Φώτης Τερζάκης: Άκυρο λόγω συμφέροντος

ΑΚΥΡΟ ΛΟΓΩ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

Αν και μπορούμε να είμαστε σχεδόν βέβαιοι πως κανένας επιστήμονας δεν θα τολμούσε να μεταχειριστεί έναν άνθρωπο σήμερα όπως μεταχειρίζεται τα κουνέλια, παραμένει μολαταύτα ο φόβος πως οι επιστήμονες ως σώμα μπορεί, αν τους επιτραπεί να το κάνουν, να υποβάλουν ζωντανούς ανθρώπους σε επιστημονικά πειράματα, σίγουρα λιγότερο σκληρά αλλά όχι λιγότερα ολέθρια για τ’ ανθρώπινα θύματά τους. Αν ωστόσο οι επιστήμονες δεν μπορούν να κάνουν πειράματα πάνω στα σώματα των ατόμων, είναι πρόθυμοι να κάνουν τέτοια πάνω στο συλλογικό σώμα, και σε αυτό ακριβώς πρέπει να εμποδιστούν ασυζητητί …Μια αριστοκρατία της διάνοιας και της μάθησης! Από πρακτική σκοπιά, θα ήταν η πιο αδιάλλακτη και, από κοινωνική σκοπιά, η πιο επηρμένη και αηδιαστική αριστοκρατία. Και τέτοια θα ήταν η δύναμη που θα εδραιωνόταν εν ονόματι της επιστήμης. Ένα τέτοιο καθεστώς θα ήταν ικανό να παραλύσει όλη τη ζωή και την κίνηση στην κοινωνία.

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

Είπαμε ν’ αποφεύγουμε ad hominem επιχειρηματολογίες και ιμπρεσιονιστικές αναφορές προς φτηνό εντυπωσιασμό· ο κύριος Γεροτζιάφας όμως δεν φαίνεται να το άκουσε. Στο πρόσφατο άρθρο-ανάρτησή του στο INFOWAR —εκεί που δημοσιεύθηκε πρότινος το άρθρο τού Άρη Χατζηστεφάνου «Εμβολιάσου ρε, τί σου ζητάμε;» στο οποίο απάντησα κάπως αιχμηρά, και κάτι σαν ανταπάντηση μου φαίνεται τούτο τώρα— με τίτλο «Περί υποχρεωτικού εμβολιασμού, φασιστών και μικροαστών φιλοτομαριστών»1 προσπαθεί πάλι να μας συγκινήσει με μια δραματική περιγραφή ασθενούς του, της οποίας η θέση στη συγγραφική του σκηνοθεσία (ακριβώς στην αρχή) έχει προφανή πρόθεση να κλονίσει κάθε ψύχραιμη κρίση ώστε να δεχθούμε σαν «φυσικό» το ανήκουστο συμπέρασμά του:  

Εάν τον ρωτούσαμε (ως κράτος και ως γιατροί) τον Φλεβάρη «μήπως θέλετε να κάνετε το εμβόλιο;» και «πείτε μας πιο προτιμάτε (Astra ή Pfizer ή Moderna)» θα ήμασταν απλώς εγκληματικά ηλίθιοι.

Εάν ερχόταν και έλεγε «όχι δεν κάνω το εμβόλιο γιατί άκουσα ότι…» και δεχόμασταν την «ελεύθερη βούληση» (αυτό είναι η προαιρετικότητα του εμβολιασμού) θα ήμασταν απλά εγκληματίες και υποκριτές.

Εάν λέγαμε «πρέπει να κάνεις το εμβόλιο γιατί εάν δεν το κάνεις θα τιμωρηθείς» (και για τα λαϊκά στρώματα δεν είναι τιμωρία ο αποκλεισμός από μπαρ και τα ταξίδι) θα ήμασταν φασίζοντες υποκριτές.

Στην πραγματική ζωή λοιπόν το θέμα τίθεται με απλό και σαφή τρόπο: «Κύριε θα κάνετε το εμβόλιο —αυτό που έχουν αποφασίσει αυτοί που ξέρουνγιατί θα σας προφυλάξει από μια αρρώστια που μπορεί να σας σκοτώσει […] και δεν έχει μα και μου». (υπογραμμίσεις δικές μου).

Παγώνει κανείς και μόνο διαβάζοντάς το. Αλλοίμονο αν δεχθούμε την «ελεύθερη βούληση» όποιου πιστεύει ότι έχει δικαίωμα στο σώμα του, ότι έχει δικαίωμα ν’ αποφασίζει για τη ζωή και τον θάνατό του! Όχι κύριε, η υγεία και η ζωή σου δεν είναι δικαίωμα, είναι υποχρέωση, ανήκεις εξ ολοκλήρου στο κράτος (που εύγλωττα συμπαρατάσσεται εδώ με τους γιατρούς) είτε στη φυλή ή στον σύγχρονο στρατό εργασίας και μην έχεις αυταπάτες ελευθερίας και αυτοκυριότητας, για σένα αποφασίζουν εκείνοι που ξέρουν!

Πώς τολμάει ένας άνθρωπος σε υπεύθυνη θέση σήμερα να ξεστομίζει δημόσια τέτοια λόγια και να μη λυντσάρεται; Και πώς μπορεί να δίνει στον εαυτό του το δικαίωμα χρήσης μιας τέτοιας γκαιμπελικής ρητορικής χωρίς αυτό να ταράζει διόλου την «αριστερή» του αυτοσυνειδησία; Ή θα πρέπει να είναι σχιζοφρενής, ή κάτι άλλο συμβαίνει εδώ… Θα μου κάποιος, βέβαια, έχει και μια ορισμένη «αριστερά» στα ντουλάπια της σκελετούς – τα σταλινικά στρατόπεδα αναμόρφωσης και την ψυχιατρική μεταχείριση των αντιφρονούντων, αίφνης… Όμως πίστευα ότι έχουμε συμφωνήσει πλέον, όσοι τουλάχιστον δεν ψάχνουμε άλλοθι για τον αντικομμουνισμό, πως ο τίτλος «αριστερά» πρέπει να αφαιρεθεί από τέτοιες στρατογραφειοκρατίες του εικοστού αιώνα.

Ο κύριος Γεροτζιάφας πάντως δεν είναι σχιζοφρενής. Είναι ένας ευφυής επιστήμονας με όλα τα τυπικά διαπιστευτήρια, καθηγητής αιματολογίας στην Ιατρική Σχολή τής Σορβόννης και διευθυντής ενός ερευνητικού κέντρου που αναπτύσσει ερευνητικά κι εκπαιδευτικά προγράμματα χρηματοδοτούμενα από τις εταιρείες Sanofi, Pfizer, Leo και Stago. Αυτό φυσικά δεν είναι είδηση· είναι τρέχουσα πρακτική στον ιατρικό κλάδο και προβλέπεται μάλιστα τυπική της αναφορά στις παραγόμενες εργασίες υπό τον τίτλο «δήλωση σύγκρουσης συμφερόντων». Αρνείται όμως να το συνειδητοποιήσει, φοβάμαι, το ευρύ κοινό, εκείνο που εθελοτυφλεί πιστεύοντας στον ευεργετικό ρόλο τής ιατρικής, ή της τεχνοεπιστήμης γενικότερα, και κυρίως πιστεύει πως οι επιστήμονες ξέρουν. Ό,τι δηλαδή ο ίδιος ο κος Γεροτζιάφας προσπαθεί να εγγράψει στο μυαλό τού κόσμου με την υπερφίαλη δήλωσή του. 

Ας γίνει επιτέλους συνείδηση όλων: εκείνο που ξέρουν με βεβαιότητα οι επιστήμονες είναι κυρίως το πού θα βρουν χρηματοδοτήσεις για τη δουλειά τους, και το τί δεν πρέπει να περιέχει αυτή η δουλειά εάν δεν θέλουν να βρεθούν με κλειστές όλες τις πόρτες· η πόζα τού ειδήμονα που παίρνουν απέναντι στους αδαείς είναι μια θλιβερή υπεραναπλήρωση της βαθιάς τους δουλοπρέπειας και της αυτοπεριφρόνησης που θα πρέπει νιώθουν επειδή ξέρουν —και αν δεν το ξέρουν είναι πραγματικά ηλίθιοι— ότι αποτελούν τον τελευταίο τροχό τής αμάξης. Η επιστήμη σήμερα, και κατεξοχήν η ιατρική, είναι κάτι ελάχιστα περισσότερο από πρακτορείο δημοσίων σχέσεων ενός ολιγοπωλιακού καρτέλ εταιρικών γιγάντων, και οι «επιστημονικές» αποφάνσεις της πρέπει να κρίνονται με τα ίδια κειμενικά κριτήρια που κρίνεται η φιλολογία τής διαφήμισης.

Πολύ αφελέστερος ο κος Χατζηστεφάνου, δεν έχει πάψει να δίνει δείγματα αυτής της γονυκλισίας τού μαζικού κοινού μπροστά στην επιστημονικότητα και στην επιστήμη. Αμετακίνητος επανήλθε προσφάτως2 με την αποσβολωτική δήλωση «το ηθικό πλεονέκτημα σε αυτούς τους χώρους [εν. της αριστεράς] έγκειται πρωτίστως στο γεγονός ότι δεν εγκαταλείπουν […] την πίστη τους στην επιστήμη και τον ορθό λόγο» (!) Δεν θα διαφωνήσω βέβαια με τον όρο πίστη· είναι η πιο ακριβής λέξη που μπορούσε να βρει για να περιγράψει τη στάση τού μέσου ανθρώπου σήμερα απέναντι στην αυθεντία τής επιστήμης: άλλοι πιστεύουν στη μετενσάρκωση, άλλοι πιστεύουν στην ύπαρξη εξωγήινων και άλλοι πιστεύουν στην επιστημονική «αλήθεια»… Με τη διαφορά ότι το να πιστεύεις στην ύπαρξη κάποιου είδους μεταθανάτιας ζωής, για παράδειγμα, είναι ίσως απλοϊκό ή και γραφικό αλλά δεν βλάπτει σοβαρά κανέναν – αντίθετα, δίνει ενδεχομένως σε κάποιους ανθρώπους κουράγιο και αντοχή για να ζήσουν, όταν δεν μπορούν να τα ποριστούν από αλλού. Το να πιστεύεις όμως στον έγκυρο κι ευεργετικό ρόλο τής τεχνοεπιστήμης είναι τραγικό: χαλυβδώνει την πιο δεινή κοσμοεξουσία που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, η οποία στον φοβερό αιώνα που πέρασε μας έφερε μόλις ένα βήμα πριν από τον πυρηνικό όλεθρο, και σήμερα απειλεί τη γενετική ταυτότητα του είδους άνθρωπος ενώ δοκιμάζει σκληρά τα όρια αντοχής τού πλανήτη. 

Εκείνο που είναι για να τραβάς τα μαλλιά σου στην παραπάνω φράση είναι το «ηθικό πλεονέκτημα [της αριστεράς]»… Ο κος Χατζηστεφάνου —και μαζί του, δυστυχώς, μεγάλο μέρος τής απολιθωμένης «αριστεράς» των ημερών μας— νομίζει ότι βρίσκεται ακόμα στον δέκατο όγδοο αιώνα, όταν η θρησκεία εκπροσωπούσε καθετί το οπισθοδρομικό και σκοταδιστικό και η επιστήμη συμβάδιζε με τη χειραφετησιακή υπόσχεση για τις ανερχόμενες τάξεις! Κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι από τότε, κε Χατζηστεφάνου μας, και ο καπιταλισμός που διαδέχθηκε τη φιλελεύθερη οικονομία τής αγοράς οργανώθηκε εξαρχής σαν ένα γιγαντιαίο τεχνοεπιστημονικό εγχείρημα για την απεριόριστη, ανελέητη κυριαρχία πάνω στα φυσικά και τ’ ανθρώπινα βιοσυστήματα· η επιστήμη και η τεχνική, αποσυνδεδεμένες από κάθε αξιακή κρίση και αναστοχασμό, είναι η ιδεολογία του. Και αυτό από μόνο του υποδεικνύει, νομίζω, ποιο είναι —ή ποιο θα έπρεπε να είναι— το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς: η ανυποχώρητη κριτική στην εργαλειακή ορθολογικότητα, δηλαδή την τεχνοεπιστήμη, από τη σκοπιά μιας αξιακής ή καθ’ ύλην ορθολογικότητας που προκρίνει διαλεκτικά (με την έννοια της πραξεολογικής διαμεσολάβησης του γνωσιοθεωρητικού στοιχείου) τούς ανθρώπινους σκοπούς: ένα πρόταγμα, δηλαδή, και όχι μια «γνώση». 

Τα «εμβόλια» που προπαγανδίζουν σήμερα οι γιατροί-βαθμοφόροι τού κράτους —για να επιστρέψω σ’ αυτά— είναι στην πραγματικότητα πλατφόρμες γενετικής τεχνολογίας οι οποίες, ως τροποποιητές τής λειτουργίας των κυττάρων, το λιγότερο που μπορούν να προκαλέσουν είναι μόνιμη αλλοίωση στον μηχανισμό φυσικής αυτοανοσοποίησης με συνέπειες τις οποίες δεν μπορεί να προβλέψει κανένας. Δεν θα αναφερθώ εδώ στο διογκούμενο κύμα των παρενεργειών (περιλαμβανομένων θανάτων, φυσικά, αλλά και ραγδαία νόσηση από τον ίδιο τον ιό απ’ όπου υποτίθεται ότι θα ήταν προφύλαξη!) οι οποίες έχουν σημειωθεί και σημειώνονται κιόλας αυτούς τους λίγους μήνες τού μαζικού εμβολιασμού – τις οποίες παρεμπιπτόντως πασχίζουν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο τρόπο να κρύψουν, και αυτό είναι ήδη έγκλημα κατά της ανθρωπότητας… Εκείνο που θέλω κυρίως να τονίσω είναι η δομική λογική που κατευθύνει την διεστραμμένη ιδέα τού υποχρεωτικού εμβολιασμού. 

Έχω ξαναπεί ότι ο θεμελιώδης εχθρός τού καπιταλισμού είναι η αυτονομία, που ενέχει την έννοια της αυτάρκειας σε οιοδήποτε επίπεδο. Κεντρική επιδίωξη είναι όλοι —άτομα, χώρες, γεωγραφικές περιοχές— να εξαρτώνται από μία κεντρική αγορά, μονοπωλιακά ή ολιγοπωλιακά ελεγχόμενη· και αυτό γίνεται με την ένταξη σε έναν διεθνή καταμερισμό εργασίας. Στο πλαίσιο του παγκόσμιου συστήματος, είναι εκείνο που είδαμε να συμβαίνει με το τέλος τής αποικιοκρατίας: οι χώρες που απέκτησαν εθνική ανεξαρτησία ήταν ήδη κατεστραμμένες παραγωγικά από την πολιτική των μονοκαλλιεργειών που είχε επιβάλει το αποικιακό σύστημα, και για να σταθούν στα πόδια τους ήταν υποχρεωμένες να ενταχθούν στην παγκόσμια αγορά, πράγμα που έκαναν αναγκαστικά δανειζόμενες. Δανείζονταν ακριβώς από τους πρώην δυνάστες τους, με δυσμενείς τοκογλυφικούς όρους, πράγμα τις έκανε ακόμη πιο εξαρτημένες —τεχνολογικά, οικονομικά και πολιτικά— από το κεφαλαιοκρατικό κέντρο, οδηγώντας τες σε ένα σπιράλ καταβαράθρωσης.

Σήμερα, βλέπουμε αυτή τη διαδικασία να προχωρεί αμείλικτα από την παγκόσμια περιφέρεια προς ολοένα κεντρικότερες ζώνες. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που συμβαίνει στην ευρωπαϊκή περιφέρεια – πράγμα το οποίο εξηγεί επίσης τα δεινά που έζησε με ιδιαίτερα δραματικό τρόπο η Ελλάδα μέσα στην τελευταία δεκαετία. Γύρω στο 1980 η Ελλάδα είχε ποσοστό παραγωγικής αυτάρκειας κάπου 60-70%. Αυτό κατέρρευσε μετά την ένταξή της στην ΕΕ και σήμερα εμφανίζει την εικόνα μιας χώρας κατεχόμενης από το διεθνές (και πρωτίστως ευρωπαϊκό) κεφάλαιο, εξειδικευμένη αποκλειστικά στην παροχή υπηρεσιών μέσα στον ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας και στερημένη ακόμη και από τη στοιχειώδη αυτάρκεια στον πρωτογενή (αγροτικό) τομέα.

Για τον ίδιον ακριβώς λόγο, και με την ίδια λογική, επιχειρείται σε όλες σχεδόν τις χώρες να εμποδιστούν οι καλλιέργειες με φυσικούς σπόρους και, είτε μέσω απαγορεύσεων (με κλασικό πρόσχημα την «ασφάλεια των τροφίμων») είτε μέσω επιδοτήσεων, να επιβληθούν οι τεχνητοί σπόροι —σαν να λέμε, γενετικές «πατέντες»— των εταιρειών βιοτεχνολογίας. Οι πατέντες των αγροτικών προϊόντων ισοδυναμούν με υποκλοπή της τροφικής αυτάρκειας από τον παγκόσμιο πληθυσμό εκ μέρους ενός βιοτεχνολογικού τραστ (με πρώτη τη δυσώνυμη Monsanto) που στηρίζεται από τις ισχυρότερες κυβερνήσεις τού πλανήτη. Έτσι συνδυάζεται το οικονομικό όφελος με τη δυνατότητα στρατηγικού ελέγχου χωρών και πληθυσμών.

Αναλογικά, το ίδιο γίνεται τώρα με τις φαρμακοβιομηχανίες. Η πολιτική τού υποχρεωτικού εμβολιασμού ισοδυναμεί με «πατεντοποίηση» της υγείας, των ίδιων των βιολογικών αυτορρυθμιστικών μηχανισμών τού ανθρώπινου οργανισμού, και με υποκλοπή τής ανοσολογικής του αυτάρκειας από βιοτεχνολογικά εργαστήρια που ελέγχονται από λίγους φαρμακευτικούς εταιρικούς γίγαντες σε στρατηγική συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.3 Δια βίου εξαρτημένοι από τα προϊόντα τους, που στοχεύουν πλέον όχι σε μια περιορισμένη αγορά «ασθενών» αλλά στην απέραντη αγορά των υγιών, όχι μόνο θα είμαστε όλοι μια ανεξάντλητη πηγή κερδοφορίας αλλά κι ελεγχόμενα εξαρτημένοι μέχρι —κυριολεκτικά— τις παραμικρές μας κυτταρικές λειτουργίες.

Αλήθεια, δεν σας έχουν περάσει ποτέ από το μυαλό αυτά κε Γεροτζιάφα; Δεν ξέρετε μήπως ότι το δήθεν «ασφαλές» εμβόλιο της Astra Zeneca έχει απαγορευτεί πλέον στις περισσότερες χώρες (και στην Ελλάδα υπό όρους) και τώρα μόλις η ΕΜΑ εξέδωσε απαγόρευση επίσης για το σκεύασμα της Johnson & Johnson; Τί ποσοστό τού παγκόσμιου πληθυσμού πρέπει ακόμα να θυσιαστεί μέχρι να απαγορευτούν και τα υπόλοιπα βιοτεχνολογικά τέρατα που έχετε αναλάβει με σταυροφορικό πάθος να προωθείτε;

Αν πραγματικά «αγωνίζεστε για να προστατέψετε και να θεραπεύσετε τους φτωχούς και τους οικονομικά αδύναμους, τα λαϊκά στρώματα σε όλες τις χώρες σε όλον τον πλανήτη», το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να τους αφήσετε στην ησυχία τους: δεν χρειάζονται εσάς, ούτε τα εμβόλια, ούτε την ιατρική σας· αρκετά έχουν πληρώσει ώς τώρα την τεχνογνωσία σας και τις «προστατευτικές» σας προθέσεις. Κρατήστε για τον εαυτό σας και τους ομοίους σας τα δηλητηριώδη σας δώρα· αν η ανθρωπότητα επιβιώσει, δεν θα επιβιώσει με τη βοήθειά σας αλλά ενάντια στον «πολιτισμό» σας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. https://info-war.gr/epitaktiki-i-anagki-gia-emvoliasmo-/?fbclid=IwAR2zXh8yRQTK-GnUa2Y6NvJiXPb69yTq2OSt5eC-cEblEp49fo_qxTGy728, όπου, εκτός των άλλων, προσφεύγει στο ιλιγγιώδες τέχνασμα να χρησιμοποιεί το παράδειγμα ενός βαρύτατα ασθενούς βορειοαφρικανού μετανάστη ως επιχείρημα για τον υποχρεωτικό εμβολιασμό υγιών! Νωρίτερα, άλλωστε, στον ίδιον δικτυακό τόπο είχε (ανα)δημοσιευθεί άρθρο του με τίτλο «Επιτακτική ανάγκη για εμβολιασμό των εγκύων»: ο άνθρωπος είναι αληθινά αδίστακτος…!

2. https://info-war.gr/o-polakis-psareyei-psifoys-sti-dexameni/, όπου λοιδωρεί έναν πρώην υπουργό του ΣΥΡΙΖΑ επειδή ένιωσε την ανάγκη να σπάσει την «ομερτά» τής συνενοχής στο εμβολιαστικό έγκλημα που στηρίζουν με τη σιωπή τους όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Κι εκτός αυτού, συνεχίζει αμετανόητα να χρησιμοποιεί την κακή λέξη: «ψεκασμένοι»…. Πιπέρι!

3. «Τείχος ανοσίας» το λένε αυτό στην υπηρεσιακή γλώσσα των υγειονομικών επιτελείων. Στην πραγματικότητα —όπως ήδη αποδεικνύεται, αλλά δεν ήταν δύσκολο να το μαντέψει κανείς— λειτουργεί μάλλον σαν «αγωγός νοσηρότητας»… Η μόνη αληθινή ανοσία που μπορεί να χτιστεί είναι μέσ’ από την ίδια τη νόσηση και κατοπινή ανάκαμψη – και προστατεύει αληθινά τους συνανθρώπους του μόνο εκείνος που διατίθεται, νοσώντας σχετικά ο ίδιος, να συμβάλει με τη φυσική του ανοσολογική αντίδραση στη βαθμιαία αποδυνάμωση του ιού. Όθεν και «φιλοτομαριστές μικροαστούς» πρέπει να λέμε όλους τους άλλους…

ΜΙΚΡΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΡΟΣ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ ΤΩΝ κ.κ. ΧΑΤΖΗΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΕΡΟΤΖΙΑΦΑ 

Anton Panekkoek, Ο Λένιν σαν φιλόσοφος, μετ. Ζαχαρίας Δεμαθάς, επιμ. Γ. Σιούνας (Ύψιλον, 1981 [1938])

M. Horkheimer / T.W. Adorno, Η διαλεκτική τού διαφωτισμού, μετ. Λευτέρης Αναγνώστου, επίμετρο: Κοσμάς Ψυχοπαίδης ( Νήσος (Αθήνα 1996 [1947]).

Heidegger Martin, «Το ερώτημα για την τεχνική», στο Περί πολιτικής, περί αληθείας, περί τεχνικής, εισαγ.-μετ.-σχόλια: Δημήτρης Τζωρτζόπουλος (Ηριδανός 2011 [1954]).

Michel Foucault, Η γέννηση της κλινικής. Μια αρχαιολογία τού ιατρικού βλέμματος, μετ. Κική Καψαμπέλη (Νήσος Αθήνα 2012 [1963).

Georges Canguilhem, Το κανονικό και το παθολογικό, πρόλ. Michel Foucault, μετ.-επίμετρο: Γιώργος Φουρτούνης (Νήσος: 2007 [1966]).

Jürgen Habermas, «Tεχνική και επιστήμη ως ιδεολογία», στο Κείμενα γνωσιοθεωρίας και κοινωνικής κριτικής, εισαγ.-μετ. Λευτέρης Αναγνώστου (Πλέθρον, 1990 [1968]).

René Dubos, Man, Medicine, and Environment (Praeger: Νέα Υόρκη 1968).

Ivan Illich, Ιατρική νέμεση. Η απαλλοτρίωση της υγείας, μετ. Βασίλης Τομανάς (Νησίδες: Σκόπελος  2010 [1975]).

Harris L. Coulter, A History of the Schism in Medical Thought, τόμ. I. The Patterns Emerge: Hippocrates to Paracelsus, τόμ. II. Progress and Regress: J.B. Van Helmont to

Claude Bernard (Wehawken Book Co.: Ουάσινγκτον 1975/1977).

Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η κρίση τής νεωτερικής επιστήμης και ο επιστημονικός προοδευτισμός», και «Το νόημα της τεχνικής», στο Τα σταυροδρόμια του λαβύρινθου, μετ. Ζήσης Σαρίκας (Ύψιλον, 1991 [1977)

Jacques Ellul, Το τεχνικό σύστημα, μετ.-πρόλ. Γιάννης Δ. Ιωαννίδης (Αλήστου Μνήμης, 2012 [1980]).

Michael Fitzpatrick, Η τυραννία τής υγείας, μετ. Άσπα Γολέμη, επιμ. Βαγγ. Γεωργίου και Θαν. Παπαγεωργίου (Πολύτροπον: Αθήνα 2004 [2001]).

Brian Goodwin, Nature’s Due. Healing of Fragmented Culture (Floris Books: Εδιμβούργο 2007).

Φώτης Τερζάκης, Αντι-επιστημολογικά (Πανοπτικόν: Θεσσαλονίκη 2012)

Peter Gøtzsche, Φονικά φάρμακα και οργανωμένο έγκλημα. Πώς οι μεγάλες εταιρείες φαρμάκων έχουν διαβρώσει την υγεία, πρόλ. Richard Smith, Drummond Rennie, μετ. Σωτηρία Ευθυμίου, επιμ. Χρήστος Πανοτόπουλος (Levantes: Αθήνα 2015 [2013]).

Giorgio Agamben, Homo Sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, μετ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, επιμ. Γιάννης Σταυρακάκης (Scripta 2005 [1998]).

Giorgio Agamben, Πού βρισκόμαστε; Η επιδημία ως πολιτική, μετ. Παναγιώτης Καλαμαράς, Τάσος Θεοφιλογιαννάκος (Αλήστου Μνήμης: Αθήνα 2020).

David Cayley, Πανδημικές αποκαλύψεις. Ερωτήματα για την τρέχουσα πανδημία υπό τη θεώρηση του Ιβάν Ίλλιτς, μετ. Τ. Θεοφιλογιαννάκος, Γ. Πινακούλας και Β. Τζούνης, εισαγ. Φ. Τερζάκης (Αλήστου Μνήμης: Αθήνα 20121).

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

Πηγή: grivas.info

Sydney E. Parker: Αναρχικός ατομικισμός

Ο “Ατομικισμός” είναι μία από τις έννοιες που, στο ίδιο μοτίβο με τον “Αναρχισμό” και τον “Εγωισμό”, έχουν υποστεί κατάχρηση τόσο λόγω άγνοιας όσο και επιτηδευμένα. Για πολλούς ριζοσπάστες συνιστά συνώνυμο με το “ελευθερία για όλους” της “φιλελεύθερης” ζούγκλας, ενώ ορισμένοι υπέρμαχοι του καπιταλισμού έχουν επιχειρήσει να το αξιοποιήσουν προς δικαίωση της οικονομικής εκμετάλλευσης και των μονοπωλίων τους. Στοιχειώδης οξυδερκής σκέψη αναφορικά με τη φύση της καπιταλιστικής κοινωνίας, ωστόσο, με τα αφεντικά και τους μαζανθρώπους της, είναι αρκετή προκειμένου να κλονιστεί αυτή η υποψία. Τι το ατομικιστικό διαφαίνεται στις στρατιές των αστικοποιημένων ευυπόληπτων υπαλλήλων καθώς περιδιαβαίνουν μέσα και έξω από τα γραφεία τους την ίδια ώρα 5 φορές την εβδομάδα, φυτοζωώντας εν τω μεταξύ στα κλουβιά των μικροαστικών τους έξεων; Και πόσο ατομικιστικές είν’ άραγε οι ορδές των βιομηχανικών εργατών, ακινητοποιημένες μπροστά στον θεό της αυτοματοποίησης καθώς εκτελούν τις ίδιες δουλοπρεπείς τελετουργίες καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους; Οι ερωτήσεις αυτές περικλείουν και τις απαντήσεις τους.

Ατομικισμός

Ο Ατομικισμός είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τις νοητικές καρικατούρες των “αριστερών” και των “δεξιών”. Κατά τον John Beverly Robinson:

«Πρόκειται για τη διόραση μιας ατομικότητας πως υψώνεται πάνω από κάθε θεσμό ή σύνολο. Πως όλα τα παραπάνω υφίστανται μόνο για όσο επιλέγει αυτή να τα ιδιοποιείται συναινώντας στην ύπαρξή τους.»

Εξαιτίας της απροθυμίας του να αναγνωρίσει σε οποιονδήποτε θεσμό ή σχήμα εξουσία επί του εαυτού του, ένας ατομικιστής είναι αναπόδραστα αναρχικός. Και στον αντίποδα, αρνούμενος την εγκυρότητα πάσας εξουσίας παρεκτός αυτής του ατόμου, ο αναρχικός είναι λογικά ατομικιστής. Στον απόηχο αυτής της συνειδητοποίησης, προκύπτει ένας αναρχισμός αποδεσμευμένος από τα τελευταία υπολείμματα ενός αλτρουιστικού ιδεαλισμού που αποτινάσσει την οσφυοκαμψία μπροστά στον θεό και το κράτος μόνον ώστε να την αντικαταστήσει με την υποταγή στην Ανθρωπότητα και τον Σκοπό. Η ατομικιστική αναρχία ξετρυπώνει την εξουσία από τα ύστατα καταφύγιά της στις “ηθικές προσταγές” και το “καθήκον”.

Κυβέρνηση

Όμως αν ο ατομικιστής ζει μόνο για τον εαυτό του, τότε τι τον εμποδίζει να καθυποτάξει του υπολοίπους;

Τουλάχιστον δύο πράγματα:

Πρωτίστως, αν οι εν λόγω υπόλοιποι είναι εξίσου “αυτόβουλοι” με αυτόν, τότε θα ορθώσουν τη θέλησή τους απέναντι στη δική του, ματαιώνοντας τις προσπάθειές του.

Δεύτερο και σημαντικότερο, οι ατομικιστές νογούν πως η εξουσία συνιστά σχέση μεταξύ κυρίαρχου και κυριαρχούμενου, μια σχέση δεσμευτική και για τους δύο, αφού καταστρέφει την ανεξαρτησία αμφοτέρων. Όπως ορθώς το έθεσε ο Max Stirner:

«Όποιος, προκειμένου να διαφυλάξει τον εαυτό του, υποχρεούται να βασίζεται στην αδράνεια της θέλησης των υπολοίπων, αυτός είναι αποκύημα των άλλων, όπως ο αφέντης αποτελεί γέννημα του υποτακτικού του. Αν η υποτακτικότητα έπαυε θα σήμαινε επίσης το τέλος της κυριαρχίας.»

Αν απεύχεσαι την καταδυνάστευσή σου από άλλους, μην επιχειρείς να τους καταδυναστεύσεις ούτε εσύ. Συμφωνήστε αμοιβαία να μην μπλέκεστε ο ένας στα πόδια του άλλου.

Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν αντιλαμβάνονται την κυριαρχία ως το απλό προϊόν μιας συνωμοσίας καθυπόταξης του αθώου πόπολου από μία μοχθηρή μειοψηφία. Οι πολλοί δε θα γινόντουσαν αντικείμενο διακυβέρνησης αν δεν επιθυμούσαν την υποταγή τους, ήτοι, αν ήταν ικανοί να αυτοκυβερνηθούν. Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος εντός μιας σχέσης την οποία οι ατομικιστές αποστρέφονται. Ο δρόμος τους βρίσκετε εξίσου μακριά και από τους δύο.

Συν-εργασία

Απορρίπτει όντως ο ατομικιστής κάθε συνεργασία μεταξύ ατόμου και κοινότητας;

Οι ατομικιστές αναφωνούν με τον Ίψεν πως «Ο δυνατότερος άνθρωπος που υπάρχει στη γη είναι εκείνος που καταφέρνει να ζει περισσότερο μόνος», αναγνωρίζουν όμως την αξία της συνεργασίας προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανθρώπινες ανάγκες τους. Δεν υπάρχει τίποτα το αντιφατικό σε αυτό εφόσον μόνο όποιος αποδεικνύεται ικανός να ορθοποδήσει μονάχος δύναται να σχηματίσει πραγματικά ελεύθερες σχέσεις με τους διπλανούς του. Ένας αντίστοιχος δεσμός δεν καταλήγει αυτοαναφορικός και η συνέχειά του αυτοσκοπός – κρατάει όσο και η χρησιμότητά του για όσους τον σχηματίζουν. Δεν αποτελεί φετιχοποιημένο κειμήλιο απέναντι στο οποίο τα μέλη αποκτούν καθηκοντα. Συνιστά δημιουργία και υπηρέτη τους, τίποτα περισσότερο.

Οικονομικά

Αναφορικά με την οικονομία, ο ατομικιστής δεν πιστεύει στον κολλεκτιβισμό, είτε σοσιαλιστικής, είτε συνδικαλιστικής, είτε κομμουνιστικής προέλευσης. Γι’ αυτόν, η ατομική κατοχή των μέσων παραγωγής είναι ο τρόπος εξασφάλισης του προϊόντος ή του ισοδύναμού του στον παραγωγό. Σε αυτό το επίπεδο, όπως και σε όλα τα υπόλοιπα, ωστόσο, οι ατομικιστές παραμένουν πάνω απ’ όλα πλουραλιστές και χαρακτηρίζουν ως εξουσιαστικό οποιοδήποτε σύστημα -ανεξαρτήτως ονόματος- που θα τους δέσμευε υποχρεωτικά σε μία οικονομική σχέση απορρίπτοντας την πιθανότητα εναλλακτικών επιλογών. Η διαφορά μεταξύ ατομικιστικής και κολλεκτιβιστικής προσέγγισης στην οικονομία έγκειται στο γεγονός πως, ενώ η πρώτη θα άφηνε κάθε άτομο απρόσκοπτα να εξασφαλίσει μόνο του ό,τι χρειάζεται, η δεύτερη θα ανήγαγε την κοινωνία σε διαχειριστή και πάροχο των χρειωδών για τη ζωή. Κάθε σύστημα που καθιστά το υποκείμενο εξαρτημένο από την καλή ή κακή θέληση των άλλων είναι απεχθές για τους ατομικιστές. Είναι μικρής σημασίας γι’ αυτούς το αν τα μέσα παραγωγής βρίσκονται υπό τον έλεγχο μιας δράκας κεφαλαιοκρατών, του κράτους, μιας συνδικαλιστικής ένωσης ή μιας κομμούνας, αν οι ίδιοι δε διαθέτουν αυτονομία και ελευθερία επιλογής.

Επανάσταση

Αλλά οι εικασίες σχετικά με τη μελλοντική οικονομία έχουν αποκλειστικά ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν περιμένουν καρτερικά την “επαύριον της επανάστασης” για να γευτούν τους καρπούς των αντιλήψεών τους. Είναι το σήμερα που τους απασχολεί, όχι ένα υποθετικό μέλλον. Εφόσον ο ατομικιστής έχει ως αφετηρία τον εαυτό του, δε χρειάζεται τη συγκατάθεση άλλων προκειμένου να ξεκινήσει την “επανάστασή” του. Καλωσορίζει οποιοδήποτε άτομο πορεύεται σε παρακείμενο δρόμο, αλλά δεν εξαρτά το ταξίδι του από κανέναν. Οι χριστιανοί προσδοκούν τη θέληση του θεού τους, οι δημοκράτες τη θέληση του λαού, οι μαρξιστές και οι συνδικαλιστές τη θέληση του έμφυτα επαναστατικού προλεταριάτου · αντιθέτως, ο ατομικιστής ελπίζει μόνο στην δική του βούληση και δε βασίζεται σε τίποτα πέραν του εαυτού του. Κατά συνέπεια, δεν πιστεύει σε μία “ιστορική διαλεκτική”, στην αναπόδραστη κατάληξη της ταξικής πάλης, στη σταδιακή πρόοδο του νομικού πολιτισμού ή σε οποιαδήποτε άλλη αγελαία ή υπερφυσική δύναμη ως εγγυητή της απελευθέρωσής του. Η αυτονομία είναι η μοναδική μορφή απελευθέρωσης με κάποιο νόημα γι’ αυτόν. Δεν έχει χρόνο για χιλιαστικά ναρκωτικά ως καταπραϋντικά για τη σημερινή μιζέρια και τις υπαρκτές καταπιέσεις.

Βία

Η ερώτηση σχετικά με τη χρήση ή μη της βίας για αυτοπροστασία είναι πάντα υποκείμενη στους σκοπούς. Οι ατομικιστές θα καταφύγουν στη μία ή την άλλη επιλογή αναλόγως τη συγκεκριμένη κατάσταση. Οποιαδήποτε προσέγγιση επιχειρεί να δεσμεύσει τον ατομικιστικό αγώνα με την βία ή τον πασιφισμό, αναιρεί την πολυμορφία των ατομικών ιδιοσυγκρασιών και αντοχών, αποτελώντας ένα ηθικό εκμαγείο. Ωστόσο, δυστυχώς, όντας αντιμέτωποι με τα συντριπτικά μέσα βίας στην κατοχή του σύγχρονού κράτους, οι περισσότεροι ατομικιστές σταχυολογούν την παθητική αντίσταση ως το πιο ενδεδειγμένο μέσο πάλης.

Τέλος

Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν επιθυμούν να παραμείνουν ένας ακόμα αριθμός στις “στατιστικές εκατομμυρίων” υπάκουων πολιτών. Απέσπασαν τους εαυτούς τους από την υπόλοιπη αγέλη, και η αναρχία τους ευδοκιμεί στη δύναμή τους να επικυρώσουν την ύπαρξή τους. Διαχωρίζονται από κάθε δημοκρατικό ή σοσιαλιστικό μύθο. Στον διάολο το τι “θέλει ο λαός” και τι “θέλουν οι εργαζόμενοι”. Ας βιώσουμε στο έπακρο τις ζωές μας ακολουθώντας τα προσωπικά μας συμφέροντα, όντας οι εαυτοί μας. Ο ατομικιστής θα τραβήξει τον δικό του δρόμο, ακόμα κι αν πρέπει να πορευτεί μόνος. Η ατομικότητά του, εξάλλου, θα συνθλιβόταν αν δεν το έκανε.

Sydney E. Parker

Πηγή: Minus one, τεύχος 9, Ιούλιος – Αύγουστος 1965

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Δικαιώματα ή Απελευθέρωση των Ζώων; Μερικές διάσπαρτες σκέψεις πάνω στην Απελευθέρωση, στην Αναρχία και στη Ζωή

Είναι πολύ συχνό φαινόμενο μέσα στο κίνημα των δικαιωμάτων και της απελευθέρωσης των ζώων να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και κριτικές πάνω στα δικαιώματα απ’ την μία και στην απελευθέρωση από την άλλη, από ατομικότητες, ακτιβιστές, και μέλη οργανώσεων. Για να έχουμε μια καθαρότερη εικόνα για αυτό το γεγονός, πρέπει να ρίξουμε μια κοντινότερη ματιά σε αυτές τις δύο έννοιες. Αρχικά, η έννοια των «Δικαιωμάτων» είναι το να δώσεις σε κάποιον/α το δικαίωμα να κάνει ή να έχει κάτι, με άλλα λόγια τα δικαιώματα πρέπει πρώτα να θεσμοθετηθούν ώστε να χορηγηθούν έπειτα. Η παγίδα στην οποία πέφτουν πολλοί ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ζώων είναι η ουσία και η ιδέα των δικαιωμάτων των ζώων και της δημοκρατίας. Πρώτα, η δημοκρατία προϋποθέτει την ύπαρξη του Κράτους, των νόμων και των θεσμών που κάνουν αυτή την δημοκρατία νόμιμη, χωρίς να έχει καμία σημασία αν η δημοκρατία είναι άμεση ή έμμεση, συνεχίζει να είναι δημοκρατία, κρατική κυριαρχία και επιβολή. Ο αγώνας μας δεν μπορεί να περιχαρακωθεί μέσα στα στενά όρια της δημοκρατίας, καθώς ο αγώνας μας είναι αναρχικός και στόχος του είναι το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή η κατάλυση της δημοκρατίας, του καπιταλισμού και του κράτους, και η αποδόμηση κάθε καταπίεσης και κυριαρχίας. Έτσι λοιπόν, η ιδέα των δικαιωμάτων προϋποθέτει με την σειρά της την συνέχιση του ίδιου ή ενός διαφορετικού συστήματος διακυβέρνησης, θέσπισης νόμων και υποδούλωσης. Τα δικαιώματα των ζώων και των ανθρώπων έχουν ανάγκη από τους νόμους και τους θεσμούς, και εν τέλει και τους αρμόδιους που θεσπίζουν αυτά τα δικαιώματα, δηλαδή έχουν ανάγκη την εξάρτηση από τους κυριάρχους και τους κυβερνήτες. Αυτόματα, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως τα δικαιώματα των ζώων είναι η ιδέα της χορήγησης περισσότερης ελευθερίας στα ζώα, με αυτό να σημαίνει μεγαλύτερα κλουβιά, ανθρωπινότερους τρόπους σφαγής, κτλ. , και η ουσία της ελευθερίας που επιθυμούν να χορηγηθεί να μην είναι ποτέ ενάντια στην ριζική αιτία της εκμετάλλευσης τους, η οποία είναι η καταπίεση από τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του, τα έθνη του, τα κράτη του, τους νόμους, τις μηχανές, τα εργοστάσια, τα εμπορικά κέντρα, τα γουναράδικα, ακόμα και τα φιλήσυχα νοικοκυριά. Και πάνω από όλα, τα δικαιώματα που αυτοί οι εναλλακτικοί ακτιβιστές της νομιμότητας θέλουν να θεσπίσουν για τα ζώα είναι φυσικά ανθρωποκεντρικά, σαν το σύστημα που υπηρετούν και έχουν ανάγκη. Επίσης, πολλές φορές το συγκεκριμένο ζήτημα είναι υπερβολικά μονοθεματικό. Αφού γίνουν χορτοφάγοι ή και βίγκαν, σταματούν εκεί, το βλέπουν σαν αυτοσκοπό, σαν να έχουν κάνει το κομμάτι τους, λες και αυτό από μόνο του είναι ο «αγώνας» τους, και αφού μποϋκοτάρουν την κρεατό-γαλακτό-βιομηχανία, αρχίζουν να λατρεύουν την βίγκαν βιομηχανία, που και αυτή από την πλευρά της δεν παύει να είναι μια καπιταλιστική βιομηχανία, που βιάζει τη Γη και εκμεταλλεύεται ανθρώπους ως εργάτες. Έτσι αυτοί οι εναλλακτικοί μπουρζουάδες φιλόζωοι, βρίσκουν την απόλυτη συμπόνια στην αγάπη τους προς τα ζώα, έχοντας το ως αυτοσκοπό, συμμετέχοντας σε ειρηνικές διαμαρτυρίες, σε πικετοφορίες, σε καταναλωτικά μποϋκοτάζ και σε λίστες υπογραφών για την λύση του τάδε προβλήματος, φυσικά δουλεύοντας μέσα στο σύστημα, και εκτός αυτού διακρίνονται για την λασπολογία τους ενάντια στο μαχητικό κίνημα της απελευθέρωσης των ζώων, όπου ατομικότητες και ομάδες θυσιάζουν την ελευθερία τους για την απελευθέρωση των ζώων και της γης, βάζοντας φωτιές σε επιχειρήσεις, κάνοντας μαχητικές πορείες που έρχονται σε σύγκρουση με τους προστάτες των νόμων τους, κάνοντας απελευθερώσεις ζώων δίνοντας τους έτσι το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση της ζωής τους, και γενικότερα κάνοντας άμεσες δράσεις που αποτελούν και πραγματικό κίνδυνο για το καπιταλιστικό σύστημα, που μετράει τα πάντα σε χρήμα και υλικές ζημιές.
 
Απ’ την άλλη, η ιδέα της Απελευθέρωσης των Ζώων, και της Απελευθέρωσης γενικότερα, είναι η ιδέα του αγώνα όχι μόνο για ελευθερία, αλλά περισσότερο από αυτό, για της απελευθέρωση του εαυτού μας, των ζώων και του περίγυρου μας, από την αρρώστια που ονομάζεται κράτος, καταπίεση, κυριαρχία, και πολιτισμός. Η Απελευθέρωση των Ζώων δεν μπορεί να είναι μονοθεματική, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Απελευθέρωση της Γης και του Ανθρώπου, καθώς και με το κίνημα της Ολικής Απελευθέρωσης. Δεν έχει καμία σχέση με την θέσπιση δικαιωμάτων οποιουδήποτε τύπου, ή με την ανωτερότητα κάποιου να αποφασίζει για το ποιος/ποια/ποιο θα είναι ελεύθερο ή όχι στον ελεύθερο κόσμο που επιθυμούμε, αλλά είναι ένας πόλεμος για την ζωή έξω από τα στεγανά της καταπίεσης, της σκλαβιάς, της εξημέρωσης, της μιζέριας και της συντριβής των ονείρων και επιθυμιών μας. Αρνούμαστε κατηγορηματικά τα δικαιώματα που μας παρέχουν, και αναγνωρίζουμε ένα και μοναδικό δικαίωμα σε αυτόν τον κόσμο. Το Δικαίωμα να ζούμε ως ελεύθερα όντα την ζωή που επιθυμούμε, χωρίς να υπάρχει κάποιος ή κάτι πάνω από το κεφάλι μας που να ελέγχει τις επιλογές μας. Η απελευθέρωση ως έννοια και ως ουσία είναι υπεράνω όλων των ιδεολογιών, όλων των πολιτικών βιβλίων. Δεν επιθυμούμε να απαιτήσουμε περισσότερη ελευθερία για τα μη-ανθρώπινα ζώα από τους καταπιεστές τους, όπως ακριβώς δεν επιθυμούμε να παζαρέψουμε την προσωπική μας ελευθερία από κάθε είδους αφεντικού και κυριάρχου. Το ύψιστο δικαίωμα που αναγνωρίζουμε, και είναι ένα πρωτόγονο δικαίωμα, είναι το να αρπάξουμε μονάχοι μας την ελευθερία που επιζητούμε, όχι μέσα από και στο σύστημα τους, αλλά μέσω της καταστροφής των κρατών τους, των νόμων τους, των θεσμών τους, των βιομηχανιών τους και του πολιτισμού τους, που εξημερώνει τις άγριες ορμές για τον αέναο πόλεμο ενάντια σε κάθε είδους κυριαρχία και αποξένωση από την ίδια την ελευθερία. Ακόμα και αν γνωρίζουμε σοφά πως τα όνειρα μας δεν θα πραγματοποιηθούν στο όλον τους, είμαστε παραπάνω από σίγουροι πως ο αγώνας μας είναι η ίδια μας η ζωή, και μέσα στους εαυτούς μας βασιλεύει η ανάγκη να διαχύσουμε την φωτιά της απελευθέρωσης, τις σκέψεις των ατομικών μας επιθυμιών, και την άμεση δράση εναντίον των εχθρών μας, που ήταν και είναι ηλίου φαεινότεροι.
 
Η ιστορία της ανθρωπότητας στον πολιτισμό που δημιούργησε, μας έχει δείξει ξεκάθαρα πως η καταπίεση, η εξημέρωση και η κατοχή κάθε στρέμματος του πλανήτη είναι κάποιες από τις αιτίες της εκμετάλλευσης όλων των έμβιων όντων. Τα δεινά που έχει προκαλέσει το ανθρώπινο είδος δεν χωράνε σε ένα άρθρο, ούτε καν σε έναν τόμο για να αναδειχθούν, και δεν ξέρω και κατά πόσο αυτό θα ήταν λειτουργικό ή και ουσιώδες. Η κατάδειξη της μιζέριας και του πόνου που προκαλεί ο θανατερός πολιτισμός τους είναι μόνο ένα κομμάτι του μαινόμενου πολέμου. Είναι η ψυχολογική και θεωρητική βάση, πάνω στην οποία τα πόδια μας πρέπει να πατήσουν δυνατά για τις περαιτέρω ενέργειες. Ενέργειες ενάντια σε όσα μας κρατάνε φυλακισμένους, εμάς και τα υπόλοιπα πλάσματα του πλανήτη, γιατί καμία εξουσία δεν θα διαλυθεί με λέξεις και χαρτιά, αλλά με δράσεις και εξεγέρσεις. Έτσι δεν θα πρέπει να συμβιβαστούμε με τίποτα λιγότερο από την Ολική Απελευθέρωση της Γης, των Ζώων και των Ανθρώπων, καθώς δεν πρέπει ποτέ να παζαρεύουμε την ελευθερία που ανήκει σε όλους μας. Γεννιόμαστε για να είμαστε ελεύθεροι, αλλά όντας γεννημένοι σε έναν πολιτισμό-φυλακή, η μόνη επιλογή που βγαίνει φυσικά από μέσα μας είναι η αφιέρωση της ζωής μας σε αυτόν τον πόλεμο για απελευθέρωση, για την καταστροφή όλων όσων έχτισαν και για την επαναφορά των πραγματικών μας επιθυμιών στο εδώ και στο τώρα. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο.
 
Για την Αναρχία
 
Πηγή : TotalXLiberation
Το παραπάνω κείμενο είχε δημοσιευθεί στην αναρχική σελίδα Inter Arma το 2014

Πολύκαρπος Γεωργιάδης: Σχεδιασμοί γεωστρατηγικής αναβάθμισης και πολεμική προπαρασκευή του ελληνικού κράτους (Μέρος Α’)

Σχεδιασμοί γεωστρατηγικής αναβάθμισης και πολεμική προπαρασκευή του ελληνικού κράτους.

Μέρος πρώτο: Η στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ και η δημιουργία ενός φιλοδυτικού Άξονα στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

*

Εισαγωγή

Μέσα σ’ ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον οξυμένων ανταγωνισμών, παγκοσμίων ανακατατάξεων ισχύος και εύθραυστης ισορροπίας τρόμου, το ελληνικό κράτος ακολουθεί τη δική του πολιτική επιθετικότητα (έστω και υποβασταζόμενη). Ως μεσίτης της ντόπιας αστικής τάξης συμμετέχει -στο βαθμό που αντιστοιχεί στην ισχύ του- στην πάλη για το «διαμελισμό» της Μεσογείου σε ζώνες επιρροής. Στον ανταγωνισμό του με την Τουρκία, το ελληνικό κράτος δεν διστάζει να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο πολεμικής εμπλοκής και γενικευμένης αιματοχυσίας ανάμεσα στους δύο λαούς. Άλλωστε, τα συνεχή μπρα ντε φερ και οι ανακατατάξεις οικονομικής και εξωοικονομικής ισχύος αργά ή γρήγορα αντανακλώνται και στο πεδίο της στρατιωτικής ισχύος και στην προσπάθεια εξεύρεσης ζωτικών χώρων για το κεφάλαιο με πολεμικούς όρους. Υπό το πρίσμα του έρποντος παγκόσμιου πολέμου για το ξαναμοίρασμα των αγορών και τον έλεγχο των πηγών ενέργειας και των οδών μεταφοράς θα πρέπει να δούμε και τον ελληνοτουρκικό αστικό ανταγωνισμό και τις πολεμικές ιαχές που ακούγονται και από τις δύο πλευρές. Και ακολούθως να εντάξουμε την ένταση του μιλιταρισμού σε Ελλάδα και Τουρκία στην παγκόσμια τάση γενικευμένου υπερεξοπλισμού, όπως δείχνουν και τα στοιχεία του Ινστιτούτου Ερευνών για τη Διεθνή Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI). Το 2019 οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες ανήλθαν σε 1,91 τρισεκατομμύρια δολάρια, με βασική αιτία ανόδου την αύξηση της πολεμικής προετοιμασίας των δύο μεγαλύτερων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων του πλανήτη (ΗΠΑ και Κίνα). Όπως αναφέρει το SIPRI: «Οι παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την άνοδο ήταν η αύξηση των δαπανών των ΗΠΑ την τελευταία δεκαετία, που πραγματικά ώθησε το παγκόσμιο σύνολο ακόμα πιο πάνω, και επίσης η συνεχιζόμενη άνοδος και ανάδυση της Κίνας και της Ινδίας που συγκαταλέγονται πλέον στις τρείς χώρες με τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες στον πλανήτη». Το χάσμα, βεβαίως, των ΗΠΑ με τις υπόλοιπες χώρες εξακολουθεί να είναι τεράστιο, καθώς το αμερικανικό κράτος καλύπτει το 38% των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών, ενώ η Κίνα ακολουθεί με το 14%. Οι 29 χώρες του ΝΑΤΟ καλύπτουν περισσότερο από το 50% των παγκόσμιων εξοπλιστικών δαπανών, ενώ οι βασικότεροι εξαγωγείς όπλων για την περίοδο 2015-2019 ήταν οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Κίνα (1). Τέλος, 9 είναι τα κράτη που κατέχουν πυρηνικά όπλα, με τη Ρωσία και τις ΗΠΑ να διαθέτουν το 90% των πυρηνικών κεφαλών (2). Από τον Οκτώβριο του 2018 οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τη “Συνθήκη Πυρηνικών Δυνάμεων Μέσου Βεληνεκούς”, που είχε υπογραφτεί το 1987 με την ΕΣΣΔ.

Αυτή η κούρσα εξοπλισμών αναμένεται να μετριαστεί λόγω της υπερσυσσώρευσης χρεών και των δημοσιονομικών εκτροχιασμών των ανεπτυγμένων κρατών, καθώς η υγειονομική/οικονομική κρίση δημιούργησε συνθήκες έκτακτης ανάγκης για την καπιταλιστική οικονομία. Ωστόσο, η γενική κατεύθυνση είναι σαφής: η όξυνση των ανταγωνισμών ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος δημιουργεί και την ακόλουθη ανάγκη για ενδυνάμωση της στρατιωτικής τους ισχύος, με ορατό τον κίνδυνο ξεσπάσματος γενικευμένου αιματοκυλίσματος. Και μέσα σ’ αυτή την παγκόσμια αρένα συμφερόντων το ελληνικό κράτος δεν είναι “ουδέτερο” ή “Νησίδα σταθερότητας”, αλλά παίρνει κι αυτό θέση μάχης.

«Είμαστε έτοιμοι να τα κάνουμε όλα Κούγκι για την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων» (δηλαδή για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης). Αυτή η πολεμική ιαχή ακούστηκε από τον στρατηγό εν αποστρατεία και βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, Νίκο Μανωλάκο, ο οποίος συμπλήρωσε σε συνέντευξή του στην ΕΡΑ1, πως βασικός κυβερνητικός στόχος είναι η ενδυνάμωση του πεδίου ισχύος του ελληνικού κράτους σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο: «Στις ένοπλες δυνάμεις υπάρχουν εξελίξεις που ακόμα δεν μπορείτε να τις δείτε». Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας και πρώην επίτροπος Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας της Ε.Ε. δήλωσε για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις: «Οι διεθνείς διαφορές διευθετούνται με τρεις τρόπους. Ή με απευθείας συνομιλίες ή μέσω διεθνούς διαιτησίας ή τέλος με πόλεμο. Εκεί που οδηγηθήκανε τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις μας, καλούμεθα να απαντήσουμε σε ένα ερώτημα: διάλογος ή σύγκρουση». Ταυτόχρονα, ο υπουργός Εθνικής “Αμύνης”, Νίκος Παναγιωτόπουλος, παραδέχθηκε πως στην παρατεταμένη ελληνοτουρκική κρίση του καλοκαιριού του 2020 οι δύο χώρες έφτασαν τρεις φορές κοντά στο ξέσπασμα θερμού επεισοδίου με καθολική κινητοποίηση των ενόπλων δυνάμεών τους. Λίγους μήνες αργότερα είδαμε την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών ανάμεσα στα δύο κράτη, οι οποίες είχαν διακοπεί μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Ερντογάν το 2016, το οποίο χρεώνεται από την τουρκική πλευρά σε αμερικανικό δάχτυλο. Ταυτόχρονα ξεκινάει και ο διάλογος για το κυπριακό υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, που βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή εξ αιτίας τόσο της επιμονής του καθεστώτος Ερντογάν για διχοτόμηση του νησιού με λύση δυο κρατών όσο και της σημαντικής γεωστρατηγικής και ενεργειακής σημασίας του νησιού, που χαρακτηρίζεται ως το “περιφερειακό αεροπλανοφόρο της Δύσης”.

Παρατηρούμε λοιπόν μια διαδικασία μακρόσυρτων διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις δύο αστικές τάξεις, οι οποίες περιλαμβάνουν τόσο τη διπλωματική “ήπια ισχύ” (π.χ. η απελπισμένη προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης ώστε να επιβάλλει η Ε.Ε. κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας), όσο και την πολεμική προετοιμασία. Μια τυχαία ή προσχεδιασμένη σύγκρουση στην Ανατολική Μεσόγειο ή στο Αιγαίο ενδεχομένως να έχει απρόβλεπτες συνέπειες, καθώς οι δύο αστικές τάξεις σαν έτοιμες από καιρό είναι πλήρως προετοιμασμένες για το σενάριο της διευθέτησης των διαφορών τους μέσω πολεμικής σύγκρουσης. Το φιλειρηνικό προφίλ που οικοδομεί το ελληνικό κράτος είναι ακόμα μια επικοινωνιακή απάτη, αφού μετά την κρίση των Ιμίων έχει υιοθετήσει ως αποτρεπτικό δόγμα την πολιτική της “ευέλικτης ανταπόδοσης” εκφράζοντας την πρόθεση απάντησης σε οποιαδήποτε επιθετική (εντός ή εκτός εισαγωγικών) κίνηση της Τουρκίας με τη δημιουργία ισοδύναμου τετελεσμένου. Η διολίσθηση, όμως, σε μια πολεμική διαπραγμάτευση κουβαλά κινδύνους πλήρους επικράτησης της βαρβαρότητας, αφού το ελληνικό κράτος έχει ανασύρει από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου τη στρατηγική της Αμοιβαίας Εξασφαλισμένης Καταστροφής (Mutual Assured Destruction). Από την άλλη, η τουρκική πολεμική μηχανή είναι ακόμα πιο ετοιμοπόλεμη και έμπειρη καθώς δοκιμάζεται σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα με μεγάλες επιτυχίες για λογαριασμό του τουρκικού κεφαλαίου. Η Τουρκία έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια περίπου 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ σε έρευνες υδρογονανθράκων, γεγονός που είναι ενδεικτικό για το ποιες είναι οι πραγματικές αιτίες της ελληνοτουρκικής αστικής σύγκρουσης, οι οποίες κρύβονται κάτω από το μανδύα του “πατριωτισμού”.

