Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Από τον Σμιτ και τον ορντο-φιλελευθερισμό στο ευρώ

Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Από τον Σμιτ και τον ορντο-φιλελευθερισμό στο ευρώ

Werner Bonefeld

Μετάφραση: Κ.Κ.

Ολόκληρο το κείμενο σε μορφή pdf

Σύνοψη

Το άρθρο εξετάζει την εγκυρότητα, από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού της αγοράς, της άποψης του Χάγιεκ (Friedrich Hayek) ότι μια δικτατορία μπορεί να είναι πιο φιλελεύθερη στις πολιτικές της από ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο χωρίς περιορισμούς. Η επισήμανση του Χάγιεκ για τον δυνητικά μη φιλελεύθερο χαρακτήρα της δημοκρατικής διακυβέρνησης αποτελεί βασικό στοιχείο για τη γερμανική ορντο-φιλελεύθερη σκέψη που εμφανίστηκε στο πλαίσιο της κρίσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οι ορντο-φιλελεύθεροι στοχαστές γνώριζαν καλά την πολιτική θεολογία του Σμιτ και συμφωνούσαν μαζί του ότι το κράτος αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη στη σχέση μεταξύ αγοράς και κράτους, αντιλαμβανόμενοι αυτή τη σχέση ως μια σχέση μεταξύ ελεύθερης οικονομίας και ισχυρού κράτους. Υποστήριζαν ότι η εδραίωση της κοινωνικής τάξης είναι η προϋπόθεση της ελεύθερης οικονομίας· ο νόμος δεν εφαρμόζεται στη διασάλευση της τάξης και δεν δημιουργεί τάξη. Το φιλελεύθερο κράτος είναι η «συγκεντρωμένη δύναμη» αυτής της τάξης. Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι ο ορντο-φιλελευθερισμός είναι πιο δόκιμο να χαρακτηριστεί αυταρχικός φιλελευθερισμός ενώ αξιολογείται η σύγχρονη εγκυρότητά του σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εισαγωγή: Σχετικά με τον αυταρχικό φιλελευθερισμό

Ο όρος «αυταρχικός φιλελευθερισμός» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό νομικό Hermann Heller σε μια δημοσίευση του 1933 σχετικά με τη δεξιά κυβέρνηση του φον Πάπεν το 1932.[1] Στο άρθρο του εξέταζε το κείμενο του Καρλ Σμιτ «Ισχυρό κράτος και Υγιής Οικονομία» ως θεωρητική έκφραση της αυταρχικής στροφής της φιλελεύθερης σκέψης. Ο Heller χαρακτήριζε τη στροφή προς τον αυταρχισμό ως υποβάθμιση της δημοκρατικής διακυβέρνησης «υπέρ της δικτατορικής εξουσίας του κράτους» (Heller, 2015: 296).[2] Τη θέση του Σμιτ συμμερίζονταν σε μεγάλο βαθμό οι στοχαστές που θεμελίωσαν τον γερμανικό ορντο-φιλελευθερισμό. Κι αυτοί επίσης θεωρούσαν ότι ο δημοκρατικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν η βασική αιτία για την κρίση της Βαϊμάρης, υποστηρίζοντας ότι η μαζική δημοκρατία έχει ως συνέπεια την τυραννία.[3]

Στο πλαίσιο της Βαϊμάρης, η αυταρχική επαναβεβαίωση του κράτους δεν αποσκοπούσε μόνο στην υπέρβαση της «θλιβερής αδυναμίας» (Friedrich, 1955: 512) του φιλελεύθερου κράτους. Αποσκοπούσε επίσης στην αναδιάταξη των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων για την επίτευξη της ελεύθερης οικονομίας. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός αντιλαμβάνεται το κράτος ως «αστυνομία της αγοράς» (Rüstow, 1942). Σύμφωνα με τον Heller (2015), προϋποθέτει το κράτος στην καθαρά φιλελεύθερη μορφή του ως την οργανωμένη δύναμη και συγκεντρωμένη εξουσία του συστήματος ελευθερίας, επιβάλλοντας την ελευθερία της αγοράς και διατηρώντας αποπολιτικοποιημένες της κοινωνικοοικονομικές σχέσεις. Η αποπολιτικοποίηση είναι μια κατ’ εξοχήν πολιτική πρακτική. Για τον Σμιτ και τους ορντο-φιλελεύθερους «ο Λεβιάθαν προηγείτο και έπρεπε να προηγείται» (Streek, 2015: 363)· και δικαίως: βάσει αυτής της λογικής, και όπως είχε ήδη υποστηρίξει ο Άνταμ Σμιθ, η ελεύθερη οικονομία καταλήγει σε «αιματοχυσία και αταξία» (Smith, 1976: 340) εκτός εάν το κράτος εκπολιτίσει τη διαχείριση που ασκεί μέσω του νόμου, της αστυνομίας και της κατασκευής ηθικών αισθημάτων για το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός προϋποθέτει την «αστυνομία της αγοράς μέσω της ισχυρής κρατικής εξουσίας» (Rüstow, 1942: 289) ώστε να μπορεί να διατηρηθεί. Η ισχύς του κράτους ως αστυνομίας της αγοράς εξαρτάται από την ανεξαρτησία αυτής της ισχύος από την κοινωνία. Η ικανότητά της να εξουδετερώνει τη δημοκρατία και να εκπολιτίζει τη διαχείριση μιας οικονομίας που βασίζεται στην ελεύθερη εργασία εξαρτάται από το κράτος ως ανεξάρτητη και συγκεντρωμένη δύναμη της κοινωνίας.[4]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920/αρχές της δεκαετίας του 1930, η κριτική της μαζικής δημοκρατίας αποτελούσε κομμάτι της αντίδρασης της δεξιάς στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Στη δεκαετία του 1950, έγινε κομμάτι του «αντι-ολοκληρωτισμού» σύμφωνα με τον οποίο η μαζική δημοκρατία οδηγεί στην ανελευθερία και πρέπει να περιοριστεί προς όφελος μιας ανοικτής κοινωνίας. Όπως το θέτουν οι Willgerodt και Peacock (1989: 6), «όσοι βασίζονται στους κανόνες για να λάβουν φιλελεύθερες αποφάσεις, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα αυτών των αποφάσεων, πρέπει να απαντήσουν στο εξής ερώτημα: πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι αυτές οι αποφάσεις δεν θα καταστρέψουν τους φιλελεύθερους κανόνες;». Από αυτή τη σκοπιά, η ελευθερία πρέπει να προστατεύεται από τους εχθρούς της, ακόμη κι αν αυτοί κινούνται τυπικά εντός των νομικών ορίων μιας ελεύθερης κοινωνίας και εξασφαλίζουν κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες με τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών. Δηλαδή, «η εμπιστοσύνη στην ελευθερία πρέπει να συνοδεύεται από μια δυσπιστία απέναντι στις δυνάμεις που καταργούν την ελευθερία ή παρεμβαίνουν σε αυτή» (Lenel, 1989: 21). Προϋπόθεση της εμπιστοσύνης είναι η επιτήρηση. Η αναγνώριση των εχθρών της ελευθερίας εξαρτάται από τη βεβαιότητα των αδιαίρετων κοινωνικοοικονομικών αξιών και πολιτικών κανόνων που αναγνωρίζουν την ελεύθερη οικονομία ως μια «καθολική μορφή ύπαρξης» (Eucken, 2004: 321). Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο σχετικισμός δεν έχει αξίες για υπεράσπιση. Υποκύπτει στους «ταραχοποιούς» (Röpke, 2007). Με αυτό τον αξιοσημείωτο τρόπο, η δεξιά καταγγελία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης καθιερώθηκε ως μια μαχητική υπεράσπιση της μεταπολεμικής δημοκρατίας. Η «μαχητική δημοκρατία» απορρίπτει την ελευθεροφροσύνη ως ανοιχτή πρόσκληση προς τον εσωτερικό εχθρό. Αντίθετα, απαιτεί την περιστολή της δημοκρατίας για να την προστατεύσει από τις επιθέσεις και την κομμουνιστική ανατροπή.[5]

Κατά τη δεκαετία του 1970, η αυταρχική φιλελεύθερη κριτική της δημοκρατίας επανήλθε στο προσκήνιο στο πλαίσιο της τότε οικονομικής κρίσης. Η συζήτηση επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Βρετανία. Υποστηριζόταν ότι η κρίση προκλήθηκε λόγω υπερβολικής δημοκρατίας που οδήγησε σε ένα πληθωρικό παρεμβατικό κράτος το οποίο κατέπνιξε την οικονομία οδηγώντας την σε κρίση. Η συγκεκριμένη διάγνωση της κρίσης συνεπαγόταν τη συνταγή για την επίλυσή της. Η οικονομία έπρεπε να απελευθερωθεί μέσω της υποχώρησης του κράτους και του περιορισμού του πλεονάσματος δημοκρατίας. Η συγκεκριμένη θέση διαμόρφωσε το θεωρητικό υπόβαθρο της επερχόμενης κυβέρνησης της Θάτσερ το 1979.[6] Ωστόσο, στην Ευρώπη, η πιο σταθερή προσπάθεια εξουδετέρωσης της μαζικής δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης, βάσει της οποίας δημιουργήθηκε το μοναδικό μη-εθνικό νόμισμα στον κόσμο. H διακυβέρνηση του ευρώ έχει απ’ όλες τις απόψεις αποκοπεί πλήρως από τα εδαφικοποιημένα κυρίαρχα δημοκρατικά κράτη. Θέτει σε ισχύ ένα φιλελεύθερο πλαίσιο αγοράς για την άσκηση πολιτικής στα ομόσπονδα και δημοκρατικά συγκροτημένα κράτη μέλη.

Στο άρθρο εξετάζεται το επιχείρημα ότι η καπιταλιστική πολιτική οικονομία προϋποθέτει το φιλελεύθερο κράτος ως αστυνομία της αγοράς. Αυτή η αντίληψη για το κράτος αποκλείει την ιδέα της μαζικής δημοκρατίας ως συστατικής βάσης του φιλελεύθερου κράτους δικαίου.[7] Στην επόμενη ενότητα παρουσιάζεται η αυταρχική θέση του Σμιτ και εξετάζεται η ορντο-φιλελεύθερη κριτική της μαζικής δημοκρατίας. Στην ενότητα που ακολουθεί παρουσιάζεται η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης της δημοκρατίας τη δεκαετία του 1970.[8] Στα συμπεράσματα συνοψίζεται το επιχείρημα με αναφορά στα στοιχεία αυταρχικού φιλελευθερισμού που ενυπάρχουν στη διακυβέρνηση του ευρώ. Υποστηρίζω ότι η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση συνιστά ένα σύστημα επιβαλλόμενης ελευθερίας, το οποίο ενισχύει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα των κρατών μελών. Τείνει επίσης να εθνικοποιεί την κριτική της «ελευθερίας» με τη μορφή ισχυρών νεοφασιστικών πολιτικών κινημάτων και κομμάτων, συμπεριλαμβανομένης της λαϊκιστικής εθνικιστικής άρνησης που τροφοδοτείται από την ανήμπορη οργή και τις θλιβερές αυταπάτες περί «γης και θάλασσας», όπως στην περίπτωση του Brexit.[9]

 Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Σμιτ και ορντο-φιλελευθερισμός

Αυταρχικός φιλελευθερισμός

Αποτιμώντας τις θέσεις του Σμιτ, ο Heller εντόπισε μια «κατάσταση εξαίρεσης», κατά την οποία η κυβέρνηση μέσω μιας εξουσιαστικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων αντικαθιστά το κοινοβούλιο ως βασικό θεσμό του κράτους. Κατά την άποψή του, η δικτατορία ήταν απαραίτητη για να τραβήξει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Η ανεξαρτησία του κράτους από την κοινωνία είναι θεμελιώδης σημασίας τόσο σε σχέση με την ικανότητα της κυβέρνησης να κυβερνά όσο και σε σχέση με την «πρωτοβουλία και την ελεύθερη εργασιακή δύναμη όλων των οικονομικά ενεργών ανθρώπων» (Schotte, παρατίθεται στο Heller, 2015: 299). Από αυτή την άποψη, το γεγονός ότι «σχεδόν το 90% του λαού μας» ζει από ένα εισόδημα ελάχιστα επαρκές για την ικανοποίηση των αναγκών του ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, διότι αυτό αντιμετωπίζει ισότιμα κάθε άτομο ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες περιστάσεις που μπορεί να βρίσκεται (Heller, 2015: 301). Ωστόσο, η διακήρυξη της δημοκρατικής του ισχύος θέτει σε κίνδυνο το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, καθώς γίνεται στόχος όλων των κοινωνικών αιτημάτων για κάθε είδους ειδικές παρεμβάσεις, καθιστώντας το υπεύθυνο για την κοινωνία συνολικά, από τη γέννηση ως τον θάνατο του ανθρώπου. Για τον Σμιτ και τους ορντο-φιλελεύθερους, η απεριόριστη μαζική δημοκρατία τείνει προς την ανάπτυξη ενός κράτους που έχει έναν καθαρά ποσοτικό χαρακτήρα, όπως το δημοκρατικό κράτος πρόνοιας της Βαϊμάρης. Ένα τέτοιο κράτος είναι ένα πλήρως αδύναμο κράτος. Δεν είναι σε θέση να κάνει διάκριση μεταξύ των «φίλων» της ελευθερίας και των «εχθρών» της (Σμιτ, 2016, Müller-Armack, 1933: 31, Röpke, 1998: 66). Το πλήρως αδύναμο κράτος είναι το πλήρως υπεύθυνο κράτος. Είναι «υπερφορτωμένο» πολιτικά και δεν είναι σε θέση να κυβερνήσει την κοινωνία στη βάση των φιλελεύθερων αρχών.[10] Είναι ένα κράτος χωρίς πολιτική ποιότητα, διότι η μαζική κοινωνία κυβερνά μέσω του κράτους και διεκδικεί τα αιτήματά της για κοινωνική ισότητα και υλική ασφάλεια στο πλαίσιο της δημοκρατικής ισοτιμίας.

Για τον Heller, ο αυταρχικός φιλελευθερισμός είναι μια απόπειρα να εδραιωθεί αυτό που ο Σμιτ αποκαλούσε κράτος πλήρους ποιότητας, δηλαδή ένα κράτος που αναλαμβάνει το καθήκον της απελευθέρωσης της οικονομίας, αποπολιτικοποιώντας τις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, κάνοντας πραγματικότητα την ελεύθερη οικονομία στην κοινωνική δομή και στη νοοτροπία της κοινωνίας και, τέλος, διασφαλίζοντας και διατηρώντας την ελεύθερη εργασιακή δύναμη του 90% που αγωνίζεται να βγάλει τα προς το ζην. Το κράτος της πλήρους ποιότητας διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο της βίας, επιβάλλοντας τον εαυτό του ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας αποπολιτικοποιημένης κοινωνίας ανταλλαγής στην οποία τα άτομα ως κάτοχοι ατομικής ιδιοκτησίας ανταγωνίζονται και ανταλλάσσουν μεταξύ τους: ο ένας αγοράζοντας εργασιακή δύναμη και ο άλλος πουλώντας την, χωρίς καταναγκασμό και ως ίσοι απέναντι στον νόμο. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός αναγνωρίζει το φιλελεύθερο κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας οικονομίας ελεύθερης εργασίας. Αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική ισότητα μιας τάξης εξαρτημένων πωλητών εργασιακής δύναμης αποτελεί έκδηλο κίνδυνο για τον καπιταλιστικό πλούτο και, ως εκ τούτου, απαιτεί ένα ισχυρό κράτος που δεν θα μετατραπεί σε στόχο των εργαζομένων που αναζητούν κοινωνική πρόνοια.[11] Αναγνωρίζει τις πολιτικές αναγκαιότητες του νόμου της ατομικής ιδιοκτησίας και «υπερασπίζεται την εργασία ως καθήκον, ως την ψυχολογική ευτυχία του λαού» (φον Πάπεν, παρατίθεται στο Heller, 2015: 300). Το ισχυρό κράτος κυβερνά για να διασφαλίσει και να διατηρήσει τις «ψυχο-ηθικές δυνάμεις» στη διάθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας, μετατρέποντας τους εξεγερμένους προλετάριους σε υπεύθυνους και πρόθυμους επιχειρηματίες εργασιακής δύναμης (Röpke, 1942: 68). Έτσι, ο Σμιτ υπερασπίζεται τον ηρωισμό της φτώχειας και της δουλειάς, της θυσίας και της πειθαρχίας, μέσω του οποίου οι «ακόλουθοι» ενός μη ελεγχόμενου από τον νόμο «ηγέτη» δεσμεύουν τον εαυτό τους σε μια φαντασιακή εθνική κοινότητα (Schmitt, 2010).

Σε αυτό το πλαίσιο, η ερμηνεία που έδωσε ο Streek στις θέσεις του Heller είναι τόσο διορατική όσο και αποπροσανατολιστική. Υποστηρίζει ότι «ο Heller αντιλαμβάνεται ότι το “αυταρχικό κράτος” του Σμιτ ήταν στην πραγματικότητα το φιλελεύθερο κράτος στην καθαρή του μορφή, αδύναμο σε σχέση με την καπιταλιστική οικονομία αλλά ισχυρό στο να αποτρέπει τις δημοκρατικές παρεμβάσεις στη λειτουργία του» (Streek, 2015: 361). Συμφωνώ με την τελευταία θέση και διαφωνώ με την πρώτη. Ο Streek (2015: 361) ορθώς υποστηρίζει ότι η «αποπολιτικοποιημένη κατάσταση μιας φιλελεύθερης οικονομίας είναι η ίδια αποτέλεσμα της πολιτικής». Είναι, σύμφωνα με τον Σμιτ, «μια πολιτική πράξη με έναν ιδιαίτερα έντονο τρόπο» (Schmitt, 1998: 227). Σε αντίθεση με τις θέσεις του Streek, ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του κράτους δεν στηρίζεται απλώς στη χαλιναγώγηση της δημοκρατικής παρέμβασης στην οικονομία ελεύθερης εργασίας, προστατεύοντας τις σχέσεις ατομικής ιδιοκτησίας από τα αιτήματα για περιορισμό της αγοράς προς όφελος της κοινωνικής πρόνοιας. Καθορίζεται επομένως επίσης κι από τον ρόλο του ως «αστυνομία της αγοράς», καθιστώντας εφικτή και διευκολύνοντας την καπιταλιστική οικονομία – οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν επιβάλλονται σαν να ήταν φυσική δύναμη. Στην πραγματικότητα, αποτελούν την πολιτική πρακτική της οικονομικής τάξης (Bonefeld, 2013). Όπως εξηγεί ο Miksch (1947: 9, βλ. επίσης Böhm, 1937: 101), η οικονομική ελευθερία δεν αποτελεί εκδήλωση κάποιας φυσικής ροπής όπως στον κλασσικό φιλελευθερισμό. Αντίθετα, «η φυσική τάξη έχει γίνει πολιτικό γεγονός [Veranstaltung]». Δηλαδή, η ελεύθερη οικονομία συνιστά πρακτική διακυβέρνησης.

«Ισχυρό κράτος και υγιής οικονομία» (Σμιτ, 1998)

Για τον Καρλ Σμιτ, η κρίση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν μια κρίση της πολιτικής εξουσίας που είχε προκύψει ως συνέπεια μιας ανεξέλεγκτης μαζικής κοινωνίας σε εξέγερση. Θεωρούσε ότι ο δημοκρατικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης βρισκόταν στο επίκεντρο της κρίσης. Ως συνέπεια της γερμανικής επανάστασης του 1918, η μαζική δημοκρατία είχε αντικαταστήσει το φιλελεύθερο κράτος. Το φιλελεύθερο κράτος είχε κυριολεκτικά χάσει τη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική εκλογική του βάση. Πριν την εισβολή της μαζικής κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα, η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση βασιζόταν στην ομοιογένεια μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Αντιστοιχούσε σε μια δημοκρατία φίλων, που μπορεί να φιλονικούσαν σχετικά με το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να προχωρήσουν παρακάτω αλλά που ήταν ενωμένοι όσον αφορά την αναγνώριση αυτού που ο Σμιτ ονομάζει ο «ξένος». Με την επέλαση της μαζικής δημοκρατίας, ο «ξένος» κατάφερε να εισέλθει στους πολιτικούς θεσμούς και ιδιαίτερα στο φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό σύστημα, μετατρέποντάς το σε μέσο μαζικής εκπροσώπησης. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν συμπύκνωνε πλέον τα συμφέροντα της αστικής τάξης.[12] Θεσμικά η μαζική δημοκρατία της Βαϊμάρης συμπυκνώνει την κρίση της φιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας. Η μαζική δημοκρατία δεν άσκησε μόνο επιρροή στη διακυβέρνηση. Θέσπισε επίσης νόμους, υποτάσσοντας το κράτος δικαίου στα μαζικά δημοκρατικά αιτήματα, καθιστώντας την κυβέρνηση υπόλογη απέναντι στο «συναίσθημα και το πάθος των μαζών», σύμφωνα με τον Röpke (1998: 152). Η θέσπιση νόμων από εκείνους που πρέπει να κυβερνηθούν «δεν είναι τίποτα περισσότερο από κυριαρχία του όχλου» (Schmitt, 2008a: 119). Έτσι, το δίκαιο έγινε κοινό δίκαιο με την πραγματική έννοια του όρου, δηλαδή έγινε το κοινό δίκαιο μιας πολιτικοποιημένης και συγκρουόμενης μαζικής κοινωνίας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Σμιτ, το νομικό πλαίσιο της διακυβέρνησης άρχισε να διασπάται και να κατακερματίζεται σε ένα χαοτικό άθροισμα ασυνάρτητων στοιχείων δικαίου (Schmitt, 2008b). Κατά την κρίση του, επομένως, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης συνιστούσε ένα εντελώς αδύναμο κράτος. Αντί μιας κυβέρνησης φίλων, δέχτηκε τον εχθρό ως ισότιμο νομοθέτη, οδηγώντας στη διάλυση του φιλελεύθερου κράτους δικαίου ως συνεκτικού πλαισίου της κοινωνικής τάξης και της υγιούς οικονομίας.[13]

Για τον Σμιτ, η μαζική «κοινωνία» κυρίευσε το κράτος σέρνοντάς το κάτω στην κοινωνία και καθιστώντας το μαζικό κράτος. To αποτέλεσμα ήταν ένα κράτος χωρίς συνοχή και χωρίς πολιτική ποιότητα. Κατά την άποψή του, οι κοινωνικές δυνάμεις τεμάχισαν κυριολεκτικά το κράτος, μετατρέποντάς το σε μια ασύνδετη έκφραση όλων των ειδών των διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων, οδηγώντας στον κατακερματισμό του «πολιτικού» και στην αποσύνθεση του κεντρικού θεσμού που, για τον Σμιτ, είναι σε θέση να συντηρεί την «υγιή οικονομία». Η μαζική δημοκρατία κατέστρεψε την ανεξαρτησία του κράτους και αναπαρήγαγε τις κοινωνικές συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς εντός εκείνου του θεσμού που είχε ως αποστολή να τις αναχαιτίσει στη βάση της τάξης, του νόμου και του δικαίου. Όπως το έθεσε ο Rüstow, το (φιλελεύθερο) κράτος

κατακερματίστηκε από άπληστους ιδιοτελείς. Ο καθένας από αυτούς παίρνει για τον εαυτό του ένα κομμάτι της εξουσίας του κράτους και το εκμεταλλεύεται για τους δικούς του σκοπούς… Αυτό το φαινόμενο μπορεί να περιγραφεί καλύτερα με έναν όρο που χρησιμοποιήθηκε από τον Καρλ Σμιτ – τον «πλουραλισμό». Πράγματι, εκπροσωπεί έναν πλουραλισμό του χειρότερου είδους. Ο ρόλος που παίζει το κράτος σε αυτό το πλαίσιο είναι ο ρόλος του θύματος. (Rustow, 1963: 255)

Όπως ο Rüstow, που υποστήριζε τη δικτατορία των κομισάριων ως μέσο αποκατάστασης της τάξης σε μια κοινωνία, έτσι και ο Σμιτ απαιτούσε την αποκατάσταση του πολιτικού, του κράτους, ως ανεξάρτητου επίσημου θεσμού λήψης αποφάσεων. «Δεν υπάρχει νομικός κανόνας που να εφαρμόζεται στο χάος. Πρέπει να υφίσταται τάξη για να είναι αποτελεσματικοί οι νομικοί κανόνες» (Schmitt, 2016). Η τάξη είναι προϋπόθεση του νόμου. Το κράτος δικαίου δεν μπορεί να αμυνθεί απέναντι σε μια πολιτικοποιημένη μαζική κοινωνία. Αντίθετα το «κατασπαράζει». Το κράτος δικαίου δεν «γνωρίζει» εάν εφαρμόζεται. Η κρίση για το εάν εφαρμόζεται ή εάν απαιτείται η προσωρινή του αναστολή προκειμένου να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα, μετά τη λήξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, δεν είναι νομική κρίση. Ο νόμος δεν αναστέλλει τον εαυτό του. Πρόκειται μάλλον για μια επιτακτική κρίση, απόφαση και διακήρυξη σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση, από αυτόν που ο Σμιτ θεωρεί ότι είναι ο πραγματικός κυρίαρχος, δηλαδή ο δικτάτορας που καθορίζει και προβαίνει στην κήρυξη της κατάστασης εξαίρεσης στο (φιλελεύθερο) κράτος δικαίου και αποκαλύπτεται από αυτή την πράξη και εντός αυτής. Στη δικτατορία, «η πραγματικότητα δεν αποδέχεται τη γνώση, μόνο την αναγνώριση» (Fortshoff, 1933a: 25).[14] Η εγκυρότητα της κυριαρχικής πράξης δεν είναι ζήτημα δικαίου ή αφηρημένων εννοιών της δικαιοσύνης. Πράγματι, «οι απόπειρες αμφισβήτησης του προσφάτως αποκτημένου ισχύοντος δικαίου του κράτους υποδηλώνουν σαμποτάζ… Η ανελέητη εξόντωση αυτού του είδους της σκέψης είναι το ευγενέστερο καθήκον του κράτους σήμερα» (Forsthoff, 1993b: 29). Η εγκυρότητα της κυριαρχικής απόφασης για την αναστολή του κράτους δικαίου έγκειται στην αυταρχική εξάλειψη οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την ορθότητα της απόφασης. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι μια κατάσταση ιδιαίτερα ισχυρής πολιτικής ποιότητας. Είναι μια στιγμή μεγάλης πολιτικής έντασης και καθαρής πολιτικής ποιότητας. Η απόφαση αναστολής του κράτους δικαίου ισοδυναμεί με την απόφαση να χυθεί αίμα (Σμιτ).

Συνοψίζοντας, το ισχυρό κράτος είναι ένα αυταρχικό εκτελεστικό κράτος (Regierungsstaat). Περιορίζει το νομοθετικό κράτος (Gesetzgebungsstaat) της λαϊκής κυριαρχίας και κυβερνά λαμβάνοντας υπόψη αυτό που έχει προσδιοριστεί ως ξένο προς το φιλελεύθερο ομοιογενές συμφέρον (Schmitt, 1931, 1932). Για τον Σμιτ, ο αγώνας για το κράτος της καθαρής (φιλελεύθερης) ποιότητας και η διατήρησή του προϋποθέτουν την εξάλειψη όλων των μορφών κοινωνικών συγκρούσεων μέσω μιας ισχυρής κρατικής εποπτείας των αποπολιτικοποιημένων κοινωνικοοικονομικών σχέσεων. Το κράτος, κατά κάποιο τρόπο, διατάζει την κοινωνία να επιτύχει την ομοιογένεια των εθνικών σκοπών εντός της νοοτροπίας της κοινωνίας γενικά. Εν ολίγοις,

η δημοκρατία απαιτεί… πρώτα την ομοιογένεια και δεύτερον –εάν προκύψει η ανάγκη– την εξάλειψη και την εκρίζωση της ετερογένειας… Η δημοκρατία επιδεικνύει την πολιτική της δύναμη γνωρίζοντας πώς να αρνηθεί ή να κρατήσει σε απόσταση κάτι ξένο και άνισο που απειλεί την ομοιογένειά της. (Σμιτ, 1988: 9)

Η αντίληψη του Rossiter ότι δεν μπορεί να υπάρξει «δημοκρατία σε ανώμαλες εποχές» (1948: 8) δεν πάει τόσο μακριά σε σύγκριση με τις απόψεις του Σμιτ. Όπως και ο Σμιτ, αποδέχεται ότι οι ανώμαλες εποχές μπορεί να απαιτούν μια δικτατορία που θα «τερματίσει την κρίση και θα αποκαταστήσει τις ομαλές συνθήκες» επιβάλλοντας την κοινωνική τάξη (Rossiter, 1948: 7). Ωστόσο, για τον Σμιτ, δεν μπορεί να υπάρξει φιλελεύθερη δημοκρατία ακόμα και σε κανονικές εποχές. Η διακυβέρνηση βάσει του κράτους δικαίου συνιστά πολιτική απόφαση σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση. H πολιτική κυριαρχία είναι μια λανθάνουσα παρουσία και σε κανονικές εποχές. Στην αφανή μορφή της εκδηλώνεται ως κράτος ασφάλειας που βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση, το οποίο, όπως εξηγεί ο Heller (2015: 301) βασισμένος στον Σμιτ (1998), διαθέτει όλα τα «τεχνολογικά μέσα, ειδικά τη στρατιωτική τεχνολογία», ώστε να εξασφαλίζει τη νόμιμη συμπεριφορά των πολιτών.

Ορντο-φιλελευθερισμός και το κράτος της δημοκρατίας

Όπως ο Σμιτ έτσι και οι ορντο-φιλελεύθεροι γνωρίζουν καλά τους κινδύνους της ελευθερίας. «Οι εχθροί», λέει ο Röpke (2007), «επωφελούνται επίσης από αυτή, και στο όνομα της ελευθερίας τούς παρέχεται κάθε πιθανή ευκαιρία να θέσουν τέλος στη φιλελεύθερη δημοκρατία». Απηχώντας τις προειδοποιήσεις του Σμιτ για τη δημοκρατία που δεν αναγνωρίζει τον «εχθρό», ο Röpke (1942: 253) υποστηρίζει ότι «όλοι γνωρίζουν πως η δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά σωστά μόνο όταν υπάρχει μια ελάχιστη συμφωνία σχετικά με τα ουσιώδη προβλήματα του εθνικού βίου». Η δημοκρατία λειτουργεί σωστά μόνο ως δημοκρατία των φίλων. Μόλις τα συμφέροντα της μάζας πάρουν τον έλεγχο της δημοκρατίας, «αυτή πέφτει αναγκαστικά θύμα είτε της αναρχίας είτε του κολεκτιβισμού» (Röpke, 1942: 246). Σε κάθε περίπτωση, η πολιτικοποιημένη μαζική κοινωνία συνεπάγεται την «απώλεια της κοινωνικής ενσωμάτωσης», αμβλύνει τη «διαφοροποίηση της κοινωνικής θέσης» και οδηγεί στην ενίσχυση της «τυποποίησης και της ομοιομορφίας». Καταστρέφει, όπως ισχυρίζεται, την «κάθετη συνοχή της κοινωνίας» (Röpke, 1942: 246), οδηγώντας στην απώλεια της «ζωτικής ικανοποίησης» (Röpke, 1942: 240) και της αποδοχής της κοινωνικής θέσης. Μέσα από τη διαδικασία εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης αναδύεται η φιγούρα του δυσαρεστημένου και ανήσυχου προλεταριάτου που, όπως η φιγούρα του νεκροθάφτη στον Μαρξ (Μαρξ και Ένγκελς, 2014), αποδυναμώνει τον νόμο της ατομικής ιδιοκτησίας ανατρέποντας «τους οικονομικούς μηχανισμούς προσαρμογής της αγοράς μέσω των τιμών» (Röpke, 1942: 3). Ένα αδύναμο κράτος υποκύπτει στα προλεταριακά αιτήματα, γεγονός που υπονομεύει όχι μόνο την οικονομική διαδικασία αλλά και εντείνει περαιτέρω την «απειλητική δυσαρέσκεια των εργαζομένων» (Röpke, 1942: 3), καθώς τα πάθη των αποστερημένων αφήνονται να θεριεύσουν. «Το δύσκολο πρόβλημα του προλεταριάτου», υποστηρίζει ο Röpke, δεν είναι οικονομικό αλλά ανθρώπινο. Χαρακτηρίζεται από έλλειψη ζωτικότητας και ψυχολογικής ευτυχίας. Σύμφωνα με τον Rüstow, η αυθεντική επιθυμία των απείθαρχων μαζών δεν είναι να καταστρέψουν την ελεύθερη οικονομία ούτε να συγκεντρώνονται στις γωνιές των δρόμων σε ένδειξη διαμαρτυρίας περιφρονώντας διαρκώς τη δεδομένη κατάσταση. Αντίθετα, λέει ο Rüstow (1959: 102), η αυθεντική επιθυμία των μαζών είναι να καθοδηγούνται και να κυβερνιούνται από Άνδρες με ειλικρινείς πεποιθήσεις και ευγενείς προθέσεις, αρκεί οι μάζες να γνωρίζουν ποιον να ακολουθήσουν. Ο Rüstow αντιλαμβάνεται έτσι τη δημοκρατία ως μια δημοψηφισματική δημοκρατία, στην οποία οι μάζες καθοδηγούνται από μια μαγευτική ελίτ που κυβερνά με την ηθική της ευθύνης και παρέχει χαρισματική υποστήριξη σε έναν απομαγευμένο κόσμο οικονομικής αξίας και κυριαρχίας μέσω αφηρημένων κανόνων και διατάξεων.[15]

Ο Eucken αντιλαμβανόταν επίσης τον εκδημοκρατισμό ως τη «χαοτική δύναμη των μαζών» (1932: 312), την οποία θεωρούσε βασική αιτία για τον μετασχηματισμό του φιλελεύθερου κράτους σε μαζικό δημοκρατικό κράτος πρόνοιας. Οι αδύναμες κυβερνήσεις κατεύνασαν την κοινωνική δυσαρέσκεια διευρύνοντας τη λαϊκή τους απήχηση, λυγίζοντας απέναντι στα επονομαζόμενα «επιμέρους συμφέροντα» που απαιτούν ίσα δικαιώματα και υλική ασφάλεια. Αντί να διευκολύνει την ελεύθερη οικονομία, η παρέμβαση στο ελεύθερο παιχνίδι των δυνάμεων της αγοράς δημιούργησε οικονομικές ανωμαλίες, οι οποίες απαιτούσαν περαιτέρω παρεμβάσεις, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο αυτοτροφοδοτούμενων παρεμβάσεων. Μέσα σε αυτό το κλίμα παρεμβατισμού που στρεβλώνει την αγορά, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο ομάδες ιδιωτικών συμφερόντων, ασκώντας πιέσεις για περιορισμό του ανταγωνισμού προκειμένου να εξασφαλίσουν τα δικά τους έσοδα. Ο Böhm (1937: 122) απορρίπτει το οικονομικό λεξιλόγιο για αυτού του είδους τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Αντί να μιλάμε για «καρτέλ, ρύθμιση της αγοράς ή αμοιβαία υποστήριξη», υποστηρίζει ότι οι δυνάμεις αδρανοποίησης της αγοράς των ιδιωτικών συμφερόντων συνιστούν «σαμποτάζ ή συνωμοσία». Εν ολίγοις, το κράτος, αποδυναμωμένο από τη μαζική δημοκρατία, ενέδωσε επίσης στα αιτήματα μιας πληθώρας ισχυρών ομάδων οικονομικών συμφερόντων με αποτέλεσμα να χάσει «τη δύναμη και την εξουσία του». Ανίκανο να διατηρήσει την «ανεξαρτησία του» από την οχλοβοή της κοινωνίας, άρχισε να «υποκύπτει στις επιθέσεις των ομάδων πίεσης… των μονοπωλίων και αργότερα των συνδικαλισμένων εργατών» (Rüstow, 1942: 276). Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν στην καθιέρωση του «ποσοτικά ολοκληρωτικού κράτους» που χαρακτηρίζεται από την πολιτική των κομμάτων, τον συμβιβασμό, τα παζάρια κ.λπ. Θεσμοθετεί ως θεμελιώδη αρχή της διακυβέρνησης τις «παραχωρήσεις στα κεκτημένα συμφέροντα» (Eucken, 1932: 318). Για τους ορντο-φιλελεύθερους, η ανεξέλεγκτη δημοκρατία οδηγεί σε σχεδιασμένο χάος.

Η ορντο-φιλελεύθερη ανάλυση για την κρίση της πολιτικής οικονομίας της Βαϊμάρης δεν εμπεριέχει κάποια οικονομική επιχειρηματολογία. Προσδιορίζει την κρίση ως κρίση ακυβερνησίας που επήλθε από την υπερβολική δημοκρατία, η οποία εξαφάνισε «το μαστίγιο του ανταγωνισμού» (πρβ. Eucken, 1932) από τις κοινωνικές δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν την ελευθερία τους για να «καταβροχθίσουν» το φιλελεύθερο κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας οικονομίας που στηρίζεται στην ελεύθερη εργασία (Rüstow, 1963: 258). Επετράπη στα «ολοκληρωτικά μαζικά κόμματα» να «καταχρώνται τους κανόνες του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού» (Rüstow, 1942: 277), οδηγώντας στην εδραίωση ενός «ολοκληρωτικού κράτους πρόνοιας» (Röpke, 1942: 4) που αντικατέστησε «τον δημοκρατικό κυρίαρχο, την αγορά» (Röpke, 1942: 254) με την «κολεκτιβιστική τυραννία» (Röpke, 1942: 248). Για τους ορντο-φιλελεύθερους, η τυραννία είναι «ριζωμένη στη δημοκρατία που είναι απεριόριστη και όχι επαρκώς εξισορροπημένη από τον φιλελευθερισμό» (Röpke, 1942, 248). Η τυραννία, λέει ο Röpke, «πάντα κυβερνούσε με τις μάζες… ενάντια στην ελίτ που είναι φορέας του πολιτισμού» (Röpke, 1942: 248). Ως εκ τούτου, απευθύνει κάλεσμα στους ανθρώπους που διαθέτουν ορθή κρίση να αναλάβουν «την ηγεσία… και να υπερασπιστούν υποδειγματικά τους κατευθυντήριους κανόνες και τις αξίες της κοινωνίας» (Röpke, 1998: 130).[16] Για τους ορντο-φιλελεύθερους, ο φιλελευθερισμός πρέπει να είναι μαχητικός φιλελευθερισμός που κυβερνά με κύρος και σκοπό, πυγμή και δύναμη, θάρρος και αφοσίωση στις αξίες της ατομικής ιδιοκτησίας, με οποιοδήποτε τίμημα. «Ο φιλελευθερισμός», λέει ο Rüstow, «δεν αξίωνε ένα αδύναμο κράτος αλλά μόνο ελευθερία για την οικονομική ανάπτυξη υπό την προστασία του κράτους». Αυτή η προστασία «απαιτεί ισχυρό κράτος» (Rüstow, 1963: 68). Το ισχυρό κράτος «βρίσκεται στη θέση που του αντιστοιχεί: πέρα και πάνω από την οικονομία, πέρα και πάνω από τις ομάδες συμφερόντων [Interessenten]» (Rüstow, 1963: 258). Είναι η ανεξαρτησία του κράτους από τις ομάδες συμφερόντων, από την κοινωνία και, επομένως, από τη δημοκρατική κυριαρχία, που το καθιστά ισχυρό ως δύναμη που θέτει σε κίνηση την αγορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τις «προλεταριοποιημένες» συνθήκες της Βαϊμάρης, οι ιδρυτές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς υποστήριζαν τη δικτατορία των κομισάριων υπό τον φον Πάπεν για να επιτύχουν αυτό που ο Χάγιεκ αποκαλεί ελευθερία από τον «καταναγκασμό και τη βία» (Χάγιεκ, 1972: 66). Η δικτατορία των κομισάριων στόχο είχε να εδραιώσει εκ νέου την ανεξαρτησία του κράτους από τη μαζική κοινωνία, προκειμένου να απελευθερωθεί η οικονομία από την οχλοβοή των μαζών όχι μόνο μέσω της «βίας» αλλά και μέσω της «εξουσίας και του ηγέτη» (Rüstow, 1959: 100). Κατά την άποψη του Röpke (1942: 256), η δημοκρατία είναι ο πραγματικός χαρακτήρας της δικτατορίας. «Όταν μια δημοκρατία σε περιόδους ανάγκης τοποθετεί έναν δικτάτορα ως επικεφαλής της, σε καμία περίπτωση δεν παραδίδεται: πολύ περισσότερο υπακούει στις νουθεσίες της αναγκαιότητας και στις προσταγές της ιστορίας. Πέρα από όλα τα άλλα, στην περίπτωση της δημοκρατικής δικτατορίας, έχουμε να κάνουμε με τη μεταβίβαση μιας εξουσιοδότησης που αποκαθίσταται μετά την παρέλευση της περιόδου έκτακτης ανάγκης του κράτους και όχι με μια κανονική, μόνιμη μορφή της κατεύθυνσης του κράτους και της οικονομικής ζωής». Ο Friedrich (1968: 547) συλλαμβάνει σωστά τον φιλελεύθερο σκοπό της «στρατιωτικής κυβέρνησης» που δεν είναι άλλος από το «να προστατεύσει την ευημερία των κυβερνώμενων» – «εμπνεόμενη από τον ανθρωπιστικό παράγοντα» (Friedrich, 1968: 547).

Ωστόσο, η περιστολή της μαζικής δημοκρατίας από τη δικτατορία των κομισάριων εγείρει το θεμελιώδες ερώτημα για το πώς θα διατηρηθεί φιλελεύθερη η δικτατορία. Πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι η δικτατορία ασκείται στο όνομα της ελευθερίας – όπως η δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή που, μεταξύ άλλων, την επαινούσαν ο Μίλτον Φρίντμαν, ο Φρίντριχ Χάγιεκ και η Τζιν Κιρκπάτρικ.[17] Δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα. Η αβεβαιότητα απαιτεί σθεναρή δράση για την εξάλειψη κάθε αμφιβολίας που σχετίζεται με τον νόμιμο προσδιορισμό και τη νόμιμη εξολόθρευση του εχθρού. Παρά τη θεωρητική διάκριση μεταξύ του αυταρχικού προσδιορισμού του εχθρού και της φασιστικής καταδίωξης του εχθρού, δεν υπάρχει κανένας νόμος που να εμποδίζει κάποιον να διαβεί τον Ρουβίκωνα. Σύμφωνα με τον Rossiter (1948: 290), «σε όποια απαγορευμένα πεδία ελευθερίας κι αν αναγκαστούν να εισέλθουν οι ηγέτες μιας συνταγματικά νόμιμης κυβέρνησης υπό το βάρος των αναγκών της κρίσης, θα πρέπει να το κάνουν ή διαφορετικά να επιτρέψουν την καταστροφή του κράτους και των ελευθεριών του». Η Κιρκπάτρικ (1979) διέκρινε καλοπροαίρετες προθέσεις στην ελευθερία κάποιου να προστάζει, να σακατεύει και να δολοφονεί.

Ακυβερνησία και υπερβολική δημοκρατία

Κατά τη δεκαετία του 1970, η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης εκείνης της περιόδου επικεντρώθηκε ρητά ή άρρητα στην κρίση της κρατικής εξουσίας. Κατά βάση, η κρίση θεωρήθηκε κρίση κυβερνησιμότητας, η οποία υποτίθεται ότι ήταν συνέπεια της υπερβολικής δημοκρατίας. Πυρήνας της έννοιας της υπερβολικής δημοκρατίας ήταν η αντίληψη ότι η κοινωνία είχε καταστεί μη κυβερνήσιμη. Έχοντας να αντιμετωπίσουν τα ασυγκράτητα δημοκρατικά αιτήματα της μάζας για συλλογικές παροχές και προστασία από τον ανταγωνισμό, οι κυβερνήσεις παραχώρησαν έδαφος και ακολούθησαν μη φιλελεύθερες κοινωνικοοικονομικές πολιτικές, οι οποίες οδήγησαν στην οικονομική κρίση και την ενίσχυσαν. Έτσι, η κρίση της δεκαετίας του 1970 αντιμετωπίστηκε ως μια κρίση που προκλήθηκε από το αδύναμο κράτος το οποίο υπέκυψε στα ιδιαίτερα συμφέροντα και στα δημοκρατικά αιτήματα της μάζας για κοινωνική προστασία και προστασία της απασχόλησης.

Σύμφωνα με το επιχείρημα περί υπερβολικής δημοκρατίας και κοινωνικής αναταραχής, τα πολιτικά κόμματα προσπάθησαν να ανταγωνιστούν το ένα το άλλο προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερα μερίδια της «εκλογικής αγοράς». Αυτό οδήγησε στην «αύξηση των πληθωριστικών προσδοκιών» εκ μέρους του εκλογικού σώματος, την οποία ενθάρρυνε το δημοκρατικό σύστημα. Όπως το θέτει ο Sam Brittan, «οι υπερβολικές προσδοκίες δημιουργούνται από τις δημοκρατικές πτυχές του συστήματος» (Brittan, 1976: 97) και «ο πειρασμός να ενθαρρυνθούν οι ψευδείς προσδοκίες του εκλογικού σώματος κυριεύει τους πολιτικούς» (Brittan, 1976: 105). Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με τον Brittan, ήταν ότι «για τους ψηφοφόρους δεν υπήρχαν περιορισμοί στον κρατικό προϋπολογισμό» (Brittan, 1976: 104). Το κράτος δεν είχε τη δύναμη να συγκρατήσει τις προσδοκίες της μάζας μέσα στα όρια μιας ελεύθερης κοινωνίας. Αυτό είχε ως συνέπεια, το να μετατραπεί η κυβέρνηση σε «ένα είδος ασφαλιστικής εταιρείας απεριόριστης ευθύνης, που παρέχει ασφάλιση σε όλα τα άτομα ανά πάσα στιγμή έναντι κάθε πιθανού κινδύνου» (King, 1976: 12). Ο επιχειρηματίας, αυτή η φιγούρα του νεοφιλελεύθερου οράματος μιας κοινωνίας που απαρτίζεται από κυνηγούς της οικονομικής αξίας οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τον εαυτό τους, αμφισβητήθηκε από τη θεσμοθέτηση μιας κουλτούρας εξάρτησης, που με τη μορφή του κράτους πρόνοιας τιμωρούσε την επιτυχία και έδινε παροχές στην αδράνεια. Η μη συμμόρφωση με τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας και η απόρριψη των παραδοσιακών κανόνων συμπεριφοράς ήταν ευρέως διαδεδομένα. Όπως το θέτει ο King (1976: 23), «ο άντρας που εξαρτάται από τη σύζυγό του για να τον πηγαίνει με το αυτοκίνητο στη δουλειά διαπιστώνει όλο και περισσότερο ότι εκείνη αρνείται να το κάνει».

Ανεξάρτητα από το τι ακριβώς απασχολούσε τον King, η γενική τάση της συγκεκριμένης προσέγγισης ήταν ότι η κρίση της δεκαετίας του 1970 προκλήθηκε από τη συνδυασμένη επίδραση των πολιτικοποιημένων κοινωνικών σχέσεων, της μη συμμόρφωσης με τους αναμενόμενους κανόνες συμπεριφοράς και ενός ανεξέλεγκτου δημοκρατικού συστήματος που ενθάρρυνε τα πολιτικά κόμματα να πλειοδοτούν το ένα έναντι του άλλου με υποσχέσεις περί κοινωνικών παροχών. Το κράτος, βάσει αυτής της προσέγγισης, είχε γίνει όμηρος της Τέταρτης Τάξης ή αυτού που αποκαλούσε ο Röpke (1998, βλ. επίσης Ancil, 2012) προλεταριοποιημένες κοινωνικές δομές. Για τους νεοφιλελεύθερους, οι «οικονομικές συνέπειες της δημοκρατίας» (βλέπε Brittan, 1977) ήταν τεράστιες και θεμελιώδεις για την κατανόηση της οικονομικής κρίσης και της επίλυσής της.

Θεμελιώδες στοιχείο για την εξάλειψη της επιρροής της μάζας στο κράτος είναι ο διαχωρισμός της οικονομίας και του κράτους σε διακριτές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Το κράτος θα πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ισχύ επί της οικονομίας, εν ολίγοις, η οικονομία γίνεται αντιληπτή ως μια σφαίρα που δεν υπάγεται στο κράτος, στην οποία τα άτομα έχοντας την ευθύνη του εαυτού τους παίρνουν αποφάσεις βάσει της ελεύθερης βούλησής τους καθοδηγούμενα αποκλειστικά από τον μηχανισμό των ελεύθερων τιμών. Ο μη κρατικός χαρακτήρας της οικονομίας συνεπάγεται την αποπολιτικοποίησή της ως μιας μη πολιτικοποιημένης κοινωνίας ανταλλαγής όπου οι αγοραστές και οι πωλητές εργασιακής δύναμης συναντιούνται ως ισότιμα νομικά πρόσωπα, επιδιώκοντας το καθένα τα δικά του συμφέροντα και σκοπούς βάσει της ελεύθερης βούλησής τους και χωρίς εξαναγκασμό. Η αντίληψη του Müller-Armack (1981: 102) ότι το κράτος «πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ισχυρό στη δική του σφαίρα αλλά έξω από αυτήν, στην οικονομική σφαίρα, πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ισχύ» στην πραγματικότητα υποστηρίζει την πλήρη εξάλειψη της αταξίας στην οικονομία από ένα κράτος που διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο του πολιτικού. Επομένως, υποστηρίζει επίσης την πολιτικοποίηση του κράτους ως ανεξάρτητης δύναμης μιας ελεύθερης, δηλαδή αποπολιτικοποιημένης, οικονομίας. Η επίτευξη μιας «μη κρατικής» οικονομικής σφαίρας είναι στην ουσία έργο της πολιτικής. Θεσμοθετείται, επιβάλλεται και επιβλέπεται από το κράτος, προκειμένου να διασφαλιστεί και να διατηρηθεί η, βάσει κανόνων, συμπεριφορά των ελεύθερων επιχειρηματιών που εμπορεύονται εργασιακή δύναμη.

Ο απολογισμός της κρίσης της δεκαετίας του 1970 από νεοφιλελεύθερη σκοπιά καθιστά σαφές ότι το φιλελεύθερο κράτος είναι η πολιτική μορφή της ελεύθερης οικονομίας. Η αποπολιτικοποίηση της οικονομίας, ο περιορισμός της ισχύος των συνδικάτων, ο μετασχηματισμός του κράτους πρόνοιας σε κράτος εργασιακής πειθαρχίας (workfare state) και η φιλελευθεροποίηση της οικονομίας –η δημιουργία, η υποστήριξη και η διατήρηση της ελεύθερης οικονομίας– είναι όλα ζητήματα πρακτικής διακυβέρνησης. Ο ανταγωνισμός δεν δημιουργεί ανόθευτες σχέσεις ανταλλαγής σε αδιαίρετες αγορές. Οδηγεί είτε στην ανελέητη απληστία είτε στη μονοπωλιακή τιμολόγηση. Ο ανταγωνισμός είναι μια κατηγορία κοινωνικής διαμάχης και διχασμού. Η κοινωνική της υπόσταση συνιστά πολιτική πρακτική. Η οικονομία δεν προϋποθέτει την ελευθερία ούτε απελευθερώνει τον εαυτό της. Από μόνη της βυθίζεται στην «αιματοχυσία και την αταξία». Η φιλελεύθερη αντίληψη του αόρατου χεριού που ρυθμίζει την αγορά εκφράζει μια πολιτική πρακτική ανόθευτων και αδιαίρετων σχέσεων της αγοράς. Επομένως, το laissez-faire είναι «μια πολύ ασαφής και παραπλανητική περιγραφή των αρχών στις οποίες βασίζεται η φιλελεύθερη πολιτική» (Hayek, 2013). Δεν είναι η «απάντηση στις εξεγέρσεις» (Willgerodt and Peacock, 1989: 6). Δεν είναι η απάντηση «στις πεινασμένες ορδές των κατεστημένων συμφερόντων» (Röpke, 2007), ούτε στις πολιτικοποιημένες κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, ούτε στα μαζικά δημοκρατικά αιτήματα για τις συνθήκες ζωής, ούτε σε μια δημοκρατία που δεν ξέρει πώς να περιορίσει τον εαυτό της επιδιώκοντας την ελευθερία (βλ. Crozier et al., 1975). Πράγματι, για χάρη της ελευθερίας «οι πιο θεμελιώδεις αρχές μιας ελεύθερης κοινωνίας… μπορεί να χρειαστεί να θυσιαστούν προσωρινά… [προκειμένου να διαφυλαχτεί] η ελευθερία μακροπρόθεσμα» (Hayek, 2008). Τη δεκαετία του 1970, οι προειδοποιήσεις του Χάγιεκ για την απεριόριστη δημοκρατία ως πρόδηλο κίνδυνο για την ελευθερία, που περιέχονταν στο βιβλίο του Το Σύνταγμα της Ελευθερίας, υιοθετήθηκαν από τους στρατώνες. Όπως το έθεσε ο ίδιος εγκωμιάζοντας τη δικτατορία του Πινοσέτ, «ίσως υπάρχουν ακόμη και σήμερα δικτάτορες με καλές προθέσεις που ανήλθαν στην εξουσία λόγω της πραγματικής κατάρρευσης της δημοκρατίας και ανυπομονούν ειλικρινά να την αποκαταστήσουν, αρκεί μόνο να γνώριζαν πώς να τη διαφυλάξουν από τις δυνάμεις που την κατέστρεψαν». Σύμφωνα με τον Χάγιεκ, «μια δικτατορία μπορεί να επιβάλλει όρια στον εαυτό της, και μια δικτατορία που επιβάλλει τέτοια όρια μπορεί να είναι πιο φιλελεύθερη στις πολιτικές της από ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο που δεν γνωρίζει τέτοια όρια» (Hayek, παρατίθεται στο Cristi, 1998: 168, σημ. 16). Ο Χάγιεκ θεωρούσε τη δικτατορία του Πινοσέτ ισχυρό κράτος, ένα κράτος το οποίο επιλύει το ζήτημα της υπερβολικής δημοκρατίας, τραβώντας μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνίας και κράτους, καθιστώντας το κράτος κυβερνήσιμο ως «σχεδιαστή του ανταγωνισμού» (Hayek, 2013).

Συμπεράσματα

Για τον αυταρχικό φιλελευθερισμό, το κράτος είναι η κυρίαρχη κατηγορία της πολιτικής οικονομίας. Αναγνωρίζει ότι η ελεύθερη οικονομία βασίζεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη (social order) και συνιστά μια συνολική πρακτική διακυβέρνησης. Η τάξη (order) δεν είναι προϊόν της οικονομίας. Είναι πολιτική κατηγορία. Επομένως, οι οικονομικές κρίσεις φανερώνουν μια «κρίση του παρεμβατισμού» (Röpke, 1936: 160). Έχω υποστηρίξει ότι ο αυταρχικός φιλελευθερισμός μπορεί να συνοψιστεί στο μότο της ελεύθερης οικονομίας ως πολιτικής πρακτικής του ισχυρού κράτους. Για χάρη της οικονομικής ελευθερίας, αναγνωρίζει ότι το φιλελεύθερο κράτος δεν μπορεί να έχει αρκετή ισχύ και απορρίπτει τη δημοκρατική οργάνωση αυτής της ισχύος. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός εκφράζει τις πολιτικές αναγκαιότητες της ελεύθερης οικονομίας υπό τη μορφή μιας πολιτικής θεολογίας – αξιώνει ό,τι είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της ελευθερίας των αποστερημένων. Το αυταρχικό κράτος της ελεύθερης οικονομίας είναι οπλισμένο.

Η άποψη ότι η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970 συνιστά κρίση της εξουσίας του κράτους βασίστηκε στην πεποίθηση ότι ο «όχλος» είχε μετατρέψει το κράτος σε θήραμά του, αποδυναμώνοντας τη φιλελεύθερη χρησιμότητά του. Παρόμοιες απόψεις είχαν εκφραστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο Μπέρναρντ Μπαρούχ, κορυφαία φιγούρα των Δημοκρατικών, είχε διαμαρτυρηθεί εναντίον της απόφασης του Ρούσβελτ να εγκαταλείψει το 1933 τον κανόνα του χρυσού, δηλώνοντας ότι «οι μόνοι που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο είναι οι υποστηρικτές της οχλοκρατίας. Ίσως η χώρα να μην το γνωρίζει ακόμα, αλλά νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια επανάσταση πιο ριζική από τη Γαλλική Επανάσταση. Το πλήθος έχει καταλάβει την έδρα της κυβέρνησης και προσπαθεί να σφετεριστεί τον πλούτο. Ο σεβασμός για τον νόμο και την τάξη έχει χαθεί» (παρατίθεται στο Schlesinger, 1958: 202). Για τον Μπαρούχ, ορθά, οι αποστερημένοι έμποροι της εργασιακής δύναμης αποτελούν την κοινωνική πλειοψηφία. Για χάρη της ελευθερίας, ο περιορισμός τους είναι ζωτικής σημασίας. Ζωτικής σημασίας είναι επίσης η εξάλειψη της επιρροής της δημοκρατίας στη χάραξη πολιτικής, ιδίως στη νομισματική και στην πιστωτική πολιτική. Ούτε θα πρέπει «να λειτουργεί ως κέντρο ελέγχου από μια κυβέρνηση που εξαρτάται άμεσα από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή, ακόμα χειρότερα, από κάποια μη κοινοβουλευτική ομάδα που παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος της κοινής γνώμης» (Röpke, 1998: 223). Ο κανόνας του χρυσού λειτουργούσε παρόμοια με ένα απο-εθνικοποιημένο, απο-δημοκρατικοποιημένο και πλήρως αποπολιτικοποιημένο πλαίσιο οικονομικών προσαρμογών στις εδαφικοποιημένες αγορές εργασίας, η καθεμία σε ανταγωνισμό με την άλλη βάσει των τιμών στην παγκόσμια αγορά. Το γεγονός ότι δεν εξαρτιόταν από τις αποφάσεις κάποιας κυβέρνησης μετέτρεπε τον καθένα σε εξάρτημα ενός κανόνα φαινομενικά ανεξάρτητων οικονομικών δυνάμεων.[18] Η εγκατάλειψή του υπέταξε τη νομισματική πολιτική στις δημοκρατικές πιέσεις, γεγονός που κατά την άποψη του Μπαρούχ ισοδυναμεί με την κατάληψη του κράτους από τον όχλο. Δηλαδή, επέτρεψε την εφαρμογή του Κεϋνσιανισμού του New Deal υπό τον Ρούζβελτ. Στο πλαίσιο αυτό, οι ορντο-φιλελεύθεροι υποστήριξαν ότι η επιδίωξη της ελεύθερης οικονομίας προϋποθέτει την περιστολή της μαζικής δημοκρατίας και την ελευθερία λήψης εκτελεστικών αποφάσεων. Σε αντίθεση με τα φασιστικά ρεύματα, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η στάση τους συνιστά επιχείρημα υπέρ της δικτατορίας. Είναι μάλλον ένα επιχείρημα που αφορά τα μέσα για τη διατήρηση της οικονομικής ελευθερίας.

Η κατάσταση εξαίρεσης φανερώνει την αποτυχία της κυβέρνησης να αποτρέψει την εκδήλωση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τον φιλελευθερισμό. Δηλαδή, η επιδίωξη της ελευθερίας πρέπει να είναι προληπτική για να αποφευχθεί εκ των προτέρων η διασάλευση της τάξης. Συνεπώς, ο Röpke (1969: 97) υποστηρίζει ότι η δημοκρατία πρέπει να «περιορίζεται μέσω μέτρων και προφυλάξεων που θα αποτρέπουν την καταστροφή του φιλελευθερισμού από τη δημοκρατία». Η πρόσδεση της δημοκρατίας στο θεμέλιο του φιλελευθερισμού βρέθηκε στο επίκεντρο κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Αυτή η απόπειρα περιλάμβανε τη χορήγηση στα συνταγματικά δικαστήρια έκτακτων εξουσιών απόφανσης επί της συνταγματικότητας του κοινοβουλευτικού νομοθετικού έργου, υποτάσσοντάς το στον δικαστικό έλεγχο, στη δικαστική εποπτεία και στην εξουσία του δικαστηρίου να κηρύσσει άκυρη την πλειοψηφικά εγκεκριμένη νομοθεσία. Επίσης, διεξαγόταν, για παράδειγμα, συνεχής συζήτηση σχετικά με την επιβολή κανόνων ομοφωνίας στο νομοθετικό έργο (Buchanan και Tullock, 1999, Brennan και Buchanan, 1980, Buchanan και Wagner, 1977) ενώ πιο πρόσφατα εισήχθησαν ανώτατα όρια για το χρέος στα πλαίσια του συνταγματικού περιορισμού της κοινοβουλευτικής εξουσίας.[19] Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, έχουν γίνει πάρα πολλές θεσμικές προσπάθειες προκειμένου να μεταφερθούν σημαντικές πτυχές της λήψης πολιτικών αποφάσεων από τον δημοκρατικό έλεγχο σε εξω-δημοκρατικά τεχνοκρατικά θεσμικά όργανα, όπως για παράδειγμα οι κεντρικές τράπεζες που έχουν αποκτήσει ευρύτερες ανεξάρτητες εξουσίες χάραξης πολιτικής (Bonefeld και Burnham, 1998).[20] Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, το όραμα του Χάγιεκ (1939) για ένα σύστημα «διακρατικού φεντεραλισμού» αποδείχτηκε το πιο ενδεδειγμένο για την εδραίωση ενός ευρωπαϊκού οικονομικού συντάγματος στο οποίο τα ομοσπονδιακά κράτη λειτουργούν εντός ενός υπερεθνικού πλαισίου ατομικών οικονομικών δικαιωμάτων, νόμων και κανονισμών που υπερβαίνουν τις εθνικές δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων και ενσωματώνουν τα αποδυναμωμένα μαζικά δημοκρατικά κοινοβούλια ως όργανα νομιμοποίησης μιας ουσιαστικά απο-δημοκρατικοποιημένης νομοθετικής διαδικασίας που βρίσκεται στα χέρια ενός συμβουλίου εθνικών εκτελεστικών εκπροσώπων (Streek, 2015· Wilkinson, 2015· Bonefeld, 2015).

Το «σύμφωνο της Ευρώπης» είναι ένα σύμφωνο χωρίς Δήμο. Είναι επίσης ένα σύμφωνο χωρίς πολιτικό κυρίαρχο. Η πολιτική κυριαρχία παραμένει ομοσπονδοποιημένη σε εδαφικοποιημένες πολιτικές οντότητες, καθεμιά από τις οποίες απολαμβάνει το καθεστώς του δημοκρατικά διορισμένου δικαιούχου του μονοπωλίου της νόμιμης χρήσης βίας, εφαρμόζοντας τους κανόνες που αποφασίζονται από θεσμικά όργανα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια της κρίσης στην ευρωζώνη, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Επικεφαλής των κυβερνήσεων της ευρωζώνης αναδείχθηκε ως το βασικό όργανο λήψης αποφάσεων. Χωρίς να ελέγχεται από τον νόμο και σε απόσταση από τα εδαφικοποιημένα δημοκρατικά εκλογικά σώματα, κατάφερε να χειριστεί την κρίση λαμβάνοντας αυταρχικές αποφάσεις. Ο χαρακτηρισμός του Χάμπερμας (2012) για τη «νέα Ευρώπη» ως κατάσταση εξαίρεσης φέρνει στο προσκήνιο αυτό τον ισχυρισμό περί εκτελεστικού μανατζεριαλισμού. Υποδεικνύει την άνοδο στην εξουσία ενός «αδέσμευτου» εκτελεστικού οργάνου. Σε αντίθεση με ολόκληρη την ιστορία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, το νομοθετικό έργο πραγματοποιείται με εκτελεστική απόφαση, από τις δημοσιονομικές περικοπές μέχρι την απώλεια της δημοσιονομικής κυριαρχίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το συμβούλιο αποφάσισε ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναδιαρθρώσει το σύνολο του κοινωνικού της συμβολαίου ως προϋπόθεση για την τιμωρητική συμφωνία διάσωσης. Στην πραγματικότητα, το ελληνικό κράτος μετατράπηκε σε κράτος εκτέλεσης των αποφάσεων του συμβουλίου.

Στην ευρωζώνη, η αυταρχική αντίληψη ότι μια σωστά διοικούμενη «πολιτεία» πρέπει να περιορίζει τις δημοκρατικές υπερβολές της μαζικής κοινωνίας εκδηλώνεται μέσω ενός ομοσπονδιακού συστήματος το οποίο αποτελείται από ένα υπερεθνικό οικονομικό σύνταγμα, την εκτελεστική νομοθεσία και την εφαρμογή των κανόνων που έχουν συμφωνηθεί από τα δημοκρατικά κράτη μέλη που το απαρτίζουν. Εξαλείφοντας τη δημοκρατική επιρροή στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής, προσδένει τη δημοσιονομική πολιτική στην επιδίωξη της νομισματικής σταθερότητας, καθιστά δυνατή την ελευθερία του ανταγωνισμού μεταξύ των εδαφικοποιημένων αγορών εργασίας και θέτει τα δημοκρατικά κράτη μέλη υπό ένα καθεστώς επιβεβλημένης ελευθερίας. Όπως το έθετε ο Streek, «όπου εξακολουθούν να υπάρχουν δημοκρατικοί θεσμοί στην Ευρώπη, δεν ασκείται πλέον οικονομική διακυβέρνηση, από φόβο μην προσβληθεί η διαχείριση της οικονομίας από τα μη καπιταλιστικά συμφέροντα που πλήττουν την αγορά. Και όπου ασκείται οικονομική διακυβέρνηση, η δημοκρατία είναι απούσα» (2015: 366). Η κυβέρνηση του ευρώ ενισχύει έτσι το φιλελεύθερο θεμέλιο των δημοκρατικών κρατών μελών και κατά αυτόν τον τρόπο επαναβεβαιώνει την «ανεξαρτησία της θέλησής τους» έναντι των πολιτών της επικράτειάς τους.[21]

Το ευρωπαϊκό σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν προωθεί μόνο τον ανταγωνισμό μεταξύ των εδαφικοποιημένων αγορών εργασίας στο εσωτερικό της. Συντελεί επίσης στην εθνικοποίηση της διαμαρτυρίας ενάντια στο υπερεθνικό καθεστώς της επιβεβλημένης ελευθερίας. Η ραγδαία ενίσχυση της άκρας δεξιάς, συμπεριλαμβανομένων των νεοφασιστών, από το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία έως τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, έχει γίνει όπως φαίνεται νέα κανονικότητα στην ευρωζώνη. O περιορισμός των παραδοσιακών μορφών κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στα πλαίσια της κρίσης του ευρώ, δεν κατέπνιξε μόνο τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής αμφισβήτησης και νομιμοποίησης, οδηγώντας στην επανεδραίωση της (αντι-ευρωπαϊκής) εθνικιστικής δεξιάς ως υπολογίσιμης δύναμης. Αφόπλισε επίσης μια ολόκληρη παράδοση αριστερού διεθνισμού στην Ευρώπη και ενίσχυσε παλαιότερες ιδέες περί του έθνους ως υποτιθέμενα προοδευτικής δύναμης ενάντια στην παγκοσμιοποίηση.[22] Το Brexit εκφράζει την ιδέα της εθνικής αυτοδιάθεσης ως στρεβλής εναλλακτικής επιλογής στο ευρωπαϊκό σύστημα της ελευθερίας που επιβάλλεται από την εκτελεστική εξουσία. Αντί να ξεπεράσει την παράδοση του αυταρχικού φιλελευθερισμού, την προωθεί με πιο επικίνδυνο τρόπο, ως κίνημα εθνικού σκοπού.

Βιβλιογραφία

Agnoli J (1990) Die Transformation der Demokratie. Freiburg: Ca Ira.

Agnoli J (2000) Politik und Geschichte. Freiburg: Ca Ira.

Ancil RE (2012) Röpke and the restauration of property: The proletarianized market. The Imaginative

Conservative. Προσβάσιμο (6 Ιουλίου 2016) στη διεύθυνση: www.theimaginativeconservative.org/2012/10/Röpke-proletarianized-market

Arendt H (2017) Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Νησίδες.

Biebricher T (2015) Neoliberalism and democracy. Constellations 22(2): 255–266.

Böhm F (1937) Ordnung und Wirschaft. Berlin: Kohlhammer.

Bonefeld W (1992) Constitutional norm versus constitutional reality in Germany. Capital & Class 16(1): 65–88.

Bonefeld W (1993) The Recomposition of the British State during the 1980s. Aldershot: Dartmouth.

Bonefeld W (2006a) Democracy and dictatorship. Critique 34(3): 237–252.

Bonefeld W (2006b) Anti-globalisation and the question of socialism. Critique 34(1): 39–59.

Bonefeld W (2012) Freedom and the strong state: On German ordoliberalism. New Political Economy 17(5): 633–656.

Bonefeld W (2013) Adam Smith and ordoliberalism: On the political form of market liberty. Review of International Studies 39(2): 233–250.

Bonefeld W (2014) Critical Theory and the Critique of Political Economy. New York, NY: Bloomsbury.

Bonefeld W (2015) European economic constitution and the transformation of democracy. E. J. of International Relations 21(4): 867–886.

Bonefeld W και Burnham P (1998) The politics of counter-inflationary credibility in Britain, 1990-1994. Review of Radical Political Economics 30(1): 30–52.

Brittan S (1975) The economic contradictions of democracy. Στο: King A (ed.) Why is Britain Harder to Govern? London: BBC Books, 96–127.

Brittan S (1977) The Economic Consequences of Democracy. London: Temple Smith.

Brennan G και Buchanan JM (1980) The Power to Tax. Cambridge: Cambridge University Press.

Buchanan JM και Tullock G (1999) Ο λογισμός της συναίνεση – Τα λογικά θεμέλια της συνταγματικής δημοκρατίας. Εκδόσεις Παπαζήση.

Buchanan JM και Wagner RE (1977) Democracy in Deficit – The Political Legacy of Lord Keynes. New York, NY: Academy Press.

Burnham P (2001) New Labour and the politics of depoliticization. British Journal of Politics and International Relations 3(2): 127–49.

Cristi R (1998) Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press.

Crozier M et al. (1977) The Crisis of Democracy. New York, NY: New York University Press.

Eucken W (1932) Staatliche Strukturwandlungen und die Krise des Kapitalismus. Weltwirtschaftliches Archiv 36: 521–524.

Eucken W (2004) Grundsätze der Wirtschaftspolitik. 7th edition. Tübingen: Mohr Siebert.

Fortsthoff E (1933a) Das Ende der humanistischen Illusion. Berlin: Furche-Verlag.

Forsthoff E (1933b) Der totale Staat. Hamburg: Hanseatische Verlags-Anstalt.

Foucault M (2012) Η γέννηση της βιοπολιτικής. Πλέθρον.

Friedrich C (1955) The political thought of neo-liberalism. The American Political Science Review 49(2): 509–525.

Friedrich C (1968) Constitutional Government and Democracy. London: Blaisdell Publishing.

Gamble A (1988) The Free Economy and the Strong State. London: Palgrave.

Habermas J (2012) The Crisis of European Union. Cambridge: Polity.

Haselbach D (1991) Autoritärer Liberalismus und Soziale Marktwirtschaft. Baden-Baden: Nomos.

Hayek F (1939) The economic conditions of interstate federalism. Στο: Hayek F (1949) Individualism and Economic Order. London: Routledge and Kegan Paul, 255–273.

Hayek F (2013) Ο δρόμος προς τη δουλεία. Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Hayek F (2008) Το Σύνταγμα της ελευθερίας. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Hayek F (1972) A Tiger by the Tail. London: London Institute of Economic Affairs.

Hayek F (1979) The Political Order of a Free People. Chicago, IL: University of Chicago Press.

Heller H (2015 [1933]) Authoritarian liberalism. European Law Journal 21(3): 295–301.

King A (1976) The problem of overload. Στο: King A (ed.) Why is Britain Harder to Govern? London: BBC Books, 74–83.

Kirkpatrick J (1979) Dictatorship & double standards. Commentary Magazine, 1 Νοεμβρίου. Προσβάσιμο (7 Μαΐου 2016) στη διεύθυνση: https://www.commentarymagazine.com/articles/dictatorships-double-standards/

Lenel HO (1989) Evolution of the social market economy. Στο: Peacock A and Willgerodt H (eds) German Neoliberals and the Social Market Economy. London: Palgrave, 16–39.

Λούξεμπουργκ Ρόζα (2009) Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρκούζε Χέρμπερτ (1983) Η πάλη ενάντια στον φιλελευθερισμό στην ολοκληρωτική αντίληψη για το κράτος. Στο: Μαρκούζε Χέρμπερτ, Αρνήσεις. Ύψιλον.

Μαρξ Καρλ (1989) Grundrisse, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Στοχαστής.

Μαρξ Καρλ (2002) Το Κεφάλαιο, Τόμος Α. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Καρλ και Ένγκελς Φρίντριχ (2014) Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στο: Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840 – Μια ανθολογία, ΚΨΜ.

Miksch L (1947) Wettbewerb als Aufgabe. Grundsätze einer Wettbewerbsordnung. Bad Godesberg: Kuepper.

Mirowski P και Plehwe D (eds) (2009) The Road from Mont Pelerin. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Müller JW (2012) Militant democracy. Στο: Rosenfeld M and Sajó A (eds) Oxford Handbook of Comparative Constitutional Law. Oxford: Oxford University Press, 253–269.

Müller-Armack A (1933) Staatsidee und Wirtschaftsordnung im neuen Reich. Berlin: Junker & Dünnhaupt.

Müller-Armack A (1981) Diagnose unserer Gegenwart. Stuttgart: Paul Haupt.

Radice H (2014) Enforcing austerity in Europe: the structural deficit as a policy target. Journal of Contemporary European Studies 22(3): 248–260.

Röpke W (1936) Crisis and Cycles. London: W. Hodge.

Röpke W (1942) International Economic Disintegration. London: W. Hodge.

Röpke W (1969) Against the Tide. Vienna: Ludwig von Mises Institute.

Röpke W (1998) A Human Economy. Wilmington, DE: ISI Books.

Röpke W (2007) Η κρίση της εποχής μας. Ροές.

Rossiter CL (1948) Constitutional Dictatorship. Crisis and Government in the Modern Democracies. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Rüstow A (1963 [1932]) Die staatspolitischen Voraussetzungen des wirtschaftspolitischen Liberalismus. Στο: Rüstow A, Rede und Antwort. Ludwigsburg: Hoch, 249–258

Rüstow A (1942) General social laws of the economic disintegration and possibilities of reconstruction. Επίλογος στο Röpke W, International Economic Disintegration. London: W. Hodge, 267–283.

Rüstow A (1959 [1929]) Diktatur innerhalb der Grenzen der Demokratie. Vierteljahreshefte für Zeitgeschichte 7: 87–111.

Schlesinger AM (1959) The Age of Roosevelt: The Coming of the New Deal. Cambridge, MA: Riverside Press.

Schmitt C (1931) Der Hüter der Verfassung. Berlin: Duncker & Humblot.

Schmitt C (2010) Σχετικά με τα τρία είδη της νομικής σκέψης. Εκδόσεις Παπαζήση.

Schmitt C (2016) Πολιτική θεολογία. Τέσσερα κεφάλαια γύρω από τη διδασκαλία περί κυριαρχίας. Κουκκίδα.

Schmitt C (1988 [1923]) The Crisis of Parliamentary Democracy. Cambridge, MA: MIT Press.

Schmitt C (2009) Η έννοια του πολιτικού. Κριτική.

Schmitt C (1998 [1932]) Strong state and sound economy: an address to business leaders. Appendix. Στο: Cristi R, Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press, 213–232.

Schmitt C (2008a [1970]) Political Theology II: The Myth of the Closure of any Political Theology.Cambridge: Polity.

Schmitt C (2008b [1928]) Constitutional Theory. Durham, NC: Duke University Press.

Schmitt C (2015 [1942]) Land and Sea: A World-Historical Mediation. New York, NY: Telos. Harper.

Smith A (1976 [1759]) The Theory of Moral Sentiments. Oxford: Oxford University Press.

Streek W (2015) Heller, Schmitt and the Euro. European Law Journal 21(3): 361–370.

Triebe K (1995) Strategies of Economic Order. Cambridge: Cambridge University Press.

Von Mises L (1985 [1927]) Liberalism in the Classical Tradition. San Francisco, CA: Cobden Press.

Weber M (1987) Η πολιτική ως επάγγελμα. Εκδόσεις Παπαζήση

Wilkinson MA (2015) Authoritarian liberalism in the European constitutional imagination. European Law Journal 21(3): 313–339.

Willgerodt W και Peacock A (1989) German liberalism and economic revival. Στο: Peacock A και Willgerodt H (eds.) German Neo-Liberals and the Social Market Economy. London: Palgrave, 1–14.

[1]. Ο Φραντς φον Πάπεν (Franz von Papen) ήταν Γερμανός ευγενής, στρατιωτικός και πολιτικός. Μετά τη θητεία του στην καγκελαρία το 1932, έπεισε τον πρόεδρο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ να διορίσει τον Αδόλφο Χίτλερ ως καγκελάριο το 1933. Ο φον Πάπεν υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος του Χίτλερ από το 1933 έως το 1934. Η καγκελαρία του φον Πάπεν είναι γνωστή ως η «κυβέρνηση των βαρόνων».

[2]. Βλέπε επίσης Μαρκούζε (1983). Εκείνη την εποχή, ο Σμιτ ήταν υποστηριχτής του «αυταρχικού κράτους» του φον Παπεν (Heller, 2015: 295) όπως και οι στοχαστές που θεμελίωσαν τον γερμανικό ορντο-φιλελευθερισμό, συμπεριλαμβανομένων των Euken, Röpke και Rüstow (βλέπε Haselbach, 1991). Ο όρος ορντο-φιλελευθερισμός εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1950. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 οι ορντο-φιλελεύθεροι θεωρούσαν τους εαυτούς τους υποστηρικτές ενός «νέου φιλελευθερισμού» πέρα από το laissez-faire. Το 1938, στο Συνέδριο Walter Lippmann, o Rüstow εγκαινίασε τον όρο «νεοφιλελευθερισμός» για να διακρίνει αυτό τον νέο, κρατικοκεντρικό φιλελευθερισμό από την παράδοση του laissez-faire, την οποία απέρριπτε ως θεολογία. Σχετικά με τη διαδρομή του φιλελευθερισμού, βλέπε τα άρθρα των Mirowski και Plehwe (2009).

[3]. Ο Σμιτ ήταν σύνηθες σημείο αναφοράς για τις ορντο-φιλελεύθερες κριτικές της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Βλέπε, μεταξύ άλλων, Haselbach (1991), Cristi (1998), Tribe (1995) και Streek (2015). Βλέπε επίσης Bonefeld (2012). O Χάγιεκ (1944) σωστά καταγγέλλει τον Σμιτ ως τον νομικό φιλόσοφο του γερμανικού ναζισμού, για να καταλήξει όμως να επιδοκιμάζει την κριτική που άσκησε στη δημοκρατία της Βαϊμάρης ως την «πιο περισπούδαστη και οξυδερκή» (Χάγιεκ, 1960: 485). Σε σχέση με αυτό, βλέπε επίσης Bonefeld (2006a).

[4]. Σύμφωνα με τον Μαρξ, το κράτος είναι η πολιτική μορφή της κοινωνίας «θεωρημένο σε σχέση με τον εαυτό του» (Μαρξ, 1989: 72). Ως η «οργανωμένη βία της κοινωνίας» (Μαρξ, 2002: 776), συγκεντρώνει τον πολιτικό χαρακτήρα της αστικής κοινωνίας και με αυτό τον τρόπο αποπολιτικοποιεί τις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ αγοραστών εργασιακής δύναμης και παραγωγών υπεραξίας στη βάση του νόμου και της τάξης.

[5]. Για τη μαχητική δημοκρατία, τον αντι-κομμουνισμό, τους πεμπτοφαλαγγίτες και τα αφανή ανατρεπτικά στοιχεία βλέπε Agnoli (1990) και Müller (2012). Βλέπε επίσης Bonefeld (1992). Ο μακαρθισμός είναι φτιαγμένος από την ίδια στόφα.

[6]. Για τον θατσερισμό ως ένα πρόγραμμα ελεύθερης οικονομίας και ισχυρού κράτους βλέπε Gamble (1988) και Bonefeld (1993).

[7]. Αυτή η άποψη δεν είναι πρωτότυπη. Μεταξύ άλλων, είναι κεντρική στον Τοκβίλ (Tocqueville) όταν προειδοποιεί για την απειλή που εκφράζει η μαζική δημοκρατία στο φιλελεύθερο κράτος δικαίου (Agnoli, 2000). Βλέπε επίσης το επιχείρημα της Λούξεμπουργκ ότι στην καπιταλιστική κοινωνία «οι θεσμοί αντιπροσώπευσης, δημοκρατικοί στη μορφή, στο περιεχόμενό τους είναι όργανο των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Αυτό αποκαλύπτεται με απτό τρόπο στο γεγονός ότι μόλις η δημοκρατία δείξει μια τάση άρνησης του ταξικού της χαρακτήρα και αρχίσει να μετασχηματίζεται σε όργανο των πραγματικών συμφερόντων του πληθυσμού, οι δημοκρατικές μορφές θυσιάζονται από την αστική τάξη και τους κρατικούς της εκπροσώπους» [Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση, δική μας η μετάφραση]

[8]. Η διάκριση μεταξύ ορντο-φιλελευθερισμού, νεοφιλελευθερισμού και αυταρχικού φιλελευθερισμού είναι ρευστή. Ορθά ο Φουκώ (2012) θεωρεί ότι ο ορντο-φιλελευθερισμός είναι η αρχική διατύπωση του νεοφιλελευθερισμού. Είναι η πρώτη ισχυρή φιλελεύθερη απάντηση της αγοράς απέναντι στην κολεκτιβιστική πρόκληση. Έθεσε το ερώτημα: Τι πρέπει να γίνει για να διασφαλιστεί και να διατηρηθεί η τάξη της ελευθερίας της αγοράς; Τι είναι αναγκαίο; Στην πραγματικότητα, υπάρχει μόνο διαφορά στο πού δίνεται η έμφαση καθώς και ένας καταμερισμός της ακαδημαϊκής εργασίας. Για μια κριτική θεωρία του καπιταλιστικού κράτους ως θεμελιωδώς φιλελεύθερου κράτους (της αγοράς), βλέπε Bonefeld (2014: κεφ. 8).

[9]. Η γη και η θάλασσα είναι μια αναφορά στην παγκόσμια ιστορία ως αγώνα μεταξύ των χερσαίων και των θαλάσσιων δυνάμεων (βλ. Σμιτ, 2015). Η αγγλική εθνικιστική ελίτ διατηρεί την ψευδαίσθηση της χαμένης από καιρό Βρετανικής Αυτοκρατορίας ως μιας θαλάσσιας κοινοπολιτείας ιδιωτικού πλουτισμού. Αυτή η ψευδαίσθηση διαμορφώνει τον δημαγωγικό της λόγο περί της ελευθερίας των Βρετανών. Η ανήμπορη οργή χαρακτηρίζει την εξέγερση των φτωχών ενάντια στην ΕΕ. Δεν είχαν τίποτα να χάσουν και κέρδισαν την υπόσχεση για ακόμα μεγαλύτερα δεινά.

[10].  Η «υπερφόρτωση» και η «ανικανότητα διακυβέρνησης» συναντώνται στη νεοφιλελεύθερη κριτική του Κεϋνσιανού κοινωνικού κράτους τη δεκαετία του 1970.

