χρηιμοποιήσει τις τεχνολογίες πέμπτης γενιάς (5G) προκειμένου να οικοδομήσει το μάτριξ του. Ο φασισμός ως πολιτικό πρόταγμα ανέκαθεν είχε την παρακάτω όψη:

Κράτη σε κατάσταση εκτάκτης ανάγκης αναστέλλουν κάθε αναγνωρισμένο πολιτικό δικαίωμα

Έλεγχος των μέσων ενημέρωσης και λογοκρισία

Παρακολούθηση και καταγραφή των προσωπικών σχέσεων

Απαγόρευση των διαδηλώσεων

Περιορισμός της τοπικής και της διεθνούς μετακίνησης

Ενθάρρυνση της ρουφιανιάς

Aστυνομικός έλεγχος της καθημερινής ζωής

Υπαγόρευση και επιτήρηση των αναγκών

Μαζικής κλίμακας κομφορμισμός

Αιφνίδιες, αυθαίρετες και αμφιλεγόμενες νομοθεσίες για την καταστολή του πλήθους

Εργαλειοποίηση του φόβου ζημίωσης άλλων ως μέσο προσωπικού ελέγχου (συλλογική τιμωρία)

Εξαίρεση κομματικών μελών από την ισχύ του νόμου

Τεχνολογική πρόοδος

Ο εξανδραποδισμός μας εξαρτάται από τη συναίνεσή μας

ΟΡΓΑΝΩΣΗ / ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ / ΕΞΕΓΕΡΣΗ

325.nostate.net

PDF:
ΑΓΓΛΙΚΑ
ΓΑΛΛΙΚΑ

Πηγή: 325

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok