Η ιδέα της προόδου μπροστά στην οικολογική καταστροφή

«Μπορεί να φαίνεται απίθανο μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία να επιλέξει να αυτο-καταστραφεί, αλλά είμαστε στη διαδικασία να κάνουμε αυτό ακριβώς», γράφει η Elizabeth Kolbert στο Ημερολόγιο μιας Καταστροφής.i Στο άλλο γνωστό βιβλίο της (Η Έκτη Εξαφάνιση των Ειδών), η Kolbert εκτιμά ότι η γη θα έχει χάσει περίπου τα μισά είδη μέχρι τον επόμενο αιώνα, 66 εκατομμύρια χρόνια μετά την προηγούμενη μαζική εξαφάνιση.

Μπορούμε να προσδοκάμε ότι οι κοινωνίες θα ελέγξουν αργά ή γρήγορα τη σημερινή πανδημία. Εκείνο όμως που δεν θα μπορούν να ελέγξουν είναι η κατάρρευση των φυσικών συνθηκών της ύπαρξής τους. Ο πλανήτης θερμαίνεται εδώ και 150 χρόνια, λόγω της υπερβολικής ενέργειας που εκλύεται από τα αέρια του θερμοκηπίου, κάτι που η προσωρινή, λόγω πανδημίας, μείωσή τους, δεν είναι ικανή από μόνη της να ανασχέσει.ii Ακόμα και αν εκπληρωθούν οι στόχοι του Παρισιού, η υπερθέρμανση του πλανήτη κατά 3,4° C μέχρι το 2100 φαίνεται να είναι δρομολογημένη, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν άλλα ανατροφοδοτικά φαινόμενα από τον κύκλο του διοξειδίου του άνθρακα. Αν ληφθούν υπόψιν, τότε η αύξηση εκτιμάται στους 4,5 με 5 ° C. Αύξηση της θερμοκρασίας 4° C θα ήταν «ασύμβατη με μια οργανωμένη παγκόσμια κοινότητα», και «θα μπορούσε να μειώσει τον ανθρώπινο πληθυσμό κατά 80 ή 90%».iii

Φαίνεται λοιπόν ότι το «τέλος του κόσμου» δεν είναι απλώς πια μια ιδέα που ανάγεται στην φθορά της Δυτικής «υλικής κυριαρχίας και πνευματικής ηγεμονίας», όπως υπόστηριξε ο Bauman σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του,iv αλλά μια ορατή πιθανότητα. Ο καπιταλισμός, ιδιαίτερη δημιουργία του Δυτικού πολιτισμού, έχει παγκοσμιοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που καταστρέφει τις συνθήκες ζωής όλων των όντων πάνω στη γη. Πράγματι, 70% των αερίων του θερμοκηπίου που έχουν εκλυθεί από το 1988 προέρχεται μόνο από 100 εταιρείες, ενώ την ίδια περίοδο όλες κι όλες 25 εταιρείες παρήγαγαν τις μισές από τις βιομηχανικές εκπομπές.v Πρόκειται βέβαια για πολυεθνικές, οι δραστηριότητες των οποίων προωθούνται από κυρίαρχα κράτη, επενδυτικά κεφάλαια, διεθνείς οργανισμούς, γεωστρατηγικά συμφέροντα, πολέμους, και κυβερνήσεις που δικαιολογούν ή αποκρύπτουν τις ζημίες που προκαλούνται στο παγκόσμιο οικοσύστημα. Ωστόσο, η εξουσία στην πολιτική, όπως και στην οικονομία, δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς μόνο σε σχέση με τη δυνατότητα συγκεκριμένων δρώντων να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους στο κοινωνικό σύνολο. Η εξουσία εδράζεται στην κατασκευή νοήματος, τις κοινές αξίες, την αποδοχή και νομιμοποίησή τους, ή, με άλλα λόγια στις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που χαρακτηρίζουν μια κοινωνία και ενσαρκώνονται στους θεσμούς της.

Παρ΄όλα αυτά, σε μια δημόσια συζήτηση που κυριαρχείται από ζοφερά περιβαλλοντικά δεδομένα, μετρήσιμους στόχους, και κίνητρα για επενδύσεις (όπου αυτά δίνονται) στις «πράσινες τεχνολογίες», μόλις και μετά βίας υπάρχει χώρος για πολιτισμική ανάλυση και αναστοχασμό σχετικά με την ιστορική πορεία που οδήγησε τις ανθρώπινες κοινωνίες να αντιμετωπίζουν μια τέτοια υπαρξιακή απειλή. Αυτό είναι αξιοσημείωτο, δεδομένου ότι τέτοιες αναλύσεις, στη φιλοσοφική, ανθρωπολογική και κοινωνιολογική βιβλιογραφία, υπάρχουν σχεδόν από τις απαρχές του εκβιομηχανισμού. Αναφέρομαι βέβαια στην βιβλιογραφία για την ιδέα της προόδου, και όλες τις παράγωγες έννοιες και πολιτικές (ανάπτυξη, εκσυγχρονισμός, μεγέθυνση, κ.λπ.), που παρά, την κριτική στην οποία έχει υποβληθεί τον προηγούμενο αιώνα, δεν έχει περάσει στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου, ακόμα και σε αυτήν την κρίσιμη για την ανθρωπότητα στιγμή – με εξαίρεση την επανάληψη των ίδιων παραδοχών, που βρίσκει κανείς και στον 19ο αιώνα.vi Παρακάτω, διακρίνω αυτές που θεωρώ πιο χαρακτηριστικές, και αμέσως μετά συζητώ την ιδέα της προόδου υπό τις σύγχρονες συνθήκες.

Η αέναη βελτίωση της κοινωνίας

Η πρόοδος είναι ιδέα της Νεωτερικότητας. Στο μεσαιωνικό κόσμο, η ζωή γινόταν αντιληπτή ως μια σειρά από συμβάντα που οφείλονταν σε θείες επεμβάσεις και αποκαλύψεις. Όπως γράφει ο John Bury στο κλασσικό του σύγγραμμα για την πρόοδο, για το χριστιανικό δόγμα, όπως διαμορφώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, η κίνηση της ιστορίας αφορούσε στη διασφάλιση της ευτυχίας ενός μικρού αριθμού ατόμων στον άλλο κόσμο, ενώ οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη στο γήινο κόσμο είχε μικρή σημασία.vii Στην ελληνική αρχαιότητα, που επηρέασε βαθιά την ευρωπαϊκή Νεωτερικότητα, δεν απουσίαζε η αντίληψη της προόδου, αλλά αφορούσε κυρίως στη μετάβαση από την άνομη ζωή στην οργανωμένη κοινότητα και στις υλικές ανέσεις που αυτή προσφέρει. Όπως όμως παρατηρούν και ο Bury και ο Edelstein, οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν την τάση να απορρίπτουν το παλιό ως υποδεέστερο του παρόντος, ούτε έβλεπαν το μέλλον ως μια πορεία προς αέναες βελτιώσεις.viii

Η Νεωτερικότητα αντιλαμβάνεται την πρόοδο με βάση τρεις, θα έλεγα, κυρίως, ρητές ή άρρητες, παραδοχές. Η πρώτη είναι ότι η πρόοδος αφορά στην κοινωνία ως όλον, όχι απλώς σε επιμέρους τομείς της, έστω κι αν αναφέρεται κυρίως σε επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, και στη βιομηχανική παραγωγικότητα. Δεύτερον, η πρόοδος υποδεικνύει μια γραμμική κίνηση προς άπειρες βελτιώσεις και αυξήσεις, η οποία ακόμα και αν διακοπεί, αρχίζει και πάλι την ανοδική της κίνηση. Τρίτον, η πρόοδος έχει πάντα ένα ισχυρό προσανατολισμό προς το μέλλον, και υποβαθμίζει εξίσου ισχυρά το παρελθόν, απέναντι στο οποίο το παρόν γίνεται αντιληπτό ως ένα πιο προχωρημένο στάδιο.

Πράγματι, η κυρίαρχη αντίληψη στη Νεωτερικότητα ήταν ότι όλοι οι τομείς της ζωής υπόκεινται σε πρόοδο. Η ιδέα της προόδου, δηλαδή, περιέκλειε ολόκληρη την κοινωνία, και όπως παρατηρεί ο John Stanley ταυτίστηκε με την ίδια την ιστορία. «Εφόσον πρόοδος τώρα σημαίνει βελτίωση σε όλα τα πεδία», γράφει, «η ιστορία όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων – της ίδιας της ανθρωπότητας – είναι η ιστορία της προόδου. Σε αυτό το σημείο ‘’ιστορία’’ και ‘’πρόοδος’’ γίνονται ουσιαστικά συνώνυμες».ix Άρα, η ιστορία θεωρείται και αυτή μια γραμμική και αέναη πορεία βελτιώσεων. Δεν υπάρχει ιδιαιτερότητα, ακμή και παρακμή, αποκορύφωμα και πτώση, ή κυκλικότητα, αλλά μια σταθερή γραμμική κίνηση, η οποία αν και μπορεί να διακοπεί από κρίσεις ή ατυχίες, δεν σταματά ποτέ την πορεία της προς τη «διαρκή τελειοποιησιμότητα», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Condorcet, από τους γνωστότερους θιασώτες της ιδέας της προόδου. Πρόκειται για μια κίνηση όχι απλώς αναγκαία, αλλά και αναπόφευκτη, δεδομένου ότι η κοινωνία, σύμφωνα με την κυρίαρχη φιλοσοφική σκέψη το 19ο αιώνα, κυβερνάται από νόμους, και η ιστορία εκτυλίσσεται σε στάδια. Για τον Herbert Spencer, για παράδειγμα, ο πολιτισμός είναι μέρος της φύσης, και άρα η πρόοδος «δεν είναι ατύχημα, αλλά αναγκαιότητα». Για τον Karl Marx, ο καπιταλισμός είναι ένα ιστορικά αναγκαίο στάδιο, που πρόκειται να το διαδεχθεί ο προλεταριακός έλεγχος των παραγωγικών δυνάμεων. Και για τον Auguste Comte, ο κόσμος εισήλθε στο «θετικιστικό στάδιο», υπό το οποίο ο ρόλος των κοινωνικών επιστημών είναι να ικανοποιεί την ανάγκη των κοινωνιών για «τάξη και πρόοδο».x Η πρόοδος, εν ολίγοις, ως αναγκαία και αναπόφευκτη, υπόκειται απλώς σε αρωγή και επιτάχυνση από δυνάμεις που ιστορικά έχουν επωμιστεί να παίξουν αυτόν τον ρόλο, και από τις μεθόδους των κοινωνικών επιστημών που μπορούν να την προβλέψουν, να την καθορίσουν, και να την μετρήσουν.

Η προοδευτική σκέψη εύκολα ταυτίζεται, ή καλύτερα, συγχέεται με την αισιοδοξία ή την ελπιδοφόρα στάση, καθώς κάθε αρνητική εξέλιξη θεωρείται απλώς ένα εμπόδιο που θα ξεπεραστεί προτού η πορεία των αέναων βελτιώσεων επανεκκινήσει. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Christopher Lasch, πρόκειται για επιπόλαια εξίσωση, αφού είναι η ίδια η ελπίδα που παραγκωνίζεται από την πίστη στην πρόοδο. Οι πιστοί της προόδου, γράφει, «αν και αρέσκονται να θεωρούνται το κόμμα της ελπίδας, στην πραγματικότητα έχουν μικρή ανάγκη να ελπίζουν, εφόσον έχουν την ιστορία με το μέρος τους».xi Η έλλειψη ελπίδας, σημειώνει ο Lasch, τους καθιστά ανίκανους για νοήμονα δράση, αφού θεωρούν το μέλλον δεδομένο.

Η πίστη σε ένα εξ ορισμού καλύτερο μέλλον συνοδεύεται από την απαξίωση του παρελθόντος, το οποίο συνήθως ταυτίζεται με καθυστέρηση, πρωτογονισμό ή βαρβαρότητα. Μια προοδεύουσα κοινωνία οφείλει να κινείται συνεχώς «προς τα μπρος», επεκτείνοντας απεριόριστα την τεχνο-επιστημονική γνώση, τον πλούτο, την κυριαρχία επί της φύσης, και των ορθολογιστικών ελέγχων επί της κοινωνίας, μέσω «επιστημονικής διακυβέρνησης». Αυτήν τη γενική αντίληψη τη βρίσκει κανείς μεταξύ των υποστηρικτών τόσο του καπιταλισμού όσο και του σοσιαλισμού κατά το 19ο αιώνα. ‘Tout pour lindustrie, tout par elle’ (τα πάντα για και μέσω της βιομηχανίας) διακήρυττε ο Henri de SaintSimon, και ο Marx, ο σημαντικότερος κριτικός στοχαστής του βιομηχανικού καπιταλισμού, τον θεωρούσε αναγκαίο πέρασμα προς το σοσιαλισμό, επειδή, πίστευε, η βιομηχανία θα δημιουργούσε τις υλικές συνθήκες για μια νέα, χειραφετημένη κοινωνία. Ο Marx ήταν μάλιστα αντίθετος σε μια μορφή σοσιαλισμού που θα αποκαθιστούσε προ-καπιταλιστικές μορφές οικονομικής δραστηριότητας (λ.χ. τεχνιτών, αγροτών, και μικρών παραγωγικών μονάδων), καθώς ταύτιζε την προ-βιομηχανική ζωή με τη μεσαιωνική βαρβαρότητα και τη μετριότητα, και την αντιπαρέθετε με αυτό που θεωρούσε ως ενεργητικό και δυναμικό πνεύμα των καπιταλιστών.

Η συλλήβδην απαξίωση του παρελθόντος συνοδεύει και τις σχετικές ιδεολογίες και πολιτικές του 20ού αιώνα (π.χ. «ανάπτυξη» και «εκσυγχρονισμός»), οι οποίες εξυμνούν τα παροντικά και τα επερχόμενα επιτεύγματα στον τεχνο-επιστημονικό τομέα, καθώς και την αύξηση της παραγωγικότητας, και της κατανάλωσης. Η επιστροφή στο παρελθόν, θεωρείται συχνά νοσταλγία και ανικανότητα προσαρμογής στη μοντέρνα ζωή. Ο Lasch εξετάζει τη φαινομενική αντίθεση μεταξύ της πίστης στην πρόοδο και της νοσταλγικής στάσης, και παρατηρεί ότι, στην πραγματικότητα, συμπίπτουν, γιατί και οι δυο παρουσιάζουν το παρελθόν ως ακίνητο και τη σύγχρονη ζωή ως δυναμική. Η νοσταλγία, σημειώνει, εξιδανικεύει το παρελθόν, και το αποκόπτει από το χρόνο, ακινητοποιώντας το σε μια κατάσταση αμετάβλητης τελειότητας. «Η Νοσταλγία επικαλείται το παρελθόν προκειμένου να το θάψει ζωντανό. Μοιράζεται με την πίστη στην πρόοδο, στην οποία αντιτίθεται μόνο επιφανειακά, την προθυμία να διακηρύξει το θάνατο του παρελθόντος και να αρνηθεί τη δράση της ιστορίας στο παρόν». Η νοσταλγία διαφέρει από τη μνήμη, υπογραμμίζει ο Lasch, στο ότι η τελευταία αντλεί ελπίδα και κουράγιο από το παρελθόν για να αντιμετωπίσει το παρόν. Η μνήμη «βλέπει το παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον ως συνεχή».xii

Είναι πράγματι η μνήμη που η ιδέα της προόδου εκτοπίζει, μαζί με το ίδιο το παρελθόν, που, συχνά, ταυτίζεται με τη ζωή στη φύση, εξυμνώντας το παρόν ως πιο προηγμένο, και προεξοφλώντας ένα ακόμα πιο προηγμένο μέλλον. Είναι αξιοσημείωτο ότι στα μεγάλα δυστοπικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, η επιστροφή στο παρελθόν και στο φυσικό περιβάλλον σημαίνει ανάκτηση της μνήμης, της ανθρωπιάς και σημαντικών πολιτιστικών δημιουργιών, αλλά και έμπνευση για την αμφισβήτηση και την πολιτική αντιπαράθεση με το ισχύον καθεστώς. Για παράδειγμα, στο Εμείς του Yevgeny Zamyatin (1924), η πρόοδος διασφαλίζεται από το Μονοκράτος, το οποίο περιβάλλεται από το Πράσινο Τείχος, που διαχωρίζει τον πληθυσμό του από τον «έξω κόσμο», όπου υπάρχει ακόμα φυσικό περιβάλλον, και όπου οι άνθρωποι ζουν σε παλιά σπίτια και χρησιμοποιούν παλιά αντικείμενα. «Έξω» είναι η φύση και το παρελθόν. «Μέσα» είναι η πρόοδος και η ευτυχία. Η φύση και το παρελθόν πρέπει να μείνουν, επίσης, «έξω» ή «πίσω» στο Παγκόσμιο Κράτος, στον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο (1932) του Aldous Huxley, μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία που αποτελείται από γενετικά τροποποιημένα άτομα. Τα μουσεία είναι κλειστά, τα ιστορικά μνημεία κατεστραμμένα, τα παλιά βιβλία, ειδικά τα μυθιστορήματα και η ποίηση, απαγορεύονται ως βλάσφημα και κατάλληλα μόνο για νοσηρά μυαλά. Στο Φαρενάιτ 451 (1953) του Ray Bradbury, όλα τα βιβλία απαγορεύονται, και όπου βρεθούν καίγονται, συχνά μαζί με τους κατόχους τους, από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, της οποίας το καθήκον δεν είναι να σβήνει φωτιές αλλά να τις ανάβει. Πολλοί παραβάτες ζουν στην εξοχή, όπου έχουν απομνημονεύσει το περιεχόμενο σημαντικών βιβλίων, διασώζοντας έτσι την πολιτιστική κληρονομιά αλλά και τους εαυτούς τους από τις επιθέσεις των δυνάμεων ασφαλείας. Τέλος, στο 1984 του George Orwell (1949), το παρελθόν υπάρχει στα παλιά σπίτια, τα έπιπλα, τα αντικείμενα και στις ανθρώπινες σχέσεις στα περίχωρα του Κράτους, όπου ο Γουίστον καταφεύγει με τη Τζούλια, ελπίζοντας να αποδράσουν για λίγες στιγμές από το βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού. Αλλά, στο τέλος, το δωμάτιο πάνω από το παλαιοπωλείο που είχαν για καταφύγιο αποδείχτηκε ότι δεν ήταν ασφαλές, καθώς για το Κόμμα «καθετί παλιό, και γενικά ωραίο, ήταν πάντα ύποπτο».

Κατά πόσο όμως οι παραπάνω παραδοχές, και γενικά, η πίστη στην πρόοδο επιβιώνουν σήμερα; Υποστηρίζω ότι η κλιματική κρίση απομακρύνει την πίστη στην αέναη βελτίωση της κοινωνίας, που τώρα σχεδόν αποκλειστικά επικεντρώνεται σε τεχνο-επιστημονικά επιτεύγματα που σκοπό έχουν την αύξηση της στρατιωτικής ισχύος, της οικονομικής κυριαρχίας, και των βιοπολιτικών ελέγχων, παρά το κοινό καλό, όπως δείχνει η παρούσα, και αποτρέψιμη, πανδημία. Το αέναο ή το απεριόριστο μετατοπίζεται τώρα στον ιδιωτικό ορίζοντα, ως διηνεκής «αναβάθμιση» ή επιμήκυνση της ατομικής βιολογικής ζωής. Καθώς η πρόοδος δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί το μέλλον,το παρελθόν αναδύεται, όπως επίσης ισχυρίζομαι, ως νοσταλγία, ως απειλή, αλλά και ως μνήμη.

Πρόοδος και «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση»

Η ιδέα της κοινωνικής προόδου, που από τα τέλη του 20ου αιώνα πήρε τη μορφή της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» και της «οικονομίας της αγοράς», που επιδιώκει διαρκώς την άνοδο της παραγωγικής και καταναλωτικής της ικανότητας, βρίσκεται σε φάση αποσάθρωσης: οι αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης ενισχύονται, παρά υποχωρούν, η συσσώρευση κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο είναι άνευ προηγουμένου, η κλιματική κρίση καθιστά έκδηλο το αδιέξοδο της απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης, και η τωρινή πανδημία φανερώνει ότι η επιστημονική έρευνα κάθε άλλο παρά έχει τεθεί στην «υπηρεσία του ανθρώπου». Η πρόοδος γίνεται αντιληπτή, σχεδόν αποκλειστικά, ως εφευρέσεις και αναβαθμίσεις τεχνο-επιστημονικών εφαρμογών και των αναρίθμητων γκάτζετ που κατακλύζουν τις κοινωνίες της κατανάλωσης.

Η επέκταση της τεχνολογίας, ή, γενικότερα, της τεχνικής, είχε βέβαια πάντα κεντρική θέση στην ιδέα της προόδου. Η τεχνική, όπως έδειξε ο Jacques Ellul στην κλασσική του μελέτη, δεν είναι αναγκαστικά εφαρμογή της επιστήμης στην πρακτική ζωή. Ιστορικά, η τεχνική, προηγήθηκε της επιστήμης, αν και προκειμένου να αναπτυχθεί η πρώτη έπρεπε να περιμένει τη δεύτερη. Από τον 20ο αιώνα, η τεχνική ανεξαρτητοποιήθηκε από τη μηχανή, μεταμορφώνοντας έτσι «ό,τι αγγίζει σε μηχανή».xiii Με άλλα λόγια, η τεχνική εισχώρησε όχι μόνο στις παραγωγικές, αλλά, ουσιαστικά, σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και έχει ενσωματωθεί πλήρως στην κοινωνία, εγκαθιδρύωντας αυτό που ο Postman ονόμασε Τεχνόπολη.xiv Στην Τεχνόπολη, η τεχνολογία κυριαρχεί στους κοινωνικούς θεσμούς και καθιστά όποιες άλλες εναλλακτικές αόρατες, και άρα άσχετες. Τα άτομα οδηγούνται στο να γεμίζουν τη ζωή τους με την αναζήτηση πληροφοριών. Δηλαδή, η διαδικασία παραγωγής, αποθήκευσης και διαμοιρασμού πληροφοριών συνιστά το μέσο αλλά και τον σκοπό της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Θα ήταν, όμως, πιο ακριβές να πούμε ότι η ιδέα της προόδου σήμερα εντοπίζεται στη λεγόμενη «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση», η οποία αφορά στη συνέργεια επιστημονικών και τεχνολογικών πεδίων όπως της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής, τη γενετικής, της νευροεπιστήμης και της νανοτεχνολογίας. Η προσδοκία είναι ότι μέσα από αυτήν τη συνέργεια θα προκύψουν νέες εφαρμογές που θα επιλύσουν κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, προβλήματα υγείας και την περιβαλλοντική κρίση, όπως, για παράδειγμα, αυτο-οδηγούμενα ηλεκτρικά οχήματα, βοηθήματα επικοινωνίας και προσθετικά μέλη για ανάπηρους ανθρώπους, ή ρομποτικές μηχανές που ανακουφίζουν τους εργαζόμενους από βαριές δουλειές.

Παρόλα αυτά, είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι αυτές οι υποσχέσεις δημιουργούν την αισιοδοξία που, συμβατικά, συνοδεύει την ιδέα της προόδου. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τον κύριο προσανατολισμό των σημερινών ή επερχόμενων εφευρέσεων που καθημερινά ανακοινώνονται: ρομπότ σε διάφορους τομείς που απειλούν με ανεργία ή υποαπασχόληση∙ αυτο-διευθυνόμενα θωρηκτά, τανκς, εναέρια και υποβρύχια drones με τεχνητή νοημοσύνη, ρομπότ-δολοφόνοι, και στρατιώτες που μπορούν να ενεργοποιούν όπλα με νευρωνικά μηνύματα∙ προβλεπτική αστυνόμευση (δηλ. συλλογή και χρήση δεδομένων για άτομα που «ενδέχεται» να διαπράξουν εγκλήματα)∙ αναγνώριση προσώπου και συλλογή βιομετρικών δεδομένων από κάμερες ασφαλείας και γυαλιά όρασης που φορούν αστυνομικοί· συσκευές ανάγνωσης των χειλιών και ανίχνευσης συναισθημάτων· «έξυπνες πόλεις» (δηλ. αστικές περιοχές εξοπλισμένες με αισθητήρες και κάμερες στου δρόμους για τη συλλογή δεδομένων από τους περαστικούς και τις κινητές συσκευές τους)· εμφυτεύματα ή κράνη που «διαβάζουν» τον εγκέφαλο, συνδεδεμένα με συσκευές τεχνητής νοημοσύνης, που αποκρυπτογραφούν τις σκέψεις μέσα από τη νευρωνική δραστηριότητα του εγκεφάλου· «φωνητικοί βοηθοί» που αντικαθιστούν τις συμβουλές των γονέων και καταγράφουν ιδιωτικές συνομιλίες· εφαρμογές για παραμόρφωση φωτογραφικού και βιντεοσκοπημένου υλικού· το «ιντερνέτ των πραγμάτων» που συνδέει συσκευές για την αυτόματη παραγγελία αναλώσιμων· μέσα κοινωνικής δικτύωσης που εκθέτουν και πωλούν προσωπικά στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα ωθούν προς την ιδιώτευση. Εν ολίγοις, για τη «βελτίωση» της κοινωνίας, η πρόοδος στις τεχνο-επιστημονικές εφαρμογές υπόσχεται τον πολλαπλασιασμό ορθολογιστικών, οικονομικών και βιοπολιτικών ελέγχων, τον εντατικό ανταγωνισμό για στρατιωτική υπεροχή, διηνεκή και διεισδυτική επιτήρηση, τη μαθηματικοποίηση ή αλγοριθμοποίηση της ανθρώπινης κρίσης και συμπεριφοράς, την ενίσχυση της γενικευμένης απο-κοινωνικοποίησης, και της μετατροπής της ανθρώπινης ζωής σε ψηφιακά δεδομένα – κάτι που μπορεί να ενισχύσει η πανδημία – και όχι την αποτροπή κοινών κινδύνων ή την διασφάλιση του κοινού καλού, όπως δείχνει η κλιματική κρίση, αλλά και η σημερινή κρίση στη δημόσια υγεία.

Πράγματι, όσοι ήταν σε θέση να γνωρίζουν, περίμεναν το ξέσπασμα μιας πανδημίας, αλλά ο κυρίαρχος προσανατολισμός της επιστημονικής έρευνας και η χρηματοδότησή της δεν επέτρεπαν την προετοιμασία για την αποτροπή της. Για παράδειγμα, το Συμβούλιο Παγκόσμιας Παρακολούθησης και Πρόληψης (GPMB) του ΟΗΕ γνώριζε: στην ετήσια έκθεσή του τον Σεπτέμβριο του 2019 τόνιζε πώς οι επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη εμβολίων και ευρέος φάσματος αντιικών φαρμάκων είναι ανεπαρκείς, μπροστά στον υψηλό κίνδυνο, όπως προειδοποιούσε, επιδημιών ή πανδημιών, με θύματα εκατομμύρια ανθρώπους, αναστάτωση των οικονομιών, και κοινωνικό χάος.xv Φιλάνθρωποι δισεκατομμυριούχοι γνώριζαν.xvi Η αμερικανική κυβέρνηση γνώριζε: το 2017, το Πεντάγωνο προειδοποίησε ότι μια «νέα ασθένεια του αναπνευστικού» θα μπορούσε «να εξελιχθεί γρήγορα σε μια πολυεθνική κρίση υγείας από την οποία θα υπέφεραν εκατομμύρια άνθρωποι».xvii Η ΕΕ γνώριζε, αλλά «τα βιομηχανικά λόμπι κατάφεραν να πείσουν την Επιτροπή να αφήσει τον ιδιωτικό τομέα να αποφασίσει πώς θα χρησιμοποιηθούν τα τεράστια ποσά που δίνει η ΕΕ για την έρευνα».xviii Οι φαρμακευτικές εταιρείες γνώριζαν, αλλά, τα τελευταία είκοσι χρόνια, παρεμπόδιζαν την αξιοποίηση της έρευνας εμβολίων, επειδή η επένδυση σε κρέμες προσώπου, φάρμακα που διατηρούν χρόνιες ασθένειες, το μάρκετινγκ και η επαναγορά των μετοχών είναι εκεί όπου βρίσκονται τα μεγάλα κέρδη, όχι στην πρόληψη των πανδημιών.xix Σύμφωνα με τον αναγνωρισμένο επιδημιολόγο, Michael Osterholm, αν μετά τον SARS του 2003 είχε παρασκευαστεί εμβόλιο, θα σώζονταν σήμερα οι μισές ζωές από τον COVID-19, έστω και αν οι δυο κορονοϊοί δεν έχουν ακριβώς την ίδια σύνθεση.xx Ο Richard Horton, διεθυντής του The Lancet, επιβεβαίωσε ότι οι «προειδοποιήσεις γιατρών και επιστημόνων αγνοήθηκαν, με θανατηφόρα αποτελέσματα» και ότι «ο κορονοϊός είναι η μεγαλύτερη παγκόσμια αποτυχία της επιστημονικής πολιτικής για μια γενιά».xxi

Άρα, λοιπόν, σε κοινωνίες που κομπάζουν ότι είναι «κοινωνίες της γνώσης», η επιστήμη, ως ορθολογική σκέψη και αξιοποίηση εμπειρικών αποτελεσμάτων, με σκοπό την προστασία της υγείας του πληθυσμού, παραμελείται υπέρ της συσσώρευσης πλούτου και του τεχνο-επιστημονικού ελέγχου, της κυριαρχίας, και της κατανάλωσης. Θα μπορούσε κανείς να θυμηθεί την Οργουελιανή Ωκεανία, όπου «η επιστήμη, με την παλαιά σημασία της λέξης, έχει πάψει σχεδόν να υπάρχει», και όπου «και αυτή ακόμα η τεχνολογική πρόοδος πραγματοποιείται μόνο όταν τα προϊόντα της μπορούν να χρησιμεύσουν με κάποιο τρόπο για την περιστολή της ανθρώπινης ελευθερίας».

Έτσι, και στις δικές μας «κοινωνίες της γνώσης», η τρέχουσα τεχνολογική πρόοδος εμφανίζεται περισσότερο ως απειλή παρά ως διασφάλιση αέναης κοινωνικής ευημερίας, και, αν προσθέσει κανείς την πιθανότητα μια οικολογικής καταστροφής, ούτε καν ως ελπίδα. Ωστόσο, ενώ το αέναο και το ελπιδοφόρο υποχωρούν, στην παρούσα συγκυρία, από τον κοινωνικό ορίζοντα, ο καπιταλισμός τα μεταφέρει στον ιδιωτικό ορίζοντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τεχνο-επιστημονική κίνηση της «ανθρώπινης υπερβατικότητας» (human transcendence), ή «διανθρωπισμού» (transhumanism) ή «μοναδικότητας» (singularity), που υπόσχεται αιώνια ζωή δια μέσου της διαρκούς τεχνολογικής «αναβάθμισης» του ανθρώπινου σώματος. Ο εφευρέτης, μελλοντολόγος και διευθυντικό στέλεχος της Google, Ray Kurzweil, βασικός εκπρόσωπος της κίνησης, προφητεύει ότι, από τα μέσα του 21ου αιώνα, η ανθρώπινη ζωή θα μετασχηματιστεί αμετάκλητα, γιατί η πληροφορική τεχνολογία αναπτύσσεται εκθετικά, η νευροεπιστήμη χαρτογραφεί με λεπτομέρεια όλες τις περιοχές του εγκεφάλου, η τεχνητή νοημοσύνη αντλεί από τα ανεξάντλητα αποθέματα πληροφορίας και γνώσης που είναι διαθέσιμα στο ιντερνέτ και μπορεί να αποθηκεύει και να ανακαλεί όλα τα συμβάντα, η νανοτεχνολογία καθιστά δυνατή την κατασκευή νανορομπότ με σκοπό τη χειραγώγηση του ανθρώπινου οργανισμού σε μοριακό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου με τους νευρώνες του οποίου θα αλληλεπιδρούν προκειμένου να δημιουργούν εικονική πραγματικότητα και να επεκτείνουν τη «νοημοσύνη». Η σύγκλιση αυτών των τεχνολογιών θα εγκαινιάσει την εποχή της Singularity που θα επιτρέψει τα ανθρώπινα όντα να υπερβούν τους βιολογικούς τους περιορισμούς. «Θα εξουσιάζουμε το πεπρωμένο μας. Η θνητότητα μας θα είναι στο χέρι μας. Θα μπορούμε να ζούμε όσο θέλουμε … Μέχρι το τέλος του αιώνα, η μη βιολογική πλευρά της νοημοσύνης μας θα είναι τρισεκατομμύρια των τρισεκατομυρίων φορές πιο ισχυρή από τη μη υποβοηθούμενη ανθρώπινη νοημοσύνη».xxii Η αθανασία αποτελεί επίσης μέρος των επιχειρηματικών σχεδίων των εργοδοτών του R. Kurzweil στη Google (των Larry Page και Sergey Brin), όπως και άλλων μεγαλοεπιχειρηματιών της Silicon Valley, οι οποίοι παρουσιάζουν το θάνατο ως «πρόβλημα προς επίλυση», και ως ένα νέο ένδοξο πεδίο επικερδών επενδύσεων.xxiii

Συνεπώς, το άπειρο, κεντρικό στοιχείο της ιδέας της προόδου, ιδιωτικοποιείται, δηλαδή, προσαρμόζεται στην κουλτούρα του καταναλωτικού ατομικισμού. Σε ένα πιο θεμελιώδες επίπεδο, όμως, τα όνειρα των «σινγκιουλαριστών» και γενικά των ιμορταλιστών είναι βαθιά ριζωμένα στο κοινωνικό φαντασιακό της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας που ανέλαβε να πραγματώσει τις ιδιότητες του Παντοκράτορα Θεού, την παντογνωσία, την παντοδυναμία και την αθανασία, μέσα από τεχνο-επιστημονικές εφαρμογές. Η φιλοδοξία για κυριαρχία πάνω στη βιολογική ζώη, προνόμιο του Θεού για πάνω από δεκαεπτά αιώνες, κληροδοτήθηκε στον άνθρωπο της Νεωτερικότητας και σήμερα τίθεται σε πλήρη εφαρμογή μέσω της συγχώνευσης της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής, της γενετικής, της νανοτεχνολογίας και της νευροεπιστήμης. Δυο αιώνες μετά τη δημοσίευση του μυθιστορήματος της Mary Shelley, οι Βίκτορ Φρανκεστάιν του σήμερα δεν πραγματώνουν τα πάθη τους στην απομόνωση και υπό τη γενική καχυποψία. Είναι αναγνωρισμένοι ερευνητές σε αυτά τα επιστημονικά πεδία, και χρηματοδοτούνται γενναιόδωρα από εταιρείες και κρατικούς οργανισμούς, και συνεργάζονται σε διεθνή ερευνητικά δίκτυα με σκοπό να τροποποιήσουν, να επεκτείνουν, αλλά και να δημιουργήσουν νέα ζωή, ενώ είναι ανίκανοι να προστατεύσουν την υπάρχουσα. Αν η Νεωτερικότητα δημιούργησε τη φαντασιακή σημασία της κυριαρχίας πάνω στη φύση και στα ανθρώπινα όντα, ο ύστερος καπιταλισμός δημιουργεί νέα όντα και ταυτόχρονα προκαλεί τη μαζική καταστροφή ειδών που υπάρχουν στη γη εδώ και εκατομμύρια χρόνια, και πιθανόν και του ίδιου του ανθρώπινου είδους.

Το παρελθόν ως απειλή και ως ελπίδα

Εκτός από τη φύση, όπως ειπώθηκε παραπάνω, η ιδέα της προόδου, ενσαρκωμένη σήμερα από τον καπιταλισμό, υποβαθμίζει και το παρελθόν, ταυτίζοντάς το με πρωτογονισμό και βαρβαρότητα, καθώς και με φτώχεια – που συχνά συγχέεται, όπως έδειξε ο Marshall Sahlins, με την ολιγάρκεια, και η οποία έχει, τελικά, επίσης «εκσυγχρονιστεί».xxiv Πράγματι, ο καπιταλισμός «απορροφά» την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα των κοινωνιών και τις διαφοροποιεί μόνο σύμφωνα με το ρυθμό και τον βαθμό ενσωμάτωσής τους στο παγκόσμιο σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης (ως «υπανάπτυκτες», «αναπτυσσόμενες», «σε μετάβαση» «αναδυόμενες» κ.λπ.). Επιπρόσθετα, τις τελευταίες δεκαετίες, η παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και η τεχνολογική υποδομή του δημιούργησαν αυτό που ο Castells αποκάλεσε «χώρο των ροών» και «αχρονικό χρόνο».xxv Ο «χώρος των ροών» υποδηλώνει μια παγκόσμια, απο-ιστορικοποιήμενη, καπιταλιστική επικράτεια η οποία συνδέει μεγαλουπόλεις, επιχειρηματικές και χρηματιστικές δραστηριότητες, τόπους τεχνο-επιστημονικής καινοτομίας, παραγωγής, και εργασίας, και λειτουργεί μέσω κυκλωμάτων ηλεκτρονικής ανταλλαγής. Ο «αχρονικός χρόνος» δημιουργεί «το σύμπαν του πάντοτε» μέσα από τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας σε πραγματικό χρόνο και το αδιάλειπτο κυνήγι του κέρδους, καθώς και μέσω των ΜΜΕ που σαρώνουν τον πλανήτη και την ιστορία της ανθρωπότητας ενσωματώνοντας κάθε πολιτιστική έκφραση σε ένα τεράστιο «υπερκειμένο». Επίσης, η βιομηχανία του τουρισμού έχει μετατρέψει τους πολιτισμούς σε θεματικά πάρκα για τις μάζες των τουριστών-καταναλωτών που σαρώνουν τον πλανήτη για διασκέδαση και «νέες εμπειρίες», και η αξία που έχει η πολιτισμική κληρονομιά για τους κατοίκους ενός τόπου έχει αντικατασταθεί με την οικονομική αξία. Τοπικές παραδόσεις, έθιμα, αρχαιότητες, αξιοθέατα, τελετουργίες, χοροί, και τέχνες έχουν εμπορευματοποιηθεί και «Ντισνεϋοποιηθεί».

Υπό τις συνθήκες της υποβάθμισης, θόλωσης και εμπορευματοποίησης του παρελθόντος, ούτε η αναζήτηση της επιβεβαίωσης ταυτοτήτων ούτε η άνοδος των ακροδεξιών δυνάμεων στη Δύση τις τελευταίες δεκαετίες, που επενδύουν πολιτικά σε αυτήν την αναζήτηση, είναι τυχαίες. Υποδεικνύουν (μαζί με την πρόσφατη άνοδο του ισλαμισμού, με την οποία είναι αλληλένδετες) μια «επιστροφή στο παρελθόν», αν και όχι «μια επανάληψη της δεκαετίας του 1930», όπως έχει υποστηριχθεί τελευταία στον δημόσιο λόγο των Δυτικών χωρών. Το γεγονός ότι αυτή η πολιτική μετατόπιση περιλαμβάνει δυνάμεις και ενέργειες που καθοδηγούνται από τη φασιστική ιδεολογία που δημιουργήθηκε εκείνη την περίοδο στην Ευρώπη δεν συνεπάγεται βέβαια ότι πρέπει να ερμηνεύονται μέσα από τους φακούς της ίδιας περιόδου. Ο φασισμός, άλλωστε, ήταν προσανατολισμένος στο μέλλον, παρόλο που αντλούσε ρητορική από ένα μυθοποιημένο παρελθόν, με σκοπό να οικοδομήσει μια συλλογική ταυτότητα και να θεμελιώσει τον ρατσισμό και τον εθνικισμό.xxvi Η ολοκληρωτική κοινωνία που οραματιζόταν ο φασισμός ενσάρκωνε πλήρως τη σημασία της ορθολογιστικής κυριαρχίας και ελέγχου, που πάντα συνόδευε την ιδέα της προόδου, κάτι που επίσης απεικονίστηκε εύστοχα από τα μεγάλα δυστοπικά μυθιστορήματα του 20ουαιώνα.

Στη Δύση, η Ακροδεξιά του σήμερα δημαγωγεί υπέρ της επιστροφής στο παρελθόν (π.χ. της ανάκτησης της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του έθνους-κράτους, και της επιβεβαίωσης των εθνικών πολιτισμών και ταυτοτήτων), παρόλο που συνεχίζει να υπηρετεί τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, όπως και το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα. Σήμερα, στις ΗΠΑ, υποστηρίζει ανορθολογικά την αγνόησή της πανδημίας προς όφελος της οικονομίας, κάτι που οι γενναία «διασωθείσες» μεγάλες επιχειρήσεις επικροτούν, αντί για τη στήριξη των εργαζομένων από κρατικούς πόρους. Σε αντίθεση με τους προγόνους της του 20ου αιώνα, η Aκροδεξιά της σημερινής εποχής, δεν είναι ούτε ένα μαζικό ιδεολογικό κίνημα ούτε επαγγέλλεται ένα συγκεκριμένο είδος μελλοντικής κοινωνίας. Επωφελείται από την ανασφάλεια, την ταυτοτική κρίση, τη νοσταλγία (και όχι από τη μνήμη, που είναι ικανή να ανακαλεί τα εγκλήματα του φασισμού) ή από την κριτική προς την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, για να νομιμοποιεί ιδεολογικά την εκδίωξη εκείνων που προσελκύονται από τις σειρήνες του ή δραπετεύουν από τις συνέπειές του. Αυτοί προβλέπεται να είναι, όλο και περισσότερο τις προσεχείς δεκαετίες, κλιματικοί μετανάστες. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η μαζική μετανάστευση, οι αυταρχικές δυνάμεις που θα οργάνωναν την αποτροπή της, καθώς και οι πολιτικές έκτακτης ανάγκης που θα αναλάμβαναν τη διαχείριση των συνεπειών από απότομες κλιματικές αλλαγές θα μπορούσαν να επιστρέψουν τις κοινωνίες σε ένα «προ-πολιτικό» παρελθόν, και οι φυσικές συνθήκες που θα προέκυπταν από τέτοιες καταστροφές θα μπορούσαν να τις επιστρέψουν στο προϊστορικό παρελθόν.

Ωστόσο, το παρελθόν διαφαίνεται επίσης ως ελπίδα, καθώς περιέχει δημιουργίες που μπορούν να αξιοποιηθούν για την ανα-θέσμιση των κοινωνιών μακριά από το δόγμα της προόδου. Παραδείγματα, οι πρωτοβουλίες προστασίας και ανάκτησης των οικοσυστημάτων, η βιολογική γεωργία, η επανα-ανακάλυψη της κοινοτικής ζωής, η επανα-τοπικοποίηση της οικονομίας, η διατήρηση μορφών κοινοτικής ζωής και αλληλεγγύης, η αποκατάσταση της δια-γενεακής ευθύνης από το κίνημα για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, και, γενικά, η αναζωογόνηση της πολιτικής εναντίον της αντίληψης ότι απλώς νέες τεχνολογίες θα αποκαταστήσουν ό,τι κατέστρεψαν οι παλαιότερες. Το παρελθόν μπορεί να αποτελέσει πηγή ελπίδας εφόσον ενεργοποιεί τη μνήμη, η οποία μπορεί να το επανασυνδέσει με το παρόν και το μέλλον, αποκαθιστώντας την αίσθηση του ιστορικού γίγνεσθαι. Με άλλα λόγια, η μνήμη, σε αντίθεση με τη νοσταλγία, είναι ουσιαστικής σημασίας για την αναστοχαστική δράση, καθώς αντλεί εμπειρία από το παρελθόν για να αναθεσμίσει πολιτικά το παρόν και το μέλλον.


i# Elizabeth Kolbert, Field Notes from a Catastrophe: Man, Nature, and Climate Change. Νέα Υόρκη, Bloomsbury (2006), σ. 187.

iv# Zigmund Bauman και Aleksandra Kania, «The West meant to be declining», Thesis Eleven, 149/1, σ. 91-99.

vi# Steven Pinker, Enlightenment Now: The Case for Reason, Science, Humanism and Progress. Allen Lane, Milton Keynes, 2018.

vii# John B. Bury, The Idea of Progress: An Inquiry into Its Origin and Growth, Middlesex, The Echo Library (2014/2006).

xii# Αυτ., σ. 118 και 83

xv# GPMB (2019). A World At Risk: Annual Report On Global Preparedness for Health Emergencies. Global Preparedness Monitoring Board. September 2019. https://apps.who.int/gpmb/assets/annual_report/GPMB_annualreport_2019.pdf

xvi# Gates, B. (2015). The Next Outbreak? We Are Not Ready. TED. YouTube. https://www.youtube.com/watch?v=6Af6b_wyiwI

xvii# Klippenstein, K. (2020). The Military Knew Years Ago That A Coronavirus Was Coming. The Nation. 1/4/2020.

xviii# CEO (2020) ‘In the Name of Innovation: Industry controls billions in EU research funding, de-prioritises the public interest’. Corporate Europe Observatory. https://corporateeurope.org/en/in-the-name-of-innovation

xix# Lawson, A. (2020). Taxpayers Funded COVID-19 Research, And Big Pharma Profited. The Real News Network. (16/4/2020) https://therealnews.com/stories/taxpayers-fund-coronavirus-research-nih-gilead-orphan-drug-status

xx# Osterholm, M. (2020). Joe Rogan Experience#1439 – Michael Osterholm. YouTube. https://www.youtube.com/watch?v=E3URhJx0NSw

xxi# Horton, R. (2020). Coronavirus is the greatest global science policy failure in a generation. The Guardian, 9/4/2020. https://www.theguardian.com/commentisfree/2020/apr/09/deadly-virus-britain-failed-prepare-mers-sars-ebola-coronavirus

Τσακίστε τους όπου τους βρίσκετε: Κείμενο και αφίσα ενάντια στον κατασταλτικό μηχανισμό

Λάβαμε στις 14/06/2020

Τσάκισε τους μπάτσους όπου τους συναντάς. Δεν έχει σημασία να ξέρεις τον λόγο, τον ξέρουν αυτοί.

Δυστυχώς, όμως, οι αποκτηνωμένοι υποτακτικοί της καπιταλιστικής αυτοκρατορίας δε γαλουχούνται να κατανοούν και να διαπιστώνουν ό,τι δε σχετίζεται άμεσα με την ταυτοποίηση υπόπτων και την εξόντωση παραβατικών -για το κυρίαρχο δικαϊκό σύστημα- ανθρώπων. Το κατεργασμένο και εύπλαστο εγκεφαλικά φύραμα που καταχρηστικά τούς κατατάσσει στους νοήμονες οργανισμούς, είναι η απαραίτητη πρώτη ύλη όταν ο κόσμος του κεφαλαίου μηχανεύεται μεθόδους υπεράσπισης της παραδεδεγμένης κοινωνικής του οργάνωσης. Δεν εξυπηρετεί στον αναστοχασμό και την καλλιέργεια της αυτοσυνείδησης, αλλά στην άμεση και τελεσφόρα κατάπνιξη όσων στοχάζονται και καλλιεργούν τη δική τους σε ένα αντίξοο περιβάλλον αφανισμού εν μέσω κρίσης. Δεν είναι εφικτό γι’ αυτούς να προσεγγίσουν στοχαστικά τον αντίκτυπο των επιλογών τους σε κοινωνική κλίμακα, άρα εξίσου ανέφικτη είναι και η ανάλυση οποιουδήποτε παράγοντα θίγει και διαταράσσει τη σαθρή διανοητική δομή της σκέψης τους, ικανή να τους εξασφαλίζει μόλις μία υποτυπώδη βιολογική συνέχεια. Αντιθέτως, αναρίθμητοι ανά την πλούσια σε αίσχη ιστορία των κρατικών οντοτήτων, δέκτες των συνεπειών του κοινωνικού τους ρόλου (χαρακτηριζόμενου ως επάγγελμα κεφαλαιώδους σημασίας μόνον απ’ όσους αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε ό,τι επιτείνει την παρακμή του ανθρώπου), μπορούν να επιβεβαιώσουν ήδη ότι καθεμιά και καθένας μας, πάντα επηρεασμένος από τις διαφορετικές αφετηρίες, επιθυμίες και στοχεύσεις του, γνωρίζει έστω επιφανειακά: Ο μπάτσος δεν έχει πρόσωπο, και όποιος αγωνίζεται να αποκτήσει πρόσωπο δε γίνεται μπάτσος. Οι μπάτσοι, μια αξιολύπητη ασπίδα επιστρατευμένη ανέκαθεν για την προστασία όσων προσώπων ευδαιμονούν κάνοντας τα δικά μας να συνοφρυώνονται, έχουν -εφόσον εκτελούν μια ενιαία λειτουργία- την ίδια μούρη, και μοναδικός μας ευσεβής και διαχρονικός στόχος: να την κάνουμε να ματώνει.

Δεν πρόκειται, όπως ήδη αναγράφηκε, για δικό μας προνομιακό συμπέρασμα. Όλα τα πληθυσμιακά σύνολα -πάντα λαμβάνοντας υπόψιν τις κοινωνικές τους καταβολές και ατομικές ιδιαιτερότητες- γνωρίζουν ασυναίσθητα πως ο μπάτσος είναι κάτι λιγότερο από άνθρωπος, και εμείς θα προσθέταμε -επηρεασμένοι σαφώς απ’ τα δικά μας κίνητρα- ίσως λίγο λιγότερο από έμβια ύλη. Είναι πρωτίστως μηχανισμός, και οι μηχανισμοί κρίνονται πάντα σε σχέση με τη χρησιμότητα και την αποδοτικότητά τους.

Εδώ, οι άνθρωποι και τα διαφορετικά συλλογικά σώματα ξεκινούν να βαδίζουν σε πολύ διαφορετικά μονοπάτια αποτίμησης. Οι μπάτσοι, εν είδει ενός δαπανηρού και πολυέξοδου μηχανισμού, συγκεντρώνουν πάνω τους το άχθος ποικίλων αξιολογήσεων, προσδοκιών και χρήσεων. Ανταγωνιστικών πολλές φορές, μα πάντα υπό την κοινή θέαση πως η αστυνομία μαζί με όσους την επανδρώνουν συνιστά, στην καλύτερη περίπτωση, έναν θεσμό ζωτικό για την ομαλή συνέχεια της κυρίαρχης κοινωνικής οργάνωσης. Θεσμός · όχι πλάσμα ή ανθρώπινο ον. Ακόμα και ο μέσος φιλήσυχος νοικοκοιραίος γνωρίζει ότι την αστυνομία θα καλέσει εφόσον απειληθούν τα θεσμικά του δικαιώματα, όπως γνωρίζει πως την αστυνομία πρέπει ν’ αποφύγει όταν παρκάρει παράνομα ή όταν λογομαχεί με κάποιον παραβιάζοντας τους κανόνες κοινής ευπρέπειας. Ας αναλογιστούμε πως μέχρι κι οι οργανωμένοι φασίστες προσαρμόζουν την άποψή τους για την αστυνομία και τους μπάτσους αναλόγως τη συγκυρία: Είναι απαραίτητοι και πολύτιμοι όταν αξιοποιούνται για την αναχαίτιση κατατρεγμένων στα σύνορα ή την εξολόθρευση πολιτικών τους αντιπάλων, αλλά τους επιτίθενται χυδαία όταν το ίδιο σώμα επιστρατεύεται για την καταστολή τους σε στιγμές όπου υπερβαίνουν τα όρια ενός επιτρεπόμενου -στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας- ακτιβισμού. Όλοι συμφωνούν πως οι μπάτσοι -και όχι ο Τάσος, Ο Γρηγόρης και ο Βασίλης- κάνουν ή δεν κάνουν καλά την δουλειά τους, είναι χρήσιμοι ή επιβλαβείς, επικίνδυνοι ή ηρωικοί. Κρίνονται πάντα ως σώμα, ως μηχανισμός, ως ρόλος, βάσει του πώς αξιολογείται κοινωνικά η δουλειά τους και από ποιους. Η δουλειά τους είναι να πολεμούν στην πρώτη γραμμή του μετώπου της καπιταλιστικής κοινωνίας, και όταν πολεμάς στην πρώτη γραμμή είναι φυσικό επακόλουθο να δέχεσαι και τα πρώτα βόλια του αντιπάλου.

Οι μπάτσοι δεν είναι άνθρωποι, δεν είναι ζωντανά πλάσματα, δεν είναι υποκείμενα με ιδιαιτερότητες, προτιμήσεις και ευαισθησίες. Είναι μηχανισμός. Ένας κοινωνικός αυτοματισμός οχύρωσης μιας κοινωνίας θεμελιωμένης στην υπαγωγή του ζωντανού στη μηχανή, ενός κόσμου βασισμένου στην αυτοματοποίηση και απομύζηση κάθε πτυχής του ανθρώπινου βίου και του φυσικού κόσμου.

