Πορεία Σάβ. 19/3 ενάντια σε εξαναγκασμούς, πιστοποιήσεις φρονημάτων, επιτήρηση, πρόστιμα, αναστολές και στο κράτος έκτακτης ανάγκης

Λάβαμε 14/3/2022

Ενάντια σε εξαναγκασμούς, πιστοποιήσεις φρονημάτων, επιτήρηση, πρόστιμα, αναστολές και στο κράτος έκτακτης ανάγκης
Φαίνεται πως το αφήγημα της πανδημίας έκανε τον κύκλο του. Και είναι κατανοητό και ανθρώπινο να θέλουμε να το αφήσουμε πίσω μας σαν μια κακή παρένθεση που μας ζόρισε δύο χρόνια αλλά τώρα πάει, πέρασε.
Ας μη γελιόμαστε όμως, η πανδημία δεν ήταν παρά το όχημα για την επιβολή της κατάστασης εξαίρεσης – και αν η τρομοϋστερία καταλαγιάζει, τα πιστοποιητικά και οι συνεχείς έλεγχοι, η επιβολή της γενετικής μηχανικής στα σώματά μας και οι υποχρεωτικές ιατρικές πράξεις (τεστ, γονιδιακές θεραπείες – «εμβόλια» και προσεχώς «παραδοσιακά» εμβόλια), οι αναστολές, οι απολύσεις και τα πρόστιμα, και οι διαχωρισμοί μεταξύ «προνομιούχων» (σε διαρκή όμως επισφάλεια) και αποκλεισμένων παραμένουν σε ισχύ. Όσο για άλλες τεχνικές, όπως τα lockdown, οι εκκενώσεις, η απαγόρευση κυκλοφορίας και το σύμβολο υπενθύμισης της κατάστασης εξαίρεσης, η μάσκα, θα βγαίνουν από το συρτάρι όποτε χρειάζεται. Κανένα κράτος δεν πρόκειται άλλωστε να παραιτηθεί από τέτοιες τεχνικές ολοκληρωτικής διακυβέρνησης, όταν έχει καταφέρει να τις κατοχυρώσει.
Με άλλα λόγια, την ωμή κρατική βία που βιώσαμε στο πετσί μας δύο χρόνια τώρα, θα την ξαναβρούμε μπροστά μας προκειμένου να συνεχίσουμε να πειθαρχούμε στις ανάγκες της νέας κανονικότητας. Είτε με το ίδιο όχημα (για την καινούργια παραλλαγή covid, για το AIDS, ή για κάποιον εντελώς νέο ιό), είτε με κάποιο νέο: επισιτιστική κρίση, ενεργειακή κρίση, κλιματική κρίση ή βεβαίως πολεμική κρίση. Εξάλλου, ήδη κάποιες από τις τεχνικές που δοκιμάστηκαν πάνω μας αυτά τα δύο χρόνια επιστρατεύονται και στην περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία: προπαγανδιστικό blitzkrieg και μονοκρατορία ειδικών στον δημόσιο λόγο που σαρώνουν τα πάντα, λογοκρισία και αποκλεισμός ολόκληρων ειδησεογραφικών οργανισμών, απόλυτος εχθρός -ορατός αυτήν τη φορά- έναντι του οποίου καλούμαστε να συσπειρωθούμε, ακραία πόλωση και διαχωρισμοί, παράταση κατάστασης έκτακτης ανάγκης.
Να μην ξεχάσουμε – Να μην εφησυχάσουμε
ΠΟΡΕΙΑ
Μοναστηράκι
Σάββατο 19 Μάρτη, 12μμ
Λέσχη Ανειδίκευτων

Ελλάδα: [Σάβ. 19/3] Πορεία ενάντια σε κρατικές υποχρεωτικότητες, πιστοποιήσεις φρονημάτων, διαχωρισμούς, επιτήρηση, πρόστιμα, αναστολές και απολύσεις

Λάβαμε 10/03/2022

 

Ενάντια σε κρατικές υποχρεωτικότητες, πιστοποιήσεις φρονημάτων, διαχωρισμούς, επιτήρηση, πρόστιμα, αναστολές και απολύσεις

Από την 1η του περασμένου Σεπτέμβρη, χιλιάδες εργαζόμενοι/ες στη βιομηχανία της υγείας τελούν υπό αναστολή εργασίας -χωρίς μισθό και ένσημα- γιατί δεν επέλεξαν να εμβολιαστούν. Εν τω μεταξύ, όσοι από αυτούς ήταν με σύμβαση, έχουν ήδη απολυθεί. Το τελεσίγραφο από τον υπουργό υγείας λήγει στις 31/3 για τους εναπομείναντες εργαζομένους σε αναστολή (σε αριθμό περίπου 4.700) και όποιος δεν έχει εμβολιαστεί έως τότε, θα απολυθεί.

Το κράτος ξεφορτώνεται κάποιους από τους «ήρωες του πολέμου έναντι του αόρατου εχθρού», τα στάδια θεραπείας και περίθαλψης μεταξύ ντεπόν και ΜΕΘ καταργούνται, τα μονοθεματικά νοσοκομεία εδώ και 2 χρόνια διώχνουν τον κόσμο στις ιδιωτικές υπηρεσίες, προλειαίνοντας το έδαφος για συγχωνεύσεις-διάλυση υποδομών, περαιτέρω μειώσεις προσωπικού και συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα.

Το σύστημα υγείας και ασφάλισης, λοιπόν, αναδιαρθρώνεται και μαζί του αναδιαρθρώνονται οι εργασιακές σχέσεις συνολικά∙ ήδη προαναγγέλλεται ο εμβολιασμός ως τυπικό προσόν για το ΕΣΥ, πράγμα που εφαρμόζεται εδώ και περίπου έναν χρόνο άτυπα και κατά τη διακριτική ευχέρεια των αφεντικών σε διάφορα τμήματα του ιδιωτικού τομέα.

Ακόμα κι αν αλλάζει στα σημεία η κρατική διαχείριση της πανδημίας, μας κληροδοτεί, ωστόσο, ένα καθεστώς ρευστού/υγειονομικού απαρτχάιντ με πιστοποιητικά, εξακριβώσεις στοιχείων σε κάθε βήμα, τεστ για το παραμικρό και πρόστιμα. Ήδη επιστρατεύονται οι κρίσεις «δημοσιονομικής σταθερότητας», ενέργειας, τροφίμων και κλίματος για τη συνέχιση της πειθάρχησής μας.

Με τους παραδοσιακούς φορείς κριτικής της εξουσίας, θεσμικούς και μη, να στέκονται στην πλειοψηφία τους δίπλα στο κράτος και τους ειδικούς του, γίνεται φανερό ότι δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα και από κανέναν, παρά μόνο από εμάς τους ίδιους.

Πορεία Σάββατο 19/3, 12:00, Μοναστηράκι

Πρωτοβουλία ενάντια στο Υγειονομικό Απαρτχάιντ

Ν ύ χ τ ε ς τ η ς Ο ρ γ ή ς: Για τις ταραχές στα γαλλικά προάστεια του 2005

Πρωτότυπος τίτλος: Le notti della collera: Sulle recenti sommosse di Francia ~ Filippo Argenti

Για την μετάφραση χρησιμοποιήθηκε κυρίως η αγγλική της Barbara Stefanelli: Nights of Rage: On the recent revolts in France (link)

Είναι κάτι που χτυπά και ξαναχτυπά αδημονώντας την πόρτα μας. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει ν’ ανοίξουμε… Πολλοί κρύβονται σιωπηλοί, κι όχι μόνο οι δειλοί, αλλά κι εκείνοι που είναι πολύ ήσυχοι ή πολύ απασχολημένοι. Δεν επιθυμούν μπλεξίματα. Κι όμως εμπλέκονται καθώς η βοή τους συνεπαίρνει όλο και περισσότερο, κι οι ωτασπίδες τους είναι άχρηστες. Ακόμα κι αν ο λόγος αποτυγχάνει παταγωδώς, ο λόγος που κληρονομήθηκε απ’ τον παλιό κόσμο, με τις παλιές θυσίες του, τις παλιές απεικονίσεις και τον εξωραϊσμό μιας εποχής που πέρασε. Τίποτα δεν είναι όπως ήταν πριν. Οι παλιές λέξεις γκρεμίζονται η μια πάνω στην άλλη γιατί δεν έχουν πουθενά να κρατηθούν, προβάλουν ύψη που κανένα αστείο, καμμιά ειρωνία και καμμιά σοφία δεν μπορούν να αγγίξουν. Η εποχή της μπουρζουαζίας φτάνει στο τέλος της και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τί θα ‘ρθει. Πολλοί έχουν ένα σκοτεινό προαίσθημα και περιθωριοποιούνται. Όμως κι οι μάζες έχουν επίσης μια σκοτεινή διαίσθηση αλλλά είναι ανίκανες να εκφραστούν και καταπιέζονται. Το Παλιό και το Νέο, η αδιάλυτη αντίθεση μεταξύ αυτού που ήταν κι αυτού που θα είναι, δεν μονομαχούν μ’ ευγένεια, αλλά ρίχνονται στην μεταξύ τους μάχη οπλισμένα ως τα δόντια. Μια παλίρροια τραντάζει τη γη. Δεν είναι απλά οικονομικά: δεν είναι απλά το θέμα του να βρούμε να φάμε, να πιούμε και να κάνουμε λεφτά. Δεν είναι απλά ένα θέμα του πως θα κατανέμεται ο πλούτος, ποιοί θα εργάζονται και πώς θα τους εκμεταλλεύονται. Όχι, αυτό που παίζεται εδώ είναι κάτι άλλο: είναι τα πάντα. – Kurt Tucholsky, Weltbόhne, March 11 1920.

Πρόλογος του συγγραφέα

Αυτό το βιβλιαράκι είναι μια μικρή συνεισφορά στην κατανόηση των πρόσφατων (2005) ταραχών στη Γαλλία. Περιττό να το πούμε, δεν αποτελεί μια κοινωνιολογική ή, με μια πιο εξειδικευμένη έννοια, θεωρητική ματιά. Οι εξεγέρσεις μπορούν να κατανοηθούν μόνον απ’ αυτούς που μοιράζονται τις ίδιες ανάγκες με τους εξεγερμένους, δηλαδή μ’ αυτούς που νιώθουν ότι αποτελούν μέρος της εξέγερσης. Μετά από ένα σύντομο χρονολόγιο, στις σελίδες που ακολουθούν τίθεται το ερώτημα του πώς τα γεγονότα του Νοέμβρη στη Γαλλία μας αφορούν όλους, κι επιχειρείται να δωθεί μια πιθανή απάντηση.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ορισμένα σημεία σ’ αυτή τη σύντομη εισαγωγή.

Αν ρίξουμε μια ματιά στις διάφορες επαναστατικές θεωρίες που κυκλοφορούν στη Γαλλία, την Ιταλία και τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, θα δούμε ότι αυτού του είδους οι εξεγέρσεις δεν ήταν καθόλου απρόβλεπτες ούτε απρόσμενες. Κάποιοι σύντροφοι μίλησαν για εμφύλιο πόλεμο, για εκρήξεις που δύσκολα θα συμπίπτουν με τους χώρους όπου το κεφάλαιο συγκεντρώνει κι ελέγχει τους εκμεταλλευόμενους, για την ολοκληρωτική έκθεσή τους στο εμπόρευμα. Όχι τυχαία, οι θέσεις των τελών του 19ου αιώνα για τους βαρβάρους, την κατάρρευση κάθε κοινού λόγου μεταξύ των εκμεταλλευομένων, την αμφισημία της έννοιας του μηδενισμού κλπ, αναθεωρήθηκαν. Ορισμένες έννοιες εκφράζουν, ακόμα και με εμβρυακό και συγκεχυμένο τρόπο, ανάγκες που ξεπερνούν το άτομο. Μ’ αυτήν την έννοια, υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ των εξεγέρσεων αυτών και της επαναστατικής θεωρίας. Είναι ένα είδος διαλόγου εξ αποστάσεως. Σύμφωνα με γάλλους συντρόφους, κάθε απόπειρα άμεσης συνάντησης ως τα τώρα έχει αποτύχει, ενώ η κοινή εχθρότητα προς την αστυνομία ή μια πρακτική αλληλεγγύη προς τους συλληφθέντες δεν είναι αρκετή. Προφανώς, αυτές οι ταραχές αποτελούν καθ΄ εαυτόν θεωρητικές προτάσεις, ένα είδος κριτικής στον κόσμο. Όμως, τί μας λένε; Ασφαλώς όχι ότι οι εξεγερμένοι θέλουν να διαχειριστούν αυτόν τον κόσμο, να πάρουν υπό τον έλεγχό τους την παραγωγή και την τεχνολογία, από τα κάτω. Δεν πρόκειται για το συλλογικό εργατικό (και με τις δυο έννοιες) υποκείμενο, ούτε για τους διανοητικούς εργάτες των φιλοζαπατιστικών διαδηλώσεων για μια δημοκρατική Ευρώπη. Οι φλόγες στη Γαλλία έχουν καταστρέψει κάθε δημοκρατική ψευδαίσθηση ενσωμάτωσης των φτωχών στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο Walter Benjamin έθετε το ερώτημα πώς στα 1830 οι εξεγερμένοι του Παρισιού πυροβολούσαν αυθόρμητα στα ρολόγια της πόλης, ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη και χωρίς κάποιον συντονισμό γι’ αυτήν τους τη δράση. Από μεριάς μας, δεν μπορούμε παρά να διερωτηθούμε γιατί η άγρια νεολαία του σήμερα βάζει φωτιά στ’ αμάξια. Στην πραγματικότητα, τί αντιπροσωπεύει το αυτοκίνητο στη σύγχρονη κοινωνία; Ας αφήσουμε το ερώτημα ανοιχτό.
Καθώς η επιδίωξη παραγωγής μιας σπουδαίας επαναστατικής ανάλυσης που θα εξηγεί τα πάντα και την οποία οι προλετάριοι δε θα μένει παρά να την εφαρμόσουν έχει πια εξαφανιστεί, είναι καιρός η επαναστατική δραστηριότητα η ίδια να ειδωθεί μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αντί να φέρνουμε τα πανώ και τις σημαίες στο σημείο που ξεσπά η πρώτη φωτιά και στήνεται το πρώτο οδόφραγμα, μπορούμε πλέον να στήσουμε οδοφράγματα ή να ξεκινήσουμε φωτιές αλλού, με σκοπό να επεκτείνουμε την εξέγερση, κι όχι να την κατευθύνουμε πολιτικά. Στην πραγματικότητα, ο καημός όσων απ’ την μεριά των εξεγερμένων παραπονιούνται για την έλλειψη κάποιου πολιτικού προγράμματος καταντά αξιοθρήνητος.

Να επεκτείνουμε την εξέγερση ωστόσο, δε σημαίνει να θέτουμε τον εαυτό μας στο επίπεδο των υπαρχουσών πρακτικών ώστε απλά να τις πολλαπλασιάσουμε (καίγονται αμάξια; ας πάμε να κάψουμε κι εμείς περισσότερα τότε!), αλλά στην ανίχνευση του τί πρέπει να χτυπηθεί και πώς, προκειμένου να ξεδιπλωθεί στην ολότητά του ο χαρακτήρας της εξέγερσης.

Την ίδια στιγμή, κάθε σκέψη για ανάδειξη των οργισμένων νεολαίων των προαστείων στο νέο επαναστατικό υποκείμενο θα ήταν εξίσου αξιοκαταφρόνητη. Θα ήταν υπέροχο αν οι φοιτητές στον αγώνα τους ενάντια στην επισφάλεια είχαν πάρει τη σκυτάλη απ’ τους εξεγερμένους του Νοέμβρη. Δεν είναι ακριβώς έτσι όμως. Ακόμη κι αν υπήρχαν αρκετά συνθήματα για απελευθέρωση των (κυρίως ανήλικων) προφυλακισμένων του Νοέμβρη στις διαδηλώσεις και τις συνελεύσεις του Μάρτη και του Απρίλη, οι πραγματικές συναντήσεις των δυο μερών υπήρξαν ελάχιστες. Κι εκεί εμφανίστηκαν αρκετά προβλήματα. Στη διαδήλωση της 23ης Μαρτίου στο Παρίσι, για παράδειγμα, μερικές εκατοντάδες νέοι απ’ τα προάστεια επιτέθηκαν σε φοιτητές, και τους ψείρισαν τα πορτοφόλια και τα κινητά τους τηλέφωνα, χτυπώντας και βρίζοντάς τους. Επιπλέον, χτύπησαν και κόσμο που έτρεχε να διαφύγει τη σύλληψη απ’ την αστυνομία, εν τω μέσω συγκρούσεων και αστυνομικών επιθέσεων. Αυτά τα γεγονότα δεν μπορούν να αποσιωπούνται. Εδαφικές ταυτότητες, προσκόλληση σε εμπορεύματα, περιφρόνηση για τους “προνομιούχους” φοιτητές κλπ, είναι όψεις των προβλημάτων που οι νέες κοινωνικές συγκρούσεις θα φέρουν εντός τους ως κληρονομιά μιας σάπιας κοινωνίας. Καμμιά εξεγερσιακή ιδεολογία δεν μπορεί να τις σβήσει ως δια μαγείας.

Προκειμένου να εξετάσουμε τη σχέση μεταξύ των ταραχών του Νοέμβρη και του κινήματος που κατέκλυσε τη Γαλλία ενάντια στο CPE (συμβόλαιο πρώτης εργασίας, για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και την εντονότερη εκμετάλλευση της φοιτητικής και νεανικής εργασίας), είναι ανάγκη να μελετήσουμε τις μνήμες, τις μαρτυρίες, τα κείμενα. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφασίσαμε να ετοιμάσουμε δυο ξεχωριστές εκδόσεις. Αν επιθυμούμε ν’ αποφύγουμε τις δημοσιογραφικές απλουστεύσεις και την αμφίσημη ρητορική, πρέπει να συλλάβουμε το ζωντανό στοιχείο των εμπειριών του αγώνα.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια κοινοτυπία: η έκφραση “νέοι των προαστείων” δεν σημαίνει ένα πράγμα. Πρώτον, γιατό τα Παρισινά προάστεια έχουν μόνα τους πάνω από 9 εκατομμύρια κατοίκους (και την μέρα που θα εξεγερθούν όλοι αυτοί, θα ναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία), κι έπειτα γιατί τα cités (πολύ αδρά: τεράστια οικιστικά συγκροτήματα που προορίζονταν για φθηνές εργατικές κατοικίες, και πλέον σχηματίζουν ολόκληρες πόλεις, με τις πλατείες και τις αυλές τους), που βρίσκονται εντός των ορίων των μεγαλουπόλεων συμμετείχαν επίσης στις ταραχές.

Πολλοί “νέοι των προαστείων” φοιτούν στις πόλεις (είτε στα Lycées, τα γαλλικά γυμνάσια-λύκεια, είτε στα πανεπιστήμια, στα οποία φοιτούν περισσότεροι οι Γάλλοι, απ’ ό,τι οι Ιταλοί). Με την έννοια αυτή, ένας μεγάλος αριθμός νέων και όχι και τόσο νέων, που συμμετέιχαν στις διαδηλώσεις, τα μπλόκα και τις συγκορύσεις τον Μάρτη και τον Απρίλη ήταν οι ίδιοι άνθρωποι μ’ αυτούς που πυρπολούσαν τις γαλλικές νύχτες το προηγούμενο Φθινόπωρο. Σύμφωνα με αξιόπιστους υπολογισμούς, οι εξεγερμένοι του Νοέμβρη έφταναν τους 50.000, ενώ το “κίνημα ενάντια στο CPE” μετρούσε πάνω από ένα εκατομμύριο συμμετέχοντες. Πολλοί “προαστειακοί νεολαίοι” είχαν στην πραγματικότητα μια φιλήσυχη στάση, ενώ αρκετοί “πιο προνομιούχοι” έδρασαν καταλυτικά στο ανέβασμα του πήχη της σύγκρουσης. Οι στατιστικές που εξηγούν τις εξεγέρσεις βάσει του εισοδήματος γίνονται πλέον πιστευτές μόνο από κοινωνιολόγους. Σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις (την Rennes για παράδειγμα) η συνάντηση μεταξύ φοιτητών και των λεγόμενων casseurs (κυριολεκτικά “σπάστες”) ήταν πολύ αποτελεσματική από στρατηγικής άποψης, κάτι που προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στον Σαρκοζύ και στα επιτελεία του. Στο Παρίσι πάλι, αρκετά λιγότερο. Προφανώς υπάρχουν ακριβείς λόγοι γι΄ αυτό. Για πολλούς “προαστειακούς νέους” είναι καταρχήν δύσκολο να προσεγγίσουν τις διαδηλώσεις στο κέντρο: αν δεν τους σταματήσουν ήδη πριν επιβιβαστούν στα τραίνα, ενώ ακόμα κι αν τα καταφέρουν, τα γαλλικά ΜΑΤ θα τους την πέσουν μόλις βγουν απ’ τον σταθμό. Αν παρολαυτά μπορέσουν να προσεγγίσουν, η περιφρούρηση των συνδικάτων θα τους κρατήσει έξω απ’ το κυρίως σώμα της πορείας, κάτι που μερικοί φοιτητές ακόμα επικροτούν. Είναι λάδι στη φωτιά. Επιπλέον, οι νεότεροι απ’ αυτούς, που δεν είναι τόσο έμπειροι σε ζητήματα άμεσης μάχης με την αστυνομία, εύκολα απομονώνονται απ’ την πορεία μεταξύ λεηλασιών και φωτιών, και κατά συνέπεια συλλαμβάνονται. Φυσικά, αυτό δε δικαιολογεί ένα αδιάκριτο μίσος προς τους άλλους διαδηλωτές, αλλά είναι ενδεικτικό των διαφορετικών κοινωνικών συνθηκών και τρόπων ζωής. Αυτοί που έχουν γευτεί τους ασφυκτικούς ελέγχους των ειδικών αστυνομικών μονάδων, που συχνά οδηγούν σε άγριους ξυλοδαρμούς στους δρόμους ή στα αστυνομικά τμήματα, το βρίσκουν ακατανόητο να βλέπουν πορείες να προχωρούν με αστυνομική συνοδεία σ’ όλο το μήκος τους.

Μ’ άλλα λόγια, χωρίς να πέφτουμε σε υπεραπλουστεύσεις και κρατώντας στο μυαλό ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, μπορούμε να πούμε ότι προς το παρόν στη Γαλλία, ορισμένοι άγριοι νεολαίοι είναι στην πράξη ολομόναχοι σ’ έναν πρωτοφανή αγώνα (απ’ τον Νοέμβρη, παράλληλα με τις ταραχές, εκτυλίχθηκαν μια σειρά από βίαιες ληστείες, όπου παρέες νεολαίων επιτίθενται σε φορτηγάκια σεκιουριτάδων με μπαστούνια του μπέιζμπολ κλπ). Για τους επαναστάτες που ανοιχτά στέκονται με την μεριά της εξέγερσης, ενάντια στην μεριά του Κράτους, δεν είναι τόσο εύκολο να συμβαδίζουν πάντοτε με την κατάσταση, ακόμα κι όταν αφορά ένα αγωνιστικό κίνημα που αποδεικνύεται τόσο ριζοσπαστικό.

Ένα παράδειγμα θα το ξεκαθαρίσει αυτό. Στην αρχή, ο αγώνας είχε επικεντρωθεί στο CPE, αλλά σύντομα απέκτησε συνείδηση του ότι η επισφάλεια δεν εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο νομοσχέδιο, αλλά αντίθετα, αυτό είναι μάλλον το προϊόν ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος, που δεν μπορεί απλά να δεχτεί μερικές μεταρρυθμίσεις. Ακόμα κι αν το κίνημα κέρδιζε ως προς τον συγκεκριμένο στόχο του (όπως ξέρουμε η κυβέρνηση τελικά απέσυρε το αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο), γνώριζε ότι ακόμη βρισκόταν καθηλωμένο στην άμυνα. Το να κάνει ένα βήμα παραπέρα δεν ήταν τόσο εύκολο. Το κύριο σύνθημα του κινήματος, που προτάθηκε στην αρχή δειλά, κι έπειτα σχεδόν επίσημα (δηλαδή με ψηφίσματα φοιτητικών συνελεύσεων) ήτανε: να μπλοκάρουμε τα πάντα. Κι αυτό ήταν. Σταθμοί, δρόμοι, πανεπιστήμια, συγκοινωνίες κι αυτοκινητόδρομοι: η κυκλοφορία ανθρώπων κι εμπορευμάτων διακόπηκε σε μγάλο βαθμό, μέσα σε μια ατμόσφαιρα λαϊκής συναίνεσης. Ακόμα κι όσοι δεν ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν με την αστυνομία, βρήκαν έναν οικείο τρόπο δράσης στα οδοφράγματα, χάρη στην ευχάριστη πολυμορφία των δράσεων που χαρακτηρίζει όλα τα πραγματικά κινήματα. Οι πιο άγριοι, ωστόσο, αυτοί των οποίων η καθημερινή ύπαρξη είναι μια ισόβια ποινή μεταξύ αστυνομικών κυνηγιών και κελλιών κρατητηρίων, μεταξύ τσιμεντένιων κτιρίων κι εμπορικού κέντρου, γι’ αυτούς το θέμα δεν ήταν απλώς να τα μπλοκάρουν όλα, αλλά να τα γαμήσουν όλα! (tout niquer). Η επαναστατική ρητορεία, λειψή από θάρρος και οργανωτικές ικανότητες, στην πράξη τους άφησε μόνους τους. Έπρεπε να είχαμε πολύ περισσότερες εμπειρίες, πολύ περισσότερες φωτιές και λεηλασίες. Όμως ο δρόμος είναι ανοιχτός.

Το βιβλιαράκι αυτό, καθώς και το επόμενο (“Ημέρες της Άρνησης”) είναι μια μικρή συνεισφορά στη διάδοση, τη συζήτηση και την εμπέδωση αυτών των εμπειριών στην Ιταλία. Αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία είναι ένα είδος αμονιού πάνω στο οποίο θα πρέπει να σφυρηλατήσουμε τις ιδέες και τις πρακτικές μας, νυχτερινές ή ημερίσιες.

Μάιος 2006

Τα αποβράσματα

Δεν είναι όλες οι εξεγέρσεις απρόβλεπτες. Φυσικά δεν υπάρχει κάποια μέθοδος για να προβλέψουμε σαν Νοστράδαμοι την ακριβή στιγμή κάθε έκρηξης, αλλά το γεγονός ότι μια εξέγερση συμβαίνει δεν εκπλήσει παρά μόνο όσους έχουν ελάχιστη ιδέα για τον αφόρητο κόσμο στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε. Κι όμως, μόνο έκπληξη δεν είναι, καθώς γνωρίζουμε πως τέτοιες εξεγέρσεις συμβαίνουν συχνά στη Γαλλία, ξαναπιάνοντας κάθε φορά τις ίδιες πρακτικές και τελετουργίες -εκατοντάδες αμάξια καίγονται κάθε χρόνο την παραμονή της πρωτοχρονιάς.
[σημείωση του συγγραφέα: Ακολουθώντας ένα διαδεδομένο παιχνίδι, μοναδικό στην Ευρώπη, την πρωτοχρονιά του 2005, 425 οχήματα πυρπολήθηκαν στη Γαλλία, το 2004 330, το 2003 324, το 2002 379. Το Clichy-sous-Bois, το Aulnay και η La Courneuve είναι οι πόλεις που συμμετέχουν πιο πολύ σ’ αυτό το φαινόμενο. Επίσης, την πρωτοχρονιά του 2004, το μπλακ-άουτ στο Sevran επέτρεψε στους ταραχοποιούς να στήσουν μια ενέδρα στην αστυνομία, που έφαγε αμέτρητες πέτρες από ταράτσες κτιρίων. Μπορούμε να πούμε ότι η πρωτοχρονιά έχει έναν πραγματικά εορταστικό χαρακτήρα στη Γαλλία…]
Οι εξεγέρσεις είναι ένα αναπόφευκτο προϊόν του παρόντος κοινωνικού συστήματος. Κι όταν μια εξέγερση ξεσπά, δεν έχει νόημα ν’ αναρωτιέται κανείς “γιατί γίνεται αυτό”, αλλά “γιατί δε γίνεται παντού, πάντοτε;”. Όμως, κάθε φορά που ξεσπά μια εξέγερση, ο πρώτος μηχανισμός που κινητοποιείται είναι μια προσπάθεια να εγκλειστεί σε μια κατηγορία. Ποιοί είναι οι εξεγερμένοι, από που έρχονται, τί θέλουν; Ξεκινά η έρευνα για ονόματα, ταυτότητες, για τις κατάλληλες κατηγορίες: ξένοι, μετανάστες… όχι, γάλλοι, ναι γάλλοι, αλλά γάλλοι δεύτερης γενιάς, δεύτερης κατηγορίας, γιοί ή εγγονοί μεταναστών, αποκλεισμένων, απόβλητων… Απογοήτευση, μάλλον η θεωρία του ισλαμικού φονταμενταλισμού δε δουλεύει: προφανώς οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι από κείνους που πάνε στο τζαμί -στην πράξη τόσο οι εκκλήσεις όσο και οι κατάρες των ιμάμηδων αποδείχθηκαν άχρηστες. Οι δεξιές εφημερίδες (πχ η Le Figaro) επιχειρούν να στιγματίσουν τους εξεγερμένους ως “μέλη μιας παλαιστηνιακού τύπου Ιντιφάντα”, “ισλαμικά φονταμενταλιστικά στοιχεία”, “τρομοκράτες” κλπ. Αυτές οι διαστρεβλώσεις, ωστόσο, δε φαίνεται να εμπεδώνονται, καθώς ο αγώνας καταφέρνει να επιδείξει τη δική του ασίγαστη ιδιαιτερότητα.

Οι κοινωνιολογικές κατηγορίες χρησιμοποιούνται για να οριστεί, να ταυτοποιηθεί και να εγκλειστεί η εξέγερση, με λίγα λόγια, εντός σαφών εννοιολογικών ορίων. Απ’ τη στιγμή που μια ταυτότητα έχει αποδωθεί στους εξεγερμένους -με πιο συχνή τέτοια, στην περίπτωσή μας, αυτή των κοινωνικών αποβλήτων, μια νέα λέξη για το “περιθώριο” (underclass). Το φάσμα των θεωριών για την διαχείρισή της κυμαίνεται κλασσικά από την αστυνομική καταστολή και τα μέτρα έκτακτης ανάγκης, στην κοινωνική πρόνοια και την παρέμβαση της πολιτείας, να προτάξει, με άλλα λόγια, χείρα τιμωρίας ή οίκτου, η καταστολή και η ενσωμάτωση, το μαστίγιο και το καρότο. Όλα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα το γεγονός ότι άν η αναταραχή κι η εξέγερση είναι άμεσες συνέπειες του συστήματος της κυριαρχίας, το μόνο τέλος που μπορεί να έχουν είναι το τέλος της κυριαρχίας, η ανατροπή της.
Ωστόσο, το να ταυτοποιηθούν τα “αποβράσματα”, να τους δωθεί ενδεχομένως ένα πιο πολιτικά ορθός ορισμός, ενέχει ορισμένες προϋποθέσεις. Για να κατηγοριοποιηθεί ένα τέτοιο φαινόμενο με σχετική συνοχή, πρέπει πρώτα απ’ όλα να οριστεί, και για να οριστεί πρέπει να απομονωθεί. Απ’ την μια, τα όρια της εξέγερσης ορθώνονται για να αναπαραστήσουν τη δράση και τις αιτίες της σαν τυχαία έκτροπα, που παρήγαγε ένα σύστημα το οποίο (παρόλη τη φτώχεια, τον πόλεμο, την μόλυνση, την ολοκληρωτική υπαγωγή στο εμπόρευμα και την καταστροφή ολόκληρου του -έμβιου και μη- κόσμου, και των ζωών όλων) πρέπει να διατηρηθεί, ίσως ακόμα και με ορισμένες κοινωνικές παροχές ταυτόχρονα με την κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Όμως, όπως είναι γενικά γνωστό, αυτό που ήταν εξαίρεση γίνεται ο κανόνας, κατάσταση που συμπεριλαμβάνει τον αποκλεισμό, τη φτώχεια, την κοινωνική αποξένωση, τη γενικότερη υποτίμηση της ζωής.

Δεν πρόκειται ποτέ για μεμονωμένο φαινόμενο, είτε τοπικά ή παγκόσμια. Η φτώχεια, η ανασφάλεια της ζωής στη δυτική κοινωνία, η αστική πολεοδομία στις μητροπόλεις ολόκληρου του κόσμου (απ’ το Λος Άντζελες στην Μπογκοτά, κι απ’ το Αλγέρι στο Παρίσι), η περίφραξη των συνόρων της Ευρώπης-φρούριο, είναι μόνο ορισμένες εκδηλώσεις αυτής της δομικής περίφραξης. Το κόλπο του καρότου και του μαστιγίου, ο συνδυασμός αστυνομικής και δικονομικής καταστολής με την εξαγγελία κοινωνικών παροχών στα προάστεια, μπορεί να ξεγελάσουν μερικούς, αλλά σίγουρα όχι τους -όχι λίγους- που γεύονται την κοινωνική περιθωριοποίηση στο πετσί τους, που νιώθουν ότι νέες και μεγαλύτερες εκρήξεις συναρμολογούνται σε κάθε γωνία, και κυρίως, νιώθουν μια ακατάπαυστη θέληση για εξέγερση να πάλλεται μέσα τους. Και είναι ακριβώς αυτή η ελκυστική γοητεία της εξέγερσης που αποτελεί τον κύριο στόχο της διαδικασίας της κατηγοριοποίησής της.

Στην πραγματικότητα, η διαδικασία της κατηγοριοποίησης, πέραν του να αναπαριστά τη φαινομενικότητα της παρούσας κοινωνικής τάξης σαν να ήταν ουδέτερη, στοχεύει στον διαχωρισμό και την απομόνωση των “αποβλήτων” από όλους τους υπόλοιπους -διαχωρίζοντας ταυτόχρονα όλους αυτούς απ’ τον ίδιο τον εαυτό τους, απ’ την επιθετική δυναμική τους. Μ’ άλλα λόγια, τα απόβλητα έχουν κάποιου είδους κληρονομικού δικαιώματος στην οργή, καθώς η απόγνωση και η αίσθηση της αδικίας είναι αποκλειστικά δικά τους προβλήματα. Όμως εμείς, οι προνομιούχοι αυτής της κοινωνίας, τί θέλουμε; Εντάξει στα γκέττο των σύγχρονων πόλεων, στα banlieues (προάστεια) του Παρισιού, η ζωή είναι διαλυμένη, κενή, κυνηγημένη από κάθε μπάντα της κοινωνικής, υλικής και υπαρξιακής αλλοτρίωσης, πνιγμένη στην απόγνωση και την μεταφυσική ανία. Αλλά η δική μας ζωή; είναι πλουσιοπάροχη και γεμάτη διασκεδάσεις, προοπτικές, πάθος… Η δική μας ζωή; Με συγχωρείτε, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς.

Εκ των πραγμάτων, το επίπεδο της καταπίεσης, και ταυτόχρονα τα ρήγματα που προκαλεί η εξέγερση, αφορούν τους πάντες. Η δυιστική λογική της συμπονετικής αντιπολίτευσης, μεταφράζει την πραγματικότητα με τόσο χονδροειδή τρόπο που αδυνατεί να αντιληφθεί τη δυναμική της εξέγερσης κι αυτών που θα ΄ρθουν. Η διάκριση των νέων απ’ τα προάστεια απ’ τους υπόλοιπους, έπειτα ο διαχωρισμός των βίαιων κι αδιόρθωτων που είναι αδύνατον να πειθαρχηθούν απ’ αυτούς που πρέπει να προστατευθούν απ’ την μόλυνσή τους, δεν είναι παρά μια προσπάθεια να ξεριζωθεί η δυνατότητα εξέγερσης από τα μέσα και το περιβάλλον που χρειάζεται για να εκραγεί. Αυτή είναι η κοινή λογική πίσω από κάθε έκτακτη διαχείριση. Επιπλέον, η εμπέδωση μιας τέτοιας ιδεολογικής διαίρεσης συνθλίβει κάθε πρακτική δυνατότητα. Όπως κάθε εξέγερση, ομοίως και της Γαλλίας απευθύνεται στον καθέναν. Το ξεδίπλωμά της αναπόφευκτα επιρρεάζει τις κινήσεις μας. Τελικά, το ποιο σημαντικό δεν είναι ποιοί είναι αυτοί, αλλά μάλλον ποιοί είμαστε εμείς, και τί θέλουμε να κάνουμε. Καθώς μια μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης υφίσταται είτε διακυρήσσεται επίσημα είτε όχι, το πρώτο πρακτικό μάθημα αφορά την εφαρμογή μιας αποτελεσματικής κατάστασης εξαίρεσης απέναντι στην έκρηξη καταστροφικών πράξεων, τη γρήγορη διάδοσή τους και την άρνηση κάθε εκπροσώπησης.

Ορισμένοι γκρινιάζουν για την υποτιθέμενη έλλειψη σαφών ταξικών στόχων κι επαναστατικής συνείδησης, απενοχοποιώντας έτσι την αποστασιοποίησή τους, αδυνατώντας να βρουν κάποια πολιτική προοπτική ή αποτέλεσμα. Ακόμα, μιλούν για φαινόμενα “βαρβάρων” χωρίς κανένα σχέδιο, ως αποτέλεσμα της “παθητικής διάλυσης της παλιάς εργατικής τάξης”. Κάποιοι άλλοι ποζάρουν ως συνειδητοποιημένοι οργανωτές της εξέγερσης (της επερχόμενης, φυσικά). Ωστόσο, αντί να ασχολούμαστε με το να δείξουμε στους ταραχοποιούς της Γαλλίας τί να κάνουν, θα ήταν προτιμότερο να δούμε τί μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτούς. Υπάρχει μια πρακτική εγρήγορση στις τακτικές της εξέγερσης των “αποβρασμάτων” που λείπει επαίσχυντα ακόμα κι απ’ τους πιο εκλεπτυσμένους “συνειδητοποιημένους” των επαναστατικών χώρων, συχνά τόσο συνειδητοποιημένων που αδυνατούν να πράξουν. Εάν οι Γάλλοι ταραχοποιοί δεν κατάφεραν να “κάνουν ένα ακόμη βήμα για να γίνουν επαναστάτες” (πιθανόν, όμως ποιοί είναι τελικά επαναστάτες σήμερα;), τουλάχιστον με τον τρόπο τους εξέθεσαν τις ενεργητικές δυνατότητές τους στην πιο σκληρή δοκιμασία. Χωρίς να περιμένουν από κανέναν να τους διδάξει “τί να κάνουμε”, κατέθεσαν έμπρακτα τη δική τους εκδοχή για το πώς να το κάνουμε. Πραγματοποίησαν την εκρηκτική οργή τους ως μια εντυπωσιακή σειρά εμπρησμών, χωρίς να τους ενεχειρίζουν σε κανέναν εκπρόσωπο. Η ζωτική δύναμη που απελευθερώθηκε μετά από μακροχρόνια καταπίεση ήταν ταυτόχρονα μια άγρια πυρομανία που αγνοούσε κάθε μορφή αντιπροσώπευσης και απολογίας.