Ρόλο διαιτητή στη σύγκρουση παίζουν οι ΗΠΑ, οι οποίες ανησυχούν πως μια υλική ρήξη στις σχέσεις των δυο νατοϊκών συμμάχων θα ενδυναμώσει το ρόλο της Ρωσίας: «Αν θα υπάρξει οποιαδήποτε κλιμάκωση, οι μόνοι που θα επωφελούντο από αυτή, θα ήταν οι αντίπαλοί μας. Ο νικητής θα είναι ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Είναι αυτοί που αντιτίθενται στην ευρωατλαντική κοινότητα με τις αξίες και τις αρχές που αυτή και οι θεσμοί της αντιπροσωπεύει» (συνέντευξη του Τζέφρι Πάιατ στο Mega, Μάιος του 2020). Τον Ιούλιο του 2020 ο τότε βοηθός υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάθιου Πάλμερ, δήλωσε σχετικά: «Επικεντρωνόμαστε στην Ανατολική Μεσόγειο ως περιοχή αυξανόμενης στρατηγικής σημασίας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Οι Ρώσοι είναι εκεί. Οι Κινέζοι είναι εκεί. Και σε περιφερειακό επίπεδο οι Ιρανοί είναι εκεί. Θέλουμε οι ΗΠΑ να είναι εκεί και να ανταγωνίζονται για θετική επιρροή […] Αυτή είναι μια περιοχή με σημαντικό στρατηγικό περιεχόμενο για τις ΗΠΑ. Δεσμευόμαστε να εμβαθύνουμε και να ενισχύσουμε τις εταιρικές σχέσεις ασφαλείας και τις ευρείες σχέσεις που έχουμε σε ολόκληρη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και με τους συμμάχους μας, όπως η Τουρκία, η Ελλάδα, το Ισραήλ και άλλα κράτη στην περιοχή» (3).

Το ελληνικό κράτος, παρά την οικονομική του χρεωκοπία, αποπειράται να εξισορροπήσει το ισοζύγιο στρατιωτικής ισχύος με τον προγραμματισμό -εν μέσω πανδημίας- ενός κοστοβόρου εξοπλιστικού προγράμματος ύψους 10-12 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο εξήγγειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία του στο Thessaloniki Helexpo Forum, τον Σεπτέμβριο του 2020. Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, σκοπός του υπερεξοπλισμού είναι η απάντηση στην “τουρκική προκλητικότητα” μέσω του πολλαπλασιασμού της ισχύος, της λειτουργικότητας και της αποτελεσματικότητας των ελληνικών όπλων: «Ήρθε η ώρα να ενισχύσουμε τις ένοπλες δυνάμεις ως παρακαταθήκη για την ασφάλεια της χώρας». Στο πλαίσιο αυτό προανήγγειλε την αγορά 18 γαλλικών αεροσκαφών Rafale (12 μεταχειρισμένα και 6 του κουτιού), 12-24 αμερικανικών F35, 4 φρεγατών (με ταυτόχρονη αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό των ήδη υπαρχόντων), 4 ελικόπτερα Romeo, πυραύλων αέρος-αέρος meteor, πυραύλων Scalp και Exocet, την αναβάθμιση 84 F16 σε κατηγορία Viper (η οποία υπολογίζεται να ολοκληρωθεί το 2027 και να κοστίσει πάνω από 1 δισ. δολάρια), την πρόσληψη 15.000 επαγγελματιών οπλιτών και την ενίσχυση της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας. Ενδεικτικός της πολεμικής προπαρασκευής του ελληνικού κράτους εν μέσω υγειονομικής κρίσης, είναι ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2021, ο οποίος προβλέπει μείωση των δαπανών για την υγεία κατά 572 εκατομμύρια ευρώ(4) και ταυτόχρονη θεαματική αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών, παρότι το ΑΕΠ της χώρας βυθίστηκε στα 162,7 δισ. ευρώ, χάνοντας 20 δισ. ευρώ σε ένα έτος. Απ’ αυτόν τον πακτωλό χρημάτων (5,5 δισ. ευρώ για το 2021), τα 2,5 δις αφορούν την αγορά Rafale, τα οποία ήδη έχουν αρχίσει να ενσωματώνονται στην πολεμική μηχανή του ελληνικού κράτους με τη διεξαγωγή της άσκησης “Σκύρος 2021” (Φεβρουάριος 2021), η οποία χαρακτηρίστηκε ως: «μήνυμα στην Άγκυρα». Κατά τη διάρκεια της ψήφισης της αγοράς των Rafale από το ελληνικό κοινοβούλιο, ο υπουργός “Άμυνας” μίλησε για συνολική προσπάθεια επαύξησης της μαχητικής ικανότητας του ελληνικού στρατού, η οποία θα είναι διαρκής και εντατική: «Είναι μια εθνική υπόθεση κυριολεκτικά, που καθίσταται επιτακτική λόγω της παρούσης γεωπολιτικής κατάστασης, με τις πολλές και σύνθετες προκλήσεις και απειλές στην ευρύτερη περιοχή μας». Αξίζει να σημειωθεί η διακομματική συναίνεση, με τον ΣΥΡΙΖΑ να διεκδικεί το δικό του μερίδιο στο χτίσιμο της πολιτικής αυτής: «Οι σχέσεις με το Ισραήλ, με την Αίγυπτο ή με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα χτίστηκαν κατά 90% στα χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα και οι σχέσεις με τη Γαλλία χτίστηκαν στα χρόνια τα δικά μας». (δηλώσεις του εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ, Γ. Τσίπρα).

Ωστόσο, οι υπερεξοπλισμοί αυτοί δεν μπορούν να ανατρέψουν τον ελληνοτουρκικό συσχετισμό δύναμης. Έτσι κι αλλιώς, πάγιο δόγμα της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή είναι η πάση θυσία αποφυγή της απόκτησης στρατιωτικής υπεροχής κάποιας από τις δύο χώρες έναντι της άλλης και η διατήρηση μιας ισορροπίας δύναμης υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ. Η Τουρκία, παρά την οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει και παρά τις διαρκείς τριβές στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, παραμένει μια πολύ ισχυρή περιφερειακή δύναμη με βλέψεις πλανητικής ακτινοβολίας. Η κυβερνητική προπαγάνδα περί “απομονωμένης” Τουρκίας είναι σαφώς μια γελοιότητα που εντάσσεται στο πλαίσιο της αντιμετώπισης υπαρκτών ζητημάτων μέσα από την κατασκευή μιας γιγαντιαίας επικοινωνιακής φούσκας (καταδικασμένης να σκάσει θορυβωδώς). Το τουρκικό κράτος εδώ και χρόνια έχει προχωρήσει σε μια μεθοδική αύξηση των συντελεστών ισχύος του, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στους τομείς της στρατιωτικής ικανότητας, του στρατηγικού σχεδιασμού και της πολιτικής βούλησης, όπως περιγράφεται από το λεγόμενο δόγμα Νταβούτογλου. Η τουρκική οικονομία ανήκει στις 20 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη και συμμετέχει στους G20, ενώ ο στρατός της είναι από τους ισχυρότερους της ΝΑΤΟϊκής συμμαχίας. Το ΝΑΤΟ ανέθεσε στην Τουρκία για το 2021 τη διοίκηση 6.500 ειδικά εκπαιδευμένων στρατιωτών της Δύναμης Ταχείας Αντίδρασης, ενώ την ίδια ώρα συσφίγγει τους στρατιωτικούς της δεσμούς με τη Βρετανία(5). Ταυτόχρονα, το τουρκικό κράτος προχωρά σε φιλόδοξες απόπειρες ενεργειακής και εξοπλιστικής αυτάρκειας:

-Στο πρώτο πεδίο φιλοδοξεί να εγκαταστήσει σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με πυρηνική τεχνολογία, με τον πυρηνικό σταθμό στο Ακούγιου να είναι υπό κατασκευή και να αναμένεται η λειτουργία του από το 2023. Βασική επιδίωξη της Τουρκίας είναι η διέλευση αγωγών φυσικού αερίου από το έδαφός της, με σκοπό τη λήψη μεριδίου του διερχόμενου αερίου για την κάλυψη των τεράστιων ενεργειακών της αναγκών. Σκοπός της είναι να εκμεταλλευτεί την προνομιακή γεωγραφική της θέση για τον έλεγχο «σχεδόν όλων των εναλλακτικών και μη οδών μεταφοράς του αερίου από την Κασπία και τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία προς την Ευρώπη, ενώ επιπρόσθετα συνεχίζει να επιδιώκει την υλοποίηση και άλλων παρόμοιων έργων μεταφοράς αερίου προς την Ευρώπη πχ από το Ιράκ, το Κατάρ, ακόμη και από τη ΝΑ Μεσόγειο μέσα από την επικράτειά της».(6)

-Στο δεύτερο πεδίο, η Τουρκία επιδιώκει την απεξάρτησή της από τις ξένες πολεμικές βιομηχανίες και την ενδυνάμωση της δικής της, υλοποιώντας πρόγραμμα κατασκευής εθνικού πολεμικού πλοίου και εθνικού τυφεκίου και ετοιμάζοντας με τη βοήθεια της Ιταλίας και της Ισπανίας την κατασκευή του αεροπλανοφόρου ANADOLU. Επιπλέον, τα εξοπλισμένα drones τουρκικής κατασκευής θεωρούνται επιτυχημένα σε διάφορα θέατρα στρατιωτικών επιχειρήσεων (Συρία, Λιβύη, Αζερμπαϊτζάν)(7). Τα drones “Μπαϊρακτάρ”, μάλιστα, κατασκευάστηκαν από την Τουρκία με βρετανική τεχνολογική βοήθεια. Μέσα σε λίγα χρόνια η τουρκική πολεμική βιομηχανία κατάφερε να αυξήσει θεαματικά τη συμμετοχή της στον εξοπλισμό των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας από το 20% στο 65%. Παράλληλα, αυξάνει το μερίδιό της στις εξαγωγές όπλων, καταλαμβάνοντας τη 14η θέση παγκοσμίως. Κι όλα αυτά παρά τις κυρώσεις που επέβαλαν οι ΗΠΑ εξαιτίας της αγοράς από τη Ρωσία των αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 (8).

Τέλος, η “απομονωμένη” Τουρκία έχει πολύπλευρη οικονομική, διπλωματική και στρατιωτική παρουσία και ερείσματα σε πλήθος χωρών (Αζερμπαϊτζάν, Κύπρος, Συρία (9), Λιβύη, Ιράκ, Κατάρ, Αλγερία, Τυνησία, Αλβανία, Αφγανιστάν, Παλαιστίνη, Ουκρανία, Σομαλία κλπ). Είναι σαφές, λοιπόν, πως δεν αρκεί μονάχα η αγορά μερικών όπλων από τις ΗΠΑ και τη Γαλλία ώστε η Ελλάδα να αντισταθμίσει την τουρκική υπεροχή. Το ελληνικό κράτος προσπαθεί να καλύψει την απόσταση που το χωρίζει από τον βασικότερό του εχθρό (και ταυτόχρονα ΝΑΤΟϊκό σύμμαχο)(10) και να αναβαθμιστεί γεωστρατηγικά στην περιοχή των Βαλκανίων, της ΝΑ Μεσογείου και της Β. Αφρικής με μια σειρά διπλωματικών, οικονομικών και στρατιωτικών κινήσεων οι οποίες βρίσκονται σε σχέση αλληλοδιαπλοκής και αλληλοδιείσδυσης. Δύο βασικοί πυλώνες της πολιτικής αυτής είναι:

-Η πλήρης υπαγωγή της οικονομικής, ενεργειακής διπλωματικής και στρατιωτικής πολιτικής του ελληνικού κράτους στις επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού (και κυρίως σ’ αυτές των ΗΠΑ). Σε αντίθεση με την Τουρκία που διαθέτει το εκτόπισμα ώστε να ακολουθεί πολυπαραγοντική εξωτερική πολιτική, κάνοντας ασκήσεις ισορροπίας ανάμεσα στις ΗΠΑ, την ΕΕ και τη Ρωσία, τα περιθώρια του εξαρτημένου ελληνικού καπιταλισμού είναι περιορισμένα. Η μετατροπή του ελληνικού κράτους σε “γεωπολιτικό μεντεσέ”, σε προκεχωρημένο φυλάκιο του ΝΑΤΟ και η πρόσδεση στο άρμα του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις για τη γεωστρατηγική αναβάθμισή του. Επιπλέον, η Ελλάδα καλείται να παίξει το ρόλο του αναχώματος στην “κακοήθη ρωσική και κινεζική επιρροή” και εν ανάγκη να πάρει τα ρίσκα ακόμα και για απόκτηση νέων εχθρών (11). Η τυχοδιωκτική αυτή πολιτική βάζει τη χώρα στη δίνη ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και μετατρέπει το ελληνικό έδαφος σε πιθανό στόχο, καθώς Ρωσία και Ιράν έχουν προειδοποιήσει πως αν απειληθεί η ασφάλειά τους θα προχωρήσουν σε πυραυλικά χτυπήματα εναντίον αμερικανικών βάσεων σε οποιαδήποτε χώρα.

-Η δημιουργία συμμαχιών και πολεμοκάπηλων αξόνων με κράτη της ευρύτερης περιοχής, υπό την προστασία και την καθοδήγηση των ΗΠΑ (και δευτερευόντως της Γαλλίας). Κεντρικό ρόλο σ’ αυτές τις επιδιώξεις παίζει η στρατηγική συμμαχία μες το Ισραήλ, μέσα από την οποία το μεν Ισραήλ αποκτά στρατηγικό βάθος και ανοίγει δίοδο για μεταφορά ενέργειας στην Ευρώπη και η δε Ελλάδα αυξάνει τους συντελεστές ισχύος της για να αντισταθμίσει την τουρκική υπεροχή. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα προχωρά στη δημιουργία “συνασπισμών ευκολίας” με εκείνα τα αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα που εξομαλύνουν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ, στο πλαίσιο των αμερικανικών σχεδιασμών για τη Νέα Μέση Ανατολή.

Στο πρώτο μέρος του κειμένου θα εξετάσουμε αρκετές από τις όψεις της ελληνοϊσραηλινής στρατηγικής συμμαχίας, ενώ θα ακολουθήσει κι ένα δεύτερο μέρος που θα εξετάσει το πλαίσιο των σχέσεων του ελληνικού κράτους με τις ΗΠΑ.

Το ιστορικό υπόβαθρο των σχέσεων Ελλάδας-Ισραήλ

Από τη στιγμή της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ οι ελληνοϊσραηλινές σχέσεις κάθε άλλο παρά ανέφελες ήταν. Ήδη από τις 29 Νοεμβρίου του 1947 η Ελλάδα καταψήφισε το σχέδιο διχοτόμησης της Παλαιστίνης για την ίδρυση του ισραηλινού κράτους από τον ΟΗΕ, προτιμώντας να προσεγγίσει τον αραβικό κόσμο. Μέχρι το 1990 το ελληνικό κράτος αρκέστηκε στη de facto αναγνώριση του Ισραήλ, παρά τις έντονες πιέσεις των ΗΠΑ και της ΕΟΚ. Οι απόπειρες του Δαυίδ Μπεν Γκουριόν, πρώτου πρωθυπουργού του Ισραήλ, να προσεγγίσει την Ελλάδα με σκοπό το σπάσιμο της απομόνωσης και του διπλωματικού αποκλεισμού, παρέμειναν άκαρπες. Τις επόμενες δεκαετίες αναπτύχθηκαν σχέσεις δυσπιστίας ανάμεσα στις δύο χώρες, καθώς η Ελλάδα συμμάχησε με τις αραβικές χώρες ενώ το Ισραήλ προχώρησε σε σχέση στρατηγικής συνεργασίας με την Τουρκία. Η φιλοαραβική στάση του ελληνικού κράτους οφειλόταν τόσο σε λόγους διεθνούς πολιτικής (προστασία των Ελλήνων παροίκων στις αραβικές χώρες, εξασφάλιση υποστήριξης στο κυπριακό κλπ) όσο και σε οικονομικούς λόγους (κάλυψη ενεργειακών αναγκών, απρόσκοπτη διέλευση πλοίων από τη διώρυγα του Σουέζ κλπ). Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η προσέγγιση υπάγονταν στις γενικότερες επιδιώξεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, με σκοπό την αξιοποίηση της Ελλάδας ως δίαυλο επικοινωνίας με τα αραβικά κράτη, αλλά και για την ανάσχεση της σοβιετικής επιρροής στην ευρύτερη περιοχή. Η ελληνοαραβική φιλία, λοιπόν, αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της “συναινετικής προσαρμογής” της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, οπότε προκύπταν τα φυσικά όρια που έθεταν οι ΗΠΑ(12). Τα όρια αυτά φάνηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου των Έξι Ημερών, όταν η ελληνική χούντα των συνταγματαρχών παρείχε δυνατότητα επέμβασης υπέρ του Ισραήλ παραχωρώντας τα κρητικά λιμάνια στις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ και επιτρέποντας την προσγείωση ισραηλινών ελικοπτέρων στη Ρόδο. Το 1969 οι ΗΠΑ προχώρησαν ακόμη περισσότερο επιτρέποντας στους Ισραηλινούς να χρησιμοποιούν τις στρατιωτικές τους βάσεις στην Ελλάδα.

Η μακρά πορεία εξομάλυνσης των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων ξεκίνησε με την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1980, ωστόσο η διαδικασία ήταν σταδιακή και αργή καθώς προσέκρουε -μεταξύ άλλων- στο ισχυρό εμπόδιο της στρατηγικής της τουρκοϊσραηλινής συνεργασίας. Το 1983 μετά από ισχυρές πιέσεις της ΕΟΚ υπεγράφησαν ελληνοϊσραηλινές εμπορικές και πολιτιστικές συμφωνίες, παρά την έντονη φιλοαραβική και φιλοπαλαιστινιακή ρητορική του Ανδρέα Παπανδρέου. Μετά την αναγνώριση του Ισραήλ από την Ισπανία το 1986, η Ελλάδα έμεινε η μόνη χώρα της ΕΟΚ που αρκούνταν στη de facto αναγνώριση. Το 1987 ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Κάρολος Παπούλιας, δεσμεύτηκε πως η Ελλάδα θα αναγνωρίσει de jure το ισραηλινό κράτος, κάτι που έγινε τελικά τρία χρόνια αργότερα έπειτα από νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η οποία εξασφάλιζε την κοινοβουλευτική έγκριση στις 21 Μαΐου του 1990. Η κίνηση αυτή δεν προέκυψε μόνο από την πολυετή πίεση που ασκούσαν οι ΗΠΑ και η ΕΟΚ, αλλά και από την αναγκαιότητα εξισορρόπησης των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων. Τον Δεκέμβριο του 1994 υπογράφηκε η “Συμφωνία Αμυντοτεχνικής Συνεργασίας Ελλάδας -Ισραήλ”, η οποία όμως όχι μόνο δεν υλοποιήθηκε στην πράξη, αλλά το Ισραήλ προτίμησε να δώσει περισσότερη βαρύτητα στη συμμαχία του με την Τουρκία υπογράφοντας ανάλογη συμφωνία δύο χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1996. Η “Συνεργασία Στρατιωτικής Εκπαίδευσης Τουρκίας-Ισραήλ” προέβλεπε -μεταξύ άλλων- τον ελλιμενισμό και ελεύθερο διάπλου στα χωρικά ύδατα των δύο χωρών, κοινά στρατιωτικά γυμνάσια και ανταλλαγή τεχνογνωσίας και ανθρωπίνου δυναμικού.

Μετά τη διεξαγωγή της κοινής τουρκοϊσραηλινής στρατιωτικής άσκησης Reliant Mermaid ο τότε Έλληνας υπουργός εξωτερικών χαρακτήρισε τη συνεργασία της Τουρκίας-Ισραήλ ως “συμμαχία αμαρτωλών”. Σύμφωνα με το ελληνικό κράτος ο τουρκοϊσραηλινός άξονας είχε ως σκοπό την ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή με σκοπό τη δημιουργία ψυχροπολεμικού κλίματος και την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων της Τουρκίας. Βεβαίως, η κατηγορία της ανατροπής της ισορροπίας δυνάμεων εκτοξεύονταν και από την Τουρκία προς την Ελλάδα, μετά την κύρωση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας με τον νόμο 2321 του 1995. Το άρθρο 2 του νόμου προέβλεπε πως: «Η Ελλάδα έχει το αναφαίρετο δικαίωμα […] να επεκτείνει σε οποιονδήποτε χρόνο το εύρος της χωρικής της θάλασσας μέχρι αποστάσεως 12 ναυτικών μιλίων». Η Τουρκική Εθνοσυνέλευση απάντησε με εκχώρηση στην κυβέρνηση όλων των αρμοδιοτήτων: «Να λάβει μέτρα, ακόμα και στρατιωτικά, για τη διατήρηση και υπεράσπιση των ζωτικών συμφερόντων της χώρας». Για την Τουρκία η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας αποτελεί res inter alios pacta (αντικείμενο συμφωνίας τρίτων), οπότε δεν έχει δεσμευτική ισχύ γι’ αυτήν. Έτσι, εν μέσω αυξανόμενης ελληνοτουρκικής έντασης (που κορυφώθηκε με την κρίση των Ιμίων), η Τουρκία και το Ισραήλ ολοένα και εμβάθυναν τη συμμαχία τους, ενώ με διάφορες αιτιολογίες συνέχεια αναβάλλονταν οι ελληνοϊσραηλινές στρατιωτικές ασκήσεις. Σαν αντιστάθμισμα, η Ελλάδα οργάνωσε κοινές ασκήσεις με το καθεστώς Μουμπάρακ στην Αίγυπτο.

Η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, όμως, θέλησε να αλλάξει σταδιακά την κατάσταση, δημιουργώντας εξισορροπητικές τάσεις στις σχέσεις των τριών χωρών. Σημαντικός σταθμός υπήρξε η υπογραφή της ελληνοτουρκικής συμφωνίας στη Μαδρίτη την 1η Νοεμβρίου του 1996, με την οποία η Ελλάδα αναγνώρισε την ύπαρξη νόμιμων και ζωτικών τουρκικών συμφερόντων στο Αιγαίο και δεσμεύονταν να μην προβεί σε μονομερείς ενέργειες για την άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Την άνοιξη του 2000 ο Κωστής Στεφανόπουλος έγινε ο πρώτος Έλληνας Πρόεδρος της Δημοκρατίας που επισκέφθηκε την Ιερουσαλήμ. Ωστόσο, η πλήρης ανατροπή των συσχετισμών των σχέσεων ανταγωνισμού/συνεργασίας θα έρθει μετά την άνοδο του Ερντογάν στην εξουσία του τουρκικού κράτους το 2002 (13). Η κυβέρνηση του ΑΚΡ γρήγορα έδειξε την απροθυμία της να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις εντολές των ΗΠΑ, αφού το 2003 η Τουρκία αρνήθηκε στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να χρησιμοποιήσουν τα εδάφη της για την εισβολή στο Ιράκ.

Ο συνδυασμός της ανακάλυψης υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο (κοιτάσματα Λεβιάθαν, Zohr και Αφροδίτη) και του εκτροχιασμού των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων δημιούργησε ένα εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη της ελληνοϊσραηλινής συμμαχίας και κατ’ επέκταση του άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου. (Ας σημειωθεί εδώ πως, σε αντίθεση με την επιφυλακτική στάση της Ελλάδας, η Κύπρος ήδη από το 1961 είχε προχωρήσει στην αναγνώριση του Ισραήλ, μετά από πιέσεις που άσκησε η τουρκοκυπριακή πλευρά για ανταλλαγή πρέσβεων στις δύο χώρες). Υλική βάση για τη δημιουργία του εν λόγω άξονα είναι η προσπάθεια ελέγχου της παραγωγής και διακίνησης ενεργειακών πηγών. Τον Δεκέμβριο του 2010 η Κύπρος και το Ισραήλ υπέγραψαν συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με σκοπό την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στα θαλάσσια οικόπεδά τους. Η ισραηλινή πρεσβεία στην Κύπρο δήλωσε για τη συμφωνία αυτή: «Υπό το φως της πρόσφατης ανακάλυψης πλούσιων φυσικών πόρων στη Μεσόγειο Θάλασσα, η οριοθέτηση των συνόρων του Ισραήλ θα παίξει σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση των ζωτικών οικονομικών συμφερόντων του Ισραήλ, παρέχοντας ασφάλεια στους επενδυτές και σαφήνεια στους γείτονες του Ισραήλ, ως προς την ακριβή τοποθεσία των θαλάσσιων συνόρων του Ισραήλ και ως προς τα δικαιώματά του στους φυσικούς θαλάσσιους πόρους».

Η συμφωνία Κύπρου-Ισραήλ εξόργισε την τουρκική πλευρά, η οποία ακολουθώντας την εξωτερική πολιτική που χάραξε το λεγόμενο δόγμα Νταβούτογλου προσέγγισε τον μουσουλμανικό κόσμο στο πλαίσιο της απόπειρας γεωστρατηγικής αναβάθμισης και μετατροπής της Τουρκίας σε περιφερειακή υπερδύναμη: «Είναι αδύνατον για την Τουρκία, η οποία δημιουργήθηκε στη βάση του ιστορικού και γεωπολιτικού παρελθόντος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και υπεισήλθε στην κληρονομιά της, να διανοηθεί και να σχεδιάσει την άμυνά της αποκλειστικά στο πλαίσιο των συνόρων που κατέχει». Στο πλαίσιο της επεκτατικής πολιτικής που περιέγραψε ο Αχμέτ Νταβούτογλου, η Τουρκία εμφανίστηκε ως ηγέτιδα δύναμη του σουνιτικού Ισλάμ (κάτι που έκανε τη Σαουδική Αραβία να δυσφορεί). Η απόπειρα του ΑΚΡ να μετατραπεί σε προστάτη των παλαιστινιακών συμφερόντων, διατηρώντας στενότατες σχέσεις με τη Χαμάς, επιδείνωσε ακόμα περισσότερο τις σχέσεις της με το Ισραήλ. Κάπως έτσι, η πλήρης ρήξη στις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ ήρθε λίγους μήνες πριν την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών Κύπρου-Ισραήλ. Συγκεκριμένα, τον Μάιο του 2010 στα πλαίσια του Free Gaza Movement έγινε πολυεθνική προσπάθεια σπασίματος του σιωνιστικού ναυτικού αποκλεισμού εναντίον της Λωρίδας της Γάζας, στην οποία συμμετείχε και η φίλα προσκείμενη στο ΑΚΡ οργάνωση ΙΗΗ. Οι ισραηλινές δυνάμεις επιτέθηκαν στο πλοίο Mavi Marmara, σκοτώνοντας εννιά Τούρκους πολίτες και εξοργίζοντας των Ερντογάν που προχώρησε στη λήψη αντιμέτρων, διακόπτοντας τις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ. Από τότε, παρά τις προσπάθειες εξομάλυνσης, οι σχέσεις των δύο χωρών ποτέ δεν αποκαταστάθηκαν πλήρως και φυσικά δεν απέκτησαν ξανά το βάθος που είχαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό το κενό έσπευσε να καλύψει η ελληνική πλευρά για να αναβαθμιστεί ακόμα περισσότερο η συνεργασία των δύο πλευρών σε οικονομικούς και στρατιωτικούς τομείς.

Το Ισραήλ θέλησε να εκμεταλλευτεί τη νέα ισορροπία στην περιοχή χρησιμοποιώντας πλέον τον ελληνικό εναέριο χώρο (αντί του τουρκικού όπως έκανε μέχρι πρότινος) για τις αεροναυτικές του ασκήσεις. Έτσι, τον Οκτώβριο του 2010 ισραηλινά μαχητικά αεροπλάνα χρησιμοποίησαν το ελληνικό έδαφος ως βάση για να πραγματοποιήσουν το δεύτερο σκέλος της άσκησης “Μίνωας”, με σενάριο το στρατιωτικό χτύπημα εναντίον των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Έκτοτε, η εμβάθυνση της πολύπλευρης συνεργασίας των δύο χωρών προχωρά με ταχύτατες διαδικασίες, καθώς την εποχή εκείνη μπήκαν τα θεμέλια των συζητήσεων για τη μεταφορά του ισραηλινού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω του ελληνικού εδάφους, γεγονός που ικανοποίησε τον στρατηγικό στόχο των ΗΠΑ για αλλαγή του ενεργειακού χάρτη και μείωση της εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Στρατιωτική θωράκιση των ενεργειακών σχεδιασμών και διακομματική συναίνεση

Η αλληλοδιαπλοκή οικονομικού και στρατιωτικού παράγοντα έγινε ακόμα πιο σαφής με την εμπλοκή της αμερικανικής Noble Energy στη διεξαγωγή ερευνών για τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων νοτία της Κρήτης και την ταυτόχρονη κοινή αεροναυτική και ανθυποβρυχιακή άσκηση ΗΠΑ-Ισραήλ-Ελλάδας τον Μάρτιο του 2012. Είναι σαφές πως η πολιτική των ταυτόχρονων στρατιωτικών ασκήσεων σε περιοχές διεξαγωγής έρευνας για κοιτάσματα υδρογονανθράκων θέλει να δώσει ισχυρά μηνύματα προς ανταγωνιζόμενα καπιταλιστικά κράτη για ισχυρή στρατιωτική θωράκιση των οικονομικών συμφερόντων. Άλλωστε, κατ’ επανάληψη ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει μιλήσει για στρατιωτική προστασία της μεταφοράς φυσικού αερίου από το Ισραήλ στην Ευρώπη μέσω της Κύπρου και της Ελλάδας. Στο πλαίσιο αυτό ο ισραηλινός στρατός διενεργεί ασκήσεις με πραγματικά πυρά σε ελληνικό έδαφος, όπως έγινε τον Ιούνιο του 2012 όταν το ελληνικό κράτος παραχώρησε για τον σκοπό αυτό τις βραχονησίδες Καράβια ώστε ισραηλινά αεροσκάφη να διεξάγουν τέτοιου είδους στρατιωτική άσκηση. Σύμφωνα με τη λογική του ελληνικού κράτους, η διαπλοκή των οικονομικών συμφερόντων του ελληνικού κεφαλαίου με τα συμφέροντα κεφαλαίων ισχυρότερων κρατών πολλαπλασιάζει την αποτρεπτική ισχύ της Ελλάδας έναντι της “τουρκικής προκλητικότητας”. Είναι η λεγόμενη ”θετική προκλητικότητα”: όσο περισσότερα επιχειρηματικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων αναμιγνύονται τόσο διασφαλίζονται τα ελληνικά συμφέροντα, δημιουργώντας ένα προστατευτικό δίχτυ ασφαλείας. Βεβαίως, η λογική αυτή προϋποθέτει πως η απέναντι πλευρά θα παρακολουθεί τις εξελίξεις με σταυρωμένα τα χέρια, χωρίς να χτίζει τις δικές της συμμαχίες και τη δική της “θετική προκλητικότητα”…

Κάπως έτσι, η ελληνοϊσραηλινή συμμαχία απέκτησε χαρακτήρα “εθνικής στρατηγικής” με διακομματική συναίνεση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την υποκριτική φιλοπαλαιστινιακή ρητορική του, ήταν αυτός που ως κυβέρνηση εμβάθυνε αυτές τις σχέσεις όσο καμιά άλλη προηγούμενη κυβέρνηση. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, Πάνος Καμμένος, έφτασε στο σημείο να προτείνει την ένταξη του Ισραήλ στο ενιαίο αμυντικό δόγμα Ελλάδας-Κύπρου, με σκοπό την από κοινού εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της περιοχής. Οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις του λεγόμενου “Άξονα 3+1” (Ηνίοχος, Αστραπή, NOBLE DINA, Νέμεσις, Blue Flay, Αργοναύτης, Ονήσιλος-Γεδεόν, White and Blue Sky κλπ), εντάσσονται σ’ αυτό το πλαίσιο της οικονομικής-στρατιωτικής συνεργασίας (ή ορθότερα: της στρατιωτικής θωράκισης της οικονομικής συνεργασίας). Με τα λόγια του Π. Καμμένου: «Μπορούμε να δώσουμε τη λύση ασφάλειας στην περιοχή. Γιατί να μη δώσουμε εναέριο χώρο, αυτό που χρειάζεται το Ισραήλ από την Ελλάδα; Από το Ισραήλ στην Κύπρο και μέχρι την Κρήτη. Γιατί να μην υπάρχουν συμφωνίες προστασίας της μεγάλης οικονομικής ζώνης, στον ορισμό της οποίας θα προχωρήσουμε και στην Ελλάδα; Γιατί να μην προχωρήσουμε και σε αμυντικές συμφωνίες;». Στις 19 Ιουλίου του 2015 ο τότε Έλληνας ΥΠΕΘΑ επισκέφθηκε το Ισραήλ και υπέγραψε τη συμφωνία SOFA (Status of Forces Agreement), η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της διαμονής στρατιωτικών δυνάμεων της μιας χώρας στο έδαφος της άλλης. Ανάλογη συμφωνία έχει υπογράψει το Ισραήλ μονάχα με τις ΗΠΑ.

Η διακομματική συναίνεση εκφράστηκε πάλι τον Μάιο του 2016 με συμφωνία που υπερψηφίστηκε από ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι, βάσει της οποίας επιτρέπονται οι στρατιωτικές ασκήσεις, οι εκπαιδεύσεις, οι επισκέψεις πλοίων και αεροσκαφών και οποιαδήποτε άλλη μορφή “αμυντικής” συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ: «Σε περίπτωση κατά την οποία τα μέρη συμφωνήσουν ότι απαιτούνται περαιτέρω διακανονισμοί προκειμένου να διευθετήσουν επιπρόσθετα ζητήματα των στρατιωτικών δραστηριοτήτων, τα μέρη είναι δυνατόν να πραγματοποιούν αυτούς τους διακανονισμούς στο πλαίσιο των Συμφωνιών Εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας». Αυτές οι “συμφωνίες εφαρμογής” δεν είναι υποχρεωτικό να δημοσιοποιηθούν ή να εγκριθούν από το κοινοβούλιο: «Μετατρέποντας την Ελλάδα σε στρατιωτική βάση του Ισραήλ, όπου σε περίπτωση πολέμου θα μπορούν πχ να αποθηκεύονται καύσιμα ή στρατιωτικός εξοπλισμός, να γίνεται χρήση στρατιωτικών αεροδρομίων (αφού ακόμα και το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ βρίσκεται σε εμβέλεια των πυραύλων της Παλαιστινιακής Αντίστασης) και ναύσταθμων»(14).

Τέλος αξίζει να αναφερθεί πως ο Αλέξης Τσίπρας σε επίσκεψή του στο Μνημείο Ολοκαυτώματος Yad Vashem στις 25 Νοεμβρίου του 2015 χαρακτήρισε την Ιερουσαλήμ “ιστορική πρωτεύουσα” του ισραηλινού κράτους, πολλά χρόνια προτού ο “διαβολικά καλός” Ντόναλντ Τραμπ προχωρήσει στη μεταφορά της πρεσβείας των ΗΠΑ…

Η απόπειρα ενίσχυσης του ενεργειακού ρόλου της Ελλάδας

Λίγους μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ ο Π.Καμμένος ήταν σαφέστατος για τις γεωπολιτικές φιλοδοξίες του ελληνικού κράτους ως “προμαχώνα της Ευρώπης”. Με αφορμή τις “προκλήσεις ασφαλείας” που δημιουργούνται από την ανεύρεση και αξιοποίηση πλουτοπαραγωγικών πηγών καθώς και από τον έλεγχο του συστήματος διαμετακόμισης ενέργειας, ο τότε ΥΠΕΘΑ δήλωνε τον Απρίλιο του 2015: «Η Ελλάδα θα συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στη νέα αυτή πρόκληση και θα αποτελέσει κόμβο για τη μεταφορά της ενέργειας, ιδιαίτερα μέσω των αγωγών μεταφοράς φυσικού αερίου. Η γεωπολιτική εγγύτητα με περιοχές όπου μαίνονται κρίσεις αναδεικνύει την πρόσθετη αξία της Ελλάδας ως βασικής πύλης προς τις μεγάλες θαλάσσιες εμπορικές οδούς ανάμεσα στην Ευρώπη και τον ανατολικό κόσμο». Τον Ιούνιο του 2016 στο πλαίσιο της “20ης Συζήτησης Στρογγυλής Τραπέζης με την Ελληνική Κυβέρνηση” του Economist, ο Πάνος Σκουρλέτης δήλωνε για τις προθέσεις αναβάθμισης του ενεργειακού ρόλου της Ελλάδας: «Οι ανάγκες της Ευρώπης για ενέργεια μεγαλώνουν κάθε χρόνο, με αποτέλεσμα να επιδιώκει πολλαπλές πηγές τροφοδοσίας και όσο γίνεται περισσότερες απευθείας συνδέσεις. Εδώ μπορεί να βοηθήσει η Ελλάδα ως ενεργειακός κόμβος. Ένας κόμβος δομημένος σε ένα σημαντικό γεωγραφικό και γεωπολιτικό σταυροδρόμι. Ένα σημείο διαμετακόμισης που διακρίνεται για τη σταθερότητά του σε έναν ασταθή κόσμο».

Η Ελλάδα στερείται των απαραίτητων ενεργειακών κοιτασμάτων για να μετατραπεί σε κυρίαρχο ενεργειακό προμηθευτή της ευρύτερης περιοχής. Η θέση της είναι εμφανώς μειονεκτική σε σχέση με την Τουρκία, η οποία σήμερα είναι ένας τεράστιος ενεργειακός περιφερειακός κόμβος, με έξι διεθνείς διασυνδετήριους αγωγούς φυσικού αερίου, με δύο διεθνείς αγωγούς μεταφοράς, με τέσσερις τερματικούς σταθμούς LNG και δύο διεθνείς αγωγούς πετρελαίου. Επιπλέον, συγκριτικό πλεονέκτημα για την Τουρκία δίνει ο έλεγχος του στενού των Δαρδανελίων απ’ όπου διέρχεται καθημερινά σημαντική ποσότητα της παγκόσμιας πετρελαϊκής τροφοδοσίας. Από τον Ιανουάριο του 2020 ξεκίνησε ο τεράστιος τουρκορωσικός αγωγός Turk Stream, για την κατασκευή του οποίου συνεργάζονται η ρωσική Gazprom και η ελβετική Swiss και μεταφέρει αέριο μέσω της Μαύρης Θάλασσας στην Τουρκία και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η “απομονωμένη” Τουρκία αναβαθμίζει τον ενεργειακό της ρόλο και φιλοδοξεί να αποκτήσει τον ενεργειακό έλεγχο στην ευρύτερη περιοχή ώστε να μετατραπεί σε διεθνή ηγεμονική δύναμη. Η Ελλάδα από την άλλη, βρίσκεται στη δύσκολη θέση να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό για την κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών είτε από τη Ρωσία (ως βασικού προμηθευτή φυσικού αερίου), είτε από την Τουρκία (αφού βασικές αρτηρίες τροφοδοσίας φυσικού αερίου ελέγχονται από το τουρκικό κράτος). Η Ελλάδα προσπαθεί να μεταβάλει τον δυσμενή συσχετισμό μέσω της υπαγωγής της ενεργειακής της πολιτικής στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ (εισαγωγή LNG, διασυνδετήριος αγωγός φυσικού αερίου Ελλάδας-Βουλγαρίας IGB, αγωγός Θεσσαλονίκης-Σκοπίων, μονάδα υπόγειας αποθήκευσης στην Καβάλα κλπ). Σκοπός της Ελλάδας είναι να μετατραπεί σε ενεργειακό αντίβαρο έναντι της Τουρκίας και βασικό εναλλακτικό προμηθευτή αερίου στη ΝΑ Ευρώπη. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα μπαίνει στο επίκεντρο των Ευρω-αμερικανικών προσπαθειών για μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από τη Ρωσία, καθώς το φυσικό αέριο αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα για το καθεστώς Πούτιν (15). Και όπως είναι φυσικό η Ρωσία χρησιμοποιεί αυτό το πλεονέκτημα για να πλασαριστεί με ευνοϊκότερους όρους στην αρένα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η διαφοροποίηση των πηγών και των οδών ενέργειας είναι κομβικό ζήτημα στην ευρωατλαντική ατζέντα και στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα επιδιώκει να μετατραπεί σε “διατλαντική γέφυρα μεταξύ της Ευρώπης και των ΗΠΑ”.

Η ελληνοϊσραηλινή συμμαχία έχει βαρύνουσα σημασία γι’ αυτούς τους ενεργειακούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ και της ΕΕ. Τον Απρίλιο του 2017 εγκρίθηκε η κατασκευή του αγωγού East Med, με κοινή δήλωση των υπουργών ενέργειας της Ελλάδας, του Ισραήλ, της Κύπρου και της Ιταλίας, σε συνάντηση κορυφής που πραγματοποιήθηκε στο Τελ Αβίβ παρουσία εκπροσώπου της Ε.Ε. Ο East Med εντάχθηκε στον ευρύτερο ευρωενωσίτικο σχεδιασμό και συγκεκριμένα στην κατηγορία των Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος του Κανονισμού 347/2013 της ΕΕ. Παρά τις τεράστιες επιφυλάξεις που υπάρχουν για το φαραωνικό αυτό πρότζεκτ, η ΕΕ το έχει κρίνει ως τεχνικώς εφικτό, οικονομικώς βιώσιμο και συμπληρωματικό με άλλες εξαγωγικές δυνατότητες και επιλογές. Το κόστος του East Med υπολογίζεται να ανέλθει στα 6 δισεκατομμύρια ευρώ, μεγάλο τμήμα του οποίου θα καλυφθεί από ευρωενωσίτικους πόρους. Ταυτόχρονα, ενεργή ανάμειξη έχουν και οι ΗΠΑ, καθώς τον Δεκέμβριο του 2019 επικυρώθηκε από τη διοίκηση Τραμπ η East Med Act. Ο εν λόγω αγωγός αξιολογείται από τους Αμερικανούς ως σοβαρό εργαλείο εναντίον της ρωσικής διείσδυσης, την ίδια ώρα που οι Γερμανοί δεν αποδέχονται την πλήρη ευθυγράμμιση και συνεργάζονται με το καθεστώς Πούτιν (παρά τις τριβές που προκαλούνται, με τελευταία αφορμή την υπόθεση Ναβάλνι). Όπως δήλωνε ο Τζέφρι Πάιατ στην Καθημερινή τον Ιούνιο του 2020: «Η ενέργεια είναι σαφώς ο τομέας στον οποίο έχουμε κινηθεί πιο γρήγορα όσον αφορά την κοινή συνεργασία μας (…) Νομίζω ότι τα καλά νέα είναι πως το 3+1 είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένο με την αμερικανική διπλωματία και την εξωτερική πολιτική, καθώς αποτελεί και νόμο μέσω της πράξης East Med». Στην ίδια συνέντευξη ο Πάιατ εξέφρασε και τη νοσταλγία του για την ειδυλλιακή εποχή που η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούσε αποκλειστική λίμνη του ΝΑΤΟ…

Σκοπός του East Med είναι να ενταχθεί στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωατλαντικής πολιτικής για διαφοροποίηση των πηγών και των οδεύσεων μεταφοράς ενέργειας ώστε να μειωθεί η ρωσική επιρροή: «Μεταφέροντας φυσικό αέριο από τη Λεκάνη της Λεβαντίνης (Levant Basin) και συγκεκριμένα από τα κοιτάσματα Αφροδίτη και Λεβιάθαν στην Ελλάδα, μέσω Κύπρου και Κρήτης. Εκτιμάται ότι ο αγωγός θα μεταφέρει 8-15 δις. κ.μ. φυσικού αερίου ετησίως. Να σημειωθεί ότι η Λεκάνη της Λεβαντίνης που είναι περίπου τέσσερις φορές μεγαλύτερη από την έκταση της Κύπρου, μοιράζεται μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ. Το φυσικό αέριο θα μεταφέρεται μέσω του ελληνικού Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου στους αγωγούς Poseidon (αγωγός ITG, Ελληνοϊταλική κοινοπραξία) και στη συνέχεια από τη Θεσπρωτία στην Ιταλία, ενώ μέσω του ελληνοβουλγαρικού αγωγού IGB στη Βουλγαρία και εκείθεν στη Κεντρική Ευρώπη. Με την ήδη υπογραφείσα συμφωνία (Ελλάδα, Ισραήλ, Κύπρος), το Ισραήλ αναλαμβάνει την ασφάλεια μεγάλου τμήματος του αγωγού». (16)

Τι επιδιώκει το ελληνικό κράτος από τη συμμαχία του με το Ισραήλ

Ανακεφαλαιώνοντας, μπορούμε να πούμε πως το ελληνικό κράτος επιδιώκει μέσω της στρατηγικής συμμαχίας του με το Ισραήλ και μέσα στο πλαίσιο των ευρωατλαντικών ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών: την αύξηση της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος του, την ανάκαμψη της καπιταλιστικής οικονομίας μέσα από χρυσοφόρες για το κεφάλαιο συμφωνίες, την ενίσχυση της θέσης του στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω της οικοδόμησης ενός “ενεργειακού άξονα σταθερότητας”, την αναβάθμισή του ως κόμβου μεταφοράς και πώλησης ενέργειας, την “αμυντική” θωράκιση απέναντι στον κοινό εχθρό (την Τουρκία)(17) και την στρατιωτική προστασία της οικονομικής/ενεργειακής πολιτικής, με τη μιλιταριστική επιτήρηση των εγκαταστάσεων εξόρυξης και μεταφοράς υδρογονανθράκων. Όπως αναφέρει και το Think Tank του Ελληνικού Συλλόγου Αποφοίτων του London School of Economics and Political Science, σε έκθεση που δημοσίευσε το 2016:

«Για την ελληνική πλευρά η στρατιωτική συμμαχία [με Ισραήλ] θεωρήθηκε απαραίτητη και επωφελής για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, εξυπηρετούσε την αμυντική θωράκιση της ενεργειακής συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Συγκεκριμένα, εξασφάλιζε τη δυνατότητα της Ελλάδας και της Κύπρου να προχωρήσουν τις διαδικασίες εκμετάλλευσης των ενεργειακών τους κοιτασμάτων με ασφάλεια, λειτουργώντας αποτρεπτικά για άλλους περιφερειακούς παίκτες, κυρίως της Τουρκίας, που επιθυμούσαν είτε να αμφισβητήσουν τα δικαιώματα των κρατών στην εξόρυξη των υδρογονανθράκων, είτε να παρεμποδίσουν με άλλους τρόπους τη μεταφορά τους προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Το γεγονός ότι το Ισραήλ θα έχει ισχυρά συμφέροντα στην κυπριακή ΑΟΖ αλλά και στο δρόμο της μεταφοράς του φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω της Ελλάδας, θα το ωθούσε να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε εχθρική ενέργεια εναντίον των εγκαταστάσεων εξόρυξης ή των υποδομών μεταφοράς. Σε μεγάλο βαθμό δηλαδή, ο στρατιωτικός βραχίονας της συμμαχίας δομήθηκε με άξονα την απειλή και τις ενεργειακές επιδιώξεις της Τουρκίας στην περιοχή. Δεύτερον, η στρατιωτική συνεργασία θα αναβάθμιζε τη θέση της Ελλάδας καθώς θα αντικαθιστούσε την Τουρκία στους στρατηγικούς σχεδιασμούς του Ισραήλ. Η ελληνική πλευρά είδε τη στρατιωτική συμμαχία με το Ισραήλ και κατ’ επέκταση με τις ΗΠΑ ως παράγοντα ενδυνάμωσης των ελληνικών θέσεων και επιδιώξεων σε βάρος της Τουρκίας. Το Ισραήλ θεωρήθηκε ο παράγοντας εκείνος που θα υποστήριζε διπλωματικά και στρατιωτικά τις ελληνικές θέσεις στην πολυετή αντιπαράθεσή της με τη γείτονα». Με δυο λόγια: τα κράτη όταν μιλάνε για “πατρίδα” εννοούν κέρδη για το κεφάλαιο…

Τέλος, η ελληνοϊσραηλινή στρατηγική συμμαχία ευθυγραμμίζεται με τις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ και της ΕΕ που θέτουν ως βασικό στόχο την ενδυνάμωση των διευρωπαϊκών υποδομών ενέργειας και την εξεύρεση εναλλακτικών πηγών που θα καλύψουν τις αυξανόμενες ευρωπαϊκές ενεργειακές ανάγκες, ώστε να μειωθεί τόσο ο ρόλος της απείθαρχης Τουρκίας αλλά κυρίως του βασικού ανταγωνιστικού παίκτη, της Ρωσίας, η οποία χρησιμοποιεί το ενεργειακό της προβάδισμα ως μοχλό πίεσης για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων. Στο πλαίσιο αυτό το Ισραήλ επιδιώκει να προσθέσει στη φαρέτρα του τον ευρωπαϊκό ενεργειακό διάδρομο, με σημαντικούς διαμετακομιστικούς κόμβους την Ελλάδα και την Κύπρο.

Στην προσπάθεια για την δημιουργία ενός “υπονατοϊκού θύλακα” στη Μεσόγειο η Ελλάδα έχει ποντάρει στην αναβάθμιση της θέσης της μέσω της αντίστοιχης υποβάθμισης της συμμαχίας της Τουρκίας με τη Δύση. Ωστόσο, η πολιτική αυτή είναι δίκοπο μαχαίρι. Οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις παρά την επιφυλακτικότητά τους προς το καθεστώς Ερντογάν θέλουν να αποφύγουν πάση θυσία τον πλήρη γεωπολιτικό αναπροσανατολισμό της Τουρκίας. Η βραδύτητα και η διστακτικότητα της ΕΕ και οι ήπιες κυρώσεις των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την οικονομική αλληλοδιαπλοκή (αλλά και τη στήριξη που παρέχει το Κατάρ προς τον Ερντογάν, έχοντας επενδυμένα 100 δισεκατομμύρια ευρώ σε ευρωπαϊκές χώρες) δείχνουν πως στόχος τους δεν είναι η “απομόνωση” της Τουρκίας, όπως ονειρεύεται το ελληνικό κράτος, αλλά η επαναρυμούλκησή της, ώστε να περιορισθεί η ρωσική επιρροή. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα οδηγήσει σε υποβάθμιση του ρόλου του ελληνικού κράτους. Όπως επισημαίνει η επιστημονική συνεργάτιδα του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Άννα Κουκκίδη-Προκοπίου: «Παρά τις φωνές που πληθαίνουν για την ανάγκη επιβολής συνεπειών στην Τουρκία για την “ασεβή” συμπεριφορά της προς του Αμερικανούς πλανητάρχες (ειδικά αναφορικά με τη στάση της στη Συρία αλλά και τη σχέση της με τη Μόσχα), η γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας ως παροχέα ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή μας παραμένει αναλλοίωτη. Έστω κι αν κάποιος παραδεχτεί ότι μέρος της αστάθειας παράγεται από τις πράξεις της ίδιας της Άγκυρας, αυταπόδεικτα οδηγείται και στο συμπέρασμα της ανάγκης της εμπλοκής της ίδιας και πάλι για την επίλυση των ντε φάκτο προβλημάτων που πρέπει έτσι κι αλλιώς να αντιμετωπιστούν.

Η εδραίωση της Τουρκίας στο παγκόσμιο σύστημα ως ενός περιφερειακού παίκτη, που θα αποτελεί ένα ανεξέλεγκτο απολωλός πρόβατο από τη Δύση, ακολουθώντας το μονοπάτι του Ιράν μετά την πτώση του Σάχη το 1979, δεν είναι κάτι που η Ουάσιγκτον επιθυμεί. Γι’ αυτό ας μη διαβάζουμε τα μηνύματα του σήμερα προβάλλοντας τις δικές μας επιθυμίες για το μέλλον ως πρίσμα ανάλυσης». (“Η Κύπρος στο Μάτι του Κύκλωπα”, Huffington post, 23/1/2021)

Η πώληση της ΕΛΒΟ, το Κέντρο Εκπαίδευσης Πιλότων στην Καλαμάτα και οι συζητήσεις Τουρκίας-Ισραήλ

Η δημιουργία του Κέντρου Εκπαίδευσης Πιλότων στην Καλαμάτα και η πώληση της ΕΛΒΟ είναι δύο πολύ σημαντικά γεγονότα που εδραιώνουν ακόμα περισσότερο τα συμφέροντα του ισραηλινού κεφαλαίου στην Ελλάδα. Ήδη από την μνημονιακή περίοδο το ισραηλινό κεφάλαιο είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του για τις ιδιωτικοποιήσεις και τις επενδύσεις στην Ελλάδα. Η ισραηλινή επιχείρηση ELBIT με μια επενδυτική πρόταση ύψους 1,4 δις ευρώ επικράτησε της καναδικής CAE, παρότι η τελευταία είναι η μεγαλύτερη εταιρία εκπαίδευσης στον κόσμο με εμπειρία 7 δεκαετιών και 65 εκπαιδευτικά κέντρα σε 35 χώρες, ενώ θεωρείται ο μεγαλύτερος εκπαιδευτικός ιδιωτικός φορέας της Δύσης με πιστοποίηση ΝΑΤΟϊκών προδιαγραφών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως η ισραηλινή “σφήνα” στο διαγωνισμό προέκυψε κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Κ. Μητσοτάκη και του ΥΠΕΘΑ Ν. Παναγιωτόπουλου στο Ισραήλ τον Μάιο του 2020. Έτσι, η ELBIT ανέλαβε το έργο της κατασκευής εκπαιδευτικού κέντρου για την πολεμική αεροπορία, με την Ελλάδα να γίνεται η πρώτη ΝΑΤΟϊκή χώρα που αναθέτει την εκπαίδευση του στρατού της σε μη ΝΑΤΟϊκή χώρα, συμμαχώντας από κοινού εναντίον μιας άλλης ΝΑΤΟϊκής χώρας! Κι όλα αυτά παρότι η ELBIT δεν έχει πιστοποίηση από το ΝΑΤΟ! Σύμφωνα με την ισραηλινή πρεσβεία στην Αθήνα, η συμφωνία αυτή είναι η μεγαλύτερη μπίζνα: «Για αμυντική προμήθεια μεταξύ Ισραήλ και Ελλάδας μέχρι σήμερα». Η γεωπολιτική σημασία της συμφωνίας αποτυπώνεται κι από την πρόθεση το Κέντρο να αποτελέσει πεδίο εφαρμογής της αμερικανοκίνητης προσέγγισης της Ελλάδας και του Ισραήλ με τις αυταρχικές φιλοδυτικές μοναρχίες της Μέσης Ανατολής (ΗΑΕ, Σαουδική Αραβία, Ιορδανία).

Ταυτόχρονα, κοινοπραξία ισραηλινών συμφερόντων (με μειοψηφική ελληνική συμμετοχή) εξαγόρασε την Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων. Στο νέο Δ.Δ. της ΕΛΒΟ συμμετέχουν αποκλειστικά τέσσερις ισραηλινοί, ενώ κατά 47,6% η NASΚΑ Industries -SK Group Ltd και κατά 4,8% ο επιχειρηματίας Αριστείδης Γλύνης. Κύριος στόχος του ισραηλινού κεφαλαίου είναι να διευρύνει την αγορά των προϊόντων του μέσω του ευρωπαϊκού και ΝΑΤΟϊκού διαβατηρίου της Ελλάδας. Η νέα ΕΛΒΟ θα έχει τη δική της συνεισφορά στην επιβολή ενός καθεστώτος μιλιταρισμού και αστυνομοκρατίας στην Ελλάδα, κατασκευάζοντας στρατιωτικά οχήματα, ειδικού τύπου πολιτικά οχήματα και ηλεκτροπτικό εξοπλισμό και προμηθεύοντας με οχήματα την Ελληνική Αστυνομία, καθώς η Plasan είναι η κατασκευάστρια εταιρία του θωρακισμένου λεωφορείου Guarder, που χρησιμοποιείται από τις κατασταλτικές δυνάμεις σε χώρες όπως το Μεξικό, η Κολομβία, το Καζακστάν και η Νιγηρία. Επίσης, η ΕΛΒΟ θα προμηθεύσει με οχήματα και τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς ήδη έχει ανακοινωθεί η αντικατάσταση 10.000 οχημάτων Mercedes και Steyr.

Ταυτόχρονα, γίνονται ολοένα και στενότερες οι σχέσεις του Έλληνα ΓΕΕΘΑ με τον ισραηλινό ομόλογό του και αναπτύσσονται σχεδιασμοί επιχειρηματικής συνεργασίας στο χώρο της πολεμικής βιομηχανίας και της παραχώρησης, συντήρησης και εκσυγχρονισμού οπλικών συστημάτων, ενώ παραμένουν ακόμα εκκρεμείς οι ισραηλινές προτάσεις για εθνικό τυφέκιο και ανάπτυξη εθνικού UAV με ισραηλινή τεχνογνωσία. Σε όλη αυτή την πολεμική μπίζνα το βασικό κριτήριο για το ελληνικό κράτος είναι η συνολική στρατηγική συμπόρευση με το Ισραήλ και όχι η στενή οικονομική ματιά, όπως φάνηκε και από την περίπτωση του Εκπαιδευτικού Κέντρου στην Καλαμάτα που προκάλεσε τη δυσφορία σε ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού εθνικισμού. Διακηρυγμένος στόχος του ελληνικού κράτους είναι να δημιουργήσει ένα πλέγμα επιχειρηματικών και στρατιωτικών συμφωνιών με το Ισραήλ με τέτοια βαρύτητα που θα λειτουργήσει ανασχετικά σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο ισραηλινοτουρκικής επαναπροσέγγισης.