Δεν είναι απλά ένας ακόμα ρόλος, απότοκος του εργασιακού καταμερισμού και της οργάνωσης της παραγωγής, αλλά ο προαπαιτούμενος για τη διαφύλαξη αμφότερων από τα βέλη της αμφισβήτησης και τις επαναστατικές απόπειρες. Σε μια κοινωνία συστηματικής καθυπόταξης κάθε ατόμου στον μισερό του ρόλο -συνέπεια της εξειδικευμένης εργασίας, της θεαματικής προώθησης απομιμήσεων ζωής, της αδιάκοπης κατασκευής πλασματικών αναγκών, του γενικευμένου διαχωρισμού του ανθρώπου από τις συνθήκες αναπαραγωγής της κοινωνικής του ύπαρξης, και της προώθησης ιδεοληψιών απαραίτητων για τη διαιώνιση των κυρίαρχων σχέσεων-, οι μπάτσοι είναι οι θεματοφύλακες της καθολικής απαξίωσης του ανθρώπινου προσώπου. Ο ρόλος τους, στον οποίο έχουν αφιερώσει τη ζωή τους και βασίσει την υλική αναπαραγωγή τους ως μισθωτά ανδράποδα, είναι η εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των υπολοίπων, καταστέλλοντας, τιμωρώντας και εξολοθρεύοντας όποιον θελήσει να αρνηθεί τον δικό του. Ο ρόλος τους αναπαριστά τον ρόλο της βαρύτητας στο καπιταλιστικό σύμπαν, θέτοντας όλους τους υπολοίπους σε τροχιά. Είναι το ειδοποιό χαρακτηριστικό των κρατικών ζωνών διαχείρισης της παραγωγής, αφού εκπροσωπούν τη βία που το κράτος εποφθαλμιά να μονοπωλήσει αναζητώντας την ολοκλήρωσή του, όντας τίποτα παραπάνω από οργανωμένη και συγκεντρωτική βία. Ο ρόλος τους καθορίζει τον τρόπο έκφρασης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του κάθε μεμονωμένου μπάτσου, και όχι το αντίστροφο. Ο μπάτσος είναι πάντα πρωτίστως μπάτσος, και αυτό τού υπενθυμίζει το υπηρεσιακό όπλο που φέρει μαζί του ακόμα και με την λήξη της βάρδιάς του.

Η αστυνομία είναι επιπλέον το πρότυπο, ο ιδανικός σύμβουλος και ο οδοδείκτης για όλα τα υπόλοιπα επαγγέλματα και τους κοινωνικούς ρόλους. Η στρατιωτική πειθαρχία κατά τη διάρκεια του καθήκοντος και η απόλυτη υποχώρηση του προσώπου μπροστά στις επιταγές του επαγγέλματος αποκαλύπτει εμφατικά τον δέοντα δρόμο για σύνολη την κοινωνική αναπαραγωγή. Δεν είναι διόλου παράξενο το γεγονός ότι τεχνικές πειθάρχησης εφαρμοσμένες στον στρατό και την αστυνομία από τα πρώιμα χρόνια των καπιταλιστικών εθνών-κρατών, τεχνικές όπως η εξάλειψη της ιδιωτικότητας του υποκειμένου, η ιδεολογική κατήχηση στο εκμαγείο των κυρίαρχων ιδεών, η αυστηρή ενστάλαξη του σεβασμού της ιεραρχίας, και η ταύτιση του ατομικού συμφέροντος με αυτό του συλλογικού σώματος, πλέον υιοθετούνται πιστά από τους επιχειρηματικούς ομίλους και τις δεξαμενές σκέψης τους σε μια προσπάθεια εντατικοποίησης της παραγωγής και κατάπνιξης των ατομικών και συλλογικών αντιστάσεων. Στον δρόμο που χάραξε το παράδειγμα της αστυνομίας, ένα επίκαιρο στοίχημα για την οργάνωση της παραγωγής αποτελεί το εγχείρημα απόλυτης ταύτισης του κάθε προσώπου με τις κοινωνικές του λειτουργίες. Από το επάγγελμα μέχρι τις καταναλωτικές του προτιμήσεις εντός μιας καθημερινότητας πλήρως υποταγμένης στην οικονομική αξιολόγηση του κόσμου, στόχος είναι ο άνθρωπος να καθίσταται φορέας του συμβόλου της λειτουργίας του κάθε ώρα και στιγμή.

Αν ως αναρχικές κι αναρχικοί αρνούμαστε πεισματικά την περιχαράκωση της ζωής μας στα στενά πλαίσια των χρήσιμων για την κυρίαρχη πραγματικότητα κοινωνικών ρόλων, αν αναζητούμε διακαώς τους αποτελεσματικότερους τρόπους να τους σαμποτάρουμε, επιφέροντας από τη μία πλήγματα στην κυριαρχία, και διανοίγοντας από την άλλη απελευθερωτικές προοπτικές μέσω των τερπνών στιγμών σύγκρουσης με ό,τι μας καθυποτάσσει, τότε πόσο μίσος πρέπει δικαιολογημένα να υποθάλπτουμε για όσους επέλεξαν να φορέσουν τη στολή της ντροπής και να παραταχθούν απέναντί μας αναλαμβάνοντας τις πιο βρώμικες υπηρεσίες στο όνομα προστασίας της καθεστηκύιας τάξης;

Ρητορικό το ερώτημα αφού σε όποια γωνία υποχώρησης των δημοκρατικών ιδεολογικών προφάσεων κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα, η αποφορά από τα ένστολα περιττώματα είναι ανυπόφορη. Ξεχειλίζει όταν τους βλέπουμε στους δρόμους να περιπολούν υπάκουα, σε επαγρύπνηση για ό,τι απειλεί με την παρουσία του να ξεσκεπάσει τις αντιφάσεις αυτής την κοινωνίας εκθέτοντας την παρακμή της. Όταν τους βλέπουμε στα σύνορα να σακατεύουν κολασμένους. Όταν τους βλέπουμε στις πορείες ξαμολημένους να χτυπούν και να εξευτελίζουν με τις πλάτες του νόμου. Όταν τους βλέπουμε με τα παραχωρημένα όπλα τους να δολοφονούν νόμιμα, αδιαφορώντας για την προέλευση και την ταυτότητα του θύματός τους, αφού αυτοί δεν αναγνωρίζουν στους παραβατικούς το προνόμιο να είσαι άνθρωπος. Όταν τους βλέπουμε να μολύνουν όλο και περισσότερο τους δρόμους της πόλης με την ποταπή παρουσία τους, παρενοχλώντας κατατρεγμένους και εκτονώνοντας τους κτηνώδεις συμπλεγματισμούς τους σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους, προασπίζοντας τα συμφέροντα και την περιουσία κάθε αφεντικού ή πολιτικού, όσο οι αποφάσεις τους μαζί με το βάθεμα των ταξικών χασμάτων και την περαιτέρω υποβάθμιση της ζωής συνυπογράφουν τη συνέχεια του αστυνομικού κράτους ως απάντηση στις παραπάνω συνέπειες. Όταν τους βλέπουμε στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης να αναχαιτίζουν τους αγώνες των εγκλείστων, φροντίζοντας εν συνεχεία την εκτέλεση οποιασδήποτε εκδικητικής διοικητικής απόφασης. Όταν τους βλέπουμε να φρουρούν με σθένος κάθε εμπορικό, καταναλωτικό και χρηματιστηριακό ναό, αποτρέποντας οποιαδήποτε υποτίμηση των θεμελιωδών για την κοινωνία του εμπορεύματος (που καθιστά τον παρασιτισμό τους απαραίτητο) κατηγοριών μέσω απαλλοτριώσεων, βανδαλισμών, λεηλασιών και άλλων επιθέσεων. Και τους βλέπουμε παντού, γιατί αυτή είναι η δουλειά τους: να φαίνονται στη θέση όσων αποτελούν τα πραγματικά διαχειριστικά και οργανωτικά εξαρτήματα του νόμου και της αγοράς. Όπου αυτά προσκρούουν σε σκοπέλους αντίστασης, οι μπάτσοι είναι εκεί να εκτελέσουν το λειτούργημά τους. Και όταν αυτό επιτελείται, κανένας και καμιά απέναντί τους δεν αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστό πρόσωπο, μα ως αφαίρεση δεσποτικά εξομοιωμένη από τις τεχνικές ποινικοποίησης και καταστολής.

Το παράδοξο εντοπίζεται στο ότι, ενώ οι μπάτσοι υπάρχουν ώστε να τους βλέπουμε -καθώς στην επιβλητική παρουσία τους παίζεται η αποτελεσματικότητα της δραστηριότητάς τους-, τείνουμε καμιά φορά παράλληλα να τους παραβλέπουμε, έμφορτοι από ανθρωπιστικά ιδεώδη και λοιπούς ρομαντικούς εξωραϊσμούς. Τους αντιμετωπίζουμε σαν ανθρώπους, σαν νοήμοντα όντα, σαν πρόσωπα, ξεχνώντας πως οι μηχανές δεν έχουν πρόσωπο, και πως, όταν χρησιμοποιούνται για την καταστολή, την καθυπόταξη και τον έλεγχό μας (ζημιώνοντάς μας), οφείλουμε να τους διαλύουμε.

Ο εξανθρωπισμός της αστυνομικής μηχανής πραγματοποιείται απ’ όσους πιστεύουν ακόμα πως μπορούν να μεταχειριστούν τη σκόπιμα καλοκουρδισμένη αυτή μηχανή παραγωγής δυστυχίας, απόγνωσης, φτώχιας, ασχήμιας, βίας και ταπείνωσης προς το συμφέρον και τους σκοπούς τους, ή προς το συμφέρον και τους σκοπούς όσων ποδηγετούν τη συνείδησή τους. Αυτοί, ενώ μετέρχονται την αστυνομική μηχανή και, κατ’ επέκταση, τους μπάτσους ως απλά όργανα του νόμου και εξυπηρετικούς για τις επιδιώξεις τους εκτελεστές θεσμικών αποφάσεων, επιχειρούν να καταστήσουν οικεία και προσιτή στην υπόλοιπη κοινωνία μία μηχανή υποτίμησης του ανθρώπου, εξανθρωπίζοντάς την. Εμείς, κομμάτι μιας πολιτικής παράδοσης εναντίωσης σε κάθε υπαγωγή του ανθρώπου στους κοινωνικούς αυτοματισμούς, καθώς και όσες και όσοι δεν προσδοκούν ν’ αποκτήσουν θέση περιωπής εντός μιας τάξης ολοκληρωτικής καθυπόταξης του υποκειμένου στον ρόλο και την λειτουργία του, αντιλαμβανόμαστε τους μπάτσους ως έναν στυγνό μηχανισμό εξουσίας, έχοντας απομακρυνθεί από κάθε ανθρωπιστική πρόφαση που θολώνει το πεδίο κατανόησης της καθημερινής μας εμπειρίας. Εξάλλου, κάθε παραμορφωτικό φτιασίδωμα απόκρυψης ενός ωμού μηχανισμού καταστολής προσιδιάζει στην ψυχοσύνθεση όσων αυτο-θυματοποιούνται και δικαιολογούν την απραξία τους μπροστά στην ισχύ και τα όργανα του νόμου.

Όσο λοιπόν προσπαθούν να μας πείσουν ότι κάθε ξεχωριστός μπάτσος είναι κάτι περισσότερο από μία στολή, όλα τα επιχειρήματα και οι λογικοί συνειρμοί δίχως στρεψοδικίες διαφωνούν. Αν υποχρεωτικά συρθούμε στη θέση να ποσοτικοποιήσουμε τη σύγκριση, τότε ενδείκνυται να ομολογήσουμε πως ο κάθε μεμονωμένος μπάτσος είναι κάτι λιγότερο από μία στολή. Γιατί η ζωή ενός ανδρείκελου πρόθυμου να εκποιήσει την ατομικότητά του με αντάλλαγμα έναν χωλό μισθό και μία θέση υποτυπώδους εξουσίας, είναι από μόνη της ενδεικτική των προτεραιοτήτων του κάθε ενστόλου, και δεν πρόκειται να διαφωνήσουμε στην προκειμένη μαζί τους.

Η ζωή κάθε μεμονωμένου μπάτσου αξίζει λιγότερο από την επονείδιστη στολή του, άρα είναι αποτελεσματικότερο για όλες και όλους μας να προτιμάμε τη συμπλοκή μαζί τους όταν βρίσκονται εκτός υπηρεσίας. Το καλό είναι πως, μαζί με τα καθημερινά τους ρούχα, δεν ανακτούν και την ξεπουλημένη τους ανθρωπινότητα. Όπως εμείς δεν είμαστε αναρχικές κι αναρχικοί μόνο όταν φοράμε κουκούλα, όταν επιτιθόμαστε στην έννομη τάξη ή κατεβαίνουμε σε συνελεύσεις, έτσι κι αυτοί δε σταματούν να είναι μπάτσοι όταν περιδιαβαίνουν δίχως τη στολή, όταν μοιράζονται χρόνο με όσους έχουν το θράσος να είναι φίλοι τους ή αράζουν στα εξαγορασμένα από τον μισθό της ξεφτίλας σπίτια τους. Δεν είναι λιγότερο μπάτσοι, απλά είναι μπάτσοι ανυπεράσπιστοι, ανυποψίαστοι κι ευάλωτοι μπρος στις ξαφνικές εμπνεύσεις μας. Ας μην τους παραδώσουμε αμαχητί το προνόμιο να μας αποσπούν από την “οικιακή γαλήνη” όποτε αυτοί θελήσουν, επειδή δεν αναγνωρίζουν στην εξόντωσή μας κάτι πέραν της δικαιολόγησης του μισθού τους. Ας τους το ανταποδώσουμε επιστρέφοντάς τους ό,τι προέκυψε από την συνειδητοποίηση των αιτιών του άλγους μας. Κάθε αποσυναρμολογημένο εξάρτημα της αστυνομικής μηχανής αποτελεί κερδισμένο έδαφος από την ασφυκτική καπιταλιστική κανονικότητα. Συνεπάγεται περισσότερες ελεύθερες πνοές στο πνιγηρό περιβάλλον της αυτοματοποιημένης μητρόπολης.

Γι’ αυτό τσακίστε τους όπου τους βρείτε. Σακατέψτε τους τις πιο ευάλωτες κι απρόσμενες στιγμές, και μαζί τους κάθε όνειρο να γαλουχήσουν μόμολα τα οποία καρτερούν να μπουν σε μπατσοσχολές ενισχύοντας τις άμυνες του κυρίαρχου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης. Ένας τραυματισμένος ή αποσυρμένος μπάτσος, εκτός της συμβολικής του αξίας, είναι επίσης ένας ένστολος εκτελεστής των κατασταλτικών πολιτικών λιγότερος, ένα πετυχημένο σαμποτάζ όπως όλα τα άλλα στην καπιταλιστική μηχανή. Πολλές φορές μάλιστα, το ίδιο το σύστημα πρόσληψης και τροφοδότησής τους αποδεικνύει πόσο κοστίζει η ζωή και η ακεραιότητά τους, όταν τους εκθέτει προκειμένου ν’ αποτρέψει πιθανές καταστροφές άλλων κοινωνικών δομών, όπως εμπορικά κέντρα, πολιτικά μέγαρα, γραφεία εταιρειών, λεωφόροι. Κάποιος μάλιστα θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τους σεβόμαστε περισσότερο από το σύστημα χρηματοδότησης που υπηρετούν, όταν ως ανθρώπινους στόχους τούς ιεραρχούμε πιο ψηλά από τα κέντρα κυριαρχίας που καλούνται να προστατέψουν ως μέρος του επαγγέλματός τους. Αφού συμφωνούμε όμως πως όντως ένας μπάτσος αξίζει λιγότερο από ένα άδειο ταμείο ή έναν πυρπολημένο στόχο, και αφού γνωρίζουμε πως όπου κι αν κινηθούμε θα τους βρούμε απέναντί μας, ας ξεκινήσουμε το σμπαράλιασμά τους για να χαράξουμε ρότα προς πιο ουσιώδεις κι ευγενείς σκοπούς.

Τσακίστε τους στα σπίτια, στις γειτονιές και στις εξόδους τους. Σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους. Με παρέα ή μόνους τους. Με στολή ή χωρίς. Όλοι μας έχουμε έναν γνωστό μπάτσο, έναν συγγενή ή έναν γνωστό γνωστού. Τα μιάσματα κυκλοφορούν ανάμεσά μας ως επί το πλείστον αφύλακτα κι ανυποψίαστα. Αν διστάζουμε οι ίδιοι να αναλάβουμε δράση και πρωτοβουλίες, ας μιλήσουμε σε όσες δε συγκρατούνται από ενδοιασμούς κι αδημονούν ν’ αξιοποιήσουν δημιουργικά τις πληροφορίες. Στο εξωτερικό έχουν ήδη ξεκινήσει οι μαζικές εκθέσεις προσωπικών δεδομένων μπάτσων σε αντιεξουσιαστικά μέσα αντιπληροφόρησης, και κάτι τέτοιο σίγουρα συνιστά παράδειγμα προς μίμηση. Μην ξεχνάμε πως πρόκειται για αδύναμα, θρασύδειλα, απρόσωπα σκουπίδια που, δίχως τη στολή και την προστασία των υπερεξοπλισμένων από το κράτος συναδέλφων τους, θα τρέκλιζαν από φόβο αντιμέτωπα με τις ερεθισμένες από την άθλια δράση τους ορέξεις μας. Η αύξηση των περιστατικών επιθέσεων σε αστυνομικούς είναι προσέτι ο ενδεδειγμένος τρόπος να υπερφορτώσουμε τον μηχανισμό πρόληψης και αντιμετώπισης εγκλήματος, πολλαπλασιάζοντας τις πιθανότητες οι δράστες να μην προλαβαίνουν να ταυτοποιηθούν και να συλληφθούν από τους εύθικτους γραφειάτους ερευνητές.

Ξύλο, μηχανισμοί, στοχοποίηση, όπλα, αναλόγως τα ευκταία επίπεδα βίας των ενδιαφερομένων, όλα είναι χρήσιμα και επιθυμητά για την καταστροφή όσων καταστέλλουν επί μισθώση. Καθώς η τεχνολογία, οι πολιτικές ηγεμονίες και οι κυρίαρχες δεξαμενές σκέψης αφιερώνουν σταδιακά όλο και περισσότερο χρόνο στην αναβάθμιση του οπλοστασίου της κρατικής μηχανής υλικά και ιδεολογικά, είναι θανάσιμη παγίδα η υιοθέτηση στάσης οίκτου απέναντι στους φρουρούς της όψιμης καπιταλιστικής δυστοπίας. Ειδικά μάλιστα όταν καταντάει να συνεισφέρει στην αποσιώπηση της διόλου τυχαίας αύξησης των κρουσμάτων αστυνομικής βίας και κατάχρησης εξουσίας, συγκαλύπτοντας υποκριτικά τα αίτιά της.

Κλείνοντας, οφείλουμε ν’ αποδεχτούμε μία δυσοίωνη πρόβλεψη. Όσο δεν επιτιθόμαστε στα οπλισμένα χέρια που υπερασπίζονται τα τείχη της φιλελεύθερης δημοκρατικής αυτοκρατορίας, αυτή θα τα ενισχύει, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα ανατροπής της με υλικούς όρους σε ένα υποθετικό μέλλον. Το θέμα δυστυχώς καθίσταται ολοένα και πιο απλό: Ή θα τσακίσουμε την αστυνομική μηχανή μαζί με τα εξαρτήματά της ή θα χάσουμε σύντομα κάθε ευκαιρία να αρθρώνουμε λόγο πάνω στη λειτουργία και τις μεθόδους της, αποκλεισμένες και αποκλεισμένοι βίαια εντελώς από τις δυνατότητες διαχείρισης των ζωών μας.

Επίθεση, εκδίκηση και μνήμη πάντα ακονισμένη.

Να χαράξουμε την προοπτική της ριζικής ανατροπής του καπιταλιστικού κόσμου, περνώντας πάνω απ’ την πρώτη γραμμή της πολεμικής του μηχανής.

Δεν ξεχνάμε τον George Floyd, και τον κάθε George Floyd που έπεσε κάτω απ’ την μπότα των σύγχρονων πραιτωριανών.

Δεν ξεχνάμε τα έγκλειστα αναρχικά συντρόφια μας, και κάθε άνθρωπο που βιώνει τη βίαιη συνθήκη της αιχμαλωσίας.

Δεν ξεχνάμε τα 2 συντρόφια μας στη Θεσσαλονίκη που συνελήφθησαν στις 27/5 λόγω υποθέσεων των μπάτσων περί στοχοποίησης του Δ. Σταμάτη, πρώην υπουργού της Ν.Δ. και νυν προέδρου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Δεν ξεχνάμε τα συντρόφια μας στην Ιταλία που διώχθηκαν και αφέθηκαν με περιοριστικούς όρους στα πλαίσια της επιχείρησης “Ritrovo”, όπως επίσης και τα συντρόφια που συνελήφθησαν στα πλαίσια της επιχείρησης “Bialystock” στις 12/6, 5 εκ των οποίων φυλακίστηκαν και 2 τέθηκαν υπό κατ’ οίκον κράτηση.

Consumimur Igni

Απρόσωπη πρωτοβουλία ενάντια στη μηχανή παραγωγής βίας και θανάτου

Neil Smith: Νέος Παγκοσμισμός, Νέα Πολεοδομία – Το gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων (β’ μέρος)

Αστικές Αναπλάσεις: Ο εξευγενισμός ως Παγκόσμια Στρατηγική των Πόλεων

Ας αλλάξω τώρα κλίμακα και ας εστιάσω στη διαδικασία του gentrification. Εάν μία διάσταση της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας του 21ου αιώνα είναι η ανισομερής ενσωμάτωση των αστικών πρακτικών στην Ασία και στη Λατινική Αμερική, ιδιαίτερα στο μέτωπο της νέας πολεοδομίας, μία δεύτερη διάσταση αφορά αυτό που ίσως θα μπορούσε να αποκαλεστεί η γενίκευση του gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων. Με μια πρώτη ματιά, αυτά σίγουρα μοιάζουν σαν τελείως διαφορετικά επιχειρήματα, με το ένα να αφορά την πολυτελή κατοίκηση στα κέντρα παγκόσμιας εξουσίας και το άλλο νέα μοντέλα πολεοδομίας που αναπτύσσονται στις περιφέρειες που ενσωματώνονται. Εκφράζουν σίγουρα αντιθετικές πρακτικές μίας νέα πολεοδομίας, αλλά αυτό είναι άλλωστε το νόημα. Η νεοφιλελεύθερη πολεοδομία περιλαμβάνει ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών, οικονομικών και γεωγραφικών μετατοπίσεων και το νόημα αυτών των αντιθετικών επιχειρημάτων είναι να διερευνήσουν την ποικιλία των πρακτικών της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας και το πώς συνδέονται αυτοί οι δύο αντιθετικοί κόσμοι.

Η οπτική των περισσότερων μελετητών για το gentrification παραμένει στενά δεμένη με τη διαδικασία που περιγράφηκε κατά τη δεκαετία του 1960 από την κοινωνιολόγο Ruth Glass. Να η θεμελιακή της δήλωση το 196417, που αποκάλυπτε το gentrification ως διακριτή διαδικασία:

Μία-μία, πολλές από της εργατικές γειτονιές του Λονδίνου κυριεύθηκαν από τις μεσαίες τάξεις -ανώτερες και κατώτερες. Χαμόσπιτα, στάβλοι και αγροικίες -δύο δωμάτια στον πάνω και δύο στον κάτω όροφο- καταλήφθηκαν όταν εξαντλήθηκαν οι εκμισθώσεις τους, και έγιναν κομψές, ακριβές κατοικίες. Τα μεγαλύτερα Βικτοριανά σπίτια, που είχαν υποβαθμιστεί σε μία προηγούμενη ή πιο πρόσφατη περίοδο -που χρησιμοποιούνταν σαν καταλύματα ή που ήταν αλλιώς υπό καθεστώς πολλαπλής ενοικίασης- αναβαθμίστηκαν για μια ακόμα φορά… Όταν αυτή η διαδικασία “gentrification” ξεκινά σε μια περιοχή, συνεχίζει ταχέως μέχρι όλοι ή οι περισσότεροι αρχικοί ένοικοι της εργατικής τάξης να μετατοπιστούν και να αλλάξει ο συνολικός κοινωνικός χαρακτήρας της περιοχής.

Σχεδόν ποιητικά, η Glass συνέλαβε την καινοτομία αυτής της νέας διαδικασίας όπου νέοι “ευγενείς” [“gentry”] των πόλεων, μετάλλασσαν τις γειτονίες της εργατικής τάξης. Εξετάστε τώρα μία επίκαιρη δήλωση, ξανά από το Λονδίνο, μετά από 35 χρόνια. Το παρακάτω είναι ένα απόκομμα από το διάταγμα για την “Αστική Αναγέννηση”18 του 1999, που εκδόθηκε από μία ειδική Αστική Ομάδα Δράσης που υπαγόταν στο Βρετανικό Τμήμα Περιβάλλοντος, Μεταφορών και Περιοχών [DETR]:

Η Αστική Ομάδα Δράσης θα ταυτοποιήσει τις αιτίες της αστικής παρακμής… και τις πρακτικές λύσεις ώστε να φέρει τους ανθρώπους πίσω στις πόλεις μας, τις κωμοπόλεις [towns] και τις γειτονιές των πόλεων. Θα ιδρύσει μία νέα οπτική για την αστική αναγέννηση… (Μέσα στα επόμενα 25 χρόνια) 60% των νέων κατοικιών θα πρέπει να κατασκευαστεί σε γη που έχει ήδη αναπτυχθεί… Έχουμε χάσει τον έλεγχο των κωμοπόλεων και των πόλεων μας, αφήνοντας τις να απαξιωθούν από τον κακό σχεδιασμό, την οικονομική διάχυση και την κοινωνική πόλωση. Οι απαρχές του 21ου αιώνα είναι μια στιγμή αλλαγής (προσφέροντας) την ευκαιρία για την αστική αναγέννηση.

Αυτή η γλώσσα της αστικής αναγέννησης δεν είναι, φυσικά, καινούργια, αλλά εδώ παίρνει πολύ μεγαλύτερη σημασία. Η κλίμακα των φιλοδοξιών για την αστική ανακατασκευή διευρύνθηκε δραματικά. Ενώ η κρατικά επιχορηγούμενη μεταπολεμική αστική ανανέωση στις δυτικές πόλεις αποσκοπούσε στην ενίσχυση ενός κατακερματισμένου gentrification μέσα από την ιδιωτική αγορά, το gentrification και η εντατική ιδιωτικοποίηση της γης και των αγορών ακινήτων στο εσωτερικό της πόλης από τη δεκαετία του 1980, έχουν δημιουργήσει, με τη σειρά τους, τη βάση πάνω στην οποία έγιναν πολύπλευρα και μεγάλης κλίμακας σχέδια αστικής αναγέννησης, ξεπερνώντας κατά πολύ αυτά της αστικής ανανέωσης της δεκαετίας του 1960. Η τρέχουσα γλώσσα της αστικής αναγέννησης, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά αποκαλύπτει, ανάμεσα στα άλλα, μία γενίκευση του gentrification στο αστικό τοπίο.

Εξετάστε μερικές βασικές διαφορές, όπως παρουσιάζονται μεταξύ της οπτικής της Glass και του DETR. Αν και για την Glass, το gentrification της δεκαετίας του 1960 ήταν μία περιθωριακή ιδιορρυθμία στην αγορά ακινήτων του Islington -ένα αλλόκοτο αστικό άθλημα των πιο hip επαγγελματικών τάξεων που δεν φοβόντουσαν να έρθουν πλάι πλάι με τις “άπλυτες” τάξεις- στα τέλη του 20ου αιώνα έγινε ένας κεντρικός στόχος για την Βρετανική πολιτική των πόλεων. Αν και τα βασικά δρώντα υποκείμενα στην ιστορία της Glass υποτίθεται ότι ήταν [ενδοαστικοί] μετανάστες της μεσαίας και της ανώτερης μεσαίας τάξης, τα δρώντα υποκείμενα της αστικής ανάπλασης 35 χρόνια μετά είναι κυβερνητικοί, επιχειρηματικοί ή επιχειρηματικές- κυβερνητικές συνεργασίες. Μια διαδικασία που ξεπρόβαλε στη μεταπολεμική αγορά ακινήτων φαινομενικά τυχαία και χωρίς σχεδιασμό, είναι τώρα μία φιλόδοξη και ενδελεχώς σχεδιασμένη γενικευμένη στρατηγική. Αυτό που ήταν απολύτως συμπτωματικό είναι ολοένα και πιο συστηματοποιημένο. Η διαδικασία του gen- trification εξελίχθηκε ταχύτατα σε κλίμακα και ποικιλία, σε σημείο όπου τα ταπεινά προγράμματα αστικής οικιστικής αποκατάστασης, τυπικά των δεκαετιών του 1960 και 1970, τώρα μοιάζουν αλλόκοτα, όχι μόνο στο αστικό τοπίο, αλλά και στη βιβλιογραφία της αστικής θεωρίας.

Πιο σημαντικό είναι ίσως, ότι μία κυρίως τοπική πραγματικότητα, που πρώτα αναγνωρίστηκε σε μερικές σημαντικές ανεπτυγμένες καπιταλιστικές πόλεις, όπως το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, το Παρίσι και το Σίδνεϊ, είναι πια κατ’ ουσίαν παγκόσμια. Η εξέλιξη της ήταν ταυτόχρονα κατά μήκος και κατά πλάτος. Αφενός, το gentri- fication σαν διαδικασία εισέβαλε ταχύτατα στην αστική ιεραρχία· είναι εμφανής όχι μόνο στις μεγαλύτερες πόλεις, αλλά και σε πιο ασυνήθιστα κέντρα όπως σε πρωθύστερες βιομηχανικές πόλεις, σαν το Cleveland ή τη Glasgow, μικρότερες πόλεις όπως το Malmö ή η Grenada, και ακόμα πιο μικρές εμπορικές πόλεις, όπως το Lancaster, η Pennsylvania ή το Ceské Krumlov στη Δημοκρατία της Τσεχίας. Ενώ την ίδια στιγμή, η διαδικασία διαχύθηκε και γεωγραφικά, με αναφορές gen- trification από το Τόκιο ως την Τενερίφη19, από το São Paulo ως την Puebla και το Μεξικό20, από το Cape Town21 ως την Καραϊβικ22 και από τη Σανγκάη ως τη Σεούλ. Με μια δόση ειρωνείας, ακόμα και το Hobart, η πρωτεύουσα της Γης του Van Di- emen’s (Τασμανία), υφίσταται σήμερα gentrification, εκεί όπου εξορίστηκαν τον 19ο αιώνα Βρετανοί αγρότες που είχαν γίνει λαθροθήρες και αντάρτες και όπου οι ντόπιοι, ακολούθως, εξολοθρεύτηκαν.

Φυσικά, αυτές οι πρακτικές gentrification ποικίλουν σε μεγάλο βαθμό και είναι άνισα κατανεμημένες, αλλά και πολύ πιο σύνθετες από ότι ήταν στα πρώτα ευρωπαϊκά ή βορειοαμερικανικά παραδείγματα gentrification. Πηγάζουν από αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους τοπικές οικονομίες και διαφορετικά πολιτισμικά σύνολα και συνδέονται με πολλούς και περίπλοκους τρόπους με ευρύτερες εθνικές και παγκόσμιες πολιτικές οικονομίες. Εδώ, το βασικότερο νόημα είναι αφενός η ταχύτητα της εξέλιξης μιας αρχικά περιθωριακής αστικής διαδικασίας που αρχικά ταυτοποιήθηκε στη δεκαετία του 1960 και αφετέρου, ο συνεχιζόμενος μετασχηματισμός της σε μία σημαντική διάσταση της σύγχρονης πολεοδομίας. Είτε στην αλλόκοτη μορφή της, που αντιπροσωπεύεται από τους αχυρώνες της Glass, είτε στην κοινωνικά οργανωμένη μορφή του 21ου αιώνα, το gentrifica- tion προμηνύει έναν εκτοπισμό των κατοίκων της εργατικής τάξης από τα αστικά κέντρα. Μάλιστα, η ταξική φύση της διαδικασίας, που είναι ολοφάνερη στην εκδοχή της Glass για το gentrification, είναι επιμελώς κρυμμένη στη μακρηγορία της κυβέρνησης του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος. Αυτή η συμπτωματική σιωπή λέει τόσα πολλά για τη μεταβαλλόμενη κοινωνική και πολιτιστική γεωγραφία της πόλης, παράλληλη με μια μεταβαλλόμενη οικονομική γεωγραφία, όσα λένε και οι πιο ορατές και φλύαρες εκδηλώσεις της.

Στο πλαίσιο της Βορείου Αμερικής και της Ευρώπης, μπορούμε να διακρίνουμε τρία κύματα gentrification23. Το πρώτο κύμα, που ξεκινά τη δεκαετία του 1950, μπορεί να γίνει αντιληπτό ως σποραδικό gentrification, κάπως όπως το παρατήρησε η Glass. Ένα δεύτερο κύμα ακολούθησε στη δεκαετία του 1970 και του 1980, όπου το gentrification συσχετίστηκε με ευρύτερες διαδικασίες αστικής και οικονομικής αναδόμησης. Ο Hackworth την αναφέρει ως “φάση αγκύρωσης” του gentrification. Ένα τρίτο κύμα αναδύεται τη δεκαετία του 1990· αυτό μπορούμε να το συλλογιστούμε ως τη γενίκευση του gentrification. Φυσικά, αυτή η εξέλιξη του gentrification συνέβη με αρκετά διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές πόλεις και γειτονιές και ακολουθώντας διαφορετικούς χρονικούς ρυθμούς. Στην Πόλη του Μεξικού, για παράδειγμα, η διαδικασία δεν είναι σε καμία περιοχή τόσο κεφαλαιοποιημένη ή διαδεδομένη όσο είναι στη Νέα Υόρκη, παραμένοντας περιορισμένη στην κεντρική περιοχή της πόλης και το Coyoacán, με αποτέλεσμα ο διαχωρισμός των τριών διακριτών κυμάτων gentrification να βρίσκει ελάχιστη εμπειρική επαλήθευση. Στη Seoul ή στο São Paulo η διαδικασία είναι γεωγραφικά περιορισμένη και σε βρεφική ηλικία. Στην Καραϊβική, οι αυξανόμενες διασυνδέσεις ανάμεσα στο gentrification και στο παγκόσμιο κεφάλαιο εν γένει, φιλτράρονται από την τουριστική βιομηχανία, αποδίδοντάς της το ιδιαίτερο ξεχωριστό τους τόνο. Με την ίδια λογική, ο σταδιακός μετασχηματισμός των παλιών αποβάθρων και των αποθηκών στο Λονδίνο, στις όχθες του Τάμεση, καταδεικνύει ότι το gentrification εδώ είναι πολύ πιο πολυέξοδο από ότι στις περισσότερες βορειοαμερικανικές πόλεις. Καθώς το gentrification είναι έκφραση ευρύτερων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών σχέσεων, σε κάθε πόλη θα εκφράσει τις ιδιαιτερότητες του τόπου κατά την κατασκευή του αστικού του χώρου.

Αν και σε διαφορετικούς βαθμούς, το gentrification κατά τη δεκαετία του 1990 εξελίχθηκε σε μία κρίσιμη αστική στρατηγική των δημοτικών αρχών όλου του κόσμου σε συνεργασία με το ιδιωτικό κεφάλαιο. Η φιλελεύθερη πολιτική του αστικού χώρου, η οποία σε κάποιες περιοχές της Ευρώπης ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα και στη Βόρεια Αμερική στη μετάβαση από την Προοδευτική Εποχή [1890-1920] στο New Deal του Roosevelt, ηττήθηκε συστηματικά, αρχής γενομένης με τις πολιτικές οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και τις συντηρητικές εθνικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν κατά τη δεκαετία του 1980. Από τον Reagan στη Thatcher και, ύστερα, στον Kohl, οι παροχές αυτής της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου αποδυναμώθηκαν συστηματικά ή αποδιαρθρώθηκαν σε εθνική κλίμακα και οι νομικοί περιορισμοί στο gentrification αντικαταστάθηκαν με επιδοτήσεις για τον μετασχηματισμό του δομημένου περιβάλλοντος της πόλης μέσω της ιδιωτικής αγοράς.

Αυτός ο μετασχηματισμός εντάθηκε από την κλίκα των νεοφιλελεύθερων ηγετών που ακολούθησαν -Clinton, Blair, Schröder- και ως εκ τούτου, η νέα φάση gentrifi- cation συμβαδίζει με μια διευρυμένη ταξική επίθεση, όχι μόνο της εθνικής εξουσίας, αλλά και της πολιτικής του αστικού χώρου. Στα τέλη του 20ου αιώνα, το gentri- fication προωθούμενο μέσα από μία καθολική και συστηματική σύμπραξη του δημόσιου πολεοδομικού σχεδιασμού με το δημόσιο και ιδιωτικό κεφάλαιο, ήρθε να καλύψει το κενό που άφησε το τέλος της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου. Αλλού, εκεί όπου οι πόλεις δεν είχαν καθοδηγηθεί από φιλελεύθερες πολιτικές κατά τον 20ου αιώνα, η πορεία της αλλαγής ήταν διαφορετική. Αν και η προσήλωση σε μια ευρύτερη σύλληψη του gentrification στα παλαιά κέντρα, ως μία ανταγωνιστική αστική στρατηγική στην παγκόσμια αγορά, οδηγεί σε μια παρόμοια κατεύθυνση. Σε αυτό το πνεύμα τουλάχιστον, ο νεοφιλελευθερισμός κατά την αλλαγή του αιώνα υποδεικνύει μία σύγκλιση μεταξύ των αστικών πρακτικών στις μεγαλύτερες πόλεις του Πρώτου και του Τρίτου Κόσμου, όπως συνηθιζόταν να αποκαλούνται.

Η γενίκευση του gentrification έχει πολλαπλές διαστάσεις. Αυτές μπορούν να κατανοηθούν σε σχέση με πέντε αλληλοσυσχετιζόμενα χαρακτηριστικά: τον μετασχηματισμένο ρόλο του κράτους, τη διείσδυση της παγκόσμιας οικονομίας, τα μετασχηματιζόμενα επίπεδα πολιτικής αντίστασης, την γεωγραφική διάχυση και την τομεακή γενίκευση του gentrification. Ας εξετάσουμε καθένα από αυτά τα χαρακτηριστικά με τη σειρά.

Πρώτον, ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο κύμα gentrification, ο ρόλος του κράτους άλλαξε θεαματικά24. Κατά τη δεκαετία του 1990, αντεστράφη η σχετική απόσυρση του κράτους από τις επιδοτήσεις για gentrification που είχε συμβεί κατά τη δεκαετία του 1980 και σημειώθηκε αύξηση των συμπράξεων ανάμεσα στο ιδιωτικό κεφάλαιο και τις τοπικές αρχές, καταλήγοντας σε μια πιο ευρεία, πιο ακριβή και πιο συμβολική ανάπτυξη, από την ακτή της Βαρκελώνης μέχρι την πλατεία Potsdamer στο Βερολίνο. Η πολιτική του αστικού χώρου δε φιλοδοξεί πια να οδηγήσει ή να ρυθμίσει την κατεύθυνση της οικονομικής ανάπτυξης, όσο να προσαρμοστεί στις κατευθύνσεις που ήδη έχουν θεσπιστεί από την αγορά, αναζητώντας μεγαλύτερα κέρδη, είτε άμεσα, είτε μέσω της φορολογίας.

Ο νέος ρόλος που παίζει το παγκόσμιο κεφάλαιο είναι επίσης καθοριστικός για τη γενίκευση του gentrification. Από το Canary Wharf του Λονδίνου μέχρι τη Battery Park City -κατασκευασμένα από ίδια εταιρεία με έδρα τον Καναδά- είναι εύκολο να καταδειχθεί η νέα εισροή του παγκόσμιου κεφαλαίου προς εκτεταμένα, γιγαντιαία έργα ανάπτυξης στα αστικά κέντρα25. Το ίδιο καταπληκτικό, παρόλα αυτά, είναι και το εύρος στο οποίο το παγκόσμιο κεφάλαιο ελίχθηκε σε πολύ πιο ταπεινά αναπτυξιακά έργα σε επίπεδο γειτονιάς. Ως προς αυτό, είναι εμβληματικό ένα νέο συγκρότημα 61 μονάδων στο Lower East Side της Νέας Υόρκης, δύο μίλια από την Wall Street, όπου κάθε διαμέρισμα είναι συνδεδεμένο με Ίντερνετ υψηλής ταχύτητας. Αυτό, σύμφωνα με τα παγκόσμια δεδομένα, είναι ένα μικρό αναπτυξιακό έργο, αλλά χτίστηκε με εργασία μεταναστών που δεν καλυπτόταν από το σωματείο (κάτι που γνώρισε μία εκπληκτική αύξηση στη Νέα Υόρκη κατά τη δεκαετία του 1990), ο ανάδοχος είναι Ισραηλίτης και η βασική πηγή χρηματοδότησης έρχεται από την Ευρωπαϊκή Αμερικάνικη Τράπεζα26. Η επέκταση του παγκόσμιου κεφαλαίου, ακόμα και μέχρι την τοπική γειτονιά, είναι ένα ιδιαίτερο επίσης χαρακτηριστικό της τελευταίας φάσης gentrification.

Τρίτον, υπάρχει το ζήτημα της αντίστασης στο gentrification. Από το Άμστερνταμ στο Σίδνεϊ, από το Βερολίνο στο Βανκούβερ, από το Σαν Φρανσίσκο στο Παρίσι, το δεύτερο κύμα gentrification ακολουθήθηκε από την ανάπτυξη εκατομμυρίων κινημάτων αστέγων, κινημάτων καταλήψεων, κινημάτων στέγης και άλλων αντι- gentrification κινημάτων και οργανώσεων που συχνά οργανώνονταν χαλαρά γύρω από αλληλεπικαλυπτόμενα ζητήματα. Αυτά σπάνια συναντήθηκαν ως κινήματα πόλης, αλλά αντιτάχθηκαν στο gentrification αρκετά ώστε να γίνουν, σε κάθε περίπτωση, στόχος των πολιτικών φορέων και των αστυνομικών δυνάμεων. Τα αυξημένα επίπεδα καταστολής κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, εκτός των άλλων, στόχευαν και στα κινήματα αντι-gentrification, μαρτυρώντας την κεντρική θέση της ανάπτυξης των ακινήτων στη νέα οικονομία των πόλεων. Οι πολιτικές διοικήσεις των πόλεων άλλαζαν, σε πλήρη συμφωνία με το οικονομικό τους προφίλ και η αποσυναρμολόγηση της φιλελεύθερης πολιτικής των πόλεων παρείχε μία ευκαιρία τόσο πολιτική όσο και οικονομική για τα νέα καθεστώτα ισχύος των πόλεων. Η άνοδος της ρεβανσιστικής πόλης27 δεν ήταν απλά ένα φαινόμενο της Νέας Υόρκης: μπορεί να απαντηθεί στις καμπάνιες ενάντια στις καταλήψεις στο Άμστερνταμ της δεκαετίας του 1980, στις επιθέσεις της Παρισινής αστυνομίας στους καταυλισμούς αστέγων (σε μεγάλο μέρος τους μετανάστες) και την υιοθέτηση των τεχνικών “μηδενικής-ανοχής” της Νέας Υόρκης από αστυνομικές δυνάμεις σε όλο τον κόσμο. Στο São Paulo, οι κατασταλτικές τακτικές που εφαρμόστηκαν στους ανθρώπους του δρόμου ορθολογικοποιούνται με τους όρους του “επιστημονικού” δόγματος της “μηδενικής-ανοχής” που ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο νέος ρεβανσισμός δικαιολογήθηκε ρητά με τον στόχο να γίνει η πόλη ασφαλής για gentrification. Ο νέος αυταρχισμός συντρίβει κάθε αντίσταση και παράλληλα κάνει τους δρόμους ασφαλείς για gentrification.

Το τέταρτο χαρακτηριστικό αυτής της τελευταίας φάσης είναι η διάχυση του gen- trification από τα κέντρα των πόλεων. Αυτό απέχει από μία ομαλή ή κανονική διαδικασία, αλλά καθώς το gentrification κοντά στο κέντρο καταλήγει σε υψηλότερες τιμές γης και ακινήτων, ακόμα και όσον αφορά τις παλαιές, μη τροποποιημένες ιδιοκτησίες, οι γειτονιές εγκλωβίζονται όλο και περισσότερο στη δίνη του gentrification. Το μοτίβο της διάχυσης ποικίλει αρκετά και είναι επηρεασμένο από πολλούς παράγοντες, από την αρχιτεκτονική και τα πάρκα μέχρι την παρουσία νερού. Πάνω από όλα, είναι συνδεδεμένο με τα ιστορικά μοτίβα της επένδυσης και απο-επένδυσης κεφαλαίου στο αστικό τοπίο. Όσο πιο ανισομερής είναι η αρχική εξωστρεφής ανάπτυξη των επενδύσεων του κεφαλαίου και όσο πιο ανισομερής είναι η από-ανάπτυξη σε αυτά τα νέα αστικά τοπία, τόσο ανισομερής θα είναι και η διάχυση του gentrification. Με αυτή τη λογική, στις πόλεις όπου η πλειοψηφία της χωρικής επέκτασης συνέβη τα τελευταία χρόνια και όπου οι δυνατότητες για εκτεταμένη απο-επένδυση έχουν περιοριστεί, η διάχυση του gentrification μπορεί να είναι πιθανώς περιορισμένη.

Τέλος, η τομεακή γενίκευση, που τυποποιεί αυτή την πιο πρόσφατη φάση, βρίσκεται στο κέντρο του νέου gentrification. Αν και η αστική ανανέωση κατά τις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970 αναζήτησε μία εφ’ όλης της κλίμακας ανακατασκευή των κέντρων πολλών πόλεων συνενώνοντας πολλούς τομείς της οικονομίας των πόλεων σε αυτή τη διαδικασία, ωστόσο ρυθμίστηκε σε υψηλό βαθμό και περιορίστηκε οικονομικά και γεωγραφικά από το γεγονός ότι ήταν καθολικά εξαρτημένη από τη δημόσια χρηματοδότηση και για αυτό έπρεπε να ανταποκριθεί σε ζητήματα ευρείας κοινωνικής αναγκαιότητας, όπως η κοινωνική κατοικία. Αντίθετα, το νεότερο κύμα gentrification που ακολούθησε την αστική ανανέωση προχώρησε σε πλήρη ανεξαρτησία από το δημόσιο τομέα. Παρά την αξιοσημείωτη δημόσια επιδότηση, η χρηματοδότηση της ιδιωτικής αγοράς δεν εφαρμόστηκε σε όλη της την έκταση μέχρι το τρίτο κύμα. Συνεπώς, αυτό που σηματοδοτεί την τελευταία φάση gentrification σε πολλές πόλεις, είναι ότι σφυρηλατήθηκε μια νέα σύμπραξη επιχειρηματικών και κρατικών δυνάμεων και πρακτικών σε μία πολύ πιο φιλόδοξη προσπάθεια gentrification της πόλης, από ότι οι πρωθύστερες.

Η ανακατάκτηση της πόλης για τις μεσαίες τάξεις περιλαμβάνει πολλά περισσότερα από την απλή παροχή κατοικίας. Το τρίτο κύμα gentrification εξελίχθηκε σε ένα όχημα μετασχηματισμού ολόκληρων περιοχών μέσα σε νέα συμπλέγματα τοπίων, τα οποία πρωτοπορούν σε μία συνολική, ταξικά φορτισμένη ανακατασκευή των πόλεων. Αυτά τα νέα συμπλέγματα τοπίων συνδυάζουν κατοικίες με αγορές, εστιατόρια, πολιτιστικές παροχές28, ελεύθερο χώρο, δυνατότητες εργασίας -ολόκληρα νέα συγκροτήματα διασκέδασης, κατανάλωσης, παραγωγής και αναψυχής, παράλληλα με την κατοίκηση. Εξίσου σημαντικό είναι ότι το gentrification ως στρατηγική του αστικού χώρου, συνδέει τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές με κατασκευαστικές εταιρίες μεγάλου και μεσαίου μεγέθους, τοπικούς εμπόρους και κτηματομεσίτες με επώνυμους λιανοπωλητές, που όλοι υποβοηθούνται από τις δημοτικές και τοπικές αρχές, για τις οποίες τα ευεργετικά κοινωνικά αποτελέσματα υποτίθεται ότι προέρχονται τώρα πια από την ίδια την αγορά, παρά από τη ρύθμιση της. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων γίνεται πλέον το επίκεντρο της παραγωγικής οικονομίας των πόλεων, ένας σκοπός καθαυτός δικαιολογημένος με επικλήσεις σε νέες θέσεις εργασίας, αύξηση των φορολογικών εσόδων και αύξηση του τουρισμού. Με τρόπους που δύσκολα θα είχαν προβλεφθεί τη δεκαετία του 1960, η κατασκευή των νέων συγκροτημάτων στις κεντρικές πόλεις σε όλο τον κόσμο, έγινε ολοένα και περισσότερο μια ακαταμάχητη στρατηγική συσσώρευσης κεφαλαίου για τις ανταγωνιζόμενες οικονομίες των πόλεων. Εδώ προκύπτει μία βασική σύνδεση με το ευρύτερο περίγραμμα μιας νέας πολεοδομίας, στο οποίο θα επιστρέψουμε σύντομα.

Η στρατηγική οικειοποίηση και γενίκευση του gentrification ως μέσο του παγκόσμιου ανταγωνισμού μεταξύ των πόλεων, βρίσκει την πιο ανεπτυγμένη της έκφραση στη γλώσσα της “αστικής αναγέννησης”. Όντας σύμφωνη με τον αυξημένο ρόλο του κράτους στο νέο κύμα των αλλαγών των πόλεων, αυτή η διαδικασία δεν αναπτύχθηκε περισσότερο στις ΗΠΑ, αλλά μάλλον στην Ευρώπη. Μπορεί η ηγεσία των εργατικών υπό τον Tony Blair να είναι ο πιο ξεκάθαρος συνήγορος της επανανακάλυψης του gentrification ως “αστική αναγέννηση”, ωστόσο το gentrification είναι μια πανευρωπαϊκή τάση. Η Δανία, για παράδειγμα, το 1997 έκανε την αναγέννηση επίσημη πολιτική με ένα ξεχωριστό Εθνικό Συμβούλιο για την Αναγέννηση των Πόλεων και οι γραφειοκράτες του Βερολίνου είδαν όλη την περίοδο της μετά το 1991 ανοικοδόμησης, ως περίοδο “αστικής αναγέννησης”. Ένα θεμελιώδες συνέδριο έλαβε χώρα στο Παρίσι το Δεκέμβριο του 2000 πάνω στο θέμα της “Σύγκλισης της Αναγέννησης των Πόλεων και της Οικιστικής Πολιτικής στην Ευρώπη”. Στο συνέδριο παρευρέθηκαν ανώτατοι ιθύνοντες για τη χάραξη πολιτικών και σύμβουλοι, αντιπροσωπεύοντας όλες τις κυβερνήσεις της ΕΕ και μερικά γειτονικά κράτη που προέβλεπαν στην ένταξή τους στην ΕΕ. Το ενημερωτικό φυλλάδιο του συνεδρίου επεσήμανε την πρόθεσή του να σπρώξει το “διάλογο πάνω στην κατοίκηση και την αναγέννηση… πέρα από το στενό διάστημα της φυσικής ανάπτυξης για να επανεξετάσει τις θεσμικές διευθετήσεις που πρέπει να λάβουν χώρα” έτσι ώστε να γίνει η “αστική ανάπλαση” μία πραγματικότητα.

