Giorgio Agamben – Περιθωριακές Σημειώσεις για τα Σχόλια στην Κοινωνία του Θεάματος

Στρατηγιστής

Τα βιβλία του Γκυ Ντεμπόρ αποτελούν την διαυγέστερη και σοβαρότερη ανάλυση των αθλιοτήτων και της σκλαβιάς μιας κοινωνίας που έχει επεκτείνει πλέον την κυριαρχία της σε ολόκληρο τον πλανήτη – δηλαδή της κοινωνίας του θεάματος στην οποία ζούμε. Επομένως, αυτά τα βιβλία δε χρειάζονται διευκρινήσεις, εγκώμια ή – ακόμα περισσότερο – προλόγους. Στην καλύτερη περίπτωση, θα ήταν δυνατό να προταθούν εδώ κάποιες σημειώσεις στα περιθώρια, όπως εκείνα τα σημάδια που εντόπιζαν οι αντιγραφείς του Μεσαίωνα δίπλα στα πιο αξιομνημόνευτα αποσπάσματα των βιβλίων. Ακολουθώντας μια αυστηρή ερμητική διάθεση, οι σημειώσεις αυτές διαχωρίζονται από το κείμενο και βρίσκουν τη δική τους θέση όχι σε ένα απίθανο αλλού αλλά μόνο στην ακριβή χαρτογραφική οριοθέτηση εκείνου που περιγράφουν.

Δεν υπάρχει λόγος να εξυμνηθεί η ανεξαρτησία της κρίσης και η προφητική διορατικότητα αυτών των βιβλίων ή η κλασική σαφήνεια του ύφους τους. Δεν υπάρχει κανένας συγγραφέας σήμερα που θα μπορούσε να παρηγορηθεί με τη σκέψη ότι το έργο του θα διαβάζεται μετά από έναν αιώνα (από ποιο είδος ανθρώπων;) και δεν υπάρχουν αναγνώστες που θα μπορούσαν να κολακευτούν (ως προς τι;) από την επίγνωση ότι ανήκουν σε εκείνον τον μικρό αριθμό ανθρώπων που κατανόησαν αυτό το έργο πριν από τους υπόλοιπους. Τα βιβλία αυτά πρέπει μάλλον να χρησιμοποιηθούν ως εγχειρίδια, ως εργαλεία αντίστασης ή εξόδου – όπως εκείνα τα αντισυμβατικά όπλα που μαζεύει ο φυγάς και τα βάζει βιαστικά κάτω από τη ζώνη του (σύμφωνα με μια όμορφη εικόνα του Ντελέζ). Ή, μάλλον, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως έργα ενός ιδιότυπου στρατηγιστή (ο ίδιος ο τίτλος Σχόλια παραπέμπει σε μια παράδοση αυτού του είδους), ενός στρατηγιστή του οποίου το πεδίο δράσης δεν είναι τόσο μια μάχη όπου πρόκειται να συγκεντρωθούν στρατεύματα αλλά η καθαρή δύναμη του πνεύματος. Μια πρόταση του Καρλ φον Κλαούζεβιτς, η οποία αναφέρεται στην τέταρτη Ιταλική έκδοση της Κοινωνίας του Θεάματος, εκφράζει απόλυτα αυτόν το χαρακτήρα:

Στη στρατηγική κριτική, το ουσιώδες είναι να τοποθετήσεις τον εαυτό σου στη θέση των δρώντων παραγόντων. Πράγματι, αυτό είναι συχνά πολύ δύσκολο. Οι περισσότερες στρατηγικές κριτικές θα εξαφανίζονταν πλήρως ή θα περιορίζονταν σε ελάσσονες διαφορές κατανόησης αν οι συγγραφείς τους μπορούσαν να τοποθετήσουν τους εαυτούς τους στο σύνολο των περιστάσεων όπου είχαν βρεθεί οι δρώντες παράγοντες.

Με αυτή την έννοια, όχι μόνο Ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι αλλά και η Ηθική του Σπινόζα αποτελούν πραγματείες για τη στρατηγική: εγχειρήματα για την κατανόηση της δύναμης ή της ελευθερίας.

Φαντασμαγορία

Ο Μαρξ βρισκόταν στο Λονδίνο όταν η πρώτη Διεθνής Έκθεση εγκαινιάστηκε θορυβωδώς στο Χάιντ Παρκ το 1851. Ανάμεσα στα διάφορα έργα που υποβλήθηκαν, οι διοργανωτές επέλεξαν ένα έργο του Πάξτον που πρότεινε τη δημιουργία ενός τεράστιου κτιρίου φτιαγμένου εξ ολοκλήρου από κρύσταλλο. Στον κατάλογο της Έκθεσης, ο Μέριφιλντ έγραψε ότι το Κρυστάλλινο Παλάτι «είναι ίσως το μοναδικό κτίριο στον κόσμο όπου η ατμόσφαιρα είναι αισθητή από έναν θεατή… που βρίσκεται είτε στη δυτική είτε στην αριστερή άκρη της γκαλερί, όπου τα πλέον απομακρυσμένα μέρη του κτιρίου φαίνονται σαν να είναι τυλιγμένα με ένα αχνό γαλάζιο φωτοστέφανο». Ο πρώτος μεγάλος θρίαμβος του εμπορεύματος, λοιπόν, λαμβάνει χώρα υπό το έμβλημα της διαφάνειας και της φαντασμαγορίας. Επιπλέον, ο οδηγός της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού το 1867 επαναφέρει αυτόν τον αντιφατικό θεαματικό χαρακτήρα: «Το κοινό χρειάζεται μια μεγαλειώδη σύλληψη που διεγείρει τη φαντασία του… θέλει να βλέπει μια φανταστική προοπτική αντί για παρόμοια και ομοιόμορφα διατεταγμένα προϊόντα».

Ίσως ο Μαρξ να είχε υπόψη του την εντύπωση που γινόταν αισθητή στο Κρυστάλλινο Παλάτι όταν έγραφε την ενότητα του Κεφαλαίου για το φετιχισμό του εμπορεύματος. Αναμφίβολα, δεν είναι σύμπτωση το γεγονός ότι αυτή η ενότητα κατέχει κρίσιμη θέση στο έργο του. Η αποκάλυψη του “μυστικού” του εμπορεύματος ήταν το κλειδί που αποκάλυψε το μαγεμένο βασίλειο του κεφαλαίου στη σκέψη μας – ένα μυστικό που το κεφάλαιο προσπαθούσε πάντα να κρύψει εκθέτοντάς το σε πλήρη θέα.

Χωρίς την αναγνώριση αυτού του άυλου κέντρου – όπου τα “προϊόντα της εργασίας” χωρίζονται σε αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία και “γίνονται εμπορεύματα, αισθητά αντικείμενα που είναι ταυτόχρονα υπεραισθητά ή κοινωνικά” – όλες οι υπόλοιπες κριτικές έρευνες που διεξάγονται στο Κεφάλαιο πιθανότατα δε θα ήταν δυνατές.

Στη δεκαετία του 1960, ωστόσο, η Μαρξιανή ανάλυση του φετιχιστικού χαρακτήρα του εμπορεύματος εγκαταλείφθηκε βλακωδώς από τους Μαρξιστικούς κύκλους. Το 1969, στον πρόλογό του σε μια δημοφιλή ανατύπωση του Κεφαλαίου ο Λουί Αλτουσέρ μπορούσε ακόμα να καλεί τους αναγνώστες να παραλείψουν την πρώτη ενότητα με την αιτιολογία ότι η θεωρία του φετιχισμού ήταν ένα “κατάφωρο” και “εξαιρετικά επιβλαβές” ίχνος της Χεγκελιανής φιλοσοφίας.

Για το λόγο αυτό, το εγχείρημα του Ντεμπόρ εμφανίζεται ακόμα πιο σημαντικό, καθώς θεμελιώνει την ανάλυσή του για την κοινωνία του θεάματος – δηλαδή για τον καπιταλισμό που έφτασε στην πιο ακραία μορφή του – ακριβώς σε αυτό το “κατάφωρο ίχνος”. Το “γίγνεσθαι-εικόνα” του κεφαλαίου δεν είναι παρά η τελευταία μεταμόρφωση του εμπορεύματος, όπου η ανταλλακτική αξία έχει εξαλείψει πλήρως την αξία χρήσης και μπορεί πλέον να πραγματώσει ένα καθεστώς απόλυτης και ανεύθυνης κυριαρχίας στην ολότητα της ζωής, έχοντας πλαστογραφήσει το σύνολο της κοινωνικής παραγωγής. Με αυτή την έννοια, το Κρυστάλλινο Παλάτι στο Χάιντ Παρκ, όπου το εμπόρευμα αποκάλυψε και εξέθεσε το μυστήριό του για πρώτη φορά, είναι μια προφητεία του θεάματος ή, μάλλον, του εφιάλτη όπου ο 19ος αιώνας ονειρεύτηκε τον 20ο αιώνα. Το πρώτο καθήκον που ανέλαβαν οι Καταστασιακοί ήταν το ξύπνημα από αυτόν τον εφιάλτη.

Βαλπούργεια Νύχτα

Αν υπάρχει στον αιώνα μας ένας συγγραφέας με τον οποίο ο Νεμπόρ ίσως θα συμφωνούσε να συγκριθεί, αυτός ο συγγραφέας θα ήταν ο Καρλ Κράους. Κανένας δεν κατάφερε να φέρει στο φως τους κρυμμένους νόμους του θεάματος όπως το έκανε ο Κράους στον ανυποχώρητο αγώνα του ενάντια στους δημοσιογράφους – “σε αυτούς τους θορυβώδεις καιρούς που βροντάνε με τη φρικτή συμφωνία των γεγονότων που παράγουν ειδησεογραφικές αναφορές και των αναφορών που παράγουν γεγονότα.” Και αν μπορούσε κάποιος να φανταστεί κάτι ανάλογο με τη φωνή του αφηγητή που διατρέχει τις ταινίες του Ντεμπόρ μαζί με την έκθεση αυτής της ερήμου από χαλάσματα που είναι το θέαμα, τίποτα δε θα ήταν πιο κατάλληλο από τη φωνή του Κράους. Μια φωνή που – σε εκείνα τα δημόσια κηρύγματα των οποίων τη γοητεία έχει περιγράψει ο Ελίας Κανέττι – ανακαλύπτει και απογυμνώνει την οικεία και θηριώδη αναρχία του θριαμβευτή καπιταλισμού στην οπερέτα του Όφενμπαχ.

Είναι γνωστή η απόκριση με την οποία ο Κράους, στη μεταθανάτια Τρίτη Βαλπούργεια Νύχτα, δικαιολόγησε τη σιωπή του απέναντι στην άνοδο του Ναζισμού: «Σχετικά με τον Χίτλερ, τίποτα δεν έρχεται στο νου μου.» Αυτή η τραχιά παρατήρηση, με την οποία ο Κράους αναγνωρίζει με δυσφορία τα όριά του, σηματοδοτεί επίσης την ανικανότητα της σάτιρας όταν αυτή βρίσκεται αντιμέτωπη με το γίγνεσθαι-πραγματικότητα του απερίγραπτου. Ως σατιρικός ποιητής, είναι πράγματι «ένας από τους τελευταίους επιγόνους που κατοικούν στην αρχαία οικία της γλώσσας.» Στον Ντεμπόρ επίσης, όπως και στον Κράους, η γλώσσα παρουσιάζεται ως η εικόνα και ο τόπος της δικαιοσύνης. Ωστόσο, η αναλογία σταματάει εκεί. Ο λόγος του Ντεμπόρ ξεκινάει εκεί ακριβώς όπου η σάτιρα μένει άφωνη. Η αρχαία οικία της γλώσσας (καθώς και η λογοτεχνική παράδοση στην οποία βασίζεται η σάτιρα) έχει πια πλαστογραφηθεί και χειραγωγηθεί ολοκληρωτικά. Ο Κράους αντιδρά σε αυτή τη συνθήκη μετατρέποντας τη γλώσσα σε τόπο Γενικής Κρίσης. Αντίθετα, ο Ντεμπόρ αρχίζει να μιλάει όταν η Γενική Κρίση έχει ήδη εξαχθεί και αφού το αληθινό έχει αναγνωριστεί εντός της μονάχα ως μια στιγμή του ψεύτικου. Η Γενική Κρίση στη γλώσσα και η Βαλπούργεια Νύχτα στο θέαμα συμπίπτουν απόλυτα. Αυτή η παράδοξη σύμπτωση είναι ο τόπος απ’ όπου αντηχεί διαρκώς η φωνή του αφηγητή.

Κατάσταση

Τι είναι μια κατασκευασμένη κατάσταση; Ένας ορισμός που περιέχεται στο πρώτο τεύχος της Καταστασιακής Διεθνούς δηλώνει ότι είναι μια στιγμή στη ζωή, συγκεκριμένα και συνειδητά κατασκευασμένη μέσω της συλλογικής οργάνωσης ενός ενοποιημένου περιβάλλοντος και μέσω ενός παιχνιδιού γεγονότων. Ωστόσο, θα ήταν παραπλανητικό να σκεφτεί κανείς την κατάσταση ως μια προνομιούχα ή εξαιρετική στιγμή με την έννοια του αισθητισμού. Η κατάσταση δεν είναι το γίγνεσθαι-τέχνη της ζωής ούτε το γίγνεσθαι-ζωή της τέχνης. Μπορούμε να κατανοήσουμε την αληθινή της φύση μόνο αν την τοποθετήσουμε ιστορικά στην κατάλληλη θέση: δηλαδή, μετά το τέλος και την αυτοκαταστροφή της τέχνης και μετά το πέρασμα της ζωής από τη δοκιμασία του μηδενισμού. Το “Βορειοδυτικό πέρασμα της γεωγραφίας της αληθινής ζωής” είναι ένα σημείο αδιαφορίας ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, όπου και οι δύο υφίστανται ταυτόχρονα μια αποφασιστική μεταμόρφωση. Αυτό το σημείο αδιαφορίας συνιστά μια πολιτική που είναι επιτέλους επαρκής για τα καθήκοντά της. Οι Καταστασιακοί εναντιώνονται στον καπιταλισμό – που “συγκεκριμένα και συνειδητά” οργανώνει το περιβάλλον και τα γεγονότα κατά τρόπο ώστε να αποδυναμώσει τη ζωή – με ένα συγκεκριμένο αλλά αντίθετο σχέδιο. Η ουτοπία τους είναι απόλυτα εντοπισμένη διότι τοποθετείται στη θέση εκείνου που θέλει να ανατρέψει. Τίποτα, ίσως, δε θα μπορούσε να δώσει μια καλύτερη ιδέα της κατασκευασμένης κατάστασης από τη γυμνή σκηνογραφία όπου ο Νίτσε, στη Χαρούμενη Επιστήμη, αναπτύσσει το κρίσιμο πείραμα (experimentumcrucis) της σκέψης του. Μια κατασκευασμένη κατάσταση είναι το δωμάτιο με την αράχνη και το φεγγαρόφωτο ανάμεσα στα κλαδιά ακριβώς τη στιγμή όπου – ως απάντηση στην ερώτηση του δαίμονα: “Το επιθυμείς αυτό άλλη μια φορά και αναρίθμητες φορές ξανά;” – λέγεται: “Ναι, το επιθυμώ.” Το αποφασιστικό στοιχείο εδώ είναι η μεσσιανική μετατόπιση που μεταβάλλει ολοκληρωτικά τον κόσμο ενώ ταυτόχρονα τον αφήνει σχεδόν ανέπαφο. Στην πραγματικότητα, όλα εδώ παρέμειναν ίδια αλλά έχασαν την ταυτότητά τους.

Στην κομέντια ντελ άρτε υπήρχε ένα πλαίσιο οδηγιών για τους ηθοποιούς ώστε να δημιουργούν καταστάσεις όπου μια ανθρώπινη χειρονομία, αποσπασμένη από τη δύναμη του μύθου και του πεπρωμένου, να μπορεί τελικά να πραγματοποιηθεί. Είναι αδύνατο να γίνει κατανοητή η κωμική μάσκα αν ερμηνευθεί απλώς ως ένας απροσδιόριστος ή αποδυναμωμένος χαρακτήρας. Ο Αρλεκίνος και ο Γιατρός δεν είναι χαρακτήρες με τον ίδιο τρόπο που είναι ο Άμλετ και ο Οιδίπους: οι μάσκες δεν είναι χαρακτήρες αλλά μάλλον χειρονομίες που νοούνται ως τύπος, είναι αστερισμοί χειρονομιών. Σε αυτή την κατάσταση, η καταστροφή της ταυτότητας του ρόλου συμβαδίζει με την καταστροφή της ταυτότητας του ηθοποιού. Αυτή ακριβώς η σχέση ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή του, ανάμεσα στη δύναμη και την πράξη τίθεται ξανά υπό αμφισβήτηση εδώ. Αυτό συμβαίνει επειδή η μάσκα εισάγεται ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή του, δημιουργώντας ένα αξεδιάλυτο μίγμα δύναμης και πράξης. Και αυτό που συμβαίνει εδώ – τόσο πάνω στη σκηνή όσο και εντός της κατασκευασμένης κατάστασης – δεν είναι η ενεργοποίηση μιας δύναμης αλλά η απελευθέρωση μιας απώτερης δύναμης. Η χειρονομία ορίζει αυτή την τομή ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, ανάμεσα στην πράξη και τη δύναμη, ανάμεσα στο γενικό και το ειδικό, ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή. Είναι μια στιγμή ζωής αποσπασμένη από το πλαίσιο της ατομικής βιογραφίας καθώς επίσης και μια στιγμή τέχνης αποσπασμένη από την ουδετερότητα της αισθητικής: είναι η καθαρή πράξη (praxis). Η χειρονομία δεν είναι αξία χρήσης ούτε ανταλλακτική αξία, δεν είναι βιογραφική εμπειρία ούτε απρόσωπο γεγονός: είναι η άλλη πλευρά του εμπορεύματος που αφήνει τους “κρυστάλλους αυτής της κοινής κοινωνικής ουσίας” να βυθιστούν μέσα στην κατάσταση.

Άουσβιτς/Τιμισοάρα

Ίσως η πιο ανησυχητική πλευρά των βιβλίων του Ντεμπόρ είναι το γεγονός ότι η ιστορία μοιάζει να έχει δεσμευτεί στην αδιάκοπη επιβεβαίωση των αναλύσεών τους. Είκοσι χρόνια μετά την Κοινωνία του Θεάματος, τα Σχόλια (1988) κατέγραψαν την ακρίβεια της διάγνωσης και των προβλέψεων του προηγούμενου βιβλίου από κάθε άποψη. Στο μεταξύ, η πορεία της ιστορίας επιταχύνθηκε με ενιαίο τρόπο προς την ίδια κατεύθυνση: μόλις δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση αυτού του βιβλίου, θα λέγαμε ότι η παγκόσμια πολιτική δεν είναι παρά μια βιαστική και παρωδιακή σκηνοθεσία του σεναρίου που περιέχεται σε αυτό το βιβλίο. Η ουσιαστική ενοποίηση του συγκεντρωμένου θεαματικού (των Ανατολικών λαϊκών δημοκρατιών) και του διάχυτου θεαματικού (των Δυτικών δημοκρατιών) σε ένα ενσωματωμένο θεαματικό αποτελεί πλέον μια κοινοτοπία. Αυτή η ενοποίηση – που αποτελούσε μια από τις κεντρικές θέσεις των Σχολίων –  φάνταζε παράδοξη σε πολλούς ανθρώπους την εποχή που δημοσιεύτηκε το βιβλίο. Τα αμετακίνητα τείχη και τα σιδηρούντα παραπετάσματα που χώριζαν τους δύο κόσμους σαρώθηκαν μέσα σε λίγες μέρες. Οι Ανατολικές κυβερνήσεις επέτρεψαν την πτώση του Λενινιστικού κόμματος ώστε να πραγματωθεί πλήρως το ενσωματωμένο θεαματικό στις χώρες τους. Με τον ίδιο τρόπο, η Δύση είχε ήδη αποκηρύξει λίγο νωρίτερα την ισορροπία δυνάμεων όπως και την πραγματική ελευθερία της σκέψης και της επικοινωνίας στο όνομα της εκλογικής πλειοψηφικής μηχανής και του μιντιακού ελέγχου της κοινής γνώμης –που αναπτύχθηκαν αμφότερα εντός των ολοκληρωτικών σύγχρονων κρατών.

Η πόλη Τιμισοάρα της Ρουμανίας αντιπροσωπεύει το ακραίο σημείο αυτής της διαδικασίας και το όνομά της αξίζει να δοθεί στη νέα εξέλιξη της παγκόσμιας πολιτικής. Εκεί, η μυστική αστυνομία συνωμότησε ενάντια στον εαυτό της για να ανατρέψει το παλιό καθεστώς του συγκεντρωμένου θεαματικού ενώ η τηλεόραση έδειχνε απροκάλυπτα και χωρίς ψεύτικη μετριοφροσύνη την πραγματική πολιτική λειτουργία των μίντια. Η τηλεόραση και η μυστική αστυνομία κατάφεραν κάτι που ο Ναζισμός δεν είχε τολμήσει καν να φανταστεί: να συνδυάσει το Άουσβιτς και τη φωτιά στο Ράιχσταγκ σε ένα τερατώδες γεγονός. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, πτώματα που είχαν μόλις ταφεί ή παραταχθεί στα τραπέζια του νεκροτομείου εκτάφηκαν βιαστικά και βασανίστηκαν με σκοπό να προσομοιώσουν, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, τη γενοκτονία που νομιμοποιούσε το νέο καθεστώς. Αυτό που παρακολουθούσε ολόκληρος ο κόσμος ζωντανά στην τηλεόραση, πιστεύοντας ότι είναι αληθινό, ήταν στην πραγματικότητα η απόλυτη αναλήθεια. Και, μολονότι η παραποίηση ήταν αρκετά προφανής κάποιες στιγμές, νομιμοποιήθηκε ως αλήθεια από το παγκόσμιο μιντιακό σύστημα ώστε να γίνει ξεκάθαρο ότι το αληθινό δεν ήταν πια παρά μια στιγμή μέσα στην αναπόδραστη κίνηση του ψεύτικου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλήθεια και το ψέμα έγιναν αξεδιάλυτα και το θέαμα νομιμοποιήθηκε αποκλειστικά διαμέσου του θεάματος.

Με αυτή την έννοια, η Τιμισοάρα είναι το Άουσβιτς της εποχής του θεάματος: και με τον ίδιο τρόπο που έχει ειπωθεί ότι μετά το Άουσβιτς είναι αδύνατο να γράψει κανείς και να σκεφτεί όπως πριν, μετά την Τιμισοάρα δε θα είναι πια δυνατό να παρακολουθήσει κανείς τηλεόραση όπως πριν.

Σεκινάχ

Με ποιον τρόπο μπορεί η σκέψη να συλλέξει την κληρονομιά του Ντεμπόρ σήμερα, την εποχή του απόλυτου θριάμβου του θεάματος; Εν τέλει, είναι προφανές ότι το θέαμα είναι η γλώσσα, η επικοινωνιακότητα και το γλωσσικό είναι των ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι μια ολοκληρωμένη Μαρξιανή ανάλυση πρέπει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο καπιταλισμός (ή οποιαδήποτε ονομασία θα θέλαμε να δώσουμε στη διαδικασία που κυριαρχεί σήμερα στην παγκόσμια ιστορία) δεν αποσκοπούσε μονάχα στην απαλλοτρίωση της παραγωγικής δραστηριότητας αλλά επίσης – και πάνω απ’ όλα – στην απαλλοτρίωση της ίδιας της γλώσσας, της γλωσσικής και επικοινωνιακής φύσης των ανθρώπων, του λόγου (logos) που ο Ηράκλειτος ταυτίζει με το Κοινό. Η ακραία μορφή απαλλοτρίωσης του Κοινού είναι το θέαμα, δηλαδή η πολιτική στην οποία ζούμε. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι εκείνο που αντιμετωπίζουμε στο θέαμα είναι η ίδια η αντιστραμμένη γλωσσική μας φύση. Για το λόγο αυτό (επειδή ακριβώς εκείνο που απαλλοτριώνεται είναι η ίδια η δυνατότητα ενός κοινού αγαθού) η βία του θεάματος είναι τόσο καταστροφική. Αλλά, για τον ίδιο λόγο, το θέαμα εμπεριέχει ακόμα κάτι σαν θετική δυνατότητα – και το δικό μας καθήκον είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτήν τη δυνατότητα εναντίον του.

Αυτή η συνθήκη μοιάζει με την αμαρτία που οι καμπαλιστές αποκαλούν “απομόνωση του Σεκινάχ” και την αποδίδουν στον Άχερ – έναν από τους τέσσερις ραββίνους που, σύμφωνα με ένα διάσημο Haggadah του Ταλμούδ, εισήλθαν στο δεντρόκηπο [Pardes] (δηλαδή στην ύψιστη γνώση). Η ιστορία λέει ότι «τέσσερις ραββίνοι εισήλθαν στον Παράδεισο: ο Μπεν Αζάι, ο Μπεν Ζομά, ο Άχερ και ο Ραμπί Ακίβα… Ο Μπεν Αζάι έριξε μια ματιά και πέθανε… ο Μπεν Ζομά κοίταξε και τρελάθηκε… Ο Άχερ έκοψε τα κλαδιά. Ο Ραμπί Ακίβα εξήλθε σώος και αβλαβής».

Το Σεκινάχ είναι το τελευταίο από τα δέκα Σεφιρότ ή ιδιότητες της θεότητας, εκείνη που εκφράζει την ίδια τη θεία παρουσία, την εκδήλωση ή την κατοικία της στη Γη: τη “λέξη” της. Το “κόψιμο των κλαδιών” από τον Άχερ ταυτίζεται από τους καμπαλιστές με την αμαρτία του Αδάμ που, αντί να αναλογιστεί τα Σεφιρότ στο σύνολό τους, προτίμησε να αναλογιστεί μόνο το τελευταίο απομονώνοντάς το από τα υπόλοιπα – διαχωρίζοντας έτσι το δέντρο της επιστήμης από το δέντρο της ζωής. Όπως και ο Αδάμ, ο Άχερ αντιπροσωπεύει την ανθρωπότητα διότι – θεωρώντας τη γνώση ως δικό του προορισμό και δική του ιδιαίτερη δύναμη – απομονώνει τη γνώση και τη λέξη, που αποτελούν την πληρέστερη μορφή εμφάνισης του Θεού (το Σεκινάχ), από τα υπόλοιπα Σεφιρότ μέσω των οποίων αποκαλύπτεται ο Θεός. Ο κίνδυνος εδώ είναι ότι η λέξη – δηλαδή η μη-αφάνεια και η αποκάλυψη κάποιου πράγματος – μπορεί να διαχωριστεί από αυτό που αποκαλύπτει και να αποκτήσει τελικά αυτόνομη συνοχή. Το αποκαλυπτόμενο και εμφανιζόμενο είναι (επομένως, αυτό που είναι κοινό και μπορεί να μοιραστεί) διαχωρίζεται από το αντικείμενο που αποκαλύπτεται και τοποθετείται ανάμεσα σε αυτό και τους ανθρώπους. Σε αυτή την κατάσταση εξορίας, το Σεκινάχ χάνει τη θετική του δύναμη και γίνεται επιβλαβές (οι καμπαλιστές λένε ότι “ρουφάει το γάλα του κακού”.)

Επομένως, η απομόνωση του Σεκινάχ εκφράζει τη συνθήκη της εποχής μας. Ενώ υπό το παλιό καθεστώς η αποξένωση της επικοινωνιακής ουσίας των ανθρώπων υποστασιοποιούταν ως προϋπόθεση που χρησίμευε ως κοινό θεμέλιο, στην κοινωνία του θεάματος η ίδια η επικοινωνιακότητα, η ίδια η γενική ουσία (δηλαδή η γλώσσα ως ουσία του ανθρώπινου είδους [Gattungswesen]) διαχωρίζεται σε μια αυτόνομη σφαίρα. Αυτό που εμποδίζει την επικοινωνία είναι η ίδια η επικοινωνησιμότητα. Οι άνθρωποι παραμένουν διαχωρισμένοι εξαιτίας αυτού που τους ενώνει. Οι δημοσιογράφοι και το μιντιακό κατεστημένο (όπως και οι ψυχαναλυτές στην ιδιωτική σφαίρα) αποτελούν το νέο ιερατείο αυτής της αλλοτρίωσης της γλωσσικής φύσης των ανθρώπων.

Στην πραγματικότητα, η απομόνωση του Σεκινάχ στην κοινωνία του θεάματος φτάνει στην τελική της φάση όπου η γλώσσα δεν αποτελεί απλώς μια αυτόνομη σφαίρα αλλά, επιπλέον, δεν αποκαλύπτει πια τίποτα – ή, μάλλον, αποκαλύπτει τη μηδαμινότητα όλων των πραγμάτων. Στη γλώσσα δεν υπάρχει τίποτα από το Θεό, από τον κόσμο ή από αυτό που αποκαλύφθηκε: σε αυτή την ακραία μηδενιστική αποκάλυψη, η γλώσσα (η γλωσσική φύση των ανθρώπων) παραμένει εκ νέου κρυμμένη και διαχωρισμένη. Η γλώσσα αποκτά έτσι, για τελευταία φορά, την άρρητη δύναμη να επιβεβαιώσει για λογαριασμό της μια ιστορική εποχή και ένα κράτος: την εποχή του θεάματος ή το κράτος του απολύτως πραγματωμένου μηδενισμού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σημερινή εξουσία, η οποία θεμελιώνεται σε μια προϋποτιθέμενη βάση, παραπαίει σε ολόκληρο τον πλανήτη: τα βασίλεια της Γης κατευθύνονται, το ένα μετά το άλλο, προς το θεαματικό-δημοκρατικό καθεστώς που συνιστά την ολοκλήρωση της μορφής-κράτους. Πέρα από τις οικονομικές αναγκαιότητες και την τεχνολογική ανάπτυξη, αυτό που οδηγεί τα έθνη της Γης σε μια μοναδική κοινή μοίρα είναι η αλλοτρίωση του γλωσσικού είναι, το ξερίζωμα όλων των λαών από τη ζωτική κατοικία τους στη γλώσσα. Αλλά ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, η εποχή στην οποία ζούμε είναι επίσης για πρώτη φορά εκείνη όπου καθίσταται δυνατό για τους ανθρώπους να βιώσουν τη γλωσσική τους ουσία – δηλαδή να βιώσουν όχι κάποιο συγκεκριμένο γλωσσικό περιεχόμενο ή κάποια αληθινή πρόταση αλλά την ίδια τη γλώσσα και το ίδιο το γεγονός της ομιλίας. Η σημερινή πολιτική είναι ακριβώς εκείνο το καταστροφικό πείραμα της γλώσσας (experimentum linguae) που εξαρθρώνει και εκκενώνει, σε ολόκληρο τον πλανήτη, παραδόσεις και πεποιθήσεις, ιδεολογίες και θρησκείες, ταυτότητες και κοινότητες.

Μόνο αυτοί που θα καταφέρουν να το φέρουν σε πέρας – χωρίς να επιτρέπουν σε αυτό που αποκαλύπτει να καλυφθεί με τη μηδαμινότητα που αποκαλύπτει – θα γίνουν οι πρώτοι πολίτες μιας κοινότητας χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς κράτος. Σε αυτήν την κοινότητα, η μηδενιστική και αποφασιστική ισχύς αυτού που είναι κοινό θα κατευναστεί και το Σεκινάχ δε θα ρουφάει πια το κακό γάλα του δικού του διαχωρισμού. Όπως ο Ραμπί Ακίβα στο Haggadah του Ταλμούδ, οι πολίτες αυτής της κοινότητας θα εισέλθουν στον παράδεισο της γλώσσας και θα εξέλθουν σώοι και αβλαβείς.

Τιανανμέν

Πώς εμφανίζεται το σενάριο που θέτει ενώπιόν μας η παγκόσμια πολιτική υπό το φως των Σχολίων; Το κράτος του ενσωματωμένου θεαματικού (ή θεαματικό-δημοκρατικό κράτος) είναι το τελικό στάδιο στην εξέλιξη της μορφής-κράτους – το καταστροφικό στάδιο προς το οποίο σπεύδουν όλες οι μοναρχίες και οι ρεπούμπλικες, οι τυραννίες και οι δημοκρατίες, τα ρατσιστικά και τα προοδευτικά καθεστώτα. Μολονότι φαίνεται ότι επαναφέρει στη ζωή τις εθνικές ταυτότητες, στην πραγματικότητα αυτή η παγκόσμια κίνηση εμπεριέχει μια τάση προς τη συγκρότηση ενός είδους υπερεθνικού αστυνομικού κράτους όπου οι κανόνες του διεθνούς δικαίου καταργούνται σιωπηρά ο ένας μετά τον άλλον. Εκτός από το γεγονός ότι επισήμως δεν έχει κηρυχθεί πόλεμος εδώ και πολλά χρόνια (επιβεβαιώνοντας την προφητεία του Καρλ Σμιτ ότι κάθε πόλεμος στην εποχή μας μετατρέπεται σε εμφύλιο πόλεμο), ακόμα και η άμεση εισβολή σε ένα κυρίαρχο κράτος μπορεί να παρουσιαστεί πλέον ως ενέργεια εσωτερικής δικαιοδοσίας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι μυστικές υπηρεσίες – που ανέκαθεν είχαν συνηθίσει να ενεργούν αγνοώντας τα σύνορα των κυρίαρχων εθνικών οντοτήτων – μετατρέπονται σε υπόδειγμα πραγματικής πολιτικής οργάνωσης και πραγματικής πολιτικής δράσης. Για πρώτη φορά στην ιστορία του αιώνα μας, οι δύο σημαντικότερες παγκόσμιες δυνάμεις έχουν ως επικεφαλής δύο ανθρώπους που προέρχονται άμεσα από τις μυστικές υπηρεσίες: τον Μπους (πρώην επικεφαλής της CIA) και τον Γκορμπατσώφ (άνθρωπο του Αντρόποφ). Και η ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια τους χαιρετίζεται, στη νέα πορεία του θεάματος, ως θρίαμβος της δημοκρατίας. Παρά τα φαινόμενα, η αναδυόμενη θεαματική-δημοκρατική παγκόσμια οργάνωση κινδυνεύει να γίνει η χειρότερη τυραννία που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, ενάντια στην οποία η αντίσταση και η ανυπακοή θα γίνονται συνεχώς δυσκολότερες – καθώς, επιπλέον, γίνεται ολοένα πιο ξεκάθαρο ότι μια τέτοια οργάνωση θα αναλάβει το καθήκον να διαχειριστεί την επιβίωση της ανθρωπότητας σε έναν μη-κατοικήσιμο κόσμο. Ωστόσο, κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα πετύχει πραγματικά η προσπάθεια του θεάματος να διατηρήσει τον έλεγχο της διαδικασίας στης οποίας την κίνηση συνέβαλε αρχικά.

Εν τέλει, το κράτος του θεάματος (όπως έχει δείξει ο Μπαντιού ότι συμβαίνει με κάθε κράτος) εξακολουθεί να είναι ένα κράτος που δε βασίζεται στους κοινωνικούς δεσμούς – τους οποίους υποτίθεται ότι εκφράζει – αλλά μάλλον στη διάλυσή τους, την οποία απαγορεύει. Σε τελική ανάλυση, το κράτος μπορεί να αναγνωρίσει οποιαδήποτε αξίωση ταυτότητας – ακόμα και την αξίωση μιας κρατικής ταυτότητας στο εσωτερικό του (στην εποχή μας, η ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στο κράτος και την τρομοκρατία αποτελεί μια εύγλωττη επιβεβαίωση αυτού του γεγονότος). Αλλά αυτό που δεν μπορεί να ανεχτεί με κανέναν τρόπο το κράτος είναι η ύπαρξη μοναδικοτήτων που δημιουργούν μια κοινότητα χωρίς να διεκδικούν μια ταυτότητα, είναι η συνύπαρξη των ανθρώπων χωρίς μια αντιπροσωπεύσιμη κατάσταση του ανήκειν (όπως το να είναι κάποιος Ιταλός, μέλος της εργατικής τάξης, Καθολικός, τρομοκράτης κ.λπ.). Κι όμως, καθώς το κράτος του θεάματος εκκενώνει και ακυρώνει κάθε πραγματική ταυτότητα και υποκαθιστά το λαό και τη γενική βούληση με το δημόσιο και την κοινή γνώμη, είναι ακριβώς αυτό που παράγει μαζικά από το εσωτερικό του μοναδικότητες που δε χαρακτηρίζονται πλέον από οποιαδήποτε κοινωνική ταυτότητα ή οποιαδήποτε πραγματική κατάσταση του ανήκειν: μοναδικότητες που είναι πραγματικά οποιεσδήποτε μοναδικότητες. Είναι σαφές ότι η κοινωνία του θεάματος είναι επίσης εκείνη όπου όλες οι κοινωνικές ταυτότητες έχουν διαλυθεί και καθετί που αντιπροσώπευε επί αιώνες το μεγαλείο και την αθλιότητα των γενεών που διαδέχονταν η μία την άλλη πάνω στη Γη έχει απολέσει πλέον όλη τη σημασία του. Οι διάφορες ταυτότητες που σημάδεψαν την τραγικωμωδία της παγκόσμιας ιστορίας εκτίθενται και συγκεντρώνονται με μια φαντασμαγορική κενότητα στην παγκόσμια μικρο-μπουρζουαζία , η οποία συνιστά τη μορφή με την οποία το θέαμα πραγμάτωσε παρωδιακά το Μαρξιανό σχέδιο της αταξικής κοινωνίας.

Για το λόγο αυτό – ρισκάροντας εδώ μια προφητεία – η επερχόμενη πολιτική δε θα είναι πια ένας αγώνας για την κατάκτηση ή τον έλεγχο του κράτους εκ μέρους νέων ή παλιών κοινωνικών υποκειμένων αλλά μάλλον ένας αγώνας ανάμεσα στο κράτος και το μη-κράτος (την ανθρωπότητα), δηλαδή ένας ανεπίλυτος διχασμός ανάμεσα στις οποιεσδήποτε μοναδικότητες και την κρατική οργάνωση.

Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις απλές διεκδικήσεις της κοινωνίας απέναντι στο κράτος, οι οποίες αποτελούσαν επί μακρόν το κοινό μέλημα όλων των κινημάτων διαμαρτυρίας της εποχής μας. Οι οποιεσδήποτε μοναδικότητες δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια ένωση (societas) εντός της κοινωνίας του θεάματος διότι δεν έχουν καμία ταυτότητα για να την υπερασπιστούν και κανέναν κοινωνικό δεσμό μέσω του οποίου θα επιδιώξουν την αναγνώριση. Επομένως, ο αγώνας ενάντια στο κράτος γίνεται πιο αδιάλλακτος καθώς αυτό το κράτος ακυρώνει όλα τα πραγματικά περιεχόμενα αλλά ταυτόχρονα –παραβλέποντας όλες τις κενές διακηρύξεις για την ιερότητα της ζωής και τα ανθρώπινα δικαιώματα – διακηρύττει επίσης ότι κάθε οντότητα από την οποία απουσιάζει μια αντιπροσωπεύσιμη ταυτότητα είναι απλώς ανύπαρκτη.

Αυτό είναι το μάθημα που θα μπορούσαμε να διδαχθούμε από την Τιανανμέν αν αποδιδόταν πραγματική προσοχή στα δεδομένα αυτού του γεγονότος. Στην πραγματικότητα, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των διαδηλώσεων του Κινέζικου Μάη ήταν η σχετική απουσία συγκεκριμένων περιεχομένων στα αιτήματά τους (οι έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας είναι υπερβολικά γενικές για να αποτελέσουν έναν πραγματικό στόχο του αγώνα και το μοναδικό συγκεκριμένο αίτημα, η αποκατάσταση του Χου Γιάο Μπανγκ, ικανοποιήθηκε αμέσως.) Για το λόγο αυτό, η βία της κρατικής αντίδρασης μοιάζει ακόμα πιο ανεξήγητη.  Είναι πιθανό, ωστόσο, ότι αυτή η δυσαναλογία ήταν μονάχα φαινομενική και ότι οι Κινέζοι ηγέτες ενήργησαν, από τη δική τους πλευρά, με απόλυτη διαύγεια. Στην Τιανανμέν, το κράτος βρέθηκε αντιμέτωπο με κάτι που δεν μπορούσε και δεν ήθελε να αντιπροσωπευθεί αλλά, παρόλα αυτά, παρουσιάστηκε ως κοινότητα και ως κοινή ζωή (και αυτό ισχύει είτε είχαν πραγματική επίγνωση αυτού του γεγονότος όσοι βρίσκονταν σε εκείνη την πλατεία είτε όχι.) Η απειλή με την οποία δεν είναι διατεθειμένο να συμβιβαστεί το κράτος είναι ακριβώς το γεγονός ότι το μη-αντιπροσωπεύσιμο μπορεί να υπάρξει και να δημιουργήσει μια κοινότητα χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς συνθήκες του ανήκειν (όπως ακριβώς η ασυνεπής πολλαπλότητα του Κάντορ). Η οποιαδήποτε μοναδικότητα – αυτή η μοναδικότητα που θέλει να πάρει στην κατοχή της το ίδιο το γίγνεσθαι καθώς επίσης και το δικό της είναι-στη-γλώσσα και, επομένως, αρνείται κάθε ταυτότητα και κάθε συνθήκη του ανήκειν – είναι ο νέος, μη-υποκειμενικός και κοινωνικά ασυνεπής πρωταγωνιστής της επερχόμενης πολιτικής. Οπουδήποτε αυτές οι μοναδικότητες εκδηλώσουν το δικό τους είναι-από-κοινού, εκεί θα υπάρξει μια νέα Τιανανμέν και, αργά ή γρήγορα, τα τανκς θα κάνουν ξανά την εμφάνισή τους.

 

Παράρτημα

Γκυ Ντεμπόρ: Γράμματα στον Τζιόρτζιο Αγκάμπεν

 (1989-1990)

Champot, 24 Αυγούστου 1989

Αγαπητέ Κύριε,

Ευχαριστώ για τα αποκόμματα του Τύπου που μου στείλατε. Χαίρομαι που μαθαίνω ότι, παρά την ύπαρξη κάποιων αρκετά σοβαρών εμποδίων, η Ιταλία είναι καλύτερα ενημερωμένη από τη Γαλλία και πολλές άλλες χώρες που βρίσκονται ακόμα στην εποχή των “Νασιστικών”-μουσειογραφικών πλαστογραφήσεων, οι οποίες εγκαινιάζονται γελοιωδώς από το καταγέλαστο “Κέντρο Πομπιντού”.

Και χαίρομαι ακόμα περισσότερο διότι κι εγώ ο ίδιος είχα τη δυνατότητα να μάθω πολλά στην Ιταλία.

Σας στέλνω ένα πολύ πρόσφατο βιβλίο για να συμπληρώσετε την ευφυή τεκμηρίωσή σας.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.  

 

24 Γενάρη 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο Αγκάμπεν,

Συμφωνώ με την ιδέα της έκδοσης των δύο βιβλίων σε έναν ενιαίο τόμο, υπό την προϋπόθεση ότι η σειρά τους θα είναι η εξής: Σχόλια…(1988), ακολουθούμενα από την Κοινωνία του Θεάματος (1967), και ότι το πρώτο βιβλίο θα τυπωθεί με ελαφρώς μεγαλύτερα τυπογραφικά στοιχεία.

Ο πρόλογός σου θα είναι πολύ χρήσιμος, τουλάχιστον για την εξήγηση του φαινομενικού παραδόξου· και για πολλά άλλα σημεία, δεν έχω καμία αμφιβολία.

Αφού θα είσαι στο Παρίσι το Φεβρουάριο, προτείνω να συναντηθούμε τη Δευτέρα 12 του μήνα στις 5 μμ. στο μπαρ του Λουτέτια που βρίσκεται στο τέρμα του διαδρόμου του ξενοδοχείου.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.

16 Φλεβάρη 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο,

Σου στέλνω ένα αντίγραφο του Ιταλικού προλόγου μου από το 1979. Έχω σημειώσει τα αποσπάσματα που, κατά τη γνώμη μου, εκφράζουν καλύτερα το νόημα του βιβλίου. Και τη συνέπειά μου, την οποία πολλοί θα μπορούσαν πραγματικά να αποκαλέσουν κυνισμό. Αυτό εξαρτάται από τις αξίες που αποδέχονται και από το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν. Αν, παρεμπιπτόντως, ανακαλέσεις αυτόν τον πρόλογο στον δικό σου πρόλογο, θα αντισταθμίσεις επαρκώς την απουσία του από τη συγκεκριμένη συλλογή των γραπτών μου για το θέαμα που, σε διαφορετική περίπτωση, θα κινδύνευαν να γίνουν αντιληπτά και να ερμηνευτούν με άσχημο τρόπο.

Γοητευτήκαμε από τη συνάντηση μαζί σου και προτείνω να δειπνήσουμε μαζί αμέσως μόλις επικοινωνήσεις μαζί μου, μετά την επιστροφή σου εδώ.

Φιλικά,

Γκυ.

 

6 Αυγούστου 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο,

Ανησύχησα λίγο όταν με ρώτησες πρόσφατα αν δε μου άρεσε το κείμενο που προσέθεσες στα Σχόλιά μου και θύμωσα πολύ επειδή δεν κατάφερα να σου απαντήσω. Θα είναι ασφαλώς δύσκολο να πιστέψεις ότι η SugarCo δε μου είχε στείλει ακόμα κανένα αντίγραφο του βιβλίου – που δημοσιεύτηκε το Μάρτη – ακόμα και μετά το αίτημα που υπέβαλε ο εκδότης μου στο Παρίσι. Πραγματικά, η αυθάδειά τους ήταν καταπληκτική.

Μόλις έλαβα ένα αντίγραφο χάρη σε έναν Ιταλό φίλο που θεώρησε χρήσιμο να μου το στείλει μαζί με την άλλη έκδοση (Agalev) της Μπολόνια.

Ασφαλώς γοητεύτηκα απολύτως διαβάζοντας τα Σχόλιά σου. Μίλησες πολύ ωραία, σε όλα σου τα κείμενα, για τόσους πολλούς συγγραφείς που επιλέχτηκαν με το καλύτερο γούστο (για το οποίο είμαι πολύ χαρούμενος, με εξαίρεση κάποιους ξένους συγγραφείς που δυστυχώς αγνοώ και τέσσερις ή πέντε σύγχρονους Γάλλους τους οποίους δε θέλω καν να διαβάσω). Είναι ασφαλώς τιμητικό για κάποιον να περιλαμβάνεται σε ένα τέτοιο Πάνθεον.

Χαίρομαι που επιδίωξα – το 1967 και σε απόλυτη αντίθεση με τη ζοφερή άρνηση του Αλτουσέρ – ένα είδος “διάσωσης μέσω της μεταφοράς” της Μαρξιστικής μεθόδου προσθέτοντας σε αυτή μια μεγάλη δόση από τον Χέγκελ και, ταυτόχρονα, επαναλαμβάνοντας μια κριτική της πολιτικής οικονομίας που ανακαλούσε στη φτωχή μας χώρα την εύλογη εξέλιξη της Μαρξιστικής μεθόδου, η οποία ήταν προβλέψιμη με βάση όσα είχαν προηγηθεί. Και θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο ανέτρεξες δικαιολογημένα στον Ηράκλειτο σε σχέση με την πλήρη απαλλοτρίωση της γλώσσας, η οποία αποτελούσε παλιότερα το “κοινό”! Αυτή είναι, αναμφίβολα, η σωστή κατεύθυνση για να αναληφθεί ξανά το πραγματικό έργο που κάποτε ονομαζόταν “να στηθεί ξανά ο κόσμος στα πόδια του” και “να φιλοσοφούμε με ένα σφυρί”.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.