Ωστόσο, στις διεθνείς σχέσεις δεν επιχειρεί ο ιδεαλισμός και η φιλία, αλλά η ωμή realpolitik. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 2020 ξεκίνησαν μυστικές επαφές μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ με σκοπό τη διερεύνηση του ενδεχόμενου εξομάλυνσης των ταραγμένων σχέσεων των δύο χωρών. Σύμφωνα με δηλώσεις πρώην διπλωμάτη του τουρκικού κράτους στο Al-Monitor «Πολλοί στην Άγκυρα σήμερα τονίζουν ότι η επιστροφή του Τούρκων και των Ισραηλινών πρεσβευτών, η δυνατότητα υπογραφής μιας συμφωνίας θαλάσσιας οριοθέτησης και η κατασκευή ενός ισραηλινού αγωγού φυσικού αέριου στην Ευρώπη μέσω της Τουρκίας, οι κοινές προσπάθειες για σταθεροποίηση στη Συρία και οι αυξανόμενες τουρκοϊσραηλινές βάσεις στον Καύκασο, τη Μαύρη Θάλασσα και τις λεκάνες της Κασπίας, θα είναι όλα οφέλη για τις δύο χώρες […] Αυτό που πρέπει να κάνει η Τουρκία είναι να εξομαλύνει τους δεσμούς με το Ισραήλ βάσει των εθνικών συμφερόντων, υποστηρίζοντας παράλληλα τη γενική θέση που περιγράφουν οι αραβικές χώρες προς το Ισραήλ. Μια τέτοια πολιτική θα επιτρέψει στην Τουρκία να απομακρύνει το Ισραήλ από την Ελλάδα και τους Ελληνοκύπριους και να κερδίσει ξανά την εύνοια του εβραϊκού λόμπι στις ΗΠΑ με την πάροδο του χρόνου» (18).

Καθοριστικός παράγοντας της απόπειρας επαναπροσέγγισης υπήρξε η σύγκλιση συμφερόντων των δύο χωρών στον Καύκασο και ο ισραηλινός στρατιωτικός εφοδιασμός του Αζερμπαϊτζάν μέσω της Τουρκίας κατά τη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουσης στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, γεγονός που οδήγησε στην απόφαση για ανάκληση του ισραηλινού πρέσβη από την Αρμενία. Το Ισραήλ επιδιώκει σχέσεις με το πλούσιο σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο Αζερμπαϊτζάν, όχι μονάχα εξαιτίας των ενεργειακών πόρων αλλά και λόγω της γειτνίασης με το Ιράν. Αν πραγματοποιηθεί η εξομάλυνση των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ θα υπάρξει ραγδαία ανακατάταξη δυνάμεων και θα δημιουργηθεί μια νέα γεωπολιτική ισορροπία που θα υποβαθμίζει τη θέση της Ελλάδας και της Κύπρου. Ωστόσο, η απόπειρα αυτή δεν είναι ούτε απλή, ούτε εύκολα υλοποιήσιμη. Από τη μια οι δυο χώρες αναπτύσσουν σχέσεις οικονομικής αλληλεπίδρασης και ο Ερντογάν που προτείνει win-win σχέση με τον Μπάιντεν, γνωρίζει πως «ο δρόμος της Τουρκίας προς τις ΗΠΑ περνάει μέσω του Ισραήλ και τη μεσολάβηση αυτού». Από την άλλη, το Ισραήλ χαρακτηρίζει τις επαφές ως “χαμηλού επιπέδου” και κρατάει επιφυλακτική στάση απέναντι στο καθεστώς Ερντογάν, ερμηνεύοντας τα μηνύματα συμφιλίωσης που εκπέμπει η Τουρκία ως διπλωματικούς ελιγμούς που προκύπτουν μετά την αντικατάσταση της διοίκησης Τραμπ από αυτήν του Μπάιντεν. Όπως γράφει η ιστοσελίδα Israel Hayom: «Αφού συνέκρινε το Ισραήλ με τη ναζιστική Γερμανία, ο Ερντογάν ξεκινά επίθεση ισχυρού φλερτ. Πίσω από την αλλαγή: απελπισμένη ανάγκη για υπηρεσίες μεσολάβησης και υποστήριξης απέναντι στον Πρόεδρο Μπάιντεν που είναι εχθρικός προς τον Ερντογάν. Το Ισραήλ προσέχει να μη βλάψει τις νέες συμμαχίες του με την Ελλάδα, την Κύπρο και τις χώρες του Κόλπου, και θέτει ως προϋπόθεση για τη βελτίωση των σχέσεων, την παύση της τρομοκρατικής δραστηριότητας της Χαμάς από το έδαφος της Τουρκίας. Απάτη ή απροσδόκητη προσέγγιση;». Άλλωστε, ο υπουργός Ενέργειας του Ισραήλ, Γ. Στάιονιτς, σε συνέντευξή του στο CNBC έθεσε ως προϋπόθεση της ενεργειακής συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες (η οποία συμπεριλαμβάνει και το ενδεχόμενο κατασκευής αγωγού φυσικού αερίου) την αλλαγή συμπεριφοράς της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, οι ισραηλινοί αξιωματούχοι καθησυχάζουν την ελληνική πλευρά πως θα μείνουν πιστοί στη στρατηγική συνεργασία του Άξονα 3+1 και θα είναι: «Πολύ προσεκτικοί όσον αφορά το τουρκικό ζήτημα και πολύ καχύποπτοι για τις προθέσεις του Τούρκου Προέδρου». Το μέλλον θα δείξει που θα κάτσει η μπίλια των συνεχών ανακατατάξεων. Το μόνο σίγουρο είναι, για να παραφράσουμε τη φράση του Τζον Κουίνσι Ανταμς πως τα κράτη δεν έχουν μόνιμους φίλους. Έχουν μόνιμους στόχους και μόνιμα συμφέροντα…

Η δημιουργία φιλο-δυτικού Άξονα στη Μέση Ανατολή και ο ρόλος του ελληνικού κράτους

Οι δολοφονίες του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί από τις ΗΠΑ και του επικεφαλής του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος Μοχσέν Φαχριζαντέχ από πράκτορες της Μοσάντ ήταν δύο παράνομες ενέργειες κρατικής τρομοκρατίας που κλιμάκωσαν επικίνδυνα τη λεγόμενη “στρατηγική της μέγιστης πίεσης” που ασκεί ο αμερικανοϊσραηλινός άξονας έναντι του καθεστώτος της Τεχεράνης. Οι δολοφονίες αυτές αποτύπωσαν με σαφήνεια τις επιδιώξεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ για το μέλλον της Μέσης Ανατολής και την απόπειρα μεταβολής του συσχετισμού ισχύος στην ευρύτερη περιοχή. Βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση και ενδυνάμωση της ισραηλινής ηγεμονίας είναι η αποδυνάμωση της περιφερειακής ισχύος του Ιράν, το οποίο έχει ισχυρά ερείσματα σε πολλές χώρες της περιοχής (Ιράκ, Συρία, Υεμένη, Λίβανος, Παλαιστίνη). Είναι ενδεικτικό πως οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις έπληξαν περίπου 50 στόχους στη Συρία το 2020, όπως οι ίδιες έχουν δημοσιεύσει. Από το 2011 έχουν εξαπολύσει εκατοντάδες πυραυλικά χτυπήματα εναντίον της Συρίας, στοχεύοντας τα στρατεύματα του καθεστώτος Άσαντ και τις πολιτοφυλακές της Χεζμπολλάχ και των Φρουρών της Επανάστασης. Το Ισραήλ επικαλείται κινδύνους για την ασφάλειά του, γεγονός που προκαλεί την έντονη αντίδραση της Ρωσίας που θέλει να αποτρέψει τη μετατροπή της Συρίας σε αρένα σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ και Ιράν. Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σ. Λαβρόφ, δήλωσε με σαφή ειρωνική διάθεση: «Αγαπητοί ισραηλινοί συνεργάτες, εάν διαθέτετε γεγονότα που καταδεικνύουν πως το κράτος σας αντιμετωπίζει απειλές από το συριακό έδαφος, τότε να τα αναφέρετε επειγόντως και εμείς θα πάρουμε κάθε απαραίτητο μέτρο για να εξουδετερώσουμε αυτή την απειλή».

Εάν οι πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν και των συμμάχων του είναι το πρώτο σκέλος του σχεδιασμού μεταβολής του γεωπολιτικού χάρτη στη Μέση Ανατολή, στο δεύτερο σκέλος θα συναντήσουμε την έντονη διπλωματική κινητικότητα που ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Τραμπ και οδήγησε στον κατ’ ευφημισμό “κύκλο φιλίας” του Ισραήλ με μια σειρά από αντιδραστικά καθεστώτα του αραβικού/μουσουλμανικού κόσμου: ΗΑΕ, Μπαχρέιν, Μαρόκο και Σουδάν(19). Να σημειωθεί πως η Αίγυπτος και η Ιορδανία είχαν ήδη εξομαλύνει τις σχέσεις τους με το Ισραήλ το 1979 και το 1994 αντίστοιχα. Στο ίδιο πλαίσιο ανάπτυξης “συμφωνιών του Αβραάμ” συναντάμε κι άλλες διπλωματικές κινήσεις, όπως οι συνομιλίες της Σαουδικής Αραβίας με το Κατάρ για αποκατάσταση των σχέσεων τους, οι οποίες είχαν διακοπεί το 2017 με την επιβολή διπλωματικού, εμπορικού και ταξιδιωτικού αποκλεισμού του Κατάρ από τη Σ. Αραβία, την Αίγυπτο, το Μπαχρέιν και τα ΗΑΕ. Επίσης, δείγμα προθέσεων προσέγγισης του Ισραήλ με τα καθεστώτα του σουνιτικού Ισλάμ (20) είναι η μυστική επίσκεψη που πραγματοποίησε ο Νεντανιάχου στη Σ. Αραβία για να συναντήσει τον διάδοχο του θρόνου, Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν (τον οποίο ο Μπάιντεν δεν τον πολυσυμπαθεί, καθώς του χρεώνει τη δολοφονία του δημοσιογράφου Κασόγκι). Η συνάντηση Νεντανιάχου-Σαλμάν πραγματοποιήθηκε στο θέρετρο του Νεόμ στα στενά του Τιράν στην Ερυθρά Θάλασσα, με τη συμμετοχή του τότε Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο και τον επικεφαλής της Μοσάντ Γιόσι Κοέν. Ο ισραηλινός πρωθυπουργός ταξίδεψε με το ιδιωτικό αεροσκάφος του επιχειρηματία Εχούντ Ασγκέλ, το οποίο είχε ξαναχρησιμοποιήσει ο Νεντανιάχου για μυστική επίσκεψη στο Ομάν.

Η έντονη διπλωματική κινητικότητα μεταφράζεται και στον τομέα της οικονομικής συνεργασίας με τον σχεδιασμό δύο γιγαντιαίων επιχειρηματικών projects που φιλοδοξούν να εντοπίσουν γεωοικονομικά την περιοχή, μέσω του εμπορίου και της ενέργειας. Συγκεκριμένα σχεδιάζεται:

-Η κατασκευή σιδηροδρομικής σύνδεσης του λιμανιού της Χάιφα με τα λιμάνια του Περσικού Κόλπου μέσω της σαουδαραβικής ερήμου. Το έργο αυτό φιλοδοξεί να μειώσει την ιρανική γεωπολιτική ισχύ, καθιστώντας εφικτή τη μεταφορά εμπορευμάτων από τη Μεσόγειο και την Ευρώπη στις χώρες του Περσικού Κόλπου, χωρίς να περνάνε από τη «δαμόκλειο σπάθη» των Στενών του Ορμούζ. Με τον τρόπο αυτό το Ισραήλ αποκτά πρόσβαση στη μεγάλη αγορά της Σαουδικής Αραβίας και των πλούσιων χωρών του Περσικού Κόλπου. Το περιφερειακό εμπόριο μεταξύ των χωρών της περιοχής απ’ όπου θα διέρχεται η σιδηροδρομική σύνδεση αναμένεται να φτάσει στα 250 δις δολάρια μέχρι το 2030.

-Η κατασκευή της “έξυπνης πόλης” ΝΕΟΜ στη Βορειοδυτική Σαουδική Αραβία, η οποία θα ενώνει γεωοικονομικά το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και την Ιορδανία. Η ΝΕΟΜ σχεδιάζεται ως “φουτουριστική Μέγα-Πόλη”, με τεράστια γεωγραφική έκταση και κόστος που εκτιμάται πως θα φτάσει στα 500 δις δολάρια. Οι Σαουδάραβες προσδοκούν την προέλκυση ισραηλινών εταιριών υψηλής τεχνολογίας για να επενδύσουν και να εγκατασταθούν στη ΝΕΟΜ.

Το ελληνικό κράτος δεν λείπει από αυτό το αλισβερίσι δημιουργίας ενός φίλο-δυτικού γεωπολιτικού μπλοκ που υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ (και δευτερευόντως της Γαλλίας) θα ανταγωνίζεται τη συμμαχία Κίνας-Ρωσίας-Ιράν και θα μειώνει την επιρροή της ΝΑΤΟϊκής μεν αλλά απείθαρχης Τουρκίας. Έτσι, οι φίλοι του Ισραήλ μετατρέπονται και σε φίλους της Ελλάδας, κάτι που αυτόματα καθιστά τους εχθρούς του Ισραήλ σε εχθρούς της Ελλάδας. Η τυχοδιωκτική αυτή πολιτική βάζει την Ελλάδα στη δίνη ανταγωνισμών που όσο και αν καλυφθούν με κορώνες εθνικιστικής ρητορικής και με μανδύα “πατριωτισμού” δεν μπορούν να κρύψουν το πραγματικό τους περιεχόμενο. Έτσι, παράλληλα με τη στενή στρατιωτική συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ και τη χούντα του Αλ Σίσι στην Αίγυπτο επεκτείνεται και η συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ: «Τόσο τα Εμιράτα όσο και η Αίγυπτος ενώπιον του κινδύνου ενεργοποίησης των Αδελφών Μουσουλμάνων στο εσωτερικό τους και αποσταθεροποίησης με ενθάρρυνση της Άγκυρας έχουν στραφεί προς την Ελλάδα […] Η προσέγγιση τόσο της Αιγύπτου και των ΗΑΕ όσο και του Ισραήλ με την Αθήνα δεν περιορίζεται πλέον σε διπλωματικό επίπεδο αλλά γίνεται όλο και πιο έντονα αισθητή τόσο στον στρατιωτικό τομέα αλλά και στο κρίσιμο πεδίο των πληροφοριών. Άλλωστε, αναφέρεται έντονα ότι το Τελ Αβίβ είχε σπεύσει το καλοκαίρι του 2020 να ενημερώσει την Αθήνα πως η Άγκυρα σχεδιάζει να εκτινάξει την ένταση στη θάλασσα και να προχωρήσει σε σεισμογραφικές έρευνες κοντά στο Καστελόριζο»(21).

Τα ΗΑΕ με αμερικανική προτροπή έχουν δηλώσει πρόθεση για εμβάθυνση της σχέσης τους με την Ελλάδα τόσο στον οικονομικό και διπλωματικό τομέα όσο και στους τομείς των “αμυντικών” επενδύσεων και της στρατιωτικής συνεργασίας, με συνεκπαιδεύσεις των ενόπλων δυνάμεων και συμμετοχή σε ασκήσεις όπως ο Ηνίοχος και η Μέδουσα (στις οποίες συμμετέχουν επίσης το Ισραήλ, η Γαλλία, η Αίγυπτος και η Κύπρος). Στο πλαίσιο αυτό οι ΗΑΕ εκφράζουν το ενδιαφέρον τους για το Κέντρο Εκπαίδευσης Πιλότων στην Καλαμάτα, στέλνουν στελέχη για εκπαίδευση στην Ελληνική Βιομηχανία και προωθούν την αμοιβαία επικοινωνία στρατιωτικών στελεχών, ενώ εμιρατιανά (όπως και σαουδαραβικά) F16 φιλοξενούνται σε ελληνικό έδαφος (Σούδα και 115 Πτέρυγα Μάχης). Το σημαντικότερο, όμως, είναι η υπογραφή από την κυβέρνηση Μητσοτάκη της “ρήτρας αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης από τρίτο μέρος”. Αυτή η επικίνδυνη και πρωτοφανής συμφωνία αποτελεί, όπως διαρρέουν κυβερνητικές πηγές, το πρόπλασμα για την ανάπτυξη πολυμερούς συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο, που θα λειτουργήσει ως “ασπίδα” έναντι των τουρκικών επιδιώξεων. Ανάλογη συμφωνία αναμένεται να υπογραφεί και με τη Σαουδική Αραβία! Το ελληνικό κράτος είχε προχωρήσει στις επαφές με τον οίκο του Σαούδ ήδη από την εποχή της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, παραδίδοντας πυρομαχικά για το αιματοκύλισμα του λαού της Υεμένης. Σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη κάνει ακόμα στενότερες τις επαφές στέλνοντας συστοιχίες Patriot μαζί με προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων στη Σαουδική Αραβία, ενισχύοντας την αντι-ιρανική αντιαεροπορική ομπρέλα.

Ενδεικτικό της έντονης διπλωματικής κινητικότητας στην ευρύτερη περιοχή είναι η διοργάνωση με πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης του Filia Forum τον Φεβρουάριο του 2021, λίγες μέρες μετά τη δεύτερη (μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα) επίσκεψη του Κ. Μητσοτάκη στο Ισραήλ. Στη συνάντηση συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας, της Κύπρου, της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας, των ΗΑΕ, της Γαλλίας και του Μπαχρέιν, ενώ στο περιθώριο του φόρουμ ο Ν.Δένδιας συνάντησε και τον ιρακινό ομόλογό του. Παρότι οι εμπλεκόμενες πλευρές το αρνούνται επισήμως, ωστόσο όλοι οι αναλυτές παραδέχονται πως στόχος του φόρουμ και της ανάλογης διπλωματικής κινητικότητας είναι το χτίσιμο ενός συμμαχικού αντιτουρκικού μπλοκ, υπό την ηγεσία της Γαλλίας. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της; Τουρκίας, Χαμί Ακσόι, σχολίασε σχετικά: «Οι αβάσιμες κατηγορίες και συκοφαντίες, που απευθύνονταν εναντίον της χώρας μας από τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών στο τέλος του φόρουμ, το οποίο υποτίθεται πως “δεν στοχεύει καμία χώρα”, καταδεικνύουν ότι αυτή η πρωτοβουλία είναι στην πραγματικότητα μια προσπάθεια να οικοδομηθεί μια συμμαχία όχι στη “φιλία”, αλλά πάνω στην εχθρότητα προς την Τουρκία». Και λίγες μέρες μετά, το καθεστώς Ερντογάν έδειξε κι αυτό με τη σειρά του τι εννοεί με τη λέξη “φιλία” διενεργώντας τη γιγαντιαία άσκηση πολεμικής προετοιμασίας “Γαλάζια Πατρίδα”…

Ένας ακόμα άξονας που διαμορφώνεται στην ευρύτερη περιοχή είναι η τετραμερής συντονισμένη παρουσία της Ελλάδας, της Κύπρου, της Ιταλίας και της Γαλλίας που στοχεύουν στην εδραίωση της ασφάλειας των επιχειρηματικών τους συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο (ασκήσεις Ευνομία).

Το ελληνικό κράτος προσπαθεί να αξιοποιήσει τη γαλλική αντίδραση στην προσπάθεια διείσδυσης του τουρκικού κεφαλαίου σε περιοχές που η Γαλλία έχει έντονη ή προνομιακή παρουσία ή αποικιακό παρελθόν: «Με σημαία το “Ελλάς-Γαλλία-Συμμαχία” επιχειρεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της η εγχώρια αστική τάξη, εμπλεκόμενη -με το αζημίωτο- στις γεωστρατηγικές αντιθέσεις μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Η παρουσία Μακρόν -ως άτυπος εκπρόσωπος του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού- στη Μέση Ανατολή (Λίβανος, Ιράκ), εντάσσεται στην προσπάθεια ανάσχεσης της τουρκικής επιρροής στην περιοχή, με τη Γαλλία να προωθεί τα δικά της ενεργειακά συμφέροντα, είτε με το να στηρίζει τους Κούρδους της Συρίας και του Ιράκ είτε με το να παίρνει “διεθνείς πρωτοβουλίες” για το Λίβανο με πρόσχημα την έκρηξη στη Βηρυτό, επιχειρώντας να περιφρουρήσει την ενεργειακή έξοδο της Μέσης Ανατολής προς τη Μεσόγειο.

Αντίστοιχα, στο μέτωπο της Αφρικής, πέρα από τους ανταγωνισμούς για την εκμετάλλευση των πετρελαίων της Λιβύης και την άρνηση των Γάλλων να καταστεί άνευ όρων η Τουρκία ως κεντρικός ρυθμιστικός παράγοντας στη Μεσόγειο και ενεργειακός κόμβος προς την Ευρώπη, η σύγκρουση αφορά και την ηγεμονία στη ζώνη του Σαχέλ, με την Τουρκία και τον Νίγηρα, εισβάλλοντας έτσι στις παραδοσιακές σφαίρες επιρροής της Γαλλίας και στα κοιτάσματα ουρανίου που χρειάζονται τα πυρηνικά της προγράμματα.

Οι ανταγωνισμοί Γαλλίας-Τουρκίας και η μετατροπή της Μεσογείου σε εμπόλεμη ζώνη γίνονται στο φόντο της κεντρικής ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας, με το ελληνικό κράτος να παίρνει ολοένα και πιο ενεργή συμμετοχή»(22).

Για να λάβει την προστασία της Γαλλίας το ελληνικό κράτος είναι έτοιμο τόσο να μπουκώσει με μπόλικο χρήμα τη γαλλική πολεμική βιομηχανία (23) όσο και να παρέχει γεωπολιτικές εξυπηρετήσεις, όπως το να συνδράμει τις γαλλικές ένοπλες δυνάμεις στην “αντιτρομοκρατική” επέμβαση στο Μάλι της Δυτικής Αφρικής, από το οποίο η Γαλλία εισάγει ουράνιο για τους πυρηνικούς της σταθμούς. Για την υπεράσπιση της “πατρίδας”, βεβαίως-βεβαίως. Όπως παλιότερα στην Ουκρανία και την Κορέα…

Αντί επιλόγου

Κάποτε ο Τούρκος κομμουνιστής ποιητής Ναζίμ Χικμέτ έλεγε πως υπάρχουν δυο Ελλάδες και δυο Τουρκίες. Η Ελλάδα του Μπελογιάννη και των χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων και η Ελλάδα του Πλαστήρα. Η Τουρκία των χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων και η Τουρκία του Μεντέρες. Εφτά δεκαετίες μετά ο πυρήνας του μηνύματος του Χικμέτ παραμένει αναλλοίωτος. Σε κάθε χώρα υπάρχουν δύο πατρίδες. Η πατρίδα των εργαζομένων, των εκμεταλλευόμενων, των καταπιεσμένων, των αποκλεισμένων και η πατρίδα των αφεντικών, των επιχειρηματικών συμφερόντων και του πολιτικού τους προσωπικού. Αυτές οι δυο πατρίδες βρίσκονται σε ανειρήνευτο πόλεμο μεταξύ τους. Όταν η πατρίδα του κεφαλαίου οξύνει τον ανταγωνισμό της με άλλα αστικά κράτη ζητά ταξική ανακωχή και στοίχιση των καταπιεσμένων πίσω από την ηγεμονία της. Βαφτίζει αυτήν την υποταγή των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ως “εθνική ενότητα” και στέλνει τους προλετάριους να πολεμήσουν κάτω από ξένες σημαίες, να αιματοκυλιούνται με τα αδέρφια τους «για του αφέντη του φαΐ». Σήμερα που οξύνονται ολοένα και περισσότερο οι αστικοί και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και βαθαίνει η κρίση και το σάπισμα του καπιταλιστικού συστήματος πρέπει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά για να μην πέσουμε στην παγίδα της αλληλοεξόντωσης των λαών για να οχυρωθεί η κερδοφορία των κεφαλαίων. Καμιά “εθνική ενότητα” της πατρίδας του εργαζόμενου λαού με την πατρίδα του κεφαλαίου…

Στο πρώτο μέρος του ανά χείρας κειμένου παρακολουθήσαμε όψεις των στρατηγικών επιλογών και συμμαχιών του ελληνικού κράτους μέσα στο πλαίσιο της απόπειρας γεωστρατηγικής αναβάθμισης, καθώς και του ελληνοτουρκικού αστικού ανταγωνισμού. Στο δεύτερο μέρος θα μας απασχολήσει η παρουσία των αφεντικών του ελληνικού κράτους, των ΗΠΑ, από τότε που πήραν τη σκυτάλη από τους Βρετανούς για να μας “σώσουν” από τον κομμουνισμό μέχρι την εποχή της μετατροπής της Ελλάδας σε “γεωπολιτικό μεντεσέ”….

Σημειώσεις

  1. Η διεθνής κατάταξη των στρατιωτικών δαπανών για το 2019 είναι: ΗΠΑ (732 δις δολάρια), Κίνα (261 δισ), Ινδία (71,1 δισ), Ρωσία (65,1 δισ), Σαουδική Αραβία (61,9 δισ), Γαλλία (50,1 δισ), Γερμανία (49,3 δισ), Βρετανία (48,7 δισ), Ιαπωνία (47,6 δισ) και Νότια Κορέα (43,9 δισ).
  2. Η Ρωσία είναι η μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη με 6.375 πυρηνικές κεφαλές. Οι ΗΠΑ κατέχουν 5.800 πυρηνικές κεφαλές, ενώ ακολουθούν: Κίνα (320), Γαλλία (290), Βρετανία (215), Πακιστάν (160), Ινδία (150), Ισραήλ (90) και Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας (30-40).
  3. Σε έκθεση σχετικά με τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο που συνέγραψαν για λογαριασμό του αμερικανικού think tank FDD, ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, Έρικ Έντελμαν, και ο πρώην βουλευτής του κεμαλικού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, Αϊκάν Ερντεμέρ, αναφέρουν: «Η στρατηγική βάση της Ανατολικής Μεσογείου, ως σταυροδρόμι της Αφρικής, της Ασίας και της Ευρώπης, τοποθετεί την περιοχή στο επίκεντρο μεγάλου ανταγωνισμού για πάνω από δύο χιλιετίες. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη κίνηση των ΗΠΑ ενάντια στον σοβιετικό επεκτατισμό ξεκίνησε εδώ, το 1947, με το ελληνοτουρκικό πακέτο βοήθειας του δόγματος Τρούμαν». Τα δύο στελέχη του FDD μιλάνε για την επανεμφάνιση της Ανατολικής Μεσογείου ως πεδίο ανταγωνισμού αντίρροπων δυνάμεων και καλούν τις ΗΠΑ να μην απομακρυνθούν από την περιοχή, δίνοντας χώρο σε εχθρικά κράτη (όπως η Ρωσία και το Ιράν). Ταυτόχρονα, στρέφονται κατά της πολιτικής του ΑΚΡ: «[η Τουρκία], ένα κάποτε φιλοδυτικό προπύργιο στη νοτιοανατολική πλευρά του ΝΑΤΟ, έχει μεταμορφωθεί σε κράτος-αμφισβητία ύστερα από σχεδόν 18 χρόνια διακυβέρνησης από τον ισλαμιστή Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η εχθρική στάση της Άγκυρας δεν στρέφεται μόνο κατά της Κύπρου, της Αιγύπτου, της Ελλάδας και του Ισραήλ, αλλά θέτει επίσης σε κίνδυνο τις προσπάθειες των ΗΠΑ να προωθήσουν την περιφερειακή ενεργειακή ανάπτυξη που θα περιορίσει την εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο» (“Πιο ενεργός ο ρόλος των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο”, Καθημερινή, 16 Δεκεμβρίου 2020).
  4. Σύμφωνα με τον κρατικό προϋπολογισμό οι δαπάνες για την υγεία θα μειωθούν από 4,829 δις το 2020 στα 4,257 δις το 2021. Αξιοσημείωτη θα είναι και η μείωση των παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, οι οποίες θα μειωθούν από τα 523 εκατομμύρια ευρώ το 2020 στα 131 εκατομμύρια το 2021. Η απαξίωση της δημόσιας υγείας (με σκοπό την εμπορευματοποίησή της και την παράδοση των κερδοφόρων τομέων της στην αρπακτικότητα του κεφαλαίου) δεν είναι κάτι καινοφανές. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ για την υγεία στην ΕΕ (Health at a glance, Europe 2020), οι κατά κεφαλήν δαπάνες δημόσιας υγείας μειώνονταν στην Ελλάδα με ρυθμό 7,3% ετησίως την πενταετία 2008-2013, ενώ κατά τα έτη 2013-2019 υπήρξε οριακή αύξηση ύψους 0,4% (με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να φτάνει το 3%). Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα κατά το 2020 ήταν προτελευταία στην ΕΕ σε έκτακτες δαπάνες για την αντιμετώπιση της πανδημίας.
  5. Τελευταίο δείγμα της στενής συνεργασίας των δύο χωρών είναι η συμφωνία ανάμεσα στη βρετανική ΒΑΕ System Air και την τουρκική TUSAS για την κατασκευή πολεμικών αεροπλάνων.
  6. Σπύρος Παλαιογιάννης: “Ενεργειακές και Γεωπολιτικές προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή και η θέση της Ελλάδας” (Αθήνα, 25 Ιανουαρίου 2018).
  7. Οι εξελίξεις στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων αντανακλώνται και στη βιομηχανία των οπλισμένων drones. Πριν το 2011 μόνο τρεις χώρες κατείχαν οπλισμένα drones: οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Ισραήλ. Από το 2011 ως το 2019 οι χώρες αυξήθηκαν σε 18, με την Κίνα να είναι προμηθεύτρια σε 11 από αυτές, ενώ οι ΗΠΑ εξάγουν drones μόνο στη Γαλλία. Η Τουρκία παράγει και εξάγει οπλισμένα drones σε τρίτες χώρες, ωστόσο αρκετά από τα υποσυστήματά τους παράγονται από ξένες βιομηχανίες, καθιστώντας τα ευάλωτα στο ενδεχόμενο βιομηχανικής κατασκοπείας για αρπαγές ολόκληρων συστημάτων ή βασικών εξαρτημάτων.
  8. Για μια στιγμή η Τουρκία φάνηκε να οπισθοχωρεί μπροστά στις αμερικανικές πιέσεις και να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της αποθήκευσης των S-400, ωστόσο γρήγορα ο εκπρόσωπος του Ερντογάν, Ιμπραχίμ Καλίν, δήλωσε πως η συμφωνία με την Ρωσία θα ολοκληρωθεί και θα τηρηθεί μέχρι τέλους.
  9. Χρησιμοποιώντας το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και επικαλούμενη το “δικαίωμα στην αυτοάμυνα”, η Τουρκία εισέβαλε στη Συρία και με την ανοχή των ΗΠΑ και της Ρωσίας κατέχει το 10% των εδαφών της χώρας.
  10. Το παράδοξο αυτό έγινε φανερό και στις αρχές του 2021, όταν η ελληνοτουρκική αστική σύγκρουση ήταν οξυμένη, αλλά ταυτόχρονα δρομολογήθηκε η δημιουργία του 27ου Κέντρου Αριστείας Ενοποιημένης Αντιαεροπορικής και Αντιπυραυλικής Άμυνας του ΝΑΤΟ, με έδρα τα Χανιά. Στο εν λόγω κέντρο επικεφαλής έθνος θα είναι η Ελλάδα και υποστηρίζοντα έθνη θα είναι η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Τσεχία και η “απομονωμένη” Τουρκία!
  11. Αναφέρει σχετικά ο Αλέξης Παπαχελάς: «Οι Έλληνες πολιτικοί συνήθιζαν να ευλογούν τα γένια της χώρας αναφερόμενοι στη γεωπολιτική της θέση. Σημασία όμως δεν έχει να έχεις καλό οικόπεδο, αλλά και τι κάνεις με αυτό […] Μια ματιά στον χάρτη δείχνει ότι είμαστε το τελευταίο ανάχωμα απέναντι στην τρομοκρατία, την ανεξέλεγκτη ροή μεταναστών και προσφύγων και μια περιοχή που έχει μετατραπεί σε μια μεγάλη “μαύρη πέτρα». Η Ελλάδα είναι χώρα πρώτης γραμμής για τη Δύση και ενδέχεται να κληθεί να -παίξει ενεργά αυτόν τον ρόλο. Θα χρειασθούν ισχυρή πολιτική βούληση και συναίνεση για να παιχθεί αυτό το παιχνίδι. Δεν είναι αστείο, ούτε παιχνίδι να αναλάβεις ρόλους και αποστολές όταν επί δεκαετίες φοβόσουν να στείλεις έναν στρατιωτικό αστυνομικό στο Αφγανιστάν. Και επίσης θα αποκτήσουμε εχθρούς με αυτή την επιλογή και θα αναλάβουμε και ρίσκα, όπως πχ το να γίνουμε στόχος φανατικών ισλαμιστών. Οι εξελίξεις, όμως, τρέχουν. Η ώρα των αποφάσεων μπορεί και να μην απέχει πολύ» (Αλέξης Παπαχελάς: “Γεωστρατηγικά Οικόπεδα”, Καθημερινή, 2 Απριλίου 2017).
  12. Το ίδιο συνέβη και με την ελληνοσερβική φιλία της δεκαετίας του 1990. Η Ελλάδα αρχικά αξιοποιήθηκε ως δίαυλος επικοινωνίας της Δύσης με το καθεστώς Μιλόσεβιτς, αλλά η “φιλία” πήγε περίπατο όταν το ελληνικό έδαφος έγινε ορμητήριο της στρατιωτικής επέμβασης εναντίον της Σερβίας το 1999.
  13. Τυπικά, λόγω νομικού κωλύματος, ο Ερντογάν ανήλθε στον πρωθυπουργικό θώκο το 2003, ένα χρόνο αργότερα από την εκλογική νίκη του ΑΚΡ.
  14. Από το άρθρο “Ελληνική εξωτερική πολιτική και γεωστρατηγικής αναβάθμισης. Μέρος Β’: Σχέσεις Ελλάδας-Ισραήλ”, που δημοσιεύθηκε στο τρίτο τεύχος της πολιτικής αναθεώρησης ΜΟΛΟΤ (Νοέμβριος 2016).
  15. Ενδεικτικό είναι πως το 2016 η ρωσική Gazprom προμήθευσε το 30% περίπου της ποσότητας φυσικού αερίου που κατανάλωνε η ΕΕ.
  16. Θεόδωρος Πανάγος: “Ο ρόλος του Ισραήλ στην ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου. Ο αγωγός East Med και η συνεργασία με την Ελλάδα σε όλους τους τομείς” (foreign affairs, 30/12/2020).
  17. Βέβαια, δεν ισχύει μονάχα πως ο εχθρός του εχθρού είναι φίλος αλλά και το ότι σε μια λυκοφιλία ο εχθρός του φίλου γίνεται κι αυτός εχθρός. Έτσι, οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις δεν έχουν το βλέμμα στραμμένο μόνο προς την Τουρκία, αλλά στοχοποιούν ταυτόχρονα κράτη εχθρικά προς το Ισραήλ, όπως η Συρία και το Ιράν.
  18. “Τα κοινά συμφέροντα Τουρκίας στον Καύκασο και η πιθανή αλλαγή ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο” (capital.gr, 11/12/2020).
  19. Σύμφωνα με τον Τραμπ: «Εδώ και δεκαετίες, το Σουδάν βρίσκεται σε κατάσταση πολέμου με το Ισραήλ […] Δεν υπήρχε καμιά απολύτως σχέση. Η σημερινή συμφωνία θα ενισχύσει την ασφάλεια του Ισραήλ και θα βάλει τέλος στη μακρόχρονη απομόνωση του Σουδάν από τον κόσμο εξαιτίας αυτού που συνέβαινε. Θα ξεκλειδώσει νέες ευκαιρίες για το εμπόριο, την εκπαίδευση, την έρευνα, τη συνεργασία και τη φιλία των λαών».
  20. Μια προσέγγιση που υποβαθμίζει το παλαιστινιακό ζήτημα και σπρώχνει ακόμα περισσότερο το παλαιστινιακό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στη σφαίρα επιρροής του τουρκικού κράτους.
  21. “Συμμαχική ασπίδα στις πολεμικές απειλές της Τουρκίας. ΗΑΕ-Αίγυπτος-Ισραήλ σε κοινό άξονα με την Ελλάδα” (Newpost.gr, 19/11/2020).
  22. Απόσπασμα από το κείμενο “Η Μεσόγειος φλέγεται” που δημοσίευσε η σελίδα αντιπληροφόρησης της Ταξικής Αντεπίθεσης “Έφοδος στον Ουρανό”.
  23. Σε συνέντευξή της στην Καθημερινή στις 26/01/2021 η υπουργός “Αμύνης” της Γαλλίας, Φλοράνς Παρί, δήλωσε για τα επόμενα βήματα της ελληνογαλλικής στρατιωτικής συνεργασίας μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας για τα Ραφάλ: «Με την Ελλάδα χτίζουμε μια στέρεη αμυντική σχέση. Η προμήθεια των Ραφάλ για την Αθήνα είναι μόνο μια πλευρά αυτής της σχέσης. Ανταλλάσσουμε τακτικά απόψεις πάνω στα στρατηγικά διακυβεύματα στο μεσογειακό χώρο κι αλλού, οι ένοπλες δυνάμεις μας διεξάγουν ασκήσεις από κοινού. Ελπίζω, επίσης, ότι οι αμυντικές μας βιομηχανίες θα συνεργαστούν στενότερα. Διαθέτουμε γι’ αυτό νέα εργαλεία στο πλαίσιο της ΕΕ, όπως η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας. Θα ήθελα άλλωστε να υπογραμμίσω ότι έχουμε εγγύτητα απόψεων στο διακυβεύματα και στις προκλήσεις της ευρωπαϊκής άμυνας».

Πολύκαρπος Γεωργιάδης

Φεβρουάριος-Μάρτιος 2021

Φυλακές Λάρισας

Πηγή: Athens Indymedia

Alfredo Bonanno: Σκέψεις για την παρανομία

το γενικό πλαίσιο της παρανομίας

Ακόμα και απλή διάδοση πληροφοριών που διαστρεβλώνονται ή κρατούνται κρυφές από τα μίντια μπορεί να θεωρηθεί “παράνομη”. Χωρίς να αντιβαίνει σε κάποιον συγκεκριμένο νόμο (εκτός από περιπτώσεις όπου οι πληροφορίες αυτές θεωρούνται “κρατικό μυστικό”), ενδέχεται να αντιτίθενται στην κρατική διαχείριση του κοινωνικού ελέγχου, ή στην επιβολή του νόμου. Έτσι, ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων τραβάει την προσοχή των κατασταλτικών οργάνων του κράτους στον ίδιο βαθμό (αν όχι περισσότερο) από μια συμπεριφορά που εκ των πραγμάτων αντιβαίνει σε κάποιον συγκεκριμένο νόμο. Σε ορισμένες στιγμές, η κυκλοφορία της πληροφορίας μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιβλαβής για τους σχεδιασμούς του κρατικού ελέγχου, τουλάχιστον (αν όχι παραπάνω) στον ίδιο βαθμό με την πραγματική δράση που θεωρείται από τις αρχές ως παρανομία. Απ’ αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η λεπτή γραμμή μεταξύ “τυπική” και “πραγματικής” παρανομίας είναι ιδιαίτερα ευέλικτη, σύμφωνα με τους κατασταλτικούς σχεδιασμούς της εξουσίας. Έτσι, το κράτος και το κεφάλαιο, τόσο εθνικά όσο και διεθνώς, καθορίζουν το επίπεδο της παρανομίας -ή, αν προτιμάτε, το επίπεδο της “νομιμότητας”- το οποίο δεν καθορίζεται τόσο από συγκεκριμένα νομικά πλαίσια (οι νόμοι ενεργοποιούνται άλλωστε σε ορισμένες περιπτώσεις), αλλά από μια καθημερινή πρακτική ελέγχου και πειθάρχησης που μόνο σε ορισμένες στιγμές πραγματοποιείται ανοιχτά ως καταστολη.

Η σχέση πολιτικής-παρανομίας

Βασικά, κάθε κριτική της πολιτικής συμπεριλαμβάνεται στα όρια της νομιμότητας. Στην πραγματικότητα, ενισχύει τον θεσμικό ιστό επιτρέποντάς του να ξεπεράσει τα αδύναμα σημεία και τις οπισθοδρομήσεις του που διαμορφώνονται από τις αντιφάσεις του κεφαλαίου και ορισμένες εκτενώς βάρβαρες όψεις του Κράτους. Καμία “πολιτική” κριτική δεν μπορεί να φτάσει σε μια σαφή άρνηση του Κράτους και του Κεφαλαίου. Για να κάνει κάτι τέτοιο -όπως για παράδειγμα η αναρχική κριτική- θα έπρεπε να θέσει ζήτημα κοινωνικής κριτικής, θα έπαυε να θεωρείται δημιουργική συνεισφορά στον θεσμικό ιστό και κατά συνέπεια θα γινόταν -εκ των πραγμάτων- παράνομη. Οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μπορούν να φτάσουν σε μια τέτοια ισορροπία μεταξύ των πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να δεχτούν μια κοινωνική κριτική, ακόμα και μια ριζοσπαστική, αναρχική, αφομοιώνοντάς την. Όμως αυτό δεν αλλάζει την κατ’ ουσίαν “παράνομη” θέση αυτής μιας τέτοιας κριτικής. Απ’ την άλλη, ακόμα και συμπεριφορές που είναι εμφανώς εκτός του νόμου, μπορούν να ιδωθούν κάτω από ένα διαφορετικό φως ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες. Για παράδειγμα, ο ένοπλος αγώνας ενός μαχητικού κόμματος, είναι μια αναμφίβολα παράνομη συμπεριφορά, όμως σε ορισμένες στιγμές μπορεί να αποτελεί δημιουργικό στοιχείο στον σχεδιασμό επαναφομοίωσης κι αναδιοργάνωσης του Κράτους και του κεφαλαίου. Σε τέτοιες στιγμές, μια τελική συμφωνία μεταξύ μαχητικού κόμματος και Κράτους δεν είναι απίθανη (καθώς το τελευταίο εμφανίζεται ως εγγυητής κάθε προνομίου στον καπιταλισμό).

Κάτι τέτοιο δεν είναι τόσο αφηρημένο όσο μοιάζει, μιας και το μαχητικό κόμμα τοποθετεί εαυτόν στη λογική της αποσταθεροποίησης της κυρίαρχης εξουσίας, προκειμένου να κατασκευάσει μια δομή εξουσίας διαφορετική στην μορφή αλλά ολόιδια κατ’ ουσίαν. Σ’ ένα τέτοιου είδους εγχείρημα, μόλις γίνεται αντιληπτό ότι η στρατιωτικού τύπου αντιπαράθεση δεν μπορεί να συνεχιστεί επειδή δεν υπάρχει μεσοπρόθεσμα αποτέλεσμα, έρχεται κάποιου είδους συμφωνία. Η αμνηστία που σηζητούσε το ιταλικό κίνημα των 70es, είναι μια πιθανή τέτοια συμφωνία. Άλλες μορφές μπορούν εύκολα να βρεθούνε υπό το δημιουργικό φως της σοσιαλδημοκρατίας: Μια συμβίωση με αυτούς που μέχρι χθες ήταν πεπεισμένοι ότι μπορούσαν να καταλάβουν την παλιά δομή εξουσίας και να την θέσουν υπό τη διαχείρισή τους. Όπως μπορούμε να δούμε, ενώ μια απλή αναρχική και ριζοσπαστική κριτική είναι εξ’ ορισμού “παράνομη”, ακόμα και ο ένοπλος αγώνας των μαχητικών κομμάτων μπορεί -κατά περιπτώσεις- να συμπεριληφθεί στα πλαίσια της “νομιμότητας”. Κάτι τέτοιο αποδεικνύει ξανά τα “ρευστά” πλαίσια της νομιμότητας και της πρόθεσης του Κράτους να τα προσαρμόζει στην επιβολή του ελέγχου του.

Η επιβολή του ελέγχου

Τα όργανα καταστολής μόνο σ’ έναν ελάχιστο βαθμό είναι άμεσα συνδεδεμένα με το καθ’ εαυτό κατασταλτικό έργο. Τα περισσότερα απ’ αυτά λειτουργούν ως αποτρεπτικά όργανα ελέγχου. Αυτό, κατά συνέπεια, επιδρά σε κάθε πιθανή μορφή παρανομίας -μέσω μιας σειράς μέτρων- καθώς και σε κάθε μορφή διαφορετικής, από την κυρίαρχη, συμπεριφοράς. Η παρανομία συμπεριλαμβάνεται ως πιθανότητα στην νομιμότητα σήμερα, επιτρέποντας την μακροπρόθεσμο μάτι του νομοθέτη να υπολογίσει το πιθανό αποτέλεσμα. Το ίδιο ισχύει και για τις διαφορετικές “αποκλίνουσες” συμπεριφορές (η απόκλιση ορίζεται από την κυρίαρχη που επιβάλλουν οι παραγωγοί της συναίνεσης), σήμερα ίσως ένα πεδίο μελετών ή θαυμασμού, στο μέλλον όμως “σημείο μηδέν” κοινωνικών ανατροπών. (Σ.τ.μ: προφητικός ο “Παππούς”, καθώς το κείμενο έχει γραφτεί αρκετά χρόνια πριν τις κοινωνικές εκρήξεις σε Γαλλία και Ελλάδα). Τώρα, η επιβολή του ελέγχου βασίζεται στη συσσώρευση δεδομένων: συμπεριφορές, αποκλίσεις, προτιμήσεις, ιδεολογίες, δράσεις κλπ. Συσσώρευση όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, και όσο πιο κατεργασμένων και συσχετισμένων πληροφοριών που βρίσκεται στη βάση κάθε μακροχρόνιου σχεδιασμού ελέγχου. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, κάθε έλεγχος θα ήταν πρακτικά αδύνατος, α-συνεχής και άσχετος από τις γενικότερες συνθήκες.

Ο χώρος της μυστικότητας

Αντίθετα στην άποψη αρκετών -δεν έχει σημασία ποιών- θεωρώ την μυστικότητα ένα από τα πιο ουσιαστικά στοιχεία της επαναστατικής δράσης. Εδώ όμως είναι απαραίτητο να εμβαθύνουμε. Για αρχή, υπάρχει η ιδέα ότι όταν μιλάμε για μυστικότητα, σκέφτεται κανείς μόνο την παράνομη δράση. Η μυστικότητα είναι επίσης αδιαχώριστη από την δραστηριότητα της αντιπληροφόρησης, της πρακτικής που στρέφεται σ’ έναν αδιαμεσολάβητο αγώνα. Στην πραγματικότητα, ένας αδιαμεσολάβητος αγώνας, για παράδειγμα μια κατάληψη εργοστασίου, δεν είναι ο “πραγματικός” στόχος των αναρχικών, κάτι τέτοιο έρχεται στη συνέχεια ως συνέπεια που μπορεί να αναπτυχθεί. Αυτές οι συνέπειες δεν μπορούν να προβλεφτούν στη διάρκεια του έργου της αντιπληροφόρησης, και με την στενή έννοια, δεν είναι μέρος της αδιαμεσολάβητης δράσης, αλλά ανήκουν σε μια συνακόλουθη φάση που μπορεί μόνο με δυσκολία να επιτευχθεί από τους συμμετέχοντες στον αγώνα, προκειμένου να ικανοποιήσουν μια επιτακτική, άμεση ανάγκη. Κατά δεύτερον, ακόμα κι αν πάρουμε ως δεδομένο ότι οι κατασταλτικές δυνάμεις αργά ή γρήγορα θα μάθουν κάθε όψη του αγώνα μας -από τη φάση της αντιπληροφόρησης μέχρι τις συνακόλουθες αυτής- αυτό δεν είναι λόγος για να μην υιοθετήσουμε μια μέθοδο που να δίνει όσο το δυνατόν λιγότερες πληροφορίες στον εχθρό. Το να δουλεύουμε στο φως της ημέρας δε σημαίνει κι ότι χρειάζεται να τροφοδοτούμε με πληροφορίες για τα πάντα την αστυνομία. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα, μια κατάσταση όπου πολλές δράσεις πρέπει να λάβουν χώρα ταυτόχρονα, σε διαφορετικά μέρη. Με την κατάλληλη φροντίδα των μέσων πληροφόρησης (φυλλαδίων, αφισσών, προκηρύξεων κλπ) μπορεί να γίνει πολύ πιο δύσκολο για την αστυνομία να χαρτογραφήσει τη σχέση μεταξύ των δράσεων αυτών. Είναι ένα θέμα απλής αυτοπροστασίας προκειμένου να επιβραδύνουμε κάθε κατασταλτικό μέτρο.

Το να εκπαιδεύεται κανείς στη φρόνηση και στη σωφροσύνη, είναι επομένως βασικό για κάθε επαναστάτη, οποιαδήποτε δράση κι αν σκοπεύει να διεξάγει. Αν σταματήσουμε για ένα λεπτό να το σκεφτούμε, ακόμα κι όταν σχεδιάζουμε ένα τρικάκι μπορούμε να πάρουμε τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να αποφύγουμε όψεις της καταστολής. Απ’ την άλλη, η γνώση τέτοιων τεχνικών μας επιτρέπει να χρησιμοποιούμε στοιχεία περιφρόνησης ή αποκήρυξης σε ορισμένες στιγμές όταν το θεωρούμε σημαντικό, μ’ έναν τέτοιο τρόπο που το συμπεριλαμβανόμενο ρίσκο να γίνεται ένα ρίσκο υπολογισμένο, όχι απλά ένα απλό σφάλμα του μολυβιού ή των ιδεών, που θα μετανιώσουμε αμέσως μετά. Όπως βλέπουμε, ο χώρος για μυστικότητα είναι εκτεταμένος και ξεπερνά κατά πολύ το βασίλειο της παρανομίας.

Το αναρχικό κίνημα και το πρόβλημα της μυστικότητας

Το να ισχυρίζεται κανείς ότι το αναρχικό κίνημα στην ουσία του δεν είναι ένα παράνομο κίνημα είναι άσκοπο. Ένα επαναστατικό κίνημα τόσο σύνθετο και πλούσιο σε στοιχεία για τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας δεν μπορεί να γίνεται αντιληπτό σαν μια απλή παρέμβαση που γίνεται υπό το φως της ημέρας ώστε ο καθένας να μπορεί να λάβει τις ιδέες του υπόψιν. Το γεγονός ότι το αναρχικό κίνημα έχει περιοριστεί, ορισμένες φορές, αποκλειστικά στην παρανομία, ήταν άμεσα εξαρτημένο με τις αλλαγές στις ιστορικές και πολιτικές συνθήκες σε κάθε χώρα που συνέβη αυτό. Κάτι τέτοιο όμως δε σημαίνει κι ότι το αναρχικό κίνημα δεν μπορεί να αναπτύσσει την πολιτική κι επαναστατική δραστηριότητά του με τη φροντίδα που ανέφερα νωρίτερα. Επίσης αναπτύσσει πιο συγκεκριμένες δραστηριότητες οι οποίες δε στοχεύουν άμεσα στην προπαγάνδα ή τη συμμετοχή σε κοινωνικούς αγώνες, αλλά έχουν διαφορετικούς στόχους που προφανώς δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτούς. Κατ’ αρχήν, όσον αφορά το πρόβλημα της εύρεσης των αναγκαίων μέσων για τον αγώνα. Κατά δεύτερον, την επίθεση εναντίον στόχων και υποκειμένων που ενεργά συντελούν στην εκμετάλλευση, κλπ.

Τέτοιου είδους δραστηριότητες δεν μπορεί να θεωρούνται κάτι “διαφορετικό” ή “διαχωρισμένο” απ’ τις υπόλοιπες. Η ανάγκη για μυστικότητα, που μοιάζει να ταυτίζεται με το ζήτημα τέτοιων δραστηριοτήτων, οδηγεί αυτούς που θεωρούν την μυστικότητα αδύνατη να συμπεράνουν ότι κάθε δραστηριότητα πρέπει τελικά να εγκαταληφθεί, θυσιάζοντας έτσι μια δυναμική, και εντείνοντας την μείωση του καθένα μας σε έναν απλό φορέα ορισμένων ιδεών, με μια θλιβερή ανακολουθία μέσων.

Τεχνολογία και μυστικότητα

Μπορούν όμως τα πανίσχυρα τεχνολογικά μέσα του εχθρού να καταστήσουν κάθε μυστικότητα πραγματικά απίθανη; Αυτό το ερώτημα ανήκει στο πεδίο των επιπλοκών των περασμένων ετών μιας έλλειψης τεχνολογικής γνώσης εκ μέρους μας, και μιας φαντασιακής και υπερβολικής εικόνας για την χρήση των μέσων αυτών. Όπως και για κάθε τί άλλο, που ο καθένας δεν πολυγνωρίζει, η τεχνολογία των περασμένων λίγων ετών με τους υπολογιστές, τα κέντρα παρακολουθήσεων επικοινωνιών, την τεχνολογία λέιζερ, τα ραντάρ κλπ έχει γοητεύσει αρκετούς συντρόφους που οι περισσότεροι υπήρξαν και λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας. Η ευχαρίστηση που έβρισκαν παλιότερα στην ανάλογη λογοτεχνία βρίσκεται τώρα στην ανάγνωση, συχνά χωρίς μια αναγκαία βασική γνώση, λιγότερο ή περισσότερο εξειδικευμένων άρθρων εφημερίδων (συχνά απλά παραφιλολογίας) για τις τεράστιες δυνατότητες της τεχνολογίας σήμερα. Χωρίς να προσπαθούμε να υποτιμήσουμε τις κατασταλτικές δυνατότητες που θέτουν στη διάθεση της εξουσίας τα σημερινά τεχνολογικά επιτεύγματα, πρέπει απλά να έχουμε μιαν ορισμένη σοβαρότητα σ’ αυτά που λέμε κατά καιρούς. Αν μη τί άλλο, τουλάχιστον προκειμένου να μην εμποδίζουμε τον ανατρεπτικό δυναμισμό άλλων ανθρώπων, προσθέτοντας ένα καρφί στο φέρετρό τους. Ο απόλυτος έλεγχος είναι ένα όνειρο για την εξουσία που κρατάει απ’ τον καιρό του μεγάλου Λεβιάθαν. Στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Το κύριο εμπόδιο δεν είναι τόσο η έλλειψη των αναγκαίων τεχνολογιών ελέγχου ή ακόμα οι περιορισμοί αυτών που λειτουργούν τους ανάλογους μηχανισμούς. Οι περιορισμοί του ελέγχου είναι ότι, προκειμένου να επεκτείνεται, χρειάζεται και το μπορεί μόνο με το να διεισδύει στο μυαλό των ελεγχόμενων. Έτσι, ο πραγματικός ελεγκτής δεν είναι τόσο ο αστυνομικός, ο δικαστής, ή ο δεσμοφύλακας, αλλά το ίδιο το άτομο που υφίσταται τον έλεγχο, επί του εαυτού του. Οποιοσδήποτε εξασκεί έλεγχο, φιλοδοξεί να αποικιοποιήσει την νοοτροπία του ατόμου που ελέγχει, χτίζοντας αντιστάσεις στην ελευθερία και την ελεύθερη σκέψη, εμπόδια σε κάθε ανατρεπτικό αγώνα. Αφ’ ης στιγμής γίνει δυνατό κάτι τέτοιο, είναι μάλλον το ελεγχόμενο άτομο που θα λογοκρίνει τις ίδες του τις σκέψεις και τις πράξεις. Τελικά, σε μια επόμενη φάση, που το ελεγχόμενο άτομο θα θελήσει επεκτείνει τον έλεγχό του σε άλλους, ενδεχομένως να απευθυνθεί σε μια απ’ τις σχετικές υπηρεσίες αποθήκευσης κι επεξεργασίας πληροφοριών. Μια τέτοια συμμετοχή, που συνιστά το μέγιστο επίπεδο ελέγχου, γίνεται εφικτή μόνο όταν τα δυο προηγούμενα επίπεδα έχουν εσωτερικευθεί. Το επίπεδο αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται τόσο ως συμμετοχή στη λειτουργία των “μηχανισμών” όσο ως μια συνεισφορά στη διαχρονική εμπλούτισή τους, που γίνεται διαθέσιμη στο κεφάλαιο και θα αποτελέσει μια βάση για τη διαχείριση της καπιταλιστικής συσσώρευσης του μέλλοντος. Σε μια τέτοια προοπτική, κάθε πεδίο που εξαιρείται από τις εσχατιές του ελέγχου ή που προστατεύεται από τη διαδικασία πολιτιστικής ενσωμάτωσης πρέπει να υπερασπίζεται με κάθε μέσο, ακκόμα και με τεχνικές βασισμένες στην μυστικότητα. Το να αρνούμαστε εκ των προτέρων τέτοιες τεχνικών σημαίνει ότι τις αντιμετωπίζουμε με την κοντόφθαλμη οπτική των συνωμοσιών και των ρομαντικών εποχών που έχουν περάσει. Φυσικά δεν είναι έτσι όμως, θα ήταν γελοίο σήμερα να κωδικοποιούμε μηνύματα με τον παραδοσιακό τρόπο, όχι μόνο τον τρόπο του Μπακούνιν ή του Μαλατέστα, αλλά οποιονδήποτε τρόπο, για τον πολύ απλό λόγο ότι κάθε επικοινωνία που είναι πολύ παραπάνω από 2-3 γραμμές, είναι εύκολο να αποκωδικοποιηθεί από έναν υπολογιστή. Όμως, ακόμα κι αυτοί, οι κώδικες του Μπακούνιν και του Μαλατέστα ακόμα κρατάνε και όταν αναφερόμαστε σε μηνύματα λίγων λέξεων, δεν μπορούν να αποκωδικοποιηθούν εύκολα. Βέβαια, δεν μας ενδιαφέρει εδώ ειδικά το θέμα των κωδικοποιημένων μηνυμάτων, απλώς αναφέρεται ως ένα παράδειγμα που δε θα πρεπε να εξαιρεθεί από συγκεκριμένες στιγμές όπου οι επαναστάτες θα ήταν αναγκασμένοι να επικοινωνήσουν κάτι που δε θα ήθελαν να γίνει γνωστό στον εχθρό. Κάτι τέτοιο λοιπόν θα ήταν ακόμη εφικτό, όταν μιλάμε φυσικά για ένα σύντομο μήνυμα ώστε να μην υπάρχει μια αναγνωρίσιμη αλληλουχία χαρακτήρων, και καμία τεχνολογία στον κόσμο δε θα μπορούσε να σπάσει ακόμα και τους πιο απλούς κώδικες.