Φαινομενολογία του οργισμένου μηδενισμού

Η οργή είναι η έκφραση της δύναμης που έχει καταπιεστεί για πολύ καιρό, δέσμια και υποδουλωμένη, οργή που εμφανίζεται ως διαπίστωση πως “είμαστε πολύ νέοι για να πεθάνουμε”. Η πρώτη εκδήλωσή της ανοίγεται στον ορίζοντα που χαρακτηρίζεται από μια ολοκληρωτική καταστροφή. Η τυφλή οργή της αιχμαλωσίας δε διακρίνει γύρω της τί θα χτυπήσει, αν θα χτυπήσει στον τοίχο ή θα σπάσει τα χέρια της, το σώμα της μετασχηματίζεται σε πολιορκητικός κριός. Τα πάντα μπορεί να καταστραφούν! Η οργή, εκδηλώνεται στον ορίζοντα του μηδενισμού. Καθώς δε δικαιούνται να επιθυμούν τίποτα για δικό τους, αυτοί οι άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας επιθυμούν αυτό το τίποτα να γίνει πραγματικά τίποτα, να εκμηδενιστεί.

Όμως ο μηδενισμός, αυτός ο ενοχλητικός καλεσμένος, εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές. Οι λιγότερο προφανείς είναι και οι πιο διαδεδομένες, κι επίσης οι πιο δημοφιλείς: είναι ο αυτονόητος μηδενισμός της εξουσιαστικής διαχείρισης της ύπαρξης, που διαβρώνει τα πάντα. Εκμηδενίζει τη ζωή και την αποξενώνει απ’ την ίδια τη δυναμική της, προκειμένου να την αναπαράγει εντός των κατεστημένων θεσμών της τάξης και της πειθαρχίας, της παραγωγής και κατανάλωσης, της παραίτησης και της κυνικής αδιαφορίας.

Το παρόν κοινωνικό σύστημα είναι τόσο μηδενιστικό όσο και οι υπήκοοί του που υποτάσσονται σ’ αυτό, αποδεχόμενοι τις διάφορες μορφές σκλαβιάς, σέρνοντας με απάθεια τα πόδια τους μέρα με την μέρα. Καθώς έχουν ενσωματώσει τα αυτονόητα της οικονομίας και τη φαντασιακή αξία των εμπορευμάτων, η ζωή τους βασίζεται στους υπολογισμούς μεταξύ κόστους και οφέλους, στον διαχωρισμό μεταξύ σκοπού και μέσων, στην εγκατάλειψη στην αθλιότητα του σήμερα και την παθητική προσμονή ενός καλύτερου αύριο. Η μηδενιστική παραγωγή της κυριαρχίας συνίσταται σε δυο συμπληρωματικές κινήσεις: απ’ την μια αποξενώνει, λεηλατεί και ξεγυμνώνει, απ’ την άλλη θαμπώνει, ξαναντύνει, και μασκαρεύει. Όμως η κενότητα στην οποία βασίζεται αυτή η διττή κίνηση και την οποία μετουσιώνει, γίνεται προφανής όταν το δεύτερο σκέλος της (η ψευδής ικανοποίηση των αυταπατών) υπολειτουργεί: όταν το σχολείο, η εργασία κι όλοι οι θεσμοί της πολιτισμένης κοινωνίας του θεάματος απαξιώνονται ως διαμορφωτές-διαχειριστές της ύπαρξης, που κατά συνέπεια, εξωθείται στην παρατεταμένη μετάσταση της αλλοτρίωσής της.

Όταν μια τέτοια μετάσταση εκδηλώνεται τυφλά, όταν έρχεται αντιμέτωπη μ’ έναν απάνθρωπο θάνατο, μπορεί να εκραγεί ως οργισμένος μηδενισμός: καθώς υποβάλλονται βίαια σε μια διάγνωση της κενότητας που περιβάλλει και διαβρώνει τις ζωές τους, αποφασίζουν ανώνυμα, σε επίπεδο προσωπικών σχέσεων, να παραδόσουν την κενότητα αυτή στο τίποτα. Ο οργισμένος μηδενισμός δε ζητά τίποτα, και διαθέτει μια διαυγή αντίληψη του ότι το μόνο που μπορεί να κάνει με όσα τον περιβάλλουν είναι να καταβροχθισθούν απ’ την κενότητά του. Η έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού, απελευθερωτική για τα πιο άγρια πάθη, μπορεί να είναι επίσης μια άδολη χαρά γεννημένη από μια αφόρητη ναυτία για το σύνολο του υπάρχοντος κόσμου. Κι όμως είναι έτσι ακριβώς που εξελίσσεται σε μια αυθεντική καταστροφική ευφορία.

Μετά την εποχή της κυνικής αδιαφορίας, του καιροσκοπισμού και του φόβου, στην παρούσα φάση γενικευμένης προλεταριοποίησης της ζωής, τί είδους αγώνας θα μπορούσε να γίνει; Λυπούμαστε που θα απογοητεύσουμε τους ακούραστους θεματοφύλακες της προόδου, αλλά οι τρέχοντες αγώνες περιλαμβάνουν επίσης μια ολοκληρωτικά καταστροφική πλευρά. Είχε γραφτεί κάποτε: “Μηδενιστές… ακόμα ένα βήμα αν θέλετε να είστε επαναστάτες”. Το να θέλεις τα πάντα, είναι μόλις ένα βήμα απ’ το να μη θες τίποτα. Μπορούμε όμως ακόμα να πούμε: “Επαναστάτες… ακόμα ένα βήμα για να γίνεται μηδενιστές”: απαιτεί μεγάλο θάρρος να συμβαδίζει κανείς με την οργή του. Και πού θα μας πάει; Μα δεν ξέρετε; Δε θα μας πάει πουθενά, αλλά… πού νομίζετε ότι πηγαίνετε όλοι σας;
‘S’ io fossi foco arderei lo mondo’
(“Αν ήμουν φωτιά, θα έκαιγα τον κόσμο”, από σονέττο του Cecco Angiolieri, σύγχρονου του Δάντη)

Η καταστροφική ευφορία του οργισμένου μηδενισμού βρίσκει την κύρια μορφή έκφρασής της στο στοιχείο που αναπαριστά περισσότερο την οργή: τη φωτιά. Οι μολότωφ και οι εκρηκτικοί μηχανισμοί είναι σαν βέλη, με τα οποία σύμβολα και δομές της εξουσίας και του συστήματος στοχοποιούνται: αστυνομικά τμήματα, δημαρχεία, δικαστήρια, τράπεζες, εμπορικά κέντρα και καταστήματα, σχολεία και αυτοκίνητα.

Ορισμένοι απ’ τους στόχους αυτούς πληγώνουν την κοινωνική συνείδηση πολλών ανθρώπων. Γιατί να καίνε τα σχολεία, όταν αυτά θα φέρουν στους κοινωνικά αποκλεισμένους την μόρφωση και την ένταξη στην κοινωνία; Μήπως δεν ήταν η δημόσια εκπαίδευση μια σημαντική κατάκτηση για την ανθρωπότητα και την πρόοδο; Ίσως, αλλά την ίδια στιγμή, ποιός μπορεί να αρνηθεί πως τα σχολεία μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με φυλακές, όντας και τα δύο στοιχεία μιας γενικότερης κοινωνίας-φυλακής, ποιός δεν μπορεί παρά να σιωπήσει μπρος στη φαινομενική ομορφιά ενός σχολείου που καίγεται; Το εκπαιδευτικό σύστημα βασίζεται σε μια αφαίρεση του νοήματος. Με άλλα λόγια, τα σχολεία, όντως μέσα για εισαγωγή στη ζωή, ή μάλλον στην εργασία, που παρέχει τα μέσα για τη ζωή, δεν έχουν άλλο νόημα καθ’ εαυτόν, παρά το νόημα αυτού για το οποίο προετοιμάζουν. Μ’ αυτήν την έννοια, καθώς κάθε μελλοντική προοπτική καταργείται, και το μέλλον συνίσταται σ’ έναν μακρόσυρτο σκοπό μεταξύ ανίας και απόγνωσης, τα σχολεία αδειάζουν απ’ το όποιο παιδαγωγικό τους περιεχόμενο. Όταν ένα μέσο χάνει τη χρησιμότητά του, η διατήρησή του σημαίνει τη φετιχοποίησή του, και τα φετίχ παραδίδονται στην πυρά, πιθανώς, όπως στην περίπτωσή, μας από παιδιά που φωνάζουν “αυτή η νύχτα είναι δική μας”.

Οι συνειδητοποιημένοι απορούν για τα καμμένα αυτοκίνητα: “γιατί να κάψεις το αυτοκίνητο του γείτονα”, λες και ο “γείτονας” αυτόματα αντιμετωπίζει την ίδια κατάσταση έκτακτης ανάγκης με τους ταραξίες. Πρώτον, τα περισσότερα απ’ τα πυρπολημένα αυτοκίνητα ανήκαν άμεσα ή έμμεσα σε θεσμούς. Δεύτερον, τα “αποβράσματα” δεν έρχονται απ’ το πουθενά, αλλά ζουν σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο, το οποίο σε καμμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει μια ομοιογενή ανθρώπινη πραγματικότητα. Απ’ την μία, οι ταραχοποιοί απ’ τα προάστεια ήξεραν ότι μπορούν να βασίζονται στην υποστήριξη και την πρακτική αλληλεγγύη πολλών κατοίκων των γειτονιών τους (χωρίς την οποία δε θα ήταν εφικτό να κρατήσουν είκοσι νύχτες οι ταραχές), απ’ την άλλη φαίνεται να γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τίνος το αμάξι πυρπολούν, και σίγουρα δεν ανήκουν σε άμεσους ή έμμεσους συνεργούς των εξεγερμένων. Στα προάστεια, όπως κι οπουδήποτε αλλού, υπάρχουν ζηλωτές της τάξης και του διαλόγου, ρουφιάνοι και κερδοσκόποι, συνεργάτες της αστυνομίας και κάθε είδους καθήκι, όπως επίσης κι αυτοί που δε συμμερίζονται στην πράξη την αταλάντευτη και σαφή στάση των ταραχοποιών. Οι νέοι των προαστείων δεν ανέχονται κανενός είδους ουδετερότητας, διαλόγους ή συμβιβασμού με τους θεσμούς -κάτι το οποίο εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα προβληματικό τρόπο στο κίνημα ενάντια στο CPE τον Μάρτη και τον Απρίλη του 2006, ειδικά στο Παρίσι.

Οι γείτονες δηλαδή, δεν είναι πάντοτε φίλοι ή “συνένοχοι”. Επίσης, οι εξεγέρσεις δε διεξάγονται σ’ ένα συμβολικό επίπεδο, αλλά στο πραγματικό πεδίο της μάχης. Έτσι, οχήματα παραδίδονται στις φλόγες όχι μόνο επειδή είναι προφανώς μια ευχαρίστηση να βλέπει κανείς τις φωτιές να τα καταπίνουν, αλλά κυρίως ακολουθώντας μια στρατηγική αντίληψη επί του εδάφους, δηλαδή λόγω της θέσης τους στο πεδίο που εκτυλίσσεται ο αγώνας. Είναι μόνο σε μια τέτοια προοπτική πραγματική σύγκρουσης (κι όχι στην κοινωνιολογική μετάφραση ή την πολιτική αναπαράστασή της) που η αξία αυτής της πρακτικής μπορεί να εκτιμηθεί. Η πυρπόληση αυτοκινήτων μπορεί να γίνει ένα ιδιαίτερα παοτελεσματικό μέσο ταχύτατης δημιουργίας οδοφραγμάτων, και ταυτόχρονα είναι ένας εύχρηστος τρόπος να τραβηχθεί η αστυνομία σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου στη συνέχεια συνήθως δέχεται επίθεση με πέτρες ή μολότωφ, ενώ οι ταραχοποιοί μπορούν να σπάσουν και να διαφύγουν εύκολα για να ξαναβρεθούν σε κάποιο προσυνεννοημένο μέρος και να ξαναπιάσουν το παιχνίδι απ’ την αρχή. Αυτή η τακτική εφαρμόστηκε και στο σαμποτάζ σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας με το οποίο ξεκίνησαν μερικές απ’ τις νύχτες της οργής.

Το γεγονός ότι αυτές οι απλές παρατηρήσεις έχουν περάσει απαρατήρητες από τόσο πολλούς “ειδικούς” είναι εντυπωσιακό. Το πιο σημαντικό σημείο πάντως, είναι η σημασία που παίρνει το μητροπολιτικό πεδίο ως πεδίο μάχης για τους τρέχοντες αγώνες κι αυτούς που θα ‘ρθουν. Σε μια κοινωνία που βασίζεται στην κυκλοφορία του χρήματος, της πληροφορίας, των ανθρώπων και των εμπορευμάτων, ο έλεγχος επί του εδάφους είναι μια απ’ τις σημαντικότερες λειτουργίες της εξουσίας. Για παράδειγμα, στις αστικές συγκοινωνίες που μας δολοφονούν αργά, καθημερινά, με το δηλητήριό τους στις μητροπολιτικές ζώνες, οι ελεύθεροι χώροι περιορίζονται στους αποξενωτικούς χώρους μεταβίβασης και εξυπηρέτησης. Πρόκειται για μια ασύμμετρη, απάνθρωπη και δολοφονική πραγματικότητα που εξορίσει τη ζωή, όπου το έδαφος γίνεται ολοένα και πιο άγονο και απαράβατο γι’ αυτούς που, είτε από συστηματικό αποκλεισμό, είτε από προσωπικές τους επιλογές, αδυνατούν να αναπαραχθούν ως εμπορεύματα, και κατ’ επέκταση περιθωριοποιούνται, φυλακίζονται, απελαύνονται.

Την ίδια στιγμή, το έδαφος και η μετακίνηση σ’ αυτό γίνονται στρατηγικοί παράγοντες των αγώνων, με τηην εξάπλωση πρακτικών όπως τα μπλόκα και το σαμποτάζ, η εύρεση νέων τρόπων ζωής και χρήσης του χώρου, και η καταστροφή του κάθε τί που δεν μπορεί να οικειοποιηθεί. Δε γνωρίζουμε ασφαλώς αν αυτό είχαν στο μυαλό τους οι εμπρηστές αυτοκινήτων. Δε γνωρίζουμε αν υπερεκτιμούμε την οργή τους. Αυτό που είναι βέβαιο όμως είναι ότι πίσω απ’ την αρνητική, καταστροφική τους στάση ορθώνεται μια θετική στάση, που αφορά τον τρόπο ζωής τους, τον τρόπο σύναψης ανθρώπινων σχέσεων, που πέρα απ’ την συνεχή εφευρετικότητα λέξεων και χειρονομιών, οικοδομεί μια συνενοχή κι αλληλεγγύη στις ταραχές.

Μια θετική στάση που δε χωράει στην αναπαράσταση που προβάλλουν οι δυνάμεις του εχθρού, για τις οποίες δεν πρόκειται παρά για βάνδαλους, ανόητους και παράλογους μανιακούς. Δεν μας ενδιαφέρει να πλέξουμε ένα νεο-ρεαλιστικό εγκώμιο του περιθωρίου. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να αναρωτηθούμε ξανά, αν είναι εφικτό να ζήσουμε σε χώρους μ’ έναν διαφορετικό τρόπο ούτως ώστε να συναντήσουμε νέους “συνενόχους” και νέες πιθανότητες αγώνα που θα ξεσπά ριζοσπαστικά, χαρμόσυνα κι εφευρετικά.

Μάρτης 2006

———————-

Διάχυτη εξουσία, διάχυτη επίθεση

Η εξουσία δε διαμένει σε κάποια Χειμερινά Ανάκτορα που μπορούν να καταληφθούν απ’ τους επαναστάτες, ούτε βασίζεται στα διάφορα κέντρα παραγωγής που μπορούν να καταλάβουν οι εργάτες. Δε συμπεριλαμβάνει απλώς τις πολιτικές, αστυνομικές και νομικές λειτουργίες, αλλά διαθέτει ένα τριχοειδές σύστημα σχέσεων που, μιας και επεκτείνεται στο σύνολο της κοινωνίας, διαμορφώνοντας τις ατομικές και συλλογικές πράξεις. Η εξουσία παράγει και ευνοεί την αναπαραγωγή μορφών ζωής που η διατροφή, η επικοινωνία, η κίνηση, η σκέψη κλπ προσαρμόζονται ευκολότερα στις απαιτήσεις της. Η εξουσία μοιάζει να έχει κυριαρχήσει παντού, μα για τον ίδιο είναι επίσης εκτεθειμένη παντού -προφανώς σε διαφορετικό βάθος στρατηγικής επίθεσης. Όλο αυτό δεν είναι παρά κοινοτοπίες που θα διδάσκονταν ακόμα και σε κάποιο γαλλικό κολλέγιο, όμως αν είναι έτσι, τότε δε θα ‘πρεπε να παραπονιέται κανείς στα σοβαρά για τη ζημιά που προκαλούν οι ταραχοποιοί προς “άσχετους ανθρώπους”. Είτε πρόκειται για ιδιοκτήτες αυτοκινήτων που πυρπολήθηκαν απ’ τους γάλλους αυτοκινητομάχους, είτε για τους απογοητευμένους πελάτες κάποιας κατεστραμμένης τράπεζας, ή για τους αργοπορημένους οδηγούς λόγω ενός οδοφράγματς, κάθε ισχυρισμός ότι αποτελούν έναν τρίτο, άσχετο μ’ όλο αυτό, ισοδυναμεί μ’ έναν ισχυρισμό ουδετερότητας: μια υπόθεση προς κατάρριψη.

Ασφαλώς, κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι η καταστροφή μιας τράπεζας, μιας φυλακής ή ενός δικαστηρίου είναι κάτι διαφορετικό ποιοτικά απ’ την πυρπόληση ενός αυτοκινήτου στα προάστεια, κάτι που ισχύει αλλά μέχρι ενός σημείου. Για να το αντιληφθούμε καλύτερα, θα μπορούσε κάποιος να διεξάγει το ακόλουθο υποθετικό πείραμα. Ας πάρουμε ως δεδομένο ότι κριτήριο για την ευκρίνεια μιας πρακτικής στην εξέγερση είναι η πιθανότητα γενίκευσής της, οπότε ας υποθέσουμε ότι μια πρακτική θα ακολουθούταν παντού: για παράδειγμα, αν όλες οι τράπεζες καταστρέφονταν, σίγουρα, θα προκαλούνταν ένα χάος αλλά βέβαια θα απείχε ακόμα απ’ το να επιφέρει μια επανάσταση. Ας επαναλάβουμε το πείραμα, με όλα τα αυτοκίνητα αυτή τη φορά να καταστρέφονται. Δε θα ήταν οι συνέπειες το ίδιο, αν όχι και περισσότερο επαναστατικές; Δε θα επέφερε μια ριζική μεταμόρφωση ολόκληρης της κοινωνικής ζωής; Μια υπόθεση που δεν μπορούμε να αρνηθούμε.

~
“Θέλω να πω σ’ όλα τα παιδιά που ζουν σε δύσκολες περιοχές ότι δεν έχει σημασία από που κατάγονται, όλα είναι παιδιά της (Γαλλικής) Δημοκρατίας” -J. Chirac, 14 Νοέμβρη 2005.

“Δημοκρατία είναι μια μορφή διακυβέρνησης που τίθεται πάνω απ’ το λαό, τον χειραγωγεί, τον εκπαιδεύει και τον κάνει ό,τι θέλει. Με τον στρατό της υποχρεώνει τους πιο απείθαρχους να υποταχθούν στους νόμους της. Κι όπως κάθε άλλη διακυβέρνηση, τα μόνα εμπόδια που βρίσκει είναι η αντίσταση των υπηκόων της κι ο φόβος για μια πιθανή εξέγερση” -E. Malatesta

Η ιδεολογία του νομοταγούς πολίτη

“Παιδιά της Δημοκρατίας”: έτσι απευθύνθηκε ο Chirac στους κατοίκους των προαστείων προκειμένου να τους εξευμενίσει -σε μια προσπάθεια να αντισταθμιστούν οι υβριστικές προσβολές του Σαρκοζύ. Όσοι απ’ αυτούς γνωρίζουν πώς λειτουργούν οι δημοκρατικοί θεσμοί, σαν χρυσοποίκιλτες πόρνες, έχουν αρκετούς λόγους να θίγονται: όπως το Κράτος ονομάζεται Πατρίδα όταν είναι έτοιμο να σκοτώσει, αποκαλεί τους υπηκόους του “πολίτες” όταν επιθυμεί τη συνενοχή τους στο νόμιμο έγκλημα.

Η ιδεολογία του πολίτη, βέβαια, έχει δεχθεί κριτική εδώ και πολύ καιρό ως ιδεολογική αντανάκλαση μιας ψευδούς ισότητας που συγκαλύπτει την κοινωνική ιεραρχία, έχει ειπωθεί ότι ο πολίτης δεν είναι παρά η αστική εκδοχή της κοινωνικής ιεραρχίας. Στην υποχώρησή της, η κατάσταση του πολίτη έχει αποκαλύψει τη γυμνή ζωή που ισχυριζόταν ότι έκρυβε. Αυτή ήταν η φρικτή διαπίστωση των δυο παγκοσμίων πολέμων του εικοστού αιώνα: πίσω απ’ τους πολίτες δεν υπήρχε παρά η αστική αντίληψη κοινωνικής ζωής, όμως βαθύτερα, κρυβόταν η γυμνή ζωή που μόλις απαλλάχθηκε απ’ το περιτύλιγμά της, έχασε κάθε αξία, κάθε δικαίωμα, κάθε σεβασμό.

Σήμερα δεν είναι καλύτερα, καθώς οικουμενικά οι πολίτες δεν είναι παρά οι καθημερινοί εκείνοι άνθρωποι που οι συμπεριφορές και τα συναισθήματά τους έχουν ενσωματώσει κάθε κυρίαρχο πρότυπο. Ένας άχρωμος, θλιβερός συμβιβασμός, βασισμένος στην αναισθησία, συγκολλημένος απ’ τον φόβο. Τα τρία συστατικά του σύγχρονου πολίτη είναι η ανικανότητα άρνησης, η αδυναμία αποτελεσματικής δράσης και η ενσωμάτωση της αδυναμίας, ενισχυμένα απ’ την ιλιγγιώδη μείξη τεχνολογικής ανάπτυξης και θεάματος που παράγουν σε πληθώρα κάθε υποκατάστατο ώστε να αποφεύγεται το πανταχού παρόν ενδεχόμενο ψυχολογικής κατάρρευσης, παραίτησης κι απόσυρσης απ’ τον κόσμο. Προκειμένου να εξακολουθεί να ισχυρίζεται κανείς ότι διάγει μια ζωή ήσυχη και “κανονική” στις παρούσες συνθήκες, οφείλει πρώτα να απολέσει την όραση και την ακοή του, κι έπειτα, καθώς τα ανησυχητικά γεγονότα εμφανίζονται παντού και δεν μπορούν πια να αγνοούνται, να εγκαταλείψει τη δυνατότητά του να αντιδρά: εξ ου και η γενικευμένη παραίτηση που αν δεν μετατρέπεται ανοιχτά σε γενική κατάθλιψη είναι γιατί υποστηρίζεται από μια εκτεταμένη χρήση του φόβου, όχι μόνο των άλλων αλλά και του φόβου για το παρόν και το μέλλον του καθενός, και απ’ τις αμέτρητες τεχνοκρατικές μεθόδους του “να ξεφεύγεις”.

Πέρα απ’ την κατάσταση του πολίτη ωστόσο, αναπτύσσονται και διαδίδονται διαφορετικές μορφές ζωής. Όσοι απ’ αυτούς διατηρούν την αίσθηση του ανικανοποίητου απ’ αυτόν τον κόσμο, και επιστρατεύουν τη δύναμη και τη φαντασία τους για να επινοήσουν μορφές αντίδρασης κι επίθεσης ενάντια στην απάνθρωπη κοινοτοπία του, αλλά και το αναγκαίο θάρρος για να τις κάνουν πράξη, τίθενται εκ των πραγμάτων εκτός της ιδιότητας του πολίτη. Διατηρούν τη ζωή τους, τη ζωτικότητα που δεν μπορεί να περιοριστεί απλά στην μια ή την άλλη μορφή επιβίωσης. Απ’ την μια, ανεπιθύμητα προϊόντα αυτής της κοινωνίας, κατακάθια, που διαρκώς επιστρέφουν για να ταράξουν τον ήσυχο ύπνο της, και την ίδια στιγμή λογικά και παθιασμένα όντα της εξέγερσης, παράνομες και βαρβαρικές μορφές ζωής που ακατάπαυστα εμποδίζουν, επιτίθενται και πυρπολούν μέχρι κάθε ίχνος της αδικίας να εκλείψει. Όχι κύριε πρόεδρε, οι εξεγερμένοι της Γαλλίας δεν είναι παιδιά της αιματοβαμμένης δημοκρατίας σας, είναι παιδιά της ίδιας λύσσας που σας περιμένει σε κάθε γωνιά του δρόμου να σας αποδώσει τον λογαριασμό.

~
“Είναι ένα μέτρο ασφάλειας που πάρθηκε για να αποδώσει στην αστυνομία όποια δυνατότητα χρειαστεί προκειμένου να αποκαταστήσει οριστικά την ειρήνη” -J. Chirac

Κατάσταση εξαίρεσης

Η κατάσταση εξαίρεσης είναι ο κανόνας: είναι δύσκολο να βρούμε μια πιο κοινή έκφραση στη σύγχρονη θεωρητική-κριτική παραγωγή λόγου. Είναι εξίσου δύσκολο να βρούμε μια κριτική και πρακτική ανάλυση που να μπορεί να στηρίξει μια τέτοια δήλωση. Η ίδια η έννοια είναι εξαρχής αμφίσημη, καθώς φαίνεται να υπονοεί ότι, ιστορικά ή λόγικά, πίσω απ’ την κατάσταση εξαίρεσης υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει κάποιου είδους αγνής εξουσίας που θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά, χωρίς καταπίεση, βία κι αδικία. Είναι βέβαια γεγονός ότι είναι η εξουσία καθ’ εαυτόν που είναι καταπιεστική, βίαια κι άδικη. Έχοντας αποσαφηνίσει αυτό, είναι η δύναμη των γεγονότων που μας τραβά να αναζητήσουμε τί υπάρχει πίσω απ’ την κήρυξη έκτακτης ανάγκης.

Επισήμως, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι η συρρίκνωση της νομιμότητας (κι επομένως όλων των δικαιωμάτων κι ελευθεριών που υποτίθεται ότι εγγυάται) προκειμένου να υπερασπιστεί η ίδια η νομιμότητα. Αυτή η διαδικασία, που είναι φαινομενικά παράδοξη, δικαιολογείται τυπικά βάσει μιας οποιασδήποτε απειλής. Το γέγονος ότι γίνεται ο κανόνας, σημαίνει ότι η κατάσταση εξαίρεσης εφαρμόζεται τόσο συχνά, ανεξάρτητα απ’ τις επίσημες διακηρύξεις: απ’ την διαχείριση της μετανάστευσης (που όχι απλά εμπεριέχει εξοντωτικούς περιορισμούς στο “δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης”, αλλά βασίζεται στην ίδια την αρχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης, με τα “κέντρα κράτησης”), στην επετειακή ανακήρυξη κόκκινων ζωνών (όπου οι όποιες πολιτικές ελευθερίες πρακτικά καταργούνται), στην διόγκωση του κατασταλτικού μηχανισμού (που πλέον εισβάλει σε κάθε όψη της προσωπικής ζωής των ατόμων, παρά τις δημοκρατικές διακηρύξεις για την “προστασία της ιδιωτικής ζωής”), στην καθημερινότητα της αστυνομικής βίας (η “κακοποίηση” τείνει να είναι ευφημισμός για ό,τι συμβαίνει στους δρόμους ή σε τμήματα), και η λίστα των κανονικών καταστάσεων εξαίρεσης θα μπορούσε να συνεχίζεται για ολόκληρες σελίδες. Είναι προφανές ότι οι νεολαίοι των προαστείων γνωρίζουν πολύ καλά ότι όλα αυτά αποτελούν την “ομαλότητα” καθώς όχι μόνο ζουν οι ίδιοι σε μια χωροταξική κατάσταση εξαίρεσης αλλά και δέχονται την αστυνομική καταστολή σε καθημερινή βάση, σ’ όλο το φάσμα των εξευτελισμών, της κακοποίησης και της ανοιχτής βίας που συνοδεύει μια τυπική εξακρίβωση στοιχείων ή έναν έλεγχο.
Η κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη Γαλλία δε θα ήταν τόσο σκανδαλώδης στην πραγματικότητα, αν δε στιγματιζόταν από έναν συμβολικό χαρακτήρα: η επαναφορά ενός νόμου του 1955 που εισήχθηκε στη διάρκεια της πολεμικής επέμβασης στην Αλγερία, αποκαλύπτει την οσμή της αποικιακής διαχείρισης στην εσωτερική πολιτική: με άλλα λόγια, ήταν μια επιβεβαίωση απ’ την μεριά της κυβέρνησης ότι στο εσωτερικό της χώρας διεξάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος.

Η ομαλότητα της κατάστασης εξαίρεσης, λοιπόν, αναπόφευκτα αποκαλύπτει τη βία που το Κράτος και η νομιμότητά του βασίζονται: βία που σκοπεύει στην πάσει θυσία διασφάλιση του Κράτους (κυρίως με την μορφή του κρατικού μονοπωλίου της βίας: αστυνομία, δικαστήρια, φυλακές), και βία που σκοπεύει στην εξάπλωση του Κράτους (πόλεμοι, εμπάργκο, φυλακές υψίστης ασφαλείας κλπ). Όμως αυτή η ομαλότητα δείχνει επίσης το πώς η εξουσία είναι διαρκώς σε επιφυλακή για κάποια άμεση απειλή, για τη διάδοση μιας εξεγερτικής δυναμικής που θα ήταν δύσκολο να διαχειριστεί και να καταστείλει, εάν εξαπλωνόταν αποτελεσματικά. Εξ ου και η λήψη αναρίθμητων αποτρεπτικών μέτρων, όπως η ασταμάτητη προπαγάνδα περί τρομοκρατίας, μια διαρκώς επανερχόμενη κρίση και η διάδοση της ανασφάλειας, που μεταμορφώνει τους φόβους μιας σαθρής εξουσίας σε κοινές φοβίες των υπηκόων της.

Η κατάσταση εξαίρεσης, ωστόσο, έχει μια άλλη δυναμική που σπάνια τονίζεται από τη θεωρητική κριτική. Ο Benjamin μίλησε για μια ρήξη του ιστορικού συνεχούς: ένα επαναστατικό ξέσπασμα συμπίπτει με τη διάρρηξη της ομαλότητας, και -με μια διαπίστωση ότι είναι αδύνατον να συνεχιστεί έτσι- θέτει σε κίνηση την καταστροφική του ικανότητα. Οπότε, δεν έχει νόημα να αναζητάμε το πολιτικό πρόγραμμα, τις προοπτικές ή τους στόχους της εξέγερσης. Κάτι τέτοιο δε θα ήταν παρά μια αξιοθρήνητη οπισθοδρόμηση στο γνωστό “Τί να κάνουμε;”, ένα ζήτημα που μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα χαθεί τελικά στους σκουπιδοτενεκέδες της Ιστορίας. Μπορούμε απλούστερα να αναρωτηθούμε τί μπορεί ο καθένας μας να κάνει γι αυτό, κάθε τί άλλο δε θα ήταν παρά ένα placebo.

~
“Θέλω να ‘μαι αποδεκτή γι’ αυτό που είμαι”-μια 26χρονη αλγερινής καταγωγής

“Εργάτες προσέξτε! Μη στιγματίζετε τους αδερφούς σας, αυτούς που αποκαλούνε κλέφτες, δολοφόνους, πόρνες, επαναστάτες, φυλακισμένους, με το στίγμα της υποτίμησης. Μην τους βρίζετε, μην τους συκοφαντείτε, προστατεύστε τους από ένα τελειωτικό χτύπημα. Δε βλέπετε πώς σας αποδέχονται οι στρατιωτικοί, πώς σας καλούν για μάρτυρες οι δικαστές, πώς σας χαμογελούν οι τοκογλύφοι, πώς σας νουθετούν οι παπάδες και πως σας απειλούν οι μπάτσοι; –E. Coerderoy

Περί Ενσωμάτωσης

Δεν είναι εύκολο να παραμελεί κανείς την αιτία των ταραχών των γαλλικών banlieues: το γεγονός ότι ολόκληρη η ύπαρξή τους εξαρτάται απ’ την κοινωνική αλλοτρίωση είναι τόσο εκκωφαντικό που δεν μπορεί να λησμονηθεί. Όμως ελάχιστοι δείχνουν να κατανοούν τους λόγους αυτής της κατάστασης. Εξ ου και το αίτημα για κοινωνική ενσωμάτωση, για επαναφομοίωση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μια αιτιολογική διαύγεια διαδέχεται το πολιτικό ψέμμα. Όλοι όσοι ζητούν κοινωνική ενσωμάτωση καλή τη πίστει, είναι απλά έρμαια της ψευδαίσθησης ότι η κοινωνία μπορεί να υποστεί μερικές αλλαγές, προκειμένου να μη χρειαστεί ν’ αλλάξουμε κοινωνία. Τουλάχιστον όσοι δεν είναι και τόσο καλόπιστοι, είναι συνήθως πιο ειλικρινείς: έχουν συνείδηση της κοινωνικής πειθάρχησης που υπονοείται σε τέτοια αιτήματα πρόνοιας.

Ενσωμάτωση σημαίνει πρώτα απ’ όλα ένταξη στην εργασία. Όμως η εργασία, στοιχείο του Κεφαλαίου και κατά συνέπεια συνώνυμη της υποταγής και της εκμετάλλευσης, διακρίνεται ολοένα και περισσότερο σε υπερειδικευμένη τεχνοκρατική εργασία και ολοένα και πιο απαξιωμένο μηχανικό-χειρωνακτικό έργο. Αυτά είναι τα δυο πρόσωπα της σύγχρονης επισφαλούς εργασίας: ο αγχώδης μάνατζερ κι ο εξαντλημένος προλετάριος. Περιττό να πούμε ποιό ποιό από τα δύο προορίζεται για τους νέους των προαστείων, άλλωστε αποδεικνύεται απ’ το γεγονός ότι η ελάχιστη ηλικία για να πάει κάποιος βοηθός σε τεχνικές εργασίες είναι σύμφωνα με έναν νέο νόμο του πρωθυπουργού De Villepin τα 14 έτη, όταν η υποχρεωτική εκπαίδευση απ’ το 1959 κρατάει ως τα 16. Την ίδια στιγμή, το σύμφωνο πρώτης εργασίας (CPE), νομιμοποιεί την άμισθη εργασία για τα δυο πρώτα χρόνια απ’ την πρόσληψη.

Τελικά, λίγοι αντιλαμβάνονται ότι είναι το Κεφάλαιο (κι άρα η εργασία η ίδια) που έχει δημιουργήσει την κατάσταση απ’ την οποία τώρα πρέπει να ξεφύγει: κατά την ιμπεριαλιστική επέκτασή του πρωτοεφάρμοσε τις σκληρές συνθήκες που ανάγκασαν εκατομμύρια ανθρώπων να μεταναστεύσουν, καθώς τότε ήταν σε θέση να διαχειριστεί την εισαγωγή και την εκμετάλλευση της υποτιμημένης εργασίας τους στις βιομηχανικές ζώνες (μεταξύ άλλων -την ίδια περίοδο- δημιουργώντας, μέσω των τοπικών δημοτικών συμβουλίων, τις τεράστιες εργατουπόλεις στη θέση των παλιών γειτονιών που υπήρξαν δίκτυα εργατικής αλληλεγγύης). Μετά το δεύτερο μισό των ’70es, οπότε κι έλαβε χώρα η λεγόμενη βιομηχανική αναδιάρθρωση, δηλαδή η μετανάστευση των επενδύσεων προς μέρη του πλανήτη όπου η εργασία ήταν ακόμα φθηνότερη, ο πλεονασματικός πληθυσμός των προαστείων εγκαταλήφθηκε στις συνθήκες ζωής που υφίστανται και σήμερα, δημιουργώντας τις κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν μια έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού. Θα δώσει το Κεφάλαιο τη δική του λύση στο πρόβλημα που έχει δημιουργήσει το ίδιο; Θα γίνουμε ξανά μάρτυρες της πιο ανισόρροπης διαλεκτικής μεταξύ Κεφαλαίου κι εργασίας;

Όσον αφορά την εκπαίδευση, τη συμπληρωματική μορφή της ενσωμάτωσης, τα σημαντικά έχουν ειπωθεί ήδη: καθήκον της δεν είναι παρά η προετοιμασία για την εργασία. Αφαιρουμένης -εκ των πραγμάτων- αυτής της λειτουργίας, δεν είναι παρά μια άχρηστη εξάσκηση -στην καλύτερη- και ένας μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου -στη χειρότερη, κάτι που έγινε φανερό απ’ την θεσμοθέτηση των ZEP (Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας) το 1981, που σήμερα περιλαμβάνουν 20% των μαθητών όλης της χώρας. Εν συντομία, κάθε αίτημα για ενσωμάτωση δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη απόπειρα αναβίωσης του κοινωνικού πτώματος με περισσότερη φορμόλη.