 

 

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι
Αύγουστος 2014

Πηγή: athensindymedia

Neil Smith: Νέος Παγκοσμισμός, Νέα Πολεοδομία – Το gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων (β’ μέρος)

Αστικές Αναπλάσεις: Ο εξευγενισμός ως Παγκόσμια Στρατηγική των Πόλεων

Ας αλλάξω τώρα κλίμακα και ας εστιάσω στη διαδικασία του gentrification. Εάν μία διάσταση της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας του 21ου αιώνα είναι η ανισομερής ενσωμάτωση των αστικών πρακτικών στην Ασία και στη Λατινική Αμερική, ιδιαίτερα στο μέτωπο της νέας πολεοδομίας, μία δεύτερη διάσταση αφορά αυτό που ίσως θα μπορούσε να αποκαλεστεί η γενίκευση του gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων. Με μια πρώτη ματιά, αυτά σίγουρα μοιάζουν σαν τελείως διαφορετικά επιχειρήματα, με το ένα να αφορά την πολυτελή κατοίκηση στα κέντρα παγκόσμιας εξουσίας και το άλλο νέα μοντέλα πολεοδομίας που αναπτύσσονται στις περιφέρειες που ενσωματώνονται. Εκφράζουν σίγουρα αντιθετικές πρακτικές μίας νέα πολεοδομίας, αλλά αυτό είναι άλλωστε το νόημα. Η νεοφιλελεύθερη πολεοδομία περιλαμβάνει ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών, οικονομικών και γεωγραφικών μετατοπίσεων και το νόημα αυτών των αντιθετικών επιχειρημάτων είναι να διερευνήσουν την ποικιλία των πρακτικών της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας και το πώς συνδέονται αυτοί οι δύο αντιθετικοί κόσμοι.

Η οπτική των περισσότερων μελετητών για το gentrification παραμένει στενά δεμένη με τη διαδικασία που περιγράφηκε κατά τη δεκαετία του 1960 από την κοινωνιολόγο Ruth Glass. Να η θεμελιακή της δήλωση το 196417, που αποκάλυπτε το gentrification ως διακριτή διαδικασία:

Μία-μία, πολλές από της εργατικές γειτονιές του Λονδίνου κυριεύθηκαν από τις μεσαίες τάξεις -ανώτερες και κατώτερες. Χαμόσπιτα, στάβλοι και αγροικίες -δύο δωμάτια στον πάνω και δύο στον κάτω όροφο- καταλήφθηκαν όταν εξαντλήθηκαν οι εκμισθώσεις τους, και έγιναν κομψές, ακριβές κατοικίες. Τα μεγαλύτερα Βικτοριανά σπίτια, που είχαν υποβαθμιστεί σε μία προηγούμενη ή πιο πρόσφατη περίοδο -που χρησιμοποιούνταν σαν καταλύματα ή που ήταν αλλιώς υπό καθεστώς πολλαπλής ενοικίασης- αναβαθμίστηκαν για μια ακόμα φορά… Όταν αυτή η διαδικασία “gentrification” ξεκινά σε μια περιοχή, συνεχίζει ταχέως μέχρι όλοι ή οι περισσότεροι αρχικοί ένοικοι της εργατικής τάξης να μετατοπιστούν και να αλλάξει ο συνολικός κοινωνικός χαρακτήρας της περιοχής.

Σχεδόν ποιητικά, η Glass συνέλαβε την καινοτομία αυτής της νέας διαδικασίας όπου νέοι “ευγενείς” [“gentry”] των πόλεων, μετάλλασσαν τις γειτονίες της εργατικής τάξης. Εξετάστε τώρα μία επίκαιρη δήλωση, ξανά από το Λονδίνο, μετά από 35 χρόνια. Το παρακάτω είναι ένα απόκομμα από το διάταγμα για την “Αστική Αναγέννηση”18 του 1999, που εκδόθηκε από μία ειδική Αστική Ομάδα Δράσης που υπαγόταν στο Βρετανικό Τμήμα Περιβάλλοντος, Μεταφορών και Περιοχών [DETR]:

Η Αστική Ομάδα Δράσης θα ταυτοποιήσει τις αιτίες της αστικής παρακμής… και τις πρακτικές λύσεις ώστε να φέρει τους ανθρώπους πίσω στις πόλεις μας, τις κωμοπόλεις [towns] και τις γειτονιές των πόλεων. Θα ιδρύσει μία νέα οπτική για την αστική αναγέννηση… (Μέσα στα επόμενα 25 χρόνια) 60% των νέων κατοικιών θα πρέπει να κατασκευαστεί σε γη που έχει ήδη αναπτυχθεί… Έχουμε χάσει τον έλεγχο των κωμοπόλεων και των πόλεων μας, αφήνοντας τις να απαξιωθούν από τον κακό σχεδιασμό, την οικονομική διάχυση και την κοινωνική πόλωση. Οι απαρχές του 21ου αιώνα είναι μια στιγμή αλλαγής (προσφέροντας) την ευκαιρία για την αστική αναγέννηση.

Αυτή η γλώσσα της αστικής αναγέννησης δεν είναι, φυσικά, καινούργια, αλλά εδώ παίρνει πολύ μεγαλύτερη σημασία. Η κλίμακα των φιλοδοξιών για την αστική ανακατασκευή διευρύνθηκε δραματικά. Ενώ η κρατικά επιχορηγούμενη μεταπολεμική αστική ανανέωση στις δυτικές πόλεις αποσκοπούσε στην ενίσχυση ενός κατακερματισμένου gentrification μέσα από την ιδιωτική αγορά, το gentrification και η εντατική ιδιωτικοποίηση της γης και των αγορών ακινήτων στο εσωτερικό της πόλης από τη δεκαετία του 1980, έχουν δημιουργήσει, με τη σειρά τους, τη βάση πάνω στην οποία έγιναν πολύπλευρα και μεγάλης κλίμακας σχέδια αστικής αναγέννησης, ξεπερνώντας κατά πολύ αυτά της αστικής ανανέωσης της δεκαετίας του 1960. Η τρέχουσα γλώσσα της αστικής αναγέννησης, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά αποκαλύπτει, ανάμεσα στα άλλα, μία γενίκευση του gentrification στο αστικό τοπίο.

Εξετάστε μερικές βασικές διαφορές, όπως παρουσιάζονται μεταξύ της οπτικής της Glass και του DETR. Αν και για την Glass, το gentrification της δεκαετίας του 1960 ήταν μία περιθωριακή ιδιορρυθμία στην αγορά ακινήτων του Islington -ένα αλλόκοτο αστικό άθλημα των πιο hip επαγγελματικών τάξεων που δεν φοβόντουσαν να έρθουν πλάι πλάι με τις “άπλυτες” τάξεις- στα τέλη του 20ου αιώνα έγινε ένας κεντρικός στόχος για την Βρετανική πολιτική των πόλεων. Αν και τα βασικά δρώντα υποκείμενα στην ιστορία της Glass υποτίθεται ότι ήταν [ενδοαστικοί] μετανάστες της μεσαίας και της ανώτερης μεσαίας τάξης, τα δρώντα υποκείμενα της αστικής ανάπλασης 35 χρόνια μετά είναι κυβερνητικοί, επιχειρηματικοί ή επιχειρηματικές- κυβερνητικές συνεργασίες. Μια διαδικασία που ξεπρόβαλε στη μεταπολεμική αγορά ακινήτων φαινομενικά τυχαία και χωρίς σχεδιασμό, είναι τώρα μία φιλόδοξη και ενδελεχώς σχεδιασμένη γενικευμένη στρατηγική. Αυτό που ήταν απολύτως συμπτωματικό είναι ολοένα και πιο συστηματοποιημένο. Η διαδικασία του gen- trification εξελίχθηκε ταχύτατα σε κλίμακα και ποικιλία, σε σημείο όπου τα ταπεινά προγράμματα αστικής οικιστικής αποκατάστασης, τυπικά των δεκαετιών του 1960 και 1970, τώρα μοιάζουν αλλόκοτα, όχι μόνο στο αστικό τοπίο, αλλά και στη βιβλιογραφία της αστικής θεωρίας.

Πιο σημαντικό είναι ίσως, ότι μία κυρίως τοπική πραγματικότητα, που πρώτα αναγνωρίστηκε σε μερικές σημαντικές ανεπτυγμένες καπιταλιστικές πόλεις, όπως το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, το Παρίσι και το Σίδνεϊ, είναι πια κατ’ ουσίαν παγκόσμια. Η εξέλιξη της ήταν ταυτόχρονα κατά μήκος και κατά πλάτος. Αφενός, το gentri- fication σαν διαδικασία εισέβαλε ταχύτατα στην αστική ιεραρχία· είναι εμφανής όχι μόνο στις μεγαλύτερες πόλεις, αλλά και σε πιο ασυνήθιστα κέντρα όπως σε πρωθύστερες βιομηχανικές πόλεις, σαν το Cleveland ή τη Glasgow, μικρότερες πόλεις όπως το Malmö ή η Grenada, και ακόμα πιο μικρές εμπορικές πόλεις, όπως το Lancaster, η Pennsylvania ή το Ceské Krumlov στη Δημοκρατία της Τσεχίας. Ενώ την ίδια στιγμή, η διαδικασία διαχύθηκε και γεωγραφικά, με αναφορές gen- trification από το Τόκιο ως την Τενερίφη19, από το São Paulo ως την Puebla και το Μεξικό20, από το Cape Town21 ως την Καραϊβικ22 και από τη Σανγκάη ως τη Σεούλ. Με μια δόση ειρωνείας, ακόμα και το Hobart, η πρωτεύουσα της Γης του Van Di- emen’s (Τασμανία), υφίσταται σήμερα gentrification, εκεί όπου εξορίστηκαν τον 19ο αιώνα Βρετανοί αγρότες που είχαν γίνει λαθροθήρες και αντάρτες και όπου οι ντόπιοι, ακολούθως, εξολοθρεύτηκαν.

Φυσικά, αυτές οι πρακτικές gentrification ποικίλουν σε μεγάλο βαθμό και είναι άνισα κατανεμημένες, αλλά και πολύ πιο σύνθετες από ότι ήταν στα πρώτα ευρωπαϊκά ή βορειοαμερικανικά παραδείγματα gentrification. Πηγάζουν από αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους τοπικές οικονομίες και διαφορετικά πολιτισμικά σύνολα και συνδέονται με πολλούς και περίπλοκους τρόπους με ευρύτερες εθνικές και παγκόσμιες πολιτικές οικονομίες. Εδώ, το βασικότερο νόημα είναι αφενός η ταχύτητα της εξέλιξης μιας αρχικά περιθωριακής αστικής διαδικασίας που αρχικά ταυτοποιήθηκε στη δεκαετία του 1960 και αφετέρου, ο συνεχιζόμενος μετασχηματισμός της σε μία σημαντική διάσταση της σύγχρονης πολεοδομίας. Είτε στην αλλόκοτη μορφή της, που αντιπροσωπεύεται από τους αχυρώνες της Glass, είτε στην κοινωνικά οργανωμένη μορφή του 21ου αιώνα, το gentrifica- tion προμηνύει έναν εκτοπισμό των κατοίκων της εργατικής τάξης από τα αστικά κέντρα. Μάλιστα, η ταξική φύση της διαδικασίας, που είναι ολοφάνερη στην εκδοχή της Glass για το gentrification, είναι επιμελώς κρυμμένη στη μακρηγορία της κυβέρνησης του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος. Αυτή η συμπτωματική σιωπή λέει τόσα πολλά για τη μεταβαλλόμενη κοινωνική και πολιτιστική γεωγραφία της πόλης, παράλληλη με μια μεταβαλλόμενη οικονομική γεωγραφία, όσα λένε και οι πιο ορατές και φλύαρες εκδηλώσεις της.

Στο πλαίσιο της Βορείου Αμερικής και της Ευρώπης, μπορούμε να διακρίνουμε τρία κύματα gentrification23. Το πρώτο κύμα, που ξεκινά τη δεκαετία του 1950, μπορεί να γίνει αντιληπτό ως σποραδικό gentrification, κάπως όπως το παρατήρησε η Glass. Ένα δεύτερο κύμα ακολούθησε στη δεκαετία του 1970 και του 1980, όπου το gentrification συσχετίστηκε με ευρύτερες διαδικασίες αστικής και οικονομικής αναδόμησης. Ο Hackworth την αναφέρει ως “φάση αγκύρωσης” του gentrification. Ένα τρίτο κύμα αναδύεται τη δεκαετία του 1990· αυτό μπορούμε να το συλλογιστούμε ως τη γενίκευση του gentrification. Φυσικά, αυτή η εξέλιξη του gentrification συνέβη με αρκετά διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές πόλεις και γειτονιές και ακολουθώντας διαφορετικούς χρονικούς ρυθμούς. Στην Πόλη του Μεξικού, για παράδειγμα, η διαδικασία δεν είναι σε καμία περιοχή τόσο κεφαλαιοποιημένη ή διαδεδομένη όσο είναι στη Νέα Υόρκη, παραμένοντας περιορισμένη στην κεντρική περιοχή της πόλης και το Coyoacán, με αποτέλεσμα ο διαχωρισμός των τριών διακριτών κυμάτων gentrification να βρίσκει ελάχιστη εμπειρική επαλήθευση. Στη Seoul ή στο São Paulo η διαδικασία είναι γεωγραφικά περιορισμένη και σε βρεφική ηλικία. Στην Καραϊβική, οι αυξανόμενες διασυνδέσεις ανάμεσα στο gentrification και στο παγκόσμιο κεφάλαιο εν γένει, φιλτράρονται από την τουριστική βιομηχανία, αποδίδοντάς της το ιδιαίτερο ξεχωριστό τους τόνο. Με την ίδια λογική, ο σταδιακός μετασχηματισμός των παλιών αποβάθρων και των αποθηκών στο Λονδίνο, στις όχθες του Τάμεση, καταδεικνύει ότι το gentrification εδώ είναι πολύ πιο πολυέξοδο από ότι στις περισσότερες βορειοαμερικανικές πόλεις. Καθώς το gentrification είναι έκφραση ευρύτερων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών σχέσεων, σε κάθε πόλη θα εκφράσει τις ιδιαιτερότητες του τόπου κατά την κατασκευή του αστικού του χώρου.

Αν και σε διαφορετικούς βαθμούς, το gentrification κατά τη δεκαετία του 1990 εξελίχθηκε σε μία κρίσιμη αστική στρατηγική των δημοτικών αρχών όλου του κόσμου σε συνεργασία με το ιδιωτικό κεφάλαιο. Η φιλελεύθερη πολιτική του αστικού χώρου, η οποία σε κάποιες περιοχές της Ευρώπης ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα και στη Βόρεια Αμερική στη μετάβαση από την Προοδευτική Εποχή [1890-1920] στο New Deal του Roosevelt, ηττήθηκε συστηματικά, αρχής γενομένης με τις πολιτικές οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και τις συντηρητικές εθνικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν κατά τη δεκαετία του 1980. Από τον Reagan στη Thatcher και, ύστερα, στον Kohl, οι παροχές αυτής της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου αποδυναμώθηκαν συστηματικά ή αποδιαρθρώθηκαν σε εθνική κλίμακα και οι νομικοί περιορισμοί στο gentrification αντικαταστάθηκαν με επιδοτήσεις για τον μετασχηματισμό του δομημένου περιβάλλοντος της πόλης μέσω της ιδιωτικής αγοράς.

Αυτός ο μετασχηματισμός εντάθηκε από την κλίκα των νεοφιλελεύθερων ηγετών που ακολούθησαν -Clinton, Blair, Schröder- και ως εκ τούτου, η νέα φάση gentrifi- cation συμβαδίζει με μια διευρυμένη ταξική επίθεση, όχι μόνο της εθνικής εξουσίας, αλλά και της πολιτικής του αστικού χώρου. Στα τέλη του 20ου αιώνα, το gentri- fication προωθούμενο μέσα από μία καθολική και συστηματική σύμπραξη του δημόσιου πολεοδομικού σχεδιασμού με το δημόσιο και ιδιωτικό κεφάλαιο, ήρθε να καλύψει το κενό που άφησε το τέλος της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου. Αλλού, εκεί όπου οι πόλεις δεν είχαν καθοδηγηθεί από φιλελεύθερες πολιτικές κατά τον 20ου αιώνα, η πορεία της αλλαγής ήταν διαφορετική. Αν και η προσήλωση σε μια ευρύτερη σύλληψη του gentrification στα παλαιά κέντρα, ως μία ανταγωνιστική αστική στρατηγική στην παγκόσμια αγορά, οδηγεί σε μια παρόμοια κατεύθυνση. Σε αυτό το πνεύμα τουλάχιστον, ο νεοφιλελευθερισμός κατά την αλλαγή του αιώνα υποδεικνύει μία σύγκλιση μεταξύ των αστικών πρακτικών στις μεγαλύτερες πόλεις του Πρώτου και του Τρίτου Κόσμου, όπως συνηθιζόταν να αποκαλούνται.

Η γενίκευση του gentrification έχει πολλαπλές διαστάσεις. Αυτές μπορούν να κατανοηθούν σε σχέση με πέντε αλληλοσυσχετιζόμενα χαρακτηριστικά: τον μετασχηματισμένο ρόλο του κράτους, τη διείσδυση της παγκόσμιας οικονομίας, τα μετασχηματιζόμενα επίπεδα πολιτικής αντίστασης, την γεωγραφική διάχυση και την τομεακή γενίκευση του gentrification. Ας εξετάσουμε καθένα από αυτά τα χαρακτηριστικά με τη σειρά.

Πρώτον, ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο κύμα gentrification, ο ρόλος του κράτους άλλαξε θεαματικά24. Κατά τη δεκαετία του 1990, αντεστράφη η σχετική απόσυρση του κράτους από τις επιδοτήσεις για gentrification που είχε συμβεί κατά τη δεκαετία του 1980 και σημειώθηκε αύξηση των συμπράξεων ανάμεσα στο ιδιωτικό κεφάλαιο και τις τοπικές αρχές, καταλήγοντας σε μια πιο ευρεία, πιο ακριβή και πιο συμβολική ανάπτυξη, από την ακτή της Βαρκελώνης μέχρι την πλατεία Potsdamer στο Βερολίνο. Η πολιτική του αστικού χώρου δε φιλοδοξεί πια να οδηγήσει ή να ρυθμίσει την κατεύθυνση της οικονομικής ανάπτυξης, όσο να προσαρμοστεί στις κατευθύνσεις που ήδη έχουν θεσπιστεί από την αγορά, αναζητώντας μεγαλύτερα κέρδη, είτε άμεσα, είτε μέσω της φορολογίας.

Ο νέος ρόλος που παίζει το παγκόσμιο κεφάλαιο είναι επίσης καθοριστικός για τη γενίκευση του gentrification. Από το Canary Wharf του Λονδίνου μέχρι τη Battery Park City -κατασκευασμένα από ίδια εταιρεία με έδρα τον Καναδά- είναι εύκολο να καταδειχθεί η νέα εισροή του παγκόσμιου κεφαλαίου προς εκτεταμένα, γιγαντιαία έργα ανάπτυξης στα αστικά κέντρα25. Το ίδιο καταπληκτικό, παρόλα αυτά, είναι και το εύρος στο οποίο το παγκόσμιο κεφάλαιο ελίχθηκε σε πολύ πιο ταπεινά αναπτυξιακά έργα σε επίπεδο γειτονιάς. Ως προς αυτό, είναι εμβληματικό ένα νέο συγκρότημα 61 μονάδων στο Lower East Side της Νέας Υόρκης, δύο μίλια από την Wall Street, όπου κάθε διαμέρισμα είναι συνδεδεμένο με Ίντερνετ υψηλής ταχύτητας. Αυτό, σύμφωνα με τα παγκόσμια δεδομένα, είναι ένα μικρό αναπτυξιακό έργο, αλλά χτίστηκε με εργασία μεταναστών που δεν καλυπτόταν από το σωματείο (κάτι που γνώρισε μία εκπληκτική αύξηση στη Νέα Υόρκη κατά τη δεκαετία του 1990), ο ανάδοχος είναι Ισραηλίτης και η βασική πηγή χρηματοδότησης έρχεται από την Ευρωπαϊκή Αμερικάνικη Τράπεζα26. Η επέκταση του παγκόσμιου κεφαλαίου, ακόμα και μέχρι την τοπική γειτονιά, είναι ένα ιδιαίτερο επίσης χαρακτηριστικό της τελευταίας φάσης gentrification.

Τρίτον, υπάρχει το ζήτημα της αντίστασης στο gentrification. Από το Άμστερνταμ στο Σίδνεϊ, από το Βερολίνο στο Βανκούβερ, από το Σαν Φρανσίσκο στο Παρίσι, το δεύτερο κύμα gentrification ακολουθήθηκε από την ανάπτυξη εκατομμυρίων κινημάτων αστέγων, κινημάτων καταλήψεων, κινημάτων στέγης και άλλων αντι- gentrification κινημάτων και οργανώσεων που συχνά οργανώνονταν χαλαρά γύρω από αλληλεπικαλυπτόμενα ζητήματα. Αυτά σπάνια συναντήθηκαν ως κινήματα πόλης, αλλά αντιτάχθηκαν στο gentrification αρκετά ώστε να γίνουν, σε κάθε περίπτωση, στόχος των πολιτικών φορέων και των αστυνομικών δυνάμεων. Τα αυξημένα επίπεδα καταστολής κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, εκτός των άλλων, στόχευαν και στα κινήματα αντι-gentrification, μαρτυρώντας την κεντρική θέση της ανάπτυξης των ακινήτων στη νέα οικονομία των πόλεων. Οι πολιτικές διοικήσεις των πόλεων άλλαζαν, σε πλήρη συμφωνία με το οικονομικό τους προφίλ και η αποσυναρμολόγηση της φιλελεύθερης πολιτικής των πόλεων παρείχε μία ευκαιρία τόσο πολιτική όσο και οικονομική για τα νέα καθεστώτα ισχύος των πόλεων. Η άνοδος της ρεβανσιστικής πόλης27 δεν ήταν απλά ένα φαινόμενο της Νέας Υόρκης: μπορεί να απαντηθεί στις καμπάνιες ενάντια στις καταλήψεις στο Άμστερνταμ της δεκαετίας του 1980, στις επιθέσεις της Παρισινής αστυνομίας στους καταυλισμούς αστέγων (σε μεγάλο μέρος τους μετανάστες) και την υιοθέτηση των τεχνικών “μηδενικής-ανοχής” της Νέας Υόρκης από αστυνομικές δυνάμεις σε όλο τον κόσμο. Στο São Paulo, οι κατασταλτικές τακτικές που εφαρμόστηκαν στους ανθρώπους του δρόμου ορθολογικοποιούνται με τους όρους του “επιστημονικού” δόγματος της “μηδενικής-ανοχής” που ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο νέος ρεβανσισμός δικαιολογήθηκε ρητά με τον στόχο να γίνει η πόλη ασφαλής για gentrification. Ο νέος αυταρχισμός συντρίβει κάθε αντίσταση και παράλληλα κάνει τους δρόμους ασφαλείς για gentrification.

Το τέταρτο χαρακτηριστικό αυτής της τελευταίας φάσης είναι η διάχυση του gen- trification από τα κέντρα των πόλεων. Αυτό απέχει από μία ομαλή ή κανονική διαδικασία, αλλά καθώς το gentrification κοντά στο κέντρο καταλήγει σε υψηλότερες τιμές γης και ακινήτων, ακόμα και όσον αφορά τις παλαιές, μη τροποποιημένες ιδιοκτησίες, οι γειτονιές εγκλωβίζονται όλο και περισσότερο στη δίνη του gentrification. Το μοτίβο της διάχυσης ποικίλει αρκετά και είναι επηρεασμένο από πολλούς παράγοντες, από την αρχιτεκτονική και τα πάρκα μέχρι την παρουσία νερού. Πάνω από όλα, είναι συνδεδεμένο με τα ιστορικά μοτίβα της επένδυσης και απο-επένδυσης κεφαλαίου στο αστικό τοπίο. Όσο πιο ανισομερής είναι η αρχική εξωστρεφής ανάπτυξη των επενδύσεων του κεφαλαίου και όσο πιο ανισομερής είναι η από-ανάπτυξη σε αυτά τα νέα αστικά τοπία, τόσο ανισομερής θα είναι και η διάχυση του gentrification. Με αυτή τη λογική, στις πόλεις όπου η πλειοψηφία της χωρικής επέκτασης συνέβη τα τελευταία χρόνια και όπου οι δυνατότητες για εκτεταμένη απο-επένδυση έχουν περιοριστεί, η διάχυση του gentrification μπορεί να είναι πιθανώς περιορισμένη.

Τέλος, η τομεακή γενίκευση, που τυποποιεί αυτή την πιο πρόσφατη φάση, βρίσκεται στο κέντρο του νέου gentrification. Αν και η αστική ανανέωση κατά τις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970 αναζήτησε μία εφ’ όλης της κλίμακας ανακατασκευή των κέντρων πολλών πόλεων συνενώνοντας πολλούς τομείς της οικονομίας των πόλεων σε αυτή τη διαδικασία, ωστόσο ρυθμίστηκε σε υψηλό βαθμό και περιορίστηκε οικονομικά και γεωγραφικά από το γεγονός ότι ήταν καθολικά εξαρτημένη από τη δημόσια χρηματοδότηση και για αυτό έπρεπε να ανταποκριθεί σε ζητήματα ευρείας κοινωνικής αναγκαιότητας, όπως η κοινωνική κατοικία. Αντίθετα, το νεότερο κύμα gentrification που ακολούθησε την αστική ανανέωση προχώρησε σε πλήρη ανεξαρτησία από το δημόσιο τομέα. Παρά την αξιοσημείωτη δημόσια επιδότηση, η χρηματοδότηση της ιδιωτικής αγοράς δεν εφαρμόστηκε σε όλη της την έκταση μέχρι το τρίτο κύμα. Συνεπώς, αυτό που σηματοδοτεί την τελευταία φάση gentrification σε πολλές πόλεις, είναι ότι σφυρηλατήθηκε μια νέα σύμπραξη επιχειρηματικών και κρατικών δυνάμεων και πρακτικών σε μία πολύ πιο φιλόδοξη προσπάθεια gentrification της πόλης, από ότι οι πρωθύστερες.

Η ανακατάκτηση της πόλης για τις μεσαίες τάξεις περιλαμβάνει πολλά περισσότερα από την απλή παροχή κατοικίας. Το τρίτο κύμα gentrification εξελίχθηκε σε ένα όχημα μετασχηματισμού ολόκληρων περιοχών μέσα σε νέα συμπλέγματα τοπίων, τα οποία πρωτοπορούν σε μία συνολική, ταξικά φορτισμένη ανακατασκευή των πόλεων. Αυτά τα νέα συμπλέγματα τοπίων συνδυάζουν κατοικίες με αγορές, εστιατόρια, πολιτιστικές παροχές28, ελεύθερο χώρο, δυνατότητες εργασίας -ολόκληρα νέα συγκροτήματα διασκέδασης, κατανάλωσης, παραγωγής και αναψυχής, παράλληλα με την κατοίκηση. Εξίσου σημαντικό είναι ότι το gentrification ως στρατηγική του αστικού χώρου, συνδέει τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές με κατασκευαστικές εταιρίες μεγάλου και μεσαίου μεγέθους, τοπικούς εμπόρους και κτηματομεσίτες με επώνυμους λιανοπωλητές, που όλοι υποβοηθούνται από τις δημοτικές και τοπικές αρχές, για τις οποίες τα ευεργετικά κοινωνικά αποτελέσματα υποτίθεται ότι προέρχονται τώρα πια από την ίδια την αγορά, παρά από τη ρύθμιση της. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων γίνεται πλέον το επίκεντρο της παραγωγικής οικονομίας των πόλεων, ένας σκοπός καθαυτός δικαιολογημένος με επικλήσεις σε νέες θέσεις εργασίας, αύξηση των φορολογικών εσόδων και αύξηση του τουρισμού. Με τρόπους που δύσκολα θα είχαν προβλεφθεί τη δεκαετία του 1960, η κατασκευή των νέων συγκροτημάτων στις κεντρικές πόλεις σε όλο τον κόσμο, έγινε ολοένα και περισσότερο μια ακαταμάχητη στρατηγική συσσώρευσης κεφαλαίου για τις ανταγωνιζόμενες οικονομίες των πόλεων. Εδώ προκύπτει μία βασική σύνδεση με το ευρύτερο περίγραμμα μιας νέας πολεοδομίας, στο οποίο θα επιστρέψουμε σύντομα.

Η στρατηγική οικειοποίηση και γενίκευση του gentrification ως μέσο του παγκόσμιου ανταγωνισμού μεταξύ των πόλεων, βρίσκει την πιο ανεπτυγμένη της έκφραση στη γλώσσα της “αστικής αναγέννησης”. Όντας σύμφωνη με τον αυξημένο ρόλο του κράτους στο νέο κύμα των αλλαγών των πόλεων, αυτή η διαδικασία δεν αναπτύχθηκε περισσότερο στις ΗΠΑ, αλλά μάλλον στην Ευρώπη. Μπορεί η ηγεσία των εργατικών υπό τον Tony Blair να είναι ο πιο ξεκάθαρος συνήγορος της επανανακάλυψης του gentrification ως “αστική αναγέννηση”, ωστόσο το gentrification είναι μια πανευρωπαϊκή τάση. Η Δανία, για παράδειγμα, το 1997 έκανε την αναγέννηση επίσημη πολιτική με ένα ξεχωριστό Εθνικό Συμβούλιο για την Αναγέννηση των Πόλεων και οι γραφειοκράτες του Βερολίνου είδαν όλη την περίοδο της μετά το 1991 ανοικοδόμησης, ως περίοδο “αστικής αναγέννησης”. Ένα θεμελιώδες συνέδριο έλαβε χώρα στο Παρίσι το Δεκέμβριο του 2000 πάνω στο θέμα της “Σύγκλισης της Αναγέννησης των Πόλεων και της Οικιστικής Πολιτικής στην Ευρώπη”. Στο συνέδριο παρευρέθηκαν ανώτατοι ιθύνοντες για τη χάραξη πολιτικών και σύμβουλοι, αντιπροσωπεύοντας όλες τις κυβερνήσεις της ΕΕ και μερικά γειτονικά κράτη που προέβλεπαν στην ένταξή τους στην ΕΕ. Το ενημερωτικό φυλλάδιο του συνεδρίου επεσήμανε την πρόθεσή του να σπρώξει το “διάλογο πάνω στην κατοίκηση και την αναγέννηση… πέρα από το στενό διάστημα της φυσικής ανάπτυξης για να επανεξετάσει τις θεσμικές διευθετήσεις που πρέπει να λάβουν χώρα” έτσι ώστε να γίνει η “αστική ανάπλαση” μία πραγματικότητα.

Η αποστολή αυτών που συμμετείχαν στη συνδιάσκεψη ήταν πρακτική και περιεκτική: οι ευρείας κλίμακας μετασχηματισμοί των πόλεων θα χρειαστούν συμπαγείς δεσμούς μεταξύ “των πάροχων κοινωνικής κατοικίας, των ιδιωτικών επενδυτών, [και] των υπεύθυνων για την εκπαίδευση και την προώθηση της πολιτικής”, όπως επίσης και μεταξύ των “τοπικών μεσιτών της ανάπλασης, των τοπικών διοικήσεων και των εθνικών κυβερνήσεων”. Οι πολιτικές ανάπλασης είναι πολύπλευρες και περιλαμβάνουν διαφορετικές προσπάθειες που δεν θα εντάσσονταν κανονικά κάτω από την ταμπέλα του “gentrification”, παρόλα αυτά έχει νόημα να δει κανείς αυτές τις πρωτοβουλίες -το βρετανικό μανιφέστο αστικής ανάπλασης, τις ευρωπαϊκές κρατικές πολιτικές και τις προσπάθειες να καθιερωθεί μία πανευρωπαϊκή στρατηγική αναπλάσεων- ως τις πιο φιλόδοξες απόπειρες να τοποθετήσουν το gentrification στην καρδιά των διακρατικών πολιτικών για τον αστικό χώρο.

Υπάρχουν αρκετές εντυπωσιακές πτυχές σε αυτές τις νέες ατζέντες “αστικών αναπλάσεων”. Πρώτον, υπάρχει το ζήτημα της κλίμακας. Ο συντονισμός των στρατηγικών “ανάπλασης” των πόλεων πέρα από τα εθνικά σύνορα δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Αν και διάφορες διεθνείς πηγές σίγουρα συνέβαλλαν στην ανακατασκευή των ευρωπαϊκών πόλεων μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ακολουθούμενα προγράμματα αστικής ανάπλασης παρέμειναν σθεναρά εθνικά στην καταγωγή τους, τη χρηματοδότηση τους και το εύρος τους. Σήμερα, αντιθέτως, πανευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την αστική ανάπλαση προωθούν το διακρατικό gentrification, σε μία χωρίς προηγούμενο κλίμακα. Μια κεντρική επιδίωξη βρίσκεται στις προσπάθειες να ενσωματωθούν οι οικιστικές πρωτοβουλίες μαζί “με άλλες δραστηριότητες ανάπλασης”. Έτσι, όπως και ο τίτλος του συνεδρίου του Παρισιού το δηλώνει, αυτή η μετάβαση από την πολιτική gentrification με κέντρο την κατοίκηση προς μία πολύπλευρη ευρεία “ανάπλαση”, βρίσκεται ακόμα καθ’ οδόν -και, αντίθετα από την κατάσταση στις ΗΠΑ, το ζήτημα της κοινωνικής κατοικίας δεν μπορεί να αποκλειστεί εξολοκλήρου από την οπτική της ανάπλασης. Αν και μία πανευρωπαϊκή κρατικοκεντρική στρατηγική της ανάπλασης των πόλεων δεν έχει γίνει σε καμία περίπτωση πραγματικότητα, παρόλα αυτά φαίνεται να είναι ορατή για τους Ευρωκράτες [Eureaucrats], τους ‘developers’ [νέου τύπου υπερ-εργολάβοι], και τους χρηματοδότες τους κατά μήκος της ηπείρου. Μία κομβική σύνδεση σε σχέση με την προηγούμενη συζήτηση γύρω από τη νέα πολεοδομία γίνεται ξεκάθαρη: το τρίτο κύμα gentrifi- cation εκφράζει ολοένα και περισσότερο μια νέα κλίμακα των πόλεων που έρχεται αντιμέτωπη με τις εθνικές και τις παγκόσμιες κλίμακες.

Δεύτερο είναι το ζήτημα της γεωγραφικής εστίασης. Το βρετανικό μανιφέστο ανάπλασης του 1999, προφανώς προσεκτικό ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της συνεχιζόμενης αστικής διάχυσης, διακηρύσσει ότι στα επόμενα 25 χρόνια, το 60% της νέας οικιστικής πρόβλεψης θα πρέπει να λάβει χώρα σε εγκαταλελειμμένες πρώην βιομηχανικές τοποθεσίες [“brownfield sites”] – δηλαδή σε αστική γη που έχει ήδη περάσει από έναν ή περισσότερους αναπτυξιακούς κύκλους. Σαφώς, αυτή η πρωτοβουλία θα στοχεύει σε παλαιότερες περιοχές της πόλης που έχουν ήδη υποστεί παρατεταμένη αποεπένδυση και, καθώς αυτές μπορεί να είναι διάσπαρτες σε όλο το εύρος των μητροπολιτικών περιοχών, είναι λογικό να αναμένουμε ότι θα επικεντρωθούν μέσα ή κοντά στα κέντρα των πόλεων. Καμουφλαρισμένο ως ανάπλαση, το gentrification αναδιατυπώνεται σαν μία θετική και αναγκαία περιβαλλοντική στρατηγική.

Σχετικό είναι και το ζήτημα της “κοινωνικής ισορροπίας”, αλλά και η “ανάγκη”, όπως το θέτει η στρατηγική της ανάπλασης, να “φέρουμε τους ανθρώπους πίσω στις πόλεις”29. Η “κοινωνική ισορροπία” ακούγεται σαν κάτι καλό – ποιος θα μπορούσε να είναι αντίθετος στην κοινωνική ισορροπία; Μέχρι βέβαια κάποιος να εξετάσει καλύτερα τις γειτονιές που στοχεύονται για “ανάπλαση”. Κατόπιν γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτή η στρατηγική εμπεριέχει έναν εκτεταμένο αποικισμό από τις μεσαίες και μεγαλο-μεσαίες τάξεις. Στον πολιτικό, τον πολεοδόμο ή το οικονομολόγο, η κοινωνική ισορροπία στο Brixton του Λονδίνου σημαίνει να φέρει “πίσω” τις λευκές μεσαίες τάξεις. Οι συνήγοροι της “κοινωνικής ισορροπίας” σπάνια συνηγορούν υπέρ της “εξισσορόπησης” των γειτονιών των λευκών με ίσους αριθμούς ανθρώπων αφρικανικής, καραϊβικής ή ασιατικής καταγωγής. Έτσι, δεν είναι οι “άνθρωποι” εν γένει που υποτίθεται θα έρθουν “πίσω στις πόλεις”· αυτό το κάλεσμα δεν απευθύνεται στους Ουαλούς ανθρακωρύχους, στους Βαβαρούς εργάτες γης ή στους Βρετόνους ψαράδες. Το κάλεσμα να έρθουν οι άνθρωποι πίσω στην πόλη, μάλλον είναι πάντα ένα ιδιοτελές κάλεσμα, ώστε οι λευκές μεσαίες και ανώτερες μεσαίες τάξεις να επανακτήσουν τον έλεγχο των πολιτικών και πολιτιστικών οικονομιών, όπως επίσης και της γεωγραφίας των μεγαλύτερων πόλεων. Βολιδοσκοπώντας την συμπτωματική σιωπή για το ποιος πρόκειται να προσκληθεί πίσω στην πόλη, ξεκινάμε να ανακαλύπτουμε τις ταξικές πολιτικές που εμπλέκονται.

Έπειτα, υπάρχει το ζήτημα καθαυτής της ανώδυνης γλώσσας της “ανάπλασης”. Καταρχήν, από πού προέρχεται αυτή η γλώσσα; Η “ανάπλαση” [regenaration], ένας βιοϊατρικός και οικολογικός όρος, εφαρμόζεται σε ξεχωριστά φυτά, είδη και όργανα -ένα συκώτι ή ένα δάσος πιθανόν να αναπλαστούν- και υποδηλώνει ότι η στρατηγική ανάπλασης της πόλης είναι πρακτικά μία φυσική διαδικασία. Έτσι, η υπεράσπιση των στρατηγικών ανάπλασης συγκαλύπτει τις ουσιώδεις κοινωνικές καταβολές και τους σκοπούς της αστικής αναμόρφωσης και απαλείφει τη λογική νικητών και ηττημένων από την οποία προκύπτουν τέτοιες πολιτικές. Το gentrification γενικά εμπεριέχει εκτοπισμούς, παρόλα αυτά ούτε στο βρετανικό μανιφέστο της “αστικής ανάπλασης”, ούτε στην ατζέντα του πανευρωπαϊκού συνεδρίου του Παρισιού αναφέρεται κάποια αναγνώριση της μοίρας αυτών των ανθρώπων που εκτοπίζονται από την προτεινόμενη επανακατάκτηση της πόλης.

Η γλώσσα της ανάπλασης καμουφλάρει το gentrification. Ακριβώς επειδή η γλώσσα του gentrification λέει την αλήθεια σχετικά με την ταξική μετατόπιση που συνεπάγεται η “ανάπλαση” της πόλης, έχει γίνει λέξη ταμπού για τους ‘develop- ers’, τους πολιτικούς και τους χρηματιστές. Βρισκόμαστε στην ειρωνικό σημείο να βλέπουμε στις ΗΠΑ, όπου η ιδεολογία της αταξικότητας είναι τόσο κυρίαρχη, τη γλώσσα του gentrification να είναι αρκετά γενικευμένη, ενώ στην Ευρώπη αντίθετα να είναι περιορισμένη. Έτσι, ακόμα και φαινομενικά προοδευτικοί πολεοδόμοι και τοπικοί σύμβουλοι από το Bochum μέχρι το Brixton, οι οποίοι ακόμα πιστεύουν ότι είναι σοσιαλιστές και οι οποίοι πιθανόν να είναι ενήμεροι των κινδύνων της εκτόπισης, διακατέχονται πλέον από τη γραφειοκρατική υπόσχεση της “ανάπλασης” σε τέτοιο βαθμό, που η ενσωματωμένη ατζέντα του γενικευμένου gentrification των αστικών κέντρων περνάει απαρατήρητη. Η “αστική ανάπλαση” δεν αναπαριστά μόνο το επόμενο κύμα gentrification, πολεοδομημένου και χρηματοδοτημένου σε μία κλίμακα χωρίς προηγούμενο, αλλά η νίκη της γλώσσας της, με το να αναισθητοποιεί την κριτική κατανόηση του gentrification στην Ευρώπη, αναπαριστά μία αξιοσημείωτη ιδεολογική νίκη για τις νεοφιλελεύθερες οπτικές της πόλης.

Το θέμα εδώ δεν είναι να εκβιάσουμε μία ένα-προς-ένα αντιστοιχία μεταξύ των στρατηγικών ανάπλασης και gentrification, ή να καταδικάσουμε όλες τις στρατηγικές ανάπλασης ως Δούρειους Ίππους του gentrification. Μάλλον θα ήθελα να επιμείνω στο ότι το gentrification είναι μία παντοδύναμη, αν και συχνά καμουφλαρισμένη, πρόθεση των στρατηγικών αστικής ανάπλασης και να υποστηρίξω μία κριτική θέση απέναντι στην ιδεολογική ισοπέδωση που αποκρύπτει το ζήτημα του gen- trification, παρότι η κλίμακα της διαδικασίας γίνεται ολοένα και πιο απειλητική και η ενσωμάτωση του gentrification σε μία γενικότερη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία γίνεται ολοένα και πιο απτή. Το gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων είναι μία τελειοποιημένη έκφραση της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας. Κινητοποιεί τα αιτήματα της ιδιωτικής περιουσίας δια μέσω μιας αγοράς που λαδώνεται από τις δωρεές του κράτους.

Επίλογος

Σε αυτό το άρθρο, παρουσιάζω δύο μάλλον διαφορετικά επιχειρήματα. Από τη μια μεριά, αμφισβητώ την ευρωκεντρική υπόθεση ότι οι παγκόσμιες πόλεις θα πρέπει να ορίζονται σύμφωνα με τις διοικητικές λειτουργίες, παρά σύμφωνα με τη συμμετοχή τους στην παγκόσμια παραγωγή υπεραξίας. Από την άλλη μεριά, θέλω να επισημάνω τους τρόπους με τους οποίους το gentrification εξελίχθηκε σε μία ανταγωνιστική στρατηγική των πόλεων στα πλαίσια αυτής της παγκόσμιας οικονομίας. Η γενίκευση του gentrification μετά τη δεκαετία του 1990, ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων, έχει έναν κομβικό ρόλο στη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία κατά δύο τρόπους. Πρώτον, γεμίζει το κενό που άφησε η εγκατάλειψη της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου του 20ου αιώνα. Δεύτερον, υπηρετεί τις αγορές ακινήτων στο κέντρο και στο εσωτερικό των πόλεων, ως αναπτυσσόμενους τομείς επένδυσης παραγωγικού κεφαλαίου: η παγκοσμιοποίηση του παραγωγικού κεφαλαίου συνδράμει στο gentri- fication. Αυτό δεν ήταν ούτε αναπόφευκτο, ούτε τυχαίο. Κάθε άλλο, καθώς οι πόλεις γίνονταν παγκόσμιες, ομοίως παγκοσμιοποιούνταν και κάποια από τα κεντρικά τους χαρακτηριστικά. Η αναδυόμενη παγκοσμιοποίηση του gentrifi- cation, όπως και αυτή των ίδιων των πόλεων, αναπαριστά τη νίκη συγκεκριμένων οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων επί κάποιων άλλων, μία επαναβεβαίωση των (νεοφιλελεύθερων) οικονομικών υποθέσεων επί της πορείας του gentrification…30

Ακόμα και εκεί όπου το gentrification καθαυτό παραμένει περιορισμένο, η κινητοποίηση των μεσιτικών αγορών ακινήτων των πόλεων, ως οχήματα της συσσώρευσης κεφαλαίου είναι πανταχού παρούσα.

Ένα άλλο σύμπτωμα της έντονης ενσωμάτωσης της κτηματομεσιτικής βιομηχανίας στον κεντρικό πυρήνα της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας εμφανίζεται σε πόλεις όπως η Kuala Lumpur, η Σιγκαπούρη, το Rio de Janeiro και η Mumbai, εκεί όπου οι τιμές των ακινήτων κατά τη δεκαετία του 1990 πολλαπλασιάστηκαν πολλές φορές. Η ίδια διαδικασία συγκέντρωσης κεφαλαίου που όξυνε την αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και την κοινωνική αναπαραγωγή ενίσχυσε επίσης και τη διαδικασία gentrifi- cation, αν και αυτό εξελίσσεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικούς τόπους. Πιο συγκεκριμένα, στο Mumbai, η απορρύθμιση των αγορών και ο παγκόσμιος ανταγωνισμός στα μέσα της δεκαετίας του 1990, οδήγησε σε “υπέρογκα υψηλές τιμές” που σύντομα επισκίασαν αυτές της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου και του Τόκιο31. Μπορεί οι ασταθείς ακραίες τιμές του 1996 να υποχώρησαν, ωστόσο το ανώτερο τμήμα των μεσιτικών αγορών ακινήτων του Mum- bai, βρίσκεται πλέον σε συνεχή ανταγωνισμό με ακίνητα σε ολόκληρο τον κόσμο, μία κατάσταση που επέφερε μικρής κλίμακας gentrification, αλλά με πολύ πραγματικούς όρους για κάποιες γειτονιές.

Αν και ο κεντρικός εδαφικός άξονας του οικονομικού ανταγωνισμού πριν τη δεκαετία του 1970 είχε ως αποτέλεσμα να αντιμάχονται περιφερειακές και εθνικές οικονομίες η μία ενάντια στην άλλη, ο νέος γεωγραφικός άξονας του ανταγωνισμού από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα είχε ως αποτέλεσμα να αντιμάχονται πόλεις ενάντια σε πόλεις στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτός ο ανταγωνισμός λαμβάνει χώρα, όχι μόνο με όρους προσέλκυσης και διατήρησης της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά επίσης και μέσα από το μάρκετινγκ των πόλεων ως οικιστικών και τουριστικών προορισμών. Αυτό ήταν σαφές στις πολιτικές της βρετανικής ανάπλασης, όπως το ‘City Challenge’ κατά τη δεκαετία του 199032 και ήταν επίσης σαφές από τη Νέα Υόρκη ως την Ατλάντα και το Βανκούβερ, όπου οι πολιτικές ενάντια στους άστεγους δικαιολογήθηκαν προκειμένου να ενισχυθεί η τουριστική βιομηχανία. Το περιοδικό Travel and Leisure φιλοξενεί τώρα μια μόνιμη στήλη που οικειοποιείται τη γλώσσα των “αναδυόμενων οικονομιών” προκειμένου να αναδείξει τις “αναδυόμενες πόλεις”. Το Montevi- deo είναι διάσημο για την “ακμάζουσα κοινωνία του καφέ” του· η Τύνιδα “έχει ένα μεγαλείο που φέρνει στο νου την Πράγα και τη Βιέννη”· “η πόλη του Παναμά διαμορφώνεται ως η πολιτισμική πύλη” προς τη Ζώνη του Καναλιού: “Μόλις εγκατασταθείς, βγες και ψώνισε”· και η “Κρακοβία βιώνει μία αναγέννηση”33. Παρόμοιες φιλοδοξίες χαρακτήριζαν και τις διακηρύξεις του Δήμαρχου Giuliani μετά την καταστροφή του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου: “Βγείτε έξω και ζείστε μία κανονική ζωή”, προέτρεψε μετά την 11η Σεπτεμβρίου. “Πηγαίνετε σε εστιατόρια, σε έργα και ξενοδοχεία, καταναλώστε χρήματα”.

Ο Lefevbvre κάποτε ισχυρίστηκε ότι η πολεοδομία υποκατέστησε τη εκβιομηχάνιση ως την κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού: η εκβιομηχάνιση μπορεί πιθανόν να τροφοδότησε τη συστημική αστικοποίηση, αλλά τώρα η αστικοποίηση προκαλεί την εκβιομηχάνιση. Ο ισχυρισμός του δεναντιστάθηκε στο τεστ του χρόνου, ιδιαίτερα στο φως της παγκοσμιοποίησης της βιομηχανικής παραγωγής και της επέκτασης της Ανατολικής Ασίας, η οποία βρισκόταν σε βαθιά εξάρτηση, όπως έγραψε ο Lefebvre. Παρόλα αυτά, φαίνεται να προέβλεψε κάτι πολύ πραγματικό. Με παγκόσμιους όρους, η αστικοποίηση δεν υποκατέστησε, φυσικά, την εκβιομηχάνιση· όλα τα προϊόντα που προωθούν την αστικοποίηση κατασκευάζονται κάπου μέσα στην παγκόσμια οικονομία. Παρόλα αυτά, η ανάπτυξη των αστικών ακινήτων -με το gentrification σε εξέχουσα θέση- έγινε τώρα μία κεντρική κινητήρια δύναμη της οικονομικής εξάπλωσης των πόλεων, ένας κομβικός τομέας στις νέες οικονομίες των πόλεων. Μία επαρκής θεωρητική κατανόηση της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας θα πρέπει να ξαναδεί το επιχείρημα του Lefebvre και να διακρίνει τη διορατικότητά του από την υπερβολή του.