Γιατί να στρώνουμε το χαλί της καταστολής;

Αυτοί που θεωρούν την μυστικότητα αδύνατη, λένε συχνά ότι κάθε αναρχική και επαναστατική δράση πρέπει να δημοσιοποιείται όσο το δυνατόν περισσότερο. Για παράδειγμα, αυτοί που δεν βλέπουν κάτι κακό στο να δημοσιεύουν πλήρεις λίστες με τα μέλη των οργανώσεών τους, όπως η FAI, η ιταλική αναρχική ομοσπονδία. Σε ένα εντελώς αφηρημένο επίπεδο ιδεών, όντως δεν υπάρχει κάτι κακό. Αλλά στην πράξη, αρκετές αντιφάσεις προκύπτουν. Καταρχήν, για ποιό λόγο να στρώνουμε το χαλί στην καταστολή; Δεύτερον, αν οι αναρχικοί είναι σήμερα σχετικά ανεκτοί μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο κατασταλτικό περιβάλλον, αν αύριο κάτι τέτοιο αλλάξει, για ποιό λόγο θα πρέπει η αστυνομία ήδη να βρίσκεται με καλογραμμένες λίστες ώστε να διευκολύνει το καθήκον της. Γιατί θα έπρεπε εμείς να τους βοηθήσουμε στο κατασταλτικό τους έργο; Ασφαλώς, τα ονόματα πολλών συντρόφων είναι ήδη γνωστά, αλλά πολλών άλλων όχι, και θα έπρεπε η αστυνομία να καταβάλλει αρκετό κόπο για  να τα μάθει. Κάποιος θα μπορούσε να ρωτήσει αθώα για ποιό λόγο να κρυβόμαστε, αφού η κινηματική δουλειά γίνεται -κατά κύριο λόγο- στο φως της ημέρας. Κάτι τέτοιο όμως θα παραήταν αφελές: Κάθε συσσώρευση πληροφοριών εμπλουτίζει κι ενισχύει το κατασταλτικό έργο.

Η λειτουργία του ελέγχου

Όταν βλέπουμε ότι ο έλεγχος δεν είναι απλά ένα γεγονός καταστολής, αλλά επίσης και συχνά κατ’ ουσίαν, συμμετοχής, είναι εφικτό να εκτιμήσουμε το πρόβλημα της μυστικότητας διαφορετικά. Βασικά, είναι ένα ζήτημα του κατά πόσο εμείς “συμμετέχοντας” αναπαράγουμε τον πραγματικό έλεγχο. Αν αρνηθούμε να συνεργαστούμε, αν εμποδίσουμε τη δημιουργία ενός πολιτιστικού γκέττο με κάθε πιθανό μέσο, αν δημιουργήσουμε μια κοινή γλώσσα για την αποκλειστική χρήση αυτών που αποκλείονται από την τεχνολογική διεύθυνση της παραγωγής, κι επομένως της εξουσίας, τότε ο πραγματικός έλεγχος θα είναι αδύνατος. Δεν είναι τόσο το πρόβλημα του να αναλογιστούμε σήμερα τα περιθώρια που αφήνει το κράτος με την μη-αστυνόμευσή τους, για παράδειγμα της δύναμης που θα μπορούσε να εφαρμόσει προληπτικά αλλά δεν το κάνει, ώστε να μένουμε με την εντύπωση ότι τουλάχιστον υπάρχει μια περιοχή που δεν ασκείται τόσος έλεγχος. Στην ουσία, αυτή η περιοχή μπορεί να υπάρχει, μπορεί και όχι. Είναι όμως ο κοινωνικός έλεγχος σα σύνολο που δεν είναι ακόμα πλήρης. Ακόμα κι αυτά που μας προτάσσει -οι φυλακές για παράδειγμα- είναι ακόμα ατελή και χοντροκομμένα εργαλεία ελέγχου. Δεν είναι λοιπόν ένα ζήτημα του πλήθους των μέσων ελέγχου αλλά της ποιότητας του ελέγχου αυτού. Η λειτουργία της κοινής μυστικότητας των ανατρεπτικών θα μπορούσε λοιπόν να είναι αυτή της άρνησης συμμετοχής, της αποφυγής της ενσωμάτωσης της γλώσσας και των αξιών που το Κράτος μεταδίδει για να τελειοποιήσει τον έλεγχό του.

Αποχαιρετισμός στις διεκδικήσεις

Ασφαλώς ο συνδικαλιστικός εκπρόσωπος Larizza (UIL) το ‘πε πριν δέκα χρόνια: ευθυγράμμιση με τα γερμανικά συνδικάτα, διεκδίκηση συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων. Την ίδια στιγμή ο Carniti, αναλογιζόμενος την αγωνιστική παράδοση των ιταλικών συνδικάτων (στην Γερμανία αντίστοιχα, δεν είχαν κάποια άξια λόγου απεργία απ’ το 1956), χαμογέλασε συγκαταβατικά. Σήμερα όλοι συμφωνούν σ’ αυτή τη σπουδαία κίνηση. Τα ιταλικά συνδικάτα θέλουν να μετασχηματιστούν σε κάτι σαν μετόχους, ανάλογα με τους γερμανούς συναδέλφους τους, αποκτώντας όχι απλά ειδικό βάρος στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων των εταιριών, αλλά επίσης μετοχές, φτάνοντας ίσως έτσι να κατέχουν εταιρίες και περιουσίες στο τέλος τα ίδια. Ο πρόεδρος του SCIL D’ Antonio είπε κάποτε ότι σ’ έναν παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό με διεθνείς ανταγωνιστές, οι μισθολογικές διεκδικήσεις θα χτυπηθούν. Το εργοστάσιο πρέπει να αναπνέει, διαφορετικά θα ρισκάρουμε μια επιστροφή στα 50es, όπως έγινε με την περίπτωση των άγγλων ανθρακωρύχων στον αγώνα τους ενάντια στη Θάτσερ. Η σύγκρουση, συνέχισε, υφίσταται ακόμα, αλλά έχει μετατοπιστεί από τους δρόμους στα γραφεία της διεύθυνσης, μ’ έναν τέτοιο τρόπο, μέσω της συνδιαχείρισης, που το βάρος της αναδιοργάνωσης θα ρυθμίζεται πιο ισότιμα. Πρέπει να εγκαταληφθεί η πίεση στη διαπραγμάτευση, δηλώνει ο Larizza (σύμφωνα με τον οποίον το νέο συμμετοχικό μοντέλο μπορεί να επεκταθεί κι έξω απ’ τα εργοστάσια, σε τοπικούς θεσμούς που αφορούν τη διαχείριση αστικών ζωνών, την επένδυση στον Νότο κλπ). Τελικά, ο πρόεδρος του CGIL, Cofferati υποδεικνύει ότι είναι απαραίτητο να αποφευχθεί ο κίνδυνος της λεγόμενης ιαπωνικής λύσης: άμεση συνεργασία μεταξύ εργαζομένων κι αφεντικών. Η συμμετοχή, λέει, πρέπει να φιλτράρεται μέσα από τα συνδικάτα.

Όπως βλέπουμε, παρά τις μικροδιαφορές, το συμπέρασμα του συνδικάτου είναι αρκετά ομοιογενές. Κάθε υποψία αγώνα στους δρόμους, κάθε σύγκρουση βασισμένη σε απεργίες και τη συνακόλουθη ζημιά στον επιχειρηματία, όσο απόμακρη κι αν είναι η πιθανότητα, πρέπει να εγκαταληφθεί για τα καλά. Η συμμετοχικότητα σημαίνει λήψη αποφάσεων σύμφωνων με των ιδιοκτητών, αποφασιστική για τα όσα αναφέρονται ως “τεχνικά προβλήματα της επιχείρησης”, για παράδειγμα, η ιδανική σύνθεση των διαφόρων συστατικών της παραγωγής: κεφάλαιο, μηχανές, εργασία. Το αποτέλεσμα δεν είναι πανομοιότυπο με το γερμανικό μοντέλο, αλλά είναι πάνω κάτω εξίσου ολοκληρωτικά μοντέλο κοινωνικής ειρήνης, ή τουλάχιστον σ’ αυτήν την κατεύθυνση τείνει.

Και τώρα ένα σημαντικό ερώτημα που προκύπτει.Όσο οι τρεις μεγάλες συνδικαλιστικές ενώσεις δρούσαν σε διεκδικητικό επίπεδο, αυτόνομα συνδικάτα βάσης όπως οι Cobas με σύνθημα την άμεση δράση, είχαν ακόμη λόγο ύπαρξης, καθώς αναπαριστούσαν μια πιθανότητα για την ανάπτυξη ενός πεδίου άμεσης σύγκρουσης, σαμποτάζ και μέγιστης ζημιάς στα αφεντικά. Βασικά, τα αφεντικά, ήταν ακόμη φοβισμένα γνωρίζοντας πως, ακόμα και στα πλαίσια λιγότερο κεντρικών συγκρούσεων, μια τέτοια ζημιά δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Μια τέτοια λειτουργία όμως, χάνει κάθε νόημα πλέον. Στην πραγματικότητα, τώρα που οι μεγάλες συνδικαλιστικές ενώσεις αρνούνται να συνεχίσουν τη λογική των διεκδικήσεων, είιναι αδύνατο αυτές να συνεχιστούν από τα μικρά συνδικάτα μόνα τους. Θα κατέληγαν να επιστρατεύουν όλη τη δυναμική τους απλώς και μόνο για να στηρίξουν την απλούστερη πρόταση διεκδικήσεων.

Ας γίνω όμως πιο σαφής. Αν αυτό που χαρακτήριζε κάποτε αυτές τις μικρές συνδικαλιστικές δομές ήταν οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν, καθώς δε διαφοροποιούνται στους σκοπούς, το μόνο που θα μπορέσει να επιβιώσει θα είναι τελικά οι σκοποί (οι σκοποί έναντι της συμμετοχής), επιβεβαιώνοντας δυστυχώς ότι το να κάνεις διεκδικήσεις δεν είναι αρκετό για να είσαι “άκρο-“, και κατά συνέπεια σε αντίθεση με τα τρία βασικά συνδικάτα. Έτσι, αυτα τα μικρά συνδικάτα φαίνονται προορισμένα να αναλάβουν τον πλεονάζοντα και ασθενικό ρόλο των διεκδικητών. Πλεονάζων, καθώς δεν είναι αναγκαίος σ’ αυτή τη φάση της εξέλιξης της οικονομίας ως σύνολο (όπως έξυπνα το κατάλαβαν τα συνδικάτα), και ασθενικός γιατί τα μειοψηφικά και μικρά συνδικάτα (παρ’ όλη την επαναστατική φιλολογία τους) ούτε επιθυμούν, ούτε ειναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν μεθόδους που μπορούν να φτάσουν σε μια δυναμική αποτελεσματική μόνο με την πλάτη των μεγάλων μαζικών συνδικαλιστικων οργανώσεων, παρόλες τις αδυναμίες του. Και κάθε δομή που χάνει κάθε λειτουργία της, ακόμα και την πιο αξιολύπητη, του να τρέχει πίσω απ’ την ουρά ενός άλλου, οδεύει προς την εξαφάνιση.

[Αυθεντικός τίτλος: Addio alla rivendicazione, στο περιοδικό “Canenero”, no. 11, 20 Γενάρη 1995. Μετάφραση στα αγγλικά: Jean Weir στο “Let’s destroy work, let’s destroy economy”, Elephant Editions, London.]

Πηγή: riotersespivblogs

Μια τοποθέτηση με αφορμή τη μήνυση στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία

Λάβαμε στις 11/04/2021

Μια τοποθέτηση με αφορμή τη μήνυση στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία

Το έναυσμα της συγγραφής του κειμένου αυτού, που άλλωστε προδίδεται και από τον τίτλο, αποτέλεσε η ανακοίνωση περί μήνυσης στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία. Όμως, η αποδοχή που φάνηκε να έχει από μερίδα κόσμου ήταν η κύρια αιτία.

Σκοπός αυτού δεν είναι να εξαπολύσει μύδρους. Δεν παραθέτει κάτι το πρωτότυπο, κάτι που δεν έχει ειπωθεί, συζητηθεί, γραφεί ποτέ. Σίγουρα, δεν εκθέτει σκέψεις υπό το πρίσμα της καθαρότητας, της πρωτοπορίας, του ελιτισμού. Ας ιδωθεί, λοιπόν, ως μια προωθητική κριτική, ως ένας δίαυλος επικοινωνίας προβληματισμών και αντιφάσεων, που ίσως ξεπεραστούν με ατομική και συλλογική δουλειά. Ίσως πάλι και όχι.

Με αφορμή λοιπόν κάτι τόσο ξένου θα πουν ορισμένοι, εχθρικό άλλοι… συντάχθηκε το παρόν κείμενο. Χωρίς διάθεση προσωποποίησης, έμμεσους υπαινιγμούς και μπηχτές, επιχειρούμε να καταπιαστούμε συνολικά με το ζήτημα της αστικής δικαιοσύνης, τη μήνυση ως “μέσο αγώνα”, τη θέση και τη συμμετοχή του αναρχικού κινήματος σε αιτηματικούς/θεσμικούς αγώνες, παρουσιάζοντας τη δική μας οπτική.

Επιστροφή στα βασικά…

Αντιθεσμικά, αδιαμεσολάβητα, αδιάλλακτα. Δεν είναι λέξεις κενού περιεχομένου, που συμπληρώνουν γραφικά τσιτάτα μόνο και μόνο για να γεμίσουμε κόλλες χαρτιού. Κατέχουν βασική θέση στον αξιακό μας κώδικα. Έννοιες που δεν είναι αυθύπαρκτες, αλλά εντάσσονται στην ευρύτερη θεώρηση για την πραγμάτωση του αναρχικού αγώνα, ως επιλογή ζωής.

Σε καιρούς πλήρους υποτακτικότητας, μάλλον, η συσπείρωση μας γύρω από αυτά τα κοινά προτάγματα θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη. Μακριά από θεσμούς και κάθε είδους εκπροσώπους, πρόθυμους κάθε ώρα και στιγμή να ανοίξουν διάλογο με τα φερέφωνα της εξουσίας.

Ζητούμενο για την απόδραση από ολάκερο το εξουσιαστικό σύμπλεγμα δεν είναι η προσπάθεια εύρεσης ενός πιο βιώσιμου και λειτουργικού συστήματος ούτε και η εξομάλυνση της δημοκρατίας. Ζητούμενο είναι η ολοκληρωτική κατάλυση τους.

Πάντα και για πάντα απέναντι από την αστική δικαιοσύνη

Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις και οι διορθώσεις και οι βελτιώσεις είναι ανοησίες. Όσο πιο πολύ καλυτερεύεις και μεταρρυθμίζεις τόσο το χειρότερο, γιατί δίνεις προσωρινά τεχνητή ζωή σε κάτι που πρέπει το δίχως άλλο να πεθάνει και να γκρεμιστεί. Δεν είμαι μεγαλοφυΐα κι ούτε θέλω να γίνω. Ξέρω όμως τι πρέπει να γίνει και τώρα αυτό κάνω. Και ’σεις το ξέρετε δεν κάνετε όμως άλλο από το να κλαψουρίζετε. Εμείς όμως δεν κλαίμε… Δρούμε…

-Dostoevsky (Οι Δαιμονισμένοι)

Η αστική δικαιοσύνη, σπλάχνο απ’ τα σπλάχνα της δημοκρατίας, εκφραστής του status quo, διαμεσολαβητής των ανθρώπινων σχέσεων, υπερασπιστής της τάξης, της ασφάλειας και της κοινωνικής ειρήνης, συνιστά την πεμπτουσία του κράτους.

Ένας θεσμός από το σωρό, που πλαισιώνει κάθε δημοκρατικό πολιτισμό που σέβεται τον εαυτό του, φέρει ποικίλες προεκτάσεις και λαμβάνει πολλαπλούς ρόλους. Δεν πρόκειται για μια αφηρημένη έννοια, αλλά για ένα θέσφατο της κυριαρχίας με υλική υπόσταση, που προασπίζει τα συμφέροντα της.

Πρωταρχικός της στόχος είναι η απονομή δικαιοσύνης. Μια έννοια ιδιάζουσα, περίεργη στην κατανόηση. Σωστό και λάθος, ενοχή και αθωότητα, δίκαιο και άδικο, νόμιμο και παράνομο, όλα τους δίπολα ιδιαίτερα φορτισμένα, εύπλαστα παρόλα αυτά, για να προσαρμόζονται στην εκάστοτε περίπτωση. Έννοιες που φέρουν νομοτελειακή σημασία, με κοινό αντιληψιακό και συνειδησιακό έρεισμα στο κοινωνικό σώμα. Η διχοτόμηση τους έχει μπολιάσει στις συνειδήσεις των υπηκόων, διαμορφώνοντας και την κυρίαρχη αφήγηση. Στο εργοστάσιο των τυποποιημένων συμπεριφορών καθετί ορίζεται με βάση τους νόμους που θεσπίζει η εξουσία. Το ατσάλινο πλέγμα της θα φροντίσει να ορίσει και το πλαίσιο βάση διαφόρων παραγόντων, όπως το κοινωνικό κλίμα, οι συσχετισμοί, τα συμφέροντα των εξουσιαστικών πόλων.

Οι νόμοι, άλλωστε, εμπνέουν το καθολικό, το δεδομένο, το ορθό και ταυτόχρονα στέκονται εκφοβιστικά και αποτρεπτικά σε όποιον σκεφτεί να τους παραβεί. Αποτελούν την οχύρωση του κράτους, που φαντάζει ένα άτρωτο και καλοκουρδισμένο οικοδόμημα, στηριζόμενο σε ισχυρά θεμέλια.Όσοι του γυρνούν την πλάτη, προσβάλλουν την επιβολή του, αρνούνται να υπακούσουν, επιτίθενται, περιμένουν τον κολασμό .Την τιμωρία της στοχοποίησης, της χρηματικής ποινής, του εγκλεισμού, της κοινωνικής απομόνωσης και του στιγματισμού.

Μέσα στις δικαστικές αίθουσες, στήνονται πανηγύρια με ενορχηστρωτές επίδοξους κυνηγούς κεφαλών. Ανακριτές, δικαστές, εισαγγελείς, ρουφιάνοι, που από θέση ισχύος κρίνουν τις τύχες όσων στέκονται στα δικαστικά έδρανα. Πρόσωπα με σάρκα και οστά, τοποθετημένα στο απέναντι στρατόπεδο. Πρόσωπα με ονόματα, διευθύνσεις, περιουσιακά στοιχεία… Πρόσωπα που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ουκ ολίγες φορές και σίγουρα εκεί θα συνεχίσουν να βρίσκονται. Πρόσωπα στα οποία δεν μπορούμε παρά να δούμε την αντανάκλαση όλων εκείνων που πολεμούμε με λύσσα.

Το να ζητάμε, λοιπόν, από τους εχθρούς μας να επιλύσουν προσωπικά ζητήματα, κρατικές και μη αυθαιρεσίες και ό,τι άλλο βάλει ο νους μας, είναι σα να παλεύουμε για ένα κράτος δικαίου, ένα κράτος πρόνοιας, ένας κράτος από εμάς για ’μας. Εάν βλέπουμε τα πράγματα από μια αντικρατική, και κατ’ επέκταση αντιθεσμική, σκοπιά τότε υιοθετώντας την παραπάνω θέση, φαίνεται να μην έχουμε αντιληφθεί την ουσία του πιο βασικού μας προτάγματος.

Για τους θεματοφύλακες της τάξης και του νόμου θα είμαστε πάντα ένοχοι. Ένοχοι για την προσπάθεια μας να ζήσουμε ανεξούσια, μακριά από ιεραρχικές σχέσεις, καταπίεση, εκμετάλλευση, ένοχοι γιατί δεν ασπαστήκαμε τα αφηγήματα τους, ένοχοι για τη θέση που έχουμε πάρει στον κοινωνικό πόλεμο, ένοχοι γιατί στρέψαμε τη ζωή μας στο λυσσασμένο κυνήγι της ελευθερίας.

Εκστρατείες διώξεων, αναβαθμίσεις κατηγορητηρίων, αντιτρομοκρατικά νομοθετήματα, καταδικαστικές αποφάσεις, οικονομική αφαίμαξη… Οι άνεμοι φαίνεται να πνέουν κόντρα, όμως στο χέρι μας είναι να αναστρέψουμε τη φορά τους. Μπορεί σύντροφοι και συντρόφισσες να έχουν στοχοποιηθεί, βασανιστεί, αιχμαλωτιστεί, μπορεί στις συνειδήσεις αναρχικών, αγωνιστών και ευρύτερων κοινωνικών κομματιών, η αστική δικαιοσύνη να επιχειρεί να ‘νομιμοποιήσει’ την ικανότητά – υποχρέωση της να κρίνει όσους αγωνίζονται… όμως οι νόμοι και το δικανικό σύστημα έχουν ισχύ όσο εμείς δεν τους καταργούμε στην πράξη.

Η δικαιοσύνη ενός κόσμου που γεννά και θρέφει την καταπίεση και την εξουσία, επανδρώνεται εγκλείοντας σε διαμερίσματα, σχολεία, εργασιακά κάτεργα, ψυχιατρεία, φυλακές, απομυζά τεράστια κέρδη από τη λεηλασία της φύση και την εκμετάλλευση κάθε έμβιου όντος … κείτεται νεκρή, πρώτα και κύρια στις συνειδήσεις μας. Κάθε εκπρόσωπός της στον υλικό κόσμο είναι εχθρός μας είτε αθωώνει είτε μοιράζει αναστολές είτε καταδικάζει σε πολυετείς καθείρξεις.

Πέραν, όμως, του προφανούς ρόλου του, το αστυνομό-δικαστικό σύστημα αποτελεί και μια κερδοφόρα επιχείρηση. Εγγυήσεις, παράβολα, πρόστιμα, εξαγορά ποινών, αλλά και πακτωλός χρημάτων για δικηγόρους που παζαρεύουν την ελευθερία, στήνουν τη μικρο-οικονομία του δικανικού συμπλέγματος, που συμβάλλει ενεργά στο κρατικό κεφάλαιο.

Επιπλέον, η επικύρωση, η διαχείριση, η επίλυση των ανθρώπινων δεσμών περνά κι αυτή με τη σειρά της από τις δικαστικές αίθουσες. Τρίτα πρόσωπα είναι αυτά που θα αποφασίσουν και θα διευθετήσουν τις διενέξεις, την καθημερινότητα, τις ζωές μας, δίνοντας την εντύπωση πως κανείς δεν είναι ικανός να ορίσει μόνος το πλαίσιο ύπαρξης του.

Η πρακτική της μήνυσης ως συλλογική αναρχική τοποθέτηση

Η βαρύτητα μιας τέτοιας επιλογής σε ατομικό επίπεδο, που σαφώς και χρήζει κριτικής, διαφέρει αρκετά από μια δημόσια αναρχική τοποθέτηση. Κι εδώ επιλέγουμε να κεντροβαρίσουμε στο δεύτερο. Μια συλλογική τοποθέτηση, λοιπόν, που θέλει να «Αφήσουμε πίσω την καθαρότητα μιας ιδεολογικής άρνησης», εκ πρώτης προκαλεί τεράστια αμηχανία. Έπειτα, γεννώνται ερωτήματα και τέλος, ακολουθεί μάλλον η απελπισία.

Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά πίσω μας, μετράμε εκατοντάδες ξυλοδαρμούς και βασανισμούς σε δρόμους, υπόγεια, γραφεία, κρατητήρια, κελιά και δεκάδες φυλακισμένους επαναστάτες με χρόνια χτισμένα μέσα σε σκυρόδεμα. Όμως, αριθμούμε και αλύγιστους ανθρώπους, που δε δέχθηκαν να συνεργαστούν, να ρουφιανέψουν, να πέσουν αμαχητί, όχι γιατί έκαναν τους ήρωες ή τους οσιομάρτυρες, αλλά γιατί παρέμειναν πιστοί στην επαναστατική τους συνείδηση.Όταν σύντροφοι και συντρόφισσες αρνήθηκαν να παραστούν σε δίκες-παρωδίες, να συνδιαλλαγούν με μπάτσους-δικαστικούς-εισαγγελείς (χωρίς αυτό να σημαίνει πως υπάρχει μόνο η ομερτά της σιωπής και καμία άλλη αξιοπρεπής στάση εντός των δικαστικών αιθουσών) μια τοποθέτηση περί: καθαρότητας μιας ιδεολογικής άρνησης (sic), που αυτομάτως γειώνει τέτοιου είδους επιλογές, είναι τουλάχιστον προσβλητική.

Ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια, ψυχολογικός εκβιασμός φώλιαζαν πάντα στο στρατόπεδο του εχθρού. Η βία είναι αναπόσπαστο κομμάτι τους και αυτός δεν αλλάζει με κανέναν τρόπο, πόσο μάλλον με θεσμικά μέσα. Αντίστοιχα, είναι δεδομένο πως ο αναρχικός αγώνας δεν μπορεί να αντιπαρατίθεται με το κράτος και τους μηχανισμούς του μονάχα στην σφαίρα των άξιων και των θεωρήσεων. Κι αυτό, όχι γιατί πλαισιώνεται από μια αίγλη ενός φετιχισμού της βίας, άλλα γιατί το οικοδόμημα της κυριαρχίας έχει πρώτα και κυρία υλική υπόσταση. Για αυτό, άλλωστε και εμείς έχουμε επιλέξει το δικό μας δρόμο. Η επαναστατική βία είτε στο πλαίσιο του υλικού αντικρίσματος είτε του συμβολισμού είτε της προπαγάνδισης, στοχεύει στην άμεση σύγκρουση με όλο το φάσμα της εξουσίας.

Τα όπλα μας στον πόλεμο που έχουμε κηρύξει δεν είναι οι μηνύσεις, οι δικογραφίες, οι φιλικά προσκείμενοι δημοσιογραφίσκοι, οι “αδιάβλητοι” σύγχρονοι Ιαβέρηδες… και ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα.

Σε περίπτωση «Δικαίωσης»…

Μιας και δεν αντιλαμβανόμαστε αυτό το «μέσο αγώνα», δεν μπορούμε να πούμε και με σιγουριά ποια θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική έκβαση μιας τέτοιας δίκης, παρά μόνο να εικάσουμε. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη γενικά και αόριστα την ευκταία για τον καταγγέλλοντα (ή τους καταγγέλλοντες), αλλά και την κοινή γνώμη απόφαση, βλέποντας λίγο πιο μακρόπνοα οι συνέπειες διακρίνονται σφοδρές και το μέλλον φαντάζει ζοφερό. Μια “νίκη” μέσα στις δικαστικές αίθουσες, διά στόματος δικαστικών και εισαγγελέων, θα έρθει να επισφραγίσει την καραμέλα του κράτους δικαίου, της διαφάνειας και της νομιμότητας, την «κάθαρση» μέσα στην αστυνομία. Μια τέτοια “νίκη” θα οδηγήσει στην αποριζοσπαστικοποίηση. Η προσπάθεια κοινωνικής πόλωσης, η αναγκαιότητα των εξεγέρσεων, οι επαναστατικές προοπτικές πηγαίνουν δεκάδες βήματα πίσω.

Η αναδίπλωση του κράτους, που ας μη γελιόμαστε συνιστά ένα επικοινωνιακό τρικ, στοχεύει στην αδρανοποίηση, στην παύση οποιασδήποτε αναταραχής. Όποιος πιστεύει πως οι στοχοποιήσεις, οι διώξεις, οι ξυλοδαρμοί και οι βασανισμοί θα σταματήσουν πλανάται πλάνην οικτράν.

Σε ένα καζάνι που βράζει δε θα ρίξουν λάδι στη φωτιά. Το κράτος στέκεται εκεί πυροσβεστικά, λειτουργώντας ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, σβήνοντας και την τελευταία σπίθα. Οι τόνοι πέφτουν, οδηγούμαστε στην αποκλιμάκωση και εκείνοι ενώ φαίνεται να γνέφουν συγκαταβατικά, οργανώνονται καλύτερα, για να επανέλθουν δριμύτεροι και να κάμψουν και τα τελευταία ψήγματα αντίστασης και ανομίας.

Αλήθεια, θεωρεί κανείς πως με μια δικαστική απόφαση θα τελειώσουμε μια και καλή με τη βία των μπάτσων, θα σταματήσει η ποινικοποίηση φιλικών και συντροφικών σχέσεων, οι στοχοποιήσεις αγωνιστών, οι ξυλοδαρμοί και οι βασανισμοί στο δρόμο και στα τμήματα, οι διώξεις και οι φυλακίσεις επαναστατών; Δεν τρέφουμε αυταπάτες για το αστυνομοδικαστικό σύμπλεγμα ούτε και θα έπρεπε να εστιάζουμε στις παρατυπίες του συστήματος της δικαιοσύνης. Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε είναι να το κοιτάξουμε κατάματα και να του επιτεθούμε.

Παράδειγμα των ημερών αποτελεί η δίκη της Χ.Α.. Μια δίκη που κατέβασε χιλιάδες κόσμο στο δρόμο, μια δίκη που παρακολουθήθηκε βήμα-βήμα και αγκαλιάστηκε από τα κοινωνικά κινήματα, ακόμη και από πιο μετριοπαθείς, μια δίκη που πολλοί αναρχικοί, στο άκουσμα της καταδικαστικής απόφασης, έσπευσαν να πανηγυρίσουν. Λες κι έτσι τελειώσαμε μια και καλή με το φασιστικό οχετό, τις επιθέσεις σε μετανάστες/στριες, τα κολαστήρια συγκέντρωσης, τις πατριωτικές και εθνικιστικές μαλακίες, το αφήγημα της εθνικής κυριαρχίας.

Μια δίκη που κατάφερε να ενισχύσει τη θεωρία των δυο άκρων και έφερε πάλι στο προσκήνιο τη λάσπη για τις επαναστατικές πρακτικές αγωνιστών και αναρχικών, αλλά και την πάλαι ποτέ πιπίλα της “αριστερής τρομοκρατίας”. Τα γκάζια στη Μεσογείων, το ξύλο στον Ασπρόπυργο, η εκτέλεση των 2 στο Νέο Ηράκλειο και τόσες ακόμη δράσεις, έπαιζαν σε πρώτο πλάνο, χαρίζοντας μας ρίγη και υπενθυμίζοντας πως η θέση του κάθε φασίστα είναι στην άσφαλτο, στο ΚΑΤ, στα νεκροκρέβατα. Στον αντίποδα, όμως, έφεραν και ναυτία σε όλους αυτούς που βρήκαν ευκαιρία να βροντοφωνάξουν πως στη βία δεν απαντάμε με βία. Κι όμως στη βία με αυτό ακριβώς απαντάμε… ΜΕ ΒΙΑ.

Οι φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με το logo: “Δεν είναι αθώοι, οι ναζί στη φυλακή” ήρθε να επισφραγίσει το ρεφορμιστικό του πράγματος και να ενισχύσει τη θέση της αστικής δικαιοσύνης στο κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, επαναφέροντας στο κοινωνικό σώμα την “πίστη στους θεσμούς”.

Μια δίκη, λοιπόν, την έκβαση της οποίας περιμέναμε έτσι και αλλιώς, ώστε να μην πολωθούν κοινωνικά καταστάσεις, ξεσπάσουν συγκρούσεις, επέλθει ριζοσπαστικοποίηση.

Από την άλλη, ενα άλλο ζήτημα που τίθεται είναι αυτό της καρατόμησης προσώπων, που κατέχουν καίριες θέσεις. Θέσεις που ξέρουμε καλά πως δε θα μείνουν ορφανές, οι αντικαταστάτες καραδοκούν στη γωνία. Θέσεις που δεν μας ενδιαφέρει ποιος θα αναλάβει, εάν θα είναι καλός άνθρωπος, σωστός οικογενειάρχης, φιλόζωος, συνεπής στις κοινωνικές του υποχρεώσεις. Θέσεις σύμφυτες με την εξουσία, εχθρικές και μισητές, με συγκεκριμένη σκοπιμότητα.

Και για να προλάβουμε ίσως και μια αναλογία, που λέει πως το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση μιας πολιτικής εκτέλεσης, η απάντηση είναι ναι, η θέση θα καλυφθεί. ΟΜΩΣ είναι άλλο να σπέρνεις τον τρόμο στο στρατόπεδου του εχθρού, να δίνεις πνοή στην ουσιαστική απειλή, μέσα από τις επαναστατικές πρακτικές, κάνοντας τον επόμενο να σκεφτεί καλά εάν θα αναλάβει ένα τέτοιο πόστο, μιας και το νήμα της μίζερης ζωής του μπορεί να κοπεί απότομα και άλλο να τους τραβάς στις δικαστικές αίθουσες, που το πιθανότερο είναι απλώς να οδηγηθούν σε κάποια άλλη θέση στη χειρότερη, να ιδιωτεύσουν σε μια περίοπτη στην καλύτερη.

Ενδιάμεσοι/Αιτηματικοί Αγώνες

Εδώ έρχεται να προστεθεί ένας ακόμη παραλληλισμός, μεταξύ της συμμετοχής των αναρχικών σε αιτηματικούς αγώνες, αγώνες δηλαδή, που ως επί το πλείστων έχουν θεσμικό χαρακτήρα ή απαιτούν τα «νόμιμα» και της μήνυσης, ως ένα αποδεκτό μέσο αγώνα. Ένας παραλληλισμός τρομερά άστοχος.

Συγκεκριμένα, η συμμετοχή στους ευρύτερους κοινωνικούς αγώνες, που βέβαια δεν αποτελεί επιλογή ούτε και πρώτη προτεραιότητα όλων των αναρχικών, οι οποίοι είτε αντιτίθενται στην καπιταλιστική επέλαση είτε στοχεύουν στη βελτίωση κάποια συνθήκης, για πολλούς συνιστά εύστοχο πεδίο παρέμβασης. Όμως, οι όροι συμμετοχής εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά και τις στοχεύσεις.

Σκοπός είναι να προωθείται η αντιθεσμικότητα, η σημασία της μη διαμεσολάβησης, αλλά και η σύνδεση με την ευρύτερη επαναστατική αντιπαράθεση με το κράτος. Σαφώς και για την επίτευξη των στοχεύσεων, η χάραξη μιας στρατηγικής πρέπει να γειώνεται στην πραγματικότητα του εκάστοτε αγώνα, χωρίς όμως αυτό να μεταφράζεται ως αδυναμία προώθησης των αναρχικών θεωρήσεων και πρακτικών. Τα αναρχικά προτάγματα μπορούν και πρέπει να παραμείνουν και να διαχυθούν αναλλοίωτα, χωρίς να παρουσιάζουμε ωραιοποιημένα και εύπεπτα αφηγήματα, χωρίς να αφομοιωθούμε από τη δυσαρεστημένη μάζα. Να πράξουμε σε κάθε επίπεδο, από τις πορείες έως τα συγκρουσιακά γεγονότα, από τις δημόσιες παρεμβάσεις έως τις συνωμοτικές βόλτες, αναδεικνύοντας την επαναστατική απελευθερωτική προοπτική, δημιουργώντας εφαλτήρια για ανάληψη αντικρατικής δράσης από όλο και περισσότερους ανθρώπους, κοιτώντας πέρα από τα ψευδο δίπολα που μας επιβάλλονται.

Κλείνοντας…

«Το να μην προσμένεις τίποτα δε σημαίνει να συνηθίζεις την ήττα»

Το κράτος είναι ένα σύμπλεγμα επιθετικό. Εάν, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε κάτι, ήταν πως επιβάλλεται. Δε θα γνέψει συγκαταβατικά, δε θα μας χαϊδέψει τα αυτιά, δε θα ξεχάσει τις επιθέσεις που δέχεται και σίγουρα δε θα γιορτάσει τις νίκες μας. Αντίστοιχα, οφείλουμε να πράξουμε και εμείς.

Περιμένοντας κάτι από τα παραπάνω καταλήγουμε να χάνουμε το στοίχημα του επαναστατικού πολέμου. Επιλέγοντας να λουφάξουμε, τροφοδοτώντας τη συνείδηση μας με ψέματα και παύοντας να διανοίγουμε μέτωπα αντιπαράθεσης, να στοχεύουμε στην όξυνση των εχθροπραξιών, να προλειαίνουμε το έδαφος της εξέγερσης, να βρίσκουμε τις προοπτικές και τις στρατηγικές για την υλοποίηση των επαναστατικών πρακτικών, κοιτάζοντας πέρα από τη νομιμότητα, τότε θα καταλήξουμε να βυθιζόμαστε στην ανυπαρξία. Καλύτερα, λοιπόν, να βυθιστούμε μια ώρα αρχύτερα στην οχλοβοή που διψά για δικαιώματα, να λάβουμε και κανένα παράσημο και να αποσυρθούμε ησύχως.

Εάν εντός του κοινωνικού πεδίου βλέπουμε πάντα και παντού ευκαιρίες για ανέλιξη, λιμνάζουμε και βρισκόμαστε απέναντι από τα αναρχικά προτάγματα που οι ίδιοι θέτουμε, θα καταλήξουμε να ιδιωτεύουμε, συμπληρώνοντας απλώς τη λίστα των υποτιθέμενων αγωνιστικών υποχρεώσεων, δίχως καμία ουσία, δίχως καμία προοπτική.

Η ζωή μας είναι μια διαρκής σύγκρουση. Με τον εαυτό μας και τις αντιφάσεις μας, τις συμβάσεις και τα αυτοξεπεράσματα μας. Μια σύγκρουση, όμως, και με τους νόμους, το εξουσιαστικό κοινωνικό πλέγμα, το οικοδόμημα της κυριαρχίας και των μηχανισμών του. Σύγκρουση στους δρόμους, μέσα και έξω από τις δικαστικές αίθουσες, στα στενά των μητροπόλεων, στις ταράτσες των φυλακών… Σύγκρουση με χαρακτηριστικά επαναστατικά, με συνέπεια σε λόγο και πράξεις.

Η λύση δε βρίσκεται μέσα στα αστικά δικαστήρια, στις κρατικές παροχές, στις καπιταλιστικές υποσχέσεις, στους κοινωνικούς ρόλους, στους κανόνες, στους θεσμούς, στα διάφορα νομοθετήματα. Δεν έρχεται από τους εχθρούς της ελευθερίας, αλλά ούτε και από μια αίολη κοινωνικό-κινηματική συσπείρωση, που μετράται ως ποσοτικό πλεόνασμα, στηριζόμενο σε σαθρά θεμέλια.

Να σταθούμε μόνοι μας στα πόδια μας. Σίγουρα έχουμε να κερδίσουμε πολλά περισσότερα, από το ψάχνουμε διαρκώς και διακαώς σάπια δεκανίκια στο πρόσωπο της εξουσίας. Ας αφήσουμε στην άκρη τον πολιτικαντισμό, τα επικοινωνιακά παιχνίδια, τις κινήσεις εντυπωσιασμού. Ας μη βαλτώσουμε περισσότερο στο βούρκο του ρεφορμισμού, ας μην αφομοιωθούμε σε όσα κάποτε παλεύαμε να καταστρέψουμε, ας μη μπλεχτούμε μόνοι μας στα κρατικά δεσμά, ανοίγοντας την κερκόπορτα του δικαιωματισμού.

Τα μονοπάτια που κυοφορούν τις επαναστατικές προοπτικές είναι πολλά, όμως ο στόχος της καθολικής ρήξης με το υπάρχον κοινός. Κι αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να το μνημονεύουμε συχνότερα.

Να πορευτούμε μαζί με τις αρνήσεις μας, να αναπτύξουμε σχέσεις που αντανακλούν αυτά που προτάσσουμε, να βαδίσουμε πλάι-πλάι με γνώμονα τη συντροφικότητα, την αξιοπρέπεια, την επιθετική διάθεση, την επαναστατική συνείδηση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.

Πάντα και για πάντα αντικρατικά, αντιθεσμικά, αδιαμεσολάβητα, ανεξούσια, ΑΝΑΡΧΑ.

Σύμπραξη αναρχικών ενάντια στη νομιμότητα

Απρίλιος 2021

Consumimur Igni: Μια αντιδικανική τοποθέτηση

Λάβαμε 1/4/2021

Το παρακάτω κείμενο είχε συνταχθεί και ολοκληρωθεί στο τέλος του περασμένου Οκτώβρη, μερικές βδομάδες μετά το πέρας της δίκης της Χρυσής Αυγής και των παρεπόμενων κινητοποιήσεων. Πάραυτα, λόγω αλλεπάλληλων σημαντικών εν εξελίξει αγώνων επιλέξαμε να αναβάλουμε την δημοσίευση του μέχρι να βρεθεί το απαραίτητο χρονικό κενό για αναστοχασμό σε μία ήδη αρκετά επιβαρυμένη επικαιρότητα.

Με την ομαλότητα να επιστρέφει με τον καιρό στις ζωές μας, τις εστίες φωτιάς να σιγοσβήνουν παραχωρώντας την θέση τους σε νέους, αποστειρωμένους φωτισμούς στο πολυτάραχο αθηναϊκό κέντρο, ξεπροβάλλουν και οι κάθε λογής επιτετραμμένοι να συγυρίσουν τα πεδία σύγκρουσης από οτιδήποτε πεισματικά ανθίσταται στην εξάπλωση των επιχειρήσεων ειρήνευσης θυμίζοντας κοινωνική πόλωση.

Μιλάμε για ξεπερασμένη κοινωνική πόλωση γιατί αρνούμαστε εξίσου πεισματικά να ακολουθήσουμε το αφομοιωμένο πλήθος στις νέες του δοξασίες, αναγνωρίζοντας έστω και λειψώς μία οποιαδήποτε έκφανση πολέμου στον αντιφασιστικό θίασο που κατέλαβε το αισθητιριακό μας πεδίο τις μέρες του Οκτώβρη με αφορμή τον δημοκρατικό θίασο που στήθηκε πάνω στις δίκες των νεοναζί καθαρμάτων. Η κοινωνική πόλωση υλοποιείται όταν οι υπόγειες αντιτιθέμενες δυνάμεις που η διακυβέρνησή τους από το κράτος συνιστά ό,τι νοούμε ως εκπολιτισμένη κοσμική κοινωνία, εκρήγνυνται ανεξέλεγκτα, με τον αμοιβαίο ανταγωνισμό τους να κλυδωνίζει τις κυρίαρχες σχέσεις εξάρτησης. Να τις καταπατά καταστρέφοντας ή μετασχηματίζοντάς τες σε νέα κοινωνικά συμβόλαια, όχι να τις επιβεβαιώνει δια της προσκόλλησης στους ήδη υφιστάμενους διαμεσολαβητικούς θεσμούς. Όταν τα όργανα συγκεντροποίησης και καταστολής των συλλογικών και ατομικών δυνάμεων υποχωρούν, αφήνουν ως ίχνος την ανεπανάληπτη ευκαιρία αναθέρμανσης των πολιτικών διαμαχών, καθιστώντας στιγμιαία προφανές ό,τι στα μάτια των εξεγερμένων ανθρώπων αποτελεί βασική κοινοτοπία: την εμφυλιοπολεμική βάση των σύγχρονων κοινωνιών, που μόνο η συντονισμένη προσπάθεια κράτους και κυρίαρχης ηθικής, πολιτισμού και ιδεολογίας μπορεί να αποσιωπήσει.

Η δίκη της Χρυσής Αυγής δε σηματοδοτεί ούτε τη ρήξη της αστικοδημοκρατίας με τον φασισμό, ούτε αποδεικνύει την ισχύ της πίεσης του αντιθεσμικού αντιφασιστικού κινήματος στις νομικές διαδικασίες. Η δίκη των χρυσαυγητών ανακοινώνει απλώς στους εξοικειωμένους με την αστική δικανική γλώσσα ότι είναι συνηθισμένοι να ακούν, παραμένοντας δέσμιοι στο κράτος εν είδει φορέα σταθερότητας, ακόμα κι αν εξανίσταντο όταν αυτό δεν ικανοποιεί όλα τους τα βίτσια. Όλα είναι καλά. Όλα κυλούν ομαλά στην έρημο, αφού η άμμος πάντα απορροφά κάθε τυχόν κραδασμό. Το κράτος, με τα ιδρύματα και τα εκτελεστικά του όργανα, δηλώνει κυρίαρχο, πάντα έτοιμο να φέρει εις πέρας τα κυβερνητικά του καθήκοντα με όποιον τρόπο χρειαστεί. Το γεγονός ότι κάποιοι φασίστες κάθησαν στο δικαστικό έδρανο αποκαλύπτει απλώς την αποτυχία τους, την εξαντλημένη χρησιμότητά τους για το κυρίαρχο καθεστώς, την πλεονάζουσα παρουσία τους, αποκαλύπτει ότι, στην τελική, κρίθηκαν αδύναμοι για να καταλάβουν το κράτος.

Eξάλλου, ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός είναι ο πάροχος και ο σκαπανέας των πολιτικών φιλοδοξιών του κάθε -συνειδητού ή μη- φασίστα, όσο του προσφέρει οράματα διακυβέρνησης που μόνο η κατάληψη και η αναβάθμιση των εργαλείων του πρώτου μπορεί να ευοδώσει. Η κρατική δομή και, κυρίως, η αστική του εκδοχή, ήταν και θα παραμείνει ο βασικός ευεργέτης κάθε φασιστικού κινήματος γιατί, ελλείψει της επιρροής του, μπορεί να ευδοκιμεί ο φυλετισμός, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, αλλά θα στερούνταν τα μέσα συγκρότησης και υλικής έκφρασής τους. Δίχως τις χορηγούμενες από την αστική κοινωνία μεταβολές στη δομή των ανθρωπίνων συμπεριφορών και σχέσεων, ήτοι την κεντρική ρύθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων, την απόσπαση της πολιτικής πράξης από το κάθε ενεργό πρόσωπο και την παράδοσή του στη σέχτα των κατασκευασμένων ειδημόνων για την εύρυθμη λειτουργία της μεγαμηχανής, τη μονοπώληση της βίας από τους επιτετραμμένους του κυβερνητικού σχηματισμού, την προώθηση αυστηρών τύπων ηθικής ζωής για την εξασφάλιση της μαζικής ομοιομορφίας και τη νομιμοποίηση μιας ποινικολάγνας κουλτούρας αμφίδρομης αλλά και πυραμιδοειδούς επιτήρησης, πειθάρχησης και τιμωρίας, οι επαίσχυντες αυτές ανθρώπινες προοπτικές θα έχαναν όχι μόνο τον τιμαλφή τροφοδότη τους, αλλά περισσότερο τον τρόπο να επικρατήσουν σε ευρεία κλίμακα καταπολεμώντας τους αντιπάλους τους. Ο φασισμός ως μορφή ολοκληρωτισμού και αίτημα συγκεντροποίησης των εξουσιών δεν μπορρεί να νοηθεί δίχως το πιο συγκεντρωτικό και ολοκληρωτικό μέσο κυριαρχίας: το Κράτος.

Δεν μπορεί ποτέ λοιπόν να σταθεί ανάχωμα στον φασισμό ό,τι απορρέει και υποστηρίζεται από κρατικές διαδικασίες στα εξουσιοδοτημένα γραφεία, εκτελείται δια χειρός έμμισθων κατασταλτικών οργάνων και νομιμοποιείται συνειδησιακά μέσω αλλοτριωτικών ή μεσολαβητικών σωμάτων, όπως οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί και οι διάφορες περιστασιακές διασημότητες μιας κοινωνίας ευνουχισμένων ανδρείκελων. Πολλώ δε μάλλον να καταλήγει στη συστράτευση των αναρχικών μαζί τους. Δε θα μπορούσε να εξαλείψει το φασιστικό όνειδος, τουλάχιστον όχι κατά τον τρόπο που οι αναρχικοί διαχρονικά το αναλύουν και λαμβάνουν δράση εναντίον του. Απεναντίας, οι άνωθεν αστικοί αυτοματισμοί είναι οι κατεξοχήν αρωγοί και εγγυητές μιας φασιστικής ολοκληρωτικής πολιτειακής δομής. Η επιτηδευμένα υπερβατική τους εμφάνιση, η κυριαρχική τους δομή, η αγελαία τους συγκρότηση, η κατασταλτική δομική τους λειτουργία, ο εκ γενετής διαχωρισμένος χαρακτήρας τους και, ασφαλώς, η προσπάθειά τους να κατοχυρώσουν το μονοπώλιο της βίας και της πολιτικής πράξης, είναι αυτά τα απαραίτητα για το φασιστικό όραμα στοιχεία. Στα ίδια δικαστήρια, με τους ίδιους νόμους, στην τελική, αμέτρητες φορές υπέφεραν συντρόφια μας μαζί με άλλους υπονομευτές τους καθεστώτος. Προσέτι, τα ίδια μέσα αύριο θα στρέψουν το ολοκληρωτικό επινόημα της “κοινής γνώμης”, το δημοκρατικό κοπάδι, εναντίον των νέων “εχθρών του λαού και της δημοκρατίας”. Όταν δικαιολογούμε με οποιονδήποτε τρόπο την καταδίκη των φασιστών στα δικαστικά έδρανα, δε θα δικαιούμαστε να μιλάμε για φασισμό όταν στα ίδια δικαστικά έδρανα θα πάρουμε θέση εμείς ως “οι εχθροί του λαού”.

Aφού προβληματιστήκαμε έντονα στη θέα μέρους των ριζοσπαστικών κινημάτων να αξιώνει απαιτήσεις από τον κρατικό αυτό επινίκιο μονόλογο ή, ακόμα χειρότερα, να αγαλλιάζει με τη φυλάκιση ανθρώπων (ακόμα και μονοκύτταρων) -πάντα με το πρόσχημα ότι ναι μεν θα τους ήθελαν στο χώμα, αλλά, εφόσον κρίνεται ανέφικτο, κάτι είναι και η φυλάκισή τους, εν είδει βάλσαμου για τα θύματα της βίαιης δράσης τους- νιώσαμε και εμείς την ανάγκη να λάβουμε δημοσίως μια αντιδικανική τοποθέτηση, ανατρέχοντας σε ορισμένα θεμελιώδη αναρχικά προτάγματα.

Κατά την άποψή μας, η αναρχία ως (αντι)πολιτικό ρεύμα, αλλά πολύ περισσότερο ως βίωμα, συνδυάζει τη μηδενιστική καταστροφική πρακτική με την ανάκτηση της ελευθερίας και της αυτενέργειας στο εδώ και τώρα. Ο μηδενισμός της δεν είναι ιδεολογικός και, κατ’ επέκταση, λειψός, σαν ένας ακόμα άνευρος μηρυκαστικός μονόλογος στα χείλη εξανδραποδισμένων ζηλωτών του κάθε πολιτικού δόγματος. Η αντίδραση δεν αποτελεί καθήκον και αλλότριο αυτοσκοπό, αλλά τίθεται στην υπηρεσία της ατομικής και κοινοτικής απελευθέρωσης,  συμβάλλοντας στην επανάκτηση της κυριότητας της καθεμιάς. Καταρρίπτεται τοιουτοτρόπως και ο παραδοσιακός ετερόνομος συσχετισμός μεταξύ μέσων και σκοπών. Ο σκοπός δεν εξαρτάται από τη χειραγώγηση συνειδήσεων, την κατασκευή νορμών και την κυβέρνηση άβουλων κοπαδιών μαζανθρώπων, αλλά εμπερικλείεται στα ίδια τα μέσα της ενεργής αναρχικής πρακτικής ως συνέχειά τους, όχι ως υποβολέας τους. Η δράση, η σκέψη, η δημόσια παρουσία, η καταστροφή, ο πόλεμος, δεν είναι απλά μέσα πραγμάτωσης ενός ανώτερου τελικού σκοπού. Συνιστούν εκδηλώσεις και φορείς της αυτοπραγμάτωσής μας, του τρόπου μας να ζούμε συντονισμένες και συνεπείς ως προς τις αξίες και τις επιθυμίες μας. Αυτό είναι η αναρχική (αντι)πολιτική. Η κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ μέσων (που ανήκουν στους υπηκόους της δημοκρατίας) και σκοπών (που ταυτίζονται με την κατάκτηση των μέσων διαχωρισμού της κοινότητας από την πραγματική πολιτική της πρακτική, όπως το κράτος, τα εκτελεστικά όργανα, οι θεσμικοί φορείς) οδηγεί στην κατάργηση της εργαλειοποίησης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η πολιτική έτσι ξαναμετατρέπεται σε ένδειξη μιας ολοκληρωμένης και πλούσιας σε σχέσεις και βιώματα ζωής.

Ο αγώνας ενάντια στο κράτος, τον καπιταλισμό και τον κυρίαρχο πολιτισμό είναι το αναντικατάστατο παρόν του καθενός και της καθεμιάς μας. Τα προτάγματά μας δε συντάσσονται με τις υπόλοιπες διαφημιστικές προσφορές για επίγειους κοινωνικούς παραδείσους. Αδυνατούν να ξεπέσουν στην κατάντια των διαφημιστικών εκστρατειών όσων θέλουν να “καταλάβουν” τον κρατικό μηχανισμό. Και αυτό διότι εκφράζουν τις ανεξέλεγκτες επιθυμίες μας να ζήσουμε μακριά από συγκεντρωτικές δομές, απόλυτες αλήθειες και υπεραβικές αρχές. Σηματοδοτούν τον πολεμό μας απέναντι σε κοινωνικές κατασκευές όπως το δίκαιο, ο νόμος, η τιμωρία, ο εγκλεισμός, η ενοχή και η πολιτική ανάθεση. Ενάντια στον γενικευμένο διαχωρισμό, ενάντια στα όργανα και τους επιτελεστές του. Έτσι, θεωρούμε πως ο αντιφασισμός δεν είναι ένα μέσο για να επιτύχουμε την εξόντωση τον φασιστών ως απώτερο σκοπό. Είναι το αίμα που χύθηκε απ’ τα συντρόφια μας για την πραγμάτωση του ολοκληρωμένου εαυτού τους ενάντια σε κράτος, κεφάλαιο και κυριαρχία. Η απαράκαμπτη αυτή πραγματικότητα, το χάσμα μεταξύ των αξιών μας, του τρόπου μας να υπάρχουμε ως κάτοχοι των ζωών μας και της άρνησής μας να αναθέσουμε αυτό το καθήκον σε μηχανισμούς υποβάθμισης της ύπαρξής μας, μας έφερε μετωπικά απέναντι στις ναζιστικές σκουπιδοσακούλες.

Αν προκειμένου να τελεσφορήσει αυτό χρειαζόμαστε δικαστήρια, αποξενωμένα από εμάς εκτελεστικά σώματα για την επίτευξη των ίδιων μας των στοχεύσεων, ειδικά κλιμάκια στρατολογημένων “τιμωρών”, μάζες ετερόκλητων και εχθρικών μεταξύ τους αγελών, επαΐοντες μοραλιστές να επιβάλλουν οικουμενικά ποιος και τινί τρόπω θα τιμωρείται, ας βολευτούμε στην υπάρχουσα πραγματικότητα. Εξάλλου, αν το κριτήριο εναποτίθεται στον πρακτικισμό και στη στείρα αποτελεσματικότητα των κάθε λογής μεθόδων, τα κράτη θα υπερέχουν πάντα συγκριτικά με τις μικρές απείθαρχες ορδές μας. Δε θα επιτρέψουμε ποτέ όμως στην αποτελεσματικότητα να καθιερωθεί ως απόλυτο μέτρο των πράξεων και των ζωών μας, γι’ αυτό τα κράτη και άλλα μορφώματα της πολιτικής αλλοτρίωσης θα περισσεύουν πάντα από τα ζωογόνα όνειρα μας. Όσοι στον βωμό μιας ρηχής υλικής καταπολέμησης του φασισμού λησμονούν τις αναρχικές τους θέσεις, τότε το μόνο σίγουρο είναι ότι μαθηματικά θα αποτύχουν και στο πρώτο.

