Πορεία Σάβ. 19/3 ενάντια σε εξαναγκασμούς, πιστοποιήσεις φρονημάτων, επιτήρηση, πρόστιμα, αναστολές και στο κράτος έκτακτης ανάγκης

Λάβαμε 14/3/2022

Ενάντια σε εξαναγκασμούς, πιστοποιήσεις φρονημάτων, επιτήρηση, πρόστιμα, αναστολές και στο κράτος έκτακτης ανάγκης
Φαίνεται πως το αφήγημα της πανδημίας έκανε τον κύκλο του. Και είναι κατανοητό και ανθρώπινο να θέλουμε να το αφήσουμε πίσω μας σαν μια κακή παρένθεση που μας ζόρισε δύο χρόνια αλλά τώρα πάει, πέρασε.
Ας μη γελιόμαστε όμως, η πανδημία δεν ήταν παρά το όχημα για την επιβολή της κατάστασης εξαίρεσης – και αν η τρομοϋστερία καταλαγιάζει, τα πιστοποιητικά και οι συνεχείς έλεγχοι, η επιβολή της γενετικής μηχανικής στα σώματά μας και οι υποχρεωτικές ιατρικές πράξεις (τεστ, γονιδιακές θεραπείες – «εμβόλια» και προσεχώς «παραδοσιακά» εμβόλια), οι αναστολές, οι απολύσεις και τα πρόστιμα, και οι διαχωρισμοί μεταξύ «προνομιούχων» (σε διαρκή όμως επισφάλεια) και αποκλεισμένων παραμένουν σε ισχύ. Όσο για άλλες τεχνικές, όπως τα lockdown, οι εκκενώσεις, η απαγόρευση κυκλοφορίας και το σύμβολο υπενθύμισης της κατάστασης εξαίρεσης, η μάσκα, θα βγαίνουν από το συρτάρι όποτε χρειάζεται. Κανένα κράτος δεν πρόκειται άλλωστε να παραιτηθεί από τέτοιες τεχνικές ολοκληρωτικής διακυβέρνησης, όταν έχει καταφέρει να τις κατοχυρώσει.
Με άλλα λόγια, την ωμή κρατική βία που βιώσαμε στο πετσί μας δύο χρόνια τώρα, θα την ξαναβρούμε μπροστά μας προκειμένου να συνεχίσουμε να πειθαρχούμε στις ανάγκες της νέας κανονικότητας. Είτε με το ίδιο όχημα (για την καινούργια παραλλαγή covid, για το AIDS, ή για κάποιον εντελώς νέο ιό), είτε με κάποιο νέο: επισιτιστική κρίση, ενεργειακή κρίση, κλιματική κρίση ή βεβαίως πολεμική κρίση. Εξάλλου, ήδη κάποιες από τις τεχνικές που δοκιμάστηκαν πάνω μας αυτά τα δύο χρόνια επιστρατεύονται και στην περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία: προπαγανδιστικό blitzkrieg και μονοκρατορία ειδικών στον δημόσιο λόγο που σαρώνουν τα πάντα, λογοκρισία και αποκλεισμός ολόκληρων ειδησεογραφικών οργανισμών, απόλυτος εχθρός -ορατός αυτήν τη φορά- έναντι του οποίου καλούμαστε να συσπειρωθούμε, ακραία πόλωση και διαχωρισμοί, παράταση κατάστασης έκτακτης ανάγκης.
Να μην ξεχάσουμε – Να μην εφησυχάσουμε
ΠΟΡΕΙΑ
Μοναστηράκι
Σάββατο 19 Μάρτη, 12μμ
Λέσχη Ανειδίκευτων

ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

Σε καιρούς δυστοπικών αδιεξόδων, μοναδική διέξοδος η συνέχιση των αγώνων

Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επιχείρησης κατατρομοκράτησης του παγκόσμιου πληθυσμού, στο πλαίσιο ενός ιστορικού συνεχούς αντίστοιχων πρακτικών από κράτος και συνεπώς, από κάθε λογής κεφάλαιο κι αφεντικά, κάθε πτυχή της καθημερινότητας δισεκατομμυρίων ανθρώπων βομβαρδίστηκε από τον φόβο και τον θάνατο. Η τρομολαγνεία από τα καθεστωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και κάθε λογής πολιτική βιτρίνα, είχε ως αποστολή την παραπομπή με πολεμική ορολογία, σε μια διαρκή «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Να σημειωθεί πως η επίκληση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης συνιστά ιστορικά πάγια τακτική του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς αυτές αποτελούν ιδεατό περιβάλλον υποβολής κι επιβολής της υποδούλωσης. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της επίθεσης που έχει εξαπολυθεί τα δύο τελευταία χρόνια (σε συνέχεια όλων των προηγούμενων καπιταλιστικών κρίσεων κι αναδιαρθρώσεων) ως «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», δεν είναι πλέον η εξαίρεση αλλά ο κανόνας.

 

Η προσπάθεια επιβολής της εξουσίας είτε με τη χρήση ωμής βίας είτε εξελίσσοντας τις τεχνικές ελέγχου και πειθάρχησης, δεν είναι κάτι καινούργιο. Η επίθεση ενάντια στη συλλογική και κοινωνική μνήμη, η τυφλή υπακοή κι η απαίτηση για πλήρη έλεγχο που ξεκινάει από τον δημόσιο χώρο και τις κοινωνικές σχέσεις και φτάνει μέχρι το σώμα του καθενός και καθεμιάς ξεχωριστά, δεν μπορεί παρά να έχει στόχο την πλήρη απονεύρωση των αντιστάσεων απέναντι στην κάθε είδους εξουσία.

Ειδικότερα, το κράτος, επιδιώκοντας να εξαφανίσει κάθε εξεγερτική σπιθαμή, εμπλούτισε την κατασταλτική του καμπάνια στη διάρκεια της τελευταίας διετίας, επιτιθέμενο στους νευρώνες της αναρχικής παράδοσης, ιδεολογικής ροής και ριζοσπαστικής μάχης δεκαετιών γύρω απ’ το ευρύτερο κέντρο της Αθήνας, το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια, γύρω από τις πλατείες, τους πεζοδρόμους και τους δρόμους, φτάνοντας μέχρι και τις υπόλοιπες γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Η επίθεση από την κυριαρχία, στον αναρχικό χώρο και τις δομές του, εκεί που χτυπά ο σφυγμός της αντιπαράθεσης ενάντια στους λακέδες του κράτους κι εκεί που τσακίζονται οι μπάτσοι κι οι φασίστες, εντάσσεται στον διαχρονικό πόλεμο μεταξύ ζωής και θανατηφόρου εξουσίας.

Όλα κατακτώνται μέσα από την πάλη. Όλα μπορούν να αλλάξουν μόνο μέσα από την επιμονή μας για αναρχικό λόγο και δράση. Η αδιάκοπη ιστορία των συγκρούσεων και των κέντρων των αγώνων μας, εκεί που συναντώνται άτομα και συλλογικότητες με το όραμα ενός άλλου κόσμου, παραμένει ζωντανή μέσα από την υπεράσπιση των τόπων και των αδιαπραγμάτευτων χαρακτηριστικών και προταγμάτων μας για ριζική εξάλειψη κάθε εξουσίας και κηδεμονίας, αλλά και μέσα από την οργάνωση των αντιστάσεων και την επίμονη πρόκληση εξεγερσιακών γεγονότων. Το στερέωμα των ακηδεμόνευτων αγώνων έρχεται και ριζώνει με απελευθερωτική ορμή, όταν οι ανάγκες κι οι συνειδήσεις πραγματώνονται σε πραγματικό χρόνο και χώρο.

Εκεί, μπορεί να προκληθεί το όραμα μιας ελεύθερης συνεννόησης διάφορων μορφών συλλογικοποίησης, για να καταργήσουν στην πράξη κάθε μορφή ιδιοκτησίας. Την ανάγκη πραγμάτωσης δηλαδή μιας μορφής συλλογικής διαχείρισης των αγαθών και των εδαφών με συγκεκριμένους τρόπους χρήσης τους. Ένας αγώνας που θα φέρει, όσο γίνεται, πιο κοντά αυτές τις στιγμές κατά τις οποίες δε θα ανήκει τίποτα σε κανέναν/μία/α κι όλοι/ες/α θα προσπαθούν για τη γενική χρήση των υλικών αγαθών με τέτοιο τρόπο, ώστε να προάγεται η γενική/συνολική ικανοποίηση, καταργώντας στην πράξη το κράτος κι εξαλείφοντας τη δημιουργία οποιασδήποτε μορφής νέου κράτους και κάθε κοινωνικής σύμβασης εκμεταλλευτή – εκμεταλλευομένου/ης.

περί πειθάρχησης

«Είμαστε σε πόλεμο», έσπευσαν να διακηρύξουν διάφοροι εκπρόσωποι της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής ελίτ αλλά και του ιατρικού ιερατείου, στις απαρχές της εμφάνισης της «πανδημίας» του covid-19 -η ειρωνεία είναι πως είμαστε όντως πάντα σε πόλεμο, και με όρους ενόπλων συγκρούσεων, σ’ όλη τη διάρκεια της «μεταπολεμικής» περιόδου, και την τελευταία διετία λ.χ. από τον πόλεμο στην Υεμένη και τις επιθέσεις στη Ροζάβα, μέχρι τη σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 2020 και την τρέχουσα εμπόλεμη κατάσταση Ρωσίας-Ουκρανίας. «Αυτό το διάγγελμα μού θυμίζει το πρώτο που έκανα το 1940, με τη βοήθεια της αδελφής μου», είπε η βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ και τελείωσε με το στίχο ενός τραγουδιού της εποχής, «θα συναντηθούμε ξανά». «Θα ζήσουμε το Περλ Χάρμπορ της εποχής μας, τη δική μας 11η Σεπτεμβρίου, μόνο που δε θα συμβεί σε ένα συγκεκριμένο σημείο, θα συμβεί σε ολόκληρη τη χώρα», δήλωσε ο επικεφαλής της υπηρεσίας δημόσιας υγείας των ΗΠΑ, ενώ ο πάπας Φραγκίσκος αποφάνθηκε ότι «οι πληγές που προκλήθηκαν στην ανθρώπινη οικογένειά μας από την πανδημία της covid-19 και το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής είναι συγκρίσιμες με εκείνες που προκαλεί μια παγκόσμια σύρραξη».

Η εξομοίωση της «πανδημίας» μ’ έναν παγκόσμιο πόλεμο: πρόκειται, φυσικά, για ένα τεράστιο ψεύδος με προφανή σκοπιμότητα. Εφόσον η «πανδημία» χαρακτηρίζεται «παγκόσμιος πόλεμος», εφόσον ο φόβος παγώσει κάθε κριτική σκέψη, τα εθνικά κράτη αλλά κι οι κάθε λογής υπερεθνικοί οργανισμοί, εμφανίζονται να δικαιούνται να πράξουν οτιδήποτε για την αντιμετώπιση του «εχθρού». Μ’ άλλα λόγια, ο παγκόσμιος πληθυσμός μπαίνει στο επίκεντρο ενός πειθαρχικού μηχανισμού που στοχεύει στον αυστηρό έλεγχο της κυκλοφορίας των σωμάτων με εργαλεία, έκτακτες νομοθεσίες κι απαγορεύσεις, εγκλεισμό, περιορισμούς κι ιατρική τρομοκρατία. Στη μεσαιωνική Αγγλία, η εντολή Habeas Corpus, δηλαδή, «Φέρτε μου το σώμα», είτε του βασιλιά είτε του δικαστή, απαιτούσε να προσαχθεί ενώπιόν τους ένας κρατούμενος και να αιτιολογηθεί η κράτηση, αλλά επίσης εξέφραζε την απόλυτη εξουσία στη ζωή και τον θάνατο των υπηκόων.

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση κινείται κι η κυριαρχία στην εποχή μας, μέσω του ελέγχου των έσχατων «λεπτομερειών» της ανθρώπινης ύπαρξης, με την ψηφιακή οργάνωση των επιτηρήσεων και των αποκλεισμών, των διαχωρισμών, των ελέγχων και βέβαια, με την επιβολή κανονιστικών κυρώσεων, όπως αυτά έχουν ήδη εδραιωθεί στην πορεία των ετών από το κράτος.

Οι απαγορεύσεις που επιβλήθηκαν στον παγκόσμιο πληθυσμό αλλά κι η επιτήρηση των μετακινήσεων με αφορμή την «πανδημία», συνδέθηκαν εξαρχής από τους ίδιους τους εμπνευστές τους με τη «νέα πίστη στο κράτος», που δήθεν απαιτεί η «κατάσταση εξαίρεσης». Τα εμβολιασμένα άτομα βαπτίζονται οι νέοι νομιμόφρονες, καθίστανται δήθεν προνομιούχα, χαρακτηρίζονται σεβαστικοί πολίτες, υπεύθυνοι/ες/α, με υψηλή ενσυναίσθηση του κοινωνικού καθήκοντος. Τα μη εμβολιασμένα άτομα, αντίθετα, λοιδωρούνται, χαρακτηρίζονται αντικοινωνικά, ανεύθυνα, εγκληματίες, απειλούνται, προπηλακίζονται ή εκβιάζονται με κάθε τρόπο.

Οποιαδήποτε αντίρρηση στις απαιτήσεις κράτους και ειδικών για πλήρη συμμόρφωση ακόμα και στα πιο παράλογα «υγειονομικά» μέτρα, βαπτίζεται ανορθολογισμός κι επιστροφή στον σκοταδισμό. Κάθε μορφής αμφισβήτηση εντάσσεται και κατηγοριοποιείται ως θρησκόληπτης κι ακροδεξιάς προέλευσης. Η «ανεύθυνη» κυκλοφορία των σωμάτων ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται όχι μόνο ποινικά κολάσιμη, όχι μόνο ηθικά αποκλίνουσα αλλά ακόμα και ψυχιατρικά. Η δε ιατρικοποίηση της πολιτικής εμφανίστηκε όλο και περισσότερο αφοσιωμένη στη «θεραπεία» των πολιτών από κινδύνους για τους οποίους συχνά υπεύθυνες είναι οι δημόσιες συναθροίσεις και διαμαρτυρίες.

Ο πρωταρχικός σκοπός του κράτους είναι ο έλεγχος κι η καταστολή του πληθυσμού. Πάντοτε δρούσε προς αυτή την κατεύθυνση, προετοιμάζοντας το έδαφος για την ολοκληρωτική μας πειθάρχηση. Ειδικά, τις τελευταίες δεκαετίες, αυτές οι προσπάθειες έχουν ενταθεί, κάνοντας μάλιστα ιδιαίτερη χρήση των νέων τεχνολογιών. Κάμερες σε κάθε δρόμο να καταγράφουν όλες τις κινήσεις, ηλεκτρονική διαρκής παρακολούθηση μέσω κινητών τηλεφώνων (ειδικά smartphone) και social media, σκαναρίσματα στοιχείων με διάφορες αφορμές (πιο πρόσφατο και τρανταχτό παράδειγμα, το πιστοποιητικό εμβολιασμού), ιδιαίτερα αυξημένες αστυνομικές περιπολίες, εξοπλισμός και δημιουργία ειδικών μονάδων στον τομέα της καταστολής, φυλακές υψίστης ασφαλείας κι αρκετά ακόμη, είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί το κράτος για να μας ελέγχει και να μας καταστέλλει. Μέσα σε όλο αυτό το περιβάλλον, θαυμάσια ευκαιρία για το κράτος αποτέλεσε η covid-19, μια ευκαιρία που δε θα μπορούσε να περάσει ανεκμετάλλευτη για κανέναν λόγο. Έτσι, όλα όσα ετοιμάζονταν καιρό ή προχωρούσαν σταδιακά, πλέον επιταχύνθηκαν ραγδαία.

Θα πρέπει να επισημάνουμε σε κάθε τόνο, ότι η επιβολή μιας «κατάστασης εξαίρεσης» εκ μέρους των κρατών, δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα, είτε με τη στενή είτε με την ευρεία έννοια, καθότι αποτελεί μια βαριά κληρονομιά που αφήνουν οι εξουσιαστές στην πορεία των διάδοχων διαχειρίσεων των κρατικών υποθέσεων. Η απόλυτη συνύφανση της ασφάλειας (υγειονομικής ή άλλης) με το κράτος, δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών σχετικά με τις προθέσεις αυτών των σχεδιασμών. Η απόλυτη πειθάρχηση που απαιτείται, υποδηλώνει και το μέγεθος των εξουσιαστικών προσδοκιών: ο καταναγκασμός κι η υποχρεωτικότητα, καθώς κι η επιβολή οποιουδήποτε «συμφώνου ασφάλειας», απαιτεί την άνευ όρων εκχώρηση της φυσικής ελευθερίας του ατόμου με αντάλλαγμα την προστασία του κράτους. Πώς θα επιτευχθεί, όμως, η γενική υπακοή χωρίς τη χρήση ωμής δύναμης, αφού σ’ αυτή μπορεί κάλλιστα να προταχθεί αντίσταση; Μα φυσικά, με την οργάνωση ενός πειθαρχικού συστήματος, που στρέφεται προς την ίδια τη βούληση, μια διαδικασία εθελοδουλίας.

επιστήμη

Η αντικειμενικότητα της επιστήμης είναι ένα αφήγημα που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από πολιτική σκοπιά. Η επιστήμη προβάλλεται διαχρονικά ως κάτι το αντικειμενικό, ως κάτι το «καθαρό». Είναι πλέον η αποκλειστική οδός για να φθάσουμε στην αλήθεια, μιαν αλήθεια επίσης μοναδική και αντικειμενική. Όμως, διαχρονικά και πάλι, η επιστήμη δεν είναι αμόλυντη από κοινωνικές επιρροές. Από την γέννησή της έως και σήμερα, αντανακλά το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα εντός του οποίου ασκείται. Η αντικειμενικότητα της επιστήμης είναι τελικά ένα αφήγημα που δρα προς το συμφέρον του κράτους. Στην covid εποχή που διανύουμε, με βάση αυτό το αφήγημα, επιτυγχάνεται η κοινωνική συναίνεση. Δεν πρόκειται για ένα κράτος που θέλει να ελέγχει και να επιβάλλεται όλο και περισσότερο. Πρόκειται για ένα κράτος που επιστρατεύει τα αναβαθμισμένα μέσα που διαθέτει, για να συμμαχήσει με την (αντικειμενική) επιστήμη στον πόλεμο κατά του αόρατου εχθρού. Άλλωστε, σε μία τέτοια συμμαχία, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Η έννοια του «ειδικού»-της αυθεντίας, παρουσιάζει επίσης μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον. Οι ειδικοί προβάλλονται κι αυτοί σαν αντικειμενικοί και κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας. Η αλήθεια αυτή δεν είναι άλλη από την επιστημονική αλήθεια. Για την καθιέρωση του απόλυτου χαρακτήρα τής εν λόγω αλήθειας, ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι ο καπιταλισμός μοιράζει απλόχερα την άγνοια κι όχι τη γνώση. Οι διάφοροι επιστημονικοί κλάδοι χαρακτηρίζονται πλέον από μια διαρκώς αυξανόμενη εξειδίκευση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ο λόγος που παράγουν, να γίνεται όλο και πιο δυσνόητος για τους μη ειδικούς. Επομένως, η επιστημονική γνώση-αλήθεια προορίζεται για τους κύκλους των ειδικών, ενώ η άγνοια για τις μάζες. Οι μάζες βέβαια, καλούνται να υιοθετήσουν αυτή την αλήθεια, μολονότι, πιθανότατα δεν την κατανοούν. Επιπρόσθετα, καλούνται ή εξαναγκάζονται και να ενεργήσουν με βάση αυτή την αλήθεια. Καταλήγουμε, λοιπόν, στην αφομοίωση μιας στάσης η οποία δρα επίσης προς όφελος του κράτους. Η στάση αυτή εκφράζεται τέλεια στην φράση: «είστε ειδικοί; αφού δεν είστε, μη μιλάτε!». Απόψεις μη ειδικών δεν έχουν αξία. Η κριτική βαφτίζεται με μεγάλη ευκολία συνωμοσιολογία, όταν προέρχεται από «ανειδίκευτα» υποκείμενα. Όποια/ος/ο δεν εντάσσεται στην επιστημονική κοινότητα, δεν έχει δικαίωμα να αμφισβητεί και … το κράτος προελαύνει! Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί πως ιστορικά, τόσο στα συμβούλια φυλών, πολεμιστών, κυνηγών, ψαράδων και της τεράστιας παραμελημένης -σκοπιμότατα- συμβολής των γυναικών, όσο και στον πρώιμο ελληνορωμαϊκό κόσμο, πουθενά οι «ειδικοί» δε γίνονται αποδεκτοί σε ζητήματα που αφορούν όλη την κοινότητα/κοινωνία, στον βαθμό που αυτό συμβαίνει στην εποχή της νεωτερικότητας και δη, σήμερα.

Είναι, λοιπόν, έκδηλο πως η εξύψωση της επιστήμης σε κάτι το αμερόληπτο κι ουδέτερο αποπολιτικοποιεί τον χαρακτήρα που αυτή έχει σήμερα. Ένδειξη της εν λόγω αποπολιτικοποίησης, αποτελεί η αδιαφορία ή η αφέλεια με την οποία συχνά αντιμετωπίζονται τα κίνητρα της επιστήμης. Πολλές θα δηλώσουν πως η επιστήμη είναι στο κάτω-κάτω εδώ, για να μας σώσει ή να κάνει τη ζωή μας καλύτερη. Πολλοί θα πουν πως ο στόχος της είναι ίσως το κέρδος, εντούτοις κι εμείς θα ωφεληθούμε από όσα δημιουργεί. Τέτοιες απόψεις είναι επικίνδυνα απλοϊκές. Αντί περαιτέρω ανάλυσης για τα κίνητρα της σύγχρονης επιστήμης, παρατίθεται ένα παράδειγμα.

Βασικός και μεγάλος χρηματοδότης για το (τύπου mRNA) εμβόλιο της εταιρίας Moderna, είναι η DARPA (defence advanced research projects agency – υπηρεσία έρευνας προηγμένων αμυντικών προγραμμάτων). Πρόκειται ουσιαστικά, για τον τεχνολογικό βραχίονα του αμερικάνικου στρατού. Η DARPA ασχολείται με εφαρμογές που φέρνουν τον όρο δυστοπία όλο και πιο κοντά στην ανθρωπότητα. Ο δε αμερικάνικος στρατός έπαιξε κεντρικό ρόλο σε μια άλλη υπόθεση υποχρεωτικού εμβολιασμού, όταν ανάγκασε τεράστιο αριθμό στρατιωτών να εμβολιαστεί κατά του άνθρακα. Μεγάλος αριθμός στρατιωτών εμφάνισε συμπτώματα πολύ επιβαρυντικά για την υγεία του. Ας μείνουμε όμως εδώ από άποψη γεγονότων κι ας υποβάλουμε δύο πολύ σημαντικές ερωτήσεις σχετικά με τα κίνητρα που αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο. Πρώτον, υπάρχει περίπτωση ο αμερικάνικος (ή οποιοσδήποτε άλλος) στρατός να νοιάζεται για την υγεία μας; Δεύτερον, όταν εμπλέκονται τέτοιου είδους οργανισμοί, είναι απίθανο να υπάρχουν ιδιοτελή κίνητρα τα οποία ξεπερνούν την παραδοσιακή λογική του κέρδους;

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως η απόλυτη ή/και τυφλή εμπιστοσύνη στη σύγχρονη επιστήμη (άλλωστε, η επιστήμη κατά μία ιστορική έννοια, συνιστά την οργανωμένη, συστηματική και διαρκή αμφισβήτηση κάθε προϋπάρχουσας αυθεντίας), δίχως να μας προβληματίζουν τα κίνητρά της, είναι μια στάση που από πολιτική άποψη, στερείται βάθους. Πέρα από το ρηχό της χαρακτήρα όμως, η στάση αυτή μάς απομακρύνει από έναν αναρχικό τρόπο σκέψης. Διότι εδώ έχουμε να κάνουμε με κρατικές πολιτικές, που καμουφλάρονται χρησιμοποιώντας την ιδέα της «καθαρής» επιστήμης. Σε μια τέτοια συνθήκη, οφείλουμε ως αναρχικές/οί/ά να επιδεικνύουμε τον αυτονόητο σκεπτικισμό και να φέρνουμε στο προσκήνιο τις αυτονόητες αμφιβολίες.

[αναρχία κι επιστήμη]

Από τις απαρχές της αναρχικής σκέψης, υπάρχει μια έντονη κριτική απέναντι όχι στην ίδια την επιστήμη αλλά στην προσπάθεια εκείνων που τη λατρεύουν σα θεό, παραχωρώντας στους ειδικούς προνόμια και δικαιώματα, εξουσία κι έλεγχο, επιβάλλοντας ουσιαστικά κι αυταρχικά, νόμους στη ζωή, στο όνομα της επιστήμης. Ο Mikhail Bakunin τόνιζε, «τι κρίμα θα ήταν να είναι η ανθρωπότητα σκλάβα των ειδικών! Δώστε τους την απόλυτη εξουσία και θα αρχίζουν να εφαρμόζουν πάνω σε ανθρώπινα όντα τα ίδια πειράματα που οι επιστήμονες κάνουν σήμερα σε κουνέλια και σε σκύλους. Η ζωή θα έσβηνε κι η ανθρώπινη κοινωνία θα μετατρεπόταν σε μια βουβή και δουλική αγέλη! Η κυριαρχία της επιστήμης πάνω στη ζωή δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα παρά μόνο την αποκτήνωση του ανθρώπινου γένους. Εκείνοι που υπερασπίζουν την κυριαρχία της επιστήμης πάνω στη ζωή, υπερασπίζουν όλοι την κρατική ιδέα και την κρατική εξουσία.» Ο Bakunin ως αναρχικός, θεωρούσε ότι όσο υπάρχει το κράτος, θα υπάρχει η κυριαρχία της/ου μιας/ενός πάνω στην/ον/ο άλλη/ον/ο που οδηγεί στην υποδούλωση. «Κράτος χωρίς υποδούλωση δεν είναι νοητό και γι’ αυτόν τον λόγο, είμαστε εχθροί του κράτους», τόνιζε. Στη σημερινή εποχή τα λόγια του, ηχούν επίκαιρα παρά ποτέ.

το τέρας του «εξευγενισμού» κι η βιοτεχνολογική μητροπολιτική του τρόμου

Ο εξευγενισμός, gentrification, όπως πρωτοαναφέρθηκε από την κοινωνιολόγο Ruth Glass το 1964, είναι ο όρος που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την κοινωνικοχωρική-περιβαλλοντική µεταβολή της συνοικίας του Ίσλινγκτον στο δυτικό Λονδίνο, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, σύμφωνα με τα εργασιακά και οικιστικά συμφέροντα της κρατιστικής επιβολής.

Το σχέδιο είναι απλό: «υποβαθμισμένες», «υπανάπτυκτες», «παρηκμασμένες» περιοχές πρέπει να «εκσυγχρονιστούν», γιατί ο κόσμος πάει «μπροστά», γιατί η «ανάπτυξη» είναι το παν, γιατί η εμπορευματική αξία, το εμπόρευμα είναι ο βασικός ρυθμιστής της σύγχρονης αστικής ζωής μέσα από την πειθάρχηση και τον έλεγχο, μέχρις ότου οι περισσότεροι των μη συνεργάσιμων κι αδιάφορων στα εξουσιαστικά συμφέροντα κατοίκων, ανθρώπινων και μη, να εκτοπιστούν και να αλλάξει ο συνολικός κοινωνικός και περιβαλλοντικός χαρακτήρας των περιοχών.

Φαινόμενα που θυμίζουν εξευγενισμό συναντώνται σποραδικά κυρίως από τον 19ο αιώνα. Ωστόσο, η συστηματική ανακατασκευή κι αποκατάσταση των κέντρων των πόλεων εντοπίζεται στη μεταπολεμική εποχή και μετά. Οι πολιτικές «εξευγενισμού» παρουσιάζουν διαφορές ανάλογα με τις χρονικές περιόδους. Άλλοτε οι «εξευγενιστές» (gentrifiers) είναι ιδιώτες που υπόσχονται την πλήρη αναγέννηση μιας περιοχής κι άλλοτε είναι οι ήδη υπάρχοντες ιδιοκτήτες που πιέζουν για την αναβάθμισή της, άλλοτε το κράτος ανοίγει τα χαρτιά του παίζοντας φανερά το παιχνίδι του «Μέγα Εξευγενιστή» με βίαιες εκτοπίσεις των κατοίκων, ανθρώπινων και μη, κι άλλοτε πάλι κρυμμένο πίσω από τους ιδιώτες, παίζει εξίσου βρώμικα.

Επιπλέον, στον 19ου αιώνα, το ζήτημα της υγείας από την παλιά αντίληψη επικεντρωμένη στον ασθενή, μετατρέπεται σε μια αντίληψη υγείας ως απλώς απουσία της ασθένειας. Έτσι, η ασθένεια εμφανίζεται στους δρόμους των πόλεων, εισχωρεί στα εσωτερικά των κατοικιών τους και μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την υγεία του ατόμου, στην υγεία των πληθυσμών και των τόπων της ασθένειας. Μια αναδυόμενη μητροπολιτική σκέψη που εκτοπίζει και με αυτόν τον τρόπο, ό,τι είναι «εκτός σχεδίου πόλης», ως δυνητικά υποψήφιο προσαρμογής στις υγειονομικές μεθοδεύσεις της. Οι «μιαρές» φτωχογειτονιές του 19ου αιώνα σταδιακά θα έδιναν τη θέση τους σε «υγιείς» ομοιόμορφες σειρές από σπίτια και δρόμους ενός οικιακού δομημένου χώρου, με πρόσχημα το συμφέρον του εργαζόμενου κόσμου. Ακολούθως, στη δεκαετία του 1980, στη Νέα Υόρκη, ο όρος εξευγενισμός μετατρέπεται σε αναζωογόνηση (revitalization), διογκώνοντας μια συγχρονισμένη επίθεση βοηθούμενη από τον τύπο και τα ΜΜΕ και προβάλλοντας μια «αριστοκρατία γαιοκτημόνων» των δημοσίων χώρων, με «ενάρετους σκοπούς» (χορηγίες, φιλανθρωπίες κλπ.). Αυτή η αποικιοκρατικού τύπου τακτική εξελίσσεται σε μια συνεχή «εξημέρωση» και τυποποίηση όλων των μορφών ζωής που εξαπλώνεται παγκοσμίως. Τώρα πια, τα σύγχρονα μοντέλα ζωής επιβάλλουν τη βίαιη εισχώρηση συσκευών νανοτεχνολογίας στα σώματα και την αντικατάσταση ώριμων δέντρων από μηχανικές συσκευές φιλτραρίσματος του αέρα ή τη γενικευμένη χρήση υβριδικών δέντρων.

Από το 2010 περίπου και μετά, βλέπουμε το κράτος ν’ αναλαμβάνει όλο και περισσότερο το ρόλο του επιχειρηματία-manager µε συμπράξεις δημοσίου – ιδιωτικού τομέα, καθώς επίσης δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιχειρηματική ενεργοποίηση της λεγόμενης «δηµιουργικής τάξης». Πιο συγκεκριµένα, η αποκαλούμενη «δηµιουργική τάξη», η οποία έχει αντικαταστήσει τον όρο των «εξευγενιστών», περιλαµβάνει άτοµα που έχουν υψηλό επίπεδο «γνώσεων και ικανοτήτων» και καλούνται να λύσουν προβλήματα ενσωματώνοντας καινοτόμες λύσεις, στρατηγικές κι ιδέες, µε βασικό χαρακτηριστικό της εργασίας τους, «την ευελιξία, την ευπλαστότητα και την κινητικότητα». Στη δηµιουργική τάξη συμπεριλαμβάνονται αυτοί/ές/ά που παραδοσιακά θεωρούνται «δημιουργικοί/ές/ά»: καλλιτέχνες, ηθοποιοί, μουσικοί, συγγραφείς αλλά κι αυτοί που ονομάζονται «γνωστικοί εργάτ(ρι)ες», µε άλλα λόγια, προγραμματιστές Η/Υ, μηχανικοί, designers, εργαζόμενοι/ες/α στα media, ακαδημαϊκοί, φοιτητ(ρι)ες/ά κτλ. Πρόκειται για άτοµα που έχουν ως βασικά χαρακτηριστικά της εργασίας τους τη δημιουργία νέων µορφών προϊόντων, στρατηγικών, ιδεών, θεωριών, δίνοντας έμφαση στη δημόσια σφαίρα της ζωής (public life) και όχι φυσικά στην κοινοτική ζωή (community life).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, βλέπουμε την τελευταία δεκαετία, και τη συρρίκνωση όλων των πιο ανεξάρτητων καλλιτεχνικών φωνών και την απόλυτη κυριαρχία των ιδρυμάτων, όπως το Νιάρχος κι η Στέγη του Ωνάση, όπου αλέθουν και συνθλίβουν όλες τις νέες τάσεις και ρεύματα που κάνουν την εμφάνισή τους στην πόλη της Αθήνας, κάτω από την εικόνα του «πρωτοπόρου», ενώ στην πραγματικότητα είναι μεγάλα super markets και malls «καλλιτεχνικών» εμπορευμάτων και κονιορτοποιητήρια ιδεών. Στην εποχή covid-19, αυτά τα ιδρύματα κι ο κόσμος της τέχνης που συμμετέχει σε αυτά, απέδειξαν ξεκάθαρα ότι ενισχύουν την κυρίαρχη ιδεολογία των αποκλεισμών, των διακρίσεων, του ελιτισμού και του βιοτεχνολογικοποιημένου πολιτισμού της πειθαρχίας και του ελέγχου.

Ταυτόχρονα µε τη ρητορική για τη «δηµιουργική τάξη» που κατοικεί στη «δηµιουργική πόλη» όλο και περισσότερο, αναπτύσσονται οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές του λεγόµενου “city branding”. Σύμφωνα με αυτές τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές παγκοσμίως, η Αθήνα πρέπει κι αυτή να αποκτήσει “city branding”, να γίνει δηλαδή μια ανταγωνιστική πόλη με «ταυτότητα» που να μπορεί να λανσάρει τον εαυτό της στους επενδυτές.

Οι παραπάνω ορισμοί και περιγραφές καταδεικνύουν ότι οι φορείς του εξευγενισμού είναι οι επεκτατικές τάσεις του κεφαλαίου και των συνεργατών του, οι οποίες εκτοπίζουν τους παλαιότερους και συνήθως, οικονομικά ασθενέστερους κατοίκους της πόλης. Ωστόσο, εμπλέκονται όλο και περισσότερο στοιχεία της κυρίαρχης κουλτούρας κι αισθητικής, το αποκαλούμενο lifestyle, καθώς επίσης αλληλοδιασταυρώνονται στις διαδικασίες εξευγενισμού τα πολλαπλά συστήματα εξουσίας και διακρίσεων µε βάση το φύλο, την εθνότητα, το χρώμα, την τάξη, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, το είδος κτλ. Όπως πολύ στοχευμένα αποτυπώθηκε τον Ιούνιο του 1988, στην Νέα Υόρκη, για τον αγώνα του Tompkins Square Park, «ο εξευγενισμός είναι γενοκτονία».

Λίγο πριν το 2020 και με αφορμή την covid-19, το ενδιαφέρον των εξευγενιστών δεν περιορίζεται μόνο στις εξωτερικές συνθήκες ζωής, αλλά εφευρίσκει τρόπους να διεισδύσει στα πιο απομακρυσμένα κομμάτια του εσωτερικού των σωμάτων, φτάνοντας να μετατρέπει σε δημόσιες συζητήσεις και πολιτικές αποφάσεις, όχι μόνο τις γεννήσεις, τις εκτρώσεις ή τις στειρώσεις αλλά και τον έλεγχο των κυττάρων, του dna κλπ., επεκτείνοντας συνάμα την έννοια της ιδιοκτησίας κι εξαλείφοντας κάθε ίχνος αυτοδιάθεσης, αυθορμητισμού ή αυτοοργάνωσης. Τώρα πια τίποτα δεν ανήκει σε κανένα, γιατί όλα είναι μια απέραντη ιδιοκτησία του κράτους, των εταιριών, των συνεργών τους και κάθε ρουφιάνου που καιροφυλακτεί για ένα κομμάτι από τα κλεμμένα του πλανήτη.

Γι’ αυτό το βρώμικο ξεκαθάρισμα, στην περίπτωση της ελληνικής επικράτειας κι αργότερα, με αφορμή την υγειονομική καταστολή, βρήκαν ανοιχτότερο το πεδίο κι έχουν μπει στο παιχνίδι διάφορες εταιρείες με απευθείας αναθέσεις από το κράτος. Η προμετωπίδα όλων φυσικά, είναι η ανώνυμη εταιρεία «ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΑΘΗΝΑΣ Α.Ε.» που ιδρύθηκε το Μάιο του 2018 επί ΣΥΡΙΖΑ, με πρόεδρο τον Ν. Μπελαβίλα, και συνεχίζει ακάθεκτη επί ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, με πρόεδρο τον Κ. Μπακογιάννη, έχοντας αναλάβει τον συντονισμό, τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό και την υλοποίηση αναπλάσεων εντός των ορίων του δήμου Αθηναίων, ιδίως στο κέντρο της πόλης, με έμφαση στις περιοχές του Εμπορικού Τριγώνου και των Προσφυγικών της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ακολουθούν διάφορες ιδιωτικές εταιρείες, όπως η PRODEA Investments που έχει αναλάβει τη μελέτη και το έργο ανάπλασης του λόφου του Στρέφη, η UNISON, που είναι μια εταιρεία για όλες τις βρωμοδουλειές κι έχει αναλάβει το σύνολο των χώρων πρασίνου, ανάμεσά τους τον λόφο Φιλοπάππου, τον Λυκαβηττό και τα Τουρκοβούνια κ.ά. Φυσικά, αρκετές ακόμη στριμώχνονται στην πόρτα του Μπακογιάννη και του Μητσοτάκη, παρέχοντας εκδουλεύσεις, προκειμένου να πάρουν λίγη πίτα από το ταψί, όπως οι εταιρείες Αττικό Μετρό και ΑΒΑΞ που για τα εργοτάξια του μετρό ισοπεδώνουν 62.000 τ.μ. και ξεριζώνουν 2.500 δέντρα, κι η Politis Technologies, μέλος του Ομίλου Πολίτη, που μέσα από το πρόγραμμα «Υιοθέτησε την Πόλη σου» του δήμου Αθηναίων, «φύτεψε» συσκευές μείωσης ρύπων, θεωρώντας ότι η καθεμιά αντιστοιχεί σε 7,5 ώριμα δέντρα.

Επιπρόσθετα, πρέπει να αναφερθεί κι ο νόμος για τα «ζώα συντροφιάς» που στα επιμέρους στοιχεία του (χρηματικά πρόστιμα, τσιπάκια, πιστοποιητικά μετακίνησης, έλεγχοι dna) παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τους νόμους έκτακτης ανάγκης από την περίοδο του λοκντάουν κι έπειτα, και συναινώντας σ’ αυτόν, δεν υποβιβάζονται κι εξολοθρεύονται μόνο τα ελεύθερα μη ανθρώπινα όντα, αλλά εμμέσως σηματοδοτείται κι η συναίνεση στον υποβιβασμό κάθε ελευθερίας των ανθρώπων.

Αυτά τα φαινόμενα παγκοσμίως, πάντα με πρόσχημα την ασφάλεια, την ανάπτυξη και την υγεία, κρύβουν με τυχοδιωκτικές παραλλαγές μια πολυειδισμική θεωρία, κρατιστικής, πατριαρχικής κι ανθρωποκεντρικής προέλευσης. Εξαφανίζουν «ανεπιθύμητα» φυτά, «αδέσποτα ζώα» κι ανθρώπους, θεωρώντας τα περιθώριο της μητροπολιτικής γεωγράφησης. Αορατοποιούν άσπιτα, άνεργα, εξεγερσιακά υποκείμενα καταλήψεων, άτομα με λίγα ή χωρίς χρήματα κι όλα όσα συνολικά αρνούνται ένα πολύ συγκεκριμένο κι ασφυκτικά μεθοδευμένο τρόπο ζωής, υποδεικνύοντάς τα επιπλέον ως βασικά υπεύθυνα για την αισθητική κι ηθική κατάπτωση των πόλεων. Θέματα ασφάλειας, υγείας, επενδυμένα με ρατσιστικά σχόλια, αναδύονται ως επιχειρήματα για μια επιστροφή των «καθαρών» περιοχών στα χέρια των «ευυπόληπτων-πιστοποιημένων» πολιτών της. Παράλληλα, η έννοια του «κανονικού» καθορίζει το ορθόν και πρέπον, ενώ η έννοια του στατιστικού «μέσου όρου» αναδεικνύει μια μετριότητα που επιδέχεται και χρειάζεται ασταμάτητα βελτίωση. Έτσι, εν μέσω κορονοϊού, αυξήθηκαν οι γυναικοκτονίες, οι στειρώσεις ζώων. Τα ελεύθερα ζώα εξαφανίζονται-δολοφονούνται μαζί με τους/τις/τα μετανάστ(ρι)ες/ά, τους/τις/τα ρομά, (η τηλεκπαίδευση ενισχύει την αορατότητά τους) και μαζί, εξαφανίζονται όλοι «οι άνθρωποι χωρίς χαρτιά και πιστοποιήσεις».

Η αυθόρμητη κι ελεύθερη διάδραση όλων των οργανισμών που αλληλοεπιδρούν στα περιβάλλοντα τα οποία συνθέτουν τη ζωή του πλανήτη, γίνεται εκμετάλλευση στα χέρια των ειδιστών-κρατιστών, δημιουργώντας νέες κατηγορίες με αιχμή την ψευδαίσθηση του «ανώτερου ανθρώπινου είδους» και του «τέλειου περιβάλλοντος». Πρόκειται για έναν πόλεμο που εξελίσσεται μέσα από την πανικόβλητη κίνηση των τρομοκρατημένων πληθυσμών. Αυτό φάνηκε καθαρά στην εποχή covid-19, με την ευλαβή τήρηση του αποκλεισμού (λοκντάουν), της κοινωνικής αποστασιοποίησης και των εξαναγκαστικών ιατρικών πράξεων που μάλιστα δικαιολογήθηκαν ως «ατομική ευθύνη» και «ταξικό καθήκον».

Αυτή η κυριαρχική πολιτική σε στενή συνεργασία με την επιστήμη και την τεχνολογία, συνεχώς, κατηγοριοποιεί σε είδη και διατηρεί καταχρηστικά το δικαίωμα να επιλέγει την ενίσχυση κάποιων υβριδικών αναμείξεών τους, σύμφωνα με δουλοκτητικά κριτήρια. H δικαιολογία της διεκδίκησης ή της ύπαρξης δικαιωμάτων των ανθρώπινων και μη όντων, ιδίως πια στην covid-19 εποχή, αποδεικνύει το πραγματικό της πρόσωπο, διαχωρίζοντας τα πάντα σε κατηγορίες προνομιούχων και μη. Άλλωστε, από την εποχή των επαναστάσεων ουσιαστικά, υπήρχε η προσδιδόμενη ταυτότητα του «υπό όρους πολίτη» στο όνομα της δημοκρατίας. Τα υπόλοιπα έμβια ή άβια -επίσης συγκάτοικοι του πλανήτη- που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, περιθωριοποιούνται, απομονώνονται, αορατοποιούνται, λες κι υπάρχουν σε ένα «ερημικό νησί» που συμβολίζει τη φύση ως κενό ή στην καλύτερη, ένα απομακρυσμένο θέαμα -όπως κατάντησαν τα πάρκα κι οι πλατείες των πόλεων, τα απαλλοτριωμένα από ζωή κτίρια των καταλήψεων ή οι δήθεν «υποβαθμισμένες» γειτονιές. Όλα μεταμορφώνονται σε νεκρά σημεία ενός άλλου νοσταλγικού παρελθόντος, αφού κατάντησαν αποσπασμένα κι αποικιοκρατούμενα κομμάτια του σαρωτικού μητροπολιτικού επεκτατισμού.

Κάτω από τις δεδομένες συνθήκες έχει καταστεί ολοφάνερο ότι το κάθε κράτος, το κάθε σύνορο, η κάθε πειθάρχηση, οδηγούν στην εξαφάνιση της οποιασδήποτε μορφής ελευθερίας κι αυτοδιάθεσης. Εξόντωση των αρνητών εξαναγκαστικών ιατρικών πράξεων, υποχρεωτική επιβολή των βιοτεχνολογικών μεταλλάξεων κι υβριδισμών, διάλυση κάθε χώρου κοινωνικοποίησης, χρήση ενός απόλυτου κι ολοκληρωτικού μοντέλου πολιτισμού κι αισθητικής. Τελικά, ολική εξαφάνιση κάθε ελεύθερου περιβάλλοντος ή ελεύθερα περιπλανώμενου όντος, για τη συνολική υποδούλωση της ζωής σε κινήσεις μόνο μέσω ψηφιακών πιστοποιητικών και βιοτεχνολογικών ελέγχων, μέσα σε αυστηρά αποστειρωμένους χώρους.

Απέναντι στα σχέδια λεηλασίας των τόπων και των ζωών μας,

να γίνουμε οι γκρεμιστές μαζί κι οι χτίστες.

Για την εξέγερση και την ολική απελευθέρωση σε όλα.

αντιπατριαρχικός λόγος και δράση

Η σχέση των φύλων ιδωμένη από τη δική μας ματιά, προκύπτει ως αναγκαιότητα απέναντι σε έναν δήθεν φεμινισμό διαμεσολαβημένο από την επίσημη αφήγηση. Η λογική του δικαιωματισμού αφορά μια σχέση που αναγνωρίζει και σέβεται την ύπαρξη εξουσίας και κράτους, από το οποίο μάλιστα διεκδικεί χωρίς να γνωρίζει αν θα υπάρχει θετική ανταπόκριση, την παροχή με νομική κατοχύρωση δικαιωμάτων, πάνω σε θέματα που θεωρεί ότι υπάρχει κάποιο έλλειμα ή διαχωρισμός. Για μας, το πρόβλημα είναι η αναπαραγωγή υπαγωγών και διακρίσεων που ξεκινά από το κράτος κι αναπαράγεται μέσα στην ίδια την κοινωνία· η αύξηση της βίας και της υποτίμησης ως καθρέφτισμα της διάχυτης κοινωνικοπολιτικής συνθήκης. Επομένως, ενώ στεκόμαστε δίπλα και μέσα στους αγώνες όσων προσπαθούν να βελτιώσουν τους όρους της ζωής τους και να εξαλείψουν τη διάκριση που υπόκεινται, εναντιωνόμαστε στην ίδια την εξουσία που πολλές φορές αναγνωρίζει το πρόβλημα και ψεύδεται ότι προσπαθεί να το επιλύσει ως ο προστάτης των υπεξουσίων· γίνεται εκπρόσωπος μιας ορθής πολιτικής με έμμεσο σκοπό την κανονικοποίηση (την ένταξη δηλαδή στο σύστημα με συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις), τη χειραγώγηση και τον διαχωρισμό του κοινωνικού συνόλου αλλά και των αγώνων.

Ποια θα μπορούσαν να είναι τα πεδία συνάντησης των επιθυμιών μας απέναντι σε υποδεικνυόμενους ρόλους που κλέβουν την αλήθεια των προθέσεών μας; Θα ήταν εφικτό να δημιουργηθούν «τόποι» επανεξέτασης των διαχωριστικών μεταξύ μας γραμμών; Να συγκροτηθούν οι τρόποι που θα επέτρεπαν το ξετύλιγμα κάθε ύπαρξης σε μια κατεύθυνση αλληλοσυμπληρωματικότητας κι όχι αλληλοκατανάλωσης; Ποιους δρόμους ανοίγοντας, θα οδηγούσαμε στον συντροφικό σεβασμό, κι όχι στην αμοιβαία λεηλασία σωμάτων, με αιχμή την εξόντωση θηλυκοτήτων; Ως αναρχικές, δεν επιθυμούμε προστάτες, γιατί γνωρίζουμε ότι η ίδια η εξουσία και το κράτος είναι αυτά που τρέφουν την πατριαρχική κοινωνία που ζούμε. Τα σώματά μας είναι δικά μας, οι αγώνες μας θα είναι αδιαμεσολάβητοι, χωρίς ιεραρχήσεις της καταπίεσης και πέρα από κάθε ανθρωποκεντρική λογική που ενισχύει το κυρίαρχο μοντέλο του ισχυρού δυτικού λευκού άντρα, πέρα από επίπλαστα δικαιώματα και κρατιστικές λογικές. Στόχος μας είναι, όχι να πάρουμε στα χέρια μας ένα μερίδιο της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, να γίνουμε δηλαδή καταπιέστριες στην θέση των καταπιεστών, αλλά η ολοκληρωτική αντιμετώπιση με άμεση δράση και λόγο, κάθε εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, μέχρι την ολική απελευθέρωση σε όλα.

βιομηχανικές επαναστάσεις

Μέσα στις πάμπολλες αντινομίες κι αντιφάσεις που δημιουργεί ο καπιταλισμός, μπορούμε να διακρίνουμε και το εξής ειρωνικό: τα τελευταία 250 χρόνια, κάθε φορά που το καπιταλιστικό σύστημα έφτανε στο σημείο να οξύνει την επίθεσή του προς τα εκμεταλλευόμενα κομμάτια της κοινωνίας, με αιχμή την τεχνολογική πρόοδο, αυτό ονομαζόταν «βιομηχανική επανάσταση». Με τον όρο αυτό, τα αφεντικά επέλεξαν να ονοματοδοτήσουν αλλιώς το μετασχηματισμό των κοινωνικών κι εργασιακών σχέσεων, τον ολοένα και μεγαλύτερο περιορισμό της ανθρώπινης ελευθερίας, την ολοένα και μεγαλύτερη εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος.

Ο όρος «4η βιομηχανική επανάσταση» βρίσκεται εδώ και χρόνια στον λόγο των κυριάρχων, περιλαμβάνοντας από την τεχνητή νοημοσύνη, τις βιοτεχνολογίες και τη γενετική, μέχρι το διαδίκτυο των πραγμάτων (internet of things) και τα κρυπτονομίσματα. Ο παράγοντας covid φαίνεται σαν την «τέλεια καταιγίδα» που παρουσιάζει μια μεγάλη ευκαιρία: τεράστια κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού σε κατάσταση απομόνωσης και περιορισμού, απόλυτα εξαρτώμενα από την τεχνολογία, προκειμένου να επικοινωνήσουν, να εργαστούν ή να διασκεδάσουν, επομένως, πλήρης νομιμοποίηση των τεχνολογιών ελέγχου στο όνομα της προάσπισης της δημόσιας υγείας κι ακόμα μεγαλύτερη ψηφιοποίηση σχεδόν κάθε πτυχής της ανθρώπινης δραστηριότητας, φτάνοντας μέχρι τη μαζική εφαρμογή στον πληθυσμό των «εμβολίων mRna».

O Klaus Schwab, εξουσιαστής/επικεφαλής του παγκόσμιου οικονομικού φόρουμ, περισσότερο γνωστός για τα λεγόμενά του περί της «μεγάλης επανεκκίνησης» (the great reset), δίνοντας το στίγμα αυτής της νέας καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, είχε πει σχετικά: «δε θα αλλάξει αυτά που κάνουμε, αλλά αυτό που είμαστε».

υποχρεωτικός εμβολιασμός και «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων»

Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός περιορίζει την ήδη περιορισμένη (μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία) αυτοδιαχείριση των σωμάτων μας· κι η αυτοδιαχείριση των σωμάτων μας είναι αδιαπραγμάτευτη. Τον τελευταίο λόγο για τη ζωή και τον θάνατό μας, θα τον έχουμε εμείς, κι όχι το κράτος κι οι φαρμακομαφίες που αυτό υπηρετεί. Άλλωστε, ο εμβολιασμός (αν κι εφόσον και για όσο πιάσει τόπο) είναι ένα μέσο ατομικής προστασίας. Υπ’ αυτή την έννοια, ο εμβολιασμός είναι ή μάλλον θα έπρεπε να είναι μια προσωπική υπόθεση. Προσωπική υπόθεση κι όχι ταξικό καθήκον. Από πού κι ως πού, άραγε, η απόφαση για μια ιατρική πράξη αποτελεί ταξικό καθήκον; Από πού κι ως πού η τυφλή συμμόρφωση στις κρατικές προσταγές αποτελεί ένδειξη κοινωνικής αλληλεγγύης; Πώς είναι δυνατόν να αγωνιστούμε ενάντια στην ταξική, εθνοφυλετική κι έμφυλη καταπίεση, την ίδια στιγμή που η εξουσία παρεμβαίνει με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο στα σώματά μας, μετατρέποντάς τα σε πειραματικά εργαστήρια των εταιρειών βιοτεχνολογίας;

Τα «υγειονομικά» πιστοποιητικά αποτελούν ένα από τα βασικά εργαλεία για το πέρασμα σε μία συνθήκη ψηφιακού ελέγχου κι επιπλέον καταγραφής κάθε πτυχής της ζωής μας. Χρησιμεύουν επίσης ως ένα μέσο πίεσης για όσους/ες/α αρνούνται να παραδώσουν αμαχητί την αυτοδιαχείριση των σωμάτων τους στην πολιτική και οικονομική εξουσία. Όσα άτομα δεν πειθαρχούν, αποκλείονται από την κοινωνική κι από την οικονομική ζωή. Χιλιάδες ανεμβολίαστοι/ες υγειονομικοί βρίσκονται σε αναστολή εργασίας (την ίδια στιγμή που οι εμβολιασμένοι/ες υγειονομικοί επιστρέφουν στα πόστα τους έστω και με ελαφρά συμπτώματα της νόσου covid-19) και χιλιάδες ακόμα εργαζόμενοι/ες/α έχουν χάσει τις δουλειές τους, πληρώνοντας το τίμημα των αρνήσεών τους. Τα εργαζόμενα υποκείμενα που δεν έχουν το «covid/freedom/green pass» υποχρεώνονται σε επαναλαμβανόμενα rapid tests σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα κι αλλού, ενώ το κόστος επιβαρύνει τα ίδια. Αν αυτό δεν είναι έμμεση μείωση μισθού, τότε τι είναι;

Συνάμα, τα υγειονομικά πιστοποιητικά συνιστούν ένα ακόμα εργαλείο φόβου, διαχωρισμού κι επιβολής, ως μέσο επιστροφής στην καπιταλιστική «κανονικότητα», ενώ τα εμβολιασμένα άτομα απολαμβάνουν τα «προνόμια» της επιβίωσης σε μία «απολυταρχική δυστοπία». «Προνόμια» επιβίωσης που ενεργούν ως μια ψευδαίσθηση ότι ο εμβολιασμένος πολίτης κατέχει δικαιώματα· εδώ, το συγκεκριμένο νοητικό άλμα έρχεται να ενισχύσει η λεγόμενη «επιχείρηση Ελευθερία». Έτσι, τα εμβολιασμένα άτομα των κατώτερων κοινωνικών τάξεων παραμένουν καταπιεσμένα, ενώ τα ανεμβολίαστα βρίσκονται με αφαίρεση κάποιων προνομίων/δικαιωμάτων ή ακόμα χειρότερα, σε αναστολή ή απόλυση. Αυτά τα προνόμια, βέβαια, έχουν και ημερομηνία λήξης, καθώς αν κανείς/καμιά/κανένα δε συμμορφώνεται διαρκώς, τότε υποβαθμίζεται στην κατηγορία των «μιασματικών» ανεμβολίαστων. Με τον τρόπο αυτό, οι ήδη υπάρχοντες κοινωνικοί και ταξικοί διαχωρισμοί βαθαίνουν κι άλλο στη βάση νέων «υγειονομικού» χαρακτήρα κριτηρίων, εξαπλώνοντας τον κοινωνικό κανιβαλισμό και τη νοοτροπία της ρουφιανιάς, μέχρι και την αυτο-επιτήρηση καθενός και καθεμιάς ξεχωριστά: ανάθεση σε εργαζόμενους/ες/α καθηκόντων ελέγχου πιστοποιητικών και ταυτοτήτων, στιγματισμός ανεμβολίαστων στους χώρους εργασίας (όπου δεν επιβάλλονται ποινές αναστολής), αποκλεισμός τους από κλειστούς χώρους δημόσιων υπηρεσιών, εστίασης, ψυχαγωγίας κ.ό.κ.. Όμως μια κρατικά αδειοδοτημένη ελευθερία (και μάλιστα με ημερομηνία λήξης) δεν είναι πραγματική ελευθερία. Διότι το κράτος, οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρει, είναι ένας μηχανισμός, ο οποίος δεν μπορεί να γεννήσει τίποτα υγιές, αυθόρμητο και πραγματικά απελευθερωτικό.

αντικρατικός αντιφασιστικός αγώνας

Ένα ακόμα εργαλείο που είδαμε να χρησιμοποιούν οι κρατικές εξουσίες και τα φερέφωνά τους, και στον ελλαδικό χώρο αλλά και παγκόσμια, είναι η λυσσαλέα εμμονή τους να ταυτίσουν οποιαδήποτε φωνή κριτικής και εναντίωσης στα κατασταλτικά μέτρα της «νέας κανονικότητας», με την ακροδεξιά, τον εθνικισμό, τον θρησκευτικό συντηρητισμό και τις συνωμοσιολογικές τερατολογίες. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους φωνές κι απόψεις προερχόμενες από όλους αυτούς τους χώρους, εμφανίστηκαν, διογκώθηκαν και προωθήθηκαν ως «υπερασπιστών της ελευθερίας» κι εναντίωσης στις κρατικές επιταγές. Μας είναι όμως επίσης ιστορικά γνωστό ότι η εξουσία απεχθάνεται τα κενά και τα αδιέξοδα κι όταν δεν μπορεί ή δεν είναι διατεθειμένη να τα καλύψει η ίδια, τον ρόλο αυτό αναλαμβάνουν οι παρακρατικές της εφεδρείες.

Παράλληλα, θεωρούμε εξίσου σημαντικό να αναγνωρίσουμε και να πολεμήσουμε μια γνώριμη συνθήκη που αναδύεται με νέα μορφή: αυτή που θέλει το κράτος ως την μόνη φωνή λογικής που μπορεί να ακουστεί σε μια «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» και τον οποιονδήποτε αντίλογο να ταυτίζεται, να λοιδωρείται και να καταστέλλεται (φυσικά ή πολιτικά) ως ανορθολογικό, «ψεκασμένο», κοινωνικά ανεύθυνο ή συνωμοσιολογικό. Έχοντας πάντα έτοιμη προς χρήση τη θεωρία των δύο άκρων, η κρατική εξουσία χρησιμοποιεί στη συγκεκριμένη ιστορική φάση, το ακροδεξιό «φόβητρο», προωθώντας το έστω και με φαινομενικά αρνητικό τρόπο και κρατώντας για τον εαυτό της τον ρόλο του προστάτη (σήμερα της δημόσιας υγείας, αύριο ίσως της δημόσιας ή κι εθνικής ασφάλειας) και του θεματοφύλακα του ορθολογισμού ως προς τις εντολές της.

Οι φασίστες ανέκαθεν αποτελούσαν το μακρύ χέρι του κράτους και του κεφαλαίου. Είναι πάντοτε εκεί για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά των αφεντικών τους, να φέρνουν εις πέρας αυτά που το «δημοκρατικό προσωπείo» του κράτους το εμποδίζει να κάνει. Επιθέσεις, εμπρησμοί και μαχαιρώματα έξω από καταλήψεις, τραμπουκισμοί κι απειλές σε εργάτ(ρι)ες κι απεργούς που αγωνίζονται ενάντια στην εργοδοσία, συνεργασία με την αστυνομία για την καταστολή εξεγερμένων (π.χ. Πολυτεχνείο ‘95). Ακόμη, οι φασίστες είναι εκεί για να επιτίθενται σε όποιο άτομο «δεν ταιριάζει» με την καπιταλιστική κανονικότητα. Μετανάστ(ρι)ες/ά, άστεγοι/ες/α, τοξικοεξαρτημένοι/ες/α, ρομά, τρανς και γενικώς, καθετί που χαλά την κυρίαρχη ομοιομορφία, μπαίνει στο στόχαστρο των φασιστών.

Μέσα απ’ τις πορείες, τις παρεμβάσεις και τα μοιράσματα, ως τα σπασίματα γραφείων, τις περιπολίες και την οργανωμένη αυτοάμυνα των χώρων μας, συμβάλλαμε με κάθε μέσο στον περιορισμό της παρουσίας των φασιστών στον δρόμο, εδραιώνοντας μεγάλους αντιφασιστικούς αγώνες την τελευταία δεκαετία, όπως μετά τη δολοφονία του αντιφασίστα μουσικού Παύλου Φύσσα.

Ως αναρχικοί/ές/ά, χωρίς να διεκδικούμε αλάθητα κι αυθεντίες, θεωρούμε ότι οι αδιαπραγμάτευτες αντιφασιστικές μας αξίες οφείλουν να εμβαθύνουν και να αναγνωρίζουν τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ του κράτους και των ακροδεξιών παραφυάδων του, ανά πάσα ιστορική στιγμή, εκκινώντας πάντα από το ότι ο πολύμορφος αντιφασιστικός αγώνας ή θα είναι αντικρατικός ή δε θα είναι τίποτα.

στρατιωτικοποίηση

Στο πλαίσιο του διάχυτου κοινωνικού πολέμου, η στρατιωτικοποίηση της καταστολής με μεικτά σώματα αστυνομίας-στρατού, όπως η ευρωπαϊκή δύναμη χωροφυλακής (european gendarmerie force ή egf) από το 2006, και τους μπάτσους να λειτουργούν λίγο ως πολύ, ως στρατός υπό συνθήκες, δεν είναι κάτι καινοφανές στον κόσμο του αγώνα και στα καταπιεσμένα κομμάτια της κοινωνίας γενικότερα. Πολλαπλές «θεαματικές» επιχειρήσεις αντιτρομοκρατικών μονάδων που όλο κι αναβαθμίζονται επιχειρησιακά με στρατιωτικούς όρους στα χρόνια, αξιοποίηση των ΕΚΑΜ για τη δίωξη και καταστολή όχι μόνον εξεγερσιακών αναρχικών αλλά και ευρύτερα κοινωνικών αγώνων, και στρατιωτικού τύπου σχεδιασμοί αποκλεισμών σημείων της πόλης με σκοπό την καταστολή μέσω της πρόληψης διαμαρτυριών-διαδηλώσεων σε σημαντικές ημερομηνίες· ολοένα και πιο εξελιγμένος τεχνολογικά εξοπλισμός των μπάτσων, κατά τη λογική του εξοπλισμού στρατιωτικών σωμάτων, και νέες επιχειρησιακές μέθοδοι στις περιπτώσεις κρατικών δολοφονιών από μπάτσους-πιστολέρος που όλο και πυκνώνουν κατά τις καταδιώξεις επαναστατών-αγωνιστών αλλά και πολλών άλλων υποκειμένων (ρομά, μεταναστ(ρι)ών στον Έβρο κ.α.) την τελευταία δεκαετία, αποδεικνύουν πως τον πόλεμο τον ζούμε κάθε μέρα εδώ.

Ωστόσο, παράλληλα με την προοδευτική μετάβαση του πολεμικού πεδίου μες στην πόλη -ιδίως κατά τη μεταπολεμική περίοδο-, ώστε να είναι απαραίτητος κι ο ρόλος μιας αστυνομίας-στρατού κατοχής (εφόσον ο «εχθρός» της κυριαρχίας μπορεί να βρίσκεται παντού και να είναι ο/η/το οποιοσ/α/οδήποτε, με αποτέλεσμα να πρέπει και να επιτηρηθούν-ελεγχθούν όλοι/ες/α μέσω ενός γενικευμένου πανοπτικού), αυτό που απασχολεί όλο και πιο πολύ τελευταίως είναι μια εμφανής μετάβαση από την πλευρά του κράτους, σε στρατιωτικού τύπου πρακτικές «διαχείρισης» επί του συνόλου της κοινωνικής ζωής. Όπως διαχρονικά εξάλλου, συμβαίνει στο πλαίσιο της δομικής λειτουργίας του καπιταλισμού, με την αφορμή της όποιας «εχθρικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης», πρόσφατα, από το μεταναστευτικό μέχρι τον covid, κι ίσως αργότερα, τις συνοριακές αντεκδικήσεις και στη «δύση», την κλιματική αλλαγή, τη φτώχεια ή ό,τι άλλο προσφέρεται ανά συγκυρία, αξιοποιείται η δυνατότητα -μέχρι όποιο όριο θέσουν οι ίδιες οι κοινωνικές αντιστάσεις- ασκήσεων της κοινωνίας σε εξοικείωση με όλο το φάσμα της στρατιωτικοποιημένης συνθήκης, ακόμη και μέχρι την επιστράτευση και τους διακρατικούς πολέμους.

Είναι ενδεικτικό πως από τις αρχές και στην έξαρση της «κρίσης covid», στην ενημέρωση πρωτοστατούσε κι ο τότε υφυπουργός πολιτικής προστασίας και διαχείρισης κρίσεων (νυν υφυπουργός εθνικής άμυνας), Ν. Χαρδαλιάς, ενώ στην Πορτογαλία, υπεύθυνος για την εμβολιαστική εκστρατεία ορίστηκε ο αντιναύαρχος (πρώην κυβερνήτης υποβρυχίων), Ε. Γκουβέια ε Μέλο, και παράλληλα, η καθημερινή ανακοίνωση με όρους στατιστικής από τα media, του αριθμού των νεκρών από τον ιό, αντικειμενοποιώντας τις απώλειες ανθρωπίνων υποκειμένων κι αποτιμώντας τες σε αριθμητικά ψηφία και μόνον, παρέπεμπε σε πολεμικό ανακοινωθέν -αντίστοιχη υπήρξε η ιστορική εικόνα του Μπέργκαμο με τα στρατιωτικά φορτηγά που μετέφεραν πλήθος φερέτρων στα αποτεφρωτήρια γύρω πόλεων κι ο έλεγχος των μετακινήσεων μεταξύ ορισμένων πόλεων στη Γαλλία από δυνάμεις στρατού κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος covid, η εμπλοκή του στρατού στο καθολικό λοκντάουν σε Ελευσίνα, Ασπρόπυργο και Μάνδρα τον χειμώνα του 2020 αλλά κι η κινητοποίηση της εθνοφρουράς στη Minneapolis και σε άλλες περιοχές των ΗΠΑ, για πρώτη φορά μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο κι η ετοιμότητα των στρατιωτικών μονάδων από το πεντάγωνο, λόγω των συγκρούσεων μετά τη δολοφονία του George Floyd, την άνοιξη του 2020 (από την πρώτη στιγμή της πανδημίας βέβαια, την πρωτοκαθεδρία κατέχει το κινεζικό πειθαρχικό μοντέλο).

Η σύγκρουση με την εξουσία δεν μπορεί παρά να οξυνθεί, παράλληλα με την όξυνση των αδιεξόδων και της καταπίεσης, παράλληλα με την κλιμάκωση του ολοκληρωτισμού μέσω της στρατιωτικοποίησης της καταστολής των ζωών και των συνειδήσεων. Ο κοινωνικός πόλεμος ήταν πάντα εδώ, κι η ανάγκη συνοργάνωσης σε δίκτυα αντίστασης κι αλληλεγγύης, ακόμη πιο παρούσα παρά ποτέ.