Οι αντιφάσεις που περιέχει η λογική της ενσωμάτωσης αφορούν επίσης τους ταραχοποιούς, τουλάχιστον ένα μέρος τους, αυτούς που διεκδικούν το να μιλούν οι ίδιοι για λογαριασμό τους. Απ’ τη στιγμή που η εξέγερση έχει γίνει δεκτή με μεγάλη χαρά, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε αν το ξέσπασμά της αντιπροσωπεύει μια θέληση καταστροφής του συστήματος (όπως, σύμφωνα με την ανάλυση των καταστασιακών, συνέβη στην εξέγερση του Watts), ή απλά των ανισοτήτων του, των οποίων ο δομικός χαρακτήρας δεν γίνεται αντιληπτός. Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο, πάντως, καθιστά την πρώτη υπόθεση εξαιρετικά πιθανή: το γεγονός ότι η νεολαία των banlieues θα μπορούσε κάλλιστα να επιβιώνει με άλλα μέσα, π.χ. μέσω του εμπορίου ναρκωτικών και της παράνομης οικονομίας. Ένα απ’ τα καθήκοντα της θεωρητικής κριτικής, ωστόσο, είναι ακριβώς να δείξει ότι μια γενική “ενσωμάτωση” είναι αδύνατη, κι ως εκ τούτου κάθε αίτημα πολιτικών προοπτικών που προέκυψε απ’ το ρήγμα που άνοιξε η εξέγερση, είναι μη-ρεαλιστικό. Με δυο λέξεις, να αρνηθεί τον μονόδρομο της κοινωνικής ενσωμάτωσης ως πανάκεια για την αναπόφευκτη αποσύνθεση του κοινωνικού συστήματος. Όπως είναι αρκετά γνωστό, η δημιουργία του νέου, μπορεί να έρθει μόνο απ’ τον θάνατο του παλιού.

Απρίλης 2006

Προκήρυξη: Οι Πολλαπλές(πρακτικές & ιδεολογικές) Χρήσεις του Εμβολίου

Ολόκληρο το κείμενο σε pdf

Αν καμιά παρακολουθήσει τις θορυβώδεις σκιαμαχίες των φιλεμβολιαστών θα εντυπωσιαστεί από τη θρασύτατα επίμονη προσπάθειά τους να αποκρύψουν ότι τα κρατικά προγράμματα μαζικού/καθολικού εμβολιασμού (τα οποία οι ίδιοι ένθερμα υποστηρίζουν από την πρώτη-πρώτη στιγμή) αδιαμφισβήτητα συνεπάγονται τον πλέον άμεσο έλεγχο του έμμισθου σώματος, είτε στους χώρους εργασίας, είτε στους χώρους κατανάλωσης, μέσω της επιβολής ενός ρευστού απαρτχάιντ, στο οποίο ο σημερινός (με το στανιό) «συμμορφωμένος-εμβολιασμένος» πολίτης ανά πάσα στιγμή μπορεί να αποκλειστεί από σφαίρες της κοινωνικής ζωής.

Εντός της ψηφιακής, αυτοαναφορικής φούσκας όπου κατεξοχήν εμφανίζεται και πολιτικολογεί η εν λόγω φιλοεμβολιαστική φράξια, ανταλλάσοντας προβλέψιμες –εξαρχής επίνδυνες για τα συμφέροντα της τάξης μας– κοινοτοπίες, βουτηγμένες σε μια θολή θεωρητικούρα άνευ προηγουμένου, οι απλές, καθημερινές εμπειρίες που όλες μας βιώνουμε στους χώρους έμμισθης εκμετάλλευσής μας παραμένουν έντεχνα εξαφανισμένες.

Γιατί η επιβολή της σχέσης-κεφάλαιο –εξαρχής κι έκτοτε διαρκώς– συνεπάγεται τόσο άμεσους όσο κι έμμεσους εκβιασμούς που πρέπει να παραμείνουν κρυφοί∙

Γιατί οι κοινωνικές αιτίες της πανδημίας –άμεσα συνδεόμενες με την σπειροειδή κίνηση της καπιταλιστικής (ανα)παραγωγής– πρέπει να παραμείνουν και αυτές στο σκοτάδι.

Γιατί η δημόσια συζήτηση για την ουσία της κρατικής πολιτικής διαχείρισης της πανδημίας πρέπει να εμποδιστεί

Γιατί οι προλεταριακές ανάγκες –αυξημένες εξαιτίας της πανδημίας– πρέπει να συμπιεστούν κι άλλο∙

Γιατί οι πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης, με τις οποίες λεηλάτησαν τον άμεσο κι έμμεσο εργατικό μισθό τα τελευταία δέκα χρόνια, πρέπει να συνεχιστούν και άλλο – σε αναβαθμισμένο μάλιστα βαθμό∙

Γιατί οι (ανεπαρκείς) προλεταριακοί αγώνες ενάντια σε νέες και παλιές τεχνικές ελέγχου και πειθάρχησης πρέπει να παραμείνουν μειοψηφικοί, απομαζικοποιημένοι – και αόρατοι.

Τώρα που πλέον κατέρρευσε –ελπίζουμε δια παντός– το κρατικό αφήγημα της «επιχείρησης Ελευθερία», τώρα που αποδείχθηκε ότι τα πειραματικά, μη αποστειρωτικά εμβόλια δεν μπορούν να σταματήσουν τη διάδοση της covid-19 –καμία πανδημία, άλλωστε, δεν σταμάτησε μέσω εμβολίων–, τώρα που η μία μετά την άλλη χώρα επιβάλει νέα περιοριστικά μέτρα και στους εμβολιασμένους, τώρα που οι εμβολιασμένοι κατακλύζουν τα νοσοκομεία και τις ΜΕΘ, πρέπει να εκθέσουμε την ορθολογική συστηµατοποίηση της εκμετάλλευσής μας, την οποία (ανα)παράγει με ολοένα ασφυκτικότερους όρους αυτός ο ανορθολογικός κόσμος.

Το διευθυντικό δικαίωμα, δυτικά του Πέκος

(Να τι δεν θα παραδεχτούν οι πάσης φύσεως φιλοεμβολιαστές)

Τα μνημόνια, το ξέρουμε όλες αυτό, οδήγησαν στην απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, ενώ η μεγάλη μείωση στις αποζημιώσεις κατέστησε τις απολύσεις στο σύνολο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων πιο εύκολες από ποτέ. Από το 2019, επιπρόσθετα, καταργήθηκε η αιτιολόγηση των απολύσεων, η Επιθεώρηση Εργασίας αποψιλώθηκε ώστε να μην μπορεί να διεξάγει ελέγχους στους χώρους εργασίας, ενώ εν μέσω πανδημίας το πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου έπιασε δουλειά για τα καλά: όπως είναι γνωστό ο πρόσφατος νόμος Χατζηδάκη (ν. 4808/2021) προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής δεκάωρης εργασίας (υποτίθεται με τη «σύμφωνη γνώμη» της εργάτριας) δίχως προσαυξήσεις στο μισθό. Προβλέπει επίσης την κατά το συμφέρον της επιχείρησης ελαστικοποίηση των όρων εξαρτημένης εργασίας (βλ. επιβολή εκ περιτροπής) αλλά και αύξηση του ορίου υπερωριών, κλείνοντας το μάτι στον βιομηχανικό τομέα που τις έχει ανάγκη.

Μόνο τυφλοί δεν βλέπουν τι γίνεται εδώ και καιρό!

Και οι τυφλοί όμως θα έχουν ακούσει τον υπουργό (καπιταλιστικής) Ανάπτυξης να δηλώνει ότι «αν είσαι ανεμβολίαστος και έρθεις σε επαφή με κρούσμα είσαι υποχρεωμένος να μπεις σε 14 ημέρες καραντίνα και πρέπει να σε πληρώνει η επιχείρηση. Άρα μία επιχείρηση βασίμως μπορεί να υποστηρίξει ότι παθαίνει ζημία από το γεγονός ότι εσύ δεν έχεις εμβολιαστεί γιατί αναγκάζεται και να χάσει τον υπάλληλο της για 14 ημέρες και να τον πληρώνει κι από πάνω. Άρα λοιπόν ναι, είναι πρόβλημα για μία επιχείρηση να έχει ανεμβολίαστους εργαζόμενους. Και αυτό πρέπει κάθε εργαζόμενος να το λάβει σοβαρά υπόψη του».

Οι παραπάνω δηλώσεις, συνέχεια άλλων αντίστοιχων καλοκαιρινών, με στόχο τότε τους ανεμβολίαστους εργαζόμενους στη βιομηχανία του τουρισμού, αποκαλύπτουν κάτι που ξέρει ο κάθε Γεωργιάδης αυτού του σάπιου κόσμου: εκεί που έως πρόσφατα μια εργαζόμενη κάποτε μπορούσε να αράξει (με πλήρεις αποδοχές) απλώς δηλώνοντας στο αφεντικό ότι υπήρξε «στενή επαφή» ή βήχοντας δυνατά στη μούρη του, πλέον, εφόσον έχει πιστοποιηθεί ως εμβολιασμένη, χάνει αυτή τη δύναμη καθώς δεν δικαιούται πλέον να μπει σε καμία καραντίνα – ακόμα και αν όντως περνάει μεγάλο χρονικό διάστημα στον ίδιο χώρο με έναν νοσούντα.

Αλλά και για όσες νοσούν προβλέπεται, χάριν πάντοτε της υγείας και της εύρυθμης λειτουργίας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, η επιστροφή στις θέσεις εργασίας τους σε χρόνο ρεκόρ – ακόμα και άμα εμφανίζουν συμπτώματα της νόσου! Καταγγελίες, άλλωστε, για διευθυντικές πιέσεις σε άρρωστους εργαζόμενους να μην δηλώσουν το θετικό ράπιντ και να εργαστούν κανονικά έχουν ήδη δει το φως της δημοσιότητας.

Στο ίδιο ακριβώς, ρεαλιστικό σενάριο, μια ανεμβολίαστη εργαζόμενη απολύεται με συνοπτικές διαδικασίες με τις ευλογίες του κράτους.

Όσον αφορά το παραπάνω σημείο, ας σημειωθεί ότι στο εσωτερικό όλων των επιχειρήσεων, δημόσιων και ιδιωτικών το ίδιο, έχει ήδη λάβει χώρα μια διαδικασία καθολικής αξιολόγησης των εργαζομένων σε αυτές, βάσει της οποίας είναι πλέον γνωστό στις διοικήσεις ποιες εργαζόμενες είναι «πρόθυμες», «συνεργάσιμες», «συνεννοήσιμες», «λογικές», με «επαρκείς γνώσεις» και ποις όχι. Οι χιλιάδες, «κρυφές» απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα, άλλωστε, αποδεικνύουν ότι η καθολική υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού, έχει έμμεσα ήδη επιβληθεί παντού.

Το καθημερινό μπούλινγκ που υφίσταντο οι ανεμβολίαστες εργάτριες δεν περιορίστηκε, δυστυχώς, στους χώρους εργασίας καθώς εκεί που σταμάταγε το πρεσάρισμα από το αφεντικό ξεκίναγε η μίρλα της οικογένειας, των φίλων, των μαγαζατόρων, των δημοσιοκάφρων και των λοιπών παρατρεχάμενων. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της τάξης μας εξωθήθηκε στον εμβολιασμό – κάτι που θα καταστεί ακόμη πιο φανερό εφόσον το κράτος προσπαθήσει να επιβάλει τρίτη, τέταρτη κλπ. δόση.

Οι τεχνικές μεγαλύτερης πειθάρχησης του εγχώριου και πολυεθνικού προλεταριάτου και προσαρμογής του στο νέο βιοπολιτικό υπόδειγμα, όμως δεν περιορίστηκαν στα παραπάνω: οι καπιταλιστές έβαλαν χέρι στο ετήσιο, ονομαστικό εισόδημά μας με τις πλάτες του κράτους, επιβάλλοντας είτε εκ περιτροπής εργασία είτε πολύμηνες αναστολές εργασίας. Επιβάλλοντας, επίσης, την πληρωμή από την τσέπη μας όλων των τεστ (self, ράπιντ, PCR) και από μεθαύριο το χαράτσι των 100 ευρώ στις ανεμβολίαστες άνω των 60 (μέχρι να πιάσει το μέτρο και νεότερες).

Βέβαια, το προλεταριακό εισόδημα δεν μειώθηκε μόνο άμεσα, ροκανίστηκε κι έμμεσα μέσω της ραγδαίας αύξησης του πληθωρισμού σε όλα τα βασικά, καταναλωτικά αγαθά, θυμίζοντας την περίοδο της λεγόμενης «πετρελαϊκής κρίσης» του ’70, η οποία σήμανε την καπιταλιστική αντεπίθεση, με όχημα τον νεοφιλευθερισμό.

Είναι σαφές ότι οι καπιταλιστές δεν άφησαν την ευκαιρία που τους πρόσφερε η πανδημία να πάει χαμένη και εκμεταλλεύτηκαν την ανακωχή που ολοπρόθυμα συνυπέγραψε η αριστερά και η αντεξουσία του φιλοεμβολιαστικού τόξου.

Με εξασφαλισμένα τα νώτα τα αφεντικά επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην αναδιάταξη των όρων άντλησης υπεραξίας, μεταξύ άλλων επιτρέποντας το δια νόμου ξεχείλωμα του ωραρίου, το ξεζούμισμα ακόμη και νοσούντων εργαζομένων προκειμένου να μην χαθεί λεπτό από την πολύτιμη παραγωγή υπεραξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η καταπιταλιστική τάξη, ως σύνολο, εμφάνισε το πρώτο 9μηνο του 2021 αυξημένα κέρδη σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019 και μάλιστα με αυξανόμενο ρυθμό αύξησης αυτών των κερδών.

Καμία σχέση δηλαδή με το προλεταριακό αίτημα για μισές ώρες δουλειάς, με ταυτόχρονη καταβολή διπλάσιου μισθού, για τον επιστημονικά έγκυρο τρόπο, δηλαδή, συλλογικής βελτίωσης της υγείας μας!

 

Η συνέχιση της διάλυσης του ΕΣΥ με νέα όπλα

(Να για τι άλλο δεν θα σου μιλήσουνε οι πάσης φύσεως φιλοεμβολιαστές)

 

Όσα εν γένει ισχύουν στους χώρους εργασίας ισχύουν με ακόμη πιο εμφατικό τρόπο στο χώρο των δημόσιων νοσοκομείων. Εκεί όπου:

πρωτοεφαρμόστηκε το εβδομαδιαίο 48ωρο (κατά μέσο όρο τετραμήνου, δηλαδή ενίοτε και πάνω από αυτό το όριο) και ταυτόχρονα προβλέφτηκε και η υπέρβασή του – έως τις 60 (!) ώρες για «λόγους λειτουργίας της υπηρεσίας και συνέχειας της φροντίδας υγείας» ∙

εφαρμόστηκε περίοδος καραντίνας κομμένη στο μισό σε νοσούσες εργαζόμενες και πλέον καμία καραντίνα αν υπάρχει στενή επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα∙

η χρόνια υποστελέχωση (πριν καν την εφαρμογή των μνημονίων!) οδήγησε στο απόλυτο σωματικό και πνευματικό ξεζούμισμα των εργαζομένων∙

η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού εφαρμόστηκε και τυπικά, οδηγώντας άλλους 7.000 εργαζόμενους –λες και αυτοί περίσσευαν– στον δρόμο∙

πλέον παράγονται μαζικά θάνατοι εξασθενημένων ηλικιωμένων (με ή χωρίς covid, σε θαλάμους, ράντζα ή ΜΕΘ, όπου κάτσει η μπίλια)∙

αποκλείεται η πρόσβαση σε χιλιάδες από εμάς – τόσο ασθενείς που χρήζουν ιατρικής περίθαλψης όσο και συνοδούς που καλύπτουν τσάτρα πάτρα τα τρομερά κενά σε νοσηλευτικό προσωπικό και εξοπλισμό.

Πράγματι, η πρόσφατη νομοθετική επιβολή της εργασίας εμβολιασμένων υγειονομικών που νοσούν με covid, ενώ έχουν πεταχτεί στο δρόμο υγιείς, ανεμβολίαστοι συνάδελφοί τους, αποδεικνύει και στον πλέον ακραίο, φοβικό φιλοεμβολιαστή ότι το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού δεν εκπλήρωνε κανένα υγειονομικό στόχο –πέρα από τη (μάταιη) προσπάθεια μείωσης των αναρρωτικών αδειών των λιγοστών, υφιστάμενων εργαζομένων–, αλλά, αντίθετα, άνοιγε τον δρόμο για την πλήρη αναδιάρθρωση του ήδη τρομερά ανεπαρκούς ΕΣΥ, μέσω συμπράξεων Δημόσιου-ιδιωτικού τομέα που θα σκάσουν σαν ώριμο φρούτο προκειμένου να λύσουν ένα «πρόβλημα» δημιουργημένο εσκεμμένα από τα πάνω.

Δεν είναι τυχαίες οι πρόσφατες δηλώσεις του Πλεύρη που προεικονίζουν ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης που θα «αγοράζει υπηρεσίες», ένα σύστημα που ολοένα περισσότερο μετατρέπεται σε ατομικοποιημένο-ανταποδοτικό, ώστε να συνδέεται με τις εξατομικευμένες εισφορές που κατορθώνει να συγκεντρώνει η κάθε εργάτρια ξεχωριστά – κι αν αναγκαζόταν να δουλεύει «μαύρα» ας πρόσεχε. Ένα σύστημα περίθαλψης δύο ταχυτήτων, ένα ανεπαρκέστατο στα όρια του προσχηματικού για το φτωχοποιημένο προλεταριάτο κι ένα πιο γκράντε για τις γκράντε ανάγκες των εχόντων.

Επιστρέφοντας στα δημόσια νοσοκομεία, η μετατροπή τους σε μονοθεματικά κορονο-νοσοκομεία (δίχως τακτικά ιατρεία) και εμβολιαστικά κέντρα (βλ. Παίδων Πεντέλης), σε συνδυασμό με τις υποτυπώδεις δομές πρωτοβάθμιας υγείας –τις τόσο απαραίτητες εν μέσω μιας πανδημίας–, έχει ήδη στρώσει τον δρόμο για την εκτίναξη της κερδοφορίας ιδιωτών γιατρών και ιατρικών κέντρων, ενώ ταυτόχρονα λειτούργησε αποτελεσματικά στην κατεύθυνση της τεχνητής συμπίεσης των κοινωνικών, ιατροφαρμακευτικών αναγκών – όποια δεν είχε να τα σκάσει αναγκαστικά καθόταν σπίτι και περίμενε στωικά.

Αυτήν την τεχνητή συμπίεση, που τα ίδια προκάλεσαν, χρησιμοποιούν τα αδίστακτα καθάρματα για να σχεδιάσουν το νέο δίκτυο τριτοβάθμιας περίθαλψης, σε συνεργασία με κρατικά think tank, όπως το Εργαστήριο Οργάνωσης & Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας του ΕΚΠΑ, «έναν από τους ελάχιστους πανεπιστημιακούς φορείς δραστηριοποιείται στο χώρο της Πολιτικής Υγείας, της Οικονομίας, της Οργάνωσης και Αξιολόγησης των Υπηρεσιών Υγείας», όπως μας πληροφορεί το σάιτ του.

Οι πρώτες μελέτες έχουν ήδη κατατεθεί και αφορούν τη ριζική συρρίκνωση των περιφερειακών νοσοκομείων της Δ. Μακεδονίας (3η ΥΠΕ), ώστε να μειωθούν οι λειτουργικές δαπάνες κατά 35% (!). Ο στόχος θα επιτευχθεί μειώνοντας δραστικά –πώς αλλιώς; – κι εν συνεχεία ανακατανέμοντας το εναπομείναν ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό∙ περικόπτοντας τις συνολικές διαθέσιμες κλίνες∙ διαλύοντας νοσοκομειακά τμήματα/κλινικές, όπου παρατηρείται «χαμηλή αναλογία ασθενών ανά γιατρό» ή «χειρουργικών επεμβάσεων ανά χειρουργό».

Το σχεδιαζόμενο ξεπάτωμα των υφιστάμενων δομών υγείας είχε έγκαιρα προαναγγείλει με δηλώσεις του ο Μητσοτάκης τον Ιούλιο –αλλά η αριστερά του εμβολίου έκανε πως δεν καταλάβαινε: «Θα γίνει μια αναδιοργάνωση του υγειονομικού χάρτη γιατί δεν μπορούν και τα περιφερειακά νοσοκομεία να τα κάνουν όλα. Θα κάνουν ορισμένα βασικά καλά και μετά θα συνδέονται με ένα κεντρικό τριτοβάθμιο νοσοκομείο για τα πιο εξειδικευμένα περιστατικά. […] Για όλα αυτά φυσικά το μυστικό είναι να μετράμε, να αξιολογούμε και να βλέπουμε το παραγόμενο αποτέλεσμα. Και η πανδημία ανέδειξε ξεκάθαρα ένα ΕΣΥ δυο ταχυτήτων. Και αυτό δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι. Και όποιος αντιδράσει, όταν θα κάνουμε αυτές τις παρεμβάσεις, θα του θυμίσουμε αυτά τα οποία έγιναν στην πανδημία. […] Γιατί έχουμε περιφερειακά νοσοκομεία, μερικές φορές, περισσότερα από όσα θα πρέπει να έχουμε. Δεν γίνεται να έχουμε τρία νοσοκομεία μέσα σε ακτίνα 20-30 χιλιομέτρων, γιατί όλοι ήθελαν ένα νοσοκομείο στην πόλη τους, και να περιμένουμε ότι θα έχουμε τρία καλά νοσοκομεία. Δεν σημαίνει ότι θα κλείσει το νοσοκομείο, μπορεί να μετατραπεί σε μια μονάδα χρονίως πασχόντων. Αλλά θα τον ξαναφτιάξουμε τον υγειονομικό χάρτη».

Είναι χαρακτηριστικό ότι το μοντέλο συρρίκνωσης του ΕΣΥ προέρχεται από τον κλάδο των logistics (βλ. σχεδιασμός Hub-and-Spoke) και αποβλέπει στη βελτιστοποίηση των διαδρομών εμπορευμάτων από ένα σημείο σε ένα άλλο…

Να λοιπόν πώς μας αντιλαμβάνονται: σαν κομμάτια μολυσματικού κρέατος που περιφερόμαστε από το ένα τμήμα στο άλλο, προκαλώντας στο ενδιάμεσο μποτιλιάρισμα στις δομές υγείας.

Η εδραίωση ακόμη πιο αυστηρών τεχνο-οικονομικών κριτηρίων στις κρατικές δαπάνες για την υγεία, συνεπάγεται ένα ακόμη πιο απάνθρωπο και αυτοματοποιημένο σύστημα «υγείας», μακρυά από τις εξατομικευμένες ανάγκες του κάθε ασθενούς: ο χρόνος νοσηλείας ανάλογα με την ασθένεια θα έχει οριστεί εκ των προτέρων, το ίδιο και τα ιατρικά πρωτόκολλα που θα ακολουθηθούν ώστε να διατηρείται χαμηλός ο αριθμός κενών κλινών («και όσοι δεν χωράτε, στο ράντσο»), σε μια λογική «ψεκάστε-σκουπίσατε και αν δεν αναρρώσατε εντελώς, συγγνώμη, αλλά περιμένουν και άλλοι στην ουρά».

Πεδίο δόξης λαμπρό για τη βιομηχανοποιημένη justin time ιατρική και την επελαύνουσα βιοτεχνολογική βιομηχανία με τα mRNA φιξάκια που σήμερα μοσχοπουλάει.

Να αντισταθούμε!

(Να με τι δεν θα ασχοληθούν οι πάσης φύσεως φιλοεμβολιαστές ή θα ασχοληθούν μόνο και μόνο για να θολώσουν τα νερά)

 

Να μην αφήσουμε την κατασκευασμένη κατάσταση διαρκούς «έκτακτης ανάγκης» να περάσει πάνω από τις απολύσεις και τις πλάτες των 7.000 ανεμβολίαστων υγειονομικών που πετάχτηκαν τιμωρητικά έξω από το σύστημα υγείας με αναστολές χωρίς μισθό και ασφάλιση.

Να μην αφήσουμε τις πολιτικές λιτότητας που συνεχίζει η κρατική διαχείριση της πανδημίας, εφαρμόζoντας μια «στρατηγική της έντασης», να περάσουν πάνω από τις πλάτες ΚΑΜΙΑΣ και ΚΑΝΕΝΟΣ εργαζομένου και εργαζομένης –σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα– όπως αφήσαμε να γίνεται για πάνω από μία δεκαετία.

Να μην αφήσουμε οι ανεμβολίαστοι ανεσταλμένοι συνάδελφοι να λοιδωρούνται και να περιθωριοποιούνται ως «αρνητές», «ψεκασμένοι», «ανορθολογικοί» και «ανεύθυνοι», ΕΙΔΙΚΑ ΤΩΡΑ που το γελοίο κυβερνητικό αφήγημα καταρρακώθηκε με την μετατροπή των δημόσιων νοσοκομείων σε hot spots κορονοϊού με 2.500 εν ενεργεία υγειονομικούς σύμφωνα με την ΠΟΕΔΗΝ να νοσούν και να εξαναγκάζονται να εργάζονται αν και ασθενείς.

Να μην αφήσουμε την κυβέρνηση να χρησιμοποιεί τις εργαζόμενες σε αναστολή ως άλλοθι για να ελαστικοποιήσει ακόμα περισσότερο τις εργασιακές σχέσεις στο δημόσιο σύστημα περίθαλψης.

Να μην αφήσουμε να επιβληθούν εργασιακές σχέσεις γαλέρας στα νοσοκομεία (3μηνίτες, 6μηνίτες, διετούς, επικουρικοί, στο μέλλον άμισθοι/κακοπληρωμένοι μεταπτυχιακοί φοιτητές).

Να μην αφήσουμε να μετατρέπουν σε μονοθεματικά τα νοσοκομεία και να χάνονται οι ζωές των φίλων και των συγγενών μας μέσα στη σιωπή και την αορατότητα.

Να μην αφήσουμε να μετατρέπουν νοσοκομεία με υπάρχον και απλήρωτο προσωπικό (ή με απλήρωτους μεταπτυχιακούς φοιτητές) εν μια νυκτί σε εμβολιαστικά κέντρα όπως προσπάθησαν να κάνουν πρόσφατα με το Νοσοκομείο Παίδων Πεντέλης.

Να μην αφήσουμε να καταργηθούν κλινικές ή ακόμα χειρότερα, να μπει λουκέτο σε νοσοκομεία ή κέντρα υγείας της περιφέρειας (κυρίως, αλλά και της μητρόπολης) για να μεταφέρουν το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό στα (χρονίως) υποστελεχωμένα νοσοκομεία ή σε εμβολιαστικά κέντρα.

Να μην αφήσουμε να δοθεί προς εκμετάλλευση στις ιδιωτικές εταιρείες ο νοσοκομειακός εξοπλισμός, τον οποίο πληρώνουμε εμείς χρόνια τώρα με τις ασφαλιστικές εισφορές μας, να μην αφήσουμε τους ιδιώτες να μπουκάρουν στις δημόσιες κτιριακές εγκαταστάσεις και να τις χρησιμοποιούν προς όφελός τους.

Να μην αφήσουμε το εμβόλιο, αυτό το αποτυχημένο αντι-covid φιξάκι της ξεφτίλας και του εκβιασμού που προβάλλεται ως πανάκεια, να ανοίξει τον δρόμο για το περαιτέρω γκρέμισμα της πρωτοβάθμιας περίθαλψης.

Να μην επιτρέψουμε άλλο τον μονόλογο των ειδικών για το «καθαρό» και αποστειρωμένο από κάθε κριτική σύστημα υγείας

Να διαμαρτυρηθούμε για τις απάνθρωπες συνθήκες νοσηλείας μας στους covid (και όχι μόνο) θαλάμους απομόνωσης-εξόντωσης των ασθενών στην κόλαση των νοσοκομείων της πανδημίας όπου αντιμετωπίζονται ως σώματα μιαρά, αποστερημένα από, και ανάξια για, ανθρώπινη επικοινωνία

Να διαμαρτυρηθούμε για την οικονομική αφαίμαξη του 50ευρου για το μοριακό τεστ που μας ζητάνε κάθε 3 μέρες για να μπούμε στους θαλάμους να περιποιηθούμε τους νοσηλευόμενους συγγενείς μας

ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΣΤΕ

Ενάντια στους ψευδείς διαχωρισμούς ανάμεσα στους εργαζομένους

Για ελεύθερη πρόσβαση χωρίς αποκλεισμούς όλων των ανεμβολίαστων ασθενών στη δημόσια περίθαλψη, ενάντια στα κουμάντα των διοικητών-μανατζαρέων των δημόσιων νοσοκομείων που μας πετάνε έξω από τα εξωτερικά ιατρεία όταν πηγαίνουμε για επανεξέταση εκβιάζοντάς μας για πιστοποιητικά

Ενάντια σε ταξικούς, έμφυλους, φυλετικούς ή κοινωνικούς αποκλεισμούς, χωρίς φακελάκια, λίστες χειρουργείων, απογευματινά ιατρεία με πληρωμή

Ενάντια στις περικοπές των δαπανών για την υγεία, για μόνιμες προσλήψεις, πληρωμένες άδειες, λιγότερη δουλειά

Για τον αυτοκαθορισμό του σώματος ενάντια στην απαλλοτρίωσή του από τους ειδικούς της φαρμακοβιοτεχνολογίας

Ταξικό μας καθήκον, λοιπόν, είναι:

Οι κοινοί αγώνες εμβολιασμένων & ανεμβολίαστων

Η άνευ όρων υπεράσπιση όλων των εργαζόμενων που απολύονται και βγαίνουν σε αναστολή επειδή δεν ήταν (και δεν είναι) διατεθειμένοι να κάνουν με το ζόρι το εμβόλιο και τα πληρωμένα από μας καταναγκαστικά rapid test

Ο αγώνας για την κατάργηση του νόµου για τον υποχρεωτικό εµβολιασµό και τα πιστοποιητικά υγειονοµικών φρονηµάτων στην εργασία και τις άλλες κοινωνικές δραστηριότητες (εστίαση, ψυχαγωγία κλπ.) και την ανάκληση των αναστολών των 7.000 υγειονομικών

Ο έλεγχος της εργατικής τάξης πάνω στις υπηρεσίες υγείας μέσα από κοινές συνελεύσεις και αγώνες υγειονομικών-χρηστριών.

Η επιβολή της φαρμακοεπαγρύπνησης που θα εκθέσει τις φαρμακευτικές εταιρείες και θα υπηρετήσει την προστασία της ζωής

Ο συνολικός ορισμός του περιεχομένου της υγείας και της ζωής σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες μας ως μισθωτές εργάτριες και εργάτες κι όχι σύμφωνα με τα ιδεώδη του έθνους, τις επιταγές του κράτους και τις ανάγκες του απομονωμένου ατόμου και της εμβολιασμένης επιβίωσής του, της επιβίωσης δηλαδή εντός των αλλοτριωμένων καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων

ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΦΟΒΙΚΑ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΑ·

ΝΑ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΟΥΜΕ ΩΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΟΠΛΟ. ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ, ΜΕ ΑΛΛΑ ΛΟΓΙΑ, ΤΟΥΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΥΣ ΔΥΝΑΜΗΣ ΜΕ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΚΑΙ ΝΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΜΑΣ ΩΣ ΤΑΞΗ.

ΝΑ ΕΝΩΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΜΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΦΤΩΧΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ ΣΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ· ΑΠΟ ΤΗ ΓΟΥΑΔΕΛΟΥΠΗ, ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ, ΤΗΝ ΟΛΛΑΝΔΙΑ, ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ!

Συνέλευση ενάντια στη βιοεξουσία και την κλεισούρα

15 Ιανουαρίου 2022

Πηγή

 

 

 

Ο Νίτσε ως κριτικός της κοινωνίας του χρήματος και του κράτους

«Ο εκδικητικός τον λέει Νόμο,

κι ο τρελός Παιχνίδι,

Επιτακτικό , το Παιχνίδι του κόσμου,

Αναδύει το ον και την επίφαση»

Φ.ΝΙΤΣΕ

Ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο Φ.Νίτσε την αστική κοινωνία , την κοινωνία που θέτει ως αξιακή  προτεραιότητα το χρήμα , καθορίζεται από την ποιητικότητα της γραφής του  και την απουσία συστηματικότητας στην σκέψη του.

Αν αναμένουμε απ’ αυτόν τις εκτενείς αναλύσεις της αστικής κοινωνίας , που συνδυάζουν διαφορετικούς επιστημονικούς χώρους  (όπως οικονομία , δίκαιο , ιστορία ,φιλοσοφία και συχνά θεολογία ) , σαν αυτές που συναντούμε στα έργα του Μάρξ ή του Μ.Βέμπερ , θα απογοητευτούμε. Ο λόγος του Νίτσε , υπαινικτικός ή αποφθεγματικός , περισσότερο χρησιμεύει ως έναρξη παρά ως κλείσιμο συζητήσεων. Η κριτική του κατευθύνεται προς τις αξίες , αποθεμελιώνοντας τις αξιακές προυποθέσεις του πρώιμου καπιταλισμού , ιδιαίτερα δε την εγκόσμια ασκητική του δυτικού χριστιανισμού.

Όσο επικριτικός είναι ο Νίτσε προς την κοινωνία του χρήματος, τόσο επιθετικός είναι προς τον ισχυρότερό αντίπαλό της , τον σοσιαλισμό , δίνοντας έτσι την βάση στον Λούκατς και σε άλλους να τον θεωρήσουν ως «ξεμοναχιασμένο πρόδρομο του Χίτλερ » , «θεμελιωτή του ιρασιοναλισμού της ιμπεριαλιστικής περιόδου »  και ως «εχθρό του σοσιαλιστικού ανθρωπισμού».[1]Βεβαίως , σήμερα , οι περισσότεροι συμφωνούν ότι οι κατηγορίες αυτές  είναι αβάσιμες ή αποτελούν προϊόν διαστρέβλωσης των σκέψεων του Νίτσε , από την αντισημίτρια αδελφή του Ε.Φόρστερ- Νίτσε. Ήδη  ,από το 1941, ο  Δ.Γληνός  αποφαινόταν ότι στον λόγο του γερμανού φιλοσόφου καθρεφτίζονταν και προβάλλονταν δυναμικά «οι πόθοι και τα ιδανικά ενός νέου κόσμου που εξορμούσε  για την κατάχτηση της ζωής »[2], ενώ σε ένα άλλο σημείο αναρωτιέται «στάθηκεν ο  Νίτσε ένας νοσταλγός ή ένας προφήτης ; »[3]

Οι αντιρρήσεις του Νίτσε προς τον καπιταλισμό  είναι ουσιαστικά ίδιας ποιότητας με τις αντιρρήσεις του προς τον σοσιαλισμό. Ο δεύτερος αποτελεί την λογική προέκταση και όχι την αντίθεση στον πρώτο. Τα δύο κοινωνικά ρεύματα ευνοούν την ισοπέδωση του ανθρώπου  , την λεηλασία της φύσης στο όνομα της προόδου και την αποθέωση του κράτους. Κατά τα άλλα , η νιτσεϊκή  κριτική προς την παιδεία των κερδοσκόπων ,προς την μηχανική εργασία , προς τον ασφυκτικό έλεγχο του πολιτικού από το οικονομικό , προς το πολυεθνικό κεφάλαιο αλλά και προς τον εθνικισμό, τον αντισημιτισμό και τον γερμανικό σωβινισμό είναι ανάλογη με την μαρξιστική. Συμμετέχουν συνεπώς και  οι δύο σκέψεις στο μεγάλο ρεύμα κριτικής του καπιταλισμού και της αστικής κοινωνίας , το οποίο χρωματίζεται από την ποικιλία όσο και την έλλειψη ομοφωνίας και σύμπνοιας για το τι πρόκειται ή πρέπει να διαδεχθεί τον καπιταλισμό.

Ο Νίτσε στους «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς», και  κυρίως στο κεφάλαιο που αναφέρεται  στον «Σοπενάουερ  ως παιδαγωγό » ,  επιτίθεται στον  «εγωισμό των κερδοσκόπων» , που στοχεύουν σ’ έναν «καταχρασμένο και εκμισθωμένο πολιτισμό».Οι κερδοσκόποι και ο χρηματοκρατούμενος πολιτισμός υπάγουν  την παιδεία  , αποκλειστικά στην  υπηρεσία του κέρδους : «Γιατί υπάρχει ένα είδος καταχρασμένου και εκμισθωμένου πολιτισμού – ας κοιτάξουμε γύρω μας !Και ακριβώς οι εξουσίες , οι οποίες τώρα υποστηρίζουν , όσο πιο δραστήρια γίνεται τον πολιτισμό , έχουν υστερόβουλες σκέψεις , και δεν επικοινωνούν μαζί του με καθαρή αφιλόκερδη διάθεση .Εδώ βρίσκεται κατ’ αρχήν , ο εγωισμός των κερδοσκόπων , ο οποίος χρειάζεται τη συνδρομή του πολιτισμού , και , για να τον ευχαριστήσει γι’ αυτό , ανταποδίδει τη βοήθεια. Όμως , στο σημείο αυτό  , θέλει βέβαια να δώσει δείγματα γραφής , συνάμα για το σκοπό και το μέτρο .Απ’ αυτήν την πλευρά προέρχεται  εκείνη η δημοφιλής πρόταση και  το αλυσιδωτό συμπέρασμα , το οποίο έχει περίπου ως εξής : όσο το δυνατό περισσότερο γνώση και εκπαίδευση , συνεπώς όσο το δυνατό μεγαλύτερη ανάγκη , γι’ αυτό όσο το δυνατό μεγαλύτερο κέρδος  και ευτυχία – έτσι ηχεί ο απατηλός τύπος .Η μόρφωση θα προσδιοριζόταν απ’ τους οπαδούς της ως φρόνηση με την οποία , κάποιος , στις ανάγκες και την ικανοποίησή τους , θα γίνεται όλο και πιο επίκαιρος , αλλά και με την οποία , συγχρόνως , θα διαθέτει κάλλιστα όλα τα μέσα και τους δρόμους , για να κερδίσει , όσο το δυνατό πιο εύκολα , χρήματα. Το να εκπαιδεύουμε όσο το δυνατό περισσότερους τρέχοντες (courante) ανθρώπους , με την έννοια εκείνου , το οποίο ονομάζουν τρέχον σ΄ ένα νόμισμα .Αυτό επομένως θα ήταν ο σκοπός και σύμφωνα  μ’ αυτήν την άποψη , τόσο πιο ευτυχισμένος θα είναι ένας λαός , όσο περισσότερο διαθέτει τέτοιους τρέχοντες ανθρώπους ».[4]

Η  Παιδεία στην  υπηρεσία της παραγωγής και η παραγωγή στην υπηρεσία των κερδοσκόπων ( ή του κεφαλαίου κατά την μαρξιστική ορολογία ), αυτή είναι η κρυφή όψη της επέκτασης της παιδείας. Ο αστικός πολιτισμός  απαιτεί να ταυτίσουμε την ευφυΐα  με την ιδιοκτησία  και τον πλούτο με τον πολιτισμό , ώστε : «  κάθε μόρφωση , η οποία οδηγεί στη μοναχικότητα , η οποία θέτει σκοπούς πέρα από τα χρήματα  και το κέρδος , η οποία καταναλώνει πολύ χρόνο , γίνεται εδώ αντικείμενο μίσους .Φροντίζουν επιμελώς να κατηγορήσουν  τα  σοβαρότερα είδη της μόρφωσης ως «λεπτότερο εγωισμό» ,  ως «ανήθικο επικουρισμό της μόρφωσης». Βέβαια , σύμφωνα με την εδώ ισχύουσα ηθικότητα ,εκτιμάται ακριβώς το αντίθετο , δηλαδή μια ταχεία μόρφωση , για να μπορέσει να γίνει μία ύπαρξη  που να κερδίζει πάρα πολλά χρήματα. Τόσο μόνο θα επιτραπεί στον άνθρωπο πολιτισμός , όσο εμπίπτει στο ενδιαφέρον της γενικής κερδοσκοπίας και της παγκόσμιας επικοινωνίας , τόσα όμως θα απαιτήσει κι αυτός   »[5] .