[11]. Χρησιμοποιώ για λόγους συντομίας τη διατύπωση «εξαρτημένοι πωλητές εργασιακής δύναμης», διότι η πρόσβαση των ελεύθερων εργατών στα μέσα συντήρησης εξαρτάται από την πώληση της εργασιακής τους δύναμης.

[12]. Βλέπε επίσης Βέμπερ (1987) για μια περιγραφή αυτού του μετασχηματισμού και των συνεπειών του στη διακυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του κομματικού συστήματος, στην ηθική και τη νομιμοποίηση της διακυβέρνησης, στη λογική της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και στη διοίκηση.

[13]. Η κριτική του Σμιτ στρεφόταν κατά της νομικής θεωρίας του Kelsen, στην οποία υποστηριζόταν ότι οι νόμοι που θεσπίζονται από κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες σύμφωνα με τις καθιερωμένες συνταγματικές διαδικασίες είναι νόμιμοι και θεμιτοί ανεξάρτητα από το ειδικό περιεχόμενο του νόμου και των κανονιστικών του αξιών. Ο Σμιτ απέρριπτε αυτή τη θέση ως καθαρό σχετικισμό και ισχυριζόταν ότι η νομιμότητα του κοινού δικαίου δεν είναι νομικό ζήτημα αλλά, μάλλον, ζήτημα οριστικών αποφάσεων εξωδικαιικής αξίας και ως εκ τούτου ο πραγματικός κυρίαρχος δεν είναι το κράτος δικαίου. Αντίθετα, ο αληθινός κυρίαρχος είναι η ενσάρκωση του νόμιμου Δικαίου (Recht). Το τελευταίο έργο του Χάγιεκ για τη φιλοσοφία του δικαίου χαρακτηρίζεται από τη διάκριση που κάνει ο Σμιτ μεταξύ του φιλελεύθερου κράτους δικαίου και του δημοκρατικού κράτους δικαίου, υποστηρίζοντας ότι το ένα ανοίγει τον δρόμο προς την ελευθερία και το άλλο προς την τυραννία (βλ. Χάγιεκ, 1979).

[14]. Ο Ernst Forsthoff ήταν μαθητής του Σμιτ. Κατά τη διάρκεια του ναζισμού διετέλεσε καθηγητής σε διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Μετά την απελευθέρωση από τον ναζισμό, απολύθηκε από το πανεπιστήμιο κατόπιν εντολής της αμερικανικής στρατιωτικής κυβέρνησης. Συνέχισε τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης το 1952. Ο Forsthoff ήταν ο βασικός συγγραφέας του Συντάγματος της Κύπρου και διετέλεσε Πρόεδρος του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Κύπρου από το 1960 ως το 1963.

[15]. Η έννοια «δημοψηφισματική δημοκρατία» προέρχεται από τον Βέμπερ (1987). Τη συνέλαβε ως ένα μέσο διατήρησης της ελευθερίας στη μαζική δημοκρατία.

[16]. Η ορντο-φιλελεύθερη αντίληψη ότι η εξέγερση των μαζών πρέπει να αντιμετωπιστεί από την εξέγερση της ελίτ δεν έρχεται σε αντίθεση με τις φιλελεύθερες αρχές. Συνηγορεί υπέρ τους.

[17]. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια της Κιρκπάτρικ (1979), οι δικτάτορες σαν τον Πινοσέτ είναι καλοπροαίρετοι. «Δεν διαταράσσουν τους συνήθεις ρυθμούς εργασίας και ανάπαυσης, τους συνήθεις τόπους διαμονής και τα συνήθη πρότυπα των οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων. Επειδή τα βάσανα της παραδοσιακής ζωής είναι οικεία, γίνονται ανεκτά από τους απλούς ανθρώπους οι οποίοι, μεγαλώνοντας μέσα στην κοινωνία, μαθαίνουν να ανταπεξέρχονται».

[18]. Αυτό το σημείο προέρχεται από την κριτική της Χάνα Άρεντ στον ολοκληρωτισμό.

[19]. Σχετικά με αυτά τα ζητήματα, βλέπε την εύστοχη ανάλυση του Biebricher (2015). Βλέπε επίσης τον Radice (2014) σχετικά με τον καθορισμό ανώτατων ορίων χρέους ως μια κατεξοχήν πολιτική απόφαση.

[20]. Ο Burnham (2001) έχει αναλύσει αυτές τις εξελίξεις που αντιστοιχούν σε μια αποπολιτικοποίηση της χάραξης πολιτικής. Η αποπολιτικοποίηση της χάραξης πολιτικής είναι σαφώς
πολιτική πράξη.

[21]. Το παράθεμα προέρχεται από άρθρο του Eucken (1932: 308).

[22]. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, οι κριτικές της παγκοσμιοποίησης που περιστρέφονταν γύρω από το κράτος συνέβαλαν στην επανεμφάνιση των εθνικιστικών οπτικών ως υποτιθέμενα προοδευτικών. Βλ. Bonefeld (2006b).

Πηγή: Το Διαλυτικό

Αφιέρωμα: 3 Κείμενα ενάντια στους εθνικούς μύθους

Εντός του εθνικού παροξυσμού των ημερών για την συμπλήρωση 200 χρόνων από την Ελληνική επανάσταση επιλέξαμε να συγκεντρώσουμε και να αναδημοσιευσουμε 3 κείμενα αφιερωμένα στο ξεμπρόστιασμα και την κριτική εθνικών αφηγήσεων και μυθευμάτων.

Ο πόλεμος ενάντια στο υπάρχον διερχόταν και θα συνεχίσει να διέρχεται μέσα από την επίθεση στα φαντάσματα του αστικού κόσμου όπως το έθνος και η φυλή.

*

1821: Η Δημοκρατική Επανάσταση που δεν έγινε ποτέ

Φέτος κλείνουν 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 και η αστική τάξη αναζητά έναν τρόπο να σηκώσει το συναίσθημα εθνικής ενότητας. Μπορεί οι ρεφορμιστικές δυνάμεις να δίνουν τα ρέστα στη στήριξη της κυβέρνησης της ΝΔ ενάντια στον «αόρατο εχθρό του κορονοϊού» προσπαθώντας να αναστείλουν εδώ και ένα χρόνο τις μαζικές, λαϊκές κινητοποιήσεις, όμως είναι τέτοια η σφοδρότητα της αστικής αντεπανάστασης σε κάθε λαϊκή κατάκτηση των τελευταίων 45 χρόνων, που χρειάζεται ξανά ένα νέο «εθνικό όραμα» για να συσπειρωθεί η κοινωνική πλειοψηφία. Οι θεωρίες του «ανάδελφου έθνους» που βάλλεται από εξωτερικούς ή εσωτερικούς, ορατούς και αόρατους εχθρούς, είναι απαραίτητες για να αποδεχτούν οι πληβείες τάξεις την παραπέρα εξαθλίωσή τους. Η περιγραφή μιας ενιαίας πορείας του έθνους που προοδεύει κόντρα σε θεούς και δαίμονες, η αφήγηση της «ψωροκώσταινας» που επιβιώνει με σοφία σε μια μικρή λωρίδα γης με πολλαπλούς εχθρούς και τα προαιώνια «δίκαια» που «κακές δυνάμεις» του πλανήτη δεν αφήνουν να εκπληρωθούν, αποτελεί ένα συνεκτικό κρίκο που συσπειρώνει το αστικό μπλοκ. Είναι όμως έτσι; Υπάρχει κάτι να υπερασπίσουμε από την πολιτική ιστορία του ελληνικού αστισμού; Ας δοκιμάσουμε να δούμε κάποια ζητήματα.

Αστική δημοκρατία και καπιταλισμός: Μια σχέση περιστασιακή

Πολλές φορές γίνεται σύγχυση του πολιτεύματος και των ελευθεριών με την αλλαγή των οικονομικών σχέσεων και την τεχνολογική εξέλιξη που φέρνουν αυτές. Κι αυτό συμβαίνει γιατί η αστική δημοκρατία έχει σαν προϋπόθεση την ύπαρξη των καπιταλιστικών σχέσεων αλλά το αντίστροφο δεν είναι απαραίτητο!

Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και καθορίζει κάθε περίοδο τους όρους συμβίωσης. Η προσπάθεια βελτίωσης των όρων αυτών για τις πληβείες τάξεις συγκροτεί τα διάφορα ανθρωπιστικά και δημοκρατικά κινήματα. Η μαρξιστική σχολή ανέδειξε με επιστημονικό τρόπο πως οι αλλαγές στο επίπεδο διαβίωσης δεν εξαρτώνται από ιδεολογικές – ηθικές σχέσεις αλλά από το οικονομικό επίπεδο που επιτρέπει την απελευθέρωση του συνόλου της ανθρωπότητας από την ανέχεια και την εξαθλίωση. Η ύπαρξη, λοιπόν, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του homo economicus, επιτρέπει όχι μόνο να εκτιναχτεί η παγκόσμια παραγωγική ικανότητα αλλά και να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις συλλογικής συνύπαρξης της κοινωνίας.

Η αστική δημοκρατία από την άλλη, δεν είναι μια «παραχώρηση του ηγεμόνα» αλλά προκύπτει ως ανάγκη από την καπιταλιστική οικονομική οργάνωση. Ο συλλογικός εργάτης χρειάζεται να μορφώνεται για να είναι πιο επιδέξιος, χρειάζεται να γιατρεύεται για να επιστρέφει παραγωγικός στη δουλειά του και από την άλλη δημιουργεί δεσμούς κοινωνικούς και πολιτικούς στην πόλη, στη δουλειά, στο σχολείο. Ο αστισμός, λοιπόν, έχει ανάγκη την κοινωνική ειρήνη και την ταξική συνθηκολόγηση για να λειτουργεί εύρυθμα η οικονομία. Η ύπαρξη δημοκρατικών ελευθεριών υπάρχει ως κομμάτι της ταξικής πάλης των πληβείων τάξεων και γίνεται ανεκτή μόνο όσο δεν επιβαρύνει δυσανάλογα την κερδοφορία του κεφαλαίου. Αν οι αστοί μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους με την ελάχιστη διαπραγμάτευση με τις λαϊκές τάξεις επιλέγουν αυτή τη συνθήκη χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Για το αστικό μπλοκ η δημοκρατία είναι δαπάνη πολυτελείας και πραγματοποιείται μόνο σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης.

Για να δούμε, λοιπόν, τη σχέση του ελληνικού αστικού κινήματος του 1821 με τη δημοκρατία.

Η σχέση της ελληνικής επανάστασης του 1821 με το Διαφωτισμό

Στον ελλαδικό χώρο υπάρχει μια περίεργη σχέση με την έννοια «δημοκρατία». Το βαρύ ιστορικό παρελθόν του ελλαδικού χώρου την περίοδο της αρχαιότητας δημιουργεί μια τεράστια αίγλη αλλά και προσδοκία στη σύγχρονη πολιτική σκηνή. Παρ` όλα αυτά τα τελευταία διακόσια χρόνια εκπέμπονται εντελώς αντιθετικά σήματα που δημιουργούν συγχύσεις. Από τη μία οι αναφορές στην αρχαιοελληνική δημοκρατία αλλά και στο γεγονός πως πραγματοποιήθηκε μια από τις πρώτες αστικές επαναστάσεις στον πλανήτη, καθιστούν την Ελλάδα κάτι σαν κοιτίδα της Δημοκρατίας. Τυπικά, ο κοινοβουλευτισμός φτάνει τα 190 χρόνια αλλά ο σφικτός εναγκαλισμός του με το στρατό και την εκκλησία και η ύπαρξη βασιλιά για 150 χρόνια δημιουργούν τουλάχιστον προβληματισμό για το επίπεδο των δημοκρατικών θεσμών. Όμως ας μην είμαστε προκατειλημμένοι και άδικοι με την ιστορία.Η Επανάσταση του 1821 ήταν από τις πρώιμες αστικές επαναστάσεις. Μετά τις ΗΠΑ και τη Γαλλία (ή και κάποιες μικρές σαν της Αϊτής) η εξέγερση που ξεκίνησε στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γέννησε παγκόσμιες ελπίδες για το δημοκρατικό κίνημα.

Κείμενα γράφονται σε κάθε μεριά του πλανήτη που εξυμνούν τη φλόγα της επανάστασης, μεμονωμένοι αγωνιστές έρχονται να πολεμήσουν στο πλευρό των αντάρτικων δυνάμεων. Στα σπαθιά των επαναστατών έβλεπαν τη νίκη της Λογικής και τη Δημοκρατία να νικάει στο γεωγραφικό χώρο που εμφανίστηκε πρώτη φορά ως ιδέα. Αυτή δεν ήταν μια αυθαίρετη προβολή, μια φαντασίωση.

Ο ελληνικός αστισμός μεγαλουργούσε σε κάθε πόλη της Ευρώπης. Από τη Βιέννη και το Άμστερνταμ, το Βουκουρέστι και το Παρίσι, τον Εύξεινο Πόντο και τις Ιταλικές πόλεις, η ανερχόμενη αστική τάξη ήταν παρούσα. Το ανερχόμενο εφοπλιστικό κεφάλαιο και η σχέση του με το παγκόσμιο εμπόριο έφερνε τους έλληνες αστούς στο κέντρο της παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τα παλιά απολυταρχικά καθεστώτα «έπνιγαν» τις δυνατότητες επέκτασης του κεφαλαίου. Η ανάγκη να υπάρχει μια σημαντική οικονομική – πολιτική αλλαγή έκαιγε τα μυαλά των αστών. Έχοντας δικτυωθεί στα μεγάλα εμπορευματικά κέντρα αλλά και στις πολιτικές λέσχες της τάξης του, ο ελληνικός αστισμός έρχεται σε επαφή με τις επαναστατικές θεωρίες του Διαφωτισμού αλλά και με τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 18ου αιώνα σε ΗΠΑ και Γαλλία που άλλαξαν το ρου της ιστορίας.

Η ελληνική διανόηση γρήγορα στρατεύεται σε αυτή την κατεύθυνση. Από τον Αδαμάντιο Κοραή ως τον Ρήγα Βελεστινλή και τον Δημήτριο Υψηλάντη, δημιουργείται το πρώτο πολιτικό ρεύμα που ανοίγει το δρόμο για την δημοκρατία στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στο «Θούριο» του Ρήγα Βελεστινλή περιγράφεται μια ομοσπονδία φυλών και εθνοτήτων στο χώρο των Βαλκανίων που αποτινάσσουν το ζυγό του Σουλτάνου. Όταν ο Ρήγας αναφέρεται σε «ελληνική» ομοσπονδία αυτή έχει την έννοια της Γαλλικής Επανάστασης του πολίτη. Ο «έλληνας» είναι ο πολίτης αυτής της ομοσπονδίας που κατοικεί σε αυτή και όχι η συγγένεια αίματος που κατοχυρώθηκε στην ελληνική ιστορική περιγραφή. Συλλαμβάνεται στην Τεργέστη και εκτελείται το 1798 στη Βιέννη μέσα στο κλίμα αντεπανάστασης που υπάρχει στην Ευρώπη.

Αυτές οι ιδέες δεν ήταν ένα αφηρημένο σχέδιο των ελλήνων της Κεντρικής Ευρώπης. Δεν ήταν ιδεοληψίες χωρίς ιστορική και κοινωνική βάση. Μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η ναυτιλία και η κρατική διοίκηση ήταν σε «ελληνικά» χέρια. Παράλληλα το κοινοτικό σύστημα στα χωριά δημιουργούσε χώρο συλλογικής συνύπαρξης και δυνατότητα εξάπλωσης των ιδεών της αστικής αναδιοργάνωσης της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Αυτή η φλόγα ήταν που άναψε φωτιές σε όλη την Ευρώπη, αλλά για λίγο!

1821: Η Δημοκρατία μας τελειώνει πολύ γρήγορα

Η Φιλική Εταιρεία και ο Υψηλάντης ήταν η πρώτη προσπάθεια υλοποίησης της αστικής, δημοκρατικής επανάστασης.

Λειτουργούσε στο χώρο της Ρωσίας – Ρουμανίας μετά το 1814 εκμεταλλευόμενη την αντίθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πολλοί ιστορικοί στέκονται στον τρόπο οργάνωσης της εξέγερσης. Η ίδρυση ενός τακτικού στρατού που απελευθερώνει εδάφη, πράγματι, φαίνεται πιο αναποτελεσματική από το αντάρτικο που στήθηκε στον ελλαδικό χώρο. Στην πραγματικότητα, όμως, το πρόβλημα ήταν καθαρά πολιτικό.

Από τα πρώτα βήματά της η Ελληνική Επανάσταση αντιμετώπισε ένα συντεταγμένο συντηρητικό ρεύμα. Όπως είδαμε προηγουμένως, η αστική τάξη είχε αγαστή σχέση με το καθεστώς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γι` αυτό και τη διαδικασία της εξέγερσης την αντιμετωπίζει με διστακτικότητα. Γενικά, περισσότερο βλέπει μια αναβάθμιση της θέσης κι ένα παζάρι με την Πύλη για περισσότερα κέρδη παρά μια τυχοδιωκτική αποσταθεροποίηση του καθεστώτος που θα δημιουργούσε προβλήματα στην οικονομία.

Παράλληλα στο εξωτερικό έχει επικρατήσει ο Βοναπαρτίστικος συμβιβασμός της Γαλλικής επανάστασης και έχει συνταχτεί η Ιερή Συμμαχία των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης ενάντια στα επαναστατικά ρεύματα. Η ελληνική επανάσταση στην αρχή θα στιγματιστεί από τις καθεστωτικές δυνάμεις ως «καρμπονάρικη1». Τρομαχτικές πιέσεις δημιουργούνται στους επαναστάτες ώστε να απορρίψουν τα κοινωνικά διακυβεύματά τους. Ο Βλαντιμιρέσκου στη Ρουμανία είναι κεντρικός πολιτικός και στρατιωτικός σύμμαχος με τη Φιλική Εταιρεία αλλά προτάσσει την ανατροπή της δουλοπαροικίας. Ο Υψηλάντης μέσα από πιέσεις τον παραδίδει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία τον εκτελεί τον Μάη του 1821.

Αργά αλλά σταθερά εξαφανίζεται η κοινωνική χροιά της Επανάστασης και αναδεικνύεται μονομερώς η εθνική πλευρά της. Η «Άλωση της Τριπολιτσάς2» δημιουργεί ένα παγκόσμιο σοκ για την αγριότητα που επεφύλαξαν οι επαναστατημένοι έλληνες σε κάθε αλλοεθνή που δεν εγκατέλειψε έγκαιρα την πόλη.

Η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822 σφραγίζει το τέλος του δημοκρατικού χαρακτήρα της ελληνικής επανάστασης. Η φιλική Εταιρεία παύει να υπάρχει στο πολιτικό σκηνικό και κυριαρχούν οι κοτζαμπάσηδες3. Φυσικά δεν υπάρχει καμιά συζήτηση για αναδιανομή της γης στους φτωχούς αγρότες, ενώ κατοχυρώνεται η οργανική σχέση του νέου κράτους με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το ελληνικό 1848: μια ύστατη προσπάθεια για τη Δημοκρατία

Οι πολλαπλές ήττες σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο έφτασαν στο παρά πέντε να συντριφτεί η ελληνική επανάσταση. Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου και η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων εμπόδισε την καταστροφή. Μέσα από τη συνθηκολόγηση παράχτηκε ένα πολιτικό προσωπικό που τέλειωσε στη γέννησή τους όποια ερωτηματικά για κοινωνικές – δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

Προφανώς και δημιουργήθηκε μια κρατική διοίκηση και μια κοινοβουλευτική διαδικασία όπου, μάλιστα, κατοχυρώθηκε η καθολική συμμετοχή όλων των (αντρών) πολιτών. Δίνεται έμφαση στην καταπολέμηση της πειρατείας και του τοπικιστικού ανταγωνισμού προωθώντας την ιδέα του ενιαίου κράτους. Όμως αυτό γινόταν μέσα από τις θεσμικές εγγυήσεις του Ηγεμόνα δηλ του Βασιλιά, εγκαθιδρύοντας τη Βασιλευόμενη Δημοκρατία με 1ο Βασιλιά τον Όθωνα. Ο στρατός είναι επί της ουσίας μισθοφορικός αποφεύγοντας επικίνδυνες πολιτικές σαν τη συγκρότηση «εθνικού στρατού». Παράλληλα δεν αγγίζεται καμιά εκκλησιαστική περιουσία και δεν προχωρά καμιά οικονομική μεταρρύθμιση.

Όμως ακόμα υπάρχουν τα περιθώρια «προοδευτικότητας» της αστικής δημοκρατίας ως όραμα. Από τα μέσα του 19ου αιώνα ξεκινά ένας νέος παγκόσμιος γύρος αστικών επαναστάσεων που θα βάλει οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τις φεουδαρχικές σχέσεις. Σε αυτό το κλίμα εκδηλώνεται η Επανάσταση της 3ης Σεπτέμβρη όπου δημοκρατικά στοιχεία σαν τον Μακρυγιάννη και τον Καλλέργη με κομμάτια του στρατού ξαναφέρουν την έννοια της σύνταξης Δημοκρατικού Συντάγματος κόντρα στη Βασιλεία. Ένας νέος συμβιβασμός φέρνει τη Συνταγματική Μοναρχία σε μια προσπάθεια δημοκρατικού ελέγχου του Βασιλιά.

Για δεκαπέντε χρόνια δίνονται σημαντικές πολιτικές μάχες για αυτά τα ζητήματα με αποκορύφωμα τα «Σκιαδικά4» γεγονότα του 1859. Οι συγκρούσεις φοιτητών – μαθητών για την υποστήριξη του πανεπιστημιακού ασύλου, οδήγησε σε μαζικές συγκρούσεις με την αστυνομία και την άρνηση του βασιλιά να δεχτεί αντιπροσωπεία. Τρία χρόνια μετά εκδιώκεται αλλά ποτέ δεν εφαρμόζεται η Αβασίλευτη Δημοκρατία. Αντίθετα ξεκινά η περίοδος των Γλύξμπουργκ με τον Γεώργιο των Α` που τελειώνει 110 χρόνια αργότερα, το 1974.

Από εδώ και πέρα το παιχνίδι για την αστική τάξη έχει χαθεί. Οριστικά εγκαταλείπεται κάθε προοδευτική μεταρρύθμιση. Στο δημοψήφισμα του 1863 η «Αβασίλευτη Δημοκρατία» παίρνει 93 ψήφους, την ώρα που όλες οι πολιτικές δυνάμεις ρίχνουν 240.000 ψήφους στη Βασιλευόμενη.

Πλέον το ελληνικό κράτος έχει χάσει κάθε ελπίδα δημοκρατικής μεταρρύθμισης από την αστική πλευρά κι αυτό φαίνεται με κραυγαλέο τρόπο στα εθνικά θέματα.

Από την απελευθέρωση στη Μεγάλη Ιδέα

Προφανώς και κάθε επανάσταση αναζητεί την εδαφικοποίησής της. Όμως μέσα στο 19ο αιώνα η Ελληνική Επανάσταση δημιουργεί ένα κράτος όχι ως χώρο απελευθέρωσης των σκλαβωμένων αλλά κέντρο εξόρμησης των καπιταλιστών.

Η πλήρης εγκατάλειψη των κοινωνικών αιτημάτων και ο περιορισμός στο «εθνικό πρόταγμα» καθιστούσε προβληματική από την αρχή την όποια συζήτηση. Προφανώς σε ένα πρώτο στάδιο η επέκταση στη Θεσσαλία απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία φαίνεται σα μια προοδευτική εξέλιξη. Η σταδιακή, όμως, ενσωμάτωση αυτόνομων περιοχών όπως των Ιονίων Νήσων και της Κρήτης αρχίζει να θολώνει τους λόγους σκοπιμότητας.

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έχουν αρχίσει να εμφανίζονται πολλά νέα αστικά κράτη από τις ενοποιήσεις της Ιταλίας και Γερμανίας ως τις βαλκανικές χώρες. Το ελληνικό κράτος έχει πάψει να εμπνέει τα επαναστατικά κινήματα και οι λαοί δεν βλέπουν ένα όραμα για μια Πολιτεία ισότιμων πολιτών αλλά έναν κρατικό μηχανισμό υποστήριξης του ελληνικού κεφαλαίου.

Η Μεγάλη Ιδέα ξεκινά σε αυτή την περίοδο και συμπυκνώνει τις ιμπεριαλιστικές ελπίδες του ελληνικού κεφαλαίου να αντικαταστήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε «δύο ηπείρους και πέντε θάλασσες» και να αναρριχηθεί σαν κεντρικός παίχτης στην παγκόσμια σκακιέρα.

Αυτή η εθνική στρατηγική έχει ξεχωριστή θέση στη «Μαύρη Βίβλο» του ελληνικού καπιταλισμού και θα ασχοληθούμε εκτενέστερα σε επόμενο μέρος του αφιερώματος.

Γιατί το ελληνικό αστικό μπλοκ ήταν και είναι τόσο αντιδραστικό;

Η Δημοκρατία για τους έλληνες καπιταλιστές είναι μια «σπατάλη» και μάλιστα επικίνδυνη! Και αυτό κληρονομήθηκε από το 19ο αιώνα.Αν σε ένα πρώιμο στάδιο η «διεθνοποίηση» των καπιταλιστών τους έφερε πιο κοντά στις ιδέες του Διαφωτισμού, η δικτύωση τους με τις υπάρχουσες Μοναρχίες τους εξωθούσε στη διατήρηση αυτών των μηχανισμών. Ο έλληνας αστός δεν ήθελε το ξήλωμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ή της Αυστροουγγαρίας, γιατί έκανε μια χαρά δουλειές. Αυτό που επιζητούσε ήταν ένας αναβαθμισμένος οικονομικά ρόλος κι όχι τη διάλυση του πολιτικού συστήματος.

Το χτίσιμο του ελληνικού κράτους χρειαζόταν όχι σαν ορμητήριο καρμπονάρικης αποσταθεροποίησης αλλά σαν εγγυητής και διαπραγματευτής του ελληνικού αστισμού. Μάλιστα, σύντομα έγινε υμνητής της αντεπανάστασης! Κάθε αστική επανάσταση σε μια χώρα έφερνε το ξήλωμα της ελληνικής παροικίας! Η ιταλική ενοποίηση έδιωξε τους έλληνες εμπόρους και η πτώση των αυτοκρατοριών στην Αυστροουγαρία και Ρωσία μετέτρεψε τους έλληνες σε εμιγκρέδες. Πλέον το ελληνικό κράτος έγινε ο χωροφύλακας της τάξης για την παγκόσμια αντίδραση, τρομοκρατώντας τα αστικά επαναστατικά κινήματα από τη Σερβία ως το κίνημα των Νεότουρκων και την Άγκυρα.

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας στις αρχές του 20ου αιώνα αφήνει μια αίσθηση ανεκπλήρωτου πόιθου που διαπερνά τον ελληνικό αστισμό μέχρι σήμερα. Οι έλληνες καπιταλιστές πάντα έβλεπαν τον εαυτό τους σαν ένα παγκόσμιο συστημικό πυλώνα και αυτή η εθνική «ταπείνωση» αποτελεί καύσιμο που συντηρεί τον μιλιταριστικό, επεκτατικό εθνικισμό του σκληρού πυρήνα του αστισμού αναπαράγοντας τις πιο συντηρητικές αντιλήψεις του Κράτους.

Η δόμηση του ελληνικού κράτους στηρίχτηκε σε κάθε αντιδραστικό κοινωνικό μπλοκ. Ο στρατός και η εκκλησία αποτελούν κορυφαίο παράγοντα για το σύστημα. Έτσι κι αλλιώς μόλις το 1975 άρχισε να χτίζεται ένα πολίτευμα χωρίς εγγυήσεις στρατού ή βασιλιά. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις γίνονται με το σταγονόμετρο. Για την κατοχύρωση της αγροτικής ιδιοκτησίας στον μικρό ακτήμονα έπρεπε να μπει για τα καλά ο 20ος αιώνας. Αλλά και σε επίπεδο πολιτισμό διατηρήθηκαν τρομαχτικές αντιδραστικές αγκυλώσεις. Μέχρι το 1975 το ελληνικό κράτος ήταν «δίγλωσσο» μιας και υπήρχαν δύο γλώσσες με ταξικό προσδιορισμό: η επίσημη κρατική και των «αρίστων» των πανεπιστημίων ήταν η αρχαΐζουσα – καθαρεύουσα και για την καθημερινότητα των πληβείων τάξεων και της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης η δημοτική.

Αυτή η συντηρητική, αντιδραστική τοποθέτηση του αστισμού έφερε και σύγχυση στο εργατικό, σοσιαλιστικό κίνημα. Για δεκαετίες μεγάλα τμήματα της αριστεράς έβλεπαν την ανάγκη ενός «σταδίου» που θα γινόταν αστική δημοκρατική επανάσταση για να υλοποιηθούν τα «άλυτα, καθυστερημένα αστικά καθήκοντα». Μέσα από αυτή την οπτική πρότασσαν συμμαχίες με δημοκράτες αστούς, αναβάλλοντας τα αντικαπιταλιστικά καθήκοντα.

Όμως ούτε τότε, ούτε και τώρα χρειαζόμαστε «δημοκράτες, αστούς δεξιούς» να συγκυβερνήσουμε. Έχει δείξει ο καπιταλισμός πως δεν μπορεί να προσφέρει παραπάνω δημοκρατία και ανθρωπισμό από αυτά των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των οικονομικών κρίσεων που ξαναφέρνουν εξαθλίωση.

Η ελληνική αστική τάξη, ιδιαίτερα, θα έχει μια ξεχωριστή καταγραφή στην αθλιότητα του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Σημειώσεις

1. Οι Καρμπονάροι σημάδεψαν μια ολόκληρη επαναστατική εποχή και μέλη τους πήραν μέρος σε σημαντικότατα γεγονότα, όπως την ιταλική επανένωση (το λεγόμενο Ριζορτζιμέντο), την επανάσταση του 1820 στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων.

2. Δεν είναι τυχαίο που κατοχυρώθηκε ιστορικά ως «άλωση» κι όχι «απελευθέρωση». Ήταν τόσο μεγάλη και αποτρόπαια η σφαγή που δεν μπορούσε να καλυφθεί με κανένα τρόπο. Δείχνει και την αναλγησία των καθεστωτικών ιστορικών που ένιωσαν περήφανοι με αυτή την περιγραφή.

3. Επικεφαλής σε επίπεδο επαρχίας των ελληνικών χριστιανικών κοινοτήτων, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

4. Σκιάδια: ψάθινα καπέλα. Φοιτητές φορούσαν αυτά ως πολιτική πράξη.

Άρθρο από το 34ο τεύχος Αντιφασιστική Φρουρά, Αλέξανδρος Γανδής

Πηγή: Athens Indymedia

*

200 χρόνια χωρίς επανάσταση

Την Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021 το ελληνικό κράτος εορτάζει επίσημα τα 200 χρόνια από την έναρξη της αποκαλούμενης Ελληνικής Επανάστασης. Αυτή η επέτειος είναι ένα γνωστό ψεύδος, καθώς δεν ξεκίνησε η επανάσταση την 25η Μαρτίου 1821. Η μοναρχία του Όθωνα καθιέρωσε την επετειακή ημερομηνία για ρητούς λόγους θρησκευτικού συμβολισμού. Το συναφές διάγγελμα είναι σαφές:

«Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος δια την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ». (Εν Αθήναις την 15 Μαρτίου 1838, Όθων)

Στον ελλαδικό χώρο η επανάσταση δεν άρχισε ούτε στην Αγία Λαύρα, ούτε την 25η Μαρτίου. Ξέσπασε την 21η Μαρτίου με την επίθεση στα Καλάβρυτα. Όπως παρατηρούν οι συγγραφείς της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους: «Ούτε στις 25 Μαρτίου αλλά ούτε και στις 21, που έγινε η πρώτη πολεμική επιχείρηση, βρισκόταν κανείς στην Άγια Λαύρα».

Λείπει ακόμη μια πραγματική κοινωνικο-ιστορική μελέτη της σημασίας του Εικοσιένα. Η σημασία αυτή παραμένει εξάλλου, ένα διαρκές διακύβευμα. Θα έπρεπε να μετασχηματίζεται αναλόγως με τους κοινωνικο-ιστορικούς μετασχηματισμούς της νεοελληνικής κοινωνίας. Αντιθέτως, το ελληνικό κράτος, έχει επιβάλλει, εξ ιδρύσεώς του, έναν απολιθωμένο ιδρυτικό μύθο παλικαριών που πίνουν κρασί και μονιασμένα χορεύουν με τα καριοφίλια στα χέρια. Το 1821 παραμένει το πιο άγνωστο ιστορικό γεγονός και ο πιο  επιφανειακός ιδρυτικός μύθος για τους νεοέλληνες.

Δεν μπορούμε βέβαια εδώ να προχωρήσουμε σε μια εις βάθος ανάλυση. Απλώς, για χάρη της συζήτησης και της επετείου, θα αναφέρουμε κάποια σκόρπια στοιχεία.

Ο Δημήτρης Φωτιάδης κάνει λόγο για «δύο Εικοσιένα»: «Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων».

Από κοντά, ο Γιάννης Σκαρίμπας φωνάζει:

«Ο κατά μόνον το γένος και το θρήσκευμα του διαφέρων είναι ένας άγιος, μπρος στον κατά μόνο το “κατεστημένο” του διαφέροντα. – Οι Τούρκοι δεν ήταν οι χειρότεροι. Ο ελληνικός λαός δεν θα ‘κανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνο Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι ή δεν μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αυτουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’ αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν παναπεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε».[i]

Αν υπήρχαν πράγματι δύο Εικοσιένα, μπορούμε να πούμε ότι συμπλέχθηκαν και το ένα κατάπιε το άλλο. Μάλλον υπήρχαν πολλαπλά Εικοσιένα, πολλαπλές όψεις μίας επανάστασης που διαμόρφωσε μια νέα πραγματικότητα στη Βαλκανική και εν πολλοίς επέβαλλε νέα ιδεολογικά σχήματα κυριαρχίας, δηλαδή το φαντασιακό του Έθνους και της λαϊκής αντιπροσώπευσης, μετασχηματίζοντας ριζικά τις οθωμανικές διοικητικές, κοινοτικές και ταξινομητικές δομές σύμφωνα με το δυτικό πρότυπο του ορθολογιστικού κρατικού μηχανισμού. Αυτός ο μετασχηματισμός δεν υπήρξε ούτε ομόθυμος, ούτε ενιαίος, ούτε ολοκληρωμένος αλλά μάλλον δημιούργησε ένα νέο πολιτικό πεδίο συγκρούσεων, την εθνική πολιτική σκηνή, όπου ομάδες ολιγαρχικών συμφερόντων αντιμάχονται για τη διοίκηση του κράτους, άλλοτε ως παράγοντα διασφάλισης των προσβάσεων στο διεθνές κεφάλαιο, άλλοτε ως μέγιστο παράγοντα ενός παλαιού πελατειακού παιχνιδιού κοινωνικών σχέσεων, πάντοτε ως μηχανισμού καταστολής.

Η επανάσταση του λαού, οι λαϊκές εξεγέρσεις και τα κινήματα της κοινωνικής βάσης, παρότι συγκέντρωσαν το απαραίτητο κοινωνικό δυναμικό που εξαπολύθηκε ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία, δεν έλαβαν ποτέ την πρωτοβουλία του Αγώνα παρά μόνο τοπικά –όπως στην Ύδρα το 1821– και παροδικά.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνουμε στην εξέγερση των αγροτών της Άνδρου τον Απρίλιο του 1822 με επικεφαλής τον Δημήτριο Μπαλή, που στη Διακήρυξή της ανέφερε:

«Η νήσος Άνδρος είναι και αυτή δημιούργημα της φύσεως, καθώς και όλος ο κόσμος. Αλλά όταν εδημιουργήθη ο κόσμος, δεν υπήρχαν πλούσιοι και πτωχοί, μεγαλοκτήμονες και κολλίγοι. Η ανισότης, η ανέχεια, η δυστυχία, είναι δημιουργήματα όχι του Υπερτάτου Όντος, αλλά των κρατούντων. Εις την αρχαίαν Ελλάδα και εις τον άλλον κόσμον και προ ολίγων χρόνων εις την Γαλλίαν, εχύθη πολύ αίμα δια να καταργηθούν τα προνόμια των αρχόντων και η ιεραρχική διατήρησις της κοινωνίας. Διατί και ημείς κατά την παρούσαν στιγμήν να μην αποτινάξωμεν όχι μόνον τον ζυγόν των Τούρκων, αλλά και των αρχόντων; Ομιλούν διαρκώς οι τουρκοκοτζαμπάσηδες ότι έχουν δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας των και των εαυτών μας, τα οποία τάχα βγαίνουν από έγγραφα απαρασάλευτα. Αυτό δεν είναι σωστόν. […] Η ένωσις φέρει την δύναμιν και θα μας δώσει την εξουσίαν να εκτελέσωμεν την απόφασίν μας. Η κοινοκτημοσύνη δεν είναι ζορμπαλίκι, αλλά έργον δικαιοσύνης. Πρέπει να παύσωμεν να είμεθα κολλιγάδες, όπως επαύσαμεν να είμεθα ραγιάδες. Θα δουλεύωμεν εις το εξής τα φέουδα όλοι μαζί και θα απολαμβάνει τον καρπόν των η κομμούνα μας και θα γίνεται δικαία μοιρασιά της σοδειάς εις όλους τους δουλευτάδες, ανάλογα με τον κόπον και την δούλευσίν τους. Δι’ όλα αυτά θα γίνει σύναξις εις την Μεσαριάν, δια να λάβωμεν από κοινού αποφάσεις.»[ii]

Αυτή η λαϊκή εξέγερση κατεστάλη βίαια από την ελληνική “Κεντρική Διοίκηση” της επανάστασης και τον “αρμοστή των νήσων” Κ. Μεταξά τον Μάιο του 1822 μετά από αίτημα των προκρίτων του νησιού.

Άνωθεν, λοιπόν, σχεδιάστηκε και επιβλήθηκε μια διαχείριση των γεγονότων από ένα σύμπλεγμα εκπροσώπων των ανώτερων ελίτ που ζήτησαν ενεργά και ρητά την απόσχισή τους από την οθωμανική διοίκηση.

Το γεγονός ότι οι πλειοψηφίες των παραδοσιακών ελίτ συχνά αντιστάθηκαν στα επαναστατικά κελεύσματα διαμόρφωσε ενδότερες συγκρούσεις μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών. Οι παραδοσιακές ελίτ των κοτζαμπάσηδων κινητοποιούσαν ένα πλέγμα ευρύτερων εξαρτήσεων και συμφερόντων που βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε οικογενειακούς και φατριαστικούς δεσμούς, περιορισμένου βεληνεκούς, ενώ οι νεόπλουτες ελίτ των εφοπλιστών, των λογίων και των εμπόρων διαμόρφωναν πιο οικονομοκεντρικές και ταξικές συνομαδώσεις, ευρέως βεληνεκούς. Από την άλλη, οι λόγιοι και οι έμποροι είχαν διεθνή εμπειρία και ευρωκεντρική αντίληψη, ενώ οι εφοπλιστές μαζί με τους γαιοκτήμονες και κοτζαμπάσηδες στηρίζονταν στις τοπικές ρίζες και τα γενεαλογικά προνόμια.

Η επανάσταση άρχισε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στο Ιάσιο της Μολδαβίας (σημερινή Ρουμανία) την 24η Φεβρουαρίου 1821: «Η ΩΡΑ ήλθεν, ω άνδρες Έλληνες!» έγραφε η προκήρυξη που απευθυνόταν αποκλειστικά στους ελληνόφωνους, ενώ είχε εκδοθεί διαφορετική, καθησυχαστική διακήρυξη «προς το έθνος της Μολδαυϊας» με διαβεβαιώσεις για την τάξη και την ασφάλεια της περιοχής. Η διακήρυξη προς τους Έλληνες εμπεριέχει πρόταση και για την πολιτική οργάνωση της χώρας: «Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξει τους Δημογέροντάς του, και την υψίστην αυτή Βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις».

Ήδη στην διακήρυξη της επανάστασης προβάλλεται ως αιώνια αλήθεια η νεότευκτη ιδέα του εθνισμού, κατονομάζοντας τους εξεγερμένους μόνο ως Έλληνες ως εάν να υπήρχε ήδη καθορισμένο και διακριτό ελληνικό έθνος. Αλλά αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα, όπου κυριαρχούσε το θρησκευτικό και το τοπικιστικό κριτήριο. Αν υπήρχε κάποιο κριτήριο καταγωγής που λαμβανόταν υπόψιν αυτό αφορούσε αποκλειστικά την τοπικότητα και όχι κάποια «εθνική» κοινότητα. Όπως παρατήρησε ορθώς ο Κολοκοτρώνης στη Διήγησιν Συμβάντων χρόνια αργότερα: «δεν είναι παρά η επανάστασίς μας οπού εσχέτισε όλους τους Έλληνας. Ευρίσκοντο άνθρωποι οπού δεν εγνώριζαν άλλο χωριό μακριά μίαν ώραν από το εδικό τους…»

Η επανάσταση κηρύχθηκε από έναν ελληνόφωνο πρίγκηπα της Ρωσικής Αυλής, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, σε μία οθωμανική επαρχία, τη Μολδαβία, την οποία είχε στο παρελθόν διοικήσει ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Υψηλάντης, μακριά από τον ελλαδικό χώρο αλλά δίπλα στα σύνορα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα οργανωμένο σχέδιο μιας συνομωτικής ομάδας, της Φιλικής Εταιρείας, εμπνευσμένης από τις συνομωτικές αρχές του καρμποναρισμού, των μυστικών οργανώσεων της Ιταλίας. Σύμφωνα με τον Έρικ Χομπσμπάουμ οι αδελφότητες του καρμποναρισμού, που είχαν σχέσεις και με τις τεκτονικές στοές (ο Ξάνθος, εκ των τριών ιδρυτών της Φ.Ε. ήταν μύστης της Τεκτονικής Στοάς της Λευκάδας) θεωρούσαν εαυτές «προοδευτικές και χειραφετημένες ελίτ που έπρεπε να δράσουν στους κόλπους και προς όφελος μιας τεράστιας και αδρανούς μάζας αδαών και πλανημένων, οι οποίοι αναμφίβολα θα επιδοκίμαζαν την απελευθέρωση, όταν θα ερχόταν, αλλά κανείς δεν περίμενε να συμμετάσχουν ιδιαίτερα στην προετοιμασία της.»[iii]

Από τις πολλαπλές επαναστατικές ιδέες που διαδόθηκαν από τη μήτρα της Γαλλικής Επανάστασης, οι Φιλικοί προώθησαν καταρχήν την ιδέα του εθνικού αυτοκαθορισμού και διόλου την ιδέα της κοινωνικής ισότητας. Εξαρχής η Φ.Ε. απευθυνόταν μόνο «προς Έλληνας φιλοπάτριδας και τους εκλεκτούς και ανδρείους των ομογενών», αποκλείοντας ρητά τους αλλοεθνείς και τις γυναίκες. Το κυρίαρχο ιδεολόγημα ήταν η φαντασιακή σημασία του έθνους, ενώ η προετοιμασία της επανάστασης αναλήφθηκε από μέλη των καθιερωμένων ελληνόφωνων ελίτ, περιλαμβάνοντας πλούσιους εμπόρους, εφοπλιστές, προκρίτους, Φαναριώτες λόγιους και ιερωμένους. Χωρίς δηλαδή να θιγεί η κοινωνική διαστρωμάτωση των ελληνόφωνων κοινοτήτων και το προνομιακό καθεστώς της ντόπιας ολιγαρχίας.

Ωστόσο, η ιδέα της πολιτικής ισότητας φαίνεται να περνά σαν ίσκιος ίσκιος πίσω από την υπόσχεση πως οι δημογέροντες θα εκλεγούν από το «Έθνος συναθροιζόμενον». Αυτή είναι μια υπόσχεση που περιλαμβάνει εν δυνάμει ολόκληρο τον πληθυσμό που μέλλεται να ονομαστεί «Έθνος». Όμως επίσης φέρει το, απαραίτητο στο φαντασιακό του έθνους, συμπλήρωμα, δηλαδή την πολιτική αντιπροσώπευση, δηλαδή το φαντασιακό του κράτους και της διοικητικής ιεραρχίας. Το ποιος ανήκει στο έθνος έμελλε να είναι ένα ανοιχτό ερώτημα άνωθεν διεκδικούμενο, πηγή πολλών τραγωδιών για τους κατοίκους της χώρας.

Το «Έθνος» προβάλλεται ως η θεμελιώδης αρχή κυριαρχίας με φυσικά και καθορισμένα δικαιώματα που δικαιώνουν την απόφαση της απόσχισης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία – μα αυτό είναι μια εντελώς καινοφανής ιδέα. Η ίδια η Αυτοκρατορία, πολυεθνοτική και πολύγλωσση, δεν βασιζόταν στην αρχή της εθνικής κυριαρχίας αλλά στο απόλυτο της κυριαρχίας του Σουλτάνου που έχει θρησκευτική και ιστορική – ως δίκαιο της κατακτήσεως- βάση και διαμορφώνει πλέγματα βαθμιδωτών δεσμών από την απόλυτη υποταγή (πολιτική κυριαρχία) έως την απλή υποτέλεια (φορολογική κυριαρχία). Εξάλλου και στο παρελθόν και κατά τη διάρκεια της επανάστασης, πολλοί Οθωμανοί αξιωματούχοι, όπως ο επονομαζόμενος Κιουταχής, ήταν Έλληνες στη γλώσσα και την καταγωγή. Μα δεν ήταν χριστιανοί, που ήταν η πρωτεύουσα θρησκευτική διάκριση. Μετά το 1830 πολλοί ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι θα εξοριστούν λόγω της όψιμης ταύτισης της ελληνικής και της χριστιανικής ταυτότητας.

Ασφαλώς, όπως μας επιβεβαιώνουν τα ιστορικά αρχεία υπήρχαν τεράστιες λαϊκές αντιδράσεις και αντιστάσεις ενάντια στην κατεστημένη κοινωνική ανισότητα και τα εμφωλευμένα κοινά συμφέροντα κοτζαμπάσηδων και Πύλης. Πάνω από εκατό εξεγέρσεις ξέσπασαν στα Βαλκάνια κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κλεφτουριά ήταν μια τέτοια μορφή αντίδρασης και αντίστασης. Μα αυτές οι αντάρτικες μορφές πάλης και παραβατικές μορφές διαβίωσης, όπως και η πειρατεία, δεν εμπεριέκλειαν ουδεμία μορφή πολιτικής διεκδίκησης, κανένα ίχνος πολιτικού προτάγματος.

Όπως συνέβη και με τον νεοελληνικό Διαφωτισμό, τα στοιχεία του δημοκρατικού προτάγματος και τα ιδεώδη της ισονομίας, της πολιτικής ελευθερίας και των αναφαίρετων ατομικών δικαιωμάτων προήλθαν έξωθεν και άνωθεν, από προοδευτικά άτομα των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων που είχαν επαφή με το ευρωπαϊκό επαναστατικό κίνημα και πολλές φορές το πλήρωσαν με τη ζωή τους. Ήρθαν διαθλασμένα και καχεκτικά, χωρίς τον έντονο αντικληρικισμό και τους αναρχικούς ορίζοντες της Δύσεως. Ο Δ. Μπαλής της Άνδρου είχε γαλουχηθεί με κείμενα Γάλλων επαναστατών (όπως του Γράκχου Μπαμπέφ) που προμηθεύτηκε από τον διαφωτιστή Θεόφιλο Καΐρη. Οι πιο ειλικρινείς ελληνόφωνοι Διαφωτιστές διώχθηκαν από τις επίσημες εκκλησιαστικές αρχές με κάθε τρόπο προκειμένου να εμποδιστεί η διασπορά των ιδεών τους. Το όραμα του Ρήγα, που μιλούσε για κοινή επανάσταση των βαλκανικών λαών είχε ήδη στενέψει από την προσαρμογή του στα συμφέροντα των ηγεμονικών ομάδων.

Όσο όμως καχεκτικό και παραφρασμένο κι αν ήταν, το πνεύμα του Διαφωτισμού διαπότισε τις διακηρύξεις για ισονομία και ελευθερία των εξεγερμένων – όπως και την αντάρτικη κοινωνική αναπαράσταση και αυτοεικόνα της επανάστασης του 1821, διαμορφώνοντας μία ρομαντική αφήγηση και ένα ανώνυμο λαϊκό ρεύμα πίεσης και διεκδίκησης που, από τη μία, δεν έλεγξε ποτέ απολύτως η νεόδμητη κεντρική κρατική αρχή αλλά από την άλλη παρέμεινε χειραγωγήσιμο.

Η Ελληνική Επανάσταση είχε μακρά χρονική διάρκεια. Διήρκησε κοντά δέκα χρόνια, μέχρι την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, μα ο εξεγερμένος πληθυσμός δεν δημιούργησε δικούς του, αυτόνομους θεσμούς αυτοκυβέρνησης πουθενά.

Εξαρχής, το πνεύμα της Φιλικής Εταιρείας, η διαρκώς επαναλαμβανόμενη εξάρτηση από μία ‘Αόρατη Αρχή’, ο αφηρημένος, αποκλειστικός, μονοδιάστατος και αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας της φαντασιακής σημασίας του έθνους, οι άνωθεν προσπάθειες χαλιναγώγησης, και η άγρια καταστολή καθόρισαν την, κατά Σκαρίμπα, αποτυχία της επανάστασης στο εσωτερικό. Γιατί όμως «γελάστηκε»; Κατά τη γνώμη μου, επειδή εξαρχής ήταν χειραγωγημένη από προϋπάρχοντα ολιγαρχικά συμφέροντα και ηγεμονικές ομάδες.

Διαβάζοντας την επίσημη, συντηρητική και εθνοκεντρική Ιστορία του Ελληνικού Έθνους προκαλούν εντύπωση οι αγεφύρωτες και εκρηκτικές διαιρέσεις που χαρακτηρίζουν τα «χρόνια δοξασμένα» μετά το 1821. Οι κοινωνικές ανισότητες, οι τοπικές αντιμαχίες και τα αντίπαλα και διακριτά συμφέροντα των κυρίαρχων ηγεμονικών ελίτ δεν μπόρεσαν να καλυφθούν υπό τον μανδύα του Έθνους καθώς όριζαν βαθιές και ιστορικές διαιρέσεις.

Σε κάποια μέρη υπήρχε ισχυρή παράδοση τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως στον Μοριά, όπου είχαν αναδειχθεί ισχυρά τζάκια γαιοκτημόνων που μονοπωλούσαν τις κοινοτικές διοικητικές δομές, σε άλλα, όπως στην Κρήτη, υπήρχε έντονη Οθωμανική παρουσία και άμεση τουρκόφωνη διοίκηση. Στα τρία ναυτικά νησιά, την Ύδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά, υπήρχε καθεστώς ημι-αυτονομίας, και κυβερνούνταν από πανίσχυρες εφοπλιστικές οικογένειες όπως τους Κουντουριώτηδες. Στη Ρούμελη και την Ήπειρο υπήρχαν αρματολίκια, άτακτα τάγματα ενόπλων υπό οθωμανική διοίκηση και οι τοπικές διαμάχες μεταξύ των Οθωμανών πασάδων, όπως του Αλή Πασά των Ιωάννίνων. Υπήρχαν και αυτοδιοικούμενα χωριά, όπως το αλβανόφωνο Σούλι και τα Ζαγόρια. Ο κυρίαρχος τοπικισμός εκδηλώθηκε κατά περιστάσεις και στις ταλαιπωρίες που υπέστησαν σε διάφορες περιοχές οι πρόσφυγες από τα πολεμικά μέτωπα.

Όπως μας διηγείται στα Απομνημονεύματα ο Μακρυγιάννης, οι Αρτινοί πρόσφυγες έγιναν θύματα σκληρής εκμετάλλευσης στον Βάλτο:

“Τότε πήγα εις την Αγιά,οπού ‘χα τα ειδίσµατά µου στείλη, κ’ εκεί ηύρα τους δυστυχείς Αρτηνούς οπού έρχονταν ξυπόλυτοι και γυµνοί και νηστικοί. Και µό’ ‘πεσαν όλοι εις τονλαιµό µου να τους σώσω. […] Και τους συνάξαµεν ξύλα και τους περιποιηθήκαµεν. Τα µεσάνυχτα έρχονται κάτι Βαλτηνοί κι’ άλλοι και ρίχνουν ντουφέκια. […] Τότε ντουφεκιστήκαµεν κ’ εµείς µ’ αυτούς και τους γνωρίσαμε. Και ήρθαν να τους πάρουν και τα πουκάµισα, ότι άλλο τίποτας δεν τους αφήσαµεν, µόνον ό,τι φορούσαν. […] Κι’ από τότε βλέποντας αυτείνη την αρετή, σιχάθηκα το Ρωµαίικον, ότ’ είµαστε ανθρωποφάγοι.”

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης αντί να γεφυρωθούν, αποκαλύφθηκαν μία σειρά από τεμνόμενες διαιρέσεις.

Διαιρέσεις ανάμεσα σε Φιλικούς και κοτζαμπάσηδες, Φαναριώτες και δημογέροντες, λόγιους και ιεράρχες, “πολιτικούς” και “στρατιωτικούς”, Ρουμελιώτες και Μωραϊτες, εφοπλιστές και γαιοκτήμονες, νησιώτες και στεριανούς, “αυτόχθονες” και “ετερόχθονες”, τακτικούς αξιωματικούς και οπλαρχηγούς, προκρίτους και λαϊκούς, Καποδιστριακούς και Αντικαποδιστριακούς, “κυβερνητικούς” και “συνταγματικούς” – διαιρέσεις που οδήγησαν σε δύο ανοιχτούς εμφυλίους το 1824, σε παράλληλες διπλές κυβερνήσεις το 1824 και το 1832, σε δύο εισβολές Ρουμελιωτών στην Πελοπόννησο το 1824 και το 1832, στη δολοφονία του Ανδρούτσου το 1825, στη φυλάκιση του φιλόδοξου Κολοκοτρώνη το 1825 και το 1833, στην πυρπόληση του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη το 1831, στην εξέγερση της Μάνης το 1831, στη δολοφονία του αυταρχικού κυβερνήτη Καποδίστρια την ίδια χρονιά – και πίσω από όλα αυτά, τα συνωμοτικά παιχνίδια υποταγής στις Μεγάλες Δυνάμεις, τα δύο μεγάλα ληστρικά δάνεια, η συγκρότηση πελατειακών μηχανισμών, οι προσπάθειες υπερίσχυσης των τριών κομμάτων, του αγγλικού, του γαλλικού και του ρωσικού.

Όλες οι μερίδες, για να προφυλάξουν τα ίδια ολιγαρχικά τους συμφέροντα, κραδαίνουν διακηρύξεις δημοκρατίας προς τους εξεγερμένους, ενώ προσβλέπουν στην εύνοια της ξενόφερτης μοναρχίας του Όθωνα. Και στο βάθος, ταλαίπωρος, αγωνιστής και διαρκώς εξαπατημένος ο ανώνυμος και πολύφωνος λαός ίσα που ακούγεται – ενώ αρχίζουν οι εθνοκαθαρτικές διώξεις ενός πολυεθνοτικού πληθυσμού.

Ήδη από το 1821 η κατάληψη πόλεων και χωριών συνοδεύονταν με (αποσιωπημένα) πογκρόμ απέναντι στις εβραϊκές κοινότητες, όπως έγινε στο Βραχώρι (Αγρίνιο) και στην Τριπολιτσά (Τρίπολη). Μα επίσης αρχίζει και η κρατική τρομοκρατία απέναντι σε ντόπιους αντιφρονούντες:

“Οι καταπιέσεις, οι ληστείες, οι κακοποιήσεις, οι βασανισμοί και οι συλλήψεις των κατοίκων από τους στρατιώτες με το πρόσχημα ότι αναζητούν και τιμωρούν τους αντάρτες ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο [….] Η επιβολή της κυβερνήσεως έδωσε μεγάλο βάρος στους οπαδούς της και πολλούς ασταθείς και επιπόλαιους τους έσπρωξε, όπως γίνεται συνήθως, ως την αμετροέπεια και την αδιαλλαξία […] Δεν ήταν λοιπόν παράξενο, αν η κυβέρνηση, επηρεασμένη από το πνεύμα αυτών των φίλων της καταστάσεως, καταπάτησε τις υποσχέσεις της και περιόρισε στο Άργος, και κατόπιν στο Ναύπλιο, τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννήσιους αρχηγούς [….] Η σύλληψή τους προκάλεσε “μέγαν φόβον εις όλον τον λαόν”, γράφει ο Κασομούλης. Η επιβολή της κεντρικής αρχής είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή.”[iv]

Έτσι είχαν τα πράγματα το 1825, αμέσως μετά τον δεύτερο εμφύλιο που ξέσπασε, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, για τη νομή και επιβολή της κρατικής εξουσίας, προτού καν υπάρξει ανεξάρτητο κράτος. Κυρίαρχη είχε αναδειχθεί η πλευρά των νησιωτών εφοπλιστών και της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Η βία εναντίον των πολιτικών αντιπάλων αλλά και η τρομοκράτηση του πληθυσμού ήταν εξαρχής τα πολιτικά εργαλεία που χρησιμοποίησε ο κρατικός μηχανισμός για να επιβληθεί στην κοινωνία.

Παρά τον καραμπελικό μύθο, δεν υπήρχαν πραγματικά αυτόνομες κοινότητες στην οθωμανική αυτοκρατορία, ούτε στον ελλαδικό χώρο ούτε αλλού, με την ουσιαστική και πολιτική έννοια. Κοινότητες που να αυτοκυβερνώνται με ρητό τρόπο και ισότιμη συμμετοχή όλων των μελών τους.  Υπήρχαν κοινότητες με διαφορετικούς βαθμούς αυτοδιοίκησης που απολάμβαναν κάποιες φορές μέχρι και ατέλεια – δηλαδή φορολογική απαλλαγή – αλλά πάντοτε ενσωματωμένες στο οθωμανικό σύστημα διοίκησης και με αναγνωρισμένη την κυριαρχία της Υψηλής Πύλης. Εντός των κοινοτήτων οι καθιερωμένες ολιγαρχίες αναπαράγονταν με τον θεσμό των δημογερόντων που μονοπωλούσαν οι ηγεμονεύουσες οικογένειες, τα τζάκια.

Επιπλέον, δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση της θρησκευτικής αυθεντίας και της εκκλησιαστικής εξουσίας, ασχέτως με τις ενέργειες της τελευταίας. Εξάλλου ήδη από την εποχή του Μεχμέτ του Πορθητή το Πατριαρχείο είχε διευρυμένες διοικητικές και δικαστικές εξουσίες επί του χριστιανικού πληθυσμού. Την 20η ή, κατ’ άλλους, την 23η Μαρτίου 1821, (δηλαδή πριν τη μυθική 25η Μαρτίου) μεγάλη σύνοδος των αρχιερεών και των λαϊκών προυχόντων της Κων/πολης με επικεφαλής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ αφορίζει την επανάσταση που ξέσπασε. Οι εξεγερμένοι αποκαλούνται “κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι” ενώ υμνείται η “καλοκαγαθία του σουλτάνου”. Οι επαναστάτες αφορίζονται ακόμη και μετά θάνατον (!) ως “θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας”.

Παρόλο που η ανώτατη ιεραρχία πήρε θέση ενάντια στην επανάσταση, ουδείς αμφισβήτησε την πνευματική πρωτοκαθεδρία της ορθόδοξης εκκλησίας έως την επόμενη γενεά. Αυτή εξάλλου η ταύτιση των εξεγερμένων με την εκκλησία ενισχύθηκε και από τις διώξεις των Οθωμανών με κριτήριο την θρησκευτική ταυτότητα – ο Πατριάρχης που αφόρισε την Επανάσταση απαγχονίστηκε ως αντίποινα για τις επαναστατικές κινητοποιήσεις.

Στο τέλος, το παραδοσιακό, θρησκευτικό κριτήριο ταύτισης, του χριστιανού, θα συμπλεκόταν με την καινούργια εθνοτική ταξινόμηση, του Έλληνα, δημιουργώντας τον τραγέλαφο του ελληνοχριστιανισμού και χρησιμοποιώντας το δυναμικό του εθνικού φαντασιακού για την ενδυνάμωση και στερέωση του παραδοσιακού συντηρητικού και αντι-διαφωτιστικού ρεύματος. Οι παραδοσιακές μορφές θρησκευτικής ετερονομίας συνέχισαν να συνεργούν με τις νέες μορφές πολιτικής ετερονομίας.

Τελικά, όταν, με το πρωτόκολλο του Λονδίνου επήλθε, την 3η Φεβρουαρίου 1830 η ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, οι όροι ήταν σαφείς και συνοδεύονταν από την εγκαθίδρυση της απόλυτης μοναρχίας, δηλαδή τη ρητή ακύρωση κάθε υπόσχεσης λαϊκής κυριαρχίας.

“Η Ελλάς οφείλει την ύπαρξίν της εις τα παντοία διαβήματα, τα οποία επεδαψίλευσαν εις αυτήν αι τρεις Δυνάμεις. Ελευθερώσαται αυτήν έλαβον υπό την άμεσον προστασίαν των και την διέσωσαν από τον αναπόδραστον όλεθρον. Δια τούτους τους λόγους προσεκτήσαντο θετικά δικαιώματα εις την εκ μέρους των Ελλήνων τελείαν και πρόθυμον προσχώρησιν εις τα δεδογμένα.”

Με αυτά τα λόγια, τον Μάρτιο του 1830 οι αντιπρέσβεις της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας κοινοποιούν στις ελληνικές αρχές πώς κέρδισαν την πολιτική ανεξαρτησία τους τυπικά μόνο εφόσον την εγκαταλείψουν ουσιαστικά. Έτσι η εθνική ανεξαρτησία συνδέθηκε αναπόδραστα και με την αποικιοκρατικού τύπου εξάρτηση στο εξωτερικό. Αυτές οι πολλαπλές εξαρτήσεις, εσωτερικά από τις εγχώριες αντίπαλες ομάδες ολιγαρχικών συμφερόντων και εξωτερικά από τις μεγάλες Δυνάμεις, μαζί με την αγεφύρωτη αντίθεση προς την κοινωνία καθόρισαν το χαρακτήρα του νεοελληνικού κράτους. Όπως έγραψε ο Κοραής τότε:

“Η ταλαίπωρος Ελλάς δεν ανεστάθη αληθώς, αλλά τάφον μόνον ήλλαξε.”[v]

Η εικόνα του νεοελληνικού κράτους συμπληρώνεται με την ίδρυση της Βασιλικής Χωροφυλακής τον Ιούνιο του 1833, με εκπεφρασμένο στόχο την «διαφύλαξιν της ασφαλείας, την τήρησιν της κοινής ησυχίας, και την διώξην του εγκλήματος». Ποιο έγκλημα διώκεται; Οι λαϊκές μορφές αντίδρασης και αντίστασης στη βαυαρική απολυταρχία, δηλαδή οι διαδηλώσεις και ακόμη η ορεινή ληστεία, η οποία ήταν άμεση συνέχεια της κλέφτικης παράδοσης. Στα όρη κατέφευγαν ως ληστές οι απογοητευμένοι αγωνιστές της επανάστασης («σώματα πειναλέων αγωνιστών διατρεχόντων πάσαν την χώραν») και πολλοί ακτήμονες αγρότες που είδαν την ελπίδα της δίκαιης ανακατανομής των οθωμανικών κτημάτων να καταρρέει μπροστά στην εξουσία των γαιοκτημόνων και της Εκκλησίας. Οι κοινωνικοί αγώνες ενάντια στη νέα απολυταρχική εξουσία συνεχίστηκαν με νέες μορφές. Κατά μία έννοια, δεν σταμάτησε ποτέ η ανολοκλήρωτη μάχη για την κοινωνική χειραφέτηση.

Αυτές είναι όψεις του ιστορικού κυκεώνα που δεν κρύβει ούτε η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» –αλλά τις κρύβουν οι εθνικές εορτές.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[i]  Γ. Σκαρίμπας, Η αλήθεια για το ’21, εκδ. Κάκτος, 1995.

[ii] Γιώργος Δαρδανός, «Θεόφιλος Καΐρης – Δημήτριος Μπαλής. Δυο αγωνιστές για κοινωνική απελευθέρωση», στο «Θεόφιλος Καΐρης», Αθήνα, 1988

[iii] Ε. Χομπσμπάουμ, Η Εποχή των Επαναστάσεων, σελ. 157.

[iv] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ, σελ. 374.

[v] A. Κοραής, Τι συμφέρει εις την ελευθερωμένην από Τούρκους Ελλάδα να πράξη εις τας παρούσας περιστάσεις, δια να μη δουλωθή εις χριστιανούς τουρκίζοντας: διάλογος δύο Γραικών, Παρίσι 1830, σ. 14.

Πηγή: Αυτολεξεί

*

Εισήγηση του Shades: Συζητώντας για τον ελληνικό εθνικό σχηματισμό από τη σκοπιά της θεωρίας, της ιστορίας και της υλιστικής κριτικής

Η εισήγηση της Συντακτικής Ομάδας του περιοδικού στην εκδήλωση με το Γιάννη Μηλιό, 24 Μαρτίου 2021.

Φίλες και φίλοι. Εκ μέρους της Συντακτικής Ομάδας του Shades Magazine θα ήθελα να σας καλωσορίσω και να σας ευχαριστήσω που ανταποκριθήκατε στο κάλεσμα μας για την σημερινή εκδήλωση. Έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε σε αυτό τον πάνελ τον Γιάννη Μηλιό από το περιοδικό Θέσεις, που έχει κάνει μια εξαιρετική μελέτη πάνω στο θέμα που εξετάζουμε, και τον Βαγγέλη Μπαντέκα μέλος της αντιεθνικιστικής πρωτοβουλίας για το 1821 και διδάκτορα φιλοσοφίας στο τεχνικό πανεπιστήμιο του Βερολίνου.

Πιστεύουμε στ’ αλήθεια ότι μια τέτοια εκδήλωση είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν είναι μόνο τα συνταρακτικά γεγονότα που βιώνουμε τον τελευταίο χρόνο, είναι η διαχρονική πορεία του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού που πρέπει να δούμε διεξοδικά εάν και εφόσον θέλουμε να ανοίξουμε ένα νέο δρόμο για παραγωγή κριτικής και πρακτικής στον 21ο αιώνα ― μια περίοδος όπου ο κύκλος του ιστορικού εργατικού κινήματος έχει κλείσει με μια συντριπτική ήττα εις βάρος του. Να ανοίξουμε νέες θεωρητικές δυνατότητες στην υλιστική κριτική, να δώσουμε νέες ανταγωνιστικές ερμηνείες στην ιστορία κόντρα στην κυρίαρχη εθνική αφήγηση. Αυτός είναι με απλά λόγια και ο δικός μας στόχος από τη σημερινή εκδήλωση. Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να βάλω μερικές εισαγωγικές θέσεις πιο αναλυτικά για το πως βλέπουμε και εμείς το λεγόμενο εθνικό ζήτημα.

Ο εθνικισμός είναι η χαρακτηριστική μορφή της παράλογης αντίληψης. Με επιδημικότητα συνεχίζει να μολύνει ολόκληρο τον αστικό κόσμο, σε μια ιστορική περίοδο μάλιστα όπου, εξαιτίας της ανάπτυξης των τεχνικών δυνάμεων παραγωγής και του δυνητικού ορισμού της γης ως ενιαίου πλανήτη, ο εθνικισμός θα έπρεπε να έχει χάσει την ρεαλιστική του βάση και να έχει βρει την θέση του στο μουσείο της ιστορίας. Ωστόσο, ο εθνικισμός όχι μόνο επιβιώνει αλλά αποτελεί το κύριο συστατικό κάθε κυρίαρχης ιδεολογίας, ζει και αναπαράγεται όσο θα υπάρχει εκμετάλλευση ακόμα και μέσα από φαινομενικά αντίθετους πολιτικούς χώρους.

Πάγια θέση του εγχειρήματος μας είναι ότι πίσω από την κυρίαρχη εθνική αφήγηση συντάσσεται και ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορικής αριστεράς, και μάλιστα βρίσκεται αφομοιωμένη ολοκληρωτικά στους κυρίαρχους εθνικούς μύθους. Δεν είναι βέβαια μόνο οι μύθοι γύρω από τα γεγονότα του 1821. Ολόκληρη η ιδεολογία του ελληνικού αστικού κράτους έχει παγιδεύσει μέσα στη πορεία του χρόνου, μεγάλη μερίδα αυτής της ιδεολογικής αριστεράς ακόμα και ευρύτερα τμήματα του αντιφασιστικού και ανταγωνιστικού χώρου. Δεύτερη πάγια θέση μας, είναι ότι η κυρίαρχη ιστορική ερμηνεία στον ελλαδικό χώρο, έχει γραφτεί από τους νικητές του εμφυλίου πολέμου 1946-49, καθώς και από τους επίσημους ιστοριογράφους του ελληνικού κράτους που συχνά εναρμονίζουν την έρευνά τους με την επίσημη εθνική αφήγηση. Επιχειρούμε λοιπόν να δημιουργήσουμε ένα ρήγμα σε αυτήν την ιστοριογραφία προσπαθώντας να την επανεξετάσουμε από υλιστική σκοπιά. Δεν μπορεί να υπάρχει χειραφετική κριτική, δίχως μια συνολική κριτική του έθνους και της εθνικής ιδεολογίας.

Ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας της μαζικής επικράτησης των αστικών επαναστάσεων, της γέννησης των περισσότερων εθνικών κρατικών σχηματισμών και της συγκρότησης των εθνικών ταυτοτήτων. Αν και αυτή η διαδικασία δεν ξεκίνησε τον 19αι, ωστόσο, εδώ φαίνεται να παίρνει την μορφή που στις περισσότερες περιπτώσεις γνωρίζουμε σήμερα. Η λεγόμενη, λοιπόν, εποχή των επαναστάσεων φέρει μαζί της την εποχή της κατασκευής των εθνών και τον διαμελισμό του κόσμου σε έθνη-κράτη. Η διαδικασία εθνοποίησης των μαζών συνδέεται άμεσα με ένα ελευθεριακό πρόταγμα το οποίο εκδηλώνεται με μια ροή αγώνων που κορυφώνεται και αποκρυσταλλώνεται με τη συγκρότηση του αστικού κράτους. «Τα Έθνη, ως φυσικός, θεόσταλτος τρόπος ταξινόμησης των ανθρώπων, ως ένα εγγενές, καίτοι πολύ αργοπορημένο πολιτικό πεπρωμένο, είναι μύθος». Δεν είναι τα έθνη που συγκροτούν τον εθνικισμό αλλά ο εθνικισμός που συγκροτεί τα έθνη. Δεν υπάρχει ιστορική εξαίρεση όπου η διαδικασία εθνογέννεσης δεν συμπίπτει ή δεν έπεται από τη καπιταλιστικοποίηση του κοινωνικού σχηματισμού, είτε αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο ανάδυσης είτε της κυριαρχίας των κεφαλαιακών σχέσεων παραγωγής. Η συγκρότηση του ελληνικού έθνους-κράτους, για παράδειγμα, δεν αποτελεί εξαίρεση καθώς μεταξύ των μεγάλων αλλαγών που πραγματοποιούνται στον ασιατικό κοινωνικό σχηματισμό της Α. Μεσογείου είναι: 1ον η ιδιοποίηση των τιμαρίων από τους τιμαριώτες καθώς αυτά μετατρέπονται σε ιδιωτική ιδιοκτησία και αυτοί σε τσιφλικάδες. 2ον η αγροτική παραγωγή στις αγροτικές κοινότητες της σύγχρονης νότιας Ελλάδας υπάγεται σταδιακά στον έλεγχο του εμπορικού κεφαλαίου, από τα τέλη του 18ου αιώνα. Και 3ον η κυριαρχία καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στις αρχές του 19ου αιώνα με την ανάπτυξη του εμπορικού και εφοπλιστικού κεφαλαίου στα νησιά του Αιγαίου αλλά και η δημιουργία καπιταλιστικών κοινοτήτων στην ενδοχώρα με την ανάπτυξη της μανιφακτούρας.

Το Βασικό ιδεολογικό συνεκτικό στοιχείο των νεοκατασκευασμένων εθνικών αστικών κρατών ήταν το γνωστό ψέμα της ισονομίας, ανεξαρτήτως τάξης και κοινωνικού στρώματος. Το εθνικό κράτος εμφανίζεται ως ο υπερασπιστής όλων των μελών της Εθνικής Λαϊκής Κοινότητας, ενώ αποτελεί ρυθμιστή, το κέντρο άσκησης της ταξικής εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην πολυεθνική εργατική τάξη. Εμφανίζεται, λοιπόν, ως η ενσάρκωση του λαϊκού πνεύματος, ως η μεταφορά της μορφής-οικογένεια στο επίπεδο του πολιτικού (Χέγκελ). Επιβάλλει τον εαυτό του ως μια οργανικά ενοποιημένη κοινότητα λειτουργώντας στο πλαίσιο του «κοινού συμφέροντος» και της «εθνικής αδελφοσύνης» – καθώς βρισκόμαστε-όλοι-στην-ίδια-βάρκα – σε όλα τα σημεία εσωτερικά της κοινωνικής ολότητας, ενώ εξωτερικά εμφανίζεται και λειτουργεί ως πολιτικό υποκείμενο που αναγνωρίζεται ως τέτοιο από άλλα όμοιά του μέσα από το πλέγμα των παγκόσμιων σχέσεων εξουσίας. Έτσι, συγκαλύπτει τις συγκεκριμένες ταξικές σχέσεις εμφανίζοντάς τες ως αφηρημένες εθνικές, κάτι που αποτυπώνεται υλικά στο κάθε σημείο των ιστορικών κοινωνικών σχηματισμών, αλλά και στις προσωπικότητες, στην-κάθε-στιγμή των υποκειμένων που κατοικούν εκεί. Αυτή η διαδικασία μετασχηματισμού των ταξικών ανταγωνιστικών σχέσεων σε εθνικές, καθιστά το έθνος-κράτος θεμελιώδες στοιχείο της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και της αναπαραγωγής της αξίας. Η διαδικασία γέννησης των αστικών εθνικών κρατών – και του δικού μας ελληνικού – ήταν επίπονη, βίαιη και αιματηρή. Έτσι εδώ βλέπουμε, ότι η τύχη για παράδειγμα του «Διαχρονικού Άλλου», του Εβραίου που δεν κατάφερε ποτέ ιστορικά να αφομοιωθεί στην εθνική κοινότητα του Λαού, δεν ήταν ανεξάρτητη από αυτή την πορεία με αποτέλεσμα την τραγική κορύφωσή της στο τέλεια οργανωμένο εργοστάσιο θανάτου του Άουσβιτς. Εδώ δεν θα μπορούσε παρά να τεθεί το ερώτημα: τι μπορεί να σημαίνει πρόοδος και πως αυτή παλινορθώνεται σε οπισθοδρόμηση; Το έθνος, λοιπόν, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη συσπείρωσή του γύρω από ένα μαζικά διαδεδομένο ψέμα. Για να μπορέσει να υπάρξει η κοινότητα του Λαού πρέπει να παρανοηθεί η θέση του υποτελή μέσα στην ομίχλη της εθνικής ιδεολογίας. Όσο μεγαλύτερο είναι το εθνικό ψέμα, τόσο περισσότερο κινητοποιούνται οι μάζες, κάτι που ιστορικά βρίσκουμε στον ίδιο τον εθνικοσοσιαλισμό.

Γυρνώντας στο σήμερα, στην επέτειο των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821. Όσο η σημερινή καπιταλιστική κρίση οξύνεται, τόσο οι ανορθολογικές και μισαλλόδοξες κραυγές στο εσωτερικό του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους θα πληθαίνουν όλο και περισσότερο. Αυτές οι κραυγές έρχονται πράγματι από πολύ μακριά, αποτελούν την σύγχρονη έκφραση του ελληνικού εθνικισμού, της βασικής ιδεολογίας που συνόδευσε τη διαμόρφωση, την εξέλιξη και την εκάστοτε διαχείριση του συγκεκριμένου κοινωνικού καθεστώτος σ’ αυτή τη γωνιά των Βαλκανίων: από τη ρομαντική κατασκευή του 19ουαι. περί διαχρονικής συνέχειας του ελληνικού έθνους και τον μεγαλοιδεατικό επεκτατισμό, ως τον «Γ ́ ελληνικό πολιτισμό» του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου ― από τη μετεμφυλιακή αντικομμουνιστική εθνικοφροσύνη μέχρι τις χουντικές και τις ολυμπιακές φιέστες με τις χλαμύδες και τις περικεφαλαίες στους σύγχρονους μακεδονομάχους. Είναι το ίδιο κοινωνικό καθεστώς που σήμερα, για ακόμα μια φορά, ανακαλύπτει την ιδεατή συγκολλητική του ουσία τη στιγμή ακριβώς που σε ύστερη φάση, πνίγεται στις αντιφάσεις της εσωτερικής του αποσύνθεσης: η πιο βαθιά καπιταλιστική κρίση εδώ και έναν αιώνα βρίσκει την Ψωροκώσταινα πληθυσμιακά, οικονομικά και κοινωνικά αποδεκατισμένη. Το βάπτισμα του νέου καθεστώτος καπιταλιστικής συσσώρευσης θα εμφυσήσει την αίσθηση της ιερότητας του γένους στους υποτελείς του, της φαντασιακής υπεροχής τους απέναντι σε Σλάβους, Βούλγαρους, Αλβανούς και Τούρκους.

Συγκεκριμένα τώρα, όσον αφορά την ελληνική εθνική κυρίαρχη ιδεολογία: στηρίζεται στο μύθευμα, του φυλετικά αδιάσπαστου γένους, δηλαδή σε μια υποτιθέμενη συνέχεια του ελληνικού έθνους από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα στη νεωτερική εποχή. Συνοπτικά, η πιο κλασική εκδοχή αυτού του εθνικού μύθου είναι η ύπαρξη ενός ενιαίου γλωσσικά, πολιτισμικά και φυλετικά υποκειμένου που, από την εποχή του χαλκού, ζει και αναπαράγεται στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα το ελληνικό κράτος, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ανεξάρτητα από τις οικονομικές και κοινωνικές βαθμίδες εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών, το ελληνικό έθνος φαντασιώνεται ότι παραμένει αναλλοίωτο και μη αναμεμιγμένο με άλλους λαούς. Πάνω στην αιώνια ιστορική συνέχεια του ελληνικού έθνους στηρίζεται στη πραγματικότητα ολόκληρη η εθνική ιδεολογία. Η διαστρέβλωση της ιστορίας είναι το βασικό συστατικό της. Σε αυτό το πλαίσιο η ιστορία λαμβάνει τον χαρακτήρα ενός φετίχ: συγκαλύπτει τις αντικειμενικές, αντιθετικές, εσωτερικές ταξικές σχέσεις που διέπουν τον κοινωνικό σχηματισμό και τον συγκροτούν ιστορικά, με μια πλασματική σχέση- φάντασμα, με μια ιστορία υποτιθέμενης απώθησης και επανεμφάνισης της εθνικής ιδέας και συνείδησης. Υφαρπάζοντας επιλεκτικά σπαράγματα της ιστορίας δομούν μια καλοφτιαγμένη ψευτο-αφήγηση. Η φετιχοποιημένη ιστορία είναι αυτή που βλέπει την ιστορία γραμμικά, εσχατολογικά, διακρίνοντας ξεκάθαρα μια πρωταρχική αγνή στιγμή του λαού αλλά και το τελικό του σημείο, την ολοκλήρωση του έθνους, την πραγμάτωση, δηλαδή, της Μεγάλης Ιδέας. Τα τέσσερα κατηγορήματα – όμαιμον, ομόγλωσσον, ομότροπον, ομόθρησκον – εμφανίζονται πάντα προσκολλημένα με μια τοπικότητα, αυτό είναι το υπεραιώνιο έδαφος, ο χώρος κίνησης της εθνικής ιστορίας. Γνωστό παράδειγμα αυτού του είδους ιστοριογραφίας είναι αυτό του Κωνσταντίνου Παπαρηγόπουλου όπου σε ένα μείζον πολιτικό εγχείρημα δομεί την ελληνική εθνική ιδέα, επινοεί τον ελληνισμό. Η ιδεολογική σφυρηλάτηση του έθνους, λοιπόν, είναι μια απαραίτητη συνθήκη για τις επιδιώξεις του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους, στους ανταγωνισμούς του με αντίπαλα εθνικά καπιταλιστικά κρατικά στρατόπεδα και τα συμφέροντά τους όπως γίνεται σήμερα και με τους ανταγωνισμούς του με την Τουρκία.

Στα εκπαιδευτικά ιδρύματα του αστικού κράτους, η εθνική χειραγώγηση του πληθυσμού έχει κεντρικό χαρακτήρα. Το κουτσούρεμα της ιστορίας και η προσαρμογή της ώστε να υποστηρίζει τον εθνικό μύθο ανάλογα με τις ανάγκες κάθε εποχής έχει γίνει με διάφορους ευφάνταστους τρόπους. Εκεί, αποτυπώνεται με ξεκάθαρο τρόπο, πως το αστικό εθνικό κράτος βλέπει τον εαυτό του, πως αντιμετώπισε του εχθρούς του κατά την περίοδο της κατασκευής του και πως εφευρίσκει τους δικούς του ήρωες. Εκεί απεικονίζεται ολόκληρος ο εθνικός μύθος. Στα βιβλία της εθνικής ιστορίας του σχολείου, οι μαθητές και μαθήτριες “μαθαίνουν» για την υπεροχή του «ελληνικού πολιτισμού» από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα. Αυτή η λατρεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που παίρνει σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα εξαλείφει όποια στοιχεία ψευτο-ορθολογικότητας είχαν απομείνει και παλινορθώνεται σε αυτό που είναι πραγματικά: τον απόλυτο μύθο. Η εικονοκλαστική ερμηνεία της αρχαιότητας που έφερε η Αναγέννηση γίνεται κομμάτι αυτής της θρησκευτικής αφοσίωσης. Οι υποτελείς του σύγχρονου ελληνικού καπιταλιστικού κράτους θεωρούνται από αυτήν την ιστορία απόγονοι των αρχαίων ελληνικών πόλεων, ενώ το Βυζάντιο, που ως γνωστό, ήταν και ο νεκροθάφτης της αρχαίας παγανιστικής θρησκείας και του ελληνιστικού στοιχείου γενικότερα, θεωρείται η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Οι υποτελείς του εθνικού κράτους καλούνται να θυσιαστούν αν χρειαστεί, όπως και οι υποτιθέμενοι πρόγονοι τους, σε κάποιο μελλοντικό πόλεμο.

Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο ότι κουβέντα δεν γίνεται σχεδόν ποτέ για εκείνα τα ιστορικά γεγονότα που ήταν καθοριστικά για να επιβιώσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος στον αγώνα του με τα αντίπαλα στρατόπεδα, ότι δηλαδή έπρεπε δώσει προτεραιότητα στην εθνική ομογενοποίηση του πληθυσμού. Μεγάλη μερίδα πληθυσμού μέσα σε αυτό νεοκατασκευασμένο κράτος δεν μιλούσε ελληνικά ούτε είχε κάποιου τύπου «ελληνική εθνική συνείδηση». Στον ελλαδικό χώρο ζούσε ένα μωσαϊκό διαφορετικών μειονοτήτων με διαφορετική γλώσσα και παράδοση. Στη γεωγραφική περιοχή που βρίσκεται σήμερα το ελληνικό κράτος, πριν την ελληνική αστική επανάσταση του 1821 και μετά, ζούσαν μειονότητες όπως οι Βλάχοι, οι Αρβανίτες, Μακεδόνες, Εβραίοι, Τσιγγάνοι και πάρα πολλοί άλλοι. Οι μειονότητες που ενσωματώθηκαν σταδιακά μέσα στο ελληνικό κράτος, σε μεγάλο βαθμό γνώρισαν τι σημαίνει βία και καταπίεση. Τους απαγορεύτηκε να μιλούν την γλώσσα τους, να αναπαράγουν τα έθιμα και τα τραγούδια τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σήμερα η Ελλάδα είναι ένα κράτος που δεν αναγνωρίζει τις μειονότητες, γιαυτό και για μας ως Shades παραμένει ένα κεντρικό αίτημα.