σύγχρονος ολοκληρωτισμός

Είναι η αναμονή-προσμονή ενός κινδύνου αυτό που καθιστά τις ψυχές των ανθρώπων φοβικές, μια διαδικασία οργανικής ακινητοποίησης, η οποία ειδικά όταν είναι οργανωμένη, μπορεί να χτιστεί με ευκολία πάνω στην πλάνη της προστασίας του κοινού καλού από κάποιο δημόσιο κίνδυνο.

Όταν η διαχείριση της πολιτικής της εγκόλπωσης από το κράτος όλο και περισσοτέρων κανόνων, εφαρμόζεται νομιμοποιημένα στη μαζική συνειδητότητα -εκμεταλλευόμενη η πρώτη ένα κομμάτι της πραγματικότητας ως πειστήριο για την ύπαρξη της κοινωνικής αποδοχής-, κι επιστεγάζεται με επιτυχία στο σύνολό της, τότε σίγουρα οδηγούμαστε σε κοινωνικό όλεθρο.

Οι απαιτήσεις των εξουσιαστικών τάξεων ή δυνάμεων ή τεράτων (όπως θέλετε πάρτε το), στο να συμμορφώνεται κάθε άτομο σε όλο και περισσότερους νόμους και στην περίπτωση του αντιθέτου, να επανέρχεται η βία του κράτους στην υλική της βάση, αποδεικνύουν πως όσον αφορά τον προσωπικό βίο κάθε ατόμου, οι αλυσίδες δεν είναι μόνο για τα πόδια και τα χέρια μας αλλά και για την εσωτερική χαλιναγώγηση της ελεύθερης σύστασης και δημιουργίας του προσωπικού χαρακτήρα.

Όταν επιτευχθεί ο εγκλωβισμός του ανθρώπινου νου είτε από την οικογένεια και το σχολείο είτε από την εκκλησία, είτε από την επιστήμη είτε από το στρατό, ως κυρίων διαμορφωτών συνειδήσεων κι ηθικοπλαστών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, κριτών και «κριτικολόγων» σε ό,τι δεν προσαρμόζεται στα τιποτένια χαρακτηριστικά τους, και μέσα από την οργανωμένη κυρίαρχη κοινωνική παιδεία ενός εργοστασίου που καλύπτει και παράγει τις ανάγκες του κενού υλισμού με ασέβεια στη φύση και σε σύνδεση επί του παρόντος, το έδαφος είναι στρωμένο για το αστικό περιβάλλον, ώστε να δεχτεί τη σημερινή εποχή, όπως ο «ηθικός πολίτης» εκτιμά και δέχεται τη δουλειά τού μπάτσου ως σωτήρια.

Η προοδευτική διάλυση της «δημόσιας» υγείας και της νοσοκομειακής περίθαλψης ήδη από τη δεκαετία του ‘90, η αποδυνάμωση των εργατικών-απεργιακών δράσεων κι η σταδιακή ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων, των δημοσίων χώρων κι αγαθών, τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, το νταβαντζιλίκι στις παροχές και τις ανάγκες ενός σπιτιού, η αύξηση των ενοικίων κι η ενεργοποίηση των εκδικητικών προστίμων μέσω της πλατφόρμας του φορολογικού συστήματος οικονομικής εξόντωσης κι ελέγχου σε όποιον/α/ο δε γουστάρει να της/του καθοδηγούν τη ζωή μέσω επιβλητικών συμβάσεων, η λεηλασία της φύσης και του ανθρώπινου σώματος κι η πατριαρχική συμπεριφορά βίας ως πρωτογενής εξουσία, η πολυπληθέστατη από υπηρεσίες αστυνόμευση της ζωής μας με μπάτσους-δολοφόνους-καουμπόηδες να αυξάνουν το προσδόκιμο του θανάτου απέναντι σε όποιον/α/ο τούς αντιστέκεται αμφισβητώντας την εξουσία τους, οι εργατικές δολοφονίες στο βωμό του κέρδους των αφεντικών και τα αστικά μπουντρούμια: είναι η βίβλος του κράτους και των τραπεζών, είναι η τροφή των κεφαλαίων της οικονομικής δικτατορίας και του κοινωνικού κανιβαλισμού.

Η βίαιη καταστολή των κοινωνικών αγώνων για τον περιορισμό και τον εγκλωβισμό τους μέσα σε φοβικά καλούπια (βλ. νόμο για την αποσυμφόρηση των δρόμων σε περίπτωση διαδήλωσης και περιορισμό της στη μία λωρίδα ανάλογα την ποσότητα του κόσμου), αποτελεί μέρος σχεδίου με ολοκληρωτικό χαρακτήρα, στο όνομα της υπάρχουσας τάξης (κι ασφάλειας). Δεν είναι τυχαίο πως εκτός από τον νόμο απαγόρευσης των διαδηλώσεων, στη διάρκεια των λοκντάουν, ψηφίστηκε ο νόμος για την πανεπιστημιακή αστυνομία κι ο νόμος για τα εργασιακά που μαζί με τη θεσμική κατάργηση του οχταώρου και της κυριακάτικης αργίας, παρανομοποίησε την απεργία, ο νέος νόμος για το μεταναστευτικό (κι η ακόλουθη επίταση απελάσεων και push-backs) αλλά και το αντιπεριβαλλοντικό αναπτυξιακό νομοσχέδιο απόλυτης λεηλασίας της φύσης.

Από τα χρηματιστήρια, τους οίκους αξιολόγησης και τις τράπεζες, τους οικονομικούς κολοσσούς, τις πολυεθνικές και την πολυπολικότητα των κρατικών ανταγωνισμών και συμμαχιών στη σκακιέρα του γεωπολιτικού ελέγχου που μόνο πάνω στο αίμα των από τα κάτω μπορεί να στέκεται, μέχρι την εκδούλευση και τη συνεχόμενη λεηλασία του «τρίτου κόσμου»· από τις μεγαλοεταιρείες και τις σφαίρες των μπάτσων, μέχρι την τρομοκρατία των δημοσιογράφων και του δικαστικού κόσμου, το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι/ες/α.

αντικρατισμός: μπορούμε να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας

Πέραν της άμεσης αντικατασταλτικής επιτακτικότητας που συνιστά σταθερό επίδικο των αγώνων και των εγχειρημάτων μας, το αντικρατικό πρόταγμα δεν είναι κάτι αόριστο κι αφηρημένο αλλά βιωμένη ανάγκη μέσα από την καθημερινή συμπίεση των ζωών μας. Όπως το κράτος έχει πρόσωπο/α, θεσμούς και σύμβολα, έτσι κι η αντικρατική πάλη έχει υποκείμενα που παλεύουν, απτές εκφράσεις-στοχεύσεις κι όνειρα.

Μαζί με το ηθικό -κι όχι μόνο- γκρέμισμα του υπάρχοντος, παλεύουμε για τη δημιουργία κοινοτήτων αγώνα κι αλληλεγγύης που θα αποτελέσουν τη βάση για την προοπτική προς τη γενικευμένη κοινωνική απελευθέρωση.

Η οικοδόμηση ενός νέου κόσμου προϋποθέτει την αντίσταση και την οργάνωσή της που θα πραγματοποιείται σε πραγματική βάση στο εδώ και το τώρα. Αναρχικές ομάδες, συλλογικότητες κι εγχειρήματα που θα συνθέτουν με όλα τα αγωνιζόμενα καταπιεσμένα κομμάτια της κοινωνίας, με προτάσεις και κριτική για το ατελέσφορο του οικονομικού συστήματος αλλά και για την προβολή της εξόντωσης και του αποκλεισμού, για όποιον/α/ο δε συμμετέχει στην παραγωγική αλυσίδα εκμετάλλευσης και καταπίεσης.

Ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας της αριστεράς, του ηγεμονισμού και των ενδοκινηματικών μικροπολιτικών και κατασταλτικών πρακτικών.

Για την ατομική και συλλογική απελευθέρωση. Για την ελευθερία.

Δεν είναι το πρόβλημά μας μόνον η κρατική διαχείριση.

Έχουμε πρόβλημα με τους κάθε λογής διαχειριστές (του).

Έχουμε πρόβλημα με το κράτος καθεαυτό.

αλληλεγγύη – αλληλοβοήθεια

Δε σταματούμε να χτίζουμε, παρά το συνεχές του κοινωνικού πολέμου. Μες στο οξύμωρο της ζωής και του θανάτου που μόνο γραμμικό δεν είναι, γκρεμίζουμε και ταυτοχρόνως, χτίζουμε, κι έτσι προχωρούμε. Μες στις ρωγμές που προκαλούμε σε κάθε λογής «κανονικότητες» του υπάρχοντος, παράλληλα, συνδεόμαστε (ατομικά και συλλογικά) υποκείμενα κι αγώνες, μέσω των πολυσχιδών διακλαδώσεων που γεννούν η άμεση δράση κι η σύγκρουση. Η αντιιεραρχία κι η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη κι η αλληλοβοήθεια είναι το ανάχωμά μας απέναντι στην καταστολή και την εκμετάλλευση, είναι όμως και το θεμέλιο του αγώνα μας για δημιουργία.

Έμπρακτη αλληλεγγύη στα φυλακισμένα συντρόφια μας ανά τον κόσμο, στους/στις/στα μετανάστ(ρι)ες/ά στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στους/τις/τα έγκλειστους/ες/α των ψυχιατρείων, στης γης τους κολασμένους, σε όλα τα καταπιεσμένα υποκείμενα, σε όσους/ες/α βιώνουν τους αποκλεισμούς και τις διακρίσεις της «νέας κανονικότητας», σε όσους/ες/α επιλέγουν τη σύγκρουση με την κρατιστική και καπιταλιστική δυστοπία, πραγματώνοντας τις ολικές αρνήσεις τους στο εδώ και το τώρα. Αλληλεγγύη με τους ακηδεμόνευτους αγώνες για την κοινωνική απελευθέρωση. Αλληλεγγύη στις καταλήψεις και στους χώρους του αγώνα.

Η αλληλεγγύη μας πέρα από σύνορα και φράκτες, είναι οργανικό-συνθετικό κομμάτι που μπορεί να διατρέχει και να διασυνδέει πολύμορφους και διαφορετικούς αγώνες ενάντια στην επέλαση της εξουσίας. Συνοργανωμένα δίκτυα αλληλεγγύης που συναρθρώνουν πεδία αναγκών και καταπιέσεων σε πεδία αγώνων, από τους/τις/τα φυλακισμένους/ες/α μέχρι όλη την κοινωνία, μπορούν να οικοδομήσουν πυρηνικές εστίες συνεκτικής μαχητικής αντίστασης, απέναντι στον πόλεμο κράτους και κεφαλαίου.

Σαμποτάζ στον πολιτισμό ελέγχου

Ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας

ΑΝΤΙΚΡΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ – ΕΞΕΓΕΡΣΗ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΟΛΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

ΟΙ ΖΩΕΣ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ

Ανοιχτή Συνέλευση Ⓐναρχικών

Πηγή: anarchypress

Ιταλία, Αφίσα: Η δημοκρατία είναι το άλλο πρόσωπο του φασισμού.

Εδώ και δύο έτη ζούμε ατέρμονα υπό καθεστώς έκτακτης ανάγκης, στον απόηχο της εμφάνισης ενός ιού εξελισσόμενου σε παγκόσμια πανδημία. Αργά ή γρήγορα αναμενόταν να συμβεί εντός ενός παγκοσμιοποιημένου και καπιταλιστικού κόσμου που αποκλειστικά για καθαρό κέρδος καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον, όπου αγαθά και άνθρωποι μετακινούνται αστραπιαία από άκρη σ’ άκρη του πλανήτη ( και μοναχά οι φτωχοί εμποδίζονται σε σύνορα ) και όπου περισσότερος από τον μισό συνολικό πληθυσμό διαβιώνει σε πυκνοκατοικημένες ύπερ-αστικοποιημένες μεγαλουπόλεις.

Η διακηρυγμένη έκτακτη ανάγκη, ωστόσο, αξιοποιήθηκε από το κράτος όχι για την υποστήριξη του τομέα υγείας, αποδεκατισμένου από τις συνεχείς περικοπές των εκάστοτε κυβερνήσεων ανά τα χρόνια, υπεύθυνες για αναρίθμητες αποτρέψιμες απώλειες ζωών ( όχι μόνο λόγω του ιού ), αλλά αντ’ αυτού προκειμένου να επιταχυνθούν όσοι μηχανισμοί κατίσχυσης και χειραγώγησης προσιδιάζουν στο δημοκρατικό καθεστώς.

Δεν αναφερόμαστε μόνο στον καταναγκαστικό εμβολιασμό για συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών ( υγειονομικούς, δασκάλες, ανθρώπους άνω των 50 ) για τον οποίο πολλές συζητήσεις μπορούν να διεξαχθούν, αλλά κυρίως για τον υλοποιημένο κοινωνικό έλεγχο, τουλάχιστον για το πράσινο διαβατήριο, μολονότι συνιστά μόνο ένα βήμα στον συνολικό διαγωνισμό προς την δριμεία ψηφιοποίηση όσων δεδομένων μας αφορούν. Ο έλεγχος και η ανταλλαγή δεδομένων, καθώς ήδη γνωρίζουμε, είναι το νέο μέτωπο του ”ελεγκτικού καπιταλισμού,” ο οποίος διαμέσου της έκτακτης διακυβέρνησης αποκτά κεκτημένη ταχύτητα.

Από τις εφαρμογές εντοπισμού μέχρι τις κάμερες αναγνώρισης προσώπου, από το διαδίκτυο των πραγμάτων μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, η τεχνολογία αμετάκλητα στην υπηρεσία των αφεντικών και των κρατών, γεννημένα όχι για την εξομάλυνση των ζωών μας αλλά για την διακυβέρνηση τους, θα είναι ολοένα περισσότερα παρούσα στις ζωές μας, αλλά μόνο δια της ψηφιοποίησης των δεδομένων, της μετάδοσης  τους ( 5G, τεχνολογία Ultra-widebrand ) και της διασυνδεσιμότητας τους ( οικιακοί αυτοματιστές, έξυπνες πόλεις ) αυτό θα καταστεί εφικτό. Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι το PNRR της κυβέρνησης Draghi, το Ιταλικό Ταμείο Ανάκαμψης επιχορηγούμενο με Ευρωπαϊκά χρήματα, κατά μεγάλο ποσοστό εξυπηρετεί στην διοχέτευση αστρονομικών ποσών σε τεχνολογίες επιτήρησης και στον ψηφιακό εκσυγχρονισμό όλων των ουσιαστικών τομέων: σχολείο, εργασία, δίκτυα τηλεπικοινωνιών, κινητικότητα και υγεία ( με τα τηλεφάρμακα ). Ούτε είναι τυχαίο πως η κυβέρνηση Draghi διευκόλυνε την συλλογή και την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για τους φορείς και τα ιδρύματα δημόσιας διοίκησης,μέσω του διατάγματος γνωστού ως Capienze που το τελευταίο Οκτώβριο κατήργησε το άρθρο 2 του Κώδικα Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.

Για πολλούς ανθρώπους ενδεχομένως να μην αποτελεί πρόβλημα η χρησιμοποίηση των δεδομένων τους από ιδιωτικές εταιρίες, πολυεκατομμυριούχους και κρατικά όργανα, μέσα από την μαζική επιτήρηση. Οι άνθρωποι ακόμα θεωρούν πως αφού δεν κάνουν τίποτα κακό, τα δεδομένα τους δεν χρειάζεται να είναι κρυφά. Ο κοινωνικός έλεγχος όμως ποτέ δεν αφορά αποκλειστικά την σφαίρα των προσωπικών ελευθεριών και της ιδιωτικότητας. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι να εναντιωθούμε στην ψηφιοποίηση των δεδομένων και σε επεμβατικά εργαλεία όπως το πράσινο διαβατήριο, μεταξύ των πιο άμεσων: από την άνεση του εργοδότη να επιβλέπει τον εργαζόμενο του ( οι διανομείς και οι εργαζόμενοι της Amazon κάτι ξέρουν επ’ αυτού! ) μέχρι όσους ζουν σε μία συνθήκη υποχρεωτικής παρανομίας ( βλέπε παράτυπους μετανάστες ) οι οποίοι βλέπουν τις ζωές τους να απειλούνται διαρκώς από το λανσάρισμα ολοένα και πιο εξελιγμένων συσκευών παρακολούθησης. Ας μην παραβλέπουμε επίσης τις διακρίσεις εις βάρος όσων ήδη σήμερα δεν έχουν πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες, τμήμα συνήθως των πιο φτωχών ανθρώπων στην κοινωνία, καθώς παρατηρούν την πρόσβαση τους σε δικαιώματα και κοινωνικές υπηρεσίες να υποσκάπτεται παρότι κατακτήθηκαν χρόνια πριν με τίμημα σκληρούς αγώνες.

Δεν εκπλησσόμαστε όταν ιδρύματα, αντί να για την εξασφάλιση της πρόσβασης όλων των ανθρώπων σε ίδια οφέλη, προτιμούν να δαπανήσουν εκατομμύρια ευρώ σε συσκευές ψηφιακής επιτήρησης, οι οποίες αυτομάτως θα αποφέρουν αφενός εξημέρωση αφετέρου κοινωνικούς αποκλεισμούς.

Δεν αιφνιδιαζόμαστε μαθαίνοντας πως οι νόμοι μπορεί να είναι άδικοι και να υπονομεύσουν την ελευθερία λίγων ή πολλών. Ωστόσο, το ζήτημα με το Πράσινο Διαβατήριο έχει λάβει σήμερα διαστάσεις ανεπανάληπτες σε σχέση με άλλες τεχνολογίες επιτήρησης κατά το παρελθόν. Αυτές έγκεινται στο γεγονός ότι άνθρωποι καλά ενσωματωμένοι βρίσκουν τους εαυτούς τους σε συνθήκη αδυναμίας να κινηθούν απρόσκοπτα σε τραίνα, λεωφορεία και καταστήματα, ή να μπορούν να εργαστούν ή να παρέχουν βασικές υπηρεσίες δίχως ένα ειδικό έγγραφο… όπως συνέβαινε ανέκαθεν στους μετανάστες ή τους οικονομικά απόκληρους, στους οποίους δεν έδιναν την παραμικρή σημασία ( και στους οποίους εξακολουθούν να μην δίνουν ).

Αυτοί οι άνθρωποι βρίσκουν τους εαυτούς τους περιθωριοποιημένους από την ”κοινωνία τους”, και δυστυχώς είναι εξίσου αλήθεια πως υφίστανται πολυάριθμοι εγωκεντρικοί άνθρωποι ( ακόμα και μεταξύ όσων αυτοπροσδιορίζονται ως αλτρουιστές ) συμμέτοχοι στην αδικία δια της απαίτησης ολοένα περισσότερων κανονισμών και απαγορεύσεων επί πληθυσμιακών κατηγοριών διαφορετικών από τις δικές τους.

Αλλά προσοχή! Δεν είναι ζήτημα φασισμού ή δημοκρατίας: κάθε κράτος, είτε είναι δημοκρατικό, μοναρχικό ή φασιστικό, πάντα δίχαζε την κοινωνία σε ενσωματωμένους από την μία πλευρά, με όλα τα δικαιώματα τους κατοχυρωμένα και αυτούς από την άλλη πλευρά που επιβάλλεται να περιθωριοποιηθούν επειδή βαφτίζονται εχθροί.

Προκειμένου να διαιρεθεί η κοινωνία, η εξουσία ανέκαθεν μας ενημέρωνε πως δεν έχουμε το παραμικρό να κρύψουμε, πως δεν θα έπρεπε να φοβόμαστε τον ενδεχόμενο έλεγχο μας, όμως στην πραγματικότητα είναι ακριβώς διαμέσου του παραπάνω ελέγχου που μπορεί να ευοδωθεί η ταξινόμηση των ανθρώπων σε εσώκλειστους και αποκλεισμένους, σε ενσωματωμένους και ανυπότακτους, σε προνομιούχους και τιμωρημένους.

Αν είναι αλήθεια ότι οι ζωές μας ανήκουν σε μας και πως κανένας πολιτικός ή οικονομικός επιτετραμμένος δεν θα έπρεπε να ορίζει τι είναι σωστό και λάθος αντί για εμάς, το γεγονός πως το Κράτος ή οποιοδήποτε άλλο ίδρυμα, είτε δημόσιο είτε ιδιωτικό, μας ελέγχει ολοένα και περισσότερο συλλέγοντας προσωπικά δεδομένα, δεν μπορεί να οδηγεί σε κάτι θετικό, τόσο σήμερα όπως και πάντα ( και σίγουρα δεν συνιστά πηγή μικρότερης ανησυχίας πως έχουμε ήδη υπαχθεί σε μία αδιανόητη ποσότητα εγγράφων, πιστοποιητικών και, το κυριότερο, τεχνολογικών εργαλείων ).

Έχοντας διευκρινίσει τα παραπάνω, είναι όντως αχρείαστο για μας να αναφερόμαστε στις δημοκρατικές ελευθερίες ή στην παρεκτροπή του συντάγματος και να οδυρόμαστε περί ”φασισμού”, επειδή στην πραγματικότητα όσοι μας κυβερνούν πάντα υλοποιούσαν τα δικά τους σχέδια σε κάθε εποχή, με εξαίρεση περιπτώσεις περιορισμού των επίβουλων προθέσεων τους από εξεγέρσεις και κοινωνικές επαναστάσεις.

Αφορμή για έναν προσωπικό αναστοχασμό, αν μη τι άλλο, είναι ότι ορισμένοι άνθρωποι στις Δυτικές χώρες, αφού σε μία στιγμή ξέπεσαν από τις προνομιακές τους θέσεις σε δακτυλοδεικτούμενους νέους αποδιοπομπαίους τράγους, αποκηρυγμένοι από την αυτοαποκαλούμενη ”κοινωνία των πολιτών”, αντί να βασιστούν σε μία αλληλέγγυα και οριζόντια αυτοοργάνωση μεταξύ τους, όταν εξέφρασαν την ανάγκη να εγκαθιδρύσουν έναν αγώνα στηρίχθηκαν ξανά, μολονότι όχι πάντα, σε ”δημοφιλείς ηγέτες” και ύποπτες φιγούρες. Υπάρχουν άνθρωποι δυστυχώς, έτοιμοι να πιστέψουν άκριτα, οριακά με θρησκευτική ευλάβεια, σε αμφιλεγόμενα πρόσωπα, συχνά προερχόμενα από κυρίαρχες ταυτότητες εύκολα ανιχνεύσιμες στην πιο ριζοσπαστική δεξιά και στον αντιδραστικό Καθολικισμό. Τι είναι στραβό σε αυτό; Από την δική μας θέαση των πραγμάτων όλα: επιβάλλεται να απεχθανόμαστε εξίσου όσους προέρχονται από το κυβερνών κόμμα ( είτε πρόκειται για την νομιμόφρονα-κρατιστική αριστερά είτε για την φιλελεύθερη δεξιά ) όπως και όσες φαινομενικά αντιτίθενται στην κυβέρνηση, υποστηρίζοντας όμως εξουσιαστικές και υπέρ των διακρίσεων λύσεις, όμοιες πάρα πολύ μεταξύ τους. ( φέρτε στο νου σας επί παραδείγματι ρατσιστές επιθυμούντες τον αποκλεισμό ξένων ανθρώπων ή θρησκευτικούς φονταμεταλιστές που θέλουν το ίδιο για τα ομοφυλόφιλα και queer άτομα ).

Μία μάχη προκειμένου να τελεσφορήσει οφείλει να είναι σαφής ως προς το ποιος είναι ο εχθρός απέναντι στον οποίο θα κατευθύνει της επιθέσεις της, όχι μόνο σήμερα αλλά πάντα: η αρχή της εξουσίας, με τις πολλαπλές της εκφάνσεις.

Επιπροσθέτως, εφόσον η τεχνολογία σήμερα δεν αποτελεί πλέον επιλογή ή ένα απλό προνόμιο αλλά μετατρέπεται σε επιβολή, επείγει το συντομότερο δυνατόν να επανανακαλύψουμε την αλληλεγγύη και την ανθρώπινη διάσταση μέσα από την προσπάθεια να εναντιωθούμε στην αποξένωση και στους χαλκευμένους από την κυριαρχία διαχωρισμούς μεταξύ της μάζας των εκμεταλλευομένων ανθρώπων. Όσο πιο γρήγορα το κατανοήσουμε αυτό, τόσο το λιγότερο σύνθετο θα είναι να πολεμήσουμε εναντίον όσων, πίσω από το παραπέτασμα της επιστήμης, ή ορθότερα του επιστημονισμού, μας εξαναγκάζουν να υποκύψουμε στις προσταγές του κράτους, της καπιταλιστικής οικονομίας και της τεχνολογίας στην υπηρεσία τους, η οποία σήμερα στην εποχή μας εξάπαντος σε απελευθερώνει τον άνθρωπο από τον μόχθο της εργασίας ( όπως σκέφτονταν οι θετικιστές στα μέσα του 19ου αιώνα ) αλλά μοιάζει να τον αλυσοδένει σε νέες μορφές εξανδραποδισμού.

Δεν αναζητούμε λύσεις από τα πάνω, αλλά ας χαρίσουμε στην ζωή 10, 100, 1000 αλληλέγγυα και αυτοοργανωμένα μονοπάτια από τα κάτω!

Αναρχικοί/ες από τον ελευθεριακό χώρο “Sole e Baleno”
Subborgo Valzania 27, Cesena, Ιανουάριος 2022

Πηγή: https://darknights.noblogs.org/post/2022/02/03/italy-democracy-is-the-other-face-of-fascism/

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

Ν ύ χ τ ε ς τ η ς Ο ρ γ ή ς: Για τις ταραχές στα γαλλικά προάστεια του 2005

Πρωτότυπος τίτλος: Le notti della collera: Sulle recenti sommosse di Francia ~ Filippo Argenti

Για την μετάφραση χρησιμοποιήθηκε κυρίως η αγγλική της Barbara Stefanelli: Nights of Rage: On the recent revolts in France (link)

Είναι κάτι που χτυπά και ξαναχτυπά αδημονώντας την πόρτα μας. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει ν’ ανοίξουμε… Πολλοί κρύβονται σιωπηλοί, κι όχι μόνο οι δειλοί, αλλά κι εκείνοι που είναι πολύ ήσυχοι ή πολύ απασχολημένοι. Δεν επιθυμούν μπλεξίματα. Κι όμως εμπλέκονται καθώς η βοή τους συνεπαίρνει όλο και περισσότερο, κι οι ωτασπίδες τους είναι άχρηστες. Ακόμα κι αν ο λόγος αποτυγχάνει παταγωδώς, ο λόγος που κληρονομήθηκε απ’ τον παλιό κόσμο, με τις παλιές θυσίες του, τις παλιές απεικονίσεις και τον εξωραϊσμό μιας εποχής που πέρασε. Τίποτα δεν είναι όπως ήταν πριν. Οι παλιές λέξεις γκρεμίζονται η μια πάνω στην άλλη γιατί δεν έχουν πουθενά να κρατηθούν, προβάλουν ύψη που κανένα αστείο, καμμιά ειρωνία και καμμιά σοφία δεν μπορούν να αγγίξουν. Η εποχή της μπουρζουαζίας φτάνει στο τέλος της και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τί θα ‘ρθει. Πολλοί έχουν ένα σκοτεινό προαίσθημα και περιθωριοποιούνται. Όμως κι οι μάζες έχουν επίσης μια σκοτεινή διαίσθηση αλλλά είναι ανίκανες να εκφραστούν και καταπιέζονται. Το Παλιό και το Νέο, η αδιάλυτη αντίθεση μεταξύ αυτού που ήταν κι αυτού που θα είναι, δεν μονομαχούν μ’ ευγένεια, αλλά ρίχνονται στην μεταξύ τους μάχη οπλισμένα ως τα δόντια. Μια παλίρροια τραντάζει τη γη. Δεν είναι απλά οικονομικά: δεν είναι απλά το θέμα του να βρούμε να φάμε, να πιούμε και να κάνουμε λεφτά. Δεν είναι απλά ένα θέμα του πως θα κατανέμεται ο πλούτος, ποιοί θα εργάζονται και πώς θα τους εκμεταλλεύονται. Όχι, αυτό που παίζεται εδώ είναι κάτι άλλο: είναι τα πάντα. – Kurt Tucholsky, Weltbόhne, March 11 1920.

Πρόλογος του συγγραφέα

Αυτό το βιβλιαράκι είναι μια μικρή συνεισφορά στην κατανόηση των πρόσφατων (2005) ταραχών στη Γαλλία. Περιττό να το πούμε, δεν αποτελεί μια κοινωνιολογική ή, με μια πιο εξειδικευμένη έννοια, θεωρητική ματιά. Οι εξεγέρσεις μπορούν να κατανοηθούν μόνον απ’ αυτούς που μοιράζονται τις ίδιες ανάγκες με τους εξεγερμένους, δηλαδή μ’ αυτούς που νιώθουν ότι αποτελούν μέρος της εξέγερσης. Μετά από ένα σύντομο χρονολόγιο, στις σελίδες που ακολουθούν τίθεται το ερώτημα του πώς τα γεγονότα του Νοέμβρη στη Γαλλία μας αφορούν όλους, κι επιχειρείται να δωθεί μια πιθανή απάντηση.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ορισμένα σημεία σ’ αυτή τη σύντομη εισαγωγή.

Αν ρίξουμε μια ματιά στις διάφορες επαναστατικές θεωρίες που κυκλοφορούν στη Γαλλία, την Ιταλία και τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, θα δούμε ότι αυτού του είδους οι εξεγέρσεις δεν ήταν καθόλου απρόβλεπτες ούτε απρόσμενες. Κάποιοι σύντροφοι μίλησαν για εμφύλιο πόλεμο, για εκρήξεις που δύσκολα θα συμπίπτουν με τους χώρους όπου το κεφάλαιο συγκεντρώνει κι ελέγχει τους εκμεταλλευόμενους, για την ολοκληρωτική έκθεσή τους στο εμπόρευμα. Όχι τυχαία, οι θέσεις των τελών του 19ου αιώνα για τους βαρβάρους, την κατάρρευση κάθε κοινού λόγου μεταξύ των εκμεταλλευομένων, την αμφισημία της έννοιας του μηδενισμού κλπ, αναθεωρήθηκαν. Ορισμένες έννοιες εκφράζουν, ακόμα και με εμβρυακό και συγκεχυμένο τρόπο, ανάγκες που ξεπερνούν το άτομο. Μ’ αυτήν την έννοια, υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ των εξεγέρσεων αυτών και της επαναστατικής θεωρίας. Είναι ένα είδος διαλόγου εξ αποστάσεως. Σύμφωνα με γάλλους συντρόφους, κάθε απόπειρα άμεσης συνάντησης ως τα τώρα έχει αποτύχει, ενώ η κοινή εχθρότητα προς την αστυνομία ή μια πρακτική αλληλεγγύη προς τους συλληφθέντες δεν είναι αρκετή. Προφανώς, αυτές οι ταραχές αποτελούν καθ΄ εαυτόν θεωρητικές προτάσεις, ένα είδος κριτικής στον κόσμο. Όμως, τί μας λένε; Ασφαλώς όχι ότι οι εξεγερμένοι θέλουν να διαχειριστούν αυτόν τον κόσμο, να πάρουν υπό τον έλεγχό τους την παραγωγή και την τεχνολογία, από τα κάτω. Δεν πρόκειται για το συλλογικό εργατικό (και με τις δυο έννοιες) υποκείμενο, ούτε για τους διανοητικούς εργάτες των φιλοζαπατιστικών διαδηλώσεων για μια δημοκρατική Ευρώπη. Οι φλόγες στη Γαλλία έχουν καταστρέψει κάθε δημοκρατική ψευδαίσθηση ενσωμάτωσης των φτωχών στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο Walter Benjamin έθετε το ερώτημα πώς στα 1830 οι εξεγερμένοι του Παρισιού πυροβολούσαν αυθόρμητα στα ρολόγια της πόλης, ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη και χωρίς κάποιον συντονισμό γι’ αυτήν τους τη δράση. Από μεριάς μας, δεν μπορούμε παρά να διερωτηθούμε γιατί η άγρια νεολαία του σήμερα βάζει φωτιά στ’ αμάξια. Στην πραγματικότητα, τί αντιπροσωπεύει το αυτοκίνητο στη σύγχρονη κοινωνία; Ας αφήσουμε το ερώτημα ανοιχτό.
Καθώς η επιδίωξη παραγωγής μιας σπουδαίας επαναστατικής ανάλυσης που θα εξηγεί τα πάντα και την οποία οι προλετάριοι δε θα μένει παρά να την εφαρμόσουν έχει πια εξαφανιστεί, είναι καιρός η επαναστατική δραστηριότητα η ίδια να ειδωθεί μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αντί να φέρνουμε τα πανώ και τις σημαίες στο σημείο που ξεσπά η πρώτη φωτιά και στήνεται το πρώτο οδόφραγμα, μπορούμε πλέον να στήσουμε οδοφράγματα ή να ξεκινήσουμε φωτιές αλλού, με σκοπό να επεκτείνουμε την εξέγερση, κι όχι να την κατευθύνουμε πολιτικά. Στην πραγματικότητα, ο καημός όσων απ’ την μεριά των εξεγερμένων παραπονιούνται για την έλλειψη κάποιου πολιτικού προγράμματος καταντά αξιοθρήνητος.

Να επεκτείνουμε την εξέγερση ωστόσο, δε σημαίνει να θέτουμε τον εαυτό μας στο επίπεδο των υπαρχουσών πρακτικών ώστε απλά να τις πολλαπλασιάσουμε (καίγονται αμάξια; ας πάμε να κάψουμε κι εμείς περισσότερα τότε!), αλλά στην ανίχνευση του τί πρέπει να χτυπηθεί και πώς, προκειμένου να ξεδιπλωθεί στην ολότητά του ο χαρακτήρας της εξέγερσης.

Την ίδια στιγμή, κάθε σκέψη για ανάδειξη των οργισμένων νεολαίων των προαστείων στο νέο επαναστατικό υποκείμενο θα ήταν εξίσου αξιοκαταφρόνητη. Θα ήταν υπέροχο αν οι φοιτητές στον αγώνα τους ενάντια στην επισφάλεια είχαν πάρει τη σκυτάλη απ’ τους εξεγερμένους του Νοέμβρη. Δεν είναι ακριβώς έτσι όμως. Ακόμη κι αν υπήρχαν αρκετά συνθήματα για απελευθέρωση των (κυρίως ανήλικων) προφυλακισμένων του Νοέμβρη στις διαδηλώσεις και τις συνελεύσεις του Μάρτη και του Απρίλη, οι πραγματικές συναντήσεις των δυο μερών υπήρξαν ελάχιστες. Κι εκεί εμφανίστηκαν αρκετά προβλήματα. Στη διαδήλωση της 23ης Μαρτίου στο Παρίσι, για παράδειγμα, μερικές εκατοντάδες νέοι απ’ τα προάστεια επιτέθηκαν σε φοιτητές, και τους ψείρισαν τα πορτοφόλια και τα κινητά τους τηλέφωνα, χτυπώντας και βρίζοντάς τους. Επιπλέον, χτύπησαν και κόσμο που έτρεχε να διαφύγει τη σύλληψη απ’ την αστυνομία, εν τω μέσω συγκρούσεων και αστυνομικών επιθέσεων. Αυτά τα γεγονότα δεν μπορούν να αποσιωπούνται. Εδαφικές ταυτότητες, προσκόλληση σε εμπορεύματα, περιφρόνηση για τους “προνομιούχους” φοιτητές κλπ, είναι όψεις των προβλημάτων που οι νέες κοινωνικές συγκρούσεις θα φέρουν εντός τους ως κληρονομιά μιας σάπιας κοινωνίας. Καμμιά εξεγερσιακή ιδεολογία δεν μπορεί να τις σβήσει ως δια μαγείας.

Προκειμένου να εξετάσουμε τη σχέση μεταξύ των ταραχών του Νοέμβρη και του κινήματος που κατέκλυσε τη Γαλλία ενάντια στο CPE (συμβόλαιο πρώτης εργασίας, για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και την εντονότερη εκμετάλλευση της φοιτητικής και νεανικής εργασίας), είναι ανάγκη να μελετήσουμε τις μνήμες, τις μαρτυρίες, τα κείμενα. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφασίσαμε να ετοιμάσουμε δυο ξεχωριστές εκδόσεις. Αν επιθυμούμε ν’ αποφύγουμε τις δημοσιογραφικές απλουστεύσεις και την αμφίσημη ρητορική, πρέπει να συλλάβουμε το ζωντανό στοιχείο των εμπειριών του αγώνα.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια κοινοτυπία: η έκφραση “νέοι των προαστείων” δεν σημαίνει ένα πράγμα. Πρώτον, γιατό τα Παρισινά προάστεια έχουν μόνα τους πάνω από 9 εκατομμύρια κατοίκους (και την μέρα που θα εξεγερθούν όλοι αυτοί, θα ναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία), κι έπειτα γιατί τα cités (πολύ αδρά: τεράστια οικιστικά συγκροτήματα που προορίζονταν για φθηνές εργατικές κατοικίες, και πλέον σχηματίζουν ολόκληρες πόλεις, με τις πλατείες και τις αυλές τους), που βρίσκονται εντός των ορίων των μεγαλουπόλεων συμμετείχαν επίσης στις ταραχές.

Πολλοί “νέοι των προαστείων” φοιτούν στις πόλεις (είτε στα Lycées, τα γαλλικά γυμνάσια-λύκεια, είτε στα πανεπιστήμια, στα οποία φοιτούν περισσότεροι οι Γάλλοι, απ’ ό,τι οι Ιταλοί). Με την έννοια αυτή, ένας μεγάλος αριθμός νέων και όχι και τόσο νέων, που συμμετέιχαν στις διαδηλώσεις, τα μπλόκα και τις συγκορύσεις τον Μάρτη και τον Απρίλη ήταν οι ίδιοι άνθρωποι μ’ αυτούς που πυρπολούσαν τις γαλλικές νύχτες το προηγούμενο Φθινόπωρο. Σύμφωνα με αξιόπιστους υπολογισμούς, οι εξεγερμένοι του Νοέμβρη έφταναν τους 50.000, ενώ το “κίνημα ενάντια στο CPE” μετρούσε πάνω από ένα εκατομμύριο συμμετέχοντες. Πολλοί “προαστειακοί νεολαίοι” είχαν στην πραγματικότητα μια φιλήσυχη στάση, ενώ αρκετοί “πιο προνομιούχοι” έδρασαν καταλυτικά στο ανέβασμα του πήχη της σύγκρουσης. Οι στατιστικές που εξηγούν τις εξεγέρσεις βάσει του εισοδήματος γίνονται πλέον πιστευτές μόνο από κοινωνιολόγους. Σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις (την Rennes για παράδειγμα) η συνάντηση μεταξύ φοιτητών και των λεγόμενων casseurs (κυριολεκτικά “σπάστες”) ήταν πολύ αποτελεσματική από στρατηγικής άποψης, κάτι που προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στον Σαρκοζύ και στα επιτελεία του. Στο Παρίσι πάλι, αρκετά λιγότερο. Προφανώς υπάρχουν ακριβείς λόγοι γι΄ αυτό. Για πολλούς “προαστειακούς νέους” είναι καταρχήν δύσκολο να προσεγγίσουν τις διαδηλώσεις στο κέντρο: αν δεν τους σταματήσουν ήδη πριν επιβιβαστούν στα τραίνα, ενώ ακόμα κι αν τα καταφέρουν, τα γαλλικά ΜΑΤ θα τους την πέσουν μόλις βγουν απ’ τον σταθμό. Αν παρολαυτά μπορέσουν να προσεγγίσουν, η περιφρούρηση των συνδικάτων θα τους κρατήσει έξω απ’ το κυρίως σώμα της πορείας, κάτι που μερικοί φοιτητές ακόμα επικροτούν. Είναι λάδι στη φωτιά. Επιπλέον, οι νεότεροι απ’ αυτούς, που δεν είναι τόσο έμπειροι σε ζητήματα άμεσης μάχης με την αστυνομία, εύκολα απομονώνονται απ’ την πορεία μεταξύ λεηλασιών και φωτιών, και κατά συνέπεια συλλαμβάνονται. Φυσικά, αυτό δε δικαιολογεί ένα αδιάκριτο μίσος προς τους άλλους διαδηλωτές, αλλά είναι ενδεικτικό των διαφορετικών κοινωνικών συνθηκών και τρόπων ζωής. Αυτοί που έχουν γευτεί τους ασφυκτικούς ελέγχους των ειδικών αστυνομικών μονάδων, που συχνά οδηγούν σε άγριους ξυλοδαρμούς στους δρόμους ή στα αστυνομικά τμήματα, το βρίσκουν ακατανόητο να βλέπουν πορείες να προχωρούν με αστυνομική συνοδεία σ’ όλο το μήκος τους.

Μ’ άλλα λόγια, χωρίς να πέφτουμε σε υπεραπλουστεύσεις και κρατώντας στο μυαλό ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, μπορούμε να πούμε ότι προς το παρόν στη Γαλλία, ορισμένοι άγριοι νεολαίοι είναι στην πράξη ολομόναχοι σ’ έναν πρωτοφανή αγώνα (απ’ τον Νοέμβρη, παράλληλα με τις ταραχές, εκτυλίχθηκαν μια σειρά από βίαιες ληστείες, όπου παρέες νεολαίων επιτίθενται σε φορτηγάκια σεκιουριτάδων με μπαστούνια του μπέιζμπολ κλπ). Για τους επαναστάτες που ανοιχτά στέκονται με την μεριά της εξέγερσης, ενάντια στην μεριά του Κράτους, δεν είναι τόσο εύκολο να συμβαδίζουν πάντοτε με την κατάσταση, ακόμα κι όταν αφορά ένα αγωνιστικό κίνημα που αποδεικνύεται τόσο ριζοσπαστικό.

Ένα παράδειγμα θα το ξεκαθαρίσει αυτό. Στην αρχή, ο αγώνας είχε επικεντρωθεί στο CPE, αλλά σύντομα απέκτησε συνείδηση του ότι η επισφάλεια δεν εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο νομοσχέδιο, αλλά αντίθετα, αυτό είναι μάλλον το προϊόν ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος, που δεν μπορεί απλά να δεχτεί μερικές μεταρρυθμίσεις. Ακόμα κι αν το κίνημα κέρδιζε ως προς τον συγκεκριμένο στόχο του (όπως ξέρουμε η κυβέρνηση τελικά απέσυρε το αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο), γνώριζε ότι ακόμη βρισκόταν καθηλωμένο στην άμυνα. Το να κάνει ένα βήμα παραπέρα δεν ήταν τόσο εύκολο. Το κύριο σύνθημα του κινήματος, που προτάθηκε στην αρχή δειλά, κι έπειτα σχεδόν επίσημα (δηλαδή με ψηφίσματα φοιτητικών συνελεύσεων) ήτανε: να μπλοκάρουμε τα πάντα. Κι αυτό ήταν. Σταθμοί, δρόμοι, πανεπιστήμια, συγκοινωνίες κι αυτοκινητόδρομοι: η κυκλοφορία ανθρώπων κι εμπορευμάτων διακόπηκε σε μγάλο βαθμό, μέσα σε μια ατμόσφαιρα λαϊκής συναίνεσης. Ακόμα κι όσοι δεν ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν με την αστυνομία, βρήκαν έναν οικείο τρόπο δράσης στα οδοφράγματα, χάρη στην ευχάριστη πολυμορφία των δράσεων που χαρακτηρίζει όλα τα πραγματικά κινήματα. Οι πιο άγριοι, ωστόσο, αυτοί των οποίων η καθημερινή ύπαρξη είναι μια ισόβια ποινή μεταξύ αστυνομικών κυνηγιών και κελλιών κρατητηρίων, μεταξύ τσιμεντένιων κτιρίων κι εμπορικού κέντρου, γι’ αυτούς το θέμα δεν ήταν απλώς να τα μπλοκάρουν όλα, αλλά να τα γαμήσουν όλα! (tout niquer). Η επαναστατική ρητορεία, λειψή από θάρρος και οργανωτικές ικανότητες, στην πράξη τους άφησε μόνους τους. Έπρεπε να είχαμε πολύ περισσότερες εμπειρίες, πολύ περισσότερες φωτιές και λεηλασίες. Όμως ο δρόμος είναι ανοιχτός.

Το βιβλιαράκι αυτό, καθώς και το επόμενο (“Ημέρες της Άρνησης”) είναι μια μικρή συνεισφορά στη διάδοση, τη συζήτηση και την εμπέδωση αυτών των εμπειριών στην Ιταλία. Αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία είναι ένα είδος αμονιού πάνω στο οποίο θα πρέπει να σφυρηλατήσουμε τις ιδέες και τις πρακτικές μας, νυχτερινές ή ημερίσιες.

Μάιος 2006

Τα αποβράσματα

Δεν είναι όλες οι εξεγέρσεις απρόβλεπτες. Φυσικά δεν υπάρχει κάποια μέθοδος για να προβλέψουμε σαν Νοστράδαμοι την ακριβή στιγμή κάθε έκρηξης, αλλά το γεγονός ότι μια εξέγερση συμβαίνει δεν εκπλήσει παρά μόνο όσους έχουν ελάχιστη ιδέα για τον αφόρητο κόσμο στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε. Κι όμως, μόνο έκπληξη δεν είναι, καθώς γνωρίζουμε πως τέτοιες εξεγέρσεις συμβαίνουν συχνά στη Γαλλία, ξαναπιάνοντας κάθε φορά τις ίδιες πρακτικές και τελετουργίες -εκατοντάδες αμάξια καίγονται κάθε χρόνο την παραμονή της πρωτοχρονιάς.
[σημείωση του συγγραφέα: Ακολουθώντας ένα διαδεδομένο παιχνίδι, μοναδικό στην Ευρώπη, την πρωτοχρονιά του 2005, 425 οχήματα πυρπολήθηκαν στη Γαλλία, το 2004 330, το 2003 324, το 2002 379. Το Clichy-sous-Bois, το Aulnay και η La Courneuve είναι οι πόλεις που συμμετέχουν πιο πολύ σ’ αυτό το φαινόμενο. Επίσης, την πρωτοχρονιά του 2004, το μπλακ-άουτ στο Sevran επέτρεψε στους ταραχοποιούς να στήσουν μια ενέδρα στην αστυνομία, που έφαγε αμέτρητες πέτρες από ταράτσες κτιρίων. Μπορούμε να πούμε ότι η πρωτοχρονιά έχει έναν πραγματικά εορταστικό χαρακτήρα στη Γαλλία…]
Οι εξεγέρσεις είναι ένα αναπόφευκτο προϊόν του παρόντος κοινωνικού συστήματος. Κι όταν μια εξέγερση ξεσπά, δεν έχει νόημα ν’ αναρωτιέται κανείς “γιατί γίνεται αυτό”, αλλά “γιατί δε γίνεται παντού, πάντοτε;”. Όμως, κάθε φορά που ξεσπά μια εξέγερση, ο πρώτος μηχανισμός που κινητοποιείται είναι μια προσπάθεια να εγκλειστεί σε μια κατηγορία. Ποιοί είναι οι εξεγερμένοι, από που έρχονται, τί θέλουν; Ξεκινά η έρευνα για ονόματα, ταυτότητες, για τις κατάλληλες κατηγορίες: ξένοι, μετανάστες… όχι, γάλλοι, ναι γάλλοι, αλλά γάλλοι δεύτερης γενιάς, δεύτερης κατηγορίας, γιοί ή εγγονοί μεταναστών, αποκλεισμένων, απόβλητων… Απογοήτευση, μάλλον η θεωρία του ισλαμικού φονταμενταλισμού δε δουλεύει: προφανώς οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι από κείνους που πάνε στο τζαμί -στην πράξη τόσο οι εκκλήσεις όσο και οι κατάρες των ιμάμηδων αποδείχθηκαν άχρηστες. Οι δεξιές εφημερίδες (πχ η Le Figaro) επιχειρούν να στιγματίσουν τους εξεγερμένους ως “μέλη μιας παλαιστηνιακού τύπου Ιντιφάντα”, “ισλαμικά φονταμενταλιστικά στοιχεία”, “τρομοκράτες” κλπ. Αυτές οι διαστρεβλώσεις, ωστόσο, δε φαίνεται να εμπεδώνονται, καθώς ο αγώνας καταφέρνει να επιδείξει τη δική του ασίγαστη ιδιαιτερότητα.

Οι κοινωνιολογικές κατηγορίες χρησιμοποιούνται για να οριστεί, να ταυτοποιηθεί και να εγκλειστεί η εξέγερση, με λίγα λόγια, εντός σαφών εννοιολογικών ορίων. Απ’ τη στιγμή που μια ταυτότητα έχει αποδωθεί στους εξεγερμένους -με πιο συχνή τέτοια, στην περίπτωσή μας, αυτή των κοινωνικών αποβλήτων, μια νέα λέξη για το “περιθώριο” (underclass). Το φάσμα των θεωριών για την διαχείρισή της κυμαίνεται κλασσικά από την αστυνομική καταστολή και τα μέτρα έκτακτης ανάγκης, στην κοινωνική πρόνοια και την παρέμβαση της πολιτείας, να προτάξει, με άλλα λόγια, χείρα τιμωρίας ή οίκτου, η καταστολή και η ενσωμάτωση, το μαστίγιο και το καρότο. Όλα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα το γεγονός ότι άν η αναταραχή κι η εξέγερση είναι άμεσες συνέπειες του συστήματος της κυριαρχίας, το μόνο τέλος που μπορεί να έχουν είναι το τέλος της κυριαρχίας, η ανατροπή της.
Ωστόσο, το να ταυτοποιηθούν τα “αποβράσματα”, να τους δωθεί ενδεχομένως ένα πιο πολιτικά ορθός ορισμός, ενέχει ορισμένες προϋποθέσεις. Για να κατηγοριοποιηθεί ένα τέτοιο φαινόμενο με σχετική συνοχή, πρέπει πρώτα απ’ όλα να οριστεί, και για να οριστεί πρέπει να απομονωθεί. Απ’ την μια, τα όρια της εξέγερσης ορθώνονται για να αναπαραστήσουν τη δράση και τις αιτίες της σαν τυχαία έκτροπα, που παρήγαγε ένα σύστημα το οποίο (παρόλη τη φτώχεια, τον πόλεμο, την μόλυνση, την ολοκληρωτική υπαγωγή στο εμπόρευμα και την καταστροφή ολόκληρου του -έμβιου και μη- κόσμου, και των ζωών όλων) πρέπει να διατηρηθεί, ίσως ακόμα και με ορισμένες κοινωνικές παροχές ταυτόχρονα με την κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Όμως, όπως είναι γενικά γνωστό, αυτό που ήταν εξαίρεση γίνεται ο κανόνας, κατάσταση που συμπεριλαμβάνει τον αποκλεισμό, τη φτώχεια, την κοινωνική αποξένωση, τη γενικότερη υποτίμηση της ζωής.

Δεν πρόκειται ποτέ για μεμονωμένο φαινόμενο, είτε τοπικά ή παγκόσμια. Η φτώχεια, η ανασφάλεια της ζωής στη δυτική κοινωνία, η αστική πολεοδομία στις μητροπόλεις ολόκληρου του κόσμου (απ’ το Λος Άντζελες στην Μπογκοτά, κι απ’ το Αλγέρι στο Παρίσι), η περίφραξη των συνόρων της Ευρώπης-φρούριο, είναι μόνο ορισμένες εκδηλώσεις αυτής της δομικής περίφραξης. Το κόλπο του καρότου και του μαστιγίου, ο συνδυασμός αστυνομικής και δικονομικής καταστολής με την εξαγγελία κοινωνικών παροχών στα προάστεια, μπορεί να ξεγελάσουν μερικούς, αλλά σίγουρα όχι τους -όχι λίγους- που γεύονται την κοινωνική περιθωριοποίηση στο πετσί τους, που νιώθουν ότι νέες και μεγαλύτερες εκρήξεις συναρμολογούνται σε κάθε γωνία, και κυρίως, νιώθουν μια ακατάπαυστη θέληση για εξέγερση να πάλλεται μέσα τους. Και είναι ακριβώς αυτή η ελκυστική γοητεία της εξέγερσης που αποτελεί τον κύριο στόχο της διαδικασίας της κατηγοριοποίησής της.

Στην πραγματικότητα, η διαδικασία της κατηγοριοποίησης, πέραν του να αναπαριστά τη φαινομενικότητα της παρούσας κοινωνικής τάξης σαν να ήταν ουδέτερη, στοχεύει στον διαχωρισμό και την απομόνωση των “αποβλήτων” από όλους τους υπόλοιπους -διαχωρίζοντας ταυτόχρονα όλους αυτούς απ’ τον ίδιο τον εαυτό τους, απ’ την επιθετική δυναμική τους. Μ’ άλλα λόγια, τα απόβλητα έχουν κάποιου είδους κληρονομικού δικαιώματος στην οργή, καθώς η απόγνωση και η αίσθηση της αδικίας είναι αποκλειστικά δικά τους προβλήματα. Όμως εμείς, οι προνομιούχοι αυτής της κοινωνίας, τί θέλουμε; Εντάξει στα γκέττο των σύγχρονων πόλεων, στα banlieues (προάστεια) του Παρισιού, η ζωή είναι διαλυμένη, κενή, κυνηγημένη από κάθε μπάντα της κοινωνικής, υλικής και υπαρξιακής αλλοτρίωσης, πνιγμένη στην απόγνωση και την μεταφυσική ανία. Αλλά η δική μας ζωή; είναι πλουσιοπάροχη και γεμάτη διασκεδάσεις, προοπτικές, πάθος… Η δική μας ζωή; Με συγχωρείτε, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς.

Εκ των πραγμάτων, το επίπεδο της καταπίεσης, και ταυτόχρονα τα ρήγματα που προκαλεί η εξέγερση, αφορούν τους πάντες. Η δυιστική λογική της συμπονετικής αντιπολίτευσης, μεταφράζει την πραγματικότητα με τόσο χονδροειδή τρόπο που αδυνατεί να αντιληφθεί τη δυναμική της εξέγερσης κι αυτών που θα ΄ρθουν. Η διάκριση των νέων απ’ τα προάστεια απ’ τους υπόλοιπους, έπειτα ο διαχωρισμός των βίαιων κι αδιόρθωτων που είναι αδύνατον να πειθαρχηθούν απ’ αυτούς που πρέπει να προστατευθούν απ’ την μόλυνσή τους, δεν είναι παρά μια προσπάθεια να ξεριζωθεί η δυνατότητα εξέγερσης από τα μέσα και το περιβάλλον που χρειάζεται για να εκραγεί. Αυτή είναι η κοινή λογική πίσω από κάθε έκτακτη διαχείριση. Επιπλέον, η εμπέδωση μιας τέτοιας ιδεολογικής διαίρεσης συνθλίβει κάθε πρακτική δυνατότητα. Όπως κάθε εξέγερση, ομοίως και της Γαλλίας απευθύνεται στον καθέναν. Το ξεδίπλωμά της αναπόφευκτα επιρρεάζει τις κινήσεις μας. Τελικά, το ποιο σημαντικό δεν είναι ποιοί είναι αυτοί, αλλά μάλλον ποιοί είμαστε εμείς, και τί θέλουμε να κάνουμε. Καθώς μια μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης υφίσταται είτε διακυρήσσεται επίσημα είτε όχι, το πρώτο πρακτικό μάθημα αφορά την εφαρμογή μιας αποτελεσματικής κατάστασης εξαίρεσης απέναντι στην έκρηξη καταστροφικών πράξεων, τη γρήγορη διάδοσή τους και την άρνηση κάθε εκπροσώπησης.

Ορισμένοι γκρινιάζουν για την υποτιθέμενη έλλειψη σαφών ταξικών στόχων κι επαναστατικής συνείδησης, απενοχοποιώντας έτσι την αποστασιοποίησή τους, αδυνατώντας να βρουν κάποια πολιτική προοπτική ή αποτέλεσμα. Ακόμα, μιλούν για φαινόμενα “βαρβάρων” χωρίς κανένα σχέδιο, ως αποτέλεσμα της “παθητικής διάλυσης της παλιάς εργατικής τάξης”. Κάποιοι άλλοι ποζάρουν ως συνειδητοποιημένοι οργανωτές της εξέγερσης (της επερχόμενης, φυσικά). Ωστόσο, αντί να ασχολούμαστε με το να δείξουμε στους ταραχοποιούς της Γαλλίας τί να κάνουν, θα ήταν προτιμότερο να δούμε τί μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτούς. Υπάρχει μια πρακτική εγρήγορση στις τακτικές της εξέγερσης των “αποβρασμάτων” που λείπει επαίσχυντα ακόμα κι απ’ τους πιο εκλεπτυσμένους “συνειδητοποιημένους” των επαναστατικών χώρων, συχνά τόσο συνειδητοποιημένων που αδυνατούν να πράξουν. Εάν οι Γάλλοι ταραχοποιοί δεν κατάφεραν να “κάνουν ένα ακόμη βήμα για να γίνουν επαναστάτες” (πιθανόν, όμως ποιοί είναι τελικά επαναστάτες σήμερα;), τουλάχιστον με τον τρόπο τους εξέθεσαν τις ενεργητικές δυνατότητές τους στην πιο σκληρή δοκιμασία. Χωρίς να περιμένουν από κανέναν να τους διδάξει “τί να κάνουμε”, κατέθεσαν έμπρακτα τη δική τους εκδοχή για το πώς να το κάνουμε. Πραγματοποίησαν την εκρηκτική οργή τους ως μια εντυπωσιακή σειρά εμπρησμών, χωρίς να τους ενεχειρίζουν σε κανέναν εκπρόσωπο. Η ζωτική δύναμη που απελευθερώθηκε μετά από μακροχρόνια καταπίεση ήταν ταυτόχρονα μια άγρια πυρομανία που αγνοούσε κάθε μορφή αντιπροσώπευσης και απολογίας.

Φαινομενολογία του οργισμένου μηδενισμού

Η οργή είναι η έκφραση της δύναμης που έχει καταπιεστεί για πολύ καιρό, δέσμια και υποδουλωμένη, οργή που εμφανίζεται ως διαπίστωση πως “είμαστε πολύ νέοι για να πεθάνουμε”. Η πρώτη εκδήλωσή της ανοίγεται στον ορίζοντα που χαρακτηρίζεται από μια ολοκληρωτική καταστροφή. Η τυφλή οργή της αιχμαλωσίας δε διακρίνει γύρω της τί θα χτυπήσει, αν θα χτυπήσει στον τοίχο ή θα σπάσει τα χέρια της, το σώμα της μετασχηματίζεται σε πολιορκητικός κριός. Τα πάντα μπορεί να καταστραφούν! Η οργή, εκδηλώνεται στον ορίζοντα του μηδενισμού. Καθώς δε δικαιούνται να επιθυμούν τίποτα για δικό τους, αυτοί οι άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας επιθυμούν αυτό το τίποτα να γίνει πραγματικά τίποτα, να εκμηδενιστεί.

Όμως ο μηδενισμός, αυτός ο ενοχλητικός καλεσμένος, εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές. Οι λιγότερο προφανείς είναι και οι πιο διαδεδομένες, κι επίσης οι πιο δημοφιλείς: είναι ο αυτονόητος μηδενισμός της εξουσιαστικής διαχείρισης της ύπαρξης, που διαβρώνει τα πάντα. Εκμηδενίζει τη ζωή και την αποξενώνει απ’ την ίδια τη δυναμική της, προκειμένου να την αναπαράγει εντός των κατεστημένων θεσμών της τάξης και της πειθαρχίας, της παραγωγής και κατανάλωσης, της παραίτησης και της κυνικής αδιαφορίας.

Το παρόν κοινωνικό σύστημα είναι τόσο μηδενιστικό όσο και οι υπήκοοί του που υποτάσσονται σ’ αυτό, αποδεχόμενοι τις διάφορες μορφές σκλαβιάς, σέρνοντας με απάθεια τα πόδια τους μέρα με την μέρα. Καθώς έχουν ενσωματώσει τα αυτονόητα της οικονομίας και τη φαντασιακή αξία των εμπορευμάτων, η ζωή τους βασίζεται στους υπολογισμούς μεταξύ κόστους και οφέλους, στον διαχωρισμό μεταξύ σκοπού και μέσων, στην εγκατάλειψη στην αθλιότητα του σήμερα και την παθητική προσμονή ενός καλύτερου αύριο. Η μηδενιστική παραγωγή της κυριαρχίας συνίσταται σε δυο συμπληρωματικές κινήσεις: απ’ την μια αποξενώνει, λεηλατεί και ξεγυμνώνει, απ’ την άλλη θαμπώνει, ξαναντύνει, και μασκαρεύει. Όμως η κενότητα στην οποία βασίζεται αυτή η διττή κίνηση και την οποία μετουσιώνει, γίνεται προφανής όταν το δεύτερο σκέλος της (η ψευδής ικανοποίηση των αυταπατών) υπολειτουργεί: όταν το σχολείο, η εργασία κι όλοι οι θεσμοί της πολιτισμένης κοινωνίας του θεάματος απαξιώνονται ως διαμορφωτές-διαχειριστές της ύπαρξης, που κατά συνέπεια, εξωθείται στην παρατεταμένη μετάσταση της αλλοτρίωσής της.

Όταν μια τέτοια μετάσταση εκδηλώνεται τυφλά, όταν έρχεται αντιμέτωπη μ’ έναν απάνθρωπο θάνατο, μπορεί να εκραγεί ως οργισμένος μηδενισμός: καθώς υποβάλλονται βίαια σε μια διάγνωση της κενότητας που περιβάλλει και διαβρώνει τις ζωές τους, αποφασίζουν ανώνυμα, σε επίπεδο προσωπικών σχέσεων, να παραδόσουν την κενότητα αυτή στο τίποτα. Ο οργισμένος μηδενισμός δε ζητά τίποτα, και διαθέτει μια διαυγή αντίληψη του ότι το μόνο που μπορεί να κάνει με όσα τον περιβάλλουν είναι να καταβροχθισθούν απ’ την κενότητά του. Η έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού, απελευθερωτική για τα πιο άγρια πάθη, μπορεί να είναι επίσης μια άδολη χαρά γεννημένη από μια αφόρητη ναυτία για το σύνολο του υπάρχοντος κόσμου. Κι όμως είναι έτσι ακριβώς που εξελίσσεται σε μια αυθεντική καταστροφική ευφορία.

Μετά την εποχή της κυνικής αδιαφορίας, του καιροσκοπισμού και του φόβου, στην παρούσα φάση γενικευμένης προλεταριοποίησης της ζωής, τί είδους αγώνας θα μπορούσε να γίνει; Λυπούμαστε που θα απογοητεύσουμε τους ακούραστους θεματοφύλακες της προόδου, αλλά οι τρέχοντες αγώνες περιλαμβάνουν επίσης μια ολοκληρωτικά καταστροφική πλευρά. Είχε γραφτεί κάποτε: “Μηδενιστές… ακόμα ένα βήμα αν θέλετε να είστε επαναστάτες”. Το να θέλεις τα πάντα, είναι μόλις ένα βήμα απ’ το να μη θες τίποτα. Μπορούμε όμως ακόμα να πούμε: “Επαναστάτες… ακόμα ένα βήμα για να γίνεται μηδενιστές”: απαιτεί μεγάλο θάρρος να συμβαδίζει κανείς με την οργή του. Και πού θα μας πάει; Μα δεν ξέρετε; Δε θα μας πάει πουθενά, αλλά… πού νομίζετε ότι πηγαίνετε όλοι σας;
‘S’ io fossi foco arderei lo mondo’
(“Αν ήμουν φωτιά, θα έκαιγα τον κόσμο”, από σονέττο του Cecco Angiolieri, σύγχρονου του Δάντη)

Η καταστροφική ευφορία του οργισμένου μηδενισμού βρίσκει την κύρια μορφή έκφρασής της στο στοιχείο που αναπαριστά περισσότερο την οργή: τη φωτιά. Οι μολότωφ και οι εκρηκτικοί μηχανισμοί είναι σαν βέλη, με τα οποία σύμβολα και δομές της εξουσίας και του συστήματος στοχοποιούνται: αστυνομικά τμήματα, δημαρχεία, δικαστήρια, τράπεζες, εμπορικά κέντρα και καταστήματα, σχολεία και αυτοκίνητα.

Ορισμένοι απ’ τους στόχους αυτούς πληγώνουν την κοινωνική συνείδηση πολλών ανθρώπων. Γιατί να καίνε τα σχολεία, όταν αυτά θα φέρουν στους κοινωνικά αποκλεισμένους την μόρφωση και την ένταξη στην κοινωνία; Μήπως δεν ήταν η δημόσια εκπαίδευση μια σημαντική κατάκτηση για την ανθρωπότητα και την πρόοδο; Ίσως, αλλά την ίδια στιγμή, ποιός μπορεί να αρνηθεί πως τα σχολεία μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με φυλακές, όντας και τα δύο στοιχεία μιας γενικότερης κοινωνίας-φυλακής, ποιός δεν μπορεί παρά να σιωπήσει μπρος στη φαινομενική ομορφιά ενός σχολείου που καίγεται; Το εκπαιδευτικό σύστημα βασίζεται σε μια αφαίρεση του νοήματος. Με άλλα λόγια, τα σχολεία, όντως μέσα για εισαγωγή στη ζωή, ή μάλλον στην εργασία, που παρέχει τα μέσα για τη ζωή, δεν έχουν άλλο νόημα καθ’ εαυτόν, παρά το νόημα αυτού για το οποίο προετοιμάζουν. Μ’ αυτήν την έννοια, καθώς κάθε μελλοντική προοπτική καταργείται, και το μέλλον συνίσταται σ’ έναν μακρόσυρτο σκοπό μεταξύ ανίας και απόγνωσης, τα σχολεία αδειάζουν απ’ το όποιο παιδαγωγικό τους περιεχόμενο. Όταν ένα μέσο χάνει τη χρησιμότητά του, η διατήρησή του σημαίνει τη φετιχοποίησή του, και τα φετίχ παραδίδονται στην πυρά, πιθανώς, όπως στην περίπτωσή, μας από παιδιά που φωνάζουν “αυτή η νύχτα είναι δική μας”.

Οι συνειδητοποιημένοι απορούν για τα καμμένα αυτοκίνητα: “γιατί να κάψεις το αυτοκίνητο του γείτονα”, λες και ο “γείτονας” αυτόματα αντιμετωπίζει την ίδια κατάσταση έκτακτης ανάγκης με τους ταραξίες. Πρώτον, τα περισσότερα απ’ τα πυρπολημένα αυτοκίνητα ανήκαν άμεσα ή έμμεσα σε θεσμούς. Δεύτερον, τα “αποβράσματα” δεν έρχονται απ’ το πουθενά, αλλά ζουν σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο, το οποίο σε καμμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει μια ομοιογενή ανθρώπινη πραγματικότητα. Απ’ την μία, οι ταραχοποιοί απ’ τα προάστεια ήξεραν ότι μπορούν να βασίζονται στην υποστήριξη και την πρακτική αλληλεγγύη πολλών κατοίκων των γειτονιών τους (χωρίς την οποία δε θα ήταν εφικτό να κρατήσουν είκοσι νύχτες οι ταραχές), απ’ την άλλη φαίνεται να γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τίνος το αμάξι πυρπολούν, και σίγουρα δεν ανήκουν σε άμεσους ή έμμεσους συνεργούς των εξεγερμένων. Στα προάστεια, όπως κι οπουδήποτε αλλού, υπάρχουν ζηλωτές της τάξης και του διαλόγου, ρουφιάνοι και κερδοσκόποι, συνεργάτες της αστυνομίας και κάθε είδους καθήκι, όπως επίσης κι αυτοί που δε συμμερίζονται στην πράξη την αταλάντευτη και σαφή στάση των ταραχοποιών. Οι νέοι των προαστείων δεν ανέχονται κανενός είδους ουδετερότητας, διαλόγους ή συμβιβασμού με τους θεσμούς -κάτι το οποίο εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα προβληματικό τρόπο στο κίνημα ενάντια στο CPE τον Μάρτη και τον Απρίλη του 2006, ειδικά στο Παρίσι.

