Giorgio Agamben – Περιθωριακές Σημειώσεις για τα Σχόλια στην Κοινωνία του Θεάματος

Στρατηγιστής

Τα βιβλία του Γκυ Ντεμπόρ αποτελούν την διαυγέστερη και σοβαρότερη ανάλυση των αθλιοτήτων και της σκλαβιάς μιας κοινωνίας που έχει επεκτείνει πλέον την κυριαρχία της σε ολόκληρο τον πλανήτη – δηλαδή της κοινωνίας του θεάματος στην οποία ζούμε. Επομένως, αυτά τα βιβλία δε χρειάζονται διευκρινήσεις, εγκώμια ή – ακόμα περισσότερο – προλόγους. Στην καλύτερη περίπτωση, θα ήταν δυνατό να προταθούν εδώ κάποιες σημειώσεις στα περιθώρια, όπως εκείνα τα σημάδια που εντόπιζαν οι αντιγραφείς του Μεσαίωνα δίπλα στα πιο αξιομνημόνευτα αποσπάσματα των βιβλίων. Ακολουθώντας μια αυστηρή ερμητική διάθεση, οι σημειώσεις αυτές διαχωρίζονται από το κείμενο και βρίσκουν τη δική τους θέση όχι σε ένα απίθανο αλλού αλλά μόνο στην ακριβή χαρτογραφική οριοθέτηση εκείνου που περιγράφουν.

Δεν υπάρχει λόγος να εξυμνηθεί η ανεξαρτησία της κρίσης και η προφητική διορατικότητα αυτών των βιβλίων ή η κλασική σαφήνεια του ύφους τους. Δεν υπάρχει κανένας συγγραφέας σήμερα που θα μπορούσε να παρηγορηθεί με τη σκέψη ότι το έργο του θα διαβάζεται μετά από έναν αιώνα (από ποιο είδος ανθρώπων;) και δεν υπάρχουν αναγνώστες που θα μπορούσαν να κολακευτούν (ως προς τι;) από την επίγνωση ότι ανήκουν σε εκείνον τον μικρό αριθμό ανθρώπων που κατανόησαν αυτό το έργο πριν από τους υπόλοιπους. Τα βιβλία αυτά πρέπει μάλλον να χρησιμοποιηθούν ως εγχειρίδια, ως εργαλεία αντίστασης ή εξόδου – όπως εκείνα τα αντισυμβατικά όπλα που μαζεύει ο φυγάς και τα βάζει βιαστικά κάτω από τη ζώνη του (σύμφωνα με μια όμορφη εικόνα του Ντελέζ). Ή, μάλλον, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως έργα ενός ιδιότυπου στρατηγιστή (ο ίδιος ο τίτλος Σχόλια παραπέμπει σε μια παράδοση αυτού του είδους), ενός στρατηγιστή του οποίου το πεδίο δράσης δεν είναι τόσο μια μάχη όπου πρόκειται να συγκεντρωθούν στρατεύματα αλλά η καθαρή δύναμη του πνεύματος. Μια πρόταση του Καρλ φον Κλαούζεβιτς, η οποία αναφέρεται στην τέταρτη Ιταλική έκδοση της Κοινωνίας του Θεάματος, εκφράζει απόλυτα αυτόν το χαρακτήρα:

Στη στρατηγική κριτική, το ουσιώδες είναι να τοποθετήσεις τον εαυτό σου στη θέση των δρώντων παραγόντων. Πράγματι, αυτό είναι συχνά πολύ δύσκολο. Οι περισσότερες στρατηγικές κριτικές θα εξαφανίζονταν πλήρως ή θα περιορίζονταν σε ελάσσονες διαφορές κατανόησης αν οι συγγραφείς τους μπορούσαν να τοποθετήσουν τους εαυτούς τους στο σύνολο των περιστάσεων όπου είχαν βρεθεί οι δρώντες παράγοντες.

Με αυτή την έννοια, όχι μόνο Ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι αλλά και η Ηθική του Σπινόζα αποτελούν πραγματείες για τη στρατηγική: εγχειρήματα για την κατανόηση της δύναμης ή της ελευθερίας.

Φαντασμαγορία

Ο Μαρξ βρισκόταν στο Λονδίνο όταν η πρώτη Διεθνής Έκθεση εγκαινιάστηκε θορυβωδώς στο Χάιντ Παρκ το 1851. Ανάμεσα στα διάφορα έργα που υποβλήθηκαν, οι διοργανωτές επέλεξαν ένα έργο του Πάξτον που πρότεινε τη δημιουργία ενός τεράστιου κτιρίου φτιαγμένου εξ ολοκλήρου από κρύσταλλο. Στον κατάλογο της Έκθεσης, ο Μέριφιλντ έγραψε ότι το Κρυστάλλινο Παλάτι «είναι ίσως το μοναδικό κτίριο στον κόσμο όπου η ατμόσφαιρα είναι αισθητή από έναν θεατή… που βρίσκεται είτε στη δυτική είτε στην αριστερή άκρη της γκαλερί, όπου τα πλέον απομακρυσμένα μέρη του κτιρίου φαίνονται σαν να είναι τυλιγμένα με ένα αχνό γαλάζιο φωτοστέφανο». Ο πρώτος μεγάλος θρίαμβος του εμπορεύματος, λοιπόν, λαμβάνει χώρα υπό το έμβλημα της διαφάνειας και της φαντασμαγορίας. Επιπλέον, ο οδηγός της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού το 1867 επαναφέρει αυτόν τον αντιφατικό θεαματικό χαρακτήρα: «Το κοινό χρειάζεται μια μεγαλειώδη σύλληψη που διεγείρει τη φαντασία του… θέλει να βλέπει μια φανταστική προοπτική αντί για παρόμοια και ομοιόμορφα διατεταγμένα προϊόντα».

Ίσως ο Μαρξ να είχε υπόψη του την εντύπωση που γινόταν αισθητή στο Κρυστάλλινο Παλάτι όταν έγραφε την ενότητα του Κεφαλαίου για το φετιχισμό του εμπορεύματος. Αναμφίβολα, δεν είναι σύμπτωση το γεγονός ότι αυτή η ενότητα κατέχει κρίσιμη θέση στο έργο του. Η αποκάλυψη του “μυστικού” του εμπορεύματος ήταν το κλειδί που αποκάλυψε το μαγεμένο βασίλειο του κεφαλαίου στη σκέψη μας – ένα μυστικό που το κεφάλαιο προσπαθούσε πάντα να κρύψει εκθέτοντάς το σε πλήρη θέα.

Χωρίς την αναγνώριση αυτού του άυλου κέντρου – όπου τα “προϊόντα της εργασίας” χωρίζονται σε αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία και “γίνονται εμπορεύματα, αισθητά αντικείμενα που είναι ταυτόχρονα υπεραισθητά ή κοινωνικά” – όλες οι υπόλοιπες κριτικές έρευνες που διεξάγονται στο Κεφάλαιο πιθανότατα δε θα ήταν δυνατές.

Στη δεκαετία του 1960, ωστόσο, η Μαρξιανή ανάλυση του φετιχιστικού χαρακτήρα του εμπορεύματος εγκαταλείφθηκε βλακωδώς από τους Μαρξιστικούς κύκλους. Το 1969, στον πρόλογό του σε μια δημοφιλή ανατύπωση του Κεφαλαίου ο Λουί Αλτουσέρ μπορούσε ακόμα να καλεί τους αναγνώστες να παραλείψουν την πρώτη ενότητα με την αιτιολογία ότι η θεωρία του φετιχισμού ήταν ένα “κατάφωρο” και “εξαιρετικά επιβλαβές” ίχνος της Χεγκελιανής φιλοσοφίας.

Για το λόγο αυτό, το εγχείρημα του Ντεμπόρ εμφανίζεται ακόμα πιο σημαντικό, καθώς θεμελιώνει την ανάλυσή του για την κοινωνία του θεάματος – δηλαδή για τον καπιταλισμό που έφτασε στην πιο ακραία μορφή του – ακριβώς σε αυτό το “κατάφωρο ίχνος”. Το “γίγνεσθαι-εικόνα” του κεφαλαίου δεν είναι παρά η τελευταία μεταμόρφωση του εμπορεύματος, όπου η ανταλλακτική αξία έχει εξαλείψει πλήρως την αξία χρήσης και μπορεί πλέον να πραγματώσει ένα καθεστώς απόλυτης και ανεύθυνης κυριαρχίας στην ολότητα της ζωής, έχοντας πλαστογραφήσει το σύνολο της κοινωνικής παραγωγής. Με αυτή την έννοια, το Κρυστάλλινο Παλάτι στο Χάιντ Παρκ, όπου το εμπόρευμα αποκάλυψε και εξέθεσε το μυστήριό του για πρώτη φορά, είναι μια προφητεία του θεάματος ή, μάλλον, του εφιάλτη όπου ο 19ος αιώνας ονειρεύτηκε τον 20ο αιώνα. Το πρώτο καθήκον που ανέλαβαν οι Καταστασιακοί ήταν το ξύπνημα από αυτόν τον εφιάλτη.

Βαλπούργεια Νύχτα

Αν υπάρχει στον αιώνα μας ένας συγγραφέας με τον οποίο ο Νεμπόρ ίσως θα συμφωνούσε να συγκριθεί, αυτός ο συγγραφέας θα ήταν ο Καρλ Κράους. Κανένας δεν κατάφερε να φέρει στο φως τους κρυμμένους νόμους του θεάματος όπως το έκανε ο Κράους στον ανυποχώρητο αγώνα του ενάντια στους δημοσιογράφους – “σε αυτούς τους θορυβώδεις καιρούς που βροντάνε με τη φρικτή συμφωνία των γεγονότων που παράγουν ειδησεογραφικές αναφορές και των αναφορών που παράγουν γεγονότα.” Και αν μπορούσε κάποιος να φανταστεί κάτι ανάλογο με τη φωνή του αφηγητή που διατρέχει τις ταινίες του Ντεμπόρ μαζί με την έκθεση αυτής της ερήμου από χαλάσματα που είναι το θέαμα, τίποτα δε θα ήταν πιο κατάλληλο από τη φωνή του Κράους. Μια φωνή που – σε εκείνα τα δημόσια κηρύγματα των οποίων τη γοητεία έχει περιγράψει ο Ελίας Κανέττι – ανακαλύπτει και απογυμνώνει την οικεία και θηριώδη αναρχία του θριαμβευτή καπιταλισμού στην οπερέτα του Όφενμπαχ.

Είναι γνωστή η απόκριση με την οποία ο Κράους, στη μεταθανάτια Τρίτη Βαλπούργεια Νύχτα, δικαιολόγησε τη σιωπή του απέναντι στην άνοδο του Ναζισμού: «Σχετικά με τον Χίτλερ, τίποτα δεν έρχεται στο νου μου.» Αυτή η τραχιά παρατήρηση, με την οποία ο Κράους αναγνωρίζει με δυσφορία τα όριά του, σηματοδοτεί επίσης την ανικανότητα της σάτιρας όταν αυτή βρίσκεται αντιμέτωπη με το γίγνεσθαι-πραγματικότητα του απερίγραπτου. Ως σατιρικός ποιητής, είναι πράγματι «ένας από τους τελευταίους επιγόνους που κατοικούν στην αρχαία οικία της γλώσσας.» Στον Ντεμπόρ επίσης, όπως και στον Κράους, η γλώσσα παρουσιάζεται ως η εικόνα και ο τόπος της δικαιοσύνης. Ωστόσο, η αναλογία σταματάει εκεί. Ο λόγος του Ντεμπόρ ξεκινάει εκεί ακριβώς όπου η σάτιρα μένει άφωνη. Η αρχαία οικία της γλώσσας (καθώς και η λογοτεχνική παράδοση στην οποία βασίζεται η σάτιρα) έχει πια πλαστογραφηθεί και χειραγωγηθεί ολοκληρωτικά. Ο Κράους αντιδρά σε αυτή τη συνθήκη μετατρέποντας τη γλώσσα σε τόπο Γενικής Κρίσης. Αντίθετα, ο Ντεμπόρ αρχίζει να μιλάει όταν η Γενική Κρίση έχει ήδη εξαχθεί και αφού το αληθινό έχει αναγνωριστεί εντός της μονάχα ως μια στιγμή του ψεύτικου. Η Γενική Κρίση στη γλώσσα και η Βαλπούργεια Νύχτα στο θέαμα συμπίπτουν απόλυτα. Αυτή η παράδοξη σύμπτωση είναι ο τόπος απ’ όπου αντηχεί διαρκώς η φωνή του αφηγητή.

Κατάσταση

Τι είναι μια κατασκευασμένη κατάσταση; Ένας ορισμός που περιέχεται στο πρώτο τεύχος της Καταστασιακής Διεθνούς δηλώνει ότι είναι μια στιγμή στη ζωή, συγκεκριμένα και συνειδητά κατασκευασμένη μέσω της συλλογικής οργάνωσης ενός ενοποιημένου περιβάλλοντος και μέσω ενός παιχνιδιού γεγονότων. Ωστόσο, θα ήταν παραπλανητικό να σκεφτεί κανείς την κατάσταση ως μια προνομιούχα ή εξαιρετική στιγμή με την έννοια του αισθητισμού. Η κατάσταση δεν είναι το γίγνεσθαι-τέχνη της ζωής ούτε το γίγνεσθαι-ζωή της τέχνης. Μπορούμε να κατανοήσουμε την αληθινή της φύση μόνο αν την τοποθετήσουμε ιστορικά στην κατάλληλη θέση: δηλαδή, μετά το τέλος και την αυτοκαταστροφή της τέχνης και μετά το πέρασμα της ζωής από τη δοκιμασία του μηδενισμού. Το “Βορειοδυτικό πέρασμα της γεωγραφίας της αληθινής ζωής” είναι ένα σημείο αδιαφορίας ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, όπου και οι δύο υφίστανται ταυτόχρονα μια αποφασιστική μεταμόρφωση. Αυτό το σημείο αδιαφορίας συνιστά μια πολιτική που είναι επιτέλους επαρκής για τα καθήκοντά της. Οι Καταστασιακοί εναντιώνονται στον καπιταλισμό – που “συγκεκριμένα και συνειδητά” οργανώνει το περιβάλλον και τα γεγονότα κατά τρόπο ώστε να αποδυναμώσει τη ζωή – με ένα συγκεκριμένο αλλά αντίθετο σχέδιο. Η ουτοπία τους είναι απόλυτα εντοπισμένη διότι τοποθετείται στη θέση εκείνου που θέλει να ανατρέψει. Τίποτα, ίσως, δε θα μπορούσε να δώσει μια καλύτερη ιδέα της κατασκευασμένης κατάστασης από τη γυμνή σκηνογραφία όπου ο Νίτσε, στη Χαρούμενη Επιστήμη, αναπτύσσει το κρίσιμο πείραμα (experimentumcrucis) της σκέψης του. Μια κατασκευασμένη κατάσταση είναι το δωμάτιο με την αράχνη και το φεγγαρόφωτο ανάμεσα στα κλαδιά ακριβώς τη στιγμή όπου – ως απάντηση στην ερώτηση του δαίμονα: “Το επιθυμείς αυτό άλλη μια φορά και αναρίθμητες φορές ξανά;” – λέγεται: “Ναι, το επιθυμώ.” Το αποφασιστικό στοιχείο εδώ είναι η μεσσιανική μετατόπιση που μεταβάλλει ολοκληρωτικά τον κόσμο ενώ ταυτόχρονα τον αφήνει σχεδόν ανέπαφο. Στην πραγματικότητα, όλα εδώ παρέμειναν ίδια αλλά έχασαν την ταυτότητά τους.

Στην κομέντια ντελ άρτε υπήρχε ένα πλαίσιο οδηγιών για τους ηθοποιούς ώστε να δημιουργούν καταστάσεις όπου μια ανθρώπινη χειρονομία, αποσπασμένη από τη δύναμη του μύθου και του πεπρωμένου, να μπορεί τελικά να πραγματοποιηθεί. Είναι αδύνατο να γίνει κατανοητή η κωμική μάσκα αν ερμηνευθεί απλώς ως ένας απροσδιόριστος ή αποδυναμωμένος χαρακτήρας. Ο Αρλεκίνος και ο Γιατρός δεν είναι χαρακτήρες με τον ίδιο τρόπο που είναι ο Άμλετ και ο Οιδίπους: οι μάσκες δεν είναι χαρακτήρες αλλά μάλλον χειρονομίες που νοούνται ως τύπος, είναι αστερισμοί χειρονομιών. Σε αυτή την κατάσταση, η καταστροφή της ταυτότητας του ρόλου συμβαδίζει με την καταστροφή της ταυτότητας του ηθοποιού. Αυτή ακριβώς η σχέση ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή του, ανάμεσα στη δύναμη και την πράξη τίθεται ξανά υπό αμφισβήτηση εδώ. Αυτό συμβαίνει επειδή η μάσκα εισάγεται ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή του, δημιουργώντας ένα αξεδιάλυτο μίγμα δύναμης και πράξης. Και αυτό που συμβαίνει εδώ – τόσο πάνω στη σκηνή όσο και εντός της κατασκευασμένης κατάστασης – δεν είναι η ενεργοποίηση μιας δύναμης αλλά η απελευθέρωση μιας απώτερης δύναμης. Η χειρονομία ορίζει αυτή την τομή ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, ανάμεσα στην πράξη και τη δύναμη, ανάμεσα στο γενικό και το ειδικό, ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή. Είναι μια στιγμή ζωής αποσπασμένη από το πλαίσιο της ατομικής βιογραφίας καθώς επίσης και μια στιγμή τέχνης αποσπασμένη από την ουδετερότητα της αισθητικής: είναι η καθαρή πράξη (praxis). Η χειρονομία δεν είναι αξία χρήσης ούτε ανταλλακτική αξία, δεν είναι βιογραφική εμπειρία ούτε απρόσωπο γεγονός: είναι η άλλη πλευρά του εμπορεύματος που αφήνει τους “κρυστάλλους αυτής της κοινής κοινωνικής ουσίας” να βυθιστούν μέσα στην κατάσταση.

Άουσβιτς/Τιμισοάρα

Ίσως η πιο ανησυχητική πλευρά των βιβλίων του Ντεμπόρ είναι το γεγονός ότι η ιστορία μοιάζει να έχει δεσμευτεί στην αδιάκοπη επιβεβαίωση των αναλύσεών τους. Είκοσι χρόνια μετά την Κοινωνία του Θεάματος, τα Σχόλια (1988) κατέγραψαν την ακρίβεια της διάγνωσης και των προβλέψεων του προηγούμενου βιβλίου από κάθε άποψη. Στο μεταξύ, η πορεία της ιστορίας επιταχύνθηκε με ενιαίο τρόπο προς την ίδια κατεύθυνση: μόλις δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση αυτού του βιβλίου, θα λέγαμε ότι η παγκόσμια πολιτική δεν είναι παρά μια βιαστική και παρωδιακή σκηνοθεσία του σεναρίου που περιέχεται σε αυτό το βιβλίο. Η ουσιαστική ενοποίηση του συγκεντρωμένου θεαματικού (των Ανατολικών λαϊκών δημοκρατιών) και του διάχυτου θεαματικού (των Δυτικών δημοκρατιών) σε ένα ενσωματωμένο θεαματικό αποτελεί πλέον μια κοινοτοπία. Αυτή η ενοποίηση – που αποτελούσε μια από τις κεντρικές θέσεις των Σχολίων –  φάνταζε παράδοξη σε πολλούς ανθρώπους την εποχή που δημοσιεύτηκε το βιβλίο. Τα αμετακίνητα τείχη και τα σιδηρούντα παραπετάσματα που χώριζαν τους δύο κόσμους σαρώθηκαν μέσα σε λίγες μέρες. Οι Ανατολικές κυβερνήσεις επέτρεψαν την πτώση του Λενινιστικού κόμματος ώστε να πραγματωθεί πλήρως το ενσωματωμένο θεαματικό στις χώρες τους. Με τον ίδιο τρόπο, η Δύση είχε ήδη αποκηρύξει λίγο νωρίτερα την ισορροπία δυνάμεων όπως και την πραγματική ελευθερία της σκέψης και της επικοινωνίας στο όνομα της εκλογικής πλειοψηφικής μηχανής και του μιντιακού ελέγχου της κοινής γνώμης –που αναπτύχθηκαν αμφότερα εντός των ολοκληρωτικών σύγχρονων κρατών.

Η πόλη Τιμισοάρα της Ρουμανίας αντιπροσωπεύει το ακραίο σημείο αυτής της διαδικασίας και το όνομά της αξίζει να δοθεί στη νέα εξέλιξη της παγκόσμιας πολιτικής. Εκεί, η μυστική αστυνομία συνωμότησε ενάντια στον εαυτό της για να ανατρέψει το παλιό καθεστώς του συγκεντρωμένου θεαματικού ενώ η τηλεόραση έδειχνε απροκάλυπτα και χωρίς ψεύτικη μετριοφροσύνη την πραγματική πολιτική λειτουργία των μίντια. Η τηλεόραση και η μυστική αστυνομία κατάφεραν κάτι που ο Ναζισμός δεν είχε τολμήσει καν να φανταστεί: να συνδυάσει το Άουσβιτς και τη φωτιά στο Ράιχσταγκ σε ένα τερατώδες γεγονός. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, πτώματα που είχαν μόλις ταφεί ή παραταχθεί στα τραπέζια του νεκροτομείου εκτάφηκαν βιαστικά και βασανίστηκαν με σκοπό να προσομοιώσουν, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, τη γενοκτονία που νομιμοποιούσε το νέο καθεστώς. Αυτό που παρακολουθούσε ολόκληρος ο κόσμος ζωντανά στην τηλεόραση, πιστεύοντας ότι είναι αληθινό, ήταν στην πραγματικότητα η απόλυτη αναλήθεια. Και, μολονότι η παραποίηση ήταν αρκετά προφανής κάποιες στιγμές, νομιμοποιήθηκε ως αλήθεια από το παγκόσμιο μιντιακό σύστημα ώστε να γίνει ξεκάθαρο ότι το αληθινό δεν ήταν πια παρά μια στιγμή μέσα στην αναπόδραστη κίνηση του ψεύτικου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλήθεια και το ψέμα έγιναν αξεδιάλυτα και το θέαμα νομιμοποιήθηκε αποκλειστικά διαμέσου του θεάματος.

Με αυτή την έννοια, η Τιμισοάρα είναι το Άουσβιτς της εποχής του θεάματος: και με τον ίδιο τρόπο που έχει ειπωθεί ότι μετά το Άουσβιτς είναι αδύνατο να γράψει κανείς και να σκεφτεί όπως πριν, μετά την Τιμισοάρα δε θα είναι πια δυνατό να παρακολουθήσει κανείς τηλεόραση όπως πριν.

Σεκινάχ

Με ποιον τρόπο μπορεί η σκέψη να συλλέξει την κληρονομιά του Ντεμπόρ σήμερα, την εποχή του απόλυτου θριάμβου του θεάματος; Εν τέλει, είναι προφανές ότι το θέαμα είναι η γλώσσα, η επικοινωνιακότητα και το γλωσσικό είναι των ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι μια ολοκληρωμένη Μαρξιανή ανάλυση πρέπει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο καπιταλισμός (ή οποιαδήποτε ονομασία θα θέλαμε να δώσουμε στη διαδικασία που κυριαρχεί σήμερα στην παγκόσμια ιστορία) δεν αποσκοπούσε μονάχα στην απαλλοτρίωση της παραγωγικής δραστηριότητας αλλά επίσης – και πάνω απ’ όλα – στην απαλλοτρίωση της ίδιας της γλώσσας, της γλωσσικής και επικοινωνιακής φύσης των ανθρώπων, του λόγου (logos) που ο Ηράκλειτος ταυτίζει με το Κοινό. Η ακραία μορφή απαλλοτρίωσης του Κοινού είναι το θέαμα, δηλαδή η πολιτική στην οποία ζούμε. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι εκείνο που αντιμετωπίζουμε στο θέαμα είναι η ίδια η αντιστραμμένη γλωσσική μας φύση. Για το λόγο αυτό (επειδή ακριβώς εκείνο που απαλλοτριώνεται είναι η ίδια η δυνατότητα ενός κοινού αγαθού) η βία του θεάματος είναι τόσο καταστροφική. Αλλά, για τον ίδιο λόγο, το θέαμα εμπεριέχει ακόμα κάτι σαν θετική δυνατότητα – και το δικό μας καθήκον είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτήν τη δυνατότητα εναντίον του.

Αυτή η συνθήκη μοιάζει με την αμαρτία που οι καμπαλιστές αποκαλούν “απομόνωση του Σεκινάχ” και την αποδίδουν στον Άχερ – έναν από τους τέσσερις ραββίνους που, σύμφωνα με ένα διάσημο Haggadah του Ταλμούδ, εισήλθαν στο δεντρόκηπο [Pardes] (δηλαδή στην ύψιστη γνώση). Η ιστορία λέει ότι «τέσσερις ραββίνοι εισήλθαν στον Παράδεισο: ο Μπεν Αζάι, ο Μπεν Ζομά, ο Άχερ και ο Ραμπί Ακίβα… Ο Μπεν Αζάι έριξε μια ματιά και πέθανε… ο Μπεν Ζομά κοίταξε και τρελάθηκε… Ο Άχερ έκοψε τα κλαδιά. Ο Ραμπί Ακίβα εξήλθε σώος και αβλαβής».

Το Σεκινάχ είναι το τελευταίο από τα δέκα Σεφιρότ ή ιδιότητες της θεότητας, εκείνη που εκφράζει την ίδια τη θεία παρουσία, την εκδήλωση ή την κατοικία της στη Γη: τη “λέξη” της. Το “κόψιμο των κλαδιών” από τον Άχερ ταυτίζεται από τους καμπαλιστές με την αμαρτία του Αδάμ που, αντί να αναλογιστεί τα Σεφιρότ στο σύνολό τους, προτίμησε να αναλογιστεί μόνο το τελευταίο απομονώνοντάς το από τα υπόλοιπα – διαχωρίζοντας έτσι το δέντρο της επιστήμης από το δέντρο της ζωής. Όπως και ο Αδάμ, ο Άχερ αντιπροσωπεύει την ανθρωπότητα διότι – θεωρώντας τη γνώση ως δικό του προορισμό και δική του ιδιαίτερη δύναμη – απομονώνει τη γνώση και τη λέξη, που αποτελούν την πληρέστερη μορφή εμφάνισης του Θεού (το Σεκινάχ), από τα υπόλοιπα Σεφιρότ μέσω των οποίων αποκαλύπτεται ο Θεός. Ο κίνδυνος εδώ είναι ότι η λέξη – δηλαδή η μη-αφάνεια και η αποκάλυψη κάποιου πράγματος – μπορεί να διαχωριστεί από αυτό που αποκαλύπτει και να αποκτήσει τελικά αυτόνομη συνοχή. Το αποκαλυπτόμενο και εμφανιζόμενο είναι (επομένως, αυτό που είναι κοινό και μπορεί να μοιραστεί) διαχωρίζεται από το αντικείμενο που αποκαλύπτεται και τοποθετείται ανάμεσα σε αυτό και τους ανθρώπους. Σε αυτή την κατάσταση εξορίας, το Σεκινάχ χάνει τη θετική του δύναμη και γίνεται επιβλαβές (οι καμπαλιστές λένε ότι “ρουφάει το γάλα του κακού”.)

Επομένως, η απομόνωση του Σεκινάχ εκφράζει τη συνθήκη της εποχής μας. Ενώ υπό το παλιό καθεστώς η αποξένωση της επικοινωνιακής ουσίας των ανθρώπων υποστασιοποιούταν ως προϋπόθεση που χρησίμευε ως κοινό θεμέλιο, στην κοινωνία του θεάματος η ίδια η επικοινωνιακότητα, η ίδια η γενική ουσία (δηλαδή η γλώσσα ως ουσία του ανθρώπινου είδους [Gattungswesen]) διαχωρίζεται σε μια αυτόνομη σφαίρα. Αυτό που εμποδίζει την επικοινωνία είναι η ίδια η επικοινωνησιμότητα. Οι άνθρωποι παραμένουν διαχωρισμένοι εξαιτίας αυτού που τους ενώνει. Οι δημοσιογράφοι και το μιντιακό κατεστημένο (όπως και οι ψυχαναλυτές στην ιδιωτική σφαίρα) αποτελούν το νέο ιερατείο αυτής της αλλοτρίωσης της γλωσσικής φύσης των ανθρώπων.

Στην πραγματικότητα, η απομόνωση του Σεκινάχ στην κοινωνία του θεάματος φτάνει στην τελική της φάση όπου η γλώσσα δεν αποτελεί απλώς μια αυτόνομη σφαίρα αλλά, επιπλέον, δεν αποκαλύπτει πια τίποτα – ή, μάλλον, αποκαλύπτει τη μηδαμινότητα όλων των πραγμάτων. Στη γλώσσα δεν υπάρχει τίποτα από το Θεό, από τον κόσμο ή από αυτό που αποκαλύφθηκε: σε αυτή την ακραία μηδενιστική αποκάλυψη, η γλώσσα (η γλωσσική φύση των ανθρώπων) παραμένει εκ νέου κρυμμένη και διαχωρισμένη. Η γλώσσα αποκτά έτσι, για τελευταία φορά, την άρρητη δύναμη να επιβεβαιώσει για λογαριασμό της μια ιστορική εποχή και ένα κράτος: την εποχή του θεάματος ή το κράτος του απολύτως πραγματωμένου μηδενισμού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σημερινή εξουσία, η οποία θεμελιώνεται σε μια προϋποτιθέμενη βάση, παραπαίει σε ολόκληρο τον πλανήτη: τα βασίλεια της Γης κατευθύνονται, το ένα μετά το άλλο, προς το θεαματικό-δημοκρατικό καθεστώς που συνιστά την ολοκλήρωση της μορφής-κράτους. Πέρα από τις οικονομικές αναγκαιότητες και την τεχνολογική ανάπτυξη, αυτό που οδηγεί τα έθνη της Γης σε μια μοναδική κοινή μοίρα είναι η αλλοτρίωση του γλωσσικού είναι, το ξερίζωμα όλων των λαών από τη ζωτική κατοικία τους στη γλώσσα. Αλλά ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, η εποχή στην οποία ζούμε είναι επίσης για πρώτη φορά εκείνη όπου καθίσταται δυνατό για τους ανθρώπους να βιώσουν τη γλωσσική τους ουσία – δηλαδή να βιώσουν όχι κάποιο συγκεκριμένο γλωσσικό περιεχόμενο ή κάποια αληθινή πρόταση αλλά την ίδια τη γλώσσα και το ίδιο το γεγονός της ομιλίας. Η σημερινή πολιτική είναι ακριβώς εκείνο το καταστροφικό πείραμα της γλώσσας (experimentum linguae) που εξαρθρώνει και εκκενώνει, σε ολόκληρο τον πλανήτη, παραδόσεις και πεποιθήσεις, ιδεολογίες και θρησκείες, ταυτότητες και κοινότητες.

Μόνο αυτοί που θα καταφέρουν να το φέρουν σε πέρας – χωρίς να επιτρέπουν σε αυτό που αποκαλύπτει να καλυφθεί με τη μηδαμινότητα που αποκαλύπτει – θα γίνουν οι πρώτοι πολίτες μιας κοινότητας χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς κράτος. Σε αυτήν την κοινότητα, η μηδενιστική και αποφασιστική ισχύς αυτού που είναι κοινό θα κατευναστεί και το Σεκινάχ δε θα ρουφάει πια το κακό γάλα του δικού του διαχωρισμού. Όπως ο Ραμπί Ακίβα στο Haggadah του Ταλμούδ, οι πολίτες αυτής της κοινότητας θα εισέλθουν στον παράδεισο της γλώσσας και θα εξέλθουν σώοι και αβλαβείς.

Τιανανμέν

Πώς εμφανίζεται το σενάριο που θέτει ενώπιόν μας η παγκόσμια πολιτική υπό το φως των Σχολίων; Το κράτος του ενσωματωμένου θεαματικού (ή θεαματικό-δημοκρατικό κράτος) είναι το τελικό στάδιο στην εξέλιξη της μορφής-κράτους – το καταστροφικό στάδιο προς το οποίο σπεύδουν όλες οι μοναρχίες και οι ρεπούμπλικες, οι τυραννίες και οι δημοκρατίες, τα ρατσιστικά και τα προοδευτικά καθεστώτα. Μολονότι φαίνεται ότι επαναφέρει στη ζωή τις εθνικές ταυτότητες, στην πραγματικότητα αυτή η παγκόσμια κίνηση εμπεριέχει μια τάση προς τη συγκρότηση ενός είδους υπερεθνικού αστυνομικού κράτους όπου οι κανόνες του διεθνούς δικαίου καταργούνται σιωπηρά ο ένας μετά τον άλλον. Εκτός από το γεγονός ότι επισήμως δεν έχει κηρυχθεί πόλεμος εδώ και πολλά χρόνια (επιβεβαιώνοντας την προφητεία του Καρλ Σμιτ ότι κάθε πόλεμος στην εποχή μας μετατρέπεται σε εμφύλιο πόλεμο), ακόμα και η άμεση εισβολή σε ένα κυρίαρχο κράτος μπορεί να παρουσιαστεί πλέον ως ενέργεια εσωτερικής δικαιοδοσίας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι μυστικές υπηρεσίες – που ανέκαθεν είχαν συνηθίσει να ενεργούν αγνοώντας τα σύνορα των κυρίαρχων εθνικών οντοτήτων – μετατρέπονται σε υπόδειγμα πραγματικής πολιτικής οργάνωσης και πραγματικής πολιτικής δράσης. Για πρώτη φορά στην ιστορία του αιώνα μας, οι δύο σημαντικότερες παγκόσμιες δυνάμεις έχουν ως επικεφαλής δύο ανθρώπους που προέρχονται άμεσα από τις μυστικές υπηρεσίες: τον Μπους (πρώην επικεφαλής της CIA) και τον Γκορμπατσώφ (άνθρωπο του Αντρόποφ). Και η ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια τους χαιρετίζεται, στη νέα πορεία του θεάματος, ως θρίαμβος της δημοκρατίας. Παρά τα φαινόμενα, η αναδυόμενη θεαματική-δημοκρατική παγκόσμια οργάνωση κινδυνεύει να γίνει η χειρότερη τυραννία που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, ενάντια στην οποία η αντίσταση και η ανυπακοή θα γίνονται συνεχώς δυσκολότερες – καθώς, επιπλέον, γίνεται ολοένα πιο ξεκάθαρο ότι μια τέτοια οργάνωση θα αναλάβει το καθήκον να διαχειριστεί την επιβίωση της ανθρωπότητας σε έναν μη-κατοικήσιμο κόσμο. Ωστόσο, κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα πετύχει πραγματικά η προσπάθεια του θεάματος να διατηρήσει τον έλεγχο της διαδικασίας στης οποίας την κίνηση συνέβαλε αρχικά.

Εν τέλει, το κράτος του θεάματος (όπως έχει δείξει ο Μπαντιού ότι συμβαίνει με κάθε κράτος) εξακολουθεί να είναι ένα κράτος που δε βασίζεται στους κοινωνικούς δεσμούς – τους οποίους υποτίθεται ότι εκφράζει – αλλά μάλλον στη διάλυσή τους, την οποία απαγορεύει. Σε τελική ανάλυση, το κράτος μπορεί να αναγνωρίσει οποιαδήποτε αξίωση ταυτότητας – ακόμα και την αξίωση μιας κρατικής ταυτότητας στο εσωτερικό του (στην εποχή μας, η ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στο κράτος και την τρομοκρατία αποτελεί μια εύγλωττη επιβεβαίωση αυτού του γεγονότος). Αλλά αυτό που δεν μπορεί να ανεχτεί με κανέναν τρόπο το κράτος είναι η ύπαρξη μοναδικοτήτων που δημιουργούν μια κοινότητα χωρίς να διεκδικούν μια ταυτότητα, είναι η συνύπαρξη των ανθρώπων χωρίς μια αντιπροσωπεύσιμη κατάσταση του ανήκειν (όπως το να είναι κάποιος Ιταλός, μέλος της εργατικής τάξης, Καθολικός, τρομοκράτης κ.λπ.). Κι όμως, καθώς το κράτος του θεάματος εκκενώνει και ακυρώνει κάθε πραγματική ταυτότητα και υποκαθιστά το λαό και τη γενική βούληση με το δημόσιο και την κοινή γνώμη, είναι ακριβώς αυτό που παράγει μαζικά από το εσωτερικό του μοναδικότητες που δε χαρακτηρίζονται πλέον από οποιαδήποτε κοινωνική ταυτότητα ή οποιαδήποτε πραγματική κατάσταση του ανήκειν: μοναδικότητες που είναι πραγματικά οποιεσδήποτε μοναδικότητες. Είναι σαφές ότι η κοινωνία του θεάματος είναι επίσης εκείνη όπου όλες οι κοινωνικές ταυτότητες έχουν διαλυθεί και καθετί που αντιπροσώπευε επί αιώνες το μεγαλείο και την αθλιότητα των γενεών που διαδέχονταν η μία την άλλη πάνω στη Γη έχει απολέσει πλέον όλη τη σημασία του. Οι διάφορες ταυτότητες που σημάδεψαν την τραγικωμωδία της παγκόσμιας ιστορίας εκτίθενται και συγκεντρώνονται με μια φαντασμαγορική κενότητα στην παγκόσμια μικρο-μπουρζουαζία , η οποία συνιστά τη μορφή με την οποία το θέαμα πραγμάτωσε παρωδιακά το Μαρξιανό σχέδιο της αταξικής κοινωνίας.

Για το λόγο αυτό – ρισκάροντας εδώ μια προφητεία – η επερχόμενη πολιτική δε θα είναι πια ένας αγώνας για την κατάκτηση ή τον έλεγχο του κράτους εκ μέρους νέων ή παλιών κοινωνικών υποκειμένων αλλά μάλλον ένας αγώνας ανάμεσα στο κράτος και το μη-κράτος (την ανθρωπότητα), δηλαδή ένας ανεπίλυτος διχασμός ανάμεσα στις οποιεσδήποτε μοναδικότητες και την κρατική οργάνωση.

Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις απλές διεκδικήσεις της κοινωνίας απέναντι στο κράτος, οι οποίες αποτελούσαν επί μακρόν το κοινό μέλημα όλων των κινημάτων διαμαρτυρίας της εποχής μας. Οι οποιεσδήποτε μοναδικότητες δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια ένωση (societas) εντός της κοινωνίας του θεάματος διότι δεν έχουν καμία ταυτότητα για να την υπερασπιστούν και κανέναν κοινωνικό δεσμό μέσω του οποίου θα επιδιώξουν την αναγνώριση. Επομένως, ο αγώνας ενάντια στο κράτος γίνεται πιο αδιάλλακτος καθώς αυτό το κράτος ακυρώνει όλα τα πραγματικά περιεχόμενα αλλά ταυτόχρονα –παραβλέποντας όλες τις κενές διακηρύξεις για την ιερότητα της ζωής και τα ανθρώπινα δικαιώματα – διακηρύττει επίσης ότι κάθε οντότητα από την οποία απουσιάζει μια αντιπροσωπεύσιμη ταυτότητα είναι απλώς ανύπαρκτη.

Αυτό είναι το μάθημα που θα μπορούσαμε να διδαχθούμε από την Τιανανμέν αν αποδιδόταν πραγματική προσοχή στα δεδομένα αυτού του γεγονότος. Στην πραγματικότητα, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των διαδηλώσεων του Κινέζικου Μάη ήταν η σχετική απουσία συγκεκριμένων περιεχομένων στα αιτήματά τους (οι έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας είναι υπερβολικά γενικές για να αποτελέσουν έναν πραγματικό στόχο του αγώνα και το μοναδικό συγκεκριμένο αίτημα, η αποκατάσταση του Χου Γιάο Μπανγκ, ικανοποιήθηκε αμέσως.) Για το λόγο αυτό, η βία της κρατικής αντίδρασης μοιάζει ακόμα πιο ανεξήγητη.  Είναι πιθανό, ωστόσο, ότι αυτή η δυσαναλογία ήταν μονάχα φαινομενική και ότι οι Κινέζοι ηγέτες ενήργησαν, από τη δική τους πλευρά, με απόλυτη διαύγεια. Στην Τιανανμέν, το κράτος βρέθηκε αντιμέτωπο με κάτι που δεν μπορούσε και δεν ήθελε να αντιπροσωπευθεί αλλά, παρόλα αυτά, παρουσιάστηκε ως κοινότητα και ως κοινή ζωή (και αυτό ισχύει είτε είχαν πραγματική επίγνωση αυτού του γεγονότος όσοι βρίσκονταν σε εκείνη την πλατεία είτε όχι.) Η απειλή με την οποία δεν είναι διατεθειμένο να συμβιβαστεί το κράτος είναι ακριβώς το γεγονός ότι το μη-αντιπροσωπεύσιμο μπορεί να υπάρξει και να δημιουργήσει μια κοινότητα χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς συνθήκες του ανήκειν (όπως ακριβώς η ασυνεπής πολλαπλότητα του Κάντορ). Η οποιαδήποτε μοναδικότητα – αυτή η μοναδικότητα που θέλει να πάρει στην κατοχή της το ίδιο το γίγνεσθαι καθώς επίσης και το δικό της είναι-στη-γλώσσα και, επομένως, αρνείται κάθε ταυτότητα και κάθε συνθήκη του ανήκειν – είναι ο νέος, μη-υποκειμενικός και κοινωνικά ασυνεπής πρωταγωνιστής της επερχόμενης πολιτικής. Οπουδήποτε αυτές οι μοναδικότητες εκδηλώσουν το δικό τους είναι-από-κοινού, εκεί θα υπάρξει μια νέα Τιανανμέν και, αργά ή γρήγορα, τα τανκς θα κάνουν ξανά την εμφάνισή τους.

 

Παράρτημα

Γκυ Ντεμπόρ: Γράμματα στον Τζιόρτζιο Αγκάμπεν

 (1989-1990)

Champot, 24 Αυγούστου 1989

Αγαπητέ Κύριε,

Ευχαριστώ για τα αποκόμματα του Τύπου που μου στείλατε. Χαίρομαι που μαθαίνω ότι, παρά την ύπαρξη κάποιων αρκετά σοβαρών εμποδίων, η Ιταλία είναι καλύτερα ενημερωμένη από τη Γαλλία και πολλές άλλες χώρες που βρίσκονται ακόμα στην εποχή των “Νασιστικών”-μουσειογραφικών πλαστογραφήσεων, οι οποίες εγκαινιάζονται γελοιωδώς από το καταγέλαστο “Κέντρο Πομπιντού”.

Και χαίρομαι ακόμα περισσότερο διότι κι εγώ ο ίδιος είχα τη δυνατότητα να μάθω πολλά στην Ιταλία.

Σας στέλνω ένα πολύ πρόσφατο βιβλίο για να συμπληρώσετε την ευφυή τεκμηρίωσή σας.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.  

 

24 Γενάρη 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο Αγκάμπεν,

Συμφωνώ με την ιδέα της έκδοσης των δύο βιβλίων σε έναν ενιαίο τόμο, υπό την προϋπόθεση ότι η σειρά τους θα είναι η εξής: Σχόλια…(1988), ακολουθούμενα από την Κοινωνία του Θεάματος (1967), και ότι το πρώτο βιβλίο θα τυπωθεί με ελαφρώς μεγαλύτερα τυπογραφικά στοιχεία.

Ο πρόλογός σου θα είναι πολύ χρήσιμος, τουλάχιστον για την εξήγηση του φαινομενικού παραδόξου· και για πολλά άλλα σημεία, δεν έχω καμία αμφιβολία.

Αφού θα είσαι στο Παρίσι το Φεβρουάριο, προτείνω να συναντηθούμε τη Δευτέρα 12 του μήνα στις 5 μμ. στο μπαρ του Λουτέτια που βρίσκεται στο τέρμα του διαδρόμου του ξενοδοχείου.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.

16 Φλεβάρη 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο,

Σου στέλνω ένα αντίγραφο του Ιταλικού προλόγου μου από το 1979. Έχω σημειώσει τα αποσπάσματα που, κατά τη γνώμη μου, εκφράζουν καλύτερα το νόημα του βιβλίου. Και τη συνέπειά μου, την οποία πολλοί θα μπορούσαν πραγματικά να αποκαλέσουν κυνισμό. Αυτό εξαρτάται από τις αξίες που αποδέχονται και από το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν. Αν, παρεμπιπτόντως, ανακαλέσεις αυτόν τον πρόλογο στον δικό σου πρόλογο, θα αντισταθμίσεις επαρκώς την απουσία του από τη συγκεκριμένη συλλογή των γραπτών μου για το θέαμα που, σε διαφορετική περίπτωση, θα κινδύνευαν να γίνουν αντιληπτά και να ερμηνευτούν με άσχημο τρόπο.

Γοητευτήκαμε από τη συνάντηση μαζί σου και προτείνω να δειπνήσουμε μαζί αμέσως μόλις επικοινωνήσεις μαζί μου, μετά την επιστροφή σου εδώ.

Φιλικά,

Γκυ.

 

6 Αυγούστου 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο,

Ανησύχησα λίγο όταν με ρώτησες πρόσφατα αν δε μου άρεσε το κείμενο που προσέθεσες στα Σχόλιά μου και θύμωσα πολύ επειδή δεν κατάφερα να σου απαντήσω. Θα είναι ασφαλώς δύσκολο να πιστέψεις ότι η SugarCo δε μου είχε στείλει ακόμα κανένα αντίγραφο του βιβλίου – που δημοσιεύτηκε το Μάρτη – ακόμα και μετά το αίτημα που υπέβαλε ο εκδότης μου στο Παρίσι. Πραγματικά, η αυθάδειά τους ήταν καταπληκτική.

Μόλις έλαβα ένα αντίγραφο χάρη σε έναν Ιταλό φίλο που θεώρησε χρήσιμο να μου το στείλει μαζί με την άλλη έκδοση (Agalev) της Μπολόνια.

Ασφαλώς γοητεύτηκα απολύτως διαβάζοντας τα Σχόλιά σου. Μίλησες πολύ ωραία, σε όλα σου τα κείμενα, για τόσους πολλούς συγγραφείς που επιλέχτηκαν με το καλύτερο γούστο (για το οποίο είμαι πολύ χαρούμενος, με εξαίρεση κάποιους ξένους συγγραφείς που δυστυχώς αγνοώ και τέσσερις ή πέντε σύγχρονους Γάλλους τους οποίους δε θέλω καν να διαβάσω). Είναι ασφαλώς τιμητικό για κάποιον να περιλαμβάνεται σε ένα τέτοιο Πάνθεον.

Χαίρομαι που επιδίωξα – το 1967 και σε απόλυτη αντίθεση με τη ζοφερή άρνηση του Αλτουσέρ – ένα είδος “διάσωσης μέσω της μεταφοράς” της Μαρξιστικής μεθόδου προσθέτοντας σε αυτή μια μεγάλη δόση από τον Χέγκελ και, ταυτόχρονα, επαναλαμβάνοντας μια κριτική της πολιτικής οικονομίας που ανακαλούσε στη φτωχή μας χώρα την εύλογη εξέλιξη της Μαρξιστικής μεθόδου, η οποία ήταν προβλέψιμη με βάση όσα είχαν προηγηθεί. Και θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο ανέτρεξες δικαιολογημένα στον Ηράκλειτο σε σχέση με την πλήρη απαλλοτρίωση της γλώσσας, η οποία αποτελούσε παλιότερα το “κοινό”! Αυτή είναι, αναμφίβολα, η σωστή κατεύθυνση για να αναληφθεί ξανά το πραγματικό έργο που κάποτε ονομαζόταν “να στηθεί ξανά ο κόσμος στα πόδια του” και “να φιλοσοφούμε με ένα σφυρί”.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.

 

 

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι
Αύγουστος 2014

Πηγή: athensindymedia

Γαλλία, Contes: Επαναλαμβανόμενα σαμποτάζ ενάντια στη νέα κεραία αναμετάδοσης

Contes (Αλπ-Μαριτίμ, νοτιοανατολική Γαλλία): Επαναλαμβανόμενα σαμποτάζ ενάντια στη νέα κεραία αναμετάδοσης… προσοχή όμως στους καβατζωμένους μπάτσους – 16 Ιούνη 2020

Τις τελευταίες εβδομάδες, έχουν αυξηθεί τα σαμποτάζ ενάντια στην εγκατάσταση μιας κεραίας αναμετάδοσης της Free (στμ: γαλλική εταιρεία τηλεπικοινωνιών) στην Contes, στην Αλπ-Μαριτίμ, η οποία πρόκειται να εξοπλιστεί με τεχνολογία 5G. Χωροφύλακες καβατζωμένοι στα πέριξ συνέλαβαν δύο νεαρούς την Τρίτη 16 Ιούνη. Ήταν λόγω των δύο αυτών συλλήψεων που μάθαμε για τα διάφορα άλλα σαμποτάζ ενάντια στην ίδια κεραία.

“Το σούρουπο της Τρίτης 16 Ιούνη έγινε μπούκα ακόμη μια φορά στο σημείο όπου βρίσκεται η κεραία αναμετάδοσης σήματος 5G στην Contes (στην Αλπ-Μαριτίμ), το οποίο έχει αποτελέσει στόχο διάφορων επιθέσεων τις τελευταίες βδομάδες. Εκείνο μόλις το απόγευμα, το σημείο είχε τεθεί υπό την παρακολούθηση χωροφυλάκων απ’ το τμήμα ερευνών της Μαρσέιγ και απ’ τον τομέα ερευνών της Νίκαιας. Οι τελευταίοι προχώρησαν σε ανάκριση δύο αντρών, ηλικίας 25 ετών, οι οποίοι διέμεναν στη Νίκαια και στην Τεντ (στην Αλπ-Μαριτίμ). Αυτήν την Πέμπτη συνελήφθησαν και οι δύο, με τις προερχόμενες από ανοιχτή εισαγγελική έρευνα κατηγορίες της “φθοράς ξένης περιουσίας με επικίνδυνα μέσα και εγκληματική οργάνωση”. Έχει αιτηθεί δικαστική προσφυγή εναντίον τους, όπως ανακοίνωσε η εισαγγελία της Νίκαιας.

Τούτες είν’ οι πρώτες συλλήψεις που συνδέονται με τις επαναλαμβανόμενες μπούκες σε δαύτο το σημείο που διαχειρίζεται η Free, η εταιρεία τηλεπικοινωνιών. Στις 30 Απρίλη κόπηκαν τα καλώδια, ενώ είχαν μόλις ξαναρχίσει στο σημείο οι εργασίες εγκατάστασης της κεραίας ύψους 21 μέτρων, έπειτα από ενάμιση μήνα διακοπής λόγω καραντίνας. Στα μέσα του Μάη, και ενώ η κεραία είχε πλέον εγκατασταθεί και ήταν έτοιμη προς χρήση, σημειώθηκε άλλη μία εισβολή. Τα τεχνικά και επιστημονικά κλιμάκια της αστυνομίας τότε διεξήγαγαν έρευνα, και τοποθετήθηκε στο σημείο σύστημα παρακολούθησης. Τούτο δεν απέτρεψε τη φθορά διάφορων ανεμιστήρων στο ίδιο σημείο, στις 15 Ιούνη.

Οι επαναλαμβανόμενες αυτές επιθέσεις έχουν πραγματοποιηθεί σ’ ένα ιδιαιτέρως τεταμένο τοπικό συγκείμενο. Ο σταθμός τηλεπικοινωνιών της Contes έχει υπάρξει στην πραγματικότητα ήδη εδώ και αρκετούς μήνες αντικείμενο πολλαπλών διενέξεων από πλευράς των κατοίκων. Το δημαρχείο και οι κάτοικοι τούτης της ενδοχώρας της Νίκαιας έχουν πράγματι αντιταχθεί για σχεδόν έναν χρόνο στην εγκατάσταση δαύτου του εξοπλισμού που συνδέεται με το δίκτυο 5G. Μια πρώτη διέξοδος προέκυψε απ’ τον δικαστή συνοπτικών διαδικασιών του διοικητικού δικαστηρίου, ο οποίος εκκίνησε δικαστικές διαδικασίες για τη Free τον προηγούμενο Αύγουστο. Η απόφαση για το κατά πόσον αξίζει η εγκατάσταση αναμένεται τους ερχόμενους μήνες. […]

Οι επαναλαμβανόμενες προκλήσεις φθορών στο σημείο της κεραίας τηλεπικοινωνιών της Contes αποτελούν μέρος ενός εξαιρετικά σύνθετου εθνικού ζητήματος. Σχεδόν είκοσι σαμποτάζ και συμβολικές καταστροφές κεραιών αναμετάδοσης έχουν καταγραφεί απ’ τις αρχές του Απρίλη ανά τη Γαλλία (στις περιοχές της Γιούρα, της Βρετάνης και του Παρισίου, μεταξύ άλλων).”

Πηγή: Act For Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Η ιδέα της προόδου μπροστά στην οικολογική καταστροφή

«Μπορεί να φαίνεται απίθανο μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία να επιλέξει να αυτο-καταστραφεί, αλλά είμαστε στη διαδικασία να κάνουμε αυτό ακριβώς», γράφει η Elizabeth Kolbert στο Ημερολόγιο μιας Καταστροφής.i Στο άλλο γνωστό βιβλίο της (Η Έκτη Εξαφάνιση των Ειδών), η Kolbert εκτιμά ότι η γη θα έχει χάσει περίπου τα μισά είδη μέχρι τον επόμενο αιώνα, 66 εκατομμύρια χρόνια μετά την προηγούμενη μαζική εξαφάνιση.

Μπορούμε να προσδοκάμε ότι οι κοινωνίες θα ελέγξουν αργά ή γρήγορα τη σημερινή πανδημία. Εκείνο όμως που δεν θα μπορούν να ελέγξουν είναι η κατάρρευση των φυσικών συνθηκών της ύπαρξής τους. Ο πλανήτης θερμαίνεται εδώ και 150 χρόνια, λόγω της υπερβολικής ενέργειας που εκλύεται από τα αέρια του θερμοκηπίου, κάτι που η προσωρινή, λόγω πανδημίας, μείωσή τους, δεν είναι ικανή από μόνη της να ανασχέσει.ii Ακόμα και αν εκπληρωθούν οι στόχοι του Παρισιού, η υπερθέρμανση του πλανήτη κατά 3,4° C μέχρι το 2100 φαίνεται να είναι δρομολογημένη, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν άλλα ανατροφοδοτικά φαινόμενα από τον κύκλο του διοξειδίου του άνθρακα. Αν ληφθούν υπόψιν, τότε η αύξηση εκτιμάται στους 4,5 με 5 ° C. Αύξηση της θερμοκρασίας 4° C θα ήταν «ασύμβατη με μια οργανωμένη παγκόσμια κοινότητα», και «θα μπορούσε να μειώσει τον ανθρώπινο πληθυσμό κατά 80 ή 90%».iii

Φαίνεται λοιπόν ότι το «τέλος του κόσμου» δεν είναι απλώς πια μια ιδέα που ανάγεται στην φθορά της Δυτικής «υλικής κυριαρχίας και πνευματικής ηγεμονίας», όπως υπόστηριξε ο Bauman σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του,iv αλλά μια ορατή πιθανότητα. Ο καπιταλισμός, ιδιαίτερη δημιουργία του Δυτικού πολιτισμού, έχει παγκοσμιοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που καταστρέφει τις συνθήκες ζωής όλων των όντων πάνω στη γη. Πράγματι, 70% των αερίων του θερμοκηπίου που έχουν εκλυθεί από το 1988 προέρχεται μόνο από 100 εταιρείες, ενώ την ίδια περίοδο όλες κι όλες 25 εταιρείες παρήγαγαν τις μισές από τις βιομηχανικές εκπομπές.v Πρόκειται βέβαια για πολυεθνικές, οι δραστηριότητες των οποίων προωθούνται από κυρίαρχα κράτη, επενδυτικά κεφάλαια, διεθνείς οργανισμούς, γεωστρατηγικά συμφέροντα, πολέμους, και κυβερνήσεις που δικαιολογούν ή αποκρύπτουν τις ζημίες που προκαλούνται στο παγκόσμιο οικοσύστημα. Ωστόσο, η εξουσία στην πολιτική, όπως και στην οικονομία, δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς μόνο σε σχέση με τη δυνατότητα συγκεκριμένων δρώντων να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους στο κοινωνικό σύνολο. Η εξουσία εδράζεται στην κατασκευή νοήματος, τις κοινές αξίες, την αποδοχή και νομιμοποίησή τους, ή, με άλλα λόγια στις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που χαρακτηρίζουν μια κοινωνία και ενσαρκώνονται στους θεσμούς της.