Ο εγωισμός των κερδοσκόπων  εναρμονίζεται με τον εγωισμό του κράτους, «που επιθυμεί παρομοίως την όσο το δυνατό μεγαλύτερη εξάπλωση και γενίκευση του πολιτισμού , και έχει στα χέρια του το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του».[6] Χρήμα  και κράτος αποτελούν δύο στοιχεία που αλληλοτροφοδοτούνται  .Το κράτος δημιουργεί  το είδος της παιδείας «έτσι ώστε οι πνευματικές δυνάμεις να μπορέσουν να υπηρετήσουν τους υφιστάμενους θεσμούς»[7].

Κατά τον Νίτσε ο έλεγχος του πνεύματος από το κράτος , αποτελεί αιτία διαφθοράς του. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα είναι η διαφθορά του χριστιανισμού: «Ας φέρουμε μόνο στη μνήμη μας , τι προέκυψε βαθμιαία από τον Χριστιανισμό υπό τον εγωισμό του κράτους. Ο Χριστιανισμός είναι ασφαλώς ένα από τα πιο καθαρά φανερώματα εκείνης της τάσης προς τον πολιτισμό και , ακριβώς προς την πάντα ανανεούμενη  γέννηση του αγίου. Επειδή , αυτό, όμως , χρησιμοποιούταν εκατονταπλάσια , για να κινήσει τους μύλους των κρατικών εξουσιών , αρρώστησε βαθμιαία ως μέσα στην καρδιά , έγινε υποκριτικό και ψεύτικο και εκφυλίστηκε  ως την αντίφαση μαζί με τους αρχικούς σκοπούς του ».[8]

Ο Νίτσε έχει κατονομάσει στους «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς», τρείς αρνητικούς εγωισμούς : των εγωισμό των κερδοσκόπων , τον εγωισμό του κράτους καθώς και τον εγωισμό «όλων εκείνων , οι οποίοι έχουν λόγο να προσποιούνται και να κρύβονται πίσω από τη μορφή». Κοντά σε αυτούς θα προσθέσει και τον εγωισμό της επιστήμης και του λογίου .Η επιστήμη κατηγορείται  διότι «σχετίζεται με τη σοφία , όπως η αρετή με τον αγιασμό : είναι ψυχρή και πληκτική , δεν τρέφει καμιά αγάπη , και δεν ξέρει τίποτε απ’ το βαθύ συναίσθημα της ανεπάρκειας και της λαχτάρας .Είναι τόσο ωφέλιμη για τον εαυτό της , όσο είναι επιζήμια για τους υπηρέτες της στο βαθμό που μεταδίδει σ’ αυτούς το χαρακτήρα της και , έτσι , κοκαλιάζει τρόπο τινά την ανθρωπιά της  ».[9]Ο Νίτσε είναι αναγκασμένος να χαράξει  μια  γραμμή ανάμεσα στις αποδοτικές αλήθειες, που αφοσιώνονται οι πιο πολλοί  και στις μη αποδοτικές αλήθειες ,που επιλέγουν οι λίγοι. Αλλά μία δεύτερη διάκριση ,πιο σημαντική , είναι εκείνη ανάμεσα στον άνθρωπο της επιστήμης , τον λόγιο και από την άλλη τον ιδιοφυή .Οι δύο διαφορετικοί ιδεότυποι είναι σε διαρκή σύγκρουση , διότι οι  λόγιοι «θέλουν να σκοτώσουν , να διαλύσουν και κατανοήσουν τη Φύση»[10] ενώ οι ιδιοφυείς «θέλουν να ενισχύσουν τη Φύση με νέα ζωντανή Φύση»[11] .Σε κάθε εποχή αντιστοιχεί ο διαφορετικός ιδεότυπος : «Εποχές που ήταν απόλυτα ευτυχισμένες , δε χρειάζονταν και δεν ήξεραν το λόγιο .Εποχές ολοκληρωτικά άρρωστες και δύσθυμες , τον εκτιμούσαν ως τον ανώτερο και πιο αξιοσέβαστο άνθρωπο , και του έδιναν την πρώτη θέση ».[12]

Τελικά ο Νίτσε  συμπεραίνει : «Το κράτος προσφέρει τόσο μεγαλόφωνα την υπηρεσία  του , ώστε να καθιερώσει τον πολιτισμό .Τον υποστηρίζει , για να  στηρίξει τον εαυτό του , και δε συλλαμβάνει ένα σκοπό , που να βρίσκεται ψηλότερα από την ευημερία του και την ύπαρξή του .Αυτό που οι κερδοσκόποι θέλουν , όταν αδιάκοπα επιθυμούν την διδαχή  και την εκπαίδευση , είναι τελικά πάλι το κέρδος »[13]Το πλαίσιο αυτό δεν επιτρέπει να υπάρξουν ,τουλάχιστον για πολύ, ιδιοφυείς και αυθεντικές υπάρξεις .Έτσι γράφει , αν είχε γεννηθεί ο Σωκράτης στην εποχή μας «σε κάθε περίπτωση ,δε θα είχε φτάσει τα εβδομήντα χρόνια ».[14]  Είναι τόσο απαισιόδοξη η προοπτική του πολιτισμού  ώστε : «Η πίστη σε μια μεταφυσική σημασία του πολιτισμού στο τέλος δε θα ’ταν καθόλου τόσο τρομακτική : ίσως όμως να ήταν κάποια συμπεράσματα , τα οποία θα μπορούσαμε να αντλήσουμε απ’ αυτή για την αγωγή και την δημόσια εκπαίδευση ».[15]

Ενάντια στον «κοντόφθαλμο εγωισμό του κράτους , την επίπεδη σκέψη των κερδοσκόπων , την πληκτική ολιγάρκεια των  λογίων»[16] , θα προτείνει ως λύση τον «Σοπενάουερ  ως παιδαγωγό». Βεβαίως αυτός ο μεγάλος αντίπαλος του Χέγκελ , δεν θα είναι παρά μια προσωρινή διέξοδος για τον Νίτσε .Στα επόμενα κείμενα ο Σοπενάουερ, όπως και ο Βάγκνερ θα καταδικαστούν  ως μέρος μίας αρνητικής φιλοσοφίας .

Ρεαλιστική είναι η διάγνωση  που κάνει  για το είδος της φιλοσοφίας ,που ευνοεί το κράτος «Επειδή κάθε κράτος τους φοβάται και , πάντα , θα ευνοεί   μόνο τους φιλοσόφους τους οποίους δε φοβάται » [17] Η φιλοσοφία τίθεται στην υπηρεσία του κράτους  καθώς « το κράτος επιλέγει για λογαριασμό του τους φιλόσοφους υπηρέτες του , και μάλιστα τόσους , όσους χρειάζεται για τα ιδρύματά του »[18] Η αναγκαία προυπόθεση για να έχει η φιλοσοφία σοβαρότητα είναι να απαγκιστρωθεί από το κράτος και τον ακαδημαϊσμό «Όσο συνεχίζει να υφίσταται το κρατικά αναγνωρισμένο σινάφι των ψευτοστοχαστών , θα ματαιώνεται ή , τουλάχιστον , θα εμποδίζεται κάθε σημαντική επίδραση μιας αληθινής φιλοσοφίας , και μάλιστα , όχι από τίποτε άλλο , όσο από την κατάρα του γελοίου , την οποία έχουν προκαλέσει οι αντιπρόσωποι εκείνου του μεγάλου πράγματος και η οποία , όμως , έχει κτυπήσει το ίδιο το πράγμα .Γι’ αυτό , το θεωρώ μια απαίτηση του  πολιτισμού , να απαλλάξουμε τη Φιλοσοφία από κάθε κρατική και ακαδημαϊκή αναγνώριση , και , γενικά το κράτος και η Ακαδημία , να εγκαταλείψουν το άλυτο γι’ αυτά ζήτημα της διάκρισης ανάμεσα σε αληθινή και ψευδή φιλοσοφία  » .[19] Τελικά το πρόβλημα της σχέσης του κράτους με την φιλοσοφία αποσαφηνίζεται «το κράτος δεν ενδιαφέρεται ποτέ  για την αλήθεια , αλλά  πάντα , μόνο για τη χρήσιμη σ’ αυτό αλήθεια».[20]

Σε ένα κόσμο όπου  η «πορεία των ανθρωπίνων πραγμάτων καθορίζεται από βία , απάτη  και αδικία»[21]  ο Νίτσε βλέπει την ελπίδα στο γεγονός ότι δεν πεθαίνει ο τραγικός  λόγος  .Αντίθετα  «δεν υπάρχει καμιά πιο ευφραντική χαρά απ’ το να ξέρει κανείς αυτό που εμείς ξέρουμε , πώς η τραγική σκέψη γεννήθηκε και πάλι μέσα στον κόσμο».[22] Το τραγικό στοιχείο δεν επιτρέπει  στην σκέψη να εκτραπεί στην εσχατολογία  δηλαδή στην « πίστη ότι , κάποτε , η ανθρωπότητα θα βρει οριστικές ιδεώδεις διευθετήσεις»[23] Συγχρόνως θα απορρίψει τον εγελιανισμό , που είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της αρνητικής σχέσης της φιλοσοφίας και του κράτους .  Επισημαίνει ειρωνικά  ,ότι  αυτό που τελικά κατάφερε ο Χέγκελ είναι να κατανοήσει την εξέλιξη του παγκόσμιου γίγνεσθαι  ως ταύτιση με «την δική του βερολινέζικη ύπαρξη» [24].Ενώ στρέφεται κατά του ευρωκεντρισμού της εποχής του: «Άμετρα περήφανε Ευρωπαίε του δέκατου ενάτου αιώνα , παραληρείς !Η γνώση σου δεν ολοκληρώνει τη Φύση ,αλλά σκοτώνει μόνο τη δική σου » .[25]

Η άμετρη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του επιστημονικού λόγου  θα είναι τελικά για την σκέψη τόσο επιζήμια «όσο είναι η οικονομική θεωρία του laisser faire για τα ήθη ολόκληρων λαών» .[26]

Ο Νίτσε θεωρεί ότι  ο μοναχικός φιλόσοφος είναι ο κύριος εχθρός της κοινωνίας του χρήματος και του ισχυρού κράτους. Είναι η ύπαρξη που  έχοντας γαλβανίσει  ένα εσωτερικό εγώ, μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε επιθετική πραγματικότητα: «Όπου υπήρξαν ισχυρές κοινωνίες , κυβερνήσεις , θρησκείες , κοινές γνώμες ,εν ολίγοις όπου υπήρχε μια τυραννία , εκεί αυτή μίσησε το μονήρη φιλόσοφο .Γιατί η φιλοσοφία εγκαινιάζει για τον άνθρωπο ένα άσυλο , όπου δεν μπορεί να εισβάλλει καμιά τυραννία , τη σπηλιά του εσώτερου , το λαβύρινθο του στήθους  και αυτό δυσαρεστεί τους τυράννους : όμως εκεί ,επίσης , παραμονεύει ο μεγαλύτερος κίνδυνος των μοναχικών. Αυτοί οι άνθρωποι , οι οποίοι έχουν φυγαδεύσει την ελευθερία τους στο εσώτερο , πρέπει επίσης να ζήσουν εξωτερικά , να γίνουν ορατοί , να εκτεθούν στη θέα των άλλων .Έχουν αναρίθμητες  επαφές μέσω καταγωγής , κατοικίας ,εκπαίδευσης , πατρίδας , σύμπτωσης , φορτικότητας των άλλων».[27]

Διαρκώς επανέρχεται σε έναν  σφοδρό αντικρατισμό, που  είναι συγχρόνως και αντιεγελιανισμός , ως φιλοσοφίας που εκπροσωπεί και δικαιώνει το πρωσικό , κατ’ αρχάς, κράτος : «Εδώ όμως , ζούμε τις συνέπειες εκείνης της διδασκαλίας , που πρόσφατα διακηρύχθηκε απ’ όλες τις στέγες , ότι,  δηλαδή , το κράτος είναι ο υψηλότερος σκοπός της ανθρωπότητας , και ότι , για έναν άνθρωπο , δεν υπάρχει κανένα υψηλότερο καθήκον , απ’ το να υπηρετεί το κράτος : στο οποίο , εγώ , δεν αναγνωρίζω μια υποτροπή στην ειδωλολατρία , αλλά στη βλακεία . Μπορεί να ισχύει , ότι ένας τέτοιος άνθρωπος , που βλέπει το ύψιστο καθήκον του στην υπηρεσία στο κράτος , δε γνωρίζει , επίσης , πραγματικά κανένα υψηλότερο καθήκον .Όμως , εξ αιτίας του , υπάρχουν άνθρωποι  και καθήκοντα  και πέρα απ’ αυτό. Και ένα απ’ αυτά τα καθήκοντα , το οποίο , για μένα τουλάχιστον , βρίσκεται ψηλότερα από την υπηρεσία στο κράτος , απαιτεί την καταστροφή της βλακείας σε κάθε μορφή , επομένως και της βλακείας αυτής    »  [28]

Η κοινωνία του χρήματος ταυτίζεται με την βαρβαρότητα .Η επιστήμη έχοντας γίνει ενεργό στοιχείο της χρηματοκρατίας πολλαπλασιάζει το πρόβλημα .Η κριτική του Νίτσε δεν περιορίζεται στον χώρο της οικονομίας ή των παραγωγικών σχέσεων – κατά το μαρξιστικό παράδειγμα , αλλά διευρύνεται στο χώρο των αξιών και συνολικά στο χώρο που δημιουργούνται οι «αξίες»:  «Οι επιστήμες , λειτουργώντας  δίχως το οποιοδήποτε μέτρο και με το πιο τυφλό  laisser  faire,  κατακομματιάζουν και διαλύουν κάθε στερεή πεποίθηση .Οι διαμορφωμένες θέσεις και τάξεις , θα παρασυρθούν από μια μεγαλόπρεπα περιφρονητική οικονομία του χρήματος. Ουδέποτε ο κόσμος ήταν περισσότερο κόσμος , ποτέ φτωχότερος σε αγάπη και καλοσύνη … όλα υπηρετούν την επερχόμενη βαρβαρότητα , συμπεριλαμβανομένης της σύγχρονης τέχνης και επιστήμης  »[29]

Επίσης θα αναρωτηθεί :« πώς δίνουμε την καρδιά μας , βιαστικά , χάρισμα στο κράτος , στην κερδοσκοπία , στην κοινωνικότητα ή στην επιστήμη , μόνο για να μην την κατέχουμε πια , πως αφοσιωνόμαστε  στην ίδια τη βαριά ημερήσια εργασία με περισσότερο πάθος και αναισθησία , σα να ήταν απαραίτητο για να ζήσουμε  »[30] Η απάντησή  του  είναι «Η βιασύνη είναι καθολική , γιατί καθένας φεύγει μπρος στον εαυτό του .Καθολική , επίσης , η έντρομη απόκρυψη αυτής της βιασύνης , γιατί θέλουμε να δείχνουμε ικανοποιημένοι , και να ξεγελούμε τους οξυδερκέστερους παρατηρητές σχετικά  με την αθλιότητά μας ».[31]

Στην εποχή που έγραψε ο Νίτσε  το «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς»  την απάντηση στην κοινωνία του χρήματος την βλέπει  σε μια ισχυρή κοινότητα , που δεν θα συγκροτηθεί μέσω εξωτερικών τύπων   αλλά « κυρίως με μια ιδρυτική ιδέα  ».Έτσι γράφει « η ιδέα αυτή , είναι η ιδρυτική ιδέα του πολιτισμού , στο βαθμό που αυτός ένα μόνο καθήκον ξέρει να αναθέτει στο καθένα από μας : να υποστηρίξουμε , μέσα μας  και έξω από μας , τη γέννηση του φιλοσόφου , του καλλιτέχνη  και του αγίου , και , με τον τρόπο  αυτό , να εργαστούμε για την τελείωση της Φύσης .Γιατί  , όσο το’ χει ανάγκη η φύση του φιλοσόφου , τόσο το χρειάζεται κι αυτή του  καλλιτέχνη , να τείνει

 σ ’ένα μεταφυσικό σκοπό , δηλαδή στην ίδια της τη διαφώτιση  σχετικά με τον εαυτό της , προκειμένου τελικά , κάποτε , να έχει απέναντι της ως καθαρό και τέλειο σχήμα αυτό που , στην ταραχή του γίγνεσθαί της , δεν καταφέρνει να δει με σαφήνεια – τείνει , επομένως , στην αυτογνωσία της ».[32]

Τελικά ο Νίτσε  θα βρει στην αγάπη ,την πιο σημαντική  και πιο απαραίτητη προυπόθεση για την αυτογνωσία και για τον προσδιορισμό μίας ανώτερης αξίας , στην οποία να τείνουμε  . Χάρις αυτή θα  καταφέρουμε  να αφοσιωθούμε  με όλο μας το είναι στην Φύση: «επειδή μόνο με την αγάπη αποκτά η ψυχή  όχι μόνο το καθαρό , διαλυτικό και περιφρονητικό για τον εαυτό της βλέμμα , αλλά και εκείνη την επιθυμία να δει πέρα από την ίδια και να ψάξει μ’ όλες της τις δυνάμεις για έναν κρυμμένο ακόμα  κάπου , ανώτερο εαυτό .Επομένως μόνο αυτός , ο οποίος αφιέρωσε την καρδιά του σε κάποιο μεγάλο άνθρωπο , δέχεται το πρώτο βάπτισμα του πολιτισμού ».[33]

Παρόμοιες σκέψεις για την σκοπιμότητα και τη σύσταση  της παιδείας , καθώς επεκτείνεται  σε  μεγαλύτερα πλήθη , περιέχονται  στα «Μαθήματα για την Παιδεία»[34] ,  ένα έργο που χρονολογικά προηγείται των «Ανεπίκαιρων Στοχασμών». Βασική θέση του , είναι ότι η Παιδεία καθώς επεκτείνεται ,γίνεται συγχρόνως θεραπαινίδα του χρήματος  και των κερδοσκόπων  και αδιαφορεί για την ουσιαστική πνευματική καλλιέργεια .Εξαντλεί  το μορφωτικό της ιδεώδες σε μια ταχύρυθμη  , χρησιμοθηρική εκπαίδευση  , στην υπηρεσία του χρήματος  και του κράτους. Όπως γράφει :  «Δύο φαινομενικά αντίθετα ρεύματα με εξίσου ολέθριες συνέπειες , δύο ρεύματα  που τα αποτελέσματά τους τελικά συγχωνεύονται , κυριαρχούν σήμερα στα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα : Από τη μια η τάση για όσο το δυνατό μεγαλύτερη επέκταση και διάδοση της παιδείας κι από την άλλη η τάση για τον περιορισμό και την αποδυνάμωσή της. Η παιδεία , για διαφορετικούς λόγους , πρέπει να φτάσει σε όσο το δυνατό ευρύτερους κύκλους – αυτό επιδιώκει η μία τάση .Η άλλη προβάλλει την  αξίωση να εγκαταλείψει η παιδεία τις πιο ψηλές , τις πιο ευγενικές και ανώτερες απαιτήσεις  και να αρκεστεί να υπηρετήσει κάποιο  άλλο σχήμα , ας πούμε το κράτος .Πιστεύω ότι έχετε προσέξει από ποια πλευρά ακούγεται πιο απροσχημάτιστα η κραυγή για όσο το δυνατό μεγαλύτερη επέκταση και διάδοση της παιδείας .Η επέκταση αυτή είναι ένα από τα πιο προσφιλή εθνικοοικονομικά δόγματα της εποχής .Όσο το δυνατό περισσότερη γνώση και μόρφωση .Άρα όσο το δυνατό περισσότερη παραγωγή  και όσο το δυνατό περισσότερο ανάγκες .Άρα όσο το δυνατό περισσότερη ευτυχία – κάπως έτσι είναι η συνταγή. Ως στόχο και  σκοπό της παιδείας έχουμε εδώ τη χρησιμότητα  ή , ακόμη πιο συγκεκριμένα , την υλική απολαβή , το όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρηματικό κέρδος .Με αυτό το πρίσμα η παιδεία θα μπορούσε περίπου να οριστεί ως η γνώση για το πώς θα κρατηθεί  κανείς στο «ύψος της εποχής του» , η γνώση των μεθόδων , με τις οποίες αποκτά κανείς όσο το δυνατό πιο άκοπα το χρήμα , η κατοχή όλων των τρόπων , με τους οποίους συντελείται η επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους  και τους λαούς. Η κατεξοχήν επομένως αποστολή της παιδείας θα ήταν να φτιάξει ανθρώπους με όσο το δυνατό μεγαλύτερη «πέραση» – ακριβώς όπως λέμε για ένα νόμισμα ότι «έχει πέραση   ».[35]

Ο Νίτσε ισχυρίζεται λοιπόν ότι η γενίκευση της Παιδείας  αποτυγχάνει να βελτιώσει τον πολιτισμό , ακριβώς  διότι στην διαδικασία της επέκτασης  της αποβάλλει τα ουσιώδη θετικά χαρακτηριστικά , για να υπηρετήσει την τρισυπόστατη θεότητα : το χρήμα , την χρησιμότητα , το κράτος . Το παιδευτικό ιδανικό θα έπρεπε να αποτελεί αυτοσκοπό . Ο μοναχικός φιλόσοφος , αυτός που δεν ταυτίζει την ευφυΐα με την περιουσία θα ‘πρεπε να μπορεί να γονιμοποιήσει τον πολιτισμό :  «  Ο « συνδυασμός  ευφυΐας και  περιουσίας» , που προβάλλεται από την πλευρά των κοσμοθεωριών  αυτών , θεωρείται πια κυριολεκτικά ηθική επιταγή .Κάθε παιδεία που οδηγεί στη μοναξιά , που βάζει στόχους πέρα από το χρήμα και την απολαβή , που απαιτεί πολύ χρόνο , προκαλεί τώρα την απέχθεια .Έχει γίνει πια συνήθεια κάθε τάση για μια τέτοια παιδεία να την απορρίπτουν ως «εγωισμό  ανώτερου βαθμού» ως  « ανήθικο μορφωτικό επικουρισμό». Γιατί βέβαια , σύμφωνα με τις ηθικές αρχές που ισχύουν εδώ , αυτό που απαιτείται είναι κάτι εντελώς αντίθετο : μια ταχύρυθμη μόρφωση , ώστε να μπορεί κανείς γρήγορα να κερδίσει πάρα πολλά χρήματα , κι ακόμη , μια γερή μόρφωση. Στον άνθρωπο γενικά  αναγνωρίζεται το δικαίωμα για τόση μόνο μόρφωση , όση είναι απαραίτητη προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα υλικά συμφέροντά του . Δεν του ζητούν τίποτα περισσότερο. »  [36]

Ο Νίτσε καταλήγει  πως η επέκταση της Παιδείας – ίσως με τον τρόπο που γίνεται ;-  συνιστά «αποβαρβάρωση» . Δεν θεραπεύει ούτε την θρησκευτική δεισιδαιμονία , ούτε απελευθερώνει τον άνθρωπο. Το κράτος  έχει την δυνατότητα να τιθασεύσει  το μορφωτικό ιδεώδες , ώστε να υπηρετεί τους δικούς του στόχους. Όμως όσο αναγκαία είναι  η παιδεία – τόσο  αυτή που συνηθίζεται να ονομάζεται «κλασσική» ή «ανθρωπιστική» όσο και αυτή χαρακτηρίζεται περισσότερο «πρακτική »-  είναι βέβαιο ότι αυτή τελικά θα υπηρετεί  τους στόχους που επιλέγει μια κοινωνία και ένα κράτος . Δεν μπορούμε συνεπώς να φανταστούμε ότι η « σύγχρονη μαζική δημοκρατία» ,θα ευνοούσε μια άλλη παιδεία από αυτή που της είναι χρήσιμη  δηλαδή αυτή που δημιουργεί ευέλικτους εργάτες και ευπροσάρμοστους καταναλωτές . Έτσι λοιπόν ο Νίτσε γράφει : «Όπου λοιπόν ακούω τις πολεμικές ιαχές της μάζας για πλατύτερη μόρφωση του λαού , συνήθως προσπαθώ να διακρίνω αν η ιαχή αυτή ξεκινά από μια πληθωρική τάση για απόκτηση και κατοχή υλικών αγαθών ή αν οφείλεται σε κάποια παλαιότερη θρησκευτική καταπίεση  ή , τέλος , στην έξυπνη αυτοπεποίθηση ενός κράτους»[37]

Όπως και ο Μάρξ , ο Νίτσε θα δει στην εξειδίκευση έναν θανάσιμο αντίπαλο της Παιδείας  όσο και του Πολιτισμού. «Έτσι ένας εξειδικευμένος επιστήμονας που ασχολείται αποκλειστικά με έναν τομέα δεν διαφέρει από τον εργάτη της βιομηχανίας που σ’ όλη  τη ζωή του δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να στρίβει μια ορισμένη βίδα ή να κάνει κάποιο χειρισμό σε κάποιο εργαλείο ή σε κάποια μηχανή , όπου ασφαλώς αποκτά τελικά μια απίστευτη επιδεξιότητα…. Επί αιώνες ολόκληρους θεωρούσαν αυτονόητο ότι μορφωμένος είναι ο σοφός επιστήμονας και μόνον αυτός. Οι εμπειρίες της εποχής μας δύσκολα θα μας οδηγούσαν σε μια τόσο απλοϊκή εξομοίωση. Γιατί τώρα η εκμετάλλευση ενός ανθρώπου για χάρη της επιστήμης αποτελεί προυπόθεση που γίνεται παντού αποδεκτή χωρίς ενδοιασμούς .Ποιος αναρωτιέται  πια τι αξία μπορεί να έχει μια επιστήμη που καταβροχθίζει σαν λάμια τα δημιουργήματα της ;Σήμερα ο καταμερισμός της εργασίας στην επιστήμη τείνει ουσιαστικά στον ίδιο στόχο που συνειδητά κατά καιρούς επιδιώκουν οι θρησκείες : στην αποδυνάμωση της παιδείας , στον αφανισμό της  ».[38]

Ο Νίτσε θα έβλεπε ως φάρμακο σε αυτή την θλιβερή κατάσταση , την μαθητεία στον τραγικό κόσμο  του αρχαίου στοχασμού  , «στον ατέλειωτο μακρινό και δυσπρόσιτο κόσμο της Ελλάδας , στην αυθεντική πατρίδα της παιδείας  ».[39] Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και ούτε η μελέτη για παράδειγμα του Σοφοκλή ή του Ηράκλειτου μπορούν να δώσουν αυτόματα ένα διέξοδο από την κυριαρχούσα ευτέλεια .Αυτό συμβαίνει ,διότι η ανοησία παραμονεύει   καθώς «  αφού ο μαθητής αυτός την άλλη ώρα θα πιάσει στα χέρια του μια εφημερίδα ή ένα σύγχρονο ρομάντζο ή έστω κάποιο από τα « μορφωτικά »  βιβλία που ήδη στο ύφος τους έχει αποτυπωθεί το αηδιαστικό έμβλημα της σύγχρονης παιδευτικής βαρβαρότητας ».[40]

Ο Νίτσε καταλήγει σε ορισμένα πρώτα συμπεράσματα :

– όπως   ακριβώς  στην ασκητική η υπακοή είναι το πρώτο στάδιο για την θέαση της αλήθειας  , παρόμοια και η παιδεία προϋποθέτει  την αυτοπειθαρχία , την μαθητεία ,  την υπακοή δίπλα  στον στοχαστή .Αντίθετα θεωρεί την κολακεία του νέου ως «ένα δείγμα εκβαρβάρωσης».

– η διεύρυνση της παιδείας , που συνοδεύεται από την εξειδίκευση ή την φλύαρη πολυμάθεια ,την εκτρέπει από τον προορισμό της  και την μεταβάλει σε ένα μέσο βιοπορισμού ή αποκόμισης κέρδους . Βεβαίως σήμερα μπορούμε να ισχυριστούμε , ότι όσο κι αν ο Νίτσε  τον περιφρονεί ,  ένας τέτοιος στόχος δεν είναι διόλου ασήμαντος. Όμως η παιδεία  δεν μπορεί να χάνει την σημασία  της , ούτε  την αυταξία  της .Μόνο έτσι θα μπορεί να διαμορφώνει  ελεύθερα πρόσωπα.

Ο Νίτσε αντιπαραθέτει την Παιδεία , στην πολυμάθεια : «το γυμνάσιο – λίγο μετά το ιστορικό ξεκίνημά του – έπαψε να προσφέρει παιδεία και προσφέρει μόνο πολυμάθεια , και ακόμη ότι τώρα τελευταία παίρνει μια κατεύθυνση όχι καν πια προς την πολυμάθεια αλλά προς τον δημοσιογραφισμό ».[41] Ως έργο  του δασκάλου  καθορίζεται «το να καταλαβαίνει κανείς να μεταχειρίζεται το ζωντανό ως κάτι ζωντανό».[42]Η αρχαία ελληνική σκέψη  και γλώσσα υμνείται πολλαπλά και θεωρείται ως αναγκαίο στάδιο για την έξοδο από την βαρβαρότητα , και «ως  επιθετικότητα η οποία εκφράζεται με ακατάπαυτη πάλη κατά του σύγχρονου κίβδηλου πολιτισμού»[43]  .Η βαθιά γνώση της  ορίζεται , ως στόχος του γερμανικού πνεύματος.

Η σκέψη του Νίτσε θα λάβει στοιχεία ελιτισμού – αριστοκρατικότητας , καθώς ορίζεται ως στόχος της Παιδείας , όχι  «η μόρφωση της μάζας », αλλά «η μόρφωση των διαλεχτών ατόμων , αυτών που έχουν την αρματωσιά για έργα μεγάλα , προορισμένα να διαρκέσουν. Τώρα πια ξέρουμε ότι οι κατοπινές γενιές κρίνουν ακριβοδίκαια το μορφωτικό επίπεδο ενός λαού με αποκλειστικό κριτήριο τους Μεγάλους ,εκείνες τις ηρωικές μορφές που προχωρούν μοναχικά  »[44]Παρόλα αυτά θεωρεί εύλογο   και αναγκαίο ο λαός να λαμβάνει την καθολική και υποχρεωτική εκπαίδευση[45] .Όμως ως Παιδεία , που έχει μεταφυσική προέλευση και πατρίδα,  στην πιο στοχαστική και πιο βαθιά μορφή  μπορεί να κατακτήσουν  αυτοί  που ονομάζει «Διαλεχτούς »[46]  , «Αλλά ήδη το γεγονός ότι προβάλλει , ότι βγαίνει από τα σπλάχνα ενός λαού , ότι συνάμα είναι η αντανάκλαση , η ολοκληρωμένη πολύχρωμη εικόνα των ιδιαίτερων  δυνάμεων του λαού αυτού , το γεγονός ότι με την ουσία της ύπαρξης του και το αιώνιο έργό του μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε ένα ομοίωμα του λαϊκού πεπρωμένου στην πιο υψηλή έκφρασή του , ότι ενώνει έτσι το λαό του με το Αιώνιο και τον λυτρώνει από τα δεσμά της χρονικότητας – όλα αυτά τα κατορθώνει   το διαλεχτό άτομο μόνο εφόσον ωριμάσει και μεστώσει στη μητρική αγκαλιά της λαϊκής παιδείας  »[47] Κατά αυτόν τον τρόπο ο ελιτισμός αποθεώνεται , αλλά συγχρόνως υπερβαίνεται .

Ο Νίτσε  επανέρχεται στις επιθέσεις στο Κράτος , που όμως  τις συνδυάζει με  την επίθεση  στην σκέψη που κατεξοχήν το δικαιώνει , στην φιλοσοφία  που χαρακτηρίζει το κράτος , ως τον «απόλυτα ολοκληρωμένον ηθικό οργανισμό » , δηλαδή  την «εγελιανή φιλοσοφία»: «Πρόκειται για ένα καινούργιο και εν  πάση περιπτώσει πρωτογενές φαινόμενο :Το κράτος να εμφανίζεται ως μυσταγωγός του πολιτισμού. Και ενώ ουσιαστικά εξυπηρετεί τους δικούς του σκοπούς , πειθαναγκάζει τους υπηρέτες του να παρουσιάζονται μπροστά του κρατώντας μόνο  το δαυλό της γενικής κρατικής παιδείας , που στο άστατο φεγγοβόλημά του οι υπηρέτες αυτοί θα ανακαλύψουν το ίδιο το κράτος σαν τον ύψιστο στόχο ,σαν το έπαθλο κάθε προσπάθειας τους για παιδεία .Ειδικά αυτό το φαινόμενο, θα έπρεπε να τους κάνει να μείνουν άναυδοι , θα έπρεπε να τους θυμίσει λ.χ. την ανάλογη τάση που εκδηλώθηκε στο χώρο της φιλοσοφίας και , όπως σιγά σιγά  έγινε αντιληπτό , αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση του ίδιου του κράτους .Εννοούμε την εγελιανή φιλοσοφία. Και δεν είναι ίσως υπερβολή , αν υποστηρίξουμε υποτάσσοντας η Πρωσσία  όλες τις μορφωτικές προσπάθειες στους δικούς της στόχους πέτυχε να προσοικειωθεί εκείνο το κομμάτι της εγελειανής φιλοσοφίας που επιδέχεται πρακτική αξιοποίηση .Έτσι λοιπόν η αποθέωση του κράτους, η εγελειανή φιλοσοφία κορυφώνεται σ’ αυτήν ακριβώς την καθυπόταξη  »  [48]

Αντίθετα με το νεωτερικό κράτος , το αρχαιοελληνικό  « δεν ήταν φρουρός , ρυθμιστής , επιτηρητής  του πολιτισμού του , αλλά ο ψυχωμένος , ο μπρατσωμένος σύντροφος και συναγωνιστής που βγαίνει με τα άρματα στη μάχη για να ανοίξει μέσα από την κακοτράχαλη πραγματικότητα το δρόμο στον Διαλεχτό , τον ευγενικό , τον ουράνιο φίλο του , και που για τούτο δρέπει ύστερα το θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη του  ».[49]

Ο Νίτσε τελικά μας δίνει μια εικόνα της παιδευτικής διαδικασίας στην ιδανική της μορφή : «Αν θέλετε να βάλετε κάποιον νέο στο σωστό μονοπάτι της παιδείας , προσέξτε να μη του ταράξετε την απλοϊκή , τη γεμάτη εμπιστοσύνη και ταυτόχρονα προσωπική , άμεση σχέση του με τη φύση. Σ’ αυτόν το νέο πρέπει το δάσος και ο βράχος , η θύελλα , το αρπαχτικό  πουλί , το κάθε λουλούδι , η πεταλούδα , το λιβάδι , η βουνοπλαγιά να του μιλάνε στη γλώσσα τους .Πρέπει να ξαναβλέπει σ’ αυτά τον ίδιο τον εαυτό του σαν σε αναρίθμητους κατοπτρισμούς και αντιφεγγίσματα , σε μια δίνη από ρευστές εκφάνσεις. Έτσι , στη μεγάλη αλληγορία της φύσης θα διαισθανθεί , ασύνειδα , τη μεταφυσική ενότητα όλων των όντων και ταυτόχρονα θα «ακουμπήσει» κι ο ίδιος στην ακατάλυτη συνέχεια και στην αναγκαιότητά τους. Πόσοι όμως  νέοι άνθρωποι μπόρεσαν κι ανδρώθηκαν έχοντας τόσο άμεση , σχεδόν προσωπική σχέση με τη φύση ; Οι υπόλοιποι υποχρεώνονται πολύ νωρίς να μάθουν μια άλλη αλήθεια : πώς να υποδουλώνουν τη φύση .  Εδώ είναι που  εκείνη η απλοϊκή μεταφυσική  χάνεται εντελώς  ».[50]

Η ανάδυση και η κυριαρχία της αστικής κοινωνίας αναγκαία συμπορεύτηκε με ένα κράτος , που την προστάτευε και την αναπαρήγαγε και που σε ορισμένες περιπτώσεις βρήκε στην εγελιανή φιλοσοφία ένα σπουδαίο απολογητή , ενώ αντιμετώπισε την φύση ως αντικείμενο έρευνας και στην συνέχεια εκμετάλλευσης και αποκόμισης κερδών. Σ’ αυτήν της , την δραστηριότητα , δικαιώθηκε από τις διάφορες ιδεολογίες της «προόδου» .Ανάμεσα σε αυτές υπήρξε ο μαρξισμός , που σε αυτό , όπως και σε άλλα σημεία ακολούθησε κατά πόδας την αστική ιδεολογία.