Οι γείτονες δηλαδή, δεν είναι πάντοτε φίλοι ή “συνένοχοι”. Επίσης, οι εξεγέρσεις δε διεξάγονται σ’ ένα συμβολικό επίπεδο, αλλά στο πραγματικό πεδίο της μάχης. Έτσι, οχήματα παραδίδονται στις φλόγες όχι μόνο επειδή είναι προφανώς μια ευχαρίστηση να βλέπει κανείς τις φωτιές να τα καταπίνουν, αλλά κυρίως ακολουθώντας μια στρατηγική αντίληψη επί του εδάφους, δηλαδή λόγω της θέσης τους στο πεδίο που εκτυλίσσεται ο αγώνας. Είναι μόνο σε μια τέτοια προοπτική πραγματική σύγκρουσης (κι όχι στην κοινωνιολογική μετάφραση ή την πολιτική αναπαράστασή της) που η αξία αυτής της πρακτικής μπορεί να εκτιμηθεί. Η πυρπόληση αυτοκινήτων μπορεί να γίνει ένα ιδιαίτερα παοτελεσματικό μέσο ταχύτατης δημιουργίας οδοφραγμάτων, και ταυτόχρονα είναι ένας εύχρηστος τρόπος να τραβηχθεί η αστυνομία σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου στη συνέχεια συνήθως δέχεται επίθεση με πέτρες ή μολότωφ, ενώ οι ταραχοποιοί μπορούν να σπάσουν και να διαφύγουν εύκολα για να ξαναβρεθούν σε κάποιο προσυνεννοημένο μέρος και να ξαναπιάσουν το παιχνίδι απ’ την αρχή. Αυτή η τακτική εφαρμόστηκε και στο σαμποτάζ σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας με το οποίο ξεκίνησαν μερικές απ’ τις νύχτες της οργής.

Το γεγονός ότι αυτές οι απλές παρατηρήσεις έχουν περάσει απαρατήρητες από τόσο πολλούς “ειδικούς” είναι εντυπωσιακό. Το πιο σημαντικό σημείο πάντως, είναι η σημασία που παίρνει το μητροπολιτικό πεδίο ως πεδίο μάχης για τους τρέχοντες αγώνες κι αυτούς που θα ‘ρθουν. Σε μια κοινωνία που βασίζεται στην κυκλοφορία του χρήματος, της πληροφορίας, των ανθρώπων και των εμπορευμάτων, ο έλεγχος επί του εδάφους είναι μια απ’ τις σημαντικότερες λειτουργίες της εξουσίας. Για παράδειγμα, στις αστικές συγκοινωνίες που μας δολοφονούν αργά, καθημερινά, με το δηλητήριό τους στις μητροπολιτικές ζώνες, οι ελεύθεροι χώροι περιορίζονται στους αποξενωτικούς χώρους μεταβίβασης και εξυπηρέτησης. Πρόκειται για μια ασύμμετρη, απάνθρωπη και δολοφονική πραγματικότητα που εξορίσει τη ζωή, όπου το έδαφος γίνεται ολοένα και πιο άγονο και απαράβατο γι’ αυτούς που, είτε από συστηματικό αποκλεισμό, είτε από προσωπικές τους επιλογές, αδυνατούν να αναπαραχθούν ως εμπορεύματα, και κατ’ επέκταση περιθωριοποιούνται, φυλακίζονται, απελαύνονται.

Την ίδια στιγμή, το έδαφος και η μετακίνηση σ’ αυτό γίνονται στρατηγικοί παράγοντες των αγώνων, με τηην εξάπλωση πρακτικών όπως τα μπλόκα και το σαμποτάζ, η εύρεση νέων τρόπων ζωής και χρήσης του χώρου, και η καταστροφή του κάθε τί που δεν μπορεί να οικειοποιηθεί. Δε γνωρίζουμε ασφαλώς αν αυτό είχαν στο μυαλό τους οι εμπρηστές αυτοκινήτων. Δε γνωρίζουμε αν υπερεκτιμούμε την οργή τους. Αυτό που είναι βέβαιο όμως είναι ότι πίσω απ’ την αρνητική, καταστροφική τους στάση ορθώνεται μια θετική στάση, που αφορά τον τρόπο ζωής τους, τον τρόπο σύναψης ανθρώπινων σχέσεων, που πέρα απ’ την συνεχή εφευρετικότητα λέξεων και χειρονομιών, οικοδομεί μια συνενοχή κι αλληλεγγύη στις ταραχές.

Μια θετική στάση που δε χωράει στην αναπαράσταση που προβάλλουν οι δυνάμεις του εχθρού, για τις οποίες δεν πρόκειται παρά για βάνδαλους, ανόητους και παράλογους μανιακούς. Δεν μας ενδιαφέρει να πλέξουμε ένα νεο-ρεαλιστικό εγκώμιο του περιθωρίου. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να αναρωτηθούμε ξανά, αν είναι εφικτό να ζήσουμε σε χώρους μ’ έναν διαφορετικό τρόπο ούτως ώστε να συναντήσουμε νέους “συνενόχους” και νέες πιθανότητες αγώνα που θα ξεσπά ριζοσπαστικά, χαρμόσυνα κι εφευρετικά.

Μάρτης 2006

———————-

Διάχυτη εξουσία, διάχυτη επίθεση

Η εξουσία δε διαμένει σε κάποια Χειμερινά Ανάκτορα που μπορούν να καταληφθούν απ’ τους επαναστάτες, ούτε βασίζεται στα διάφορα κέντρα παραγωγής που μπορούν να καταλάβουν οι εργάτες. Δε συμπεριλαμβάνει απλώς τις πολιτικές, αστυνομικές και νομικές λειτουργίες, αλλά διαθέτει ένα τριχοειδές σύστημα σχέσεων που, μιας και επεκτείνεται στο σύνολο της κοινωνίας, διαμορφώνοντας τις ατομικές και συλλογικές πράξεις. Η εξουσία παράγει και ευνοεί την αναπαραγωγή μορφών ζωής που η διατροφή, η επικοινωνία, η κίνηση, η σκέψη κλπ προσαρμόζονται ευκολότερα στις απαιτήσεις της. Η εξουσία μοιάζει να έχει κυριαρχήσει παντού, μα για τον ίδιο είναι επίσης εκτεθειμένη παντού -προφανώς σε διαφορετικό βάθος στρατηγικής επίθεσης. Όλο αυτό δεν είναι παρά κοινοτοπίες που θα διδάσκονταν ακόμα και σε κάποιο γαλλικό κολλέγιο, όμως αν είναι έτσι, τότε δε θα ‘πρεπε να παραπονιέται κανείς στα σοβαρά για τη ζημιά που προκαλούν οι ταραχοποιοί προς “άσχετους ανθρώπους”. Είτε πρόκειται για ιδιοκτήτες αυτοκινήτων που πυρπολήθηκαν απ’ τους γάλλους αυτοκινητομάχους, είτε για τους απογοητευμένους πελάτες κάποιας κατεστραμμένης τράπεζας, ή για τους αργοπορημένους οδηγούς λόγω ενός οδοφράγματς, κάθε ισχυρισμός ότι αποτελούν έναν τρίτο, άσχετο μ’ όλο αυτό, ισοδυναμεί μ’ έναν ισχυρισμό ουδετερότητας: μια υπόθεση προς κατάρριψη.

Ασφαλώς, κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι η καταστροφή μιας τράπεζας, μιας φυλακής ή ενός δικαστηρίου είναι κάτι διαφορετικό ποιοτικά απ’ την πυρπόληση ενός αυτοκινήτου στα προάστεια, κάτι που ισχύει αλλά μέχρι ενός σημείου. Για να το αντιληφθούμε καλύτερα, θα μπορούσε κάποιος να διεξάγει το ακόλουθο υποθετικό πείραμα. Ας πάρουμε ως δεδομένο ότι κριτήριο για την ευκρίνεια μιας πρακτικής στην εξέγερση είναι η πιθανότητα γενίκευσής της, οπότε ας υποθέσουμε ότι μια πρακτική θα ακολουθούταν παντού: για παράδειγμα, αν όλες οι τράπεζες καταστρέφονταν, σίγουρα, θα προκαλούνταν ένα χάος αλλά βέβαια θα απείχε ακόμα απ’ το να επιφέρει μια επανάσταση. Ας επαναλάβουμε το πείραμα, με όλα τα αυτοκίνητα αυτή τη φορά να καταστρέφονται. Δε θα ήταν οι συνέπειες το ίδιο, αν όχι και περισσότερο επαναστατικές; Δε θα επέφερε μια ριζική μεταμόρφωση ολόκληρης της κοινωνικής ζωής; Μια υπόθεση που δεν μπορούμε να αρνηθούμε.

~
“Θέλω να πω σ’ όλα τα παιδιά που ζουν σε δύσκολες περιοχές ότι δεν έχει σημασία από που κατάγονται, όλα είναι παιδιά της (Γαλλικής) Δημοκρατίας” -J. Chirac, 14 Νοέμβρη 2005.

“Δημοκρατία είναι μια μορφή διακυβέρνησης που τίθεται πάνω απ’ το λαό, τον χειραγωγεί, τον εκπαιδεύει και τον κάνει ό,τι θέλει. Με τον στρατό της υποχρεώνει τους πιο απείθαρχους να υποταχθούν στους νόμους της. Κι όπως κάθε άλλη διακυβέρνηση, τα μόνα εμπόδια που βρίσκει είναι η αντίσταση των υπηκόων της κι ο φόβος για μια πιθανή εξέγερση” -E. Malatesta

Η ιδεολογία του νομοταγούς πολίτη

“Παιδιά της Δημοκρατίας”: έτσι απευθύνθηκε ο Chirac στους κατοίκους των προαστείων προκειμένου να τους εξευμενίσει -σε μια προσπάθεια να αντισταθμιστούν οι υβριστικές προσβολές του Σαρκοζύ. Όσοι απ’ αυτούς γνωρίζουν πώς λειτουργούν οι δημοκρατικοί θεσμοί, σαν χρυσοποίκιλτες πόρνες, έχουν αρκετούς λόγους να θίγονται: όπως το Κράτος ονομάζεται Πατρίδα όταν είναι έτοιμο να σκοτώσει, αποκαλεί τους υπηκόους του “πολίτες” όταν επιθυμεί τη συνενοχή τους στο νόμιμο έγκλημα.

Η ιδεολογία του πολίτη, βέβαια, έχει δεχθεί κριτική εδώ και πολύ καιρό ως ιδεολογική αντανάκλαση μιας ψευδούς ισότητας που συγκαλύπτει την κοινωνική ιεραρχία, έχει ειπωθεί ότι ο πολίτης δεν είναι παρά η αστική εκδοχή της κοινωνικής ιεραρχίας. Στην υποχώρησή της, η κατάσταση του πολίτη έχει αποκαλύψει τη γυμνή ζωή που ισχυριζόταν ότι έκρυβε. Αυτή ήταν η φρικτή διαπίστωση των δυο παγκοσμίων πολέμων του εικοστού αιώνα: πίσω απ’ τους πολίτες δεν υπήρχε παρά η αστική αντίληψη κοινωνικής ζωής, όμως βαθύτερα, κρυβόταν η γυμνή ζωή που μόλις απαλλάχθηκε απ’ το περιτύλιγμά της, έχασε κάθε αξία, κάθε δικαίωμα, κάθε σεβασμό.

Σήμερα δεν είναι καλύτερα, καθώς οικουμενικά οι πολίτες δεν είναι παρά οι καθημερινοί εκείνοι άνθρωποι που οι συμπεριφορές και τα συναισθήματά τους έχουν ενσωματώσει κάθε κυρίαρχο πρότυπο. Ένας άχρωμος, θλιβερός συμβιβασμός, βασισμένος στην αναισθησία, συγκολλημένος απ’ τον φόβο. Τα τρία συστατικά του σύγχρονου πολίτη είναι η ανικανότητα άρνησης, η αδυναμία αποτελεσματικής δράσης και η ενσωμάτωση της αδυναμίας, ενισχυμένα απ’ την ιλιγγιώδη μείξη τεχνολογικής ανάπτυξης και θεάματος που παράγουν σε πληθώρα κάθε υποκατάστατο ώστε να αποφεύγεται το πανταχού παρόν ενδεχόμενο ψυχολογικής κατάρρευσης, παραίτησης κι απόσυρσης απ’ τον κόσμο. Προκειμένου να εξακολουθεί να ισχυρίζεται κανείς ότι διάγει μια ζωή ήσυχη και “κανονική” στις παρούσες συνθήκες, οφείλει πρώτα να απολέσει την όραση και την ακοή του, κι έπειτα, καθώς τα ανησυχητικά γεγονότα εμφανίζονται παντού και δεν μπορούν πια να αγνοούνται, να εγκαταλείψει τη δυνατότητά του να αντιδρά: εξ ου και η γενικευμένη παραίτηση που αν δεν μετατρέπεται ανοιχτά σε γενική κατάθλιψη είναι γιατί υποστηρίζεται από μια εκτεταμένη χρήση του φόβου, όχι μόνο των άλλων αλλά και του φόβου για το παρόν και το μέλλον του καθενός, και απ’ τις αμέτρητες τεχνοκρατικές μεθόδους του “να ξεφεύγεις”.

Πέρα απ’ την κατάσταση του πολίτη ωστόσο, αναπτύσσονται και διαδίδονται διαφορετικές μορφές ζωής. Όσοι απ’ αυτούς διατηρούν την αίσθηση του ανικανοποίητου απ’ αυτόν τον κόσμο, και επιστρατεύουν τη δύναμη και τη φαντασία τους για να επινοήσουν μορφές αντίδρασης κι επίθεσης ενάντια στην απάνθρωπη κοινοτοπία του, αλλά και το αναγκαίο θάρρος για να τις κάνουν πράξη, τίθενται εκ των πραγμάτων εκτός της ιδιότητας του πολίτη. Διατηρούν τη ζωή τους, τη ζωτικότητα που δεν μπορεί να περιοριστεί απλά στην μια ή την άλλη μορφή επιβίωσης. Απ’ την μια, ανεπιθύμητα προϊόντα αυτής της κοινωνίας, κατακάθια, που διαρκώς επιστρέφουν για να ταράξουν τον ήσυχο ύπνο της, και την ίδια στιγμή λογικά και παθιασμένα όντα της εξέγερσης, παράνομες και βαρβαρικές μορφές ζωής που ακατάπαυστα εμποδίζουν, επιτίθενται και πυρπολούν μέχρι κάθε ίχνος της αδικίας να εκλείψει. Όχι κύριε πρόεδρε, οι εξεγερμένοι της Γαλλίας δεν είναι παιδιά της αιματοβαμμένης δημοκρατίας σας, είναι παιδιά της ίδιας λύσσας που σας περιμένει σε κάθε γωνιά του δρόμου να σας αποδώσει τον λογαριασμό.

~
“Είναι ένα μέτρο ασφάλειας που πάρθηκε για να αποδώσει στην αστυνομία όποια δυνατότητα χρειαστεί προκειμένου να αποκαταστήσει οριστικά την ειρήνη” -J. Chirac

Κατάσταση εξαίρεσης

Η κατάσταση εξαίρεσης είναι ο κανόνας: είναι δύσκολο να βρούμε μια πιο κοινή έκφραση στη σύγχρονη θεωρητική-κριτική παραγωγή λόγου. Είναι εξίσου δύσκολο να βρούμε μια κριτική και πρακτική ανάλυση που να μπορεί να στηρίξει μια τέτοια δήλωση. Η ίδια η έννοια είναι εξαρχής αμφίσημη, καθώς φαίνεται να υπονοεί ότι, ιστορικά ή λόγικά, πίσω απ’ την κατάσταση εξαίρεσης υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει κάποιου είδους αγνής εξουσίας που θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά, χωρίς καταπίεση, βία κι αδικία. Είναι βέβαια γεγονός ότι είναι η εξουσία καθ’ εαυτόν που είναι καταπιεστική, βίαια κι άδικη. Έχοντας αποσαφηνίσει αυτό, είναι η δύναμη των γεγονότων που μας τραβά να αναζητήσουμε τί υπάρχει πίσω απ’ την κήρυξη έκτακτης ανάγκης.

Επισήμως, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι η συρρίκνωση της νομιμότητας (κι επομένως όλων των δικαιωμάτων κι ελευθεριών που υποτίθεται ότι εγγυάται) προκειμένου να υπερασπιστεί η ίδια η νομιμότητα. Αυτή η διαδικασία, που είναι φαινομενικά παράδοξη, δικαιολογείται τυπικά βάσει μιας οποιασδήποτε απειλής. Το γέγονος ότι γίνεται ο κανόνας, σημαίνει ότι η κατάσταση εξαίρεσης εφαρμόζεται τόσο συχνά, ανεξάρτητα απ’ τις επίσημες διακηρύξεις: απ’ την διαχείριση της μετανάστευσης (που όχι απλά εμπεριέχει εξοντωτικούς περιορισμούς στο “δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης”, αλλά βασίζεται στην ίδια την αρχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης, με τα “κέντρα κράτησης”), στην επετειακή ανακήρυξη κόκκινων ζωνών (όπου οι όποιες πολιτικές ελευθερίες πρακτικά καταργούνται), στην διόγκωση του κατασταλτικού μηχανισμού (που πλέον εισβάλει σε κάθε όψη της προσωπικής ζωής των ατόμων, παρά τις δημοκρατικές διακηρύξεις για την “προστασία της ιδιωτικής ζωής”), στην καθημερινότητα της αστυνομικής βίας (η “κακοποίηση” τείνει να είναι ευφημισμός για ό,τι συμβαίνει στους δρόμους ή σε τμήματα), και η λίστα των κανονικών καταστάσεων εξαίρεσης θα μπορούσε να συνεχίζεται για ολόκληρες σελίδες. Είναι προφανές ότι οι νεολαίοι των προαστείων γνωρίζουν πολύ καλά ότι όλα αυτά αποτελούν την “ομαλότητα” καθώς όχι μόνο ζουν οι ίδιοι σε μια χωροταξική κατάσταση εξαίρεσης αλλά και δέχονται την αστυνομική καταστολή σε καθημερινή βάση, σ’ όλο το φάσμα των εξευτελισμών, της κακοποίησης και της ανοιχτής βίας που συνοδεύει μια τυπική εξακρίβωση στοιχείων ή έναν έλεγχο.
Η κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη Γαλλία δε θα ήταν τόσο σκανδαλώδης στην πραγματικότητα, αν δε στιγματιζόταν από έναν συμβολικό χαρακτήρα: η επαναφορά ενός νόμου του 1955 που εισήχθηκε στη διάρκεια της πολεμικής επέμβασης στην Αλγερία, αποκαλύπτει την οσμή της αποικιακής διαχείρισης στην εσωτερική πολιτική: με άλλα λόγια, ήταν μια επιβεβαίωση απ’ την μεριά της κυβέρνησης ότι στο εσωτερικό της χώρας διεξάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος.

Η ομαλότητα της κατάστασης εξαίρεσης, λοιπόν, αναπόφευκτα αποκαλύπτει τη βία που το Κράτος και η νομιμότητά του βασίζονται: βία που σκοπεύει στην πάσει θυσία διασφάλιση του Κράτους (κυρίως με την μορφή του κρατικού μονοπωλίου της βίας: αστυνομία, δικαστήρια, φυλακές), και βία που σκοπεύει στην εξάπλωση του Κράτους (πόλεμοι, εμπάργκο, φυλακές υψίστης ασφαλείας κλπ). Όμως αυτή η ομαλότητα δείχνει επίσης το πώς η εξουσία είναι διαρκώς σε επιφυλακή για κάποια άμεση απειλή, για τη διάδοση μιας εξεγερτικής δυναμικής που θα ήταν δύσκολο να διαχειριστεί και να καταστείλει, εάν εξαπλωνόταν αποτελεσματικά. Εξ ου και η λήψη αναρίθμητων αποτρεπτικών μέτρων, όπως η ασταμάτητη προπαγάνδα περί τρομοκρατίας, μια διαρκώς επανερχόμενη κρίση και η διάδοση της ανασφάλειας, που μεταμορφώνει τους φόβους μιας σαθρής εξουσίας σε κοινές φοβίες των υπηκόων της.

Η κατάσταση εξαίρεσης, ωστόσο, έχει μια άλλη δυναμική που σπάνια τονίζεται από τη θεωρητική κριτική. Ο Benjamin μίλησε για μια ρήξη του ιστορικού συνεχούς: ένα επαναστατικό ξέσπασμα συμπίπτει με τη διάρρηξη της ομαλότητας, και -με μια διαπίστωση ότι είναι αδύνατον να συνεχιστεί έτσι- θέτει σε κίνηση την καταστροφική του ικανότητα. Οπότε, δεν έχει νόημα να αναζητάμε το πολιτικό πρόγραμμα, τις προοπτικές ή τους στόχους της εξέγερσης. Κάτι τέτοιο δε θα ήταν παρά μια αξιοθρήνητη οπισθοδρόμηση στο γνωστό “Τί να κάνουμε;”, ένα ζήτημα που μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα χαθεί τελικά στους σκουπιδοτενεκέδες της Ιστορίας. Μπορούμε απλούστερα να αναρωτηθούμε τί μπορεί ο καθένας μας να κάνει γι αυτό, κάθε τί άλλο δε θα ήταν παρά ένα placebo.

~
“Θέλω να ‘μαι αποδεκτή γι’ αυτό που είμαι”-μια 26χρονη αλγερινής καταγωγής

“Εργάτες προσέξτε! Μη στιγματίζετε τους αδερφούς σας, αυτούς που αποκαλούνε κλέφτες, δολοφόνους, πόρνες, επαναστάτες, φυλακισμένους, με το στίγμα της υποτίμησης. Μην τους βρίζετε, μην τους συκοφαντείτε, προστατεύστε τους από ένα τελειωτικό χτύπημα. Δε βλέπετε πώς σας αποδέχονται οι στρατιωτικοί, πώς σας καλούν για μάρτυρες οι δικαστές, πώς σας χαμογελούν οι τοκογλύφοι, πώς σας νουθετούν οι παπάδες και πως σας απειλούν οι μπάτσοι; –E. Coerderoy

Περί Ενσωμάτωσης

Δεν είναι εύκολο να παραμελεί κανείς την αιτία των ταραχών των γαλλικών banlieues: το γεγονός ότι ολόκληρη η ύπαρξή τους εξαρτάται απ’ την κοινωνική αλλοτρίωση είναι τόσο εκκωφαντικό που δεν μπορεί να λησμονηθεί. Όμως ελάχιστοι δείχνουν να κατανοούν τους λόγους αυτής της κατάστασης. Εξ ου και το αίτημα για κοινωνική ενσωμάτωση, για επαναφομοίωση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μια αιτιολογική διαύγεια διαδέχεται το πολιτικό ψέμμα. Όλοι όσοι ζητούν κοινωνική ενσωμάτωση καλή τη πίστει, είναι απλά έρμαια της ψευδαίσθησης ότι η κοινωνία μπορεί να υποστεί μερικές αλλαγές, προκειμένου να μη χρειαστεί ν’ αλλάξουμε κοινωνία. Τουλάχιστον όσοι δεν είναι και τόσο καλόπιστοι, είναι συνήθως πιο ειλικρινείς: έχουν συνείδηση της κοινωνικής πειθάρχησης που υπονοείται σε τέτοια αιτήματα πρόνοιας.

Ενσωμάτωση σημαίνει πρώτα απ’ όλα ένταξη στην εργασία. Όμως η εργασία, στοιχείο του Κεφαλαίου και κατά συνέπεια συνώνυμη της υποταγής και της εκμετάλλευσης, διακρίνεται ολοένα και περισσότερο σε υπερειδικευμένη τεχνοκρατική εργασία και ολοένα και πιο απαξιωμένο μηχανικό-χειρωνακτικό έργο. Αυτά είναι τα δυο πρόσωπα της σύγχρονης επισφαλούς εργασίας: ο αγχώδης μάνατζερ κι ο εξαντλημένος προλετάριος. Περιττό να πούμε ποιό ποιό από τα δύο προορίζεται για τους νέους των προαστείων, άλλωστε αποδεικνύεται απ’ το γεγονός ότι η ελάχιστη ηλικία για να πάει κάποιος βοηθός σε τεχνικές εργασίες είναι σύμφωνα με έναν νέο νόμο του πρωθυπουργού De Villepin τα 14 έτη, όταν η υποχρεωτική εκπαίδευση απ’ το 1959 κρατάει ως τα 16. Την ίδια στιγμή, το σύμφωνο πρώτης εργασίας (CPE), νομιμοποιεί την άμισθη εργασία για τα δυο πρώτα χρόνια απ’ την πρόσληψη.

Τελικά, λίγοι αντιλαμβάνονται ότι είναι το Κεφάλαιο (κι άρα η εργασία η ίδια) που έχει δημιουργήσει την κατάσταση απ’ την οποία τώρα πρέπει να ξεφύγει: κατά την ιμπεριαλιστική επέκτασή του πρωτοεφάρμοσε τις σκληρές συνθήκες που ανάγκασαν εκατομμύρια ανθρώπων να μεταναστεύσουν, καθώς τότε ήταν σε θέση να διαχειριστεί την εισαγωγή και την εκμετάλλευση της υποτιμημένης εργασίας τους στις βιομηχανικές ζώνες (μεταξύ άλλων -την ίδια περίοδο- δημιουργώντας, μέσω των τοπικών δημοτικών συμβουλίων, τις τεράστιες εργατουπόλεις στη θέση των παλιών γειτονιών που υπήρξαν δίκτυα εργατικής αλληλεγγύης). Μετά το δεύτερο μισό των ’70es, οπότε κι έλαβε χώρα η λεγόμενη βιομηχανική αναδιάρθρωση, δηλαδή η μετανάστευση των επενδύσεων προς μέρη του πλανήτη όπου η εργασία ήταν ακόμα φθηνότερη, ο πλεονασματικός πληθυσμός των προαστείων εγκαταλήφθηκε στις συνθήκες ζωής που υφίστανται και σήμερα, δημιουργώντας τις κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν μια έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού. Θα δώσει το Κεφάλαιο τη δική του λύση στο πρόβλημα που έχει δημιουργήσει το ίδιο; Θα γίνουμε ξανά μάρτυρες της πιο ανισόρροπης διαλεκτικής μεταξύ Κεφαλαίου κι εργασίας;

Όσον αφορά την εκπαίδευση, τη συμπληρωματική μορφή της ενσωμάτωσης, τα σημαντικά έχουν ειπωθεί ήδη: καθήκον της δεν είναι παρά η προετοιμασία για την εργασία. Αφαιρουμένης -εκ των πραγμάτων- αυτής της λειτουργίας, δεν είναι παρά μια άχρηστη εξάσκηση -στην καλύτερη- και ένας μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου -στη χειρότερη, κάτι που έγινε φανερό απ’ την θεσμοθέτηση των ZEP (Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας) το 1981, που σήμερα περιλαμβάνουν 20% των μαθητών όλης της χώρας. Εν συντομία, κάθε αίτημα για ενσωμάτωση δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη απόπειρα αναβίωσης του κοινωνικού πτώματος με περισσότερη φορμόλη.

Οι αντιφάσεις που περιέχει η λογική της ενσωμάτωσης αφορούν επίσης τους ταραχοποιούς, τουλάχιστον ένα μέρος τους, αυτούς που διεκδικούν το να μιλούν οι ίδιοι για λογαριασμό τους. Απ’ τη στιγμή που η εξέγερση έχει γίνει δεκτή με μεγάλη χαρά, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε αν το ξέσπασμά της αντιπροσωπεύει μια θέληση καταστροφής του συστήματος (όπως, σύμφωνα με την ανάλυση των καταστασιακών, συνέβη στην εξέγερση του Watts), ή απλά των ανισοτήτων του, των οποίων ο δομικός χαρακτήρας δεν γίνεται αντιληπτός. Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο, πάντως, καθιστά την πρώτη υπόθεση εξαιρετικά πιθανή: το γεγονός ότι η νεολαία των banlieues θα μπορούσε κάλλιστα να επιβιώνει με άλλα μέσα, π.χ. μέσω του εμπορίου ναρκωτικών και της παράνομης οικονομίας. Ένα απ’ τα καθήκοντα της θεωρητικής κριτικής, ωστόσο, είναι ακριβώς να δείξει ότι μια γενική “ενσωμάτωση” είναι αδύνατη, κι ως εκ τούτου κάθε αίτημα πολιτικών προοπτικών που προέκυψε απ’ το ρήγμα που άνοιξε η εξέγερση, είναι μη-ρεαλιστικό. Με δυο λέξεις, να αρνηθεί τον μονόδρομο της κοινωνικής ενσωμάτωσης ως πανάκεια για την αναπόφευκτη αποσύνθεση του κοινωνικού συστήματος. Όπως είναι αρκετά γνωστό, η δημιουργία του νέου, μπορεί να έρθει μόνο απ’ τον θάνατο του παλιού.

Απρίλης 2006

Ο ιστορικός αγώνας ενάντια σε αυτούς που επιμένουν να συμπλέουν με το ρεύμα της «προόδου»

Εν αναμονή της ανάρτησης της εισήγησης από τη προχθεσινή εκδήλωση της Συνέλευσης ενάντια στη Βιοεξουσία και την Κλεισούρα, στα πλαίσια των μηνιαίων εκδηλώσεων της Πρωτοβουλίας ενάντια στο υγειονομικό Απαρτχάιντ, δημοσιεύουμε κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο που παρουσιάστηκε, τα οποία ρίχνουν φως στο ζήτημα της εργατικής διάστασης του κινήματος ενάντια στον υποχρεωτικό εμβολιασμό των παιδιών για την ευλογιά (anti-vaccination movement) στη Βικτωριανή Αγγλία, και όχι μόνον σε αυτή.
 
Σε αντίθεση με τη βολική προπαγάνδα των εγχώριων αριστερών και «αντιεξουσιαστών» φιλοεμβολιαστών-φιλοτομαριστών που προσποιούνται κιόλας ότι ενδιαφέρονται για τα «εργατικά συμφέροντα», παριστάνοντας μάλιστα τους πολέμιους του «φιλελεύθερου ατομικισμού» σαν όψιμοι «κοινωνιστές» και αυτοαναγορευμένοι υπερασπιστές του «λαού και της κοινωνικής πλειοψηφίας» που διακηρύττουν από εδώ και από εκεί πως είναι, η εξαιρετική έρευνα της Nadja Durbach στα ιστορικά αρχεία αποδεικνύει και αναδεικνύει, εκτός των άλλων, ενδιαφέρουσες πτυχές μιας εργατικής πρακτικής και κουλτούρας αντίστασης για την οποία οι προαναφερόμενοι μάλλον έχουν επιλέξει να μην πάρουν μυρωδιά.
 
Όσον αφορά στην θέση της εργατικής τάξης μέσα στο κίνημα, αυτό, παρότι ήταν διαταξικό,
 
«βρήκε την ισχυρότερη στήριξη σε περιοχές και γειτονιές όπου η εργατική τάξη πλειοψηφούσε. Αν και το Λονδίνο δεν αποτελούσε το κέντρο των αντιεμβολιαστικών κινητοποιήσεων, οι εργατικές περιοχές του Ανατολικού και Νότιου Λονδίνου όπως το Hackney, το Shoreditch, το Bethnal Green, το Mile End και το Southwark ήταν η έδρα διαφόρων αντιεμβολιαστικών οργανώσεων. To σύμπλεγμα των βιομηχανικών πόλεων γύρω από το Manchester, το Sheffield και το Liverpool επίσης αποτέλεσε φυτώριο αντιεμβολιασμού, με πάνω από 35 αντιεμβολιαστικούς συλλόγους.

 

Αν και είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι ταξικές ταυτότητες είναι ρευστές και όχι παγιωμένες, πολλοί ήταν οι αντιεμβολιαστές που αυτοπροσδιορίζονταν ως μέλη της εργατικής τάξης. Εξέφραζαν μια κοινή εμπειρία παραβίασης και εξαναγκασμού του σώματος και κατ’ επανάληψη η δυσαρέσκειά τους αρθρωνόταν με την πολιτική γλώσσα του ταξικού ανταγωνισμού.
Μερικοί εργοδότες απαιτούσαν τον εμβολιασμό όλων των υπαλλήλων τους, απειλώντας τους ότι θα χάσουν τη δουλειά τους [τι πρωτότυπο! Κάπως έτσι έφτασε ο εμβολιασμός κατά του κορωνοιού εδώ και αλλού στο 75% ή στο 90% του πληθυσμού]… Η ανάμιξη των συνδικάτων στο ζήτημα επιβεβαιώνει το εύρος του προβλήματος και τις επιτυχίες της αλληλεγγύης [το αντίθετο δηλαδή από αυτό που γίνεται σήμερα].
Μερικοί αντιεμβολιαστές αυτοπροσδιορίζονταν ως σοσιαλιστές και ανήκαν στο Independent Labour Party. Το Λονδρέζικο τμήμα της Μαρξιστικής Διεθνούς Ένωσης Εργατών (Marxist International Working Men’s Association) επίσης στήριζε τον αγώνα και δημοσίευε αντιεμβολιαστικό υλικό στο έντυπό του, το International Ηerald.»
Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις, όπως ο Henry Hyndman, ηγέτης της Social Democratic Federation, κλασσικό παράδειγμα σοσιαλδημοκρατικής οργάνωσης που είχε αρχίσει να αναπτύσσει μια θετικιστική – εξελικτική – επιστημονικίστικη αντίληψη του εργατικού αγώνα:
«Δεν θέλω να γίνει το κίνημα μια αποθήκη εκκεντρικών, ανθρωπιστών, χορτοφάγων, αντιπάλων της ζωοτομίας και του εμβολιασμού, καλλιτεχνιζόντων κλπ.»
Απόψεις σαν αυτές του Hyndman, είναι πλέον γνωστό πως συνέβαλλαν στον κομφορμισμό, στη διαφθορά και συγκαταλέγονται στις αιτίες κατάρρευσης του ιστορικού εργατικού κινήματος που έσπευσε να κολυμπήσει στο ρεύμα μιας a priori καλοδεχούμενης προόδου, όπως θα καταγγείλει κάποια χρόνια αργότερα ο γνωστός για τις σκοταδιστικές και ανορθολογικές αντιλήψεις του W. Benjamin.
Απεναντίας, μέσα από την ιστορική αναδρομή που πραγματοποιείται στο βιβλίο αναπολήσαμε περιόδους όπου η εργατική τάξη δεν καθόταν με σταυρωμένα τα χέρια, είτε σε τεχνολογικές εξελίξεις που αναδιοργάνωναν την εργασιακή διαδικασία (για παράδειγμα, βλέπε την πάλη του εργάτη ενάντια στην μηχανή που περιγράφει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο) και έθιγαν τα προλεταριακά συμφέροντα, είτε σε (νεοεμφανιζόμενες) ιατρικές τεχνολογίες που επιβαλλόντουσαν από το κράτος για να πειθαρχήσουν και να διαφυλάξουν με τον ευνοϊκότερο για το κεφάλαιο τρόπο τη συντήρηση ενός παραγωγικού προλεταριακού, βιολογικού και κοινωνικού, σώματος (όπως ο εμβολιασμός που περιγράφεται στο βιβλίο που παρουσιάσαμε).
Θυμηθήκαμε, πως οι τότε «ανορθολογιστές» προλετάριοι/ες ήξεραν πολύ καλά, και το έκαναν πράξη, πως κάποιες ιατρικές πρακτικές και ο τρόπος εφαρμογής τους δεν είναι η λογική συνέπεια κάποιας «επιστημονικής/ιατρικής προόδου» αλλά πεδίο σύγκρουσης και αποτέλεσμα των συσχετισμών δύναμης.
Δυστυχώς, οι πρώην οπαδοί της καραντίνας και νυν οπαδοί του εμβολιασμού, αφού φρόντισαν να συμβάλλουν στο να μην υπάρξει σχεδόν καθόλου αντίσταση στη σύγχρονη απόπειρα αναδιοργάνωσης της εργασιακής διαδικασίας στον τομέα της εκπαίδευσης με την εισαγωγή της τηλεκπαίδευσης –και δεν θα μπορούσαν να έχουν κάνει διαφορετικά από την στιγμή που η θαλπωρή του μενουμεσπιτισμού τους το πολύ-πολύ να διακοπτόταν από το ανταγωνιστικό σπορ του μπαλκονοχειροκροτήματος– κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να συκοφαντήσουν ένα τμήμα του προλεταριάτου που έχει όλους τους λόγους του κόσμου να αντιδρά στην επιβολή μιας ιατρικής τεχνολογίας κομμένης και ραμμένης στις ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης, των αφεντικών και του κράτους τους.
Σε ένα επίσης ενδιαφέρον σημείο, στο οποίο αξίζει να σταθούμε γιατί έχει σημασία για την αποκάλυψη της απάτης που πουλάνε οι αυτόκλητοι σωτήρες της υγείας της «κοινωνικής βάσης», η συγγραφέας υποστηρίζει πως,
«οι παλιοί φιλελεύθεροι είχαν την πεποίθηση πως όσο το δυνατόν λιγότερο το κράτος παρεμβαίνει στην διαχείριση των ζητημάτων που προκύπτουν στην κοινότητα και αφορούν στις καθημερινές συνήθειες και συμπεριφορές των ανθρώπων, τόσο το καλύτερο για αυτό όσο και για τους πολίτες του»
ενώ παράλληλα, «η Mary Hume-Rothery (μία πολιτική περσόνα της εποχής που ανήκε σε αυτήν την τάση) επιτέθηκε στο “ψευδο-φιλελεύθερο κόμμα” που πλέον φαινόταν πως είχε εγκαταλείψει τις παραδοσιακές αρχές των ατομικών δικαιωμάτων, της προσωπικής ελευθερίας και του laissez-faire καπιταλισμού»
και αντί αυτού
«η νέα αξιωματική αρχή του φιλελεύθερου κόμματος προέβαλε το συλλογικό καλό και την ασφάλεια της κοινότητας μέσω της κρατικής παρέμβασης».
Μπορεί για αυτούς που θα ήθελαν να φέρουν το καπιταλιστικό κράτος προ των ευθυνών του και να το καταδικάσουν για «εγκληματική διαχείριση της πανδημίας» αυτά να είναι ψιλά γράμματα.
Για εμάς όμως είναι προφανές πως η αντίθεση μεταξύ του ατομικού δικαιώματος στην άρνηση επιβολής μιας ιατρικής πράξης και της συλλογικής ευθύνης της «προστασίας της κοινότητας και της δημόσιας υγείας» αναδύεται ιστορικά εντός της μίας και αυτής φιλελεύθερης πολιτικής παράδοσης και πρακτικής —ως διαμάχη στους κόλπους της φιλελεύθερης κομματικής φράξιας του κεφαλαίου μεταξύ των «παλιών-κλασσικών» φιλελεύθερων που υποστηρίζουν το πρώτο και των «νέων», υποστηρικτών του κρατικού παρεμβατισμού, που τάσσονται με τη διαφύλαξη της υγείας της κοινότητας (του κεφαλαίου).
Άρα, από προλεταριακή σκοπιά μιλώντας, πρόκειται για μια κατεξοχήν ψευδο-αντίθεση, σε αντίθεση με την πολύ υπαρκτή αντίθεση που βγάζει μάτι και έχει εξόχως βλαβερές συνέπειες για τα συμφέροντά μας, αυτήν της διαίρεσης του προλεταριάτου σε εμβολιασμένους-«κοινωνικά υπεύθυνους» και ανεμβολίαστες-«ατομίστριες».
Για τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε το εργατικό αντι-εμβολιαστικό κίνημα στην εδραίωση της έννοιας και των δικαιωμάτων των αντιρρησιών συνείδησης, την κατάργηση των Νόμων για τους Φτωχούς και την εισαγωγή 40 χρόνια αργότερα ενός συμπεριληπτικού Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS) θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία πιο αναλυτικά.
Δεύτερο μέρος

Αφού δείξαμε στο προηγούμενο ομότιτλο ποστ ότι το αντιεμβολιαστικό κίνημα στον δυτικό κόσμο από τον 18ο αιώνα και μετά ΔΕΝ «προέκυψε από ακροδεξιούς, εθνικοφυλετικούς, αντισημιτικούς και συνωμοσιολογικούς κύκλους», όπως ψευδώς ισχυρίζεται η φανατισμένη φιλοεμβολιαστική-φιλοτομαριστική-φιλοκρατική αριστερά και «αντιεξουσία», θα περάσουμε σήμερα σε μια σύντομη παρουσίαση της μετεξέλιξης των θετικιστικών-εξελικτικών-επιστημονικίστικων αντιλήψεων του Hyndman και της σοσιαλδημοκρατίας.

Όλα ξεκίνησαν από την επίσημη δήλωση του Ένγκελς στην κηδεία του Μαρξ: «Όπως ο Δαρβίνος ανακάλυψε τον νόμο της ανάπτυξης της οργανικής φύσης, έτσι και ο Μαρξ ανακάλυψε τον νόμο της ανάπτυξης της ανθρώπινης ιστορίας». Αυτή η κατάφωρη παραποίηση της θεωρίας του συντρόφου του έγινε ένα από τα πιο διάσημα μότο μέσα στην αριστερά του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου.

Ο «υλιστικός εξελικτισμός», η αντίληψη δηλαδή της νομοτελειακής «ανάπτυξης», της «εξέλιξης της ύλης», τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία, χρησιμοποιήθηκε αρχικά από δεξιούς σοσιαλδημοκράτες, όπως ο Hyndman και ο Bernstein, για να υποδηλωθεί η σταδιακή, μεταρρυθμιστική διαδικασία μετάβασης από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, και κατόπιν από αριστερούς σοσιαλδημοκράτες, όπως ο Λένιν, για να υποδηλωθεί η αλματώδης, ανατρεπτική «τομή» της «επαναστατικής» μετάβασης.

Αυτός ο δήθεν επιστημονικός εξελικτισμός συστηματοποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε το 1938 από τον Στάλιν στο έργο του Διαλεκτικός και Ιστορικός Υλισμός. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η «εξέλιξη» συνιστά την κεντρική, την πρώτη έννοια, από την οποία συνάγονται όλες οι άλλες έννοιες και προτάσεις της θεωρίας. Ως «εξέλιξη» νοείται το «νομοτελειακό» και «αναπόφευκτο» πέρασμα από το παλιό στο νέο, από το κατώτερο στο ανώτερο.

Όπως η επανάσταση, έτσι και η συνείδηση και η γνώση συλλαμβάνονται ως διαδικασίες συμφυείς με την «εξέλιξη» της «ύλης». Η εξέλιξη σε ανώτερες βαθμίδες, σε ανώτερα κοινωνικά καθεστώτα συντελείται και ως ανάπτυξη «ανώτερης γνώσης» (βλ. θετικιστική θεωρία της αντανάκλασης της κίνησης της ύλης στον νου). Η «κατάκτηση της επιστήμης», που δεν είναι παρά «γνώση των νόμων της εξέλιξης της κοινωνίας», καθιστά δυνατή τη χρησιμοποίηση των νόμων αυτών για «πρακτικές εφαρμογές» – τσιτάρουμε πάντα από το προαναφερθέν διαμάντι του Στάλιν. «Εφαρμογές» που αφορούν την πολιτικο-κοινωνική ανατροπή με φορέα το «προλεταριακό» Κόμμα. Το τελευταίο έχει την ικανότητα να συνοψίζει την ιστορική αλήθεια δια της «γνώσης» της νομοτέλειας της ιστορικής εξέλιξης (πχ ο Λένιν «ήξερε» το 1917 ότι η «αντικειμενική πορεία της ανάπτυξης» οδηγεί από τον κρατικο-μονοπωλιακό καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, αρκεί το Κόμμα να έθετε το κρατικο-καπιταλιστικό μονοπώλιο «στην υπηρεσία του λαού» – όπως και οι απόγονοί του σήμερα «ξέρουν» ότι «αναπόφευκτα», χάρη στην «επιστημονική εξέλιξη», «έχουμε αυτή τη στιγμή σχεδόν 10 ενεργά εμβόλια [κατά του κορωνοϊού] που εμφανίζουν αντίστοιχα καλά αποτελέσματα»).

Το Κόμμα έχει επίσης την ικανότητα, σύμφωνα με την ίδια πάντα θετικιστική-εξελικτική-επιστημονικίστικη αντίληψη, να δρα υπερβαίνοντας τις κοινωνικο-οικονομικές «καθυστερήσεις» (πχ παραδοσιακές «δεισιδαιμονίες» και «καθυστερημένες» αντιλήψεις και πρακτικές των εργατών και των αγροτών, όπως η αυτοδιάθεση του σώματος και της εργασιακής ικανότητας, ας πούμε), έτσι ώστε να «ανοίγει ο δρόμος στις πρωτοπόρες δυνάμεις της κοινωνίας». Όποιος δεν αναγνωρίζει αυτή την ενεργητική δυνατότητα του «προλεταριακού» Κόμματος, υποκύπτει κατά τον Λένιν, τον Στάλιν και τους μαθητές του σε «χυδαίο υλισμό», ατομικισμό, μικροαστισμό ή «χυδαίο οικονομισμό» (πχ μισθολογικές διεκδικήσεις και διεκδικήσεις ατομικών δικαιωμάτων, όπως η αντίρρηση συνείδησης των αντιεμβολιαστών και των αντιμιλιταριστών).

Σύμφωνα με τον «ιστορικό υλισμό» αυτής της αντίληψης, η ιστορία εκλαμβάνεται ως «εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων», οι οποίες ταυτίζονται με την «εξέλιξη» των εργαλείων και της ανθρώπινης μηχανής (εξού και ο θαυμασμός του Λένιν για την τεχνολογία, τον τεϊλορισμό, την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας υπό μια μονοπρόσωπη διεύθυνση και η, εκ μέρους του συνόλου του «εξελικτικού μαρξισμού», καταδίκη των κινημάτων που αντιτίθεντο στην παραγωγική και πειραματική χρήση των ζώων στα εργαστήρια ζωοτομίας ως «μικροαστικά»).

Η εξελικτική θεωρία των σταδίων δεν αναιρεί μόνο την ανάγνωση της ιστορίας ως ιστορίας της «πάλης των τάξεων»· ούτε συγκαλύπτει απλά την πολλαπλότητα των ιστορικών δυνατοτήτων που είναι εμμενείς στις κοινωνίες που υποτίθεται ότι μελετάει. Με το να τις εντάσσει εκβιαστικά σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία-πρότυπο, με το να μετατρέπει το Κράτος σε αποφασιστικό όργανο της κοινωνικής αλλαγής, με το να ταυτίζει μυστικιστικά την ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας με την κοινωνική επανάσταση της εργατικής τάξης και να διαιρεί την τελευταία τεχνητά σε δύο φάσεις, «αποσπά ταχυδακτυλουργικά από το σημερινό κίνημα την πραγματική χειραφέτηση της εργατικής τάξης και την απωθεί σ’ ένα άδηλο μέλλον» (Καρλ Κορς). Αν και πιο ακριβές θα ήταν να πούμε ότι την ακυρώνει και την καταστέλλει.

Σ’ αυτήν την πρώτη φάση της επανάστασης στη Ρωσία πριν από έναν αιώνα επανεμφανίστηκε ο υποχρεωτικός εμβολιασμός στην πιο βάρβαρη μορφή του. Σε διάταγμα που εκδόθηκε από το Συμβούλιο των Λαϊκών Κομισάριων της Ρώσικης Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας με την υπογραφή του προέδρου Λένιν και του Κομισάριου για την Υγεία Σεμάσκο στις 10/4/1919 και τίτλο «Σχετικά με τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για την ευλογιά» αναφέρεται ότι:

«Οι κάτωθι ομάδες υπόκεινται σε υποχρεωτικό εμβολιασμό:

α. Όλα τα νεογέννητα έως ενός έτους

β. Όλοι οι εισερχόμενοι στα εκπαιδευτικά ιδρύματα κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων των ασύλων και των οικοτροφείων

γ. Όλοι οι εισερχόμενοι στον στρατό ή το ναυτικό

δ. Οι εργάτες και οι υπάλληλοι σε όλα τα επαγγέλματα, τις υπηρεσίες και τα καταστήματα

ε. Όλοι οι εισερχόμενοι στις φυλακές ή άλλους χώρους κράτησης…

Όσοι αποφεύγουν τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για την ευλογιά ή δεν φροντίζουν για τον έγκαιρο εμβολιασμό των παιδιών τους ή των ανήλικων που έχουν υπό την κηδεμονία τους, καθώς και τα ιδρύματα που είναι υπεύθυνα για τον εμβολιασμό του πληθυσμού, υπόκεινται στο κατηγορητήριο των Λαϊκών Δικαστηρίων».

Σύμφωνα με τον σοβιετικό επιδημιολόγο O.V. Baroian ελάχιστα αρχεία κρατήθηκαν σχετικά με τις ακριβείς μεθόδους και το μέγεθος του υποχρεωτικού εμβολιασμού τις δεκαετίες του 1920 και 1930, άρα και για την έκταση της συμμόρφωσης και της αντίδρασης των εργατών και των αγροτών σ’ αυτήν. Η εξήγηση που δίνει ο ίδιος επιδημιολόγος το 1967 είναι ότι αυτό έγινε «για να μην χρησιμοποιηθούν αυτά τα δεδομένα ως καπιταλιστική προπαγάνδα». Παρά την έλλειψη στοιχείων, δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τι περίμενε τους «αρνητές του εμβολιασμού» στην «πατρίδα του σοσιαλισμού», αν σκεφτούμε τις δηλώσεις του Λένιν για τις χιλιάδες μορφές καταγραφής και ελέγχου των «παράσιτων» που πρότεινε να εφαρμοστούν ήδη από τον Δεκέμβρη του 1917:

«Σ’ ένα μέρος θα κλείσουν στη φυλακή καμιά δεκαριά πλούσιους, μια ντουζίνα κλέφτες, μισή ντουζίνα εργάτες που αποφεύγουν τη δουλειά (με τον ίδιο αλήτικο τρόπο, όπως πολλοί στοιχειοθέτες στην Πετρούπολη, ιδιαίτερα στα κομματικά τυπογραφεία). Αλλού θα τους βάλουν να καθαρίζουν τα αποχωρητήρια. Αλλού πάλι, αφού βγουν από το κρατητήριο, θα τους εφοδιάζουν με κίτρινες κάρτες για να τους παρακολουθεί όλος ο λαός, σαν βλαβερά στοιχεία, ώσπου να διορθωθούν. Αλλού θα τουφεκίσουν επιτόπου έναν από τους δέκα ενόχους για παρασιτισμό».

(Ας προσέξουν στις παραπάνω δηλώσεις τόσο οι αντιφασίστες αντιεμβολιαστές όσο και οι εμβολιολάτρες που σπεύδουν να στηλιτεύσουν τη σχετικοποίηση του ολοκαυτώματος ότι οι κίτρινες κάρτες, τα κίτρινα αστέρια, το κίτρινο σήμα στους ελέγχους πιστοποιητικών σήμερα δεν είναι έμπνευση και πρωτοτυπία του ναζισμού).

Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εισήχθη ο υποχρεωτικός εμβολιασμός στη Σοβιετική Ρωσία. Σε μια χώρα που βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο και το ΑΕΠ είχε μειωθεί κατά 60% σε σχέση με τα προπολεμικά δεδομένα, η νέα σοβιετική κυβέρνηση επέλεξε τα φτηνότερα μέσα βελτίωσης της υγείας του πληθυσμού: την προπαγάνδα της «ατομικής ευθύνης» (μέσω διαλέξεων, φυλλαδίων, εκθέσεων, εβδομαδιαίων εκστρατειών υγιεινής προφύλαξης, προσκοπικών διδαχών ενάντια στο κάπνισμα και το ποτό, με θεατρικά έργα όπως η κωμική «Δίκη του [9-14 ετών] Πιονέρου που καπνίζει» κλπ) και, από το 1919 και μετά, τα εμβόλια. Όπως γράφει η ιστορικός Tricia Starks:

«Από το 1920 και μετά, τα ελλείμματα στην αγροτική παραγωγή και τη βιομηχανία, σε συνδυασμό με την αντίσταση στη βίαιη επίταξη σιτηρών, είχε οδηγήσει στην εισαγωγή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ). Αυτή η πολιτική αντικατέστησε την επίταξη με έναν φόρο σε είδος για να ενθαρρύνει την αγροτική παραγωγή και επανεισήγαγε την μικρής κλίμακας καπιταλιστική βιομηχανία, ειδικά αυτήν του τομέα καταναλωτικών αγαθών. Στην περίπτωση του Κομισαριάτου για τη Δημόσια Υγεία, αυτή η πολιτική είχε ως επακόλουθο τη μεταφορά της χρηματοδότησης από την κεντρική κυβέρνηση στις τοπικές κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα το κλείσιμο [νοσοκομείων]. Το μεγαλύτερο μέρος της ιατρικής φροντίδας και των υποδομών συγκεντρώθηκε στις αστικές περιοχές και απευθυνόταν στους εργάτες [αυτών των περιοχών].»

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να γίνει κατανοητή η τότε εστίαση στα φτηνά μέσα της «ατομικής ευθύνης» και των εμβολίων. Φυσικά, η σοβιετική κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την ιατρική φροντίδα και το υγιές παραγωγικό σώμα ως κοινωνικό και πολιτικό κεφάλαιο, αλλά η διευρυμένη αναπαραγωγή του έπρεπε πρώτα να περάσει από φάσεις απαξίωσης κεφαλαίου και «σοσιαλιστικής» πρωταρχικής συσσώρευσης.

Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Όχι μόνο γιατί η περίοδος του «πολεμικού κομμουνισμού» και της ΝΕΠ θυμίζει όψεις της δεκάχρονης πολιτικής των μνημονίων σήμερα, αλλά και για έναν άλλο λόγο. Για να γίνει κατανοητό το θεωρητικό, πολιτικό και ιστορικό υπόβαθρο των πράξεων των νεοσταλινικών που επί δύο χρόνια τώρα (πέρα από τα «Λαέ το χώμα που πατάς, λευτέρωσε ο Άρης και το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ», «Ο λαός σώζει το λαό» και άλλες τέτοιες κνιτιές):

• στηρίζουν την υγειονομική κρατική διαχείριση τς πανδημίας (λοκντάουν, καραντίνες, κοινωνική αποστασιοποίηση, τηλεργασία, τηλεκπαίδευση, υποχρεωτικό, μαζικό και καθολικό εμβολιασμό, δηλαδή τα μέσα που χρησιμοποίησε το κράτος για να διαλύσει τις συλλογικές αντιστάσεις στη μείωση των μισθών και την υποβάθμιση των υπηρεσιών υγείας)

• προσκυνάνε την κυρίαρχη «επιστήμη» και τεχνολογία

• ξαναγράφουν την ιστορία εξαφανίζοντας τις αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες που στο πρώτο λοκντάουν και τους δύο πρώτους μήνες (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2020) του δεύτερου λοκντάουν έσπαγαν τις υγειονομικές ζώνες

• συκοφαντούν όσες αντιστέκονται ακόμα στην υγειονομική αστυνομία ως «ανορθολογικές», «ψεκασμένες» και «ακροδεξιές»

• επικροτούν τις αναστολές – απολύσεις των ανεμβολίαστων υγειονομικών, οι οποίες συμβάλουν στη διάλυση του ΕΣΥ, καθώς και τα πιστοποιητικά υγειονομικών – κοινωνικών φρονημάτων και καλούν σε συγκεντρώσεις εναντίον όσων αντιστέκονται (δηλαδή «ενάντια στην ανορθολογική άρνηση [sic] της πανδημίας που επικαλείται ένα ανύπαρκτο [sic again] ταξικό αντιεμβολιαστικό υποκείμενο») και υπέρ της γενίκευσης του εμβολιασμού, προωθώντας μια πιο δημοκρατική βιοπολιτική διαχείριση της πανδημίας

ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΒΙΟΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ

Πηγή: https://againstbiopowerandconfinement.noblogs.org/post/2022/02/02/historical-struggle/

Ο Νίτσε ως κριτικός της κοινωνίας του χρήματος και του κράτους

«Ο εκδικητικός τον λέει Νόμο,

κι ο τρελός Παιχνίδι,

Επιτακτικό , το Παιχνίδι του κόσμου,

Αναδύει το ον και την επίφαση»

Φ.ΝΙΤΣΕ

Ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο Φ.Νίτσε την αστική κοινωνία , την κοινωνία που θέτει ως αξιακή  προτεραιότητα το χρήμα , καθορίζεται από την ποιητικότητα της γραφής του  και την απουσία συστηματικότητας στην σκέψη του.

Αν αναμένουμε απ’ αυτόν τις εκτενείς αναλύσεις της αστικής κοινωνίας , που συνδυάζουν διαφορετικούς επιστημονικούς χώρους  (όπως οικονομία , δίκαιο , ιστορία ,φιλοσοφία και συχνά θεολογία ) , σαν αυτές που συναντούμε στα έργα του Μάρξ ή του Μ.Βέμπερ , θα απογοητευτούμε. Ο λόγος του Νίτσε , υπαινικτικός ή αποφθεγματικός , περισσότερο χρησιμεύει ως έναρξη παρά ως κλείσιμο συζητήσεων. Η κριτική του κατευθύνεται προς τις αξίες , αποθεμελιώνοντας τις αξιακές προυποθέσεις του πρώιμου καπιταλισμού , ιδιαίτερα δε την εγκόσμια ασκητική του δυτικού χριστιανισμού.

Όσο επικριτικός είναι ο Νίτσε προς την κοινωνία του χρήματος, τόσο επιθετικός είναι προς τον ισχυρότερό αντίπαλό της , τον σοσιαλισμό , δίνοντας έτσι την βάση στον Λούκατς και σε άλλους να τον θεωρήσουν ως «ξεμοναχιασμένο πρόδρομο του Χίτλερ » , «θεμελιωτή του ιρασιοναλισμού της ιμπεριαλιστικής περιόδου »  και ως «εχθρό του σοσιαλιστικού ανθρωπισμού».[1]Βεβαίως , σήμερα , οι περισσότεροι συμφωνούν ότι οι κατηγορίες αυτές  είναι αβάσιμες ή αποτελούν προϊόν διαστρέβλωσης των σκέψεων του Νίτσε , από την αντισημίτρια αδελφή του Ε.Φόρστερ- Νίτσε. Ήδη  ,από το 1941, ο  Δ.Γληνός  αποφαινόταν ότι στον λόγο του γερμανού φιλοσόφου καθρεφτίζονταν και προβάλλονταν δυναμικά «οι πόθοι και τα ιδανικά ενός νέου κόσμου που εξορμούσε  για την κατάχτηση της ζωής »[2], ενώ σε ένα άλλο σημείο αναρωτιέται «στάθηκεν ο  Νίτσε ένας νοσταλγός ή ένας προφήτης ; »[3]

Οι αντιρρήσεις του Νίτσε προς τον καπιταλισμό  είναι ουσιαστικά ίδιας ποιότητας με τις αντιρρήσεις του προς τον σοσιαλισμό. Ο δεύτερος αποτελεί την λογική προέκταση και όχι την αντίθεση στον πρώτο. Τα δύο κοινωνικά ρεύματα ευνοούν την ισοπέδωση του ανθρώπου  , την λεηλασία της φύσης στο όνομα της προόδου και την αποθέωση του κράτους. Κατά τα άλλα , η νιτσεϊκή  κριτική προς την παιδεία των κερδοσκόπων ,προς την μηχανική εργασία , προς τον ασφυκτικό έλεγχο του πολιτικού από το οικονομικό , προς το πολυεθνικό κεφάλαιο αλλά και προς τον εθνικισμό, τον αντισημιτισμό και τον γερμανικό σωβινισμό είναι ανάλογη με την μαρξιστική. Συμμετέχουν συνεπώς και  οι δύο σκέψεις στο μεγάλο ρεύμα κριτικής του καπιταλισμού και της αστικής κοινωνίας , το οποίο χρωματίζεται από την ποικιλία όσο και την έλλειψη ομοφωνίας και σύμπνοιας για το τι πρόκειται ή πρέπει να διαδεχθεί τον καπιταλισμό.

Ο Νίτσε στους «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς», και  κυρίως στο κεφάλαιο που αναφέρεται  στον «Σοπενάουερ  ως παιδαγωγό » ,  επιτίθεται στον  «εγωισμό των κερδοσκόπων» , που στοχεύουν σ’ έναν «καταχρασμένο και εκμισθωμένο πολιτισμό».Οι κερδοσκόποι και ο χρηματοκρατούμενος πολιτισμός υπάγουν  την παιδεία  , αποκλειστικά στην  υπηρεσία του κέρδους : «Γιατί υπάρχει ένα είδος καταχρασμένου και εκμισθωμένου πολιτισμού – ας κοιτάξουμε γύρω μας !Και ακριβώς οι εξουσίες , οι οποίες τώρα υποστηρίζουν , όσο πιο δραστήρια γίνεται τον πολιτισμό , έχουν υστερόβουλες σκέψεις , και δεν επικοινωνούν μαζί του με καθαρή αφιλόκερδη διάθεση .Εδώ βρίσκεται κατ’ αρχήν , ο εγωισμός των κερδοσκόπων , ο οποίος χρειάζεται τη συνδρομή του πολιτισμού , και , για να τον ευχαριστήσει γι’ αυτό , ανταποδίδει τη βοήθεια. Όμως , στο σημείο αυτό  , θέλει βέβαια να δώσει δείγματα γραφής , συνάμα για το σκοπό και το μέτρο .Απ’ αυτήν την πλευρά προέρχεται  εκείνη η δημοφιλής πρόταση και  το αλυσιδωτό συμπέρασμα , το οποίο έχει περίπου ως εξής : όσο το δυνατό περισσότερο γνώση και εκπαίδευση , συνεπώς όσο το δυνατό μεγαλύτερη ανάγκη , γι’ αυτό όσο το δυνατό μεγαλύτερο κέρδος  και ευτυχία – έτσι ηχεί ο απατηλός τύπος .Η μόρφωση θα προσδιοριζόταν απ’ τους οπαδούς της ως φρόνηση με την οποία , κάποιος , στις ανάγκες και την ικανοποίησή τους , θα γίνεται όλο και πιο επίκαιρος , αλλά και με την οποία , συγχρόνως , θα διαθέτει κάλλιστα όλα τα μέσα και τους δρόμους , για να κερδίσει , όσο το δυνατό πιο εύκολα , χρήματα. Το να εκπαιδεύουμε όσο το δυνατό περισσότερους τρέχοντες (courante) ανθρώπους , με την έννοια εκείνου , το οποίο ονομάζουν τρέχον σ΄ ένα νόμισμα .Αυτό επομένως θα ήταν ο σκοπός και σύμφωνα  μ’ αυτήν την άποψη , τόσο πιο ευτυχισμένος θα είναι ένας λαός , όσο περισσότερο διαθέτει τέτοιους τρέχοντες ανθρώπους ».[4]

Η  Παιδεία στην  υπηρεσία της παραγωγής και η παραγωγή στην υπηρεσία των κερδοσκόπων ( ή του κεφαλαίου κατά την μαρξιστική ορολογία ), αυτή είναι η κρυφή όψη της επέκτασης της παιδείας. Ο αστικός πολιτισμός  απαιτεί να ταυτίσουμε την ευφυΐα  με την ιδιοκτησία  και τον πλούτο με τον πολιτισμό , ώστε : «  κάθε μόρφωση , η οποία οδηγεί στη μοναχικότητα , η οποία θέτει σκοπούς πέρα από τα χρήματα  και το κέρδος , η οποία καταναλώνει πολύ χρόνο , γίνεται εδώ αντικείμενο μίσους .Φροντίζουν επιμελώς να κατηγορήσουν  τα  σοβαρότερα είδη της μόρφωσης ως «λεπτότερο εγωισμό» ,  ως «ανήθικο επικουρισμό της μόρφωσης». Βέβαια , σύμφωνα με την εδώ ισχύουσα ηθικότητα ,εκτιμάται ακριβώς το αντίθετο , δηλαδή μια ταχεία μόρφωση , για να μπορέσει να γίνει μία ύπαρξη  που να κερδίζει πάρα πολλά χρήματα. Τόσο μόνο θα επιτραπεί στον άνθρωπο πολιτισμός , όσο εμπίπτει στο ενδιαφέρον της γενικής κερδοσκοπίας και της παγκόσμιας επικοινωνίας , τόσα όμως θα απαιτήσει κι αυτός   »[5] .

Ο εγωισμός των κερδοσκόπων  εναρμονίζεται με τον εγωισμό του κράτους, «που επιθυμεί παρομοίως την όσο το δυνατό μεγαλύτερη εξάπλωση και γενίκευση του πολιτισμού , και έχει στα χέρια του το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του».[6] Χρήμα  και κράτος αποτελούν δύο στοιχεία που αλληλοτροφοδοτούνται  .Το κράτος δημιουργεί  το είδος της παιδείας «έτσι ώστε οι πνευματικές δυνάμεις να μπορέσουν να υπηρετήσουν τους υφιστάμενους θεσμούς»[7].