Παρ΄όλα αυτά, σε μια δημόσια συζήτηση που κυριαρχείται από ζοφερά περιβαλλοντικά δεδομένα, μετρήσιμους στόχους, και κίνητρα για επενδύσεις (όπου αυτά δίνονται) στις «πράσινες τεχνολογίες», μόλις και μετά βίας υπάρχει χώρος για πολιτισμική ανάλυση και αναστοχασμό σχετικά με την ιστορική πορεία που οδήγησε τις ανθρώπινες κοινωνίες να αντιμετωπίζουν μια τέτοια υπαρξιακή απειλή. Αυτό είναι αξιοσημείωτο, δεδομένου ότι τέτοιες αναλύσεις, στη φιλοσοφική, ανθρωπολογική και κοινωνιολογική βιβλιογραφία, υπάρχουν σχεδόν από τις απαρχές του εκβιομηχανισμού. Αναφέρομαι βέβαια στην βιβλιογραφία για την ιδέα της προόδου, και όλες τις παράγωγες έννοιες και πολιτικές (ανάπτυξη, εκσυγχρονισμός, μεγέθυνση, κ.λπ.), που παρά, την κριτική στην οποία έχει υποβληθεί τον προηγούμενο αιώνα, δεν έχει περάσει στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου, ακόμα και σε αυτήν την κρίσιμη για την ανθρωπότητα στιγμή – με εξαίρεση την επανάληψη των ίδιων παραδοχών, που βρίσκει κανείς και στον 19ο αιώνα.vi Παρακάτω, διακρίνω αυτές που θεωρώ πιο χαρακτηριστικές, και αμέσως μετά συζητώ την ιδέα της προόδου υπό τις σύγχρονες συνθήκες.

Η αέναη βελτίωση της κοινωνίας

Η πρόοδος είναι ιδέα της Νεωτερικότητας. Στο μεσαιωνικό κόσμο, η ζωή γινόταν αντιληπτή ως μια σειρά από συμβάντα που οφείλονταν σε θείες επεμβάσεις και αποκαλύψεις. Όπως γράφει ο John Bury στο κλασσικό του σύγγραμμα για την πρόοδο, για το χριστιανικό δόγμα, όπως διαμορφώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, η κίνηση της ιστορίας αφορούσε στη διασφάλιση της ευτυχίας ενός μικρού αριθμού ατόμων στον άλλο κόσμο, ενώ οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη στο γήινο κόσμο είχε μικρή σημασία.vii Στην ελληνική αρχαιότητα, που επηρέασε βαθιά την ευρωπαϊκή Νεωτερικότητα, δεν απουσίαζε η αντίληψη της προόδου, αλλά αφορούσε κυρίως στη μετάβαση από την άνομη ζωή στην οργανωμένη κοινότητα και στις υλικές ανέσεις που αυτή προσφέρει. Όπως όμως παρατηρούν και ο Bury και ο Edelstein, οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν την τάση να απορρίπτουν το παλιό ως υποδεέστερο του παρόντος, ούτε έβλεπαν το μέλλον ως μια πορεία προς αέναες βελτιώσεις.viii

Η Νεωτερικότητα αντιλαμβάνεται την πρόοδο με βάση τρεις, θα έλεγα, κυρίως, ρητές ή άρρητες, παραδοχές. Η πρώτη είναι ότι η πρόοδος αφορά στην κοινωνία ως όλον, όχι απλώς σε επιμέρους τομείς της, έστω κι αν αναφέρεται κυρίως σε επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, και στη βιομηχανική παραγωγικότητα. Δεύτερον, η πρόοδος υποδεικνύει μια γραμμική κίνηση προς άπειρες βελτιώσεις και αυξήσεις, η οποία ακόμα και αν διακοπεί, αρχίζει και πάλι την ανοδική της κίνηση. Τρίτον, η πρόοδος έχει πάντα ένα ισχυρό προσανατολισμό προς το μέλλον, και υποβαθμίζει εξίσου ισχυρά το παρελθόν, απέναντι στο οποίο το παρόν γίνεται αντιληπτό ως ένα πιο προχωρημένο στάδιο.

Πράγματι, η κυρίαρχη αντίληψη στη Νεωτερικότητα ήταν ότι όλοι οι τομείς της ζωής υπόκεινται σε πρόοδο. Η ιδέα της προόδου, δηλαδή, περιέκλειε ολόκληρη την κοινωνία, και όπως παρατηρεί ο John Stanley ταυτίστηκε με την ίδια την ιστορία. «Εφόσον πρόοδος τώρα σημαίνει βελτίωση σε όλα τα πεδία», γράφει, «η ιστορία όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων – της ίδιας της ανθρωπότητας – είναι η ιστορία της προόδου. Σε αυτό το σημείο ‘’ιστορία’’ και ‘’πρόοδος’’ γίνονται ουσιαστικά συνώνυμες».ix Άρα, η ιστορία θεωρείται και αυτή μια γραμμική και αέναη πορεία βελτιώσεων. Δεν υπάρχει ιδιαιτερότητα, ακμή και παρακμή, αποκορύφωμα και πτώση, ή κυκλικότητα, αλλά μια σταθερή γραμμική κίνηση, η οποία αν και μπορεί να διακοπεί από κρίσεις ή ατυχίες, δεν σταματά ποτέ την πορεία της προς τη «διαρκή τελειοποιησιμότητα», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Condorcet, από τους γνωστότερους θιασώτες της ιδέας της προόδου. Πρόκειται για μια κίνηση όχι απλώς αναγκαία, αλλά και αναπόφευκτη, δεδομένου ότι η κοινωνία, σύμφωνα με την κυρίαρχη φιλοσοφική σκέψη το 19ο αιώνα, κυβερνάται από νόμους, και η ιστορία εκτυλίσσεται σε στάδια. Για τον Herbert Spencer, για παράδειγμα, ο πολιτισμός είναι μέρος της φύσης, και άρα η πρόοδος «δεν είναι ατύχημα, αλλά αναγκαιότητα». Για τον Karl Marx, ο καπιταλισμός είναι ένα ιστορικά αναγκαίο στάδιο, που πρόκειται να το διαδεχθεί ο προλεταριακός έλεγχος των παραγωγικών δυνάμεων. Και για τον Auguste Comte, ο κόσμος εισήλθε στο «θετικιστικό στάδιο», υπό το οποίο ο ρόλος των κοινωνικών επιστημών είναι να ικανοποιεί την ανάγκη των κοινωνιών για «τάξη και πρόοδο».x Η πρόοδος, εν ολίγοις, ως αναγκαία και αναπόφευκτη, υπόκειται απλώς σε αρωγή και επιτάχυνση από δυνάμεις που ιστορικά έχουν επωμιστεί να παίξουν αυτόν τον ρόλο, και από τις μεθόδους των κοινωνικών επιστημών που μπορούν να την προβλέψουν, να την καθορίσουν, και να την μετρήσουν.

Η προοδευτική σκέψη εύκολα ταυτίζεται, ή καλύτερα, συγχέεται με την αισιοδοξία ή την ελπιδοφόρα στάση, καθώς κάθε αρνητική εξέλιξη θεωρείται απλώς ένα εμπόδιο που θα ξεπεραστεί προτού η πορεία των αέναων βελτιώσεων επανεκκινήσει. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Christopher Lasch, πρόκειται για επιπόλαια εξίσωση, αφού είναι η ίδια η ελπίδα που παραγκωνίζεται από την πίστη στην πρόοδο. Οι πιστοί της προόδου, γράφει, «αν και αρέσκονται να θεωρούνται το κόμμα της ελπίδας, στην πραγματικότητα έχουν μικρή ανάγκη να ελπίζουν, εφόσον έχουν την ιστορία με το μέρος τους».xi Η έλλειψη ελπίδας, σημειώνει ο Lasch, τους καθιστά ανίκανους για νοήμονα δράση, αφού θεωρούν το μέλλον δεδομένο.

Η πίστη σε ένα εξ ορισμού καλύτερο μέλλον συνοδεύεται από την απαξίωση του παρελθόντος, το οποίο συνήθως ταυτίζεται με καθυστέρηση, πρωτογονισμό ή βαρβαρότητα. Μια προοδεύουσα κοινωνία οφείλει να κινείται συνεχώς «προς τα μπρος», επεκτείνοντας απεριόριστα την τεχνο-επιστημονική γνώση, τον πλούτο, την κυριαρχία επί της φύσης, και των ορθολογιστικών ελέγχων επί της κοινωνίας, μέσω «επιστημονικής διακυβέρνησης». Αυτήν τη γενική αντίληψη τη βρίσκει κανείς μεταξύ των υποστηρικτών τόσο του καπιταλισμού όσο και του σοσιαλισμού κατά το 19ο αιώνα. ‘Tout pour lindustrie, tout par elle’ (τα πάντα για και μέσω της βιομηχανίας) διακήρυττε ο Henri de SaintSimon, και ο Marx, ο σημαντικότερος κριτικός στοχαστής του βιομηχανικού καπιταλισμού, τον θεωρούσε αναγκαίο πέρασμα προς το σοσιαλισμό, επειδή, πίστευε, η βιομηχανία θα δημιουργούσε τις υλικές συνθήκες για μια νέα, χειραφετημένη κοινωνία. Ο Marx ήταν μάλιστα αντίθετος σε μια μορφή σοσιαλισμού που θα αποκαθιστούσε προ-καπιταλιστικές μορφές οικονομικής δραστηριότητας (λ.χ. τεχνιτών, αγροτών, και μικρών παραγωγικών μονάδων), καθώς ταύτιζε την προ-βιομηχανική ζωή με τη μεσαιωνική βαρβαρότητα και τη μετριότητα, και την αντιπαρέθετε με αυτό που θεωρούσε ως ενεργητικό και δυναμικό πνεύμα των καπιταλιστών.

Η συλλήβδην απαξίωση του παρελθόντος συνοδεύει και τις σχετικές ιδεολογίες και πολιτικές του 20ού αιώνα (π.χ. «ανάπτυξη» και «εκσυγχρονισμός»), οι οποίες εξυμνούν τα παροντικά και τα επερχόμενα επιτεύγματα στον τεχνο-επιστημονικό τομέα, καθώς και την αύξηση της παραγωγικότητας, και της κατανάλωσης. Η επιστροφή στο παρελθόν, θεωρείται συχνά νοσταλγία και ανικανότητα προσαρμογής στη μοντέρνα ζωή. Ο Lasch εξετάζει τη φαινομενική αντίθεση μεταξύ της πίστης στην πρόοδο και της νοσταλγικής στάσης, και παρατηρεί ότι, στην πραγματικότητα, συμπίπτουν, γιατί και οι δυο παρουσιάζουν το παρελθόν ως ακίνητο και τη σύγχρονη ζωή ως δυναμική. Η νοσταλγία, σημειώνει, εξιδανικεύει το παρελθόν, και το αποκόπτει από το χρόνο, ακινητοποιώντας το σε μια κατάσταση αμετάβλητης τελειότητας. «Η Νοσταλγία επικαλείται το παρελθόν προκειμένου να το θάψει ζωντανό. Μοιράζεται με την πίστη στην πρόοδο, στην οποία αντιτίθεται μόνο επιφανειακά, την προθυμία να διακηρύξει το θάνατο του παρελθόντος και να αρνηθεί τη δράση της ιστορίας στο παρόν». Η νοσταλγία διαφέρει από τη μνήμη, υπογραμμίζει ο Lasch, στο ότι η τελευταία αντλεί ελπίδα και κουράγιο από το παρελθόν για να αντιμετωπίσει το παρόν. Η μνήμη «βλέπει το παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον ως συνεχή».xii

Είναι πράγματι η μνήμη που η ιδέα της προόδου εκτοπίζει, μαζί με το ίδιο το παρελθόν, που, συχνά, ταυτίζεται με τη ζωή στη φύση, εξυμνώντας το παρόν ως πιο προηγμένο, και προεξοφλώντας ένα ακόμα πιο προηγμένο μέλλον. Είναι αξιοσημείωτο ότι στα μεγάλα δυστοπικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, η επιστροφή στο παρελθόν και στο φυσικό περιβάλλον σημαίνει ανάκτηση της μνήμης, της ανθρωπιάς και σημαντικών πολιτιστικών δημιουργιών, αλλά και έμπνευση για την αμφισβήτηση και την πολιτική αντιπαράθεση με το ισχύον καθεστώς. Για παράδειγμα, στο Εμείς του Yevgeny Zamyatin (1924), η πρόοδος διασφαλίζεται από το Μονοκράτος, το οποίο περιβάλλεται από το Πράσινο Τείχος, που διαχωρίζει τον πληθυσμό του από τον «έξω κόσμο», όπου υπάρχει ακόμα φυσικό περιβάλλον, και όπου οι άνθρωποι ζουν σε παλιά σπίτια και χρησιμοποιούν παλιά αντικείμενα. «Έξω» είναι η φύση και το παρελθόν. «Μέσα» είναι η πρόοδος και η ευτυχία. Η φύση και το παρελθόν πρέπει να μείνουν, επίσης, «έξω» ή «πίσω» στο Παγκόσμιο Κράτος, στον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο (1932) του Aldous Huxley, μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία που αποτελείται από γενετικά τροποποιημένα άτομα. Τα μουσεία είναι κλειστά, τα ιστορικά μνημεία κατεστραμμένα, τα παλιά βιβλία, ειδικά τα μυθιστορήματα και η ποίηση, απαγορεύονται ως βλάσφημα και κατάλληλα μόνο για νοσηρά μυαλά. Στο Φαρενάιτ 451 (1953) του Ray Bradbury, όλα τα βιβλία απαγορεύονται, και όπου βρεθούν καίγονται, συχνά μαζί με τους κατόχους τους, από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, της οποίας το καθήκον δεν είναι να σβήνει φωτιές αλλά να τις ανάβει. Πολλοί παραβάτες ζουν στην εξοχή, όπου έχουν απομνημονεύσει το περιεχόμενο σημαντικών βιβλίων, διασώζοντας έτσι την πολιτιστική κληρονομιά αλλά και τους εαυτούς τους από τις επιθέσεις των δυνάμεων ασφαλείας. Τέλος, στο 1984 του George Orwell (1949), το παρελθόν υπάρχει στα παλιά σπίτια, τα έπιπλα, τα αντικείμενα και στις ανθρώπινες σχέσεις στα περίχωρα του Κράτους, όπου ο Γουίστον καταφεύγει με τη Τζούλια, ελπίζοντας να αποδράσουν για λίγες στιγμές από το βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού. Αλλά, στο τέλος, το δωμάτιο πάνω από το παλαιοπωλείο που είχαν για καταφύγιο αποδείχτηκε ότι δεν ήταν ασφαλές, καθώς για το Κόμμα «καθετί παλιό, και γενικά ωραίο, ήταν πάντα ύποπτο».

Κατά πόσο όμως οι παραπάνω παραδοχές, και γενικά, η πίστη στην πρόοδο επιβιώνουν σήμερα; Υποστηρίζω ότι η κλιματική κρίση απομακρύνει την πίστη στην αέναη βελτίωση της κοινωνίας, που τώρα σχεδόν αποκλειστικά επικεντρώνεται σε τεχνο-επιστημονικά επιτεύγματα που σκοπό έχουν την αύξηση της στρατιωτικής ισχύος, της οικονομικής κυριαρχίας, και των βιοπολιτικών ελέγχων, παρά το κοινό καλό, όπως δείχνει η παρούσα, και αποτρέψιμη, πανδημία. Το αέναο ή το απεριόριστο μετατοπίζεται τώρα στον ιδιωτικό ορίζοντα, ως διηνεκής «αναβάθμιση» ή επιμήκυνση της ατομικής βιολογικής ζωής. Καθώς η πρόοδος δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί το μέλλον,το παρελθόν αναδύεται, όπως επίσης ισχυρίζομαι, ως νοσταλγία, ως απειλή, αλλά και ως μνήμη.

Πρόοδος και «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση»

Η ιδέα της κοινωνικής προόδου, που από τα τέλη του 20ου αιώνα πήρε τη μορφή της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» και της «οικονομίας της αγοράς», που επιδιώκει διαρκώς την άνοδο της παραγωγικής και καταναλωτικής της ικανότητας, βρίσκεται σε φάση αποσάθρωσης: οι αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης ενισχύονται, παρά υποχωρούν, η συσσώρευση κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο είναι άνευ προηγουμένου, η κλιματική κρίση καθιστά έκδηλο το αδιέξοδο της απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης, και η τωρινή πανδημία φανερώνει ότι η επιστημονική έρευνα κάθε άλλο παρά έχει τεθεί στην «υπηρεσία του ανθρώπου». Η πρόοδος γίνεται αντιληπτή, σχεδόν αποκλειστικά, ως εφευρέσεις και αναβαθμίσεις τεχνο-επιστημονικών εφαρμογών και των αναρίθμητων γκάτζετ που κατακλύζουν τις κοινωνίες της κατανάλωσης.

Η επέκταση της τεχνολογίας, ή, γενικότερα, της τεχνικής, είχε βέβαια πάντα κεντρική θέση στην ιδέα της προόδου. Η τεχνική, όπως έδειξε ο Jacques Ellul στην κλασσική του μελέτη, δεν είναι αναγκαστικά εφαρμογή της επιστήμης στην πρακτική ζωή. Ιστορικά, η τεχνική, προηγήθηκε της επιστήμης, αν και προκειμένου να αναπτυχθεί η πρώτη έπρεπε να περιμένει τη δεύτερη. Από τον 20ο αιώνα, η τεχνική ανεξαρτητοποιήθηκε από τη μηχανή, μεταμορφώνοντας έτσι «ό,τι αγγίζει σε μηχανή».xiii Με άλλα λόγια, η τεχνική εισχώρησε όχι μόνο στις παραγωγικές, αλλά, ουσιαστικά, σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και έχει ενσωματωθεί πλήρως στην κοινωνία, εγκαθιδρύωντας αυτό που ο Postman ονόμασε Τεχνόπολη.xiv Στην Τεχνόπολη, η τεχνολογία κυριαρχεί στους κοινωνικούς θεσμούς και καθιστά όποιες άλλες εναλλακτικές αόρατες, και άρα άσχετες. Τα άτομα οδηγούνται στο να γεμίζουν τη ζωή τους με την αναζήτηση πληροφοριών. Δηλαδή, η διαδικασία παραγωγής, αποθήκευσης και διαμοιρασμού πληροφοριών συνιστά το μέσο αλλά και τον σκοπό της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Θα ήταν, όμως, πιο ακριβές να πούμε ότι η ιδέα της προόδου σήμερα εντοπίζεται στη λεγόμενη «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση», η οποία αφορά στη συνέργεια επιστημονικών και τεχνολογικών πεδίων όπως της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής, τη γενετικής, της νευροεπιστήμης και της νανοτεχνολογίας. Η προσδοκία είναι ότι μέσα από αυτήν τη συνέργεια θα προκύψουν νέες εφαρμογές που θα επιλύσουν κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, προβλήματα υγείας και την περιβαλλοντική κρίση, όπως, για παράδειγμα, αυτο-οδηγούμενα ηλεκτρικά οχήματα, βοηθήματα επικοινωνίας και προσθετικά μέλη για ανάπηρους ανθρώπους, ή ρομποτικές μηχανές που ανακουφίζουν τους εργαζόμενους από βαριές δουλειές.

Παρόλα αυτά, είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι αυτές οι υποσχέσεις δημιουργούν την αισιοδοξία που, συμβατικά, συνοδεύει την ιδέα της προόδου. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τον κύριο προσανατολισμό των σημερινών ή επερχόμενων εφευρέσεων που καθημερινά ανακοινώνονται: ρομπότ σε διάφορους τομείς που απειλούν με ανεργία ή υποαπασχόληση∙ αυτο-διευθυνόμενα θωρηκτά, τανκς, εναέρια και υποβρύχια drones με τεχνητή νοημοσύνη, ρομπότ-δολοφόνοι, και στρατιώτες που μπορούν να ενεργοποιούν όπλα με νευρωνικά μηνύματα∙ προβλεπτική αστυνόμευση (δηλ. συλλογή και χρήση δεδομένων για άτομα που «ενδέχεται» να διαπράξουν εγκλήματα)∙ αναγνώριση προσώπου και συλλογή βιομετρικών δεδομένων από κάμερες ασφαλείας και γυαλιά όρασης που φορούν αστυνομικοί· συσκευές ανάγνωσης των χειλιών και ανίχνευσης συναισθημάτων· «έξυπνες πόλεις» (δηλ. αστικές περιοχές εξοπλισμένες με αισθητήρες και κάμερες στου δρόμους για τη συλλογή δεδομένων από τους περαστικούς και τις κινητές συσκευές τους)· εμφυτεύματα ή κράνη που «διαβάζουν» τον εγκέφαλο, συνδεδεμένα με συσκευές τεχνητής νοημοσύνης, που αποκρυπτογραφούν τις σκέψεις μέσα από τη νευρωνική δραστηριότητα του εγκεφάλου· «φωνητικοί βοηθοί» που αντικαθιστούν τις συμβουλές των γονέων και καταγράφουν ιδιωτικές συνομιλίες· εφαρμογές για παραμόρφωση φωτογραφικού και βιντεοσκοπημένου υλικού· το «ιντερνέτ των πραγμάτων» που συνδέει συσκευές για την αυτόματη παραγγελία αναλώσιμων· μέσα κοινωνικής δικτύωσης που εκθέτουν και πωλούν προσωπικά στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα ωθούν προς την ιδιώτευση. Εν ολίγοις, για τη «βελτίωση» της κοινωνίας, η πρόοδος στις τεχνο-επιστημονικές εφαρμογές υπόσχεται τον πολλαπλασιασμό ορθολογιστικών, οικονομικών και βιοπολιτικών ελέγχων, τον εντατικό ανταγωνισμό για στρατιωτική υπεροχή, διηνεκή και διεισδυτική επιτήρηση, τη μαθηματικοποίηση ή αλγοριθμοποίηση της ανθρώπινης κρίσης και συμπεριφοράς, την ενίσχυση της γενικευμένης απο-κοινωνικοποίησης, και της μετατροπής της ανθρώπινης ζωής σε ψηφιακά δεδομένα – κάτι που μπορεί να ενισχύσει η πανδημία – και όχι την αποτροπή κοινών κινδύνων ή την διασφάλιση του κοινού καλού, όπως δείχνει η κλιματική κρίση, αλλά και η σημερινή κρίση στη δημόσια υγεία.

Πράγματι, όσοι ήταν σε θέση να γνωρίζουν, περίμεναν το ξέσπασμα μιας πανδημίας, αλλά ο κυρίαρχος προσανατολισμός της επιστημονικής έρευνας και η χρηματοδότησή της δεν επέτρεπαν την προετοιμασία για την αποτροπή της. Για παράδειγμα, το Συμβούλιο Παγκόσμιας Παρακολούθησης και Πρόληψης (GPMB) του ΟΗΕ γνώριζε: στην ετήσια έκθεσή του τον Σεπτέμβριο του 2019 τόνιζε πώς οι επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη εμβολίων και ευρέος φάσματος αντιικών φαρμάκων είναι ανεπαρκείς, μπροστά στον υψηλό κίνδυνο, όπως προειδοποιούσε, επιδημιών ή πανδημιών, με θύματα εκατομμύρια ανθρώπους, αναστάτωση των οικονομιών, και κοινωνικό χάος.xv Φιλάνθρωποι δισεκατομμυριούχοι γνώριζαν.xvi Η αμερικανική κυβέρνηση γνώριζε: το 2017, το Πεντάγωνο προειδοποίησε ότι μια «νέα ασθένεια του αναπνευστικού» θα μπορούσε «να εξελιχθεί γρήγορα σε μια πολυεθνική κρίση υγείας από την οποία θα υπέφεραν εκατομμύρια άνθρωποι».xvii Η ΕΕ γνώριζε, αλλά «τα βιομηχανικά λόμπι κατάφεραν να πείσουν την Επιτροπή να αφήσει τον ιδιωτικό τομέα να αποφασίσει πώς θα χρησιμοποιηθούν τα τεράστια ποσά που δίνει η ΕΕ για την έρευνα».xviii Οι φαρμακευτικές εταιρείες γνώριζαν, αλλά, τα τελευταία είκοσι χρόνια, παρεμπόδιζαν την αξιοποίηση της έρευνας εμβολίων, επειδή η επένδυση σε κρέμες προσώπου, φάρμακα που διατηρούν χρόνιες ασθένειες, το μάρκετινγκ και η επαναγορά των μετοχών είναι εκεί όπου βρίσκονται τα μεγάλα κέρδη, όχι στην πρόληψη των πανδημιών.xix Σύμφωνα με τον αναγνωρισμένο επιδημιολόγο, Michael Osterholm, αν μετά τον SARS του 2003 είχε παρασκευαστεί εμβόλιο, θα σώζονταν σήμερα οι μισές ζωές από τον COVID-19, έστω και αν οι δυο κορονοϊοί δεν έχουν ακριβώς την ίδια σύνθεση.xx Ο Richard Horton, διεθυντής του The Lancet, επιβεβαίωσε ότι οι «προειδοποιήσεις γιατρών και επιστημόνων αγνοήθηκαν, με θανατηφόρα αποτελέσματα» και ότι «ο κορονοϊός είναι η μεγαλύτερη παγκόσμια αποτυχία της επιστημονικής πολιτικής για μια γενιά».xxi

Άρα, λοιπόν, σε κοινωνίες που κομπάζουν ότι είναι «κοινωνίες της γνώσης», η επιστήμη, ως ορθολογική σκέψη και αξιοποίηση εμπειρικών αποτελεσμάτων, με σκοπό την προστασία της υγείας του πληθυσμού, παραμελείται υπέρ της συσσώρευσης πλούτου και του τεχνο-επιστημονικού ελέγχου, της κυριαρχίας, και της κατανάλωσης. Θα μπορούσε κανείς να θυμηθεί την Οργουελιανή Ωκεανία, όπου «η επιστήμη, με την παλαιά σημασία της λέξης, έχει πάψει σχεδόν να υπάρχει», και όπου «και αυτή ακόμα η τεχνολογική πρόοδος πραγματοποιείται μόνο όταν τα προϊόντα της μπορούν να χρησιμεύσουν με κάποιο τρόπο για την περιστολή της ανθρώπινης ελευθερίας».

Έτσι, και στις δικές μας «κοινωνίες της γνώσης», η τρέχουσα τεχνολογική πρόοδος εμφανίζεται περισσότερο ως απειλή παρά ως διασφάλιση αέναης κοινωνικής ευημερίας, και, αν προσθέσει κανείς την πιθανότητα μια οικολογικής καταστροφής, ούτε καν ως ελπίδα. Ωστόσο, ενώ το αέναο και το ελπιδοφόρο υποχωρούν, στην παρούσα συγκυρία, από τον κοινωνικό ορίζοντα, ο καπιταλισμός τα μεταφέρει στον ιδιωτικό ορίζοντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τεχνο-επιστημονική κίνηση της «ανθρώπινης υπερβατικότητας» (human transcendence), ή «διανθρωπισμού» (transhumanism) ή «μοναδικότητας» (singularity), που υπόσχεται αιώνια ζωή δια μέσου της διαρκούς τεχνολογικής «αναβάθμισης» του ανθρώπινου σώματος. Ο εφευρέτης, μελλοντολόγος και διευθυντικό στέλεχος της Google, Ray Kurzweil, βασικός εκπρόσωπος της κίνησης, προφητεύει ότι, από τα μέσα του 21ου αιώνα, η ανθρώπινη ζωή θα μετασχηματιστεί αμετάκλητα, γιατί η πληροφορική τεχνολογία αναπτύσσεται εκθετικά, η νευροεπιστήμη χαρτογραφεί με λεπτομέρεια όλες τις περιοχές του εγκεφάλου, η τεχνητή νοημοσύνη αντλεί από τα ανεξάντλητα αποθέματα πληροφορίας και γνώσης που είναι διαθέσιμα στο ιντερνέτ και μπορεί να αποθηκεύει και να ανακαλεί όλα τα συμβάντα, η νανοτεχνολογία καθιστά δυνατή την κατασκευή νανορομπότ με σκοπό τη χειραγώγηση του ανθρώπινου οργανισμού σε μοριακό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου με τους νευρώνες του οποίου θα αλληλεπιδρούν προκειμένου να δημιουργούν εικονική πραγματικότητα και να επεκτείνουν τη «νοημοσύνη». Η σύγκλιση αυτών των τεχνολογιών θα εγκαινιάσει την εποχή της Singularity που θα επιτρέψει τα ανθρώπινα όντα να υπερβούν τους βιολογικούς τους περιορισμούς. «Θα εξουσιάζουμε το πεπρωμένο μας. Η θνητότητα μας θα είναι στο χέρι μας. Θα μπορούμε να ζούμε όσο θέλουμε … Μέχρι το τέλος του αιώνα, η μη βιολογική πλευρά της νοημοσύνης μας θα είναι τρισεκατομμύρια των τρισεκατομυρίων φορές πιο ισχυρή από τη μη υποβοηθούμενη ανθρώπινη νοημοσύνη».xxii Η αθανασία αποτελεί επίσης μέρος των επιχειρηματικών σχεδίων των εργοδοτών του R. Kurzweil στη Google (των Larry Page και Sergey Brin), όπως και άλλων μεγαλοεπιχειρηματιών της Silicon Valley, οι οποίοι παρουσιάζουν το θάνατο ως «πρόβλημα προς επίλυση», και ως ένα νέο ένδοξο πεδίο επικερδών επενδύσεων.xxiii

Συνεπώς, το άπειρο, κεντρικό στοιχείο της ιδέας της προόδου, ιδιωτικοποιείται, δηλαδή, προσαρμόζεται στην κουλτούρα του καταναλωτικού ατομικισμού. Σε ένα πιο θεμελιώδες επίπεδο, όμως, τα όνειρα των «σινγκιουλαριστών» και γενικά των ιμορταλιστών είναι βαθιά ριζωμένα στο κοινωνικό φαντασιακό της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας που ανέλαβε να πραγματώσει τις ιδιότητες του Παντοκράτορα Θεού, την παντογνωσία, την παντοδυναμία και την αθανασία, μέσα από τεχνο-επιστημονικές εφαρμογές. Η φιλοδοξία για κυριαρχία πάνω στη βιολογική ζώη, προνόμιο του Θεού για πάνω από δεκαεπτά αιώνες, κληροδοτήθηκε στον άνθρωπο της Νεωτερικότητας και σήμερα τίθεται σε πλήρη εφαρμογή μέσω της συγχώνευσης της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής, της γενετικής, της νανοτεχνολογίας και της νευροεπιστήμης. Δυο αιώνες μετά τη δημοσίευση του μυθιστορήματος της Mary Shelley, οι Βίκτορ Φρανκεστάιν του σήμερα δεν πραγματώνουν τα πάθη τους στην απομόνωση και υπό τη γενική καχυποψία. Είναι αναγνωρισμένοι ερευνητές σε αυτά τα επιστημονικά πεδία, και χρηματοδοτούνται γενναιόδωρα από εταιρείες και κρατικούς οργανισμούς, και συνεργάζονται σε διεθνή ερευνητικά δίκτυα με σκοπό να τροποποιήσουν, να επεκτείνουν, αλλά και να δημιουργήσουν νέα ζωή, ενώ είναι ανίκανοι να προστατεύσουν την υπάρχουσα. Αν η Νεωτερικότητα δημιούργησε τη φαντασιακή σημασία της κυριαρχίας πάνω στη φύση και στα ανθρώπινα όντα, ο ύστερος καπιταλισμός δημιουργεί νέα όντα και ταυτόχρονα προκαλεί τη μαζική καταστροφή ειδών που υπάρχουν στη γη εδώ και εκατομμύρια χρόνια, και πιθανόν και του ίδιου του ανθρώπινου είδους.

Το παρελθόν ως απειλή και ως ελπίδα

Εκτός από τη φύση, όπως ειπώθηκε παραπάνω, η ιδέα της προόδου, ενσαρκωμένη σήμερα από τον καπιταλισμό, υποβαθμίζει και το παρελθόν, ταυτίζοντάς το με πρωτογονισμό και βαρβαρότητα, καθώς και με φτώχεια – που συχνά συγχέεται, όπως έδειξε ο Marshall Sahlins, με την ολιγάρκεια, και η οποία έχει, τελικά, επίσης «εκσυγχρονιστεί».xxiv Πράγματι, ο καπιταλισμός «απορροφά» την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα των κοινωνιών και τις διαφοροποιεί μόνο σύμφωνα με το ρυθμό και τον βαθμό ενσωμάτωσής τους στο παγκόσμιο σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης (ως «υπανάπτυκτες», «αναπτυσσόμενες», «σε μετάβαση» «αναδυόμενες» κ.λπ.). Επιπρόσθετα, τις τελευταίες δεκαετίες, η παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και η τεχνολογική υποδομή του δημιούργησαν αυτό που ο Castells αποκάλεσε «χώρο των ροών» και «αχρονικό χρόνο».xxv Ο «χώρος των ροών» υποδηλώνει μια παγκόσμια, απο-ιστορικοποιήμενη, καπιταλιστική επικράτεια η οποία συνδέει μεγαλουπόλεις, επιχειρηματικές και χρηματιστικές δραστηριότητες, τόπους τεχνο-επιστημονικής καινοτομίας, παραγωγής, και εργασίας, και λειτουργεί μέσω κυκλωμάτων ηλεκτρονικής ανταλλαγής. Ο «αχρονικός χρόνος» δημιουργεί «το σύμπαν του πάντοτε» μέσα από τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας σε πραγματικό χρόνο και το αδιάλειπτο κυνήγι του κέρδους, καθώς και μέσω των ΜΜΕ που σαρώνουν τον πλανήτη και την ιστορία της ανθρωπότητας ενσωματώνοντας κάθε πολιτιστική έκφραση σε ένα τεράστιο «υπερκειμένο». Επίσης, η βιομηχανία του τουρισμού έχει μετατρέψει τους πολιτισμούς σε θεματικά πάρκα για τις μάζες των τουριστών-καταναλωτών που σαρώνουν τον πλανήτη για διασκέδαση και «νέες εμπειρίες», και η αξία που έχει η πολιτισμική κληρονομιά για τους κατοίκους ενός τόπου έχει αντικατασταθεί με την οικονομική αξία. Τοπικές παραδόσεις, έθιμα, αρχαιότητες, αξιοθέατα, τελετουργίες, χοροί, και τέχνες έχουν εμπορευματοποιηθεί και «Ντισνεϋοποιηθεί».

Υπό τις συνθήκες της υποβάθμισης, θόλωσης και εμπορευματοποίησης του παρελθόντος, ούτε η αναζήτηση της επιβεβαίωσης ταυτοτήτων ούτε η άνοδος των ακροδεξιών δυνάμεων στη Δύση τις τελευταίες δεκαετίες, που επενδύουν πολιτικά σε αυτήν την αναζήτηση, είναι τυχαίες. Υποδεικνύουν (μαζί με την πρόσφατη άνοδο του ισλαμισμού, με την οποία είναι αλληλένδετες) μια «επιστροφή στο παρελθόν», αν και όχι «μια επανάληψη της δεκαετίας του 1930», όπως έχει υποστηριχθεί τελευταία στον δημόσιο λόγο των Δυτικών χωρών. Το γεγονός ότι αυτή η πολιτική μετατόπιση περιλαμβάνει δυνάμεις και ενέργειες που καθοδηγούνται από τη φασιστική ιδεολογία που δημιουργήθηκε εκείνη την περίοδο στην Ευρώπη δεν συνεπάγεται βέβαια ότι πρέπει να ερμηνεύονται μέσα από τους φακούς της ίδιας περιόδου. Ο φασισμός, άλλωστε, ήταν προσανατολισμένος στο μέλλον, παρόλο που αντλούσε ρητορική από ένα μυθοποιημένο παρελθόν, με σκοπό να οικοδομήσει μια συλλογική ταυτότητα και να θεμελιώσει τον ρατσισμό και τον εθνικισμό.xxvi Η ολοκληρωτική κοινωνία που οραματιζόταν ο φασισμός ενσάρκωνε πλήρως τη σημασία της ορθολογιστικής κυριαρχίας και ελέγχου, που πάντα συνόδευε την ιδέα της προόδου, κάτι που επίσης απεικονίστηκε εύστοχα από τα μεγάλα δυστοπικά μυθιστορήματα του 20ουαιώνα.

Στη Δύση, η Ακροδεξιά του σήμερα δημαγωγεί υπέρ της επιστροφής στο παρελθόν (π.χ. της ανάκτησης της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του έθνους-κράτους, και της επιβεβαίωσης των εθνικών πολιτισμών και ταυτοτήτων), παρόλο που συνεχίζει να υπηρετεί τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, όπως και το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα. Σήμερα, στις ΗΠΑ, υποστηρίζει ανορθολογικά την αγνόησή της πανδημίας προς όφελος της οικονομίας, κάτι που οι γενναία «διασωθείσες» μεγάλες επιχειρήσεις επικροτούν, αντί για τη στήριξη των εργαζομένων από κρατικούς πόρους. Σε αντίθεση με τους προγόνους της του 20ου αιώνα, η Aκροδεξιά της σημερινής εποχής, δεν είναι ούτε ένα μαζικό ιδεολογικό κίνημα ούτε επαγγέλλεται ένα συγκεκριμένο είδος μελλοντικής κοινωνίας. Επωφελείται από την ανασφάλεια, την ταυτοτική κρίση, τη νοσταλγία (και όχι από τη μνήμη, που είναι ικανή να ανακαλεί τα εγκλήματα του φασισμού) ή από την κριτική προς την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, για να νομιμοποιεί ιδεολογικά την εκδίωξη εκείνων που προσελκύονται από τις σειρήνες του ή δραπετεύουν από τις συνέπειές του. Αυτοί προβλέπεται να είναι, όλο και περισσότερο τις προσεχείς δεκαετίες, κλιματικοί μετανάστες. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η μαζική μετανάστευση, οι αυταρχικές δυνάμεις που θα οργάνωναν την αποτροπή της, καθώς και οι πολιτικές έκτακτης ανάγκης που θα αναλάμβαναν τη διαχείριση των συνεπειών από απότομες κλιματικές αλλαγές θα μπορούσαν να επιστρέψουν τις κοινωνίες σε ένα «προ-πολιτικό» παρελθόν, και οι φυσικές συνθήκες που θα προέκυπταν από τέτοιες καταστροφές θα μπορούσαν να τις επιστρέψουν στο προϊστορικό παρελθόν.

Ωστόσο, το παρελθόν διαφαίνεται επίσης ως ελπίδα, καθώς περιέχει δημιουργίες που μπορούν να αξιοποιηθούν για την ανα-θέσμιση των κοινωνιών μακριά από το δόγμα της προόδου. Παραδείγματα, οι πρωτοβουλίες προστασίας και ανάκτησης των οικοσυστημάτων, η βιολογική γεωργία, η επανα-ανακάλυψη της κοινοτικής ζωής, η επανα-τοπικοποίηση της οικονομίας, η διατήρηση μορφών κοινοτικής ζωής και αλληλεγγύης, η αποκατάσταση της δια-γενεακής ευθύνης από το κίνημα για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, και, γενικά, η αναζωογόνηση της πολιτικής εναντίον της αντίληψης ότι απλώς νέες τεχνολογίες θα αποκαταστήσουν ό,τι κατέστρεψαν οι παλαιότερες. Το παρελθόν μπορεί να αποτελέσει πηγή ελπίδας εφόσον ενεργοποιεί τη μνήμη, η οποία μπορεί να το επανασυνδέσει με το παρόν και το μέλλον, αποκαθιστώντας την αίσθηση του ιστορικού γίγνεσθαι. Με άλλα λόγια, η μνήμη, σε αντίθεση με τη νοσταλγία, είναι ουσιαστικής σημασίας για την αναστοχαστική δράση, καθώς αντλεί εμπειρία από το παρελθόν για να αναθεσμίσει πολιτικά το παρόν και το μέλλον.


i# Elizabeth Kolbert, Field Notes from a Catastrophe: Man, Nature, and Climate Change. Νέα Υόρκη, Bloomsbury (2006), σ. 187.

iv# Zigmund Bauman και Aleksandra Kania, «The West meant to be declining», Thesis Eleven, 149/1, σ. 91-99.

vi# Steven Pinker, Enlightenment Now: The Case for Reason, Science, Humanism and Progress. Allen Lane, Milton Keynes, 2018.

vii# John B. Bury, The Idea of Progress: An Inquiry into Its Origin and Growth, Middlesex, The Echo Library (2014/2006).

xii# Αυτ., σ. 118 και 83

xv# GPMB (2019). A World At Risk: Annual Report On Global Preparedness for Health Emergencies. Global Preparedness Monitoring Board. September 2019. https://apps.who.int/gpmb/assets/annual_report/GPMB_annualreport_2019.pdf

xvi# Gates, B. (2015). The Next Outbreak? We Are Not Ready. TED. YouTube. https://www.youtube.com/watch?v=6Af6b_wyiwI

xvii# Klippenstein, K. (2020). The Military Knew Years Ago That A Coronavirus Was Coming. The Nation. 1/4/2020.

xviii# CEO (2020) ‘In the Name of Innovation: Industry controls billions in EU research funding, de-prioritises the public interest’. Corporate Europe Observatory. https://corporateeurope.org/en/in-the-name-of-innovation

xix# Lawson, A. (2020). Taxpayers Funded COVID-19 Research, And Big Pharma Profited. The Real News Network. (16/4/2020) https://therealnews.com/stories/taxpayers-fund-coronavirus-research-nih-gilead-orphan-drug-status

xx# Osterholm, M. (2020). Joe Rogan Experience#1439 – Michael Osterholm. YouTube. https://www.youtube.com/watch?v=E3URhJx0NSw

xxi# Horton, R. (2020). Coronavirus is the greatest global science policy failure in a generation. The Guardian, 9/4/2020. https://www.theguardian.com/commentisfree/2020/apr/09/deadly-virus-britain-failed-prepare-mers-sars-ebola-coronavirus

Ζακ Ελλύλ: Πληροφόρηση, Προπαγάνδα και Κοινή γνώμη

Τα πολιτικά γεγονότα χτες και σήμερα.

(…) Στον πολιτικό κόσμο υπάρχουν γεγονότα. Αλλά όσο απίθανο κι αν ακούγεται, τα πολιτικά γεγονότα σήμερα δεν μοιάζουν πια με τα παλιότερα. Πριν από τον 19ο αιώνα μπορούσαμε να διακρίνουμε δυο κατηγορίες πολιτικών γεγονότων. 

Από τη μια μεριά, τα τοπικά γεγονότα, γεγονότα άμεσου ενδιαφέροντος, που μπορούσε να τα διαπιστώσει κανείς αδιαμεσολάβητα: ένας τοπικός λιμός, μια κρίση διαδοχής στην οικογένεια του φεουδάρχη, η χρεοκοπία ενός προεστού της πόλης. Όλοι όσοι ανήκαν στην ενδιαφερόμενη ομάδα, μπορούσαν να τα διαπιστώσουν αυτοπροσώπως και ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διαφυλαχτεί το μυστικό, διότι οι επιπτώσεις του γεγονότος είχαν απήχηση σ’ ένα περιορισμένο κόσμο. (…)

Από την άλλη, υπήρχαν πολιτικά γεγονότα γενικού ενδιαφέροντος, που δεν ήταν γνωστά στο σύνολο των πληθυσμών. Άλλωστε και ο πολύς κόσμος ελάχιστα νοιαζόταν γι’ αυτά τα γενικής υφής γεγονότα, τα οποία απασχολούσαν μόνο τις πολιτικές ελίτ. Οι υπήκοοι μάθαιναν γι’ αυτά μόνον από τους πλανόδιους θιάσους, τους εμπόρους και τους τροβαδούρους∙ και δεν αισθάνονταν να τους αφορούν άμεσα και αληθινά∙ τα ένιωθαν περισσότερο σαν ψυχαγωγία, δεν ήταν το περιβάλλον όπου ζούσαν οι ίδιοι. (…)

Η κατάσταση αυτή έχει αλλάξει ριζικά. Σήμερα, μέσα από την παγκόσμια αλληλεπίδραση που έχει εδραιωθεί από πολλές οδούς, κάθε οικονομικό ή πολιτικό γεγονός που συμβαίνει στην υφήλιο ακουμπάει κάθε άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται. (…)

Ταυτόχρονα, επειδή οι κυβερνήσεις βασίζονται στο λαό, ο λαός καλείται να δίνει τη γνώμη του για τα πάντα∙ άρα πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει όλα αυτά τα γεγονότα. Τίθεται λοιπόν, σήμερα, το θέμα της γνώσης του γεγονότος. Αλλά αυτή η γνώση δεν μπορεί πια να είναι άμεση, αδιαμεσολάβητη∙ είναι γνώση διατυπωμένη με λέξεις μέσα από πολλούς ενδιάμεσους. Είναι γνώση μεταπλασμένη σε κοινή γνώμη.


Τι είναι η «κοινή γνώμη»

Πράγματι, η γνώση δεν σχηματίζει «κοινή γνώμη» όσο παραμένει προσωπική, βέβαιη και άμεση, έστω κι αν είναι απόρροια λογικής σκέψης. Για να το καταλάβουμε αυτό, αρκεί ν’ ακούσουμε τους βετεράνους του πολέμου, αν είναι απλοί στρατιώτες: διηγούνται ατελεύτητα λεπτομέρειες που έζησαν αλλά δεν έχουν καμιά εμπειρία του συνολικού πολέμου. Αδυνατούν να περιγράψουν τις φάσεις και τις αλληλουχίες του. Οι στρατιώτες, δηλαδή, που γνωρίζουν ο καθένας μια λεπτομέρεια του πολέμου, ποτέ δεν θα σχηματίσουν μια κοινή γνώμη πατώντας μόνο στην εμπειρία τους. Η γνώση πρέπει να αποκτήσει έναν ορισμένο αφηρημένο και γενικό χαρακτήρα ώστε να μετασχηματιστεί σε αποκρυσταλλωμένη θέση και, από εκεί, σε κοινή γνώμη. (…)

Με άλλα λόγια, κοινή γνώμη σχηματίζεται όταν οι Γάλλοι, οι Άγγλοι, κ.ο.κ. διαβάσουν στις εφημερίδες τους, διατυπωμένο με λέξεις, το γεγονός που συνέβη. (…)


Κατασκευασμένα «πολιτικά γεγονότα»

Σήμερα λοιπόν, ένα γεγονός είναι πολιτικό μόνο κάτω από δυο προϋποθέσεις:

1) Πρώτον, όταν η κυβέρνηση ή μια ισχυρή ομάδα έχει αποφασίσει να το πάρει υπ’ όψη της∙ και δεύτερον, όταν η κοινή γνώμη θεωρεί πως αυτό το γεγονός είναι πράγματι γεγονός και μάλιστα πολιτικό γεγονός. Αυτό λοιπόν που ονομάζεται τώρα πολιτικό γεγονός δεν είναι διόλου το γεγονός καθεαυτό∙ είναι το γεγονός μεταπλασμένο σε κοινή γνώμη, επειδή η κυβέρνηση πρέπει να κυβερνά σε συνάρτηση με αυτή την κοινή γνώμη. (…)

Αυτό εξοβελίζει στην ανυπαρξία ορισμένα γεγονότα, τα οποία αν και είναι από τη φύση τους πολιτικά, δεν θα γίνουν ποτέ πολιτικά γεγονότα επειδή δεν υπάρχει διαμόρφωση κοινής γνώμης γύρω από αυτά. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη ναζιστική Γερμανία: επρόκειτο για ένα σημαντικό γεγονός, που εδραζόταν σε ορατά υλικά δεδομένα, που το βίωναν μυριάδες άνθρωποι και όμως, ακόμα και το 1939 ήταν ένα γεγονός «ανύπαρκτο». (…)

Τέτοια εξάλειψη γεγονότων δεν συμβαίνει μόνο στις αυταρχικές και τις ολοκληρωτικές χώρες, αλλά και στις δημοκρατίες. Έχουμε κι εδώ γεγονότα που δεν υπάρχουν, επειδή η κοινή γνώμη δεν έχει προετοιμαστεί γι’ αυτά. Για παράδειγμα, η κοινή γνώμη αγνοούσε την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία και τη Γαλλία κατά το 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα. Παιδική εργασία, τρώγλες, μισθοί της συμφοράς, αρρώστιες, απάνθρωπες συνθήκες δουλειάς, όλα αυτά “δεν υπήρχαν” και χρειάστηκε η επίμονη, και μερικές φορές βίαιη, δράση της εργατικής τάξης για να επιβάλει στην κοινή γνώμη την ύπαρξη ενός τόσο συντριπτικού γεγονότος. (…)

Αλλά αν το γεγονός υπάρχει μόνο μέσω της κοινής γνώμης, αρκεί άραγε μια καλή πληροφόρηση για να λυθεί το πρόβλημα; Αν μια τίμια πληροφόρηση μεθερμήνευε όλα τα γεγονότα και τα παρέδιδε στο κοινό, αυτό θα κατέληγε άραγε στο να κάνει πολιτικά αυτά τα γεγονότα και να δημιουργήσει μια κοινή γνώμη που θα συνέπιπτε αντικειμενικά με την πραγματικότητα; Αυτό δεν είναι παρά ένα όμορφο όνειρο, όνειρο που κάνουν όσοι πιστεύουν στη συμφιλίωση των μμε με τη δημοκρατία. Υπάρχουν όμως δυο εμπόδια σε αυτή τη συμφιλίωση.

Πρώτα-πρώτα, μια πληροφορία δεν αρκεί για να δώσει στο γεγονός, στο οποίο αναφέρεται, το χαρακτήρα πολιτικού γεγονότος. Όταν η πληροφορία παρέλθει, το γεγονός λησμονείται. Δεν έχει ακόμα εισέλθει στο πεδίο των ζητημάτων που απασχολούν την κοινή γνώμη. Η μια πληροφορία εκτοπίζει την άλλη, ακόμα κι αν έχει διάρκεια 5 ή 6 μέρες. Το κοινό μένει ανέγγιχτο από μια απλή έκθεση συμβάντων, την οποία δεν πολυκαταλαβαίνει και στην οποία δεν εστιάζει την προσοχή του. (…)

2) Το δεύτερο εμπόδιο είναι, ότι μια πληροφορία δεν παράγει ποτέ μια κοινή γνώμη. Μυριάδες πληροφορημένοι άνθρωποι δεν συγκροτούν μια κοινή γνώμη. Η πληροφορία αυτή καθαυτή δεν έχει ούτε τη διάρκεια, ούτε την ένταση που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθεί μια κοινή γνώμη αφού έχει κεντριστεί το ενδιαφέρον των ανθρώπων. Επειδή υπάρχει τεράστια ποικιλία πληροφοριών, μία και μόνο πληροφορία δεν αρκεί για να πολώσει την προσοχή των διαφορετικών ανθρώπων. Για να συγκροτηθεί η κοινή γνώμη και να οργανωθεί ως τέτοια, πρέπει τα σύμβολα να υποβληθούν σε επεξεργασία. Δεν αρκεί λοιπόν η πληροφορία για να γεννήσει ένα γεγονός στην πολιτική ζωή, για να του δώσει το χαρακτήρα πολιτικού γεγονότος.

Προπαγάνδα

Αυτό, το πετυχαίνει μόνο η προπαγάνδα. Μόνο η προπαγάνδα υποχρεώνει την αεάνως κινούμενη προσοχή της μάζας να σταθεί και να καθηλωθεί στο τάδε συμβάν. Μόνο η προπαγάνδα διδάσκει στη μάζα τις προβλέψιμες συνέπειες του δείνα μέτρου. Μόνο η προπαγάνδα στερεοποιεί την κοινή γνώμη και την προσανατολίζει σε σχέση με τον τάδε παράγοντα, που γίνεται πάραυτα πολιτικό γεγονός ή πολιτικό πρόβλημα. Μόνο η προπαγάνδα μετασχηματίζει, σήμερα, την ατομική εμπειρία σε κοινή γνώμη. Αυτή ενεργεί στο νοητικό σύμπαν και ανυψώνει στην τάξη του προβλήματος ένα σύνολο γεγονότων με τη δημιουργία μιας κοινής γνώμης για το ζήτημα. Δεν υπάρχει, λοιπόν, κοινή γνώμη καθεαυτή. (…)

Έτσι, ο πολιτικός δεν ενεργεί μόνο μέσα στο σύμπαν των εικόνων της κοινής γνώμης, αλλά μπορεί και να δημιουργεί αυτές τις εικόνες και να τις τροποποιεί με τα μέσα πληροφόρησης και προπαγάνδας που έχει στη διάθεσή του. Αντίστροφα, η κοινή γνώμη που διαμορφώνεται μέσα σε αυτό το σύμπαν, καθορίζει τον πολιτικό, ο οποίος μπορεί να κυβερνά μόνο με βάση αυτήν.

Ωστόσο μέσα σε αυτό το εικονικό σύμπαν οι αμοιβαίοι καθορισμοί δεν είναι ούτε αυτόματοι, ούτε αυστηροί. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση δεν “κατασκευάζει” την κοινή γνώμη, η οποία βασίζεται σε στερεότυπα και προκαταλήψεις που δύσκολα ξεριζώνονται. Κι από την άλλη, η κοινή γνώμη δεν υποχρεώνει την κυβέρνηση, διότι δεν διαθέτει (η κοινή γνώμη) ιδιαίτερα μέσα έκφρασης. Στην πραγματικότητα, είμαστε πολύ περισσότερο ενώπιον μιας διπλής παράλυσης παρά μιας αμφίδρομης αποτελεσματικότητας. (…)

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε, ότι σε αυτό το παιχνίδι υπάρχει κι ένας τρίτος εταίρος: ο κάτοχος των μέσων δράσης, ο οποίος, σ’ αυτό το σύμπαν των εικόνων, είναι ο προπαγανδιστής. Και ξέρουμε πολύ καλά, ότι αυτός είναι ένας τεχνικός, ο οποίος πολύ λίγο νοιάζεται για τον πολίτη και αντιπροσωπεύει πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα, με βάση τα οποία θα διαμορφώσει την κοινή γνώμη. […]»

Ζακ Ελλύλ, LIllusion politique [Η πολιτική αυταπάτη], 1965

«Μια από τις πιο διαδεδομένες σύγχρονες κοινοτοπίες, η οποία θεωρείται μάλιστα αυτονόητη και απολύτως ασφαλής, είναι ότι άλλο πράγμα είναι η πληροφόρηση και τελείως άλλο πράγμα η προπαγάνδα. Κάθε καθωσπρέπει άνθρωπος γνωρίζει ότι στην εποχή μας η πληροφόρηση είναι εντελώς απαραίτητη. Πρόκειται, όπως λένε, για μια απολύτως θετική κατάκτηση και ένα από τα πλεονεκτήματά μας σε σχέση με τους ανθρώπους παλιότερων εποχών, είναι ότι μαθαίνουμε τι συμβαίνει στην Κίνα και πληροφορούμαστε ποιες είναι οι αποφάσεις της κυβέρνησης της χώρας μας. […]
Έχουμε λοιπόν από τη μια μεριά την πληροφόρηση, που υποτίθεται πως είναι από τη φύση της έντιμη, αληθινή και ξεκάθαρη μετάδοση δεδομένων, και από την άλλη την προπαγάνδα, η οποία διαστρεβλώνει τα δεδομένα, ψεύδεται και πηγάζει από το πάθος για εξουσία, τον μακιαβελισμό και τη συνειδητή εξαπάτηση. Αυτή η καθησυχαστική διχοτόμηση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας επιτρέπει σ’ εμάς, τους καλώς πληροφορημένους ανθρώπους, να κοιμόμαστε ήσυχοι και φυσικά να μην υποκύπτουμε στην προπαγάνδα.
Η σχέση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας. 
Όμως αν δούμε τα πράγματα πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσουμε αμέσως ότι δεν είναι τόσο απλά. Πρώτα-πρώτα είναι αδύνατον να υπάρξει ένας ξεκάθαρος ορισμός της προπαγάνδας. Ο καθένας την παρουσιάζει όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος και έχουμε ένα ευρύ φάσμα, από εκείνους που βλέπουν προπαγάνδα παντού, από την κυριακάτικη λειτουργία μέχρι το δημοτικό σχολείο, έως εκείνους οι οποίοι θεωρούν πως δεν μπορούμε να ορίσουμε κάτι ιδιαίτερο ως προπαγάνδα και επομένως ότι προπαγάνδα δεν υφίσταται. […]
Το μοναδικό σημείο που θεωρώ σοβαρό σε όλα αυτά, είναι το εξής: οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν τη γνώμη ότι όλα θα είναι μια χαρά άπαξ και λυθούν τα προβλήματα στην οργάνωση της πληροφόρησης. Πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη αυταπάτη, διότι τίποτα δεν πρόκειται να λυθεί αφού το θεμελιώδες πρόβλημα με την πληροφόρηση βρίσκεται αλλού, δηλαδή στη στενότατη σχέση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας και στο γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να χωριστούν η μια από την άλλη.
Αλλά και πέρα από αυτό, πρέπει να δούμε και τα νέα δεδομένα σε ό,τι αφορά την προπαγάνδα. Για παράδειγμα, τώρα πια οι προπαγανδιστές έχουν συνειδητοποιήσει ότι το ψέμμα δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς τους κι έχουν αποφασίσει ότι τους συμφέρει περισσότερο να πουλάνε αλήθειες και να στηρίζουν την προπαγάνδα τους σε γεγονότα. […] Με άλλα λόγια, η σύγχρονη προπαγάνδα είναι πολύ πιο πανούργα απ’ όσο έχουμε συνηθίσει να νομίζουμε.