Στο βιβλίο του 1821- ιχνηλατώντας το Έθνος, το Κράτος και τη Μεγάλη Ιδέα, (ο Γιάννης Μηλιός) επισημαίνει ότι η παραδοσιακή εθνοκεντρική προσέγγιση αντιλαμβάνεται το έθνος «ως μια κοινότητα που η ύπαρξή της δεν ανάγεται στο εκάστοτε κοινωνικό και πολιτικό σύστημα … και … αποτελεί πάντα ένα ‘‘δεδομένο’’ που προηγείται των μορφών οργάνωσης της κοινωνίας, τις οποίες εξετάζουν η ιστορική έρευνα και ευρύτερα οι κοινωνικές επιστήμες». Στο βιβλίο, λοιπόν, ακολουθείται η αντίστροφη πορεία. Στην αρχή ερευνώνται οι συνθήκες μέσα στις οποίες ωριμάζει το φαινόμενο της ευρείας εθνικής πολιτικοποίησης των μαζών στη βαλκανική χερσόνησο και μάλιστα κατά τη στιγμή που εκδηλώνεται με τη μορφή επαναστατικών επεισοδίων, τα πιο επιτυχή από τα οποία παρατηρούνται στις περιοχές του νότιου ελλαδικού χώρου και τα νησιά. Ζητούμενο εδώ είναι το περιεχόμενο και τα όρια του ελληνικού έθνους καθώς και οι παράγοντες που συνετέλεσαν στον μετασχηματισμό ενός τμήματος των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε εθνικά πολιτικοποιημένη κοινότητα που με την επανάσταση έχει ως στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους.

Θα ήθελα να τελειώσω την εισήγηση μου με μια πρόσκληση. Καλούμε τις ελάχιστες αντιεθνικιστικές φωνές και όσες-ους βρίσκουν στις μέρες μας αναγκαίο να ανοίξουν δρόμοι διαλόγου και σύμπλευσης πάνω σε αυτά τα τόσο κομβικά ζητήματα να μην διστάσουν να έρθουν σε επαφή μαζί μας. Σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα μας παραμένει ανοιχτό σε κάθε φίλο και φίλη να μας στείλει ερωτήσεις, κριτική ή και πρόσκληση για κοινούς αγώνες σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη εποχή. Το ανταγωνιστικό κίνημα λοιπόν ή θα είναι αντι-εθνικό ή καθόλου ανταγωνιστικό.

Πηγή: The Shades Mag

Βιβλίο: Έρημος (Μετάφραση του βιβλίου Desert)

Στις καρδιές μας, όλα ξέρουμε πως ο κόσμος δεν θα σωθεί.

Μπορεί η διάψευση παραισθήσεων να είναι απελευθερωτική?

Τι πιθανότητες για ελευθερία και αγριάδα μπορεί να κλείσουν, ή να ανοίξουν, απο την ασταμάτητη κλιματική αλλαγή, την αυξανόμενη παρακολούθηση, και τις αντιφάσεις του πολιτισμού?

Σε αυτά τα ερωτήματα απαντά το βιβλίο Έρημος, που υπάρχει, εκτός από γερμανική, πλέον και σε ελληνική μετάφραση, και που είναι μία αρκετά απλή εισαγωγή σε κάποιες πράσινες, αντι-πολιτισμικές, και αναρχικές ιδέες. Γραμμένο από ανώνυμ_ συγγραφέα.

Συνημμένο pdf της μετάφρασης.

Για επικοινωνία: tomvns@protonmail.com

Αρχεία:

desert_4.5.pdf

Πηγή: Athens Indymedia

Σκέψεις αναφορικά με τον σύγχρονο αναρχικό διεθνιστικό εξεγερσιακό και αφορμαλιστικό γαλαξία

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟN ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΟ ΕΞΕΓΕΡΣΙΑΚΟ KAI ΑΦΟΡΜΑΛΙΣΤΙΚΟ ΓΑΛΑΞΙΑ

(Για ένα νέο αναρχικό μανιφέστο)

Σημείωση για τον αναγνώστη

Οι σκέψεις που ακολουθούν είναι ο καρπός ενός μακρύ διαλόγου με περισσότερους συμμετέχοντες, που έχει αρχίσει εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, μεταξύ συντρόφων από διαφορετικές περιοχές του πλανήτη που ωρίμασαν την πεποίθηση όχι μονάχα της αναγκαιότητας μιας ελεύθερης, έντιμης και θετικής συζήτησης μεταξύ των διαφόρων συνιστωσών του αναρχικού γαλαξία της αφορμαλιστικής εξεγερσιακής τάσης, αλλά επίσης ότι έφτασε πλέον ο καιρός της υλοποίησής της. Κατά βάθος, από την ελεύθερη συζήτηση, αναφάνηκαν βεβαίως διαφορές προσεγγίσεων επάνω σε πολλαπλά ζητήματα και ιδιαίτερα σημεία, βάζοντάς μας όλους εμπρός από την δυνατή επίλυση διαφόρων προβληματικών και απόψεων, έχοντας έτσι τα ερεθίσματα να εμβαθύνουμε σε πράγματα και καταστάσεις που έμοιαζαν, αρχικά, απροσπέλαστα ή σχεδόν. Ήταν ακριβώς κατά τη διάρκεια αυτών των εμβαθύνσεων που έγιναν εμφανείς απρόσμενες δυσκολίες, αλλά που χωρίς αμφιβολία έχουν μια αξιοσημείωτη σημασία μέσα στο πλαίσιο αυτών των σκέψεων, που, αποτελεί στόχο μας, να τις κυκλοφορήσουμε σε όλες τις γλώσσες και σε όλους τους τόπους της υδρογείου, ούτως ώστε οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι να τις γνωρίσουν. Οι δυσκολίες οι οποίες αναφάνηκαν κάθε φορά που επιχειρήθηκε εμβάθυνση των ζητημάτων οφείλονται σε διαφορετικές τάξεις προβλημάτων, στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους, μεταξύ των οποίων: α) η μη τέλεια αντιστοιχία των εννοιών των λέξεων μιας γλώσσας μεταφρασμένης σε μια άλλη, διότι χάνονται σε πολλές περιπτώσεις ορισμένες ιδιαιτερότητες που έχουν, μέσα στο πλαίσιο των σκέψεών μας, θεμελιώδη σημασία! β) η διαφορετική σημασία που λαμβάνουν κατά τη διάρκεια του χρόνου, μέσα σε μια δεδομένη γλώσσα, λέξεις και έννοιες εύκολα μεταφρασμένες σε μια άλλη γλώσσα, αλλά που σε ορισμένες περιπτώσεις παραποιούνται μέσα στην μετάφραση! γ) η ιδιαίτερη χρήση συγκεκριμένων όρων και εννοιών που έκανε, κατά τη διάρκεια επίσης περιορισμένων χρονικών διαστημάτων, κάθε διαφορετικό τμήμα του κινήματος, κυρίως των νέων γενεών, σε διαφορετικούς τόπους, για αυτόν ακριβώς το λόγο κατέστη απαραίτητη η εννοιολογική προσαρμογή των λέξεων ούτως ώστε να μην απομακρύνονται πολύ από την αρχική τους έννοια, και ταυτόχρονα να μην αποκρύπτεται η ουσία της σκέψης που αποτυπώνουν. Προσκαλούμε τις συντρόφισσες και τους συντρόφους να λάβουν επαρκώς υπόψη τους τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν ώστε να ολοκληρωθεί ένα τελικό κείμενο το οποίο μέσα στις διαφορετικές γλώσσες να είναι δυνατό να προκύπτει όσο το δυνατό εγκυρότερο όσο αφορά την κατανόησή του και επίσης στους συντάκτες του να παραχωρηθούν όλα τα δυνατά ελαφρυντικά αν μονάχα εν μέρει κατάφεραν να προσεγγίσουν αυτό το οποίο είχαν βάλει σαν στόχο τους. Φυσικά θα είναι μονάχα η κατανόηση, η χαρά και η εμπιστοσύνη των συντροφισσών και των συντρόφων που θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν στο έπακρο όλες τις δυναμικές του αναρχικού σύμπαντος της αφορμαλιστικής, εξεγερσιακής και διεθνιστικής τάσης.

Εισαγωγή

Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από τη γη: το φάντασμα της Αναρχίας.

Ενάντια σε αυτό ορκίστηκαν συλλήβδην όλα τα κράτη του κόσμου! Το κεφάλαιο και οι θρησκείες! Δημοκρατικές και φασιστικές! παγκοσμιοποιητικές και εθνικιστικές ! σοσιαλδημοκρατικές! λαϊκιστικές και μαρξιστικές κάθε είδους. Από αυτό ακριβώς το γεγονός πηγάζουν δύο συνέπειες : – η πρώτη είναι ότι ο ίδιος ο αναρχισμός αναγνωρίζεται ήδη σαν μια δύναμη από πλευράς του συστήματος της τεχνο-μεταβιομηχαν-ετερο-πατριαρχικής κυριαρχίας που υποτάσσει σήμερα ολόκληρο τον κόσμο! – η δεύτερη είναι ότι έφτασε πλέον ο καιρός ώστε οι αναρχικές και οι αναρχικοί να εκφράσουν στο φως της ημέρας (όπως και στο σκοτάδι της νύχτας) μπροστά σε ολόκληρο τον κόσμο, τις ιδέες τους, τις τάσεις τους, τις επιθυμίες τους και να επιβεβαιώσουν τον πανάρχαιο αγώνα τους ενάντια σε κάθε εξουσία, συγχρονίζοντας έτσι τα βήματά τους με εκείνο τον μαύρο θρύλο του αναρχικού φάσματος συνοδευόμενο από ένα σύνολο σκέψεων για τον εικοστό πρώτο αιώνα. Αυτές οι σελίδες στοχεύουν να αποτελέσουν μια πολύ ταπεινή συνεισφορά προς αυτή την κατεύθυνση καθώς και μια ανένδοτη άσκηση αναρχικής επιβεβαίωσης, φτιάχνοντας μια ατζέντα διαλόγων στο εσωτερικό του πολύχρωμου αστερισμού των ομάδων (και των ατομικοτήτων) που συνθέτουν την αφορμαλιστική και εξεγερσιακή τάση! Λόγος για τον οποίο προτείνουμε στη θεώρηση όλων των αναρχικών των διαφορετικών περιοχών του κόσμου το ακόλουθο σύνολο των αναλύσεων, που συντάχθηκε από διαφορετικά χέρια και από διαφορετικές περιοχές του πλανήτη, ούτως ώστε να συγκεντρωθούν οι ανησυχίες, οι σκέψεις και οι πρακτικές ολόκληρου του γαλαξία των εντάσεων πέρα από κάθε γλωσσικό εμπόδιο. Ελπίζουμε ότι αυτή η προσπάθεια θα διευκολύνει την αναγκαία θεωρητικό-πρακτική ανανέωση και τον επανακαθορισμό των (θεμελιωδών) χαρακτηριστικών μας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ριζοσπαστική κριτική της εξουσίας και την ανάπτυξη της ηθικής της ελευθερίας, δίνοντας ζωή σε ένα νέο κοινό αναρχικό παράδειγμα, ικανό να προσπεράσει την παρούσα διασπορά και να αμβλύνει τις εσωτερικές διαφορές, αναγνωρίζοντας τις ασυμβίβαστες αλλά πάντα καλοδεχούμενες διαφορετικότητες, κατευθύνοντας όλες τις εντάσεις στην υποστήριξη του κοινού μας υποστρώματος και την υλοποίηση ενός διεθνούς “τόπου-χώρου” που να εμπεριέχει την άμεση ιδιοποίηση κάθε μορφής επίθεσης στις κατεστημένες αλλά και στις υπό κατασκευή εξουσίες. Εμπρός από την ντροπιαστική παράλυση των τμημάτων του αποκαλούμενου “κινήματος”, που σήμερα χειροκροτούν την εξουσία και υπακούν χωρίς επιφυλάξεις στα κελεύσματα του κράτους προωθώντας τον εγκλεισμό και “την υγιή απόσταση”-εναπόκειται σε εμάς περισσότερο από ποτέ να δώσουμε την ώθηση στην αναρχική δυναμική και να διασπείρουμε την εξέγερση στους τέσσερεις ορίζοντες, μπροστά από την επέλαση του καινούριου συστήματος της κυριαρχίας που αναπτύσσεται (πολύ περισσότερο εξουσιαστικό και θηρευτικό από κάθε άλλο του παρελθόντος και του παρόντος). Ζούμε σε καιρούς πανδημιών: σε εμάς εναπόκειται να διασπείρουμε τον ιό της αναρχικής εξέγερσης σε όλα τα σύνορα της γης μέχρι που να μην μείνει ίχνος από το υπάρχον ! Κρατάμε μια ασφαλή απόσταση από την εξουσία και ανάβουμε τη φλόγα που θα επεκταθεί από άκρη σε άκρη σε ολόκληρο το λιβάδι!

Η ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ “ΕΡΓΑΣΙΑΣ”

Εδώ και πολύ καιρό υπάρχει το αίτημα του δικαιώματος στην εργασία, του δικαιώματος στο ψωμί και, ειλικρινά, μέσα στην εργασία εκβαρβαριζόμαστε […} Εμείς οι αναρχικοί, αισθανόμαστε την ταπείνωση αυτού του αγώνα για να μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την πείνα και υπομένουμε την προσβολή να πρέπει να ζητιανέψουμε ένα κομμάτι ψωμί που μας παραχωρείται κάθε τόσο, σαν ελεημοσύνη με την προϋπόθεση να απαρνηθούμε ή να βάλουμε στο ντουλάπι τα άχρηστα εργαλεία του αναρχισμού μας (αν δεν θέλετε να χρησιμοποιήσετε παράνομα μέσα για να υπερασπίσετε το δικαίωμα σας στη ζωή, θα σας απομείνει μονάχα το νεκροταφείο σαν τόπος ανάπαυσης).

Σεβερίνο ντι Τζοβάνι

Οι δύο τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα και οι πρώτες δύο αυτού του εικοστού πρώτου αιώνα είδαν την επιθετική αναγέννηση της αναρχίας, με ιδιαίτερο τρόπο της εξεγερσιακής και αφορμαλιστικής τάσης, ειδικά στην Ευρώπη και στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Αυτό το αναρχικό “νέο ξύπνημα” οφείλεται, όσον αφορά τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του, σε δύο παράγοντες που εδραιώθηκαν και διαπλέχθηκαν μεταξύ τους ποικιλοτρόπως μέσα στο πέρασμα του χρόνου, πέρα από την, εν μέρει ευνοϊκή, συγκυρία που κατέστησε δυνατό το σημαντικό φαινόμενο του ‘68 και την ανεπανάληπτη εμπειρία του ιταλικού ‘77. Ο πρώτος παράγοντας είναι αποκλειστικά εσωτερικός στο αναρχικό κίνημα, στο βαθμό που αναπτύσσεται με αφετηρία την κριτική ενός τμήματός του, σε ορισμένους “τοπικούς” κύκλους, του ακόμη την εποχή εκείνη, μεγάλου τμήματος του οργανωμένου αναρχισμού μέσα σε δομές σύνθεσης (κατά κύριο λόγο Ομοσπονδίες) και παράπλευρες συνδικαλιστικές δομές (επαναστατικός συνδικαλισμός ή αναρχοσυνδικαλισμός). Ο δεύτερος παράγοντας που αφορά με ιδιαίτερο τρόπο αυτό το “νέο ξύπνημα” είναι η οριστική κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού (με αφετηρία το 1989), που καθόρισε σε παγκόσμιο επίπεδο την ανεπανόρθωτη κρίση κάθε μαρξιστικής ψευδαίσθησης σε όλες τις εκδοχές της και την ηχηρή χρεοκοπία της ιδεολογίας τους. Οι δύο παράγοντες αφομοιώνονται μεταξύ τους, όντας το αποτέλεσμα της “ολοκλήρωσης” ενός καπιταλιστικού κύκλου, ειδικότερα της εκδοχής που υπερίσχυε ο έντονα βιομηχανικός του χαρακτήρας καθώς και του αντίστοιχου πολιτικού του προσώπου: του κράτους-έθνους. Ο καπιταλισμός και το σύγχρονο κράτος, οι δύο συμπληρωματικές απόψεις της κοινωνικο οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας που αναδύθηκε μέσα από την μεσαιωνική κοινωνία, εξύψωσαν σε κυρίαρχο στοιχείο της ζωής των ανθρώπων την ΕΡΓΑΣΙΑ, ή μια από τις στιγμές που συναποτελούν την ανθρώπινη ζωή που μονάχα τεχνητά είναι δυνατό να κατατμηθεί σε “τομείς”. Αποτελεί γεγονός ότι, από την απαρχή της γέννησης της οικονομικής επιστήμης (δηλαδή της μελέτης, της ανάλυσης και της ερμηνείας των διαφόρων παραγόντων που συντρέχουν στη λειτουργία και την ανάπτυξη του κεφαλαίου), έφτασαν στο συμπέρασμα ότι στο να παραχθεί το κέρδος, χρειάζεται η ίδια η ανθρώπινη ΕΡΓΑΣΙΑ, ή η δαπάνη ενέργειας από πλευράς των ανθρώπων που συντονίζονται μέσα στην παραγωγική διαδικασία. Χωρίς αυτή τη δαπάνη ενέργειας από πλευράς των ανθρώπινων όντων ούτε η γη, ούτε οι πρώτες ύλες, ούτε τα υπόλοιπα παραγωγικά εργαλεία (δρεπάνι, σφυρί, αργαλειός ή βιομηχανία είναι αυτή) δεν θα μπορούσαν να αυξήσουν το επενδυμένο κεφάλαιο, το οποίο μονάχα στο τέλος του εργασιακού κύκλου είναι περισσότερο συμπαγές από το αρχικό.

Φυσικά, σε καπιταλιστικό καθεστώς το στοιχείο “εργασία” είναι έννοια που προκύπτει από τη στενή σημασία που αυτή έχει (δαπάνη ενέργειας και χρόνου από πλευράς των προλεταριοποιημένων-εργαζόμενων, δηλαδή αυτών που είναι εξαναγκασμένοι να πουλούν τους εαυτούς τους στο κεφάλαιο σε αντάλλαγμα του αναγκαίου για την επιβίωσή τους), όμως περιλαμβάνει χωρίς διάκριση το σύνολο των δραστηριοτήτων και των ανθρώπινων στιγμών που κινητοποιούνται μέσα στην παραγωγή του κέρδους : την δαπανόμενη ενέργεια των εργαζομένων με την στενή έννοια, το χρόνο που δαπάνησε ο καπιταλιστής ούτως ώστε να εκμεταλλευτεί καλύτερα το συντονισμό της ενέργειας των εργαζομένων, έτσι όπως και το χρόνο καθώς και το απαιτούμενο κεφάλαιο από πλευράς των χρηματοδοτικών δομών που είναι απαραίτητες μέσα στις διάφορες παραγωγικές διαδικασίες. Είναι αυτή ακριβώς η έννοια της εργασίας που-ενιαία με τις υπόλοιπες ιδεολογικές εκδοχές των διαφόρων επιστημών (θετικισμός, προοδευτισμός, ιστορισμός καθώς και όλων των υπολοίπων – ισμών) – στήριξε μέχρι σήμερα το σύστημα του κεφαλαίου-κράτους. Όχι τυχαία άλλωστε επινοήθηκε για την περίσταση το σλόγκαν: “Η εργασία εξευγενίζει τον άνθρωπο”, που συνοδεύει το σύστημα από την αρχική στιγμή της πρωτογενούς συσσώρευσης του κεφαλαίου και που σηματοδοτεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο το πέρασμα από την κυριαρχία του εμπορίου ως πηγής πλούτου, στην κυριαρχία της “εργασίας” ως πηγή συσσώρευσης του “πλούτου των εθνών”. ¨Όλες οι εκδοχές του “σοσιαλισμού”, συμπεριλαμβανομένου του αναρχισμού, δεν έθεσαν στην ουσία υπό αμφισβήτηση αυτή την ιδεολογία, έτσι ώστε, εξαιρουμένων των έντονων κριτικών στο καπιταλισμό για τα καταστρεπτικά και απάνθρωπα αποτελέσματα που αποτελούν την ίδια του τη φύση, επικράτησε η ιστορικιστική άποψη με έντονα μαρξιστικά χαρακτηριστικά (που όμως είχε προηγουμένως ευρέως υποστηριχθεί από τον Προυντόν καθώς και από άλλους πριν από αυτόν) σύμφωνα με την οποία ο καπιταλισμός (στην βιομηχανική του εκδοχή) θα αντιπροσώπευε την ανάπτυξη στο μέγιστο βαθμό των παραγωγικών δυνατοτήτων του ανθρώπινου είδους, καθορίζοντας έτσι την μακροσκοπική αντίφαση του ίδιου του καπιταλισμού, δηλαδή από τη μια την κοινωνικοποίηση της εργασίας (για την αναγκαία συλλογική βιομηχανική παραγωγή) και από την άλλη την ιδιωτική ιδιοποίηση (από πλευράς των καπιταλιστών) μέρους της συλλογικής εργασίας (το κέρδος). Η έλευση της επίλυσης της αντίφασης – η κοινωνικοποίηση του κέρδους σε ακολουθία της απαλλοτρίωσης των μέσων παραγωγής από πλευράς των εργαζομένων (προλεταριάτο) – θα αντιπροσώπευε στο μέλλον την υλοποίηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή τη δημιουργία της ισότιμης κοινωνίας μέσα στην οποία η εκμετάλλευση, η καταπίεση, η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο θα εξαφανίζονταν για πάντα από το πρόσωπο της γης (αναπαράσταση του μελλοντικού παραδείσου επί της γης χάρη στη δράση των ίδιων των δυνάμεων του ανθρώπινου είδους που θα ωρίμαζαν και θα αξιοποιούσαν κατά τη διάρκεια της ιστορίας τα αποφασιστικά στοιχεία προς την απελευθερωτική κατεύθυνση). Είναι μέσα στους κόλπους της “ιδεολογικο-πολιτισμικής” και υλικής κυριαρχίας του κεφάλαιου κράτους που ο αναρχισμός, επίσης κατά τη διάρκεια της πλήρους ωρίμανσης του επεξεργάστηκε, κατά τις δεκαετίες του περάσματος από τον δέκατο ένατο στον εικοστό αιώνα, το δικό του παράδειγμα, με τρόπο απόλυτα παρόμοιο, για την αλήθεια, με τα κόμματα και τα σοσιαλιστικά και κομουνιστικά κινήματα της εποχής του: η ειδική αναρχική οργάνωση και η αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, αντανακλούν την από τότε επικρατούσα αντίληψη του αναρχισμού, επικεντρωμένη επάνω στη συσπείρωση των προλεταριακών δυνάμεων μέσα σε ένα μέτωπο ικανό να πάρει στην κατοχή του τα σημαντικότερα παραγωγικά μέσα ώστε επιτέλους να τα κοινωνικοποιήσει με τη βία και να δώσει έτσι ζωή στην νέα “ελευθεριακή κοινωνία”. Η “υλική στιγμή”, ή όλα αυτά που σχετίζονται με την παραγωγή των εμπορευμάτων και κατά συνέπεια αφορά την “εργασία” και το “κέρδος”, δηλαδή την ίδια την ουσία που κυριαρχεί την καπιταλιστική κοινωνία, δεν τέθηκε ποτέ υπό συζήτηση από πλευράς καμιάς εκδοχής του σοσιαλισμού αλλά αντίθετα παραπέμφθηκε μέσα στην κεντρική υπόθεση της προφασιζόμενης απελευθερωμένης αυριανής κοινωνίας.

Μέσα στα πλαίσια μιας παρόμοιας οπτικής είναι συνεπής η στόχευση, επίσης και από πλευράς του αναρχισμού, γύρω από τον κόσμο της εργασίας, ειδικότερα επάνω στο προλεταριάτο και στους μηχανισμούς της εκμετάλλευσής του (εξαγωγή του κέρδους), πάνω στους οποίους θα ασκηθεί πίεση με στόχο την ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων, την επανάσταση διαμέσου της αναπόφευκτης γενικευμένης εξέγερσης που θα καταστήσει εφικτή την απαλλοτρίωση, από πλευράς των εργαζομένων, των κύριων και σημαντικότερων μέσων παραγωγής. Είναι προφανές, σύμφωνα πάντα με αυτή την αντίληψη, ότι τα κυρίαρχα μέσα παραγωγής σε καπιταλιστικό καθεστώς θεωρούνται απαραίτητα και αναγκαία επίσης και μέσα στην απελευθερωμένη κοινωνία! Από το γεγονός αυτό πηγάζει η προσοχή για τη διασφάλισή τους κατά τη διάρκεια της εξεγερσιακής επαναστατικής διαδικασίας με στόχο την μελλοντική χρήση τους. Δεδομένων αυτών των πραγμάτων, η επαναστατική συνδικαλιστική οργάνωση, εμπνευσμένη από τις αρχές του αναρχισμού, καθίσταται ο μοχλός διαμέσου του οποίου είναι δυνατό να επιχειρηθεί το πέρασμα στην αναρχία. Αν η ρωσική επανάσταση του 1917 φαίνεται να επιβεβαιώνει όσο αφορά συγκεκριμένες εκδοχές την αναρχική αντίληψη και ο ίδιος ο αναρχοσυνδικαλισμός ενδυναμώνεται, η λενινιστική μπολσεβίκικη αντεπανάσταση καθορίζει ένα πρώτο μπλοκάρισμα, στο βαθμό που ο καλύτερος “ρωσικός” αναρχοσυνδικαλισμός που επέζησε από την κομουνιστική εξόντωση και εξαναγκάστηκε στην εξορία, γοητευμένος μ΄ενα συγκεκριμένο τρόπο από τις μπολσεβίκικες μεθόδους προωθεί την υπόθεση μιας ειδικής οργάνωσης-αυστηρά πειθαρχημένης- η οποία θα μπορούσε υποθετικά να ανταγωνιστεί το λενινιστικό κόμμα: την “Πλατφόρμα του Άρσινοφ”.

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια παντομίμα προφάσεων αποτελεσματικότητας με κομματικές αξιώσεις, η οποία δεν κατόρθωσε ποτέ να υπερβεί την κριτική ανάλυση των πιο επιφανών αναρχικών της δεκαετίας του είκοσι του περασμένου αιώνα (Ερίκο Μαλατέστα, Καμίλο Μπερνέρι, Αλεξάντερ Μπέρκμαν, Έμμα Γκόλντμαν, μεταξύ άλλων). Είναι βέβαιο ότι η επικρατούσα άποψη της μεγάλης πλειοψηφίας του αναρχισμού της εποχής εκείνης δεν υπέβαλε ποτέ στο φως της κριτικής τα θεμέλια της καπιταλιστικής κοινωνίας και διατήρησε έτσι την εργασία ως σπονδυλική στήλη του επαναστατικού αναρχικού σχεδίου και κατά συνέπεια τον ίδιο τον αναρχοσυνδικαλισμό ως κύριο άξονα. Θα είναι ακριβώς μέσα στα πλαίσια της ισπανικής επανάστασης του 1936-39 που θα αναδυθούν σε όλη τους την αρνητική έκταση ορισμένα από τα μακροσκοπικά όρια αυτής της ιδιάζουσας αντίληψης που θεώρησε ανέκαθεν προνομιακή μια ιδιαίτερη στιγμή της ανθρώπινης εμπειρίας όταν αντίθετα θα έπρεπε να διευκολύνει τη συμβίωσή της με όλες τις άλλες στιγμές της ζωής. Η “εργασία”, με όποιο τρόπο και αν εννοηθεί, έτσι όπως κάθε άλλο στοιχείο της ζωής και του ίδιου του αγώνα ενάντια σε κάθε σύστημα κυριαρχίας, δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει, μέσα στην ελεύθερη από κάθε καταναγκασμό ζωή, καμιά απολύτως προνομιακή στιγμή πάνω στην οποία να “προσαρμοστούν” όλες οι υπόλοιπες στιγμές. Είναι μέσα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας και του κράτους, στο οποίο καθίσταται απολύτως αναγκαία η εξαγωγή της υπεραξίας (του κέρδους) ώστε να καλυφθούν οι αναγκαιότητες του κεφαλαίου και της γιγαντιαίας γραφειοκρατικής, στρατιωτικής, πολιτικής και ιδεολογικής μηχανής που τους αντιστοιχεί, που η “υλική βάση”, δηλαδή η εργασία και η οργάνωση της παραγωγής, αντιπροσωπεύει τον θεμελιώδη πυλώνα πάνω στον οποίο πρέπει να προσαρμοστούν, επιλέγοντάς τα, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του πολύπλοκου συνόλου της ανθρώπινης ζωής. Είναι μέσα στο πλαίσιο του κράτους-κεφαλαίου που βρίσκει “λόγο ύπαρξης” η διάσπαση της ζωής του ανθρώπου σε “χρόνο εργασίας”, “ελεύθερο” χρόνο, χρόνο “ανάπαυσης” κ.λ.π. μέχρις ότου οι ίδιες οι αναγκαιότητες του κεφαλαίου και του κράτους-και βρισκόμαστε ήδη στην εποχή μας-ζητούν όχι την “υπέρβαση” της διάσπασης της ζωής, αλλά αντίθετα την εναλλαγή των διαφόρων στιγμών, έτσι ώστε να απομειώσουν τη ζωή μέσα στην ολότητά της σε μια μοναδική (εναλλασσόμενη) λειτουργία εξαρτώμενη από τις ίδιες τις ροές της “παραγωγής”: η ζωή είναι πάντοτε και μονάχα χρόνος της “εργασίας”, δηλαδή χρόνος του εμπορεύματος και άρα του κέρδους.

Ο εννοιολογικός ορίζοντας που ο δυτικός μοντερνισμός (κράτος-έθνος και κεφάλαιο) καθόρισε σε πλανητικό επίπεδο κατά τη διάρκεια της θυελλώδους ιστορίας του-στο εσωτερικό του οποίου κυριαρχεί η “εργασία”-έχει σε τέτοιο βαθμό διεισδύσει μέσα στο συλλογικό ασυνείδητο και μέσα στην ίδια την αντίληψη της ζωής των ατόμων που κατόρθωσε να δομήσει τη μορφή των συμπεριφορών και της σκέψης μας έχοντας επιβληθεί σαν “παγκόσμια” συσκευή αντίληψης της ίδιας της πραγματικότητας στην υπηρεσία της ανθρώπινης εξημέρωσης που απαγορεύει την ανάπτυξη της έμφασης και της ίδιας της δύναμης της εξέγερσης, παραχωρώντας ολοένα και περισσότερο χώρο στις υπερβολές της θετικότητας. Το γεγονός αυτό είναι σε τέτοιο βαθμό αληθινό που κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών-σε ακολουθία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης η παραδοσιακή επαναστατική κριτική δεν κατόρθωσε να γρατζουνίσει έστω και ελάχιστα το σύστημα κυριαρχίας : όλες οι απόπειρες “αλλαγής” παρέμειναν πιασμένες μέσα στις παγίδες του.

Επικεντρώνοντας τώρα επάνω στον αναρχικό χώρο, χρειάζεται να σημειώσουμε ότι στο εσωτερικό των δικών μας καταστάσεων, μονάχα η εξεγερσιακή-αφορμαλιστική τάση-έχοντας φτάσει στις έπακρο των θεωρητικο-πρακτικών της συνεπειών-ήταν σε θέση να διανοίξει τις πόρτες σε ένα ισχυρό μήνυμα ανυπακοής ενάντια σε κάθε εξουσία, καθιστώντας επιτεύξιμο τον αντικαπιταλιστικό και αντικρατικό αγώνα στις ημέρες μας, κατορθώνοντας να θέσει υπό συζήτηση και να αντιμετωπίσει την υφιστάμενη κοινωνική πολιτική, προσαρμόζοντας έτσι τον αναρχικό αγώνα στην πραγματικότητα της σύγχρονης εκμετάλλευσης και καταπίεσης δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αναγκαία καταστροφή της εργασίας. Και είναι ακριβώς με αφετηρία την καινούρια εκδοχή της “εργασίας” που προέκυψε από την εφαρμογή την νέων τεχνολογιών, που κατέστη εφικτό το καινούριο παραγωγικό μοντέλο απομειώνοντας στο ελάχιστο την συμβολή της ανθρώπινης ενέργειας στον εργασιακό και μεταποιητικό κύκλο των εμπορευμάτων. Κατά τρόπο ώστε αυξήθηκε υπέρμετρα η προσαρμογή του ανθρώπινου μυαλού στις αναγκαιότητες του εμπορεύματος, απαλλοτριώνοντάς μας από την ίδια την ικανότητα να διακρίνουμε μεταξύ πραγματικών και τεχνητά δημιουργημένων αναγκών, καθορίζοντας έτσι την εναλλαγή μεταξύ πραγματικών και εικονικών αγαθών, και εκτελωνίζοντας σε τελική ανάλυση την καινούρια έκδοση του αρεστού στον καπιταλισμό σλόγκαν: “η εργασία κινητοποιεί τον άνθρωπο” στη θέση του ξεπερασμένου πλέον “η εργασία εξευγενίζει τον άνθρωπο”. Ήδη κατά τη διάρκεια της ώριμης βιομηχανικής εποχής “εφευρέθηκαν” αφάνταστα εμπορεύματα (σκεφτόμαστε τα πλαστικά), πέρα από προϊόντα ευρείας κατανάλωσης που παρόλα αυτά ικανοποιούν μονάχα επίπλαστα δημιουργημένες ανάγκες. Η διαφήμιση δεν είναι η απλή γνωστοποίηση ενός κάποιου εμπορεύματος, είναι επίσης ένα προϊόν καθαυτό, του οποίου η κατανάλωση παράγει κέρδος για όσους δεν βρίσκονται σε καμία περίπτωση μέσα σε κάποιο κύκλο παραγωγής πραγματικών αγαθών! Οι άνεργοι, οι “αιώνιοι” χωρίς εργασία, πέραν του να αντιπροσωπεύουν μια χρήσιμη απειλή στα αιτήματα των απασχολουμένων μέσα στους διαφορετικούς παραγωγικούς τομείς ,είναι επίσης παραγωγοί πραγματικού κέρδους τη στιγμή κατά την οποία καταναλώνουν “τη διαφήμιση”.

Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα αξιοποιήθηκε σε υπερβολικό βαθμό τη στιγμή κατά την οποία το σύστημα επεκτάθηκε έξω από κάθε μέτρο, διαμέσου της καθημερινής τοποθέτησης σε παγκόσμιο επίπεδο νέων τεχνολογιών ολοένα περισσότερο συστηματοποιημένων μέσα σε ένα συνολικό σύστημα απόλυτα διασυνδεμένο (σε πραγματικό χρόνο). Η λεηλασία κάθε μορφής φυσικού πλούτου μετατρέπει κάθε ζώντα οργανισμό, μεταβάλλοντάς τον σε μη αναπαραγόμενο αυτόνομα εμπόρευμα: το ίδιο το ανθρώπινο ον μαζί με τα άλλα ζώα προσαρμόζεται σιγά-σιγά στις αναγκαιότητες ολικής απαλλοτρίωσης από πλευράς των μονοπωλίων και ο ανταγωνισμός μεταξύ των κολοσσών των τεχνοεπιστημών κομίζει κάθε μέρα καινούριες αναπροσαρμογές που ξεκληρίζουν τους λίγους εναπομείναντες χώρους αυτονομίας και άγριας φύσης, είτε αφορά τους ζώντες οργανισμούς είτε τα οικοσυστήματα στο σύνολό τους.

Η ανταγωνιστική στρατηγική να φτάσεις πρώτος να εφεύρεις-προσθέσεις κάτι το ανέκδοτο με στόχο να κυριαρχήσεις στην πολλά υποσχόμενη αγορά του μετα-βιομηχανισμού, έχει μεταβληθεί σε ένα καθημερινό αγώνα όπου οι άνθρωποι, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ρουφηγμένοι μέσα στη δίνη δίχως πάτο του νεωτερισμού, αναπαράγουν το σύστημα της καταστροφής, καθορίζουν την εξάντληση κάθε φυσικής πηγής πλούτου, τη μόλυνση κάθε περιβάλλοντος χώρου σε μη αναστρέψιμα επίπεδα και πάνω από όλα πολεμικές συγκρούσεις ολοένα περισσότερο τυφλές και αιματηρές καθώς και ατιμώρητες γενοκτονίες παγκόσμιας εμβέλειας και χαρακτήρα. Μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο, όπου η ίδια η παραγωγική μηχανή είναι αντικειμενικά προγραμματισμένη στη μεταβατικότητα και στην άμεση μεταβλητότητα σύμφωνα με τους ρυθμούς της φευγαλέας κατανάλωσης και της άλλο τόσο φευγαλέας προσωρινότητας του εμπορεύματος, εικονικά υποκείμενης στις εναλλαγές των ορέξεων από πλευράς της ασταμάτητης διαφημιστικής εκστρατείας του “νεωτερισμού”, η παραδοσιακή εργασία που εκτελούνταν από πλευράς αυτού του υποκειμένου που κάποτε ήταν το προλεταριάτο απώλεσε οποιαδήποτε λειτουργικότητά της. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη από τον ειδικό, από το επαγγελματικό εργατικό δυναμικό, από την εργασιακή ικανότητα του εργάτη, ξεπερασμένου από την ίδια τη στανταρντοποίηση και από την υπερηχητική ταχύτητα των επιβαλλόμενων ρυθμών από πλευράς της τεχνολογικοποίησης ολοκλήρου του παραγωγικού κύκλου. Αυτό το οποίο ζητείται τώρα είναι η πλήρης διαθεσιμότητα, ημέρα και νύχτα, 365 ημέρες το χρόνο, σε ελαστικά ωράρια πάνω στη βάση της άμεσης και επείγουσας παραγγελίας που πρέπει να ικανοποιηθεί πριν ο ανταγωνιστής να είναι σε θέση να κάνει το ίδιο και σε τιμές ακόμη περισσότερο εξευτελιστικές.

Αυτό το πράγμα που κάποτε φαινόταν ότι είναι (και υπήρχε η πίστη ότι ήταν) το πιο ισχυρό όπλο των εργαζομένων, το οργανωτικό εργαλείο και ο συνδικαλιστικός αγώνας, μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο όχι μονάχα αντιπροσωπεύει ένα ανίσχυρο όπλο στην υπηρεσία αυτού του ίδιου του εντελώς εξωφρενικού συστήματος, αλλά επιπλέον προσλαμβάνει τον ρόλο ενός από τους κύριους πυλώνες του μαζί με άλλα στηρίγματα όχι λιγότερο σημαντικά. Αυτό το πράγμα συμβαίνει για τον απλό λόγο ότι το συνδικάτο προσαρμόζει στις αναγκαιότητες του συστήματος την ίδια τη διαθεσιμότητα του εργατικού δυναμικού, δηλαδή των υφισταμένων κοινωνικών στρωμάτων απομειωμένων σε ένα απλό παράρτημα του συστήματος-μηχανής.

Ας προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε καλύτερα αυτό το ζήτημα, με στόχο να το αποσαφηνίσουμε άπαξ και δια παντός. Η χρήση της ατμομηχανής και στη συνέχεια ο κινητήρας εσωτερικής καύσης και η ηλεκτρική ενέργεια, επέτρεψαν την αντικατάσταση της ανθρώπινης και της ζωϊκής ενέργειας, καθώς και των άλλων φυσικών δυνάμεων (νερό και άνεμος) σαν κινητήριας δύναμης, και έτσι προέκυψε η γιγαντιαία βιομηχανική ανάπτυξη των τελευταίων δύο αιώνων. Τα παραγόμενα σε ευρεία κλίμακα αγαθά, παρότι εμπορευματοποιημένα μέσα στο καπιταλιστικό κρατικό σύστημα ικανοποιούσαν, στο σύνολό τους, πραγματικές ανάγκες των καταναλωτών τους. Ο ορίζοντας μέσα στον οποίο οι επαναστατικές δυνάμεις αντιλαμβάνονταν το μετασχηματισμό της κοινωνίας, εναπόθετε στην παραγωγή των αναγκαίων αγαθών για την ύπαρξη του ανθρώπου, παρότι δεν έθετε σε συζήτηση τον ίδιο τον καπιταλισμό, μια αναμφισβήτητη αξία: τα παραγόμενα αγαθά, οι ανακαλυμμένες ενεργειακές πηγές που εφαρμόζονταν ακολούθως στη βιομηχανία, η κατασκευή νέων εργαλείων εργασίας και παραγωγής ( σκεφτόμαστε τα τρακτέρ για το όργωμα της γης, το τρένο για την μεταφορά των ανθρώπων και των εμπορευμάτων, κ.λ.π.) φαίνονταν ότι ήταν απαραίτητα ακόμη και μέσα στην μετεπαναστατική κοινωνία. Η συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων της βιομηχανίας και της γης, εννοούμενη στην επαναστατική της έννοια, προέκυπτε συνεπής με το σύνολο των αιτημάτων του προλεταριάτου που απαιτούσαν αξιοπρεπείς μισθούς, ωράρια εργασίας προσαρμοσμένα σε μια ανεκτή διαβίωση, συνθήκες υγείας στους τόπους εργασίας και κατάκτηση ολοένα περισσότερο βελτιωμένων κοινωνικών συνθηκών (συντάξεις, κοινωνική ασφάλιση εγγυημένη σε όλους, κ.λ.π.), αλλά όταν μια φάλαγγα ενσυνείδητων εκμεταλλευομένων έβαλε στόχο της να εκπορθήσει και να απαλλοτριώσει τους ιστορικούς απαλλοτριωτές των μέσων παραγωγής με σκοπό να πραγματοποιήσει την 8κοινωνικοποιημένη αυτοδιαχείριση, όχι μονάχα των εργαλείων παραγωγής αλλά και της ίδιας της εργασίας και ολόκληρου του καρπού της, αυτό το ισχυρό όπλο (η συνδικαλιστική οργάνωση) προκύπτει ανεπαρκής.

Βεβαίως, ούτε οι ίδιοι οι αναρχικοί υπήρξαν ικανοί να διακρίνουν-πλην αξιέπαινων σποραδικών εξαιρέσεων που μόλις όμως άγγιζαν την επιφάνεια- την ίδια την γιγαντιαία αντίφαση κάθε μορφής συνδικαλισμού που αποτελείται από την αναγκαία διαπραγμάτευση με τον ταξικό εχθρό μέσα στους μερικούς αγώνες καλυτέρευσης των άμεσων συνθηκών! Ο τελικός στόχος, στην πραγματικότητα, ήταν η ανακοίνωση της επικείμενης επανάστασης, περνώντας επάνω από το ζήτημα βάθους. Έτσι όπως περνούσαν επάνω και από άλλα ζητήματα που αντίθετα σήμερα παρουσιάζονται χωρίς καμιά πλέον δυνατότητα αναβολής λόγω της κρισιμότητάς τους σκεφτόμαστε για παράδειγμα τη μόλυνση της γης, του υδροφόρου ορίζοντα και της ατμόσφαιρας ή την ίδια την εξάντληση των φυσικών πόρων, ή την εξαφάνιση των ειδών και πολλών άλλων, ακριβώς για να έχουμε μια ιδέα σε τι ακριβώς πράγμα αναφερόμαστε. Η επικρατούσα αντίληψη του τελικού στόχου που βρίσκεται προ των πυλών, καρπού των ίδιων των συνθηκών του κυρίαρχου βιομηχανικού καπιταλισμού, έκανε να ωριμάζει ταυτόχρονα μέσα στην εργαζόμενη τάξη αυτό το πράγμα που θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε σαν μια πραγματική και καθαυτή “κουλτούρα”, ή μια “τάξη του κόσμου” όπου τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από την εργασία : εργασία ως κέντρο της ζωής, των γνώσεων, των διαπροσωπικών σχέσεων και της σχέσης μεταξύ των ατόμων και της φύσης, εννοούμενη αυτή η τελευταία σαν χώρος/ανεξάντλητο αντικείμενο στη διάθεση για την ικανοποίηση των αναγκών των ανθρώπων (έτσι μια παρόμοια ανθρωποκεντρική θέση προέκυπτε επίσης σαν μια “αξιοζήλευτη” κληρονομιά που ο καπιταλισμός θα άφηνε στην μελλοντική ελεύθερη κοινωνία!).

Σήμερα, μέσα σε συνθήκες ολικής δομικής αλλαγής του καπιταλισμού, με παραγωγικά συστήματα διαμορφωμένα στην επεξεργασία εμπορευμάτων που ικανοποιούν ως επί το πλείστο επίπλαστες / ψευδείς ανάγκες χρήσιμων απλά για να ενσωματώσουν την ολική χειραγώγηση του υπάρχοντος, μέσα σε γενικευμένες κοινωνικές συνθήκες όπου το περιττό έχει καμουφλαριστεί σε αναγκαίο και που τα ίδια τα αποκαλούμενα μέσα παραγωγής είναι λειτουργικά αποκλειστικά στην αναπαραγωγή παρομοίων εμπορευμάτων- ποια ακριβώς κληρονομιά θα μας έμενε στα χέρια αν όχι αυτή που σήμερα μεταβάλλεται και μας μεταβάλει σε σκουπίδια ; Τι “εργασία” θα κληρονομήσουμε αν όχι αυτή του παραρτήματος των “μηχανών” που ταξιδεύουν για δικό τους λογαριασμό είτε αφορά τους ρυθμούς, είτε αφορά τις μορφές, είτε τα αντικείμενα, εμπορεύματα που έχουν κατακλύσει την ύπαρξη μας και που καταστρέφουν την ίδια τη ζωή έτσι όπως τη γνωρίζαμε λίγο καιρό πριν ; Τι είδους γνώση θα μπορούσαμε ποτέ να κληρονομήσουμε αν όχι αυτή τη μίζερη που προέκυψε από την επιχειρημένη κατά τις τελευταίες δεκαετίες απαλλοτρίωση από πλευράς ενός συστήματος ενσωματωμένων τεχνολογιών που αναπτύχθηκαν για αυτόν ακριβώς το σκοπό, παράλληλα με τη χειραγώγηση κάθε ζώντος οργανισμού, έτσι ώστε να απομειωθεί στο μηδέν η ανθρώπινη ικανότητα, η προσωπικότητα και η εφευρετικότητα; Τι “κουλτούρα”θα μπορούσαμε να κληρονομήσουμε; Θα μπορούσε ίσως ένα συνονθύλευμα στάσεων, συμπεριφορών, “ικανοποιήσεων”-εξαρτώμενων από την αλλοτρίωση απελπισμένων που γαντζώνονται πάνω στα εμπορεύματα που καταναλώνουν ή που επιθυμούν να καταναλώσουν μέσα σε μια ολοένα περισσότερο ορμητική δίνη που τους καθιστά παραγωγούς και αναπαραγωγούς του συστήματος και που τους απομείωσε σε ενσωματωμένα παραρτήματα των μηχανισμών παραγωγής πραγματικών και εικονικών εμπορευμάτων-, να προσφέρει ένα διαφορετικό όνειρο που να μην είναι άλλο από την αντιγραφή ειδικά μελετημένων μοντέλων για αποπροσωποποιημένα όντα; Η, μήπως, θα κληρονομήσουμε αυτή την αποσύνθεση των κοινωνικών σχέσεων-που εξατμίστηκαν μέσα στην κονιορτοποίηση της παραδοσιακής βιομηχανίας και τη μετατροπή της σε αυτοματοποιημένα εργαστήρια και πληροφορικές υποδομές- όπου η αβεβαιότητα, η ολική δουλεία, η εναλλαξιμότητα των χεριών, καθιστά εξαθλιωμένους όλους τους εργαζόμενους στο ίδιο επίπεδο και ωστόσο ταυτόχρονα απόλυτα άχρηστους ;

Βέβαια, υπάρχουν εδώ και εκεί, μέσα στον Πρώτο όπως και στους άλλους εξαρτώμενους κόσμους, θύλακες πραγματικής και καθαυτής κουλτούρας, γνώσεων, τοπικών παραδόσεων, σχέσεων, γλωσσικών κωδίκων, ανθρώπινων συμπεριφορών, μέσα σε χωριά και κοινότητες περισσότερο ή λιγότερο μεγάλες, τόποι εργασίας και κοινωνικοί χώροι που παραμένουν στα περιθώρια του συστήματος! Όμως πρόκειται περί καταστάσεων που σε κάθε περίπτωση, μέσα στο γενικό πλαίσιο μετρούν πολύ λίγο, και των οποίων η επιβίωση μέχρι σήμερα οφείλεται περισσότερο στην απουσία συγκυριακών συμφερόντων και αδυναμιών του σύγχρονου κεφαλαίου κράτους, παρά σε μια δική τους καθαυτή ζωτικότητα. Είναι πάντα οι κυρίαρχοι σχηματισμοί που μετρούν και επιβάλλουν τον κανόνα, αυτοί ακριβώς που ενσωμάτωσαν μέσα στους μηχανισμούς τους κάθε μορφή εκδήλωσης της ζωής. Αν λοιπόν από παρόμοιους κυρίαρχους σχηματισμούς δεν έχουμε να κληρονομήσουμε απολύτως τίποτα – εκτός και αν με τη σειρά μας τρέφουμε την ψευδαίσθηση και είμαστε πεισμένοι ότι το σύγχρονο μοντέλο πολιτισμού (μέσα στις υλικές και τις πνευματικές του διαστάσεις) είναι χρήσιμο για την οικοδόμηση βιώσιμων κοινωνικών χώρων για όλα τα έμβια όντα, χωρίς κυβερνήτες και κυβερνούμενους, σκλάβους και αφεντικά, χωρίς γένη και ανδροκρατικά προνόμια-, τότε είναι απόλυτα συνεπές το συμπέρασμα ότι τα πάντα πρέπει να καταστραφούν. Και αν επιπλέον αναγνωρίζουμε ότι το “προλεταριάτο”, μέσα στην εκδοχή του ως “εργατική τάξη”- ή ως “συμπαγής και πραγματικά επαναστατική τάξη” που ωρίμασε τη συνείδησή του (ως “καθαυτή και για τον εαυτό της τάξη”), μεταβαλλόμενο σε “ιστορικό υποκείμενο” και κατά συνέπεια σε αντίπαλη δύναμη στο κράτος-κεφάλαιο, προορισμένο να καταστρέψει την ιδιωτική ιδιοκτησία και να οικοδομήσει την κομουνιστική κοινωνία – εξαφανίστηκε από το πρόσωπο της γης κατόπιν της αναδιάρθρωσης του καπιταλιστικού συστήματος, θα έπρεπε σε αυτή την περίπτωση να αποδεχτούμε επίσης ότι προκύπτει ως μια απόλυτη ψευδαίσθηση να εναποθέσουμε τις εξεγερσιακές μας επιθυμίες σε κάτι το εντελώς ανύπαρκτο. Και είναι επίσης άλλο τόσο συνεπές ότι το συνδικάτο-η οργάνωση των εργαζομένων, ή αυτό το πράγμα που θεαματικά θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως η παρούσα προσποίηση της οργάνωσης των εργαζομένων που είναι ενσυνείδητοι όσο αφορά τη λειτουργία τους μέσα στον ταξικό αγώνα δεν μπορεί παρά στις σημερινές συνθήκες να επιτελεί λειτουργίες συνενοχής και προσαρμογής, σταθεροποίησης και εξορθολογισμού των νέων μορφών εκμετάλλευσης, καταπίεσης και εξαγωγής του κέρδους, αναγορεύοντας τον εαυτό του σε έναν από τους ντε φάκτο θεμελιώδεις πυλώνες του κυρίαρχου συστήματος. Το γεγονός αυτό είναι τόσο αληθινό στο βαθμό που παράλληλα εξαφανίστηκε από το νοητικό ορίζοντα των ανθρώπων κάθε υπόθεση μελλοντικού παραδείσου επί της γης πέρα από τη στιβαρή επικυριαρχία των δομών του κεφαλαίου-κράτους! Δεν μας απομένει λοιπόν παρά να εξάγουμε ένα πρώτο συμπέρασμα, άπαξ απομακρύνθηκε η ομίχλη που σκέπαζε την ανάγνωση της παρόντος καπιταλιστικού σχηματισμού: από το σύγχρονο ιστορικό παρόν, και ειδικότερα από τον σχηματισμό της “εργασίας”, δεδομένου ότι δεν υφίσταται τίποτε απολύτως που να είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί μέσα σε ένα υποθετικό απελευθερωμένο μέλλον, πρέπει να καταστραφούν συθέμελα τα πάντα . Αν κάτι από όλα αυτά κατόρθωνε να παραμείνει όρθιο θα αντιπροσώπευε το άμεσο βάθρο πάνω στο οποίο θα στηρίζονταν καινούριες μορφές συγκεντρωτικής εξουσίας και άρα κυριαρχίας πάνω σε ολόκληρη τη ζωή.

Η συνειδητοποίηση της σοβαρότητας και της δριμύτητας των τωρινών συνθηκών επιβάλλει, από την άλλη πλευρά, την επείγουσα ανάγκη της καταστροφής. Η ταχύτητα με την οποία οι τωρινοί μηχανισμοί εκμετάλλευσης επιβάλλονται, καταστρέφοντας με ανεπανόρθωτο τρόπο όλα αυτά τα οποία ακόμη απομένουν από τη ζωή και από το φυσικό περιβάλλον που δεν έχει ακόμη πληγεί ανεπανόρθωτα, καθορίζει αυτήν ακριβώς την άμεση αναγκαιότητα της καταστροφής τους :  α) για να αποφευχθεί ώστε να ολοκληρωθεί το σχέδιο του θανάτου και της μεταβολής, η καταστροφή ολόκληρης της άγριας φύσης, η εξάντληση των εναπομείναντων φυσικών πόρων, η ολοκληρωτική καταστροφή των οικοσυστημάτων, η ρομποτοποίηση των ανθρωπίνων και των υπολοίπων όντων! β) για να διακοπεί η κεντρομόλος δύναμη της οριστικής πλανητικής συγκεντροποίησης της κυριαρχίας, σε διαφορετική περίπτωση στο άμεσο μέλλον θα γίνουμε απλοί παρατηρητές του ακόμη μεγαλύτερου και αναπότρεπτου κατακερματισμού κάθε υπόθεσης αυτόνομης ζωής και ανθρώπινης ελεύθερης συμβίωσης, ήδη ισχυρά πληγμένων από το ξερίζωμα και από το άδειασμα κάθε αυθεντικού τους ιστορικο-πολιτισμικού χαρακτηριστικού και της διασποράς του μέσα στο καταναλωτικό λαβύρινθο και την πιο τυφλή εξάρτηση. Διαπιστώσαμε στην αρχή αυτού του κειμένου την ισχυρή αναγέννηση του αναρχισμού στις ημέρες μας, με ιδιαίτερη έμφαση στην αφορμαλιστική και εξεγερσιακή του τάση πού είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη σε μερικές περιοχές του πλανήτη, καθιστώντας εμφανές με ποιο τρόπο οι πολύμορφες σύγχρονες δυναμικές κατόρθωσαν όχι μόνο να υπερβούν την απολίθωση του κινήματος – γοητευμένου ακόμη και σήμερα σε μεγάλο βαθμό από θέσεις που ανάγονται στο δέκατο ένατο αιώνα και θεωρητικές αγκυλώσεις που αφορούν την οργάνωση και τους τρόπους επίθεσης ενάντια στο σύστημα της κυριαρχίας- , αλλά κατόρθωσαν επίσης να εντοπίσουν τα διάφορα αδύνατα σημεία του συστήματος στο σύνολό του. Είναι ακριβώς με αφετηρία αυτό τον διαλογισμό, που καθίσταται αναγκαίο να αλλάξουμε κατεύθυνση κατά 360 μοίρες αν θέλουμε πραγματικά να προκύψουμε πολύ πιο αποτελεσματικοί αναφορικά με την επιθετική δυναμική μας. ¨Όμως αυτό θα μπορούσε να συμβεί μονάχα με την προϋπόθεση να επιτυγχάναμε να συσπειρώσουμε όλες τις διαθέσιμες δυναμικές, με τρόπο ώστε να αντιπροσωπεύσουμε μια θεωρητικό-πρακτική δύναμη σε θέση να επικεντρώσει την επίθεση και να την κατευθύνει σε καταστρεπτική διεύθυνση ενάντια στα στρατηγικά σημεία της κυριαρχίας. Είναι προφανές, πράγματι, ότι καμιά ατομική δράση ή σε επίπεδο ομάδας, όσο και αποτελεσματική θα μπορούσε να είναι, δεν είναι παρόλα αυτά σε θέση να βυθίσει το μαχαίρι μέχρι το κόκαλο του εχθρού έτσι ώστε να καθορίσει την πτώση του! Στη καλύτερη περίπτωση θα είναι σε θέση να του προξενήσει κάποιο τραυματισμό, από τον οποίο αυτός θα ανανήψει σύντομα. Αυτό ακριβώς υπήρξε το σενάριο το οποίο αντιμετωπίσαμε κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Όμως μπορούμε και πρέπει να κάνουμε περισσότερα. Ξεπερνώντας όρια και ελλείψεις, θρυμματίζοντας το εννοιολογικό πλαίσιο που μεταβάλει σε θερμοκήπιο όλα αυτά που συμβαίνουν στις ημέρες μας, ξεριζώνοντας – από σήμερα – οποιαδήποτε δυνατότητα αναδιάρθρωσης των μηχανισμών ελέγχου και ενισχύοντας στο έπακρο όλη την ενέργεια που αποκαλύφθηκε μέχρι τώρα, τόσο σε όρους ανάλυσης όσο και σε όρους καταστρεπτικής επίθεσης, εμποδίζοντας με κάθε τίμημα να πισωγυρίσουμε παραμένοντας ακινητοποιημένοι από το φόβο. Μονάχα δια μέσου του γενικευμένου ξεπεράσματος της ιδεολογικό-ηθικιστικής αντιπαράθεσης “νομιμότητα / παρανομία” και την πρακτική του διαρκούς ατομικού και ομαδικού αυτοκαθορισμού θα μπορέσουμε να καταστρέψουμε την “εργασία” και την κοινωνία που την παράγει.

ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΙΑΡΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ: ΓΙΑ ΤΗ ΡΙΖΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΥΠΑΡΧΟΝΤΟΣ

“Αντικρίζοντας κατά μέτωπο τον εχθρό, χωρίς διαμεσολαβήσεις ούτε διαβουλεύσεις: ιδού η μορφή και το σύμβολο μιας πρακτικής παρέμβασης, αναρχικής δυναμικής και κατεύθυνσης”

Ραφαέλ Σπόζιτο

Ας το θέσουμε με τους εξής όρους: ίσως να μην πρόκειται για ένα απλό ζήτημα “πίστης”, όμως πρέπει να αποδεχτούμε ότι δεν υπάρχει περισσότερο κουφός από αυτόν που δεν θέλει να ακούσει και περισσότερο τυφλός από αυτόν που δεν θέλει να δει. Ωστόσο είναι από την αρχή μια χαμένη μάχη καθώς και απόσπαση ενεργειών από την επίθεση, να δοκιμάσεις να πείσεις τους αιώνιους θεματοφύλακες των “αγίων γραφών” αναφορικά με την επείγουσα αναγκαιότητα της ανανέωσης της θεωρίας μας και της πρακτικής μας συνοδευόμενης φυσικά από ένα σύγχρονο επαναπροσδι ορισμό των χαρακτηριστικών μας. Όλοι αυτοί που δεν αισθάνονται ούτε θέλουν να δουν την αναγκαιότητα μιας νέας πορείας του αναρχισμού μέσα στα σύγχρονα πλαίσια – απέναντι από την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου και του κράτους, υπό το καθεστώς των νέων τεχνολογιών – είναι ακριβώς αυτοί που συσσωρεύουν το σύνολο των εμποδίων ενάντια στα οποία συγκρούεται η παρούσα ανάπτυξη του αναρχισμού. Όσοι ακόμη παραμένουν γαντζωμένοι στο παραδοσιακό μοντέλο του “κλασσικού αναρχισμού”, με τις οργανώσεις σύνθεσης του και / ή τα εξειδικευμένα κόμματα- δομημένες σκληρωτικά σε αυθεντικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς όπου, αναπόφευκτα, εξουσιοδοτούνται αναλυτικές μελέτες και επεξεργασίες συμπερασμάτων, κάνοντας εξ άμβωνος κατήχηση αναφορικά με το τι να κάνουμε για να αντιπαρατεθούμε στην προέλαση της κυριαρχίας – δεν κομίζουν πλέον απολύτως τίποτε με την ιδεολογικοποιημένη άποψή τους καθώς και την ίδια την ισχνή τους εκδοχή του ακρατικού αγώνα. Και στην περίπτωση κατά την οποία δεν μεταβάλλονται σε πληροφοριοδότες και / ή ανοικτοί υποστηρικτές της παρούσας ιστορικής – κοινωνικής συνθήκης, θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να μας αφήσουν εντελώς αδιάφορους, εκτός βέβαια από μια λειτουργία τους σε όρους προπαγάνδας (εντελώς αντίθετης σε σχέση με τους διαλογισμούς και τις σκέψεις μας). Είναι ολοένα περισσότερο εμφανής η ιδεολογική προκατάληψη αυτών των “κουφών” και των “τυφλών” απέναντι στην εξεγερσιακή τάση, με μια ιδιαίτερη μονοτονία ενάντια στην αφορμαλιστική οργάνωση, χωρίς βέβαια να παραλείψουν να αφήσουν καπριτσιόζικους διαχωρισμούς μεταξύ ενός προφασιζόμενου “καλού αφορμαλισμού”- πολύ πιο ανεκτικού κατά την άποψή τους- που προσκαλεί στη κοινοτική διάχυση της αλληλοβοήθειας και ενός άλλου, φοβερά απαράδεκτου και κατά συνέπεια εξεγερσιακού που προσκαλεί συνεχώς στην επίθεση ενάντια στην κυριαρχία και “βάζει σε κίνδυνο το “κίνημα” στην γενικότητά του και τον “οργανωμένο αναρχισμό” στην ιδιαιτερότητά του”. Αντίθετα από τις προκαταλήψεις των σκληρωτικών οργανώσεων και της θολής τους ιδεολογίας, επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας μέσα σε όλες αυτές τις αρνήσεις που βρίσκονται σε κίνηση! Εστιάζουμε το βλέμμα μας πάνω στο σύνολο των αναρχικών αναδυόμενων εντάσεων – από τους και τις αναρχομηδενιστές-μηδενίστριες μοναχικούς λύκους μέχρι τον queer εξεγερτισμό, για να δώσουμε ένα ζευγάρι συγκεκριμένα παραδείγματα – που μελετούν τον εχθρό με στόχο να καταλάβουν αμέσως πού να τον πλήξουν με όλες τους τις δυνάμεις. Εντάσεις που, για να χρησιμοποιήσουμε την τρέχουσα γλώσσα που φαίνεται ότι έχει επικρατήσει μέσα σε αυτά τα τμήματα του αναρχικού σύμπαντος, ταυτίζονται με τον αποκαλούμενο “αναρχισμό της δράσης”, ή μέσα στον οργανωτικό αφορμαλισμό και τη διαρκή εξεγερσιακή πράξη.

Όμως μέσα σε αυτό το σύμπαν, χρησιμοποιούνται συχνά έννοιες που -είτε σαν ταυτοτική επιβεβαίωση, είτε με στόχο να διαχωριστούν από τους άλλους αγώνες και/ ή να απεγκλωβιστούν από την ακινησία που μας περιβάλλει -δημιουργούν περαιτέρω σύγχυση, περιτυλίγοντας ακόμη περισσότερο μέσα στην πυκνή ομίχλη αυτή την ελάχιστη απαραίτητη σαφήνεια ώστε να καταστεί δυνατό να προχωρήσει μπροστά ο αναρχικός αγώνας όπως επίσης και η δημιουργία ενός κοινού υποστρώματος. Με αυτή την έννοια, είναι δυνατό να καταγραφούν, με αφετηρία αυτό το είδος “κοσμοθέασης”, μετακινήσεις και εννοιολογικοί επαναπροσδιορισμοί που, στο σύνολο, επιβάλουν μια αναστροφή που ενδεχομένως θα μπορούσε να προσδιοριστεί σαν “ριζική” και που, πράγματι, επιχειρεί να αναδιοργανώσει το πλαίσιο των αντιλήψεων και των νοηματοδοτήσεων. Παρόλα αυτά υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες πέφτουμε επάνω σε πραγματικές και καθαυτές διαστρεβλώσεις που χωρίς να το θέλουν, απομακρύνουν την ανένδοτη επιβεβαίωση των αρχών μας από την εξεγερσιακή τους ορμή. Όντας ακριβώς έτσι τα πράγματα, διαπιστώνουμε συνεχώς πως η ίδια η έννοια του “αναρχισμού της δράσης” ορισμένες φορές απομειώνεται στις ελάχιστες σημασίες της. Σε τελική ανάλυση η αναρχική δράση δεν μπορεί να κατακερματιστεί σαν ένα καρότο κομμένο σε φέτες, καθεμιά από τις οποίες θα μπορούσε να χωνευτεί ή όχι απομονωμένη από τις υπόλοιπες. Οποιαδήποτε αναρχική ενέργεια, από την άποψη του αναρχισμού της πράξης, προϋποθέτει ένα σύνολο παραγόντων: την ανάλυση, τον εντοπισμό του εχθρού, την συνολική εκτίμηση του σχεδίου(στο οποίο είναι εφικτό να συμμετέχουμε), την επίθεση και, ακόλουθα, τη συστηματοποίηση και τις θεωρητικές επεξεργασίες με αφετηρία την πρακτική εμπειρία κ.λ.π. Σε διαφορετική περίπτωση θα σήμαινε να απομειώσουμε τον ίδιο μας τον αγώνα στην περιορισμένη δράση από πλευράς μιας ομάδας ειδικών. Για όλους αυτούς ακριβώς τους λόγους θεωρούμε δόκιμο ώστε η έννοια του “αναρχισμού της πράξης” να περιλαμβάνει όλο αυτό το σύνθετο σύνολο των παραγόντων και όχι μονάχα “ τη καταστρεπτική ενέργεια καθαυτή”. Είναι σαφές ότι ο αναρχισμός της δράσης είναι ακριβώς αυτός ο οποίος δεν καταναλώνεται απλά επάνω στο επίπεδο της “ιδέας”, δηλαδή μέσα στα πλαίσια της διανοητικής επεξεργασίας, αλλά μεταφράζεται σε συγκεκριμένη επιθετική δράση ενάντια στο ισχύον σύστημα κυριαρχίας δίνοντας έτσι ζωή στην αναρχία. Όμως και εδώ επίσης καθίσταται αναγκαία μια διευκρίνηση: ορισμένες φορές, όλα αυτά που σχεδιάζονται σαν δυνατή “συγκεκριμένη δράση” δεν μεταβάλλονται απαραίτητα σε “πραγματική” επίθεση, στο βαθμό που μπορεί να υφίστανται συνθήκες που εμποδίζουν την ανάπτυξή τους προς αυτή την κατεύθυνση. Σε τελική ανάλυση, η υπό συζήτηση έννοια δεν πρέπει να περιχαρακώνεται μονάχα σε αυτούς που πραγματοποιούν την καταστρεπτική επίθεση, αλλά πρέπει να περιλάβει τις και τους συνενόχους που αναπτύσσουν άπειρες παράλληλες πρακτικές που διευκολύνουν τη τελική δράση: από την απαλλοτρίωση -πρώτα, καθιστώντας εφικτά τα κατάλληλα μέσα για την επίθεση και, έπειτα, καθιστώντας δυνατή τη δημοσίευση / εκτύπωση επεξεργασμένων θεωρητικών εργαλείων με αφετηρία την πρακτική εμπειρία, για παράδειγμα – μέχρι τέλος την ανάλυση με βάση την υλοποιημένη δράση. Αν έτσι συμβαίνει, η παλιά έννοια της “άμεσης δράσης” εισάγεται μέσα στον ίδιο διαλογισμό και ενσωματώνεται με την ιδέα του “αναρχισμού της δράσης”, όχι πλέον απομειωμένη στα κλασσικά παρεμβατικά σχήματα του (σχεδόν) εξοντωμένου εργατικού κινήματος μέσα στα πλαίσια της απεργίας – το βιομηχανικό σαμποτάζ και το μποϋκοτάζ – και ούτε άλλο τόσο σαν μια αποκλειστικά εφαρμοσμένη έκφραση στις καταστρεπτικές μας ενέργειες αλλά ως ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της αναρχικής τοποθέτησης και του προφίλ ! Κατά τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν άλλες έννοιες που επώνυμα χρησιμοποιούνται σαν “ταυτότητες” και που συχνά τυγχάνουν συγχυσμένης χρήσης. Με αυτή την έννοια, θεωρούμε ότι είναι πολύ αλαζονικό να θεωρεί κάποιος τον εαυτό του σαν τον μοναδικό φορέα μιας έννοιας με στόχο να διαφοροποιηθεί από τους “άλλους”.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η αδόκιμη χρήση του προσδιορισμού “ατομικιστής αναρχικός”: υπάρχει πιθανά η επιδίωξη της μονοπώλησης ενός χαρακτηριστικού που, στο βαθμό που είμαστε αναρχικοί, είναι αδιαμφισβήτητο για όλους μας. Ή διαφορετικά ότι όλοι οι αναρχικοί και οι αναρχικές συμφωνούν ότι καμιά ανθρώπινη ομαδοποίηση, είτε είναι μικρότερη είτε είναι μεγαλύτερη, δεν μπορεί να εξαναγκάσει την ενσωμάτωση των ατόμων, αλλά αντίθετα θεωρούμε ζωτικής σημασίας την ανάπτυξη της ατομικότητας, τη δύναμη και τις δυνατότητές της. Ως αναρχικοί, είμαστε ενσυνείδητοι του γεγονότος ότι οποιαδήποτε “ένωση”, όσο και καλοπροαίρετη θα μπορούσε να είναι, απαιτεί πάντα την παραίτηση των ατόμων από την πλήρη διαθεσιμότητα των εαυτών τους. Όντας μοναδικοί-διότι δεν είμαστε ίδιοι!- ο καθένας προσπαθεί να ενοποιήσει αυτό που έχει το κοινό με τους-τις άλλες, όχι αυτό το πράγμα που μας διαφοροποιεί από τους άλλους, σε διαφορετική περίπτωση ο συντονισμός θα ήταν αδύνατος. Ωστόσο, είμαστε πεπεισμένοι αναφορικά με το εφικτό του συντονισμού σε ιδιαίτερες στιγμές και καταστάσεις και, με στόχους εκ των προτέρων συμφωνημένους, χωρίς να παραιτηθούμε από τον ίδιο μας τον τακτικό και τον στρατηγικό αυτοκαθορισμό (που είναι ακριβώς η προϋπόθεση ώστε να υλοποιηθεί ένας διεθνιστικός εξεγερσιακός χώρος).

Βέβαια, είναι πάντα δυνατό να καταδειχθεί, ιδιαίτερα σήμερα που τα “πράγματα” ξεκαθαρίστηκαν (αλλά που δεν ήταν σίγουρα τόσο ξεκάθαρα από την αρχή) ότι δεν έλλειψε ποτέ η συμπεριφορά συγκεκριμένων “αναρχικών” (κυρίως του παρελθόντος, αλλά σίγουρα και σήμερα) που επέβαλαν παράλογους περιορισμούς διαμέσου γραφειοκρατικών οργανώσεων, γεμάτων με “δηλώσεις αρχών”, με“καταστατικά”, με “κανόνες” και χίλιους δυο άλλους περιορισμούς. ¨Όμως τη στιγμή κατά την οποία καλούμαστε να κάνουμε ένα απολογισμό και να εξετάσουμε το παρελθόν, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τις σκέψεις εκείνης της εποχής, ή διαφορετικά τις κυριαρχούσες “νοοτροπίες”, τις απατηλές αναγνώσεις του κόσμου που γίνονταν και την ιεράρχηση που δίνονταν στο σύνολο της πραγματικότητας και των γεγονότων. Τέλος, ακόμη λιγότερο δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τη γοητεία που υπήρχε, και που δυστυχώς εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και τώρα μέσα σε συγκεκριμένους χώρους, για την ποσοτική ανάπτυξη – τόσο μέσα στις οργανώσεις σύνθεσης όσο και στις συνδικαλιστικές – , στοχεύοντας στην αριθμητική αύξηση σαν μονάχα για το γεγονός να μπορέσουμε να αυξηθούμε αριθμητικά θα μπορούσε να κατέχει όλα τα “θετικά” στοιχεία, ώστε να εξαλειφθούν a priori όλες οι δυσκολίες, συμπεριλαμβανόμενης της παραίτησης, των εξουσιαστικών συμπεριφορών και της προδοσίας που εκδηλώθηκαν εδώ και εκεί σε νευραλγικές στιγμές για το αναρχικό κίνημα. Χωρίς να μιλήσουμε φυσικά για τις παρεκτροπές του “αναρχο-λαϊκισμού” που εξαπλώνεται στις μέρες μας, ένα απίστευτο ιδεολογικό μείγμα (που συναρμολογήθηκε στο εργαστήριο με τα εξής συστατικά: ο πλατφορμισμός του βέτο και ένα είδος μετα-μοντέρνου λενινισμού, αναμειγμένοι σε κατόπιν σερβιρισμένες ίσες ποσότητες) που ανακοινώνει “προοδευτικές κυβερνήσεις” στο όνομα της “Λαϊκής Εξουσίας”.

Είναι καλό να ξεκαθαρίσουμε αμέσως – με στόχο να αποφύγουμε παρεξηγήσεις αναφορικά με αυτά που μόλις γράψαμε – ότι όταν επισημαίνουμε την αδόκιμη χρήση του προσδιορισμού “ατομικιστής αναρχικός”, δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι δεν αναγνωρίζουμε την ιστορική παρουσία αυτών των μοναχικών λύκων και λύκαινων στους κόλπους της εξεγερσιακής και αφορμαλιστικής τάσης (ικανών να εξοντώσουν τυράννους και να κάνουν την κυριαρχία να τρέμει -όπως και την εθελούσια δουλεία – της εποχής τους), και την ισχυρή συνεισφορά τους στην αναρχική σύγκρουση, επίσης και στις ημέρες μας, με τις τολμηρές τους ενέργειες ενάντια σε κάθε εξουσία. Αναφερόμαστε, αντίθετα, σε εκείνη την αδόκιμη έμφαση που ορισμένες φορές προηγείται από πλευράς κάποιας ομάδας συγγένειας, σε ξεκάθαρη αντίφαση με τις ίδιες της τις προϋποθέσεις φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις να ρίξει πολύ κάρβουνο στη φωτιά και να μεγιστοποιήσει διαφορές που στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτες στο εσωτερικό της τάσης μας. Μια άλλη έννοια η οποία ξεδιπλώνεται με συχνότητα και χρησιμοποιείται με τρόπο “συνταγής για όλες τις χρήσεις” είναι αυτή της “συγγένειας”. Αντί να εννοηθεί, ως είθισται, ως μια οργανωτική εναλλακτική στις σκληρωτικές δομές της “φορμαλιστικής οργάνωσης”, πότε εννοείται σαν “αντι οργανωτικό” “κριτήριο”, άλλες φορές σαν “δομή κοινοτικής συμβίωσης” – όπως υποστηρίζουν ορισμένοι ξενέρωτοι “αναρχο”-φιλελεύθεροι, απέναντι στη πανδημία του covid-19, παραιτούμενοι από την επίθεση-, επαυξάνοντας έτσι την σύγχυση και εισάγοντας αντιφάσεις ακόμη και εκεί που δεν υπήρχαν (και όπου δεν θα έπρεπε να υπάρχουν!).

Στην πραγματικότητα ήταν μέσα στους κόλπους ιδιαίτερων γεγονότων του αναρχικού κινήματος, και διαμέσου εσωτερικών συζητήσεων που διαρθρώθηκαν σε διάφορες ιστορικές στιγμές, που η έννοια του “αφορμαλισμού” (δηλαδή των “αφορμαλιστικών ομάδων” και ΄/ ή της “αφορμαλιστικής οργάνωσης”) απέκτησαν μια δική τους ταυτότητα και ιδιαιτερότητα. Έτσι που, για παράδειγμα, συγκεκριμένες “αφορμαλιστικές ομάδες” έδρασαν επίσης και στο εσωτερικό των συνδικαλιστικών και των ειδικών οργανώσεων (παράδειγμα, η ομάδα “Nosotros” του ισπανικού Ελευθεριακού Κινήματος). Ωστόσο είναι προφανές ότι ο αφορμαλισμός (των “ομάδων”) μπορεί κάλλιστα να δράσει στους κόλπους σκληρωτικών οργανωτικών δομών που θεωρούνται “φορμαλιστικές” οι ίδιες, όχι τόσο και όχι μόνο γιατί τον φορμαλισμό τον εμπεριέχουν στο όνομα, αλλά γιατί είναι οι ίδιες αυτές οι οργανώσεις δομημένες με αυτό τον τρόπο, συγκεκριμενοποιήθηκαν με αυτό το στόχο και έχουν εσωτερικούς τρόπους λειτουργίας και επιχειρησιακές παραμέτρους που παραμένουν περισσότερο ή λιγότερο σταθερές μέσα στο χρόνο, ή που αλλάζουν με βάση τα προσυμφωνημένα. Συμπερασματικά, οι αφορμαλιστικές ομάδες μπορούν να δράσουν (και έδρασαν) επίσης και στους κόλπους της “φορμαλιστικής οργανωτικής μηχανής”. Παρόλα αυτά είναι με αφετηρία τις δυναμικές και τις συζητήσεις των τελευταίων δεκαετιών του περασμένου αιώνα που η έννοια του”αφορμαλισμού” αντιτίθεται ως οργανωτικά έγκυρη πρόταση ώστε να προσπεραστούν τα όρια και να γίνουν υπερβάσιμες οι αντιφάσεις των ιστορικών αναρχοσυνδικαλιστικών και των ειδικών αναρχικών οργανώσεων σύνθεσης : ο φορμαλισμός των σχέσεων στους κόλπους μιας φαραωνικής μηχανής που απαιτεί χρόνο και ενέργεια, με τα γραφειοκρατικά της εμπόδια και τις προκαθορισμένες μορφές των σχέσεων, εξαντλεί τους συμμετέχοντες, ακόμη περισσότερο μέσα στα πλαίσια του τωρινού συστήματος που ακολουθεί τους δικούς του χρόνους με μια ταχύτητα ολοένα και περισσότερο έξω από κάθε δυνατότητα ανθρώπινης απόκρισης.

Μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο το ίδιο το οργανωτικό εργαλείο (μέσο) μετατρέπει τον εαυτό του σε αυτοσκοπό, όχι σε ένα χρήσιμο μέσο για τους στόχους για τους οποίους υιοθετήθηκε! Από εδώ πηγάζει η αναγκαιότητα να εφοδιαστούμε με καινούρια εργαλεία, νέους τρόπους οργάνωσης, ώστε να προσαρμόσουμε τον αναρχικό αγώνα απέναντι στις νέες κυρίαρχες δομές, καλυτερεύοντας τις άμεσες σχέσεις μεταξύ των συντρόφων και των συντροφισσών οι οποίες με την ίδια τους τη ρευστότητα επαναπροσδιορίζουν την αναγκαιότητα της οργάνωσης ώστε να αντιμετωπιστούν οι αντιξοότητες καθώς και οι εσωτερικές και οι εξωτερικές δυναμικές. Όμως και πολύ φυσικά άλλωστε, όσο και αν η ένωση των συντρόφων και των συντροφισσών μέσα σε ομάδες συγγένειας μπορεί να φτάσει πολύ πιο πέρα από τα όρια και τις αντιφάσεις των σκληρωτικών δομών, των συνδικαλιστικών ή των δομών σύνθεσης – συγκεκριμενοποιούμενες σε άμεσες σχέσεις που διευκολύνουν, μεταξύ άλλων, την αμοιβαία γνωριμία και την εμπιστοσύνη-, είναι προφανές ότι αυτός ακριβώς ο τρόπος οργάνωσης από μόνος του δεν είναι αρκετός για να εγγυηθεί ότι δεν θα μπορούσαν να προκύψουν συγκεκριμένες δυσκολίες, που μονάχα η συνεχής αφοσίωση του καθενός μπορεί να προλάβει και να “ξεριζώσει”. Για παράδειγμα, η ίδια η διαφορετικότητα των προσωπικοτήτων – με διαφορετικά επίπεδα κατάρτισης, εμπειριών και ικανοτήτων σύνθεσης και ανάλυσης – που αποτελεί το χαρακτηριστικό μιας ομάδας, μπορεί να καθορίσει την εμφάνιση “φυσικών αρχηγών” (ή χαρισματικών) (για τους οποίους δεν υπήρχε καμιά πρόθεση ή επιθυμία, αλλά που προέκυψαν όμως εντελώς αυθόρμητα). Υπήρξαν ανέκαθεν προσωπικότητες που κάνουν περισσότερα από άλλες, και ορισμένες φορές καλύτερα από άλλες, και είναι άλλο τόσο προφανές ότι δεν είναι δυνατό να εξαναγκαστούν στην απάρνηση του εαυτού τους και στην απομείωση στις παραμέτρους μιας άσχημα εννοημένης “ισότητας” για “όλους” και για “όλες”. Κατά συνέπεια η αξιοποίηση του πλούτου και της συνεισφοράς του καθενός μέσα στη δραστηριότητα της “ομάδας συγγένειας”, σε αντιστοιχία με το συμφωνημένο σχέδιο αγώνα ενάντια στο υπάρχον, δεν αποκλείει την ατομική ευθύνη του καθενός απέναντι στις εσωτερικές σχέσεις που διαμορφώνονται.

Από αυτή την άποψη, ούτε η η ίδια η συγγένεια μας εγγυάται οριστικά κάτι. Θα είναι πάντοτε η διαρκής ατομική δυναμική αυτή που δημιουργεί συνεχώς τα αναγκαία αναχώματα ώστε να αντιμετωπιστούν οι στιγμές-“αυθόρμητες” ή όχι-εξουσιαστικής συμπεριφοράς και ατομικού και συλλογικού θράσους, αποφεύγοντας το σχηματισμό θυλάκων εξουσίας και συγκεντρωτικών συμπεριφορών, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα συμβεί και μέσα σε ένα υποθετικό απελευθερωμένο αύριο. (Το κράτος δεν βγήκε μέσα από το καπέλο κάποιου μάγου , αλλά αντίθετα προέκυψε από μια προϋπάρχουσα συνθήκη της συγκεντροποίησης (πολιτικής) της εξουσίας!).