Κατά τον Νίτσε ο έλεγχος του πνεύματος από το κράτος , αποτελεί αιτία διαφθοράς του. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα είναι η διαφθορά του χριστιανισμού: «Ας φέρουμε μόνο στη μνήμη μας , τι προέκυψε βαθμιαία από τον Χριστιανισμό υπό τον εγωισμό του κράτους. Ο Χριστιανισμός είναι ασφαλώς ένα από τα πιο καθαρά φανερώματα εκείνης της τάσης προς τον πολιτισμό και , ακριβώς προς την πάντα ανανεούμενη  γέννηση του αγίου. Επειδή , αυτό, όμως , χρησιμοποιούταν εκατονταπλάσια , για να κινήσει τους μύλους των κρατικών εξουσιών , αρρώστησε βαθμιαία ως μέσα στην καρδιά , έγινε υποκριτικό και ψεύτικο και εκφυλίστηκε  ως την αντίφαση μαζί με τους αρχικούς σκοπούς του ».[8]

Ο Νίτσε έχει κατονομάσει στους «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς», τρείς αρνητικούς εγωισμούς : των εγωισμό των κερδοσκόπων , τον εγωισμό του κράτους καθώς και τον εγωισμό «όλων εκείνων , οι οποίοι έχουν λόγο να προσποιούνται και να κρύβονται πίσω από τη μορφή». Κοντά σε αυτούς θα προσθέσει και τον εγωισμό της επιστήμης και του λογίου .Η επιστήμη κατηγορείται  διότι «σχετίζεται με τη σοφία , όπως η αρετή με τον αγιασμό : είναι ψυχρή και πληκτική , δεν τρέφει καμιά αγάπη , και δεν ξέρει τίποτε απ’ το βαθύ συναίσθημα της ανεπάρκειας και της λαχτάρας .Είναι τόσο ωφέλιμη για τον εαυτό της , όσο είναι επιζήμια για τους υπηρέτες της στο βαθμό που μεταδίδει σ’ αυτούς το χαρακτήρα της και , έτσι , κοκαλιάζει τρόπο τινά την ανθρωπιά της  ».[9]Ο Νίτσε είναι αναγκασμένος να χαράξει  μια  γραμμή ανάμεσα στις αποδοτικές αλήθειες, που αφοσιώνονται οι πιο πολλοί  και στις μη αποδοτικές αλήθειες ,που επιλέγουν οι λίγοι. Αλλά μία δεύτερη διάκριση ,πιο σημαντική , είναι εκείνη ανάμεσα στον άνθρωπο της επιστήμης , τον λόγιο και από την άλλη τον ιδιοφυή .Οι δύο διαφορετικοί ιδεότυποι είναι σε διαρκή σύγκρουση , διότι οι  λόγιοι «θέλουν να σκοτώσουν , να διαλύσουν και κατανοήσουν τη Φύση»[10] ενώ οι ιδιοφυείς «θέλουν να ενισχύσουν τη Φύση με νέα ζωντανή Φύση»[11] .Σε κάθε εποχή αντιστοιχεί ο διαφορετικός ιδεότυπος : «Εποχές που ήταν απόλυτα ευτυχισμένες , δε χρειάζονταν και δεν ήξεραν το λόγιο .Εποχές ολοκληρωτικά άρρωστες και δύσθυμες , τον εκτιμούσαν ως τον ανώτερο και πιο αξιοσέβαστο άνθρωπο , και του έδιναν την πρώτη θέση ».[12]

Τελικά ο Νίτσε  συμπεραίνει : «Το κράτος προσφέρει τόσο μεγαλόφωνα την υπηρεσία  του , ώστε να καθιερώσει τον πολιτισμό .Τον υποστηρίζει , για να  στηρίξει τον εαυτό του , και δε συλλαμβάνει ένα σκοπό , που να βρίσκεται ψηλότερα από την ευημερία του και την ύπαρξή του .Αυτό που οι κερδοσκόποι θέλουν , όταν αδιάκοπα επιθυμούν την διδαχή  και την εκπαίδευση , είναι τελικά πάλι το κέρδος »[13]Το πλαίσιο αυτό δεν επιτρέπει να υπάρξουν ,τουλάχιστον για πολύ, ιδιοφυείς και αυθεντικές υπάρξεις .Έτσι γράφει , αν είχε γεννηθεί ο Σωκράτης στην εποχή μας «σε κάθε περίπτωση ,δε θα είχε φτάσει τα εβδομήντα χρόνια ».[14]  Είναι τόσο απαισιόδοξη η προοπτική του πολιτισμού  ώστε : «Η πίστη σε μια μεταφυσική σημασία του πολιτισμού στο τέλος δε θα ’ταν καθόλου τόσο τρομακτική : ίσως όμως να ήταν κάποια συμπεράσματα , τα οποία θα μπορούσαμε να αντλήσουμε απ’ αυτή για την αγωγή και την δημόσια εκπαίδευση ».[15]

Ενάντια στον «κοντόφθαλμο εγωισμό του κράτους , την επίπεδη σκέψη των κερδοσκόπων , την πληκτική ολιγάρκεια των  λογίων»[16] , θα προτείνει ως λύση τον «Σοπενάουερ  ως παιδαγωγό». Βεβαίως αυτός ο μεγάλος αντίπαλος του Χέγκελ , δεν θα είναι παρά μια προσωρινή διέξοδος για τον Νίτσε .Στα επόμενα κείμενα ο Σοπενάουερ, όπως και ο Βάγκνερ θα καταδικαστούν  ως μέρος μίας αρνητικής φιλοσοφίας .

Ρεαλιστική είναι η διάγνωση  που κάνει  για το είδος της φιλοσοφίας ,που ευνοεί το κράτος «Επειδή κάθε κράτος τους φοβάται και , πάντα , θα ευνοεί   μόνο τους φιλοσόφους τους οποίους δε φοβάται » [17] Η φιλοσοφία τίθεται στην υπηρεσία του κράτους  καθώς « το κράτος επιλέγει για λογαριασμό του τους φιλόσοφους υπηρέτες του , και μάλιστα τόσους , όσους χρειάζεται για τα ιδρύματά του »[18] Η αναγκαία προυπόθεση για να έχει η φιλοσοφία σοβαρότητα είναι να απαγκιστρωθεί από το κράτος και τον ακαδημαϊσμό «Όσο συνεχίζει να υφίσταται το κρατικά αναγνωρισμένο σινάφι των ψευτοστοχαστών , θα ματαιώνεται ή , τουλάχιστον , θα εμποδίζεται κάθε σημαντική επίδραση μιας αληθινής φιλοσοφίας , και μάλιστα , όχι από τίποτε άλλο , όσο από την κατάρα του γελοίου , την οποία έχουν προκαλέσει οι αντιπρόσωποι εκείνου του μεγάλου πράγματος και η οποία , όμως , έχει κτυπήσει το ίδιο το πράγμα .Γι’ αυτό , το θεωρώ μια απαίτηση του  πολιτισμού , να απαλλάξουμε τη Φιλοσοφία από κάθε κρατική και ακαδημαϊκή αναγνώριση , και , γενικά το κράτος και η Ακαδημία , να εγκαταλείψουν το άλυτο γι’ αυτά ζήτημα της διάκρισης ανάμεσα σε αληθινή και ψευδή φιλοσοφία  » .[19] Τελικά το πρόβλημα της σχέσης του κράτους με την φιλοσοφία αποσαφηνίζεται «το κράτος δεν ενδιαφέρεται ποτέ  για την αλήθεια , αλλά  πάντα , μόνο για τη χρήσιμη σ’ αυτό αλήθεια».[20]

Σε ένα κόσμο όπου  η «πορεία των ανθρωπίνων πραγμάτων καθορίζεται από βία , απάτη  και αδικία»[21]  ο Νίτσε βλέπει την ελπίδα στο γεγονός ότι δεν πεθαίνει ο τραγικός  λόγος  .Αντίθετα  «δεν υπάρχει καμιά πιο ευφραντική χαρά απ’ το να ξέρει κανείς αυτό που εμείς ξέρουμε , πώς η τραγική σκέψη γεννήθηκε και πάλι μέσα στον κόσμο».[22] Το τραγικό στοιχείο δεν επιτρέπει  στην σκέψη να εκτραπεί στην εσχατολογία  δηλαδή στην « πίστη ότι , κάποτε , η ανθρωπότητα θα βρει οριστικές ιδεώδεις διευθετήσεις»[23] Συγχρόνως θα απορρίψει τον εγελιανισμό , που είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της αρνητικής σχέσης της φιλοσοφίας και του κράτους .  Επισημαίνει ειρωνικά  ,ότι  αυτό που τελικά κατάφερε ο Χέγκελ είναι να κατανοήσει την εξέλιξη του παγκόσμιου γίγνεσθαι  ως ταύτιση με «την δική του βερολινέζικη ύπαρξη» [24].Ενώ στρέφεται κατά του ευρωκεντρισμού της εποχής του: «Άμετρα περήφανε Ευρωπαίε του δέκατου ενάτου αιώνα , παραληρείς !Η γνώση σου δεν ολοκληρώνει τη Φύση ,αλλά σκοτώνει μόνο τη δική σου » .[25]

Η άμετρη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του επιστημονικού λόγου  θα είναι τελικά για την σκέψη τόσο επιζήμια «όσο είναι η οικονομική θεωρία του laisser faire για τα ήθη ολόκληρων λαών» .[26]

Ο Νίτσε θεωρεί ότι  ο μοναχικός φιλόσοφος είναι ο κύριος εχθρός της κοινωνίας του χρήματος και του ισχυρού κράτους. Είναι η ύπαρξη που  έχοντας γαλβανίσει  ένα εσωτερικό εγώ, μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε επιθετική πραγματικότητα: «Όπου υπήρξαν ισχυρές κοινωνίες , κυβερνήσεις , θρησκείες , κοινές γνώμες ,εν ολίγοις όπου υπήρχε μια τυραννία , εκεί αυτή μίσησε το μονήρη φιλόσοφο .Γιατί η φιλοσοφία εγκαινιάζει για τον άνθρωπο ένα άσυλο , όπου δεν μπορεί να εισβάλλει καμιά τυραννία , τη σπηλιά του εσώτερου , το λαβύρινθο του στήθους  και αυτό δυσαρεστεί τους τυράννους : όμως εκεί ,επίσης , παραμονεύει ο μεγαλύτερος κίνδυνος των μοναχικών. Αυτοί οι άνθρωποι , οι οποίοι έχουν φυγαδεύσει την ελευθερία τους στο εσώτερο , πρέπει επίσης να ζήσουν εξωτερικά , να γίνουν ορατοί , να εκτεθούν στη θέα των άλλων .Έχουν αναρίθμητες  επαφές μέσω καταγωγής , κατοικίας ,εκπαίδευσης , πατρίδας , σύμπτωσης , φορτικότητας των άλλων».[27]

Διαρκώς επανέρχεται σε έναν  σφοδρό αντικρατισμό, που  είναι συγχρόνως και αντιεγελιανισμός , ως φιλοσοφίας που εκπροσωπεί και δικαιώνει το πρωσικό , κατ’ αρχάς, κράτος : «Εδώ όμως , ζούμε τις συνέπειες εκείνης της διδασκαλίας , που πρόσφατα διακηρύχθηκε απ’ όλες τις στέγες , ότι,  δηλαδή , το κράτος είναι ο υψηλότερος σκοπός της ανθρωπότητας , και ότι , για έναν άνθρωπο , δεν υπάρχει κανένα υψηλότερο καθήκον , απ’ το να υπηρετεί το κράτος : στο οποίο , εγώ , δεν αναγνωρίζω μια υποτροπή στην ειδωλολατρία , αλλά στη βλακεία . Μπορεί να ισχύει , ότι ένας τέτοιος άνθρωπος , που βλέπει το ύψιστο καθήκον του στην υπηρεσία στο κράτος , δε γνωρίζει , επίσης , πραγματικά κανένα υψηλότερο καθήκον .Όμως , εξ αιτίας του , υπάρχουν άνθρωποι  και καθήκοντα  και πέρα απ’ αυτό. Και ένα απ’ αυτά τα καθήκοντα , το οποίο , για μένα τουλάχιστον , βρίσκεται ψηλότερα από την υπηρεσία στο κράτος , απαιτεί την καταστροφή της βλακείας σε κάθε μορφή , επομένως και της βλακείας αυτής    »  [28]

Η κοινωνία του χρήματος ταυτίζεται με την βαρβαρότητα .Η επιστήμη έχοντας γίνει ενεργό στοιχείο της χρηματοκρατίας πολλαπλασιάζει το πρόβλημα .Η κριτική του Νίτσε δεν περιορίζεται στον χώρο της οικονομίας ή των παραγωγικών σχέσεων – κατά το μαρξιστικό παράδειγμα , αλλά διευρύνεται στο χώρο των αξιών και συνολικά στο χώρο που δημιουργούνται οι «αξίες»:  «Οι επιστήμες , λειτουργώντας  δίχως το οποιοδήποτε μέτρο και με το πιο τυφλό  laisser  faire,  κατακομματιάζουν και διαλύουν κάθε στερεή πεποίθηση .Οι διαμορφωμένες θέσεις και τάξεις , θα παρασυρθούν από μια μεγαλόπρεπα περιφρονητική οικονομία του χρήματος. Ουδέποτε ο κόσμος ήταν περισσότερο κόσμος , ποτέ φτωχότερος σε αγάπη και καλοσύνη … όλα υπηρετούν την επερχόμενη βαρβαρότητα , συμπεριλαμβανομένης της σύγχρονης τέχνης και επιστήμης  »[29]

Επίσης θα αναρωτηθεί :« πώς δίνουμε την καρδιά μας , βιαστικά , χάρισμα στο κράτος , στην κερδοσκοπία , στην κοινωνικότητα ή στην επιστήμη , μόνο για να μην την κατέχουμε πια , πως αφοσιωνόμαστε  στην ίδια τη βαριά ημερήσια εργασία με περισσότερο πάθος και αναισθησία , σα να ήταν απαραίτητο για να ζήσουμε  »[30] Η απάντησή  του  είναι «Η βιασύνη είναι καθολική , γιατί καθένας φεύγει μπρος στον εαυτό του .Καθολική , επίσης , η έντρομη απόκρυψη αυτής της βιασύνης , γιατί θέλουμε να δείχνουμε ικανοποιημένοι , και να ξεγελούμε τους οξυδερκέστερους παρατηρητές σχετικά  με την αθλιότητά μας ».[31]

Στην εποχή που έγραψε ο Νίτσε  το «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς»  την απάντηση στην κοινωνία του χρήματος την βλέπει  σε μια ισχυρή κοινότητα , που δεν θα συγκροτηθεί μέσω εξωτερικών τύπων   αλλά « κυρίως με μια ιδρυτική ιδέα  ».Έτσι γράφει « η ιδέα αυτή , είναι η ιδρυτική ιδέα του πολιτισμού , στο βαθμό που αυτός ένα μόνο καθήκον ξέρει να αναθέτει στο καθένα από μας : να υποστηρίξουμε , μέσα μας  και έξω από μας , τη γέννηση του φιλοσόφου , του καλλιτέχνη  και του αγίου , και , με τον τρόπο  αυτό , να εργαστούμε για την τελείωση της Φύσης .Γιατί  , όσο το’ χει ανάγκη η φύση του φιλοσόφου , τόσο το χρειάζεται κι αυτή του  καλλιτέχνη , να τείνει

 σ ’ένα μεταφυσικό σκοπό , δηλαδή στην ίδια της τη διαφώτιση  σχετικά με τον εαυτό της , προκειμένου τελικά , κάποτε , να έχει απέναντι της ως καθαρό και τέλειο σχήμα αυτό που , στην ταραχή του γίγνεσθαί της , δεν καταφέρνει να δει με σαφήνεια – τείνει , επομένως , στην αυτογνωσία της ».[32]

Τελικά ο Νίτσε  θα βρει στην αγάπη ,την πιο σημαντική  και πιο απαραίτητη προυπόθεση για την αυτογνωσία και για τον προσδιορισμό μίας ανώτερης αξίας , στην οποία να τείνουμε  . Χάρις αυτή θα  καταφέρουμε  να αφοσιωθούμε  με όλο μας το είναι στην Φύση: «επειδή μόνο με την αγάπη αποκτά η ψυχή  όχι μόνο το καθαρό , διαλυτικό και περιφρονητικό για τον εαυτό της βλέμμα , αλλά και εκείνη την επιθυμία να δει πέρα από την ίδια και να ψάξει μ’ όλες της τις δυνάμεις για έναν κρυμμένο ακόμα  κάπου , ανώτερο εαυτό .Επομένως μόνο αυτός , ο οποίος αφιέρωσε την καρδιά του σε κάποιο μεγάλο άνθρωπο , δέχεται το πρώτο βάπτισμα του πολιτισμού ».[33]

Παρόμοιες σκέψεις για την σκοπιμότητα και τη σύσταση  της παιδείας , καθώς επεκτείνεται  σε  μεγαλύτερα πλήθη , περιέχονται  στα «Μαθήματα για την Παιδεία»[34] ,  ένα έργο που χρονολογικά προηγείται των «Ανεπίκαιρων Στοχασμών». Βασική θέση του , είναι ότι η Παιδεία καθώς επεκτείνεται ,γίνεται συγχρόνως θεραπαινίδα του χρήματος  και των κερδοσκόπων  και αδιαφορεί για την ουσιαστική πνευματική καλλιέργεια .Εξαντλεί  το μορφωτικό της ιδεώδες σε μια ταχύρυθμη  , χρησιμοθηρική εκπαίδευση  , στην υπηρεσία του χρήματος  και του κράτους. Όπως γράφει :  «Δύο φαινομενικά αντίθετα ρεύματα με εξίσου ολέθριες συνέπειες , δύο ρεύματα  που τα αποτελέσματά τους τελικά συγχωνεύονται , κυριαρχούν σήμερα στα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα : Από τη μια η τάση για όσο το δυνατό μεγαλύτερη επέκταση και διάδοση της παιδείας κι από την άλλη η τάση για τον περιορισμό και την αποδυνάμωσή της. Η παιδεία , για διαφορετικούς λόγους , πρέπει να φτάσει σε όσο το δυνατό ευρύτερους κύκλους – αυτό επιδιώκει η μία τάση .Η άλλη προβάλλει την  αξίωση να εγκαταλείψει η παιδεία τις πιο ψηλές , τις πιο ευγενικές και ανώτερες απαιτήσεις  και να αρκεστεί να υπηρετήσει κάποιο  άλλο σχήμα , ας πούμε το κράτος .Πιστεύω ότι έχετε προσέξει από ποια πλευρά ακούγεται πιο απροσχημάτιστα η κραυγή για όσο το δυνατό μεγαλύτερη επέκταση και διάδοση της παιδείας .Η επέκταση αυτή είναι ένα από τα πιο προσφιλή εθνικοοικονομικά δόγματα της εποχής .Όσο το δυνατό περισσότερη γνώση και μόρφωση .Άρα όσο το δυνατό περισσότερη παραγωγή  και όσο το δυνατό περισσότερο ανάγκες .Άρα όσο το δυνατό περισσότερη ευτυχία – κάπως έτσι είναι η συνταγή. Ως στόχο και  σκοπό της παιδείας έχουμε εδώ τη χρησιμότητα  ή , ακόμη πιο συγκεκριμένα , την υλική απολαβή , το όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρηματικό κέρδος .Με αυτό το πρίσμα η παιδεία θα μπορούσε περίπου να οριστεί ως η γνώση για το πώς θα κρατηθεί  κανείς στο «ύψος της εποχής του» , η γνώση των μεθόδων , με τις οποίες αποκτά κανείς όσο το δυνατό πιο άκοπα το χρήμα , η κατοχή όλων των τρόπων , με τους οποίους συντελείται η επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους  και τους λαούς. Η κατεξοχήν επομένως αποστολή της παιδείας θα ήταν να φτιάξει ανθρώπους με όσο το δυνατό μεγαλύτερη «πέραση» – ακριβώς όπως λέμε για ένα νόμισμα ότι «έχει πέραση   ».[35]

Ο Νίτσε ισχυρίζεται λοιπόν ότι η γενίκευση της Παιδείας  αποτυγχάνει να βελτιώσει τον πολιτισμό , ακριβώς  διότι στην διαδικασία της επέκτασης  της αποβάλλει τα ουσιώδη θετικά χαρακτηριστικά , για να υπηρετήσει την τρισυπόστατη θεότητα : το χρήμα , την χρησιμότητα , το κράτος . Το παιδευτικό ιδανικό θα έπρεπε να αποτελεί αυτοσκοπό . Ο μοναχικός φιλόσοφος , αυτός που δεν ταυτίζει την ευφυΐα με την περιουσία θα ‘πρεπε να μπορεί να γονιμοποιήσει τον πολιτισμό :  «  Ο « συνδυασμός  ευφυΐας και  περιουσίας» , που προβάλλεται από την πλευρά των κοσμοθεωριών  αυτών , θεωρείται πια κυριολεκτικά ηθική επιταγή .Κάθε παιδεία που οδηγεί στη μοναξιά , που βάζει στόχους πέρα από το χρήμα και την απολαβή , που απαιτεί πολύ χρόνο , προκαλεί τώρα την απέχθεια .Έχει γίνει πια συνήθεια κάθε τάση για μια τέτοια παιδεία να την απορρίπτουν ως «εγωισμό  ανώτερου βαθμού» ως  « ανήθικο μορφωτικό επικουρισμό». Γιατί βέβαια , σύμφωνα με τις ηθικές αρχές που ισχύουν εδώ , αυτό που απαιτείται είναι κάτι εντελώς αντίθετο : μια ταχύρυθμη μόρφωση , ώστε να μπορεί κανείς γρήγορα να κερδίσει πάρα πολλά χρήματα , κι ακόμη , μια γερή μόρφωση. Στον άνθρωπο γενικά  αναγνωρίζεται το δικαίωμα για τόση μόνο μόρφωση , όση είναι απαραίτητη προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα υλικά συμφέροντά του . Δεν του ζητούν τίποτα περισσότερο. »  [36]

Ο Νίτσε καταλήγει  πως η επέκταση της Παιδείας – ίσως με τον τρόπο που γίνεται ;-  συνιστά «αποβαρβάρωση» . Δεν θεραπεύει ούτε την θρησκευτική δεισιδαιμονία , ούτε απελευθερώνει τον άνθρωπο. Το κράτος  έχει την δυνατότητα να τιθασεύσει  το μορφωτικό ιδεώδες , ώστε να υπηρετεί τους δικούς του στόχους. Όμως όσο αναγκαία είναι  η παιδεία – τόσο  αυτή που συνηθίζεται να ονομάζεται «κλασσική» ή «ανθρωπιστική» όσο και αυτή χαρακτηρίζεται περισσότερο «πρακτική »-  είναι βέβαιο ότι αυτή τελικά θα υπηρετεί  τους στόχους που επιλέγει μια κοινωνία και ένα κράτος . Δεν μπορούμε συνεπώς να φανταστούμε ότι η « σύγχρονη μαζική δημοκρατία» ,θα ευνοούσε μια άλλη παιδεία από αυτή που της είναι χρήσιμη  δηλαδή αυτή που δημιουργεί ευέλικτους εργάτες και ευπροσάρμοστους καταναλωτές . Έτσι λοιπόν ο Νίτσε γράφει : «Όπου λοιπόν ακούω τις πολεμικές ιαχές της μάζας για πλατύτερη μόρφωση του λαού , συνήθως προσπαθώ να διακρίνω αν η ιαχή αυτή ξεκινά από μια πληθωρική τάση για απόκτηση και κατοχή υλικών αγαθών ή αν οφείλεται σε κάποια παλαιότερη θρησκευτική καταπίεση  ή , τέλος , στην έξυπνη αυτοπεποίθηση ενός κράτους»[37]

Όπως και ο Μάρξ , ο Νίτσε θα δει στην εξειδίκευση έναν θανάσιμο αντίπαλο της Παιδείας  όσο και του Πολιτισμού. «Έτσι ένας εξειδικευμένος επιστήμονας που ασχολείται αποκλειστικά με έναν τομέα δεν διαφέρει από τον εργάτη της βιομηχανίας που σ’ όλη  τη ζωή του δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να στρίβει μια ορισμένη βίδα ή να κάνει κάποιο χειρισμό σε κάποιο εργαλείο ή σε κάποια μηχανή , όπου ασφαλώς αποκτά τελικά μια απίστευτη επιδεξιότητα…. Επί αιώνες ολόκληρους θεωρούσαν αυτονόητο ότι μορφωμένος είναι ο σοφός επιστήμονας και μόνον αυτός. Οι εμπειρίες της εποχής μας δύσκολα θα μας οδηγούσαν σε μια τόσο απλοϊκή εξομοίωση. Γιατί τώρα η εκμετάλλευση ενός ανθρώπου για χάρη της επιστήμης αποτελεί προυπόθεση που γίνεται παντού αποδεκτή χωρίς ενδοιασμούς .Ποιος αναρωτιέται  πια τι αξία μπορεί να έχει μια επιστήμη που καταβροχθίζει σαν λάμια τα δημιουργήματα της ;Σήμερα ο καταμερισμός της εργασίας στην επιστήμη τείνει ουσιαστικά στον ίδιο στόχο που συνειδητά κατά καιρούς επιδιώκουν οι θρησκείες : στην αποδυνάμωση της παιδείας , στον αφανισμό της  ».[38]

Ο Νίτσε θα έβλεπε ως φάρμακο σε αυτή την θλιβερή κατάσταση , την μαθητεία στον τραγικό κόσμο  του αρχαίου στοχασμού  , «στον ατέλειωτο μακρινό και δυσπρόσιτο κόσμο της Ελλάδας , στην αυθεντική πατρίδα της παιδείας  ».[39] Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και ούτε η μελέτη για παράδειγμα του Σοφοκλή ή του Ηράκλειτου μπορούν να δώσουν αυτόματα ένα διέξοδο από την κυριαρχούσα ευτέλεια .Αυτό συμβαίνει ,διότι η ανοησία παραμονεύει   καθώς «  αφού ο μαθητής αυτός την άλλη ώρα θα πιάσει στα χέρια του μια εφημερίδα ή ένα σύγχρονο ρομάντζο ή έστω κάποιο από τα « μορφωτικά »  βιβλία που ήδη στο ύφος τους έχει αποτυπωθεί το αηδιαστικό έμβλημα της σύγχρονης παιδευτικής βαρβαρότητας ».[40]

Ο Νίτσε καταλήγει σε ορισμένα πρώτα συμπεράσματα :

– όπως   ακριβώς  στην ασκητική η υπακοή είναι το πρώτο στάδιο για την θέαση της αλήθειας  , παρόμοια και η παιδεία προϋποθέτει  την αυτοπειθαρχία , την μαθητεία ,  την υπακοή δίπλα  στον στοχαστή .Αντίθετα θεωρεί την κολακεία του νέου ως «ένα δείγμα εκβαρβάρωσης».

– η διεύρυνση της παιδείας , που συνοδεύεται από την εξειδίκευση ή την φλύαρη πολυμάθεια ,την εκτρέπει από τον προορισμό της  και την μεταβάλει σε ένα μέσο βιοπορισμού ή αποκόμισης κέρδους . Βεβαίως σήμερα μπορούμε να ισχυριστούμε , ότι όσο κι αν ο Νίτσε  τον περιφρονεί ,  ένας τέτοιος στόχος δεν είναι διόλου ασήμαντος. Όμως η παιδεία  δεν μπορεί να χάνει την σημασία  της , ούτε  την αυταξία  της .Μόνο έτσι θα μπορεί να διαμορφώνει  ελεύθερα πρόσωπα.

Ο Νίτσε αντιπαραθέτει την Παιδεία , στην πολυμάθεια : «το γυμνάσιο – λίγο μετά το ιστορικό ξεκίνημά του – έπαψε να προσφέρει παιδεία και προσφέρει μόνο πολυμάθεια , και ακόμη ότι τώρα τελευταία παίρνει μια κατεύθυνση όχι καν πια προς την πολυμάθεια αλλά προς τον δημοσιογραφισμό ».[41] Ως έργο  του δασκάλου  καθορίζεται «το να καταλαβαίνει κανείς να μεταχειρίζεται το ζωντανό ως κάτι ζωντανό».[42]Η αρχαία ελληνική σκέψη  και γλώσσα υμνείται πολλαπλά και θεωρείται ως αναγκαίο στάδιο για την έξοδο από την βαρβαρότητα , και «ως  επιθετικότητα η οποία εκφράζεται με ακατάπαυτη πάλη κατά του σύγχρονου κίβδηλου πολιτισμού»[43]  .Η βαθιά γνώση της  ορίζεται , ως στόχος του γερμανικού πνεύματος.

Η σκέψη του Νίτσε θα λάβει στοιχεία ελιτισμού – αριστοκρατικότητας , καθώς ορίζεται ως στόχος της Παιδείας , όχι  «η μόρφωση της μάζας », αλλά «η μόρφωση των διαλεχτών ατόμων , αυτών που έχουν την αρματωσιά για έργα μεγάλα , προορισμένα να διαρκέσουν. Τώρα πια ξέρουμε ότι οι κατοπινές γενιές κρίνουν ακριβοδίκαια το μορφωτικό επίπεδο ενός λαού με αποκλειστικό κριτήριο τους Μεγάλους ,εκείνες τις ηρωικές μορφές που προχωρούν μοναχικά  »[44]Παρόλα αυτά θεωρεί εύλογο   και αναγκαίο ο λαός να λαμβάνει την καθολική και υποχρεωτική εκπαίδευση[45] .Όμως ως Παιδεία , που έχει μεταφυσική προέλευση και πατρίδα,  στην πιο στοχαστική και πιο βαθιά μορφή  μπορεί να κατακτήσουν  αυτοί  που ονομάζει «Διαλεχτούς »[46]  , «Αλλά ήδη το γεγονός ότι προβάλλει , ότι βγαίνει από τα σπλάχνα ενός λαού , ότι συνάμα είναι η αντανάκλαση , η ολοκληρωμένη πολύχρωμη εικόνα των ιδιαίτερων  δυνάμεων του λαού αυτού , το γεγονός ότι με την ουσία της ύπαρξης του και το αιώνιο έργό του μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε ένα ομοίωμα του λαϊκού πεπρωμένου στην πιο υψηλή έκφρασή του , ότι ενώνει έτσι το λαό του με το Αιώνιο και τον λυτρώνει από τα δεσμά της χρονικότητας – όλα αυτά τα κατορθώνει   το διαλεχτό άτομο μόνο εφόσον ωριμάσει και μεστώσει στη μητρική αγκαλιά της λαϊκής παιδείας  »[47] Κατά αυτόν τον τρόπο ο ελιτισμός αποθεώνεται , αλλά συγχρόνως υπερβαίνεται .

Ο Νίτσε  επανέρχεται στις επιθέσεις στο Κράτος , που όμως  τις συνδυάζει με  την επίθεση  στην σκέψη που κατεξοχήν το δικαιώνει , στην φιλοσοφία  που χαρακτηρίζει το κράτος , ως τον «απόλυτα ολοκληρωμένον ηθικό οργανισμό » , δηλαδή  την «εγελιανή φιλοσοφία»: «Πρόκειται για ένα καινούργιο και εν  πάση περιπτώσει πρωτογενές φαινόμενο :Το κράτος να εμφανίζεται ως μυσταγωγός του πολιτισμού. Και ενώ ουσιαστικά εξυπηρετεί τους δικούς του σκοπούς , πειθαναγκάζει τους υπηρέτες του να παρουσιάζονται μπροστά του κρατώντας μόνο  το δαυλό της γενικής κρατικής παιδείας , που στο άστατο φεγγοβόλημά του οι υπηρέτες αυτοί θα ανακαλύψουν το ίδιο το κράτος σαν τον ύψιστο στόχο ,σαν το έπαθλο κάθε προσπάθειας τους για παιδεία .Ειδικά αυτό το φαινόμενο, θα έπρεπε να τους κάνει να μείνουν άναυδοι , θα έπρεπε να τους θυμίσει λ.χ. την ανάλογη τάση που εκδηλώθηκε στο χώρο της φιλοσοφίας και , όπως σιγά σιγά  έγινε αντιληπτό , αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση του ίδιου του κράτους .Εννοούμε την εγελιανή φιλοσοφία. Και δεν είναι ίσως υπερβολή , αν υποστηρίξουμε υποτάσσοντας η Πρωσσία  όλες τις μορφωτικές προσπάθειες στους δικούς της στόχους πέτυχε να προσοικειωθεί εκείνο το κομμάτι της εγελειανής φιλοσοφίας που επιδέχεται πρακτική αξιοποίηση .Έτσι λοιπόν η αποθέωση του κράτους, η εγελειανή φιλοσοφία κορυφώνεται σ’ αυτήν ακριβώς την καθυπόταξη  »  [48]

Αντίθετα με το νεωτερικό κράτος , το αρχαιοελληνικό  « δεν ήταν φρουρός , ρυθμιστής , επιτηρητής  του πολιτισμού του , αλλά ο ψυχωμένος , ο μπρατσωμένος σύντροφος και συναγωνιστής που βγαίνει με τα άρματα στη μάχη για να ανοίξει μέσα από την κακοτράχαλη πραγματικότητα το δρόμο στον Διαλεχτό , τον ευγενικό , τον ουράνιο φίλο του , και που για τούτο δρέπει ύστερα το θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη του  ».[49]

Ο Νίτσε τελικά μας δίνει μια εικόνα της παιδευτικής διαδικασίας στην ιδανική της μορφή : «Αν θέλετε να βάλετε κάποιον νέο στο σωστό μονοπάτι της παιδείας , προσέξτε να μη του ταράξετε την απλοϊκή , τη γεμάτη εμπιστοσύνη και ταυτόχρονα προσωπική , άμεση σχέση του με τη φύση. Σ’ αυτόν το νέο πρέπει το δάσος και ο βράχος , η θύελλα , το αρπαχτικό  πουλί , το κάθε λουλούδι , η πεταλούδα , το λιβάδι , η βουνοπλαγιά να του μιλάνε στη γλώσσα τους .Πρέπει να ξαναβλέπει σ’ αυτά τον ίδιο τον εαυτό του σαν σε αναρίθμητους κατοπτρισμούς και αντιφεγγίσματα , σε μια δίνη από ρευστές εκφάνσεις. Έτσι , στη μεγάλη αλληγορία της φύσης θα διαισθανθεί , ασύνειδα , τη μεταφυσική ενότητα όλων των όντων και ταυτόχρονα θα «ακουμπήσει» κι ο ίδιος στην ακατάλυτη συνέχεια και στην αναγκαιότητά τους. Πόσοι όμως  νέοι άνθρωποι μπόρεσαν κι ανδρώθηκαν έχοντας τόσο άμεση , σχεδόν προσωπική σχέση με τη φύση ; Οι υπόλοιποι υποχρεώνονται πολύ νωρίς να μάθουν μια άλλη αλήθεια : πώς να υποδουλώνουν τη φύση .  Εδώ είναι που  εκείνη η απλοϊκή μεταφυσική  χάνεται εντελώς  ».[50]

Η ανάδυση και η κυριαρχία της αστικής κοινωνίας αναγκαία συμπορεύτηκε με ένα κράτος , που την προστάτευε και την αναπαρήγαγε και που σε ορισμένες περιπτώσεις βρήκε στην εγελιανή φιλοσοφία ένα σπουδαίο απολογητή , ενώ αντιμετώπισε την φύση ως αντικείμενο έρευνας και στην συνέχεια εκμετάλλευσης και αποκόμισης κερδών. Σ’ αυτήν της , την δραστηριότητα , δικαιώθηκε από τις διάφορες ιδεολογίες της «προόδου» .Ανάμεσα σε αυτές υπήρξε ο μαρξισμός , που σε αυτό , όπως και σε άλλα σημεία ακολούθησε κατά πόδας την αστική ιδεολογία.

Στο «Ανθρώπινο πολύ Ανθρώπινο»[51] , ο Νίτσε , υποστηρίζει ότι ο πλούτος δίχως πνεύμα είναι δημόσιος κίνδυνος .Η ανόητη χρήση του προκαλεί την μήνιν και την οργή των μη εχόντων : « Μόνο εκείνος που έχει πνεύμα , θα έπρεπε να κατέχει αγαθά .Διαφορετικά η περιουσία είναι ένας δημόσιος κίνδυνος .Γιατί ,αυτός που την κατέχει , όταν δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει τις ευκαιρίες που του δίνει η τύχη , θα συνεχίζει πάντα , να θέλει να αποκτά αγαθά : αυτή η επιθυμία θα είναι η ψυχαγωγία του , το πολεμικό του τέχνασμα ενάντια στον εχθρό. Είναι έτσι που η  μετριοπαθής άνεση  η οποία θα ήταν αρκετή για τη ζωή του πνεύματος , μεταμορφώνεται σε αληθινό πλούτο , απατηλό αποτέλεσμα της ανεξαρτησίας και της πνευματικής  φτώχιας .Ωστόσο , ο πλούτος εμφανίζεται τελείως διαφορετικά από αυτό που θα μπορούσε να περιμένει η άθλια προέλευσή του , επειδή μπορεί  να πάρει τη μάσκα του πολιτισμού και της τέχνης :μπορεί να αγοράσει αυτή τη μάσκα .Με αυτό , προκαλεί τη ζήλια των πιο φτωχών και των αγράμματων που ζηλεύουν , γενικά , πάντα , τη μόρφωση και που δεν βλέπουν παρά αυτό που δεν είναι παρά μια μάσκα – και ετοιμάζεται , έτσι , λίγο – λίγο ,μια κοινωνική αναταραχή : γιατί η κτηνωδία κάτω από ένα λούστρο πολυτέλειας , η καυχησιολογία του υποκριτή με την οποία ο πλούσιος επιδεικνύει τις «απολαύσεις του πολιτισμένου», προκαλούν στον φτωχό την ιδέα ότι «μόνο το χρήμα αξίζει» , – ενώ στην πραγματικότητα , αν το χρήμα αξίζει κάτι , το πνεύμα αξίζει πολύ περισσότερα  » .[52]

Ο Νίτσε νιώθει το ίδια εχθρικά τόσο προς τους αστούς , όσο και προς τους αντιπάλους τους ,καθότι αποτελούν κοινωνικές καταστάσεις ,με τα ίδια τελικώς χαρακτηριστικά  και την ίδια «ποιότητα » .Από αυτό το σημείο ξεκινούν οι αδυναμίες των αστών να αντιπαρατεθούν στους υποτιθέμενους αντιπάλους τους  : «Εμπρός , πλούσιοι αστοί που αποκαλείσθε «φιλελεύθεροι », ομολογήστε το στους εαυτού σας ,είναι το ίδιο σας το αίσθημα που βρίσκετε τόσο τρομερό και τόσο απειλητικό στους σοσιαλιστές αλλά στην ίδια σας την καρδιά που παρέχετε μια αναγκαία  θέση , σα να μην ήταν το ίδιο πράγμα .Αν δεν είχατε , έτσι όπως είστε , την περιουσία σας και την έννοια της διατήρησής της ,αυτό το αίσθημα θα σας έκανε όμοιο με τους σοσιαλιστές ;Μόνο η περιουσία κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε σας και σ’ αυτούς. Κατ’ αρχήν  , πρέπει να νικήσετε τους εαυτούς σας , αν θέλετε να θριαμβεύσετε με οποιονδήποτε τρόπο , πάνω στους εχθρούς της καλοπέρασής σας. Αν , τουλάχιστον , αυτή η καλοπέραση ανταποκρινόταν σε μια αληθινή ευημερία !Θα ήταν λιγότερο εξωτερική και θα προκαλούσε λιγότερο φθόνο , θα είχε περισσότερο ευμένεια , περισσότερη φροντίδα για την εντιμότητα και θα ήταν περισσότερο ωφέλιμη .Αλλά εκείνο που είναι ψεύτικο και κωμικό στη χαρά σας , που προέρχεται κυρίως , από ένα αίσθημα αντίθεσης  ( με άλλους που δεν έχουν αυτή τη χαρά να ζουν και  που σας φθονούν ) που με μια ορισμένη πληρότητα δύναμης και ανωτερότητας – οι απαιτήσεις του διαμερίσματος σας , τα ρούχα σας , τα εφόδια σας , τα μαγαζιά σας , οι ανάγκες του στόματος και του τραπεζιού , οι θορυβώδεις ενθουσιασμοί σας για τη συναυλία και την όπερα και τέλος , οι καλοφτιαγμένες  και καλοντυμένες γυναίκες σας αλλά που είναι από κακό μέταλλο , επιχρυσωμένες  αλλά χωρίς τον ήχο του χρυσού , διαλεγμένες από εσάς , για να παρελαύνετε μαζί τους ,φερόμενες οι ίδιες ως κομμάτια επίδειξης .Εσείς είστε οι δηλητηριασμένοι προπαγανδιστές αυτής της ασθένειας του λαού , που με τη μορφή της σοσιαλιστικής ψώρας ,εξαπλώνεται τώρα , ανάμεσα στις μάζες , με μια ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα αλλά που είχε σε σας , την πρώτη έδρα και την πρώτη εστία εκκόλαψης .Και ποιος , λοιπόν , θα ήταν ακόμη ,ικανός να σταματήσει αυτή την πανούκλα;  » .[53]

Οι αστοί είναι υπεύθυνοι για την δημιουργία και την  διάδοση  της θρησκείας , που δοξάζει το Χρήμα ως τον υπέρτατο Θεό. Σε αυτήν την θεότητα θα προσέλθουν ,ως νέοι προσήλυτοι οι σοσιαλιστές. H στράτευση στα κόμματα τους δημιουργεί νέες σκλαβιές , νέες υποδουλώσεις : «Οι τυμπανοκρουσίες με τις οποίες νέοι συγγραφείς μπαίνουν στην υπηρεσία ενός κόμματος , μοιάζουν για εκείνον που δεν ανήκει στο κόμμα , με μια κλαγγή από αλυσίδες και προκαλούν περισσότερο τη συμπόνια παρά τον θαυμασμό».[54]

Ο αστισμός παράγει τον σοσιαλισμό ,για τον Νίτσε , ιδίας φύσεως και ποιότητας μεγέθη. Παρότι εκπροσώπησαν ενάντιες κοινωνικές δυνάμεις , ιστορικά τελικώς θα συναντηθούν στο πεδίο της μαζικοδημοκρατίας. Η σοσιαλδημοκρατία αποτελεί την ανιαρή όψη ενός ανίερου κόσμου. Ο Λένιν , απαιτώντας , από τους εργάτες  να γίνουν κυρίαρχοι ,συνετέλεσε στο να αποβάλουν το αίσθημα μνησικακίας , να στήσουν νέες ιεραρχίες και να μυηθούν στην  «ηθική των κυρίων » , δηλαδή στην βούληση για ισχύ. Με   μια όμως σημαντική διαφορά  το πρωτοπόρο κόμμα και η «δικτατορία του προλεταριάτου » , παρείχε τα νέα αφεντικά ,  τους νέους κύριους , που κυριάρχησαν πάνω στους εργάτες.

Βεβαίως ο Νίτσε ξεκινώντας από μία άλλη αφετηρία , διατυπώνει μια εξίσου με τον μαρξισμό ,και τον χριστιανισμό  αποθεμελιωτική  κριτική της κοινωνίας του χρήματος : «Η περιουσία σκλαβώνει. Δεν είναι παρά ως ένα ορισμένο βαθμό που η περιουσία κάνει τον άνθρωπο πιο ανεξάρτητο και πιο ελεύθερο .Ένα σκαλοπάτι παραπάνω  και η περιουσία γίνεται ο αφέντης , ο ιδιοκτήτης ο  σκλάβος : από τότε , θα πρέπει να της θυσιάσει τον χρόνο του , τη σκέψη του και να αισθάνεται υποχρεωμένος για ορισμένες συναναστροφές , συνδεδεμένες με  ένα τόπο , ενσωματωμένος  με ένα κράτος –όλα αυτά μπορούν  να είναι αντίθετα στις βαθιές και ουσιώδεις ανάγκες του» [55]

Η κριτική επεκτείνεται στην μηχανή   και  στον  «μηχανικό »  τρόπο της εργασίας: «Η μηχανή που έχει παραχθεί , ακριβώς , από την υψηλότερη διανοητική ικανότητα , δεν θέτει σε κίνηση , στα άτομα που τη χειρίζονται , παρά τις κατώτερες και αστόχαστες δυνάμεις .Είναι αλήθεια ότι η λειτουργία της αποδεσμεύει μια ποσότητα δυνάμεων που , διαφορετικά , θα παρέμεινε κοιμισμένη .Αλλά δεν παρακινεί στην εξύψωση , στο να γίνεις καλύτερος , να γίνεις καλλιτέχνης .Καθιστά δραστήριο και ομοιόμορφο αλλά αυτό προξενεί ένα αντίθετο αποτέλεσμα :μια απεγνωσμένη πλήξη  κυριεύει την ψυχή που μαθαίνει να αναπνέει με τη μηχανή , με μια άπρακτη κίνηση.»[56]

Ο Νίτσε θέλει να διοχετεύσει ορισμένα συναισθήματα , όπως η ματαιοδοξία και ο εγωισμός  σε ένα δρόμο αποκλειστικά πνευματικό και αισθητικό .Για αυτό είναι έτοιμος να αναγνωρίσει την σημασία της μικρής περιουσίας – που εξασφαλίζει στον κάτοχο της έναν αέρα ανεξαρτησίας – , αλλά επιθυμεί να αποκλείσει κάθε δυνατότητα στην συγκέντρωση πλούτου και περιουσίας : «Για να έχουν , στο μέλλον , περισσότερη εμπιστοσύνη στην ιδιοκτησία και να γίνει αυτή πιο ηθική , πρέπει να ανοίξεις όλους  τους τρόπους εργασίας που οδηγούν στη μικρή περιουσία αλλά να εμποδίσεις τον εύκολο και ξαφνικό πλουτισμό .Θα έπρεπε να βγάλεις τα χέρια απ’ όλους τους κλάδους της μεταφοράς και του εμπορίου που ευνοούν τη συγκέντρωση των μεγάλων περιουσιών .Πριν απ’ όλα , λοιπόν,  το εμπόριο του χρήματος – και να θεωρήσεις αυτούς που κατέχουν πολλά πλάσματα επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια ,ακριβώς όπως εκείνους που δεν διαθέτουν τίποτα  ».[57]

Ο Νίτσε επαναλαμβάνει την αρνητική διάσταση της εκμετάλλευσης της εργασίας και πώς αυτή πολλαπλασιάζεται με την χρήση των μηχανών .: «Η εκμετάλλευση της εργασίας ήταν , όπως αντιλαμβανόμαστε σήμερα , μια ανοησία , ένα πέταγμα  στη ζημιά του μέλλοντος , ένας κίνδυνος για την κοινωνία .Τώρα έχουμε , ήδη , φτάσει σχεδόν , στον πόλεμο : και σε κάθε περίπτωση , τα απαραίτητα έξοδα για να διατηρηθεί η ειρήνη , για να συνάψουμε συνθήκες και για να εμπνεύσουμε εμπιστοσύνη , θα είναι εξαιρετικά ανεβασμένα , εφόσον η ανοησία των εκμεταλλευτών θα είναι τόσο μεγάλη και τόσο διαρκής ».[58] Ο λόγος θυμίζει πάρα πολύ τις σκέψεις του Μάρξ στα «Χειρόγραφα του ΄44».Η μηχανή όπως γράφει ταπεινώνει ,ισοπεδώνει , αφαιρεί από τα πράγματα της αξία του προσώπου , μεταβάλει τελικά τα πρόσωπα σε πράγματα , σε αντικείμενα. Η τεχνική διατηρεί απόσταση από την τέχνη .Οι μηχανές είναι για τους εργάτες ένας αργός καθημερινός θάνατος της ύπαρξής τους. Η κριτική στην μηχανοκρατία μπορεί να λάβει την μορφή ρομαντικής εξέγερσης κατά του νεωτερικού πολιτισμού , ή να περιοριστεί στην διαπίστωση της πραγματικής θέσης του εργάτη : «Η μηχανή είναι απρόσωπη ,αφαιρεί από την εργασία την περηφάνια της , την ποιότητα και τις ελλείψεις της που είναι το προσωπικό γνώρισμα κάθε εργασίας η οποία δεν έχει δημιουργηθεί για τη μηχανή – άρα , ένα τμήμα της ανθρωπότητας .Άλλοτε ,κάθε αγορά από τους τεχνίτες ήταν μια διάκριση ,αποδιδόμενη σ’ ένα πρόσωπο , η σφραγίδα του οποίου θα περιέβαλε τον αγοραστή : έτσι που τα συνηθισμένα αντικείμενα και ρούχα γίνονταν ένα είδος συμβόλων αμοιβαίας  εκτίμησης και προσωπικής σχέσης, ενώ σήμερα , μοιάζουμε να ζούμε σε μια ανώνυμη και απρόσωπη σκλαβιά .Δεν πρέπει να αγοράζουμε πολύ ακριβά την ελάφρυνση  της  εργασίας ».[59]

Ο Νίτσε βλέπει στην  σύγχρονη δημοκρατία  ως «την ιστορική μορφή της παρακμής του κράτους»[60].Αν αυτό το αποτέλεσμα δεν ήταν πρόωρο θα έβλεπε μια θετική διάσταση. Όπως αρκετά μακρινό φαίνεται να δημιουργηθεί  ένα ενιαίο έθνος στην θέση των σημερινών.

Προφητικές είναι οι διαπιστώσεις του για την εξέλιξη του σοσιαλισμού. Τον θεωρεί ως τον «φανταστικό δευτερότοκο αδελφό του ψυχορραγούντος δεσποτισμού ,την κληρονομιά του οποίου θέλει να συλλέξει .Οι προσπάθειες του ,είναι , λοιπόν , με τη βαθύτερη έννοια, αντιδραστικές .Γιατί επιθυμεί μια πληρότητα δύναμης του κράτους , τέτοια που ποτέ δεν είχε  ο δεσποτισμός , ακόμη και αν υπερβαίνει όλα όσα δείχνει το παρελθόν ,επειδή εργάζεται  για την τυπική εκμηδένιση του ατόμου».[61] Σαν να βλέπει την εφιαλτική εξέλιξη του σταλινισμού  προβλέπει την «πλήρη καθυπόταξη όλων των πολιτών του κράτους , τέτοια που δεν έχει υπάρξει ποτέ στο παρελθόν »[62]Καθότι η θρησκεία δεν  θα χρησιμοποιείται πλέον για να οργανώνεται η κρατική συναίνεση χρειάζεται μια νέα κυριαρχία που θα στηρίζεται πάνω στον τρόμο  και στην εξάλειψη κάθε πνευματικότητας. Ένα θετικό βλέπει σε όλα αυτά. Ο σοσιαλιστικός δεσποτισμός θα προκαλέσει μια γενική άρνηση του κράτους : «Ο σοσιαλισμός μπορεί να χρησιμεύσει για να διδάξει με τρόπο κτηνώδη και χτυπητό , τον κίνδυνο όλων των συσσωρεύσεων δύναμης μέσα στο κράτος και με αυτή την έννοια , να υπαινιχθεί μια δυσπιστία εναντίον του ίδιου του κράτους. Όταν η τραχιά του φωνή αναμιχθεί με την κραυγή του πολέμου : «Όσο το δυνατόν περισσότερο κράτος » , αυτή η κραυγή θα γίνει , αρχικά , πιο θορυβώδης παρά ποτέ :αλλά σε  λίγο , θα ξεσπάσει με όχι λιγότερη δύναμη , η αντίθετη κραυγή : «Όσο το δυνατόν λιγότερο κράτος».[63]

Σε ένα από τα τελευταίο του βιβλία το «Ιδε ο  Άνθρωπος », ο Νίτσε , κάνει μια αναδρομή στα προηγούμενα έργά του , και βρίσκει την ευκαιρία  να επανέλθει στις απόψεις που είχε υποστηρίξει στους «Ανεπίκαιρους Στοχασμούς»  για την αρνητικές όψεις της επιστήμης , την απρόσωπη εργασία του τεχνίτη .Επισημαίνει ότι για αυτούς τους λόγους η εποχή του είναι άρρωστη και σε αποσύνθεση: «η ζωή είναι άρρωστη από τούτο τον απανθρωποποιημένο μηχανισμό ρολογιού , από την «απρόσωπη ύπαρξη του εργαζόμενου», από την ψεύτικη οικονομία του «καταμερισμού εργασίας».Έχει χαθεί, δηλαδή η κουλτούρα , και έχει εκβαρβαριστεί η σύγχρονη ενασχόληση με την επιστήμη..  »[64].Στο ίδιο έργο θα βρει την ευκαιρία να καταδικάσει τον γερμανικό εθνικισμό και να σημειώσει την συμπάθεια του για τους Εβραίους. Θα τονίσει ότι μετά την ήττα του Ναπολέοντα  ,η Ευρώπη, πάσχει από τον εθνικισμό και την εθνική νεύρωση  που την οδηγεί στην διαιώνιση της διαίρεσης της σε «μικρά κράτη , στην μικροπολιτική»[65].Ιδιαίτερα οι Γερμανοί παρουσιάζουν σε έξαρση αυτά τα χαρακτηριστικά «Όταν φαντάζομαι έναν τύπο ανθρώπου που αντιβαίνει σε όλα τα ένστικτά μου , αυτός είναι πάντα Γερμανός…Οι Γερμανοί όμως είναι canaille (όχλος)-αχ, είναι τόσο καλοσυνάτοι !-Υποβιβάζει κανείς τον εαυτό του όταν έχει πάρε δώσε με Γερμανούς:οι Γερμανοί τους κάνουν όλους ίσους και όμοιους…Δεν ξέρουν καθόλου πόσο χυδαίοι είναι , αλλά αυτό είναι ο υπερθετικός βαθμός της χυδαιότητας-δεν ντρέπονται που είναι Γερμανοί …Ανακατεύονται με όλα ,θεωρούν πως είναι ικανοί να αποφασίζουν για όλα , και φοβάμαι πως ήδη έχουν βγάλει απόφαση ακόμη για μένα…Όλη μου η ζωή είναι η αυστηρή απόδειξη αυτών των αρχών. Μάταια έψαξα  ανάμεσά τους για κάποιο σημάδι τaκτ , delicatesse (λεπτότητας ) απέναντί μου. Στους  Εβραίους το βρήκα , ποτέ όμως στους Γερμανούς».[66]

Τέτοιου είδους απόψεις παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη αντοχή στο έργο του Νίτσε .Στο «Λυκόφως των ειδώλων» θα υποστηρίξει ότι οι Γερμανοί «βαριούνται το πνεύμα»  και έχουν παρακμάσει διότι «στοιχίζει ακριβά το να αποκτάς δύναμη :η δύναμη αποβλακώνει»[67].Η αφοσίωση τους στο κράτος  και στις υποθέσεις του , τους αφυδατώνει από πνεύμα «η κουλτούρα και το κράτος – ας μην ξεγελιόμαστε επ’ αυτού είναι ανταγωνιστές :η ιδέα ενός κράτους που δημιουργεί κουλτούρα είναι απλώς μια μοντέρνα ιδέα . » [68]

Επίσης σε επιστολή προς την Μαλβίντα  φον Μευζενμπουργκ ( 12 Μαΐου 1887) , θα εξομολογηθεί το πάθος του για τον Ντοστογιέφσκι και θα επαναλάβει ότι δεν αισθάνεται καμία συγγένεια για τους Γερμανούς διανοούμενους «οι οποίοι κρίνουν τα πάντα σύμφωνα με την αρχή « Deutshland ,Deutshland uber alles !»[69]   Ενδιαφέρον είναι  ο θαυμασμός του για τον Ντοστογιέφσκι, που σε επιστολή του στον Γ.Μπραντές εξηγείται «επειδή αποτελεί το πιο πολύτιμο ψυχολογικό υλικό που γνωρίζω – κατά περίεργο τρόπο , του είμαι ευγνώμων , παρόλο που πάντα μου προκαλεί απέχθεια , αφού ξυπνάει τα πιο ταπεινά μου ένστικτα. Αυτή είναι περίπου η σχέση μου προς τον Πασκάλ , τον οποίο παρεμπιπτόντως αγαπώ , επειδή έχω διδαχτεί άπειρα πράγματα απ’αυτόν :ο μοναδικός λογικός χριστιανός  » [70]. Σε μια άλλη επιστολή του προς την Φραντζίσκα Νίτσε ( 18 Οκτωβρίου 1887) γράφει «μου λείπει πάντα και η ελάχιστη επιθυμία να κάνω παρέα με τον αντισημίτη κύριο γαμπρό μου .Οι απόψεις του και οι δικές μου διαφέρουν μεταξύ τους – και αυτό καθόλου δεν με λυπεί.»[71] Σε επιστολή στον Ρουτζέρο Μπόνγκι (Δεκέμβριος 1988) γράφει ότι «πρέπει να βάλει κανείς ένα τέλος»[72] να θεωρείται ως απαραίτητο καθήκον και υψηλή πολιτική οι εγωισμοί των λαών ,ενώ στον Φράντς Όβερμπεκ ( 4 Ιανουαρίου 1889) γράφει «μόλις έβαλα να τουφεκίσουν όλους τους αντισημίτες.» [73]

Παρόμοια και χωρίς διακυμάνσεις , είναι η αγωνία για την φύση  : «Ύβρις είναι σήμερα ολόκληρη η στάση μας απέναντι  της φύσης , η καταδυνάστευση μας της φύσης με τη βοήθεια των μηχανών και με την τόσο απερίσκεπτη εφευρετικότητα των τεχνικών και των μηχανικών».[74]

Η επίθεση στην κοινωνία του χρήματος και στο κράτος απλώνεται στα γραφτά κάθε περιόδου του Νίτσε .Στην ΑΥΓΗ  θα γράψει : «Η εποχή μας , όσο κι αν μιλάει για οικονομία , είναι σπάταλη :σπαταλάει το πιο πολύτιμο πράγμα,  το πνεύμα »[75].Στο τελευταίο του βιβλίο στη «Θέληση για δύναμη» γράφει: «οι «πλούσιοί» μας είναι οι φτωχότεροι όλων !Ο αληθινός σκοπός κάθε πλούτου είναι η λήθη».[76]

Ο Νίτσε δεν συμμερίζεται την αισιόδοξη ανθρωπολογική άποψη για την «καλή ρίζα του ανθρώπου», που διαφθείρει η κοινωνία. Γι’ αυτό δεν αποδέχεται την δυνατότητα για την οριστική διευθέτηση των κοινωνικών προβλημάτων. Ένας επίγειος παράδεισος δεν είναι μόνο ανέφικτος , αλλά και αντίθετος στην ιδιοσυγκρασία του. Η προσμονή μίας ουτοπικά τέλειας κοινωνίας ή  είναι εσχατολογικής προέλευσης  ή αποτελεί έναν ιδεαλισμό που , αντί να περπατά με το κεφάλι κάτω, περπατάει με τα πόδια (καθώς  έλεγε ο Μάρξ για τον Χέγκελ).Ο Πλάτων και οι σοσιαλιστές (της εποχής του Νίτσε βέβαια ) λανθασμένα ισχυρίζονται ότι η εξάλειψη της ιδιοκτησίας θα καταργήσει συγχρόνως την ματαιοδοξία και τον εγωισμό .Καθώς γράφει , αυτή η «βασική και ουτοπική μελωδία του Πλάτωνα , που οι σοσιαλιστές εξακολουθούν πάντα να τραγουδούν , βασίζεται σε μια ατελή γνώση του ανθρώπου :αγνοούσε την ιστορία των ηθικών αισθημάτων , του έλειπε η διορατικότητα πάνω στην προέλευση των παλιών ιδιοτήτων της ανθρώπινης ψυχής  »[77]

Ο Νίτσε αντιπροσωπεύει ένα φωτεινό πνεύμα αντίστασης , που δεν χάθηκε σε οποιοδήποτε μονοπάτι εσχατολογίας ή τέλους της ιστορίας. Ο σκεπτικισμός είναι η μέθοδος , που ταιριάζει στο ύφος και στην ιδιοσυγκρασία του: «Ένα πνεύμα που ζητάει μεγάλα πράγματα , που ζητάει επίσης τα μέσα για να φτάσει σ’ αυτά , είναι κατ’ ανάγκη ένας σκεπτικιστής .Η ελευθερία απ’ όλα τα είδη πεποιθήσεων , η ικανότητα να βλέπεις ελεύθερα , αποτελεί μέρος της δύναμης …Η πεποίθηση ως μέσο :Το μεγάλο πάθος χρειάζεται και χρησιμοποιεί τις πεποιθήσεις , αλλά δεν υποτάσσεται σ’ αυτές –νιώθει ανώτερο απ’ αυτές. Αντίθετα , η ανάγκη για πίστη , για κάποιο είδος ανεπιφύλακτου Ναι ή Όχι , αυτός ο Καρλαυσμός , αν μου επιτρέπεται η έκφραση , είναι μια ανάγκη που γεννιέται από την αδυναμία    ».[78] Γι’ αυτό είναι κατανοητό ,ο Νίτσε , να αντιτίθεται όχι μόνο σε κάθε θρησκεία  και πίστη  , αλλά και στον αστισμό ,στην δημοκρατία ,στον σοσιαλισμό , στο κράτος [79], στην εξουσία [80], στον γερμανισμό, στον εθνικισμό[81], στον αναρχισμό[82], στον αντισημιτισμό [83].

Παρόλα αυτά στο τελευταίο και πιο αμφιλεγόμενο βιβλίο την «Θέληση για Δύναμη» προβλέπει πολλά από αυτά που ακολούθησαν , ενώ αναδύεται αρκετά θολά και ασαφές ένα πολιτικό δέον.

Διέβλεψε ότι  « ανάλωση του ανθρώπου και της ανθρωπότητας γίνεται ολοένα και πιο οικονομική»[84].Ο άνθρωπος μικραίνει , μειώνει ,εμφανίζεται «η προσαρμογή , η ισοπέδωση , ο ανώτερος κινεζισμός , η μετριοπάθεια στα ένστικτα »[85], ενώ η γη «αποκτά κοινή οικονομική διαχείριση»[86] και μεταβάλλεται σε «μηχανή στην υπηρεσία της οικονομίας αυτής»[87].Συγχρόνως ο Ευρωπαίος  γίνεται «το πιο έξυπνο δουλικό ζώο , πολύ εργατικό , κατά βάθος πολύ μετριοπαθές , περίεργο μέχρι υπερβολής ,πολυειδές ,αβροδίαιτο , με αδύναμη θέληση – ένα κοσμοπολίτικο χάος  αισθημάτων και νου»[88]

Οι εργάτες μεταβάλλονται σε στρατιώτες : «Οι εργάτες πρέπει να μάθουν να αισθάνονται σαν στρατιώτες. Μια αμοιβή , ένα εισόδημα , αλλά όχι πληρωμή! Καμιά σχέση μεταξύ πληρωμής και απόδοσης !Αλλά το άτομο , το καθένα ανάλογα με το είδος του , πρέπει να τοποθετείται έτσι ώστε να μπορεί να αποδώσει το ύψιστο που μπορεί να αποδώσει. Οι εργάτες θα ζουν μια μέρα όπως οι αστοί σήμερα – αλλά πάνω απ’ αυτούς, διακρινόμενοι από την έλλειψη αναγκών τους , η ανώτερη κάστα : δηλαδή πιο φτωχοί και πιο απλοί , αλλά κάτοχοι της δύναμης ».[89]

Οι  επισημάνσεις του Φ.Νίτσε για τον χαρακτήρα που ελάμβανε η νεωτερική κοινωνία ήδη από τον 19ο αιώνα , παρ’ ότι περιέχονται σε έναν λόγο αφοριστικό , πυκνό  και όχι ιδιαίτερα αναλυτικό και τεκμηριωμένο , αποσπασματικό – μη συστηματικό , δεν στερούνται εγκυρότητας. Αντίθετα ο προσωπικός , υποκειμενικός και ποιητικός τόνος του τον διευκολύνει σε μια ριζική και καίρια ανατομία της νεωτερικής κοινωνίας.

Στο έργό του «ΧΑΡΑΥΓΗ»[90] καταπιάνεται , ανάμεσα σε άλλα θέματα , αφοριστικά με την μοίρα του εργάτη , την θέση του εργαζόμενου μέσα στο εργοστάσιο και την κοινωνία .Βλέπει την ανθρώπινη ύπαρξη  να μετατρέπεται από πρόσωπο σε βίδα , σε γρανάζι της μηχανής .

Την αποτρόπαιη αυτή κατάσταση μπορεί , κατά τον Νίτσε , να απαλύνει η αύξηση του μισθού , αλλά δεν την αλλάζει ουσιαστικά :

« Είναι ντροπή να πιστεύουμε ότι με μια υψηλότερη αμοιβή μπορεί να αρθεί η ουσία της αθλιότητάς τους , δηλαδή η απρόσωπη υποδούλωσή τους ! Είναι ντροπή να αφήνουμε να μας πείθουν με φλυαρίες  ότι με  μια επίταση αυτής της απροσωπίας , στο εσωτερικό της μηχανικής λειτουργίας μιας  κοινωνίας , μπορεί να κάνει αρετή την ντροπή της  δουλείας ! Ντροπή να έχει μια τιμή με αντάλλαγμα το να γίνεσαι βίδα αντί να μένεις πρόσωπο ! Είστε συνεργοί στην τωρινή τρέλα των εθνών , τα οποία θέλουν να παράγουν όσο το δυνατόν περισσότερο και να γίνουν όσον το δυνατόν πλουσιότερα; Από  σας εξαρτάται να τους παρουσιάσετε έναν αντίθετο λογαριασμό : ποσό μεγάλα ποσά εσωτερικής αξίας θα πεταχτούν  για χάρη ενός τέτοιου σκοπού !Που όμως είναι η δική σας εσωτερική σας αξία , όταν δεν ξέρετε πια τι σημαίνει να αναπνέει κανείς ελεύθερα ;Όταν  δεν εξουσιάζετε ούτε σε περίπτωση ανάγκης τον εαυτό σας ; Όταν μπουχτίζετε πολύ συχνά  τον εαυτό σας όπως  ένα ποτό που έχει χάσει την φρεσκάδα του ; Όταν ακούτε τις εφημερίδες και λοξοκοιτάτε τον πλούσιο γείτονα , με ανοιγμένη την όρεξή σας λόγω της γρήγορου ανόδου και πτώσης της δύναμης , του χρήματος και των γνωμών ;Όταν δεν πιστεύετε πια στην φιλοσοφία , που φοράει κουρέλια , στην ελευθεροφροσύνη εκείνων που δεν έχουν ανάγκες ; ».[91]

Στο απόσπασμα του Νίτσε ,περιέχεται μια ουσιαστικά μεταμαρξιστική  κριτική του καπιταλισμού και της κυριαρχίας της τεχνικής :

  • – στο εργοστάσιο η ανθρώπινη ύπαρξη δεν κοινωνικοποιείται αλλά μετατρέπεται από  πρόσωπο σε εξάρτημα των μηχανών.
  • – ο παραγωγισμός , η συνεχής αύξηση της παραγωγής , η ανάπτυξη δίχως όρια και με κάθε κόστος αποτελεί τον χαρακτηριστικότερο ανορθολογισμό της νεωτερικότητας , την « τωρινή τρέλα των εθνών » , που συμμερίστηκε τόσο ο καπιταλισμός όσο και η μαρξιστική σκέψη.
  • – Οι διαδικασίες που επιτάσσει η καπιταλιστική κοινωνία και ο νεωτερικός πολιτισμός , εντός  και εκτός του εργοστασίου , καταστρέφουν κάθε εσωτερικότητα , κάθε «εσωτερική αξία » , για χάρη της εξωτερικότητας που θεοποιεί το χρήμα , την τεχνική , την ανάπτυξη.

Η απάντηση του Νίτσε στην καταστροφή του ανθρώπινου προσώπου δεν είναι η μεθοδική αλλαγή της κοινωνίας  αλλά είτε , όπως γράφει  , « καλύτερα να μεταναστεύσω , να προσπαθήσω να γίνω κύριος σε άγριες και δροσερές περιοχές του κόσμου και προ παντός κύριος του εαυτού μου  , να αλλάζω μέρος μόλις μου γνέψει ακόμη και το πιο μικρό σημάδι δουλείας » , είτε να στραφεί στην « περιπέτεια και τον πόλεμο και , αν έρθουν τα χειρότερα , να είμαι έτοιμος να πεθάνω : καλύτερα  όλα αυτά  παρά να υπομένω κι άλλο αυτή την ανάρμοστη δουλεία , παρά να συνεχίζω να γίνομαι  σκυθρωπός , φαρμακερός και συνεργός ».[92]

Η πρώτη επιλογή θυμίζει  ανάλογες σκέψεις ρομαντικών κοινοτιστών , όπως ο Γ.Λαντάουερ , οι οποίοι πρότειναν  ,μεταξύ άλλων ,την φυγή σε νέες χώρες και την δημιουργία νέων κοινοτήτων . Η σκέψη ότι η περιπέτεια , ο πόλεμος  μπορεί να είναι διέξοδος στην καπιταλιστική αλλοτρίωση θυμίζει ανάλογες σκέψεις του Ε.Γιούνγκερ , όπου ο πόλεμος χάνει την εφιαλτική του όψη για να γίνει μια περιπέτεια , ένα αισθητικό φαινόμενο , μια κατάφαση στον κίνδυνο.