Βιώνοντας εξ ορισμού μια συνθήκη σχεδιασμένης αλλά και αυθόρμητης κατάπνιξης κλασσικών, αλλά και νεότερων αναρχικών προταγμάτων, πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός ότι δε διαθέτουμε χρονικά περιθώρια να συγχρωτιζόμαστε με τα αφομοιωμένα στην αστικοδημοκρατική ομαλότητα γκρουπούσκουλα της προοδευτικής αριστεράς και ενός αναρχικού χώρου που ζηλεύει τη στόμωση και το διαλεκτικό χάος της πρώτης. Πιθανώς, καθόσον το κενό παρουσίας και επιρροής έχει γίνει δυσβάσταχτα αισθητό με τον χειρουργικό εξοστρακισμό των επαναστατικών ρευμάτων από την υπόληψη της πλειοψηφίας, οι σπασμωδικές εκλάμψεις σύγκρουσης να χαρίζουν δόσεις ανακούφισης και καθησυχαστικές εντυπώσεις, αλλά δε θα εντοπιστεί εκεί η ανασύνταξη των γραμμών μας. Πόσο μάλλον όταν η πολυαναμενόμενη πολυπληθής συνάντησή μας στους δρόμους μετά από καιρό έχει ως πριμοδότη μια δικαστική έδρα, με τον δικανικό της λόγο να θέτει τους όρους του διαλόγου. Όταν λοιπόν η επιχειρηματολογία οργανώνεται βάσει των προτύπων ενός τέτοιου συστήματος αξιολόγησης, όταν οι όροι συμμετοχής είναι προσχεδιασμένοι από τους εμπνευστές της δεξίωσης, η αναρχική εκτροπή δεν είναι κάτι το εφικτό, διότι για εμάς ποτέ το ζήτημα δεν συνοψιζόνταν στο αν οι ναζί είναι αθώοι ή ένοχοι και ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος τιμωρίας τους. Όλη αυτή η ορολογία προσήκει στο σύμπλεγμα αξιών, αντιλήψεων, πεποιθήσεων και παραδόσεων που, ως αναρχικές και αναρχικοί, πολεμάμε διαχρονικά να αποδομήσουμε και να εξαλείψουμε.

Επιπλέον, η συμμετοχή αναρχικών στις επινίκιες τελετουργίες του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος, ακόμα και όταν τα θύματα είναι υπάνθρωποι άξιοι να γίνουν δέκτες των χειρότερων μορφών βίας, σηματοδοτεί απλά μια ακόμα επιτυχημένη επιχείρηση των επίδοξων εξολοθρευτών τους, η οποία σε μία καθόλου φανταστική μελλοντική στιγμή θα τοποθετήσει αυτούς στην έδρα, δεχόμενη πολιτική πίεση από αντίπαλους αποχαυνωμένους όχλους, ενώ, την ίδια στιγμή, το κύρος των μηχανισμών αυτών θα παραμένει στο απυρόβλητο. Όσοι, είτε από αγνές και ειλικρινείς αγωνιστικές προθέσεις, είτε από στυγνή απελπισία, διέπονται από την ψευδαίσθηση πως το Δίκαιό τους αποτελεί μία καθολική αρχή ή, ακόμα χειρότερα, πως εκφράζει στο σήμερα μία κοινωνική πλειοψηφία πρόθυμη -μετά την κατάλληλη προσέγγιση- να συστρατευτεί μαζί τους, δυστυχώς είναι αναπόδραστο να δουν τα οράματά τους καταβαραθρωμένα από τις αμείλικτες φασιστικές ορδές των μαζανθρώπων. Για ακόμη μία φορά…

Η επιλογή συμμετοχής σε μία πολιτική διαδικασία εξ ολοκλήρου εχθρική προς κάθε αναρχικό ρεύμα σκέψης, με μοναδικό διακύβευμα την καθιέρωσή μας στο κέντρο των εξελίξεων, ακόμα κι όταν αυτά αντίκεινται στις αξίες, στα προτάγματα, στις στοχεύσεις μας, υπονομεύοντας την αγωνιστική μας υπόσταση και τα θεμελιώδη προτάγματά μας, συνιστά συγκατάβαση με ένα μέλλον απαλλαγμένο από τις επιθυμίες μας. Ποιος εξάλλου σήμερα διατηρεί αμφιβολίες για το αν οι αλλεπάλληλες κονσερβοποιημένες ειδήσεις και τα απορρεόντα από την προπαγάνδα τους κοινωνικά δρόμενα δεν είναι παρά ένας διαρκής εχθρικός μονόλογος, οικείος μοναχά ένεκα της εκτενούς και αδιάληπτης διασποράς του; Η έγνοια να τοποθετηθούμε, και δη μαχητικά, σε γεγονότα τουλάχιστον διαμεσολαβημένα -αν όχι κατασκευασμένα- από έναν πακτωλό πληροφοριών και ειδήσεων που φέρουν ανεπαίσθητα τη σφραγίδα όσων υπαρχουσών πραγματικοτήτων επιδιώκουμε την εξάλειψή τους, είναι ενδεικτική της προέλασης του θεαματικού λόγου και της υποχώρησης της κριτικής σκέψης. Σημαίνει πως ο κομφορμισμός φτάνει σε επίπεδο διαπραγμάτευσης της επαναστατικής μας συνέχειας ως μια συνέχεια δίχως επαναστατικό πρόσημο. Σημαίνει πως, έστω και υποσυνείδητα, έχουμε συμβιβαστεί με το ανέφικτο των αναρχικών μας θέσεων, ενώ αγκομαχούμε να τους βρούμε θέση σε έναν κόσμο αποστερημένο από κάθε αγνή αναρχική προοπτική. Ηττοπαθείς και μουδιασμένοι μπροστά στην κοινή γνώμη, όπως αυτή κατασκευάζεται και μετά επιδεικνύεται στις αμέτρητες οθόνες που πλέον έχουν εισβάλει σε κάθε πτυχή της ζωής, είμαστε έτοιμοι να παραδώσουμε στα μέτρα της την προσωπική μας άποψη και τοποθέτηση. Δεχόμαστε την εκποίηση των έκλυτων πόθων μας, εφόσον καταδικάζονται ως στοιχεία ασύμβατα και παράκαιρα, προκειμένου να εξασφαλίσουμε μία υποτυπώδη επιβίωση σε ένα νέο, αποστειρωμένο από κάθε μικρόβιο ατομικής και συλλογικής εξέγερσης πολιτικό περιβάλλον.

Τούτη η προσαρμογή στους ρυθμούς του παραδεδεγμένου πολιτικού ανταγωνισμού στις μαζικές κοινωνίες, όπου, με οριζόντα την αποτελεσματικότητα, κάθε αντίπαλη φράξια επιχειρεί να γητέψει το θυμικό του πλήθους, εργαλειοποιώντας το στην προσπάθειά της να διαμορφώσει το κοινωνικό κατ’ εικόνα και ομοίωση της Ιδέας της, απέχει έτη φωτός από μία αναρχική (αντι)πολιτική πρακτική.

Δε γίνεται, με μοναδικό κριτήριο τη μαζικότητα και την απόσπαση αποδοχής, να αποφασίζουμε τη δημόσια στάση και την πολεμική μας τακτική, γιατί τότε μπορεί μεν η εξασφάλιση των παραπάνω να επιφέρει ποσοτικές νίκες (θεαματική ανάδειξη αγώνων, κυβερνητικές παραχωρήσεις, υποχρέωση του κράτους σε συνδιαλλαγή, δυναμικότερες συγκρούσεις, λεφούσι χειροκροτητών, ευνοϊκότερη διαχείριση), όμως τι νόημα έχουν αυτές όταν το αντίτιμο έγκειται στην απώλεια των ποιοτικών μας χαρακτηριστικών; Και δεν αναφερόμαστε σε πιθανές αντιφάσεις μεταξύ μακροπρόθεσμων (κατάλυση της αστικής δικαιοσύνης) και άμεσων (αντιμετώπιση των φασιστών) στόχων. Διακυβεύεται η ίδια η ουσία της αναρχικής παρουσίας εδώ και τώρα. Και, λέγοντας αυτό, εννοούμε το πώς ένα σώμα εμφανίζεται, λειτουργεί και κινείται, πάντα σε αλληλεξάρτηση με τα υπόλοιπα σώματα του περίγυρού του και τις σχέσεις δύναμης που σχηματίζουν. Πώς αγωνιζόμαστε, πού στοχεύουμε, πώς τοποθετούμαστε σε κάθε συγκυρία, πώς καταφάσκουμε ως συμπαγές σώμα και πώς διακρινόμαστε φυσικά, ως αναρχικά υποκείμενα, δια της συνολικής μας παρουσίας σε σύγκριση με τα άλλα σώματα.

Δεν πρόκειται λοιπόν περί μιας ακόμα κριτικής στη μερικότητα ενός αγώνα, αλλά ειλικρινούς προβληματισμού σχετικά με τους λόγους παρουσίας των αναρχικών σε μία έδρα τόσο εχθρική για τα προτάγματα και τους όρους συγκρότησής τους.

Πώς είναι δυνατόν η συγκυρία αυτή να συγκρίνεται με τις αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις, τις μαθητικές εξεγέρσεις και τα πλατιά μέτωπα ενάντια στον φασισμό; Πώς εξακολουθεί να μη γίνεται αισθητή η διαφορά μεταξύ της συμμετοχής σε αυθόρμητες κοινωνικές εκρήξεις, όπου, παρά το αναμενόμενα ετερόκλητο πλήθος, η αναρχική παρέμβαση δύναται να τις εκτρέψει με τη διακρτιτή της πολιτική αντζέτα, επηρεάζοντας άμεσα τους συσχετισμούς δύναμης και προβαίνοντας σε αυθεντικές γνωριμίες με νέο κόσμο, και της παρουσίας της σε μία καλεσμένη φίεστα-ύμνο στην αστική δικαιοσύνη, με τη συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου να έχει συρρεύσει προσμένοντας μια καταδικαστική απόφαση; Αν η απόφαση δεν ήταν ικανοποιητική (και ποια απόφαση δηλαδή θα ήταν ικανοποιητική από ένα αστικό δικαστήριο;), τότε σε ποιον θα απευθύνονταν οι συγκρούσεις και από ποια θέση; Τότε η αγανάκτηση των αναρχικών θα ήταν δίκαιη επειδή η έδρα δεν έκανε καλά τη δουλειά της; Πώς είναι δυνατόν εν τέλει να παραβλέπουμε ότι αυτές οι μυωπικές προσεγγίσεις, ερειδόμενες ολικώς στην ανάγκη πολιτικής επιβίωσης, και η υποστήριξη διαδικασιών αντίστοιχου χαρακτήρα ενδυναμώνει και σταθεροποιεί τους μελλοντικούς μας δήμιους; Να αγνοούμε πως το πλήθος θεατών της αντιφασιστικής παράτας, την ίδια στιγμή που χειροκροτεί για την καταδίκη των ναζί, ταυτόχρονα γυαλίζει τα έδρανα των δικών μας πολιτικών δικαστηρίων…

Σε αυτό το κείμενο, είναι εμφανές πως επιλέξαμε να μη σταθούμε καθόλου στην ίδια τη ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής, ούτε να αναφερθούμε σε δεδομένα και στοιχεία ευρέως γνωστά και αναλυμένα από συντροφικές φωνές πολύ καλύτερα απ’ ότι εμείς θα μπορούσαμε. Προτιμήσαμε να πραγματοποιήσουμε μία σύντομη κριτική στη σχέση των αναρχικών με το Δίκαιο. Κυρίως, να θυμίσουμε πως ορισμένες βαθιά ριζωμένες προβληματικές και αντιφάσεις αναδεικνύονται διαμέσου πιθανών προστριβών με την αστική εκδοχή του Δικαίου. Πριν κλείσουμε, θα αναφερθούμε για μία ακόμη φορά σε κάτι λειψώς σχολιασμένο και ελλειπώς κατανοητό, τρομερά κομβικό όμως στην προσπάθεια ανασυγκρότησης ενός εσωτερικά συνεκτικού και ιστορικά αρραγούς αναρχικού χώρου. Η αντίθεσή μας στην οικουμενική και υπερβατική σύλληψη της δικαιοσύνης, απότοκο της οποίας είναι και η αστική εκδοχή της, δεν είναι αισθητικής φύσης.

Η δικαιοσύνη και το δίκαιο είναι έννοιες υποκειμενικές. Εκφράζουν κάποιον αξιακό κώδικα. Όσοι αξιακοί κώδικες υπάρχουν, άλλα τόσα δίκαια θα συναντήσει κανείς. Πολεμάμε τη δικαιοσύνη τους όχι γιατί είναι απλά άδικη, αλλά γιατί ο αξιακός κώδικας του συστήματος που εκφράζει είναι εχθρικός με τον δικό μας. Και δεν μπορεί να υπάρξει κανένα αντικειμενικό δικαστήριο και κανείς δικαστής για να κρίνει αυτή τη σύγκρουση. Είναι οι δικές μας αξίες ενάντια στις δικές τους. Οι επαγγελματίες του δικαίου δεν έχουν καμία θέση στη δικιά μας αντίληψη και κοσμοθεωρία. Και αν μας ρωτήσει κάποιος “και τότε τι θέλετε;”, θα του απαντήσουμε “επιδιώκουμε να κολλήσουμε τους διευθυντές αυτού του συστήματος στον τοίχο, χωρίς όμως να τους αντικαταστήσουμε για να εγκαθιδρύσουμε μια “αγνότερη” έννοια δικαιοσύνης (αντικειμενικά δικαστήρια, δίκαιους νόμους, λογικές ποινές), αλλά μόνο για να αναλάβουμε ένα αδιάλλακτο “καθήκον” ξεκαθαρίσματος λογαριασμών ως μια έντιμη πράξη αυτοδικίας”.

Επαναφέροντας τα λόγια της Σ.Π.Φ., υπενθυμίζουμε πως ο πόλεμος για την κατάλυση των μαζικών εξουσιαστικών κοινωνιών και τη δημιουργία νέων, θεμελιωμένων στην ενσυναίσθηση, τις κοινές αξίες, τις ελεύθερες συμφωνίες, την ατομική αυτοσυνειδησία και τα μεταβλητά κοινωνικά συμβόλαια, διέρχεται μέσω της σύγκρουσης με κάθε υπερβατικό μονολιθικό κώδικα πειθάρχησης και τιμωρίας, όπως και με τα σώματα των ειδικευμένων σχεδιαστών τους. Δεν προθυμοποιούμαστε να επιβάλλουμε νοητικά την παραδοχή ανύπαρκτων συλλογικών σωμάτων προκειμένου να πείσουμε τον οποιοδήποτε αφελή προς δρούμε στο όνομα μιας “ανώτερης ιδέας”. Δε θα γίνουμε οι κομιστές της ελευθερίας κανενός, και δεν έχουμε αναλάβει σε καμία περίπτωση μία “θεϊκή αποστολή” να διαφωτίσουμε τα “παραπλανημένα πλήθη” με τη μαρμαρυγή της Δικαιοσύνης. Ως αποκυήμα των πολλών χρόνων εγκατάλειψης της δημόσιας σφαίρας και της ατομικής ευθύνης, αυτές οι λογικές βρωμάνε ανάθεση και είναι ικανές να γεννήσουν μόνο περισσότερη ανάθεση, ανευθυνότητα, μοιρολατρία, παραίτηση, διαχωρισμό, τελμάτωση, ιεραρχίες και ετερόνομα ανδράποδα, συνηθισμένα στην υποταγή μπρος το κάθε δεσπόζον κοινωνικό σύστημα, αντί για περήφανα και αξιοπρεπή πρόσωπα.

Διαχρονικά, τα ίδια φαινόμενα, οι ίδιες τετριμμένες πολιτικές επιλογές γίνονται κάρβουνο στη μηχανή θανάτου του φασισμού και κάθε ολοκληρωτισμού, εφοδιάζοντάς τους με οράματα προσφιλή για το εκπαιδευμένο στην αποποίηση του εαυτού πλήθους. Γι’ αυτό φροντίζουμε να μη λησμονούμε πως το λαϊκό φύραμα ετερόκλητων συμφερόντων και αξιών, ομοιόμορφο και αρραγές μόνο εν είδει σώματος κυβερνητικής διαχείρησης και βιο-πολιτικής επένδυσης, αποτελεί μήτρα και όχι εξολοθρευτή του φασισμού. Τα δικαστήρια και, κατ’ επέκταση, το δίκαιο, καθίστανται ευκταίο αντικείμενο διεκδίκησης αναμεταξύ των ανακυκλωμένων πολιτικών ομαδοποιήσεων, επειδή, εν αντιθέσει με την περήφανη ατομική αυτοδικία, εκπροσωπεί την υπάρχουσα ιεραρχική και αλλοτριωτική τάξη ενάντια στις άπειρες πιθανότητες της αναρχικής ανταρσίας.

Η διαρκής αναρχική ιστορική κίνηση γνωρίζει πως ο φασισμός προκύπτει αναπόδραστα όταν το πρόσωπο, με το κριτικό του πνεύμα, συνθλίβεται στη μέγγενη των εκάστοτε μεγαλόστομων αφεραίσεων, είτε πρόκειται για έθνη, είτε για τάξεις, είτε για τα κενά αξιακά συστήματα των -ξεπουλημένων στις αγορές- σύγχρονων δημοκρατιών. Ως εκ τούτου, η δημόσια παρουσία των αναρχικών και οι τακτικές τους επιλογές οφείλουν να συνοδεύονται από μία συστηματική κριτική σε κάθε μηχανισμό μαζοποίησης και ανάθεσης. Δίχως μία αδιάσπαστη συνέχεια μεταξύ της αναρχικής επίθεσης στα φαντάσματα του έθνους, της φυλής, του κράτους, της δικαιοσύνης, και της μάχης ενάντια στον φασισμό, δεν είμαστε καταδικασμένοι μόνο να υστερούμε μεθοδολογικά στην αντιμετώπιση του δεύτερου, αλλά, πολύ περισσότερο, να χάνουμε το νόημα και τη συνάφεια στο εσωτερικό μας. Μένουμε μονίμως πνιγμένες στις αντιφάσεις, ανίκανοι να τις υπερβούμε ανακτώντας την πίστη στις δυνάμεις, την πίστη στην προοπτική να διαρρήξουμε τον ρου της ιστορίας. Μένουμε ουρά όσων έχουν μάθει να ζουν με αυτές, αναρριχώμενοι στον βούρκο του σημερινού πολιτικαντισμού. Η ολική συντριβή του φασισμού συμπεριλαμβάνεται στον αναρχικό αγώνα για καταστροφή κάθε μορφής εξουσίας και ολοκληρωτισμού, και δε συναγελάζεται με προοδευτικούς θιάσους, δικαστικές ετυμηγορίες και δήθεν αντιφασιστικές μωρολογίες. Η ολική συντριβή του φασισμού διέρχεται μέσα από τη ριζοσπαστική ρήξη με τις κοινωνικές και υποκειμενικές συνθήκες γέννησής του, και ειδικά με τη δικαιοσύνη (αστικής ή οποιασδήποτε άλλης υπερβατικής απόχρωσης) ως εξέχουσας μεταξύ αυτών.

Θάνατος στον Φασισμό

Θάνατος στο Δίκαιο της επιβολής και της εξουσίας

Πόλεμος με κάθε μέσο για την Αναρχία στο εδώ και τώρα

Λύσσα και Συνείδηση

Consumimur Igni – Σύμπραξη για τους σκοπούς της ανάφλεξης.

Η έννοια της Iδεολογίας

(α μέρος ) η συνεισφορά του μαρξισμού

«Οι ιδέες έχουν μια γενεαλογία που, αν αποκαλυφθεί, φέρνει συχνά σ’ αμηχανία τους υποστηρικτές τους». R. Tawney

«Η Ιστορία των Ιδεών είναι ένα πλούσιο αλλά από τη φύση του ακαθόριστο πεδίο, που αντιμετωπίζεται με εύλογη καχυποψία από τους ειδικούς άλλων επιστημονικών κλάδων μεγαλύτερης ακριβείας, έχει όμως και τις εκπλήξεις και τις απολαβές της. Μεταξύ αυτών είναι και η ανακάλυψη ότι μερικές από τις πιο οικείες αξίες της κουλτούρας μας είναι περισσότερο πρόσφατες απ’ όσο θα υπέθετε κανείς αρχικά».
Isaiah Berlin

Η λέξη «ιδεολογία» σήμερα είναι ως επί το πλείστον φορτισμένη με αρνητικό σημασιολογικό περιεχόμενο, φέρνοντας στον νου μας τη διανοητική προκατάληψη, αν όχι και τη συνειδητή απόπειρα εξαπάτησης του κόσμου από επιτήδειους συμφεροντολόγους. Στον χώρο των πολιτικών συζητήσεων, ο όρος «ιδεολογία» είναι ίσως από τους πιο πολυχρησιμοποιημένους και πολυσυζητημένους. Τι είναι όμως ιδεολογία; Είναι η ύπαρξή της ευεργετική ή αρνητική για τις κοινωνίες; Μπορεί να μελετηθεί επιστημονικά ή κάθε απόπειρα κατανόησής της μαρτυρεί τις υποκειμενικές προτιμήσεις του εκάστοτε ερευνητή; Αρχικά, ως ιδεολογία, με την ευρύτερη σημασία του όρου, θεωρείται σύμφωνα με τον John Plamenatz, κάθε θεωρητική νομιμοποίηση των συμφερόντων μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, μέσα σε μια κοινωνία. Για παράδειγμα, τα θρησκευτικά συστήματα στην αρχαία Αίγυπτο και Ινδία ή στη μεσαιωνική Ευρώπη στήριζαν τα οικονομικά συμφέροντα μιας ιερατικής τάξης, που είχε ιδιαζόντως προνομιακή θέση μέσα στις κοινωνίες τους. Φυσικά, η ιδεολογία δεν είναι αναγκαστικά κάτι το ψευδές, αλλά κάτι που χρησιμοποιείται ως μέσο δικαίωσης ορισμένων συμφερόντων, ανεξάρτητα από το αν τελικά είναι αληθές ή ψευδές. Ούτε είναι απαραίτητο να ταυτίζεται η ιδεολογία με τη συνειδητή εξαπάτηση. Είναι όμως απαραίτητο να χρησιμοποιείται για να στηρίξει τα συμφέροντα κάποιων. Όπως θα φανεί παρακάτω, η αρνητική σημασία της λέξης από το ευρύ κοινό δεν απέχει πολύ από τον τρόπο που προσεγγίζεται κατά κανόνα η ιδεολογία από τους διάφορους κοινωνιολόγους και πολιτικούς επιστήμονες.

Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα ιδεολογίας, αποτελούν οι μύθοι. Σύμφωνα με τον Joseph Campbell (1904-1987), μια από τις τέσσερεις βασικές λειτουργίες του μύθου, είναι η «κοινωνιολογική», δηλαδή η ισχυροποίηση της (υπάρχουσας) κοινωνικής τάξης. Είναι γνωστό ότι, στον αρχαίο κόσμο, οι μύθοι δεν είχαν μονάχα θρησκευτικό και ψυχαγωγικό ρόλο, παρά διέθεταν και νομιμοποιητική λειτουργία, καθώς δικαιολογούσαν και αντιπροσώπευαν τη νομιμότητα της εξουσίας των κυρίαρχων τάξεων έναντι των κατώτερων. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι οι αριστοκρατικές οικογένειες στην αρχαία Ελλάδα προέβαλαν αξιώσεις κύρους προβάλλοντας τον ηρωικό ρόλο κάποιου μυθικού προγόνου-γενάρχη, από τον οποίο ισχυρίζονταν ότι η οικογένειά τους καταγόταν. Ιδιαίτερη έμφαση στην ιδεολογία δόθηκε κατά τους Νεώτερους Χρόνους.

Αρχικά, η ιδεολογία προσεγγιζόταν με την προσδοκία να γίνει κατανοητή δια της επιστημονικής γνώσης και αντικειμενικότητας. Συγκεκριμένα, ο Γάλλος φιλόσοφος Antoine Destutt De Tracy (1754-1836) μεταχειρίστηκε τον όρο, με σκοπό να δηλώσει τη φιλοδοξία του να θεμελιώσει την επιστημονική γνώση των ιδεών, στα πρότυπα των φυσικών επιστημών. Η σύγχρονη και απαξιωτική σημασία του όρου, δόθηκε αρχικά από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη στους αισθησιοκράτες οπαδούς του Condillac και επικράτησε μετά τη χρήση του όρου από τον Marx και τον Engels. Ωστόσο, σημαντικότατο ρόλο στην αναγνώριση του ρόλου των ιδεολογιών γενικότερα, έπαιξε ο μαρξισμός. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η σοσιαλιστική σκέψη είχε αποκρυσταλλωθεί σε δύο κύριες τάσεις: αφενός η ιδεαλιστική και ουτοπική κατεύθυνση (κυρίως οι Proudhon, Owen και Fourier), που στηριζόταν στον ελεύθερο συνεταιρισμό των ανθρώπων, ενώ από την άλλη η απολυταρχική και συγκεντρωτική κατεύθυνση, με επιφανέστερο θεωρητικό τον Karl Marx (1818-1883), που μαζί με τον Friedrich Engels (1820-1895), επεδίωκε τη δέσμευση και την κοινωνική αναδιανομή της ιδιοκτησίας. Η πρώτη ομάδα εξέφραζε περισσότερο ηθικές διαμαρτυρίες για τα αρνητικά της εκβιομηχάνισης, στην τότε υπάρχουσα μορφή της, εισηγούμενη νέες κοινωνικές δομές που θα την αντικαταστήσουν, ενώ η δεύτερη προέβαλε επιστημονικές αξιώσεις για την κατανόηση του καπιταλισμού και τη συνακόλουθη υπέρβασή του. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Marx: «οι φιλόσοφοι έχουν απλώς εξηγήσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους, αυτό που έχει σημασία είναι να τον αλλάξουμε». Για τον σκοπό αυτόν, πρώτοι οι Marx και Engels κατέδειξαν το πώς ένα ιδεολογικό σύστημα παρουσιάζει ως καθολικά τα επιμέρους συμφέροντα κάποιων συγκεκριμένων ομάδων, εξαγιάζοντας τον κοινωνικό ρόλο τους. Ας δούμε λοιπόν αναλυτικότερα τη μαρξική ανάγνωση της ιδεολογίας.

Αρχικά, ο όρος «ιδεολογία» χρησιμοποιείται από τους Marx και Engels απαξιωτικά, για να υποβαθμίσει τους στοχαστές της εγελιανής Αριστεράς στη Γερμανία των μέσων του 19ου αιώνα (Feuerbach, αδελφοί Bauer κ.α.), οι οποίοι στηριγμένοι στον Hegel, ερμήνευαν την παγκόσμια ιστορία ως τη διαλεκτική (δηλ. μέσω αντιθέσεων και υπέρβασής τους) πορεία του πνεύματος προς όλο και μεγαλύτερη πρόοδο. Οι δύο συγγραφείς αντιστρέφουν αυτή τη συλλογιστική, θέτοντας ως πρώτο παράγοντα το υλικό στοιχείο και ειδικότερα, την οικονομία, μέσα από τη θεωρία τους που ονομάζεται ιστορικός υλισμός. Σύμφωνα με τους Marx και Engels, ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία είναι έκφραση της πάλης των τάξεων, χαρακτηρίζεται δηλαδή από συγκρούσεις χάριν των ανταγωνιστικών οικονομικών συμφερόντων. Οι άνθρωποι, υποστηρίζουν, δεν είναι υπόδουλοι των θρησκευτικών και φιλοσοφικών ιδεών, ούτε καν των πολιτικών θεσμών, αφού όλα αυτά δεν είναι παρά η αντανάκλαση της ιδιοκτησίας στον χώρο των ιδεών. Βάση κάθε κοινωνίας είναι η οικονομικές συνθήκες. Συγκεκριμένα, η ιστορία χαρακτηρίζεται από τέσσερεις μεγάλες φάσεις ιδιοκτησίας: πρωτόγονος κομουνισμός, δουλοκτησία, φεουδαρχία, καπιταλισμός και τέλος, σοσιαλισμός (ο οποίος πρόκειται να διαδεχθεί μελλοντικά τον καπιταλισμό). Μετά την αρχική και πρώιμη φάση κοινοκτημοσύνης στις πρωτόγονες κοινωνίες, ήρθε η «φυλετική ιδιοκτησία», καθώς υπήρχε ελάχιστος καταμερισμός εργασίας. Αργότερα, αφού ενώθηκαν πολλές επί μέρους φυλές, προέκυψαν οι αρχαίες κοινωνίες, στις οποίες χρησιμοποιήθηκε πλέον η «κοινοτική ιδιοκτησία». Μετά την καταστροφή της τεχνολογίας μέσα στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, έκανε την εμφάνισή του ο Μεσαίωνας, στον οποίο κυριαρχούσε η φεουδαρχία και η οικονομία βασίστηκε στους δουλοπάροικους (κατ’ αναλογία με τους δούλους άλλων εποχών). Οι δουλοπάροικοι του Μεσαίωνα αντικαταστάθηκαν σταδιακά από τη μεσαία τάξη των βιοτεχνών, από την οποία, εξαιτίας της περαιτέρω ανάπτυξης των τεχνών και της βιομηχανίας, προήλθαν τελικά οι αστοί. Για να κυκλοφορεί ταχύτερα το χρήμα, συνέβη η ανάπτυξη του νομισματικού συστήματος και άρχισε να εμφανίζεται ο ανταγωνισμός των εθνών: η αρχή της παγκόσμιας αγοράς είναι ήδη γεγονός.

Πρόκειται για την τέταρτη φάση ιδιοκτησίας, την αστική ιδιοκτησία (καπιταλισμός). Κατά τη σύγχρονη εποχή, που ήλθε στο ιστορικό προσκήνιο η αστική τάξη, οι ταξικοί αγώνες απλουστεύτηκαν, με αποτέλεσμα το σχηματισμό δύο αντιμέτωπων τάξεων: των αστών και των προλετάριων. Έτσι φτάσαμε να υπάρχουν δύο μεγάλες τάξεις, με ανταγωνιστικά συμφέροντα: η αστική τάξη, που κατέχει τα μέσα παραγωγή και η εργατική τάξη (προλεταριάτο), το οποίο πρακτικά δεν κατέχει τίποτε. Μέσα στο καθεστώς της αστικής ιδιοκτησίας, οι πανάρχαιες ανισότητες ανάμεσα στους ανθρώπους έχουν εξωθηθεί στα άκρα: υπάρχει μια μικρή μειοψηφία που κατέχει όλον τον κοινωνικό πλούτο (αστοί) και από την άλλη μεριά, μια τεράστια πλειοψηφία που δεν κατέχει τίποτε (προλετάριοι). Ο κόσμος μας βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας επανάστασης: της προλεταριακής. Είναι μονάχα ζήτημα χρόνου μέχρι οι υλικές ανάγκες να ωθήσουν το διεθνές προλεταριάτο να ανατρέψει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Βέβαια, είναι γεγονός ότι σε κάθε εποχή συνέβαιναν κοινωνικές επαναστάσεις. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν οι Marx και Engels, η πρώτη πράξη της ιστορίας είναι η ικανοποίηση των υλικών αναγκών και οι παραγωγικές σχέσεις που αυτή απαιτεί. Όταν οι ανάγκες ικανοποιηθούν σε ένα βασικό επίπεδο, προκύπτουν νέες ανάγκες, οι οποίες πρέπει με τη σειρά τους στο εξής να καλυφθούν. Καθώς όμως ο μηχανισμός της οικογένειας αναπαράγει συνεχώς την ανθρωπότητα, προκύπτει ότι κάθε στάδιο τεχνολογικής ανάπτυξης («παραγωγικές δυνάμεις») γεννά μιαν αντίστοιχη μορφή επικοινωνίας («παραγωγικές σχέσεις»). Με την εξέλιξη όμως των παραγωγικών δυνάμεων, οι παλιές παραγωγικές σχέσεις παύουν να αντιστοιχούν σε αυτές, οπότε στην κοινωνία ξεσπούν αναταραχές. Η πάλη των τάξεων κλιμακώνεται. Τότε ακριβώς κάνει την εμφάνισή της εκείνη η τάξη, η οποία μέχρι τότε επωμιζόταν όλα τα βάρη της κοινωνίας, δεν απολάμβανε όμως τα αντίστοιχα πλεονεκτήματα και βρισκόταν στο περιθώριο. Αυτή η τάξη κάνει επανάσταση και καταλήγει σε ένα καταμερισμό της παραγωγής που να είναι προς όφελός της. Αυτό συνέβη λόγου χάρη στη Γαλλία το 1789, όταν η αστική τάξη ανέτρεψε τους ευγενείς και ήρθε στο ιστορικό προσκήνιο. Έτσι και τώρα λοιπόν είναι ζήτημα χρόνου να σπρώξουν οι υλικές ανάγκες το προλεταριάτο σε εξέγερση και ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης. Ωστόσο, προσθέτουν ο Marx και Engels, η μελλοντική κομουνιστική επανάσταση δε θα είναι μια ακόμη κοινωνική επανάσταση στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας.

Σε όλες ανεξαιρέτως τις προγενέστερες επαναστάσεις, υποστηρίζουν, συνέβαινε το εξής: μια τάξη εξεγειρόταν με σκοπό να πετύχει έναν ευνοϊκότερο για την ίδια καταμερισμό εργασίας. Γι’ αυτό το σκοπό προωθούσε την ιδέα ότι τα συμφέροντά της αποτελούν συμφέροντα του συνόλου της κοινωνίας, μέσω του μηχανισμού της «ιδεολογίας». Για παράδειγμα, στη Γαλλική επανάσταση η αστική τάξη «μετέφρασε» τα οικονομικά της συμφέροντα σε ιδέες που έμοιαζαν να ωφελούν το σύνολο (φιλελευθερισμός) και έτσι εκτόπισε τον κλήρο και τους φεουδάρχες, που μέχρι τότε ήταν κυρίαρχοι. Αν και βέβαια ο Marx γενικά δε μεταχειρίστηκε στα γραπτά του τον όρο «ψευδής συνείδηση», ενώ ο Engels τον χρησιμοποίησε αργότερα σε επιστολή του (γύρω στο 1893), ο τρόπος που οι δύο στοχαστές σκιαγραφούν την «ιδεολογία» παραπέμπει ακριβώς εκεί. Η ιδεολογία είναι μια ψευδής συνείδηση, που στόχο έχει να αποκρύπτει την πραγματικότητα της ταξικής εκμετάλλευσης, διατηρώντας την κοινωνική συνοχή (και την προνομιακή θέση των κυρίαρχων τάξεων). Τα πράγματα στην περίπτωση του προλεταριάτου όμως είναι διαφορετικά, θεωρούν. Στην εποχή μας ο καταμερισμός εργασίας έχει γίνει τεράστιος και η μεγάλη βιομηχανία έχει καταστήσει την αστική τάξη απόλυτη ιδιοκτήτρια των μέσων παραγωγής. Το προλεταριάτο αντίθετα είναι μία κοινωνική τάξη που δε κατέχει ιδιοκτησία και συγχρόνως πλειοψηφεί συντριπτικά. Αυτό σημαίνει πως λόγω της ιδιαίτερης κατάστασής του, το προλεταριάτο είναι η μοναδική τάξη στην ιστορία που μπορεί να αναπτύξει εντελώς αυτόνομη δραστηριότητα. Με λίγα λόγια, η προλεταριακή επανάσταση δε θα μεταβάλλει απλώς προς όφελός της τις συνθήκες ιδιοκτησίας, αλλά θα πλήξει την ίδια τη βάση της ταξικής κοινωνίας: την ιδιοκτησία. Με την προλεταριακή επανάσταση, τα μέσα παραγωγής θα περάσουν στα χέρια των εργατών και η ατομική ιδιοκτησία θα καταργηθεί εντελώς. Στη θέση της θα επικρατήσει η κοινοκτημοσύνη αγαθών. Αυτός είναι και ο λόγος που αυτή η μελλοντική επανάσταση έχει το χαρακτηρισμό «κομουνιστική». Σύμφωνα με τους Marx και Engels, η κομουνιστική επανάσταση θα προκύψει νομοτελειακά μόλις κλιμακωθεί αρκετά η ταξική πάλη. Όταν δηλαδή κορυφωθούν οι αντιφάσεις ανάμεσα σε κατέχοντες (αστούς) και μη κατέχοντες (εργάτες-προλετάριους), θα προκύψει η επανάσταση. Όσο για τη φιλοσοφία, τη θρησκεία και το κράτος σήμερα, αφού είναι απλά προϊόντα της αστικής ιδιοκτησίας για να την εξυπηρετούν, θα καταργηθούν αυτόματα μετά την ανατροπή της. Ο Marx δηλώνει λοιπόν ξεκάθαρα ότι η κοινωνική αδικία εν γένει θα εξαλειφθεί όταν γίνει το πέρασμα από την καπιταλιστική στην κομουνιστική, αταξική κοινωνία. Για να γίνει όμως αυτό είναι αναγκαίο να μεσολαβήσει το στάδιο της «δικτατορίας του προλεταριάτου», κατά το οποίο η εργατική τάξη θα κυριαρχήσει με βίαιη εξέγερση πάνω στην αστική, χρησιμοποιώντας προς όφελός της το κράτος. Με τη βοήθεια του κράτους, η εργατική τάξη θα αναδιανείμει τα μέσα παραγωγής και όχι τα μέσα κατανάλωσης, όπως προσπαθούν να κάνουν κατά καιρούς οι σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί. Τότε μονάχα τα αγαθά θα παράγονται και θα διαμοιράζονται στον κάθε άνθρωπο αναλόγως των προσωπικών του αναγκών, θα σταματήσει η πανάρχαια αδικία και οι άνθρωποι θα απελευθερωθούν από τη σκλαβιά της εργασίας. Στη θέση των ήπιων σοσιαλδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, ο Marx αντιπροτείνει την επανάσταση, την προλεταριακή δικτατορία στη θέση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ενώ στη θέση των εθνικών κυβερνήσεων τον σοσιαλιστικό διεθνισμό.

Σύμφωνα με τους Marx και Engels, η κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων κινείται σε κάθε εποχή μέσα σε ορισμένες δομές (θεωρία δομής και εποικοδομήματος). Αν οι μορφές αυτές καταργηθούν, τότε αλλάζουν και οι ιδέες που επικρατούν. Αν καταστραφούν οι παρούσες οικονομικές σχέσεις (π.χ. καπιταλισμός και αστική ιδιοκτησία), θα εξαφανιστούν αυτομάτως και τα παλιά ιδανικά. Βλέπουμε λοιπόν ότι για τον κλασικό μαρξισμό, η ιδεολογία συνιστά αφενός μια θεωρητική νομιμοποίηση των οικονομικών συμφερόντων μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης σε μια κοινωνία, η οποία προβάλλει τα συμφέροντά της ως συμφέροντα όλων, και αφετέρου ένα μέσο το οποίο πρόκειται να εξαφανιστεί εντελώς ύστερα από την επανάσταση του προλεταριάτου και τη μετάβαση στην αταξική κοινωνία, που θα σημάνει ουσιαστικά και το τέλος της ιστορίας της αδικίας και των συγκρούσεων.

Το εσχατολογικό όραμα της παραπάνω περιγραφής είναι εμφανές. Εδώ μπορούμε, ακολουθώντας τον Martin Buber, να διακρίνουμε σε αυτό που αποκαλείται συνήθως «ουτοπία», δύο διαφορετικές και αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις: από τη μια είναι η ουτοπία (με μια ειδικότερη σημασία), δηλαδή η απεικόνιση ενός τέλειου τόπου που εξαρτάται όμως από την ανθρώπινη βούληση και προϋποθέτει την εσωτερική μεταμόρφωση ανθρώπου. Από την άλλη βρίσκεται η εσχατολογία, που εκφράζει την προοπτική ενός τέλειου χρόνου, που πραγματώνεται με διαδικασίες ανεξάρτητες από τον άνθρωπο, με άνωθεν αλλαγή και τελείωση του κόσμου συνολικά. Ο μαρξισμός ανήκει πρωτίστως στην εσχατολογία, αν και δευτερευόντως διαθέτει και ουτοπικά στοιχεία, ενώ αντίθετα, ο επονομαζόμενος «ουτοπικός σοσιαλισμός» ανήκει στην ουτοπία, καθώς δίνει έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα για τον σχηματισμό της ιδεατής κοινωνίας. Υποδεικνύοντας λοιπόν πρώτος συστηματικά τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που υπάρχουν στις ανθρώπινες κοινωνίες, ο μαρξισμός αντιπροέβαλε ένα ιδεώδες υπέρβασής τους. Έτσι, αναδείχθηκε ως η πλέον συστηματική ιδεολογία και ουτοπία (ή μάλλον ορθότερα: εσχατολογία), δείχνοντας ιστορικά τους τρόπους που μια ιδεολογία αποκαλύπτει, κηρύσσει, εμπνέει και τελικά διαστρέφεται στην πράξη σε δυστοπία.

Όπως έχει παρατηρηθεί, ο μαρξισμός υπήρξε η τελευταία «αστική» κοσμοθεωρία, καθώς διέπεται από το συνθετικό σύστημα σκέψης, το οποίο χαρακτηρίζει τον αστικό πολιτισμό, η τελευταία «μεγάλη αφήγηση», για να θυμηθούμε τον Lyotard. Έπειτα από αυτόν, η πολιτική θα αναγνωριστεί ως ο αδιάκοπος αγώνας για κατάκτηση εξουσίας μέσα στην ιστορία, που δεν περιορίζεται σε οικονομικά/ταξικά κίνητρα και κατά συνέπεια δεν πρόκειται να λάβει τέλος. Πάντως, η σύλληψη της ιδεολογίας, ως εξαρτημένης από ιστορικοκοινωνικούς παράγοντες και ως εργαλείου νομιμοποίησης του κοινωνικού ελέγχου, υπήρξε η αφετηρία ενός νέου επιστημονικού κλάδου, που δεν είναι άλλος από την Κοινωνιολογία της Γνώσης. Συγκεκριμένα, ύστερα από το έργο των Marx και Engels, που παρουσιάσαμε, ορόσημο στη μελέτη των ιδεολογιών στάθηκε η σκέψη του Ιταλού κοινωνιολόγου Vilfredo Pareto (1848-1923), για τον οποίον θα μιλήσουμε στη συνέχεια.

(β μέρος) o Pareto, τα παράγωγα και η κυκλοφορία των ελίτ στην εξουσία

«Η ιδεολογική ενότητα του όχλου, λοιπόν, δεν είναι παρά ένας μύθος. Η ενότητα εκδηλώνεται μόνο σε κάθε ομάδα που έχει ίδια συμφέροντα».
(Gustave Le Bon)

Έχοντας σκιαγραφήσει επαρκώς τη μαρξική ανάλυση της ιδεολογίας, μπορούμε πλέον να περάσουμε στην παρουσίαση της σκέψης του κοινωνιολόγου Viflredo Pareto (1848-1923) και ειδικότερα, της περίφημης θεωρίας του για την κυκλοφορία των ελίτ. Σύμφωνα με τον Pareto, οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται εν γένει από έλλειμμα λογικής σκέψης και κρίσης, θεωρούν όμως εαυτούς ορθολογικά όντα και έτσι χρησιμοποιούν εν αγνοία τους τη λογική για να στηρίξουν εκ των υστέρων τις αποφάσεις που έχουν λάβει με εντελώς ανορθολογικό τρόπο. Όπως υποστηρίζει ο Ιταλός κοινωνιολόγος, ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία είναι στην πραγματικότητα η ιστορία της αλληλοδιαδοχής ορισμένων κοινωνικών ελίτ. Τα «παράγωγα», όπως τα αποκαλεί, είναι οι ιδέες που ευνοούν τη νέα ελίτ, αλλά παρουσιάζονται ψευδώς ως ευεργετικές για το σύνολο της κοινωνίας. Η έννοια των παραγώγων, μια έννοια που θυμίζει κάπως το μαρξικό «εποικοδόμημα», διαφέρει από αυτό ως προς το ότι δε θεωρείται αιτιοκρατικά καθορισμένο από τους οικονομικούς παράγοντες, αλλά περιλαμβάνει εντός του τις διάφορες ιδεολογικές ψευδαισθήσεις που χρησιμεύουν (χωρίς φυσικά να το συνειδητοποιούν οι θιασώτες τους) στο να ανοίγουν τον δρόμο στην κυριαρχία της νέας ελίτ, νομιμοποιώντας την εξουσία της. Σύμφωνα με τον Pareto, η χριστιανική συναδέλφωση των ανθρώπων, τα δικαιώματα του ατόμου που προέβαλε η Γαλλική επανάσταση, καθώς και η σοσιαλιστική οικονομική ισότητα, αποτελούν εξίσου παράγωγα, δηλαδή ιδεολογικές ψευδαισθήσεις που εξυπηρετούν την ιστορική ανάδυση και κυριαρχία μιας νέας ελίτ εντός της κοινωνίας. Αν κάποιος παραμερίσει αυτά τα ιδεολογικά ψιμύθια, αυτό που θα αποκαλυφθεί είναι οι εξουσιαστικές βλέψεις της εκάστοτε νέας ελίτ, ύστερα από την εμφανή παρακμή της εξουσίας της ήδη υπάρχουσας. Σύμφωνα με τον Pareto, ο σοσιαλισμός δεν είναι ανέφικτος. Αντίθετα, το σοσιαλιστικό κίνημα είναι πιθανό να επιτύχει τη νίκη, χωρίς ωστόσο να πραγματοποιηθούν τα εξισωτικά ιδεώδη που με τόσο πάθος πρεσβεύει, αφού όπως είδαμε αυτά είναι μονάχα τρόποι δικαιολόγησης της κυριαρχίας μιας ελίτ. Σήμερα, στις αρχές του 20ού αιώνα, ισχυρίζεται ο Pareto, η βιομηχανική ανάπτυξη έχει ωθήσει στον σχηματισμό μιας νέας ισχυρής τάξης, το προλεταριάτο και οι αστοί παρακμάζουν συνεχώς. Επομένως, καταλήγει, πρόκειται να δούμε μια νέα κοινωνική ελίτ που στο εξής θα μιλά και θα δρα εξ ονόματος του προλεταριάτου, ανατρέποντας την παλιά και παρηκμασμένη ελίτ των αστών, όπως ακριβώς, μετά τη Γαλλική επανάσταση του 1879, όταν οι αστοί τελικά ανέτρεψαν τη γερασμένη και ετοιμοθάνατη τάξη των ευγενών της κληρονομικής και φεουδαρχικής αριστοκρατίας στην Ευρώπη.

Βέβαια, η σκέψη του Pareto εν μέρει προεκτείνει τους αντίστοιχους στοχασμούς του Γάλλου συγγραφέα και πρωτοπόρου στην κοινωνική ψυχολογία, Gustave Le Bon (1841-1931). Συγκεκριμένα, ο Le Bon διαιρεί τις επαναστάσεις σε τρία είδη: θρησκευτικές, πολιτικές και επιστημονικές (αν και δεν εξετάζει τις τελευταίες, αφού κατά τη γνώμη του διέπονται πλήρως από ορθολογισμό). Σύμφωνα με τον ίδιο, οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση μιας επανάστασης, είναι η δημαγωγία και η σύμπραξη του στρατού. Ειδικά η πρώτη είναι πάντοτε υπαρκτή, καθώς οι λαοί κινούνται με βάση το συναίσθημα και μόνον υπό την καθοδήγηση κάποιου δημοφιλή ηγέτη. Τα ορθολογικά ιδεώδη είναι αδύνατο να οδηγήσουν σε επανάσταση, αν δεν απευθυνθούν στο συναίσθημα του πλήθους. Ο Le Bon εξηγεί ότι οι λαοί τείνουν γενικά να είναι «συντηρητικοί» απέναντι στη μεταβολή, ενώ κάθε πραγματική αλλαγή των θεσμών είναι βασικά αλλαγή μέσα στην ψυχική σύνθεση του λαού που τις υφίσταται. Κάθε επανάσταση προκαλεί αναταραχή, με αποτέλεσμα τη βία και τη γενικότερη αναρχία, ενώ μετά το πέρας της επανάστασης, προκύπτει μια δικτατορία για να σταθεροποιήσει την κατάσταση εγκαθιδρύοντας τη νέα τάξη. Αναλόγως της παράταξης που επικρατεί, η βιαιότητα της επανάστασης η βιαιότητα ξεσπά πάνω στους αντίστοιχους ηττημένους. Ο λόγος που μόνο μια δικτατορία μπορεί να επαναφέρει την τάξη, είναι ότι σε κάθε επανάσταση καταργούνται οι κοινωνικοί δεσμοί και καταπιεσμένα προγονικά συναισθήματα, που είναι παρόντα σε κάθε επιμέρους άτομο, απελευθερώνονται ορμητικά και ωθούν σε αδιανόητες ακρότητες. Πρωτεργάτες αυτών των βιαιοτήτων είναι κατά κανόνα οι κάθε λογής δυσαρεστημένοι της κοινωνίας, δηλαδή οι παραβατικοί, οι άνεργοι και οι αλκοολικοί. Πρώτη η ιδεολογία των έξυπνων πρωτεργατών (αντιστοιχία με τα «παράγωγα» του Pareto), ύστερα η δημαγωγία στον λαό, έπειτα η στήριξη του στρατού, και τέλος, η μαζική δράση, που λόγω του έμφυτου «συντηρητισμού» της, δε διστάζει να επαναφέρει κάτι αρκετά όμοιο με αυτό που ανετράπη. Για να δράσουν επαναστατικά οι λαοί, πρέπει να καθοδηγούνται αφενός από ένα ιδανικό και αφετέρου από κάποιον χαρισματικό ηγέτη. Ο Pareto διευκρινίζει ότι θεωρεί κάπως προκατειλημμένο τον Le Bon, ωστόσο συνεχίζει τη σκέψη του, τονίζοντας ότι ενώ ο σύγχρονος κόσμος μας έχει τοποθετήσει τη μάζα στο ιστορικό προσκήνιο, πραγματικοί υποκινητές κάθε μάζας είναι ορισμένες ελίτ.

Τι συμβαίνει όμως κατά τις περιόδους διαδοχής των ελίτ στην εξουσία; Σύμφωνα με τον Pareto, κατά τις επαναστατικές περιόδους, στις οποίες συντελείται η διαδοχή της παλιάς ελίτ από τη νέα, εμφανίζονται τρία κύρια χαρακτηριστικά συμπτώματα: αρχικά, ένταση των «θρησκευτικών» συναισθημάτων, ύστερα, σταδιακή παρακμή της παλιάς ελίτ και τέλος, άνοδος της καινούργιας. Σημάδια μιας παρακμάζουσας ελίτ είναι η έλλειψη πυγμής και η υποχωρητικότητα, πράγματα που την καθιστούν τελικά ευάλωτη στη συντριβή από μια νέα και ισχυρότερη ελίτ. Όταν ο Pareto κάνει λόγο για θρησκευτικά συναισθήματα, αυτό που εννοεί είναι οι παθιασμένες διακηρύξεις περί ανθρωπιάς (παράγωγα που προετοιμάζουν τη διαδοχή) και συνάμα η φανατισμένη σκληρότητα απέναντι σε όσους δεν τις συμμερίζονται. Σύμφωνα με τον Pareto, οι ιδέες που πρόκειται να θριαμβεύσουν στην κοινωνία, θα είναι μια εξαμβλωματική διαστρέβλωση και παραμόρφωση των ιδεών που οι θεωρητικοί του σοσιαλιστικού κινήματος πρεσβεύουν, όπως άλλωστε συνέβαινε ανέκαθεν στις κοινωνικές επαναστάσεις. Η κυριαρχία μιας νέας ελίτ ξεκινά πάντα ως ουτοπία και στο τέλος καταλήγει δυστοπία λόγω της σκληρότητάς της. Ο Pareto λέει πως δεν αποκλείεται να γίνουμε κάποτε μάρτυρες μιας νέα Ιεράς Εξέτασης, αυτή τη φορά όμως εκ μέρους των σοσιαλιστών προς τους αντιπάλους τους.

Βλέπουμε εδώ ότι ο Pareto διευρύνει τη μαρξική έννοια της ιδεολογίας ως εξαπάτησης και νομιμοποίησης συμφερόντων, τοποθετώντας εντός της όχι μονάχα τις οικονομικές κοινωνικές ομάδες (τάξεις), αλλά και κάθε κοινωνική ομάδα με επαρκώς συνειδητοποιημένα συμφέροντα. Επιπλέον, ενώ για τον Marx η ιδεολογία που εξυπηρετεί συμφέροντα πρόκειται να εξαφανιστεί στο προσεχές μέλλον, μετά την επανάσταση του προλεταριάτου, την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον κομουνισμό, για τον Pareto το παιχνίδι εξουσίας των ελίτ μέσα στην κοινωνία είναι αέναο και δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ. Αντίθετα με τον Marx, που λόγω του μεσσιανισμού με το οποίο συλλαμβάνει το προλεταριάτο είναι αισιόδοξος, ο Pareto εκφράζει μιαν απαισιοδοξία που αγγίζει τα όρια του κυνισμού. Αυτό, σε συνδυασμό ίσως με την έμφαση στον καθοριστικό ρόλο του ανορθολογικού παράγοντα μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, καθώς και τον ολιγαρχικό τρόπο σύλληψης της ιστορίας εκ μέρους του, είχαν ως αποτέλεσμα να λάβει ο Pareto, από ορισμένους, τον χαρακτηρισμό «ο Marx του φασισμού». Παρουσιάζει μάλιστα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο δικτάτορας Mussolini παρακολουθούσε κάποτε με θαυμασμό τις διαλέξεις του Pareto, στον οποίο έφτασε τελικά προσφέρει και μια θέση στην ιταλική Γερουσία.

Όσο και αν έχει επικριθεί ως απλουστευτικό και παρωχημένο, το ερμηνευτικό μοντέλο του Pareto υπήρξε επίσης αξιόλογη συνεισφορά. Αυτό ανέλαβε να δείξει και ο Robert Michels (1876-1936), αντλώντας τα καταγεγραμμένα δεδομένα από την οργάνωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της εποχής του. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ο Michels, εντός των δημοκρατικών κομμάτων και καθεστώτων υπάρχει πάντοτε μια οργανική τάση σχηματισμού ολιγαρχικών δομών. Κάθε κομματική οργάνωση συνιστά στην πραγματικότητα μια κραταιή ολιγαρχία με δημοκρατικά θεμέλια. Καμία οργάνωση, ούτε καν οι σοσιαλιστικές ή και αναρχικές ομάδες, δεν ξεφεύγουν από αυτόν τον κανόνα, τον οποίον ο Michels ονομάζει «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας». Μπορεί λοιπόν κάλλιστα να επικρατήσουν οι σοσιαλιστές στην κοινωνία, επ’ ουδενί όμως ο σοσιαλισμός. Μάλιστα, ο σοσιαλισμός εξανεμίζεται ακριβώς τη στιγμή που επικρατούν οι οπαδοί του. Παρά το γεγονός ότι έχουν επιστρατεύσει όλες τις δυνάμεις τους, οι μάζες τελικά απλώς αλλάζουν κυρίους. Το κράτος αποτελεί μια οργανωμένη μειοψηφία που επιβάλλει στην πλειοψηφία την τάξη. Η πλειοψηφία της ανθρωπότητας δε θα είχε ποτέ τη δυνατότητα (ή την ικανότητα) να αυτοκυβερνηθεί. Κανένα λαϊκό κίνημα δε μπορεί καθαυτό να αλλάξει μόνιμα την κοινωνία. Τα πιο αξιόλογα (από άποψη ευφυΐας, μόρφωσης, ηγετικών χαρισμάτων κ.λπ.) ξεκόβουν σιγά σιγά από το πλήθος και σχηματίζουν μια νέα κοινωνική ελίτ. Κατά συνέπεια, η αξίωση των πάσης φύσεως δημοκρατών για μια γνήσια εκπροσώπηση των λαϊκών αιτημάτων και για την αυτοκυβέρνηση του λαού, αποδεικνύεται σκέτος δονκιχωτισμός. Ο Michels βέβαια διευκρινίζει πως η θεωρία του Pareto είναι μόνο μερικώς ορθή, καθώς η εναλλαγή των ελίτ στην εξουσία συγκροτείται στην πραγματικότητα περισσότερο ως αδιάλειπτη συγχώνευση παλιών και νέων στοιχείων, παρά ως κανονική αντικατάσταση. Για παράδειγμα, οι ευγενείς στη Γαλλία δεν εξαφανίστηκαν οριστικά μετά την επανάσταση του 1789, αφού ακόμη και κατά τις αρχές του εικοστού αιώνα έχουν παρουσία στο ιππικό και στο διπλωματικό σώμα, σε μια αναλογία που υπερβαίνει κατά πολύ το αριθμητικό τους μέγεθος. Επιπλέον, παρά την αποκήρυξη της μαρξικής ουτοπίας και τη φιλοδοξία του για αντικειμενική επιστημονικά διερεύνηση, ο Pareto δεν κατόρθωσε να παραμερίσει ολοκληρωτικά τις προσωπικές προκαταλήψεις του και η ολιγαρχική του ιδιοσυγκρασία ευνόησε τον συντηρητισμό της αντιδημοκρατικής Δεξιάς της εποχής του. Γι’ αυτό και τη σκυτάλη για το εγχείρημα μιας αντικειμενικής και αμερόληπτης κατανόησης των ιδεολογικών ψευδαισθήσεων, θα παραλάβει στη συνέχεια ο ουγγρικής καταγωγής κοινωνιολόγος, Karl Mannheim (1893-1947), με την οποίο η Κοινωνιολογία της Γνώσης θα σημειώσει ακόμη μεγαλύτερη πρόοδο, όπως θα δούμε στο επόμενο τμήμα της πραγμάτευσής μας.

Πηγή: respublica

Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Από τον Σμιτ και τον ορντο-φιλελευθερισμό στο ευρώ

Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Από τον Σμιτ και τον ορντο-φιλελευθερισμό στο ευρώ

Werner Bonefeld

Μετάφραση: Κ.Κ.