17. Glass 1964:xviii
18. DETR 1999
19. Garcia 2001
20. Jones and Varley 1999
21. Garside 1993
22. Thomas 1991
23. Hackworth 2000
24. Hackworth and Smith 2001
25. Fainstein 1994
26. Smith and DiFilippis 1999
27. Smith 1996
28. Πρβλ. Vine 2001
29. DETR 1999
30. Smith and DiFilippis 1999
31. Nijman 2000:575
32. Jones and Ward, περιοδικό Αntipode 2002
33. On the Town 2000:50

Neil Smith: Νέος Παγκοσμισμός, Νέα Πολεοδομία – Το gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων (α’ μέρος)

Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί διάφορα παραδείγματα από τη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του 1990 προκειμένου να προωθήσει δύο βασικά επιχειρήματα σχετικά με την μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία και την κατ’ ευφημισμόν παγκοσμιοποίηση.

Πρώτον, όσο το νεοφιλελεύθερο κράτος μετατρέπεται σε έναν καταναλωτικό -παρά ρυθμιστικό- παράγοντα της αγοράς, η νέα ρεβανσιστική [revanchist] πολεοδομία, η οποία αντικαθιστά τη φιλελεύθερη πολιτική για τον αστικό χώρο στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου, εκφράζει ολοένα και περισσότερο τους παλμούς της καπιταλιστικής παραγωγής, παρά της κοινωνικής αναπαραγωγής. Καθώς η παγκοσμιοποίηση προαναγγέλει μία νέα κλίμακα του παγκόσμιου, η κλίμακα του τοπικού αναδιατυπώνεται. Οι πραγματικές παγκόσμιες πόλεις μπορεί να είναι τόσο οι ταχέως μεγενθυνόμενες μητροπολιτικές οικονομίες της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και (σε μικρότερο βαθμό) της Αφρικής, όσο και τα διοικητικά κέντρα της Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής και της Ιαπωνίας. Δεύτερον, η διαδικασία του gentrification, που αρχικά ξεκίνησε ως σποραδική, ιδιόρρυθμη και τοπική ανωμαλία των αγορών ακινήτων κάποιων πόλεων στα διοικητικά κέντρα, τώρα γενικεύεται πλήρως ως μία αστική στρατηγική που παίρνει τα ηνία της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου. Χωρίς να είναι πλέον απομονωμένη και περιορισμένη στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική ή την Ωκεανία, η στρατηγική του gentrification τώρα γενικεύεται· οι επιπτώσεις του είναι παγκόσμιες και συνδέεται εκ βάθρων με τα κυκλώματα της κυκλοφορίας του παγκόσμιου κεφαλαίου και του πολιτισμού. Αυτό που συνδέει τα παραπάνω δύο επιχειρήματα είναι η μετατόπιση από μία αστική κλίμακα, που καθοριζόταν από τις συνθήκες της κοινωνικής αναπαραγωγής, σε μία άλλη, στην οποία η επένδυση του παραγωγικού κεφαλαίου διατηρεί το οριστικό προβάδισμα.

Τέσσερις σειρές γεγονότων που συνέβησαν στην πόλη της Νέας Υόρκης στα τέλη της δεκαετίας του 1990 συνέλαβαν ευκρινώς κάποια από τα κεντρικά περιγράμματα της νέας φιλελεύθερης πολεοδομίας. Η πρώτη αφορά το κεφάλαιο και το κράτος. Στις τελευταίες μέρες του 1998, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Rudy Giuliani ανακοίνωσε ένα τεράστιο “Χριστουγεννιάτικο δώρο” στην καπιταλιστική ελίτ της πόλης. Απαντώντας στις “απειλές” περί πιθανής μετεγκατάστασης του Χρηματιστηρίου Αξιών της Νέας Υόρκης (NYSE) πέρα από τον ποταμό Hudson, στο New Jersey, ο Giuliani ανακοίνωσε μία επιχορήγηση 900 εκατομμυρίων δολαρίων από τους φορολογούμενους, δήθεν για να συγκρατήσει το χρηματιστήριο στην πόλη. Αυτό ήταν μόνο το τελευταίο και το μεγαλύτερο από μία σειρά “γεωρουσφετιών” [geobribes] που έκανε η πόλη στις παγκόσμιες επιχειρήσεις. Η επιχορήγηση συμπεριλαμβάνει 400 εκατομμύρια δολάρια με τα οποία η πόλη και το κράτος θα χτίσουν νέα γραφεία 650.000 τετραγωνικών μέτρων στη Wall Street για το NYSE. Δεν υπήρξε ποτέ η πρόφαση ότι στη συμφωνία αυτή οδήγησαν χρηματοπιστωτικές ανάγκες, καθώς η επιχορήγηση ήρθε σε μία περίοδο που το χρηματιστήριο αναρροφούσε πρωτόγνωρα ποσά υπεραξίας από τις παγκόσμιες οικονομίες. Αντίθετα, οι αξιωματούχοι της πόλης και του κράτους αναφέρθηκαν στη συμφωνία ως “συνεργασία”. Είχαν προηγηθεί, βεβαίως, και άλλες συνεργασίες μεταξύ δημόσιου και ιδιωτών, αλλά η συγκεκριμένη υπήρξε πρωτόγνωρη κατά δύο τρόπους. Πρώτο -και προφανέστερο- ήταν η κλίμακα του “γεωρουσφετιού” στο ιδιωτικό κεφάλαιο: αγγίζοντας το 1 δις δολάρια το 2001, η κλίμακα αυτής της επιχορήγησης ήταν πρωτόγνωρη. Δεύτερο και σημαντικότερο, η τοπική διοίκηση σε αυτό το περιστατικό απέφυγε να χρησιμοποιήσει το πρόσχημα του ρυθμιστή ή του καθοδηγητή του ιδιωτικού τομέα με στόχο την επίτευξη αποτελεσμάτων που ο ίδιος θα αδυνατούσε να επιτύχει μόνος του. Αντίθετα, η επιχορήγηση δικαιολογήθηκε ως μία επένδυση της πόλης και του κράτους, ως μία “καλή επιχειρηματική πρακτική”. Το ότι η απειλή κατά πάσα περίπτωση ήταν κούφια και το ότι το NYSE ποτέ δεν θα εξέταζε σοβαρά να αφήσει την πόλη, απλά επιβεβαιώνει το προκείμενο: αντί να διαμορφώνει την τροχιά του ιδιωτικού κεφαλαίου, η τοπική κυβέρνηση απλά προσαρμόστηκε στη κατεύθυνση που είχε ήδη θεμελιώσει η λογική των αγορών και, στην πράξη, μετατράπηκε σε μια κατώτερη αλλά αποτελεσματική συνεργάτη του παγκόσμιου κεφαλαίου. Η καταστροφή του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου εγείρει ένα πολύ ρεαλιστικό ενδεχόμενο να καταληφθεί αυτή η τοποθεσία από το χρηματιστήριο.

Η δεύτερη σειρά γεγονότων αφορά την κοινωνική αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Νωρίτερα, μέσα στο 1998, η Διεύθυνση Εκπαίδευσης της Πόλης της Νέας Υόρκης, ανακοίνωσε ότι αντιμετώπιζε έλλειψη δασκάλων μαθηματικών και ότι θα προσλάμβανε σαράντα νέους δασκάλους από την Αυστρία. Ακόμα πιο αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μία έλλειψη σε δασκάλους Ισπανικών σε μία πόλη με περισσότερους από δύο εκατομμύρια ισπανόφωνους θα καλυπτόταν με δασκάλους από την Ισπανία. Η ετήσια πρόσληψη δασκάλων λυκείου από χώρες του εξωτερικού έχει γίνει πλέον θέμα ρουτίνας. Τον ίδιο περίπου καιρό ανακοινώθηκε ότι η Αστυνομική Διεύθυνση της Πόλης της Νέας Υόρκης [NYPD] θα ήταν υπεύθυνη για την ασφάλεια των σχολείων της περιοχής από το Σχολικό Συμβούλιο. Όλα αυτά τα γεγονότα συνάγουν σε μία βαθιά κρίση, όχι απλά στο εκπαιδευτικό σύστημα της πόλης, αλλά στο ευρύτερο σύστημα της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Η τρίτη σειρά γεγονότων αναφέρεται στη δραστική αύξηση του κοινωνικού ελέγχου. Το 1997 ήρθε στο φως η φριχτή υπόθεση αστυνομικής βαρβαρότητας εναντίον του Abner Louima, ενός πρόσφυγα από την Αϊτή. Ενάμιση χρόνο μετά, ο άοπλος μετανάστης Amadou Diallo από τη Γουινέα, έπεσε νεκρός στην είσοδο του διαμερίσματός του, αφού δέχτηκε καταιγισμό από 41 αστυνομικές σφαίρες. Τελικά, δύο από τους μπάτσους που επιτέθηκαν στον Louima φυλακίστηκαν, ενώ οι δολοφόνοι του Diallo απαλλάχθηκαν από κάθε ποινική ευθύνη, όπως άλλωστε και η πλειοψηφία των μπάτσων που πυροβολούσαν αθώους Νεοϋρκέζους στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Τον επόμενο χρόνο, με μια απόφαση που είχε παγώσει λόγω της δολοφονίας του Diallo, το NYPD εξοπλίστηκε με τις περιβόητες σφαίρες “dum-dum”, οι οποίες είναι σχεδιασμένες να προκαλούν τη μέγιστη σωματική βλάβη. Την ίδια στιγμή, αποκαλύφθηκε ότι μεταξύ του 1994 και του 1997, η πόλη της Νέας Υόρκης είχε πληρώσει το ποσό-ρεκόρ των 96,8 εκατομμυρίων δολαρίων για να τακτοποιήσει τις πολυάριθμες δικαστικές υποθέσεις αστυνομικής βαρβαρότητας. Ήδη πριν την καταστροφή του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, ο τυπικός Νεοϋρκέζος αισθανόταν ολοένα και περισσότερο ότι η αστυνομική βία ήταν εκτός ελέγχου· ακόμα και ο πρόεδρος της διαβόητης αστυνομικής ένωσης εξέφρασε φόβους ότι η κατασταλτική στρατηγική της αστυνομίας της πόλης στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ήταν “το πρόπλασμα για ένα αστυνομικό κράτος και μία τυραννία”1. Αυτά τα γεγονότα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της επιβολής των “τακτικών μηδενικής ανοχής” από τον Giuliani, αλλά ήταν εξίσου και αποτέλεσμα μιας ευρύτερης μετατόπισης της πολιτικής του αστικού χώρου, από τον φιλελευθερισμό που κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, προς αυτό που αποκαλέστηκε προηγουμένως “η ρεβανσιστική πόλη”2.

Το τέταρτο γεγονός -και πιθανόν το πιο ενδιαφέρον- αφορά τον μετασχηματιζόμενο πολιτικό ρόλο της τοπικής διοίκησης. Ο Giuliani, θυμωμένος από τον τρόπο με τον οποίο οι διπλωμάτες των Ηνωμένων Εθνών αγνοούσαν την ισχύουσα νομοθεσία για την παράνομη στάθμευση, και αποδίδοντάς τους ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το μποτιλιάρισμα του Μανχάταν, απείλησε να αρχίσει να ρυμουλκεί τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα με διπλωματικές πινακίδες. Ενώ είχε ήδη χλευαστεί ανοιχτά για τις μικρότερης ή μεγαλύτερης σημασίας πολιτικές του ενάντια στην καταστολή, ο “Benito” Giuliani (όπως τον κατoνόμαζαν ακόμη και οι New York Times) δήλωνε εξίσου θυμωμένος και με το State Department επειδή φαινόταν να υποστηρίζει την κακή οδική συμπεριφορά του ΟΗΕ. Τότε ο Guiliani αποφάσισε ότι ίσως είχε έρθει η στιγμή, να αποκτήσει η πόλη της Νέας Υόρκης τη δική της εξωτερική πολιτική3. Το γενικότερο νόημα είναι ότι, σε μια χρονική στιγμή όπου αναδιαρθρώνεται η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και κράτους, εξελίσσεται μια κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής και αυξάνονται τα κύματα πολιτικής καταστολής, επαναπροσδιορίζεται η κλίμακα των πρακτικών, των κουλτούρων και των λειτουργιών που αναπτύσσονται στον αστικό χώρο μέσα στο πλαίσιο που ορίζουν οι νέες παγκόσμιες σχέσεις και η θεαματικά μεταβαλλόμενη μοίρα του έθνους-κράτους.

Αυτές οι τέσσερις σειρές γεγονότων σκιαγραφούν σε μεγάλο βαθμό τη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία, η οποία οδηγούνταν προς τη γέννηση της ήδη από τη δεκαετία του 1980. Με τον νεοφιλελευθερισμό, αναφέρομαι σε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Ο φιλελευθερισμός του 18ου αιώνα, από τον John Locke ως τον Adam Smith, περιστρεφόταν γύρω από δύο σημαντικές υποθέσεις: ότι η ελεύθερη, δημοκρατική υποστήριξη του ατομικού συμφέροντος οδηγούσε στο βέλτιστο συλλογικό κοινωνικό καλό· και ότι η αγορά αυτορρυθμίζεται, δηλαδή ότι η ατομική ιδιοκτησία είναι το θεμέλιο αυτού του ατομικού συμφέροντος, και η ελεύθερη αγορά το ιδανικό του όχημα. Ο αμερικάνικος φιλελευθερισμός του 20ου αιώνα λοιπόν, από τον Woodrow Wilson ως τον Franklin Roosevelt και τον John F Kennedy, δεν ήταν και τόσο άσχετος με το όνομά του καθώς έδωσε έμφαση στην κοινωνική αντιστάθμιση των ακροτήτων της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας, διατηρώντας φυσικά τα ίδια θεμελιακά αξιώματα του φιλελευθερισμού. Στο βαθμό μάλιστα που επεδίωκε να απορροφήσει την σοσιαλιστική επιρροή, μπορούμε να πούμε ότι αποτέλεσε μια ιδιαίτερη περίπτωση. Ο νεοφιλελευθερισμός λοιπόν, που περνά από τον 20ο στον 21ο αιώνα, εκφράζει μια σημαντική στροφή στα αρχικά αξιώματα του φιλελευθερισμού, αν και τα ενίσχυσε με μία άνευ προηγουμένου κινητοποίηση της κρατικής εξουσίας· όχι μιας γενικά και αόριστα εθνικής κρατικής εξουσίας, αλλά μιας κρατικής εξουσίας οργανωμένης και εξασκημένης σε διαφορετικές γεωγραφικές κλίμακες.

Παρόμοια, τροποποιήθηκαν δραστικά οι διασυνδέσεις ανάμεσα στο κεφάλαιο και το κράτος, η κοινωνική αναπαραγωγή και ο κοινωνικός έλεγχος. Και αυτός ο μετασχηματισμός, το περίγραμμα του οποίου μόλις ξεκινάμε να βλέπουμε, εκφράζεται πιο έντονα μέσα από μια μεταλλασσόμενη γεωγραφία των κοινωνικών σχέσεων – ή πιο συγκεκριμένα, μέσα από τον επαναπροσδιορισμό της κλίμακας στην οποία εξελίσσονται οι κοινωνικές διαδικασίες και οι κοινωνικές σχέσεις. Δημιουργούνται νέες συσχετίσεις μεταξύ των διαφορετικών κλιμάκων, αντικαθιστώντας τις προηγούμενες που συνδέονταν σε μεγάλο βαθμό με την “κοινότητα”, το “αστικό”, το “περιφερειακό”, το “εθνικό” και το “παγκόσμιο”. Εστιάζω σε αυτό το άρθρο αποκλειστικά στη νεοφιλελεύθερη αστικοποίηση και στη σχέση ανάμεσα στο παγκόσμιο και το αστικό. Δεν έχω καμία πρόθεση να υποστηρίξω ότι άλλες κλίμακες είναι λιγότερο σχετικές στο ευρύτερο πλαίσιο, θέλω όμως να αναφερθώ στην ιδιαίτερη σχέση που φαίνεται να αναπτύσσεται μεταξύ της παγκόσμιας κλίμακας και του μετασχηματισμού του αστικού χώρου. Συγκεκριμένα, θα ήθελα να θέσω δύο επιχειρήματα που στην αρχή θα φαίνονται αρκετά διαχωρισμένα. Πρώτον, θα ήθελα να ισχυριστώ ότι στα πλαίσια ενός νέου παγκοσμισμού4, ευρέως (αν και αποσπασματικά) εκφρασμένου μέσω των ιδεολογημάτων της “παγκοσμιοποίησης”, βλέπουμε έναν ευρύτερο επαναπροσδιορισμό της αστικής κλίμακας -στην πράξη μία νέα πολεοδομία- που επανεξετάζει τα κριτήρια κατασκευής της κλίμακας, και εν προκειμένω τις διαδικασίες της παραγωγής και την αξιοσημείωτη αστική ανάπτυξη στην Ασία, τη Λατινική Αμερική και την Αφρική. Δεύτερον, εστιάζοντας περισσότερο στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική, θα ήθελα να επισημάνω ότι οι σχετικά πρόσφατες διαδικασίες gentrification έχουν αναχθεί σε κεντρικό χαρακτηριστικό αυτής της νέας πολεοδομίας. Επομένως, εκθέτω δύο πτυχές μιας επιχειρηματολογίας που καταδεικνύει το πώς ο νεοφιλελευθερισμός εξελίσσεται σε νέες μορφές μέσα στην ευρύτερη ιστορία της καπιταλιστικής αστικοποίησης. Εν κατακλείδι, ελπίζω να δείξω ότι οι δύο μετατοπίσεις που διερευνώνται εδώ στην πραγματικότητα συνδέονται μεταξύ τους.

Νέα Πολεοδομία

Η Saskia Sassen, στο δεξιοτεχνικά συνθετικό της έργο (1992, 1998, 2000), προσφέρει ένα επιχείρημα που αποτελεί σημείο αναφοράς σχετικά με τη σημασία του τόπου5 στον νέο παγκοσμισμό. Ο τόπος, υποστηρίζει, έχει κεντρικό ρόλο στην κυκλοφορία των ανθρώπων και του κεφαλαίου στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Μια εστίαση στους αστικούς τόπους σε ένα κόσμο που παγκοσμιοποιείται μας οδηγεί στην αναγνώριση της ταχέως μειούμενης σημασίας της εθνικής οικονομίας, ενώ παράλληλα η παγκοσμιοποίηση λαμβάνει χώρα δια μέσω συγκεκριμένων κοινωνικών και οικονομικών συγκροτημάτων, ριζωμένων σε συγκεκριμένους τόπους. Αυτό συνθέτει μία οικεία εικόνα της παγκοσμιοποίησης, ορισμένης με όρους οικονομικής μετατόπισης από την παραγωγή στην χρηματοδότηση. Οι παγκόσμιες πόλεις αναδύθηκαν όταν, κατά τη δεκαετία του 1970, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα γιγαντώθηκε και οι ξένες άμεσες επενδύσεις σταμάτησαν πλέον να αφορούν κεφάλαιο που επενδύονταν απευθείας σε παραγωγικές λειτουργίες, αλλά μάλλον αφορούσαν κεφάλαιο που κινούνταν προς και ανάμεσα στις διάφορες αγορές κεφαλαίου. Αυτό, με τη σειρά του, πυροδότησε μια ευρεία ανάπτυξη των βοηθητικών προς τους παραγωγούς υπηρεσιών συγκεντρωμένων σε διοικητικές και ελεγκτικές θέσεις στη χρηματοπιστωτική οικονομία. Αυτές οι νέες αστικές μορφές χαρακτηρίζονται από ακραίους διχασμούς πλούτου και ένδειας, από ριζικές ανακατατάξεις των ταξικών σχέσεων και από την εξάρτηση σε νέα μεταναστευτικά ρεύματα εργασίας. Αυτή, φυσικά, είναι η παραδειγματική παγκόσμια πόλη. Η ισορροπία της παγκόσμιας δύναμης έχει μετατοπιστεί ήδη από τη δεκαετία του 1970 “από παραγωγικούς τόπους, όπως το Detroit και το Manchester, σε χρηματοπιστωτικά κέντρα και υπηρεσίες υψηλής εξειδίκευσης”6.

Το έργο της Sassen, μία ευπρόσδεκτη εναλλακτική στη φαιδρή αισιοδοξία των παγκοσμιοποιημένων ουτοπιών, είναι αρκετά εύστοχο όσον αφορά το μεταβαλλόμενο περιεχόμενο ορισμένων αστικών [urban] οικονομιών. Παρόλα αυτά, είναι ευάλωτο τόσο στις θεωρητικές, όσο και στις εμπειρικές του βάσεις, οι οποίες υποδεικνύουν μία πολύ πιο περίπλοκη σειρά σχέσεων που συνδέουν τις παγκόσμιες πόλεις, αλλά και ένα μεγαλύτερο φάσμα πόλεων που μπορεί να ομαδοποιηθεί κάτω από τον τίτλο “παγκόσμιες πόλεις”7. Στο τέλος, τα επιχειρήματα της Sassen είναι λίγο ασαφή σχετικά με το πώς κατασκευάζονται στην πράξη οι τόποι. Δεν προχωράει αρκετά. Φαίνεται σαν η παγκόσμια κοινωνική οικονομία να περιλαμβάνει μία πληθώρα μονάδων-υποδοχέων [containers], τα έθνη-κράτη, μέσα στις οποίες επιπλέει ένας αριθμός μικρότερων υπομονάδων-υποδοχέων, οι πόλεις. Αυτό που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση είναι μία ριζική αλλαγή στα είδη των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων και δραστηριοτήτων που εξελίσσονται μέσα σε αυτές τις μονάδες, μία αναταξινόμηση των δραστηριοτήτων μεταξύ διαφορετικών μονάδων και μία αυξανόμενη διαβλητότητα των εθνικών μονάδων, που έχει ως αποτέλεσμα οι ταραχές στην ευρύτερη παγκόσμια θάλασσα να κτυπούν απευθείας και αυξανόμενα τις πόλεις. Παρόλα αυτά, και με την εξαίρεση κάποιων εθνικών μονάδων που πιθανόν να βουλιάζουν πραγματικά, οι μονάδες καθεαυτές παραμένουν σταθερά ανέγγιχτες σε αυτή τη φάση, ακόμα και αν οι μεταξύ τους σχέσεις μεταλλάσσονται. Κατά τον Brenner, το έργο της Sassen παραμένει “εκπληκτικά κρατικοκεντρικό” [με την εδαφική έννοια του κράτους]. Θέλω να υποστηρίξω εδώ ότι στα πλαίσια ενός νέου παγκοσμισμού, βιώνουμε την ανάδυση μιας νέας πολεοδομίας, τέτοια που οι μονάδες καθεαυτές αναπλάθονται θεμελιακά. “Το αστικό” επανακαθορίζεται τόσο δραστικά όσο και το παγκόσμιο· τα παλιά εννοιολογικά σχήματα -οι υποθέσεις της δεκαετίας του 1970 για το τι είναι ή ήταν “το αστικό”- δεν επαρκούν πλέον. Οι νέες αλληλουχίες αστικών λειτουργιών και δραστηριοτήτων σε σχέση με το εθνικό και το παγκόσμιο αλλάζουν όχι μόνο την εικόνα της πόλης, αλλά και τον ίδιο τον ορισμό του τι -κυριολεκτικά- συνιστά την αστική κλίμακα.

Οι πόλεις έχουν ιστορικά επιτελέσει πολλαπλές λειτουργίες, από στρατιωτικές και θρησκευτικές έως πολιτικές και εμπορικές, συμβολικές και πολιτιστικές, ανάλογα με την ιστορία και τη γεωγραφία της συγκρότησης και του μετασχηματισμού τους. Η κλίμακα του αστικού εξαρτάται εξίσου από τις ιδιαιτερότητες της κοινωνικής γεωγραφίας και της ιστορίας. Με την ανάπτυξη και την επέκταση του βιομηχανικού καπιταλισμού, οι αναπτυσσόμενες πόλεις εκφράζουν ολοένα και περισσότερο την ισχυρή τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου, ενώ η κλίμακα του αστικού ορίζεται ολοένα και περισσότερο σε σχέση με τα γεωγραφικά όρια της καθημερινής μετακίνησης από και προς τους χώρους εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι καθώς ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στην παραγωγή και την αναπαραγωγή γίνεται ταυτόχρονα και χωρικός καταμερισμός, και οποιωνδήποτε άλλων λειτουργιών και δραστηριοτήτων εκτελεί η πόλη, η κοινωνική και χωρική οργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής της εργασίας -δηλαδή η πρόνοια και η συντήρηση του πληθυσμού της εργατικής τάξης- έρχεται να διαδραματίσει έναν κεντρικό ρόλο στον καθορισμό της αστικής κλίμακας. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η κλίμακα της μοντέρνας πόλης ρυθμίζεται έτσι από κάτι τελείως εγκόσμιο: τους αντιφατικούς καθορισμούς των γεωγραφικών ορίων της καθημερινής μετακίνησης των εργατών ανάμεσα στο σπίτι και τη δουλειά8.

Η Κεϋνσιανή πόλη του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, στην οποία το κράτος εγγυόταν ευρύτατες ζώνες [swaths] κοινωνικής αναπαραγωγής, από την κατοικία μέχρι την πρόνοια και τις υποδομές των μεταφορών, αντιπροσώπευσε το ζενίθ αυτής της καθοριστικής σχέσης ανάμεσα στην αστική κλίμακα και την κοινωνική αναπαραγωγή. Αυτό είναι ένα ζήτημα που απασχόλησε σταθερά το έργο Ευρωπαίων και Αμερικάνων θεωρητικών της πόλης, αρχής γενομένης τη δεκαετία του 1960, από την αστική [urban] επανάσταση του Lefebvre(1971), στην αστική κρίση του Harvey(1973) και στον ρητό καθορισμό του Castells(1977) για το αστικό με όρους συλλογικής κατανάλωσης, ενώ παράλληλα αποτέλεσε και διαρκή έγνοια της φεμινιστικής θεωρίας για την πόλη9. Όντας παράλληλα ένα κέντρο συσσώρευσης κεφαλαίου, η Κεϋνσιανή πόλη ήταν από πολλές απόψεις ο κοινός προθάλαμος για την ανεύρεση εργασίας και την κοινωνική πρόνοια για κάθε εθνική πρωτεύουσα. Άλλωστε η περίφημη αστική κρίση του τέλους της δεκαετίας του 1960 και ολόκληρης της δεκαετίας του 1970 ερμηνεύτηκε ευρέως ως κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής, η οποία σχετίζονταν με τις κοινωνικές παρενέργειες του ρατσισμού, της ταξικής εκμετάλλευσης και της πατριαρχίας, και τις αντιθέσεις ανάμεσα σε μία αστική μορφή που προέκυπτε με κριτήριο την καπιταλιστική συσσώρευση και μία άλλη που έπρεπε να δικαιολογηθεί ως προς την αποτελεσματικότητα της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Ας κάνουμε τώρα ένα βήμα πίσω και ας κοιτάξουμε το ζήτημα της “παγκοσμιοποίησης”, γιατί εάν μιλάμε για παγκόσμιες πόλεις, κατά πάσα πιθανότητα ο ορισμός τους εμπλέκεται σε αυτή τη διαδικασία. Τι είναι ακριβώς αυτό που παγκοσμιοποιείται στις αρχές του 21ου αιώνα; Ποια είναι η καινοτομία του παρόντος; Σίγουρα δεν είναι το εμπορευματικό κεφάλαιο που παγκοσμιοποιείται: Ο Άνταμ Σμιθ και ο Καρλ Μαρξ διαπίστωσαν αμφότεροι μία “παγκόσμια αγορά”. Ούτε, με την ίδια λογική, μπορεί να είναι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αυτό που παγκοσμιοποιείται. Τα σύγχρονα επίπεδα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής συναλλαγής μόλις τώρα φτάνουν τα επίπεδα της περιόδου μεταξύ της δεκαετίας του 1890 και του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι θεσμοί των Bretton-Woods, που συστάθηκαν μετά το 1944, ιδιαίτερα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, προορίζονταν να αναζωογονήσουν και να ρυθμίσουν τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές ροές που είχαν διακοπεί από την οικονομική κρίση και τον πόλεμο. Μέσα από αυτό το ιστορικό πρίσμα, η παγκόσμια επέκταση των χρηματιστηρίων αξιών και συναλλάγματος και η πλατιά χρηματοπιστωτική απορρύθμιση μετά τη δεκαετία του 1980, είναι μάλλον περισσότερο μία απάντηση στη παγκοσμιοποίηση, παρά η αιτία της. Πολύ ισχυρή είναι επίσης η παγκοσμιοποίηση των πολιτισμικών εικόνων της εποχής των υπολογιστών και της πρωτοφανούς μετανάστευσης, αλλά είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ένα επιχείρημα σχετικά με την καινοτομία της πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης, δεδομένου του εύρους των προϋπάρχοντων πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων. Πολύ πριν τη δεκαετία του 1980, όλες οι “εθνικές” κουλτούρες ήταν λιγότερο ή περισσότερο υβριδικές. Άρα, αυτό που μένει είναι το παραγωγικό κεφάλαιο, και νομίζω ότι μία βάσιμη υπόθεση που μπορεί να γίνει είναι ότι στο βαθμό που η παγκοσμιοποίηση κηρύσσει κάτι νέο, ο νέος παγκοσμισμός μπορεί να ανιχνευθεί στην αυξανόμενη παγκόσμια -ή έστω διεθνή- κλίμακα της οικονομικής παραγωγής. Ακόμα και στα τέλη της δεκαετίας του 1970, τα περισσότερα καταναλωτικά εμπορεύματα παράγονταν σε μία εθνική οικονομία, είτε για να καταναλωθούν εκεί, είτε για να εξαχθούν σε μία άλλη εθνική αγορά. Κατά τη δεκαετία του 1990, αυτό το μοντέλο ήταν παρωχημένο, καθώς για ορισμένα εμπορεύματα γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να προσδιοριστούν συγκεκριμένοι τόποι παραγωγής και η παλιά γλώσσα της οικονομικής γεωγραφίας δε έβγαζε πλέον κανένα νόημα. Στα αυτοκίνητα, τα ηλεκτρονικά, την ένδυση, τους υπολογιστές, τη βιοϊατρική και πολλούς άλλους βιομηχανικούς τομείς, υψηλής και χαμηλής τεχνολογίας, η παραγωγή τώρα οργανώνεται μεταξύ των εθνικών συνόρων, σε τέτοιο βαθμό που τα ζητήματα των εθνικών “εισαγωγών” και “εξαγωγών” υποκαθίστανται από εσωτερικά ζητήματα της παραγωγικής διαδικασίας του παγκόσμιου εμπορίου. Η ιδέα του “εθνικού κεφαλαίου” έχει σήμερα ελάχιστο νόημα, γιατί το μεγαλύτερο παγκόσμιο εμπόριο εκτός των εθνικών συνόρων είναι πια ενδοεταιρικό: λαμβάνει χώρα μέσα στα δίκτυα παραγωγής των ίδιων των εταιριών.

Με καθαρά οικονομικούς όρους, υπάρχει μικρή αμφιβολία ότι μειώνεται η δύναμη των περισσότερων κρατών που οργανώνονται σε εθνική κλίμακα. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν επικαλείται μία “μηδενικού-αθροίσματος” εννοιολόγηση της κλίμακας10, ούτε η απονέκρωση του έθνους-κράτους είναι ένα απλουστευτικό επιχείρημα. Πρώτον, η πολιτική και πολιτισμική ισχύς της εξουσίας σε εθνική κλίμακα δεν είναι απαραίτητο ότι μειώνεται, σε αρκετούς τόπους μάλιστα μπορεί να ενισχύεται. Δεύτερον, η αποδυνάμωση της οικονομικής εξουσίας σε εθνική κλίμακα είναι ιδιαίτερα ανισοκατανεμημένη και όχι αναγκαστικά παγκόσμια, με τις ΗΠΑ ή το Κινέζικο κράτος να απολαμβάνουν μία πολύ διαφορετική μοίρα από τη Μαλαισία ή τη Ζιμπάμπουε. Για παράδειγμα, ο Mészáros ισχυρίστηκε ότι η φιλοδοξία του κράτους των ΗΠΑ είναι να μετασχηματιστεί σε ένα παγκόσμιο κράτος και να διεξάγει έναν βίαιο “πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία” -στην πραγματικότητα έναν πόλεμο για την παγκόσμια ηγεμονία- κάτι που μοιάζει να επιβεβαιώνει την ανάλυση. Παρόλα αυτά, οι πηγές αυξημένης οικονομικής διαβλητότητας σε εθνική κλίμακα είναι αναντίρρητες: οι επικοινωνίες και η χρηματοπιστωτική απορρύθμιση διεύρυναν την γεωγραφική κινητικότητα του κεφαλαίου· πρωτοφανείς εργατικές μεταναστεύσεις αποστασιοποίησαν τις τοπικές οικονομίες από την αυτόματη εξάρτηση στην εγχώρια εργασία· οι εθνικές και οι τοπικές κυβερνήσεις (συμπεριλαμβανομένων των δημοτικών αρχών) ανταποκρίθηκαν προσφέροντας το καρότο στο κεφάλαιο, ενόσω εφάρμοζαν το μαστίγιο στην εργασία και αποσυναρμολογούσαν τις πρωθύστερες επιδοτήσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής· και τέλος, καθώς οι ταξικοί και οι φυλετικοί αγώνες έχουν ευρέως υποχωρήσει, έχουν επιτρέψει στις τοπικές και στις εθνικές κυβερνήσεις να εγκαταλείψουν το τμήμα του πληθυσμού που περισσεύει, τόσο με την αναδόμηση της οικονομίας, όσο και με το ξεκοίλιασμα των κοινωνικών υπηρεσιών. Η μαζική φυλάκιση της εργατικής τάξης και των μειονοτικών πληθυσμών, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, είναι το εθνικό ανάλογο της αναδυόμενης ρεβανσιστικής πόλης. Τα συγκριτικά χαμηλά επίπεδα κοινωνικών αγώνων έκαναν δυνατή την εικονική σιωπή της κυβέρνησης μετά τις εξεγέρσεις του Λος Άντζελες το 1992, γεγονός που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την θετική [για τις συνθήκες διαβίωσης των μαύρων] -αν και πατερναλιστική- αντίδρασή της στις εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1960.

Συνεπώς, δύο αλληλοενισχυόμενες μετατοπίσεις αναδομήσαν τις λειτουργίες και τους ενεργούς ρόλους των πόλεων. Αρχικά, τα παραγωγικά συστήματα που ήταν προηγουμένως χωρικά οργανωμένα σε (υποεθνική) περιφερειακή κλίμακα, σταδιακά αποκόπηκαν από το καθορισμένο εθνικό τους πλαίσιο, οδηγώντας όχι μόνο σε κύματα αποβιομηχάνισης κατά τη δεκαετία του 1970 και του 1980, αλλά και σε μια συνολική αναδόμηση και αποδόμηση της περιφέρειας στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης των καθιερωμένων ιεραρχιών κλίμακας. Ως συνέπεια, τα παραγωγικά συστήματα συρρικνώθηκαν. Η χωρική οργάνωση της παραγωγής επικεντρώνεται ολοένα και περισσότερο σε επεκτεινόμενα μητροπολιτικά κέντρα, παρά σε ευρύτερες περιοχές: η μητροπολιτική κλίμακα έρχεται πάλι να κυριαρχήσει επί της περιφερειακής κλίμακας, παρά το αντίθετο. Για παράδειγμα, στη θέση των αμερικάνικων Northwest και Midwest, των αγγλικών Midlands και του γερμανικό Ruhr -κλασικά γεωγραφικά δείγματα μοντέρνου βιομηχανικού καπιταλισμού- έχουμε το São Paulo και την Bangkok, το Mexico City και τη Shanghai, τη Mumbai και τη Seoul. Αν τον 19ο και 20ο αιώνα, οι παραδοσιακές βιομηχανικές περιοχές ήταν η σπονδυλική στήλη των εθνικών πρωτευουσών, οι πλατφόρμες της παγκόσμιας παραγωγής αποτελούνται ολοένα και περισσότερο από τις νέες τεράστιες αστικές [urban] οικονομίες. Αυτή η νέα αναδιάρθρωση της κλίμακας της παραγωγής προς τη μητροπολιτική κλίμακα είναι μία έκφραση της παγκόσμιας αλλαγής· ενώ την ίδια στιγμή, βρίσκεται στην καρδιά μιας νέας πολεοδομίας.

Οι συνέπειες γίνονται επίσης εμφανείς καθώς τα έθνη-κράτη απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από τις φιλελεύθερες πολιτικές του αστικού χώρου που κυριάρχησαν στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες τις κεντρικές δεκαετίες του 20ου αιώνα. Στις ΗΠΑ, η άρνηση του Προέδρου Ford να διασώσει την Πόλη της Νέας Υόρκης στο μέσο μιας βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης (απαθανατισμένη από την περίφημη επικεφαλίδα των Daily News: “Ford to City: Drop Dead”), που ακολουθήθηκε από την αποτυχία του Προέδρου Carter να υλοποιήσει το πολεοδομικό σχέδιο του 1978, έδωσε τον πρώτο υπαινιγμό μιας εθνικής οικονομίας ολοένα πιο αποσυνδεδεμένης και ανεξάρτητης από τις πόλεις της. Ακολούθησε η ολοκληρωτική διάλυση της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου, οδεύοντας με αποσπασματικά αλλά σταθερά βήματα προς την κυνική περικοπή του προνοιακού συστήματος επί Clinton το 1996. Aν και τα αποτελέσματα συχνά αποκρύπτονται και παίρνουν πολλές μορφές, η πορεία της αλλαγής είναι παρόμοια στις περισσότερες εύρωστες οικονομίες, με την Ιταλία -παρά τη μεταβίβαση κάποιας ισχύς του έθνους-κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση- να αποτελεί μία πιθανή εξαίρεση.

Το νόημα εδώ δεν είναι αναγκαστικά ότι το έθνος-κράτος αποδυναμώθηκε ή ότι η εδαφικότητα της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας είναι κατά κάποιο τρόπο λιγότερο ισχυρή. Αυτό το επιχείρημα -ότι η παγκόσμια ισχύς έγκειται σήμερα σε ένα δίκτυο οικονομικών διασυνδέσεων, παρά σε οποιονδήποτε συγκεκριμένο τόπο- ενσαρκώνεται στη σημαντική προσέγγιση της Αυτοκρατορίας από τους Hardt και Negri (2000), αλλά πάσχει από κάποιου είδους νεκρομαντεία με το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και παραβλέπει τις αντιφάσεις της εξουσίας που προκύπτει από τις απαραίτητες ρυθμίσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων και του πολιτικού ελέγχου στον χώρο. Σίγουρα, συγκεκριμένες λειτουργίες και δραστηριότητες, οργανωμένες πρωθύστερα σε εθνική κλίμακα, διαχέονται σε άλλες κλίμακες, μικρότερες ή μεγαλύτερες. Ωστόσο, τα έθνη-κράτη επανασχεδιάζονται ταυτόχρονα ως καθαρότεροι, εδαφικά προσδιορισμένοι οικονομικοί παράγοντες της αγοράς, παρά ως εξωτερικά συμπληρώματά της. Όσο ο καθορισμός της κλίμακας αποτυπώνει το περίγραμμα των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας -ποιος ενδυναμώνεται και ποιος εμπεριέχεται, ποιος κερδίζει και ποιος χάνει- στα ανασκευασμένα φυσικά τοπία, τόσο η κοινωνική και οικονομική αναδιάρθρωση θα είναι παράλληλα και αναδιάρθρωση της χωρικής κλίμακας11.

Όπως έχει ειπωθεί και αλλού στον παρόν άρθρο, η νεοφιλελεύθερη πολεοδομία είναι συστατικό κομμάτι αυτού του ευρύτερου επαναπροσδιορισμού της κλίμακας των λειτουργιών, των δραστηριοτήτων και των σχέσεων. Πρόκειται για μία σημαντική έμφαση στο παραγωγικό και χρηματοπιστωτικό πλέγμα του κεφαλαίου εις βάρος ζητημάτων της κοινωνικής αναπαραγωγής. Δεν είναι ότι η οργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής δε διαμορφώνει πλέον τους όρους με τους οποίους καθορίζεται η αστική κλίμακα, αλλά μάλλον ότι η ισχύς της να το κάνει αυτό έχει εξαντληθεί σημαντικά. Οι δημόσιες συζητήσεις πάνω στην περιαστική διάχυση στην Ευρώπη και ιδίως στις ΗΠΑ, οι συστηματικές καμπάνιες στην Ευρώπη που προωθούν την αστική “αναγέννηση”, και τα ανερχόμενα κινήματα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, όλα δείχνουν ότι όχι μόνο η κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής ολοκληρώνεται σε εδαφικό επίπεδο, αλλά, αντιστρόφως, ότι η παραγωγή του αστικού χώρου έρχεται να ενσαρκώσει αυτήν την κρίση. Υπάρχει μία σύνδεση μεταξύ της παραγωγής της αστικής κλίμακας και της αποτελεσματικής αναπροσαρμογής της αξίας, καθώς μία πολεοδομία “λάθος κλίμακας” μπορεί να παρεμποδίσει σοβαρά τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Η κρίση της καθημερινής μετακίνησης βρίσκεται στο κέντρο αυτής της κρίσης. Ισχυρίστηκα κάποτε12 ότι όπου η γεωγραφική επέκταση των πόλεων ξεπερνούσε την ικανότητα τους να μεταφέρουν τους ανθρώπους από το σπίτι στη δουλειά και πάλι πίσω, το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο αστικό χάος, αλλά και “ο κατακερματισμός και η ανισορροπία στη γενίκευση της αφηρημένης εργασίας” που στόχευε στο κέντρο της οικονομικής συνοχής. Καθώς, χωρίς αμφιβολία, η παραπάνω αντίθεση μεταξύ της γεωγραφικής μορφής και της οικονομικής διαδικασίας διαρκεί ακόμα, τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι πόλεις σε πολλά μέρη της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής δίνουν μία μάλλον διαφορετική εικόνα. Η καθημερινή μετακίνηση στο São Paulo, για παράδειγμα, μπορεί να ξεκινήσει για πολλούς στις 3:30 π.μ. και να υπερβεί τις τέσσερις ώρες προς κάθε κατεύθυνση. Στη Harare της Zimbabwe, ο μέσος χρόνος μετακίνησης από τις μαύρες συνοικίες προς την αστική περιφέρεια είναι επίσης τέσσερις ώρες προς κάθε κατεύθυνση, καταλήγοντας σε μία εργάσιμη μέρα κατά την οποία οι εργάτες λείπουν από το σπίτι τους για δεκαέξι ώρες και σχεδόν την υπόλοιπη κοιμούνται. Για τους ίδιους τους εργάτες, το οικονομικό κόστος της μετακίνησης έχει επίσης αυξηθεί δραματικά, εν μέρει λόγω και της ιδιωτικοποίησης των μεταφορών κατ’ εντολή της Παγκόσμιας Τράπεζας. Οι καθημερινές μετακινήσεις που καταλάμβαναν μόλις το 8% του εβδομαδιαίου εισοδήματος στις αρχές της δεκαετίας του 1980, απαιτούσαν μεταξύ 22% και 45% στα μέσα της δεκαετίας του 1990.13.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Αρκετοί καλοπροαίρετοι πολεοδόμοι καταγγέλλουν την απουσία κατάλληλων υποδομών· και αυτό αποτελεί σίγουρα ένα ζήτημα. Παρόλα αυτά, αν πάμε ένα βήμα πιο πίσω, υπάρχει μία θεμελιώδης γεωγραφική αντίθεση μεταξύ των δραματικά αυξημένων αξιών γης που συνοδεύουν την συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στον πυρήνα αυτών των μητροπόλεων και των αξιών γης στις περιθωριακές, εξωαστικές τοποθεσίες, όπου αναγκάζονται να ζήσουν οι εργάτες λόγω των αξιοθρήνητων μισθών, στη βάση των οποίων κτίζεται η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Ωστόσο, περιέργως, αυτές οι χαοτικές και επίπονες μετακινήσεις δεν έχουν οδηγήσει ακόμα σε μία οικονομική κατάρρευση· οι παλμοί της οικονομικής παραγωγής -και, ιδιαίτερα, η ανάγκη να έρχονται οι εργαζόμενοι στους χώρους δουλειάς- έχουν υπερισχύσει των περιορισμών που πηγάζουν από τις συνθήκες της κοινωνικής αναπαραγωγής. Οι δυσλειτουργικές παρενέργειες μιας σχεδόν αβάσταχτης μετακίνησης δεν έχουν ακόμα θέσει σε κίνδυνο την οικονομική παραγωγή. Αντ’ αυτού, έχουν αναδείξει μία “απεγνωσμένη ευελιξία” και έχουν απορροφηθεί εν μέσω μιας ευρύτερης κοινωνικής κατάρρευσης την οποία ο Katz αποκαλεί “αποσυνθέτουσα ανάπτυξη”.

Έτσι, η αιχμή του δόρατος της συνδυασμένης αναδιάρθρωσης της αστικής κλίμακας και της αστικής λειτουργίας δεν βρίσκεται στις παλιές πόλεις του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, όπου η αποσύνθεση των παραδοσιακά παραγωγικοκεντρικών περιοχών [production-based regions] και η αυξανόμενη αποδιάρθρωση της κοινωνικής αναπαραγωγής σε αστική κλίμακα μπορεί να είναι επώδυνη -και δύσκολα θα περάσει χωρίς αντίδραση- αλλά είναι ωστόσο μερική. Μάλλον, βρίσκεται στις ταχέως επεκτεινόμενες μητροπόλεις της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και τμημάτων της Αφρικής, όπου το Κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ, ενώ η καθοριστική σύνδεση μεταξύ της πόλης και της κοινωνικής αναπαραγωγής δεν ήταν ποτέ κυρίαρχη, αλλά και οι μορφές, οι δομές και τα τοπία είναι αρκετά ανίσχυρα για να αποτελέσουν σημαντικό εμπόδιο. Αυτές οι μητροπολιτικές οικονομίες, γίνονται οι παραγωγικές εστίες ενός νέου παγκοσμισμού. Αντίθετα με την περιαστικοποίηση των μεταπολεμικών ετών στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, την Ωκεανία και την Ιαπωνία, η συνταρακτική αστική επέκταση των αρχών του 21ου αιώνα θα καθοδηγείται αναμφισβήτητα από την εξάπλωση της κοινωνικής παραγωγής και όχι της κοινωνικής αναπαραγωγής. Τουλάχιστον από αυτήν την άποψη, η διακήρυξη του Lefebvre για μία αστική επανάσταση που θα καθόριζε την πόλη και τους αστικούς αγώνες με όρους κοινωνικής αναπαραγωγής -ή ακόμη περισσότερο ο ορισμός του αστικού με όρους συλλογικής κατανάλωσης από τον Castells- θα ξεθωριάσουν στην ιστορική μνήμη. Εάν “ο καπιταλισμός άλλαξε ταχύτητα” με την έλευση του Κεϋνσιανισμού, από “μία αστικοποίηση επικεντρωμένη στην παραγωγή σε μία αστικοποίηση επικεντρωμένη στην κατανάλωση”, όπως παρατήρησε κάποτε ο Harvey14, η πολεοδομία του 21ου αιώνα πιθανόν να αντιστρέφει αυτή τη μετατόπιση.

Αυτή η ανασυγκρότηση της κλίμακας και η επιλεκτική επανενδυνάμωση της αστικής κλίμακας -η φιλοδοξία του Giuliani για μία εξωτερική πολιτική των πέντε δήμων της Νέας Υόρκης- αναπαριστά μόνο ένα νήμα της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας. Συμβαδίζει με την εναρμονισμένη επί του πολιτισμικότερου εκτίμηση του πολιτικού γεωγράφου Peter Taylor15, ο οποίος ισχυρίζεται ότι “Οι πόλεις αντικαθιστούν τα κράτη στην κατασκευή των κοινωνικών ταυτοτήτων”. Πόλεις σαν το São Paulo και τη Shanghai, το Lagos και τη Bombay πιθανόν ανταγωνίζονται τα πιο παραδοσιακά αστικά κέντρα, όχι απλά στο μέγεθος και στην πυκνότητα της οικονομικής δραστηριότητας -το έχουν ήδη κάνει αυτό- αλλά βασικά ως πρωτοποριακά εκκολαπτήρια στην παγκόσμια οικονομία, πρόδρομοι νέων αστικών μορφών, διαδικασιών και ταυτοτήτων. Κανείς δεν ισχυρίζεται στα σοβαρά ότι ο 21ος αιώνας θα δει μια επιστροφή σε ένα κόσμο εθνών-κρατών – αλλά θα δει μία νέα σύλληψη του πολιτικού προνομίου της πόλης απέναντι στις περιφέρειες και τα έθνη-κράτη.