Ο Νίτσε επιθυμεί οι στοχαστές να ζουν ως ασκητές ,  για να γίνουν απελευθερωτικά  πρότυπα για τους εργάτες , δηλαδή να ζουν με «  εθελούσια ειδυλλιακή φτώχεια » , με «αποχή από το επάγγελμα και το γάμο».[93]  Αντίθετα , η αναμονή της σοσιαλιστικής ελπίδας , η μελωδία ενός μελλοντικού παραδείσου , όταν δεν προϋποθέτει άμεσες πρακτικές αλλαγές , επιτείνει την αποδοχή της καταστροφής του ανθρώπινου προσώπου.

Η κριτική του Νίτσε ξετυλίγεται  με ριζοσπαστικό τρόπο : « Ιδού ποιο θα ήταν το σωστό φρόνημα : οι εργάτες της Ευρώπης θα έπρεπε στο εξής  να κάνουν ό,τι  είναι ανθρωπίνως  αδύνατο ως τάξη , κι όχι μόνο , όπως  συμβαίνει συνήθως , κάτι που έχει οργανωθεί  σκληρά και απρόσφορα  .Θα έπρεπε να εγκαινιάσουν μέσα στην ευρωπαϊκή  κυψέλη μια εποχή εξόδου κατά σμήνη , που , που όμοιά της δεν ξανά έγινε ποτέ , και , μ’ αυτή  την μεγαλειώδη πράξη ελεύθερης μετοικεσίας , να διαμαρτυρηθούν εναντίον της μηχανής , εναντίον του κεφαλαίου  και εναντίον του διλήμματος που τους απειλεί τώρα , να αναγκαστούν να γίνουν είτε δούλοι του κράτους , είτε δούλοι ενός ανατρεπτικού κόμματος . Μακάρι να ξαλαφρώσει η Ευρώπη από ένα τέταρτο  των κατοίκων της ! Θα είναι καλύτερο και για εκείνη  και γι’ αυτούς  !Θα είναι καλύτερο και για εκείνη και γι’ αυτούς ! Μόνο σε μακρινές χώρες και στις  επιχειρήσεις σμηνών  αποίκων θα φανεί καθαρά ποσό πολλή ορθοφροσύνη  και δικαιοσύνη  , πόσο υγιή δυσπιστία έχει δώσει στα παιδιά    της η μητέρα Ευρώπη .Σ’ αυτά τα παιδιά που δεν μπορούν πια να ζουν δίπλα σ’ αυτή τη ν μουχλιασμένη  γριά γυναίκα , που κινδυνεύουν    να  γίνουν γκρινιάρηδες  , ευερέθιστοι  και  φιλήδονοι σαν αυτήν. Έξω από την Ευρώπη θα ταξιδέψουν   μαζί με τους εργάτες και οι αρετές  της Ευρώπης  . Κι αυτό που μέσα στην πατρίδα άρχισε να εκφυλίζεται  σε επικίνδυνη δυσθυμία  και εγκληματική ροπή , θα αποκτήσει έξω μια άγρια , ωραία φυσικότητα  και θα ονομαστεί ηρωισμός. Έτσι θα φυσήξει  επιτέλους καθαρότερος αέρας στην  γέρικη  , πυκνοκατοικημένη  και απορροφημένη από τον εαυτό της Ευρώπης   ».[94]

Στο κείμενο αυτό υπάρχουν ορισμένες ευφυείς επισημάνσεις : το τέλος της εργατικής τάξης με τον τρόπο που αρχικά την είδαμε να εισβάλλει στην ιστορία , η υποδούλωση  του εργάτη στο κράτος  , στο κεφάλαιο , αλλά και στο « ανατρεπτικό κόμμα » , δηλαδή  στο κομμουνιστικό κόμμα  που μετέτρεψε την κυριαρχία των εργαζομένων σε δικτατορία του ιδίου και των στελεχών , που το απάρτιζαν. Επίσης η Ευρώπη ( ο ευρωπαϊκός πολιτισμός ) παρομοιάζετε με  « μουχλιασμένη γριά  γυναίκα»  , καθ’ ότι είχε χάσει κάθε γονιμότητα και δημιουργικότητα. Βέβαια  ο κριτικός αναστοχασμός είναι από τα στοιχεία που τελικά θα χαρακτηρίσουν την ευρωπαϊκή σκέψη , και αυτό ακριβώς  πράττει ο Νίτσε , ακόμη κι αν  είναι ο λόγος  του σκληρός και αδυσώπητος. Αυτή δε  η τεράστιας σημασίας κατάκτηση , δηλαδή  η αποδοχή  όχι μόνο της κριτικής  , αλλά και της άρνησης και της αμφισβήτησης , υπήρξε  ένα πνευματικό και κοινωνικό γεγονός που οφείλει πολλά σε στοχαστές , όπως ο Νίτσε  και ο Μάρξ.

Δίπλα λοιπόν στις ευφυείς επισημάνσεις του Νίτσε , υπάρχει ένας λόγος ποιητικός , υπερρεαλιστικός , παραληρηματικός κάποτε  , που ζητά την έξοδο των εργαζόμενων  από την Ευρώπη.

Παρότι η έξοδος αυτή , υπό άλλη μορφή , έγινε, δεν προξένησε τις αλλαγές που προσδοκούσε ο Νίτσε , ούτε στην Ευρώπη , ούτε στις Νέες Χώρες. Η μετανάστευση μετέφερε την απαλλοτρίωση της ανθρώπινης ύπαρξης από την μια χώρα στην άλλη. Σε μια εποχή ειδικότερα που η οικονομία αποκτά παγκόσμια χαρακτηριστικά , παρότι η συμμετοχή στον καπιταλισμό είναι διαφορετικού χαρακτήρα και αναλογίας σε κάθε κράτος , η αντιμετώπιση των προβλημάτων που με ριζικό τρόπο θέτει ο λόγος του Νίτσε ( και φυσικά και ο Μάρξ) μπορεί να γίνει με διαφορετικό τρόπο , δηλαδή με μια οργάνωση της εργασίας , που θα συνδυάζει την εργασία με το παιχνίδι , την δημιουργία , δεν θα θυσιάζει το ανθρώπινο πρόσωπο στον βωμό της παραγωγικότητας  και θα οδηγήσει  σταδιακά  στην μείωση του χρόνου της μισθωτής εργασίας.

Δεν μας διαφεύγει ότι η εργασία , σε μια εξιδανικευμένη της τουλάχιστον μορφή , συνδέει  το άτομο με την κοινωνία , είναι στοιχείο δημιουργικότητας , αλληλεγγύης   , ανεξαρτησίας ,αξιοπρέπειας και  βέβαια βιοπορισμού. Ο  άνεργος είναι αναγκασμένος να αποδέχεται πολλές ταπεινώσεις , να οδηγείται  στο περιθώριο της κοινωνίας  και να επιζεί από την φιλανθρωπία , γεγονός που επιτείνει τον ευτελισμό του.

Ο Νίτσε επισημαίνει ορθά ότι στον εγκώμιο της εργασίας   βλέπει  « την ίδια υστερόβουλη σκέψη όπως στον  έπαινο των κοινωφελών απρόσωπων πράξεων : εκείνη του φόβου για κάθε ατομικό ».[95]

Πιστεύει ότι η σκληρή εργασία είναι μια μέθοδος  για να σιγάσει κάθε επιθυμία για ελευθερία , αλλά και να πάψει να υπάρχει το ανθρώπινο πρόσωπο: « Παρατηρώντας την εργασία , αισθάνεται κανείς σήμερα κατά βάθος – με την λέξη εργασία εννοείται πάντα εκείνη  η σκληρή εργατικότητα από νωρίς έως αργά  – ότι  μια τέτοια εργασία  είναι η καλύτερη  αστυνομία , ότι χαλιναγωγεί  τους πάντες και ξέρει να εμποδίζει δυναμικά την ανάπτυξη του λογικού , της επιθυμίας , του πόθου  για ανεξαρτησία. Διότι ξοδεύει εξαιρετικά πολλή νευρική δύναμη , την οποία έτσι αφαιρεί από τον στοχασμό , τον αναλογισμό , την ονειροπόληση , τις μέριμνες , την  αγάπη , το μίσος : βάζει έναν μικρό σκοπό πάντα εν όψει και εγγυάται εύκολες και κανονικές ικανοποιήσεις . Έτσι , μια κοινωνία , στην οποία θα υπάρχει συνεχής σκληρή εργασία , θα έχει μεγαλύτερη ασφάλεια : και την ασφάλεια ακριβώς λατρεύουν σήμερα ως την ανώτερη θεότητα .- Και τώρα ! Φρίκη ! Ο «εργάτης » ακριβώς έχει γίνει επικίνδυνος ! Ο τόπος βρίθει από «επικίνδυνα άτομα »! Και πίσω απ’ αυτά ο κίνδυνος των κινδύνων – το άτομο ! ».[96]

Είναι τραγικό μια κοινωνία που επαγγέλλεται , ως ιδρυτική της αρχή , την πρωτοκαθεδρία του ατόμου  απέναντι σε κάθε συλλογικότητα , να εκμηδενίζει τελικά  το ανθρώπινο πρόσωπο μέσα σε μια αγέλη , όπου η επιθυμία  για ελευθερία , για όνειρο , για βίωση αισθημάτων έχει αντικατασταθεί από την επιθυμία για ασφάλεια από εκείνους που βρίσκονται  εντός και εκτός των τειχών.

Η κριτική του Νίτσε στην μισθωτή εργασία , η επιθυμία για διάσωση του ανθρώπινου προσώπου , για ανεξαρτησία και ονειροπόληση φέρνει τον στοχασμό του, κοντά σε κάποιους   ρομαντικούς λόγους  του Μάρξ , όπου  ο « καθένας  μπορεί να τελειοποιηθεί σε οποιονδήποτε κλάδο θέλει , η κοινωνία ρυθμίζει την γενική παραγωγή κι έτσι κάνει δυνατό για μένα να κάνω ένα πράγμα σήμερα κι άλλο αύριο , να κυνηγώ το πρωί , να ψαρεύω το απόγευμα , να φροντίζω  τα ζώα το βράδυ , να κριτική μετά το δείπνο , όπως ακριβώς μου αρέσει , χωρίς ποτέ να γίνομαι κυνηγός , ψαράς , βοσκός ή κριτικός»[97]  – που βέβαια αντιφάσκουν με τον πρωταρχικό ρόλο που αποδίδει ο ίδιος στην ανθρώπινη εργασία  σε άλλα κείμενα του[98] – όπως  και με τον γαλλικό περσοναλισμό. Βεβαίως η σκέψη του Μάρξ για την εργασία προέρχεται από τον άλλο αντίπαλο του Νίτσε , τον Χέγκελ και την σχέση κύριου-δούλου  όπου « με την εργασία ο δούλος συνειδητοποιεί την αληθινή του φύση».[99] Παρά τις επί μέρους διαφωνίες με τον Χέγκελ του αναγνωρίζει ότι «υιοθετεί την άποψη της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας .Βλέπει την εργασία σαν ουσία , η αυτό- επιβεβαιούμενη  ουσία  του ανθρώπου. Βλέπει μόνο τη θετική και όχι την αρνητική πλευρά της εργασίας .Η  εργασία είναι ο ερχομός του ανθρώπου για τον εαυτό μέσα στην αλλοτρίωση ή ο ερχομός του σαν αλλοτριωμένου ανθρώπου»[100].Συνεπώς μπορεί ο Μάρξ διατυπώνει τις ενστάσεις  του για την αλλοτριωμένη εργασία, αλλά μαζί με τον Χέγκελ αναγνωρίζει σε αυτή την ουσία του ανθρώπου. Βεβαίως η άποψη αυτή δεν τον εμπόδισε να αναγνωρίσει , σε άλλα όπως είδαμε γραπτά του, την σημασία που έχει για τον άνθρωπο ο μη εργάσιμος χρόνος.

Σε ένα άλλο κείμενο με τον τίτλο «Το κράτος στους Έλληνες»[101] ο Νίτσε ισχυρίζεται ότι στην νεοτερικότητα  «όλοι βασανίζονται να διαιωνίσουν με άθλιο τρόπο μια άθλια ζωή .Αυτή η φοβερή ανάγκη τους οδηγεί να κάνουν μια εξουθενωτική εργασία , την οποία θαυμάζει κάθε τόσο ο εκμαυλισμένος από τη «θέληση» άνθρωπος ή ακριβέστερα ανθρώπινος νους , σαν να είναι κάτι αξιοσέβαστο.»[102]Έτσι ενώ στον σύγχρονο άνθρωπο μπορεί να συνδυάζεται ο αγώνας για την ύπαρξη με την ανάγκη της τέχνης στους αρχαίους Έλληνες «η ιδέα ότι η εργασία είναι ένα όνειδος εκφράζεται με τρομακτική ειλικρίνεια »[103]

Αντίθετα στον σύγχρονο κόσμο δεν είναι ο άνθρωπος της τέχνης , αλλά ο δούλος που καθορίζει και ονοματίζει τις σχέσεις με τον κόσμο και για αυτό έχουν έναν απατηλό χαρακτήρα «Φαντάσματα όπως η αξιοπρέπεια του ανθρώπου , η αξιοπρέπεια της εργασίας , είναι ενδεή προϊόντα της δουλείας που κρύβεται από τον ίδιο τον εαυτό της .»[104]Προχωρώντας ακόμη περισσότερο , ο Νίτσε , ισχυρίζεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την εργασία και την δουλεία ως   αναγκαιότητα για την οποία ένιωθαν συγχρόνως ντροπή και όνειδος. Μάλιστα η ύπαρξη στρωμάτων που εργάζονται δουλικά είναι προυπόθεση για την ανάπτυξη του πολιτισμού, ενώ ο καθένας αποκτά αξιοπρέπεια καθώς γίνεται εργαλείο της μεγαλοφυΐας. Αμφίσημη είναι σε αυτό το σημείο η θέση του Νίτσε για το κράτος .Ενώ το θεωρεί  αναγκαίο συγχρόνως επισημαίνει ότι «πρέπει να δεχτούμε ότι ένα όν που ερευνά τη γέννηση του κράτους , θα αναζητούσε στο εξής ,γεμάτο  φρίκη , τη σωτηρία του μόνο στην απομάκρυνση από αυτό»[105] Παρότι εσφαλμένα γράφει ότι η εξάπλωση της καθολικής ψηφοφορίας δείχνει τον φόβο μπροστά στον πόλεμο – μετά την Γαλλική Επανάσταση ξέσπασαν πόλεμοι με τέτοια συμμετοχή του λαού που δεν υπήρξε στο παρελθόν των δυναστικών κρατών- εντοπίζει την ανάδυση μιας αριστοκρατίας του χρήματος , που απαρτίζεται από απάτριδες κοσμοπολίτες «εκείνους τους ερημίτες του χρήματος , οι οποίοι , επειδή δεν διαθέτουν εκ φύσεως το κρατικό ένστικτο , έχουν μάθει να χρησιμοποιούν καταχρηστικά το κράτος και την κοινωνία ως μηχανισμούς για να πλουτίζουν οι ίδιοι.»[106]Κατά το παράδειγμα και πάλι ,του Ε.Γιούνγκερ, θα αναζητήσει στον πόλεμο την διέξοδο από την «τη χρησιμοποίηση της επαναστατικής σκέψης στην υπηρεσία μιας ιδιοτελούς και άνευ σχέσεων με το κράτος αριστοκρατία του χρήματος»[107] .Βεβαίως  η διατύπωση ενός δέοντος από τον Νίτσε τελεί από την ριζική σχετικότητα και την αποφασιστική άρνηση να υψώσει νέες θεότητες. Όπως γράφει «Το τελευταίο που υπόσχομαι είναι να «βελτιώσω» την ανθρωπότητα .Δεν θα στήσω καινούρια είδωλα, ας μάθουν τα παλιά τι σημαίνει να έχουν πήλινα πόδια .Το αναποδογύρισμα των ειδώλων (είδωλα είναι η λέξη μου για τα «ιδεώδη») – αυτή είναι μάλλον η δουλειά μου.»[108]

 

Ο Νίτσε αφού προηγουμένως αποθεμελίωσε όλα τα υπάρχοντα πολιτικά συστήματα , διαλέγει ως την δική του ουτοπία μια πνευματική αριστοκρατία , που θα ζει ασκητικά, μοναχικά ,με ελάχιστα αγαθά , συμφιλιωμένη με την οδύνη και τις κακουχίες[109] . Απέναντι στην τάση του εκδημοκρατισμού και των ίσων δικαιωμάτων , που κάνει  «το αγελαίο ζώο κύριο»  ,αυτός κατέχεται από το πάθος της απόστασης. Στοχεύει σε νέες ιεραρχίες που δεν είναι όμως ούτε οι ιεραρχίες του χρήματος , ούτε ιεραρχίες που αποθεώνουν το κράτος. Πρόκειται βέβαια για μια δική του επιθυμία , που δεν έχει ελπίδα να γίνει μέρος της πραγματικότητας , διότι προϋποθέτει μια βαθύτατη ανατροπή , που θα έχει γίνει πρώτα στην συνείδηση των ανθρώπων και θα έχει τέτοια ισχύ ώστε να μπορεί να επιβληθεί στην πολιτική που στηρίζεται από το κράτος και τα μέσα ενημέρωσης. Σε αντίθεση με τον Δαρβίνο θεωρεί ότι αυτοί που επικρατούν δεν είναι οι ισχυροί ,αλλά οι αδύναμοι .Οι ισχυροί είναι σπάταλοι ,ενώ αποδεκατίζονται σε μάχες μεταξύ τους ,και  τα αισθήματα που έχουν τα ξοδεύουν : «η ύπαρξή τους είναι δαπανηρή »[110].

Η δημοκρατία ισοπεδώνει τους πληθυσμούς της Ευρώπης και τις ιεραρχίες που διέπονταν ,προετοιμάζοντας μια νέα κυρίαρχη  τάξη, ώστε  «οι ίδιες συνθήκες που επισπεύδουν την εξέλιξη του  αγελαίου ζώου ,επισπεύδουν και την εξέλιξη του ηγετικού ζώου»[111].Αναρωτιέται αν  την ευρωπαϊκή δημοκρατία θα την διαδέχεται «ένα ανώτερο είδος κυριάρχων και καισαρικών πνευμάτων που θα στέκονταν πάνω σ’ αυτό, , που θα διατηρούνταν απ’ αυτό , και που θα ανυψώνονταν μέσω αυτού; » και «μια τολμηρή κυρίαρχη ράτσα πάνω στη βάση μιας εξαιρετικά έξυπνης αγελαίας μάζας.»[112] Προβλέπει ότι πλησιάζει ο καιρός που η γη θα κυβερνηθεί σαν σύνολο και αναρωτιέται «Και για ποιο σκοπό θα αναδυθεί και θα εκτραφεί ο «άνθρωπος » ως σύνολο – και όχι πια ως λαός , φυλή ;».[113] Είναι ερωτήματα που μπορεί να προοιωνίζουν την παγκοσμιοποίηση , αλλά ο Νίτσε δεν μπορεί να τα απαντήσει .  Κάποιες προυποθέσεις , που θέτει , όπως είναι η αντιστροφή των αξιών , η ανάδυση ενός «είδος ανθρώπου ύψιστης πνευματικότητας και δύναμης της θέλησης »[114], μόνο ως  παιχνίδια του νου μπορούν να ερμηνευθούν. Προς το παρόν ας συγκρατήσουμε ότι καμιά κοινωνία (καπιταλιστική , σοσιαλιστική ή οποιαδήποτε άλλη) δεν μπορεί να λειτουργήσει , αν δεν υπάρχουν κάποιοι , που μπορεί και να είναι μειοψηφία, οι οποίοι δεν έχουν ως μοναδική ή κύρια αξία τους το χρήμα , αλλά η δραστηριότητά της θα διέπεται από τις μη-εγχρήματες αξίες.

Η κοινωνία του χρήματος και αυτή που ήθελε να φαίνεται ως αντίθετή της  , ο σοσιαλισμός (ο υπαρκτός σοσιαλισμός , η σοσιαλδημοκρατία ), συγχωνεύτηκαν  και δεν αποτελούν πλέον δύο διαφορετικές εκδοχές της νεωτερικότητας , αλλά μια  .Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να θριαμβολογούν , να θεωρούν τον εαυτό τους ως το τέλος της ιστορίας , αλλά δεν μπορούν να αναλογιστούν ούτε την μικροπολιτική  τους , ούτε την αντιαισθητική τους ευτέλεια  . Δεν συνιστούν μέρος της φυσικής τάξης ή έξοδο από τον μηδενισμό , αλλά μεταμφιέσεις του μηδενός.

Ο Νίτσε και ο Μάρξ αν δεν χρησιμοποιηθούν ,ως ιερά κείμενα  ,ή ως ιερά τέρατα  είναι το ίδιο αναγκαίοι για να κατανοήσουμε την νεωτερικότητα .Ξεκινώντας από δύο διαφορετικές αφετηρίες , ο ένας από το πάθος της ισότητας , ο άλλος από το πάθος της απόστασης γίνονται και οι  δύο κριτικοί της κοινωνίας που έχει ανάγει ως κύρια αξία και θεμέλιο της ,το χρήμα. Βεβαίως είναι ενδιαφέρον το που μπορούμε να φτάσουμε ακολουθώντας τα ερωτήματά τους και τις σκέψεις. Ο Νίτσε δίχως να το περιμένει γράφοντας ότι , «δεν υπάρχουν γεγονότα , αλλά μόνον ερμηνείες » [115], προανήγγειλε   τον μεταμοντερνισμό. Το πιο παράδοξο είναι ότι  οραματιζόμενος μια πνευματική αριστοκρατία εξέρχεται από τα όρια της πολιτικής και εισέρχεται στα όρια της ηθικής και της αισθητικής .Η σημαντικότερη συνεισφορά του , που τον φέρνει δίπλα στον Ντοστογιέφσκι , που θαύμαζε απεριόριστα  , είναι η τοποθέτηση του τραγικού στοιχείου     και του τραγικού  ανθρώπου – κι όχι μια τυφλά αισιόδοξης πίστης – στο κέντρο της μεταξίωσης όλων των αξιών ,στην  καρδιά της πορείας εξόδου από τον μηδενισμό : «Είναι τα ηρωικά πνεύματα που λένε Ναι στον εαυτό τους ,στην τραγική σκληρότητα :είναι αρκετά σκληρά για να αισθάνονται τον πόνο σαν ηδονή».[116]

[1] Γ.Λούκατς : «Φ.Νίτσε :Κάτω από το φως του μαρξισμού»,Πρόλογος-Μετάφραση Ξεν.Ι.Καράκαλου ,Εκδόσεις Μαρή ,Αθήνα 1980, σελ.9.Το  δοκίμιο του Λούκατς  για τον Νίτσε περιέχεται  στο έργο του «Η καταστροφή του Λόγου»

[2] όπως προηγούμενα σελ. 7

[3] Δ.Γληνός :Εκλεκτές σελίδες , Εκδόσεις Στοχαστής, Τόμος Α’ , σελ. 100 στο δοκίμιο του «Νοσταλγός ή προφήτης :ένα σύντομο σκίτσο για το Νίτσε  και τη φιλοσοφία », που πρωτοδημοσιεύθηκε ,ως πρόλογος στο έργο του Φ.Νίτσε «Η γενεαλογία της ηθικής », που μετέφρασε ο ίδιος με το ψευδώνυμο Δ.Αλεξάνδρου και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Γκοβόστη στην Αθήνα το 1942.

[4] Φ.ΝΙΤΣΕ : «Ανεπίκαιροι Στοχασμοί », ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ,Θεσσαλονίκη 1996, Εισαγωγή- μετάφραση – χρονικό Ι.Σ.Χριστοδούλου ,Πρόλογος Σ.Δεληβογιατζής σελ. 265-266.

[5] Όπως προηγούμενα σελ.266

[6] Όπως προηγούμενα σελ 267

[7] Όπως προηγούμενα σελ 267

[8] Όπως προηγούμενα σελ 267.Σε ένα άλλο σημείο του ίδιου βιβλίου συνηγορεί υπέρ των γνήσιων χριστιανών (όπως ήταν για παράδειγμα  οι ασκητές  ) , που κράτησαν τον χριστιανισμό εκτός του κράτους : « Οι περισσότερο γνήσιοι  και αληθινοί  οπαδοί του Χριστιανισμού , την κοσμική του επιτυχία , την επονομαζόμενη «ιστορική ισχύ » του ,ανέκαθεν την αμφισβήτησαν και την εμπόδισαν περισσότερο παρά την υποστήριξαν .Γιατί φρόντιζαν να θέσουν εαυτούς εκτός «του κόσμου» , και δεν ανησυχούσαν για την «πορεία  της χριστιανικής ιδέας» γι’ αυτό κυρίως έχουν μείνει εντελώς άγνωστοι και ανώνυμοι στην Ιστορία »(σελ.193).

[9] Όπως προηγούμενα σελ 272

[10] Όπως προηγούμενα σελ 279

[11] Όπως προηγούμενα σελ279

[12] Όπως προηγούμενα σελ 279

[13] Όπως προηγούμενα σελ 279

[14] Όπως προηγούμενα σελ 279.Στους «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς» , ο Σωκράτης σε αντίθεση με άλλα έργα του Νίτσε , έχει μια απόλυτα θετική αντιμετώπιση.

[15] Όπως προηγούμενα σελ 280

[16] Όπως προηγούμενα σελ 284

[17] Όπως προηγούμενα σελ 294

[18] Όπως προηγούμενα σελ295

[19] Όπως προηγούμενα σελ 301

[20] Όπως προηγούμενα σελ 302

[21] Όπως προηγούμενα σελ332

[22] Όπως προηγούμενα σελ335

[23] Όπως προηγούμενα σελ 389

[24] Όπως προηγούμενα σελ 179

[25] Όπως προηγούμενα σελ 185

[26] Όπως προηγούμενα σελ 219

[27] Όπως προηγούμενα σελ 229

[28] Όπως προηγούμενα σελ 241

[29] Όπως προηγούμενα σελ 242

[30] Όπως προηγούμενα σελ 256

[31] Όπως προηγούμενα σελ 256-257

[32] Όπως προηγούμενα σελ 259.

[33] Όπως προηγούμενα σελ 263

[34]Φ.Νίτσε : «Μαθήματα για την Παιδεία », Εκδόσεις Ροές , Μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος

[35] Όπως προηγούμενα σελ 47, 48

[36] Όπως προηγούμενα σελ 49

[37] Όπως προηγούμενα σελ 51

[38] Όπως προηγούμενα σελ 53

[39] Όπως προηγούμενα σελ 55

[40] Όπως προηγούμενα σελ 55

[41] Όπως προηγούμενα σελ 65

[42] Όπως προηγούμενα σελ 65

[43] Όπως προηγούμενα σελ 83

[44] Όπως προηγούμενα σελ 102

[45] Όπως προηγούμενα σελ 102

[46] Όπως προηγούμενα σελ 103

[47] Όπως προηγούμενα σελ 103,104

[48] Όπως προηγούμενα σελ 118

[49] Όπως προηγούμενα σελ 120

[50] Όπως προηγούμενα σελ 130,131. Ένας στοχαστής που προέρχεται από την ορθόδοξη  χριστιανική σκέψη  ο Σ .Γουνελάς σχολίασε εκτεταμένα   στο δοκίμιο του  «Ο Φ.Νίτσε , οι διαλέξεις για την παιδεία»  ,που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του « Η κρίση του πολιτισμού» , τις σκέψεις του Νίτσε και κατέληξε  ότι «Οι διαλέξεις του Νίτσε μας επαναφέρουν με σαφήνεια και ανιδιοτέλεια μπροστά στην πραγματικότητα , φωτίζοντας την ελληνικά , υπό ορισμένη έννοια. Ο πυρήνας από τον οποίο αντλεί και στον οποίο παραπέμπει δεν είναι μια στείρα αρχαιολατρία , αλλά η γονιμοποίηση του και των αισθήσεων στη σημερινή εποχή ή σε οποιαδήποτε άλλη, έτσι ώστε να βοηθηθεί ο άνθρωπος να ξαναβρεί το «μέγεθος», που έχασε »(σελ.127).

[51] «Ανθρώπινο πολύ Ανθρώπινο» , Εκδόσεις Μ. Δαμιανού , Μετ.Ε.Καλκάνη

[52] Όπως προηγούμενα σελ.441 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 310)

[53] Όπως προηγούμενα σελ.439,440 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 304)

[54] Όπως προηγούμενα σελ. 441 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 308)

[55] Όπως προηγούμενα σελ. 442 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 317)

[56] Όπως προηγούμενα σελ. 550,551 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 220)

[57] Όπως προηγούμενα σελ. 571 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 285)

[58] Όπως προηγούμενα σελ. 572 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 286)

[59] Όπως προηγούμενα σελ. 572 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 288)

[60] Όπως προηγούμενα σελ. 292(από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 472)

[61] Όπως προηγούμενα σελ. 293 (από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 473)

[62] Όπως προηγούμενα σελ. 293(από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 473)

[63] Όπως προηγούμενα σελ. 293(από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 473)

[64] Φ. ΝΙΤΣΕ:Ιδε ο Άνθρωπος ,Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ. 90

[65] Φ. ΝΙΤΣΕ:Ιδε ο Άνθρωπος ,Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ143

[66] Φ. ΝΙΤΣΕ:Ιδε ο Άνθρωπος ,Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ 146,147

[67] Φ. ΝΙΤΣΕ:Το λυκόφως των ειδώλων, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ.65,66

[68] Φ. ΝΙΤΣΕ:Το λυκόφως των ειδώλων, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ.69

[69] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ.42

[70] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ129

[71] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ 50

[72] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ 168

[73] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ 183

[74] Φ.ΝΙΤΣΕ; «Γενεαλογία της Ηθικής»,Εκδόσεις Γκοβόστης, ,Μετάφραση Άρης Δικταίος , σελ.120

[75] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Αυγή», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας, σελ.127

[76] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Η θέληση για δύναμη», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας,σελ.44

[77]Φ.ΝΙΤΣΕ «Ανθρώπινο πολύ Ανθρώπινο» , Εκδόσεις Μ. Δαμιανού , Μετ.Ε.Καλκάνη, σελ.571,(από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 285)

[78] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Ο Αντίχριστος», Εκδοτική Θεσσαλονίκης ,Μετάφραση Ζ.Σαρίκα ,σελ. 71.

[79] Στο «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα »(Εκδόσεις Δωδώνη , Μετάφραση Α.Δικταίου ): «Κράτος λέγεται το πιο παγερό απ’ όλα τα παγερά τέρατα. Κ’ επίσης παγερά ψεύδεται. Και τα ψέματα αυτά έρπουν από το στόμά του: «Εγώ ,το κράτος ,είμαι ο λαός .Αυτό είναι ψέμα !Δημιουργοί ήσαν αυτοί που δημιούργησαν τους λαούς  και κρέμασαν από πάνω τους μια πίστη και μιαν αγάπη :έτσι υπηρέτησαν τη ζωή »(σελ. 87), στο «Θέληση για δύναμη » (Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας)  γράφει «Το κράτος ή η οργανωμένη ανηθικότητα –εσωτερικά : ως αστυνομία , ποινικό δίκαιο , τάξεις ,εμπόριο , οικογένεια .Εξωτερικά :ως θέληση για δύναμη , για πόλεμο , για κατάκτηση , για εκδίκηση»(σελ.336),ενώ δικαιολογεί την εξέγερση «Το έγκλημα ανήκει στην έννοια «εξέγερση εναντίον της κοινωνικής τάξης πραγμάτων».Δεν «τιμωρούν έναν στασιαστή :τον καταστέλλουν .Ένας στασιαστής μπορεί να είναι άθλιος και αξιοπεριφρόνητος άνθρωπος .Αλλά δεν υπάρχει τίποτε μεμπτό σε μια εξέγερση καθ’ εαυτήν – και το να είσαι στασιαστής σε σχέση με το δικό μας είδος κοινωνίας  δεν μειώνει από μόνο του την αξία ενός ανθρώπου .Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις όπου οφείλει κανείς να τιμήσει έναν στασιαστή ,επειδή αυτός βρίσκει κάτι στην κοινωνία μας εναντίον του οποίου χρειάζεται να γίνει πόλεμος : όπου μας ξυπνά από τον λήθαργό μας ….Σε όλα σχεδόν τα εγκλήματα βρίσκουν επίσης έκφραση ορισμένες ιδιότητες που δεν πρέπει να λείπουν από έναν άνθρωπο .Δεν ήταν αδικαιολόγητο που ο Ντοστογιέφσκι είπε για τους τροφίμους των σιβηριανών φυλακών του  ότι αποτελούσαν το πιο ισχυρό και πιο αξιόλογο κομμάτι του ρωσικού λαού» (σελ.343 ,344)

[80] Στο «Λυκόφως των Ειδώλων», Εκδοτική Θεσσαλονίκης , Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας : «Στοιχίζει πολύ ακριβά η άνοδος στην εξουσία :η εξουσία σε κάνει ηλίθιο »(σελ.51)

[81] Στο «Θέληση για δύναμη » (Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας)  γράφει «Λίγος καθαρός αέρας !Αυτή η παράλογη κατάσταση της Ευρώπης δεν πρέπει να συνεχιστεί άλλο ! Υπάρχει καμιά ιδέα πίσω απ’ αυτόν τον βοϊδίσιο εθνικισμό ;  » (σελ. 347)

[82] Στο «Γενεαλογία της Ηθικής  » Εκδόσεις Γκοβόστης, ,Μετάφραση Άρης Δικταίος γράφει : «Μα , πρώτ’ απ’ όλα , θα πώ κάτι στο αυτί των ψυχολόγων μας , αν υποθέσουμε πως θα τους έκανε κέφι να μελετήσουν από πιο κοντά την ίδια τη μνησικακία :το φυτό αυτό ανθίζει , σήμερα , κατά τον ωραιότερο τρόπο , ανάμεσα στους αναρχικούς και στους αντισημίτες , όπως άνθιζε , πάντα , άλλωστε , σαν τον μενεξέ , μ’ όλο που το άρωμά του διαφέρει»(σελ. 75).Στο Φ.ΝΙΤΣΕ: «Ο Αντίχριστος», Εκδοτική Θεσσαλονίκης ,Μετάφραση Ζ.Σαρίκα , γράφει «Μπορούμε να εξισώνουμε πλήρως τον χριστιανό με τον αναρχικό :ο στόχος τους , το ένστικτό τους , κατευθύνεται μόνο προς την καταστροφή. Η ιστορία αποδεικνύει αυτήν την πρόταση με μια εκπληκτική σαφήνεια»(σελ.79).

[83] Στο «Γενεαλογία της Ηθικής  » Εκδόσεις Γκοβόστης, ,Μετάφραση Άρης Δικταίος γράφει : «δε μπορώ να υποφέρω μήτε κι αυτούς τους νεοφανείς εμπόρους του ιδεαλισμού , τους αντισημίτες , που σήμερα στρέφουν άλλού τα μάτια τους και χτυπούν τα χριστιανικά , άρεια , αγαθά στήθεια τους και  που με γαϊδουρινή υπομονή και   ξεθεωτική κατάχρηση  των κοινότερων δημαγωγικών μέσων, την ηθική στάση δηλαδή , ζητούν να ερεθίσουν όλα τα στοιχεία του κερασφόρου ζώου που ‘χει ένας λαός (- αν κάθε είδος πνευματικής απάτης δεν μένει χωρίς επιτυχία στη σημερινή Γερμανία , αυτό οφείλεται στο αδιάψευστο και χειροπιαστό κιόλας φτώχεμα του γερμανικού πνεύματος , που την αιτία του τη ζητώ σε μιαν υπερβολικά αποκλειστική πνευματική τροφή που του δίνεται μ’ εφημερίδες , πολιτική , μπύρα  και βαγκνερική  μουσική , συμπεριλαμβανομένου κι αυτού που αποτελεί προυπόθεση αυτής της δίαιτας : ο εθνικός αποκλειστικισμός κ’ η εθνική ματαιοδοξία , η ισχυρή , μα και στενή αρχή : «Η Γερμανία υπεράνω όλων», μα και ,αμέσως μετά , η paralysis agitans των «μοντέρνων ιδεών» ) » (σελ. 168, 169).Επίσης στο Φ.ΝΙΤΣΕ «Η περίπτωση Βάγκνερ- Νίτσε εναντίον Βάγκνερ , Εκδοτική Θεσσαλονίκης ,Μετάφραση Ζ.Σαρίκα» γράφει : «Δεν αντέχω τίποτε το διφορούμενο .Από τότε που πήγε ο Βάγκνερ στη Γερμανία ,ενέδωσε σιγά-σιγά σ’ όλα  όσα περιφρονώ εγώ –ακόμη και στον αντισημιτισμό  »(σελ.94).

Στο «Πέρα από το καλό και το κακό »(Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση –Επιμέλεια Ζ.Σαρίκας), γράφει «Τι χρωστάει η Ευρώπη στους Εβραίους;- Πολλά πράγματα , καλά και κακά , και προπαντός ένα που είναι ταυτόχρονα από τα καλύτερα και από τα χειρότερα:το μεγάλο στιλ στην ηθική , τη φοβερότητα και τη μεγαλειότητα των ατέλειωτων απαιτήσεων , των ατέλειωτων σημασιών , ολόκληρο τον ρομαντισμό και την εξοχότητα των ηθικών αμφιβολιών – και κατά συνέπεια ακριβώς το πιο ελκυστικό , ύπουλο και διαλεγμένο κομμάτι  εκείνων των χρωματικών παιχνιδιών και των σαγηνών της ζωής από  από  των οποίων την τελευταία αναλαμπή ο ουρανός της ευρωπαϊκής κουλτούρας μας , ο απογευματινός της ουρανός , τώρα φλέγεται – ίσως καίγεται. Εμείς οι καλλιτέχνες μεταξύ των θεατών και των φιλοσόφων είμαστε γι’ αυτό το πράγμα ευγνώμονες – στους Εβραίους….Το ότι οι Εβραίοι θα μπορούσαν , αν το ήθελαν – ή αν αναγκάζονταν , όπως φαίνεται να θέλουν οι αντισημίτες – ακόμη και τώρα να επικρατήσουν , και μάλιστα να κυριαρχήσουν σ’ ολόκληρη την Ευρώπη είναι σίγουρο.. Εξίσου σίγουρο είναι ότι δεν δουλεύουν και δεν κάνουν σχέδια γι’ αυτό το πράγμα.. Στο μεταξύ θέλουν και επιθυμούν μάλλον , ακόμη και με κάποια φορτικότητα , να απορροφηθούν και να αφομοιωθούν από την και μέσα στην Ευρώπη , λαχταρούν να εγκατασταθούν επιτέλους μόνιμα, να γίνουν δεκτοί και σεβαστοί και να δώσουν τέλος στη νομαδική ζωή , στον «περιπλανώμενο Ιουδαίο»  »(σελ. 144,σελ.146).

Στο Φ.ΝΙΤΣΕ: «Η θέληση για δύναμη», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας : «οι αντισημίτες δεν συγχωρούν τους Εβραίους για το ότι έχουν «πνεύμα» – και χρήμα. Οι αντισημίτες – ένα άλλο όνομα για  τους «μη προνομιούχους»(σελ.403)

[84] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Η θέληση για δύναμη», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας,σελ.406

[85] όπως προηγούμενα σελ.406

[86] όπως προηγούμενα σελ.406

[87] όπως προηγούμενα σελ.406

[88] όπως προηγούμενα σελ.407

[89] όπως προηγούμενα σελ.350

[90] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004.

[91] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ.147

[92] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ 147,148

[93] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ147

[94] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ 148

[95] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός  173 ,σελ.124

[96] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός  173 ,σελ.124

[97] Κ.Μάρξ – Φ.Ένγκελς : « Η Γερμανική Ιδεολογία » , μετάφραση Κ.Φιλίνη , Αθήνα ,Gutenberg  , τόμος Α’ , σελ. 78.

[98] Ο Κ.Παπαιωάννου στο έργο του «ο Μάρξ και η φιλοσοφία » επισημαίνει  «Άλλωστε , ο ώριμος Μάρξ , πιο εξοικειωμένος με την πραγματικότητα του βιομηχανικού πολιτισμού . δείχνει ένα μεγάλο σκεπτικισμό , σχετικά με τη δυνατότητα μιας τέτοιας επανεμφάνισης της παλιάς «χαράς της εργασίας».Σ’όλη του τη ζωή ο Marx ,πίστευε , ότι η βιομηχανική  εργασία φανερώνει την «ουσία» του ανθρώπου και αποτελεί την πληρέστερη πραγματοποίηση των «ουσιαστικών δυνάμεων  του ανθρώπου»! » (Κ.Παπαιωάννου:Φιλοσοφία και Τεχνική :ο διάλογος Μάρξ- Χέγκελ, Εναλλακτικές Εκδόσεις ,Εισαγωγή Γ.Καραμπελιά σελ.63)

[99] Γ.Χέγκελ: Φαινομενολογία του πνεύματος ,Εκδόσεις Δωδώνη, Εισαγωγή-μετάφραση –σχόλια Δ.Τζωρτζόπουλου, Τόμος Α’ ,σελ. 343

[100] Κ.Μάρξ:Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, Εκδόσεις Γλάρος, 1975,μετάφραση  Μπάμπη Γραμμένου, σελ.177

[101] Φ.ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.89-106

[102] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.89

[103] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.90

[104] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.91

[105] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.98

[106] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.102

[107] ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.102

[108] Φ.ΝΙΤΣΕ:ΙΔΕ ο Άνθρωπος, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ14

[109] Φ.ΝΙΤΣΕ: Πέρα από το καλό και το κακό »,Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση –Επιμέλεια Ζ.Σαρίκας : «  Νιώθουμε σαν το σπίτι μας σε πολλές χώρες του πνεύματος , ή τουλάχιστον υπήρξαμε φιλοξενούμενοι σε σ’ αυτές. Ξεφεύγαμε πάντα από τις ευχάριστες μουχλιασμένες γωνιές , στις οποίες έδειχναν να μας παραδίδουν η προτίμηση και η προκατάληψη , η νιότη , η καταγωγή , οι συγκυρίες ανθρώπων και βιβλίων , ή και η κόπωση από την  περιπλάνηση .Είμαστε γεμάτοι κακία για τα θέλγητρα της εξάρτησης , που κρύβονται  μέσα στις τιμές , στο χρήμα , στα αξιώματα ή στους ενθουσιασμούς των αισθήσεων .Είμαστε ευγνώμονες προς τη δυστυχία και τη μεταβαλλόμενη αρρώστια , επειδή πάντα μας ελευθέρωνε από κάποιον κανόνα και την  «προκατάληψή» του »(σελ. 50).

[110] Φ.ΝΙΤΣΕ : Η θέληση για δύναμη, Εκδόσεις Νησίδες ,Μετάφραση- επιμέλεια Ζ.Σαρίκας,σελ. 405

[111] όπως προηγούμενα σελ.438

[112] όπως προηγούμενα σελ.438.Παρόμοιες αντιλήψεις εκφράζει στο «Πέρα από το καλό και το κακό »(Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση –Επιμέλεια Ζ.Σαρίκας) : «ο εκδημοκρατισμός της Ευρώπης είναι ταυτόχρονα μια αθέλητη διευθέτηση για τη δημιουργία τυράννων – με όλες τις έννοιες της λέξης , ακόμη και την πιο πνευματική»(σελ.138)

[113] όπως προηγούμενα σελ.438

[114] όπως προηγούμενα σελ.440

[115] όπως προηγούμενα σελ. 238

[116] όπως προηγούμενα σελ.394

 

Πηγή: https://koutroulis-spyros.blogspot.com/2010/11/blog-post_28.html

Συλλογή κειμένων: Χρήμα, Μαγεία, Οικονομία (Μέρος Γ’)

Σημείωση: Επιλέξαμε να συγκεντρώσουμε και να αναδημοσιεύσουμε σε 3 μέρη μία εξαιρετική συλλογή κειμένων σχετικά με μία θεσμοκεντρική κατανόηση της λειτουργίας και της γενεαλογίας του χρήματος έναντι των κυρίαρχων οικονομοκεντρικών συλλήψεων του. Η πηγή των κειμένων απαντάται στην σελίδα των dangerfew και τους ευχαριστούμε για το πολύτιμο έργο τους.

Ένα επάγγελμα χωρίς όνομα -8

Μια εύλογη ερώτηση που προκύπτει από τις έως τώρα αναλύσεις που παρουσιάσαμε, είναι το από πού προήλθε το χρήμα; ‘Αραγε η ανθρωπότητα οδηγήθηκε σε αυτό με κάποιο αυτόματο, αιτιοκρατικό τρόπο; Είδαμε ότι δεν προήλθε από τον αντιπραγματισμό, δεν είχε (ούτε έχει) σχέση με την επινόηση ενός «πιο βολικού» μέσου ανταλλαγής. Μήπως λοιπόν το χρήμα (και η αξία) προήλθε  έχει από την ιστορική δραστήριότητα ενός συλλογικού, ταξικού αν θέλετε, υποκειμένου;

 

Στην αρχή της έρευνάς μας αναφερθήκαμε σε αυτό το ζήτημα ακροθιγώς. Τώρα πρέπει να το δούμε λίγο πιο διεξοδικά. Αφού είδαμε μέσα από ποιού είδους παρερμηνειών εδραιώθηκε η μαγεμένη αντίληψη της αξίας, θα δείξουμε τώρα τη δραστηριότητα που το επινόησε και κάτι εξαιρετικά σημαντικό: ότι η δραστηριότητα αυτή προήλθε ουσιαστικά από «ένα επάγγελμα χωρίς όνομα».

 

Για το σκοπό αυτό, παραθέτουμε εδώ μια δική μας περίληψη (με ενσωματωμένες λίγες δικές μας επεξηγήσεις εδώ κι εκεί) μιας σχετικής μελέτης της Hélène Vérin με τίτλο «Αγορά και εμπορευματική ανταλλαγή: μερικά σημεία αναφοράς στην ιστορία μιας υποψίας» (2010). – Σημ. HS

 

*

Η δυσκολία ενός ορισμού της πολύπλοκης δραστηριότητας των εμπόρων είναι παρούσα στην πανάρχαια ιστορία των λέξεων.

Όμηρος και Αριστοτέλης

Σύμφωνα με τον Εμίλ Μπενβενίστ (Λεξικό των ινδοευρωπαϊκών θεσμών, τ. 1, 1969), ήδη στη γλώσσα του Ομήρου διαπιστώνεται μια διαφοροποίηση των χρησιμοποιούμενων όρων, μέσα από την οποία η αγοραπωλησία διακρίνεται από το εμπόριο. Για την καθαυτό εμπορική δραστηριότητα, ο Όμηρος χρησιμοποιεί τα ρήματα πιπράσκω (διασχίζω, διαπορεύομαι) και πέρνημι (ταξιδεύω σε μακρινές χώρες για να πουλήσω.) Για την αγοραπωλησία αγαθών, δηλαδή για την ανταλλαγή μεταξύ ενός αγοραστή κι ενός πωλητή, χρησιμοποιεί αφ’ ενός τον όρο πωλείν  και εννοεί: ορίζω μια τιμή, επιδιώκω ένα κέρδος∙ και αφ’ ετέρου τον όρο ωνέομαι, που σημαίνει διαπραγματεύομαι με τον πωλητή και αγοράζω, παζαρεύω.

Αυτή τη διαφοροποίηση μεταξύ αγοραπωλησίας και εμπορίου, ο Αριστοτέλης έρχεται να την θεωρητικοποιήσει στα Πολιτικά και τα Ηθικά έργα του. Κατ’ αυτόν, καλό είναι αυτό που εναρμονίζει τις ανθρώπινες δραστηριότητες με την φυσική τάξη, τον Κόσμο. Ιεραρχώντας τις δραστηριότητες του ανθρώπου, ο Αριστοτέλης τοποθετεί πρώτη την πολιτική. Ποια θέση δίνει στη δραστηριότητα του εμπόρου; Για να το καταλάβουμε, πρέπει να δούμε ότι, σε μια πρώτη στιγμή, διακρίνει την οικονομία −με την οποία εννοεί την κτήση και την καλή διαχείριση των αγαθών− από τη χρηματιστική, την ανταλλαγή που μεσολαβείται από το χρήμα∙ και σε μια δεύτερη στιγμή, διακρίνει την ίδια τη χρηματιστική σε «κατά φύση» και «παρά φύση».

Η κατά φύση, η «καλή», χρηματιστική αφορά την αγοραπωλησία (πωλείν και ωνέομαι) μικρής κλίμακας, η οποία αποσκοπεί απλώς και μόνο στον πορισμό χρήσιμων αγαθών. Η παρά φύση, η «κακή», χρηματιστική έχει να κάνει με το εμπόριο, με το οποίο εννοείται συγκεκριμένα το εμπόριο μεταξύ διαφορετικών χωρών: μέσα από αυτή τη δραστηριότητα, εξηγεί ο Αριστοτέλης, τα χρήμα εισέβαλε ως αναγκαιότητα στη ζωή των ανθρώπων.

Γιατί αυτή η δραστηριότητα είναι «παρά φύση»; Για δυο λόγους. Πρώτον, διότι κάνοντας σκοπό της ανταλλαγής όχι τον πορισμό χρήσιμων αγαθών αλλά του ίδιου του χρήματος, αυτή η χρηματιστική είναι η τέχνη της δημιουργίας και απόκτησης πλούτου αποκλειστικά και μόνο από την ίδια την ανταλλαγή, δηλαδή έξω από τις φυσικές μορφές δημιουργίας πλούτου (γεωργία, αλιεία, κυνήγι, κ.λπ.). Δεύτερον και κυριότερον, επειδή είναι μια δραστηριότητα αντίθετη απ’ ο,τιδήποτε το φυσικό στο βαθμό που δεν έχει και δεν θέτει στον εαυτό της κανένα όριο (βλ. Πολιτικά): η δραστηριότητα των εμπόρων δεν έχει «τέλος»∙ σαν μια ακόρεστη δίψα (κάτι εντελώς αφύσικο), αέναα ανακυκλώνεται σ’ ένα και μόνο στόχο, τη συσσώρευση χρηματικού πλούτου.

Όμως, αυτή η ακόρεστη δίψα του για χρηματικό κέρδος, αποξενώνει το έμπορο από οποιαδήποτε αυθεντική γνώση και αρετή, και κατά συνέπεια τον διαχωρίζει από την Πόλη. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο έμπορος δεν είναι δυνατόν να είναι καλός πολίτης −κι αλίμονο στην Πόλη που θα ρυθμίσει τις τύχες της με βάση τις απαιτήσεις των εμπόρων.

«Διδασκαλικόν»

Μερικούς αιώνες αργότερα, στο εγκυκλοπαιδικό σύγγραμμά του Διδασκαλικόν −όπου καταγράφει και παρουσιάζει αναλυτικά διάφορες ανθρώπινες δραστηριότητες συνδέοντάς τις με αντίστοιχες τέχνες−, ο φιλόσοφος, θεολόγος και μυστικιστής Ούγος του Σαιντ Βίκτορ (1096-1141) συνδέει τη δραστηριότητα των εμπόρων με την τέχνη της ρητορικής. Διότι, όπως παρατηρεί, «στο επάγγελμα αυτό είναι εντελώς απαραίτητη η ευγλωττία», αφού ο έμπορος «διεισδύει στις μυστικές περιοχές του κόσμου, βγαίνει σε ακτές που δεν έχει δει ανθρώπου μάτι, διασχίζει φρικτές ερήμους και συναλλάσσεται με βάρβαρα έθνη σε άγνωστες γλώσσες».

Εκείνο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι ότι ο Σαιντ Βικτόρ δεν βρίσκει άλλο όνομα για να χαρακτηρίσει αυτή τη δραστηριότητα από το όνομα «πλοήγηση», που είναι και ο τίλος του σχετικού με τους εμπόρους κεφαλαίου του συγγράμματός του. Παρ’ όλα αυτά, σε μια στιγμή χρησιμοποιεί και τον όρο «negotium» (επιχείρηση), κάτι που μας παραπέμπει σε μια δεύτερη σειρά παρατηρήσεων του Μπενβενίστ.

Ένα επάγγελμα χωρίς όνομα!

Πράγματι, ο Μπενβενίστ εξετάζει διεξοδικά την πολύπλοκη διαδικασία σχηματισμού αυτής της λατινικής λέξης. Όπως εξηγεί, η λέξη αυτή είναι σύνθετη, με το πρώτο συνθετικό της αρνητικό: necotium, δηλαδή «απουσία ελεύθερου χρόνου». Πώς όμως αυτός ο αρνητικός όρος γίνεται θετικός, πώς δηλαδή το «να μην έχει κάποιος ελεύθερο χρόνο» έρχεται να προσδιορίσει θετικά ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, το επάγγελμα του εμπόρου;

Αναζητώντας απάντηση, ο Μπενβενίστ προτείνει ότι η λατινική λέξη negotium δεν είναι παρά μετάφραση της αρχαίας ελληνικής λέξης «α-σχολία» −βρίσκει μάλιστα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα στον Πίνδαρο, όπου ο ποιητής, απευθυνόμενος εγκωμιαστικά στην πόλη των Θηβών, λέει: «… το τεόν … πράγμα και ασχολίας υπέρτερον θήσομαι» («θα θέσω τα συμφέροντά σου πάνω από κάθε πράγμα και ασχολία»)∙ αλλά και στον Πλάτωνα, όπου η «ασχολία» σημαίνει δυσκολία: «το σώμα μυρίας παρέχει ημίν ασχολίας» («το σώμα μας μας δημιουργεί μυριάδες δυσκολίες»).

Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Μπενβενίστ, η ελληνική λέξη, μπορεί μεν να αναφερόταν στις «δημόσιες ή ιδιωτικές ασχολίες», αλλά δεν προσδιόριζε τις εμπορικές δραστηριότητες όπως η λατινική negotium. Θεωρεί λοιπόν, ότι οι Λατίνοι δανείστηκαν αυτή τη λέξη από τα ελληνικά και της προσέδωσαν ένα ιδιαίτερο νόημα, το οποίο μάλιστα βρίσκουμε και στα σύγχρονα ανάλογα της λέξης negotium. Πράγματι, όπως σημειώνει, στα γαλλικά, η λέξη «affaires» (από το à faire, «έχω κάτι να κάνω»),  στα αγγλικά η λέξη «business» (από το busy, «είμαι απασχολημένος, δεν έχω ελεύθερο χρόνο») και στα γερμανικά η λέξη «Geschäft» (από το schaffen, «κάνω κάτι, φτιάχνω κάτι»), όλες αυτές οι λέξεις χρησιμοποιούνται, όπως και το negotium, για την εμπορική δραστηριότητα. Και συμπεραίνει:

«Παρατηρούμε εδώ ένα μεγάλο φαινόμενο, κοινό σε όλες τις χώρες και μάλιστα από τους αρχαίους χρόνους: οι εμπορικές δραστηριότητες δεν έχουν όνομα∙ δεν μπορούμε να τις προσδιορίσουμε με όρους θετικούς. (…) Τοποθετούνται έξω από όλα τα επαγγέλματα, από όλες τις πρακτικές, από όλες τις τεχνικές. Γι’ αυτό και δεν μπορέσαμε να τις προσδιορίσουμε παρά αόριστα, με τη γενική έννοια του ‘‘είμαι απασχολημένος’’, ‘‘έχω κάτι να κάνω’’.»

Διαπίστωση, δηλαδή, που συμφωνεί πλήρως με όσα είδαμε ότι λέει σχετικά με αυτή τη δραστηριότητα ο Αριστοτέλης. Πώς όμως αυτή η δραστηριότητα πέρασε τελικά από έξω, όχι απλώς μέσα αλλά στην καρδιά της Πόλης;

Ο Αντουάν ντε Μονκρετιέν και η παράδοση της Πόλης στο εμπόριο

Η αλλαγή αυτή σημειώνεται μέσα από ένα ουσιαστικά πολεμικό έργο του πολεμιστή, τυχοδιώκτη, δραματουργού και οικονομολόγου Αντουάν ντε Μονκρετιέν (1575-1621) με τίτλο Πραγματεία πολιτικής οικονομίας (1615). Δεν είναι προφανώς τυχαίο ότι η πραγματεία αυτή, που στηρίζεται σε όλες τις σύγχρονες τότε γνώσεις (ιατρική, αλχημεία) για να σκεφτεί το κοινωνικό και το πολιτικό, και να προτείνει τρόπους διακυβέρνησης, αποτελεί ρητά μια κατά μέτωπο επίθεση στις θέσεις του Αριστοτέλη.

Σαν τον Αριστοτέλη, ο Μονκρετιέν ορίζει τους ανθρώπους από τη δράση τους και μάλιστα την αμοιβαία δράση τους. Όμως, αναποδογυρίζει την αριστοτελική ιεραρχία των δραστηριοτήτων του πολίτη και τροποποιεί σε βάθος την αριστοτελική αρχή της δράσης με τελικό σκοπό την αρετή και το αγαθό.

 

Για να το πετύχει, εισάγει δυο πρότυπα: το σώμα του ζώου με τις αντιστοιχίες του προς το κοινωνικό σώμα∙ και τη μηχανή με τις κινήσεις της. Έτσι, στις «τρεις ψυχές» του ζωϊκού σώματος αντιστοιχούν οι τρεις μεγάλες μορφές των οικονομικών δραστηριοτήτων: στη φυτική ψυχή, οι εργάτες∙ στην αισθητική ψυχή, οι χειροτέχνες∙ και στη ζωϊκή ψυχή, οι έμποροι. Αυτή η τελευταία,

«έχει έδρα της τον εγκέφαλο. Αυτή ηγεμονεύει τις δράσεις μέσω των νεύρων, που απλώνονται σε διάφορες διακλαδώσεις και δίνει κίνηση σε όλο το σώμα. Με αυτή την ψυχή μπορούμε να συσχετίσουμε πολύ εύλογα τη θέση των εμπόρων μέσα στην κοινωνία των πολιτών.»

Με άλλα λόγια, σε πλήρη αντίθεση με τον Αριστοτέλη, ο Μονκρετιέν τοποθετεί τη δραστηριότητα των εμπόρων στην υψηλότερη θέση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, σαν ηγεμονικό εγκέφαλο και νευρικό σύστημα ολόκληρης της κοινωνίας. Επιπλέον, για να δέσει ακόμα περισσότερο την παράδοση της Πόλης στους εμπόρους, ανατρέχοντας σε μια σειρά μηχανιστικών μεταφορών, υποστηρίζει πως πηγή και θεμέλιο όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, κάθε δράσης, πράξης και κίνησης, είναι το κέρδος.

Τι έχει απογίνει η αναζήτηση της αρετής και του αγαθού; Βεβαίως, λέει ο Μονκρετιέν, «ο πιο συνηθισμένος δεσμός μεταξύ των ανθρώπων εξαρτάται από την αλληλοβοήθεια και τις αμοιβαίες υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν ο ένας στον άλλον», όμως

«η αλληλοβοήθεια και η αμοιβαιότητα εξαρτώνται πάντοτε από το ότι ο καθένας κοιτάζει το ατομικό του κέρδος, γιατί αυτό είναι εκείνο που πάνω απ’ όλα κινεί αυτόν τον ίδιον, ανεξάρτητα από τη γενική κίνηση στην οποία συμμετέχει, έστω κι αν δεν το συνειδητοποιεί. (…) Κι όλη αυτή η ταλαιπωρία, όλα τα ανδραγαθήματα τόσων και τόσω ανθρώπων, άλλο σκοπό δεν έχουν παρά το κέρδος.»

Να λοιπόν, πώς ο Μονκρετιέν καταπιάστηκε να εξυψώσει τη δραστηριότητα των εμπόρων καταρρίπτοντας το αριστοτελικό επιχείρημα, που την όριζε σαν μια «παρά φύση» ακόρεστη δραστηριότητα «προσκόμισης κέρδους», σαν ένα negotium − affaires, business, Geschäft−, που αποξενώνει τον άνθρωπο από την αναζήτηση της αυθεντικής γνώσης και της αρετής, αποξενώνοντάς τον έτσι κι από την Πόλη.

Με τον Μονκρετιέν βλέπουμε λοιπόν να αναδύεται, σε πόλεμο με τις έως τότε αντιλήψεις των σοφών −και ακριβώς στην αυγή των Νέων Χρονων−, η ιδέα ενός «πολίτη», ο οποίος καθορίζεται πρώτα και πάνω απ’ όλα από ιδιοτελή κίνητρα. Και σε αυτόν ακριβώς τον «πολίτη», που δεν είναι άλλος από τον έμπορο, οφείλουν τώρα να παραδοθούν τα κλειδιά της Πόλης. Όπως λέει ο Μοντκρετιέν:

«Ενάντια στην άποψη του Αριστοτέλη και του Ξενοφώντα, εμείς δεν θα ξεχωρίσουμε την οικονομία από την πολιτική, διότι ένας τέτοιος χωρισμός αποκόβει το κύριο μέρος [την οικονομία] από το όλον [την Πόλη]. (…) Ξέχασαν (αυτοί οι αρχαίοι συγγραφείς) ότι το Κράτος πρέπει πάνω απ’ όλα να κοιτάζει την οικονομία, [εντός της οποίας] το εμπόριο συνιστά όχι μόνο την πιο ολοκληρωμένη και εξαίσια δραστηριότητα, αλλά και τη δραστηριότητα εκείνη που κινεί όλες τις άλλες δραστηριότητες της κοινωνίας.»

Η Πόλη παραδομένη λοιπόν στο πάθος ενός επαγγέλματος που δεν έχει όνομα. Καλωσορίσατε στους Νέους Χρόνους!

Χρήμα, Ισχύς και Τεχνικό Σύστημα-9

Η επικράτηση του χρήματος ως «θεσμός όλων των θεσμών» συνδέεται ασφαλώς με ιστορική δραστηριότητα του «επαγγέλματος χωρίς όνομα», η οποία διαμόρφωσε, μέσα από τις κατάλληλες συμμαχίες του, την κοινωνία στην οποία ζούμε. Ας προσέξουμε εδώ τη μεγάλη μεταλλαγή με την οποία εγκαινιάστηκε η εποχή μας: ενώ σε όλο τον προνεωτερικό δυτικό κόσμο το κράτος προστατεύει μεν το χρήμα, αλλά θέτει εξαιρετικά σκληρούς περιορισμούς (συχνά και εξοστρακισμούς) στο εμπόριο και στην τραπεζική δραστηριότητα, κατά το τέλος του Μεσαίωνα η σχέση αυτή ανατρέπεται. Φτάνουμε έτσι στη λεγόμενη αστική επανάσταση, που μπορούμε να πούμε ότι ήταν η τελευταία πράξη μέσω της οποίας το χρήμα-κεφάλαιο (έμποροι, τραπεζίτες, ανώτερη αστική τάξη) συμμάχησε με το κράτος και την ισχύ (πρώην αυλικοί) και διαμορφώθηκε έτσι η σύγχρονη κυρίαρχη κοινωνία.

 

Φτάνοντας λοιπόν στο ιστορικό μας παρόν, σε αυτό το σημείο της έρευνάς μας πρέπει να εξετάσουμε τη σύνδεση του χρήματος με τη σύγχρονη μορφή ισχύος, το τεχνικό σύστημα.  Θυμίζουμε ότι με τον όρο αυτό δεν εννούμε τις μηχανές (βιομηχανικές ή ηλεκτρονικές), ούτε τις τεχνολογίες, αλλά το σύστημα που εδραιώνει η μεταξύ τους ολοένα και στενότερη διασύνδεση υπό την εποπτεία του τεχνικού πνεύματος. Θυμίζουμε επίσης ότι στο τεχνικό σύστημα αντιστοιχεί σε ένα πολύ προχωρημένο στάδιο επικράτησης του μοντέρνου ανθρωπολογικού τύπου μέσα στην κοινωνία, καθώς και σε μια αναδιάταξη στο εσωτερικό της ίδιας της σύγχρονης ταξικής κυριαρχίας.  Σε κάθε περίπτωση επομένως, η σύνδεση χρήματος-τεχνικού συστήματος είναι πράγματι αποφασιστική για την κατανόηση του σημερινού κόσμου, των κρίσεών του και του μέλλοντός του, διότι είναι η ισχυρότερη μορφή σύνδεσης του χρήματος με το κράτος και την κεντρική εξουσία. 

Είπαμε για το μέλλον του κόσμου μας και εδώ ας ξαναθυμίσουμε δυο πράγματα. Οπωσδήποτε η παρούσα κρίση δείχνει ότι η υπάρχουσα κοινωνία αδυνατεί να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα, στα οποία κάποτε υποσχέθηκε ότι απαντούσε. Όμως για το πέρασμα σε μια καλύτερη κοινωνία χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο, ή μάλλον ποιοτικά διαφορετικό. Χρειάζεται να δοθούν καλύτερες απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά και πριν από αυτό, να ξεκαθαριστούν αυτά τα ερωτήματα —διότι μπορεί να είναι άκυρα και τα προβλήματα να οφείλονται στις προσπάθειες να απαντηθούν άκυρα ερωτήματα και τυφλές ελπίδες, όπως π.χ. η ιδέα ότι επιστήμη μπορεί να απαντήσει στα ζητήματα της ύπαρξης και της πολιτικής, ή ότι η Τεχνική μπορεί να θεραπεύσει ριζικά και ολοκληρωτικά όλες τις ασθένειες.

Εδώ λοιπόν αξίζει να υπενθυμίσουμε τη μεστή παρατήρηση του Σπύρου Κυριαζόπουλου (Η Καταγωγή του Τεχνικού Πνεύματος, 1965), που είναι βέβαιο ότι θα προσυπέγραφε και ο Ζακ Ελλύλ: «Για να παρουσιαστεί το Τεχνικό πνεύμα, μεσολάβησε η ευρωπαϊκή αποπνευμάτωση του κόσμου (…). Και είναι άξιο παρατηρήσεως το γεγονός, ότι ο διαφορισμός της επιφανείας των τεχνικών πραγμάτων στις μεγάλες του στιγμές, γιορτάζει εκεί όπου ο κοινωνικός βίος δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει το Πρόσωπο (…) ενώ παραλλήλως, το Τεχνικό πνεύμα κυριαρχεί τόσο περισσότερο, όσο περισσότερο κάμπτεται, εκεί όπου είχε δημιουργηθεί, η προσωπική διάσταση».

 

Ας δούμε όμως ακριβέστερα τη σύνδεση του χρήματος με το τεχνικό σύστημα, που προσδιορίζει το παρόν μας. Ο λόγος στον Στεφάν Λαβινιότ. –Σημ. HS.

 

*

 

«Δεδομένου ότι η λογική της Τεχνικής επιβάλλεται σ’ ολόκληρο τον κόσμο και σε όλες τις διαστάσεις της ζωής, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η Τεχνική οδηγεί τον ολοκληρωτισμό του χρήματος. Ας διευκρινίσουμε όμως πρώτα τι εννοούμε ως Τεχνική.

Όπως γράφει χιουμοριστικά ο Ζαν-Λουί Πορκέ στο βιβλίο του για τον Ζακ Ελλύλ, “ο εχθρός δεν είναι βέβαια το … ανοιχτήρι!”. Το πρόβλημα δεν είναι το άλφα ή το βήτα τεχνικό αντικείμενο —παρ’ όλο που μπορεί να είναι πρόβλημα η λογική που το παράγει. Το πρόβλημα είναι η Τεχνική ως Σύστημα.