Ολόκληρο το κείμενο σε μορφή pdf

Σύνοψη

Το άρθρο εξετάζει την εγκυρότητα, από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού της αγοράς, της άποψης του Χάγιεκ (Friedrich Hayek) ότι μια δικτατορία μπορεί να είναι πιο φιλελεύθερη στις πολιτικές της από ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο χωρίς περιορισμούς. Η επισήμανση του Χάγιεκ για τον δυνητικά μη φιλελεύθερο χαρακτήρα της δημοκρατικής διακυβέρνησης αποτελεί βασικό στοιχείο για τη γερμανική ορντο-φιλελεύθερη σκέψη που εμφανίστηκε στο πλαίσιο της κρίσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οι ορντο-φιλελεύθεροι στοχαστές γνώριζαν καλά την πολιτική θεολογία του Σμιτ και συμφωνούσαν μαζί του ότι το κράτος αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη στη σχέση μεταξύ αγοράς και κράτους, αντιλαμβανόμενοι αυτή τη σχέση ως μια σχέση μεταξύ ελεύθερης οικονομίας και ισχυρού κράτους. Υποστήριζαν ότι η εδραίωση της κοινωνικής τάξης είναι η προϋπόθεση της ελεύθερης οικονομίας· ο νόμος δεν εφαρμόζεται στη διασάλευση της τάξης και δεν δημιουργεί τάξη. Το φιλελεύθερο κράτος είναι η «συγκεντρωμένη δύναμη» αυτής της τάξης. Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι ο ορντο-φιλελευθερισμός είναι πιο δόκιμο να χαρακτηριστεί αυταρχικός φιλελευθερισμός ενώ αξιολογείται η σύγχρονη εγκυρότητά του σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εισαγωγή: Σχετικά με τον αυταρχικό φιλελευθερισμό

Ο όρος «αυταρχικός φιλελευθερισμός» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό νομικό Hermann Heller σε μια δημοσίευση του 1933 σχετικά με τη δεξιά κυβέρνηση του φον Πάπεν το 1932.[1] Στο άρθρο του εξέταζε το κείμενο του Καρλ Σμιτ «Ισχυρό κράτος και Υγιής Οικονομία» ως θεωρητική έκφραση της αυταρχικής στροφής της φιλελεύθερης σκέψης. Ο Heller χαρακτήριζε τη στροφή προς τον αυταρχισμό ως υποβάθμιση της δημοκρατικής διακυβέρνησης «υπέρ της δικτατορικής εξουσίας του κράτους» (Heller, 2015: 296).[2] Τη θέση του Σμιτ συμμερίζονταν σε μεγάλο βαθμό οι στοχαστές που θεμελίωσαν τον γερμανικό ορντο-φιλελευθερισμό. Κι αυτοί επίσης θεωρούσαν ότι ο δημοκρατικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν η βασική αιτία για την κρίση της Βαϊμάρης, υποστηρίζοντας ότι η μαζική δημοκρατία έχει ως συνέπεια την τυραννία.[3]

Στο πλαίσιο της Βαϊμάρης, η αυταρχική επαναβεβαίωση του κράτους δεν αποσκοπούσε μόνο στην υπέρβαση της «θλιβερής αδυναμίας» (Friedrich, 1955: 512) του φιλελεύθερου κράτους. Αποσκοπούσε επίσης στην αναδιάταξη των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων για την επίτευξη της ελεύθερης οικονομίας. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός αντιλαμβάνεται το κράτος ως «αστυνομία της αγοράς» (Rüstow, 1942). Σύμφωνα με τον Heller (2015), προϋποθέτει το κράτος στην καθαρά φιλελεύθερη μορφή του ως την οργανωμένη δύναμη και συγκεντρωμένη εξουσία του συστήματος ελευθερίας, επιβάλλοντας την ελευθερία της αγοράς και διατηρώντας αποπολιτικοποιημένες της κοινωνικοοικονομικές σχέσεις. Η αποπολιτικοποίηση είναι μια κατ’ εξοχήν πολιτική πρακτική. Για τον Σμιτ και τους ορντο-φιλελεύθερους «ο Λεβιάθαν προηγείτο και έπρεπε να προηγείται» (Streek, 2015: 363)· και δικαίως: βάσει αυτής της λογικής, και όπως είχε ήδη υποστηρίξει ο Άνταμ Σμιθ, η ελεύθερη οικονομία καταλήγει σε «αιματοχυσία και αταξία» (Smith, 1976: 340) εκτός εάν το κράτος εκπολιτίσει τη διαχείριση που ασκεί μέσω του νόμου, της αστυνομίας και της κατασκευής ηθικών αισθημάτων για το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός προϋποθέτει την «αστυνομία της αγοράς μέσω της ισχυρής κρατικής εξουσίας» (Rüstow, 1942: 289) ώστε να μπορεί να διατηρηθεί. Η ισχύς του κράτους ως αστυνομίας της αγοράς εξαρτάται από την ανεξαρτησία αυτής της ισχύος από την κοινωνία. Η ικανότητά της να εξουδετερώνει τη δημοκρατία και να εκπολιτίζει τη διαχείριση μιας οικονομίας που βασίζεται στην ελεύθερη εργασία εξαρτάται από το κράτος ως ανεξάρτητη και συγκεντρωμένη δύναμη της κοινωνίας.[4]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920/αρχές της δεκαετίας του 1930, η κριτική της μαζικής δημοκρατίας αποτελούσε κομμάτι της αντίδρασης της δεξιάς στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Στη δεκαετία του 1950, έγινε κομμάτι του «αντι-ολοκληρωτισμού» σύμφωνα με τον οποίο η μαζική δημοκρατία οδηγεί στην ανελευθερία και πρέπει να περιοριστεί προς όφελος μιας ανοικτής κοινωνίας. Όπως το θέτουν οι Willgerodt και Peacock (1989: 6), «όσοι βασίζονται στους κανόνες για να λάβουν φιλελεύθερες αποφάσεις, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα αυτών των αποφάσεων, πρέπει να απαντήσουν στο εξής ερώτημα: πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι αυτές οι αποφάσεις δεν θα καταστρέψουν τους φιλελεύθερους κανόνες;». Από αυτή τη σκοπιά, η ελευθερία πρέπει να προστατεύεται από τους εχθρούς της, ακόμη κι αν αυτοί κινούνται τυπικά εντός των νομικών ορίων μιας ελεύθερης κοινωνίας και εξασφαλίζουν κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες με τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών. Δηλαδή, «η εμπιστοσύνη στην ελευθερία πρέπει να συνοδεύεται από μια δυσπιστία απέναντι στις δυνάμεις που καταργούν την ελευθερία ή παρεμβαίνουν σε αυτή» (Lenel, 1989: 21). Προϋπόθεση της εμπιστοσύνης είναι η επιτήρηση. Η αναγνώριση των εχθρών της ελευθερίας εξαρτάται από τη βεβαιότητα των αδιαίρετων κοινωνικοοικονομικών αξιών και πολιτικών κανόνων που αναγνωρίζουν την ελεύθερη οικονομία ως μια «καθολική μορφή ύπαρξης» (Eucken, 2004: 321). Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο σχετικισμός δεν έχει αξίες για υπεράσπιση. Υποκύπτει στους «ταραχοποιούς» (Röpke, 2007). Με αυτό τον αξιοσημείωτο τρόπο, η δεξιά καταγγελία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης καθιερώθηκε ως μια μαχητική υπεράσπιση της μεταπολεμικής δημοκρατίας. Η «μαχητική δημοκρατία» απορρίπτει την ελευθεροφροσύνη ως ανοιχτή πρόσκληση προς τον εσωτερικό εχθρό. Αντίθετα, απαιτεί την περιστολή της δημοκρατίας για να την προστατεύσει από τις επιθέσεις και την κομμουνιστική ανατροπή.[5]

Κατά τη δεκαετία του 1970, η αυταρχική φιλελεύθερη κριτική της δημοκρατίας επανήλθε στο προσκήνιο στο πλαίσιο της τότε οικονομικής κρίσης. Η συζήτηση επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Βρετανία. Υποστηριζόταν ότι η κρίση προκλήθηκε λόγω υπερβολικής δημοκρατίας που οδήγησε σε ένα πληθωρικό παρεμβατικό κράτος το οποίο κατέπνιξε την οικονομία οδηγώντας την σε κρίση. Η συγκεκριμένη διάγνωση της κρίσης συνεπαγόταν τη συνταγή για την επίλυσή της. Η οικονομία έπρεπε να απελευθερωθεί μέσω της υποχώρησης του κράτους και του περιορισμού του πλεονάσματος δημοκρατίας. Η συγκεκριμένη θέση διαμόρφωσε το θεωρητικό υπόβαθρο της επερχόμενης κυβέρνησης της Θάτσερ το 1979.[6] Ωστόσο, στην Ευρώπη, η πιο σταθερή προσπάθεια εξουδετέρωσης της μαζικής δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης, βάσει της οποίας δημιουργήθηκε το μοναδικό μη-εθνικό νόμισμα στον κόσμο. H διακυβέρνηση του ευρώ έχει απ’ όλες τις απόψεις αποκοπεί πλήρως από τα εδαφικοποιημένα κυρίαρχα δημοκρατικά κράτη. Θέτει σε ισχύ ένα φιλελεύθερο πλαίσιο αγοράς για την άσκηση πολιτικής στα ομόσπονδα και δημοκρατικά συγκροτημένα κράτη μέλη.

Στο άρθρο εξετάζεται το επιχείρημα ότι η καπιταλιστική πολιτική οικονομία προϋποθέτει το φιλελεύθερο κράτος ως αστυνομία της αγοράς. Αυτή η αντίληψη για το κράτος αποκλείει την ιδέα της μαζικής δημοκρατίας ως συστατικής βάσης του φιλελεύθερου κράτους δικαίου.[7] Στην επόμενη ενότητα παρουσιάζεται η αυταρχική θέση του Σμιτ και εξετάζεται η ορντο-φιλελεύθερη κριτική της μαζικής δημοκρατίας. Στην ενότητα που ακολουθεί παρουσιάζεται η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης της δημοκρατίας τη δεκαετία του 1970.[8] Στα συμπεράσματα συνοψίζεται το επιχείρημα με αναφορά στα στοιχεία αυταρχικού φιλελευθερισμού που ενυπάρχουν στη διακυβέρνηση του ευρώ. Υποστηρίζω ότι η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση συνιστά ένα σύστημα επιβαλλόμενης ελευθερίας, το οποίο ενισχύει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα των κρατών μελών. Τείνει επίσης να εθνικοποιεί την κριτική της «ελευθερίας» με τη μορφή ισχυρών νεοφασιστικών πολιτικών κινημάτων και κομμάτων, συμπεριλαμβανομένης της λαϊκιστικής εθνικιστικής άρνησης που τροφοδοτείται από την ανήμπορη οργή και τις θλιβερές αυταπάτες περί «γης και θάλασσας», όπως στην περίπτωση του Brexit.[9]

 Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Σμιτ και ορντο-φιλελευθερισμός

Αυταρχικός φιλελευθερισμός

Αποτιμώντας τις θέσεις του Σμιτ, ο Heller εντόπισε μια «κατάσταση εξαίρεσης», κατά την οποία η κυβέρνηση μέσω μιας εξουσιαστικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων αντικαθιστά το κοινοβούλιο ως βασικό θεσμό του κράτους. Κατά την άποψή του, η δικτατορία ήταν απαραίτητη για να τραβήξει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Η ανεξαρτησία του κράτους από την κοινωνία είναι θεμελιώδης σημασίας τόσο σε σχέση με την ικανότητα της κυβέρνησης να κυβερνά όσο και σε σχέση με την «πρωτοβουλία και την ελεύθερη εργασιακή δύναμη όλων των οικονομικά ενεργών ανθρώπων» (Schotte, παρατίθεται στο Heller, 2015: 299). Από αυτή την άποψη, το γεγονός ότι «σχεδόν το 90% του λαού μας» ζει από ένα εισόδημα ελάχιστα επαρκές για την ικανοποίηση των αναγκών του ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, διότι αυτό αντιμετωπίζει ισότιμα κάθε άτομο ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες περιστάσεις που μπορεί να βρίσκεται (Heller, 2015: 301). Ωστόσο, η διακήρυξη της δημοκρατικής του ισχύος θέτει σε κίνδυνο το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, καθώς γίνεται στόχος όλων των κοινωνικών αιτημάτων για κάθε είδους ειδικές παρεμβάσεις, καθιστώντας το υπεύθυνο για την κοινωνία συνολικά, από τη γέννηση ως τον θάνατο του ανθρώπου. Για τον Σμιτ και τους ορντο-φιλελεύθερους, η απεριόριστη μαζική δημοκρατία τείνει προς την ανάπτυξη ενός κράτους που έχει έναν καθαρά ποσοτικό χαρακτήρα, όπως το δημοκρατικό κράτος πρόνοιας της Βαϊμάρης. Ένα τέτοιο κράτος είναι ένα πλήρως αδύναμο κράτος. Δεν είναι σε θέση να κάνει διάκριση μεταξύ των «φίλων» της ελευθερίας και των «εχθρών» της (Σμιτ, 2016, Müller-Armack, 1933: 31, Röpke, 1998: 66). Το πλήρως αδύναμο κράτος είναι το πλήρως υπεύθυνο κράτος. Είναι «υπερφορτωμένο» πολιτικά και δεν είναι σε θέση να κυβερνήσει την κοινωνία στη βάση των φιλελεύθερων αρχών.[10] Είναι ένα κράτος χωρίς πολιτική ποιότητα, διότι η μαζική κοινωνία κυβερνά μέσω του κράτους και διεκδικεί τα αιτήματά της για κοινωνική ισότητα και υλική ασφάλεια στο πλαίσιο της δημοκρατικής ισοτιμίας.

Για τον Heller, ο αυταρχικός φιλελευθερισμός είναι μια απόπειρα να εδραιωθεί αυτό που ο Σμιτ αποκαλούσε κράτος πλήρους ποιότητας, δηλαδή ένα κράτος που αναλαμβάνει το καθήκον της απελευθέρωσης της οικονομίας, αποπολιτικοποιώντας τις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, κάνοντας πραγματικότητα την ελεύθερη οικονομία στην κοινωνική δομή και στη νοοτροπία της κοινωνίας και, τέλος, διασφαλίζοντας και διατηρώντας την ελεύθερη εργασιακή δύναμη του 90% που αγωνίζεται να βγάλει τα προς το ζην. Το κράτος της πλήρους ποιότητας διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο της βίας, επιβάλλοντας τον εαυτό του ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας αποπολιτικοποιημένης κοινωνίας ανταλλαγής στην οποία τα άτομα ως κάτοχοι ατομικής ιδιοκτησίας ανταγωνίζονται και ανταλλάσσουν μεταξύ τους: ο ένας αγοράζοντας εργασιακή δύναμη και ο άλλος πουλώντας την, χωρίς καταναγκασμό και ως ίσοι απέναντι στον νόμο. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός αναγνωρίζει το φιλελεύθερο κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας οικονομίας ελεύθερης εργασίας. Αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική ισότητα μιας τάξης εξαρτημένων πωλητών εργασιακής δύναμης αποτελεί έκδηλο κίνδυνο για τον καπιταλιστικό πλούτο και, ως εκ τούτου, απαιτεί ένα ισχυρό κράτος που δεν θα μετατραπεί σε στόχο των εργαζομένων που αναζητούν κοινωνική πρόνοια.[11] Αναγνωρίζει τις πολιτικές αναγκαιότητες του νόμου της ατομικής ιδιοκτησίας και «υπερασπίζεται την εργασία ως καθήκον, ως την ψυχολογική ευτυχία του λαού» (φον Πάπεν, παρατίθεται στο Heller, 2015: 300). Το ισχυρό κράτος κυβερνά για να διασφαλίσει και να διατηρήσει τις «ψυχο-ηθικές δυνάμεις» στη διάθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας, μετατρέποντας τους εξεγερμένους προλετάριους σε υπεύθυνους και πρόθυμους επιχειρηματίες εργασιακής δύναμης (Röpke, 1942: 68). Έτσι, ο Σμιτ υπερασπίζεται τον ηρωισμό της φτώχειας και της δουλειάς, της θυσίας και της πειθαρχίας, μέσω του οποίου οι «ακόλουθοι» ενός μη ελεγχόμενου από τον νόμο «ηγέτη» δεσμεύουν τον εαυτό τους σε μια φαντασιακή εθνική κοινότητα (Schmitt, 2010).

Σε αυτό το πλαίσιο, η ερμηνεία που έδωσε ο Streek στις θέσεις του Heller είναι τόσο διορατική όσο και αποπροσανατολιστική. Υποστηρίζει ότι «ο Heller αντιλαμβάνεται ότι το “αυταρχικό κράτος” του Σμιτ ήταν στην πραγματικότητα το φιλελεύθερο κράτος στην καθαρή του μορφή, αδύναμο σε σχέση με την καπιταλιστική οικονομία αλλά ισχυρό στο να αποτρέπει τις δημοκρατικές παρεμβάσεις στη λειτουργία του» (Streek, 2015: 361). Συμφωνώ με την τελευταία θέση και διαφωνώ με την πρώτη. Ο Streek (2015: 361) ορθώς υποστηρίζει ότι η «αποπολιτικοποιημένη κατάσταση μιας φιλελεύθερης οικονομίας είναι η ίδια αποτέλεσμα της πολιτικής». Είναι, σύμφωνα με τον Σμιτ, «μια πολιτική πράξη με έναν ιδιαίτερα έντονο τρόπο» (Schmitt, 1998: 227). Σε αντίθεση με τις θέσεις του Streek, ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του κράτους δεν στηρίζεται απλώς στη χαλιναγώγηση της δημοκρατικής παρέμβασης στην οικονομία ελεύθερης εργασίας, προστατεύοντας τις σχέσεις ατομικής ιδιοκτησίας από τα αιτήματα για περιορισμό της αγοράς προς όφελος της κοινωνικής πρόνοιας. Καθορίζεται επομένως επίσης κι από τον ρόλο του ως «αστυνομία της αγοράς», καθιστώντας εφικτή και διευκολύνοντας την καπιταλιστική οικονομία – οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν επιβάλλονται σαν να ήταν φυσική δύναμη. Στην πραγματικότητα, αποτελούν την πολιτική πρακτική της οικονομικής τάξης (Bonefeld, 2013). Όπως εξηγεί ο Miksch (1947: 9, βλ. επίσης Böhm, 1937: 101), η οικονομική ελευθερία δεν αποτελεί εκδήλωση κάποιας φυσικής ροπής όπως στον κλασσικό φιλελευθερισμό. Αντίθετα, «η φυσική τάξη έχει γίνει πολιτικό γεγονός [Veranstaltung]». Δηλαδή, η ελεύθερη οικονομία συνιστά πρακτική διακυβέρνησης.

«Ισχυρό κράτος και υγιής οικονομία» (Σμιτ, 1998)

Για τον Καρλ Σμιτ, η κρίση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν μια κρίση της πολιτικής εξουσίας που είχε προκύψει ως συνέπεια μιας ανεξέλεγκτης μαζικής κοινωνίας σε εξέγερση. Θεωρούσε ότι ο δημοκρατικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης βρισκόταν στο επίκεντρο της κρίσης. Ως συνέπεια της γερμανικής επανάστασης του 1918, η μαζική δημοκρατία είχε αντικαταστήσει το φιλελεύθερο κράτος. Το φιλελεύθερο κράτος είχε κυριολεκτικά χάσει τη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική εκλογική του βάση. Πριν την εισβολή της μαζικής κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα, η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση βασιζόταν στην ομοιογένεια μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Αντιστοιχούσε σε μια δημοκρατία φίλων, που μπορεί να φιλονικούσαν σχετικά με το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να προχωρήσουν παρακάτω αλλά που ήταν ενωμένοι όσον αφορά την αναγνώριση αυτού που ο Σμιτ ονομάζει ο «ξένος». Με την επέλαση της μαζικής δημοκρατίας, ο «ξένος» κατάφερε να εισέλθει στους πολιτικούς θεσμούς και ιδιαίτερα στο φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό σύστημα, μετατρέποντάς το σε μέσο μαζικής εκπροσώπησης. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν συμπύκνωνε πλέον τα συμφέροντα της αστικής τάξης.[12] Θεσμικά η μαζική δημοκρατία της Βαϊμάρης συμπυκνώνει την κρίση της φιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας. Η μαζική δημοκρατία δεν άσκησε μόνο επιρροή στη διακυβέρνηση. Θέσπισε επίσης νόμους, υποτάσσοντας το κράτος δικαίου στα μαζικά δημοκρατικά αιτήματα, καθιστώντας την κυβέρνηση υπόλογη απέναντι στο «συναίσθημα και το πάθος των μαζών», σύμφωνα με τον Röpke (1998: 152). Η θέσπιση νόμων από εκείνους που πρέπει να κυβερνηθούν «δεν είναι τίποτα περισσότερο από κυριαρχία του όχλου» (Schmitt, 2008a: 119). Έτσι, το δίκαιο έγινε κοινό δίκαιο με την πραγματική έννοια του όρου, δηλαδή έγινε το κοινό δίκαιο μιας πολιτικοποιημένης και συγκρουόμενης μαζικής κοινωνίας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Σμιτ, το νομικό πλαίσιο της διακυβέρνησης άρχισε να διασπάται και να κατακερματίζεται σε ένα χαοτικό άθροισμα ασυνάρτητων στοιχείων δικαίου (Schmitt, 2008b). Κατά την κρίση του, επομένως, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης συνιστούσε ένα εντελώς αδύναμο κράτος. Αντί μιας κυβέρνησης φίλων, δέχτηκε τον εχθρό ως ισότιμο νομοθέτη, οδηγώντας στη διάλυση του φιλελεύθερου κράτους δικαίου ως συνεκτικού πλαισίου της κοινωνικής τάξης και της υγιούς οικονομίας.[13]

Για τον Σμιτ, η μαζική «κοινωνία» κυρίευσε το κράτος σέρνοντάς το κάτω στην κοινωνία και καθιστώντας το μαζικό κράτος. To αποτέλεσμα ήταν ένα κράτος χωρίς συνοχή και χωρίς πολιτική ποιότητα. Κατά την άποψή του, οι κοινωνικές δυνάμεις τεμάχισαν κυριολεκτικά το κράτος, μετατρέποντάς το σε μια ασύνδετη έκφραση όλων των ειδών των διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων, οδηγώντας στον κατακερματισμό του «πολιτικού» και στην αποσύνθεση του κεντρικού θεσμού που, για τον Σμιτ, είναι σε θέση να συντηρεί την «υγιή οικονομία». Η μαζική δημοκρατία κατέστρεψε την ανεξαρτησία του κράτους και αναπαρήγαγε τις κοινωνικές συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς εντός εκείνου του θεσμού που είχε ως αποστολή να τις αναχαιτίσει στη βάση της τάξης, του νόμου και του δικαίου. Όπως το έθεσε ο Rüstow, το (φιλελεύθερο) κράτος

κατακερματίστηκε από άπληστους ιδιοτελείς. Ο καθένας από αυτούς παίρνει για τον εαυτό του ένα κομμάτι της εξουσίας του κράτους και το εκμεταλλεύεται για τους δικούς του σκοπούς… Αυτό το φαινόμενο μπορεί να περιγραφεί καλύτερα με έναν όρο που χρησιμοποιήθηκε από τον Καρλ Σμιτ – τον «πλουραλισμό». Πράγματι, εκπροσωπεί έναν πλουραλισμό του χειρότερου είδους. Ο ρόλος που παίζει το κράτος σε αυτό το πλαίσιο είναι ο ρόλος του θύματος. (Rustow, 1963: 255)

Όπως ο Rüstow, που υποστήριζε τη δικτατορία των κομισάριων ως μέσο αποκατάστασης της τάξης σε μια κοινωνία, έτσι και ο Σμιτ απαιτούσε την αποκατάσταση του πολιτικού, του κράτους, ως ανεξάρτητου επίσημου θεσμού λήψης αποφάσεων. «Δεν υπάρχει νομικός κανόνας που να εφαρμόζεται στο χάος. Πρέπει να υφίσταται τάξη για να είναι αποτελεσματικοί οι νομικοί κανόνες» (Schmitt, 2016). Η τάξη είναι προϋπόθεση του νόμου. Το κράτος δικαίου δεν μπορεί να αμυνθεί απέναντι σε μια πολιτικοποιημένη μαζική κοινωνία. Αντίθετα το «κατασπαράζει». Το κράτος δικαίου δεν «γνωρίζει» εάν εφαρμόζεται. Η κρίση για το εάν εφαρμόζεται ή εάν απαιτείται η προσωρινή του αναστολή προκειμένου να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα, μετά τη λήξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, δεν είναι νομική κρίση. Ο νόμος δεν αναστέλλει τον εαυτό του. Πρόκειται μάλλον για μια επιτακτική κρίση, απόφαση και διακήρυξη σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση, από αυτόν που ο Σμιτ θεωρεί ότι είναι ο πραγματικός κυρίαρχος, δηλαδή ο δικτάτορας που καθορίζει και προβαίνει στην κήρυξη της κατάστασης εξαίρεσης στο (φιλελεύθερο) κράτος δικαίου και αποκαλύπτεται από αυτή την πράξη και εντός αυτής. Στη δικτατορία, «η πραγματικότητα δεν αποδέχεται τη γνώση, μόνο την αναγνώριση» (Fortshoff, 1933a: 25).[14] Η εγκυρότητα της κυριαρχικής πράξης δεν είναι ζήτημα δικαίου ή αφηρημένων εννοιών της δικαιοσύνης. Πράγματι, «οι απόπειρες αμφισβήτησης του προσφάτως αποκτημένου ισχύοντος δικαίου του κράτους υποδηλώνουν σαμποτάζ… Η ανελέητη εξόντωση αυτού του είδους της σκέψης είναι το ευγενέστερο καθήκον του κράτους σήμερα» (Forsthoff, 1993b: 29). Η εγκυρότητα της κυριαρχικής απόφασης για την αναστολή του κράτους δικαίου έγκειται στην αυταρχική εξάλειψη οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την ορθότητα της απόφασης. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι μια κατάσταση ιδιαίτερα ισχυρής πολιτικής ποιότητας. Είναι μια στιγμή μεγάλης πολιτικής έντασης και καθαρής πολιτικής ποιότητας. Η απόφαση αναστολής του κράτους δικαίου ισοδυναμεί με την απόφαση να χυθεί αίμα (Σμιτ).

Συνοψίζοντας, το ισχυρό κράτος είναι ένα αυταρχικό εκτελεστικό κράτος (Regierungsstaat). Περιορίζει το νομοθετικό κράτος (Gesetzgebungsstaat) της λαϊκής κυριαρχίας και κυβερνά λαμβάνοντας υπόψη αυτό που έχει προσδιοριστεί ως ξένο προς το φιλελεύθερο ομοιογενές συμφέρον (Schmitt, 1931, 1932). Για τον Σμιτ, ο αγώνας για το κράτος της καθαρής (φιλελεύθερης) ποιότητας και η διατήρησή του προϋποθέτουν την εξάλειψη όλων των μορφών κοινωνικών συγκρούσεων μέσω μιας ισχυρής κρατικής εποπτείας των αποπολιτικοποιημένων κοινωνικοοικονομικών σχέσεων. Το κράτος, κατά κάποιο τρόπο, διατάζει την κοινωνία να επιτύχει την ομοιογένεια των εθνικών σκοπών εντός της νοοτροπίας της κοινωνίας γενικά. Εν ολίγοις,

η δημοκρατία απαιτεί… πρώτα την ομοιογένεια και δεύτερον –εάν προκύψει η ανάγκη– την εξάλειψη και την εκρίζωση της ετερογένειας… Η δημοκρατία επιδεικνύει την πολιτική της δύναμη γνωρίζοντας πώς να αρνηθεί ή να κρατήσει σε απόσταση κάτι ξένο και άνισο που απειλεί την ομοιογένειά της. (Σμιτ, 1988: 9)

Η αντίληψη του Rossiter ότι δεν μπορεί να υπάρξει «δημοκρατία σε ανώμαλες εποχές» (1948: 8) δεν πάει τόσο μακριά σε σύγκριση με τις απόψεις του Σμιτ. Όπως και ο Σμιτ, αποδέχεται ότι οι ανώμαλες εποχές μπορεί να απαιτούν μια δικτατορία που θα «τερματίσει την κρίση και θα αποκαταστήσει τις ομαλές συνθήκες» επιβάλλοντας την κοινωνική τάξη (Rossiter, 1948: 7). Ωστόσο, για τον Σμιτ, δεν μπορεί να υπάρξει φιλελεύθερη δημοκρατία ακόμα και σε κανονικές εποχές. Η διακυβέρνηση βάσει του κράτους δικαίου συνιστά πολιτική απόφαση σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση. H πολιτική κυριαρχία είναι μια λανθάνουσα παρουσία και σε κανονικές εποχές. Στην αφανή μορφή της εκδηλώνεται ως κράτος ασφάλειας που βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση, το οποίο, όπως εξηγεί ο Heller (2015: 301) βασισμένος στον Σμιτ (1998), διαθέτει όλα τα «τεχνολογικά μέσα, ειδικά τη στρατιωτική τεχνολογία», ώστε να εξασφαλίζει τη νόμιμη συμπεριφορά των πολιτών.

Ορντο-φιλελευθερισμός και το κράτος της δημοκρατίας

Όπως ο Σμιτ έτσι και οι ορντο-φιλελεύθεροι γνωρίζουν καλά τους κινδύνους της ελευθερίας. «Οι εχθροί», λέει ο Röpke (2007), «επωφελούνται επίσης από αυτή, και στο όνομα της ελευθερίας τούς παρέχεται κάθε πιθανή ευκαιρία να θέσουν τέλος στη φιλελεύθερη δημοκρατία». Απηχώντας τις προειδοποιήσεις του Σμιτ για τη δημοκρατία που δεν αναγνωρίζει τον «εχθρό», ο Röpke (1942: 253) υποστηρίζει ότι «όλοι γνωρίζουν πως η δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά σωστά μόνο όταν υπάρχει μια ελάχιστη συμφωνία σχετικά με τα ουσιώδη προβλήματα του εθνικού βίου». Η δημοκρατία λειτουργεί σωστά μόνο ως δημοκρατία των φίλων. Μόλις τα συμφέροντα της μάζας πάρουν τον έλεγχο της δημοκρατίας, «αυτή πέφτει αναγκαστικά θύμα είτε της αναρχίας είτε του κολεκτιβισμού» (Röpke, 1942: 246). Σε κάθε περίπτωση, η πολιτικοποιημένη μαζική κοινωνία συνεπάγεται την «απώλεια της κοινωνικής ενσωμάτωσης», αμβλύνει τη «διαφοροποίηση της κοινωνικής θέσης» και οδηγεί στην ενίσχυση της «τυποποίησης και της ομοιομορφίας». Καταστρέφει, όπως ισχυρίζεται, την «κάθετη συνοχή της κοινωνίας» (Röpke, 1942: 246), οδηγώντας στην απώλεια της «ζωτικής ικανοποίησης» (Röpke, 1942: 240) και της αποδοχής της κοινωνικής θέσης. Μέσα από τη διαδικασία εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης αναδύεται η φιγούρα του δυσαρεστημένου και ανήσυχου προλεταριάτου που, όπως η φιγούρα του νεκροθάφτη στον Μαρξ (Μαρξ και Ένγκελς, 2014), αποδυναμώνει τον νόμο της ατομικής ιδιοκτησίας ανατρέποντας «τους οικονομικούς μηχανισμούς προσαρμογής της αγοράς μέσω των τιμών» (Röpke, 1942: 3). Ένα αδύναμο κράτος υποκύπτει στα προλεταριακά αιτήματα, γεγονός που υπονομεύει όχι μόνο την οικονομική διαδικασία αλλά και εντείνει περαιτέρω την «απειλητική δυσαρέσκεια των εργαζομένων» (Röpke, 1942: 3), καθώς τα πάθη των αποστερημένων αφήνονται να θεριεύσουν. «Το δύσκολο πρόβλημα του προλεταριάτου», υποστηρίζει ο Röpke, δεν είναι οικονομικό αλλά ανθρώπινο. Χαρακτηρίζεται από έλλειψη ζωτικότητας και ψυχολογικής ευτυχίας. Σύμφωνα με τον Rüstow, η αυθεντική επιθυμία των απείθαρχων μαζών δεν είναι να καταστρέψουν την ελεύθερη οικονομία ούτε να συγκεντρώνονται στις γωνιές των δρόμων σε ένδειξη διαμαρτυρίας περιφρονώντας διαρκώς τη δεδομένη κατάσταση. Αντίθετα, λέει ο Rüstow (1959: 102), η αυθεντική επιθυμία των μαζών είναι να καθοδηγούνται και να κυβερνιούνται από Άνδρες με ειλικρινείς πεποιθήσεις και ευγενείς προθέσεις, αρκεί οι μάζες να γνωρίζουν ποιον να ακολουθήσουν. Ο Rüstow αντιλαμβάνεται έτσι τη δημοκρατία ως μια δημοψηφισματική δημοκρατία, στην οποία οι μάζες καθοδηγούνται από μια μαγευτική ελίτ που κυβερνά με την ηθική της ευθύνης και παρέχει χαρισματική υποστήριξη σε έναν απομαγευμένο κόσμο οικονομικής αξίας και κυριαρχίας μέσω αφηρημένων κανόνων και διατάξεων.[15]

Ο Eucken αντιλαμβανόταν επίσης τον εκδημοκρατισμό ως τη «χαοτική δύναμη των μαζών» (1932: 312), την οποία θεωρούσε βασική αιτία για τον μετασχηματισμό του φιλελεύθερου κράτους σε μαζικό δημοκρατικό κράτος πρόνοιας. Οι αδύναμες κυβερνήσεις κατεύνασαν την κοινωνική δυσαρέσκεια διευρύνοντας τη λαϊκή τους απήχηση, λυγίζοντας απέναντι στα επονομαζόμενα «επιμέρους συμφέροντα» που απαιτούν ίσα δικαιώματα και υλική ασφάλεια. Αντί να διευκολύνει την ελεύθερη οικονομία, η παρέμβαση στο ελεύθερο παιχνίδι των δυνάμεων της αγοράς δημιούργησε οικονομικές ανωμαλίες, οι οποίες απαιτούσαν περαιτέρω παρεμβάσεις, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο αυτοτροφοδοτούμενων παρεμβάσεων. Μέσα σε αυτό το κλίμα παρεμβατισμού που στρεβλώνει την αγορά, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο ομάδες ιδιωτικών συμφερόντων, ασκώντας πιέσεις για περιορισμό του ανταγωνισμού προκειμένου να εξασφαλίσουν τα δικά τους έσοδα. Ο Böhm (1937: 122) απορρίπτει το οικονομικό λεξιλόγιο για αυτού του είδους τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Αντί να μιλάμε για «καρτέλ, ρύθμιση της αγοράς ή αμοιβαία υποστήριξη», υποστηρίζει ότι οι δυνάμεις αδρανοποίησης της αγοράς των ιδιωτικών συμφερόντων συνιστούν «σαμποτάζ ή συνωμοσία». Εν ολίγοις, το κράτος, αποδυναμωμένο από τη μαζική δημοκρατία, ενέδωσε επίσης στα αιτήματα μιας πληθώρας ισχυρών ομάδων οικονομικών συμφερόντων με αποτέλεσμα να χάσει «τη δύναμη και την εξουσία του». Ανίκανο να διατηρήσει την «ανεξαρτησία του» από την οχλοβοή της κοινωνίας, άρχισε να «υποκύπτει στις επιθέσεις των ομάδων πίεσης… των μονοπωλίων και αργότερα των συνδικαλισμένων εργατών» (Rüstow, 1942: 276). Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν στην καθιέρωση του «ποσοτικά ολοκληρωτικού κράτους» που χαρακτηρίζεται από την πολιτική των κομμάτων, τον συμβιβασμό, τα παζάρια κ.λπ. Θεσμοθετεί ως θεμελιώδη αρχή της διακυβέρνησης τις «παραχωρήσεις στα κεκτημένα συμφέροντα» (Eucken, 1932: 318). Για τους ορντο-φιλελεύθερους, η ανεξέλεγκτη δημοκρατία οδηγεί σε σχεδιασμένο χάος.

Η ορντο-φιλελεύθερη ανάλυση για την κρίση της πολιτικής οικονομίας της Βαϊμάρης δεν εμπεριέχει κάποια οικονομική επιχειρηματολογία. Προσδιορίζει την κρίση ως κρίση ακυβερνησίας που επήλθε από την υπερβολική δημοκρατία, η οποία εξαφάνισε «το μαστίγιο του ανταγωνισμού» (πρβ. Eucken, 1932) από τις κοινωνικές δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν την ελευθερία τους για να «καταβροχθίσουν» το φιλελεύθερο κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας οικονομίας που στηρίζεται στην ελεύθερη εργασία (Rüstow, 1963: 258). Επετράπη στα «ολοκληρωτικά μαζικά κόμματα» να «καταχρώνται τους κανόνες του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού» (Rüstow, 1942: 277), οδηγώντας στην εδραίωση ενός «ολοκληρωτικού κράτους πρόνοιας» (Röpke, 1942: 4) που αντικατέστησε «τον δημοκρατικό κυρίαρχο, την αγορά» (Röpke, 1942: 254) με την «κολεκτιβιστική τυραννία» (Röpke, 1942: 248). Για τους ορντο-φιλελεύθερους, η τυραννία είναι «ριζωμένη στη δημοκρατία που είναι απεριόριστη και όχι επαρκώς εξισορροπημένη από τον φιλελευθερισμό» (Röpke, 1942, 248). Η τυραννία, λέει ο Röpke, «πάντα κυβερνούσε με τις μάζες… ενάντια στην ελίτ που είναι φορέας του πολιτισμού» (Röpke, 1942: 248). Ως εκ τούτου, απευθύνει κάλεσμα στους ανθρώπους που διαθέτουν ορθή κρίση να αναλάβουν «την ηγεσία… και να υπερασπιστούν υποδειγματικά τους κατευθυντήριους κανόνες και τις αξίες της κοινωνίας» (Röpke, 1998: 130).[16] Για τους ορντο-φιλελεύθερους, ο φιλελευθερισμός πρέπει να είναι μαχητικός φιλελευθερισμός που κυβερνά με κύρος και σκοπό, πυγμή και δύναμη, θάρρος και αφοσίωση στις αξίες της ατομικής ιδιοκτησίας, με οποιοδήποτε τίμημα. «Ο φιλελευθερισμός», λέει ο Rüstow, «δεν αξίωνε ένα αδύναμο κράτος αλλά μόνο ελευθερία για την οικονομική ανάπτυξη υπό την προστασία του κράτους». Αυτή η προστασία «απαιτεί ισχυρό κράτος» (Rüstow, 1963: 68). Το ισχυρό κράτος «βρίσκεται στη θέση που του αντιστοιχεί: πέρα και πάνω από την οικονομία, πέρα και πάνω από τις ομάδες συμφερόντων [Interessenten]» (Rüstow, 1963: 258). Είναι η ανεξαρτησία του κράτους από τις ομάδες συμφερόντων, από την κοινωνία και, επομένως, από τη δημοκρατική κυριαρχία, που το καθιστά ισχυρό ως δύναμη που θέτει σε κίνηση την αγορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τις «προλεταριοποιημένες» συνθήκες της Βαϊμάρης, οι ιδρυτές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς υποστήριζαν τη δικτατορία των κομισάριων υπό τον φον Πάπεν για να επιτύχουν αυτό που ο Χάγιεκ αποκαλεί ελευθερία από τον «καταναγκασμό και τη βία» (Χάγιεκ, 1972: 66). Η δικτατορία των κομισάριων στόχο είχε να εδραιώσει εκ νέου την ανεξαρτησία του κράτους από τη μαζική κοινωνία, προκειμένου να απελευθερωθεί η οικονομία από την οχλοβοή των μαζών όχι μόνο μέσω της «βίας» αλλά και μέσω της «εξουσίας και του ηγέτη» (Rüstow, 1959: 100). Κατά την άποψη του Röpke (1942: 256), η δημοκρατία είναι ο πραγματικός χαρακτήρας της δικτατορίας. «Όταν μια δημοκρατία σε περιόδους ανάγκης τοποθετεί έναν δικτάτορα ως επικεφαλής της, σε καμία περίπτωση δεν παραδίδεται: πολύ περισσότερο υπακούει στις νουθεσίες της αναγκαιότητας και στις προσταγές της ιστορίας. Πέρα από όλα τα άλλα, στην περίπτωση της δημοκρατικής δικτατορίας, έχουμε να κάνουμε με τη μεταβίβαση μιας εξουσιοδότησης που αποκαθίσταται μετά την παρέλευση της περιόδου έκτακτης ανάγκης του κράτους και όχι με μια κανονική, μόνιμη μορφή της κατεύθυνσης του κράτους και της οικονομικής ζωής». Ο Friedrich (1968: 547) συλλαμβάνει σωστά τον φιλελεύθερο σκοπό της «στρατιωτικής κυβέρνησης» που δεν είναι άλλος από το «να προστατεύσει την ευημερία των κυβερνώμενων» – «εμπνεόμενη από τον ανθρωπιστικό παράγοντα» (Friedrich, 1968: 547).

Ωστόσο, η περιστολή της μαζικής δημοκρατίας από τη δικτατορία των κομισάριων εγείρει το θεμελιώδες ερώτημα για το πώς θα διατηρηθεί φιλελεύθερη η δικτατορία. Πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι η δικτατορία ασκείται στο όνομα της ελευθερίας – όπως η δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή που, μεταξύ άλλων, την επαινούσαν ο Μίλτον Φρίντμαν, ο Φρίντριχ Χάγιεκ και η Τζιν Κιρκπάτρικ.[17] Δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα. Η αβεβαιότητα απαιτεί σθεναρή δράση για την εξάλειψη κάθε αμφιβολίας που σχετίζεται με τον νόμιμο προσδιορισμό και τη νόμιμη εξολόθρευση του εχθρού. Παρά τη θεωρητική διάκριση μεταξύ του αυταρχικού προσδιορισμού του εχθρού και της φασιστικής καταδίωξης του εχθρού, δεν υπάρχει κανένας νόμος που να εμποδίζει κάποιον να διαβεί τον Ρουβίκωνα. Σύμφωνα με τον Rossiter (1948: 290), «σε όποια απαγορευμένα πεδία ελευθερίας κι αν αναγκαστούν να εισέλθουν οι ηγέτες μιας συνταγματικά νόμιμης κυβέρνησης υπό το βάρος των αναγκών της κρίσης, θα πρέπει να το κάνουν ή διαφορετικά να επιτρέψουν την καταστροφή του κράτους και των ελευθεριών του». Η Κιρκπάτρικ (1979) διέκρινε καλοπροαίρετες προθέσεις στην ελευθερία κάποιου να προστάζει, να σακατεύει και να δολοφονεί.

Ακυβερνησία και υπερβολική δημοκρατία

Κατά τη δεκαετία του 1970, η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης εκείνης της περιόδου επικεντρώθηκε ρητά ή άρρητα στην κρίση της κρατικής εξουσίας. Κατά βάση, η κρίση θεωρήθηκε κρίση κυβερνησιμότητας, η οποία υποτίθεται ότι ήταν συνέπεια της υπερβολικής δημοκρατίας. Πυρήνας της έννοιας της υπερβολικής δημοκρατίας ήταν η αντίληψη ότι η κοινωνία είχε καταστεί μη κυβερνήσιμη. Έχοντας να αντιμετωπίσουν τα ασυγκράτητα δημοκρατικά αιτήματα της μάζας για συλλογικές παροχές και προστασία από τον ανταγωνισμό, οι κυβερνήσεις παραχώρησαν έδαφος και ακολούθησαν μη φιλελεύθερες κοινωνικοοικονομικές πολιτικές, οι οποίες οδήγησαν στην οικονομική κρίση και την ενίσχυσαν. Έτσι, η κρίση της δεκαετίας του 1970 αντιμετωπίστηκε ως μια κρίση που προκλήθηκε από το αδύναμο κράτος το οποίο υπέκυψε στα ιδιαίτερα συμφέροντα και στα δημοκρατικά αιτήματα της μάζας για κοινωνική προστασία και προστασία της απασχόλησης.

Σύμφωνα με το επιχείρημα περί υπερβολικής δημοκρατίας και κοινωνικής αναταραχής, τα πολιτικά κόμματα προσπάθησαν να ανταγωνιστούν το ένα το άλλο προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερα μερίδια της «εκλογικής αγοράς». Αυτό οδήγησε στην «αύξηση των πληθωριστικών προσδοκιών» εκ μέρους του εκλογικού σώματος, την οποία ενθάρρυνε το δημοκρατικό σύστημα. Όπως το θέτει ο Sam Brittan, «οι υπερβολικές προσδοκίες δημιουργούνται από τις δημοκρατικές πτυχές του συστήματος» (Brittan, 1976: 97) και «ο πειρασμός να ενθαρρυνθούν οι ψευδείς προσδοκίες του εκλογικού σώματος κυριεύει τους πολιτικούς» (Brittan, 1976: 105). Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με τον Brittan, ήταν ότι «για τους ψηφοφόρους δεν υπήρχαν περιορισμοί στον κρατικό προϋπολογισμό» (Brittan, 1976: 104). Το κράτος δεν είχε τη δύναμη να συγκρατήσει τις προσδοκίες της μάζας μέσα στα όρια μιας ελεύθερης κοινωνίας. Αυτό είχε ως συνέπεια, το να μετατραπεί η κυβέρνηση σε «ένα είδος ασφαλιστικής εταιρείας απεριόριστης ευθύνης, που παρέχει ασφάλιση σε όλα τα άτομα ανά πάσα στιγμή έναντι κάθε πιθανού κινδύνου» (King, 1976: 12). Ο επιχειρηματίας, αυτή η φιγούρα του νεοφιλελεύθερου οράματος μιας κοινωνίας που απαρτίζεται από κυνηγούς της οικονομικής αξίας οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τον εαυτό τους, αμφισβητήθηκε από τη θεσμοθέτηση μιας κουλτούρας εξάρτησης, που με τη μορφή του κράτους πρόνοιας τιμωρούσε την επιτυχία και έδινε παροχές στην αδράνεια. Η μη συμμόρφωση με τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας και η απόρριψη των παραδοσιακών κανόνων συμπεριφοράς ήταν ευρέως διαδεδομένα. Όπως το θέτει ο King (1976: 23), «ο άντρας που εξαρτάται από τη σύζυγό του για να τον πηγαίνει με το αυτοκίνητο στη δουλειά διαπιστώνει όλο και περισσότερο ότι εκείνη αρνείται να το κάνει».

Ανεξάρτητα από το τι ακριβώς απασχολούσε τον King, η γενική τάση της συγκεκριμένης προσέγγισης ήταν ότι η κρίση της δεκαετίας του 1970 προκλήθηκε από τη συνδυασμένη επίδραση των πολιτικοποιημένων κοινωνικών σχέσεων, της μη συμμόρφωσης με τους αναμενόμενους κανόνες συμπεριφοράς και ενός ανεξέλεγκτου δημοκρατικού συστήματος που ενθάρρυνε τα πολιτικά κόμματα να πλειοδοτούν το ένα έναντι του άλλου με υποσχέσεις περί κοινωνικών παροχών. Το κράτος, βάσει αυτής της προσέγγισης, είχε γίνει όμηρος της Τέταρτης Τάξης ή αυτού που αποκαλούσε ο Röpke (1998, βλ. επίσης Ancil, 2012) προλεταριοποιημένες κοινωνικές δομές. Για τους νεοφιλελεύθερους, οι «οικονομικές συνέπειες της δημοκρατίας» (βλέπε Brittan, 1977) ήταν τεράστιες και θεμελιώδεις για την κατανόηση της οικονομικής κρίσης και της επίλυσής της.

Θεμελιώδες στοιχείο για την εξάλειψη της επιρροής της μάζας στο κράτος είναι ο διαχωρισμός της οικονομίας και του κράτους σε διακριτές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Το κράτος θα πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ισχύ επί της οικονομίας, εν ολίγοις, η οικονομία γίνεται αντιληπτή ως μια σφαίρα που δεν υπάγεται στο κράτος, στην οποία τα άτομα έχοντας την ευθύνη του εαυτού τους παίρνουν αποφάσεις βάσει της ελεύθερης βούλησής τους καθοδηγούμενα αποκλειστικά από τον μηχανισμό των ελεύθερων τιμών. Ο μη κρατικός χαρακτήρας της οικονομίας συνεπάγεται την αποπολιτικοποίησή της ως μιας μη πολιτικοποιημένης κοινωνίας ανταλλαγής όπου οι αγοραστές και οι πωλητές εργασιακής δύναμης συναντιούνται ως ισότιμα νομικά πρόσωπα, επιδιώκοντας το καθένα τα δικά του συμφέροντα και σκοπούς βάσει της ελεύθερης βούλησής τους και χωρίς εξαναγκασμό. Η αντίληψη του Müller-Armack (1981: 102) ότι το κράτος «πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ισχυρό στη δική του σφαίρα αλλά έξω από αυτήν, στην οικονομική σφαίρα, πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ισχύ» στην πραγματικότητα υποστηρίζει την πλήρη εξάλειψη της αταξίας στην οικονομία από ένα κράτος που διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο του πολιτικού. Επομένως, υποστηρίζει επίσης την πολιτικοποίηση του κράτους ως ανεξάρτητης δύναμης μιας ελεύθερης, δηλαδή αποπολιτικοποιημένης, οικονομίας. Η επίτευξη μιας «μη κρατικής» οικονομικής σφαίρας είναι στην ουσία έργο της πολιτικής. Θεσμοθετείται, επιβάλλεται και επιβλέπεται από το κράτος, προκειμένου να διασφαλιστεί και να διατηρηθεί η, βάσει κανόνων, συμπεριφορά των ελεύθερων επιχειρηματιών που εμπορεύονται εργασιακή δύναμη.

Ο απολογισμός της κρίσης της δεκαετίας του 1970 από νεοφιλελεύθερη σκοπιά καθιστά σαφές ότι το φιλελεύθερο κράτος είναι η πολιτική μορφή της ελεύθερης οικονομίας. Η αποπολιτικοποίηση της οικονομίας, ο περιορισμός της ισχύος των συνδικάτων, ο μετασχηματισμός του κράτους πρόνοιας σε κράτος εργασιακής πειθαρχίας (workfare state) και η φιλελευθεροποίηση της οικονομίας –η δημιουργία, η υποστήριξη και η διατήρηση της ελεύθερης οικονομίας– είναι όλα ζητήματα πρακτικής διακυβέρνησης. Ο ανταγωνισμός δεν δημιουργεί ανόθευτες σχέσεις ανταλλαγής σε αδιαίρετες αγορές. Οδηγεί είτε στην ανελέητη απληστία είτε στη μονοπωλιακή τιμολόγηση. Ο ανταγωνισμός είναι μια κατηγορία κοινωνικής διαμάχης και διχασμού. Η κοινωνική της υπόσταση συνιστά πολιτική πρακτική. Η οικονομία δεν προϋποθέτει την ελευθερία ούτε απελευθερώνει τον εαυτό της. Από μόνη της βυθίζεται στην «αιματοχυσία και την αταξία». Η φιλελεύθερη αντίληψη του αόρατου χεριού που ρυθμίζει την αγορά εκφράζει μια πολιτική πρακτική ανόθευτων και αδιαίρετων σχέσεων της αγοράς. Επομένως, το laissez-faire είναι «μια πολύ ασαφής και παραπλανητική περιγραφή των αρχών στις οποίες βασίζεται η φιλελεύθερη πολιτική» (Hayek, 2013). Δεν είναι η «απάντηση στις εξεγέρσεις» (Willgerodt and Peacock, 1989: 6). Δεν είναι η απάντηση «στις πεινασμένες ορδές των κατεστημένων συμφερόντων» (Röpke, 2007), ούτε στις πολιτικοποιημένες κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, ούτε στα μαζικά δημοκρατικά αιτήματα για τις συνθήκες ζωής, ούτε σε μια δημοκρατία που δεν ξέρει πώς να περιορίσει τον εαυτό της επιδιώκοντας την ελευθερία (βλ. Crozier et al., 1975). Πράγματι, για χάρη της ελευθερίας «οι πιο θεμελιώδεις αρχές μιας ελεύθερης κοινωνίας… μπορεί να χρειαστεί να θυσιαστούν προσωρινά… [προκειμένου να διαφυλαχτεί] η ελευθερία μακροπρόθεσμα» (Hayek, 2008). Τη δεκαετία του 1970, οι προειδοποιήσεις του Χάγιεκ για την απεριόριστη δημοκρατία ως πρόδηλο κίνδυνο για την ελευθερία, που περιέχονταν στο βιβλίο του Το Σύνταγμα της Ελευθερίας, υιοθετήθηκαν από τους στρατώνες. Όπως το έθεσε ο ίδιος εγκωμιάζοντας τη δικτατορία του Πινοσέτ, «ίσως υπάρχουν ακόμη και σήμερα δικτάτορες με καλές προθέσεις που ανήλθαν στην εξουσία λόγω της πραγματικής κατάρρευσης της δημοκρατίας και ανυπομονούν ειλικρινά να την αποκαταστήσουν, αρκεί μόνο να γνώριζαν πώς να τη διαφυλάξουν από τις δυνάμεις που την κατέστρεψαν». Σύμφωνα με τον Χάγιεκ, «μια δικτατορία μπορεί να επιβάλλει όρια στον εαυτό της, και μια δικτατορία που επιβάλλει τέτοια όρια μπορεί να είναι πιο φιλελεύθερη στις πολιτικές της από ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο που δεν γνωρίζει τέτοια όρια» (Hayek, παρατίθεται στο Cristi, 1998: 168, σημ. 16). Ο Χάγιεκ θεωρούσε τη δικτατορία του Πινοσέτ ισχυρό κράτος, ένα κράτος το οποίο επιλύει το ζήτημα της υπερβολικής δημοκρατίας, τραβώντας μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνίας και κράτους, καθιστώντας το κράτος κυβερνήσιμο ως «σχεδιαστή του ανταγωνισμού» (Hayek, 2013).

Συμπεράσματα

Για τον αυταρχικό φιλελευθερισμό, το κράτος είναι η κυρίαρχη κατηγορία της πολιτικής οικονομίας. Αναγνωρίζει ότι η ελεύθερη οικονομία βασίζεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη (social order) και συνιστά μια συνολική πρακτική διακυβέρνησης. Η τάξη (order) δεν είναι προϊόν της οικονομίας. Είναι πολιτική κατηγορία. Επομένως, οι οικονομικές κρίσεις φανερώνουν μια «κρίση του παρεμβατισμού» (Röpke, 1936: 160). Έχω υποστηρίξει ότι ο αυταρχικός φιλελευθερισμός μπορεί να συνοψιστεί στο μότο της ελεύθερης οικονομίας ως πολιτικής πρακτικής του ισχυρού κράτους. Για χάρη της οικονομικής ελευθερίας, αναγνωρίζει ότι το φιλελεύθερο κράτος δεν μπορεί να έχει αρκετή ισχύ και απορρίπτει τη δημοκρατική οργάνωση αυτής της ισχύος. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός εκφράζει τις πολιτικές αναγκαιότητες της ελεύθερης οικονομίας υπό τη μορφή μιας πολιτικής θεολογίας – αξιώνει ό,τι είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της ελευθερίας των αποστερημένων. Το αυταρχικό κράτος της ελεύθερης οικονομίας είναι οπλισμένο.

Η άποψη ότι η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970 συνιστά κρίση της εξουσίας του κράτους βασίστηκε στην πεποίθηση ότι ο «όχλος» είχε μετατρέψει το κράτος σε θήραμά του, αποδυναμώνοντας τη φιλελεύθερη χρησιμότητά του. Παρόμοιες απόψεις είχαν εκφραστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο Μπέρναρντ Μπαρούχ, κορυφαία φιγούρα των Δημοκρατικών, είχε διαμαρτυρηθεί εναντίον της απόφασης του Ρούσβελτ να εγκαταλείψει το 1933 τον κανόνα του χρυσού, δηλώνοντας ότι «οι μόνοι που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο είναι οι υποστηρικτές της οχλοκρατίας. Ίσως η χώρα να μην το γνωρίζει ακόμα, αλλά νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια επανάσταση πιο ριζική από τη Γαλλική Επανάσταση. Το πλήθος έχει καταλάβει την έδρα της κυβέρνησης και προσπαθεί να σφετεριστεί τον πλούτο. Ο σεβασμός για τον νόμο και την τάξη έχει χαθεί» (παρατίθεται στο Schlesinger, 1958: 202). Για τον Μπαρούχ, ορθά, οι αποστερημένοι έμποροι της εργασιακής δύναμης αποτελούν την κοινωνική πλειοψηφία. Για χάρη της ελευθερίας, ο περιορισμός τους είναι ζωτικής σημασίας. Ζωτικής σημασίας είναι επίσης η εξάλειψη της επιρροής της δημοκρατίας στη χάραξη πολιτικής, ιδίως στη νομισματική και στην πιστωτική πολιτική. Ούτε θα πρέπει «να λειτουργεί ως κέντρο ελέγχου από μια κυβέρνηση που εξαρτάται άμεσα από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή, ακόμα χειρότερα, από κάποια μη κοινοβουλευτική ομάδα που παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος της κοινής γνώμης» (Röpke, 1998: 223). Ο κανόνας του χρυσού λειτουργούσε παρόμοια με ένα απο-εθνικοποιημένο, απο-δημοκρατικοποιημένο και πλήρως αποπολιτικοποιημένο πλαίσιο οικονομικών προσαρμογών στις εδαφικοποιημένες αγορές εργασίας, η καθεμία σε ανταγωνισμό με την άλλη βάσει των τιμών στην παγκόσμια αγορά. Το γεγονός ότι δεν εξαρτιόταν από τις αποφάσεις κάποιας κυβέρνησης μετέτρεπε τον καθένα σε εξάρτημα ενός κανόνα φαινομενικά ανεξάρτητων οικονομικών δυνάμεων.[18] Η εγκατάλειψή του υπέταξε τη νομισματική πολιτική στις δημοκρατικές πιέσεις, γεγονός που κατά την άποψη του Μπαρούχ ισοδυναμεί με την κατάληψη του κράτους από τον όχλο. Δηλαδή, επέτρεψε την εφαρμογή του Κεϋνσιανισμού του New Deal υπό τον Ρούζβελτ. Στο πλαίσιο αυτό, οι ορντο-φιλελεύθεροι υποστήριξαν ότι η επιδίωξη της ελεύθερης οικονομίας προϋποθέτει την περιστολή της μαζικής δημοκρατίας και την ελευθερία λήψης εκτελεστικών αποφάσεων. Σε αντίθεση με τα φασιστικά ρεύματα, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η στάση τους συνιστά επιχείρημα υπέρ της δικτατορίας. Είναι μάλλον ένα επιχείρημα που αφορά τα μέσα για τη διατήρηση της οικονομικής ελευθερίας.