Τέλος, ο επαναπροσδιορισμός της κλίμακας του αστικού με όρους κοινωνικής παραγωγής, παρά αναπαραγωγής, δε μειώνει σε καμία περίπτωση τη σημασία της κοινωνικής αναπαραγωγής στο πλαίσιο της αστικής ζωής. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η πάλη για την κοινωνική αναπαραγωγή αποκτά αυξημένη σημασία, ακριβώς εξαιτίας της κατάρρευσης των κρατικών υποχρεώσεων. Παρόλα αυτά, η απουσία του κράτους σε αυτήν την περιοχή συνδυάζεται με μία οξυμένη κρατική δραστηριότητα στο πεδίο του κοινωνικού ελέγχου. Η μετατροπή της Νέας Υόρκης σε μία “ρεβανσιστική πόλη” δεν είναι ένα απομονωμένο γεγονός και η ανάδειξη περισσότερο αυταρχικών κρατικών μορφών και πρακτικών δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί στο πλαίσιο της αλλαγής της κλίμακας των παγκόσμιων και των τοπικών γεωγραφιών. Σύμφωνα με τον Swyngedouw16, η υποκατάσταση του ξεθωριασμένου κράτους πρόνοιας από το δόγμα της πειθαρχίας στις αγορές, αποκλείει σκόπιμα σημαντικά τμήματα του πληθυσμού, ενώ παράλληλα, ο φόβος της κοινωνικής αντίστασης προκαλεί κλιμάκωση του κρατικού αυταρχισμού. Την ίδια στιγμή, η νέα εργατική δύναμη των πόλεων περιλαμβάνει ολοένα και περισσότερους περιστασιακούς και μερικώς απασχολούμενους εργαζόμενους, οι οποίοι δεν ενσωματώνονται καθ’ ολοκλήρου στις ολοένα και πιο πιεστικές απαιτήσεις δημοσιονομικής πειθαρχίας, καθώς και μετανάστες των οποίων τα πολιτισμικά και πολιτικά δίκτυα -τμήμα των μέσων κοινωνικής αναπαραγωγής- παρέχουν επίσης εναλλακτικά πρότυπα κοινωνικών πρακτικών, εναλλακτικές δυνατότητες αντίστασης.

Εν συντομία, αυτό που προσπαθώ να ισχυριστώ δεν είναι ότι πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και το Τόκιο στερούνται ισχύος στην παγκόσμια ιεραρχία των πόλεων και στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Η συγκέντρωση χρηματοπιστωτικών και άλλων διοικητικών λειτουργιών σε αυτά τα κέντρα είναι αδιαμφισβήτητη. Αντίθετα, προσπαθώ να τοποθετήσω αυτή την ισχύ σε ένα πλαίσιο και, αμφισβητώντας την κοινή υπόθεση ότι η ισχύς του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου είναι αναγκαστικά κυρίαρχη, να αμφισβητήσω και τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία οι πόλεις ονομάζονται “παγκόσμιες”. Εάν είναι έστω και ελάχιστα βάσιμο το επιχείρημα ότι η αποκαλούμενη παγκοσμιοποίηση προκύπτει βασικά από την παγκοσμιοποίηση της παραγωγής, τότε η θέση μας για το τι συνιστά μια παγκόσμια πόλη πρέπει πιθανώς να αντανακλά αυτόν τον ισχυρισμό.

1. Cooper 1998: B5, Cooper 1999
2. Smith 1996, Swyngedouw 1997
3. Αυτή η έννοια της εξωτερικής πολιτικής με κέντρο την πόλη και παγκόσμια εμβέλεια, ξεσηκώθηκε αρκετά αυθαίρετα από τις προτάσεις που διατύπωσαν οι σοσιαλδημοκράτες σε ένα παγκόσμιο συνέδριο που γινόταν ταυτόχρονα με βάση την πόλη της Νέας Υόρκης, οργανωμένο από τον πρώην δήμαρχο της Βαρκελώνης, Pasqual Maragal. Ο Giuliani αρνήθηκε να παραβρεθεί, αλλά παρά ταύτα οικειοποιήθηκε τις ιδέες τους.
4. ΣτΜ. Μετάφραση από τον αγγλικό όρο globalism: η αντιμετώπιση όλη της γης ως σφαίρας άσκησης πολιτικής επιβολής.
5. ΣτΜ. Η πρωτότυπη διατύπωση είναι local place, δηλαδή “τοπικού (σε κλίμακα) τόπου (το φιλοσοφικά χωρικά συγκεκριμένο)”
6. Sassen 1992:325
7. Taylor 1999
8. Smith 1990:136–137
9. Hansen and Pratt 1995, Katz 2001, Rose 1981
10. Brenner 1998, MacLeod 2001
11. Brenner 1998, Smith and Dennis 1987, Swyngedouw 1996, 1997
12. Smith 1990:137
13. Ramsamy 2001:375–377
14. Harvey 1985:202, 209
15. Taylor 1995:58
16. Swyngedouw 1997:138

Πηγή: Neil Smith Νεα Πολεοδομία

Θεσσαλονίκη: Μέρες εξαίρεσης, ευκαιρίες εξέγερσης – Ανάληψη ευθύνης

Μέρες εξαίρεσης, ευκαιρίες εξέγερσης…

“Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω,έμαθα να βρίσκω. Κι από τότε που ο άνεμος μου εναντιώθηκε,έμαθα να σαλπάρω με όλους τους ανέμους. Ελευθερία είναι η θέληση να είναι κανείς υπεύθυνος απέναντι στον εαυτό του. Η πιο μεγάλη τέχνη είναι να ξέρεις να υποχωρείς την κατάλληλη στιγμή. Ποτέ σου μην ζητάς. Παράτα τα κλαψουρίσματα. Παίρνε σου λέω, πάντα παίρνε! “

Φρ. Νίτσε

Το τελευταίο χρονικό διάστημα βιώνουμε μια πρωτόγνωρη συνθήκη περιορισμού των προσωπικών και συλλογικών μας ελευθεριών. Υπό το πρόσχημα της πανδημίας και της ασφάλειας η νεοφιλελεύθερη δεξιά κυβέρνηση της ΝΔ συμπορευόμενη με τόσες άλλες σε ολόκληρο τον κόσμο προσπαθεί – και πετυχαίνει – να εκμεταλλευτεί το γενικότερο αίσθημα φόβου, να προμοτάρει την καμπάνια περί ατομικής ευθύνης και να επιβάλλει με ιδιαίτερη μάλιστα ευκολία την καθολική απομόνωση.

Μέσα στην συνθήκη του κορονοϊού οι παραπάνω από τους μισούς λόγους μετακίνησης σχετίζονται με την κατανάλωση και την οικονομία, η οποία βέβαια δεν θα μπορούσε να επιβιώσει αν δεν μετακινούνταν νομίμως και με ειδικό για την περίπτωσή τους έγγραφο όσοι προόριζονταν για να παράγουν. Οι υπάλληλοι των σούπερ μάρκετ είναι ένα έκδηλο παράδειγμα όσων δεν “έχαιραν” του καθεστώτος εξαίρεσης που επέβαλλε το κράτος και όσων δεν ήταν απαραίτητο να μείνουν σπίτι. Φυσικά δεν έλειψε και η ερμηνεία της εργασίας ως κοινωνικό έργο. Για ένα κράτος ρυθμιστή και προστάστη του κοινωνικού συνόλου και των κοινωνικών σχέσεων δεν γίνεται φυσικά να μην χρησιμοποιηθούν όσοι μπορούν να λειτουργήσουν ως διεκπαιρεωτές της εύρυθμης λειτουργίας του, σε καθεστώς εξαίρεσης. Γιατί για να θεωρηθεί επιτυχημένο δεν αρκεί απλά να τους κλείσει όλους και όλες στο σπίτι αλλά και να εξασφαλίσει την ομαλή συνέχειά του, τουλάχιστον στο ελάχιστο που μπορεί να επιτεύξει την επιβίωση του ίδιου του καπιταλισμού. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως πολλά από τα μέτρα που θεσπίστηκαν και στο μέλλον θα συνεχίσουν να τηρούνται, δεν πάρθηκαν με γνώμονα την διατήρηση της δημόσιας υγείας αλλά την περαιτέρω θωράκιση του κράτους από τους εσωτερικούς του εχθρούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ότι συστήνεται να τεθεί υπό περιορισμούς η νυχτερινή μετακίνηση, προφανώς όχι γιατί την νύχτα ο κορονοϊός κυκλοφορεί περισσότερο, αλλά γιατί για όσους η νυχτερινή μετακίνηση δεν παράγει (π.χ. ντελίβερι) δεν έχει λόγο να υπάρχει. Γιατί οι σωστοί πολίτες,αν όχι την μέρα, τουλάχιστον την νύχτα οφείλουν να είναι σπίτι.

Τα σούπερ μάρκετ αποτελούν προσομοίωση πλήρως επιτηρούμενων χώρων, τόσο για τους καταναλωτές, όσο και για τους εργαζόμενους. Ένα μικροπλαίσιο που αντανακλά τις επιταγές του ελέγχου και της ασφάλειας που αναπαράγονται από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς. “Χτίζεται” με κάμερες ασφαλείας που η εμβέλεια τους επεκτείνεται μέχρι και τα απέναντι πεζοδρόμια, με τους εκπαιδευμένους σεκιουριτάδες που επιλέγουν να ακολουθήσουν όποιον/α θεωρούν υπόπτο/η, με τους υπεύθυνους που παραμονεύουν στα “πίσω δωμάτια” και κανείς δεν γνωρίζει αν παρακολουθείται ή όχι. Και φυσικά από όλα αυτά δε λείπει και η αγαστή συνεργασία με τους μπάτσους σε περίπτωση που κάτι δεν πάει καλά.

Και πώς μια τέτοια στείρα εικόνα γίνεται ελκυστική?

Μέσα από φανταχτερές διαφημίσεις που συχνά κάνουν επίκληση στο συναίσθημα των καταναλωτών, τις προσφορές του μήνα, της εβδομάδας, της ημέρας, που παρουσιάζονται να “κατανοούν τις ανάγκες για οικονομική κατανάλωση και έξυπνες αγορές”. Και εκεί ακριβώς είναι που συναντιέται το θέαμα με το εμπόρευμα με το ένα να λειτουργεί υποστηρικτικά προς το άλλο.

Η συμβολή μιας απαλλοτρίωσης

Για εμάς η απαλλοτρίωση προϊόντων δεν συνιστά πραγμάτωση της κάλυψης ούτε μόνο των βασικών ούτε μόνο των υλικών μας αναγκών. Δημιουργεί τις προοπτικές για την απαλλοτρίωση χρόνου, ώστε ο χρόνος μας να μην υπηρετεί απλά τις επιταγές της κυριαρχίας. Η εντατικοποιημένη καθημερινότητα δομημένη πάνω σε ένα μηχανιστικό μοτίβο σπίτι-δουλειά-κατανάλωση-σπίτι μετατρέπει τον ίδιο τον άνθρωπο σε τίποτα παραπάνω από ένα προϊόν-εμπόρευμα. Τα άτομα για την οικονομία αναγνώσκονται ως στοιχεία αλγορίθμων για την όλο και πιο επιτυχημένοι ροή χρήματος. Η οργάνωση της καθημερινότητας στηρίζεται σε δραστηριότητες οι οποίες μπορούν να επιφέρουν περισσότερο κέρδος είτε αυτό βιώνεται παροντικά, είτε υπόσχεται μελλοντικές επιτυχίες. Το κέρδος βελτιώνει τις προοπτικές για μεγαλύτερη κατανάλωση κι έτσι τα άτομα αναλώνονται στο να καταναλώνουν προϊόντα,υπηρεσίες,σχέσεις και άλλα άτομα. Και αυτά είναι μερικά μόνο από τα όσα συνιστούν τον πυρήνα της αλλοτριωμένης ζωής.

Η ατομική και συλλογική απαλλοτρίωση από τους εξεγερμένους/ες, η ασεβής παραβίαση των κυρίαρχων εξουσιαστικών,θρησκευτικών και ηθικών αξιών, η διαρκής αμφισβήτηση για τους μηχανισμούς που τις στηρίζουν, οφείλουν και είναι θεμέλιοι λίθοι κάθε αναρχικής και επαναστατικής προοπτικής. Η άρνηση της ατομικής ιδιοκτησίας και η κάθε μορφή επίθεσης σε αυτήν απότελούν αναπόσπαστη πτυχή του αναρχικού αγώνα.

Την Πέμπτη 7 Μαϊου προβήκαμε σε μαζική απαλλοτρίωση στο σούπερ μάρκετ Μασούτης της οδού Ολυμπιάδος στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Τα μισά προϊόντα από αυτά που απαλλοτριώθηκαν αφέθηκαν στην λαϊκή αγορά του προφήτη Ηλία λίγα μέτρα πιο κάτω. Δεν διεκδικούμε σε καμία περίπτωση τον ρόλο του “σωτήρα” ή του Ρομπέν των δασών που επιτελεί κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό , ούτε πιστεύουμε πως μερικά καλάθια σούπερ μάρκετ μπορούν να καλύψουν ένα απεριόριστο εύρος αναγκών. Πραγματοποιήσαμε αυτήν την δράση με το σκεπτικό της διάχυσης της πρακτικής της απαλλοτρίωσης, η οποία είναι εφικτή σε καθημερινό επίπεδο από τον καθένα και την καθεμία, ως ένας ακόμη τρόπος να δημιουργούνται πλήγματα στην αλυσίδα της παραγωγής με το να σπάει στο σημείο της κατανάλωσης.

Επιλέξαμε συνειδητά να μην απαλλοτριώσουμε ζωϊκά παράγωγα γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι οποιαδήποτε απελευθερωτική πράξη δεν αφορά αποκλειστικά εμάς τους/τις ίδιους/ίδιες αλλά και άλλα όντα που μέσα στον ανθρώπινο πολιτισμό πλήττονται από την φυλάκιση,τον βασανισμό,την σφαγή, τις μαζικές δολοφονίες.

ΚΑΘΕ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΡΩΓΜΗ
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

ΟΥΤΕ ΜΕ ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΟΥΤΕ ΜΕ ΜΙΣΘΩΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ
ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΜΑΖΙΚΑ

ΖΩΗ, ΟΧΙ ΕΠΙΒΙΩΣΗ

ΝΑ ΜΗΝ ΖΗΣΟΥΜΕ ΣΑΝ ΔΟΥΛΟΙ

Σύντροφοι/ισσες

Εντός συνόρων, εκτός ορίων – Το πλάνο και η πλάνη της πλανητικής εποχής

Εντός συνόρων, εκτός ορίων – Το πλάνο και η πλάνη της πλανητικής εποχής

Ο Απρίλης είναι ο σκληρότερος μήνας, γεννώντας πασχαλιές μέσ’ απ’ τη νεκρή γη, σμίγοντας θύμηση κι επιθυμία, ανασαλεύοντας ρίζες νωθρές με ανοιξιάτικη βροχή.[1]

Στην Ταφή του νεκρού, αναφερόμενη στην αμφιταλάντευση μεταξύ ζωής και θανάτου, ομορφιάς και φθοράς, ποιητικής ουτοπίας και ιστορικής δυστοπίας, η ελιοτική αποτύπωση της αντίφασης του μεταιχμιακού τοπίου ανταποκρίνεται μοιραία και στη σημερινή πραγματικότητα. Σχεδόν έναν αιώνα μετά, η Ιστορία ξαναγράφει την Έρημη χώρα. Τον Απρίλιο του 2020, τον Απρίλη του COVID-19, η πόλη αδειάζει, ο θάνατος  θερίζει, η φύση ανθίζει, μία νέα εποχή χαράζει. Ο ιός, η μάστιγα, μοιάζει σαν το αναγκαίο γεγονός – τομή για το πέρασμα σε μία άλλη σφαίρα του ιστορικού γίγνεσθαι. Ο  ατέρμονος επιτάφιος θρήνος για τους νεκρούς του ιού μοιάζει με οβερτούρα ενός νέου επεισοδίου του έργου της ανθρωπότητας.

Το παρόν, μας βρίσκει λίγο πριν και λίγο εντός του νέου. Και, όπως κάθε μεταίχμιο, παρουσιάζεται αμφίσημο και διπολικό. Κείμενη μεταξύ του κενού και του καινού, πρόκειται για μια εποχή αβέβαιη, διαστρεβλωτική και κρίσιμη που οδηγεί σε μία περιοχή – πραγματικότητα αχαρτογράφητη. Αυτό που διακυβεύεται εδώ και τώρα δεν αφορά μόνο τις οικονομικές σχέσεις και την πολιτική εξουσία, αλλά έχει να κάνει συνολικότερα με τον τρόπο που ο Άνθρωπος συλλαμβάνει τον εαυτό του μέσα στον Κόσμο και κατά προέκταση με τον τρόπο εγγραφής του στην πραγματικότητα. Αnthropocene era και Singularity era, σε λίγο θα φανεί αν και πώς θα υπάρξει το ανθρώπινο ον στην υφήλιο.

Στους πρόποδες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης,  διεθνοπολιτικές οντότητες, δρώντες, κοινωνίες και συμφέροντα, συγκρούονται και αναμετρώνται, αποτιμώντας τον κύκλο που κλείνει, ατενίζοντας και προετοιμάζοντας αυτό που έρχεται.

To 3ο τεχνολογικό κύμα, φέρνοντας μαζί του τις τεχνολογίες του τρανζίστορ και του λέιζερ, τη δορυφορική τεχνολογία, το κομπιούτερ και το διαδίκτυο, ώθησε σε αλλαγές που κατέστησαν εφικτή, μέσω της τάχιστης μεταφοράς ιδεών, αγαθών και υπηρεσιών σε παγκόσμια κλίμακα, την προχωρημένη παγκοσμιοποίηση. Η ηλεκτρική ταχύτητα δημιούργησε μια ιλιγγιώδη νέα σφαίρα ύπαρξης, μέσα στην οποία η σχέση μας με τον χρόνο, τον χώρο, το πραγματικό και τον άλλο αναδομήθηκαν. Η ηλεκτρική εποχή ανακάλυψε ότι οι ακαριαίες ταχύτητες καταλύουν τον χώρο και τον χρόνο και επαναφέρουν τον άνθρωπο σε μια ολοκληρωμένη και αρχέγονη συνείδηση, οδηγώντας μας σε έναν οικουμενικό εναγκαλισμό.[2] Αυτός ο κόσμος της αέναης κινητικότητας, της αλληλεξάρτησης και της συμπερίληψης, ο κόσμος της κερδοσκοπικής κινητικότητας των κεφαλαίων του άυλου καπιταλισμού και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο κόσμος της αποικιοποίησης των αισθήσεων και της αισθητικής από το εικονικό, και της αποποίησης των κλασσικών ταυτοτήτων, αρχικά συνέστησε και σταδιακά επέβαλε έναν διαφορετικό τρόπο εγγραφής του ανθρώπινου όντος στον Κόσμο. Μέσα στους κόλπους του, η διαλεκτική σχέση του εντός με το εκτός, του υλικού – των ένυλων πραγμάτων της φύσης και της βιομηχανίας, της γης, του χώρου, και του αϋλου – της ψηφιοποιημένης πληροφορίας που κινείται με την ταχύτητα του φωτός, του κυβερνοχώρου, της Εστίας και του Ερμή αρθρώθηκε με ριζικά διαφορετικό τρόπο απότι σε οποιοδήποτε άλλο κομμάτι του ιστορικού χωροχρόνου. Η φύση του κρατικού μοντέλου μεταβλήθηκε. Η παντοδυναμία των αρχών της εδαφικότητας και της εθνικής κυριαρχίας αμφισβητήθηκε. Το διαδίκτυο κατέστη η έκτη ήπειρος της διπλωματίας. Ο τρόπος κοινωνικότητας των διεθνών δρώντων άλλαξε. Οι διαδικτυακές κοινότητες, η οικουμενικότητα των απειλών για το ανθρώπινο είδος, και η παγκοσμιοποίηση των φαντασιακών δημιούργησαν αυτόματα υβριδικές, πολυεπίπεδες ταυτότητες. Τα άτομα και οι κοινωνίες έγιναν καθοριστικοί φορείς των διεθνών σχέσεων.[3]

Ωστόσο, καθώς αυτή η μετάβαση έφτανε στην κορύφωσή της, προς το τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η μεταμόρφωση πρόβαλε σαν απειλητική αποδόμηση, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση στη μηδενιστική δράση της ισοπεδωτικής για τις κλασικές ταυτότητες παγκοσμιοποίησης. Οι ενιστάμενοι – φορείς της κλασικής, ρεαλιστικής, βεστφαλικής οντολογίας, κινδυνολογώντας ή κυριολεκτώντας, υπερασπίζονται τα δικαιώματα των συλλογικών ταυτοτήτων – φυλών, θρησκειών και την επαν-επιβεβαίωση της ισχύος των συνόρων και της αρχής της εδαφικότητας. Αυτή η απότομη συσπείρωση, απότοκο φοβικής αναδίπλωσης μπροστά στο νέο και μία μορφή υπαρξιακής κατάφασης μέσα στο μετέωρο του καινούριο κόσμου, δημιουργεί αυτομάτως ένα συγκρουσιακό δίπολο. Μία ρηχή εκδοχή ενός φιλοσοφικού ρομαντισμού εγελιανού τύπου, που εκφράζει την υπαρξιακή αγωνία της ιστορικής και πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας, προτάσσει την έννοια των συλλογικών ταυτοτήτων απέναντι σε μια επιπόλαια ποστ–καντιανή ενατένιση που επιτάσσει τη λογική της ισότητας και της παγκόσμιας ειρήνης, υπερασπιζόμενη τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη σε παγκόσμια κλίμακα.

Ως εκ τούτου, μπορεί να μοιάζει παράδοξο, αλλά η επίσπευση της τεχνολογικοποίησης συνοδεύεται από την ανάσχεση της παγκοσμιοποίησης, και σε μια εποχή που τα όρια της επικοινωνίας αίρονται, τα σύνορα επανέρχονται. Ίσως στιγμιαία, αλλά σίγουρα ενδεικτικά και συμβολικά, αυτή η τάση αναδίπλωσης εκδηλώθηκε και στην παρούσα κρίση του COVID-19 στην ΕΕ, όπου τα σύνορα έκλεισαν ενώ το χρέος εκάστου κράτους αποτελεί ξανά εθνική υπόθεση.

Φυσικός ή/και τεχνητός διπολισμός.

Ομφαλοσκόπηση ή/και διεθνισμός.

Ντόναλντ Τραμπ ή/και Γκρέτα Τούνμπεργκ;

Διάδοση και διαστρέβλωση.

Συνύπαρξη και αντιπαράθεση.

Επιβλητικό κράτος και κοινωνικό χάος σε παγκόσμια κλίμακα.

Πληγωμένη, πλαστή και υποσχόμενη ατομική ελευθερία μέσα στο σύμπαν του καισαροπαπισμού των αλγορίθμων.

Λεβιάθαν και Joker.

Σύγκρουση και αναγκαία για την αναδημιουργία καταστροφή.

Όντως, αυτό που βασικά θίγεται είναι το πρόσωπο – ως φορέας ελευθερίας και ετερότητας, η ιστορική και πολιτισμική ιδιοπροσωπία, αναγκαία συνθήκη για τον διάλογο και την κοινωνία ενσυνείδητων ετεροτήτων.

Είναι όμως αυτό εφικτό σε ένα πλαστό σύμπαν όπου το νόημα και η αλήθεια δεν καταρρίπτονται από αντίστοιχες ουσίες με άλλο περιεχόμενο, αλλά απορρίπτονται εν γένει, μέσα σε ένα αποτελεσματικό σύστημα όπου γεγονότα και καταστάσεις προγραμματίζονται, η ανθρώπινη συμπεριφορά προπλάθεται, ο ιστορικός κόσμος αντικαθίσταται από τον απόλυτα λειτουργικό τεχνητό του σωσία, το πολιτικό και το κοινωνικό καθίστανται τεχνικοί εξοπλισμοί, οι διαδικασίες ξεπερνούν τους σκοπούς τους και το υποκείμενο ομοιάζει όλο και περισσότερο στη μηχανή μέσω της οποίας δρα;[4]

Ο απελευθερωμένος από μονομερείς αφηγήσεις, οι οποίες στον εκτροχιασμό τους οδηγούν στον φασισμό και τον ρατσισμό, πολίτης του κόσμου, μέσα στο εικονικό σύμπαν, είναι ευάλωτος στο να καταστεί παθητικό ενεργούμενο μέσα στην αλγοριθμοποιημένη μάζα του on-line καπιταλισμού της παρακολούθησης.

Σε ένα περιβάλλον ειδήσεων bites, όπου όχι μόνο τα σύνορα μεταξύ του fake και του αληθούς είναι δυσδιάκριτα, αλλά και που ο ανθρώπινος εγκέφαλος γίνεται όλο και πιο ατροφικός και αδυνατεί ή/και δυσανασχετεί να παρακολουθεί τη ροή του λόγου, το επιχείρημα, τη συναγωγή συμπερασμάτων, η κριτική είναι η μεγάλη απούσα. Η ιδεολογία ταυτίζεται με τη γραφικότητα και ο διάλογος προσομοιάζει σε έργο του θεάτρου του παραλόγου μεταξύ ναρκίσσων που κοιτάζονται σε ψηφιακούς καθρέφτες και μονολογούν ενώ οι φωνές τους διαπλέκονται με το μόνιμο ήχο των ειδοποιήσεων και των likes.

Ωστόσο, ο κόσμος του διαδικτυακού νεφελώματος, κυοφορεί μέσα στο πολυδαίδαλο γενετικό του υλικό και το απεριόριστα διαυγές. Το σύστημα υπακούει σε μία λογική, αλλά δεν είναι ενιαίο. Η παρένθετη παραφωνία ίσως να είναι η ρωγμή που μπορεί να μας ανοίξει σε έναν διαυγή ορίζοντα συνεργατικού πνεύματος και εκδημοκρατισμού της πληροφόρησης.

CIA ή WikiLeaks?

Μήπως η παγκόσμια πολιτική πλανάται όταν καταστρώνει το πλάνο της εγκατάστασης και της εμπειρικής κατάκτησης της παγκοσμιότητας του κόσμου; Το πολιτικό πεπρωμένο της πλανητικής εποχής – αποπεράτωση της νεώτερης εποχής – δεν σημαίνει καθόλου τόσο ομόφωνα την παρακμή της Δύσης του Σπένγκλερ. Ξεπερνώντας τις αυταπάτες τις προόδου του Σορέλ, δεν οδηγεί μονόπλευρα ούτε στον νέο μεσαίωνα του Μπερντιάεβ, ούτε στον θαυμαστό καινούριο κόσμο του Χάξλευ ή στο 1984 του Όργουελλ.[5]

Ντετερμινιστικό πλάνο ή/και επικαιροποίηση της προαιώνιας πλάνης, η περιπλάνηση του ανθρώπινου όντος σε ακόμα μία αχαρτογράφητη περιοχή του χωροχρονικού συνεχούς, μάλλον δε θα καταφέρει ούτε αυτή τη φορά την ευγενή υπέρβαση, αφού παραμένουμε προσκολλημένοι στη βούληση για δύναμη που ζει μέσα από την αντιπαλότητα και τρέφεται από την καταστροφή.


[1] T.S. Eliot, Η Έρημη Χώρα, μτφ. Γιάννης Αντιόχου, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2017.

[2] Mάρσαλ Μακ Λούαν, Μίντια: Οι προεκτάσεις του Ανθρώπου, μτφ. Σπύρος Μάνδρος, Κάλβος, Αθήνα, 2000.

[3] Bertrand Badie, La fin des territoires : essai sur le désordre international et sur l’utilité sociale du respect, Fayard, Paris, 2005.

[4] Jean Baudrillard, Simulacres et Simulation, Galilée, Paris, 1990.

[5] Κώστας Αξελός, Προς της πλανητική σκέψη, Εστία, Αθήνα, 1990.

Πηγή: respublica

Γιάννης Ευσταθίου: Βιοπολιτική Επιστήμη και Καπιταλιστικό Κράτος

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε το Δεκέμβριο του 2019, λίγο πριν το ξέσπασμα της πανδημίας του κοροναϊού στην Ευρώπη. Ερμηνεύει τη σύγχρονη βιοπολιτική ως μια επιστήμη του κράτους που απαντά στη τριπλή κρίση  κυριαρχίας, εκμετάλλευσης και ανταγωνισμού στο διεθνές περιβάλλον με τα σύγχρονα δόγματα άμυνας/ασφάλειας, ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας του καπιταλιστικού κράτους. Σε μια πιο εκτεταμένη εκδοχή του κειμένου είχα προσθέσει τα σύγχρονα δόγματα αναπαραγωγής, ανάμεσα στα δόγματα ανάπτυξης και τα δόγματα ανταγωνιστικότητας – ζήτημα επίκαιρο από τη σκοπιά των συστημάτων υγείας και της αντιμετώπισης της πανδημίας Το κείμενο υποστηρίζει ότι η βιοπολιτική είναι μια πραγματική απάντηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας σε μια πραγματική καπιταλιστική κρίση, της οποίας η αρχή χρονολογείται περίπου το 1970, και η οποία κλιμακώνεται σε σπειροειδή μορφή περνώντας από το το 2008. Τέλος, το κείμενο προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη παράδοση της βιοπολιτικής φιλοσοφίας και τη μαρξιστική παράδοση, αναγνωρίζοντας πως οι κοινωνικοί σχηματισμοί έχουν μια υλική βάση, σήμερα μια καπιταλιστική υλική βάση, και πως το επιστημονικό πεδίο διαπερνάται από την αντίθεση ανάμεσα στην επιστήμη-τεχνολογία της κυριαρχίας, και την επιστήμη-τεχνολογία της απελευθέρωσης.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στα Τετράδια Μαρξισμού, τεύχος 11

________________________________

Βιοπολιτική Επιστήμη και Καπιταλιστικό Κράτος

Άμυνα/Ασφάλεια, Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα

  Σύνοψη: Η κοινωνικο-ταξική κρίση του 1970 και η βιοπληροφοριακή επανάσταση που ακολούθησε διαμόρφωσαν ένα σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος, για το οποίο η βιοπολιτική αποτελεί την τελευταία λέξη της επιστημολογικής του εξέλιξης. Ορίζοντας τη βιοπολιτική επιστήμη ως την επιστήμη της κρατικής διακυβέρνησης του πληθυσμού και των κοινωνικών αντιστάσεων με γνώμονα το βιοπληροφοριακό παράδειγμα, το παρόν άρθρο θα αφηγηθεί συνοπτικά την ιστορία των τριών κυμάτων της νεωτερικής βιοπολιτικής, και θα προτείνει μια γενική ταξινόμηση των βιοπολιτικών τεχνολογιών άμυνας/ασφάλειας, ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας που επιστρατεύει το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος απέναντι στο τριπλό πρόβλημα της επικράτησης στον εμφύλιο, της παραγωγικής εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αναπαραγωγής του πληθυσμού μέσα στο διεθνές καπιταλιστικό περιβάλλον.Στο πλαίσιο αυτό γίνεται αναφορά σε σύγχρονες τεχνολογίες άμυνας/ασφάλειας και ελέγχου του πληθυσμού και των εργαζομένων, σε σύγχρονες στρατηγικές ανάπτυξης του «ανθρώπινου κεφαλαίου» και στη λογική των «ολικών δεικτών ανταγωνιστικότητας» για την αξιολόγηση των χωρών.

Η επιστημολογική εξέλιξη του καπιταλιστικού κράτους

«Είναι εύκολο να αντιστοιχίσουμε σε κάθε κοινωνία τύπους μηχανών, όχι γιατί οι μηχανές είναι προσδιοριστικός παράγων, αλλά γιατί εκφράζουν εκείνες τις κοινωνικές μορφές που είναι ικανές να τις γεννήσουν και να τις χρησιμοποιήσουν. Οι παλιές κοινωνίες της κυριαρχίας χειρίζονταν απλές μηχανές, μοχλούς, τροχαλίες, ρολόγια. Ενώ οι πιο πρόσφατες πειθαρχικές κοινωνίες είχαν για εξοπλισμό τις μηχανές ενέργειας, με τον παθητικό κίνδυνο της εντροπίας και τον ενεργητικό κίνδυνο του σαμποτάζ. Στις κοινωνίες του ελέγχου λειτουργούν μηχανές τρίτου τύπου, μηχανές πληροφορικής και υπολογιστές, στις οποίες ο παθητικός κίνδυνος είναι το θόλωμα του μυαλού και ο ενεργητικός εκείνος της πειρατείας και της εισαγωγής των ιών» (Deleuze, 2001: 13).

Κάθε επιστημονική κατανόηση της κρατικής μορφής οφείλει μάλλον να ξεκινήσει από την εξής υπόθεση εργασίας: Υπάρχει ένας «ισομορφισμός» ανάμεσα στις επιστήμες της φύσης και στις επιστήμες της κοινωνίας, με κοινή αναφορά την κυριαρχία: κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση, κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο. Η νεωτερική επιστήμη του Κράτους, ως επιστήμη της επικράτησης μιας κυρίαρχης ομάδας στον εμφύλιο πόλεμο με στόχο την εκμετάλλευση και την αναπαραγωγή του πληθυσμού μέσα σε ένα ιστορικό περιβάλλον, αντλούσε πάντοτε το επιστημολογικό της πρότυπο από την εκάστοτε ιστορικά κυρίαρχη επιστημολογία καθυπόταξης των φυσικών και κοινωνικών δυνάμεων.  Η επιστημονική εξέλιξη του νεωτερικού καπιταλιστικού κράτους δεν ήταν ποτέ ουδέτερη: είχε πάντοτε ως στόχο τη βελτιστοποίηση της επικράτησης της κυρίαρχης τάξης στον κοινωνικό πόλεμο. Κατά την ιστορική περίοδο της «πρωταρχικής συσσώρευσης» του κεφαλαίου, η κλασική γαλιλαϊκή-νευτώνεια φυσική μηχανική παρέχει το πρότυπο της κυρίαρχης εξουσίας και του Κράτους ως μιας απολυταρχικής, θεοκρατικής μηχανής, με σκοπό την επικράτηση της φεουδαρχικής τάξης πάνω στην αναπτυσσόμενη αστική τάξη, σε έναν κυκεώνα εμφυλιακών, κοινωνικο-ταξικών και πολιτικο-θεολογικών αντιπαραθέσεων. Κατά την περίοδο της 1ης  βιομηχανικής επανάστασης, η θερμική μηχανή εσωτερικής καύσης και η έννοια της ενέργειας παρέχουν το δυναμικό μηχανικό πρότυπο μιας θερμοδυναμικής επιστήμης της κυρίαρχης εξουσίας και του Κράτους ως φιλελεύθερης, αποδοτικής μηχανής εισροών-εκροών, με σκοπό την επικράτηση της νεαρής αστικής τάξης πάνω στους αριστοκράτες, ευγενείς και γαιοκτήμονες, από τη μία πλευρά, αλλά και πάνω στους αγρότες και τους προλετάριους, από την άλλη. Την περίοδο της 2ης βιομηχανικής επανάστασης, η σχεσιακή επιστημολογία του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου και της επιστημονικής χημείας παρέχουν το πρότυπο μιας σχεσιακής επιστήμης της κυρίαρχης εξουσίας και του Κράτους ως κορπορατιστικού συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων, που επιχειρεί την επικράτηση και ενσωμάτωση του αναπτυσσόμενου εργατικού, συνδικαλιστικού κινήματος και των πρώτων σοσιαλιστικών επαναστάσεων[1].

Η κεφαλαιοκρατική αναδιάρθρωση που πυροδοτείται με την ιστορική κρίση του  κορπορατιστικού «κοινωνικού κράτους» στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ως απάντηση στην παγκόσμια κοινωνικο-ταξική κρίση της περιόδου 1960-1980, ώθησε προς μια 3η βιομηχανική ή βιοπληροφοριακή επανάσταση και στη διαμόρφωση ενός νέου καπιταλιστικού κράτους. Η νέα επιστημονικο-τεχνολογική επανάσταση περιλαμβάνει τόσο τις σύγχρονες επιστήμες της ζωής και της πληροφορίας όσο και τις εφαρμογές τους στην οικονομική παραγωγή, την επιχειρηματική διοίκηση και τη κρατική διακυβέρνηση: η μοριακή βιολογία και η γονιδιωματική, η βιοτεχνολογία, η νευροβιολογία και η νευροψυχολογία, η σύγχρονη ανοσολογία, η εξελικτική οικολογία, η κοινωνιοβιολογία και η «νέα δαρβινική σύνθεση» της θεωρίας της εξέλιξης, η κυβερνητική (cybernetics) και η γενική θεωρία των συστημάτων, η θεωρία της πληροφορίας και η θεωρία των δικτύων, η εξελικτική θεωρία των παιγνίων. Αλλά και τα σύγχρονα ενεργειακά συστήματα των Α.Π.Ε με επίκεντρο την έννοια της βιωσιμότητας σε σχέση με το περιβάλλον, τα σύγχρονα συστήματα αυτοματοποίησης της παραγωγής, διοικητικού υπολογισμού και βελτιστοποίησης των αποδόσεων στην αλυσίδα παραγωγής, διανομής, κατανάλωσης (logistics), οι αλγόριθμοι «εξόρυξης δεδομένων» και τα μοντέλα διαλογής, αποθήκευσης, διαχείρισης και αξιοποίησης των Big Data, η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική. Οι εξελίξεις αυτές έδωσαν ώθηση στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών επικράτησης και ελέγχου, εκμετάλλευσης και αναπαραγωγής του πληθυσμού, καθώς και στην παραγωγή νέων μορφών υποκειμενοποίησης των υπηκόων. Η επιστημονική, τεχνολογική και υποκειμενική αναδιοργάνωση της κεφαλαιοκρατίας, με επίκεντρο τον κοινωνικό ανταγωνισμό στη Γαλλία και την Ιταλία, οδηγεί στην ανάπτυξη του κριτικού ερευνητικού προγράμματος της βιοπολιτικής, με βασικούς εκπροσώπους τους/τις Michel Foucault, Gilles Deleuze, Antonio Negri, Paolo Virno, Giorgio Agamben, Roberto Esposito, Catherine Malabou, αλλά και τις αμερικανές φεμινίστριες Donna Haraway, Emily Martin κ.α. Το κριτικό ερευνητικό πρόγραμμα της σύγχρονης βιοπολιτικής άνοιξε το δρόμο για μια αναδρομική κατανόηση της βιοπολιτικής εξέλιξης του νεωτερικού, καπιταλιστικού κράτους.

Τα τρία εξελικτικά κύματα βιοπολιτικής

«Πριν ακόμη κάνει ορμητικώς την εμφάνισή του στο προσκήνιο του αιώνα μας, το ποτάμι της βιοπολιτικής, που σέρνει μαζί του τη ζωή του homo sacer, ρέει υπογείως, αλλά δίχως σταματημό. Ως εάν, αρχίζοντας από ένα ορισμένο σημείο, κάθε αποφασιστικό πολιτικό συμβάν να είχε πάντοτε δύο όψεις: οι χώροι, οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που τα άτομα κατακτούν στη σύγκρουση τους με τις κεντρικές εξουσίες προετοιμάζουν κάθε φορά ταυτοχρόνως μια σιωπηρή, αλλά αυξανόμενη εγγραφή της ζωής τους στην κρατική τάξη, προσφέροντας έτσι ένα νέο και ακόμη πιο τρομακτικό έρεισμα στην κυρίαρχη εξουσία από την οποία επιθυμούσαν να απελευθερωθούν» (Agamben, 2005: 191 και επ.).

Καθώς η φυσική μηχανική, η θερμοδυναμική, το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο και η χημεία διαμορφώνουν επιστημολογικά μοντέλα που αδυνατούν να περιγράψουν αποτελεσματικά τα οργανικά και τα πληθυσμιακά φαινόμενα της ζωής, τα μοντέλα αυτά καθίστανται απρόσφορα για την προσομοίωση της κοινωνικο-πολιτικής ζωής. Για το σκοπό αυτό ανέκαθεν επιστρατεύονταν η βιολογία και ευρύτερα οι επιστήμες της ζωής. Από την αρχαιότητα ήδη η πολιτική φιλοσοφία χρησιμοποίησε τη βιολογική μεταφορά του πολιτικού σώματος για να περιγράψει την πολιτική κοινωνία ως μορφή ζωής, ενώ στη νεωτερικότητα η θεμελιώδης έννοια του Συντάγματος, constitution, σηματοδοτούσε τη σύσταση ή κράση, με τη βιολογική έννοια του όρου, του κοινωνικοπολιτικού σώματος[2]. Στη νεωτερικότητα η βιοπολιτική, δηλαδή η κρατική πολιτική που συλλαμβάνεται, οργανώνεται και ασκείται με βιολογικούς και οικολογικούς-εξελικτικούς όρους, προσλαμβάνει μια νέα δυναμική.

Το πρώτο κύμα ανάπτυξης της νεωτερικής βιοπολιτικής σκιαγραφείται από τον Michel Foucault στις διαλέξεις του Ασφάλεια, Επικράτεια, Πληθυσμός, σε εκείνες Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και στις πρώτες διαλέξεις της Γέννησης της Βιοπολιτικής. Η ανάπτυξη της Raison d’État από τον 15 μέχρι το 18ο αιώνα κατά την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, η αποκρυστάλλωσή της κατά τον 17ο αιώνα με τη συγκρότηση των πρωτο-νεωτερικών απολυταρχικών κρατών, κυρίως της Γαλλίας και της Αγγλίας, και η γενεαλογία των θεμελιακών νεωτερικών κρατικών μηχανισμών του 18ου αιώνα, εγγράφεται στο ευρύτερο πλαίσιο αυτού που ο Foucault ονομάζει βιοπολιτική: «Η ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα αυτού που αποκλήθηκε υγειονομική αστυνομία, δημόσια υγιεινή, κοινωνική ιατρική, θα πρέπει να επανεισαχθεί στο γενικό πλαίσιο της «βιοπολιτικής». Η τελευταία στοχεύει στην αντιμετώπιση του «πληθυσμού» ως ενός συνόλου έμβιων όντων που συνυπάρχουν με τα ιδιαίτερα βιολογικά και παθολογικά χαρακτηριστικά τους, τα οποία εμπίπτουν σε εξειδικευμένες μορφές γνώσης και τεχνικής. H ίδια η «βιοπολιτική» πρέπει να κατανοηθεί στη βάση ενός θέματος που αναπτύχθηκε από τον 17ο αιώνα: της διαχείρισης των κρατικών δυνάμεων» (Foucault, 2009: 474). Βασική θέση του Foucault στις διαλέξεις Ασφάλεια, Επικράτεια, Πληθυσμός είναι πως το απολυταρχικό Κράτος της εποχής δεν αρκείται πλέον στην υπερβατική, θεολογική του νομιμοποίηση, αλλά θα πρέπει, με όρους φυσικής μηχανικής και ωφελιμιστικής λογικής, να αποδεικνύει την ορθολογικότητα και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησής του υπολογίζοντας στατιστικά και ρυθμίζοντας ορθολογικά τις εσωτερικές και τις εξωτερικές δυνάμεις που το καθορίζουν, από τον πληθυσμό και τους ζωτικούς πόρους μέχρι τους διακρατικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Στις διαλέξεις του Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας ο Foucault επιστρέφει στα μέσα του 18ου αιώνα, παρατηρώντας πως αναδύεται ένα νέο είδος, μια νέα τεχνολογία εξουσίας, η βιοπολιτική εξουσία ή βιοεξουσία, η οποία ενσωματώνει την πειθαρχία σε μία ανώτερη κλίμακα. Ενώ η πειθαρχία είναι μια ανατομοπολιτική που δρα στο επίπεδο του ανθρώπου ως ατόμου με αντικείμενο διακυβέρνησης το ατομικό σώμα του και πρότυπα τη φυλακή, το εργοστάσιο, το σχολείο, το νοσοκομείο, η βιοπολιτική δρα στο επίπεδο του ανθρώπου ως είδους, με αντικείμενο διακυβέρνησης το πολυκέφαλο σώμα του πληθυσμού (Foucault, 2002: 297-301). Σε όλη αυτή την ιστορική περίοδο από την «πρωταρχική συσσώρευση» μέχρι τη συγκρότηση των  συνταγματικών εθνών-κρατών και τη 1η βιομηχανική επανάσταση, σταδιακά το Κράτος, ως συντεταγμένη μορφή της κοινωνικής ζωής, και ο πληθυσμός, ως αντικείμενο κρατικής διακυβέρνησης, τίθενται στο επίκεντρο του προβλήματος της διακυβέρνησης, με το Κράτος να εξελίσσεται βιοπολιτικά στην κατεύθυνση ενσωμάτωσης των πληθυσμιακών αντιστάσεων. Μολονότι τα επιστημολογικά μοντέλα της 1ης βιομηχανικής επανάστασης κυριαρχούν αυτή τη πρώτη περίοδο, με αποτέλεσμα, όπως είδαμε, την επικράτηση της σύλληψης του κράτους ως φιλελεύθερης μηχανής, ο Foucault παρατηρεί ορθά σε αυτή τη τροχιά εξέλιξης της κρατικής κυριαρχίας από την κλασική απολυταρχία στον φιλελευθερισμό τον ολοένα και αυξανόμενο βιοπολιτικό εξορθολογισμό της. Όπως συμπεραίνει στο κλείσιμο των διαλέξεων για τη Γέννηση της Βιοπολιτικής«Από τον 16ο με 17ο αιώνα […] η  ρύθμιση της άσκησης της εξουσίας δεν μου φαίνεται να γίνεται σύμφωνα με τη σοφία αλλά σύμφωνα με τον υπολογισμό, δηλαδή τον υπολογισμό των δυνάμεων, τον υπολογισμό των σχέσεων, τον υπολογισμό του πλούτου, τον υπολογισμό των παραγόντων ισχύος. Δηλαδή δεν επιδιώκεται πλέον να ρυθμιστεί η διακυβέρνηση σύμφωνα με την αλήθεια, επιδιώκεται να ρυθμιστεί σύμφωνα με την ορθολογικότητα. Ρύθμιση της διακυβέρνησης σύμφωνα με την ορθολογικότητα, αυτό είναι, θαρρώ, ό,τι μπορούσαμε να ονομάσουμε νεωτερικές μορφές της διακυβερνησιακής τεχνολογίας […] Η ρύθμιση σύμφωνα με την ορθολογικότητα πήρε-κι εδώ, επίσης, απλουστεύω πολύ-διαδοχικά δύο μορφές […] τώρα θα ρυθμίσουμε τη διακυβέρνηση όχι σύμφωνα με την ορθολογικότητα του κυρίαρχου υποκειμένου, που μπορεί να πει ”εγώ, το Κράτος” [αλλά] σύμφωνα με την ορθολογικότητα αυτών που κυβερνώνται, αυτών που κυβερνώνται ως οικονομικά υποκείμενα και γενικότερα ως υποκείμενα συμφέροντος […] Αυτό, μου φαίνεται, χαρακτηρίζει τη φιλελεύθερη ορθολογικότητα: πώς να ρυθμίσουμε τη διακυβέρνηση, την τέχνη της διακυβέρνησης, πώς να [θεμελιώσουμε] την αρχή του εξορθολογισμού της τέχνης της διακυβέρνησης σύμφωνα με την ορθολογική συμπεριφορά αυτών που κυβερνώνται» (Foucault, 2012: 286-288).