Μια άλλη έννοια που αξίζει σίγουρα μια στιγμή του διαλογισμού μας είναι αυτή του “Μηδενισμού”. Πράγματι, αν την διαχωρίσουμε από την ποιητική της διάσταση και την τοποθετήσουμε απέναντι σε συγκεκριμένες συνθήκες, θα προκύψει σαφές, για όλους και για όλες, ότι η χρήση της είναι κοινή σε πολλές από τις δυναμικές που εμψυχώνουν τον σύγχρονο αναρχισμό (αφορμαλιστικό και εξεγερσιακό). Όπως επίσης είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυτή η έννοια είναι παρούσα μέσα στις γραμμές μας εδώ και περισσότερο από ένα αιώνα, υιοθετημένη από πλευράς εξεχουσών προσωπικοτήτων με μακρά εξεγερσιακή εμπειρία που στην εποχή τους αυτοπροσδιορίστηκαν ως αναρχο-μηδενιστές. Όντας έτσι τα πράγματα, αρχίζουμε υπογραμμίζοντας τις δύο εκδοχές του όρου “Μηδενισμός” (Nihil-ισμός): παρότι είναι μια άκλητη έκφραση που χρησιμοποιείται στην ονομαστική και στην αιτιατική (στα λατινικά), από τη μια πλευρά μπορεί να εκληφθεί σαν συνώνυμη του “τίποτα”, με την έννοια του “κενού” ή “nulla res”, δηλαδή απόλυτη απουσία ενός οποιουδήποτε “πράγματος”(ή πραγματικότητας)! Αλλά μπορεί να αναφέρεται επίσης και στο “τίποτα” το συγκεκριμένο, το καθορισμένο, το προδιαγεγραμμένο του οποίου ο σχηματισμός μπορεί να προκύψει από το ακαθόριστο των σταθερών και / ή των μεταβαλλόμενων μορφών. Τώρα, στο βαθμό που αποδεχόμαστε ότι από τις παραμέτρους του σύγχρονου αναρχισμού αποκλείεται a priori η διάσωση των θεμελιακών στοιχείων του τωρινού συστήματος κυριαρχίας, δεδομένης της αχρηστίας τους καθώς και της βλαπτικότητάς τους για την δυνατή “μελλοντική κοινωνία”, είναι συνεπές να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι μια παρόμοια μελλοντική κοινωνία στερείται διαγράμματα ή σχήματα τα οποία να μπορούν να την καθορίσουν και / ή να την περιγράψουν στις ημέρες μας. Αν πρέπει να καταστρέψουμε άμεσα το υπάρχον – για όλους τους λόγους που συνοπτικά αναφερθήκαμε προηγουμένως- , προκύπτει σαφές ότι είμαστε άκρατοι “μηδενιστές” με τη δεύτερη εκδοχή αυτού του όρου. Επομένως η υποτιθέμενη ριζική διαφορά εξαφανίζεται, πράγματι : από αυτή την οπτική γωνία δεν υπάρχει καμία διαφορά αντίληψης των πραγμάτων μεταξύ αυτών που προσδιορίζονται ως ατομικιστές αναρχικοί και μηδενιστές, και ωστόσο δεν εμπνέονται από ένα “προκαθορισμένο” αναρχισμό, από τη μια πλευρά, και από την άλλη αυτών που προσδιορίζονται επίσης εξεγερσιακοί αναρχικοί και που όμως δεν αποκλείουν την υπόθεση μιας δυνατής συμμετοχής κάποιου “τομέα” των αποκλεισμένων μέσα στην καταστρεπτική δυναμική της εξέγερσης, και που παράλληλα δεν την ταυτίζουν με μια υποθετική “προκατασκευασμένη αναρχική κοινωνία”. Εδώ κάνει ξανά την εμφάνισή της η παλιά προβληματική άτομο-κοινωνία και οι διαφορές μεταξύ των επωνομαζόμενων “καθαρών” ατομικιστών αναρχικών και των επωνομαζόμενων “κοινωνικών” αναρχικών, όμως πολύ πάρα πέρα από τις ετικέτες με τις οποίες ο καθένας από εμάς στολίζει τον εαυτό του, παραμένει σαφές ότι η ιστορία δεν είναι “οντολογικά” τακτοποιημένη, αλλά αντίθετα αποτελείται από αναγνώσεις και ερμηνείες των πολιτικο-πολιτισμικών δυναμικών, διαμεσολαβημένων (γιατί όχι;) από την προσωπική ευαισθησία και την ατομική δυναμική. ¨Όμως, πέρα από αυτή την ταυτολογία που σίγουρα έχει τους λόγους της – υπάρχουν ίσως γενικά και ειδικά πλαίσια που, όσο και απαραίτητα να είναι, καθορίζουν ορισμένους να αποκλείσουν οριστικά και άλλους να αποδεχθούν ότι επίσης και σήμερα υπάρχουν δυνατότητες κάποιας μορφής συμμετοχής των “κοινωνικών τομέων” μέσα στη καταστρεπτική-εξεγερσιακή διαδικασία;

Συχνά προσφεύγουμε στις αποδείξεις που μας προσφέρει η ιστορία για να συμπεράνουμε οριστικά ότι κάθε “Επανάσταση” ( στην εκδοχή της ως “λαϊκή εξέγερση ενάντια στο υπάρχον”- ή γενικευμένη εξέγερση ), πήρε πάντοτε το δρόμο καινούριων συγκεντρωτικών εξουσιών (βλέπε δικτατορίες) και ότι, από μόνη της, είναι ξένη και εχθρική στον αναρχισμό, δεδομένου ότι αγωνιζόμαστε ενάντια στην συγκεντρωτική εξουσία καθαυτή. Όμως, μόλις πάμε πέρα από αυτό το συμπέρασμα και αρχίσουμε να διακρίνουμε μεταξύ “εξέγερσης” και “Επανάστασης” και / ή θέτουμε την “επαναστατική δυνατότητα” και την πιθανή “κοινωνική συμμετοχή” στις ημέρες μας, η συζήτηση προέχει (και πολλές φορές ανάβει) διότι όποιος υποστηρίζει τη μια ή την άλλη θέση υπολογίζει επάνω σε ένα άφθονο οπλοστάσιο επιχειρημάτων, και φυσικά επίσης αυτές οι διαφορές οξύνονται ακόμη περισσότερο διότι υπερβαίνουν τις ακαδημαϊκές αψιμαχίες και εισάγονται μέσα σε αιτιολογήσεις πρακτικών και οργανωτικών συμπερασμάτων αναφορικά με την τωρινή εγκυρότητα ή όχι του “επαναστατικού σχεδίου” και, φυσικά, παραπέμπουν στις διαφορές σχετικά με την ποσοτική αντίληψη και την ακόλουθη συνεπαγόμενη ακινησία μέσα στην ελπίδα “αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών” (ή του προφασιζόμενου ξυπνήματος και της ανάνηψης της εθελούσιας δουλείας) για την επικείμενη συγκεκριμενοποίηση της γενικευμένης εξέγερσης! Πράγμα που αναπόφευκτα σε τελική ανάλυση γεννά διαφοροποιήσεις και πολεμικές που συνήθως είναι ασυμβίβαστες.

Εμπρός από αυτό το δίλημμα υπάρχουν σύντροφοι και συντρόφισσες που επιλέγουν να διακόψουν άμεσα τη συζήτηση και να την θέσουν με όρους μαύρου ή άσπρου: “ Ή θεωρούμε ότι υφίστανται συγκεκριμένες δυνατότητες οριστικής καταστροφής του ιστορικού παρόντος, ή πιστεύουμε ότι δεν υφίσταται απολύτως καμία”. Έτσι συμπεραίνουν ότι όλοι αυτοί που σκέφτονται ότι δεν υφίσταται πλέον καμιά δυνατότητα “αποκλείουν εκ των προτέρων κάθε σκέψη πάνω στο υποθετικό απελευθερωμένο αύριο και εφησυχάζουν έτσι τη συνείδησή τους, δεδομένου ότι εξαλείφουν το πρόβλημα αναφορικά με την αναγκαία συνάφεια μεταξύ των μέσων και των σκοπών καθώς και κάθε προοπτικής καταστροφής του υπάρχοντος και των συνεπειών που προκύπτουν”. Και πράγματι θα μπορούσε κάποιος να φτάσει στο συμπέρασμα ότι η ελαχιστοποίηση και / ή η άρνηση της δυνατότητας επίτευξης του στόχου, σημαίνει αυτόματα την απάρνηση “των μέσων”. Όμως πέρα από τον εικονικό αναρχικό διαλογισμό: “τα μέσα καθορίζουν το σκοπό”, σε απάντηση στο μακιαβελικό απόφθευγμα “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”, για να πούμε την αλήθεια για τους αναρχικούς και τις αναρχικές, η επιλογή των μέσων συνοδεύεται ανέκαθεν από τις ηθικές μας αρχές (άρρηκτα αντιεξουσιαστικές) και δεν καθορίζεται σε καμία περίπτωση από τον επιδιωκόμενο στόχο.

Φυσικά όσοι δηλώνουν την αδυναμία μιας εξεγερσιακής ρήξης στις ημέρες μας και έχουν τη βεβαιότητα ότι κάθε “Επανάσταση” θα καταλήξει για άλλη μια φορά σε δικτατορία- ακόμη περισσότερο εξαιτίας των συνθηκών που σήμερα επιβάλει ο πολυκεντρικός υπερκαπιταλισμός που είναι πολύ περισσότερο εξουσιαστικός, χάρη στη τεχνολογία και το γενετικό επαναπροσδιορισμό κάθε ζώντος οργανισμού – δεν χαλαρώνουν απέναντι σε όλους αυτούς που θεωρούν επιτεύξιμη την οριστική καταστροφή του συστήματος κυριαρχίας, επιμένοντας επάνω στην “αναλυτική αδυναμία” και την “ιδεολογικοποιημένη ανάγνωση” των υπερασπιστών του “μεταμοντέρνου επαναστατικού σχεδίου”. Αλλά παρόλα αυτά υπάρχουν σήμερα σύντροφοι και συντρόφισσες που θεωρούν ότι υπάρχουν δυνατότητες καταστροφής του συγκεντρωτικού συστήματος εξουσίας, κατά συνέπεια πρέπει να εκτιμήσουν καλύτερα τον συσχετισμό των δυνάμεων καθώς και τη διάδραση που μεταξύ τους αναπτύσσεται μέσα στον παρόντα ιστορικό χρόνο! Δεδομένου ότι σε αυτή την περίπτωση η “ατσάλινη θέληση του πολεμιστή”, ή της συμμαχίας των πολεμιστών και των πολεμιστριών δεν θα είναι ικανή και επαρκής έτσι ώστε να ηττηθεί ο εχθρός. Ακριβώς με αυτή τη δυναμική το “αναρχικό κίνημα”(στην ιστορική του ολότητα) παρουσιάστηκε ανέκαθεν σαν μια κοινωνικά ανατρεπτική οντότητα – διαθέτοντας τον επεξεργασμένο στόχο της ριζικής καταστροφής της θεσμικής δομής – που, αρνούμενη κάθε υπόθεση γύρω από την κατάληψη της εξουσίας, τοποθετεί το “εξεγερσιακό γεγονός” ως το αποφασιστικό γεγονός της καταστροφής του ίδιου του εχθρού.

Παρόλα αυτά είναι προφανές ότι οι τωρινές συνθήκες δεν είναι οι ίδιες με αυτές πριν ένα αιώνα. Φυσικά αυτή η δήλωση δεν αντιπροσωπεύει μια εκ των προτέρων άρνηση της κοινωνικής ανατροπής. Αν αύριο συγκεκριμενοποιηθεί η αναμενόμενη γενικευμένη εξέγερση, είμαστε πεπεισμένοι ότι θα είναι καλοδεχούμενη για όλες τις συνιστώσες (ατομικές και συλλογικές) της δικής μας τάσης, προσαρμόζοντας και κατευθύνοντας την πάντοτε προς την αναρχία ! Πράγμα το οποίο δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι θα αιφνιδιαστούμε από την γενίκευση του αγώνα των αποκλεισμένων τομέων, αλλά αντίθετα ότι παραμένουμε σε εγρήγορση απέναντι από οποιοδήποτε σήμα κοινωνικής ανατροπής με στόχο να το εξαντλήσουμε μέχρι τις έσχατες συνέπειές του. Το γεγονός ότι στις ημέρες μας η εξεγερσιακή και αφορμαλιστική τάση αναγνωρίζει την αχρηστία της διατήρησης στοιχείων του συστήματος για την μελλοντική τους χρήση και κατά συνέπεια επικεντρώνεται επάνω στην καταστροφή του υπάρχοντος, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το μέλλον στο “μηδενισμό”- καθιστώντας σαφές ότι δεν υπάρχει τίποτα το προσδιορισμένο και το προσδιοριζόμενο μέσα στον παρόν- , δεν απομειώνει με κανένα τρόπο ούτε την αξία αλλά ούτε και τη σημασία της δράσης της. Όμως αντίθετα, η κυριαρχία και η εξουσία δεν εξαφανίζονται εντελώς. Είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχει αναρχική δυναμική- στους κόλπους της τάσης με την οποία ασχολούμαστε- η οποία να μη λαμβάνει υπόψη της και να μην επιχειρεί, περισσότερο ή λιγότερο, να “βρει λύσεις”! Συχνά με μια κάποια έπαρση και ακόμη ορισμένες φορές με αυταπάτες εντελώς θαυματουργικών διαστάσεων, μακρυά από την αντιμετώπιση της κατάστασης με συγκεκριμένους όρους. Για αυτό ορισμένες φορές συναντούμε συντρόφους που-αφελώς- εντάσσουν τις αυταπάτες τους μέσα στην ίδια λογική των σχέσεων εξουσίας, χωρίς να αναρωτηθούν κάτι το διαφορετικό και φαντάζονται τον αναρχικό αγώνα σαν ένα πεδίο μάχης όπου αντιπαρατίθενται δύο μέτωπα με στόχο τον τελικό θρίαμβο! Ορισμένοι στοχεύουν αποκλειστικά στη προπαγάνδα που θα μπορούσε να αναπτυχθεί από την καταστρεπτική ενέργεια καθαυτή, θεωρώντας την ακόμη πιο αποτελεσματική αν συνοδεύεται από συγκεκριμένες αναλήψεις ευθύνης ! Άλλοι στηρίζουν τις αυταπάτες τους στη “μόλυνση” της καταστρεπτικής ενέργειας και επιλέγουν την ανωνυμία, απομειώνοντας την καταστρεπτική ενέργεια σε ένα βιολογικό ζήτημα ! Και βεβαίως, υπάρχουν και αυτοί που γαντζώνονται επάνω στην εγρήγορση ενάντια στην εθελούσια δουλεία και σε παρόμοιες θέσεις, που ταυτίζονται με αναρχο-κοινωνικές ομαδοποιήσεις, και οι οποίες έχουν ξεπεραστεί από τα ίδια τα γεγονότα και τις δυναμικές του παρόντος ιστορικού χρόνου και που, συνεχώς, καθιστούν άκυρη οποιαδήποτε γενική υπόθεση – έγκυρη σε κάθε τόπο και για όλους – μιας ανατρεπτικής καταστρεπτικής παρέμβασης. Και φυσικά γύρω από αυτό το ζήτημα αναδύεται μια άλλη παλιά έννοια αρκετά παρατραβηγμένη στις ημέρες μας : η “προπαγάνδα διαμέσου του γεγονότος”. Σε ιστορικό επίπεδο αυτή η έννοια είχε μια πολύ ιδιαίτερη σημασία μέσα στους αναρχικούς κύκλους, όντας αυθεντικά προσδιορισμένη ως διάδοση του αναρχικού ιδεώδους διαμέσου της άμεσης βίας ενάντια στην κυριαρχία, ή διαμέσου της φυσικής εξόντωσης των αντιπροσώπων της Εξουσίας και / ή διαμέσου της επίθεσης στις υποδομές της ή στις πιο εμβληματικές της εγκαταστάσεις (κυβερνητικά κτήρια, αστυνομικοί σταθμοί, στρατόπεδα, δικαστικά και νομοθετικά κτήρια, εκκλησίες, κ.λ.π.) Έτσι όπως το υποδηλώνει η συναρμογή των λεκτικών όρων, αυτή η ενεργή διάδοση των ακρατικών ιδανικών δεν θα είχε ανάγκη από την υποστήριξη των λέξεων, δεδομένου ότι είναι το “γεγονός” καθαυτό που εκφράζει το νόημα της ενέργειας, γεγονός που φυσικά δεν χρειάζεται σε καμιά περίπτωση να συνοδευτεί από κάποια συγκεκριμένη ανάληψη ευθύνης. Με αυτή ακριβώς την αντίληψη, συνδέθηκαν οι διαλογισμοί της εποχής εκείνης – εμπνεόμενοι με την “απόκτηση συνείδησης από πλευράς των προλεταριακών μαζών”- που την συνέδεαν με την γενικευμένη ιδιοποίηση των επαναστατικών μεθόδων, κατά συνέπεια απευθύνονταν παράκληση να μην υπάρχει ανάληψη ευθύνης έτσι ώστε να διευκολύνονταν η μίμηση της ενέργειας από πλευράς της πλειοψηφίας των εκμεταλλευομένων. Παρόλα αυτά ποτέ δεν υπήρξε απόλυτα βέβαιο ότι η “προπαγάνδα διαμέσου του γεγονότος” περιορίζονταν μονάχα και αποκλειστικά σε αυτό που “εξέφραζε” η ενέργεια καθαυτή. Αντίθετα, τις περισσότερες φορές συνοδεύονταν από ύστερα γραπτά και / ή υπογεγραμμένες δηλώσεις από πλευράς των εκτελεστών της – που συνήθως δημοσιεύονταν στις αναρχικές περιοδικές εκδόσεις της εποχής- όπου και εξηγούνταν ο λόγος της ενέργειας ή, εν απουσία αυτού, γίνονταν ανάληψη της ευθύνης των ενεργειών αυτών μέσα από πλήρως εμφατικά δημοσιεύματα στα οποία δοξάζονταν “οι μάρτυρες της αναρχίας” εκθέτοντας τους σωστούς λόγους που οδήγησαν στη δράση ενάντια στην κυριαρχία. Σίγουρα το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειών της “προπαγάνδας διαμέσου του γεγονότος”, εκτός από σπανιότατες και μετρημένες εξαιρέσεις, πραγματοποιήθηκαν από αναρχικούς συντρόφους και συντρόφισσες που δρούσαν εμψυχωμένοι από τις πεποιθήσεις τους και / ή σαν αντίποινα για την εκτέλεση των συντρόφων τους. Ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε μια “μίμηση” των ενεργειών από πλευράς των αποκλεισμένων κοινωνικών τομέων (είτε ήταν εμπνευσμένες από ανώνυμα γεγονότα είτε από δημοσιευμένες αναλήψεις ευθύνης). Αντίθετα η “μόλυνση” εκδηλώθηκε μεταξύ των ίδιων των αναρχικών που αποκρυπτογραφούσαν εύκολα το μήνυμα των συντρόφων τους και με αντίστοιχο τρόπο επιχειρούσαν την υπέρβαση της αναμονής των “επαναστατικών συνθηκών”, κατανικώντας το φόβο της παντοδύναμης εξουσίας δρώντας σε πλήρη συνενοχή.

Μέσα στα πλαίσια της δυναμικής του σύγχρονου αναρχισμού, όπου κάθε συνιστώσα αναζητά τη “δική της” λύση, μακριά από να αυξάνουν τις διαφορές, αναδύονται συνεχώς θεμελιακά κοινά χαρακτηριστικά για όλες και για όλους τους ενδιαφερομένους, Σε πρώτη θέση διαπιστώνουμε ότι δεν είναι ολωσδιόλου βέβαιη, για καμιά αναρχική συνιστώσα, η απόλυτη απομάκρυνσή της από το “κοινωνικό”, δεδομένου ότι- αν και συχνά δηλώνουν ότι δεν το λαμβάνουν υπόψη τους- συχνά καλούν στην εντατικοποίηση της δράσης μας και την υπέρβαση των ορίων κάθε φορά που εμφανίζεται το παραμικρό σπέρμα κοινωνικής έκρηξης. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι άλλο τόσο αλήθεια ότι οι αποκαλούμενοι “αντικοινωνικοί” δεν έχουν το ένα μάτι τους στραμμένο στην μεταεξεγερσιακή πραγματικότητα, δεδομένου ότι δηλώνουν ανοικτά ότι είναι πολύ προσεκτικοί αναφορικά με το μέλλον στο ίδιο βαθμό που είναι και για το παρόν, με την αποφασιστικότητα να κόψουν από τις ρίζες της οποιαδήποτε πρόθεση ή εκδήλωση συγκεντρωτικής εξουσίας, όσο και “επαναστατική” δηλώνει ότι είναι! Απλά δεν επιθυμούν να εγκλωβίσουν το παρόν μέσα σε περιοριστικές παραμέτρους ούτε να προσδώσουν μια καθοριστική σημασία σε όσα θα μπορούσαν υποθετικά να οικοδομηθούν αύριο πάνω στα ερείπια του παρόντος. Μέσα σε αυτή την ίδια διαδρομή εγγράφονται επίσης και “οι άλλοι”, αυτοί που ακόμη εξακολουθούν να βρίσκονται αγκυροβολημένοι μέσα στους σκληρωτικούς και γραφειοκρατικούς οργανισμούς. Παρότι αυτός ο τομέας κάνει λάθος ακολουθώντας παραδείγματα που είναι εντελώς ασήμαντα μέσα στο σύγχρονο αγωνιστικό πλαίσιο, είναι αναμφισβήτητο ότι δεν παραλείπουν από τη στόχευση να βρίσκονται όσο το δυνατό πλησιέστερα στη συγκεκριμένη πραγματικότητα, χωρίς να παραιτηθούν- παρόλες τις συνεχείς μας επικρίσεις- έστω και από μια από τις αναρχικές προϋποθέσεις, όντας ενσυνείδητοι ότι μονάχα η διαρκής εξέγερση ανοίγει τη δυνατότητα της συγκεκριμένης αντιμετώπισης του συστήματος κυριαρχίας, χωρίς και “αυτοί” επίσης, να προφασίζονται ότι μπορούν να επιβάλλουν από σήμερα ότι θα μπορούσε να συμβεί μέσα στην υποθετική μετεξεγερσιακή κατάσταση. Για την ώρα, είναι λοιπόν δυνατό να διακρίνουμε ένα είδος γενικής “προσέγγισης”, σαν διάγνωση της εξεγερσιακής και αφορμαλιστικής αναρχικής τάσης, υπογραμμίζοντας και αναγνωρίζοντας ότι μέσα στους κόλπους της υπάρχουν ασυμβίβαστες διαφορές όσο αφορά τις εντάσεις, τις προτιμήσεις και τις μορφές προσέγγισης αναφορικά με την άμεση καταστροφή του υπάρχοντος ! Όμως ένα παρόμοιο γεγονός δεν αντιπροσωπεύει με κανένα τρόπο ένα εμπόδιο στην ανάπτυξη του κοινού μας υποστρώματος ούτε αντιπαρατίθεται με τούς ιστορικούς μας στόχους που δεν είναι άλλοι από την καταστροφή κάθε μορφής κυριαρχίας, Αντίθετα αυτές ακριβώς οι διαφορές εμπλουτίζουν το έδαφος αμβλύνοντας τις αντιξοότητες -αρκετές φορές παράφορα ερεθισμένες – συσφίγγοντας την αμοιβαία αντίληψη.

Από το γεγονός αυτό πηγάζει η πρόταση της συγκεκριμένης υπέρβασης των τωρινών ορίων και των ελλείψεων από την άποψη ενός δυνατού ανανεωμένου αναρχικού παραδείγματος που δεν θα μπορεί πλέον να περιοριστεί σε κανέναν “τοπικό” χώρο αλλά αντιπαραθέτει υποχρεωτικά ένα διεθνισμό, ως πρωταγωνιστή, αναφορικά με τη συνεπή εξεγερσιακή του προβολή. Είμαστε συνεπώς μάρτυρες της εγκατάλειψης κάθε είδους βεβαιότητάς μας καθώς και της απόλυτης απέχθειάς μας αναφορικά με τις γραφειοκρατικές ιεροτελεστίες των σκληρωτικών οργανωτικών δεξαμενών, της αδιαπραγμάτευτης άρνησης των αμετακίνητων σχεδιασμών που είναι ανίκανοι να διορθωθούν και περνάμε στην εξερεύνηση των άπειρων δυνατοτήτων νέων πρακτικών ικανών να προκαλέσουν και να προωθήσουν το χάος, δίνοντας ζωή σε νέες εντάσεις που γίνονται ευέλικτες και αναγνωρίζουν τον εαυτό τους περισσότερο μέσα στις ζωτικές δυναμικές παρά μέσα στη θανατηφόρα σταθερότητα. Σήμερα οι προβλέψιμες ιστορίες δεν συγκινούν πλέον κανένα, και οι επιθυμίες επικεντρώνονται στην ανελέητη επίθεση σε κάθε μορφή εξουσίας, τρέφονται από την ευχαρίστηση της διαρκούς εξέγερσης και από το πάθος για την έκπληξη, υπερθεματίζοντας την ανακάλυψη του ανέκδοτου.

ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

Δυστυχώς ορισμένοι από τους δικούς μας αποτραβήχτηκαν, ηττημένοι από την έλλειψη πνεύματος κοιτάζοντας την επέλαση της αντίδρασης ! Άλλοι αφέθηκαν στη σαγήνη των προσφορών του εχθρού. Όμως παραμένουν στις τάξεις μας οι καλύτεροι και αυτοί καταλαμβάνουν τις περισσότερο επικίνδυνες θέσεις μέσα στο αναρχικό κίνημα. Αυτοί, εξαιτίας της οργής, ορισμένων φράσεων και λέξεων που ειπώθηκαν δίχως περίσκεψη, για λόγους καθαρά προσωπικούς ή ιδεολογικής διαφοράς, αντί να αναζητήσουν τη συμφωνία και την αλληλεγγύη μισήθηκαν και αλληλο συκοφαντήθηκαν, χάνοντας έτσι χρόνο και πολλή ενέργεια, βάζοντας στην άκρη την προπαγάνδα μέσα από τα περιοδικά για να δώσουν χώρο σε καθαρά προσωπικά γραπτά, ενώ η αντίδραση επιτάχυνε την επέλασή της και οργανώνονταν εναντίον μας. Όταν το αντιληφθήκαμε, βρεθήκαμε με τις εχθρικές ξιφολόγχες και τα πολυβόλα ακουμπισμένα στο στήθος μας. Τους τελευταίους καιρούς συμβιβάστηκαν στο ελάχιστο αυτές οι εσωτερικές συγκρούσεις, όμως παρατήρησα και διάβασα ότι ακόμη σήμερα εκδηλώνονται συνέπειες και προσωπικές μνησικακίες που με λίγη καλή θέληση μπορούν να εξαφανιστούν εντελώς μεταξύ των αναρχικών ομάδων μας. Έγινε λόγος και αρκετή δυσφήμιση πολλών συντρόφων […] ορισμένοι κύκλοι με μια παραλυμένη νοοτροπία κατηγορούν τους αναρχικούς ότι ξεπουλήθηκαν σε ποιος ξέρει ποιόν άγιο […] Δεν βλέπουν ή δεν θέλησαν να δουν τη διευρυμένη προπαγάνδα και τη δράση που διεξήχθη σε διεθνές επίπεδο [..] Σε όλες αυτές τις μηχανορραφίες και τα κουτσομπολιά δεν πρέπει να σκοντάψουμε αλλά αντίθετα να επιδείξουμε την απόλυτη περιφρόνησή μας. Επιχειρούνται τα πάντα για να μας αποπροσανατολίσουν από τον αγώνα μας ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο… Ο καθένας να δράσει σύμφωνα με την συνείδησή του και κάθε ομάδα να είναι ελεύθερη στη δράση της με αναρχικούς στόχους.

Σιμόν Ραντοβίτζκι

Αν παραμερίσουμε τις υποθέσεις που συχνά αναφαίνονται μέσα από τις διατριβές και τις αναλήψεις ευθύνης του αναρχικού εξεγερσιακού αφορμαλιστικού γαλαξία, μπορούν να γίνουν αντιληπτά πολλά κοινά στοιχεία που αξίζουν να ληφθούν υπόψη ως οι ουσιαστικές βάσεις της καινούριας διαδρομής του κινήματος, συνεπή στον αγώνα για την καταστροφή του υπάρχοντος. Και είναι ακριβώς επάνω σε αυτά τα θεμέλια που καθίσταται αναγκαίο να σταθούμε και να σκεφτούμε, με στόχο να τα εντοπίσουμε καλύτερα και να τα συζητήσουμε μεταξύ των συντροφισσών και των συντρόφων της τάσης μας με στόχο να βρούμε πιθανές κοινές συντεταγμένες ούτως ώστε ο καθένας και η καθεμιά να διευκολυνθεί για να ακονίσει καλύτερα τα όπλα του. – Ο ορίζοντας μέσα στον οποίο εννοούμε την αναρχική σκέψη και τη δράση στις ημέρες μας δεν προβλέπει μια ιδιαίτερη μελλοντική κοινωνία μετά την καταστροφή του υπάρχοντος. Στην υποθετική περίπτωση που θα επιτυγχάναμε να κατεδαφίσουμε την κυριαρχία διαμέσου της γενικευμένης εξέγερσης, συγκεκριμένα, θα είναι οι διατιθέμενες ενέργειες – συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών- αυτές που θα προτείνουν τις “κοινωνικές συμφωνίες”, αποφεύγοντας την οριστική τους αποκρυστάλλωση και αντιμετωπίζοντας κάθε στιγμή διαταγής-υπακοής, εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Οι αναρχικές και οι αναρχικοί, με όλα μας τα όρια, είμαστε ακριβώς αυτοί στο βαθμό που εμψυχωνόμαστε από την αστείρευτη ένταση ενάντια σε κάθε θεσμοθετημένη και υπό θεσμοθέτηση εξουσία, δηλαδή ενάντια σε κάθε στερεοποίηση των κοινωνικών σχέσεων με στόχο να εμποδίσουμε την οριστική τους θεσμοθέτηση- εννοούμενη όχι μόνο ως νομικά θεσμοθετημένους μηχανισμούς αλλά επίσης ως αφομοιωμένες συμπεριφορές και στάσεις από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των ατόμων, οι οποίες φυσικά επιβλήθηκαν πάνω τους κατά τη διάρκεια των αιώνων από την οικογένεια, το σχολείο, τη θρησκεία, την εργασία κ.λ.π. Την αναρχία, εννοούμενη μέσα στην εκδοχή της ως αναρχική κοινωνία δεν είναι δυνατό ποτέ να τη φανταστούμε και να τη σκεφτούμε σαν μια οριστική κατάκτηση, αλλά αντίθετα σαν μια κοινωνία σε αναβρασμό και διαρκή μεταβολή, όπου διατηρούνται και ενδυναμώνονται- ενάντια στους ανέμους και τις παλίρροιες – οι συνθήκες και οι σχέσεις που αρνούνται την εγκυρότητα σε οποιαδήποτε συγκεντρωτική /θεσμοθετημένη εξουσία ! Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, κάθε φορά που θα εμφανισθούν πιθανές εξουσιαστικές συμπεριφορές και στάσεις (συμπεριλαμβανομένων αυτών που αυτοανακηρύσσονται επαναστατικές), θα χρησιμοποιήσουμε τα αναγκαία όπλα και τις πανοπλίες έτσι ώστε να τις καταπνίξουμε άμεσα. – Ως αναρχικοί δεν μπορούμε ούτε θέλουμε να επιβάλλουμε τίποτε σε κανένα- σε αντίθετη περίπτωση αρνούμαστε τον εαυτό μας- , αγωνιζόμαστε ακούραστα ενάντια σε κάθε θεσμό, ενάντια σε κάθε αρχή (εξουσία) και ενάντια σε κάθε οργανισμό που, παρά τη θέλησή μας, ιδρύεται, ή προτίθεται να ιδρυθεί σε βάρος μας (και σε βάρος όλων των άλλων), περιορίζοντας την πλήρη ελευθερία. Από αυτή την οπτική, είμαστε απόλυτα ενσυνείδητοι του γεγονότος ότι χιλιετηρίδες κυριαρχίας δόμησαν μέσα στην κοινωνία την εθελούσια δουλεία (στη σύγχρονη πραγματικότητα απελπισμένα γραπωμένη επάνω στην απεριόριστη κατανάλωση αγαθών) που σήμερα απαιτεί ένα πολύ περισσότερο επίπονο και δαπανηρό αγώνα σε σχέση με το παρελθόν! Όμως ως αναρχικοί, συχνά, μπορούμε να επωφεληθούμε από πολύ περισσότερο εκλεπτυσμένες ευαισθησίες και επιχειρησιακά εργαλεία που, υπερβαίνοντας όλους τους λαϊκισμούς, καθιστούν δυνατό να διαχωρισθεί η ευθύνη του αφεντικού από αυτή του δούλου. –

Όλες αυτές οι προϋποθέσεις δεν προκύπτουν σε καμία περίπτωση σαν διανοητικές ενσταλάξεις μιας χούφτας πεφωτισμένων, αλλά έχουν τις ρίζες των λόγων τους μέσα στο ολοένα περισσότερο παντοδύναμο και καρκινογόνο κοινωνικό πλαίσιο που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Από ένα παρόμοιο πλαίσιο διαφαίνεται η μη δυνατότητα “διάσωσης” του παρόντος και, παράλληλα η επείγουσα ανάγκη της καταστροφής του, με στόχο την αποτροπή της περαιτέρω και οριστικής κατάκτησης ολόκληρου του ζωτικού χώρου και της κατοικίας των ανθρώπων και των άλλων ζώων, έτσι όπως και ολόκληρης της φύσης όπως μέχρι τώρα την γνωρίζαμε, κατευθύνοντας τη δράση μας προς την ολική απελευθέρωση του πλανήτη και κάθε ζώντος οργανισμού. Είναι ακριβώς αυτοί οι ίδιοι αρκετά συγκεκριμένοι και “υλικοί” λόγοι που εμψυχώνουν τον αναρχικό εξεγερσιακό και αφορμαλιστικό γαλαξία ο οποίος, κατά συνέπεια, κατευθύνει τις ενέργειές του στη καταστροφή του υπάρχοντος. Παρόλα αυτά υπάρχουν όρια που εμποδίζουν να συγκεκριμενοποιηθεί μια παρόμοια καταστροφή, εν μέρει εξαιτίας της δομικής μεταβολής της εξουσίας, και το γεγονός αυτό απαιτεί, ωστόσο, την προσαρμογή των οργανωτικών εργαλείων και των μεθόδων που θα μας επέτρεπαν να επιτύχουμε αποτελέσματα.

Αντικειμενικά είναι αναγκαίο να παραβλέψουμε την επίθεση στα “σύμβολα”- που αντιπροσωπεύουν τον εχθρό- ώστε να την κατευθύνουμε στη διαρκή έφοδο ενάντια στις δομές και στις υποδομές του (πού αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ουσίας του). Συχνά, άθελά τους, οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι σπαταλούν ενέργειες και αποθέματα επιτιθέμενοι σε “στόχους” που, αν και δεν είναι ολοκληρωτικά άχρηστοι, σίγουρα είναι ασήμαντοι αναφορικά με την καταστροφή του υπάρχοντος. Χωρίς αμφιβολία, αυτά τα όρια εξακολουθούν να υφίστανται εξαιτίας της βαριάς αποσκευής του παρελθόντος την οποία μεταφέρουμε μαζί μας, αποτελούμενης από παλιές αντιλήψεις αναφορικά με την “ταξική σύγκρουση”, πράγμα που μας οδηγεί αναπόφευκτα να πετάμε τα βέλη μας σε λανθασμένη κατεύθυνση. Να κατανοήσουμε-ολοένα περισσότερο-το τωρινό κυρίαρχο σύστημα, θα μας επιτρέψει να διαχωρίσουμε τον πυρήνα και το τσόφλι, την ουσία του και την περιφέρειά του. Είναι προφανές ότι μια παρόμοια επιχείρηση δεν μπορεί να υλοποιηθεί ούτε μόνο από εμάς αλλά ούτε και από την πλευρά μιας ομάδας ατόμων όσο και αυτό να είναι επιθυμητό. Αυτή την έλλειψη, αυτό το όριο για να το υπερβούμε χρειάζεται η συνδρομή όλων των διαθέσιμων δυνάμεων.

Από το γεγονός αυτό πηγάζει η επείγουσα αναγκαιότητα ενός “τόπου”, ενός “χώρου” που να επιτρέπει τις ευκαιρίες συζήτησης, της αμοιβαίας γνωριμίας, της ανταλλαγής των εμπειριών και των γνωσιολογικών και υλικών εργαλείων, που να διευκολύνει το διαμοιρασμό των διαφόρων σχεδίων, τη διεύρυνση των εκλεκτικών συγγενειών που επιτρέπουν μεγαλύτερες προσεγγίσεις, μέχρι το σημείο να αναδημιουργήσουν- σε πλανητικό επίπεδο- όλα αυτά που επιθυμούμε με όλες μας τις δυνάμεις: μια ασυγκράτητη καταστρεπτική δύναμη, χωρίς καμία απολύτως συνιστώσα να χρειαστεί να παραιτηθεί από τον τακτικό και το στρατηγικό της αυτοκαθορισμό καθώς και από το σύνολο των προοπτικών που την χαρακτηρίζουν. – Αν είναι αλήθεια ότι καμιά συνιστώσα (ατομική ή συλλογική) του αναρχικού εξεγερσιακού και αφορμαλιστικού γαλαξία προφασίζεται ότι κατέχει το μονοπώλιο του αγώνα ενάντια στο υπάρχον! Αν είναι αλήθεια ότι κανείς μέσα στον γαλαξία μας δεν δηλώνει ότι κατέχει “την αποτελεσματική συνταγή” της νικηφόρας επίθεσης ενάντια στο κυρίαρχο σύστημα, πρέπει να συμφωνήσουμε κατά συνέπεια ότι ο καθένας έχει αρκετούς χρήσιμους λόγους για να συνεχίσει να δρα όπως δρούσε, έχοντας συνείδηση των ορίων του είτε όσο αφορά το επίπεδο της ανάλυσης είτε όσο αφορά το επίπεδο της δράσης (δεδομένου ότι οι δύο στιγμές διαπλέκονται στενά). Η συνείδηση της αναγκαιότητας και του επείγοντος να δράσουμε με καταστρεπτικό τρόπο, δεν μπορεί να παραβλέψει την εκτίμηση των σχέσεων δύναμης που είναι υπαρκτές στο πεδίο : πράγματι, όπως όλοι μας διαπιστώσαμε αυτά τα τελευταία χρόνια, καμιά συνιστώσα- από όσο γνωρίζουμε- του αφορμαλιστικού και εξεγερσιακού γαλαξία, παραιτείται ούτε από το στόχο της δράσης μας, δηλαδή την Αναρχία, ούτε από την “προπαγάνδα διαμέσου του γεγονότος”. Μπορούμε να δηλώνουμε ότι θέλουμε, όμως η ίδια μας η συνείδηση παραδέχεται (άμεσα ή έμμεσα) ότι οι σχέσεις δύναμης, αυτή τη στιγμή, είναι ευνοϊκές για τον εχθρό. Από την άλλη πλευρά πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν είναι εντελώς αλήθεια ότι οι αποκαλούμενοι “κοινωνικοί αναρχικοί” της εξεγερσιακής και αφορμαλιστικής τάσης – κατά συνέπεια με τον αποκλεισμό των “αναρχο-λαϊκιστικών / νεο πλατφορμιστικών διαστρεβλώσεων – τοποθετούν κάθε τους αυταπάτη αποκλειστικά επάνω στο “κοινωνικό”, ούτε ότι στηρίζονται μονάχα επάνω στον “αυθορμητισμό των μαζών” στην αναζήτηση από πλευρά τους του σωστού δρόμου για την οριστική καταστροφή της τωρινής κυριαρχίας ! Αν ήταν έτσι, δεν θα υποστήριζαν ούτε θα υποδαύλιζαν καμιά εξεγερσιακή απόπειρα και θα ανέμεναν ώστε η απογοήτευση των “μαζών” να εκραγεί αυθόρμητα και να προκαλέσει την εξέγερση.

Πρέπει κατά συνέπεια να παραδεχτούμε ότι οι αναρχικοί και οι αναρχικές, μόνοι μας, δεν έχουμε την αναγκαία δύναμη για να καταστρέψουμε το ιστορικό παρόν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η δυναμική του ενός ή του άλλου κατευθύνεται προς αυτό το στόχο. Ταυτόχρονα είναι καλό να υπογραμμίσουμε ότι το ζήτημα βάθους από πλευράς εκείνων των κριτικών του τομέα του γαλαξία που “δεν στοχεύει στο κοινωνικό”, δεν πέφτει από το πουθενά αλλά βασίζεται στην άρνηση της κοινωνίας στο βαθμό που αυτή είναι δομικό παράρτημα του συστήματος κυριαρχίας, και σαν τέτοια είναι μια αναμφισβήτητη συνεργάτης και αναπαραγωγός της εξουσίας.  Σε τελική ανάλυση, επειδή κανείς δεν κατέχει την αλάνθαστη συνταγή για να φτάσει στην αναρχία είναι επίσης συνεπές ότι σε κάθε περίπτωση δρούμε με την πρόθεση να καταστρέψουμε το υπάρχον. Λέγοντας το διαφορετικά, οι επιθέσεις μας είναι σε κάθε περίπτωση συγκεκριμένες, όμως σε σύγκριση με τον προσδοκώμενο στόχο είναι περιορισμένες (πάντοτε και σε κάθε περίπτωση) να είναι απλές απόπειρες που είτε μπορούν είτε δεν μπορούν να προσεγγίσουν το στόχο της καταστροφής του κράτους-κεφαλαίου, αλλά και που σε τελική ανάλυση πρόκειται μονάχα για απόπειρες όχι για βεβαιότητες. Κατά συνέπεια ο καθένας- με ένα ελάχιστο ταπεινοφροσύνης- θα έπρεπε να αναγνωρίσει τη χρησιμότητα της αμοιβαίας “συνεργασίας” μεταξύ των δύο μορφών αγώνα (αναμφίβολα παρούσες μέσα στον αφορμαλιστικό γαλαξία μας), ή τουλάχιστο να αφήσει ανοικτή τη δυνατότητα μιας πιθανής εξέλιξης προς αυτή την κατεύθυνση. Και σε αυτό το σημείο ανοίγεται επίσης ένα παράθυρο προς μια νέα – και σε κάθε περίπτωση όχι χωρίς προηγούμενο μορφή αντίληψης του αναρχισμού “της δράσης” και της προοπτικής για έναν αναρχισμό χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς.

Υπάρχει ένα ζήτημα ουσιαστικής σημασίας που αναφαίνεται από τα θέματα με τα οποία καταπιαστήκαμε μέχρι τώρα: αν η αναρχική αντίληψη του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και το κράτος – δομημένη από την κυρίαρχη βιομηχανική πραγματικότητα-, θεωρητικοποιούσε ταυτόχρονα την καταστροφή και την μετεπαναστατική ανοικοδόμηση σε παγκόσμιο επίπεδο (απλοποιημένη μέσα στην φημισμένη φόρμουλα : απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής και συλλογική διαχείρισή τους= γενικευμένη κοινωνικοποίηση!), η αναρχική αντίληψη της αφορμαλιστικής και κατά συνέπεια εξεγερσιακής σύγχρονης τάσης, αντιλαμβάνεται τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο, με ιδιαίτερη έμφαση αναφορικά με το υποθετικό “απελευθερωμένο μέλλον”, δίνοντας προτεραιότητα στην καταστρεπτική στιγμή και παραμένοντας περισσότερο περιορισμένη πάνω στην ανάλυση των επιβεβλημένων συνθηκών από πλευράς της τωρινής κυριαρχίας. Το γεγονός αυτό οφείλεται, όπως προείπαμε, στην συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι δεν υπάρχει κληρονομιά για να διασωθεί όσο αφορά τη μελλοντική διαχείριση της ζωής μας ! Αυτό σημαίνει ότι, δεδομένου της ανυπαρξίας έγκυρων ενδείξεων που να ισχύουν παντού (“παγκόσμιου” χαρακτήρα), κάθε τόπος, κάθε λαός, κάθε περιοχή, κάθε γεωγραφικό πλαίσιο θα πάρει στα χέρια του την ευθύνη να καταστρέψει και να οικοδομήσει (αν θεωρηθεί απαραίτητο). Όμως, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, ο “αυθορμητισμός των μαζών” δεν είναι ένας ικανός παράγοντας για να συγκεκριμενοποιήσει την καταστροφή των πυλώνων του μεταβιομηχανικού (ή υπερτεχνολογικού) κράτους-κεφαλαίου από μόνος του, ωστόσο οι αναρχικές και οι αναρχικοί των διαφόρων και διαφορετικών ανθρωπογεωγραφικών καταστάσεων πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη όχι μονάχα να κατευθύνουμε στη σωστή πορεία τα καταστρεπτικά μας βέλη, αλλά επίσης να είμαστε “αξιόπιστοι” και αναγνωρίσιμοι από πλευράς των πολύμορφων εξεγερσιακών καταστάσεων, μέσα στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο που επιχειρούμε. Από το γεγονός αυτό απορρέει η αδιαμφισβήτητη αναγκαιότητα της γνώσης του χώρου, των προσώπων που τον κατοικούν και, κατά συνέπεια, ο εντοπισμός και η καταστρεπτική επίθεση όχι τόσο ενάντια στα σύμβολα της εξουσίας, αλλά αντίθετα ενάντια στις δομές και στις υποδομές, στους νευραλγικούς πυρήνες διαμέσου των οποίων παράγεται και αναπαράγεται διαρκώς το υπάρχον σύστημα κυριαρχίας. Δεν πρόκειται μονάχα για το γεγονός ότι οι “λύσεις” της επίθεσης και της ενδεχόμενης “μετεξεγερσιακής οικοδόμησης” απαιτούν και στις δύο περιπτώσεις τη συμμετοχή όλων αυτών που κατοικούν το συγκεκριμένο χώρο, αλλά επίσης ότι αυτές οι “λύσεις” δεν θα είναι ποτέ οι ίδιες για όλο τον πλανήτη, παρόλη την τρέχουσα συνεχή ομοιογενοποίηση των πάντων σε πλανητικό επίπεδο. Όπως είναι δυνατό να γίνει άμεσα αντιληπτό, αυτό ακριβώς το στοιχείο ουσιαστικής εκτίμησης της κατάστασης αναζητά επειγόντως την αντιπαράθεση μεταξύ των διαφορετικών πυρήνων του αφορμαλιστικού αναρχικού γαλαξία και την ανταλλαγή των εμπειριών από τις οποίες ο καθένας θα μπορεί να αντλήσει τα στοιχεία και τις προϋποθέσεις για τη δράση του, μέσα σε οποιοδήποτε γεωγραφικό πλαίσιο. Ως προς το τελικό συμπέρασμα αυτών των θεωρήσεων, χωρίς αμφιβολία μακρών και ίσως βαρετών, θεωρούμε ότι είναι δυνατό να εντοπιστούν ορισμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την αφορμαλιστική και εξεγερσιακή τάση του σύγχρονου αναρχισμού, που πιθανά ιχνηλατούν ένα διαφορετικό παράδειγμα πολύ πιο ενεργητικό και λειτουργικό στον αγώνα ενάντια στην υπάρχουσα κυριαρχία, αν συγκριθεί με το παλιό μοντέλο του “κλασικού αναρχισμού”:  την αναγκαιότητα πορείας κατευθύνοντας την επίθεση ενάντια στις βάσεις της κυριαρχίας και όχι ενάντια στα σύμβολα του συστήματος, ενσυνείδητοι του αναλαμβανόμενου επιθετικού έργου χωρίς αποκλεισμό χτυπημάτων, και ενσυνείδητοι του γεγονότος ότι η αντικειμενική μας κατάσταση και η καταστρεπτική δράση είναι ακριβώς αυτές που μας αναλογούν. Δεν έχουμε να κληρονομήσουμε απολύτως τίποτε και ωστόσο δεν υπάρχει τίποτε που να πρέπει να διαφυλαχθεί για αύριο!  Δεν έχουμε βεβαιότητες για να καλλιεργήσουμε, αλλά την δυνατότητα ότι με την επιχειρησιακή δράση όλων μας – καθένας και καθεμιά σύμφωνα με τις παραμέτρους του-, θα μπορέσουμε να κατεδαφίσουμε άπαξ και δια παντός κάθε σύστημα κυριαρχίας και ολόκληρο το υπάρχον.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η οριστική καταστροφή της κυριαρχίας είναι μονάχα μια “δυνατότητα”, δεν περιορίζει τη καταστρεπτική δράση μας ούτε μας αποπροσανατολίζει από την ανηλεή επίθεση (εδώ και τώρα) σε κάθε μορφή εξουσίας ενσαρκώνοντας έτσι την διαρκή εξέγερση! – δεδομένου ότι δεν υπάρχουν “παγκόσμιες συνταγές”, επαφίεται στις συντρόφισσες και τους συντρόφους που παρεμβαίνουν μέσα στις δικές τους ιδιαίτερες περιοχές να εντοπίσουν τις καλύτερες προοπτικές για την αναρχική παρέμβαση, προωθώντας τις, και / ή συμμετέχοντας στις εξεγέρσεις των περισσότερο ριζοσπαστικοποιημένων τομέων των αποκλεισμένων – όντας ικανοί να κατευθύνουμε την εξέγερση προς τη καταστροφή και την εξόντωση των ομάδων εξουσίας που επιτρέπουν και / ή διαιωνίζουν την κυριαρχία και την εκμετάλλευση, συμπεριλαμβανομένων των ψευδών “κριτικών”- ή δρώντας ενεργητικά είτε σαν ομάδες συγγένειας είτε σαν αναρχικές ατομικότητες, επικεντρωμένες στη διαρκή επίθεση, ανηλεή και άμεση, στην κυριαρχία! – η κοινωνική πολυπλοκότητα και η “μεγαμηχανή” της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης βρίσκονται σε διαρκή διαδικασία μεταβολής, γεγονός που απαιτεί τη συνεισφορά κάθε διαθέσιμης ενέργειας για να καταστεί δυνατό να καθαριστεί η πυκνή ομίχλη που τη σκεπάζει και έτσι να προσανατολιστούν συγκεκριμένα οι σκέψεις μας και οι αναλύσεις μας, ανανεώνοντας την επιθετική μας ικανότητα και ενδυναμώνοντας την επέκταση της διαρκούς εξέγερσης.

Προκύπτει έτσι χωρίς καμιά δυνατότητα αναβολής σε διεθνές επίπεδο να δώσουμε τη δυνατότητα δημιουργίας “χώρων-στιγμών” αμοιβαίας γνωριμίας, κριτικής και αυτοκριτικής, ανταλλαγής εμπειριών και δυνατότητας να αναπτύξουμε σχέσεις συγγένειας που να υλοποιούν αυτό τον καινούριο τρόπο αντίληψης και πρακτικής του αναρχισμού με περισσότερο ενεργητικό τρόπο, διευκολύνοντας την βίαιη επίθεση στην κυριαρχία, κατευθύνοντας τις δυνάμεις μας προς την καταστροφή του ιστορικού παρόντος και ενσαρκώνοντας έτσι την στασιαστική ουσία της αναρχίας στις ημέρες μας. Αυτό το τεράστιο έργο για να μπορέσει να υλοποιηθεί απαιτεί την αποφασιστική άρνηση της λογικής του εχθρού ( τη λογική της εξουσίας)! Αποφασιστική άρνηση, λοιπόν, των προτάσεων των “συντακτικών”, των “δημοκρατικών συνελεύσεων” και των κινημάτων των “πολιτών”, που επιτυχώς εμπλουτίζουν συνεχώς το εγχειρίδιο ενσωμάτωσης από πλευράς του συστήματος, προτρέποντάς μας να καταλάβουμε τις πλατείες και να αυτοδιαχειριστούμε την εξαθλίωσή μας μέχρις ότου να εμφανιστεί κάποιο κόμμα που να κεφαλαιοποιήσει ξανά την εμπειρία και να ενδυναμώσει έτσι την κυριαρχία. Από αυτό προκύπτει η επείγουσα ανάγκη της αντίληψης ενός αναντίρρητου γεγονότος : Η εξέγερση θα είναι τόσο περισσότερο ριζοσπαστική όσο λιγότερο κωδικοποιημένη θα μπορεί να διαρκέσει! Εννοώντας την πλέον όχι σαν ένα γενικευμένο επεισόδιο, συμπαγές και οριστικό της ανθρώπινης περιπέτειας, αλλά αντίθετα όταν την φανταζόμαστε σαν εκατοντάδες και χιλιάδες εξεγέρσεις, πάντοτε διαρκείς και μέσα στις οποίες δισεκατομμύρια ζώντα όντα εξεγείρονται και εξερευνούν την ολική απελευθέρωση του υπάρχοντος.

Για επικοινωνία: corrispondenzeanarchiche.wordpress.com

freebirdsinter@protonmail.com 

Πηγή: athensindymedia

David Whitehouse: Η Καταγωγή της Αστυνομίας

Προλογικό σημείωμα

Πολλά ακούστηκαν και γράφτηκαν τον τελευταίο καιρό για την αστυνομία και τον ρόλο της, με αφορμή τις αναταραχές που μαίνονται στις ΗΠΑ και τους στόχους τους, ή το μέχρι που θα πρέπει να το φτάσουν οι εξεγερμένοι.

Η είδηση ότι, στη Μινεάπολη μέλη του δημοτικού συμβουλίου υπόσχονται την κατάργηση του αστυνομικού τμήματος και την εύρεση ενός άλλου τρόπου… διατήρησης της δημόσιας ασφάλειας και τάξης (ένα άλλο σώμα ασφαλείας δηλαδή, ή ίσως ένα είδος αυτό-αστυνόμευσης;), χαιρετίζεται από διάφορους ως ένα μεγάλο βήμα. Άλλοι, επιμένουν να εγκλωβίζονται στην οπτική του «καλού» και του «κακού» μπάτσου, να μιλούν για κάποια θεμελιώδη προστατευτική λειτουργία της αστυνομίας και πως πρέπει, μόνο, να ελεγχθεί λίγο παραπάνω γιατί, απλώς, έχει «ξεφύγει»· οι πράξεις της, δηλαδή, δεν απορρέουν από την ίδια της τη δομή και λειτουργία, αλλά οφείλονται σε κάποιο «ξεστράτισμα» από αυτές. Άλλοι πάλι, βλέπουν με θετικό μάτι τα γονατίσματα μπάτσων σε ένδειξη υποστήριξης των διαδηλωτών· παρ’ όλο που παραμένουν μπάτσοι, παρ’ όλο που είναι γνωστό ότι κάποια στιγμή αργότερα θα χτυπήσουν αμείλικτα τις πορείες και τις διαδηλώσεις (όπως το έχουν ήδη κάνει). Άλλοι, θεωρούν πως όσο τα πλήθη δρουν βίαια, άλλο τόσο βίαια θα απαντούν οι μπάτσοι, επομένως πρέπει να βρεθεί μια πιο ειρηνική προσέγγιση.

Αυτές οι γνώμες και οπτικές συσκοτίζουν τον πραγματικό ρόλο της αστυνομίας, όπως αυτός εκδηλώνεται κάθε φορά που τα πλήθη γίνονται ανεξέλεγκτα, όπως πρόσφατα έγινε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ανεξέλεγκτα από την κυρίαρχη τάξη, ανεξέλεγκτα κατά της δικής της ασφάλειας κι ευημερίας. Ο πραγματικός ρόλος της αστυνομίας είναι ν’ αποτελεί την ασπίδα της ελίτ, όταν ξεσπά η οργή των καταπιεσμένων. Είναι η πλέον αντί-κινηματική και αντεπαναστατική δύναμη· ίσως περισσότερο κι απ’ τον στρατό ακόμη, καθώς έχει δημιουργηθεί ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο: να καταστέλλει τις εξεγέρσεις πριν απειλήσουν σοβαρά το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς.

Κάθε κίνημα, επομένως, που θέλει ν’ αλλάξει όντως τα πράγματα, να τ’ αλλάξει ριζικά δηλαδή, θα πρέπει σίγουρα, αφενός να καταστρέψει την αστυνομία – θεσμικά και φυσικά – πράγμα που σημαίνει, επίσης, να μην συγκροτήσει ένα άλλο σώμα ασφαλείας, ως ανεξάρτητη κοινωνική δύναμη, βάζοντας τρικλοποδιά στον εαυτό του. Αφετέρου, θα πρέπει να έχει συνείδηση του ότι, η κατάργηση της αστυνομίας δεν αποτελεί έναν τελικό στόχο, αλλά είναι στα πρώτα βήματα του αγώνα για την ριζική ανατροπή της υπάρχουσας κοινωνίας. Η αστυνομία είναι ένας κύριος εχθρός της τάξης μας και ως τέτοιος πρέπει να εξολοθρευτεί αμείλικτα, όμως ο δρόμος για την τελική νίκη παραμένει μακρύς.

Με αφορμή τη συγκυρία, μεταφράσαμε και δημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο του David Whitehouse που αποτελεί μία πολύ καλή μελέτη και παρουσίαση των αιτιών της γέννησης της αστυνομίας και του χαρακτήρα της.

Την μετάφραση και τον πρόλογο επιμελήθηκε ο Homo Negativus

pdf-Η-Καταγωγή-της-Αστυνομίας-David-Whitehouse

Στην Αγγλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, η αστυνομία δημιουργήθηκε σε διάστημα μερικών δεκαετιών – χοντρικά από το 1825 έως το 1855.i

Ο νέος θεσμός δεν ήταν μία αντίδραση σε κάποια αύξηση του εγκλήματος και δεν οδήγησε, πραγματικά, σε νέες μεθόδους διαχείρισης του εγκλήματος. Ο συνηθέστερος τρόπος να λύνουν οι αρχές ένα έγκλημα, πριν και μετά την δημιουργία της αστυνομίας, ήταν και είναι να τους πει κανείς ποιος το διέπραξε.

Εξάλλου, το έγκλημα έχει να κάνει με τις πράξεις ατόμων και οι άρχουσες ελίτ που δημιούργησαν την αστυνομία αντιδρούσαν σε προκλήσεις που ανέκυπταν από τη συλλογική δράση. Με λίγα λόγια: Οι αρχές έφτιαξαν την αστυνομία ως αντίδραση στα μεγάλα, επιθετικά πλήθη. Αυτά ήταν:

οι απεργίες στην Αγγλία,

οι εξεγέρσεις στις Βόρειες Ηνωμένες Πολιτείες,

και η απειλή ανταρσιών στις Νότιες Πολιτείες.

Η αστυνομία, άρα, αποτελεί μία αντίδραση στα πλήθη, όχι στο έγκλημα.

Θα εστιάσω ιδιαίτερα στο ποια ήταν τα πλήθη αυτά, πώς έγιναν τέτοια πρόκληση. Θα δούμε ότι μία δυσκολία για τους κυβερνώντες, πέραν της αύξησης της κοινωνικής πόλωσης στις πόλεις, ήταν η διάλυση των παλιών μεθόδων προσωπικής επιτήρησης του εργατικού πληθυσμού. Σε αυτές τις δεκαετίες, το κράτος επενέβη για να γεμίσει το κοινωνικό ρήγμα.

Θα δούμε ότι, στο Βορρά, η δημιουργία της αστυνομίας υπήρξε απλώς ένα μέρος μιας προσπάθειας του κράτους να διοικεί και να διαμορφώνει το εργατικό δυναμικό σε καθημερινή βάση. Οι κυβερνήσεις επέκτειναν, επίσης, τα συστήματά τους για την ανακούφιση των φτωχών, με σκοπό τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας και ανέπτυξαν το σύστημα της δημόσιας εκπαίδευσης για να ρυθμίζουν τα μυαλά των εργατών. Θα συνδέσω αυτά τα σημεία με την αστυνομική εργασία αργότερα, αλλά κυρίως θα επικεντρωθώ στο πώς η αστυνομία αναπτύχθηκε στο Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, το Τσάρλστον (Νότια Καρολίνα) και την Φιλαδέλφεια.

* * * *

Για να πάρουμε μια ιδέα της ιδιαιτερότητας της σύγχρονης αστυνομίας, θα βοηθούσε να μιλήσουμε για τις συνθήκες που ίσχυαν όταν ο καπιταλισμός βρισκόταν στο ξεκίνημά του. Συγκεκριμένα, ας αναλογιστούμε τις πόλεις-με-δικές-τους-αγορές της ύστερης μεσαιωνικής περιόδου, περίπου 1.000 χρόνια πριν.

Η κυρίαρχη τάξη της εποχής δεν ήταν στις πόλεις. Οι φεουδάρχες γαιοκτήμονες εδράζονταν στην επαρχία. Δεν είχαν μπάτσους. Μπορούσαν να συγκεντρώσουν ένοπλα σώματα για την τρομοκράτηση των δουλοπάροικων – οι οποίοι ήταν ημι-δούλοι – ή μπορούσαν να πολεμήσουν εναντίον άλλων ευγενών. Τα σώματα, όμως, αυτά ούτε επαγγελματικά ήταν ούτε και μόνιμα.

Ο πληθυσμός των πόλεων αποτελούταν κυρίως από δουλοπάροικους που είχαν εξαγοράσει την ελευθερία τους, ή απλώς δραπετεύσει απ’ τους αφέντες τους. Ήταν γνωστοί ως αστοί, που σημαίνει κάτοικοι της πόλης. Η αστική τάξη εγκαινίασε τις οικονομικές σχέσεις που αργότερα έγιναν γνωστές ως καπιταλισμός.

Για τους σκοπούς της συζήτησής μας ας πούμε ότι, καπιταλιστής είναι κάποιος ο οποίος χρησιμοποιεί χρήματα για να βγάλει περισσότερα χρήματα. Στην αρχή, οι κυρίαρχοι καπιταλιστές ήταν έμποροι. Ένας έμπορος παίρνει χρήματα για ν’ αγοράσει αγαθά προκειμένου να τα πουλήσει για περισσότερα χρήματα. Υπάρχουν, επίσης, καπιταλιστές που ασχολούνται μόνο με τα χρήματα – οι τραπεζίτες – οι οποίοι δανείζουν ένα συγκεκριμένο ποσό προκειμένου να λάβουν πίσω περισσότερα.

Θα μπορούσες ακόμη να ήσουν ένας τεχνίτης που αγοράζει υλικά και φτιάχνει κάτι, όπως παπούτσια, με σκοπό να τα πουλήσει για περισσότερα χρήματα. Στο συντεχνιακό σύστημα, ένας μάστορας θα δούλευε μαζί με καλφάδεςii και μαθητευόμενους και επίσης θα τους επέβλεπε. Οι μάστορες επωφελούνταν απ’ τη δουλειά εκείνων, υφίστατο, επομένως, εκμετάλλευση, αλλά οι καλφάδες και οι μαθητευόμενοι είχαν εύλογες ελπίδες να γίνουν οι ίδιοι μάστορες κάποια μέρα. Έτσι, οι ταξικές σχέσεις στις πόλεις ήταν αρκετά ρευστές, ειδικά σε σύγκριση με τη σχέση ανάμεσα στον ευγενή και τον δουλοπάροικο. Εξάλλου, οι συντεχνίες λειτουργούσαν έτσι που έθεταν κάποια όρια στην εκμετάλλευση, συνεπώς οι έμποροι ήταν εκείνοι που πράγματι συσσώρευαν κεφάλαιο εκείνη την εποχή.

Στη Γαλλία, τον 11ο και 12ο αιώνα, αυτές οι πόλεις έγιναν γνωστές ως κομμούνες (communes, κοινότητες). Συμπεριλαμβάνονταν στις κοινότητες υπό διάφορες συνθήκες, ενίοτε με την άδεια κάποιου άρχοντα φεουδάρχη, γενικά, όμως, αντιμετωπίζονταν ως αυτοδιοικούμενες οντότητες ή ακόμη και ως πόλεις-κράτη.

Δεν είχαν, όμως, μπάτσους. Είχαν τα δικά τους δικαστήρια – και μικρά ένοπλα σώματα αποτελούμενα από τους ίδιους τους κατοίκους. Αυτά τα σώματα, γενικά, δεν ασχολούνταν με το να απαγγέλουν κατηγορίες σε ανθρώπους. Εάν σε λήστευαν ή σου επιτίθονταν, ή αν σε εξαπατούσουν σε μία επαγγελματική συμφωνία, τότε εσύ, ο πολίτης, υπέβαλες την μήνυση.

Ένα παράδειγμα αυτής της αυτενεργής (do–it–yourself) δικαιοσύνης, μία μέθοδος που κράτησε αιώνες, ήταν γνωστό ως κατακραυγή (hue and cry). Εάν ήσουν σε κάποια αγορά και έβλεπες έναν να κλέβει, υποτίθεται ότι έπρεπε να βάλεις τις φωνές, λέγοντας «Σταμάτα, κλέφτη!» και να κυνηγήσεις τον κλέφτη. Από κει και πέρα, υποτίθεται ότι, όποιος σε έβλεπε να το κάνεις αυτό θα συμμετείχε στην κατακραυγή και θα έτρεχε επίσης πίσω από τον κλέφτη.

Οι πόλεις δεν χρειάζονταν μπάτσους διότι είχαν έναν υψηλό βαθμό κοινωνικής ισότητας, που έδινε στους ανθρώπους μία αίσθηση αμοιβαίας ευθύνης. Με τα χρόνια, οι ταξικές συγκρούσεις εντάθηκαν εντός των πόλεων, μα ακόμα κι έτσι, οι πόλεις έμειναν ενωμένες – μέσω ενός κοινού ανταγωνισμού με την εξουσία των ευγενών και μέσω συνεχών δεσμών αμοιβαίας ευθύνης.

Για εκατοντάδες χρόνια, οι Γάλλοι έτρεφαν μία εξιδανικευμένη ανάμνηση αυτών των πρώιμων πόλεων-κομμουνών – ως αυτοδιοικούμενες κοινότητες ίσων. Δεν αποτελεί, λοιπόν, έκπληξη ότι το 1871, όταν οι εργάτες κατέλαβαν το Παρίσι, το ονόμασαν Κομμούνα. Όμως, τώρα πηδάμε λίγο πιο μπροστά απ’ ότι θα έπρεπε για την ώρα.

* * * *

Ο καπιταλισμός υπέστη σημαντικές αλλαγές όσο ωρίμαζε εντός της φεουδαρχικής κοινωνίας. Πρώτα απ’ όλα, αυξήθηκε το μέγεθος των κεφαλαίων (capital holdings). Θυμηθείτε, αυτό είναι το ζήτημα – η μετατροπή μικρών ποσών χρήματος σε μεγαλύτερα ποσά χρήματος. Το μέγεθος των κεφαλαίων άρχισε να αυξάνεται με αστρονομικούς ρυθμούς κατά τη διάρκεια της κατάκτησης της Αμερικής, με τη λεηλασία χρυσού και ασημιού από το Νέο Κόσμο και την απαγωγή Αφρικανών προκειμένου να δουλέψουν στις φυτείες.

Όλο και περισσότερα πράγματα παράγονταν προς πώληση στην αγορά. Οι ηττημένοι στον ανταγωνισμό της αγοράς άρχισαν να χάνουν την ανεξαρτησία τους ως παραγωγοί και έπρεπε να αναλάβουν δουλειές με μισθό. Σε μέρη, όμως, όπως η Αγγλία, η μεγαλύτερη δύναμη που ωθούσε τους ανθρώπους σε αναζήτηση μισθωτής εργασίας ήταν το, υποκινούμενο από το κράτος, κίνημα εκδίωξης των αγροτών από τη γη.

Οι πόλεις μεγάλωσαν, καθώς οι αγρότες έγιναν πρόσφυγες από την επαρχία, ενώ μεγάλωσε και η ανισότητα μέσα στις πόλεις. Η καπιταλιστική αστική τάξη έγινε, πλέον, ένα κοινωνικό στρώμα πιο διακριτό απ’ τους εργάτες, απ’ όσο ήταν πρωτύτερα. Η αγορά επέδρασε διαβρωτικά στην αλληλεγγύη των συντεχνιών – κάτι στο οποίο θα επανέλθω με περισσότερες λεπτομέρειες όταν μιλήσω για τη Νέα Υόρκη. Τα εργαστήρια έγιναν μεγαλύτερα από ποτέ, καθώς, ένα μόνο αφεντικό στην Αγγλία μπορούσε να έχει υπό την επίβλεψη του δεκάδες εργάτες. Εδώ αναφέρομαι στα μέσα του 1700, την περίοδο ακριβώς πριν ξεκινήσει η πραγματική εργοστασιακή βιομηχανοποίηση.

Ακόμη δεν υπήρχαν μπάτσοι, αλλά οι πλουσιότερες τάξεις άρχισαν να καταφεύγουν σε όλο και περισσότερη βία για την καταστολή του φτωχού πληθυσμού. Κάποιες φορές ο στρατός διαταζόταν να πυροβολήσει στα εξεγερμένα πλήθη και κάποιες φορές οι αστυφύλακες συλλάμβαναν τους ηγέτες και τους κρέμαγαν. Άρα, η ταξική πάλη άρχιζε να εντείνεται, όμως τα πράγματα άρχισαν όντως να αλλάζουν, όταν ξέσπασε στην Αγγλία η Βιομηχανική Επανάσταση.

* * * *

Την ίδια περίοδο οι Γάλλοι περνούσαν την δική τους πολιτική και κοινωνική επανάσταση, με αφετηρία το 1789. Η κυρίαρχη τάξη της Βρετανίας αντέδρασε πανικοβαλλόμενη στην πιθανότητα ν’ ακολουθήσουν οι Άγγλοι εργάτες το παράδειγμα των Γάλλων. Έθεσαν εκτός νόμου εργατικά σωματεία και συνελεύσεις άνω των 50 ατόμων.

Παρ’ όλα αυτά, οι Άγγλοι εργάτες οργάνωναν όλο και μεγαλύτερες διαδηλώσεις, περίπου από το 1792 έως το 1820. Η αντίδραση της κυρίαρχης τάξης ήταν να στέλνει τον στρατό. Όμως υπάρχουν πραγματικά μόνο δύο πράγματα που θα μπορούσε να κάνει ο στρατός και είναι αμφότερα προβληματικά. Θα μπορούσε ν’ αρνηθεί να πυροβολήσει και τότε το πλήθος θα την γλίτωνε με ό,τι κι αν έκανε. Ή, θα μπορούσε να πυροβολήσει το πλήθος και να δημιουργήσει μάρτυρες της εργατικής τάξης.

Ακριβώς αυτό συνέβη στο Μάντσεστερ το 1819. Στρατιώτες στάλθηκαν να επιτεθούν σε πλήθος 80.000, τραυματίζοντας εκατοντάδες και σκοτώνοντας έντεκα. Αντί να καταστείλει το πλήθος, η πράξη αυτή, γνωστή ως «Η Σφαγή του Πήτερλου» (Peterloo Massacre), προκάλεσε ένα κύμα απεργιών και διαδηλώσεων.

Ακόμη και η πατροπαράδοτη τακτική κρεμάσματος των αρχηγών του κινήματος άρχισε να έχει αντίθετα αποτελέσματα. Μία εκτέλεση θα ασκούσε εκφοβισμό σ’ ένα πλήθος των 100 ατόμων, όμως τα πλήθη, πλέον, έφταναν μέχρι και τους 50.000 υποστηρικτές των καταδικασμένων και οι εκτελέσεις τους έκαναν να θέλουν ν’ αγωνιστούν. Η ανάπτυξη των βρετανικών πόλεων και η αύξηση της κοινωνικής πόλωσης εντός τους – δύο ποσοτικές αλλαγές δηλαδή – είχαν αρχίσει να προκαλούν, ποιοτικά, νέα ξεσπάσματα αγώνων.

Η κυρίαρχη τάξη χρειαζόταν νέους θεσμούς για να θέσει την κατάσταση υπό έλεγχο. Ένας απ’ αυτούς ήταν η αστυνομία του Λονδίνου, ιδρυμένη το 1829, δέκα μόλις χρόνια μετά το Πήτερλου. Το νέο αστυνομικό σώμα σχεδιάστηκε συγκεκριμένα για να ασκεί μη θανατηφόρα βία στα πλήθη και να τα διαλύει ενώ εσκεμμένα προσπαθεί να αποφύγει την δημιουργία μαρτύρων. Βέβαια, κάθε σώμα που οργανώνεται για ν’ ασκεί βία σε καθημερινή βάση, θα σκοτώσει μερικούς ανθρώπους. Όμως, για κάθε φόνο της αστυνομίας, υπάρχουν εκατοντάδες ή χιλιάδες πράξεις αστυνομικής βίας που είναι μη θανατηφόρες – υπολογισμένες και σχεδιασμένες να προκαλέσουν φόβο, αποφεύγοντας παράλληλα μία οργισμένη συλλογική αντίδραση.

Όταν οι αστυνόμοι του Λονδίνου δεν συγκεντρώνονταν σε διμοιρίες για τον έλεγχο του πλήθους, διαχέονταν στην πόλη για να αστυνομεύουν την καθημερινή ζωή των φτωχών και της εργατικής τάξης. Αυτό συνοψίζει τη χαρακτηριστική διττή λειτουργία της σύγχρονης αστυνομίας: από τη μία, είναι η διάχυτη μορφή παρακολούθησης και εκφοβισμού που αποκαλείται καταπολέμηση του εγκλήματος· και από την άλλη, είναι η συγκεντρωμένη μορφή δραστηριότητας της αντιμετώπισης των απεργιών, των εξεγέρσεων και των μεγάλων διαδηλώσεων.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκαν – η αντιμετώπιση του πλήθους – όμως εκείνο που βλέπουμε τον περισσότερο καιρό είναι ο μπάτσος που περιπολεί την περιοχή του (cop on the beat)iii. Πριν μιλήσω για την εξέλιξη της αστυνομίας στην Νέα Υόρκη, θέλω να εξερευνήσω την σύνδεση ανάμεσα στις δύο αυτές λειτουργίες της αστυνομικής εργασίας.

* * * *

Θα ξεκινήσω με το γενικότερο θέμα της ταξικής πάλης για τον εξωτερικό χώρο.

Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα για τους εργάτες και τους φτωχούς. Οι εξωτερικοί χώροι έχουν σημασία για τους εργάτες

– για τη δουλειά

– για τον ελεύθερο χρόνο και τη διασκέδαση

– ως χώρος διαμονής, εάν δεν έχεις σπίτι

… και για την πολιτική

Αρχικά, όσον αφορά τη δουλειά. Ενώ οι επιτυχημένοι έμποροι μπορούσαν να χρησιμοποιούν εσωτερικούς χώρους, εκείνοι που δεν είχαν τα ίδια μέσα έπρεπε να εγκατασταθούν ως πωλητές στους δρόμους. Οι καταξιωμένοι έμποροι τους είδαν ως ανταγωνιστές και έβαλαν την αστυνομία να τους εκδιώξει.

Οι πωλητές του δρόμου είναι, επίσης, αποτελεσματικοί προμηθευτές κλεμμένων αγαθών, αφού μετακινούνται εύκολα και είναι ανώνυμοι. Δεν ήταν μόνο οι πορτοφολάδες και οι διαρρήκτες που χρησιμοποιούσαν μ’ αυτόν τον τρόπο τους πωλητές του δρόμου. Οι υπηρέτες και οι δούλοι της μεσαίας τάξης έκλεβαν κι αυτοί από τους αφέντες τους και έδιναν τα αγαθά στους τοπικούς πωλητές. (Παρεμπιπτόντως, η δουλεία στη Νέα Υόρκη υπήρχε μέχρι το 1827.) Η διαρροή πλούτου από τα άνετα και αναπαυτικά σπίτια της πόλης είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η μεσαία τάξη απαίτησε τη κινητοποίηση κατά των πωλητών του δρόμου.

Ο δρόμος ήταν επίσης, απλά, εκεί όπου οι εργάτες περνούσαν τον ελεύθερό τους χρόνο – επειδή τα σπίτια τους δεν ήταν άνετα και αναπαυτικά. Ο δρόμος ήταν ένα μέρος όπου μπορούσαν ν’ αποκτήσουν φιλίες, ελεύθερη διασκέδαση και όπου, ανάλογα το μέρος και την ώρα, μπορεί να συμμετείχαν σε αντιφρονούντες θρησκευτικούς και πολιτικούς κύκλους. Ο Βρετανός μαρξιστής ιστορικός EP Thompson τα συνόψισε όλα αυτά όταν έγραψε ότι, η αγγλική αστυνομία του 19ου αιώνα ήταν «αμερόληπτη, καθώς επιχειρούσε να μαζέψει απ’ τους δρόμους, με μια κίνηση, εμπόρους του δρόμου, ζητιάνους, πόρνες, διασκεδαστές του δρόμου, διαδηλωτές, παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο και ελευθερόφρονες και σοσιαλιστές ομιλητές, εξίσου. Το πρόσχημα ήταν, πολύ συχνά, πως είχαν λάβει κάποιο παράπονο από έναν καταστηματάρχη για διατάραξη του εμπορίου».

Και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, οι περισσότερες συλλήψεις αφορούσαν εγκλήματα δίχως θύμα, ή εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξης. Ένας άλλος μαρξιστής ιστορικός, ο Sidney Harring, παρατήρησε πως: «Ο ορισμός του εγκληματολόγου των εγκλημάτων δημόσιας τάξης πλησιάζει επικίνδυνα πολύ την περιγραφή του ιστορικού της δραστηριότητας της εργατικής τάξης κατά τον ελεύθερο χρόνο».

Η ζωή έξω απ’ το σπίτι ήταν – και είναι – ιδιαίτερα σημαντική για την πολιτική της εργατικής τάξης. Οι καταξιωμένοι πολιτικοί και διευθυντές επιχειρήσεων έχουν τη δυνατότητα να συναντώνται σε εσωτερικούς χώρους και να παίρνουν αποφάσεις με μεγάλες επιπτώσεις, επειδή αυτοί ελέγχουν τις διοικητικές υπηρεσίες και την εργατική δύναμη. Όταν, όμως, συναντώνται οι εργαζόμενοι άνθρωποι και λαμβάνουν αποφάσεις για το πώς ν’ αλλάξουν τα πράγματα, συνήθως δεν παίζει και πολύ ρόλο εκτός κι αν μπορούν να συγκεντρώσουν μερικούς υποστηρικτές στους δρόμους, είτε πρόκειται για απεργία είτε για διαδήλωση. Ο δρόμος είναι το πεδίο κρίσεως του μεγαλύτερου μέρους της πολιτικής της εργατικής τάξης και η κυρίαρχη τάξη το γνωρίζει πολύ καλά αυτό. Γι’ αυτό τοποθέτησαν την αστυνομία στον δρόμο ως αντίθετη δύναμη για κάθε φορά που η εργατική τάξη δείχνει τη δύναμή της.

Τώρα, μπορούμε να κοιτάξουμε τις συνδέσεις ανάμεσα στις δύο κύριες μορφές αστυνομικής δραστηριότητας – τις περιπολίες ρουτίνας και τον έλεγχο του πλήθους. Η καθημερινότητα της περιπολίας συνηθίζει την αστυνομία στη χρήση βίας και στην απειλή βίας. Αυτό τους προετοιμάζει να φέρουν εις πέρας τις κατασταλτικές δράσεις μεγάλης κλίμακας, που είναι αναγκαίες όταν οι εργάτες και οι καταπιεσμένοι εξεγείρονται σε μεγαλύτερες ομάδες. Δεν είναι απλώς ένα ζήτημα εξάσκησης στα όπλα και τις τακτικές. Η περιπολία ρουτίνας είναι κρίσιμη για την δημιουργία ενός τρόπου σκέψης μεταξύ των μπάτσων για το ότι η βία τους είναι για το γενικότερο καλό.

Η καθημερινή εργασία επιτρέπει, ακόμη, στους διοικητές ν’ ανακαλύψουν ποιοι μπάτσοι νοιώθουν πιο άνετα να προκαλούν πόνο – και τότε τους τοποθετούν στην πρώτη γραμμή, όταν έρχεται η ώρα για τη λήψη δραστικών μέτρων. Την ίδια στιγμή, ο «καλός μπάτσος» που μπορεί να συναντήσεις στην περιπολία προσφέρει σημαντική κάλυψη δημοσίων σχέσεων για την σκληρή δουλειά που πρέπει να κάνουν οι «κακοί μπάτσοι». Η δουλειά ρουτίνας μπορεί, επίσης, ν’ αποβεί χρήσιμη σε περιόδους πολιτικών αναταραχών, καθώς η αστυνομία έχει ήδη περάσει χρόνο στις γειτονιές προσπαθώντας να ταυτοποιήσει τους ηγέτες και τους ριζοσπαστικούς.

* * * *

Τώρα μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στην ιστορική αφήγηση και να μιλήσουμε για τη Νέα Υόρκη.

Θα ξεκινήσω με δύο σημεία για τις παραδόσεις των μαζών πριν την επανάσταση. Κατά την αποικιοκρατική περίοδο οι άνθρωποι εξαγριώνονταν μερικές φορές, συχνά, όμως, ήταν επισημοποιημένο με τρόπους που θα ενέκρινε η αποικιοκρατική ελίτ ή έστω θα ανεχόταν. Υπήρχαν διάφορες γιορτές που ενέπιπταν στην κατηγορία της «αταξίας», στις οποίες αντιστρέφονταν οι κοινωνικές θέσεις και τα κατώτερα στρώματα μπορούσαν να προσποιηθούν πως βρίσκονταν στην κορυφή. Αυτός ήταν ένας τρόπος για τις υποτελείς τάξεις να εκτονωθούν σατιρίζοντας τους αφέντες τους – ένας τρόπος που αναγνώριζε το δικαίωμα της ελίτ να κρατά τα ηνία όλες τις υπόλοιπες μέρες τον χρόνο. Αυτή η παράδοση συμβολικής αταξίας ήταν ιδιαίτερα εμφανής την περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Ακόμη και στους σκλάβους επιτρεπόταν να συμμετάσχουν.

Υπήρχε ακόμη μία ετήσια γιορτή της Ημέρας του Πάπα, στην οποία μέλη της προτεσταντικής πλειονότητας έκαναν παρέλαση με ομοιώματα, συμπεριλαμβανομένου ενός του Πάπα – μέχρι που στο τέλος τα έκαιγαν όλα. Μια μικρή θρησκευτική πρόκληση, «τελείως στην πλάκα», τελείως εγκεκριμένη από τους πατέρες της πόλης. Σ’ αυτό το στάδιο, η Ημέρα του Πάπα συνήθως δεν οδηγούσε σε βία έναντι των καθολικών, επειδή μόλις λίγες εκατοντάδες υπήρχαν στη Νέα Υόρκη και δεν υπήρχε ούτε μία καθολική εκκλησία πριν την επανάσταση.

Αυτές οι μαζικές παραδόσεις ήταν έντονες, ακόμη και ταραχώδεις, όμως έτειναν να ενισχύουν τη σύνδεση ανάμεσα στα κατώτερα στρώματα και την ελίτ, αντί να σπάνε αυτή τη σύνδεση.

Τα κατώτερα στρώματα ήταν επίσης δεμένα με την ελίτ μέσω της διαρκούς προσωπικής επίβλεψης. Αυτό, φυσικά, ίσχυε για τους δούλους και τους οικιακούς υπηρέτες, αλλά και οι μαθητευόμενοι με τους καλφάδες ζούσαν επίσης στο ίδιο σπίτι με τον μάστορα. Επομένως, δεν υπήρχαν και πολλοί από αυτούς τους υποτελείς να τριγυρνούν στους δρόμους όλες τις ώρες.

Αυτή η κατάσταση κατέστησε τους ναύτες και τους ημερομίσθιους εργάτες ανεπιτήρητα και δυνάμει ταραχοποιά στοιχεία. Ήδη μέχρι το 1638, όπως σημειώνει ο ιστορικός Selden Bacon, η ελίτ του Νέου Άμστερνταμ (η ολλανδική αποικία που έγινε αργότερα η Νέα Υόρκη) είχε διαβλέψει την ανάγκη να αποτρέψει την αναταραχή που θα μπορούσε να ανακύψει από τα παράλια: «Τα πρώτα διατάγματα αστυνομικής φύσης που μπορούν να βρεθούν, έχουν να κάνουν με τα σκάφη στα λιμάνια, περιορίζοντας τις επισκέψεις των κατοίκων, απαγορεύοντας στους ναύτες να παραμείνουν στη στεριά τη νύχτα, διατάζοντας τους καπετάνιους των πλοίων να επιβάλουν αυτούς τους κανόνες. Ο σκοπός αυτού ήταν να ασφαλιστούν μπροστά στο λαθρεμπόριο όσο και να κρατήσουν τους άτακτους ναύτες μακριά απ’ τους δρόμους τη νύχτα. Όλοι οι εργάτες διατάζονταν να πηγαινοέρχονται στη δουλειά τους σε καθορισμένες ώρες, ενώ οι μάστορες ξυλουργοί και οι επόπτες των εργαζομένων διατάζονταν να το επιβάλουν» (Τόμος 1, 16).