Η αποστολή αυτών που συμμετείχαν στη συνδιάσκεψη ήταν πρακτική και περιεκτική: οι ευρείας κλίμακας μετασχηματισμοί των πόλεων θα χρειαστούν συμπαγείς δεσμούς μεταξύ “των πάροχων κοινωνικής κατοικίας, των ιδιωτικών επενδυτών, [και] των υπεύθυνων για την εκπαίδευση και την προώθηση της πολιτικής”, όπως επίσης και μεταξύ των “τοπικών μεσιτών της ανάπλασης, των τοπικών διοικήσεων και των εθνικών κυβερνήσεων”. Οι πολιτικές ανάπλασης είναι πολύπλευρες και περιλαμβάνουν διαφορετικές προσπάθειες που δεν θα εντάσσονταν κανονικά κάτω από την ταμπέλα του “gentrification”, παρόλα αυτά έχει νόημα να δει κανείς αυτές τις πρωτοβουλίες -το βρετανικό μανιφέστο αστικής ανάπλασης, τις ευρωπαϊκές κρατικές πολιτικές και τις προσπάθειες να καθιερωθεί μία πανευρωπαϊκή στρατηγική αναπλάσεων- ως τις πιο φιλόδοξες απόπειρες να τοποθετήσουν το gentrification στην καρδιά των διακρατικών πολιτικών για τον αστικό χώρο.

Υπάρχουν αρκετές εντυπωσιακές πτυχές σε αυτές τις νέες ατζέντες “αστικών αναπλάσεων”. Πρώτον, υπάρχει το ζήτημα της κλίμακας. Ο συντονισμός των στρατηγικών “ανάπλασης” των πόλεων πέρα από τα εθνικά σύνορα δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Αν και διάφορες διεθνείς πηγές σίγουρα συνέβαλλαν στην ανακατασκευή των ευρωπαϊκών πόλεων μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ακολουθούμενα προγράμματα αστικής ανάπλασης παρέμειναν σθεναρά εθνικά στην καταγωγή τους, τη χρηματοδότηση τους και το εύρος τους. Σήμερα, αντιθέτως, πανευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την αστική ανάπλαση προωθούν το διακρατικό gentrification, σε μία χωρίς προηγούμενο κλίμακα. Μια κεντρική επιδίωξη βρίσκεται στις προσπάθειες να ενσωματωθούν οι οικιστικές πρωτοβουλίες μαζί “με άλλες δραστηριότητες ανάπλασης”. Έτσι, όπως και ο τίτλος του συνεδρίου του Παρισιού το δηλώνει, αυτή η μετάβαση από την πολιτική gentrification με κέντρο την κατοίκηση προς μία πολύπλευρη ευρεία “ανάπλαση”, βρίσκεται ακόμα καθ’ οδόν -και, αντίθετα από την κατάσταση στις ΗΠΑ, το ζήτημα της κοινωνικής κατοικίας δεν μπορεί να αποκλειστεί εξολοκλήρου από την οπτική της ανάπλασης. Αν και μία πανευρωπαϊκή κρατικοκεντρική στρατηγική της ανάπλασης των πόλεων δεν έχει γίνει σε καμία περίπτωση πραγματικότητα, παρόλα αυτά φαίνεται να είναι ορατή για τους Ευρωκράτες [Eureaucrats], τους ‘developers’ [νέου τύπου υπερ-εργολάβοι], και τους χρηματοδότες τους κατά μήκος της ηπείρου. Μία κομβική σύνδεση σε σχέση με την προηγούμενη συζήτηση γύρω από τη νέα πολεοδομία γίνεται ξεκάθαρη: το τρίτο κύμα gentrifi- cation εκφράζει ολοένα και περισσότερο μια νέα κλίμακα των πόλεων που έρχεται αντιμέτωπη με τις εθνικές και τις παγκόσμιες κλίμακες.

Δεύτερο είναι το ζήτημα της γεωγραφικής εστίασης. Το βρετανικό μανιφέστο ανάπλασης του 1999, προφανώς προσεκτικό ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της συνεχιζόμενης αστικής διάχυσης, διακηρύσσει ότι στα επόμενα 25 χρόνια, το 60% της νέας οικιστικής πρόβλεψης θα πρέπει να λάβει χώρα σε εγκαταλελειμμένες πρώην βιομηχανικές τοποθεσίες [“brownfield sites”] – δηλαδή σε αστική γη που έχει ήδη περάσει από έναν ή περισσότερους αναπτυξιακούς κύκλους. Σαφώς, αυτή η πρωτοβουλία θα στοχεύει σε παλαιότερες περιοχές της πόλης που έχουν ήδη υποστεί παρατεταμένη αποεπένδυση και, καθώς αυτές μπορεί να είναι διάσπαρτες σε όλο το εύρος των μητροπολιτικών περιοχών, είναι λογικό να αναμένουμε ότι θα επικεντρωθούν μέσα ή κοντά στα κέντρα των πόλεων. Καμουφλαρισμένο ως ανάπλαση, το gentrification αναδιατυπώνεται σαν μία θετική και αναγκαία περιβαλλοντική στρατηγική.

Σχετικό είναι και το ζήτημα της “κοινωνικής ισορροπίας”, αλλά και η “ανάγκη”, όπως το θέτει η στρατηγική της ανάπλασης, να “φέρουμε τους ανθρώπους πίσω στις πόλεις”29. Η “κοινωνική ισορροπία” ακούγεται σαν κάτι καλό – ποιος θα μπορούσε να είναι αντίθετος στην κοινωνική ισορροπία; Μέχρι βέβαια κάποιος να εξετάσει καλύτερα τις γειτονιές που στοχεύονται για “ανάπλαση”. Κατόπιν γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτή η στρατηγική εμπεριέχει έναν εκτεταμένο αποικισμό από τις μεσαίες και μεγαλο-μεσαίες τάξεις. Στον πολιτικό, τον πολεοδόμο ή το οικονομολόγο, η κοινωνική ισορροπία στο Brixton του Λονδίνου σημαίνει να φέρει “πίσω” τις λευκές μεσαίες τάξεις. Οι συνήγοροι της “κοινωνικής ισορροπίας” σπάνια συνηγορούν υπέρ της “εξισσορόπησης” των γειτονιών των λευκών με ίσους αριθμούς ανθρώπων αφρικανικής, καραϊβικής ή ασιατικής καταγωγής. Έτσι, δεν είναι οι “άνθρωποι” εν γένει που υποτίθεται θα έρθουν “πίσω στις πόλεις”· αυτό το κάλεσμα δεν απευθύνεται στους Ουαλούς ανθρακωρύχους, στους Βαβαρούς εργάτες γης ή στους Βρετόνους ψαράδες. Το κάλεσμα να έρθουν οι άνθρωποι πίσω στην πόλη, μάλλον είναι πάντα ένα ιδιοτελές κάλεσμα, ώστε οι λευκές μεσαίες και ανώτερες μεσαίες τάξεις να επανακτήσουν τον έλεγχο των πολιτικών και πολιτιστικών οικονομιών, όπως επίσης και της γεωγραφίας των μεγαλύτερων πόλεων. Βολιδοσκοπώντας την συμπτωματική σιωπή για το ποιος πρόκειται να προσκληθεί πίσω στην πόλη, ξεκινάμε να ανακαλύπτουμε τις ταξικές πολιτικές που εμπλέκονται.

Έπειτα, υπάρχει το ζήτημα καθαυτής της ανώδυνης γλώσσας της “ανάπλασης”. Καταρχήν, από πού προέρχεται αυτή η γλώσσα; Η “ανάπλαση” [regenaration], ένας βιοϊατρικός και οικολογικός όρος, εφαρμόζεται σε ξεχωριστά φυτά, είδη και όργανα -ένα συκώτι ή ένα δάσος πιθανόν να αναπλαστούν- και υποδηλώνει ότι η στρατηγική ανάπλασης της πόλης είναι πρακτικά μία φυσική διαδικασία. Έτσι, η υπεράσπιση των στρατηγικών ανάπλασης συγκαλύπτει τις ουσιώδεις κοινωνικές καταβολές και τους σκοπούς της αστικής αναμόρφωσης και απαλείφει τη λογική νικητών και ηττημένων από την οποία προκύπτουν τέτοιες πολιτικές. Το gentrification γενικά εμπεριέχει εκτοπισμούς, παρόλα αυτά ούτε στο βρετανικό μανιφέστο της “αστικής ανάπλασης”, ούτε στην ατζέντα του πανευρωπαϊκού συνεδρίου του Παρισιού αναφέρεται κάποια αναγνώριση της μοίρας αυτών των ανθρώπων που εκτοπίζονται από την προτεινόμενη επανακατάκτηση της πόλης.

Η γλώσσα της ανάπλασης καμουφλάρει το gentrification. Ακριβώς επειδή η γλώσσα του gentrification λέει την αλήθεια σχετικά με την ταξική μετατόπιση που συνεπάγεται η “ανάπλαση” της πόλης, έχει γίνει λέξη ταμπού για τους ‘develop- ers’, τους πολιτικούς και τους χρηματιστές. Βρισκόμαστε στην ειρωνικό σημείο να βλέπουμε στις ΗΠΑ, όπου η ιδεολογία της αταξικότητας είναι τόσο κυρίαρχη, τη γλώσσα του gentrification να είναι αρκετά γενικευμένη, ενώ στην Ευρώπη αντίθετα να είναι περιορισμένη. Έτσι, ακόμα και φαινομενικά προοδευτικοί πολεοδόμοι και τοπικοί σύμβουλοι από το Bochum μέχρι το Brixton, οι οποίοι ακόμα πιστεύουν ότι είναι σοσιαλιστές και οι οποίοι πιθανόν να είναι ενήμεροι των κινδύνων της εκτόπισης, διακατέχονται πλέον από τη γραφειοκρατική υπόσχεση της “ανάπλασης” σε τέτοιο βαθμό, που η ενσωματωμένη ατζέντα του γενικευμένου gentrification των αστικών κέντρων περνάει απαρατήρητη. Η “αστική ανάπλαση” δεν αναπαριστά μόνο το επόμενο κύμα gentrification, πολεοδομημένου και χρηματοδοτημένου σε μία κλίμακα χωρίς προηγούμενο, αλλά η νίκη της γλώσσας της, με το να αναισθητοποιεί την κριτική κατανόηση του gentrification στην Ευρώπη, αναπαριστά μία αξιοσημείωτη ιδεολογική νίκη για τις νεοφιλελεύθερες οπτικές της πόλης.

Το θέμα εδώ δεν είναι να εκβιάσουμε μία ένα-προς-ένα αντιστοιχία μεταξύ των στρατηγικών ανάπλασης και gentrification, ή να καταδικάσουμε όλες τις στρατηγικές ανάπλασης ως Δούρειους Ίππους του gentrification. Μάλλον θα ήθελα να επιμείνω στο ότι το gentrification είναι μία παντοδύναμη, αν και συχνά καμουφλαρισμένη, πρόθεση των στρατηγικών αστικής ανάπλασης και να υποστηρίξω μία κριτική θέση απέναντι στην ιδεολογική ισοπέδωση που αποκρύπτει το ζήτημα του gen- trification, παρότι η κλίμακα της διαδικασίας γίνεται ολοένα και πιο απειλητική και η ενσωμάτωση του gentrification σε μία γενικότερη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία γίνεται ολοένα και πιο απτή. Το gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων είναι μία τελειοποιημένη έκφραση της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας. Κινητοποιεί τα αιτήματα της ιδιωτικής περιουσίας δια μέσω μιας αγοράς που λαδώνεται από τις δωρεές του κράτους.

Επίλογος

Σε αυτό το άρθρο, παρουσιάζω δύο μάλλον διαφορετικά επιχειρήματα. Από τη μια μεριά, αμφισβητώ την ευρωκεντρική υπόθεση ότι οι παγκόσμιες πόλεις θα πρέπει να ορίζονται σύμφωνα με τις διοικητικές λειτουργίες, παρά σύμφωνα με τη συμμετοχή τους στην παγκόσμια παραγωγή υπεραξίας. Από την άλλη μεριά, θέλω να επισημάνω τους τρόπους με τους οποίους το gentrification εξελίχθηκε σε μία ανταγωνιστική στρατηγική των πόλεων στα πλαίσια αυτής της παγκόσμιας οικονομίας. Η γενίκευση του gentrification μετά τη δεκαετία του 1990, ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων, έχει έναν κομβικό ρόλο στη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία κατά δύο τρόπους. Πρώτον, γεμίζει το κενό που άφησε η εγκατάλειψη της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου του 20ου αιώνα. Δεύτερον, υπηρετεί τις αγορές ακινήτων στο κέντρο και στο εσωτερικό των πόλεων, ως αναπτυσσόμενους τομείς επένδυσης παραγωγικού κεφαλαίου: η παγκοσμιοποίηση του παραγωγικού κεφαλαίου συνδράμει στο gentri- fication. Αυτό δεν ήταν ούτε αναπόφευκτο, ούτε τυχαίο. Κάθε άλλο, καθώς οι πόλεις γίνονταν παγκόσμιες, ομοίως παγκοσμιοποιούνταν και κάποια από τα κεντρικά τους χαρακτηριστικά. Η αναδυόμενη παγκοσμιοποίηση του gentrifi- cation, όπως και αυτή των ίδιων των πόλεων, αναπαριστά τη νίκη συγκεκριμένων οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων επί κάποιων άλλων, μία επαναβεβαίωση των (νεοφιλελεύθερων) οικονομικών υποθέσεων επί της πορείας του gentrification…30

Ακόμα και εκεί όπου το gentrification καθαυτό παραμένει περιορισμένο, η κινητοποίηση των μεσιτικών αγορών ακινήτων των πόλεων, ως οχήματα της συσσώρευσης κεφαλαίου είναι πανταχού παρούσα.

Ένα άλλο σύμπτωμα της έντονης ενσωμάτωσης της κτηματομεσιτικής βιομηχανίας στον κεντρικό πυρήνα της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας εμφανίζεται σε πόλεις όπως η Kuala Lumpur, η Σιγκαπούρη, το Rio de Janeiro και η Mumbai, εκεί όπου οι τιμές των ακινήτων κατά τη δεκαετία του 1990 πολλαπλασιάστηκαν πολλές φορές. Η ίδια διαδικασία συγκέντρωσης κεφαλαίου που όξυνε την αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και την κοινωνική αναπαραγωγή ενίσχυσε επίσης και τη διαδικασία gentrifi- cation, αν και αυτό εξελίσσεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικούς τόπους. Πιο συγκεκριμένα, στο Mumbai, η απορρύθμιση των αγορών και ο παγκόσμιος ανταγωνισμός στα μέσα της δεκαετίας του 1990, οδήγησε σε “υπέρογκα υψηλές τιμές” που σύντομα επισκίασαν αυτές της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου και του Τόκιο31. Μπορεί οι ασταθείς ακραίες τιμές του 1996 να υποχώρησαν, ωστόσο το ανώτερο τμήμα των μεσιτικών αγορών ακινήτων του Mum- bai, βρίσκεται πλέον σε συνεχή ανταγωνισμό με ακίνητα σε ολόκληρο τον κόσμο, μία κατάσταση που επέφερε μικρής κλίμακας gentrification, αλλά με πολύ πραγματικούς όρους για κάποιες γειτονιές.

Αν και ο κεντρικός εδαφικός άξονας του οικονομικού ανταγωνισμού πριν τη δεκαετία του 1970 είχε ως αποτέλεσμα να αντιμάχονται περιφερειακές και εθνικές οικονομίες η μία ενάντια στην άλλη, ο νέος γεωγραφικός άξονας του ανταγωνισμού από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα είχε ως αποτέλεσμα να αντιμάχονται πόλεις ενάντια σε πόλεις στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτός ο ανταγωνισμός λαμβάνει χώρα, όχι μόνο με όρους προσέλκυσης και διατήρησης της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά επίσης και μέσα από το μάρκετινγκ των πόλεων ως οικιστικών και τουριστικών προορισμών. Αυτό ήταν σαφές στις πολιτικές της βρετανικής ανάπλασης, όπως το ‘City Challenge’ κατά τη δεκαετία του 199032 και ήταν επίσης σαφές από τη Νέα Υόρκη ως την Ατλάντα και το Βανκούβερ, όπου οι πολιτικές ενάντια στους άστεγους δικαιολογήθηκαν προκειμένου να ενισχυθεί η τουριστική βιομηχανία. Το περιοδικό Travel and Leisure φιλοξενεί τώρα μια μόνιμη στήλη που οικειοποιείται τη γλώσσα των “αναδυόμενων οικονομιών” προκειμένου να αναδείξει τις “αναδυόμενες πόλεις”. Το Montevi- deo είναι διάσημο για την “ακμάζουσα κοινωνία του καφέ” του· η Τύνιδα “έχει ένα μεγαλείο που φέρνει στο νου την Πράγα και τη Βιέννη”· “η πόλη του Παναμά διαμορφώνεται ως η πολιτισμική πύλη” προς τη Ζώνη του Καναλιού: “Μόλις εγκατασταθείς, βγες και ψώνισε”· και η “Κρακοβία βιώνει μία αναγέννηση”33. Παρόμοιες φιλοδοξίες χαρακτήριζαν και τις διακηρύξεις του Δήμαρχου Giuliani μετά την καταστροφή του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου: “Βγείτε έξω και ζείστε μία κανονική ζωή”, προέτρεψε μετά την 11η Σεπτεμβρίου. “Πηγαίνετε σε εστιατόρια, σε έργα και ξενοδοχεία, καταναλώστε χρήματα”.

Ο Lefevbvre κάποτε ισχυρίστηκε ότι η πολεοδομία υποκατέστησε τη εκβιομηχάνιση ως την κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού: η εκβιομηχάνιση μπορεί πιθανόν να τροφοδότησε τη συστημική αστικοποίηση, αλλά τώρα η αστικοποίηση προκαλεί την εκβιομηχάνιση. Ο ισχυρισμός του δεναντιστάθηκε στο τεστ του χρόνου, ιδιαίτερα στο φως της παγκοσμιοποίησης της βιομηχανικής παραγωγής και της επέκτασης της Ανατολικής Ασίας, η οποία βρισκόταν σε βαθιά εξάρτηση, όπως έγραψε ο Lefebvre. Παρόλα αυτά, φαίνεται να προέβλεψε κάτι πολύ πραγματικό. Με παγκόσμιους όρους, η αστικοποίηση δεν υποκατέστησε, φυσικά, την εκβιομηχάνιση· όλα τα προϊόντα που προωθούν την αστικοποίηση κατασκευάζονται κάπου μέσα στην παγκόσμια οικονομία. Παρόλα αυτά, η ανάπτυξη των αστικών ακινήτων -με το gentrification σε εξέχουσα θέση- έγινε τώρα μία κεντρική κινητήρια δύναμη της οικονομικής εξάπλωσης των πόλεων, ένας κομβικός τομέας στις νέες οικονομίες των πόλεων. Μία επαρκής θεωρητική κατανόηση της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας θα πρέπει να ξαναδεί το επιχείρημα του Lefebvre και να διακρίνει τη διορατικότητά του από την υπερβολή του.

17. Glass 1964:xviii
18. DETR 1999
19. Garcia 2001
20. Jones and Varley 1999
21. Garside 1993
22. Thomas 1991
23. Hackworth 2000
24. Hackworth and Smith 2001
25. Fainstein 1994
26. Smith and DiFilippis 1999
27. Smith 1996
28. Πρβλ. Vine 2001
29. DETR 1999
30. Smith and DiFilippis 1999
31. Nijman 2000:575
32. Jones and Ward, περιοδικό Αntipode 2002
33. On the Town 2000:50

Neil Smith: Νέος Παγκοσμισμός, Νέα Πολεοδομία – Το gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων (α’ μέρος)

Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί διάφορα παραδείγματα από τη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του 1990 προκειμένου να προωθήσει δύο βασικά επιχειρήματα σχετικά με την μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία και την κατ’ ευφημισμόν παγκοσμιοποίηση.

Πρώτον, όσο το νεοφιλελεύθερο κράτος μετατρέπεται σε έναν καταναλωτικό -παρά ρυθμιστικό- παράγοντα της αγοράς, η νέα ρεβανσιστική [revanchist] πολεοδομία, η οποία αντικαθιστά τη φιλελεύθερη πολιτική για τον αστικό χώρο στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου, εκφράζει ολοένα και περισσότερο τους παλμούς της καπιταλιστικής παραγωγής, παρά της κοινωνικής αναπαραγωγής. Καθώς η παγκοσμιοποίηση προαναγγέλει μία νέα κλίμακα του παγκόσμιου, η κλίμακα του τοπικού αναδιατυπώνεται. Οι πραγματικές παγκόσμιες πόλεις μπορεί να είναι τόσο οι ταχέως μεγενθυνόμενες μητροπολιτικές οικονομίες της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και (σε μικρότερο βαθμό) της Αφρικής, όσο και τα διοικητικά κέντρα της Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής και της Ιαπωνίας. Δεύτερον, η διαδικασία του gentrification, που αρχικά ξεκίνησε ως σποραδική, ιδιόρρυθμη και τοπική ανωμαλία των αγορών ακινήτων κάποιων πόλεων στα διοικητικά κέντρα, τώρα γενικεύεται πλήρως ως μία αστική στρατηγική που παίρνει τα ηνία της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου. Χωρίς να είναι πλέον απομονωμένη και περιορισμένη στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική ή την Ωκεανία, η στρατηγική του gentrification τώρα γενικεύεται· οι επιπτώσεις του είναι παγκόσμιες και συνδέεται εκ βάθρων με τα κυκλώματα της κυκλοφορίας του παγκόσμιου κεφαλαίου και του πολιτισμού. Αυτό που συνδέει τα παραπάνω δύο επιχειρήματα είναι η μετατόπιση από μία αστική κλίμακα, που καθοριζόταν από τις συνθήκες της κοινωνικής αναπαραγωγής, σε μία άλλη, στην οποία η επένδυση του παραγωγικού κεφαλαίου διατηρεί το οριστικό προβάδισμα.

Τέσσερις σειρές γεγονότων που συνέβησαν στην πόλη της Νέας Υόρκης στα τέλη της δεκαετίας του 1990 συνέλαβαν ευκρινώς κάποια από τα κεντρικά περιγράμματα της νέας φιλελεύθερης πολεοδομίας. Η πρώτη αφορά το κεφάλαιο και το κράτος. Στις τελευταίες μέρες του 1998, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Rudy Giuliani ανακοίνωσε ένα τεράστιο “Χριστουγεννιάτικο δώρο” στην καπιταλιστική ελίτ της πόλης. Απαντώντας στις “απειλές” περί πιθανής μετεγκατάστασης του Χρηματιστηρίου Αξιών της Νέας Υόρκης (NYSE) πέρα από τον ποταμό Hudson, στο New Jersey, ο Giuliani ανακοίνωσε μία επιχορήγηση 900 εκατομμυρίων δολαρίων από τους φορολογούμενους, δήθεν για να συγκρατήσει το χρηματιστήριο στην πόλη. Αυτό ήταν μόνο το τελευταίο και το μεγαλύτερο από μία σειρά “γεωρουσφετιών” [geobribes] που έκανε η πόλη στις παγκόσμιες επιχειρήσεις. Η επιχορήγηση συμπεριλαμβάνει 400 εκατομμύρια δολάρια με τα οποία η πόλη και το κράτος θα χτίσουν νέα γραφεία 650.000 τετραγωνικών μέτρων στη Wall Street για το NYSE. Δεν υπήρξε ποτέ η πρόφαση ότι στη συμφωνία αυτή οδήγησαν χρηματοπιστωτικές ανάγκες, καθώς η επιχορήγηση ήρθε σε μία περίοδο που το χρηματιστήριο αναρροφούσε πρωτόγνωρα ποσά υπεραξίας από τις παγκόσμιες οικονομίες. Αντίθετα, οι αξιωματούχοι της πόλης και του κράτους αναφέρθηκαν στη συμφωνία ως “συνεργασία”. Είχαν προηγηθεί, βεβαίως, και άλλες συνεργασίες μεταξύ δημόσιου και ιδιωτών, αλλά η συγκεκριμένη υπήρξε πρωτόγνωρη κατά δύο τρόπους. Πρώτο -και προφανέστερο- ήταν η κλίμακα του “γεωρουσφετιού” στο ιδιωτικό κεφάλαιο: αγγίζοντας το 1 δις δολάρια το 2001, η κλίμακα αυτής της επιχορήγησης ήταν πρωτόγνωρη. Δεύτερο και σημαντικότερο, η τοπική διοίκηση σε αυτό το περιστατικό απέφυγε να χρησιμοποιήσει το πρόσχημα του ρυθμιστή ή του καθοδηγητή του ιδιωτικού τομέα με στόχο την επίτευξη αποτελεσμάτων που ο ίδιος θα αδυνατούσε να επιτύχει μόνος του. Αντίθετα, η επιχορήγηση δικαιολογήθηκε ως μία επένδυση της πόλης και του κράτους, ως μία “καλή επιχειρηματική πρακτική”. Το ότι η απειλή κατά πάσα περίπτωση ήταν κούφια και το ότι το NYSE ποτέ δεν θα εξέταζε σοβαρά να αφήσει την πόλη, απλά επιβεβαιώνει το προκείμενο: αντί να διαμορφώνει την τροχιά του ιδιωτικού κεφαλαίου, η τοπική κυβέρνηση απλά προσαρμόστηκε στη κατεύθυνση που είχε ήδη θεμελιώσει η λογική των αγορών και, στην πράξη, μετατράπηκε σε μια κατώτερη αλλά αποτελεσματική συνεργάτη του παγκόσμιου κεφαλαίου. Η καταστροφή του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου εγείρει ένα πολύ ρεαλιστικό ενδεχόμενο να καταληφθεί αυτή η τοποθεσία από το χρηματιστήριο.

Η δεύτερη σειρά γεγονότων αφορά την κοινωνική αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Νωρίτερα, μέσα στο 1998, η Διεύθυνση Εκπαίδευσης της Πόλης της Νέας Υόρκης, ανακοίνωσε ότι αντιμετώπιζε έλλειψη δασκάλων μαθηματικών και ότι θα προσλάμβανε σαράντα νέους δασκάλους από την Αυστρία. Ακόμα πιο αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μία έλλειψη σε δασκάλους Ισπανικών σε μία πόλη με περισσότερους από δύο εκατομμύρια ισπανόφωνους θα καλυπτόταν με δασκάλους από την Ισπανία. Η ετήσια πρόσληψη δασκάλων λυκείου από χώρες του εξωτερικού έχει γίνει πλέον θέμα ρουτίνας. Τον ίδιο περίπου καιρό ανακοινώθηκε ότι η Αστυνομική Διεύθυνση της Πόλης της Νέας Υόρκης [NYPD] θα ήταν υπεύθυνη για την ασφάλεια των σχολείων της περιοχής από το Σχολικό Συμβούλιο. Όλα αυτά τα γεγονότα συνάγουν σε μία βαθιά κρίση, όχι απλά στο εκπαιδευτικό σύστημα της πόλης, αλλά στο ευρύτερο σύστημα της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Η τρίτη σειρά γεγονότων αναφέρεται στη δραστική αύξηση του κοινωνικού ελέγχου. Το 1997 ήρθε στο φως η φριχτή υπόθεση αστυνομικής βαρβαρότητας εναντίον του Abner Louima, ενός πρόσφυγα από την Αϊτή. Ενάμιση χρόνο μετά, ο άοπλος μετανάστης Amadou Diallo από τη Γουινέα, έπεσε νεκρός στην είσοδο του διαμερίσματός του, αφού δέχτηκε καταιγισμό από 41 αστυνομικές σφαίρες. Τελικά, δύο από τους μπάτσους που επιτέθηκαν στον Louima φυλακίστηκαν, ενώ οι δολοφόνοι του Diallo απαλλάχθηκαν από κάθε ποινική ευθύνη, όπως άλλωστε και η πλειοψηφία των μπάτσων που πυροβολούσαν αθώους Νεοϋρκέζους στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Τον επόμενο χρόνο, με μια απόφαση που είχε παγώσει λόγω της δολοφονίας του Diallo, το NYPD εξοπλίστηκε με τις περιβόητες σφαίρες “dum-dum”, οι οποίες είναι σχεδιασμένες να προκαλούν τη μέγιστη σωματική βλάβη. Την ίδια στιγμή, αποκαλύφθηκε ότι μεταξύ του 1994 και του 1997, η πόλη της Νέας Υόρκης είχε πληρώσει το ποσό-ρεκόρ των 96,8 εκατομμυρίων δολαρίων για να τακτοποιήσει τις πολυάριθμες δικαστικές υποθέσεις αστυνομικής βαρβαρότητας. Ήδη πριν την καταστροφή του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, ο τυπικός Νεοϋρκέζος αισθανόταν ολοένα και περισσότερο ότι η αστυνομική βία ήταν εκτός ελέγχου· ακόμα και ο πρόεδρος της διαβόητης αστυνομικής ένωσης εξέφρασε φόβους ότι η κατασταλτική στρατηγική της αστυνομίας της πόλης στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ήταν “το πρόπλασμα για ένα αστυνομικό κράτος και μία τυραννία”1. Αυτά τα γεγονότα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της επιβολής των “τακτικών μηδενικής ανοχής” από τον Giuliani, αλλά ήταν εξίσου και αποτέλεσμα μιας ευρύτερης μετατόπισης της πολιτικής του αστικού χώρου, από τον φιλελευθερισμό που κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, προς αυτό που αποκαλέστηκε προηγουμένως “η ρεβανσιστική πόλη”2.

Το τέταρτο γεγονός -και πιθανόν το πιο ενδιαφέρον- αφορά τον μετασχηματιζόμενο πολιτικό ρόλο της τοπικής διοίκησης. Ο Giuliani, θυμωμένος από τον τρόπο με τον οποίο οι διπλωμάτες των Ηνωμένων Εθνών αγνοούσαν την ισχύουσα νομοθεσία για την παράνομη στάθμευση, και αποδίδοντάς τους ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το μποτιλιάρισμα του Μανχάταν, απείλησε να αρχίσει να ρυμουλκεί τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα με διπλωματικές πινακίδες. Ενώ είχε ήδη χλευαστεί ανοιχτά για τις μικρότερης ή μεγαλύτερης σημασίας πολιτικές του ενάντια στην καταστολή, ο “Benito” Giuliani (όπως τον κατoνόμαζαν ακόμη και οι New York Times) δήλωνε εξίσου θυμωμένος και με το State Department επειδή φαινόταν να υποστηρίζει την κακή οδική συμπεριφορά του ΟΗΕ. Τότε ο Guiliani αποφάσισε ότι ίσως είχε έρθει η στιγμή, να αποκτήσει η πόλη της Νέας Υόρκης τη δική της εξωτερική πολιτική3. Το γενικότερο νόημα είναι ότι, σε μια χρονική στιγμή όπου αναδιαρθρώνεται η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και κράτους, εξελίσσεται μια κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής και αυξάνονται τα κύματα πολιτικής καταστολής, επαναπροσδιορίζεται η κλίμακα των πρακτικών, των κουλτούρων και των λειτουργιών που αναπτύσσονται στον αστικό χώρο μέσα στο πλαίσιο που ορίζουν οι νέες παγκόσμιες σχέσεις και η θεαματικά μεταβαλλόμενη μοίρα του έθνους-κράτους.

Αυτές οι τέσσερις σειρές γεγονότων σκιαγραφούν σε μεγάλο βαθμό τη νεοφιλελεύθερη πολεοδομία, η οποία οδηγούνταν προς τη γέννηση της ήδη από τη δεκαετία του 1980. Με τον νεοφιλελευθερισμό, αναφέρομαι σε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Ο φιλελευθερισμός του 18ου αιώνα, από τον John Locke ως τον Adam Smith, περιστρεφόταν γύρω από δύο σημαντικές υποθέσεις: ότι η ελεύθερη, δημοκρατική υποστήριξη του ατομικού συμφέροντος οδηγούσε στο βέλτιστο συλλογικό κοινωνικό καλό· και ότι η αγορά αυτορρυθμίζεται, δηλαδή ότι η ατομική ιδιοκτησία είναι το θεμέλιο αυτού του ατομικού συμφέροντος, και η ελεύθερη αγορά το ιδανικό του όχημα. Ο αμερικάνικος φιλελευθερισμός του 20ου αιώνα λοιπόν, από τον Woodrow Wilson ως τον Franklin Roosevelt και τον John F Kennedy, δεν ήταν και τόσο άσχετος με το όνομά του καθώς έδωσε έμφαση στην κοινωνική αντιστάθμιση των ακροτήτων της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας, διατηρώντας φυσικά τα ίδια θεμελιακά αξιώματα του φιλελευθερισμού. Στο βαθμό μάλιστα που επεδίωκε να απορροφήσει την σοσιαλιστική επιρροή, μπορούμε να πούμε ότι αποτέλεσε μια ιδιαίτερη περίπτωση. Ο νεοφιλελευθερισμός λοιπόν, που περνά από τον 20ο στον 21ο αιώνα, εκφράζει μια σημαντική στροφή στα αρχικά αξιώματα του φιλελευθερισμού, αν και τα ενίσχυσε με μία άνευ προηγουμένου κινητοποίηση της κρατικής εξουσίας· όχι μιας γενικά και αόριστα εθνικής κρατικής εξουσίας, αλλά μιας κρατικής εξουσίας οργανωμένης και εξασκημένης σε διαφορετικές γεωγραφικές κλίμακες.

Παρόμοια, τροποποιήθηκαν δραστικά οι διασυνδέσεις ανάμεσα στο κεφάλαιο και το κράτος, η κοινωνική αναπαραγωγή και ο κοινωνικός έλεγχος. Και αυτός ο μετασχηματισμός, το περίγραμμα του οποίου μόλις ξεκινάμε να βλέπουμε, εκφράζεται πιο έντονα μέσα από μια μεταλλασσόμενη γεωγραφία των κοινωνικών σχέσεων – ή πιο συγκεκριμένα, μέσα από τον επαναπροσδιορισμό της κλίμακας στην οποία εξελίσσονται οι κοινωνικές διαδικασίες και οι κοινωνικές σχέσεις. Δημιουργούνται νέες συσχετίσεις μεταξύ των διαφορετικών κλιμάκων, αντικαθιστώντας τις προηγούμενες που συνδέονταν σε μεγάλο βαθμό με την “κοινότητα”, το “αστικό”, το “περιφερειακό”, το “εθνικό” και το “παγκόσμιο”. Εστιάζω σε αυτό το άρθρο αποκλειστικά στη νεοφιλελεύθερη αστικοποίηση και στη σχέση ανάμεσα στο παγκόσμιο και το αστικό. Δεν έχω καμία πρόθεση να υποστηρίξω ότι άλλες κλίμακες είναι λιγότερο σχετικές στο ευρύτερο πλαίσιο, θέλω όμως να αναφερθώ στην ιδιαίτερη σχέση που φαίνεται να αναπτύσσεται μεταξύ της παγκόσμιας κλίμακας και του μετασχηματισμού του αστικού χώρου. Συγκεκριμένα, θα ήθελα να θέσω δύο επιχειρήματα που στην αρχή θα φαίνονται αρκετά διαχωρισμένα. Πρώτον, θα ήθελα να ισχυριστώ ότι στα πλαίσια ενός νέου παγκοσμισμού4, ευρέως (αν και αποσπασματικά) εκφρασμένου μέσω των ιδεολογημάτων της “παγκοσμιοποίησης”, βλέπουμε έναν ευρύτερο επαναπροσδιορισμό της αστικής κλίμακας -στην πράξη μία νέα πολεοδομία- που επανεξετάζει τα κριτήρια κατασκευής της κλίμακας, και εν προκειμένω τις διαδικασίες της παραγωγής και την αξιοσημείωτη αστική ανάπτυξη στην Ασία, τη Λατινική Αμερική και την Αφρική. Δεύτερον, εστιάζοντας περισσότερο στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική, θα ήθελα να επισημάνω ότι οι σχετικά πρόσφατες διαδικασίες gentrification έχουν αναχθεί σε κεντρικό χαρακτηριστικό αυτής της νέας πολεοδομίας. Επομένως, εκθέτω δύο πτυχές μιας επιχειρηματολογίας που καταδεικνύει το πώς ο νεοφιλελευθερισμός εξελίσσεται σε νέες μορφές μέσα στην ευρύτερη ιστορία της καπιταλιστικής αστικοποίησης. Εν κατακλείδι, ελπίζω να δείξω ότι οι δύο μετατοπίσεις που διερευνώνται εδώ στην πραγματικότητα συνδέονται μεταξύ τους.

Νέα Πολεοδομία

Η Saskia Sassen, στο δεξιοτεχνικά συνθετικό της έργο (1992, 1998, 2000), προσφέρει ένα επιχείρημα που αποτελεί σημείο αναφοράς σχετικά με τη σημασία του τόπου5 στον νέο παγκοσμισμό. Ο τόπος, υποστηρίζει, έχει κεντρικό ρόλο στην κυκλοφορία των ανθρώπων και του κεφαλαίου στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Μια εστίαση στους αστικούς τόπους σε ένα κόσμο που παγκοσμιοποιείται μας οδηγεί στην αναγνώριση της ταχέως μειούμενης σημασίας της εθνικής οικονομίας, ενώ παράλληλα η παγκοσμιοποίηση λαμβάνει χώρα δια μέσω συγκεκριμένων κοινωνικών και οικονομικών συγκροτημάτων, ριζωμένων σε συγκεκριμένους τόπους. Αυτό συνθέτει μία οικεία εικόνα της παγκοσμιοποίησης, ορισμένης με όρους οικονομικής μετατόπισης από την παραγωγή στην χρηματοδότηση. Οι παγκόσμιες πόλεις αναδύθηκαν όταν, κατά τη δεκαετία του 1970, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα γιγαντώθηκε και οι ξένες άμεσες επενδύσεις σταμάτησαν πλέον να αφορούν κεφάλαιο που επενδύονταν απευθείας σε παραγωγικές λειτουργίες, αλλά μάλλον αφορούσαν κεφάλαιο που κινούνταν προς και ανάμεσα στις διάφορες αγορές κεφαλαίου. Αυτό, με τη σειρά του, πυροδότησε μια ευρεία ανάπτυξη των βοηθητικών προς τους παραγωγούς υπηρεσιών συγκεντρωμένων σε διοικητικές και ελεγκτικές θέσεις στη χρηματοπιστωτική οικονομία. Αυτές οι νέες αστικές μορφές χαρακτηρίζονται από ακραίους διχασμούς πλούτου και ένδειας, από ριζικές ανακατατάξεις των ταξικών σχέσεων και από την εξάρτηση σε νέα μεταναστευτικά ρεύματα εργασίας. Αυτή, φυσικά, είναι η παραδειγματική παγκόσμια πόλη. Η ισορροπία της παγκόσμιας δύναμης έχει μετατοπιστεί ήδη από τη δεκαετία του 1970 “από παραγωγικούς τόπους, όπως το Detroit και το Manchester, σε χρηματοπιστωτικά κέντρα και υπηρεσίες υψηλής εξειδίκευσης”6.

Το έργο της Sassen, μία ευπρόσδεκτη εναλλακτική στη φαιδρή αισιοδοξία των παγκοσμιοποιημένων ουτοπιών, είναι αρκετά εύστοχο όσον αφορά το μεταβαλλόμενο περιεχόμενο ορισμένων αστικών [urban] οικονομιών. Παρόλα αυτά, είναι ευάλωτο τόσο στις θεωρητικές, όσο και στις εμπειρικές του βάσεις, οι οποίες υποδεικνύουν μία πολύ πιο περίπλοκη σειρά σχέσεων που συνδέουν τις παγκόσμιες πόλεις, αλλά και ένα μεγαλύτερο φάσμα πόλεων που μπορεί να ομαδοποιηθεί κάτω από τον τίτλο “παγκόσμιες πόλεις”7. Στο τέλος, τα επιχειρήματα της Sassen είναι λίγο ασαφή σχετικά με το πώς κατασκευάζονται στην πράξη οι τόποι. Δεν προχωράει αρκετά. Φαίνεται σαν η παγκόσμια κοινωνική οικονομία να περιλαμβάνει μία πληθώρα μονάδων-υποδοχέων [containers], τα έθνη-κράτη, μέσα στις οποίες επιπλέει ένας αριθμός μικρότερων υπομονάδων-υποδοχέων, οι πόλεις. Αυτό που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση είναι μία ριζική αλλαγή στα είδη των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων και δραστηριοτήτων που εξελίσσονται μέσα σε αυτές τις μονάδες, μία αναταξινόμηση των δραστηριοτήτων μεταξύ διαφορετικών μονάδων και μία αυξανόμενη διαβλητότητα των εθνικών μονάδων, που έχει ως αποτέλεσμα οι ταραχές στην ευρύτερη παγκόσμια θάλασσα να κτυπούν απευθείας και αυξανόμενα τις πόλεις. Παρόλα αυτά, και με την εξαίρεση κάποιων εθνικών μονάδων που πιθανόν να βουλιάζουν πραγματικά, οι μονάδες καθεαυτές παραμένουν σταθερά ανέγγιχτες σε αυτή τη φάση, ακόμα και αν οι μεταξύ τους σχέσεις μεταλλάσσονται. Κατά τον Brenner, το έργο της Sassen παραμένει “εκπληκτικά κρατικοκεντρικό” [με την εδαφική έννοια του κράτους]. Θέλω να υποστηρίξω εδώ ότι στα πλαίσια ενός νέου παγκοσμισμού, βιώνουμε την ανάδυση μιας νέας πολεοδομίας, τέτοια που οι μονάδες καθεαυτές αναπλάθονται θεμελιακά. “Το αστικό” επανακαθορίζεται τόσο δραστικά όσο και το παγκόσμιο· τα παλιά εννοιολογικά σχήματα -οι υποθέσεις της δεκαετίας του 1970 για το τι είναι ή ήταν “το αστικό”- δεν επαρκούν πλέον. Οι νέες αλληλουχίες αστικών λειτουργιών και δραστηριοτήτων σε σχέση με το εθνικό και το παγκόσμιο αλλάζουν όχι μόνο την εικόνα της πόλης, αλλά και τον ίδιο τον ορισμό του τι -κυριολεκτικά- συνιστά την αστική κλίμακα.

Οι πόλεις έχουν ιστορικά επιτελέσει πολλαπλές λειτουργίες, από στρατιωτικές και θρησκευτικές έως πολιτικές και εμπορικές, συμβολικές και πολιτιστικές, ανάλογα με την ιστορία και τη γεωγραφία της συγκρότησης και του μετασχηματισμού τους. Η κλίμακα του αστικού εξαρτάται εξίσου από τις ιδιαιτερότητες της κοινωνικής γεωγραφίας και της ιστορίας. Με την ανάπτυξη και την επέκταση του βιομηχανικού καπιταλισμού, οι αναπτυσσόμενες πόλεις εκφράζουν ολοένα και περισσότερο την ισχυρή τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου, ενώ η κλίμακα του αστικού ορίζεται ολοένα και περισσότερο σε σχέση με τα γεωγραφικά όρια της καθημερινής μετακίνησης από και προς τους χώρους εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι καθώς ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στην παραγωγή και την αναπαραγωγή γίνεται ταυτόχρονα και χωρικός καταμερισμός, και οποιωνδήποτε άλλων λειτουργιών και δραστηριοτήτων εκτελεί η πόλη, η κοινωνική και χωρική οργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής της εργασίας -δηλαδή η πρόνοια και η συντήρηση του πληθυσμού της εργατικής τάξης- έρχεται να διαδραματίσει έναν κεντρικό ρόλο στον καθορισμό της αστικής κλίμακας. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η κλίμακα της μοντέρνας πόλης ρυθμίζεται έτσι από κάτι τελείως εγκόσμιο: τους αντιφατικούς καθορισμούς των γεωγραφικών ορίων της καθημερινής μετακίνησης των εργατών ανάμεσα στο σπίτι και τη δουλειά8.

Η Κεϋνσιανή πόλη του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, στην οποία το κράτος εγγυόταν ευρύτατες ζώνες [swaths] κοινωνικής αναπαραγωγής, από την κατοικία μέχρι την πρόνοια και τις υποδομές των μεταφορών, αντιπροσώπευσε το ζενίθ αυτής της καθοριστικής σχέσης ανάμεσα στην αστική κλίμακα και την κοινωνική αναπαραγωγή. Αυτό είναι ένα ζήτημα που απασχόλησε σταθερά το έργο Ευρωπαίων και Αμερικάνων θεωρητικών της πόλης, αρχής γενομένης τη δεκαετία του 1960, από την αστική [urban] επανάσταση του Lefebvre(1971), στην αστική κρίση του Harvey(1973) και στον ρητό καθορισμό του Castells(1977) για το αστικό με όρους συλλογικής κατανάλωσης, ενώ παράλληλα αποτέλεσε και διαρκή έγνοια της φεμινιστικής θεωρίας για την πόλη9. Όντας παράλληλα ένα κέντρο συσσώρευσης κεφαλαίου, η Κεϋνσιανή πόλη ήταν από πολλές απόψεις ο κοινός προθάλαμος για την ανεύρεση εργασίας και την κοινωνική πρόνοια για κάθε εθνική πρωτεύουσα. Άλλωστε η περίφημη αστική κρίση του τέλους της δεκαετίας του 1960 και ολόκληρης της δεκαετίας του 1970 ερμηνεύτηκε ευρέως ως κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής, η οποία σχετίζονταν με τις κοινωνικές παρενέργειες του ρατσισμού, της ταξικής εκμετάλλευσης και της πατριαρχίας, και τις αντιθέσεις ανάμεσα σε μία αστική μορφή που προέκυπτε με κριτήριο την καπιταλιστική συσσώρευση και μία άλλη που έπρεπε να δικαιολογηθεί ως προς την αποτελεσματικότητα της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Ας κάνουμε τώρα ένα βήμα πίσω και ας κοιτάξουμε το ζήτημα της “παγκοσμιοποίησης”, γιατί εάν μιλάμε για παγκόσμιες πόλεις, κατά πάσα πιθανότητα ο ορισμός τους εμπλέκεται σε αυτή τη διαδικασία. Τι είναι ακριβώς αυτό που παγκοσμιοποιείται στις αρχές του 21ου αιώνα; Ποια είναι η καινοτομία του παρόντος; Σίγουρα δεν είναι το εμπορευματικό κεφάλαιο που παγκοσμιοποιείται: Ο Άνταμ Σμιθ και ο Καρλ Μαρξ διαπίστωσαν αμφότεροι μία “παγκόσμια αγορά”. Ούτε, με την ίδια λογική, μπορεί να είναι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αυτό που παγκοσμιοποιείται. Τα σύγχρονα επίπεδα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής συναλλαγής μόλις τώρα φτάνουν τα επίπεδα της περιόδου μεταξύ της δεκαετίας του 1890 και του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι θεσμοί των Bretton-Woods, που συστάθηκαν μετά το 1944, ιδιαίτερα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, προορίζονταν να αναζωογονήσουν και να ρυθμίσουν τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές ροές που είχαν διακοπεί από την οικονομική κρίση και τον πόλεμο. Μέσα από αυτό το ιστορικό πρίσμα, η παγκόσμια επέκταση των χρηματιστηρίων αξιών και συναλλάγματος και η πλατιά χρηματοπιστωτική απορρύθμιση μετά τη δεκαετία του 1980, είναι μάλλον περισσότερο μία απάντηση στη παγκοσμιοποίηση, παρά η αιτία της. Πολύ ισχυρή είναι επίσης η παγκοσμιοποίηση των πολιτισμικών εικόνων της εποχής των υπολογιστών και της πρωτοφανούς μετανάστευσης, αλλά είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ένα επιχείρημα σχετικά με την καινοτομία της πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης, δεδομένου του εύρους των προϋπάρχοντων πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων. Πολύ πριν τη δεκαετία του 1980, όλες οι “εθνικές” κουλτούρες ήταν λιγότερο ή περισσότερο υβριδικές. Άρα, αυτό που μένει είναι το παραγωγικό κεφάλαιο, και νομίζω ότι μία βάσιμη υπόθεση που μπορεί να γίνει είναι ότι στο βαθμό που η παγκοσμιοποίηση κηρύσσει κάτι νέο, ο νέος παγκοσμισμός μπορεί να ανιχνευθεί στην αυξανόμενη παγκόσμια -ή έστω διεθνή- κλίμακα της οικονομικής παραγωγής. Ακόμα και στα τέλη της δεκαετίας του 1970, τα περισσότερα καταναλωτικά εμπορεύματα παράγονταν σε μία εθνική οικονομία, είτε για να καταναλωθούν εκεί, είτε για να εξαχθούν σε μία άλλη εθνική αγορά. Κατά τη δεκαετία του 1990, αυτό το μοντέλο ήταν παρωχημένο, καθώς για ορισμένα εμπορεύματα γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να προσδιοριστούν συγκεκριμένοι τόποι παραγωγής και η παλιά γλώσσα της οικονομικής γεωγραφίας δε έβγαζε πλέον κανένα νόημα. Στα αυτοκίνητα, τα ηλεκτρονικά, την ένδυση, τους υπολογιστές, τη βιοϊατρική και πολλούς άλλους βιομηχανικούς τομείς, υψηλής και χαμηλής τεχνολογίας, η παραγωγή τώρα οργανώνεται μεταξύ των εθνικών συνόρων, σε τέτοιο βαθμό που τα ζητήματα των εθνικών “εισαγωγών” και “εξαγωγών” υποκαθίστανται από εσωτερικά ζητήματα της παραγωγικής διαδικασίας του παγκόσμιου εμπορίου. Η ιδέα του “εθνικού κεφαλαίου” έχει σήμερα ελάχιστο νόημα, γιατί το μεγαλύτερο παγκόσμιο εμπόριο εκτός των εθνικών συνόρων είναι πια ενδοεταιρικό: λαμβάνει χώρα μέσα στα δίκτυα παραγωγής των ίδιων των εταιριών.

Με καθαρά οικονομικούς όρους, υπάρχει μικρή αμφιβολία ότι μειώνεται η δύναμη των περισσότερων κρατών που οργανώνονται σε εθνική κλίμακα. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν επικαλείται μία “μηδενικού-αθροίσματος” εννοιολόγηση της κλίμακας10, ούτε η απονέκρωση του έθνους-κράτους είναι ένα απλουστευτικό επιχείρημα. Πρώτον, η πολιτική και πολιτισμική ισχύς της εξουσίας σε εθνική κλίμακα δεν είναι απαραίτητο ότι μειώνεται, σε αρκετούς τόπους μάλιστα μπορεί να ενισχύεται. Δεύτερον, η αποδυνάμωση της οικονομικής εξουσίας σε εθνική κλίμακα είναι ιδιαίτερα ανισοκατανεμημένη και όχι αναγκαστικά παγκόσμια, με τις ΗΠΑ ή το Κινέζικο κράτος να απολαμβάνουν μία πολύ διαφορετική μοίρα από τη Μαλαισία ή τη Ζιμπάμπουε. Για παράδειγμα, ο Mészáros ισχυρίστηκε ότι η φιλοδοξία του κράτους των ΗΠΑ είναι να μετασχηματιστεί σε ένα παγκόσμιο κράτος και να διεξάγει έναν βίαιο “πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία” -στην πραγματικότητα έναν πόλεμο για την παγκόσμια ηγεμονία- κάτι που μοιάζει να επιβεβαιώνει την ανάλυση. Παρόλα αυτά, οι πηγές αυξημένης οικονομικής διαβλητότητας σε εθνική κλίμακα είναι αναντίρρητες: οι επικοινωνίες και η χρηματοπιστωτική απορρύθμιση διεύρυναν την γεωγραφική κινητικότητα του κεφαλαίου· πρωτοφανείς εργατικές μεταναστεύσεις αποστασιοποίησαν τις τοπικές οικονομίες από την αυτόματη εξάρτηση στην εγχώρια εργασία· οι εθνικές και οι τοπικές κυβερνήσεις (συμπεριλαμβανομένων των δημοτικών αρχών) ανταποκρίθηκαν προσφέροντας το καρότο στο κεφάλαιο, ενόσω εφάρμοζαν το μαστίγιο στην εργασία και αποσυναρμολογούσαν τις πρωθύστερες επιδοτήσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής· και τέλος, καθώς οι ταξικοί και οι φυλετικοί αγώνες έχουν ευρέως υποχωρήσει, έχουν επιτρέψει στις τοπικές και στις εθνικές κυβερνήσεις να εγκαταλείψουν το τμήμα του πληθυσμού που περισσεύει, τόσο με την αναδόμηση της οικονομίας, όσο και με το ξεκοίλιασμα των κοινωνικών υπηρεσιών. Η μαζική φυλάκιση της εργατικής τάξης και των μειονοτικών πληθυσμών, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, είναι το εθνικό ανάλογο της αναδυόμενης ρεβανσιστικής πόλης. Τα συγκριτικά χαμηλά επίπεδα κοινωνικών αγώνων έκαναν δυνατή την εικονική σιωπή της κυβέρνησης μετά τις εξεγέρσεις του Λος Άντζελες το 1992, γεγονός που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την θετική [για τις συνθήκες διαβίωσης των μαύρων] -αν και πατερναλιστική- αντίδρασή της στις εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1960.