 

Επομένως, δεν είναι λοιπόν ακόμα πιο επικίνδυνο αυτό το Σύστημα όταν συμπλέκεται με το Χρήμα; Πράγματι, από τη στιγμή που το Χρήμα ως Ισχύς συμπλέκεται με το Τεχνικό Σύστημα, οι συνέπειες είναι ολέθριες. Δείτε για παράδειγμα στη σημερινή οικονομική κρίση.

Μοντέρνες τεχνολογίες και έκρηξη του χρήματος

Ήδη από το 1954 ο Ζακ Ελλύλ δείχνει εκτεταμένα στο βιβλίο του Η Τεχνική ή το Διακύβευμα του Αιώνα (1954), γιατί η Τεχνική είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Τα τελευταία χρόνια λοιπόν, κινητήρια δύναμη της οικονομίας δεν είναι τόσο η εφεύρεση νέων τεχνικών αντικειμένων, όπως ήταν προηγουμένως λ.χ. το αυτοκίνητο ή ο υπολογιστής (ένας ερευνητής τόνιζε τις προάλλες, ότι εδώ και 10 χρόνια δεν έχουμε εφεύρει κανένα νέο αντιβιοτικό). Τώρα πια, κινητήρια δύναμη της οικονομίας είναι τεχνολογίες και τεχνικές συνδεδεμένες άμεσα με το χρήμα. Παράδειγμα:

  • Το διαδίκτυο αναπτύσσεται ιλιγγιωδώς επειδή έχουν αναπτυχθεί οι τεχνολογίες των on-line πληρωμών.
  • Η υπερανάπτυξη της οικοδομής στις ΗΠΑ, η οποία έφτασε στο καταστροφικό σημείο που όλοι πλέον γνωρίζουμε, δεν οφείλεται τόσο σε κάποιες νέες οικοδομικές τεχνικές (που θα επέτρεπαν π.χ. την κατασκευή φθηνότερων ή πιο οικολογικών σπιτιών), όσο στο ότι αναπτύχθηκαν νέες χρηματιστηριακές τεχνικές και νέες τεχνικές στο marketing, που έκαναν δυνατή την πώληση σπιτιών με πίστωση και σε ανθρώπους που δεν είχαν τη δυνατότητα ν’ αποπληρώσουν τα δάνεια.
  • Χάρη στην Τεχνική επινοήθηκαν επίσης ένα πλήθος από χρηματιστηριακά “προϊόντα” ολοένα και πιο πολύπλοκα από τεχνικής άποψης αλλά και απείρως δυσκολότερο να ελεγχθούν.
  • Γενικότερα, η ανάπτυξη των τεχνικών του marketing, των χρηματιστηριακών δραστηριοτήτων και της διαφήμισης βρίσκονται πλέον στην καρδιά μιας οικονομίας της υπερκατανάλωσης, της ταχύτατης αντικατάστασης ενός αντικειμένου από ένα άλλο.

Έχουμε λοιπόν από τη μια μεριά το χρήμα ως μια ανάγκη, η οποία είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί, διότι:

  • από την πλευρά εκείνων που πωλούν, γεννάει ακόρεστη επιθυμία για πλουτισμό με αποτέλεσμα αφ’ ενός να σκαρφίζονται “προϊόντα” ώστε να πωλούν ακόμα και σ’ εκείνους που δεν μπορούν ν’ αγοράσουν, και αφ’ ετέρου να ρισκάρουν τρελά ώστε να κερδίσουν όσα περισσότερα μπορούν∙
  • και από την πλευρά εκείνων που αγοράζουν, γεννά αίσθημα διαρκούς ανικανοποίητου και “πείνας”, με αποτέλεσμα να εμπιστεύονται εντελώς αναξιόπιστα τραπεζικά και χρηματιστηριακά εφευρήματα.

Ταυτόχρονα, πληθαίνουν νέες τεχνικές διακίνησης του χρήματος (πωλήσεις μέσω του διαδικτύου, δάνεια, πιστωτικές κάρτες, ολοένα και πιο λαβυρινθώδεις τεχνικές και “προϊόντα” στις χρηματιστηριακές αγορές, κ.λπ.), που διαδίδονται παντού χάρη στις τεχνικές των ΜΜΕ (π.χ. τηλεόραση, internet) και οποίες, χρησιμοποιώντας τις σύγχρονες διαφημιστικές τεχνικές, προβάλλουν ως απολύτως αξιόπιστα και σαν υποτιθέμενα μοντέρνα αντικείμενα πρώτης ανάγκης όλα αυτά τα εφευρήματα που διακινούν.

 

Επομένως, στο επίκεντρο της σημερινής κρίσης βρίσκεται η σύνδεση μεταξύ του Χρήματος και της Τεχνικής. Όλες οι τεχνικές που με συντομία περιγράψαμε, υπήρξαν η κινητήρια δύναμη μιας νέας ανάπτυξης και ταυτόχρονα μιας νέας καταστροφής, που πολλαπλασιάζεται στο βαθμό ακριβώς που οι τεχνικές εξυπηρετούσαν την ισχύ του χρήματος.

Η παγκοσμιοποίηση των προβλημάτων μέσω της Τεχνικής

Είναι πολύ πιθανό η παραπάνω εξέλιξη να είχε περιοριστεί στις ΗΠΑ, αν το τεχνικό Σύστημα δεν είχε δυο επιπλέον χαρακτηριστικά.

α) Το πρώτο είναι η παγκοσμιότητα. Τεχνικό Σύστημα και παγκοσμιότητα είναι αλληλένδετα. Ήδη στο Η Τεχνική ή το Διακύβευμα του Αιώνα, ο Ελλύλ υπογράμμιζε ότι τα τεχνικά μέσα στο πεδίο της παραγωγής δεν γίνονται μόνο ολοένα και πιο απαραίτητα αλλά συγχρόνως και πιο δαπανηρά: ακριβά μηχανήματα που πρέπει σχετικά σύντομα ν’ αντικατασταθούν από ακριβότερα εξαιτίας του ανταγωνισμού, αναπτυξιακή έρευνα που γίνεται ολοένα και πιο δαπανηρή για τον ίδιο λόγο, κ.ο.κ.

Αυτός είναι ο λόγος που κατά τη διάρκεια της σημερινής κρίσης, ανακαλύψαμε πόσο πολύ η πραγματική οικονομία έφτασε να εξαρτάται από τη χρηματιστηριακή οικονομία μιας και απαιτούνται ολοένα και μεγαλύτερα ποσά χρήματος, σε σημείο που ωχριούν ακόμα και τα νούμερα που αναφέρουν τα ΜΜΕ. Αυτή η οξυμένη ανάγκη για χρήμα —και μην ξεχνάμε ότι το χρήμα είναι παράγοντας μεγάλης τρωτότητας— συνεπιφέρει λοιπόν, μια υπερσυγκέντρωση των κεφαλαίων και των επιχειρήσεων σε παγκόσμιο πλέον επίπεδο. Η κρίση δεν περιορίζεται πια σε τοπικό επίπεδο. Είναι αναγκαστικά παγκόσμια. Στο εξής, κάθε εξαγγελία για απολύσεις αφορά πολλές διαφορετικές περιοχές σε ολόκληρο τον κόσμο καθώς και κεφάλαια, τα οποία πολύ σπάνια έχουν την ίδια εθνικότητα με τους εργαζομένους τους. (…)

β) Το δεύτερο χαρακτηριστικό της Τεχνικής είναι η ολοένα και μεγαλύτερη διασύνδεση μεταξύ των δικτύων. Σε αυτό οφείλεται η ταχύτητα εξάπλωσης αυτής της κρίσης. Ο Ζακ Ελλύλ είχε υπογραμμίσει αυτό το γεγονός ήδη από το 1966, στο βιβλίο του Ερμηνεία των Νέων Κοινών Τόπων, ανατρέποντας την έως τότε κυρίαρχη ιδέα ότι “η μηχανή είναι ένα ουδέτερο αντικείμενο, ένα ουδέτερο εργαλείο”. Έδειξε ότι κάθε εργοστασιακή μηχανή συνδέεται με την παράγωγή άλλων μηχανών, και το ποια μηχανή επιλέγεται σε ένα εργοστάσιο, έχει να κάνει με τον ανταγωνισμό και επομένως με μια τεχνική εξέλιξη, την οποία δεν ελέγχει κανένας, ούτε ο ίδιος ο εργοστασιάρχης.

Η παραγωγή κάθε εργοστασίου συνδέεται λοιπόν στενά με ένα ολόκληρο οικονομικό δίκτυο, με ένα ολόκληρο συνδυασμό στοιχείων που πολλαπλασιάζονται ασταμάτητα και τα οποία κανένας δεν μπορεί να θέσει υπό τον έλεγχό του. Και αν αυτό ισχύει για την πραγματική παραγωγή, ισχύει πολύ περισσότερο για τη χρηματιστηριακή οικονομία, στην οποία τα διάφορα χρηματιστήρια επιδρούν το ένα πάνω στο άλλο σε πραγματικό χρόνο μέσα από ήδη προγραμματισμένα λογισμικά, χωρίς καν την ανθρώπινη παρέμβαση. Ποιος θα μπορούσε αλήθεια να φανταστεί πριν λίγα χρόνια, ότι ένα τόσο περιορισμένο συμβάν όπως η κρίση των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ θα επέφερε μια παγκόσμια κρίση;

Το 1988, στο βιβλίο του Η Μπλόφα της Τεχνολογίας, ο Ελλύλ διαπιστώνει ότι η Τεχνική έχει ξεφύγει τελείως από κάθε έλεγχο. Για τρεις βασικούς λόγους:

  •  επειδή έχει εξαπλωθεί σε τέτοιο βαθμό, που είναι αδύνατον να έχει κανείς ξεκάθαρη εικόνα της κατάστασης (κάτι που έδειξε σαφώς η χρηματιστηριακή κρίση)∙
  • επειδή έχει γίνει τόσο πολύπλοκη, που ξεφεύγει από κάθε δυνατότητα να την σκεφτεί κανείς∙
  • και επειδή το αυξημένο επίπεδο διασύνδεσης την κάνει εξαιρετικά ασταθή. Όπως σημειώνει ο Ζαν-Λικ Πορκέ, “η Τεχνική κάνει εντελώς αδιανόητο το μέλλον μας”.

Η σύνδεση μεταξύ τεχνικών δικτύων σε συνάρτηση με τα εγωϊστικά και αρπακτικά ανακλαστικά του χρήματος έχουν δημιουργήσει μια εντελώς ανεξέλεγκτη οικονομία.»

Stéphane Lavignotte, Το Χρήμα (2009),

κείμενο ομιλίας στην παρουσίαση της επανέκδοσης του βιβλίου του Ζακ Ελλύλ
Ο Άνθρωπος και το Χρήμα (α΄ έκδοση 1953)

Πλαστικό χρήμα και τεχνομονολιθισμός-10

Με δεδομένη τη σύνδεση μεταξύ χρήματος και τεχνικού συστήματος, μια από τις πιο κρίσιμες για το μέλλον της κοινωνίας όψεις του λεγόμενου «capital control», που επιβλήθηκε εδώ και κάμποσο καιρό στην «καθυστερημένη» χώρα μας, βρίσκεται στο γεγονός ότι, μέσω αυτής της κατάστασης, μυήθηκαν υποχρεωτικά στις χάρες του «άυλου» χρήματος (κάρτες, ηλεκτρονικές συναλλαγές, κ.λπ.) ακόμα και τμήματα του πληθυσμού που μέχρι πρότινος δεν είχαν ιδέα, ούτε και διάθεση, για κάτι τέτοιο. Ορισμένες σκέψεις είναι λοιπόν απαραίτητο να διατυπωθούν.

1.

Είναι βέβαια γνωστό και δεδομένο ότι αυτός ο εθισμός ενός ευρύτερου μέρους του πληθυσμού με το «εξαϋλωμένο» χρήμα, δηλαδή με την αποπομπή του μετρητού από το πεδίο των συναλλαγών, αποτυπώνει μια κίνηση που προωθείται γενικότερα στις λεγόμενες ανεπτυγμένες χώρες. Στη Σουηδία λ.χ., την πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που καθιέρωσε το τραπεζογραμμάτιο το 1661 μ.Χ. (και δυστυχώς δεν φαίνεται να … πρωτοπορεί μόνο εκεί…), η συναλλαγή με ηλεκτρονικό χρήμα είναι πια μια γενικευμένη καθημερινή πρακτική −σε πολλές περιοχές μάλιστα, δεν μπορείς να βγάλεις ούτε εισιτήριο για τα μέσα μαζικής μεταφοράς πληρώνοντας με μετρητό. Στη Δανία πάλι, αποφασίστηκε να σταματήσει η κοπή νέων νομισμάτων από το 2016, ενώ παράλληλα προτάθηκε να επιτραπεί με νόμο στα καταστήματα να μη δέχονται μετρητό, εάν δεν το θέλουν. Στη Γαλλία έχει ήδη απαγορευτεί η χρήση μετρητού χρήματος για συναλλαγές άνω των 1000 ευρώ … και φυσικά ούτε η Ελλάδα γίνεται να μείνει «πίσω».

Είναι επίσης γνωστό και δεδομένο ότι αυτή η «εξαΰλωση» του χρήματος προωθείται επίσημα με δυο κατά βάση επιχειρήματα:

− τον αγώνα εναντίον της τρομοκρατίας, με το επιχείρημα ότι βρίσκει όπλα με παράνομο χρήμα που διακινείται με τη μορφή του μετρητού∙ και

− τον αγώνα εναντίον της φοροδιαφυγής και την πάταξη του «μαύρου» χρήματος.

Οπωσδήποτε όμως το όλο θέμα δεν περιορίζεται σε αυτά τα δυο επιχειρήματα. Κάλλιστα θα μπορούσαν στην πορεία να προστεθούν και άλλα (ήδη λ.χ., σ’ ένα γενικότερα αποστειρωτικό πνεύμα, προβάλλεται σαν «πιο πολιτισμένο» το … «ανέπαφο»), ή να περάσουν σε δεύτερη μοίρα κάποια από τα τρέχοντα. Το θέμα βρίσκεται κυρίως στο ίδιο το γεγονός της καθολίκευσης του «εξαϋλωμένου» χρήματος −ή ακριβέστερα στην ολοένα και πιο κυρίαρχη τάση προς αυτή την κατεύθυνση. Διότι η τάση αυτή σηματοδοτεί και πλειοδοτεί την κορύφωση της τεχνοσυστημικής ολοκλήρωσης, με όλα όσα κάτι τέτοιο μπορεί να σημαίνει για το ανθρώπινο.

2.

Είναι για παράδειγμα κοινός πλέον τόπος ότι η τεχνοσυστημική ολοκλήρωση σημαίνει την εντατικοποίηση στο έπακρο της πανοπτικότητας του τεχνικού Συστήματος, δηλαδή του ελέγχου και της επιτήρησης −που περικλείονται στο ίδιο το τεχνικό πνεύμα και αποχαλινώνονται όταν αυτό δεν οριοθετείται από ένα υπέρτερο τύπο πνεύματος μέσα στην κοινωνία.

Έτσι, ενώ έχουμε ήδη διαβεί το κατώφλι από τον έλεγχο και την επιτήρηση στους τόπους δουλειάς προς τους δημόσιους χώρους, με την «εξαΰλωση» του χρήματος η δυναμική αυτή θα επεκταθεί παντού και όλη την ώρα, μιας και η καθιέρωση του «ηλεκτρονικού» χρήματος διευκολύνει αλλά και επιτείνει την ανάγκη για ψηφιακή πανοπτικότητα, έστω και μόνο επειδή ακόμα εξακολουθεί να είναι αδύνατο να εγκλειστεί σε αλγόριθμους ολόκληρη η ανθρώπινη ανησυχία.

Για παράδειγμα, στην πρωτοπόρο Σουηδία, η προοδευτική καθιέρωση του «άυλου» χρήματος πολλαπλασίασε την κυβερνοπαραβατικότητα: τα 3.000 τέτοιας λογής εγκλήματα του 2000, έφτασαν τα 20.000 έπειτα από 10 χρόνια. Αποτέλεσμα; Αύξηση των επενδύσεων (και του κόστους) σε σχετικά υποσυστήματα ελέγχου των ηλεκτρονικών συναλλαγών, και φυσικά εντατικοποίηση στη έρευνα περαιτέρω τεχνικών ελέγχου-επιτήρησης.

3.

Αυτή η εξέλιξη είναι λοιπόν δεδομένη, μπροστά στα μάτια μας, τώρα −και μαζί της η παράδοση στη βαρβαρότητα όσων περιοχών, όχι μόνον εκτός του «ανεπτυγμένου» Κόσμου αλλά και εντός αυτού, δεν γίνεται προς το παρόν, ή δεν συμφέρει, να επιτηρούνται με το τεχνοσυστημικό «γάντι» … με αποτέλεσμα, φυσικά, στη θάλασσα των αστέγων και των απόκληρων του Πρώτου Κόσμου να προτίθενται τα κύματα των προσφύγων και των διωγμένων του Τρίτου.

Παρ’ όλα αυτά, σε ό,τι αφορά τη γενίκευση της «εξαϋλωσης» του χρήματος, θεωρούμε σημαντικότερη από την εντατικοποίηση της πανοπτικότητας του Συστήματος μια άλλη, βαθύτερη δυναμική, πάνω στην οποία στηρίζεται και την οποία ενισχύει στο μέγιστο βαθμό η συγκεκριμένη «εξαΰλωση». Η δυναμική αυτή αφορά τον ακρωτηριασμό του πλούτου των ανθρώπινων ανταλλαγών, και σχετίζεται με αυτό που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε πολύ σχηματικά ως τρία βήματα έκπτωσης των ανθρώπινων ανταλλαγών:

  1. Υπαγωγή του πεδίου των ανταλλαγών στη σφαίρα του χρήματος∙
  2. Απομπομπή της «αγοραίας ανταλλαγής»  από το πεδίο του χρήματος∙
  3. Καθολίκευση του «άυλου» χρήματος.

Στο στενό πλαίσιο αυτής της ανάρτησης δεν θα ασχοληθούμε αναλυτικότερα με αυτό το σχήμα.  Θα σταθούμε μόνο στο δεύτερο από τα τρία παραπάνω βήματα. Πρόκειται για το στάδιο κατά το οποίο, ουσιαστικότερα, η ανταλλαγή τείνει να αποπεμφθεί από το δημόσιο χώρο, ακόμα κι από εκείνες τις περιθωριακές περιοχές −τις «πιάτσες»−, στις οποίες εξακολουθούσε να της επιτρέπεται να επιβιώνει. Για να γίνει κατανοητό τι σημαίνει αυτή η δυναμική, θεωρούμε απαραίτητες τις παρατηρήσεις του ανθρωπολόγου Ζάχου Παπαζαχαρίου από το δυσεύρετο πια βιβλίο του Η Πιάτσα (εκδ. «Κάκτος», 1980)

4.

Γράφει εκεί ο Παπαζαχαρίου:

«Η Πιάτσα είναι χώρος, είναι χρόνος, είναι παράδοση ηθών και εθίμων, είναι καθημερινή πράξη και ζωή, είναι πολιτισμός ολόκληρος. (…) Το ‘αλισβερίσι’, το ‘πάρε-δώσε’, δεν είναι μόνο ανταλλαγή προϊόντων με χρήματα, δεν είναι μόνο η τέχνη της ανταλλαγής. Είναι μια ολόκληρη ψυχοσύνθεση, που δημιούργησε η παράδοση της ανταλλαγής. Είναι η ψυχοσύνθεση της ‘συνδιαλλαγής’ και του ‘συνδυασμού’, που χωρίς αυτήν η ανταλλαγή δεν γίνεται σωστά και μένει μάταιη, ξερή χειρονομία δίχως αποτέλεσμα κι ικανοποίηση εκεινού που δίνει κι εκεινού που παίρνει. Το αλισβερίσι έχει τις ρίζες του στην πανάρχαια πρακτική και φιλοσοφία της διαλεκτικής. Σημαίνει, το να παίρνει κανείς, μαζί με το αντικείμενο που πήρε με την ανταλλαγή, και την ιδέα που αυτό κλείνει μέσα του, δηλαδή την ανάγκη που το δημιούργησε. Παίρνοντας αυτή την ιδέα, αυτός που την πήρε αλλάζει. Γίνεται πιο σύνθετος άνθρωπος. (…) Το αλισβερίσι σημαίνει ακόμα το ν’ ανακαλύπτεις σχέσεις ανάμεσα στα πιο άσχετα πράγματα, στο … φάντη και το ρετσινόλαδο, και μέσα από το ύψιστο αυτό παιχνίδι του ανθρώπινου μυαλού να φτιάχνεις, να κατασκευάζεις νοήματα κι ιδέες κι αντικείμενα πιο σύνθετα. (…) Η κυριότερη προετοιμασία που κάνει η Πιάτσα στους ανθρώπους της είναι ότι τους μαθαίνει να συνδυάζουν την παραγωγή και το εμπόριο. Ο συνδυασμός αυτός ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της Πιάτσας. (…) Στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, ωστόσο, υπάρχουν μόνο εμπορικά κι επαγγελματικά κυκλώματα, που το καθένα τους έχει τη δική του εξειδικευμένη παράδοση και δεοντολογία. Αυταρχικές κυβερνήσεις ξεχώρισαν την παραγωγή από την ανταλλαγή με τρόπο που να μην υπάρχει μεταξύ τους σοβαρή επικοινωνία. (…) Σε κανένα δυτικοευρωπαϊκό κράτος η κεντρική κυβέρνηση δεν άφησε όλα τα επαγγελματικά και εμπορικά κυκλώματα να οργανωθούν σε μια ενιαία Πιάτσα, κι έτσι αποτελούν ‘πιάτσες’ ξεχωριστές το καθένα τους (…) ενώ και σε ορισμένα σοσιαλιστικά κράτη, κυρίως των Βαλκανίων, όπου υπήρχε παράδοση Παζαριού, η Πιάτσα καταστράφηκε από τον κρατικό παρεμβατισμό της υπαλληλοποίησης και σχεδιοποίησης, με αποτέλεσμα να συστηματοποιηθεί τις δυο τελευταίες δεκαετίες η ‘αρπαχτή’ σαν σημαντικό κίνητρο της ατομικής πρωτοβουλίας και σοβαρό στήριγμα της οικονομίας.
Το ότι εδώ και δυο περίπου αιώνες δημιουργήθηκε στους κόλπους της εγχώριας Πιάτσας μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων αφιερωμένων αποκλειστικά και εξειδικευμένων στο εμπόριο, στο μεταπρατισμό, αυτό δεν ήταν δείγμα προόδου και εξέλιξης, όπως νομίστηκε. Ήταν μια πρόσκαιρη αρρώστια της Πιάτσας, που την κόλλησε από τη Δύση και που της δημιούργησε ανισορροπίες και προβλήματα ταξικής διαφοροποίησης και εξειδικευμένων λειτουργιών, ατόμων ανολοκλήρωτων, χωρίς γενική θεώρηση της κοινωνίας και του κόσμου. Διότι ο σκέτος μεταπράτης και ο σκέτος παραγωγός είναι άτομα λειψά και ανολοκλήρωτα από πάσης απόψεως. 

5.

Νομίζω πως είναι πολύ δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι η καταστροφή της διαλεκτικής παιδείας των ανθρώπων, η οποία απορρέει από την αποπομπή της ανταλλαγής από το δημόσιο χώρο που επισήμανε ο Παπαζαχαρίου (όντας, τότε, αρκετά αισιόδοξος αφού έβλεπε μια «πρόσκαιρη αρρώστεια»), θα φτάσει στο αποκορύφωμά της με την καθολίκευση του «ηλεκτρονικού χρήματος». Είναι άλλωστε μια δυναμική τεχνομονολιθισμού, που την έχουμε πια μπροστά στα μάτια μας.

Γι’ αυτό το λόγο θεωρούμε σημαντικότερο ν’ αναδειχτεί αυτή η υπόγεια καταστροφή από τις πιο φανερές ή ακόμα και «σκανδαλώδεις» πλευρές αυτής της δυναμικής, οι οποίες συνδέονται με τον έλεγχο και την επιτήρηση: μπορεί αυτά τα δυο να κινούνται παράλληλα, όμως η πρώτη είναι εκείνη που υπονομεύει στη ρίζα τους τις δυνατότητες εξόδου από τον τεχνοσυστημικό εφιάλτη.

Χρήμα και τραπεζική κατάθεση-11

Εξετάσαμε στο προηγούμενο μια βασική όψη της τεχνομονολιθικής επικράτησης του άυλου χρήματος. Ας δούμε τώρα με ποιον τρόπο έχουμε βρεθεί, έκοντες άκοντες, να συμμετέχουμε στο όλο παιχνίδι. Την παραμονή του 21ου αιώνα, διακεκριμένοι Γάλλοι νομομαθείς της Τράπεζας της Γαλλίας επισήμαιναν κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον:

«[Ε]νώ αρκετοί προβλέπουν τη μελλοντική κατάργηση του νομίσματος χάρη στις νέες τεχνολογίες, οι νομικοί διαπιστώνουν σταθερά ότι το χρήμα παραμένει ο άγνωστος Χ του Δικαίου: ‘‘Το χρήμα βρίσκεται παντού μέσα στις κοινωνικές σχέσεις, αλλά πουθενά μέσα στη νομική σκέψη’’ (Remy Libehaber, Recherche sur la monnaie en droit privé). Οι σπάνιοι νομικοί ορισμοί του νομίσματος το προσδιορίζουν κυρίως ως λογιστική μονάδα ή σαν μέσον πληρωμής, χωρίς να διακρίνουν τις διαφορετικές λειτουργίες του» (Η νομική φύση του ηλεκτρονικού χρήματος, Δελτίο της Τράπεζας της Γαλλίας , τχ 70, Οκτώβριος 1999).

Εδώ θα προσεγγίσουμε έμμεσα αυτή την επισήμανση, δίνοντας το λόγο στον επίσης Γάλλο ειδήμονα του τραπεζικού δικαίου François Grua (1949-2005), και συγκεκριμένα στη μελέτη του Le dépôt de monnaie en banque («Η χρηματική τραπεζική κατάθεση», 1998), στον οποίο παραπέμπουν οι παραπάνω νομομαθείς. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της μελέτης του βρίσκεται στο πώς προσδιορίζει το χρήμα και από εκεί τη φύση της τραπεζικής κατάθεσης, με όρους μάλιστα πολύ οικείους τώρα πια μέσα στο «ψηφιακό» περιβάλλον.

 

Νομίζω πως οι επισημάνσεις του Γκρουά είναι πολύ πιο κατανοητές σήμερα, από ό,τι ήταν πριν από είκοσι χρόνια. Διότι, με την πρόοδο του «ψηφιακού περιβάλλοντος», έχει πια φύγει από το προσκήνιο η ιδέα της τραπεζικής κατάθεσης ως «αποταμίευση» και έχει αντικατασταθεί από ένα πλήθος τραπεζικών «προϊόντων» (ασφαλιστικά, επενδυτικά, κ.λπ.), που εθίζουν τον καταθέτη στην ιδέα της «κίνησης» παρά της «φύλαξης».

Από κοντά, η παράλληλη διαδρομή ολοένα μεγαλύτερης «ψηφιοποίησης» του χρήματος με τελικό πυλώνα της την αυτόματη κατάθεση της μισθοδοσίας στις τράπεζες, ρίχνει ένα δραματικό φως στην τελευταία πρόταση της παραπάνω σύνοψης: «η τραπεζική κατάθεση δεν είναι παρά μια ορισμένη φάση στη συνολικότερη παραγωγή αποτελεσμάτων, που συνδέονται μεν με αυτήν αλλά δεν παράγονται από τον καταθέτη».

Θα πρέπει, νομίζω, να συγκρατήσουμε ιδιαίτερα αυτές τις τρεις διαπιστώσεις του Γκρουά: (1) το χρήμα το θέλουμε επειδή μας παρέχει μια γενική δυνατότητα, μια γενική δύναμη· (2) το χρήμα είναι το μοναδικό πράγμα που επινοήθηκε ώστε να το χρωστάμε· και (3) η πληρωμή με χρήμα δεν γίνεται στη βάση μιας ισότητας, δεν είναι μια ανταλλαγή μεταξύ δυο πραγμάτων, όπου το ένα υποτίθεται ότι «εμπεριέχει μια αξία ίση προς την αξία» που εμπεριέχει το άλλο.

Διευκρινίζω αμέσως ότι αυτό που ακολουθεί δεν είναι ακριβώς μετάφραση της μελέτης του Γκρουά, αλλά μια προσωπική σύνοψη των σημείων της που μας ενδιαφέρουν. Θυμίζω τέλος, ότι το σύνολο των μέχρι στιγμής σχετικών αναρτήσεών μας βρίσκεται εδώΣημ. HS.

*

Η αποταμίευση δεν ήταν ποτέ το ουσιώδες στην τραπεζική κατάθεση

Ο λόγος που επικράτησε η συνήθεια της κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζες, παρατηρεί ο Φρανσουά Γκρουά, δεν έχει τόσο πολύ να κάνει με την προστασία τους π.χ. από τους κλέφτες ή τη φωτιά. Έχει να κάνει με ένα συγκεκριμένο φυσικό όριο των νομισμάτων: δεν βολεύουν καθόλου όταν έχεις να κάνεις πληρωμές μεγάλων ποσών και σε μακρινές αποστάσεις. Τα δίνεις λοιπόν σ’ ένα τραπεζίτη, ο οποίος αναλαμβάνει τη μεταφορά τους και τα στέλνει εκεί που θέλεις να πάνε. Επομένως, βασικό κίνητρο του καταθέτη είναι το πώς θα χρησιμοποιήσει βολικότερα το χρήμα του —πράγμα που γίνεται μέσω «εντολών», τις οποίες δίνει στην τράπεζά του (τσεκ, μεταφορά σε λογαριασμούς, κ.λπ.).

Η πρωτοτυπία του «συμβολαίου» που λέγεται τραπεζική κατάθεση, βρίσκεται λοιπόν καταρχήν στο ότι είναι ένας τρόπος να παραδώσεις ένα πράγμα σε κάποιον άλλον προκειμένου να το κάνεις πιο εύχρηστο, ώστε να μπορείς πιο εύκολα να το κινείς. Με άλλα λόγια, στερείται νοήματος η έννοια της κατάθεσης ως «φύλαξη χρημάτων» (π.χ. αποταμίευση), η οποία δεν σημαίνει κίνηση αλλά αντίθεση «ύπνωση» του χρήματος.

Η τραπεζική κατάθεση δεν μεταβιβάζει κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας

Ωστόσο, η πρωτοτυπία του συμβολαίου «τραπεζική κατάθεση» δεν εξαντλείται σε αυτό. Η τραπεζική κατάθεση διαφέρει πλήρως από όλα τα άλλα συμβόλαια. Δεδομένου ότι πρόκειται για ανταλλαγή χρήματος με χρήμα, η διαφορά αυτή βρίσκεται σε αυτό που είναι το ίδιο το χρήμα και επομένως, για να την κατανοήσουμε πρέπει να καταλάβουμε τι είναι το χρήμα. Χωρίς αυτή την κατανόηση, ακόμα κι αν ξεπεράσουμε την ιδέα της τραπεζικής κατάθεσης ως «φύλαξη χρημάτων», θα παραμείνουμε δέσμιοι μιας βαθύτερης πλάνης για τη φύση της.

Υπάρχει πράγματι η εντύπωση —μια ιδέα οποία ασπάζεται ακόμα και το Ακυρωτικό Δικαστήριο, όπως επισημαίνει ο Γκρουά— ότι με την κατάθεση μεταβιβάζουμε την ιδιοκτησία των χρημάτων μας στον τραπεζίτη. Αυτό δεν είναι ακριβές, διότι το χρήμα δεν είναι από τα πράγματα, των οποίων μπορεί κανείς να είναι ιδιοκτήτης. Το χρήμα δεν είναι αυτό που λέμε «αγαθό». Είναι το μέσο με το οποίο μπορεί κανείς να αποκτήσει ένα αγαθό, είναι αυτό που σου δίνει τη δυνατότητα να γίνεις ιδιοκτήτης ενός αγαθού.

Κατά συνέπεια, η κατάθεση χρημάτων σε μια τράπεζα δεν μπορεί να αναλυθεί ως μεταβίβαση της ιδιοκτησίας ενός αγαθού, αλλά μάλλον ως μεταβίβαση «επιμελητείας».

Γιατί φανταζόμαστε το χρήμα σαν «αγαθό»

Ο λόγος που νομίζουμε ότι μπορεί κανείς να είναι ιδιοκτήτης του χρήματος όπως είναι ιδιοκτήτης ενός οποιουδήποτε αγαθού, βρίσκεται στο ότι τείνουμε να θεωρούμε ότι το χρήμα έχει μια ορισμένη αξία. Και το νομίζουμε αυτό επειδή με το χρήμα μπορούμε να αποκτήσουμε πράγματα που έχουν αξία. Φανταζόμαστε λοιπόν ότι ένα χαρτονόμισμα είναι κάτι σαν μια μικρή ζωγραφιά, ας πούμε, ή σαν μια «ρεπροντιξιόν», στην οποία έχει δοθεί συμβατικά μια ορισμένη αξία [το αναγραφόμενο ποσόν, π.χ. 50 ευρώ] ώστε να μπορεί κανείς να την ανταλλάξει με ό,τι θέλει.

 

Πρόκειται ασφαλώς για πλάνη, όπως εξηγεί ο Γκρουά! Η δύναμη που έχει το χρήμα, και τα πάθη που ξεσηκώνει, δεν έχουν τίποτα να κάνουν με αυτά που πιστεύει αυτή η απατηλή ιδέα.

Ένα σφυρί το θέλουμε γιατί μπορεί να καρφώνει με δύναμη. Απεναντίας, το χρήμα το θέλουμε επειδή μας παρέχει μια γενική δυνατότητα, μια γενική δύναμη. Το θέλουμε απλώς και μόνο για να έχουμε, μέσω αυτού, αυτή τη γενική δύναμη. Ελάχιστα ενδιαφέρει αν είναι από πέτρα, χαρτί, ζωγραφιά, πλαστικό, ηλεκτρονικό ή ό,τι άλλο, διότι η δύναμή του δεν ενυπάρχει στο υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο (όπως λ.χ. συμβαίνει με το σφυρί).

Το χρήμα είναι μόνο πράγμα που επινοήθηκε με αποκλειστικό σκοπό να το χρωστάμε

Έτσι, το χρήμα επιτελεί μια εντελώς ιδιαίτερη λειτουργία, την οποία δεν επιτελεί κανένα αγαθό, τίποτα απ’ όσα θεωρούμε και ονομάζουμε «αγαθά», και που γι’ αυτό το λόγο δεν είναι «αγαθό», ούτε ποτέ μπορεί κανείς να είναι ιδιοκτήτης του όπως είναι ιδιοκτήτης κάποιου αγαθού. Μοναδική λειτουργία του είναι ν’ αποτελεί αντικείμενο δεσμευτικής υποχρέωσης. Είναι το μοναδικό πράγμα που επινοήθηκε με αποκλειστικό σκοπό να το χρωστάμε.

Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να σκεφτούμε πως υπάρχουν μόνο δυο τρόποι με τους οποίους μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το χρήμα: είτε (α) για να πληρώσουμε ή αποπληρώσουμε κάτι, είτε (β) για να κάνουμε μια πίστωση.

α) Όταν το χρήμα χρησιμοποιείται για πληρωμή ή αποπληρωμή, τότε εξαλείφει μια χρηματική υποχρέωση, μια χρηματική απαίτηση ή οφειλή: «Αυτό το αντικείμενο κάνει τόσα ευρώ» σημαίνει ότι τόσα ευρώ οφείλουμε να δώσουμε για να το αποκτήσουμε· ή «τόσα ευρώ απομένουν για ν’ αποπληρώσετε το δάνειό σας».

β) Όταν δίνεται ως πίστωση (δάνειο, κ.λπ.), τότε το χρήμα χρησιμοποιείται για να δημιουργηθεί ένα χρέος, μια υποχρέωση αποπληρωμής. Παράδειγμα αυτής της δεύτερης χρήσης είναι το έντοκο δάνειο. Ο δανειστής δεν δίνει τα χρήματά του στον οφειλέτη για να τον εξυπηρετήσει, αλλά επειδή θέλει να του δημιουργήσει ένα χρέος και να επωφεληθεί από αυτό. Δίνει ένα ποσό χρημάτων ζητώντας πίσω ένα μεγαλύτερο ποσό, προκειμένου να γίνει δικαιούχος μιας πίστωσης με αντικείμενο αυτό το μεγαλύτερο ποσόν. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατά κάποιο τρόπο ανταλλάσσει τα χρήματά του με μια πίστωση —και το κάνει αυτό επειδή το χρήμα δεν αυτοπολλαπλασιάζεται, δεν τοκίζεται από μόνο του: μόνο η πίστωση, δηλαδή το χρέος, έχει αυτή τη δυνατότητα, διότι μόνο μέσω της χρέωσης μπαίνει στο παιχνίδι ο τοκισμός.

Η ιδιαιτερότητα της χρηματικής απαίτησης

Σε αυτήν ακριβώς την αρχή του τοκισμού στηρίζεται η τραπεζική κατάθεση ως συμβόλαιο. Στόχος της είναι να κατασκευάσει μια χρηματική απαίτηση, μια υποχρέωση. Πριν όμως δούμε αυτή τη συγκεκριμένη μορφή υποχρέωσης, πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας πως η χρηματική απαίτηση είναι μια εντελώς ιδιαίτερη μορφή υποχρέωσης.

Το γεγονός ότι το χρήμα δεν είναι «αγαθό» αλλά η εγγύηση μιας γενικής δυνατότητας, συνεπάγεται μια εντελώς μοναδική σχέση ανάμεσα στη χρηματική απαίτηση και το αντικείμενό της. Οι άλλες μορφές υποχρέωσης αναφέρονται σε κάποιο αντικείμενο ή αγαθό έξω από τις ίδιες, ένα αντικείμενο ή αγαθό με συγκεκριμένη χρησιμότητα (π.χ. η υποχρέωση συζύγου προς σύζυγο, η υποχρέωση του ενοικιαστή να παραδώσει το σπίτι όπως το παρέλαβε, κ.λπ.). Η χρηματική απαίτηση απεναντίας —ακριβώς επειδή δεν αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμένο αγαθό ή αντικείμενο, σε μια συγκεκριμένη χρησιμότητα, αλλά στη γενική χρησιμότητα, δηλαδή σε μια δυνατότητα—, έχει μοναδικό της αντικείμενο τον εαυτό της.

Έτσι, το φαινόμενο της πληρωμής, δηλαδή της εξάλειψης μιας χρηματικής υποχρέωσης «επί τη εμφανίσει» του χρήματος, δεν εξηγείται με το να λέμε ότι το χρήμα έχει «μια ορισμένη αξία». Η πληρωμή με χρήμα δεν είναι μια ανταλλαγή μεταξύ δυο πραγμάτων, όπου το ένα υποτίθεται ότι «εμπεριέχει μια αξία ίση προς την αξία» που εμπεριέχει το άλλο! Η πληρωμή δεν γίνεται στη βάση μιας ισότητας. Τα χρήμα δεν είναι ισοδύναμο με κάτι, δεν ισοδυναμεί με κανένα αντικείμενο ή αγαθό! Ίσα-ίσα, το χρήμα μπορεί να είναι «τα πάντα» μόνο και μόνο επειδή δεν είναι «τίποτα» και δεν ισοδυναμεί με κανένα αγαθό ή πράγμα. Για να το πούμε πιο συγκεκριμένα και πραγματικά, το χρήμα κατορθώνει να επιτελεί τη λειτουργία του μόνο στο βαθμό που δεν είναι τίποτε άλλο παρά «σημείο δύναμης».

Γι’ αυτό το λόγο, η χρηματική πληρωμή δεν εξαλείφει το χρέος μέσω της ισότητας και της ισοδυναμίας, αλλά μέσω της ισχύος.

Η τραπεζική κατάθεση ως συμμετοχή στο τραπεζικό παιχνίδι

Πού βρίσκεται λοιπόν, η ιδιαιτερότητα του συμβολαίου «τραπεζική κατάθεση»; Όπως όλα τα συμβόλαια, συντάσσεται και αυτή με σκοπό να δημιουργήσει υποχρεώσεις, απαιτήσεις. Όμως σε όλα τα άλλα συμβόλαια, εκείνο που ενδιαφέρει την πλευρά που επιβάλλει μια απαίτηση στην άλλη πλευρά, δεν είναι η απαίτηση αυτή καθαυτή αλλά η εκπλήρωσή της. Αυτή της παρέχει ικανοποίηση.

Απεναντίας, στην περίπτωση της τραπεζικής κατάθεσης, ο καταθέτης δεν ενδιαφέρεται τόσο για την αποπληρωμή της από τον τραπεζίτη, δηλαδή για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησής του, διότι μόνο ένας ανόητος θα πήγαινε να δώσει τα λεφτά του σε ένα τραπεζίτη μόνο και μόνο για να τα πάρει άμεσα πίσω. Με την κατάθεσή του, αυτό που κυρίως κάνει ο καταθέτης είναι ότι πιστώνει την τράπεζα. Επομένως, αυτό που επιθυμεί ουσιαστικά ο καταθέτης είναι το δικαίωμα να παίζει και αυτός στο τραπεζικό παιχνίδι από τη θέση του πιστωτή. Δεν τον ενδιαφέρει να πάρει πίσω άμεσα τα λεφτά του, αλλά καταθέτοντάς τα, δηλαδή πιστώνοντάς τα στον τραπεζίτη, να κανονίζει μέσω της τράπεζας τους λογαριασμούς του προς τρίτους.

Φυσικά, αυτό προϋποθέτει τη συναίνεση του οφειλέτη (του τραπεζίτη), διότι εννοείται πως ο πιστωτής (ο καταθέτης) δεν μπορεί να του επιβάλλει όποιο ποσό θέλει ο ίδιος ως «χρέωση» των υπηρεσιών (του τραπεζίτη), που συνεπάγεται η μεταφορά των χρημάτων προς τρίτους. Με την τραπεζική κατάθεση έχουμε λοιπόν μια ολόκληρη κατάσταση: από τη μια μεριά, ο καταθέτης γίνεται πιστωτής μέσα στο τραπεζικό παιχνίδι. Την ίδια στιγμή όμως, ο τραπεζίτης έρχεται κι αυτός από την πλευρά του να επωφεληθεί αυτής της κατάστασης. Επομένως, η τραπεζική κατάθεση δεν είναι παρά μια ορισμένη φάση στη συνολικότερη παραγωγή αποτελεσμάτων, που συνδέονται μεν με αυτήν αλλά δεν παράγονται από τον καταθέτη. (…)

Επίλογος | Ποιο είναι το κεντρικό ερώτημα-12

“Το εμπόρευμα και το Κράτος μάς έχουν κάνει τόσο ηλίθιους και στενόκαρδους, ώστε η μόνη κατανοητή γλώσσα που ξέρουμε σήμερα να μιλάμε είναι η γλώσσα των αντικειμένων μας στις σχέσεις μεταξύ τους. Είμαστε ανίκανοι να καταλάβουμε μια πραγματικά ανθρώπινη γλώσσα και μια πραγματικά ανθρώπινη γλώσσα ούτε που μας αγγίζει. Από τη μια μεριά τη θεωρούμε και την αισθανόμαστε σαν μια ικεσία, σαν ένα παρακαλετό και συνεπώς σαν εκδήλωση εξευτελισμού και έκφραση ντροπής και ονείδους. Από την άλλη, μας φαίνεται να λέει παλαβομάρες και ασυναρτησίες, οπότε τη νιώθουμε σαν απειλή και την απορρίπτουμε.

Είμαστε τόσο πολύ αλλοτριωμένοι, που η ενδόμυχη και γνήσια γλώσσα της ανθρώπινης ουσίας μας μάς φαίνεται σαν προσβολή στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ενώ την αλλοτριωμένη γλώσσα των εμπορευμάτων τη θεωρούμε ως έκφραση της ίδιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που την επιβεβαιώνουν υποτίθεται τα δικαιώματά της και είναι γεμάτη αυτοπεποίθηση και αυταρέσκεια.

Για ποιο λόγο οι άνθρωποι δεν μιλούν μεταξύ τους στους λεγόμενους δημόσιους χώρους; Αυτό είναι το μοναδικό ερώτημα, το θεμελιώδες ζήτημα, που εμπεριέχει όλα τα άλλα! Οποιοδήποτε άλλο ερώτημα οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, που ισχυρίζεται ότι έχει σημασία από μόνο του, δεν είναι παρά απάτη, ρεφορμισμός και παραπλανητικό τέχνασμα από την πλευρά του εχθρού.

Πάνω σε αυτό το ερώτημα, πάνω στη ζήτημα της σιωπής των ανθρώπων στους δρόμους, που είναι και το κεντρικό ζήτημα, χωρίζονται οι φίλοι και οι εχθροί του χρήματος, οι φίλοι και οι εχθροί του Κράτους. Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, είναι η στρατηγική απάντηση σε όλα τα ερωτήματα. (…)

Ποια είναι η θεωρητική απάντηση σε αυτό το ερώτημα; Η θεωρητική απάντηση στο ερώτημα «για ποιο λόγο οι άνθρωποι δεν μπορούν να μιλήσουν μεταξύ τους στους δρόμους;» είναι η εξής: «Επειδή δεν έχουν τίποτα να πουν ο ένας στον άλλον»! (…)

Και η θεωρητική απάντηση στο ερώτημα «για ποιο λόγο οι άνθρωποι δεν έχουν να πουν τίποτα ο ένας στον άλλον;», είναι: «Επειδή τα εμπορεύματα μιλούν αντί γι’ αυτούς, επειδή τα εμπορεύματα ασκούν αντί γι’ αυτούς την πρακτική της ελεύθερης συνομιλίας, της φλυαρίας, επειδή τα εμπορεύματα σκέφτονται για λογαριασμό των ανθρώπων, επειδή τα εμπορεύματα έχουν ιδέες αντί των ανθρώπων, επειδή τα εμπορεύματα έχουν ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ τους αντί να έχουν οι άνθρωποι».

Τα εμπορεύματα ασκούν την ανταλλαγή στη θέση των ανθρώπων. Τα πράγματα ασκούν στην πράξη την ανθρώπινη ουσία αντί των ανθρώπων.

Εκεί όπου φλυαρούν τα εμπορεύματα, εκεί όπου τα εμπορεύματα σκέφτονται, οι άνθρωποι το βουλώνουν.”

Ζ.-Π. Βουαγιέ, Έρευνα πάνω στη Φύση και τα Αίτια της Μιζέριας των Ανθρώπων (1976)

 

 

Σημ. HS. Με το κείμενο αυτό κλείνουμε εδώ τη σειρά που αφιερώσαμε στην απομάγευση του χρήματος και της αξίας, αποτίοντας τον οφειλόμενο φόρο τιμής σε έναν από τους πιο παραγνωρισμένους στοχαστές τους  που έφυγε από τη ζωή πολύ πρόσφατα, την 1η Δεκεμβρίου του 2019.

 

Ο Ζαν-Πιέρ Βουαγιέ υπήρξε αναντίρρητα ο πιο φιλοσοφημένο από τους άμεσους απόγονους των Καταστασιακών. Θυμίζουμε ότι στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα εξής βιβλία του: Ράιχ: Τρόπος Χρήσης [1971, ελλ. 1986], Εισαγωγή στην Επιστήμη της Δημοσιότητας [1975, ελλ. 2000], Έρευνα πάνω στη Φύση και τις Αιτίες της Μιζέριας των Ανθρώπων [1976, ελλ. 1985], Αναφορά Για την Κατάσταση των Ψευδαισθήσεων μέσα στο Κόμμα μας και Αποκαλύψεις σχετικά με την Αρχή του Κόσμου [1979, ελλ. 1987] και  Αντισανγκουινέτι [συλλ. ελλ. 1995].

 

Από αυτά, ο Ράιχ, η Αναφορά και η Έρευνα είναι κατά τη γνώμη μας τα καλύτερα. Τον θυμόμαστε για όσα καλά έχει γράψει, και δεν είναι λίγα

Ιταλία: Ενάντια στο Green Pass. Το διακύβευμα: πειθάρχηση κι επιτήρηση

«… και το σώμα υπάγεται, επίσης, άμεσα σ’ ένα πολιτικό πεδίο· οι συσχετισμοί εξουσίας ασκούν πάνω του άμεσο έλεγχο· το επενδύουν, το σημαδεύουν, το δαμάζουν, το βασανίζουν, το υποβάλλουν σε αναγκαστική εργασία, το υποχρεώνουν σε συμμετοχή σε τελετουργίες, απαιτούν από αυτό σήματα. Η πολιτική αυτή επένδυση του σώματος συνδέεται, χάρη σε περίπλοκες και αμοιβαϊες σχέσεις, με την οικονομική του χρησιμοποίηση· κατά μεγάλο μέρος, σαν δύναμη παραγωγής το σώμα περιβάλλεται με σχέσεις έξουσίας και κυριαρχίας· αλλά, αντίθετα, δεν είναι δυνατό να αποτελέσει δύναμη εργασίας παρά μονάχα αν ενταχθεί σ’ ένα σύστημα καθυπόταξης (όπου η ανάγκη είναι επίσης ένα πολιτικό όργανο προσεκτικά ρυθμισμένο, υπολογισμένο καί χρησιμοποιήσιμο)· το σώμα μετατρέπεται σε χρήσιμη δύναμη μόνον αν γίνει σώμα παραγωγικό και σώμα καθυποταγμένο.»

Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και Τιμωρία

«… κανένας δεν μπορεί να σκεφτεί πραγματικά αν δεν κάνει αφαίρεση αυτού που εϊναι δοσμένο, αν δεν συνδέσει τα γεγονότα με τα αίτιά τους, αν δεν ελέγξει αυτά τα γεγονότα».

Χέρμπερτ Μαρκούζε, Ο μονοδιάστατος άνθρωπος

Είναι πάρα πολλά τα θέματα γύρω από την Covid-19, τα εμβόλια και το Green Pass που πάνε να κατακτήσουν την πολιτική, οικονομική και κοινωνική σφαίρα. Είναι αναπόφευκτο οι αναλύσεις να περιορίζονται σε ένα κεντρικό σημείο. Έχουμε γράψει ήδη απ’ τον Απρίλη του 2020 για το ποια ήταν η πολιτική διαχείριση της πανδημίας (1) και η κατάσταση δεν έχει αλλάξει καθόλου με το πέρασμα του χρόνου. Το καινούριο των τελευταίων μηνών είναι τα εμβόλια. Σκοπός μας εδώ δεν είναι να εμβαθύνουμε σ’ αυτό το πολύπλοκο θέμα –πειράματα, παραγωγή, πατέντες, παρενέργειες, ανάπτυξη εναλλακτικού πρωτοκόλλου θεραπείας κλπ.– μα στην ιταλική εμβολιαστική καμπάνια και την εισαγωγή του Green Pass, με τα χαρακτηριστικά της τεχνολογίας blockchain και του ευρωπαϊκού δικτύου Gateway.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά σημεία.

1. Εμβολιασμός και Green Pass είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η επιλογή του εμβολιασμού ενάντια στον ιό Sars-Cov-2 αγγίζει ευαίσθητα και προσωπικά θέματα όπως τους αταβιστικούς φόβους της αρρώστιας και του θανάτου, στους οποίους ο καθένας απαντάει με τις δικές του, αδιαπραγμάτευτες επιλογές. Όσο και αν αυτά τα σχεδόν δύο χρόνια το σφυροκόπημα της πολιτικής και μιντιακής προπαγάνδας έχει αναγάγει σε τέχνη όλους τους δυνατούς ανθρώπινους φόβους, αυτό που αντιμετωπίζουμε εδώ είναι ένας λόγος που δεν έχει σχέση με τη σκέψη: υπάρχει ακόμα το συναίσθημα με το οποίο καθένας πρέπει να συμφιλιωθεί, και ο εμβολιασμός είναι ένας από τους δυνατούς τρόπους συμφιλίωσης. Το Green Pass είναι κάτι άλλο: ακόμα και έχοντας εμβολιαστεί μπορεί κανείς να αποφασίσει να μην το κατεβάσει και να μην το χρησιμοποιήσει. Θα επανέλθουμε πιο κάτω στην υποχρεωτικοποίησή του στην πράξη, μέσω της σύνδεσης με το πανεπιστήμιο και τη δουλειά, αλλά το βασικό θέμα είναι πως ο εμβολιασμός και το Green Pass είναι δύο ξεχωριστές πράξεις, δύο διαφορετικές αποφάσεις, στο χέρι του κάθε ανθρώπου, που η πρώτη δεν συνεπάγεται απαραίτητα τη δεύτερη.

2. Η ατομική ελευθερία δεν είναι απόλυτη: μέσα σε μια κοινότητα πρέπει να συνυπολογίζεται μαζί με τη συλλογική διάσταση, που σημαίνει ότι περιορίζεται.

Με αυτά ξεκαθαρισμένα, μένει να σκεφτούμε λογικά.

Ο ύπνος της λογικής

Υπάρχουν δύο παράγοντες που χαρακτηρίζουν τον εμβολιασμό: η ατομική προστασία και η κυκλοφορία του ιού (δηλαδή η προστασία των άλλων). Σε αυτά τα θέματα θα προσθέσουμε και άλλα βασικά σημεία.

3. Το εμβόλιο προστατεύει τον εμβολιασμένο από τη βαριά νόσηση· συνεπώς, στη θεωρία, από την εισαγωγή σε νοσοκομείο και, καλώς εχόντων των πραγμάτων, από τον θάνατο. Η τελευταία διαθέσιμη έρευνα αυτή τη στιγμή (21 Ιουλίου 2021) από το Ανώτερο Ινστιτούτο Υγείας (2) αναλύει τα χαρακτηριστικά των 127.044 συνολικά ασθενών που έχουν πεθάνει όντας θετικοί στον SARS-CoV-2 (είναι το 0,21% του πληθυσμού της Ιταλίας, σύμφωνα με τα δεδομένα της ιταλικής στατιστικής υπηρεσίας Istat): η μέση ηλικία τους είναι τα 80 χρόνια και, σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα από όλες τις ηλικιακές ζώνες, ο μέσος αριθμός υποκείμενων παθήσεών τους είναι 3,7. Αυτοί οι αριθμοί, σε απόσταση 16 μηνών από την αρχή της πανδημίας, επιβεβαιώνουν το δεδομένο ότι οι θάνατοι χτυπάνε τους ηλικιωμένους, κυρίως εκείνους με υποκείμενες παθήσεις, και τα νεότερα άτομα που είναι ήδη αποδυναμωμένα από παθήσεις.

4. Πολλαπλασιάζονται έρευνες και δηλώσεις που περιορίζουν την προστασία των τωρινών εμβολίων στους έξι μήνες, διάστημα μετά το οποίο η αποτελεσματικότητα σημειώνει προοδευτικά σημαντική ελάττωση. Μια μελέτη δημοσιευμένη στο Lancet και επιβεβαιωμένη από τον Λουίς Χοδάρ, αντιπρόεδρο και ιατρικό διευθυντή της Pfizer Vaccines, βεβαιώνει πως μετά από έξι μήνες η αποτελεσματικότητα των δύο δόσεων Pfizer πέφτει από το 88% στο 47% και πως «συνεπώς οι λοιμώξεις Covid-19 στα άτομα που έχουν λάβει δύο δόσεις του εμβολίου οφείλονται πιθανότατα στη μείωση της αποτελεσματικότητας και δεν προκαλούνται από τη Δέλτα ή από άλλες παραλλαγές που ξεφεύγουν από την προστασία του εμβολίου» (3): απ’ όπου και ξεκίνησε η καμπάνια για την τρίτη δόση.

5. Και τα εμβολιασμένα άτομα μπορούν να μεταδώσουν τον ιό. Προς το παρόν δεν υπάρχουν ακόμα έρευνες με οριστικούς αριθμούς αλλά η μεταδοτικότητα φαίνεται ελαττωμένη σε σχέση με τους μη εμβολιασμένους. Η έρευνα της 29 Σεπτεμβρίου από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, προδημοσιευμένη στο MedrXiv (4) –δηλαδή όχι ακόμα αξιολογημένη– φαίνεται να είναι η τελευταία και πιο πλήρης έρευνα στο θέμα: βασίζεται στην ιχνηλάτηση ενός δείγματος 95.716 περιστατικών-δεικτών και παρατηρεί μικρότερη μεταδοτικότητα ως προς τη μετάλλαξη Δέλτα κατά 65% για το Pfizer και 36% για το AstraZeneca. Από τη μία λοιπόν επιβεβαιώνεται πως τα δύο κύρια εμβόλια δεν αποτρέπουν τη μετάδοση, από την άλλη είναι ωστόσο θετικό, κυρίως για το Pfizer –πολύ λιγότερο για το AstraZeneca–, ότι μπορεί να μειώσει την κυκλοφορία του ιού. Ακόμα, η ιχνηλάτηση που έγινε απέδειξε και πως μετά από μόλις 12 εβδομάδες (λιγότερο από τρεις μήνες) δεν υπάρχει πια καμία μετρήσιμη διαφορά ανάμεσα σε εμβολιασμένους και μη εμβολιασμένους ως προς τη μετάδοση της παραλλαγής Δέλτα. Με άλλα λόγια, τα δύο εμβόλια που εξετάστηκαν προστατεύουν από τη μετάδοση μόλις για διάστημα τριών μηνών.

Η έρευνα επισημαίνει επιπλέον πως οι επαφές για τη μετάδοση έχουν γίνει «κυρίως στο εσωτερικό των οικογενειών (70%), με τους επισκέπτες των οικογενειών (10%), σε εκδηλώσεις και δραστηριότητες (10%) και στη δουλειά/στο σχολείο (10%)»: λοιπόν η μετάδοση γίνεται κατά 80% στο οικιακό περιβάλλον και μόνο κατά 20% σε δημόσιους χώρους (όπου τώρα είναι απαραίτητο το Green Pass).

Τέλος, ένα πάρα πολύ σημαντικό δεδομένο: η μεταδοτικότητα των ασυμπτωματικών. Η ιχνηλάτηση έδειξε πως, στην περίπτωση των εμβολιασμένων, η πιθανότητα μετάδοσης του ιού (παραλλαγής Δέλτα) από τους ασυμπτωματικούς είχε μειωθεί κατά 39%· συγχρόνως όμως επισημαίνεται ότι «τα ανιχνευόμενα ιικά φορτία της παραλλαγής Δέλτα μετά τον εμβολιασμό είναι παρόμοια σε εμβολιασμένα και μη εμβολιασμένα άτομα, ακόμα και αν η διάρκεια της διάδοσης του ιού μπορεί να έχει μειωθεί. Είναι επομένως αμφίβολο αν ο εμβολιασμός μπορεί να περιορίσει την εξάπλωση της Δέλτα εξίσου αποτελεσματικά με αυτήν της Άλφα (της προηγούμενης παραλλαγής, σ.τ.γ.) και αν μπορεί η μεγαλύτερη πιθανότητα μετάδοσης να εξηγήσει την πολύ γρήγορη παγκόσμια διασπορά της Δέλτα παρ’ όλη την αυξανόμενη εμβολιαστική κάλυψη». Ας επαναλάβουμε πως πρόκειται για μια πρόσφατη έρευνα που περιμένει την αξιολόγηση, και άρα δεν υπάρχουν ακόμα βέβαια δεδομένα για το θέμα, όμως αναμφίβολα οι ερευνητές είναι έγκυροι και το δείγμα που εξέτασαν μεγάλο.

6. Η φυσική ανοσία προσφέρει προστασία που διαρκεί περισσότερο απ’ αυτή των εμβολίων, την οποία αποκτούν και οι ασυμπτωματικοί και αυτοί με λίγα συμπτώματα. Στις 7 Ιουλίου 2021 το Ινστιτούτο Μάριο Νέγκρι αντιμετωπίζει το θέμα (5) αντιπαραβάλλοντας διάφορες διεθνείς μελέτες και προσθέτει: «Τα επίσημα δεδομένα δείχνουν πως περίπου το 10% του πληθυσμού της Ιταλίας έχει λάβει θετική εργαστηριακή διάγνωση για τον SARS-CoV-2. Αυτό το ποσοστό μπορεί στην πραγματικότητα να είναι πολύ πιο υψηλό, αφού το μεγαλύτερο μέρος των κρουσμάτων (εκτιμάται μεταξύ 80 και 90%) παραμένει ασυμπτωματικό και συνεπώς δεν διαγιγνώσκεται». Αν και είναι μόνο μια εκτίμηση, το νούμερο είναι εντυπωσιακό· το ίδιο θα ήταν και ένα απλό 40-50%. Επειδή σημαίνει πως, μετά από 19 μήνες πανδημίας και τρία κύματα, σήμερα ένα καθόλου ευκαταφρόνητο τμήμα του πληθυσμού –εκατομμύρια ανθρώπων– είναι ήδη προστατευμένα με φυσική ανοσία χωρίς να το ξέρουν και κάποια άλλα εκατομμύρια πολιτών θα μπορούσαν να αποκτήσουν φυσική ανοσία ερχόμενα σε επαφή με τον ιό χωρίς να αρρωστήσουν. Μια μακροχρόνια ανοσία, που θα μπορούσε να διαρκέσει μέχρι και χρόνια χάρη στα «κύτταρα μνήμης» του μυελού των οστών και να προστατεύει ακόμα και από τις μεταλλάξεις (τις μέχρι τώρα γνωστές, προφανώς: δεν γίνεται να μελετηθεί κάτι που ακόμα δεν υπάρχει): οι επιστημονικές λεπτομέρειες υπάρχουν στον σύνδεσμο στη σημείωση. Το Ινστιτούτο Νέγκρι επισημαίνει επιπλέον ότι ο εμβολιασμός αυξάνει την προστασία από τον ιό στα άτομα που έχουν ήδη φυσική ανοσία, κάτι που είναι προφανές: ο εμβολιασμός παράγει για λίγο καιρό αντισώματα –που τελειώνουν μετά από περίπου έξι μήνες– τα οποία προστίθενται στην προστασία των κυττάρων μνήμης. Μα η ουσία είναι πως οι έρευνες που έχουν γίνει μέχρι τώρα δείχνουν ότι η μακρόχρονη φυσική ανοσία προσφέρει προστασία ήδη από μόνη της.

7. Όταν λοιπόν σκεφτόμαστε με όρους πιθανοτήτων μετάδοσης/κυκλοφορίας του ιού, η απλή εξίσωση «μη εμβολιασμένος = μεγαλύτερη πιθανότητα μετάδοσης σε σχέση με τον εμβολιασμένο» είναι λανθασμένη: είτε επειδή δεν υπολογίζει τη φυσική ανοσία που έχουν ήδη εν αγνοία τους εκατομμύρια άτομα που παρέμειναν ασυμπτωματικά στα προηγούμενα κύματα είτε επειδή η ελάττωση της πιθανότητας μετάδοσης των εμβολιασμένων μπορεί να διαρκέσει μέχρι και τρεις μήνες (ενώ το Green Pass διαρκεί δώδεκα). Φυσικά το Green Pass δίνεται και σε κάποιον που έχει διάγνωση ανάρρωσης από την Covid, δηλαδή κάποιον με φυσική ανοσία, μα είναι προφανές πως ένας ασυμπτωματικός δεν μπορεί να έχει διάγνωση ανάρρωσης από μια ασθένεια για την οποία δεν εκδήλωσε συμπτώματα.

Για να συνοψίσουμε, το εμβόλιο προστατεύει από τη βαριά νόσηση τους ίδιους τους εμβολιασμένους αλλά δεν προστατεύει εξίσου τους άλλους· αν και μειώνει την εξάπλωση του ιού (ίσως μόλις για τρεις μήνες), δεν εμποδίζει την κυκλοφορία του –ούτε την επακόλουθη δημιουργία μεταλλάξεων– · εκατομμύρια ατόμων έχουν ήδη εν αγνοία τους αποκτήσει φυσική ανοσία που τα βάζει στο ίδιο επίπεδο με τους εμβολιασμένους και που διαρκεί (κάτι που δεν φαίνεται να ισχύει για την ανοσία που δίνουν τα εμβόλια)· οι ασυμπτωματικοί εμβολιασμένοι έχουν ιικά φορτία παρόμοια με αυτά των μη εμβολιασμένων, πράγμα που έχει σημασία στην πιθανότητα μετάδοσης του ιού· η θνησιμότητα της Covid-19 χτυπάει τους «ευπαθείς», δηλαδή τους ηλικιωμένους (κυρίως με υποκείμενα νοσήματα) και τους νεότερους που είναι ήδη εξασθενημένοι από νοσήματα.

Η πρώτη σκέψη είναι προφανής: οι «ευπαθείς» κατηγορίες μπορούν να προστατευτούν. Αυτό είναι το κύριο και θετικό που δίνει ο εμβολιασμός. Και σημαίνει ακόμα, παράλληλα, ότι δεν τίθεται κανένα ηθικό δίλημμα ανάμεσα στην ατομική ελευθερία και τη συλλογικότητα, επειδή οι επιπτώσεις της επιλογής για μη ανοσοποίηση με ορό πέφτουν αποκλειστικά στο άτομο που κάνει αυτή την επιλογή: ο άλλος, που έχει επιλέξει τον εμβολιασμό, είναι προστατευμένος. Έτσι, όπως είναι αναφαίρετη η προσωπική επιλογή του εμβολιασμού, το ίδιο είναι και η αντίθετη.

Στερείται λογικής βάσης το αντεπιχείρημα ότι ο μη εμβολιασμός είναι και πάλι εγωιστική και ανεύθυνη πράξη αφού, αν κάποιος κολλήσει την ασθένεια, συνεισφέρει στην επιβάρυνση των νοσοκομείων, κοστίζοντας έτσι οικονομικά στο σύστημα υγείας και αφαιρώντας θέσεις από άλλα νοσήματα: πέρα από το γεγονός πως αυτός ο συλλογισμός ανοίγει την πόρτα σε ένα επικίνδυνο παράγωγο του «ηθικού κράτους»*, που επιβάλλει στους πολίτες μια υγειονομική συμπεριφορά στο όνομα του ωφελιμισμού (μην καπνίζεις επειδή ο μελλοντικός καρκίνος στα πνευμόνια σου θα επιβαρύνει το σύστημα υγείας, μην παχαίνεις, μην πίνεις κ.λπ.), πόσοι 12χρονοι, 20χρονοι, 30χρονοι, 40χρονοι, 50χρονοι επιβάρυναν τα νοσοκομεία στα προηγούμενα κύματα, με θέσεις που έπιαναν σε κλίνες; Τα δεδομένα του Ανώτερου Ινστιτούτου Υγείας (6) δίνουν την απάντηση. Από τις 23 Φεβρουαρίου 2020 ως τις 4 Οκτωβρίου 2021 (19 μήνες) οι συνολικές αναρρώσεις είναι 433.835· μόλις το 17,16% αφορά την ηλικιακή ομάδα των 12-50 ετών (0,91% για τα 12-20 έτη· 2,79% για τα 21-30 έτη· 4,74% για τα 31-40 έτη· 8,71% για τα 41-50 έτη). Αν κοιτάξουμε τις ΜΕΘ, το σύνολο των εισαχθέντων στους ίδιους 19 μήνες είναι 58.950: μόνο το 10,16% των ατόμων μεταξύ 12 και 50 ετών (το 0,25% της ηλικιακής ομάδας 12-20· το 0,82% της ομάδας 21-30· το 2,41% της ομάδας 31-40· το 6,68% της ομάδας 41-50 ετών). Αριθμοί που δεν επιβαρύνουν τίποτα.