Στο «Ανθρώπινο πολύ Ανθρώπινο»[51] , ο Νίτσε , υποστηρίζει ότι ο πλούτος δίχως πνεύμα είναι δημόσιος κίνδυνος .Η ανόητη χρήση του προκαλεί την μήνιν και την οργή των μη εχόντων : « Μόνο εκείνος που έχει πνεύμα , θα έπρεπε να κατέχει αγαθά .Διαφορετικά η περιουσία είναι ένας δημόσιος κίνδυνος .Γιατί ,αυτός που την κατέχει , όταν δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει τις ευκαιρίες που του δίνει η τύχη , θα συνεχίζει πάντα , να θέλει να αποκτά αγαθά : αυτή η επιθυμία θα είναι η ψυχαγωγία του , το πολεμικό του τέχνασμα ενάντια στον εχθρό. Είναι έτσι που η  μετριοπαθής άνεση  η οποία θα ήταν αρκετή για τη ζωή του πνεύματος , μεταμορφώνεται σε αληθινό πλούτο , απατηλό αποτέλεσμα της ανεξαρτησίας και της πνευματικής  φτώχιας .Ωστόσο , ο πλούτος εμφανίζεται τελείως διαφορετικά από αυτό που θα μπορούσε να περιμένει η άθλια προέλευσή του , επειδή μπορεί  να πάρει τη μάσκα του πολιτισμού και της τέχνης :μπορεί να αγοράσει αυτή τη μάσκα .Με αυτό , προκαλεί τη ζήλια των πιο φτωχών και των αγράμματων που ζηλεύουν , γενικά , πάντα , τη μόρφωση και που δεν βλέπουν παρά αυτό που δεν είναι παρά μια μάσκα – και ετοιμάζεται , έτσι , λίγο – λίγο ,μια κοινωνική αναταραχή : γιατί η κτηνωδία κάτω από ένα λούστρο πολυτέλειας , η καυχησιολογία του υποκριτή με την οποία ο πλούσιος επιδεικνύει τις «απολαύσεις του πολιτισμένου», προκαλούν στον φτωχό την ιδέα ότι «μόνο το χρήμα αξίζει» , – ενώ στην πραγματικότητα , αν το χρήμα αξίζει κάτι , το πνεύμα αξίζει πολύ περισσότερα  » .[52]

Ο Νίτσε νιώθει το ίδια εχθρικά τόσο προς τους αστούς , όσο και προς τους αντιπάλους τους ,καθότι αποτελούν κοινωνικές καταστάσεις ,με τα ίδια τελικώς χαρακτηριστικά  και την ίδια «ποιότητα » .Από αυτό το σημείο ξεκινούν οι αδυναμίες των αστών να αντιπαρατεθούν στους υποτιθέμενους αντιπάλους τους  : «Εμπρός , πλούσιοι αστοί που αποκαλείσθε «φιλελεύθεροι », ομολογήστε το στους εαυτού σας ,είναι το ίδιο σας το αίσθημα που βρίσκετε τόσο τρομερό και τόσο απειλητικό στους σοσιαλιστές αλλά στην ίδια σας την καρδιά που παρέχετε μια αναγκαία  θέση , σα να μην ήταν το ίδιο πράγμα .Αν δεν είχατε , έτσι όπως είστε , την περιουσία σας και την έννοια της διατήρησής της ,αυτό το αίσθημα θα σας έκανε όμοιο με τους σοσιαλιστές ;Μόνο η περιουσία κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε σας και σ’ αυτούς. Κατ’ αρχήν  , πρέπει να νικήσετε τους εαυτούς σας , αν θέλετε να θριαμβεύσετε με οποιονδήποτε τρόπο , πάνω στους εχθρούς της καλοπέρασής σας. Αν , τουλάχιστον , αυτή η καλοπέραση ανταποκρινόταν σε μια αληθινή ευημερία !Θα ήταν λιγότερο εξωτερική και θα προκαλούσε λιγότερο φθόνο , θα είχε περισσότερο ευμένεια , περισσότερη φροντίδα για την εντιμότητα και θα ήταν περισσότερο ωφέλιμη .Αλλά εκείνο που είναι ψεύτικο και κωμικό στη χαρά σας , που προέρχεται κυρίως , από ένα αίσθημα αντίθεσης  ( με άλλους που δεν έχουν αυτή τη χαρά να ζουν και  που σας φθονούν ) που με μια ορισμένη πληρότητα δύναμης και ανωτερότητας – οι απαιτήσεις του διαμερίσματος σας , τα ρούχα σας , τα εφόδια σας , τα μαγαζιά σας , οι ανάγκες του στόματος και του τραπεζιού , οι θορυβώδεις ενθουσιασμοί σας για τη συναυλία και την όπερα και τέλος , οι καλοφτιαγμένες  και καλοντυμένες γυναίκες σας αλλά που είναι από κακό μέταλλο , επιχρυσωμένες  αλλά χωρίς τον ήχο του χρυσού , διαλεγμένες από εσάς , για να παρελαύνετε μαζί τους ,φερόμενες οι ίδιες ως κομμάτια επίδειξης .Εσείς είστε οι δηλητηριασμένοι προπαγανδιστές αυτής της ασθένειας του λαού , που με τη μορφή της σοσιαλιστικής ψώρας ,εξαπλώνεται τώρα , ανάμεσα στις μάζες , με μια ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα αλλά που είχε σε σας , την πρώτη έδρα και την πρώτη εστία εκκόλαψης .Και ποιος , λοιπόν , θα ήταν ακόμη ,ικανός να σταματήσει αυτή την πανούκλα;  » .[53]

Οι αστοί είναι υπεύθυνοι για την δημιουργία και την  διάδοση  της θρησκείας , που δοξάζει το Χρήμα ως τον υπέρτατο Θεό. Σε αυτήν την θεότητα θα προσέλθουν ,ως νέοι προσήλυτοι οι σοσιαλιστές. H στράτευση στα κόμματα τους δημιουργεί νέες σκλαβιές , νέες υποδουλώσεις : «Οι τυμπανοκρουσίες με τις οποίες νέοι συγγραφείς μπαίνουν στην υπηρεσία ενός κόμματος , μοιάζουν για εκείνον που δεν ανήκει στο κόμμα , με μια κλαγγή από αλυσίδες και προκαλούν περισσότερο τη συμπόνια παρά τον θαυμασμό».[54]

Ο αστισμός παράγει τον σοσιαλισμό ,για τον Νίτσε , ιδίας φύσεως και ποιότητας μεγέθη. Παρότι εκπροσώπησαν ενάντιες κοινωνικές δυνάμεις , ιστορικά τελικώς θα συναντηθούν στο πεδίο της μαζικοδημοκρατίας. Η σοσιαλδημοκρατία αποτελεί την ανιαρή όψη ενός ανίερου κόσμου. Ο Λένιν , απαιτώντας , από τους εργάτες  να γίνουν κυρίαρχοι ,συνετέλεσε στο να αποβάλουν το αίσθημα μνησικακίας , να στήσουν νέες ιεραρχίες και να μυηθούν στην  «ηθική των κυρίων » , δηλαδή στην βούληση για ισχύ. Με   μια όμως σημαντική διαφορά  το πρωτοπόρο κόμμα και η «δικτατορία του προλεταριάτου » , παρείχε τα νέα αφεντικά ,  τους νέους κύριους , που κυριάρχησαν πάνω στους εργάτες.

Βεβαίως ο Νίτσε ξεκινώντας από μία άλλη αφετηρία , διατυπώνει μια εξίσου με τον μαρξισμό ,και τον χριστιανισμό  αποθεμελιωτική  κριτική της κοινωνίας του χρήματος : «Η περιουσία σκλαβώνει. Δεν είναι παρά ως ένα ορισμένο βαθμό που η περιουσία κάνει τον άνθρωπο πιο ανεξάρτητο και πιο ελεύθερο .Ένα σκαλοπάτι παραπάνω  και η περιουσία γίνεται ο αφέντης , ο ιδιοκτήτης ο  σκλάβος : από τότε , θα πρέπει να της θυσιάσει τον χρόνο του , τη σκέψη του και να αισθάνεται υποχρεωμένος για ορισμένες συναναστροφές , συνδεδεμένες με  ένα τόπο , ενσωματωμένος  με ένα κράτος –όλα αυτά μπορούν  να είναι αντίθετα στις βαθιές και ουσιώδεις ανάγκες του» [55]

Η κριτική επεκτείνεται στην μηχανή   και  στον  «μηχανικό »  τρόπο της εργασίας: «Η μηχανή που έχει παραχθεί , ακριβώς , από την υψηλότερη διανοητική ικανότητα , δεν θέτει σε κίνηση , στα άτομα που τη χειρίζονται , παρά τις κατώτερες και αστόχαστες δυνάμεις .Είναι αλήθεια ότι η λειτουργία της αποδεσμεύει μια ποσότητα δυνάμεων που , διαφορετικά , θα παρέμεινε κοιμισμένη .Αλλά δεν παρακινεί στην εξύψωση , στο να γίνεις καλύτερος , να γίνεις καλλιτέχνης .Καθιστά δραστήριο και ομοιόμορφο αλλά αυτό προξενεί ένα αντίθετο αποτέλεσμα :μια απεγνωσμένη πλήξη  κυριεύει την ψυχή που μαθαίνει να αναπνέει με τη μηχανή , με μια άπρακτη κίνηση.»[56]

Ο Νίτσε θέλει να διοχετεύσει ορισμένα συναισθήματα , όπως η ματαιοδοξία και ο εγωισμός  σε ένα δρόμο αποκλειστικά πνευματικό και αισθητικό .Για αυτό είναι έτοιμος να αναγνωρίσει την σημασία της μικρής περιουσίας – που εξασφαλίζει στον κάτοχο της έναν αέρα ανεξαρτησίας – , αλλά επιθυμεί να αποκλείσει κάθε δυνατότητα στην συγκέντρωση πλούτου και περιουσίας : «Για να έχουν , στο μέλλον , περισσότερη εμπιστοσύνη στην ιδιοκτησία και να γίνει αυτή πιο ηθική , πρέπει να ανοίξεις όλους  τους τρόπους εργασίας που οδηγούν στη μικρή περιουσία αλλά να εμποδίσεις τον εύκολο και ξαφνικό πλουτισμό .Θα έπρεπε να βγάλεις τα χέρια απ’ όλους τους κλάδους της μεταφοράς και του εμπορίου που ευνοούν τη συγκέντρωση των μεγάλων περιουσιών .Πριν απ’ όλα , λοιπόν,  το εμπόριο του χρήματος – και να θεωρήσεις αυτούς που κατέχουν πολλά πλάσματα επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια ,ακριβώς όπως εκείνους που δεν διαθέτουν τίποτα  ».[57]

Ο Νίτσε επαναλαμβάνει την αρνητική διάσταση της εκμετάλλευσης της εργασίας και πώς αυτή πολλαπλασιάζεται με την χρήση των μηχανών .: «Η εκμετάλλευση της εργασίας ήταν , όπως αντιλαμβανόμαστε σήμερα , μια ανοησία , ένα πέταγμα  στη ζημιά του μέλλοντος , ένας κίνδυνος για την κοινωνία .Τώρα έχουμε , ήδη , φτάσει σχεδόν , στον πόλεμο : και σε κάθε περίπτωση , τα απαραίτητα έξοδα για να διατηρηθεί η ειρήνη , για να συνάψουμε συνθήκες και για να εμπνεύσουμε εμπιστοσύνη , θα είναι εξαιρετικά ανεβασμένα , εφόσον η ανοησία των εκμεταλλευτών θα είναι τόσο μεγάλη και τόσο διαρκής ».[58] Ο λόγος θυμίζει πάρα πολύ τις σκέψεις του Μάρξ στα «Χειρόγραφα του ΄44».Η μηχανή όπως γράφει ταπεινώνει ,ισοπεδώνει , αφαιρεί από τα πράγματα της αξία του προσώπου , μεταβάλει τελικά τα πρόσωπα σε πράγματα , σε αντικείμενα. Η τεχνική διατηρεί απόσταση από την τέχνη .Οι μηχανές είναι για τους εργάτες ένας αργός καθημερινός θάνατος της ύπαρξής τους. Η κριτική στην μηχανοκρατία μπορεί να λάβει την μορφή ρομαντικής εξέγερσης κατά του νεωτερικού πολιτισμού , ή να περιοριστεί στην διαπίστωση της πραγματικής θέσης του εργάτη : «Η μηχανή είναι απρόσωπη ,αφαιρεί από την εργασία την περηφάνια της , την ποιότητα και τις ελλείψεις της που είναι το προσωπικό γνώρισμα κάθε εργασίας η οποία δεν έχει δημιουργηθεί για τη μηχανή – άρα , ένα τμήμα της ανθρωπότητας .Άλλοτε ,κάθε αγορά από τους τεχνίτες ήταν μια διάκριση ,αποδιδόμενη σ’ ένα πρόσωπο , η σφραγίδα του οποίου θα περιέβαλε τον αγοραστή : έτσι που τα συνηθισμένα αντικείμενα και ρούχα γίνονταν ένα είδος συμβόλων αμοιβαίας  εκτίμησης και προσωπικής σχέσης, ενώ σήμερα , μοιάζουμε να ζούμε σε μια ανώνυμη και απρόσωπη σκλαβιά .Δεν πρέπει να αγοράζουμε πολύ ακριβά την ελάφρυνση  της  εργασίας ».[59]

Ο Νίτσε βλέπει στην  σύγχρονη δημοκρατία  ως «την ιστορική μορφή της παρακμής του κράτους»[60].Αν αυτό το αποτέλεσμα δεν ήταν πρόωρο θα έβλεπε μια θετική διάσταση. Όπως αρκετά μακρινό φαίνεται να δημιουργηθεί  ένα ενιαίο έθνος στην θέση των σημερινών.

Προφητικές είναι οι διαπιστώσεις του για την εξέλιξη του σοσιαλισμού. Τον θεωρεί ως τον «φανταστικό δευτερότοκο αδελφό του ψυχορραγούντος δεσποτισμού ,την κληρονομιά του οποίου θέλει να συλλέξει .Οι προσπάθειες του ,είναι , λοιπόν , με τη βαθύτερη έννοια, αντιδραστικές .Γιατί επιθυμεί μια πληρότητα δύναμης του κράτους , τέτοια που ποτέ δεν είχε  ο δεσποτισμός , ακόμη και αν υπερβαίνει όλα όσα δείχνει το παρελθόν ,επειδή εργάζεται  για την τυπική εκμηδένιση του ατόμου».[61] Σαν να βλέπει την εφιαλτική εξέλιξη του σταλινισμού  προβλέπει την «πλήρη καθυπόταξη όλων των πολιτών του κράτους , τέτοια που δεν έχει υπάρξει ποτέ στο παρελθόν »[62]Καθότι η θρησκεία δεν  θα χρησιμοποιείται πλέον για να οργανώνεται η κρατική συναίνεση χρειάζεται μια νέα κυριαρχία που θα στηρίζεται πάνω στον τρόμο  και στην εξάλειψη κάθε πνευματικότητας. Ένα θετικό βλέπει σε όλα αυτά. Ο σοσιαλιστικός δεσποτισμός θα προκαλέσει μια γενική άρνηση του κράτους : «Ο σοσιαλισμός μπορεί να χρησιμεύσει για να διδάξει με τρόπο κτηνώδη και χτυπητό , τον κίνδυνο όλων των συσσωρεύσεων δύναμης μέσα στο κράτος και με αυτή την έννοια , να υπαινιχθεί μια δυσπιστία εναντίον του ίδιου του κράτους. Όταν η τραχιά του φωνή αναμιχθεί με την κραυγή του πολέμου : «Όσο το δυνατόν περισσότερο κράτος » , αυτή η κραυγή θα γίνει , αρχικά , πιο θορυβώδης παρά ποτέ :αλλά σε  λίγο , θα ξεσπάσει με όχι λιγότερη δύναμη , η αντίθετη κραυγή : «Όσο το δυνατόν λιγότερο κράτος».[63]

Σε ένα από τα τελευταίο του βιβλία το «Ιδε ο  Άνθρωπος », ο Νίτσε , κάνει μια αναδρομή στα προηγούμενα έργά του , και βρίσκει την ευκαιρία  να επανέλθει στις απόψεις που είχε υποστηρίξει στους «Ανεπίκαιρους Στοχασμούς»  για την αρνητικές όψεις της επιστήμης , την απρόσωπη εργασία του τεχνίτη .Επισημαίνει ότι για αυτούς τους λόγους η εποχή του είναι άρρωστη και σε αποσύνθεση: «η ζωή είναι άρρωστη από τούτο τον απανθρωποποιημένο μηχανισμό ρολογιού , από την «απρόσωπη ύπαρξη του εργαζόμενου», από την ψεύτικη οικονομία του «καταμερισμού εργασίας».Έχει χαθεί, δηλαδή η κουλτούρα , και έχει εκβαρβαριστεί η σύγχρονη ενασχόληση με την επιστήμη..  »[64].Στο ίδιο έργο θα βρει την ευκαιρία να καταδικάσει τον γερμανικό εθνικισμό και να σημειώσει την συμπάθεια του για τους Εβραίους. Θα τονίσει ότι μετά την ήττα του Ναπολέοντα  ,η Ευρώπη, πάσχει από τον εθνικισμό και την εθνική νεύρωση  που την οδηγεί στην διαιώνιση της διαίρεσης της σε «μικρά κράτη , στην μικροπολιτική»[65].Ιδιαίτερα οι Γερμανοί παρουσιάζουν σε έξαρση αυτά τα χαρακτηριστικά «Όταν φαντάζομαι έναν τύπο ανθρώπου που αντιβαίνει σε όλα τα ένστικτά μου , αυτός είναι πάντα Γερμανός…Οι Γερμανοί όμως είναι canaille (όχλος)-αχ, είναι τόσο καλοσυνάτοι !-Υποβιβάζει κανείς τον εαυτό του όταν έχει πάρε δώσε με Γερμανούς:οι Γερμανοί τους κάνουν όλους ίσους και όμοιους…Δεν ξέρουν καθόλου πόσο χυδαίοι είναι , αλλά αυτό είναι ο υπερθετικός βαθμός της χυδαιότητας-δεν ντρέπονται που είναι Γερμανοί …Ανακατεύονται με όλα ,θεωρούν πως είναι ικανοί να αποφασίζουν για όλα , και φοβάμαι πως ήδη έχουν βγάλει απόφαση ακόμη για μένα…Όλη μου η ζωή είναι η αυστηρή απόδειξη αυτών των αρχών. Μάταια έψαξα  ανάμεσά τους για κάποιο σημάδι τaκτ , delicatesse (λεπτότητας ) απέναντί μου. Στους  Εβραίους το βρήκα , ποτέ όμως στους Γερμανούς».[66]

Τέτοιου είδους απόψεις παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη αντοχή στο έργο του Νίτσε .Στο «Λυκόφως των ειδώλων» θα υποστηρίξει ότι οι Γερμανοί «βαριούνται το πνεύμα»  και έχουν παρακμάσει διότι «στοιχίζει ακριβά το να αποκτάς δύναμη :η δύναμη αποβλακώνει»[67].Η αφοσίωση τους στο κράτος  και στις υποθέσεις του , τους αφυδατώνει από πνεύμα «η κουλτούρα και το κράτος – ας μην ξεγελιόμαστε επ’ αυτού είναι ανταγωνιστές :η ιδέα ενός κράτους που δημιουργεί κουλτούρα είναι απλώς μια μοντέρνα ιδέα . » [68]

Επίσης σε επιστολή προς την Μαλβίντα  φον Μευζενμπουργκ ( 12 Μαΐου 1887) , θα εξομολογηθεί το πάθος του για τον Ντοστογιέφσκι και θα επαναλάβει ότι δεν αισθάνεται καμία συγγένεια για τους Γερμανούς διανοούμενους «οι οποίοι κρίνουν τα πάντα σύμφωνα με την αρχή « Deutshland ,Deutshland uber alles !»[69]   Ενδιαφέρον είναι  ο θαυμασμός του για τον Ντοστογιέφσκι, που σε επιστολή του στον Γ.Μπραντές εξηγείται «επειδή αποτελεί το πιο πολύτιμο ψυχολογικό υλικό που γνωρίζω – κατά περίεργο τρόπο , του είμαι ευγνώμων , παρόλο που πάντα μου προκαλεί απέχθεια , αφού ξυπνάει τα πιο ταπεινά μου ένστικτα. Αυτή είναι περίπου η σχέση μου προς τον Πασκάλ , τον οποίο παρεμπιπτόντως αγαπώ , επειδή έχω διδαχτεί άπειρα πράγματα απ’αυτόν :ο μοναδικός λογικός χριστιανός  » [70]. Σε μια άλλη επιστολή του προς την Φραντζίσκα Νίτσε ( 18 Οκτωβρίου 1887) γράφει «μου λείπει πάντα και η ελάχιστη επιθυμία να κάνω παρέα με τον αντισημίτη κύριο γαμπρό μου .Οι απόψεις του και οι δικές μου διαφέρουν μεταξύ τους – και αυτό καθόλου δεν με λυπεί.»[71] Σε επιστολή στον Ρουτζέρο Μπόνγκι (Δεκέμβριος 1988) γράφει ότι «πρέπει να βάλει κανείς ένα τέλος»[72] να θεωρείται ως απαραίτητο καθήκον και υψηλή πολιτική οι εγωισμοί των λαών ,ενώ στον Φράντς Όβερμπεκ ( 4 Ιανουαρίου 1889) γράφει «μόλις έβαλα να τουφεκίσουν όλους τους αντισημίτες.» [73]

Παρόμοια και χωρίς διακυμάνσεις , είναι η αγωνία για την φύση  : «Ύβρις είναι σήμερα ολόκληρη η στάση μας απέναντι  της φύσης , η καταδυνάστευση μας της φύσης με τη βοήθεια των μηχανών και με την τόσο απερίσκεπτη εφευρετικότητα των τεχνικών και των μηχανικών».[74]

Η επίθεση στην κοινωνία του χρήματος και στο κράτος απλώνεται στα γραφτά κάθε περιόδου του Νίτσε .Στην ΑΥΓΗ  θα γράψει : «Η εποχή μας , όσο κι αν μιλάει για οικονομία , είναι σπάταλη :σπαταλάει το πιο πολύτιμο πράγμα,  το πνεύμα »[75].Στο τελευταίο του βιβλίο στη «Θέληση για δύναμη» γράφει: «οι «πλούσιοί» μας είναι οι φτωχότεροι όλων !Ο αληθινός σκοπός κάθε πλούτου είναι η λήθη».[76]

Ο Νίτσε δεν συμμερίζεται την αισιόδοξη ανθρωπολογική άποψη για την «καλή ρίζα του ανθρώπου», που διαφθείρει η κοινωνία. Γι’ αυτό δεν αποδέχεται την δυνατότητα για την οριστική διευθέτηση των κοινωνικών προβλημάτων. Ένας επίγειος παράδεισος δεν είναι μόνο ανέφικτος , αλλά και αντίθετος στην ιδιοσυγκρασία του. Η προσμονή μίας ουτοπικά τέλειας κοινωνίας ή  είναι εσχατολογικής προέλευσης  ή αποτελεί έναν ιδεαλισμό που , αντί να περπατά με το κεφάλι κάτω, περπατάει με τα πόδια (καθώς  έλεγε ο Μάρξ για τον Χέγκελ).Ο Πλάτων και οι σοσιαλιστές (της εποχής του Νίτσε βέβαια ) λανθασμένα ισχυρίζονται ότι η εξάλειψη της ιδιοκτησίας θα καταργήσει συγχρόνως την ματαιοδοξία και τον εγωισμό .Καθώς γράφει , αυτή η «βασική και ουτοπική μελωδία του Πλάτωνα , που οι σοσιαλιστές εξακολουθούν πάντα να τραγουδούν , βασίζεται σε μια ατελή γνώση του ανθρώπου :αγνοούσε την ιστορία των ηθικών αισθημάτων , του έλειπε η διορατικότητα πάνω στην προέλευση των παλιών ιδιοτήτων της ανθρώπινης ψυχής  »[77]

Ο Νίτσε αντιπροσωπεύει ένα φωτεινό πνεύμα αντίστασης , που δεν χάθηκε σε οποιοδήποτε μονοπάτι εσχατολογίας ή τέλους της ιστορίας. Ο σκεπτικισμός είναι η μέθοδος , που ταιριάζει στο ύφος και στην ιδιοσυγκρασία του: «Ένα πνεύμα που ζητάει μεγάλα πράγματα , που ζητάει επίσης τα μέσα για να φτάσει σ’ αυτά , είναι κατ’ ανάγκη ένας σκεπτικιστής .Η ελευθερία απ’ όλα τα είδη πεποιθήσεων , η ικανότητα να βλέπεις ελεύθερα , αποτελεί μέρος της δύναμης …Η πεποίθηση ως μέσο :Το μεγάλο πάθος χρειάζεται και χρησιμοποιεί τις πεποιθήσεις , αλλά δεν υποτάσσεται σ’ αυτές –νιώθει ανώτερο απ’ αυτές. Αντίθετα , η ανάγκη για πίστη , για κάποιο είδος ανεπιφύλακτου Ναι ή Όχι , αυτός ο Καρλαυσμός , αν μου επιτρέπεται η έκφραση , είναι μια ανάγκη που γεννιέται από την αδυναμία    ».[78] Γι’ αυτό είναι κατανοητό ,ο Νίτσε , να αντιτίθεται όχι μόνο σε κάθε θρησκεία  και πίστη  , αλλά και στον αστισμό ,στην δημοκρατία ,στον σοσιαλισμό , στο κράτος [79], στην εξουσία [80], στον γερμανισμό, στον εθνικισμό[81], στον αναρχισμό[82], στον αντισημιτισμό [83].

Παρόλα αυτά στο τελευταίο και πιο αμφιλεγόμενο βιβλίο την «Θέληση για Δύναμη» προβλέπει πολλά από αυτά που ακολούθησαν , ενώ αναδύεται αρκετά θολά και ασαφές ένα πολιτικό δέον.

Διέβλεψε ότι  « ανάλωση του ανθρώπου και της ανθρωπότητας γίνεται ολοένα και πιο οικονομική»[84].Ο άνθρωπος μικραίνει , μειώνει ,εμφανίζεται «η προσαρμογή , η ισοπέδωση , ο ανώτερος κινεζισμός , η μετριοπάθεια στα ένστικτα »[85], ενώ η γη «αποκτά κοινή οικονομική διαχείριση»[86] και μεταβάλλεται σε «μηχανή στην υπηρεσία της οικονομίας αυτής»[87].Συγχρόνως ο Ευρωπαίος  γίνεται «το πιο έξυπνο δουλικό ζώο , πολύ εργατικό , κατά βάθος πολύ μετριοπαθές , περίεργο μέχρι υπερβολής ,πολυειδές ,αβροδίαιτο , με αδύναμη θέληση – ένα κοσμοπολίτικο χάος  αισθημάτων και νου»[88]

Οι εργάτες μεταβάλλονται σε στρατιώτες : «Οι εργάτες πρέπει να μάθουν να αισθάνονται σαν στρατιώτες. Μια αμοιβή , ένα εισόδημα , αλλά όχι πληρωμή! Καμιά σχέση μεταξύ πληρωμής και απόδοσης !Αλλά το άτομο , το καθένα ανάλογα με το είδος του , πρέπει να τοποθετείται έτσι ώστε να μπορεί να αποδώσει το ύψιστο που μπορεί να αποδώσει. Οι εργάτες θα ζουν μια μέρα όπως οι αστοί σήμερα – αλλά πάνω απ’ αυτούς, διακρινόμενοι από την έλλειψη αναγκών τους , η ανώτερη κάστα : δηλαδή πιο φτωχοί και πιο απλοί , αλλά κάτοχοι της δύναμης ».[89]

Οι  επισημάνσεις του Φ.Νίτσε για τον χαρακτήρα που ελάμβανε η νεωτερική κοινωνία ήδη από τον 19ο αιώνα , παρ’ ότι περιέχονται σε έναν λόγο αφοριστικό , πυκνό  και όχι ιδιαίτερα αναλυτικό και τεκμηριωμένο , αποσπασματικό – μη συστηματικό , δεν στερούνται εγκυρότητας. Αντίθετα ο προσωπικός , υποκειμενικός και ποιητικός τόνος του τον διευκολύνει σε μια ριζική και καίρια ανατομία της νεωτερικής κοινωνίας.

Στο έργό του «ΧΑΡΑΥΓΗ»[90] καταπιάνεται , ανάμεσα σε άλλα θέματα , αφοριστικά με την μοίρα του εργάτη , την θέση του εργαζόμενου μέσα στο εργοστάσιο και την κοινωνία .Βλέπει την ανθρώπινη ύπαρξη  να μετατρέπεται από πρόσωπο σε βίδα , σε γρανάζι της μηχανής .

Την αποτρόπαιη αυτή κατάσταση μπορεί , κατά τον Νίτσε , να απαλύνει η αύξηση του μισθού , αλλά δεν την αλλάζει ουσιαστικά :

« Είναι ντροπή να πιστεύουμε ότι με μια υψηλότερη αμοιβή μπορεί να αρθεί η ουσία της αθλιότητάς τους , δηλαδή η απρόσωπη υποδούλωσή τους ! Είναι ντροπή να αφήνουμε να μας πείθουν με φλυαρίες  ότι με  μια επίταση αυτής της απροσωπίας , στο εσωτερικό της μηχανικής λειτουργίας μιας  κοινωνίας , μπορεί να κάνει αρετή την ντροπή της  δουλείας ! Ντροπή να έχει μια τιμή με αντάλλαγμα το να γίνεσαι βίδα αντί να μένεις πρόσωπο ! Είστε συνεργοί στην τωρινή τρέλα των εθνών , τα οποία θέλουν να παράγουν όσο το δυνατόν περισσότερο και να γίνουν όσον το δυνατόν πλουσιότερα; Από  σας εξαρτάται να τους παρουσιάσετε έναν αντίθετο λογαριασμό : ποσό μεγάλα ποσά εσωτερικής αξίας θα πεταχτούν  για χάρη ενός τέτοιου σκοπού !Που όμως είναι η δική σας εσωτερική σας αξία , όταν δεν ξέρετε πια τι σημαίνει να αναπνέει κανείς ελεύθερα ;Όταν  δεν εξουσιάζετε ούτε σε περίπτωση ανάγκης τον εαυτό σας ; Όταν μπουχτίζετε πολύ συχνά  τον εαυτό σας όπως  ένα ποτό που έχει χάσει την φρεσκάδα του ; Όταν ακούτε τις εφημερίδες και λοξοκοιτάτε τον πλούσιο γείτονα , με ανοιγμένη την όρεξή σας λόγω της γρήγορου ανόδου και πτώσης της δύναμης , του χρήματος και των γνωμών ;Όταν δεν πιστεύετε πια στην φιλοσοφία , που φοράει κουρέλια , στην ελευθεροφροσύνη εκείνων που δεν έχουν ανάγκες ; ».[91]

Στο απόσπασμα του Νίτσε ,περιέχεται μια ουσιαστικά μεταμαρξιστική  κριτική του καπιταλισμού και της κυριαρχίας της τεχνικής :

  • – στο εργοστάσιο η ανθρώπινη ύπαρξη δεν κοινωνικοποιείται αλλά μετατρέπεται από  πρόσωπο σε εξάρτημα των μηχανών.
  • – ο παραγωγισμός , η συνεχής αύξηση της παραγωγής , η ανάπτυξη δίχως όρια και με κάθε κόστος αποτελεί τον χαρακτηριστικότερο ανορθολογισμό της νεωτερικότητας , την « τωρινή τρέλα των εθνών » , που συμμερίστηκε τόσο ο καπιταλισμός όσο και η μαρξιστική σκέψη.
  • – Οι διαδικασίες που επιτάσσει η καπιταλιστική κοινωνία και ο νεωτερικός πολιτισμός , εντός  και εκτός του εργοστασίου , καταστρέφουν κάθε εσωτερικότητα , κάθε «εσωτερική αξία » , για χάρη της εξωτερικότητας που θεοποιεί το χρήμα , την τεχνική , την ανάπτυξη.

Η απάντηση του Νίτσε στην καταστροφή του ανθρώπινου προσώπου δεν είναι η μεθοδική αλλαγή της κοινωνίας  αλλά είτε , όπως γράφει  , « καλύτερα να μεταναστεύσω , να προσπαθήσω να γίνω κύριος σε άγριες και δροσερές περιοχές του κόσμου και προ παντός κύριος του εαυτού μου  , να αλλάζω μέρος μόλις μου γνέψει ακόμη και το πιο μικρό σημάδι δουλείας » , είτε να στραφεί στην « περιπέτεια και τον πόλεμο και , αν έρθουν τα χειρότερα , να είμαι έτοιμος να πεθάνω : καλύτερα  όλα αυτά  παρά να υπομένω κι άλλο αυτή την ανάρμοστη δουλεία , παρά να συνεχίζω να γίνομαι  σκυθρωπός , φαρμακερός και συνεργός ».[92]

Η πρώτη επιλογή θυμίζει  ανάλογες σκέψεις ρομαντικών κοινοτιστών , όπως ο Γ.Λαντάουερ , οι οποίοι πρότειναν  ,μεταξύ άλλων ,την φυγή σε νέες χώρες και την δημιουργία νέων κοινοτήτων . Η σκέψη ότι η περιπέτεια , ο πόλεμος  μπορεί να είναι διέξοδος στην καπιταλιστική αλλοτρίωση θυμίζει ανάλογες σκέψεις του Ε.Γιούνγκερ , όπου ο πόλεμος χάνει την εφιαλτική του όψη για να γίνει μια περιπέτεια , ένα αισθητικό φαινόμενο , μια κατάφαση στον κίνδυνο.

Ο Νίτσε επιθυμεί οι στοχαστές να ζουν ως ασκητές ,  για να γίνουν απελευθερωτικά  πρότυπα για τους εργάτες , δηλαδή να ζουν με «  εθελούσια ειδυλλιακή φτώχεια » , με «αποχή από το επάγγελμα και το γάμο».[93]  Αντίθετα , η αναμονή της σοσιαλιστικής ελπίδας , η μελωδία ενός μελλοντικού παραδείσου , όταν δεν προϋποθέτει άμεσες πρακτικές αλλαγές , επιτείνει την αποδοχή της καταστροφής του ανθρώπινου προσώπου.

Η κριτική του Νίτσε ξετυλίγεται  με ριζοσπαστικό τρόπο : « Ιδού ποιο θα ήταν το σωστό φρόνημα : οι εργάτες της Ευρώπης θα έπρεπε στο εξής  να κάνουν ό,τι  είναι ανθρωπίνως  αδύνατο ως τάξη , κι όχι μόνο , όπως  συμβαίνει συνήθως , κάτι που έχει οργανωθεί  σκληρά και απρόσφορα  .Θα έπρεπε να εγκαινιάσουν μέσα στην ευρωπαϊκή  κυψέλη μια εποχή εξόδου κατά σμήνη , που , που όμοιά της δεν ξανά έγινε ποτέ , και , μ’ αυτή  την μεγαλειώδη πράξη ελεύθερης μετοικεσίας , να διαμαρτυρηθούν εναντίον της μηχανής , εναντίον του κεφαλαίου  και εναντίον του διλήμματος που τους απειλεί τώρα , να αναγκαστούν να γίνουν είτε δούλοι του κράτους , είτε δούλοι ενός ανατρεπτικού κόμματος . Μακάρι να ξαλαφρώσει η Ευρώπη από ένα τέταρτο  των κατοίκων της ! Θα είναι καλύτερο και για εκείνη  και γι’ αυτούς  !Θα είναι καλύτερο και για εκείνη και γι’ αυτούς ! Μόνο σε μακρινές χώρες και στις  επιχειρήσεις σμηνών  αποίκων θα φανεί καθαρά ποσό πολλή ορθοφροσύνη  και δικαιοσύνη  , πόσο υγιή δυσπιστία έχει δώσει στα παιδιά    της η μητέρα Ευρώπη .Σ’ αυτά τα παιδιά που δεν μπορούν πια να ζουν δίπλα σ’ αυτή τη ν μουχλιασμένη  γριά γυναίκα , που κινδυνεύουν    να  γίνουν γκρινιάρηδες  , ευερέθιστοι  και  φιλήδονοι σαν αυτήν. Έξω από την Ευρώπη θα ταξιδέψουν   μαζί με τους εργάτες και οι αρετές  της Ευρώπης  . Κι αυτό που μέσα στην πατρίδα άρχισε να εκφυλίζεται  σε επικίνδυνη δυσθυμία  και εγκληματική ροπή , θα αποκτήσει έξω μια άγρια , ωραία φυσικότητα  και θα ονομαστεί ηρωισμός. Έτσι θα φυσήξει  επιτέλους καθαρότερος αέρας στην  γέρικη  , πυκνοκατοικημένη  και απορροφημένη από τον εαυτό της Ευρώπης   ».[94]

Στο κείμενο αυτό υπάρχουν ορισμένες ευφυείς επισημάνσεις : το τέλος της εργατικής τάξης με τον τρόπο που αρχικά την είδαμε να εισβάλλει στην ιστορία , η υποδούλωση  του εργάτη στο κράτος  , στο κεφάλαιο , αλλά και στο « ανατρεπτικό κόμμα » , δηλαδή  στο κομμουνιστικό κόμμα  που μετέτρεψε την κυριαρχία των εργαζομένων σε δικτατορία του ιδίου και των στελεχών , που το απάρτιζαν. Επίσης η Ευρώπη ( ο ευρωπαϊκός πολιτισμός ) παρομοιάζετε με  « μουχλιασμένη γριά  γυναίκα»  , καθ’ ότι είχε χάσει κάθε γονιμότητα και δημιουργικότητα. Βέβαια  ο κριτικός αναστοχασμός είναι από τα στοιχεία που τελικά θα χαρακτηρίσουν την ευρωπαϊκή σκέψη , και αυτό ακριβώς  πράττει ο Νίτσε , ακόμη κι αν  είναι ο λόγος  του σκληρός και αδυσώπητος. Αυτή δε  η τεράστιας σημασίας κατάκτηση , δηλαδή  η αποδοχή  όχι μόνο της κριτικής  , αλλά και της άρνησης και της αμφισβήτησης , υπήρξε  ένα πνευματικό και κοινωνικό γεγονός που οφείλει πολλά σε στοχαστές , όπως ο Νίτσε  και ο Μάρξ.

Δίπλα λοιπόν στις ευφυείς επισημάνσεις του Νίτσε , υπάρχει ένας λόγος ποιητικός , υπερρεαλιστικός , παραληρηματικός κάποτε  , που ζητά την έξοδο των εργαζόμενων  από την Ευρώπη.