Η πληροφόρηση, προαπαιτούμενο της προπαγάνδας

Πρέπει να υπογραμμίσουμε, χωρίς να επιμείνουμε ιδιαίτερα σε αυτό, ότι τα μέσα της προπαγάνδας είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά της πληροφόρησης: όχι μόνον υλικά μέσα (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδες, ταινίες, ομιλίες, κ.λπ.) αλλά και ψυχολογικά μέσα, δεδομένου ότι και η πληροφόρηση πρέπει να ‘διαδοθεί’, να γίνει γνωστή, δηλαδή να τραβήξει την προσοχή του κοινού. Ο ακροατής πρέπει να πειστεί, ότι η τάδε πληροφορία είναι έντιμη και αξιόπιστη. Πώς θα πειστεί; Με κάθε διαθέσιμο μέσο προσεταιρισμού. Διότι όταν η πληροφόρηση, θέλοντας να μείνει ‘αντικειμενική’, περιορίζεται στην απλή έκθεση των γυμνών γεγονότων, δεν υπάρχει περίπτωση να βρει ακροατήριο. Όταν θέλουμε να μεταδώσουμε μια πληροφορία, πρέπει να παίρνουμε υπόψη μας σε ποιον άνθρωπο τη μεταδίδουμε. Ποιο είναι το ακροατήριό μας. Ποιος είναι λοιπόν ο σημερινός ακροατής; Ποιος είναι ο σημερινός άνθρωπος, τον οποίο θέλουμε να πληροφορήσουμε; Είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας άνθρωπος που έχει ελάχιστο ελεύθερο χρόνο. Μέσα σε αυτόν, πρέπει να του μεταδώσουμε τις πληροφορίες μας. Ε λοιπόν, για να δώσουμε ένα απτό παράδειγμα, προκειμένου να διαβάσει κανείς μια εφημερίδα όπως ο Le Monde, χρειάζεται δυο ώρες την ημέρα και πάλι κάμποσα θα του έχουν ξεφύγει. Ποιος άνθρωπος σήμερα θα διαθέσει δυο ώρες από τον ελεύθερο χρόνο του για να πληροφορηθεί; Επομένως, η πληροφόρηση πρέπει να συμπυκνωθεί. Να δοθεί σαν ‘χαπάκι’. Αλλά τότε, είναι στ’ αλήθεια πληροφόρηση;

Επιπλέον, αυτή η πληροφόρηση-χαπάκι πρέπει να παρουσιαστεί με μια ευχάριστη και ελκυστική μορφή, που θα δίνει στον κουρασμένο σημερινό ακροατή την αίσθηση ότι με δυο λόγια έχει πάρει το ‘ζουμί’ της πληροφορίας. Αλλά για να γίνει αυτό, η πληροφόρηση πρέπει να παρουσιαστεί με ‘εύπεπτο’ τρόπο, που δεν θα ‘κουράζει’ τον ήδη κουρασμένο ακροατή. Όμως μπορεί να υπάρξει  ‘εύπεπτη’ σοβαρή πληροφόρηση; Για να υπάρξει σοβαρή πληροφόρηση, θα πρέπει ο ακροατής να έχει ήδη αρκετές γνώσεις ιστορίας, πολιτικής και γεωγραφίας, αν χρειάζεται, ώστε να καταλαβαίνει τι είναι αυτό που του λένε. Ακόμα περισσότερο, θα πρέπει να έχει τη διάθεση αλλά και την ικανότητα να σκέφτεται, να συνθέτει, να διακρίνει και να θυμάται −και όλα αυτά δεν είναι φυσικά χαρίσματα αλλά καρποί παιδείας και εκπαίδευσης. Τι σχέση έχει λοιπόν αυτό με τον σημερινό ακροατή; […]

Επομένως, πού ακριβώς βρίσκεται το υποτιθέμενο όριο ανάμεσα στην προπαγάνδα, δηλαδή τη μαζική διακήρυξη απλουστευμένων γεγονότων με στόχο τον προσεταιρισμό του κοινού, και σε μια πληροφόρηση η οποία σερβίρεται σε μορφή-χαπάκι και σε ένα κοινό που δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να την ελέγξει; […]

Ακούμε συχνά, ότι ο καλύτερος τρόπος για να πολεμήσει κανείς την προπαγάνδα, είναι η μετάδοση σωστής πληροφόρησης. Αυτό σε κάποιο βαθμό ισχύει. Λέω όμως ‘σε κάποιο βαθμό’, διότι στην πραγματικότητα η πληροφόρηση αποτελεί προαπαιτούμενο της προπαγάνδας.

Πράγματι, για να υπάρξει προπαγάνδα, πρέπει να υπάρχει κάποια αναφορά στα τρέχοντα πολιτικά και οικονομικά δεδομένα. Η πραγματική δύναμη της προπαγάνδας δεν βρίσκεται τόσο στη δογματική επιχειρηματολογία της όσο στην ερμηνεία των τρέχοντων γεγονότων, την οποία παρουσιάζει. Η προπαγάνδα μπορεί να δουλέψει μόνο όταν τρέχοντα πολιτικά ή οικονομικά γεγονόταν έχουν ήδη ξυπνήσει, αναστατώσει ή προσανατολίσει την κοινή γνώμη. Πιάνεται από μια υπάρχουσα ψυχολογική πραγματικότητα, όχι μόνιμη αλλά ενός είδους ψυχολογική ταραχή που προκαλείται από ένα συμβάν.  Όμως αυτού του είδους οι ψυχολογικές αναστατώσεις δεν διαρκούν πολύ. Πρέπει λοιπόν να συντηρούνται, να κρατιώνται ζωντανές και να παρατείνονται προκειμένου να παράξουν μια ‘κοινή γνώμη’. Αλλά η κοινή γνώμη είναι ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο στήνεται η προπαγάνδα. Αν δεν υπάρξει κοινή γνώμη, δεν μπορεί να υπάρξει προπαγάνδα. […]

Την κοινή γνώμη λοιπόν την παράγουν τα ΜΜΕ, τα οποία διαδίδουν πληροφορίες και απασχολούν ασταμάτητα τις μάζες με διάφορα πολιτικά, οικονομικά και άλλα συμβάντα, αναπλάθοντας διαρκώς τη βάση πάνω την οποία υφαίνει την επιχειρηματολογία της και ανθίζει η προπαγάνδα. […] Διότι πρέπει να το επαναλάβουμε: η προπαγάνδα δεν στηρίζει τους ισχυρισμούς της πάνω σε καθαρά ψέματα αλλά πάνω σε κάθε λογής επιμέρους δεδομένα. […]

Επομένως, η πληροφόρηση όχι μόνο προσφέρει στην προπαγάνδα τη βάση, χωρίς την οποία δεν θα μπορεί να υπάρξει, αλλά, πιο σημαντικό ακόμα, της παρέχει αυτό ακριβώς που [η προπαγάνδα] χρειάζεται για να λειτουργήσει διογκώνοντας τα προβλήματα και παρουσιάζοντας τις ‘λύσεις’ που τη συμφέρουν. […]

Αυτή η διόγκωση των προβλημάτων, απαραίτητο καύσιμο της προπαγάνδας, σχετίζεται άμεσα με τη διεύρυνση πλαισίου που πραγματοποιεί η πληροφόρηση. Στην πραγματικότητα, η καθαρή πληροφόρηση δεν μεταδίδει τίποτε άλλο από συγκεκριμένα γεγονότα. Το συγκεκριμένο γεγονός, όσο σημαντικό κι αν είναι, έχει καθεαυτό περιορισμένη έκταση τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο: συνέβη εκεί και τότε. Είναι, δηλαδή, ένα μοναδικό συμβάν. Η πληροφορία δεν έχει παγκόσμιο εύρος. Όμως εκείνος ο οποίος πληροφορεί, αυτός που μεταδίδει την πληροφορία, επιχειρεί πάντοτε να συνδέσει το συγκεκριμένο συμβάν με άλλα παρόμοια, να αναδείξει τι προηγήθηκε και τι το ακολούθησε, ίσως ακόμα και να προσφέρει μια ερμηνεία ή μια εξήγηση του γεγονότος αυτού. Έτσι η πληροφορία που μεταδίδει παύει ευθύς αμέσως να είναι ‘σκέτη’ πληροφόρηση. Σε αυτό, πρέπει να προσθέσουμε και το γεγονός ότι ο σημερινός άνθρωπος δέχεται κυριολεκτικά ένα καθημερινό κατακλυσμό από πληροφορίες. Πληροφορίες ασύνδετες μεταξύ τους, που αφορούν ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα κι ένα ευρύτατο φάσμα προβλημάτων. […]

Έτσι, μέσα από τον κατακλυσμό πληροφόρησης, ο άνθρωπος αφ’ ενός μεν ‘ενημερώνεται’ ότι η πραγματικότητα της κατάστασής του εξαρτάται άμεσα από την πραγματικότητα ολόκληρης της κοινωνίας, ενός συνόλου κοινωνιών ή και του πλανήτη ολόκληρου, δηλαδή ότι η ζωή του αποτελεί κομμάτι ενός ολοένα και πιο διευρυμένου πλαίσιου ζωής και μιας ολότητας θεμάτων και προβλημάτων. Και αφ’ ετέρου, την ίδια στιγμή, βρίσκεται παγιδευμένος σε ένα ατέλειωτο καλειδοσκόπιο, καμωμένο από χιλιάδες εικόνες, που η μια διαδέχεται την άλλη χωρίς να υπάρχει καμιά σύνδεση μεταξύ τους, πράγμα που επιτείνει μέσα του την αίσθηση ότι η ζωή του αποτελεί κομμάτι μιας τεράστιας ολότητας, η οποία δεν έχει καμιά λογική, κανέναν ειρμό, κανένα ρυθμό, κανένα νόημα και αλλάζει με τρομαχτική ταχύτητα χωρίς ο ίδιος να μπορεί να καταλάβει τίποτα και χωρίς καμιά δυνατότητα να δράσει πάνω της με τις δεξιότητες που έχει αποκτήσει μέσα στο μικρό πλαίσιο της προσωπικής του ζωής. […]

Γίνεται φανερό λοιπόν, ότι η πληροφόρηση δεν αποτελεί μόνο προαπαιτούμενο της προπαγάνδας αλλά και οδηγεί στην προπαγάνδα, αφού η προπαγάνδα είναι εκείνη που θα παράσχει σε αυτό τον άνθρωπο τη μυθική εξασφάλιση, που έχει ανάγκη. Διότι ο άνθρωπος που έχει πνιγεί από τον κατακλυσμό της πληροφόρησης, έχει ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη για ένα σύστημα που θα ταξινομεί και θα του εξηγεί όλες αυτές τις πληροφορίες −και μάλιστα ένα σύστημα το οποίο, όσο πιο σύνθετο είναι το πλαίσιο που του παρουσιάζεται από τον κατακλυσμό των πληροροφιών, τόσο πιο απλές και χοντροειδείς εξηγήσεις θα του παρέχει. Κι αυτή ακριβώς είναι η δουλειά της προπαγάνδας».

Ζακ Ελλύλ, Πληροφόρηση και Προπαγάνδα (1957)

Πηγή: dangerfew

 

Ανασυγκρότηση υποκειμένου, ένα παράδειγμα προοπτικισμού, κύριος και δούλος σε Nietzsche και Hegel

Ανασυγκρότηση υποκειμένου, ένα παράδειγμα προοπτικισμού, κύριος και δούλος σε Nietzsche και Hegel.

Μία από τις βασικότερες τομές μέσα στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας της σκέψης, που μας προσφέρει ο Nietzsche, αφορά την αλλαγή που επιφέρει με τον τρόπο που συλλαμβάνει τη συγκρότηση του υποκειμένου. Το γνωσιακό υποκείμενο έως εκείνη τη στιγμή συλλαμβάνεται από την παραδοσιακή φιλοσοφία, ως ένα οριστικά δεδομένο σχήμα, το οποίο όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο Foucault «…αναγνώριζε (η φιλοσοφία) αφενός ως καταγωγικό θεμέλιο της γνώσης, αφετέρου ως σημείο εμφάνισης της αλήθειας.»218.

Το νεωτερικό, ορθολογικό υποκείμενο που βρίσκει το απόγειό του στην καντιανή σκέψη, όταν η γνώση γίνεται αποτέλεσμα του συγκροτησιακού χαρακτήρα του υποκειμένου, το γνωστικό δηλαδή προϊόν είναι μόνον αυτό το φαινόμενο που ανακατασκευάζει το υποκείμενο με βάση την αισθητηριακή εμπειρία του και τη διανοητική του ικανότητα, έρχεται να χάσει την αίγλη του μέσα στη σκέψη του Nietzsche.

Όπως αναφέρει o Foucault: «Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να διερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο επιτελείται η συγκρότηση όχι ενός οριστικά δεδομένου υποκειμένου από το οποίο θα εκπορευόταν υποτίθεται η αλήθεια, αλλά ενός υποκειμένου που συγκροτείται εντός της ιστορίας και το οποίο δομείται και αναδομείται ακατάπαυστα από την ιστορία.»219.

Για τον Nietzsche δεν υφίσταται ένα a priori συγκροτημένο υποκείμενο γνώσης το οποίο θα μας εγγυηθεί λόγω της τυπικής του ταυτότητας [Εγώ = Εγώ], ανεξαρτήτως της εμπειρίας και της αλλαγής που επισυμβαίνει σε αυτή, ότι είναι αυτό που νομιμοποιείται να γνωρίσει και να κατέχει την έγκυρη, τη μία και μοναδική αλήθεια, η οποία αντικειμενικοποιείται διυποκειμενικά. Αντιθέτως βλέπουμε το απροσδιόριστο του Νεχαμά και το ανολοκλήρωτο του Foucault σε σχέση με την προοπτική απόδοση της έννοιας της ερμηνείας, να παίρνει σάρκα και οστά στη

νιτσεϊκή συγκρότηση αυτού του εν εξελίξει [εν κινήσει] υποκειμένου, που έχει πάντα μέσα του τη διονυσιακή ορμή, την ορμή για ζωή που το κινεί να πράττει. Αυτή η ορμή στο τέλος θα είναι πάντα μια Βούληση για δύναμη ή ακόμα καλύτερα, αν εξελιχθεί αυτό το υποκείμενο στο συνειδησιακό σχήμα του Υπεράνθρωπου, μια καθαρή Δύναμη.

Στη νιτσεϊκή σκέψη όπως παρατηρούμε, τα πράγματα ενέχουν κίνηση και αλληλόδραση με το περιβάλλον τους, επομένως και το υποκείμενο συγκροτείται εντός της εμπειρίας και της ιστορικής εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, χωρίς ποτέ να σταματάει αυτή η δόμηση και η αναδόμησή του.

«Είναι ουσιώδες να μην κάνουμε λάθος για τον ρόλο της «συνείδησης»: αυτή εξελίχθηκε από τη σχέση μας με τον «εξωτερικό κόσμο»… Συνήθως η συνείδηση λαμβάνεται σαν το γενικό κέντρο των αισθήσεων και ανώτατο δικαστήριο· αντίθετα είναι μόνο ένα μέσο επικοινωνίας: εξελίχθηκε μέσω της κοινωνικής συναλλαγής και εν όψει των συμφερόντων της κοινωνικής συναλλαγής…»220.

Ο Nietzsche θεωρεί ότι η φιλοσοφία δεν έθεσε στο σωστό τους ρόλο τη λογική και τις κατηγορίες του λογικού, έτσι ώστε να τα χρησιμοποιήσει ως μέσα για την κατηγοριοποίηση, για τη «διευθέτηση του κόσμου για ωφελιμιστικούς σκοπούς»221, αντιθέτως πίστεψε ότι κατάφερε να έχει μέσω και εξαιτίας της λογικής «το κριτήριο της αλήθειας και της πραγματικότητας»222. Θεώρησε δηλαδή ο άνθρωπος τον εαυτό του ως το μέτρο των πραγμάτων, το οποίο είναι ικανό να καθορίσει το «πραγματικό» έναντι του «μη πραγματικού».

Άκρως ενδιαφέροντα για το θέμα μας, είναι επίσης όσα αναφέρει ο Nietzsche στη Θέληση για δύναμη223, σχετικά με το ότι έχουμε δημιουργήσει ένα γνωσιακό υποκείμενο που πράττει και ποιες είναι οι συνέπειες αυτής μας της δημιουργίας. Πιο αναλυτικά, η σχέση αιτίας και αποτελέσματος είναι απόρροια της δημιουργίας υποκειμένων υπό την έννοια του πράττοντος. Ακριβώς επειδή έχουμε δημιουργήσει αυτή την έννοια ενός υποκειμένου που πράττει υπάρχει χώρος και για να νοήσουμε τις πράξεις του ως αποτέλεσμα ενός καταναγκασμού που του ασκείται κάθε φορά. Όμως και η ίδια η αναγκαιότητα για τον Nietzsche «δεν είναι γεγονός αλλά ερμηνεία»224.

Η ερμηνεία με βάση την αιτιότητα, όπως υποστηρίζεται από τον Nietzsche είναι μια απάτη και είναι ακριβώς αυτό το γεγονός, ότι αντιλαμβανόμαστε δηλαδή τα συμβάντα ως αποτελέσματα κάποιων αιτίων, που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένα «υποκείμενο» και ένα «αντικείμενο» ή «κατηγόρημα». Βέβαια παρόλο που γλωσσικά δεν ξέρουμε με ποιον τρόπο να απαλλαχτούμε από αυτές τις διακρίσεις, επί της ουσίας δεν υπάρχουν. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αν σκεφτώ έναν μυ ξέχωρα από τα «αποτελέσματά» του, τον αρνούμαι…»225. Για τον Nietzsche το «δήθεν ένστικτο της αιτιότητας» δεν είναι τίποτα άλλο από το φόβο μας για το άγνωστο και από την κρυφή μας επιθυμία να βρίσκουμε σε ό,τι το καινούριο κάτι το οικείο σε εμάς, ένα με άλλα λόγια αίτιο που να μας οδηγεί κάθε φορά στο «καινούριο» αποτέλεσμα226.Επομένως βλέπουμε σε αυτά τα χωρία, το υποκείμενο να παρουσιάζεται ως μια ερμηνευτική προσέγγιση του ανθρώπου, ως ένα «πλάσμα της φαντασίας μας»227. Εάν όντως συμβαίνει αυτό, παραμερίζοντας την έννοια του υποκειμένου που παράγει αποτελέσματα θα πρέπει να αφήσουμε στην άκρη και το αντικείμενο πάνω στο οποίο παράγονται αυτά τα αποτελέσματα.

«Τέλος χάνεται και το «πράγμα καθ’ εαυτό», επειδή αυτό είναι κατά βάθος η σύλληψη ενός «υποκειμένου καθ’ εαυτού». Έχουμε όμως καταλάβει ότι το υποκείμενο είναι πλάσμα της φαντασίας. Η αντίθεση «πράγμα καθ’ εαυτό» και «φαινομενικότητα» είναι αβάσιμη· μ’ αυτό όμως εξαφανίζεται και η έννοια της «φαινομενικότητας».228».

Συνέπεια όλων αυτών θα είναι να χάσουμε ακόμα πιο θεμελιώδεις έννοιες, όπως είναι αυτή της ουσίας αλλά και της ύλης και του πνεύματος. Έτσι ο κόσμος που έχει χάσει την υλικότητά του, δεν μπορεί παρά από την ηθική οπτική γωνία να γίνεται ψευδής, αλλά ακόμα και η ίδια η ηθική καταλήγει να είναι ψευδής στο μέτρο που ανήκει σε αυτό τον ψευδή κόσμο229.

Η Βούληση για αλήθεια είναι αυτή που καλείται τώρα να στερεοποιήσει, να δώσει διάρκεια και αξίωση αλήθειας στην πραγματικότητα που έχει καταποντιστεί μέσα στο ψεύδος. Να άρει δηλαδή τον ψευδή χαρακτήρα των πραγμάτων, να τους δώσει έναν σκοπό, ένα λόγο ύπαρξης. Η αλήθεια επομένως «δεν είναι κάτι που υπάρχει εκεί καιπου πρέπει να βρεθεί ή να ανακαλυφθεί, αλλά κάτι που πρέπει να δημιουργηθεί»230. Η«αλήθεια» για τον Nietzsche εισάγεται ως processus in infinitum [ατέρμονηδιαδικασία], ως δηλαδή ένα ατέρμονο ενεργό καθορίζειν της πραγματικότητας και όχιως μια συνειδητοποίηση κάποιου πράγματος που είναι ήδη από μόνο του στέρεο καικαθορισμένο231. Αυτή η βούληση για αλήθεια όπως περιγράφεται εδώ, ως ενεργό καθορίζειν είναι μια μάσκα της ίδιας της Βούλησης για Δύναμη.

Ο άνθρωπος προϋποθέτει μια κανονικότητα και μια διάρκεια στο πώς εξελίσσονται τα πράγματα και πάνω σε αυτή την προϋπόθεση θεμελιώνεται η ζωή, η οποία και φαίνεται να ισχυροποιείται μέσα από την αύξηση του εύρους της πραγματικότητας που μπορούμε να γνωρίσουμε, που μπορούμε δηλαδή να αποδώσουμε Είναι. «Η λογικοποίηση, ο εξορθολογισμός, η συστηματοποίηση ως βοηθητικά μέσα της ζωής.»232.

Η ενόρμηση του ανθρώπου για αλήθεια, η οποία είναι αυτή που καθορίζει την πραγματικότητα, όπως προανέφερα, προβάλλεται από τον άνθρωπο ως κάτι που είναι έξω από αυτόν· ως ένας κόσμος έξω από τον εαυτό του, στον οποίο όμως αυτός αποδίδει Είναι, «σαν κόσμος που ήδη υπάρχει».

«Οι ανάγκες του ως δημιουργού επινοούν τον κόσμο πάνω στον οποίο δουλεύει, τον προεξοφλούν· αυτή η προεξόφληση (αυτή η «πίστη» στην «αλήθεια») είναι το στήριγμά του.»233.

 

Αυτή η προεξόφληση και το γεγονός ότι αποδίδουμε ευθύνη για την ύπαρξή μας και τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε στον κόσμο, σε κάτι έξω από εμάς, είτε το ονομάζουμε Θεό, είτε Φύση και να μη μας βλέπουμε απλώς ως διαρκή έκφραση της Δύναμης και τίποτα άλλο, μας οδηγεί κατά τον Nietzsche στο να «διαστρέφουμε μέσα μας την αθωότητα του γίγνεσθαι.»234. Θυσιάζουμε αυτή την αθωότητα του γίγνεσθαι για να μην είμαστε μόνοι και αδύναμοι, να «έχουμε κάποιον που θέλει να πετύχει κάτι μέσω ημών και μαζί με μας.»235, αλλά ουσιαστικά αυτό είναι που μας κάνει αδύναμους και μας απομακρύνει από μια υγιή και εύρωστη έκφραση της δύναμή μας. Υπό αυτές τις συνθήκες το είδος καταλήγει να είναι τόσο προσωρινό, όσο και το άτομο και αυτή η πολυπόθητη διατήρηση του είδους δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σκαλοπάτι στην εξελικτική σκάλα του είδους. Διατηρείται δηλαδή σε αυτή την κατάσταση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μέχρι να ξεπεραστεί από έναν εξελικτικά ισχυρότερο τύπο, από ένα εξελιγμένο συνειδησιακό σχήμα, τον Υπεράνθρωπο. «Εκείνοι που έχουν την περισσότερη έγνοια ρωτούν σήμερα: ‘‘πώς θα γίνει να διατηρηθεί ο άνθρωπος;’’ Ο Ζαρατούστρα όμως ρωτά, ως ο μοναδικός και ο πρώτος: ‘‘πώς θα ξεπεραστεί ο άνθρωπος;’’…»236.

Ο Nietzscheστη ΓτΗ, επικεντρώνεται στη συγκρότηση αυτού του υποκειμένου, που δεν έχει συγκροτηθεί aprioriκαι στην γενεαλογική έρευνα και παρατήρηση της εξέλιξής του μέσα στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, δείχνοντάς το μάλιστα μέσω της αναστροφής των ηθικών αξιών που παρατηρεί ότι έχει συμβεί μέσα στην εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών.
Μας παρουσιάζει στη ΓτΗ, τον «κύριο» και τον «δούλο», που αποτελούν σε πρώτη ανάγνωση τους δύο μέχρι τώρα, ηθικούς τύπους ανθρώπου αλλά εξετάζοντας τους βαθύτερα μπορούμε να τους συλλάβουμε και ως δύο συνειδησιακά σχήματα, που στρέφουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις τη Βούλησή τους για δύναμη237. Μέσα από αυτά τα συνειδησιακά σχήματα μπορούμε να εξάγουμε σημαντικά συμπεράσματα για το τι εννοεί ακριβώς με αυτό το ψυχολογικό υποκείμενο ο Nietzsche. Το γεγονός ότι συλλαμβάνει το υποκείμενο με ψυχολογικούς όρους, του δίνει τη δυνατότητα να περιγράψει την κίνηση και τους μετασχηματισμούς του και να μας δείξει πώς αυτού του τύπου το υποκείμενο αποτελεί απόρροια και συνάμα «δημιουργό» της προοπτικής αντίληψής του. Ταυτόχρονα μέσα από την παρουσίαση της μεταστροφής των εννοιών του «καλού» και του «κακού» παίρνουμε ένα πολύ διαφωτιστικό παράδειγμα για το τι εννοεί ο Nietzscheόταν μιλάει για προοπτικισμό, αλλά και για το πώς μπορεί να επέλθει μια αλλαγή της προοπτικής ερμηνείας μέσα σε κάθε διαφορετικό κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο.

Σε πρώτη φάση στη ΓτΗ περιγράφεται η νοηματοδότηση των εννοιών πριν επισυμβεί η μεταστροφή τους. Στο Δοκίμιο Ι βλέπουμε αρχικά τον «καλό»238της πρώτης αυτής φάσης, να είναι ο άνθρωπος που καταφάσκει την ίδια του την ύπαρξη, ο άνθρωπος της δράσης. Ένα ρωμαλέο αρχέγονο αρχέτυπο, όπου κατακλύζεται από ενέργεια και δύναμη, ψυχολογική αλλά και σωματική239. Στις περιγραφές του Nietzscheη κάθε κοινωνική θέση προκαλεί ως συνέπεια και μια ψυχολογική κατάσταση, η ψυχολογική κατάσταση του αρχέγονου αυτού «καλού» είναι η αυτοκατάφαση. Ορίζει ο ίδιος το τι είναι «καλό» μέσα από το δικό του τρόπο ύπαρξης. Αυτός είναι το μέτρο και δε χρειάζεται να συγκρίνει τον εαυτό του με κάτι εξωτερικό για να καταλήξει αν είναι καλός σε σχέση με αυτό. Η ευγένεια και η τιμή τους απορρέει από τη θεϊκή τους καταγωγή, έτσι η έννοια «καλός» ενσαρκώνει την ύπαρξη ενός τύπου ανθρώπου.

«…η κρίση ‘‘καλό’’ δεν προέρχεται από εκείνουςστους οποίους έχει γίνει η ‘‘καλοσύνη’’! Οι ίδιοι οι ‘‘καλοί’’ μάλλον, δηλαδή οι ευγενείς, δυνατοί, με υψηλή κοινωνική θέση και υψηλό φρόνημα, είναι εκείνοι που θεώρησαν τον εαυτό τους ‘‘καλό’’ και τις πράξεις τους ‘‘καλές’’, δηλαδή πρώτης τάξης, σε αντίθεση με καθετί ταπεινό, ευτελές, αγοραίο και πληβείο. Ξεκινώντας από αυτό το πάθος της απόστασης, απόκτησαν το δικαίωμα να δημιουργούν αξίες και να δίνουν ονόματα στις αξίες…»240. Ο γενναίος «καλός» θα ονομάσει τον πληβείο και δειλό, ως άσχημο241[δε θα τον ονομάσει κακό (bös(e)), αλλά μη έχοντα σχήμα, απλοϊκό (schlicht)με την έννοια του επιρρεπούς σε εξωγενείς δυνάμεις, και άρα αδύναμο στο να εκφράσει δύναμη] που θα ετεροκαθορίζεται απότο «πάθος της απόστασης»του δυνατού.Ο «άσχημος», οοποίος θα αυτοπροσδιοριστεί ως ο αδύναμος έχει τα αντίθετα χαρακτηριστικά από τον καλό όσον αφορά τα ψυχικά του χαρακτηριστικά. Αυτός δεν δρα, αλλά αντιδρά. Έχει ανάγκη να έχει έναν εχθρό απέναντί του, έτσι ώστε να προσδιορίζεται η ύπαρξή του.Χρειάζεται να ετεροκαθορίζεται αν και σε καμία περίπτωση δεν είναι οντολογικά αδύναμος, αλλά έχει αποδεχθεί τον ορισμό του από τον «καλό» και μάλιστα αυτή την άποψη την ενσωματώνει, παρόλο που είναι εξωτερικά προσδιορισμένη και καταλήγει να αυτοθυματοποιείται.

Ο Nietzscheθεωρεί ότι όλοι έχουμε Βούληση για δύναμη και η δύναμη αυτή μπορεί να εκφραστεί είτε θετικά, είτε αρνητικά. Ο «άσχημος» πείθει τον εαυτό του για την αδυναμία του και αποτέλεσμα αυτού είναι η δύναμή τουναστρέφεται στη μόνη λανθάνουσα δράση που αναπτύσσει, την αντίδραση. Η δύναμη ενέχει στο χαρακτήρα της την επιθετικότητα, την ορμή, επομένως είναι φύσει αδύνατο αυτή ηδύναμη να μην εκφραστεί, απλά όσο περισσότερο αδύναμος νιώθει κάποιος, τόσο πιο προσωπικήθα θεωρήσει την επίθεση που θα δεχτεί από τη δύναμη του ισχυρότερου. Ο «άσχημος» τρέφεται από τη σύγκρουσή του με τον ισχυρό και αποκτά ταυτότητα μέσα από τον εχθρό του. Ενώ ο «καλός» είναι γεμάτος από τις δικές του δραστηριότητες και κρατάει μια απόστασηαπό τον «άσχημο». Ο ψυχικά αδύναμος είναι αυτός που θα ορίσει τον αρχικά «καλό», ως «κακό», λόγω της κατωτερότητας που νιώθει απέναντί του. Βλέπουμε δηλαδή ότι έχουμε να κάνουμε με καθαρά ψυχο-κοινωνικούςπροσδιορισμούς, που απορρέουν από την κατάσταση και τη θέση που βρίσκεται ο καθένας μέσα στην κοινωνία, με άλλα λόγια από την προοπτική σκοπιά του.

Το προαναφερθέν σχήμα των ψυχο-κοινωνικώνπροσδιορισμών που αναπτύσσει τις έννοιες του «καλού» -«άσχημου» -«κακού» θα έρθει η στιγμή μέσα στην ιστορική και κοινωνική εξέλιξη που θα πληρούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις και θα αναστραφεί, θα επέλθει δηλαδή μια αλλαγή της προοπτικής ερμηνείας. Ο Nietzsche αυτή την μεταστροφή θα την περιγράψει ως την τυραννία των αδύναμων, την επιβολή της ηθικής των ψυχικά, όχι αντικειμενικά, αδύναμων, που θα οδηγήσει στην ανάδυση και εξάπλωση της μνησικακίας.

Η διαδικασία της αναστροφής θα συμβεί αργά και σταθερά. Ο «άσχημος» έχει τεράστια δύναμη αντίδρασης, λόγω της καταπίεσης που επιβάλλει στον εαυτό του και του αισθήματος κατωτερότητας που βιώνει. Έτσι μέσα στην εξέλιξη των κοινωνιών αρχίζει να παράγει τώρα αυτός αξίες που είναι αποτέλεσμα μιας μίξηςδημιουργίας και αντίδρασης, όπου ο αδύναμος καταφέρνει να επιβάλλει ως αξία την δική του κατάσταση. Επομένως, τώρα ως«καλός» ορίζεται αυτός που είναι αδύναμος, δειλός και με νιτσεϊκούς όρους, αυτόςπου δεν καταφάσκει την ύπαρξή του. Βλέπουμε αυτόν τον «καλό»της δεύτερης φάσης να μετατρέπειτην αίσθηση κατωτερότητάς του σε ένα εσωτερικό δηλητήριο –που δεν είναι άλλο από την μνησικακία –το οποίο τον οδηγεί σε κάθε του κίνηση.

Ο μνησίκακος δεν αντιδρά άμεσα για να εκδηλώσει αυτό που αισθάνεται, αλλά τοεσωτερικεύει, το κρατάει στη μνήμη του και εν συνεχεία θέτει όλη τη δημιουργική ενέργεια της νοημοσύνης του στην υπηρεσία της εκδίκησης και της αντεπίθεσής του, με έναν ορθολογικό όμως τρόπο. Ο αρχέγονος «καλός» φαντάζει αφελής μπροστά στον πονηρό «καλό» της δεύτερης φάσης. Για τον Nietzscheη σύγχρονη νεωτερική ορθολογικότητα, ο υπολογιστικός και μεθοδικός Λόγος, βρίσκει τα πατήματά του πάνω στο έδαφος της μνησικακίας. Σε αυτή τη διαδικασία που περιγράφει ο Nietzsche βλέπουμε εκτός των άλλων, μια αντίθεση ακόμα και στη δαρβινική άποψη περί της εξέλιξης των ειδών, όπου η φυσική επιλογή δίνει πλεονέκτημα, ως προς την επιβίωση, στον δυνατό, αφού σε αυτή την περίπτωση ο (ψυχικά) αδύναμος επικρατεί του δυνατού.

Ο αδύναμος, για τον Nietzsche γίνεται πλέον ο δούλος, μια δουλική ψυχοσύνθεση,που θυματοποιεί τον εαυτό του, λόγω της ανάγκης του για αναγνώριση, με στόχο την απόκτηση εξουσίας, εφόσον δεν μπορεί να κυριαρχήσει και να καταλάβει την εξουσία με την πραγματική του δύναμη, από αυτόν που έχει θέσει απέναντί του ως κύριο, ως τον «κακό» τώρα. Φτάνει στο σημείο να καταστείλει τη ζωογόνα δύναμή του με αντάλλαγμα να αποκτήσει εξουσία και αναγνώριση, προχωρώντας μάλιστα και ένα βήμα παραπάνω όταν στοχεύει στην παγίδευση των άλλων μέσω της ενοχής για να τους ελέγχει242.

Η ορολογία του «κυρίου» και του «δούλου» που καταλήγει να χρησιμοποιεί στη ΓτΗ ο Nietzsche, θέλοντας να περιγράψει δύο ηθικούς τύπους ανθρώπου αλλά και δύο ψυχολογικές συνειδήσεις στα δικά μου μάτια, δεν μπορεί να μη μας θυμίσει τον αφέντη [κύριο] και το δούλο του Hegel.

Ο Hegel στη Φαινομενολογία του Πνεύματος εξετάζει αρχικά τον αφέντη και το δούλο ως τα δύο πρώτα σχήματα της αυτοσυνειδησίας, περιγράφοντας την «κίνηση του αναγνωρίζειν»243. Η αυτοσυνειδησία βλέπει τον εαυτό της ως τέτοια, βασιζόμενη στην αναγνώριση της από μια άλλη αυτοσυνειδησία. Παρόμοια θα λέγαμε εδώ,με τον ετεροκαθορισμό που βιώνει και ο δούλος του Nietzsche. Όμως και ο νιτσεϊκός κύριος ετεροκαθορίζεται στη δεύτερη φάση–μετά δηλαδή απότη μεταστροφή των αξιών –από το δούλο, αφού είναι μόνο κύριος κατ’ επίφαση. Τίθεται εκεί,έτσι ώστενα εξυπηρετεί τηλειτουργία ενός αντίπαλου δέοντος για τονμνησίκακο δούλο, που έχεικαταφέρει νακάμψει με την μεταστροφή των αξιών και τη δύναμη του κυρίου, τον έχει διαστρεβλώσει.

Κατά τον Hegel, σε αντίθεση με τον Kant αλλά και με τον Descartes, η αλήθειατης αυτοσυνείδησης είναι διαμεσολαβημένη, δεν είναι μια αυτοεπιβεβαίωση. Η αναγνώριση μεταξύ αφέντη και δούλου έχει γνωστικό χαρακτήρα και σημαίνει ότι αναγνωρίζεται η θέση κάποιου, είτε θετικά, είτε αρνητικά, μέσα στο όλον· αναγνωρίζομαι, σημαίνει συνδέομαι με ένα δίκτυο σχέσεων και γνωρίζω τον εαυτό μου μέσω των άλλων, η ύπαρξή μου διαμεσολαβείται. Όπως και στον Nietzsche δηλαδή, μιλάμε και εδώ για μια προοπτική συνείδηση, η οποία είναι ιστορική και σχετική και όχι μια κενή, φορμαλιστική συνείδηση. Η έννοια της σχετικότητας [σχεσιακότητα], δηλαδή ενός προοπτικισμού με άλλα λόγια, μεθοδολογικά εφαρμόζεται ήδη από τη φιλοσοφική θεώρηση του Hegel, αν και θεμελιώνεται σε μία διαφορετική έννοια ιστορικότητας, από αυτή που βρίσκουμε στην νιτσεϊκή αντίληψη. Στον Hegelη ιστορικότητα είναι εξελικτικήυπό ένα πρίσμα προόδου, αντιθέτως στον Nietzsche βλέπουμε να καταλήγει το ταξίδι της ιστορικής εξέλιξης σε μια παρακμή [decadence].Ο Nietzsche σπάει την εγελιανή διαλεκτική της εξέλιξης, δεν μιλάει σε καμία περίπτωση για μια προοδευτική ανάπτυξη ενός νέου κοινωνικού στρώματος, αλλά για το ενδεχόμενονα σπάσει η επανάληψη ενός φαύλου κύκλου εξουσίας μεταξύ των εκάστοτε «δυνατών» και «αδύναμων». Φυσικά αυτό το ενδεχόμενο σπάσιμο του κύκλου δεν είναι νομοτελειακό,μιας και είναι δυνατό να μη συμβεί ποτέ,δεν είναι η πορεία του Λόγου, του Πνεύματος μέσα στην ιστορία, αλλά περιγράφεται πιο πολύ ως μια αιφνίδια απεμπλοκή σε ένα ατομικό επίπεδο ή πιο συλλογικά,στην δυνατότητα δημιουργίας ενός άλλου συνειδησιακού σχήματος, ενός άλλου τύπου ανθρώπου.

Ο ίδιος ο Nietzsche δεν είναι ένας παρακμιακός μηδενιστής, όπως συχνά υποστηρίζεται, αν καιείναι απόλυτα σαφές,ότι εμπνέεται από τη νόσο του μηδενισμού, από όλα όσαδηλαδή παρακμάζουν και χάνονταιμέσα στην κοινωνικό –πολιτικό –ιστορική εξέλιξη των αξιών του ανθρώπου. Παρόλο μάλιστα πουσε έναπρώτο επίπεδο ερμηνείαςδεν προσφέρει θετικές αποφάνσειςγια τη σωτηρία του κόσμου από το μηδενισμό, μηθέλοντας όπως φαίνεταινα παίξει το γιατρό που φέρνει τη θεραπεία για την ασθένεια της ανθρώπινης σκέψης δίνοντας συνταγές και έτοιμες λύσεις, καταφέρνει να βγει επιτυχώς από την παγίδα ενός άκρατου μηδενιστικού πεσιμισμού, επικεντρώνοντας την προσοχή του στη δυνατότητα του ανθρώπου να για μια θετική αυτοπραγμάτωση.

Αυτή την πορεία προς την αυτοπραγμάτωση, προς την αυτοσυνειδησίαμε εγελιανούς όρους, την βλέπουμε και στην εγελιανή σκέψη, ακόμα και αν τη στιγμή που ολοκληρώνεται κάθε φορά σε ένα βαθμό, ταυτόχρονα αποτελεί παρελθόν, αλλά και τη νέα βάση μέσα στο διαρκές της εξέλιξης του γίγνεσθαι. Ο Hegelθεωρεί ότι η αυτοσυνειδησία έρχεται μέσα από μια πορεία έκθεσης στην εμπειρία και η ελευθερία χτίζεται μέσα από τις εμπειρίες της ζωής και κυρίως μέσα από την εμπειρία του θανάτου. Γίνεται ένας αγώνας ζωής και θανάτου [πραγματικός, κοινωνικός, ψυχολογικός]μέσω του οποίου αλληλοεπαληθεύονται οι δύο αυτοσυνειδησίες. Πρέπει να επαληθεύσουν στον εαυτό τους και στον άλλο, τη βεβαιότητά τους για τον εαυτό τους, ότι υπάρχουν δηλαδή, καθαυτές, ως προσδιορισμένες αρνήσεις του εαυτού τους (και του άλλου) και όχι ότιαπλά ζουν υπό την έννοια μιαςαπλής επιβίωσης. Ακριβώς εδώ έγκειται και η ελευθερία τους, το να καταφέρουν με άλλα λόγια να αυτοκαθοριστούν. Το άτομο που δε θα διακινδυνεύσει τη ζωή του και άρα δε θα δημιουργήσει σχέση,θα αναγνωρισθεί μόνο ως πρόσωπο, αλλά δε θα έχει πετύχει την αναγνώριση του ως αυτοδύναμης αυτοσυνειδησίας.

Ο θάνατος είναι πολύ σημαντικός για τη διαμόρφωση της συνείδησης στη σκέψη του Hegel και νοείται είτε ως ο φυσικός θάνατος, είτε ως αποξένωση. Μέσα από το φυσικό θάνατο ή από το θάνατο της σχέσης μεταξύ των δύο, καταλήγουν οι δύο αυτοσυνειδησίες να χάνουνκαι τη σχέσητους με τον εαυτότους. Η σχέση με τον εαυτό τους γίνεται πλέον αυτοκαταναλωτική, αφού εκλείπει οποιαδήποτε άλλη συσχέτιση244. Τελικά όμως, στη φιλοσοφική θεώρηση του Hegel,τα άτομα μπαίνουν σε σχέση, επιβιώνουν και αναπόφευκτα δημιουργείται μία σχέση κυριαρχίας μεταξύ δύο σχημάτων αυτοσυνειδησίας, μία σχέση αφέντη και δούλου245.Οποιαδήποτε σχέση που είναι εξουσιαστική [καταναλωτική]έχει αυτή τη μορφή.

Ο αφέντης είναι αυτός που έχει διακινδυνεύσει τη ζωή του· η αυτοσυνειδησία που υπάρχει για τον εαυτό της, όχι όμως πια μόνον ως έννοια, διότι είναι προσδιορισμένη αυτοσυνειδησία, αφού μεσολαβείται από μια άλλη αυτοσυνειδησία, αυτή του δούλου. Ο αφέντης ασκεί εξουσία πάνω στο δούλο, αλλά και πάνω στο πράγμα, μετά τη νίκη του στη μάχη του θανάτου. Το πράγμα είναι αντικείμενο επιθυμίας για τον αφέντη και το απολαμβάνει, ενώ ο δούλος246 εργάζεται με αυτό και σχετίζεται μαζί του με όρους ουσίας. Δουλεύονταςεπομένως ο δούλοςπάνω στο πράγμα,το αντιμετωπίζει ως κάτι ζωντανό, που το μετασχηματίζει με τη δουλειά του, έτσι το πράγμα διατηρεί την ανεξαρτησία του· ο δούλος όμως είναι εξαρτώμενος από το πράγμα και χάνει την ελευθερία του.

Ο αφέντης σχετίζεται διαμεσολαβημένα με τον δούλο μέσω ενός ανεξάρτητου πράγματος, το οποίο και εξασφαλίζει την κυριαρχία πάνω στο δούλο. Ο αφέντης [82]όμως έχει μία άμεση, παθητική, εξωτερική σχέση με το πράγμα, αφού μόνο το καταναλώνει, ενώ ο δούλος έχοντας αποκτήσει ουσιαστική σχέση μαζί του, μαθαίνει από αυτό, εξελίσσεται μέσα από τη εργασία του, σε αντίθεση με τον αφέντη που παγιδεύεται μέσα στην εξουσία του. Ο δούλος δεν μπορεί να αρνηθεί τελείως το πράγμα, αφού ό,τι κάνει είναι στην πραγματικότητα ενέργεια του αφέντη. Η δουλική συνείδηση δεν μπορεί να επιτύχει παντελή άρνηση του πράγματος, ενώ ο αφέντης φτάνει σε σημείο όπουαρνείται τελείως247 και το πράγμα και τον δούλο· και τα δύο είναι ανούσια για αυτόν.

Η σχέση εξουσίας είναι μία εξωτερική, αρνητική σχέση και είναι αυτή η παγίδα την οποία πέφτει ο αφέντης και χάνει την ελευθερία του. Αναγνωρίζει τον εαυτό του ως απόλυτη εξουσία απέναντι στο δούλο και στο πράγμα και πετυχαίνει την αναγνώρισή του στον άλλο, δηλαδή στο δούλο, όμως ο ίδιος δεν αναγνωρίζει το δούλο ως ισότιμό του, ως αυθύπαρκτη αυτοσυνειδησία. Όμως για να υπάρχει ουσιαστική αναγνώριση, πρέπει να είναι αμφίδρομη και μεταξύ ισοτίμων, αλλιώς έχουμε ένα μονομερές και άνισο αναγνωρίζειν248. Εδώ λοιπόν επιτελείται μια αναστροφή· η αλήθεια του αφέντη κερδίζεται από τη σχέση του με τον «ανούσιο» για αυτόν δούλο, πράγμα που σημαίνει ότι είναι μια ανούσια αναγνώριση, που δεν μπορεί να τον ικανοποιήσει, παρά μόνο να τον αποδομήσει ως αφέντη249.

Ο δούλος, που αναγνωρίζει αρχικά μόνο τον άλλο ως αυτοσυνειδησία, έχει μέσα του,χωρίς να το ξέρει την δυνατότητα ανατροπής της δουλείας του. Εδώ φαίνεται πωςέγκειται και ηβασική διαφορά του εγελιανού δούλου, από τον νιτσεϊκό. Στο γεγονόςδηλαδήότι ο πρώτος έχει τη δυνατότητα να χειραφετηθεί, ενώ ο δεύτερος φαίνεται να μηχειραφετείται ποτέ, η στέρηση καταλήγει να του δημιουργεί επιθυμία για αντίδραση και όχι θετική έκφραση της δημιουργικότητάς του. Στην καλύτερη περίπτωση, στη νιτσεϊκή σκέψη θα ξεπεραστεί σαν συνειδησιακό σχήμα ο άνθρωπος εν γένει από τον Υπεράνθρωπο. Αυτή η διαφορετική εξέλιξη της δουλικής συνείδησης μεταξύ Nietzsche–Hegel είναι απόρροιατης διαφορετικής τους αντίληψης σχετικά με την ιστορική εξέλιξη. Η νεωτερικότητα που στον Hegelπαίρνει μια μορφή εξελικτικήςπροόδου,στον Nietzsche, όπως προανέφερα παρουσιάζεται να έχει φθίνουσα πορεία με αποτέλεσμα την παρακμή των κοινωνιών του ανθρώπου και των αξιών που τις απαρτίζουν.

Υπάρχουν δύο στιγμές που δίνουν τη δυνατότητα χειραφέτησής στον εγελιανό δούλο. Αφενός ο φόβος του επικείμενου θανάτου250, που βρίσκεται μέσα στη συνείδησή του και ως απόρροια από τη μάχη με τον αφέντη και την υποδούλωσή του και σηματοδοτεί την απόλυτη διάλυση οποιασδήποτε σταθεράς, μια απόλυτη αρνητικότητα. Αυτή η δυνητική απώλεια της ύπαρξης σε όλα τα επίπεδα είναι μια στιγμή ουσιαστικής καθολικότητας, κατά την οποία έρχεται σε επαφή με όλη του τη ζωή. Αφετέρου ηδεύτερη στιγμή έχει να κάνει με την ίδια τηδουλειά251 [formativeactivity], μέσα από την οποία έρχεται σε επαφή με κάτι που του αντιστέκεται, με κάτι ζωντανό, που το αναγνωρίζει ως ανεξάρτητο. Η δουλειά είναι μια επιθυμία, που ενέχει μια εσωτερική αναστολή της πλήρους ικανοποίησής της, διαφορετική από αυτή του αφέντη, η οποία είναι μια στείρα άρνηση του πράγματος. Ο δούλος αν και δεν έχει καμία σχέση με τον αφέντη μορφοποιεί τη σχέση του με το πράγμα, αλλάμέσα από αυτή τη μορφοποιητική σχέση με το πράγμα, μορφοποιεί και τον εαυτό του και άρα εξελίσσεται η αυτοσυνειδησία του.

Ο φόβος του θανάτου βλέπουμε ναγίνεται δημιουργικός και σε συνδυασμό με τη δουλειά, ως μορφοποιητική διαδικασία, καταφέρνουν και αναδύουν τις δυνατότητες του δούλου για χειραφέτηση του και άρα τη δυνατότητά του για ελευθερία και κατ’ επέκτασιν μια δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης. Όμως φαίνεται και αυτήη χειραφέτηση τελικά να είναι μερική (πάνω σε κάποια πράγματα), δε γίνεται μεταστροφή καθ’ ολοκληρίαν, δεν είναι ούτε δούλος πια, αλλά ούτε και αφέντης. Θεωρεί ότι κατακτά την ελευθερία του, όμως αυτό γίνεται μόνο εσωτερικά, στο επίπεδο της συνείδησης, πράγμα που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή πλήρους ελευθερίας, διότι ελλείπει το στοιχείο της αναγνώρισης από τους υπόλοιπους, αν και η κατάκτηση της εσωτερικής ελευθερίας είναι το πρώτο και αναγκαίο βήμα. Σίγουρα αυτή η μερική χειραφέτηση της δουλικής αυτοσυνείδησης είναι πιο ουσιαστική από την απόλυτη εξουσία που νιώθει ο αφέντης και στην οποία επαναπαύεται.

Σαφώς τώρα,ο δούλος του Hegel μέσα από την παραπάνω περιγραφή φαίνεται, αν μεταφέρουμε τη ματιά μας σε ένα ψυχολογικό επίπεδο, πολύ πιο κοντά στον άνθρωπο της δράσης, έτσι όπως παρουσιάζεται ότι πραγματώνεται ως αυτοσυνειδησία μέσα από τη δουλειά του πάνω στο πράγμα, σε αντίθεσημε τον μνησίκακο δούλο του Nietzsche που αντιδρά όχι για να χειραφετηθεί με στόχονα αυτοπροσδιορισθεί, αλλά για να κάνει και όλους τους υπόλοιπους ετεροκαθοριζόμενους και να μπορεί να τους εξουσιάζει.

Ας επικεντρωθούμε όμως ξανά στον Nietzsche,και στην ιστορική στροφή πουδημιουργεί την αναστροφή και εν συνεχεία τη διαστρέβλωση των έως τότε αξιών, η οποίασυμβαίνει τη στιγμή που ο αδύναμος[δούλος]παράγει αξίες. Έχουμε μια εξιδανίκευση του πόνου και της κακοτυχίας και έτσι το να είναι κάποιος αδύναμος, ο χριστιανικά ταπεινός με άλλα λόγια, γίνεται αξία και αυτό θα οδηγήσει στην απαξίωση των αξιών και στο μηδενισμό που θα διαγνώσει ο Nietzsche, όπως αναφέρθηκε αρκετές φορές έως τώρα,ως νόσο της σύγχρονης κοινωνίας.

Η δύναμη του αρχέγονου «καλού» που ως προς την ουσία της έγκειται στο ότι αγαπάει τη ζωή ως ενότητα ηδονής και οδύνης, παύ ειπλέον να έχει νόημα. Έχουμε μια κατάρρευση των αξιών του αρχαιοελληνικού μοντέλου και στην θέση του αναπτύσσονται αρχικά οι αξίες της ιερατικής κάστας των Εβραιών και μετέπειτα αυτές του Χριστιανισμού. Με τον Kant μάλιστα σύμφωνα με όσα του καταλογίζει ο Nietzsche διάσπαρτα στα κείμενά του, θεμελιώνονται φιλοσοφικά [ορθολογικά]οι προτεσταντικές αξίες.

Πώς όμως είναι δυνατόν να μη γίνει κάποιος μνησίκακος αντιμετωπίζοντας τις αντικειμενικές δυσκολίεςτης ζωής;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα για τον Nietzscheδεν είναι άλλη από την υπέρβαση εαυτού. Στην αυθυπέρβαση φυσικά θα συμβάλλει η λειτουργία της λήθης για να μπορέσει να απελευθερώσει ο άνθρωπος τον εαυτό τουαπό το χρέος, την ενοχή και την ευθύνη από την άσχημη συνείδησή δηλαδή που έχει δημιουργήσει μέσα στην ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας.Μια άσχημη συνείδηση, όπως αυτή προκύπτει σε ένα πιο πνευματικό επίπεδο, από τη κοινωνική εξέλιξη της αρχέτυπης σχέσης πιστωτή και οφειλέτη. Πλέον χάνεται η καθαρή αντιπαλότητα της σχέσης πιστωτή –οφειλέτη και ο οφειλέτης αφομοιώνει εσωτερικά [ενοχικά] τον νόμο του πιστωτή ως δικό του, που οφείλει να υποταχθεί σε αυτόν, παρά το γεγονός ότι υπονομεύει τη δημιουργική του δύναμη, αρνούμενος τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο Nietzsche όμως προσβλέπει σε αυτόν που θα υπερβεί τον εαυτό του και την εγωκεντρική σχέση με το «καλό» και το «κακό».Θα καταφέρει δηλαδή να θέσει τον εαυτό του πέρα από την ηθική [≠ ήθος] , υπό την έννοια ενός συνόλου κανόνων και αξιών και έτσι θα μπορέσει να αφυπνίσει την εσωτερική του ζωτική δύναμη. Αυτός στο μυαλό του Nietzsche δεν είναι άλλος από τον Υπεράνθρωπο [Übermensch].

Ο Υπεράνθρωπος όπως μας παρουσιάζεται από τον αγαπημένο του αντι-προφήτηΖαρατούστρα, φαντάζει να είναι ένας χορευτής που ούτε ακουμπάει όλο του το βάρος πάνω στη γη, αλλά ούτε και πετάει τελείως μακριά από τον κόσμο. Είναι τόσο εγκόσμιος, όσο χρειάζεται για να μπορεί να κρατάει τον εαυτό του διακριτό από το μηδέν του κόσμου. Τόσο κοντά ώστε να μην τον βλέπουμε ως ένα καντιανό υπερβατολογικό εγώ, αλλά και τόσο μακριά, ώστε ο κόσμος του να μην είναι τίποτα άλλο από βούληση για ζωή, βούληση για δύναμη.

«Αρκετά ισχυρός για να αντέξει το βάρος του κόσμου, αρκετά ανάλαφρος για να πετάει πάνω από αυτόν. Ο μετεωρισμός αυτός, το βύθισμα και η έξοδος συγχρόνως από τον κόσμο είναι ο τρόπος υπάρξεως του υπεράνθρωπου.»252.

Ο Nietzsche ουσιαστικά με το συνειδησιακό σχήμα του υπεράνθρωπου, που είναι ένα ψυχολογικό υποκείμενο και αυτό, θέλει να ολοκληρώσει την απόδρασή του από τα όρια της επικράτειας του ορθού λόγου, αποδομώντας πλήρως το ορθολογικό υποκείμενο. Για τον Kant λόγου χάρη, από τον οποίο μπορούμε να αντλήσουμε μια πολύ διαφορετική οπτική για την αποκωδικοποίηση της πραγματικότητας, είχε νόηματο υποκείμενο του να είναι ορθολογικό, αφού ο ορθός λόγος και η αυτονομία αυτού αποτέλεσε θεμέλιο λίθο για την έννοια της γνώσης αλλά και για όλη τη διαδρομή της φιλοσοφικής του σκέψης. Η σκέψη τούτη βέβαια αποτελεί απόρροια της προγενέστερής του διάκρισης μεταξύ σώματος και πνεύματος και της ανηλεούς διαμάχης για το ποιο από τα δύο πρέπει να επικρατήσει έναντι του άλλου.

Για τον Nietzsche όμως ο άνθρωπος είναι μια ενότητα, στην οποία δεν χωρεί διάκριση σώματος και πνεύματος, ο άνθρωπος δεν μπορεί να μην πιστεύει στο ίδιο του το σώμα253. Όπως επίσης και ο κόσμος αποτελεί μια ενότητα, ένα αρχέγονο Ένα, όπως μας παρουσιάζει σε όλη τη νιτσεϊκή σκέψη.