Αυτό, φυσικά, είναι ένα παράδειγμα αστυνόμευσης δίχως αστυνομικό οργανισμό. Η ελίτ του Νέου Άμστερνταμ διέταζε τους εργοδότες να επιβλέπουν τους εργάτες στα παράλια τις ώρες εκτός εργασίας, όπως επίσης οι μάστορες θα επέβλεπαν τους δούλους, υπηρέτες και μαθητευόμενούς τους. Οι αποικιοκρατικές αρχές μπορούσαν να δουν ότι οι αδέσμευτοι, ελεύθεροι μισθωτοί εργάτες – ακόμη και σε αρκετά μικρούς αριθμούς – ήταν ικανοί να διαρρήξουν τις νόρμες αυτής της αριστοκρατικής κοινωνίας. Η αντίδρασή τους ήταν να καταστήσουν αυτούς τους μισθωτούς εργάτες λιγότερο ελεύθερους, προσπαθώντας να τους «δεσμεύσουν» στα αφεντικά τους.

Κάτω από τέτοιες συνθήκες, όπου οι περισσότεροι άνθρωποι στην αποικία ήδη επιτηρούνταν κατά τη διάρκεια της ημέρας, δεν υπήρχε καμία ανάγκη για τακτικό αστυνομικό σώμα. Υπήρχε μία νυχτερινή φρουρά (night watch), η οποία πρόσεχε για φωτιές, προσπαθούσε να προφυλάσσει από βανδαλισμούς και συλλάμβανε κάθε μαύρο/η που δεν μπορούσε ν’ αποδείξει ότι ήταν ελεύθερος/η. Η φρουρά δεν ήταν με κανέναν τρόπο επαγγελματική. Όλοι τους είχαν ημερήσιες δουλειές και αναλάμβαναν περιοδικά και προσωρινά το πόστο της φρουράς, έτσι που δεν περιπολούσαν τακτικά συγκεκριμένες περιοχές ο καθένας – και όλοι το απεχθάνονταν. Οι πλούσιοι το απέφευγαν, πληρώνοντας αντικαταστάτες.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας, ένας μικρός αριθμός αστυφυλάκων ήταν εν ώρα καθήκοντος, όμως δεν περιπολούσαν. Ήταν εκπρόσωποι του δικαστηρίου που εκτελούσαν εντολές, όπως κλητεύσεις και εντάλματα σύλληψης. Δεν έκαναν αστυνομική έρευνα. Το 1700 και για μεγάλο μέρος του 1800, το σύστημα στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά σε πολίτες πληροφοριοδότες που τους υπόσχονταν μερίδιο από το όποιο πρόστιμο ίσως όφειλε να πληρώσει ο παραβάτης.

* * * *

Η επαναστατική περίοδος άλλαξε μερικά πράγματα σχετικά με τον ρόλο των πληθών και τη σχέση ανάμεσα στις τάξεις. Τη δεκαετία του 1760, αρχής γενομένης με την αναταραχή ενάντια στο Νόμο Χαρτοσήμου (Stamp Act), η ελίτ των εμπόρων και των κατόχων ατομικής ιδιοκτησίας ενέκρινε νέες μορφές λαϊκής κινητοποίησης. Επρόκειτο για νέες σφοδρές διαδηλώσεις και εξεγέρσεις που αντλούσαν από τις υφιστάμενες παραδόσεις, ολοφάνερα όσον αφορά τη χρήση ομοιωμάτων. Αντί να καίνε τον Πάπα, έκαιγαν τον κυβερνήτη ή τον Βασιλιά Γεώργιο.

Δεν έχω τον χρόνο να προβώ σε λεπτομέρειες σχετικά με το τι έκαναν, είναι όμως σημαντικό να επισημάνω την ταξική σύνθεση αυτών των πληθών. Ίσως μέλη της ελίτ να βρίσκονταν επίσης εκεί, όμως ο κορμός αυτών των πληθών ήταν οι ειδικευμένοι εργάτες, γνωστοί συλλογικά ως μηχανικοί. Αυτό σημαίνει ότι ένας μάστορας θα ήταν έξω στο πλήθος με τους καλφάδες του και τους μαθητευομένους του. Εκείνοι που ήταν ανώτερης κοινωνικής βαθμίδας έτειναν να βλέπουν τους μάστορες σαν τους αξιωματικούς τους για την κινητοποίηση των υπόλοιπων μηχανικών.

Καθώς εντεινόταν η σύγκρουση με την Βρετανία, οι μηχανικοί έγιναν πιο ριζοσπαστικοί και οργανώθηκαν ανεξάρτητα από την αποικιοκρατική ελίτ. Υπήρξε τριβή ανάμεσα στους μηχανικούς και την ελίτ, ποτέ όμως ολοκληρωτική ρήξη.

Και, φυσικά, όταν ηττήθηκαν οι Βρετανοί και οι ελίτ έστησαν την δική τους κυβέρνηση, μπούχτισαν με όλη αυτή την αναταραχή στους δρόμους. Συνέχισαν να υπάρχουν ανταρσίες και εξεγέρσεις στις νέες ανεξάρτητες Ηνωμένες Πολιτείες, έπαιρναν όμως νέες μορφές – εν μέρει επειδή η οικονομική ανάπτυξη διαρρήγνυε την ενότητα των μηχανικών μεταξύ τους.

* * * *

Θα στραφώ τώρα στις εξελίξεις εκείνες που ακολούθησαν της επανάστασης – αλλαγές που δημιούργησαν μία νέα εργατική τάξη μες από ένα συγκρουόμενο συνονθύλευμα κοινωνικών στοιχείων.

Ας αρχίσουμε με τους ειδικευμένους εργάτες. Ακόμη και πριν την επανάσταση, η διάκριση ανάμεσα στους μάστορες και τους καλφάδες ήταν οξυμμένη. Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά την σταθερή επίδραση του συντεχνιακού συστήματος· δεν υπήρχαν επίσημες συντεχνίες στις Ηνωμένες Πολιτείες, μερικές όμως από τις παραδόσεις τους επιβίωναν μεταξύ των ειδικευμένων εργατών.

Οι παλιές συντεχνίες ήταν, επί της ουσίας, καρτέλ· ενώσεις εργατών οι οποίοι είχαν ένα μονοπώλιο μιας ορισμένης ειδίκευσης που τους επέτρεπε να ελέγχουν την αγορά. Μπορούσαν να ορίζουν πάγιες τιμές για τα προϊόντα τους, ακόμη και ν’ αποφασίζουν εκ των προτέρων πόσο μεγάλη θα ήταν η αγορά.

Η ελεγχόμενη αγορά επέτρεπε κάποια πάγια σταθερότητα των σχέσεων μεταξύ των εργατών του ίδιου επαγγέλματος. Ένας μάστορας αποκτούσε έναν μαθητευόμενο ως υπηρέτη με συμβόλαιο απ’ τους γονείς του με αντάλλαγμα την υπόσχεση ότι θα του διδάξει μία ειδικότητα και θα του παρέχει τροφή και στέγη για επτά χρόνια. Οι μαθητευόμενοι εξελίσσονται και γίνονταν καλφάδες, όμως συχνά συνέχιζαν να δουλεύουν για τον ίδιο μάστορα, όσο δεν εμφανιζόταν κάποια ευκαιρία να γίνουν οι ίδιοι μάστορες. Οι καλφάδες έπαιρναν πάγιους μισθούς με μακροπρόθεσμα συμβόλαια. Αυτό σήμαινε ότι θα συνέχιζαν να πληρώνονται ανεξάρτητα από τις εποχιακές διακυμάνσεις στον όγκο της δουλειάς. Αν και χωρίς την τυπική δομή των συντεχνιών, τα περισσότερα από αυτό το καθιερωμένο σύνολο σχέσεων ήταν ακόμη σε ισχύ κατά την προεπαναστατική περίοδο.

Ωστόσο, περίπου από το 1750 έως το 1850, αυτή η συντεχνιακή δομή στο εσωτερικό των ειδικευμένων επαγγελμάτων κατέρρεε επειδή η εξωτερική σχέση – ο έλεγχος των ειδικευμένων εργατών επί της αγοράς – είχε επίσης αρχίσει να διαλύεται. Τα εμπορεύματα που έρχονταν από άλλες πόλεις ή από το εξωτερικό, υπονόμευαν την δυνατότητα του μάστορα να ορίζει τις τιμές, επομένως τα εργαστήρια ρίχτηκαν στον μεταξύ τους ανταγωνισμό με έναν οικείο σε μας τρόπο.

Ο ανταγωνισμός ώθησε τους μάστορες να γίνουν περισσότερο σαν επιχειρηματίες, αναζητώντας καινοτομίες που εξοικονομούσαν εργασία και αντιμετωπίζοντας τους εργάτες τους περισσότερο ως αναλώσιμους μισθωτούς εργάτες. Οι επιχειρήσεις έγιναν μεγαλύτερες και πιο απρόσωπες – περισσότερο σαν εργοστάσια, με δεκάδες εργαζομένων.

Τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, οι εργαζόμενοι δεν έχαναν μόνο τα μακροπρόθεσμα συμβόλαιά τους, αλλά και το μέρος όπου ζούσαν στα σπίτια των μαστόρων τους. Οι μαθητευόμενοι το είδαν ως μία απελευθερωτική εμπειρία, καθώς οι νεαροί άντρες ξέφυγαν από την εξουσία των γονιών τους και των μαστόρων τους. Ελεύθεροι να πηγαινοέρχονται όπως επιθυμούσαν, μπορούσαν να γνωρίσουν νεαρές γυναίκες και να δημιουργήσουν την δική τους κοινωνική ζωή μεταξύ των ομοίων τους. Οι εργαζόμενες γυναίκες απασχολούνταν κυρίως σε διαφόρων ειδών οικιακές εργασίες, εκτός κι αν ήταν πόρνες.

Η δημόσια ζωή μεταμορφώθηκε καθώς αυτοί οι νέοι άνθρωποι ανακατεύτηκαν με τα υπόλοιπα μέρη του πληθυσμού που συγκροτούσε την αναπτυσσόμενη εργατική τάξη.

Το ανακάτεμα δεν ήταν πάντοτε ειρηνικό. Η μετανάστευση των Ιρλανδών καθολικών αυξήθηκε μετά το 1800. Μέχρι το 1829, υπήρχαν περίπου 25.000 καθολικοί στην πόλη – ένας στους οχτώ. Οι Ιρλανδοί απομονώνονταν από τη γειτονιά, συχνά ζώντας δίπλα στους μαύρους, οι οποίοι αποτελούσαν πλέον το 5 τοις εκατό του πληθυσμού. Το 1799, οι Προτεστάντες έκαψαν ένα ομοίωμα του Αγίου Πάτρικ και οι Ιρλανδοί αντεπιτέθηκαν. Αυτές οι μάχες επαναλήφθηκαν τα επόμενα χρόνια και ήταν ξεκάθαρο στους Ιρλανδούς ότι οι αστυφύλακες και η φρουρά είχαν εχθρική στάση απέναντί τους.

Άρα, πριν καν υπάρξουν τα σύγχρονα αστυνομικά σώματα, οι άνθρωποι του νόμου έκαναν ρατσιστική σκιαγράφηση του εγκληματολογικού προφίλ. Η ελίτ της πόλης πρόσεξε την έλλειψη σεβασμού των Ιρλανδών προς τη φρουρά – την ανοιχτή τους αντιπαλότητα – και αντέδρασε επεκτείνοντας τη φρουρά και καθιστώντας τις περιπολίες της πιο στοχευμένες. Αυτό έγινε σε συμφωνία με την αύξηση της αστυνομικής προσοχής στους Αφρικανούς, που ζούσαν στις ίδιες περιοχές και συχνά είχαν την ίδια στάση απέναντι στις αρχές.

Κάτω απ’ τις θρησκευτικές και φυλετικές διακρίσεις βρισκόταν ο οικονομικός ανταγωνισμός, εφόσον οι Ιρλανδοί εργάτες ήταν γενικώς λιγότερο ειδικευμένοι και έπαιρναν χαμηλότερους μισθούς από τους τεχνίτες εργάτες. Την ίδια στιγμή, οι μάστορες προσπαθούσαν να από-ειδικεύσουν τις δουλειές στα εργαστήρια. Με αυτόν τον τρόπο, οι λευκοί Αμερικάνοι μαθητευόμενοι έγιναν μέρος μιας αληθινής αγοράς εργασίας έχοντας χάσει τα μακροπρόθεσμα συμβόλαιά τους. Όταν συνέβη αυτό, βρέθηκαν να βρίσκονται ένα μόλις σκαλοπάτι πάνω απ’ τους Ιρλανδούς μετανάστες στην κλίμακα των μισθών. Οι μαύροι εργάτες, που εκτελούσαν οικιακή υπηρεσία ή δούλευαν ως γενικοί εργάτες, βρίσκονταν ένα ή δύο σκαλοπάτια ακόμη πιο κάτω απ’ τους Ιρλανδούς στην κλίμακα των μισθών.

Την ίδια στιγμή, το παλιότερο ανειδίκευτο κομμάτι τις μισθωτής εργατικής τάξης, περιστρεφόμενο γύρω από τις αποβάθρες και την ανοικοδόμηση κτιρίων, αυξανόταν, καθώς αμφότερα το εμπόριο και η ανοικοδόμηση αυξάνονταν μετά την Επανάσταση.

Γενικά, ο πληθυσμός αυξήθηκε ραγδαία. Η Νέα Υόρκη είχε 60.000 κατοίκους το 1800, αλλά διπλασιάστηκε μέχρι το 1820. Το 1830, η Νέα Υόρκη είχε παραπάνω από 200.000 ανθρώπους – και 312.000 μέχρι το 1840.

* * * *

Αυτή είναι μία αδρομερής σκιαγράφηση της εργατικής τάξης της Νέας Υόρκης

Σ’ αυτές τις δεκαετίες, κάθε τμήμα της εργατικής τάξης προέβη σε συλλογική δράση για λογαριασμό της.

Είναι μία ιδιαίτερα περίπλοκη ιστορία, εξαιτίας του αριθμού των δράσεων και του κατακερματισμού της τάξης. Θα μπορούσαμε, όμως, να ξεκινήσουμε με μία γενίκευση πως η συνηθέστερη μορφή πάλης ήταν επίσης η πιο στοιχειώδης – η εξέγερση.

Κάποιες λεπτομέρειες τώρα. Απ’ το 1801 έως το 1832, οι μαύροι Νεοϋορκέζοι εξεγέρθηκαν τέσσερις φορές για ν’ αποτρέψουν να σταλούν πρώην δούλοι πίσω στους αφέντες τους από άλλες περιοχές. Αυτές οι προσπάθειες γενικά απέτυχαν, η φρουρά αντέδρασε βίαια και οι συμμετέχοντες δέχτηκαν ασυνήθιστα σκληρές ποινές. Λευκοί πολέμιοι της δουλείας πήραν μέρος στις αποδοκιμασίας αυτών των εξεγέρσεων. Άρα, αυτές οι εξεγέρσεις απεικονίζουν μία λαϊκή αυτενέργεια παρά την αποδοκιμασία της ελίτ – καθώς και τη φυλετική διάκριση στην εφαρμογή του νόμου.

Ακόμη, λευκοί βανδάλιζαν εκκλησίες και θέατρα των μαύρων, μερικές φορές φτάνοντας στο επίπεδο αναταραχών. Σ’ αυτό εμπλέκονταν φτωχοί μετανάστες, αλλά μερικές φορές πλούσιοι λευκοί και οι αστυφύλακες λάμβαναν κι οι ίδιοι μέρος. Το 1826, μία εξέγερση κατά των μαύρων μαινόταν για τρεις μέρες, προκαλώντας ζημιές σε σπίτια και εκκλησίες μαύρων – μαζί με σπίτια κι εκκλησίες λευκών υπουργών κατά της δουλείας.

Δεν υπήρχε όμως μόνο σύγκρουση μεταξύ των μαύρων και των λευκών εργατών. Το 1802, λευκοί και μαύροι ναύτες απέργησαν για υψηλότερους μισθούς. Όπως και με τις περισσότερες απεργίες εκείνης της περιόδου, η μέθοδος ήταν αυτό που ο ιστορικός Eric Hobsbawm αποκαλούσε «συλλογική διαπραγμάτευση μέσω εξέγερσης». Στην περίπτωση αυττή, οι απεργοί ακινητοποίησαν τα πλοία που προσλαμβάνονταν με τους χαμηλότερους μισθούς. Οι λιμενεργάτες, επίσης, ενώθηκαν προσπερνώντας φυλετικά και θρησκευτικά όρια σε μαχητικές απεργίες το 1825 και το 1828.

Οι στάσεις εργασίας των ειδικευμένων εργατών, όπως οι καλφάδες, συνήθως δεν χρειαζόταν να καταφύγουν σε τέτοιου είδους φυσική επιβολή, γιατί κατείχαν ένα μονοπώλιο στις σχετικές ειδικότητες. Παρ’ όλα αυτά, οι καλφάδες έγιναν πιο μαχητικοί αυτά τα χρόνια. Οι απεργίες στα ειδικευμένα επαγγέλματα έγιναν σε τρία κύματα, ξεκινώντας το 1809 κι έπειτα το 1822 και το 1829. Κάθε κύμα ήταν μαχητικότερο και πιο επιβλητικό απ’ το προηγούμενο – καθώς στρέφονταν εναντίον άλλων ειδικευμένων εργατών που πρόδιδαν την αλληλεγγύη. Το 1829, οι καλφάδες ηγήθηκαν ενός κινήματος για τη μείωση της εργάσιμης ημέρας στις δέκα ώρες και δημιούργησαν το Κόμμα των Εργαζομένων (Workingmen’s Party). Το κόμμα διαλύθηκε την ίδια χρονιά, οδήγησε όμως στην ίδρυση της Γενικής Ένωσης Εργατών (General Trade Union) το 1833.

Ενώ οι εργάτες αποκτούσαν περισσότερη συνείδηση των εαυτών τους ως μιας τάξης, άρχισαν επίσης να εμπλέκονται όλο και περισσότερο σε «συνηθισμένες» εξεγέρσεις κάθε φορά που τα πλήθη μαζεύονταν, στις ταβέρνες, στα θέατρα ή στον δρόμο. Τέτοιες εξεγέρσεις μπορεί να μην είχαν σαφή οικονομικό ή πολιτικό στόχο, ήταν, όμως, περιπτώσεις συλλογικής αυτοπεποίθησης της εργατικής τάξης – ή εθνικών και φυλετικών μερίδων της τάξης. Τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα, γινόταν μια τέτοια εξέγερση περίπου τέσσερις φορές τον χρόνο, όμως στην περίοδο απ’ το 1825 έως το 1830, οι Νεοϋορκέζοι εξεγείρονταν μία φορά τον μήνα.

Συγκεκριμένα μία απ’ αυτές τις εξεγέρσεις ανησύχησε την ελίτ. Την Πρωτοχρονιά, ένα θορυβώδες πλήθος περίπου 4.000 νεαρών λευκών Αμερικάνων εργατών έβγαλαν έξω τα τύμπανα και τις ροκάνες τους και κατευθύνθηκαν προς το Broadway όπου ζούσαν οι πλούσιοι. «Προμηθεύτηκαν μία τεράστια κλειστή άμαξα» και την έσυραν με «ένα μεγάλο σκοινί αρκετά μέτρα μακρύ», σύμφωνα με μία ανώνυμη αναφορά στην Evening Post. Στον δρόμο τους έκαναν έφοδο σε μια Αφρικανική εκκλησία και χτύπησαν τα μέλη της. Η φρουρά συνέλαβε αρκετούς απ’ τους ταραξίες, αλλά το πλήθος τους ελευθέρωσε και έκανε την φρουρά να το βάλει στα πόδια.

Το πλήθος προσέλκυσε περισσότερους γλεντοκόπους και στράφηκε προς την εμπορική συνοικία, όπου έκαναν έφοδο στα μαγαζιά. Στο Πάρκο Battery, έσπασαν τα παράθυρα σε μερικά από τα πλουσιότερα σπίτια της πόλης. Έπειτα κατευθύνθηκαν πάλι προς το Broadway όπου οι πλούσιοι είχαν τη δική τους γιορτή στο City Hotel.

«Ο δρόμος, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αποκλείστηκε από ένα αδιαπέραστο πλήθος και τα μόνιππα αμαξάκια που μετέφεραν στα σπίτια τους τις κυρίες και τους κυρίους, εμποδίστηκαν και δεν μπορούσαν να περάσουν. Το πρόβλημα έγινε τόσο μεγάλο, που ένα δυνατό απόσπασμα νυχτοφυλάκων συγκεντρώθηκε με την πρόθεση να συλλάβει τους ηγέτες και να διαλύσει τους υπόλοιπους». Οι ηγέτες του πλήθους ζήτησαν μία πεντάλεπτη ανακωχή. Αυτό επέτρεψε στη φρουρά ν’ αναλογιστεί τη μάχη στην οποίο επρόκειτο να εμπλακεί. Μέχρι τότε, το πλήθος έκοβε το μεγάλο σκοινί της άμαξας και όπλιζε τις πρώτες γραμμές με «κομμάτια μήκους περίπου ενός μέτρου». Όταν πέρασαν τα πέντε λεπτά, η φρουρά παραμέρισε «και το πλήθος πέρασε θορυβώδες και θριαμβευτικό προς το Broadway».

Αυτό το θέαμα ανυπακοής της εργατικής τάξης συνέβη μπροστά στα μάτια των οικογενειών που διοικούσαν τη Νέα Υόρκη. Η εξέγερση του 1828 – κι ένας χρόνος σημαντικών εξεγέρσεων το 1834 – επιτάχυναν μια σειρά σταδιακά αυξανόμενων μεταρρυθμίσεων που οδήγησαν, εν τέλει, στην δημιουργία του Αστυνομικούς Τμήματος της Νέας Υόρκης, το 1845.

Οι μεταρρυθμίσεις του 1845 μεγάλωσαν το αστυνομικό σώμα, του έδωσαν επαγγελματικό χαρακτήρα και το συγκεντρωποίησαν με μία πιο στρατιωτική ιεραρχία. Η βάρδια επεκτάθηκε στις 24 ώρες και απαγορεύτηκε στους αστυνόμους να έχουν δεύτερη δουλειά. Ο μισθός αυξήθηκε και η αστυνομία σταμάτησε να λαμβάνει πλέον ένα μέρος των προστίμων που αποσπώνταν απ’ τους παραβάτες.

Αυτό σήμαινε ότι οι μπάτσοι δεν έβγαιναν πλέον στις περιπολίες σκεπτόμενοι πώς να βγάλουν τα προς το ζην, μία διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε περίεργες επιλογές διώξεων. Η εξάλειψη του συστήματος των χρηματικών ποινών έδωσε στους διευθυντές μία μεγαλύτερη ελευθερία για τον καθορισμό της πολιτικής και των προτεραιοτήτων – κι έτσι, κατέστησε το τμήμα πιο γρήγορο στις αντιδράσεις του απέναντι στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της οικονομικής ελίτ.

Έτσι ξεκίνησε η αστυνομία της Νέας Υόρκης.

* * * *

Η ιστορία της αστυνομίας στο Νότο είναι λίγο διαφορετική, όπως θα περίμενε κανείς.

Ένα από τα πρώτα αστυνομικά σώματα σύγχρονου τύπου, παγκοσμίως, αναπτύχθηκε στο Τσάρλστον, στη Νότια Καρολίνα, τα χρόνια πριν η αστυνομία της Νέας Υόρκης γίνει πλήρως επαγγελματική. Ο προκάτοχος του αστυνομικού σώματος του Τσάρλστον δεν ήταν μια ομάδα νυχτοφυλάκων, αλλά φρουροί δούλων που δρούσαν στην ύπαιθρο. Όπως το έθεσε ένας ιστορικός, «σε όλες τις [Νότιες] πολιτείες [πριν τον Εμφύλιο Πόλεμο], περιπλανώμενες οπλισμένες αστυνομικές περιπολίες χτένιζαν την ύπαιθρο μέρα νύχτα, εκφοβίζοντας, τρομοκρατώντας και κακοποιώντας δούλους για να τους κάνουν υποταγμένους κι υπάκουους.».

Αυτά ήταν, γενικά, εθελοντικά σώματα λευκών πολιτών (συχνά απρόθυμων εθελοντών) που είχαν τα δικά τους όπλα. Σταδιακά, οι ιδιοκτήτες δούλων προσάρμοσαν το σύστημα της υπαίθρου στην αστική ζωή. Ο πληθυσμός του Τσάρλστον δεν εκτοξεύτηκε όπως της Νέας Υόρκης. Το 1820 είχε ακόμη λιγότερους από 20.000 κατοίκους – απ’ αυτούς, όμως, περισσότεροι απ’ τους μισούς ήταν Αφροαμερικάνοι.

Το Τσάρλστον ήταν εμπορικό κέντρο, ξεκινώντας στους αποικιοκρατικούς καιρούς ως η κύρια τοποθεσία της Νότιας Καρολίνα για την εξαγωγή λουλακιού (indigo) και ρυζιού. Η πόλη ήταν, επίσης, ένα μεγάλο λιμάνι για την άφιξη των Αφρικανών προς πώληση – είτε απευθείας από την Αφρική, είτε από τις αποικίες σκλάβων στην Καραϊβική.

Όταν το Κογκρέσο απαγόρεψε την εισαγωγή δούλων το 1808, το Τσάρλεστον εξελίχθηκε σε μείζον κέντρο μεταφορτώσεων και πωλήσεων δούλων με κατεύθυνση, απ’ την Βιρτζίνια και τη Νότια και Βόρεια Καρολίνα, στην Αλαμπάμα, το Μισισίπι και τη Λουιζιάνα. Αυτές οι τρεις πολιτείες του «Βαθύ Νότου» χρειάζονταν μια σταθερή εισροή σκλάβων εργατών ώστε να ανταπεξέλθουν στην ζήτηση για βαμβάκι του 19ου αιώνα. Τα κλωστοϋφαντουργία στη Βρετανία και τη Νέα Αγγλία ωθούσαν την Βιομηχανική Επανάσταση και η εργασία των δούλων του Βαθύ Νότου ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της οικονομικής άνθισης.

Το Τσάρλστον δεν βρισκόταν στον κεντρικό άξονα αυτής της άνθισης, ο οποίος στερεωνόταν από αναπτυσσόμενες πόλεις όπως η Νέα Ορλεάνη και το Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας. Παρ’ όλα αυτά, η αστική ζωή του Τσάρλστον – τόσο η οικονομική όσο και η κοινωνική – ήταν συνδεδεμένη με την ανάπτυξη των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων σε άλλες πόλεις-λιμάνια και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Πολλοί από τους μεγαλοϊδιοκτήτες φυτειών της Νότιας Καρολίνα διατηρούσαν ένα σπίτι στο Τσάρλστον, έτσι οι μείζονες ιδιοκτήτες δούλων της πολιτείας κυριαρχούσαν επίσης στην πολιτική της μείζονος πόλης της πολιτείας. Όπως οι άρχουσες τάξεις άλλων εμπορικών πόλεων του Ατλαντικού, η ελίτ του Τσάρλστον χρειαζόταν ένα εργατικό δυναμικό που θα μπορούσε να διευρυνθεί, να συσταλεί και να προσαρμοσθεί ανάλογα με τα σκαμπανεβάσματα της αγοράς. Η δουλεία, ωστόσο, είναι ένας άκαμπτος τρόπο οργάνωσης των εργατών, καθώς οι δούλοι χρειάζονται τροφή και ένδυση ανεξαρτήτως του αν έχουν ή δεν έχουν να επιτελέσουν εργασία· στις περιόδους απραξίας, οι δούλοι γίνονται απλώς ένα έξοδο για τον αφέντη.

Γι’ αυτόν τον λόγο, οι αφέντες στο Τσάρλστον και σε άλλες πόλεις που είχαν δουλεία άρχισαν – ήδη από την αποικιοκρατική εποχή – να βάζουν τους δούλους να εργάζονται σε μισθωτές δουλειές. Κάποιοι σκλάβοι ήταν άμεση ιδιοκτησία των εργοστασιαρχών, ιδιαίτερα στην πιο βιομηχανική πόλη του Νότου, το Ρίτσμοντ. Ωστόσο, οι περισσότεροι από τους δούλους του Τσάρλστον, ήταν ιδιοκτησία λευκών αστών που τους χρησιμοποιούσαν για προσωπική υπηρεσία και «νοίκιαζαν» τους υπόλοιπους σε εργοδότες που πλήρωναν μισθούς. Δύο μύλοι ρυζιού του Τσάρλστον κατείχαν τους δούλους που χρησιμοποιούσαν, αλλά νοίκιαζαν επίσης τους δούλους τους σε άλλους, όταν οι μύλοι δεν λειτουργούσαν στη μέγιστη ισχύ.

Στην αρχή, οι αφέντες έβρισκαν δουλειά για τους δούλους τους και κρατούσαν όλους τους μισθούς για τον εαυτό τους. Όμως, πολύ αφέντες γρήγορα βρήκαν βολικότερο ν’ αφήνουν τους δούλους τους να βρίσκουν οι ίδιοι τις δουλειές τους, ενώ εισέπρατταν ένα σταθερό ποσό απ’ τον δούλο για τον χρόνο που περνούσε μακριά απ’ τον αφέντη. Ο αφέντης μπορούσε να λαμβάνει μία ετήσια επιστροφή του 10 με 15 τοις εκατό της τιμής αγοράς ενός/μιας δούλου/ας νοικιάζοντάς τον/την.

Αυτό το νέο σύνολο ρυθμίσεων άλλαξε ριζικά τη σχέση ανάμεσα στους δούλους και τους αφέντες τους, καθώς και ανάμεσα στους δούλους τους ίδιους. Οι δούλοι ξέφευγαν από την άμεση επίβλεψη των αφεντών τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα και πολύ σκλάβοι μπορούσαν να βγάζουν μόνοι τους πολύ περισσότερα χρήματα από το ποσό που πλήρωναν στους αφέντες τους. Οι μαύροι κάτοικοι του Τσάρλεστον άρχισαν ν’ αναφέρονται στα ποσά αυτά ως «αντίτιμα ελευθερίας».

Πολύ Αφροαμερικάνοι είχαν ακόμη και την οικονομική δυνατότητα να «ζουν έξω» – να βρίσκουν στέγαση εκτός των σπιτιών των αφεντών τους. Δούλοι μπορούσαν να παντρευτούν και να συζούν ανεξάρτητα. Κάποιοι ειδικευμένοι δούλοι τεχνίτες άρχισαν ακόμη και να προσλαμβάνουν οι ίδιοι μισθωτούς εργάτες. Αυτό συμπεριλάμβανε μερικές γυναίκες, που δούλευαν ως ράφτρες και κυριαρχούσαν στο εμπόριο ρουχισμού της πόλης. Ωστόσο, οι περισσότεροι σκλάβοι που μπήκαν στη μισθωτή εργασία ήταν άντρες, που δούλευαν σε κάμποσα ειδικευμένα επαγγέλματα, βραχυπρόθεσμη ανειδίκευτη εργασία και στην μεταφορά αγαθών. Οι γυναίκες, που αποτελούσαν την πλειονότητα των μαύρων κατοίκων του Τσάρλστον, εργάστηκαν κυρίως ως οικιακές σκλάβες.

Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, το Τσάρλστον είχε ένα προάστιο, κατά κύριο λόγο μαύρων, γνωστό ως «Charleston Neck» («Ο Αυχένας του Τσάρλστον»), κατοικούμενο κυρίως από δούλους μαζί με κάποιους ελεύθερους έγχρωμους. Το Τσάρλστον είναι χτισμένο στο νότιο άκρο μιας χερσονήσου ανάμεσα σε δύο ποταμούς και οι κάτοικοι αναφέρονταν στο μη-ενσωματωμένο βόρειο κομμάτι της χερσονήσου ως «The Neck» («Ο Αυχένας»). Το 1850, και σχεδόν σίγουρα πρωτύτερα, περισσότερο απ’ το ένα τέταρτο των μαύρων του Τσάρλστον στεγάζονταν δίχως την επίβλεψη κάποιου λευκού: Ήταν είτε ελεύθεροι είτε σκλάβοι που «ζούσαν έξω». Έξω από την δικαιοδοσία της πόλης, οι ιδιοκτήτες μπαρ στον Αυχένα αγνοούσαν διάφορους νόμους και σέρβιραν μία πολυφυλετική πελατεία.

Ο λευκός πληθυσμός του Νότου, τόσο στην πόλη όσο και στην εξοχή, ζούσε υπό τον διαρκή φόβο της ανταρσίας των δούλων. Στην ύπαιθρο, ωστόσο, οι μαύροι βρίσκονταν υπό διαρκή παρακολούθηση και υπήρχαν λίγες ευκαιρίες για τους σκλάβους, μες στο εξουθενωτικό καθεστώς εργασίας, να αναπτύξουν ευρείες κοινωνικές σχέσεις. Όμως, στο Τσάρλστον, όπως συχνά παρατηρούσαν οι λευκοί με δυσαρέσκεια ή ανησυχία, οι μαύροι εγκαθίδρυσαν μία δική τους συλλογική ζωή. Το 1818, περισσότεροι από τέσσερις χιλιάδες ελεύθεροι μαύροι και δούλοι αποσχίστηκαν από τις, φυλετικά μικτές, Μεθοδιστικές εκκλησίες της πόλης και έχτισαν ένα παράρτημα της νέας Αφρικανικής Μεθοδιστικής Επισκοπικής (ΑΜΕ) εκκλησίας στο Charleston Neck.

* * * *

Επειδή οι συνθήκες στις πόλεις του Νότου ήταν δραματικά πιο ελεύθερες από εκείνες στις φυτείες, το κράτος έπρεπε να επέμβει και να αναλάβει τη δουλειά της καταστολής που οι ιδιοκτήτες δούλων αναλάμβαναν συνήθως οι ίδιοι.

H Πολιτοφυλακή και η Νυχτερινή Φρουρά του Τσάρλστον αναπτύχθηκε μέσω μιας διαδικασίας πειραματισμού και σφάλματος σε μία, εμφανώς, σύγχρονη αστική αστυνομία μέχρι την δεκαετία του 1820, πραγματοποιώντας τόσο καθημερινή παρενόχληση κατά του μαύρου πληθυσμού όσο και παραμένοντας σε ετοιμότητα αστραπιαίας κινητοποίησης για τον έλεγχο του πλήθους. Οι μαύροι, ακόμη κι οι ελεύθεροι μαύροι, που πιάνονταν έξω μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας χωρίς μία ικανοποιητική δικαιολογία, υπόκεινταν σε ολονύχτια κράτηση από την Φρουρά και μέχρι 39 βουρδουλιές αφότου ένας ειρηνοδίκης κοίταζε την υπόθεση το πρωί. Αυτή η πρακτική έφτανε πίσω στις αποικιοκρατικές μέρες και αντανακλούσε τις μεθόδους των υπαίθριων περιπόλων των δούλων. Η πρώτη μεγάλη διαφορά, απ’ τις αρχές ακόμη, ήταν ότι η Φρουρά αποτελούσε έμμισθο σώμα, αντί μιας ομάδας κληρωτών πολιτών.

Η Φρουρά της Πόλης επιτελούσε, επίσης, ημερήσιο καθήκον στις διακοπές και τις Κυριακές, όταν αστυνόμευε τις εβδομαδιαίες αγορές, τις οποίες λειτουργούσαν, σε μεγάλο βαθμό, μαύρες γυναίκες σκλάβες. Τα πλήθη των μαύρων, ειδικά την ημέρα της αγοράς, μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα θορυβώδη, όπως σημειώνει ο ιστορικός Bernard Powers: Ένας λευκός πολίτης έγραψε στα 1840 ότι ήταν «συνεχώς ενοχλημένος, ειδικά τις Κυριακές, από τους πιο απείθαρχους και χυδαίους όχλους· αμφισβητούν κάθε νόμο και, εάν σκορπίζονται απ’ τη μία περιοχή, ανασυγκροτούνται, με αυξημένους αριθμούς, σε μία άλλη».

Οι αρχές της πόλης είδαν την ΑΜΕ εκκλησία ως μια ενοχλητική έκφραση της αυτονομίας των μαύρων. Τον πρώτο χρόνο της εκκλησίας, το 1818, η Φρουρά της Πόλης εισέβαλε στην εκκλησία και συνέλαβε 140 μέλη, αναφέροντας έναν σπάνια χρησιμοποιούμενο νόμο που απαγόρευε την συγκέντρωση επτά ή παραπάνω μαύρων δίχως την παρουσία λευκών. Τόσο στις πολιτείες που απαγόρευαν τη δουλεία όσο και στις πολιτείες με δουλεία, η ΑΜΕ εκκλησία έγινε γρήγορα ένα σημαντικό κέντρο των συζητήσεων των μαύρων για την κατάργηση της δουλείας, αν και οι συναθροίσεις απείχαν πολύ από μια ενιαία γραμμή για το ποια βήματα ν’ ακολουθήσουν προς την ελευθερία.

Ο David Walker, μέλος της ΑΜΕ στη Βοστώνη και ο συγγραφέας, το 1829, της μαχητικής Έκκλησης στους Έγχρωμους Πολίτες του Κόσμου (Appeal to the Colored Citizens of the World), ήταν πιθανώς μέλος της ΑΜΕ του Τσάρλστον από τις αρχές του 1820. Πολλές από τις απόψεις του Walker, συμπεριλαμβανομένων βιβλικών επιχειρημάτων για τα δικαιώματα των δούλων να εξεγερθούν και να αποκτήσουν την ελευθερία τους, συμφωνούν με τις απόψεις που αποδίδονται στον Denmark Vesey, ένα ελεύθερο μαύρο ξυλουργό του Τσάρλστον, που κατηγορήθηκε για το σχεδιασμό μιας μαζικής ανταρσίας το 1822.

Η απειλή της επανάστασης πανικόβαλε τους λευκούς του Τσάρλστον. Η ελίτ της πόλης, καθοδηγούμενη απ’ τον δήμαρχο, διέταξε τον βασανισμό των ύποπτων συνωμοτών, οι οποίοι τότε παρείχαν ομολογίες που ενέπλεκαν αρκετούς ακόμη. Στις επόμενες εβδομάδες, μία δεύτερη σειρά βασανισμένων υπόπτων ενέπλεξε δεκάδες ακόμη. Ένοχοι ή μη – ικανοί ιστορικοί διαφωνούν σχετικά με το αν υπήρχε καν κάποια συνωμοσία – ο Vesey και 34 ακόμη μαύροι κρεμάστηκαν, ενώ 27 εξορίστηκαν.

Ο Vesey και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι συνωμότες είχαν υπάρξει ηγέτες της (εργατικής) τάξης στην ΑΜΕ εκκλησία. Μετά την εκτέλεσή τους, ένας όχλος λευκών πολιτών έκαψε την εκκλησία. Μέλη της συνάθροισης συνέχισαν να συναντιούνται κρυφά καθ’ όλο τον Εμφύλιο Πόλεμο. (Ύστερα από την χειραφέτηση το 1865, ο γιος του Denmark Vesey, επίσης ξυλουργός, σχεδίασε το πρώτο καινούργιο κτίριο της ΑΜΕ εκκλησίας).

Εν μέσω του πανικού του 1822, λευκοί πολίτες κατηγόρησαν την Φρουρά της Πόλης για ολιγωρία και ζήτησαν την επαγγελματοποίηση και μεγέθυνση του σώματος. Η Φρουρά πέρασε σε 24ωρη υπηρεσία και συγκεντρωποιήθηκε υπό την άμεση εξουσία του δημάρχου. Καθώς ο πανικός υποχωρούσε, οι νομοθέτες κατάργησαν τα δύο αυτά μέτρα μέσα σε λίγους μήνες, αν και ενέκριναν τη μεγέθυνση του σώματος.

Επιπλέον, η πολιτεία της Νότιας Καρολίνα αντέδρασε στην υπόθεση Vesey χτίζοντας ένα φρούριο και οπλοστάσιο στα σύνορα του Τσάρλστον με το Charleston Neck. Αυτό το κτίριο, αφιερωμένο στην καταπίεση του μαύρου πληθυσμού, έγινε γνωστό ως Η Ακρόπολη – και μέχρι το 1842 στέγαζε την στρατιωτική ακαδημία που ακόμη φέρει αυτό το όνομα. Το στράτευμα της Ακρόπολης μπορούσε να δρα στο Τσάρλστον, αλλά μαζί με μία πολιτοφυλακή της πολιτείας γνωστή ως «Neck Rangers», υπήρχε για να κρατά υπό έλεγχο τον Αυχένα.

Στα μέσα του 1820, οι λευκοί κατηγόρησαν τους μαύρους για μία σειρά πυρκαγιών και το συμβούλιο της πόλης αντέδρασε επαναφέροντας ένα μικρό ημερήσιο σώμα, παρέχοντας ταυτόχρονα έξι άλογα για την επιτάχυνση των επικοινωνιών και κινητοποιήσεων. Έτσι, λοιπόν, το Τσάρλστον δημιούργησε 24ωρες αστυνομικές περιπόλους, τρία χρόνια πριν την ίδρυση της λονδρέζικης αστυνομίας το 1829.

Μέχρι τα μέσα στου 1830, το νομοθετικό σώμα επανέφερε τα μέτρα που πρώτα είχε περάσει εν μέσω πανικού το 1822 – τον συγκεντρωτισμό της διοίκησης της πόλης (και της Φρουράς) υπό έναν δήμαρχο με πλήρες ωράριο. Ύστερα από τις μεταρρυθμίσεις του 1836 η πόλη ανέπτυξε ένα σώμα Φρουράς των 118 ατόμων, συμπεριλαμβανομένων 94 «στρατιωτών» (private) και τεσσάρων μουσικών.

Η ελίτ πέτυχε τον επιπλέον συγκεντρωτισμό προσαρτώντας το Charleston Neck το 1849, θέτοντάς το, έτσι, υπό την δικαιοδοσία της Φρουράς της Πόλης. Πρωτύτερα, οι στρατιώτες των Rangers και της Ακρόπολης που αστυνόμευαν τον Αυχένα, αντιπροσώπευαν το πέρασμα από της υπαίθριες περιπόλους των σκλάβων στη σύγχρονη αστυνομία. Βάζοντας τον Αυχένα υπό την δικαιοδοσία της Φρουράς, προετοιμάστηκε το έδαφος για την ολοκληρωτική αντικατάσταση των τελευταίων πολιτοφυλάκων από ένστολες περιπόλους μισθωτών εργαζομένων της πόλης.

Ακόμη και πριν το 1820, το Νότιο αστυνομικό σώμα ήταν περισσότερο στρατιωτικοποιημένο από την αστυνομία στον Βορρά. Οι Φρουροί λειτουργούσαν σύμφωνα με μία στρατιωτική ιεραρχία πολλών βαθμίδων και, αντίθετα με την πρώτη Βόρεια αστυνομία, έφερα όπλα – με ξιφολόγχες. Στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα, η νυχτερινή φρουρά της Νέας Υόρκης δεν έβγαινε σε συνεχή περιπολία, αλλά του Τσάρλστον το έκανε, συνήθως σε διμοιρίες των πέντε ή περισσότερων. Τα χρόνια πριν τον Εμφύλιο Πόλεμο, καθ’ όλη τη διάρκεια, επισκέπτες έγραφαν συχνά για την μοναδικά απειλητική παρουσία της Φρουράς.

Η ακριβής ιστορία των αστυνομικών σωμάτων διαφέρει από τη μία αμερικανική πόλη στην άλλη, αλλά όλες έτειναν να συμπέσουν σε παρόμοιες θεσμικές λύσεις. Η φύση της αστυνομίας προκύπτει από τη φύση του «προβλήματος»: ένας αστικός εργατικός πληθυσμός που έχει αναπτύξει κάποια οικονομική αυτονομία ως μισθωτοί εργάτες και τεχνίτες και έτσι έχει μπορέσει να δημιουργήσει μία δική του συλλογική ζωή με αυτοπεποίθηση. Η εμπειρία του Νότου ενισχύει, επίσης, την θέση που ήταν ήδη εμφανής στον Βορρά: ο ρατσισμός κατά των μαύρων ενσωματώθηκε στην δράση της αμερικανικής αστυνομίας από την πρώτη κιόλας μέρα.

* * * *

Προς το τέλος θα πω λίγα πράγματα για τη Φιλαδέλφεια, όμως πριν απ’ αυτό, θα εξάγω μερικά βασικά θέματα που ισχύουν για όλες αυτές τις περιπτώσεις.

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να θέσουμε την αστυνόμευση στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδίου της άρχουσας τάξης να ελέγχει και να διαμορφώνει την εργατική τάξη. Είπα στην αρχή ότι η ανάδυση των εργατικών ξεσηκωμών συνέπεσε με την κατάρρευση των παλιών μεθόδων διαρκούς προσωπικής επίβλεψης του εργατικού δυναμικού. Το κράτος παρενέβη για να παράσχει την επίβλεψη. Οι μπάτσοι ήταν μέρος αυτής της προσπάθειας, όμως στον Βορρά το κράτος διεύρυνε, επίσης, τα προγράμματά του για την ανακούφιση των φτωχών και τη δημόσια εκπαίδευση.

Η δουλειά της αστυνομίας εντάχθηκε στο σύστημα ανακούφισης των φτωχών, καθώς οι αστυφύλακες εργάζονταν στην καταγραφή των φτωχών και την εγκατάστασή τους σε πτωχοκομεία. Αυτό συνέβαινε πριν ακόμη επαγγελματοποιηθεί η αστυνομία – οι αστυφύλακες ξεσκαρτάριζαν τους «δικαιούντες φτωχούς» απ’ τους «μη-δικαιούντες φτωχούς». Εάν ήταν ανεπάγγελτοι και ανήμποροι να δουλέψουν, οι αστυφύλακες θα τους έστελναν σε φιλανθρωπικές οργανώσεις της εκκλησίας ή της πόλης της ίδιας. Εάν, όμως, τα παλικάρια ήταν ικανά για δουλειά, τότε χαρακτηρίζονταν «αργόσχολοι» και στέλνονταν στη φρίκη των πτωχοκομείων.

Το σύστημα ανακούφισης των φτωχών παρείχε μία αποφασιστική συνεισφορά στη δημιουργία της αγοράς μισθωτής εργασίας. Η κύρια λειτουργία του συστήματος ανακούφισης ήταν να καταστήσει την ανεργία τόσο δυσάρεστη και ταπεινωτική, ώστε οι άνθρωποι προθυμοποιούνταν ν’ αναλάβουν συνηθισμένες δουλειές με πολύ χαμηλούς μισθούς απλώς για ν’ αποφύγουν την ανεργία. Τιμωρώντας τους φτωχότερους ανθρώπους, ο καπιταλισμός δημιουργεί μία χαμηλή βάση στην κλίμακα των μισθών και τραβά προς τα κάτω όλη την κλίμακα.

Η αστυνομία δεν παίζει, πλέον, έναν τόσο άμεσο ρόλο στην επιλογή ανθρώπων για ανακούφιση, τιμωρούν όμως και με το παραπάνω. Όπως ξέρουμε, ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς της αστυνομίας είναι το να κάνουν δυσάρεστη τη ζωή των άνεργων ανθρώπων στον δρόμο.

Η εξέλιξη της σύγχρονης αστυνομίας συμπίπτει, επίσης, με την εξέλιξη της δημόσιας εκπαίδευσης. Τα δημόσια σχολείο συνηθίζουν τα παιδιά στην πειθαρχία του καπιταλιστικού χώρου εργασίας· τα παιδιά χωρίζονται από τις οικογένειές τους προκειμένου να εκτελέσουν μία σειρά καθηκόντων μαζί με άλλους, υπό την καθοδήγηση ενός προσώπου εξουσίας, σύμφωνα μ’ ένα πρόγραμμα καθοριζόμενο από ένα ρολόι. Το κίνημα της σχολικής μεταρρύθμισης των δεκαετιών του 1830 και 1840 είχε, επίσης, ως στόχο την διαμόρφωση του ηθικού χαρακτήρα των μαθητών. Το αποτέλεσμα υποτίθεται θα ήταν ότι οι μαθητές θα υποτάσσονταν οικειοθελώς στην εξουσία, θα ήταν ικανοί να δουλέψουν σκληρά, να ασκούν αυτό-έλεγχο και να καθυστερούν την ικανοποίηση.

Στην πραγματικότητα, οι έννοιες της καλής αγωγής που προέκυψαν απ’ το κίνημα της σχολικής μεταρρύθμισης βρίσκονταν σε πλήρη συμφωνία με τις έννοιες της εγκληματολογίας που εφευρίσκονταν για την κατηγοριοποίηση των ανθρώπων στους δρόμους. Η αστυνομία δεν έπρεπε να επικεντρωθεί απλώς στο έγκλημα, αλλά σε εγκληματολογικούς τύπους – μία μέθοδος σκιαγράφησης προφίλ στηριζόμενη, υποτίθεται, από επιστημονικά τεκμήρια. Η έννοια του «έφηβου εγκληματία», για παράδειγμα, είναι κοινή στην εκπαίδευση και την αστυνόμευση – και έχει συμβάλει να ενωθούν οι δύο δραστηριότητες στην πράξη.

Αυτή η ιδεολογία της καλής αγωγής υποτίθεται θα είχε μεγάλη επίδραση στα μυαλά των μαθητών, ενθαρρύνοντάς τους να σκέφτονται πως τα προβλήματα στην κοινωνία προέρχονται από τις πράξεις «κακών ανθρώπων». Κύριος στόχος της εκπαίδευσης, σύμφωνα με τον μεταρρυθμιστή Horace Mann, θα έπρεπε να είναι η εμφύτευση μιας συγκεκριμένης συνείδησης στους μαθητές – ούτως ώστε να ελέγχουν την ίδια τους την συμπεριφορά και ν’ αρχίσουν να αστυνομεύουν τους εαυτούς τους. Με τα λόγια του Mann, ο στόχος ήταν τα παιδιά να «σκέφτονται το καθήκον, αντί τον αστυνομικό».

Είναι αυτονόητο πως, ένα αναλυτικό σχήμα διαχωρισμού της κοινωνίας μεταξύ καλών και κακών είναι τέλειο για την αναγνώριση αποδιοπομπαίων τράγων, ιδίως φυλετικών. Ένα τέτοιο ηθικολογικό σχήμα ήταν (και είναι) επίσης άμεσος ανταγωνιστής μιας ταξικά συνειδητοποιημένης κοσμοθέασης, η οποία αναγνωρίζει τον βασικό ανταγωνισμό της κοινωνίας ως την σύγκρουση ανάμεσα στους εκμεταλλευτές και τους εκμεταλλευόμενους. Η αστυνομική δραστηριότητα προχωράει, έτσι, πέραν της απλής καταστολής – «διδάσκει» μία ιδεολογία καλής και κακής διαγωγής που συνυφαίνεται με τα μαθήματα στην σχολική τάξη και στο πτωχοκομείο.

Η γενική θέση εδώ είναι ότι, η δημιουργία της αστυνομίας ήταν μέρος μιας ευρύτερης επέκτασης της κρατικής δραστηριότητας προκειμένου να κερδίσει τον έλεγχο της καθημερινής συμπεριφοράς της εργατικής τάξης. Η εκπαίδευση, η ανακούφιση των φτωχών και η δουλειά της αστυνομίας, όλα στόχευαν να διαμορφώσουν τους εργάτες ώστε να είναι χρήσιμοι – και πιστοί – στην τάξη των καπιταλιστών.

* * * *

Η επόμενη βασική θέση έχει να κάνει με κάτι που όλοι γνωρίζουμε και είναι το εξής:

Υπάρχει ο νόμος… και υπάρχει αυτό που κάνουν οι μπάτσοι.

Πρώτα, λίγα λόγια σχετικά με το νόμο: Ανεξαρτήτως του τι έχετε μάθει στα μαθήματα αγωγής του πολίτη, ο νόμος δεν είναι το πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί η κοινωνία. Ο νόμος είναι ένα παράγωγο του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία λειτουργεί, αλλά δεν σου δείχνει πως πραγματικά λειτουργούν τα πράγματα. Ο νόμος δεν είναι, επίσης, πλαίσιο του τρόπου με το οποίο η κοινωνία θα έπρεπε να λειτουργεί, αν και μερικοί άνθρωποι τρέφουν αυτή την ελπίδα.

Ο νόμος είναι πραγματικά απλώς ένα εργαλείο μέσα στ’ άλλα, στα χέρια εκείνων που έχουν τη δύναμη να το χρησιμοποιήσουν για να επηρεάσουν την πορεία των γεγονότων. Η επιχειρήσεις έχουν τη δύναμη να χρησιμοποιούν αυτό το εργαλείο, επειδή μπορούν να προσλαμβάνουν ακριβούς δικηγόρους. Οι πολιτικοί, οι εισαγγελείς και η αστυνομία έχουν επίσης τη δύναμη να χρησιμοποιούν το νόμο.

Τώρα, συγκεκριμένα όσον αφορά τους μπάτσους και το νόμο. Ο νόμος παρέχει πολλά περισσότερα εφόδια από εκείνα που όντως χρησιμοποιούν, επομένως η επιβολή τους είναι πάντοτε επιλεκτική. Αυτό σημαίνει ότι πάντοτε σκιαγραφούν το προφίλ εκείνου του κομματιού του πληθυσμού που στοχοποιούν και επιλέγουν ποια είδη συμπεριφοράς θέλουν ν’ αλλάξουν. Σημαίνει, επίσης, ότι οι μπάτσοι έχουν μία μόνιμη δυνατότητα για διαφθορά. Εάν είναι στην κρίση τους το ποιος θα συλληφθεί για ένα έγκλημα, μπορούν να απαιτήσουν μία αμοιβή για να μην συλλάβουν κάποιον.

Ένας άλλος τρόπος να δούμε το κενό ανάμεσα στο νόμο και το τι κάνουν οι μπάτσοι, είναι να εξετάσουμε την κοινή αντίληψη ότι η τιμωρία ξεκινάει μετά την καταδίκη στο δικαστήριο. Η αλήθεια είναι πως, οποιοσδήποτε είχε πάρε-δώσε με την αστυνομία θα σου πει ότι η τιμωρία ξεκινά την ώρα που θ’ ακουμπήσουν τα χέρια τους πάνω σου. Μπορούν να σε συλλάβουν και να σε ρίξουν στην φυλακή, χωρίς ποτέ να υποβάλλουν κατηγορίες. Αυτό είναι τιμωρία και το ξέρουν. Για να μην αναφέρουμε την σωματική κακοποίηση που μπορεί να δεχθείς, ή τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να σε ενοχλήσουν ακόμη κι αν δεν σε συλλάβουν.

Άρα, οι μπάτσοι το παίζουν αφεντικά στους ανθρώπους κάθε μέρα χωρίς εντολή δικαστηρίου και τιμωρούν ανθρώπους κάθε μέρα χωρίς την κρίση του δικαστηρίου. Ξεκάθαρα, λοιπόν, μερικές από τις κύριες κοινωνικές λειτουργίες της αστυνομίας δεν είναι γραμμένες στο νόμο. Είναι μέρος της αστυνομικής κουλτούρας που οι μπάτσοι μαθαίνουν ο ένας απ’ τον άλλον, με την ενθάρρυνση και καθοδήγηση των διευθυντών τους.

Αυτό μας επαναφέρει στο θέμα με το οποίο ξεκίνησα στην αρχή. Ο νόμος ασχολείται με το έγκλημα και άτομα κατηγορούνται για εγκλήματα. Όμως, η αστυνομία δημιουργήθηκε, πραγματικά, για να αντιμετωπίζει το τι είχαν γίνει οι εργάτες και οι φτωχοί στις συλλογικές τους εκφράσεις: Οι μπάτσοι ασχολούνται με τα πλήθη, τις γειτονιές, με στοχοποιημένα κομμάτια του πληθυσμού – όλες τους συλλογικές οντότητες.

Μπορεί να χρησιμοποιούν το νόμο καθώς το κάνουν αυτό, όμως οι γενικές οδηγίες τους τούς δίνονται ως κατευθυντήρια γραμμή, από τους διευθυντές τους ή από τα ίδια τους τα ένστικτα ως έμπειρων μπάτσων. Οι οδηγίες αυτές έχουν, συχνά, μία συλλογική φύση – ας πούμε, να αποκτήσουν το έλεγχο μιας απείθαρχης γειτονιάς. Πρώτα αποφασίζουν να κάνουν αυτό και ύστερα βρίσκουν ποιους νόμους να χρησιμοποιήσουν.

Αυτό είναι το νόημα των πολιτικών της «μηδενικής ανεκτικότητας» (zero tolerance), των «σπασμένων παραθύρων» (broken windows) – πολιτικές που, στο παρελθόν, μπορεί να είχαν ονομαστεί, με ειλικρίνεια, πολιτικές του «φαντασμένου νέγρου» (uppity nigger)iv. Ο στόχος είναι να εκφοβίζουν και να διεκδικούν των έλεγχο μιας μάζας ανθρώπων, δρώντας πάνω σε λίγους ανθρώπους. Τέτοιες τακτικές έχουν ενσωματωθεί στην δουλειά της αστυνομίας από την πολύ αρχή. Ο νόμος είναι ένα εργαλείο να χρησιμοποιούν εναντίον ατόμων, ο πραγματικός στόχος όμως, είναι ο έλεγχος της συμπεριφοράς των μεγαλύτερων μαζών.

* * * *

Θα χρησιμοποιήσω τα τελευταία μου λεπτά για να μιλήσω όσον αφορά κάποιες εναλλακτικές.

Μία από αυτές είναι ένα σύστημα δικαιοσύνης που υπήρξε στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν την εμφάνιση της αστυνομίας. Είναι πολύ καλά καταγεγραμμένο για τη Φιλαδέλφεια, επομένως θα μιλήσω γι’ αυτήν. Η αποικιοκρατική Φιλαδέλφεια ανέπτυξε ένα σύστημα, τα λεγόμενα ελάσσονα δικαστήρια (minor courts) στα οποία λάμβαναν μέρος οι περισσότερες διώξεις εγκληματιών. Ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι δρούσαν ως δικαστές – ειρηνοδίκες. Οι φτωχοί έκαναν οικονομίες ώστε να μπορέσουν να πληρώσουν ένα αντίτιμο στον ειρηνοδίκη και να παρακολουθήσουν μία υπόθεση.

Τότε, όπως και τώρα, τα περισσότερα εγκλήματα διαπράττονταν από φτωχούς έναντι φτωχών. Σ’ αυτά τα δικαστήρια, το θύμα επίθεσης, κλοπής ή συκοφαντίας δρούσε ως εισαγγελέας. Κάποιος αστυφύλακας μπορεί να εμπλεκόταν ώστε να προσαγάγει τον κατηγορούμενο, όμως αυτό δεν είναι το ίδιο πράγμα με τον μπάτσο που κάνει μία σύλληψη. Η όλη διαδικασία ωθούνταν από τις επιθυμίες του θύματος, όχι απ’ τους στόχους του κράτους. Ο κατηγορούμενος μπορούσε, επίσης, να αντιμηνύσει.

Κανείς δικηγόρος δεν εμπλεκόταν σε καμία απ’ τις δύο πλευρές, επομένως το μόνο έξοδο ήταν το αντίτιμο στον ειρηνοδίκη. Το σύστημα δεν ήταν τέλειο, αφού ο δικαστής μπορούσε να διαφθαρεί και η ζωή των φτωχών δεν έπαυε να είναι μίζερη όταν κέρδιζαν μια υπόθεση. Όμως ήταν αρκετά δημοφιλές και συνέχισε να λειτουργεί για κάποιον καιρό, ακόμη και αφού η σύγχρονη αστυνομία και οι κρατικοί εισαγγελείς αναπτύχθηκαν παράλληλα.

Η εμφάνιση της αστυνομίας, που συνέβη μαζί με την εμφάνιση των εισαγγελέων, σήμαινε ότι το κράτος προσπαθούσε να επηρεάσει προς όφελός του την δικαιοσύνη. Στο δικαστήριο, μπορεί να ελπίζεις να σου φερθούν ως αθώο μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Πριν, όμως, φτάσεις στο δικαστήριο, πρέπει να περάσεις από τα χέρια των μπάτσων και των εισαγγελέων, οι οποίοι σίγουρα δεν σου φέρονται ως αθώο. Έχουν μια ευκαιρία να σε πιέσουν ή να σε βασανίσουν για να σου αποσπάσουν ομολογία – ή, στις μέρες μας, μία ομολογία με τη μορφή δικαστικού διακανονισμού – πριν καν φτάσεις στο δικαστήριο.

Όσο άδικο κι αν κατέληξε να είναι το σύστημα, καθώς κυριαρχούταν από τους μπάτσους και τους εισαγγελείς, τα ελάσσονα δικαστήρια είχαν δείξει στους κατοίκους της Φιλαδέλφειας ότι μία εναλλακτική ήταν δυνατή, η οποία έμοιαζε περισσότερο σαν την επίλυση μιας φιλονικίας μεταξύ ίσων.

Αυτό είναι το κλειδί – μπορούμε να ξανακάνουμε προσιτή μια εναλλακτική, αν καταργήσουμε τις άνισες κοινωνικές σχέσεις που η αστυνομία δημιουργήθηκε για να υπερασπίζεται. Όταν οι εργάτες του Παρισιού κατέλαβαν την πόλη για δύο μήνες το 1871, εγκαθίδρυσαν μία κυβέρνηση με το παλιό όνομα της Κομμούνας. Η απαρχές της κοινωνικής ισότητας στο Παρίσι υπέσκαψαν την ανάγκη για καταστολή και επέτρεψαν στου Κομμουνάριους να πειραματιστούν με την κατάργηση της αστυνομίας ως ξεχωριστό κρατικό σώμα, αποκομμένο απ’ τους πολίτες. Οι άνθρωποι εξέλεγαν οι ίδιοι τους αξιωματικούς δημόσιας ασφάλειας, που λογοδοτούσαν στους εκλέκτορες και ήταν ανακλητοί ανά πάσα στιγμή.

Αυτό δεν έγινε ποτέ μια καθιερωμένη ρουτίνα, γιατί η πόλη βρισκόταν υπό πολιορκία απ’ την πρώτη μέρα, αλλά οι Κομμουνάριοι είχαν τη σωστή ιδέα. Προκειμένου να υπερβούν το καθεστώς της αστυνομικής καταστολής, το κρίσιμο έργο ήταν να ανταποκριθούν στο όνομα της Κομμούνας – δηλαδή, να χτίσουν μία αυτοδιοικούμενη κοινότητα ίσων. Πάνω κάτω ακόμη αυτό είναι που πρέπει κι εμείς να κάνουμε.

——————————————————————-

https://worxintheory.wordpress.com/2014/12/07/origins–of–the–police/

i Το κείμενο αυτό αποτελεί μία επεξεργασμένη μορφή της ομιλίας που έδωσε ο David Whitehouse στο Σικάγο στα τέλη του Ιούνη το 2012.

ii Ως μάστορας, κάλφας και μαθητευόμενος, αποδίδονται οι όροι master, journeyman και apprentice. Αντί των δύο πρώτων, θα μπορούσαν να είχαν επιλεχθεί οι όροι αρχιτεχνίτης και τεχνίτης, όμως προτιμήθηκαν οι όροι μάστορας και κάλφας καθώς χρησιμοποιούνταν ήδη στα ελληνικά στο αντίστοιχο συντεχνιακό σύστημα που ίσχυε στον ελλαδικό χώρο. Στο συντεχνιακό σύστημα της μεσαιωνικής Ευρώπης ο κάλφας (journeyman) ήταν ο βοηθός του μάστορα, πιο πάνω από τον μαθητευόμενο, όντας ειδικευμένος τεχνίτης μεν, δίχως να έχει φτάσει στο επίπεδο ενός μάστορα δε.

iii Ένα «beat», στην αγγλική αστυνομική ορολογία, είναι η συγκεκριμένη περιοχή και ο συγκεκριμένος χρόνος που ένας μπάτσος περιπολεί. Σε αυτό το σύστημα περιπόλησης, ένας μπάτσος αναλαμβάνει σταθερά ένα συγκεκριμένο τομέα της πόλης, και για συγκεκριμένα ωράρια, με στόχο την εξοικείωση των κατοίκων με την αστυνομία ώστε να την εμπιστευτούν πιο εύκολα, να είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν κλπ. Εφαρμόζεται κυρίως στην Αγγλία και τις ΗΠΑ. Συνήθως, σε αυτό το σύστημα, ο μπάτσος (cop on the beat) περιπολεί πεζός, ή σε ποδήλατο, προκειμένου να είναι πιο εύκολο να έρθει σε επαφή με τους κατοίκους της περιοχής.

iv Zero tolerance, ονομάζεται η αστυνομική (και δικαϊκή) πολιτική που προωθεί την επιβολή αυστηρών, προκαθορισμένων και άκαμπτων ποινών σε όποιον εγκληματεί ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων συνθηκών στις οποίες συνέβη το συγκεκριμένο έγκλημα.

Συνδέεται με την εγκληματολογική «θεωρία των σπασμένων παραθύρων» (broken windows theory), σύμφωνα με την οποία, οποιαδήποτε εμφανή σημάδια εγκλήματος, αντικοινωνικής συμπεριφοράς, δημόσιας αναταραχής κλπ, δημιουργούν ένα αστικό περιβάλλον που ενθαρρύνει περαιτέρω το έγκλημα και την αταξία, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών εγκλημάτων. Από την θεωρία αυτή έπεται μία πολιτική αστυνόμευσης που στοχοποιεί, δυναμικά και επιθετικά, ακόμη και ελάσσονα εγκλήματα προκειμένου να δημιουργείται ένα κλίμα τάξης και νομιμότητας.

 

Πηγή: theshadesmag

Ομιλία για την «κουλτούρα του εγωισμού»

Πριν δυο χρόνια μου δόθηκε η ευκαιρία να πω δυο λόγια για την τρομερά ενδιαφέρουσα συζήτηση ανάμεσα στον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κρίστοφερ Λας, που είχε διοργανώσει το 1986 το βρετανικό κανάλι Channel 4 υπό τη διεύθυνση του Μάικλ Ιγνάτιεφ ─την οποία εξέδωσαν με τίτλο Η Κουλτούρα του Εγωισμού το 2014 οι «Εναλλακτικές Εκδόσεις» σε μετάφραση Χριστίνας Σταματοπούλου και με επίμετρο το κείμενο Η ψυχή του ανθρώπου στον καπιταλισμό, του Ζαν Κλωντ Μισεά. ─HS.

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω από τα λόγια με τα οποία έκλεισε τη συζήτηση ο πιο αφανής εκείνα τα χρόνια συντονιστής της συζήτησης, Καναδός ιστορικός Μάικλ Ιγνάτιεφ:

«(… Μέσα από αυτή τη συζήτηση) φτάνουμε στην άκρως ερεθιστική υπόθεση σύμφωνα με την οποία, στη σημερινή κοινωνία, δεν διαμορφώνονται πλέον άτομα ικανά να ενεργοποιήσουν το όραμα του Αριστοτέλη [για τον οποίον, Δεν μπορεί κανείς να έχει αρτιότητα ως ανθρώπινο ον παρά μόνο αν γίνει πολίτης, που συμμετέχει στη ζωή ενός δημόσιου χώρου κληροδοτημένου, μάλιστα, από πανάρχαιες παραδόσεις.] Και αυτό είναι ένα από τα μηνύματα της βραδιάς, ένα δύσκολο ερώτημα: μήπως έχουμε μεταβληθεί σε άλλο είδος ανθρώπων; Μήπως έχουμε χάσει αυτό το ιδεώδες; Και εδώ νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σταματήσουμε. Καλό βράδυ.»

Όπως καταλαβαίνετε, η συζήτηση φαίνεται να σταματάει στο καλύτερο! Μπορούμε όμως, και πρέπει, να το δούμε λίγο διαφορετικά: η συζήτηση εκείνη μάς προετοιμάζει, προλειαίνει το έδαφος, μας δίνει μια σειρά από εντελώς απαραίτητα και ισχυρά εφόδια, τη σκυτάλη ας πούμε −άρα και την ευθύνη−, ώστε να απαντήσουμε εμείς στο ερώτημα.

Αυτό που μας παραδίδει εκείνη η συζήτηση, είναι η αγωνία για την κατάρρευση εκείνου του Αριστοτελικού πολιτικού ιδανικού, για την καλπάζουσα «αναχώρησή» του όχι μόνο από το πεδίο του κοινωνικού γίγνεσθαι αλλά και από τη μοντέρνα ψυχή. Αυτή η αγωνία οδηγεί τους εξαίρετους συνομιλητές στην ανάδειξη του Ατομισμού όχι ως ζωογόνου δύναμης −έτσι τον βλέπουν άλλες «ομάδες»− αλλά ως δύναμης καταστροφικής∙ στην καταγγελία, δηλαδή, της κυρίαρχης σήμερα κουλτούρας ως «κουλτούρας του Εγωισμού».

Αριστοτεχνικά και προοδευτικά ξεδιπλώνουν οι συνομιλητές ένα προς ένα τα βασικά συστατικά, με τα οποία συγκροτείται και μας επιβάλλεται αυτή η κουλτούρα −ξεκινώντας από πιο εξωτερικές, κοινωνιολογικού ας πούμε τύπου, αλλά σημαντικές παρατηρήσεις, για να προχωρήσουν σε ολοένα και πιο βαθιά υποστρώματα του προβλήματος. Συνοψίζω σε 10 σημεία τα χαρακτηριστικά που επισημαίνουν. Ας τα δούμε με τη σειρά που μας τα αποκαλύπτει ο διάλογός τους.

Οι σπόνδυλοι της «εγωιστικής κουλτούρας» κατά τον Λας και τον Καστοριάδη

Ιδεολογία της επιβίωσης, πάθος της αυτοσυντήρησης. «Μονάχα στην εποχή μας η επιβίωση έχει αποκτήσει μια σχεδόν ηθική υπόσταση, σάμπως αυτή να ήταν το παν και όχι ο όρος για τη δυνατότητα ενός ηθικού βίου», δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα ο Κρίστοφερ Λας.

Απουσία οράματος. «Για μένα», παίρνει τη σκυτάλη και συνεχίζει ο Καστοριάδης, «αυτό που ειπώθηκε έχει μια σαφέστατη συνέπεια. ‘Μέρα με τη μέρα’, για να επαναλάβω αυτή την πολύ σωστή έκφραση, είναι αυτό που εγώ αποκαλώ απουσία προτάγματος. (…) Κάποτε οι άνθρωποι της Αριστεράς μιλούσαν για τη Μεγάλη Νύχτα και οι άνθρωποι της Δεξιάς για την αέναη πρόοδο, κ.λπ. Σήμερα κανένας δεν τολμάει να εκφράσει ένα φιλόδοξο σχέδιο, ή τουλάχιστον ορθολογικό, που να πηγαίνει πέρα από τον προϋπολογισμό ή από τις προσεχείς εκλογές. (…) Κανένας δεν δεσμεύεται σε χρονικό ορίζοντα δημόσιου χαρακτήρα, ούτε εντάσσεται σε ένα δημόσιο χώρο.».

Υποκατάσταση του δημόσιου Λόγου από την Προπαγάνδα ώστε να τρέφονται με ενδιαφέρον και ελπίδες τα ασύνδετα μεταξύ τους Άτομα. «Σήμερα, τι είναι ο δημόσιος χώρος;», ρωτάει ο Καστοριάδης, και απαντά: «Είναι κενός ή, με μια έννοια, κάτι ακόμα χειρότερο. Πρόκειται για ένα δημόσιο χώρο που προορίζεται αποκλειστικά για τη διαφήμιση, την πορνογραφία −και δεν αναφέρομαι μόνο στην πορνογραφία με την κυριολεκτική έννοια, υπάρχουν φιλόσοφοι που είναι πορνογράφοι».

Και ο Λας συμπληρώνει: «Ο κόσμος όπου ζούμε αποτελείται από φευγαλέες εικόνες και τείνει όλο και περισσότερο −εν μέρει, νομίζω, χάρη στην τεχνολογία των μαζικών μέσων επικοινωνίας− να αποκτήσει ένα παραισθησιογόνο χαρακτήρα […Γιατί πρόκειται για] μια επίθεση από εικόνες φτιαγμένες τις περισσότερες φορές για να ξυπνάνε τις φαντασιώσεις μας [όπου] ακόμα και η επιστήμη, που θεωρούνταν ένα από τα κυριότερα μέσα μιας πιο ορθολογικής κοσμοαντίληψης, εμφανίζεται στην καθημερινή ζωή σαν μια διαδοχή τεχνολογικών θαυμάτων που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι όλα είναι δυνατά».

Αποπολιτικοποίηση. «Όλο αυτό έχει να κάνει με την παρακμή του πολιτικού λόγου σε όλα τα επίπεδα. Οι άνθρωποι μιλούν μόνο για τον εαυτό τους. Δεν υπάρχει πια καμμιά πραγματική σύγκρουση. (…) Η πολιτική μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε ζήτημα ομάδων συμφερόντων (…) [Μάλιστα, ακόμα και] η ίδια η δυνατότητα να υπάρξει ένας λόγος κατανοητός από όλους και να αποτελεί βάση της δημόσιας ζωής, του πολιτικού διαλόγου, αποκλείεται σχεδόν εξ ορισμού», παρατηρεί ο Λας.

Ενώ από την πλευρά του ο Καστοριάδης επισημαίνοντας, εκ πείρας, τη διάψευση των επαναστατικών οραμάτων, τονίζει: «Οι άνθρωποι έχουν την εντύπωση, δικαίως, ότι με τις πολιτικές ιδέες που κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά, δεν αξίζει τον κόπο να αγωνιστεί κανείς γι’ αυτές. (…) Λες και οι άνθρωποι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν γίνεται τίποτα και ότι πρέπει επομένως ο καθένας να κλειστεί στον εαυτό του −πράγμα που άλλωστε αντιστοιχεί στην ενδογενή κίνηση του καπιταλισμού».

Αντιστροφή της έννοιας του πολιτικού από το Κοινό στο Ιδιωτικό. «Για την πολιτική φιλοσοφία του 17ου αιώνα, αν εξαιρέσουμε τον Ρουσώ, η πολιτική αποσκοπεί στο να επιτρέπει στον καθένα να αμύνεται απέναντι στο κράτος∙ δεν εννοεί ότι εμείς οι ίδιοι αποτελούμε μια πολιτική κοινότητα, κάθε άλλο», λέει ο Καστοριάδης.

6.

Ιδιωτικότητα ως αξία και ιδιώτευση ως πρακτική. Ρωτάει ευθέως ο Καστοριάδης, βάζοντας το μαχαίρι στο κόκκαλο: «Ανάμεσα στα 55εκ. των Εγγλέζων, στα 55εκ. των Γάλλων, τα 230εκ. των Αμερικάνων, κ.ο.κ., πόσοι έχουν πραγματικά τη θέληση να δράσουν με υπεύθυνο τρόπο, για να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους; Από πού προέρχεται αυτή η επιθυμία;».

Από το σημείο αυτό και πέρα, αρχίζει η κάθοδος στα σκοτεινότερα βάθη του προβλήματος. Προηγείται μια μαεστρική σύνοψη από το Καστοριάδη: «Θα έλεγα, με ένα ελαφρώς υπεροπτικό τρόπο, πως υπάρχουν τρία επίπεδα. Κατ’ αρχάς η πραγματικότητα, η ουσία του προβλήματος (που είναι πως) η αύξηση της κατανάλωσης και της ικανοποίησης της ιδιωτικής ζωής είναι μια αύξηση του τίποτα. (…) Το δεύτερο σημείο είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται αυτή την πραγματικότητα. Είναι άραγε ικανοποιημένοι; (…) Και τρίτον, η δυσαρέσκεια μπορεί να οδηγήσει οπουδήποτε».

7.

Κενότητα υποκειμένου. Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Ιγνάτιεφ επικεντρώνοντας δια του Λας (το βιβλίο του Ο ελάχιστος εαυτός) στην ουσία: «Η ιδέα ότι η κατανάλωση ικανοποιεί τους ανθρώπους προϋποθέτει ένα ειδικού τύπου Εγώ, ένα Εγώ που επιλέγει κάποια προϊόντα και απορρίπτει άλλα (όμως) ο προορισμός όλων αυτών των προϊόντων είναι ένα κενό κέντρο: Δεν υπάρχει κανείς πάνω στη γέφυρα αυτών των μικρών πλοίων».

Κρίση ταυτότητας. «Γιατί αυτό το Εγώ είναι κενό, ανίκανο να επιλέξει, απογυμνωμένο από δικούς του στόχους;», ρωτάει ο Ιγνάτιεφ και απαντάει ο Καστοριάδης: «Διότι η απάντηση στην ερώτηση ποιος είμαι; έχει ουσιώδη σχέση με αυτό που η θέσμιση της κοινωνίας οφείλει να προσφέρει στα άτομα, δηλαδή ένα νόημα, ή ένα πλαίσιο σημασιοδότησης για τη ζωή τους (….) και η σημερινή κοινωνία, αυτό δεν το κάνει».

9.

Η κρίση ταυτότητας στο ατομικό επίπεδο είναι κρίση της ίδιας της κοινωνίας ως συστήματος αλληλοαναγνώρισης. Ξεκάθαρη η τοποθέτηση από τον Καστοριάδη: «Αυτό που στηρίζει την εικόνα του Εγώ, είναι επίσης το γεγονός ότι οι άλλοι την αναγνωρίζουν και κατά μία έννοια την αποδέχονται. Γι’ αυτό έχει ανάγκη να καρφιτσωθεί σε κάτι που είναι διαφορετικό από την ίδια. Με την κατάρρευση όμως του δημόσιου χώρου, αυτό ακριβώς που ο Χέγκελ ονόμαζε αναγνώριση και που εμείς ονομάζουμε σεβασμό και οι Έλληνες αποκαλούσαν κλέος και κύδος, αυτό είναι που χάνει κάθε νόημα. Τι αναγνωρίζουμε σήμερα; Τους αστέρες που λάμπουν για μια περίοδο κι έπειτα εξαφανίζονται».

Τραγικότητα. Όλη αυτή η πορεία του σύγχρονου Ατόμου εκβάλλει τελικά σε μια διπλή τραγικότητα, μια τραγωδία σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Όμως, πριν έρθω σε αυτό το καυτό σημείο −στο οποίο η συζήτηση είναι αλήθεια ότι εισέρχεται ακροθιγώς και σαν με ένα άλμα, για να κλείσει αμέσως, πριν προλάβουμε ν’ ακούσουμε τα ουσιαστικότερα−, οφείλω, παίρνοντας τη σκυτάλη απ’ όσα μας έδωσαν οι συζητητές, να θέσω μια κρίσιμη ερώτηση.

Ωραία λοιπόν∙ τα σύγχρονα υποκείμενα είναι παραδομένα στο πάθος του εγωισμού, δεν έχουν κέντρο, ούτε ταυτότητα, δεν έχουν όραμα, ούτε πλατιούς ορίζοντες, είναι αποπολιτικοποιημένα και έρμαια της προπαγάνδας, αυτοαναφορικά Άτομα και κατά βάση Ιδιώτες. Πώς όμως τέτοιας λογής όντα κατορθώνουν και συγκροτούν Κοινωνία; Πώς μπορούν και συνυπάρχουν, συνεργάζονται; Τι είναι τελοσπάντων αυτό που όχι απλώς τα κρατάει μαζί, αλλά και τα συνθέτει θεσμικά;

Το σύγχρονο Άτομο δεν είναι απλώς «εγωιστικό»

Λογικά, είναι αδύνατον καθαρώς εγωιστικά υποκείμενα να στήσουν κοινωνία. Μόνο στο όραμα του Μαξ Στίρνερ υπήρξε ένας «συνεταιρισμός των Μοναδικών». Στον πραγματικό όμως κόσμο, δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία στηριγμένη απλά και μόνο στον εγωισμό και την κουλτούρα του. Χρειάζεται το αυτοαναφορικό Άτομο να είναι πιο σύνθετο, «μιγαδικό» αν θέλετε. Αλλιώς δεν βγαίνει. Πώς συγκροτεί επομένως κοινωνία το σύγχρονο Άτομο;

Αν δεν απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση, κινδυνεύουμε πρώτα-πρώτα να πέσουμε σε μια στεγνή ηθικολογία του τύπου «πόσο κακός είναι ο εγωισμός», από την οποία τίποτα δεν αποκλείει να προβάλλουν ως προσδοκώμενη διέξοδος μαζικοκολλεκτιβιστικού τύπου απαντήσεις. Το είδαμε μέσα στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Αλλά πέρα από αυτό, κινδυνεύουμε ακόμα χειρότερα να μην καταλάβουμε τον κόσμο όπου ζούμε, δηλαδή από πού αντλεί τη δύναμη που τον έκανε κυρίαρχο σε πλανητική πλέον κλίμακα, τι είναι αυτό που τον συγκρατεί, άρα και πώς εισέρχεται σε ριζική (και όχι απλώς περιφερειακή) κρίση, καθώς και το τι είναι αυτό που έχουμε πραγματικά να του αντιτάξουμε, αν έχουμε κάτι τέτοιο.

Χωρίς να προχωρήσω εδώ σε πιο διεξοδικές απαντήσεις, θα επισημάνω ότι ένας πολύ καλός τρόπος για να γνωρίσεις ένα πρόβλημα, προέρχεται από μια αρχαιότερη, «γενεαλογική» ας πούμε μεθοδολογία: «Πες μου από πού έρχεσαι, ποια είναι η μάνα σου, ο πατέρας σου και τα παιδιά σου».

Γνωρίζουμε λ.χ. μια διάσημη «εγγονή» αυτής της ατομιστικής ανθρωπολογίας στο πρόσωπο της Άυν Ραντ (1905-1982), που θέλησε να παρουσιάσει την ιδιοτέλεια σαν «ηθική αρετή». Αλλά πραγματικά ενδιαφέροντες είναι οι πρόγονοί της.

Ξέρουμε λ.χ. ότι ο θεμελιωτής της οικονομικής σκέψης, ο Άνταμ Σμιθ (1723-1790), στην πραγματεία του για τον Πλούτο των Εθνών (1776), υποστήριξε ότι το κοινό καλό προκύπτει, χάρη σ’ ένα «αόρατο χέρι», από την «ενάρετη φιλαυτία» των Ατόμων. Υπογραμμίζω: «ενάρετη φιλαυτία». Ένα παράξενο μιγαδικό σχήμα, ασφαλώς.

Πριν ακριβώς από αυτόν, ο Ολλανδός φιλόσοφος και οικονομολόγος Μπέρναρντ Μάντεβιλ (1670-1733), με το σατιρικό ποίημα-παραβολή του Η γκρινιάρα κυψέλη (1705) −όπου περιγράφει πώς μια ακμάζουσα κυψέλη ξεπέφτει στη μαύρη φτώχεια όταν ξαφνικά οι μέλισσες μεταλλάσσονται σε ενάρετα, ηθικά όντα−, υποστήριξε πως τα ιδιωτικά πάθη (του πλουτισμού, της άνεσης, της πολυτελούς διαβίωσης) είναι αυτά που προωθούν τελικά την κοινή ευημερία. Χάρη σε κάποιο «αόρατο χέρι» άραγε; Όχι ακριβώς. Λίγο μετά, στις σημειώσεις του στο Μύθο του μελισσιού με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο Ιδιωτικές αμαρτίες, δημόσια αρετές (1714), διευκρινίζει πως «τα ιδιωτικά πάθη μπορούν να οδηγήσουν στη δημόσια ευημερία χάρη στην κατάλληλη διαχείρισή τους από επιδέξιους πολιτικούς». Μιγαδικότητα και πάλι: η αυτοαναφορικότητα μπορεί, χωρίς να δώσει γη και ύδωρ στο ενδιαφέρον για τον Άλλον, να στήσει Κοινωνία.