Συνεπώς, δύο αλληλοενισχυόμενες μετατοπίσεις αναδομήσαν τις λειτουργίες και τους ενεργούς ρόλους των πόλεων. Αρχικά, τα παραγωγικά συστήματα που ήταν προηγουμένως χωρικά οργανωμένα σε (υποεθνική) περιφερειακή κλίμακα, σταδιακά αποκόπηκαν από το καθορισμένο εθνικό τους πλαίσιο, οδηγώντας όχι μόνο σε κύματα αποβιομηχάνισης κατά τη δεκαετία του 1970 και του 1980, αλλά και σε μια συνολική αναδόμηση και αποδόμηση της περιφέρειας στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης των καθιερωμένων ιεραρχιών κλίμακας. Ως συνέπεια, τα παραγωγικά συστήματα συρρικνώθηκαν. Η χωρική οργάνωση της παραγωγής επικεντρώνεται ολοένα και περισσότερο σε επεκτεινόμενα μητροπολιτικά κέντρα, παρά σε ευρύτερες περιοχές: η μητροπολιτική κλίμακα έρχεται πάλι να κυριαρχήσει επί της περιφερειακής κλίμακας, παρά το αντίθετο. Για παράδειγμα, στη θέση των αμερικάνικων Northwest και Midwest, των αγγλικών Midlands και του γερμανικό Ruhr -κλασικά γεωγραφικά δείγματα μοντέρνου βιομηχανικού καπιταλισμού- έχουμε το São Paulo και την Bangkok, το Mexico City και τη Shanghai, τη Mumbai και τη Seoul. Αν τον 19ο και 20ο αιώνα, οι παραδοσιακές βιομηχανικές περιοχές ήταν η σπονδυλική στήλη των εθνικών πρωτευουσών, οι πλατφόρμες της παγκόσμιας παραγωγής αποτελούνται ολοένα και περισσότερο από τις νέες τεράστιες αστικές [urban] οικονομίες. Αυτή η νέα αναδιάρθρωση της κλίμακας της παραγωγής προς τη μητροπολιτική κλίμακα είναι μία έκφραση της παγκόσμιας αλλαγής· ενώ την ίδια στιγμή, βρίσκεται στην καρδιά μιας νέας πολεοδομίας.

Οι συνέπειες γίνονται επίσης εμφανείς καθώς τα έθνη-κράτη απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από τις φιλελεύθερες πολιτικές του αστικού χώρου που κυριάρχησαν στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες τις κεντρικές δεκαετίες του 20ου αιώνα. Στις ΗΠΑ, η άρνηση του Προέδρου Ford να διασώσει την Πόλη της Νέας Υόρκης στο μέσο μιας βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης (απαθανατισμένη από την περίφημη επικεφαλίδα των Daily News: “Ford to City: Drop Dead”), που ακολουθήθηκε από την αποτυχία του Προέδρου Carter να υλοποιήσει το πολεοδομικό σχέδιο του 1978, έδωσε τον πρώτο υπαινιγμό μιας εθνικής οικονομίας ολοένα πιο αποσυνδεδεμένης και ανεξάρτητης από τις πόλεις της. Ακολούθησε η ολοκληρωτική διάλυση της φιλελεύθερης πολιτικής του αστικού χώρου, οδεύοντας με αποσπασματικά αλλά σταθερά βήματα προς την κυνική περικοπή του προνοιακού συστήματος επί Clinton το 1996. Aν και τα αποτελέσματα συχνά αποκρύπτονται και παίρνουν πολλές μορφές, η πορεία της αλλαγής είναι παρόμοια στις περισσότερες εύρωστες οικονομίες, με την Ιταλία -παρά τη μεταβίβαση κάποιας ισχύς του έθνους-κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση- να αποτελεί μία πιθανή εξαίρεση.

Το νόημα εδώ δεν είναι αναγκαστικά ότι το έθνος-κράτος αποδυναμώθηκε ή ότι η εδαφικότητα της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας είναι κατά κάποιο τρόπο λιγότερο ισχυρή. Αυτό το επιχείρημα -ότι η παγκόσμια ισχύς έγκειται σήμερα σε ένα δίκτυο οικονομικών διασυνδέσεων, παρά σε οποιονδήποτε συγκεκριμένο τόπο- ενσαρκώνεται στη σημαντική προσέγγιση της Αυτοκρατορίας από τους Hardt και Negri (2000), αλλά πάσχει από κάποιου είδους νεκρομαντεία με το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και παραβλέπει τις αντιφάσεις της εξουσίας που προκύπτει από τις απαραίτητες ρυθμίσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων και του πολιτικού ελέγχου στον χώρο. Σίγουρα, συγκεκριμένες λειτουργίες και δραστηριότητες, οργανωμένες πρωθύστερα σε εθνική κλίμακα, διαχέονται σε άλλες κλίμακες, μικρότερες ή μεγαλύτερες. Ωστόσο, τα έθνη-κράτη επανασχεδιάζονται ταυτόχρονα ως καθαρότεροι, εδαφικά προσδιορισμένοι οικονομικοί παράγοντες της αγοράς, παρά ως εξωτερικά συμπληρώματά της. Όσο ο καθορισμός της κλίμακας αποτυπώνει το περίγραμμα των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας -ποιος ενδυναμώνεται και ποιος εμπεριέχεται, ποιος κερδίζει και ποιος χάνει- στα ανασκευασμένα φυσικά τοπία, τόσο η κοινωνική και οικονομική αναδιάρθρωση θα είναι παράλληλα και αναδιάρθρωση της χωρικής κλίμακας11.

Όπως έχει ειπωθεί και αλλού στον παρόν άρθρο, η νεοφιλελεύθερη πολεοδομία είναι συστατικό κομμάτι αυτού του ευρύτερου επαναπροσδιορισμού της κλίμακας των λειτουργιών, των δραστηριοτήτων και των σχέσεων. Πρόκειται για μία σημαντική έμφαση στο παραγωγικό και χρηματοπιστωτικό πλέγμα του κεφαλαίου εις βάρος ζητημάτων της κοινωνικής αναπαραγωγής. Δεν είναι ότι η οργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής δε διαμορφώνει πλέον τους όρους με τους οποίους καθορίζεται η αστική κλίμακα, αλλά μάλλον ότι η ισχύς της να το κάνει αυτό έχει εξαντληθεί σημαντικά. Οι δημόσιες συζητήσεις πάνω στην περιαστική διάχυση στην Ευρώπη και ιδίως στις ΗΠΑ, οι συστηματικές καμπάνιες στην Ευρώπη που προωθούν την αστική “αναγέννηση”, και τα ανερχόμενα κινήματα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, όλα δείχνουν ότι όχι μόνο η κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής ολοκληρώνεται σε εδαφικό επίπεδο, αλλά, αντιστρόφως, ότι η παραγωγή του αστικού χώρου έρχεται να ενσαρκώσει αυτήν την κρίση. Υπάρχει μία σύνδεση μεταξύ της παραγωγής της αστικής κλίμακας και της αποτελεσματικής αναπροσαρμογής της αξίας, καθώς μία πολεοδομία “λάθος κλίμακας” μπορεί να παρεμποδίσει σοβαρά τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Η κρίση της καθημερινής μετακίνησης βρίσκεται στο κέντρο αυτής της κρίσης. Ισχυρίστηκα κάποτε12 ότι όπου η γεωγραφική επέκταση των πόλεων ξεπερνούσε την ικανότητα τους να μεταφέρουν τους ανθρώπους από το σπίτι στη δουλειά και πάλι πίσω, το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο αστικό χάος, αλλά και “ο κατακερματισμός και η ανισορροπία στη γενίκευση της αφηρημένης εργασίας” που στόχευε στο κέντρο της οικονομικής συνοχής. Καθώς, χωρίς αμφιβολία, η παραπάνω αντίθεση μεταξύ της γεωγραφικής μορφής και της οικονομικής διαδικασίας διαρκεί ακόμα, τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι πόλεις σε πολλά μέρη της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής δίνουν μία μάλλον διαφορετική εικόνα. Η καθημερινή μετακίνηση στο São Paulo, για παράδειγμα, μπορεί να ξεκινήσει για πολλούς στις 3:30 π.μ. και να υπερβεί τις τέσσερις ώρες προς κάθε κατεύθυνση. Στη Harare της Zimbabwe, ο μέσος χρόνος μετακίνησης από τις μαύρες συνοικίες προς την αστική περιφέρεια είναι επίσης τέσσερις ώρες προς κάθε κατεύθυνση, καταλήγοντας σε μία εργάσιμη μέρα κατά την οποία οι εργάτες λείπουν από το σπίτι τους για δεκαέξι ώρες και σχεδόν την υπόλοιπη κοιμούνται. Για τους ίδιους τους εργάτες, το οικονομικό κόστος της μετακίνησης έχει επίσης αυξηθεί δραματικά, εν μέρει λόγω και της ιδιωτικοποίησης των μεταφορών κατ’ εντολή της Παγκόσμιας Τράπεζας. Οι καθημερινές μετακινήσεις που καταλάμβαναν μόλις το 8% του εβδομαδιαίου εισοδήματος στις αρχές της δεκαετίας του 1980, απαιτούσαν μεταξύ 22% και 45% στα μέσα της δεκαετίας του 1990.13.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Αρκετοί καλοπροαίρετοι πολεοδόμοι καταγγέλλουν την απουσία κατάλληλων υποδομών· και αυτό αποτελεί σίγουρα ένα ζήτημα. Παρόλα αυτά, αν πάμε ένα βήμα πιο πίσω, υπάρχει μία θεμελιώδης γεωγραφική αντίθεση μεταξύ των δραματικά αυξημένων αξιών γης που συνοδεύουν την συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στον πυρήνα αυτών των μητροπόλεων και των αξιών γης στις περιθωριακές, εξωαστικές τοποθεσίες, όπου αναγκάζονται να ζήσουν οι εργάτες λόγω των αξιοθρήνητων μισθών, στη βάση των οποίων κτίζεται η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Ωστόσο, περιέργως, αυτές οι χαοτικές και επίπονες μετακινήσεις δεν έχουν οδηγήσει ακόμα σε μία οικονομική κατάρρευση· οι παλμοί της οικονομικής παραγωγής -και, ιδιαίτερα, η ανάγκη να έρχονται οι εργαζόμενοι στους χώρους δουλειάς- έχουν υπερισχύσει των περιορισμών που πηγάζουν από τις συνθήκες της κοινωνικής αναπαραγωγής. Οι δυσλειτουργικές παρενέργειες μιας σχεδόν αβάσταχτης μετακίνησης δεν έχουν ακόμα θέσει σε κίνδυνο την οικονομική παραγωγή. Αντ’ αυτού, έχουν αναδείξει μία “απεγνωσμένη ευελιξία” και έχουν απορροφηθεί εν μέσω μιας ευρύτερης κοινωνικής κατάρρευσης την οποία ο Katz αποκαλεί “αποσυνθέτουσα ανάπτυξη”.

Έτσι, η αιχμή του δόρατος της συνδυασμένης αναδιάρθρωσης της αστικής κλίμακας και της αστικής λειτουργίας δεν βρίσκεται στις παλιές πόλεις του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, όπου η αποσύνθεση των παραδοσιακά παραγωγικοκεντρικών περιοχών [production-based regions] και η αυξανόμενη αποδιάρθρωση της κοινωνικής αναπαραγωγής σε αστική κλίμακα μπορεί να είναι επώδυνη -και δύσκολα θα περάσει χωρίς αντίδραση- αλλά είναι ωστόσο μερική. Μάλλον, βρίσκεται στις ταχέως επεκτεινόμενες μητροπόλεις της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και τμημάτων της Αφρικής, όπου το Κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ, ενώ η καθοριστική σύνδεση μεταξύ της πόλης και της κοινωνικής αναπαραγωγής δεν ήταν ποτέ κυρίαρχη, αλλά και οι μορφές, οι δομές και τα τοπία είναι αρκετά ανίσχυρα για να αποτελέσουν σημαντικό εμπόδιο. Αυτές οι μητροπολιτικές οικονομίες, γίνονται οι παραγωγικές εστίες ενός νέου παγκοσμισμού. Αντίθετα με την περιαστικοποίηση των μεταπολεμικών ετών στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, την Ωκεανία και την Ιαπωνία, η συνταρακτική αστική επέκταση των αρχών του 21ου αιώνα θα καθοδηγείται αναμφισβήτητα από την εξάπλωση της κοινωνικής παραγωγής και όχι της κοινωνικής αναπαραγωγής. Τουλάχιστον από αυτήν την άποψη, η διακήρυξη του Lefebvre για μία αστική επανάσταση που θα καθόριζε την πόλη και τους αστικούς αγώνες με όρους κοινωνικής αναπαραγωγής -ή ακόμη περισσότερο ο ορισμός του αστικού με όρους συλλογικής κατανάλωσης από τον Castells- θα ξεθωριάσουν στην ιστορική μνήμη. Εάν “ο καπιταλισμός άλλαξε ταχύτητα” με την έλευση του Κεϋνσιανισμού, από “μία αστικοποίηση επικεντρωμένη στην παραγωγή σε μία αστικοποίηση επικεντρωμένη στην κατανάλωση”, όπως παρατήρησε κάποτε ο Harvey14, η πολεοδομία του 21ου αιώνα πιθανόν να αντιστρέφει αυτή τη μετατόπιση.

Αυτή η ανασυγκρότηση της κλίμακας και η επιλεκτική επανενδυνάμωση της αστικής κλίμακας -η φιλοδοξία του Giuliani για μία εξωτερική πολιτική των πέντε δήμων της Νέας Υόρκης- αναπαριστά μόνο ένα νήμα της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας. Συμβαδίζει με την εναρμονισμένη επί του πολιτισμικότερου εκτίμηση του πολιτικού γεωγράφου Peter Taylor15, ο οποίος ισχυρίζεται ότι “Οι πόλεις αντικαθιστούν τα κράτη στην κατασκευή των κοινωνικών ταυτοτήτων”. Πόλεις σαν το São Paulo και τη Shanghai, το Lagos και τη Bombay πιθανόν ανταγωνίζονται τα πιο παραδοσιακά αστικά κέντρα, όχι απλά στο μέγεθος και στην πυκνότητα της οικονομικής δραστηριότητας -το έχουν ήδη κάνει αυτό- αλλά βασικά ως πρωτοποριακά εκκολαπτήρια στην παγκόσμια οικονομία, πρόδρομοι νέων αστικών μορφών, διαδικασιών και ταυτοτήτων. Κανείς δεν ισχυρίζεται στα σοβαρά ότι ο 21ος αιώνας θα δει μια επιστροφή σε ένα κόσμο εθνών-κρατών – αλλά θα δει μία νέα σύλληψη του πολιτικού προνομίου της πόλης απέναντι στις περιφέρειες και τα έθνη-κράτη.

Τέλος, ο επαναπροσδιορισμός της κλίμακας του αστικού με όρους κοινωνικής παραγωγής, παρά αναπαραγωγής, δε μειώνει σε καμία περίπτωση τη σημασία της κοινωνικής αναπαραγωγής στο πλαίσιο της αστικής ζωής. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η πάλη για την κοινωνική αναπαραγωγή αποκτά αυξημένη σημασία, ακριβώς εξαιτίας της κατάρρευσης των κρατικών υποχρεώσεων. Παρόλα αυτά, η απουσία του κράτους σε αυτήν την περιοχή συνδυάζεται με μία οξυμένη κρατική δραστηριότητα στο πεδίο του κοινωνικού ελέγχου. Η μετατροπή της Νέας Υόρκης σε μία “ρεβανσιστική πόλη” δεν είναι ένα απομονωμένο γεγονός και η ανάδειξη περισσότερο αυταρχικών κρατικών μορφών και πρακτικών δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί στο πλαίσιο της αλλαγής της κλίμακας των παγκόσμιων και των τοπικών γεωγραφιών. Σύμφωνα με τον Swyngedouw16, η υποκατάσταση του ξεθωριασμένου κράτους πρόνοιας από το δόγμα της πειθαρχίας στις αγορές, αποκλείει σκόπιμα σημαντικά τμήματα του πληθυσμού, ενώ παράλληλα, ο φόβος της κοινωνικής αντίστασης προκαλεί κλιμάκωση του κρατικού αυταρχισμού. Την ίδια στιγμή, η νέα εργατική δύναμη των πόλεων περιλαμβάνει ολοένα και περισσότερους περιστασιακούς και μερικώς απασχολούμενους εργαζόμενους, οι οποίοι δεν ενσωματώνονται καθ’ ολοκλήρου στις ολοένα και πιο πιεστικές απαιτήσεις δημοσιονομικής πειθαρχίας, καθώς και μετανάστες των οποίων τα πολιτισμικά και πολιτικά δίκτυα -τμήμα των μέσων κοινωνικής αναπαραγωγής- παρέχουν επίσης εναλλακτικά πρότυπα κοινωνικών πρακτικών, εναλλακτικές δυνατότητες αντίστασης.

Εν συντομία, αυτό που προσπαθώ να ισχυριστώ δεν είναι ότι πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και το Τόκιο στερούνται ισχύος στην παγκόσμια ιεραρχία των πόλεων και στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Η συγκέντρωση χρηματοπιστωτικών και άλλων διοικητικών λειτουργιών σε αυτά τα κέντρα είναι αδιαμφισβήτητη. Αντίθετα, προσπαθώ να τοποθετήσω αυτή την ισχύ σε ένα πλαίσιο και, αμφισβητώντας την κοινή υπόθεση ότι η ισχύς του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου είναι αναγκαστικά κυρίαρχη, να αμφισβητήσω και τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία οι πόλεις ονομάζονται “παγκόσμιες”. Εάν είναι έστω και ελάχιστα βάσιμο το επιχείρημα ότι η αποκαλούμενη παγκοσμιοποίηση προκύπτει βασικά από την παγκοσμιοποίηση της παραγωγής, τότε η θέση μας για το τι συνιστά μια παγκόσμια πόλη πρέπει πιθανώς να αντανακλά αυτόν τον ισχυρισμό.

1. Cooper 1998: B5, Cooper 1999
2. Smith 1996, Swyngedouw 1997
3. Αυτή η έννοια της εξωτερικής πολιτικής με κέντρο την πόλη και παγκόσμια εμβέλεια, ξεσηκώθηκε αρκετά αυθαίρετα από τις προτάσεις που διατύπωσαν οι σοσιαλδημοκράτες σε ένα παγκόσμιο συνέδριο που γινόταν ταυτόχρονα με βάση την πόλη της Νέας Υόρκης, οργανωμένο από τον πρώην δήμαρχο της Βαρκελώνης, Pasqual Maragal. Ο Giuliani αρνήθηκε να παραβρεθεί, αλλά παρά ταύτα οικειοποιήθηκε τις ιδέες τους.
4. ΣτΜ. Μετάφραση από τον αγγλικό όρο globalism: η αντιμετώπιση όλη της γης ως σφαίρας άσκησης πολιτικής επιβολής.
5. ΣτΜ. Η πρωτότυπη διατύπωση είναι local place, δηλαδή “τοπικού (σε κλίμακα) τόπου (το φιλοσοφικά χωρικά συγκεκριμένο)”
6. Sassen 1992:325
7. Taylor 1999
8. Smith 1990:136–137
9. Hansen and Pratt 1995, Katz 2001, Rose 1981
10. Brenner 1998, MacLeod 2001
11. Brenner 1998, Smith and Dennis 1987, Swyngedouw 1996, 1997
12. Smith 1990:137
13. Ramsamy 2001:375–377
14. Harvey 1985:202, 209
15. Taylor 1995:58
16. Swyngedouw 1997:138

Πηγή: Neil Smith Νεα Πολεοδομία

Ρενάτο Κούρτσιο: Ψηφιακός Καπιταλισμός. Το Αποικισμένο Μέλλον.

Παρουσίαση και Εισήγηση της Εκδήλωσης – Συζήτησης που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019 στο Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο Vittoria στο Μιλάνο, με αφορμή την κυκλοφορία της τελευταίας κοινωνιο-αναλυτικής έρευνας του Ρενάτο Κούρτσιο με τίτλο: Το αποικισμένο μέλλον. Από τη εικονικοποίηση του μέλλοντος στο εξημερωμένο παρόν (εκδόσεις Sensibili alle Foglie. Μιλάνο, 2019).

Πολύτιμη τροφή για σκέψη από την πρωτεύουσα της Λομβαρδίας, βγαλμένη από την πραγματικότητα που δυστυχώς συνεχίζει να υπάρχει… Μερικές εβδομάδες πριν από το ξέσπασμα της εξελισσόμενης πανδημίας του ιού Covid 19 και την στρατιωτικοποιημένη διαχείριση της υγειονομικής και της επακόλουθης οικονομικής κρίσης που οξύνεται (εκτός των άλλων και) με “πολεμικούς” όρους. Λίγο πριν από το κατώφλι του σταδιακού περάσματος στη δυστοπική οικουμενική συνθήκη της “νέας κανονικότητας”…

Εδώ, στην Αθήνα, στο Μιλάνο, στην Ευρώπη και σ’ όλη την διεθνοποιημένη υδρόγειο του καπιταλιστικού κάτεργου και του ιμπεριαλιστικού σφαγείου. Εδώ και παντού, όπου το πνεύμα και τα σημεία των καιρών (της επίτασης της “απομακρυσμένης εργασίας”, της “τηλε-εκπαίδευσης” και της “τηλε-ιατρικής”, της “διαδικτυακής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας”…), συνηγορούν με αυτό που μας επαναλαμβάνουν ακατάπαυστα και οι καθεστωτικοί αυλικοί: όντως, “τίποτα δεν θα είναι όπως πριν”. Εδώ και παντού, όπου πράγματι, “ο κόσμος που γνωρίζαμε αλλάζει, ο κόσμος που αντέχαμε τελειώνει”. Εδώ και παντού, όπου συνεχίζονται να τίθενται νέα και παλιά, μακάβρια και δυσοίωνα ερωτήματα. Εδώ και παντού, όπου τα πάντα γύρω μας συνεχίζουν να επείγονται -ολοένα και πιο πολύ- για θεωρητικές και πρακτικές απελευθερωτικές απαντήσεις. Εδώ και παντού, όπου παρ’ όλα αυτά, “κι όμως κινείται”…

Μετάφραση στα ελληνικά: Προλεταριακή Πρωτοβουλία. Αθήνα, Μάης 2020.

Παρουσίαση από το Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο Vittoria

Ο κοινωνικός έλεγχος ακολουθεί -κατά βάση- μια ανάπτυξη μέσα στην εξέλιξη της πρωταρχικής και δομικής σύγκρουσης των ασυμφιλίωτων συμφερόντων ανάμεσα στις τάξεις. Όμως, μέσα στην χειροπιαστή πραγμάτωση του, διαφοροποιείται -με ποικίλους τρόπους- σχετικά με τα διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα: οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό.

Κοινωνικός έλεγχος σημαίνει στρατιωτική, αστυνομική, δικαστική καταστολή. Είναι ο εγκιβωτισμός μέσα στις ιδιότητες του εργοστασίου, είναι το ξεδίπλωμα κάθε μορφής σχέσης που εξουδετερώνει κάθε δυνατότητα σύγκρουσης, είναι η αντικειμενική συνθήκη του εκβιασμού μέσα στα χίλια ρυάκια της καπιταλιστικής παραγωγής.

Είναι σε προληπτική μορφή, η κατασκευή ενός φαντασιακού κοινωνικού ακτιβισμού μέσα στον οποίο να αντανακλάται και να γίνονται δικές μας οι αναξιότητες πάνω στις οποίες βασίζεται μια κοινωνία διαιρεμένη σε τάξεις.

Αν αναλογιστούμε την ίδια τη νίκη του Μπερλουσκόνι το 1994, αντιλαμβανόμαστε άμεσα το βάρος όχι τόσο της κατοχής των τηλεοράσεων όσο εκείνης της καταιγιστικής ιδεολογικής καμπάνιας με την προβολή συμπεριφορικών και υπαρξιακών μοντέλων, τέτοιων που να ενισχύουν και να συγκροτούν το ψεύτο-πολιτισμικό εποικοδόμημα ενός οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου υπέρ-φιλελεύθερου, ατομικιστικού και σεξιστικού.

Η πραγματικότητα όμως έχει πλέον μεταβληθεί. Θα ήταν μυωπική μια ανάγνωση του παρόντος με τα μάτια του νεολαίου μετανάστη εργάτη (…από τη νότια Ιταλία) στη Fiat που συγκρούεται θαρραλέα ενάντια στην αστυνομία στη λεωφόρο Traiano του Τορίνο, τον Ιούλη του 1969, η οποία είχε σταλθεί από τον αφέντη Ανιέλι για να καταστείλει και -ακριβώς- να ελέγξει την εργατική βάση που είχε εξεγερθεί.

Ο κοινωνικός έλεγχος του νέου αιώνα ποτέ δεν ήταν και -ακόμα περισσότερο σήμερα- δεν είναι η απλή επικάλυψη κατασταλτικών επιπέδων απέναντι στα οποία ν’ αντισταθούμε αλλά -μένοντας ενήμερη- εκτός από τη χρήση του προαναγγελθέντος συνηθισμένου οπλοστασίου, καθίσταται σε όλο και πιο πειστική, εξαπλωμένη και καθημερινά διεισδύει ολικά στις ζωές μας, χρησιμοποιώντας κάθε δυνατότητα που προσφέρεται στην εξουσία από τις νέες τεχνολογίες.

Εκμεταλλεύεται το διαδίκτυο οριοθετώντας ένα συλλογικό φαντασιακό ψευτοελευθερίας και αξιοποίησης ενός πλαστού ατομικού πρωταγωνιστισμού, μιας νέας μορφής ψεύτικης “συμμετοχής” ώστε να κατευθύνει τις συνειδήσεις και να κατασκευάσει την εικόνα μιας κοινωνίας συναίνεσης και “εθελοντικής” συμμετοχής σε ένα σχέδιο ελέγχου σε παρόντα χρόνο, το οποίο -από τη μια πλευρά- αναθέτει στον ελεγκτή κάθε εξουσία ενώ ταυτόχρονα εξορίζει τον ελεγχόμενο στην “ελευθερία” της πληκτρολόγησης ενός “like” ή την επιλογή κάποιου “influencer” ως δικού του σημείου αναφοράς…

Σε όλα τα προηγούμενα κείμενα που παρουσιάσαμε –στην Εικονική Αυτοκρατορία, την Ψηφιακή Ηγεμονία, την Τεχνητή Κοινωνία και τον Κυρίαρχο Αλγόριθμο- ο Ρενάτο, συνοπτικά, μελετάει και εμβαθύνει την ελκτική ικανότητα, τη σχέση και το επίπεδο διάδρασης ανάμεσα στον άνθρωπο και τα πληροφορικά εργαλεία.

Ηλεκτρονικοί υπολογιστές, έξυπνα κινητά, ταμπλέτες κλπ… H καθημερινή -μέχρι ψυχαναγκασμού- χρήση με την οποία -όμως- ο άνθρωπος χρησιμοποιείται για τη συλλογή δεδομένων του και την κλοπή των γενικών χαρακτηριστικών και τάσεων, έτσι ώστε εν συνεχεία να πλαστούν και να κατευθυνθούν μέσα σε ένα είδος σταδιακής κλιμάκωσης της Μαρξιστικής έννοιας των “προκληθέντων αναγκών” και όχι μόνο.

Αναλύει λεπτομερώς τον τρόπο έναρξης της διαδικασίας ψηφιοποίησης της καπιταλιστικής προσταγής επάνω σ’ ολόκληρη την κοινωνία και τις ζωές μας, φτάνοντας να προσδιορίσει ξεκάθαρα το ρόλο του κοινωνικού ελέγχου που προέρχεται από τη συμβίωση του ανθρώπου με τον μηχανισμό πληροφορικού ελέγχου που βρίσκεται στα χέρια της καπιταλιστικής προσταγής, ελέγχοντας τους χρόνους εργασίας και τους ρυθμούς ζωής του εργαζομένου.

Με αυτό το νέο κείμενο του, ο Ρενάτο Κούρτσιο πάει πio πέρα και εισέρχεται στον πυρήνα αυτού που μας προτείνεται και μας προσφέρεται σαν ένας νεωτερισμός, σαν μια γλυκαντική “αντικειμενική” νεωτερικότητα, έτσι ώστε να κρυφτεί η σκλήρυνση και ο αποικισμός των ζωών μας που σκοπεύει στην παραγωγή κέρδους.

Όμως ο Ρενάτο πάει ακόμα πιο πέρα και ξεκινάει να αποσαφηνίζει -όσο αυτό είναι δυνατό- ένα σενάριο που βλέπει τη διασύνδεση της αποστείρωσης της κριτικής σκέψης με μια επεκτεινόμενη και επιβαλλόμενη ανθρωπολογική μεταβολή, η οποία ξεφεύγει από το Δαρβινικό μονοπάτι της εξελεγκτικής ανάπτυξης.

Ένα μέλλον που έχει ήδη ξεκινήσει χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε πλήρως και του οποίου δεν καταφέρνουμε ακόμα ν’ αντιληφθούμε τα πιθανά όρια και τις μετεξελίξεις του, έτσι ώστε να μπορούμε να το θέσουμε υπό αμφισβήτηση και να το αντιμετωπίσουμε με τα πόδια γειωμένα μέσα στην πάλη των τάξεων.

Η μεγάλη αναλυτική ικανότητα του Ρενάτο Κούρτσιο θα μας συνοδεύσει σε αυτή τη σκέψη, σε μια απόπειρα να δοθούν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτηματικά.

… “Μέσα στο ακρο-καπιταλιστικό πλαίσιο που ζούμε, η ψηφιακή ολιγαρχία, λαμβάνοντας εκ των πραγμάτων τις κατευθυντήριες αποφάσεις της διανθρωπιστικής ιδεολογίας, έβαλε ως σκοπό τον αποικισμό του πλανήτη, ξεπερνώντας οριστικά τα όρια του ανθρώπινου. Ενώπιον αυτής της προοπτικής, φαντάζουν τουλάχιστον αφελείς οι κατευθύνσεις εκείνων που προτείνουν τον εξανθρωπισμό των ψηφιακών τεχνολογιών, της τεχνητής νοημοσύνης, των οχυρώσεων της “ασφάλειας”, της γενετικής και της κοινωνικής μηχανικής, έτσι ώστε να συγκρατηθούν “μέσα στα όρια της δημοκρατίας”. Αντίθετα, μοιάζει επείγουσα και αναγκαία η αρχή μιας συζήτησης για απο-αποικιοποίηση του διαδικτύου και του φαντασιακού”…

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019 στις 21.00

στο Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο (CSA) Vittoria

οδός Friuli και Muratori γωνία, Μιλάνο.

Πηγή: www.csavittoria.org

___________________________________________

Εισήγηση του Ρενάτο Κούρτσιο

Θα ήθελα να ξεκινήσω με δυο αποσπάσματα από δυο συνεντεύξεις που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα στον ιταλικό και το διεθνή Τύπο. Πρόκειται για λίγες γραμμές, αλλά νομίζω ότι μπορούν να μας εισάγουν καλά στο θέμα που θα προσπαθήσουμε -κατά κάποιο τρόπο- να διηγηθούμε.

Η πρώτη είναι του Leonard Kleinrock, ενός ανθρώπου σημαντικού στην ιστορία του Ίντερνετ, ή μάλλον θα μπορούσε να ειπωθεί του πρώτου ανθρώπου του: είναι εκείνος ο ερευνητής που το 1969 κατάφερε να φέρει για πρώτη φορά σε επαφή δυο ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Έπειτα, για πολλά χρόνια δούλεψε στα πρώτα σχέδια γέννησης του δικτύου και είναι γνωστός στους φοιτητές όλων των πανεπιστημίων αφού πρόκειται για τον ιδρυτή της πληροφορικής ως ακαδημαϊκού μαθήματος. Μέσα στον Οκτώβριο δήλωσε: “Το δικό μας Ίντερνετ ήταν ηθικό, έμπιστο, δωρεάν, κοινόχρηστο. Σήμερα από έγκυρος ψηφιακός πόρος έχει μετατραπεί σε πολλαπλασιαστή αμφιβολιών, από μέσο διαμοιρασμού σε εργαλείο με μια σκοτεινή πλευρά. Το Ίντερνετ δίνει τη δυνατότητα να προσεγγιστούν εκατομμύρια χρηστών με μηδέν κόστος και ανώνυμα. Γι’ αυτό το λόγο είναι ιδανικό για μοχθηρά πράγματα: αποστολή spam, τέλος της ιδιωτικότητας (privacy), ιοί, κλοπή δεδομένων, πορνογραφία, παιδεραστία, fake news. Το πρόβλημα γεννήθηκε όταν υπήρξε η θέληση για τη νομισματοποίηση του: ένα δημόσιο αγαθό μετατράπηκε σε κάτι με ιδιωτικούς σκοπούς που δεν έχει την ίδια με την παρελθούσα ταυτότητα του”. Επομένως, ο Kleinrock δηλώνει ότι υπάρχουν δυο φάσεις: μια πρώτη που γεννήθηκε το Ίντερνετ ως επιστημονικό και ερευνητικό σχέδιο -το οποίο όμως είχε ένα δημόσιο σκοπό- και μια δεύτερη που κάποιος άρχισε να το νομισματοποιεί και έτσι μετατράπηκε σε κάτι το “μοχθηρό”.

Ο Edward Snowden, τον οποίο όλοι γνωρίζουμε, σε μια άλλη συνέντευξη συνόψισε -με τον ακόλουθο τρόπο- τη δική του οπτική γωνία:

“Στις απαρχές του, το Ίντερνετ ήταν ο χώρος όπου όλοι ήταν ίσοι, ένας χώρος αφιερωμένος στη ζωή, την ελευθερία και την αναζήτηση της ελευθερίας. Σύντομα όμως, το Ίντερνετ αποικίστηκε από τις κυβερνήσεις και τις μεγάλες εταιρίες για την απόσπαση κέρδους και εξουσίας. Σήμερα, το Ίντερνετ είναι αμερικάνικο, τόσο ως υποδομή όσο και ως λογισμικό. Οι βασικές εταιρίες (Google, Facebook, Amazon) είναι αμερικάνικες και επομένως υποκείμενες στην αμερικάνικη νομοθεσία. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι είναι υποκείμενες σε μυστικές πολιτικές, αμερικάνικες μυστικές πολιτικές, οι οποίες επιτρέπουν στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να επιτηρεί εικονικά κάθε άντρα, γυναίκα και παιδί που χρησιμοποίησε έναν υπολογιστή ή έκανε ένα τηλεφώνημα, να διατηρεί σε διαρκή μνήμη, δηλαδή να αποθηκεύει όλα τα πιθανά δεδομένα, για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο, μέχρι και για πάντα. Μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001 περάσαμε από την παραδοσιακή στοχευμένη υποκλοπή σε μια κυριολεκτική μαζική επιτήρηση. Σήμερα πλέον η μαζική επίτηρηση είναι μια διαδικασία ατέλειωτης καταγραφής. Θα ήταν μια τραγωδία αν συνηθίζαμε στην ιδέα μια διαρκούς και γενικευμένης επιτήρησης: αυτιά που τα ακούνε όλα, μάτια που τα βλέπουνε όλα, μνήμη σε διαρκή επιφυλακή”.

Επομένως, ο Kleinrock και ο Snowden συμφωνούν ως προς το βασικό παράδειγμα παρουσίασης της ιστορίας του Ίντερνετ: υπήρξε μια πρώτη φάση όπου όλα ήταν ωραία, καθαρά, διάφανα, διαυγή, δημόσια και μια δεύτερη φάση στην οποία η νομισματοποίηση ή και οι στρατηγικές ανάγκες, διαμόρφωσαν τη συνθήκη για αυτό το πέρασμα στη νομισματοποίηση και τη μαζική επιτήρηση.

Όποιος και όποια παρακολουθεί τη δουλειά που κάνω τα τελευταία χρόνια γύρω από αυτά τα θέματα, ξέρει ότι οι κριτικές του Snowden και του Kleinrock αποτελούν ουσιαστικά την ερευνητική διαδρομή που έχουμε διανύσει από το 2015. Με χαροποιεί το γεγονός ότι ο ιδρυτής του Ίντερνετ, σήμερα συμφωνεί με την ριζοσπαστικότερη κριτική που έχει αναπτυχθεί. Παρ’ όλα αυτά, το διαδίκτυο σήμερα δεν βρίσκεται πλέον στη δεύτερη φάση, δεν είναι εκείνη η κόλαση που περιγράφεται μετά από μια αρχική περίοδο της Εδέμ. Σήμερα το Ίντερνετ έχει κάνει ένα ποιοτικό βήμα εξαιρετικά αξιοσημείωτο και εξαιρετικά καλυμμένο: αξιοσημείωτο γιατί μετατρέπει την ικανότητα του για αποικιοποίηση τόσο του διαδικτύου όσο και του φαντασιακού των πολιτών, καλυμμένο γιατί μια μεγάλη καμπάνια για την οικοδόμηση της πολιτισμικής ηγεμονίας αναπτύχθηκε από τους μεγάλους δημοσιογραφικούς ομίλους καθώς και στο πεδίο των εκδόσεων, με σκοπό να παρουσιάσουν το πρόσωπο του Ίντερνετ ως το πρόσωπο του μέλλοντος, της προόδου, της επιστήμης. Άρχισε λοιπόν να τίθεται επί τάπητος ένα σημαντικό παράδειγμα: εκείνο της κυριαρχίας της επιστημονικής σκέψης έναντι των ηθικών δισταγμών, οι οποίοι ωθούν πολλά άτομα να είναι αναποφάσιστα ως προς την εκτίμηση και την κρίση τους. Η δουλειά που σας φέρνω είναι μια αντανάκλαση των σημείων κλειδιών αυτού του ποιοτικού άλματος, μια αντανάκλαση που ακολουθήσαμε πέρυσι κατά τη διάρκεια δυο [κοινωνιο-αναλυτικών] εργοταξίων στη Ρώμη και το Μιλάνο.

Από τεχνική και επιστημονική πλευρά, αυτό το ποιοτικό πέρασμα έγκειται σε μια τεχνολογική καινοτομία μεγάλου εύρους: συνδέεται με την εφεύρεση των προγνωστικών αλγορίθμων, ικανών να δουλέψουν πάνω σε μεγάλους όγκους δεδομένων ώστε να προκύψουν κατασκευές εικονικής πραγματικότητας, οι οποίες -εκ πρώτης όψεως– αφορούν το μέλλον, αλλά που ουσιαστικά αποτελούν συνθήκη του παρόντος. Για να το εξηγήσω καλύτερα.

Όταν σκεφτόμαστε το μέλλον το σκεφτόμαστε με το δικό μας πολιτισμικό εφόδιο που είναι εκείνο του εικοστού, του δέκατου ένατου και όλων των προηγούμενων αιώνων. Το σκεφτόμαστε ως κάτι γραμμικό πιο πίσω από σήμερα, το μέλλον είναι από αύριο και μετά. Όταν όμως οι προγνωστικοί αλγόριθμοι σκέφτονται το μέλλον, δεν το σκέφτονται μ’ αυτό τον τρόπο: δεν είναι αύριο, είναι σήμερα, ή μάλλον είναι χθες. Το μέλλον που προσπαθούν να κατασκευάσουνε εδράζει σε όλα αυτά που εμείς εναποθέσαμε στις τράπεζες δεδομένων των servers που τους κατασκευάσανε. Αυτή η μάζα πληροφοριών περιέχει μοτίβα προσανατολισμού, επιθυμίας, προσδοκίας, μοτίβα συμπεριφοράς που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για λογαριασμό των ίδιων των ατόμων που τα παρήγαγαν: μοτίβα που μπορούν να γίνουν νοητά ως μηχανικές κατασκευές εικονικής πραγματικότητας προς εφαρμογή, αφού ήδη έχουν εφαρμοστεί μέσα στις προσδοκίες των ατόμων.

Θα προσπαθήσω να βγω λίγο από τη γενική συζήτηση έτσι ώστε να σας κάνω να δείτε τον τρόπο με τον οποίο αυτό το νέο παράδειγμα, το οποίο επιτρέπει την πραγματοποίηση του μέλλοντος στις παραγωγικές δραστηριότητες του παρόντος, επιτρέπει δηλαδή να δοθεί σε όποιον ζητάει αυτό που ζητάει, να του δοθεί ακριβώς αυτό που εκείνος επιθυμεί, αυτό που το ίδιο το νέο παράδειγμα κατασκεύασε μέσα από το σύστημα του έξυπνου μάρκετινγκ, που δημιουργήθηκε στη βάση των υπαρχόντων ικανοτήτων και δυνατοτήτων και εργάζεται για την επιβολή μια πολιτισμικής κατεύθυνσης και στη δική μας κοινωνική ζωή. Θα επιλέξω δυο πεδία που μοιάζουν πάρα πολύ απομακρυσμένα από την καθημερινότητα μας αλλά που απεναντίας δεν είναι διόλου μακριά: τη γενετική μηχανική και την τεχνητή νοημοσύνη.

Ανάμεσα στα 1990-91 πυροδοτήθηκε μια σημαντική διεθνής συζήτηση γύρω από τη φιγούρα του Craig Venter, ενός επιστήμονα που αφού δούλεψε για το υπουργείο Υγείας των ΗΠΑ, το 1991 πέρασε στον ιδιωτικό τομέα, ιδρύοντας διάφορα ινστιτούτα και εταιρίες με σκοπό την υλοποίηση σχεδίων παρεμβολής στο DNΑ, παίρνοντας μαζί του τα 30.000 γονίδια που αυτός είχε ανακαλύψει κατά τη διάρκεια των χρόνων συνεργασίας του με τους δημόσιους φορείς.

Το 2000 μια από αυτές τις επιχειρήσεις, η Celera Genomics, ανακοίνωσε την πρώτη διατύπωση της ακολουθίας του ανθρώπινου γονιδιώματος: από εκεί κι έπειτα εκφράστηκαν -από πολλές πλευρές- ανησυχίες σχετικά με τις προθέσεις για κατοχύρωση ολόκληρου το ανθρώπινου γονιδιώματος. Το ζήτημα έγκειται στο γεγονός ότι από τη δεκαετία του 1990, η γενετική μηχανική εργάζεται για τη συλλογή των δεδομένων του DNA του παγκόσμιου πληθυσμού, με μια επένδυση αξίας εκατομμυρίων δολαρίων. Πρόκειται για μια διαδικασία που κατασκευάστηκε μέσω του Ίντερνετ αφού από ένα σημείο κι έπειτα ο Venter είχε ανάγκη από μια μεγάλη ισχύ υπολογισμών και υποδομών, έτσι ώστε να προχωρήσει σε μεγάλους αριθμούς συλλογής DNA. Έτσι, το 2005 υπέγραψε μια συμφωνία με την Google, η οποία είναι σήμερα ο μεγαλύτερος συλλέκτης DNA σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπάρχουν ιστοσελίδες, όπως π.χ το 23andMe, όπου με 99 δολάρια σάς δίνουν το -σχεδόν πλήρες- πλαίσιο του DNA σας. Δεν μπορούν να σας το δώσουν πλήρες αφού οι υγειονομικοί θεσμοί -από το 2013- τους το απαγορεύουν, έτσι ώστε να μη δημιουργείται ανησυχία από τις διαγνώσεις.

Σήμερα, το DNA αποτελεί τη γη της επαγγελίας για τους συνωμοσιολόγους. Στο Ίντερνετ υπάρχουν άπειρα γραφεία που αναλαμβάνουν να σας στείλουν στο σπίτι ένα τεστ με το οποίο δίνετε το DNA σας, παίρνοντας για αντάλλαγμα μια εξατομικευμένη δίαιτα. Το ίδιο ισχύει και για την καταπολέμηση της φαλάκρας. Υπάρχουν μέχρι και εστιατόρια στην Ιαπωνία που φτιάχνουν μερίδες sushi, βασισμένες στις διατροφικές ανάγκες του πελάτη που προκύπτουν από την ανάλυση του DNA το οποίο και δίνει, μέσω ενός τεστ, τη στιγμή της παραγγελίας. Υπάρχουν τηλεοπτικά προγράμματα, όπως το “Βρίσκοντας τις Ρίζες Σου” [“Finding Your Roots”], όπου αναλύοντας το DNA διηγούνται τις ιστορίες της γενετικής γενεαλογίας των ατόμων.

Στο εργοτάξιο που στήσαμε στη Ρώμη, μια κοπέλα που σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο της Tor Vergata εξήγησε ακριβώς αυτόν τον τύπο δουλειάς που έκανε. Είναι ξεκάθαρο ότι σε μια πολύπλοκη κοινωνία όπως η σημερινή, με ανθρώπους που φτάνουν από όλες τις ηπείρους, για πολλούς θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουν ποιος ήταν ο παππούς τους ή αν κατάγονται από την Κένυα αντί από την Ιρλανδία ή την Ιταλία. Όμως όλο αυτό είναι λειτουργικό για μια γιγαντιαία συλλογή DNA. Ποιος είναι λοιπόν ο σκοπός αυτής της συλλογής;

Όπως έχει εξηγήσει ο Venter σε διάφορα κείμενα του, πειράματα έχουν ήδη γίνει. Για παράδειγμα, στα ζώα, έχοντας πολλά δεδομένα στη διάθεσή τους, είναι εφικτή η παρέμβαση: ένα σχέδιο σκόπευε στη δημιουργία γενετικά τροποποιημένων χοιρινών που να διαθέτουν πνεύμονες, καρδιά και συκώτι που να μπορεί να μεταμοσχευθεί σε ανθρώπινα όντα. Επομένως, όλη η δουλειά που γίνεται γύρω από το DNA δεν είναι μια επιχείρηση που έχει να κάνει μονάχα με την γενική ιδέα της χαρτογράφησης και γνώσης ή με την απαραίτητη μελέτη για τη πρόληψη γενετικών ασθενειών, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ, οι οποίες θα μπορούσαν να θεραπευτούν μέσω μιας παρέμβασης στο DNA. Έχει να κάνει με άλλα πράγματα.

Για παράδειγμα, στη Κίνα ο He Jiankui, ένας επιστήμονας από το σημαντικότερο κινέζικο πανεπιστήμιο με έντονη διεθνή επιρροή, δηλαδή από το πανεπιστήμιο Shenzhen, είχε δηλώσει το 2018 -αρχικά σε ένα ακαδημαϊκό συνέδριο κι έπειτα στο Ίντερνετ- πως είχε πραγματοποιήσει την πρώτη επέμβαση -μέσω γενετικής μετάλλαξης- σε ανθρώπινα έμβρυα [1].

Το επιστημονικό πείραμα επιτεύχθηκε, υπήρξε όμως -σε ηθικό επίπεδο- έντονη αμφισβήτηση. Παρ’ όλα αυτά, το πρόβλημα που σας θέτω είναι πολύ απλό: ξέρουμε από τους καιρούς που ήδη έχουν υπάρξει πως όταν μια επιστημονική επιχείρηση είναι εφικτή, τότε αυτή θα εφαρμοστεί. Μπορεί κάποιοι να είναι σύμφωνοι και άλλοι όχι. Δεν θα είναι όμως τα ηθικά εμπόδια εκείνα που θα παρεμποδίσουν κάτι. Δεν υπήρξαν ηθικά εμπόδια για να παρεμποδίσουν τα χαλυβουργεία Krupp από το να πάνε και να επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή που να απέτρεψαν για μερικά -άλλοι λένε για περισσότερα- χρόνια επιστήμονες, τεχνικούς, εργάτες και εργαζόμενους από το να κατασκευάσουνε -υπό άκρα μυστικότητα- την ατομική βόμβα. Έπειτα, η ατομική βόμβα εκρήγνυται και τότε διαπιστώνεται ότι οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές. Ανακαλύπτονται τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τότε διαπιστώνεται ότι οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές. Οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές αλλά η Bayer πουλάει ακόμα ασπιρίνη, δεν άλλαξε καν όνομα. Κι όμως είναι η εταιρεία που έφτιαξε το Zyklon B, το τοξικό αέριο που δολοφόνησε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Σήμερα βρισκόμαστε ακριβώς στην ίδια συνθήκη: τότε φτιάχτηκε το Zyklon B, φτιάχτηκε η ατομική βόμβα. Σήμερα γίνεται όλη αυτή η δουλειά πάνω στο DNA. Μια διαδικασία που κινείται προς την κατεύθυνση του μετανθρώπινου, στην διανθρωπιστική προοπτική με τις διάφορες μορφές “ενδυνάμωσης” των ανθρώπινων όντων. Πειραματισμοί που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος μέσα στη “γκρίζα” ζώνη των στρατιωτικών και των αθλητικών θεσμών.

Αυτή η διαδικασία γενετικής μηχανικής είναι εξαιρετικά αξιοσημείωτη αφού περνάει μέσα από την υποδομή του Ίντερνετ, κατασκευάζεται από δημόσιες και ιδιωτικές εταιρίες αλλά ταυτόχρονα πραγματοποιείται από εμάς, αφού είμαστε εμείς οι ίδιοι που τη φτιάχνουμε. Με αυτό θέλω να θέσω μια πρώτη ισχυρή ιδέα γύρω από αυτό το σκεπτικό: είναι καλό που αναλύουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία ζούμε και τον τρόπο με τον οποίο αυτά δουλεύουν, κυρίως όμως είναι ακόμα καλύτερο να μην απεκδυόμαστε τη δική μας ευθύνη για τη λειτουργία τους. Γιατί η λειτουργία αυτών των πλαισίων, με αυτόν τον τρόπο, γίνεται εφικτή επειδή εμείς οι ίδιοι κάνουμε κινήσεις που επιτρέπουν σε αυτά τα πλαίσια να λειτουργούν κατά αυτόν τον τρόπο.

Σε αυτό το σημείο θα ξεκαθαρίσω αυτή τη σκέψη μετακινούμενος στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία δεν ζει στα εργαστήρια αλλά στα έξυπνα κινητά τηλέφωνα. Κάθε έξυπνο κινητό είναι γεμάτο από εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης. Θα αναφέρω μερικά: όταν πληκτρολογείτε ένα πλήκτρο, τη γραφή την διαχειρίζονται προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης που μπορούν να διορθώσουν αλλά και να εκτελέσουν και άλλες λειτουργίες, όπως το να γράψουν ένα άρθρο που έχει κυκλοφορήσει σε μια αθλητική εφημερίδα με μια υπογραφή ή ακόμα κι ένα ολόκληρο βιβλίο: υπάρχουν εκδότες που εκδίδουν -χωρίς να το λένε- βιβλία γραμμένα από αλγορίθμους, σχετικά με είδη γραφής που μπορούν να είναι εξαιρετικά τυποποιημένα. Όταν χρησιμοποιείτε τον εντοπισμό, οι χάρτες που χρησιμοποιείτε δεν είναι παρά ένα λογισμικό με τεράστια συμπύκνωση τεχνητής νοημοσύνης. Ο εντοπισμός δεν υπάρχει μέσα στο έξυπνο κινητό σας αλλά σε ένα δορυφορικό σύστημα τριγωνισμών και υπολογισμών, οι οποίοι γίνονται σχετικά με εσάς και τη συσκευή σας, σ’ ένα μακρινό και αδιαπέραστο έδαφος. Ο κωδικός ασφαλείας με τον οποίο ξεκλειδώνετε τη συσκευή σας, το ψηφιακό ή το ηχητικό αποτύπωμά σας, είναι κι αυτά εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης.