Όπως είδαμε από τα πρώτα δοκίμιά του και τη Γέννηση της Τραγωδίας, μέχρι τη Γενεαλογία της ηθικής και τις σημειώσεις του για τη Βούληση για δύναμη δεν μπορεί παρά να απαιτήσει τη σύλληψη ενός συνειδησιακού σχήματος που θα καταφέρει να αναπτύξει την ικανότητά του να βιώσει την ένωσητου πραγματικού με το ονειρικό, του Είναι με το γίγνεσθαι, χωρίςαυτόνα του φαίνεταιως κάτι αδιανόητο και ανορθολογικό.

Ο καλός της πρώτης φάσης της ΓτΗ χρησιμοποιείται από τον Nietzsche ως ένα διαφωτιστικό πρώτο στάδιο,που έχει ήδη υπάρξει σαν πρότυπο στην ανθρώπινη [86] ιστορία, μέσα σε ένα διαφορετικό προοπτικό πλέγμα, έτσι ώστε να μπορέσει να αποτελέσειοδηγό για την κατανόηση ενός διαφορετικού ηθικού καιαλλά και γνωσιακού τύπου ανθρώπου,έναντι του σύγχρονου μνησίκακου· όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Ο Nietzsche και ο τρόπος που αντιλαμβάνεται το ιστορικό γίγνεσθαι δεν του επιτρέπει μια απλή επιστροφή στο παρελθόν υπό τη μορφή της αναβίωσής του στο παρόν, φάνηκε άλλωστε και από την κριτική που ασκεί στην προσκόλληση των σύγχρονών του Γερμανών στις λαμπρές κατ’ αυτούς στιγμές της ιστορίας τους.

Επομένως, αυτό που είναι φανερό πλέον ότι απαιτεί, είναιη υπέρβαση του τύπου του ανθρώπου όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, όπως δηλαδή εξελίχθηκε μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, για μια ανώτερη στιγμή στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, για τον Υπεράνθρωπο. Ακόμα και αν σε καμία περίπτωση δε φαίνεται σίγουρος, ότι θα συμβεί αυτό κάποια στιγμή μέσα στην ιστορική εξέλιξη.

218Φουκώ, ό.π., σελ. 94
219Φουκώ, ό.π., σελ.94
220Θέληση, ό.π., παρ. 524, σσ. 323-324
221Θέληση, ό.π., παρ. 584, σελ. 358
222Θέληση, ό.π., παρ. 584, σελ. 358
223Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 337 και επ.
224Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 338
225Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 336
226Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 337
227Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 338
228Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 338
229Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
230Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
231Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
232Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
233Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 339
234Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 340
235Θέληση, ό.π., παρ. 552, σελ. 340
236Ζαρατούστρα, ό.π., παρ. 3, σελ.276 [Για τον ανώτερο άνθρωπο]
237Ο μεν «κύριος» την εξωτερικεύει αυτή του τη Βούληση, ο δε «δούλος» την εσωτερικεύει με αποτέλεσμα να γίνεται μνησίκακος.
238Bonusστα λατινικά, στα γερμανικά κατά NietzscheGut< Gott=> Ευγενής θεϊκής καταγωγής
239Φαίνεται πάντα να έχει στο μυαλό του ο Nietzscheγια την περιγραφή αυτού του αρχέγονου καλού, το πρότυπο του ομηρικού Αχιλλέα.
240ΓτΗ, ό.π., Δοκίμιο Ι, παρ. 2, σελ. 45
241Στα λατινικά malus, κατά Nietzscheαπό το ελληνικό μέλας που σημαίνει σκοτεινός και σκουρόχρωμος, στα γερμανικά schlecht< schlicht=> απλός
242Αυτό χρεώνει στα ιερατεία των Ιουδαίων και το θεσμικό Χριστιανισμό ο Nietzsche·το ότι δηλαδή καλλιεργούν την αδυναμία στον άνθρωπο, θέτοντάς τον σε μια δεδομένη θέση αμαρτωλού και μέσω της καλλιέργειας της ενοχής ασκούν πλέον εύκολα εξουσία απέναντι σε αυτόν τον αδύναμο άνθρωπο. Ο αμαρτωλός τώρα, έχει αιώνια υποχρέωση απέναντι σε αυτόν (τον ιερέα) που τον απαλλάσσει από την αμαρτία του μέσω της συγχώρεσης.
243PhS,ό.π.,παρ. 178
244Ακόμα και η σχέση αντίθεσης στον Hegelπροϋποθέτει ενότητα.
245PhS,ο.π., παρ. 189
246Η φύση της δουλικής συνείδησης είναι να συνδέεται με κάτι ανεξάρτητο, με μία πραγμότητα, δηλαδή με το πράγμα το ίδιο.
247Καθαρά αρνητική η δύναμή του αφέντη.
248PhS,ο.π., παρ. 191
249PhS,ο.π., παρ. 192
250PhS,ο.π., παρ. 194
251PhS,ο.π., παρ. 195
252Κουτρούλης, ό.π., σελ. 33
253ΠΚΚ, ό.π., σελ. 28

Πηγή: H έννοια της αλήθειας στην Νιτσεϊκή σκέψη Προοπτικισμός –Αλήθεια –Συνείδηση –Τραγική Γνώση

Saul Newman, Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Αντιεξουσιασμός και διάλυση της εξουσίας

“Από τον Μπακούνιν στο Λακάν: Αντιεξουσιασμός και διάλυση της εξουσίας”, Saul Newman / σημειώσεις πάνω στους Στίρνερ, Φουκώ, Λακάν, Ντελέζ-Γκουανταρί, Ντεριντά

 

Το κείμενο αυτό αποτελεί μια εκτεταμένη περίληψη του βιβλίου  του Saul NewmanFrom Bakunin to LacanAntiauthoritarianism and the dislocation of power (2001).

Αποτελεί  κυρίως μια καταγραφή σημειώσεων και όχι ένα πλήρως συγκροτημένο άρθρο. Αντικατοπτρίζει μια υποκειμενική πρόσληψη. Η αναφορά σε κάθε κεφάλαιο δεν είναι εξαντλητική και πολλές φορές η έκταση που αφιερώνεται σε ένα θέμα δεν είναι αντίστοιχη με εκείνη που αφιερώνει ο συγγραφέας.

Ο Saul Newman υποστηρίζει ένα είδος ατομικιστικού αναρχισμού τον οποίο συνδέει με τον αναρχισμό του Μαξ Στίρνερ και  με τον μεταστρουκτουραλισμό. Η κύρια αναφορά του Newman στον μεταστρουκτουραλισμό αφορά την λακανική ψυχανάλυση αλλά ταυτόχρονα διαπραγματεύεται έννοιες του Ντελέζ, του Ντεριντά, του Φουκώ και άλλων. Ο Μετα-αναρχισμός που θεμελιώνει ο Newman βασίζεται σε μια κριτική του αναρχισμού βασισμένος στις λακανικές έννοιες του Πραγματικού και της έλλειψης. Ο κλασικός αναρχισμός βασίζεται σε μια κριτική της χομπσιανής πολιτικής θεωρίας. Σύμφωνα με τον Χομπς η φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι αυτή της διαρκούς σύγκρουσης, ενός πολέμου δίχως τέλους με στόχο της επιβολή της βούλησης του καθενός. Ο άνθρωπος έχει φύση εγωιστική και κακή, ενδιαφέρεται μόνο για να επιβληθεί στους άλλους και να αυξήσει την δύναμή του. Έτσι σύμφωνα με τον Χομπς η δημιουργία της οργανωμένης κοινωνίας βασίζεται στο πέρασμα από αυτή τη φυσική κατάσταση όπου ο κάθε άνθρωπος αποτελεί λύκο για τον άλλο σε μια κατάσταση ειρηνικής συμβίωσης. Αυτό είναι δυνατό μέσα από ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των ανθρώπων σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι παραχωρούν μέρος της εξουσίας τους στο κράτος με την προϋπόθεση ότι όλοι θα συναινέσουν σε αυτή την παραχώρηση. Διαφορετικά το σπάσιμο του κοινωνικού συμβολαίου σημαίνει επιστροφή στην κατάσταση όλοι εναντίων όλων. Το κράτος είναι απαραίτητο για να διασφαλίζει την αρμονική και ειρηνική διαβίωση και παρεμβαίνει όταν αυτή τίθεται σε κίνδυνο. Σε αυτή την χομπσιανή αντίληψη της ανθρώπινης φύσης και του ρόλου του κράτους αντιτίθεται πλήρως ο αναρχισμός. Ο αναρχισμός απηχεί μια αισιόδοξη αντίληψη για την ανθρώπινη φύση, η οποία θεωρείται εγγενώς καλή. Η ανθρώπινη φύση οδηγεί σε μια κοινωνία συγκροτημένη με βάση τις αρχές της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης κτλ. Το κράτος είναι αυτό που μέσα από την αναπαραγωγή της εξουσίας διαστρέφει αυτή την εγγενώς θετική ανθρώπινη φύση και για αυτό πρέπει να καταλυθεί. Η ανθρωπολογική θέση του αναρχισμού σχετικά με την ανθρώπινη φύση αποτελεί μια ακριβής αντιστροφή της χομπσιανής θέσης.   Σύμφωνα με τον Newman ο κλασικός αναρχισμός αναπαράγει την χριστιανική έννοια του ανθρώπου, του καλού, του λόγου κτλ και βασίζεται σε μια έννοια που πηγάζει από τον διαφωτισμό. Ο διαφωτιστικός ανθρωπισμός αναγνωρίζει σε κάθε άνθρωπο μια κοινή ουσία, προσεγγίζει τον άνθρωπο υπό την οπτική του καθολικού. Ο Newman θεωρεί ότι ο ανθρωπισμός δημιουργεί και αναπαράγει έννοιες κυριαρχίας και αυθεντίας εφόσον αποκλείει την ιδιαιτερότητα και την διαφορετικότητα. Ο ανθρωπισμός του αναρχισμού βασίζεται στην αναγνώριση κάποιας βαθύτερης ουσίας του ανθρώπου δηλαδή σε μια ουσιοκρατία την οποία ο Neuman  θεωρεί επικίνδυνη και αντιτιθέμενη στο πρόταγμα του αναρχισμού.

Στίρνερ

Ο Στίρνερ αποτελεί την μία βασική συνιστώσα της σκέψης του Newman. Ο Στίρνερ εκκινεί με μια κριτική στον Φόυερμπαχ σύμφωνα με τον οποίο ο θεός αποτελεί μια αντανάκλαση, ένα καθρέφτισμα του ανθρώπου. Για τον Στίρνερ ο Φόυερμπαχ η ταύτιση του ανθρώπου με τον θεό απηχεί συγκεκριμένες απόψεις για την ανθρώπινη ουσία, αναπαράγει δηλαδή έναν χριστιανικό ανθρωπισμό. Η θρησκεία είναι μια αλλοτρίωση του ανθρώπου αλλά σύμφωνα με τον Στίρνερ η νέα θρησκεία, ο ανθρωπισμός δεν αποτελεί παρά μια νέα μεταμόρφωση της χριστιανικής θρησκείας. Ο Στίρνερ υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει ουσιακή ανθρώπινη φύση αλλά ο άνθρωπος κατασκευάζει την φύση του. Ο άνθρωπος για τον Στίρνερ είναι μια θρησκευτική ιδέα, μια ιδεολογική κατασκευή που περιορίζει την ατομικότητα, είναι μια έννοια που κατασκευάζει το Εγώ. Η έννοια του ανθρώπου για τον Στίρνερ πρέπει να αντικατασταθεί από την έννοια του μη ανθρώπου. Ο μη άνθρωπος αποτελεί την αντίσταση στην διαφωτιστική έννοια του ανθρώπου και την υποκειμενοποιητική του δύναμη. Ο μη άνθρωπος αντιστοιχεί σε μια ρευστή και βραχύβια ταυτότητα. Η ταυτότητα για τον Στίρνερ όπως και για τον μεταστρουκτουραλισμό αποτελεί μια εγγενώς μη σταθεροποιήσιμη έννοια. Ο αναρχισμός αποτελεί για τον Στίρνερ την πιο ριζοσπαστική μορφή του ανθρωπισμού και η επίθεση του σε αυτόν είναι για αποκαλυφθεί η ουσιοκρατική του θεμελίωση. Ο Στίρνερ περιγράφει μια διαδικασία υποκειμενοποίησης στην οποία η εξουσία δεν καταπιέζει τον άνθρωπο αλλά τον δομεί ως πολιτικό υποκείμενο και άρχει μέσω αυτού. Αυτό ακριβώς είναι η αμφισβήτηση του της ανθρωπιστικής οντολογίας του Διαφωτισμού. Η ανθρώπινη ουσία δεν είναι ένας υπερβατικός τόπος που δημιουργείται από τους φυσικούς νόμους και στην συνέχεια η εξουσία έρχεται να καταπιέσει αλλά αποτελεί έναν λόγο που στοχεύει στην διατήρηση της εξουσίας. Ο Στίρνερ σύμφωνα με τον Newmanστοχεύει στο να δείξει ότι η μανιχαϊστική πολιτική του αναρχισμού η οποία θεωρεί ότι υπάρχει ένας τόπος αντίστασης έξω από την εξουσία αποτυγχάνει να αντιληφθεί μια λειτουργία της εξουσίας: την κυριαρχία μέσω της υποκειμενοποίησης και όχι μέσω της καταπίεσης. Η κοινωνία για τον Στίρνερ  αποτελεί μια ιδεολογική κατασκευή που στόχο έχει όπως και το κράτος να εγκλωβίσει το άτομο μέσα σε μια καταπιεστική συλλογικότητα. Δεν υπάρχει κοινωνική ουσία, η κοινωνία έχει αντικατασταθεί στον Στίρνερ από ένα μοντέλο πολέμου. Η κοινωνία αποτελεί πεδίο αγώνων και τυχαιότητας.

Φουκώ

Ο Newman πέρα από τον Στίρνερ χρησιμοποιεί και την φουκωική κριτική της εξουσίας. Ο Φουκώ συμφωνεί με τον αναρχισμό στο ότι ο μαρξισμός αποτελεί απλά μια επιβεβαίωση του τόπου της εξουσίας. Επίσης ασκεί κριτική στον οικονομικό αναγωγισμό του. Επίσης υποστηρίζει ότι μια επανάσταση μπορεί να αφήσει τον τόπο της εξουσίας ανέπαφο.

Ωστόσο στη συνέχεια επικρίνει τον αναρχισμό στο ότι έχει την ίδια αντίληψη με τον μαρξισμό για την εξουσία και ότι αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.Έτσι ο Φουκώ προχωρά σε μια κριτική της εξουσίας βασισμένη στην εξουσία όχι ως κάτι που κατέχεται ή όχι αλλά ως κάτι που διαπερνά όλα τα κοινωνικά δίκτυα , διαχέεται. Η εξουσία είναι παντού γιατί προέρχεται από παντού. Η εξουσία επιμερίζεται σε στρατηγικές και τακτικές που βρίσκονται διαρκώς υπό διαμόρφωση. Το κράτος δεν είναι αυτό από το οποίο προέρχεται η εξουσία αλλά απορρέει από την εξουσία όπως όλοι οι θεσμοί. Ενώ οι αναρχικοί βλέπουν την εξουσία να πηγάζει από τους θεσμούς ο Φουκώ υποστηρίζει ότι οι θεσμοί  απορρέουν από την εξουσία. Ο Φουκώ συνεχίζει το πολεμικό μοντέλο του Χομπς και Στίρνερ για την κοινωνία και υποστηρίζει ότι είναι το μοναδικό μοντέλο που ξεπερνά τον κίνδυνο της ουσιοκρατίας. Ο Φουκώ αντιστρέφει τη ρύση του Κλαούσεβιτς ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική είναι πόλεμος που συνεχίζεται με άλλα μέσα. Αυτός ο πόλεμος είναι διαρκής και δεν καταλήγει όπως στον αναρχισμό σε μια τελική κατάσταση ειρήνης. Η γενεαλογική μέθοδος του Φουκώ στοχεύει στο να αποκαλύπτει συνέχεια την απόκρυψη του διαρκούς ανταγωνισμού, ενός μη τόπου. Η εξουσία για τον Φουκώ δεν βρίσκεται ούτε στο κράτος, ούτε στην μπουρζουαζία, ούτε στον νόμο. Η εξουσία αποτελεί έναν μη τόπο, εξαιτίας της μεταβλητότητάς της, της επανεγγραφής και επανερμηνείας της. Η κριτική του Φουκώ απορρίπτει την εξουσία ως καταπίεση και αντιτείνει μια άλλη προσέγγισή της, της εξουσία ως παραγωγική. Η εξουσία παράγει το υποκείμενο. Για τον Φουκώ όπως και τον Στίρνερ η ανθρώπινη ουσία δεν αποτελεί απλά αποτέλεσμα της κυριαρχίας αλλά είναι και μέσο για την άσκησή της. Η αντίσταση για τον Φουκώ αποτελεί μαζί με την εξουσία μια σχέση αγωνισμού. Ωστόσο το ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατή η αντίσταση σύμφωνα με τον Φουκώ φαίνεται να μην απαντάται πλήρως και με συνέπεια σύμφωνα με τον NewmanO Φουκώ προτείνει ότι μέσω της άσκησης μπορεί κάποιος να αυξήσει την δύναμη που ασκεί στον αυτό του. Αυτό αποτελεί και τον θεμελιώδη όρο για την ελευθερία.

Ντελέζ και Γκουατταρί

Η αναφορά του Φουκώ σε παραδείγματα αντίστασης (όπως για παράδειγμα στα σώματα και τις απολαύσεις)  πέφτουν σε αυτό που ήθελε να αποφύγει, την ουσιοκρατία και τον θεμελιωτισμό. Ο Ντελέζ και Γκουατταρί αναλαμβάνουν να συνεχίσουν την συζήτηση  από εκεί που την άφησε ο Φουκώ. Ωστόσο με την έμφασή τους στην επιθυμία ως πρότυπο αντίστασης εκλαμβάνουν την επιθυμία ως εξωτερική της εξουσίας. Έτσι  επιβεβαιώνουν την ουσιοκρατία που ήθελαν να καταρρίψουν. Σύμφωνα με τους Ντελέζ και Γκουατταρί το κράτος θεωρείται μια αφηρημένη μορφή, μια αφηρημένη μηχανή η οποία οργανώνει τις οικονομικές ροές σε έναν τρόπο παραγωγής. Έτσι θεωρούν ότι το κράτος είναι αυτό που οργανώνει τον τρόπο παραγωγής και όχι το αντίθετο όπως υποστηρίζουν οι μαρξιστές. Η επιθυμία δεν καταπιέζεται πάντα από το κράτος αλλά πολλές φορές χρησιμοποιείται από αυτό. Οι άνθρωποι μπορούν να επιθυμούν την καταδυνάστευσή τους ή μπορούν να επιθυμούν την ελευθερία τους. Το να επιθυμεί κάποιος την καταδυνάστευση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πέφτει θύμα κάποιας ιδεολογικής παγίδας ή ότι υποφέρει από ψευδή συνείδηση. Η υποδούλωση και η καταπίεση  είναι μέρος της επιθυμίας μας. Έτσι η πολιτική πράξη εναντίον του κράτους σημαίνει να ξεφορτωθούμε την επιθυμία μας για υποδούλωση και καταπίεση, διαφορετικά η αντίσταση θα έχει ως αποτέλεσμα να επανα-επιβεβαιώνει τον τόπο της εξουσίας.

Για τους Ντελέζ και Γκουατταρί η επιθυμία καναλιζάρεται προς το κράτος μέσα από την αυτόβουλη καθυπόταξη στην οιδιπόδεια αναπαράσταση και την ψυχανάλυση. Ο Οιδίποδας έχει μετατραπεί στην καινούργια αφηρημένη μηχανή του κράτους. Η ψυχανάλυση θεωρείται ως η νέα εκκλησία στην οποία πρέπει να θυσιάσουμε τους εαυτούς μας  όχι πια στον θεό αλλά στον Οιδίποδα. Οι ψυχαναλυτές είναι οι τελευταίοι παπάδες και η ψυχανάλυση δηλητηριάζει την μοντέρνα συνείδηση, καθορίζοντας την επιθυμία μέσα από τον λόγο του Οιδίποδα. Η οιδιπόδεια αναπαράσταση δεν καταπιέζει την επιθυμία αλλά την δομεί με τέτοιον τρόπο ώστε αυτή να θεωρείται καταπιεσμένη, ή προϊόν κάποιας αρνητικότητας, ενοχής ή έλλειψης. Για τον Ντελέζ και Γκουατταρί η επιθυμία δεν έχει να κάνει με την έλλειψη όπως στον Λακάν αλλά είναι παραγωγική και θετική. Η έλλειψη είναι το αποτέλεσμα της επιθυμίας και όχι η αιτία της. Η επιθυμία πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της παραγωγής, αυτό που ονομάζουν παραγωγή της επιθυμίας. Η επιθυμία παράγει το κοινωνικό. Η ψυχανάλυση είναι αντιπαραγωγική , επιδιώκει τον έλεγχο της παραγωγής κάτω από το κράτος. Η επιθυμία θεωρείται επαναστατική επειδή απαιτεί συνεχώς νέες συνδέσεις και συναρμογές με άλλες επιθυμίες, με το κοινωνικό. Ο Οιδίποδας κόβει όλες τις πιθανές διασυνδέσεις εγκλωβίζοντας το υποκείμενο. Η υποκειμενικότητα για τον Ντελέζ και Γκουατταρί δεν είναι τόπος αλλά διαδικασία, το να γίνεις. Το να γίνεις είναι μια διαδικασία μεταξύ δύο οντοτήτων , μια διαδικασία συναρμογής και σύνδεσης. Η αντίσταση στο κράτος σημαίνει να αρνηθούμε το ποιοι είμαστε και να γίνουμε άλλοι. Η έννοια του υποκειμένου ως το να γίνεις είναι παρόμοια με την έννοια του εγώ του Στίρνερ. Για τον Στίρνερ το εγώ είναι ένα ριζικό κενό που βρίσκεται σε μια συνεχής διαδικασία αλλαγής. Δεν αποτελεί μια αναγνωρίσιμη ενότητα ή τόπο αλλά είναι μη τόπος, πολλαπλότητα ή διαδικασία. Αυτό ο Ντελέζ το ονομάζει σώμα χωρίς όργανα. Αυτή η ανάλυση της υποκειμενικότητας αντιτίθεται στην ιδέα της αντίστασης ως τόπου. Δεν μπορεί να υπάρξει τόπος αντίστασης όπως πίστευαν οι αναρχικοί επειδή είναι θεμελιωδώς ασταθής και επειδή μπορεί να δημιουργήσει σχέσεις κυριαρχίας εκτός από αντίστασης. Έτσι δεν υπάρχει η μανιχαϊκή, αναρχική διάκριση μεταξύ αντίστασης και κράτους. Το ρίζωμα αποτελεί ένα είδος μοντέλου που αναφέρεται στην πολλαπλότητα των συνδέσεων, αποκεντρωμένο και πλουραλιστικό. Χαρακτηρίζεται από μια ριζική ανοιχτότητα, σε ένα έξω. Έχει 4 χαρακτηριστικά: σύνδεση, πολλαπλότητα, ετερογένεια και τομή.

Το ρίζωμα είναι ένα μοντέλο που απορρίπτει δυαδικούς διαχωρισμούς και ιεραρχίες.  Η μηχανή πολέμου αποτελεί για τον Ντελέζ μια απόλυτη εξωτερικότητα χωρίς όμως να οδηγεί στην ουσιοκρατία. Η μηχανή πολέμου είναι μια εικόνα της σκέψης, μια ιδέα χωρίς αντικείμενο. Αποτελεί έναν μη τόπο που δημιουργείται από την έλλειψη ουσίας και για αυτό διαφεύγει του κράτους. Το κράτος λειτουργεί μέσα από δυαδικές μηχανές ενώ η πολεμική μηχανή είναι μια έννοια που είναι εξωτερική του κράτους. Το κράτος και η πολεμική μηχανή αντιτίθενται αλλά όχι διαλεκτικά. Η πολεμική μηχανή αποτελεί το εξωτερικό του κράτους δηλαδή αυτό που διαφεύγει της σύλληψης του κράτους. Ο Ντελέζ γράφει « όπως ο Χομπς είδε καθαρά ότι το κράτος είναι εναντίον του πολέμου  έτσι και ο πόλεμος είναι εναντίον του κράτους και το καθιστά αδύνατο. Η αντίσταση πλέον γίνεται κατανοητή με όρους πολέμου: πεδίο πολλαπλών αγώνων, στρατηγικών, τοπικών τακτικών, ένας διαρκής ανταγωνισμός χωρίς την υπόσχεση της τελικής νίκης. Ωστόσο η πολεμική μηχανή των Ντελέζ- Γκουαταρί έρχεται σε αντίθεση με την έννοια της επιθυμίας. Ενώ η πολεμική μηχανή απορρίπτει την ουσία, η επιθυμία φαίνεται να έχει ουσιοκρατική ή μεταφυσική σημασία. Η επιθυμία είναι επαναστατική και καταπιέζεται από το κράτος. Έτσι όμως καταλήγουν σε μια  μανιχαϊστική αντίληψη παρόμοια με αυτή του αναρχισμού. Η έννοια της επιθυμίας είναι μεταφυσική επειδή αυτή θεωρείται εγγενώς επαναστατική, ότι έχει μια θεμελιώδη φύση, ουσία ή προθετικότητα. Η επιθυμία παρουσιάζεται ως  παραγωγική και δημιουργική και όχι καταπιεσμένη και χειραγωγημένη. Αυτό που αναζητείται είναι μια μη ουσιοκρατική προσέγγιση της αντίστασης. Στον Στίρνερ, Φουκώ, Ντελέζ και Γκουατταρί η ουσιοκρατία εισβάλει ως το Εξωτερικό στην θεωρία τους.

Ντεριντά

Ο Ντεριντά επιτίθεται στον λογοκεντρισμό τον οποίο θεωρεί ότι βασίζεται στην μεταφυσική και αποτελεί θεμέλιο της εξουσίας. Καταπιάνεται με την σχέση ομιλίας και γραφής. Η ομιλία εξαρτάται από την γραφή που αποκλείει. Η γραφή είναι ένα συναναπλήρωμα της ομιλίας, είναι αποκλεισμένο από την παρουσία αλλά αναγκαία για τον σχηματισμό της ταυτότητάς της. Η έκθεση αυτής της λογικής της συναναπλήρωσης είναι μια από τις αποδομητικές στρατηγικές του Ντεριντά προεκειμένου να αντισταθεί στον λογοκεντρισμό. Η ομιλία εμφανίζεται ως αυθεντική ως προς τον εαυτό της και ως παρούσα στον εαυτό της, ενώ η γραφή φθίνει αυτή την παρουσία. Ο Ντεριντά επιχειρεί να δείξει ότι η αυθεντικότητα και η καθαρή ταυτότητα είναι πάντα υπό αμφισβήτηση, πάντα μολύνεται από αυτή που προσπαθεί να αποκλείσει. Σύμφωνα με αυτή τη λογική καμία ταυτότητα δεν είναι πλήρης ή καθαρή. Συγκροτείται από αυτό που την απειλεί. Ο Ντεριντά δεν αρνείται την ταυτότητα ή την παρουσία αλλά θέλει να τονίσει ότι η παρουσία ποτέ δεν είναι τόσο καθαρή όσο φαίνεται. Είναι πάντα ανοιχτή στον άλλο και πάντα μολύνεται από αυτόν. Ο Newman βασισμένος σε αυτή τη λογική θέτει το ερώτημα αν η εξουσία είναι το συναναπλήρωμα της ανθρώπινης υποκειμενικότητας όπως η γραφή είναι το συναναπλήρωμα της ομιλίας. Ίσως η εξουσία είναι κάτι που συγχρόνως απειλεί αλλά  και είναι αναγκαία για την συγκρότηση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας.

Ο Ντεριντά επιτίθεται στην ουσιοκρατία. Η εξουσία για αυτόν είναι μη σταθερή και τυχαία. Ο λογοκεντρισμός επιβάλλει ιεραρχικές δυαδικές σχέσεις όπου ο ένας όρος θεωρείται κατώτερος από τον  άλλο. Ωστόσο ο Ντεριντά δεν θέλει απλά την αναστροφή αυτόν τον όρων για παράδειγμα η γραφή να καταλάβει την θέση της ομιλίας. Η αναστροφή των δυαδικών όρων αφήνει τον ιεραρχικό τους διαχωρισμό ανέπαφο. Η επανάσταση ή αναστροφή δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να επιβεβαιώνει τον τόπο της εξουσίας στην προσπάθειά της να απαλλαγεί από αυτή. Έτσι οι μαρξιστές επιδιώκουν να αντικαταστήσουν το αστικό κράτος με το εργατικό κράτος ή οι αναρχικοί επιτιθέμενοι στο κράτος επιδιώκουν να υποκαταστήσουν την εξουσία του κράτους με μια νέα λογική της  εξουσίας βασισμένη στην ανθρώπινη ουσία. Η αναστροφή της ιεραρχίας είναι μια επανεγγραφή της εξουσίας με διαφορετική αμφίεση, στην περίπτωση του αναρχισμού συναντάμε μια ανθρωπιστική αμφίεση. Ο Ντεριντά προτείνει τον μετασχηματισμό της δυαδικής ιεραρχίας και όχι την απλή αναστροφή της, με την μετατόπιση των όρων της. Ο Φουκώ με την αναφορά στα σώματα και τις απολαύσεις αλλά και ο Ντελέζ – Γκουατταρί με την έμφαση στην επιθυμία πέφτουν στην παγίδα της ουσιοκρατίας ενώ ο Ντεριντά όχι. Ο Ντεριντά επιλέγει ένα πολεμικό μοντέλο για να διακρίνει την ετερογένεια, τους ανταγωνισμούς και τις απουσίες πίσω από το προσωπείο της ολότητας. Αυτή η στρατηγική ονομάζεται από τον Ντεριντά, διαφωρά για να διακριθεί από την απόλυτη διαφορά  της ουσιοκρατίας. Είναι μια διαφορά ή μια κίνηση διαφορών που η ταυτότητά τους είναι πάντα ασταθής και ποτέ απόλυτη. Η διαφωρά αναφέρεται ως μια δομή ή υποδομή. Έτσι βασίζεται σε μια ενότητα βασισμένη στη δικιά της μη ενότητα, συγκροτείται από τα ίδια τα όριά της. Η δομή αυτή κυβερνείται από την αρχή του αναποφάνσιμου, δεν επιβεβαιώνει ούτε αρνείται την ταυτότητα αλλά παραμένει στην κατάσταση του αναποφάνσιμου μεταξύ των δυο. Το αναποφάνσιμο της δομής δεν έχει στόχο να επιβεβαιώσει την απουσία ή την παρουσία, την διαφορά ή την ταυτότητα. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι θα πέφταμε στην παγίδα του τόπου. Η αντιστροφή της τάξης θα σήμαινε απλά την θεμελίωση μιας άλλης τάξης. Το αναποφάνσιμο του πολεμικού μοντέλου του Ντεριντά δεν επιβεβαιώνει κανέναν από τους δυαδικούς όρους.

Ο Ντεριντά υποστηρίζει ότι η αποδόμηση δεν θεμελιώνεται  ούτε στον τόπο του λογοκεντρισμού αλλά ούτε και στον τόπο της αντίστασης. Η αποδόμηση λειτουργεί ως ένα μονοπάτι μεταξύ των δύο τόπων. Η αποδόμηση όπως υποστηρίζει ο Caputoείναι μια στρατηγική υπευθυνότητας προς τον αποκλεισμένο άλλο. Αντίθετα με την ερμηνευτική η οποία προσπαθεί να αφομοιώσει τη διαφορά στην τάξη του ίδιου, του Είναι, η αποδόμηση επιδιώκει να ανοίξει έναν χώρο για τη διαφορά. Η αποδόμηση δεν είναι η απόρριψη της ηθικής αλλά η επαναξιολόγησή της. Οι ηθικές αρχές δεν μπορούν ποτέ να είναι απόλυτες ή καθαρές, πάντα μολύνονται από αυτό που αποκλείουν. Το καλό επιμολύνεται από το κακό, η λογική από το άλογο.

Ο Ντεριντά υποστηρίζει ότι η αυθεντία του νόμου είναι αμφισβητήσιμη και κατά ένα μέρος παράνομη. Αυτό συμβαίνει επειδή η αυθεντία του νόμου που θεμελιώνει τον νόμο, νομιμοποιείται αφού ο νόμος θεμελιωθεί. Έτσι η αυθεντία πάνω στην οποία βασίζεται ο νόμος είναι εκτός νόμου αφού προϋποτίθεται του νόμου. Έτσι η θεμελίωση του νόμου είναι πράξη άνομη και βίαιη. Ο Ντεριντά σε αντίθεση με τους αναρχικούς δεν δέχεται την αντίθεση μεταξύ του τεχνητού νόμου και του φυσικού νόμου. Για τον Ντεριντά ο φυσικός νόμος δεν είναι καθαρός αλλά είναι επιμολυσμένος από τον τεχνητό. Έτσι υποστηρίζει ο Newman ο τεχνητός νόμος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συναναπλήρωμα του φυσικού νόμου. Η αποδόμηση επερωτά την αυθεντία του νόμου, αποκαλύπτει την βίαιη θεμελίωσή του. Για να αποφύγει ωστόσο κανείς να επαναθεμελιώσει τον νόμο πρέπει να διακρίνει τον νόμο (δίκαιο) από τη δικαιοσύνη. Το δίκαιο για τον Ντεριντά είναι η γενική εφαρμογή ενός κανόνα ενώ η δικαιοσύνη είναι το άνοιγμα του δίκαιου στον άλλο. Η δικαιοσύνη υπάρχει σε μια σχέση ετερότητας με το δίκαιο, ανοίγει τον λόγο του δίκαιου στο έξωθεν. Για τον Ντεριντά η δικαιοσύνη σε αντίθεση με το δίκαιο δεν είναι αποδομήσιμη. Ωστόσο κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί ότι εφόσον η δικαιοσύνη δεν είναι αποδομήσιμη, μήπως κρύβεται κάποια ουσία από πίσω, η οποία αντιτίθεται στην αντι -ουσιοκρατική προσέγγιση της αποδόμησης. Στον Ντεριντά απουσιάζει μια πλήρη εννοιολόγηση αυτού του έξωθεν με αποτέλεσμα να  κινδυνεύει να υποπέσει στην παγίδα της ουσιοκρατίας. Για τον Ντεριντά η δικαιοσύνη εκτελεί μια μετατόπιση του δίκαιου. Η δικαιοσύνη έχει μια ηθική διάσταση εφόσον υπονοεί ελευθερία και υπευθυνότητα για τις πράξεις μας. Η δικαιοσύνη είναι η εμπειρία του αδύνατου επειδή υπάρχει σε μια κατάσταση αναβολής και μη απόφασης. Είναι πάντα μη μετρήσιμη, είναι υπόσχεση αυτού που θα έρθει και που δεν πρέπει να επιτευχθεί γιατί τότε θα σταματούσε να είναι δικαιοσύνη και θα γινόταν δίκαιο.

Λακάν

Για το Λακάν το Πραγματικό είναι αυτό που καθιστά αδύνατη μια πλήρη ταυτότητα, είναι ένας τραυματικός πυρήνας της ταυτότητας. Ωστόσο η έλλειψη του Πραγματικού δεν συνιστά ουσία είναι ένα ριζικό κενό, ένας μη τόπος. Για το Λακάν το υποκείμενο είναι διχασμένο, δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τους νόμους κτλ αλλά θεμελιώνεται και από αυτό που μένει αποκλεισμένο από το πεδίο της αναπαράστασης. Έτσι όπως υποστηρίζει ο Ζίζεκ, ο Λακάν προχωρά πέρα από την αποδόμηση της υποκειμενικότητας, υποστηρίζει την αναδόμηση του υποκειμένου βασισμένη στα όρια της αδυνατότητάς του. Ο Στίρνερ θεμελιώνει ένα μη ουσιακό Εγώ, ένα Εγώ που συνιστά ριζική κενότητα, έναν μη τόπο. Εφόσον αυτή η κενότητα γίνει αποδεκτή τότε το υποκείμενο μη περιοριζόμενο από κάποια ουσία θα μπορεί να αναδομήσει τον εαυτό του και να εξερευνήσει νέες ταυτότητες. Έτσι ο Στίρνερ όπως ο Λακάν δεν απορρίπτει την υποκειμενικότητα αλλά θεωρεί ότι θεμελιώνεται σε ένα κενό και για αυτό είναι αποσπασματική και ελλιπής. Εντοπίζουμε και άλλα σημεία σύγκλισης. Ο μη άνθρωπος του Στίρνερ είναι αυτός που διαφεύγει της αναπαράστασης μπορεί να συγκριθεί με το Πραγματικό του Λακάν. Επίσης το Εγώ του Στίρνερ μπορεί να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε την έλλειψη ως θετική και παραγωγική όπως γίνεται με ευθύτερο τρόπο στον Ντελέζ. Εφόσον η επιθυμία βασίζεται στην έλλειψη τότε η ταυτότητα μένει ανοιχτή σε άλλες δυνατότητες. Πώς όμως μπορεί να γίνει κατανοητό το έξωθεν χωρίς να πέσουμε στην παγίδα της ουσιοκρατίας; Το Πραγματικό δεν είναι έξωθεν αλλά εσωτερικά αποκλεισμένο. Δεν βρίσκεται ακριβώς έξω από τη δομή αλλά είναι απόν. Η έννοια του εσωτερικά αποκλεισμένου ή της εσωτερικής εξωτερικότητας (εκσωτερικότητα) μπορεί να μας επιτρέψει να επανακαθορίσουμε το έξωθεν.  Η έλλειψη όπως το συναναπλήρωμα του Ντεριντά είναι αναγκαία για την συγκρότηση της ταυτότητας και ταυτόχρονα την αποσταθεροποιεί και επιτρέπει την αντίσταση σε αυτή.

Η λακανική σύλληψη της εξουσίας βρίσκεται σε αντίθεση με τη φουκωική. Η εξουσία δεν βρίσκεται παντού. Για να υπάρχει εξουσία πρέπει να υπάρχει ένα είδος κενού που την περιορίζει. Η λακανική ερμηνεία της εξουσίας βασίζεται στην ανάλυση για τον Νόμο. Ο Νόμος για τον Λακάν λειτουργεί μέσα από την αποτυχία λειτουργίας του. Στο κείμενο ο Καντ με τον Σαντ ο Λακάν τονίζει οτι η άρνηση της απόλαυσης που επιβάλλει ο Νόμος στην κατηγορική προσταγή, παράγει την διαστροφική απόλαυση . Ο Καντ απέτυχε να αναγνωρίσει την άλλη πλευρά του Νόμου, την αισχρή απόλαυση του Νόμου. Ο Σαντ παρουσιάζει την αισχρή απόλαυση αντιστρέφοντας το παράδειγμα. Μετατρέπει την αισχρή απόλαυση σε μια καντιανή καθολική αρχή. Ο Σαντ φανερώνει αυτή την αισχρή απόλαυση που διαποτίζει το Νόμο και βασίζεται στην αποκήρυξη αυτού του Νόμου. Αυτό το καταφέρνει μετατρέποντας την απόλαυση που αρνείται ο Νόμος στον ίδιο το Νόμο. Για το Λακάν η λειτουργία του νόμου είναι η δυσλειτουργία του, η παραγωγή ενός πλεονάσματος που αντιστέκεται σε αυτόν. Έτσι και η ταυτότητα συγκροτείται μόνον μέσα από την αδυναμία της να συγκροτηθεί ως όλο. Για το Λακάν η εξουσία δεν λειτουργεί σωστά, επιτρέποντας την υπέρβαση της, αλλά λειτουργεί εξαιτίας αυτής της αποτυχίας του. Υπάρχει μια συγκροτητική έλλειψη της εξουσίας η οποία επιτρέπει την δυνατότητα ύπαρξης ενός έξωθεν αντίστασης. Ωστόσο η αντίσταση θα είναι πάντα μη αποφασίσιμη, ενώ απειλεί την εξουσία ταυτόχρονα επιτρέπει στην εξουσία να επιτύχει μια ταυτότητα. Το Πραγματικό της εξουσίας θέτει υπό διαρκή αμφιβολία την δυνατότητα αντίστασης και της μετατροπής της σε μορφή κυριαρχίας Έτσι ενώ από τη μια υπάρχει ένα έξωθεν της εξουσίας που την επερωτά ταυτόχρονα υπάρχει και ένα έξωθεν της αντίστασης, αυτό της εξουσίας που την επερωτά.

Η κοινωνία συγκροτείται από  έναν ριζικό ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός είναι το Πραγματικό, αυτό που δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί.  Ο ανταγωνισμός αποτρέπει την κοινωνία να συγκροτηθεί ως πλήρης ταυτότητα, είναι το ριζικό έξωθεν , το όριο της κοινωνίας. Το Πραγματικό λειτουργεί όπως το ντερινταϊκό συναναπλήρωμα. Από τη μια απειλεί την ταυτότητα της κοινωνίας και από την άλλη της επιτρέπει την συγκρότηση μιας ταυτότητας η οποία είναι μη πλήρης. Ο ανταγωνισμός δεν συνιστά την ουσία της κοινωνίας αλλά αυτό που αρνείται την ουσία. Η ιδέα της κοινωνίας ως πεδίου διαφορών που θεμελιώνονται από έναν ριζικό ανταγωνισμό έρχεται σε αντίθεση με την αναρχική θέση της κοινωνίας ως ουσιακής ταυτότητας που κυβερνιέται από φυσικούς νόμους. Ο λακανικός ανταγωνισμός έχει ομοιότητες με τη μηχανή πολέμου του Ντελέζ ωστόσο δεν αποκλείει την συγκρότηση της κοινωνίας όπως η μηχανή η οποία οδηγεί στην διάλυσή της σε καθαρή διαφορά και πολλαπλότητα. Κάτι τέτοιο θα επανέφερε την ουσιοκρατία, αποδίδοντας στην κοινωνία μια σταθερή ουσία, τη διαφορά. Η λακανική έννοια του κενού μας επιτρέπει να θεωρήσουν ένα έξωθεν που δεν οδηγεί στην ουσιοκρατία. Το υποκείμενο θεωρείται ως αποτυχία της συμβολοποίησης. Έτσι επιτρέπει την αντίσταση σε μια σταθερή ταυτότητα του εαυτού. Η πολιτική της αντίστασης είναι πάντα ανοιχτή σε επανερμηνείες.

Πηγή: voidnetwork

Neil Smith: Νέος Παγκοσμισμός, Νέα Πολεοδομία – Το gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων (β’ μέρος)

Αστικές Αναπλάσεις: Ο εξευγενισμός ως Παγκόσμια Στρατηγική των Πόλεων

Ας αλλάξω τώρα κλίμακα και ας εστιάσω στη διαδικασία του gentrification. Εάν μία διάσταση της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας του 21ου αιώνα είναι η ανισομερής ενσωμάτωση των αστικών πρακτικών στην Ασία και στη Λατινική Αμερική, ιδιαίτερα στο μέτωπο της νέας πολεοδομίας, μία δεύτερη διάσταση αφορά αυτό που ίσως θα μπορούσε να αποκαλεστεί η γενίκευση του gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων. Με μια πρώτη ματιά, αυτά σίγουρα μοιάζουν σαν τελείως διαφορετικά επιχειρήματα, με το ένα να αφορά την πολυτελή κατοίκηση στα κέντρα παγκόσμιας εξουσίας και το άλλο νέα μοντέλα πολεοδομίας που αναπτύσσονται στις περιφέρειες που ενσωματώνονται. Εκφράζουν σίγουρα αντιθετικές πρακτικές μίας νέα πολεοδομίας, αλλά αυτό είναι άλλωστε το νόημα. Η νεοφιλελεύθερη πολεοδομία περιλαμβάνει ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών, οικονομικών και γεωγραφικών μετατοπίσεων και το νόημα αυτών των αντιθετικών επιχειρημάτων είναι να διερευνήσουν την ποικιλία των πρακτικών της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας και το πώς συνδέονται αυτοί οι δύο αντιθετικοί κόσμοι.

Η οπτική των περισσότερων μελετητών για το gentrification παραμένει στενά δεμένη με τη διαδικασία που περιγράφηκε κατά τη δεκαετία του 1960 από την κοινωνιολόγο Ruth Glass. Να η θεμελιακή της δήλωση το 196417, που αποκάλυπτε το gentrification ως διακριτή διαδικασία:

Μία-μία, πολλές από της εργατικές γειτονιές του Λονδίνου κυριεύθηκαν από τις μεσαίες τάξεις -ανώτερες και κατώτερες. Χαμόσπιτα, στάβλοι και αγροικίες -δύο δωμάτια στον πάνω και δύο στον κάτω όροφο- καταλήφθηκαν όταν εξαντλήθηκαν οι εκμισθώσεις τους, και έγιναν κομψές, ακριβές κατοικίες. Τα μεγαλύτερα Βικτοριανά σπίτια, που είχαν υποβαθμιστεί σε μία προηγούμενη ή πιο πρόσφατη περίοδο -που χρησιμοποιούνταν σαν καταλύματα ή που ήταν αλλιώς υπό καθεστώς πολλαπλής ενοικίασης- αναβαθμίστηκαν για μια ακόμα φορά… Όταν αυτή η διαδικασία “gentrification” ξεκινά σε μια περιοχή, συνεχίζει ταχέως μέχρι όλοι ή οι περισσότεροι αρχικοί ένοικοι της εργατικής τάξης να μετατοπιστούν και να αλλάξει ο συνολικός κοινωνικός χαρακτήρας της περιοχής.

Σχεδόν ποιητικά, η Glass συνέλαβε την καινοτομία αυτής της νέας διαδικασίας όπου νέοι “ευγενείς” [“gentry”] των πόλεων, μετάλλασσαν τις γειτονίες της εργατικής τάξης. Εξετάστε τώρα μία επίκαιρη δήλωση, ξανά από το Λονδίνο, μετά από 35 χρόνια. Το παρακάτω είναι ένα απόκομμα από το διάταγμα για την “Αστική Αναγέννηση”18 του 1999, που εκδόθηκε από μία ειδική Αστική Ομάδα Δράσης που υπαγόταν στο Βρετανικό Τμήμα Περιβάλλοντος, Μεταφορών και Περιοχών [DETR]:

Η Αστική Ομάδα Δράσης θα ταυτοποιήσει τις αιτίες της αστικής παρακμής… και τις πρακτικές λύσεις ώστε να φέρει τους ανθρώπους πίσω στις πόλεις μας, τις κωμοπόλεις [towns] και τις γειτονιές των πόλεων. Θα ιδρύσει μία νέα οπτική για την αστική αναγέννηση… (Μέσα στα επόμενα 25 χρόνια) 60% των νέων κατοικιών θα πρέπει να κατασκευαστεί σε γη που έχει ήδη αναπτυχθεί… Έχουμε χάσει τον έλεγχο των κωμοπόλεων και των πόλεων μας, αφήνοντας τις να απαξιωθούν από τον κακό σχεδιασμό, την οικονομική διάχυση και την κοινωνική πόλωση. Οι απαρχές του 21ου αιώνα είναι μια στιγμή αλλαγής (προσφέροντας) την ευκαιρία για την αστική αναγέννηση.

Αυτή η γλώσσα της αστικής αναγέννησης δεν είναι, φυσικά, καινούργια, αλλά εδώ παίρνει πολύ μεγαλύτερη σημασία. Η κλίμακα των φιλοδοξιών για την αστική ανακατασκευή διευρύνθηκε δραματικά. Ενώ η κρατικά επιχορηγούμενη μεταπολεμική αστική ανανέωση στις δυτικές πόλεις αποσκοπούσε στην ενίσχυση ενός κατακερματισμένου gentrification μέσα από την ιδιωτική αγορά, το gentrification και η εντατική ιδιωτικοποίηση της γης και των αγορών ακινήτων στο εσωτερικό της πόλης από τη δεκαετία του 1980, έχουν δημιουργήσει, με τη σειρά τους, τη βάση πάνω στην οποία έγιναν πολύπλευρα και μεγάλης κλίμακας σχέδια αστικής αναγέννησης, ξεπερνώντας κατά πολύ αυτά της αστικής ανανέωσης της δεκαετίας του 1960. Η τρέχουσα γλώσσα της αστικής αναγέννησης, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά αποκαλύπτει, ανάμεσα στα άλλα, μία γενίκευση του gentrification στο αστικό τοπίο.

Εξετάστε μερικές βασικές διαφορές, όπως παρουσιάζονται μεταξύ της οπτικής της Glass και του DETR. Αν και για την Glass, το gentrification της δεκαετίας του 1960 ήταν μία περιθωριακή ιδιορρυθμία στην αγορά ακινήτων του Islington -ένα αλλόκοτο αστικό άθλημα των πιο hip επαγγελματικών τάξεων που δεν φοβόντουσαν να έρθουν πλάι πλάι με τις “άπλυτες” τάξεις- στα τέλη του 20ου αιώνα έγινε ένας κεντρικός στόχος για την Βρετανική πολιτική των πόλεων. Αν και τα βασικά δρώντα υποκείμενα στην ιστορία της Glass υποτίθεται ότι ήταν [ενδοαστικοί] μετανάστες της μεσαίας και της ανώτερης μεσαίας τάξης, τα δρώντα υποκείμενα της αστικής ανάπλασης 35 χρόνια μετά είναι κυβερνητικοί, επιχειρηματικοί ή επιχειρηματικές- κυβερνητικές συνεργασίες. Μια διαδικασία που ξεπρόβαλε στη μεταπολεμική αγορά ακινήτων φαινομενικά τυχαία και χωρίς σχεδιασμό, είναι τώρα μία φιλόδοξη και ενδελεχώς σχεδιασμένη γενικευμένη στρατηγική. Αυτό που ήταν απολύτως συμπτωματικό είναι ολοένα και πιο συστηματοποιημένο. Η διαδικασία του gen- trification εξελίχθηκε ταχύτατα σε κλίμακα και ποικιλία, σε σημείο όπου τα ταπεινά προγράμματα αστικής οικιστικής αποκατάστασης, τυπικά των δεκαετιών του 1960 και 1970, τώρα μοιάζουν αλλόκοτα, όχι μόνο στο αστικό τοπίο, αλλά και στη βιβλιογραφία της αστικής θεωρίας.

Πιο σημαντικό είναι ίσως, ότι μία κυρίως τοπική πραγματικότητα, που πρώτα αναγνωρίστηκε σε μερικές σημαντικές ανεπτυγμένες καπιταλιστικές πόλεις, όπως το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, το Παρίσι και το Σίδνεϊ, είναι πια κατ’ ουσίαν παγκόσμια. Η εξέλιξη της ήταν ταυτόχρονα κατά μήκος και κατά πλάτος. Αφενός, το gentri- fication σαν διαδικασία εισέβαλε ταχύτατα στην αστική ιεραρχία· είναι εμφανής όχι μόνο στις μεγαλύτερες πόλεις, αλλά και σε πιο ασυνήθιστα κέντρα όπως σε πρωθύστερες βιομηχανικές πόλεις, σαν το Cleveland ή τη Glasgow, μικρότερες πόλεις όπως το Malmö ή η Grenada, και ακόμα πιο μικρές εμπορικές πόλεις, όπως το Lancaster, η Pennsylvania ή το Ceské Krumlov στη Δημοκρατία της Τσεχίας. Ενώ την ίδια στιγμή, η διαδικασία διαχύθηκε και γεωγραφικά, με αναφορές gen- trification από το Τόκιο ως την Τενερίφη19, από το São Paulo ως την Puebla και το Μεξικό20, από το Cape Town21 ως την Καραϊβικ22 και από τη Σανγκάη ως τη Σεούλ. Με μια δόση ειρωνείας, ακόμα και το Hobart, η πρωτεύουσα της Γης του Van Di- emen’s (Τασμανία), υφίσταται σήμερα gentrification, εκεί όπου εξορίστηκαν τον 19ο αιώνα Βρετανοί αγρότες που είχαν γίνει λαθροθήρες και αντάρτες και όπου οι ντόπιοι, ακολούθως, εξολοθρεύτηκαν.

Φυσικά, αυτές οι πρακτικές gentrification ποικίλουν σε μεγάλο βαθμό και είναι άνισα κατανεμημένες, αλλά και πολύ πιο σύνθετες από ότι ήταν στα πρώτα ευρωπαϊκά ή βορειοαμερικανικά παραδείγματα gentrification. Πηγάζουν από αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους τοπικές οικονομίες και διαφορετικά πολιτισμικά σύνολα και συνδέονται με πολλούς και περίπλοκους τρόπους με ευρύτερες εθνικές και παγκόσμιες πολιτικές οικονομίες. Εδώ, το βασικότερο νόημα είναι αφενός η ταχύτητα της εξέλιξης μιας αρχικά περιθωριακής αστικής διαδικασίας που αρχικά ταυτοποιήθηκε στη δεκαετία του 1960 και αφετέρου, ο συνεχιζόμενος μετασχηματισμός της σε μία σημαντική διάσταση της σύγχρονης πολεοδομίας. Είτε στην αλλόκοτη μορφή της, που αντιπροσωπεύεται από τους αχυρώνες της Glass, είτε στην κοινωνικά οργανωμένη μορφή του 21ου αιώνα, το gentrifica- tion προμηνύει έναν εκτοπισμό των κατοίκων της εργατικής τάξης από τα αστικά κέντρα. Μάλιστα, η ταξική φύση της διαδικασίας, που είναι ολοφάνερη στην εκδοχή της Glass για το gentrification, είναι επιμελώς κρυμμένη στη μακρηγορία της κυβέρνησης του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος. Αυτή η συμπτωματική σιωπή λέει τόσα πολλά για τη μεταβαλλόμενη κοινωνική και πολιτιστική γεωγραφία της πόλης, παράλληλη με μια μεταβαλλόμενη οικονομική γεωγραφία, όσα λένε και οι πιο ορατές και φλύαρες εκδηλώσεις της.

Στο πλαίσιο της Βορείου Αμερικής και της Ευρώπης, μπορούμε να διακρίνουμε τρία κύματα gentrification23. Το πρώτο κύμα, που ξεκινά τη δεκαετία του 1950, μπορεί να γίνει αντιληπτό ως σποραδικό gentrification, κάπως όπως το παρατήρησε η Glass. Ένα δεύτερο κύμα ακολούθησε στη δεκαετία του 1970 και του 1980, όπου το gentrification συσχετίστηκε με ευρύτερες διαδικασίες αστικής και οικονομικής αναδόμησης. Ο Hackworth την αναφέρει ως “φάση αγκύρωσης” του gentrification. Ένα τρίτο κύμα αναδύεται τη δεκαετία του 1990· αυτό μπορούμε να το συλλογιστούμε ως τη γενίκευση του gentrification. Φυσικά, αυτή η εξέλιξη του gentrification συνέβη με αρκετά διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές πόλεις και γειτονιές και ακολουθώντας διαφορετικούς χρονικούς ρυθμούς. Στην Πόλη του Μεξικού, για παράδειγμα, η διαδικασία δεν είναι σε καμία περιοχή τόσο κεφαλαιοποιημένη ή διαδεδομένη όσο είναι στη Νέα Υόρκη, παραμένοντας περιορισμένη στην κεντρική περιοχή της πόλης και το Coyoacán, με αποτέλεσμα ο διαχωρισμός των τριών διακριτών κυμάτων gentrification να βρίσκει ελάχιστη εμπειρική επαλήθευση. Στη Seoul ή στο São Paulo η διαδικασία είναι γεωγραφικά περιορισμένη και σε βρεφική ηλικία. Στην Καραϊβική, οι αυξανόμενες διασυνδέσεις ανάμεσα στο gentrification και στο παγκόσμιο κεφάλαιο εν γένει, φιλτράρονται από την τουριστική βιομηχανία, αποδίδοντάς της το ιδιαίτερο ξεχωριστό τους τόνο. Με την ίδια λογική, ο σταδιακός μετασχηματισμός των παλιών αποβάθρων και των αποθηκών στο Λονδίνο, στις όχθες του Τάμεση, καταδεικνύει ότι το gentrification εδώ είναι πολύ πιο πολυέξοδο από ότι στις περισσότερες βορειοαμερικανικές πόλεις. Καθώς το gentrification είναι έκφραση ευρύτερων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών σχέσεων, σε κάθε πόλη θα εκφράσει τις ιδιαιτερότητες του τόπου κατά την κατασκευή του αστικού του χώρου.