Κι από πιο πριν, ο πατέρας ίσως όλων, Τόμας Χομπς (1588-1679), κάνοντας μια ριζοσπαστική τομή στην πολιτική σκέψη, θέλησε να θεμελιώσει το κοινό όφελος, την Κοινοπολιτεία του, ακριβώς πάνω στα ιδιωτικά συμφέροντα και την ιδιοτελή επιδίωξη της Ισχύος. Βέβαια, το Άτομο που περιγράφει ο Χομπς: ένα «πλάσμα που ποθεί την ισχύ, ολοένα και περισσότερη ισχύ», για το οποίο «λόγος και λογική δεν είναι τίποτε άλλο παρά λογάριασμα, υπολογισμός, λογιστική», και που «δεν βρίσκει καμιά ευχαρίστηση, τουναντίον άπειρη θλίψη στην παρέα με τους συνανθρώπους του αφού καμιά δύναμη δεν μπορεί ποτέ να τους δέσει με αμοιβαίο σεβασμό»…, αυτό το Άτομο καθεαυτό είναι αδύνατο να συγκροτήσει Κοινοπολιτεία.

Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να προσέξουμε πως ετούτες οι ιδέες προκύπτουν από τη μια πηγή από τις δυο πηγές της σκέψης του Χομπς, που είναι η επίθεσή του στο θρησκευτικοφιλοσοφικό Σχολαστικισμό. Υπάρχει όμως από κοντά κι η άλλη της πηγή, που είναι η λατρεία του για την Επιστήμη και τη Γεωμετρία, απ’ όπου πρότεινε (στη σύντομη Εισαγωγή του στο Λεβιάθαν, 1651) ότι ο άνθρωπος είναι «κάτι σαν μηχανή» και η Κοινοπολιτεία, ο πολιτικός σχηματισμός, ένα είδος τεχνητού ανθρώπου, δηλαδή θα λέγαμε κάτι σαν μια Μεγαμηχανή∙ και ότι για να ζήσει κανείς, απαραίτητο είναι να έχει αυτογνωσία, δηλαδή να συνειδητοποιήσει τη μηχανικότητά του και τη κοινωνική Μεγαμηχανή. Ορίστε λοιπόν η τελική εικόνα για τον άνθρωπο του Χομπς: το Άτομο που ποθεί και λατρεύει την ισχύ δεν είναι κατά βάθος παρά μια ζωντανή μηχανή!

Το σύγχρονο «μιγαδικό» υποκείμενo: ένα απρόσωπο αυτοαναφορικό Άτομο

Από τη σύντομη «γενεαλογία» μας, προκύπτει λοιπόν μια πιο σύνθετη εικόνα για τον τύπο υποκειμένου που συγκροτεί το σύγχρονο πολιτισμό. Δεν πρόκειται ακριβώς για καθαρά ή απλά «εγωιστικό» Άτομο. Αυτό που βλέπουμε είναι μάλλον

  • ένα αυτοαναφορικό «απείθαρχο» Άτομο, που κινείται ιδιοτελώς, φίλαυτα, ιδιότροπα και χωρίς ηθική δέσμευση έναντι του Άλλου και της κοινωνίας,
  • ενσωματωμένο όμως πειθήνια μέσα σε ένα κατά το μέγιστο δυνατόν «απρόσωπο» Συλλογικό, από την Αγορά του «αόρατου χεριού» έως την πιο εξελιγμένη μορφή του, όταν έχει πλέον εκμηδενιστεί κάθε παραδοσιακού τύπου ηθική κανονιστικότητα, το Τεχνικό Σύστημα −δηλαδή την ενοποίηση των ατομικών πειραματισμών μέσω της εκτεχνίκευσής τους και την αξιοποίηση του τεχνικού στοιχείου που μπορεί να έχουν.

Αυτό το μιγαδικό υποκείμενο, λοιπόν, το ικανό να παίζει κατά κάποιο τρόπο «διπολικά» και στα δυο αυτά ταμπλό: του Εγωισμού και του Απρόσωπου συνάμα, αυτό είναι το υποκείμενο του σημερινού πολιτισμού.

Προτυπική ενσάρκωσή του; Ο σύγχρονος Τεχνικός και, ως κοινωνική κατηγορία, η τεχνοκρατική ελίτ, που έχει πλέον αντικαταστήσει με καλπάζοντα ρυθμό την αστική τάξη −το βλέπουμε καθαρά σήμερα.

Επίλογος: η τραγωδία του καιρού μας

Τώρα μπορούμε, πιστεύω, να κατανοήσουμε καλύτερα την τραγικότητα, στην οποία καταλήγουν ο Καστοριάδης με τον Λας.

«Σε ποιο σημείο η ελευθερία του Ατόμου να επιλέγει και να διαμορφώνει μόνο του τον εαυτό του, να επιλέγει τις δικές του αξίες, πρέπει να υποχωρεί μπροστά στη συναίσθηση των συλλογικών υποχρεώσεων που δεσμεύουν όλα τα άτομα ως ανθρώπινα όντα;», ρωτάει ο Ιγνάτιεφ. Και ο Καστοριάδης απαντά: «Η ελευθερία δεν είναι εύκολη υπόθεση, δεν είναι εύκολη έννοια. Υπό μία έννοια, αν μιλήσουμε για πραγματική ελευθερία, θα έλεγα ότι πρόκειται για μία τραγική έννοια. Όπως και η δημοκρατία είναι τραγικό καθεστώς. Γιατί δεν υπάρχουν εξωτερικά όρια, δεν υπάρχουν μαθηματικά θεωρήματα που θα σας έλεγαν: Πρέπει να σταματήσετε εδώ! (…)».

Γνωρίζοντας από τον Ζακ Ελλύλ, ότι η Τεχνική δεν μπορεί ποτέ να πει «πρέπει να σταματήσετε εδώ!» ─απεναντίας, η άνευ τελικού σκοπού μεγέθυνση αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της─, το μέλλον του σύγχρονου «αυτοαναφορικού» Ατόμου, που όπως είδαμε στηρίζει το κοινωνικό του Είναι στο Τεχνικό σύστημα, προδιαγράφεται … λαμπρό. Γι’ αυτό, η αναζήτηση ανασχετικών σκέψεων και μέτρων στην ξέφρενη πορεία του επείγει όσο ποτέ.

 

Πηγή: dangerfew

Τεχνολογία, δυστοπία, κυριαρχία: Ο ορίζοντας της μελαγχολίας

Το διάστημα 2001 – 2003, εκδόθηκαν στις ΗΠΑ οι πρώτες αναφορές του ινστιτούτου WTEC, στο Arlington, με θέμα τη σύγκλιση των νέων τεχνολογιών[1], στις οποίες πληθώρα ακαδημαϊκών από διάφορες ειδικότητες είχαν κληθεί να τοποθετηθούν πάνω στις νέες κατευθύνσεις της τεχνολογίας, εκείνες που θα καθόριζαν τα επόμενα στάδια ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και άρα θα κατέδειχναν τις νέες κατευθύνσεις της βιομηχανίας και της έρευνας. Δύο άλλες παρόμοιες αναφορές με την ίδια θεματική δόθηκαν στη δημοσιότητα μέχρι το 2003. Και στις τρεις, τα συμπεράσματα κατέληγαν εμφατικά σε τέσσερις κύριους άξονες ανάπτυξης για το μέλλον, με το κωδικό αρκτικόλεξο NBIC, δηλαδή Nano-Bio-Info-Cogno, που σήμαινε ότι το κέντρο βάρους μιας επερχόμενης τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης θα δινόταν στους κλάδους της Νανοτεχνολογίας, της Βιοτεχνολογίας, της Πληροφορικής και των Γνωσιακών Επιστημών. Μάλιστα, από τον τίτλο των πρώτων αυτών αναφορών, οι άξονες αυτοί διαφημίζονται με τη μορφή πολλαπλασιαστών ισχύος των ανθρώπινων όντων. Σε αυτό το θέμα έχουν αφιερωθεί από τότε μια σειρά από ανάλογες εκθέσεις ειδικών σε διάφορες κατευθύνσεις [2], [3]

Με έκπληξη διαπίστωνε κανείς ότι ένας μικρός τότε αριθμός συμμετεχόντων δεχόταν ότι για τη συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας της βιομηχανίας, που θα στηνόταν πάνω σε παρόμοιους άξονες, θα έπρεπε να γίνει, σταδιακά, αποδεκτός ένας βαθμός παρεμβατικότητας και, ίσως, «μεταλλαξιμότητας» της ανθρώπινης φύσης. Αυτή η νεοεισαγόμενη ανάγκη ελαστικοποίησης του ορισμού του ανθρώπινου θα μπορούσε, εκ πρώτης όψης, να θεωρηθεί μια ακόμη υπερβολή ενός νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στον οποίο κυριάρχησε η οικονομική σφαίρα, και στον οποίον άλλες υπερβολές είχαν ήδη εισαχθεί από πολύ νωρίτερα με χαρακτηριστικότερο, ίσως, παράδειγμα την κατάψυξη ανθρώπων η ακόμη και κεφαλιών τεθνεώντων, με την προσδοκία μιας μελλοντικής ανάστασης λόγω προόδων της ιατρικής. Παρόμοια, οι ρίζες του λεγόμενου Διανθρωπιστικού (transhuman) κινήματος, επίσης θα μπορούσαν να αναζητηθούν πολύ πιο πίσω, ακόμη και στην υπεραισιόδοξη πρόσληψη της τεχνικής προόδου των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, κάτι που τίμησε δεόντως τόσο η ε. φ., όσο και το Χόλυγουντ. Μόνο περί τις δύο τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα αρχίζει να εμφανίζεται παράλληλα μια πιο απαισιόδοξη οπτική όσον αφορά τους πιθανούς κινδύνους και γενικότερα το πρόβλημα της ύβρεως και των ορίων της ανάπτυξης, κυρίως με την άνοδο των οικολογικών κινημάτων. Χαρακτηριστικότερα, ίσως, παραδείγματα αποτέλεσαν οι κινηματογραφικές παραγωγές τύπου ‘Alien‘ και ‘The Thing’, στη σημειολογία των οποίων υποκρύπτεται σαφέστατα η απειλή των ανεξέλεγκτων μεταλλάξεων.

Παρ’ όλες αυτές τις πρώιμες μορφές αμφιταλάντευσης, είτε προς θετικές είτε προς αρνητικές όψεις της προηγμένης τεχνολογίας, η πραγματική κατανόηση του εύρους και του βάθους των αλλαγών που υπονοούνται πίσω από το πλαίσιο των NBIC συνολικά, είναι πολύ μεγαλύτερη από ότι έχουμε γνωρίσει μέχρι τώρα. Μια χοντρική εικόνα μπορεί να δοθεί με την παρακάτω απαρίθμηση δυνατοτήτων:

  • Η συστηματική καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και η απόλυτη εξάρτηση των πολιτών από την τεχνολογία για την επιβίωση τους.
  • Η επικειμένη διείσδυση των ρομποτικών και άλλων αυτοματισμών στην καθημερινή ζωή και η πιθανότητα μερικής συγχώνευσης τους με το ανθρώπινο σώμα (ένωση Ανθρώπου – Μηχανής).
  • Ο γονιδιακός ανασχεδιασμός των ζώντων οργανισμών και η δυνατότητα δημιουργίας νέων μορφών τεχνητής ζωής όπως και κατώτερων όντων – σκλάβων.
  • Η δυνατότητα πλήρους αποκωδικοποίησης των νευρωνικών διαδικασιών και των εγκεφαλικών σημάτων και η μηχανική ανάγνωση της σκέψης.
  • Η δημιουργία Τεχνητής Νοημοσύνης με ικανότητες που ξεπερνούν τις ανθρώπινες σε ορισμένους τομείς και η σταδιακή διείσδυση τους σε παραγωγικές και εμπορικές δραστηριότητες.

Aξίζει, ίσως, τον κόπο να παραθέσουμε, εδώ, μια παράδοξη συνήχηση με προηγούμενες ιστορικές περιόδους λόγω της ευθύτητας της, που μπορεί να βρει κανείς διαβάζοντας αποσπάσματα από τις σημειώσεις του Friedrich Kellner[4], ενός σοσιαλδημοκράτη ο οποίος παρέμεινε στη Γερμανία καθ’ όλη τη διάρκεια του Ναζιστικού καθεστώτος – από το 1932 έως το 1945 – καταγράφοντας όλα όσα μπορούσε να δει. Χαρακτηριστικά, μάλιστα, ανέφερε ότι έβλεπε στους δρόμους της Γερμανίας «μια μίξη του οργανικού με το μηχανικό». Μια τέτοια φράση ακούγεται, σήμερα, παράταιρα επίκαιρη αν και οι ερμηνείες μπορεί να ποικίλλουν. Σίγουρα μπορεί κανείς να δει εδώ ταυτόχρονα το περιβόητο «βήμα της χήνας», όπως και έναν έμμεσο θρίαμβο του Φουτουρισμού ενός Marinetti. Μπορεί όμως κάλλιστα να εννοηθεί και σαν προειδοποίηση για την πιθανότητα επαναφοράς αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης πίσω από μια τέτοια μίξη.

Παράλληλα, παρατηρούμε τις τελευταίες δεκαετίες την ανάδυση μιας φιλοσοφίας του Μετα-ανθρωπισμού (post-humanism) ως κριτική του Διανθρωπισμού, η οποία, με τη σειρά της, ανάγεται στο μνημειώδες έργο του Gunter Anders, «Η Απαρχαίωση του Ανθρώπου»[5], ενός από τους τελευταίους επιγόνους της Σχολής της Φρανκφούρτης, κριτικός συνεχιστής του αρχικού έργου των Spengler και Heidegger πάνω στη φιλοσοφία της τεχνικής. Πρόκειται για ένα έργο που παρέμεινε για πολύ καιρό αμετάφραστο και άγνωστο στο ευρύ κοινό, ακόμη και το αγγλόφωνο. Από την αποσπασματική ανάγνωση του έργου του Anders, μας προσφέρεται ένα σημαντικό εργαλείο για την κατανόηση ενός πολυσύνθετου συνόλου δυνατοτήτων. Θορυβημένος από τις συνέπειες των πυρηνικών βομβαρδισμών στο τέλος του Β΄ΠΠ, ο Anders παραθέτει την κρίση του σχετικά με την έλλειψη φαντασίας των μαζών, αλλά και των ιθυνόντων, ως μέτρο πρόνοιας και φρόνησης. Ουσιαστικά, μας ζητά να αντιπαραθέτουμε σε κάθε νέα μορφή «βιασύνης» και ανέμελης υιοθέτησης κάθε υπερτεχνολογικού νεωτερισμού, μια απόπειρα προέκτασης της στις πιθανές ακραίες συνέπειες της προκειμένου να είμαστε σε θέση να διαγνώσουμε και τους αντίστοιχους κινδύνους, ιδίως όταν αυτή συναντάται με άλλους νεωτερισμούς που οδηγούν σε ριζικές παρεμβάσεις πάνω στην ανθρώπινη φύση. Αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο και ένα αντίδοτο στη δύναμη και τον λαϊκισμό κάθε μορφής διαφήμισης ή προπαγάνδας, ιδίως όταν βασίζονται στην προώθηση κάθε είδους «διευκόλυνσης».

Η συνδρομή του Άντερς είναι κεφαλαιώδης στο ότι νοηματοδοτεί τα ερωτήματα περί των πιθανών ορίων που θα έπρεπε ίσως να τεθούν, ταυτόχρονα όμως επισημαίνει και μια εκδοχή της αλλοτρίωσης πολύ γενικότερη από τον αρχικό φετιχισμό του εμπορεύματος που συναντάμε στον πρώιμο Μάρξ, μια εκδοχή που εκλαμβάνει τη μορφή ενός Προμηθεϊκού άγους, μιας αντιστροφής των εννοιών όπου το αντίγραφο αποκαλύπτεται τελειότερο από το πρωτότυπο στήνοντας έναν μηχανισμό διαρκούς εξιδανίκευσης. Για παράδειγμα, αν μας είναι εύκολο να σκεφτούμε την πιθανή απαγόρευση των πυρηνικών όπλων λόγω του προφανούς κινδύνου, πόσο εύκολο θα ήταν να σκεφτούμε τον κίνδυνο ενός μελλοντικού βιολογικού ή έστω, ψυχολογικού εκφυλισμού εξαιτίας συγκεκριμένων στρεβλώσεων στην ανατροφή νεαρών ατόμων μέσω της τεχνολογίας, στρεβλώσεων οι οποίες μπορεί να περιέχονται ήδη σε αρχικές επιλογές των σχεδιαστών της;

Ο προφητικός λόγος του Anders, υπερβαίνει, κατά τη γνώμη μας, σε εύρος και βάθος πολλά άλλα έργα τα οποία, καλώς η κακώς, εμφανίστηκαν ως αντιπολιτευτικά ευαγγέλια γενικής χρήσης, όπως για παράδειγμα «Η Κοινωνία του Θεάματος» του Guy Debor, χωρίς με αυτό να θέλουμε να μειώσουμε τη σημασία του τελευταίου για τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή που παρουσιάστηκε. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να ανατρέξουμε στο έργο του ίδιου του ύστερου Χάιντεγκερ όσον αφορά το άγχος της υπέρβασης του ανθρώπινου όντος όταν ό ίδιος αναφέρεται στην τεχνολογία ως εγκιβωτισμό μέσα σε ένα πλαίσιο-καλούπι (Gestell)[6], σε ένα οικοδόμημα δηλαδή του οποίου αρχίζει να αποτελεί άλλο ένα μέρος αντί για μια ολότητα, θέτοντας έτσι σε αμφισβήτηση ακόμη και τις αρχαιο-ελληνικές απαρχές της φιλοσοφίας ως ερωτήματος περί του τι είναι ο άνθρωπος. Αν μάλιστα, υιοθετήσουμε μια από τις πρωτογενείς αντιλήψεις της ψυχανάλυσης ότι ήδη η γλώσσα είναι μια απόσπαση του ανθρώπου από την φυσικότητα, τότε η διαμόρφωση και υπερμεγέθυνση του τεχνολογικού κελύφους μπορεί να διαβαστεί συνολικά σα μια διαδρομή προς το αφύσικο, η οποία και παροξύνεται πλέον, αφ’ ης στιγμής η προβληματική γύρω από τα NBIC άρχεται κατευθείαν από τη δυνατότητα παρέμβασης στο ανθρώπινο σώμα ως τελευταίο προπύργιο μιας αδέσποτης φύσης.

Είναι στα παραπάνω πλαίσια όπου ανακαλύπτει κανείς ότι το ερώτημα για την ανάγκη ελαστικοποίησης των ορίων του ανθρώπινου κόσμου δεν είναι καθόλου αθώο, ειδικά σε μια εποχή κατά την οποία η δύναμη της τεχνικής βαίνει πλέον εκθετικά αυξανόμενη, τόσο ως προς τα αποτελέσματα, όσο και ως προς την περιπλοκότητα. Επιπλέον, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψιν ότι αυτό δε συμβαίνει σε μια οποιαδήποτε ιστορική και γεωπολιτική συγκυρία, αλλά σχεδόν αμέσως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, με την είσοδο σε έναν πολυπολικό κόσμο γεμάτο αστάθειες και αβεβαιότητα. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος ακόμη και για τις κυβερνώσες ελίτ, θα πρέπει να αντιπαραθέσουμε στα συνέδρια των τεχνικών, ένα άλλο που έλαβε χώρα το 1995 υπό την αιγίδα του ίδιου του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και πεντακόσιους συμμετέχοντες από τις πολιτικές ηγεσίες, ακαδημίες και εταιρίες όλων των ηπείρων, αφιερωμένο στο πρόβλημα της διακυβερνησιμότητας[7]. Η προβληματική αυτή προέρχεται από μια ορισμένη ανάγνωση ενός οικονομικού μοντέλου του Παρέτο, το οποίο προβλέπει, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ένα μοντέλο ανάπτυξης 20:80, δηλαδή, με απλά λόγια, ένα κολοσσιαίο περίσσευμα – περί τα 80% του παγκόσμιου πληθυσμού σε παραγωγική ηλικία, του οποίου η εργασία δεν θα απαιτείται για την ανάπτυξη της οικονομίας. Χαρακτηριστικά, ο πολύς Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκυ λέγεται ότι ήταν ο εισηγητής της λύσης με το όνομα “tittytainment”, και του οποίου το μάλλον χυδαίο, κυριολεκτικά, περιεχόμενο αναφέρεται όχι απλά σε άρτο και θεάματα, αλλά σε μια προσκόλληση ανάλογη με εκείνη του νεογέννητου στον μαστό, και εν πολλοίς, βρίσκεται σε ευθεία αναλογία με τις εξαρτησιογόνες μορφές τεχνολογίας έξυπνων κινητών και το φαινόμενο των προσκολλημένων χρηστών που βλέπουμε τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθούν και ορισμένες λιγότερο προφανείς συνιστώσες πέραν της αυστηρά οικονομικής σφαίρας, οι οποίες υποδεικνύουν ότι τόσο οι κυβερνώσες ελίτ, όσο και οι συνεπικουρούντες επιχειρηματικοί κύκλοι, πιθανόν να ενεργούν υπό το καθεστώς πιέσεων ανήκουστων για προηγούμενες εποχές. Τέτοιοι κίνδυνοι απορρέουν από την υπερεκμετάλλευση και εξάντληση πόρων και πρώτων υλών (πχ: έχουμε ήδη περάσει την εποχή του “Peak Oil”) όπως και την πιθανότητα πραγματοποίησης των απειλών από μια τελική υπερθέρμανση του πλανήτη. Σημειωτέον ότι εδώ δεν παίρνουμε θέση υπέρ ή κατά οποιασδήποτε τοποθέτησης, αλλά μελετούμε μόνο το πλαίσιο στο οποίο πιθανά λαμβάνονται αποφάσεις από κύκλους διακυβέρνησης με πληρέστερη πληροφόρηση από εκείνη του μέσου ανθρώπου. Συν αυτώ, πρέπει να τονιστεί κάτι που συζητείται επιμελώς λιγότερο, τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τους κύκλους των διανοουμένων. Εδώ και καιρό, μια μερίδα βιολόγων και ζωολόγων επιμένουν ότι οι παρατηρήσεις τους συνηγορούν στο ότι το σύνολο της πανίδας και χλωρίδας του πλανήτη παρουσιάζουν συμπτώματα τα οποία συνάδουν με το φαινόμενο που αποκλήθηκε «Μαζικός Αφανισμός» (Extinction Level Event)[8], και του οποίου έχουν προηγηθεί άλλα πέντε παρόμοια συμβάντα όπως γνωρίζουμε από τη μελέτη γεωλογικών στρωμάτων και άλλες έρευνες. Δεν είναι, όμως, καθόλου ξεκάθαροι οι λόγοι για τέτοιας κλίμακας φαινόμενα, δεδομένου ότι υπήρξαν παρόμοια πολύ πριν την εμφάνιση του ανθρώπου και δεν οφείλονταν όλα σε κοσμικά ατυχήματα – όπως οι πτώσεις αστεροειδών.

Τα παραπάνω, όπως και η τρέχουσα πανδημία του COVID-19 επίσης, συνηγορούν σε μια πιθανή ολίσθηση σε λιγότερο δημοκρατικές μορφές διακυβέρνησης με το λιγότερο η περισσότερο προσχηματικό αίτιο μελλοντικών κατaστάσεων έκτακτης ανάγκης. Η αύξηση των τεχνικών δυνατοτήτων συμπληρώνεται στο νέο αιώνα και από μια σειρά από παράπλευρες φυγόκεντρες τάσεις εκτός του νεωτερικού αστικού κράτους, με τη σταδιακή επανεμφάνιση προ-νεωτερικών θεσμών, ανανεωμένων και ξαναγεννημένων στην κολυμβήθρα των νέων τεχνολογιών. Ανάμεσα σε άλλα, παρατηρούμε την ισχυρή επάνοδο της μισθοφορίας στα τελευταία πολεμικά μέτωπα του νέου αιώνα, αλλά και τη διαρκώς αυξανόμενη αστυφιλία που οδηγεί πλέον την καμπύλη του αστικού πληθυσμού στο να υπερβαίνει οριακά εκείνη του αγροτικού, οδηγώντας στη δημιουργία μεγα-πόλεων και τη σταδιακή παράδοση της γης σε μεγάλα εταιρικά σχήματα βιομηχανοποιημένης γεωργίας. Φτάνουμε, δε, στο σημείο να συζητείται ακόμη και η επαναφορά του θεσμού των πόλεων-κρατών[9] όπως και τα σχέδια για την δημιουργία θαλάσσιων πόλεων σε περιοχές διεθνών υδάτων[10], ιδανικό σημείο συνάντησης εξωθεσμικών και ανεξέλεγκτων κύκλων της βιομηχανίας και του διεθνούς κεφαλαίου.

Το 2007, ο γράφων δημοσίευσε μια πρώτη συγκεντρωτική ανάλυση των συμπερασμάτων γύρω από αυτήν τη μοιραία συνάντηση τεχνικής και μορφών διακυβέρνησης [11], επιλέγοντας τον όρο «Τεχνοφεουδαρχία», σαν ένα νεολογισμό προκειμένου να τονιστεί η δεύρυνση ενός αριθμού χασμάτων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν δυνητικά σε ανατίναξη όλων των πλαισίων και των αναφορών που συγκρότησαν την αστική, νεωτερική κοινωνία, όπως ιστορικά τουλάχιστον καθιερώθηκε μετά τις δύο μεγάλες επαναστάσεις, των ΗΠΑ και της Γαλλίας στα τέλη του 18ου αιώνα, χωρίς ταυτόχρονα αυτό να σηματοδοτεί την πραγμάτωση κάποιου ουτοπικού η έστω αμεσο-δημοκρατικού οράματος. Αν και η εργασία αυτή κυκλοφόρησε μόνο στα Ελληνικά, την τελευταία δεκαετία παρατηρήθηκε μια ευθεία αύξηση στη χρήση ενός ανάλογου όρου στον αγγλόφωνο κόσμο, όπως μια απλή διαδικτυακή αναζήτηση μπορεί να δείξει. Μάλιστα, μόλις το 2020, κυκλοφόρησε στη γαλλική, βιβλίο με ακριβώς τον ίδιο τίτλο από τον Cedric Durand [12] και στο οποίο αναλύεται πλέον με πιο αυστηρά, οικονομο-τεχνικά κυρίως κριτήρια, η ραγδαία αύξηση υπερεθνικών «ψηφιακών» μονοπωλίων με αρπακτικά χαρακτηριστικά, βασιζόμενων στην εκμετάλλευση των χρηστών ως μιας νέας μορφής εξαρτημένων «δουλοπάροικων», των οποίων η πραγματική εργασία είναι η παραγωγή προσωπικών πληροφοριών για το «άλεσμα» τους από τους αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης. Επιπλέον, τονίζεται ο εξαναγκασμός των κρατών σε συνεργασία, και η αποκόμιση έμμεσης πολιτικής ισχύος που αρχίζει να φαίνεται με την υπόθεση φίμωσης διαφόρων, περισσότερο η λιγότερο περιθωριακών απόψεων από τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Τόσο στην αρχική εργασία του 2007 όσο και στην τωρινή ανάγνωση της, ένα από τα κύρια ζητήματα που τίθενται αφορά την πιθανότητα επανεμφάνισης είτε αρχαϊκών, προ-δημοκρατικών, είτε νέων αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης και διεύθυνσης συναρμοσμένων με ορισμένες μορφές και κατευθύνσεις που μπορούν να λάβουν εξαιρετικά προηγμένες τεχνολογίες. Ένα τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να τεθεί συνολικά χωρίς μια κριτική θεωρία της τεχνικής η οποία απαιτεί ένα ολόκληρο ξεχωριστό κεφάλαιο, αλλά μπορεί να συνοψισθεί, για την ώρα, στη θεμελιώδη διαπίστωση ότι όσον αφορά την τεχνική, δεν ισχύει σε καμία περίπτωση η γραμμικότητα μιας θετικιστικής ανάγνωσης της προόδου, ακόμη και αν δεχτούμε μια τέτοια πιθανότητα για την περίπτωση της «καθαρής» επιστήμης. Κατ’ ουσίαν, η τεχνική ως μηχανολογία (engineering), αλλά και ως πρακτική επινόηση – βούληση, εμπεριέχει αναγκαστικά και εξω-επιστημονικές παραμέτρους και επιλογές, οι οποίες της προσδίδουν μάλλoν μια δενδροειδή δομή, της οποίας παρατηρούμε, ανά εποχές, μόνο συγκεκριμένους κλάδους. Μπορείτε, για παράδειγμα, να αναρωτηθείτε αν ο σύγχρονος τρόπος επικοινωνίας με τις συγκεκριμένες συσκευές τύπου «έξυπνων» τηλεφώνων είναι αναγκαστικά μοναδικός, και από ποιά αναγκαιότητα θα απέρρεε μια παρόμοια μοναδικότητα, έξω και πέρα από συγκεκριμένες οικονομικές και άλλες επιλογές της ίδιας της βιομηχανίας ερήμην των καταναλωτών της. Επιπλέον, δεν είναι με κανέναν τρόπο εγγυημένο ότι τέτοιες επιλογές σέβονται θεσμικά η άλλως πως, κάποιες δημοκρατικές διαδικασίες.

Θα πρέπει να επαναφέρουμε εδώ τις κύριες θέσεις της αρχικής εργασίας πάνω σε αυτή τη θεματική, ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι καταρχήν η σημερινή τεχνική επιτάχυνση παρουσιάζεται στο κοινό με τη μορφή μιας εκθετικής επιτάχυνσης που συνιστά το ισοδύναμο μιας στρατηγικής «Σοκ και Δέους», γεγονός το οποίο θα έπρεπε να αρκεί για να εγείρει μια σειρά από ενστάσεις. Η διαπίστωση αυτή προηγείται μάλλον των πολιτικών και κοινωνικών παραμέτρων διότι ανάγεται σε οντολογικές, δηλαδή βιολογικές και ανθρωπολογικές συνιστώσες όπως το ότι τα ανθρώπινα όντα είναι και αυτά προϊόντα μιας προηγούμενης ατελεύτητης, αλλά και μονίμως ατελούς Δαρβινικής διαδικασίας επιλογής για ένα συγκεκριμένο περιβάλλον με συγκεκριμένα όρια προσαρμοστικότητας και πλαστικότητας. Όπως επίσης, είναι γνωστό ότι ο μέσος άνθρωπος δυσκολεύεται να συλλάβει την απειλή εκτροχιασμού που αντιπροσωπεύουν οι καθαρά εκθετικές διεργασίες, που σε πρακτικό επίπεδο είναι πρόδρομοι χαοτικών φαινομένων αστάθειας. Αυτό περίπου έγινε μάλλον αντιληπτό και από τον Γιουβάλ Χαράρι, όταν σε πρόσφατες δηλώσεις του έθεσε εκ νέου το ζήτημα της αέναα αναπροσαρμοζόμενης απασχόλησης σε έναν κόσμο ολοένα επιταχυνόμενων αλλαγών όπως π.χ. εκείνη που αναμένεται μέσα στη νέα δεκαετία με τη μαζική εισαγωγή της ρομποτικής στους τόπους εργασίας.

Αυτή η τάση διαρκούς επιτάχυνσης συναρμόζεται με επικίνδυνο τρόπο και με την ανάγκη της οικονομικής σφαίρας να ανακαλύπτει διαρκώς νέο έδαφος επέκτασης, γεγονός που έχει δύο άμεσες συνέπειες: α) από τη μία τη μετατροπή του ίδιου του ανθρώπινου σώματος στο τελευταίο ανεκμετάλλευτο έδαφος, λαμβάνοντας αφορμή από την ανάγκη αντιμετώπισης παθήσεων και αναπηριών με τεχνητά μέσα και προχωρώντας σε κάθε είδους «ενισχύσεις» και β) τη διαρκή διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα σε αυτό που αποτέλεσε τη δικαική βάση του νεωτερικού αστικού πολιτισμού και που απαιτούσε και απαιτεί έναν κάποιο στοιχειωδώς σταθερό ορισμό του ανθρώπινου όντος. Και οι δυο αυτοί άξονες υποσκάπτουν σοβαρά τα θεμέλια του νεωτερικού αστικού κράτους, χωρίς όμως την αντίστοιχη εναλλακτική πρόταση όπως π.χ. εκείνη που επιχειρήθηκε ιστορικά να θεωρητικοποιηθεί από τον Χέγκελ. Όλως παραδόξως, η πτέρυγα που φαίνεται να κατανόησε καλύτερα τη δυνατότητα αυτή είναι εκείνη που πρεσβεύει τώρα τη λεγόμενη «Μεγάλη Επανεκκίνηση» όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στα πρόσφατα βιβλία του Claus Schwab [13], [14] όπου η αργοπορία και αδυναμία τoποθέτησης του νόμου σε ολοένα και αυξανόμενες νέες προκλήσεις τονίζεται χαρακτηριστικά ως επιχείρημα για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε καταλληλότερα όργανα που μένει να επινοηθούν, και πάλι με τη βοήθεια της τεχνικής.

Το κύριο χαρακτηριστικό της οικονομικής σφαίρας που ενδιαφέρει εδώ, τουλάχιστον όσον αφορά τα πεδία παραγωγής και κυκλοφορίας του εμπορεύματος, συνίσταται στην τάση συνδυασμού των πάντων με τα πάντα, όπως π.χ. τη διασταύρωση όλων των τεχνολογιών στις περιοχές της NBIC, κατά τη διαρκή αγωνιώδη αναζήτηση νέων επενδύσεων μέσω νεωτερισμών, γεγονός που μας θέτει αντιμέτωπους με οξύτατα προβλήματα που άπτονται μιας συνδυαστικής έκρηξης, της οποίας οι συνέπειες μπορεί να είναι ανυπολόγιστες. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι στις πρόσφατες αναφορές [15] [16] σχετικές με την εξάπλωση βιολογικών εργαστηρίων επιπέδου ασφαλείας 4 (έρευνες σε παθογόνα χωρίς γνωστή θεραπεία ή εμβόλια) παρατηρείται πραγματική έκρηξη τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ακόμη και σε αναπτυσσόμενες χώρες με ελαστικό νομικό πλαίσιο λόγω των κερδών που αποφέρει η παρουσία τους, με τον συνεπαγόμενο κίνδυνο μιας επόμενης βιοχημικής Φουκουσίμα. Επιπλέον, μόλις στις αρχές του νέου έτους, κυκλοφόρησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τεχνική αναφορά [17] στην οποία αποδεικνύεται με φορμαλιστικό πλέον τρόπο, ακολουθώντας μεθοδολογίες της μαθηματικής λογικής, το ότι η κατασκευή υπερ-ευφυών μηχανών με δυνατότητες αυτόνομης άντλησης πληροφοριών και μάθησης, οδηγεί, αναγκαστικά, σε ριζική αδυναμία ελέγχου τους. Είχαν, μάλιστα, προηγηθεί μια σειρά μελετών σχετικών με την αδυνατότητα εγγραφής συγκεκριμένων ηθικών αρχών σε κάποιου είδους «φιλικές» τεχνητές νοημοσύνες [18], [19] ενώ πληθώρα προβλημάτων αναδεικνύονται και σε ζητήματα εμπλοκής τους σε νομικές διαδικασίες [20].

Μπορείτε, τώρα, να ζητήσετε τη συνδρομή της φαντασίας σας, για το ποιο θα μπορούσε να είναι το σύνολο των πιθανών συνεπειών από μια πλήρη αυτοματοποίηση ενός βιολογικού εργαστηρίου επιπέδου 4 μέσω μιας παρόμοιας μηχανής.

Κυρίως όσον αφορά τον κυρίαρχο λόγο περί «ενίσχυσης» του ανθρώπινου σώματος και του εγκεφάλου με οποιεσδήποτε πιθανές προσθήκες, η κυριαρχία του οικονομικού ωφελιμισμού αποπειράται, στην πραγματικότητα, τη μετατροπή μιας αφηρημένης δυνατότητας σε πρακτική και, ή δυνατόν, αναπόσπαστη αναγκαιότητα. Το ότι αυτό κρύβει και μια πιθανά εγκληματική διάσταση είναι ίσως δύσκολο να γίνει ορατό από τον μέσο πολίτη που αγνοεί τις λεπτομέρειες και, τέλος πάντων, δεν έχει άμεση επαφή με τις όποιες, «λερές» λεπτομέρειες της πραγματικής έρευνας και παραγωγής αυτών των τεχνολογιών. Για να το κάνουμε όσο γίνεται ορατό, θα χρειαστούμε μια μεταφορά από τον χώρο της βιολογίας. Φαντασθείτε, για παράδειγμα, την πορεία των πρώτων «οικιακών» τεχνουργημάτων, όπως π.χ. του γραμμοφώνου και του ραδιοφώνου και παρακολουθείστε την πορεία τους μέσα στον χρόνο με κύριο χαρακτηριστικό την σμίκρυνση. Κατ’ αναλογίαν, γνωρίζουμε ότι τα σημερινά κύτταρα των ζώντων οργανισμών απέκτησαν ένα πλήθος οργανιδίων μέσω μια σταδιακής διαπήδησης ιών και άλλων μικροοργανισμών, οι οποίοι και ενσωματώθηκαν μέσω συμβιωτικών σχέσεων. Κατά κάποιον τρόπο, η σμίκρυνση εγγυάται τη διαπήδηση σε κάποιο ακαθόριστο μέλλον.

Ο οικονομικός ωφελιμισμός και ο συνακόλουθος εργαλειακός λόγος του, έχουν σίγουρα αντιληφθεί, πλέον, μια ανάλογη δυνατότητα πλην όμως, αυτό δεν μπορεί να συμβεί κατά τρόπο που να επιτρέπει την απόλυτα επιτυχή συμβίωση διότι αυτό θα σηματοδοτούσε, απλούστατα, την έλευση ενός ή περισσότερων νέων αυτόνομων ειδών και, επομένως, την αυτοκατάργηση της ίδιας της οικονομικής δραστηριότητας που θα απαιτούνταν για την συντήρηση τους. Άρα, δεν μπορεί παρά να αποσκοπεί, το πολύ, σε καταστάσεις εξάρτησης που θα μπορούσαν να ισοδυναμούν με το αντίθετο της «ενίσχυσης», ιδωμένο τουλάχιστον από τη σκοπιά κάθε λογής νέων αποκλεισμών, σαν μια κατάσταση εξάπλωσης αναπηριών! Το πραγματικό διακύβευμα εδώ, που υπερβαίνει τις άμεσα ωφελιμιστικές αντιλήψεις, είναι η επανενεργοποίηση της Δαρβινικής αρένας, η οποία, όσον αφορά τον άνθρωπο τουλάχιστον, παρέμεινε μάλλον σιωπηλή τα τελευταία διακόσιες χιλιάδες χρόνια. Διότι, είτε μια δραστική αλλαγή της βιολογικής φύσης του ανθρώπινου όντος, είτε μια δραστική αλλαγή του περιβάλλοντος, επαναφέρουν μια τέτοια ασυμφωνία ώστε να σηματοδοτούν την επανεκκίνηση ενός ανηλεούς βιολογικού ανταγωνισμού. Εάν αυτός συναντηθεί ταυτόχρονα με τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς, τότε πλέον θα μιλάμε για το οριστικό τέλος της αστικής κοινωνίας, της οποίας οι θεσμοί μόνον ως μουσειακοί τραγέλαφοι και κωμικές ρηχότητες θα μπορούσαν να εξακολουθούν να υπάρχουν.

Από αυτήν την άποψη είναι επείγον να επανέλθουμε στο πεδίο της πιο άμεσης επικαιρότητας, αποπειρώμενοι να σταχυολογήσουμε τις διάφορες ενδείξεις μιας τέτοιας ολίσθησης εκτός του πλαισίου της νεωτερικότητας. Ας σημειωθεί ότι η ιστορική εμπειρία επιτρέπει να κατατάξουμε περιπτώσεις ευρείας σύμπραξης μεταξύ μεγάλου κεφαλαίου και εταιρικών και βιομηχανικών οντοτήτων υπό την αιγίδα των κρατών σαν πρωτο-φασιστικά μορφώματα, όχι απαραίτητα με την ακραία μορφή του εθνικο-σοσιαλισμού αλλά ίσως ενός «ήπιου» Μουσολινισμού. Αυτό, επίσης, πρέπει να διακριθεί από την άμεση παρεμβατικότητα και ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τα τελευταία κομμουνιστικά καθεστώτα Κίνας και Β. Κορέας. Σημαντικό διαφοροποιό στοιχείο είναι ο ρόλος της αυτοματοποίησης, που μειώνει σημαντικά την υπερβολικά γραφειοκρατική δομή παρόμοιων προηγούμενων καθεστώτων, καθιστώντας εφικτό έναν πιο άμεσο αλλά και «αόρατο» έλεγχο των διαδικασιών. Ενδεικτικός, επίσης, είναι ο χαρακτηρισμός που κυκλοφορεί, τελευταία, στο διαδίκτυο για έναν σοσιαλισμό των πολλών απέναντι σε έναν μονοπωλιακό καπιταλισμό των ελίτ.

Ένα πρώτο δείγμα βλέπουμε στην κάπως υστερική απόπειρα διάδοσης μιας ανελαστικής πολιτικής ορθότητας σε όλα τα ηλεκτρονικά μέσα, υποβοηθούμενη από την αλλοπρόσαλλη θητεία Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ. Αυτό το τελευταίο, είναι ήδη μια πρώτη ένδειξη απομάκρυνσης από τα αστικά δημοκρατικά πλαίσια όπου ο διάλογος και όχι ο φόβος υποτίθεται ότι συγκροτούν τη σφαίρα της δημοσιότητας ως κεντρική όψη της δημοκρατίας (Χάμπερμας) [21] ενώ στην τρέχουσα κατάσταση ευνοούνται η ακραία πόλωση σε κάθε ζήτημα και η άρση της εμπιστοσύνης από μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού. Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι ασυναίσθητα ή όχι, με αυτόν τον τρόπο επανέρχεται έμμεσα αλλά δραματικά και το πρόβλημα του «Άλλου» ως Ξένου, κάτι που είχε να φανεί από το περιβόητο «Εβραικό Ζήτημα» στην Ευρώπη του 19ου αιώνα και εν τέλει τα στρατόπεδα εξόντωσης του 20ου αιώνα. Οι κινήσεις αυτές συνοδεύουν και επαυξάνουν τις συνέπειες από τη δραματική εξουθένωση και συμπίεση της μεσαίας τάξης σαν συνέπεια της οικονομικής κρίσης του 2008, αλλά και της πρόσφατης πανδημίας, γεγονός που πρέπει να γίνει αντιληπτό ως ένα ακόμη πλήγμα στις αστικές μορφές διακυβέρνησης. Από την άλλη, τα λεγόμενα μέτρα τύπου παγκόσμιου εγγυημένου εισοδήματος (Universal Basic Income) δε φαίνεται να είναι κάτι περισσότερο από μέθοδοι διαχείρισης της φτώχειας τη στιγμή που το χάσμα του πλούτου διευρύνεται ασταμάτητα λόγω του λεγόμενου χρηματιστικού (turbo) καπιταλισμού αποκλείοντας και αποδυναμώνοντας όλο και περισσότερους και αποστερώντας ακόμη περισσότερο τον δημόσιο λόγο.

Συμπληρωματικά, τα τελευταία δέκα χρόνια αναδύθηκε πλέον έντονα στη δημόσια σφαίρα το ζήτημα της σταδιακής κατάργησης της «Iδιωτικότητας» και η εμφάνιση του λεγόμενου «Πανοπτικού Καπιταλισμού» (Surveillance Capitalism) [22] ενώ συζητείται ήδη και με αφορμή την τελευταία πανδημία, η υιοθέτηση μεθόδων ανάλογων του ολοκληρωτικού Κινεζικού συστήματος «Κοινωνικής Βαθμολόγησης» (Social Credit). Στην πραγματικότητα, διάφοροι αναλυτές συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι, τα μεγάλα εταιρικά κονσόρτσια είχαν και έχουν ήδη τη δυνατότητα εφαρμογής παρόμοιων συμπεριφορικών δεικτών, οι οποίοι λειτουργούν αφανώς με τη χρήση αλγορίθμων εκούσιας η ακούσιας συλλογής δεδομένων (π.χ. “cookies”) για τη διαμόρφωση της πολιτικής τους απέναντι στους πελάτες τους, αλλά και την εφαρμογή συγκεκριμένου τύπου διακρίσεων. Η απόπειρα οριστικοποίησης αυτών των πρακτικών οδηγεί τότε στο αβίαστο ερώτημα, τι θα είχε συμβεί εάν για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα που αφορά έναν από τους πυρήνες του νεωτερικού αστικού πολιτισμού, είχε ζητηθεί εξ’ αρχής η διεξαγωγή δημοψηφισμάτων πριν καν δοθεί η έγκριση εφαρμογής με μονοπωλιακό τρόπο αυτών των τεχνολογιών. Αντίθετα, τις τελευταίες δύο δεκαετίες παρατηρούμε μια τάση παρουσίασης όλων αυτών των θεμελιωδών αλλαγών με τη μορφή «φυσικών» και άρα «αναπόφευκτων» επιλογών. Η τάση αυτή, όμως, είχε ήδη εδραιωθεί από προηγούμενα πολιτικά γεγονότα που εξώθησαν σε «καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης» (Δίδυμοι Πύργοι, Patriot Act, αποκαλύψεις Snowden-Assange) κατά τρόπο που να μειώνει τις αντιστάσεις των μαζών.

Αρκετά αρνητικές και εξίσου επίφοβες εμφανίζονται πλέον και οι συνέπειες από μια υπερβολικά ψηφιοποιημένη και αποστειρωμένη δημόσια εκπαίδευση, γεγονός που είχε ήδη καταγγελθεί από τον Jean-Paul Micheat [23] και τον Renud Garcia [24], [25] σε δύο σημαντικές εργασίες. Η διαρκώς αυξανόμενη απώλεια της ικανότητας συγκέντρωσης και άλλων βασικών ικανοτήτων από μικρή ηλικία δεν προδιαθέτει για την αντιμετώπιση ζητημάτων τόσο σύνθετων όσο αυτά που τίθενται από τη συνεύρεση με εξαιρετικά προηγμένες και ξεκάθαρα παρεμβατικές τεχνολογίες, παρεκτός κι αν αποσκοπούμε μόνο στην παραγωγή δουλοπάροικων καταναλωτών όπως ήδη κατήγγειλε ο Μισεά στην «Εκπαίδευση της Αμάθειας». Αυτό που κυρίως θα έπρεπε να τονιστεί εδώ, δεν είναι τόσο η ανάδυση κάποιων νέων Άουσβιτς, η κάποιου Οργουελιανού κράτους, αλλά μάλλον ένας σχεδόν βιολογικός εκφυλισμός, μια οπισθοχώρηση που θα οδηγούσε στην κυριολεκτική κατασκευή κατώτερων ανθρώπινων όντων προς εκμετάλλευση. Η τάση αυτή είναι, βέβαια, συμπληρωματική του Διανθρωπισμού, και ιδίως της πτέρυγας εκείνης που συγκαταλέγει στα μέλη της μερικούς από τους πλουσιότερους ανθρώπους παγκόσμια και οι οποίοι, με σχεδόν υβριστικό τρόπο ομολογούν ότι επιζητούν την κυριολεκτική, βιολογική τους αθανασία. (Φανταστείτε μόνο να έπρεπε αυτό να το απαιτήσουν όλοι!)

Ο κίνδυνος της φυσικοποίησης και της μονοδρόμησης εδώ εμπεριέχει και ορισμένες καθόλου ευχάριστες παράπλευρες συνέπειες που πρέπει να εξεταστούν ιδιαίτερα. Καταρχήν, διότι άγονται και φέρονται από την ίδια ψευδο-ουτοπική σκέψη με εκείνη προηγούμενων ιδεολογικών συστημάτων που επιχείρησαν να συστηματοποιήσουν την ιστορία αγνοώντας βασικές ανθρωπολογικές και βιολογικές προκείμενες των ανθρώπινων όντων. Κατά δεύτερον, είτε αγνοούν, είτε παραγνωρίζουν τον τραγικό χαρακτήρα που εμπεριέχεται στις ανθρώπινες επιλογές σαν απόρροια της πεπερασμένης φύσης μας. Είναι ακριβώς η τεράστια επιρροή της μηχανοποιημένης νόησης (Τεχνητή Νοημοσύνη, Μηχανική Μάθηση) και ο βασανιστικά αναγωγιστικός χαρακτήρας των σύγχρονων γνωσιακών επιστημών που καταλήγει να τρέφει την παραπλανητική εικόνα ενός απόλυτα ελεγχόμενου πεπρωμένου (Controlled Destiny Fallacy), το οποίο είναι, ουσιαστικά, ανάλογη μορφή ύβρεως όπως στην αρχαία Ελληνική, τραγωδία. Αυτά όλα συγκλίνουν σε ένα πλανητικής κλίμακας πείραμα με εμάς τους ίδιους ως υποκείμενα.

Διερωτάται κανείς το εξής απλό: τι θα σήμαινε αν το σύνολο της ανθρωπότητας καλούνταν να μεγαλώσει, να εργαστεί και να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον τύπου «Big Brother»; Δε χωρά αμφιβολία ότι η φανερή επιρροή ενός απόλυτα ορατού βλέμματος από ψηλά δεν είναι ό,τι υγιεινότερο αν δεν μιλά κανείς για καταδίκους σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά ακόμη και η ιδέα μιας αφανούς, δηλ. με κάποιο τρόπο «εξευγενισμένης» διαρκούς παρακολούθησης, αναπόφευκτα καταλήγει να γίνει έμμεσα ορατή από συγκεκριμένα απτά αποτελέσματα, ειδάλλως θα ήταν άχρηστη! Το να προσδώσει κανείς παγκόσμια εμβέλεια σε κάτι χωρίς ιστορικό προηγούμενο περικλείοντας ολοκληρωτικά τις επόμενες γενιές που θα γεννηθούν και θα μεγαλώσουν αποκλειστικά σε ανάλογα περιβάλλοντα, δεν επιτρέπει καν οποιεσδήποτε εγγυήσεις ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε εκφυλιστικά αποτελέσματα. Θα μπορούσαμε τότε να εμπλακούμε σε μια κατάσταση ανάλογη με την περιβόητη «Συμπεριφορική Καταβόθρα» (Behavioral Sink) [26], ένα αρκετά γνωστό πείραμα του ηθο-βιολόγου John Calhoun το 1961-62 σε αποικίες ποντικών με την κωδική ονομασία «Universe 25», οι οποίες οδηγήθηκαν όλες σε κατάρρευση παρά τις ιδανικές συνθήκες που εξασφάλισαν οι πειραματιστές.

Αν και το πείραμα είχε ως στόχο την διαλεύκανση του ρόλου του υπερπληθυσμού, μπορεί αναλογικά να χρησιμέψει σαν μια μεταφορά για όλες εκείνες τις ακρότητες που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν απλά και μόνο επειδή γίνονται κάποια στιγμή εφικτές, αλλά και επειδή ευνοούν συγκεκριμένους κύκλους συμφερόντων για την αύξηση και επέκταση της επιρροής τους με πρακτικά μονοπωλιακό τρόπο.

Κατά περίεργο τρόπο, πουθενά δεν φαίνεται πιο καθαρά η αρνητική εκδοχή της εκθετικής αύξησης του συνόλου των δυνατοτήτων ως απειλή αποσταθεροποίησης όσο σε αυτό που ονομάστηκε «συνωμοσιολογία», μια κατά κάποιο τρόπο αρνητική εκδοχή της έκκλησης του Anders για τη συνδρομή της φαντασίας. Κατ’ αρχήν, είναι σημαντική εδώ η υπόμνηση ότι ο όρος “conspiracy theories”, αν και παλαιότερη, καθιερώθηκε ως δυσφήμιση από ορισμένες υπηρεσίες του βαθέος κράτους των ΗΠΑ κατά την περίοδο των ερευνών για τη δολοφονία του προέδρου Kennedy το 1963 [27]. Κατά δεύτερο, η αρνητική πλευρά του φαινομένου οφείλεται κυρίως στο ότι ο απλός άνθρωπος, ο οποίος στερείται εξειδικευμένης τεχνικής εκπαίδευσης, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ένα πρωτοφανές παράδοξο. Από τη μια, γίνεται όλο και πιο προφανές ότι με κάποιον μαγικό τρόπο, τα πάντα μπορούν να συνδεθούν με τα πάντα, γεγονός που προπαγανδίζεται διαρκώς όσον αφορά το δυναμικό των τεχνολογιών, ενώ από την άλλη ο ίδιος αδυνατεί να βρει τις σωστές διασυνδέσεις με αποτέλεσμα να γεννά τερατολογίες στην προσπάθεια να αντιληφθεί και να συμπεριλάβει στη σκέψη του εκείνες ακριβώς τις πιθανά απειλητικές εκδοχές. Με απλά λόγια, το όλο θέμα δεν είναι παρά μια εκδήλωση του πρωτογενούς άγχους για την πιθανή απώλεια κάθε ελέγχου πάνω στις ζωές μας όπως και η μάλλον ορθή υποψία ότι ούτε οι ίδιες οι κυβερνώσες ελίτ διακρίνονται από παντογνωσία. Αυτό απέχει πολύ από την πρόσφατη και επιφανειακή κατηγορία ότι όλοι όσοι τρέφουν αυτό το άγχος είναι απλά ναρκισσιστές την ίδια στιγμή που η τεχνολογία του διαδικτύου και των κοινωνικών μέσων υπερτονίζουν και παροξύνουν αυτόν ακριβώς τον ναρκισσισμό στην χαμηλότερη και πιο απολίτικη μορφή του ταυτόχρονα με τη μανική υπεράσπιση επίσημων αφηγήσεων οι οποίες ήδη έχουν καταστεί ανυπόληπτες από τη συμμετοχή τους σε καθαρά μονοπωλιακά σχήματα πληροφόρησης.

Είναι επομένως και επείγον να αναρωτηθούμε επιπλέον: α) ποιος παράγει ποια τεχνολογία και β) για ποιον η ποιους σκοπούς ακριβώς. Ακόμη περισσότερο, από τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής και οικονομικής ελίτ αποδέχεται τη διαρκώς επιταχυνόμενη τεχνική ανάπτυξη ως απαραίτητη συνθήκη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μεταστρέφοντας οποιαδήποτε εξέλιξή της σε αυτοσκοπό και αυταξία, αγνοώντας ή και συγκαλύπτοντας, εν τέλει, αυτήν την δενδριτική και ιστορική δόμηση που εισήχθη προηγούμενα και ταυτόχρονα επιβάλλοντας νέους ανθρωπολογικούς τύπους και καλουπώνοντας νέους τύπους κοινωνικών σχέσεων που απορρέουν από εργαστηριακό σχεδιασμό μάλλον, παρά από μια δημοκρατική «Αγορά».

——————————————————

[1] «Converging Technologies for Improving Human Performance», NANOTECHNOLOGY, BIOTECHNOLOGY, INFORMATION TECHNOLOGY AND COGNITIVE SCIENCE, NSF/DOC sponsored report, Ed. M. C. Roco, W. S. Bainbridge, Arlington Virginia (2003) Kluwer Academic.

[2]  “Medical Enhancement and Posthumanity”, (2008) Springer

[3] “Convergence of Knowledge, Technology and Society” (2013) Springer.

[4] https://en.wikipedia.org/wiki/My_Opposition

[5] Günther Anders,  “Die Antiquiertheit des Menschen.” Vol. I “Über die Seele im Zeitalter der zweiten industriellen Revolution” (1956), Vol. II “Über die Zerstörung des Lebens im Zeitalter der dritten industriellen Revolution” (1980), München: C.H. Beck.

[6] Martin Heidegger, “Die Frage nach der Technik” (The Question Concerning Technology) in “Vorträge und Aufsätze” (1954), Garland Publishing.

[7] Hans-Peter Martin, “Die Globalisierungsfalle: Der Angriff auf Demokratie und Wohlstand” (The Global Trap: Globalization and the Assault on Democracy and Prosperity) (1996), Rowohlt Verlag.

[8] Richard E. Leakey, “The Sixth Extinction: Patterns of Life and the Future of Humankind” (1996), First Anchor Books

[9] Jamie Bartlett, “Return of the city-state” Aeon magazine, https://aeon.co/essays/the-end-of-a-world-of-nation-states-may-be-upon-us

[10] World Ocean Initiative, The Economist Group, https://www.woi.economist.com/cities-on-the-ocean/


[11] Θεοφάνης Ράπτης, «Τεχνοφεουδαρχία» (2007) Εκδόσεις Έσοπτρον.

[12] Cedric Durand, “Technoféodalisme: Critique de l’économie numérique” (2020) Ed. La Decouverte.

[13] Klaus Schwab, “The Fourth Industrial Revolution” (2017), WEF.

[14] Klaus Schwab, Theirry Malleret, “COVID-19: The Great Reset” (2020), WEF.

[15] WHO Consultative Meeting on High/Maximum Containment (Biosafety Level 4) Laboratories Networking, Meeting Report (2017) Lyon, France.

[16] A. Peters, “The global proliferation of high-containment biological laboratories: understanding the phenomenon and its implications”, Rev. Sci. Tech. Off. Int. Epiz., 2018, 37 (3), 857-883

[17] M. Alfonseca et al., “Superintelligence Cannot be Contained: Lessons from Computability Theory”, Journal of A. I. Research 70, (2021)

[18] P. Eckersley, “Impossibility and Uncertainty Theorems in AI Value Alignment”, Safe AI 2019: Proceedings of the AAAI Workshop on Artificial Intelligence Safety.

[19] B. Mittelstadt, “Principles alone cannot guarantee ethical AI”, Nature Machine Intelligence volume 1, 501–507 (2019).

[20] A. D. Selbst, “Negligence and AI’s Human Users”, Boston Univ. Law Review 1315 (2020).

[21] Yurgen Habermas, “Strukturwandel der Öffentlichkeit. Untersuchungen zu einer Kategorie der bürgerlichen Gesellschaft” (1962), Ελ. έκδοση, “ΑΛΛΑΓΗ ΔΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ”, Εκδ. Νήσος.

[22]  Shoshana Zuboff , “The Age of Surveillance Capitalism: The Fight for the Future at the New Frontier of Power” (2019), Public Affairs: Hatchette Books Group, NY.

[23] Jean-Claude Michéa, “L’Enseignement de l’ignorance et ses conditions modernes ” (1999) Ελλ. Έκδοση, “Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΜΑΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ” (2002) Εκδ. Βιβλιόραμα.

[24] https://kaboomzine.gr/ston-techno-kapitalismo-i-protogenis-m/

[25] https://orgrad.wordpress.com/a-z-of-thinkers/renaud-garcia/

[26] https://en.wikipedia.org/wiki/Behavioral_sink

[27] Lance deHaven-Smith, ‘Conspiracy Theory in America‘ (2013), Discovering America Series: Texas Univ. Press.

Πηγή: respublica

The Blast: Το τέλος ενός κύκλου;

Η πόλωση του πολιτικού σκηνικού στην μεταπολεμική Ελλάδα δεν άφηνε πολλά περιθώρια ώστε να είναι κανείς αδιάφορος προς την πολιτική. Ως αποτέλεσμα όλες οι πτέρυγες του πολιτικού φάσματος, από τη δεξιά ως το κέντρο και την αριστερά, είχαν μια μεγάλη κομματική δεξαμενή, έντονα πολιτικοποιημένη, και με την πλειοψηφία των μελών τους, αρκετά στρατευμένα ιδεολογικώς.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια ο κοινωνικός χάρτης στο ελληνικό τοπίο έχει αλλάξει δραματικά. Νέες τάσεις έχουν διαμορφωθεί, έχουν καταστεί κυρίαρχες, και έχουν επηρεάσει τους κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς.

Οι ανακατατάξεις της μεταπολίτευσης, η κοινωνική κοινωνικότητα και οι αντιφατικές ταξικές μετατοπίσεις που τη χαρακτήρισαν, καλλιέργησαν σταδιακά τις συνθήκες για την α-πολιτικοποίηση μεγάλου μέρους του δυναμικού κάθε πολιτικής πτέρυγας. Διαμορφώθηκε έτσι ένας μεγάλος κοινωνικός πόλος που εκτείνεται από τη μετριοπαθή συντήρηση ως τη μετριοπαθή πρόοδο, αδιάφορος για τα κοινά τον περισσότερο καιρό, εμποτισμένος από την κυρίαρχη ιδεολογία της ανάπτυξης και του καταναλωτισμού, πακέτο με την εξοικείωση πρακτικών διαφθοράς, σε αναλογία πάντα των κοινωνικών και ταξικών προνομίων του καθενός.

Ο συγκεκριμένος κοινωνικός πόλος, πέρα από συγκεκριμένες στιγμές που ενεργοποιήθηκε λόγω συγκυριών που είχαν σχέση με εθνικές ή οικονομικές κρίσεις, υπήρξε κατά κύριο λόγο ανενεργός, διατυμπανίζοντας περήφανα την α-πολιτικοποίηση του, ως κοινωνικά υπεύθυνη θέση, ενώ η αδιαφορία προς τα κοινά, μετατρεπόταν σε κυρίαρχη κοινωνική τάση, σε αντίθεση με το παρελθόν που ενδεχομένως ήταν πιο περιθωριακή. Η τάση αυτή, σε συνδυασμό με την επιρροή της μαζικής κουλτούρας των επόμενων δεκαετιών, καθιερώθηκε ως η απόλυτη νέα νόρμα και ήταν και αυτή που απορροφούσε τα μεγαλύτερα κύματα της νεολαίας.

Θεωρούμε ότι ο πόλος αυτός, που άλλοτε αποκαλείται σιωπηλή πλειοψηφία ή μέτωπο της λογικής, δεν έγινε άμεσα αντιληπτός, ως τέτοιος, από το ευρύτερο ανταγωνιστικό κίνημα , με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια αποξένωση με χαρακτηριστικά ιδρυματοποίησης, των ριζοσπαστικών υποκειμένων από το ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αυτή η ιδρυματοποίηση δημιούργησε κάπως μια συλλογική αίσθηση ότι όσο περισσότερο φωνάζουμε, όσο περισσότερη βαβούρα κάνουμε, τόσο περισσότερο ακούγεται προς τα έξω το δίκιο μας, και μάλιστα γίνεται αποδεκτό. Κάπως σαν το σύνδρομο του φωνακλά που επειδή φωνάζει σε μια συζήτηση, νομίζει ότι οι χαμηλοί τόνοι των υπολοίπων είναι ένδειξη πειθούς.

Το χάσμα ανάμεσα στις ριζοσπαστικοποιημένες δυνάμεις της προόδου και τον κοινωνικό πόλο της α-πολιτικοποίησης βάθυνε κι άλλο στη πορεία της μεταπολίτευσης, καθώς χανόταν ολοένα και περισσότερο το πολιτισμικό κομμάτι της παράδοσης των αγώνων, των συλλογικών αντιστάσεων και κατακτήσεων, αφήνοντας πίσω ένα κενό που κάλυπτε η επελαύνουσα μαζική κουλτούρα των ΄90s και ΄00s. Η ενασχόληση με την πολιτική από την άλλη φαινόταν σα δείγμα γραφικού φανατισμού ή μια επιλογή καριέρας για τους πιο επιδέξιους και φιλόδοξους. Ήταν εποχές που ειδικά στις νεανικές παρέες ήταν στάνταρ οι φράσεις «έλα μωρέ τι ασχολείσαι με αυτά τώρα», «δε μπορούμε να κάνουμε μια κουβέντα όλο στο πολιτικό το πας», «καλό παιδί ο/η τάδε αλλά στα πρήζει με τα πολιτικά» .

Οι κοινωνικοί αγώνες λοιπόν έφθιναν στη μεταπολίτευση, οι πιο δυναμικές αντιστάσεις γίνονταν ολοένα και πιο περιθωριακές, και κάθε μεγάλο κοινωνικό κίνημα που ξεσπούσε δε ήταν παρά μια σκιά κάποιου προηγούμενου, κάποια χρόνια πίσω. Αν κοιτάξει κάποιος τη μεγάλη εικόνα των προηγούμενων δεκαετιών και μελετήσει την καμπύλη των κοινωνικών αγώνων στη μεταπολίτευση, θα διαπιστώσει μια διαρκώς φθίνουσα πορεία σχεδόν σε όλα τα μέτωπα. Από τις εργατικές μέχρι τις φοιτητικές και τις μαθητικές κινητοποιήσεις και από τα αντιπολεμικά μέχρι το κίνημα της αντι-παγκοσμιοποίησης, σημειώνεται μια πτωτική τάση, αν όχι απαραίτητα σε δυναμικότητα, σίγουρα σε μαζικότητα. Οι εστίες κοινωνικής σύγκρουσης λιγοστεύουν διαρκώς, η ένοπλή αμφισβήτηση υποχωρεί καθώς καταγράφονται ολοένα και λιγότερες ενέργειες, ενώ μία από τις πιο εμβληματικές και πολυπληθέστερες οργανώσεις πολιτικής βίας, τερματίζει τη δράση της στα μέσα της δεκαετίας του ΄90 .

Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, και ότι την ακολούθησε, ήταν βεβαίως μια εξαίρεση αλλά ταυτόχρονα ήταν και μια παρένθεση. Δυναμική αλλά παρένθεση. Η εξέγερση απέκτησε ένα δημόσιο πρόσωπο στις δυναμικές αντιδράσεις και διαδηλώσεις των μαθητών, αλλά η βασική εκρηκτική της ύλη, αν εξαιρέσουμε το αναρχικό κίνημα, υπήρξε το κοινωνικό περιθώριο, δηλαδή ένας διαρκής πληθυσμός υπό εξαίρεση. Ρομά, μετανάστες, με ή χωρίς χαρτιά, τοξικοεξαρτημένοι, λούμπεν παραβατικός πληθυσμός καθώς και χούλιγκαν των γηπέδων. Το γεγονός της έκρηξης του κοινωνικού περιθωρίου ταρακούνησε τα πιο συντηρητικά κομμάτια του κοινωνικού πόλου της α-πολιτικοποίησης, στρέφοντας τους στα πιο δεξιά του πολιτικού φάσματος από εκεί και ύστερα.

Τα πρώτα χρόνια της κρίσης και των αντιμνημονιακών αγώνων, η πόλωση που προκάλεσε η κοινωνική αγανάκτηση, υπήρξε ομολογουμένως μεγάλη, δημιουργώντας μια πολιτική αποσταθεροποίηση που άλλαξε τα δεδομένα του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος. Της κοινωνικής αγανάκτησης κατάφεραν να τεθούν πρωτοπορία δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και της ακροδεξιάς, οι μεν επενδύοντας στην ελπίδα μιας καλύτερης διαχείρισης, οι δε στην απογοήτευση και το θυμό εξαιτίας της «πολιτικής φαυλοκρατίας». Αμφότερες επένδυσαν στο χαρτί των πατριωτικών αισθημάτων με την ρητορική της καθεμιάς προσαρμοσμένη στις γενικότερες διακηρυγμένες αρχές της, και στα αυτιά του ευρύτερου ακροατήριου της. Εκλογικά επικράτησαν οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις διαψεύδοντας την ελπίδα που καλλιέργησαν ενώ την ίδια στιγμή οι ακροδεξιές δυνάμεις βάλλονταν ως εγκληματικές, και έβρισκαν απέναντι τους το «τείχος της Δημοκρατίας».

Αυτή ακριβώς η αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας του 2015-2019 να καταφέρει, έστω και περιορισμένα, να ικανοποιήσει τις προσδοκίες που η ίδια καλλιέργησε, ήταν καταλυτική ώστε να δημιουργηθεί το έδαφος για μια επερχόμενη επανασυσπείρωση του κοινωνικού πόλου της α-πολιτικοποίησης, της σιωπηλής πλειοψηφίας και του μετώπου της λογικής υπό την αδιαμφισβήτητή πολιτική ηγεμονία της δεξιάς πτέρυγας του πολιτικού συστήματος.

Το γεγονός αυτό δίνει την ευχέρεια στη νέα πολιτική διαχείριση της εξουσίας να ανακηρύξει το τέλος ενός ιστορικού κύκλου, αυτού της μεταπολίτευσης, και το άνοιγμα ενός νέου. Ενός νέου κεφαλαίου που θα κλείσει τα κεφαλαία που συνιστούσαν «παθογένειες του παρελθόντος», «γραφικότητες» και «σπασμωδικές αντιδράσεις μειοψηφικών ομάδων», καταστάσεις δηλαδή που δεν μας έκαναν να φαινόμαστε μια καθώς πρέπει ευρωπαϊκή ανεπτυγμένη χώρα, αλλά μια οπισθοδρομική βαλκανική μπανανία.

Έτσι η κυβέρνηση κλείνει το κεφάλαιο των διαδηλώσεων, κλείνει το κεφάλαιο των απεργιών, το κεφάλαιο του ριζοσπαστισμού στα πανεπιστήμια, το κεφάλαιο της πολιτικής βίας και της έμπρακτης αμφισβήτησης του καθεστώτος σε οποιαδήποτε μορφή, και ετοιμάζεται να κλείσει και άλλα κεφάλαια, με την πρόθεση να γράψει ιστορία και να αφήσει εποχή, ως η κυβέρνηση που έκανε αυτά που δεν τόλμησε να κάνει καμιά άλλη. Κι αυτό χωρίς κόμπλεξ και ενοχικά σύνδρομα για το βρώμικο παρελθόν της δεξιάς, πράγματα που αφορούν γεγονότα που έχουν ξεθυμάνει και οι νέες γενιές δεν έχουν ζήσει καν, χωρίς ταμπού, και πάνω από όλα, χωρίς πραγματικό αντίπαλο μέχρι στιγμής. Κι αυτό γιατί οι δυνάμεις της αριστεράς από τη μία, νόμιζαν πως τα μεταπολιτευτικά προνόμια τους θα κρατούσαν για πάντα και απέχουν πολύ από οποιοδήποτε επίπεδο ετοιμότητας, και η πιο δυναμική και συγκρουσιακή κοινωνική δυναμική από την άλλη, η αναρχία, παραμένει κατακερματισμένη και δεχόμενη συντριπτικά απανωτά πλήγματα, το ένα πίσω από το άλλο.

Πλέον το να φωνάζεις δυνατά και επαναλαμβανόμενα πόσο φασιστική είναι η κυβέρνηση και αυτά που κάνει, απλώς δεν έχει κανένα νόημα. Κι αυτό διότι τα χρόνια πέρασαν, και οι κυβερνώντες πλέον δεν τριγκάρονται με αυτή τη ρητορική. Περισσότερο διασκεδάζουν καθώς γνωρίζουν ότι έτσι δεν πείθεται παρά ένα πολύ μικρό κοινό μέσα στην κοινωνία, με έφεση να παρασύρεται από λεκτικές υπερβολές. Η πραγματικότητα, όσο κι αν μας ενοχλεί, είναι ότι πολλά από τα πράγματα που τώρα κάνει η κυβέρνηση ισχύουν, και είναι μια κανονικότητα σε πολλές χώρες στην Ευρώπη εδώ και χρόνια, δεκαετίες ίσως. Και ο περισσότερος κόσμος στον οποίο απευθυνόμαστε, ή τέλος πάντων αυτό πασχίζουμε να το κάνουμε, δεν έχει στο μυαλό του την Ευρώπη, γενικώς και αορίστως, ως μια ένωση φασιστικών κρατών, αλλά ως ισοδύναμο της προόδου και του εκσυγχρονισμού, τόσο σε ότι αφορά τα πανεπιστήμια, αλλά και τις κινητοποιήσεις, την καταστολή, τις φυλακές κτλ.

Ο περισσότερος κόσμος θα έχει ταξιδέψει σε κάποια χώρα της Ευρώπης, για τουρισμό, για σπουδές, για αναψυχή, και σίγουρα αυτό που σκέφτηκε δεν ήταν, «α τι φασιστική χώρα είναι αυτή», αλλά πόσο προχωρημένα, πολιτισμένα, εκσυγχρονισμένα και τακτοποιημένα είναι τα πράγματα εκεί πέρα. Αυτός είναι ο πυρήνας του φαντασιακού του κοινωνικό πόλου της α-πολιτικοποίησης όταν ακούει για Ευρώπη, η οποία περισσότερο σαν πρότυπο κάπως γίνεται αντιληπτή, παρά σαν παράδειγμα αποφυγής.
Βερμπαλισμοί τύπου Χούντα, Φασισμός, φασιστικές πρακτικές, δεν συγκινούν και δεν πείθουν παρά ελάχιστα αυτιά. Ακόμα χειρότερα ακούγονται σαν τις υστερίες ενός κακομαθημένου παιδιού που οι κηδεμόνες του αποφάσισαν να γίνουν πιο αυστηροί. Μια εικόνα που ενισχύεται από την προπαγάνδα του κυβερνητικού στρατοπέδου που χαρακτηρίζει την αριστερά (στο σύνολο της) ως το κακομαθημένο παιδί της μεταπολίτευσης που δεν έμαθε ποτέ τρόπους.

Σε μεγάλο βαθμό λοιπόν, ο πόλος της α-πολιτικοποίησης όχι μόνο δεν ενδιαφέρεται για τις προοδευτικές κατακτήσεις που χάνονται, αλλά τις εγκρίνει κιόλας, και τις θεωρεί δείγμα κυβερνητικής συνέπειας και αποφασιστικότητας. Αυτό σημαίνει ότι μέχρι να θιγούν και τα δικά τους άμεσα συμφέροντα και προνόμια και να αναγκαστούν να λάβουν την όποια θέση διαμαρτυρίας, είμαστε μόνοι και μόνες μας, σε έναν αγώνα που μοιάζει με κούρσα επιβίωσης, με τις πιθανότητες αναχαίτησης αυτής της επίθεσης να μην αυξάνονται με μια ρητορική και μια στρατηγική που αποσκοπεί στο να κάνει τους κυβερνώντες να νιώσουν ντροπή για τα «φασιστικά πεπραγμένα» τους, ή να αγχωθούν μην ταυτιστούν με την επάρατο Δεξιά.

Η κυβέρνηση επιτίθεται ανελέητα σε όλο το προοδευτικό φάσμα θεωρώντας ότι το χει να το κάνει γιατί τόσα χρόνια «βρίσκαμε και τα κάναμε». Μπορεί οι συνθήκες της πανδημίας να ευνοούν τις αλλαγές των κοινωνικών συσχετισμών αλλά, μη γελιόμαστε, αυτές θα προχωρούσαν έτσι κι αλλιώς, με ή χωρίς πανδημία. Απλώς τώρα τσουλάνε πιο εύκολα. Η ανάσχεση τους από την άλλη, και η διάψευση της νέα πολιτικής διαχείρισης ότι δεν παίζει χωρίς αντίπαλο, δε θα είναι χωρίς βαρύ κόστος. Αυτό ας το λάβουμε υπόψη μας.

Πηγή: The Blast

Γαλλία: Εμπρησμός 27 βαν της μεταφορικής εταιρείας Warning

Χιλιάδες δέματα μπλοκαρίστηκαν στην αποθήκη, έπειτα από εμπρησμό 27 μεταφορικών βαν στη Gironde.

Η εταιρεία Warning, εξειδικευμένη μεταφορική εταιρεία παράδοσης δεμάτων σε σπίτια, συνεργαζόμενη με μεγάλες γαλλικές εταιρείες, έχασε πολλά απ’ τα βανάκια της τα ξημερώματα της 24ης Δεκεμβρίου 2020. Η κατάσβεση της φωτιάς διήρκεσε σχεδόν δύο ώρες, και κινητοποιήθηκαν περίπου 30 πυροσβέστες. Η μεταφορική εταιρεία, η οποία παρέχει 7ήμερες παραδόσεις για χάρη της Amazon, έχει ήδη παραγγείλει καινούργια οχήματα. Κάθε βανάκι της Warning παραδίδει αυτή τη στιγμή συνολικά σχεδόν 120 παραγγελίες κάθε μέρα. Με 27 καμμένα οχήματα, περισσότερα από 3.200 δέματα πιθανώς δε θα φτάσουν στους παραλήπτες τους την Πέμπτη, παραμονή Χριστουγέννων.

Πηγή: Act For Freedom Now

Anselm Jappe: “Για όλα φταίει η χρηματοπιστωτική αγορά;”

Προφανώς, τα πράγματα είναι απλά. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008, και απέχει πολύ από το τέλος της, αποκάλυψε το πραγματικό πρόσωπο του σύγχρονου καπιταλισμού: η οικονομία και, τελικά, το σύνολο της κοινωνίας, κυριαρχούνται από το μεγάλο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Τράπεζες, ασφαλιστικές και επενδυτικά ταμεία δεν επενδύουν στην πραγματική παραγωγή, αλλά διοχετεύουν σχεδόν όλο το χρήμα στην κερδοσκοπία, η οποία δεν πλουτίζει παρά μόνον τους κερδοσκόπους, ενώ καταστρέφει θέσεις εργασίας και δημιουργεί δυστυχία. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο επιβάλλει τους κανόνες του στις κυβερνήσεις, ακόμα και των ισχυρότερων χωρών, όταν δεν επιλέγει να τις διαφθείρει. Εξαγοράζει επίσης τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Έτσι, η δημοκρατία έχει χάσει κάθε ουσία. Μερικοί νομίζουν ότι είναι οι ίδιοι οι «αφέντες του κόσμου» που επινόησαν τη σημερινή κρίση, για να αποκομίσουν ακόμα μεγαλύτερα κέρδη και να επιβάλλουν τα αυστηρά αντιλαϊκά μέτρα. Πράγματι, τα κράτη, που περιστέλλουν τις σημαντικότερες δημόσιες δαπάνες, έχουν βρει τεράστια ποσά χρημάτων για να διασώσουν τις τράπεζες και τα κέρδη των μετόχων τους. Μπροστά σ’ αυτή την σκανδαλώδη κατάσταση, θα πρέπει να ασκηθεί επιτέλους μια γνήσια πολιτική επανακτώντας τα δικαιώματά της,  και μια αριστερή κυβέρνηση που θα θέσει αυστηρούς περιορισμούς στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, θα υπερασπιστεί τη μισθωτή εργασία και θα επαναφέρει την πλήρη απασχόληση. Δεν απομένει παρά να βρεθούν οι υποψήφιοι που θα μπορέσουν, μπροστά στις κάλπες, να ενώσουν τις διαφορετικές εκδοχές της Αριστεράς.

Είναι όμως τόσο απλό; Είμαστε σίγουροι ότι η παντοδυναμία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που το υποστηρίζουν, αποτελούν το κύριο αίτιο της σημερινής κρίσης; Και ότι, αντίθετα, αυτά δεν αποτελούν παρά μόνον ένα σύμπτωμα μιας πολύ βαθύτερης κρίσης, μιας κρίσης ολόκληρης της καπιταλιστικής κοινωνίας;

Αυτό που δίνει την αξία τους στα εμπορεύματα είναι η εργασία που τα δημιουργεί. Όσο λιγότερος χρόνος απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος, τόσο μικρότερη είναι η αξία του, και τόσο μικρότερο και το κόστος του.  Αλλά αυτό σημαίνει επίσης και μικρότερο κέρδος. Η αύξηση της παραγωγικότητας, θεμελιώδες  στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, έχει το παράδοξο αποτέλεσμα να μειώνει την αξία και την υπεραξία κάθε συγκεκριμένου προϊόντος. Όταν οι αντισταθμιστικοί μηχανισμοί –ιδιαίτερα η αύξηση της παραγωγής– δεν επαρκούν πλέον για να αντισταθμίσουν την μείωση της κερδοφορίας, το κεφάλαιο αρχίζει να στρέφεται – ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1970– στο «πλασματικό κεφάλαιο», όπου τα δάνεια δημιουργούν καινούργια δάνεια. Αυτό εξασφάλισε σημαντικά κέρδη σε ορισμένους, και προκάλεσε τεράστιες κοινωνικές καταστροφές. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί μια φυγή προς τα εμπρός του καπιταλιστικού συστήματος, ούτε και επέκτασή του. Είναι αδύνατον να εξαλειφθεί η βαθύτερη αιτία της συνεχιζόμενης κρίσης της αξιοποίησης του κεφαλαίου: η αντικατάσταση του εργατικού δυναμικού από την τεχνολογία, η οποία ως τέτοια δεν δημιουργεί αξία.

Η κερδοσκοπία, μακράν από το αποτελεί παράγοντα που διαταράσσει μια κατά τα άλλα υγιή οικονομία, επέτρεψε τις τελευταίες δεκαετίες τη διαιώνιση της φαντασιοκοπίας περί καπιταλιστικής ευημερίας. Χωρίς τα δεκανίκια που προσέφερε  η χρηματοπιστωτικοποίηση, η κοινωνία της αγοράς θα είχε ήδη καταρρεύσει, μαζί με τις θέσεις εργασίας και, επίσης, τη δημοκρατία της. Τώρα, το σχοινί φαίνεται έτοιμο να σπάσει οριστικά. Ο ιταλός υπουργός Οικονομικών Giulio Tremonti, το εξέφρασε ως εξής: «Είναι σαν ένα βιντεοπαιχνίδι. Σκοτώνεις ένα τέρας, νομίζεις ότι μπορείς να χαλαρώσεις, αλλά να που κάθε φορά εμφανίζεται ένα καινούργιο τέρας ακόμα πιο επικίνδυνο.» (Αυτή η μεταφορά επιτρέπει επίσης να καταλάβουμε τι κάνει σήμερα ένας υπουργός στον ελεύθερο χρόνο του.)

Αυτό που διακρίνεται πίσω από την οικονομική κρίση είναι η εξάντληση των βασικών κατηγοριών του καπιταλισμού: του εμπορεύματος και του χρήματος, της εργασίας και της αξίας. Ο καπιταλισμός δεν είναι μόνον η κυριαρχία των λίγων κακών πλούσιων πάνω στους εργαζόμενους. Συνίσταται ουσιαστικά στην απρόσωπη κυριαρχία που ασκούν το εμπόρευμα και το χρήμα, η εργασία και η αξία πάνω στο σύνολο της κοινωνίας. Αυτές οι κατηγορίες έχουν δημιουργηθεί από την ίδια την ανθρωπότητα – αλλά η ίδια τις θεωρεί σαν θεούς που την κυβερνούν. Αυτό είναι που ο Καρλ Μαρξ αποκαλούσε «φετιχισμό του εμπορεύματος». Σήμερα, όλος ο κόσμος συμμετέχει, αν και προφανώς ούτε στον ίδιο ρόλο ούτε με τα ίδια οφέλη.

Αντιμέτωποι με τον ολοκληρωτισμό του εμπορεύματος, δεν αρκεί να φωνάζουμε κατά των κερδοσκόπων και των υπόλοιπων κλεπτοκρατών: «Δώστε μας πίσω τα χρήματα μας.» Θα έπρεπε κυρίως να κατανοήσουμε τον ιδιαίτερα καταστροφικό χαρακτήρα του χρήματος, του εμπορεύματος και της εργασίας που τα παράγει. Η απαίτηση για «εξυγίανση» του καπιταλισμού ώστε να υπάρξει ένα  καλύτερο ξεκίνημα και ώστε να καταστεί πιο δίκαιος, είναι απατηλή: οι σημερινές  καταστροφές δεν οφείλονται σε μια συνωμοσία της πιο αρπακτικής κλίκας της κυρίαρχης τάξης, αλλά αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια των προβλημάτων που ήταν πάντα μέρος της ίδιας της φύσης του καπιταλισμού. Η ζωή επί πιστώσει δεν είναι μια θεραπεύσιμη διαστροφή, αλλά το τελευταίο απότομο ξύπνημα για τον  καπιταλισμό – και όλους εκείνους που ζουν εκεί.

Συνειδητοποιώντας όλα αυτά, αποφεύγουμε να πέσουμε στην παγίδα του λαϊκισμού που θέλει να απελευθερώσει τους «έντιμους εργαζόμενους και επιχειρηματίες» –που θεωρούνται απλά θύματα του συστήματος – από την επιρροή ενός κακού, προσωποποιημένου στη μορφή του κερδοσκόπου. Η διάσωση του καπιταλισμού με την απόδοση όλων των σφαλμάτων του στις πράξεις μιας διεθνούς μειοψηφίας «παρασίτων», είναι κάτι που έχουμε ξαναδεί. Είναι πολύ λίγο το να πούμε, όπως ο Stéphane Hessel σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Le Monde: «Η χρηματοπιστωτική οικονομία είναι ο κύριος εχθρός».