Το δεύτερο κύμα εξέλιξης της νεωτερικής βιοπολιτικής εμφανίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα κατά την εξέλιξη της 2ης βιομηχανικής επανάστασης, με τη κρίση του φιλελεύθερου κράτους και τη στροφή στον κρατικό προστατευτισμό, με αποτέλεσμα μια σειρά έργων να αναπτύσσουν την οργανική, βιταλιστική έννοια του κράτους απέναντι στην περιοριστική φιλελεύθερη, νομικοπολιτική εννοιολόγησή του. Οφείλουμε στον Roberto Esposito τη γενεαλογία αυτού του δεύτερου βιοπολιτικού εξελικτικού κύματος, στο πλαίσιο της ευρύτερης μακρο-ιστορικής «ανοσοποίησης» της νεωτερικής κυριαρχίας απέναντι στη πληθυσμιακή παρέκκλιση και παθολογία (Esposito, 2008). Ξεχωρίζει ο Σουηδός Johan Rudolf Kjellén, ο οποίος εκτιμάται πως εισήγαγε και καθιέρωσε στο πολιτικό λεξιλόγιο τους όρους «βιοπολιτική» και «γεωπολιτική», ενώ ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε τον όρο «εθνικοσοσιαλισμός» αλλά και τον όρο «σπίτι του Λαού» (Folkhemmet), αναφερόμενος στη σουηδική και διεθνή τάση στροφής σε ένα κορπορατιστικό κράτος ταξικής συμφιλίωσης, εθνικής ενσωμάτωσης και ιμπεριαλιστικής επέκτασης στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο όρος «βιοπολιτική» προσδιορίζεται στο βιβλίο του Kjellén για τις Μεγάλες Δυνάμεις (1905) ως εξής: «Αυτή η ένταση που είναι χαρακτηριστική της ίδιας της ζώης…με οδήγησε να ονομάσω αυτό το πεδίο βιοπολιτική, κατ’αναλογία με την επιστήμη της ζωής, δηλαδή, τη βιολογία. Με αυτό κερδίσαμε πολλά, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελληνική λέξη βίος προσδιορίζει όχι μόνο τη φυσική και σωματική ζωή, αλλά ίσως στον ίδιο βαθμό και τη σημαίνουσα πολιτισμική ζωή. Αυτό το όνομα εκφράζει επίσης ότι εκείνη την εξάρτηση της κοινωνίας από τους νόμους της ζωής, η οποία ωθεί, περισσότερο από καθετί, το ίδιο το κράτος στο ρόλο του ρυθμιστή ή του ελάχιστου μεσολαβητή» (όπ.π.: 17). Στο βιβλίο του Kjellén Το Κράτος ως μορφή ζωής (1916) η ιμπεριαλιστική γεωπολιτική απαίτηση της αποικιοποίησης άλλων εδαφών και πληθυσμών συναρθρώνεται με τη βιοπολιτική σύλληψη του κράτους, το οποίο δεν μπορεί να αναχθεί  στη νομικο-πολιτική όψη του, όπως επιτάσσει η φιλελεύθερη ερμηνεία, γιατί είναι μια μορφή συλλογικής ζωής που εμπνέεται από ανθρώπινα ένστικτα και ομαδικές ενορμήσεις, και όχι τεχνητό προϊόν ενός κοινωνικού συμβολαίου. Λίγα χρόνια μετά, ο Jacob von Uexkϋll γράφει το έργο Κρατική βιολογία-Ανατομία, Φυσιολογία και Παθολογία του Κράτους (1920), ενώ ο Morley Roberts δημοσιεύει το έργο του Βιο-πολιτική-Ένα δοκίμιο πάνω στη Φυσιολογία, τη Παθολογία και την Πολιτική του κοινωνικού και ενσώματου οργανισμού (1938). Το κράτος αναγνωρίζεται ως οργανισμός του οποίου τα λειτουργικά, οργανικά μέρη πρέπει να βρίσκονται σε αρμονία. Η βιοπολιτική πρέπει να αναγνωρίζει κάθε μορφή οργανικού κινδύνου που απειλεί τη συνοχή του πολιτικού σώματος, οικοδομώντας μηχανισμούς άμυνας απέναντί του. Η φυσιολογία του κράτους είναι η άλλη όψη της παθολογίας του, καθώς κανένας οργανισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τις ασθένειες και τις παθογένειές του. Από το 1930 περίπου, παράλληλα προς την ηπειρωτική, γερμανοκεντρική εννοιολογική ανάπτυξη της κρατικής βιοπολιτικής, στον αγγλοσαξονικό κόσμο και ειδικά στην Αμερική αναπτύσσεται μια αμερικανική βιοπολιτική με την ανάπτυξη του συμπεριφορισμού, της ηθολογίας και του κοινωνικού δαρβινισμού (όπ.π.: 18-21 και επ.).  Η ηπειρωτική και αγγλοσαξονική βιοπολιτική συντείνουν μεταπολεμικά στην ανάπτυξη της κυβερνητικής των βιολογικών και κοινωνικών συστημάτων ανάδρασης. Ωστόσο, όπως είδαμε, καθ’όλη τη διάρκεια αυτής της ιστορικής περιόδου κυριαρχούν ακόμα τα φυσικοχημικά επιστημολογικά μοντέλα της 2ης βιομηχανικής επανάστασης τόσο στις θετικές επιστήμες όσο και στις κοινωνικές επιστήμες, άρα και στην επιστήμη του Κράτους.

Το τρίτο κύμα ανάπτυξης της νεωτερικής βιοπολιτικής έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του 1930 και στη πρώτη συστηματική πολεμική απέναντι στον κρατικό κοινωνικο-πολιτικό παρεμβατισμό. Στις διαλέξεις του για τη Γέννηση της Βιοπολιτικής, ο Foucault αφηγείται γενεαλογικά την ιστορία ανάδυσης της ώριμης βιοπολιτικής του «νεοφιλελευθερισμού». Διατρέχει δύο γενεαλογίες του νεοφιλελευθερισμού, τη γερμανική (ορντοφιλελευθερισμός) και την αμερικάνικη (αμερικανικός νεοφιλελευθερισμός). Η πρώτη έχει αφετηρία την μεταπολεμική ανοικοδόμηση, που ακολούθησε μια αλυσίδα κοσμοϊστορικών γεγονότων: Δημοκρατία της Βαϊμάρης, κρίση του 1929, ανάπτυξη του ναζισμού, κριτική και ήττα του ναζισμού. Η δεύτερη, έχει αφετηρία τη κριτική στο New Deal και τις πολιτικές του Ρούσβελτ, αλλά και τη κριτική που ασκήθηκε μεταγενέστερα στον κρατικό παρεμβατισμό και τα προγράμματα βοήθειας των Truman, Kennedy, Johnson από τους Hayek, Von Mises, Friedman, κ.α. Μεταξύ των δύο μορφών νεοφιλελευθερισμού, και παρά τις διαφορετικές ιστορικές διαδρομές τους, υπάρχει ως ελάχιστος κοινός παρονομαστής η πολεμική απέναντι στον μείζονα θεωρητικό αντίπαλο, τον Keynes, αλλά και απέναντι σε ό,τι ο Foucault ονομάζει «αντιφιλελεύθερη» οικονομικο-πολιτική σταθερά, με 4 στοιχεία: προστατευμένη οικονομία, σοσιαλισμός του Κράτους, σχεδιασμένη οικονομία, παρεμβατισμός κεϋνσιανού τύπου (Foucault, 2012: 114 και επ.). Όπως είδαμε, μόνο μετά το 1970 και τη βιοπληροφοριακή επανάσταση ωριμάζει η βιοπολιτική επιστήμη και τεχνολογία του καπιταλιστικού Κράτους.

Η βιοπολιτική επιστήμη

Σε ένα από τα τελευταία κείμενα της ζωής του, με τίτλο Ζωή-Εμπειρία και Επιστήμη, που αποτελεί τροποποιημένη εκδοχή μιας εισαγωγής στην αγγλική μετάφραση του Κανονικού και Παθολογικού του Canguilhem, ο Foucault εντάσσει τις σύγχρονες επιστήμες της ζωής στο ρεύμα ενός «νέου διαφωτισμού» που έφεραν κατά κύριο λόγο η ορθολογική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της κρατικής επιστήμης:  «Πολλές διαδικασίες που σημαδεύουν το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έφεραν το ζήτημα του διαφωτισμού πάλι στο κέντρο της ηπειρωτικής προβληματικής. Η πρώτη είναι η σημασία που αποδόθηκε από την επιστημονική και τεχνική ορθολογικότητα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στη διαμόρφωση των πολιτικών αποφάσεων» (Foucault, 1998: 469). O Foucault θεωρεί πως το βιοπληροφοριακό παράδειγμα, στην τομή των επιστημών της ζωής και της πληροφορίας, εισάγει νέες, μη αναγώγιμες διαστάσεις σε σχέση με το πεδίο της φυσικής και της χημείας, καθώς τοποθετεί στο κέντρο της προβληματικής του την ασυνέχεια, τη ρήξη και την αντίσταση, τη ζωή και το θάνατο, την παθολογία και την φυσιολογία, την αναστοχαστικότητα και τη πληροφορία, την ασθένεια και την υγεία, το σφάλμα και την μάθηση (όπ.π.: 470 και επ.).

Για να κατανοήσουμε τη βιοπολιτική επιστήμη, πρέπει να κατανοήσουμε το θεμελιώδες εννοιολογικό πλαίσιο της εξελικτικής βιολογίας. Η θεωρία της εξέλιξης στηρίζεται σε τρεις γενικές αρχές (Godfrey-Smith, 2016:  52):

  1. Αρχή της ποικιλότητας: υπάρχει ποικιλότητα ως προς τους μορφολογικούς, φυσιολογικούς και συμπεριφορικούς χαρακτήρες ανάμεσα στα μέλη ενός πληθυσμού.
  2. Αρχή της κληρονομικότητας: η ποικιλότητα είναι εν μέρει κληρονομίσιμη, ώστε τα άτομα μοιάζουν με τους συγγενείς τους περισσότερο από όσο μοιάζουν με άτομα με τα οποία δεν έχουν συγγένεια.
  3. Αρχή της διαφορικής αρμοστικότητας: διαφορετικές παραλλαγές αφήνουν διαφορετικό αριθμό απογόνων είτε στην αμέσως επόμενη είτε σε απώτερες γενιές.

Αποτέλεσμα των τριών αυτών αρχών είναι η εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής. Η εξελικτική προσαρμογή μπορεί να διακριθεί σε τρία είδη προσαρμογής (όπ.π.: 83-108):

  1. Απλή προσαρμογή στο περιβάλλον.
  2. Ενεργητική προσαρμογή ή κατασκευή του περιβάλλοντος.
  3. Διαφορική προσαρμογή μέσα στο περιβάλλον[3].

Η βιοπολιτική επιστήμη διέπεται από αντίστοιχες αρχές: ο ποικιλόμορφος πληθυσμός και το αβέβαιο περιβάλλον, οι γενεαλογικές σειρές, η εξελικτική προσαρμογή στο περιβάλλον, είναι ορισμένες βασικές συντεταγμένες του γνωστικού αντικειμένου της βιοπολιτικής επιστήμης. Από το θεμελιώδες μέγεθος της βιοπολιτικής επιστήμης, τον πληθυσμό, απορρέουν όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Η βιοπολιτική επιστήμη μελετά τις βασικές προσδιοριστικές παραμέτρους του πληθυσμού, επιχειρώντας τον κρατικό έλεγχο, μέσω των βιοπολιτικών τεχνολογιών, ενός συνόλου διαδικασιών του ανθρώπινου είδους, τη γεννητικότητα, τη θνησιμότητα και τη σεξουαλικότητα, τη νοσηρότητα και τις ποικίλες σωματικές ανικανότητες, την αμοιβαία σχέση του ανθρώπινου είδους με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, κυρίως της πόλης (Foucault, 2002: 301, 309), τη μαζική ψυχολογία και τη μαζική κατανάλωση. Ο πληθυσμός καθορίζει επίσης και το είδος των φαινομένων που εμπίπτουν στο φάσμα της βιοπολιτικής επιστήμης. Πρόκειται για συλλογικά, πληθυσμιακά, μαζικά, πολυπαραγοντικά φαινόμενα που διέπονται τόσο από σχετική τυχαιότητα όσο και από ορισμένες σταθερές και επαναλαμβανόμενα μοτίβα στη διάρκεια του χρόνου (όπ.π.: 301, 302), επομένως η βιοπολιτική επιστήμη βασίζεται σε στατιστικές προβλέψεις και εκτιμήσεις, υποδεικνύοντας συνολικά ρυθμιστικά μέτρα που επιδιώκουν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των παραγόντων και τους ποσοτικοποιημένους δείκτες που καθορίζουν τα γενικά, πληθυσμιακά φαινόμενα.

Η βιοπολιτική τεχνολογία

Η βιοπολιτική επιστήμη του Κράτους θέτει ως γνωστικό της αντικείμενο το πληθυσμό μέσα στο ιστορικό περιβάλλον με στόχο την εξελικτική προσαρμογή της κυρίαρχης εξουσίας στις διακυμάνσεις του, μέσω των βιοπολιτικών τεχνολογιών: «Θα μπορούσαμε να πούμε το εξής: Θα έλεγε κανείς ότι η εξουσία, της οποίας η ιδιότητα, το οργανωτικό σχήμα ήταν η κυριαρχία, αποδείχτηκε αναποτελεσματική όσον αφορά τη διοίκηση μιας κοινωνίας, η οποία είχε ως χαρακτηριστικό της τη δημογραφική έκρηξη αφενός και την εκβιομηχάνιση αφετέρου. Έτσι, από την παλαιά μηχανική της εξουσίας της κυριαρχίας διέφευγαν πάρα πολλά πράγματα, τόσο σε επίπεδο βάσης όσο και κορυφής, τόσο σε επίπεδο λεπτομερειών όσο και σε μαζικό επίπεδο. Η πρώτη προσαρμογή έγινε για να μη διαφύγουν οι λεπτομέρειες: οι μηχανισμοί της εξουσίας προσαρμόστηκαν στο σώμα του ατόμου, με την επιτήρηση και την εκπαίδευση-αυτή ήταν η πειθαρχία. Φυσικά, η συγκεκριμένη προσαρμογή ήταν η ευκολότερη. Γι’αυτό και έγινε πολύ νωρίς-στον 17ο αιώνα και στις αρχές του 18ου αιώνα ήδη-σε τοπικό επίπεδο, με ενστικτώδεις, εμπειρικές, αποσπασματικές μορφές και στο περιορισμένο πεδίο ορισμένων θεσμών όπως το σχολείο, το νοσοκομείο, το στρατόπεδο, το εργαστήριο, κ.λπ. Και στη συνέχεια, στα τέλη του 18ου αιώνα, έχουμε μια δεύτερη προσαρμογή, που αφορά τα συνολικά φαινόμενα, τα φαινόμενα τα σχετικά με τον πληθυσμό, με τις βιολογικές ή βιοκοινωνικές διεργασίες των ανθρώπινων μαζών. Οι προσαρμογές αυτές ήταν πολύ πιο δύσκολες, διότι συνεπάγονταν, φυσικά, ορισμένα πολύπλοκα όργανα συντονισμό και συγκέντρωσης […] Από την άλλη, τα δύο αυτά σύνολα μηχανισμών, πειθαρχικό το ένα και ρυθμιστικό το άλλο, δεν είναι του ίδιου επιπέδου. Ως εκ τούτου, δεν αλληλοαποκλείονται και μπορούν να διαρθρωθούν από κοινού. Μπορούμε να πούμε μάλιστα ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι πειθαρχικοί μηχανισμοί και οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί της εξουσίας, οι μηχανισμοί πειθάρχησης του σώματος και οι μηχανισμοί ρύθμισης των πληθυσμών, διαρθρώνονται από κοινού»  (Foucault, 2002: 306-308).

H στρατηγική της κυρίαρχης εξουσίας απέναντι στα προβλήματα διακυβέρνησης που θέτει το πληθυσμιακό περιβάλλον υλοποιείται σύμφωνα με τουλάχιστον τρία σύνολα βιοπολιτικών τεχνολογιών:

  1. Τεχνολογίες ανοσοποιητικής προσαρμογής στο περιβάλλον.
  2. Τεχνολογίες αναπτυξιακής προσαρμογής του περιβάλλοντος.
  3. Τεχνολογίες ανταγωνιστικής προσαρμογής μέσα στο περιβάλλον.

Το πρώτο σύνολο βιοπολιτικών τεχνολογιών αφορά τους μηχανισμούς άμυνας/ασφάλειας, το δεύτερο σύνολο τους μηχανισμούς ανάπτυξης, και το τρίτο σύνολο τους μηχανισμούς ανταγωνιστικότητας. Άμυνα/ασφάλειαανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα αποτελούν έννοιες βιολογικής καταγωγής που μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο εντός του βιοπληροφοριακού επιστημολογικού πλαισίου του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους.

Επιχειρηματικό κράτος και βιοπολιτική τεχνολογία

Τις τελευταίες δεκαετίες, μια αυξανόμενη βιβλιογραφία περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της ανάδυσης μιας νέας κρατικής μορφής, που διαδέχεται το περίφημο «κοινωνικό κράτος». Ο Νίκος Πουλαντζάς πυροδότησε στους μαρξιστικούς κόλπους τη σχετική κουβέντα, γράφοντας για τον «αυταρχικό κρατισμό» (Πουλαντζάς, 1978: κεφ. 4) που έμοιαζε να αναδύεται στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Από μαρξιστική (Harvey, 2005) ή φουκωϊκή αναλυτική σκοπιά πολύ συχνά διατυπώθηκε η θέση περί «νεοφιλελεύθερου κράτους», ενώ στη θεωρητική γραμμή σκέψης της «σχολής της ρύθμισης» διαμορφώθηκε η έννοια του «μεταφορντικού κράτους» (Bonefeld &  Holloway, 1993). Από καπιταλιστική σκοπιά, η μελέτη του κρατικού παρεμβατισμού στην ανατολική Ασία τις δεκαετίες του 1980 και 1990, γέννησε ως αντίβαρο στις «νεοφιλελεύθερες ερμηνείες» του «ασιατικού θαύματος» της Ιαπωνίας, της Ταιβάν, της Κορέας την έννοια του «αναπτυξιακού κράτους, το οποίο παρεμβαίνει αποφασιστικά στη προώθηση της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας του εθνικού κεφαλαίου (Wade, 1990, Johnson, 1982), ενώ η μετέπειτα ανάπτυξη της Κίνας και της Ινδίας ερμηνεύτηκε συχνά μέσα στο ίδιο εννοιολογικό πλαίσιο. To «κράτος ανταγωνισμού» (Cerny, 1997), το συναφές σουμπετεριανό κράτος (Jessop, 2002) και επιχειρηματικό κράτος (Mazuccato, 2015), σύμφωνα με άλλες αναλύσεις, διαδέχεται το κεϋνσιανό κράτος με την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος συσσώρευσης που βασίζεται στη συνέργεια κρατικού-ιδιωτικού τομέα για την προώθηση της επιχειρηματικότητας, της καινοτομίας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας Κοινός τόπος στη βιβλιογραφία αυτή είναι η αναγνώριση της τομής που αποτελεί το σύγχρονο «μετακεϋνσιανό» κράτος στην ιστορία της καπιταλιστικής κρατικής μορφής.

Ο οικονομικός ιστορικός Angus Maddison (Maddison, 2007) κατέληξε στο συμπέρασμα, αντιπαραβάλλοντας εργασίες των N.D Kondratieff, S.Kuznets, Ernest Mandel .A. Schumpeter κ.α με στατιστικά δεδομένα, ότι σημαντικές αλλαγές στην οικονομική συμπεριφορά του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος καταδεικνύουν 4 διακριτές ιστορικές φάσεις του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος, που ακολούθησαν την περίοδο της «πρωταρχικής συσσώρευσης» του κεφαλαίου: 1820-1913,  1913-1950, 1950-1973, 1973 και επ. Εμείς εκλαμβάνουμε τις περιόδους 1913-1950 και 1950-1973 ως μία κοινή περίοδο, με τη μεσολάβηση των δύο παγκοσμίων πολέμων (1913-1973) και το μετασχηματισμό του ιμπεριαλιστικού κορπορατιστικού κράτους στο μεταπολεμικό «κοινωνικό» κορπορατιστικό κράτος πρόνοιας. Με γνώμονα το γενικό σχήμα μιας ιστορικο-λογικής περιοδολόγησης (Βαζιούλιν, 2013: 299), τα βασικά κύματα εκβιομηχάνισης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και τους βασικούς κοινωνιολογικούς τύπους του καπιταλιστικού έθνους-κράτους, προτείνουμε τον παρακάτω πίνακα περιοδολόγησης:

Λογική ιστορία Περίοδος Παραγωγικές δυνάμεις Καπιταλιστικό έθνος-κράτος Παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό σύστημα
Πρωταρχική εμφάνιση 15-18ος αιώνας Αγροτική παραγωγή, εκχρηματισμός της γεωργίας και «Πρωταρχική Συσσώρευση» Απολυταρχικό Κράτος Εμποροκρατικός καπιταλισμός
1η Διαμόρφωση 1820-1913

(19ος αιώνας)

Εφαρμογές

1ης βιομηχανικής επανάστασης

Φιλελεύθερο Κράτος Φιλελεύθερος καπιταλισμός
2η Διαμόρφωση 1913-1973

(20ος αιώνας)

1913-1945

και

1945-1973

Εφαρμογές

2ης βιομηχανικής επανάστασης

Κορπορατιστικό Κράτος Ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός
Ωριμότητα 1973 και επ

(21ος αιώνας).

Εφαρμογές

3ης βιομηχανικής επανάστασης

Επιχειρηματικό Κράτος Σύγχρονος καπιταλισμός[4]

Η τάση εμπέδωσης ενός νέου καπιταλιστικού έθνους-κράτους στο παγκόσμιο καπιταλιστικό πλαίσιο υποδηλώνεται από τη συμπεριφορά όλων των βασικών οικονομικών δεικτών της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής στις χώρες του ΟΟΣΑ αλλά και εκτός ΟΟΣΑ, με αφετηρία την αναντίρρητη, τόσο για μαρξιστές όσο και για μη μαρξιστές,  πτωτική τάση της δυναμικής του κεφαλαιοκρατικού συστήματος από τη δεκαετία του 1970: κάμψη του ρυθμού της οικονομικής μεγέθυνσης και του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας (IMF, 2015) που συνδέεται στενά με την τεχνολογική υποκατάσταση της ζωντανής εργασίας στον μεταποιητικό-βιομηχανικό τομέα και τη ραγδαία «τριτογενοποίηση» (Nordhaus W.D, 2008, Jorgenson D.W-Timmer M.P, 2011, IMF, 2015) και «χρηματιστικοποίηση» (Λαπαβίτσας, 2014)[5] της παγκόσμιας παραγωγής και κατανάλωσης. Νέας κλίμακας συγκέντρωση/συγκεντροποίηση του κεφαλαίου προς όφελος γιγαντιαίων πολυεθνικών-πολυκλαδικών επιχειρήσεων (Vitali & Glattfelder & Battiston, 2011). Δομικός μετασχηματισμός της κοινωνικο-ταξικής σύνθεσης με τη μείωση του μεριδίου εργασίας στο συνολικό παραγόμενο πλούτο και τη συγκράτηση του ρυθμού αύξησης των μισθών κάτω από τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας (IMF, 2017: 121, 122), με την ελαστικοποίηση και επισφαλειοποίηση των εργασιακών σχέσεων, τη μαζική είσοδο των γυναικών και των μη δυτικών εργαζομένων στο παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας, με τη μείωση της συνδικαλιστικής πυκνότητας και την αύξηση της ανεργίας (Streeck, 2016), με την αύξηση της κοινωνικο-οικονομικής ανισότητας και τη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης στις χώρες της Δύσης (Milanović, 2019). Αναδιάρθρωση της φορολογικής δομής προς όφελος των επιχειρήσεων και σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας, μπλοκάρισμα της φορολογικής ικανότητας του κράτους να αυξάνει τα δημόσια έσοδα λόγω της διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου (Genschel & Seelkopf, 2012). Μεγάλη αύξηση του συνολικού, ιδιωτικού και του δημόσιου χρέους (IMF, 2018), επιχειρηματικοποίηση της κρατικής διοίκησης με τη γενίκευση του νέου δημόσιου management και της συμβίωσης δημοσίου-ιδιωτικού τομέα (Καρκατσούλης, 2004).

Το επιχειρηματικό κράτος αποτελεί τόσο το σύμπτωμα της ιστορικής αλληλεξάρτησης όλων των παραπάνω κρίσιμων παραμέτρων όσο και τη προσπάθεια στρατηγικής απάντησης της κυρίαρχης τάξης στην κοινωνικο-οικονομική κρίση της ταραγμένης περιόδου 1960-1980, όταν οι κοινωνικοί αγώνες στις δυτικές μητροπόλεις, στο «ανατολικό μπλοκ» και στις περιφέρειες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας συνέπεσαν με την εξασθένηση της καπιταλιστικής οικονομικής δυναμικής και τη «πετρελαιακή κρίση» του 1973. Το επιχειρηματικό κράτος ανέπτυξε τη βιοπολιτική επιστήμη και τεχνολογία, απαντώντας στο τριπλό πρόβλημα του κοινωνικο-ταξικού εμφυλίου, της παραγωγικής εκμετάλλευσης και της συνολικής αναπαραγωγής του πληθυσμού με τους τρεις βιοπολιτικούς τεχνολογικούς πυλώνες της άμυνας/ασφάλειας, της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας.

Άμυνα/ασφάλεια

«Πετύχαμε καλύτερο περιβάλλον ασφάλειας και πολύ λιγότερη καταστολή»
Νίκος Τόσκας[6]

Η βιοπολιτική τεχνολογία άμυνας/ασφάλειας του καπιταλιστικού κράτους επιβάλλει ορισμένους κανονιστικούς μηχανισμούς ισορροπίας μεταξύ των διακυμάνσεων των παραμέτρων του πληθυσμού, ορισμένους μηχανισμούς ομοιόστασης και αντιστάθμισης απέναντι στα επιζήμια αποτελέσματα και τους κινδύνους, ορισμένους μηχανισμούς ασφαλείας γύρω από το τυχαίο και αβέβαιο στοιχείο που είναι εγγενές σε κάθε πληθυσμό έμβιων όντων (Foucault, 2002: 302). Στόχος δεν είναι η ατομική εκπαίδευση, πειθάρχηση, εκγύμναση των ατόμων, αλλά η προσέγγιση των ατόμων μέσω συνολικών μηχανισμών που επιφέρουν συνολικές εξισορροπήσεις και ρυθμίσεις των βιολογικών διεργασιών του ανθρώπου ως είδους: «Η εν λόγω τεχνολογία λοιπόν δεν αποσκοπεί στην ατομική εκπαίδευση, αλλά στη συνολική ισορροπία, σε μια οιωνεί ομοιόσταση: στην ασφάλεια του συνόλου ως προς τους εκ των έσω κινδύνους» (όπ.π.: 303, 306). Οι βιοπολιτικοί μηχανισμοί άμυνας/ασφάλειας ακολουθούν λοιπόν τη λογική της ανοσολογικής ομοιοστατικής ρύθμισης ή αλλιώς της προσαρμοστικής ανοσίας: «Το σύστημα παράγει πολλά, διαφορετικά αντισώματα με «τυχαίο τρόπο», και όταν ένα κύτταρο συμβεί να παραγάγει αντισώματα που μπορούν να προσδεθούν σε έναν εισβολέα, τα κύτταρα αυτά ωθούνται να πολλαπλασιαστούν εις βάρος άλλων» (Godfrey-Smith, 2016: 77, 78). Στόχος της προσαρμοστικής ανοσίας είναι η διαλεκτική, κρατική αφομοίωση του αρνητικού ενδεχόμενου, της απειλής, του κινδύνου, μέσω της ελεγχόμενης έκθεσης σε αυτό, της δοκιμής και του λάθους, της αξιολόγησης των προσπαθειών και της αρχειοθέτησης των κρίσιμων πληροφοριών, με αποτέλεσμα την εκ των υστέρων, σταδιακή εκμάθηση των βέλτιστων προληπτικών, και δευτερευόντως κατασταλτικών, μεθόδων αντιμετώπισής της απειλής. Όπως συμβαίνει με το ανοσοποιητικό σύστημα, που διαθέτει γενικούς και ειδικούς μηχανισμούς άμυνας, σύμφωνα με τον Julian Asange υπάρχει μια γενική, στρατηγική επιτήρηση, που αφορά τον καθένα ως δυνητική απειλή και δυνητικό εχθρό, και μια εξειδικεύμενη, στοχευμένη επιτήρηση, που αφορά καθορισμένες απειλές και καθορισμένους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς (Curcio, 2016: 63-64). Τα μεταδεδομένα αποθηκεύονται και διατηρούνται για χρόνια, ώστε να μπορούν να πραγματοποιηθούν εκ των υστέρων έρευνες, ενώ σύνθετοι αλγόριθμοι τα αξιολογούν σχηματίζοντας τα ψυχοκοινωνικά προφίλ των πολιτών.

Σε όλα τα σύγχρονα εγχειρίδια και δόγματα άμυνας/ασφάλειας (defence/security), αντι-εξέγερσης (counter-insurgency), αντι-τρομοκρατίας (counter-terrorism) και υβριδικού πολέμου (hybrid war), από τις Η.Π.Α, την Κίνα και τη Ρωσία μέχρι την Ελλάδα[7], καθώς και στα αντίστοιχα εγχειρίδια των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε αστικό περιβάλλον[8], καθοριστικό ρόλο παίζει η συλλογή, αποθήκευση, αξιολόγηση, αξιοποίηση αλλά και προπαγανδιστική παραγωγή πληροφοριών που αφορούν τον υπό έλεγχο πληθυσμό μέσα σε ένα ιστορικά καθορισμένο, πολύπλοκο και σύνθετο περιβάλλον ζωής. Η διαδικασία αυτή έχει περιγραφεί εύστοχα ως χαρτογράφηση του «ανθρώπινου πεδίου» (Gonzales, 2016), περιλαμβάνει γεωφυσικές, οικονομικές, πολιτισμικές, ψυχολογικές και άλλες παραμέτρους, και έχει το χαρακτήρα είτε πρόληψης των κινδύνων είτε προετοιμασίας του εδάφους κοινωνικής νομιμοποίησης και υψηλής αποτελεσματικότητας των κατασταλτικών κρατικών επιχειρήσεων. Ως ασύμμετρες, υβριδικές, τρομοκρατικές και εθνικές απειλές, μπορούν να στοχοποιηθούν εργατικές απεργίες, πολιτικές ομάδες «προσφυγικές ροές», με αποτέλεσμα την εισαγωγή, κυρίως στο ποινικό δίκαιο, όλο και πιο νομικά αόριστων αντιτρομοκρατικών και άλλων διατάξεων.

Από την Ιταλία μέχρι το Βιετνάμ και από τους Μαύρους Πάνθηρες μέχρι την εξέγερση στο Μεξικό, οι αντιτρομοκρατικές εκστρατείες και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κρατικής αντιμετώπισης του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού  που εκτυλίχθηκαν την περίοδο 1960-1980 βρήκαν την κορύφωσή τους στον εμβληματικό νόμο Patriot Act των Η.Π.Α, μια απάντηση στη τρομοκρατική επίθεση της 11η Σεπτεμβρίου του 2001 που κανονικοποίησε το έκτακτο νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν με παραδειγματικό τρόπο οι πλέον σύγχρονοι μηχανισμοί άμυνας/ασφάλειας. Τo πρόγραμμα Καθολικής Επίγνωσης Πληροφοριών (Total Information Awareness, TIA) ανατέθηκε το 2003 στον στρατηγό John Poindexter και είχε ως στόχο την καλύτερη διεξαγωγή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» με τη δημιουργία του μεγαλύτερου συστήματος παρακολούθησης πληροφοριών στην ιστορία των Η.Π.Α. Το σχέδιο αφορούσε τη συγκέντρωση 40 σελίδων πληροφοριών κατά μέσο όρο για καθέναν από τα 7 δισεκατομμύρια κατοίκους του πλανήτη, με την ανάθεση της επεξεργασίας τους σε μια συστοιχία υπερυπολογιστών. Μολονότι επίσημα το πρόγραμμα αυτό εγκαταλείφθηκε, σύμφωνα με τον ιδρυτή των Wikileaks, Julian Assange, η N.S.A συνεχίζει την υλοποίησή του μέσα από άλλα προγράμματα επιτήρησης, που στηρίζονται στη βαθιά συνεργασία κρατικού και ιδιωτικού τομέα (Ramone, 2017: 60, 135, 139, 140). Η μεγαλύτερη αποκάλυψη του Edward Snowden ήταν ένα μυστικό πρόγραμμα, με την κωδική ονομασία Prism, το οποίο επιτρέπει στην NSA πλήρη πρόσβαση στους εξυπηρετητές των μεγαλύτερων, αμερικανικών εταιρειών του Internet, δηλαδή των AOL, Facebook, Google, Microsoft, Paltalk, Yahoo, Skype και Youtube, ενώ δεν εξαιρούνται από τα στρατιωτικο-επιχειρηματικά ψηφιακά συμπλέγματα ελέγχου πλατφόρμες όπως το Twitter ή το Instagram. Eίναι χαρακτηριστικό πως, σύμφωνα με έγγραφο που δημοσιοποίησε ο Snowden, σε ένα διάστημα το πολύ 30 ημερών, το Μάρτιο του 2013, μια μονάδα της NSA, η Global Access Operations, είχε συλλέξει μεταδεδομένα από τουλάχιστον 124 δισεκατομμύρια τηλεφωνικές κλήσεις και πάνω από 97 δισεκατομμύρια μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (όπ.π.: 65, 67). Αντίστοιχες τεχνικές υπηρεσίες μαζικής επιτήρησης, που κατά κανόνα συνεργάζονται με την NSA, υπάρχουν και σε άλλες χώρες, όπως οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες και το πρόγραμμα Tempora, οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες (BND), οι πρεσβείες των κρατών κ.α. Πρόσφατα έγινε γνωστό το «Περίγραμμα Σχεδιασμού για ένα σύστημα Κοινωνικής Πίστωσης» στην Κίνα, με τη συνεργασία κράτους και ιδιωτικών επιχειρήσεων, το οποίο έχει ως στόχο την μεγαλύτερη εθνική καταγραφή και αξιολόγηση πολιτών και καταναλωτών στην κινεζική ιστορία (Botschan, 2017: κεφ. 7).

Βίντεο, βιομετρικά σκάνερ, δορυφόροι, υπέρυθρες κάμερες, καθημερινές συσκευές, drones, μέχρι και μικροσκοπικά ιπτάμενα έντομα-drones, πλαισιώνουν τους παραπάνω μηχανισμούς άμυνας/ασφάλειας των καπιταλιστικών κρατών και των επιχειρήσεων στους δρόμους, στις πλατείες, μες στις ψυχές μας ίσως. Κάμερες υψηλής ευκρίνειας Gigapan -πάνω από ένα δισεκατομμύριο pixel- επιτρέπουν το βιομετρικό φακέλωμα προσώπων με μία μόνο φωτογραφία σε μαζικό χώρο συγκέντρωσης, κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας ή μιας πολιτικής ομιλίας. Η ραγδαία ανάπτυξη του Internet of Things πολλαπλασιάζει τις συσκευές οι οποίες, μέσω σύνδεσης με το Internet, μπορούν να μας κατασκοπεύουν, όπως οι έξυπνες τηλεοράσεις που μας ακούνε χωρίς να το γνωρίζουμε, για παράδειγμα της εταιρείας ηλεκτρονικών ειδών Visio, του μεγαλύτερου κατασκευαστή έξυπνων τηλεοράσεων που συνδέονται με το Internet (Ramone, 2017: 87). Το 2015, ο ΟΟΣΑ δημοσίευσε μια μελέτη που αποκαλύπτει ότι στις ΗΠΑ υπάρχουν τουλάχιστον 24,9 συνδεδεμένες συσκευές ανά 100 κατοίκους, ενώ όλο και περισσότερες πόλεις εκσυγχρονίζουν τις υπηρεσίες προς τους πολίτες μετατρεπόμενες σε ψηφιακά ολοκληρωμένες και διασυνδεδεμένες Έξυπνες Πόλεις. Οι τεχνικές δυνατότητες των μηχανισμών άμυνας/ασφάλειας είναι πλέον τεράστιες, σε υψηλούς βαθμούς διάδρασης με τον πληθυσμό και το περιβάλλον.

Ανάπτυξη

«Μακροπρόθεσμα, η παραγωγικότητα είναι σχεδόν το παν»
Paul Krugman

Η βιοπολιτική τεχνολογία ανάπτυξης του καπιταλιστικού κράτους στοχεύει στη θετική κινητοποίηση, μεγιστοποίηση και αξιοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων του πληθυσμού. Το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος επενδύει όλο και περισσότερο στην ανάπτυξη του «human capital» ή «ανθρώπινου κεφαλαίου», ως το σύνολο εκείνων των συνηθειών, γνώσεων, προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων που ενσαρκώνονται στην εργασιακή δύναμη και έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή οικονομικής αξίας. Σε μία έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύτηκε το 2015 με τον εύγλωττο τίτλο «Το μέλλον της παραγωγικότητας», αφού διαπιστώνεται τη πανθομολογούμενη γενική μεγα-τάση κάμψης του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο μετά το 1970, ο ΟΟΣΑ κατονομάζει ως τον σημαντικότερο παράγοντα οικονομικής μεγέθυνσης τον MFP-Multi-Factor Productivity, που σημαίνει «πολυπαραγοντική παραγωγικότητα» (OECD, 2015), ενώ συνήθως ο εν λόγω σύνθετος παράγοντας ονομάζεται TTPTotal Factor Productivity. Πρόκειται για εκείνο το πλέγμα κοινωνικο-θεσμικών παραγόντων που διαμορφώνει τη γενική συνθήκη αύξησης της παραγωγικότητας της μισθωτής εργασίας και της εξοικονόμησης του κεφαλαίου, υπολογιζόμενο ως το υπόλειμμα των μετρήσεων των επιμέρους δεικτών παραγωγικότητας, αφορώντας στη πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής μεγέθυνσης. Έτσι ο MFP εκφράζει, ή προϋποθέτει, εκείνο που ο Marx ονόμαζε «πραγματική υπαγωγή στο Κεφάλαιο», την εκμετάλλευση όλων των πλευρών της κοινωνικής ζωής από το μηχανισμό της συσσώρευσης κεφαλαίου. Για την αύξηση του MFP, ο ΟΟΣΑ προτείνει πολιτικές προσανατολισμένες στην «ολοκλήρωση των αγορών», την «τεχνολογική καινοτομία» και την παραγωγή «ανθρώπινου κεφαλαίου».

Η ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου αποτελεί μια βιοπολιτική τεχνολογία του καπιταλιστικού κράτους, γιατί αφορά το σύνολο της βιοψυχικής, νοητικής και κοινωνικής ζωής του ανθρώπινου πληθυσμού, που πρέπει να συντείνει στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, με τη μείωση του κόστους εργασίας, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και τη διαρκή επανακατάρτιση, με στόχο την ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Όλο και περισσότερο ο καπιταλισμός επιχειρεί να παράγει τον ίδιο τον πληθυσμό ως ανθρώπινο κεφάλαιο. Επενδύσεις στην εκπαίδευση ως κατάρτιση και διά βίου μάθηση, επενδύσεις στην υγεία, επενδύσεις στήριξης της οικογενειακής φροντίδας και μέριμνας, το σύνολο αυτό των επενδύσεων μπορεί να αξιολογηθεί με γνώμονα τη διαδικασία αποδοτικής παραγωγής του human capital. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (W.O.F) βαθμολογεί τις χώρες ανάλογα με την ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου τους, θεωρώντας πως το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι ο δυνητικά σημαντικότερος συντελεστής καπιταλιστικής ανάπτυξης (World Economic Forum, 2017).


Η παραγωγή ανθρώπινου κεφαλαίου περνάει μέσα και από τον ρυθμιστικό έλεγχο, τη προτυποποίηση και πληροφοριοποίηση της παραγωγής και της κατανάλωσης. Όσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα της παραγωγικότητας, τηλεκάμερες στους χώρους εργασίας, φορητοί μηχανισμοί και επιχειρηματικά smartphones συνδεδεμένα με υπολογιστές επιτήρησης των εργαζομένων από απόσταση, badges που καταγράφουν μέσω αισθητήρων και μεταδίδουν σε έναν επιχειρηματικό server κάθε λέξη, κάθε μετακίνηση και κάθε κοινωνική αλληλεπίδραση του εργαζομένου, εγκατεστημένα GPS στα μέσα κίνησης, στα παπούτσια, στα κουμπιά των στολών εργασίας, σε ζώνες και σε βραχιόλια, καταγράφουν κάθε μη παραγωγική δραστηριότητα των εργαζομένων που αξιολογείται σε σχέση με τα προκαθορισμένα παραγωγικά standards (Curcio, 2016: 70 και επ.). Όσον αφορά το ζήτημα της κατανάλωσης, όλοι οι μηχανισμοί άμυνας/ασφάλειας που αναφέρθηκαν προηγουμένως μπορούν να αξιοποιηθούν για επιχειρηματικούς σκοπούς, καθώς η δημιουργία εξατομικευμένων ψυχοκοινωνικών προφίλ μέσω σύνθετων αλγόριθμων επιτρέπει τη μεταπώληση και την εμπορική εξαργύρωση των μεταδεδομένων που συλλέγουν οι προληπτικοί μηχανισμοί ελέγχου των μεγάλων ιδιωτικών και κρατικών εταιρειών. Τρεις ερευνητές των πανεπιστημίων του Cambridge και του Stanford, χρησιμοποιώντας έναν ειδικό αλγόριθμο σε δείγμα 88.220 καταναλωτών του Facebook, συμπέραναν πως αρκεί η ανάλυση 10 likes για την ικανοποιητική σκιαγράφηση του προφίλ της προσωπικότητας και η ανάλυση 150 likes για μία γνώση των ατόμων καλύτερη από αυτή που έχουν οι γονείς ή οι συγγενείς τους (όπ.π.: 49). Έτσι μπορεί να προσανατολιστεί η εμπορευματική στρατηγική και η στρατηγική marketing των επιχειρήσεων στα κατάλληλα target groups. Eξάλλου, ήδη τσιπ ταυτοποίησης μέσω ραδιοσυχνοτήτων (RFID) χαρτογραφούν αυτομάτως το καταναλωτικό μας προφίλ σε καθημερινές μας συναλλαγές, όπως συμβαίνει ήδη με τις «κάρτες πόντων» των περισσότερων σουπερμάρκετ και εμπορικών καταστημάτων.

Από τη σκοπιά της ανάπτυξης του ανθρώπινου κεφαλαίου, η κοινωνική πολιτική του καπιταλιστικού κράτους επαναπροσδιορίζεται ριζικά. Για το «κοινωνικό κράτος» του 20ου αιώνα η κοινωνική πολιτική ήταν ασφαλιστικό αντιστάθμισμα των αρνητικών κοινωνικών συνεπειών της ελεύθερης αγοράς, με βασικά όργανα τη συλλογική κατανάλωση κοινωνικών αγαθών (ιατρική, παιδεία, πολιτισμός) και την αναδιανεμητική πολιτική (επιδόματα κ.α), και αποτελούσε το σκοπό της οικονομικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τη λογική του επιχειρηματικού κράτους, η πλέον αποτελεσματική «κοινωνική πολιτική» είναι σήμερα η πολιτική που προωθεί την καπιταλιστική ανάπτυξη, και ειδικά την ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου: «Υπάρχει μόνο μια κοινωνική πολιτική που είναι αληθινή και θεμελιώδης, δηλαδή η οικονομική ανάπτυξη. Η θεμελιώδης μορφή της κοινωνικής πολιτικής δεν μπορεί να είναι κάτι που θα μπορούσε να αντιβαίνει την οικονομική πολιτική και να την αντισταθμίζει: η κοινωνική πολιτική δεν θα έπρεπε να είναι πιο γενναιόδωρη απ’όσο το επιτρέπει η οικονομική ανάπτυξη» (Foucault, 2012: 144). Σε αυτή τη προοπτική, οι επενδύσεις στην υγεία και την παιδεία έχουν αξία μόνο ως επενδύσεις που αυξάνουν την αξία του human capital. Το μόνο που πρέπει να κάνει η κοινωνική πολιτική είναι να αναδιανείμει ένα ποσό, από αυτούς που απολαμβάνουν το μέγιστο της κατανάλωσης (υπερκατανάλωση), προς εκείνους που απολαμβάνουν το ελάχιστο της κατανάλωσης (υποκατανάλωση), ώστε να διαμορφώνεται ένα ελάχιστο δίχτυ κοινωνικής προστασίας (όπ.π.: 143). Ως προς τα βασικά μέσα άσκησης της κοινωνικής πολιτικής, προκρίνεται η λογική της ιδιωτικής ασφάλισης με την παροχή κρατικών διευκολύνσεων αντί της δημόσιας κατανάλωσης κοινωνικών αγαθών, προτείνεται δηλαδή μια ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής πολιτικής. Ακόμη και ο σημαντικότερος μελετητής του «κοινωνικού κράτους» στον 20ο αιώνα, ο Δανός κοινωνιολόγος Gøsta Esping-Andersen, λαμβάνοντας υπόψη τις δημογραφικές και οικονομικές εξελίξεις, κυρίως τη διαμόρφωση μιας οικονομίας υπηρεσιών υψηλής εντάσεως γνώσης και κεφαλαίου, προτείνει τον επαναπροσδιορισμό της «κοινωνικής πρόνοιας» ως «επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο», ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και να βελτιστοποιηθεί η σχέση επενδύσεων και αποδόσεων στους τομείς της υγείας, της παιδείας, ακόμα και στον τομέα της παιδικής φροντίδας, με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας του ανθρώπινου κεφαλαίου (Espring Andersen, 2006: 43-52).

Ανταγωνιστικότητα

«Η αλληλεγγύη και η ανταγωνιστικότητα είναι οι δύο όψεις ενός ευρωπαϊκού νομίσματος»
Angela Merkel

Η βιοπολιτική τεχνολογία της ανταγωνιστικότητας αποτελεί το τρίτο πυλώνα του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους και αφορά τη ρύθμιση των παραμέτρων που αφορούν συνολικά τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικά οργανωμένου πληθυσμού μέσα στο σύγχρονο περιβάλλον. Σύμφωνα με τον Foucault και τις διαλέξεις του για τη Γέννηση της Βιοπολιτικής, ο σύγχρονος καπιταλισμός κινείται από την ανταλλαγή στον ανταγωνισμό ως ουσία της αγοράς, χωρίς να θεωρεί, σύμφωνα με την παραδοσιακή φιλελεύθερη αντίληψη, πως η ανταγωνιστική αγορά προάγεται με την ελάχιστη δράση του κράτους. Αντίθετα, ο σύγχρονος καπιταλισμός, στην αμερικανική και γερμανική «νεοφιλελεύθερη» εκδοχή του, προτάσσει την ενεργητική κρατική παραγωγή των όρων της ανταγωνιστικής αγοράς:  «Ο καθαρός ανταγωνισμός οφείλει να είναι, και δεν μπορεί παρά να είναι μόνο ένας στόχος, ένας στόχος που συνεπώς προϋποθέτει μια ακατάπαυστα ενεργό πολιτική […] η αγορά, ή μάλλον ο καθαρός ανταγωνισμός, που είναι η ίδια η ουσία της αγοράς, μπορεί να εμφανιστεί μόνο αν παραχθεί, και αν παραχθεί από μια ενεργό κυβερνητικότητα, Θα έχουμε, λοιπόν, κάτι σαν μια ολική επικάλυψη των συναρτημένων με τον ανταγωνισμό μηχανισμών της αγοράς και της διακυβερνησιακής πολιτικής» (Foucault, 2012: 122-128, 137).Ο Foucault περιγράφει λοιπόν τη γένεση ενός «θετικού», «παρεμβατικού» ή «κοινωνιολογικού φιλελευθερισμού» (όπ.π.: 132), σύμφωνα με τον οποίο η συγκρότηση ενός περιβάλλοντος καθαρού ανταγωνισμού προϋποθέτει μια κρατική διακυβέρνηση που όχι απλώς δεν αποσύρεται από την ανταγωνιστική αγορά, αλλά παρεμβαίνει ενεργητικά κατασκευάζοντας τις κοινωνικές συνθήκες ύπαρξής της: «Πληθυσμός, τεχνικές, μαθητεία και εκπαίδευση, νομικό καθεστώς, διαθεσιμότητα των γαιών, κλίμα κλπ: όλα αυτά είναι στοιχεία που βλέπετε ότι δεν είναι άμεσα οικονομικά, ότι δεν αφορούν τους ίδιους τους μηχανισμούς της αγοράς, αλλά είναι, για τον Όικεν, οι συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορέσει να λειτουργήσει η γεωργία ως αγορά, η γεωργία μέσα στην αγορά […] πώς να τροποποιήσουμε αυτές τις υλικές, πολιτιστικές, τεχνικές, νομικές βάσεις που υφίστανται στην Ευρώπη; Πώς να τροποποιήσουμε αυτά τα δεδομένα, πώς να τροποποιήσουμε αυτό το πλαίσιο, ώστε να παρέμβει η οικονομία της αγοράς; […] Αυτά για τις ενδεδειγμένες δράσεις, τις συγκυριακές δράσεις και τις καταστατικές δράσεις στο επίπεδο του πλαισίου. Είναι ό,τι αποκαλούν οργάνωση μιας τάξης της αγοράς, μιας τάξης ανταγωνισμού» (όπ.π.: 141).  Αποτέλεσμα αυτής της ενεργητικής κρατικής κατασκευής των όρων ανταγωνιστικότητας, ως Vitalpolitik, βιοπολιτικής που εκτείνεται σε όλο το sozialle Umwelt, στο κοινωνικό περιβάλλον, είναι η γενίκευση, η διάχυση, ο πολλαπλασιασμός της επιχειρηματικής μορφής εντός του κοινωνικού σώματος σε όλα τα πεδία τη ζωής: στην οικογένεια, στην εκπαίδευση, στην εργασία, στο δίκαιο, στον πολιτισμό, στην προσωπική ζωή (Foucault, 2012: 148, 149).