Αν και σε διαφορετικούς βαθμούς, το gentrification κατά τη δεκαετία του 1990 εξελίχθηκε σε μία κρίσιμη αστική στρατηγική των δημοτικών αρχών όλου του κόσμου σε συνεργασία με το ιδιωτικό κεφάλαιο. Η φιλελεύθερη πολιτική του αστικού χώρου, η οποία σε κάποιες περιοχές της Ευρώπης ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα και στη Βόρεια Αμερική στη μετάβαση από την Προοδευτική Εποχή [1890-1920] στο New Deal του Roosevelt, ηττήθηκε συστηματικά, αρχής γενομένης με τις πολιτικές οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και τις συντηρητικές εθνικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν κατά τη δεκαετία του 1980. Από τον Reagan στη Thatcher και, ύστερα, στον Kohl, οι παροχές αυτής της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου αποδυναμώθηκαν συστηματικά ή αποδιαρθρώθηκαν σε εθνική κλίμακα και οι νομικοί περιορισμοί στο gentrification αντικαταστάθηκαν με επιδοτήσεις για τον μετασχηματισμό του δομημένου περιβάλλοντος της πόλης μέσω της ιδιωτικής αγοράς.

Αυτός ο μετασχηματισμός εντάθηκε από την κλίκα των νεοφιλελεύθερων ηγετών που ακολούθησαν -Clinton, Blair, Schröder- και ως εκ τούτου, η νέα φάση gentrifi- cation συμβαδίζει με μια διευρυμένη ταξική επίθεση, όχι μόνο της εθνικής εξουσίας, αλλά και της πολιτικής του αστικού χώρου. Στα τέλη του 20ου αιώνα, το gentri- fication προωθούμενο μέσα από μία καθολική και συστηματική σύμπραξη του δημόσιου πολεοδομικού σχεδιασμού με το δημόσιο και ιδιωτικό κεφάλαιο, ήρθε να καλύψει το κενό που άφησε το τέλος της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου. Αλλού, εκεί όπου οι πόλεις δεν είχαν καθοδηγηθεί από φιλελεύθερες πολιτικές κατά τον 20ου αιώνα, η πορεία της αλλαγής ήταν διαφορετική. Αν και η προσήλωση σε μια ευρύτερη σύλληψη του gentrification στα παλαιά κέντρα, ως μία ανταγωνιστική αστική στρατηγική στην παγκόσμια αγορά, οδηγεί σε μια παρόμοια κατεύθυνση. Σε αυτό το πνεύμα τουλάχιστον, ο νεοφιλελευθερισμός κατά την αλλαγή του αιώνα υποδεικνύει μία σύγκλιση μεταξύ των αστικών πρακτικών στις μεγαλύτερες πόλεις του Πρώτου και του Τρίτου Κόσμου, όπως συνηθιζόταν να αποκαλούνται.

Η γενίκευση του gentrification έχει πολλαπλές διαστάσεις. Αυτές μπορούν να κατανοηθούν σε σχέση με πέντε αλληλοσυσχετιζόμενα χαρακτηριστικά: τον μετασχηματισμένο ρόλο του κράτους, τη διείσδυση της παγκόσμιας οικονομίας, τα μετασχηματιζόμενα επίπεδα πολιτικής αντίστασης, την γεωγραφική διάχυση και την τομεακή γενίκευση του gentrification. Ας εξετάσουμε καθένα από αυτά τα χαρακτηριστικά με τη σειρά.

Πρώτον, ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο κύμα gentrification, ο ρόλος του κράτους άλλαξε θεαματικά24. Κατά τη δεκαετία του 1990, αντεστράφη η σχετική απόσυρση του κράτους από τις επιδοτήσεις για gentrification που είχε συμβεί κατά τη δεκαετία του 1980 και σημειώθηκε αύξηση των συμπράξεων ανάμεσα στο ιδιωτικό κεφάλαιο και τις τοπικές αρχές, καταλήγοντας σε μια πιο ευρεία, πιο ακριβή και πιο συμβολική ανάπτυξη, από την ακτή της Βαρκελώνης μέχρι την πλατεία Potsdamer στο Βερολίνο. Η πολιτική του αστικού χώρου δε φιλοδοξεί πια να οδηγήσει ή να ρυθμίσει την κατεύθυνση της οικονομικής ανάπτυξης, όσο να προσαρμοστεί στις κατευθύνσεις που ήδη έχουν θεσπιστεί από την αγορά, αναζητώντας μεγαλύτερα κέρδη, είτε άμεσα, είτε μέσω της φορολογίας.

Ο νέος ρόλος που παίζει το παγκόσμιο κεφάλαιο είναι επίσης καθοριστικός για τη γενίκευση του gentrification. Από το Canary Wharf του Λονδίνου μέχρι τη Battery Park City -κατασκευασμένα από ίδια εταιρεία με έδρα τον Καναδά- είναι εύκολο να καταδειχθεί η νέα εισροή του παγκόσμιου κεφαλαίου προς εκτεταμένα, γιγαντιαία έργα ανάπτυξης στα αστικά κέντρα25. Το ίδιο καταπληκτικό, παρόλα αυτά, είναι και το εύρος στο οποίο το παγκόσμιο κεφάλαιο ελίχθηκε σε πολύ πιο ταπεινά αναπτυξιακά έργα σε επίπεδο γειτονιάς. Ως προς αυτό, είναι εμβληματικό ένα νέο συγκρότημα 61 μονάδων στο Lower East Side της Νέας Υόρκης, δύο μίλια από την Wall Street, όπου κάθε διαμέρισμα είναι συνδεδεμένο με Ίντερνετ υψηλής ταχύτητας. Αυτό, σύμφωνα με τα παγκόσμια δεδομένα, είναι ένα μικρό αναπτυξιακό έργο, αλλά χτίστηκε με εργασία μεταναστών που δεν καλυπτόταν από το σωματείο (κάτι που γνώρισε μία εκπληκτική αύξηση στη Νέα Υόρκη κατά τη δεκαετία του 1990), ο ανάδοχος είναι Ισραηλίτης και η βασική πηγή χρηματοδότησης έρχεται από την Ευρωπαϊκή Αμερικάνικη Τράπεζα26. Η επέκταση του παγκόσμιου κεφαλαίου, ακόμα και μέχρι την τοπική γειτονιά, είναι ένα ιδιαίτερο επίσης χαρακτηριστικό της τελευταίας φάσης gentrification.

Τρίτον, υπάρχει το ζήτημα της αντίστασης στο gentrification. Από το Άμστερνταμ στο Σίδνεϊ, από το Βερολίνο στο Βανκούβερ, από το Σαν Φρανσίσκο στο Παρίσι, το δεύτερο κύμα gentrification ακολουθήθηκε από την ανάπτυξη εκατομμυρίων κινημάτων αστέγων, κινημάτων καταλήψεων, κινημάτων στέγης και άλλων αντι- gentrification κινημάτων και οργανώσεων που συχνά οργανώνονταν χαλαρά γύρω από αλληλεπικαλυπτόμενα ζητήματα. Αυτά σπάνια συναντήθηκαν ως κινήματα πόλης, αλλά αντιτάχθηκαν στο gentrification αρκετά ώστε να γίνουν, σε κάθε περίπτωση, στόχος των πολιτικών φορέων και των αστυνομικών δυνάμεων. Τα αυξημένα επίπεδα καταστολής κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, εκτός των άλλων, στόχευαν και στα κινήματα αντι-gentrification, μαρτυρώντας την κεντρική θέση της ανάπτυξης των ακινήτων στη νέα οικονομία των πόλεων. Οι πολιτικές διοικήσεις των πόλεων άλλαζαν, σε πλήρη συμφωνία με το οικονομικό τους προφίλ και η αποσυναρμολόγηση της φιλελεύθερης πολιτικής των πόλεων παρείχε μία ευκαιρία τόσο πολιτική όσο και οικονομική για τα νέα καθεστώτα ισχύος των πόλεων. Η άνοδος της ρεβανσιστικής πόλης27 δεν ήταν απλά ένα φαινόμενο της Νέας Υόρκης: μπορεί να απαντηθεί στις καμπάνιες ενάντια στις καταλήψεις στο Άμστερνταμ της δεκαετίας του 1980, στις επιθέσεις της Παρισινής αστυνομίας στους καταυλισμούς αστέγων (σε μεγάλο μέρος τους μετανάστες) και την υιοθέτηση των τεχνικών “μηδενικής-ανοχής” της Νέας Υόρκης από αστυνομικές δυνάμεις σε όλο τον κόσμο. Στο São Paulo, οι κατασταλτικές τακτικές που εφαρμόστηκαν στους ανθρώπους του δρόμου ορθολογικοποιούνται με τους όρους του “επιστημονικού” δόγματος της “μηδενικής-ανοχής” που ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο νέος ρεβανσισμός δικαιολογήθηκε ρητά με τον στόχο να γίνει η πόλη ασφαλής για gentrification. Ο νέος αυταρχισμός συντρίβει κάθε αντίσταση και παράλληλα κάνει τους δρόμους ασφαλείς για gentrification.

Το τέταρτο χαρακτηριστικό αυτής της τελευταίας φάσης είναι η διάχυση του gen- trification από τα κέντρα των πόλεων. Αυτό απέχει από μία ομαλή ή κανονική διαδικασία, αλλά καθώς το gentrification κοντά στο κέντρο καταλήγει σε υψηλότερες τιμές γης και ακινήτων, ακόμα και όσον αφορά τις παλαιές, μη τροποποιημένες ιδιοκτησίες, οι γειτονιές εγκλωβίζονται όλο και περισσότερο στη δίνη του gentrification. Το μοτίβο της διάχυσης ποικίλει αρκετά και είναι επηρεασμένο από πολλούς παράγοντες, από την αρχιτεκτονική και τα πάρκα μέχρι την παρουσία νερού. Πάνω από όλα, είναι συνδεδεμένο με τα ιστορικά μοτίβα της επένδυσης και απο-επένδυσης κεφαλαίου στο αστικό τοπίο. Όσο πιο ανισομερής είναι η αρχική εξωστρεφής ανάπτυξη των επενδύσεων του κεφαλαίου και όσο πιο ανισομερής είναι η από-ανάπτυξη σε αυτά τα νέα αστικά τοπία, τόσο ανισομερής θα είναι και η διάχυση του gentrification. Με αυτή τη λογική, στις πόλεις όπου η πλειοψηφία της χωρικής επέκτασης συνέβη τα τελευταία χρόνια και όπου οι δυνατότητες για εκτεταμένη απο-επένδυση έχουν περιοριστεί, η διάχυση του gentrification μπορεί να είναι πιθανώς περιορισμένη.

Τέλος, η τομεακή γενίκευση, που τυποποιεί αυτή την πιο πρόσφατη φάση, βρίσκεται στο κέντρο του νέου gentrification. Αν και η αστική ανανέωση κατά τις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970 αναζήτησε μία εφ’ όλης της κλίμακας ανακατασκευή των κέντρων πολλών πόλεων συνενώνοντας πολλούς τομείς της οικονομίας των πόλεων σε αυτή τη διαδικασία, ωστόσο ρυθμίστηκε σε υψηλό βαθμό και περιορίστηκε οικονομικά και γεωγραφικά από το γεγονός ότι ήταν καθολικά εξαρτημένη από τη δημόσια χρηματοδότηση και για αυτό έπρεπε να ανταποκριθεί σε ζητήματα ευρείας κοινωνικής αναγκαιότητας, όπως η κοινωνική κατοικία. Αντίθετα, το νεότερο κύμα gentrification που ακολούθησε την αστική ανανέωση προχώρησε σε πλήρη ανεξαρτησία από το δημόσιο τομέα. Παρά την αξιοσημείωτη δημόσια επιδότηση, η χρηματοδότηση της ιδιωτικής αγοράς δεν εφαρμόστηκε σε όλη της την έκταση μέχρι το τρίτο κύμα. Συνεπώς, αυτό που σηματοδοτεί την τελευταία φάση gentrification σε πολλές πόλεις, είναι ότι σφυρηλατήθηκε μια νέα σύμπραξη επιχειρηματικών και κρατικών δυνάμεων και πρακτικών σε μία πολύ πιο φιλόδοξη προσπάθεια gentrification της πόλης, από ότι οι πρωθύστερες.

Η ανακατάκτηση της πόλης για τις μεσαίες τάξεις περιλαμβάνει πολλά περισσότερα από την απλή παροχή κατοικίας. Το τρίτο κύμα gentrification εξελίχθηκε σε ένα όχημα μετασχηματισμού ολόκληρων περιοχών μέσα σε νέα συμπλέγματα τοπίων, τα οποία πρωτοπορούν σε μία συνολική, ταξικά φορτισμένη ανακατασκευή των πόλεων. Αυτά τα νέα συμπλέγματα τοπίων συνδυάζουν κατοικίες με αγορές, εστιατόρια, πολιτιστικές παροχές28, ελεύθερο χώρο, δυνατότητες εργασίας -ολόκληρα νέα συγκροτήματα διασκέδασης, κατανάλωσης, παραγωγής και αναψυχής, παράλληλα με την κατοίκηση. Εξίσου σημαντικό είναι ότι το gentrification ως στρατηγική του αστικού χώρου, συνδέει τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές με κατασκευαστικές εταιρίες μεγάλου και μεσαίου μεγέθους, τοπικούς εμπόρους και κτηματομεσίτες με επώνυμους λιανοπωλητές, που όλοι υποβοηθούνται από τις δημοτικές και τοπικές αρχές, για τις οποίες τα ευεργετικά κοινωνικά αποτελέσματα υποτίθεται ότι προέρχονται τώρα πια από την ίδια την αγορά, παρά από τη ρύθμιση της. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων γίνεται πλέον το επίκεντρο της παραγωγικής οικονομίας των πόλεων, ένας σκοπός καθαυτός δικαιολογημένος με επικλήσεις σε νέες θέσεις εργασίας, αύξηση των φορολογικών εσόδων και αύξηση του τουρισμού. Με τρόπους που δύσκολα θα είχαν προβλεφθεί τη δεκαετία του 1960, η κατασκευή των νέων συγκροτημάτων στις κεντρικές πόλεις σε όλο τον κόσμο, έγινε ολοένα και περισσότερο μια ακαταμάχητη στρατηγική συσσώρευσης κεφαλαίου για τις ανταγωνιζόμενες οικονομίες των πόλεων. Εδώ προκύπτει μία βασική σύνδεση με το ευρύτερο περίγραμμα μιας νέας πολεοδομίας, στο οποίο θα επιστρέψουμε σύντομα.

Η στρατηγική οικειοποίηση και γενίκευση του gentrification ως μέσο του παγκόσμιου ανταγωνισμού μεταξύ των πόλεων, βρίσκει την πιο ανεπτυγμένη της έκφραση στη γλώσσα της “αστικής αναγέννησης”. Όντας σύμφωνη με τον αυξημένο ρόλο του κράτους στο νέο κύμα των αλλαγών των πόλεων, αυτή η διαδικασία δεν αναπτύχθηκε περισσότερο στις ΗΠΑ, αλλά μάλλον στην Ευρώπη. Μπορεί η ηγεσία των εργατικών υπό τον Tony Blair να είναι ο πιο ξεκάθαρος συνήγορος της επανανακάλυψης του gentrification ως “αστική αναγέννηση”, ωστόσο το gentrification είναι μια πανευρωπαϊκή τάση. Η Δανία, για παράδειγμα, το 1997 έκανε την αναγέννηση επίσημη πολιτική με ένα ξεχωριστό Εθνικό Συμβούλιο για την Αναγέννηση των Πόλεων και οι γραφειοκράτες του Βερολίνου είδαν όλη την περίοδο της μετά το 1991 ανοικοδόμησης, ως περίοδο “αστικής αναγέννησης”. Ένα θεμελιώδες συνέδριο έλαβε χώρα στο Παρίσι το Δεκέμβριο του 2000 πάνω στο θέμα της “Σύγκλισης της Αναγέννησης των Πόλεων και της Οικιστικής Πολιτικής στην Ευρώπη”. Στο συνέδριο παρευρέθηκαν ανώτατοι ιθύνοντες για τη χάραξη πολιτικών και σύμβουλοι, αντιπροσωπεύοντας όλες τις κυβερνήσεις της ΕΕ και μερικά γειτονικά κράτη που προέβλεπαν στην ένταξή τους στην ΕΕ. Το ενημερωτικό φυλλάδιο του συνεδρίου επεσήμανε την πρόθεσή του να σπρώξει το “διάλογο πάνω στην κατοίκηση και την αναγέννηση… πέρα από το στενό διάστημα της φυσικής ανάπτυξης για να επανεξετάσει τις θεσμικές διευθετήσεις που πρέπει να λάβουν χώρα” έτσι ώστε να γίνει η “αστική ανάπλαση” μία πραγματικότητα.

Η αποστολή αυτών που συμμετείχαν στη συνδιάσκεψη ήταν πρακτική και περιεκτική: οι ευρείας κλίμακας μετασχηματισμοί των πόλεων θα χρειαστούν συμπαγείς δεσμούς μεταξύ “των πάροχων κοινωνικής κατοικίας, των ιδιωτικών επενδυτών, [και] των υπεύθυνων για την εκπαίδευση και την προώθηση της πολιτικής”, όπως επίσης και μεταξύ των “τοπικών μεσιτών της ανάπλασης, των τοπικών διοικήσεων και των εθνικών κυβερνήσεων”. Οι πολιτικές ανάπλασης είναι πολύπλευρες και περιλαμβάνουν διαφορετικές προσπάθειες που δεν θα εντάσσονταν κανονικά κάτω από την ταμπέλα του “gentrification”, παρόλα αυτά έχει νόημα να δει κανείς αυτές τις πρωτοβουλίες -το βρετανικό μανιφέστο αστικής ανάπλασης, τις ευρωπαϊκές κρατικές πολιτικές και τις προσπάθειες να καθιερωθεί μία πανευρωπαϊκή στρατηγική αναπλάσεων- ως τις πιο φιλόδοξες απόπειρες να τοποθετήσουν το gentrification στην καρδιά των διακρατικών πολιτικών για τον αστικό χώρο.

Υπάρχουν αρκετές εντυπωσιακές πτυχές σε αυτές τις νέες ατζέντες “αστικών αναπλάσεων”. Πρώτον, υπάρχει το ζήτημα της κλίμακας. Ο συντονισμός των στρατηγικών “ανάπλασης” των πόλεων πέρα από τα εθνικά σύνορα δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Αν και διάφορες διεθνείς πηγές σίγουρα συνέβαλλαν στην ανακατασκευή των ευρωπαϊκών πόλεων μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ακολουθούμενα προγράμματα αστικής ανάπλασης παρέμειναν σθεναρά εθνικά στην καταγωγή τους, τη χρηματοδότηση τους και το εύρος τους. Σήμερα, αντιθέτως, πανευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την αστική ανάπλαση προωθούν το διακρατικό gentrification, σε μία χωρίς προηγούμενο κλίμακα. Μια κεντρική επιδίωξη βρίσκεται στις προσπάθειες να ενσωματωθούν οι οικιστικές πρωτοβουλίες μαζί “με άλλες δραστηριότητες ανάπλασης”. Έτσι, όπως και ο τίτλος του συνεδρίου του Παρισιού το δηλώνει, αυτή η μετάβαση από την πολιτική gentrification με κέντρο την κατοίκηση προς μία πολύπλευρη ευρεία “ανάπλαση”, βρίσκεται ακόμα καθ’ οδόν -και, αντίθετα από την κατάσταση στις ΗΠΑ, το ζήτημα της κοινωνικής κατοικίας δεν μπορεί να αποκλειστεί εξολοκλήρου από την οπτική της ανάπλασης. Αν και μία πανευρωπαϊκή κρατικοκεντρική στρατηγική της ανάπλασης των πόλεων δεν έχει γίνει σε καμία περίπτωση πραγματικότητα, παρόλα αυτά φαίνεται να είναι ορατή για τους Ευρωκράτες [Eureaucrats], τους ‘developers’ [νέου τύπου υπερ-εργολάβοι], και τους χρηματοδότες τους κατά μήκος της ηπείρου. Μία κομβική σύνδεση σε σχέση με την προηγούμενη συζήτηση γύρω από τη νέα πολεοδομία γίνεται ξεκάθαρη: το τρίτο κύμα gentrifi- cation εκφράζει ολοένα και περισσότερο μια νέα κλίμακα των πόλεων που έρχεται αντιμέτωπη με τις εθνικές και τις παγκόσμιες κλίμακες.

Δεύτερο είναι το ζήτημα της γεωγραφικής εστίασης. Το βρετανικό μανιφέστο ανάπλασης του 1999, προφανώς προσεκτικό ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της συνεχιζόμενης αστικής διάχυσης, διακηρύσσει ότι στα επόμενα 25 χρόνια, το 60% της νέας οικιστικής πρόβλεψης θα πρέπει να λάβει χώρα σε εγκαταλελειμμένες πρώην βιομηχανικές τοποθεσίες [“brownfield sites”] – δηλαδή σε αστική γη που έχει ήδη περάσει από έναν ή περισσότερους αναπτυξιακούς κύκλους. Σαφώς, αυτή η πρωτοβουλία θα στοχεύει σε παλαιότερες περιοχές της πόλης που έχουν ήδη υποστεί παρατεταμένη αποεπένδυση και, καθώς αυτές μπορεί να είναι διάσπαρτες σε όλο το εύρος των μητροπολιτικών περιοχών, είναι λογικό να αναμένουμε ότι θα επικεντρωθούν μέσα ή κοντά στα κέντρα των πόλεων. Καμουφλαρισμένο ως ανάπλαση, το gentrification αναδιατυπώνεται σαν μία θετική και αναγκαία περιβαλλοντική στρατηγική.

Σχετικό είναι και το ζήτημα της “κοινωνικής ισορροπίας”, αλλά και η “ανάγκη”, όπως το θέτει η στρατηγική της ανάπλασης, να “φέρουμε τους ανθρώπους πίσω στις πόλεις”29. Η “κοινωνική ισορροπία” ακούγεται σαν κάτι καλό – ποιος θα μπορούσε να είναι αντίθετος στην κοινωνική ισορροπία; Μέχρι βέβαια κάποιος να εξετάσει καλύτερα τις γειτονιές που στοχεύονται για “ανάπλαση”. Κατόπιν γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτή η στρατηγική εμπεριέχει έναν εκτεταμένο αποικισμό από τις μεσαίες και μεγαλο-μεσαίες τάξεις. Στον πολιτικό, τον πολεοδόμο ή το οικονομολόγο, η κοινωνική ισορροπία στο Brixton του Λονδίνου σημαίνει να φέρει “πίσω” τις λευκές μεσαίες τάξεις. Οι συνήγοροι της “κοινωνικής ισορροπίας” σπάνια συνηγορούν υπέρ της “εξισσορόπησης” των γειτονιών των λευκών με ίσους αριθμούς ανθρώπων αφρικανικής, καραϊβικής ή ασιατικής καταγωγής. Έτσι, δεν είναι οι “άνθρωποι” εν γένει που υποτίθεται θα έρθουν “πίσω στις πόλεις”· αυτό το κάλεσμα δεν απευθύνεται στους Ουαλούς ανθρακωρύχους, στους Βαβαρούς εργάτες γης ή στους Βρετόνους ψαράδες. Το κάλεσμα να έρθουν οι άνθρωποι πίσω στην πόλη, μάλλον είναι πάντα ένα ιδιοτελές κάλεσμα, ώστε οι λευκές μεσαίες και ανώτερες μεσαίες τάξεις να επανακτήσουν τον έλεγχο των πολιτικών και πολιτιστικών οικονομιών, όπως επίσης και της γεωγραφίας των μεγαλύτερων πόλεων. Βολιδοσκοπώντας την συμπτωματική σιωπή για το ποιος πρόκειται να προσκληθεί πίσω στην πόλη, ξεκινάμε να ανακαλύπτουμε τις ταξικές πολιτικές που εμπλέκονται.

Έπειτα, υπάρχει το ζήτημα καθαυτής της ανώδυνης γλώσσας της “ανάπλασης”. Καταρχήν, από πού προέρχεται αυτή η γλώσσα; Η “ανάπλαση” [regenaration], ένας βιοϊατρικός και οικολογικός όρος, εφαρμόζεται σε ξεχωριστά φυτά, είδη και όργανα -ένα συκώτι ή ένα δάσος πιθανόν να αναπλαστούν- και υποδηλώνει ότι η στρατηγική ανάπλασης της πόλης είναι πρακτικά μία φυσική διαδικασία. Έτσι, η υπεράσπιση των στρατηγικών ανάπλασης συγκαλύπτει τις ουσιώδεις κοινωνικές καταβολές και τους σκοπούς της αστικής αναμόρφωσης και απαλείφει τη λογική νικητών και ηττημένων από την οποία προκύπτουν τέτοιες πολιτικές. Το gentrification γενικά εμπεριέχει εκτοπισμούς, παρόλα αυτά ούτε στο βρετανικό μανιφέστο της “αστικής ανάπλασης”, ούτε στην ατζέντα του πανευρωπαϊκού συνεδρίου του Παρισιού αναφέρεται κάποια αναγνώριση της μοίρας αυτών των ανθρώπων που εκτοπίζονται από την προτεινόμενη επανακατάκτηση της πόλης.

Η γλώσσα της ανάπλασης καμουφλάρει το gentrification. Ακριβώς επειδή η γλώσσα του gentrification λέει την αλήθεια σχετικά με την ταξική μετατόπιση που συνεπάγεται η “ανάπλαση” της πόλης, έχει γίνει λέξη ταμπού για τους ‘develop- ers’, τους πολιτικούς και τους χρηματιστές. Βρισκόμαστε στην ειρωνικό σημείο να βλέπουμε στις ΗΠΑ, όπου η ιδεολογία της αταξικότητας είναι τόσο κυρίαρχη, τη γλώσσα του gentrification να είναι αρκετά γενικευμένη, ενώ στην Ευρώπη αντίθετα να είναι περιορισμένη. Έτσι, ακόμα και φαινομενικά προοδευτικοί πολεοδόμοι και τοπικοί σύμβουλοι από το Bochum μέχρι το Brixton, οι οποίοι ακόμα πιστεύουν ότι είναι σοσιαλιστές και οι οποίοι πιθανόν να είναι ενήμεροι των κινδύνων της εκτόπισης, διακατέχονται πλέον από τη γραφειοκρατική υπόσχεση της “ανάπλασης” σε τέτοιο βαθμό, που η ενσωματωμένη ατζέντα του γενικευμένου gentrification των αστικών κέντρων περνάει απαρατήρητη. Η “αστική ανάπλαση” δεν αναπαριστά μόνο το επόμενο κύμα gentrification, πολεοδομημένου και χρηματοδοτημένου σε μία κλίμακα χωρίς προηγούμενο, αλλά η νίκη της γλώσσας της, με το να αναισθητοποιεί την κριτική κατανόηση του gentrification στην Ευρώπη, αναπαριστά μία αξιοσημείωτη ιδεολογική νίκη για τις νεοφιλελεύθερες οπτικές της πόλης.

Το θέμα εδώ δεν είναι να εκβιάσουμε μία ένα-προς-ένα αντιστοιχία μεταξύ των στρατηγικών ανάπλασης και gentrification, ή να καταδικάσουμε όλες τις στρατηγικές ανάπλασης ως Δούρειους Ίππους του gentrification. Μάλλον θα ήθελα να επιμείνω στο ότι το gentrification είναι μία παντοδύναμη, αν και συχνά καμουφλαρισμένη, πρόθεση των στρατηγικών αστικής ανάπλασης και να υποστηρίξω μία κριτική θέση απέναντι στην ιδεολογική ισοπέδωση που αποκρύπτει το ζήτημα του gen- trification, παρότι η κλίμακα της διαδικασίας γίνεται ολοένα και πιο απειλητική και η ενσωμάτωση του gentrification σε μία γενικότερη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία γίνεται ολοένα και πιο απτή. Το gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων είναι μία τελειοποιημένη έκφραση της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας. Κινητοποιεί τα αιτήματα της ιδιωτικής περιουσίας δια μέσω μιας αγοράς που λαδώνεται από τις δωρεές του κράτους.

Επίλογος

Σε αυτό το άρθρο, παρουσιάζω δύο μάλλον διαφορετικά επιχειρήματα. Από τη μια μεριά, αμφισβητώ την ευρωκεντρική υπόθεση ότι οι παγκόσμιες πόλεις θα πρέπει να ορίζονται σύμφωνα με τις διοικητικές λειτουργίες, παρά σύμφωνα με τη συμμετοχή τους στην παγκόσμια παραγωγή υπεραξίας. Από την άλλη μεριά, θέλω να επισημάνω τους τρόπους με τους οποίους το gentrification εξελίχθηκε σε μία ανταγωνιστική στρατηγική των πόλεων στα πλαίσια αυτής της παγκόσμιας οικονομίας. Η γενίκευση του gentrification μετά τη δεκαετία του 1990, ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων, έχει έναν κομβικό ρόλο στη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία κατά δύο τρόπους. Πρώτον, γεμίζει το κενό που άφησε η εγκατάλειψη της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου του 20ου αιώνα. Δεύτερον, υπηρετεί τις αγορές ακινήτων στο κέντρο και στο εσωτερικό των πόλεων, ως αναπτυσσόμενους τομείς επένδυσης παραγωγικού κεφαλαίου: η παγκοσμιοποίηση του παραγωγικού κεφαλαίου συνδράμει στο gentri- fication. Αυτό δεν ήταν ούτε αναπόφευκτο, ούτε τυχαίο. Κάθε άλλο, καθώς οι πόλεις γίνονταν παγκόσμιες, ομοίως παγκοσμιοποιούνταν και κάποια από τα κεντρικά τους χαρακτηριστικά. Η αναδυόμενη παγκοσμιοποίηση του gentrifi- cation, όπως και αυτή των ίδιων των πόλεων, αναπαριστά τη νίκη συγκεκριμένων οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων επί κάποιων άλλων, μία επαναβεβαίωση των (νεοφιλελεύθερων) οικονομικών υποθέσεων επί της πορείας του gentrification…30

Ακόμα και εκεί όπου το gentrification καθαυτό παραμένει περιορισμένο, η κινητοποίηση των μεσιτικών αγορών ακινήτων των πόλεων, ως οχήματα της συσσώρευσης κεφαλαίου είναι πανταχού παρούσα.

Ένα άλλο σύμπτωμα της έντονης ενσωμάτωσης της κτηματομεσιτικής βιομηχανίας στον κεντρικό πυρήνα της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας εμφανίζεται σε πόλεις όπως η Kuala Lumpur, η Σιγκαπούρη, το Rio de Janeiro και η Mumbai, εκεί όπου οι τιμές των ακινήτων κατά τη δεκαετία του 1990 πολλαπλασιάστηκαν πολλές φορές. Η ίδια διαδικασία συγκέντρωσης κεφαλαίου που όξυνε την αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και την κοινωνική αναπαραγωγή ενίσχυσε επίσης και τη διαδικασία gentrifi- cation, αν και αυτό εξελίσσεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικούς τόπους. Πιο συγκεκριμένα, στο Mumbai, η απορρύθμιση των αγορών και ο παγκόσμιος ανταγωνισμός στα μέσα της δεκαετίας του 1990, οδήγησε σε “υπέρογκα υψηλές τιμές” που σύντομα επισκίασαν αυτές της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου και του Τόκιο31. Μπορεί οι ασταθείς ακραίες τιμές του 1996 να υποχώρησαν, ωστόσο το ανώτερο τμήμα των μεσιτικών αγορών ακινήτων του Mum- bai, βρίσκεται πλέον σε συνεχή ανταγωνισμό με ακίνητα σε ολόκληρο τον κόσμο, μία κατάσταση που επέφερε μικρής κλίμακας gentrification, αλλά με πολύ πραγματικούς όρους για κάποιες γειτονιές.

Αν και ο κεντρικός εδαφικός άξονας του οικονομικού ανταγωνισμού πριν τη δεκαετία του 1970 είχε ως αποτέλεσμα να αντιμάχονται περιφερειακές και εθνικές οικονομίες η μία ενάντια στην άλλη, ο νέος γεωγραφικός άξονας του ανταγωνισμού από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα είχε ως αποτέλεσμα να αντιμάχονται πόλεις ενάντια σε πόλεις στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτός ο ανταγωνισμός λαμβάνει χώρα, όχι μόνο με όρους προσέλκυσης και διατήρησης της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά επίσης και μέσα από το μάρκετινγκ των πόλεων ως οικιστικών και τουριστικών προορισμών. Αυτό ήταν σαφές στις πολιτικές της βρετανικής ανάπλασης, όπως το ‘City Challenge’ κατά τη δεκαετία του 199032 και ήταν επίσης σαφές από τη Νέα Υόρκη ως την Ατλάντα και το Βανκούβερ, όπου οι πολιτικές ενάντια στους άστεγους δικαιολογήθηκαν προκειμένου να ενισχυθεί η τουριστική βιομηχανία. Το περιοδικό Travel and Leisure φιλοξενεί τώρα μια μόνιμη στήλη που οικειοποιείται τη γλώσσα των “αναδυόμενων οικονομιών” προκειμένου να αναδείξει τις “αναδυόμενες πόλεις”. Το Montevi- deo είναι διάσημο για την “ακμάζουσα κοινωνία του καφέ” του· η Τύνιδα “έχει ένα μεγαλείο που φέρνει στο νου την Πράγα και τη Βιέννη”· “η πόλη του Παναμά διαμορφώνεται ως η πολιτισμική πύλη” προς τη Ζώνη του Καναλιού: “Μόλις εγκατασταθείς, βγες και ψώνισε”· και η “Κρακοβία βιώνει μία αναγέννηση”33. Παρόμοιες φιλοδοξίες χαρακτήριζαν και τις διακηρύξεις του Δήμαρχου Giuliani μετά την καταστροφή του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου: “Βγείτε έξω και ζείστε μία κανονική ζωή”, προέτρεψε μετά την 11η Σεπτεμβρίου. “Πηγαίνετε σε εστιατόρια, σε έργα και ξενοδοχεία, καταναλώστε χρήματα”.

Ο Lefevbvre κάποτε ισχυρίστηκε ότι η πολεοδομία υποκατέστησε τη εκβιομηχάνιση ως την κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού: η εκβιομηχάνιση μπορεί πιθανόν να τροφοδότησε τη συστημική αστικοποίηση, αλλά τώρα η αστικοποίηση προκαλεί την εκβιομηχάνιση. Ο ισχυρισμός του δεναντιστάθηκε στο τεστ του χρόνου, ιδιαίτερα στο φως της παγκοσμιοποίησης της βιομηχανικής παραγωγής και της επέκτασης της Ανατολικής Ασίας, η οποία βρισκόταν σε βαθιά εξάρτηση, όπως έγραψε ο Lefebvre. Παρόλα αυτά, φαίνεται να προέβλεψε κάτι πολύ πραγματικό. Με παγκόσμιους όρους, η αστικοποίηση δεν υποκατέστησε, φυσικά, την εκβιομηχάνιση· όλα τα προϊόντα που προωθούν την αστικοποίηση κατασκευάζονται κάπου μέσα στην παγκόσμια οικονομία. Παρόλα αυτά, η ανάπτυξη των αστικών ακινήτων -με το gentrification σε εξέχουσα θέση- έγινε τώρα μία κεντρική κινητήρια δύναμη της οικονομικής εξάπλωσης των πόλεων, ένας κομβικός τομέας στις νέες οικονομίες των πόλεων. Μία επαρκής θεωρητική κατανόηση της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας θα πρέπει να ξαναδεί το επιχείρημα του Lefebvre και να διακρίνει τη διορατικότητά του από την υπερβολή του.

17. Glass 1964:xviii
18. DETR 1999
19. Garcia 2001
20. Jones and Varley 1999
21. Garside 1993
22. Thomas 1991
23. Hackworth 2000
24. Hackworth and Smith 2001
25. Fainstein 1994
26. Smith and DiFilippis 1999
27. Smith 1996
28. Πρβλ. Vine 2001
29. DETR 1999
30. Smith and DiFilippis 1999
31. Nijman 2000:575
32. Jones and Ward, περιοδικό Αntipode 2002
33. On the Town 2000:50

Ρενάτο Κούρτσιο: Ψηφιακός Καπιταλισμός. Το Αποικισμένο Μέλλον.

Παρουσίαση και Εισήγηση της Εκδήλωσης – Συζήτησης που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019 στο Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο Vittoria στο Μιλάνο, με αφορμή την κυκλοφορία της τελευταίας κοινωνιο-αναλυτικής έρευνας του Ρενάτο Κούρτσιο με τίτλο: Το αποικισμένο μέλλον. Από τη εικονικοποίηση του μέλλοντος στο εξημερωμένο παρόν (εκδόσεις Sensibili alle Foglie. Μιλάνο, 2019).

Πολύτιμη τροφή για σκέψη από την πρωτεύουσα της Λομβαρδίας, βγαλμένη από την πραγματικότητα που δυστυχώς συνεχίζει να υπάρχει… Μερικές εβδομάδες πριν από το ξέσπασμα της εξελισσόμενης πανδημίας του ιού Covid 19 και την στρατιωτικοποιημένη διαχείριση της υγειονομικής και της επακόλουθης οικονομικής κρίσης που οξύνεται (εκτός των άλλων και) με “πολεμικούς” όρους. Λίγο πριν από το κατώφλι του σταδιακού περάσματος στη δυστοπική οικουμενική συνθήκη της “νέας κανονικότητας”…

Εδώ, στην Αθήνα, στο Μιλάνο, στην Ευρώπη και σ’ όλη την διεθνοποιημένη υδρόγειο του καπιταλιστικού κάτεργου και του ιμπεριαλιστικού σφαγείου. Εδώ και παντού, όπου το πνεύμα και τα σημεία των καιρών (της επίτασης της “απομακρυσμένης εργασίας”, της “τηλε-εκπαίδευσης” και της “τηλε-ιατρικής”, της “διαδικτυακής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας”…), συνηγορούν με αυτό που μας επαναλαμβάνουν ακατάπαυστα και οι καθεστωτικοί αυλικοί: όντως, “τίποτα δεν θα είναι όπως πριν”. Εδώ και παντού, όπου πράγματι, “ο κόσμος που γνωρίζαμε αλλάζει, ο κόσμος που αντέχαμε τελειώνει”. Εδώ και παντού, όπου συνεχίζονται να τίθενται νέα και παλιά, μακάβρια και δυσοίωνα ερωτήματα. Εδώ και παντού, όπου τα πάντα γύρω μας συνεχίζουν να επείγονται -ολοένα και πιο πολύ- για θεωρητικές και πρακτικές απελευθερωτικές απαντήσεις. Εδώ και παντού, όπου παρ’ όλα αυτά, “κι όμως κινείται”…

Μετάφραση στα ελληνικά: Προλεταριακή Πρωτοβουλία. Αθήνα, Μάης 2020.

Παρουσίαση από το Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο Vittoria

Ο κοινωνικός έλεγχος ακολουθεί -κατά βάση- μια ανάπτυξη μέσα στην εξέλιξη της πρωταρχικής και δομικής σύγκρουσης των ασυμφιλίωτων συμφερόντων ανάμεσα στις τάξεις. Όμως, μέσα στην χειροπιαστή πραγμάτωση του, διαφοροποιείται -με ποικίλους τρόπους- σχετικά με τα διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα: οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό.

Κοινωνικός έλεγχος σημαίνει στρατιωτική, αστυνομική, δικαστική καταστολή. Είναι ο εγκιβωτισμός μέσα στις ιδιότητες του εργοστασίου, είναι το ξεδίπλωμα κάθε μορφής σχέσης που εξουδετερώνει κάθε δυνατότητα σύγκρουσης, είναι η αντικειμενική συνθήκη του εκβιασμού μέσα στα χίλια ρυάκια της καπιταλιστικής παραγωγής.

Είναι σε προληπτική μορφή, η κατασκευή ενός φαντασιακού κοινωνικού ακτιβισμού μέσα στον οποίο να αντανακλάται και να γίνονται δικές μας οι αναξιότητες πάνω στις οποίες βασίζεται μια κοινωνία διαιρεμένη σε τάξεις.

Αν αναλογιστούμε την ίδια τη νίκη του Μπερλουσκόνι το 1994, αντιλαμβανόμαστε άμεσα το βάρος όχι τόσο της κατοχής των τηλεοράσεων όσο εκείνης της καταιγιστικής ιδεολογικής καμπάνιας με την προβολή συμπεριφορικών και υπαρξιακών μοντέλων, τέτοιων που να ενισχύουν και να συγκροτούν το ψεύτο-πολιτισμικό εποικοδόμημα ενός οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου υπέρ-φιλελεύθερου, ατομικιστικού και σεξιστικού.

Η πραγματικότητα όμως έχει πλέον μεταβληθεί. Θα ήταν μυωπική μια ανάγνωση του παρόντος με τα μάτια του νεολαίου μετανάστη εργάτη (…από τη νότια Ιταλία) στη Fiat που συγκρούεται θαρραλέα ενάντια στην αστυνομία στη λεωφόρο Traiano του Τορίνο, τον Ιούλη του 1969, η οποία είχε σταλθεί από τον αφέντη Ανιέλι για να καταστείλει και -ακριβώς- να ελέγξει την εργατική βάση που είχε εξεγερθεί.

Ο κοινωνικός έλεγχος του νέου αιώνα ποτέ δεν ήταν και -ακόμα περισσότερο σήμερα- δεν είναι η απλή επικάλυψη κατασταλτικών επιπέδων απέναντι στα οποία ν’ αντισταθούμε αλλά -μένοντας ενήμερη- εκτός από τη χρήση του προαναγγελθέντος συνηθισμένου οπλοστασίου, καθίσταται σε όλο και πιο πειστική, εξαπλωμένη και καθημερινά διεισδύει ολικά στις ζωές μας, χρησιμοποιώντας κάθε δυνατότητα που προσφέρεται στην εξουσία από τις νέες τεχνολογίες.

Εκμεταλλεύεται το διαδίκτυο οριοθετώντας ένα συλλογικό φαντασιακό ψευτοελευθερίας και αξιοποίησης ενός πλαστού ατομικού πρωταγωνιστισμού, μιας νέας μορφής ψεύτικης “συμμετοχής” ώστε να κατευθύνει τις συνειδήσεις και να κατασκευάσει την εικόνα μιας κοινωνίας συναίνεσης και “εθελοντικής” συμμετοχής σε ένα σχέδιο ελέγχου σε παρόντα χρόνο, το οποίο -από τη μια πλευρά- αναθέτει στον ελεγκτή κάθε εξουσία ενώ ταυτόχρονα εξορίζει τον ελεγχόμενο στην “ελευθερία” της πληκτρολόγησης ενός “like” ή την επιλογή κάποιου “influencer” ως δικού του σημείου αναφοράς…

Σε όλα τα προηγούμενα κείμενα που παρουσιάσαμε –στην Εικονική Αυτοκρατορία, την Ψηφιακή Ηγεμονία, την Τεχνητή Κοινωνία και τον Κυρίαρχο Αλγόριθμο- ο Ρενάτο, συνοπτικά, μελετάει και εμβαθύνει την ελκτική ικανότητα, τη σχέση και το επίπεδο διάδρασης ανάμεσα στον άνθρωπο και τα πληροφορικά εργαλεία.

Ηλεκτρονικοί υπολογιστές, έξυπνα κινητά, ταμπλέτες κλπ… H καθημερινή -μέχρι ψυχαναγκασμού- χρήση με την οποία -όμως- ο άνθρωπος χρησιμοποιείται για τη συλλογή δεδομένων του και την κλοπή των γενικών χαρακτηριστικών και τάσεων, έτσι ώστε εν συνεχεία να πλαστούν και να κατευθυνθούν μέσα σε ένα είδος σταδιακής κλιμάκωσης της Μαρξιστικής έννοιας των “προκληθέντων αναγκών” και όχι μόνο.

Αναλύει λεπτομερώς τον τρόπο έναρξης της διαδικασίας ψηφιοποίησης της καπιταλιστικής προσταγής επάνω σ’ ολόκληρη την κοινωνία και τις ζωές μας, φτάνοντας να προσδιορίσει ξεκάθαρα το ρόλο του κοινωνικού ελέγχου που προέρχεται από τη συμβίωση του ανθρώπου με τον μηχανισμό πληροφορικού ελέγχου που βρίσκεται στα χέρια της καπιταλιστικής προσταγής, ελέγχοντας τους χρόνους εργασίας και τους ρυθμούς ζωής του εργαζομένου.

Με αυτό το νέο κείμενο του, ο Ρενάτο Κούρτσιο πάει πio πέρα και εισέρχεται στον πυρήνα αυτού που μας προτείνεται και μας προσφέρεται σαν ένας νεωτερισμός, σαν μια γλυκαντική “αντικειμενική” νεωτερικότητα, έτσι ώστε να κρυφτεί η σκλήρυνση και ο αποικισμός των ζωών μας που σκοπεύει στην παραγωγή κέρδους.

Όμως ο Ρενάτο πάει ακόμα πιο πέρα και ξεκινάει να αποσαφηνίζει -όσο αυτό είναι δυνατό- ένα σενάριο που βλέπει τη διασύνδεση της αποστείρωσης της κριτικής σκέψης με μια επεκτεινόμενη και επιβαλλόμενη ανθρωπολογική μεταβολή, η οποία ξεφεύγει από το Δαρβινικό μονοπάτι της εξελεγκτικής ανάπτυξης.

Ένα μέλλον που έχει ήδη ξεκινήσει χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε πλήρως και του οποίου δεν καταφέρνουμε ακόμα ν’ αντιληφθούμε τα πιθανά όρια και τις μετεξελίξεις του, έτσι ώστε να μπορούμε να το θέσουμε υπό αμφισβήτηση και να το αντιμετωπίσουμε με τα πόδια γειωμένα μέσα στην πάλη των τάξεων.

Η μεγάλη αναλυτική ικανότητα του Ρενάτο Κούρτσιο θα μας συνοδεύσει σε αυτή τη σκέψη, σε μια απόπειρα να δοθούν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτηματικά.

… “Μέσα στο ακρο-καπιταλιστικό πλαίσιο που ζούμε, η ψηφιακή ολιγαρχία, λαμβάνοντας εκ των πραγμάτων τις κατευθυντήριες αποφάσεις της διανθρωπιστικής ιδεολογίας, έβαλε ως σκοπό τον αποικισμό του πλανήτη, ξεπερνώντας οριστικά τα όρια του ανθρώπινου. Ενώπιον αυτής της προοπτικής, φαντάζουν τουλάχιστον αφελείς οι κατευθύνσεις εκείνων που προτείνουν τον εξανθρωπισμό των ψηφιακών τεχνολογιών, της τεχνητής νοημοσύνης, των οχυρώσεων της “ασφάλειας”, της γενετικής και της κοινωνικής μηχανικής, έτσι ώστε να συγκρατηθούν “μέσα στα όρια της δημοκρατίας”. Αντίθετα, μοιάζει επείγουσα και αναγκαία η αρχή μιας συζήτησης για απο-αποικιοποίηση του διαδικτύου και του φαντασιακού”…

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019 στις 21.00

στο Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο (CSA) Vittoria

οδός Friuli και Muratori γωνία, Μιλάνο.

Πηγή: www.csavittoria.org

___________________________________________

Εισήγηση του Ρενάτο Κούρτσιο

Θα ήθελα να ξεκινήσω με δυο αποσπάσματα από δυο συνεντεύξεις που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα στον ιταλικό και το διεθνή Τύπο. Πρόκειται για λίγες γραμμές, αλλά νομίζω ότι μπορούν να μας εισάγουν καλά στο θέμα που θα προσπαθήσουμε -κατά κάποιο τρόπο- να διηγηθούμε.

Η πρώτη είναι του Leonard Kleinrock, ενός ανθρώπου σημαντικού στην ιστορία του Ίντερνετ, ή μάλλον θα μπορούσε να ειπωθεί του πρώτου ανθρώπου του: είναι εκείνος ο ερευνητής που το 1969 κατάφερε να φέρει για πρώτη φορά σε επαφή δυο ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Έπειτα, για πολλά χρόνια δούλεψε στα πρώτα σχέδια γέννησης του δικτύου και είναι γνωστός στους φοιτητές όλων των πανεπιστημίων αφού πρόκειται για τον ιδρυτή της πληροφορικής ως ακαδημαϊκού μαθήματος. Μέσα στον Οκτώβριο δήλωσε: “Το δικό μας Ίντερνετ ήταν ηθικό, έμπιστο, δωρεάν, κοινόχρηστο. Σήμερα από έγκυρος ψηφιακός πόρος έχει μετατραπεί σε πολλαπλασιαστή αμφιβολιών, από μέσο διαμοιρασμού σε εργαλείο με μια σκοτεινή πλευρά. Το Ίντερνετ δίνει τη δυνατότητα να προσεγγιστούν εκατομμύρια χρηστών με μηδέν κόστος και ανώνυμα. Γι’ αυτό το λόγο είναι ιδανικό για μοχθηρά πράγματα: αποστολή spam, τέλος της ιδιωτικότητας (privacy), ιοί, κλοπή δεδομένων, πορνογραφία, παιδεραστία, fake news. Το πρόβλημα γεννήθηκε όταν υπήρξε η θέληση για τη νομισματοποίηση του: ένα δημόσιο αγαθό μετατράπηκε σε κάτι με ιδιωτικούς σκοπούς που δεν έχει την ίδια με την παρελθούσα ταυτότητα του”. Επομένως, ο Kleinrock δηλώνει ότι υπάρχουν δυο φάσεις: μια πρώτη που γεννήθηκε το Ίντερνετ ως επιστημονικό και ερευνητικό σχέδιο -το οποίο όμως είχε ένα δημόσιο σκοπό- και μια δεύτερη που κάποιος άρχισε να το νομισματοποιεί και έτσι μετατράπηκε σε κάτι το “μοχθηρό”.

Ο Edward Snowden, τον οποίο όλοι γνωρίζουμε, σε μια άλλη συνέντευξη συνόψισε -με τον ακόλουθο τρόπο- τη δική του οπτική γωνία:

“Στις απαρχές του, το Ίντερνετ ήταν ο χώρος όπου όλοι ήταν ίσοι, ένας χώρος αφιερωμένος στη ζωή, την ελευθερία και την αναζήτηση της ελευθερίας. Σύντομα όμως, το Ίντερνετ αποικίστηκε από τις κυβερνήσεις και τις μεγάλες εταιρίες για την απόσπαση κέρδους και εξουσίας. Σήμερα, το Ίντερνετ είναι αμερικάνικο, τόσο ως υποδομή όσο και ως λογισμικό. Οι βασικές εταιρίες (Google, Facebook, Amazon) είναι αμερικάνικες και επομένως υποκείμενες στην αμερικάνικη νομοθεσία. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι είναι υποκείμενες σε μυστικές πολιτικές, αμερικάνικες μυστικές πολιτικές, οι οποίες επιτρέπουν στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να επιτηρεί εικονικά κάθε άντρα, γυναίκα και παιδί που χρησιμοποίησε έναν υπολογιστή ή έκανε ένα τηλεφώνημα, να διατηρεί σε διαρκή μνήμη, δηλαδή να αποθηκεύει όλα τα πιθανά δεδομένα, για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο, μέχρι και για πάντα. Μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001 περάσαμε από την παραδοσιακή στοχευμένη υποκλοπή σε μια κυριολεκτική μαζική επιτήρηση. Σήμερα πλέον η μαζική επίτηρηση είναι μια διαδικασία ατέλειωτης καταγραφής. Θα ήταν μια τραγωδία αν συνηθίζαμε στην ιδέα μια διαρκούς και γενικευμένης επιτήρησης: αυτιά που τα ακούνε όλα, μάτια που τα βλέπουνε όλα, μνήμη σε διαρκή επιφυλακή”.

Επομένως, ο Kleinrock και ο Snowden συμφωνούν ως προς το βασικό παράδειγμα παρουσίασης της ιστορίας του Ίντερνετ: υπήρξε μια πρώτη φάση όπου όλα ήταν ωραία, καθαρά, διάφανα, διαυγή, δημόσια και μια δεύτερη φάση στην οποία η νομισματοποίηση ή και οι στρατηγικές ανάγκες, διαμόρφωσαν τη συνθήκη για αυτό το πέρασμα στη νομισματοποίηση και τη μαζική επιτήρηση.

Όποιος και όποια παρακολουθεί τη δουλειά που κάνω τα τελευταία χρόνια γύρω από αυτά τα θέματα, ξέρει ότι οι κριτικές του Snowden και του Kleinrock αποτελούν ουσιαστικά την ερευνητική διαδρομή που έχουμε διανύσει από το 2015. Με χαροποιεί το γεγονός ότι ο ιδρυτής του Ίντερνετ, σήμερα συμφωνεί με την ριζοσπαστικότερη κριτική που έχει αναπτυχθεί. Παρ’ όλα αυτά, το διαδίκτυο σήμερα δεν βρίσκεται πλέον στη δεύτερη φάση, δεν είναι εκείνη η κόλαση που περιγράφεται μετά από μια αρχική περίοδο της Εδέμ. Σήμερα το Ίντερνετ έχει κάνει ένα ποιοτικό βήμα εξαιρετικά αξιοσημείωτο και εξαιρετικά καλυμμένο: αξιοσημείωτο γιατί μετατρέπει την ικανότητα του για αποικιοποίηση τόσο του διαδικτύου όσο και του φαντασιακού των πολιτών, καλυμμένο γιατί μια μεγάλη καμπάνια για την οικοδόμηση της πολιτισμικής ηγεμονίας αναπτύχθηκε από τους μεγάλους δημοσιογραφικούς ομίλους καθώς και στο πεδίο των εκδόσεων, με σκοπό να παρουσιάσουν το πρόσωπο του Ίντερνετ ως το πρόσωπο του μέλλοντος, της προόδου, της επιστήμης. Άρχισε λοιπόν να τίθεται επί τάπητος ένα σημαντικό παράδειγμα: εκείνο της κυριαρχίας της επιστημονικής σκέψης έναντι των ηθικών δισταγμών, οι οποίοι ωθούν πολλά άτομα να είναι αναποφάσιστα ως προς την εκτίμηση και την κρίση τους. Η δουλειά που σας φέρνω είναι μια αντανάκλαση των σημείων κλειδιών αυτού του ποιοτικού άλματος, μια αντανάκλαση που ακολουθήσαμε πέρυσι κατά τη διάρκεια δυο [κοινωνιο-αναλυτικών] εργοταξίων στη Ρώμη και το Μιλάνο.

Από τεχνική και επιστημονική πλευρά, αυτό το ποιοτικό πέρασμα έγκειται σε μια τεχνολογική καινοτομία μεγάλου εύρους: συνδέεται με την εφεύρεση των προγνωστικών αλγορίθμων, ικανών να δουλέψουν πάνω σε μεγάλους όγκους δεδομένων ώστε να προκύψουν κατασκευές εικονικής πραγματικότητας, οι οποίες -εκ πρώτης όψεως– αφορούν το μέλλον, αλλά που ουσιαστικά αποτελούν συνθήκη του παρόντος. Για να το εξηγήσω καλύτερα.

Όταν σκεφτόμαστε το μέλλον το σκεφτόμαστε με το δικό μας πολιτισμικό εφόδιο που είναι εκείνο του εικοστού, του δέκατου ένατου και όλων των προηγούμενων αιώνων. Το σκεφτόμαστε ως κάτι γραμμικό πιο πίσω από σήμερα, το μέλλον είναι από αύριο και μετά. Όταν όμως οι προγνωστικοί αλγόριθμοι σκέφτονται το μέλλον, δεν το σκέφτονται μ’ αυτό τον τρόπο: δεν είναι αύριο, είναι σήμερα, ή μάλλον είναι χθες. Το μέλλον που προσπαθούν να κατασκευάσουνε εδράζει σε όλα αυτά που εμείς εναποθέσαμε στις τράπεζες δεδομένων των servers που τους κατασκευάσανε. Αυτή η μάζα πληροφοριών περιέχει μοτίβα προσανατολισμού, επιθυμίας, προσδοκίας, μοτίβα συμπεριφοράς που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για λογαριασμό των ίδιων των ατόμων που τα παρήγαγαν: μοτίβα που μπορούν να γίνουν νοητά ως μηχανικές κατασκευές εικονικής πραγματικότητας προς εφαρμογή, αφού ήδη έχουν εφαρμοστεί μέσα στις προσδοκίες των ατόμων.

Θα προσπαθήσω να βγω λίγο από τη γενική συζήτηση έτσι ώστε να σας κάνω να δείτε τον τρόπο με τον οποίο αυτό το νέο παράδειγμα, το οποίο επιτρέπει την πραγματοποίηση του μέλλοντος στις παραγωγικές δραστηριότητες του παρόντος, επιτρέπει δηλαδή να δοθεί σε όποιον ζητάει αυτό που ζητάει, να του δοθεί ακριβώς αυτό που εκείνος επιθυμεί, αυτό που το ίδιο το νέο παράδειγμα κατασκεύασε μέσα από το σύστημα του έξυπνου μάρκετινγκ, που δημιουργήθηκε στη βάση των υπαρχόντων ικανοτήτων και δυνατοτήτων και εργάζεται για την επιβολή μια πολιτισμικής κατεύθυνσης και στη δική μας κοινωνική ζωή. Θα επιλέξω δυο πεδία που μοιάζουν πάρα πολύ απομακρυσμένα από την καθημερινότητα μας αλλά που απεναντίας δεν είναι διόλου μακριά: τη γενετική μηχανική και την τεχνητή νοημοσύνη.