Η δεύτερη σκέψη εστιάζει στην πολιτική επιλογή της έναρξης μιας εμβολιαστικής εκστρατείας σε ολόκληρο τον πληθυσμό άνω των 12 ετών –ενώ εξετάζεται το εμβόλιο ακόμα και για τα μικρά παιδιά–: με βάση τα δεδομένα και τους παράγοντες που έχουμε αναλύσει πιο πάνω, είναι μια απόφαση χωρίς καμία λογική βάση. Είναι ένα πράγμα η διάθεση του εμβολίου σε όλους τους πολίτες, δίνοντας προτεραιότητα στις «ευπαθείς» κατηγορίες: αυτή η προσέγγιση αφήνει τον καθένα να κάνει αμετάκλητα τη δική του ελεύθερη επιλογή (ελεύθερη θα σήμαινε με πλήρη γνώση των στοιχείων, που είναι το ακριβές αντίθετο της προπαγάνδας με την οποία χτυπιόμαστε, αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα με την οποία δεν θα ασχοληθούμε)· είναι άλλο πράγμα η υποχρέωση όλου πρακτικά του πληθυσμού να εμβολιαστεί, με την εισαγωγή του Green Pass – το οποίο θα δούμε.

Προς στήριξη του μαζικού εμβολιασμού συνεχίζει να προβάλλεται η σχέση οφέλους-κινδύνου, μα αυτό είναι ένα αφήγημα εξαρχής διαστρεβλωμένο επειδή αποκρύπτει τους πραγματικούς παράγοντες που μας είναι γνωστοί ως τώρα: ακόμα και αν αγνοήσουμε τα πρόσφατα δεδομένα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης που παραθέσαμε πιο πάνω (πρώτα και κύρια τη μείωση της προστασίας που δίνει ο εμβολιασμός ενάντια στη μετάδοση μετά από 12 εβδομάδες, επιπρόσθετα το ζήτημα των ασυμπτωματικών), από τη μία έχουμε τα εκατομμύρια άτομα που έχουν ήδη αποκτήσει μακρόχρονη φυσική ανοσία και τη συνεισφορά τους στην επιβράδυνση της κυκλοφορίας του ιού, από την άλλη ότι είναι αδύνατο να γνωρίζουμε τις μακροπρόθεσμες συνέπειες του εμβολιασμού· μια πλευρά που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ελαφρά τη καρδία, κυρίως για τους εφήβους και τους νέους – για να μην αναφέρουμε τα παιδιά.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων EMA έχει παραχωρήσει σε όλα τα εμβόλια «έγκριση υπό όρους» (conditional marketing authorisation) ακριβώς λόγω της έλλειψης πληροφοριών για τους μακροπρόθεσμους κινδύνους. Η Pfizer, για παράδειγμα, προβλέπει το τέλος των κλινικών δοκιμών της για τις 2 Μαΐου 2023 (7). Ένα κρίσιμο σημείο που έχει αναφέρει και ο ΠΟΥ («Δεν υπάρχουν ακόμα διαθέσιμα δεδομένα για την ασφάλεια μακροπρόθεσμα και το διάστημα της επίβλεψης είναι ακόμα περιορισμένο» [8]) και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων («Αυτή τη στιγμή το εμβόλιο διατίθεται, αλλά η μακροπρόθεσμη ασφάλεια του εμβολίου BNT162b2 mRNA [Pfizer] δεν είναι εντελώς γνωστή […] οι πληροφορίες που λείπουν αφορούν: στοιχεία μακροπρόθεσμης ασφάλειας· χρήση σε εγκυμοσύνη και κατά τον θηλασμό· χρήση σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς· χρήση σε ασθενείς ευπαθείς με υποκείμενα νοσήματα […] χρήση σε ασθενείς με αυτοάνοσες ή φλεγμονώδεις παθήσεις· αλληλεπίδραση με άλλα εμβόλια» [9]). Τώρα, για να το πούμε ωμά, ένα ηλικιωμένο άτομο μπορεί αρκετά λογικά να θεωρήσει πως λίγο το αφορούν οι πιθανές μακροπρόθεσμες συνέπειες του εμβολίου μπροστά σε έναν πολύ πιο υπαρκτό κίνδυνο σοβαρής νόσησης Covid-19· ένας έφηβος ή ένας 50χρονος αντιστρέφει τα δεδομένα της εξίσωσης.

Φυσικά υπάρχει ένα μέρος του πληθυσμού που δεν μπορεί να εμβολιαστεί για λόγους υγείας, μα δυστυχώς αυτή την πλευρά τα εμβόλια δεν την έχουν επιλύσει καθόλου, δεδομένης της αδυναμίας τους να αποτρέψουν την κυκλοφορία του ιού. Στην πραγματικότητα είναι ένα επιπλέον στοιχείο που θα έπρεπε να προσελκύσει επενδύσεις και ενδιαφέρον στη μελέτη των πρωτόκολλων θεραπείας, που αντιθέτως έχουν παραμείνει παγωμένα: τα εμβόλια θα μας σώσουν είναι η μοναδική προσέγγιση που έχει ακολουθηθεί στην υγεία, από την αρχή ως το τέλος. Και αν ρίξουμε μια ματιά στο αύριο, αυτή η ρύθμιση δεν φαίνεται να αλλάζει: στις 4 Οκτωβρίου ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων ενέκρινε την τρίτη δόση για όλα τα άτομα άνω των 18 ετών ενώ ο Ουγκούρ Σαχίν, διευθυντής της BioNTech (σε μια συνέντευξη στους Financial Times), ο Άλμπερτ Μπουρλά, διευθυντής της Pfizer (στο ABC) και ο Στεφάν Μπαρσέλ, διευθύνων σύμβουλος της Moderna (στην ελβετική εφημερίδα Neue Zuercher Zeitung) έχουν ήδη απλώσει τα χέρια τους ανακοινώνοντας εν χορώ ότι το μέλλον είναι ο ετήσιος εμβολιασμός (10). Μια δήλωση που ξέφυγε και από το στόμα του Ντράγκι, στη συνέντευξη τύπου της 8ης του περασμένου Απριλίου: «Πρέπει να συνεχίσουμε να εμβολιαζόμαστε τα επόμενα χρόνια γιατί θα υπάρχουν μεταλλάξεις, οπότε αυτά τα εμβόλια θα προσαρμόζονται». Μια προσέγγιση προφανώς πολύ καλή για τις πλούσιες χώρες που μπορούν να αγοράζουν και να πληρώνουν στις φαρμακευτικές εταιρείες τις δόσεις του εμβολίου: οι «ευπαθείς» πολίτες των φτωχών χωρών μπορούν να ελπίζουν και να κάνουν υπομονή (11).

Για να στηριχτεί η επιβολή ενός μαζικού εμβολιασμού πρέπει να ξεχαστεί και το δυνητικό φαινόμενο “long covid”, για το οποίο δεν υπάρχουν ακόμα μελέτες που να το προσδιορίζουν με βέβαια στοιχεία, καθώς και το θέμα «μεταλλάξεις»: οι οροί που έχουμε σήμερα έχουν αναπτυχθεί πριν να απομονωθούν οι μεταλλάξεις. Το άνοιγμα της εμβολιαστικής καμπάνιας σε αυτές τις συνθήκες ήταν ένα ρίσκο: στην πραγματικότητα, μόνο εκ των υστέρων έδειξαν τα δεδομένα πως τα εμβόλια προστατεύουν και από την παραλλαγή Δέλτα. Μια επιλογή σίγουρα συζητήσιμη στο επίπεδο της σχέσης οφέλους-κινδύνου.

Εν κατακλείδι, η πραγματικότητα που ζούμε είναι ομιχλώδης και παράλογη: ομιχλώδης για τα τόσα που δεν είναι ακόμα ξεκάθαρα, παράλογη για όλα τα υπόλοιπα που είναι. Και αντί να δρα με περίσκεψη, να κρατάει το εμβόλιο για τις «ευπαθείς» κατηγορίες σε όλες τις χώρες του πλανήτη, να ενημερώνει επαρκώς τους πολίτες, να ενισχύει τις τοπικές δομές υγείας και την έρευνα των θεραπευτικών πρωτοκόλλων, να εγγυάται την πρόσβαση σε δωρεάν τεστ, η Ευρωπαϊκή Ένωση εφηύρε το Green Pass και η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο της Ιταλίας το μετέτρεψαν σε υποχρέωση για εμβολιασμό.

Η υποχρέωση εμβολιασμού του Green Pass

Μιλούν για «μια ελαφριά ώθηση» και για «συγκαλυμμένη υποχρέωση», επικαλούμενοι τελικά έναν νόμο που δείχνει ξεκάθαρα την υποχρέωση. Το Green Pass είναι ένας εκβιασμός: η επέκτασή του στα πανεπιστήμια (1 Σεπτεμβρίου) και στη δουλειά (15 Οκτωβρίου) διαμορφώνει μια εμβολιαστική υποχρέωση και μια διάκριση ενάντια σε όποιον δεν δέχεται μια υγειονομική πράξη.

Είναι υποχρέωση γιατί στερεί την επιλογή από εκατομμύρια ανθρώπους, εκείνους που δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώνουν δύο/τρία τεστ την εβδομάδα, επιβάλλοντας μια οικονομική διάκριση σε μια βασική ανάγκη: τη δουλειά. (Και δεν θα την αποκαλέσουμε δικαίωμα γιατί αυτό παραπλανά: δικαίωμα είναι κάτι που μου ανήκει και που μπορώ να επιλέξω αν θα το χρησιμοποιήσω ή όχι, ανάγκη είναι κάτι που δεν μου αφήνει επιλογή. Είναι διαφορετικό εκείνο που ο Μαρξ όριζε ως «δραστηριότητα» σε μια μη καπιταλιστική κοινωνία, μα αυτό είναι μια άλλη κουβέντα…) Η εργασία είναι ανάγκη γιατί για να ζήσουμε, για να πληρώσουμε το φαγητό, το νοίκι και τους λογαριασμούς, πρέπει να δουλέψουμε. Στην καθορισμένη τιμή των 15 ευρώ ανά τεστ έχουμε σύνολο 45 ευρώ την εβδομάδα, 180 ευρώ τον μήνα. Για ένα άτομο. Σε μια οικογένεια, ίσως με παιδιά στο πανεπιστήμιο, ο λογαριασμός μπορεί να είναι πολλαπλάσιος. Η επιλογή που δίνεται σε αυτούς τους ανθρώπους, στην ομιχλώδη και παράλογη κατάσταση όπου βρισκόμαστε, είναι να δεχτούν μια υγειονομική πράξη που δεν θέλουν ή να στερηθούν τα λεφτά για να επιβιώσουν.

Και υπάρχει και η πλευρά της διαχείρισης: να βρει κανείς το φαρμακείο που εφαρμόζει την καθορισμένη τιμή, να παραγγέλνει το τεστ κάθε δύο μέρες, να υπολογίσει το ωράριο –συνυπολογίζοντας το ωράριο εργασίας του– για να μπορέσει να εκμεταλλευτεί πλήρως τις 48 ώρες… πόσο μπορεί να αντισταθεί ώσπου να υποκύψει στον εκβιασμό; Αυτή τη στιγμή, η Ιταλία είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που έχει επεκτείνει το Green Pass στους χώρους εργασίας, ενώ μόνο τέσσερα κράτη έχουν επιβάλει την εμβολιαστική υποχρέωση απευθείας με νόμο: η Ινδονησία, το Τουρκμενιστάν, το Τατζικιστάν και η Μικρονησία.

Για να μη μιλήσουμε για το παράδοξο που γεννιέται: μέσα στους χώρους «μόνο Green Pass» είναι οι εμβολιασμένοι που μπορεί να φέρουν τον ιό· όσοι επιλέγουν να μην κάνουν το εμβόλιο έχουν στο χέρι ένα αρνητικό τεστ και έτσι προστατεύουν πραγματικά τους άλλους.

Όντως, τα τεστ και τα πρωτόκολλα θεραπείας, μαζί με τον εμβολιασμό των «ευπαθών» ατόμων, είναι υγειονομικά εργαλεία· το Green Pass είναι μία πολιτική άδεια μετακίνησης.

«Το Κοινοβούλιο προτρέπει τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Ένωση», τονίζει η Απόφαση 2361 της 27 Ιανουαρίου 2021 του Συμβουλίου της Ευρώπης (12), «να εξασφαλίσουν την πληροφόρηση των πολιτών πως ο εμβολιασμός δεν είναι υποχρεωτικός και πως κανένας δεν υφίσταται πολιτικές, κοινωνικές ή άλλου είδους πιέσεις για να εμβολιαστεί σε περίπτωση που δεν το επιθυμεί· να εξασφαλίσουν πως κανείς δεν θα υποστεί διάκριση επειδή δεν έχει εμβολιαστεί, λόγω πιθανών κινδύνων για την υγεία ή επειδή δεν επιθυμεί να εμβολιαστεί· να δίνουν διαφανείς πληροφορίες για την ασφάλεια και τις πιθανές παρενέργειες των εμβολίων […] να δημοσιεύουν με διαφάνεια το περιεχόμενο των συμβολαίων με τους παραγωγούς εμβολίων και να το καθιστούν δημόσια διαθέσιμο για τον κοινοβουλευτικό και τον δημόσιο έλεγχο» (13). Λόγια του αέρα, χωρίς καμία δυνατότητα να επιβάλουν οτιδήποτε στις κυβερνήσεις των χωρών και που μπορούν να παρακαμφθούν με την ψεύτικη εναλλακτική του τεστ.

Υπάρχει και κάτι άλλο: το Green Pass δεν αντιπροσωπεύει μόνο τον υποχρεωτικό εμβολιασμό. Είναι ταυτόχρονα και μια τεχνολογία και μια πρακτική εξουσίας. Ας ξεκινήσουμε από την πρώτη.

Το blockchain του ελέγχου

Το Green Pass μπαίνει σε ισχύ την πρώτη Ιουλίου και είναι ευρωπαϊκό δημιούργημα: εγκρίνεται από το κοινοβούλιο της ΕΕ και στη συνέχεια παρουσιάζεται ως «διευκόλυνση» για τα ταξίδια ανάμεσα σε χώρες στο εσωτερικό της ΕΕ, γιατί καταργεί καραντίνες και τεστ. Το εφαρμόζουν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη: κάποια αφήνουν τους πολίτες ελεύθερους να το κατεβάσουν ή όχι, άλλα (προς το παρόν η Γαλλία, η Αυστρία, η Ολλανδία, η Πορτογαλία, η Ελλάδα, η Ρουμανία, η Δανία, η Κροατία) το συνδέουν με την πρόσβαση σε εστιατόρια, κινηματογράφους, μουσεία κλπ. Από τις 22 Ιουλίου μέχρι τις 16 Σεπτέμβρη η κυβέρνηση Ντράγκι εγκρίνει μια σειρά από διατάγματα –που η βουλή τα μετατρέπει σε νόμους με μια ταχύτητα που σπάνια έχουμε ξαναδεί– που το καθιστούν υποχρεωτικό πρώτα για τους κλειστούς χώρους εστιατορίων, τους κινηματογράφους, τα μουσεία κλπ., μετά για τα τρένα με μεγάλες διαδρομές και τα πανεπιστήμια, στο τέλος για τους χώρους εργασίας, δημόσιους και ιδιωτικούς.

Το Green Pass βασίζεται σε μια τεχνολογία blockchain με κρυπτογραφία ασύμμετρου κλειδιού, δηλαδή με δύο κλειδιά κρυπτογράφησης, ένα δημόσιο και ένα ιδιωτικό (14). Χωρίς να μπούμε σε υπερβολικες τεχνικές λεπτομέρειες, επιτρέπει τη σύνδεση συγκεκριμένων «συνθηκών» με ένα άτομο, το οποίο κατεβάζοντας το Pass ανοίγει την ψηφιακή του ταυτότητα στην αντίστοιχη ευρωπαϊκή δικτυακή πλατφόρμα (το DGCG, Digital Green Certificate Gateway ή αλλιώς Gateway, υπό την άμεση διαχείριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: επιτρέπει τη διαλειτουργικότητα των εθνικών δικτύων Digital Green Certificate – DCG) (15). Σήμερα η «συνθήκη» που εφαρμόζεται είναι υγειονομική: ο εμβολιασμός ή το αρνητικό τεστ ή η ανάρρωση από την Covid-19 επιτρέπουν στο άτομο να μπαίνει σε συγκεκριμένους χώρους, ανοίγοντάς του τον δρόμο με τη χρήση του λογισμικού VerificaC19 που ελέγχει τον κωδικό QR του Pass. Οι «συνθήκες», όπως έχουμε δει, έχουν αποφασιστεί από την ιταλική κυβέρνηση και το ιταλικό κοινοβούλιο μέσω της νομοθετικής οδού, και με τον ίδιο τρόπο μπορούν και να αλλάξουν. Αυτό που κάνει το Green Pass μοναδικό είναι στην πραγματικότητα ο χαρακτηριστικός τρόπος λειτουργίας του που το καθιστά δυναμικό εργαλείο, του οποίου η χρήση θα μπορέσει να επεκταθεί και να εμπλουτιστεί με τους πιο διαφορετικούς τρόπους: θα μπορεί να επιτρέπει την πρόσβαση στα άτομα με βάση τη διαγωγή και τη συμπεριφορά τους (σήμερα το εμβόλιο, αύριο οι πληρωμές…) ή με βάση την κοινωνική του θέση (κατοικία, επάγγελμα, φορολογική δήλωση, ποινικό μητρώο… οτιδήποτε).

Όχι μόνο. Η δομή του blockchain επιτρέπει μια συλλογή δεδομένων (δυνητικά απεριόριστη) που δεν είναι συναθροισμένη: το blockchain εξατομικεύει τα δεδομένα, προσδένοντάς τα στην νέα ψηφιακή ταυτότητα, και τα διατηρεί εξατομικευμένα. Λοιπόν το Green Pass υλοποιεί ένα μαζικό φακέλωμα. Στο καλύτερο σενάριο, τεστάρει τη λειτουργικότητα της υποδομής –που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση του μελλοντικού ψηφιακού ευρώ– στο χειρότερο, δημιουργεί από τώρα τις ψηφιακές ταυτότητες των πολιτών και κατασκευάζει τη βάση δεδομένων μιας πλατφόρμας που θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τους πιο διαφορετικούς σκοπούς. Μαζί με το Green Pass έρχεται πράγματι μια νομοθετική αλλαγή στη χρήση των προσωπικών δεδομένων.

Με το διάταγμα-νόμο νο. 139 της 8ης Οκτωβρίου, η κυβέρνηση έβαλε χέρι στον νόμο 196/2003 για την ιδιωτικότητα: με το άρθρο 9, το νέο διάταγμα ορίζει πως «η χρήση των προσωπικών δεδομένων από μια δημόσια διοίκηση […] και επίσης από μια δημόσια ελεγχόμενη επιχείρηση […] είναι πάντοτε νόμιμη αν είναι αναγκαία για την εκτέλεση καθήκοντος προς το δημόσιο συμφέρον ή για την άσκηση δημόσιας εξουσίας που συνδέεται με την ανωτέρω χρήση. Ο σκοπός της επεξεργασίας, αν δεν προβλέπεται ρητά από νόμο ή, στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, από κανονισμό, καθορίζεται από τη διοίκηση ή από τη δημόσια ελεγχόμενη επιχείρηση ανάλογα με το καθήκον ή με την εξουσία». Επίσης καταργείται το άρθρο 2-ιε’ του κώδικα για τα προσωπικά δεδομένα, που επέτρεπε στον Επόπτη να παρέμβει προληπτικά στη δραστηριότητα της δημόσιας διοίκησης και να επιβάλει «εγγυητικά μέτρα» στην επεξεργασία των δεδομένων που παρουσιάζουν «υψηλό κίνδυνο», ακόμα και αν πρόκειται «για την εκτέλεση καθήκοντος προς το δημόσιο συμφέρον» Με άλλα λόγια, τώρα οποιοσδήποτε δημόσιος φορέας ή δημόσια ελεγχόμενη επιχείρηση θα μπορεί να αποφασίζει αυτόνομα («ο σκοπός της επεξεργασίας καθορίζεται από την ίδια τη διοίκηση») να χρησιμοποιεί όλα τα προσωπικά δεδομένα του πολίτη για οποιοδήποτε σκοπό (η αοριστία της φράσης «δημόσιο συμφέρον»)· ξεφεύγοντας επιπλέον από τον προληπτικό έλεγχο του Επόπτη της Ιδιωτικότητας.

Ο συνδυασμός Gateway και νομοθετικής αλλαγής θέτει τις βάσεις για μια νέα πραγματικότητα. Η διασταύρωση των δεδομένων ήταν πάντοτε το μεγαλύτερο πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης: το κράτος διαθετει ήδη πολλά προσωπικά στοιχεία του πολίτη, μα σε ξεχωριστές βάσεις δεδομένων. Το εθνικό Digital Green Certificate είναι η πλατφόρμα στην οποία θα μπορέσει να μεταφέρει, και στη συνέχεια λίγο λίγο να ενημερώνει, όλα τα δεδομένα των πολιτών (κτηματολόγιο, μηχανογράφηση, Υπηρεσία Εσόδων, ιατρικό φάκελο, δικαστικά δεδομένα… για να μην επεκταθούμε στις πληροφορίες που έχουν οι διάφορες εταιρείες με κρατική συμμετοχή), συνδέοντάς τα με τις ψηφιακές ταυτότητες· το ευρωπαϊκό Gateway θα επιτρέπει τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των εθνικών δικτύων· το blockchain θα επιτρέπει την έκδοση Pass «υπό συνθήκες».

Και το χρονικό διάστημα διατήρησης των δεδομένων γίνεται δυνητικά απεριόριστο. Μέχρι σήμερα, το Green Pass και τα παρεχόμενα στοιχεία επικοινωνίας (τηλέφωνο ή/και ηλεκτρονική διεύθυνση), όπως και οι πληροφορίες που αποτελούν το Pass (εμβόλιο, τεστ ή ανάρρωση), διατηρούνται μέχρι την εκπνοή του ίδιου του Pass και μετά «διαγράφονται»· αυτές οι τελευταίες, ωστόσο, μπορούν να διατηρηθούν στην περίπτωση που «χρησιμοποιούνται σε άλλες επεξεργασίες, καθορισμένες από κατάλληλες κανονιστικές διατάξεις, που προβλέπουν επιμήκυνση του χρόνου διατήρησης».

Υπάρχει τέλος και το θέμα της παρακολούθησης. Σήμερα η εφαρμογή VerificaC19 λειτουργεί χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο: ο νόμος επιβάλλει να συνδέεται στο Gateway τουλάχιστον μία φορά ανά διάστημα 24 ωρών και να ενημερώνει, εντοπισμένα, τους υπάρχοντες κωδικούς των Green Pass. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, το δίκτυο δεν θα άντεχε. Αλλά μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε πως όταν ενεργοποιηθεί το 5G θα καταστεί δυνατός ο εντοπισμός, μαζί με τη δημιουργία νέων Pass, νέων «συνθηκών» και νέων εφαρμογών εξακρίβωσης που θα δουλεύουν στο διαδίκτυο.

Ο συνεχής έλεγχος της ζωής μας που διενεργείται από τη Google, το Facebook, τη Microsoft κλπ. για οικονομικούς σκοπούς έχει γίνει «συνηθισμένος» και είναι δύσκολο να αποφευχθεί· ακόμα και η χρήση των δεδομένων που συλλέγει η Big Tech για πολιτικούς σκοπούς είναι κάτι με το οποίο έχουμε ήδη συμφιλιωθεί (βλέπε Cambridge Analytica)· μα ο έλεγχος από το κράτος είναι μια άλλη υπόθεση. Το θέμα δεν είναι να εμποδίσουμε τον Μεγάλο Αδερφό του Όργουελ –συν τοις άλλοις επειδή μάλλον πρόκειται για τον «καινούριο κόσμο» του Χάξλεϊ, δεδομένης της υπακοής με την οποία τον έχει δεχτεί ο πληθυσμός– μα να συνειδητοποιήσουμε πως η πλευρά της πολιτικής εξουσίας είναι πάντοτε, δυνητικά, η κυρίαρχη: γιατί κατέχει το μονοπώλιο της βίας και γιατί γράφει τους νόμους, δηλαδή καθορίζει τι είναι νόμιμο και τι δεν είναι· ποια συμπεριφορά αντιστοιχεί σε έγκλημα και επομένως και σε ποινή, φυλάκισης ή μικρότερη. Με το Gateway, το blockchain και το Green Pass, το κράτος θα μπορεί να ασκεί λεπτομερή και εξατομικευμένο έλεγχο σε κάθε πολίτη, προληπτικό ή εκ των υστέρων, και να πραγματοποιεί διαχωρισμούς (όπως ήδη έχει κάνει). Χωρίς καν την ανάγκη για smartphone, γιατί ο κωδικός QR μπορεί να επαληθευτεί ακόμα και από το χαρτί.

Είναι περίεργο, βέβαια, το όνομα που επιλέχθηκε για την άδεια μετακίνησης: Green Pass. Είναι δεδομένο πως σήμερα όλα εντάσσονται στο αφήγημα green επειδή ό,τι είναι green είναι και cool, μα τώρα πια είναι προφανές πως δεν πρόκειται απλώς για μάρκετινγκ: το Pass ήρθε για να μείνει. Το όνομά του δεν θα μπορούσε να αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο γεγονός, και μάλιστα δραματικό, όπως μια πανδημία.

Αυτή είναι η Τεχνολογική Επανάσταση; Η νέα ψηφιοποιημένη κοινωνία που μας περιμένει; Ποτέ δεν πρέπει να ξεχάσουμε πως η ιδιωτικότητα δεν είναι ο προσωπικός μας χώρος μα η σχέση εξουσίας ανάμεσα σε άτομο, κράτος και αγορά.

Πειθήνια σώματα

Με όρους πρακτικών της εξουσίας, πού ανήκει το Green Pass;

«Η πειθαρχία κατασκευάζει άτομα», «κατασκευάζει σώματα υποταγμένα και εξασκημένα, σώματα “πειθήνια”. Η πειθαρχία αυξάνει τις δυνάμεις του σώματος (με όρους οικονομικής χρησιμότητας) και μειώνει τις ίδιες αυτές δυνάμεις (με όρους πολιτικής υπακοής)». Και ακόμα: «Η πειθαρχική εξουσία είναι μια εξουσία που αντί να απομυζά και να χαρατσώνει, έχει ως μείζονα ρόλο να “εκγυμνάζει”· ή μάλλον: να εκγυμνάζει για να απομυζά και να χαρατσώνει καλύτερα. Δεν αλυσοδένει τις δυνάμεις για να τις καθυποτάξει· προσπαθεί να τις συνάψει έτσι ώστε να τις πολλαπλασιάσει και να τις χρησιμοποιήσει»· «δεν πρόκειται για μια θριαμβευτική εξουσία που, βασιζόμενη στην ίδια την υπερβολή της, μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στην ανώτερη δύναμή της· αλλά για μιαν εξουσία σώφρονα, καχύποπτη, που λειτουργεί σύμφωνα με μιαν υπολογισμένη αλλά μόνιμη οικονομία». Είναι λόγια του Μισέλ Φουκώ, από το έργο Επιτήρηση και τιμωρία (17). Δεν γίνεται να μην ανατρέξει στον Γάλλο διανοητή κάποιος που θέλει να σκεφτεί για τις πρακτικές της εξουσίας. Το κείμενο ανοίγει διάφορα σημεία για σκέψη όταν ξαναδιαβάζεται μέσα στην πραγματικότητα του Green Pass. Ας προσπαθήσουμε να τα αγγίξουμε.

Πρώτο σημείο: επανόρθωση.

Η πειθαρχία, συλλογίζεται ο Φουκό, παράγει σώματα έτοιμα να εκτελέσουν τις εργασίες που τους ζητούνται· ενώ ο νόμος απαγορεύει ή επιβάλλει και οι μηχανισμοί ασφάλειας διαχειρίζονται μια πραγματικότητα, η πειθαρχία ορίζει. Αυτή η τελευταία εμπεριέχει και την τιμωρία (την ποινή για όποιον αρνείται το Green Pass, που μπορεί να είναι από χρηματική μέχρι και αναστολή εργασίας χωρίς μισθό) μα ο σκοπός της δεν είναι να τιμωρήσει αλλά να επανορθώσει: «Ρόλος της πειθαρχικής τιμωρίας είναι να περιορίζει τις παρεκτροπές. Η τιμωρία πρέπει λοιπόν να είναι ουσιαστικά επανορθωτική»· «στην πειθαρχία, η τιμωρία δεν είναι παρά ένα στοιχείο του διττού συστήματος: ανταμοιβή-κύρωση. Και αυτό ακριβώς το σύστημα λειτουργεί στη διαδικασία της εκγύμνασης και της επανόρθωσης». Μετά από μήνες lockdown και έλλειψης κοινωνικότητας, η εξουσία «ανταμείβει» τον πολίτη με την «ελευθερία»: δεν επιβάλλεται (νόμος) με μια υποχρέωση για εμβολιασμό αλλά ορίζει μια συμπεριφορά. Τα πάντα για να γλιτώσουμε ένα ακόμα lockdown είναι κάτι που μάλλον ο καθένας μας έχει ακούσει από τουλάχιστον έναν φίλο του· Το Green Pass είναι ελευθερία είναι το πολιτικό σύνθημα που μεταφέρουν δουλικά τα μεγάλα μμε.

Μια «ελευθερία» –είναι προφανές, αλλιώς δεν θα υπήρχε η ανάγκη για το δεύτερο στοιχείο, τη συνέτιση– προσβάσιμη μόνο στον καλό πολίτη, εκείνον που είναι έτοιμος να εκτελέσει την πράξη που του ζητείται: τον εμβολιασμό. Οποιαδήποτε μορφή εξουσίας ξέρει πως δεν θα μπορέσει ποτέ να προσδοκά πως θα επιβληθεί στο σύνολο των πολιτών· και πράγματι η πειθάρχηση περιορίζει τις παρεκτροπές, δεν τις εξαλείφει. Όποιος χρησιμοποιεί την πειθώ για να πείσει τους αντιεμβολιαστές –και κακόπιστα δεν αναγνωρίζει καμία διαφορά ανάμεσα σε αντιεμβολιαστές και αυτούς που αντιτίθενται στο πιστοποιητικό– κάνει πως δεν ξέρει ότι ιστορικά η εξουσία πάντοτε δεχόταν πως ένα μέρος του πληθυσμού θα ξεφεύγει από την κυριαρχία της, καταλήγοντας στο περιθώριο της κοινωνίας, στα βάθη ενός «άλλου κόσμου» – μικροεγκληματικότητα, υποπρολεταριάτο, φτωχοί, παράτυποι ξένοι… Αυτό που μετράει είναι το μέγεθος: αυτή η αποκλεισμένη αλλότητα πρέπει να είναι ποσοτικά ελάχιστη για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα από τη δυσκολία διαχείρισης. Η πρώτη κύρωση χτύπησε την κοινωνικότητα –το Green Pass του Αυγούστου– η δεύτερη ανέβασε τον πήχη στο πανεπιστήμιο, η τρίτη στον χώρο εργασίας: προοδευτική αύξηση των κυρώσεων για αύξηση της επανόρθωσης και περιορισμό των παρεκτροπών.

Δεύτερο σημείο: κανονικοποίηση.

«Η τέχνη της τιμωρίας, στο καθεστώς της πειθαρχικής εξουσίας,» γράφει ο Φουκό, «δεν στοχεύει ούτε στον εξιλασμό ούτε ακριβώς στην καταστολή. Προβαίνει σε πέντε πολύ διαφορετικές ενέργειες: […] συγκρίνει, διαφορίζει, ιεραρχεί, εξομοιώνει, αποκλείει. Με μια λέξη: κανονικοποιεί. […] Μέσ’ από τα διάφορα πειθαρχικά συστήματα αναφαίνεται η δύναμη του Κανόνα». Λίγη σημασία έχει αν ο «κανόνας» που έχει κατασκευαστεί είναι εντελώς παράλογος, αυτό που μετράει είναι να τον αντιλαμβάνεται ο πληθυσμός ως φυσιολογικό. Και είναι η αργή πρόοδος της πειθάρχησης που τον κάνει να φαίνεται τέτοιος, η αργή μετατόπιση των σημείων αναφοράς, η συνήθεια που αποκτιέται στη νέα πραγματικότητα, ξεχνώντας την προηγούμενη: η διαρκής ασυνέπεια στη διαχείριση της επιδημίας έχει γίνει κάτι το φυσιολογικό, τα εμβόλια που παύουν να λειτουργούν μετά από έξι μήνες είναι φυσιολογικά, το να παρουσιάζουμε το ίδιο μας το κινητό σε ένα σκάνερ για να μπούμε σε ένα εστιατόριο, στο σινεμά, στη δουλειά είναι φυσιολογικό.

Τρίτο σημείο: διαχωρισμός.

Μετά τη δημιουργία του «κανόνα», το πειθαρχικό σύστημα αναπαράγει, συνεχώς, τον «διαχωρισμό του φυσιολογικού και του μη φυσιολογικού» και ό,τι εντάσσεται σ’ αυτή την τελευταία κατηγορία –δημιουργημένη από την ίδια την κοινωνία– είναι, προφανώς, αυτό που η κοινωνία περιθωριοποιεί και αποκλείει. Είναι μια τόσο εμφανής διαδικασία που αρκούν λίγα παραδείγματα: «Προτείνω να μαζέψουμε λεφτά για να κεράσουμε τους αντιεμβολιαστές συνδρομές στο Netflix γιατί από τις 5 Αυγούστου και μετά θα μπουν σε κατ’ οίκον περιορισμό σαν τα ποντίκια» (Ρομπέρτο Μπουριόνι, 23 Ιουλίου)· «Είναι λάθος να θεωρούμε την επίθεση των αντιεμβολιαστών σαν επίθεση που μπορεί να διωχθεί νομικά: στη σημερινή κατάσταση είναι μια επίθεση ενάντια στο κράτος και ως τέτοια θα πρέπει να διωχθεί» (Ματτέο Μπασσέττι, 25 Ιουλίου)· «Εγκληματίες αντιεμβολιαστές» (Libero, 31 Αυγούστου, πρωτοσέλιδο)· «Ας αποκλείσουμε από την πολιτική ζωή όσους δεν εμβολιάζονται» (Ματτία Φέλτρι, Il Domani, 5 Σεπτεμβρίου).

Τέταρτο σημείο: επιτήρηση.

«[Η πειθαρχική εξουσία] οργανώνεται σαν εξουσία πολλαπλή, αυτενεργή, ανώνυμη· διότι, αν αληθεύει πως η επιτήρηση βασίζεται σε άτομα, η λειτουργία της είναι λειτουργία ενός δικτύου σχέσεων, από τα πάνω προς τα κάτω, αλλά και, ως ένα σημείο, από τα κάτω προς τα πάνω και πλαγίως. […] Η πειθαρχία θέτει σε “κίνηση” μιαν εξουσία σχεσιακή, που στηρίζεται στους δικούς της μηχανισμούς και που υποκαθιστά τη λάμψη των εκδηλώσεων με την αδιάλειπτη εναλλαγή σχεδιασμένων παρακολουθήσεων. Χάρη στις τεχνικές της επιτήρησης, η “φυσική” της εξουσίας, η επίδραση στο σώμα, πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους νόμους της οπτικής και της μηχανικής, σύμφωνα μ’ ένα ολοκληρωμένο σύστημα από χώρους, γραμμές, οθόνες, δέσμες, βαθμίδες, και χωρίς να καταφεύγει, θεωρητικά τουλάχιστον, στην υπέρβαση, στον καταναγκασμό ή στη βία. Εξουσία που, φαινομενικά, είναι τόσο λιγότερο “σωματική” όσο περισσότερο επιστημονικά είναι “φυσική”». Χώροι (μέρη στα οποία η πρόσβαση γίνεται μόνο με το Green Pass), επιτήρηση κατακόρυφη (Gateway και blockchain) και πλάγια (ο σερβιτόρος, ο ελεγκτής στο τρένο, ο ταμίας του σινεμά, ο υπάλληλος στη δουλειά στον οποίο πρέπει να δειχτεί το Pass): ένα δίκτυο από βλέμματα που ελέγχουν καθημερινά. Φυσική εξουσία όχι μόνο επειδή επιβάλλεται στο σώμα, αλλά επειδή το σώμα είναι το πρώτο «αντικείμενο» που γίνεται στόχος του πειθαρχικού μέτρου της άδειας μετακίνησης: πρέπει να υποβληθεί σε μια ιατρική πράξη (εμβόλιο) ή σε μια διαγνωστική εξέταση (τεστ).

Πέμπτο σημείο: εργαλειοποίηση.

«Η πειθαρχία είναι μια ενωτική τεχνική μέθοδος που, με ελάχιστη δαπάνη, περιορίζει τη δύναμη του σώματος ως ‘πολιτικής’ δύναμης και τη μεγιστοποιεί ως ωφέλιμη δύναμη». Ήδη έχουμε δει, στη διάρκεια του πρώτου κύματος, ποια ήταν τα κρίσιμα σημεία της επιδημίας, αυτά που κίνησαν τις πολιτικές αποφάσεις· ξέρουμε όλοι, χωρίς το παχύ κάλυμμα υποκρισίας στους επίσημους διαλόγους και τα δάκρυα στα τηλεοπτικά στούντιο, πως για την πολιτική και οικονομική άρχουσα τάξη αυτής της χώρας το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ο θάνατος χιλιάδων ηλικιωμένων συνταξιούχων, μα το μπλοκάρισμα της οικονομίας και τα γεμάτα νοσοκομεία, η πίεση του ιταλικού ΣΕΒ Confindustria από τη μία και η κοινωνική σύγκρουση που μπορούσε να ξεσπάσει από την άλλη. Το Green Pass πετυχαίνει να μεγιστοποιήσει τη χρησιμότητα όλων των σωμάτων: αυτά των ενεργών πολιτών παράγουν και καταναλώνουν, πάνε στη δουλειά και στο εστιατόριο· αυτά των ηλικιωμένων ή/και «ευπαθών» ασκούν πίεση για να συμμορφωθεί το υπόλοιπο του πληθυσμού: δεν σε νοιάζει που εγώ μπορεί να πεθάνω; Το ανθρώπινο αίσθημα της αλληλεγγύης μετατρέπεται σε χρήσιμο εργαλείο για τις πειθαρχικές πρακτικές και σε καταστροφέα της κριτικής σκέψης.

Με λίγα λόγια, το Green Pass έχει διορθώσει, κανονικοποιήσει, διαχωρίσει, επιβλέψει και εργαλειοποιήσει τους πολίτες, πειθαρχώντας τους. Είναι, μέχρι σήμερα, η τελική πράξη σε μια σειρά από πολιτικές πρακτικές (18) που έχουν δημιουργήσει έναν πληθυσμό πειθήνιο επειδή είναι φοβισμένος, πρώτα μέσω του σοκ και μετά με την κανονικοποίηση μιας νέας συνήθειας, που εμπιστεύεται τον «κυρίαρχο» για τη σωτηρία του, είναι πεπεισμένος πως η ίδια του η ζωή εξαρτάται από μια ιατρική πράξη στην οποία μπορεί να υπόκειται σε ετήσια βάση και η οποία του δίνει μια πολιτική άδεια μετακίνησης που του χρησιμεύει ως απόδειξη και του εξασφαλίζει την πρόσβαση σε χώρους στους οποίους θα μπορεί να αλληλεπιδρά μόνο με άτομα εξίσου τσεκαρισμένα και ελεγμένα. Ένας πληθυσμός που τώρα νιώθει επιβεβαίωση από την πτώση του αριθμού των κρουσμάτων και των νοσηλευμένων (μα ας περιμένουμε την εποχή με το κρύο για να δούμε τι θα συμβεί, δεδομένων των χαρακτηριστικών των τωρινών εμβολίων) και δεν αναρωτιέται αν η ίδια κατάσταση θα μπορούσε να επιτευχθεί και με τον εμβολιασμό μόνο των κατηγοριών που κινδυνεύουν και τη συνέχιση της ελεύθερης επιλογής: γιατί εξαλείφοντας τη βαριά νόσηση στους ηλικιωμένους και τους «ευπαθείς» τα νοσοκομεία θα ήταν και πάλι άδεια· γιατί μετά από 19 μήνες πανδημίας, η φυσική ανοσία εκατομμυρίων ασυμπτωματικών θα είχε παρ’ όλα αυτά επιβραδύνει τη διασπορά του ιού, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα και την εξάπλωση μιας ανοσίας μακράς διάρκειας. Δεν διερωτάται, κοντολογίς, μήπως χωρίς τον εκβιασμό και τη διάκριση του Green Pass θα υπήρχε περίπτωση να βρίσκεται τώρα στην ίδια κατάσταση η δημόσια υγεία, μα σε πολύ διαφορετική η κοινωνία: τα άτομα, και όχι το κράτος, να μπορούν ακόμα να αποφασίζουν για τη σχέση οφέλους-κινδύνου μιας ιατρικής πράξης στο ίδιο τους το σώμα.

Δεν υπάρχουν απαντήσεις. Όπως έχουμε ήδη υποστηρίξει, η κατάσταση είναι ομιχλώδης και παράλογη. Μα αυτό που μας ανησυχεί είναι πως δεν υπάρχουν –και ούτε έχουν υπάρξει– ερωτήσεις.

Διάκριση

Στις 22 Ιουλίου, ημερομηνία του πρώτου διατάγματος για το Green Pass, το 47,6% των πολιτών ήταν ήδη εκούσια εμβολιασμένοι και το ποσοστό έφτανε στο 62,4% αν προσθέσουμε κι εκείνους που είχαν κάνει την πρώτη δόση του εμβολιασμού: σίγουρα δεν θα μπορούσε να ειπωθεί για τον ιταλικό πληθυσμό ότι απέφευγε το εμβόλιο. Στις 20 Ιουλίου είχαν ήδη εκδοθεί εκούσια 36 εκατομμύρια Green Pass (19)· στις 29 Ιουλίου, ελάχιστες μέρες μετά το διάταγμα, είχαν γίνει 41,3 εκατομμύρια (20). Προκαλεί έκπληξη το ότι εκατομμύρια ανθρώπων δέχτηκαν ελαφρά τη καρδία τη διάκριση που ήδη πραγματοποιούσε το Pass, μη αντιδρώντας που σε κάποιους χώρους όπου πριν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση όλοι οι πολίτες τηρώντας τα μέτρα της θερμομέτρησης, της μάσκας και της απόστασης, από τις 6 Αυγούστου θα μπορούσαν να μπουν, πάντα με θερμομέτρηση, μάσκα και απόσταση, μόνο εκείνοι που είχαν συναινέσει σε μια ιατρική πράξη ή ένα διαγνωστικό τεστ. Λίγη σημασία έχει αν οι κλειστοί χώροι των εστιατορίων, τα σινεμά, τα θέατρα κλπ. δεν θεωρούνται βασικά δικαιώματα ή ανάγκες: η ουσία δεν αλλάζει. Η διάκριση δεν ποσοτικοποιείται: ή υπάρχει ή δεν υπάρχει.

Είναι δύσκολο να πούμε αν αυτή η υποχωρητικότητα επέτρεψε στην κυβέρνηση και τη βουλή να ανεβάσουν τον πήχη του εκβιασμού μέχρι και τη δουλειά· σίγουρα τις διευκόλυνε. Συναντώντας αντιστάσεις, ίσως η πολιτική εξουσία να είχε εγκαταλείψει την ιδέα (όπως σε προηγούμενη φάση είχε συμβεί με την εφαρμογή Immuni**) και η υποχρέωση να μην είχε επεκταθεί. Τα «αν» είναι πάντα ένα άχρηστο παιχνίδι γιατί η γραμμή του χρόνου δεν γυρίζει πίσω· μα όταν χρησιμοποιούνται για μια εποικοδομητική ανάλυση δεν είναι καθόλου στείρες υποθέσεις. Το άνοιγμα μιας κοινωνικής σύγκρουσης ξεκινάει πάντα με μία ατομική επιλογή: η απεργία, η έξοδος στην πλατεία, η άρνηση, είναι πρώτα πρώτα ατομικές επιλογές –και ευθύνες–, που μόνο εκ των υστέρων μετατρέπονται σε συλλογικές. Όποιος αγωνίζεται ξέρει πως η αδυναμία και η απελπισία είναι διάχυτα συναισθήματα, γιατί στη σημερινή πολιτική και οικονομική πολυπλοκότητα είναι δύσκολο το άνοιγμα μιας σύγκρουσης με την εξουσία να φέρει μια κοινωνική αλλαγή σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μα το Green Pass, όπως και η εφαρμογή Immuni πριν απ’ αυτό, προσέφερε αυτή τη δυνατότητα. Τη δυνατότητα να πει κανείς ΟΧΙ, της άρνησης να επικυρώσει με τις πράξεις του –κατεβάζοντας και χρησιμοποιώντας το Pass– μια πρακτική διακρίσεων. Ήταν μια πολιτική επιλογή που, ας θυμηθούμε, δεν είχε τίποτα να κάνει με την αδιαπραγμάτευτη απόφαση του εμβολιασμού, και σίγουρα δεν απαιτούσε μεγάλες θυσίες: να μην πάει κανείς στο εστιατόριο, το θέατρο, το σινεμά…

Πολλοί πολίτες, περισσότεροι σε σχέση μ’ εκείνους που γεμίζουν τις πλατείες ενάντια στο Pass, τώρα δηλώνουν αντίθετοι στην εφαρμογή του στη δουλειά· και όμως, με μια ασυνέπεια που φαίνεται να μην τους απασχολεί, συνεχίζουν να επικυρώνουν τη διάκριση χρησιμοποιώντας την άδεια μετακίνησης για να γεμίζουν μαγαζιά· δεν άλλαξαν τη συμπεριφορά τους μετά τις 16 Σεπτεμβρίου, τότε που η κυβέρνηση επέκτεινε την υποχρέωση του εμβολιασμού στη δουλειά από τις 15 Οκτωβρίου, ανεβάζοντας τον πήχη των διακρίσεων. Το να αφήσουμε άδεια εστιατόρια, σινεμά, θέατρα κλπ. μπορεί να γίνει όπλο οικονομικής πίεσης στην πολιτική εξουσία, πέρα από τη σημασία που έχει ως πράξη συλλογικής διαμαρτυρίας και προσωπικής συνέπειας.

Δεν μπορούμε ούτε να ελπίζουμε ούτε να περιμένουμε ένα δομημένο και οργανωμένο κάλεσμα γι’ αυτή τη σύγκρουση από τον ευρύτερο α/α/α χώρο: εκτός από λίγες δράσεις ή μεμονωμένα άτομα, οι κινηματικοί χώροι που συνεχώς ξεστομίζουν τη λέξη «διάκριση», δηλώνοντας πως θέλουν να την αντιπαλέψουν, έχουν ξαπλώσει πάνω στις θέσεις της κυβέρνησης με το μυαλό τους να λείπει σε διακοπές. Είναι, λοιπόν, στο χέρι του καθενός μας. Ας επιλέξουμε.

(Paginauno νο. 74, Οκτώβριος – Νοέμβριος 2021. Τελική επιμέλεια: 12 Οκτωβρίου 2021)

1) Giovanna Cracco, Covid-19. Lockdown, Paginauno νο. 67/2020, https://rivistapaginauno.it/covid-19-lockdown/ (στα ιταλικά)

2) Βλ. https://www.epicentro.iss.it/coronavirus/sars-cov-2-decessi-italia (στα ιταλικά)

3) Βλ. Lancet: “Due dosi Pfizer efficaci fino a sei mesi” [«Δύο δόσεις Pfizer είναι αποτελεσματικές μέχρι και για έξι μήνες»], Il Fatto Quotidiano, 5 Οκτωβρίου 2021 (στα ιταλικά)

4) Βλ. The impact of SARS-CoV-2 vaccination on Alpha & Delta variant transmission [Οι συνέπειες του εμβολιασμού για SARS-CoV-2 στη μετάδοση των παραλλαγών Άλφα και Δέλτα], https://www.medrxiv.org/content/10.1101/2021.09.28.21264260v1.full-text (στα αγγλικά)

5) Βλ. Covid-19 ed immunità: quanto a lungo può durare la protezione? [Covid-19 και ανοσία: πόσο μπορεί να διαρκέσει η προστασία;] https://www.marionegri.it/magazine/covid-19-durata-immunita (στα ιταλικά)

* Ηθικό κράτος: ιδανικό του Χομπς και του Χέγκελ που μετουσιώθηκε σε πρόταγμα του ιταλικού φασισμού (σ.τ.μ.)

6) Για ευκολία έχουμε πάρει τους αριθμούς που έχει ήδη αναλύσει η ομάδα CovidStat του Εθνικού Ινστιτούτου Πυρηνικής Φυσικής, που βασίζονται στα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από το Ανώτερο Ινστιτούτο Υγείας. Βλ. https://covid19.infn.it/iss/ (στα ιταλικά)

7) Βλ. https://clinicaltrials.gov/ct2/show/NCT04368728?term=NCT04368728&draw=2&rank=1 (στα αγγλικά)

8) Βλ. https://apps.who.int/iris/rest/bitstreams/1327316/retrieve (στα αγγλικά)

9) Βλ. https://www.ema.europa.eu/en/documents/rmp-summary/comirnaty-epar-risk-management-plan_en.pdf (στα αγγλικά)

10) Βλ. «Varianti, servirà un nuovo vaccino» [«Μεταλλάξεις, θα χρειαστεί νέο εμβόλιο»], Α. Καπέρνα, Il Giornale, 4 Οκτωβρίου 2021

11) Βλέπε Αναφορά Oxfam International, σ. 36

12) Το Συμβούλιο της Ευρώπης, με έτος ίδρυσης 1949, είναι ένας διεθνής οργανισμός που προωθει την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου· αποτελείται από 47 κράτη μέλη και είναι ανεξάρτητο όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

13) Βλ. https://pace.coe.int/en/files/29004/html (στα αγγλικά)

14) Ήδη έχουμε μιλήσει για το blockchain σε σχέση με το bitcoin: τα τεχνικά χαρακτηριστικά παραμένουν ίδια. Βλ. Giovanna Cracco, Bitcoin, tra tecnologia e politica [Bitcoin, μεταξύ τεχνολογίας και πολιτικής], Paginauno νο. 56, Φεβρουάριος 2018, https://rivistapaginauno.it/bitcoin-tra-tecnologia-e-politica/ (στα ιταλικά)

15) Βλ. Disposizioni attuative dell’articolo 9, comma 10, del decreto-legge 22 aprile 2021, n. 52 [Εφαρμοστικές διατάξεις του άρθρου 9, παρ. 10, του διατάγματος-νόμου της 22ης Απριλίου 2021, νο. 52]

16) Disposizioni attuative dell’articolo 9, comma 10, del decreto-legge 22 aprile 2021, n. 52, art. 16 [Εφαρμοστικές διατάξεις του άρθρου 9, παρ. 10, του διατάγματος-νόμου της 22ης Απριλίου 2021, νο. 52, άρθ. 16] (στα ιταλικά)

17) Όλα τα παραθέματα αυτού του τμήματος του άρθρου είναι παρμένα από το: Μισέλ Φουκό, Επιτήρηση και τιμωρία, εκδ. Ράππα

18) Η πειθάρχηση των σωμάτων αρχίζει με τους περιορισμούς στην ελευθερία κίνησης· η υποχρέωση να πιστοποιεί κανείς γραπτά μόνο και μόνο το ότι βρίσκεται έξω από το σπίτι μέσω ενός εγγράφου που πρέπει να έχει μαζί του και να επιδεικνύει, αν του ζητηθεί, στις αστυνομικές δυνάμεις· η επιβολή των μασκών και της απόστασης μεταξύ των ατόμων. Ακόμα και το τελετουργικό του καθημερινού δελτίου ειδήσεων που ανακοινώνει τον αριθμό των αρρώστων και των νεκρών ήταν μέρος του μηχανισμού πειθάρχησης: δεδομένα χωρίς συστηματική συνέπεια με στόχο να συνεχίσουν να εκφοβίζουν έναν πληθυσμό ήδη εντελώς αποπροσανατολισμένο, καθιστώντας τον ακόμα πιο υπάκουο στην πειθάρχηση. Βλ. Giovanna Cracco, Covid-19. Lockdown, Paginauno νο. 67, Απρίλιος 2020, https://rivistapaginauno.it/covid-19-lockdown/ (στα ιταλικά)

19) Βλ. https://www.lastampa.it/cronaca/2021/07/20/news/speranza-vaccino-essenziale-anche-sotto-i-40-anni-36-milioni-di-green-pass-scaricati-fino-ad-oggi-1.40517764 (στα ιταλικά)

20) Βλ. https://www.adnkronos.com/green-pass-speranza-strumento-anti-restrizioni-gia-scaricati-41-3-mln_4pPX4QasGLTwn7c96t1TiN (στα ιταλικά)

** Immuni: εφαρμογή παρακολούθησης και εντοπισμού που προσπάθησε να επιβάλει η ιταλική κυβέρνηση για τον έλεγχο της διασποράς του κορονοϊού (σ.τ.μ.)

Πηγή: athensindymedia

Χιλή: Ορισμένοι αναστοχασμοί πάνω στην ”εξέγερση” της 18ης Οκτωβρίου.

Ignacio Avaca – Η μοναδική βεβαιότητα.

Έχουν ήδη περάσει 2 χρόνια από το κύμα διαδηλώσεων που ξεκίνησαν στις 18 Οκτωβρίου του 2019 και διήρκεσαν πολύ περισσότερο απ ‘ότι τα μέσα ενημέρωσης ”κατέγραψαν”. Πολλοί εξ’ ημών ενδεχομένως να λάβαμε μέρος με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στα γεγονότα. Και σήμερα, έπειτα από την ανάσχεση της, σε εποχή εφημερίας, προσφέρονται κάποια αξιοσημείωτα ζητήματα προς στοχασμό πάντα με σκοπό να οξυνθεί η κριτική και να συνεχιστεί η σύγκρουση.

(I) Οι/Η Εξεγέρσεις/η και οι αναμετρήσεις τον αιώνα της Χιλιανής δημοκρατίας.

Η ”εξέγερση”, όπως πολλές έχουν προτιμήσει να την αποκαλούν, σήμανε ένα γενικευμένο σημείο κατάρρευσης της ”κανονικότητας” κατά πως η τελευταία είχε αποκρυσταλλωθεί από τις δημοκρατίες της επικράτειας στην διάρκεια του 21ου αιώνα. Αυτές οι στιγμές ρήξης δεν είναι άγνωστες σε καμία κυβέρνηση, και, από την πλευρά μας, είναι απολύτως αναγκαίο να συνυπολογίσουμε πως η σύγκρουση με την κανονικότητα προϋπήρχε πριν, συνυπήρξε και συνεχίζει να υπάρχει με το πέρας των γεγονότων της 18 Οκτωβρίου. Γι’ αυτό, δεν μπορούμε να λησμονήσουμε όλες τις εκδηλώσεις επίθεσης και αναμέτρησης που διεξήχθησαν μέχρι τώρα κατ’ αυτήν την περίοδο, οι οποίες όμως αναμφίβολα δεν διέθεταν την ίδια ευρύτητα και μαζικότητα με τα γεγονότα που ακολούθησαν την 18η Οκτώβρη. ( και κατά πάσα πιθανότητα δεν το επιδίωξαν κιόλας. )

Αν η σύγκρουση και η βία ενάντια σε αυτήν την κανονικότητα δεν είναι κάτι καινοφανές, πολύ λιγότερο είναι οι επιπτώσεις της συστράτευσης σε αυτό το μονοπάτι. Η φυλακή δεν είναι κάτι το καινοτόμο σε αυτήν την ιστορία και, μακριά από οποιαδήποτε θυματοποίηση, αποτελεί την ”διακινδύνευση της συναλλαγής”. Μολονότι οι ”αιχμάλωτοι της εξέγερσης” απόλαυσαν μεγαλύτερη επικοινωνιακή κάλυψη, με την κατάσταση και την δυναμική τους να είναι εντελώς διαφορετικές εν αντιθέσει με αυτές των αναρχικών-ανατρεπτικών κρατουμένων, η φυλακή δεν θα μείνει ποτέ αγνωστη σε όσους σταθερώς υλοποίησαν τις επιθυμίες τους να καταστρέψουν την πραγματικότητα που μας καταστρέφει.

Σε όλους όσους δεν ακολούθησαν θεσμικές πεπατημένες την εποχή της Χιλιανής δημοκρατίας και στάθηκαν μία αναμφισβήτητη πηγή έμπνευσης και μάθησης, για όσους από εμάς βάδισαν σε παρεμφερή μονοπάτια, με τους ”δικούς μας” όμως τρόπους… δεν σας λησμονούμε! Την αντικαπιταλιστική και αυτόνομη υπονόμευση του υπάρχοντος, την αντίσταση των παριών. Αυτό δεν διαχωρίζεται ή αντιβαίνει στο ξέσπασμα της Οκτωβριανής εξέγερσης, αποδεικνύει μοναχά πως ορισμένοι, για κάποιον καιρό μέχρι τώρα, βρίσκονται σε διαρκή εξέγερση.

Δεν υπάρχει τίποτα και κανένας για να περιμένουμε.

(ΙΙ) Προδιαγεγραμμένος θάνατος: Η ιδρυματοποίηση της ”εξέγερσης”.

Σε αυτό το σημείο είναι εμφανές πως ότι ξεκίνησε με δρομίσια έξαψη και βανδαλισμούς στις 18 Οκτώβρη, δέχθηκε την χαριστική του βολή στις κάλπες. Η θρασύτητα ορισμένων υποψηφίων εν μέσω της νέας θεσμικότητας ( η συνταγματική συγκατάνευση ) τους οδήγησε μέχρι το σημείο χρήσης εικόνων οδομαχιών ως μέρος της εκλογικής τους προπαγανδιστικής εκστρατείας.

Ούτε αυτό αποτελεί κάτι πρωτοφανές. Η ιστορία μας έχει δώσει πολλαπλά παρόμοια παραδείγματα στα οποία έχει αποδειχθεί ότι μακράν προτιμότερη της ”συντριβής” και της ολοκληρωτικής καταστολής των εκάστοτε αναταραχών εναντίον της καθεστηκυίας τάξης, είναι η αφομοίωση τους, ο έλεγχος και η ποδηγέτηση τους σε θεσμικές οδούς διαμέσου της διαχείρισης τους ως αναγνωρισμένα ”κοινωνικά κινήματα”. Τοιουτοτρόπως, έπειτα ακόμα και από την εξιδανίκευση του αγώνα στους δρόμους, όσοι αναρριχώνται ως οι εκπρόσωποι της νέας, πιο δημοκρατικής διακυβέρνησης, αποστασιοποιούνται από την σύγκρουση και την εξαπλούμενη βία ούτως ώστε να διαφυλάξουν ένα χρηστό και αβρό προσωπείο προς τους ψηφοφόρους. Αυτό δεν συνιστά κάποια ενδυματολογική αλλαγή αλλά μία καθαρή επίδειξη της δεξιοτεχνίας τους σαν επαγγελματίες οπορτουνιστές. Οποιοσδήποτε μεταφέρθηκε από τις επάλξεις των δρόμων στα πολιτικά έδρανα δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά συνένοχος της κυριαρχίας και δεν κάνει τίποτα άλλο από το να την τελειοποιεί.

Αν οι διαμαρτυρίες εξουδετερώθηκαν από την κυβέρνηση δια της παράδοσης με περίσσιο θέαμα ενός μέρους της εξουσίας της στους εκπρόσωπους της πλειοψηφίας, τότε πολλοί εξ όσων βγήκαν στους δρόμους δεν αναζητούσαν κάτι άλλο από την βελτιστοποίηση της κυβερνητικής διαχείρισης. Η ”εξέγερση”, υπό αυτό το πρίσμα, δεν ήταν τέτοια για όλους. Κάποιες απλά επιθυμούσαν να καλυτερεύσουν τις αλυσίδες τους ή ακόμα και να εισάγουν νέες, δίχως να αποζητούν την ολοκληρωτική καταστροφή τους.

Υπό αυτήν την άποψη, κατανοούμε πως το πρόβλημα με τις μαζικές διαδηλώσεις έγκειται στην απουσία βεβαιότητας ως προς το ποιος είναι πράγματι μαζί σου. Μπορεί να είναι συμπαθών όπως μπορεί να είναι εισβολέας, ή χειρότερα, πολίτης πρόθυμος να σε καταδώσει επειδή η βία ”δεν είναι η ενδεδειγμένη λύση”. Είναι αδιαφιλονίκητο πως η περίοδος μεγαλύτερης έντασης αυτού του ”ξεσπάσματος” προσφερόταν ιδιαιτέρως για την διάπραξη επιθέσεων και την υλοποίηση καταστροφικών επιθυμιών σε συγκεκριμένες στιγμές, όμως είναι απολύτως αναγκαίο να διαχωρίσουμε τους εαυτούς μας από το χτισμένο γύρω από αυτήν την συνθήκη αφήγημα καθώς μας φέρνει πάλι αντιμέτωπους με την παθητικότητα των πολιτών μεταμφιέζοντας κάθε έκφανση βίας ως σημάδι λαϊκής δυσαρέσκειας απέναντι σε κάποια μεμονωμένη διαχείριση ή κυβέρνηση και όχι απέναντι στην ίδια την ύπαρξη της κυβέρνησης, της εξουσίας, της κοινωνικής συνενοχής και των υπερασπιστών της.

(ΙΙΙ) Λίγη αυτοκριτική και η μόνη βεβαιότητα.

”Δεν ζητάμε ούτε εναλλακτικές λύσεις ούτε την συναίνεση με το υπάρχον, είμαστε με την βία που δεν ξεφουσκώνει ή λιμνάζει, με μία βία ικανή να αναδιαμορφώνεται, ριζοσπαστική και καινοτόμα.”

(Joakin García).

Όπως καταδεικνύουν και τα λόγια του Joakin, πρέπει να έχουμε επίγνωση της ικανότητας μας να επανεφευρίσκουμε τους εαυτούς μας, να ασκούμε αυτοκριτική και να μαθαίνουμε από το παρελθόν μας, εξίσου από τα λάθη και τις επιτυχίες.

Πιθανώς το μοναδικό διαθέσιμο συμπέρασμα από δρώμενα ομόλογα της εξέγερσης του Οκτώβρη, καίτοι όχι κάτι το πρωτοφανές, είναι ότι η σύγκρουση με αυτήν την πραγματικότητα πρέπει να συνεχιστεί. Και πως αυτή η ασίγαστη σύγκρουση, όπως μαινόταν και θα μαίνεται κατόπιν της εκτόνωσης των εκάστοτε μαζικών ξεσπασμάτων εναντίον της, θεριεύοντας στα χέρια όλων όσων την αποδέχθηκαν ως επιλογή ζωής, επιβάλλεται να επιβιώσει μέσα στις δράσεις μας αν θέλουμε να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας αυτόχρημα απέναντι σε κάθε εξουσία, απέναντι σε υλικά και άϋλα κελιά, απέναντι στον καταστροφικό για το περιβάλλον βιομηχανικό καπιταλισμό, απέναντι σε όλα όσα αποστρεφόμαστε.

Σύγκρουση, αναμέτρηση. Εκεί βρίσκεται η αποκλειστική μας πρόταση, η μοναδική μας βεβαιότητα για την ανάκτηση του παρόντος μας. Είναι η μοναδική συνθήκη που μπορούμε να προσπαθήσουμε να υλοποιήσουμε μόνες μας με τις διαφορετικές μας ικανότητες, συμπράξεις, δράσεις και ρυθμούς.

Δίχως βιασύνη αλλά και δίχως ανάπαυλα. Χωρίς την ανάγκη να χορέψουμε στους ρυθμούς των ”δρόμων” ή των ”μαζικών κινημάτων”, παρότι για αρκετούς να είναι ευκταίο. Τουλάχιστον, για μένα, δεν είναι, ιδίως την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, καθότι η δημοκρατική κανονικότητα αναμορφώνεται χάρις του της προηγήθηκε στους δρόμους. Μπορούμε να επανεπικυρώσουμε πως δεν εξαρτόμαστε από την μαζικότητα, δεν προφασιζόμαστε πως την έχουμε, ούτε την εξιδανικεύουμε, ακριβώς όπως δεν εξιδανικεύουμε μειοψηφίες, ριζοσπάστες ελιτιστές ή πρωτοπορίες. Το παραπάνω παιχνίδι και ο διαχωρισμός πλειοψηφικού – μειοψηφικού καλό θα ήταν να εγκαταλειφθεί στην θεσμική πολιτική, για μας η δράση προηγείται των λέξεων ως καταλυτικός παράγοντας προσδιορισμού της πλευράς στην οποία βρισκόμαστε.

Ο πόλεμος δεν σίγασε ποτέ, ας συνεχίσει να θρασομανεί στις καρδιές, στις σκέψεις και στα κορμιά όλων των προβληματισμένων καρδιών, εγκεφάλων και σωμάτων.
Ας σταματήσουν οι εξεγέρσεις μας να είναι ορόσημα και εφήμερες, μονιμοποιώντας τες στην καθημερινή μας ζωή.
Ποτέ συνένοχοι, ποτέ παθητικοί!

Ενεργητική και επιθετική απόγνωση εναντίον της βδελυρής αυτής πραγματικότητας!

Μια αγκαλιά σε κάθε αιχμάλωτο πολέμου και σε όλες όσες αγωνίζονται. Μία δριμεία ενθάρρυνση σε όσους εξακολουθούν να συνωμοτούν και ένα οργίλο δάκρυ, που θα μετατραπεί σε παλιρροϊκό κύμα, για τον Kevin και όλους τους πεσόντες.

(Ignacio Avaca)

Πηγή:darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

Γράμμα από τη φυλακή: Δεν υπάρχει υγεία χωρίς ελευθερία

Τον χειμώνα του 2019 άρχισε η παγκόσμια εξάπλωση του πρωτοεμφανιζόμενου ιού SARS-CoV-2. Παρότι κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει αποδείξεις για την ακριβή προέλευση αυτού του ιού, είναι δεδομένο ότι η κερδοσκοπική βιομηχανική λεηλασία κaι εκμετάλλευση του ζωϊκού και φυτικού κόσμου δημιουργούν παθογόνες συνθήκες, και ειδικότερα νέους ιούς (πχ. νόσοι «των αγελάδων», «των χοίρων», «των πτηνών»). Επιπλέον όμως, υπάρχουν ενδείξεις επιστημονικές (η σύσταση του συγκεκριμένου ιού) και άμεσες ενδείξεις (η πειραματική δραστηριότητα του βιοτεχνολογικού εργαστηρίου της Γιούχαν), ότι ο CoV-2 αποτελεί εργαστηριακό υβρίδιο. Ενδεχομένως, η βιασύνη των τεχνοκρατών να αποδώσουν την πατρότητά του στους παγκολίνους (ένα άγριο ζώο που είχε γίνει αντικείμενο πολυτελούς κατανάλωσης), αναγνωρίζοντας εμμέσως τα ζημιογόνα παράγωγα της βιομηχανικής κυριαρχίας και της λεηλασίας της ζωντανής ύλης, να οφείλεται στη βασιμότητα της υπόθεσης ότι ο CoV-2 αποτελεί πειραματικό κατασκεύασμα. Είτε έτσι είναι είτε αλλιώς, είναι καταφανές ετούτη τη στιγμή ότι ο πολιτισμός του κέρδους είναι παθογόνος και παράγει θάνατο. Είναι ο ίδιος πολιτισμός που θέσπισε τη μαζική αιχμαλωσία ως απάντηση στις παραβιάσεις του νόμου.