Για να είμαστε ακριβέστεροι, πρόκειται για εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης που έχουν ανάγκη να χρησιμοποιηθούν από κάποιον έτσι ώστε να τελειοποιηθούν. Είναι σαν τους μαθητές που έχουν ανάγκη από κάποιον για να τους διδάξει. Και ποιος τους διδάσκει; Όποιος τους χρησιμοποιεί. Αν εγώ πω “Siri παρήγγειλε μου ένα καφέ από το μπαρ”, τότε εγώ γίνομαι προπονητής ενός εξαρτήματος τεχνητής νοημοσύνης. Τον περασμένο Ιούλιο, η εφημερίδα Guardian κατήγγειλε την ύπαρξη εταιρειών στις οποίες ανατίθενται οι εργασίες επεξεργασίας αυτών των αλγορίθμων αφού η Alexa, η Siri, η Cortana κλπ είναι σχετικά νεαρές και κάνουν ακόμα πολλά λάθη. Για παράδειγμα, μπορεί να μην καταλάβει ότι μια αρθρωμένη λέξη δεν είναι ίδια με το συνθηματικό “Γεια σου Siri”. Έτσι, μπορεί ν’ ανάψει και πιθανότατα μπορεί να ηχογραφεί για ολόκληρες ώρες, ενώ ο κοινός χρήστης της ούτε καν το αντιλαμβάνεται. Επομένως πρέπει να βελτιωθεί η εκπαίδευση τους. Αυτή τη δουλειά την αναλαμβάνουν άλλες εταιρίες. Η Apple, η Amazon κλπ παραδίδουνε σε άλλες επιχειρήσεις αυτές τις ηχογραφήσεις έτσι ώστε να τις επεξεργαστούν και να αντιληφθούν τις διαδικασίες που απαιτούνται για τη βελτίωσή τους. Υπό αυτήν την έννοια, αυτοί που βελτιώνουν τα εξαρτήματα είμαστε εμείς οι ίδιοι: όσο μεγαλύτερη συλλογή φωνητικών μηνυμάτων υπάρχει τόσο διογκώνεται το υλικό για τη βελτίωσή τους, Επομένως μετατρεπόμαστε σε εργαζόμενους εν αγνοία μας. Άμισθοι εργαζόμενοι, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Δουλεύουμε για να παραχθεί η βελτίωση ενός εξαρτήματος που χρησιμοποιούμε, από το οποίο και θα εξαρτιόμαστε όλο και περισσότερο. Αυτός είναι ένας κύκλος εξαιρετικά αξιοσημείωτος.

Οι συμβουλές για το ηλεκτρονικό εμπόριο της Netflix, της Amazon κλπ αποτελούν εξαρτήματα τεχνητής νοημοσύνης. Όποιος έχει χρησιμοποιήσει το Netflix, ξέρει ότι πριν ακόμα σου δώσει τη δυνατότητα εγγραφής σε ρωτάει: “Πες μου μια κινηματογραφική ταινία ή μια τηλεοπτική σειρά που σου αρέσει”. Αυτό το κάνει γιατί είναι η ερώτηση από την οποία κι έπειτα αρχίζει να δουλεύει ο αλγόριθμος τεχνητής νοημοσύνης.

Αρχίζω να μαθαίνω ότι σου άρεσε μια ερωτική, δραματική ή μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Έπειτα, σου λέω “εγγράψου” για να μου κάνεις μια παραγγελία. Έτσι, έχω ήδη δυο στοιχεία για εσένα, μετά τρία και μετά πέντε. Έπειτα, θα σου προτείνω εγώ -με βάση αυτά τα πέντε στοιχεία- μια σειρά πραγμάτων που διαθέτω και τα οποία -ενδεχομένως- να σ’ ενδιαφέρουν. Εσύ θα μου πεις ναι ή όχι. Έτσι, εγώ θα έχω περισσότερη γνώση σχετικά με τις κινηματογραφικές, μουσικές κλπ προτιμήσεις σου. Όλο αυτό όμως είναι κάτι που δεν γίνεται από ανθρώπινα όντα άλλα από μηχανές, από λογισμικά τα οποία εμείς -μέσα από τη χρήση τους- τα τελειοποιούμε.

Αυτή είναι η παραγωγή του μέλλοντος. Ένας προγνωστικός αλγόριθμος ενώ οικοδομεί τη γνώση του γύρω από το άτομο ταυτόχρονα σχηματίζει και την πρόταση που έχει να του κάνει, την ιδέα που έχει να του προσφέρει -με βάση μια πληρέστερη γνώση γύρω από τις κλίσεις του- για το προϊόν προς πώληση. Σε τέτοιο βαθμό που το Netflix, μιας και το αναφέραμε, μπορεί ν’ αποφασίσει τι να παράξει, έχοντας ξεκάθαρη εικόνα των χρηστών, των τάσεων και των αριθμών. Δηλαδή, μπορεί ν’ αποφασίσει να προτείνει μια σειρά που έχει βγει από το παρελθόν αλλά είναι το μέλλον, η οποία θα βγει σε τρεις μήνες αλλά έχει ήδη διαμορφωθεί από εμάς τους ίδιους.

H συγκεκριμένη προσέγγιση μπορεί να εφαρμοστεί και εφαρμόζεται ήδη και στο σύστημα πολιτικής επικοινωνίας. Σήμερα στην Ιταλία έχουμε ήδη τρεις τέτοιες: τη λεγόμενη bestia [θηρίο] του Σαλβίνι, την πλατφόρμα Russeau των 5 Αστέρων και τώρα και τη αμερικάνικη υποδομή του Ρέντζι, ο οποίος χρησιμοποιεί το λογισμικό που δημιουργήθηκε από την Cambridge Analytica.

Δεν μ’ ενδιαφέρει να εστιάσω στο πολιτικό στοιχείο. Θέλω να υπογραμμίσω το γεγονός ότι υπάρχουν πρακτορεία που η δουλειά τους είναι η χρήση προγνωστικών αλγορίθμων για την ιχνογράφηση των ατόμων και η πώληση αυτής της μάζας πληροφοριών. Έτσι λοιπόν, κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η πρόβλεψη λέει ότι -μεταξύ του διαδικτυακού λαού- σχετικά με ένα συγκεκριμένο μικροπρόβλημα επικρατεί και μια συγκεκριμένη τάση. Έτσι, το κοινωνικό προφίλ του πολιτικού στις 14:25 θα ποστάρει ένα συγκεκριμένο tweet, στις 16:27 το πρόβλημα θα είναι κάποιο άλλο και θα υπάρξει ένα αντίστοιχο ποστάρισμα κοκ. Είναι ξεκάθαρο ότι ο επικαθορισμός της κοινής γνώμης διεξάγεται και από τις υποδομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και των ΗΠΑ για τη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης κατεύθυνσης της κοινής γνώμης για ολόκληρους πληθυσμούς. Το ίδιο πράγμα κάνει και η Ρωσία…

Η Τεχνητή Νοημοσύνη ισοδυναμεί και με συνταρακτικότερα δεδομένα. Στις ΗΠΑ, σε μερικές Πολιτείες υπάρχει ένα λογισμικό που κρίνει αν το άτομο που έχει συλληφθεί μπορεί να τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό ή αν θα πρέπει να πάει φυλακή. Πρόκειται για έναν αλγόριθμο που αναλύει συνολικά την ιστορία του συγκεκριμένου ανθρώπου, τα ενδεχόμενα γεγονότα που τον έχουν φέρει και πάλι σε επαφή με το νόμο, διασταυρώνει τα δεδομένα και στο τέλος εκθέτει μια κρίση: το λογισμικό αποφασίζει, ο δικαστής εγκρίνει. Φυσικά, αυτός που αντέδρασε πρώτος ήταν ο κλάδος των δικηγόρων, οι οποίοι αναρωτήθηκαν ποια είναι εντέλει η δική τους δουλειά αν όλα γίνονται τόσο αυτόματα, χωρίς καν να συζητιούνται. Ζήτησαν να μπορούν τουλάχιστον να διαβάζουν τα κριτήρια με βάση τα οποία ο αλγόριθμος βγάζει την απόφασή του. Κι όμως, ούτε αυτό δεν έγινε δεκτό αφού το λογισμικό ανήκει σε μια ιδιωτική εταιρία και καλύπτεται από κρυφή κατοχυρωμένη πατέντα. Βρισκόμαστε ενώπιον της πραγματικότητας όπου για πρώτη φορά στην ιστορία, οι άνθρωποι κρίνονται από μηχανές, από λογισμικά και όχι από άλλα ανθρώπινα όντα [2].

Χωρίς ν’ αναφερθούμε -στο βιβλίο, αναλύεται και αυτή η όψη- στο γεγονός πως το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης συνδέεται με τη “μοναδικότητα”, μ’ εκείνο το όριο της ασυνέχειας έπειτα από το οποίο μπορεί να προκύψει η “έκρηξη” της, με την ανάπτυξη της να ξεφεύγει από την ανθρώπινη ικανότητα πρόβλεψης των επόμενων μετεξελίξεων της. Εδώ πλέον μπαίνουμε σε μια νέα εποχή που ορίζεται ως μετανθρώπινη.

Μπορούν να δοθούν πολλά ακόμα παραδείγματα. Αυτό όμως που θεωρώ σημαντικό να τονιστεί και στις δυο περιπτώσεις (τόσο στη συλλογή του DNA όσο και στην ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης) είναι η ενεργή ανάμειξη του χρήστη στον αποικισμό. Χρησιμοποιώ τη λέξη αποικισμός γιατί μιλάμε ακριβώς για μια αποικιακή διαδικασία, μέσω της οποίας μια εξουσία στρέφεται προς ένα έδαφος και προς τα ανθρώπινα όντα που βρίσκονται σε αυτό το έδαφος, ώστε να τους αφομοιώσει. Γνωρίζουμε ότι όλοι οι αποικισμοί του κόσμου λειτούργησαν μέσα από την καταστροφή του πολιτισμού των λαών, των εθνοτήτων, των τοπικών παραδόσεων, των εθίμων και των ιστοριών. Έρχεται δηλαδή μια εξουσία και σου λέει: σε αυτόν εδώ τον τόπο θα κάνουμε μια πανέμορφη φυτεία τσαγιού, γιατί το τσάι χρειάζεται στην Αγγλία. Μετά θα σου πει: Δεν σου αρέσει το τσάι; Πως κι έτσι; Δοκίμασε το και θ’ αρχίσω να το πουλάω και σε σένα. Η αποικιακή διαδικασία είναι μια διαδικασία αφομοίωσης στον πολιτισμό του αποίκου. Αυτόν τον κύκλο μπορούμε να τον μελετήσουμε αρχικά με τον Χριστόφορο Κολόμβο στη προκολομβιανή Αμερική, κι έπειτα στην Αφρική, στην Ινδία και όπου αλλού θέλετε. Παντού, θα βρούμε αυτή τη λογική, μέσα από την οποία μια εξωγενής εξουσία παρεμβαίνει σ’ ένα ανθρώπινο και φυσικό έδαφος και το αφομοιώνει στους δικούς της σχεδιασμούς. Εδώ το έδαφος είναι το δίκτυο, ένα έδαφος που στο προηγούμενο βιβλίο [3] το ονομάσαμε ήπειρο, μια ψηφιακή ήπειρο που δεν συμπίπτει με τις εθνικές διαστάσεις. Αναμφίβολα, το πρόβλημα του αποίκου είναι η επιβολή του στο έδαφος αλλά το κυριότερο είναι εκείνο του να μπορέσει να κάνει τον αποικισμένο να σκέφτεται με το δικό του κεφάλι. Τη δεκαετία του 1960, όταν υπήρχε η αντίσταση των μαύρων Αμερικάνων, αναπτύχθηκε μια σημαντική πολιτισμική μάχη γύρω από αυτό, όταν έλεγαν: εσύ είσαι ένας μαύρος, αλλά ένας μαύρος με μυαλό λευκού. Σήμερα την ίδια μάχη δίνουν οι Παλαιστίνιοι και οι Κούρδοι. Ο αποικισμένος βρίσκεται μπροστά σε δυο δρόμους: να προσαρμοστεί, να εξαφανιστεί, να μην αντιστέκεται άλλο αφού πληρώνει ένα πολύ υψηλό τίμημα ή να κάνει κάτι, έστω και μικρό, έστω και ελάχιστο, το οποίο όμως ίσως να αφήσει να χνάρι του που να μην είναι το χνάρι που θέλει ο άποικος. Δίνω επίτηδες αυτά τα παραδείγματα ώστε να σας θέσω ενώπιον της λογικής της αποικιοποίησης που νικάει μονάχα εκεί που ο αποικισμένος αφήνεται να εμπλακεί μέσα στο σχέδιο του αποίκου.

Η αποικισμός του Ίντερνετ είναι ένα δεδομένο γεγονός. Ο Kleinrock και ο Snowden έλεγαν ότι αρχικά δεν υπήρχε η νομισματοποίηση, αν και υπήρχαν ήδη οι υπηρεσίες ασφαλείας, υπήρχε μια έρευνα στην οποία συμμετείχαν καθηγητές πανεπιστημίου και ερευνητές, υπήρχε μια άλλη ιδέα. Έπειτα, αυτή η τεχνολογία αποικίστηκε από εταιρίες που είδαν σε αυτό τη δυνατότητα να βγάλουν χρήμα και άρχισαν να κάνουν τους καπιταλιστές. Να κάνουν δηλαδή αυτό που είναι, δεν κάνουν κάτι άλλο. Η Facebook και οι άλλες εταιρίες δεν είναι διαφορετικές από τη Fiat ή μια οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση. Η Facebook είναι μια εταιρία εισηγμένη στο χρηματιστήριο, η οποία έχει έναν αλγόριθμο που προηγείται όλων των άλλων: την άνιση ανταλλαγή. Είναι πολύ απλός και αποτελεί το θεμέλιο λίθο του καπιταλισμού. Πρόκειται για ένα αλγόριθμο που λέει: σου δίνω ένα χώρο, σου δίνω τους όρους διαχείρισης του, αν θες να έρθεις θα μου δώσεις πρώτα τα στοιχεία σου. Σε αυτήν την ανταλλαγή όμως τα στοιχεία σου αξίζουν πολλά περισσότερο απ’ όσα ανταποδίδει αυτή η υπηρεσία, αφού αλλιώς δεν θα είχε νόημα: κανένας δεν θα αγόραζε τις μετοχές της και η Facebook δεν θα είχε γίνει -μετά από λιγότερα από δεκαπέντε χρόνια- μια από τις πρώτες -ως προς την κεφαλαιοποίηση και τα κέρδη τους– εταιρίες στον κόσμο.

Πρόκειται για ένα σημαντικό στοιχείο που πρέπει να γίνει αντιληπτό: όταν μιλάμε για αποικισμό μιλάμε για εκείνο το εξάρτημα που βρίσκεται στα θεμέλια του καπιταλισμού και έγκειται στην επιβολή του αλγορίθμου του δικού του τρόπου παραγωγής. Αν επιβληθεί όχι μονάχα στο παρόν αλλά και στις στους σχηματισμούς του μέλλοντος που προκύπτουν από το παρελθόν μας, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχουμε κανένα μέλλον. Μετατρεπόμαστε σε εκείνους που παράγουν το μέλλον που επιθυμούνε οι παραγωγοί προγνωστικών αλγόριθμων, μετατρεπόμαστε σε δημιουργούς εκείνους του μέλλοντος που ακόμα -μόνο σχηματικά- δεν υφίσταται: είναι ήδη παρόν μέσα στη δράση που αναπτύσσουμε για την οικοδόμησή ενός μέλλοντος, το οποίο μπορεί να πραγματωθεί μονάχα αν το ζήσουμε, αφού δεν μπορεί να λειτουργήσει αν υπάρξει αντίσταση.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να στρέψω την προσοχή μας στο κόσμο της εργασίας. Το βιβλίο καταπιάνεται και με το ζήτημα του κοινωνικού ελέγχου αλλά εδώ θέλω να εστιάσω στο έλεγχο της εργασίας. Θα σας διηγηθώ δυο παραδειγματικές ιστορίες.

Η πρώτη αφορά μια αυστριακή εταιρεία logistics [φορτοεκφόρτωσης, αποθήκευσης και μεταφοράς εμπορευμάτων], την Knapp AG. Κάποια στιγμή η εν λόγω εταιρεία αποφάσισε να αναδιαρθρώσει τις αποθήκες της και ζήτησε από τους εργαζομένους της να φοράνε τα έξυπνα γυαλιά (smart glass), τα οποίο είναι ικανά να κατασκευάζουν μια εικονική πραγματικότητα για τα αντικείμενα που βρίσκονται στο οπτικό πεδίο τους. Αυτό σημαίνει πως όταν ένας εργαζόμενος βρίσκεται μπροστά σ’ ένα ράφι δεν χρειάζεται πλέον να πάει να ελέγξει το κωδικό του προϊόντος, αρκεί να το κοιτάξει και τα γυαλιά θα του δώσουν όλες τις πληροφορίες: έτσι, τα χέρια του μένουν ελεύθερα για άλλες εργασίες, πχ για το γέμισμα των καροτσιών. Επομένως, έτσι μπορεί να κάνει διπλή δουλειά. Αυτό σημαίνει πως η συγκεκριμένη αναδιάρθρωση μειώνει στους μισούς τους εργαζόμενους και ταυτόχρονα αυξάνει τη συνολική παραγωγικότητα. Την ίδια στιγμή τα έξυπνα γυαλιά με εντοπίζουν και μ’ ελέγχουν, αποθηκεύουν κάθε κίνησή μου, τους χρόνους μου για κάθε εργασία, τον αριθμό των διαλειμμάτων μου κλπ, επιτρέποντας μια ανάγνωση σε ζωντανό χρόνο της παραγωγικότητας μου. Αυτό το είδος αναδιάρθρωσης μετέτρεψε την Knapp στη μεγαλύτερη αυστριακή εταιρεία logistics και σε πρότυπο για όλες τις επιχειρήσεις του συγκεκριμένου κλάδου.

Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί το λιμάνι του Ρότερνταμ: κάποια στιγμή αποφάσισε να εξαφανίσει τους ναυτεργάτες, και σε αυτήν την περίπτωση χάρη στους αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης και τους αισθητήρες. Κατασκευάστηκε ένα σύστημα πλεούμενων drones που μπαίνουν μέσα στο λιμάνι, καθοδηγούμενα από αισθητήρες, με γερανούς 125 μέτρων που ξεφορτώνουν τα κοντέινερ και τα τοποθετούν στα οχήματα χωρίς πιλότο, τα οποία κινούμενα σε εικονικές πίστες τα πηγαίνουν στις αποθήκες, όπου άλλοι αισθητήρες καθορίζουν τα σημεία αποθήκευσης τους. Σήμερα, το λιμάνι του Ρότερνταμ είναι ένα από τα πιο αυτοματοποιημένα του κόσμου και καθοδηγείται εξ’ ολοκλήρου από απόσταση, από μερικούς εργαζόμενους που κάνουν μια ανάλυση γραφείου όλων όσων συμβαίνουν.

Αυτά τα δυο παραδείγματα καταδεικνύουν μια σταδιακή εισδοχή των μηχανιστικών παρεμβάσεων στις καθημερινές εργασιακές ζωές μας. Μια αλλαγή που -αναμφίβολα- παράγει εργαζόμενους ολοένα και πιο εξειδικευμένους στη λειτουργία των λογισμικών τεχνητής νοημοσύνης αλλά και εργαζόμενους ολοένα και πιο αχρείαστους. Αυτοί οι τελευταίοι είναι μια κατηγορία εργαζομένων τεράστιου ενδιαφέροντος αφού σήμερα είναι και η πιο διαδομένη: δεν πρόκειται για εργαζόμενους που δεν δουλεύουν, πρόκειται για εργαζόμενους που -κυριολεκτικά- πετάχτηκαν έξω από τον παλιό τρόπο εργασίας αφού οι ικανότητες και οι δεξιότητες τους μπορούν να μεταφερθούν σε μηχανές και ρομπότ, μ’ ένα κόστος χαμηλότερο του μισθού τους. Είναι εργαζόμενοι που στη συνέχεια προσλαμβάνονται αλλού, πχ σε απο-εδαφικοποιημένες εργασίες.

Σ’ ένα από τα εργοτάξια γύρω από αυτές τις θεματικές, μια κοπέλα διηγήθηκε πως δουλεύει -μέσω του έξυπνου κινητού της- για μια αγγλοαμερικάνικη εταιρεία που έχει αναλάβει μια υπηρεσία στο αεροδρόμιο του Ντάλας και έχει έδρες στο Σακραμέντο, το Ντέρυ και το Όστιν: η δουλειά της γι’ αυτήν την εταιρεία έγκειται στην παραγωγή πληροφοριών, μέσω των κοινωνικών προφίλ του αεροδρομίου του Ντάλας, για τους ταξιδιώτες που περνάνε από εκεί, για το ξενοδοχείο, το ταξί και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία αλλά και συναισθηματικών μηνυμάτων του τύπου: “Είμαστε χαρούμενοι να σε έχουμε μαζί μας! Πρώτη φορά στο Ντάλας;”. Ο επιβάτης θα λάβει την απάντηση στη γλώσσα του: αν είναι Ιάπωνας θα λάβει απάντηση από μια αποεδαφικοποιημένη εργαζόμενη που βρίσκεται στην Ιαπωνία, αν είναι Ιταλός από μια εργαζόμενη που βρίσκεται στην Ιταλία κοκ. Επομένως, έχουμε εργαζόμενους που πληρώνονται κανονικά από εταιρείες διάσπαρτες στον κόσμο, οι οποίοι δεν έχουν γραφείο, δεν έχουν ένα συγκεκριμένο φυσικό σημείο και ζουν αναζητώντας κάποια άλλη εργασία αλλά εν των μεταξύ συλλέγουν DNA για κάποια αμερικάνικη τηλεοπτική εκπομπή ή παράγουν μηνύματα για το αεροδρόμιο του Ντάλας. Αυτό οι εργαζόμενοι τείνουν να μετατραπούν σε πλειοψηφία. Πρόκειται για μια νέα μορφή εργασίας που γεννιέται από την αποσύνθεση των προηγούμενων μορφών και των δικαιωμάτων τους, αφού μέσα σε αυτό το κομμάτιασμα, το οποίο προκύπτει από τη δημιουργία αχρείαστων εργαζομένων που ανακυκλώνονται με διάφορους τρόπους, εξαφανίζονται εντελώς τα δικαιώματα.

Πως μπορούμε να βγούμε από αυτήν την κατάσταση; Ως προς αυτό, υπάρχουν τέσσερις απαντήσεις.

Η πρώτη είναι αυτή που δίνεται από το μετριοπαθές κομμάτι των χρηστών του διαδικτύου: μπορούμε να βγούμε με τον εξανθρωπισμό και τον εκδημοκρατισμό της τεχνολογίας, μέσα από τις εγγυήσεις μιας μεγαλύτερης ιδιωτικότητας (privacy). Όμως πχ και ο ίδιος ο Kleinrock αρνείται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί. Είναι μια καλή αλλά πολύ υποκριτική σκέψη. Πρόκειται για μια ανέφικτη ιδέα, η οποία δεν μπορεί ούτε να τεκμηριωθεί ούτε να εφαρμοστεί, αφού μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν μπορεί να εκδημοκρατιστεί οτιδήποτε, παρά μόνο στο βαθμό που ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θεωρεί ότι μπορεί να το κάνει. Αυτό σημαίνει ότι αν δεν υπάρχει ένας πόλεμος σε εξέλιξη μπορούμε άνετα να μιλάμε για το ΡΚΚ, όταν όμως οι Κούρδοι μετατρέπονται σε πρόβλημα τότε το Facebook κλείνει τα προφίλ εκείνων που μιλάνε γι’ αυτούς.

Μια δεύτερη, σοβαρότερη απάντηση δίνεται από τον ίδιο τον Kleinrock: μια συλλογικότητα χωρίς νομισματοποίηση. Έπειτα όμως, το ξανασκέφτεται λίγο και λέει: θα ήταν σαν να ζητάμε από τις μεγάλες εταιρίες να σεβαστούν την ιδωτικότητα των πελατών τους και προς το παρόν πρόκειται για μια χαμένη μάχη. Επομένως, ο Kleinrock δηλώνει ότι θα έπρεπε να απο-νομισματοποιηθεί το διαδικτύο, αλλά έπειτα αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει νόημα να ζητήσεις κάτι τέτοιο από τη Facebook, την Google, την Amazon κλπ γιατί βρισκόμαστε μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπου η απο-νομισματοποίηση σημαίνει κλείσιμο αυτού, σημαίνει οικοδόμηση ενός άλλου τρόπου παραγωγής.

Ο Snowden δίνει μια τρίτη απάντηση. Πρόκειται για κάτι που συμβαίνει ήδη στην Ευρώπη και σε άλλα μέρη του κόσμου: αποκέντρωση του δικτύου. Μαζί με τον Berners-Lee, έναν άλλον εκ των ιδρυτών του Ίντερνετ, ο Snowden θεωρεί ότι πρέπει να βρεθεί ο τρόπος έτσι ώστε το σύστημα να συνεχίζει να μας παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς να έχει πλέον ανάγκη την μετάδοση των δεδομένων μας. Είναι σαν να λέμε να εξαφανιστεί η δυνατότητα εντοπισμού των χρηστών των υπηρεσιών και επομένως η μνήμη τους. Επομένως να μπορούμε να σερφάρουμε ελεύθερα. Κάτι τέτοιο θα παρεμπόδιζε το σχηματισμό των προφίλ και τη λειτουργία των προγνωστικών αλγόριθμων. Ο Snowden και ο Berners-Lee δουλεύουν πάνω σε τέτοια πλάνα αποκέντρωσης. Υπάρχουν και στην Ιταλία ιστοσελίδες που κάνουν το ίδιο, μικρές ομαδοποιήσεις που κατασκευάζουν εναλλακτικά δίκτυα. Πρόκειται για πολύ όμορφους και ενδιαφέροντες πειραματισμούς, όμως μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ήδη από τη δεκαετία του 1960, υπάρχουν μικρές κοινότητες που αυτοδιαχειρίζονται τις δραστηριότητες τους: αυτό δεν δημιουργεί μια βαθιά κριτική του συστήματος μέσα στο οποίο βρισκόμαστε, δημιουργεί μια αφαίρεση. Μια σημαντική αφαίρεση αλλά μια αφαίρεση παραμένει μια αφαίρεση. Σημαίνει κάντε ότι νομίζετε, αποικίστε ότι θέλετε. Μέχρις ότου υπάρχει ένα κομμάτι γης, στο οποίο να μπορώ να δημιουργήσω μια κοινότητα με τους φίλους μου και μια οικογένεια για να ζω σύμφωνα με διαφορετικά κριτήρια σχέσεων και παραγωγής της ζωής, μέχρι τότε θα κάνω αυτήν την επιλογή. Νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον να γνωρίσουμε αυτές τις εμπειρίες. Όμως ζούμε μέσα σ’ ένα σύστημα στο οποίο περισσότερα από πέντε δισεκατομμύρια άτομα βρίσκονται μέσα σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής, κατανάλωσης, σχέσεων κλπ. Μέσα σε αυτήν την πολυπλοκότητα πρέπει να αναπτύξουμε τη σκέψη μας. Επομένως και η λύση του Snowden είναι ενδιαφέρουσα. Θα δούμε πως θα εξελιχθεί ο πειραματισμός με τα νέα αποκεντρωμένα δίκτυα. Προς το παρόν, παραμένει ένας μικρός πειραματισμός.

Τέλος, η τέταρτη απάντηση αγγίζει το πρόβλημα που βρίσκεται περισσότερο από κάθε άλλο στην καρδιά μου, από την οπτική γωνία της κατάληξης των διαδρομών αυτού του είδους: την απο-αποικιοποίηση. Είμαι απόλυτα πεισμένος ότι -απέναντι στην αποικιακή δράση- πρέπει να σταθούμε με ενεργητική και όχι παθητική στάση. Προσωπικά, με ενδιαφέρει μια τεχνολογία ελεύθερη, πραγματική, με την οποία να μην εξοπλίζεται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αλλά ένας τρόπος παραγωγής που δεν θα βασίζεται στην άνιση ανταλλαγή. Επομένως, με ενδιαφέρει να φτάσω την κριτική στη Facebook, στην Amazon κλπ από την επιφάνεια στη ρίζα της. Ποια είναι η ρίζα; Είναι ο τρόπος παραγωγής μέσα στον οποίο αυτές οι εταιρίες ανταλλάσουν τα εμπορεύματα ή παράγουν τις τεχνολογίες. Όπως γνωρίζουμε, οι τεχνολογίες δεν είναι ουδέτερες αλλά φέρουν μέσα τους τις επιδιώξεις εκείνων που τις δημιουργούν και μπορούν να κατασκευαστούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Σήμερα, όποιος αποικίζει τον κόσμο στις διάφορες μορφές του, έχει στο μυαλό του την κατασκευή τεχνολογιών που αποτελούν όπλα εκμετάλλευσης, όπως εκείνο στον κλάδο των logistics που αναφέρθηκα προηγουμένως. Ένα όπλο μέσω του οποίου οι εργαζόμενοι φτάνουν μέχρι την απόλυτη εξάντληση της ενεργητικότητας τους. Βρισκόμαστε στο εσωτερικό μιας κοινωνίας όπου -σύμφωνα με κάποιες έρευνες που αναφέρω στο βιβλίο- δουλεύουμε περισσότερο έξω παρά μέσα στο χώρο εργασίας μας και κυρίως έξω από κάθε τύπο φαντασιακού του σχέσεων: άτομα που παίρνουν τη δουλειά στο σπίτι γιατί πρέπει να την τελειώσουν, που δουλεύουν ακόμα και μέσα στο μετρό, πιθανώς με Whatsapp.

Επομένως, αυτό είναι το πραγματικό σημείο επίθεσης ενάντια στις τεχνολογίες της κυριαρχίας και αυτό δεν ξεκινάει μέσα στο Ίντερνετ αλλά έξω από αυτό, στη ζωή των σχέσεων ανάμεσα σε σώματα. Γιατί όταν ήμαστε μέσα στο διαδίκτυο έχουμε εξωσωματικές ταυτότητες που δεν αποτελούνται από τις διαχωρισμένες διαδικασίες, τις οποίες μέσα σε χιλιάδες χρόνια, ως ανθρώπινα όντα, πειραματιστήκαμε αλλά από μια σχάση μέσω της οποίας ένα κομμάτι μας, διαχωρισμένο, ζει σε μια ήπειρο όπου οι κανόνες δεν είναι ίδιοι μ’ εκείνους των σχέσεων των σωμάτων. Επομένως, μέσα στο διαδίκτυο οι ταυτότητες βρίσκονται σε εδάφη που δεν μπορούν να τα διαχειριστούν, ζουν σε πλατφόρμες άλλων και βρίσκονται έκθετες σε τεράστιους κινδύνους. Γι’ αυτό το λόγο, πιστεύω ότι το σημείο από το οποίο μπορούμε να εκκινήσουμε μια επεξεργασία για μια κριτική σκέψη -σχετική με τα όρια των υπαρχουσών τεχνολογιών- βρίσκεται έξω από το διαδίκτυο, μέσα στις σχέσεις των σωμάτων, εκεί όπου οι άνθρωποι συναντιούνται, γνωρίζονται, ανταλλάσουν σκέψεις και συζητάνε. Πρέπει να αποκτήσουμε και πάλι την ικανότητα να ζούμε σε ανθρώπινες ομάδες που θέτουν το πρόβλημα των εργαλείων που χρησιμοποιούν, όχι γιατί έχουν στην καρδιά τους τη δαιμονοποίηση των εργαλείων που υπάρχουν, αλλά για ν’ αντιληφθούν με ποια θέλουμε να εφοδιαστούμε έτσι ώστε να μπορέσουμε να παράξουμε με άλλο τρόπο τη καθημερινή ζωή καθώς και τη ζωή των ανθρωπίνων σχέσεων. Αυτό είναι το διακύβευμα της μάχης. Ή θα καταφέρουμε να παραμείνουμε sapiens sapiens, ως άνθρωποι που παραμένουν ανθρώπινοι, με την έννοια της ανάπτυξης των ικανοτήτων μας κατά τη διάρκεια και αυτής της εποχής, ή αν η αντικειμενοποίηση που αυτό το εποικοδόμημα υψώνει αμείλικτα γύρω από τον καθένα μας θα μας μετατρέψει σε απλά κομμάτια της μηχανής, επομένως σε αποικισμένους που obtorto collo, με το ζόρι, με χαρά ή και χωρίς να καταλαβαίνουμε πλέον αν μας αρέσει ή όχι, δεν θα κάνουμε άλλο από το να αναπαράγουμε τα συμφέροντα, τις στρατηγικές γραμμές και τις τροχιές που είναι εκείνες του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, το οποίο και κρατάει στα χέρια του τις δικές μας τύχες.

Σημειώσεις.

[1] Από G. Baer, Genome editing. Οι μεταβολές στο ανθρώπινο DNA, σ. 14

[2] Από G. Baer, ΗΠΑ: τεχνητή δικαιοσύνη, Big data, τεχνητή νοημοσύνη και προγνωστικοί αλγόριθμοι στα δικαστήρια. Paginauno τεύχος 65/2019.

[3] Από R. Curcio, Ο κυρίαρχος αλγόριθμος. Ψηφιακή ταυτότητα, ολική επιτήρηση, πολιτικό σύστημα. Paginauno, τεύχος 60/2018.

Πηγή: www.labottegadelbarbieri.org

Βιβλιογραφία του συγγραφέα στα ελληνικά.

Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη.

Α’ έκδοση, εκδόσεις Convoy. Aθήνα 1990.

Β’ έκδοση, εκδόσεις Επανοικειοποίηση. Αθήνα 2007.

Μετρό.

Α’ έκδοση, εκδόσεις Δελφίνι. Αθήνα 1996.

Β’ έκδοση, εκδόσεις Επανοικειοποίηση. Αθήνα 2009.

Πέρα από το Κατώφλι.

Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα. Αθήνα 2003.

Με ξεσκέπαστο πρόσωπο.

Εκδόσεις Διάδοση. Αθήνα 2012.

Η εικονική αυτοκρατορία.

Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα. Αθήνα 2016.

Πηγή: athens.indymedia.org

Θεσσαλονίκη: Μέρες εξαίρεσης, ευκαιρίες εξέγερσης – Ανάληψη ευθύνης

Μέρες εξαίρεσης, ευκαιρίες εξέγερσης…

“Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω,έμαθα να βρίσκω. Κι από τότε που ο άνεμος μου εναντιώθηκε,έμαθα να σαλπάρω με όλους τους ανέμους. Ελευθερία είναι η θέληση να είναι κανείς υπεύθυνος απέναντι στον εαυτό του. Η πιο μεγάλη τέχνη είναι να ξέρεις να υποχωρείς την κατάλληλη στιγμή. Ποτέ σου μην ζητάς. Παράτα τα κλαψουρίσματα. Παίρνε σου λέω, πάντα παίρνε! “

Φρ. Νίτσε

Το τελευταίο χρονικό διάστημα βιώνουμε μια πρωτόγνωρη συνθήκη περιορισμού των προσωπικών και συλλογικών μας ελευθεριών. Υπό το πρόσχημα της πανδημίας και της ασφάλειας η νεοφιλελεύθερη δεξιά κυβέρνηση της ΝΔ συμπορευόμενη με τόσες άλλες σε ολόκληρο τον κόσμο προσπαθεί – και πετυχαίνει – να εκμεταλλευτεί το γενικότερο αίσθημα φόβου, να προμοτάρει την καμπάνια περί ατομικής ευθύνης και να επιβάλλει με ιδιαίτερη μάλιστα ευκολία την καθολική απομόνωση.

Μέσα στην συνθήκη του κορονοϊού οι παραπάνω από τους μισούς λόγους μετακίνησης σχετίζονται με την κατανάλωση και την οικονομία, η οποία βέβαια δεν θα μπορούσε να επιβιώσει αν δεν μετακινούνταν νομίμως και με ειδικό για την περίπτωσή τους έγγραφο όσοι προόριζονταν για να παράγουν. Οι υπάλληλοι των σούπερ μάρκετ είναι ένα έκδηλο παράδειγμα όσων δεν “έχαιραν” του καθεστώτος εξαίρεσης που επέβαλλε το κράτος και όσων δεν ήταν απαραίτητο να μείνουν σπίτι. Φυσικά δεν έλειψε και η ερμηνεία της εργασίας ως κοινωνικό έργο. Για ένα κράτος ρυθμιστή και προστάστη του κοινωνικού συνόλου και των κοινωνικών σχέσεων δεν γίνεται φυσικά να μην χρησιμοποιηθούν όσοι μπορούν να λειτουργήσουν ως διεκπαιρεωτές της εύρυθμης λειτουργίας του, σε καθεστώς εξαίρεσης. Γιατί για να θεωρηθεί επιτυχημένο δεν αρκεί απλά να τους κλείσει όλους και όλες στο σπίτι αλλά και να εξασφαλίσει την ομαλή συνέχειά του, τουλάχιστον στο ελάχιστο που μπορεί να επιτεύξει την επιβίωση του ίδιου του καπιταλισμού. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως πολλά από τα μέτρα που θεσπίστηκαν και στο μέλλον θα συνεχίσουν να τηρούνται, δεν πάρθηκαν με γνώμονα την διατήρηση της δημόσιας υγείας αλλά την περαιτέρω θωράκιση του κράτους από τους εσωτερικούς του εχθρούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ότι συστήνεται να τεθεί υπό περιορισμούς η νυχτερινή μετακίνηση, προφανώς όχι γιατί την νύχτα ο κορονοϊός κυκλοφορεί περισσότερο, αλλά γιατί για όσους η νυχτερινή μετακίνηση δεν παράγει (π.χ. ντελίβερι) δεν έχει λόγο να υπάρχει. Γιατί οι σωστοί πολίτες,αν όχι την μέρα, τουλάχιστον την νύχτα οφείλουν να είναι σπίτι.

Τα σούπερ μάρκετ αποτελούν προσομοίωση πλήρως επιτηρούμενων χώρων, τόσο για τους καταναλωτές, όσο και για τους εργαζόμενους. Ένα μικροπλαίσιο που αντανακλά τις επιταγές του ελέγχου και της ασφάλειας που αναπαράγονται από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς. “Χτίζεται” με κάμερες ασφαλείας που η εμβέλεια τους επεκτείνεται μέχρι και τα απέναντι πεζοδρόμια, με τους εκπαιδευμένους σεκιουριτάδες που επιλέγουν να ακολουθήσουν όποιον/α θεωρούν υπόπτο/η, με τους υπεύθυνους που παραμονεύουν στα “πίσω δωμάτια” και κανείς δεν γνωρίζει αν παρακολουθείται ή όχι. Και φυσικά από όλα αυτά δε λείπει και η αγαστή συνεργασία με τους μπάτσους σε περίπτωση που κάτι δεν πάει καλά.

Και πώς μια τέτοια στείρα εικόνα γίνεται ελκυστική?

Μέσα από φανταχτερές διαφημίσεις που συχνά κάνουν επίκληση στο συναίσθημα των καταναλωτών, τις προσφορές του μήνα, της εβδομάδας, της ημέρας, που παρουσιάζονται να “κατανοούν τις ανάγκες για οικονομική κατανάλωση και έξυπνες αγορές”. Και εκεί ακριβώς είναι που συναντιέται το θέαμα με το εμπόρευμα με το ένα να λειτουργεί υποστηρικτικά προς το άλλο.

Η συμβολή μιας απαλλοτρίωσης

Για εμάς η απαλλοτρίωση προϊόντων δεν συνιστά πραγμάτωση της κάλυψης ούτε μόνο των βασικών ούτε μόνο των υλικών μας αναγκών. Δημιουργεί τις προοπτικές για την απαλλοτρίωση χρόνου, ώστε ο χρόνος μας να μην υπηρετεί απλά τις επιταγές της κυριαρχίας. Η εντατικοποιημένη καθημερινότητα δομημένη πάνω σε ένα μηχανιστικό μοτίβο σπίτι-δουλειά-κατανάλωση-σπίτι μετατρέπει τον ίδιο τον άνθρωπο σε τίποτα παραπάνω από ένα προϊόν-εμπόρευμα. Τα άτομα για την οικονομία αναγνώσκονται ως στοιχεία αλγορίθμων για την όλο και πιο επιτυχημένοι ροή χρήματος. Η οργάνωση της καθημερινότητας στηρίζεται σε δραστηριότητες οι οποίες μπορούν να επιφέρουν περισσότερο κέρδος είτε αυτό βιώνεται παροντικά, είτε υπόσχεται μελλοντικές επιτυχίες. Το κέρδος βελτιώνει τις προοπτικές για μεγαλύτερη κατανάλωση κι έτσι τα άτομα αναλώνονται στο να καταναλώνουν προϊόντα,υπηρεσίες,σχέσεις και άλλα άτομα. Και αυτά είναι μερικά μόνο από τα όσα συνιστούν τον πυρήνα της αλλοτριωμένης ζωής.

Η ατομική και συλλογική απαλλοτρίωση από τους εξεγερμένους/ες, η ασεβής παραβίαση των κυρίαρχων εξουσιαστικών,θρησκευτικών και ηθικών αξιών, η διαρκής αμφισβήτηση για τους μηχανισμούς που τις στηρίζουν, οφείλουν και είναι θεμέλιοι λίθοι κάθε αναρχικής και επαναστατικής προοπτικής. Η άρνηση της ατομικής ιδιοκτησίας και η κάθε μορφή επίθεσης σε αυτήν απότελούν αναπόσπαστη πτυχή του αναρχικού αγώνα.

Την Πέμπτη 7 Μαϊου προβήκαμε σε μαζική απαλλοτρίωση στο σούπερ μάρκετ Μασούτης της οδού Ολυμπιάδος στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Τα μισά προϊόντα από αυτά που απαλλοτριώθηκαν αφέθηκαν στην λαϊκή αγορά του προφήτη Ηλία λίγα μέτρα πιο κάτω. Δεν διεκδικούμε σε καμία περίπτωση τον ρόλο του “σωτήρα” ή του Ρομπέν των δασών που επιτελεί κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό , ούτε πιστεύουμε πως μερικά καλάθια σούπερ μάρκετ μπορούν να καλύψουν ένα απεριόριστο εύρος αναγκών. Πραγματοποιήσαμε αυτήν την δράση με το σκεπτικό της διάχυσης της πρακτικής της απαλλοτρίωσης, η οποία είναι εφικτή σε καθημερινό επίπεδο από τον καθένα και την καθεμία, ως ένας ακόμη τρόπος να δημιουργούνται πλήγματα στην αλυσίδα της παραγωγής με το να σπάει στο σημείο της κατανάλωσης.

Επιλέξαμε συνειδητά να μην απαλλοτριώσουμε ζωϊκά παράγωγα γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι οποιαδήποτε απελευθερωτική πράξη δεν αφορά αποκλειστικά εμάς τους/τις ίδιους/ίδιες αλλά και άλλα όντα που μέσα στον ανθρώπινο πολιτισμό πλήττονται από την φυλάκιση,τον βασανισμό,την σφαγή, τις μαζικές δολοφονίες.

ΚΑΘΕ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΡΩΓΜΗ
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

ΟΥΤΕ ΜΕ ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΟΥΤΕ ΜΕ ΜΙΣΘΩΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ
ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΜΑΖΙΚΑ

ΖΩΗ, ΟΧΙ ΕΠΙΒΙΩΣΗ

ΝΑ ΜΗΝ ΖΗΣΟΥΜΕ ΣΑΝ ΔΟΥΛΟΙ

Σύντροφοι/ισσες

Ο Georg Fr. Jünger και η δημαγωγία του τεχνικισμού

Εάν οι κραυγές θριάμβου για την “συντριβή” της Εκκλησίας ήταν ένα από τα πολλά θλιβερά συμπτώματα της επιδημίας του κορωνοϊού στην ελληνική κοινωνία, όπως είδαμε σε πρόσφατο άρθρο μας (βλ. Μεσαίωνας), ένα άλλο, παράλληλο και παραπλήσιο – εξίσου όμως διασκεδαστικό – φαινόμενο που χρήζει αναφοράς, είναι οι ψυχικές αντιδράσεις του κοινωνικού συνόλου που απορρέουν από την πολιτικο-ιδεολογική χειραγώγηση της υγειονομικής κρίσης. Η κυριότερη αυτών των αντιδράσεων είναι η αγιοποίηση των επιστημόνων, όλων των επιστημόνων, ως εκπροσώπων και αντιπροσώπων της απόλυτης αλήθειας. Το φαινόμενο είναι βέβαια, ως ένα σημείο, συμπληρωματικό του πρώτου: την νομιμοποίηση που χάνουν οι θρησκευτικοί ηγέτες ως κάτοχοι της γνώσης, την καρπώνονται στον καιρό της κρίσης οι αντίπαλοί τους. Το μοτίβο φαντάζει τόσο αυτονόητο, που περνά σχεδόν απαρατήρητη η πολιτική χειραγώγηση του όλου ζητήματος: το πνεύμα του ορθολογισμού κατατροπώνει, έστω και καθυστερημένα, την άγνοια και την πρόληψη, ενσαρκώνοντας έτσι την γενική πορεία προόδου του δυτικού πολιτισμού και αποδεικνύοντας την τελεολογική της φύση. «Δεν υπάρχει εδώ χειραγώγηση, ούτε καν πολιτική», θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, «παρά μόνο το αναπόφευκτο». Η συμπλεγματική ελληνική κοινωνία μπορεί επιτέλους να ανασάνει ανακουφισμένη: όχι μόνο απέφυγε προς το παρόν τα χειρότερα, αλλά απέδειξε σε όλους και – το σπουδαιότερο – στον εαυτό της ότι ήταν πολύ περισσότερο “δυτική” απ’ ότι νόμιζαν. Ταυτόχρονα με την Εκκλησία, κατατροπώθηκε και ο αιώνιος “ανατολίτης”, ο ανοργάνωτος, ο απείθαρχος κι ο συναισθηματικός.

Δεν είναι όμως το ζήτημα των συμπλεγμάτων της ελληνικής κοινωνίας που έχει εδώ το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, θέμα οικείο αλλά και απέραντο, το οποίο απαιτεί ξεχωριστή ανάλυση· αυτό στο οποίο πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας είναι η φύση της ψευδαίσθησης που προκαλεί τέτοιες αντιδράσεις και τροφοδοτεί μίαν εντελώς λανθασμένη αντίληψη της πραγματικότητας. Κι αν αναφερόμαστε στην ελληνική κοινωνία, είναι γιατί εκεί αυτή η ψευδαίσθηση εκφράζεται με πολύ πιο ξεκάθαρο τρόπο, παρά στις πιο προηγμένες δυτικές κοινωνίες. Είναι η ψευδαίσθηση αυτή που καθιστά εξ άλλου αόρατη τη ιδεολογική χειραγώγηση της επιδημίας. Ας ξεκαθαρίσουμε όμως ότι όταν μιλάμε για χειραγώγηση δεν αναφερόμαστε στις εξ αριστερών κριτικές της διαχείρισης του αστικού κράτους και της πολιτικής εξουσίας: αυτές οι κριτικές, όντας οι ίδιες, εμμέσως ή αμέσως, παράγωγα της ιδεολογίας του επιστημονικού υλισμού, μοιράζονται εξίσου το ίδιο μυθολογικό αφήγημα με τους αντιπάλους τους, την πίστη στην προμηθεϊκή εποποιία της Επιστήμης και στην κυριαρχία του ορθού λόγου και του θετικισμού. Αυτή ακριβώς η πίστη είναι και η πηγή της ψευδαίσθησης που κατατρέχει τη σημερινή κοινωνία: ότι δηλαδή είναι ακόμα δυνατόν να συζητάμε για έναν τρόπο σκέψης, για μια δέσμη ιδεών, για μια ιδεολογία, για έναν Λόγο, τον οποίο μπορούμε να αναλύσουμε, να κατανοήσουμε και να τον φέρουμε, τέλος, στα μέτρα μας. Αυτή η εποχή του δυτικού πνεύματος έχει όμως τελειώσει τον 19ο αιώνα. Αν μέχρι τότε είχε ολοκληρωθεί η αυτονόμηση της φυσικής φιλοσοφίας ως μέθοδος γνώσης από το σύνολο του πολιτισμού, αυτό που χαρακτηρίζει την δικιά μας εποχή είναι πλέον η αυτονόμηση της τεχνικής από την μήτρα της επιστήμης, ως αυτόνομου ιδεολογικού και κοινωνικού συστήματος. Αυτήν την αλήθεια μας περιγράφει το έργο στοχαστών όπως ο Λ. Μάμφορντ, ο Ζ. Ελλύλ ή ο Γκέοργκ Γιούνγκερ, ένα μικρό απόσπασμα του οποίου μεταφράζουμε παρακάτω[1]. «Η τεχνική σκέψη είναι μια σκέψη από την οποία λείπει οποιαδήποτε έννοια ιεράρχησης», γράφει ο Γιούνγκερ στην Τελειότητα της Τεχνικής. Αυτό ακριβώς το ελάττωμα βρίσκεται στην πηγή των τραγελαφικών φαινομένων που βλέπουμε όλοι σε σχέση με τον χειρισμό της κρίσης: τα όλο και πιο περίπλοκα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της πανδημίας, και τα οποία περιπλέκονται ακόμα περισσότερο με την άρση των προηγούμενων περιοριστικών μέτρων, δεν εκφράζουν ούτε τη φωνή της λογικής ούτε αυτή της επιστήμης (ούτε βέβαια των “προσωπικών” απόψεων των εκάστοτε επιστημόνων – στο τεχνικό σύστημα δεν υπάρχει χώρος για το πρόσωπο), αλλά του ακραίου τεχνικισμού που έχει ως μοναδικό στόχο να “χωνέψει” σ’ ένα αυτοματοποιημένο σύνολο τον ανθρώπινο παράγοντα, προκειμένου να εξουδετερώσει τις δυσάρεστες και αντιπαραγωγικές τριβές. Εξ άλλου,  όπως είναι γνωστό σε όλους, ο στόχος άρσης των μέτρων είναι η επανεκκίνηση ενός άλλου συστήματος, του οικονομικού, για χάρη του οποίου η Ευρώπη υποτίμησε αρχικά τον κίνδυνο της επιδημίας και καθυστέρησε να πάρει αυστηρά μέτρα όταν έπρεπε… Οι αντιφατικοί κανονισμοί, οι αντικρουόμενες ερμηνείες των πάσης φύσεως ειδικών και οι κωμικοτραγικές παλινωδίες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων δείχνουν όχι μόνο το ασυμβίβαστο μεταξύ ακραίου τεχνικισμού και ζωντανής ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και την βαθιά αδυναμία του σημερινού ανθρώπου να επιβληθεί στην απελαύνουσα τεχνική οργάνωση, ακόμα και για χάρη του ίδιου τού του συμφέροντος. (A. M.)

~

Ήρθε όμως η ώρα να αναρωτηθούμε πού ακριβώς οδηγεί τον άνθρωπο η τεχνική ratio, μια ratio που περιφρονεί κάθε άλλη ratio. Ό,τι είναι ορθολογικό εξαρτάται απόλυτα από όρια και περιορισμούς. Το ορθολογικό δεν μπορεί να γίνει ποτέ αυτοσκοπός. Αν ήταν έτσι, τότε τίποτε δεν θα μπορούσε να μας εμποδίσει να αποφασίσουμε την εξόντωση των πιο αδύναμων, των ηλικιωμένων ή των άρρωστων. Θα μπορούσαμε επίσης να κρίνουμε χρήσιμη την εξολόθρευση των συνταξιούχων, σύμφωνα με την αρχή ότι δεν δικαιούται να τρώει όποιος δεν εργάζεται. Μέσα στα πλαίσια ενός αυστηρά ορθολογικού συστήματος, τέτοιες σκέψεις θα επιβάλλονταν σχεδόν από μόνες τους. Αυτά τα παραδείγματα μπορούν να μας δείξουν το πού μπορεί να μας οδηγήσει η χρησιμοθηρική λογική. Ο Ρασκόλνικωφ, που δολοφόνησε τη γριά τοκογλύφο γιατί τη θεωρούσε απόλυτα άχρηστη για το κοσμικό οικοδόμημα και ενοχλητική σαν κοριό ή σαν βρωμερή κατσαρίδα, έγινε φονιάς από υπερβολική έπαρση. Αν δεν έπασχε από τη σύγχυση που του προκαλούσε η ψυχική του αρρώστια, τότε θα συνειδητοποιούσε την άγνοιά του για τον σκοπό του κοσμικού οικοδομήματος αλλά και την αδυναμία του να κρίνει τον σκοπό που εξυπηρετούσε η ύπαρξη μιας γριάς.