Ανάμεσα στα 1990-91 πυροδοτήθηκε μια σημαντική διεθνής συζήτηση γύρω από τη φιγούρα του Craig Venter, ενός επιστήμονα που αφού δούλεψε για το υπουργείο Υγείας των ΗΠΑ, το 1991 πέρασε στον ιδιωτικό τομέα, ιδρύοντας διάφορα ινστιτούτα και εταιρίες με σκοπό την υλοποίηση σχεδίων παρεμβολής στο DNΑ, παίρνοντας μαζί του τα 30.000 γονίδια που αυτός είχε ανακαλύψει κατά τη διάρκεια των χρόνων συνεργασίας του με τους δημόσιους φορείς.

Το 2000 μια από αυτές τις επιχειρήσεις, η Celera Genomics, ανακοίνωσε την πρώτη διατύπωση της ακολουθίας του ανθρώπινου γονιδιώματος: από εκεί κι έπειτα εκφράστηκαν -από πολλές πλευρές- ανησυχίες σχετικά με τις προθέσεις για κατοχύρωση ολόκληρου το ανθρώπινου γονιδιώματος. Το ζήτημα έγκειται στο γεγονός ότι από τη δεκαετία του 1990, η γενετική μηχανική εργάζεται για τη συλλογή των δεδομένων του DNA του παγκόσμιου πληθυσμού, με μια επένδυση αξίας εκατομμυρίων δολαρίων. Πρόκειται για μια διαδικασία που κατασκευάστηκε μέσω του Ίντερνετ αφού από ένα σημείο κι έπειτα ο Venter είχε ανάγκη από μια μεγάλη ισχύ υπολογισμών και υποδομών, έτσι ώστε να προχωρήσει σε μεγάλους αριθμούς συλλογής DNA. Έτσι, το 2005 υπέγραψε μια συμφωνία με την Google, η οποία είναι σήμερα ο μεγαλύτερος συλλέκτης DNA σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπάρχουν ιστοσελίδες, όπως π.χ το 23andMe, όπου με 99 δολάρια σάς δίνουν το -σχεδόν πλήρες- πλαίσιο του DNA σας. Δεν μπορούν να σας το δώσουν πλήρες αφού οι υγειονομικοί θεσμοί -από το 2013- τους το απαγορεύουν, έτσι ώστε να μη δημιουργείται ανησυχία από τις διαγνώσεις.

Σήμερα, το DNA αποτελεί τη γη της επαγγελίας για τους συνωμοσιολόγους. Στο Ίντερνετ υπάρχουν άπειρα γραφεία που αναλαμβάνουν να σας στείλουν στο σπίτι ένα τεστ με το οποίο δίνετε το DNA σας, παίρνοντας για αντάλλαγμα μια εξατομικευμένη δίαιτα. Το ίδιο ισχύει και για την καταπολέμηση της φαλάκρας. Υπάρχουν μέχρι και εστιατόρια στην Ιαπωνία που φτιάχνουν μερίδες sushi, βασισμένες στις διατροφικές ανάγκες του πελάτη που προκύπτουν από την ανάλυση του DNA το οποίο και δίνει, μέσω ενός τεστ, τη στιγμή της παραγγελίας. Υπάρχουν τηλεοπτικά προγράμματα, όπως το “Βρίσκοντας τις Ρίζες Σου” [“Finding Your Roots”], όπου αναλύοντας το DNA διηγούνται τις ιστορίες της γενετικής γενεαλογίας των ατόμων.

Στο εργοτάξιο που στήσαμε στη Ρώμη, μια κοπέλα που σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο της Tor Vergata εξήγησε ακριβώς αυτόν τον τύπο δουλειάς που έκανε. Είναι ξεκάθαρο ότι σε μια πολύπλοκη κοινωνία όπως η σημερινή, με ανθρώπους που φτάνουν από όλες τις ηπείρους, για πολλούς θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουν ποιος ήταν ο παππούς τους ή αν κατάγονται από την Κένυα αντί από την Ιρλανδία ή την Ιταλία. Όμως όλο αυτό είναι λειτουργικό για μια γιγαντιαία συλλογή DNA. Ποιος είναι λοιπόν ο σκοπός αυτής της συλλογής;

Όπως έχει εξηγήσει ο Venter σε διάφορα κείμενα του, πειράματα έχουν ήδη γίνει. Για παράδειγμα, στα ζώα, έχοντας πολλά δεδομένα στη διάθεσή τους, είναι εφικτή η παρέμβαση: ένα σχέδιο σκόπευε στη δημιουργία γενετικά τροποποιημένων χοιρινών που να διαθέτουν πνεύμονες, καρδιά και συκώτι που να μπορεί να μεταμοσχευθεί σε ανθρώπινα όντα. Επομένως, όλη η δουλειά που γίνεται γύρω από το DNA δεν είναι μια επιχείρηση που έχει να κάνει μονάχα με την γενική ιδέα της χαρτογράφησης και γνώσης ή με την απαραίτητη μελέτη για τη πρόληψη γενετικών ασθενειών, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ, οι οποίες θα μπορούσαν να θεραπευτούν μέσω μιας παρέμβασης στο DNA. Έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Για παράδειγμα, στη Κίνα ο He Jiankui, ένας επιστήμονας από το σημαντικότερο κινέζικο πανεπιστήμιο με έντονη διεθνή επιρροή, δηλαδή από το πανεπιστήμιο Shenzhen, είχε δηλώσει το 2018 -αρχικά σε ένα ακαδημαϊκό συνέδριο κι έπειτα στο Ίντερνετ- πως είχε πραγματοποιήσει την πρώτη επέμβαση -μέσω γενετικής μετάλλαξης- σε ανθρώπινα έμβρυα [1].

Το επιστημονικό πείραμα επιτεύχθηκε, υπήρξε όμως -σε ηθικό επίπεδο- έντονη αμφισβήτηση. Παρ’ όλα αυτά, το πρόβλημα που σας θέτω είναι πολύ απλό: ξέρουμε από τους καιρούς που ήδη έχουν υπάρξει πως όταν μια επιστημονική επιχείρηση είναι εφικτή, τότε αυτή θα εφαρμοστεί. Μπορεί κάποιοι να είναι σύμφωνοι και άλλοι όχι. Δεν θα είναι όμως τα ηθικά εμπόδια εκείνα που θα παρεμποδίσουν κάτι. Δεν υπήρξαν ηθικά εμπόδια για να παρεμποδίσουν τα χαλυβουργεία Krupp από το να πάνε και να επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή που να απέτρεψαν για μερικά -άλλοι λένε για περισσότερα- χρόνια επιστήμονες, τεχνικούς, εργάτες και εργαζόμενους από το να κατασκευάσουνε -υπό άκρα μυστικότητα- την ατομική βόμβα. Έπειτα, η ατομική βόμβα εκρήγνυται και τότε διαπιστώνεται ότι οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές. Ανακαλύπτονται τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τότε διαπιστώνεται ότι οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές. Οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές αλλά η Bayer πουλάει ακόμα ασπιρίνη, δεν άλλαξε καν όνομα. Κι όμως είναι η εταιρεία που έφτιαξε το Zyklon B, το τοξικό αέριο που δολοφόνησε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Σήμερα βρισκόμαστε ακριβώς στην ίδια συνθήκη: τότε φτιάχτηκε το Zyklon B, φτιάχτηκε η ατομική βόμβα. Σήμερα γίνεται όλη αυτή η δουλειά πάνω στο DNA. Μια διαδικασία που κινείται προς την κατεύθυνση του μετανθρώπινου, στην διανθρωπιστική προοπτική με τις διάφορες μορφές “ενδυνάμωσης” των ανθρώπινων όντων. Πειραματισμοί που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος μέσα στη “γκρίζα” ζώνη των στρατιωτικών και των αθλητικών θεσμών.

Αυτή η διαδικασία γενετικής μηχανικής είναι εξαιρετικά αξιοσημείωτη αφού περνάει μέσα από την υποδομή του Ίντερνετ, κατασκευάζεται από δημόσιες και ιδιωτικές εταιρίες αλλά ταυτόχρονα πραγματοποιείται από εμάς, αφού είμαστε εμείς οι ίδιοι που τη φτιάχνουμε. Με αυτό θέλω να θέσω μια πρώτη ισχυρή ιδέα γύρω από αυτό το σκεπτικό: είναι καλό που αναλύουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία ζούμε και τον τρόπο με τον οποίο αυτά δουλεύουν, κυρίως όμως είναι ακόμα καλύτερο να μην απεκδυόμαστε τη δική μας ευθύνη για τη λειτουργία τους. Γιατί η λειτουργία αυτών των πλαισίων, με αυτόν τον τρόπο, γίνεται εφικτή επειδή εμείς οι ίδιοι κάνουμε κινήσεις που επιτρέπουν σε αυτά τα πλαίσια να λειτουργούν κατά αυτόν τον τρόπο.

Σε αυτό το σημείο θα ξεκαθαρίσω αυτή τη σκέψη μετακινούμενος στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία δεν ζει στα εργαστήρια αλλά στα έξυπνα κινητά τηλέφωνα. Κάθε έξυπνο κινητό είναι γεμάτο από εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης. Θα αναφέρω μερικά: όταν πληκτρολογείτε ένα πλήκτρο, τη γραφή την διαχειρίζονται προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης που μπορούν να διορθώσουν αλλά και να εκτελέσουν και άλλες λειτουργίες, όπως το να γράψουν ένα άρθρο που έχει κυκλοφορήσει σε μια αθλητική εφημερίδα με μια υπογραφή ή ακόμα κι ένα ολόκληρο βιβλίο: υπάρχουν εκδότες που εκδίδουν -χωρίς να το λένε- βιβλία γραμμένα από αλγορίθμους, σχετικά με είδη γραφής που μπορούν να είναι εξαιρετικά τυποποιημένα. Όταν χρησιμοποιείτε τον εντοπισμό, οι χάρτες που χρησιμοποιείτε δεν είναι παρά ένα λογισμικό με τεράστια συμπύκνωση τεχνητής νοημοσύνης. Ο εντοπισμός δεν υπάρχει μέσα στο έξυπνο κινητό σας αλλά σε ένα δορυφορικό σύστημα τριγωνισμών και υπολογισμών, οι οποίοι γίνονται σχετικά με εσάς και τη συσκευή σας, σ’ ένα μακρινό και αδιαπέραστο έδαφος. Ο κωδικός ασφαλείας με τον οποίο ξεκλειδώνετε τη συσκευή σας, το ψηφιακό ή το ηχητικό αποτύπωμά σας, είναι κι αυτά εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης.

Για να είμαστε ακριβέστεροι, πρόκειται για εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης που έχουν ανάγκη να χρησιμοποιηθούν από κάποιον έτσι ώστε να τελειοποιηθούν. Είναι σαν τους μαθητές που έχουν ανάγκη από κάποιον για να τους διδάξει. Και ποιος τους διδάσκει; Όποιος τους χρησιμοποιεί. Αν εγώ πω “Siri παρήγγειλε μου ένα καφέ από το μπαρ”, τότε εγώ γίνομαι προπονητής ενός εξαρτήματος τεχνητής νοημοσύνης. Τον περασμένο Ιούλιο, η εφημερίδα Guardian κατήγγειλε την ύπαρξη εταιρειών στις οποίες ανατίθενται οι εργασίες επεξεργασίας αυτών των αλγορίθμων αφού η Alexa, η Siri, η Cortana κλπ είναι σχετικά νεαρές και κάνουν ακόμα πολλά λάθη. Για παράδειγμα, μπορεί να μην καταλάβει ότι μια αρθρωμένη λέξη δεν είναι ίδια με το συνθηματικό “Γεια σου Siri”. Έτσι, μπορεί ν’ ανάψει και πιθανότατα μπορεί να ηχογραφεί για ολόκληρες ώρες, ενώ ο κοινός χρήστης της ούτε καν το αντιλαμβάνεται. Επομένως πρέπει να βελτιωθεί η εκπαίδευση τους. Αυτή τη δουλειά την αναλαμβάνουν άλλες εταιρίες. Η Apple, η Amazon κλπ παραδίδουνε σε άλλες επιχειρήσεις αυτές τις ηχογραφήσεις έτσι ώστε να τις επεξεργαστούν και να αντιληφθούν τις διαδικασίες που απαιτούνται για τη βελτίωσή τους. Υπό αυτήν την έννοια, αυτοί που βελτιώνουν τα εξαρτήματα είμαστε εμείς οι ίδιοι: όσο μεγαλύτερη συλλογή φωνητικών μηνυμάτων υπάρχει τόσο διογκώνεται το υλικό για τη βελτίωσή τους, Επομένως μετατρεπόμαστε σε εργαζόμενους εν αγνοία μας. Άμισθοι εργαζόμενοι, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Δουλεύουμε για να παραχθεί η βελτίωση ενός εξαρτήματος που χρησιμοποιούμε, από το οποίο και θα εξαρτιόμαστε όλο και περισσότερο. Αυτός είναι ένας κύκλος εξαιρετικά αξιοσημείωτος.

Οι συμβουλές για το ηλεκτρονικό εμπόριο της Netflix, της Amazon κλπ αποτελούν εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης. Όποιος έχει χρησιμοποιήσει το Netflix, ξέρει ότι πριν ακόμα σου δώσει τη δυνατότητα εγγραφής σε ρωτάει: “Πες μου μια κινηματογραφική ταινία ή μια τηλεοπτική σειρά που σου αρέσει”. Αυτό το κάνει γιατί είναι η ερώτηση από την οποία κι έπειτα αρχίζει να δουλεύει ο αλγόριθμος τεχνητής νοημοσύνης.

Αρχίζω να μαθαίνω ότι σου άρεσε μια ερωτική, δραματική ή μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Έπειτα, σου λέω “εγγράψου” για να μου κάνεις μια παραγγελία. Έτσι, έχω ήδη δυο στοιχεία για εσένα, μετά τρία και μετά πέντε. Έπειτα, θα σου προτείνω εγώ -με βάση αυτά τα πέντε στοιχεία- μια σειρά πραγμάτων που διαθέτω και τα οποία -ενδεχομένως- να σ’ ενδιαφέρουν. Εσύ θα μου πεις ναι ή όχι. Έτσι, εγώ θα έχω περισσότερη γνώση σχετικά με τις κινηματογραφικές, μουσικές κλπ προτιμήσεις σου. Όλο αυτό όμως είναι κάτι που δεν γίνεται από ανθρώπινα όντα άλλα από μηχανές, από λογισμικά τα οποία εμείς -μέσα από τη χρήση τους- τα τελειοποιούμε.

Αυτή είναι η παραγωγή του μέλλοντος. Ένας προγνωστικός αλγόριθμος ενώ οικοδομεί τη γνώση του γύρω από το άτομο ταυτόχρονα σχηματίζει και την πρόταση που έχει να του κάνει, την ιδέα που έχει να του προσφέρει -με βάση μια πληρέστερη γνώση γύρω από τις κλίσεις του- για το προϊόν προς πώληση. Σε τέτοιο βαθμό που το Netflix, μιας και το αναφέραμε, μπορεί ν’ αποφασίσει τι να παράξει, έχοντας ξεκάθαρη εικόνα των χρηστών, των τάσεων και των αριθμών. Δηλαδή, μπορεί ν’ αποφασίσει να προτείνει μια σειρά που έχει βγει από το παρελθόν αλλά είναι το μέλλον, η οποία θα βγει σε τρεις μήνες αλλά έχει ήδη διαμορφωθεί από εμάς τους ίδιους.

H συγκεκριμένη προσέγγιση μπορεί να εφαρμοστεί και εφαρμόζεται ήδη και στο σύστημα πολιτικής επικοινωνίας. Σήμερα στην Ιταλία έχουμε ήδη τρεις τέτοιες: τη λεγόμενη bestia [θηρίο] του Σαλβίνι, την πλατφόρμα Russeau των 5 Αστέρων και τώρα και τη αμερικάνικη υποδομή του Ρέντζι, ο οποίος χρησιμοποιεί το λογισμικό που δημιουργήθηκε από την Cambridge Analytica.

Δεν μ’ ενδιαφέρει να εστιάσω στο πολιτικό στοιχείο. Θέλω να υπογραμμίσω το γεγονός ότι υπάρχουν πρακτορεία που η δουλειά τους είναι η χρήση προγνωστικών αλγορίθμων για την ιχνογράφηση των ατόμων και η πώληση αυτής της μάζας πληροφοριών. Έτσι λοιπόν, κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η πρόβλεψη λέει ότι -μεταξύ του διαδικτυακού λαού- σχετικά με ένα συγκεκριμένο μικροπρόβλημα επικρατεί και μια συγκεκριμένη τάση. Έτσι, το κοινωνικό προφίλ του πολιτικού στις 14:25 θα ποστάρει ένα συγκεκριμένο tweet, στις 16:27 το πρόβλημα θα είναι κάποιο άλλο και θα υπάρξει ένα αντίστοιχο ποστάρισμα κοκ. Είναι ξεκάθαρο ότι ο επικαθορισμός της κοινής γνώμης διεξάγεται και από τις υποδομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και των ΗΠΑ για τη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης κατεύθυνσης της κοινής γνώμης για ολόκληρους πληθυσμούς. Το ίδιο πράγμα κάνει και η Ρωσία…

Η Τεχνητή Νοημοσύνη ισοδυναμεί και με συνταρακτικότερα δεδομένα. Στις ΗΠΑ, σε μερικές Πολιτείες υπάρχει ένα λογισμικό που κρίνει αν το άτομο που έχει συλληφθεί μπορεί να τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό ή αν θα πρέπει να πάει φυλακή. Πρόκειται για έναν αλγόριθμο που αναλύει συνολικά την ιστορία του συγκεκριμένου ανθρώπου, τα ενδεχόμενα γεγονότα που τον έχουν φέρει και πάλι σε επαφή με το νόμο, διασταυρώνει τα δεδομένα και στο τέλος εκθέτει μια κρίση: το λογισμικό αποφασίζει, ο δικαστής εγκρίνει. Φυσικά, αυτός που αντέδρασε πρώτος ήταν ο κλάδος των δικηγόρων, οι οποίοι αναρωτήθηκαν ποια είναι εντέλει η δική τους δουλειά αν όλα γίνονται τόσο αυτόματα, χωρίς καν να συζητιούνται. Ζήτησαν να μπορούν τουλάχιστον να διαβάζουν τα κριτήρια με βάση τα οποία ο αλγόριθμος βγάζει την απόφασή του. Κι όμως, ούτε αυτό δεν έγινε δεκτό αφού το λογισμικό ανήκει σε μια ιδιωτική εταιρία και καλύπτεται από κρυφή κατοχυρωμένη πατέντα. Βρισκόμαστε ενώπιον της πραγματικότητας όπου για πρώτη φορά στην ιστορία, οι άνθρωποι κρίνονται από μηχανές, από λογισμικά και όχι από άλλα ανθρώπινα όντα [2].

Χωρίς ν’ αναφερθούμε -στο βιβλίο, αναλύεται και αυτή η όψη- στο γεγονός πως το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης συνδέεται με τη “μοναδικότητα”, μ’ εκείνο το όριο της ασυνέχειας έπειτα από το οποίο μπορεί να προκύψει η “έκρηξη” της, με την ανάπτυξη της να ξεφεύγει από την ανθρώπινη ικανότητα πρόβλεψης των επόμενων μετεξελίξεων της. Εδώ πλέον μπαίνουμε σε μια νέα εποχή που ορίζεται ως μετανθρώπινη.

Μπορούν να δοθούν πολλά ακόμα παραδείγματα. Αυτό όμως που θεωρώ σημαντικό να τονιστεί και στις δυο περιπτώσεις (τόσο στη συλλογή του DNA όσο και στην ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης) είναι η ενεργή ανάμειξη του χρήστη στον αποικισμό. Χρησιμοποιώ τη λέξη αποικισμός γιατί μιλάμε ακριβώς για μια αποικιακή διαδικασία, μέσω της οποίας μια εξουσία στρέφεται προς ένα έδαφος και προς τα ανθρώπινα όντα που βρίσκονται σε αυτό το έδαφος, ώστε να τους αφομοιώσει. Γνωρίζουμε ότι όλοι οι αποικισμοί του κόσμου λειτούργησαν μέσα από την καταστροφή του πολιτισμού των λαών, των εθνοτήτων, των τοπικών παραδόσεων, των εθίμων και των ιστοριών. Έρχεται δηλαδή μια εξουσία και σου λέει: σε αυτόν εδώ τον τόπο θα κάνουμε μια πανέμορφη φυτεία τσαγιού, γιατί το τσάι χρειάζεται στην Αγγλία. Μετά θα σου πει: Δεν σου αρέσει το τσάι; Πως κι έτσι; Δοκίμασε το και θ’ αρχίσω να το πουλάω και σε σένα. Η αποικιακή διαδικασία είναι μια διαδικασία αφομοίωσης στον πολιτισμό του αποίκου. Αυτόν τον κύκλο μπορούμε να τον μελετήσουμε αρχικά με τον Χριστόφορο Κολόμβο στη προκολομβιανή Αμερική, κι έπειτα στην Αφρική, στην Ινδία και όπου αλλού θέλετε. Παντού, θα βρούμε αυτή τη λογική, μέσα από την οποία μια εξωγενής εξουσία παρεμβαίνει σ’ ένα ανθρώπινο και φυσικό έδαφος και το αφομοιώνει στους δικούς της σχεδιασμούς. Εδώ το έδαφος είναι το δίκτυο, ένα έδαφος που στο προηγούμενο βιβλίο [3] το ονομάσαμε ήπειρο, μια ψηφιακή ήπειρο που δεν συμπίπτει με τις εθνικές διαστάσεις. Αναμφίβολα, το πρόβλημα του αποίκου είναι η επιβολή του στο έδαφος αλλά το κυριότερο είναι εκείνο του να μπορέσει να κάνει τον αποικισμένο να σκέφτεται με το δικό του κεφάλι. Τη δεκαετία του 1960, όταν υπήρχε η αντίσταση των μαύρων Αμερικάνων, αναπτύχθηκε μια σημαντική πολιτισμική μάχη γύρω από αυτό, όταν έλεγαν: εσύ είσαι ένας μαύρος, αλλά ένας μαύρος με μυαλό λευκού. Σήμερα την ίδια μάχη δίνουν οι Παλαιστίνιοι και οι Κούρδοι. Ο αποικισμένος βρίσκεται μπροστά σε δυο δρόμους: να προσαρμοστεί, να εξαφανιστεί, να μην αντιστέκεται άλλο αφού πληρώνει ένα πολύ υψηλό τίμημα ή να κάνει κάτι, έστω και μικρό, έστω και ελάχιστο, το οποίο όμως ίσως να αφήσει να χνάρι του που να μην είναι το χνάρι που θέλει ο άποικος. Δίνω επίτηδες αυτά τα παραδείγματα ώστε να σας θέσω ενώπιον της λογικής της αποικιοποίησης που νικάει μονάχα εκεί που ο αποικισμένος αφήνεται να εμπλακεί μέσα στο σχέδιο του αποίκου.

Η αποικισμός του Ίντερνετ είναι ένα δεδομένο γεγονός. Ο Kleinrock και ο Snowden έλεγαν ότι αρχικά δεν υπήρχε η νομισματοποίηση, αν και υπήρχαν ήδη οι υπηρεσίες ασφαλείας, υπήρχε μια έρευνα στην οποία συμμετείχαν καθηγητές πανεπιστημίου και ερευνητές, υπήρχε μια άλλη ιδέα. Έπειτα, αυτή η τεχνολογία αποικίστηκε από εταιρίες που είδαν σε αυτό τη δυνατότητα να βγάλουν χρήμα και άρχισαν να κάνουν τους καπιταλιστές. Να κάνουν δηλαδή αυτό που είναι, δεν κάνουν κάτι άλλο. Η Facebook και οι άλλες εταιρίες δεν είναι διαφορετικές από τη Fiat ή μια οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση. Η Facebook είναι μια εταιρία εισηγμένη στο χρηματιστήριο, η οποία έχει έναν αλγόριθμο που προηγείται όλων των άλλων: την άνιση ανταλλαγή. Είναι πολύ απλός και αποτελεί το θεμέλιο λίθο του καπιταλισμού. Πρόκειται για ένα αλγόριθμο που λέει: σου δίνω ένα χώρο, σου δίνω τους όρους διαχείρισης του, αν θες να έρθεις θα μου δώσεις πρώτα τα στοιχεία σου. Σε αυτήν την ανταλλαγή όμως τα στοιχεία σου αξίζουν πολλά περισσότερο απ’ όσα ανταποδίδει αυτή η υπηρεσία, αφού αλλιώς δεν θα είχε νόημα: κανένας δεν θα αγόραζε τις μετοχές της και η Facebook δεν θα είχε γίνει -μετά από λιγότερα από δεκαπέντε χρόνια- μια από τις πρώτες -ως προς την κεφαλαιοποίηση και τα κέρδη τους– εταιρίες στον κόσμο.

Πρόκειται για ένα σημαντικό στοιχείο που πρέπει να γίνει αντιληπτό: όταν μιλάμε για αποικισμό μιλάμε για εκείνο το εξάρτημα που βρίσκεται στα θεμέλια του καπιταλισμού και έγκειται στην επιβολή του αλγορίθμου του δικού του τρόπου παραγωγής. Αν επιβληθεί όχι μονάχα στο παρόν αλλά και στις στους σχηματισμούς του μέλλοντος που προκύπτουν από το παρελθόν μας, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχουμε κανένα μέλλον. Μετατρεπόμαστε σε εκείνους που παράγουν το μέλλον που επιθυμούνε οι παραγωγοί προγνωστικών αλγόριθμων, μετατρεπόμαστε σε δημιουργούς εκείνους του μέλλοντος που ακόμα -μόνο σχηματικά- δεν υφίσταται: είναι ήδη παρόν μέσα στη δράση που αναπτύσσουμε για την οικοδόμησή ενός μέλλοντος, το οποίο μπορεί να πραγματωθεί μονάχα αν το ζήσουμε, αφού δεν μπορεί να λειτουργήσει αν υπάρξει αντίσταση.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να στρέψω την προσοχή μας στο κόσμο της εργασίας. Το βιβλίο καταπιάνεται και με το ζήτημα του κοινωνικού ελέγχου αλλά εδώ θέλω να εστιάσω στο έλεγχο της εργασίας. Θα σας διηγηθώ δυο παραδειγματικές ιστορίες.

Η πρώτη αφορά μια αυστριακή εταιρεία logistics [φορτοεκφόρτωσης, αποθήκευσης και μεταφοράς εμπορευμάτων], την Knapp AG. Κάποια στιγμή η εν λόγω εταιρεία αποφάσισε να αναδιαρθρώσει τις αποθήκες της και ζήτησε από τους εργαζομένους της να φοράνε τα έξυπνα γυαλιά (smart glass), τα οποίο είναι ικανά να κατασκευάζουν μια εικονική πραγματικότητα για τα αντικείμενα που βρίσκονται στο οπτικό πεδίο τους. Αυτό σημαίνει πως όταν ένας εργαζόμενος βρίσκεται μπροστά σ’ ένα ράφι δεν χρειάζεται πλέον να πάει να ελέγξει το κωδικό του προϊόντος, αρκεί να το κοιτάξει και τα γυαλιά θα του δώσουν όλες τις πληροφορίες: έτσι, τα χέρια του μένουν ελεύθερα για άλλες εργασίες, πχ για το γέμισμα των καροτσιών. Επομένως, έτσι μπορεί να κάνει διπλή δουλειά. Αυτό σημαίνει πως η συγκεκριμένη αναδιάρθρωση μειώνει στους μισούς τους εργαζόμενους και ταυτόχρονα αυξάνει τη συνολική παραγωγικότητα. Την ίδια στιγμή τα έξυπνα γυαλιά με εντοπίζουν και μ’ ελέγχουν, αποθηκεύουν κάθε κίνησή μου, τους χρόνους μου για κάθε εργασία, τον αριθμό των διαλειμμάτων μου κλπ, επιτρέποντας μια ανάγνωση σε ζωντανό χρόνο της παραγωγικότητας μου. Αυτό το είδος αναδιάρθρωσης μετέτρεψε την Knapp στη μεγαλύτερη αυστριακή εταιρεία logistics και σε πρότυπο για όλες τις επιχειρήσεις του συγκεκριμένου κλάδου.

Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί το λιμάνι του Ρότερνταμ: κάποια στιγμή αποφάσισε να εξαφανίσει τους ναυτεργάτες, και σε αυτήν την περίπτωση χάρη στους αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης και τους αισθητήρες. Κατασκευάστηκε ένα σύστημα πλεούμενων drones που μπαίνουν μέσα στο λιμάνι, καθοδηγούμενα από αισθητήρες, με γερανούς 125 μέτρων που ξεφορτώνουν τα κοντέινερ και τα τοποθετούν στα οχήματα χωρίς πιλότο, τα οποία κινούμενα σε εικονικές πίστες τα πηγαίνουν στις αποθήκες, όπου άλλοι αισθητήρες καθορίζουν τα σημεία αποθήκευσης τους. Σήμερα, το λιμάνι του Ρότερνταμ είναι ένα από τα πιο αυτοματοποιημένα του κόσμου και καθοδηγείται εξ’ ολοκλήρου από απόσταση, από μερικούς εργαζόμενους που κάνουν μια ανάλυση γραφείου όλων όσων συμβαίνουν.

Αυτά τα δυο παραδείγματα καταδεικνύουν μια σταδιακή εισδοχή των μηχανιστικών παρεμβάσεων στις καθημερινές εργασιακές ζωές μας. Μια αλλαγή που -αναμφίβολα- παράγει εργαζόμενους ολοένα και πιο εξειδικευμένους στη λειτουργία των λογισμικών τεχνητής νοημοσύνης αλλά και εργαζόμενους ολοένα και πιο αχρείαστους. Αυτοί οι τελευταίοι είναι μια κατηγορία εργαζομένων τεράστιου ενδιαφέροντος αφού σήμερα είναι και η πιο διαδομένη: δεν πρόκειται για εργαζόμενους που δεν δουλεύουν, πρόκειται για εργαζόμενους που -κυριολεκτικά- πετάχτηκαν έξω από τον παλιό τρόπο εργασίας αφού οι ικανότητες και οι δεξιότητες τους μπορούν να μεταφερθούν σε μηχανές και ρομπότ, μ’ ένα κόστος χαμηλότερο του μισθού τους. Είναι εργαζόμενοι που στη συνέχεια προσλαμβάνονται αλλού, πχ σε απο-εδαφικοποιημένες εργασίες.

Σ’ ένα από τα εργοτάξια γύρω από αυτές τις θεματικές, μια κοπέλα διηγήθηκε πως δουλεύει -μέσω του έξυπνου κινητού της- για μια αγγλοαμερικάνικη εταιρεία που έχει αναλάβει μια υπηρεσία στο αεροδρόμιο του Ντάλας και έχει έδρες στο Σακραμέντο, το Ντέρυ και το Όστιν: η δουλειά της γι’ αυτήν την εταιρεία έγκειται στην παραγωγή πληροφοριών, μέσω των κοινωνικών προφίλ του αεροδρομίου του Ντάλας, για τους ταξιδιώτες που περνάνε από εκεί, για το ξενοδοχείο, το ταξί και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία αλλά και συναισθηματικών μηνυμάτων του τύπου: “Είμαστε χαρούμενοι να σε έχουμε μαζί μας! Πρώτη φορά στο Ντάλας;”. Ο επιβάτης θα λάβει την απάντηση στη γλώσσα του: αν είναι Ιάπωνας θα λάβει απάντηση από μια αποεδαφικοποιημένη εργαζόμενη που βρίσκεται στην Ιαπωνία, αν είναι Ιταλός από μια εργαζόμενη που βρίσκεται στην Ιταλία κοκ. Επομένως, έχουμε εργαζόμενους που πληρώνονται κανονικά από εταιρείες διάσπαρτες στον κόσμο, οι οποίοι δεν έχουν γραφείο, δεν έχουν ένα συγκεκριμένο φυσικό σημείο και ζουν αναζητώντας κάποια άλλη εργασία αλλά εν των μεταξύ συλλέγουν DNA για κάποια αμερικάνικη τηλεοπτική εκπομπή ή παράγουν μηνύματα για το αεροδρόμιο του Ντάλας. Αυτό οι εργαζόμενοι τείνουν να μετατραπούν σε πλειοψηφία. Πρόκειται για μια νέα μορφή εργασίας που γεννιέται από την αποσύνθεση των προηγούμενων μορφών και των δικαιωμάτων τους, αφού μέσα σε αυτό το κομμάτιασμα, το οποίο προκύπτει από τη δημιουργία αχρείαστων εργαζομένων που ανακυκλώνονται με διάφορους τρόπους, εξαφανίζονται εντελώς τα δικαιώματα.

Πως μπορούμε να βγούμε από αυτήν την κατάσταση; Ως προς αυτό, υπάρχουν τέσσερις απαντήσεις.

Η πρώτη είναι αυτή που δίνεται από το μετριοπαθές κομμάτι των χρηστών του διαδικτύου: μπορούμε να βγούμε με τον εξανθρωπισμό και τον εκδημοκρατισμό της τεχνολογίας, μέσα από τις εγγυήσεις μιας μεγαλύτερης ιδιωτικότητας (privacy). Όμως πχ και ο ίδιος ο Kleinrock αρνείται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί. Είναι μια καλή αλλά πολύ υποκριτική σκέψη. Πρόκειται για μια ανέφικτη ιδέα, η οποία δεν μπορεί ούτε να τεκμηριωθεί ούτε να εφαρμοστεί, αφού μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν μπορεί να εκδημοκρατιστεί οτιδήποτε, παρά μόνο στο βαθμό που ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θεωρεί ότι μπορεί να το κάνει. Αυτό σημαίνει ότι αν δεν υπάρχει ένας πόλεμος σε εξέλιξη μπορούμε άνετα να μιλάμε για το ΡΚΚ, όταν όμως οι Κούρδοι μετατρέπονται σε πρόβλημα τότε το Facebook κλείνει τα προφίλ εκείνων που μιλάνε γι’ αυτούς.

Μια δεύτερη, σοβαρότερη απάντηση δίνεται από τον ίδιο τον Kleinrock: μια συλλογικότητα χωρίς νομισματοποίηση. Έπειτα όμως, το ξανασκέφτεται λίγο και λέει: θα ήταν σαν να ζητάμε από τις μεγάλες εταιρίες να σεβαστούν την ιδωτικότητα των πελατών τους και προς το παρόν πρόκειται για μια χαμένη μάχη. Επομένως, ο Kleinrock δηλώνει ότι θα έπρεπε να απο-νομισματοποιηθεί το διαδικτύο, αλλά έπειτα αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει νόημα να ζητήσεις κάτι τέτοιο από τη Facebook, την Google, την Amazon κλπ γιατί βρισκόμαστε μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπου η απο-νομισματοποίηση σημαίνει κλείσιμο αυτού, σημαίνει οικοδόμηση ενός άλλου τρόπου παραγωγής.

Ο Snowden δίνει μια τρίτη απάντηση. Πρόκειται για κάτι που συμβαίνει ήδη στην Ευρώπη και σε άλλα μέρη του κόσμου: αποκέντρωση του δικτύου. Μαζί με τον Berners-Lee, έναν άλλον εκ των ιδρυτών του Ίντερνετ, ο Snowden θεωρεί ότι πρέπει να βρεθεί ο τρόπος έτσι ώστε το σύστημα να συνεχίζει να μας παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς να έχει πλέον ανάγκη την μετάδοση των δεδομένων μας. Είναι σαν να λέμε να εξαφανιστεί η δυνατότητα εντοπισμού των χρηστών των υπηρεσιών και επομένως η μνήμη τους. Επομένως να μπορούμε να σερφάρουμε ελεύθερα. Κάτι τέτοιο θα παρεμπόδιζε το σχηματισμό των προφίλ και τη λειτουργία των προγνωστικών αλγόριθμων. Ο Snowden και ο Berners-Lee δουλεύουν πάνω σε τέτοια πλάνα αποκέντρωσης. Υπάρχουν και στην Ιταλία ιστοσελίδες που κάνουν το ίδιο, μικρές ομαδοποιήσεις που κατασκευάζουν εναλλακτικά δίκτυα. Πρόκειται για πολύ όμορφους και ενδιαφέροντες πειραματισμούς, όμως μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ήδη από τη δεκαετία του 1960, υπάρχουν μικρές κοινότητες που αυτοδιαχειρίζονται τις δραστηριότητες τους: αυτό δεν δημιουργεί μια βαθιά κριτική του συστήματος μέσα στο οποίο βρισκόμαστε, δημιουργεί μια αφαίρεση. Μια σημαντική αφαίρεση αλλά μια αφαίρεση παραμένει μια αφαίρεση. Σημαίνει κάντε ότι νομίζετε, αποικίστε ότι θέλετε. Μέχρις ότου υπάρχει ένα κομμάτι γης, στο οποίο να μπορώ να δημιουργήσω μια κοινότητα με τους φίλους μου και μια οικογένεια για να ζω σύμφωνα με διαφορετικά κριτήρια σχέσεων και παραγωγής της ζωής, μέχρι τότε θα κάνω αυτήν την επιλογή. Νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον να γνωρίσουμε αυτές τις εμπειρίες. Όμως ζούμε μέσα σ’ ένα σύστημα στο οποίο περισσότερα από πέντε δισεκατομμύρια άτομα βρίσκονται μέσα σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής, κατανάλωσης, σχέσεων κλπ. Μέσα σε αυτήν την πολυπλοκότητα πρέπει να αναπτύξουμε τη σκέψη μας. Επομένως και η λύση του Snowden είναι ενδιαφέρουσα. Θα δούμε πως θα εξελιχθεί ο πειραματισμός με τα νέα αποκεντρωμένα δίκτυα. Προς το παρόν, παραμένει ένας μικρός πειραματισμός.

Τέλος, η τέταρτη απάντηση αγγίζει το πρόβλημα που βρίσκεται περισσότερο από κάθε άλλο στην καρδιά μου, από την οπτική γωνία της κατάληξης των διαδρομών αυτού του είδους: την απο-αποικιοποίηση. Είμαι απόλυτα πεισμένος ότι -απέναντι στην αποικιακή δράση- πρέπει να σταθούμε με ενεργητική και όχι παθητική στάση. Προσωπικά, με ενδιαφέρει μια τεχνολογία ελεύθερη, πραγματική, με την οποία να μην εξοπλίζεται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αλλά ένας τρόπος παραγωγής που δεν θα βασίζεται στην άνιση ανταλλαγή. Επομένως, με ενδιαφέρει να φτάσω την κριτική στη Facebook, στην Amazon κλπ από την επιφάνεια στη ρίζα της. Ποια είναι η ρίζα; Είναι ο τρόπος παραγωγής μέσα στον οποίο αυτές οι εταιρίες ανταλλάσουν τα εμπορεύματα ή παράγουν τις τεχνολογίες. Όπως γνωρίζουμε, οι τεχνολογίες δεν είναι ουδέτερες αλλά φέρουν μέσα τους τις επιδιώξεις εκείνων που τις δημιουργούν και μπορούν να κατασκευαστούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Σήμερα, όποιος αποικίζει τον κόσμο στις διάφορες μορφές του, έχει στο μυαλό του την κατασκευή τεχνολογιών που αποτελούν όπλα εκμετάλλευσης, όπως εκείνο στον κλάδο των logistics που αναφέρθηκα προηγουμένως. Ένα όπλο μέσω του οποίου οι εργαζόμενοι φτάνουν μέχρι την απόλυτη εξάντληση της ενεργητικότητας τους. Βρισκόμαστε στο εσωτερικό μιας κοινωνίας όπου -σύμφωνα με κάποιες έρευνες που αναφέρω στο βιβλίο- δουλεύουμε περισσότερο έξω παρά μέσα στο χώρο εργασίας μας και κυρίως έξω από κάθε τύπο φαντασιακού του σχέσεων: άτομα που παίρνουν τη δουλειά στο σπίτι γιατί πρέπει να την τελειώσουν, που δουλεύουν ακόμα και μέσα στο μετρό, πιθανώς με Whatsapp.

Επομένως, αυτό είναι το πραγματικό σημείο επίθεσης ενάντια στις τεχνολογίες της κυριαρχίας και αυτό δεν ξεκινάει μέσα στο Ίντερνετ αλλά έξω από αυτό, στη ζωή των σχέσεων ανάμεσα σε σώματα. Γιατί όταν ήμαστε μέσα στο διαδίκτυο έχουμε εξωσωματικές ταυτότητες που δεν αποτελούνται από τις διαχωρισμένες διαδικασίες, τις οποίες μέσα σε χιλιάδες χρόνια, ως ανθρώπινα όντα, πειραματιστήκαμε αλλά από μια σχάση μέσω της οποίας ένα κομμάτι μας, διαχωρισμένο, ζει σε μια ήπειρο όπου οι κανόνες δεν είναι ίδιοι μ’ εκείνους των σχέσεων των σωμάτων. Επομένως, μέσα στο διαδίκτυο οι ταυτότητες βρίσκονται σε εδάφη που δεν μπορούν να τα διαχειριστούν, ζουν σε πλατφόρμες άλλων και βρίσκονται έκθετες σε τεράστιους κινδύνους. Γι’ αυτό το λόγο, πιστεύω ότι το σημείο από το οποίο μπορούμε να εκκινήσουμε μια επεξεργασία για μια κριτική σκέψη -σχετική με τα όρια των υπαρχουσών τεχνολογιών- βρίσκεται έξω από το διαδίκτυο, μέσα στις σχέσεις των σωμάτων, εκεί όπου οι άνθρωποι συναντιούνται, γνωρίζονται, ανταλλάσουν σκέψεις και συζητάνε. Πρέπει να αποκτήσουμε και πάλι την ικανότητα να ζούμε σε ανθρώπινες ομάδες που θέτουν το πρόβλημα των εργαλείων που χρησιμοποιούν, όχι γιατί έχουν στην καρδιά τους τη δαιμονοποίηση των εργαλείων που υπάρχουν, αλλά για ν’ αντιληφθούν με ποια θέλουμε να εφοδιαστούμε έτσι ώστε να μπορέσουμε να παράξουμε με άλλο τρόπο τη καθημερινή ζωή καθώς και τη ζωή των ανθρωπίνων σχέσεων. Αυτό είναι το διακύβευμα της μάχης. Ή θα καταφέρουμε να παραμείνουμε sapiens sapiens, ως άνθρωποι που παραμένουν ανθρώπινοι, με την έννοια της ανάπτυξης των ικανοτήτων μας κατά τη διάρκεια και αυτής της εποχής, ή αν η αντικειμενοποίηση που αυτό το εποικοδόμημα υψώνει αμείλικτα γύρω από τον καθένα μας θα μας μετατρέψει σε απλά κομμάτια της μηχανής, επομένως σε αποικισμένους που obtorto collo, με το ζόρι, με χαρά ή και χωρίς να καταλαβαίνουμε πλέον αν μας αρέσει ή όχι, δεν θα κάνουμε άλλο από το να αναπαράγουμε τα συμφέροντα, τις στρατηγικές γραμμές και τις τροχιές που είναι εκείνες του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, το οποίο και κρατάει στα χέρια του τις δικές μας τύχες.

Σημειώσεις.

[1] Από G. Baer, Genome editing. Οι μεταβολές στο ανθρώπινο DNA, σ. 14

[2] Από G. Baer, ΗΠΑ: τεχνητή δικαιοσύνη, Big data, τεχνητή νοημοσύνη και προγνωστικοί αλγόριθμοι στα δικαστήρια. Paginauno τεύχος 65/2019.

[3] Από R. Curcio, Ο κυρίαρχος αλγόριθμος. Ψηφιακή ταυτότητα, ολική επιτήρηση, πολιτικό σύστημα. Paginauno, τεύχος 60/2018.

Πηγή: www.labottegadelbarbieri.org

Βιβλιογραφία του συγγραφέα στα ελληνικά.

Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη.

Α’ έκδοση, εκδόσεις Convoy. Aθήνα 1990.

Β’ έκδοση, εκδόσεις Επανοικειοποίηση. Αθήνα 2007.

Μετρό.

Α’ έκδοση, εκδόσεις Δελφίνι. Αθήνα 1996.

Β’ έκδοση, εκδόσεις Επανοικειοποίηση. Αθήνα 2009.

Πέρα από το Κατώφλι.

Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα. Αθήνα 2003.

Με ξεσκέπαστο πρόσωπο.

Εκδόσεις Διάδοση. Αθήνα 2012.

Η εικονική αυτοκρατορία.

Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα. Αθήνα 2016.

Πηγή: athens.indymedia.org

Εντός συνόρων, εκτός ορίων – Το πλάνο και η πλάνη της πλανητικής εποχής

Εντός συνόρων, εκτός ορίων – Το πλάνο και η πλάνη της πλανητικής εποχής

Ο Απρίλης είναι ο σκληρότερος μήνας, γεννώντας πασχαλιές μέσ’ απ’ τη νεκρή γη, σμίγοντας θύμηση κι επιθυμία, ανασαλεύοντας ρίζες νωθρές με ανοιξιάτικη βροχή.[1]

Στην Ταφή του νεκρού, αναφερόμενη στην αμφιταλάντευση μεταξύ ζωής και θανάτου, ομορφιάς και φθοράς, ποιητικής ουτοπίας και ιστορικής δυστοπίας, η ελιοτική αποτύπωση της αντίφασης του μεταιχμιακού τοπίου ανταποκρίνεται μοιραία και στη σημερινή πραγματικότητα. Σχεδόν έναν αιώνα μετά, η Ιστορία ξαναγράφει την Έρημη χώρα. Τον Απρίλιο του 2020, τον Απρίλη του COVID-19, η πόλη αδειάζει, ο θάνατος  θερίζει, η φύση ανθίζει, μία νέα εποχή χαράζει. Ο ιός, η μάστιγα, μοιάζει σαν το αναγκαίο γεγονός – τομή για το πέρασμα σε μία άλλη σφαίρα του ιστορικού γίγνεσθαι. Ο  ατέρμονος επιτάφιος θρήνος για τους νεκρούς του ιού μοιάζει με οβερτούρα ενός νέου επεισοδίου του έργου της ανθρωπότητας.

Το παρόν, μας βρίσκει λίγο πριν και λίγο εντός του νέου. Και, όπως κάθε μεταίχμιο, παρουσιάζεται αμφίσημο και διπολικό. Κείμενη μεταξύ του κενού και του καινού, πρόκειται για μια εποχή αβέβαιη, διαστρεβλωτική και κρίσιμη που οδηγεί σε μία περιοχή – πραγματικότητα αχαρτογράφητη. Αυτό που διακυβεύεται εδώ και τώρα δεν αφορά μόνο τις οικονομικές σχέσεις και την πολιτική εξουσία, αλλά έχει να κάνει συνολικότερα με τον τρόπο που ο Άνθρωπος συλλαμβάνει τον εαυτό του μέσα στον Κόσμο και κατά προέκταση με τον τρόπο εγγραφής του στην πραγματικότητα. Αnthropocene era και Singularity era, σε λίγο θα φανεί αν και πώς θα υπάρξει το ανθρώπινο ον στην υφήλιο.

Στους πρόποδες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης,  διεθνοπολιτικές οντότητες, δρώντες, κοινωνίες και συμφέροντα, συγκρούονται και αναμετρώνται, αποτιμώντας τον κύκλο που κλείνει, ατενίζοντας και προετοιμάζοντας αυτό που έρχεται.

To 3ο τεχνολογικό κύμα, φέρνοντας μαζί του τις τεχνολογίες του τρανζίστορ και του λέιζερ, τη δορυφορική τεχνολογία, το κομπιούτερ και το διαδίκτυο, ώθησε σε αλλαγές που κατέστησαν εφικτή, μέσω της τάχιστης μεταφοράς ιδεών, αγαθών και υπηρεσιών σε παγκόσμια κλίμακα, την προχωρημένη παγκοσμιοποίηση. Η ηλεκτρική ταχύτητα δημιούργησε μια ιλιγγιώδη νέα σφαίρα ύπαρξης, μέσα στην οποία η σχέση μας με τον χρόνο, τον χώρο, το πραγματικό και τον άλλο αναδομήθηκαν. Η ηλεκτρική εποχή ανακάλυψε ότι οι ακαριαίες ταχύτητες καταλύουν τον χώρο και τον χρόνο και επαναφέρουν τον άνθρωπο σε μια ολοκληρωμένη και αρχέγονη συνείδηση, οδηγώντας μας σε έναν οικουμενικό εναγκαλισμό.[2] Αυτός ο κόσμος της αέναης κινητικότητας, της αλληλεξάρτησης και της συμπερίληψης, ο κόσμος της κερδοσκοπικής κινητικότητας των κεφαλαίων του άυλου καπιταλισμού και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο κόσμος της αποικιοποίησης των αισθήσεων και της αισθητικής από το εικονικό, και της αποποίησης των κλασσικών ταυτοτήτων, αρχικά συνέστησε και σταδιακά επέβαλε έναν διαφορετικό τρόπο εγγραφής του ανθρώπινου όντος στον Κόσμο. Μέσα στους κόλπους του, η διαλεκτική σχέση του εντός με το εκτός, του υλικού – των ένυλων πραγμάτων της φύσης και της βιομηχανίας, της γης, του χώρου, και του αϋλου – της ψηφιοποιημένης πληροφορίας που κινείται με την ταχύτητα του φωτός, του κυβερνοχώρου, της Εστίας και του Ερμή αρθρώθηκε με ριζικά διαφορετικό τρόπο απότι σε οποιοδήποτε άλλο κομμάτι του ιστορικού χωροχρόνου. Η φύση του κρατικού μοντέλου μεταβλήθηκε. Η παντοδυναμία των αρχών της εδαφικότητας και της εθνικής κυριαρχίας αμφισβητήθηκε. Το διαδίκτυο κατέστη η έκτη ήπειρος της διπλωματίας. Ο τρόπος κοινωνικότητας των διεθνών δρώντων άλλαξε. Οι διαδικτυακές κοινότητες, η οικουμενικότητα των απειλών για το ανθρώπινο είδος, και η παγκοσμιοποίηση των φαντασιακών δημιούργησαν αυτόματα υβριδικές, πολυεπίπεδες ταυτότητες. Τα άτομα και οι κοινωνίες έγιναν καθοριστικοί φορείς των διεθνών σχέσεων.[3]

Ωστόσο, καθώς αυτή η μετάβαση έφτανε στην κορύφωσή της, προς το τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η μεταμόρφωση πρόβαλε σαν απειλητική αποδόμηση, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση στη μηδενιστική δράση της ισοπεδωτικής για τις κλασικές ταυτότητες παγκοσμιοποίησης. Οι ενιστάμενοι – φορείς της κλασικής, ρεαλιστικής, βεστφαλικής οντολογίας, κινδυνολογώντας ή κυριολεκτώντας, υπερασπίζονται τα δικαιώματα των συλλογικών ταυτοτήτων – φυλών, θρησκειών και την επαν-επιβεβαίωση της ισχύος των συνόρων και της αρχής της εδαφικότητας. Αυτή η απότομη συσπείρωση, απότοκο φοβικής αναδίπλωσης μπροστά στο νέο και μία μορφή υπαρξιακής κατάφασης μέσα στο μετέωρο του καινούριο κόσμου, δημιουργεί αυτομάτως ένα συγκρουσιακό δίπολο. Μία ρηχή εκδοχή ενός φιλοσοφικού ρομαντισμού εγελιανού τύπου, που εκφράζει την υπαρξιακή αγωνία της ιστορικής και πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας, προτάσσει την έννοια των συλλογικών ταυτοτήτων απέναντι σε μια επιπόλαια ποστ–καντιανή ενατένιση που επιτάσσει τη λογική της ισότητας και της παγκόσμιας ειρήνης, υπερασπιζόμενη τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη σε παγκόσμια κλίμακα.

Ως εκ τούτου, μπορεί να μοιάζει παράδοξο, αλλά η επίσπευση της τεχνολογικοποίησης συνοδεύεται από την ανάσχεση της παγκοσμιοποίησης, και σε μια εποχή που τα όρια της επικοινωνίας αίρονται, τα σύνορα επανέρχονται. Ίσως στιγμιαία, αλλά σίγουρα ενδεικτικά και συμβολικά, αυτή η τάση αναδίπλωσης εκδηλώθηκε και στην παρούσα κρίση του COVID-19 στην ΕΕ, όπου τα σύνορα έκλεισαν ενώ το χρέος εκάστου κράτους αποτελεί ξανά εθνική υπόθεση.

Φυσικός ή/και τεχνητός διπολισμός.

Ομφαλοσκόπηση ή/και διεθνισμός.

Ντόναλντ Τραμπ ή/και Γκρέτα Τούνμπεργκ;

Διάδοση και διαστρέβλωση.

Συνύπαρξη και αντιπαράθεση.

Επιβλητικό κράτος και κοινωνικό χάος σε παγκόσμια κλίμακα.

Πληγωμένη, πλαστή και υποσχόμενη ατομική ελευθερία μέσα στο σύμπαν του καισαροπαπισμού των αλγορίθμων.

Λεβιάθαν και Joker.

Σύγκρουση και αναγκαία για την αναδημιουργία καταστροφή.

Όντως, αυτό που βασικά θίγεται είναι το πρόσωπο – ως φορέας ελευθερίας και ετερότητας, η ιστορική και πολιτισμική ιδιοπροσωπία, αναγκαία συνθήκη για τον διάλογο και την κοινωνία ενσυνείδητων ετεροτήτων.

Είναι όμως αυτό εφικτό σε ένα πλαστό σύμπαν όπου το νόημα και η αλήθεια δεν καταρρίπτονται από αντίστοιχες ουσίες με άλλο περιεχόμενο, αλλά απορρίπτονται εν γένει, μέσα σε ένα αποτελεσματικό σύστημα όπου γεγονότα και καταστάσεις προγραμματίζονται, η ανθρώπινη συμπεριφορά προπλάθεται, ο ιστορικός κόσμος αντικαθίσταται από τον απόλυτα λειτουργικό τεχνητό του σωσία, το πολιτικό και το κοινωνικό καθίστανται τεχνικοί εξοπλισμοί, οι διαδικασίες ξεπερνούν τους σκοπούς τους και το υποκείμενο ομοιάζει όλο και περισσότερο στη μηχανή μέσω της οποίας δρα;[4]

Ο απελευθερωμένος από μονομερείς αφηγήσεις, οι οποίες στον εκτροχιασμό τους οδηγούν στον φασισμό και τον ρατσισμό, πολίτης του κόσμου, μέσα στο εικονικό σύμπαν, είναι ευάλωτος στο να καταστεί παθητικό ενεργούμενο μέσα στην αλγοριθμοποιημένη μάζα του on-line καπιταλισμού της παρακολούθησης.

Σε ένα περιβάλλον ειδήσεων bites, όπου όχι μόνο τα σύνορα μεταξύ του fake και του αληθούς είναι δυσδιάκριτα, αλλά και που ο ανθρώπινος εγκέφαλος γίνεται όλο και πιο ατροφικός και αδυνατεί ή/και δυσανασχετεί να παρακολουθεί τη ροή του λόγου, το επιχείρημα, τη συναγωγή συμπερασμάτων, η κριτική είναι η μεγάλη απούσα. Η ιδεολογία ταυτίζεται με τη γραφικότητα και ο διάλογος προσομοιάζει σε έργο του θεάτρου του παραλόγου μεταξύ ναρκίσσων που κοιτάζονται σε ψηφιακούς καθρέφτες και μονολογούν ενώ οι φωνές τους διαπλέκονται με το μόνιμο ήχο των ειδοποιήσεων και των likes.

Ωστόσο, ο κόσμος του διαδικτυακού νεφελώματος, κυοφορεί μέσα στο πολυδαίδαλο γενετικό του υλικό και το απεριόριστα διαυγές. Το σύστημα υπακούει σε μία λογική, αλλά δεν είναι ενιαίο. Η παρένθετη παραφωνία ίσως να είναι η ρωγμή που μπορεί να μας ανοίξει σε έναν διαυγή ορίζοντα συνεργατικού πνεύματος και εκδημοκρατισμού της πληροφόρησης.

CIA ή WikiLeaks?

Μήπως η παγκόσμια πολιτική πλανάται όταν καταστρώνει το πλάνο της εγκατάστασης και της εμπειρικής κατάκτησης της παγκοσμιότητας του κόσμου; Το πολιτικό πεπρωμένο της πλανητικής εποχής – αποπεράτωση της νεώτερης εποχής – δεν σημαίνει καθόλου τόσο ομόφωνα την παρακμή της Δύσης του Σπένγκλερ. Ξεπερνώντας τις αυταπάτες τις προόδου του Σορέλ, δεν οδηγεί μονόπλευρα ούτε στον νέο μεσαίωνα του Μπερντιάεβ, ούτε στον θαυμαστό καινούριο κόσμο του Χάξλευ ή στο 1984 του Όργουελλ.[5]

Ντετερμινιστικό πλάνο ή/και επικαιροποίηση της προαιώνιας πλάνης, η περιπλάνηση του ανθρώπινου όντος σε ακόμα μία αχαρτογράφητη περιοχή του χωροχρονικού συνεχούς, μάλλον δε θα καταφέρει ούτε αυτή τη φορά την ευγενή υπέρβαση, αφού παραμένουμε προσκολλημένοι στη βούληση για δύναμη που ζει μέσα από την αντιπαλότητα και τρέφεται από την καταστροφή.