Η μόνη εναλλακτική λύση είναι η πραγματική κριτική της καπιταλιστικής κοινωνίας σε όλες τις πτυχές της (και όχι μόνο του νεοφιλελευθερισμού). Ο καπιταλισμός δεν ταυτίζεται μόνον με την αγορά: το κράτος είναι ένα άλλο πρόσωπό του, που έχει υποστεί τη δομική αναδιάρθρωση του κεφαλαίου, και που είναι υποχρεωμένο να της παρέχει τα απαραίτητα οικονομικά μέσα παρέμβασης. Το κράτος δεν μπορεί να είναι ο δημόσιος χώρος της απόφασης των κυρίαρχων. Αλλά ακόμη και ως το δίπολο κράτος-αγορά, ο καπιταλισμός δεν είναι, ή δεν είναι πια, ένας απλός εξαναγκασμός που επιβάλλεται από τα έξω στους πάντα ανυπότακτους υπηκόους του. Ο τρόπος ζωής που δημιούργησε έχει πάψει προ πολλού να θεωρείται ως ιδιαίτερα επιθυμητός, και το πιθανό τέλος του ως  καταστροφή.

Η ιδέα της «αποανάπτυξης», από την άλλη, εγγράφεται στη σχολή σκέψης  εκείνων που επικρίνουν το ίδιο το περιεχόμενο της καπιταλιστικής «ευημερίας». Η αποκήρυξη της προσδοκίας για μια μόνιμη οικονομική ανάπτυξη και, συνεπώς, η αποκήρυξη την προσδοκίας για μια ακόμη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα των εμπορευμάτων, προϋποθέτει ουσιαστικά την υπέρβαση των ορίων ενός «εναλλακτικού οικονομικού μοντέλου» και το όραμα της εξόδου από το σύνολο του καπιταλιστικού «πολιτισμού».

Αλλά εδώ είναι ο κόμπος. Η αποανάπτυξη θέλει να είναι λογική, μεταρρυθμιστική, σταδιακή, τώρα. Απευθύνεται στην καλή θέληση όλων «όσων αποφασίζουν», συμπεριλαμβανομένων των «εκλεγμένων».  Έτσι, αποφεύγει, εκ προθέσεως ή εξ αφελείας, το βασικό πρόβλημα: η έμμονη επιθυμία για «ανάπτυξη», που στις κοινωνίες μας αποτελεί ουσιαστικά μια πίστη με θεολογικά χαρακτηριστικά, δεν είναι μια ψευδαίσθηση του νου που θα μπορούσαμε να την αντιμετωπίσουμε με σωστά επιχειρήματα, χωρίς ταυτόχρονα να αντιπαρατεθούμε στην αιτία αυτής της διαρκούς ανάγκης για «μεγέθυνση», που η νεωτερική εποχή, και μόνον αυτή, νιώθει. Αυτή η αιτία, δηλαδή η συνεχής μετατροπή της εργασίας σε αξία και η ανάγκη αύξησης της παγκόσμιας παραγωγής ώστε να εξουδετερωθούν οι επιπτώσεις της μείωσης της αξίας που περιέχεται σε κάθε συγκεκριμένου εμπόρευμα. Η οικολογική κρίση είναι η αναπόφευκτη συνέπεια. Συνεπώς, δεν πρέπει να διεκδικούμε την επιστροφή στην «πλήρη απασχόληση», που στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε δυνατή ούτε επιθυμητή, ούτε μια «άλλη ανακατανομή της εργασίας». Θα πρέπει κυρίως να τελειώνουμε με το γεγονός ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε αν δεν καταφέρουμε προηγουμένως να πουλήσουμε την εργασία μας, την συχνά αλλοτριωτική και άχρηστη ή ακόμα και επιβλαβή.

Εάν οι αποαναπτυξιακοί δεν θέλουν να καταντήσουν, αργά ή γρήγορα, να θεωρούνται ως εκείνοι που έδωσαν στα θύματα της μανίας του καπιταλισμού τις συνταγές για τον καλύτερο τρόπο να ζουν «αξιοπρεπώς» τη φτώχεια τους, ή να γίνουν σύμβουλοι των όποιων πεφωτισμένων οικολογικά πριγκίπων, πρέπει να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της εξόδου από την εμπορευματική κοινωνία, όπου η κοινωνική δραστηριότητα λαμβάνει τη μορφή του εμπορεύματος και του χρήματος, της εργασίας και της αξίας. Ο τρόπος μένει να βρεθεί: αλλά μπορούμε ήδη να πούμε ότι δεν θα περάσει μέσα από την ιδιοποίηση των θεσμών του κράτους, σε οποιοδήποτε επίπεδο. Θα περνούσε κυρίως από ένα κίνημα εγκατάλειψης όλων των μορφών που θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα πολίτες μιας αξιοσέβαστης δημοκρατίας, ακόμη και όταν η οικονομία της αγοράς μάς έχει ήδη μετατρέψει, ή θα μας μετατρέψει, σε «ασύμφορους» και «πλεονάζοντες».

Πηγή: kourelarios

Αγάπη, Δεσμός και Μοναξιά: Η Σύγχρονη Επιστήμη απέναντι στον Ατομικισμό

Σημείωση Τ.Μ: Ευχαριστούμε τον Θάνο Ζέρβα για το κείμενο της εισήγησής του στην εκδήλωση «Αγάπη, Δεσμός και Μοναξιά: Η Σύγχρονη Επιστήμη απέναντι στον Ατομικισμό» (βλ. το event της εκδήλωσης εδώ).

Αγάπη, Δεσμός και Μοναξιά:
Η Σύγχρονη Επιστήμη απέναντι στον Ατομικισμό

*

1ο μέρος

Ο μαθηματικός Μπλεζ Πασκάλ είχε πει ότι «Η καρδιά έχει τη δική της λογική για την οποία η Λογική δεν έχει ιδέα». Μέχρι το τέλος της εργασίας αυτής βασικός μου στόχος είναι να είναι κατανοητό σε όλους τι σημαίνει αυτή η φράση, μιας και αποτελεί βασική θέση του βιβλίου, καθώς και να εξάγουμε κάποια πολιτικά συμπεράσματα από αυτήν. Συγκεκριμένα, θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε ότι (α) η ιδέα του αυτόνομου ατόμου είναι ένας μύθος και (β) οτι μόνο μέσα από κοινωνικές διαδικασίες που συμπεριλαμβάνουν την ανθρώπινη επαφή, μπορεί να δημιουργηθεί ένα σύστημα διαφορετικό από το υπάρχον, πιο φιλικό προς τους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους. Παρ’ ότι η φύση της αγάπης δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί, έχει μία εγγενή τάξη, μία αρχιτεκτονική, που μπορεί να εντοπιστεί, να ανασκαφεί και να διερευνηθεί. Το θέμα αυτό είναι αρκετά πολύπλοκο, επομένως χρειάζεται διεπιστημονική μελέτη και για αυτό θα χρησιμοποιήσουμε στοιχεία και έννοιες από τη νευροεπιστήμη, τη θεωρία της εξέλιξης, την νεογνολογία, την πειραματική ψυχολογία και την επιστήμη των υπολογιστών. Παρακάτω θα χρησιμοποιήσουμε πολύ τη θεωρία του τριαδικού εγκεφάλου (triune brain), επομένως αξίζει να κάνουμε μία μικρή παρουσίασή της. Τη θεωρία αυτή την ανέπτυξε ο Δόκτωρ Paul McLean τη δεκαετία του 60 και την έκανε γνωστή ο Carl Sagan στο βιβλίο του «οι δράκοι της Εδέμ» το 1977. Ο βασικός ισχυρισμός της θεωρίας είναι πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος αποτελείται από τρεις διακριτούς υποεγκεφάλους, που ο καθένας τους είναι προϊόν μιας διαφορετικής εποχής στην ιστορία της εξέλιξης. Τα τρία μέρη διασυνδέονται και επικοινωνούν, όμως οι υπομονάδες γενικά διαφέρουν ως προς τις λειτουργίες τους. Τα τρία μέλη είναι ο ερπετικός εγκέφαλος ή ερπετικό σύμπλεγμα, ο μεταιχμιακός εγκέφαλος και ο νέο-φλοιός. Η δομή αυτή είναι περίπου όπως φαίνεται στο σχήμα:

Ο ερπετικός εγκέφαλος είναι ο αρχαιότερος. Αυτό το μέρος του εγκεφάλου φιλοξενεί ζωτικά κέντρα ελέγχου που ρυθμίζουν την αναπνοή, τον χτύπο της καρδιάς κλπ. Σχετικά με τις συμπεριφορές, ο ερπετικός εγκέφαλος επιτρέπει υποτυπώδεις αλληλεπιδράσεις, όπως εκδηλώσεις επιθετικότητας, κυριαρχίας και υπεράσπισης του προσωπικού χώρου. Έτσι, συναισθήματα που σχετίζονται με αυτό το μέρος του εγκεφάλου είναι ο φόβος, ο θυμός κλπ.

Ο μεταιχμιακός εγκέφαλος εξελίχθηκε καθώς τα πρώτα θηλαστικά εξελίσσονταν από μικρά ερπετά, και σχετίζεται άμεσα με τα συναισθήματα της αγάπης, της φροντίδας κλπ. Μία διαφορά ανάμεσα στα ερπετά και στα θηλαστικά είναι ότι τα ερπετά δε φροντίζουν τα μικρά τους. Τυπική συμπεριφορά ενός ερπετού είναι να αποστασιοποιείται απ’ αυτά, να αδιαφορεί ή ακόμη και να τα τρώει. Συνήθως, γεννάει τα αυγά του και φεύγει. Αντίθετα, τα θηλαστικά σχηματίζουν σφιχτές κοινωνικές ομάδες, φροντίζουν τα μικρά τους, παίζουν παιχνίδια, οι μητέρες ακούνε το κλάμα των μωρών τους κλπ. Όλα αυτα βρίσκονται στον μεταιχμιακό εγκέφαλο.

Τέλος, ο 3ος, πιο καινούριος εγκέφαλος, είναι ο νεοφλοιός, ο οποίος φιλοξενεί αυτό που λέμε λογική, την αφηρημένη σκέψη, τη γλώσσα, τη συνειδητότητα κλπ. Αυτό το μέρος του εγκεφάλου είναι πολύ μεγάλο, ειδικά στον άνθρωπο. Έτσι, οι λειτουργίες που γίνονται με βάση τον νεοφλοιό είναι εκούσιες, ενώ αυτές που γίνονται με βάση τον ερπετικό ή τον μεταιχμιακό εγκέφαλο είναι ακούσιες.

Με βάση αυτή την κατηγοριοποίηση προκύπτει ότι ένα άτομο δεν μπορεί να κατευθύνει τη συναισθηματική του ζωή με τον τρόπο που μπορεί να απλώσει το χέρι του και να πιάσει ένα φλιτζάνι. Δεν μπορεί να επιβάλλει στον εαυτό του να επιθυμήσει το σωστό πράγμα ή να αγαπήσει το σωστό άτομο ή να είναι ευτυχισμένος μετά από μία απογοήτευση. Οι άνθρωποι στερούνται αυτής της ικανότητας, όχι λόγω μιας αναπηρίας στη συμπεριφορά, αλλά επειδή η δικαιοδοσία της θέλησης περιορίζεται στον νεοφλοιό, τον πιο σύγχρονο εγκέφαλο, ενώ τα συναισθήματα όπως η αγάπη και η απογοήτευση ανήκουν στον 2ο εγκέφαλο, τον μεταιχμιακό. Η συναισθηματική ζωή μπορεί να επηρεάζεται αλλά δεν μπορεί να εξουσιάζεται.

«Μα πώς είναι δυνατόν αυτό;», ίσως αναρωτηθείτε. «Αφου εγώ καταλαβαίνω τι νιώθω κάθε στιγμή». Άρα ο νεοφλοιός θα πρέπει να σχετίζεται κάπως με τον μεταιχμιακό εγκέφαλο. Πράγματι έτσι είναι. Ας δούμε πώς γίνεται αυτό: Τα συναισθήματα έχουν μικρή διάρκεια. Αυτό αποδεικνύεται από τη μελέτη των εκφράσεων του προσώπου. Βιντεοσκοπήσεις σε μεγάλη ταχύτητα δείχνουν ότι οι εκφράσεις του προσώπου αρχίζουν μεσα σε χιλιοστά του δευτερολέπτου από το ερέθισμα που τις προκαλεί και σβήνουν ακαριαία.

Όταν η νευρωνική διέγερση ενός συναισθήματος υπερβεί ένα κατώφλι αντίληψης, αυτό που αναδύεται είναι ενα «αίσθημα», δηλαδή η συνειδητή εμπειρία της συναισθηματικής ενεργοποίησης.

Έτσι συνδέεται ο νεοφλοιός με τα συναισθήματα. Παρατηρούμε ότι έχει κατά βάση εποπτική χρήση.

Πριν αναφέραμε τις εκφράσεις προσώπου. Το πρόσωπο είναι το μόνο σημείο στο σώμα όπου οι μύες συνδέονται με το δέρμα. Ο μόνος σκοπός αυτής της διάταξης είναι να επιτρέπει τη μετάδοση μεγάλου πλήθους εκφραστικών σημάτων. Τα βρέφη έχουν μία εγγενή δίψα για πρόσωπα: τα κοιτάζουν, τα περιεργάζονται, τα χαζεύουν. Αυτό φαίνεται να συνδέεται με το ότι από πολύ μικρά, αποδεικνύονται πολύ ικανά στην ανίχνευση και στην εκδήλωση συναισθημάτων, κάτι που αυξάνει κατά πολύ την πιθανότητα επιβίωσής τους. Ας δούμε ενα παράδειγμα:

Υπάρχει ένα πείραμα που λέγεται οπτικός γκρεμός. Ένα μωρό τοποθετείται σε έναν πάγκο, που ο μισός είναι συμπαγής και ο άλλος μισός από διάφανο πλέξιγκλας. Από το σημείο που βλέπει το μωρό, φαίνεται ότι πλησιάζει σε μια άβυσσο, εκεί που ξεκινάει το πλέξιγκλας και κινδυνεύει να πέσει. Ένα μωρό που δεν έχει γνώση της φύσης του πλέξιγκλας, και επομένως δεν είναι σίγουρο για το αν είναι ασφαλές να προχωρήσει, τι πιστεύετε ότι κάνει; Μπουσουλάει ως την άκρη του γκρεμού, βλέπει το πιθανό βάραθρο και έπειτα κοιτάζει τη μητέρα του διαβάζοντας την έκφραση του προσώπου της! Αν εκείνη εκπέμπει ηρεμία, το μωρό εξακολουθεί να μπουσουλάει, αν όμως δει πανικό στο πρόσωπό της, το μωρό κοκκαλώνει και βάζει τα κλάματα. Είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι, οι μητέρες χρησιμοποιούν τα οικουμενικά σήματα του συναισθήματος για να διδάξουν στα μωρά τους τον κόσμο. Αν το μωρό δει μία βιντεοκασέτα με το πρόσωπο της μητέρας του, αντί για την ίδια να αντιδρά σε πραγματικό χρόνο, πανικοβάλλεται. Βλέπουμε ότι δεν έχει ανάγκη μόνο από το χαμόγελό της, το συναίσθημά της, την πληροφορία που παίρνει από αυτό, αλλά και τη συγχρονία της, την αμοιβαία μεταξύ τους διάδραση. Επαναφέρετε το πρόσωπο της μητέρας του σε πραγματικό χρόνο και το κέφι του επανέρχεται. Παρεμβάλλετε μια χρονική καθυστέρηση στο βίντεο και η ανησυχία του θα επιστρέψει.

Ένα θηλαστικό μπορεί να εντοπίσει την εσώτερη κατάσταση ενός άλλου θηλαστικού και να προσαρμόσει τη φυσιολογία του ώστε να ανταποκριθεί στην περίσταση (π.χ. αύξηση χτυπων καρδιάς στην περίπτωση του stress κλπ) –αλλαγή που με τη σειρά του αισθάνεται και το άλλο, το οποίο ομοίως προσαρμόζεται. Την ικανότητα αυτή των θηλαστικών την ονομάζουμε μεταιχμιακό συντονισμό– μια αμοιβαία ανταλλαγή σημάτων και εσωτερικής προσαρμογής, όπου δύο θηλαστικά συντονίζονται το ένα με την εσωτερική κατάσταση του άλλου. «Ενώ η νευρωνική ικανότητα ανταπόκρισης ενός ερπετού είναι μια πρόωρη, κακόηχη νότα συναισθήματος, τα θηλαστικά δημιουργούν ένα ηχητικά πλούσιο ντουέτο ανάμεσα σε 2 ρευστούς εγκεφάλους.», μας λένε οι συγγραφείς. «Φαντάζει τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι χρειαζόμαστε την επιστήμη για να αναθερμάνουμε την εμπιστοσύνη μας στην πανάρχαιη ικανότητά μας να διαβάζουμε τη σκέψη», συμπληρώνουν, και έτσι τελειώνει το 1ο μέρος του βιβλίου.

*

2ο μέρος

Στο 2ο μερος της παρουσίασης, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι η αγάπη, δηλαδή οι σφιχτοί δεσμοί ανάμεσα στους ανθρώπους, είναι μία βιολογική ανάγκη, στο ίδιο επίπεδο με την τροφή ή τον ύπνο.

Η ιστορία αρχίζει τον 13ο αιώνα με τον τότε αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το Φρειδερίκο Β’. Ο αυτοκράτορας αυτός ήξερε αρκετές γλώσσες και είχε μια ασυνήθιστη απορία: ήθελε να μαθει εάν υπάρχει μια φυσική γλώσσα, δηλαδή τι γλώσσα θα μιλούσε κάποιο παιδί εάν μεγάλωνε μόνο του, χωρίς γονείς ή κοινωνικό περιβάλλον, χωρίς να ακούει κάποια γλώσσα. Έτσι, μάζεψε αρκετά βρέφη, και προσέλαβε θετές τροφούς για να τα ταΐζουν και να τα πλένουν, αλλά με ρητή εντολή να μην τους μιλάνε. Φυσικά δεν έμαθαν καμία γλώσσα, αλλά δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ. Το αξιοπερίεργο είναι ότι τα μωρά, το ένα μετά το άλλο, άρχισαν να πεθαίνουν. Όπως μας λένε τα κείμενα του τότε: «Τα παιδιά δεν μπορούσαν να επιβιώσουν αν δεν έβλεπαν ανθρώπους να χτυπούν τα χέρια, να κάνουν χειρονομίες, να τους δείχνουν χαρά και να τα καλοπιάνουν». 800 χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του 1940, ο ψυχαναλυτής Ρενέ Σπιτς μας λέει ότι έγινε μία επανάληψη αυτού του πειράματος, αυτή τη φορά σε μωρά σε ιδρύματα. Από σεβασμό στην μόλις τεκμηριωμένη θεωρία για τα μικρόβια, τα μωρά στα ιδρύματα τρέφονταν και ντύνονταν σωστά, ήταν πάντα στα ζεστά και καθαρά, αλλά κανείς δεν τα έπαιζε ή τα έπαιρνε αγκαλιά. Παρ’ ότι οι φυσικές τους ανάγκες ικανοποιούνταν, πολλά από αυτά τα μωρά πέθαιναν. Ο Σπιτς επιβεβαίωσε με αυτό το πείραμα ότι η ανθρώπινη αλληλεπίδραση (αγκαλιά, χάδι, κουβέντα, παιχνίδι) είναι τόσο απαραίτητη για τα μωρά που, χωρίς αυτήν, πεθαίνουν.

Πώς είναι δυνατόν όμως αυτό; Έχουμε να κάνουμε με ένα μεταφυσικό φαινόμενο; Φυσικά και όχι. Για να το εξηγήσουμε θα πρέπει να επιστρατεύσουμε μία ψυχολογική θεωρία, τη θεωρία της προσκόλλησης. Σύμφωνα με αυτήν, τα μικρά των ανθρώπων (και άλλων θηλαστικών) γεννιούνται με την ενστικτώδη προδιάθεση ενός συμπεριφορικού δεσμού με τη μητέρα τους. Αυτός ο δεσμός προκαλεί δυστυχία όταν απομακρύνονται ο ένας απ’ τον άλλον. Τα στάδια του αποχωρισμού είναι 2: η διαμαρτυρία και η απόγνωση. Κάθε ένα από αυτά τα 2 στάδια συνοδεύεται από μία ομάδα συμπεριφορών και μία διακριτή φυσιολογία.

Στη διαμαρτυρία, η καρδιακή συχνότητα, η θερμοκρασία του σώματός μας και τα επίπεδα των κατεχολαμινών και της κορτιζόλης ανεβαίνουν. Ως αποτέλεσμα, αυξάνεται η κινητική δραστηριότητα, μιας και ένα νεαρό θηλαστικό που έχασε τη μητέρα του, θα πρέπει να είναι σε εγρήγορση ώστε να τη βρει. Αν ο χωρισμός παραταθεί, το θηλαστικό μπαίνει στην απόγνωση.

Η απόγνωση αρχίζει με την εξαφάνιση της γκρίνιας και την έλευση της απάθειας: Το ζώο σταματάει το πήγαινε-έλα, σταματάει το κλαψούρισμα και κουλουριάζεται σε μια γωνία. Πίνει λίγο νερό και μπορεί να μη δείξει ενδιαφέρον για φαγητό. Η φάση της απόγνωσης διαταράσσει ευρύτατα τους ρυθμούς του σώματος: Η καρδιακή συχνότητα επιβραδύνεται και στο ηλεκτροκαρδιογράφημα βλέπουμε αφύσικους, ακανόνιστους και κοφτούς παλμούς να παρεμβάλλονται στην κανονική πορεία. Ο ύπνος γίνεται ελαφρύτερος και το επίπεδο της αυξητικής ορμόνης στο αίμα πέφτει απότομα. Αυτός είναι και ο λόγος που τα μωρά, χωρίς αγάπη, σιγά σιγά πεθαίνουν.

Τα στοιχεία για τη ζωτική αναγκαιότητα της αγάπης δε σταματούν εκεί. Οι μοναχικοί άνθρωποι έχουν 3 έως 5 φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν πρόωρα, από οποιαδήποτε αιτία, από ότι οι άνθρωποι με έναν σύντροφο, μία οικογένεια ή μία κοινότητα. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι ασθενείς που πάσχουν από καρδιά πεθαίνουν 4 έως 6 φορές πιο συχνά από εκείνους που ζουν συντροφιά με έναν σκύλο. Πίθηκοι που μεγάλωσαν μόνοι τους συχνά αυτο-ακρωτηριάζονται, δαγκώνουν τα μέλη τους, χτυπούν με μανία το κεφάλι τους στον τοίχο και βγάζουν τα μάτια τους. Η παραμέληση δημιουργεί παιδιά των οποίων η περίμετρος του κεφαλιού είναι μετρήσιμα μικρότερη, των οποίων ο εγκέφαλος σε μαγνητική σάρωση παρουσιάζει συρρίκνωση λόγω απώλειας δισεκατομμυρίων κυττάρων. Παιδιά των οποίων η μητέρα τους είναι καταθλιπτική από νωρίς στη ζωή τους, παρουσιάζουν επίμονες γνωσιακές αναπηρίες.

Γίνεται φανερό ότι τα θηλαστικά, μόλις αποκοπούν από τις μορφές προσκόλλησής τους, καταβαραθρώνονται σε μία σωματική αποδιοργάνωση. Το ποσοστό αποσύνθεσης ποικίλει. Τα μωρά εξαρτώνται πλήρως, η σταθερότητα των πιο μεγάλων παιδιών χάνεται πιο αργά και των ενηλίκων ακόμα πιο αργά. Σε οποιαδήποτε ηλικία, ωστόσο, η φυσιολογία των κοινωνικών θηλαστικών είναι ασταθής.

Το ανθρώπινο σώμα είναι ενας ανοικτός βρόχος, ένα ανοικτό σύστημα, που συνδέεται με άλλα ανοικτά συστήματα, δηλαδή με άλλους ανθρώπους. Οι γυναίκες που περνούν καιρό μαζί συχνά ευθυγραμμίζουν τους κύκλους τους. Οι στενοί φίλοι πετυχαίνουν ευκολότερα συγχρονία (π.χ. όταν συγχρονίζονται τα βήματα στο περπάτημα). Αυτά δείχνουν ότι η σωματική αυτή σύνδεση είναι μεταιχμιακή. Η εξέλιξη έχει δώσει στα θηλαστικά έναν δίαυλο για να προσαρμόζουν και να ενισχύουν τους σωματικούς ρυθμούς το ένα του άλλου, μέσα από τη συνεργατική αλληλεπίδραση της αγάπης. Αυτήν την αμοιβαία συγχρονιστική ανταλλαγή την αποκαλούμε μεταιχμιακή ρύθμιση.

Βάσει αυτών ο μύθος του αυτόνομου ατόμου έχει ήδη καταρρεύσει.

*

3ο μέρος

Αυτή όμως δεν είναι η συνολική εικόνα. Πέρα από το να ρυθμίζει τη φυσιολογία μας, η προσκόλληση αλλάζει ένα νεαρό θηλαστικό για πάντα. Η μεταιχμιακή ρύθμιση χαράζει γνωσιακά πρότυπα που διαρκούν στα αναπτυσσόμενα κυκλώματα του νου. Πάμε να δούμε τι σημαίνει αυτό.

Για να δούμε τι σημαίνει αυτό, πρέπει πρώτα να πούμε κάποια πράγματα για το πώς λειτουργεί η μνήμη.

Μία βασική διάκριση ανάμεσα στα είδη της μνήμης είναι αυτή σε έκδηλη και άδηλη. Ως έκδηλη μνήμη ορίζεται η ικανότητα συγκράτησης και ενθύμησης συμβάντων και δεδομένων που μπορούν να δηλωθούν με ρητό τρόπο, τρόπος ο οποίος απαιτεί τη διεργασία της συνείδησης. Εκδηλη μνήμη είναι αυτή την οποία μπορούμε να φέρουμε στη συνείδησή μας, αυτή που μπορούμε να δηλώσουμε. Η άδηλη μνήμη από την άλλη αποθηκεύει μη συνειδητά πληροφορίες για συνήθειες και δεξιότητες τις οποίες τις χρησιμοποιούμε χωρίς να έχουμε την επίγνωση ότι το κάνουμε.

Στη βιβλιογραφία υπάρχει το παράδειγμα ενός ασθενούς, του κύριου Άντεργουντ, ο οποίος είχε, λόγω ατυχήματος, μία ζημιά στον ιππόκαμπο, το σημείο του εγκεφάλου που φιλοξενεί την έκδηλη μνήμη. Ο κύριος αυτός δεν μπορούσε να μάθει τίποτα μετά το ατύχημα, ενώ θυμόταν κανονικά τα πράγματα πριν το ατύχημα. Ήταν σαν να έχει κολλήσει στο παρόν. Πίστευε δηλαδή ότι ζούσε το 1985 και ότι πρόεδρος της Αμερικής ήταν ο Ρήγκαν. Κάθε πρωί ξαναγνώριζε από την αρχή τους γιατρούς του και γενικότερα δεν μπορούσε να μάθει τίποτα καινούργιο. Παρόλα αυτά, ερευνητές έκαναν το εξής πείραμα: έμαθαν στον κύριο Άντεργουντ να δένει ναυτικούς κόμπους. Μετά από κάποιες μέρες τον ρώτησαν αν ξέρει να δένει κόμπους, και αυτός απάντησε όχι, γιατί φυσικά δεν το θυμόταν ότι είχε μάθει. Παρόλα αυτά όταν τον έβαλαν να δέσει κόμπους, αυτός τα κατάφερε χωρίς δυσκολία. Αυτό δείχνει ότι ακόμα και χωρίς έκδηλη μνήμη η ικανότητα για μάθηση διατηρείται.

Έτσι, δύο επιστήμονες ήθελαν να διαπιστώσουν εάν οι συναισθηματικές αναμνήσεις είναι έκδηλες ή άδηλες, και γι αυτό σχεδιάσαν το εξής πείραμα. Σε έναν ασθενή με το ίδιο πρόβλημα με τον κύριο Άντεργουντ, έβαλαν τους 3 γιατρούς που τον εξυπηρετούσαν να του φέρονται διαφορετικά: Ο ένας τον φρόντιζε και τον κολάκευε, ο 2ος ήταν ανέκφραστος και ο 3ος ήταν δυσάρεστος. Μετά από κάποιες μέρες, ενώ αρνήθηκε ότι γνώρισε οποιονδήποτε, όταν τον υποχρέωναν να διαλέγει έναν απ τους 3 για να τον προμηθεύουν με τσιγάρα, αυτός προτιμούσε τον «καλό» με μεγαλύτερη συχνότητα απ’ όση θα μπορούσε να θεωρηθεί τυχαία. Χωρίς μνήμη γεγονότων ή προσώπων, ο ασθενής συγκρατούσε μια συναισθηματική εντύπωση.

Αυτό αποδεικνύει ότι η συναισθηματικά μάθηση γίνεται άδηλα. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι δε θυμόμαστε τίποτα από τα 2-3 πρώτα χρόνια της ζωής μας, ενώ είναι τα πιο σημαντικά ως προς την δόμηση της προσωπικότητάς μας – η έκδηλη μνήμη δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί. Ξαναβλέπουμε εδώ, μέσα από τη λειτουργία της μνήμης αυτή τη φορά, την αδυναμία του νεοφλοιού –της «λογικής»– να παρέμβει σε συναισθηματικά ζητήματα.

Είδαμε λοιπόν πώς λειτουργεί μακροσκοπικά η μνήμη. Θα προσπαθήσουμε να δούμε τώρα το αντίθετο, δηλαδή πώς οι νευρώνες σχηματίζουν δίκτυα, τα οποία μεταφράζονται ως αναμνήσεις. Αν προσομοιώσουμε τη λειτουργία του εγκεφάλου με νευρωνικά δίκτυα, τότε προκύπτει η εξής συλλογιστική:

Όταν νιώθουμε ένα συναίσθημα ενεργοποιείται ένα σύνολο/δίκτυο νευρώνων.

Όταν μετά από λίγο το συναίσθημα περάσει, οι διασυνδέσεις ανάμεσα στους νευρώνες αυτούς ενισχύουν τους προηγούμενους χαλαρούς δεσμούς, και έτσι φτιάχνουν μία ανάμνηση.

Στο πρώτο σχήμα βλέπουμε ότι οι νευρώνες ενεργοποιήθηκαν, και στο δεύτερο ότι, όταν πια το συναίσθημα έσβησε, οι δεσμοί παραμένουν.

Όσο πιο πολλές φορές νιώσουμε αυτο το συναίσθημα, τόσο οι δεσμοί ενισχύονται, και άρα η ανάμνηση βαθαίνει.

Βλέπουμε εδώ ότι οι μαύρες γραμμές είναι πιο παχείες από ότι προηγουμένως.

Έστω ότι τώρα έρχεται ένα παρόμοιο ερέθισμα, με αποτέλεσμα να ξαναδιεγερθούν κάποιοι από αυτούς τους νευρώνες ή/και κάποιοι κοντινοί σε αυτούς. Τότε βλέπουμε ότι ενεργοποιούνται και οι αρχικοί νευρώνες. Έτσι, η ανάμνηση λειτουργεί σαν ελκυστής. Όσο πιο ισχυρή/βαθιά είναι η σύνδεση των νευρώνων (πιο ισχυρή και επαναλαμβανόμενη ανάμνηση), τόσο πιο ισχυρό είναι και το πεδίο έλξης της.

Τι σημαίνει αυτό. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Έχουμε δει πολλές φορές στη ζωή μας το γράμμα ‘Η’. Αυτό μας έχει δημιουργήσει μια βαθιά μνήμη:

Εάν τώρα δούμε ένα καλλιγραφικό H, τότε αυτό θα ενεργοποιήσει ένα κύκλωμα νευρώνων, όπου κάποιοι θα είναι κοινοί με το κανονικό Η, και κάποιοι άλλοι θα είναι κοντινοί. Τότε, σαν ντόμινο, θα ενεργοποιηθούν και οι αρχικοί νευρώνες με αποτέλεσμα στην πραγματικότητα να βιώνουμε κατά βάση την ανάμνηση και όχι την πραγματικότητα.

Αυτό εξηγεί το γιατί οι χαρούμενοι άνθρωποι θυμούνται αυτόματα τις ευτυχισμένες στιγμές, ενώ ένα καταθλιπτικό άτομο θυμάται χωρίς προσπάθεια περιστατικά εγκατάλειψης και απόγνωσης. Φωτίζει επίσης το γιατί οι αγχώδεις άνθρωποι κλωθογυρίζουν σε παλιές απειλές. Αν ένα συναίσθημα είναι αρκετά ισχυρό, μπορεί να καταστείλει αντικρουόμενα δίκτυα ολοκληρωτικά, τόσο που το περιεχόμενό τους να γίνει απροσπέλαστο, σε σημείο που να αποκλείει κομμάτια του παρελθόντος που έρχονται σε αντίθεση μ’ αυτά. Άτομα με βαριά κατάθλιψη «ξεχνούν» την προηγούμενη πιο ευτυχισμένη ζωή τους και την αρνούνται με επιμονή, όσο και να προσπαθούν να τους τη θυμίσουν καλοπροαίρετοι φύλακες της ιστορικής αλήθειας.

Ο ελκυστής, λοιπόν, είναι στην ουσία ένα σχήμα μέσα στον εγκέφαλό μας, που διαστρεβλώνει, στρογγυλοποιεί την πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε, βάσει ήδη καθορισμένων αναμνήσεών μας. Ένα πολύ απλό παράδειγμα είναι ότι οι Αρχαίοι Μακεδόνες δεν πρόφεραν το γράμμα ‘φ’ με αποτέλεσμα να μην μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά ανάμεσα στα γράμματα ‘φ’ και ‘β’. Πήραν την Ιωνική λέξη Φίλιππος και την έκαναν Βίλιππος. Αυτό συνέβαινε γιατί δεν είχαν 2 ελκυστές για αυτά τα 2 (κοντινά) φωνήματα. Παρ’ όλα αυτά, με προσπάθεια και επανάληψη, οι επιστήμονες κατάφεραν να κάνουν ανθρώπους που μίλαγαν μια τέτοια γλώσσα, να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στα 2 φωνήματα, να δημιουργήσουν δηλαδή έναν καινούριο ελκυστή! Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για τα πολιτικά συμπεράσματα που θα βγάλουμε παρακάτω.

Ο μεταιχμιακός εγκέφαλος περιέχει κι αυτός τους (συναισθηματικούς) ελκυστές του, οι οποίοι έχουν κωδικοποιηθεί κυρίως στις αρχές της ζωής του. Έτσι, η αρχική αυτή πόλωση επιθεωρεί τον συναισθηματικό κόσμο και καθοδηγεί τις σχέσεις του εφ’ όρου ζωής. Αν η πρώιμη εμπειρία ενός μεταιχμιακού εγκεφάλου επιδεικνύει μία υγιή συναισθηματική αλληλεπίδραση, οι ελκυστές του θα χρησιμεύσουν σαν αξιόπιστοι οδηγοί στον κόσμο των πρακτικών και αποτελεσματικών σχέσεων. Αν μία μη υγιής αγάπη κάνει την εμφάνισή της σε ένα παιδί, οι ελκυστές του θα την κωδικοποίησουν και θα σπρώχνουν τις σχέσεις του ως ενηλίκου στο κρεβάτι του Προκρούστη. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να παρακάμψει τους δικούς του ελκυστές, μιας και είναι ενσωματωμένοι στη δομή του εγκεφάλου του και της σκέψης του. Μη βιάζεστε να απογοητευτείτε όμως. Η επίδραση ενός ελκυστή δεν περιορίζεται στον αρχικό νου από τον οποίο προήλθε. Επειδή ο μεταιχμιακός συντονισμός και η μεταιχμιακή ρύθμιση φέρνουν κοντά τα ανθρώπινα μυαλά, σε μία διαρκή ανταλλαγή σημάτων, κάθε εγκέφαλος είναι μέρος ενός τοπικού δικτύου που μοιράζεται πληροφορίες. Και στις πληροφορίες που μοιράζονται ανάμεσα στους εγκεφάλους, περιλαμβάνονται και οι ελκυστές. Κοινώς, οι ελκυστές ενός ανθρώπου επηρεάζουν και επηρεάζονται από τους ελκυστές των υπόλοιπων ανθρώπων. Η συνεχιζόμενη έκθεση στους ελκυστές ενός άλλου ατόμου δεν ενεργοποιεί απλώς τα νευρωνικά πρότυπα κάποιου άλλου, αλλά και τα ενδυναμώνει. Η μακροχρόνια συντροφικότητα καταγράφει μόνιμες αλλαγές στη δομή ενός εγκεφάλου. Την ικανότητα αυτή των θηλαστικών να αλλάζουν, να αναπλάθουν ο ένας τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο ο άλλος, την ονομάζουμε μεταιχμιακή αναθεώρηση. Η ψυχοθεραπεία είναι ένα παράδειγμα αναθεώρησης των μεταιχμιακών ελκυστών μας. Η ένταξη και η ζωή σε μία σφιχτά δεμένη κοινότητα είναι ένα άλλο παράδειγμα.

*

Ανακεφαλαιώνοντας

Ας συνοψίσουμε λοιπόν.

Ο εγκέφαλος χωρίζεται σε 3 τμήματα, τον ερπετικό, τον μεταιχμιακό και το νεοφλοιό. Ο ερπετικός σχετίζεται με ζωτικές λειτουργίες και τον φόβο, ο μεταιχμιακός με τα κοινωνικά συναισθήματα και την αγάπη, και ο νεοφλοιός με τη λογική και την αφηρημένη σκέψη. Ο νεοφλοιός συνήθως δεν μπορεί να επηρεάσει τον μεταιχμιακό, αλλά μπορεί να παρατηρεί και να βγάζει συμπεράσματα.

Οι μεταιχμιακοί εγκέφαλοι μπορούν και συντονίζονται (όπως όταν το μωρό επικοινωνεί με τη μάνα – μεταιχμιακός συντονισμός) και πρέπει να συντονίζονται, ούτως ώστε να ρυθμίζονται οι εσωτερικοί ρυθμοί του σώματός μας, μιας και κανένας άνθρωπος δεν είναι συναισθηματικά και φυσιολογικά αυτόνομος. Τα συναισθήματα λειτουργούν με ελκυστές οι οποίοι τραβάνε την πραγματικότητα ώστε να είναι συμβατή με τα σχήματα που έχουμε στον εγκέφαλό μας, τα οποία έχουν καθοριστεί από την πρώιμη εμπειρία με μη συνειδητό τρόπο. Παρόλα αυτά, οι ελκυστές μας μπορούν να αλλάξουν, μέσα από τον συντονισμό με άλλους εγκεφάλους, και έτσι έχουμε αυτό που λέμε μεταιχμιακή αναθεώρηση. Αυτό χρειάζεται ανθρώπους (ψυχοθεραπεία/μια κοινότητα), χρόνο και επένδυση.

*

Συμπεράσματα

Τι πολιτικά συμπεράσματα προκύπτουν από τη δημιουργία μιας γενικής θεωρίας για την αγάπη; Πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι; Η θεωρία δυναμικών συστημάτων μάς διδάσκει ότι οι ελκυστές από τη φύση τους μπορούν όχι μόνο να μεταβάλλονται, αλλά και να εξαφανίζονται ή να δημιουργούνται καινούριοι, όπως είδαμε με τα γράμματα ‘φ’ και ‘β’. Αν εφαρμόσουμε αυτό το συμπέρασμα στους συναισθηματικούς ελκυστές ενός ενήλικου ανθρώπου, τότε συμπεραίνουμε ότι αυτοί μπορούν να αλλάξουν, με τη βοήθεια της μεταιχμιακής αναθεώρησης. Προσοχή όμως! Χωρίς μεταιχμιακό συντονισμό δεν υπάρχει μεταιχμιακή αναθεώρηση. Αυτό σημαίνει ότι η συναισθηματική εμπειρία ενός ανθρώπου μπορεί να μη μεταστραφεί ακόμη και αν ο κόσμος γύρω του αλλάξει δραματικά. Μπορεί να παραμείνει παγιδευμένος μέσα σε μία εικονική πραγματικότητα, φτιαγμένη πριν από δεκαετίες, εάν οι ανθρωποι γύρω του δεν τον βοηθήσουν να δει μία άλλη πραγματικότητα. Έτσι προκύπτει και το δεύτερο πολιτικό συμπέρασμα: Εάν δε λάβουμε υπόψιν μας την ανθρώπινη επαφή, καμία στείρα κοινωνική διαδικασία (π.χ. αλλαγή του οικονομικού μοντέλου) δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα της ανθρώπινης ψυχής.

Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε και τη σημασία του χρόνου και της επένδυσης. Οι σχέσεις ζουν από τον χρόνο. Οι διαδικασίες της συνάφειας και της αγάπης είναι φυσιολογικές διαδικασίες που, όπως η χώνεψη ή η ανάπτυξη των οστών, δεν μπορούν να επιταχυνθούν. Η τεχνολογία και οι γρήγοροι ρυθμοί του πολιτισμού μας μας δελεάζουν να σκεφτούμε: Δε θα μπορούσαμε να συμπιέσουμε μια σχέση σε λιγότερο χρόνο απ’ όσον απαιτούσαν τον παλιό καιρό; Το κατηγορηματικό μεταιχμιακό όχι αιφνιδιάζει τον πολιτισμό μας. Κάθε επικοινωνιακό μεσο της mainstream κουλτούρας περιγράφει ως κορυφαία στιγμή οικειότητας μεταξύ ενηλίκων εκείνη που δύο ελκυστικοί άνθρωποι που δεν ξέρουν τίποτα ο ένας για τον άλλον πέφτουν στο κρεβάτι και κάνουν παθιασμένα σεξ. Όλες οι στιγμές της ερωτικής μας ζωής θα έπρεπε να τείνουν, όπως μας μαθαίνουν, προς εκείνη τη συγκλονιστική ερωτική αποθέωση. Όμως ο έρωτας απλώς φέρνει τους παίκτες κοντά. Το τέλος του είναι τόσο αναπόφευκτο όσο και επιθυμητό. Η γνήσια συνάφεια, δηλαδή η αγάπη, είναι μεταιχμιακά διάφορη του έρωτα, αν και πολλές φορές προέρχεται από αυτόν. Αγάπη σημαίνει αμοιβαιότητα, συγχρονική εναρμόνιση και ρύθμιση. Και για αυτό, στην αγάπη των ενηλίκων αποφασιστικό ρόλο παίζει το να γνωρίζει ο ένας τον άλλον. Θα μπορούσαμε λοιπόν να συμπιέσουμε μια σχέση σε λιγότερο χρόνο; Όχι. Χωρίς πλούσια ανθρώπινη επαφή, ένα παιδί δεν μπορεί να φτάσει την εσωτερική του ισορροπία. Τα ποσοστά κατάθλιψης στις ΗΠΑ ανεβαίνουν σταθερά από το 1960. Τα ποσοστά αυτοκτονίας νέων ανθρώπων έχουν υπερτριπλασιαστεί από τότε. Ένα άτομο στερημένο από ένα σταθερό κέντρο χρειάζεται κάτι για να προσανατολιστεί καθώς προσπαθεί να πλεύσει στον κόσμο. Μιας και δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τον πυρήνα του εαυτού του για να το κάνει αυτό, θα αναζητήσει εξωτερικά πρότυπα – εκείνα για τα οποία μπορεί να νιώθει σιγουριά. Έτσι, η ματαίωση της προσκόλλησης ενθαρρύνει τον ναρκισσισμό – το φαίνεσθαι αντί του είναι. Εάν ούτε αυτό είναι αρκετό, ο διψασμένος εγκέφαλος θα ψάξει την ικανοποίηση ή την ανακούφιση σε αναποτελεσματικά υποκατάστατα: αλκοόλ, κοκαΐνη, ηρωίνη (πειράματα σε ποντίκια έχουν δείξει ότι συγκεκριμένα η ηρωίνη και γενικότερα τα οπιούχα απαλύνουν τον πόνο του χωρισμού και της απόγνωσης).

Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Μήπως οι διαλέξεις για τα κακά της εξάρτησης που μας έκαναν στο σχολείο θα βοηθήσουν; Μάλλον όχι. Αυτές οι συζητήσεις στοχεύουν στον νεοφλοιό, όχι στον μεταιχμιακό εγκέφαλο. Η ανεμελιά τού «Απλώς πες όχι» αγνοεί τη σχετική ανεξαρτησία του μεταιχμιακού εγκεφάλου από τον νεοφλοιό. Μόνο με ισχυρούς οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς μπορεί το πρόβλημα των ουσιών να καταπολεμηθεί, και, πράγματι, μελέτες σε παιδιά και σε ενηλίκους επιβεβαιώνουν αυτό το πόρισμα. Ένα ακόμη παράδειγμα είναι οι επιχειρήσεις, τα «νομικά πρόσωπα», τα οποία στην πραγματικότητα δεν έχουν πρόσωπο. Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε τις σχέσεις μας μεταιχμιακά, δηλαδή με όρους συναισθημάτων και προσκόλλησης. Όμως, μια εταιρεία δεν έχει μεταιχμιακή δομή ώστε να αναγνωρίζει τους υπαλλήλους ως «δικούς της». Όταν η Johns Manville Corporation συγκάλυψε τις θανατηφόρες συνέπειες του αμίαντου, έστειλε στον θάνατο εκατοντάδες υπαλλήλους της, απλά και μόνο επειδή με αυτόν τον τρόπο ελαχιστοποιούσε το κόστος. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Οποιοδήποτε ερπετό θα είχε κάνει το ίδιο.

Αυτό το σημείο πρέπει να το προσέξουμε και να το τονίσουμε. Έξω από τη μεταιχμιακή σφαίρα, δεν υπάρχει κανένας εγγενής ενδοιασμός ώστε να μη βλάπτονται οι άνθρωποι. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Η προετοιμασία των στρατιωτών για τη μάχη, εμπεριέχει και την κατήχηση στη συναισθηματική κατάσταση που γεννάει έναν εχθρό. Αυτός ο ψυχολογικός στόχος επιτυγχάνεται με την κατάλυση των ψυχικών δεσμών ανάμεσα στις 2 ομάδες, Εμάς και Αυτούς. Η ιστορία βρίθει από κτηνωδίες ανάμεσα σε ομάδες που δεν τις συνδέουν μεταιχμιακοί δεσμοί. Εάν θέλουμε κάποια στιγμή να χτίσουμε μία πιο ειρηνική κοινωνία, πρέπει αυτό να το έχουμε στο μυαλό μας.

Είδαμε λοιπόν την αρχιτεκτονική της αγάπης, τους τρόπους με τους οποίους αυτή ρυθμίζει, σταθεροποιεί και αλλάζει τις ζωές μας. Είδαμε ότι η κοινωνία μας αρνείται αυτούς τους νόμους, τόσο να τους αναγνωρίσει, όσο και να τους εφαρμόσει. Η αγάπη έχει τη δική της λογική, για την οποία η Λογική δεν έχει ιδέα. Η αγάπη δεν είναι ανταλλακτική, είναι αμοιβαία. Δεν είναι 50-50, είναι 100-100. Όπως είπε ο Ζαν Πωλ Σαρτρ «Στην αγάπη, ένα κι ένα κάνουν ένα».

Πηγή: Ταξικές Μηχανές

Ινδία: Ταραχές σε εργοστάσιο παραγωγής iPhone

Ταραχές ξέσπασαν λόγω των απλήρωτων μισθών στο εργοστάσιο παραγωγής iPhone, Wistron, στη Narasapura της Ινδίας, προξενώντας ζημιές εκτιμώμενου κόστους 60 εκατομμυρίων δολλαρίων.

Στις ταραχές ενεπλάκησαν σχεδόν 2.000 εργάτες, οι οποίοι εξεγέρθηκαν ενάντια στη συνθήκη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στο εργοστάσιο παραγωγής iPhone.

Βίντεο μέσα απ’ το εργοστάσιο δείχνουν τον μαχόμενο κόσμο να βάζει φωτιές, να καταστρέφει μηχανήματα, να σπάει παράθυρα, αλλά και να αναποδογυρίζει αμάξια στον χώρο στάθμευσης.

Οι μαχόμενοι εργάτες κατέστρεψαν έπιπλα της εταιρείας, χώρους συναθροίσεων, ενώ πυρπόλησαν και οχήματα. Οι ταραχές ξέσπασαν λόγω της οργής έναντι στην εταιρία που δεν πλήρωσε όσα τους είχε υποσχεθεί κατά την πρόσληψή τους.

Χιλιάδες iPhone απαλλοτριώθηκαν κατά τη διάρκεια των ταραχών. Ο ξεσηκωμός ώθησε το εργοστάσιο Wistron να αναστείλει την παραγωγή iPhone για δύο εβδομάδες. Δεδομένου πως το σκηνικό συνέβη πριν την περίοδο καταναλωτικής κορύφωσης των Χριστουγέννων, οι οικονομικές απώλειες του Wistron ίσως να είναι ακόμα πιο εκτενείς απ’ τους πρωταρχικούς υπολογισμούς.

Πηγή: AMW English

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Herbert Marcuse: Τι είναι ο εθνικοσοσιαλισμός;

Δημοσιεύουμε αποσπάσματα (που μεταφράζονται πρώτη φορά στα ελληνικά) από το κείμενοState and Individual under National Socialism, γραμμένο το 1942 και ανέκδοτο μέχρι το 1998, οπότε και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο του Herbert Marcuse, Technology, War and Fascism, από τις εκδόσεις Routledge, Λονδίνο-Νέα Υόρκη.

Η επιλογή της δημοσίευσης φυσικά δεν θα μπορούσε να είναι τυχαία. Οι σκέψεις αυτές διατυπώθηκαν από τον πιο διακεκριμένο τιμητή της λεγόμενης Σχολής της Φραγκφούρτης μέσα στη δίνη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Με τα εργαλεία μιας νεόφυτης για την εποχή μεταμαρξιστικής σκέψης γίνεται προσπάθεια να αναλυθεί το φαινόμενο του εθνικοσοσιαλισμού μέσα στα καινούργια του δεδομένα όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί και οδηγήσει (σ)τον πόλεμο.

«Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν είναι επανάσταση ούτε ένα είδος ανανέωσης». Φαίνεται καταρχάς η ανάγκη να αποκαθηλωθεί μια γενικευμένη εντύπωση που ήθελε να δώσει αυτή η μορφή του φασισμού σε ολόκληρο τον κόσμο: η αύρα μιας νέας και λαοπρόβλητης δύναμης που μπορούσε να ενεργοποιήσει τα πιο απόκρυφα οράματα των φυλετικών ελίτ. Τα στοιχεία που αποκαλύπτουν το δυνάμωμα των γερμανών μεγαλοαφεντικών στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος είναι απαραίτητα για να απαντηθεί η εθνικοσοσιαλιστική λαϊκιστική ρητορεία της φετιχοποίησης των «αρετών της εργατικής τάξης».

Από κει και πέρα, θα μπορούσαμε να κάνουμε κριτική σε μια υπολανθάνουσα υπερασπιστική αντίληψη που χαρακτηρίζει το κείμενο για την αστική  δημοκρατία. Όμως δεν είναι αυτό που διακυβεύεται σ’ αυτές τις γραμμές. Το κείμενο αυτό μπορεί να αφήσει κάποιον άναυδο, όχι τόσο για την αποκαλυπτική -και εμβριθή για την εποχή της- περιγραφή της πραγματικότητας του εθνικοσοσιαλισμού αλλά για την άμεση αναγνώριση των στοιχείων του φασισμού στα αστικοδημοκρατικά καθεστώτα της μεταπολεμικής περιόδου.

«Ενσωματώνοντας και τον ελεύθερο χρόνο, ο εθνικοσοσιαλισμός κατάλυσε και το τελευταίο προστατευτικό προπύργιο των προοδευτικών όψεων του ατομικισμού».  Μήπως αυτή δεν είναι μια πρώιμη αναγνώριση των βασικών στοιχείων της επερχόμενης κοινωνίας του θεάματος;

Το απαύγασμα, βέβαια, που δικαιολογεί και την επιλογή αυτής της δημοσίευσης, είναι οι αναφορές του κειμένου στη δομή και τη λειτουργία του εθνικοσοσιαλισμού οι οποίες εμφανίζονται σε μια αντιδιαστολή με την δημοκρατία αλλά θυμίζουν επακριβώς την σημερινή πραγματικότητα της πολυδιαφημισμένης παγκοσμιοποίησης σε συνάρτηση με τον αμερικάνικο και ευρωπαϊκό εθνικισμό.

Όπως: «Ο εθνικοσοσιαλιστικός αυταρχισμός:

-καταργεί, σε μεγάλο βαθμό, πλήθος από τα κατάλοιπα του φιλελεύθερου παρελθόντος που είχαν ως αρμοδιότητα να εμποδίζουν την ανελέητη άσκηση της οικονομικής εξουσίας.

-στηρίζεται στην αγορά, θεσμός μέσω του οποίου, με τρόπο τυφλό και αναρχικό, η κοινωνία στην ολότητα της εξεγείρεται εναντίον των ατομικών συμφερόντων.

-επιτίθεται στην σπατάλη και στην καθυστέρηση που επιφέρουν μια ανεξέλεγκτη ανταγωνιστικότητα και η αναποτελεσματικότητα εργοστασίων και εργαστηρίων μη τεχνικά προσαρμοσμένων.

-εξαρτά την αποδοτικότητα της ατομικής επιχείρησης από την μέγιστη χρήση του βιομηχανικού μηχανισμού, ο οποίος πρέπει να ευεργετεί με ακόμη περισσότερα κέρδη αυτούς που τον ελέγχουν».

Στις γραμμές αυτές, αυτό που μπορεί να επιβεβαιώνεται από την ιστορική πραγματικότητα μπορεί να μην είναι μια μετακύληση της δημοκρατίας στον εθνικοσοσιαλισμό αλλά σίγουρα ένας «εμπλουτισμός» της με στοιχεία εθνικοσοσιαλισμού και, πάντως, ακόμα πιο σίγουρα, η δομική τους πολιτική και οικονομική επικοινωνία.

Η αναφορά που γίνεται στην ασφάλεια δεν μπορεί παρά να είναι προφητική για τις μέρες μας και το Κυρίαρχο πρόσχημα για την εκμαίευση της κοινωνικής συναίνεσης: «Η ασφάλεια αυτή, όμως, υποδουλώνει το άτομο στον πιο καταπιεστικό μηχανισμό που γνώρισε ποτέ η μοντέρνα κοινωνία. Φυσικά, η ανοιχτή τρομοκρατία δεν πλήττει παρά τους εχθρούς, τους «ξένους» και όσους δεν μπορούν ή δεν θέλουν να συνεργασθούν. Αλλά η υποχθόνια τρομοκρατία της επιτήρησης και της γενικής επιστράτευσης, του πολέμου και της στέρησης πλήττει όλον τον κόσμο».

Εκείνο που μένει σε μας να επαναλάβουμε πολλές φορές και να σκεφτούμε είναι οι φράσεις του τέλους:

«Τα πάντα συμμαχούν για να μετατρέψουν τις παρορμήσεις για διαμαρτυρία και εξέγερση σε επιθυμία ενότητας. Όλα έρχονται να συνθέσουν την εικόνα ενός καθεστώτος που όχι μόνο υπόταξε τις πιο ατίθασες και τις καλύτερα προστατευμένες από την ατομικιστική κοινωνία ζώνες αλλά επίσης, έπεισε το άτομο να εκτιμά και να διαιωνίζει έναν κόσμο μέσα στον οποίο δεν είναι παρά ένα όργανο καταπίεσης».

 

Τι είναι ο εθνικοσοσιαλισμός;

 

Δεν είναι πλέον αναγκαίο να αμφισβητούμε την απατηλή ιδέα σύμφωνα με την οποία ο εθνικοσοσιαλισμός θα σηματοδοτούσε μιαν επανάσταση. Γνωρίζουμε σήμερα ότι το κίνημα αυτό δεν ανέτρεψε την θεμελιώδη οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, της οποίας ο έλεγχος παραμένει στα χέρια ειδικών κοινωνικών ομάδων που ελέγχουν τα εργαλεία της εργασίας χωρίς να φροντίζουν για τις ανάγκες και τα συμφέροντα της κοινωνίας στο σύνολό της (1).  Η οικονομική δραστηριότητα του Γ΄ Ράιχ στηρίζεται στις μεγάλες βιομηχανικές κοινοπραξίες οι οποίες, πριν ακόμα από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και έχοντας επωφεληθεί ευρέως από την κυβερνητική υποστήριξη, είχαν σταδιακά ενισχύσει τη θέση τους. Διατήρησαν αυτό το ρόλο-κλειδί σε μια οικονομία πολέμου και κατάκτησης. Από το 1933, οι διευθύνοντές τους συγχωνεύτηκαν με την νέα «ελίτ», μια «ελίτ» στρατολογημένη στο πιο υψηλό επίπεδο του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, αλλά δεν εγκατέλειψαν ως εκ τούτου τις σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές τους δραστηριότητες (2).

Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν αποτελεί ούτε μια κοινωνική και πολιτική ανανέωση, ακόμη κι αν επανεγκατέστησε σε μεγάλο βαθμό στην εξουσία τις δυνάμεις και τις ομάδες συμφέροντος που η Δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε απειλήσει ή καταστείλει: ο στρατός έγινε πάλι Κράτος Εν Κράτει, η εξουσία του διευθυντή επιχείρησης απαλλάχθηκε από πολλούς περιορισμούς και η εργατική τάξη υφίσταται μια πραγματική ολοκληρωτική επιρροή. Ως εκ τούτου, δεν αναμόρφωσε τις παλιές μορφές κυριαρχίας και ιεράρχησης.

Το εθνικοσοσιαλιστικό Κράτος, όπως παρουσιάζεται, έχει ωστόσο λίγα κοινά σημεία με την πολιτική οργάνωση του παλαιού Ράϊχ. Ο στρατός, παραδοσιακή φυτογή της φεουδαρχίας και της Πρωσικής υπεροχής, οργανώθηκε εκ νέου σύμφωνα με πιο ανοιχτές αρχές στρατολόγησης, ενώ μια σειρά ψευτοδημοκρατικών μέτρων άρχισε να διέπει τις κοινωνικές επαφές. Αφεντικά κι εργάτες, ενωμένοι στους κόλπους του γερμανικού  εργατικού Μετώπου, όφειλαν να συμμετέχουν πλάι-πλάι στις ίδιες πορείες και συγκεντρώσεις και να τηρούν τους ίδιους κανόνες καθοδήγησης. Πολλά προνόμια και τιμητικοί τίτλοι, κατάλοιπα της φεουδαρχικής τάξης, καταργήθηκαν. Επιπλέον -και πιο σημαντικό- η παλιά γραφειοκρατία και οι πιο υψηλές αρχές της βιομηχανίας και της οικονομίας αναγνώρισαν το νέο αφεντικό και τις νέες μεθόδους διαχείρισης.

Θα αναπτύξουμε παρακάτω την ιδέα, σύμφωνα με την οποία το εθνικοσοσιαλιστικό Κράτος απαλλάχθηκε από τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά του μοντέρνου Κράτους. Το καθεστώς αυτό τείνει να καταργήσει κάθε διάκριση ανάμεσα σε Κράτος και κοινωνία, μεταθέτοντας πολιτικές λειτουργίες στις κοινωνικές ομάδες που κατέχουν πραγματικά την εξουσία (…)

Το μοντέρνο Κράτος –και μόνο αυτό είναι που μας απασχολεί εδώ- κατασκευάστηκε και οργανώθηκε έξω από το πεδίο των διατομικών σχέσεων, τομέας που θεωρείται ως μη πολιτικός και που ανταποκρίνεται σε δικούς του νόμους και μοντέλα. Η ιδιωτική ζωή, η οικογένεια, η Εκκλησία και ευρείς τομείς της οικονομικής και πολιτιστικής ζωής, υπάγονταν στον τομέα αυτό. (…) Το Κράτος αναγνώριζε ότι μερικά ειδικά κοινωνικά δικαιώματα προϋπήρχαν αυτού και η επέμβαση του δεν θα δικαιολογούταν ούτε θα γινόταν αποδεκτή παρά μόνο για να τα διαφυλάξει, να τα προάγει ή να τα αποκαταστήσει. (…) Ο εθνικοσοσιαλισμός κατήργησε αυτή τη διάκριση ανάμεσα σε Κράτος και κοινωνία.

Το Κράτος: μια μηχανή. Αυτή η υλιστική αντίληψη αντανακλά πολύ καλύτερα την εθνικοσοσιαλιστική πραγματικότητα απ’ ότι οι θεωρίες για την κοινότητα της φυλής ή για το Κράτος-οδηγό. Η μηχανή αυτή, η οποία ελέγχει παντού την ζωή των ανθρώπινων όντων, είναι η πιο τρομακτική απ’ όλες εφόσον, με όλη την αποτελεσματικότητα και την ακρίβεια που επιδεικνύει,  μένει ολοκληρωτικά απρόβλεπτη και ιδιόρρυθμη. Κανείς δεν ξέρει, εξαιρουμένων ίσως κάποιων «μυημένων», πού και πότε θα κτυπήσει. Φαίνεται να λειτουργεί μόνο δυνάμει των νόμων της και προσαρμόζεται με ευελιξία και επιμέλεια και στην πιο ανεπαίσθητη αλλαγή στη σύνθεση των διευθυντηρίων ομάδων. Όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες υπόκεινται στους επιτακτικούς στόχους ελέγχου και επέκτασης.

Ο εθνικοσοσιαλισμός μάταια ισχυρίστηκε ότι το Κράτος διοικείται προσωπικά από μερικά πανίσχυρα άτομα: τα ίδια αυτά άτομα στην πραγματικότητα υπάγονται στο μηχανισμό του Κράτους. Δεν είναι ούτε ο Himmler, ούτε ο Göring, ούτε ο Ley (3) που χτυπούν και διατάζουν πραγματικά αλλά η Γκεστάπο ή η Λουφτβάφε και το εργατικό Μέτωπο. Οι διαφορετικές διοικητικές μηχανές συγκροτούν ένα γραφειοκρατικό μηχανισμό που εξυπηρετεί καλά τόσο τα συμφέροντα της βιομηχανίας, όσο και εκείνα του στρατού και του κόμματος. Ας το επαναλάβουμε: η ανώτατη εξουσία δεν ενσαρκώνεται στη μορφή κάποιου επικεφαλής βιομηχανίας, στρατηγού ή πολιτικού αρχηγού αλλά ασκείται μέσω των μεγάλων βιομηχανικών κοινοπραξιών, του στρατιωτικού μηχανισμού και της πολιτικής λειτουργίας. Το εθνικοσοσιαλιστικό Κράτος είναι η πολιτική διαχείριση των τριών υποστάσεων που λαμβάνουν οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξουσίες.

Αυτά τα ανταγωνιστικά στοιχεία συμφωνούν σε έναν συγκεκριμένο κοινό στόχο: την ιμπεριαλιστική επέκταση σε διηπειρωτική κλίμακα. Για να πετύχει τον στόχο αυτόν, το καθεστώς απαιτεί τη μέγιστη προσφυγή στην εργατική δύναμη, την ύπαρξη εκτεταμένου αποθέματος εργατών και την διανοητική και φυσική εκπαίδευση που είναι αναγκαία για την εκμετάλλευση όλων των νεοκατακτηθέντων ανθρώπινων και φυσικών πόρων. Τότε είναι –όταν η καλή λειτουργία του μηχανισμού δεν βασίζεται πια παρά μόνο σε απολύτως υποκειμενικούς παράγοντες- που η τρομοκρατική καταπίεση βρίσκει τα όρια της. Ένα κοινωνικό σύστημα σε πλήρη επέκταση, θεμελιωμένο στη μέγιστη δυνατή τεχνολογική και βιομηχανική αποδοτικότητα, δε μπορεί παρά να απελευθερώσει στο άτομο τις ικανότητες και τις παρορμήσεις που πραγματώνουν αυτή την επέκταση. Το ανθρώπινο όν, η πιο πολύτιμη πηγή ενέργειας και δύναμης, γίνεται λοιπόν το χαϊδεμένο παιδί του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος. (…)

Όλα αυτά δεν μπορεί παρά  να θυμίζουν την ατομικιστική φιλοσοφία της μεγάλης εποχής του φιλελευθερισμού. Εξάλλου, με τη σημασία που αποδίδει στο άτομο ως πρωταρχική πηγή της εργατικής δύναμης, ο εθνικοσοσιαλισμός συμπληρώνει μερικές από τις θεμελιώδεις τάσεις της [ατομικιστικής] κοινωνίας. Σύμφωνα με τη βασική αρχή της κοινωνίας αυτής, ο καθένας βλέπει τον εαυτό του να αμείβεται σύμφωνα με το ρόλο του στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και κάθε πράξη θα πρέπει να δικαιολογείται από την αναζήτηση του προσωπικού συμφέροντος. Ωστόσο, με την αρχή αυτή να έχει αυξήσει τελικά τις οικονομικές ανισότητες,  η φιλελεύθερη κυβέρνηση ανέλαβε να πειθαρχήσει το ελεύθερο παιχνίδι των οικονομικών δυνάμεων.

Πρέπει, ωστόσο, να επιμείνουμε στο γεγονός ότι η εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση της δημόσιας και της οικονομικής ζωής είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν που γνωρίζουμε ή εξυμνούμε στις δημοκρατικές χώρες. Όταν, στις χώρες αυτές, η κυβερνητική παρέμβαση υποτίθεται ότι μετριάζει τα αρνητικά αποτελέσματα της συγκέντρωσης της οικονομικής εξουσίας, η εθνικοσοσιαλιστική πειθαρχία τείνει να καταργήσει ή να διορθώσει τους μηχανισμούς που θα μπορούσαν να την εμποδίσουν(4). Ο εθνικοσοσιαλιστικός αυταρχισμός:

-καταργεί, σε μεγάλο βαθμό, πλήθος από τα κατάλοιπα του φιλελεύθερου παρελθόντος που είχαν ως αρμοδιότητα να εμποδίζουν την ανελέητη άσκηση της οικονομικής εξουσίας.

-στηρίζεται στην αγορά, θεσμός μέσω του οποίου, με τρόπο τυφλό και αναρχικό, η κοινωνία στην ολότητα της εξεγείρεται εναντίον των ατομικών συμφερόντων.

-επιτίθεται στην σπατάλη και στην καθυστέρηση που επιφέρουν μια ανεξέλεγκτη ανταγωνιστικότητα και η αναποτελεσματικότητα εργοστασίων και εργαστηρίων μη τεχνικά προσαρμοσμένων.

-εξαρτά την αποδοτικότητα της ατομικής επιχείρησης από την μέγιστη χρήση του βιομηχανικού μηχανισμού, ο οποίος πρέπει να ευεργετεί με ακόμη περισσότερα κέρδη αυτούς που τον ελέγχουν.

Μπροστά σε αυτή τη σύγκλιση απόψεων που αφορούν την ιμπεριαλιστική επέκταση, μια τέτοια εξάρτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως θρίαμβος του γενικού συμφέροντος επί των ατομικών συμφερόντων. Ωστόσο, η κοινωνία αυτή, της οποίας η κοινωνική ευημερία είναι επίσης αυτό που διακυβεύεται, είναι μια κοινωνία βασισμένη στην μονιμότητα της στέρησης και της καταπίεσης. Αυτό θα μπορούσε να συγκριθεί μ’ ένα γιγαντιαίο μονοπωλιακό σύμπλεγμα το οποίο, έχοντας κατορθώσει να ελέγξει τον εσωτερικό οικονομικό ανταγωνισμό και να υποτάξει τις εργατικές μάζες, προετοιμάζεται να κατακτήσει την παγκόσμια αγορά. Η άνοδος του Γ΄ Ράιχ είναι ακριβώς η πιο αποτελεσματική και η πιο ανελέητη απόδειξη αυτής της διαδικασίας.

Το εθνικοσοσιαλιστικό Κράτος δεν είναι το αντίθετο του ανταγωνιστικού ατομικισμού, είναι το επιστέγασμά του. Απελευθερώνει τις χυδαίες παρορμήσεις του προσωπικού συμφέροντος, τις οποίες οι δημοκρατίες προσπάθησαν να δαμάσουν και να συνταιριάξουν σε απαίτηση της ελευθερίας.

Όπως κάθε [ανταγωνιστική] κοινωνία, η εθνικοσοσιαλιστική κοινωνία στηρίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και οργανώνεται συνεπώς γύρω από τους δύο πόλους που σχηματίζουν απ’ τη μια, ο μικρός αριθμός εκείνων που ελέγχουν την παραγωγική διαδικασία και απ’ την άλλη, το κύριο μέρος του πληθυσμού που -άμεσα ή έμμεσα- εξαρτάται από αυτούς. Με τον εθνικοσοσιαλισμό, η κατάσταση του ατόμου είναι αυτή που υφίσταται τις πιο βαθιές ανακατατάξεις, καθώς το ίδιο το άτομο εξελίσσεται σε αυτή την τελευταία κατηγορία. Ωστόσο, σ’ αυτό το σημείο ακόμα, η εξέλιξη αυτή συγκεκριμενοποιεί –αλλά δεν αντιφάσκει- ορισμένες τάσεις της [ατομικιστικής] κοινωνίας.

Στην πολύ διευρυμένη βάση της κοινωνικής πυραμίδας, το άτομο υποβαθμίστηκε σε σημαντικό βαθμό στη θέση του απλού στοιχείου του «πλήθους». Το Γ΄ Ράιχ είναι φυσικά ένα «Κράτος των μαζών», στο οποίο όλες οι ατομικές δυνάμεις και συμφέροντα συγχωνεύονται σε μια παράλογη ανθρώπινη μάζα, την οποία μεταχειρίζεται με επιδεξιότητα το καθεστώς (5). Η μάζα αυτή δεν είναι,  ωστόσο, ενοποιημένη από μια κοινή «συνείδηση» ή ένα κοινό συμφέρον. Τα άτομα που την αποτελούν, δεν αναζητάνε σε ατομικό επίπεδο παρά μόνο το πιο στοιχειώδες προσωπικό τους συμφέρον και η ανασυγκρότηση τους στάθηκε δυνατή μονάχα επειδή το συμφέρον αυτό συγχέεται με το βίαιο ένστικτο της αυτοσυντήρησης που είναι κοινό σε όλους. Η συσπείρωση των ατόμων σε ένα πλήθος περισσότερο όξυνε την ιδιαιτερότητα και την απομόνωσή τους παρά τις ακύρωσε και η εξίσωσή τους δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αναπαράγει το σενάριο σύμφωνα με το οποίο, η ατομικότητά τους είχε προηγουμένως διαμορφωθεί. (…)

Η ίδια αρχή αποδοτικότητας η οποία, σ’ αυτήν την τάξη πραγμάτων, οδήγησε στην υποταγή της βιομηχανίας –προς το μεγαλύτερο όφελος των ισχυρών κοινοπραξιών- επιφέρει επίσης τη γενική επιστράτευση όλων των δυνάμεων εργασίας. (…) Πράγματι, η άσκηση της εργατικής του δύναμης είναι η μόνη ελευθερία που παραχωρείται στο άτομο, το οποίο βρίσκεται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Το πιο πολύτιμο αγαθό του λαού είναι «η εργατική του δύναμη από την οποία εξαρτώνται το μεγαλείο και η ισχύς του έθνους. Η διαφύλαξη και η μεγιστοποίηση της είναι η πρωταρχική υποχρέωση του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος και το πιο πιεστικό καθήκον των γερμανικών επιχειρήσεων, των οποίων η επιβίωση και η αποδοτικότητα βασίζονται και στον αριθμό και στο επίπεδο ικανοτήτων των εργατών».(6)

Ο εθνικοσοσιαλισμός επεξεργάστηκε ένα πολύπλοκο σύστημα ηθικής, διανοητικής και φυσικής εκπαίδευσης, σκοπός του οποίου είναι να αυξήσει την απόδοση της εργασίας μέσω της παράπλευρης κατεύθυνσης των πλέον επιστημονικά επεξεργασμένων μεθόδων και τεχνικών. Ο μισθός εξαρτάται από την προσωπική απόδοση του εργαζομένου(7). Δημιουργούνται ινστιτούτα ψυχολογίας και τεχνολογίας για να μελετηθούν οι μέθοδοι οι καλύτερα προσαρμόσιμες στην ατομικοποίηση της εργασίας και να αποτραπούν τα δυσοίωνα αποτελέσματα της μηχανοποίησης. Τα εργοστάσια, τα σχολεία, οι χώροι για προπόνηση, τα στάδια, οι πολιτιστικοί θεσμοί και ο ελεύθερος χρόνος είναι εξίσου εργαστήρια «επιστημονικής διαχείρισης» της εργασίας.

Η ολική επιστράτευση της εργατικής δύναμης του ατόμου καταστρέφει και το τελευταίο προπύργιο που το προστάτευε από την κοινωνία και το Κράτος: παραβιάζει τον ιδιωτικό τομέα του ελεύθερου χρόνου του. Κατά τη διάρκεια της φιλελεύθερης περιόδου, το άτομο διαφοροποιούνταν από την κοινωνία μέσω της επιβεβλημένης διάκρισης ανάμεσα στη δουλειά και τον ελεύθερο χρόνο του. Υπό τον εθνικοσοσιαλισμό ο διαχωρισμός αυτός, όπως και εκείνος που υπήρχε ανάμεσα στην κοινωνία και το Κράτος, καταργήθηκε. (…) Ενσωματώνοντας και τον ελεύθερο χρόνο, ο εθνικοσοσιαλισμός κατάλυσε και το τελευταίο προστατευτικό προπύργιο των προοδευτικών όψεων του ατομικισμού. (…)

Η γενική επιστράτευση της εργατικής δύναμης δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς το άτομο να λαμβάνει ανταμοιβές για την απώλεια της ανεξαρτησίας του. Ο εθνικοσοσιαλισμός προσφέρει δύο: μια νέα οικονομική ασφάλεια κι ένα καινούργιο προνόμιο. Το γεγονός ότι η ιμπεριαλιστική οικονομία του Γ΄ Ράιχ εξασφάλισε την πλήρη απασχόληση,  προσφέροντας παράλληλα μια στοιχειώδη οικονομική ασφάλεια στους πολίτες της,  είναι αποφασιστικής σημασίας. Η ελευθερία που απολάμβανε το άτομο κατά την προ-φασιστική περίοδο, για ένα μεγάλο μέρος των Γερμανών, αντισταθμιζόταν με μια μόνιμη ανασφάλεια.  Από το 1923, η συνειδητή βούληση να εγκαθιδρυθεί μια κοινωνία πραγματικά δημοκρατική, άφησε τη θέση της σε μια διεισδύουσα ατμόσφαιρα παραίτησης και απελπισίας. Δεν θα εκπλαγούμε που  από τότε, η ελευθερία βάραινε λιγότερο μπροστά σε ένα σύστημα που προσέφερε πλήρη ασφάλεια στο καθένα από τα μέλη της γερμανικής οικογένειας. Ο εθνικοσοσιαλισμός άλλαξε το ελεύθερο υποκείμενο σε υποκείμενο οικονομικά σταθερό× η εφησυχαστική πραγματικότητα της οικονομικής ασφάλειας επισκίασε το επικίνδυνο ιδανικό της ελευθερίας.       Η ασφάλεια αυτή, όμως, υποδουλώνει το άτομο στον πιο καταπιεστικό μηχανισμό που γνώρισε ποτέ η μοντέρνα κοινωνία. Φυσικά, η ανοιχτή τρομοκρατία δεν πλήττει παρά τους εχθρούς, τους «ξένους» και όσους δεν μπορούν ή δεν θέλουν να συνεργασθούν. Αλλά η υποχθόνια τρομοκρατία της επιτήρησης και της γενικής επιστράτευσης, του πολέμου και της στέρησης πλήττει όλον τον κόσμο. Το καθεστώς δεν επιτρέπεται να εξασφαλίζει την οικονομική ασφάλεια στο σημείο που εκείνη να γίνεται το έναυσμα της ελευθερίας. Όπως δεν μπορεί να καλυτερεύσει το βιοτικό επίπεδο στο βαθμό που το άτομο να βρίσκει, για τον εαυτό του, τους τρόπους μιας δικής του έκφρασης των ικανοτήτων του και την ικανοποίηση των επιθυμιών του. Μια τέτοια χειραφέτηση θα ήταν, στην πραγματικότητα, ασυμβίβαστη με την κοινωνική κυριαρχία που απαιτεί η ιμπεριαλιστική οικονομία.

Η εθνικοσοσιαλιστική ρητορική γύρω από το καθήκον της θυσίας υπερβαίνει την απλή ιδεολογία. Δεν είναι μια προπαγανδιστική αρχή αλλά μια οικονομική αρχή. Η εθνικοσοσιαλιστική ασφάλεια συνδέθηκε εν μέρει με την στέρηση και την καταπίεση. Η οικονομική ασφάλεια, έστω κι αν είναι μια ανταμοιβή, πρέπει να συνοδεύεται από μια μορφή  ελευθερίας που παρέχει ο εθνικοσοσιαλισμός αίροντας ορισμένα θεμελιώδη κοινωνικά ταμπού. (…)

Το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς αποκάλυψε τη στέρηση σε αυτούς που το υποστήριζαν. (…) Ήταν στριμωγμένοι, προδομένοι και στερημένοι μέσα στις επιθυμίες και τις δυνατότητες τους αλλά τώρα είναι τα αφεντικά και μπορούν να κάνουν αυτό που τα παλιά τους αφεντικά τολμούσαν σπάνια να κάνουν. Ο Ernest R. Pope παραθέτει ένα διαφωτιστικό απόσπασμα του επίσημου προγράμματος της διάσημης (και οργιώδους) Νύχτας των Αμαζόνων: «αυτό που πριν ήταν αυστηρά περιορισμένο και παρουσιαζόταν μακριά από τα βλέμματα σε λίγους μυημένους, προσεκτικά επιλεγμένους, προσφέρεται σήμερα φανερά σε όλους μέσα στη νυχτερινή μαγεία τουNymphenburg Park (…) μέσα στα μινιμαλιστικά στολίδια των Μουσών, μέσα στη γυμνή ελευθερία θαυμάσιων κορμιών. (…) Αυτοί που αναγαλλιάζουν, παρασυρμένοι από τον χαρούμενο ενθουσιασμό αυτού στο οποίο συμμετέχουν και θαυμάζουν, είναι οι νέοι Γερμανοί του 1939 (8)…»

Τέτοιο είναι το προσφερόμενο θέαμα σε εκείνους που επιτρέπεται να διασκεδάζουν μέσα στη φυλακή τους, να απελευθερώνονται μέσα στους κήπους των παλιών τους βασιλιάδων, να συμμετέχουν και να «θαυμάζουν» τα άλλοτε απαγορευμένα θαύματα. Η γοητεία, η ομορφιά και η ελευθεριότητα της εθνικοσοσιαλιστικής χλιδής κουβαλάνε μέσα τους τα ίχνη της υποταγής και της καταπίεσης. Οι νεαρές όμορφες γυμνές κοπέλες και τα πολύχρωμα τοπία των εθνικοσοσιαλιστών καλλιτεχνών ανταποκρίνονται άψογα στον κλασικισμό των εξωραϊσμένων χώρων συγκέντρωσης, των εξωραϊσμένων εργοστασίων, των εξωραϊσμένων μηχανών και των εξωραϊσμένων στολών εργασίας. Τα πάντα συμμαχούν για να μετατρέψουν τις παρορμήσεις για διαμαρτυρία και εξέγερση σε επιθυμία ενότητας. Όλα έρχονται να συνθέσουν την εικόνα ενός καθεστώτος που όχι μόνο υπόταξε τις πιο ατίθασες και τις καλύτερα προστατευμένες από την ατομικιστική κοινωνία ζώνες αλλά επίσης, έπεισε το άτομο να εκτιμά και να διαιωνίζει έναν κόσμο μέσα στον οποίο δεν είναι παρά ένα όργανο καταπίεσης.

 

Herbert Marcuse

 (1)   Τα επιχειρήματα που επιτρέπουν αυτήν την ερμηνεία βρίσκονται στο έργο του Franz Newmann, Behemoth. The Origin and Structure of National Sosialism, Oxford University Press, Νέα Υόρκη, 1942.

(2)   Για το μοίρασμα της εξουσίας ανάμεσα στον πολιτικό μηχανισμό και τον επιχειρηματικό κόσμο πρβλ. Arkadji Gurland, “Technological Trends under National Sosialism” στο Studies in Philosophie and Social Science, 1941, Νέα Υόρκη, Νο 2 και, στο ίδιο τεύχος, Otto Kirchheimer “Changes in the Structure of Political Compromise”.

(3)   O Heinrich Himmler, αρχηγός των SS, έγινε υπουργός εσωτερικών× ο στρατάρχης Hermann Göring ήταν διαδοχικά πρωθυπουργός της Πρωσίας, έπειτα ταγματάρχης των εναέριων δυνάμεων και υπεύθυνος σχεδίου× ο Robert Ley διοικούσε το γερμανικό εργατικό Μέτωπο προτού αναλάβει την οργάνωση του ναζιστικού κόμματος.

(4)   Arkadji Gurland (όπ. π.)

(5)   Βλέπε Emil Lederer, State of the Masses, Νέα Υόρκη, Howard Fertig, 1940.

(6)   Robert Ley, “Anordnung über des Leistungskampf der deutschen Betriebe”, στο Deutsche Sozialpolitik, Bericht der Deutschen Arbeitfront, Zentralbureau, Sozialamt, Βερολίνο, 1937.

(7)   Όπ. π.

(8)    Munich Playground, Νέα Υόρκη, 1941.

*Αναδημοσίευση απο το περιοδικό Σαμιζντάτ, Τεύχος 6, Γενάρης 2003 (όταν όλοι θεωρούσαν ανάξια οποιαδήποτε αναφορά στο φαινόμενο του φασισμού)

Πηγή: shadesmagazine

Προσέξτε: Ιατρική Αστυνομία

Brendan McQuade και Mark Neocleous*

 Την μετάφραση έκανε ο Φοίβος Θεολογίτης

 

Οι αστυνομικοί απομακρύνουν βίαια κάποιο άτομο από το λεωφορείο επειδή δεν φοράει μάσκα προσώπου· συλλαμβάνουν ανθρώπους επειδή δεν τηρούν την κοινωνική αποστασιοποίηση μέσα σε ένα πολυπληθή σταθμό του μετρό· λένε στους ανθρώπους να μετακινηθούν εάν φαίνεται ότι συγχρωτίζονται πολλοί μαζί· καθορίζουν ποιος μπορεί να παρακολουθήσει μια δημόσια εκδήλωση. Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα της αστυνόμευσης του ιού. Η επιβολή της κοινωνικής αποστασιοποίησης στους δρόμους της πόλης κατά τη διάρκεια του λοκνταουν ήταν μόνο η αρχή. Πολλές κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο έχουν ξεκινήσει να αναπτύσσουν νέα συστήματα παρακολούθησης και πρωτόκολλα δοκιμών στο όνομα της δημόσιας υγείας. Στον διστακτικό νέο κόσμο του παρόντος και στον θαυμαστό νέο κόσμο του μέλλοντος, η αστυνόμευση συναντά την υγεία. Η ιατρική αστυνόμευση επέστρεψε. Αλλά, άραγε, είχε φύγει ποτέ;

Για μερικούς ανθρώπους, η βαρύτητα της νέας συγκυρίας που εγκαινιάστηκε καθοριστικά και αποφασιστικά από την πανδημία του Covid-19 υποδεικνύει ότι η επανάσταση είναι πλέον εφικτή1. Ωστόσο, δείχνει επίσης ότι ορισμένα χαρακτηριστικά της ταξικής και φυλετικής δυναμικής του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος έχουν αμβλυνθεί εντελώς. Πόσους υγιείς ανθρώπους χρειάζεται μια οικονομία για να λειτουργήσει; Πόσους αρρώστους μπορεί να αντέξει τo σύστημα υγείας; Πόσοι ευάλωτοι μετανάστες χρειάζεται να εργαστούν για να δουλέψει το σύστημα υγείας; Πόσους νεκρούς φίλους, συγγενείς και ερωτικούς συντρόφους θα ανεχτούν οι άνθρωποι; Όσο οι αυθεντίες, οι κομπογιαννίτες και οι δημοσιογραφίσκοι συζητούν για τον αριθμό των πτωμάτων που θα μπορούσε να κάνει αποδεκτή μια ανθρωποθυσία στο Κεφάλαιο — γνωστή και ως «άνοιγμα της οικονομίας» — η πανδημία καταδεικνυεί τον στρατηγικό προσανατολισμό του κράτους. Σε αυτόν τον προσανατολισμό, το ευρύτερο αστυνομικό πλάνο (η συγκρότηση και ανασυγκρότηση της εργατικής τάξης, η αστυνόμευση των κρίσεων και η συνέχιση του μεγάλου μηχανισμού της παγκόσμιας συσσώρευσης), το οποίο ήταν πάντα κεντρικό στοιχείο στην κατασκευή της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων, σήμερα εκδηλώνεται εντονότερα μέσα σε μια σειρά μέτρων για την υγεία και τις ασθένειες, τις λοιμώξεις και την ανοσία, τις νόσους και την ευεξία. Γι αυτό, ο όρος «ιατρική αστυνομία» είναι και πάλι ένα ισχυρό κριτικό εργαλείο.