Ο τεχνικός υπάλληλος από την άλλη, τη στιγμή που χειρίζεται τους αμέτρητους φακέλους του και τα τεφτέρια του, σκοπός των οποίων είναι ο εξορθολογισμός της κατανάλωσης (σκοπό που ο ίδιος ίσως να αγνοεί), πιστεύει ότι ο κόσμος βρίσκεται στην καλύτερη δυνατή τάξη, επειδή τα αρχεία του είναι στην καλύτερη δυνατή κατάσταση. Αυτή η νοοτροπία επαρχιακού ληξίαρχου προέρχεται από την ακόλουθη σύγχυση: επειδή το αρχείο είναι ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει, ο υπάλληλος θεωρεί πολύ φυσικά ότι ο κόσμος ολόκληρος είναι ένα αρχείο. Βέβαια, θα μπορούσαμε κάλλιστα να αποδεχτούμε αυτή τη σκέψη, αν η φύση μάς προόριζε να τρεφόμαστε με χαρτί…

Η τεχνική ratio προκαλεί αξιοπερίεργα φαινόμενα. Ο τεχνικός που την υπηρετεί δεν την κατανοεί γιατί δεν μπορεί να την παρατηρήσει σφαιρικά. Ο ίδιος δηλώνει βέβαια ρεαλιστής και μάλιστα “σκληρός”, αλλά δεν μπορεί να είναι τέτοιος παρά μόνο μέσα στα πλαίσια του δικού του πεδίου. Είναι ένας ειδικός της γνώσης, ένας “σπεσιαλίστας”. Η επίφαση της “αυστηρής αντικειμενικότητας” που θέλει να δώσει για τον εαυτό του απομακρύνει την προσοχή από τη λαιμαργία του για δύναμη και καμουφλάρει την αλλόκοτη ιδιορρυθμία των σχεδίων του και των κατασκευών του, που είναι προορισμένα να ικανοποιήσουν τους στόχους του. Το σύστημα που έχει συλλάβει είναι βέβαια υπολογισμένο μέχρι και την τελευταία βίδα, αλλά μόνο μέχρι εκεί και καμία σκέψη του δεν ξεπερνά αυτό το όριο. Το σύστημα αυτό είναι ένα απλό εργαλείο, αλλά γιγαντιαίας ισχύος και τόσο πολύ συγκεντρωτικό, που επιτρέπει στον χειριστή του να μεταχειρίζεται τον άνθρωπο σαν απλό εργαλείο. Όσο πιο πολύ προχωρεί η τεχνική τόσο περισσότερο πολλαπλασιάζονται οι μηχανιστικές ερμηνείες του ανθρώπου. Όπως λοιπόν μιλάμε για ένα κρατικό σύστημα, για ένα οικονομικό σύστημα ή για ένα δικαστικό σύστημα, σιγά σιγά όλα, ακόμα και η ίδια η πραγματικότητα, αρχίζουν και αποκτούν τον χαρακτήρα ενός συστήματος. Η σκέψη που γεννιέται όμως από αυτή την συστηματοποίηση δεν υπολογίζει πλέον επ ουδενί το ζήτημα της ελευθερίας.

Είναι ακριβώς η προσπάθεια ολικού εξανδραποδισμού του ανθρώπου από την τεχνική ratio κι από έναν τελεολογικό φονξιοναλισμό, από τον οποίο τίποτε δεν θα μπορεί να ξεφύγει, που εξουδετερώνει την αντίσταση της πνευματικής του δραστηριότητας και της πιο βαθιάς του θέλησης. Αυτή όμως η προσπάθεια δεν συγκρατεί τα τυφλά ορμέμφυτα, την πνευματική σύγχυση και την ψυχική θολούρα, αλλά αντίθετα τα ενδυναμώνει. Η οργάνωση που παλεύει να συμπεριλάβει όλα τα πράγματα στο εσωτερικό της δεν διαθέτει κανένα εργαλείο για να ελέγξει αυτή την σκοτεινή αυτοκρατορία. Όλος ο ορθολογισμός του τεχνικού δεν μπορεί να εμποδίσει την έκρηξη των τυφλών στοιχειακών δυνάμεων· το αντίθετο, αυτός ο ορθολογισμός αποτελεί την οδό από την οποία αυτές οι σκοτεινές και επικίνδυνες αυτές δυνάμεις διεισδύουν στην ζωή και εξαπλώνονται παντού. Ο αυτοματισμός στον οποίο ο άνθρωπος εκπαιδεύεται μέρα με τη μέρα, δεν τον συνηθίζει απλά να ενεργεί μηχανικά και χωρίς θέληση, αλλά συνθλίβει μέσα του κάποιες αντιστάσεις και του στερεί την ικανότητα να αντιδρά αυτόνομα σε χαοτικές καταστάσεις. Με αυτό τον τρόπο, ο αυτοματισμός  ευνοεί τη δημιουργία των μαζών. Όλη η οργανωτική ισχύς της τεχνικής κατατείνει σε αυτό. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στον αποτελεσματικό οργανωτή ένα ανώτερο ον, όπως ο εφευρέτης ή ο γιατρός που ανακαλύπτει ένα φάρμακο και θεωρείται ευεργέτης της ανθρωπότητας. Τέτοιες όμως επιφανειακές κρίσεις, που δεν μπορούν παρά να προκαλούν το χαμόγελο εξ αιτίας της έλλειψης κριτικού πνεύματος, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να μεγαλώνουν την πινακοθήκη των σκοτεινών προσωπικοτήτων που δοξάζονται από την κοινή γνώμη ως πρωτοπόροι και πρόδρομοι. Αυτό όμως που διαφεύγει από πολλούς είναι το ότι η αξία τέτοιων οργανωτών συνίσταται συνήθως στην καταστροφή του ανοργάνωτου πλούτου. Όπως ακριβώς η εκμετάλλευση της vis inertiae [αδρανούς ζωής] της ύλης από τον μηχανικό εξαναγκασμό προκαλεί τις καταστροφικές αντιδράσεις της φύσης, έτσι και η τεχνική οργάνωση προκαλεί στον άνθρωπο μεταλλάξεις που ο ψυχολόγος (ο οποίος έχει μεταλλαχθεί σε ψυχοτεχνικό) δεν μπορεί καν να φανταστεί. Την ίδια αντιστοιχία μηχανικού και στοιχειακού που παρατηρούμε στην τεχνική, την ξαναβρίσκουμε στη μάζα. Η μάζα είναι το αποτέλεσμα της μηχανικής επιρροής της τεχνικής οργάνωσης. Και επειδή η μάζα είναι υποταγμένη στην ορθολογική οργάνωση, διαποτίζεται από τυφλές στοιχειακές δυνάμεις, απέναντι στις οποίες δεν μπορεί να προβάλλει καμιά πνευματική αντίσταση. Γι’ αυτό, πότε η μάζα παρασύρεται σε έναν άμετρο ενθουσιασμό και πότε υποκύπτει τρομαγμένη στο πανικό, όμοια με τα κοπάδια βόδια που τυφλωμένα πέφτουν στον γκρεμό. Έτσι και ο άνθρωπος που νομίζει ότι η τεχνική πρόοδος είναι και δική του, είναι καταδικασμένος να παρασέρνεται σε παρόμοιες θύελλες. Η τεχνική είναι η κινητοποίηση παντός του ακίνητου. Ο σημερινός άνθρωπος, έχοντας γίνει κι αυτός κινητοποιήσημος στο μέγιστο βαθμό, όχι μόνο ακολουθεί παθητικά την αυτοματική οργάνωση, αλλά επιθυμεί να επιταχύνει το ρυθμό της.

[1] Georg Fr. Jünger, « La Perfection de la Technique », κεφ. 38, εκδόσεις Allia, 2018.

Πηγή: respublica

Εντός συνόρων, εκτός ορίων – Το πλάνο και η πλάνη της πλανητικής εποχής

Εντός συνόρων, εκτός ορίων – Το πλάνο και η πλάνη της πλανητικής εποχής

Ο Απρίλης είναι ο σκληρότερος μήνας, γεννώντας πασχαλιές μέσ’ απ’ τη νεκρή γη, σμίγοντας θύμηση κι επιθυμία, ανασαλεύοντας ρίζες νωθρές με ανοιξιάτικη βροχή.[1]

Στην Ταφή του νεκρού, αναφερόμενη στην αμφιταλάντευση μεταξύ ζωής και θανάτου, ομορφιάς και φθοράς, ποιητικής ουτοπίας και ιστορικής δυστοπίας, η ελιοτική αποτύπωση της αντίφασης του μεταιχμιακού τοπίου ανταποκρίνεται μοιραία και στη σημερινή πραγματικότητα. Σχεδόν έναν αιώνα μετά, η Ιστορία ξαναγράφει την Έρημη χώρα. Τον Απρίλιο του 2020, τον Απρίλη του COVID-19, η πόλη αδειάζει, ο θάνατος  θερίζει, η φύση ανθίζει, μία νέα εποχή χαράζει. Ο ιός, η μάστιγα, μοιάζει σαν το αναγκαίο γεγονός – τομή για το πέρασμα σε μία άλλη σφαίρα του ιστορικού γίγνεσθαι. Ο  ατέρμονος επιτάφιος θρήνος για τους νεκρούς του ιού μοιάζει με οβερτούρα ενός νέου επεισοδίου του έργου της ανθρωπότητας.

Το παρόν, μας βρίσκει λίγο πριν και λίγο εντός του νέου. Και, όπως κάθε μεταίχμιο, παρουσιάζεται αμφίσημο και διπολικό. Κείμενη μεταξύ του κενού και του καινού, πρόκειται για μια εποχή αβέβαιη, διαστρεβλωτική και κρίσιμη που οδηγεί σε μία περιοχή – πραγματικότητα αχαρτογράφητη. Αυτό που διακυβεύεται εδώ και τώρα δεν αφορά μόνο τις οικονομικές σχέσεις και την πολιτική εξουσία, αλλά έχει να κάνει συνολικότερα με τον τρόπο που ο Άνθρωπος συλλαμβάνει τον εαυτό του μέσα στον Κόσμο και κατά προέκταση με τον τρόπο εγγραφής του στην πραγματικότητα. Αnthropocene era και Singularity era, σε λίγο θα φανεί αν και πώς θα υπάρξει το ανθρώπινο ον στην υφήλιο.

Στους πρόποδες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης,  διεθνοπολιτικές οντότητες, δρώντες, κοινωνίες και συμφέροντα, συγκρούονται και αναμετρώνται, αποτιμώντας τον κύκλο που κλείνει, ατενίζοντας και προετοιμάζοντας αυτό που έρχεται.

To 3ο τεχνολογικό κύμα, φέρνοντας μαζί του τις τεχνολογίες του τρανζίστορ και του λέιζερ, τη δορυφορική τεχνολογία, το κομπιούτερ και το διαδίκτυο, ώθησε σε αλλαγές που κατέστησαν εφικτή, μέσω της τάχιστης μεταφοράς ιδεών, αγαθών και υπηρεσιών σε παγκόσμια κλίμακα, την προχωρημένη παγκοσμιοποίηση. Η ηλεκτρική ταχύτητα δημιούργησε μια ιλιγγιώδη νέα σφαίρα ύπαρξης, μέσα στην οποία η σχέση μας με τον χρόνο, τον χώρο, το πραγματικό και τον άλλο αναδομήθηκαν. Η ηλεκτρική εποχή ανακάλυψε ότι οι ακαριαίες ταχύτητες καταλύουν τον χώρο και τον χρόνο και επαναφέρουν τον άνθρωπο σε μια ολοκληρωμένη και αρχέγονη συνείδηση, οδηγώντας μας σε έναν οικουμενικό εναγκαλισμό.[2] Αυτός ο κόσμος της αέναης κινητικότητας, της αλληλεξάρτησης και της συμπερίληψης, ο κόσμος της κερδοσκοπικής κινητικότητας των κεφαλαίων του άυλου καπιταλισμού και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο κόσμος της αποικιοποίησης των αισθήσεων και της αισθητικής από το εικονικό, και της αποποίησης των κλασσικών ταυτοτήτων, αρχικά συνέστησε και σταδιακά επέβαλε έναν διαφορετικό τρόπο εγγραφής του ανθρώπινου όντος στον Κόσμο. Μέσα στους κόλπους του, η διαλεκτική σχέση του εντός με το εκτός, του υλικού – των ένυλων πραγμάτων της φύσης και της βιομηχανίας, της γης, του χώρου, και του αϋλου – της ψηφιοποιημένης πληροφορίας που κινείται με την ταχύτητα του φωτός, του κυβερνοχώρου, της Εστίας και του Ερμή αρθρώθηκε με ριζικά διαφορετικό τρόπο απότι σε οποιοδήποτε άλλο κομμάτι του ιστορικού χωροχρόνου. Η φύση του κρατικού μοντέλου μεταβλήθηκε. Η παντοδυναμία των αρχών της εδαφικότητας και της εθνικής κυριαρχίας αμφισβητήθηκε. Το διαδίκτυο κατέστη η έκτη ήπειρος της διπλωματίας. Ο τρόπος κοινωνικότητας των διεθνών δρώντων άλλαξε. Οι διαδικτυακές κοινότητες, η οικουμενικότητα των απειλών για το ανθρώπινο είδος, και η παγκοσμιοποίηση των φαντασιακών δημιούργησαν αυτόματα υβριδικές, πολυεπίπεδες ταυτότητες. Τα άτομα και οι κοινωνίες έγιναν καθοριστικοί φορείς των διεθνών σχέσεων.[3]

Ωστόσο, καθώς αυτή η μετάβαση έφτανε στην κορύφωσή της, προς το τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η μεταμόρφωση πρόβαλε σαν απειλητική αποδόμηση, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση στη μηδενιστική δράση της ισοπεδωτικής για τις κλασικές ταυτότητες παγκοσμιοποίησης. Οι ενιστάμενοι – φορείς της κλασικής, ρεαλιστικής, βεστφαλικής οντολογίας, κινδυνολογώντας ή κυριολεκτώντας, υπερασπίζονται τα δικαιώματα των συλλογικών ταυτοτήτων – φυλών, θρησκειών και την επαν-επιβεβαίωση της ισχύος των συνόρων και της αρχής της εδαφικότητας. Αυτή η απότομη συσπείρωση, απότοκο φοβικής αναδίπλωσης μπροστά στο νέο και μία μορφή υπαρξιακής κατάφασης μέσα στο μετέωρο του καινούριο κόσμου, δημιουργεί αυτομάτως ένα συγκρουσιακό δίπολο. Μία ρηχή εκδοχή ενός φιλοσοφικού ρομαντισμού εγελιανού τύπου, που εκφράζει την υπαρξιακή αγωνία της ιστορικής και πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας, προτάσσει την έννοια των συλλογικών ταυτοτήτων απέναντι σε μια επιπόλαια ποστ–καντιανή ενατένιση που επιτάσσει τη λογική της ισότητας και της παγκόσμιας ειρήνης, υπερασπιζόμενη τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη σε παγκόσμια κλίμακα.

Ως εκ τούτου, μπορεί να μοιάζει παράδοξο, αλλά η επίσπευση της τεχνολογικοποίησης συνοδεύεται από την ανάσχεση της παγκοσμιοποίησης, και σε μια εποχή που τα όρια της επικοινωνίας αίρονται, τα σύνορα επανέρχονται. Ίσως στιγμιαία, αλλά σίγουρα ενδεικτικά και συμβολικά, αυτή η τάση αναδίπλωσης εκδηλώθηκε και στην παρούσα κρίση του COVID-19 στην ΕΕ, όπου τα σύνορα έκλεισαν ενώ το χρέος εκάστου κράτους αποτελεί ξανά εθνική υπόθεση.

Φυσικός ή/και τεχνητός διπολισμός.

Ομφαλοσκόπηση ή/και διεθνισμός.

Ντόναλντ Τραμπ ή/και Γκρέτα Τούνμπεργκ;

Διάδοση και διαστρέβλωση.

Συνύπαρξη και αντιπαράθεση.

Επιβλητικό κράτος και κοινωνικό χάος σε παγκόσμια κλίμακα.

Πληγωμένη, πλαστή και υποσχόμενη ατομική ελευθερία μέσα στο σύμπαν του καισαροπαπισμού των αλγορίθμων.

Λεβιάθαν και Joker.

Σύγκρουση και αναγκαία για την αναδημιουργία καταστροφή.

Όντως, αυτό που βασικά θίγεται είναι το πρόσωπο – ως φορέας ελευθερίας και ετερότητας, η ιστορική και πολιτισμική ιδιοπροσωπία, αναγκαία συνθήκη για τον διάλογο και την κοινωνία ενσυνείδητων ετεροτήτων.

Είναι όμως αυτό εφικτό σε ένα πλαστό σύμπαν όπου το νόημα και η αλήθεια δεν καταρρίπτονται από αντίστοιχες ουσίες με άλλο περιεχόμενο, αλλά απορρίπτονται εν γένει, μέσα σε ένα αποτελεσματικό σύστημα όπου γεγονότα και καταστάσεις προγραμματίζονται, η ανθρώπινη συμπεριφορά προπλάθεται, ο ιστορικός κόσμος αντικαθίσταται από τον απόλυτα λειτουργικό τεχνητό του σωσία, το πολιτικό και το κοινωνικό καθίστανται τεχνικοί εξοπλισμοί, οι διαδικασίες ξεπερνούν τους σκοπούς τους και το υποκείμενο ομοιάζει όλο και περισσότερο στη μηχανή μέσω της οποίας δρα;[4]

Ο απελευθερωμένος από μονομερείς αφηγήσεις, οι οποίες στον εκτροχιασμό τους οδηγούν στον φασισμό και τον ρατσισμό, πολίτης του κόσμου, μέσα στο εικονικό σύμπαν, είναι ευάλωτος στο να καταστεί παθητικό ενεργούμενο μέσα στην αλγοριθμοποιημένη μάζα του on-line καπιταλισμού της παρακολούθησης.

Σε ένα περιβάλλον ειδήσεων bites, όπου όχι μόνο τα σύνορα μεταξύ του fake και του αληθούς είναι δυσδιάκριτα, αλλά και που ο ανθρώπινος εγκέφαλος γίνεται όλο και πιο ατροφικός και αδυνατεί ή/και δυσανασχετεί να παρακολουθεί τη ροή του λόγου, το επιχείρημα, τη συναγωγή συμπερασμάτων, η κριτική είναι η μεγάλη απούσα. Η ιδεολογία ταυτίζεται με τη γραφικότητα και ο διάλογος προσομοιάζει σε έργο του θεάτρου του παραλόγου μεταξύ ναρκίσσων που κοιτάζονται σε ψηφιακούς καθρέφτες και μονολογούν ενώ οι φωνές τους διαπλέκονται με το μόνιμο ήχο των ειδοποιήσεων και των likes.

Ωστόσο, ο κόσμος του διαδικτυακού νεφελώματος, κυοφορεί μέσα στο πολυδαίδαλο γενετικό του υλικό και το απεριόριστα διαυγές. Το σύστημα υπακούει σε μία λογική, αλλά δεν είναι ενιαίο. Η παρένθετη παραφωνία ίσως να είναι η ρωγμή που μπορεί να μας ανοίξει σε έναν διαυγή ορίζοντα συνεργατικού πνεύματος και εκδημοκρατισμού της πληροφόρησης.

CIA ή WikiLeaks?

Μήπως η παγκόσμια πολιτική πλανάται όταν καταστρώνει το πλάνο της εγκατάστασης και της εμπειρικής κατάκτησης της παγκοσμιότητας του κόσμου; Το πολιτικό πεπρωμένο της πλανητικής εποχής – αποπεράτωση της νεώτερης εποχής – δεν σημαίνει καθόλου τόσο ομόφωνα την παρακμή της Δύσης του Σπένγκλερ. Ξεπερνώντας τις αυταπάτες τις προόδου του Σορέλ, δεν οδηγεί μονόπλευρα ούτε στον νέο μεσαίωνα του Μπερντιάεβ, ούτε στον θαυμαστό καινούριο κόσμο του Χάξλευ ή στο 1984 του Όργουελλ.[5]

Ντετερμινιστικό πλάνο ή/και επικαιροποίηση της προαιώνιας πλάνης, η περιπλάνηση του ανθρώπινου όντος σε ακόμα μία αχαρτογράφητη περιοχή του χωροχρονικού συνεχούς, μάλλον δε θα καταφέρει ούτε αυτή τη φορά την ευγενή υπέρβαση, αφού παραμένουμε προσκολλημένοι στη βούληση για δύναμη που ζει μέσα από την αντιπαλότητα και τρέφεται από την καταστροφή.


[1] T.S. Eliot, Η Έρημη Χώρα, μτφ. Γιάννης Αντιόχου, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2017.

[2] Mάρσαλ Μακ Λούαν, Μίντια: Οι προεκτάσεις του Ανθρώπου, μτφ. Σπύρος Μάνδρος, Κάλβος, Αθήνα, 2000.

[3] Bertrand Badie, La fin des territoires : essai sur le désordre international et sur l’utilité sociale du respect, Fayard, Paris, 2005.

[4] Jean Baudrillard, Simulacres et Simulation, Galilée, Paris, 1990.

[5] Κώστας Αξελός, Προς της πλανητική σκέψη, Εστία, Αθήνα, 1990.

Πηγή: respublica

Γιάννης Ευσταθίου: Βιοπολιτική Επιστήμη και Καπιταλιστικό Κράτος

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε το Δεκέμβριο του 2019, λίγο πριν το ξέσπασμα της πανδημίας του κοροναϊού στην Ευρώπη. Ερμηνεύει τη σύγχρονη βιοπολιτική ως μια επιστήμη του κράτους που απαντά στη τριπλή κρίση  κυριαρχίας, εκμετάλλευσης και ανταγωνισμού στο διεθνές περιβάλλον με τα σύγχρονα δόγματα άμυνας/ασφάλειας, ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας του καπιταλιστικού κράτους. Σε μια πιο εκτεταμένη εκδοχή του κειμένου είχα προσθέσει τα σύγχρονα δόγματα αναπαραγωγής, ανάμεσα στα δόγματα ανάπτυξης και τα δόγματα ανταγωνιστικότητας – ζήτημα επίκαιρο από τη σκοπιά των συστημάτων υγείας και της αντιμετώπισης της πανδημίας Το κείμενο υποστηρίζει ότι η βιοπολιτική είναι μια πραγματική απάντηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας σε μια πραγματική καπιταλιστική κρίση, της οποίας η αρχή χρονολογείται περίπου το 1970, και η οποία κλιμακώνεται σε σπειροειδή μορφή περνώντας από το το 2008. Τέλος, το κείμενο προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη παράδοση της βιοπολιτικής φιλοσοφίας και τη μαρξιστική παράδοση, αναγνωρίζοντας πως οι κοινωνικοί σχηματισμοί έχουν μια υλική βάση, σήμερα μια καπιταλιστική υλική βάση, και πως το επιστημονικό πεδίο διαπερνάται από την αντίθεση ανάμεσα στην επιστήμη-τεχνολογία της κυριαρχίας, και την επιστήμη-τεχνολογία της απελευθέρωσης.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στα Τετράδια Μαρξισμού, τεύχος 11

________________________________

Βιοπολιτική Επιστήμη και Καπιταλιστικό Κράτος

Άμυνα/Ασφάλεια, Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα

  Σύνοψη: Η κοινωνικο-ταξική κρίση του 1970 και η βιοπληροφοριακή επανάσταση που ακολούθησε διαμόρφωσαν ένα σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος, για το οποίο η βιοπολιτική αποτελεί την τελευταία λέξη της επιστημολογικής του εξέλιξης. Ορίζοντας τη βιοπολιτική επιστήμη ως την επιστήμη της κρατικής διακυβέρνησης του πληθυσμού και των κοινωνικών αντιστάσεων με γνώμονα το βιοπληροφοριακό παράδειγμα, το παρόν άρθρο θα αφηγηθεί συνοπτικά την ιστορία των τριών κυμάτων της νεωτερικής βιοπολιτικής, και θα προτείνει μια γενική ταξινόμηση των βιοπολιτικών τεχνολογιών άμυνας/ασφάλειας, ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας που επιστρατεύει το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος απέναντι στο τριπλό πρόβλημα της επικράτησης στον εμφύλιο, της παραγωγικής εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αναπαραγωγής του πληθυσμού μέσα στο διεθνές καπιταλιστικό περιβάλλον.Στο πλαίσιο αυτό γίνεται αναφορά σε σύγχρονες τεχνολογίες άμυνας/ασφάλειας και ελέγχου του πληθυσμού και των εργαζομένων, σε σύγχρονες στρατηγικές ανάπτυξης του «ανθρώπινου κεφαλαίου» και στη λογική των «ολικών δεικτών ανταγωνιστικότητας» για την αξιολόγηση των χωρών.

Η επιστημολογική εξέλιξη του καπιταλιστικού κράτους

«Είναι εύκολο να αντιστοιχίσουμε σε κάθε κοινωνία τύπους μηχανών, όχι γιατί οι μηχανές είναι προσδιοριστικός παράγων, αλλά γιατί εκφράζουν εκείνες τις κοινωνικές μορφές που είναι ικανές να τις γεννήσουν και να τις χρησιμοποιήσουν. Οι παλιές κοινωνίες της κυριαρχίας χειρίζονταν απλές μηχανές, μοχλούς, τροχαλίες, ρολόγια. Ενώ οι πιο πρόσφατες πειθαρχικές κοινωνίες είχαν για εξοπλισμό τις μηχανές ενέργειας, με τον παθητικό κίνδυνο της εντροπίας και τον ενεργητικό κίνδυνο του σαμποτάζ. Στις κοινωνίες του ελέγχου λειτουργούν μηχανές τρίτου τύπου, μηχανές πληροφορικής και υπολογιστές, στις οποίες ο παθητικός κίνδυνος είναι το θόλωμα του μυαλού και ο ενεργητικός εκείνος της πειρατείας και της εισαγωγής των ιών» (Deleuze, 2001: 13).

Κάθε επιστημονική κατανόηση της κρατικής μορφής οφείλει μάλλον να ξεκινήσει από την εξής υπόθεση εργασίας: Υπάρχει ένας «ισομορφισμός» ανάμεσα στις επιστήμες της φύσης και στις επιστήμες της κοινωνίας, με κοινή αναφορά την κυριαρχία: κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση, κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο. Η νεωτερική επιστήμη του Κράτους, ως επιστήμη της επικράτησης μιας κυρίαρχης ομάδας στον εμφύλιο πόλεμο με στόχο την εκμετάλλευση και την αναπαραγωγή του πληθυσμού μέσα σε ένα ιστορικό περιβάλλον, αντλούσε πάντοτε το επιστημολογικό της πρότυπο από την εκάστοτε ιστορικά κυρίαρχη επιστημολογία καθυπόταξης των φυσικών και κοινωνικών δυνάμεων.  Η επιστημονική εξέλιξη του νεωτερικού καπιταλιστικού κράτους δεν ήταν ποτέ ουδέτερη: είχε πάντοτε ως στόχο τη βελτιστοποίηση της επικράτησης της κυρίαρχης τάξης στον κοινωνικό πόλεμο. Κατά την ιστορική περίοδο της «πρωταρχικής συσσώρευσης» του κεφαλαίου, η κλασική γαλιλαϊκή-νευτώνεια φυσική μηχανική παρέχει το πρότυπο της κυρίαρχης εξουσίας και του Κράτους ως μιας απολυταρχικής, θεοκρατικής μηχανής, με σκοπό την επικράτηση της φεουδαρχικής τάξης πάνω στην αναπτυσσόμενη αστική τάξη, σε έναν κυκεώνα εμφυλιακών, κοινωνικο-ταξικών και πολιτικο-θεολογικών αντιπαραθέσεων. Κατά την περίοδο της 1ης  βιομηχανικής επανάστασης, η θερμική μηχανή εσωτερικής καύσης και η έννοια της ενέργειας παρέχουν το δυναμικό μηχανικό πρότυπο μιας θερμοδυναμικής επιστήμης της κυρίαρχης εξουσίας και του Κράτους ως φιλελεύθερης, αποδοτικής μηχανής εισροών-εκροών, με σκοπό την επικράτηση της νεαρής αστικής τάξης πάνω στους αριστοκράτες, ευγενείς και γαιοκτήμονες, από τη μία πλευρά, αλλά και πάνω στους αγρότες και τους προλετάριους, από την άλλη. Την περίοδο της 2ης βιομηχανικής επανάστασης, η σχεσιακή επιστημολογία του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου και της επιστημονικής χημείας παρέχουν το πρότυπο μιας σχεσιακής επιστήμης της κυρίαρχης εξουσίας και του Κράτους ως κορπορατιστικού συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων, που επιχειρεί την επικράτηση και ενσωμάτωση του αναπτυσσόμενου εργατικού, συνδικαλιστικού κινήματος και των πρώτων σοσιαλιστικών επαναστάσεων[1].

Η κεφαλαιοκρατική αναδιάρθρωση που πυροδοτείται με την ιστορική κρίση του  κορπορατιστικού «κοινωνικού κράτους» στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ως απάντηση στην παγκόσμια κοινωνικο-ταξική κρίση της περιόδου 1960-1980, ώθησε προς μια 3η βιομηχανική ή βιοπληροφοριακή επανάσταση και στη διαμόρφωση ενός νέου καπιταλιστικού κράτους. Η νέα επιστημονικο-τεχνολογική επανάσταση περιλαμβάνει τόσο τις σύγχρονες επιστήμες της ζωής και της πληροφορίας όσο και τις εφαρμογές τους στην οικονομική παραγωγή, την επιχειρηματική διοίκηση και τη κρατική διακυβέρνηση: η μοριακή βιολογία και η γονιδιωματική, η βιοτεχνολογία, η νευροβιολογία και η νευροψυχολογία, η σύγχρονη ανοσολογία, η εξελικτική οικολογία, η κοινωνιοβιολογία και η «νέα δαρβινική σύνθεση» της θεωρίας της εξέλιξης, η κυβερνητική (cybernetics) και η γενική θεωρία των συστημάτων, η θεωρία της πληροφορίας και η θεωρία των δικτύων, η εξελικτική θεωρία των παιγνίων. Αλλά και τα σύγχρονα ενεργειακά συστήματα των Α.Π.Ε με επίκεντρο την έννοια της βιωσιμότητας σε σχέση με το περιβάλλον, τα σύγχρονα συστήματα αυτοματοποίησης της παραγωγής, διοικητικού υπολογισμού και βελτιστοποίησης των αποδόσεων στην αλυσίδα παραγωγής, διανομής, κατανάλωσης (logistics), οι αλγόριθμοι «εξόρυξης δεδομένων» και τα μοντέλα διαλογής, αποθήκευσης, διαχείρισης και αξιοποίησης των Big Data, η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική. Οι εξελίξεις αυτές έδωσαν ώθηση στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών επικράτησης και ελέγχου, εκμετάλλευσης και αναπαραγωγής του πληθυσμού, καθώς και στην παραγωγή νέων μορφών υποκειμενοποίησης των υπηκόων. Η επιστημονική, τεχνολογική και υποκειμενική αναδιοργάνωση της κεφαλαιοκρατίας, με επίκεντρο τον κοινωνικό ανταγωνισμό στη Γαλλία και την Ιταλία, οδηγεί στην ανάπτυξη του κριτικού ερευνητικού προγράμματος της βιοπολιτικής, με βασικούς εκπροσώπους τους/τις Michel Foucault, Gilles Deleuze, Antonio Negri, Paolo Virno, Giorgio Agamben, Roberto Esposito, Catherine Malabou, αλλά και τις αμερικανές φεμινίστριες Donna Haraway, Emily Martin κ.α. Το κριτικό ερευνητικό πρόγραμμα της σύγχρονης βιοπολιτικής άνοιξε το δρόμο για μια αναδρομική κατανόηση της βιοπολιτικής εξέλιξης του νεωτερικού, καπιταλιστικού κράτους.

Τα τρία εξελικτικά κύματα βιοπολιτικής

«Πριν ακόμη κάνει ορμητικώς την εμφάνισή του στο προσκήνιο του αιώνα μας, το ποτάμι της βιοπολιτικής, που σέρνει μαζί του τη ζωή του homo sacer, ρέει υπογείως, αλλά δίχως σταματημό. Ως εάν, αρχίζοντας από ένα ορισμένο σημείο, κάθε αποφασιστικό πολιτικό συμβάν να είχε πάντοτε δύο όψεις: οι χώροι, οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που τα άτομα κατακτούν στη σύγκρουση τους με τις κεντρικές εξουσίες προετοιμάζουν κάθε φορά ταυτοχρόνως μια σιωπηρή, αλλά αυξανόμενη εγγραφή της ζωής τους στην κρατική τάξη, προσφέροντας έτσι ένα νέο και ακόμη πιο τρομακτικό έρεισμα στην κυρίαρχη εξουσία από την οποία επιθυμούσαν να απελευθερωθούν» (Agamben, 2005: 191 και επ.).

Καθώς η φυσική μηχανική, η θερμοδυναμική, το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο και η χημεία διαμορφώνουν επιστημολογικά μοντέλα που αδυνατούν να περιγράψουν αποτελεσματικά τα οργανικά και τα πληθυσμιακά φαινόμενα της ζωής, τα μοντέλα αυτά καθίστανται απρόσφορα για την προσομοίωση της κοινωνικο-πολιτικής ζωής. Για το σκοπό αυτό ανέκαθεν επιστρατεύονταν η βιολογία και ευρύτερα οι επιστήμες της ζωής. Από την αρχαιότητα ήδη η πολιτική φιλοσοφία χρησιμοποίησε τη βιολογική μεταφορά του πολιτικού σώματος για να περιγράψει την πολιτική κοινωνία ως μορφή ζωής, ενώ στη νεωτερικότητα η θεμελιώδης έννοια του Συντάγματος, constitution, σηματοδοτούσε τη σύσταση ή κράση, με τη βιολογική έννοια του όρου, του κοινωνικοπολιτικού σώματος[2]. Στη νεωτερικότητα η βιοπολιτική, δηλαδή η κρατική πολιτική που συλλαμβάνεται, οργανώνεται και ασκείται με βιολογικούς και οικολογικούς-εξελικτικούς όρους, προσλαμβάνει μια νέα δυναμική.

Το πρώτο κύμα ανάπτυξης της νεωτερικής βιοπολιτικής σκιαγραφείται από τον Michel Foucault στις διαλέξεις του Ασφάλεια, Επικράτεια, Πληθυσμός, σε εκείνες Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και στις πρώτες διαλέξεις της Γέννησης της Βιοπολιτικής. Η ανάπτυξη της Raison d’État από τον 15 μέχρι το 18ο αιώνα κατά την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, η αποκρυστάλλωσή της κατά τον 17ο αιώνα με τη συγκρότηση των πρωτο-νεωτερικών απολυταρχικών κρατών, κυρίως της Γαλλίας και της Αγγλίας, και η γενεαλογία των θεμελιακών νεωτερικών κρατικών μηχανισμών του 18ου αιώνα, εγγράφεται στο ευρύτερο πλαίσιο αυτού που ο Foucault ονομάζει βιοπολιτική: «Η ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα αυτού που αποκλήθηκε υγειονομική αστυνομία, δημόσια υγιεινή, κοινωνική ιατρική, θα πρέπει να επανεισαχθεί στο γενικό πλαίσιο της «βιοπολιτικής». Η τελευταία στοχεύει στην αντιμετώπιση του «πληθυσμού» ως ενός συνόλου έμβιων όντων που συνυπάρχουν με τα ιδιαίτερα βιολογικά και παθολογικά χαρακτηριστικά τους, τα οποία εμπίπτουν σε εξειδικευμένες μορφές γνώσης και τεχνικής. H ίδια η «βιοπολιτική» πρέπει να κατανοηθεί στη βάση ενός θέματος που αναπτύχθηκε από τον 17ο αιώνα: της διαχείρισης των κρατικών δυνάμεων» (Foucault, 2009: 474). Βασική θέση του Foucault στις διαλέξεις Ασφάλεια, Επικράτεια, Πληθυσμός είναι πως το απολυταρχικό Κράτος της εποχής δεν αρκείται πλέον στην υπερβατική, θεολογική του νομιμοποίηση, αλλά θα πρέπει, με όρους φυσικής μηχανικής και ωφελιμιστικής λογικής, να αποδεικνύει την ορθολογικότητα και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησής του υπολογίζοντας στατιστικά και ρυθμίζοντας ορθολογικά τις εσωτερικές και τις εξωτερικές δυνάμεις που το καθορίζουν, από τον πληθυσμό και τους ζωτικούς πόρους μέχρι τους διακρατικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Στις διαλέξεις του Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας ο Foucault επιστρέφει στα μέσα του 18ου αιώνα, παρατηρώντας πως αναδύεται ένα νέο είδος, μια νέα τεχνολογία εξουσίας, η βιοπολιτική εξουσία ή βιοεξουσία, η οποία ενσωματώνει την πειθαρχία σε μία ανώτερη κλίμακα. Ενώ η πειθαρχία είναι μια ανατομοπολιτική που δρα στο επίπεδο του ανθρώπου ως ατόμου με αντικείμενο διακυβέρνησης το ατομικό σώμα του και πρότυπα τη φυλακή, το εργοστάσιο, το σχολείο, το νοσοκομείο, η βιοπολιτική δρα στο επίπεδο του ανθρώπου ως είδους, με αντικείμενο διακυβέρνησης το πολυκέφαλο σώμα του πληθυσμού (Foucault, 2002: 297-301). Σε όλη αυτή την ιστορική περίοδο από την «πρωταρχική συσσώρευση» μέχρι τη συγκρότηση των  συνταγματικών εθνών-κρατών και τη 1η βιομηχανική επανάσταση, σταδιακά το Κράτος, ως συντεταγμένη μορφή της κοινωνικής ζωής, και ο πληθυσμός, ως αντικείμενο κρατικής διακυβέρνησης, τίθενται στο επίκεντρο του προβλήματος της διακυβέρνησης, με το Κράτος να εξελίσσεται βιοπολιτικά στην κατεύθυνση ενσωμάτωσης των πληθυσμιακών αντιστάσεων. Μολονότι τα επιστημολογικά μοντέλα της 1ης βιομηχανικής επανάστασης κυριαρχούν αυτή τη πρώτη περίοδο, με αποτέλεσμα, όπως είδαμε, την επικράτηση της σύλληψης του κράτους ως φιλελεύθερης μηχανής, ο Foucault παρατηρεί ορθά σε αυτή τη τροχιά εξέλιξης της κρατικής κυριαρχίας από την κλασική απολυταρχία στον φιλελευθερισμό τον ολοένα και αυξανόμενο βιοπολιτικό εξορθολογισμό της. Όπως συμπεραίνει στο κλείσιμο των διαλέξεων για τη Γέννηση της Βιοπολιτικής«Από τον 16ο με 17ο αιώνα […] η  ρύθμιση της άσκησης της εξουσίας δεν μου φαίνεται να γίνεται σύμφωνα με τη σοφία αλλά σύμφωνα με τον υπολογισμό, δηλαδή τον υπολογισμό των δυνάμεων, τον υπολογισμό των σχέσεων, τον υπολογισμό του πλούτου, τον υπολογισμό των παραγόντων ισχύος. Δηλαδή δεν επιδιώκεται πλέον να ρυθμιστεί η διακυβέρνηση σύμφωνα με την αλήθεια, επιδιώκεται να ρυθμιστεί σύμφωνα με την ορθολογικότητα. Ρύθμιση της διακυβέρνησης σύμφωνα με την ορθολογικότητα, αυτό είναι, θαρρώ, ό,τι μπορούσαμε να ονομάσουμε νεωτερικές μορφές της διακυβερνησιακής τεχνολογίας […] Η ρύθμιση σύμφωνα με την ορθολογικότητα πήρε-κι εδώ, επίσης, απλουστεύω πολύ-διαδοχικά δύο μορφές […] τώρα θα ρυθμίσουμε τη διακυβέρνηση όχι σύμφωνα με την ορθολογικότητα του κυρίαρχου υποκειμένου, που μπορεί να πει ”εγώ, το Κράτος” [αλλά] σύμφωνα με την ορθολογικότητα αυτών που κυβερνώνται, αυτών που κυβερνώνται ως οικονομικά υποκείμενα και γενικότερα ως υποκείμενα συμφέροντος […] Αυτό, μου φαίνεται, χαρακτηρίζει τη φιλελεύθερη ορθολογικότητα: πώς να ρυθμίσουμε τη διακυβέρνηση, την τέχνη της διακυβέρνησης, πώς να [θεμελιώσουμε] την αρχή του εξορθολογισμού της τέχνης της διακυβέρνησης σύμφωνα με την ορθολογική συμπεριφορά αυτών που κυβερνώνται» (Foucault, 2012: 286-288).

Το δεύτερο κύμα εξέλιξης της νεωτερικής βιοπολιτικής εμφανίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα κατά την εξέλιξη της 2ης βιομηχανικής επανάστασης, με τη κρίση του φιλελεύθερου κράτους και τη στροφή στον κρατικό προστατευτισμό, με αποτέλεσμα μια σειρά έργων να αναπτύσσουν την οργανική, βιταλιστική έννοια του κράτους απέναντι στην περιοριστική φιλελεύθερη, νομικοπολιτική εννοιολόγησή του. Οφείλουμε στον Roberto Esposito τη γενεαλογία αυτού του δεύτερου βιοπολιτικού εξελικτικού κύματος, στο πλαίσιο της ευρύτερης μακρο-ιστορικής «ανοσοποίησης» της νεωτερικής κυριαρχίας απέναντι στη πληθυσμιακή παρέκκλιση και παθολογία (Esposito, 2008). Ξεχωρίζει ο Σουηδός Johan Rudolf Kjellén, ο οποίος εκτιμάται πως εισήγαγε και καθιέρωσε στο πολιτικό λεξιλόγιο τους όρους «βιοπολιτική» και «γεωπολιτική», ενώ ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε τον όρο «εθνικοσοσιαλισμός» αλλά και τον όρο «σπίτι του Λαού» (Folkhemmet), αναφερόμενος στη σουηδική και διεθνή τάση στροφής σε ένα κορπορατιστικό κράτος ταξικής συμφιλίωσης, εθνικής ενσωμάτωσης και ιμπεριαλιστικής επέκτασης στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο όρος «βιοπολιτική» προσδιορίζεται στο βιβλίο του Kjellén για τις Μεγάλες Δυνάμεις (1905) ως εξής: «Αυτή η ένταση που είναι χαρακτηριστική της ίδιας της ζώης…με οδήγησε να ονομάσω αυτό το πεδίο βιοπολιτική, κατ’αναλογία με την επιστήμη της ζωής, δηλαδή, τη βιολογία. Με αυτό κερδίσαμε πολλά, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελληνική λέξη βίος προσδιορίζει όχι μόνο τη φυσική και σωματική ζωή, αλλά ίσως στον ίδιο βαθμό και τη σημαίνουσα πολιτισμική ζωή. Αυτό το όνομα εκφράζει επίσης ότι εκείνη την εξάρτηση της κοινωνίας από τους νόμους της ζωής, η οποία ωθεί, περισσότερο από καθετί, το ίδιο το κράτος στο ρόλο του ρυθμιστή ή του ελάχιστου μεσολαβητή» (όπ.π.: 17). Στο βιβλίο του Kjellén Το Κράτος ως μορφή ζωής (1916) η ιμπεριαλιστική γεωπολιτική απαίτηση της αποικιοποίησης άλλων εδαφών και πληθυσμών συναρθρώνεται με τη βιοπολιτική σύλληψη του κράτους, το οποίο δεν μπορεί να αναχθεί  στη νομικο-πολιτική όψη του, όπως επιτάσσει η φιλελεύθερη ερμηνεία, γιατί είναι μια μορφή συλλογικής ζωής που εμπνέεται από ανθρώπινα ένστικτα και ομαδικές ενορμήσεις, και όχι τεχνητό προϊόν ενός κοινωνικού συμβολαίου. Λίγα χρόνια μετά, ο Jacob von Uexkϋll γράφει το έργο Κρατική βιολογία-Ανατομία, Φυσιολογία και Παθολογία του Κράτους (1920), ενώ ο Morley Roberts δημοσιεύει το έργο του Βιο-πολιτική-Ένα δοκίμιο πάνω στη Φυσιολογία, τη Παθολογία και την Πολιτική του κοινωνικού και ενσώματου οργανισμού (1938). Το κράτος αναγνωρίζεται ως οργανισμός του οποίου τα λειτουργικά, οργανικά μέρη πρέπει να βρίσκονται σε αρμονία. Η βιοπολιτική πρέπει να αναγνωρίζει κάθε μορφή οργανικού κινδύνου που απειλεί τη συνοχή του πολιτικού σώματος, οικοδομώντας μηχανισμούς άμυνας απέναντί του. Η φυσιολογία του κράτους είναι η άλλη όψη της παθολογίας του, καθώς κανένας οργανισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τις ασθένειες και τις παθογένειές του. Από το 1930 περίπου, παράλληλα προς την ηπειρωτική, γερμανοκεντρική εννοιολογική ανάπτυξη της κρατικής βιοπολιτικής, στον αγγλοσαξονικό κόσμο και ειδικά στην Αμερική αναπτύσσεται μια αμερικανική βιοπολιτική με την ανάπτυξη του συμπεριφορισμού, της ηθολογίας και του κοινωνικού δαρβινισμού (όπ.π.: 18-21 και επ.).  Η ηπειρωτική και αγγλοσαξονική βιοπολιτική συντείνουν μεταπολεμικά στην ανάπτυξη της κυβερνητικής των βιολογικών και κοινωνικών συστημάτων ανάδρασης. Ωστόσο, όπως είδαμε, καθ’όλη τη διάρκεια αυτής της ιστορικής περιόδου κυριαρχούν ακόμα τα φυσικοχημικά επιστημολογικά μοντέλα της 2ης βιομηχανικής επανάστασης τόσο στις θετικές επιστήμες όσο και στις κοινωνικές επιστήμες, άρα και στην επιστήμη του Κράτους.

Το τρίτο κύμα ανάπτυξης της νεωτερικής βιοπολιτικής έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του 1930 και στη πρώτη συστηματική πολεμική απέναντι στον κρατικό κοινωνικο-πολιτικό παρεμβατισμό. Στις διαλέξεις του για τη Γέννηση της Βιοπολιτικής, ο Foucault αφηγείται γενεαλογικά την ιστορία ανάδυσης της ώριμης βιοπολιτικής του «νεοφιλελευθερισμού». Διατρέχει δύο γενεαλογίες του νεοφιλελευθερισμού, τη γερμανική (ορντοφιλελευθερισμός) και την αμερικάνικη (αμερικανικός νεοφιλελευθερισμός). Η πρώτη έχει αφετηρία την μεταπολεμική ανοικοδόμηση, που ακολούθησε μια αλυσίδα κοσμοϊστορικών γεγονότων: Δημοκρατία της Βαϊμάρης, κρίση του 1929, ανάπτυξη του ναζισμού, κριτική και ήττα του ναζισμού. Η δεύτερη, έχει αφετηρία τη κριτική στο New Deal και τις πολιτικές του Ρούσβελτ, αλλά και τη κριτική που ασκήθηκε μεταγενέστερα στον κρατικό παρεμβατισμό και τα προγράμματα βοήθειας των Truman, Kennedy, Johnson από τους Hayek, Von Mises, Friedman, κ.α. Μεταξύ των δύο μορφών νεοφιλελευθερισμού, και παρά τις διαφορετικές ιστορικές διαδρομές τους, υπάρχει ως ελάχιστος κοινός παρονομαστής η πολεμική απέναντι στον μείζονα θεωρητικό αντίπαλο, τον Keynes, αλλά και απέναντι σε ό,τι ο Foucault ονομάζει «αντιφιλελεύθερη» οικονομικο-πολιτική σταθερά, με 4 στοιχεία: προστατευμένη οικονομία, σοσιαλισμός του Κράτους, σχεδιασμένη οικονομία, παρεμβατισμός κεϋνσιανού τύπου (Foucault, 2012: 114 και επ.). Όπως είδαμε, μόνο μετά το 1970 και τη βιοπληροφοριακή επανάσταση ωριμάζει η βιοπολιτική επιστήμη και τεχνολογία του καπιταλιστικού Κράτους.

Η βιοπολιτική επιστήμη

Σε ένα από τα τελευταία κείμενα της ζωής του, με τίτλο Ζωή-Εμπειρία και Επιστήμη, που αποτελεί τροποποιημένη εκδοχή μιας εισαγωγής στην αγγλική μετάφραση του Κανονικού και Παθολογικού του Canguilhem, ο Foucault εντάσσει τις σύγχρονες επιστήμες της ζωής στο ρεύμα ενός «νέου διαφωτισμού» που έφεραν κατά κύριο λόγο η ορθολογική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της κρατικής επιστήμης:  «Πολλές διαδικασίες που σημαδεύουν το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έφεραν το ζήτημα του διαφωτισμού πάλι στο κέντρο της ηπειρωτικής προβληματικής. Η πρώτη είναι η σημασία που αποδόθηκε από την επιστημονική και τεχνική ορθολογικότητα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στη διαμόρφωση των πολιτικών αποφάσεων» (Foucault, 1998: 469). O Foucault θεωρεί πως το βιοπληροφοριακό παράδειγμα, στην τομή των επιστημών της ζωής και της πληροφορίας, εισάγει νέες, μη αναγώγιμες διαστάσεις σε σχέση με το πεδίο της φυσικής και της χημείας, καθώς τοποθετεί στο κέντρο της προβληματικής του την ασυνέχεια, τη ρήξη και την αντίσταση, τη ζωή και το θάνατο, την παθολογία και την φυσιολογία, την αναστοχαστικότητα και τη πληροφορία, την ασθένεια και την υγεία, το σφάλμα και την μάθηση (όπ.π.: 470 και επ.).

Για να κατανοήσουμε τη βιοπολιτική επιστήμη, πρέπει να κατανοήσουμε το θεμελιώδες εννοιολογικό πλαίσιο της εξελικτικής βιολογίας. Η θεωρία της εξέλιξης στηρίζεται σε τρεις γενικές αρχές (Godfrey-Smith, 2016:  52):

  1. Αρχή της ποικιλότητας: υπάρχει ποικιλότητα ως προς τους μορφολογικούς, φυσιολογικούς και συμπεριφορικούς χαρακτήρες ανάμεσα στα μέλη ενός πληθυσμού.
  2. Αρχή της κληρονομικότητας: η ποικιλότητα είναι εν μέρει κληρονομίσιμη, ώστε τα άτομα μοιάζουν με τους συγγενείς τους περισσότερο από όσο μοιάζουν με άτομα με τα οποία δεν έχουν συγγένεια.
  3. Αρχή της διαφορικής αρμοστικότητας: διαφορετικές παραλλαγές αφήνουν διαφορετικό αριθμό απογόνων είτε στην αμέσως επόμενη είτε σε απώτερες γενιές.

Αποτέλεσμα των τριών αυτών αρχών είναι η εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής. Η εξελικτική προσαρμογή μπορεί να διακριθεί σε τρία είδη προσαρμογής (όπ.π.: 83-108):

  1. Απλή προσαρμογή στο περιβάλλον.
  2. Ενεργητική προσαρμογή ή κατασκευή του περιβάλλοντος.
  3. Διαφορική προσαρμογή μέσα στο περιβάλλον[3].

Η βιοπολιτική επιστήμη διέπεται από αντίστοιχες αρχές: ο ποικιλόμορφος πληθυσμός και το αβέβαιο περιβάλλον, οι γενεαλογικές σειρές, η εξελικτική προσαρμογή στο περιβάλλον, είναι ορισμένες βασικές συντεταγμένες του γνωστικού αντικειμένου της βιοπολιτικής επιστήμης. Από το θεμελιώδες μέγεθος της βιοπολιτικής επιστήμης, τον πληθυσμό, απορρέουν όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Η βιοπολιτική επιστήμη μελετά τις βασικές προσδιοριστικές παραμέτρους του πληθυσμού, επιχειρώντας τον κρατικό έλεγχο, μέσω των βιοπολιτικών τεχνολογιών, ενός συνόλου διαδικασιών του ανθρώπινου είδους, τη γεννητικότητα, τη θνησιμότητα και τη σεξουαλικότητα, τη νοσηρότητα και τις ποικίλες σωματικές ανικανότητες, την αμοιβαία σχέση του ανθρώπινου είδους με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, κυρίως της πόλης (Foucault, 2002: 301, 309), τη μαζική ψυχολογία και τη μαζική κατανάλωση. Ο πληθυσμός καθορίζει επίσης και το είδος των φαινομένων που εμπίπτουν στο φάσμα της βιοπολιτικής επιστήμης. Πρόκειται για συλλογικά, πληθυσμιακά, μαζικά, πολυπαραγοντικά φαινόμενα που διέπονται τόσο από σχετική τυχαιότητα όσο και από ορισμένες σταθερές και επαναλαμβανόμενα μοτίβα στη διάρκεια του χρόνου (όπ.π.: 301, 302), επομένως η βιοπολιτική επιστήμη βασίζεται σε στατιστικές προβλέψεις και εκτιμήσεις, υποδεικνύοντας συνολικά ρυθμιστικά μέτρα που επιδιώκουν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των παραγόντων και τους ποσοτικοποιημένους δείκτες που καθορίζουν τα γενικά, πληθυσμιακά φαινόμενα.