[1] T.S. Eliot, Η Έρημη Χώρα, μτφ. Γιάννης Αντιόχου, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2017.

[2] Mάρσαλ Μακ Λούαν, Μίντια: Οι προεκτάσεις του Ανθρώπου, μτφ. Σπύρος Μάνδρος, Κάλβος, Αθήνα, 2000.

[3] Bertrand Badie, La fin des territoires : essai sur le désordre international et sur l’utilité sociale du respect, Fayard, Paris, 2005.

[4] Jean Baudrillard, Simulacres et Simulation, Galilée, Paris, 1990.

[5] Κώστας Αξελός, Προς της πλανητική σκέψη, Εστία, Αθήνα, 1990.

Πηγή: respublica

Emma Goldman: Ο Εχθρός του Λαού του Henrik Ibsen

Κείμενο που προέρχεται από το βιβλίο Η Κοινωνική Σημασία του Σύγχρονου Δράματος (1914). Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα The Anarchist Library.  Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

Ο Δρ. Thomas Stockmann έχει προσληφθεί στη θέση του ιατρικού συμβούλου της διοίκησης των «Λουτρών», την βασική πηγή εισοδήματος στην πόλη καταγωγής του.

Είναι ένας τίμιος άνθρωπος με υψηλά ιδανικά, ο Δρ. Stockmann επιστρέφει στο σπίτι του μετά από πολλά χρόνια απουσίας, γεμάτος από το πνεύμα της δημιουργικότητας και της προοδευτικής καινοτομίας. Όπως λέει στον αδερφό του Peter, το δήμαρχο της πόλης, «Είμαι τόσο ευτυχισμένος και ικανοποιημένος. Αισθάνομαι τόσο απίστευτα χαρούμενος στο μέσο όλης αυτής της ανάπτυξης, που γεννά ζωή. Στη τελική, τι θαυμάσια εποχή για να ζει κανείς. Είναι σα να αναβλύζει ένας νέος κόσμος γύρω μας».

«Δήμαρχος: Έτσι πιστεύεις στ’ αλήθεια;

Δρ, Stockmann: Μα φυσικά, δεν μπορείς να το δεις τόσο καθαρά όσο εγώ. Πέρασες όλη σου τη ζωή σ’ αυτό το μέρος, και έτσι οι αισθήσεις σου έχουν θαμπώσει. Εγώ όμως, που έζησα σε εκείνη τη μικρή τρύπα στο βορρά όλα αυτά τα χρόνια, που μόλις και μπορούσα να δω μια ψυχή να μου πει μια ενδιαφέρουσα κουβέντα – όλα αυτά με επηρεάζουν σαν να μεταφέρθηκα στο κέντρο μιας πολύβοης πόλης – ξέρω πολύ καλά πως οι συνθήκες της ζωής είναι περιορισμένες σε σχέση σε πολλές άλλες πόλεις. Εδώ όμως υπάρχει ζωή, ανάπτυξη, άπειρα πράγματα για να εργαστείς και να παλέψεις· και αυτό είναι το βασικό»

Με αυτό το πνεύμα είναι που ο Δρ. Stockmann ξεκινά το έργο του. Μετά από δύο χρόνια προσεκτικής μελέτης, ανακαλύπτει πως τα Λουτρά είναι χτισμένα πάνω σε ένα βάλτο, γεμάτο από νοσογόνα μικρόβια, και πως οι άνθρωποι που τα επισκέπτονται για την υγεία τους θα μολυνθούν με πυρετό.

Ο Thomas Stockmann είναι ένας γιατρός με συνείδηση. Αγαπά την πόλη που γεννήθηκε, αλλά αγαπά το συνάνθρωπό του περισσότερο. Θεωρεί καθήκον του να μεταφέρει την ανακάλυψη του στην υψηλότερη αρχή της πόλης, το Δήμαρχο, τον αδερφό του, τον Peter Stockmann.

Ο Δρ. Stockmann είναι πράγματι ιδεαλιστής· αλλιώς θα γνώρισε πως μέσα στον αξιωματούχο ο άνθρωπος συχνά χάνεται. Επιπλέον, ο Peter Stockmann είναι επίσης ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και ένας από τους μεγαλύτερους μετόχους στα Λουτρά. Επαρκής λόγος για να επιπλήξει τον παράτολμο γιατρό αδερφό του ως επικίνδυνο άνθρωπο:

«Δήμαρχος: Σε κάθε περίπτωση, έχεις μια έμφυτη τάση για να κάνεις το δικό σου. Και αυτό σε μια καλά οργανωμένη κοινότητα είναι σχεδόν το ίδιο επικίνδυνο. Το άτομο πρέπει να υποτάσσει τον εαυτό του στο σύνολο της κοινότητας, ή, για να το πω πιο σωστά, να σκύψει μπροστά στην εξουσία που προσέχει την ευημερία όλων»

Αλλά ο Γιατρός δεν είναι μπερδεμένος: ο Peter είναι αξιωματούχος· δεν ενδιαφέρεται για ιδανικά. Υπάρχει όμως ο τύπος – δηλαδή το μέσο για το στόχο του! Το προσωπικό του Λαϊκού Κήρυκα οι Hovstad, Billings και Aslaksen, είναι βαθιά εντυπωσιασμένοι από την ανακάλυψη του Γιατρού. Με το ένα μάτι σε μια καλή ιστορία και το άλλο στις πολιτικές ευκαιρίες θέτουν αμέσως το Λαϊκό Κήρυκα  στη διάθεση του Thomas Stockmann. Ο Hovstad βλέπει μεγάλες δυνατότητες για μια βαθιά ριζοσπαστική αλλαγή για ολόκληρη τη ζωή της κοινότητας

«Hovstad: Σε εσάς, ως γιατρό και άνθρωπο της επιστήμης, αυτή η επιχείρηση με το υδραγωγείο είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Πιστεύω πως δεν αντιλαμβάνεστε πως πολλά άλλα πράγματα συνδέονται με αυτή…. Ο βάλτος που όλη η κοινωνική μας ζωή στέκεται και σαπίζει μέσα του…. Πιστεύω ένας δημοσιογράφος έχει μια τεράστια ευθύνη όταν αμελεί μια ευκαιρία για να βοηθήσει τις μάζες, τους φτωχούς, τους καταπιεσμένους. Ξέρω πολύ καλά πως οι ανώτερες τάξεις θα το αποκαλέσουν αυτό υποκίνηση του λαού, και ούτω καθ’ εξής, αλλά ας κάνουν ότι θέλουν, αν η συνείδησή μου παραμείνει καθαρή».

Ο Aslaksen, ο εκδότης του Λαϊκού Κήρυκα, πρόεδρος του Συνδέσμου Μικροϊδιοκτητών, και μέλος του Αντιαλκοολικού Συνδέσμου, έχει, όπως ο Hovstad, ανοιχτά μάτια για κέρδος. Βεβαιώνει το Γιατρό για την ολόθερμη συνεργασία του, ιδιαίτερα τονίζοντας πως, «Δε θα σας κάνει κακό να μς έχετε εμάς, τη μεσαία τάξη να σας στηρίζουν. Πλέον είμαστε μια συμπαγής πλειοψηφία στη πόλη – όταν το αποφασίσζουμε. Και είναι πάντοτε καλό να έχεις την πλειοψηφία στο μαζί σου Γιατρέ…. Και έτσι πιστεύω δεν θα ήταν άστοχο να κάνουμε ένα είδος διαμαρτυρίας…. Φυσικά με μεγάλη προσοχή, Γιατρέ. Είμαι πάντοτε υπέρ της μετριοπάθειας· γιατί η μετριοπάθεια είναι η πρώτη αξία του πολίτη – αυτά τουλάχιστον είναι οι απόψεις μου».

Αλήθεια, ο Δρ. Stockmann είναι ιδεαλιστής· αλλιώς δεν θα είχε τόσο μεγάλη πίστη στο προσωπικό του Λαϊκού Κήρυκα, που αγαπάνε τόσο πολύ το λαό που τον ταΐζουν συνεχώς με βαρύγδουπες φράσεις δημοκρατικών αρχών και για την ευγενή λειτουργία του τύπου, ενώ του αδειάζουν τις τσέπες.

Αυτό φαίνεται με τα λόγια του ίδιου του Hovstad, όταν η Petra, η κόρη του Δρ. Stockmann, επιστρέφει ένα ρομαντικό μυθιστόρημα που θα μετέφραζε για το Λαϊκό Κήρυκα: «Δεν μπορεί να μπει αυτό στο Λαϊκό Κήρυκα», λέει στον Hovstad, «είναι εντελώς αντίθετο με τις απόψεις σου».

«Hovstad: Ναι μα για χάρη του σκοπού –

Petra: Δεν με κατάλαβες ακόμη. Είναι για μια υπερφυσική δύναμη που προσέχει τους λεγόμενους καλούς ανθρώπους εδώ πάνω στη γή, και γυρίζει όλα τα πράγματα προς όφελός τους στο τέλος, και όλοι οι κακοί άνθρωποι τιμωρούνται.

Hovstad: Ναι, αλλά αυτό είναι εντάξει. Είναι ακριβώς αυτό που αρέσει στο κοινό.

Petra: Και θα δώσεις στο κοινό ένα τέτοιο πράγμα; Γιατί, όταν εσύ ο ίδιος δεν πιστεύεις σε ούτε μια λέξη από αυτές. Ξέρεις πολύ καλά πως τα πράγματα δεν είναι έτσι.

Hovstad: Έχεις δίκιο· αλλά ένας αρχισυντάκτης δεν μπορεί να κάνει πάντοτε αυτό που θέλει. Συχνά πρέπει να υποχωρεί στη κοινή γνώμη σε μικρά θέματα. Εν τέλει, η πολιτική είναι το κύριο πράγμα στη ζωή – τουλάχιστον για μια εφημερίδα· και αν θέλω να με ακολουθήσουν οι άνθρωποι στο μονοπάτι προς την χειραφέτηση και στην πρόοδο, δεν πρέπει να τους τρομάξω. Αν βρουν μια τέτοια ηθικολογική ιστορία στο κελάρι, είναι πολύ πιο πρόθυμοι να αντέξουν αυτό που είναι τυπωμένο από πάνω – αισθάνονται ασφαλέστεροι».

Οι συντάκτες του είδους του Hovstad σπάνια γράφουν τις πραγματικές τους γνώμες. Δεν μπορούν να επιτρέψουν το να «τρομάξουν» τους αναγνώστες τους. Συνήθως υποκλίνονται στη πιο ανενημέρωτη και χυδαία δημόσια γνώμη· δεν θέτουν τον εαυτό τους απέναντι στην θεσμοθετημένη εξουσία. Έτσι ο Λαϊκός Κήρυκας εγκαταλείπει το «σπουδαιότερο άνδρα» στη πόλη  όταν μαθαίνει πως ο Δήμαρχος και οι επιφανείς πολίτες είναι αποφασισμένοι πως η αλήθεια θα αποσιωπηθεί. Ο Δήμαρχος  αποκηρύσσει την «επανάσταση» του αδερφού του:

«Δήμαρχος: Ο λαός δεν χρειάζεται νέες ιδέες. Ο λαός εξασφαλίζεται καλύτερα από τις παλιές καθιερωμένες ιδέες που έχουν ήδη…. Ως αξιωματούχος, δεν έχει δικαίωμα σε οποιαδήποτε προσωπική πεποίθηση

Δρ. Stockmann: Η πηγή είναι δηλητηριασμένη, άνθρωπέ μου! Είσαι τρελός; Ζούμε διακινώντας βρωμιά και σκουπίδια. Το σύνολο της αναπτυσσόμενης κοινωνικής μας ζωής είναι ριζωμένη σε ένα ψέμα!

Δήμαρχος: Κούφιες φαντασιοπληξίες – ή κάτι χειρότερο. Ο άνθρωπος που κάνει τόσο προσβλητικούς υπαινιγμούς εναντίον στην ίδια του τη πατρίδα πρέπει να είναι εχθρός του λαού.

Δρ. Stockmann: Και πρέπει να υποστώ μια τέτοια συμπεριφορά. Στο ίδιο μου το σπίτι, Katrine! Τι πιστεύεις για αυτό;

Κα. Stockmann: Πραγματικά είναι ντροπή και προσβολή, Thomas – …. Αλλά, στο τέλος, ο αδερφός σου έχει την εξουσία-

Δρ. Stockmann: Ναι, αλλά έχω δίκιο!

Κα. Stockmann: Α, ναι, δίκιο, δίκιο! Τι ωφελεί να έχεις δίκιο αν δεν έχεις δύναμη;

Δρ. Stockmann: Τι! Δεν αξίζει σε μια ελεύθερη κοινωνία να έχεις το δίκιο με το μέρος σου; Είσαι παράλογη, Katrine. Και πέρα από αυτό, δεν έχω τον ελεύθερο και ανεξάρτητο τύπο με το μέρος μου; Την συμπαγή πλειοψηφία με το μέρος μου; Αυτό είναι αρκετή δύναμη, νομίζω!»

Η Katrine Stockmann είναι σοφότερη από τον άντρα της. Γιατί εκείνος που δεν έχει δύναμη δεν χρειάζεται να ελπίζει σε κανένα δίκιο. Ο καλός Γιατρός πρέπει να πιει το πικρό ποτήρι μέχρι τη τελευταία σταγόνα πριν αντιληφθεί τη σοφία της γυναίκας του.

Με την απειλή των αρχών και αποκηρυγμένος από το Λαϊκό Κήρυκα, ο Δρ. Stockmann προσπαθεί να εξασφαλίσει μια αίθουσα στην οποία θα οργανώσει μια δημόσια συγκέντρωση. Γεννημένος ελεύθερος πολίτης πιστεύει στο Σύνταγμα και τις εγγυήσεις του· είναι αποφασισμένος να εξασκήσει το δικαίωμα του στην ελεύθερη έκφραση. Αλλά όπως και τόσοι πολλοί άλλοι, ακόμη και οι πιο προηγμένοι προοδευτικοί τυφλωμένοι από το φάντασμα των συνταγματικών δικαιωμάτων και της ελεύθερης έκφρασης, ο Δρ. Stockmann πρέπει να πληρώσει το τίμημα για την αφέλεια του. Βρίσκει κάθε αίθουσα στη πόλη κλειστή για αυτόν, μόνο ένας μοναχικός πολίτης έχει το κουράγιο να ανοίξει τις πόρτες του στο διωκόμενο Γιατρό, ο παλιός του φίλος Horster. Ο όχλος όμως τον ακολουθεί ακόμη και εκεί και τον εμποδίζει από το να μιλήσει ανακηρύσσοντας τον εχθρό του λαού. Ο Thomas Stockmann στη μάχη του με την άγνοια, την ανοησία, και τα συμφέροντα ανακαλύπτει πως «ο πιο επικίνδυνος εχθρός της αλήθειας και της ελευθερίας ανάμεσά μας είναι η συμπαγής πλειοψηφία, η αναθεματισμένη συμπαγής προοδευτική πλειοψηφία». Οι εμπειρίες του τον οδηγούν στο συμπέρασμα πως «η πλειοψηφία δεν έχει ποτέ δίκιο…. Πως είναι ένα από εκείνα τα συμβατικά ψέματα ενάντια στο οποίο ένας ελεύθερος, σώφρονας άνθρωπος πρέπει να επαναστατεί…. Η πλειοψηφία έχει δυστυχώς δύναμη – αλλά δίκιο δεν έχει».

«Hovstad: Ο άνθρωπος που θα κατάστρεφε μια ολόκληρη κοινότητα πρέπει να είναι εχθρός του λαού:

Δρ. Stockmann: Δεν έχει σημασία αν μια κοινότητα που ψεύδεται καταστράφηκε!… Θα δηλητηριάσετε ολόκληρη τη χώρα με το καιρό· θα την φέρετε σε τέτοιο σημείο που ολόκληρη η χώρα θα αξίζει να χαθεί. Και όταν φτάσουμε εκεί, λέω, από τα βάθη της καρδιάς μου: Να χαθεί η χώρα! Να χαθεί ολόκληρος ο λαός της!»

Διωγμένος από την αίθουσα, χλευασμένος και περιφρονημένος από τον όχλο, ο Δρ. Stockmann μόλις που ξεφεύγει ζωντανός, και αναζητά την ασφάλεια στο σπίτι του, μόνο για να βρει τα πάντα κατεστραμμένα εκεί. Με το καιρού τον αρνείται ο παντοπώλης, ο αρτοποιός, και ο κηροποιός. Ο σπιτονοικοκύρης του φυσικά, λυπάται πολύ για εκείνον. Οι Stockmann πλήρωναν το νοίκι του πάντοτε τακτικά, αλλά θα του κατέστρεφε τη φήμη να έχει ως νοικάρη ένα τέτοιο ορκισμένο επαναστάτη. Ο παντοπώλης λυπάται, και ο κρεοπώλης το ίδιο· αλλά δεν μπορούν να ρισκάρουν τις επιχειρήσεις τους. Τέλος το σχολικό συμβούλιο στέλνει την έκφραση της θλίψης του: η Petra είναι θαυμάσια δασκάλα και τα αγόρια των Stockmann έξοχοι μαθητές, αλλά θα μπορούσαν να μολυνθούν τα άλλα παιδιά αν οι Stockmann παρέμεναν στο σχολείο. Και ξανά ο Δρ. Stockmann παίρνει ένα ζωτικό μάθημα. Αλλά δεν θα υποταχθεί· θα είναι δυνατός.

«Δρ. Stockmann: Θα πρέπει να αφήσω να με διώξουν από το πεδίο της μάχης η κοινή γνώμη, η συμπαγής πλειοψηφία, και τέτοιες αχρειότητες; Όχι, ευχαριστώ. Επιπλέον, αυτό που θέλω είναι τόσο απλό, τόσο ξεκάθαρο και άμεσο. Θέλω να βάλω στο κεφάλι αυτών των ανόητων πως οι Προοδευτικοί είναι οι χειρότεροι εχθροί των ελεύθερων ανθρώπων· πως τα κομματικά προγράμματα στρίβουν τα λαρύγγια των νεογέννητων ζωντανών αληθειών· πως οι σκέψεις της αναγκαιότητας  γυρνούν την ηθική και το δίκιο ανάποδα, μέχρι που η ζωή να είναι εντελώς απαίσια…. Δεν βλέπω κανένα άνθρωπο αρκετά ελεύθερο και γενναίο να προκαλέσει την Αλήθεια…. Ο δυνατότερος άνθρωπος είναι εκείνος που στέκεται μόνος».

Μια μαρτυρία πίστης, αλήθεια, επειδή ο Henrik Ibsen αν και αναγνωρίζεται σαν σπουδαίος δραματουργός καλλιτέχνης, παρέμεινε μόνος του στη θέση του ως επαναστάτης.

Η δραματική του τέχνη, δίχως την σπουδαία του επανάσταση απέναντι σε κάθε εξουσιαστικό θεσμό, ενάντια σε κάθε κοινωνικό και ηθικό ψέμα, ενάντια σε κάθε ίχνος σκλαβιάς, ήταν αδιανόητη. Όπως η τέχνη του θα έχανε την ανθρώπινη σημασία της, όπου η αγάπη του για αλήθεια και ελευθερία υστερούσε. Ήδη από τον Μπράντ απαιτούσε όλα ή τίποτα, δίχως ενδοτική μετριοπάθεια – δίχως συμβιβασμό οποιουδήποτε τύπου στον αγώνα για το ιδανικό. Η περήφανη ανυπακοή του, η ενθουσιώδης τόλμη του, η απόλυτη αδιαφορία του για τις συνέπειες, είναι το προσκλητήριο σάλπισμα του Henrik Ibsen, που ανακοινώνει μια νέα αυγή και τη γέννηση μιας νέας φυλής.

Πηγή: geniusloci

 

Να αντισταθούμε στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση

Να αντισταθούμε στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση

Η Πρώτη Βιομηχανική Καταπίεση μας βρήκε εκτοπισμένους απ’ τα φυσικά εδάφη, εξαναγασμένες να ζούμε σε συνωστισμένες πόλεις και μεγαλουπόλεις, χρησιμεύοντας ως ανθρώπινη τροφή για τον σκοτεινό διαβολόμυλο του καπιταλιστικού κόσμου που έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του, βασίζοντας την ισχύ του στον ατμό.

Η Δεύτερη Βιομηχανική Καταπίεση έφερε τον ηλεκτρισμό στον έλεγχο της Μηχανής. Γεννήθηκαν νέες γενιές, οι οποίες ποτέ δε γεύτηκαν λευτεριά. Οι ζωές τους κι οι αντιλήψεις τους κυριαρχούνταν ολοένα και περισσότερο απ’ τους ρυθμούς της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής.

Η Τρίτη Βιομηχανική Καταπίεση προανήγγειλε τον ερχομό των υπολογιστών και των ρομπότ. Τα ανθρώπινα όντα επρόκειτο πλέον να κομφορμιστούν υπάκουα κάτω απ’ αυτές τις αυτοματοποιημένες νόρμες και λειτουργίες.

Και τώρα, βιώνουμε την απαρχή της Τέταρτης Βιομηχανικής Καταπίεσης, την πλέον αιμοδιψή καταπίεση απ’ όλες τις προηγούμενες…

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θέλει να κατέχει, να ελέγχει και να κερδοφορεί απ’ το οτιδήποτε στον κόσμο.

Το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (Internet of Things) αποσκοπεί να γεννήσει ένα μάτριξ καθολικής συνδεσιμότητας, του οποίου καθίσταται ιδιοκτήτης.

Εσύ, το σπίτι σου, η οικογένειά σου, οι φίλες κι οι φίλοι σου, οι σχέσεις σου και οι δραστηριότητές σου, όλα θα ανήκουν στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση.

Οι τεχνοκράτες της δε σε θεωρούν τίποτα περισσότερο από ‘να ακόμη αναλώσιμο κι εμπορεύσιμο κομμάτι σάρκας, μια μονάδα ανάμεσα σ’ εκατομμύρια άλλες, απλώς έναν ακόμη αριθμό στο τεφτέρι των παγκόσμιων ισορροπιών της εκμετάλλευσης.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θα σε παρακολουθεί παντού και θα γνωρίζει πάντα το πού είσαι, με ποιους και ποιες είσαι, όπως και το τι κάνεις.

Απαιτεί την πλήρη υπακοή σου. Δεν μπορείς να έχεις δικές σου αξίες, ιδανικά ή όνειρα, μόνον τούτα τα οποία εγκρίνονται απ’ το σύστημα

Μια ανυπάκουη μονάδα είναι μια αντιπαραγωγική μονάδα.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θα γνωρίζει πού να σ’ εντοπίσει, αν διανοηθείς έστω και στο ελάχιστο να βαδίσεις εκτός γραμμής. Η προληπτική της αστυνόμευση θα σε χαρακτηρίσει άμεσα ως αντικοινωνικό στοιχείο, παρ’ ολίγον εγκληματία, ή και δήθεν εγκληματία.

Θα ξαμολήσει τα ρομπότ και τα drones της για να σε εξουδετερώσει και να προστατεύσει την ασφαλή λειτουργία του μάτριξ.

Συστήματα ψηφιακής ταυτοποίησης. Στρατιωτικοποιημένο δίκτυο 5G. Νευρο-τεχνολογική εγκεφαλική βελτίωση. Γενετική τροποποίηση.

Η κυβερνοασφάλεια απελευθερώνει!

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση δε θ’ ανεχθεί καμία ανεύθυνη έκφραση ή συμπεριφορά που παρουσιάζεται ως εχθρός της υγείας και της ασφάλειας, του νόμου και της τάξης, της δύναμης και της ευημερίας.

Υποταγή. Συκοφαντία. Σκλαβιά. Όλες και όλοι είμαστε μαζί σ’ αυτό, συμπολίτη!

Greta Thunberg και Jane Goodall

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θέλει να μας κατασπαράξει στα σαγόνια της, δείχνοντάς μας την επερχόμενη καταστροφή, και διακηρύττοντας πως κανείς δεν μπορεί να μας σώσει, πέραν αυτής.

Μας δείχνει τη δυστυχία και τη νοσηρότητα που μας είχαν επιβληθεί απ’ την Πρώτη, τη Δεύτερη και την Τρίτη Βιομηχανική Καταπίεση, και επιμένει πως η “λύση” είναι μια τέταρτη δόση του ίδιου θανατηφόρου βιομηχανικού δηλητηρίου.

Η νοημοσύνη της 4ης Βιομηχανικής Καταπίεσης είναι απολύτως τεχνητή, και οι νεκροί εγκέφαλοι των ρομπότ της δεν μπορούν να μυρίσουν όπως μυρίζουμε εμείς, να νιώσουν όπως νιώθουμε εμείς, να αγαπήσουν όπως αγαπάμε εμείς.

Αγνοεί ψυχρά τη διαχρονική και ζωτική αξία των ανθρώπων, των ζώων, των δέντρων, των φυτών, και ολάκερης της φυσικής πραγματικότητας της οποίας όλα τα προαναφερθέντα αποτελούν μέρος.

Αντ’ αυτού, βλέπει απλώς ακατέργαστο υλικό για το κέρδος της.

Διψά πρωτίστως για δεδομένα, αέναες ροές δεδομένων προς συλλογή, επεξεργασία, πώληση και μετατροπή τους σε πλούτο, ο οποίος εξαγοράζει τον πανιπτικό της έλεγχο.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση ποθεί ν’ αντικαταστήσει οτιδήποτε πραγματικό κι αυθεντικό μ’ ένα αντίγραφο, με μια πραγματικότητα η οποία πιότερο ως επίπλαστη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, παρά απλώς ως ψηφιακή.

Επιπλέον, η διχαλωτή ρομποτική της γλώσσα μάς λέει πως η ψευδής αυτή πραγματικότητα είναι εν τέλει απλώς “ενισχυμένη” και “εμπλουτισμένη”.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θέλει να εξαλείψει τη ζωή όπως τη γνωρίζαμε. Θέλει να μας εμφυτεύσει μικροτσίπ, να μας κλειδαμπαρώσει σε μικροσκοπικά κλουβιά, και να μας ταΐσει εξαναγκαστικά με χημικά υποκατάστατα τροφής με πρόσθετα εύγευστα στοιχεία.

Δε δύναται ν’ ανεχθεί την ιδέα πως ίσως ν’ απολαμβάνουμε κάτι που είναι δωρεάν, όπως το ηλιοβασίλεμα, ο φρέσκος αέρας και η άγρια φύση.

Λαχταρά ένα απόλυτο μονοπώλιο των εμπειριών μας. Αποκομμένες κι αποκομμένοι απ’ τον πραγματικό κόσμο, απ’ την αυθεντικότητα και την ελευθερία, δε θά ‘χουμε άλλην επιλογή πέραν του να αγοράζουμε και να καταναλώνουμε τα δηλητηριώδη, προσεκτικώς κατασκευασμένα υποκατάστατα πραγματικότητας.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση, όπως όλες οι άλλες μορφές καταπίεσης πριν απ’ αυτήν, έχει δομηθεί πάνω στον κατακερματισμό μας, στην καταστροφή των κοινοτήτων μας και στην υπονόμευση της αλληλεγγύης μας.

Η “κοινωνική αποστασιοποίηση” αποτελεί προϋπόθεση για την κατάκτηση της απόλυτης εξουσίας.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση μας θέλει μόνες, online και καλοστοιχισμένους σε μια γραμμή.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση αποστραγγίζει οτιδήποτε ξόμεινε από νόημα, ειδικά τις λέξεις. Λέει “βιώσιμο” όταν εννοεί “δολοφονικό για το περιβάλλον”. Λέει “ανάπτυξη” όταν εννοεί “καταστροφή”. Λέει “βασικός μισθός” όταν εννοεί “σκλαβιά”.

Όταν η 4η Βιομηχανική Καταπίεση κάνει λόγο για “επενδύσεις κοινωνικού αντικτύπου”, στην πραγματικότητα εννοεί πως θέλει να μετατρέψει τα ανθρώπινα όντα σε προσοδοφόρες επενδυτικές ευκαιρίες.

Ανθρώπινο κεφάλαιο. Ανθρώπινο κοπάδι.

Όταν η 4η Βιομηχανική Καταπίεση μιλά για “νέο deal υπέρ της φύσης”, στην πραγματικότητα εννοεί πως θέλει να ιδιωτικοποιήσει σύνολο τον ζώντα κόσμο, ούτως ώστε να κάνει την τάξη των δισεκατομμυριούχων ακόμη πιο πλούσια απ’ όσο είναι ήδη.

Όταν η 4η Βιομηχανική Καταπίεση απαιτεί “βιοασφάλεια”, σημαίνει ασφάλεια για τα δικά της συστήματα ελέγχου ενάντια στην απειλή της βιολογικής πραγματικότητας. Ασφάλεια απ’ τη φύση, απ’ τη ζωή, από εμάς!

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θαρρεί πως είναι τρομερά έξυπνη. Η απαστράπτουσα προπαγάνδα της μας υπόσχεται έξυπνη κίνηση σε μια έξυπνη οικονομία, έξυπνη ζωή και έξυπνη διακυβέρνηση για τους έξυπνους ανθρώπους του αύριο.

Το έξυπνο χρήμα βρίσκεται επίσης στο εγχείρημα της 4ης Βιομηχανικής Καταπίεσης. Έξυπνο χρήμα μέσα σε μια πανέξυπνη συνθήκη. Το έξυπνο είναι το νέο αντικείμενο ψωροπερηφάνιας.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση προσλαμβάνει τεράστιες στρατιές επαγγελματιών ψευτών και αφελών ηλιθίων, προκειμένου να διαχύσει την προπαγάνδα της, και να ουρλιάξει πως διέπραξαν εξύβριση όσες κι όσοι τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν τα τρομολαγνικά τους ψευδολογήματα.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση είναι μια θρησκεία του θανάτου, η οποία ονειρεύεται να εξολοθρεύσει οτιδήποτε φυσικό, οτιδήποτε άγριο, οτιδήποτε ελεύθερο.

Να αντισταθούμε στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση!

Να πολεμήσουμε την 4η Βιομηχανική Καταπίεση!

Πηγή: winteroak

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Έκδοση-Μετάφραση: Avis de Tempetes – Αλυσοδεμένοι στην Κορόνα

Η παρούσα έκδοση, αποτελεί ουσιαστικά τη μετάφραση στα ελληνικά του κυρίου κειμένου του 27ου τεύχους του αναρχικού εντύπου για τον κοινωνικό πόλεμο, Avis de Tempetes (Προαναγγελία Καταιγίδας), που εκδίδεται σε μηνιαία βάση στη Γαλλία. Το συγκεκριμένο άρθρο ολοκληρώθηκε στις 14 και δημοσιεύθηκε στις 15 Μαρτίου και αναλύει, μεταξύ άλλων, τα έως τότε δεδομένα των κοινωνικών εξελίξεων και της διαχείρισης από πλευράς των κυρίαρχων, της προκύπτουσας κατάστασης με τη εξάπλωση του κορωνοϊού.

Μια μικρή εισαγωγή…

Η παρούσα έκδοση, αποτελεί ουσιαστικά τη μετάφραση στα ελληνικά του κυρίου κειμένου του 27ου τεύχους του αναρχικού εντύπου για τον κοινωνικό πόλεμο, Avis de Tempetes (Προαναγγελία Καταιγίδας), που εκδίδεται σε μηνιαία βάση στη Γαλλία. Το συγκεκριμένο άρθρο ολοκληρώθηκε στις 14 και δημοσιεύθηκε στις 15 Μαρτίου και αναλύει, μεταξύ άλλων, τα έως τότε δεδομένα των κοινωνικών εξελίξεων και της διαχείρισης από πλευράς των κυρίαρχων, της προκύπτουσας κατάστασης με τη εξάπλωση του κορωνοϊού.

Από τότε μέχρι σήμερα που γράφεται αυτή εισαγωγή, αν και έχει μεσολαβήσει ένα φαινομενικά μικρό διάστημα τριών εβδομάδων, οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και αρκετά πρωτόγνωρες. Αν κάτι παρόλα αυτά γίνεται όλο και πιο σαφές, είναι πως οι κυρίαρχοι, σε διεθνές επίπεδο, έχουν αδράξει την ευκαιρία για να επιβάλλουν ένα καθεστώς ολοκληρωτικού ελέγχου, χωρίς υπερβολή, με κάθε μέσο. Εκφοβισμός και μιντιακή τρομοκρατία, απαγόρευση κυκλοφορίας, αστυνομοκρατία και μιλιταριστικά μέτρα, συμβολικός και νοηματικός πόλεμος. Χαρτογράφηση της κίνησης των πληθυσμών μέσω της παρακολούθησης ηλεκτρονικών συσκευών, της περαιτέρω ανάπτυξης του δικτύου καμερών με άμεση διαχείριση από την αστυνομία, της ανάπτυξης ειδικών εφαρμογών καταγραφής ατομικού προφίλ υγείας- κίνησης- κοινωνικής δικτύωσης και άλλα δυστοπικής έμπνευσης μέτρα εφαρμόζονται από τις δημοκρατίες ανά τον κόσμο αυτές τις μέρες.

Κι αν τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά στη δύση, μια αντίστοιχης έκτασης αναδιαμόρφωση του κοινωνικού περιβάλλοντος προς την κατεύθυνση του ελέγχου και της κρατικής κυρίευσης, έγινε με όχημα την απειλή της “τρομοκρατίας”, σήμερα, η νέα κατάσταση έκτακτης ανάγκης, βρίσκει αφορμή επιβολής στην παγκόσμια εξάπλωση ενός ιού. Αυτός ο νέου τύπου αόρατος “εχθρός”, δίνει ένα πολύ πιο διευρυμένο πεδίο εφαρμογής του ελέγχου στην κυριαρχία, απ’ότι άλλοι “εχθροί”. Ο φόβος γίνεται εργαλείο και η “απειλή” πλεόν εξαπλώνεται σε κάθε κοινωνικό χώρο, σε κάθε συνεύρεση, σε κάθε σπίτι…κάθε άτομο αντιμετωπίζεται ως δυνητικός φορέας της κοινωνικής απειλής. Και η πολιτική της εξουσίας έχει το πιο γόνιμο έδαφος για να εφαρμοστεί, όπου εφαρμοζόταν πάντα, κάπου ανάμεσα στο φόβο και τις παροχές.

Τα ερωτήματα που είναι ανοιχτά αυτή τη στιγμή είναι πολλά. Ποιά θα ήταν η κατάσταση τώρα, εάν δεν είχε επιβληθεί αυτό το μοντέλο κοινωνικής ερήμωσης και απόλυτης ιδιώτευσης; Εάν αυτός ο χρόνος απόστασης από τους θεσμούς δέσμευσής του, όπως τα σχολεία, η εργασία, τα πανεπιστήμια κ.ά., έβρισκε τους ανθρώπους σε μία κατάσταση ζωντανής επανοικειοποίησης των χαμένων τους αδέσμευτων στιγμών; Εάν τους έβρισκε σε καταστάσεις που θα είχαν το περιθώριο να συζητήσουν ενεργά, να αμφισβητήσουν και να αναδείξουν την ανικανότητα του κράτους να φροντίσει για τις ζωές τους, τη στιγμή που οι ανάγκες ζωτικής σημασίας, όπως η τροφή και η υγεία, είναι είτε διαμεσολαβημένες από το χρήμα και την κεροφορία των ισχυρών. Δεν θα ήταν τεράστιο το ρίσκο για όσους ενορχηστρώνουν τον κοινωνικό ελεγχο, να αφήσουν τους ανθρώπους να αυτοοργανωθούν και να αλληλοβοηθηθούν εν μέσω αυτής της περιπέτειας, φροντίζοντας ενεργά για τις ζωές και την υγεία τους;

Αντί αυτών, αυτός ο χρόνος κλείστηκε μέσα σε διαμερίσματα φυλακές , η επικοινωνία αποσυνδέεται από την εγγύτητα και την επαφή, διαμεσολαβείται από συσκευές και ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα, η πλήξη, το άγχος και ο φόβος κυριαρχούν. Η τρέχουσα κρατική διαχείριση, είναι πολύ πιθανό να διασφαλίζει το ότι κατά την επιστροφή στην κανονικότητα, το κράτος εν τέλει θα έχει αναδειχθεί σε ρόλο εγγυητή της ζωής για την κοινωνική πλειοψηφία. Ενώ είναι βέβαιο πως τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούνται στο σήμερα, φαινομενικά, για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης του ιού, την επόμενη μέρα, θα χρησιμοποιηθούν ως εγγυημένη μέθοδος για την διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και ομαλότητας, απέναντι σε άλλης φύσης “εχθρούς”. Ήδη τα έκτακτα μέτρα σε πολλές περιπτώσεις παγκοσμίως, σε ότι έχουν να κάνουν με τη επιτήρηση της δημόσιας ζωής, έχουν ένα βάθος χρόνου εφαρμογής πολλών μηνών από τώρα. Οι συνέπειες, άλλωστε, των όσων έκτακτων μέτρων λήφθηκαν, βιώνονται ήδη και θα βιωθούν ακόμη πιο έντονα, από τους καταπιεσμένους, με την περαιτέρω οικονομική αφαίμαξη να καραδοκεί. Αυτό το γνωρίζουμε πολύ καλά και εμείς αλλά και οι τεχνοκράτες της εξουσίας. Με αυτό κατά νου, δεν πρέπει να περιμένουμε πως μπροστά στις όποιες αντιδράσεις θα βρεθούν απροετοίμαστοι.

Ασκήσεις λοιπόν απόλυτου ελέγχου και επιβολής από τα κράτη, ασκήσεις νέων όρων κερδοφορίας από το κεφάλαιο… Κι εμείς; Τι κάνουμε όσοι ονειρευόμαστε την καταστροφή του κόσμου της διαμεσολάβησης, της εκμετάλλευσης και της υποταγής; Ο ίδιος ο τρόπος που έχουμε μάθει να κινούμαστε, οι όροι συνάντησής μας, επικοινωνίας και οργάνωσης, η ευελιξία και η φαντασία στις παρεμβάσεις και τις επιθέσεις μας, οι δυνατότητες μας και οι δομές για αντιπληροφόρηση και διάχυση του ανατρεπτικού λόγου, τα εγχειρήματα συμμετοχικής και αμφίδρομης αλληλεγγύης, δοκιμάζονται σε πολύ σημαντικό βαθμό μέσα στην επιβολή του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, συναντώντας τα όριά τους, τόσο οργανωτικά, όσο και περιεχομενικά. Δοκιμάζεται η οπτική μας, η ικανότητα μας να αναλύσουμε την κατάσταση που βιώνουμε, μακριά από τα φίλτρα της κυριαρχίας. Στην κατεύθυνση του εμπλουτισμού και της όξυνσης αυτών λοιπόν, πήραμε την πρωτοβουλία να μεταφράσουμε και να δημοσιεύσουμε το παρακάτω κείμενο, θέλοντας να συμβάλουμε συγχρόνως στην επικοινωνία και την ανταλλαγή σκεπτικών πέραν των συνόρων. Διότι παρατηρώντας την ελληνική περίπτωση, μπορεί κανείς να πει πως η έως τώρα κινητοποίηση των συλλογικοποιήσεων και πρωτοβουλιών του αναρχικού χώρου, επικεντρώνεται ως επί τω πλείστον στην παροχή αλληλέγγυας βοήθειας. Οι όροι με τους οποίους αυτό γίνεται χωράνε πολλή συζήτηση και προβληματισμό, παρόλα αυτα δεν θα αποτελέσει αντικείμενο αυτής της σύντομης εισαγωγής. Θεωρούμε ωστόσο πως με τη δημοσίευση του μεταφρασμένου κειμένου, φωτίζεται η επιθετική προοπτική, αναπόσπαστο κομμάτι της συνολικότητας του αναρχικού αγώνα, που τις μέρες αυτές εκλείπει.

Το αν εν τέλει, η υπάρχουσα κατάσταση, θα λύσει τα χέρια της εξουσίας ανά τον κόσμο για περαιτέρω επικράτηση και κερδοφορία, ή αν θα αποβεί επιβλαβής και θα ανοίξει δυνατότηττες αμφισβήτησης και εξέγερσης, θα φανεί σύντομα. Σε αυτό το διάστημα ας μην παραμείνουμε θεατές…

10 Απρίλη 2020

Σημειώσεις επί της μετάφρασης:
Οι υπότιτλοι των κεφαλαίων έχουν δοθεί από εμάς, για να διευκολύνουν την ανάγνωση. Σε ορισμένα σημεία του κειμένου, χρειάστηκε να γίνει ελεύθερη μετάφραση, χωρίς να αλλοιωθεί ωστόσο το περιεχόμενο. Τα πρωτότυπο κείμενο μπορούν να βρεθούν ηλεκτρονικά στον ακόλουθο σύνδεσμο.
https://avisdetempetes.noblogs.org/files/2020/03/Avisdetempetes27.pdf

ΑΛΥΣΣΟΔΕΜΕΝΟΙ στην ΚΟΡΟΝΑ

“Δεν υπάρχουν βοσκοί χωρίς πρόβατα”

“Η τυραννία, η πιο επικίνδυνη, δεν είναι αυτή που παίρνει τη μορφή της αυθαιρεσίας, αλλά αυτή που μας έρχεται καλυμμένη πίσω από τη μάσκα της νομιμότητας”
Α. Λιμπερτάδ, 1907

Μία από τις πρώτες σκέψεις που μας έρχεται στο μυαλό, με την επιδημία του κορωνοϊού, που εξαπλώνεται παγκόσμια και με τα μέτρα που ακολουθούν (το ένα μετά το άλλο), από την Κίνα μέχρι την Ιταλία είναι να αναρωτιόμαστε ποιός ανάμεσα στην “κότα” της εξουσίας και στο “αυγό” της υποταγής κάνει τη μεγαλύτερη ζημιά. Βρισκόμαστε μπροστά σε μία απότομη κρατική επιτάχυνση ελέγχων, απαγορεύσεων, κλείσιμο των επιχειρήσεων, καταστημάτων, δημοσίων υπηρεσιών, στρατιωτικοποίησης, διαταγών, μιντιακών βομβαρδισμών, ‘κόκκινων ζωνών”, επιτάξεων, απόμονώσεων, όπως επίσης και νεκρών, νοσούντων και αυξανόμενης φτώχειας (πράγμα τυπικό σε κάθε κατάσταση πολέμου ή καταστροφών) που, σίγουρα, δεν πέφτει από τον ουρανό. Αυτή η κρατική διαχείριση ανθεί αφενός μεν πάνω σε ένα καλά προετοιμασμένο έδαφος εξαιτίας των συνεχών παραιτήσεων των “υπηκόων” από κάθε δικαίωμα τυπικής ελευθερίας στο όνομα μιας ασφάλειας – αυταπάτης. Αυτή η κρατική διαχείριση βασίζεται επίσης στη γενικευμένη παράδοση της κοινωνίας και ανάθεσης στο κράτος κάθε πλευράς της ζωής της, αλλά και στην απώλεια της αυτόνομης ικανότητας των ατόμων να σκεφτούν έναν άλλον κόσμο, εντελώς διαφορετικό από αυτόν που βιώνουν καθημερινά.

Όπως το έλεγε ένας αναρχικός, εδώ και δύο αιώνες, το να κυβερνιέσαι σημαίνει “να είσαι κρατούμενος, να επιτηρείσαι να κατασκόπευεσαι, να προσηλυτίζεσαι, να ελέγχεσαι, να εκτιμάσαι, να λογόκρινεσαι, να κουμαντάρεσαι”. Και όλα αυτά με το πρόσχημα της “δημόσιας ωφέλειας” και στο όνομα του “γενικού συμφέροντος”.

Όμως Τίποτα δεν αλλάζει αν η δικτατορία ασκείται από ένα άτομο, από μία μικρή ομάδα ή από την πλειοψηφία. Τίποτα δεν αλλάζει αν παρακινείται από βίτσιο ή από “αγνές προθέσεις”. Τίποτα δεν αλλάζει αν γίνεται σε καιρό επιδημιών τεχνολογικής προέλευσης ή, πιο απλά, σε περίοδο κοινής γρίπης.

Όποιες και αν είναι οι δικαιολογίες προφύλάξης που επικαλείται η κυβέρνηση, όποια και αν είναι τα προσχήματα ασφαλείας πάνω στα οποία βασίζεται κάθε κυβέρνηση, όλες οι κυβερνήσεις είναι από τη φύση τους εχθροί της ελευθερίας και, βέβαια, η παρούσα συγκυρία κάθε άλλο παρά μας διαψεύδει. Σε αυτές τις προφανείς διαπιστώσεις που εκστασιάζουν τους θαυμαστές της εξουσίας “από τα πάνω” και όσους “από τα κάτω” ανοιγοκλείνοντας τα ματοτσίνορα, την ονειρεύονται, εμείς λέμε ότι δεν υπάρχουν βοσκοί χωρίς πρόβατα.

Εάν λοιπόν η ύπαρξη μίας κεντρικής εξουσίας, με τη μορφή Κράτους επιτρέπει την ξαφνική επιτήρηση στο σπίτι ολόκληρων τμημάτων του πληθυσμού, σε μία κλίμακα που δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε, αυτό οφείλεται στην ηθελημένη υποταγή των “υπηκόων” που έχει προετοιμαστεί, που έχει εμπεδωθεί και που, συνεχώς, ανανεώνεται από την εξουσία. Κι αυτή η κατάσταση της κοινωνίας κάνει αυτά τα μέτρα δυνατά και, ιδίως, αποτελεσματικά.

Χθες λοιπόν, στο όνομα του πολέμου, ή της “τρομοκρατίας”, σήμερα στο όνομα μιας επιδημίας, αύριο στο όνομα μιας οποιασδήποτε πυρηνικής οικολογικής καταστροφής.

Η αναγκαιότητα του επείγοντος, αλλά και ο φόβος, είναι οι δύο βασικοί συμβουλάτορες των “υπηκόων” που αδειασμένοι από κάθε δικό τους εσωτερικό κόσμο, θα βρουν, αντανακλαστικά, καταφύγιο στο μόνο πράγμα που γνωρίζουν : στα μπράτσα – αγκαλιά του Πατέρα Κράτους και κάτω από τα φουστάνια της Μητέρας Επιστήμης. Αυτή η κατάσταση προέκυψε από δύο παράγοντες. Αφενός από την καθημερινή δουλειά αρκετών δεκαετιών που είχε σκοπό τη συντριβή όσων εναντιονόντουσαν στην κυρίαρχη τάξη (στα πεδία της μισθωτής εργασίας, του σχολείου, της οικογένειας, της θρησκείας, της πατρίδας, του φύλου), μετά την τελευταία έφοδο στον ουρανό της δεκαετίας του 70. Αφετέρου με την ίδια δουλειά που γινόταν από το σύνολο των εξουσιαστών και των ρεφορμιστών που δεν σταμάτησαν ποτέ να θέλουν να μετασχηματίσουν τα άτομα σε αγέλη, οδηγώντας τα, την ίδια στιγμή, σ’ έναν κόσμο που συνδυάζει ατομικισμό και συναίσθηση αγέλης.

Ασκήσεις εθελούσιας δουλείας

“Για το άτομο δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα που να απορρέει από τη λογική για να θεωρείται πολίτης. Αντίθετα. Το κράτος είναι η κακοδαιμονία του ατόμου. Πρέπει το κράτος να εξαφανιστεί. Αυτή είναι η επανάσταση που θέλω να κάνω. Να καταστρέψουμε την ιδέα του Κράτους. Να κάνουμε την ελεύθερη βούληση και τις (μεταξύ μας) συγγένειες το μοναδικό δεσμό κάθε συνεταιρισμού. Κι εκεί θα είναι ο σπόρος μιας ελευθερίας που θα έχει μία εγκυμοσύνη” Χ.Ίψεν 1871

Μία δεκαετία μετά από αυτήν τη δήλωση που υπήρχε σε γράμμα σταλμένο σε έναν κριτικό λογοτεχνίας, ο νορβηγός δραματουργός Χένρικ Ίψεν (που ήταν εισοδηματίας) έγραψε ένα θεατρικό έργο που θα άναβε τα αίματα μερικών αναρχικών. Ήταν το “Ένας εχθρός του λαού”. Η ιστορία ξετυλίγεται σε ένα χωριό όπου τα νερά μολύνθηκαν από ένα θανατηφόρο βακτήριο, προκαλώντας την αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο αδέλφια: στον γιατρό και στο νομάρχη, που είχαν από κοινού, ιδρύσει το υδροθεραπευτήριο του χωριού. Θά’ πρεπε ή όχι να διακινδυνεύσουν τη λαμπρή σταδιοδρομία τους εκτελώντας έργα στο υδραυλικό σύστημα του χωριού; Θα έπρεπε να ειδοποιήσουν τους κατοίκους για τον κίνδυνο; Kαι τι έγινε; Ο γιατρός ενώ είχε, ήδη, σχεδόν πείσει τους κατοίκους να παρθούν μέτρα, διαπιστώνει ότι αυτοί αλλάζουν στρατόπεδο, “τα γυρίζουν” και εναντιώνονται σε αυτόν, κάτω από την πίεση των προυχόντων και μιας τοπικής εφημερίδας. Στο τέλος μένει μόνος ενάντια σε όλους. Αλλά μην βιαζόμαστε να βγάλουμε συμπεράσματα. Σε αυτό το έργο ο Ίψεν δεν σχεδιάζει να λιβανίσει την αλήθεια της επιστήμης απέναντι στον σκοταδισμό ή στην αγορά (*). Αντίθετα επεδίωκε να καταγγείλει την τυραννία της “συμπαγούς πλειοψηφίας”, αυτής της ευμετάβλητης μάζας που ταλαντεύεται ανάλογα με τα συμφέροντα των ισχυρών.

Πέρασε πάνω από ένας αιώνας μετά την επιτυχία αυτού του θεατρικού έργου, που φαίνεται να έρχεται από άλλον πλανήτη, για να δείξει, από τότε, ξεκάθαρα όλη τη φρίκη που ήταν δυνατόν να επιφέρει ο γάμος ανάμεσα στη λογική του Κράτους και την Επιστήμη της λογικής: μαζικές βιομηχανικές, στρατιωτικές και πυρηνικές σφαγές μέσα και έξω από τα σύνορα, ως τη μόνιμη δηλητηρίαση του πλανήτη. Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο όπου τα ανθρώπινα όντα βομβαρδίζονται ασταμάτητα από τεχνο-βιομηχανικές αναδιαρθρώσεις, αλλαγές, “καινοτομίες” που αλλάζουν καθημερινά τον κόσμο γύρω τους, τι απομένει στους “υπηκόους” όταν τους έρχεται ξαφνικά κατακέφαλα ο “άγνωστος x” ενός νέου φονικού ιού; Να αποδεχθούν “επιστημονικές” στατιστικές που τους διαβεβαιώνουν (σαν αυθεντίες) ότι αν το 70% του νέου πληθυσμού πληγεί από τον ιό, μόνο το 15% θα νοσήσει λίγο ή πολύ, και το 2% θα πεθάνει ανάλογα με την ηλικία και το ιατρικό ιστορικό του και στη συνέχεια, να τις καταπιούν στωϊκά; Να ακολουθήσουν, ως συνήθως, τις διαταγές της εξουσίας, που ελέγχει, ήδη, την επιβίωση τους από τη γέννηση μέχρι το θάνατο, περιμένοντας να λυθεί το ζήτημα της πανδημίας, όπως εκείνο του κλίματος, από τους ίδιους διαχειριστές του συστήματος που το έχει δημιουργήσει; Να αναρωτηθούν ανάμεσα στο δίπολο να ζεις ή να επιβιώνεις; Να αναρωτηθούν για το πόσο τους μένει να ζήσουν μέχρι να πεθάνουν; Να αναρωτηθούν ποια ποιότητα ζωής τους περιμένει, χωρίς καν να ξέρουν τη διάρκεια της; Για μία ποιότητα ζωής που είναι διαχωρισμένη από κάθε επιθυμία ελευθερίας, και πάντα έτοιμη να υποκύψει σε έναν εθελούσιο εγκλεισμό, μετά από ένα νεύμα του αφέντη;

Διότι έτσι δεν έγινε με τα 60 εκατομμύρια Ιταλών στις 9 Μάρτη, που, από τη μία μέρα στην άλλη, παραιτήθηκαν από κάθε κριτικό πνεύμα, αποδεχόμενοι το “μένουμε σπίτι” που αποφασίστηκε από το κράτος για τουλάχιστον 4 βδομάδες αφού, βέβαια, προηγουμένως είχε δοκιμαστεί πρακτικά η εγκαθίδρυση μιας τεράστιας “κόκκινης ζώνης” στο Βορρά, κόβοντας τη χώρα στα δύο; Την ώρα που γράφουμε αυτό το κείμενο, μέτρα αυστηρής καραντίνας, σε τόσο μεγάλη κλίμακα, εφαρμόζονται στην Ισπανία (47 εκατομμύρια κάτοικοι), ενώ η Πορτογαλία, Ρουμανία, Σερβία και Η.Π.Α κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης με ότι αυτό σημαίνει με όρους εξαναγκασμού απέναντι στους ανεύθυνους που θα τολμούσαν να παραβούν αυτόν τον εγκλεισμό. Ένας εγκλεισμός που πραγματοποιείται με “πάσο κυκλοφορίας” και που σχηματοποιείται στο τρίπτυχο : σπίτι-δουλειά-σούπερμαρκετ. Και προχωράμε με μια εικόνα από το μέλλον που είναι, ήδη, εδώ : στην Ισπανία στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και στους δρόμους των μεγάλων πόλεων ο στρατός (η στρατιωτική αστυνομία και τα μέλη της Στρατιωτικής Μονάδας Επείγουσας Ανάγκης-UME) περιπολεί εξοπλισμένος με drones.

Το ίδιο συμβαίνει στην Ιταλία με τους 7000 στρατιωτικούς, που δεν αποσύρθηκαν ποτέ μετά την επιχείρηση “Ασφαλείς Δρόμοι” (Strade sicure) το 2008, που βρίσκονται σε υψηλή ετοιμότητα επειδή προβλέπονται ταραχές στο Νότο, όταν η επιδημία φτάσει μέχρι εκεί. Κάθε χώρα, βέβαια, μπορεί να ισχυρίζεται ότι διατηρεί προς το παρόν τις μικρές ιδιαιτερότητες της σε επίπεδο αδειών για “μη βασικά” καταστήματα για να προβάλλει το δημοκρατικό πρόσωπό της : περίπτερα και αρωματοπωλεία στην Ιταλία, κάβες ποτών και ξενοδοχεία στη Γαλλία, υπαίθριες αγορές και κομμωτήρια στο Βέλγιο. Αυτή όμως η κατάσταση δεν θα διαρκέσει για πολύ καιρό.

Είμαστε, λοιπόν, μάρτυρες ενός κινήματος εθνικής ενότητας που αγγίζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής και επιβίωσης γύρω από ένα σύστημα που του έχει δοθεί “λευκή επιταγή”, σε μία απίστευτη κλίμακα για χώρες του δυτικού κόσμου μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Πρόκειται για μία άσκηση εθελούσιας σκλαβιάς που προετοιμάστηκε πολύ καλά και μπήκε σε πρακτική εφαρμογή από τις εξουσίες όλα αυτά τα χρόνια με τις διάφορες καταστάσεις “έκτακτης ανάγκης”, όπως ο “αγώνας ενάντια στην τρομοκρατία” και οι “φυσικές καταστροφές”. Ποτέ, όμως, με τόσο μεγάλη διάρκεια και τέτοια ένταση. Και κανείς δεν αμφισβητεί ότι αυτή η άσκηση μπορεί να διαρκέσει πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό που ανακοινώθηκε, ανοίγοντας την πόρτα σε καινούργιες καταστάσεις που είναι, ακόμα, δύσκολο να προβλεφθούν.
(*) Yπενθυμίζουμε ότι την ίδια χρονιά, το 1882, εκδόθηκε στα γαλλικά η κριτική του Mπακούνιν, μετά το θάνατό του, με θέμα “η εξέγερση της ζωής ενάντια στην επιστήμη”.