Η κατάσταση εξαίρεσης φανερώνει την αποτυχία της κυβέρνησης να αποτρέψει την εκδήλωση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τον φιλελευθερισμό. Δηλαδή, η επιδίωξη της ελευθερίας πρέπει να είναι προληπτική για να αποφευχθεί εκ των προτέρων η διασάλευση της τάξης. Συνεπώς, ο Röpke (1969: 97) υποστηρίζει ότι η δημοκρατία πρέπει να «περιορίζεται μέσω μέτρων και προφυλάξεων που θα αποτρέπουν την καταστροφή του φιλελευθερισμού από τη δημοκρατία». Η πρόσδεση της δημοκρατίας στο θεμέλιο του φιλελευθερισμού βρέθηκε στο επίκεντρο κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Αυτή η απόπειρα περιλάμβανε τη χορήγηση στα συνταγματικά δικαστήρια έκτακτων εξουσιών απόφανσης επί της συνταγματικότητας του κοινοβουλευτικού νομοθετικού έργου, υποτάσσοντάς το στον δικαστικό έλεγχο, στη δικαστική εποπτεία και στην εξουσία του δικαστηρίου να κηρύσσει άκυρη την πλειοψηφικά εγκεκριμένη νομοθεσία. Επίσης, διεξαγόταν, για παράδειγμα, συνεχής συζήτηση σχετικά με την επιβολή κανόνων ομοφωνίας στο νομοθετικό έργο (Buchanan και Tullock, 1999, Brennan και Buchanan, 1980, Buchanan και Wagner, 1977) ενώ πιο πρόσφατα εισήχθησαν ανώτατα όρια για το χρέος στα πλαίσια του συνταγματικού περιορισμού της κοινοβουλευτικής εξουσίας.[19] Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, έχουν γίνει πάρα πολλές θεσμικές προσπάθειες προκειμένου να μεταφερθούν σημαντικές πτυχές της λήψης πολιτικών αποφάσεων από τον δημοκρατικό έλεγχο σε εξω-δημοκρατικά τεχνοκρατικά θεσμικά όργανα, όπως για παράδειγμα οι κεντρικές τράπεζες που έχουν αποκτήσει ευρύτερες ανεξάρτητες εξουσίες χάραξης πολιτικής (Bonefeld και Burnham, 1998).[20] Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, το όραμα του Χάγιεκ (1939) για ένα σύστημα «διακρατικού φεντεραλισμού» αποδείχτηκε το πιο ενδεδειγμένο για την εδραίωση ενός ευρωπαϊκού οικονομικού συντάγματος στο οποίο τα ομοσπονδιακά κράτη λειτουργούν εντός ενός υπερεθνικού πλαισίου ατομικών οικονομικών δικαιωμάτων, νόμων και κανονισμών που υπερβαίνουν τις εθνικές δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων και ενσωματώνουν τα αποδυναμωμένα μαζικά δημοκρατικά κοινοβούλια ως όργανα νομιμοποίησης μιας ουσιαστικά απο-δημοκρατικοποιημένης νομοθετικής διαδικασίας που βρίσκεται στα χέρια ενός συμβουλίου εθνικών εκτελεστικών εκπροσώπων (Streek, 2015· Wilkinson, 2015· Bonefeld, 2015).

Το «σύμφωνο της Ευρώπης» είναι ένα σύμφωνο χωρίς Δήμο. Είναι επίσης ένα σύμφωνο χωρίς πολιτικό κυρίαρχο. Η πολιτική κυριαρχία παραμένει ομοσπονδοποιημένη σε εδαφικοποιημένες πολιτικές οντότητες, καθεμιά από τις οποίες απολαμβάνει το καθεστώς του δημοκρατικά διορισμένου δικαιούχου του μονοπωλίου της νόμιμης χρήσης βίας, εφαρμόζοντας τους κανόνες που αποφασίζονται από θεσμικά όργανα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια της κρίσης στην ευρωζώνη, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Επικεφαλής των κυβερνήσεων της ευρωζώνης αναδείχθηκε ως το βασικό όργανο λήψης αποφάσεων. Χωρίς να ελέγχεται από τον νόμο και σε απόσταση από τα εδαφικοποιημένα δημοκρατικά εκλογικά σώματα, κατάφερε να χειριστεί την κρίση λαμβάνοντας αυταρχικές αποφάσεις. Ο χαρακτηρισμός του Χάμπερμας (2012) για τη «νέα Ευρώπη» ως κατάσταση εξαίρεσης φέρνει στο προσκήνιο αυτό τον ισχυρισμό περί εκτελεστικού μανατζεριαλισμού. Υποδεικνύει την άνοδο στην εξουσία ενός «αδέσμευτου» εκτελεστικού οργάνου. Σε αντίθεση με ολόκληρη την ιστορία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, το νομοθετικό έργο πραγματοποιείται με εκτελεστική απόφαση, από τις δημοσιονομικές περικοπές μέχρι την απώλεια της δημοσιονομικής κυριαρχίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το συμβούλιο αποφάσισε ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναδιαρθρώσει το σύνολο του κοινωνικού της συμβολαίου ως προϋπόθεση για την τιμωρητική συμφωνία διάσωσης. Στην πραγματικότητα, το ελληνικό κράτος μετατράπηκε σε κράτος εκτέλεσης των αποφάσεων του συμβουλίου.

Στην ευρωζώνη, η αυταρχική αντίληψη ότι μια σωστά διοικούμενη «πολιτεία» πρέπει να περιορίζει τις δημοκρατικές υπερβολές της μαζικής κοινωνίας εκδηλώνεται μέσω ενός ομοσπονδιακού συστήματος το οποίο αποτελείται από ένα υπερεθνικό οικονομικό σύνταγμα, την εκτελεστική νομοθεσία και την εφαρμογή των κανόνων που έχουν συμφωνηθεί από τα δημοκρατικά κράτη μέλη που το απαρτίζουν. Εξαλείφοντας τη δημοκρατική επιρροή στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής, προσδένει τη δημοσιονομική πολιτική στην επιδίωξη της νομισματικής σταθερότητας, καθιστά δυνατή την ελευθερία του ανταγωνισμού μεταξύ των εδαφικοποιημένων αγορών εργασίας και θέτει τα δημοκρατικά κράτη μέλη υπό ένα καθεστώς επιβεβλημένης ελευθερίας. Όπως το έθετε ο Streek, «όπου εξακολουθούν να υπάρχουν δημοκρατικοί θεσμοί στην Ευρώπη, δεν ασκείται πλέον οικονομική διακυβέρνηση, από φόβο μην προσβληθεί η διαχείριση της οικονομίας από τα μη καπιταλιστικά συμφέροντα που πλήττουν την αγορά. Και όπου ασκείται οικονομική διακυβέρνηση, η δημοκρατία είναι απούσα» (2015: 366). Η κυβέρνηση του ευρώ ενισχύει έτσι το φιλελεύθερο θεμέλιο των δημοκρατικών κρατών μελών και κατά αυτόν τον τρόπο επαναβεβαιώνει την «ανεξαρτησία της θέλησής τους» έναντι των πολιτών της επικράτειάς τους.[21]

Το ευρωπαϊκό σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν προωθεί μόνο τον ανταγωνισμό μεταξύ των εδαφικοποιημένων αγορών εργασίας στο εσωτερικό της. Συντελεί επίσης στην εθνικοποίηση της διαμαρτυρίας ενάντια στο υπερεθνικό καθεστώς της επιβεβλημένης ελευθερίας. Η ραγδαία ενίσχυση της άκρας δεξιάς, συμπεριλαμβανομένων των νεοφασιστών, από το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία έως τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, έχει γίνει όπως φαίνεται νέα κανονικότητα στην ευρωζώνη. O περιορισμός των παραδοσιακών μορφών κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στα πλαίσια της κρίσης του ευρώ, δεν κατέπνιξε μόνο τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής αμφισβήτησης και νομιμοποίησης, οδηγώντας στην επανεδραίωση της (αντι-ευρωπαϊκής) εθνικιστικής δεξιάς ως υπολογίσιμης δύναμης. Αφόπλισε επίσης μια ολόκληρη παράδοση αριστερού διεθνισμού στην Ευρώπη και ενίσχυσε παλαιότερες ιδέες περί του έθνους ως υποτιθέμενα προοδευτικής δύναμης ενάντια στην παγκοσμιοποίηση.[22] Το Brexit εκφράζει την ιδέα της εθνικής αυτοδιάθεσης ως στρεβλής εναλλακτικής επιλογής στο ευρωπαϊκό σύστημα της ελευθερίας που επιβάλλεται από την εκτελεστική εξουσία. Αντί να ξεπεράσει την παράδοση του αυταρχικού φιλελευθερισμού, την προωθεί με πιο επικίνδυνο τρόπο, ως κίνημα εθνικού σκοπού.

Βιβλιογραφία

Agnoli J (1990) Die Transformation der Demokratie. Freiburg: Ca Ira.

Agnoli J (2000) Politik und Geschichte. Freiburg: Ca Ira.

Ancil RE (2012) Röpke and the restauration of property: The proletarianized market. The Imaginative

Conservative. Προσβάσιμο (6 Ιουλίου 2016) στη διεύθυνση: www.theimaginativeconservative.org/2012/10/Röpke-proletarianized-market

Arendt H (2017) Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Νησίδες.

Biebricher T (2015) Neoliberalism and democracy. Constellations 22(2): 255–266.

Böhm F (1937) Ordnung und Wirschaft. Berlin: Kohlhammer.

Bonefeld W (1992) Constitutional norm versus constitutional reality in Germany. Capital & Class 16(1): 65–88.

Bonefeld W (1993) The Recomposition of the British State during the 1980s. Aldershot: Dartmouth.

Bonefeld W (2006a) Democracy and dictatorship. Critique 34(3): 237–252.

Bonefeld W (2006b) Anti-globalisation and the question of socialism. Critique 34(1): 39–59.

Bonefeld W (2012) Freedom and the strong state: On German ordoliberalism. New Political Economy 17(5): 633–656.

Bonefeld W (2013) Adam Smith and ordoliberalism: On the political form of market liberty. Review of International Studies 39(2): 233–250.

Bonefeld W (2014) Critical Theory and the Critique of Political Economy. New York, NY: Bloomsbury.

Bonefeld W (2015) European economic constitution and the transformation of democracy. E. J. of International Relations 21(4): 867–886.

Bonefeld W και Burnham P (1998) The politics of counter-inflationary credibility in Britain, 1990-1994. Review of Radical Political Economics 30(1): 30–52.

Brittan S (1975) The economic contradictions of democracy. Στο: King A (ed.) Why is Britain Harder to Govern? London: BBC Books, 96–127.

Brittan S (1977) The Economic Consequences of Democracy. London: Temple Smith.

Brennan G και Buchanan JM (1980) The Power to Tax. Cambridge: Cambridge University Press.

Buchanan JM και Tullock G (1999) Ο λογισμός της συναίνεση – Τα λογικά θεμέλια της συνταγματικής δημοκρατίας. Εκδόσεις Παπαζήση.

Buchanan JM και Wagner RE (1977) Democracy in Deficit – The Political Legacy of Lord Keynes. New York, NY: Academy Press.

Burnham P (2001) New Labour and the politics of depoliticization. British Journal of Politics and International Relations 3(2): 127–49.

Cristi R (1998) Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press.

Crozier M et al. (1977) The Crisis of Democracy. New York, NY: New York University Press.

Eucken W (1932) Staatliche Strukturwandlungen und die Krise des Kapitalismus. Weltwirtschaftliches Archiv 36: 521–524.

Eucken W (2004) Grundsätze der Wirtschaftspolitik. 7th edition. Tübingen: Mohr Siebert.

Fortsthoff E (1933a) Das Ende der humanistischen Illusion. Berlin: Furche-Verlag.

Forsthoff E (1933b) Der totale Staat. Hamburg: Hanseatische Verlags-Anstalt.

Foucault M (2012) Η γέννηση της βιοπολιτικής. Πλέθρον.

Friedrich C (1955) The political thought of neo-liberalism. The American Political Science Review 49(2): 509–525.

Friedrich C (1968) Constitutional Government and Democracy. London: Blaisdell Publishing.

Gamble A (1988) The Free Economy and the Strong State. London: Palgrave.

Habermas J (2012) The Crisis of European Union. Cambridge: Polity.

Haselbach D (1991) Autoritärer Liberalismus und Soziale Marktwirtschaft. Baden-Baden: Nomos.

Hayek F (1939) The economic conditions of interstate federalism. Στο: Hayek F (1949) Individualism and Economic Order. London: Routledge and Kegan Paul, 255–273.

Hayek F (2013) Ο δρόμος προς τη δουλεία. Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Hayek F (2008) Το Σύνταγμα της ελευθερίας. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Hayek F (1972) A Tiger by the Tail. London: London Institute of Economic Affairs.

Hayek F (1979) The Political Order of a Free People. Chicago, IL: University of Chicago Press.

Heller H (2015 [1933]) Authoritarian liberalism. European Law Journal 21(3): 295–301.

King A (1976) The problem of overload. Στο: King A (ed.) Why is Britain Harder to Govern? London: BBC Books, 74–83.

Kirkpatrick J (1979) Dictatorship & double standards. Commentary Magazine, 1 Νοεμβρίου. Προσβάσιμο (7 Μαΐου 2016) στη διεύθυνση: https://www.commentarymagazine.com/articles/dictatorships-double-standards/

Lenel HO (1989) Evolution of the social market economy. Στο: Peacock A and Willgerodt H (eds) German Neoliberals and the Social Market Economy. London: Palgrave, 16–39.

Λούξεμπουργκ Ρόζα (2009) Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρκούζε Χέρμπερτ (1983) Η πάλη ενάντια στον φιλελευθερισμό στην ολοκληρωτική αντίληψη για το κράτος. Στο: Μαρκούζε Χέρμπερτ, Αρνήσεις. Ύψιλον.

Μαρξ Καρλ (1989) Grundrisse, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Στοχαστής.

Μαρξ Καρλ (2002) Το Κεφάλαιο, Τόμος Α. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Καρλ και Ένγκελς Φρίντριχ (2014) Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στο: Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840 – Μια ανθολογία, ΚΨΜ.

Miksch L (1947) Wettbewerb als Aufgabe. Grundsätze einer Wettbewerbsordnung. Bad Godesberg: Kuepper.

Mirowski P και Plehwe D (eds) (2009) The Road from Mont Pelerin. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Müller JW (2012) Militant democracy. Στο: Rosenfeld M and Sajó A (eds) Oxford Handbook of Comparative Constitutional Law. Oxford: Oxford University Press, 253–269.

Müller-Armack A (1933) Staatsidee und Wirtschaftsordnung im neuen Reich. Berlin: Junker & Dünnhaupt.

Müller-Armack A (1981) Diagnose unserer Gegenwart. Stuttgart: Paul Haupt.

Radice H (2014) Enforcing austerity in Europe: the structural deficit as a policy target. Journal of Contemporary European Studies 22(3): 248–260.

Röpke W (1936) Crisis and Cycles. London: W. Hodge.

Röpke W (1942) International Economic Disintegration. London: W. Hodge.

Röpke W (1969) Against the Tide. Vienna: Ludwig von Mises Institute.

Röpke W (1998) A Human Economy. Wilmington, DE: ISI Books.

Röpke W (2007) Η κρίση της εποχής μας. Ροές.

Rossiter CL (1948) Constitutional Dictatorship. Crisis and Government in the Modern Democracies. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Rüstow A (1963 [1932]) Die staatspolitischen Voraussetzungen des wirtschaftspolitischen Liberalismus. Στο: Rüstow A, Rede und Antwort. Ludwigsburg: Hoch, 249–258

Rüstow A (1942) General social laws of the economic disintegration and possibilities of reconstruction. Επίλογος στο Röpke W, International Economic Disintegration. London: W. Hodge, 267–283.

Rüstow A (1959 [1929]) Diktatur innerhalb der Grenzen der Demokratie. Vierteljahreshefte für Zeitgeschichte 7: 87–111.

Schlesinger AM (1959) The Age of Roosevelt: The Coming of the New Deal. Cambridge, MA: Riverside Press.

Schmitt C (1931) Der Hüter der Verfassung. Berlin: Duncker & Humblot.

Schmitt C (2010) Σχετικά με τα τρία είδη της νομικής σκέψης. Εκδόσεις Παπαζήση.

Schmitt C (2016) Πολιτική θεολογία. Τέσσερα κεφάλαια γύρω από τη διδασκαλία περί κυριαρχίας. Κουκκίδα.

Schmitt C (1988 [1923]) The Crisis of Parliamentary Democracy. Cambridge, MA: MIT Press.

Schmitt C (2009) Η έννοια του πολιτικού. Κριτική.

Schmitt C (1998 [1932]) Strong state and sound economy: an address to business leaders. Appendix. Στο: Cristi R, Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press, 213–232.

Schmitt C (2008a [1970]) Political Theology II: The Myth of the Closure of any Political Theology.Cambridge: Polity.

Schmitt C (2008b [1928]) Constitutional Theory. Durham, NC: Duke University Press.

Schmitt C (2015 [1942]) Land and Sea: A World-Historical Mediation. New York, NY: Telos. Harper.

Smith A (1976 [1759]) The Theory of Moral Sentiments. Oxford: Oxford University Press.

Streek W (2015) Heller, Schmitt and the Euro. European Law Journal 21(3): 361–370.

Triebe K (1995) Strategies of Economic Order. Cambridge: Cambridge University Press.

Von Mises L (1985 [1927]) Liberalism in the Classical Tradition. San Francisco, CA: Cobden Press.

Weber M (1987) Η πολιτική ως επάγγελμα. Εκδόσεις Παπαζήση

Wilkinson MA (2015) Authoritarian liberalism in the European constitutional imagination. European Law Journal 21(3): 313–339.

Willgerodt W και Peacock A (1989) German liberalism and economic revival. Στο: Peacock A και Willgerodt H (eds.) German Neo-Liberals and the Social Market Economy. London: Palgrave, 1–14.

[1]. Ο Φραντς φον Πάπεν (Franz von Papen) ήταν Γερμανός ευγενής, στρατιωτικός και πολιτικός. Μετά τη θητεία του στην καγκελαρία το 1932, έπεισε τον πρόεδρο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ να διορίσει τον Αδόλφο Χίτλερ ως καγκελάριο το 1933. Ο φον Πάπεν υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος του Χίτλερ από το 1933 έως το 1934. Η καγκελαρία του φον Πάπεν είναι γνωστή ως η «κυβέρνηση των βαρόνων».

[2]. Βλέπε επίσης Μαρκούζε (1983). Εκείνη την εποχή, ο Σμιτ ήταν υποστηριχτής του «αυταρχικού κράτους» του φον Παπεν (Heller, 2015: 295) όπως και οι στοχαστές που θεμελίωσαν τον γερμανικό ορντο-φιλελευθερισμό, συμπεριλαμβανομένων των Euken, Röpke και Rüstow (βλέπε Haselbach, 1991). Ο όρος ορντο-φιλελευθερισμός εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1950. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 οι ορντο-φιλελεύθεροι θεωρούσαν τους εαυτούς τους υποστηρικτές ενός «νέου φιλελευθερισμού» πέρα από το laissez-faire. Το 1938, στο Συνέδριο Walter Lippmann, o Rüstow εγκαινίασε τον όρο «νεοφιλελευθερισμός» για να διακρίνει αυτό τον νέο, κρατικοκεντρικό φιλελευθερισμό από την παράδοση του laissez-faire, την οποία απέρριπτε ως θεολογία. Σχετικά με τη διαδρομή του φιλελευθερισμού, βλέπε τα άρθρα των Mirowski και Plehwe (2009).

[3]. Ο Σμιτ ήταν σύνηθες σημείο αναφοράς για τις ορντο-φιλελεύθερες κριτικές της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Βλέπε, μεταξύ άλλων, Haselbach (1991), Cristi (1998), Tribe (1995) και Streek (2015). Βλέπε επίσης Bonefeld (2012). O Χάγιεκ (1944) σωστά καταγγέλλει τον Σμιτ ως τον νομικό φιλόσοφο του γερμανικού ναζισμού, για να καταλήξει όμως να επιδοκιμάζει την κριτική που άσκησε στη δημοκρατία της Βαϊμάρης ως την «πιο περισπούδαστη και οξυδερκή» (Χάγιεκ, 1960: 485). Σε σχέση με αυτό, βλέπε επίσης Bonefeld (2006a).

[4]. Σύμφωνα με τον Μαρξ, το κράτος είναι η πολιτική μορφή της κοινωνίας «θεωρημένο σε σχέση με τον εαυτό του» (Μαρξ, 1989: 72). Ως η «οργανωμένη βία της κοινωνίας» (Μαρξ, 2002: 776), συγκεντρώνει τον πολιτικό χαρακτήρα της αστικής κοινωνίας και με αυτό τον τρόπο αποπολιτικοποιεί τις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ αγοραστών εργασιακής δύναμης και παραγωγών υπεραξίας στη βάση του νόμου και της τάξης.

[5]. Για τη μαχητική δημοκρατία, τον αντι-κομμουνισμό, τους πεμπτοφαλαγγίτες και τα αφανή ανατρεπτικά στοιχεία βλέπε Agnoli (1990) και Müller (2012). Βλέπε επίσης Bonefeld (1992). Ο μακαρθισμός είναι φτιαγμένος από την ίδια στόφα.

[6]. Για τον θατσερισμό ως ένα πρόγραμμα ελεύθερης οικονομίας και ισχυρού κράτους βλέπε Gamble (1988) και Bonefeld (1993).

[7]. Αυτή η άποψη δεν είναι πρωτότυπη. Μεταξύ άλλων, είναι κεντρική στον Τοκβίλ (Tocqueville) όταν προειδοποιεί για την απειλή που εκφράζει η μαζική δημοκρατία στο φιλελεύθερο κράτος δικαίου (Agnoli, 2000). Βλέπε επίσης το επιχείρημα της Λούξεμπουργκ ότι στην καπιταλιστική κοινωνία «οι θεσμοί αντιπροσώπευσης, δημοκρατικοί στη μορφή, στο περιεχόμενό τους είναι όργανο των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Αυτό αποκαλύπτεται με απτό τρόπο στο γεγονός ότι μόλις η δημοκρατία δείξει μια τάση άρνησης του ταξικού της χαρακτήρα και αρχίσει να μετασχηματίζεται σε όργανο των πραγματικών συμφερόντων του πληθυσμού, οι δημοκρατικές μορφές θυσιάζονται από την αστική τάξη και τους κρατικούς της εκπροσώπους» [Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση, δική μας η μετάφραση]

[8]. Η διάκριση μεταξύ ορντο-φιλελευθερισμού, νεοφιλελευθερισμού και αυταρχικού φιλελευθερισμού είναι ρευστή. Ορθά ο Φουκώ (2012) θεωρεί ότι ο ορντο-φιλελευθερισμός είναι η αρχική διατύπωση του νεοφιλελευθερισμού. Είναι η πρώτη ισχυρή φιλελεύθερη απάντηση της αγοράς απέναντι στην κολεκτιβιστική πρόκληση. Έθεσε το ερώτημα: Τι πρέπει να γίνει για να διασφαλιστεί και να διατηρηθεί η τάξη της ελευθερίας της αγοράς; Τι είναι αναγκαίο; Στην πραγματικότητα, υπάρχει μόνο διαφορά στο πού δίνεται η έμφαση καθώς και ένας καταμερισμός της ακαδημαϊκής εργασίας. Για μια κριτική θεωρία του καπιταλιστικού κράτους ως θεμελιωδώς φιλελεύθερου κράτους (της αγοράς), βλέπε Bonefeld (2014: κεφ. 8).

[9]. Η γη και η θάλασσα είναι μια αναφορά στην παγκόσμια ιστορία ως αγώνα μεταξύ των χερσαίων και των θαλάσσιων δυνάμεων (βλ. Σμιτ, 2015). Η αγγλική εθνικιστική ελίτ διατηρεί την ψευδαίσθηση της χαμένης από καιρό Βρετανικής Αυτοκρατορίας ως μιας θαλάσσιας κοινοπολιτείας ιδιωτικού πλουτισμού. Αυτή η ψευδαίσθηση διαμορφώνει τον δημαγωγικό της λόγο περί της ελευθερίας των Βρετανών. Η ανήμπορη οργή χαρακτηρίζει την εξέγερση των φτωχών ενάντια στην ΕΕ. Δεν είχαν τίποτα να χάσουν και κέρδισαν την υπόσχεση για ακόμα μεγαλύτερα δεινά.

[10].  Η «υπερφόρτωση» και η «ανικανότητα διακυβέρνησης» συναντώνται στη νεοφιλελεύθερη κριτική του Κεϋνσιανού κοινωνικού κράτους τη δεκαετία του 1970.

[11]. Χρησιμοποιώ για λόγους συντομίας τη διατύπωση «εξαρτημένοι πωλητές εργασιακής δύναμης», διότι η πρόσβαση των ελεύθερων εργατών στα μέσα συντήρησης εξαρτάται από την πώληση της εργασιακής τους δύναμης.

[12]. Βλέπε επίσης Βέμπερ (1987) για μια περιγραφή αυτού του μετασχηματισμού και των συνεπειών του στη διακυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του κομματικού συστήματος, στην ηθική και τη νομιμοποίηση της διακυβέρνησης, στη λογική της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και στη διοίκηση.

[13]. Η κριτική του Σμιτ στρεφόταν κατά της νομικής θεωρίας του Kelsen, στην οποία υποστηριζόταν ότι οι νόμοι που θεσπίζονται από κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες σύμφωνα με τις καθιερωμένες συνταγματικές διαδικασίες είναι νόμιμοι και θεμιτοί ανεξάρτητα από το ειδικό περιεχόμενο του νόμου και των κανονιστικών του αξιών. Ο Σμιτ απέρριπτε αυτή τη θέση ως καθαρό σχετικισμό και ισχυριζόταν ότι η νομιμότητα του κοινού δικαίου δεν είναι νομικό ζήτημα αλλά, μάλλον, ζήτημα οριστικών αποφάσεων εξωδικαιικής αξίας και ως εκ τούτου ο πραγματικός κυρίαρχος δεν είναι το κράτος δικαίου. Αντίθετα, ο αληθινός κυρίαρχος είναι η ενσάρκωση του νόμιμου Δικαίου (Recht). Το τελευταίο έργο του Χάγιεκ για τη φιλοσοφία του δικαίου χαρακτηρίζεται από τη διάκριση που κάνει ο Σμιτ μεταξύ του φιλελεύθερου κράτους δικαίου και του δημοκρατικού κράτους δικαίου, υποστηρίζοντας ότι το ένα ανοίγει τον δρόμο προς την ελευθερία και το άλλο προς την τυραννία (βλ. Χάγιεκ, 1979).

[14]. Ο Ernst Forsthoff ήταν μαθητής του Σμιτ. Κατά τη διάρκεια του ναζισμού διετέλεσε καθηγητής σε διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Μετά την απελευθέρωση από τον ναζισμό, απολύθηκε από το πανεπιστήμιο κατόπιν εντολής της αμερικανικής στρατιωτικής κυβέρνησης. Συνέχισε τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης το 1952. Ο Forsthoff ήταν ο βασικός συγγραφέας του Συντάγματος της Κύπρου και διετέλεσε Πρόεδρος του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Κύπρου από το 1960 ως το 1963.

[15]. Η έννοια «δημοψηφισματική δημοκρατία» προέρχεται από τον Βέμπερ (1987). Τη συνέλαβε ως ένα μέσο διατήρησης της ελευθερίας στη μαζική δημοκρατία.

[16]. Η ορντο-φιλελεύθερη αντίληψη ότι η εξέγερση των μαζών πρέπει να αντιμετωπιστεί από την εξέγερση της ελίτ δεν έρχεται σε αντίθεση με τις φιλελεύθερες αρχές. Συνηγορεί υπέρ τους.

[17]. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια της Κιρκπάτρικ (1979), οι δικτάτορες σαν τον Πινοσέτ είναι καλοπροαίρετοι. «Δεν διαταράσσουν τους συνήθεις ρυθμούς εργασίας και ανάπαυσης, τους συνήθεις τόπους διαμονής και τα συνήθη πρότυπα των οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων. Επειδή τα βάσανα της παραδοσιακής ζωής είναι οικεία, γίνονται ανεκτά από τους απλούς ανθρώπους οι οποίοι, μεγαλώνοντας μέσα στην κοινωνία, μαθαίνουν να ανταπεξέρχονται».

[18]. Αυτό το σημείο προέρχεται από την κριτική της Χάνα Άρεντ στον ολοκληρωτισμό.

[19]. Σχετικά με αυτά τα ζητήματα, βλέπε την εύστοχη ανάλυση του Biebricher (2015). Βλέπε επίσης τον Radice (2014) σχετικά με τον καθορισμό ανώτατων ορίων χρέους ως μια κατεξοχήν πολιτική απόφαση.

[20]. Ο Burnham (2001) έχει αναλύσει αυτές τις εξελίξεις που αντιστοιχούν σε μια αποπολιτικοποίηση της χάραξης πολιτικής. Η αποπολιτικοποίηση της χάραξης πολιτικής είναι σαφώς
πολιτική πράξη.

[21]. Το παράθεμα προέρχεται από άρθρο του Eucken (1932: 308).

[22]. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, οι κριτικές της παγκοσμιοποίησης που περιστρέφονταν γύρω από το κράτος συνέβαλαν στην επανεμφάνιση των εθνικιστικών οπτικών ως υποτιθέμενα προοδευτικών. Βλ. Bonefeld (2006b).

Πηγή: Το Διαλυτικό

Αφιέρωμα: 3 Κείμενα ενάντια στους εθνικούς μύθους

Εντός του εθνικού παροξυσμού των ημερών για την συμπλήρωση 200 χρόνων από την Ελληνική επανάσταση επιλέξαμε να συγκεντρώσουμε και να αναδημοσιευσουμε 3 κείμενα αφιερωμένα στο ξεμπρόστιασμα και την κριτική εθνικών αφηγήσεων και μυθευμάτων.

Ο πόλεμος ενάντια στο υπάρχον διερχόταν και θα συνεχίσει να διέρχεται μέσα από την επίθεση στα φαντάσματα του αστικού κόσμου όπως το έθνος και η φυλή.

*

1821: Η Δημοκρατική Επανάσταση που δεν έγινε ποτέ

Φέτος κλείνουν 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 και η αστική τάξη αναζητά έναν τρόπο να σηκώσει το συναίσθημα εθνικής ενότητας. Μπορεί οι ρεφορμιστικές δυνάμεις να δίνουν τα ρέστα στη στήριξη της κυβέρνησης της ΝΔ ενάντια στον «αόρατο εχθρό του κορονοϊού» προσπαθώντας να αναστείλουν εδώ και ένα χρόνο τις μαζικές, λαϊκές κινητοποιήσεις, όμως είναι τέτοια η σφοδρότητα της αστικής αντεπανάστασης σε κάθε λαϊκή κατάκτηση των τελευταίων 45 χρόνων, που χρειάζεται ξανά ένα νέο «εθνικό όραμα» για να συσπειρωθεί η κοινωνική πλειοψηφία. Οι θεωρίες του «ανάδελφου έθνους» που βάλλεται από εξωτερικούς ή εσωτερικούς, ορατούς και αόρατους εχθρούς, είναι απαραίτητες για να αποδεχτούν οι πληβείες τάξεις την παραπέρα εξαθλίωσή τους. Η περιγραφή μιας ενιαίας πορείας του έθνους που προοδεύει κόντρα σε θεούς και δαίμονες, η αφήγηση της «ψωροκώσταινας» που επιβιώνει με σοφία σε μια μικρή λωρίδα γης με πολλαπλούς εχθρούς και τα προαιώνια «δίκαια» που «κακές δυνάμεις» του πλανήτη δεν αφήνουν να εκπληρωθούν, αποτελεί ένα συνεκτικό κρίκο που συσπειρώνει το αστικό μπλοκ. Είναι όμως έτσι; Υπάρχει κάτι να υπερασπίσουμε από την πολιτική ιστορία του ελληνικού αστισμού; Ας δοκιμάσουμε να δούμε κάποια ζητήματα.

Αστική δημοκρατία και καπιταλισμός: Μια σχέση περιστασιακή

Πολλές φορές γίνεται σύγχυση του πολιτεύματος και των ελευθεριών με την αλλαγή των οικονομικών σχέσεων και την τεχνολογική εξέλιξη που φέρνουν αυτές. Κι αυτό συμβαίνει γιατί η αστική δημοκρατία έχει σαν προϋπόθεση την ύπαρξη των καπιταλιστικών σχέσεων αλλά το αντίστροφο δεν είναι απαραίτητο!

Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και καθορίζει κάθε περίοδο τους όρους συμβίωσης. Η προσπάθεια βελτίωσης των όρων αυτών για τις πληβείες τάξεις συγκροτεί τα διάφορα ανθρωπιστικά και δημοκρατικά κινήματα. Η μαρξιστική σχολή ανέδειξε με επιστημονικό τρόπο πως οι αλλαγές στο επίπεδο διαβίωσης δεν εξαρτώνται από ιδεολογικές – ηθικές σχέσεις αλλά από το οικονομικό επίπεδο που επιτρέπει την απελευθέρωση του συνόλου της ανθρωπότητας από την ανέχεια και την εξαθλίωση. Η ύπαρξη, λοιπόν, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του homo economicus, επιτρέπει όχι μόνο να εκτιναχτεί η παγκόσμια παραγωγική ικανότητα αλλά και να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις συλλογικής συνύπαρξης της κοινωνίας.

Η αστική δημοκρατία από την άλλη, δεν είναι μια «παραχώρηση του ηγεμόνα» αλλά προκύπτει ως ανάγκη από την καπιταλιστική οικονομική οργάνωση. Ο συλλογικός εργάτης χρειάζεται να μορφώνεται για να είναι πιο επιδέξιος, χρειάζεται να γιατρεύεται για να επιστρέφει παραγωγικός στη δουλειά του και από την άλλη δημιουργεί δεσμούς κοινωνικούς και πολιτικούς στην πόλη, στη δουλειά, στο σχολείο. Ο αστισμός, λοιπόν, έχει ανάγκη την κοινωνική ειρήνη και την ταξική συνθηκολόγηση για να λειτουργεί εύρυθμα η οικονομία. Η ύπαρξη δημοκρατικών ελευθεριών υπάρχει ως κομμάτι της ταξικής πάλης των πληβείων τάξεων και γίνεται ανεκτή μόνο όσο δεν επιβαρύνει δυσανάλογα την κερδοφορία του κεφαλαίου. Αν οι αστοί μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους με την ελάχιστη διαπραγμάτευση με τις λαϊκές τάξεις επιλέγουν αυτή τη συνθήκη χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Για το αστικό μπλοκ η δημοκρατία είναι δαπάνη πολυτελείας και πραγματοποιείται μόνο σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης.

Για να δούμε, λοιπόν, τη σχέση του ελληνικού αστικού κινήματος του 1821 με τη δημοκρατία.

Η σχέση της ελληνικής επανάστασης του 1821 με το Διαφωτισμό

Στον ελλαδικό χώρο υπάρχει μια περίεργη σχέση με την έννοια «δημοκρατία». Το βαρύ ιστορικό παρελθόν του ελλαδικού χώρου την περίοδο της αρχαιότητας δημιουργεί μια τεράστια αίγλη αλλά και προσδοκία στη σύγχρονη πολιτική σκηνή. Παρ` όλα αυτά τα τελευταία διακόσια χρόνια εκπέμπονται εντελώς αντιθετικά σήματα που δημιουργούν συγχύσεις. Από τη μία οι αναφορές στην αρχαιοελληνική δημοκρατία αλλά και στο γεγονός πως πραγματοποιήθηκε μια από τις πρώτες αστικές επαναστάσεις στον πλανήτη, καθιστούν την Ελλάδα κάτι σαν κοιτίδα της Δημοκρατίας. Τυπικά, ο κοινοβουλευτισμός φτάνει τα 190 χρόνια αλλά ο σφικτός εναγκαλισμός του με το στρατό και την εκκλησία και η ύπαρξη βασιλιά για 150 χρόνια δημιουργούν τουλάχιστον προβληματισμό για το επίπεδο των δημοκρατικών θεσμών. Όμως ας μην είμαστε προκατειλημμένοι και άδικοι με την ιστορία.Η Επανάσταση του 1821 ήταν από τις πρώιμες αστικές επαναστάσεις. Μετά τις ΗΠΑ και τη Γαλλία (ή και κάποιες μικρές σαν της Αϊτής) η εξέγερση που ξεκίνησε στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γέννησε παγκόσμιες ελπίδες για το δημοκρατικό κίνημα.

Κείμενα γράφονται σε κάθε μεριά του πλανήτη που εξυμνούν τη φλόγα της επανάστασης, μεμονωμένοι αγωνιστές έρχονται να πολεμήσουν στο πλευρό των αντάρτικων δυνάμεων. Στα σπαθιά των επαναστατών έβλεπαν τη νίκη της Λογικής και τη Δημοκρατία να νικάει στο γεωγραφικό χώρο που εμφανίστηκε πρώτη φορά ως ιδέα. Αυτή δεν ήταν μια αυθαίρετη προβολή, μια φαντασίωση.

Ο ελληνικός αστισμός μεγαλουργούσε σε κάθε πόλη της Ευρώπης. Από τη Βιέννη και το Άμστερνταμ, το Βουκουρέστι και το Παρίσι, τον Εύξεινο Πόντο και τις Ιταλικές πόλεις, η ανερχόμενη αστική τάξη ήταν παρούσα. Το ανερχόμενο εφοπλιστικό κεφάλαιο και η σχέση του με το παγκόσμιο εμπόριο έφερνε τους έλληνες αστούς στο κέντρο της παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τα παλιά απολυταρχικά καθεστώτα «έπνιγαν» τις δυνατότητες επέκτασης του κεφαλαίου. Η ανάγκη να υπάρχει μια σημαντική οικονομική – πολιτική αλλαγή έκαιγε τα μυαλά των αστών. Έχοντας δικτυωθεί στα μεγάλα εμπορευματικά κέντρα αλλά και στις πολιτικές λέσχες της τάξης του, ο ελληνικός αστισμός έρχεται σε επαφή με τις επαναστατικές θεωρίες του Διαφωτισμού αλλά και με τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 18ου αιώνα σε ΗΠΑ και Γαλλία που άλλαξαν το ρου της ιστορίας.

Η ελληνική διανόηση γρήγορα στρατεύεται σε αυτή την κατεύθυνση. Από τον Αδαμάντιο Κοραή ως τον Ρήγα Βελεστινλή και τον Δημήτριο Υψηλάντη, δημιουργείται το πρώτο πολιτικό ρεύμα που ανοίγει το δρόμο για την δημοκρατία στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στο «Θούριο» του Ρήγα Βελεστινλή περιγράφεται μια ομοσπονδία φυλών και εθνοτήτων στο χώρο των Βαλκανίων που αποτινάσσουν το ζυγό του Σουλτάνου. Όταν ο Ρήγας αναφέρεται σε «ελληνική» ομοσπονδία αυτή έχει την έννοια της Γαλλικής Επανάστασης του πολίτη. Ο «έλληνας» είναι ο πολίτης αυτής της ομοσπονδίας που κατοικεί σε αυτή και όχι η συγγένεια αίματος που κατοχυρώθηκε στην ελληνική ιστορική περιγραφή. Συλλαμβάνεται στην Τεργέστη και εκτελείται το 1798 στη Βιέννη μέσα στο κλίμα αντεπανάστασης που υπάρχει στην Ευρώπη.

Αυτές οι ιδέες δεν ήταν ένα αφηρημένο σχέδιο των ελλήνων της Κεντρικής Ευρώπης. Δεν ήταν ιδεοληψίες χωρίς ιστορική και κοινωνική βάση. Μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η ναυτιλία και η κρατική διοίκηση ήταν σε «ελληνικά» χέρια. Παράλληλα το κοινοτικό σύστημα στα χωριά δημιουργούσε χώρο συλλογικής συνύπαρξης και δυνατότητα εξάπλωσης των ιδεών της αστικής αναδιοργάνωσης της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Αυτή η φλόγα ήταν που άναψε φωτιές σε όλη την Ευρώπη, αλλά για λίγο!

1821: Η Δημοκρατία μας τελειώνει πολύ γρήγορα

Η Φιλική Εταιρεία και ο Υψηλάντης ήταν η πρώτη προσπάθεια υλοποίησης της αστικής, δημοκρατικής επανάστασης.

Λειτουργούσε στο χώρο της Ρωσίας – Ρουμανίας μετά το 1814 εκμεταλλευόμενη την αντίθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πολλοί ιστορικοί στέκονται στον τρόπο οργάνωσης της εξέγερσης. Η ίδρυση ενός τακτικού στρατού που απελευθερώνει εδάφη, πράγματι, φαίνεται πιο αναποτελεσματική από το αντάρτικο που στήθηκε στον ελλαδικό χώρο. Στην πραγματικότητα, όμως, το πρόβλημα ήταν καθαρά πολιτικό.

Από τα πρώτα βήματά της η Ελληνική Επανάσταση αντιμετώπισε ένα συντεταγμένο συντηρητικό ρεύμα. Όπως είδαμε προηγουμένως, η αστική τάξη είχε αγαστή σχέση με το καθεστώς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γι` αυτό και τη διαδικασία της εξέγερσης την αντιμετωπίζει με διστακτικότητα. Γενικά, περισσότερο βλέπει μια αναβάθμιση της θέσης κι ένα παζάρι με την Πύλη για περισσότερα κέρδη παρά μια τυχοδιωκτική αποσταθεροποίηση του καθεστώτος που θα δημιουργούσε προβλήματα στην οικονομία.

Παράλληλα στο εξωτερικό έχει επικρατήσει ο Βοναπαρτίστικος συμβιβασμός της Γαλλικής επανάστασης και έχει συνταχτεί η Ιερή Συμμαχία των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης ενάντια στα επαναστατικά ρεύματα. Η ελληνική επανάσταση στην αρχή θα στιγματιστεί από τις καθεστωτικές δυνάμεις ως «καρμπονάρικη1». Τρομαχτικές πιέσεις δημιουργούνται στους επαναστάτες ώστε να απορρίψουν τα κοινωνικά διακυβεύματά τους. Ο Βλαντιμιρέσκου στη Ρουμανία είναι κεντρικός πολιτικός και στρατιωτικός σύμμαχος με τη Φιλική Εταιρεία αλλά προτάσσει την ανατροπή της δουλοπαροικίας. Ο Υψηλάντης μέσα από πιέσεις τον παραδίδει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία τον εκτελεί τον Μάη του 1821.

Αργά αλλά σταθερά εξαφανίζεται η κοινωνική χροιά της Επανάστασης και αναδεικνύεται μονομερώς η εθνική πλευρά της. Η «Άλωση της Τριπολιτσάς2» δημιουργεί ένα παγκόσμιο σοκ για την αγριότητα που επεφύλαξαν οι επαναστατημένοι έλληνες σε κάθε αλλοεθνή που δεν εγκατέλειψε έγκαιρα την πόλη.

Η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822 σφραγίζει το τέλος του δημοκρατικού χαρακτήρα της ελληνικής επανάστασης. Η φιλική Εταιρεία παύει να υπάρχει στο πολιτικό σκηνικό και κυριαρχούν οι κοτζαμπάσηδες3. Φυσικά δεν υπάρχει καμιά συζήτηση για αναδιανομή της γης στους φτωχούς αγρότες, ενώ κατοχυρώνεται η οργανική σχέση του νέου κράτους με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το ελληνικό 1848: μια ύστατη προσπάθεια για τη Δημοκρατία

Οι πολλαπλές ήττες σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο έφτασαν στο παρά πέντε να συντριφτεί η ελληνική επανάσταση. Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου και η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων εμπόδισε την καταστροφή. Μέσα από τη συνθηκολόγηση παράχτηκε ένα πολιτικό προσωπικό που τέλειωσε στη γέννησή τους όποια ερωτηματικά για κοινωνικές – δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

Προφανώς και δημιουργήθηκε μια κρατική διοίκηση και μια κοινοβουλευτική διαδικασία όπου, μάλιστα, κατοχυρώθηκε η καθολική συμμετοχή όλων των (αντρών) πολιτών. Δίνεται έμφαση στην καταπολέμηση της πειρατείας και του τοπικιστικού ανταγωνισμού προωθώντας την ιδέα του ενιαίου κράτους. Όμως αυτό γινόταν μέσα από τις θεσμικές εγγυήσεις του Ηγεμόνα δηλ του Βασιλιά, εγκαθιδρύοντας τη Βασιλευόμενη Δημοκρατία με 1ο Βασιλιά τον Όθωνα. Ο στρατός είναι επί της ουσίας μισθοφορικός αποφεύγοντας επικίνδυνες πολιτικές σαν τη συγκρότηση «εθνικού στρατού». Παράλληλα δεν αγγίζεται καμιά εκκλησιαστική περιουσία και δεν προχωρά καμιά οικονομική μεταρρύθμιση.

Όμως ακόμα υπάρχουν τα περιθώρια «προοδευτικότητας» της αστικής δημοκρατίας ως όραμα. Από τα μέσα του 19ου αιώνα ξεκινά ένας νέος παγκόσμιος γύρος αστικών επαναστάσεων που θα βάλει οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τις φεουδαρχικές σχέσεις. Σε αυτό το κλίμα εκδηλώνεται η Επανάσταση της 3ης Σεπτέμβρη όπου δημοκρατικά στοιχεία σαν τον Μακρυγιάννη και τον Καλλέργη με κομμάτια του στρατού ξαναφέρουν την έννοια της σύνταξης Δημοκρατικού Συντάγματος κόντρα στη Βασιλεία. Ένας νέος συμβιβασμός φέρνει τη Συνταγματική Μοναρχία σε μια προσπάθεια δημοκρατικού ελέγχου του Βασιλιά.

Για δεκαπέντε χρόνια δίνονται σημαντικές πολιτικές μάχες για αυτά τα ζητήματα με αποκορύφωμα τα «Σκιαδικά4» γεγονότα του 1859. Οι συγκρούσεις φοιτητών – μαθητών για την υποστήριξη του πανεπιστημιακού ασύλου, οδήγησε σε μαζικές συγκρούσεις με την αστυνομία και την άρνηση του βασιλιά να δεχτεί αντιπροσωπεία. Τρία χρόνια μετά εκδιώκεται αλλά ποτέ δεν εφαρμόζεται η Αβασίλευτη Δημοκρατία. Αντίθετα ξεκινά η περίοδος των Γλύξμπουργκ με τον Γεώργιο των Α` που τελειώνει 110 χρόνια αργότερα, το 1974.

Από εδώ και πέρα το παιχνίδι για την αστική τάξη έχει χαθεί. Οριστικά εγκαταλείπεται κάθε προοδευτική μεταρρύθμιση. Στο δημοψήφισμα του 1863 η «Αβασίλευτη Δημοκρατία» παίρνει 93 ψήφους, την ώρα που όλες οι πολιτικές δυνάμεις ρίχνουν 240.000 ψήφους στη Βασιλευόμενη.

Πλέον το ελληνικό κράτος έχει χάσει κάθε ελπίδα δημοκρατικής μεταρρύθμισης από την αστική πλευρά κι αυτό φαίνεται με κραυγαλέο τρόπο στα εθνικά θέματα.

Από την απελευθέρωση στη Μεγάλη Ιδέα

Προφανώς και κάθε επανάσταση αναζητεί την εδαφικοποίησής της. Όμως μέσα στο 19ο αιώνα η Ελληνική Επανάσταση δημιουργεί ένα κράτος όχι ως χώρο απελευθέρωσης των σκλαβωμένων αλλά κέντρο εξόρμησης των καπιταλιστών.

Η πλήρης εγκατάλειψη των κοινωνικών αιτημάτων και ο περιορισμός στο «εθνικό πρόταγμα» καθιστούσε προβληματική από την αρχή την όποια συζήτηση. Προφανώς σε ένα πρώτο στάδιο η επέκταση στη Θεσσαλία απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία φαίνεται σα μια προοδευτική εξέλιξη. Η σταδιακή, όμως, ενσωμάτωση αυτόνομων περιοχών όπως των Ιονίων Νήσων και της Κρήτης αρχίζει να θολώνει τους λόγους σκοπιμότητας.

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έχουν αρχίσει να εμφανίζονται πολλά νέα αστικά κράτη από τις ενοποιήσεις της Ιταλίας και Γερμανίας ως τις βαλκανικές χώρες. Το ελληνικό κράτος έχει πάψει να εμπνέει τα επαναστατικά κινήματα και οι λαοί δεν βλέπουν ένα όραμα για μια Πολιτεία ισότιμων πολιτών αλλά έναν κρατικό μηχανισμό υποστήριξης του ελληνικού κεφαλαίου.

Η Μεγάλη Ιδέα ξεκινά σε αυτή την περίοδο και συμπυκνώνει τις ιμπεριαλιστικές ελπίδες του ελληνικού κεφαλαίου να αντικαταστήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε «δύο ηπείρους και πέντε θάλασσες» και να αναρριχηθεί σαν κεντρικός παίχτης στην παγκόσμια σκακιέρα.

Αυτή η εθνική στρατηγική έχει ξεχωριστή θέση στη «Μαύρη Βίβλο» του ελληνικού καπιταλισμού και θα ασχοληθούμε εκτενέστερα σε επόμενο μέρος του αφιερώματος.

Γιατί το ελληνικό αστικό μπλοκ ήταν και είναι τόσο αντιδραστικό;

Η Δημοκρατία για τους έλληνες καπιταλιστές είναι μια «σπατάλη» και μάλιστα επικίνδυνη! Και αυτό κληρονομήθηκε από το 19ο αιώνα.Αν σε ένα πρώιμο στάδιο η «διεθνοποίηση» των καπιταλιστών τους έφερε πιο κοντά στις ιδέες του Διαφωτισμού, η δικτύωση τους με τις υπάρχουσες Μοναρχίες τους εξωθούσε στη διατήρηση αυτών των μηχανισμών. Ο έλληνας αστός δεν ήθελε το ξήλωμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ή της Αυστροουγγαρίας, γιατί έκανε μια χαρά δουλειές. Αυτό που επιζητούσε ήταν ένας αναβαθμισμένος οικονομικά ρόλος κι όχι τη διάλυση του πολιτικού συστήματος.

Το χτίσιμο του ελληνικού κράτους χρειαζόταν όχι σαν ορμητήριο καρμπονάρικης αποσταθεροποίησης αλλά σαν εγγυητής και διαπραγματευτής του ελληνικού αστισμού. Μάλιστα, σύντομα έγινε υμνητής της αντεπανάστασης! Κάθε αστική επανάσταση σε μια χώρα έφερνε το ξήλωμα της ελληνικής παροικίας! Η ιταλική ενοποίηση έδιωξε τους έλληνες εμπόρους και η πτώση των αυτοκρατοριών στην Αυστροουγαρία και Ρωσία μετέτρεψε τους έλληνες σε εμιγκρέδες. Πλέον το ελληνικό κράτος έγινε ο χωροφύλακας της τάξης για την παγκόσμια αντίδραση, τρομοκρατώντας τα αστικά επαναστατικά κινήματα από τη Σερβία ως το κίνημα των Νεότουρκων και την Άγκυρα.

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας στις αρχές του 20ου αιώνα αφήνει μια αίσθηση ανεκπλήρωτου πόιθου που διαπερνά τον ελληνικό αστισμό μέχρι σήμερα. Οι έλληνες καπιταλιστές πάντα έβλεπαν τον εαυτό τους σαν ένα παγκόσμιο συστημικό πυλώνα και αυτή η εθνική «ταπείνωση» αποτελεί καύσιμο που συντηρεί τον μιλιταριστικό, επεκτατικό εθνικισμό του σκληρού πυρήνα του αστισμού αναπαράγοντας τις πιο συντηρητικές αντιλήψεις του Κράτους.

Η δόμηση του ελληνικού κράτους στηρίχτηκε σε κάθε αντιδραστικό κοινωνικό μπλοκ. Ο στρατός και η εκκλησία αποτελούν κορυφαίο παράγοντα για το σύστημα. Έτσι κι αλλιώς μόλις το 1975 άρχισε να χτίζεται ένα πολίτευμα χωρίς εγγυήσεις στρατού ή βασιλιά. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις γίνονται με το σταγονόμετρο. Για την κατοχύρωση της αγροτικής ιδιοκτησίας στον μικρό ακτήμονα έπρεπε να μπει για τα καλά ο 20ος αιώνας. Αλλά και σε επίπεδο πολιτισμό διατηρήθηκαν τρομαχτικές αντιδραστικές αγκυλώσεις. Μέχρι το 1975 το ελληνικό κράτος ήταν «δίγλωσσο» μιας και υπήρχαν δύο γλώσσες με ταξικό προσδιορισμό: η επίσημη κρατική και των «αρίστων» των πανεπιστημίων ήταν η αρχαΐζουσα – καθαρεύουσα και για την καθημερινότητα των πληβείων τάξεων και της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης η δημοτική.

Αυτή η συντηρητική, αντιδραστική τοποθέτηση του αστισμού έφερε και σύγχυση στο εργατικό, σοσιαλιστικό κίνημα. Για δεκαετίες μεγάλα τμήματα της αριστεράς έβλεπαν την ανάγκη ενός «σταδίου» που θα γινόταν αστική δημοκρατική επανάσταση για να υλοποιηθούν τα «άλυτα, καθυστερημένα αστικά καθήκοντα». Μέσα από αυτή την οπτική πρότασσαν συμμαχίες με δημοκράτες αστούς, αναβάλλοντας τα αντικαπιταλιστικά καθήκοντα.

Όμως ούτε τότε, ούτε και τώρα χρειαζόμαστε «δημοκράτες, αστούς δεξιούς» να συγκυβερνήσουμε. Έχει δείξει ο καπιταλισμός πως δεν μπορεί να προσφέρει παραπάνω δημοκρατία και ανθρωπισμό από αυτά των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των οικονομικών κρίσεων που ξαναφέρνουν εξαθλίωση.

Η ελληνική αστική τάξη, ιδιαίτερα, θα έχει μια ξεχωριστή καταγραφή στην αθλιότητα του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Σημειώσεις

1. Οι Καρμπονάροι σημάδεψαν μια ολόκληρη επαναστατική εποχή και μέλη τους πήραν μέρος σε σημαντικότατα γεγονότα, όπως την ιταλική επανένωση (το λεγόμενο Ριζορτζιμέντο), την επανάσταση του 1820 στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων.

2. Δεν είναι τυχαίο που κατοχυρώθηκε ιστορικά ως «άλωση» κι όχι «απελευθέρωση». Ήταν τόσο μεγάλη και αποτρόπαια η σφαγή που δεν μπορούσε να καλυφθεί με κανένα τρόπο. Δείχνει και την αναλγησία των καθεστωτικών ιστορικών που ένιωσαν περήφανοι με αυτή την περιγραφή.

3. Επικεφαλής σε επίπεδο επαρχίας των ελληνικών χριστιανικών κοινοτήτων, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

4. Σκιάδια: ψάθινα καπέλα. Φοιτητές φορούσαν αυτά ως πολιτική πράξη.

Άρθρο από το 34ο τεύχος Αντιφασιστική Φρουρά, Αλέξανδρος Γανδής

Πηγή: Athens Indymedia

*

200 χρόνια χωρίς επανάσταση

Την Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021 το ελληνικό κράτος εορτάζει επίσημα τα 200 χρόνια από την έναρξη της αποκαλούμενης Ελληνικής Επανάστασης. Αυτή η επέτειος είναι ένα γνωστό ψεύδος, καθώς δεν ξεκίνησε η επανάσταση την 25η Μαρτίου 1821. Η μοναρχία του Όθωνα καθιέρωσε την επετειακή ημερομηνία για ρητούς λόγους θρησκευτικού συμβολισμού. Το συναφές διάγγελμα είναι σαφές:

«Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος δια την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ». (Εν Αθήναις την 15 Μαρτίου 1838, Όθων)

Στον ελλαδικό χώρο η επανάσταση δεν άρχισε ούτε στην Αγία Λαύρα, ούτε την 25η Μαρτίου. Ξέσπασε την 21η Μαρτίου με την επίθεση στα Καλάβρυτα. Όπως παρατηρούν οι συγγραφείς της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους: «Ούτε στις 25 Μαρτίου αλλά ούτε και στις 21, που έγινε η πρώτη πολεμική επιχείρηση, βρισκόταν κανείς στην Άγια Λαύρα».

Λείπει ακόμη μια πραγματική κοινωνικο-ιστορική μελέτη της σημασίας του Εικοσιένα. Η σημασία αυτή παραμένει εξάλλου, ένα διαρκές διακύβευμα. Θα έπρεπε να μετασχηματίζεται αναλόγως με τους κοινωνικο-ιστορικούς μετασχηματισμούς της νεοελληνικής κοινωνίας. Αντιθέτως, το ελληνικό κράτος, έχει επιβάλλει, εξ ιδρύσεώς του, έναν απολιθωμένο ιδρυτικό μύθο παλικαριών που πίνουν κρασί και μονιασμένα χορεύουν με τα καριοφίλια στα χέρια. Το 1821 παραμένει το πιο άγνωστο ιστορικό γεγονός και ο πιο  επιφανειακός ιδρυτικός μύθος για τους νεοέλληνες.