Σε έναν ανάλογο βιοπολιτικό ορισμό της ανταγωνιστικότητας έχει καταλήξει και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF), που θέτει τις βασικές κατευθύνσεις στην αξιολόγηση της ανταγωνιστικότητας των καπιταλιστικών κοινωνιών με γνώμονα τρία ή τέσσερα κλιμακούμενα επιπέδα «ολικών δεικτών ανταγωνιστικότητας» (World Economic Forum, 2015-2016):

  1. Βασικές προϋποθέσεις: Εδώ το WEFπεριλαμβάνει το θεσμικό περιβάλλον, τις βασικές υποδομές, τη  μακροοικονομική σταθερότητα, την υγεία και πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Πρόκειται για τα «βασικά προαπαιτούμενα», καθώς πρόκειται για τις προϋποθέσεις εκείνες τις οποίες καλούνται να αντιμετωπίσουν πρώτα τα καπιταλιστικά κράτη, ήδη από τα πρώιμα στάδια της ανάπτυξής τους. Το θεσμικό περιβάλλον ορίζεται ως το κοινωνικό περιβάλλον των τυπικών και άτυπων κανονιστικών περιορισμών της συμπεριφοράς, που έχει ως αποτέλεσμα τη ρύθμιση των κινήτρων και τη μείωση της αβεβαιότητας των πολιτών, ώστε αυτοί να εμπλέκονται με ασφάλεια στην οικονομική δραστηριότητα. Το περιβάλλον αυτό έχει ως πυλώνες τη θεσμική, νομικοπολιτική και διοικητική εγγύηση της ασφάλειας των προσωπικών ελευθεριών και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, τη διαφάνεια και αποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα, την αμοιβαία εξισορρόπηση και τον έλεγχο των δημόσιων εξουσιών, και, τέλος, μια επιχειρηματική κοινωνική κουλτούρα.
  2. Ενισχυτές αποτελεσματικότητας: εδώ περιλαμβάνονται η ανώτατη εκπαίδευση/κατάρτιση, η «αποτελεσματικότητα», δηλαδή η ελαστικοποίηση και επισφαλειοποίηση, της αγοράς εργασίας, η αποτελεσματικότητα της αγοράς αγαθών, η ανάπτυξη της χρηματοοικονομικής αγοράς, η τεχνολογική ετοιμότητα προς τις νέες μορφές γνωσιοκεντρικής παραγωγής, το μέγεθος της αγοράς.
  3. Καινοτομία και επιχειρηματική ωριμότητα:  εδώ ανήκουν η διεθνώς ανταγωνιστική εξειδίκευση του βιομηχανικού τομέα, η πείρα και η ποιότητα των επιχειρηματικών δικτύων καινοτομίας, η επιχειρηματική κουλτούρα της κυβέρνησης και της κοινωνίας. Οι χώρες που παίρνουν υψηλή βαθμολογία στους τομείς αυτούς είναι οι πλέον καπιταλιστικά ανεπτυγμένες.

Στην έκθεση για τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του 2019, το WEF εκσυγχρονίζει αυτά τα γενικά κριτήρια και διακρίνει τελικά στους εξής πυλώνες ανταγωνιστικότητας (World Economic Report, 2019):

  1. Περιβάλλον (θεσμοί, υποδομές, μακροοικονομική σταθερότητα, προσαρμογή στα πληροφοριακά και επικοινωνιακά συστήματα)
  2. Ανθρώπινο Κεφάλαιο (υγεία και δεξιότητες)
  3. Αγορές (αγορά εμπορευμάτων, αγορά εργασίας, χρηματοπιστωτικό σύστημα, μέγεθος αγοράς)
  4. Οικοσύστημα Καινοτομίας (επιχειρηματική δυναμική, ικανότητα καινοτομίας).

Αντί Επιλόγου

Η εξελικτική αρχή της «επιβίωσης του προσαρμοστικότερου» έμελε να γίνει το βασικό βιοπολιτικό αξίωμα μιας κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας που στον 21ο αιώνα κατασκευάζει η ίδια, περισσότερο από ποτέ, το κοινωνικό-οικονομικό και ψυχολογικό περιβάλλον ζωής των υποτελών. Ακριβώς τη στιγμή που αυτή η κυριαρχία βιοπολιτικά ολοκληρώνεται, πληθυσμιακά διαχέεται και εξατομικευμένα εσωτερικεύεται στα μυαλά και τα σώματα των υποτελών, παράγει πλάι στη βιοπολιτική επιστήμη και τη βιοπολιτική τεχνολογία, μια βιοπολιτική υποκειμενοποίηση. Οι καταπιεσμένοι και οι καταπιεσμένες του 21ου αιώνα θα ζήσουμε σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον όλο και πιο οικονομικά ασφυκτικό, όλο και πιο ψυχοτροπικά ελεγχόμενο, ταυτόχρονα, όμως, όλο και πιο ασταθές από τις κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες και τις πολεμικές συγκρούσεις, όλο και πιο εξαρτημένο από την ίδια μας την ταξική συναίνεση και τη ψυχική υποταγή:

«Πολλοί νέοι απαιτούν, παραδόξως, να τους παρέχονται «κίνητρα», αξιώνουν περιόδους μαθητείας και διαρκή εκπαίδευση· σ’ αυτούς έγκειται να ανακαλύψουν αυτό που πρόκειται να υπηρετήσουν, όπως οι πρόγονοί τους ανακάλυψαν, όχι χωρίς δυσκολία, τις πειθαρχίες. Οι σπείρες ενός ερπετού είναι ακόμα πιο πολύπλοκες από τις τρύπες ενός τυφλοπόντικα» (Deleuze, 2001: 16).

Γιάννης Ευσταθίου

_________________________________

Βιβλιογραφία:

Ελληνόγλωσση

Agamben, G. (2005 ), Homo Sacer-Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, Αθήνα, Scripta.

Bonefeld W., Holloway J. (1993), Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή, Αθήνα, Εξάντας.

Curcio R. (2016), Εικονική αυτοκρατορία-η αποικιοποίηση του φαντασιακού και ο κοινωνικός έλεγχος, Αθήνα, Ελευθεριακή Κουλτούρα.

Deleuze, G. (2001), Κοινωνία του Ελέγχου, Αθήνα, Ελευθεριακή Κουλτούρα.

Esping-Andersen G. (2006), Αναζητώντας την καλή κοινωνία, ακόμα μια φορά; στο Γιατί χρειαζόμαστε ένα νέο κοινωνικό κράτος, Αθήνα, Διόνικος.

Foucault, M. (2012) Η Γέννηση της Βιοπολιτικής-παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1978-1979), Αθήνα, Πλέθρον.

Foucault, M. (2002), Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας, Αθήνα, Ψυχογιός.

Godfrey-Smith P. (2016), Φιλοσοφία της Βιολογίας, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Gonzales J. R. (2016), Αμερικανική αντιεξέγερση-ανθρώπινη επιστήμη και ανθρώπινο πεδίο, Αθήνα, Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα.

Καρκατσούλης Π. (2004), Το Κράτος σε μετάβαση-από τη «διοικητική μεταρρύθμιση» και το «δημόσιο management» στη «διακυβέρνηση», Αθήνα, Σιδέρης.

Λαπαβίτσας Κ. (2014 ), Κέρδος χωρίς παραγωγή- πώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα μας εκμεταλλεύεται όλους, Αθήνα, Τόπος

Mazuccato M. (2015), Το επιχειρηματικό κράτος-ανατρέποντας μύθους, Αθήνα, Κριτική.

Milanović B. (2019), Παγκόσμια Ανισότητα-η οικονομική ανισότητα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Πουλαντζάς Ν. (1991), Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός, Αθήνα, Θεμέλιο.

Ramone I. (2017), Η Αυτοκρατορία της Επιτήρησης, Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

Rifkin J. (2017), H κοινωνία του μηδενικού οριακού κόστους-το διαδίκτυο των πραγμάτων, ο συνεργασιακός κοινόκτητος χώρος και η έκλειψη του καπιταλισμού, Αθήνα, Ενάλιος.

Streeck W. (2016), Κερδίζοντας χρόνο- η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού, Αθήνα, Τόπος.

Vazyoulin A.V (2013), Η λογική της Ιστορίας-ζητήματα θεωρίας και μεθοδολογίας, Αθήνα, ΚΨΜ.

Φιλιππίδης Χ. (2017), Μικροί πόλεμοι σε μεγάλες πόλεις-θεωρίες τεχνολογίες και γεωγραφίες αντιεξέγερσης, Αθήνα, Εκδόσεις των Ξένων.

Χρυσόγονος, Κ. (2012), Γιατί το Σύνταγμα; Ιστορικές προϋποθέσεις του συνταγματισμού, Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης (www.constitutionalism.gr)

Ξενόγλωσση

Botsman R. (2017), Who can you trust-how technology brought us together and why it might drive us apart, New York, Public Affairs.

Cerny P.G. (1997), Paradoxes of the Competition State: The Dynamics of Political Globalization, Government and Opposition, Volume 32, Issue 02, Cambridge University Press.

ESPOSITO R. (2008), Bios-Biopolitics and Philosophy, Minneapolis, University of Minnesota Press.

Foucault Μ. (1998), Life: Exprerience and Science, in Aesthetics, Method and Epistemology-the essential works of Foucault 1854-1984, Vol. 2,, New York, The New York Press.

Foucault Μ. (2009), Security, Territory, Population-Lectures at the Collège de France (1977-1978)UK, Pallgrave Macmillan.

Genschel P. & Seelkopf L. (2012), Did the competition state rise?, Bremen, Jacobs University Bremen.

Harvey D. (2005), A brief history of neoliberalism, Oxford University Press.

Jessop B. (2002) The Future of Capitalist State, Cambridge, Polity.

Johnson C.A. (1982), MITI and the Japanese Miracle: the Growth of Industrial Policy, 1925-1975, Stanford, Calififornia,  Stanford University Press.

Wade R. (1990), Governing the Market: Economic Theory and the Role of Government in Taiwan’s Industrialization. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Άρθρα-Eκθέσεις

IMF. (2015), The New Normal-A Sector-Level Perspective on Growth and Productivity Trends in Advanced Economies (http://www.imf.org/external/pubs/ft/sdn/2015/sdn1503.pdf).

IMF (2017), World Economic Outlook-Gaining Momentum? (https://www.imf.org/en/Publications/WEO/Issues/2017/04/04/world-economic-outlook-april-2017

IMF (2018), Bringing Down High Debt, Vitor Gaspar and Laura Jaramillo (https://blogs.imf.org/2018/04/18/bringing-down-high-debt/)

Jorgenson D.W., Timmer M.P. (2011), Structural Change in Advanced Nations: A New Set of Stylised Facts, Scandinavian Journal of Economics, Vol. 113, Wiley Blackwell.

Κομπρεσέρ-συλλογικό (2012), M.O.U.T. – Στρατιωτικές Επιχειρήσεις σε Αστικοποιημένο Έδαφος: Η στρατιωτικοποίηση της αστυνόμευσης και της καταστολής στις δυτικές μητροπόλεις, Τεύχος 3, περιοδικό Κομπρεσέρ.

Liodakis G. (2010), Totalitarian Capitalism and Bejond, Surrey, Farnham, Ashgate.

Maddison A (2007). Fluctuations in the momentum of growth within the capitalist epoch, Cliometrica, Volume 1, Issue 2, Springer-Verlag.

Nordhaus W.D. (2008), Baumol’s Diseases: A Macroeconomic Perspective, The B.E. Journal of Macroeconomics, vol. 8, De Gruyter.

OECD. (2015), The Future of Productivity (http://www.oecd.org/eco/growth/OECD-2015-The-future-ofproductivity-book.pdf).

Vitali S. & Glattfelder J.B & Battiston S. (2011), The Network of Global Corporate Control (https://www.researchgate.net/publication/51761051_The_Network_of_Global_Corporate_Control)

World Economic Forum (2015-2016), Τhe Global Competitiveness Report (http://reports.weforum.org/global-competitiveness-report-2015-2016/preface/)

World Economic Forum (2017), The Global Human Capital Report (http://www3.weforum.org/docs/WEF_Global_Human_Capital_Report_2017.pdf)

World Economic Forum (2019), The Global Competitiveness Report (http://www3.weforum.org/docs/WEF_TheGlobalCompetitivenessReport2019.pdf)

________________________________

[1] . Η αφήγησή μας εδώ είναι αναγκαστικά σχηματική, απλώς και μόνο εισαγωγική στην εν λόγω προβληματική. Για μια πιο αναλυτική υποστήριξη αυτής της θέσης, βλ. Γιάννης Ευσταθίου, Νίκος Χαραλαμπόπουλος (2016), Επιστημολογία της Κρατικής μορφής-πέρα από την αντιπαράθεση Althusser, Πουλαντζά, εργασία διαθέσιμη στο www.academia.edu.

[2] . Για τον όρο σύνταγμα και την βιολογική έννοια που σηματοδοτεί, βλ. στο Χρυσόγονος, 2012: «Ο όρος «constitution» φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε αρχικά όχι ως ανανοηματοδότηση του λατινικού constitutio, αλλά με την έννοια της κράσης ή διαμόρφωσης του «πολιτικού σώματος» (constitution of the body […] Πιο ευδιάκριτη ακόμα είναι η μεταφορική προέλευση του όρου στο ιδρυτικό σύμφωνο (Plantation Covenant) άγγλων αποίκων στη βόρεια Αμερική το 1620, με την αμοιβαία δέσμευσή τους ότι ενώνονται σε ένα αστικό πολιτικό σώμα και (θα) συντάσσουν δίκαιους και ίσους νόμους για το γενικό συμφέρον της αποικίας».

[3] . Αναπαραγωγική επιτυχία των πιο προσαρμοστικών με τους όρους της φυσικής επιλογής. Εγωισμός και αλτρουισμός, ανταγωνισμός και συνεργασία συνυπάρχουν στην εξέλιξη των ειδών. Επιπλέον, σύγχρονες έρευνες αναδεικνύουν την καθοριστική συμβολή συμβιωτικών σχέσεων στη διαδικασία της εξέλιξης. Ήταν ο Herbert Spencer, και όχι ο Δαρβίνος, που καθιέρωσε τον όρο «επιβίωση του ισχυρότερου» διαβάζοντας το έργο του Δαρβίνου. Ο ίδιος ο Δαρβίνος, ωστόσο, χρησιμοποίησε τον όρο του Spencer στην 5η έκδοση του βιβλίου του για την Καταγωγή των Ειδών που κυκλοφόρησε το 1869, με σκοπό την απόδοση της ιδέας «καλύτερα σχεδιασμένος για το άμεσο, τοπικό περιβάλλον», αποστασιοποιούμενος αργότερα από τη χρήση του (Rifkin, 2017: 125-127).

[4] . Για μια μαρξιστική θεώρηση του σύγχρονου καπιταλισμού ως «ολοκληρωτικού καπιταλισμού», βλ. ενδεικτικά Liodakis, 2010.

[5] . Δεν υιοθετούμε εδώ το σύνολο της ανάλυσης και της ερμηνείας του Κ.Λαπαβίτσα, παρά μόνο στο βαθμό που αναδεικνύει. σύμφωνα με ειδικούς δείκτες. τη χρηματοπιστωτική στροφή του σύγχρονου καπιταλισμού.

[6]. Υποστράτηγος τεθωρακισμένων εν αποστρατεία, υφυπουργός Εθνικής Άμυνας, αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών αρμόδιος για θέματα Προστασίας του Πολίτη. Σε συνέντευξή του στο News247 που δημοσιεύτηκε στις 26 Ιανουαρίου του 2017, αποτιμώντας την τελευταία από τις παραπάνω θητείες του, και απαντώντας σε ερώτημα για τη μεγαλύτερη παρακαταθήκη που μπορεί να αφήσει ένας υπουργός Προστασίας του Πολίτη, απάντησε τα εξής: «Μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που έχει πληγεί από την οικονομική κρίση εδώ και πάνω έξι χρόνια, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ασφάλεια για τους πολίτες, όση μπορεί να υπάρξει και για τα σπίτια τους και για τους χώρους τους και να μην υπάρχει καταστολή υπέρμετρη εκεί που δεν χρειάζεται. Η έως τώρα αντίληψη ήταν μόνο καταστολή και λιγότερη σημασία στην ασφάλεια. Εμείς πετύχαμε καλύτερο περιβάλλον ασφάλειας και πολύ λιγότερη καταστολή».

[7] . Βλ. το κείμενο της Αντιπολεμικής Διεθνιστικής Κίνησης, Γιατί το ελληνικό κράτος πολεμά ήδη (http://diktiospartakos.blogspot.com/2018/03/blog-post_79.html).

[8] . Bλ. ενδεικτικά Φιλιππίδης, 2017, Κομπρεσέρ, 2012.

_________________________________

Πηγή: Ταξικές Μηχανές

Γερμανία, Βερολίνο: Εμπρηστικό σαμποτάζ ενάντια στη δημιουργία του νέου “Corona-App”

Να τσακίσουμε την εξουσία! Σαμποτάζ σε ψηφιακή υποδομή

Χαρίσαμε την άρνησή μας στο αποκαλούμενο “Corona-App”, αναλαμβάνοντας δράση. Σήμερα, προκειμένου ν’ αντικρούσουμε την όποια περαιτέρω υποβάθμιση θεμελιωδών δικαιωμάτων και την επέκταση των μέτρων επιτήρησης, πυρπολήσαμε έναν στύλο με καλώδια επικοινωνίας που καταλήγουν, μεταξύ άλλων, στο “Ινστιτούτο Heinrich-Herz (HHI)”. Τα καλώδια της Colt, της Telekom και άλλων παρόχων καταστράφηκαν απ’ την επίθεσή μας. Εντοπίσαμε τον εκτεθειμένο στύλο στον οποίον τοποθετούνταν καινούργια καλώδια ως γραμμή παροχής του “HHI”. Το βραχυπρόθεσμο κλείσιμο επηρέασε επιπλέον και άλλες εταιρείες, όπως αντιπροσωπείες αυτοκινήτων των εταιρειών Volks Wagen, Alfa Romeo, Jeep, Mercedes, Audi, Porsche, κλπ., οι οποίες καταστρέφουν την ατμόσφαιρα. Αποκλείσαμε απ’ τη δράση μας κάθε κίνδυνο που θα μπορούσε να προκληθεί σε τρίτους.

Γιατί σαμποτάραμε με πολιτικούς όρους τη χρήση της συγκεκριμένης εφαρμογής:

Τα μέτρα έναντι της πανδημίας έφεραν μαζί τους απαγορεύσεις κυκλοφορίας κι επαφών, αλλά και περαιτέρω μέτρα, γεγονός πρωτόγνωρο στα πλαίσια της ραγδαίας εξλέλιξης και της δομικής φύσης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Οι παρεμβάσεις αυτές συνοδεύονται κατ’ επανάληψη από πολεμική ρητορική. Το μοντέλο αυτών των “μέτρων” βασίζεται στον τρόπο κατά τον οποίον διαχειρίστηκε τον ιό η Κίνα, μια πατριαρχική δικτατορία που παρακολουθεί και ελέγχει κάθε κίνηση των ανθρώπων, τιμωρώντας τις όποιες παραβάσεις έναντι των “κανόνων” που έχουν τεθεί απ’ την κομμουνιστική-καπιταλιστική ελίτ. Ο αποκλεισμός μεγαλουπόλεων μπορεί να διεκπεραιωθεί μόνο σ’ ένα τόσο αποτελεσματικό ολοκληρωτικό σύστημα, ως μέτρο του τι είναι δυνατό να συμβεί. Η Κίνα, με την απαγόρευση κυκλοφορίας για 60 ημέρες (π.χ. στη Γουχάν) και τον απόλυτο έλεγχο των ανθρώπων, έχει αποτελέσει υπόδειγμα σε σχέση με τον (υποτιθέμενο) περιορισμό της πανδημίας για όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο. Στις αρχές Ιανουαρίου, αυτά τα μέτρα κριτικάρονταν ακόμη ως ολοκληρωτικά και παραβιαστικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τώρα εφαμόζονται κάπως τροποποιημένα και στις υπόλοιπες ηπείρους.

Με το πνεύμα αυτό ήταν που ο Γενς Σπαν (Ομοσπονδιακός Υπουργός Υγείας) πρότεινε επανειλημμένα την παρακολούθηση των κινητών και των προσωπικών δεδομένων κάθε ατόμου, προκειμένου να εντοπιστούν και ν’ απομονωθούν οι νοσούντες και τα δυνητικά νέα κρούσματα. Παραμέρισε σε απόσταση τουλάχιστον δυο μέτρων την κριτική των ειδικών επί των συνταγματικών νόμων, αλλά και των επιθυμούντων την προστασία των δεδομένων. Αντέγραψε τον πλήρη εντοπισμό του προφίλ κίνησης κάθε μεμονωμένου ατόμου, ο οποίος εφαρμόζεται στην Κίνα και τη Νότια Κορέα. Ο πρόεδρος του αυστριακού κοινοβουλίου υποστήριξε την υποχρεωτική εισαγωγή μιας παρόμοιας εφαρμογής. Στη Γερμανία υπήρξαν επίσης αντίστοιχες απαιτήσεις. Ακόμη κι οι συζητήσεις που θεωρούνταν ταμπού βρίσκονται προ τετελεσμένων γεγονότων μπρος στις ολοένα αναδυόμενες προοπτικές επιτήρησης μέσω των νέων τεχνολογιών, οι οποίες υποστηρίζονται ώστε να λάβουν αποδοχή και να ελέγχονται απ’ την εξουσία, αν κριθεί απαραίτητο, και αν δεν μπορούν να ελεχθούν “εθελοντικά” απ’ τους ίδιους τους ανθρώπους.

Στην Κίνα, η εφαρμογή τής “Ant Financial” χρησιμοποιείται κατά τις ψαχτικές της αστυνομίας. Το προσωπικό QR code αποφασίζει για τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ και για τους περιπάτους. Αν το QR code είναι κόκκινο ή κίτρινο, δίνονται οδηγίες απ’ τις αρχές. Αυτή η εφαρμογή πληρωμών αποφασίζει με τρόπο μη διαφανή σχετικά με την “κοινωνική επιβάρυνση λόγω κορωνοϊού”. Η Νότια Κορέα δεν έχει επιβάλει ακόμη απαγόρευση κυκλφορίας. Οι άνθρωποι μπορούν να συνεχίσουν να δουλεύουν, μέχρι τα smartphones τους να τους ταυτοποιήσουν ως “νοσούντες” ή ως “πιθανά κρούσματα”, οπότε και επιβάλλεται η κρατική παρέμβαση. Προς το παρόν, η κυβέρνηση ωθεί τους ανθρώπους να παραδόσουν “εθελοντικά” τα δεδομένα τους και την πρόσβαση στα κινητά τους τηλέφωνα. Η χαρτογράφηση των δεδομένων έχει δοκιμαστεί στη Νότια Κορέα με το πρόγραμμα “Total Information Awareness”, μεταξύ άλλων, το οποίο συνέχισε να λειτουργεί η NSA υπό την ονομασία “Prism”, όπως αποκάλυψε ο πληροφοριοδότης Εντ Σνόουντεν. Στις ΗΠΑ, η Google και η Apple θέλουν να διανείμουν ένα “Corona-App” που να εγκαθίσταται αυτομάτως ως δομικό στοιχείο ενός λειτουργικού συστήματος με κάποιο επερχόμενο update.

Ένα σύστημα ιχνηλάτησης δεδομένων σύντομα θα εφαρμοστεί και στη Γερμανία, με τη μορφή μιας εγκαταστάσιμης εφαρμογής. Η προπαγάνδα γι’ αυτήν την εφαρμογή τρέχει ήδη με ραγδαία ταχύτητα. Οι πολιτικοί δημιουργούν τεράστια δημοσιότητα γι’ αυτήν, διότι, κατά την άποψή τους, μόνον η πλατιά αποδοχή της υπόσχεται τα επιθυμητά αποτελέσματα. Με μια πρώτη κι επιφανειακή ματιά, η χρήση της εφαρμογής φαντάζει εύλογη. Όταν πρωτοεισήχθη η ιδέα της εφαρμογής, ήταν βασισμένη (αρχικά) στο ότι η χρήση της θα ήταν εθελοντική, προκειμένου ν’ αποφευχθεί μια καταφανής συνταγματική παραβίαση. Και αυτό ούτως ώστε να μπορούν να ανιχνευθούν επαφές, π.χ. νοσούντα και μη νοσούντα άτομα, καθώς και ο περίγυρός τους. Ακριβώς όμως όπως συμβαίνει και με την προώθηση των (υποτιθέμενων) ανώνυμων προφίλ κίνησης από παρόχους κινητής τηλεφωνίας, για τη χρήση των οποίων ήδη έχει χαθεί η δυνατότητα για όσους προβληματίζονταν να συναναίσουν ή να αρνηθούν, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πως οι επιλογές παρακολούθησης που εμπεριέχονται στην εφαρμογή θα μετατραπούν λίαν συντόμως σε μια πραγματικότητα υποχρεωτική, με το που εδραιωθούν “εθελοντικά” από έναν επαρκή αριθμό ατόμων: Όποιος θέλει να πάει στη βιβλιοθήκη θα πρέπει να έχει την εφαρμογή – ούτως ή άλλως η επίσκεψη στη βιβλιοθήκη εθελοντική είναι… Καθώς ο κώδικας του λογισμικού δεν είναι ανοιχτός, είναι αδύνατο να ελέγξουμε αν η προπαγάνδα για τη χρήση της εφαρμογής ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ή ποιος άλλος μπορεί να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα. Και αν υπάρχουν επίσης δυνατότητες για παρακολούθηση δεδομένων. Ένα απλό update στο λογισμικό θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα ώρα και στιγμή. Το “Ινστιτούτο Robert Koch” δουλεύει προς το παρόν πάνω στην εφαρμογή αυτή, σε συνεργασία με το “Ινστιτούτο Heinrich Herz”, την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας Πληροφοριών και τις Γερμανικές Ειδικές Δυνάμες, μεταξύ άλλων.

Είναι προκαθορισμένο:

Δύσκολα μπορούμε να συλλάβουμε την ταχύτητα των καθημερινών αλλαγών. Έχει τη σημασία του το γεγονός πως η μάχη ενάντια στην πανδημία υποστηρίζεται από μια σκοπίμως επιλεχθείσα πολεμική ρητορική. Για κάθε πόλεμο υπάρχει και μια επίθεση στην κοινωνία στο εσωτερικό των κρατών, προκειμένου να αναπροσανατολιστεί η “κοινότητα του έθνους” ή -και αυτό είναι το καινοφανές στην υπόθεση του κορωνοϊού- η “παγκόσμια κοινότητα”, προς την κατεύθυνση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης. Δεν υπάρχει κάποιο συνωμοτικό σχέδιο πίσω απ’ αυτό. Είναι η εκτυλισσόμενη δυναμική της κυρίαρχης τάξης, η οποία δε λέει εδώ και χιλιάδες χρόνια να διαλυθεί από μια συνολική απελευθερωτική επανάσταση ενάντια σε κάθε μορφής κυριαρχία. Το μοτίβο δεν είναι καινούργιο: Οι κρίσεις ανέκαθεν λειτουργούσαν ως καταλύτες για την κανονικοποίηση του πληθυσμού με όρους κατασταλτικούς, εκτός αν μια επαναστατική δύναμη θέσει άλλους όρους. Μπρος στην πανδημία, κινητοποιείται ένας μηχανισμός εσωτερικής ασφαλείας, ο οποίος επιβιώνει απ’ το γεγονός πως σχεδόν όλοι είναι συμμέτοχοι. Για πολλούς ανθρώπους, οι συγκεκριμένοι αλγόριθμοι της εταιρείας πίσω απ’ το app ήδη καθορίζουν την καθημερινή τους ρουτίνα κι αποτελούν πανταχού παρούσα συντροφιά. Έτσι, στους καιρούς του Κορωνοϊού, οφείλουμε να δημιουργούμε περιορισμούς, κοινωνική αποστασιοποίηση, να παρατηρούμε επίμονα όσους έχουμε επαφή μαζί τους – κι έπειτα, σε κάποιο σημείο, όλο τούτο να γίνει για εμάς ευκολότερο μέσω της εφαρμογής. Συμπεριλαμβάνοντας και τα αισθήματα ευγένειας κι υπεθυνότητας, έχουμε έτσι συνεισφέρει κατιτίς στην ασφάλεια όλων.

Εμφανίζονται νέες, κατ’ εξαίρεση χρησιμοποιούμενες λέξεις.

Με τον “πόλεμο ενάντια στον ιό”, η γλώσσα κι η αντίληψή μας επίσης αλλάζουν. Άξαφνα, εμφανίζονται άνθρωποι “αναγκαίοι για το σύστημα”. “Ευπαθείς ομάδες” που υποτίθεται πως πρέπει να απομονωθούν. Η “κοινωνική αποστασιοποίηση” ως ο λυτρωμός που θα σώσει τις “ευπαθείς ομάδες” και τους ανθρώπους που είναι “αναγκαίοι για το σύστημα”, τους “ήρωες της καθημερινής ζωής”. Οι τελευταίοι, δηλαδή οι υγειονομικοί υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι στα σούπερ μάρκετ, οι ντελιβεράδες κλπ., μετατρέπονται σε μαχητές στο “μέτωπο”, αντί απλώς να πληρώνονται αξιοπρεπώς – ενώ τα αφεντικά συνεχίζουν να παίρνουν τα μπόνους τους και να μαζεύουν δισεκατομμύρια απ’ τις εταιρείες τους. Η στρατιωτική-ιατρική ιδέα της “διαλογής” προχωρά σε παγκόσμια σφαίρα: Συστηματική ταξινόμηση των ανθρώπων: Ποιοι πρέπει να σωθούν, και ποιοι “δεν αξίζουν” πλέον, ποιοι πρέπει να αφεθούν πίσω στο “πεδίο της μάχης του ιού”. Δεν είναι όμως ο ιός ως τέτοιος που οδηγεί σε (υγειονομική) κρίση, αλλά το ιδιωτικοποιημένο και προσανατολισμένο στο κέρδος σύστημα υγείας, το οποίο ωθεί σε μια επαπειλούμενη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης τα νοσοκομεία και τα γηροκομεία. Στην Ισπανία, στην Ιταλία, πιθανώς και εδώ.

Γεννά φόβους το γεγονός πως κάθε ανθρώπινη ύπαρξη αντικρίζει τον θάνατο αβοήθητη, ιδιαιτέρως όταν κάνει την εμφάνισή του ως ένας αόρατος ιός που μπορεί ν’ αξιολογηθεί ως μια νέα πανδημία. Τους φόβους αυτούς δεν πρέπει να τους χλευάζουμε. Μήτε να τους μεγαλοποιούμε ή να τους αφήνουμε να φαντάζουν κάτι το εξωπραγματικό, καθώς όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Όμως, η πανδημία αυτή εργαλειοποιεί τους αρχέγονους ανθρώπινους φόβους περί θανάτου. Οι φόβοι αυτοί αντιμετωπίζονται ως κάποιου είδους “παιχνίδι”. Δε μας προβληματίζει η πολιτική ιδιωτικοποίησης των συστημάτων υγείας, αλλά το αν ΕΜΕΙΣ κρατάμε επαρκή απόσταση απ’ τον διπλανό μας. Αν ΕΜΕΙΣ τηρούμε τους κανόνες. Με βάση αυτούς τους κανόνες παρακολουθούμαστε (και κάποιες φορές, επίσης, τιμωρούμαστε). Και προωθούν μιαν εκ των υψίστων γερμανικών “αρετών”: την τάση της επικριτικότητας. Στους κύκλους των διανοουμένων, αυτό μεταφράζεται στη μομφή πως κάποιος δε δείχνει αλληλεγγύη αν δεν ακολουθεί τους κανόνες. Αν ΕΜΕΙΣ δεν ακολουθούμε τους κανόνες αυτούς, ΕΜΕΙΣ πρέπει να κατηγορούμαστε όταν πεθαίνουν άνθρωποι. Πέραν της ατομικής συμπεριφοράς, η αναφορά στις “ευπαθείς ομάδες” αποτελεί παράγοντα ηθικού εκβιασμού, προκειμένου να εγκαθιδρυθούν ακόμη και αναμεταξύ φίλων οι κρατικοί και πολιτικοί κανόνες δίχως αμφισβήτηση. Η ατομική υγιεινή συνάδει μ’ ένα παράδειγμα κοινωνικής υγιεινής, η οποία δεν επιτρέπει βρωμιά, αντιστασιακή σκέψη και διάλογο.

Κι όμως, είναι δυνατόν:

Εκείνοι που, σε άλλες περιστάσεις, καταντάνε οι μπροστάρηδες των κρατικών τεχνικών κυριαρχίας και της τεχνολογικής επίθεσης στην κοινωνία -ακόμη, ενδεχομένως, και άθελά τους- είναι οι ίδοι που θα υποστηρίξουν πως η δράση μας υστερεί σε αλληλεγγύη. Η ανάληψή μας είτε θα αγνοηθεί, βυθισμένη στην αφάνεια του ειδησεογραφικού κυκεώνα, είτε θα χαρακτηριστεί ως συγκεχυμένη.

Δείχνουμε αλληλεγγύη με τους όρους μας:

Δεν αναλαμβάνουμε τη ρισκοβόρα αυτή δράση προκειμένου να κερδίσουμε ευρεία αποδοχή, καθώς οι διαμάχες γι’ αυτήν διέπονται από μια τεράστια πόλωση, η οποία μας καθιστά σε μειονεκτική θέση λόγω των διάχυτων αντεπαναστατικών αντιλήψεων. Μας αφορά η αποδοχή μίας μερίδας της κοινωνίας. Στεκόμαστε στο πλευρό εκείνων που δεν είναι προετοιμασμένοι ν’ αντικρίσουν την κατακρήμνιση των ιστορικά κι επώδυνα κεκτημένων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Στεκόμαστε στο πλευρό των μεταναστριών στα σύνορα και στα κέντρα κράτησης. Στεκόμαστε στο πλευρό όσων αντιλαμβάνονται και αντιδρούν στην εργαλειοποίηση της πανδημίας και των φόβων. Στεκόμαστε στο πλευρό εκείνων που ανησυχούν για την εντεινόμενη επιτήρηση.

Πώς εκτυλίσσεται ο ψηφιακός μετασχηματισμός:

Αντιλαμβανόμαστε ως ψηφιακό μετασχηματισμό της κοινωνίας την ψηφιοποίηση της καθημερινής ζωής, η οποία αναπόδραστα διαχέεται τώρα με την απαγόρευση επαφών και κυκλοφορίας, και η οποία ξεφνικά φαίνεται να μη γνωρίζει άλλες ανάλογες εναλλακτικές. Με μια πρώτη ματιά, φαντάζει ο μόνος τρόπος ώστε να μένουν σε επαφή αναμεταξύ τους οι απομονωμένοι άνθρωποι. Μα ο χώρος στον οποίον εκτυλίσσεται όλο αυτό δεν είναι ουδέτερος. Είναι ελεγχόμενος κι επιτηρούμενος. Τα κοινωνικά υποκείμενα, οι άνθρωποι, μετατρέπονται σε ψηφιακούς αριθμούς, τους οποίους ο αλγόριθμος κατακερματίζει σ’ ένα σύνολο δεδομένων, τους κρίνει βάσει μυστικών κριτηρίων, ελέγχει τις διαφημίσεις, σημειώνει και αναφέρει την κάθε ανάρμοστη συμπεριφορά, και επιβραβεύει την υποταγή. Η “κοινωνική αποστασιοποίηση” ή το ότι “απόσταση σημαίνει φιλότιμο”, ακούγονται σαν όροι δανεισμένοι απ’ τον “Θαυμαστό καινούργιο κόσμο” του Χάξλεϋ, ή το “1984” του Όργουελ. Στη γυμνή τους ουσία, είναι πολεμικοί όροι, και η εμβάπτισή τους στον ψηφιακό κόσμο μάς καταδεικνύει μια συνολική κοινωνική συμπεριφορά. Υπονοείται ένα επίπλαστο “εμείς”, και το δίκτυο προσφέρεται στο “εμείς” ως ένας καινούργιος τόπος κοινωνικής συνάντησης και χώρος εργασίας – ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την κοινωνική απομόνωση που ήδη βρίσκεται εν εξελίξει ως αποτέλεσμα της τεχνολογικής επέλασης. Εδώ είναι όπου δομείται η παρούσα και μελλοντική ελεγξιμότητα ολάκερων κοινωνιών μέσω του Διαδικτύου.

Online εμπόριο, ψηφιακά σχολικά μαθήματα, online σεμινάρια στα πανεπιστήμια, τηλεδιασκέψεις, δουλειά απ’ το σπίτι, ηλεκτρονικά μητρώα ασθενών, Amazon, Zalando, Netflix, Lieferando, πληρωμές μέσω κάρτας, εφαρμογές γνωριμιών, μετάδοση βίντεο και παιχνιδιών, κλπ. αποτελούν προϋπόθεση για όλο αυτό. Εδώ, λοιπόν, αναδομείται η κοινωνία. Εδώ λαμβάνει χώρα ο εθισμός, εδώ αλλάζει η κοινωνία με ρυθμούς των οποίων το κόστος -δηλαδή σύνολη χειραγώγηση και, κατ’ επέκταση, έλεγχος- θα μας γίνει ευκρινώς αντιληπτό τα ερχόμενα χρόνια. Ένα νέο, και συγκεκριμένα ένα υγιεινιστικό (εθνικό) “εμείς” κατασκευάζεται τώρα προκειμένου να ενισχύσει τα κάθε λογής μέτρα έναντι των οποίων είχαν υπάρξει επιφυλάξεις και αντιστάσεις στο παρελθόν, όπως η ψηφιοποίηση στα σχολεία, οι κάρτες ασφάλισης κατ’ επίφασιν της υγείας, τα μητρώα ασθενών, ή οι online πληρωμές και η εξαφάνιση των μετρητών.

Η Deutsche Telekom παρέχει “υπηρεσίες τηλεδιασκέψεων” για μαθητές και καθηγητές, βασισμένες σε cloud, δίχως χρέωση, τελείως “ανιδιοτελώς”. Παρόμοιες προσφορές είναι επίσης διαθέσιμες για εταιρείες και για τις ανάγκες των οικιακών τους γραφείων. Για τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που μπορεί νά ‘χει κανείς, υπάρχει η καινούργια υπηρεσία streaming της Disney. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, 10 επιπρόσθετα gigabyte για σερφάρισμα μέσω κινητού. Προς το παρόν δωρεάν. Ενόσω η Telecom διαδίδει το σλόγκαν “Δικτυώνουμε τη Γερμανία”, οι πολεμικές ιαχές της Vodafone κραυγάζουν πως “Η Γερμανία παραμένει δικτυωμένη”. Δε διαφέρει και τόσο πολύ το εύρος των υπηρεσιών που παρέχουν. Η Γερμανία και το ψηφιακό δίκτυο πάνε παρέα. Ο κορωνοϊός αποτέλεσε χάδι της τύχης για τους διαχειριστές του δικτύου: Νέες απαιτήσεις για μεγαλύτερες ταχύτητες, μεγαλύτερο εύρος δικτύου, όλο και περισσότερες δυνατότητες. Με τις παρούσες προσφορές, οι μελλοντικοί πελάτες δεσμεύονται, και παράγονται όλο και περισσότερα δεδομένα στα οποία μπορούν να έχουν πρόσβαση οι εταιρείες, όπως και οι μυστικές υπηρεσίες. Για παράδειγμα, η Vodafone βρίσκεται σε στενή συνεργασία με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες, με τη σειρά τους, αποτελούν τον κοντινότερο σύμμαχο της αμερικανικής NSA. Όσο πιο πολύ οι άνθρωποι περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους με online κοινωνικές επαφές, δουλειά και ψυχαγωγία, οι μυστικές υπηρεσίες και οι επιχειρήσεις πανηγυρίζουν. Πόση περαιτέρω πρόσβαση θα μπορούσε άραγε να υπάρξει στην κοινωνική ζωή; Πολλώ δε μάλλον, με όρους κέρδους, παρακολούθησης κι ελέγχου της καταναλωτικής συμπεριφοράς και των ποθητών lifestyles, μπορεί να προκύψει, ως αποκύημα τούτων των δεδομένων, η έγκαιρη ανίχνευση πιθανών εξεγέρσεων!

Τουλάχιστον μας έχει γίνει γνωστό, έπειτα απ’ τις δημοσιοποιήσεις του Έντουαρντ Σνόουντεν σχετικά με την παγκόσμια επιτήρηση απ’ την NSA, τα κράτη και τις ομάδες συμφερόντων, κι έπειτα από ατομικές ψηφιακές τοποθετήσεις συγκεκριμένων προσώπων: Επιστρατεύεται και η παραμικρή τεχνική δυνατότητα της ψηφιακής επιτήρησης και του ελέγχου της συμπεριφοράς. Στην Κίνα, στις ΗΠΑ, στη Ρωσία, αλλά επίσης και στη Γερμανία. Το “Corona-App” ανοίγει διάπλατα τις θύρες. Το σενάριο πως το 60 τοις εκατό του γερμανικού πληθυσμού αναμένεται να υπόκειται “εθελοντικά” σε μιαν εφαρμογή, σε μια νόρμα, σε έναν σκοπό, σε μια “εθελούσια” έκθεση όλων των ιδιωτικών και δημόσιων επαφών – οι ψηφιακές αυτές προκλήσεις μάς καλούν σε σαμποτάζ.

Τι απομένει να λεχθεί:

Είμαστε μάρτυρες μιας παγκοσμίου βεληνεκούς άσκησης διαχείρισης εμφυλίων πολέμων, ενόψει μελλοντικών κρίσεων και συρράξεων. Οι συνέπειες της “άσκησης” αυτής θα μετασχηματίσουν τον κόσμο. Η δριμύτητα της πανδημίας, η διάχυσή της και το τεράστιο πλήθος των ανθρώπων που πεθαίνουν, αποτελούν το μάτριξ με βάση το οποίο βυθιζόμαστε σε μια νέα εποχή όπου οι κρίσεις θ’ αποτελούν τη μόνιμη συνθήκη. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, δε μετράνε μήτε τα θεμελιώδη δικαιώματα της χώρας που εξετάζουμε (τα οποία ποτέ δεν αποδόθηκαν στους πάντες), μήτε τα ανθρώπινα δικαιώματα. Καθόσον επιβάλλονται απαγορεύσεις επαφής και κυκλοφορίας, ο καταναγκασμός της μισθωτής εργασίας διατηρείται, και αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των επιχειρηματιών το αν θα συνεχίσουν απρόσκοπτα τον ρου της εργασίας, αν θα επιδοτήσουν δουλειές μερικής απασχόλησης, ή θα στρέψουν την παραγωγή σε πιο κερδοφόρες μεθόδους. Σε άλλα μέρη, τουλάχιστον, ξέσπασαν απεργίες. Στη Γερμανία, ο έλεγχος για την πανδημία σταματά έξω απ’ τις πύλες των εργοστασίων. Στη γραμμή παραγωγής και όχι μόνον, εκεί όπου δε γίνεται να υπάρξει εργασία απ’ το σπίτι, οι άνθρωποι πρέπει να δουλεύουν όσο αυτό εξυπηρετεί τη μεγιστοποίηση των κερδών, κι έπειτα επιστρέφουν στην οικογενειακή τους φωλιά – οι εμπορικές ενώσεις δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο. Ενόσω τα αγαθά πρέπει να εξακολουθούν να κυκλοφορούν ελεύθερα και οι ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες εργάτες να καταφθάνουν στην ώρα τους -ούτως ώστε να μην καταρρεύσει η οικονομία-, πρόσφυγες κρατούνται σε κέντρα κράτησης τα οποία εγγυώνται τη ραγδαία εξάπλωση του ιού, και σίγουρα όχι την επαρκή υγειονομική περίθαλψη.

Μια κρίση δεν αντικαθιστά καμία άλλη, απλώς καθιστά ορισμένα ζητήματα αόρατα. Αορατοποείται η κλιματική κρίση μπρος στην κρίση του Κορωνοϊού. Οι πόλεμοι και οι συνέπειές τους επίσης αορατοποιούνται. Όπως, επιπλέον, και οι αιτίες πίσω απ’ τους πολέμους. Δεν είναι ξεκάθαρο το πού κατέληξαν οι 10.000 άνθρωποι οι οποίοι βρέθηκαν παγιδευμένοι στα σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Η ΕΕ, η οποία ολοένα και μετατρέπει τα σύνορά της σε χαρακώματα, παραμένει ατιμώρητη. Απαρατήρητο, επίσης, περνά και το στρώσιμο του εδάφους απ’ τον Όρμπαν και τη δεξιά στην Ουγγαρία για πογκρόμ κατά Ρομά και Σίντι. Καμιά αντίδραση δεν υπάρχει για τη χρήση του ιού ως πρόφαση προκειμένου να εγκαθιδρυθούν αντισυνταγματικές απολυταρχικές κυβερνήσεις, όπως στην Πολωνία. Ή για τη διατήρηση του διεφθαρμένου ισραηλινού προέδρου στην εξουσία. Ή για την εδραίωση της ισχύος του Πούτιν.

Τουλάχιστον, θα έπρεπε να μπορούμε ν’ αναγνωρίζουμε πότε η κυβέρνηση και η οικονομία δείχνουν εμπιστοσύνη στους ειδικούς και την επιστήμη, και πότε όχι. Γιατί δύναται μια πανδημία να πυροδοτήσει μια κινητοποίηση εκτάκτου ανάγκης και δραστικά μέτρα παγκοσμίως, αλλά δε δύναται η ήδη συντελούμενη κλιματική καράρρευση; Αυτή η ερώτηση ισχύει και για όλα τα παγκόσμια προβλήματα.

Στην περίπτωση της καταστροφής του ατμόσφαιρας, η οποία επηρεάζει ολάκερη την ανθρωπότητα τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με την πανδημία, οι προειδοποιήσεις και οι προτάσεις των ειδικών, ως επί το πλείστον, έχουν αγνοηθεί και θα συνεχίσουν ν’ αγνοούνται. Διότι δεν αρκεί ένα εμβόλιο να καταπολεμήσει τις συνέπειες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Ο Κορωνοϊός είναι λιγάκι διαφορετικός: όχι μόνο βρίσκουν ευήκοα ώτα οι ειδικοί της υγείας, αλλά η ιατρική τους προσέγγιση για την καταπολέμηση της πανδημίας διανοίγει ένα νέο πεδίο για τους πολιτικούς. Η αιμοδιψής οικονομία, το πολεμικής κοπής παγκόσμιο σύστημα και ο προσανατολισμός κάπου μεταξύ προόδου και ανάπτυξης που αποσκοπεί να καταστρέψει τη γη και τα θεμέλια σύνολης της ζωής, συντηρούνται παρέα με τρισεκατομμύρια δολλάρια και ευρώ, ενόσω οι διαδηλώσεις απέναντι σ’ αυτήν τη συνθήκη απαγορεύονται απ’ τις υγειονομικές αρχές. Οι αποικιοκρατικές αξίες είναι εκείνες σύμφωνα με τις οποίες αξιολογούνται με διαφορετικούς όρους οι ανθρώπινες ζωές. Κάθε χρόνο, 100.000 άνθρωποι πεθαίνουν από ελονοσία. Η κλιματική αλλαγή ήδη σκοτώνει: εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι λιμοκτονούν ή πεθαίνουν λόγω πείνας. Δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό.