Η παγκόσμια εξάπλωση του CoV-2 έγινε η αφορμή για να εξαπολυθεί από το ελληνικό και από πολλά άλλα κράτη, ένας ολοκληρωτικός μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων, με τα εξής χαρακτηριστικά:

Περαιτέρω εμπορευματοποίηση και πλήρης ιδιωτικοποίηση της υγείας

Η ήδη υποβαθμισμένη δημόσια πρωτοβάθμια περίθαλψη εκμηδενίστηκε. Η μετατροπή των κρατικών νοσοκομείων σε, κατά κύριο λόγο, κέντρα διαχείρισης των ασθενών με CoV-2, διέλυσε το ήδη εγκαταλελειμμένο σύστημα δημόσιας παροχής ιατρικής φροντίδας. Το σύνολο των ιατρικών αναγκών, και ειδικότερα των θανατηφόρων ασθενειών που σαρώνουν τις αστικές κοινωνίες και αυξάνονται στατιστικά, λόγω των νοσογόνων παραγόντων του πολιτισμού του κέρδους (όπως ο καρκίνος και οι καρδιοαγγειακές), έγιναν δώρο προς εκμετάλλευση στους επιχειρηματίες της αρρώστιας. Η ίδια η διαχείριση όλων των ασθενών από CoV-2 με διαδικασίες ΜΕΘ, συρρίκνωσε τη δημόσια ιατρική φροντίδα στην αποκλειστική σφαίρα της διαχείρισης στατιστικά αναπόφευκτων θανάτων (σύμφωνα με τις συνθήκες και τις στατιστικές που διαμορφώνουν τα ίδια τα κράτη), και μάλιστα από μία και μόνο αιτία. Άλλωστε αρκετοί πνευμονολόγοι που έχουν εργαστεί με ασθενείς από CoV-2, στην Ελλάδα και αλλού, έχουν σχεδόν απόλυτη επιτυχία εφαρμόζοντας κατάλληλη ανά ασθενή φαρμακευτική αγωγή, κι ορισμένοι έχουν επισημάνει ότι η τυπική διαδικασία της ΜΕΘ είναι ένας φαύλος κύκλος που πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες θανάτου.

Η κατάργηση όλων των υποδομών πρόληψης και η επιβολή μέσω πρωτοκόλλου, μιας ιατρικής αντιμετώπισης στα όρια του θανάτου, άνοιξε τον δρόμο για τη μονοπώληση της αγοράς γύρω από τον CoV-2 από το εμβολιαστικό ΚΑΡΤΕΛ. Πρόκειται για μια προσχεδιασμένη πολιτική οριστικής καθολικής εξάρτησης από τη φαρμακοβιομηχανία. Η διαχείριση μιας ασθένειας σαν ως επί το πλείστον θανατηφόρα, με την ταυτόχρονη απουσία κάθε έρευνας για τη θεραπεία της, στρέφει το σύνολο της ανθρωπότητας σε κατ’ επίφαση προληπτικά μέτρα έκτακτης ανάγκης. Ένα εμβόλιο που πλασάρεται ως αποκλειστικό προληπτικό μέτρο για μια πανδημία, καθιστά το σύνολο των υγειών ανθρώπων, πελάτες των φαρμακευτικών ΚΑΡΤΕΛ, ενώ το φάρμακο είναι ένα προϊόν μόνο για τους νοσούντες. Τα φράγκα που μεταφέρονται από τα κρατικά ταμεία στα βιομηχανικά ΚΑΡΤΕΛ και τις τσέπες των πολιτικών αρχόντων (μίζες), για τα δήθεν δωρεάν εμβόλια, είναι φόροι που έχουν αρπαχτεί από την εργασία εκείνων που δεν έχουν εξουσία.

Ένας ιός όπως ο CoV-2 αποτελεί το καταλληλότερο υπόστρωμα για την ατέρμονη εξάρτηση καθενός από μας από τη χημική βιομηχανία, διότι μεταλλάσσεται σε βάθος χρόνου. Εξασφαλισμένη κυριαρχία των μονοπωλίων πάνω στο σύνολο των ανθρώπινων σωμάτων.

Τα ίδια τα βιοτεχνολογικά εμβόλια για τον CoV-2 είχαν, πριν την πειραματική εφαρμογή τους πάνω σ’ όλη την ανθρωπότητα, και εξακολουθούν να έχουν, αστάθμητες παραμέτρους άμεσων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιπλοκών στην υγεία του εμβολιαζόμενου, αλλά και στη βιολογική του υπόσταση. Ορισμένα εμβόλια είναι πιθανό να μετατρέψουν ή να έχουν ήδη μετατρέψει το ανθρώπινο γονιδίωμα σε ανεξέλεγκτο υβρίδιο του CoV-2, δηλαδή, να έχουν ενσωματώσει εσαεί τον ιό στον άνθρωπο. Η μικρή πιθανότητα παρείσφρησης του ιού στο ανθρώπινο γονιδίωμα γίνεται βεβαιότητα, εφόσον το πείραμα εφαρμόζεται σ’ έναν τεράστιο πληθυσμό, και θα είναι διαρκείας με τους αλλεπάλληλους εμβολιασμούς.

Αυτή η διακινδύνευση των εταιριών και των κυβερνήσεων, ενώ με την πρώτη ματιά φαίνεται παράλογη, ουσιαστικά εξυπηρετεί τον κερδοσκοπικό έλεγχο. Όπως τα χωράφια που έχουν σπαρθεί με σπόρους της Monsanto-Bayer, εμμέσως γίνονται κτήματα του βιοτεχνολογικού μονοπωλίου, έτσι και τα σώματα που υποδέχονται τα συγκεκριμένα εμβόλια γίνονται εργαστήρια εξαρτημένης υγείας. Περισσότερη αρρώστια, περισσότερη ζήτηση για τα προϊόντα του ΚΑΡΤΕΛ. Νέες μορφές ασθένειας, νέες βιομηχανικές καινοτομίες. Και βέβαια, δεν κινδυνεύουν οι εταιρίες και οι κυβερνήσεις, αλλά ο κάθε άνθρωπος ως μεμονωμένος αριθμός. Όση ζημιά και να κάνει ο καπιταλισμός, θα έχει διαχειρίσιμους πληθυσμούς, εφόσον αντιμετωπίζει υποτελείς κοινωνίες.

Κατασκευή μιας κοινωνίας-φυλακής

Τα πρώτα μέτρα του ελληνικού κράτους με αφορμή τον ιό δεν ήταν μέτρα υγείας, αλλά επιβολής ενάντια στην κοινωνία. Εμείς οι κοινωνικοί αιχμάλωτοι των φυλακών αμέσως αναγνωρίζουμε ότι οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας και συναθροίσεων, ο ηλεκτρονικός ή γραφειοκρατικός έλεγχος κάθε κίνησης, η στρατιωτική κατοχή του δημόσιου χώρου από την αστυνομία, η τρομοκρατία των προστίμων και οι κάθε είδους τεχνικές πειθάρχησης, αποτελούν γενίκευση του συστήματος της φυλακής. Στο όνομα ενός κινδύνου επιβλήθηκε η πιο ολοκληρωτική χούντα που έχει περάσει από τη χώρα. Βιώνοντας το σύστημα της φυλακής μπορούμε αμέσως να βεβαιώσουμε ότι ο εγκλεισμός αποτελεί εχθρό της υγείας. Ήταν αυτονόητο εξαρχής, όταν κλειδώθηκαν τα πάρκα, έγιναν πογκρόμ και στρατιωτική κατοχή στις πλατείες, και απαγορεύτηκε κάθε υπαίθρια δραστηριότητα, ότι το κράτος όχι μόνο αδιαφορεί για την υγεία των λαϊκών ανθρώπων, που δεν έχουν ιδιωτικές επαύλεις και πρόσβαση σε ιδιωτικά νοσοκομεία, αλλά επιπλέον επενδύει στη μαζική εξασθένηση της υγείας.

Οι παθογόνες συνθήκες του κερδοσκοπικού πολιτισμού εντάθηκαν. Η σπάνη κίνησης, καθαρού αέρα, ζωντανού περιβάλλοντος, κοινωνικής επαφής και ταυτόχρονα ελεύθερου χώρου, δηλαδή δυνατότητας απομάκρυνσης από παθογόνους παράγοντες, παράγει αρρώστια. Ειδικά ο εγκλεισμός των παιδιών και των γυναικών σε μικρόκοσμους καταπίεσης, τροφοδοτεί τα χείριστα εγκλήματα και διαμορφώνει έναν κόσμο εξ ολοκλήρου κανιβαλικό, και μια γενιά ανάπηρη.

Τα υποτιθέμενα προληπτικά μέτρα εν αναμονή των εμβολίων ήταν μια σαρωτική επίθεση στις ευπαθείς ομάδες. Οι γέροι, που χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα για κάθε χουντικό μέτρο, εγκαταλείφθηκαν αβοήθητοι στα γηροκομεία ή στα φτωχόσπιτά τους. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες πέθαιναν μαζικά μες στα ιδρύματα χωρίς καμία περίθαλψη. Στα νοσοκομεία επίσης, εφόσον η υγεία έχει μετατραπεί σ’ ένα στατιστικό οικονομικό ζήτημα διαχείρισης του θανάτου, οι γηραιότεροι έχουν μειωμένες πιθανότητες να προλάβουν την τυπική ιατρική μεταχείριση όσο ζουν (το λεγόμενο triage εκτοξεύτηκε).

Τα αντικοινωνικά, καταπιεστικά και αντιθεραπευτικά μέτρα δεν είναι και δεν γίνεται να είναι ισότιμα. Απ ’τη μία υπάρχουν εκείνοι που αγοράζουν ιδιωτικό χώρο κι υπηρεσίες (ευεξίας, περίθαλψης, συναθροίσεων διασκέδασης, φυγής και κατά βούληση απομόνωσης), κι απ’ την άλλη εκείνοι που όντας δέσμιοι κάθε σπάνης, κι ως εκ τούτου εξαρτημένοι από τους κόμβους της πυραμίδας ελέγχου κι εκμετάλλευσης, χάνονται υπό το βάρος του παθογόνου συστήματος και των παρεπόμενων ασθενειών τους. Κάτω κάτω γίνεται σφαγή. Η χουντική αξιοποίηση της παρουσίας του CoV-2 αποτελεί έμμεση μορφή ευγονικής, και η ευγονική είχε πάντα ταξικό υπόβαθρο.

Η φυλακή αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα για την αντίθεση ανελευθερίας και υγείας. Και αποδεικνύει κραυγαλέα ότι το κράτος μετράει την υγεία των υποτελών του μόνο με όρους κέρδους, αφού το σύστημα του μαζικού εγκλεισμού έχει επινοηθεί προκειμένου να κρύβει τη φτώχεια και την παράβαση, μέσα στην κοινωνικά αδιόρατη μακρόσυρτη εξόντωση.

Η θέση στην οποία βρέθηκαν οι αιχμάλωτοι του κράτους, σ’ όλη τη Γη και στις ελληνικές φυλακές, είναι αποκαλυπτική: Στην πρώτη φάση της ολοκληρωτικής καταστολής με αφορμή τον CoV-2, η μαζική εξέγερση σε πολλές ιταλικές φυλακές χτυπήθηκε με στρατιωτικές μεθόδους. 14 αιχμάλωτοι δολοφονήθηκαν με σφαίρες στη φυλακή της Μοντένα. Αργότερα, επαναλήφθηκαν κινητοποιήσεις στις ιταλικές φυλακές, με άρνηση κλεισίματος των κελιών και απεργίες πείνας, απαιτώντας την επαναλειτουργία των επισκεπτηρίων, και προμήθειες. Τον Μάρτη του ‘20 έγινε εξέγερση σε φυλακή της Βολιβίας, μετά τον θάνατο 2 αιχμαλώτων από CoV-2. Τον ίδιο μήνα, σε φυλακές του Ιράν, η διαμαρτυρία για τη μη εφαρμογή της αποσυμφόρησης που είχε εξαγγείλει το κράτος χτυπήθηκε με σφαίρες και δακρυγόνα. 36 νεκροί και πολλοί τραυματίες. Παραδίδοντας τους νεκρούς στους συγγενείς τους, το κράτος δήλωνε ότι αυτοκτόνησαν ή πέθαναν από ναρκωτικά. Στη Βενεζουέλα, 46 νεκροί και περισσότεροι από 70 τραυματίες, στην καταστολή εξέγερσης που έγινε λόγω του κοψίματος των εξωτερικών προμηθειών, χωρίς τις οποίες οι αιχμάλωτοι δεν μπορούν να επιβιώσουν. Σε φυλακή του Σεντ Λούις των ΗΠΑ, όπου εμφανίστηκαν κρούσματα CoV-2, χτυπήθηκε η ειρηνική διαμαρτυρία των αιχμαλώτων που ζητούσαν τον μη συγχρωτισμό τους, την πραγματοποίηση test, την επαναφορά του προαυλισμού και των επισκεπτηρίων, που είχαν καταργηθεί εκτάκτως, και τη βελτίωση του φαγητού. Ως απάντηση στην καταστολή, οι αιχμάλωτοι εξεγέρθηκαν και κατέστρεψαν πολλές υποδομές της φυλακής. Στις φυλακές υψίστης ασφαλείας του Σαντιάγκο της Χιλής έγινε επίσης κινητοποίηση. Πολλές ακόμη είναι οι αντιστάσεις των αιχμαλώτων στις νέες εξοντωτικές συνθήκες. Πολλές ίσως δεν έχουν μαθευτεί δημόσια.

Στις ελληνικές φυλακές, η πρώτη καταγεγραμμένη κινητοποίηση ήταν η απεργία πείνας 1200 αιχμαλώτων μεταναστών στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Κορίνθου. Επίσης στο Παρανέστι, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, τον Απρίλη του ‘20 έγινε εξέγερση και απεργία πείνας μόλις ανακοινώθηκε η αναστολή όλων των διαδικασιών ασύλου. Η κινητοποίηση χτυπήθηκε από τα ΜΑΤ, οι αιχμάλωτοι βασανίστηκαν, κλειδώθηκαν στα κοντέινερ και ακολούθησαν μεταγωγές.

Τον ίδιο μήνα, στη φυλακή γυναικών στη Θήβα, η κινητοποίηση των αιχμαλώτων γυναικών, μετά το θάνατο της Αζιζέ Ντενίρογλου, χτυπήθηκε από τα ΜΑΤ. Οι παθολογικές αιτίες του θανάτου της κουκουλώθηκαν. 11 γυναίκες δικάστηκαν και υπέστησαν πειθαρχικές μεταγωγές ή και αφάιρεση πόντων και μεροκάματων για ένα έτος, που ισοδυναμεί με αντίστοιχη επιπλέον αιχμαλωσία. Κατά την ποινική αντεκδίκηση για την εξέγερση των γυναικών, στοχοποιήθηκε ιδαιτέρως η συντρόφισσα Πόλα Ρούπα, μέλος της αντάρτικης οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας.

Οι σφαίρες, τα ρόπαλα και οι ποινές, δεν πέφτουν για την υγεία, αλλά ενάντια στην υγεία. Αν χρειάζεται εξηγήσεις για την ανάδειξη της αντίθεσης υγείας και κρατικής τρομοκρατίας, σημαίνει ότι ο φασισμός έχει μπολιάσει τις καρδιές και τη γλώσσα. Στις ελληνικές φυλακές, η ιατρική πρόληψη και περίθαλψη ήταν ανέκαθεν ανύπαρκτες. Άνθρωποι που θα έπρεπε να χειρουργούνται ή να νοσηλεύονται μένουν αβοήθητοι, καταδικασμένοι στις ασθένειές τους. Άνθρωποι πεθαίνουν στις φυλακές λόγω έλλειψης διαγνώσεων. Η κατάσταση δεν άλλαξε μετά την έλευση του CoV-2. Αντιθέτως, αφότου ο ιός έγινε το πρόσχημα του ολοκληρωτικού γύψου, οι συνθήκες εγκλεισμού αμέσως επιδεινώθηκαν.

Το πρώτο μέτρο για τις φυλακές, με αφορμή τον ιό, ήταν η κατάργηση των επισκεπτηρίων. Αρχικά και για μεγάλο διάστημα έκοψαν όλα τα επισκεπτήρια, παρότι τα τακτικά είναι έτσι κι αλλιώς αποστειρωμένα, αφού μεσολαβεί τζάμι-τοίχος. Εκτός αυτού, αναφερόμενοι στα ανοιχτά επισκεπτήρια, όπου επιτρέπεται το άγγιγμα, η απομόνωση μιας ευπαθούς ομάδας έχει νόημα μόνο αν συνοδεύεται από ιδιαίτερη μέριμνα για την υγεία των μελών της στον μέγιστο βαθμό, δηλαδή μέριμνα υγείας πλουσιότερη από εκείνη που απολάμβαναν (ή δεν απολάμβαναν) πριν, κι από εκείνη που απολαμβάνουν γενικότερα οι υγιείς. Πρακτικά, σημαίνει διαρκή και προσωποκεντρική ιατρική φροντίδα με τα μέγιστα μέσα, άπλετος χώρος και φυσικό περιβάλλον. Και σίγουρα, μόνο αν είναι οικειοθελής μια τέτοια απομόνωση μπορεί να είναι προστατευτική για την υγεία. Σπανιότατα βρίσκεται κάποιος οικειοθελώς στη φυλακή. Και κανένας κρατούμενος δεν ζήτησε την κατάργηση των επισκεπτηρίων. Θα ήταν παράλογο εξ ορισμού αυτό το αίτημα αφού τα επισκεπτήρια δεν είναι υποχρεωτικά! Οι πιο ευπαθείς θα μπορούσαν να ζητήσουν την απομόνωσή τους από τους υπόλοιπους αιχμαλώτους, αλλά κανένας αιχμάλωτος δεν διανοείται ως δίκαιη την απαίτηση να υποβληθούν σε βαθύτερη καταστολή όλοι, προκειμένου να μην κινδυνέψει ο ίδιος. Έτσι ακριβώς λογίζονται οι ταξικά βολεμένοι.

Ο μηχανισμός της φυλακής έχει έναν αυτοτελή τρόπο ανταπόκρισης σε οποιοδήποτε πρόβλημα εγείρεται μέσα στο κοινωνικό σώμα: περισσότερη απομόνωση. Αν ένας αιχμάλωτος ζητούσε να απομονωθεί από τους υπόλοιπους για λόγους υγείας, η φυλακή θα είχε να του προσφέρει μόνο την υποδομή της πειθαρχικής απομόνωσης. Οι χείριστες συνθήκες από τη σκοπιά της υγείας. Μα είναι αυτό που εφαρμόζεται σε όποιους αιχμαλώτους βρεθούν θετικοί στο ιολογικά test και σε όποιους μπουν στη φυλακή, από μεταγωγή. Κρίθηκες ασθενέστερος; Είσαι επικίνδυνος και θα τιμωρηθείς επαυξημένα. Η ευγονική ιδεολογία, ως πρακτική ταξικής εκκαθάρισης, στην καθολική καθημερινότητα.

Τα γεγονότα στη φυλακή της Λάρισας τον Δεκέμβρη του ‘20 δίνουν μια συμπυκνωμένη εικόνα του τι συνέπειες έχουν πάνω στους αιχμαλώτους οι υγειονομικές πρακτικές που βρίσκονται στα χέρια του κράτους. Όταν ασθένησαν κάποιοι αιχμάλωτοι της φυλακής, η κοινότητά τους διαμαρτυρήθηκε μαζικά και παρατεταμένα, ζητώντας test, υλικά αντισηψίας και ιατρική φροντίδα για όλους. Λόγω της κινητοποίησης, τα κράτος αναγκάστηκε να φέρει κλιμάκιο του ΕΟΔΥ. Αφού τα test έβγαλαν πολλά θετικά αποτελέσματα, η φυλακή επέβαλε ένα και μόνο μαγικό θεραπευτικό μέτρο: κλείδωσε επ’ αορίστω όλους τους αιχμαλώτους στου θαλάμους, χωρίς διαχωρισμό φορέων και μη, νοσούντων και υγειών! Αυτό που φαίνεται και είναι μια μακάβρια τιμωρία, αντανακλά σε υπερθετικό βαθμό το πνεύμα της φυλακής. Για κάθε πρόβλημα, απομόνωση και εγκατάλειψη του προβληματικού υποκειμένου στις τεχνητές συνθήκες φτώχειας, εξασθένησης, αρρώστιας και θανάτου.

Μέσα στις παρανοϊκές αφηγήσεις της εξουσίας, η ελευθερία έχει στιγματιστεί σαν δημόσιος κίνδυνος. Κάθε νόμιμη προσωρινή έξοδος απ’ τη φυλακή (ακόμη κι αν είναι από κάγκελο σε κάγκελο), τιμωρείται πλέον με απομόνωση κατά την επιστροφή. Με τα πρόσφατα διατάγματα, όποιος έχει δίκη διαρκείας θα εκτίει στο ίδιο διάστημα ποινή απομόνωσης.

Ένα σημερινό παράδειγμα της εγκληματικής υποκρισίας: κάποιος αιχμάλωτος μετάγεται στον Κορυδαλλό για μία δίκη διάρκειας μίας μέρας. Εκεί παραμένει σε απόλυτη απομόνωση επί μία βδομάδα, αφού υπήρχε ο χώρος, μέχρι να μεταχθεί πάλι πίσω. Στη φυλακή ύψιστης ασφάλειας του Δομοκού, όπου επέστρεψε, κλειδώθηκε επί 4 μέρες σ’ ένα στενό κελί, χωρίς έξοδο σε διάδρομο (ούτε προάυλιο), μαζί με άλλους αιχμάλωτους που μετήχθησαν από άλλες φυλακές. Προφανώς αν ένας έφερε τον ιό, οι συνθήκες ήταν οι ιδανικότερες για να μεταφερθεί στους υπόλοιπους. Κι επειδή ο θάλαμος όπου στοιβάζονται μαζικά οι εισερχόμενοι ως «καραντίνα» ήταν υπερπλήρης (κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλον), οι πλεονάζοντες τοποθετήθηκαν σε κελιά της πτέρυγας του αναρρωτηρίου, όπου κρατούνται και οι φορείς του CoV-2 δίπλα σε όλους τους ασθενείς αιχμάλωτους. Εκκολαπτήριο επιδημίας. Το test που κάνουν κατά την άφιξή τους οι εισερχόμενοι δεν θεωρείται αρκετό ώστε να κριθούν μη φορείς, αλλά κατόπιν, για να βγουν από την απομόνωση εκβιάζονται να κάνουν νέο test. Double face υγειονομική αφήγηση, η απομόνωση απομόνωση, και η τεχνομυστικιστική πειθάρχιση ανεξάρτητη συνθηκών. Να σημειώσουμε ότι στη συγκεκριμένη φυλακή συνεχίστηκαν επί εποχής CoV-2 οι πολύωρες καθημερινές διακοπές παροχής νερού, δηλαδή η πιο ανθυγιεινή κατάσταση.

Εκ των συνθηκών οι αιχμάλωτοι έχουμε τη θέληση να αλληλοβοηθηθούμε. Αν ο καθένας ήταν ό,τι δηλώνει (π.χ. οι πολιτικάντηδες και οι φαρμακοβιομηχανίες δημόσιοι υπηρέτες, οι ανθρωποφύλακες κοινωνικοί λειτουργοί και οι γιατροί γιατροί), θα ήταν εύλογη η συνεργασία μας στην ιατρική πρόληψη. Ξέρουμε όμως ότι τα test για SARS μόνο περισσότερη απομόνωση και συνθήκες ασθένειας φέρνουν, και η «καραντίνα» είναι μόνο πειθαρχική ποινή για όλους, και ρατσιστική για όποιους ονομάζονται «κρούσματα» (ανεξάρτητα του τι σημαίνει πραγματικά αυτό το στίγμα). Με δεδομένο ότι οι φυλακές δεν είναι στελεχωμένες με γιατρούς και νοσηλευτές, και δεν έχουν καμία ιατρική υποδομή, εκτός από την καθημερινή ροή φαρμάκων (κυρίως ψυχοκατασταλτικών ναρκωτικών), το στοίχημα υπέρ της υγείας δεν έχει καμία ελπίδα.

Η ολοκληρωτική ακινητοποίηση ως αποκλειστικό, κατ’ όνομα προληπτικό μέτρο, μπροστά σε μια επιδημία στη φυλακή, είναι παράγωγο της γενικής ακινητοποίησης που επιβλήθηκε σ’ όλη την κοινωνία, ως μέτρο στατιστικής διαχείρισης. Ο τραγικός παραλογισμός της εφαρμογής αυτής της μεθόδου στις φυλακές καταδεικνύει το γενικό αδιέξοδό της ως ιατρική πρακτική. Η ιατρική καραντίνα μέχρι το 2019 ήταν ένα μέτρο που εφαρμοζόταν μόνο κατά χωροχρονική εξαίρεση. Τα μέτρα καθολικού αποκλεισμού (η λεγόμενη αποστασιοποίηση) είναι εξωπραγματικά: Δεν γίνεται να αυτοκαταργηθεί ο κοινωνικός βίος και η επιβιωτική δραστηριότητα μιας κοινωνίας, ειδικότερα αν βρεθεί αποκλεισμένη. Η επιβολή και η διαχείριση του καθολικού αποκλεισμού αποτελούν εργαλεία του κέρδους και της καταστολής. Η στατιστική πρόληψη δεν είναι υγεία – είναι ισοπέδωση της υγείας· δείχνει μια κοινωνία που έχει εγκαταλείψει την υγεία της κι έχει αφεθεί στην οικονομία συσσώρευσης εξουσίας. Όλ’ αυτά δείχνουν ότι η φυλακή είναι δομή εγγενώς απάνθρωπη κι αντικοινωνική.

Η φυλακή αποτελεί έναν στρατοκρατούμενο τόπο· το πρότυπο αντιμετώπισης της κοινωνικής απειθαρχίας. Όλοι οι αιχμάλωτοι ξέρουμε ότι μέχρι να γκρεμίσουμε τη φυλακή, οι σφαίρες, τα ρόπαλα κι οι ποινές θα πλεονάζουν, ενώ οι θεραπείες θα σπανίζουν.

Οι ευρύτερες αντιδράσεις απέναντι στο φονικό κύμα της κρατικής καταστολής στις φυλακές παγκοσμίως (με δεξιές κι αριστερές κυβερνήσεις, ιμπεριαλιστικά ή αντιαμερικάνικα καθεστώτα) ήταν ισχνές. Τον Σεπτέμβρη του 1971 εξεγέρθηκαν 2000 αιχμάλωτοι στη φυλακή Άττικα των ΗΠΑ. Κατά την καταστολή της εξέγερσης δολοφονήθηκαν 30 αιχμάλωτοι και 10 φύλακες, ενώ τραυματίστηκαν 89 απ’ τις σφαίρες της αστυνομίας. Το γεγονός έχει σημαδέψει την ιστορία. Επίσης, η καταστολή της εξέγερσης στη φυλακή Καραντιρού της Βραζιλίας τον Οκτώβρη του 1992, έμεινε στην ιστορία. Η στρατοχωροφυλακή δολοφόνησε με σφαίρες 111 αιχμαλώτους και τραυμάτισε 37. Όπως και στην Άττικα, όπως και παντού όπου η εξουσία δρα στο σκοτάδι, οι περισσότεροι νεκροί είχαν πυροβοληθεί αφού είχαν πρώτα ακινητοποιηθεί από τους δολοφόνους τους. Το βραζιλιάνικο κράτος καταδικάστηκε από διεθνές δικαστήριο γι’ αυτό το γεγονός. Ο στρατιωτικός επικεφαλής της εισβολής στη φυλακή καταδικάστηκε από εθνικό δικαστήριο σε 632 χρόνια φυλάκισης. Κατόπιν, η απόφαση ακυρώθηκε κι αυτός πήρε βουλευτική καρέκλα. Τελικά, την ίδια χρονιά (2006), εκτελέστηκε από αντάρτες.

Στις τούρκικες φυλακές οι μαζικοί αγώνες, οι απεργίες πείνας μέχρι θανάτου και η στρατιωτική καταστολή είναι ακατάπαυστα επί δεκαετίες.

Οι νεκροί εξεγερμένοι του ταξικού πολέμου φωτίζουν την ιστορία. Πού χάθηκαν όμως οι δολοφονημένοι αιχμάλωτοι της τρέχουσας περιόδου; Τι έχει αλλάξει, ώστε οι δολοφονημένοι από τα όπλα του κράτους να χάνονται σαν ένας αριθμός μέσα στη στατιστική της ευταξίας του θανάτου; Γιατί στεκόμαστε άοπλοι μέσα σ’ έναν κόσμο που επιζητά να βαδίσει προς τον θάνατό του με εφησυχαστική άγνοια;

Τουλάχιστον να επαναλάβω την κοινή διεκδίκηση όλων των εξεγερμένων αιχμαλώτων της Γης, μετά την εμφάνιση του CoV-2, αλλά και πριν, για την οποία πολλοί θυσιάστηκαν:

Μέχρι να φτιάξουμε μια κοινωνία αλληλεγγύης κι όχι κέρδους, και να καταστραφεί το απάνθρωπο σύστημα φυλακή , αποκλειστικό μέτρο μείωσης των παθογόνων συνθηκών που επιβαρύνουν τους αιχμαλώτους είναι η μαζική αποφυλάκιση και η κατάργηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Περισσότεροι άνθρωποι ελεύθεροι, όλοι πιο υγιείς.

Οι κινητοποιήσεις της 17ης Νοέμβρη, της 6ης Δεκέμβρη, ενάντια στον αντιφοιτητικό νόμο και για τον αιχμάλωτο αντάρτη Δημήτρη Κουφοντίνα, με αποκορύφωμα τη μάχη της Ν. Σμύρνης στις 9 Μάρτη, θύμισαν ότι το θεμελιακότερο επίδικο στην ταξική πάλη είναι η αντίσταση στην ακινητοποίηση, τον διαχωρισμό και τον αποκλεισμό· αντίσταση στην καθολική φυλακή.

Επίθεση στην εργατική τάξη και άλμα στον ολοκληρωτικό ψηφιακό έλεγχο

Με πρόσχημα τις οικονομικές συνέπειες του αντικοινωνικού παγώματος, το ελληνικό κράτος μετασχηματίζει ριζικά το σύνολο των ταξικών σχέσεων. Ό νέος νόμος για τη μισθωτή εκμετάλλευση κατάργησε και τις στοιχειωδέστερες εργατικές εγγυήσεις, και συμπλήρωσε τον αντισυνδικαλιστικό νόμο του ΣΥΡΙΖΑ, ποινικοποιώντας εξ ολοκλήρου τα μέσα της εργατικής αντίστασης.

Η ληστρικότητα του κράτους εναντίον των ταξικά αδύνατων εντείνεται με κάθε ευκαιρία. Η ολοκληρωτική καταστολή που εξαπολύθηκε εξ αφορμής του CoV-2 αποτέλεσε χρυσή ευκαιρία. Κρατική τρομοκρατία και ληστρικότητα πάνε χέρι-χέρι. Ξεκινώντας από τα εξοντωτικά πρόστιμα για την παραβίαση του καθολικού εγκλεισμού, σήμερα οι ταξικά μη προνομιούχοι υφίστανται το εκβιαστικό δίλλημα: εμβολιασμός (δηλαδή, παράδοση στο ΚΑΡΤΕΛ) ή ατέρμονη χρηματική αφαίμαξη μέσω μικροβιολογικών test, ώστε να μην αποκλειστούν από τα πεδία διαβίωσής τους, τα οποία ως επί τω πλείστον ελέγχονται από το κράτος και τα αφεντικά. Τον ίδιο εκβιασμό υφίστανται οι αιχμάλωτοι και οι συγγενείς τους, πάνω στην ανάγκη των επισκεπτηρίων (που πλέον γίνονται μόνο κλειστά). Και υπάρχουν πράγματι άνθρωποι, οικογένειες, που αδυνατούν ανταπεξέλθουν σ’ αυτό το εκβιαστικό έξοδο, αφού το επισκεπτήριο αποτελούσε γι’ αυτούς τη μόνη δυνατότητα επικοινωνίας, καθώς δεν έχουν χρήματα για τηλεκάρτες.

Ο εκβιασμός που έχει επιβληθεί σ’ όλο τον λαϊκό κόσμο χτυπάει τους αιχμαλώτους στο πιο αδύναμο σημείο τους: Για να σου επιτραπεί να υπερασπιστείς τον εαυτό σου σ’ ένα δικαστήριο, απαιτείται να συμμετάσχεις τουλάχιστον στην υποκρισία της στατιστικής διαχείρισης του θανάτου (παρότι οι φυλακές δεν έχουν ούτε μικροβιολογικά εργαστήρια, ούτε σύνδεση με το σύστημα υγειονομικού φακελώματος και πιστοποίησης απ’ τον ΕΟΔΥ). Όταν τα τσουτσέκια του ΚΑΡΤΕΛ που στελεχώνουν την κρατική επιτροπή «υγείας» αποφανθούν ότι ολοκληρώθηκε θετικά ο πειραματικός κύκλος των εμβολίων CoV-2 (όπως πρόσφατα στις ΗΠΑ), και συνακόλουθα η Επιτροπή Βιοηθικής αποφανθεί ότι οι δια της βίας μικροβιολογικές παρεμβάσεις στο ανθρώπινο σώμα δεν παραβιάζουν κανένα δικαίωμα, θα εξοριστούν από κάθε νόμιμο μέσο επιβίωσης και συνολικά από κάθε κοινωνική δραστηριότητα ελεγχόμενη από το κράτος όλοι όποιοι υπερασπίζονται ότι τα ανθρώπινα σώματα δεν ανήκουν στα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια, όπως εκδιώχθηκαν από την εργασία τους οι μισθωτοί και αυτοαπασχολούμενοι της υγείας. Ήταν μια ακόμη επίθεση στη δημόσια παροχή υγείας, και εκκαθάριση των αντιφρονούντων της «αρμόδιας» τεχνοκρατίας. Μ’ έναν σμπάρο, δυο τρυγόνια. Οι αιχμάλωτοι που θα επιμείνουν σ’ αυτή την άρνηση θα στερηθούν το Ηabeas Corpus, το θεμέλιο του «κράτους δικαίου»: την υποχρέωση των κρατικών οργάνων να προσάγουν τον αιχμάλωτο σε δικαστήριο.

Δεν αποκλείεται τα κράτη να επιχειρήσουν να επιβάλουν τον δια της βίας εμβολιασμό. Ήδη η επιλογή και η άρνηση μιας ιατρικής πρακτικής (τώρα η διασωλήνωση) από τον πάσχοντα, τέθηκαν στην αρμοδιότητα των εισαγγελέων. Πριν έξι χρόνια, ως απάντηση στην απεργία πείνας των πολιτικών κρατούμενων, ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάνθηκε με νόμο ότι η βίαιη λήψη γενετικού υλικού είναι εφικτό να μην προσβάλει την αξιοπρέπεια του προσώπου. Η μετάπτωση στη λεηλασία του βιολογικού υποστρώματος του ανθρώπινου σώματος δεν φαντάζει πια εξωφρενική. Από τη σκοπιά του αστικού δικαίου, το ζήτημα του αυτεξούσιου πάνω στο σώμα μας ήταν γαρνιτούρα, αφού τα πάντα μετριούνται σε χρήμα. Έμμεσα, όλες οι σχέσεις εξουσίας κι εκμετάλλευσης δεν παραβιάζουν την αυτονομία μας επί των σωμάτων μας; Η στρατιωτική και αστυνομική τρομοκρατία, που θεμελιώνει την κρατική κυριαρχία, δεν επεμβαίνει άμεσα στη σχέση των υπηκόων με τα σώματά τους, και στα ίδια τα σώματα; Γιατί να εξακολουθούμε να μιλάμε με τη νεκρή γλώσσα περί δικαιωμάτων, που θεσπίζονται και καταργούνται κατά βούληση των δημίων; Μπορεί σήμερα να διεξαχθεί αντικαπιταλιστικός αγώνας, αν δεν προτάσσει την αποαποίκιση της ύπαρξης;

H κεραυνοβόλα και παρατεταμένη έφοδος της εξουσίας για την άλωση των ανθρώπινων οργανισμών σε γενετικό βάθος, που έχει το δικό της μακρύ ιστορικό προετοιμασίας του εδάφους (ιδεολογικά, πολιτικά, φαντασιακά, τεχνολογικά…) αφορά στην καπιταλιστική ιδιοποίηση του βασικότερου υλικού της κερδοσκοπικής παραγωγής: του εργαζόμενου σώματος. Ο εργάτης που ανταλλάσει την εργασία, αποτελεί ένα εμπόδιο ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Στη νέα καπιταλιστική δυστοπία που χτίζεται βήμα βήμα, δεν θα υπάρχει εργάτης παρά μόνο οργανισμός εργασίας, μικροβιολογικά εξαρτημένος από το βιομηχανικό σύμπλεγμα, και άμεσα ελεγχόμενος απ’ αυτό. Αν επιτρέψουμε στους τεχνοκράτες να προχωρήσουν τα σχέδιά τους. Ήδη ο εργάτης ως συλλογική ταυτότητα, οικουμενική κοινότητα και υποκείμενο δημιουργίας του κόσμου ή ενός άλλου κόσμου, έχει σκορπιστεί σωματικά, συναισθηματικά, διανοητικά, ηθικά, ταξικά και γεωγραφικά. Ήταν εύκολο ν’ ανοίξει η πύλη της ενδοσωματικής κατοχής. Τα βιοτεχνολογικά εμβόλια που βάζουν τον οργανισμό να προσομοιάσει ο ίδιος τον ιό, δεν είναι μια αμφιλεγόμενη τεχνολογία, ούτε ένα λάθος βιοηθικής: Είναι μια πρώτη μικρή απόπειρα μετατροπής της ανθρωπότητας σε βιοτεχνολογικό εργοστάσιο, όπου εργοστάσιο, εργασία κι εργάτης θα συγχωνευτούν. Το πιο μαζικό εργοστάσιο που έχει δημιουργηθεί μέχρι σήμερα. Δεν έχει σημασία αν οι βιοτεχνολόγοι του ΚΑΡΤΕΛ ξέρουν ή δεν ξέρουν τι φτιάχνουν σήμερα. Όπως είχε γράψει ο Κομφούκιος, ένα μεγάλο ταξίδι ξεκινάει μ’ ένα βήμα.

Η στρατηγική της μικροβιολογικής αποίκισης αλληλοσυμπληρώνεται με τη στρατηγική της ψηφιοποίησης όλων των σχέσεων και των δραστηριοτήτων της ανθρωπότητας. Ταυτόχρονη και συναρτημένη αποικία του σώματος, των αισθήσεων και του νου του κι αυτοματοποιημένος έλεγχος, άμεση αναδιάρθρωση και διαχείριση ροών του μέγα-εργοστασίου.

Το βραχιολάκι του κατάδικου, το PDA του εργάτη και το smartphone κάθε καταναλωτή δεν απέχουν πολύ από τη βιολογική προσάρτηση στους ψηφιακούς αλγόριθμους της εξουσίας: Ήδη η φυσική κίνηση κι η κοινωνική δραστηριότητα έχουν εισαχθεί στο σύστημα. Η τηλεργασία και η τηλεκπαίδευση προωθήθηκαν ως λύσεις σε μια κατάσταση τεχνητής σπάνης ελευθερίας κίνησης και συνάντησης, όπως ακριβώς το βραχιολάκι εδραιώθηκε σαν δυνατότητα σχετικής ελευθερίας πάνω στην πραγματικότητα του εγκλεισμού. Οι τηλεματικές τεχνολογίες προσφέρουν πολλαπλά οφέλη στην εξουσία, επιπλέον του άμεσου συγκεντρωτικού ελέγχου: Καθώς η δραστηριότητα του ελεγχόμενου απεγκλωβίζεται από τον δομημένο χώρο, ελαχιστοποιείται το λειτουργικό κόστος που επωμίζεται το αφεντικό. Επιπλέον, μεταμορφώνεται το ιδεολογικό ή και νομικό υπόστρωμα της σχέσης, η ψηφιακή αλυσίδα βαφτίζεται ελευθερία, κι εκείνος που φοράει τον χαλκά καλείται να αυτοδιαχειριστεί την πειθάρχησή του. Η χαρτογράφηση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων μέσω των κινητών τηλεφώνων, όπως εφαρμόστηκε από ορισμένα κράτη ως μέτρο περιορισμού της εξάπλωσης του CoV-2, απομονώνοντας τους υπόλοιπους κοινωνικούς ιστούς, αποτελεί πιλοτικό εγχείρημα ολοκλήρωσης της καθολικής φυλακής.

Παράλληλα με την ψηφιοποίηση της εργασίας και του χωροχρόνου επεκτείνεται σταδιακά η απαγόρευση των συναλλαγών με χειροπιαστό χρήμα. Η εκστρατεία γενικής αποστείρωσης ήταν το τέλειο πρόσχημα. Όλοι καταλαβαίνουν, και τα κράτη δεν το έκρυβαν ποτέ, ότι η επιβολή των αποκλειστικά ψηφιακών συναλλαγών αποσκοπεί στον απόλυτο έλεγχο της οικονομίας. Πρόκειται για ζήτημα που αγγίζει τους αιχμάλωτους, ανεξαρτήτως οικονομικής κλάσης. Ελάχιστα εγκλήματα που επιφέρουν πραγματική φυλάκιση δεν συνδέονται διόλου με την παραοικονομία. Η επιβολή του ψηφιακού χρήματος, πλαστικού και διαδικτυακού, αποτελεί στρατηγική ταξικής εκκαθάρισης. Η πρόβλεψη για όσους πετιούνται εκτός αγοράς είναι το πρότυπο των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που έχει δοκιμαστεί πάνω στους μετανάστες. Γκέτο, μεταμορφωμένα σε στρατοκρατούμενες ζώνες αποκλεισμού, συσσίτια για τους μελλοθάνατους, κι οι αρρώστιες να θερίζουν σιωπηλά. Η παραοικονομία σίγουρα δεν θα πληγεί. Η αστική τάξη κρύβει τις απάτες και τους εκβιασμούς της στη νομιμοφάνεια. Οι τράπεζες θα συνεχίσουν να λειτουργούν με παράλληλα ανεπίσημα δίκτυα και άτυπες συμφωνίες. Οι εφοπλιστές, τα ΝΑΤOϊκά μεταγωγικά και τα κοντέινερ του Βατικανού, του οποίου την τράπεζα έχει εξαγοράσει η Γερμανική Τράπεζα, δεν θα πάψουν να μεταφέρουν το χοντρεμπόριο των ναρκωτικών. Η οικονομική εξόντωση των φτωχοδιαβόλων ανήκει σε μια εποχή στην οποία η καπιταλιστική ολιγαρχία, έχοντας αποδεσμευτεί από κάθε δημόσιο έλεγχο, αφού οι ταξικοί αντίπαλοί της βρέθηκαν ανίσχυροι, τρέχει απροκάλυπτα τα καθημερινά deal της με τους πολιτικούς άρχοντες.

Το κεφάλαιο ποτέ δεν χρειαζόταν τους εργάτες ελεύθερους· χρειάζεται μόνο μια δεξαμενή πλεονάζουσας εργατικής δύναμης, κι αυτή εξασφαλίζεται δομικά λόγω της συσσωρευτικής φύσης του. Όμως, η περισσευούμενη εργατική δύναμη είναι επικίνδυνη. Για τον έλεγχό της έχει φτιαχτεί το σύστημα της φυλακής. Ο απόλυτος οικονομικός αποκλεισμός της εγγυάται ότι ο έλεγχος της φτώχειας θα γίνει εξ ολοκλήρου στρατοκρατικός.

Έχουμε κάθε λόγο να αρνηθούμε την ψηφιακή και βιοτεχνολογική αποικιοκρατία. Για να επιβιώσουμε πρέπει να χτίσουμε ασύνορες κοινότητες άμεσης αυτοδιεύθυνσης στην υγεία, την οικονομία και κάθε πτυχή της διαβίωσής μας, διαμορφώνοντας αυτόνομες πρακτικές, ελέγχοντας τις πρακτικές του κράτους, επιβάλλοντάς του κοινωνικούς όρους, και απαλλοτριώνοντας πόρους για όλα αυτά.

Ο κύριος εχθρός μας είναι η ιδιοτέλεια, η ηθική του κέρδους και η συνθηκολόγηση με τις δομές εκμετάλλευσης. Ο μικρόκοσμος της φυλακής αποτελεί συμπυκνωμένη έκφραση της καπιταλιστικοποίησης των σχέσεων που έχει αποσυνθέσει την εργατική τάξη. Κανένας αγώνας δεν αντέχει αν δεν εδράζεται στην οργανωμένη αλληλεγγύη. Και η αλληλεγγύη είναι καλά θεμελιωμένη όπου πηγάζει από την κοινότητα της ισότητας και της ελευθερίας. Οι αγώνες που έχουν δοθεί από τους αιχμάλωτους, και το αυξανόμενο πλήθος των αναγκών μας που δεν βρίσκουν αγωνιστικό δρόμο, κουβαλάνε τη συνείδηση της καταστροφικής επίδρασης των καθεστωτικών μεσολαβήσεων και των πατριαρχικών κι εθνικιστικών δεσμών.

Οι φαινόμενες στρατιωτικές ήττες των κινημάτων είναι αντικατοπτρισμοί της καπιταλιστικής αποσύνθεσης της κοινωνικής βάσης. Πάλι η κατάσταση των αιχμάλωτων είναι ενδεικτική. Ποιες είναι οι αιτίες της μακράς σιωπής στις ελληνικές φυλακές; Πού χάθηκε σταδιακά η κοινότητα εκείνων που δεν φοβήθηκαν το φάντασμα της φυλακής; Ποτέ δεν νικήθηκε από την κρατική βία, που πίσω από τα κάγκελα έπαιρνε πάντα τις πιο βάναυσες μορφές της. Απλά, αφομοιώθηκε στον πολιτισμό του εχθρού.

Σ’ αυτήν την κρίσιμη ιστορική μετάβαση, επίσης, αρκετοί πολιτικοί κρατούμενοι αναπαρήγαγαν το ταξικό σύστημα της φυλακής, αφήνοντας βαριά παρακαταθήκη για τον αγώνα των αναρχικών μέσα στις ελληνικές φυλακές και την αμφίδρομη αντήχηση της πάλης μέσα κι έξω.

Διαμόρφωση μιας κοινωνίας γενικευμένου αμοιβαίου φόβου και φασιστικού κανιβαλισμού

Οι αιχμάλωτοι του κράτους είναι γνώστες της ευπάθειας: μας επιβάλλεται καθημερινά ως εκβιασμός σωφρονισμού. Όποτε η ανθρώπινη ευπάθεια εισέρχεται στον δημόσιο διάλογο, το κάνει εκρηκτικά, με τον τρόπο της εξέγερσης. Οι αγώνες των αιχμάλωτων, που και στην τρέχουσα φάση χτυπήθηκαν με δολοφονικά μέσα, είναι αμιγώς φωνή της ευπάθειας. Γιατί όμως το κράτος επένδυσε στην έμφαση της ευπάθειας κατά την άφιξη του CoV-2;

Ο αδιάλειπτος βομβαρδισμός με καταμετρήσεις και στατιστικές θανάτων είναι χυδαία υποκρισία. Οι καθημερινοί θάνατοι πάνω στη Γη, λόγω της ταξικής κυριαρχίας και των φυσικών συνεπειών της ενάντια στη βιόσφαιρα και την ανθρώπινη υγεία, είναι πολλαπλάσιοι απ’ όσους προκαλεί ο CoV-2 κι η καθεστωτική αξιοποίησή του, και πάραυτα παραμένουν κουκουλωμένοι. Η επιλεκτική υποκριτική ευαισθησία αποτελεί παράμετρο ενός ιδιαίτερου πλαισίου αντικοινωνικού ελέγχου. Η εξουσία «ανακάλυψε» την ευπάθεια, όταν θεώρησε ότι έχει οργανώσει τους όρους για την ολοκληρωτική αξιοποίησή της ερήμην των πασχόντων και του κοινωνικού σώματος. Οι ευπαθείς βγήκαν στο προσκήνιο σαν παθητικά αντικείμενα, πάνω σ’ ένα υπόστρωμα καθολικής άγνοιας και συστηματικής τρομοκράτησης. Ο CoV-2 έγινε αμέσως ένα φάντασμα, ο «αόρατος εχθρός» που θα εξασφάλιζε τη σκοταδιστική επιβολή κάθε βούλησης των πολιτικών και οικονομικών αρχόντων, οι οποίοι ντύθηκαν με τα λευκά ράσα της τεχνοκρατικής αυθεντίας.

Ο τεχνοκρατικός μυστικισμός ενεργοποίησε τη δυνατότητα των media να πλάσουν ένα κλειστό σύμπαν ολοκληρωτικού πολέμου, μοριακού, με την έννοια της διείσδυσης σ’ όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και κυριολεκτικά, ως πρόσχημα για την αποίκιση του ανθρώπινου σώματος. Ο τέλειος συνδυασμός για μια εκστρατεία εκφασισμού πάνω στο ριζικότερο πεδίο αυτοπροσδιορισμού του φασισμού: Η κοινωνία ως παθολογικό αντικείμενο, ο άλλος ως εξ ορισμού φορέας ασθένειας, και η υγειονομία ως κύρια πολιτισμική πρακτική (πολιτικοστρατιωτική, οικονομική, ιδεολογική, αισθητική κ.λπ.). Το άρμα γι’ αυτή τη βουτιά ήταν η σαρωτική εμπέδωση της παθολογικοποίησης των σχέσεων και του εαυτού. Καθαρή τρομοκρατία, θεμελιωμένη σε μια κοσμοκατασκευή που αντανακλά αυτούσια την κυριαρχία των ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων πάνω στην επιστήμη. Κυριαρχία σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα συγκροτητικά κριτήρια της επιστήμης ν’ αντικαθίστανται πραξικοπηματικά από τις ανάγκες της πολιτικής κυριαρχίας. Μέχρι σήμερα μόνο ο γερμανικός ναζισμός είχε επιτύχει τέτοια ιδεολογική ενσωμάτωση της επιστήμης. Έτσι και σήμερα, ο υγειονομισμός λάδωσε τους στρατιωτικούς και ποινικούς μηχανισμούς.

Σ’ αυτή τη διεστραμμένη προβολή της ευπάθειας, αντιμετωπίζεται ο καθένας, το κοινωνικό σύνολο και η κοινωνικότητα, πρώτα και κατεξοχήν ως κίνδυνοι, και ύστερα και κατ’ επίφαση ως ασθενείς. Ο ασθενής έχει ενοχοποιηθεί για την ασθένειά του απέναντι στην κοινωνία, που πλέον σημαίνει έναν εξιδανικευμένο χώρο προσεγγίσιμο αποκλειστικά από τους πειθαρχημένους, και επιπλέον ο ασθενής έχει ενοχοποιηθεί για την αναποτελεσματικότητα του ιατρικού συστήματος. Περνώντας η υγεία στην αρμοδιότητα της καταστολής δεν υπόκειται μόνο υποβάθμιση: Μεταμορφώνεται σ’ ένα αντεστραμμένο εργαλείο εξόντωσης.

Κάθε αιχμάλωτος (νυν ή πρώην) μπορεί να περιγράψει εμπεριστατωμένα πώς η ασθένεια αξιοποιείται σαν δίκαιο ποινικό συμπλήρωμα κι εκβιασμός. Επί CoV-2 η αστυνομία αναγορεύτηκε σε Εθνικό Σύστημα Υγείας, ωστόσο οι ανθρωποφύλακες είχαν ανέκαθεν την ιατρική πρωτοκαθεδρία στις φυλακές.

Η επιβολή ποινικών διατάξεων ενάντια στον ελεύθερο διάλογο του ιατρικού κόσμου, και ευρύτερα στον δημόσιο διάλογο περί ιατρικών ζητημάτων, είναι φυσιολογικό τέκνο της ολοκληρωτικής στρατιωτικοποίησης της ιατρικής (και ιδεολογικής υγειονομικοποίησης του ταξικού πολέμου). Μα η ποινική λογοκρισία φανερώνει την αδυνατότητα συγκάλυψης των ψεμάτων της εξουσίας. Οι καπιταλιστικές δημοκρατίες εγκατέλειψαν την κυριαρχία του Λόγου, την καθοδηγητική ιδέα του Διαφωτισμού που χρύσωνε μέχρι σήμερα την κοινωνική συναίνεση. Η ισχύς της τρομοκρατίας όμως, δεν εγγυάται την αλήθεια της· ειδικά, όταν επιδιώκει την αποσιώπηση υποδηλώνει ένα έλλειμμα διεισδυτικότητας.

Το απαραίτητο επιστημονικό ψέμα για την ιδεολογική κατασκευή του «αόρατου εχθρού» ήταν η ενοχοποίηση των ασυμπτωματικών φορέων. Μέχρι τώρα δεν υπάρχουν ερευνητικά αποτελέσματα που να δείχνουν αν και σε τι ποσοστά οι φορείς που δεν νοσούν, μεταδίδουν τον CoV-2. Όπως εξοβελίστηκε κάθε έρευνα θεραπείας για τον CoV-2, έτσι επίσης αποκλείστηκε οποιαδήποτε έρευνα ενδέχετο να καταρρίψει τις κατασκευασμένες στατιστικές «προβλέψεις» του ΚΑΡΤΕΛ, και τη μεταφυσική της καθολικής ενοχής.

Η αντιεπιστημονική και αντι-ιατρική αγυρτεία δεν περιορίστηκε στην ιδεολογική κοσμοκατασκευή, την καθημερινή επιλεκτική προβολή θανάτων, και τη λογοκρισία. Ενεργητικές πρακτικές παραγωγής των θεμιτών δεδομένων, και ηθικολογικής διαμόρφωσης του κοινωνικού πεδίου, ενάντια στην υγεία, κατέλαβαν τη θέση της προληπτικής και θεραπευτικής φροντίδας. Οι μικροβιολόγοι κι οι γιατροί που κάνουν τα test PCR, εκτελώντας εντολές του ΚΑΡΤΕΛ τις οποίες διακομίζουν οι κρατικοί αξιωματούχοι, δουλεύουν τις συσκευές έξω από τις προδιαγραφές τους (το Cycle Threshold που ορίζει το ελάχιστο αποδεκτό ίχνος), έτσι ώστε να πολλαπλασιάζονται οι χαρακτηριζόμενοι «κρούσματα», συμπεριλαμβάνοντας στους φορείς όσους έχουν εξουδετερώσει τον ιό και κρατάνε νεκρά κομμάτια του. Μ’ αυτόν τον τρόπο βέβαια δεν θα καταμετρηθεί ποτέ η πληθυσμιακή ανοσία, αφού προστίθεται στην παθολογική δεξαμενή. Δεν αναγνωρίζεται ανοσία δίχως εμβόλιο (και πάλι προσωρινά). Το ΚΑΡΤΕΛ μάς θέλει όλους διαρκώς άρρωστους. Τα κράτη κατάλαβαν ότι πρόκειται για μια ιδανική κατάσταση υποταγής. Το ελληνικό κράτος έκανε ό,τι μπορούσε (μέχρι τη μαζική μάχη της Ν. Σμύρνης) για να μας κάνει όλους ασθενέστερους, κι όσους νικάνε την αρρώστια τους αντιμετωπίζει σαν παθολογικούς. Ακόμα κι ο χαρακτηρισμός των μη νοσούντων φορέων ως κρουσμάτων είναι μια αντι-ιατρική αγυρτεία.

Στο ξεκίνημα της παθογόνου επιχείρησης καθολικού εγκλεισμού, οι ίδιοι οι καθεστωτικοί γιατροί ενημέρωναν ότι η μασκοφορία αποτελεί ανθυγιεινή συνθήκη που δικαιολογείται μόνο σε μολυσματικό περιβάλλον, ή για ανθρώπους που διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο. Η πολιτική σκοπιμότητα αναίρεσε την ιατρική χρήση της μάσκας, επιβάλλοντάς την ως μέτρο καθολικής πειθάρχησης στην ιδεολογική κατασκευή της υγειονομικής τρομοκρατίας. Η μάσκα ταυτίζει τα πρόσωπα με την τρομοκρατική ιδεολογία του ΚΑΡΤΕΛ και των πολιτικών λακέδων του. Μέσα σ’ ένα κοινωνικό πεδίο ισοπεδωμένο από τα χουντικά μέτρα και τη θανατοπολιτική, η άνευ συγκεκριμένου ιατρικού λόγου χρήση μάσκας αποτελεί δήλωση παράδοσης της ανθρωπινότητας στον τεχνοκρατικό μυστικισμό της κυριαρχίας. Τα μασκοφορεμένα πρόσωπα-μη πρόσωπα συνομολογούν την αδυναμία τους μέσα κι απέναντι στον καπιταλιστικό πολιτισμό ως κοινή παθολογία.

Ο CoV-2 μπορεί και νικάει τους ασθενέστερους ανθρώπινους οργανισμούς κι είναι μεταδοτικός. Ο καπιταλισμός και τα παράγωγά του σκοτώνουν, και παρ’ όλα αυτά, παραμένουν μεταδοτικά. Αν ισχύει η βάσιμη κι εύλογη υπόθεση ότι αυτός ο ιός φτιάχτηκε σε εργαστήριο, ανεξαρτήτως του αν διέρρευσε κατά λάθος ή σκόπιμα, φτιάχτηκε για να είναι φονικός. Είναι δεδομένο με ντοκουμέντα, ότι οι βιο-τεχνοκράτες πειραματίζονται με φονικούς ιούς, προκειμένου, όπως δηλώνουν, να βρίσκονται ένα βήμα μπροστά από τη «φύση-τρομοκράτη». Ο συντηρητικός σκοταδισμός, που, όντας ανίκανος να κατανοήσει την εξέλιξη της κυριαρχίας, αρνείται την ύπαρξη του ιού και μπερδεύεται με τις ιδεολογικές κατασκευές, αποτελεί τον κατάλληλο εχθρό για τον τεχνοκρατικό φασισμό. Άλλη μια ενεργητική ολοκληρωτική λογοκρισία: Όποιοι αντιστέκονται κατατάσσονται στην εύκολα αντιμετωπίσιμη συντηρητική παρέκκλιση.

Υπάρχει πρόβλημα που γίνεται να λυθεί χωρίς ν’ αντιμετωπίσουμε τις αιτίες του; Η άγνοια βαφτίζεται τυχαιότητα, κι έτσι εγκαθίσταται η μοιρολατρία που παραχωρεί στα κρατικά ιερατεία κάθε αυτονομία. Εξετάζοντας τις πολιτισμικές συνθήκες, αναλύοντας συγχρόνως τους ταξικούς ιστορικούς καθορισμούς τους, το νόημα του πραγματικού ξεδιπλώνεται· πέφτουν τα πέπλα της μυστικοποίησης. Για παράδειγμα, η φονική έφοδος του CoV-2 στην Ευρώπη. Τα νοσοκομεία της Μπέργκαμο μεταμορφώθηκαν σε αλυσίδες εξαγωγής ανώνυμων πτωμάτων στον σωρό. Η μάστιγα του Θεού; Με νεωτερική γλώσσα, η αχαλίνωτη φύση ως αόρατος εχθρός. Ή μήπως επέδρασε καταλυτικά το γεγονός ότι η Μπέργκαμο είναι ένας τόπος βιομηχανικής συσσώρευσης, με μολυσμένο περιβάλλον κι ασθενή υπέργηρο πληθυσμό…; Το γεγονός ότι το σύστημα δημόσιας ιατρικής πρόληψης και περίθαλψης του ιταλικού κράτους ήταν ήδη διαλυμένο από τη νεοφιλελεύθερη αναδόμηση… Το γεγονός ότι η παροχή υγείας είχε συρρικνωθεί στη νοσοκομειακή διαχείριση της εκδηλωμένης ασθένειας, και έτσι υπερσυγκεντρώθηκε αιφνίδια σε περιορισμένους χώρους τεράστιο ιϊκό φορτίο και πλήθος ασθενών (με παρεπόμενο να αναμεταδίδουν τον ιό οι νοσοκομειακοί εργαζόμενοι και να πεθαίνουν και οι ίδιοι)… Το γεγονός ότι η περίθαλψη κατά τους τελευταίους δυο αιώνες καπιταλιστικής ανάπτυξης έχει δομηθεί με βάση το νοσοκομειακό πρότυπο νοσηλείας σε συγκεντρωτικές μονάδες που χωροθετούνται, χτίζονται και λειτουργούν με οικονομικά κριτήρια… Το γεγονός ότι η εξάρτηση των αστικών κοινωνιών από την κεντρική διαχείριση του βίου τους και της υγείας τους τις σπρώχνει στον μαζικό θάνατο, στις πιο κρίσιμες στιγμές, όπως γνωρίζαμε από τους δυο παγκόσμιους πολέμους, το Τσέρνομπιλ, τη Φουκουσίμα κ.λπ… Οι τεχνοκράτες του θανάτου μεταμφιέζονται κάθε μέρα σε σωτήρες. Εν τέλει, αφού ήμασταν ήδη απρόσωποι αριθμοί στην οικονομία του κέρδους, ήρθε αυτόματα, ανεμπόδιστα, η απόφαση ν’ αναλάβει ο στρατός να εξαφανίσει τους νεκρούς σε μαζικούς τάφους, και τα media να τους αναστήσουν ως τεκμήρια αναγκαιότητας ενός έκτακτου καθεστώτος τρομοκρατίας. Πολιτισμός-ζόμπι.

Σε αντιδιαστολή με το εργοστάσιο θανάτου Μπέργκαμο, στέκεται το παράδειγμα της εξέγερσης στις ΗΠΑ, Μάη με Σεπτέμβρη 2020. Εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων συγκεντρώνονταν επί ώρες, μέρες και βδομάδες, με το αναπνευστικό τους να βομβαρδίζεται από τα δακρυγόνα, κορμιά μούσκεμα απ’ τον ιδρώτα και το νερό που εκτόξευαν οι αύρες (εμποτισμένο με χημικά) να δακρύζουν και να φτερνίζονται αγκαλιασμένα, και τα αίματα από τους πυροβολισμούς με πλαστικά και μεταλλικά βλήματα να περνάνε από χέρι σε χέρι, καθώς φρόντιζαν όλοι όλους. Κι όμως, οι μετρήσεις διασποράς και θανάτων δεν έβγαλαν ιδιαίτερη αύξηση από τις πολιτείες που βίωσαν την αναταραχή, αλλά αντιθέτως, έβγαλαν χαμηλά ποσοστά σε σύγκριση με τις πολιτείες που έμειναν ατάραχες.

Η πρώτη μαζική εξέγερση της υγειονομικής εποχής, μέσα στον πλούτο των διδαγμάτων της, άφησε και μια ισχυρότατη πρακτική διάψευση της προπαγανδιζόμενης διάχυσης του «αόρατου εχθρού» διαμέσου των μη νοσούντων. Ελλείψει ερευνών, δεν έχουμε επίσημη εικόνα της μεταδοτικότητας του CoV-2 σε διαφορετικές συνθήκες. Πάντως ξέρουμε ότι η ελευθερία είναι θεραπευτική.

Τιτλοφορώντας τον εμβολιαστικό πόλεμο, «Επιχείρηση Ελευθερία», το κράτος διαμήνυσε τη βούλησή του να επιβάλει μιαν ολοκληρωτική σκλαβιά. Ένας ειρωνικός τίτλος, αποκλειστικά για τα πειραματόζωα του φαρμακευτικού μονοπωλίου. Η δικτατορία του 1967 έκανε σημαία της την κοινωνιολογική ορθοπεδική («γύψος»). Η σύγχρονη δικτατορία επιστράτευσε τη μικροβιολογική μεταφυσική. Κάθε εποχή έχει τις γλώσσες της. Κάθε εποχή της εξουσίας αφήνει τις δικές της καταστροφές. Η επικινδυνότερη συνέπεια της επιχείρησης «Ελευθερία» δεν είναι τα βιολογικά παρεπόμενά της. Η ανθρωπότητα έχει αντέξει όλες τις καταστροφικές μαλακίες της αλαζονείας της εξουσίας. Κρισιμότερη είναι η σκοταδιστική υποτέλεια. Ας φανταστούμε ένα παιδί που γνωρίζει ότι γνωρίζει ελάχιστα, και βρίσκεται αιχμάλωτο στα χέρια ενός παρανοϊκού εκμεταλλευτή. Η ανασφάλεια που παράγει αυτή η συνθήκη σπρώχνει το παιδί πιο βαθιά στην αγκαλιά του τέρατος. Από ένα σημείο και μετά το ευκολότερο είναι να εναποθέτει τις ελπίδες του στον δολοφόνο του. Τέτοια είναι η κοινωνική κατάστασή μας. Έτσι βέβαια, δουλεύει κι ο σωφρονισμός.

Υπάρχει διέξοδος; Παλιό μάθημα: Αντίσταση στην τρομοκρατία των εκμεταλλευτών και των ανθρωποφυλάκων. Μάχες για την κοινωνικοποίηση των αναγκαίων πόρων, για την ευζωΐα όλων. Συλλογική ανάπτυξη ελεύθερης γνώσης και θωράκιση της ελευθερίας του λόγου, μέσα από τις οριζόντιες κι ανοιχτές δομές αντιπληροφόρησης. Εμπιστοσύνη στη δύναμη της ζωής, εμπιστοσύνη στον διπλανό μας και στη συνάντησή μας. Καμία εμπιστοσύνη στους ολιγάρχες και τους υποταγμένους διπλωματούχους τους.

Στις φυλακές, ο πιο ανθυγιεινός αποκλεισμός που επιβλήθηκε με αφορμή τον CoV-2 είναι η κατάργηση των ανοιχτών επισκεπτηρίων. Επί ενάμιση χρόνο, παιδιά και γονείς δεν αγγίζονται. Οι αιχμάλωτοι δεν αγκαλιάζονται πλέον από τους ανθρώπους που τους αγαπούν. Αφότου επιβλήθηκε το δίλημμα, εμβολιασμός ή χαράτσωμα (test), το κράτος δεν έχει προσχήματα για την παράταση αυτού του βασανιστηρίου εναντίον ενός συνόλου που είναι ευπαθές μόνο και μόνο επειδή είναι δια της βίας δέσμιο. Να μην αφήσουμε αυτόν τον απάνθρωπο πολιτισμό να τον απολογίσουν οι επόμενοι εγκληματολόγοι του. Να τον αποδομήσουμε σήμερα εμείς. Αν δεν αγωνιστούμε τώρα για την πρωταρχική σχέση της ζωής, το άγγιγμα, θ’ ανοίξουμε τον δρόμο στο χτίσιμο μιας νέας φυλακής, όπου το ανθρώπινο σώμα θ’ αξιοποιείται σαν αναίσθητο ανακυκλώσιμο σκουπίδι.

Sol

Ένας αιχμάλωτος των ελληνικών φυλακών

(Κρατούμενοι είμαστε όλοι)

Πηγή: athensindymedia

css.php