Η βιοπολιτική τεχνολογία

Η βιοπολιτική επιστήμη του Κράτους θέτει ως γνωστικό της αντικείμενο το πληθυσμό μέσα στο ιστορικό περιβάλλον με στόχο την εξελικτική προσαρμογή της κυρίαρχης εξουσίας στις διακυμάνσεις του, μέσω των βιοπολιτικών τεχνολογιών: «Θα μπορούσαμε να πούμε το εξής: Θα έλεγε κανείς ότι η εξουσία, της οποίας η ιδιότητα, το οργανωτικό σχήμα ήταν η κυριαρχία, αποδείχτηκε αναποτελεσματική όσον αφορά τη διοίκηση μιας κοινωνίας, η οποία είχε ως χαρακτηριστικό της τη δημογραφική έκρηξη αφενός και την εκβιομηχάνιση αφετέρου. Έτσι, από την παλαιά μηχανική της εξουσίας της κυριαρχίας διέφευγαν πάρα πολλά πράγματα, τόσο σε επίπεδο βάσης όσο και κορυφής, τόσο σε επίπεδο λεπτομερειών όσο και σε μαζικό επίπεδο. Η πρώτη προσαρμογή έγινε για να μη διαφύγουν οι λεπτομέρειες: οι μηχανισμοί της εξουσίας προσαρμόστηκαν στο σώμα του ατόμου, με την επιτήρηση και την εκπαίδευση-αυτή ήταν η πειθαρχία. Φυσικά, η συγκεκριμένη προσαρμογή ήταν η ευκολότερη. Γι’αυτό και έγινε πολύ νωρίς-στον 17ο αιώνα και στις αρχές του 18ου αιώνα ήδη-σε τοπικό επίπεδο, με ενστικτώδεις, εμπειρικές, αποσπασματικές μορφές και στο περιορισμένο πεδίο ορισμένων θεσμών όπως το σχολείο, το νοσοκομείο, το στρατόπεδο, το εργαστήριο, κ.λπ. Και στη συνέχεια, στα τέλη του 18ου αιώνα, έχουμε μια δεύτερη προσαρμογή, που αφορά τα συνολικά φαινόμενα, τα φαινόμενα τα σχετικά με τον πληθυσμό, με τις βιολογικές ή βιοκοινωνικές διεργασίες των ανθρώπινων μαζών. Οι προσαρμογές αυτές ήταν πολύ πιο δύσκολες, διότι συνεπάγονταν, φυσικά, ορισμένα πολύπλοκα όργανα συντονισμό και συγκέντρωσης […] Από την άλλη, τα δύο αυτά σύνολα μηχανισμών, πειθαρχικό το ένα και ρυθμιστικό το άλλο, δεν είναι του ίδιου επιπέδου. Ως εκ τούτου, δεν αλληλοαποκλείονται και μπορούν να διαρθρωθούν από κοινού. Μπορούμε να πούμε μάλιστα ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι πειθαρχικοί μηχανισμοί και οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί της εξουσίας, οι μηχανισμοί πειθάρχησης του σώματος και οι μηχανισμοί ρύθμισης των πληθυσμών, διαρθρώνονται από κοινού»  (Foucault, 2002: 306-308).

H στρατηγική της κυρίαρχης εξουσίας απέναντι στα προβλήματα διακυβέρνησης που θέτει το πληθυσμιακό περιβάλλον υλοποιείται σύμφωνα με τουλάχιστον τρία σύνολα βιοπολιτικών τεχνολογιών:

  1. Τεχνολογίες ανοσοποιητικής προσαρμογής στο περιβάλλον.
  2. Τεχνολογίες αναπτυξιακής προσαρμογής του περιβάλλοντος.
  3. Τεχνολογίες ανταγωνιστικής προσαρμογής μέσα στο περιβάλλον.

Το πρώτο σύνολο βιοπολιτικών τεχνολογιών αφορά τους μηχανισμούς άμυνας/ασφάλειας, το δεύτερο σύνολο τους μηχανισμούς ανάπτυξης, και το τρίτο σύνολο τους μηχανισμούς ανταγωνιστικότητας. Άμυνα/ασφάλειαανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα αποτελούν έννοιες βιολογικής καταγωγής που μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο εντός του βιοπληροφοριακού επιστημολογικού πλαισίου του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους.

Επιχειρηματικό κράτος και βιοπολιτική τεχνολογία

Τις τελευταίες δεκαετίες, μια αυξανόμενη βιβλιογραφία περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της ανάδυσης μιας νέας κρατικής μορφής, που διαδέχεται το περίφημο «κοινωνικό κράτος». Ο Νίκος Πουλαντζάς πυροδότησε στους μαρξιστικούς κόλπους τη σχετική κουβέντα, γράφοντας για τον «αυταρχικό κρατισμό» (Πουλαντζάς, 1978: κεφ. 4) που έμοιαζε να αναδύεται στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Από μαρξιστική (Harvey, 2005) ή φουκωϊκή αναλυτική σκοπιά πολύ συχνά διατυπώθηκε η θέση περί «νεοφιλελεύθερου κράτους», ενώ στη θεωρητική γραμμή σκέψης της «σχολής της ρύθμισης» διαμορφώθηκε η έννοια του «μεταφορντικού κράτους» (Bonefeld &  Holloway, 1993). Από καπιταλιστική σκοπιά, η μελέτη του κρατικού παρεμβατισμού στην ανατολική Ασία τις δεκαετίες του 1980 και 1990, γέννησε ως αντίβαρο στις «νεοφιλελεύθερες ερμηνείες» του «ασιατικού θαύματος» της Ιαπωνίας, της Ταιβάν, της Κορέας την έννοια του «αναπτυξιακού κράτους, το οποίο παρεμβαίνει αποφασιστικά στη προώθηση της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας του εθνικού κεφαλαίου (Wade, 1990, Johnson, 1982), ενώ η μετέπειτα ανάπτυξη της Κίνας και της Ινδίας ερμηνεύτηκε συχνά μέσα στο ίδιο εννοιολογικό πλαίσιο. To «κράτος ανταγωνισμού» (Cerny, 1997), το συναφές σουμπετεριανό κράτος (Jessop, 2002) και επιχειρηματικό κράτος (Mazuccato, 2015), σύμφωνα με άλλες αναλύσεις, διαδέχεται το κεϋνσιανό κράτος με την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος συσσώρευσης που βασίζεται στη συνέργεια κρατικού-ιδιωτικού τομέα για την προώθηση της επιχειρηματικότητας, της καινοτομίας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας Κοινός τόπος στη βιβλιογραφία αυτή είναι η αναγνώριση της τομής που αποτελεί το σύγχρονο «μετακεϋνσιανό» κράτος στην ιστορία της καπιταλιστικής κρατικής μορφής.

Ο οικονομικός ιστορικός Angus Maddison (Maddison, 2007) κατέληξε στο συμπέρασμα, αντιπαραβάλλοντας εργασίες των N.D Kondratieff, S.Kuznets, Ernest Mandel .A. Schumpeter κ.α με στατιστικά δεδομένα, ότι σημαντικές αλλαγές στην οικονομική συμπεριφορά του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος καταδεικνύουν 4 διακριτές ιστορικές φάσεις του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος, που ακολούθησαν την περίοδο της «πρωταρχικής συσσώρευσης» του κεφαλαίου: 1820-1913,  1913-1950, 1950-1973, 1973 και επ. Εμείς εκλαμβάνουμε τις περιόδους 1913-1950 και 1950-1973 ως μία κοινή περίοδο, με τη μεσολάβηση των δύο παγκοσμίων πολέμων (1913-1973) και το μετασχηματισμό του ιμπεριαλιστικού κορπορατιστικού κράτους στο μεταπολεμικό «κοινωνικό» κορπορατιστικό κράτος πρόνοιας. Με γνώμονα το γενικό σχήμα μιας ιστορικο-λογικής περιοδολόγησης (Βαζιούλιν, 2013: 299), τα βασικά κύματα εκβιομηχάνισης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και τους βασικούς κοινωνιολογικούς τύπους του καπιταλιστικού έθνους-κράτους, προτείνουμε τον παρακάτω πίνακα περιοδολόγησης:

Λογική ιστορία Περίοδος Παραγωγικές δυνάμεις Καπιταλιστικό έθνος-κράτος Παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό σύστημα
Πρωταρχική εμφάνιση 15-18ος αιώνας Αγροτική παραγωγή, εκχρηματισμός της γεωργίας και «Πρωταρχική Συσσώρευση» Απολυταρχικό Κράτος Εμποροκρατικός καπιταλισμός
1η Διαμόρφωση 1820-1913

(19ος αιώνας)

Εφαρμογές

1ης βιομηχανικής επανάστασης

Φιλελεύθερο Κράτος Φιλελεύθερος καπιταλισμός
2η Διαμόρφωση 1913-1973

(20ος αιώνας)

1913-1945

και

1945-1973

Εφαρμογές

2ης βιομηχανικής επανάστασης

Κορπορατιστικό Κράτος Ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός
Ωριμότητα 1973 και επ

(21ος αιώνας).

Εφαρμογές

3ης βιομηχανικής επανάστασης

Επιχειρηματικό Κράτος Σύγχρονος καπιταλισμός[4]

Η τάση εμπέδωσης ενός νέου καπιταλιστικού έθνους-κράτους στο παγκόσμιο καπιταλιστικό πλαίσιο υποδηλώνεται από τη συμπεριφορά όλων των βασικών οικονομικών δεικτών της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής στις χώρες του ΟΟΣΑ αλλά και εκτός ΟΟΣΑ, με αφετηρία την αναντίρρητη, τόσο για μαρξιστές όσο και για μη μαρξιστές,  πτωτική τάση της δυναμικής του κεφαλαιοκρατικού συστήματος από τη δεκαετία του 1970: κάμψη του ρυθμού της οικονομικής μεγέθυνσης και του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας (IMF, 2015) που συνδέεται στενά με την τεχνολογική υποκατάσταση της ζωντανής εργασίας στον μεταποιητικό-βιομηχανικό τομέα και τη ραγδαία «τριτογενοποίηση» (Nordhaus W.D, 2008, Jorgenson D.W-Timmer M.P, 2011, IMF, 2015) και «χρηματιστικοποίηση» (Λαπαβίτσας, 2014)[5] της παγκόσμιας παραγωγής και κατανάλωσης. Νέας κλίμακας συγκέντρωση/συγκεντροποίηση του κεφαλαίου προς όφελος γιγαντιαίων πολυεθνικών-πολυκλαδικών επιχειρήσεων (Vitali & Glattfelder & Battiston, 2011). Δομικός μετασχηματισμός της κοινωνικο-ταξικής σύνθεσης με τη μείωση του μεριδίου εργασίας στο συνολικό παραγόμενο πλούτο και τη συγκράτηση του ρυθμού αύξησης των μισθών κάτω από τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας (IMF, 2017: 121, 122), με την ελαστικοποίηση και επισφαλειοποίηση των εργασιακών σχέσεων, τη μαζική είσοδο των γυναικών και των μη δυτικών εργαζομένων στο παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας, με τη μείωση της συνδικαλιστικής πυκνότητας και την αύξηση της ανεργίας (Streeck, 2016), με την αύξηση της κοινωνικο-οικονομικής ανισότητας και τη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης στις χώρες της Δύσης (Milanović, 2019). Αναδιάρθρωση της φορολογικής δομής προς όφελος των επιχειρήσεων και σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας, μπλοκάρισμα της φορολογικής ικανότητας του κράτους να αυξάνει τα δημόσια έσοδα λόγω της διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου (Genschel & Seelkopf, 2012). Μεγάλη αύξηση του συνολικού, ιδιωτικού και του δημόσιου χρέους (IMF, 2018), επιχειρηματικοποίηση της κρατικής διοίκησης με τη γενίκευση του νέου δημόσιου management και της συμβίωσης δημοσίου-ιδιωτικού τομέα (Καρκατσούλης, 2004).

Το επιχειρηματικό κράτος αποτελεί τόσο το σύμπτωμα της ιστορικής αλληλεξάρτησης όλων των παραπάνω κρίσιμων παραμέτρων όσο και τη προσπάθεια στρατηγικής απάντησης της κυρίαρχης τάξης στην κοινωνικο-οικονομική κρίση της ταραγμένης περιόδου 1960-1980, όταν οι κοινωνικοί αγώνες στις δυτικές μητροπόλεις, στο «ανατολικό μπλοκ» και στις περιφέρειες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας συνέπεσαν με την εξασθένηση της καπιταλιστικής οικονομικής δυναμικής και τη «πετρελαιακή κρίση» του 1973. Το επιχειρηματικό κράτος ανέπτυξε τη βιοπολιτική επιστήμη και τεχνολογία, απαντώντας στο τριπλό πρόβλημα του κοινωνικο-ταξικού εμφυλίου, της παραγωγικής εκμετάλλευσης και της συνολικής αναπαραγωγής του πληθυσμού με τους τρεις βιοπολιτικούς τεχνολογικούς πυλώνες της άμυνας/ασφάλειας, της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας.

Άμυνα/ασφάλεια

«Πετύχαμε καλύτερο περιβάλλον ασφάλειας και πολύ λιγότερη καταστολή»
Νίκος Τόσκας[6]

Η βιοπολιτική τεχνολογία άμυνας/ασφάλειας του καπιταλιστικού κράτους επιβάλλει ορισμένους κανονιστικούς μηχανισμούς ισορροπίας μεταξύ των διακυμάνσεων των παραμέτρων του πληθυσμού, ορισμένους μηχανισμούς ομοιόστασης και αντιστάθμισης απέναντι στα επιζήμια αποτελέσματα και τους κινδύνους, ορισμένους μηχανισμούς ασφαλείας γύρω από το τυχαίο και αβέβαιο στοιχείο που είναι εγγενές σε κάθε πληθυσμό έμβιων όντων (Foucault, 2002: 302). Στόχος δεν είναι η ατομική εκπαίδευση, πειθάρχηση, εκγύμναση των ατόμων, αλλά η προσέγγιση των ατόμων μέσω συνολικών μηχανισμών που επιφέρουν συνολικές εξισορροπήσεις και ρυθμίσεις των βιολογικών διεργασιών του ανθρώπου ως είδους: «Η εν λόγω τεχνολογία λοιπόν δεν αποσκοπεί στην ατομική εκπαίδευση, αλλά στη συνολική ισορροπία, σε μια οιωνεί ομοιόσταση: στην ασφάλεια του συνόλου ως προς τους εκ των έσω κινδύνους» (όπ.π.: 303, 306). Οι βιοπολιτικοί μηχανισμοί άμυνας/ασφάλειας ακολουθούν λοιπόν τη λογική της ανοσολογικής ομοιοστατικής ρύθμισης ή αλλιώς της προσαρμοστικής ανοσίας: «Το σύστημα παράγει πολλά, διαφορετικά αντισώματα με «τυχαίο τρόπο», και όταν ένα κύτταρο συμβεί να παραγάγει αντισώματα που μπορούν να προσδεθούν σε έναν εισβολέα, τα κύτταρα αυτά ωθούνται να πολλαπλασιαστούν εις βάρος άλλων» (Godfrey-Smith, 2016: 77, 78). Στόχος της προσαρμοστικής ανοσίας είναι η διαλεκτική, κρατική αφομοίωση του αρνητικού ενδεχόμενου, της απειλής, του κινδύνου, μέσω της ελεγχόμενης έκθεσης σε αυτό, της δοκιμής και του λάθους, της αξιολόγησης των προσπαθειών και της αρχειοθέτησης των κρίσιμων πληροφοριών, με αποτέλεσμα την εκ των υστέρων, σταδιακή εκμάθηση των βέλτιστων προληπτικών, και δευτερευόντως κατασταλτικών, μεθόδων αντιμετώπισής της απειλής. Όπως συμβαίνει με το ανοσοποιητικό σύστημα, που διαθέτει γενικούς και ειδικούς μηχανισμούς άμυνας, σύμφωνα με τον Julian Asange υπάρχει μια γενική, στρατηγική επιτήρηση, που αφορά τον καθένα ως δυνητική απειλή και δυνητικό εχθρό, και μια εξειδικεύμενη, στοχευμένη επιτήρηση, που αφορά καθορισμένες απειλές και καθορισμένους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς (Curcio, 2016: 63-64). Τα μεταδεδομένα αποθηκεύονται και διατηρούνται για χρόνια, ώστε να μπορούν να πραγματοποιηθούν εκ των υστέρων έρευνες, ενώ σύνθετοι αλγόριθμοι τα αξιολογούν σχηματίζοντας τα ψυχοκοινωνικά προφίλ των πολιτών.

Σε όλα τα σύγχρονα εγχειρίδια και δόγματα άμυνας/ασφάλειας (defence/security), αντι-εξέγερσης (counter-insurgency), αντι-τρομοκρατίας (counter-terrorism) και υβριδικού πολέμου (hybrid war), από τις Η.Π.Α, την Κίνα και τη Ρωσία μέχρι την Ελλάδα[7], καθώς και στα αντίστοιχα εγχειρίδια των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε αστικό περιβάλλον[8], καθοριστικό ρόλο παίζει η συλλογή, αποθήκευση, αξιολόγηση, αξιοποίηση αλλά και προπαγανδιστική παραγωγή πληροφοριών που αφορούν τον υπό έλεγχο πληθυσμό μέσα σε ένα ιστορικά καθορισμένο, πολύπλοκο και σύνθετο περιβάλλον ζωής. Η διαδικασία αυτή έχει περιγραφεί εύστοχα ως χαρτογράφηση του «ανθρώπινου πεδίου» (Gonzales, 2016), περιλαμβάνει γεωφυσικές, οικονομικές, πολιτισμικές, ψυχολογικές και άλλες παραμέτρους, και έχει το χαρακτήρα είτε πρόληψης των κινδύνων είτε προετοιμασίας του εδάφους κοινωνικής νομιμοποίησης και υψηλής αποτελεσματικότητας των κατασταλτικών κρατικών επιχειρήσεων. Ως ασύμμετρες, υβριδικές, τρομοκρατικές και εθνικές απειλές, μπορούν να στοχοποιηθούν εργατικές απεργίες, πολιτικές ομάδες «προσφυγικές ροές», με αποτέλεσμα την εισαγωγή, κυρίως στο ποινικό δίκαιο, όλο και πιο νομικά αόριστων αντιτρομοκρατικών και άλλων διατάξεων.

Από την Ιταλία μέχρι το Βιετνάμ και από τους Μαύρους Πάνθηρες μέχρι την εξέγερση στο Μεξικό, οι αντιτρομοκρατικές εκστρατείες και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κρατικής αντιμετώπισης του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού  που εκτυλίχθηκαν την περίοδο 1960-1980 βρήκαν την κορύφωσή τους στον εμβληματικό νόμο Patriot Act των Η.Π.Α, μια απάντηση στη τρομοκρατική επίθεση της 11η Σεπτεμβρίου του 2001 που κανονικοποίησε το έκτακτο νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν με παραδειγματικό τρόπο οι πλέον σύγχρονοι μηχανισμοί άμυνας/ασφάλειας. Τo πρόγραμμα Καθολικής Επίγνωσης Πληροφοριών (Total Information Awareness, TIA) ανατέθηκε το 2003 στον στρατηγό John Poindexter και είχε ως στόχο την καλύτερη διεξαγωγή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» με τη δημιουργία του μεγαλύτερου συστήματος παρακολούθησης πληροφοριών στην ιστορία των Η.Π.Α. Το σχέδιο αφορούσε τη συγκέντρωση 40 σελίδων πληροφοριών κατά μέσο όρο για καθέναν από τα 7 δισεκατομμύρια κατοίκους του πλανήτη, με την ανάθεση της επεξεργασίας τους σε μια συστοιχία υπερυπολογιστών. Μολονότι επίσημα το πρόγραμμα αυτό εγκαταλείφθηκε, σύμφωνα με τον ιδρυτή των Wikileaks, Julian Assange, η N.S.A συνεχίζει την υλοποίησή του μέσα από άλλα προγράμματα επιτήρησης, που στηρίζονται στη βαθιά συνεργασία κρατικού και ιδιωτικού τομέα (Ramone, 2017: 60, 135, 139, 140). Η μεγαλύτερη αποκάλυψη του Edward Snowden ήταν ένα μυστικό πρόγραμμα, με την κωδική ονομασία Prism, το οποίο επιτρέπει στην NSA πλήρη πρόσβαση στους εξυπηρετητές των μεγαλύτερων, αμερικανικών εταιρειών του Internet, δηλαδή των AOL, Facebook, Google, Microsoft, Paltalk, Yahoo, Skype και Youtube, ενώ δεν εξαιρούνται από τα στρατιωτικο-επιχειρηματικά ψηφιακά συμπλέγματα ελέγχου πλατφόρμες όπως το Twitter ή το Instagram. Eίναι χαρακτηριστικό πως, σύμφωνα με έγγραφο που δημοσιοποίησε ο Snowden, σε ένα διάστημα το πολύ 30 ημερών, το Μάρτιο του 2013, μια μονάδα της NSA, η Global Access Operations, είχε συλλέξει μεταδεδομένα από τουλάχιστον 124 δισεκατομμύρια τηλεφωνικές κλήσεις και πάνω από 97 δισεκατομμύρια μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (όπ.π.: 65, 67). Αντίστοιχες τεχνικές υπηρεσίες μαζικής επιτήρησης, που κατά κανόνα συνεργάζονται με την NSA, υπάρχουν και σε άλλες χώρες, όπως οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες και το πρόγραμμα Tempora, οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες (BND), οι πρεσβείες των κρατών κ.α. Πρόσφατα έγινε γνωστό το «Περίγραμμα Σχεδιασμού για ένα σύστημα Κοινωνικής Πίστωσης» στην Κίνα, με τη συνεργασία κράτους και ιδιωτικών επιχειρήσεων, το οποίο έχει ως στόχο την μεγαλύτερη εθνική καταγραφή και αξιολόγηση πολιτών και καταναλωτών στην κινεζική ιστορία (Botschan, 2017: κεφ. 7).

Βίντεο, βιομετρικά σκάνερ, δορυφόροι, υπέρυθρες κάμερες, καθημερινές συσκευές, drones, μέχρι και μικροσκοπικά ιπτάμενα έντομα-drones, πλαισιώνουν τους παραπάνω μηχανισμούς άμυνας/ασφάλειας των καπιταλιστικών κρατών και των επιχειρήσεων στους δρόμους, στις πλατείες, μες στις ψυχές μας ίσως. Κάμερες υψηλής ευκρίνειας Gigapan -πάνω από ένα δισεκατομμύριο pixel- επιτρέπουν το βιομετρικό φακέλωμα προσώπων με μία μόνο φωτογραφία σε μαζικό χώρο συγκέντρωσης, κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας ή μιας πολιτικής ομιλίας. Η ραγδαία ανάπτυξη του Internet of Things πολλαπλασιάζει τις συσκευές οι οποίες, μέσω σύνδεσης με το Internet, μπορούν να μας κατασκοπεύουν, όπως οι έξυπνες τηλεοράσεις που μας ακούνε χωρίς να το γνωρίζουμε, για παράδειγμα της εταιρείας ηλεκτρονικών ειδών Visio, του μεγαλύτερου κατασκευαστή έξυπνων τηλεοράσεων που συνδέονται με το Internet (Ramone, 2017: 87). Το 2015, ο ΟΟΣΑ δημοσίευσε μια μελέτη που αποκαλύπτει ότι στις ΗΠΑ υπάρχουν τουλάχιστον 24,9 συνδεδεμένες συσκευές ανά 100 κατοίκους, ενώ όλο και περισσότερες πόλεις εκσυγχρονίζουν τις υπηρεσίες προς τους πολίτες μετατρεπόμενες σε ψηφιακά ολοκληρωμένες και διασυνδεδεμένες Έξυπνες Πόλεις. Οι τεχνικές δυνατότητες των μηχανισμών άμυνας/ασφάλειας είναι πλέον τεράστιες, σε υψηλούς βαθμούς διάδρασης με τον πληθυσμό και το περιβάλλον.

Ανάπτυξη

«Μακροπρόθεσμα, η παραγωγικότητα είναι σχεδόν το παν»
Paul Krugman

Η βιοπολιτική τεχνολογία ανάπτυξης του καπιταλιστικού κράτους στοχεύει στη θετική κινητοποίηση, μεγιστοποίηση και αξιοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων του πληθυσμού. Το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος επενδύει όλο και περισσότερο στην ανάπτυξη του «human capital» ή «ανθρώπινου κεφαλαίου», ως το σύνολο εκείνων των συνηθειών, γνώσεων, προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων που ενσαρκώνονται στην εργασιακή δύναμη και έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή οικονομικής αξίας. Σε μία έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύτηκε το 2015 με τον εύγλωττο τίτλο «Το μέλλον της παραγωγικότητας», αφού διαπιστώνεται τη πανθομολογούμενη γενική μεγα-τάση κάμψης του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο μετά το 1970, ο ΟΟΣΑ κατονομάζει ως τον σημαντικότερο παράγοντα οικονομικής μεγέθυνσης τον MFP-Multi-Factor Productivity, που σημαίνει «πολυπαραγοντική παραγωγικότητα» (OECD, 2015), ενώ συνήθως ο εν λόγω σύνθετος παράγοντας ονομάζεται TTPTotal Factor Productivity. Πρόκειται για εκείνο το πλέγμα κοινωνικο-θεσμικών παραγόντων που διαμορφώνει τη γενική συνθήκη αύξησης της παραγωγικότητας της μισθωτής εργασίας και της εξοικονόμησης του κεφαλαίου, υπολογιζόμενο ως το υπόλειμμα των μετρήσεων των επιμέρους δεικτών παραγωγικότητας, αφορώντας στη πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής μεγέθυνσης. Έτσι ο MFP εκφράζει, ή προϋποθέτει, εκείνο που ο Marx ονόμαζε «πραγματική υπαγωγή στο Κεφάλαιο», την εκμετάλλευση όλων των πλευρών της κοινωνικής ζωής από το μηχανισμό της συσσώρευσης κεφαλαίου. Για την αύξηση του MFP, ο ΟΟΣΑ προτείνει πολιτικές προσανατολισμένες στην «ολοκλήρωση των αγορών», την «τεχνολογική καινοτομία» και την παραγωγή «ανθρώπινου κεφαλαίου».

Η ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου αποτελεί μια βιοπολιτική τεχνολογία του καπιταλιστικού κράτους, γιατί αφορά το σύνολο της βιοψυχικής, νοητικής και κοινωνικής ζωής του ανθρώπινου πληθυσμού, που πρέπει να συντείνει στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, με τη μείωση του κόστους εργασίας, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και τη διαρκή επανακατάρτιση, με στόχο την ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Όλο και περισσότερο ο καπιταλισμός επιχειρεί να παράγει τον ίδιο τον πληθυσμό ως ανθρώπινο κεφάλαιο. Επενδύσεις στην εκπαίδευση ως κατάρτιση και διά βίου μάθηση, επενδύσεις στην υγεία, επενδύσεις στήριξης της οικογενειακής φροντίδας και μέριμνας, το σύνολο αυτό των επενδύσεων μπορεί να αξιολογηθεί με γνώμονα τη διαδικασία αποδοτικής παραγωγής του human capital. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (W.O.F) βαθμολογεί τις χώρες ανάλογα με την ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου τους, θεωρώντας πως το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι ο δυνητικά σημαντικότερος συντελεστής καπιταλιστικής ανάπτυξης (World Economic Forum, 2017).


Η παραγωγή ανθρώπινου κεφαλαίου περνάει μέσα και από τον ρυθμιστικό έλεγχο, τη προτυποποίηση και πληροφοριοποίηση της παραγωγής και της κατανάλωσης. Όσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα της παραγωγικότητας, τηλεκάμερες στους χώρους εργασίας, φορητοί μηχανισμοί και επιχειρηματικά smartphones συνδεδεμένα με υπολογιστές επιτήρησης των εργαζομένων από απόσταση, badges που καταγράφουν μέσω αισθητήρων και μεταδίδουν σε έναν επιχειρηματικό server κάθε λέξη, κάθε μετακίνηση και κάθε κοινωνική αλληλεπίδραση του εργαζομένου, εγκατεστημένα GPS στα μέσα κίνησης, στα παπούτσια, στα κουμπιά των στολών εργασίας, σε ζώνες και σε βραχιόλια, καταγράφουν κάθε μη παραγωγική δραστηριότητα των εργαζομένων που αξιολογείται σε σχέση με τα προκαθορισμένα παραγωγικά standards (Curcio, 2016: 70 και επ.). Όσον αφορά το ζήτημα της κατανάλωσης, όλοι οι μηχανισμοί άμυνας/ασφάλειας που αναφέρθηκαν προηγουμένως μπορούν να αξιοποιηθούν για επιχειρηματικούς σκοπούς, καθώς η δημιουργία εξατομικευμένων ψυχοκοινωνικών προφίλ μέσω σύνθετων αλγόριθμων επιτρέπει τη μεταπώληση και την εμπορική εξαργύρωση των μεταδεδομένων που συλλέγουν οι προληπτικοί μηχανισμοί ελέγχου των μεγάλων ιδιωτικών και κρατικών εταιρειών. Τρεις ερευνητές των πανεπιστημίων του Cambridge και του Stanford, χρησιμοποιώντας έναν ειδικό αλγόριθμο σε δείγμα 88.220 καταναλωτών του Facebook, συμπέραναν πως αρκεί η ανάλυση 10 likes για την ικανοποιητική σκιαγράφηση του προφίλ της προσωπικότητας και η ανάλυση 150 likes για μία γνώση των ατόμων καλύτερη από αυτή που έχουν οι γονείς ή οι συγγενείς τους (όπ.π.: 49). Έτσι μπορεί να προσανατολιστεί η εμπορευματική στρατηγική και η στρατηγική marketing των επιχειρήσεων στα κατάλληλα target groups. Eξάλλου, ήδη τσιπ ταυτοποίησης μέσω ραδιοσυχνοτήτων (RFID) χαρτογραφούν αυτομάτως το καταναλωτικό μας προφίλ σε καθημερινές μας συναλλαγές, όπως συμβαίνει ήδη με τις «κάρτες πόντων» των περισσότερων σουπερμάρκετ και εμπορικών καταστημάτων.

Από τη σκοπιά της ανάπτυξης του ανθρώπινου κεφαλαίου, η κοινωνική πολιτική του καπιταλιστικού κράτους επαναπροσδιορίζεται ριζικά. Για το «κοινωνικό κράτος» του 20ου αιώνα η κοινωνική πολιτική ήταν ασφαλιστικό αντιστάθμισμα των αρνητικών κοινωνικών συνεπειών της ελεύθερης αγοράς, με βασικά όργανα τη συλλογική κατανάλωση κοινωνικών αγαθών (ιατρική, παιδεία, πολιτισμός) και την αναδιανεμητική πολιτική (επιδόματα κ.α), και αποτελούσε το σκοπό της οικονομικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τη λογική του επιχειρηματικού κράτους, η πλέον αποτελεσματική «κοινωνική πολιτική» είναι σήμερα η πολιτική που προωθεί την καπιταλιστική ανάπτυξη, και ειδικά την ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου: «Υπάρχει μόνο μια κοινωνική πολιτική που είναι αληθινή και θεμελιώδης, δηλαδή η οικονομική ανάπτυξη. Η θεμελιώδης μορφή της κοινωνικής πολιτικής δεν μπορεί να είναι κάτι που θα μπορούσε να αντιβαίνει την οικονομική πολιτική και να την αντισταθμίζει: η κοινωνική πολιτική δεν θα έπρεπε να είναι πιο γενναιόδωρη απ’όσο το επιτρέπει η οικονομική ανάπτυξη» (Foucault, 2012: 144). Σε αυτή τη προοπτική, οι επενδύσεις στην υγεία και την παιδεία έχουν αξία μόνο ως επενδύσεις που αυξάνουν την αξία του human capital. Το μόνο που πρέπει να κάνει η κοινωνική πολιτική είναι να αναδιανείμει ένα ποσό, από αυτούς που απολαμβάνουν το μέγιστο της κατανάλωσης (υπερκατανάλωση), προς εκείνους που απολαμβάνουν το ελάχιστο της κατανάλωσης (υποκατανάλωση), ώστε να διαμορφώνεται ένα ελάχιστο δίχτυ κοινωνικής προστασίας (όπ.π.: 143). Ως προς τα βασικά μέσα άσκησης της κοινωνικής πολιτικής, προκρίνεται η λογική της ιδιωτικής ασφάλισης με την παροχή κρατικών διευκολύνσεων αντί της δημόσιας κατανάλωσης κοινωνικών αγαθών, προτείνεται δηλαδή μια ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής πολιτικής. Ακόμη και ο σημαντικότερος μελετητής του «κοινωνικού κράτους» στον 20ο αιώνα, ο Δανός κοινωνιολόγος Gøsta Esping-Andersen, λαμβάνοντας υπόψη τις δημογραφικές και οικονομικές εξελίξεις, κυρίως τη διαμόρφωση μιας οικονομίας υπηρεσιών υψηλής εντάσεως γνώσης και κεφαλαίου, προτείνει τον επαναπροσδιορισμό της «κοινωνικής πρόνοιας» ως «επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο», ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και να βελτιστοποιηθεί η σχέση επενδύσεων και αποδόσεων στους τομείς της υγείας, της παιδείας, ακόμα και στον τομέα της παιδικής φροντίδας, με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας του ανθρώπινου κεφαλαίου (Espring Andersen, 2006: 43-52).

Ανταγωνιστικότητα

«Η αλληλεγγύη και η ανταγωνιστικότητα είναι οι δύο όψεις ενός ευρωπαϊκού νομίσματος»
Angela Merkel

Η βιοπολιτική τεχνολογία της ανταγωνιστικότητας αποτελεί το τρίτο πυλώνα του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους και αφορά τη ρύθμιση των παραμέτρων που αφορούν συνολικά τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικά οργανωμένου πληθυσμού μέσα στο σύγχρονο περιβάλλον. Σύμφωνα με τον Foucault και τις διαλέξεις του για τη Γέννηση της Βιοπολιτικής, ο σύγχρονος καπιταλισμός κινείται από την ανταλλαγή στον ανταγωνισμό ως ουσία της αγοράς, χωρίς να θεωρεί, σύμφωνα με την παραδοσιακή φιλελεύθερη αντίληψη, πως η ανταγωνιστική αγορά προάγεται με την ελάχιστη δράση του κράτους. Αντίθετα, ο σύγχρονος καπιταλισμός, στην αμερικανική και γερμανική «νεοφιλελεύθερη» εκδοχή του, προτάσσει την ενεργητική κρατική παραγωγή των όρων της ανταγωνιστικής αγοράς:  «Ο καθαρός ανταγωνισμός οφείλει να είναι, και δεν μπορεί παρά να είναι μόνο ένας στόχος, ένας στόχος που συνεπώς προϋποθέτει μια ακατάπαυστα ενεργό πολιτική […] η αγορά, ή μάλλον ο καθαρός ανταγωνισμός, που είναι η ίδια η ουσία της αγοράς, μπορεί να εμφανιστεί μόνο αν παραχθεί, και αν παραχθεί από μια ενεργό κυβερνητικότητα, Θα έχουμε, λοιπόν, κάτι σαν μια ολική επικάλυψη των συναρτημένων με τον ανταγωνισμό μηχανισμών της αγοράς και της διακυβερνησιακής πολιτικής» (Foucault, 2012: 122-128, 137).Ο Foucault περιγράφει λοιπόν τη γένεση ενός «θετικού», «παρεμβατικού» ή «κοινωνιολογικού φιλελευθερισμού» (όπ.π.: 132), σύμφωνα με τον οποίο η συγκρότηση ενός περιβάλλοντος καθαρού ανταγωνισμού προϋποθέτει μια κρατική διακυβέρνηση που όχι απλώς δεν αποσύρεται από την ανταγωνιστική αγορά, αλλά παρεμβαίνει ενεργητικά κατασκευάζοντας τις κοινωνικές συνθήκες ύπαρξής της: «Πληθυσμός, τεχνικές, μαθητεία και εκπαίδευση, νομικό καθεστώς, διαθεσιμότητα των γαιών, κλίμα κλπ: όλα αυτά είναι στοιχεία που βλέπετε ότι δεν είναι άμεσα οικονομικά, ότι δεν αφορούν τους ίδιους τους μηχανισμούς της αγοράς, αλλά είναι, για τον Όικεν, οι συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορέσει να λειτουργήσει η γεωργία ως αγορά, η γεωργία μέσα στην αγορά […] πώς να τροποποιήσουμε αυτές τις υλικές, πολιτιστικές, τεχνικές, νομικές βάσεις που υφίστανται στην Ευρώπη; Πώς να τροποποιήσουμε αυτά τα δεδομένα, πώς να τροποποιήσουμε αυτό το πλαίσιο, ώστε να παρέμβει η οικονομία της αγοράς; […] Αυτά για τις ενδεδειγμένες δράσεις, τις συγκυριακές δράσεις και τις καταστατικές δράσεις στο επίπεδο του πλαισίου. Είναι ό,τι αποκαλούν οργάνωση μιας τάξης της αγοράς, μιας τάξης ανταγωνισμού» (όπ.π.: 141).  Αποτέλεσμα αυτής της ενεργητικής κρατικής κατασκευής των όρων ανταγωνιστικότητας, ως Vitalpolitik, βιοπολιτικής που εκτείνεται σε όλο το sozialle Umwelt, στο κοινωνικό περιβάλλον, είναι η γενίκευση, η διάχυση, ο πολλαπλασιασμός της επιχειρηματικής μορφής εντός του κοινωνικού σώματος σε όλα τα πεδία τη ζωής: στην οικογένεια, στην εκπαίδευση, στην εργασία, στο δίκαιο, στον πολιτισμό, στην προσωπική ζωή (Foucault, 2012: 148, 149).

Σε έναν ανάλογο βιοπολιτικό ορισμό της ανταγωνιστικότητας έχει καταλήξει και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF), που θέτει τις βασικές κατευθύνσεις στην αξιολόγηση της ανταγωνιστικότητας των καπιταλιστικών κοινωνιών με γνώμονα τρία ή τέσσερα κλιμακούμενα επιπέδα «ολικών δεικτών ανταγωνιστικότητας» (World Economic Forum, 2015-2016):

  1. Βασικές προϋποθέσεις: Εδώ το WEFπεριλαμβάνει το θεσμικό περιβάλλον, τις βασικές υποδομές, τη  μακροοικονομική σταθερότητα, την υγεία και πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Πρόκειται για τα «βασικά προαπαιτούμενα», καθώς πρόκειται για τις προϋποθέσεις εκείνες τις οποίες καλούνται να αντιμετωπίσουν πρώτα τα καπιταλιστικά κράτη, ήδη από τα πρώιμα στάδια της ανάπτυξής τους. Το θεσμικό περιβάλλον ορίζεται ως το κοινωνικό περιβάλλον των τυπικών και άτυπων κανονιστικών περιορισμών της συμπεριφοράς, που έχει ως αποτέλεσμα τη ρύθμιση των κινήτρων και τη μείωση της αβεβαιότητας των πολιτών, ώστε αυτοί να εμπλέκονται με ασφάλεια στην οικονομική δραστηριότητα. Το περιβάλλον αυτό έχει ως πυλώνες τη θεσμική, νομικοπολιτική και διοικητική εγγύηση της ασφάλειας των προσωπικών ελευθεριών και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, τη διαφάνεια και αποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα, την αμοιβαία εξισορρόπηση και τον έλεγχο των δημόσιων εξουσιών, και, τέλος, μια επιχειρηματική κοινωνική κουλτούρα.
  2. Ενισχυτές αποτελεσματικότητας: εδώ περιλαμβάνονται η ανώτατη εκπαίδευση/κατάρτιση, η «αποτελεσματικότητα», δηλαδή η ελαστικοποίηση και επισφαλειοποίηση, της αγοράς εργασίας, η αποτελεσματικότητα της αγοράς αγαθών, η ανάπτυξη της χρηματοοικονομικής αγοράς, η τεχνολογική ετοιμότητα προς τις νέες μορφές γνωσιοκεντρικής παραγωγής, το μέγεθος της αγοράς.
  3. Καινοτομία και επιχειρηματική ωριμότητα:  εδώ ανήκουν η διεθνώς ανταγωνιστική εξειδίκευση του βιομηχανικού τομέα, η πείρα και η ποιότητα των επιχειρηματικών δικτύων καινοτομίας, η επιχειρηματική κουλτούρα της κυβέρνησης και της κοινωνίας. Οι χώρες που παίρνουν υψηλή βαθμολογία στους τομείς αυτούς είναι οι πλέον καπιταλιστικά ανεπτυγμένες.

Στην έκθεση για τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του 2019, το WEF εκσυγχρονίζει αυτά τα γενικά κριτήρια και διακρίνει τελικά στους εξής πυλώνες ανταγωνιστικότητας (World Economic Report, 2019):

  1. Περιβάλλον (θεσμοί, υποδομές, μακροοικονομική σταθερότητα, προσαρμογή στα πληροφοριακά και επικοινωνιακά συστήματα)
  2. Ανθρώπινο Κεφάλαιο (υγεία και δεξιότητες)
  3. Αγορές (αγορά εμπορευμάτων, αγορά εργασίας, χρηματοπιστωτικό σύστημα, μέγεθος αγοράς)
  4. Οικοσύστημα Καινοτομίας (επιχειρηματική δυναμική, ικανότητα καινοτομίας).

Αντί Επιλόγου

Η εξελικτική αρχή της «επιβίωσης του προσαρμοστικότερου» έμελε να γίνει το βασικό βιοπολιτικό αξίωμα μιας κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας που στον 21ο αιώνα κατασκευάζει η ίδια, περισσότερο από ποτέ, το κοινωνικό-οικονομικό και ψυχολογικό περιβάλλον ζωής των υποτελών. Ακριβώς τη στιγμή που αυτή η κυριαρχία βιοπολιτικά ολοκληρώνεται, πληθυσμιακά διαχέεται και εξατομικευμένα εσωτερικεύεται στα μυαλά και τα σώματα των υποτελών, παράγει πλάι στη βιοπολιτική επιστήμη και τη βιοπολιτική τεχνολογία, μια βιοπολιτική υποκειμενοποίηση. Οι καταπιεσμένοι και οι καταπιεσμένες του 21ου αιώνα θα ζήσουμε σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον όλο και πιο οικονομικά ασφυκτικό, όλο και πιο ψυχοτροπικά ελεγχόμενο, ταυτόχρονα, όμως, όλο και πιο ασταθές από τις κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες και τις πολεμικές συγκρούσεις, όλο και πιο εξαρτημένο από την ίδια μας την ταξική συναίνεση και τη ψυχική υποταγή:

«Πολλοί νέοι απαιτούν, παραδόξως, να τους παρέχονται «κίνητρα», αξιώνουν περιόδους μαθητείας και διαρκή εκπαίδευση· σ’ αυτούς έγκειται να ανακαλύψουν αυτό που πρόκειται να υπηρετήσουν, όπως οι πρόγονοί τους ανακάλυψαν, όχι χωρίς δυσκολία, τις πειθαρχίες. Οι σπείρες ενός ερπετού είναι ακόμα πιο πολύπλοκες από τις τρύπες ενός τυφλοπόντικα» (Deleuze, 2001: 16).

Γιάννης Ευσταθίου

_________________________________

Βιβλιογραφία:

Ελληνόγλωσση

Agamben, G. (2005 ), Homo Sacer-Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, Αθήνα, Scripta.

Bonefeld W., Holloway J. (1993), Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή, Αθήνα, Εξάντας.

Curcio R. (2016), Εικονική αυτοκρατορία-η αποικιοποίηση του φαντασιακού και ο κοινωνικός έλεγχος, Αθήνα, Ελευθεριακή Κουλτούρα.

Deleuze, G. (2001), Κοινωνία του Ελέγχου, Αθήνα, Ελευθεριακή Κουλτούρα.

Esping-Andersen G. (2006), Αναζητώντας την καλή κοινωνία, ακόμα μια φορά; στο Γιατί χρειαζόμαστε ένα νέο κοινωνικό κράτος, Αθήνα, Διόνικος.

Foucault, M. (2012) Η Γέννηση της Βιοπολιτικής-παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1978-1979), Αθήνα, Πλέθρον.

Foucault, M. (2002), Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας, Αθήνα, Ψυχογιός.

Godfrey-Smith P. (2016), Φιλοσοφία της Βιολογίας, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Gonzales J. R. (2016), Αμερικανική αντιεξέγερση-ανθρώπινη επιστήμη και ανθρώπινο πεδίο, Αθήνα, Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα.

Καρκατσούλης Π. (2004), Το Κράτος σε μετάβαση-από τη «διοικητική μεταρρύθμιση» και το «δημόσιο management» στη «διακυβέρνηση», Αθήνα, Σιδέρης.

Λαπαβίτσας Κ. (2014 ), Κέρδος χωρίς παραγωγή- πώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα μας εκμεταλλεύεται όλους, Αθήνα, Τόπος

Mazuccato M. (2015), Το επιχειρηματικό κράτος-ανατρέποντας μύθους, Αθήνα, Κριτική.

Milanović B. (2019), Παγκόσμια Ανισότητα-η οικονομική ανισότητα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Πουλαντζάς Ν. (1991), Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός, Αθήνα, Θεμέλιο.

Ramone I. (2017), Η Αυτοκρατορία της Επιτήρησης, Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

Rifkin J. (2017), H κοινωνία του μηδενικού οριακού κόστους-το διαδίκτυο των πραγμάτων, ο συνεργασιακός κοινόκτητος χώρος και η έκλειψη του καπιταλισμού, Αθήνα, Ενάλιος.

Streeck W. (2016), Κερδίζοντας χρόνο- η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού, Αθήνα, Τόπος.

Vazyoulin A.V (2013), Η λογική της Ιστορίας-ζητήματα θεωρίας και μεθοδολογίας, Αθήνα, ΚΨΜ.

Φιλιππίδης Χ. (2017), Μικροί πόλεμοι σε μεγάλες πόλεις-θεωρίες τεχνολογίες και γεωγραφίες αντιεξέγερσης, Αθήνα, Εκδόσεις των Ξένων.

Χρυσόγονος, Κ. (2012), Γιατί το Σύνταγμα; Ιστορικές προϋποθέσεις του συνταγματισμού, Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης (www.constitutionalism.gr)

Ξενόγλωσση

Botsman R. (2017), Who can you trust-how technology brought us together and why it might drive us apart, New York, Public Affairs.

Cerny P.G. (1997), Paradoxes of the Competition State: The Dynamics of Political Globalization, Government and Opposition, Volume 32, Issue 02, Cambridge University Press.

ESPOSITO R. (2008), Bios-Biopolitics and Philosophy, Minneapolis, University of Minnesota Press.

Foucault Μ. (1998), Life: Exprerience and Science, in Aesthetics, Method and Epistemology-the essential works of Foucault 1854-1984, Vol. 2,, New York, The New York Press.

Foucault Μ. (2009), Security, Territory, Population-Lectures at the Collège de France (1977-1978)UK, Pallgrave Macmillan.

Genschel P. & Seelkopf L. (2012), Did the competition state rise?, Bremen, Jacobs University Bremen.

Harvey D. (2005), A brief history of neoliberalism, Oxford University Press.

Jessop B. (2002) The Future of Capitalist State, Cambridge, Polity.

Johnson C.A. (1982), MITI and the Japanese Miracle: the Growth of Industrial Policy, 1925-1975, Stanford, Calififornia,  Stanford University Press.

Wade R. (1990), Governing the Market: Economic Theory and the Role of Government in Taiwan’s Industrialization. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Άρθρα-Eκθέσεις

IMF. (2015), The New Normal-A Sector-Level Perspective on Growth and Productivity Trends in Advanced Economies (http://www.imf.org/external/pubs/ft/sdn/2015/sdn1503.pdf).

IMF (2017), World Economic Outlook-Gaining Momentum? (https://www.imf.org/en/Publications/WEO/Issues/2017/04/04/world-economic-outlook-april-2017

IMF (2018), Bringing Down High Debt, Vitor Gaspar and Laura Jaramillo (https://blogs.imf.org/2018/04/18/bringing-down-high-debt/)

Jorgenson D.W., Timmer M.P. (2011), Structural Change in Advanced Nations: A New Set of Stylised Facts, Scandinavian Journal of Economics, Vol. 113, Wiley Blackwell.

Κομπρεσέρ-συλλογικό (2012), M.O.U.T. – Στρατιωτικές Επιχειρήσεις σε Αστικοποιημένο Έδαφος: Η στρατιωτικοποίηση της αστυνόμευσης και της καταστολής στις δυτικές μητροπόλεις, Τεύχος 3, περιοδικό Κομπρεσέρ.

Liodakis G. (2010), Totalitarian Capitalism and Bejond, Surrey, Farnham, Ashgate.

Maddison A (2007). Fluctuations in the momentum of growth within the capitalist epoch, Cliometrica, Volume 1, Issue 2, Springer-Verlag.

Nordhaus W.D. (2008), Baumol’s Diseases: A Macroeconomic Perspective, The B.E. Journal of Macroeconomics, vol. 8, De Gruyter.

OECD. (2015), The Future of Productivity (http://www.oecd.org/eco/growth/OECD-2015-The-future-ofproductivity-book.pdf).

Vitali S. & Glattfelder J.B & Battiston S. (2011), The Network of Global Corporate Control (https://www.researchgate.net/publication/51761051_The_Network_of_Global_Corporate_Control)

World Economic Forum (2015-2016), Τhe Global Competitiveness Report (http://reports.weforum.org/global-competitiveness-report-2015-2016/preface/)

World Economic Forum (2017), The Global Human Capital Report (http://www3.weforum.org/docs/WEF_Global_Human_Capital_Report_2017.pdf)

World Economic Forum (2019), The Global Competitiveness Report (http://www3.weforum.org/docs/WEF_TheGlobalCompetitivenessReport2019.pdf)

________________________________

[1] . Η αφήγησή μας εδώ είναι αναγκαστικά σχηματική, απλώς και μόνο εισαγωγική στην εν λόγω προβληματική. Για μια πιο αναλυτική υποστήριξη αυτής της θέσης, βλ. Γιάννης Ευσταθίου, Νίκος Χαραλαμπόπουλος (2016), Επιστημολογία της Κρατικής μορφής-πέρα από την αντιπαράθεση Althusser, Πουλαντζά, εργασία διαθέσιμη στο www.academia.edu.

[2] . Για τον όρο σύνταγμα και την βιολογική έννοια που σηματοδοτεί, βλ. στο Χρυσόγονος, 2012: «Ο όρος «constitution» φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε αρχικά όχι ως ανανοηματοδότηση του λατινικού constitutio, αλλά με την έννοια της κράσης ή διαμόρφωσης του «πολιτικού σώματος» (constitution of the body […] Πιο ευδιάκριτη ακόμα είναι η μεταφορική προέλευση του όρου στο ιδρυτικό σύμφωνο (Plantation Covenant) άγγλων αποίκων στη βόρεια Αμερική το 1620, με την αμοιβαία δέσμευσή τους ότι ενώνονται σε ένα αστικό πολιτικό σώμα και (θα) συντάσσουν δίκαιους και ίσους νόμους για το γενικό συμφέρον της αποικίας».

[3] . Αναπαραγωγική επιτυχία των πιο προσαρμοστικών με τους όρους της φυσικής επιλογής. Εγωισμός και αλτρουισμός, ανταγωνισμός και συνεργασία συνυπάρχουν στην εξέλιξη των ειδών. Επιπλέον, σύγχρονες έρευνες αναδεικνύουν την καθοριστική συμβολή συμβιωτικών σχέσεων στη διαδικασία της εξέλιξης. Ήταν ο Herbert Spencer, και όχι ο Δαρβίνος, που καθιέρωσε τον όρο «επιβίωση του ισχυρότερου» διαβάζοντας το έργο του Δαρβίνου. Ο ίδιος ο Δαρβίνος, ωστόσο, χρησιμοποίησε τον όρο του Spencer στην 5η έκδοση του βιβλίου του για την Καταγωγή των Ειδών που κυκλοφόρησε το 1869, με σκοπό την απόδοση της ιδέας «καλύτερα σχεδιασμένος για το άμεσο, τοπικό περιβάλλον», αποστασιοποιούμενος αργότερα από τη χρήση του (Rifkin, 2017: 125-127).

[4] . Για μια μαρξιστική θεώρηση του σύγχρονου καπιταλισμού ως «ολοκληρωτικού καπιταλισμού», βλ. ενδεικτικά Liodakis, 2010.

[5] . Δεν υιοθετούμε εδώ το σύνολο της ανάλυσης και της ερμηνείας του Κ.Λαπαβίτσα, παρά μόνο στο βαθμό που αναδεικνύει. σύμφωνα με ειδικούς δείκτες. τη χρηματοπιστωτική στροφή του σύγχρονου καπιταλισμού.