Σε τούτην τη νέα εποχή, οι δυνάμεις που γυρεύουν ριζικές αλλαγές οφείλουν να αναπροσανατολιστούν και να επαναπροσδιοριστούν σε διεθνές επίπεδο. Ο γενικευμένος ξεσηκωμός και το ξεπέρασμα της πατριαρχικής, αποικιοκρατικής και καπιταλιστικής συνθήκης, δεν αποτελούν προβλήματα πολυτελείας, αλλά ζητήματα υπαρξιακά.

Ποτέ δε θα συνηθίσουμε σε ό,τι μας θέλουν να συνηθίσουμε.

Ομάδα Volcano
“Να τσακίσουμε την εξουσία / Να σαμποτάρουμε τις ψηφιακές υποδομές”

Υ.Γ.: Για μια επαναστατική Πρωτομαγιά ενάντια στην αποικιοκρατία, την πατριαρχία και τον εθνικισμό.

Πηγή: anarchistsworldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Να αντισταθούμε στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση

Να αντισταθούμε στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση

Η Πρώτη Βιομηχανική Καταπίεση μας βρήκε εκτοπισμένους απ’ τα φυσικά εδάφη, εξαναγασμένες να ζούμε σε συνωστισμένες πόλεις και μεγαλουπόλεις, χρησιμεύοντας ως ανθρώπινη τροφή για τον σκοτεινό διαβολόμυλο του καπιταλιστικού κόσμου που έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του, βασίζοντας την ισχύ του στον ατμό.

Η Δεύτερη Βιομηχανική Καταπίεση έφερε τον ηλεκτρισμό στον έλεγχο της Μηχανής. Γεννήθηκαν νέες γενιές, οι οποίες ποτέ δε γεύτηκαν λευτεριά. Οι ζωές τους κι οι αντιλήψεις τους κυριαρχούνταν ολοένα και περισσότερο απ’ τους ρυθμούς της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής.

Η Τρίτη Βιομηχανική Καταπίεση προανήγγειλε τον ερχομό των υπολογιστών και των ρομπότ. Τα ανθρώπινα όντα επρόκειτο πλέον να κομφορμιστούν υπάκουα κάτω απ’ αυτές τις αυτοματοποιημένες νόρμες και λειτουργίες.

Και τώρα, βιώνουμε την απαρχή της Τέταρτης Βιομηχανικής Καταπίεσης, την πλέον αιμοδιψή καταπίεση απ’ όλες τις προηγούμενες…

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θέλει να κατέχει, να ελέγχει και να κερδοφορεί απ’ το οτιδήποτε στον κόσμο.

Το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (Internet of Things) αποσκοπεί να γεννήσει ένα μάτριξ καθολικής συνδεσιμότητας, του οποίου καθίσταται ιδιοκτήτης.

Εσύ, το σπίτι σου, η οικογένειά σου, οι φίλες κι οι φίλοι σου, οι σχέσεις σου και οι δραστηριότητές σου, όλα θα ανήκουν στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση.

Οι τεχνοκράτες της δε σε θεωρούν τίποτα περισσότερο από ‘να ακόμη αναλώσιμο κι εμπορεύσιμο κομμάτι σάρκας, μια μονάδα ανάμεσα σ’ εκατομμύρια άλλες, απλώς έναν ακόμη αριθμό στο τεφτέρι των παγκόσμιων ισορροπιών της εκμετάλλευσης.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θα σε παρακολουθεί παντού και θα γνωρίζει πάντα το πού είσαι, με ποιους και ποιες είσαι, όπως και το τι κάνεις.

Απαιτεί την πλήρη υπακοή σου. Δεν μπορείς να έχεις δικές σου αξίες, ιδανικά ή όνειρα, μόνον τούτα τα οποία εγκρίνονται απ’ το σύστημα

Μια ανυπάκουη μονάδα είναι μια αντιπαραγωγική μονάδα.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θα γνωρίζει πού να σ’ εντοπίσει, αν διανοηθείς έστω και στο ελάχιστο να βαδίσεις εκτός γραμμής. Η προληπτική της αστυνόμευση θα σε χαρακτηρίσει άμεσα ως αντικοινωνικό στοιχείο, παρ’ ολίγον εγκληματία, ή και δήθεν εγκληματία.

Θα ξαμολήσει τα ρομπότ και τα drones της για να σε εξουδετερώσει και να προστατεύσει την ασφαλή λειτουργία του μάτριξ.

Συστήματα ψηφιακής ταυτοποίησης. Στρατιωτικοποιημένο δίκτυο 5G. Νευρο-τεχνολογική εγκεφαλική βελτίωση. Γενετική τροποποίηση.

Η κυβερνοασφάλεια απελευθερώνει!

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση δε θ’ ανεχθεί καμία ανεύθυνη έκφραση ή συμπεριφορά που παρουσιάζεται ως εχθρός της υγείας και της ασφάλειας, του νόμου και της τάξης, της δύναμης και της ευημερίας.

Υποταγή. Συκοφαντία. Σκλαβιά. Όλες και όλοι είμαστε μαζί σ’ αυτό, συμπολίτη!

Greta Thunberg και Jane Goodall

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θέλει να μας κατασπαράξει στα σαγόνια της, δείχνοντάς μας την επερχόμενη καταστροφή, και διακηρύττοντας πως κανείς δεν μπορεί να μας σώσει, πέραν αυτής.

Μας δείχνει τη δυστυχία και τη νοσηρότητα που μας είχαν επιβληθεί απ’ την Πρώτη, τη Δεύτερη και την Τρίτη Βιομηχανική Καταπίεση, και επιμένει πως η “λύση” είναι μια τέταρτη δόση του ίδιου θανατηφόρου βιομηχανικού δηλητηρίου.

Η νοημοσύνη της 4ης Βιομηχανικής Καταπίεσης είναι απολύτως τεχνητή, και οι νεκροί εγκέφαλοι των ρομπότ της δεν μπορούν να μυρίσουν όπως μυρίζουμε εμείς, να νιώσουν όπως νιώθουμε εμείς, να αγαπήσουν όπως αγαπάμε εμείς.

Αγνοεί ψυχρά τη διαχρονική και ζωτική αξία των ανθρώπων, των ζώων, των δέντρων, των φυτών, και ολάκερης της φυσικής πραγματικότητας της οποίας όλα τα προαναφερθέντα αποτελούν μέρος.

Αντ’ αυτού, βλέπει απλώς ακατέργαστο υλικό για το κέρδος της.

Διψά πρωτίστως για δεδομένα, αέναες ροές δεδομένων προς συλλογή, επεξεργασία, πώληση και μετατροπή τους σε πλούτο, ο οποίος εξαγοράζει τον πανιπτικό της έλεγχο.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση ποθεί ν’ αντικαταστήσει οτιδήποτε πραγματικό κι αυθεντικό μ’ ένα αντίγραφο, με μια πραγματικότητα η οποία πιότερο ως επίπλαστη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, παρά απλώς ως ψηφιακή.

Επιπλέον, η διχαλωτή ρομποτική της γλώσσα μάς λέει πως η ψευδής αυτή πραγματικότητα είναι εν τέλει απλώς “ενισχυμένη” και “εμπλουτισμένη”.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θέλει να εξαλείψει τη ζωή όπως τη γνωρίζαμε. Θέλει να μας εμφυτεύσει μικροτσίπ, να μας κλειδαμπαρώσει σε μικροσκοπικά κλουβιά, και να μας ταΐσει εξαναγκαστικά με χημικά υποκατάστατα τροφής με πρόσθετα εύγευστα στοιχεία.

Δε δύναται ν’ ανεχθεί την ιδέα πως ίσως ν’ απολαμβάνουμε κάτι που είναι δωρεάν, όπως το ηλιοβασίλεμα, ο φρέσκος αέρας και η άγρια φύση.

Λαχταρά ένα απόλυτο μονοπώλιο των εμπειριών μας. Αποκομμένες κι αποκομμένοι απ’ τον πραγματικό κόσμο, απ’ την αυθεντικότητα και την ελευθερία, δε θά ‘χουμε άλλην επιλογή πέραν του να αγοράζουμε και να καταναλώνουμε τα δηλητηριώδη, προσεκτικώς κατασκευασμένα υποκατάστατα πραγματικότητας.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση, όπως όλες οι άλλες μορφές καταπίεσης πριν απ’ αυτήν, έχει δομηθεί πάνω στον κατακερματισμό μας, στην καταστροφή των κοινοτήτων μας και στην υπονόμευση της αλληλεγγύης μας.

Η “κοινωνική αποστασιοποίηση” αποτελεί προϋπόθεση για την κατάκτηση της απόλυτης εξουσίας.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση μας θέλει μόνες, online και καλοστοιχισμένους σε μια γραμμή.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση αποστραγγίζει οτιδήποτε ξόμεινε από νόημα, ειδικά τις λέξεις. Λέει “βιώσιμο” όταν εννοεί “δολοφονικό για το περιβάλλον”. Λέει “ανάπτυξη” όταν εννοεί “καταστροφή”. Λέει “βασικός μισθός” όταν εννοεί “σκλαβιά”.

Όταν η 4η Βιομηχανική Καταπίεση κάνει λόγο για “επενδύσεις κοινωνικού αντικτύπου”, στην πραγματικότητα εννοεί πως θέλει να μετατρέψει τα ανθρώπινα όντα σε προσοδοφόρες επενδυτικές ευκαιρίες.

Ανθρώπινο κεφάλαιο. Ανθρώπινο κοπάδι.

Όταν η 4η Βιομηχανική Καταπίεση μιλά για “νέο deal υπέρ της φύσης”, στην πραγματικότητα εννοεί πως θέλει να ιδιωτικοποιήσει σύνολο τον ζώντα κόσμο, ούτως ώστε να κάνει την τάξη των δισεκατομμυριούχων ακόμη πιο πλούσια απ’ όσο είναι ήδη.

Όταν η 4η Βιομηχανική Καταπίεση απαιτεί “βιοασφάλεια”, σημαίνει ασφάλεια για τα δικά της συστήματα ελέγχου ενάντια στην απειλή της βιολογικής πραγματικότητας. Ασφάλεια απ’ τη φύση, απ’ τη ζωή, από εμάς!

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θαρρεί πως είναι τρομερά έξυπνη. Η απαστράπτουσα προπαγάνδα της μας υπόσχεται έξυπνη κίνηση σε μια έξυπνη οικονομία, έξυπνη ζωή και έξυπνη διακυβέρνηση για τους έξυπνους ανθρώπους του αύριο.

Το έξυπνο χρήμα βρίσκεται επίσης στο εγχείρημα της 4ης Βιομηχανικής Καταπίεσης. Έξυπνο χρήμα μέσα σε μια πανέξυπνη συνθήκη. Το έξυπνο είναι το νέο αντικείμενο ψωροπερηφάνιας.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση προσλαμβάνει τεράστιες στρατιές επαγγελματιών ψευτών και αφελών ηλιθίων, προκειμένου να διαχύσει την προπαγάνδα της, και να ουρλιάξει πως διέπραξαν εξύβριση όσες κι όσοι τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν τα τρομολαγνικά τους ψευδολογήματα.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση είναι μια θρησκεία του θανάτου, η οποία ονειρεύεται να εξολοθρεύσει οτιδήποτε φυσικό, οτιδήποτε άγριο, οτιδήποτε ελεύθερο.

Να αντισταθούμε στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση!

Να πολεμήσουμε την 4η Βιομηχανική Καταπίεση!

Πηγή: winteroak

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Για τις πανδημίες που έρχονται: Σημείωση για το Κεφάλαιο ως γεωλογική δύναμη καταστροφής

Γράφει ο Lucifugo, a diavolo in corpo

Οι επιδημίες, όπως και η ιστορία των κοινωνιών με την οποία οι πρώτες διαπλέκονται, δεν αποτελούν αναλλοίωτα βιολογικά δεδομένα. Είναι κοινός επιστημονικός τόπος –αν και ελάχιστα κατανοητός στη βαθύτερη σημασία του- πως το σύνολο των ιογενών λοιμώξεων και ένα μεγάλο μέρος των βακτηριακών είναι το αποτέλεσμα του ιστορικού κύκλου της εξημέρωσης των ζώων από τους ανθρώπους που προκαλεί εν δυνάμει λοιμογόνα άλματα από το ένα είδος στο άλλο (zoonosis) παράγοντας νέους παθογόνους οργανισμούς. Μια διαδικασία εξημέρωσης που λαμβάνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μέσα σε καθορισμένες κοινωνικές μορφές αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τη γήινη φύση.

Το απλό κρυολόγημα επί παραδείγματι οφείλεται σε ιούς μέσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και ένα στέλεχος του coronavirusπου κατάγονται από τη σχέση εξημέρωσης των ανθρώπων με τα άλογα, η ευλογιά από τα βοοειδή, η ιλαρά από τα γουρούνια, η ανεμοβλογιά από τις όρνιθες, η γρίπη από τις πάπιες, τα γουρούνια, τα πουλερικά κ.ο.κ. Η σταθερή βιολογική ανοσοποίηση έναντι αυτών των λοιμώξεων που σήμερα θεωρείται δεδομένη και καθολική δεν προϋπήρχε ανέκαθεν, είναι με τη σειρά της η τελική αποκρυστάλλωση στο επίπεδο του γενετικού υλικού της απαρχής μιας διαδικασίας οργάνωσης της κοινωνικής ζωής με πυρήνα την αύξηση της δημογραφικής πυκνότητας του πληθυσμού πάνω στο έδαφος κυριαρχικών και ιεραρχικών σχέσεων εξουσίας και υποταγής.

Δημιουργείται με άλλα λόγια μια κατάσταση διάρκειας εκατοντάδων ετών όπου, για παράδειγμα, ο φτωχοποιημένος αγροτικός πληθυσμός της Ευρώπης εξωθείται να ζει κυριολεκτικά σε άμεση επαφή με τα περιττώματα, τις εκκρίσεις κ.τ.λ. των λίγων ζώων που κατέχει για τροφή, εργασία κ.α. Το διαρκές αυτό πολιτιστικό-ταξικό φαινόμενο συνεπάγεται μια σειρά από ιστορικές θανατηφόρες επιδημίες με τη ρίζα της ανοσοποίησης να πρωτοδιαμορφώνεται μέσα από μια διαλεκτική θανάτου-επιβίωσης στο τέλος μόνο της οποίας παγιώνεται βιολογικά η ανοσία. Με την οριστικοποίηση της τελευταίας δεν εξαλείφεται μονάχα η απειλή της επιδημίας από το ταυτόσημο παθογόνο αλλά ζωντανεύει και ο κίνδυνος για τη σκέψη να χάσει πίσω από το “καθολικό” βιολογικό δεδομένο τον ιδιαίτερο ιστορικό δρόμο και την συγκεκριμένη κοινωνική ώθηση που οδήγησε σε αυτό.

Η επιδημία της βουβωνικής και πνευμονικής πανώλης (ο “Μαύρος Θάνατος”), για να συνεχίσουμε με το ευρωπαϊκό παράδειγμα, που σάρωσε την Ευρώπη τον δέκατο τέταρτο αιώνα δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως προς τη γένεση και την επέκτασή της έξω από την καπιταλιστική προϊστορία: συσσώρευση εμπορευματικού κεφαλαίου μέσα από τη διαμόρφωση εμπορικών δρόμων μεγάλων αποστάσεων (Ιταλία-Κίνα) με ταυτόχρονη τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο στα υπό μεταμόρφωση αστικά κέντρα όπου συρρέουν εξαθλιωμένες αγροτικές μάζες μέσω της αρχομένης επιβολής μιας νέας τυραννίας, της μισθωτής εργασίας.

Με βάση όλα τα παραπάνω, χαρακτηριστική ήταν η απουσία τυπικής βιολογικής ανοσίας των αυτοχθόνων πληθυσμών της Αμερικής στην ιλαρά, την ανεμοβλογιά κ.τ.λ. οι οποίοι μέσα σε λίγες δεκάδες χρόνια, κατά τον δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο αιώνα, και επί της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας αποδεκατίστηκαν από αυτές τις επιδημίες που στην Ευρώπη την ίδια περίοδο ολοκλήρωναν τον λοιμογόνο κύκλο τους, είχαν καταστεί λιγότερο θανατηφόρες και είχαν αρχίσει να υποβιβάζονται επιδημιολογικά σε λοιμώδεις ασθένειες της παιδικής ηλικίας.

Όλα αυτά μας είναι χρήσιμα ως ελάχιστα νοητικά εφόδια για να τοποθετήσουμε πάνω σε μια συγκεκριμένη ιστορική και θεωρητική βάση την πανδημία του νέου κορωνοϊου (Covid-19). Αυτή η πανδημία δεν αποτελεί κεραυνώ εν καπιταλιστική αιθρία. Τις τελευταίες δεκαετίες νέοι ιοί [SARS (ένας άλλος corovanirus), Embola, Γρίπη των χοίρων και των πτηνών κ.α.] αναδύθηκαν από τους πυθμένες της συσσώρευσης του κεφαλαίου και ειδικότερα από την λογική της αξιοποίησης που επιβάλλει μια εγκληματική σχέση των ανθρώπων με τη γήινη φύση.

Από την ίδια την οπτική της αξιοποίησης του κεφαλαίου η γήινη φύση δεν υφίσταται ως τέτοια-που-είναι, ως “ετερότητα” που συνιστά θεμελιακό όρο της ανθρώπινης ύπαρξης, παρά μόνον ως πεθαμένη –ομοιογενής- πρώτη ύλη για την παραγωγή ενός και μόνο κόσμου εμπορευμάτων. Για την κοινωνική μεγα-μηχανή του κεφαλαίου το σύνολο της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης δεν είναι παρά μια ατέλειωτη ροή πρώτων υλών και καυσίμων για την παραγωγή αξίας. Η προκατηγορική και συνειδητά ασυνείδητη στόχευση της συσσώρευσης του κεφαλαίου ως αξίας που αξιοποιείται μέσω της αφηρημένης δραστηριότητας-για-χρήμα είναι η μετατροπή της έμβιας και άβιας πολλαπλότητας της γήινης φύσης σε νεκρό πλανήτη, ακατάλληλο και εχθρικό για την ύπαρξη της ζωής εν γένει.

Η καπιταλιστική γεωργική παραγωγή και η παραγωγή κρέατος και των παραγώγων του είναι ένα επιστημονικό σύστημα θανάτου που καταστρέφουν την άβια και έμβια φύση με ένα διπλό τρόπο:

– προωθώντας γιγάντιες εκτάσεις μονοκαλλιεργειών που διαλύουν την ιδιαίτερη σύνθεση των οικοσυστημάτων και αφανίζουν την συγκεκριμένη βιοποικιλότητα των ζωντανών πλασμάτων που τη συγκροτούν,

– συγκεντρώνοντας σε αχανείς βιομηχανοποιημένες περιοχές ζώα” προς μαζική εκτροφήαναπαραγωγή-σφαγή σε συνθήκες που δεν συναντιούνται πουθενά στη φύση

– επεκτείνοντας σχιζοφρενικά τον αστικό ιστό ως προϋπόθεση και ως αποτέλεσμα των παραπάνω αποψιλώνοντας την χλωρίδα και ωθώντας σε φυγή την πανίδα.

Με την γενικευμένη αποσταθεροποίηση των οικοσυστημάτων και την ολική αντικατάστασή τους από “τεχνητά περιβάλλοντα” η ταυτολογία του κεφαλαίου ανυψώνεται σε γεωλογική δύναμη δημιουργώντας όλες τις ιδανικές προϋποθέσεις για τη μαζική απομόνωση μικροοργανισμών και τη μετατροπή τους σε νέα παθογόνα με απρόβλεπτη λοιμογόνο δύναμη και ικανότητα. Πλήθη μικροοργανισμών που επί το πλείστον και για χιλιάδες χρόνια είναι συμβιωτικοί ενός καθορισμένου ζωικού είδους και αναπτύσσονται εντός συγκεκριμένου οικοσυστήματος, έρχονται ξαφνικά αντιμέτωποι με πληθώρα από άγνωστα “περιβάλλοντα” και “προκλήσεις” με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζεται εκθετικά η “μεταλλαξιογόνος ικανότητα” που οδηγεί αναπόφευκτα στη γέννηση πολλών και εν δυνάμει φονικών πανδημικών παθογόνων[1]. Δεν μπορεί λοιπόν πάρα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αμοιβαίας αιτιότητας όπου η κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κοινωνικής μορφής επιταχύνει και επιταχύνεται από την “κρίση” των πλανητικών οικοσυστημάτων με πρωτόγνωρες εξελίξεις και συνέπειες και ως προς τις δυο κατευθύνσεις.

Σχηματικά μιλώντας η καπιταλιστικά ενοποιημένη ανθρωπότητα υπό την “αόρατη απειλή” του κορονωϊού και στο πρόσωπο των τυπικών ηγεμόνων της λαμβάνει μέτρα για να περισωθεί η ύπαρξή της ως καπιταλιστική και εθνική. Η νέα εθνική ενότητα οικοδομείται πάνω στην απομόνωση και αυτοπειθαρχία των βουβαμένων σωμάτων του “Μένουμε Σπίτι” που κυκλοφορούν μόνο για να καταναλώσουν τα αναγκαία-να παράξουν τα αναγκαίανα αναπαραχθούν τα ίδια ως αναγκαία εμπορεύματα-για-το-κεφάλαιο και περνάει μέσα από την καραντίνα και τις απαγορεύσεις διαρκείας που όσο αυταρχικοποιούνται τόσο περισσότερο θα δαιμονοποιούνται τα συμπτώματα του Κακού αντιμεταθέτοντας τις δομικές αιτίες της πανδημίας σε κάποιον φαντασμαγορικό μολυσματικό “Άλλο”. Ο κορωνοϊος, με άλλα λόγια, φέρνει στο φως και κάνει σαφή την αφηρημένη σχιζοειδή φύση της αστικής υποκειμενικότητας όπου το άτομο ως “πολίτης” καλείται να παραμένει στο σπίτι, να συμπεριφέρεται υπεύθυνα, να τα-κάνει-όλα από το διαδίκτυο[2] διαφορετικά θα τιμωρείται αν κυκλοφορεί “ελεύθερα ”χωρίς επαρκή για-την-κρατική-εξουσία λόγο, ενώ ως πωλητής εργασιακής δύναμης το ίδιο αφηρημένο άτομο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να συρρέει-στη-δουλειά “ελεύθερα” διατρέχοντας καθημερινά όλους τους μολυσματικούς κινδύνους που ως “υπεύθυνος πολίτης” οφείλει να τους αποφεύγει.

Ο νέος κορωνοϊός μπορεί να είναι το μεταλλαγμένο προϊόν του διεθνή πολιτισμού της αξίας-σε-κρίση αλλά η μορφή διαχείρισης της πανδημίας αποτυπώνει και συνδέεται με τα εθνικά συμφέροντα των κρατών όπως αυτά διαμορφώνονται στη αρένα του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Η επιδημία του κορωνοϊου τάχιστα έλαβε διαστάσεις πανδημίας όχι από κάποια αφηρημένη “παγκοσμιοποίηση” αλλά από την απροθυμία των εθνών-κρατών που αποτέλεσαν και τα αρχικά επίκεντρα της επιδημίας να βάλουν την οικονομία εξαρχής σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Και αυτή η απροθυμία είναι καπιταλιστικά δικαιολογημένη από την εμπορική πίεση που ασκείται σε κάθε ξεχωριστό κράτος μέσω του διεθνούς/διακρατικού ανταγωνισμού. Μόνο όταν ο κορωνοϊός έγινε άτυπα πανδημικός πλήττοντας περισσότερα κράτη, δηλαδή μόνο όταν κατάφερε να πλήξει τον διακρατικό ανταγωνισμό, μόνο τότε τα επιμέρους κράτη άρχισαν να λαμβάνουν “έκτακτα μέτρα” όχι τόσο για να περιορίσουν τη διασπορά του ιού στην κοινότητα αλλά για διασώσουν τα εθνικά τους κεφάλαια από την ραγδαία και απρόβλεπτη απαξιοποίηση.

Το παγκόσμιο κοινωνικό κύκλωμα της αξιοποίησης του κεφαλαίου ως ασταμάτητη κίνηση παραγωγής-κυκλοφορίας-κατανάλωσης εμπορευμάτων βραχυκυκλώνει εν μέσω της αναπάντεχης στάσης και ακινησίας που επιβάλλει ο μολυσματικός κίνδυνος της πανδημίας και το κάθε κράτος καλείται να ρυθμίσει το βραχυκύκλωμα-της-αξίας επιδεικνύονταςκυνικά τη μόνηαλληλεγγύη που γνωρίζει: να συντονιστεί με όλα τα άλλα για να τα βγάλει πέρα μόνο του και εις βάρος όλων των υπολοίπων γδέρνοντας από κοινού όσο πετσί έχει απομείνει στο προλεταριάτο. Τι κι αν στη Βόρεια Ιταλία τα πτώματα “φορτώνονται στα κάρα”. Αυτό που στην Ιταλία και σε άλλες χώρες εμφανίζεται ως κρίση “Δημόσιας Υγείας” έχει να κάνει με το κεφάλαιο που αναπαράγει πρωτίστως το κέρδος και την αξία και παραπλεύρως τη “ζωή” και τους “ανθρώπους”. Ηγερασμένη βιομηχανική καρδιά της Ιταλίας –και γενικότερα του καπιταλιστικού κόσμου- αντλεί πλέον και κυριολεκτικά το αίμα των υπηκόων τηςσυσσώρευσης, και κυρίως εκείνων που εξαρτώνται από την πώληση της εργασιακής τους δύναμης για να ζήσουν μια ζωή που τουςσυνθλίβει γιατί το κεφάλαιο-σε-τελική-κρίση αναπαράγει μόνο τηνισοδυναμία του κέρδους με το θάνατο.

Η πανδημία του νέου κορωνοϊού είναι από πολλές απόψεις και ένας αλάνθαστος καθρέπτης των αδιεξόδων της κυρίαρχης σκέψης και πρακτικής των κοινωνιών του κεφαλαίου, καθρέπτης που όχι μόνο αντανακλά αλλά και οξύνει -οδηγώντας στα άκρα- την άλυτη πόλωση και αμφιταλάντευση στα ψευδο-δίπολα που ορίζουν την καπιταλιστική νεωτερικότητα και το αστικό υποκείμενο: Εθνικό και Διεθνές, Δημόσιο και Ιδιωτικό, Κράτος και Άτομο, Πολιτική και Οικονομία, Επιστήμη και Κοινός Νους, Άνθρωπος και Φύση κτλ κτλ. Η υγειονομική κρίση είναι μονάχα μια όψη της βαθύτερης κρίσης που διατρέχει το σύνολο των λειτουργικά διαχωρισμένων σφαιρών των καπιταλιστικών κοινωνιών με την επέλαση του κορωνοϊου να αναδεικνύει την ιστορική ανικανότητα του κεφαλαίου να διαχειριστεί τις ίδιες του τις καταστρεπτικές αντιφάσεις ωθώντας την ανθρωπότητα μερικά βήματα πριν την αυτο-εξόντωση. Η μακάβρια ειρωνεία της Ιστορίας είναι πως οι “εθνικοί ιθαγενείς του Κεφαλαίου” είναι για την πανδημία του κορωνοϊού ό,τι ήταν και οι ιθαγενείς της Αμερικής για την επιδημία της ιλαράς, της ανεμοβλογιάς κ.τ.λ. Και οι δύο δεν γνώριζαναπό πού τους ήρθε” προς πείσμα όλων των μέτρων και των ιεροτελεστιών αντίστοιχα για την αντιμετώπιση του πραγματικού κινδύνου της μετάδοσης.

Παρ’ όλη τη μαυρίλα των καιρών δεν έχουν χαθεί ακόμα όλα. Το κεφάλαιο με τη φωνή του κράτους εξαναγκάζεται από μια πανδημία που-δεν-την-περίμενε να διαταράξει την κανονικότητα της αστικής καθημερινότητας στο όνομα της “αιώνιας” επιστροφής σε αυτήν. Με άλλα λόγια προετοιμάζει το έδαφος για νέες, ίσως φονικότερες πανδημίες και για ακόμα μεγαλύτερα εγκλήματα που απειλούν ανοιχτά πλέον τα ίδια τα θεμέλια της ζωής.

Υπό το αβάσταχτο βάρος της απειλής του αφανισμού μας που άλλοτε τον προϊδεαζόμαστε θεωρητικά κι άλλοτε διαισθητικά, ίσως καταφέρουμε μαζί (σαν “είδος”, σαν “τάξη”, σαν “ανθρώπινη κοινότητα” ή δεν ξέρω πώς αλλιώς) να χαράξουμε μια χαραμάδα στο σάβανο της συσσώρευσης που το έχουμε όλες και όλοι ενδυθεί και μέσα από αυτήν να περάσουμε σαν συντρόφισσες και σύντροφοι μαζικά προςτην-ζωή ξεσχίζοντας το ρούχο του θανάτου.

Υποσημειώσεις

[1] Η επιδημία του φονικού ιού Ebola που εξαπλώθηκε στη Δυτική Αφρική προ ετών ακολούθησε ευλαβικά την μονοκαλλιέργεια του φοινικέλαιου –το οποίο λατρεύουν οι νυχτερίδες- και οι οποίες αποτελούν και την πηγή του νέου παθογόνου που προκάλεσε την επιδημία. Η ζωική πηγή του νέου κορωνοϊού είναι μάλλον άγνωστη προς στιγμήν, η κοινωνική διαδικασία που τον παρήγαγε όμως -και αυτό είναι που έχει πραγματική σημασία- είναι η ίδια: η γεωλογική δύναμη του κεφαλαίου.

[2] Η φούσκα του ψηφιακού καπιταλισμού με σημαία του την τηλεργασία δεν είναι μόνο μια δυστοπική έφοδος του κεφαλαίου στα ύψη της πλασματικής αξιοποίησης. Επωφελείται πραγματικά της πανδημίας δικτυώνοντας την κατάρρευση της “πραγματικής” οικονομίας.

Πηγή: theshadesmag

Μελλονοσία: Εννέα σημειώσεις για το μαύρο μας μέλλον

1. Είναι εντυπωσιακό πόσο αδιάφορες μοιάζουν οι περισσότερες δωρεάν παραστάσεις των θεάτρων ή οι ψηφιακοί τόνοι βιβλίων που καθημερινά μας βομβαρδίζουν στο διαδίκτυο. Τα καλλιτεχνικά παράγωγα της εποχής μας δεν είναι ικανά να προκαλέσουν καμιά συγκίνηση σε τούτη την κρίσιμη συνθήκη, γεγονός που επιβεβαιώνει περίτρανα πως έχουν νόημα μόνο σε καθεστώς κανονικότητας και επαγγελματισμού, καταδεικνύοντας πόσο άνευρη, επιφανειακή και παραγοντική είναι η τέχνη του πολιτισμού μας.

2. Στο δρόμο άνθρωποι λιγοστοί, φορώντας στο πρόσωπο μάσκες. Αν δεν ήξερα για τον ιό θα πίστευα πως ποινικοποήθηκε το φίλημα στο στόμα. Αναδιάρθρωση συναισθημάτων. Ψηφιακή κλινικότητα. Απόσταση ασφαλείας. Λες και βρισκόμαστε σε μια πλατωνική κοινωνία. Θαρρείς πως όλοι φορούν την αόρατη πανοπλία του Αιμιλιανού Μονάη. Ηθική του στίγματος. Βιομετρικός έρωτας. Μια νέα σωματικότητα εν όψει.

3. Ο άθεος, ο ορθολογιστής, ο ποσοτικοποιημένος άνθρωπος του παγιδευμένου παρόντος, δεν μπορεί να διαθέτει υπαρξιακή αγωνία που να αγγίζει ένα μεγάλο βάθος. Του λείπει το δεδομένο της αρχέγονης πηγής, η κατανόηση της βιβλικής συνείδησης. Και γι’ αυτό, ανίκανος για το απελευθερωτικό δέος, με το πρόσχημα μιας τρέχουσας ωριμότητας, λύγισε πρώτος και έτρεξε άρον άρον μέσα στο κελί του ουρλιάζοντας να κάνουμε κι οι υπόλοιποι το ίδιο. Μπορούμε να το παρατηρήσουμε τώρα. Το όλα για όλα είναι το πιο αλάνθαστο πολιτικό κριτήριο. Να γιατί βιώνουμε μέρες δημιουργίας μέλλοντος. Νέα αιτήματα τώρα φυτρώνουν, πάνω στο χώμα που πατούν νέα στρατόπεδα, καθώς αντικρίζουν τον ήλιο μιας νέας συντροφικότητας, που τώρα γεμίζει με παρθένο φως.

4. Η καταπολέμηση του ιού έχει συνδεθεί ενορχηστρωτικά με την συμμόρφωση των πολιτών. Ο καπιταλιστικός άνθρωπος περνάει από τεστ πειθαρχίας. Το μήνυμα είναι σαφές: όσο περισσότερο θα υπακούς στην κυβέρνηση τόσο θα είσαι ζωντανός. Όσο αποδέχεσαι το έλλειμμα δημοκρατίας τόσο ο ιός αδρανοποιείται. Θαρρείς πως ο Covid-19 είναι πολιτική οντότητα με αίτημα την προσβολή του πολιτεύματος. Η ταύτιση γενετικής και δημοκρατίας, που αντανακλάται στην αλληλεπίδραση της νομικής επιστήμης με την επιστήμη της βιολογίας, σε τέτοιο βαθμό που η σωματικότητά μας εγγράφεται σε επείγουσες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου φανερώνει πως η επόμενη μέρα είναι ήδη εδώ ενόσω θηλάζουμε από την καραντίνα μας το μαστό του βιοεθνικισμού.

5. Το ηχόχρωμα στην πόλη αλλάζει, το τοπίο μετασχηματίζεται, οι περιπλανήσεις ανασυντάσσονται, τα περιστέρια λιμοκτονούν, ένα απέραντο πεδίο προς μελέτη έχει απλωθεί για όσους και όσες αρέσκονται στην αδιαμεσολάβητη παρατήρηση. Ο περιπατητής πια, ο αποκλειστικός κάτοχος των πραγματικών δεδομένων, είναι ο μόνος ενεργός φιλόσοφος και φέρει ευθύνη για τις μεθόδους διαφυγής από την μαζική επιτήρηση -και τις οποίες αργά ή γρήγορα οφείλει να προτείνει.

6. Υπό μια έννοια, αυτό που βιώνουμε είναι ένα ψηφιακό πραξικόπημα. Η κίνηση της ανθρωπότητας πραγματώνεται τούτες τις ώρες σε εικονικό χώρο. Η ψηφιακή βιομηχανία γιγαντώνεται. Παίρνει τον έλεγχο της παγκόσμιας οικονομίας. Κοιτά οπλισμένη τα πολιτεύματα στα μάτια.

7. Η απαγόρευση κυκλοφορίας σε παγκόσμιο επίπεδο επιθυμεί συμπληρωματικά να θρυμματίσει κάθε μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης ή να την εγκλωβίσει σε διαδικτυακούς ατραπούς. Ταυτόχρονα ζητά θρασύτατα εθελοντές που μπορεί να ελέγξει συνειδησιακά. Η εννοιολογική σύγκρουση μεταξύ αλληλεγγύης και εθελοντισμού είναι υψίστης σημασίας και ακολουθεί μια σειρά εξουσιαστικών πρακτικών που επιδιώκουν να χτίσουν τον νέο ορισμό της αγάπης. Όποιος ελέγχει τον ορισμό της ελέγχει πυρηνικά και τη συνείδηση των μαζών.

8. Αν μη τι άλλο βιώνουμε διδακτικούς καιρούς. Οι κυβερνήσεις διδάσκονται για το πόσο εύκολα κατάφεραν να κάνουν δισεκατομμύρια ανθρώπους να μπουν σε απομόνωση. Οι επαναστάτες διδάσκονται για το πόσο εύκολα μπορεί να διαλυθεί ο κοινωνικός ιστός. Ο αλγόριθμος που θα παραχθεί από την σύγκρουση των δυο αυτών διδασκαλιών θα κρίνει εν πολλοίς το μέλλον.

9. Τα πουλιά κελαηδούν πιο δυνατά τούτες τις μέρες. Είναι λες και πανηγυρίζουν. Το παρατήρησες κι εσύ;

Πηγή: athens indymedia

3 (+1) κείμενα σχετικά με την εφαρμογή νέων τεχνολογιών

Η παραγωγή και η επιτάγχυνση των ρυθμών λανσαρίσματος νέων τεχνολογιών, παράλληλα με το άνοιγμα ασύλληπτων έως τώρα πεδίων εφαρμογής τους, πυροδοτεί σκέψεις αναφορικά με τις πιθανές συζεύξεις γνώσης, αλήθειας και εξουσίας, εφόσον θεωρούμε το πλέγμα ερμηνείας και κυριαρχίας αράγιστο. Μονόδρομος των επίδοξων εξεγερμένων είναι να ανατρέψουν το κραταίο καθεστώς αλήθειας του καπιταλιστικού κόσμου, προχωρώντας στην ανασύσταση των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων σε νέες βάσεις. Αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί δίχως συνεπή, ψύχραιμη, σταθερή και οξυμένη πολεμική στα υλικά προϊόντα που κατασκευάζει η συγκεκριμένη ιστορικά αξιοποίηση της βούλησης για γνώση υπό την ποδηγέτηση του καπιταλιστικού κόσμου και των όψιμων φιλελεύθερων πολιτικών.

Οι νέες τεχνολογίες, οι απολήξεις και οι εφαρμογές τους δεν είναι ουδέτερες, ούτε αντιστρέψιμη η χρήση τους. Δεν μπορούν να διακριθούν από το υπάρχον πλαίσιο παραγωγής, απο το οικονομικό πλέγμα εξασφάλισης πρώτων υλών, από την ισχύουσα κατανομή της εργασίας, από την προσήκουσα για την εμπορευματική κοινωνία παραγωγή γνώσης, από τη βαθιά ριζωμένη στην κοινωνία διάταξη των αξιών. Είναι μέσα διακίνησης όσων συνιστούν τον σύγχρονο κόσμο και, αφού τον ενσταλάξουν μέσα σε κάθε ομάδα, κάθε σπίτι, κάθε σώμα, θα επιστρέψουν στην πηγή απολαμβάνοντας τη συγκομιδή.

Οι νέες τεχνολογίες, ερειδόμενες στη λογική ολοκληρωτικής αξιοποίησης των ανθρώπινων εκδηλώσεων και των φυσικών δυνάμεων για την αέναη τροφοδότηση της εμπορικής μεγαμηχανής, αποσκοπούν στην ταύτιση ιδιωτικού και δημοσίου, εφόσον το δημόσιο έχει ήδη καταληφθεί από την αστική παρακμή και έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τις επιταγές των αγορών. Ως απότοκο, διέπονται από τις βλέψεις και τις ανάγκες του συστήματος, σπέρνοντας όσες συνέπειες αφήνει πίσω του η επέλαση του λεβιάθαν της οικονομίας. Αποξένωση, επιτήρηση, αντικειμενοποίηση, προγραμματισμός, σχηματοποίηση, εκμετάλλευση, αυτοματοποίηση και τυποποίηση.

Οι τραγικές αυτές συνέπειες για τις ζωές μας δε σχεδιάζονται επιμελώς και αποφασίζονται σε “μυστικά εργαστήρια κρυμμένα κάτω από τη γη”. Επιρρώνονται και ενσαρκώνονται στις καθημερινές επιλογές το μέσου ανθρώπου, του καθενός από εμάς, αφού ο κόσμος μας, παρά τη διάχυτη παραίτηση, αποτελεί την πεμπτουσία της αγελαίας, οριζόντιας συντήρησης των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων. Η τεχνολογική απειλή, συνάμα με την περαιτέρω εδραίωση του καπιταλιστικού λόγου, προελαύνει μέσα από κάθε μικρή και ασήμαντη αναζήτηση ανέσεων. Από την καθημερινή αδιαφορία μπροστά στην επέκταση της επιτήρησης σε κάθε κρυφή γωνία της ζωής μας. Από την καθιέρωση της τεχνολογικής μεσολάβησης σε κάθε επαφή μας. Από το ακατάσχετο κυνήγι αποδοτικότερων τρόπων να ωφεληθείς σε κάθε έκφανση της ζωής σου, αποτελεσματικότερων μεθόδων να γλιτώσεις χρόνο, πιο τελεσφόρων μέσων για τον εμπλουτισμό της ψυχαγωγικής ρουτίνας. Από την κατανάλωση των διαρκώς ανανεωμένων θεαμάτων ως αντιστάθμισμα της ολοκληρωτικής υπαγωγής της ζωής στο εκμαγείο του πολιτισμένου κόσμου. Από την αδυναμία να διαρρηχθούν οι δεσμοί με ό,τι διαιωνίζει την αποσύνθεση της μαλθακής ζωής μας.

Παρατηρούμε ολοένα και πιο ευκρινώς πως η εγκαθίδρυση των νέων τεχνολογιών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δε συνιστά μία θεσμικά επιβεβλημένη μέσω της ισχύος των όπλων εφαρμογή ενός πολιτικού σχεδίου. Απεναντίας, η εξουσία αυτή εκπορεύεται από τα αγελαία πρότυπα ζωής που υιοθετούνται αφειδώς από τους σύγχρονους τεχνοκαμένους. Όταν η παραδεδεγμένη επιλογή πολλών να κάνουν την κινητή σκατούλα στο χέρι τους προέκταση του σώματός τους στοχοποιεί τον αρνητή ως περίεργο σε μία κοινωνία που έτσι είναι τα πράγματα και οφείλεις να προσαρμοστείς. Όταν οι αδιάκριτοι φακοί των αμέτρητων καμερών απαθανατίζουν αδιάκοπα κάθε ασήμαντο γεγονός της άθλιας καθημερινότητας γιατί αυτό χαρακτηρίζεται ψυχαγωγία εντός της επιπολάζουσας σήψης. Όταν όλη η επικοινωνία μεσολαβείται από τα τεχνολογικά μαραφέτια παρέχοντας αλόγιστα πληροφορίες στον κάθε επίδοξο παρατηρητή γιατί “έτσι γλιτώνεις χρόνο”, διευκολύνεις τη συνεννόηση και διευρύνεις τον κοινωνικό σου κύκλο. Όταν η πανοπτική επόπτευση όσων χώρων επισκέπτεσαι σαν τουρίστας είναι ασήμαντη μπροστά στη μακάρια φυγή σου από την καθημερινή ρουτίνα, όπως ορμηνεύουν οι κοινωνικές έξεις.

Όσοι λοιπόν παρακολουθούν black mirror και ψυχαγωγούνται δια του σοκ που τους προκαλεί η απλοϊκή παράθεση στιγμιοτύπων από τις μελλοντικές δυστοπίες, ας έχουν την αξιοπρέπεια να παρατηρήσουν πόσο τους μοιάζουν οι πρωταγωνιστές αντί να αναρωτιούνται πώς φτάσαν έως εκεί τα πράγματα. Η δυστοπία ίσως να υποβόσκει πολύ πιο κοντά.

Δ.ο Ragnarok

—————————————————————-

Το γαλλικό κράτος θέτει σε εφαρμογή πρόγραμμα αναγνώρισης προσώπων σε δημόσιους χώρους

Τον δρόμο που χάραξε η Κίνα φαίνεται να ακολουθεί και η Γαλλία που προτίθεται μέχρι τα μέσα του 2021 να έχει ξεκινήσει ένα πρόγραμμα αναγνώρισης προσώπων σε δημόσιους χώρους. Η βιντεοεπιτήρηση μέσω του προγράμματος Social Credit System ισχύει, ήδη, σε πολλές πόλεις της Κίνας. Από τον νέο χρόνο θα ισχύει σε ολόκληρη την Κίνα και είναι προπομπός για το ζοφερό μέλλον σε όλες τις χώρες της γης.

Η Γαλλία μετά τις παρατεταμένες μαζικές και συγκρουσιακές διαδηλώσεις, καθώς και τις συνεχόμενες απεργίες, φαίνεται πως εξετάζει νέες μεθόδους καταστολής, μέσω αυτών των βιντεοεπιτηρήσεων. Ο Γάλλος υπουργός Ψηφιακής πολιτικής Cédric σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Parisien δήλωσε πως η δοκιμαστική φάση της βιντεοεπιτήρησης και αναγνώρισης προσώπων θα διαρκέσει από έξι μήνες μέχρι ένα χρόνο.

Μέχρι τώρα οι γενικές διατάξεις για την προστασία των προσωπικών  δεδομένων  απαγορεύουν τη χρήση της αναγνώρισης προσώπου χωρίς την συγκατάθεση αυτών που θα βιντεοσκοπηθούν.

Αυτά τα προβλήματα όπως φαίνεται θα ξεπεραστούν  ώστε να μπορέσει το γαλλικό κράτος να περάσει στην επόμενη φάση της καταστολής του.

———————————————————————————–

Αναγνώριση ερήμην…

Τετάρτη 22 Γενάρη. Μέχρι να γίνει, απ’ τα εκατομμύρια των μαγεμένων πελατών της 3ης και της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, κατανοητό το ότι ο καθολικός έλεγχος μέσω τεχνολογιών / μηχανών θα διαπερνάει ακόμα και τα κυτταρά τους, αυτές οι τεχνολογίες θα έχουν εξελιχθεί τόσο ώστε…

Ήταν μόλις λίγους μήνες πριν, το περασμένο καλοκαίρι, που μια (μάλλον παλιά) εφαρμογή «αλλαγής προσώπου» (πρόσθεσης ή αφαίρεσης ηλικίας), ονόματι faceapp αν δεν κάνουμε λάθος, έγινε τόσο «μόδα» παγκόσμια ώστε πολλά εκατομμύρια ηλίθιοι και ηλίθιες τροφοδότησαν άγνωστο ποιές βάσεις δεδομένων με τις φάτσες τους (σε συνδυασμό με το κινητό και την γεωγραφική τους θέση: πάμπολλα δεδομένα!) έτσι, στη μαλακία. Αν πριν 20 ή και 10 χρόνια προέβλεπε κάποιος ότι ακόμα και την αυτοϊκανοποίηση θα βρουν τα αφεντικά του καπιταλισμού τρόπο να την μεσολαβούν μηχανικά και, άρα, να βγάζουν κέρδος, θα τον κορόιδευαν. Τώρα απλά γίνεται.

Πέρυσι ένας αυστραλός ονόματι Hoan Ton-That παρουσίασε στο ευρύ κοινό (και όχι μόνο) μια ακόμα εντυπωσιακή εφαρμογή, της startup εταιρείας του Clearview AI: μπορείτε να φωτογραφήσετε οποιονδήποτε / οποιανδήποτε στο δρόμο, να «ανεβάσετε» την φωτογραφία του / της, και κάνοντας σύγκριση βάσεις τέτοιου είδους φωτογραφικών data η «μαγική μηχανή» να σας δείξει άλλες φωτογραφίες του / της, καθώς και links με τους λογαριασμούς που αυτές έχουν εμφανιστεί.

Γιατί μια τέτοια εφαρμογή θα μπορούσε να γίνει πιασάρικη απ’ το ευρύτατο ηλίθιο κοινό των σύγχρονων τεχνο-καμμένων; Για λόγους περιέργειας και κουτσομπολιού – τόσο απλά. Φυσικά, κάθε καινούργια φωτογραφία θα ανατροφοδοτεί τις βάσεις δεδομένων (ο Ton-That λέει ότι προέρχονται απ’ το facebook, το youtube, και χιλιάδες sites, και περιλαμβάνουν 3 δις φωτογραφιών) και θα συμβάλει στην εξέλιξη των αλγορίθμων επεξεργασίας των συγκεκριμένων data.

Καθόλου παράξενο εκείνοι που χρησιμοποιούν ήδη από πέρυσι την εφαρμογή τηςclearview είναι διάφορες αστυνομίες. Πάνω από 600 ήδη κοκορεύεται ο Ton-That – και γιατί όχι; Ο ίδιος θα μπορούσε θαυμάσια να είναι συνεργάτης μιας απ’ αυτές, αφού άλλωστε είναι εξαιρετικά φειδωλός στο να δώσει στοιχεία για την εταιρεία του. Ένας διαπιστωμένος χρηματοδότης του είναι πάντως χαρακτηριστικός: λέγεται Richard Schwartz και ήταν χρηματοδότης του δημάρχου της Ν. Υόρκης που πρωτοκαθιέρωσε το αστυνομικό δόγμα της «μηδενικής ανοχής» Rudolph Giuliani (δικηγόρος του ψόφιου κουναβιού πλέον ο πρώην δήμαρχος…).