Οι εξεγέρσεις μπορούν να έρθουν από εκεί που δεν το περιμένεις

“Ο αέρας είναι ακίνητος. Πόσο τα πουλιά και οι πηγές είναι μακριά! Δεν μπορεί παρά να είναι το τέλος του κόσμου, προχωρώντας” Α.Ρεμπώ

Απέναντι σε αυτό που η αγέλη ξέρει καλά να κάνει, δηλαδή να ακολουθεί τις προσταγές, υπάρχουν ακόμα άτομα που δεν υπακούν τόσο εύκολα, για διάφορους λόγους, άλλοι που θα προσπαθήσουν, σίγουρα, να βρουν παραθυράκια στα μέτρα εγκλεισμού αφού περάσει το πρώτο στάδιο αμηχανίας, αλλά υπάρχουν, επίσης, και άλλες ψυχές που σκοπεύουν να συνεχίσουν να υποσκάπτουν το οικοδόμημα της κυριαρχίας και να εκμεταλλευτούν ευκαιρίες για δράση, που παρουσιάζονται από την έκτακτη αυτή κατάσταση.

Πράγματι, γιατί ο ιός της εξουσίας δεν θα χρησιμοποιούσε το φόβο, όπως πάντα το έκανε, μεγεθύνοντας τον ή δημιουργώντας τον, όχι μόνο για να εντείνει τον έλεγχο στα σώματα και στα μυαλά, αλλά, ιδίως, για να δυναμώσει το δηλητήριο της υποταγής απέναντι σε κάποιο απρόβλεπτο γεγονός που μπορεί να ανακατέψει τα χαρτιά και να ξεφύγει από κάθε έλεγχο;

Παραδείγματος χάριν, σε περίπτωση πολέμου, το πιο καθησυχαστικό για κάθε εξουσία είναι να γνωρίζει ότι γύρω της συσπειρώνεται μεγάλο μέρος πληθυσμού. Τι θα συνέβαινε όμως, αν χάσει στον πόλεμο ή είναι ανίκανη να τον διεξάγει; Σ’ αυτήν την περίπτωση η αρχική δυσαρέσκεια, όχι, βέβαια, αντίθεσης στο σύστημα, αλλά διαμαρτυρίας, εξαιτίας κακής διαχείρισης των πραγμάτων ή μεγάλων αυξήσεων τιμών στα προϊόντα διαβίωσης, θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένη αμφισβήτηση του συστήματος. Αυτή η ιστορική πραγματικότητα αποτυπώθηκε μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο στις ηττημένες αυτοκρατορίες (Γερμανία, Ρωσία, Ουγγαρία). Θα μας απαντήσουν, βέβαια, ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε κι ότι την εποχή εκείνη υπήρχε ένα όραμα για αντικατάσταση του υπάρχοντος συστήματος. Αυτό, όμως, δεν αποκλείει την περίπτωση ενός σύγχρονου Κράτους της δύσης να χάσει τον έλεγχο της κατάστασης λόγω γενικευμένου κοινωνικού πανικού επιβίωσης ή ενός λαϊκού θυμού λόγω των υψηλών ποσοστών θνησιμότητας από τον ιό (που είναι αποτέλεσμα ενός υγειονομικού συστήματος που αυτό διέλυσε), ή, τέλος από έναν ιό που έθεσε εκτός λειτουργίας, έστω και προσωρινά, το 20%-30% των επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Αυτή η κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες εξεγέρσεων σε μερικές περιοχές ή σε κατηγορίες του πληθυσμού, που μπορούν να είναι ακόμα πιο σημαντικά εξαιτίας της “εύθραυστης” και ίσως μισο-διαλυμένης οικονομίας.

Είτε σε περίοδο κοινωνικής νηνεμίας, είτε σε περίοδο κρίσης, δεχόμαστε ένα μπαράζ παραπληροφόρησης από την κυβέρνηση και τα καθεστωτικά μέσα που παρουσιάζουν τα πάντα σύμφωνα με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Οι εφημερίδες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι, όμως, η αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο ρόλος τους είναι να μην αναφέρονται στους καθημερινούς κοινωνικούς ανταγωνισμούς ή όταν αναφέρονται σε αυτούς είναι για να παραμορφώσουν το περιεχόμενο του ή για να υπερπροβάλουν κάποιες συλλήψεις. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε μόνο στην αρχή μιας καινούργιας περιόδου που μπορεί να διαρκέσει για μήνες, χωρίς να έχει μια γραμμική τροχιά, ένα από τα πρώτα σήματα εξέγερσης ήρθε από τις ιταλικές φυλακές. Και με τι τρόπο!

Μετά τα μέτρα που πάρθηκαν από το ιταλικό κράτος ενάντια στην εξάπλωση του κοροναϊού και που αφορούσαν επίσης τις φυλακές (απαγόρευση επισκέψεων, κατάργηση μισο-ελευθεριών κι εσωτερικών δραστηριοτήτων), οι πρώτες στάσεις ξέσπασαν στις 7 Μάρτη και αγκάλιασαν καμιά 30αριά φυλακές στο βορρά και στο νότο σε διάστημα 3 ημερών. Εξεγέρθηκαν τουλάχιστον 6.000 φυλακισμένοι, παίρνοντας ομήρους δεσμοφύλακες, ανοίγοντας τα κελιά και διαλύοντας πτέρυγες, ακόμα κι ολόκληρες φυλακές (όπως αυτή της Μοντένα, που δεν μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί), βάζοντας φωτιές και καταλαμβάνοντας στέγες, αποδρώντας όπως στη Φότζια, όπου 77 τα κατάφεραν (τελικά μόνο 4 δεν συνελήφθησαν), καταστρέφοντας αρχεία και ντοκουμέντα που αφορούσαν στην ταυτότητα τους κι έχοντας, δυστυχώς, και 10 νεκρούς.

Βλέποντας τώρα το ζήτημα από μια άλλη οπτική πλευρά, ας αναφερθούμε στο μεγάλο μάντρωμα στην ανατολική Γαλλία. Εκεί, κάθε άτομο που εξέρχεται της κατοικίας του θα πρέπει να είναι εφοδιασμένο με ιδιόγραφο ” πάσο”, όπου θα σημειώνει το λόγο εξόδου του (όπως εργασία, θέματα υγείας, επίσκεψη σε καταστήματα τροφίμων και συνοδεία σκύλου, χωρίς παρέα και μόνο στη συνοικία του). Τα αποτελέσματα της καραντίνας δόθηκαν από το κράτος για τις πρώτες μέρες εφαρμογής της : σε 106.000 ελεγμένα άτομα, 2.160 έλαβαν πρόστιμα για παραβίαση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης (11 Μάρτη), και στη συνέχεια, σε 157.000 ελέγχους πήραν πρόστιμο 7.100 άτομα (13 Μάρτη). Τα πιο χαρακτηριστικά, αλλά και διαφορετικά παραδείγματα παραβίασης των μέτρων απαγόρευσης (σύμφωνα με το σλόγκαν “μένουμε σπίτι” και κυκλοφορούμε ατομικά εφοδιασμένοι με “πάσο”) ήταν : συγκέντρωση ατόμων, παρεϊστικα, για μπυροποσία, παρουσία σε έρημη πλαζ παίζοντας μπιτς-βόλεϋ, έξοδος πατέρα για να αγοράσει play station για τον κλεισμένο πιτσιρικά στο σπίτι, ζευγάρι που προτίμησε να λύσει τις διαφορές του από κοντά παρά από το τηλέφωνο, προσπάθεια εορτασμού γενεθλίων μεταξύ φίλων ή η χαρτοπαιξία μεταξύ κατοίκων της ίδιας συνοικίας. Επίσης, πολλές από τις μεγάλες πόλεις της Ιταλίας (Μιλάνο, Μπολόνια, Τορίνο, Ρώμη) κλείνουν πάρκα, κήπους, ποδηλατόδρομους ή πλαζ, για να αποτρέψουν τους δύστροπους να απολαύσουν την καλοκαιρία.

Μια πρώτη ανάγνωση τέτοιων συμπεριφορών είναι ότι αυτές οι χλιαρές παραβατικές κινήσεις προέρχονται περισσότερο από την απότομη αύξηση των απαγορεύσεων, παρά σαν συνειδητή αντίδραση ενάντια στα μέτρα. Η ανυπακοή σε μία διαταγή, επειδή αλλάζει πολύ γρήγορα μία συνήθεια που είναι βαθιά ριζωμένη, δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη μετωπική σύγκρουση με την εξουσία.

Παρόλα αυτά, επειδή δεν βρισκόμαστε παρά στην αρχή αυτού του κύματος μέτρων απαγόρευσης των διαδηλώσεων που τείνει να παγκοσμιοποιείται, σημειώνουμε ότι η Αλγερία που τις απαγόρευσε με πρόσχημα τον κορωναϊό, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μαζικές παραβιάσεις στις 13 Μαρτίου, στην Καβυλία, επί την ευκαιρία της 56ης εβδομάδας διαμαρτυριών ενάντια στην εξουσία. Επίσης στη Χιλή, όπου η εξέγερση ξαναπήρε μπροστά στις αρχές Μαρτίου, μετά το τέλος των διακοπών, ο υπουργός υγείας ανακοίνωσε ότι η χώρα σε λίγο θα εισερχόταν στη “φάση 3” με μαζικές καραντίνες. Τέλος, στη Γαλλία όπου το κράτος αποφάσισε στις 13 Μαρτίου να μειώσει από 10.000 σε 1.000 άτομα το όριο συμμετοχής σε συγκεντρώσεις, οι διαδηλώσεις (σαν “χρήσιμες για τη ζωή του έθνους”) ήταν ανεκτές υπό το φόβο βίαιων αντιδράσεων, επειδή το κράτος υπολόγιζε στα συνδικάτα για να μην τις οργανώσουν! Παρόλα αυτά, στη Λυών στις 13 Μάρτη 3.000 νέοι διαδήλωναν φωνάζοντας: “Δεν θα μας καταβάλει ο κορωναϊός, αλλά το κράτος και το κλίμα”, ενώ στο Παρίσι τα “κίτρινα γιλέκα”, που διαδήλωσαν στις 14 Μαρτίου, συγκρούστηκαν με την αστυνομία, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες κουφάρια καμμένων αυτοκινήτων.

Να επιτεθούμε στις ρωγμές του συστήματος

Για εμάς, και για όσους αντιπαλεύουν το σύστημα, υπάρχει ο κίνδυνος να βρεθούμε προ εκπλήξεως όταν ξεσπάει μια τέτοια κατάσταση, αν δεν είχαμε σκεφτεί το ζήτημα από τα πριν. Δεν αναφερόμαστε, βέβαια, σε μια εξέγερση, αλλά στον άμεσο και απότομο περιορισμό των περιθωρίων ελιγμών από την πλευρά της εξουσίας, όπως π.χ στο ζήτημα των μετακινήσεων, όπως έγινε στη Χιλή στην αρχή της εξέγερσης, με την απαγόρευση κυκλοφορίας, ή, εδώ και μια βδομάδα στην Ιταλία και στην Ισπανία με την επιβολή της καραντίνας σε ολόκληρη τη χώρα. Αυτή η δύσκολη κατάσταση επιδεινώνεται όχι μόνο με την αύξηση των ελέγχων από τις δυνάμεις καταστολής, αλλά κι εξαιτίας της συνεργασίας πολιτών που, αποφεύγοντας τους δημόσιους χώρους μετά τις απαγορεύσεις συνάθροισης, αφήνουν ακάλυπτους τους ανυπότακτους ή, πολλαπλασιάζοντας τις καταγγελίες, θεωρούν ότι πρέπει να γίνονται σεβαστά τα μέτρα, που εκείνοι νομίζουν ότι είναι για την προστασία τους.

Να εντρυφήσουμε στο ζήτημα, αν ήδη δεν το έχουμε κάνει, σημαίνει π.χ. να γνωρίζουμε τα περάσματα που οδηγούν από το σπίτι μας σε προφυλαγμένους χώρους συναντήσεων, να έχουμε ήδη προσδιορίσει ποια “φωτογραφικά μάτια” του κράτους πρέπει να τυφλωθούν, όπως, επίσης πώς να βγούμε από τις πόλεις με ευκινησία (αυτή τη φορά με μάσκες που υποδεικνύονται από το κράτος!), ή ποιές διαδρομές στην εξοχή οδηγούν στον εντοπισμό νέων σημείων συνάντησης ή τοποθεσίες για μπλόκα ή σαμποτάζ. Αυτό σημαίνει, επίσης, κι είναι ακόμα μία δυσκολία που πηγάζει από τα περιοριστικά μέτρα, από πού θα προμηθευτούμε υλικά για να δράσουμε σε περίπτωση που οι προμήθειες μας εξαντλούνται (επειδή τα καταστήματα που δεν πουλάνε τρόφιμα είναι κι αυτά κλειστά). Αυτό θα μπορούσε να είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για έναν γρήγορο αναστοχασμό πάνω στο θέμα της επικοινωνίας, χωρίς την παρεμβολή της τεχνολογίας μεταξύ διασκορπισμένων συνεργών, που η μετακίνηση τους μπορεί να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Και στο κάτω-κάτω της γραφής, γιατί να μην βρεθούν και καινούργιοι συνεργοί που, για τους δικούς τους λόγους, αισθάνονται τις ίδιες ανάγκες για να ξεφύγουν από τους καθημερινούς ελέγχους. Αυτά είναι μερικά από τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν επειγόντως και, παράλληλα, είναι ευκαιρίες για επανασυζητήσεις, παρατήρηση και αλλαγή οπτικής γωνίας πάνω στον κοινωνικό χώρο που τον γνωρίζαμε καλά μέχρι χθες, αλλά που, τώρα, τα περιθώρια έχουν δραστικά μειωθεί ή ακόμα και αυξηθεί σε άλλες περιπτώσεις ή έχουν μετασχηματιστεί από τις νέες επιτακτικές ανάγκες της εξουσίας γιά να διαχειριστούν τις ροές “σπίτι-δουλειά-σούπερ μάρκετ”.

Από την πλευρά της εξουσίας, το μεγαλύτερο μέρος των σχεδίων της κρίσης στις διάφορες χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία, Γαλλία) αναδύουν κάποιες σταθερές που θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε. Είναι, π.χ. η ευκαιρία για τον καπιταλισμό να ωθήσει σε μία επιτάχυνση αυτό που μερικοί ονομάζουν, εδώ και καιρό, 4η βιομηχανική επανάσταση (μετά από εκείνες του ατμού, τον ηλεκτρισμό και της πληροφορικής): δηλαδή την ψηφιακή και την ολική διασύνδεση ανάμεσα σε όλους τους τομείς της ζωής (τη φυσική, τη βιολογία και την οικονομία). Παραδείγματα:

Εκατοντάδες εκατομμύρια μαθητών και φοιτητών υποχρεώνονται σε διαρκή τηλε-μαθήματα, εξαιτίας του κλεισίματος όλων των φυσικών χώρων εκπαίδευσης.
Εργαζόμενοι με τηλε-εργασία (20%-30% περίπου), ακόμα κι αν δεν έχουν την εμπειρία για να την κάνουν.
Πολλαπλασιασμός, σε μαζική κλίμακα, επισκέψεων σε γιατρούς/νοσοκομεία μέσω υπολογιστή, εξαιτίας της πληθώρας κόσμου που συρρέει σε αυτά.
Έκρηξη των πληρωμών με κάρτα από φόβο μόλυνσης μέσω της χρήσης χαρτονομισμάτων και κερμάτων.

Κι αν προσθέσουμε σε όλα αυτά ότι οι υπό περιορισμό πληθυσμοί έχουν με τη θέληση τους παραδοθεί σε ότι τους εμποδίζει να σκέπτονται και να ονειρεύονται, πέφτοντας με τα μούτρα στις διαδικτυακές αγορές, στις τηλεοπτικές σειρές, στα παιχνίδια σε ζωντανή μετάδοση, ή στην εικονική επικοινωνία, τότε γίνεται, πλέον, σαφές ότι οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας, τα δίκτυα ενέργειας που τροφοδοτούν τα παραπάνω έχουν μία υπερ-πολλαπλασιασμένη σημασία. Κι όχι μόνo για την παραγωγή και τη διασκέδαση, αλλά σαν ομφάλιος λώρος ανάμεσα στην ατομική Σπιναλόγκα του σπιτιού και το ζωντανό κόσμο που έχει, μονομιάς, απο-πραγματοποιηθεί και απο-ανθρωποποιειθεί περισσότερο από ποτέ άλλοτε.

Οπότε, όταν γνωρίζουμε ότι μία κεραία, ένας μετασχηματιστής ή ηλεκτρικός πυλώνας, μία οπτική ίνα γίνονται περισσότερο από κάθε άλλη φορά προσδιοριστικά στοιχεία για να περνάμε την ώρα σε καιρό καραντίνας, για τη μαζική τηλε-εργασία και τηλε-εκπαίδευση, αλλά, επίσης, για τη μετάδοση των εντολών της εξουσίας από τους εντεταλμένους γιατρούς και την τεχνολογία του ελέγχου που ακολουθεί, όλα αυτά δεν ανοίγουν ενδιαφέροντες δρόμους για να σπάσουμε αυτήν τη νέα κανονικότητα; Χωρίς, βέβαια, να μιλάμε για τις πιθανές συνέπειες στη λειτουργία του συστήματος εξουσίας, τύπου χιονοστιβάδας, από την τεράστια αύξηση της χρήσης κινητής τηλεφωνίας και ίντερνετ, όπως και της μειωμένης διαθεσιμότητας των τεχνικών για λόγους ασθένειας των ιδίων…

Το δεύτερο σημείο που είναι κοινό σε αυτά τα ευρωπαϊκά σχέδια έκτακτης ανάγκης είναι η προτεραιότητα που δίνεται στη διατήρηση της ελάχιστης ύπαρξης συγκοινωνιακών μέσων, ώστε να προωθούνται οι μη αποκλεισμένοι εργαζόμενοι προς τις αποκαλούμενες κρίσιμες βιομηχανίες και υπηρεσίες, να μπορεί να διατηρείται η ροή εμπορευμάτων με φορτηγά ή σιδηροδρομικά προς αυτές, όπως και να εξασφαλίζουν προμήθειες προϊόντων στις πόλεις, όπου είναι γνωστό ότι τα αποθέματα φτάνουν για λίγες μέρες. Πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν πρέπει να παραβλέπεται από όσους έχουν στο μυαλό τους την αποσταθεροποίηση τομέων της οικονομίας, που η εξουσία προσπαθεί να προφυλάξει με κάθε θυσία, δεδομένου ότι, όντας οι πιο ορατοί, είναι πιθανοί στόχοι επίθεσης (στην Καταλωνία, π.χ συζητάνε αυτήν τη στιγμή τη δημιουργία ειδικών διαδρομών για “υγιείς” εργαζομένους και προϊόντα, που να οδηγούν στους τόπους παραγωγής).

Σε καιρούς έκτακτης ανάγκης και κρίσης σε μία τέτοια κλίμακα, όπου το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων είναι ρευστό, όπου η εθελούσια δουλεία οδηγημένη από το φόβο μπορεί γρήγορα να γυρίσει σε εφιάλτη, όπου η κυριαρχία πρέπει, με τη σειρά της, να προσαρμόζεται χωρίς, όμως, να ελέγχει τα πάντα, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως να ελιχθούμε σε εχθρικό περιβάλλον. Δεν πρόκειται μόνο για μια αναγκαιότητα, για όποιον δεν θέλει να μείνει κλεισμένος στο καβούκι του, αλλά για μία σημαντική στιγμή για χτυπήματα στον αντίπαλο. Αυτός είναι ο δρόμος όταν πολεμάμε για έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό, για την ελευθερία χωρίς όρια. Η εξέγερση είναι η ζωή.

Ηλεκτρονική Μπροσούρα: Avis de Tempetes

Πηγή: mpalothia

Για τις πανδημίες που έρχονται: Σημείωση για το Κεφάλαιο ως γεωλογική δύναμη καταστροφής

Γράφει ο Lucifugo, a diavolo in corpo

Οι επιδημίες, όπως και η ιστορία των κοινωνιών με την οποία οι πρώτες διαπλέκονται, δεν αποτελούν αναλλοίωτα βιολογικά δεδομένα. Είναι κοινός επιστημονικός τόπος –αν και ελάχιστα κατανοητός στη βαθύτερη σημασία του- πως το σύνολο των ιογενών λοιμώξεων και ένα μεγάλο μέρος των βακτηριακών είναι το αποτέλεσμα του ιστορικού κύκλου της εξημέρωσης των ζώων από τους ανθρώπους που προκαλεί εν δυνάμει λοιμογόνα άλματα από το ένα είδος στο άλλο (zoonosis) παράγοντας νέους παθογόνους οργανισμούς. Μια διαδικασία εξημέρωσης που λαμβάνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μέσα σε καθορισμένες κοινωνικές μορφές αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τη γήινη φύση.

Το απλό κρυολόγημα επί παραδείγματι οφείλεται σε ιούς μέσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και ένα στέλεχος του coronavirusπου κατάγονται από τη σχέση εξημέρωσης των ανθρώπων με τα άλογα, η ευλογιά από τα βοοειδή, η ιλαρά από τα γουρούνια, η ανεμοβλογιά από τις όρνιθες, η γρίπη από τις πάπιες, τα γουρούνια, τα πουλερικά κ.ο.κ. Η σταθερή βιολογική ανοσοποίηση έναντι αυτών των λοιμώξεων που σήμερα θεωρείται δεδομένη και καθολική δεν προϋπήρχε ανέκαθεν, είναι με τη σειρά της η τελική αποκρυστάλλωση στο επίπεδο του γενετικού υλικού της απαρχής μιας διαδικασίας οργάνωσης της κοινωνικής ζωής με πυρήνα την αύξηση της δημογραφικής πυκνότητας του πληθυσμού πάνω στο έδαφος κυριαρχικών και ιεραρχικών σχέσεων εξουσίας και υποταγής.

Δημιουργείται με άλλα λόγια μια κατάσταση διάρκειας εκατοντάδων ετών όπου, για παράδειγμα, ο φτωχοποιημένος αγροτικός πληθυσμός της Ευρώπης εξωθείται να ζει κυριολεκτικά σε άμεση επαφή με τα περιττώματα, τις εκκρίσεις κ.τ.λ. των λίγων ζώων που κατέχει για τροφή, εργασία κ.α. Το διαρκές αυτό πολιτιστικό-ταξικό φαινόμενο συνεπάγεται μια σειρά από ιστορικές θανατηφόρες επιδημίες με τη ρίζα της ανοσοποίησης να πρωτοδιαμορφώνεται μέσα από μια διαλεκτική θανάτου-επιβίωσης στο τέλος μόνο της οποίας παγιώνεται βιολογικά η ανοσία. Με την οριστικοποίηση της τελευταίας δεν εξαλείφεται μονάχα η απειλή της επιδημίας από το ταυτόσημο παθογόνο αλλά ζωντανεύει και ο κίνδυνος για τη σκέψη να χάσει πίσω από το “καθολικό” βιολογικό δεδομένο τον ιδιαίτερο ιστορικό δρόμο και την συγκεκριμένη κοινωνική ώθηση που οδήγησε σε αυτό.

Η επιδημία της βουβωνικής και πνευμονικής πανώλης (ο “Μαύρος Θάνατος”), για να συνεχίσουμε με το ευρωπαϊκό παράδειγμα, που σάρωσε την Ευρώπη τον δέκατο τέταρτο αιώνα δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως προς τη γένεση και την επέκτασή της έξω από την καπιταλιστική προϊστορία: συσσώρευση εμπορευματικού κεφαλαίου μέσα από τη διαμόρφωση εμπορικών δρόμων μεγάλων αποστάσεων (Ιταλία-Κίνα) με ταυτόχρονη τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο στα υπό μεταμόρφωση αστικά κέντρα όπου συρρέουν εξαθλιωμένες αγροτικές μάζες μέσω της αρχομένης επιβολής μιας νέας τυραννίας, της μισθωτής εργασίας.

Με βάση όλα τα παραπάνω, χαρακτηριστική ήταν η απουσία τυπικής βιολογικής ανοσίας των αυτοχθόνων πληθυσμών της Αμερικής στην ιλαρά, την ανεμοβλογιά κ.τ.λ. οι οποίοι μέσα σε λίγες δεκάδες χρόνια, κατά τον δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο αιώνα, και επί της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας αποδεκατίστηκαν από αυτές τις επιδημίες που στην Ευρώπη την ίδια περίοδο ολοκλήρωναν τον λοιμογόνο κύκλο τους, είχαν καταστεί λιγότερο θανατηφόρες και είχαν αρχίσει να υποβιβάζονται επιδημιολογικά σε λοιμώδεις ασθένειες της παιδικής ηλικίας.

Όλα αυτά μας είναι χρήσιμα ως ελάχιστα νοητικά εφόδια για να τοποθετήσουμε πάνω σε μια συγκεκριμένη ιστορική και θεωρητική βάση την πανδημία του νέου κορωνοϊου (Covid-19). Αυτή η πανδημία δεν αποτελεί κεραυνώ εν καπιταλιστική αιθρία. Τις τελευταίες δεκαετίες νέοι ιοί [SARS (ένας άλλος corovanirus), Embola, Γρίπη των χοίρων και των πτηνών κ.α.] αναδύθηκαν από τους πυθμένες της συσσώρευσης του κεφαλαίου και ειδικότερα από την λογική της αξιοποίησης που επιβάλλει μια εγκληματική σχέση των ανθρώπων με τη γήινη φύση.

Από την ίδια την οπτική της αξιοποίησης του κεφαλαίου η γήινη φύση δεν υφίσταται ως τέτοια-που-είναι, ως “ετερότητα” που συνιστά θεμελιακό όρο της ανθρώπινης ύπαρξης, παρά μόνον ως πεθαμένη –ομοιογενής- πρώτη ύλη για την παραγωγή ενός και μόνο κόσμου εμπορευμάτων. Για την κοινωνική μεγα-μηχανή του κεφαλαίου το σύνολο της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης δεν είναι παρά μια ατέλειωτη ροή πρώτων υλών και καυσίμων για την παραγωγή αξίας. Η προκατηγορική και συνειδητά ασυνείδητη στόχευση της συσσώρευσης του κεφαλαίου ως αξίας που αξιοποιείται μέσω της αφηρημένης δραστηριότητας-για-χρήμα είναι η μετατροπή της έμβιας και άβιας πολλαπλότητας της γήινης φύσης σε νεκρό πλανήτη, ακατάλληλο και εχθρικό για την ύπαρξη της ζωής εν γένει.

Η καπιταλιστική γεωργική παραγωγή και η παραγωγή κρέατος και των παραγώγων του είναι ένα επιστημονικό σύστημα θανάτου που καταστρέφουν την άβια και έμβια φύση με ένα διπλό τρόπο:

– προωθώντας γιγάντιες εκτάσεις μονοκαλλιεργειών που διαλύουν την ιδιαίτερη σύνθεση των οικοσυστημάτων και αφανίζουν την συγκεκριμένη βιοποικιλότητα των ζωντανών πλασμάτων που τη συγκροτούν,

– συγκεντρώνοντας σε αχανείς βιομηχανοποιημένες περιοχές ζώα” προς μαζική εκτροφήαναπαραγωγή-σφαγή σε συνθήκες που δεν συναντιούνται πουθενά στη φύση

– επεκτείνοντας σχιζοφρενικά τον αστικό ιστό ως προϋπόθεση και ως αποτέλεσμα των παραπάνω αποψιλώνοντας την χλωρίδα και ωθώντας σε φυγή την πανίδα.

Με την γενικευμένη αποσταθεροποίηση των οικοσυστημάτων και την ολική αντικατάστασή τους από “τεχνητά περιβάλλοντα” η ταυτολογία του κεφαλαίου ανυψώνεται σε γεωλογική δύναμη δημιουργώντας όλες τις ιδανικές προϋποθέσεις για τη μαζική απομόνωση μικροοργανισμών και τη μετατροπή τους σε νέα παθογόνα με απρόβλεπτη λοιμογόνο δύναμη και ικανότητα. Πλήθη μικροοργανισμών που επί το πλείστον και για χιλιάδες χρόνια είναι συμβιωτικοί ενός καθορισμένου ζωικού είδους και αναπτύσσονται εντός συγκεκριμένου οικοσυστήματος, έρχονται ξαφνικά αντιμέτωποι με πληθώρα από άγνωστα “περιβάλλοντα” και “προκλήσεις” με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζεται εκθετικά η “μεταλλαξιογόνος ικανότητα” που οδηγεί αναπόφευκτα στη γέννηση πολλών και εν δυνάμει φονικών πανδημικών παθογόνων[1]. Δεν μπορεί λοιπόν πάρα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αμοιβαίας αιτιότητας όπου η κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κοινωνικής μορφής επιταχύνει και επιταχύνεται από την “κρίση” των πλανητικών οικοσυστημάτων με πρωτόγνωρες εξελίξεις και συνέπειες και ως προς τις δυο κατευθύνσεις.

Σχηματικά μιλώντας η καπιταλιστικά ενοποιημένη ανθρωπότητα υπό την “αόρατη απειλή” του κορονωϊού και στο πρόσωπο των τυπικών ηγεμόνων της λαμβάνει μέτρα για να περισωθεί η ύπαρξή της ως καπιταλιστική και εθνική. Η νέα εθνική ενότητα οικοδομείται πάνω στην απομόνωση και αυτοπειθαρχία των βουβαμένων σωμάτων του “Μένουμε Σπίτι” που κυκλοφορούν μόνο για να καταναλώσουν τα αναγκαία-να παράξουν τα αναγκαίανα αναπαραχθούν τα ίδια ως αναγκαία εμπορεύματα-για-το-κεφάλαιο και περνάει μέσα από την καραντίνα και τις απαγορεύσεις διαρκείας που όσο αυταρχικοποιούνται τόσο περισσότερο θα δαιμονοποιούνται τα συμπτώματα του Κακού αντιμεταθέτοντας τις δομικές αιτίες της πανδημίας σε κάποιον φαντασμαγορικό μολυσματικό “Άλλο”. Ο κορωνοϊος, με άλλα λόγια, φέρνει στο φως και κάνει σαφή την αφηρημένη σχιζοειδή φύση της αστικής υποκειμενικότητας όπου το άτομο ως “πολίτης” καλείται να παραμένει στο σπίτι, να συμπεριφέρεται υπεύθυνα, να τα-κάνει-όλα από το διαδίκτυο[2] διαφορετικά θα τιμωρείται αν κυκλοφορεί “ελεύθερα ”χωρίς επαρκή για-την-κρατική-εξουσία λόγο, ενώ ως πωλητής εργασιακής δύναμης το ίδιο αφηρημένο άτομο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να συρρέει-στη-δουλειά “ελεύθερα” διατρέχοντας καθημερινά όλους τους μολυσματικούς κινδύνους που ως “υπεύθυνος πολίτης” οφείλει να τους αποφεύγει.

Ο νέος κορωνοϊός μπορεί να είναι το μεταλλαγμένο προϊόν του διεθνή πολιτισμού της αξίας-σε-κρίση αλλά η μορφή διαχείρισης της πανδημίας αποτυπώνει και συνδέεται με τα εθνικά συμφέροντα των κρατών όπως αυτά διαμορφώνονται στη αρένα του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Η επιδημία του κορωνοϊου τάχιστα έλαβε διαστάσεις πανδημίας όχι από κάποια αφηρημένη “παγκοσμιοποίηση” αλλά από την απροθυμία των εθνών-κρατών που αποτέλεσαν και τα αρχικά επίκεντρα της επιδημίας να βάλουν την οικονομία εξαρχής σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Και αυτή η απροθυμία είναι καπιταλιστικά δικαιολογημένη από την εμπορική πίεση που ασκείται σε κάθε ξεχωριστό κράτος μέσω του διεθνούς/διακρατικού ανταγωνισμού. Μόνο όταν ο κορωνοϊός έγινε άτυπα πανδημικός πλήττοντας περισσότερα κράτη, δηλαδή μόνο όταν κατάφερε να πλήξει τον διακρατικό ανταγωνισμό, μόνο τότε τα επιμέρους κράτη άρχισαν να λαμβάνουν “έκτακτα μέτρα” όχι τόσο για να περιορίσουν τη διασπορά του ιού στην κοινότητα αλλά για διασώσουν τα εθνικά τους κεφάλαια από την ραγδαία και απρόβλεπτη απαξιοποίηση.

Το παγκόσμιο κοινωνικό κύκλωμα της αξιοποίησης του κεφαλαίου ως ασταμάτητη κίνηση παραγωγής-κυκλοφορίας-κατανάλωσης εμπορευμάτων βραχυκυκλώνει εν μέσω της αναπάντεχης στάσης και ακινησίας που επιβάλλει ο μολυσματικός κίνδυνος της πανδημίας και το κάθε κράτος καλείται να ρυθμίσει το βραχυκύκλωμα-της-αξίας επιδεικνύονταςκυνικά τη μόνηαλληλεγγύη που γνωρίζει: να συντονιστεί με όλα τα άλλα για να τα βγάλει πέρα μόνο του και εις βάρος όλων των υπολοίπων γδέρνοντας από κοινού όσο πετσί έχει απομείνει στο προλεταριάτο. Τι κι αν στη Βόρεια Ιταλία τα πτώματα “φορτώνονται στα κάρα”. Αυτό που στην Ιταλία και σε άλλες χώρες εμφανίζεται ως κρίση “Δημόσιας Υγείας” έχει να κάνει με το κεφάλαιο που αναπαράγει πρωτίστως το κέρδος και την αξία και παραπλεύρως τη “ζωή” και τους “ανθρώπους”. Ηγερασμένη βιομηχανική καρδιά της Ιταλίας –και γενικότερα του καπιταλιστικού κόσμου- αντλεί πλέον και κυριολεκτικά το αίμα των υπηκόων τηςσυσσώρευσης, και κυρίως εκείνων που εξαρτώνται από την πώληση της εργασιακής τους δύναμης για να ζήσουν μια ζωή που τουςσυνθλίβει γιατί το κεφάλαιο-σε-τελική-κρίση αναπαράγει μόνο τηνισοδυναμία του κέρδους με το θάνατο.

Η πανδημία του νέου κορωνοϊού είναι από πολλές απόψεις και ένας αλάνθαστος καθρέπτης των αδιεξόδων της κυρίαρχης σκέψης και πρακτικής των κοινωνιών του κεφαλαίου, καθρέπτης που όχι μόνο αντανακλά αλλά και οξύνει -οδηγώντας στα άκρα- την άλυτη πόλωση και αμφιταλάντευση στα ψευδο-δίπολα που ορίζουν την καπιταλιστική νεωτερικότητα και το αστικό υποκείμενο: Εθνικό και Διεθνές, Δημόσιο και Ιδιωτικό, Κράτος και Άτομο, Πολιτική και Οικονομία, Επιστήμη και Κοινός Νους, Άνθρωπος και Φύση κτλ κτλ. Η υγειονομική κρίση είναι μονάχα μια όψη της βαθύτερης κρίσης που διατρέχει το σύνολο των λειτουργικά διαχωρισμένων σφαιρών των καπιταλιστικών κοινωνιών με την επέλαση του κορωνοϊου να αναδεικνύει την ιστορική ανικανότητα του κεφαλαίου να διαχειριστεί τις ίδιες του τις καταστρεπτικές αντιφάσεις ωθώντας την ανθρωπότητα μερικά βήματα πριν την αυτο-εξόντωση. Η μακάβρια ειρωνεία της Ιστορίας είναι πως οι “εθνικοί ιθαγενείς του Κεφαλαίου” είναι για την πανδημία του κορωνοϊού ό,τι ήταν και οι ιθαγενείς της Αμερικής για την επιδημία της ιλαράς, της ανεμοβλογιάς κ.τ.λ. Και οι δύο δεν γνώριζαναπό πού τους ήρθε” προς πείσμα όλων των μέτρων και των ιεροτελεστιών αντίστοιχα για την αντιμετώπιση του πραγματικού κινδύνου της μετάδοσης.

Παρ’ όλη τη μαυρίλα των καιρών δεν έχουν χαθεί ακόμα όλα. Το κεφάλαιο με τη φωνή του κράτους εξαναγκάζεται από μια πανδημία που-δεν-την-περίμενε να διαταράξει την κανονικότητα της αστικής καθημερινότητας στο όνομα της “αιώνιας” επιστροφής σε αυτήν. Με άλλα λόγια προετοιμάζει το έδαφος για νέες, ίσως φονικότερες πανδημίες και για ακόμα μεγαλύτερα εγκλήματα που απειλούν ανοιχτά πλέον τα ίδια τα θεμέλια της ζωής.

Υπό το αβάσταχτο βάρος της απειλής του αφανισμού μας που άλλοτε τον προϊδεαζόμαστε θεωρητικά κι άλλοτε διαισθητικά, ίσως καταφέρουμε μαζί (σαν “είδος”, σαν “τάξη”, σαν “ανθρώπινη κοινότητα” ή δεν ξέρω πώς αλλιώς) να χαράξουμε μια χαραμάδα στο σάβανο της συσσώρευσης που το έχουμε όλες και όλοι ενδυθεί και μέσα από αυτήν να περάσουμε σαν συντρόφισσες και σύντροφοι μαζικά προςτην-ζωή ξεσχίζοντας το ρούχο του θανάτου.

Υποσημειώσεις

[1] Η επιδημία του φονικού ιού Ebola που εξαπλώθηκε στη Δυτική Αφρική προ ετών ακολούθησε ευλαβικά την μονοκαλλιέργεια του φοινικέλαιου –το οποίο λατρεύουν οι νυχτερίδες- και οι οποίες αποτελούν και την πηγή του νέου παθογόνου που προκάλεσε την επιδημία. Η ζωική πηγή του νέου κορωνοϊού είναι μάλλον άγνωστη προς στιγμήν, η κοινωνική διαδικασία που τον παρήγαγε όμως -και αυτό είναι που έχει πραγματική σημασία- είναι η ίδια: η γεωλογική δύναμη του κεφαλαίου.

[2] Η φούσκα του ψηφιακού καπιταλισμού με σημαία του την τηλεργασία δεν είναι μόνο μια δυστοπική έφοδος του κεφαλαίου στα ύψη της πλασματικής αξιοποίησης. Επωφελείται πραγματικά της πανδημίας δικτυώνοντας την κατάρρευση της “πραγματικής” οικονομίας.

Πηγή: theshadesmag

Raoul Vaneigem: Κορωνοϊός

Κορωνoϊός. Του Raoul Vaneigem

[ Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο lundimatin #234. Στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον Σπύρο Σταβέρη και δημοσιεύτηκε στο προσωπικό του blog Lifo|Αλμανάκ ]

«‘Εξω το φέρετρο, μέσα η τηλεόραση, το παράθυρο ανοιχτό σε έναν κλειστό κόσμο!»

Είναι καθαρός παραλογισμός το να αμφισβητείς τον κίνδυνο του κορωνοϊού.  Από την άλλη πλευρά, μήπως δεν είναι εξίσου παράλογο το γεγονός ότι μια διαταραχή στη συνήθη πορεία ασθενειών γίνεται αντικείμενο μιας τέτοιας συγκινησιακής εκμετάλλευσης, κινητοποιώντας την αλαζονική εκείνη ανικανότητα που είχε διώξει κάποτε έξω από τη Γαλλία το σύννεφο του Τσερνομπίλ; Βέβαια, γνωρίζουμε με πόση ευκολία το φάσμα της Αποκάλυψης βγαίνει από το κουτί του για να ιδιοποιηθεί τον πρώτο τυχόντα κατακλυσμό, να διορθώσει τα κλασικά εικονογραφημένα του παγκόσμιου κατακλυσμού και να βυθίσει το αλέτρι της ενοχής στο στείρο χώμα των Σοδόμων και των Γομόρρων.

Η θεϊκή κατάρα υποβοηθούσε με χρήσιμο τρόπο την εξουσία. Τουλάχιστον μέχρι τον σεισμό της Λισαβόνας του 1755, τότε που ο μαρκήσιος ντε Πομπάλ, φίλος του Βολταίρου, εκμεταλλεύτηκε τον σεισμό για να σφαγιάσει τους Ιησουίτες, να ανοικοδομήσει την πόλη σύμφωνα με τις αντιλήψεις του και να ξεφορτωθεί με όλη του την άνεση τους πολιτικούς του αντιπάλους στήνωντας μία σειρά από «πρωτο-σταλινικές» δίκες. Δεν θα θέλαμε νε προσβάλουμε τον Πομπάλ, όσο απεχθής κι αν ήταν, με το να συγκρίνουμε το πραξικοπηματικό του κατόρθωμα με τα άθλια μέτρα που εφαρμόζει παγκοσμίως ο δημοκρατικός ολοκληρωτισμός στην επιδημία του κορωνοϊού.

Πόσο κυνικός πρέπει να είσαι για να καταλογίζεις την εξάπλωση της μάστιγας στην αξιοθρήνητη ανεπάρκεια των ιατρικών μέσων που χρησιμοποιούνται! Εδώ και δεκαετίες, τα δημόσια αγαθά πλήττονται, ενώ ο νοσοκομειακός τομέας έχει υποστεί το τίμημα μιας πολιτικής που ευνοεί τα οικονομικά συμφέροντα σε βάρος της υγείας των πολιτών. Υπάρχουν πάντα περισσότερα χρήματα για τις τράπεζες και όλο και λιγότερα κρεβάτια και νοσηλευτές για τα νοσοκομεία. Ποιές γελοιότητες, και για πόσο καιρό ακόμη, θα αποκρύπτουν ότι αυτή η καταστροφική διαχείριση του καταστροφισμού είναι εγγενής στον παγκοσμίως κυρίαρχο χρηματιστικό καπιταλισμό, που σήμερα αμφισβητείται παντού στο όνομα της ζωής, του πλανήτη και των ειδών που πρέπει να σωθούν.

Χωρίς να υιοθετούμε το αναμάσημα της θείας τιμωρίας, αποδεχόμενοι την άποψη ότι η Φύση απαλλάσσεται από τον Άνθρωπο ως ένα ανεπιθύμητο και επιβλαβές παράσιτο, αξίζει να θυμόμαστε ότι για χιλιετίες η εκμετάλλευση της ανθρώπινης φύσης και της γήινης φύσης επέβαλε το δόγμα της αντι-φύσης. Το βιβλίο του Eric Postaire, Οι επιδημίες του 21ου αιώνα, που δημοσιεύθηκε το 1997, επιβεβαιώνει τις καταστροφικές συνέπειες της επίμονης αλλοίωσης της φύσης, την οποία καταγγέλλω εδώ και δεκαετίες. Αναφερόμενος στο δράμα των «τρελών αγελάδων» (που προέβλεψε ο Rudolf Steiner ήδη από το 1920), ο συγγραφέας υπενθυμίζει ότι εκτός από την αδυναμία μας να αντιμετωπίζουμε ορισμένες ασθένειες, συνειδητοποιούμε ότι η ίδια η επιστημονική πρόοδος μπορεί να τις προκαλέσει. Συνηγορώντας υπέρ μιας υπεύθυνης προσέγγισης των επιδημιών και της διαχείρισής τους, κατηγορεί αυτό που ο Claude Gudin, στον πρόλογο, αποκαλεί τη «φιλοσοφία της ταμειακής». Θέτει το ερώτημα: «‘Οταν η υγεία του πληθυσμού υπάγεται στους νόμους του κέρδους, μέχρι το σημείο να μετατρέπουμε φυτοφάγα ζώα σε σαρκοφάγα, μήπως δεν κινδυνεύουμε έτσι να προκαλούμε θανατηφόρες καταστροφές για τη Φύση και την Ανθρωπότητα;» Οι κυβερνώντες, όπως γνωρίζουμε, έχουν ήδη απαντήσει με ένα ομόφωνο ΝΑΙ. Τι σημασία έχει, εφόσον το ΟΧΙ των χρηματιστικών συμφερόντων εξακολουθεί να θριαμβεύει κυνικά;

Χρειαζόταν ο κορωνοϊός για να αποδείξουμε στους πιο στενόμυαλους ότι η αλλοίωση της φύσης στο βωμό του κέρδους έχει καταστροφικές συνέπειες πάνω στην οικουμενική υγεία -αυτήν που διαχειρίζεται αδιαλείπτως ένας Παγκόσμιος Οργανισμός, των οποίων τα πολύτιμα στατιστικά στοιχεία αντισταθμίζουν την εξαφάνιση των δημόσιων νοσοκομείων; Υπάρχει μια προφανής συσχέτιση μεταξύ του κορωναϊού και της κατάρρευσης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Την ίδια στιγμή, άλλο τόσο προφανές είναι ότι αυτό που καλύπτει και κατακλύζει την επιδημία του κορωναϊού είναι μια συναισθηματική πανώλη, ένας υστερικός φόβος, ένας πανικός που κρύβει τις ελλείψεις της διαχείρισης και ταυτόχρονα διαιωνίζει το κακό τρελαίνοντας τον ασθενή. Κατά τη διάρκεια των μεγάλων επιδημιών πανώλης του παρελθόντος, οι άνθρωποι έκαναν μετάνοιες και διακήρυτταν την ενοχή τους μαστιγώνοντας τους εαυτούς τους. Μήπως δεν έχουν και οι διαχειριστές της παγκόσμιας απανθρωποποίησης συμφέρον να πείσουν τους ανθρώπους ότι δεν υπάρχει διέξοδος από την άθλια μοίρα που τους επιφυλάσσεται; Ότι τους έχει μείνει μόνο το μαστίγιο της εθελοντικής σκλαβιάς; Το μόνο που κάνει η τρομερή μηντιακή μηχανή είναι να αναμασά το παλιό ψέμα της ουράνιας, ανεξιχνίαστης, αναπόφευκτης προσταγής όπου το τρελό χρήμα έχει αντικαταστήσει τους αιμοδιψείς και ιδιόρρυθμους θεούς του παρελθόντος.

Η αστυνομική βαρβαρότητα που εξαπολύθηκε κατά των ειρηνικών διαδηλωτών απέδειξε με το παραπάνω ότι ο στρατιωτικός νόμος ήταν το μόνο πράγμα που λειτουργούσε αποτελεσματικά. Σήμερα υποβάλλει τις γυναίκες, τους άνδρες και τα παιδιά σε καραντίνα. Έξω, το φέρετρο, μέσα η τηλεόραση, το παράθυρο ανοιχτό σε έναν κλειστό κόσμο! Πρόκειται για την διαμόρφωση μιας κατάστασης ικανής να επιδεινώσει την υπαρξιακή δυσφορία ποντάροντας πάνω σε τσακισμένα από το άγχος συναισθήματα, οξύνοντας την τύφλωση του αδύναμου θυμού.

Αλλά ακόμα και το ψέμα υποχωρεί απέναντι στη γενική κατάρρευση. Η κρατική και λαϊκιστική παραγωγή κρετίνων άγγιξε τα όριά της. Δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ένα πείραμα βρίσκεται σε εξέλιξη. Η πολιτική ανυπακοή εξαπλώνεται και ονειρεύεται κοινωνίες ριζικά νέες, επειδή θα είναι ριζικά ανθρώπινες. Η αλληλεγγύη απελευθερώνει από την ατομικιστική τους προβιά άτομα που δεν φοβούνται πλέον να σκέφτονται από μόνα τους.

Ο κορωνοϊός αποκάλυψε την χρεοκοπία του κράτους. Ορίστε ένα θέμα που προσφέρεται για προβληματισμό για τα θύματα του καταναγκαστικού περιορισμού. ‘Οταν είχαν δημοσιευτεί οι Ταπεινές μου προτάσεις προς τους απεργούς, κάποιοι φίλοι μού είχαν επιστήσει την προσοχή στις δυσκολίες που παρουσιάζει η προσφυγή στη συλλογική άρνηση, την οποία υποστήριζα, ως προς την καταβολή φόρων, δασμών και παρακρατήσεων. Να όμως που τώρα η αποδεδειγμένη χρεοκοπία του κράτους-απατεώνα μαρτυρεί την οικονομική και κοινωνική αποσύνθεση που καθιστά απολύτως αφερέγγυες τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, το τοπικό εμπόριο, τα χαμηλά εισοδήματα, τους οικογενειακούς αγρότες, και ακόμη και τα λεγόμενα ελεύθερα επαγγέλματα. Η κατάρρευση του Λεβιάθαν κατάφερε να πείσει ταχύτερα από τις προσπάθειές μας για να το ρίξουμε.

Ο κορωναϊός κατάφερε ακόμη κι άλλα. Παύοντας την βλαβερές συνέπειες της αχαλίνωτης παραγωγής, μειώνει την παγκόσμια ρύπανση, γλύτωνει εκατομμύρια ανθρώπους από έναν προγραμματισμένο θάνατο, η φύση αναπνέει, τα δελφίνια επιστρέφουν στη Σαρδηνία, τα κανάλια της Βενετίας απαλλαγμένα από τον μαζικό τουρισμό ξαναβρίσκουν ένα νερό καθαρό, το χρηματιστήριο καταρρέει. Η Ισπανία αποφασίζει να εθνικοποιήσει ιδιωτικά νοσοκομεία, σαν να ανακαλύπτει εκ νέου την κοινωνική ασφάλιση, σαν να θυμάται το κράτος το κράτος πρόνοιας που κατέστρεψε.

Τίποτα δεν είναι δοσμένο, όλα αρχίζουν. Η ουτοπία περπατάει ακόμα στα τέσσερα. Ας εγκαταλείψουμε στην ουράνια ασημαντότητά τους τα δισεκατομμύρια τραπεζογραμμάτια και κενές ιδέες που κάνουν κύκλους πάνω από τα κεφάλια μας. Το σημαντικό είναι να «ασχοληθούμε εμείς οι ίδιοι με τις υποθέσεις μας» αφήνοντας την κομπιναδόρικη φούσκα να διαλυθεί και να εκραγεί. Ας προσέξουμε να μη μας λείψει η τόλμη και η αυτοπεποίθηση!

Το παρόν μας δεν είναι ο περιορισμός που μας επιβάλλει η επιβίωση, είναι το άνοιγμα σε όλες τις δυνατότητες. Πανικόβλητο, το ολιγαρχικό κράτος αναγκάζεται να υιοθετήσει μέτρα που χθες ακόμα διακήρυττε πως ήταν αδύνατα. Εμείς θέλουμε να ανταποκριθούμε στο αίτημα της αποκατάστασης της ζωής και της γης. Η καραντίνα ευνοεί τη σκέψη. Ο περιορισμός δεν καταργεί την παρουσία του δρόμου, αλλά την επανεφεύρει. Επιτρέψτε μου να σκέφτομαι, cum grano salis, ότι η εξέγερση της καθημερινότητας έχει ανυποψίαστες θεραπευτικές αρετές.

*To άρθρο αυτό προέρχεται από μία συλλογή κειμένων και συνεντεύξεων που θα δημοσιεύονταν τον Απρίλη από τις εκδόσεις Grevis με τίτλο Η εξέγερση της καθημερινής ζωής. Ο Ραούλ Βανεγκέμ είναι βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος, πρώην μέλος και θεωρητικός της Καταστασιακής Διεθνούς.

Πηγή: σφίγγα και άλλες χίμαιρες σε δύσκολους καιρούς

Μελλονοσία: Εννέα σημειώσεις για το μαύρο μας μέλλον

1. Είναι εντυπωσιακό πόσο αδιάφορες μοιάζουν οι περισσότερες δωρεάν παραστάσεις των θεάτρων ή οι ψηφιακοί τόνοι βιβλίων που καθημερινά μας βομβαρδίζουν στο διαδίκτυο. Τα καλλιτεχνικά παράγωγα της εποχής μας δεν είναι ικανά να προκαλέσουν καμιά συγκίνηση σε τούτη την κρίσιμη συνθήκη, γεγονός που επιβεβαιώνει περίτρανα πως έχουν νόημα μόνο σε καθεστώς κανονικότητας και επαγγελματισμού, καταδεικνύοντας πόσο άνευρη, επιφανειακή και παραγοντική είναι η τέχνη του πολιτισμού μας.

2. Στο δρόμο άνθρωποι λιγοστοί, φορώντας στο πρόσωπο μάσκες. Αν δεν ήξερα για τον ιό θα πίστευα πως ποινικοποήθηκε το φίλημα στο στόμα. Αναδιάρθρωση συναισθημάτων. Ψηφιακή κλινικότητα. Απόσταση ασφαλείας. Λες και βρισκόμαστε σε μια πλατωνική κοινωνία. Θαρρείς πως όλοι φορούν την αόρατη πανοπλία του Αιμιλιανού Μονάη. Ηθική του στίγματος. Βιομετρικός έρωτας. Μια νέα σωματικότητα εν όψει.

3. Ο άθεος, ο ορθολογιστής, ο ποσοτικοποιημένος άνθρωπος του παγιδευμένου παρόντος, δεν μπορεί να διαθέτει υπαρξιακή αγωνία που να αγγίζει ένα μεγάλο βάθος. Του λείπει το δεδομένο της αρχέγονης πηγής, η κατανόηση της βιβλικής συνείδησης. Και γι’ αυτό, ανίκανος για το απελευθερωτικό δέος, με το πρόσχημα μιας τρέχουσας ωριμότητας, λύγισε πρώτος και έτρεξε άρον άρον μέσα στο κελί του ουρλιάζοντας να κάνουμε κι οι υπόλοιποι το ίδιο. Μπορούμε να το παρατηρήσουμε τώρα. Το όλα για όλα είναι το πιο αλάνθαστο πολιτικό κριτήριο. Να γιατί βιώνουμε μέρες δημιουργίας μέλλοντος. Νέα αιτήματα τώρα φυτρώνουν, πάνω στο χώμα που πατούν νέα στρατόπεδα, καθώς αντικρίζουν τον ήλιο μιας νέας συντροφικότητας, που τώρα γεμίζει με παρθένο φως.

4. Η καταπολέμηση του ιού έχει συνδεθεί ενορχηστρωτικά με την συμμόρφωση των πολιτών. Ο καπιταλιστικός άνθρωπος περνάει από τεστ πειθαρχίας. Το μήνυμα είναι σαφές: όσο περισσότερο θα υπακούς στην κυβέρνηση τόσο θα είσαι ζωντανός. Όσο αποδέχεσαι το έλλειμμα δημοκρατίας τόσο ο ιός αδρανοποιείται. Θαρρείς πως ο Covid-19 είναι πολιτική οντότητα με αίτημα την προσβολή του πολιτεύματος. Η ταύτιση γενετικής και δημοκρατίας, που αντανακλάται στην αλληλεπίδραση της νομικής επιστήμης με την επιστήμη της βιολογίας, σε τέτοιο βαθμό που η σωματικότητά μας εγγράφεται σε επείγουσες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου φανερώνει πως η επόμενη μέρα είναι ήδη εδώ ενόσω θηλάζουμε από την καραντίνα μας το μαστό του βιοεθνικισμού.

5. Το ηχόχρωμα στην πόλη αλλάζει, το τοπίο μετασχηματίζεται, οι περιπλανήσεις ανασυντάσσονται, τα περιστέρια λιμοκτονούν, ένα απέραντο πεδίο προς μελέτη έχει απλωθεί για όσους και όσες αρέσκονται στην αδιαμεσολάβητη παρατήρηση. Ο περιπατητής πια, ο αποκλειστικός κάτοχος των πραγματικών δεδομένων, είναι ο μόνος ενεργός φιλόσοφος και φέρει ευθύνη για τις μεθόδους διαφυγής από την μαζική επιτήρηση -και τις οποίες αργά ή γρήγορα οφείλει να προτείνει.

6. Υπό μια έννοια, αυτό που βιώνουμε είναι ένα ψηφιακό πραξικόπημα. Η κίνηση της ανθρωπότητας πραγματώνεται τούτες τις ώρες σε εικονικό χώρο. Η ψηφιακή βιομηχανία γιγαντώνεται. Παίρνει τον έλεγχο της παγκόσμιας οικονομίας. Κοιτά οπλισμένη τα πολιτεύματα στα μάτια.

7. Η απαγόρευση κυκλοφορίας σε παγκόσμιο επίπεδο επιθυμεί συμπληρωματικά να θρυμματίσει κάθε μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης ή να την εγκλωβίσει σε διαδικτυακούς ατραπούς. Ταυτόχρονα ζητά θρασύτατα εθελοντές που μπορεί να ελέγξει συνειδησιακά. Η εννοιολογική σύγκρουση μεταξύ αλληλεγγύης και εθελοντισμού είναι υψίστης σημασίας και ακολουθεί μια σειρά εξουσιαστικών πρακτικών που επιδιώκουν να χτίσουν τον νέο ορισμό της αγάπης. Όποιος ελέγχει τον ορισμό της ελέγχει πυρηνικά και τη συνείδηση των μαζών.

8. Αν μη τι άλλο βιώνουμε διδακτικούς καιρούς. Οι κυβερνήσεις διδάσκονται για το πόσο εύκολα κατάφεραν να κάνουν δισεκατομμύρια ανθρώπους να μπουν σε απομόνωση. Οι επαναστάτες διδάσκονται για το πόσο εύκολα μπορεί να διαλυθεί ο κοινωνικός ιστός. Ο αλγόριθμος που θα παραχθεί από την σύγκρουση των δυο αυτών διδασκαλιών θα κρίνει εν πολλοίς το μέλλον.

9. Τα πουλιά κελαηδούν πιο δυνατά τούτες τις μέρες. Είναι λες και πανηγυρίζουν. Το παρατήρησες κι εσύ;

Πηγή: athens indymedia