Παρότι η έξοδος αυτή , υπό άλλη μορφή , έγινε, δεν προξένησε τις αλλαγές που προσδοκούσε ο Νίτσε , ούτε στην Ευρώπη , ούτε στις Νέες Χώρες. Η μετανάστευση μετέφερε την απαλλοτρίωση της ανθρώπινης ύπαρξης από την μια χώρα στην άλλη. Σε μια εποχή ειδικότερα που η οικονομία αποκτά παγκόσμια χαρακτηριστικά , παρότι η συμμετοχή στον καπιταλισμό είναι διαφορετικού χαρακτήρα και αναλογίας σε κάθε κράτος , η αντιμετώπιση των προβλημάτων που με ριζικό τρόπο θέτει ο λόγος του Νίτσε ( και φυσικά και ο Μάρξ) μπορεί να γίνει με διαφορετικό τρόπο , δηλαδή με μια οργάνωση της εργασίας , που θα συνδυάζει την εργασία με το παιχνίδι , την δημιουργία , δεν θα θυσιάζει το ανθρώπινο πρόσωπο στον βωμό της παραγωγικότητας  και θα οδηγήσει  σταδιακά  στην μείωση του χρόνου της μισθωτής εργασίας.

Δεν μας διαφεύγει ότι η εργασία , σε μια εξιδανικευμένη της τουλάχιστον μορφή , συνδέει  το άτομο με την κοινωνία , είναι στοιχείο δημιουργικότητας , αλληλεγγύης   , ανεξαρτησίας ,αξιοπρέπειας και  βέβαια βιοπορισμού. Ο  άνεργος είναι αναγκασμένος να αποδέχεται πολλές ταπεινώσεις , να οδηγείται  στο περιθώριο της κοινωνίας  και να επιζεί από την φιλανθρωπία , γεγονός που επιτείνει τον ευτελισμό του.

Ο Νίτσε επισημαίνει ορθά ότι στον εγκώμιο της εργασίας   βλέπει  « την ίδια υστερόβουλη σκέψη όπως στον  έπαινο των κοινωφελών απρόσωπων πράξεων : εκείνη του φόβου για κάθε ατομικό ».[95]

Πιστεύει ότι η σκληρή εργασία είναι μια μέθοδος  για να σιγάσει κάθε επιθυμία για ελευθερία , αλλά και να πάψει να υπάρχει το ανθρώπινο πρόσωπο: « Παρατηρώντας την εργασία , αισθάνεται κανείς σήμερα κατά βάθος – με την λέξη εργασία εννοείται πάντα εκείνη  η σκληρή εργατικότητα από νωρίς έως αργά  – ότι  μια τέτοια εργασία  είναι η καλύτερη  αστυνομία , ότι χαλιναγωγεί  τους πάντες και ξέρει να εμποδίζει δυναμικά την ανάπτυξη του λογικού , της επιθυμίας , του πόθου  για ανεξαρτησία. Διότι ξοδεύει εξαιρετικά πολλή νευρική δύναμη , την οποία έτσι αφαιρεί από τον στοχασμό , τον αναλογισμό , την ονειροπόληση , τις μέριμνες , την  αγάπη , το μίσος : βάζει έναν μικρό σκοπό πάντα εν όψει και εγγυάται εύκολες και κανονικές ικανοποιήσεις . Έτσι , μια κοινωνία , στην οποία θα υπάρχει συνεχής σκληρή εργασία , θα έχει μεγαλύτερη ασφάλεια : και την ασφάλεια ακριβώς λατρεύουν σήμερα ως την ανώτερη θεότητα .- Και τώρα ! Φρίκη ! Ο «εργάτης » ακριβώς έχει γίνει επικίνδυνος ! Ο τόπος βρίθει από «επικίνδυνα άτομα »! Και πίσω απ’ αυτά ο κίνδυνος των κινδύνων – το άτομο ! ».[96]

Είναι τραγικό μια κοινωνία που επαγγέλλεται , ως ιδρυτική της αρχή , την πρωτοκαθεδρία του ατόμου  απέναντι σε κάθε συλλογικότητα , να εκμηδενίζει τελικά  το ανθρώπινο πρόσωπο μέσα σε μια αγέλη , όπου η επιθυμία  για ελευθερία , για όνειρο , για βίωση αισθημάτων έχει αντικατασταθεί από την επιθυμία για ασφάλεια από εκείνους που βρίσκονται  εντός και εκτός των τειχών.

Η κριτική του Νίτσε στην μισθωτή εργασία , η επιθυμία για διάσωση του ανθρώπινου προσώπου , για ανεξαρτησία και ονειροπόληση φέρνει τον στοχασμό του, κοντά σε κάποιους   ρομαντικούς λόγους  του Μάρξ , όπου  ο « καθένας  μπορεί να τελειοποιηθεί σε οποιονδήποτε κλάδο θέλει , η κοινωνία ρυθμίζει την γενική παραγωγή κι έτσι κάνει δυνατό για μένα να κάνω ένα πράγμα σήμερα κι άλλο αύριο , να κυνηγώ το πρωί , να ψαρεύω το απόγευμα , να φροντίζω  τα ζώα το βράδυ , να κριτική μετά το δείπνο , όπως ακριβώς μου αρέσει , χωρίς ποτέ να γίνομαι κυνηγός , ψαράς , βοσκός ή κριτικός»[97]  – που βέβαια αντιφάσκουν με τον πρωταρχικό ρόλο που αποδίδει ο ίδιος στην ανθρώπινη εργασία  σε άλλα κείμενα του[98] – όπως  και με τον γαλλικό περσοναλισμό. Βεβαίως η σκέψη του Μάρξ για την εργασία προέρχεται από τον άλλο αντίπαλο του Νίτσε , τον Χέγκελ και την σχέση κύριου-δούλου  όπου « με την εργασία ο δούλος συνειδητοποιεί την αληθινή του φύση».[99] Παρά τις επί μέρους διαφωνίες με τον Χέγκελ του αναγνωρίζει ότι «υιοθετεί την άποψη της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας .Βλέπει την εργασία σαν ουσία , η αυτό- επιβεβαιούμενη  ουσία  του ανθρώπου. Βλέπει μόνο τη θετική και όχι την αρνητική πλευρά της εργασίας .Η  εργασία είναι ο ερχομός του ανθρώπου για τον εαυτό μέσα στην αλλοτρίωση ή ο ερχομός του σαν αλλοτριωμένου ανθρώπου»[100].Συνεπώς μπορεί ο Μάρξ διατυπώνει τις ενστάσεις  του για την αλλοτριωμένη εργασία, αλλά μαζί με τον Χέγκελ αναγνωρίζει σε αυτή την ουσία του ανθρώπου. Βεβαίως η άποψη αυτή δεν τον εμπόδισε να αναγνωρίσει , σε άλλα όπως είδαμε γραπτά του, την σημασία που έχει για τον άνθρωπο ο μη εργάσιμος χρόνος.

Σε ένα άλλο κείμενο με τον τίτλο «Το κράτος στους Έλληνες»[101] ο Νίτσε ισχυρίζεται ότι στην νεοτερικότητα  «όλοι βασανίζονται να διαιωνίσουν με άθλιο τρόπο μια άθλια ζωή .Αυτή η φοβερή ανάγκη τους οδηγεί να κάνουν μια εξουθενωτική εργασία , την οποία θαυμάζει κάθε τόσο ο εκμαυλισμένος από τη «θέληση» άνθρωπος ή ακριβέστερα ανθρώπινος νους , σαν να είναι κάτι αξιοσέβαστο.»[102]Έτσι ενώ στον σύγχρονο άνθρωπο μπορεί να συνδυάζεται ο αγώνας για την ύπαρξη με την ανάγκη της τέχνης στους αρχαίους Έλληνες «η ιδέα ότι η εργασία είναι ένα όνειδος εκφράζεται με τρομακτική ειλικρίνεια »[103]

Αντίθετα στον σύγχρονο κόσμο δεν είναι ο άνθρωπος της τέχνης , αλλά ο δούλος που καθορίζει και ονοματίζει τις σχέσεις με τον κόσμο και για αυτό έχουν έναν απατηλό χαρακτήρα «Φαντάσματα όπως η αξιοπρέπεια του ανθρώπου , η αξιοπρέπεια της εργασίας , είναι ενδεή προϊόντα της δουλείας που κρύβεται από τον ίδιο τον εαυτό της .»[104]Προχωρώντας ακόμη περισσότερο , ο Νίτσε , ισχυρίζεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την εργασία και την δουλεία ως   αναγκαιότητα για την οποία ένιωθαν συγχρόνως ντροπή και όνειδος. Μάλιστα η ύπαρξη στρωμάτων που εργάζονται δουλικά είναι προυπόθεση για την ανάπτυξη του πολιτισμού, ενώ ο καθένας αποκτά αξιοπρέπεια καθώς γίνεται εργαλείο της μεγαλοφυΐας. Αμφίσημη είναι σε αυτό το σημείο η θέση του Νίτσε για το κράτος .Ενώ το θεωρεί  αναγκαίο συγχρόνως επισημαίνει ότι «πρέπει να δεχτούμε ότι ένα όν που ερευνά τη γέννηση του κράτους , θα αναζητούσε στο εξής ,γεμάτο  φρίκη , τη σωτηρία του μόνο στην απομάκρυνση από αυτό»[105] Παρότι εσφαλμένα γράφει ότι η εξάπλωση της καθολικής ψηφοφορίας δείχνει τον φόβο μπροστά στον πόλεμο – μετά την Γαλλική Επανάσταση ξέσπασαν πόλεμοι με τέτοια συμμετοχή του λαού που δεν υπήρξε στο παρελθόν των δυναστικών κρατών- εντοπίζει την ανάδυση μιας αριστοκρατίας του χρήματος , που απαρτίζεται από απάτριδες κοσμοπολίτες «εκείνους τους ερημίτες του χρήματος , οι οποίοι , επειδή δεν διαθέτουν εκ φύσεως το κρατικό ένστικτο , έχουν μάθει να χρησιμοποιούν καταχρηστικά το κράτος και την κοινωνία ως μηχανισμούς για να πλουτίζουν οι ίδιοι.»[106]Κατά το παράδειγμα και πάλι ,του Ε.Γιούνγκερ, θα αναζητήσει στον πόλεμο την διέξοδο από την «τη χρησιμοποίηση της επαναστατικής σκέψης στην υπηρεσία μιας ιδιοτελούς και άνευ σχέσεων με το κράτος αριστοκρατία του χρήματος»[107] .Βεβαίως  η διατύπωση ενός δέοντος από τον Νίτσε τελεί από την ριζική σχετικότητα και την αποφασιστική άρνηση να υψώσει νέες θεότητες. Όπως γράφει «Το τελευταίο που υπόσχομαι είναι να «βελτιώσω» την ανθρωπότητα .Δεν θα στήσω καινούρια είδωλα, ας μάθουν τα παλιά τι σημαίνει να έχουν πήλινα πόδια .Το αναποδογύρισμα των ειδώλων (είδωλα είναι η λέξη μου για τα «ιδεώδη») – αυτή είναι μάλλον η δουλειά μου.»[108]

 

Ο Νίτσε αφού προηγουμένως αποθεμελίωσε όλα τα υπάρχοντα πολιτικά συστήματα , διαλέγει ως την δική του ουτοπία μια πνευματική αριστοκρατία , που θα ζει ασκητικά, μοναχικά ,με ελάχιστα αγαθά , συμφιλιωμένη με την οδύνη και τις κακουχίες[109] . Απέναντι στην τάση του εκδημοκρατισμού και των ίσων δικαιωμάτων , που κάνει  «το αγελαίο ζώο κύριο»  ,αυτός κατέχεται από το πάθος της απόστασης. Στοχεύει σε νέες ιεραρχίες που δεν είναι όμως ούτε οι ιεραρχίες του χρήματος , ούτε ιεραρχίες που αποθεώνουν το κράτος. Πρόκειται βέβαια για μια δική του επιθυμία , που δεν έχει ελπίδα να γίνει μέρος της πραγματικότητας , διότι προϋποθέτει μια βαθύτατη ανατροπή , που θα έχει γίνει πρώτα στην συνείδηση των ανθρώπων και θα έχει τέτοια ισχύ ώστε να μπορεί να επιβληθεί στην πολιτική που στηρίζεται από το κράτος και τα μέσα ενημέρωσης. Σε αντίθεση με τον Δαρβίνο θεωρεί ότι αυτοί που επικρατούν δεν είναι οι ισχυροί ,αλλά οι αδύναμοι .Οι ισχυροί είναι σπάταλοι ,ενώ αποδεκατίζονται σε μάχες μεταξύ τους ,και  τα αισθήματα που έχουν τα ξοδεύουν : «η ύπαρξή τους είναι δαπανηρή »[110].

Η δημοκρατία ισοπεδώνει τους πληθυσμούς της Ευρώπης και τις ιεραρχίες που διέπονταν ,προετοιμάζοντας μια νέα κυρίαρχη  τάξη, ώστε  «οι ίδιες συνθήκες που επισπεύδουν την εξέλιξη του  αγελαίου ζώου ,επισπεύδουν και την εξέλιξη του ηγετικού ζώου»[111].Αναρωτιέται αν  την ευρωπαϊκή δημοκρατία θα την διαδέχεται «ένα ανώτερο είδος κυριάρχων και καισαρικών πνευμάτων που θα στέκονταν πάνω σ’ αυτό, , που θα διατηρούνταν απ’ αυτό , και που θα ανυψώνονταν μέσω αυτού; » και «μια τολμηρή κυρίαρχη ράτσα πάνω στη βάση μιας εξαιρετικά έξυπνης αγελαίας μάζας.»[112] Προβλέπει ότι πλησιάζει ο καιρός που η γη θα κυβερνηθεί σαν σύνολο και αναρωτιέται «Και για ποιο σκοπό θα αναδυθεί και θα εκτραφεί ο «άνθρωπος » ως σύνολο – και όχι πια ως λαός , φυλή ;».[113] Είναι ερωτήματα που μπορεί να προοιωνίζουν την παγκοσμιοποίηση , αλλά ο Νίτσε δεν μπορεί να τα απαντήσει .  Κάποιες προυποθέσεις , που θέτει , όπως είναι η αντιστροφή των αξιών , η ανάδυση ενός «είδος ανθρώπου ύψιστης πνευματικότητας και δύναμης της θέλησης »[114], μόνο ως  παιχνίδια του νου μπορούν να ερμηνευθούν. Προς το παρόν ας συγκρατήσουμε ότι καμιά κοινωνία (καπιταλιστική , σοσιαλιστική ή οποιαδήποτε άλλη) δεν μπορεί να λειτουργήσει , αν δεν υπάρχουν κάποιοι , που μπορεί και να είναι μειοψηφία, οι οποίοι δεν έχουν ως μοναδική ή κύρια αξία τους το χρήμα , αλλά η δραστηριότητά της θα διέπεται από τις μη-εγχρήματες αξίες.

Η κοινωνία του χρήματος και αυτή που ήθελε να φαίνεται ως αντίθετή της  , ο σοσιαλισμός (ο υπαρκτός σοσιαλισμός , η σοσιαλδημοκρατία ), συγχωνεύτηκαν  και δεν αποτελούν πλέον δύο διαφορετικές εκδοχές της νεωτερικότητας , αλλά μια  .Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να θριαμβολογούν , να θεωρούν τον εαυτό τους ως το τέλος της ιστορίας , αλλά δεν μπορούν να αναλογιστούν ούτε την μικροπολιτική  τους , ούτε την αντιαισθητική τους ευτέλεια  . Δεν συνιστούν μέρος της φυσικής τάξης ή έξοδο από τον μηδενισμό , αλλά μεταμφιέσεις του μηδενός.

Ο Νίτσε και ο Μάρξ αν δεν χρησιμοποιηθούν ,ως ιερά κείμενα  ,ή ως ιερά τέρατα  είναι το ίδιο αναγκαίοι για να κατανοήσουμε την νεωτερικότητα .Ξεκινώντας από δύο διαφορετικές αφετηρίες , ο ένας από το πάθος της ισότητας , ο άλλος από το πάθος της απόστασης γίνονται και οι  δύο κριτικοί της κοινωνίας που έχει ανάγει ως κύρια αξία και θεμέλιο της ,το χρήμα. Βεβαίως είναι ενδιαφέρον το που μπορούμε να φτάσουμε ακολουθώντας τα ερωτήματά τους και τις σκέψεις. Ο Νίτσε δίχως να το περιμένει γράφοντας ότι , «δεν υπάρχουν γεγονότα , αλλά μόνον ερμηνείες » [115], προανήγγειλε   τον μεταμοντερνισμό. Το πιο παράδοξο είναι ότι  οραματιζόμενος μια πνευματική αριστοκρατία εξέρχεται από τα όρια της πολιτικής και εισέρχεται στα όρια της ηθικής και της αισθητικής .Η σημαντικότερη συνεισφορά του , που τον φέρνει δίπλα στον Ντοστογιέφσκι , που θαύμαζε απεριόριστα  , είναι η τοποθέτηση του τραγικού στοιχείου     και του τραγικού  ανθρώπου – κι όχι μια τυφλά αισιόδοξης πίστης – στο κέντρο της μεταξίωσης όλων των αξιών ,στην  καρδιά της πορείας εξόδου από τον μηδενισμό : «Είναι τα ηρωικά πνεύματα που λένε Ναι στον εαυτό τους ,στην τραγική σκληρότητα :είναι αρκετά σκληρά για να αισθάνονται τον πόνο σαν ηδονή».[116]

[1] Γ.Λούκατς : «Φ.Νίτσε :Κάτω από το φως του μαρξισμού»,Πρόλογος-Μετάφραση Ξεν.Ι.Καράκαλου ,Εκδόσεις Μαρή ,Αθήνα 1980, σελ.9.Το  δοκίμιο του Λούκατς  για τον Νίτσε περιέχεται  στο έργο του «Η καταστροφή του Λόγου»

[2] όπως προηγούμενα σελ. 7

[3] Δ.Γληνός :Εκλεκτές σελίδες , Εκδόσεις Στοχαστής, Τόμος Α’ , σελ. 100 στο δοκίμιο του «Νοσταλγός ή προφήτης :ένα σύντομο σκίτσο για το Νίτσε  και τη φιλοσοφία », που πρωτοδημοσιεύθηκε ,ως πρόλογος στο έργο του Φ.Νίτσε «Η γενεαλογία της ηθικής », που μετέφρασε ο ίδιος με το ψευδώνυμο Δ.Αλεξάνδρου και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Γκοβόστη στην Αθήνα το 1942.

[4] Φ.ΝΙΤΣΕ : «Ανεπίκαιροι Στοχασμοί », ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ,Θεσσαλονίκη 1996, Εισαγωγή- μετάφραση – χρονικό Ι.Σ.Χριστοδούλου ,Πρόλογος Σ.Δεληβογιατζής σελ. 265-266.

[5] Όπως προηγούμενα σελ.266

[6] Όπως προηγούμενα σελ 267

[7] Όπως προηγούμενα σελ 267

[8] Όπως προηγούμενα σελ 267.Σε ένα άλλο σημείο του ίδιου βιβλίου συνηγορεί υπέρ των γνήσιων χριστιανών (όπως ήταν για παράδειγμα  οι ασκητές  ) , που κράτησαν τον χριστιανισμό εκτός του κράτους : « Οι περισσότερο γνήσιοι  και αληθινοί  οπαδοί του Χριστιανισμού , την κοσμική του επιτυχία , την επονομαζόμενη «ιστορική ισχύ » του ,ανέκαθεν την αμφισβήτησαν και την εμπόδισαν περισσότερο παρά την υποστήριξαν .Γιατί φρόντιζαν να θέσουν εαυτούς εκτός «του κόσμου» , και δεν ανησυχούσαν για την «πορεία  της χριστιανικής ιδέας» γι’ αυτό κυρίως έχουν μείνει εντελώς άγνωστοι και ανώνυμοι στην Ιστορία »(σελ.193).

[9] Όπως προηγούμενα σελ 272

[10] Όπως προηγούμενα σελ 279

[11] Όπως προηγούμενα σελ279

[12] Όπως προηγούμενα σελ 279

[13] Όπως προηγούμενα σελ 279

[14] Όπως προηγούμενα σελ 279.Στους «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς» , ο Σωκράτης σε αντίθεση με άλλα έργα του Νίτσε , έχει μια απόλυτα θετική αντιμετώπιση.

[15] Όπως προηγούμενα σελ 280

[16] Όπως προηγούμενα σελ 284

[17] Όπως προηγούμενα σελ 294

[18] Όπως προηγούμενα σελ295

[19] Όπως προηγούμενα σελ 301

[20] Όπως προηγούμενα σελ 302

[21] Όπως προηγούμενα σελ332

[22] Όπως προηγούμενα σελ335

[23] Όπως προηγούμενα σελ 389

[24] Όπως προηγούμενα σελ 179

[25] Όπως προηγούμενα σελ 185

[26] Όπως προηγούμενα σελ 219

[27] Όπως προηγούμενα σελ 229

[28] Όπως προηγούμενα σελ 241

[29] Όπως προηγούμενα σελ 242

[30] Όπως προηγούμενα σελ 256

[31] Όπως προηγούμενα σελ 256-257

[32] Όπως προηγούμενα σελ 259.

[33] Όπως προηγούμενα σελ 263

[34]Φ.Νίτσε : «Μαθήματα για την Παιδεία », Εκδόσεις Ροές , Μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος

[35] Όπως προηγούμενα σελ 47, 48

[36] Όπως προηγούμενα σελ 49

[37] Όπως προηγούμενα σελ 51

[38] Όπως προηγούμενα σελ 53

[39] Όπως προηγούμενα σελ 55

[40] Όπως προηγούμενα σελ 55

[41] Όπως προηγούμενα σελ 65

[42] Όπως προηγούμενα σελ 65

[43] Όπως προηγούμενα σελ 83

[44] Όπως προηγούμενα σελ 102

[45] Όπως προηγούμενα σελ 102

[46] Όπως προηγούμενα σελ 103

[47] Όπως προηγούμενα σελ 103,104

[48] Όπως προηγούμενα σελ 118

[49] Όπως προηγούμενα σελ 120

[50] Όπως προηγούμενα σελ 130,131. Ένας στοχαστής που προέρχεται από την ορθόδοξη  χριστιανική σκέψη  ο Σ .Γουνελάς σχολίασε εκτεταμένα   στο δοκίμιο του  «Ο Φ.Νίτσε , οι διαλέξεις για την παιδεία»  ,που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του « Η κρίση του πολιτισμού» , τις σκέψεις του Νίτσε και κατέληξε  ότι «Οι διαλέξεις του Νίτσε μας επαναφέρουν με σαφήνεια και ανιδιοτέλεια μπροστά στην πραγματικότητα , φωτίζοντας την ελληνικά , υπό ορισμένη έννοια. Ο πυρήνας από τον οποίο αντλεί και στον οποίο παραπέμπει δεν είναι μια στείρα αρχαιολατρία , αλλά η γονιμοποίηση του και των αισθήσεων στη σημερινή εποχή ή σε οποιαδήποτε άλλη, έτσι ώστε να βοηθηθεί ο άνθρωπος να ξαναβρεί το «μέγεθος», που έχασε »(σελ.127).

[51] «Ανθρώπινο πολύ Ανθρώπινο» , Εκδόσεις Μ. Δαμιανού , Μετ.Ε.Καλκάνη

[52] Όπως προηγούμενα σελ.441 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 310)

[53] Όπως προηγούμενα σελ.439,440 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 304)

[54] Όπως προηγούμενα σελ. 441 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 308)

[55] Όπως προηγούμενα σελ. 442 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 317)

[56] Όπως προηγούμενα σελ. 550,551 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 220)

[57] Όπως προηγούμενα σελ. 571 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 285)

[58] Όπως προηγούμενα σελ. 572 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 286)

[59] Όπως προηγούμενα σελ. 572 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 288)

[60] Όπως προηγούμενα σελ. 292(από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 472)

[61] Όπως προηγούμενα σελ. 293 (από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 473)

[62] Όπως προηγούμενα σελ. 293(από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 473)

[63] Όπως προηγούμενα σελ. 293(από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 473)

[64] Φ. ΝΙΤΣΕ:Ιδε ο Άνθρωπος ,Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ. 90

[65] Φ. ΝΙΤΣΕ:Ιδε ο Άνθρωπος ,Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ143

[66] Φ. ΝΙΤΣΕ:Ιδε ο Άνθρωπος ,Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ 146,147

[67] Φ. ΝΙΤΣΕ:Το λυκόφως των ειδώλων, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ.65,66

[68] Φ. ΝΙΤΣΕ:Το λυκόφως των ειδώλων, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ.69

[69] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ.42

[70] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ129

[71] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ 50

[72] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ 168

[73] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ 183

[74] Φ.ΝΙΤΣΕ; «Γενεαλογία της Ηθικής»,Εκδόσεις Γκοβόστης, ,Μετάφραση Άρης Δικταίος , σελ.120

[75] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Αυγή», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας, σελ.127

[76] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Η θέληση για δύναμη», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας,σελ.44

[77]Φ.ΝΙΤΣΕ «Ανθρώπινο πολύ Ανθρώπινο» , Εκδόσεις Μ. Δαμιανού , Μετ.Ε.Καλκάνη, σελ.571,(από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 285)

[78] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Ο Αντίχριστος», Εκδοτική Θεσσαλονίκης ,Μετάφραση Ζ.Σαρίκα ,σελ. 71.

[79] Στο «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα »(Εκδόσεις Δωδώνη , Μετάφραση Α.Δικταίου ): «Κράτος λέγεται το πιο παγερό απ’ όλα τα παγερά τέρατα. Κ’ επίσης παγερά ψεύδεται. Και τα ψέματα αυτά έρπουν από το στόμά του: «Εγώ ,το κράτος ,είμαι ο λαός .Αυτό είναι ψέμα !Δημιουργοί ήσαν αυτοί που δημιούργησαν τους λαούς  και κρέμασαν από πάνω τους μια πίστη και μιαν αγάπη :έτσι υπηρέτησαν τη ζωή »(σελ. 87), στο «Θέληση για δύναμη » (Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας)  γράφει «Το κράτος ή η οργανωμένη ανηθικότητα –εσωτερικά : ως αστυνομία , ποινικό δίκαιο , τάξεις ,εμπόριο , οικογένεια .Εξωτερικά :ως θέληση για δύναμη , για πόλεμο , για κατάκτηση , για εκδίκηση»(σελ.336),ενώ δικαιολογεί την εξέγερση «Το έγκλημα ανήκει στην έννοια «εξέγερση εναντίον της κοινωνικής τάξης πραγμάτων».Δεν «τιμωρούν έναν στασιαστή :τον καταστέλλουν .Ένας στασιαστής μπορεί να είναι άθλιος και αξιοπεριφρόνητος άνθρωπος .Αλλά δεν υπάρχει τίποτε μεμπτό σε μια εξέγερση καθ’ εαυτήν – και το να είσαι στασιαστής σε σχέση με το δικό μας είδος κοινωνίας  δεν μειώνει από μόνο του την αξία ενός ανθρώπου .Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις όπου οφείλει κανείς να τιμήσει έναν στασιαστή ,επειδή αυτός βρίσκει κάτι στην κοινωνία μας εναντίον του οποίου χρειάζεται να γίνει πόλεμος : όπου μας ξυπνά από τον λήθαργό μας ….Σε όλα σχεδόν τα εγκλήματα βρίσκουν επίσης έκφραση ορισμένες ιδιότητες που δεν πρέπει να λείπουν από έναν άνθρωπο .Δεν ήταν αδικαιολόγητο που ο Ντοστογιέφσκι είπε για τους τροφίμους των σιβηριανών φυλακών του  ότι αποτελούσαν το πιο ισχυρό και πιο αξιόλογο κομμάτι του ρωσικού λαού» (σελ.343 ,344)

[80] Στο «Λυκόφως των Ειδώλων», Εκδοτική Θεσσαλονίκης , Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας : «Στοιχίζει πολύ ακριβά η άνοδος στην εξουσία :η εξουσία σε κάνει ηλίθιο »(σελ.51)

[81] Στο «Θέληση για δύναμη » (Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας)  γράφει «Λίγος καθαρός αέρας !Αυτή η παράλογη κατάσταση της Ευρώπης δεν πρέπει να συνεχιστεί άλλο ! Υπάρχει καμιά ιδέα πίσω απ’ αυτόν τον βοϊδίσιο εθνικισμό ;  » (σελ. 347)

[82] Στο «Γενεαλογία της Ηθικής  » Εκδόσεις Γκοβόστης, ,Μετάφραση Άρης Δικταίος γράφει : «Μα , πρώτ’ απ’ όλα , θα πώ κάτι στο αυτί των ψυχολόγων μας , αν υποθέσουμε πως θα τους έκανε κέφι να μελετήσουν από πιο κοντά την ίδια τη μνησικακία :το φυτό αυτό ανθίζει , σήμερα , κατά τον ωραιότερο τρόπο , ανάμεσα στους αναρχικούς και στους αντισημίτες , όπως άνθιζε , πάντα , άλλωστε , σαν τον μενεξέ , μ’ όλο που το άρωμά του διαφέρει»(σελ. 75).Στο Φ.ΝΙΤΣΕ: «Ο Αντίχριστος», Εκδοτική Θεσσαλονίκης ,Μετάφραση Ζ.Σαρίκα , γράφει «Μπορούμε να εξισώνουμε πλήρως τον χριστιανό με τον αναρχικό :ο στόχος τους , το ένστικτό τους , κατευθύνεται μόνο προς την καταστροφή. Η ιστορία αποδεικνύει αυτήν την πρόταση με μια εκπληκτική σαφήνεια»(σελ.79).

[83] Στο «Γενεαλογία της Ηθικής  » Εκδόσεις Γκοβόστης, ,Μετάφραση Άρης Δικταίος γράφει : «δε μπορώ να υποφέρω μήτε κι αυτούς τους νεοφανείς εμπόρους του ιδεαλισμού , τους αντισημίτες , που σήμερα στρέφουν άλλού τα μάτια τους και χτυπούν τα χριστιανικά , άρεια , αγαθά στήθεια τους και  που με γαϊδουρινή υπομονή και   ξεθεωτική κατάχρηση  των κοινότερων δημαγωγικών μέσων, την ηθική στάση δηλαδή , ζητούν να ερεθίσουν όλα τα στοιχεία του κερασφόρου ζώου που ‘χει ένας λαός (- αν κάθε είδος πνευματικής απάτης δεν μένει χωρίς επιτυχία στη σημερινή Γερμανία , αυτό οφείλεται στο αδιάψευστο και χειροπιαστό κιόλας φτώχεμα του γερμανικού πνεύματος , που την αιτία του τη ζητώ σε μιαν υπερβολικά αποκλειστική πνευματική τροφή που του δίνεται μ’ εφημερίδες , πολιτική , μπύρα  και βαγκνερική  μουσική , συμπεριλαμβανομένου κι αυτού που αποτελεί προυπόθεση αυτής της δίαιτας : ο εθνικός αποκλειστικισμός κ’ η εθνική ματαιοδοξία , η ισχυρή , μα και στενή αρχή : «Η Γερμανία υπεράνω όλων», μα και ,αμέσως μετά , η paralysis agitans των «μοντέρνων ιδεών» ) » (σελ. 168, 169).Επίσης στο Φ.ΝΙΤΣΕ «Η περίπτωση Βάγκνερ- Νίτσε εναντίον Βάγκνερ , Εκδοτική Θεσσαλονίκης ,Μετάφραση Ζ.Σαρίκα» γράφει : «Δεν αντέχω τίποτε το διφορούμενο .Από τότε που πήγε ο Βάγκνερ στη Γερμανία ,ενέδωσε σιγά-σιγά σ’ όλα  όσα περιφρονώ εγώ –ακόμη και στον αντισημιτισμό  »(σελ.94).

Στο «Πέρα από το καλό και το κακό »(Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση –Επιμέλεια Ζ.Σαρίκας), γράφει «Τι χρωστάει η Ευρώπη στους Εβραίους;- Πολλά πράγματα , καλά και κακά , και προπαντός ένα που είναι ταυτόχρονα από τα καλύτερα και από τα χειρότερα:το μεγάλο στιλ στην ηθική , τη φοβερότητα και τη μεγαλειότητα των ατέλειωτων απαιτήσεων , των ατέλειωτων σημασιών , ολόκληρο τον ρομαντισμό και την εξοχότητα των ηθικών αμφιβολιών – και κατά συνέπεια ακριβώς το πιο ελκυστικό , ύπουλο και διαλεγμένο κομμάτι  εκείνων των χρωματικών παιχνιδιών και των σαγηνών της ζωής από  από  των οποίων την τελευταία αναλαμπή ο ουρανός της ευρωπαϊκής κουλτούρας μας , ο απογευματινός της ουρανός , τώρα φλέγεται – ίσως καίγεται. Εμείς οι καλλιτέχνες μεταξύ των θεατών και των φιλοσόφων είμαστε γι’ αυτό το πράγμα ευγνώμονες – στους Εβραίους….Το ότι οι Εβραίοι θα μπορούσαν , αν το ήθελαν – ή αν αναγκάζονταν , όπως φαίνεται να θέλουν οι αντισημίτες – ακόμη και τώρα να επικρατήσουν , και μάλιστα να κυριαρχήσουν σ’ ολόκληρη την Ευρώπη είναι σίγουρο.. Εξίσου σίγουρο είναι ότι δεν δουλεύουν και δεν κάνουν σχέδια γι’ αυτό το πράγμα.. Στο μεταξύ θέλουν και επιθυμούν μάλλον , ακόμη και με κάποια φορτικότητα , να απορροφηθούν και να αφομοιωθούν από την και μέσα στην Ευρώπη , λαχταρούν να εγκατασταθούν επιτέλους μόνιμα, να γίνουν δεκτοί και σεβαστοί και να δώσουν τέλος στη νομαδική ζωή , στον «περιπλανώμενο Ιουδαίο»  »(σελ. 144,σελ.146).

Στο Φ.ΝΙΤΣΕ: «Η θέληση για δύναμη», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας : «οι αντισημίτες δεν συγχωρούν τους Εβραίους για το ότι έχουν «πνεύμα» – και χρήμα. Οι αντισημίτες – ένα άλλο όνομα για  τους «μη προνομιούχους»(σελ.403)

[84] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Η θέληση για δύναμη», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας,σελ.406

[85] όπως προηγούμενα σελ.406

[86] όπως προηγούμενα σελ.406

[87] όπως προηγούμενα σελ.406

[88] όπως προηγούμενα σελ.407

[89] όπως προηγούμενα σελ.350

[90] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004.

[91] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ.147

[92] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ 147,148

[93] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ147

[94] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ 148

[95] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός  173 ,σελ.124

[96] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός  173 ,σελ.124

[97] Κ.Μάρξ – Φ.Ένγκελς : « Η Γερμανική Ιδεολογία » , μετάφραση Κ.Φιλίνη , Αθήνα ,Gutenberg  , τόμος Α’ , σελ. 78.

[98] Ο Κ.Παπαιωάννου στο έργο του «ο Μάρξ και η φιλοσοφία » επισημαίνει  «Άλλωστε , ο ώριμος Μάρξ , πιο εξοικειωμένος με την πραγματικότητα του βιομηχανικού πολιτισμού . δείχνει ένα μεγάλο σκεπτικισμό , σχετικά με τη δυνατότητα μιας τέτοιας επανεμφάνισης της παλιάς «χαράς της εργασίας».Σ’όλη του τη ζωή ο Marx ,πίστευε , ότι η βιομηχανική  εργασία φανερώνει την «ουσία» του ανθρώπου και αποτελεί την πληρέστερη πραγματοποίηση των «ουσιαστικών δυνάμεων  του ανθρώπου»! » (Κ.Παπαιωάννου:Φιλοσοφία και Τεχνική :ο διάλογος Μάρξ- Χέγκελ, Εναλλακτικές Εκδόσεις ,Εισαγωγή Γ.Καραμπελιά σελ.63)

[99] Γ.Χέγκελ: Φαινομενολογία του πνεύματος ,Εκδόσεις Δωδώνη, Εισαγωγή-μετάφραση –σχόλια Δ.Τζωρτζόπουλου, Τόμος Α’ ,σελ. 343

[100] Κ.Μάρξ:Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, Εκδόσεις Γλάρος, 1975,μετάφραση  Μπάμπη Γραμμένου, σελ.177

[101] Φ.ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.89-106

[102] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.89

[103] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.90

[104] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.91

[105] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.98

[106] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.102

[107] ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.102

[108] Φ.ΝΙΤΣΕ:ΙΔΕ ο Άνθρωπος, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ14

[109] Φ.ΝΙΤΣΕ: Πέρα από το καλό και το κακό »,Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση –Επιμέλεια Ζ.Σαρίκας : «  Νιώθουμε σαν το σπίτι μας σε πολλές χώρες του πνεύματος , ή τουλάχιστον υπήρξαμε φιλοξενούμενοι σε σ’ αυτές. Ξεφεύγαμε πάντα από τις ευχάριστες μουχλιασμένες γωνιές , στις οποίες έδειχναν να μας παραδίδουν η προτίμηση και η προκατάληψη , η νιότη , η καταγωγή , οι συγκυρίες ανθρώπων και βιβλίων , ή και η κόπωση από την  περιπλάνηση .Είμαστε γεμάτοι κακία για τα θέλγητρα της εξάρτησης , που κρύβονται  μέσα στις τιμές , στο χρήμα , στα αξιώματα ή στους ενθουσιασμούς των αισθήσεων .Είμαστε ευγνώμονες προς τη δυστυχία και τη μεταβαλλόμενη αρρώστια , επειδή πάντα μας ελευθέρωνε από κάποιον κανόνα και την  «προκατάληψή» του »(σελ. 50).