Πιο σημαντικό απ’ το ποιοί φτιάχνουν τι είναι το ποιοί βάζουν τα χεράκια τους και βγάζουν τα ματάκια τους χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μπιχλιμπίδι βρουν μπροστά τους. Πρόκειται για έναν εξελισσόμενο μαζικό παλιμπαιδισμό που έχει διάφορες μορφές και προεκτάσεις: απ’ τον γενικευμένο ναρκισσισμό μέχρι την εξίσου γενικευμένη α-νοησία.

Δυστυχώς, από ένα σημείο και μετά (έχει ξεπεραστεί ήδη) δεν μπορούμε καν να πούμε καλά να πάθετε, ας προσέχατε! Επειδή διαμορφώνονται καθολικές νόρμες εθελοδουλείας· κι αν κάποιος τις αντιμετωπίζει αρνητικά χαρακτηρίζεται όλο και πιο εύκολα από «παράξενος» έως «ύποπτος»…

Δεν θα συνθηκολογήσουμε φυσικά. Αλλά δεν είμασταν και τόσο καλά προετοιμασμένοι για τέτοια παρακμή…

—————————————————————————–

big data: επιτήρηση και διαμόρφωση συμπεριφορών στην 4η βιομηχανική επανάσταση

Η επιτήρηση έχει μεταμορφωθεί από ένα στοιχείο της διακυβέρνησης στη βάση της την ίδια. Είναι ταυτόχρονα διακυβέρνηση (σύστημα) και κυβερνησιμότητα (η αυτο-εννόηση και η συνέργεια, όπου ο φυλακισμένος γίνεται ο δεσμοφύλακας του εαυτού του). Μ’ αυτή την έννοια, η επιτήρηση έχει γίνει ο νέος ρυθμιστικός μηχανισμός. Ο νόμος έχει γίνει ο υπηρέτης του. Και το κράτος … είναι ένας (αλλά όχι ο μοναδικός) κόμβος της ρυθμιστικής δύναμης της τεχνολογίας. Μ’ αυτή την έννοια είναι που μπορεί να γίνεται λόγος για τον “θάνατο” του “κράτους”…. ή τον “θάνατο” της διάκρισης ιδιωτικού / δημόσιου… [1]

Η σχέση ανάμεσα στην επιτήρηση, την εξουσία και την τεχνολογία δεν είναι απ’ τα ζητήματα που απασχολούν την καθημερινότητα των υπηκόων. Ούτε είναι τέτοιο ζήτημα οι βασικές αλλαγές που ήδη συμβαίνουν αφού εκατομμύρια τέτοια υπήκοοι της προωθούν υπηρετώντας τες χαρούμενα. Αν, για παράδειγμα, υποδείξουμε σε οποιονδήποτε χρήστη των λεγόμενων social media ότι καταστρέφει την διάκριση ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο χρόνο και χώρο στην ίδια του την ζωή, και ότι αυτή η καταστροφή έχει και θα έχει συνέπειες (καθόλου ευχάριστες…) που δεν μπορεί καν και καν να τις φανταστεί όταν χαϊδεύει την οθόνη αφής της συσκευής του, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα αντιδράσει με αδιαφορία.

Ωστόσο αυτή η σχέση (ανάμεσα σε επιτήρηση, εξουσία και τεχνολογία) δεν είναι αόρατη. Οι μετασχηματισμοί και οι νέες μορφοποιήσεις αυτής της σχέσης γίνονται μπροστά στα μάτια μας. Τα big data, η καινούργια πρώτη ύλη για τον καπιταλισμό του 21ου αιώνα, είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους (και εφόσον δεν αφορούν τους γαλαξίες ή τα μικρόβια) τα διαρκή στιγμιαία αποτυπώματα της καθημερινής ζωής των υπηκόων· και οι διαρκείς αλληλουχίες αυτών των αποτυπωμάτων. [2] Πόσοι αγνοούν ότι το λιγότερο που γίνεται ήδη εδώ και χρόνια μέσα απ’ την επεξεργασία αυτών των (προσωπικών) δεδομένων είναι η διαμόρφωση του “προφίλ” του καθενός / της καθεμιάς; Αλλά το profiling δεν είναι στατική διαδικασία όπως νομίζουν πολλοί. Η “φωτογραφία της στιγμής” είναι πρακτικά άχρηστη αν δεν συνοδεύεται από χιλιάδες επόμενες. Η “φωτογραφία της στιγμής” είναι μόνο ένα απ’ τα καρέ του διαρκούς “video”, αν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε έτσι, της καθημερινής ζωής. Το profiling είναι δυναμικό.

Ούτε είναι παθητική διαδικασία. Αν μπορείς να “ξέρεις” τα χαρακτηριστικά κάποιου, θέλεις και να τα διαμορφώσεις. Εδώ στο πεδίο που ως πριν φαινόταν “κατασκοπείας” εισέρχεται η εξουσία· με εντελώς καινούργιες μορφές! Για παράδειγμα, ο επιχειρηματίας που ξέρει την δυναμική των “προφίλ” των πελατών του, δεν έχει κανένα λόγο να αρκεστεί σ’ αυτή τη “γνώση”, αφήνοντας την εξέλιξη (αυτών των “προφίλ”) αδέσποτη. Θέλει, και έχει πολλούς λόγους, να διαμορφώσει αυτήν την δυναμική. Ο πιο απλός λόγος; Για να κρατήσει τους πελάτες του, για να μην τους χάσει αφήνοντάς τους ελεύθερους να επιλέξουν κάποιον ανταγωνιστή του.

Οι έννοιες κλειδί εδώ είναι διαμόρφωση των συμπεριφορών. Στο βαθμό που μιλάμε για επιχειρήσεις, πρόκειται για διαμόρφωση των καταναλωτικών συμπεριφορών· που, όμως, σε εποχές γενικευμένης κατανάλωσης, σημαίνει διαμόρφωση των συμπεριφορών σ’ ένα καλό τμήμα της καθημερινής ζωής. Ο επιχειρηματίας, που έχει ήδη συγκεντρωμένα και επεξεργασμένα τα data των πελατών του, μπορεί να καθοδηγήσει τις συμπεριφορές τους (ας πούμε: τις καταναλωτικές επιλογές τους) επιβραβεύοντας (με διάφορους τρόπους) εκείνες που υπηρετούν τα δικά του (όχι φανερά…) συμφέροντα. Ο καταναλωτής που, χειραγωγημένος απ’ τα “δωράκια”, ακολουθεί την συμπεριφορά που έχει προ-οριστεί απ’ την επιχείρηση (απ’ τις επιχειρήσεις…) θεωρεί τον εαυτό του κερδισμένο. Στην πραγματικότητα είναι χαμένος· κερδισμένος είναι μόνο ο επιχειρηματίας. Τα μηδαμινής αξίας “δωράκια”, οι “προσφορές”, τα “bonus” είναι τα αντίδωρα της υποδούλωσης στην κανονικοποιημένη συμπεριφορά, όπως αυτή έχει σχεδιαστεί για να υπηρετεί τα συμφέροντα της επιχειρηματικής κερδοφορίας. Είναι η συνειδητοποίηση της αλήθειας ότι κανείς δεν “χαρίζει” τίποτα στον καπιταλιστικό κόσμο που αποκαλύπτει ότι ο φυλακισμένος γίνεται δεσμοφύλακας του εαυτού του.

Όμως η διαμόρφωση και ο έλεγχος των συμπεριφορών μέσα από την (και χάρη στην) γενικευμένη datoποίηση της καθημερινής ζωής, που ως πρόσφατα υλοποιούνταν στον δυτικό καπιταλιστικό κόσμο κυρίως σαν επιχειρηματικές στρατηγικές, είναι μόνο η αρχή. Ξέρουμε ήδη την εκστρατεία διαμόρφωσης και ελέγχου των συμπεριφορών όχι στη σφαίρα της εμπορευματικής κατανάλωσης αλλά σ’ εκείνη την “πολιτικής” (εκλογικής) συμπεριφοράς: η Cabridge Analytica και οι “επιτυχίες” της τόσο στο δημοψήφισμα για το brexit στην αγγλία στις 23 Ιούνη του 2016, όσο και στις αμερικανικές εκλογές το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς, είναι λίγο πολύ γνωστές· αν και όχι αναλυμένες σωστά. [3] Αν οι επιχειρήσεις σαν χωριστές (και κάποτε ανταγωνιστικές μεταξύ τους) καπιταλιστικές διαδικασίες ασκούν την δική τους εξουσία στους πελάτες, η δυνατότητα μιας κεντρικής διαχείρισης και ελέγχου των συμπεριφορών, που σημαίνει την ανάληψη αυτού του έργου από κάποια μορφή “κεντρικής εξουσίας”, είναι ήδη τεχνικά πολύ πραγματική. Το κινεζικό social credit system δεν είναι κάποια κινεζική “ιδιομορφία”. Είναι το ιερό δισκοπότηρο στο οποίο προσβλέπουν όλες οι δυτικές “κεντρικές εξουσίες”. Η σχετική επιχείρηση έχει ήδη ξεκινήσει, από (πού αλλού;) τις ηπα. (Περισσότερα σε χωριστή αναφορά στη συνέχεια: νευροσυμπεριφορικά σήματα: “υγεία” αντί “άμυνας”).

Η έσχατη αυταπάτη στην οποία μπορεί να οδηγήσει η απώθηση αυτών των εξελίξεων είναι ότι “αυτά δεν πρόκειται να συμβούν εδώ, στην ελλάδα”. Θα συμβούν και εδώ (συμβαίνουν ήδη…) πρώτα και κύρια επειδή η διαμόρφωση και ο έλεγχος των συμπεριφορών έχει γίνει βασικό εργαλείο καπιταλιστικής κερδοφορίας. Στη συνέχεια υποδεικνύουμε μια τέτοια περίπτωση, από πρώτη ματιά αθώα, που αφορά ασφαλιστική εταιρεία: “ασφάλιση οχήματος και οδηγητική συμπεριφορά” είναι το ουσιαστικό όνομα της “εφαρμογής”. [4] Αναδημοσιεύουμε ολόκληρο ένα (επαινετικό) ρεπορτάζ, επειδή περιλαμβάνει εκείνα τα στοιχεία που κάνουν απτό, χειροπιαστό, τον τρόπο με τον οποίο τα big data αξιοποιούνται για την επιτήρηση και τον έλεγχο.

Πηγές:
anarchypress
sarajevomag
sarajevomag

Γκυ Ντεμπόρ: Σημειώσεις πάνω στο “μεταναστευτικό ζήτημα”

Το “μεταναστευτικό ζήτημα” είναι εξολοκλήρου χαλκευμένο, όπως είναι κάθε δημόσιο ζήτημα στην σύγχρονη κοινωνία, και για τους ίδιους λόγους: η ερώτηση εγείρεται από την οικονομία (δηλ. την ψευδο-οικονομική ψευδαίσθηση) και συζητάται από τους θεαματικούς μηχανισμούς.

Η συζήτηση επί του θέματος άλλωστε περιορίζεται σε ηλιθιότητες, του τύπου: θα πρέπει να κρατήσουμε ή να ξεφορτωθούμε τους μετανάστες; (Φυσικά ο πραγματικός μετανάστης δεν είναι ο μόνιμος κάτοικος ξενικής προέλευσης αλλά εκείνος ο οποίος θεωρείται και θεωρεί ο ίδιος τον εαυτό του ως διαφορετικό, και πρόκειται να παραμείνει έτσι. Πολλοί μετανάστες, ή τα παιδιά τους, έχουν Γαλλική υποκοότητα. Πολλοί Πολωνοί ή Ισπανοί μετανάστες κατέληξαν να αφομοιωθούν στην μάζα του Γαλλικού πληθυσμού, η οποία τότε ήταν ακόμη διακριτή).

Όπως τα πυρηνικά απόβλητα και πετρελαιοκηλίδες, οι μετανάστες αποτελούν ένα προϊον του σύγχρονου καταπιλιστικού τρόπου διαχείρισης –με τη διαφορά πως τα “όρια ασφαλείας” στην περίπτωση τους ορίζονται με μεγαλύτερη ταχύτητα και “επιστημονικότητα”. Εξάλλου, όπως τα πυρηνικά απόβλητα και οι πετρελαιοκηλίδες, θα παραμείνουν μαζί μας για αιώνες, χιλιετίες, για πάντα. Θα παραμείνουν επειδή ήταν πολύ ευκολότερο να εξολοθρευθούν οι γερμανοεβραίοι επί Χίτλερ παρά οι Βορειοαφρικανοί ή οι υπόλοιποι, σήμερα: αφού δεν υπάρχει σήμερα στην Γαλλία ούτε ναζιστικό κόμμα ούτε κάποιος μύθος περί ανώτερης φυλής!

Θα πρέπει να τους ενσωματώσουμε, ή να “σεβαστούμε την πολιτισμική τους διαφορετικότητα”; Άλλο άχρηστο ψευτοδίλλημα. Δεν μπορούμε πλέον να ενσωματώσουμε κανέναν: ούτε τους νέους, ούτε τους Γάλλους εργάτες, ούτε καν τους επαρχιώτες ή τις παλαιές εθνικές μειονότητες (Κορσικανούς, Βρετόνους, κλπ), μια και το Παρίσι, μια κατεστραμμένη πόλη, έχει χάσει τον ιστορικό του ρόλο, ο οποίος ήταν η παραγωγή Γάλλων. Τι νόημα έχει η αστική συσσώρευση χωρίς πρωτεύουσα; Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν έκαναν Γερμανούς τους εκτοπισμένους ευρωπαίους. Αντίστοιχα, η διάχυση του συγκεντρωμένου θεάματος μπορεί να ενώσει μόνο θεατές.

Πιπιλάμε σαν καραμέλα, χρησιμοποιώντας μια καθαρά διαφημιστική γλώσσα, τα περί άνθισης της “πολιτισμικής διαφορετικότητας”. Ποιός πολιτισμός; Δεν έχει απομείνει στάλα. Ούτε χριστιανικός, ούτε μουσουλμανικός, ούτε σοσιαλιστικός, ούτε επιστημονικός. Ας μη μιλάμε λοιπόν για κάτι πεθαμένο. Αν εξετάσουμε, έστω και στιγμιαία τα στοιχεία και την πραγματικότητα, βλέπουμε πως δεν έχει απομείνει τίποτα πέρα από την παγκόσμια-θεαματική (Αμερικάνικη) κατάρρευση κάθε κουλτούρας και πολιτισμού.

Αυτό που σίγουρα δεν μπορεί να βοηθήσει στην ενσωμάτωση, είναι το δικαίωμα ψήφου. Οι Γάλλοι έχουν δικαίωμα ψήφου και παρόλα αυτά δεν είναι τίποτα (το κάθε κόμμα είναι ίδιο με κάθε άλλο, κάθε κομματική υπόσχεση ισοδυναμεί με την άρνηση της, κλπ. Πρόσφατα, άλλωστε, τα προγράμματα των κομμάτων –που όλοι γνωρίζουν πως δεν πρόκειται να υλοποιηθούν–, σταμάτησαν να προσπαθούν έστω και να εξαπατήσουν, αφού δεν προτείνουν πλέον λύσεις σε κανένα από τα σημαντικά ζητήματα). Μια ιστορική απόδειξη ότι η ψήφος δεν σημαίνει τίποτα, ακόμα και για τους Γάλλους: το 25% των “πολιτών” στην ηλικία 18-25 δεν έχουν γραφτεί στα μητρώα ψήφοφόρων, από αηδία. Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και όσους είναι εγγεγραμμένοι, αλλά απέχουν.

Ορισμένοι προτείνουν ως κριτήριο την “ευχέρεια στα Γαλλικά”. Αξιογέλαστο. Μήπως οι ίδιοι οι σημερινοί Γάλλοι μιλάνε Γαλλικά; Είναι μήπως γαλλικά η γλώσσα που μιλούν οι σημερινοί αγγράματοι, ο Φαμπιούζ (“Bonjour les degats!”), η Φρανσουάζ Καστρό (“Ca t’habite ou ca t’effleure?”), ή ο Μπερνάρ Ανρύ Λεβύ;[1] Δεν οδεύουμε ολοφάνερα προς την απώλεια κάθε ικανότητας ορθού συλλογισμού και χρήσης της γλώσσας με σαφήνεια, ακόμη και χωρίς να λάβουμε υπόψιν μας τους μετανάστες; Εξάλλου, δείτε ποιές απείρως γελοιότερες του Ισλάμ και του Καθολικισμού σέκτες κατέκτησαν εύκολα μερίδα των σπουδαγμένων ηλιθίων μας (Μουν, κλπ). Για να μην αναφέρουμε τους ουσιαστικά ηλίθιους ή αυτιστικούς ανθρώπους τους οποίους παρόμοιες σέκτες επιλέγουν να μην προσυλητίσουν, καθώς δεν υπάρχει οικονομικό ενδιαφέρον στην εκμετάλλευση τους –και οι οποίοι αφήνονται επομένως στα χέρια των δημοσίων αρχών.

Μετατραπήκαμε σε Αμερικανούς. Δεν είναι λοιπόν έκπληξη το ότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε όλα τα άθλια προβλήματα των Ηνωμένων Πολιτειων, από τα ναρκωτικά και την μαφία, μέχρι το “φαστ φουντ” και τον πολλαπλασιασμό των εθνικοτήτων. Για παράδειγμα, αν και η Ιταλία και η Ισπανία έχουν αμερικανοποιηθεί επιφανειακά -και σε ορισμένες πλευρές εις βάθος-, δεν είναι εντούτοις μικτές εθνοτικά. Με αυτή την έννοια παραμένουν περισσότερο χαρακτηριστικά Ευρωπαϊκές χώρες (όπως η Αλγερία είναι χαρακτηριστικά Βορειοαφρικάνικη).

H Γαλλία έχει τα προβλήματα της Αμερικής χωρίς την δύναμη της. Κανείς δεν εγγυάται πως το Αμερικάνικο “χωνευτήρι” (melting pot) εθνικοτήτων θα συνεχίσει να λειτουργεί για πολύ ακόμα (παράδειγμα οι “Τσικάνος”, οι οποίοι ομιλούν διαφορετική γλώσσα). Είναι όμως ξεκάθαρο πως δεν μπορεί να λειτουγήσει ούτε προς στιγμή εδώ. Ο λόγος είναι πως οι Η.Π.Α αποτελούν τη βιομηχανία του σύγχρονου τρόπου ζωής, την καρδιά του θεάματος που σπρώχνει το αίμα του ως την Μόσχα και το Πεκίνο, και αυτό το θέαμα δεν μπορεί να δώσει την παραμικρή αυτονομία στους κατά τόπους υπερ-εργολάβους του. (Αν γίνει κατανοητό, το παραπάνω γεγονός καταδεικνύει μια πολύ σοβαρότερη μορφή υποδούλωσης από εκείνη την οποία καταγγέλουν οι συνηθισμένοι κριτικοί του “ιμπεριαλισμού”).

Εδώ στην Γαλλία, δεν είμαστε πλέον τίποτα: είμαστε αποικιοκρατούμενοι οι οποίοι δεν κατάφεραν να εξεγερθούν, είμαστε οι yes-men του θεάματος και της αλλοτρίωσης. Πόσες και πόσες δικαιολογίες δεν επανανακαλύπτουμε στην Γαλλία, όταν αντιμετωπίζουμε την αύξηση των μεταναστών πάντως χρώματος! Λες και μας έκλεψε κάποιος κάτι το οποίο ήταν ακόμα δικό μας. Τι θα ήταν αυτό; Σε τι πιστεύουμε, ή μάλλον, σε τι υποκρινόμαστε ακόμα πως πιστεύουμε; Δεν είναι παρά από περηφάνια για τις ολοένα αραιότερες κεκτημένες διακοπές τους, που οι καθαρόαιμοι σκλάβοι διαμαρτύρονται πως οι μουλάτοι απειλούν την ανεξαρτησία τους!

Υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας ενός απάρτχάιντ; Ναι! Μάλιστα δεν υπάρχει απλά κίνδυνος, έχει ήδη μοιραία δημιουργηθεί (με την έννοια του γκέτο, τον φυλετικών συγκρούσεων, και -δεν θα αργήσουν-, λουτρών αίματος). Μια κοινωνία σε πλήρη αποσύνθεση είναι προφανώς πολύ λιγότερο ικανή να δεχθει ένα μεγάλο αριθμό μεταναστών χωρίς ανυπόφορο άγχος από ότι μια συνεκτική και ευημερούσα κοινωνία. Το 1973 [2] είχαμε ήδη θέσει το θέμα της ομοιότητας ανάμεσα στην εξέλιξη των οικοδομικών τεχνικών και την εξέλιξη της συμπεριφοράς: “Καθώς το αστικό περιβάλλον ξανακτίζεται, ολοένα και πιο βεβιασμένα, με σκοπό τον καταπιεστικό έλεγχο και το κέρδος, ταυτόχρονα γίνεται όλο και πιο ευάλωτο και προκαλεί όλο και περισσότερους βανδαλισμούς. Ο καπιταλισμός στο θεαματικό του στάδιο ξανακτίζει τα πάντα ως ψεύτικα και παράγει εμπρηστές. Επομένως το σκηνικό του γίνεται παντού το ίδιο έφλεκτο όσο ένα γαλλικό πανεπιστήμιο”.

Η παρουσία των μεταναστών ήδη εξυπηρέτησε πολλούς μεγαλοσυνδικαλιστές, όπου κατήγγηλαν σαν “θρησκευτικές διαμάχες” τις απεργίες ορισμένων εργατών τις οποίες δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως οι υπάρχουσες εξουσίες θα προωθήσουν την εξάπλωση σε μεγαλύτερη κλίμακα των τύπων σύγκρουσης που έχουμε ήδη δεί εν δράση μέσω “τρομοκρατών (πραγματικών ή όχι) [3], ή μέσω των χούλιγκανς (και δεν μιλάμε μόνο για τους εγγλέζους τέτοιους).

Είναι όμως εύκολα κατανοητό γιατί οι πολιτικοί κάθε απόχρωσης (συμπεριλαμβανομένων των ηγετών του Εθνικού Μετώπου [4]) προσπαθούν να μειώσουν την σημασία του “μεταναστευτικού προβλήματος”. Όλα αυτά τα οποία επιθυμούν να διατηρήσουν, τους απαγορεύουν να αναφερθούν στο πρόβλημα άμεσα, στην πραγματική του διάσταση. Ορισμένοι υποκρίνονται πως πιστεύουν πως είναι απλά θέμα να εξαπλωθεί η “αντι-ρατσιστική καλή θέληση”, ενώ άλλοι ότι χρειάζεται να αναγνωρίσουμε το μετριοπαθές δικαίωμα στην “δίκαιη ξενοφοβία”. Όλοι συμφωνούν στην αντιμετώπιση του θέματος σαν να επρόκειτο για το πλέον σοβαρό από τα κοινωνικά μας προβλήματα -αν όχι το μόνο, ενόσω υπάρχουν τόσα τρομακτικά προβλήματα από τα οποία αυτή η κοινωνία δεν θα καταφέρει να ξεπεράσει.

Το γκέτο του καινούργιου θεαματικού απαρτχάιντ (όχι η τοπική, φολκλορική εκδοχή του στην Νότια Αφρική) είναι ήδη εδώ, στην σημερινή Γαλλία: η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι δέσμια, πράγμα που την σοκάρει. Αυτό δεν θα άλλαζε ακόμη και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μετανάστης. Ποιός αποφάσισε να κατασκευάσει την Σαρσέλ και την Λε Μιγκέτ, να καταστρέψει το Παρίσι και την Λυόν; [5]. Πράγματι, οι μετανάστες έχουν ανακατευθεί σε αυτή την απαίσια υπόθεση. Αλλά δεν έκαναν τίποτα πέρα από το να ακολουθήσουν επακριβώς τις οδηγίες που τους δώθηκαν: η συνηθισμένη αθλιότητα της μισθωτής εργασίας.

Πόσοι ξένοι ζουν πραγματικά στην Γαλλία; (και όχι με βάση το νομικό καθεστώς τους, το χρώμα τους, ή τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους). Μάλλον θα ήταν καλύτερα να ρωτήσουμε: πόσοι Γάλλοι έχουν απομείνει, και που βρίσκονται; (Και τι άραγε χαρακτηρίζει ένα Γάλλο σήμερα;). Γνωρίζουμε ότι το ποσοστό των γεννήσεων μειώνεται. Αποτελεί μήπως έκπληξη; Οι Γάλλοι δεν ανέχονται πλέον τα ίδια τους τα παιδιά. Τα στέλνουν στο σχολείο από τα τρία τους χρόνια, και μέχρι τουλάχιστον τα 16, για να μάθουν αγραμματοσύνη. Όσο για πριν την ηλικία των τριών ετών, ολοένα και περισσότεροι τα βρίσκουν “ανυπόφορα” και τα αντιμετωπίζουν λίγο ή πολύ βίαια. Στην Ισπανία, την Ιταλία, την Αλγερία, ή και ανάμεσα στους Τσιγκάνους, αγαπάνε ακόμη τα παιδιά. Αυτό δεν συνηθίζεται τόσο στην σημερινή Γαλλία. Ούτε οι κατοικίες, ούτε οι δρόμοι είναι κατάλληλοι για παιδιά πλέον (εξ ου και η κυνική κρατική διαφημιστική εκστρατεία με θέμα: “ανοίγοντας την πόλη στα παιδιά”). Από την άλλη, η αντισύλληψη είναι ευρύτατα διαδεδομένη και η έκτρωση νόμιμη. Σχεδόν όλα τα παιδιά στην Γαλλία σήμερα προέκυψαν μετά από απόφαση των γονιών τους. Αλλά όχι ελεύθερη. Ο ψηφοφόρος-καταναλωτής δεν ξέρει τι πραγματικά θέλει. “Επιλέγει” κάτι το οποίο δεν του αρέσει. Η διανοητική του συγκρότηση δεν του επιτρέπει πλέον να θυμάται πως κάποτε θέλησε κάτι όταν βρεθεί απογοητευμένος από το αποκτημά του.

Στα πλαίσια του θεάματος, μια ταξική κοινωνία επιχείρησε συστηματικά να εξαφανίσει την ιστορία. Σήμερα, υποκρίνεται πως λυπάται για το αποτέλεσμα της παρουσίας τόσων μεταναστών, επειδή η Γαλλία “χάνεται”! Είναι για γέλια. Η Γαλλία χάνεται για πολύ διαφορετικούς λόγους, και μάλιστα ταχύτατα, σχεδόν σε κάθε τομέα.

Οι μετανάστες έχουν κάθε δικαίωμα να ζήσουν στην Γαλλία. Αποτελούν εκπροσώπους της αποστέρησης, η οποία είναι σαν στο σπίτι της στην Γαλλία, τόσο διαδεδομένη που καταντά σχεδόν ολική. Οι μετανάστες απώλεσαν την χώρα και τον πολιτισμό τους, και όπως γνωρίζουμε, δεν κατόρθωσαν να βρούν άλλον. Οι Γάλλοι είναι στην ίδια κατάσταση, μονάχα ελάχιστα πιο συγκαλυμένα.

Με την ισοπέδωση ολόκληρου του πλανήτη στην αθλιότητα του νέου περιβάλλοντος, και με την λαθεμένη τους πρόσληψη κάθε θέματος, οι Γάλλοι, οι οποίοι τα δέχθηκαν όλα αυτά αδιαμαρτύρητα (με την εξαίρεση του 1968), δεν έχουν το δικαίωμα να πουν πως έπαψαν να νιώθουν πλέον σαν στο σπίτι τους εξαιτίας των μεταναστών. Σίγουρα, έχουν κάθε λόγο να μην νιώθουν σαν στο σπίτι τους. Αλλά αυτό συμβαίνει επειδή όλοι κατάντησαν μετανάστες στον απαίσιο νέο κόσμο της αλλοτρίωσης.

Θα υπάρξουν άνθρωποι που θα ζούνε στην επιφάνεια της Γής, ακόμη και σε αυτό το μέρος, όταν η Γαλλία θα έχει πλέον εξαφανιστεί. Το μείγμα των εθνικοτήτων που θα κυριαρχήσει είναι δύσκολο να το προβλέψει κανείς, όπως άλλωστε και τον πολιτισμό τους ή ακόμη και τις γλώσσες τους.

Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι το κύριο ζήτημα θα είναι το εξής: αυτοί οι μελλοντικοί λαοί, θα καταφέρουν, μέσω μιας απελευθερωτικής πρακτικής, να κυριαρχήσουν στην σημερινή τεχνολογία η οποία είναι γενικά όργανο εξαπάτησης και αποστέρησης; Ή θα κυριαρχούνται από αυτή με τρόπο ακόμα περισσότερο ιεραρχικό και υποδουλωμένο; Θα πρέπει να αναμένουμε το χειρότερο και να πολεμάμε για το καλύτερο. Η Γαλλία σίγουρα αξίζει τη θλίψη μας. Η θλίψη όμως είναι μάταιη.

(Το κείμενο γράφτηκε από τον Γκυ Ντεμπόρ το 1985. Περιέχεται στην συλλογή “Guy Debord: Oeuvres” των εκδόσεων Gallimard).

– – – –

[1] Ο Λοράν Φαμπιούζ, πρωθυπουργός της Γαλλίας το 1985. Η Φρανσουάζ Καστρό, παραγωγός κινηματογράφου, ήταν η γυναίκα του. Ο Μπερνάρ Ανρύ Λεβύ ήταν ο ιδρυτής της σχολής των “Νέων Φιλοσόφων”, οι οποίοι αποκήρυξαν τον Μαρξισμό και τον Σοσσιαλισμό ως αντίδραση ενάντια στα γεγονότα του 1968.

[2] Στην ταινία “Η κοινωνία του Θεάματος”

[3] Η “ψεύτικοι τρομακράτες” αναφέρονται σε παρακρατικούς και πράκτορες μυστικών υπηρεσιών οι οποίοι πληρώνονταν για την εκτέλεση τρομοκρατικών πράξεων που αποδίδονταν σε φανταστικές αριστερές ή άλλες οργανώσεις. Ιδιαίτερα έπαιξαν ρόλο στην Ιταλία της δεκαετίας του ’70.

[4] Ακροδεξιό κόμμα του οποίου ηγείται ο Ζαν Μαρύ Λεπέν.

[5] Η Σαρσέλ και η Λε Μινγκέτ είναι δυο από τα “εξωτερικά προάστια” του Παρισιού, κτισμένα στις δεκαετίας του ’60 και του ’70, αποτελούμενα από γκρίζους μπετονένιους οικισμούς. Η “καταστροφή” του Παρισιού και της Λυών αναφέρεται σε τέτοια φαινόμενα, που περιλαμβάνουν την κατεδάφιση παλαιών κτιρίων για να κτιστούν σύγχρονες πολυκατοικίες στην θέση τους, τον διωγμό της εργατικής τάξης από το αστικό κέντρο προς περιφεριακά προάστια, και την “αναπαλαίωση” και ντισνευλαντοποίηση ιστορικών συνοικιών.

Ελβετία, Βασιλεία: Ενάντια στην εργασία – Εμπρησμός οχήματος της Adecco

Την Τρίτη 28 Ιανουαρίου, γύρω στις 2.15 π.μ., ένα περιπολικό της αστυνομίας παρατήρησε πως το μπροστινό μέρος ενός εταιρικού οχήματος είχε τυλιχθεί στις φλόγες, στη Neubadstrasse, στη Βασιλεία. Η αστυνομία κατάφερε να σβήσει τη φωτιά και να σώσει το αμάξι απ’ την πλήρη καταστροφή. Αυτά είναι που γράφονται στα καθεστωτικά.

Το πυρπολημένο όχημα ανήκει στην Adecco, μια απ’ τις μεγαλύτερες εταιρείες προσωρινής εργασιακής απασχόλησης στον κόσμο.

Επειδή δουλειά σημαίνει εκμετάλλευση.

Επειδή η δουλειά μάς αποστερεί τον χρόνο μας, την ενέργειά μας, τη δημιουργικότητά μας, την πρωτοβουλία μας, και μας απομακρύνει απ’ τους αγαπημένους μας, απ’ τα κοντινά μας άτομα κι απ’ τις ζωές μας.

Επειδή η δουλειά μάς εμφυσεί αξίες όπως ο ανταγωνισμός, η επίδειξη, η υπακοή.

Επειδή κάθε μέρα δουλειάς παράγει κι αναπαράγει τις άθλιες συνθήκες αυτού του κόσμου.

Επειδή πρέπει τα πάντα να γυρίσουν ανάποδα.

Επειδή…

Πηγή: actforfree

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ελβετία: Σπάσιμο γραφείων της Uber

Λάβαμε στις 9/2/2019

ΣΠΑΣΙΜΟ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΤΗΣ UBER, ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΦΟΡΟΥΜ

Ενώ αυτές τις μέρες οι πλούσιοι και οι ισχυροί συναντιούνται στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, χτες το βράδυ (23 Ιανουαρίου 2020) επισκεφτήκαμε έναν στρατηγικό συνεργάτη του Φόρουμ, σπάζοντας τις τζαμαρίες στο παράρτημα της Uber στην οδό Badener στη Ζυρίχη. Κατ’ αρχάς η Uber, ως στρατηγικός εταίρος της συνάντησης κορυφής, προσφέρει αρκετούς λόγους για επίθεση. Ας εμβαθύνουμε λοιπόν στις δραστηριότητες της Uber, εκτός από τη συνεισφορά της στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ.

Η Uber ξεκίνησε το 2009 στις ΗΠΑ και εξελίχθηκε σε μια πλατφόρμα με ετήσια κέρδη πάνω από 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Πλέον η εταιρία λειτουργεί παγκοσμίως και είναι σήμερα κάτι πολύ παραπάνω από μια φθηνότερη εναλλακτική των ταξί και της παράδοσης γευμάτων. Στους μεγάλους επενδυτές της ανήκουν η Goldman Sachs και η Google (ή αλλιώς η Alphabet Inc.), οι οποίες δεν επενδύουν εκατομμύρια χωρίς κερδοσκοπικό συμφέρον. Η Uber πρόκειται να εισέλθει σε νέους τομείς της μεταφοράς και γενικότερα της κοινωνικής ζωής στην καπιταλιστική λογική εκμετάλλευσης. H ψηφιοποίηση και άλλων τομέων της ζωής προχωράει. Σε αυτόν τον καινούριο “έξυπνο” κόσμο, οι εφαρμογές και οι πλατφόρμες φυτρώνουν σαν μανιτάρια. Η τεχνολογική πρόοδος απελευθερώνει όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής για το κεφάλαιο και εντατικοποιεί τον ρυθμό της ζωής, σύμφωνα με την δική της λογική.

Εταιρίες όπως η Uber, αυτοπαρουσιάζονται ως ουδέτερες πλατφόρμες διαμεσολάβησης για εύρεση θέσεων εργασίας προσπαθώντας έτσι να καλύψουν τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύονται. Ισχυρίζονται ότι δεν είναι οι προϊστάμενοι που αποσπούν την προστιθέμενη αξία αλλά μεσάζοντες μεταξύ των αυτοαπασχολούμενων. Το σύνθημά τους είναι “οι οδηγοί δεν δουλεύουν για την Uber αλλά με την Uber!”. Αυτοί δεν είναι εργαζόμενοι αλλά συμβατικοί εταίροι. Αυτό που η Uber καμουφλάρει ως νέα μορφή αυτοαπασχόλησης, το να επαφίεται στη βούληση των οδηγών το πόσο θέλουν να δουλέψουν (αμοιβαία εκμετάλλευση), κρύβει υστεροβουλία. Με αυτή τη μορφή απασχόλησης η Uber δεν προσφέρει στους εργαζομένους της δικά της μέσα παραγωγής. Οι οδηγοί επωμίζονται οι ίδιοι το κόστος για το αυτοκίνητο, την ασφάλιση, τη βενζίνη και τις επισκευές. Έτσι θεωρούνται “αυτοαπασχολούμενοι” χωρίς κοινωνική ασφάλιση, όπως η ασφάλιση σε περίπτωση ατυχήματος ή η συνταξιοδότηση. Μια κατάσταση που αφορά ακόμα και την αστική τάξη: για το ομοσπονδιακό δικαστήριο υπάρχει θέμα για το αν η Uber είναι υπεύθυνη για τις κοινωνικές εισφορές των οδηγών. Εν τω μεταξύ η Uber παραμένει μια κερδοφόρα εταιρία δεδομένου ότι ο καθένας κερδίζει προμήθεια περίπου 20% σε κάθε ναύλο. Αυτή η ψευτοανεξαρτησία των οδηγών αποκρύπτει έτσι την ανάγκη μισθολογικής εργασίας και αυτοβελτίωσης μιας και η Uber παρακολουθεί και αξιολογεί συνέχεια την εργασιακή συμπεριφορά. Η χρονική διαθεσιμότητα ή το ποσοστό των ταξιδιών που απορρίφθηκαν και ολοκληρώθηκαν αξιολογούνται και καταγράφονται σε βαθμολογία. Με αυτό το σκορ, ένας αλγόριθμος μπορεί αυτόματα να επηρεάσει το ποιος προτιμάται να λάβει εντολές μεταφοράς. Η όλο και αυξανόμενη επισφάλεια των εργασιακών σχέσεων αποτελεί τμήμα της εταιρικής δραστηριότητας της Uber. Για να μην αναφέρουμε και την τεράστια συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που φυσικά επηρεάζει και τους επιβάτες της Uber. H Google και η Facebook έχουν ανοίξει τον δρόμο: H εκμετάλλευση των δεδομένων αποτελεί κερδοφόρο επιχειρηματικό μοντέλο και περιλαμβάνει όχι μόνο τη συλλογή δεδομένων αλλά και τη δυνατότητα ελέγχου της κοινωνικής σύνδεσης. Οι ψηφιακές εταιρείες συνεχίζουν να εργάζονται για να πουλήσουν την ψηφιοποίηση ως τεχνολογική θεραπεία.

Εν πάση περιπτώσει, θα θέλαμε να σας προσκαλέσουμε να μην τυφλώνεστε από την Uber και τους υπόλοιπους συνεργάτες και να μην αφήνετε τους εαυτούς σας να απεικονίζονται ως άτρωτοι συμμέτοχοι σε ένα άυλο σύννεφο, αλλά να δούμε και να ασχοληθούμε με την λογική εργασίας και ζωής που αναπτύσσουν και ενισχύουν. Επίσης οι ψηφιακοί γίγαντες έχουν γραφεία και διασυνδέσεις στον μη ψηφιακό κόσμο, τα οποία είναι ευπρόσβλητα. Η Uber έχει παραρτήματα, όπως αυτό στο οποίο επιτεθήκαμε, όπου υπάρχουν μικρές εισαγωγές εργασίας ή διανέμονται τσάντες μεταφοράς Uber-Eats, η Google καταλαμβάνει μεγάλα τμήματα του Europaallee (εμπορικό πολυκατάστημα στη Ζυρίχη) με τα γραφεία και τις εταιρείες της, όπως η Amazon, και είναι εξαρτημένες από πολύπλοκες και δικτυωμένες εφοδιαστικές εταιρείες που καθίστανται με τη σειρά τους ευάλωτες.

Η UBER ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ

ΝΑ ΣΥΝΤΡΙΨΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ!

Πηγή: barrikade.info
Μετάφραση: Lobo Negro

Ελβετία: Σαμποτάζ κατά της Nestle

Λάβαμε στις 9/2/2019

ΣΑΜΠΟΤΑΖ ΚΑΤΑ ΤΗΣ NESTLE

Τη δεύτερη μέρα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ δε θα διανεμηθούν στη Ζυρίχη προϊόντα ψυγείου της Nestle.

Ειδικότερα, χθες το βράδυ σαμποτάραμε αποτελεσματικά τα φορτηγά-ψυγεία που ήταν σταθμευμένα στο μεγάλο περιφερειακό κέντρο εφοδιασμού στο Bülach. Γι’ αυτό κι εμείς θέλαμε να δώσουμε συμβολισμό στη δράση μας ενάντια σε μια από τις μεγαλύτερες εταιρίες παγκοσμίως και στρατηγικό συνεργάτη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ. Εάν αυτό οδηγήσει ακόμα και σε αδυναμία παράδοσης ενός απεριτίφ Davoser Bonzen (το οποίο θα προσφέρει η Nestle), θα είμαστε πολύ ευχαριστημένοι.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να επιτεθούμε στη Nestle και να σαμποτάρουμε την αλυσίδα εφοδιασμού της. Παιδική εργασία στο Μάλι, αποψίλωση δασών στην Ινδονησία, ιδιωτικοποίηση των υδάτων σε ολόκληρο τον νότο, εργοστασιακή παραγωγή στο φασιστικό τουρκικό κράτος, συνεργασία με παραστρατιωτικούς στην κεντρική Αμερική κλπ. Θα ήταν εύκολο να αποδώσουμε σήμερα κάθε σαμποτάζ σε κάθε διαφορετικό έγκλημα του ξεχωριστού αυτού ελβετικού παρασίτου. Αντ’ αυτού επικεντρωνόμαστε με τη δράση αυτή στο τρίο ‘’Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ- Nestle – Χιλή’’.

Από μια άποψη, η Χιλή και η Nestle συμπορεύονται. Κατ’ αρχάς, αυτή είναι η εικόνα που παρουσιάζεται σήμερα στη Χιλή. Είναι η ίδια εικόνα που παρουσιάζεται σχεδόν σε ολόκληρο τον Νότο παγκοσμίως: ότι η Nestle κυριαρχεί στην αγορά εμφιαλωμένου νερού, έχει στην κατοχή της τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις παραγωγής (στην περίπτωση της Χιλής τουλάχιστον οκτώ) όπου επωφελείται από ειδικούς νόμους εναντίον της Ένωσης και η Nestle αποκτά τις πρώτες ύλες σε τιμές ντάμπινγκ και προέρχονται από ιδιαίτερα περιβαλλοντικά επιβλαβείς φυτείες με ιδιαίτερα εκμεταλλευτικές μεθόδους κλπ.

Μια πιο ουσιαστική εικόνα εμφανίζεται όταν προστίθεται και η ιστορική διάσταση: η Χιλή, όπως ακριβώς και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ και η Nestle, βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της νεοφιλελεύθερης μεταμόρφωσης του παγκόσμιου καπιταλισμού από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Αυτό συνδέεται. Δεν είναι τυχαίο πως ο Peter Brabeck Lemanthe (αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ) ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στη Χιλή το 1970. Υπό την ηγεσία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ο Pinochet κατέστειλε τον σοσιαλιστή πρόεδρο Salvador Allende το 1973. Η επακόλουθη ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας και η κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων, που εξασφαλίστηκε με την αιματηρή δικτατορία, χρησίμευσε ως προπαρασκευαστικό στάδιο για τους νεοφιλελεύθερους σχεδιαστές στρατηγικής, όπως το γκρουπ των Chicago Boys, και έγινε έτσι το προσχέδιο για επίθεση σε εκατομμύρια εργαζομένους παγκοσμίως.

Ο Brabeck όχι μόνο σχεδίασε καλά τη στρατιωτική δικτατορία (παρέμεινε μέχρι το 1980 και ανέβαινε σταθερά), αλλά και φαινόταν πως είχε βγάλει σημαντικά προσωπικά συμπεράσματα από τη στενή συνεργασία μεταξύ στρατού και οικονομίας. Οι επιχειρηματικές πρακτικές της Nestle μπορούν από πολλές απόψεις να θεωρηθούν ως άμεση συνέχεια της τελειοποίησης της διάδρασης μεταξύ στρατού και οικονομίας, κάτι που είναι εξαιρετικά καρποφόρο για του εκμεταλλευτές.

Αρχικά αυτή είναι η επιθετική και άμεση χρήση από την Nestle των στρατιωτικών εξεγέρσεων και δυνάμεων: η Nestle προσέλαβε τον σύμβουλο του αμερικανικού στρατού Raphael Pagan, ενάντια στην παγκόσμια καμπάνια κατά του εμπορίου υποκατάστατων τροφών για μωρά της Nestle. Ο Pagan έχει διατελέσει σύμβουλος και αξιωματικός πληροφοριών για την αιματηρή στρατηγική του Reagan στην Λατινική Αμερική (ξεκινώντας από το πραξικόπημα του Pinochet μέχρι και τις επιχειρήσεις της αντιτρομοκρατικής εναντίον της επανάστασης των Σαντινίστας στη Νικαράγουα). Υπό την ηγεσία του Pagan, η Nestle κατάφερε να αποδυναμώσει σημαντικά την εκστρατεία μποϊκοτάζ με μεθόδους μυστικών υπηρεσιών για να χωρίσει την εκστρατεία αυτή σε αντικαπιταλιστικά, ανθρωπιστικά-εκκλησιαστικά, ευρωπαϊκά και λατινοαμερικανικά μέρη. Η άμεση στρατιωτική-βιομηχανική συνεργασία έγινε επί των ημερών του John Hedley, ενός πρώην πράκτορα MI6, ο οποίος έγινε γνωστός για τις ενέργειες κατασκοπείας εναντίον του παγκοσμίου δικτύου κατά της παγκοσμιοποίησης, ATTAC, στις αρχές του 2000. Τέλος, (εκτός από τη σύναψη συμβάσεων κατασκοπείας με την Securitas ή την μυστική υπηρεσία της Κολομβίας) αξίζει να αναφέρουμε τη συνεργασία της Nestle με το ινστιτούτο πολιτικής του ΝΑΤΟ στο ατλαντικό συμβούλιο, η οποία αφορά τα ειδικά κοινά συμφέροντα NATO και Nestle έναντι των αριστερών κυβερνήσεων στη Λατινική Αμερική κατά την δεκαετία του 2000.

Στον ευρύ σχεδιασμό των εκστρατειών PR της Nestle και των αντι-εκστρατειών που αναπτύχθηκαν από αυτές αλλά και άλλες συνεργασίες, συνδυάζονται πολλά στοιχεία όπως τα εργαλεία και τα όρια μεταξύ διαφήμισης, άσκησης παρασκηνιακής πολιτικής πίεσης και άλλων μεθόδων πολέμου. Είναι φανερό πως η ισχυρή συμφωνία της Nestle με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ ανήκει στο οπλοστάσιο αυτό. Σχεδόν καμία οργάνωση δεν είναι τόσο ικανή όταν πρόκειται να ενδιαφερθεί για εκμετάλλευση προς το συμφέρον και την ευημερία της άρχουσας τάξης, προωθώντας την ιδιωτικοποίηση ως εκσυγχρονισμό ή παρουσιάζοντας τους φασίστες ως δημοκρατικούς.

Αλλά η ηγεμονία Davoser Bonzen ταλαντεύεται, γιατί μόνο στα πολυτελή ξενοδοχεία τους που προστατεύονται από χιλιάδες μπάτσους μπορούν να μιλήσουν για τα μελλοντικά τους σχέδια. Η Χιλή, η ίδια χώρα που θεωρείται για αρκετές δεκαετίες ως ιδανικό μοντέλο για ασφαλή ιδιωτική εκμετάλλευση του συλλογικού πλούτου, εδώ και κάποιους μήνες βρίσκεται σε κατάσταση εξέγερσης. Παρά την τεράστια καταστολή, ο λαός εκεί κερδίζει στους δρόμους και τις πλατείες. Η εξέγερση αυτή, που εκτός από τις μαζικές κινητοποιήσεις και τα σαμποτάζ περιλαμβάνει επίσης και τον σχηματισμό δομών τοπικών συμβουλίων, έχει πάψει να στρέφεται εδώ και καιρό μόνο εναντίον της κλεπτομανούς αυτής ελίτ · στρέφεται και κατά της ίδιας της ζωής στον καπιταλισμό.

Και δεν είναι μόνοι σε αυτό: υπάρχουν κινήματα παγκοσμίως, τα οποία σε άμεση αντιπαράθεση με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος. Έχουμε την αυτοπεποίθηση πως είμαστε πολλοί και ισχυροί. Σε αυτούς τους αγώνες, ανεξάρτητα από τη μορφή με την οποία αυτοί εκφράζονται, ένα μήνυμα προκύπτει αναμφίβολα και με σαφήνεια: το μέλλον δεν ανήκει στους άρχοντες αλλά σε εμάς!

ΖΗΤΩ Η ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ!

Ο ΛΑΟΣ ΕΝΩΜΕΝΟΣ ΔΕΝ ΗΤΤΑΤΑΙ ΠΟΤΕ!

ΝΑ ΣΥΝΤΡΙΨΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ!

Πηγή: barrikade.info
Μετάφραση: Lobo Negro