Η ιδέα της ιατρικής αστυνομίας ανάγεται πίσω στην πρώϊμη σύγχρονη περίοδο ανάμεσα στην Αναγέννηση και τις Μεγάλες Επαναστάσεις, στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα. Ηταν μια εκτεταμένη ιστορική εποχή μετάβασης των συστημάτων, όταν η σύγχρονη τάξη πραγμάτων ακόμη διαμορφωνόταν και οι παλαιότεροι τρόποι ζωής ακόμη καταστρέφονταν συστηματικά. Οι πληβείοι και οι προλετάριοι, και η εργατική τάξη υπό συγκρότηση, ήταν μπλεγμένοι αμφότερα στα κυκλώματα κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και στα απομεινάρια των προ–καπιταλιστικών οικονομιών που ήταν επικεντρωμένες στα κοινά τα οποία υπερέβαιναν την κοινή ιδιοκτησία (τα κοινά), και συνεπάγονταν την κοινή γνώση και την κοινοτική οργάνωση της κοινωνικής ζωής (πρακτικές κοινοκτημοσύνης). Αυτός ο συστηματικός αποικισμός του κόσμου ήταν η διαδικασία που ο Μαρξ κατανόησε ως «πρωταρχική συσσώρευση»: η παρέμβαση του κράτους για να μετατρέψει τα κοινά σε ιδιωτική ιδιοκτησία, να εκτοπίσει και να ξεριζώσει τους ανθρώπους από τη γη και να ανοικοδομήσει την κοινωνική τάξη πραγμάτων μέσω της μισθολογικής σχέσης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δραματικής και βίαιης αλλαγής, ο χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας ήταν έντονος, η καταπίεσή της ολοφάνερη και η λειτουργία της αναμφισβήτητη. Στο επίκεντρο αυτής βρισκόταν η αστυνομική εξουσία.2

Εκείνη την εποχή, «αστυνομία» σήμαινε όλα όσα θα αποκαλούσαμε σήμερα «δημόσια πολιτική» (policy), συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής πρόνοιας, της εκπαίδευσης, του πολεοδομικού σχεδιασμού και, φυσικά, της επιβολής του νόμου. Σε οποιοδήποτε κατάλογο αστυνομικών δραστηριοτήτων συμπεριλαμβανόταν ένα σύνολο ζητημάτων από αυτά που θα χαρακτηρίζαμε σήμερα ως ζητήματα «δημόσιας υγείας», αλλά τα οποία ονομάζονταν «ιατρική αστυνομία». Αντανακλώντας αυτόν τον προσανατολισμό, μερικά από τα πρώτα «σύγχρονα» αστυνομικά σώματα, συγκρίσιμα με τις σύγχρονες υπηρεσίες επιβολής του νόμου, προορίζονταν για αποστολές πολύ ευρύτερες από εκείνες που συχνά θεωρούμε με τη στενή έννοια της «αστυνομίας». Για παράδειγμα, η Βασιλική Χωροφυλακή της Ιρλανδίας, που αποτελεί ένα από τα πρώτα τέτοιου τύπου σώματα για τη διαχείριση των αποικιών και ένα πρότυπο για τη Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου, λειτουργούσε ως μια πολεμική μηχανή που ενεργούσε ως ιατρική αστυνομία.

Ύστερα από την αποτυχημένη εξέγερση των Ηνωμένων Ιρλανδών το 1789, το Λονδίνο εντατικοποιήσε τον έλεγχό του στην Ιρλανδία με πολύπλευρα αστυνομικά έργα που εκτελέστηκαν από την Χωροφυλακή, η οποία, εκτός από την επιβολή του ποινικού νόμου και την καταστολή των ανταρτών, διενεργούσε γεωργικές στατιστικές και τη δεκαετή απογραφή, κατέγραφε εξώσεις και απάτες δανείων, και επιθεωρούσε φορτία και ποσότητες. Επιπλέον, η Χωροφυλακή ήταν σαφώς σχεδιασμένη από τους νομοθέτες και τους διοικητές για να είναι μια ιατρική αστυνομία. Η ιατρική αστυνόμευση περιελάμβανε τον εντοπισμό των ιερόδουλων και άλλων ανθρώπων που θεωρούνταν ανήθικοι, ελευθέρων ηθών ή απείθαρχοι, κυρίως λόγω των μολυσματικών ασθενειών που υποτίθεται εξαπλώνονταν από αυτούς. Σήμαινε επίσης την γενικότερη επιβολή της δημόσιας πολιτικής που αφορούσε τη δημόσια υγεία: μέτρα για τον σωστό χειρισμό των σκυλιών, την πώληση ζώων, την κατοχή των χοίρων και την απομάκρυνση της κοπριάς. Καθ ‘όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η Χωροφυλακή επέβαλλε την απαγόρευση τέλεσης αγρυπνίας γιόσους είχαν πεθάνει από επικίνδυνες ασθένειες· διασφάλιζε ότι οι άνθρωποι απολυμέναν τα σπίτια τους, εφόσον μέσα σε αυτά είχαν πεθάνει άτομα από μολυσματικές ασθένειες· και συνελάμβανε άτομα που δεν είχαν εμβολιάσει τα παιδιά τους. Ο όρος «αντιρρησίας συνείδησης» χρησιμοποιήθηκε πρώτα για να περιγράψει τους ανθρώπους από την εργατική τάξη οι οποίοι αντιστέκονταν σε αυτήν την παρέμβαση της ιατρικής αστυνομίας στη ζωή τους. Έτσι, η Βασιλική Χωροφυλακή της Ιρλανδίας αστυνόμευε, με την πληρέστερη σημασία του όρου: ήταν το όργανο επιβολής του νόμου, το μέσο για την άσκηση ποικίλων αστυνομικών εξουσιών, και πρωταρχικό όπλο στον πόλεμο της συσσώρευσης ενάντια στην εργατική τάξη.

Υπάρχει μια τάση να παραγνωρίζουμε τις φαινομενικά διακριτές και φαινομενικά καλοήθεις κοινωνικές πολιτικές ως αποσυνδεδεμένες μεταξύ τους και, πιο συγκεκριμένα, ως αποσυνδεδεμένες από την αστυνομική εξουσία. Αλλά, όπως μαρτυρά το παράδειγμα της Βασιλικής Χωροφυλακής της Ιρλανδίας, η αστυνομική εξουσία ήταν στις απαρχές της μια ευρεία εξουσία που είχε ως μέλημά της την οικοδόμηση μιας αποικιακής κοινωνικής τάξης και την προώθηση του εμπορίου. Η αστυνομική εξουσία ήταν η αστυνομία ως κοινωνική πολιτική, και άρα η κοινωνική πολιτική ως αστυνομία. Ήταν, με άλλα λόγια, μια τέχνη της διακυβέρνησης και μια εφαρμογή των τεχνολογιών της εξουσίας μέσα από ένα δίκτυο θεσμών. Και ήταν παρακινούμενη με τα μέσα γνώσης που παρήγαγαν την σύγχρονη κοινωνική τάξη. Ενώ η αστυνόμευση ήταν καταπιεστική, η πραγματική της εξουσία γίνεται έκδηλη στη διαχείριση της ζωής και των τρόπων διαβίωσης. Ως εκ τούτου, η ιατρική αστυνομία επικεντρώθηκε στην προώθηση της συλλογικής υγείας του πληθυσμού, η οποία με τη σειρά της αφορούσε την αστυνόμευση της υγείας των ατόμων. Η υγεία των μεμονωμένων σωμάτων και του συλλογικού πολιτικού σώματος αναμενόταν να στηρίξει την οικονομική παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού.3

Μια τέτοια τέχνη της διακυβέρνησης και τέτοιες τεχνολογίες της εξουσίας είναι αυτά που ο Foucault αργότερα ονόμασε ως βιοεξουσία και κυβερνητικότητα. Από αυτήν την άποψη, είναι ίσως αναμενόμενο το γεγονός ότι πολλοί διανοούμενοι στράφηκαν πρόσφατα στους νεολογισμούς του Foucault για να κατανοήσουν την τρέχουσα χρονική στιγμή, και ειδικά στην έννοια της «βιοεξουσίας»4. Κάποιοι εφτασαν ακόμη και στο σημείο να μιλάνε για μια πιθανή δημοκρατική βιοπολιτική5 ή μια «διπλή βιοεξουσία»6. Είναι σημαντικό ότι τα ίδια αυτά επιχειρήματα αγνοούν οτιδήποτε είχε να πει ο Foucault για την αστυνόμευση του κοινωνικού πεδίου. Είναι επίσης σημαντικό ότι συχνά προσπαθούν να αντισταθούν στην γλώσσα του πολέμου για να περιγράψουν τον ιό, παρόλο που ο Foucault επέμεινε ξανά και ξανά ότι η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Κατά την άποψή μας, η έννοια της «ιατρικής αστυνομίας», ως μέρος μιας διευρυμένης έννοιας της αστυνομικής εξουσίας, επικεντρώνεται σε σημαντικές πτυχές της καπιταλιστικής εξουσίας τις οποίες η φουκωϊκή επίκληση της «βιοεξουσίας» τείνει να αποκρύπτει. Εστιάζει την προσοχή μας στην κατασκευή των καπιταλιστικών μορφών ευταξίας τόσο μέσω του ατελείωτου πολέμου για την καταστροφή των κοινών και των πρακτικών της κοινοκτημοσύνης, οι οποίες εξακολουθούν να στηρίζουν τις περιθωριοποιημένες μάζες της ανθρωπότητας, όσο και μέσω του συστηματικού αποικισμού των καθημερινών πρακτικών της αλληλεγγύης, της ζωής, της αγάπης και της φροντίδας από την «ήπια εξουσία» της κοινωνικής αστυνομίας. Με αυτόν τον τρόπο, ο οπτικός φακός της ιατρικής αστυνομίας αποσαφηνίζει την αναδυόμενη συγκυρία.

Απαντήσεις

Η αποσαφήνιση πηγάζει επίσης από μια πιο μακρόχρονη, λιγότερο φιλοσοφική και πολύ πιο άμεση απαίτηση, η οποία γόνιμα παραμερίζει όλο το κουβεντολόϊ σχετικά με την βιοπoλιτική: Fuck the Police! Οι λέξεις του μεγάλου λούμπεν ύμνου των NWA, ένα σύνθημα που τώρα ξεστομίζεται στις άγριες και αποδιοργανωτικές δράσεις κατά της αστυνομίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης για την αποχρηµατοδότηση (defund) και κατάργησή της, στηρίζεται στην κοινώς κατανοητή θεώρηση της αστυνομίας ως μισητό όργανο της κρατικής βίας, αλλά μάς κάνει επίσης να στραφούμε στην διευρυμένη, αρχική, ιδέα τής αστυνομίας. Σε απάντηση στην τρέχουσα έξαρση της ιατρικής αστυνομίας, μπορεί η τραχύτητα του «Fuck the Police!» να υποδείξει και μια απόρριψη της βίας της διοίκησης (η ιδέα της αστυνομίας κατά την «κοινή λογική») και μια προτροπή για την κατάργηση της τάξης πραγμάτων του Κεφαλαίου την οποία συνιστά η αστυνόμευση (η διευρυμένη ιδέα της αστυνομίας); Μπορεί το «Fuck the Police!» να χρησιμεύσει ως μια τρανταχτή υπενθύμιση να σκοτώσουμε τον μπάτσο που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας και να απορρίψουμε την αστυνομική πολιτική του αστικού πολιτισμού; Για να το κάνουμε αυτό, σημαίνει ότι αποφεύγουμε την σαγήνη της πρόζας της ειρήνευσης (pacification) και τον πειρασμό να παγιδευτούμε στο παιχνίδι του ρεαλιστικού λόγου ο οποίος παρακινεί τις επιχειρήσεις του κρατικού μηχανισμού7. Το να πούμε «Fuck the Police!» είναι μια υπενθύμιση να αντισταθούμε στο να γίνουμε μπάτσοι, είτε στο όνομα του νόμου και της τάξης είτε στο όνομα της ασφάλειας ή ακόμη στο όνομα της υγειονομικής ασφάλειας. Σημαίνει να αντιμετωπίσουμε με νηφαλιότητα τον στρατηγικό προσανατολισμό του κράτους και την δυναμική των σημερινών αστυνομοπολέμων της συσσώρευσης.

Για αρχή, η ιατρική αστυνόμευση της κρίσης έχει αποκαλύψει σε όλη της την δόξα την πανταχού και άμορφη φύση της αστυνομικής εξουσίας. Η κοινή φράση όσων τους σταματoύσε η αστυνομία και τους ζητούσε τον λόγο τής εξόδου από το σπίτι τους ήταν ότι οι λόγοι για τον αστυνομικό έλεγχο δεν έχουν ξεκαθαριστεί απόλυτα και ότι τέτοιοι έλεγχοι δεν επιβάλλονται δίκαια ή ισότιμα. Αυτό με το οποίο ήρθαν αντιμέτωποι είναι η μυστική εξουσία (authority), γνωστή ως διακριτική ευχέρεια της αστυνομίας, και αυτό που απαίτησαν είναι ο νόμος να γίνει πιο ξεκάθαρος, έτσι ώστε να μην υπάρχει περιθώριο για αυτήν την διακριτική ευχέρεια. Η κριτική θεωρία της αστυνομικής εξουσίας έχει επί μακρόν ισχυριστεί ότι η διακριτική ευχέρεια είναι το sine qua non της αστυνόμευσης. Όπως θα συμφωνήσουν πολυάριθμα μέλη καταπιεζόμενων κοινωνικών ομάδων και πολιτικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο, η ανεκτικότητα του νόμου γύρω από τον αστυνομικό έλεγχο (το να περπατάς πολύ γρήγορα ή πολύ αργά ή το να μην περπατάς καθόλου, όλα αυτά μπορούν να στοιχειοθετήσουν την βάση για έναν έλεγχο) δείχνει ότι οι έλεγχοι έχουν πάντα χρησιμοποιηθεί άδικα και έχουν πάντα καταλήξει σε άνιση μεταχείριση. Τώρα που τα μέλη της λευκής αστικής τάξης βιώνουν την ίδια αστυνομική εξουσία (αν και καθόλου στον ίδιο βαθμό), τα παράπονα ενάντια σε αυτήν την εξουσία ακούγονται ολούθε στα κατεστημένα ΜΜΕ. Αυτό που έχει φέρει την αστυνομική εξουσία στο επίκεντρο είναι ακριβώς η απότομη αύξηση της ιατρικής αστυνόμευσης για να περιοριστεί η πανδημία. Ενώ κάποτε οι αστυνομικοί ίσως να είχαν σταματήσει ορισμένους τύπους ανθρώπων από το να μαζευτούν στον δρόμο για να μιλήσουν, χρησιμοποιώντας την εξουσία της διακριτικής ευχέρειας με σκοπό να τους ανακρίνουν επί τη βάσει οποιουδήποτε λόγου είχαν επιλέξει εκείνη τη στιγμήυποψία»), τώρα οι αστυνομικοί σταματούν άλλους τύπους ανθρώπων επί τη βάσει ιατρικών λόγων και για λόγους υγειονομικής ασφάλειας. Παρόλα αυτά, οι ξεδιάντροπες φυλετικές και ταξικές ανισότητες παραμένουν. Φαίνονται με μεγαλύτερη σαφήνεια στους τρόπους με τους οποίους η διακριτική ευχέρεια της ιατρικής αστυνομίας διασταυρώνεται με και αναπαράγει την εφαρμογή τής εξουσίας της διακριτικής ευχέρειας σε άλλα πεδία της δημόσιας πολιτικής.

Το ότι οι πρακτικές της ιατρικής αστυνομίας κλιμακώθηκαν κατά τη διάρκεια του λοκνταουν είναι ένα σημάδι για ό,τι μπορεί να αντιμετωπίσουμε, όταν το λοκνταουν ελαττωθεί, μέσα σε αυτό που θα γίνει η νέα «κανονικότητα». Για παράδειγμα, πολλά έχουν επιτευχθεί από τα σχέδια επανεκκίνησης του μηχανισμού συσσώρευσης παγκοσμίως. Η Κίνα έχει λανσάρει ένα νέο λογισμικό (το «Health Code») που αναλυεί τα δεδομένα χρήσης από εφαρμογές πληρωμής μέσω κινητού και από εφαρμογές κοινωνικών δικτύων για να κατατάξει με χρωματική κατηγοριοποίηση τον κάθε χρήστη ανάλογα με τον σχετικό κίνδυνο/απειλή που αποτελεί. Το Χονγκ Κονγκ επιβάλλει καραντίνες με βραχιόλια παρακολούθησης τα οποία είναι συγχρονισμένα με έξυπνα τηλέφωνα. Η Νότια Κορέα συνδύασε δεδομένα από κάμερες κλειστού κυκλώματος, από εφαρμογές πληρωμών και από έξυπνα κινητά τηλέφωνα για να ανιχνεύσει τα βήματα μολυσμένων ατόμων· πρόκειται για το ίδιο σύστημα παρακολούθησης που επέτρεψε στη Νότια Κορέα να αποτελέσει παράδειγμα «εξομάλυνσης της καμπύλης» (curve-flattening). Ομοίως, νέα μέτρα προηγμένης παρακολούθησης περιλαμβάνουν κάμερες αναγνώρισης προσώπου, οι οποίες είναι εξοπλισμένες με αισθητήρες θερμότητας. Η αστυνομία στην Κίνα, την Ιταλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι ήδη εξοπλισμένη με «έξυπνα κράνη», τα οποία είναι ικανά να ανιχνεύουν την θερμοκρασία του σώματος, πέρα από την ικανότητα αναγνώρισης προσώπου, αριθμού πινακίδων και ανάγνωσης QR κωδικών.

Αντιμέτωποι με τον ιό και τις προτάσεις για την διεξαγωγή τεστ, οι υπέρμαχοι των πολιτικών ελευθεριών πασχίζουν να διαμορφώσουν μια απάντηση. Είναι σίγουρα ανεύθυνο να καταδικάζουμε μια τέτοια καλοπροαίρετη παρακολούθηση στο όνομα της δημόσιας υγείας; Είναι η πώληση των ψηφιακών μας ψυχών στο κράτος σίγουρα το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για την ανάκτηση των ελευθεριών μας και τη διατήρηση της υγείας μας; ακόμη και εκείνοι που ήταν γνωστοί στο παρελθόν για την εκστρατεία τους υπέρ της προστασίας της ιδιωτικότητας, τώρα τάσσονται υπέρ ενός μαζικού προγράμματος παρακολούθησης για την καταπολέμηση του ιού: άραγε, πόσες φορές θα διαβάσουμε την αράδα: «Είμαι υπέρμαχος της ιδιωτικότητας και αγωνίστηκα ενάντια στην παρακολούθηση, αλλά τώρα και στο το όνομα της υγείας…»;

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι υπέρμαχοι των πολιτικών ελευθεριών είναι σαστισμένοι. Όλη η πολιτική τους βασίζεται στη θεμελιώδη φιλελεύθερη πεποίθηση ότι μπορούμε και πρέπει να ζούμε ατομοποιημένες ζωές· ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη συγκέντρωση ιδιωτών. Αλλά, η «ιδιωτικότητα» είναι ένα συγκεκριμένο επιχείρημα που διατυπώνεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Η ιδιωτικότητα δεν έχει καμία ουσιαστική σημασία. Αυτή είναι μια παραχώρηση που έκανε το εδραιωμένο διοικητικό κράτος στο «το κοινό»· είναι ένα μεταβαλλόμενο όριο με επικαθορισμούς που τίθενται και επανατίθενται από το κράτος. Η ιδιωτικότητα είναι ένα εργαλείο ρυθμιστικού ελέγχου, όχι αντίστασης. Και, καταλυτικό σε αυτόν τον ρυθμιστικό έλεγχο είναι οι πληροφορίες. Ο ιός, όμως, απεκάλυψε κάτι που είναι εγγενές στην ιατρική αστυνομία από τότε που η ζωή επαναπροσδιορίστηκε ως πληροφορία και το σώμα ως πληροφοριακή τεχνολογία: το ότι ο οργανισμός είναι ο τόπος της ασθένειας και, ταυτόχρονα, ότι οι πληροφορίες δημιουργούν την δυνατότητα της αστυνόμευσής του μέσω των ίδιων αυτών πληροφοριών. Το γεγονός αυτό επιτρέπει σε οποιαδήποτε εξουσία (authority), που μπορεί να διεκδικήσει δίκαια την πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες (εργοδότες, εταιρείες πιστωτικών καρτών, ασφαλιστικές εταιρείες, όπως και το κράτος) να παρακολουθεί συνεχώς τις βιοχημικές διαδικασίες του οργανισμού και να διαμορφώνει τη συμπεριφορά του ατόμου. Το ζήτημα εδώ δεν είναι το γεγονός της παρακολούθησης ή της παραβίασης της ιδιωτικότητας, αλλά ο σχηματισμός του ειρηνοποιημένου υποκειμένου. Το ζήτημα, με άλλα λόγια, δεν είναι η παρακολούθηση, αλλά οι τρόποι με τους οποίους η αστυνομική εξουσία δημιουργεί μορφές υποκειμενικότητας και υποταγής.

Η όλη επωδός της «ιδιωτικότητας» και της «παρακολούθησης» στρέφει την προσοχή μας στο λάθος πράγμα: επικεντρώνεται στην αστυνόμευση των υγειονομικών πληροφοριών, ενώ αντίθετα η αστυνομία της υγείας είναι αυτό που αποτελεί το πιο πιεστικό ζήτημα. Από αυτήν την άποψη, η πρόταση πολλών χωρών για Διαβατήρια Ανοσίας είναι δηλωτική.

Αν και οι επιδημιολόγοι αμφισβητούν την αποτελεσματικότητά τους, τα Διαβατήρια Ανοσίας μπορεί κάλλιστα να καταλήξουν να είναι η νέα κανονικότητα. Ήδη, το Health Code της Κίνας λειτουργεί ως ένα de facto Διαβατήριο Ανοσίας, αν και είναι βασισμένο σε ανάλυση δεδομένων και όχι σε τεστ αντισωμάτων. Η Χιλή έθεσε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα Κάρτας Ανοσίας τον Απρίλιο. Τον Μάϊο, η Εσθονία ξεκίνησε να δοκιμάζει πιλοτικά τα ψηφιακά Διαβατήρια Ανοσίας για επιχειρήσεις. Στο τρέχον διάστημα, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία, η Γερμανία, η Πορτογαλία, η Γαλλία, η Ινδία, η Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Σουηδία, η Ισπανία, η Νότια Αφρική, το Μεξικό, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ολλανδία αναπτύσσουν εκδοχές του Διαβατηρίου Ανοσίας.

Τα πάντα σχετικά με το Διαβατήριο Ανοσίας ξεφεύγουν από τις εύκολες κριτικές που διατυπώνουν όσοι επικεντρώνονται στην ιδιωτικότητα και την παρακολούθηση. Αντίθετα, το Διαβατήριο Ανοσίας μάς πηγαίνει στον πυρήνα της ιατρικής αστυνομίας. Τα διαβατήρια ήταν πάντα μια έκφραση της εξουσίας: η χορήγηση άδειας ταξιδιού από τον κυρίαρχο που αναδιπλασιάζεται ως έγγραφο μιας bona fide ιδιότητας του πολίτη. Ένα διαβατήριο μπορεί να απορριφθεί, να ακυρωθεί ή να κατασχεθεί από την αστυνομία. Το Διαβατήριο Ανοσίας (ή «CoviPass») θα είναι ένα νέο έγγραφο της κρατικής και της εταιρικής εξουσίας, επιτρέποντας στον κάτοχό του να συνεχίσει να κάνει ό,τι είναι αυτό που κάνει μέσα στην αγορά. Όπως θα επιβεβαιώσουν γενιές φυλετικά κατηγοριοποιημένων μεταναστών, μόνο εάν έχεις το διαβατήριο ή το πιστοποιητικό μπορείς να συμμετάσχεις απόλυτα στην κοινωνία.


Το Διαβατήριο Ανοσίας θα είναι μια νέα μορφή ειρήνευσης: δίνει την δυνατότητα στο κράτος να ανακηρύσσει όχι μόνο το ποιος επιτρέπεται (ή δεν επιτρέπεται) να εργαστεί και να πραγματοποιεί αγοραπωλησίεςόπως ξεκαθαρίζει η ιστοσελίδα CoviPass.com, η κύρια αποστολή του είναι ένα «άκρηπροςάκρη πρωτόκολλο ασφαλής επιστροφής στην εργασία»· αλλά, επιτρέπει επίσης στο κράτος να αποφασίσει ποιος μπορεί να πιει ένα ποτό μαζί με τους φίλους του, να πάει σε έναν αθλητικό αγώνα, να κοινωνικοποιηθεί. Πρώτα η εργασία, έπειτα η ζωή. Το γεγονός ότι καμία απολύτως ανοσία δεν μπορεί ποτέ να εξασφαλιστεί από το Διαβατήριο, αφού δεν γνωρίζουμε καθόλου εάν οι άνθρωποι έχουν στα αλήθεια «ανοσία», αποκαλύπτει την απελπισία του κράτους για να ανακοινώσει ότι το κεφάλαιο ξαναπιάνει δουλειά και να εξασφαλίσει ότι θα συνεχίσει έτσι. Ένα Διαβατήριο Ανοσίας θα είναι λοιπόν ένα έγγραφο μιας bona fide ικανότητας να είσαι ένας καλός πολίτης. Θα αποτελεί ένα «πιστοποιητικό υγείας» και μια «άδεια εργασίας» σε ένα και μοναδικό έγγραφο. Θα είναι το απόλυτο έγγραφο της ιατρικής αστυνομίας.

Το 1788, ο Γενικός Διευθυντής της Δημόσιας Υγείας της Λομβαρδίας, ο Johann Peter Frank, παρουσίασε τον τέταρτο τόμο του έργου του System of Complete Medical Police ανακοινώνοντας ότι η ιατρική αστυνομία ασχολείται με «την εργασία, τη ζωή και την υγεία των πολιτών». Βρίσκουμε μια παρόμοια πρόταση κυριολεκτικά σε κάθε κείμενο της επιστήμης της αστυνομίας. Πρόκειται για την ίδια την ζωή, αυτή είναι το αντικείμενο της αστυνομίας. Το σχόλιο του Frank είναι μια υπενθύμιση ότι, για την αστυνομία, η ζωή είναι εκεί όπου η «εργασία» και η «υγεία» συναντιούνται. Μερικά μόνο χρόνια αργότερα, στο έργο του Science of Rights, ο φιλόσοφος Johann Gottlieb Fichte πρότεινε ότι η πρώτιστη αρχή της καλορυθμισμένης αστυνομίας είναι το ότι «κάθε πολίτης πρέπει σε κάθε στιγμή και μέρος . . . να αναγνωρίζεται ως το τάδε ή το δείνα πρόσωπο». Για να είναι η αστυνομία σε θέση να αναγνωρίσει ένα πρόσωπο, καθένας θα πρέπει να φέρει μαζί του ένα «πιστοποιητικό» ή ακόμη και κάτι που μπορεί να ονομαστεί «πάσο». Σε αυτό θα συμπεριλαμβανόταν η περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης του ατόμου και ίσως ακόμη να περιείχε μια προσωπογραφία του. Η αστυνομία θα είχε έτσι την εξουσία να ζητήσει από τον οποιονδήποτε το «πάσο» του. Το ενδιαφέρον του Fichte είχε να κάνει με την ταυτοποίηση και άρα με την ταυτότητα. Η αστυνομία πρέπει να είναι σε θέση είτε να γνωρίζει ποιος είσαι είτε να σου ζητήσει να αποκαλύψεις ποιος είσαι: «Δείξε μου την αστυνομική σου ταυτότητα!». Πολλοί ήταν διστακτικοί απέναντι στην πρόταση του Fichte για ένα τέτοιο «πάσο» με σκοπό την βελτίωση της αστυνομίας, δηλαδή ό,τι εκείνος περιέγραψε ξεκάθαρα ως το «αστυνομικό κράτος». ακόμη και ο Hegel θεωρούσε ότι η ιδέα του ήταν ένα υπερβολικό αστυνομικό μέτρο. Παρόλα αυτά, η πρόταση του Fichte είναι σήμερα ο κανόνας.

Το Διαβατήριο Ανοσίας πηγαίνει ένα βήμα πιο μακριά. Με αυτόν τον τρόπο, ένα τέτοιο διαβατήριο μπορεί κάλλιστα να καταλήξει να είναι η επιτομή της ιατρικής αστυνομίας: η εξουσία να απαιτείται ένα πιστοποιητικό υγείας και εξίσου μια ταυτότητα: «Δείξε μου την Υγειονομική Αστυνομική σου Ταυτότητα!». Αυτό θα είναι μια εφαρμογή της αστυνομικής εξουσίας για να διασφαλιστεί ότι ο κόσμος παραμένει ανοιχτός, κυρίως και πρώτιστα, μόνο σε όσους έχουν ανακηρυχθεί «υγιείς» και, άρα, κατάλληλοι για εργασία. Το Διαβατήριο Ανοσίας θα είναι η επιτομή της υγειονομικής ασφάλειας.

Η υπέρτατη έννοια της αστικής κοινωνίας

Υγειονομική ασφάλεια, λοιπόν; Όπως έχουμε ήδη σχολιάσει, ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς είναι διστακτικό απέναντι στην χρήση της γλώσσας του πολέμου για να περιγράψει αυτήν την πανδημία. «Η χώρα μας βρίσκεται σε πόλεμο», «ο κόσμος βρίσκεται σε πόλεμο», «αόρατος εχθρός», «κυβέρνηση σε περίοδο πολέμου», «Πρόεδρος σε περίοδο πολέμου», «το ιατρικό προσωπικό εργάζεται στην πρώτη γραμμή», «ο καθένας και όλοι μας να καταταχθούμε άμεσα», «μια πολεμική οικονομία του κορωνοϊου», ή ένας υγειονομικός πόλεμος, για να χρησιμοποιήσουμε μια φράση του Προέδρου Μακρόν. Συμβαίνει ξανά και ξανά· και, ξανά και ξανά, η αριστερά επιμένει ότι η γλώσσα του πολέμου είναι ακατάλληλη. Ίσως είναι. Αλλά, η γλώσσα του πολέμου και της υγείας συμπίπτουν τουλάχιστον από την έναρξη του «πολέμου των μικροβίων», της θεωρίας της ασθένειας στα μέσα του 19ου αιώνα. Υπάρχουν σίγουρα χρησιμότερα επιχειρήματα για να διατυπώνει η αριστερά, σχεδόν 200 χρόνια αργότερα; Σήμερα, η ιδέα του ιού ως υγειονομικού πολέμου σίγουρα ταιριάζει άνετα με δύο τάσεις της πολεμικής επιθετικότητας του 21ου αιώνα: αφενός, η ιδέα ότι «ένας νέος και θανάσιμος ιός έχει ανακύψει: ο ιός της τρομοκρατίας» (όπως το έθεσε ο Tony Blair σε μια ομιλία του στο Αμερικανικό Κογκρέσο τον Ιούλιο του 2003, και διόλου δεν ήταν ο μόνος που το σκεφτόταν αυτό), και, αφετέρου, το γεγονός ότι τώρα οι επιστήμονες για να περιγράψουν τους ιούς καταφεύγουν συνήθως στην γλώσσα των σπουδών τρομοκρατίας (για παράδειγμα, η λέξη «βιοτρομοκρατία»). Ως μια ένδειξη για το που οδεύει αυτή η σχέση, ας σημειωθεί ότι το Κοινό Κέντρο Βιοασφάλειας (ΚΚΒ) του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο ιδρύθηκε με σκοπό να συλλέγει και να αναλύει δεδομένα σχετικά με τα ποσοστά μόλυνσης, να αναγνωρίζει τοπικές εξάρσεις και να προτείνει κατάλληλες αποκρίσεις, πρόκειται να το αναλάβει ένας ανώτερος αξιωματούχος της αντιτρομοκρατικής που θα ακολουθήσει το πρότυπο του Κοινού Κέντρου Ανάλυσης της Τρομοκρατίας και θα χρησιμοποιήσει ένα πρότυπο «επιπέδων απειλής» προσαρμοσμένο από τις ίδιες τεχνικές που χρησιμοποιούνται για να εκτιμηθούν οι τρομοκρατικές απειλές. Ωστόσο, το πραγματικό ζήτημα που αναδύεται από αυτό το συνδυασμένο επιχείρημα (η τρομοκρατία είναι ένας ιός και οι ιοί είναι ένα είδος τρομοκρατίας) είναι ότι θα πρέπει να σκεφτόμαστε λιγότερο την ρητορική του πολέμου και περισσότερο την ρητορική της ασφάλειας. Οι περιγραφές των ιών διαβάζονται σαν να έχουν γραφτεί από θεωρητικούς της ασφάλειας, και οι περιγραφές της τρομοκρατίας διαβάζονται σαν να έχουν γραφτεί από ιολόγους. Και αυτό που εντυπώνεται στο μυαλό μας είναι μια ιδέα: η υγειονομική ασφάλεια. Συνεπώς, από την αριστερά απαιτούνται επιχειρήματα που είναι κατά πολύ πιο εκλεπτυσμένα από μια ειρηνευτική έκκληση για λιγότερη χρήση της γλώσσας του πολέμου.

Ο Μαρξ επεσήμανε εδώ και πολύ καιρό ότι η «ασφάλεια» είναι η υπέρτατη έννοια της αστικής κοινωνίας και γιαυτό συμπίπτει με την έννοια της αστυνομίας. Είναι ξεκάθαρο ότι μια αριστερή πολιτική πρέπει να περιλαμβάνει μια κριτική τής ασφάλειας σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του Μαρξ, και εμείς οι ίδιοι ακολουθήσαμε αυτό το σκεπτικό σε άλλες δημοσιεύσεις. Ένας λόγος που πολλοί άνθρωποι στην αριστερά βρίσκουν την ιδέα μιας κριτικής της ασφάλειας τόσο προβληματική είναι επειδή θέλουν να διατηρήσουν κάτι θετικό στην ιδέα της ασφάλειας, μια πιο ήπια και προσωποκεντρική ιδέα της ασφάλειας. Η «υγειονομική ασφάλεια» φαίνεται να είναι μια τέτοια ιδέα. Η κεντρική θέση της «υγείας» στα νέα μέτρα «παρακολούθησης» είναι ο λόγος που έχουν σαστίσει τόσοι πολλοί υπέρμαχοι των πολιτικών ελευθεριών και ριζοσπάστες. Είμαστε αντιμέτωποι, λοιπόν, με την πολεμική εξουσία και την αστυνομική εξουσία που συμπήγνυνται γύρω από την ιδέα της υγειονομικής ασφάλειας. Η υγεία και η ασφάλεια συμπίπτουν για να ενισχύσουν την εξουσία της ιατρικής αστυνομίας. Αυτός ακριβώς είναι, ωστόσο, ένας από τους τρόπους που η «ασφάλεια» και η «αστυνομία» ενισχύουν την εξουσία τους, δηλαδή μέσω φαινομενικά ηπιώτερων και φαινομενικά προσωποκεντρικών πρακτικών που σχετίζονται με πράγματα όπως η υγεία. Η ειρήνευση είναι πιο επιτυχημένη όσο περισσότερο υλοποείται στο όνομα της ίδιας της ζωής. Κατά την άποψή μας, όμως, η υγειονομική ασφάλεια και η ιατρική αστυνομία συμπίπτουν.

Το πώς ακριβώς μπορούμε να αναπτύξουμε και να διαμορφώσουμε την δική μας συλλογική έποψη για την υγεία, χωρίς να υποκύψουμε στην «υγειονομική ασφάλεια» και την «ιατρική αστυνομία», θα καταλήξει να είναι ένα από τα πιο πιεστικά ερωτήματα για το άμεσο μέλλον, κυρίως επειδή σε μια κοινωνία που βρίθει από τρόμους, ο τρόμος της ασθένειας είναι από τους μεγαλύτερους. Αυτός είναι ο λόγος που η «υγειονομική ασφάλεια» δεν γίνεται τόσο εύκολα αντικείμενο αμφισβήτησης. Αλλά, πρέπει να την αμφισβητήσουμε. Και ενώ αναγνωρίζουμε ότι κάποια μορφή κοινωνικής ιατρικής είναι καλύτερη από την ιδιωτική ασφάλιση που απευθύνεται σε λίγους, το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο από την δομή του «συστήματος υγείας».

Από αυτήν την άποψη, θα ήταν καλό να επανεξετάσουμε την κριτική της «υγείας» ως μια κατηγορία η οποία έγινε τόσο τραχιά στους παλαιότερους κοινωνικούς αγώνες: από το Mirage of Health (1959) του Renι Dubos έως το Ιατρική Νέμεσις (1979) του Ivan Illich, το Second Sickness (1983) του Howard Waitzkin, και, φυσικά, μερικά από τα έργα του Foucault στα μέσα της δεκαετίας του 1970 σχετικά με την «επένδυση» σε ένα υγιές σώμα που μας ζητάει να κάνουμε το κεφάλαιο. Μεγάλο μέρος αυτής της εργογραφίας για την υγεία ήταν τόσο επιδραστικό όσο ήταν και η ριζοσπαστική εργογραφία εκείνης της εποχής για τις φυλακές και τα άσυλα, και η οποία συμπεριλάμβανε μια εξίσου δριμεία κριτική: «η υγεία είναι μια εξολοκλήρου αστική έννοια», σχολίασε η Σοσιαλιστική Συλλογικότητα Ασθενών του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης στο Turn Illness into a Weapon (1972)8. Στις συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, το να κηρυχθείς υγιείς δεν σημαίνει τίποτα άλλο από το να κηρυχθείς «κατάλληλος για εργασία», δηλαδή το ίδιο πράγμα για το οποίο θεσπίστηκε εξαρχής η αστυνομική εξουσία. Ο λόγος για τον οποίο η «ασθένεια» έχει πάντα ηθικές και πολιτικές, όπως και ιατρικές, επιπτώσεις (ασθένεια και ασθένεια) είναι επειδή ομοίως η «υγεία» έχει ηθικές και πολιτικές επιπτώσεις. Εάν η υγεία είναι μια θεατρική παράσταση βάσει ενός κοινωνικού σεναρίου, όπως ο Illich το έθεσε στο Ιατρική Νέμεσις, τότε αυτό το σενάριο γράφεται για εμάς από το κεφάλαιο. Από το σενάριο είναι ξεγραμμένοι εκείνοι τους οποίους το κεφάλαιο και το κράτος διατίθονται σαφώς να θυσιάσουν στον ιό: οι ηλικιωμένοι και όσοι είναι σε γηροκομεία, σε φυλακές και σε άσυλα, και εκείνες οι δυσανάλογα φυλετικές και εθνοτικές μειονότητες που καθίστανται «ευάλωτες» εξαιτίας «υποκείμενων προβλημάτων υγείας». Είναι η διακριτική ευχέρεια της αστυνομικής εξουσίας, η οποία συμπυκνώνεται στις κοινωνικές σχέσεις. Όπως θα έλεγε ο Πουλατζάς, είναι η υλικότητα του κράτους και ο στρατηγικός προσανατολισμός του προς τις ανάγκες του κεφαλαίου που εκφράζονται στο γηροκομείο ως νεκροτομείο.


Επομένως, πρέπει εμφατικά να απορρίψουμε την αστυνομική πολιτική που συνοδεύει τον κτητικό ατομικισμό της αστικής τάξης πραγμάτων. Επιπλέον, πρέπει εμφατικά να απορρίψουμε τα τετριμμένα σχόλια του λόγου περί «βιοπολιτικής» και «ιδιωτικότητας». Αυτό στο οποίο παλεύουμε ενάντια είναι η ιατρική αστυνομία που διεξάγεται στο όνομα της υγειονομικής ασφάλειας. Ενάντια στην ιατρική αστυνομία, χρειάζεται να διεκδικήσουμε μια διαχυτική αλληλεγγύη που δεν υποκύπτει ούτε στην ιατρική αστυνομία ούτε στην υγειονομική ασφάλεια. Σημαίνει να μάθουμε και να καταλάβουμε πώς να φροντίζουμεμυαλό και σώμα, ευθραυστότητα και απόλαυσηο ένας τον άλλον. Και σημαίνει ότι το κάνουμε αυτό χωρίς να υποκύψουμε στην ιδέα περί του ότι τα σώματά μας βρίσκονται πάντα ήδη σε πόλεμο· χωρίς να υποκύψουμε στην αστική έννοια της ασθένειας· και χωρίς να νομίζουμε ότι η ευημερία είναι κάτι που χρειάζεται είτε πολιτικικοποίηση είτε ασφάλεια. Όλα αυτά αποτελούν μια πρόκληση, η οποία απαιτεί μια θετική πολιτική ριζωμένη σε μια θεώρηση των ανθρώπινων αναγκών που δεν προσπαθεί μόνο να ικανοποιήσει αυτές τις ανάγκες, αλλά χτίζει την δυναμική προς την μετάβαση των συστημάτων. Αυτό ακριβώς έχει εκφραστεί στην εξέγερση του George Floyd: μια εμφατική απόρριψη για άλλη μια φορά, Fuck the Police! συνδυασμένη με μια διαχυτική αλληλεγγύη που προσανατολίζεται στην οικοδόμηση ενός νέου κόσμου: αποχρηματοδότηση, κατάργηση και, εντούτοις, αφιέρωση στην φροντίδα και τις ανάγκες.


Το αντίθετο της αστυνομίας είναι τα κοινά· ένα γεγονός που είναι αρκετά έκδηλο στα πρώϊμα γραπτά περί αστυνομίας. Χρειαζόμαστε ίσως, ως μέρος του νέου αγώνα ενάντια στην αστυνομική εξουσία, να αρθρώσουμε επιπλέον νέα κοινά (της υγείας) ενάντια στην (ιατρική) εξουσία; Από μια άποψη, η πανδημία έχει θέσει ήδη ένα μέρος αυτής της εργασίας ως ύψιστη προτεραιότητα, μαζί με τις ad hoc προσπάθειες για αλληλοβοήθεια. Τέτοιες προσπάθειες έχουν αλληλοεπικαλυφθεί από τις διαδηλώσεις ενάντια στην αστυνομία, οι οποίες ξεπετάχτηκαν από την Εξέγερση του George Floyd, και είναι το τρομακτικό φάντασμα που στοιχειώνει την αστική φαντασία: το φάντασμα των κοινών, του «κομμουνισμού»· το φάντασμα μιας μη αστυνομευόμενης τάξης πραγμάτων, ενός κόσμου πέρα από την αστυνομία. Εάν αυτοί οι αγώνες ενάντια στην αστυνόμευση, υπό οποιαδήποτε μορφή της, μπορούν να αναπτυχθούν σε ένα διαρκές πλάνο για την οικοδόμηση ενός αντικαπιταλιστικού κόσμου, μένει να το δούμε. Δεν είναι ακόμη σαφές με ποιόν τρόπο μπορούμε να προχωρήσουμε πέρα από τις αμυντικές προσπάθειες περιορισμού των χειρότερων κακών της αστυνομίας (ιατρικής ή άλλου είδους). Και, από αυτήν την άποψη, η πρόκληση της κατάργησης τής αστυνομίας προκαλεί αμφότερα θαυμασμό και τρόμο. Άραγε, θα παράξουν οι λαϊκές απαντήσεις στην πανδημία νέες μορφές αλληλεγγύης και θεσμούς ικανούς να φροντίζουν για την «δημόσια υγεία», με τέτοιο τρόπο ώστε οι «κανονικές» πανδημίες της εποχής μας (εθισμός, αυτοκτονία, κατάθλιψη) να λάβουν τον ίδιο βαθμό συλλογικής προσοχής με την «εξαιρετική» πανδημία; Άραγε, θα κατευναστεί η εξέγερση από την μείωση της χρηματοδότησης της οπλισμένης ένστολης αστυνομίας, παρά μόνο για να δοθεί αυτή η χρηματοδότηση στην «ηπιότερη εξουσία» της κοινωνικής αστυνομίας; Ή το ρήγμα θα είναι βαθύτερο;

Η νέα συγκυρία της πανδημίας και της οικονομικής ύφεσης προσφέρει νέες δυνατότητες. Αντιμέτωποι με μια χρονική στιγμή που είναι αμφότερα θαυμαστή και τρομακτική, πρέπει να αντισταθούμε στην σαγήνη της ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της «υγειονομικής ασφάλειας». Προσέξτε: ιατρική αστυνομία. Αναδημιουργήστε τα κοινά.

Σημειώσεις

*Δημοσιεύθηκε αρχικά στο Radical Philosophy 2.08 (Autumn 2020).

1Ben Tarnoff, ‘These Are Conditions in Which Revolution Becomes Thinkable’, Commune, 7 April 2020.

2Mark Neocleous, War Power, Police Power (Edinburgh: Edinburgh University Press, 2014), 53–74.

3Mark Neocleous, A Critical Theory of Police Power (London: Verso, 2021).

4Bλ. την συλλογή «Coronavirus and Philosophers», European Journal of Psychoanalysis, καμία ημερομηνία, με ένα χωρίο από το Επιτήρηση και Τιμωρία του Foucault που συνοδεύεται με συνεισφορές από τους Agamben, Nancy, Esposito, και άλλους. Παρομοίως: Γεράσιμος Κακολύρης «A Foucauldian Enquiry in the Origins of the COVID-19 Pandemic», Critical Legal Thinking, 11 Μαΐου, 2020.

5Παναγιώτης Σωτήρης, ‘Against Agamben: Is a Democratic Biopolitics Possible?’, Viewpoint Magazine, 20 Μαρτίου 2020.

6Alberto Toscano, ‘Beyond the Plague State’, The Bullet, 14 May 2020.

7Brendan McQuade, Pacifying the Homeland: Intelligence Fusion και Mass Supervision (Oakland, CA: University of California Press, 2019)

8SPK [Socialist Patients Collective of the University of Heidelberg], Turn Illness into a Weapon (1972), trans. Huber (SPK, 1993), 15.

Πηγή: shadesmagazine

Mark Fisher: Είναι ευκολότερο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου από ότι το τέλος του καπιταλισμού

Κείμενο που είχε δημοσιευτεί στο blog k-punk και περιλήφθηκε στο βιβλίο Capitalist Realism: Is There No Alternative? (Zer0 Books, 2009). Ο Mark Fisher (1968-2017) ήταν συγγραφέας, κριτικός, φιλόσοφος και καθηγητής στο τμήμα οπτικού πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (Γκόλντσμιθ). Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Σε μια από τις βασικές σκηνές της ταινίας του Alfonso Cuarón Τα Παιδιά των Ανθρώπων (2006), ο χαρακτήρας του Clive Owen, Theo, επισκέπτεται ένα φίλο του στο Εργοστάσιο Παραγωγής Ρεύματος στο Μπάτερσι, που τώρα είναι ένας συνδυασμός κυβερνητικού κτιρίου και ιδιωτικής συλλογής. Πολιτιστικοί θησαυροί – ο Δαβίδ του Μιχαήλ Άγγελου, η Γκουέρνικα του Picasso, το φουσκωτό γουρούνι των Pink Floyd – φυλάσσονται σε ένα κτίριο που είναι το ίδιο ένα ανακαινισμένο πολιτισμικό τεχνούργημα. Αυτή είναι η μοναδική ματιά στην ζωή των ελίτ, οχυρωμένοι ενάντια στις συνέπειες μιας καταστροφής που έχει προκαλέσει μαζική στειρότητα: κανένα παιδί δεν γεννήθηκε επί μια γενιά. Ο Theo θέτει το ερώτημα, «πως μπορούν να έχουν σημασία όλα αυτά αν δεν υπάρχει κανένας για να τα δει;». το άλλοθι δεν μπορεί πλέον να είναι οι μελλοντικές γενιές, αφού δεν θα υπάρξει καμιά. Η απάντηση είναι μηδενιστικός ηδονισμός: «Προσπαθώ να μη το σκέφτομαι».

Αυτό που είναι μοναδικό στην δυστοπία στα Παιδιά των Ανθρώπων είναι πως είναι ειδική για τον ύστερο καπιταλισμό. Δεν είναι το γνώριμο ολοκληρωτικό σενάριο που πλασάρεται συνήθως στις κινηματογραφικές δυστοπίες (δείτε, για παράδειγμα, το V for Vendetta (2005) του James McTeigue). Στο μυθιστόρημα του P.D. James πάνω στο οποίο είναι βασισμένη η ταινία, η δημοκρατία αναστέλλεται και η χώρα κυβερνιέται από έναν αυτοδιορισμένο Επίτροπο, αλλά, σοφά η ταινία τα υποβαθμίζει όλα αυτά. Από όσο ξέρουμε, τα αυταρχικά μέτρα που φαίνονται παντού μπορεί να είχαν επιβληθεί μέσα σε μια πολιτική δομή που παραμένει, φαινομενικά, δημοκρατική. Ο Πόλεμος Κατά της Τρομοκρατίας μας έχει προετοιμάσει για μια τέτοια εξέλιξη: η κανονικοποίηση της κρίσης παράγει μια κατάσταση στην οποία η ακύρωση των μέτρων που ήρθαν για την αντιμετώπιση μιας έκτακτης ανάγκης γίνεται απίθανη (πότε θα τελειώσει ο πόλεμος;).

Βλέποντας τα Παιδιά των Ανθρώπων, αναπόφευκτα θυμόμαστε τη φράση που αποδίδεται στον Fredric Jameson και στον Slavoj Žižek, ότι είναι ευκολότερο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου από ότι να φανταστούμε το τέλος του καπιταλισμού. Αυτό το σύνθημα περιέχει ακριβώς αυτό που εννοώ με το «καπιταλιστικός ρεαλισμός»: την διάχυτη αίσθηση πως όχι μόνο ο καπιταλισμός είναι το μόνο βιώσιμο πολιτικό και οικονομικό σύστημα, αλλά και πως τώρα είναι αδύνατο να φανταστούμε ακόμη μια συνεκτική εναλλακτική σε αυτόν. Κάποτε, οι δυστοπικές ταινίες ήταν ασκήσεις σε τέτοιες πράξεις φαντασίας – οι καταστροφές που απεικόνιζαν λειτουργούσαν ως αφηγηματικά προσχήματα για την εμφάνιση διαφορετικών τρόπων ζωής. Όχι όμως στα Παιδιά των Ανθρώπων. Ο κόσμος που προβάλει μοιάζει με παρέκταση ή επιδείνωση του δικού μας από ότι μια εναλλακτική σε αυτόν . στο κόσμο της, όπως και στο δικό μας, ο υπερ-ολοκληρωτισμός και ο καπιταλισμός δεν είναι ασύμβατα μεταξύ τους: στρατόπεδα συγκέντρωσης και αλυσίδες καφέ συνυπάρχουν. Στα Παιδιά των Ανθρώπων, ο δημόσιος χώρος έχει εγκαταλειφθεί, έχει παραδοθεί σε παρατημένα σκουπίδια και ζώα που παραμονεύουν (μια ιδιαίτερα σημαντική σκηνή λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα εγκαταλειμμένο σχολείο, μέσα από το οποίο τρέχει ένα ελάφι). Οι νεοφιλελεύθεροι, οι βασικοί ρεαλιστές καπιταλιστές, επιδοκιμάζουν την καταστροφή του δημόσιου χώρου αλλά, αντίθετα με τις επίσημες ελπίδες τους, δεν υπάρχει η καταστροφή του κράτους στα Παιδιά των Ανθρώπων, μόνο μια απογύμνωση του κράτους στο πυρήνα των στρατιωτικών και αστυνομικών λειτουργιών (λέω «επίσημες» ελπίδες καθώς ο νεοφιλελευθερισμός μυστικά βασίζονταν πάνω στο κράτος ακόμη και όταν ιδεολογικά το επέκρινε. Αυτό έγινε εντυπωσιακά ξεκάθαρο στην διάρκεια της τραπεζικής κρίσης του 2008, όταν, με την πρόσκληση νεοφιλελεύθερων ιδεολόγων, το κράτος έσπευσε να στηρίξει το τραπεζικό σύστημα).

Η καταστροφή στα Παιδιά των Ανθρώπων δεν περιμένει ούτε παρακάτω στο δρόμο, ούτε έχει ήδη συμβεί. Αντίθετα (επι)βιώνεται. Δεν υπάρχει στιγμή της καταστροφής· ο κόσμος δεν τελειώνει με πάταγο, σβήνει, καταρρέει, διαλύεται σταδιακά. Τι προκάλεσε την εμφάνιση της καταστροφής, ποιος ξέρει· το αίτιο της έχει ρίζες του βαθιά στο παρελθόν, τόσο απόλυτα ξεκομμένες από το παρόν, ώστε να μοιάζει με το καπρίτσιο ενός καοήθους πλάσματος: ένα αρνητικό θαύμα, μια κατάρα που καμιά μετάνοια δεν μπορεί εξιλεώσει. Μια τέτοια μάστιγα μπορεί να υποχωρήσει μόνο με μια παρέμβαση που δεν μπορεί παρά να είναι εξίσου αναπάντεχη όσο και η κατάρα εξαρχής. Η δράση δεν έχει νόημα· μόνο η παράλογη ελπίδα έχει νόημα. Η προκατάληψη και θρησκεία, τα πρώτα καταφύγια των αβοήθητων, αυξάνονται.

Τι γίνεται όμως με την ίδια την καταστροφή; Είναι προφανές πως το θέμα της στειρότητας πρέπει να αναγνωστεί μεταφορικά, ως η μετατόπιση ενός άλλου είδους αγωνία. Θέλω να πω ότι η αγωνία αυτή φωνάζει να ερμηνευτεί με πολιτισμικούς όρους, και το ερώτημα που θέτει η ταινία είναι: πόσο μπορεί να αντέξει ένας πολιτισμός δίχως το νέο; Τι γίνεται όταν οι νέοι δεν είναι πλέον σε θέσεις να παράγουν εκπλήξεις;

Τα Παιδιά των Ανθρώπων συνδέει με την υπόψιν πως το τέλος έχει ήδη έρθει, τη σκέψη πως ίσως το μέλλον να επιφυλάσσει μόνο επανάληψη και αντιγραφές. Μπορεί να μην υπάρχουν ρήξεις, να μην έρθει καμιά «έκπληξη του νέου»; Τέτοιες αγωνίες  τείνουν να καταλήγουν σε δίπολες ταλαντεύσεις: η «αδύναμη μεσσιανική» ελπίδα πως πρέπει να υπάρξει κάτι νέο που έρχεται, πέφτει σε σκυθρωπή πίστη πως τίποτα το καινούριο δεν μπορεί να συμβεί. Η εστίαση μεταφέρεται από το Επόμενο Μεγάλο Πράγμα στο τελευταίο μεγάλο πράγμα – πόσο παλιά έγινε και πόσο μεγάλο ήταν;

Ο T.S. Eliot παραφυλάει στο υπόβαθρο των Παιδιών των Ανθρώπων, το οποίο, εν τέλει, κληρονόμησε το θέμα της στειρότητας από την Έρημη Χώρα. Η καταληκτική επιγραφή της ταινίας «shantih shantih shantih» έχει περισσότερα κοινά με τα αποσπασματικά κομμάτια του Eliot παρά με την ειρήνη των Ουπανισάδων (ΣτΜ: θρησκευτικά κείμενα του Ινδουισμού). Ίσως είναι δυνατό να δούμε τις ανησυχίες ενός άλλου Eliot – τον Eliot του Tradition and the Individual Talent – που κρύβεται μέσα στα Παιδιά των Ανθρώπων. Ήταν στο δοκίμιο αυτό που ο Eliot, πριν τον Harold Bloom, περιέγραψε την αμοιβαία σχέση μεταξύ του αναγνωρισμένου και του νέου. Το νέο ορίζει τον εαυτό του σε απάντηση αυτού που ήδη έχει καθιερωθεί· το καθιερωμένο, την ίδια στιγμή, πρέπει να αναδιαμορφώσει τον εαυτό του σε απάντηση προς το νέο. Ο ισχυρισμός του Eliot ήταν πως η εξάντληση του μέλλοντος δεν μας αφήνει ούτε με το παρελθόν. Η παράδοση δεν σημαίνει τίποτα όταν δεν αμφισβητείται και δεν τροποποιείται πλέον. Μια κουλτούρα που απλά συντηρείται δεν είναι καν κουλτούρα. Η μοίρα της Γκουέρνικα του Picasso στην ταινία – κάποτε μια κραυγή αγωνίας και οργής κατά των φασιστικών φρικαλεοτήτων, τώρα είναι ένα κάδρο στο τοίχο – είναι χαρακτηριστική. Όπως ο χώρος έκθεσης του στο Μπάτερσι στη ταινία, ο πίνακας αποκτά «εικονική» σημασία μόνο όταν του αφαιρεθεί κάθε δυνατή λειτουργία και πλαίσιο αναφοράς. Κανένα πολιτισμικό αντικείμενο δεν μπορεί να διατηρήσει την δύναμη του όταν πλέον δεν υπάρχουν νέα μάτια για να το δουν.

Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να φτάσει το κοντινό μέλλον των Παιδιών των Ανθρώπων για να δούμε αυτή την μεταμόρφωση του πολιτισμού σε εκθεσιακά αντικείμενα. Η δύναμη του καπιταλιστικού ρεαλισμού προέρχεται εν μέρει από τον τρόπο που ο καπιταλισμός σαρώνει και καταναλώνει όλη την προηγούμενη ιστορία: ένα αποτέλεσμα του «συστήματος αντιστοιχίας» του που μπορεί να αποδώσει σε όλα τα πολιτισμικά αντικείμενα, είτε είναι θρησκευτική εικονογραφία, πορνογραφία, ή το Κεφάλαιο, μια χρηματική αξία. Κάντε μια βόλτα στο Βρετανικό Μουσείο, όπου βλέπεις αντικείμενα αρπαγμένα από τους βιόκοσμους τους και συγκεντρωμένα σαν να ήταν στο αμπάρι ενός διαστημοπλοίου Κυνηγών (Predator), και έχεις μια πανίσχυρη εικόνα αυτής της διεργασίας σε δράση. Στην μετατροπή των πρακτικών και των τελετών σε απλά αισθητικά αντικείμενα, τα πιστεύω των προηγούμενων πολιτισμών αντικειμενικά χρησιμοποιούνται ειρωνικά, μεταμορφωμένα σε τεχνουργήματα. Ο καπιταλιστικός ρεαλισμός έτσι δεν είναι ένα ιδιαίτερος τύπος του ρεαλισμού· είναι περισσότερο ο ίδιος ο ρεαλισμός. Όπως ο ίδιος ο Marx και ο Engels παρατήρησαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο,

«[Το κεφάλαιο] έχει πνίξει τις πιο θερμές εκστάσεις της θρησκευτικής θέρμης, του ιπποτικού ενθουσιασμού, του πρωτόγονου συναισθηματισμού, στα παγωμένα νερά του εγωιστικού υπολογισμού. Έχει μετατρέψει την προσωπική αξία σε ανταλλακτική αξία, και στη θέση των αμέτρητων αναφαίρετων πιστοποιημένων ελευθεριών, έχει βάλει εκείνη την αδίσταχτη ελευθερία – το Ελεύθερο Εμπόριο. Με μια λέξη την καλυμμένη με θρησκευτικές και πολιτικές ψευδαισθήσεις, την έχει αντικαταστήσει με γυμνή, ξεδιάντροπη, άμεση, βάρβαρη εκμετάλλευση».

 Ο καπιταλισμός είναι αυτό που απομένει όταν τα πιστεύω έχουν καταρρεύσει στο επίπεδο της τελετουργικής ή συμβολικής επεξήγησης, και το μόνο που έχει απομείνει είναι ο καταναλωτής-θεατής, που περιδιαβαίνει ανάμεσα στα ερείπια και τα λείψανα.

Όμως αυτή η στροφή από την πίστη σε αισθητική, από συμμετοχή σε θέαμα, θεωρείται πως είναι μια από τις αρετές του καπιταλιστικού ρεαλισμού. Ισχυριζόμενος, όπως λέει ο Badiou, πως μας έχει «απελευθερώσει από τις ‘θανάσιμες ιδέες’ που εμπνεύστηκαν από ’ιδεολογίες του παρελθόντος’», ο καπιταλιστικός ρεαλισμός παρουσιάζεται ως ασπίδα που μας προστατεύει από τους κινδύνους που προκαλούνται από την ίδια την πίστη. Η νοοτροπία της ειρωνικής απόστασης κατάλληλη για τον μεταμοντέρνο καπιταλισμό υποτίθεται πως μας θωρακίζει ενάντια στις προκλήσεις του φανατισμού. Το χαμήλωμα των προσδοκιών μας, μας λένε, είναι ένα μικρό τίμημα για να πληρώσουμε για να προστατευτούμε από το τρόμο και τον ολοκληρωτισμό. «Ζούμε σε μια αντίφαση», παρατηρεί ο Badiou:

«μια βάρβαρη κατάσταση, βαθιά ανελεύθερη – όπου όλη η ύπαρξη αξιολογείται με όρους χρημάτων μόνο – μας παρουσιάζεται ως ιδανικό. Για να δικαιολογήσουν το συντηρητισμό τους οι μετέχοντες στην καθιερωμένη τάξη δεν μπορούν πραγματικά να τον αποκαλέσουν ιδανικό ή υπέροχο. Έτσι αντίθετα, έχουν αποφασίσει να πουν πως όλα τα υπόλοιπα είναι απαίσια. Βέβαια, λένε, μπορεί να μη ζούμε σε μια κατάσταση τέλειας Καλοσύνης. Αλλά είμαστε τυχεροί που δεν ζούμε σε μια συνθήκη κακού. Η δημοκρατία μας δεν είναι τέλεια. Αλλά είναι καλύτερη από τις αιματοβαμμένες δικτατορίες. Ο καπιταλισμός είναι άδικος. Αλλά δεν είναι εγκληματικός όπως ο σταλινισμός. Αφήνουμε εκατομμύρια Αφρικανούς να πεθάνουν από AIDS, αλλά δεν κάνουμε ρατσιστικές εθνικιστικές δηλώσεις όπως ο Milosevic. Σκοτώνουμε Ιρακινούς με τα αεροπλάνα μας, αλλά δεν κόβουμε τους λαιμούς τους με χατζάρες όπως κάνουν στη Ρουάντα, κλπ».

Ο «ρεαλισμός» εδώ είναι ανάλογος με την μηδενιστική οπτική ενός καταθλιπτικού που πιστεύει πως κάθε θετική κατάσταση, κάθε ελπίδα, είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση.

Στην ερμηνεία τους του καπιταλισμού, και σίγουρα την πιο εντυπωσιακή από τον Marx, οι Deleuze και Guattari περιγράφουν τον καπιταλισμό ως ένα είδος σκοτεινής δυνατότητας που στοίχειωνε όλα τα προηγούμενα κοινωνικά συστήματα. Το κεφάλαιο, λένε, είναι το «ακατονόμαστο Πράγμα», το βδέλυγμα, το οποίο πρωτόγονες και φεουδαρχικές κοινωνίες «κρατούσαν μακριά προληπτικά». Όταν τελικά έρχεται, ο καπιταλισμός φέρνει μαζί του μια μαζική αποϊεροποίηση της κουλτούρας. Είναι ένα σύστημα δεν ρυθμίζεται από κάποιον υπερβατικό Νόμο· το αντίθετο, αποδομεί όλους αυτούς τους κώδικες, απλά για να τους καθιερώσει εκ νέου σε μια ad hoc βάση. Τα όρια του καπιταλισμού δεν διορθώνονται με διατάγματα, αλλά ορίζονται (και επανακαθορίζονται) πραγματιστικά και με αυτοσχεδιασμό. Αυτό κάνει τον καπιταλισμό να μοιάζει με το Πράγμα (Thing) στην ομώνυμη ταινία του John Carpenter: μια τερατώδη, απεριόριστα εύπλαστη οντότητα, ικανή να μεταβολίζεται και να απορροφά οτιδήποτε  με το οποίο έρχεται σε επαφή. Το κεφάλαιο λένε οι Deleuze kai Guattari, είναι «ένας ετερόκλητος πίνακας όλων όσων έχουν υπάρξει ποτέ»· ένα παράδοξο υβρίδιο του υπερ-μοντέρνου και του αρχαϊκού. Στα χρόνια από όταν οι Deleuze και Guattari τους δυο τόμους του Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, έμοιαζε σαν οι αποεδαφικοποιητικές ορμές του καπιταλισμού να έχουν περιοριστεί στο κεφάλαιο, αφήνοντας την κουλτούρα να ελέγχονται από τις δυνάμεις της επανεδαφικοποίησης.

Αυτή η αίσθηση δυσφορίας, η αίσθηση πως τίποτα δεν είναι καινούριο, δεν είναι φυσικά η ίδια κάτι το καινούριο. Βρισκόμαστε στο διαβόητο «τέλος της ιστορίας» που διακήρυξε ο Francis Fukuyama μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Η θέση του Fukuyama πως η ιστορία έφτασε στο απόγειο της με τον φιλελεύθερο καπιταλισμό μπορεί να έχει απορριφθεί γενικά, αλλά είναι αποδεκτή, ακόμη είναι και προϋπόθεση, σε επίπεδο πολιτισμικού ασυνείδητου. Πρέπει να θυμόμαστε όμως, πως ακόμη και όταν ο Fukuyama την προωθούσε, την ιδέα δηλαδή πως η ιστορία είχε φτάσει σε ένα «τερματικό προορισμό» δεν θριαμβολογούσε απλά. Ο Fukuyama προειδοποιούσε πως η λαμπρή του πόλη θα ήταν στοιχειωμένη, πίστευε όμως πως τα φαντάσματα θα ήταν νιτσεϊκά και όχι μαρξιστικά. Μερικές από τις πιο προφητικές σελίδες του Nietzsche είναι εκείνες που περιγράφουν τον «υπερκορεσμό μιας εποχής με ιστορία». «Οδηγεί σε μια επικίνδυνη διάθεση ειρωνείας σε σχέση με τον εαυτό της», έγραψε στους Ανεπίκαιρους Στοχασμούς, «και κατά συνέπεια σε ακόμη πιο επικίνδυνη διάθεση κυνισμού», στην οποία «το κοσμοπολίτικο δείξιμο με το δάκτυλο», ένα αποκομμένο θέαμα, αντικαθιστά την συμμετοχή και την ενασχόληση.  Αυτή είναι η συνθήκη του Τελευταίου Ανθρώπου του Nietzsche, που έχει δει τα πάντα, αλλά έχει παρακμάσει εξασθενημένος ακριβώς λόγω της υπερβολής της (αυτό)επίγνωσης του.

Η θέση του Fukuyama κατά κάποιο τρόπο είναι ένα καθρεφτιζόμενο είδωλο του Fredric Jameson. Ο Jameson έχει πει πως ο μεταμοντερνισμός είναι «η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού». Υποστήριξε πως η αποτυχία του μέλλοντος ήταν βασικό στοιχείο μιας μεταμοντέρνας πολιτισμικής σκηνής στην οποία, όπως σωστά προέβλεψε, θα κατέληγε να κυριαρχείται από την απομίμηση και την αναβίωση. Με δεδομένο πως ο Jameson έχει δείξει με επιτυχία την σχέση μεταξύ μεταμοντέρνας κουλτούρας και συγκεκριμένων τάσεων στον καταναλωτικό (μετα-φορντικό) καπιταλισμό, θα μπορούσε να φανεί πως δεν υπάρχει ανάγκη για την έννοια του καπιταλιστικού ρεαλισμού. Κατά κάποιο τρόπο, αυτό ισχύει. Αυτό που ονομάζω καπιταλιστικό ρεαλισμό μπορεί να υπαχθεί κάτω από το τίτλο του μεταμοντερνισμού όπως θεωρητικοποιήθηκε από τον Jameson. Παρά το ηρωικό έργο αποσαφήνισης του Jameson, ο μεταμοντερνισμός παραμένει ένας ιδιαίτερα αμφιλεγόμενος όρος, τα νοήματα του, αναλόγως και με μη εποικοδομητικό τρόπο, ακαθόριστα και πολλαπλά. Το κυριότερο, θα ήθελα να πω πως μερικές από τις διαδικασίες  τις οποίες περιέγραψε και ανέλυσε ο Jameson έχουν γίνει πλέον τόσο χειρότερες και χρόνιες που έχουν υποστεί ένα είδος αλλαγής.

Τέλος, υπάρχουν τρεις λόγοι που προτιμώ τον όρο καπιταλιστικός ρεαλισμός από τον μεταμοντερνισμό. Στη δεκαετία του 1980 που ο Jameson  αρχικά ανέπτυξε την θέση του για το μεταμοντερνισμό, υπήρχαν ακόμη, κατ’ όνομα τουλάχιστον, πολιτικές εναλλακτικές στο καπιταλισμό. Αυτό που αντιμετωπίζουμε τώρα όμως, είναι μια βαθύτερη, πιο διάχυτη αίσθηση εξουθένωσης, πολιτισμικής και πολιτικής στειρότητας. Στη δεκαετία του 1980, ο «Πραγματικά Υπαρκτός Σοσιαλισμός» άντεχε ακόμη, αν και στο τελικό στάδιο της κατάρρευσης του. Στη Βρετανία, τα χαρακώματα του ταξικού ανταγωνισμού φάνηκαν πλήρως σε ένα γεγονός, όπως η Απεργία των Ανθρακωρύχων του 1984-1985, και η ήττα των ανθρακωρύχων ήταν μια σημαντική στιγμή στην ανάπτυξη του καπιταλιστικού ρεαλισμού, τουλάχιστον εξίσου σημαντική στην συμβολική της διάσταση όσο και στις πρακτικές της συνέπειες. Το κλείσιμο των λάκκων στηρίχθηκε ακριβώς πάνω στη βάση του ότι αν έμεναν ανοιχτοί δεν ήταν «οικονομικά ρεαλιστικό», και οι ανθρακωρύχοι μπήκαν στο ρόλο των τελευταίων πρωταγωνιστών σε ένα καταδικασμένο προλεταριακό ρομάντζο. Η δεκαετία του 1980 ήταν η περίοδος που ο καπιταλιστικός ρεαλισμός νίκησε και εγκαθιδρύθηκε, όταν το δόγμα της Margaret Thatcher πως «δεν υπάρχει εναλλακτική» – το περιεκτικότερο που ελπίζεις να είναι ένα σύνθημα του καπιταλιστικού ρεαλισμού – έγινε μια βάρβαρα αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Δεύτερο, ο μεταμοντερνισμός περιλάμβανε μια σχέση με τον μοντερνισμό. Το έργο του Jameson ξεκίνησε με την διερεύνηση της ιδέας, που αγκάλιαζαν ο Adorno και άλλοι, πως ο μοντερνισμός διέθετε επαναστατικές δυνατότητες και μόνο χάρη στις ουσιαστικές του καινοτομίες. Αυτό που όμως αντίθετα είδε να γίνεται ο Jameson ήταν η ενσωμάτωση μοντερνιστικών μοτίβων στην πλατιά κουλτούρα (ξαφνικά, για παράδειγμα, σουρεαλιστικές τεχνικές εμφανίστηκαν στην διαφήμιση). Την ίδια στιγμή καθώς συγκεκριμένες μοντερνιστικές φόρμες απορροφήθηκαν και εμπορευματοποιήθηκαν, τα δόγματα του μοντερνισμού – η υποτιθέμενη πίστη του στον ελιτισμό και το μονολογικό του, από πάνω προς τα κάτω μοντέλο πολιτισμού – αμφισβητούνταν και απορρίπτονταν στο όνομα της «διαφοράς», της «ποικιλίας» και της «πολλαπλότητας». Ο καπιταλιστικός ρεαλισμός δεν προχωρά πλέον σε τέτοιου είδους αντιπαράθεση με το μοντερνισμό. Το αντίθετο, παίρνει την πανωλεθρία του μοντερνισμού ως δεδομένη: ο μοντερνισμός είναι πλέον κάτι που περιοδικά μπορεί να επιστρέφει, αλλά μόνο ως παγωμένο αισθητικό στυλ, ποτέ ως ιδανικό για ζωή.

Τρίτο, μια ολόκληρη γενιά έχει περάσει από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Στα 1960 και στα 1970, ο καπιταλισμός έπρεπε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του πως να περιορίσει ή να απορροφήσει ενέργειες από τα έξω. Τώρα, πρακτικά, έχει το αντίθετο πρόβλημα· πως μπορεί να λειτουργήσει δίχως ένα έξω για να αποικήσει και να εκμεταλλευτεί; Για τους περισσότερους ανθρώπους κάτω των 20 σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική, η έλλειψη εναλλακτικών στο καπιταλισμό πλέον δεν είναι καν ζήτημα. Ο καπιταλισμός καταλαμβάνει δίχως κενά του ορίζοντες του πιθανού. Ο Jameson ανέφερε συνήθως με τρόμο τους τρόπους που ο καπιταλισμός είχε ποτίσει μέχρι το ασυνείδητο· τώρα το γεγονός πως ο καπιταλισμός έχει εποικήσει τον κόσμο των ονείρων του πληθυσμού θεωρείται τόσο δεδομένο που πλέον δεν είναι άξιο σχολίου. Θα ήταν επικίνδυνο και παραπλανητικό να φανταστούμε πως το πρόσφατο παρελθόν ήταν μια άσπιλη και αμόλυντη κατάσταση γεμάτη με πολιτικές δυνατότητες. Έτσι ήταν καλό να θυμόμαστε το ρόλο που έπαιξε η εμπορευματοποίηση στη παραγωγή του πολιτισμού σε ολόκληρη τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Ωστόσο η παλιά πάλη μεταξύ αναδρομολόγησης (détournement) και ανάκτησης, μεταξύ υπονόμευσης και ενσωμάτωσης, μοιάζει να έχει ολοκληρωθεί. Αυτό που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι η ενσωμάτωση των υλικών που πρωτού έμοιαζαν να διαθέτουν υπονομευτικές δυνατότητες, αλλά αντίθετα, η προενσωμάτωση τους: η προληπτική μορφοποίηση και μορφοποίηση των επιθυμιών, επιθυμιών και ελπίδων από την καπιταλιστική κουλτούρα. Δείτε, για παράδειγμα, την δημιουργία τακτοποιημένων «εναλλακτικών» και «ανεξάρτητων» πολιτισμικών ζωνών, που επαναλαμβάνουν συνεχώς παλιότερες χειρονομίες επανάστασης και αμφισβήτησης σα να είναι η πρώτη φορά. «Εναλλακτικό» και «ανεξάρτητο» δεν σημαίνουν κάτι έξω από την καθιερωμένη κουλτούρα· αντίθετα, είναι στυλ, ουσιαστικά τα κυρίαρχα στυλ, μέσα στο καθιερωμένο. Κανείς δεν ενσάρκωσε περισσότερο (και πάλεψε με) αυτό το αδιέξοδο από τον Kurt Cobain και τους Nirvana. Στην τρομερή του αδυναμία και στην άσκοπη οργή του, ο Cobain έμοιαζε να δίνει μια κουρασμένη φωνή στην απόγνωση της γενιάς που είχε έρθει μετά την ιστορία, που κάθε κίνηση της αναμένονταν, εντοπίζονταν, αγοράζονταν και πωλούνταν πριν καν γίνει. Ο Cobain ήξερε πως ήταν απλά ακόμη ένα κομμάτι του θεάματος, πως τίποτα δεν πάει καλύτερα στο MTV από μια διαμαρτυρία εναντίον του MTV· ήξερε πως κάθε κίνηση του ήταν ένα κλισέ, σχεδιασμένη εκ των προτέρων, ήξερε πως ακόμη και η αναγνώριση αυτής της κατάστασης ήταν ένα κλισέ. Το αδιέξοδο που παρέλυσε τον Cobain είναι ακριβώς εκείνο που περιέγραψε ο Jameson: όπως η μεταμοντέρνα κουλτούρα γενικότερα, ο Cobain βρέθηκε μέσα σε «ένα κόσμο στον οποίο η στυλιστική καινοτομία δεν είναι πλέον δυνατή, [όπου] το μόνο που έχει απομείνει είναι το να μιμηθείς νεκρά στυλ, να μιλάς μέσα από μάσκες με τις φωνές των στυλ στο φαντασιακό μουσείο». Εδώ, ακόμη και η επιτυχία σημαίνει αποτυχία, καθώς το να πετύχεις σημαίνει πως είσαι μόνο το νέο κρέας με το οποίο μπορεί να τραφεί το σύστημα. Η έντονα υπαρξιακή αγωνία των Nirvana και του Cobain όμως ανήκει σε μια παλιότερη στιγμή· αυτό που τους διαδέχτηκε ήταν μια παρωδία rock η οποία αναπαρήγαγε τις φόρμες του παρελθόντος δίχως αγωνία.

Ο θάνατος του Cobain επιβεβαίωσε την ήττα και ενσωμάτωση των ουτοπικών και τεράστιων φιλοδοξιών του rock. Όταν πέθανε, το rock ήδη επισκιάζονταν από το hip hop, του οποίου η παγκόσμια επιτυχία έχει προϋποθέσει ακριβώς τον τύπο της προενσωμάτωσης από το κεφάλαιο, στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω. Για μεγάλο μέρος του hip hop, κάθε «αφελής» ελπίδα πως η κουλτούρα της νεολαίας μπορούσε να αλλάξει οτιδήποτε έχει αντικατασταθεί από την ξεροκέφαλη αποδοχή μιας βάναυσα απλουστευτικής εκδοχής της «πραγματικότητας». «Στο hip hop», τόνιζε ο Simon Reynolds σε ένα δοκίμιο το 1996 για το περιοδικό The Wire

«το ‘πραγματικό’ έχει δυο έννοιες. Πρώτα, σημαίνει αυθεντική, ασυμβίβαστη μουσική που αρνείται να ξεπουληθεί στη μουσική βιομηχανία και να απαλύνει το μήνυμα της για ευρύτερη αποδοχή. ‘Πραγματικό’ επίσης σημαίνει πως η μουσική απεικονίζει μια ‘πραγματικότητα’ που αποτελείται από την οικονομική αστάθεια του ύστερου καπιταλισμού, θεσμικό ρατσισμό, και αυξημένη επιτήρηση και παρενόχληση της νεολαίας από την αστυνομία. ‘Πραγματικό’ σημαίνει το θάνατο του κοινωνικού: σημαίνει εταιρείες που αντιδρούν στα αυξημένα κέρδη όχι με την αύξηση της αμοιβής ή βελτιώνοντας τις παροχές αλλά με… την μείωση μεγέθους (απολύοντας το μόνιμο προσωπικό ώστε να δημιουργήσει μια ρευστή δεξαμενή απασχόλησης για μερική απασχόληση και ανεξάρτητους εργαζόμενους δίχως παροχές ή εργασιακή ασφάλεια)

Στο τέλος, ήταν ακριβώς αυτή η ερμηνεία αυτής της πρώτης εκδοχής του πραγματικού από το hip hop – «το ασυμβίβαστο» – που επέτρεψες την εύκολη απορρόφηση της από τη δεύτερη, την πραγματικότητα της οικονομικής αστάθειας του ύστερου καπιταλισμού, όπου αυτού του είδους αυθεντικότητας έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα εμπορεύσιμη. Η gangster rapούτε αντανακλά τις πορϋπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες, όπως πολλοί από τους υπέρμαχους της υποστηρίζουν, ούτε προκαλεί απλά αυτές τις συνθήκες, όπως στηρίζουν οι επικριτές της – μάλλον το κύκλωμα όπου το hip hop και το ύστερο καπιταλιστικό κοινωνικό πεδίο τρέφει το ένα το άλλο είναι ένα από τα μέσα με τα οποία καπιταλιστικός ρεαλισμός μεταμορφώνει τον εαυτό του σε ένα είδος αντιμυθικού μύθου. Η συγγένεια μεταξύ του hip hop και γκανγκστερικών ταινιών όπως Ο Σημαδεμένος, οι ταινίες του Νονού, το Reservoir Dogs, Τα Καλά Παιδιά και το Pulp Fiction πηγάζει από το κοινό τους ισχυρισμό πως έχουν απογυμνώσει το κόσμο από συναισθηματικές ψευδαισθήσεις και τον είδαν «όπως πραγματικά είναι»: ένας χομπσιανός πόλεμος όλων εναντίον όλων, ένα σύστημα μόνιμης εκμετάλλευσης και γενικευμένης εγκληματικότητας. Στο hip hop, γράφει ο Reynolds, «Για ‘να προσγειωθείς στη πραγματικότητα’ είναι το να αντιμετωπίσεις μια φυσική κατάσταση όπου ο ένας τρώει τον άλλο, όπου είσαι είτε νικητής ή χαμένος, και όπου οι περισσότεροι θα είναι χαμένοι».

Η ίδια neo-noir κοσμοαντίληψη μπορεί να βρεθεί στα κόμικ του Frank Miller και στα μυθιστορήματα του James Ellroy. Υπάρχει ένα είδος ματσίλας της απομυθολογικοποίησης στα έργα του Miller και του Ellroy. Παρουσιάζονται ως ατρόμητοι παρατηρητές που αρνούνται να εξωραΐσουν το κόσμο ώστε να μπορεί σε δήθεν απλά ηθικά δίπολα των κόμικ υπερηρώων και του παραδοσιακού αστυνομικού μυθιστορήματος. Ο «ρεαλισμός» εδώ είναι κάπως τονισμένος, παρά αποδυναμωμένος, από την εμμονή τους στο κραυγαλέα ανήθικο – αν και η υπερβολική επιμονή στη σκληρότητα, την προδοσία και την αγριότητα και στους δύο συγγραφείς γρήγορα γίνεται παντομίμα. «Στο απόλυτο σκοτάδι του» έγραψε ο Mike Davis το 1992 για τον Ellroy, «δεν έχει απομείνει φως για να ρίξει σκιές και το κακό γίνεται μια δικανική κοινοτοπία. Το αποτέλεσμα μοιάζει πολύ με ην πραγματική ηθική υφή της εποχής των Reagan-Bush: ένας υπερκορεσμός διαφθοράς που δεν μπορεί πλέον να εξοργίσει ή ακόμη και να ενδιαφέρει». Αυτή όμως η απευαισθητοποίηση εξυπηρετεί μια λειτουργία του καπιταλιστικού ρεαλισμού: ο Davis υπέθεσε πως «ο ρόλος του noir του Λος Άντζελες» μπορεί να ήταν για να «στηρίξει την εμφάνιση του homo reaganus»,

Πηγή: geniusloci