[110] Φ.ΝΙΤΣΕ : Η θέληση για δύναμη, Εκδόσεις Νησίδες ,Μετάφραση- επιμέλεια Ζ.Σαρίκας,σελ. 405

[111] όπως προηγούμενα σελ.438

[112] όπως προηγούμενα σελ.438.Παρόμοιες αντιλήψεις εκφράζει στο «Πέρα από το καλό και το κακό »(Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση –Επιμέλεια Ζ.Σαρίκας) : «ο εκδημοκρατισμός της Ευρώπης είναι ταυτόχρονα μια αθέλητη διευθέτηση για τη δημιουργία τυράννων – με όλες τις έννοιες της λέξης , ακόμη και την πιο πνευματική»(σελ.138)

[113] όπως προηγούμενα σελ.438

[114] όπως προηγούμενα σελ.440

[115] όπως προηγούμενα σελ. 238

[116] όπως προηγούμενα σελ.394

 

Πηγή: https://koutroulis-spyros.blogspot.com/2010/11/blog-post_28.html

Με αφορμή τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για τους /τις άνω των 60

Με αφορμή τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για τους /τις άνω των 60

Την Τρίτη 30/11/21 το Μαξίμου ανακοίνωσε τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για τους άνω των 60. Το επιχείρημα; «Το 95% όσων πεθαίνουν λόγω covid-19 είναι ηλικιωμένοι άνω των 60 με σοβαρά υποκείμενα νοσήματα. Συνεπώς, το ελληνικό κράτος επιβάλλει τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για να σώσει ζωές. Δε μπορεί μια μειοψηφία ψεκασμένων γέρων και γριών να επιβαρύνει το Ε.Σ.Υ.. Η άρνηση εμβολιασμού αποτελεί ένδειξη αντι-κοινωνικής συμπεριφοράς. Για την κατάρρευση του Ε.Σ.Υ. ευθύνονται οι ανεμβολίαστοι/ες γέροι και γριές, οι οποίοι/ες σπέρνουν το θάνατο στα καφενεία και τις λαϊκές αγορές με το ίδιο τρόπο που οι ανεμβολίαστοι/ες γενικώς ευθύνονται για τις πιο φονικές και πιο μεταδοτικές μεταλλάξεις του ιού SARS-CoV-2. Όπου δε πίπτει λόγος πίπτει ράβδος… και μηνιαίο πρόστιμο 100 ευρώ για όσους δε συμμορφώνονται».

Η ταξική φύση των «υγειονομικών» μέτρων είναι κι εδώ προφανής καθώς ο υποχρεωτικός εμβολιασμός αφορά αποκλειστικά τους χαμηλοσυνταξιούχους: αν κανείς εισπράττει λ.χ. νοίκια θα είναι σε θέση να εξαγοράζει το «προνόμιο» της συναίνεσης σε μία ιατρική πράξη. Με αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση στοχοποιεί συστηματικά και κατά περίπτωση συγκεκριμένες κοινωνικές και φυλετικές ομάδες. Χθες ήταν οι «παραβατικοί» τσιγγάνοι, οι μετανάστες, οι πιτσιρικάδες των πλατειών, οι ανεμβολίαστοι/ες υγειονομικοί, σήμερα οι ανεμβολίαστοι ηλικιωμένοι, ενώ αύριο θα είμαστε όλοι/ες, εμβολιασμένοι/ες και ανεμβολίαστοι/ες. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει «ατομική» και όχι κρατική ευθύνη. Σε κάθε περίπτωση, οι απείθαρχοι/ες θα τιμωρούνται παραδειγματικά.

Η ορθολογική ως προς τον σκοπό δράση («στοχοπροσηλωμένη» δράση), δηλαδή αυτή η δράση που αξιολογεί και επιλέγει τα κατάλληλα μέσα για να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό και που στο αποκορύφωμά της εμφανίζεται στις οικονομικές δοσοληψίες, οδηγεί την ανθρωπότητα σε επικίνδυνες ατραπούς. Σήμερα, αυτός ο εργαλειακός ορθολογισμός πραγματώνεται μέσα από την ολοένα και αυξανόμενη επιρροή της τεχνοκρατικής σκέψης στην καθημερινή ζωή (ό,τι πουν οι «ειδικοί»). Πράγματι, αν η άρνηση χρήσης εμβολίων γονιδιακής θεραπείας επέφερε αυστηρότερους περιορισμούς, μεγαλύτερα χρηματικά πρόστιμα ή ακόμα και φυλάκιση, τότε τα ποσοστά εμβολιασμού θα εκτοξεύονταν- και μαζί τους, βέβαια, τα κέρδη των πολυεθνικών εταιρειών φαρμάκου. Απέναντι σε αυτόν τον εργαλειακό ορθολογισμό -που οδηγεί κατευθείαν προς τον ολοκληρωτισμό- εμείς αντιτάσσουμε έναν ορθολογικό τρόπο δράσης ως προς τις αξίες. Ύψιστη αξία για εμάς δεν είναι η ζωή με την έννοια της βιολογικής ύπαρξης («γυμνή ζωή»), αλλά μια ζωή ελεύθερη από τους καταναγκασμούς της εξουσίας («ζωή με τα όλα της»). Αν κανείς επιλέγει την ασφάλεια έναντι της ελευθερίας ας γίνει ασφαλίτης – αυτά δε λέγαμε παλιά;

Λοιπόν, το είπαμε και το ξαναλέμε: ο υποχρεωτικός εμβολιασμός περιορίζει την ήδη περιορισμένη -μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία- αυτο-διαχείριση των σωμάτων μας· και η αυτο-διαχείριση των σωμάτων μας είναι αδιαπραγμάτευτη. Τον τελευταίο λόγο για τη ζωή και το θάνατο μας θα τον έχουμε εμείς και όχι το κράτος και οι φαρμακομαφίες που αυτό υπηρετεί. Άλλωστε, ο εμβολιασμός (αν και εφόσον και για όσο πιάσει τόπο) είναι ένα μέσο ατομικής προστασίας. Υπ’ αυτή την έννοια, ο εμβολιασμός είναι ή μάλλον θα έπρεπε να είναι μια προσωπική υπόθεση. Προσωπική υπόθεση και όχι ταξικό καθήκον. Από που κι ως που, άραγε, η απόφαση για μια ιατρική πράξη αποτελεί ταξικό καθήκον; Από που κι ως που η τυφλή συμμόρφωση στις κρατικές προσταγές αποτελεί ένδειξη κοινωνικής αλληλεγγύης; Πως είναι δυνατόν να αγωνιστούμε ενάντια στην ταξική, εθνοφυλετική και έμφυλη καταπίεση την ίδια στιγμή που η εξουσία επεμβαίνει με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο στα σώματά μας;

Δεν έχουμε καμιά αυταπάτη. Ο ιός SARS-CoV-2 δεν αποτέλεσε παρά το ιδανικό πρόσχημα για την επιτάχυνση της λεγόμενης 4ης βιομηχανικής επανάστασης, για την εμβάθυνση της κρατικής επιτήρησης/καταστολής και τον (ψηφιακό κι όχι μόνον) μετασχηματισμό των κοινωνικών μας σχέσεων. Η τεχνο-επιστήμη και η «επιστημονική κοινότητα» δεν είναι πέραν από πολιτικές σκοπιμότητες και οικονομικά συμφέροντα (ποτέ δεν ήταν), ενώ η «κρατική διαχείριση της πανδημίας» μόνο με την «πανδημία» δεν έχει να κάνει. Αν είχε, τότε το ελληνικό κράτος θα προχωρούσε σε ουσιαστική ενίσχυση/στελέχωση του Ε.Σ.Υ., σε επίταξη των ιδιωτικών κλινικών και όχι σε αναστολές εργασίας για τους χιλιάδες ανεμβολίαστους/ες υγειονομικούς. Όμως, εμείς δεν διεκδικούμε ένα μεγαλύτερο κράτος, αλλά την ανατροπή κάθε μορφής εξουσίας και εκμετάλλευσης. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει υγεία στα πλαίσια μιας αρρωστημένης/αλλοτριωμένης κοινωνίας. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει υγεία χωρίς δικαιοσύνη και ελευθερία!

ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥΣ ΕΚΒΙΑΣΜΟΥΣ

ΝΑΙ ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΚΑΘΟΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

ΣΑΜΠΟΤΑΖ ΣΤΟΝ «ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ» ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

Πρωτοβουλία αναρχικών ενάντια στους εξαναγκασμούς και το σύγχρονο ολοκληρωτισμό

prwtovoulia_anarhikwn2021@riseup.net

Πηγή: athensindymedia

Γράμμα από τη φυλακή: Δεν υπάρχει υγεία χωρίς ελευθερία

Τον χειμώνα του 2019 άρχισε η παγκόσμια εξάπλωση του πρωτοεμφανιζόμενου ιού SARS-CoV-2. Παρότι κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει αποδείξεις για την ακριβή προέλευση αυτού του ιού, είναι δεδομένο ότι η κερδοσκοπική βιομηχανική λεηλασία κaι εκμετάλλευση του ζωϊκού και φυτικού κόσμου δημιουργούν παθογόνες συνθήκες, και ειδικότερα νέους ιούς (πχ. νόσοι «των αγελάδων», «των χοίρων», «των πτηνών»). Επιπλέον όμως, υπάρχουν ενδείξεις επιστημονικές (η σύσταση του συγκεκριμένου ιού) και άμεσες ενδείξεις (η πειραματική δραστηριότητα του βιοτεχνολογικού εργαστηρίου της Γιούχαν), ότι ο CoV-2 αποτελεί εργαστηριακό υβρίδιο. Ενδεχομένως, η βιασύνη των τεχνοκρατών να αποδώσουν την πατρότητά του στους παγκολίνους (ένα άγριο ζώο που είχε γίνει αντικείμενο πολυτελούς κατανάλωσης), αναγνωρίζοντας εμμέσως τα ζημιογόνα παράγωγα της βιομηχανικής κυριαρχίας και της λεηλασίας της ζωντανής ύλης, να οφείλεται στη βασιμότητα της υπόθεσης ότι ο CoV-2 αποτελεί πειραματικό κατασκεύασμα. Είτε έτσι είναι είτε αλλιώς, είναι καταφανές ετούτη τη στιγμή ότι ο πολιτισμός του κέρδους είναι παθογόνος και παράγει θάνατο. Είναι ο ίδιος πολιτισμός που θέσπισε τη μαζική αιχμαλωσία ως απάντηση στις παραβιάσεις του νόμου.

Η παγκόσμια εξάπλωση του CoV-2 έγινε η αφορμή για να εξαπολυθεί από το ελληνικό και από πολλά άλλα κράτη, ένας ολοκληρωτικός μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων, με τα εξής χαρακτηριστικά:

Περαιτέρω εμπορευματοποίηση και πλήρης ιδιωτικοποίηση της υγείας

Η ήδη υποβαθμισμένη δημόσια πρωτοβάθμια περίθαλψη εκμηδενίστηκε. Η μετατροπή των κρατικών νοσοκομείων σε, κατά κύριο λόγο, κέντρα διαχείρισης των ασθενών με CoV-2, διέλυσε το ήδη εγκαταλελειμμένο σύστημα δημόσιας παροχής ιατρικής φροντίδας. Το σύνολο των ιατρικών αναγκών, και ειδικότερα των θανατηφόρων ασθενειών που σαρώνουν τις αστικές κοινωνίες και αυξάνονται στατιστικά, λόγω των νοσογόνων παραγόντων του πολιτισμού του κέρδους (όπως ο καρκίνος και οι καρδιοαγγειακές), έγιναν δώρο προς εκμετάλλευση στους επιχειρηματίες της αρρώστιας. Η ίδια η διαχείριση όλων των ασθενών από CoV-2 με διαδικασίες ΜΕΘ, συρρίκνωσε τη δημόσια ιατρική φροντίδα στην αποκλειστική σφαίρα της διαχείρισης στατιστικά αναπόφευκτων θανάτων (σύμφωνα με τις συνθήκες και τις στατιστικές που διαμορφώνουν τα ίδια τα κράτη), και μάλιστα από μία και μόνο αιτία. Άλλωστε αρκετοί πνευμονολόγοι που έχουν εργαστεί με ασθενείς από CoV-2, στην Ελλάδα και αλλού, έχουν σχεδόν απόλυτη επιτυχία εφαρμόζοντας κατάλληλη ανά ασθενή φαρμακευτική αγωγή, κι ορισμένοι έχουν επισημάνει ότι η τυπική διαδικασία της ΜΕΘ είναι ένας φαύλος κύκλος που πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες θανάτου.

Η κατάργηση όλων των υποδομών πρόληψης και η επιβολή μέσω πρωτοκόλλου, μιας ιατρικής αντιμετώπισης στα όρια του θανάτου, άνοιξε τον δρόμο για τη μονοπώληση της αγοράς γύρω από τον CoV-2 από το εμβολιαστικό ΚΑΡΤΕΛ. Πρόκειται για μια προσχεδιασμένη πολιτική οριστικής καθολικής εξάρτησης από τη φαρμακοβιομηχανία. Η διαχείριση μιας ασθένειας σαν ως επί το πλείστον θανατηφόρα, με την ταυτόχρονη απουσία κάθε έρευνας για τη θεραπεία της, στρέφει το σύνολο της ανθρωπότητας σε κατ’ επίφαση προληπτικά μέτρα έκτακτης ανάγκης. Ένα εμβόλιο που πλασάρεται ως αποκλειστικό προληπτικό μέτρο για μια πανδημία, καθιστά το σύνολο των υγειών ανθρώπων, πελάτες των φαρμακευτικών ΚΑΡΤΕΛ, ενώ το φάρμακο είναι ένα προϊόν μόνο για τους νοσούντες. Τα φράγκα που μεταφέρονται από τα κρατικά ταμεία στα βιομηχανικά ΚΑΡΤΕΛ και τις τσέπες των πολιτικών αρχόντων (μίζες), για τα δήθεν δωρεάν εμβόλια, είναι φόροι που έχουν αρπαχτεί από την εργασία εκείνων που δεν έχουν εξουσία.

Ένας ιός όπως ο CoV-2 αποτελεί το καταλληλότερο υπόστρωμα για την ατέρμονη εξάρτηση καθενός από μας από τη χημική βιομηχανία, διότι μεταλλάσσεται σε βάθος χρόνου. Εξασφαλισμένη κυριαρχία των μονοπωλίων πάνω στο σύνολο των ανθρώπινων σωμάτων.

Τα ίδια τα βιοτεχνολογικά εμβόλια για τον CoV-2 είχαν, πριν την πειραματική εφαρμογή τους πάνω σ’ όλη την ανθρωπότητα, και εξακολουθούν να έχουν, αστάθμητες παραμέτρους άμεσων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιπλοκών στην υγεία του εμβολιαζόμενου, αλλά και στη βιολογική του υπόσταση. Ορισμένα εμβόλια είναι πιθανό να μετατρέψουν ή να έχουν ήδη μετατρέψει το ανθρώπινο γονιδίωμα σε ανεξέλεγκτο υβρίδιο του CoV-2, δηλαδή, να έχουν ενσωματώσει εσαεί τον ιό στον άνθρωπο. Η μικρή πιθανότητα παρείσφρησης του ιού στο ανθρώπινο γονιδίωμα γίνεται βεβαιότητα, εφόσον το πείραμα εφαρμόζεται σ’ έναν τεράστιο πληθυσμό, και θα είναι διαρκείας με τους αλλεπάλληλους εμβολιασμούς.

Αυτή η διακινδύνευση των εταιριών και των κυβερνήσεων, ενώ με την πρώτη ματιά φαίνεται παράλογη, ουσιαστικά εξυπηρετεί τον κερδοσκοπικό έλεγχο. Όπως τα χωράφια που έχουν σπαρθεί με σπόρους της Monsanto-Bayer, εμμέσως γίνονται κτήματα του βιοτεχνολογικού μονοπωλίου, έτσι και τα σώματα που υποδέχονται τα συγκεκριμένα εμβόλια γίνονται εργαστήρια εξαρτημένης υγείας. Περισσότερη αρρώστια, περισσότερη ζήτηση για τα προϊόντα του ΚΑΡΤΕΛ. Νέες μορφές ασθένειας, νέες βιομηχανικές καινοτομίες. Και βέβαια, δεν κινδυνεύουν οι εταιρίες και οι κυβερνήσεις, αλλά ο κάθε άνθρωπος ως μεμονωμένος αριθμός. Όση ζημιά και να κάνει ο καπιταλισμός, θα έχει διαχειρίσιμους πληθυσμούς, εφόσον αντιμετωπίζει υποτελείς κοινωνίες.

Κατασκευή μιας κοινωνίας-φυλακής

Τα πρώτα μέτρα του ελληνικού κράτους με αφορμή τον ιό δεν ήταν μέτρα υγείας, αλλά επιβολής ενάντια στην κοινωνία. Εμείς οι κοινωνικοί αιχμάλωτοι των φυλακών αμέσως αναγνωρίζουμε ότι οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας και συναθροίσεων, ο ηλεκτρονικός ή γραφειοκρατικός έλεγχος κάθε κίνησης, η στρατιωτική κατοχή του δημόσιου χώρου από την αστυνομία, η τρομοκρατία των προστίμων και οι κάθε είδους τεχνικές πειθάρχησης, αποτελούν γενίκευση του συστήματος της φυλακής. Στο όνομα ενός κινδύνου επιβλήθηκε η πιο ολοκληρωτική χούντα που έχει περάσει από τη χώρα. Βιώνοντας το σύστημα της φυλακής μπορούμε αμέσως να βεβαιώσουμε ότι ο εγκλεισμός αποτελεί εχθρό της υγείας. Ήταν αυτονόητο εξαρχής, όταν κλειδώθηκαν τα πάρκα, έγιναν πογκρόμ και στρατιωτική κατοχή στις πλατείες, και απαγορεύτηκε κάθε υπαίθρια δραστηριότητα, ότι το κράτος όχι μόνο αδιαφορεί για την υγεία των λαϊκών ανθρώπων, που δεν έχουν ιδιωτικές επαύλεις και πρόσβαση σε ιδιωτικά νοσοκομεία, αλλά επιπλέον επενδύει στη μαζική εξασθένηση της υγείας.

Οι παθογόνες συνθήκες του κερδοσκοπικού πολιτισμού εντάθηκαν. Η σπάνη κίνησης, καθαρού αέρα, ζωντανού περιβάλλοντος, κοινωνικής επαφής και ταυτόχρονα ελεύθερου χώρου, δηλαδή δυνατότητας απομάκρυνσης από παθογόνους παράγοντες, παράγει αρρώστια. Ειδικά ο εγκλεισμός των παιδιών και των γυναικών σε μικρόκοσμους καταπίεσης, τροφοδοτεί τα χείριστα εγκλήματα και διαμορφώνει έναν κόσμο εξ ολοκλήρου κανιβαλικό, και μια γενιά ανάπηρη.

Τα υποτιθέμενα προληπτικά μέτρα εν αναμονή των εμβολίων ήταν μια σαρωτική επίθεση στις ευπαθείς ομάδες. Οι γέροι, που χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα για κάθε χουντικό μέτρο, εγκαταλείφθηκαν αβοήθητοι στα γηροκομεία ή στα φτωχόσπιτά τους. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες πέθαιναν μαζικά μες στα ιδρύματα χωρίς καμία περίθαλψη. Στα νοσοκομεία επίσης, εφόσον η υγεία έχει μετατραπεί σ’ ένα στατιστικό οικονομικό ζήτημα διαχείρισης του θανάτου, οι γηραιότεροι έχουν μειωμένες πιθανότητες να προλάβουν την τυπική ιατρική μεταχείριση όσο ζουν (το λεγόμενο triage εκτοξεύτηκε).

Τα αντικοινωνικά, καταπιεστικά και αντιθεραπευτικά μέτρα δεν είναι και δεν γίνεται να είναι ισότιμα. Απ ’τη μία υπάρχουν εκείνοι που αγοράζουν ιδιωτικό χώρο κι υπηρεσίες (ευεξίας, περίθαλψης, συναθροίσεων διασκέδασης, φυγής και κατά βούληση απομόνωσης), κι απ’ την άλλη εκείνοι που όντας δέσμιοι κάθε σπάνης, κι ως εκ τούτου εξαρτημένοι από τους κόμβους της πυραμίδας ελέγχου κι εκμετάλλευσης, χάνονται υπό το βάρος του παθογόνου συστήματος και των παρεπόμενων ασθενειών τους. Κάτω κάτω γίνεται σφαγή. Η χουντική αξιοποίηση της παρουσίας του CoV-2 αποτελεί έμμεση μορφή ευγονικής, και η ευγονική είχε πάντα ταξικό υπόβαθρο.

Η φυλακή αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα για την αντίθεση ανελευθερίας και υγείας. Και αποδεικνύει κραυγαλέα ότι το κράτος μετράει την υγεία των υποτελών του μόνο με όρους κέρδους, αφού το σύστημα του μαζικού εγκλεισμού έχει επινοηθεί προκειμένου να κρύβει τη φτώχεια και την παράβαση, μέσα στην κοινωνικά αδιόρατη μακρόσυρτη εξόντωση.

Η θέση στην οποία βρέθηκαν οι αιχμάλωτοι του κράτους, σ’ όλη τη Γη και στις ελληνικές φυλακές, είναι αποκαλυπτική: Στην πρώτη φάση της ολοκληρωτικής καταστολής με αφορμή τον CoV-2, η μαζική εξέγερση σε πολλές ιταλικές φυλακές χτυπήθηκε με στρατιωτικές μεθόδους. 14 αιχμάλωτοι δολοφονήθηκαν με σφαίρες στη φυλακή της Μοντένα. Αργότερα, επαναλήφθηκαν κινητοποιήσεις στις ιταλικές φυλακές, με άρνηση κλεισίματος των κελιών και απεργίες πείνας, απαιτώντας την επαναλειτουργία των επισκεπτηρίων, και προμήθειες. Τον Μάρτη του ‘20 έγινε εξέγερση σε φυλακή της Βολιβίας, μετά τον θάνατο 2 αιχμαλώτων από CoV-2. Τον ίδιο μήνα, σε φυλακές του Ιράν, η διαμαρτυρία για τη μη εφαρμογή της αποσυμφόρησης που είχε εξαγγείλει το κράτος χτυπήθηκε με σφαίρες και δακρυγόνα. 36 νεκροί και πολλοί τραυματίες. Παραδίδοντας τους νεκρούς στους συγγενείς τους, το κράτος δήλωνε ότι αυτοκτόνησαν ή πέθαναν από ναρκωτικά. Στη Βενεζουέλα, 46 νεκροί και περισσότεροι από 70 τραυματίες, στην καταστολή εξέγερσης που έγινε λόγω του κοψίματος των εξωτερικών προμηθειών, χωρίς τις οποίες οι αιχμάλωτοι δεν μπορούν να επιβιώσουν. Σε φυλακή του Σεντ Λούις των ΗΠΑ, όπου εμφανίστηκαν κρούσματα CoV-2, χτυπήθηκε η ειρηνική διαμαρτυρία των αιχμαλώτων που ζητούσαν τον μη συγχρωτισμό τους, την πραγματοποίηση test, την επαναφορά του προαυλισμού και των επισκεπτηρίων, που είχαν καταργηθεί εκτάκτως, και τη βελτίωση του φαγητού. Ως απάντηση στην καταστολή, οι αιχμάλωτοι εξεγέρθηκαν και κατέστρεψαν πολλές υποδομές της φυλακής. Στις φυλακές υψίστης ασφαλείας του Σαντιάγκο της Χιλής έγινε επίσης κινητοποίηση. Πολλές ακόμη είναι οι αντιστάσεις των αιχμαλώτων στις νέες εξοντωτικές συνθήκες. Πολλές ίσως δεν έχουν μαθευτεί δημόσια.

Στις ελληνικές φυλακές, η πρώτη καταγεγραμμένη κινητοποίηση ήταν η απεργία πείνας 1200 αιχμαλώτων μεταναστών στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Κορίνθου. Επίσης στο Παρανέστι, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, τον Απρίλη του ‘20 έγινε εξέγερση και απεργία πείνας μόλις ανακοινώθηκε η αναστολή όλων των διαδικασιών ασύλου. Η κινητοποίηση χτυπήθηκε από τα ΜΑΤ, οι αιχμάλωτοι βασανίστηκαν, κλειδώθηκαν στα κοντέινερ και ακολούθησαν μεταγωγές.

Τον ίδιο μήνα, στη φυλακή γυναικών στη Θήβα, η κινητοποίηση των αιχμαλώτων γυναικών, μετά το θάνατο της Αζιζέ Ντενίρογλου, χτυπήθηκε από τα ΜΑΤ. Οι παθολογικές αιτίες του θανάτου της κουκουλώθηκαν. 11 γυναίκες δικάστηκαν και υπέστησαν πειθαρχικές μεταγωγές ή και αφάιρεση πόντων και μεροκάματων για ένα έτος, που ισοδυναμεί με αντίστοιχη επιπλέον αιχμαλωσία. Κατά την ποινική αντεκδίκηση για την εξέγερση των γυναικών, στοχοποιήθηκε ιδαιτέρως η συντρόφισσα Πόλα Ρούπα, μέλος της αντάρτικης οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας.

Οι σφαίρες, τα ρόπαλα και οι ποινές, δεν πέφτουν για την υγεία, αλλά ενάντια στην υγεία. Αν χρειάζεται εξηγήσεις για την ανάδειξη της αντίθεσης υγείας και κρατικής τρομοκρατίας, σημαίνει ότι ο φασισμός έχει μπολιάσει τις καρδιές και τη γλώσσα. Στις ελληνικές φυλακές, η ιατρική πρόληψη και περίθαλψη ήταν ανέκαθεν ανύπαρκτες. Άνθρωποι που θα έπρεπε να χειρουργούνται ή να νοσηλεύονται μένουν αβοήθητοι, καταδικασμένοι στις ασθένειές τους. Άνθρωποι πεθαίνουν στις φυλακές λόγω έλλειψης διαγνώσεων. Η κατάσταση δεν άλλαξε μετά την έλευση του CoV-2. Αντιθέτως, αφότου ο ιός έγινε το πρόσχημα του ολοκληρωτικού γύψου, οι συνθήκες εγκλεισμού αμέσως επιδεινώθηκαν.

Το πρώτο μέτρο για τις φυλακές, με αφορμή τον ιό, ήταν η κατάργηση των επισκεπτηρίων. Αρχικά και για μεγάλο διάστημα έκοψαν όλα τα επισκεπτήρια, παρότι τα τακτικά είναι έτσι κι αλλιώς αποστειρωμένα, αφού μεσολαβεί τζάμι-τοίχος. Εκτός αυτού, αναφερόμενοι στα ανοιχτά επισκεπτήρια, όπου επιτρέπεται το άγγιγμα, η απομόνωση μιας ευπαθούς ομάδας έχει νόημα μόνο αν συνοδεύεται από ιδιαίτερη μέριμνα για την υγεία των μελών της στον μέγιστο βαθμό, δηλαδή μέριμνα υγείας πλουσιότερη από εκείνη που απολάμβαναν (ή δεν απολάμβαναν) πριν, κι από εκείνη που απολαμβάνουν γενικότερα οι υγιείς. Πρακτικά, σημαίνει διαρκή και προσωποκεντρική ιατρική φροντίδα με τα μέγιστα μέσα, άπλετος χώρος και φυσικό περιβάλλον. Και σίγουρα, μόνο αν είναι οικειοθελής μια τέτοια απομόνωση μπορεί να είναι προστατευτική για την υγεία. Σπανιότατα βρίσκεται κάποιος οικειοθελώς στη φυλακή. Και κανένας κρατούμενος δεν ζήτησε την κατάργηση των επισκεπτηρίων. Θα ήταν παράλογο εξ ορισμού αυτό το αίτημα αφού τα επισκεπτήρια δεν είναι υποχρεωτικά! Οι πιο ευπαθείς θα μπορούσαν να ζητήσουν την απομόνωσή τους από τους υπόλοιπους αιχμαλώτους, αλλά κανένας αιχμάλωτος δεν διανοείται ως δίκαιη την απαίτηση να υποβληθούν σε βαθύτερη καταστολή όλοι, προκειμένου να μην κινδυνέψει ο ίδιος. Έτσι ακριβώς λογίζονται οι ταξικά βολεμένοι.

Ο μηχανισμός της φυλακής έχει έναν αυτοτελή τρόπο ανταπόκρισης σε οποιοδήποτε πρόβλημα εγείρεται μέσα στο κοινωνικό σώμα: περισσότερη απομόνωση. Αν ένας αιχμάλωτος ζητούσε να απομονωθεί από τους υπόλοιπους για λόγους υγείας, η φυλακή θα είχε να του προσφέρει μόνο την υποδομή της πειθαρχικής απομόνωσης. Οι χείριστες συνθήκες από τη σκοπιά της υγείας. Μα είναι αυτό που εφαρμόζεται σε όποιους αιχμαλώτους βρεθούν θετικοί στο ιολογικά test και σε όποιους μπουν στη φυλακή, από μεταγωγή. Κρίθηκες ασθενέστερος; Είσαι επικίνδυνος και θα τιμωρηθείς επαυξημένα. Η ευγονική ιδεολογία, ως πρακτική ταξικής εκκαθάρισης, στην καθολική καθημερινότητα.

Τα γεγονότα στη φυλακή της Λάρισας τον Δεκέμβρη του ‘20 δίνουν μια συμπυκνωμένη εικόνα του τι συνέπειες έχουν πάνω στους αιχμαλώτους οι υγειονομικές πρακτικές που βρίσκονται στα χέρια του κράτους. Όταν ασθένησαν κάποιοι αιχμάλωτοι της φυλακής, η κοινότητά τους διαμαρτυρήθηκε μαζικά και παρατεταμένα, ζητώντας test, υλικά αντισηψίας και ιατρική φροντίδα για όλους. Λόγω της κινητοποίησης, τα κράτος αναγκάστηκε να φέρει κλιμάκιο του ΕΟΔΥ. Αφού τα test έβγαλαν πολλά θετικά αποτελέσματα, η φυλακή επέβαλε ένα και μόνο μαγικό θεραπευτικό μέτρο: κλείδωσε επ’ αορίστω όλους τους αιχμαλώτους στου θαλάμους, χωρίς διαχωρισμό φορέων και μη, νοσούντων και υγειών! Αυτό που φαίνεται και είναι μια μακάβρια τιμωρία, αντανακλά σε υπερθετικό βαθμό το πνεύμα της φυλακής. Για κάθε πρόβλημα, απομόνωση και εγκατάλειψη του προβληματικού υποκειμένου στις τεχνητές συνθήκες φτώχειας, εξασθένησης, αρρώστιας και θανάτου.

Μέσα στις παρανοϊκές αφηγήσεις της εξουσίας, η ελευθερία έχει στιγματιστεί σαν δημόσιος κίνδυνος. Κάθε νόμιμη προσωρινή έξοδος απ’ τη φυλακή (ακόμη κι αν είναι από κάγκελο σε κάγκελο), τιμωρείται πλέον με απομόνωση κατά την επιστροφή. Με τα πρόσφατα διατάγματα, όποιος έχει δίκη διαρκείας θα εκτίει στο ίδιο διάστημα ποινή απομόνωσης.

Ένα σημερινό παράδειγμα της εγκληματικής υποκρισίας: κάποιος αιχμάλωτος μετάγεται στον Κορυδαλλό για μία δίκη διάρκειας μίας μέρας. Εκεί παραμένει σε απόλυτη απομόνωση επί μία βδομάδα, αφού υπήρχε ο χώρος, μέχρι να μεταχθεί πάλι πίσω. Στη φυλακή ύψιστης ασφάλειας του Δομοκού, όπου επέστρεψε, κλειδώθηκε επί 4 μέρες σ’ ένα στενό κελί, χωρίς έξοδο σε διάδρομο (ούτε προάυλιο), μαζί με άλλους αιχμάλωτους που μετήχθησαν από άλλες φυλακές. Προφανώς αν ένας έφερε τον ιό, οι συνθήκες ήταν οι ιδανικότερες για να μεταφερθεί στους υπόλοιπους. Κι επειδή ο θάλαμος όπου στοιβάζονται μαζικά οι εισερχόμενοι ως «καραντίνα» ήταν υπερπλήρης (κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλον), οι πλεονάζοντες τοποθετήθηκαν σε κελιά της πτέρυγας του αναρρωτηρίου, όπου κρατούνται και οι φορείς του CoV-2 δίπλα σε όλους τους ασθενείς αιχμάλωτους. Εκκολαπτήριο επιδημίας. Το test που κάνουν κατά την άφιξή τους οι εισερχόμενοι δεν θεωρείται αρκετό ώστε να κριθούν μη φορείς, αλλά κατόπιν, για να βγουν από την απομόνωση εκβιάζονται να κάνουν νέο test. Double face υγειονομική αφήγηση, η απομόνωση απομόνωση, και η τεχνομυστικιστική πειθάρχιση ανεξάρτητη συνθηκών. Να σημειώσουμε ότι στη συγκεκριμένη φυλακή συνεχίστηκαν επί εποχής CoV-2 οι πολύωρες καθημερινές διακοπές παροχής νερού, δηλαδή η πιο ανθυγιεινή κατάσταση.

Εκ των συνθηκών οι αιχμάλωτοι έχουμε τη θέληση να αλληλοβοηθηθούμε. Αν ο καθένας ήταν ό,τι δηλώνει (π.χ. οι πολιτικάντηδες και οι φαρμακοβιομηχανίες δημόσιοι υπηρέτες, οι ανθρωποφύλακες κοινωνικοί λειτουργοί και οι γιατροί γιατροί), θα ήταν εύλογη η συνεργασία μας στην ιατρική πρόληψη. Ξέρουμε όμως ότι τα test για SARS μόνο περισσότερη απομόνωση και συνθήκες ασθένειας φέρνουν, και η «καραντίνα» είναι μόνο πειθαρχική ποινή για όλους, και ρατσιστική για όποιους ονομάζονται «κρούσματα» (ανεξάρτητα του τι σημαίνει πραγματικά αυτό το στίγμα). Με δεδομένο ότι οι φυλακές δεν είναι στελεχωμένες με γιατρούς και νοσηλευτές, και δεν έχουν καμία ιατρική υποδομή, εκτός από την καθημερινή ροή φαρμάκων (κυρίως ψυχοκατασταλτικών ναρκωτικών), το στοίχημα υπέρ της υγείας δεν έχει καμία ελπίδα.

Η ολοκληρωτική ακινητοποίηση ως αποκλειστικό, κατ’ όνομα προληπτικό μέτρο, μπροστά σε μια επιδημία στη φυλακή, είναι παράγωγο της γενικής ακινητοποίησης που επιβλήθηκε σ’ όλη την κοινωνία, ως μέτρο στατιστικής διαχείρισης. Ο τραγικός παραλογισμός της εφαρμογής αυτής της μεθόδου στις φυλακές καταδεικνύει το γενικό αδιέξοδό της ως ιατρική πρακτική. Η ιατρική καραντίνα μέχρι το 2019 ήταν ένα μέτρο που εφαρμοζόταν μόνο κατά χωροχρονική εξαίρεση. Τα μέτρα καθολικού αποκλεισμού (η λεγόμενη αποστασιοποίηση) είναι εξωπραγματικά: Δεν γίνεται να αυτοκαταργηθεί ο κοινωνικός βίος και η επιβιωτική δραστηριότητα μιας κοινωνίας, ειδικότερα αν βρεθεί αποκλεισμένη. Η επιβολή και η διαχείριση του καθολικού αποκλεισμού αποτελούν εργαλεία του κέρδους και της καταστολής. Η στατιστική πρόληψη δεν είναι υγεία – είναι ισοπέδωση της υγείας· δείχνει μια κοινωνία που έχει εγκαταλείψει την υγεία της κι έχει αφεθεί στην οικονομία συσσώρευσης εξουσίας. Όλ’ αυτά δείχνουν ότι η φυλακή είναι δομή εγγενώς απάνθρωπη κι αντικοινωνική.

Η φυλακή αποτελεί έναν στρατοκρατούμενο τόπο· το πρότυπο αντιμετώπισης της κοινωνικής απειθαρχίας. Όλοι οι αιχμάλωτοι ξέρουμε ότι μέχρι να γκρεμίσουμε τη φυλακή, οι σφαίρες, τα ρόπαλα κι οι ποινές θα πλεονάζουν, ενώ οι θεραπείες θα σπανίζουν.

Οι ευρύτερες αντιδράσεις απέναντι στο φονικό κύμα της κρατικής καταστολής στις φυλακές παγκοσμίως (με δεξιές κι αριστερές κυβερνήσεις, ιμπεριαλιστικά ή αντιαμερικάνικα καθεστώτα) ήταν ισχνές. Τον Σεπτέμβρη του 1971 εξεγέρθηκαν 2000 αιχμάλωτοι στη φυλακή Άττικα των ΗΠΑ. Κατά την καταστολή της εξέγερσης δολοφονήθηκαν 30 αιχμάλωτοι και 10 φύλακες, ενώ τραυματίστηκαν 89 απ’ τις σφαίρες της αστυνομίας. Το γεγονός έχει σημαδέψει την ιστορία. Επίσης, η καταστολή της εξέγερσης στη φυλακή Καραντιρού της Βραζιλίας τον Οκτώβρη του 1992, έμεινε στην ιστορία. Η στρατοχωροφυλακή δολοφόνησε με σφαίρες 111 αιχμαλώτους και τραυμάτισε 37. Όπως και στην Άττικα, όπως και παντού όπου η εξουσία δρα στο σκοτάδι, οι περισσότεροι νεκροί είχαν πυροβοληθεί αφού είχαν πρώτα ακινητοποιηθεί από τους δολοφόνους τους. Το βραζιλιάνικο κράτος καταδικάστηκε από διεθνές δικαστήριο γι’ αυτό το γεγονός. Ο στρατιωτικός επικεφαλής της εισβολής στη φυλακή καταδικάστηκε από εθνικό δικαστήριο σε 632 χρόνια φυλάκισης. Κατόπιν, η απόφαση ακυρώθηκε κι αυτός πήρε βουλευτική καρέκλα. Τελικά, την ίδια χρονιά (2006), εκτελέστηκε από αντάρτες.

Στις τούρκικες φυλακές οι μαζικοί αγώνες, οι απεργίες πείνας μέχρι θανάτου και η στρατιωτική καταστολή είναι ακατάπαυστα επί δεκαετίες.