Δεν μπορούμε βέβαια εδώ να προχωρήσουμε σε μια εις βάθος ανάλυση. Απλώς, για χάρη της συζήτησης και της επετείου, θα αναφέρουμε κάποια σκόρπια στοιχεία.

Ο Δημήτρης Φωτιάδης κάνει λόγο για «δύο Εικοσιένα»: «Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων».

Από κοντά, ο Γιάννης Σκαρίμπας φωνάζει:

«Ο κατά μόνον το γένος και το θρήσκευμα του διαφέρων είναι ένας άγιος, μπρος στον κατά μόνο το “κατεστημένο” του διαφέροντα. – Οι Τούρκοι δεν ήταν οι χειρότεροι. Ο ελληνικός λαός δεν θα ‘κανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνο Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι ή δεν μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αυτουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’ αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν παναπεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε».[i]

Αν υπήρχαν πράγματι δύο Εικοσιένα, μπορούμε να πούμε ότι συμπλέχθηκαν και το ένα κατάπιε το άλλο. Μάλλον υπήρχαν πολλαπλά Εικοσιένα, πολλαπλές όψεις μίας επανάστασης που διαμόρφωσε μια νέα πραγματικότητα στη Βαλκανική και εν πολλοίς επέβαλλε νέα ιδεολογικά σχήματα κυριαρχίας, δηλαδή το φαντασιακό του Έθνους και της λαϊκής αντιπροσώπευσης, μετασχηματίζοντας ριζικά τις οθωμανικές διοικητικές, κοινοτικές και ταξινομητικές δομές σύμφωνα με το δυτικό πρότυπο του ορθολογιστικού κρατικού μηχανισμού. Αυτός ο μετασχηματισμός δεν υπήρξε ούτε ομόθυμος, ούτε ενιαίος, ούτε ολοκληρωμένος αλλά μάλλον δημιούργησε ένα νέο πολιτικό πεδίο συγκρούσεων, την εθνική πολιτική σκηνή, όπου ομάδες ολιγαρχικών συμφερόντων αντιμάχονται για τη διοίκηση του κράτους, άλλοτε ως παράγοντα διασφάλισης των προσβάσεων στο διεθνές κεφάλαιο, άλλοτε ως μέγιστο παράγοντα ενός παλαιού πελατειακού παιχνιδιού κοινωνικών σχέσεων, πάντοτε ως μηχανισμού καταστολής.

Η επανάσταση του λαού, οι λαϊκές εξεγέρσεις και τα κινήματα της κοινωνικής βάσης, παρότι συγκέντρωσαν το απαραίτητο κοινωνικό δυναμικό που εξαπολύθηκε ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία, δεν έλαβαν ποτέ την πρωτοβουλία του Αγώνα παρά μόνο τοπικά –όπως στην Ύδρα το 1821– και παροδικά.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνουμε στην εξέγερση των αγροτών της Άνδρου τον Απρίλιο του 1822 με επικεφαλής τον Δημήτριο Μπαλή, που στη Διακήρυξή της ανέφερε:

«Η νήσος Άνδρος είναι και αυτή δημιούργημα της φύσεως, καθώς και όλος ο κόσμος. Αλλά όταν εδημιουργήθη ο κόσμος, δεν υπήρχαν πλούσιοι και πτωχοί, μεγαλοκτήμονες και κολλίγοι. Η ανισότης, η ανέχεια, η δυστυχία, είναι δημιουργήματα όχι του Υπερτάτου Όντος, αλλά των κρατούντων. Εις την αρχαίαν Ελλάδα και εις τον άλλον κόσμον και προ ολίγων χρόνων εις την Γαλλίαν, εχύθη πολύ αίμα δια να καταργηθούν τα προνόμια των αρχόντων και η ιεραρχική διατήρησις της κοινωνίας. Διατί και ημείς κατά την παρούσαν στιγμήν να μην αποτινάξωμεν όχι μόνον τον ζυγόν των Τούρκων, αλλά και των αρχόντων; Ομιλούν διαρκώς οι τουρκοκοτζαμπάσηδες ότι έχουν δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας των και των εαυτών μας, τα οποία τάχα βγαίνουν από έγγραφα απαρασάλευτα. Αυτό δεν είναι σωστόν. […] Η ένωσις φέρει την δύναμιν και θα μας δώσει την εξουσίαν να εκτελέσωμεν την απόφασίν μας. Η κοινοκτημοσύνη δεν είναι ζορμπαλίκι, αλλά έργον δικαιοσύνης. Πρέπει να παύσωμεν να είμεθα κολλιγάδες, όπως επαύσαμεν να είμεθα ραγιάδες. Θα δουλεύωμεν εις το εξής τα φέουδα όλοι μαζί και θα απολαμβάνει τον καρπόν των η κομμούνα μας και θα γίνεται δικαία μοιρασιά της σοδειάς εις όλους τους δουλευτάδες, ανάλογα με τον κόπον και την δούλευσίν τους. Δι’ όλα αυτά θα γίνει σύναξις εις την Μεσαριάν, δια να λάβωμεν από κοινού αποφάσεις.»[ii]

Αυτή η λαϊκή εξέγερση κατεστάλη βίαια από την ελληνική “Κεντρική Διοίκηση” της επανάστασης και τον “αρμοστή των νήσων” Κ. Μεταξά τον Μάιο του 1822 μετά από αίτημα των προκρίτων του νησιού.

Άνωθεν, λοιπόν, σχεδιάστηκε και επιβλήθηκε μια διαχείριση των γεγονότων από ένα σύμπλεγμα εκπροσώπων των ανώτερων ελίτ που ζήτησαν ενεργά και ρητά την απόσχισή τους από την οθωμανική διοίκηση.

Το γεγονός ότι οι πλειοψηφίες των παραδοσιακών ελίτ συχνά αντιστάθηκαν στα επαναστατικά κελεύσματα διαμόρφωσε ενδότερες συγκρούσεις μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών. Οι παραδοσιακές ελίτ των κοτζαμπάσηδων κινητοποιούσαν ένα πλέγμα ευρύτερων εξαρτήσεων και συμφερόντων που βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε οικογενειακούς και φατριαστικούς δεσμούς, περιορισμένου βεληνεκούς, ενώ οι νεόπλουτες ελίτ των εφοπλιστών, των λογίων και των εμπόρων διαμόρφωναν πιο οικονομοκεντρικές και ταξικές συνομαδώσεις, ευρέως βεληνεκούς. Από την άλλη, οι λόγιοι και οι έμποροι είχαν διεθνή εμπειρία και ευρωκεντρική αντίληψη, ενώ οι εφοπλιστές μαζί με τους γαιοκτήμονες και κοτζαμπάσηδες στηρίζονταν στις τοπικές ρίζες και τα γενεαλογικά προνόμια.

Η επανάσταση άρχισε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στο Ιάσιο της Μολδαβίας (σημερινή Ρουμανία) την 24η Φεβρουαρίου 1821: «Η ΩΡΑ ήλθεν, ω άνδρες Έλληνες!» έγραφε η προκήρυξη που απευθυνόταν αποκλειστικά στους ελληνόφωνους, ενώ είχε εκδοθεί διαφορετική, καθησυχαστική διακήρυξη «προς το έθνος της Μολδαυϊας» με διαβεβαιώσεις για την τάξη και την ασφάλεια της περιοχής. Η διακήρυξη προς τους Έλληνες εμπεριέχει πρόταση και για την πολιτική οργάνωση της χώρας: «Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξει τους Δημογέροντάς του, και την υψίστην αυτή Βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις».

Ήδη στην διακήρυξη της επανάστασης προβάλλεται ως αιώνια αλήθεια η νεότευκτη ιδέα του εθνισμού, κατονομάζοντας τους εξεγερμένους μόνο ως Έλληνες ως εάν να υπήρχε ήδη καθορισμένο και διακριτό ελληνικό έθνος. Αλλά αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα, όπου κυριαρχούσε το θρησκευτικό και το τοπικιστικό κριτήριο. Αν υπήρχε κάποιο κριτήριο καταγωγής που λαμβανόταν υπόψιν αυτό αφορούσε αποκλειστικά την τοπικότητα και όχι κάποια «εθνική» κοινότητα. Όπως παρατήρησε ορθώς ο Κολοκοτρώνης στη Διήγησιν Συμβάντων χρόνια αργότερα: «δεν είναι παρά η επανάστασίς μας οπού εσχέτισε όλους τους Έλληνας. Ευρίσκοντο άνθρωποι οπού δεν εγνώριζαν άλλο χωριό μακριά μίαν ώραν από το εδικό τους…»

Η επανάσταση κηρύχθηκε από έναν ελληνόφωνο πρίγκηπα της Ρωσικής Αυλής, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, σε μία οθωμανική επαρχία, τη Μολδαβία, την οποία είχε στο παρελθόν διοικήσει ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Υψηλάντης, μακριά από τον ελλαδικό χώρο αλλά δίπλα στα σύνορα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα οργανωμένο σχέδιο μιας συνομωτικής ομάδας, της Φιλικής Εταιρείας, εμπνευσμένης από τις συνομωτικές αρχές του καρμποναρισμού, των μυστικών οργανώσεων της Ιταλίας. Σύμφωνα με τον Έρικ Χομπσμπάουμ οι αδελφότητες του καρμποναρισμού, που είχαν σχέσεις και με τις τεκτονικές στοές (ο Ξάνθος, εκ των τριών ιδρυτών της Φ.Ε. ήταν μύστης της Τεκτονικής Στοάς της Λευκάδας) θεωρούσαν εαυτές «προοδευτικές και χειραφετημένες ελίτ που έπρεπε να δράσουν στους κόλπους και προς όφελος μιας τεράστιας και αδρανούς μάζας αδαών και πλανημένων, οι οποίοι αναμφίβολα θα επιδοκίμαζαν την απελευθέρωση, όταν θα ερχόταν, αλλά κανείς δεν περίμενε να συμμετάσχουν ιδιαίτερα στην προετοιμασία της.»[iii]

Από τις πολλαπλές επαναστατικές ιδέες που διαδόθηκαν από τη μήτρα της Γαλλικής Επανάστασης, οι Φιλικοί προώθησαν καταρχήν την ιδέα του εθνικού αυτοκαθορισμού και διόλου την ιδέα της κοινωνικής ισότητας. Εξαρχής η Φ.Ε. απευθυνόταν μόνο «προς Έλληνας φιλοπάτριδας και τους εκλεκτούς και ανδρείους των ομογενών», αποκλείοντας ρητά τους αλλοεθνείς και τις γυναίκες. Το κυρίαρχο ιδεολόγημα ήταν η φαντασιακή σημασία του έθνους, ενώ η προετοιμασία της επανάστασης αναλήφθηκε από μέλη των καθιερωμένων ελληνόφωνων ελίτ, περιλαμβάνοντας πλούσιους εμπόρους, εφοπλιστές, προκρίτους, Φαναριώτες λόγιους και ιερωμένους. Χωρίς δηλαδή να θιγεί η κοινωνική διαστρωμάτωση των ελληνόφωνων κοινοτήτων και το προνομιακό καθεστώς της ντόπιας ολιγαρχίας.

Ωστόσο, η ιδέα της πολιτικής ισότητας φαίνεται να περνά σαν ίσκιος ίσκιος πίσω από την υπόσχεση πως οι δημογέροντες θα εκλεγούν από το «Έθνος συναθροιζόμενον». Αυτή είναι μια υπόσχεση που περιλαμβάνει εν δυνάμει ολόκληρο τον πληθυσμό που μέλλεται να ονομαστεί «Έθνος». Όμως επίσης φέρει το, απαραίτητο στο φαντασιακό του έθνους, συμπλήρωμα, δηλαδή την πολιτική αντιπροσώπευση, δηλαδή το φαντασιακό του κράτους και της διοικητικής ιεραρχίας. Το ποιος ανήκει στο έθνος έμελλε να είναι ένα ανοιχτό ερώτημα άνωθεν διεκδικούμενο, πηγή πολλών τραγωδιών για τους κατοίκους της χώρας.

Το «Έθνος» προβάλλεται ως η θεμελιώδης αρχή κυριαρχίας με φυσικά και καθορισμένα δικαιώματα που δικαιώνουν την απόφαση της απόσχισης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία – μα αυτό είναι μια εντελώς καινοφανής ιδέα. Η ίδια η Αυτοκρατορία, πολυεθνοτική και πολύγλωσση, δεν βασιζόταν στην αρχή της εθνικής κυριαρχίας αλλά στο απόλυτο της κυριαρχίας του Σουλτάνου που έχει θρησκευτική και ιστορική – ως δίκαιο της κατακτήσεως- βάση και διαμορφώνει πλέγματα βαθμιδωτών δεσμών από την απόλυτη υποταγή (πολιτική κυριαρχία) έως την απλή υποτέλεια (φορολογική κυριαρχία). Εξάλλου και στο παρελθόν και κατά τη διάρκεια της επανάστασης, πολλοί Οθωμανοί αξιωματούχοι, όπως ο επονομαζόμενος Κιουταχής, ήταν Έλληνες στη γλώσσα και την καταγωγή. Μα δεν ήταν χριστιανοί, που ήταν η πρωτεύουσα θρησκευτική διάκριση. Μετά το 1830 πολλοί ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι θα εξοριστούν λόγω της όψιμης ταύτισης της ελληνικής και της χριστιανικής ταυτότητας.

Ασφαλώς, όπως μας επιβεβαιώνουν τα ιστορικά αρχεία υπήρχαν τεράστιες λαϊκές αντιδράσεις και αντιστάσεις ενάντια στην κατεστημένη κοινωνική ανισότητα και τα εμφωλευμένα κοινά συμφέροντα κοτζαμπάσηδων και Πύλης. Πάνω από εκατό εξεγέρσεις ξέσπασαν στα Βαλκάνια κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κλεφτουριά ήταν μια τέτοια μορφή αντίδρασης και αντίστασης. Μα αυτές οι αντάρτικες μορφές πάλης και παραβατικές μορφές διαβίωσης, όπως και η πειρατεία, δεν εμπεριέκλειαν ουδεμία μορφή πολιτικής διεκδίκησης, κανένα ίχνος πολιτικού προτάγματος.

Όπως συνέβη και με τον νεοελληνικό Διαφωτισμό, τα στοιχεία του δημοκρατικού προτάγματος και τα ιδεώδη της ισονομίας, της πολιτικής ελευθερίας και των αναφαίρετων ατομικών δικαιωμάτων προήλθαν έξωθεν και άνωθεν, από προοδευτικά άτομα των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων που είχαν επαφή με το ευρωπαϊκό επαναστατικό κίνημα και πολλές φορές το πλήρωσαν με τη ζωή τους. Ήρθαν διαθλασμένα και καχεκτικά, χωρίς τον έντονο αντικληρικισμό και τους αναρχικούς ορίζοντες της Δύσεως. Ο Δ. Μπαλής της Άνδρου είχε γαλουχηθεί με κείμενα Γάλλων επαναστατών (όπως του Γράκχου Μπαμπέφ) που προμηθεύτηκε από τον διαφωτιστή Θεόφιλο Καΐρη. Οι πιο ειλικρινείς ελληνόφωνοι Διαφωτιστές διώχθηκαν από τις επίσημες εκκλησιαστικές αρχές με κάθε τρόπο προκειμένου να εμποδιστεί η διασπορά των ιδεών τους. Το όραμα του Ρήγα, που μιλούσε για κοινή επανάσταση των βαλκανικών λαών είχε ήδη στενέψει από την προσαρμογή του στα συμφέροντα των ηγεμονικών ομάδων.

Όσο όμως καχεκτικό και παραφρασμένο κι αν ήταν, το πνεύμα του Διαφωτισμού διαπότισε τις διακηρύξεις για ισονομία και ελευθερία των εξεγερμένων – όπως και την αντάρτικη κοινωνική αναπαράσταση και αυτοεικόνα της επανάστασης του 1821, διαμορφώνοντας μία ρομαντική αφήγηση και ένα ανώνυμο λαϊκό ρεύμα πίεσης και διεκδίκησης που, από τη μία, δεν έλεγξε ποτέ απολύτως η νεόδμητη κεντρική κρατική αρχή αλλά από την άλλη παρέμεινε χειραγωγήσιμο.

Η Ελληνική Επανάσταση είχε μακρά χρονική διάρκεια. Διήρκησε κοντά δέκα χρόνια, μέχρι την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, μα ο εξεγερμένος πληθυσμός δεν δημιούργησε δικούς του, αυτόνομους θεσμούς αυτοκυβέρνησης πουθενά.

Εξαρχής, το πνεύμα της Φιλικής Εταιρείας, η διαρκώς επαναλαμβανόμενη εξάρτηση από μία ‘Αόρατη Αρχή’, ο αφηρημένος, αποκλειστικός, μονοδιάστατος και αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας της φαντασιακής σημασίας του έθνους, οι άνωθεν προσπάθειες χαλιναγώγησης, και η άγρια καταστολή καθόρισαν την, κατά Σκαρίμπα, αποτυχία της επανάστασης στο εσωτερικό. Γιατί όμως «γελάστηκε»; Κατά τη γνώμη μου, επειδή εξαρχής ήταν χειραγωγημένη από προϋπάρχοντα ολιγαρχικά συμφέροντα και ηγεμονικές ομάδες.

Διαβάζοντας την επίσημη, συντηρητική και εθνοκεντρική Ιστορία του Ελληνικού Έθνους προκαλούν εντύπωση οι αγεφύρωτες και εκρηκτικές διαιρέσεις που χαρακτηρίζουν τα «χρόνια δοξασμένα» μετά το 1821. Οι κοινωνικές ανισότητες, οι τοπικές αντιμαχίες και τα αντίπαλα και διακριτά συμφέροντα των κυρίαρχων ηγεμονικών ελίτ δεν μπόρεσαν να καλυφθούν υπό τον μανδύα του Έθνους καθώς όριζαν βαθιές και ιστορικές διαιρέσεις.

Σε κάποια μέρη υπήρχε ισχυρή παράδοση τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως στον Μοριά, όπου είχαν αναδειχθεί ισχυρά τζάκια γαιοκτημόνων που μονοπωλούσαν τις κοινοτικές διοικητικές δομές, σε άλλα, όπως στην Κρήτη, υπήρχε έντονη Οθωμανική παρουσία και άμεση τουρκόφωνη διοίκηση. Στα τρία ναυτικά νησιά, την Ύδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά, υπήρχε καθεστώς ημι-αυτονομίας, και κυβερνούνταν από πανίσχυρες εφοπλιστικές οικογένειες όπως τους Κουντουριώτηδες. Στη Ρούμελη και την Ήπειρο υπήρχαν αρματολίκια, άτακτα τάγματα ενόπλων υπό οθωμανική διοίκηση και οι τοπικές διαμάχες μεταξύ των Οθωμανών πασάδων, όπως του Αλή Πασά των Ιωάννίνων. Υπήρχαν και αυτοδιοικούμενα χωριά, όπως το αλβανόφωνο Σούλι και τα Ζαγόρια. Ο κυρίαρχος τοπικισμός εκδηλώθηκε κατά περιστάσεις και στις ταλαιπωρίες που υπέστησαν σε διάφορες περιοχές οι πρόσφυγες από τα πολεμικά μέτωπα.

Όπως μας διηγείται στα Απομνημονεύματα ο Μακρυγιάννης, οι Αρτινοί πρόσφυγες έγιναν θύματα σκληρής εκμετάλλευσης στον Βάλτο:

“Τότε πήγα εις την Αγιά,οπού ‘χα τα ειδίσµατά µου στείλη, κ’ εκεί ηύρα τους δυστυχείς Αρτηνούς οπού έρχονταν ξυπόλυτοι και γυµνοί και νηστικοί. Και µό’ ‘πεσαν όλοι εις τονλαιµό µου να τους σώσω. […] Και τους συνάξαµεν ξύλα και τους περιποιηθήκαµεν. Τα µεσάνυχτα έρχονται κάτι Βαλτηνοί κι’ άλλοι και ρίχνουν ντουφέκια. […] Τότε ντουφεκιστήκαµεν κ’ εµείς µ’ αυτούς και τους γνωρίσαμε. Και ήρθαν να τους πάρουν και τα πουκάµισα, ότι άλλο τίποτας δεν τους αφήσαµεν, µόνον ό,τι φορούσαν. […] Κι’ από τότε βλέποντας αυτείνη την αρετή, σιχάθηκα το Ρωµαίικον, ότ’ είµαστε ανθρωποφάγοι.”

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης αντί να γεφυρωθούν, αποκαλύφθηκαν μία σειρά από τεμνόμενες διαιρέσεις.

Διαιρέσεις ανάμεσα σε Φιλικούς και κοτζαμπάσηδες, Φαναριώτες και δημογέροντες, λόγιους και ιεράρχες, “πολιτικούς” και “στρατιωτικούς”, Ρουμελιώτες και Μωραϊτες, εφοπλιστές και γαιοκτήμονες, νησιώτες και στεριανούς, “αυτόχθονες” και “ετερόχθονες”, τακτικούς αξιωματικούς και οπλαρχηγούς, προκρίτους και λαϊκούς, Καποδιστριακούς και Αντικαποδιστριακούς, “κυβερνητικούς” και “συνταγματικούς” – διαιρέσεις που οδήγησαν σε δύο ανοιχτούς εμφυλίους το 1824, σε παράλληλες διπλές κυβερνήσεις το 1824 και το 1832, σε δύο εισβολές Ρουμελιωτών στην Πελοπόννησο το 1824 και το 1832, στη δολοφονία του Ανδρούτσου το 1825, στη φυλάκιση του φιλόδοξου Κολοκοτρώνη το 1825 και το 1833, στην πυρπόληση του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη το 1831, στην εξέγερση της Μάνης το 1831, στη δολοφονία του αυταρχικού κυβερνήτη Καποδίστρια την ίδια χρονιά – και πίσω από όλα αυτά, τα συνωμοτικά παιχνίδια υποταγής στις Μεγάλες Δυνάμεις, τα δύο μεγάλα ληστρικά δάνεια, η συγκρότηση πελατειακών μηχανισμών, οι προσπάθειες υπερίσχυσης των τριών κομμάτων, του αγγλικού, του γαλλικού και του ρωσικού.

Όλες οι μερίδες, για να προφυλάξουν τα ίδια ολιγαρχικά τους συμφέροντα, κραδαίνουν διακηρύξεις δημοκρατίας προς τους εξεγερμένους, ενώ προσβλέπουν στην εύνοια της ξενόφερτης μοναρχίας του Όθωνα. Και στο βάθος, ταλαίπωρος, αγωνιστής και διαρκώς εξαπατημένος ο ανώνυμος και πολύφωνος λαός ίσα που ακούγεται – ενώ αρχίζουν οι εθνοκαθαρτικές διώξεις ενός πολυεθνοτικού πληθυσμού.

Ήδη από το 1821 η κατάληψη πόλεων και χωριών συνοδεύονταν με (αποσιωπημένα) πογκρόμ απέναντι στις εβραϊκές κοινότητες, όπως έγινε στο Βραχώρι (Αγρίνιο) και στην Τριπολιτσά (Τρίπολη). Μα επίσης αρχίζει και η κρατική τρομοκρατία απέναντι σε ντόπιους αντιφρονούντες:

“Οι καταπιέσεις, οι ληστείες, οι κακοποιήσεις, οι βασανισμοί και οι συλλήψεις των κατοίκων από τους στρατιώτες με το πρόσχημα ότι αναζητούν και τιμωρούν τους αντάρτες ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο [….] Η επιβολή της κυβερνήσεως έδωσε μεγάλο βάρος στους οπαδούς της και πολλούς ασταθείς και επιπόλαιους τους έσπρωξε, όπως γίνεται συνήθως, ως την αμετροέπεια και την αδιαλλαξία […] Δεν ήταν λοιπόν παράξενο, αν η κυβέρνηση, επηρεασμένη από το πνεύμα αυτών των φίλων της καταστάσεως, καταπάτησε τις υποσχέσεις της και περιόρισε στο Άργος, και κατόπιν στο Ναύπλιο, τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννήσιους αρχηγούς [….] Η σύλληψή τους προκάλεσε “μέγαν φόβον εις όλον τον λαόν”, γράφει ο Κασομούλης. Η επιβολή της κεντρικής αρχής είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή.”[iv]

Έτσι είχαν τα πράγματα το 1825, αμέσως μετά τον δεύτερο εμφύλιο που ξέσπασε, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, για τη νομή και επιβολή της κρατικής εξουσίας, προτού καν υπάρξει ανεξάρτητο κράτος. Κυρίαρχη είχε αναδειχθεί η πλευρά των νησιωτών εφοπλιστών και της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Η βία εναντίον των πολιτικών αντιπάλων αλλά και η τρομοκράτηση του πληθυσμού ήταν εξαρχής τα πολιτικά εργαλεία που χρησιμοποίησε ο κρατικός μηχανισμός για να επιβληθεί στην κοινωνία.

Παρά τον καραμπελικό μύθο, δεν υπήρχαν πραγματικά αυτόνομες κοινότητες στην οθωμανική αυτοκρατορία, ούτε στον ελλαδικό χώρο ούτε αλλού, με την ουσιαστική και πολιτική έννοια. Κοινότητες που να αυτοκυβερνώνται με ρητό τρόπο και ισότιμη συμμετοχή όλων των μελών τους.  Υπήρχαν κοινότητες με διαφορετικούς βαθμούς αυτοδιοίκησης που απολάμβαναν κάποιες φορές μέχρι και ατέλεια – δηλαδή φορολογική απαλλαγή – αλλά πάντοτε ενσωματωμένες στο οθωμανικό σύστημα διοίκησης και με αναγνωρισμένη την κυριαρχία της Υψηλής Πύλης. Εντός των κοινοτήτων οι καθιερωμένες ολιγαρχίες αναπαράγονταν με τον θεσμό των δημογερόντων που μονοπωλούσαν οι ηγεμονεύουσες οικογένειες, τα τζάκια.

Επιπλέον, δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση της θρησκευτικής αυθεντίας και της εκκλησιαστικής εξουσίας, ασχέτως με τις ενέργειες της τελευταίας. Εξάλλου ήδη από την εποχή του Μεχμέτ του Πορθητή το Πατριαρχείο είχε διευρυμένες διοικητικές και δικαστικές εξουσίες επί του χριστιανικού πληθυσμού. Την 20η ή, κατ’ άλλους, την 23η Μαρτίου 1821, (δηλαδή πριν τη μυθική 25η Μαρτίου) μεγάλη σύνοδος των αρχιερεών και των λαϊκών προυχόντων της Κων/πολης με επικεφαλής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ αφορίζει την επανάσταση που ξέσπασε. Οι εξεγερμένοι αποκαλούνται “κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι” ενώ υμνείται η “καλοκαγαθία του σουλτάνου”. Οι επαναστάτες αφορίζονται ακόμη και μετά θάνατον (!) ως “θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας”.

Παρόλο που η ανώτατη ιεραρχία πήρε θέση ενάντια στην επανάσταση, ουδείς αμφισβήτησε την πνευματική πρωτοκαθεδρία της ορθόδοξης εκκλησίας έως την επόμενη γενεά. Αυτή εξάλλου η ταύτιση των εξεγερμένων με την εκκλησία ενισχύθηκε και από τις διώξεις των Οθωμανών με κριτήριο την θρησκευτική ταυτότητα – ο Πατριάρχης που αφόρισε την Επανάσταση απαγχονίστηκε ως αντίποινα για τις επαναστατικές κινητοποιήσεις.

Στο τέλος, το παραδοσιακό, θρησκευτικό κριτήριο ταύτισης, του χριστιανού, θα συμπλεκόταν με την καινούργια εθνοτική ταξινόμηση, του Έλληνα, δημιουργώντας τον τραγέλαφο του ελληνοχριστιανισμού και χρησιμοποιώντας το δυναμικό του εθνικού φαντασιακού για την ενδυνάμωση και στερέωση του παραδοσιακού συντηρητικού και αντι-διαφωτιστικού ρεύματος. Οι παραδοσιακές μορφές θρησκευτικής ετερονομίας συνέχισαν να συνεργούν με τις νέες μορφές πολιτικής ετερονομίας.

Τελικά, όταν, με το πρωτόκολλο του Λονδίνου επήλθε, την 3η Φεβρουαρίου 1830 η ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, οι όροι ήταν σαφείς και συνοδεύονταν από την εγκαθίδρυση της απόλυτης μοναρχίας, δηλαδή τη ρητή ακύρωση κάθε υπόσχεσης λαϊκής κυριαρχίας.

“Η Ελλάς οφείλει την ύπαρξίν της εις τα παντοία διαβήματα, τα οποία επεδαψίλευσαν εις αυτήν αι τρεις Δυνάμεις. Ελευθερώσαται αυτήν έλαβον υπό την άμεσον προστασίαν των και την διέσωσαν από τον αναπόδραστον όλεθρον. Δια τούτους τους λόγους προσεκτήσαντο θετικά δικαιώματα εις την εκ μέρους των Ελλήνων τελείαν και πρόθυμον προσχώρησιν εις τα δεδογμένα.”

Με αυτά τα λόγια, τον Μάρτιο του 1830 οι αντιπρέσβεις της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας κοινοποιούν στις ελληνικές αρχές πώς κέρδισαν την πολιτική ανεξαρτησία τους τυπικά μόνο εφόσον την εγκαταλείψουν ουσιαστικά. Έτσι η εθνική ανεξαρτησία συνδέθηκε αναπόδραστα και με την αποικιοκρατικού τύπου εξάρτηση στο εξωτερικό. Αυτές οι πολλαπλές εξαρτήσεις, εσωτερικά από τις εγχώριες αντίπαλες ομάδες ολιγαρχικών συμφερόντων και εξωτερικά από τις μεγάλες Δυνάμεις, μαζί με την αγεφύρωτη αντίθεση προς την κοινωνία καθόρισαν το χαρακτήρα του νεοελληνικού κράτους. Όπως έγραψε ο Κοραής τότε:

“Η ταλαίπωρος Ελλάς δεν ανεστάθη αληθώς, αλλά τάφον μόνον ήλλαξε.”[v]

Η εικόνα του νεοελληνικού κράτους συμπληρώνεται με την ίδρυση της Βασιλικής Χωροφυλακής τον Ιούνιο του 1833, με εκπεφρασμένο στόχο την «διαφύλαξιν της ασφαλείας, την τήρησιν της κοινής ησυχίας, και την διώξην του εγκλήματος». Ποιο έγκλημα διώκεται; Οι λαϊκές μορφές αντίδρασης και αντίστασης στη βαυαρική απολυταρχία, δηλαδή οι διαδηλώσεις και ακόμη η ορεινή ληστεία, η οποία ήταν άμεση συνέχεια της κλέφτικης παράδοσης. Στα όρη κατέφευγαν ως ληστές οι απογοητευμένοι αγωνιστές της επανάστασης («σώματα πειναλέων αγωνιστών διατρεχόντων πάσαν την χώραν») και πολλοί ακτήμονες αγρότες που είδαν την ελπίδα της δίκαιης ανακατανομής των οθωμανικών κτημάτων να καταρρέει μπροστά στην εξουσία των γαιοκτημόνων και της Εκκλησίας. Οι κοινωνικοί αγώνες ενάντια στη νέα απολυταρχική εξουσία συνεχίστηκαν με νέες μορφές. Κατά μία έννοια, δεν σταμάτησε ποτέ η ανολοκλήρωτη μάχη για την κοινωνική χειραφέτηση.

Αυτές είναι όψεις του ιστορικού κυκεώνα που δεν κρύβει ούτε η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» –αλλά τις κρύβουν οι εθνικές εορτές.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[i]  Γ. Σκαρίμπας, Η αλήθεια για το ’21, εκδ. Κάκτος, 1995.

[ii] Γιώργος Δαρδανός, «Θεόφιλος Καΐρης – Δημήτριος Μπαλής. Δυο αγωνιστές για κοινωνική απελευθέρωση», στο «Θεόφιλος Καΐρης», Αθήνα, 1988

[iii] Ε. Χομπσμπάουμ, Η Εποχή των Επαναστάσεων, σελ. 157.

[iv] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ, σελ. 374.

[v] A. Κοραής, Τι συμφέρει εις την ελευθερωμένην από Τούρκους Ελλάδα να πράξη εις τας παρούσας περιστάσεις, δια να μη δουλωθή εις χριστιανούς τουρκίζοντας: διάλογος δύο Γραικών, Παρίσι 1830, σ. 14.

Πηγή: Αυτολεξεί

*

Εισήγηση του Shades: Συζητώντας για τον ελληνικό εθνικό σχηματισμό από τη σκοπιά της θεωρίας, της ιστορίας και της υλιστικής κριτικής

Η εισήγηση της Συντακτικής Ομάδας του περιοδικού στην εκδήλωση με το Γιάννη Μηλιό, 24 Μαρτίου 2021.

Φίλες και φίλοι. Εκ μέρους της Συντακτικής Ομάδας του Shades Magazine θα ήθελα να σας καλωσορίσω και να σας ευχαριστήσω που ανταποκριθήκατε στο κάλεσμα μας για την σημερινή εκδήλωση. Έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε σε αυτό τον πάνελ τον Γιάννη Μηλιό από το περιοδικό Θέσεις, που έχει κάνει μια εξαιρετική μελέτη πάνω στο θέμα που εξετάζουμε, και τον Βαγγέλη Μπαντέκα μέλος της αντιεθνικιστικής πρωτοβουλίας για το 1821 και διδάκτορα φιλοσοφίας στο τεχνικό πανεπιστήμιο του Βερολίνου.

Πιστεύουμε στ’ αλήθεια ότι μια τέτοια εκδήλωση είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν είναι μόνο τα συνταρακτικά γεγονότα που βιώνουμε τον τελευταίο χρόνο, είναι η διαχρονική πορεία του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού που πρέπει να δούμε διεξοδικά εάν και εφόσον θέλουμε να ανοίξουμε ένα νέο δρόμο για παραγωγή κριτικής και πρακτικής στον 21ο αιώνα ― μια περίοδος όπου ο κύκλος του ιστορικού εργατικού κινήματος έχει κλείσει με μια συντριπτική ήττα εις βάρος του. Να ανοίξουμε νέες θεωρητικές δυνατότητες στην υλιστική κριτική, να δώσουμε νέες ανταγωνιστικές ερμηνείες στην ιστορία κόντρα στην κυρίαρχη εθνική αφήγηση. Αυτός είναι με απλά λόγια και ο δικός μας στόχος από τη σημερινή εκδήλωση. Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να βάλω μερικές εισαγωγικές θέσεις πιο αναλυτικά για το πως βλέπουμε και εμείς το λεγόμενο εθνικό ζήτημα.

Ο εθνικισμός είναι η χαρακτηριστική μορφή της παράλογης αντίληψης. Με επιδημικότητα συνεχίζει να μολύνει ολόκληρο τον αστικό κόσμο, σε μια ιστορική περίοδο μάλιστα όπου, εξαιτίας της ανάπτυξης των τεχνικών δυνάμεων παραγωγής και του δυνητικού ορισμού της γης ως ενιαίου πλανήτη, ο εθνικισμός θα έπρεπε να έχει χάσει την ρεαλιστική του βάση και να έχει βρει την θέση του στο μουσείο της ιστορίας. Ωστόσο, ο εθνικισμός όχι μόνο επιβιώνει αλλά αποτελεί το κύριο συστατικό κάθε κυρίαρχης ιδεολογίας, ζει και αναπαράγεται όσο θα υπάρχει εκμετάλλευση ακόμα και μέσα από φαινομενικά αντίθετους πολιτικούς χώρους.

Πάγια θέση του εγχειρήματος μας είναι ότι πίσω από την κυρίαρχη εθνική αφήγηση συντάσσεται και ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορικής αριστεράς, και μάλιστα βρίσκεται αφομοιωμένη ολοκληρωτικά στους κυρίαρχους εθνικούς μύθους. Δεν είναι βέβαια μόνο οι μύθοι γύρω από τα γεγονότα του 1821. Ολόκληρη η ιδεολογία του ελληνικού αστικού κράτους έχει παγιδεύσει μέσα στη πορεία του χρόνου, μεγάλη μερίδα αυτής της ιδεολογικής αριστεράς ακόμα και ευρύτερα τμήματα του αντιφασιστικού και ανταγωνιστικού χώρου. Δεύτερη πάγια θέση μας, είναι ότι η κυρίαρχη ιστορική ερμηνεία στον ελλαδικό χώρο, έχει γραφτεί από τους νικητές του εμφυλίου πολέμου 1946-49, καθώς και από τους επίσημους ιστοριογράφους του ελληνικού κράτους που συχνά εναρμονίζουν την έρευνά τους με την επίσημη εθνική αφήγηση. Επιχειρούμε λοιπόν να δημιουργήσουμε ένα ρήγμα σε αυτήν την ιστοριογραφία προσπαθώντας να την επανεξετάσουμε από υλιστική σκοπιά. Δεν μπορεί να υπάρχει χειραφετική κριτική, δίχως μια συνολική κριτική του έθνους και της εθνικής ιδεολογίας.

Ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας της μαζικής επικράτησης των αστικών επαναστάσεων, της γέννησης των περισσότερων εθνικών κρατικών σχηματισμών και της συγκρότησης των εθνικών ταυτοτήτων. Αν και αυτή η διαδικασία δεν ξεκίνησε τον 19αι, ωστόσο, εδώ φαίνεται να παίρνει την μορφή που στις περισσότερες περιπτώσεις γνωρίζουμε σήμερα. Η λεγόμενη, λοιπόν, εποχή των επαναστάσεων φέρει μαζί της την εποχή της κατασκευής των εθνών και τον διαμελισμό του κόσμου σε έθνη-κράτη. Η διαδικασία εθνοποίησης των μαζών συνδέεται άμεσα με ένα ελευθεριακό πρόταγμα το οποίο εκδηλώνεται με μια ροή αγώνων που κορυφώνεται και αποκρυσταλλώνεται με τη συγκρότηση του αστικού κράτους. «Τα Έθνη, ως φυσικός, θεόσταλτος τρόπος ταξινόμησης των ανθρώπων, ως ένα εγγενές, καίτοι πολύ αργοπορημένο πολιτικό πεπρωμένο, είναι μύθος». Δεν είναι τα έθνη που συγκροτούν τον εθνικισμό αλλά ο εθνικισμός που συγκροτεί τα έθνη. Δεν υπάρχει ιστορική εξαίρεση όπου η διαδικασία εθνογέννεσης δεν συμπίπτει ή δεν έπεται από τη καπιταλιστικοποίηση του κοινωνικού σχηματισμού, είτε αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο ανάδυσης είτε της κυριαρχίας των κεφαλαιακών σχέσεων παραγωγής. Η συγκρότηση του ελληνικού έθνους-κράτους, για παράδειγμα, δεν αποτελεί εξαίρεση καθώς μεταξύ των μεγάλων αλλαγών που πραγματοποιούνται στον ασιατικό κοινωνικό σχηματισμό της Α. Μεσογείου είναι: 1ον η ιδιοποίηση των τιμαρίων από τους τιμαριώτες καθώς αυτά μετατρέπονται σε ιδιωτική ιδιοκτησία και αυτοί σε τσιφλικάδες. 2ον η αγροτική παραγωγή στις αγροτικές κοινότητες της σύγχρονης νότιας Ελλάδας υπάγεται σταδιακά στον έλεγχο του εμπορικού κεφαλαίου, από τα τέλη του 18ου αιώνα. Και 3ον η κυριαρχία καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στις αρχές του 19ου αιώνα με την ανάπτυξη του εμπορικού και εφοπλιστικού κεφαλαίου στα νησιά του Αιγαίου αλλά και η δημιουργία καπιταλιστικών κοινοτήτων στην ενδοχώρα με την ανάπτυξη της μανιφακτούρας.

Το Βασικό ιδεολογικό συνεκτικό στοιχείο των νεοκατασκευασμένων εθνικών αστικών κρατών ήταν το γνωστό ψέμα της ισονομίας, ανεξαρτήτως τάξης και κοινωνικού στρώματος. Το εθνικό κράτος εμφανίζεται ως ο υπερασπιστής όλων των μελών της Εθνικής Λαϊκής Κοινότητας, ενώ αποτελεί ρυθμιστή, το κέντρο άσκησης της ταξικής εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην πολυεθνική εργατική τάξη. Εμφανίζεται, λοιπόν, ως η ενσάρκωση του λαϊκού πνεύματος, ως η μεταφορά της μορφής-οικογένεια στο επίπεδο του πολιτικού (Χέγκελ). Επιβάλλει τον εαυτό του ως μια οργανικά ενοποιημένη κοινότητα λειτουργώντας στο πλαίσιο του «κοινού συμφέροντος» και της «εθνικής αδελφοσύνης» – καθώς βρισκόμαστε-όλοι-στην-ίδια-βάρκα – σε όλα τα σημεία εσωτερικά της κοινωνικής ολότητας, ενώ εξωτερικά εμφανίζεται και λειτουργεί ως πολιτικό υποκείμενο που αναγνωρίζεται ως τέτοιο από άλλα όμοιά του μέσα από το πλέγμα των παγκόσμιων σχέσεων εξουσίας. Έτσι, συγκαλύπτει τις συγκεκριμένες ταξικές σχέσεις εμφανίζοντάς τες ως αφηρημένες εθνικές, κάτι που αποτυπώνεται υλικά στο κάθε σημείο των ιστορικών κοινωνικών σχηματισμών, αλλά και στις προσωπικότητες, στην-κάθε-στιγμή των υποκειμένων που κατοικούν εκεί. Αυτή η διαδικασία μετασχηματισμού των ταξικών ανταγωνιστικών σχέσεων σε εθνικές, καθιστά το έθνος-κράτος θεμελιώδες στοιχείο της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και της αναπαραγωγής της αξίας. Η διαδικασία γέννησης των αστικών εθνικών κρατών – και του δικού μας ελληνικού – ήταν επίπονη, βίαιη και αιματηρή. Έτσι εδώ βλέπουμε, ότι η τύχη για παράδειγμα του «Διαχρονικού Άλλου», του Εβραίου που δεν κατάφερε ποτέ ιστορικά να αφομοιωθεί στην εθνική κοινότητα του Λαού, δεν ήταν ανεξάρτητη από αυτή την πορεία με αποτέλεσμα την τραγική κορύφωσή της στο τέλεια οργανωμένο εργοστάσιο θανάτου του Άουσβιτς. Εδώ δεν θα μπορούσε παρά να τεθεί το ερώτημα: τι μπορεί να σημαίνει πρόοδος και πως αυτή παλινορθώνεται σε οπισθοδρόμηση; Το έθνος, λοιπόν, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη συσπείρωσή του γύρω από ένα μαζικά διαδεδομένο ψέμα. Για να μπορέσει να υπάρξει η κοινότητα του Λαού πρέπει να παρανοηθεί η θέση του υποτελή μέσα στην ομίχλη της εθνικής ιδεολογίας. Όσο μεγαλύτερο είναι το εθνικό ψέμα, τόσο περισσότερο κινητοποιούνται οι μάζες, κάτι που ιστορικά βρίσκουμε στον ίδιο τον εθνικοσοσιαλισμό.

Γυρνώντας στο σήμερα, στην επέτειο των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821. Όσο η σημερινή καπιταλιστική κρίση οξύνεται, τόσο οι ανορθολογικές και μισαλλόδοξες κραυγές στο εσωτερικό του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους θα πληθαίνουν όλο και περισσότερο. Αυτές οι κραυγές έρχονται πράγματι από πολύ μακριά, αποτελούν την σύγχρονη έκφραση του ελληνικού εθνικισμού, της βασικής ιδεολογίας που συνόδευσε τη διαμόρφωση, την εξέλιξη και την εκάστοτε διαχείριση του συγκεκριμένου κοινωνικού καθεστώτος σ’ αυτή τη γωνιά των Βαλκανίων: από τη ρομαντική κατασκευή του 19ουαι. περί διαχρονικής συνέχειας του ελληνικού έθνους και τον μεγαλοιδεατικό επεκτατισμό, ως τον «Γ ́ ελληνικό πολιτισμό» του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου ― από τη μετεμφυλιακή αντικομμουνιστική εθνικοφροσύνη μέχρι τις χουντικές και τις ολυμπιακές φιέστες με τις χλαμύδες και τις περικεφαλαίες στους σύγχρονους μακεδονομάχους. Είναι το ίδιο κοινωνικό καθεστώς που σήμερα, για ακόμα μια φορά, ανακαλύπτει την ιδεατή συγκολλητική του ουσία τη στιγμή ακριβώς που σε ύστερη φάση, πνίγεται στις αντιφάσεις της εσωτερικής του αποσύνθεσης: η πιο βαθιά καπιταλιστική κρίση εδώ και έναν αιώνα βρίσκει την Ψωροκώσταινα πληθυσμιακά, οικονομικά και κοινωνικά αποδεκατισμένη. Το βάπτισμα του νέου καθεστώτος καπιταλιστικής συσσώρευσης θα εμφυσήσει την αίσθηση της ιερότητας του γένους στους υποτελείς του, της φαντασιακής υπεροχής τους απέναντι σε Σλάβους, Βούλγαρους, Αλβανούς και Τούρκους.

Συγκεκριμένα τώρα, όσον αφορά την ελληνική εθνική κυρίαρχη ιδεολογία: στηρίζεται στο μύθευμα, του φυλετικά αδιάσπαστου γένους, δηλαδή σε μια υποτιθέμενη συνέχεια του ελληνικού έθνους από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα στη νεωτερική εποχή. Συνοπτικά, η πιο κλασική εκδοχή αυτού του εθνικού μύθου είναι η ύπαρξη ενός ενιαίου γλωσσικά, πολιτισμικά και φυλετικά υποκειμένου που, από την εποχή του χαλκού, ζει και αναπαράγεται στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα το ελληνικό κράτος, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ανεξάρτητα από τις οικονομικές και κοινωνικές βαθμίδες εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών, το ελληνικό έθνος φαντασιώνεται ότι παραμένει αναλλοίωτο και μη αναμεμιγμένο με άλλους λαούς. Πάνω στην αιώνια ιστορική συνέχεια του ελληνικού έθνους στηρίζεται στη πραγματικότητα ολόκληρη η εθνική ιδεολογία. Η διαστρέβλωση της ιστορίας είναι το βασικό συστατικό της. Σε αυτό το πλαίσιο η ιστορία λαμβάνει τον χαρακτήρα ενός φετίχ: συγκαλύπτει τις αντικειμενικές, αντιθετικές, εσωτερικές ταξικές σχέσεις που διέπουν τον κοινωνικό σχηματισμό και τον συγκροτούν ιστορικά, με μια πλασματική σχέση- φάντασμα, με μια ιστορία υποτιθέμενης απώθησης και επανεμφάνισης της εθνικής ιδέας και συνείδησης. Υφαρπάζοντας επιλεκτικά σπαράγματα της ιστορίας δομούν μια καλοφτιαγμένη ψευτο-αφήγηση. Η φετιχοποιημένη ιστορία είναι αυτή που βλέπει την ιστορία γραμμικά, εσχατολογικά, διακρίνοντας ξεκάθαρα μια πρωταρχική αγνή στιγμή του λαού αλλά και το τελικό του σημείο, την ολοκλήρωση του έθνους, την πραγμάτωση, δηλαδή, της Μεγάλης Ιδέας. Τα τέσσερα κατηγορήματα – όμαιμον, ομόγλωσσον, ομότροπον, ομόθρησκον – εμφανίζονται πάντα προσκολλημένα με μια τοπικότητα, αυτό είναι το υπεραιώνιο έδαφος, ο χώρος κίνησης της εθνικής ιστορίας. Γνωστό παράδειγμα αυτού του είδους ιστοριογραφίας είναι αυτό του Κωνσταντίνου Παπαρηγόπουλου όπου σε ένα μείζον πολιτικό εγχείρημα δομεί την ελληνική εθνική ιδέα, επινοεί τον ελληνισμό. Η ιδεολογική σφυρηλάτηση του έθνους, λοιπόν, είναι μια απαραίτητη συνθήκη για τις επιδιώξεις του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους, στους ανταγωνισμούς του με αντίπαλα εθνικά καπιταλιστικά κρατικά στρατόπεδα και τα συμφέροντά τους όπως γίνεται σήμερα και με τους ανταγωνισμούς του με την Τουρκία.

Στα εκπαιδευτικά ιδρύματα του αστικού κράτους, η εθνική χειραγώγηση του πληθυσμού έχει κεντρικό χαρακτήρα. Το κουτσούρεμα της ιστορίας και η προσαρμογή της ώστε να υποστηρίζει τον εθνικό μύθο ανάλογα με τις ανάγκες κάθε εποχής έχει γίνει με διάφορους ευφάνταστους τρόπους. Εκεί, αποτυπώνεται με ξεκάθαρο τρόπο, πως το αστικό εθνικό κράτος βλέπει τον εαυτό του, πως αντιμετώπισε του εχθρούς του κατά την περίοδο της κατασκευής του και πως εφευρίσκει τους δικούς του ήρωες. Εκεί απεικονίζεται ολόκληρος ο εθνικός μύθος. Στα βιβλία της εθνικής ιστορίας του σχολείου, οι μαθητές και μαθήτριες “μαθαίνουν» για την υπεροχή του «ελληνικού πολιτισμού» από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα. Αυτή η λατρεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που παίρνει σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα εξαλείφει όποια στοιχεία ψευτο-ορθολογικότητας είχαν απομείνει και παλινορθώνεται σε αυτό που είναι πραγματικά: τον απόλυτο μύθο. Η εικονοκλαστική ερμηνεία της αρχαιότητας που έφερε η Αναγέννηση γίνεται κομμάτι αυτής της θρησκευτικής αφοσίωσης. Οι υποτελείς του σύγχρονου ελληνικού καπιταλιστικού κράτους θεωρούνται από αυτήν την ιστορία απόγονοι των αρχαίων ελληνικών πόλεων, ενώ το Βυζάντιο, που ως γνωστό, ήταν και ο νεκροθάφτης της αρχαίας παγανιστικής θρησκείας και του ελληνιστικού στοιχείου γενικότερα, θεωρείται η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Οι υποτελείς του εθνικού κράτους καλούνται να θυσιαστούν αν χρειαστεί, όπως και οι υποτιθέμενοι πρόγονοι τους, σε κάποιο μελλοντικό πόλεμο.

Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο ότι κουβέντα δεν γίνεται σχεδόν ποτέ για εκείνα τα ιστορικά γεγονότα που ήταν καθοριστικά για να επιβιώσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος στον αγώνα του με τα αντίπαλα στρατόπεδα, ότι δηλαδή έπρεπε δώσει προτεραιότητα στην εθνική ομογενοποίηση του πληθυσμού. Μεγάλη μερίδα πληθυσμού μέσα σε αυτό νεοκατασκευασμένο κράτος δεν μιλούσε ελληνικά ούτε είχε κάποιου τύπου «ελληνική εθνική συνείδηση». Στον ελλαδικό χώρο ζούσε ένα μωσαϊκό διαφορετικών μειονοτήτων με διαφορετική γλώσσα και παράδοση. Στη γεωγραφική περιοχή που βρίσκεται σήμερα το ελληνικό κράτος, πριν την ελληνική αστική επανάσταση του 1821 και μετά, ζούσαν μειονότητες όπως οι Βλάχοι, οι Αρβανίτες, Μακεδόνες, Εβραίοι, Τσιγγάνοι και πάρα πολλοί άλλοι. Οι μειονότητες που ενσωματώθηκαν σταδιακά μέσα στο ελληνικό κράτος, σε μεγάλο βαθμό γνώρισαν τι σημαίνει βία και καταπίεση. Τους απαγορεύτηκε να μιλούν την γλώσσα τους, να αναπαράγουν τα έθιμα και τα τραγούδια τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σήμερα η Ελλάδα είναι ένα κράτος που δεν αναγνωρίζει τις μειονότητες, γιαυτό και για μας ως Shades παραμένει ένα κεντρικό αίτημα.

Στο βιβλίο του 1821- ιχνηλατώντας το Έθνος, το Κράτος και τη Μεγάλη Ιδέα, (ο Γιάννης Μηλιός) επισημαίνει ότι η παραδοσιακή εθνοκεντρική προσέγγιση αντιλαμβάνεται το έθνος «ως μια κοινότητα που η ύπαρξή της δεν ανάγεται στο εκάστοτε κοινωνικό και πολιτικό σύστημα … και … αποτελεί πάντα ένα ‘‘δεδομένο’’ που προηγείται των μορφών οργάνωσης της κοινωνίας, τις οποίες εξετάζουν η ιστορική έρευνα και ευρύτερα οι κοινωνικές επιστήμες». Στο βιβλίο, λοιπόν, ακολουθείται η αντίστροφη πορεία. Στην αρχή ερευνώνται οι συνθήκες μέσα στις οποίες ωριμάζει το φαινόμενο της ευρείας εθνικής πολιτικοποίησης των μαζών στη βαλκανική χερσόνησο και μάλιστα κατά τη στιγμή που εκδηλώνεται με τη μορφή επαναστατικών επεισοδίων, τα πιο επιτυχή από τα οποία παρατηρούνται στις περιοχές του νότιου ελλαδικού χώρου και τα νησιά. Ζητούμενο εδώ είναι το περιεχόμενο και τα όρια του ελληνικού έθνους καθώς και οι παράγοντες που συνετέλεσαν στον μετασχηματισμό ενός τμήματος των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε εθνικά πολιτικοποιημένη κοινότητα που με την επανάσταση έχει ως στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους.

Θα ήθελα να τελειώσω την εισήγηση μου με μια πρόσκληση. Καλούμε τις ελάχιστες αντιεθνικιστικές φωνές και όσες-ους βρίσκουν στις μέρες μας αναγκαίο να ανοίξουν δρόμοι διαλόγου και σύμπλευσης πάνω σε αυτά τα τόσο κομβικά ζητήματα να μην διστάσουν να έρθουν σε επαφή μαζί μας. Σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα μας παραμένει ανοιχτό σε κάθε φίλο και φίλη να μας στείλει ερωτήσεις, κριτική ή και πρόσκληση για κοινούς αγώνες σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη εποχή. Το ανταγωνιστικό κίνημα λοιπόν ή θα είναι αντι-εθνικό ή καθόλου ανταγωνιστικό.

Πηγή: The Shades Mag

Walter Benjamin: Το δικαίωμα στη χρήση βίας (1920)

Μτφρ.: Radical Desire

*Το κείμενο αποτελείται από κριτικές σημειώσεις για το άρθρο του Herbert Vorwerk, “Das Recht zur Gewaltanwendung” (“Το δικαίωμα στη χρήση βίας”), που δημοσιεύτηκε το 1920 στο Περιοδικό για τον θρησκευτικό σοσιαλισμό, έτος 1, τευχ. 4.

Σχετικά με το πρώτο τμήμα

1. “Το νομικό σύστημα τείνει να αντιδρά σε απόπειρες καταστροφής του καταφεύγοντας στον εξαναγκασμό, είτε με στόχο να εξαναγκάσει την διατήρηση είτε την αποκατάσταση της ορθής τάξης.”

Αυτή η πρόταση είναι σωστή η ίδια, αλλά είναι λάθος να την εξηγούμε μέσω αναφοράς στην εγγενή τάση του νόμου να εδραιώνει την εξουσία του. Αυτό το οποίο διακυβεύεται εδώ είναι μια δευτερεύουσα πραγματικότητα στην οποία απευθείνεται ο νόμος. Αυτό που διακευβεύεται εδώ είναι ο βίαιος ρυθμός της ανυπομονησίας στον οποίο υφίσταται και βρίσκει την χρονική του τάξη ο νόμος, σε αντιπαράθεση με τον αγαθό (;) ρυθμό της αναμονής στον οποίο ξεδιπλώνονται τα μεσιανικά συμβάντα.

[…]

δεν μπορεί να διακριθεί αντίφαση επί της αρχής ανάμεσα στη βία και την ηθική· από την άλλη […] μια επί της αρχής αντίφαση μπορεί όντως να γίνει αντιληπτή στην σχέση ηθικής και κράτους (ή νόμου). Η έκθεση αυτής της οπτικής γωνίας είναι ένας από τους στόχους της ηθικής μου φιλοσοφίας, και σ’ αυτά τα συμφραζόμενα ο όρος αναρχισμός μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει μια θεωρία που αρνείται το ηθικό δικαίωμα όχι στην ίδια την βία αλλά σε κάθε ανθρώπινο θεσμό, κοινότητα, ή ατομικότητα που είτε διεκδικεί μονοπώλιο πάνω της, είτε με οποιονδήποτε τρόπο διεκδικεί αυτό το δικαίωμα για τον εαυτό της από οποιαδήποτε οπτική γωνία**, ακόμα και ως απλή γενική αρχή, αντί να το σέβεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ως δώρο που δίνεται από μια θεία δύναμη, ως απόλυτη ισχύς.

[…]

Είναι τόσο εφικτό όσο και απαραίτητο να φτάσουμε σε ένα οικουμενικά ισχύον συμπέρασμα για το δικαίωμα στη χρήση βίας, γιατί η αλήθεια για την ηθική δεν σταματά στην ψευδαίσθηση της ηθικής ελευθερίας. -Παρ’ όλα αυτά, αν αφήσουμε στην άκρη αυτό που ήδη υποστηρίξαμε και επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ενδώσει σε επιχειρήματα ad hominem, θα μπορέσουμε να δούμε ότι δεν μπορούμε να έχουμε μια υποκειμενική απόφαση υπέρ ή εναντίον της χρήσης βίας αφηρημένα, διότι μια πραγματικά υποκειμενική απόφαση μάλλον είναι νοητή μόνο υπό το φως συγκεκριμένων στόχων και επιθυμιών.

** Πρβλ. Μονόδρομος, συγγ. 1923-26, δημ. 1928:

“Ο φόνος ενός εγκληματία μπορεί να είναι ηθικός· ποτέ όμως η νομιμοποίησή του.” Selected Writings, τομ. 1, σ. 481.

Πηγή: theshadesmag