Οι νεκροί εξεγερμένοι του ταξικού πολέμου φωτίζουν την ιστορία. Πού χάθηκαν όμως οι δολοφονημένοι αιχμάλωτοι της τρέχουσας περιόδου; Τι έχει αλλάξει, ώστε οι δολοφονημένοι από τα όπλα του κράτους να χάνονται σαν ένας αριθμός μέσα στη στατιστική της ευταξίας του θανάτου; Γιατί στεκόμαστε άοπλοι μέσα σ’ έναν κόσμο που επιζητά να βαδίσει προς τον θάνατό του με εφησυχαστική άγνοια;

Τουλάχιστον να επαναλάβω την κοινή διεκδίκηση όλων των εξεγερμένων αιχμαλώτων της Γης, μετά την εμφάνιση του CoV-2, αλλά και πριν, για την οποία πολλοί θυσιάστηκαν:

Μέχρι να φτιάξουμε μια κοινωνία αλληλεγγύης κι όχι κέρδους, και να καταστραφεί το απάνθρωπο σύστημα φυλακή , αποκλειστικό μέτρο μείωσης των παθογόνων συνθηκών που επιβαρύνουν τους αιχμαλώτους είναι η μαζική αποφυλάκιση και η κατάργηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Περισσότεροι άνθρωποι ελεύθεροι, όλοι πιο υγιείς.

Οι κινητοποιήσεις της 17ης Νοέμβρη, της 6ης Δεκέμβρη, ενάντια στον αντιφοιτητικό νόμο και για τον αιχμάλωτο αντάρτη Δημήτρη Κουφοντίνα, με αποκορύφωμα τη μάχη της Ν. Σμύρνης στις 9 Μάρτη, θύμισαν ότι το θεμελιακότερο επίδικο στην ταξική πάλη είναι η αντίσταση στην ακινητοποίηση, τον διαχωρισμό και τον αποκλεισμό· αντίσταση στην καθολική φυλακή.

Επίθεση στην εργατική τάξη και άλμα στον ολοκληρωτικό ψηφιακό έλεγχο

Με πρόσχημα τις οικονομικές συνέπειες του αντικοινωνικού παγώματος, το ελληνικό κράτος μετασχηματίζει ριζικά το σύνολο των ταξικών σχέσεων. Ό νέος νόμος για τη μισθωτή εκμετάλλευση κατάργησε και τις στοιχειωδέστερες εργατικές εγγυήσεις, και συμπλήρωσε τον αντισυνδικαλιστικό νόμο του ΣΥΡΙΖΑ, ποινικοποιώντας εξ ολοκλήρου τα μέσα της εργατικής αντίστασης.

Η ληστρικότητα του κράτους εναντίον των ταξικά αδύνατων εντείνεται με κάθε ευκαιρία. Η ολοκληρωτική καταστολή που εξαπολύθηκε εξ αφορμής του CoV-2 αποτέλεσε χρυσή ευκαιρία. Κρατική τρομοκρατία και ληστρικότητα πάνε χέρι-χέρι. Ξεκινώντας από τα εξοντωτικά πρόστιμα για την παραβίαση του καθολικού εγκλεισμού, σήμερα οι ταξικά μη προνομιούχοι υφίστανται το εκβιαστικό δίλλημα: εμβολιασμός (δηλαδή, παράδοση στο ΚΑΡΤΕΛ) ή ατέρμονη χρηματική αφαίμαξη μέσω μικροβιολογικών test, ώστε να μην αποκλειστούν από τα πεδία διαβίωσής τους, τα οποία ως επί τω πλείστον ελέγχονται από το κράτος και τα αφεντικά. Τον ίδιο εκβιασμό υφίστανται οι αιχμάλωτοι και οι συγγενείς τους, πάνω στην ανάγκη των επισκεπτηρίων (που πλέον γίνονται μόνο κλειστά). Και υπάρχουν πράγματι άνθρωποι, οικογένειες, που αδυνατούν ανταπεξέλθουν σ’ αυτό το εκβιαστικό έξοδο, αφού το επισκεπτήριο αποτελούσε γι’ αυτούς τη μόνη δυνατότητα επικοινωνίας, καθώς δεν έχουν χρήματα για τηλεκάρτες.

Ο εκβιασμός που έχει επιβληθεί σ’ όλο τον λαϊκό κόσμο χτυπάει τους αιχμαλώτους στο πιο αδύναμο σημείο τους: Για να σου επιτραπεί να υπερασπιστείς τον εαυτό σου σ’ ένα δικαστήριο, απαιτείται να συμμετάσχεις τουλάχιστον στην υποκρισία της στατιστικής διαχείρισης του θανάτου (παρότι οι φυλακές δεν έχουν ούτε μικροβιολογικά εργαστήρια, ούτε σύνδεση με το σύστημα υγειονομικού φακελώματος και πιστοποίησης απ’ τον ΕΟΔΥ). Όταν τα τσουτσέκια του ΚΑΡΤΕΛ που στελεχώνουν την κρατική επιτροπή «υγείας» αποφανθούν ότι ολοκληρώθηκε θετικά ο πειραματικός κύκλος των εμβολίων CoV-2 (όπως πρόσφατα στις ΗΠΑ), και συνακόλουθα η Επιτροπή Βιοηθικής αποφανθεί ότι οι δια της βίας μικροβιολογικές παρεμβάσεις στο ανθρώπινο σώμα δεν παραβιάζουν κανένα δικαίωμα, θα εξοριστούν από κάθε νόμιμο μέσο επιβίωσης και συνολικά από κάθε κοινωνική δραστηριότητα ελεγχόμενη από το κράτος όλοι όποιοι υπερασπίζονται ότι τα ανθρώπινα σώματα δεν ανήκουν στα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια, όπως εκδιώχθηκαν από την εργασία τους οι μισθωτοί και αυτοαπασχολούμενοι της υγείας. Ήταν μια ακόμη επίθεση στη δημόσια παροχή υγείας, και εκκαθάριση των αντιφρονούντων της «αρμόδιας» τεχνοκρατίας. Μ’ έναν σμπάρο, δυο τρυγόνια. Οι αιχμάλωτοι που θα επιμείνουν σ’ αυτή την άρνηση θα στερηθούν το Ηabeas Corpus, το θεμέλιο του «κράτους δικαίου»: την υποχρέωση των κρατικών οργάνων να προσάγουν τον αιχμάλωτο σε δικαστήριο.

Δεν αποκλείεται τα κράτη να επιχειρήσουν να επιβάλουν τον δια της βίας εμβολιασμό. Ήδη η επιλογή και η άρνηση μιας ιατρικής πρακτικής (τώρα η διασωλήνωση) από τον πάσχοντα, τέθηκαν στην αρμοδιότητα των εισαγγελέων. Πριν έξι χρόνια, ως απάντηση στην απεργία πείνας των πολιτικών κρατούμενων, ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάνθηκε με νόμο ότι η βίαιη λήψη γενετικού υλικού είναι εφικτό να μην προσβάλει την αξιοπρέπεια του προσώπου. Η μετάπτωση στη λεηλασία του βιολογικού υποστρώματος του ανθρώπινου σώματος δεν φαντάζει πια εξωφρενική. Από τη σκοπιά του αστικού δικαίου, το ζήτημα του αυτεξούσιου πάνω στο σώμα μας ήταν γαρνιτούρα, αφού τα πάντα μετριούνται σε χρήμα. Έμμεσα, όλες οι σχέσεις εξουσίας κι εκμετάλλευσης δεν παραβιάζουν την αυτονομία μας επί των σωμάτων μας; Η στρατιωτική και αστυνομική τρομοκρατία, που θεμελιώνει την κρατική κυριαρχία, δεν επεμβαίνει άμεσα στη σχέση των υπηκόων με τα σώματά τους, και στα ίδια τα σώματα; Γιατί να εξακολουθούμε να μιλάμε με τη νεκρή γλώσσα περί δικαιωμάτων, που θεσπίζονται και καταργούνται κατά βούληση των δημίων; Μπορεί σήμερα να διεξαχθεί αντικαπιταλιστικός αγώνας, αν δεν προτάσσει την αποαποίκιση της ύπαρξης;

H κεραυνοβόλα και παρατεταμένη έφοδος της εξουσίας για την άλωση των ανθρώπινων οργανισμών σε γενετικό βάθος, που έχει το δικό της μακρύ ιστορικό προετοιμασίας του εδάφους (ιδεολογικά, πολιτικά, φαντασιακά, τεχνολογικά…) αφορά στην καπιταλιστική ιδιοποίηση του βασικότερου υλικού της κερδοσκοπικής παραγωγής: του εργαζόμενου σώματος. Ο εργάτης που ανταλλάσει την εργασία, αποτελεί ένα εμπόδιο ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Στη νέα καπιταλιστική δυστοπία που χτίζεται βήμα βήμα, δεν θα υπάρχει εργάτης παρά μόνο οργανισμός εργασίας, μικροβιολογικά εξαρτημένος από το βιομηχανικό σύμπλεγμα, και άμεσα ελεγχόμενος απ’ αυτό. Αν επιτρέψουμε στους τεχνοκράτες να προχωρήσουν τα σχέδιά τους. Ήδη ο εργάτης ως συλλογική ταυτότητα, οικουμενική κοινότητα και υποκείμενο δημιουργίας του κόσμου ή ενός άλλου κόσμου, έχει σκορπιστεί σωματικά, συναισθηματικά, διανοητικά, ηθικά, ταξικά και γεωγραφικά. Ήταν εύκολο ν’ ανοίξει η πύλη της ενδοσωματικής κατοχής. Τα βιοτεχνολογικά εμβόλια που βάζουν τον οργανισμό να προσομοιάσει ο ίδιος τον ιό, δεν είναι μια αμφιλεγόμενη τεχνολογία, ούτε ένα λάθος βιοηθικής: Είναι μια πρώτη μικρή απόπειρα μετατροπής της ανθρωπότητας σε βιοτεχνολογικό εργοστάσιο, όπου εργοστάσιο, εργασία κι εργάτης θα συγχωνευτούν. Το πιο μαζικό εργοστάσιο που έχει δημιουργηθεί μέχρι σήμερα. Δεν έχει σημασία αν οι βιοτεχνολόγοι του ΚΑΡΤΕΛ ξέρουν ή δεν ξέρουν τι φτιάχνουν σήμερα. Όπως είχε γράψει ο Κομφούκιος, ένα μεγάλο ταξίδι ξεκινάει μ’ ένα βήμα.

Η στρατηγική της μικροβιολογικής αποίκισης αλληλοσυμπληρώνεται με τη στρατηγική της ψηφιοποίησης όλων των σχέσεων και των δραστηριοτήτων της ανθρωπότητας. Ταυτόχρονη και συναρτημένη αποικία του σώματος, των αισθήσεων και του νου του κι αυτοματοποιημένος έλεγχος, άμεση αναδιάρθρωση και διαχείριση ροών του μέγα-εργοστασίου.

Το βραχιολάκι του κατάδικου, το PDA του εργάτη και το smartphone κάθε καταναλωτή δεν απέχουν πολύ από τη βιολογική προσάρτηση στους ψηφιακούς αλγόριθμους της εξουσίας: Ήδη η φυσική κίνηση κι η κοινωνική δραστηριότητα έχουν εισαχθεί στο σύστημα. Η τηλεργασία και η τηλεκπαίδευση προωθήθηκαν ως λύσεις σε μια κατάσταση τεχνητής σπάνης ελευθερίας κίνησης και συνάντησης, όπως ακριβώς το βραχιολάκι εδραιώθηκε σαν δυνατότητα σχετικής ελευθερίας πάνω στην πραγματικότητα του εγκλεισμού. Οι τηλεματικές τεχνολογίες προσφέρουν πολλαπλά οφέλη στην εξουσία, επιπλέον του άμεσου συγκεντρωτικού ελέγχου: Καθώς η δραστηριότητα του ελεγχόμενου απεγκλωβίζεται από τον δομημένο χώρο, ελαχιστοποιείται το λειτουργικό κόστος που επωμίζεται το αφεντικό. Επιπλέον, μεταμορφώνεται το ιδεολογικό ή και νομικό υπόστρωμα της σχέσης, η ψηφιακή αλυσίδα βαφτίζεται ελευθερία, κι εκείνος που φοράει τον χαλκά καλείται να αυτοδιαχειριστεί την πειθάρχησή του. Η χαρτογράφηση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων μέσω των κινητών τηλεφώνων, όπως εφαρμόστηκε από ορισμένα κράτη ως μέτρο περιορισμού της εξάπλωσης του CoV-2, απομονώνοντας τους υπόλοιπους κοινωνικούς ιστούς, αποτελεί πιλοτικό εγχείρημα ολοκλήρωσης της καθολικής φυλακής.

Παράλληλα με την ψηφιοποίηση της εργασίας και του χωροχρόνου επεκτείνεται σταδιακά η απαγόρευση των συναλλαγών με χειροπιαστό χρήμα. Η εκστρατεία γενικής αποστείρωσης ήταν το τέλειο πρόσχημα. Όλοι καταλαβαίνουν, και τα κράτη δεν το έκρυβαν ποτέ, ότι η επιβολή των αποκλειστικά ψηφιακών συναλλαγών αποσκοπεί στον απόλυτο έλεγχο της οικονομίας. Πρόκειται για ζήτημα που αγγίζει τους αιχμάλωτους, ανεξαρτήτως οικονομικής κλάσης. Ελάχιστα εγκλήματα που επιφέρουν πραγματική φυλάκιση δεν συνδέονται διόλου με την παραοικονομία. Η επιβολή του ψηφιακού χρήματος, πλαστικού και διαδικτυακού, αποτελεί στρατηγική ταξικής εκκαθάρισης. Η πρόβλεψη για όσους πετιούνται εκτός αγοράς είναι το πρότυπο των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που έχει δοκιμαστεί πάνω στους μετανάστες. Γκέτο, μεταμορφωμένα σε στρατοκρατούμενες ζώνες αποκλεισμού, συσσίτια για τους μελλοθάνατους, κι οι αρρώστιες να θερίζουν σιωπηλά. Η παραοικονομία σίγουρα δεν θα πληγεί. Η αστική τάξη κρύβει τις απάτες και τους εκβιασμούς της στη νομιμοφάνεια. Οι τράπεζες θα συνεχίσουν να λειτουργούν με παράλληλα ανεπίσημα δίκτυα και άτυπες συμφωνίες. Οι εφοπλιστές, τα ΝΑΤOϊκά μεταγωγικά και τα κοντέινερ του Βατικανού, του οποίου την τράπεζα έχει εξαγοράσει η Γερμανική Τράπεζα, δεν θα πάψουν να μεταφέρουν το χοντρεμπόριο των ναρκωτικών. Η οικονομική εξόντωση των φτωχοδιαβόλων ανήκει σε μια εποχή στην οποία η καπιταλιστική ολιγαρχία, έχοντας αποδεσμευτεί από κάθε δημόσιο έλεγχο, αφού οι ταξικοί αντίπαλοί της βρέθηκαν ανίσχυροι, τρέχει απροκάλυπτα τα καθημερινά deal της με τους πολιτικούς άρχοντες.

Το κεφάλαιο ποτέ δεν χρειαζόταν τους εργάτες ελεύθερους· χρειάζεται μόνο μια δεξαμενή πλεονάζουσας εργατικής δύναμης, κι αυτή εξασφαλίζεται δομικά λόγω της συσσωρευτικής φύσης του. Όμως, η περισσευούμενη εργατική δύναμη είναι επικίνδυνη. Για τον έλεγχό της έχει φτιαχτεί το σύστημα της φυλακής. Ο απόλυτος οικονομικός αποκλεισμός της εγγυάται ότι ο έλεγχος της φτώχειας θα γίνει εξ ολοκλήρου στρατοκρατικός.

Έχουμε κάθε λόγο να αρνηθούμε την ψηφιακή και βιοτεχνολογική αποικιοκρατία. Για να επιβιώσουμε πρέπει να χτίσουμε ασύνορες κοινότητες άμεσης αυτοδιεύθυνσης στην υγεία, την οικονομία και κάθε πτυχή της διαβίωσής μας, διαμορφώνοντας αυτόνομες πρακτικές, ελέγχοντας τις πρακτικές του κράτους, επιβάλλοντάς του κοινωνικούς όρους, και απαλλοτριώνοντας πόρους για όλα αυτά.

Ο κύριος εχθρός μας είναι η ιδιοτέλεια, η ηθική του κέρδους και η συνθηκολόγηση με τις δομές εκμετάλλευσης. Ο μικρόκοσμος της φυλακής αποτελεί συμπυκνωμένη έκφραση της καπιταλιστικοποίησης των σχέσεων που έχει αποσυνθέσει την εργατική τάξη. Κανένας αγώνας δεν αντέχει αν δεν εδράζεται στην οργανωμένη αλληλεγγύη. Και η αλληλεγγύη είναι καλά θεμελιωμένη όπου πηγάζει από την κοινότητα της ισότητας και της ελευθερίας. Οι αγώνες που έχουν δοθεί από τους αιχμάλωτους, και το αυξανόμενο πλήθος των αναγκών μας που δεν βρίσκουν αγωνιστικό δρόμο, κουβαλάνε τη συνείδηση της καταστροφικής επίδρασης των καθεστωτικών μεσολαβήσεων και των πατριαρχικών κι εθνικιστικών δεσμών.

Οι φαινόμενες στρατιωτικές ήττες των κινημάτων είναι αντικατοπτρισμοί της καπιταλιστικής αποσύνθεσης της κοινωνικής βάσης. Πάλι η κατάσταση των αιχμάλωτων είναι ενδεικτική. Ποιες είναι οι αιτίες της μακράς σιωπής στις ελληνικές φυλακές; Πού χάθηκε σταδιακά η κοινότητα εκείνων που δεν φοβήθηκαν το φάντασμα της φυλακής; Ποτέ δεν νικήθηκε από την κρατική βία, που πίσω από τα κάγκελα έπαιρνε πάντα τις πιο βάναυσες μορφές της. Απλά, αφομοιώθηκε στον πολιτισμό του εχθρού.

Σ’ αυτήν την κρίσιμη ιστορική μετάβαση, επίσης, αρκετοί πολιτικοί κρατούμενοι αναπαρήγαγαν το ταξικό σύστημα της φυλακής, αφήνοντας βαριά παρακαταθήκη για τον αγώνα των αναρχικών μέσα στις ελληνικές φυλακές και την αμφίδρομη αντήχηση της πάλης μέσα κι έξω.

Διαμόρφωση μιας κοινωνίας γενικευμένου αμοιβαίου φόβου και φασιστικού κανιβαλισμού

Οι αιχμάλωτοι του κράτους είναι γνώστες της ευπάθειας: μας επιβάλλεται καθημερινά ως εκβιασμός σωφρονισμού. Όποτε η ανθρώπινη ευπάθεια εισέρχεται στον δημόσιο διάλογο, το κάνει εκρηκτικά, με τον τρόπο της εξέγερσης. Οι αγώνες των αιχμάλωτων, που και στην τρέχουσα φάση χτυπήθηκαν με δολοφονικά μέσα, είναι αμιγώς φωνή της ευπάθειας. Γιατί όμως το κράτος επένδυσε στην έμφαση της ευπάθειας κατά την άφιξη του CoV-2;

Ο αδιάλειπτος βομβαρδισμός με καταμετρήσεις και στατιστικές θανάτων είναι χυδαία υποκρισία. Οι καθημερινοί θάνατοι πάνω στη Γη, λόγω της ταξικής κυριαρχίας και των φυσικών συνεπειών της ενάντια στη βιόσφαιρα και την ανθρώπινη υγεία, είναι πολλαπλάσιοι απ’ όσους προκαλεί ο CoV-2 κι η καθεστωτική αξιοποίησή του, και πάραυτα παραμένουν κουκουλωμένοι. Η επιλεκτική υποκριτική ευαισθησία αποτελεί παράμετρο ενός ιδιαίτερου πλαισίου αντικοινωνικού ελέγχου. Η εξουσία «ανακάλυψε» την ευπάθεια, όταν θεώρησε ότι έχει οργανώσει τους όρους για την ολοκληρωτική αξιοποίησή της ερήμην των πασχόντων και του κοινωνικού σώματος. Οι ευπαθείς βγήκαν στο προσκήνιο σαν παθητικά αντικείμενα, πάνω σ’ ένα υπόστρωμα καθολικής άγνοιας και συστηματικής τρομοκράτησης. Ο CoV-2 έγινε αμέσως ένα φάντασμα, ο «αόρατος εχθρός» που θα εξασφάλιζε τη σκοταδιστική επιβολή κάθε βούλησης των πολιτικών και οικονομικών αρχόντων, οι οποίοι ντύθηκαν με τα λευκά ράσα της τεχνοκρατικής αυθεντίας.

Ο τεχνοκρατικός μυστικισμός ενεργοποίησε τη δυνατότητα των media να πλάσουν ένα κλειστό σύμπαν ολοκληρωτικού πολέμου, μοριακού, με την έννοια της διείσδυσης σ’ όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και κυριολεκτικά, ως πρόσχημα για την αποίκιση του ανθρώπινου σώματος. Ο τέλειος συνδυασμός για μια εκστρατεία εκφασισμού πάνω στο ριζικότερο πεδίο αυτοπροσδιορισμού του φασισμού: Η κοινωνία ως παθολογικό αντικείμενο, ο άλλος ως εξ ορισμού φορέας ασθένειας, και η υγειονομία ως κύρια πολιτισμική πρακτική (πολιτικοστρατιωτική, οικονομική, ιδεολογική, αισθητική κ.λπ.). Το άρμα γι’ αυτή τη βουτιά ήταν η σαρωτική εμπέδωση της παθολογικοποίησης των σχέσεων και του εαυτού. Καθαρή τρομοκρατία, θεμελιωμένη σε μια κοσμοκατασκευή που αντανακλά αυτούσια την κυριαρχία των ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων πάνω στην επιστήμη. Κυριαρχία σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα συγκροτητικά κριτήρια της επιστήμης ν’ αντικαθίστανται πραξικοπηματικά από τις ανάγκες της πολιτικής κυριαρχίας. Μέχρι σήμερα μόνο ο γερμανικός ναζισμός είχε επιτύχει τέτοια ιδεολογική ενσωμάτωση της επιστήμης. Έτσι και σήμερα, ο υγειονομισμός λάδωσε τους στρατιωτικούς και ποινικούς μηχανισμούς.

Σ’ αυτή τη διεστραμμένη προβολή της ευπάθειας, αντιμετωπίζεται ο καθένας, το κοινωνικό σύνολο και η κοινωνικότητα, πρώτα και κατεξοχήν ως κίνδυνοι, και ύστερα και κατ’ επίφαση ως ασθενείς. Ο ασθενής έχει ενοχοποιηθεί για την ασθένειά του απέναντι στην κοινωνία, που πλέον σημαίνει έναν εξιδανικευμένο χώρο προσεγγίσιμο αποκλειστικά από τους πειθαρχημένους, και επιπλέον ο ασθενής έχει ενοχοποιηθεί για την αναποτελεσματικότητα του ιατρικού συστήματος. Περνώντας η υγεία στην αρμοδιότητα της καταστολής δεν υπόκειται μόνο υποβάθμιση: Μεταμορφώνεται σ’ ένα αντεστραμμένο εργαλείο εξόντωσης.

Κάθε αιχμάλωτος (νυν ή πρώην) μπορεί να περιγράψει εμπεριστατωμένα πώς η ασθένεια αξιοποιείται σαν δίκαιο ποινικό συμπλήρωμα κι εκβιασμός. Επί CoV-2 η αστυνομία αναγορεύτηκε σε Εθνικό Σύστημα Υγείας, ωστόσο οι ανθρωποφύλακες είχαν ανέκαθεν την ιατρική πρωτοκαθεδρία στις φυλακές.

Η επιβολή ποινικών διατάξεων ενάντια στον ελεύθερο διάλογο του ιατρικού κόσμου, και ευρύτερα στον δημόσιο διάλογο περί ιατρικών ζητημάτων, είναι φυσιολογικό τέκνο της ολοκληρωτικής στρατιωτικοποίησης της ιατρικής (και ιδεολογικής υγειονομικοποίησης του ταξικού πολέμου). Μα η ποινική λογοκρισία φανερώνει την αδυνατότητα συγκάλυψης των ψεμάτων της εξουσίας. Οι καπιταλιστικές δημοκρατίες εγκατέλειψαν την κυριαρχία του Λόγου, την καθοδηγητική ιδέα του Διαφωτισμού που χρύσωνε μέχρι σήμερα την κοινωνική συναίνεση. Η ισχύς της τρομοκρατίας όμως, δεν εγγυάται την αλήθεια της· ειδικά, όταν επιδιώκει την αποσιώπηση υποδηλώνει ένα έλλειμμα διεισδυτικότητας.

Το απαραίτητο επιστημονικό ψέμα για την ιδεολογική κατασκευή του «αόρατου εχθρού» ήταν η ενοχοποίηση των ασυμπτωματικών φορέων. Μέχρι τώρα δεν υπάρχουν ερευνητικά αποτελέσματα που να δείχνουν αν και σε τι ποσοστά οι φορείς που δεν νοσούν, μεταδίδουν τον CoV-2. Όπως εξοβελίστηκε κάθε έρευνα θεραπείας για τον CoV-2, έτσι επίσης αποκλείστηκε οποιαδήποτε έρευνα ενδέχετο να καταρρίψει τις κατασκευασμένες στατιστικές «προβλέψεις» του ΚΑΡΤΕΛ, και τη μεταφυσική της καθολικής ενοχής.

Η αντιεπιστημονική και αντι-ιατρική αγυρτεία δεν περιορίστηκε στην ιδεολογική κοσμοκατασκευή, την καθημερινή επιλεκτική προβολή θανάτων, και τη λογοκρισία. Ενεργητικές πρακτικές παραγωγής των θεμιτών δεδομένων, και ηθικολογικής διαμόρφωσης του κοινωνικού πεδίου, ενάντια στην υγεία, κατέλαβαν τη θέση της προληπτικής και θεραπευτικής φροντίδας. Οι μικροβιολόγοι κι οι γιατροί που κάνουν τα test PCR, εκτελώντας εντολές του ΚΑΡΤΕΛ τις οποίες διακομίζουν οι κρατικοί αξιωματούχοι, δουλεύουν τις συσκευές έξω από τις προδιαγραφές τους (το Cycle Threshold που ορίζει το ελάχιστο αποδεκτό ίχνος), έτσι ώστε να πολλαπλασιάζονται οι χαρακτηριζόμενοι «κρούσματα», συμπεριλαμβάνοντας στους φορείς όσους έχουν εξουδετερώσει τον ιό και κρατάνε νεκρά κομμάτια του. Μ’ αυτόν τον τρόπο βέβαια δεν θα καταμετρηθεί ποτέ η πληθυσμιακή ανοσία, αφού προστίθεται στην παθολογική δεξαμενή. Δεν αναγνωρίζεται ανοσία δίχως εμβόλιο (και πάλι προσωρινά). Το ΚΑΡΤΕΛ μάς θέλει όλους διαρκώς άρρωστους. Τα κράτη κατάλαβαν ότι πρόκειται για μια ιδανική κατάσταση υποταγής. Το ελληνικό κράτος έκανε ό,τι μπορούσε (μέχρι τη μαζική μάχη της Ν. Σμύρνης) για να μας κάνει όλους ασθενέστερους, κι όσους νικάνε την αρρώστια τους αντιμετωπίζει σαν παθολογικούς. Ακόμα κι ο χαρακτηρισμός των μη νοσούντων φορέων ως κρουσμάτων είναι μια αντι-ιατρική αγυρτεία.

Στο ξεκίνημα της παθογόνου επιχείρησης καθολικού εγκλεισμού, οι ίδιοι οι καθεστωτικοί γιατροί ενημέρωναν ότι η μασκοφορία αποτελεί ανθυγιεινή συνθήκη που δικαιολογείται μόνο σε μολυσματικό περιβάλλον, ή για ανθρώπους που διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο. Η πολιτική σκοπιμότητα αναίρεσε την ιατρική χρήση της μάσκας, επιβάλλοντάς την ως μέτρο καθολικής πειθάρχησης στην ιδεολογική κατασκευή της υγειονομικής τρομοκρατίας. Η μάσκα ταυτίζει τα πρόσωπα με την τρομοκρατική ιδεολογία του ΚΑΡΤΕΛ και των πολιτικών λακέδων του. Μέσα σ’ ένα κοινωνικό πεδίο ισοπεδωμένο από τα χουντικά μέτρα και τη θανατοπολιτική, η άνευ συγκεκριμένου ιατρικού λόγου χρήση μάσκας αποτελεί δήλωση παράδοσης της ανθρωπινότητας στον τεχνοκρατικό μυστικισμό της κυριαρχίας. Τα μασκοφορεμένα πρόσωπα-μη πρόσωπα συνομολογούν την αδυναμία τους μέσα κι απέναντι στον καπιταλιστικό πολιτισμό ως κοινή παθολογία.

Ο CoV-2 μπορεί και νικάει τους ασθενέστερους ανθρώπινους οργανισμούς κι είναι μεταδοτικός. Ο καπιταλισμός και τα παράγωγά του σκοτώνουν, και παρ’ όλα αυτά, παραμένουν μεταδοτικά. Αν ισχύει η βάσιμη κι εύλογη υπόθεση ότι αυτός ο ιός φτιάχτηκε σε εργαστήριο, ανεξαρτήτως του αν διέρρευσε κατά λάθος ή σκόπιμα, φτιάχτηκε για να είναι φονικός. Είναι δεδομένο με ντοκουμέντα, ότι οι βιο-τεχνοκράτες πειραματίζονται με φονικούς ιούς, προκειμένου, όπως δηλώνουν, να βρίσκονται ένα βήμα μπροστά από τη «φύση-τρομοκράτη». Ο συντηρητικός σκοταδισμός, που, όντας ανίκανος να κατανοήσει την εξέλιξη της κυριαρχίας, αρνείται την ύπαρξη του ιού και μπερδεύεται με τις ιδεολογικές κατασκευές, αποτελεί τον κατάλληλο εχθρό για τον τεχνοκρατικό φασισμό. Άλλη μια ενεργητική ολοκληρωτική λογοκρισία: Όποιοι αντιστέκονται κατατάσσονται στην εύκολα αντιμετωπίσιμη συντηρητική παρέκκλιση.

Υπάρχει πρόβλημα που γίνεται να λυθεί χωρίς ν’ αντιμετωπίσουμε τις αιτίες του; Η άγνοια βαφτίζεται τυχαιότητα, κι έτσι εγκαθίσταται η μοιρολατρία που παραχωρεί στα κρατικά ιερατεία κάθε αυτονομία. Εξετάζοντας τις πολιτισμικές συνθήκες, αναλύοντας συγχρόνως τους ταξικούς ιστορικούς καθορισμούς τους, το νόημα του πραγματικού ξεδιπλώνεται· πέφτουν τα πέπλα της μυστικοποίησης. Για παράδειγμα, η φονική έφοδος του CoV-2 στην Ευρώπη. Τα νοσοκομεία της Μπέργκαμο μεταμορφώθηκαν σε αλυσίδες εξαγωγής ανώνυμων πτωμάτων στον σωρό. Η μάστιγα του Θεού; Με νεωτερική γλώσσα, η αχαλίνωτη φύση ως αόρατος εχθρός. Ή μήπως επέδρασε καταλυτικά το γεγονός ότι η Μπέργκαμο είναι ένας τόπος βιομηχανικής συσσώρευσης, με μολυσμένο περιβάλλον κι ασθενή υπέργηρο πληθυσμό…; Το γεγονός ότι το σύστημα δημόσιας ιατρικής πρόληψης και περίθαλψης του ιταλικού κράτους ήταν ήδη διαλυμένο από τη νεοφιλελεύθερη αναδόμηση… Το γεγονός ότι η παροχή υγείας είχε συρρικνωθεί στη νοσοκομειακή διαχείριση της εκδηλωμένης ασθένειας, και έτσι υπερσυγκεντρώθηκε αιφνίδια σε περιορισμένους χώρους τεράστιο ιϊκό φορτίο και πλήθος ασθενών (με παρεπόμενο να αναμεταδίδουν τον ιό οι νοσοκομειακοί εργαζόμενοι και να πεθαίνουν και οι ίδιοι)… Το γεγονός ότι η περίθαλψη κατά τους τελευταίους δυο αιώνες καπιταλιστικής ανάπτυξης έχει δομηθεί με βάση το νοσοκομειακό πρότυπο νοσηλείας σε συγκεντρωτικές μονάδες που χωροθετούνται, χτίζονται και λειτουργούν με οικονομικά κριτήρια… Το γεγονός ότι η εξάρτηση των αστικών κοινωνιών από την κεντρική διαχείριση του βίου τους και της υγείας τους τις σπρώχνει στον μαζικό θάνατο, στις πιο κρίσιμες στιγμές, όπως γνωρίζαμε από τους δυο παγκόσμιους πολέμους, το Τσέρνομπιλ, τη Φουκουσίμα κ.λπ… Οι τεχνοκράτες του θανάτου μεταμφιέζονται κάθε μέρα σε σωτήρες. Εν τέλει, αφού ήμασταν ήδη απρόσωποι αριθμοί στην οικονομία του κέρδους, ήρθε αυτόματα, ανεμπόδιστα, η απόφαση ν’ αναλάβει ο στρατός να εξαφανίσει τους νεκρούς σε μαζικούς τάφους, και τα media να τους αναστήσουν ως τεκμήρια αναγκαιότητας ενός έκτακτου καθεστώτος τρομοκρατίας. Πολιτισμός-ζόμπι.

Σε αντιδιαστολή με το εργοστάσιο θανάτου Μπέργκαμο, στέκεται το παράδειγμα της εξέγερσης στις ΗΠΑ, Μάη με Σεπτέμβρη 2020. Εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων συγκεντρώνονταν επί ώρες, μέρες και βδομάδες, με το αναπνευστικό τους να βομβαρδίζεται από τα δακρυγόνα, κορμιά μούσκεμα απ’ τον ιδρώτα και το νερό που εκτόξευαν οι αύρες (εμποτισμένο με χημικά) να δακρύζουν και να φτερνίζονται αγκαλιασμένα, και τα αίματα από τους πυροβολισμούς με πλαστικά και μεταλλικά βλήματα να περνάνε από χέρι σε χέρι, καθώς φρόντιζαν όλοι όλους. Κι όμως, οι μετρήσεις διασποράς και θανάτων δεν έβγαλαν ιδιαίτερη αύξηση από τις πολιτείες που βίωσαν την αναταραχή, αλλά αντιθέτως, έβγαλαν χαμηλά ποσοστά σε σύγκριση με τις πολιτείες που έμειναν ατάραχες.

Η πρώτη μαζική εξέγερση της υγειονομικής εποχής, μέσα στον πλούτο των διδαγμάτων της, άφησε και μια ισχυρότατη πρακτική διάψευση της προπαγανδιζόμενης διάχυσης του «αόρατου εχθρού» διαμέσου των μη νοσούντων. Ελλείψει ερευνών, δεν έχουμε επίσημη εικόνα της μεταδοτικότητας του CoV-2 σε διαφορετικές συνθήκες. Πάντως ξέρουμε ότι η ελευθερία είναι θεραπευτική.

Τιτλοφορώντας τον εμβολιαστικό πόλεμο, «Επιχείρηση Ελευθερία», το κράτος διαμήνυσε τη βούλησή του να επιβάλει μιαν ολοκληρωτική σκλαβιά. Ένας ειρωνικός τίτλος, αποκλειστικά για τα πειραματόζωα του φαρμακευτικού μονοπωλίου. Η δικτατορία του 1967 έκανε σημαία της την κοινωνιολογική ορθοπεδική («γύψος»). Η σύγχρονη δικτατορία επιστράτευσε τη μικροβιολογική μεταφυσική. Κάθε εποχή έχει τις γλώσσες της. Κάθε εποχή της εξουσίας αφήνει τις δικές της καταστροφές. Η επικινδυνότερη συνέπεια της επιχείρησης «Ελευθερία» δεν είναι τα βιολογικά παρεπόμενά της. Η ανθρωπότητα έχει αντέξει όλες τις καταστροφικές μαλακίες της αλαζονείας της εξουσίας. Κρισιμότερη είναι η σκοταδιστική υποτέλεια. Ας φανταστούμε ένα παιδί που γνωρίζει ότι γνωρίζει ελάχιστα, και βρίσκεται αιχμάλωτο στα χέρια ενός παρανοϊκού εκμεταλλευτή. Η ανασφάλεια που παράγει αυτή η συνθήκη σπρώχνει το παιδί πιο βαθιά στην αγκαλιά του τέρατος. Από ένα σημείο και μετά το ευκολότερο είναι να εναποθέτει τις ελπίδες του στον δολοφόνο του. Τέτοια είναι η κοινωνική κατάστασή μας. Έτσι βέβαια, δουλεύει κι ο σωφρονισμός.

Υπάρχει διέξοδος; Παλιό μάθημα: Αντίσταση στην τρομοκρατία των εκμεταλλευτών και των ανθρωποφυλάκων. Μάχες για την κοινωνικοποίηση των αναγκαίων πόρων, για την ευζωΐα όλων. Συλλογική ανάπτυξη ελεύθερης γνώσης και θωράκιση της ελευθερίας του λόγου, μέσα από τις οριζόντιες κι ανοιχτές δομές αντιπληροφόρησης. Εμπιστοσύνη στη δύναμη της ζωής, εμπιστοσύνη στον διπλανό μας και στη συνάντησή μας. Καμία εμπιστοσύνη στους ολιγάρχες και τους υποταγμένους διπλωματούχους τους.

Στις φυλακές, ο πιο ανθυγιεινός αποκλεισμός που επιβλήθηκε με αφορμή τον CoV-2 είναι η κατάργηση των ανοιχτών επισκεπτηρίων. Επί ενάμιση χρόνο, παιδιά και γονείς δεν αγγίζονται. Οι αιχμάλωτοι δεν αγκαλιάζονται πλέον από τους ανθρώπους που τους αγαπούν. Αφότου επιβλήθηκε το δίλημμα, εμβολιασμός ή χαράτσωμα (test), το κράτος δεν έχει προσχήματα για την παράταση αυτού του βασανιστηρίου εναντίον ενός συνόλου που είναι ευπαθές μόνο και μόνο επειδή είναι δια της βίας δέσμιο. Να μην αφήσουμε αυτόν τον απάνθρωπο πολιτισμό να τον απολογίσουν οι επόμενοι εγκληματολόγοι του. Να τον αποδομήσουμε σήμερα εμείς. Αν δεν αγωνιστούμε τώρα για την πρωταρχική σχέση της ζωής, το άγγιγμα, θ’ ανοίξουμε τον δρόμο στο χτίσιμο μιας νέας φυλακής, όπου το ανθρώπινο σώμα θ’ αξιοποιείται σαν αναίσθητο ανακυκλώσιμο σκουπίδι.

Sol

Ένας αιχμάλωτος των ελληνικών φυλακών

(Κρατούμενοι είμαστε όλοι)

Πηγή: athensindymedia

css.php