[6]. Υποστράτηγος τεθωρακισμένων εν αποστρατεία, υφυπουργός Εθνικής Άμυνας, αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών αρμόδιος για θέματα Προστασίας του Πολίτη. Σε συνέντευξή του στο News247 που δημοσιεύτηκε στις 26 Ιανουαρίου του 2017, αποτιμώντας την τελευταία από τις παραπάνω θητείες του, και απαντώντας σε ερώτημα για τη μεγαλύτερη παρακαταθήκη που μπορεί να αφήσει ένας υπουργός Προστασίας του Πολίτη, απάντησε τα εξής: «Μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που έχει πληγεί από την οικονομική κρίση εδώ και πάνω έξι χρόνια, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ασφάλεια για τους πολίτες, όση μπορεί να υπάρξει και για τα σπίτια τους και για τους χώρους τους και να μην υπάρχει καταστολή υπέρμετρη εκεί που δεν χρειάζεται. Η έως τώρα αντίληψη ήταν μόνο καταστολή και λιγότερη σημασία στην ασφάλεια. Εμείς πετύχαμε καλύτερο περιβάλλον ασφάλειας και πολύ λιγότερη καταστολή».

[7] . Βλ. το κείμενο της Αντιπολεμικής Διεθνιστικής Κίνησης, Γιατί το ελληνικό κράτος πολεμά ήδη (http://diktiospartakos.blogspot.com/2018/03/blog-post_79.html).

[8] . Bλ. ενδεικτικά Φιλιππίδης, 2017, Κομπρεσέρ, 2012.

_________________________________

Πηγή: Ταξικές Μηχανές

Να αντισταθούμε στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση

Να αντισταθούμε στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση

Η Πρώτη Βιομηχανική Καταπίεση μας βρήκε εκτοπισμένους απ’ τα φυσικά εδάφη, εξαναγασμένες να ζούμε σε συνωστισμένες πόλεις και μεγαλουπόλεις, χρησιμεύοντας ως ανθρώπινη τροφή για τον σκοτεινό διαβολόμυλο του καπιταλιστικού κόσμου που έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του, βασίζοντας την ισχύ του στον ατμό.

Η Δεύτερη Βιομηχανική Καταπίεση έφερε τον ηλεκτρισμό στον έλεγχο της Μηχανής. Γεννήθηκαν νέες γενιές, οι οποίες ποτέ δε γεύτηκαν λευτεριά. Οι ζωές τους κι οι αντιλήψεις τους κυριαρχούνταν ολοένα και περισσότερο απ’ τους ρυθμούς της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής.

Η Τρίτη Βιομηχανική Καταπίεση προανήγγειλε τον ερχομό των υπολογιστών και των ρομπότ. Τα ανθρώπινα όντα επρόκειτο πλέον να κομφορμιστούν υπάκουα κάτω απ’ αυτές τις αυτοματοποιημένες νόρμες και λειτουργίες.

Και τώρα, βιώνουμε την απαρχή της Τέταρτης Βιομηχανικής Καταπίεσης, την πλέον αιμοδιψή καταπίεση απ’ όλες τις προηγούμενες…

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θέλει να κατέχει, να ελέγχει και να κερδοφορεί απ’ το οτιδήποτε στον κόσμο.

Το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (Internet of Things) αποσκοπεί να γεννήσει ένα μάτριξ καθολικής συνδεσιμότητας, του οποίου καθίσταται ιδιοκτήτης.

Εσύ, το σπίτι σου, η οικογένειά σου, οι φίλες κι οι φίλοι σου, οι σχέσεις σου και οι δραστηριότητές σου, όλα θα ανήκουν στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση.

Οι τεχνοκράτες της δε σε θεωρούν τίποτα περισσότερο από ‘να ακόμη αναλώσιμο κι εμπορεύσιμο κομμάτι σάρκας, μια μονάδα ανάμεσα σ’ εκατομμύρια άλλες, απλώς έναν ακόμη αριθμό στο τεφτέρι των παγκόσμιων ισορροπιών της εκμετάλλευσης.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θα σε παρακολουθεί παντού και θα γνωρίζει πάντα το πού είσαι, με ποιους και ποιες είσαι, όπως και το τι κάνεις.

Απαιτεί την πλήρη υπακοή σου. Δεν μπορείς να έχεις δικές σου αξίες, ιδανικά ή όνειρα, μόνον τούτα τα οποία εγκρίνονται απ’ το σύστημα

Μια ανυπάκουη μονάδα είναι μια αντιπαραγωγική μονάδα.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θα γνωρίζει πού να σ’ εντοπίσει, αν διανοηθείς έστω και στο ελάχιστο να βαδίσεις εκτός γραμμής. Η προληπτική της αστυνόμευση θα σε χαρακτηρίσει άμεσα ως αντικοινωνικό στοιχείο, παρ’ ολίγον εγκληματία, ή και δήθεν εγκληματία.

Θα ξαμολήσει τα ρομπότ και τα drones της για να σε εξουδετερώσει και να προστατεύσει την ασφαλή λειτουργία του μάτριξ.

Συστήματα ψηφιακής ταυτοποίησης. Στρατιωτικοποιημένο δίκτυο 5G. Νευρο-τεχνολογική εγκεφαλική βελτίωση. Γενετική τροποποίηση.

Η κυβερνοασφάλεια απελευθερώνει!

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση δε θ’ ανεχθεί καμία ανεύθυνη έκφραση ή συμπεριφορά που παρουσιάζεται ως εχθρός της υγείας και της ασφάλειας, του νόμου και της τάξης, της δύναμης και της ευημερίας.

Υποταγή. Συκοφαντία. Σκλαβιά. Όλες και όλοι είμαστε μαζί σ’ αυτό, συμπολίτη!

Greta Thunberg και Jane Goodall

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θέλει να μας κατασπαράξει στα σαγόνια της, δείχνοντάς μας την επερχόμενη καταστροφή, και διακηρύττοντας πως κανείς δεν μπορεί να μας σώσει, πέραν αυτής.

Μας δείχνει τη δυστυχία και τη νοσηρότητα που μας είχαν επιβληθεί απ’ την Πρώτη, τη Δεύτερη και την Τρίτη Βιομηχανική Καταπίεση, και επιμένει πως η “λύση” είναι μια τέταρτη δόση του ίδιου θανατηφόρου βιομηχανικού δηλητηρίου.

Η νοημοσύνη της 4ης Βιομηχανικής Καταπίεσης είναι απολύτως τεχνητή, και οι νεκροί εγκέφαλοι των ρομπότ της δεν μπορούν να μυρίσουν όπως μυρίζουμε εμείς, να νιώσουν όπως νιώθουμε εμείς, να αγαπήσουν όπως αγαπάμε εμείς.

Αγνοεί ψυχρά τη διαχρονική και ζωτική αξία των ανθρώπων, των ζώων, των δέντρων, των φυτών, και ολάκερης της φυσικής πραγματικότητας της οποίας όλα τα προαναφερθέντα αποτελούν μέρος.

Αντ’ αυτού, βλέπει απλώς ακατέργαστο υλικό για το κέρδος της.

Διψά πρωτίστως για δεδομένα, αέναες ροές δεδομένων προς συλλογή, επεξεργασία, πώληση και μετατροπή τους σε πλούτο, ο οποίος εξαγοράζει τον πανιπτικό της έλεγχο.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση ποθεί ν’ αντικαταστήσει οτιδήποτε πραγματικό κι αυθεντικό μ’ ένα αντίγραφο, με μια πραγματικότητα η οποία πιότερο ως επίπλαστη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, παρά απλώς ως ψηφιακή.

Επιπλέον, η διχαλωτή ρομποτική της γλώσσα μάς λέει πως η ψευδής αυτή πραγματικότητα είναι εν τέλει απλώς “ενισχυμένη” και “εμπλουτισμένη”.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θέλει να εξαλείψει τη ζωή όπως τη γνωρίζαμε. Θέλει να μας εμφυτεύσει μικροτσίπ, να μας κλειδαμπαρώσει σε μικροσκοπικά κλουβιά, και να μας ταΐσει εξαναγκαστικά με χημικά υποκατάστατα τροφής με πρόσθετα εύγευστα στοιχεία.

Δε δύναται ν’ ανεχθεί την ιδέα πως ίσως ν’ απολαμβάνουμε κάτι που είναι δωρεάν, όπως το ηλιοβασίλεμα, ο φρέσκος αέρας και η άγρια φύση.

Λαχταρά ένα απόλυτο μονοπώλιο των εμπειριών μας. Αποκομμένες κι αποκομμένοι απ’ τον πραγματικό κόσμο, απ’ την αυθεντικότητα και την ελευθερία, δε θά ‘χουμε άλλην επιλογή πέραν του να αγοράζουμε και να καταναλώνουμε τα δηλητηριώδη, προσεκτικώς κατασκευασμένα υποκατάστατα πραγματικότητας.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση, όπως όλες οι άλλες μορφές καταπίεσης πριν απ’ αυτήν, έχει δομηθεί πάνω στον κατακερματισμό μας, στην καταστροφή των κοινοτήτων μας και στην υπονόμευση της αλληλεγγύης μας.

Η “κοινωνική αποστασιοποίηση” αποτελεί προϋπόθεση για την κατάκτηση της απόλυτης εξουσίας.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση μας θέλει μόνες, online και καλοστοιχισμένους σε μια γραμμή.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση αποστραγγίζει οτιδήποτε ξόμεινε από νόημα, ειδικά τις λέξεις. Λέει “βιώσιμο” όταν εννοεί “δολοφονικό για το περιβάλλον”. Λέει “ανάπτυξη” όταν εννοεί “καταστροφή”. Λέει “βασικός μισθός” όταν εννοεί “σκλαβιά”.

Όταν η 4η Βιομηχανική Καταπίεση κάνει λόγο για “επενδύσεις κοινωνικού αντικτύπου”, στην πραγματικότητα εννοεί πως θέλει να μετατρέψει τα ανθρώπινα όντα σε προσοδοφόρες επενδυτικές ευκαιρίες.

Ανθρώπινο κεφάλαιο. Ανθρώπινο κοπάδι.

Όταν η 4η Βιομηχανική Καταπίεση μιλά για “νέο deal υπέρ της φύσης”, στην πραγματικότητα εννοεί πως θέλει να ιδιωτικοποιήσει σύνολο τον ζώντα κόσμο, ούτως ώστε να κάνει την τάξη των δισεκατομμυριούχων ακόμη πιο πλούσια απ’ όσο είναι ήδη.

Όταν η 4η Βιομηχανική Καταπίεση απαιτεί “βιοασφάλεια”, σημαίνει ασφάλεια για τα δικά της συστήματα ελέγχου ενάντια στην απειλή της βιολογικής πραγματικότητας. Ασφάλεια απ’ τη φύση, απ’ τη ζωή, από εμάς!

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θαρρεί πως είναι τρομερά έξυπνη. Η απαστράπτουσα προπαγάνδα της μας υπόσχεται έξυπνη κίνηση σε μια έξυπνη οικονομία, έξυπνη ζωή και έξυπνη διακυβέρνηση για τους έξυπνους ανθρώπους του αύριο.

Το έξυπνο χρήμα βρίσκεται επίσης στο εγχείρημα της 4ης Βιομηχανικής Καταπίεσης. Έξυπνο χρήμα μέσα σε μια πανέξυπνη συνθήκη. Το έξυπνο είναι το νέο αντικείμενο ψωροπερηφάνιας.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση προσλαμβάνει τεράστιες στρατιές επαγγελματιών ψευτών και αφελών ηλιθίων, προκειμένου να διαχύσει την προπαγάνδα της, και να ουρλιάξει πως διέπραξαν εξύβριση όσες κι όσοι τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν τα τρομολαγνικά τους ψευδολογήματα.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση είναι μια θρησκεία του θανάτου, η οποία ονειρεύεται να εξολοθρεύσει οτιδήποτε φυσικό, οτιδήποτε άγριο, οτιδήποτε ελεύθερο.

Να αντισταθούμε στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση!

Να πολεμήσουμε την 4η Βιομηχανική Καταπίεση!

Πηγή: winteroak

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ιταλία, Λέκκο: Πώς να καταστήσουμε “ορατό” έναν αόρατο εχθρό

ΠΩΣ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΗΣΟΥΜΕ “ΟΡΑΤΟ” ΕΝΑΝ ΑΟΡΑΤΟ ΕΧΘΡΟ

Ιστορικά, η εξουσία βασιζόταν πάντα στην κατασκευή ενός κοινού εχθρού που πρέπει να καταπολεμηθεί, μια ιδέα με την οποία μπολιάζεται ο “λαός”, προκειμένου να συνεχίσει να εκτυλίσσεται η εκμετάλλευση, η υποδούλωση και η τυφλή υπακοή στην εξουσία.

Ο πατριωτισμός αποτελεί απλούστατο παράδειγμα όλων αυτών, όπως επίσης και κάθε είδους εθνικισμός. Και είναι σαφές το γεγονός πως, μπρος σε κάθε πόλεμο, το σύγχρονο Κράτος αισθάνεται την αναγκαιότητα της κατασεκευής της εικόνας ενός εχθρού που πρέπει να καταπολεμηθεί, είτε είναι ο πλούσιος Εβραίος που κυβερνά τον κόσμο, ο επικίνδυνος κομμουνιστής, ένας καπιταλιστικός εχθρός, είτε -το πιο πρόσφατο παράδειγμα- ο φονταμενταλιστής τρομοκράτης. Με άλλα λόγια, ένας κοινός εχθρός γεννά και κοινούς σκοπούς. Μια μορφή ενιαίου μετώπου αναμεταξύ των εκμεταλλευομένων και των εκμεταλλευτών, των κυβερνωμένων και των κυβερνώντων, των καταπιεσμένων και των καταπιεστών.

Ποιος όμως ο πραγματικός σκοπός; Τι δυναμικές εξουσίας υφέρπουν πίσω από μια τέτοια παραποίηση της πραγματικότητας; Αρκεί να στοχαστούμε πάνω στη σημερινή επικαιρότητα: τους Ιταλούς, οι οποίοι στον πόλεμο ενάντια στον COVID 19 βαφτίζονται “ο λαός”. Αντίκρυ σ’ έναν αόρατο κι επικίνδυνο εχθρό, η εξουσία χρειαζόταν απλώς να κατασκευάσει έναν ορατό εχθρό, ούτως ώστε να ωθήσει τους ανθρώπους να βαφτιστούν “ο λαός”, να εμψυχώνουν ο ένας τον άλλον, προωθώντας την ακόμη ευκολότερη παράδοσή τους ψυχή τε και σώματι στην Κυβέρνηση, αντίκρυ σ’ έναν κοινό εχθρό: ΤΗ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΟΥΚΛΑΣ!

Στην πραγματικότητα, απ’ την αρχή αυτής της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, καθεμιά και καθείς έχει βιώσει στο πετσί του τ’ αποτελέσματα μιας ατμόσφαιρας κυνηγιού μαγισσών που έχει εγκαθιδρυθεί έναντι του κόσμου. Επιφυλακτικότητα, πληροφόρηση μέσω φωτογραφιών και βίντεο, ρουφιανιά αναμεταξύ ανθρώπων που βιώνουν την ίδια ασφυκτική συνθήκη, επιθετικότητα, παθητική υπακοή στις εντολές, όλα τούτα έχουν καταστεί πλέον τυπική διαδικασία.

Προκειμένου να θεωρείται κανείς λειτουργικός σύμφωνα με το Κράτος, δε χρειάζεται να συλλογιέται δα και πολύ για τις ευρύτερες αιτίες της εμφάνισης του ιού, όπως η παγκοσμιοποίηση και η έλλειψη επαρκών μηχανισμών ανοσίας, εξαιτίας, επί παραδείγματι, της μόλυνσης και του ανθυγιεινού lifestyle που επιβάλλεται απ’ το παραγωγικό σύστημα · αντιθέτως, χρειάζεται να στρέφει πρωτίστως το βλέμμα του προς έναν κοινό εχθρό ο οποίος δύναται να εντοπιστεί παντού, και θα μπορούσε να είναι ένας άνθρωπος που βαδίζει στον δρόμο, ένας οδοιπόρος, ή οποιαδήποτε κι οποιοσδήποτε δε μένει στη γειτονιά.

Γιατί να σταματήσω και ν’ αναλογιστώ πόσα νοσοκομειακά κρεβάτια έχουν εξαφανιστεί τα τελευταία τριάντα χρόνια; ΕΓΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ ΣΠΙΤΙ!

Γιατί ν’ αντιληφθώ το γεγονός πως μονάχα όσοι έχουν την οικονομική ευχέρεια μπορούν να ζήσουν δίχως μισθό; ΕΓΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ ΣΠΙΤΙ!

Γιατί να χωρέσει στην γκλάβα μου το ότι, ακόμη κι αν αναγκαζόμαστε να μείνουμε σπίτι, υπάρχουν κάποιες και κάποιοι που δεν έχουν καν σπίτι; ΕΓΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ ΣΠΙΤΙ!

Αρκεί να σκεφτούμε λίγο παραπάνω ώστε να κατανοήσουμε πως δεν είναι οι περίπατοι στους δρόμους που οξύνουν τη μετάδοση του ιού, μα όλοι τώρα είναι έτοιμοι να δώσουνε οιονδήποτε δε συμμορφώνεται με τους κανόνες έκτακτης ανάγκης που θεσπίζει η κυβέρνηση. Δεν είναι τόσο σημαντικό να βρούμε τρόπους να μειώσουμε της πιθανότητες μετάδοσης, αυτό που μετρά είναι ν’ αποδεχθούμε άκριτα την εξουσία, φτάνοντας στο σημείο να γινόμαστε ίδιοι με τα σιχάματα τους μπάτσους. Κι όλα αυτά με το πρόσχημα της προστασίας της “δημόσιας υγείας”, αλλά με τι κόστος;

Σε τόσο χαλεπούς καιρούς όπως αυτοί των φυλετικών νόμων (του Μουσολίνι), μέρος του “ιταλικού λαού” αντιμετώπισε τις εξορίες κλείνοντας τα παντζούρια ώστε να μη βλέπει. Αντιθέτως, σήμερα, σε μιαν αντίστοιχη κατάσταση, σχεδόν ολάκερος ο “ιταλικός λαός” ανοίγει τα παντζούρια για να μπανίσει αν υπάρχει κανείς που δεν πάει με τους κανόνες.

Ενδεχομένως, πολλοί εκ των θανάτων προκλήθηκαν όχι απ’ τον ιό, μα απ’ τα ξεκάθαρα ελευθεροκτόνα μέτρα που εφαρμόστηκαν απ’ το Κράτος. Το πραγματικό τίμημα για να μη μολυνθούμε απ’ τον ιό, αν ποθούμε να υποταχθούμε στους επιβεβλημένους νόμους, θα είναι η πλήρης απώλεια των εαυτών μας, της δυνατότητας να κοιταχτούμε στον καθρέφτη, στο όνομα ενός μορφώματος που δήθεν μας εκπροσωπεί, (στο όνομα) του Κράτους.

Εν τέλει, υπάρχει ένας χειρότερος δαίμων απ’ τον Covid, και ο συγκεκριμένος είναι πραγματικά δύσκολο να εξαλειφθεί… άπαξ κι ενστερνιστούμε τα χείριστα στοιχεία της εξουσίας, θα εξακολουθούμε να έχουμε μιαν αξιοβίωτη ζωή;

Αναρχικές – Αναρχικοί

Πηγή: actforfreedom

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Έκδοση-Μετάφραση: Avis de Tempetes – Αλυσοδεμένοι στην Κορόνα

Η παρούσα έκδοση, αποτελεί ουσιαστικά τη μετάφραση στα ελληνικά του κυρίου κειμένου του 27ου τεύχους του αναρχικού εντύπου για τον κοινωνικό πόλεμο, Avis de Tempetes (Προαναγγελία Καταιγίδας), που εκδίδεται σε μηνιαία βάση στη Γαλλία. Το συγκεκριμένο άρθρο ολοκληρώθηκε στις 14 και δημοσιεύθηκε στις 15 Μαρτίου και αναλύει, μεταξύ άλλων, τα έως τότε δεδομένα των κοινωνικών εξελίξεων και της διαχείρισης από πλευράς των κυρίαρχων, της προκύπτουσας κατάστασης με τη εξάπλωση του κορωνοϊού.

Μια μικρή εισαγωγή…

Η παρούσα έκδοση, αποτελεί ουσιαστικά τη μετάφραση στα ελληνικά του κυρίου κειμένου του 27ου τεύχους του αναρχικού εντύπου για τον κοινωνικό πόλεμο, Avis de Tempetes (Προαναγγελία Καταιγίδας), που εκδίδεται σε μηνιαία βάση στη Γαλλία. Το συγκεκριμένο άρθρο ολοκληρώθηκε στις 14 και δημοσιεύθηκε στις 15 Μαρτίου και αναλύει, μεταξύ άλλων, τα έως τότε δεδομένα των κοινωνικών εξελίξεων και της διαχείρισης από πλευράς των κυρίαρχων, της προκύπτουσας κατάστασης με τη εξάπλωση του κορωνοϊού.

Από τότε μέχρι σήμερα που γράφεται αυτή εισαγωγή, αν και έχει μεσολαβήσει ένα φαινομενικά μικρό διάστημα τριών εβδομάδων, οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και αρκετά πρωτόγνωρες. Αν κάτι παρόλα αυτά γίνεται όλο και πιο σαφές, είναι πως οι κυρίαρχοι, σε διεθνές επίπεδο, έχουν αδράξει την ευκαιρία για να επιβάλλουν ένα καθεστώς ολοκληρωτικού ελέγχου, χωρίς υπερβολή, με κάθε μέσο. Εκφοβισμός και μιντιακή τρομοκρατία, απαγόρευση κυκλοφορίας, αστυνομοκρατία και μιλιταριστικά μέτρα, συμβολικός και νοηματικός πόλεμος. Χαρτογράφηση της κίνησης των πληθυσμών μέσω της παρακολούθησης ηλεκτρονικών συσκευών, της περαιτέρω ανάπτυξης του δικτύου καμερών με άμεση διαχείριση από την αστυνομία, της ανάπτυξης ειδικών εφαρμογών καταγραφής ατομικού προφίλ υγείας- κίνησης- κοινωνικής δικτύωσης και άλλα δυστοπικής έμπνευσης μέτρα εφαρμόζονται από τις δημοκρατίες ανά τον κόσμο αυτές τις μέρες.

Κι αν τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά στη δύση, μια αντίστοιχης έκτασης αναδιαμόρφωση του κοινωνικού περιβάλλοντος προς την κατεύθυνση του ελέγχου και της κρατικής κυρίευσης, έγινε με όχημα την απειλή της “τρομοκρατίας”, σήμερα, η νέα κατάσταση έκτακτης ανάγκης, βρίσκει αφορμή επιβολής στην παγκόσμια εξάπλωση ενός ιού. Αυτός ο νέου τύπου αόρατος “εχθρός”, δίνει ένα πολύ πιο διευρυμένο πεδίο εφαρμογής του ελέγχου στην κυριαρχία, απ’ότι άλλοι “εχθροί”. Ο φόβος γίνεται εργαλείο και η “απειλή” πλεόν εξαπλώνεται σε κάθε κοινωνικό χώρο, σε κάθε συνεύρεση, σε κάθε σπίτι…κάθε άτομο αντιμετωπίζεται ως δυνητικός φορέας της κοινωνικής απειλής. Και η πολιτική της εξουσίας έχει το πιο γόνιμο έδαφος για να εφαρμοστεί, όπου εφαρμοζόταν πάντα, κάπου ανάμεσα στο φόβο και τις παροχές.

Τα ερωτήματα που είναι ανοιχτά αυτή τη στιγμή είναι πολλά. Ποιά θα ήταν η κατάσταση τώρα, εάν δεν είχε επιβληθεί αυτό το μοντέλο κοινωνικής ερήμωσης και απόλυτης ιδιώτευσης; Εάν αυτός ο χρόνος απόστασης από τους θεσμούς δέσμευσής του, όπως τα σχολεία, η εργασία, τα πανεπιστήμια κ.ά., έβρισκε τους ανθρώπους σε μία κατάσταση ζωντανής επανοικειοποίησης των χαμένων τους αδέσμευτων στιγμών; Εάν τους έβρισκε σε καταστάσεις που θα είχαν το περιθώριο να συζητήσουν ενεργά, να αμφισβητήσουν και να αναδείξουν την ανικανότητα του κράτους να φροντίσει για τις ζωές τους, τη στιγμή που οι ανάγκες ζωτικής σημασίας, όπως η τροφή και η υγεία, είναι είτε διαμεσολαβημένες από το χρήμα και την κεροφορία των ισχυρών. Δεν θα ήταν τεράστιο το ρίσκο για όσους ενορχηστρώνουν τον κοινωνικό ελεγχο, να αφήσουν τους ανθρώπους να αυτοοργανωθούν και να αλληλοβοηθηθούν εν μέσω αυτής της περιπέτειας, φροντίζοντας ενεργά για τις ζωές και την υγεία τους;

Αντί αυτών, αυτός ο χρόνος κλείστηκε μέσα σε διαμερίσματα φυλακές , η επικοινωνία αποσυνδέεται από την εγγύτητα και την επαφή, διαμεσολαβείται από συσκευές και ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα, η πλήξη, το άγχος και ο φόβος κυριαρχούν. Η τρέχουσα κρατική διαχείριση, είναι πολύ πιθανό να διασφαλίζει το ότι κατά την επιστροφή στην κανονικότητα, το κράτος εν τέλει θα έχει αναδειχθεί σε ρόλο εγγυητή της ζωής για την κοινωνική πλειοψηφία. Ενώ είναι βέβαιο πως τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούνται στο σήμερα, φαινομενικά, για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης του ιού, την επόμενη μέρα, θα χρησιμοποιηθούν ως εγγυημένη μέθοδος για την διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και ομαλότητας, απέναντι σε άλλης φύσης “εχθρούς”. Ήδη τα έκτακτα μέτρα σε πολλές περιπτώσεις παγκοσμίως, σε ότι έχουν να κάνουν με τη επιτήρηση της δημόσιας ζωής, έχουν ένα βάθος χρόνου εφαρμογής πολλών μηνών από τώρα. Οι συνέπειες, άλλωστε, των όσων έκτακτων μέτρων λήφθηκαν, βιώνονται ήδη και θα βιωθούν ακόμη πιο έντονα, από τους καταπιεσμένους, με την περαιτέρω οικονομική αφαίμαξη να καραδοκεί. Αυτό το γνωρίζουμε πολύ καλά και εμείς αλλά και οι τεχνοκράτες της εξουσίας. Με αυτό κατά νου, δεν πρέπει να περιμένουμε πως μπροστά στις όποιες αντιδράσεις θα βρεθούν απροετοίμαστοι.

Ασκήσεις λοιπόν απόλυτου ελέγχου και επιβολής από τα κράτη, ασκήσεις νέων όρων κερδοφορίας από το κεφάλαιο… Κι εμείς; Τι κάνουμε όσοι ονειρευόμαστε την καταστροφή του κόσμου της διαμεσολάβησης, της εκμετάλλευσης και της υποταγής; Ο ίδιος ο τρόπος που έχουμε μάθει να κινούμαστε, οι όροι συνάντησής μας, επικοινωνίας και οργάνωσης, η ευελιξία και η φαντασία στις παρεμβάσεις και τις επιθέσεις μας, οι δυνατότητες μας και οι δομές για αντιπληροφόρηση και διάχυση του ανατρεπτικού λόγου, τα εγχειρήματα συμμετοχικής και αμφίδρομης αλληλεγγύης, δοκιμάζονται σε πολύ σημαντικό βαθμό μέσα στην επιβολή του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, συναντώντας τα όριά τους, τόσο οργανωτικά, όσο και περιεχομενικά. Δοκιμάζεται η οπτική μας, η ικανότητα μας να αναλύσουμε την κατάσταση που βιώνουμε, μακριά από τα φίλτρα της κυριαρχίας. Στην κατεύθυνση του εμπλουτισμού και της όξυνσης αυτών λοιπόν, πήραμε την πρωτοβουλία να μεταφράσουμε και να δημοσιεύσουμε το παρακάτω κείμενο, θέλοντας να συμβάλουμε συγχρόνως στην επικοινωνία και την ανταλλαγή σκεπτικών πέραν των συνόρων. Διότι παρατηρώντας την ελληνική περίπτωση, μπορεί κανείς να πει πως η έως τώρα κινητοποίηση των συλλογικοποιήσεων και πρωτοβουλιών του αναρχικού χώρου, επικεντρώνεται ως επί τω πλείστον στην παροχή αλληλέγγυας βοήθειας. Οι όροι με τους οποίους αυτό γίνεται χωράνε πολλή συζήτηση και προβληματισμό, παρόλα αυτα δεν θα αποτελέσει αντικείμενο αυτής της σύντομης εισαγωγής. Θεωρούμε ωστόσο πως με τη δημοσίευση του μεταφρασμένου κειμένου, φωτίζεται η επιθετική προοπτική, αναπόσπαστο κομμάτι της συνολικότητας του αναρχικού αγώνα, που τις μέρες αυτές εκλείπει.

Το αν εν τέλει, η υπάρχουσα κατάσταση, θα λύσει τα χέρια της εξουσίας ανά τον κόσμο για περαιτέρω επικράτηση και κερδοφορία, ή αν θα αποβεί επιβλαβής και θα ανοίξει δυνατότηττες αμφισβήτησης και εξέγερσης, θα φανεί σύντομα. Σε αυτό το διάστημα ας μην παραμείνουμε θεατές…

10 Απρίλη 2020

Σημειώσεις επί της μετάφρασης:
Οι υπότιτλοι των κεφαλαίων έχουν δοθεί από εμάς, για να διευκολύνουν την ανάγνωση. Σε ορισμένα σημεία του κειμένου, χρειάστηκε να γίνει ελεύθερη μετάφραση, χωρίς να αλλοιωθεί ωστόσο το περιεχόμενο. Τα πρωτότυπο κείμενο μπορούν να βρεθούν ηλεκτρονικά στον ακόλουθο σύνδεσμο.
https://avisdetempetes.noblogs.org/files/2020/03/Avisdetempetes27.pdf

ΑΛΥΣΣΟΔΕΜΕΝΟΙ στην ΚΟΡΟΝΑ

“Δεν υπάρχουν βοσκοί χωρίς πρόβατα”

“Η τυραννία, η πιο επικίνδυνη, δεν είναι αυτή που παίρνει τη μορφή της αυθαιρεσίας, αλλά αυτή που μας έρχεται καλυμμένη πίσω από τη μάσκα της νομιμότητας”
Α. Λιμπερτάδ, 1907

Μία από τις πρώτες σκέψεις που μας έρχεται στο μυαλό, με την επιδημία του κορωνοϊού, που εξαπλώνεται παγκόσμια και με τα μέτρα που ακολουθούν (το ένα μετά το άλλο), από την Κίνα μέχρι την Ιταλία είναι να αναρωτιόμαστε ποιός ανάμεσα στην “κότα” της εξουσίας και στο “αυγό” της υποταγής κάνει τη μεγαλύτερη ζημιά. Βρισκόμαστε μπροστά σε μία απότομη κρατική επιτάχυνση ελέγχων, απαγορεύσεων, κλείσιμο των επιχειρήσεων, καταστημάτων, δημοσίων υπηρεσιών, στρατιωτικοποίησης, διαταγών, μιντιακών βομβαρδισμών, ‘κόκκινων ζωνών”, επιτάξεων, απόμονώσεων, όπως επίσης και νεκρών, νοσούντων και αυξανόμενης φτώχειας (πράγμα τυπικό σε κάθε κατάσταση πολέμου ή καταστροφών) που, σίγουρα, δεν πέφτει από τον ουρανό. Αυτή η κρατική διαχείριση ανθεί αφενός μεν πάνω σε ένα καλά προετοιμασμένο έδαφος εξαιτίας των συνεχών παραιτήσεων των “υπηκόων” από κάθε δικαίωμα τυπικής ελευθερίας στο όνομα μιας ασφάλειας – αυταπάτης. Αυτή η κρατική διαχείριση βασίζεται επίσης στη γενικευμένη παράδοση της κοινωνίας και ανάθεσης στο κράτος κάθε πλευράς της ζωής της, αλλά και στην απώλεια της αυτόνομης ικανότητας των ατόμων να σκεφτούν έναν άλλον κόσμο, εντελώς διαφορετικό από αυτόν που βιώνουν καθημερινά.

Όπως το έλεγε ένας αναρχικός, εδώ και δύο αιώνες, το να κυβερνιέσαι σημαίνει “να είσαι κρατούμενος, να επιτηρείσαι να κατασκόπευεσαι, να προσηλυτίζεσαι, να ελέγχεσαι, να εκτιμάσαι, να λογόκρινεσαι, να κουμαντάρεσαι”. Και όλα αυτά με το πρόσχημα της “δημόσιας ωφέλειας” και στο όνομα του “γενικού συμφέροντος”.

Όμως Τίποτα δεν αλλάζει αν η δικτατορία ασκείται από ένα άτομο, από μία μικρή ομάδα ή από την πλειοψηφία. Τίποτα δεν αλλάζει αν παρακινείται από βίτσιο ή από “αγνές προθέσεις”. Τίποτα δεν αλλάζει αν γίνεται σε καιρό επιδημιών τεχνολογικής προέλευσης ή, πιο απλά, σε περίοδο κοινής γρίπης.

Όποιες και αν είναι οι δικαιολογίες προφύλάξης που επικαλείται η κυβέρνηση, όποια και αν είναι τα προσχήματα ασφαλείας πάνω στα οποία βασίζεται κάθε κυβέρνηση, όλες οι κυβερνήσεις είναι από τη φύση τους εχθροί της ελευθερίας και, βέβαια, η παρούσα συγκυρία κάθε άλλο παρά μας διαψεύδει. Σε αυτές τις προφανείς διαπιστώσεις που εκστασιάζουν τους θαυμαστές της εξουσίας “από τα πάνω” και όσους “από τα κάτω” ανοιγοκλείνοντας τα ματοτσίνορα, την ονειρεύονται, εμείς λέμε ότι δεν υπάρχουν βοσκοί χωρίς πρόβατα.

Εάν λοιπόν η ύπαρξη μίας κεντρικής εξουσίας, με τη μορφή Κράτους επιτρέπει την ξαφνική επιτήρηση στο σπίτι ολόκληρων τμημάτων του πληθυσμού, σε μία κλίμακα που δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε, αυτό οφείλεται στην ηθελημένη υποταγή των “υπηκόων” που έχει προετοιμαστεί, που έχει εμπεδωθεί και που, συνεχώς, ανανεώνεται από την εξουσία. Κι αυτή η κατάσταση της κοινωνίας κάνει αυτά τα μέτρα δυνατά και, ιδίως, αποτελεσματικά.

Χθες λοιπόν, στο όνομα του πολέμου, ή της “τρομοκρατίας”, σήμερα στο όνομα μιας επιδημίας, αύριο στο όνομα μιας οποιασδήποτε πυρηνικής οικολογικής καταστροφής.

Η αναγκαιότητα του επείγοντος, αλλά και ο φόβος, είναι οι δύο βασικοί συμβουλάτορες των “υπηκόων” που αδειασμένοι από κάθε δικό τους εσωτερικό κόσμο, θα βρουν, αντανακλαστικά, καταφύγιο στο μόνο πράγμα που γνωρίζουν : στα μπράτσα – αγκαλιά του Πατέρα Κράτους και κάτω από τα φουστάνια της Μητέρας Επιστήμης. Αυτή η κατάσταση προέκυψε από δύο παράγοντες. Αφενός από την καθημερινή δουλειά αρκετών δεκαετιών που είχε σκοπό τη συντριβή όσων εναντιονόντουσαν στην κυρίαρχη τάξη (στα πεδία της μισθωτής εργασίας, του σχολείου, της οικογένειας, της θρησκείας, της πατρίδας, του φύλου), μετά την τελευταία έφοδο στον ουρανό της δεκαετίας του 70. Αφετέρου με την ίδια δουλειά που γινόταν από το σύνολο των εξουσιαστών και των ρεφορμιστών που δεν σταμάτησαν ποτέ να θέλουν να μετασχηματίσουν τα άτομα σε αγέλη, οδηγώντας τα, την ίδια στιγμή, σ’ έναν κόσμο που συνδυάζει ατομικισμό και συναίσθηση αγέλης.

Ασκήσεις εθελούσιας δουλείας

“Για το άτομο δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα που να απορρέει από τη λογική για να θεωρείται πολίτης. Αντίθετα. Το κράτος είναι η κακοδαιμονία του ατόμου. Πρέπει το κράτος να εξαφανιστεί. Αυτή είναι η επανάσταση που θέλω να κάνω. Να καταστρέψουμε την ιδέα του Κράτους. Να κάνουμε την ελεύθερη βούληση και τις (μεταξύ μας) συγγένειες το μοναδικό δεσμό κάθε συνεταιρισμού. Κι εκεί θα είναι ο σπόρος μιας ελευθερίας που θα έχει μία εγκυμοσύνη” Χ.Ίψεν 1871

Μία δεκαετία μετά από αυτήν τη δήλωση που υπήρχε σε γράμμα σταλμένο σε έναν κριτικό λογοτεχνίας, ο νορβηγός δραματουργός Χένρικ Ίψεν (που ήταν εισοδηματίας) έγραψε ένα θεατρικό έργο που θα άναβε τα αίματα μερικών αναρχικών. Ήταν το “Ένας εχθρός του λαού”. Η ιστορία ξετυλίγεται σε ένα χωριό όπου τα νερά μολύνθηκαν από ένα θανατηφόρο βακτήριο, προκαλώντας την αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο αδέλφια: στον γιατρό και στο νομάρχη, που είχαν από κοινού, ιδρύσει το υδροθεραπευτήριο του χωριού. Θά’ πρεπε ή όχι να διακινδυνεύσουν τη λαμπρή σταδιοδρομία τους εκτελώντας έργα στο υδραυλικό σύστημα του χωριού; Θα έπρεπε να ειδοποιήσουν τους κατοίκους για τον κίνδυνο; Kαι τι έγινε; Ο γιατρός ενώ είχε, ήδη, σχεδόν πείσει τους κατοίκους να παρθούν μέτρα, διαπιστώνει ότι αυτοί αλλάζουν στρατόπεδο, “τα γυρίζουν” και εναντιώνονται σε αυτόν, κάτω από την πίεση των προυχόντων και μιας τοπικής εφημερίδας. Στο τέλος μένει μόνος ενάντια σε όλους. Αλλά μην βιαζόμαστε να βγάλουμε συμπεράσματα. Σε αυτό το έργο ο Ίψεν δεν σχεδιάζει να λιβανίσει την αλήθεια της επιστήμης απέναντι στον σκοταδισμό ή στην αγορά (*). Αντίθετα επεδίωκε να καταγγείλει την τυραννία της “συμπαγούς πλειοψηφίας”, αυτής της ευμετάβλητης μάζας που ταλαντεύεται ανάλογα με τα συμφέροντα των ισχυρών.

Πέρασε πάνω από ένας αιώνας μετά την επιτυχία αυτού του θεατρικού έργου, που φαίνεται να έρχεται από άλλον πλανήτη, για να δείξει, από τότε, ξεκάθαρα όλη τη φρίκη που ήταν δυνατόν να επιφέρει ο γάμος ανάμεσα στη λογική του Κράτους και την Επιστήμη της λογικής: μαζικές βιομηχανικές, στρατιωτικές και πυρηνικές σφαγές μέσα και έξω από τα σύνορα, ως τη μόνιμη δηλητηρίαση του πλανήτη. Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο όπου τα ανθρώπινα όντα βομβαρδίζονται ασταμάτητα από τεχνο-βιομηχανικές αναδιαρθρώσεις, αλλαγές, “καινοτομίες” που αλλάζουν καθημερινά τον κόσμο γύρω τους, τι απομένει στους “υπηκόους” όταν τους έρχεται ξαφνικά κατακέφαλα ο “άγνωστος x” ενός νέου φονικού ιού; Να αποδεχθούν “επιστημονικές” στατιστικές που τους διαβεβαιώνουν (σαν αυθεντίες) ότι αν το 70% του νέου πληθυσμού πληγεί από τον ιό, μόνο το 15% θα νοσήσει λίγο ή πολύ, και το 2% θα πεθάνει ανάλογα με την ηλικία και το ιατρικό ιστορικό του και στη συνέχεια, να τις καταπιούν στωϊκά; Να ακολουθήσουν, ως συνήθως, τις διαταγές της εξουσίας, που ελέγχει, ήδη, την επιβίωση τους από τη γέννηση μέχρι το θάνατο, περιμένοντας να λυθεί το ζήτημα της πανδημίας, όπως εκείνο του κλίματος, από τους ίδιους διαχειριστές του συστήματος που το έχει δημιουργήσει; Να αναρωτηθούν ανάμεσα στο δίπολο να ζεις ή να επιβιώνεις; Να αναρωτηθούν για το πόσο τους μένει να ζήσουν μέχρι να πεθάνουν; Να αναρωτηθούν ποια ποιότητα ζωής τους περιμένει, χωρίς καν να ξέρουν τη διάρκεια της; Για μία ποιότητα ζωής που είναι διαχωρισμένη από κάθε επιθυμία ελευθερίας, και πάντα έτοιμη να υποκύψει σε έναν εθελούσιο εγκλεισμό, μετά από ένα νεύμα του αφέντη;

Διότι έτσι δεν έγινε με τα 60 εκατομμύρια Ιταλών στις 9 Μάρτη, που, από τη μία μέρα στην άλλη, παραιτήθηκαν από κάθε κριτικό πνεύμα, αποδεχόμενοι το “μένουμε σπίτι” που αποφασίστηκε από το κράτος για τουλάχιστον 4 βδομάδες αφού, βέβαια, προηγουμένως είχε δοκιμαστεί πρακτικά η εγκαθίδρυση μιας τεράστιας “κόκκινης ζώνης” στο Βορρά, κόβοντας τη χώρα στα δύο; Την ώρα που γράφουμε αυτό το κείμενο, μέτρα αυστηρής καραντίνας, σε τόσο μεγάλη κλίμακα, εφαρμόζονται στην Ισπανία (47 εκατομμύρια κάτοικοι), ενώ η Πορτογαλία, Ρουμανία, Σερβία και Η.Π.Α κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης με ότι αυτό σημαίνει με όρους εξαναγκασμού απέναντι στους ανεύθυνους που θα τολμούσαν να παραβούν αυτόν τον εγκλεισμό. Ένας εγκλεισμός που πραγματοποιείται με “πάσο κυκλοφορίας” και που σχηματοποιείται στο τρίπτυχο : σπίτι-δουλειά-σούπερμαρκετ. Και προχωράμε με μια εικόνα από το μέλλον που είναι, ήδη, εδώ : στην Ισπανία στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και στους δρόμους των μεγάλων πόλεων ο στρατός (η στρατιωτική αστυνομία και τα μέλη της Στρατιωτικής Μονάδας Επείγουσας Ανάγκης-UME) περιπολεί εξοπλισμένος με drones.

Το ίδιο συμβαίνει στην Ιταλία με τους 7000 στρατιωτικούς, που δεν αποσύρθηκαν ποτέ μετά την επιχείρηση “Ασφαλείς Δρόμοι” (Strade sicure) το 2008, που βρίσκονται σε υψηλή ετοιμότητα επειδή προβλέπονται ταραχές στο Νότο, όταν η επιδημία φτάσει μέχρι εκεί. Κάθε χώρα, βέβαια, μπορεί να ισχυρίζεται ότι διατηρεί προς το παρόν τις μικρές ιδιαιτερότητες της σε επίπεδο αδειών για “μη βασικά” καταστήματα για να προβάλλει το δημοκρατικό πρόσωπό της : περίπτερα και αρωματοπωλεία στην Ιταλία, κάβες ποτών και ξενοδοχεία στη Γαλλία, υπαίθριες αγορές και κομμωτήρια στο Βέλγιο. Αυτή όμως η κατάσταση δεν θα διαρκέσει για πολύ καιρό.

Είμαστε, λοιπόν, μάρτυρες ενός κινήματος εθνικής ενότητας που αγγίζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής και επιβίωσης γύρω από ένα σύστημα που του έχει δοθεί “λευκή επιταγή”, σε μία απίστευτη κλίμακα για χώρες του δυτικού κόσμου μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Πρόκειται για μία άσκηση εθελούσιας σκλαβιάς που προετοιμάστηκε πολύ καλά και μπήκε σε πρακτική εφαρμογή από τις εξουσίες όλα αυτά τα χρόνια με τις διάφορες καταστάσεις “έκτακτης ανάγκης”, όπως ο “αγώνας ενάντια στην τρομοκρατία” και οι “φυσικές καταστροφές”. Ποτέ, όμως, με τόσο μεγάλη διάρκεια και τέτοια ένταση. Και κανείς δεν αμφισβητεί ότι αυτή η άσκηση μπορεί να διαρκέσει πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό που ανακοινώθηκε, ανοίγοντας την πόρτα σε καινούργιες καταστάσεις που είναι, ακόμα, δύσκολο να προβλεφθούν.
(*) Yπενθυμίζουμε ότι την ίδια χρονιά, το 1882, εκδόθηκε στα γαλλικά η κριτική του Mπακούνιν, μετά το θάνατό του, με θέμα “η εξέγερση της ζωής ενάντια στην επιστήμη”.

Οι εξεγέρσεις μπορούν να έρθουν από εκεί που δεν το περιμένεις

“Ο αέρας είναι ακίνητος. Πόσο τα πουλιά και οι πηγές είναι μακριά! Δεν μπορεί παρά να είναι το τέλος του κόσμου, προχωρώντας” Α.Ρεμπώ

Απέναντι σε αυτό που η αγέλη ξέρει καλά να κάνει, δηλαδή να ακολουθεί τις προσταγές, υπάρχουν ακόμα άτομα που δεν υπακούν τόσο εύκολα, για διάφορους λόγους, άλλοι που θα προσπαθήσουν, σίγουρα, να βρουν παραθυράκια στα μέτρα εγκλεισμού αφού περάσει το πρώτο στάδιο αμηχανίας, αλλά υπάρχουν, επίσης, και άλλες ψυχές που σκοπεύουν να συνεχίσουν να υποσκάπτουν το οικοδόμημα της κυριαρχίας και να εκμεταλλευτούν ευκαιρίες για δράση, που παρουσιάζονται από την έκτακτη αυτή κατάσταση.

Πράγματι, γιατί ο ιός της εξουσίας δεν θα χρησιμοποιούσε το φόβο, όπως πάντα το έκανε, μεγεθύνοντας τον ή δημιουργώντας τον, όχι μόνο για να εντείνει τον έλεγχο στα σώματα και στα μυαλά, αλλά, ιδίως, για να δυναμώσει το δηλητήριο της υποταγής απέναντι σε κάποιο απρόβλεπτο γεγονός που μπορεί να ανακατέψει τα χαρτιά και να ξεφύγει από κάθε έλεγχο;

Παραδείγματος χάριν, σε περίπτωση πολέμου, το πιο καθησυχαστικό για κάθε εξουσία είναι να γνωρίζει ότι γύρω της συσπειρώνεται μεγάλο μέρος πληθυσμού. Τι θα συνέβαινε όμως, αν χάσει στον πόλεμο ή είναι ανίκανη να τον διεξάγει; Σ’ αυτήν την περίπτωση η αρχική δυσαρέσκεια, όχι, βέβαια, αντίθεσης στο σύστημα, αλλά διαμαρτυρίας, εξαιτίας κακής διαχείρισης των πραγμάτων ή μεγάλων αυξήσεων τιμών στα προϊόντα διαβίωσης, θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένη αμφισβήτηση του συστήματος. Αυτή η ιστορική πραγματικότητα αποτυπώθηκε μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο στις ηττημένες αυτοκρατορίες (Γερμανία, Ρωσία, Ουγγαρία). Θα μας απαντήσουν, βέβαια, ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε κι ότι την εποχή εκείνη υπήρχε ένα όραμα για αντικατάσταση του υπάρχοντος συστήματος. Αυτό, όμως, δεν αποκλείει την περίπτωση ενός σύγχρονου Κράτους της δύσης να χάσει τον έλεγχο της κατάστασης λόγω γενικευμένου κοινωνικού πανικού επιβίωσης ή ενός λαϊκού θυμού λόγω των υψηλών ποσοστών θνησιμότητας από τον ιό (που είναι αποτέλεσμα ενός υγειονομικού συστήματος που αυτό διέλυσε), ή, τέλος από έναν ιό που έθεσε εκτός λειτουργίας, έστω και προσωρινά, το 20%-30% των επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Αυτή η κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες εξεγέρσεων σε μερικές περιοχές ή σε κατηγορίες του πληθυσμού, που μπορούν να είναι ακόμα πιο σημαντικά εξαιτίας της “εύθραυστης” και ίσως μισο-διαλυμένης οικονομίας.

Είτε σε περίοδο κοινωνικής νηνεμίας, είτε σε περίοδο κρίσης, δεχόμαστε ένα μπαράζ παραπληροφόρησης από την κυβέρνηση και τα καθεστωτικά μέσα που παρουσιάζουν τα πάντα σύμφωνα με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Οι εφημερίδες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι, όμως, η αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο ρόλος τους είναι να μην αναφέρονται στους καθημερινούς κοινωνικούς ανταγωνισμούς ή όταν αναφέρονται σε αυτούς είναι για να παραμορφώσουν το περιεχόμενο του ή για να υπερπροβάλουν κάποιες συλλήψεις. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε μόνο στην αρχή μιας καινούργιας περιόδου που μπορεί να διαρκέσει για μήνες, χωρίς να έχει μια γραμμική τροχιά, ένα από τα πρώτα σήματα εξέγερσης ήρθε από τις ιταλικές φυλακές. Και με τι τρόπο!

Μετά τα μέτρα που πάρθηκαν από το ιταλικό κράτος ενάντια στην εξάπλωση του κοροναϊού και που αφορούσαν επίσης τις φυλακές (απαγόρευση επισκέψεων, κατάργηση μισο-ελευθεριών κι εσωτερικών δραστηριοτήτων), οι πρώτες στάσεις ξέσπασαν στις 7 Μάρτη και αγκάλιασαν καμιά 30αριά φυλακές στο βορρά και στο νότο σε διάστημα 3 ημερών. Εξεγέρθηκαν τουλάχιστον 6.000 φυλακισμένοι, παίρνοντας ομήρους δεσμοφύλακες, ανοίγοντας τα κελιά και διαλύοντας πτέρυγες, ακόμα κι ολόκληρες φυλακές (όπως αυτή της Μοντένα, που δεν μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί), βάζοντας φωτιές και καταλαμβάνοντας στέγες, αποδρώντας όπως στη Φότζια, όπου 77 τα κατάφεραν (τελικά μόνο 4 δεν συνελήφθησαν), καταστρέφοντας αρχεία και ντοκουμέντα που αφορούσαν στην ταυτότητα τους κι έχοντας, δυστυχώς, και 10 νεκρούς.

Βλέποντας τώρα το ζήτημα από μια άλλη οπτική πλευρά, ας αναφερθούμε στο μεγάλο μάντρωμα στην ανατολική Γαλλία. Εκεί, κάθε άτομο που εξέρχεται της κατοικίας του θα πρέπει να είναι εφοδιασμένο με ιδιόγραφο ” πάσο”, όπου θα σημειώνει το λόγο εξόδου του (όπως εργασία, θέματα υγείας, επίσκεψη σε καταστήματα τροφίμων και συνοδεία σκύλου, χωρίς παρέα και μόνο στη συνοικία του). Τα αποτελέσματα της καραντίνας δόθηκαν από το κράτος για τις πρώτες μέρες εφαρμογής της : σε 106.000 ελεγμένα άτομα, 2.160 έλαβαν πρόστιμα για παραβίαση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης (11 Μάρτη), και στη συνέχεια, σε 157.000 ελέγχους πήραν πρόστιμο 7.100 άτομα (13 Μάρτη). Τα πιο χαρακτηριστικά, αλλά και διαφορετικά παραδείγματα παραβίασης των μέτρων απαγόρευσης (σύμφωνα με το σλόγκαν “μένουμε σπίτι” και κυκλοφορούμε ατομικά εφοδιασμένοι με “πάσο”) ήταν : συγκέντρωση ατόμων, παρεϊστικα, για μπυροποσία, παρουσία σε έρημη πλαζ παίζοντας μπιτς-βόλεϋ, έξοδος πατέρα για να αγοράσει play station για τον κλεισμένο πιτσιρικά στο σπίτι, ζευγάρι που προτίμησε να λύσει τις διαφορές του από κοντά παρά από το τηλέφωνο, προσπάθεια εορτασμού γενεθλίων μεταξύ φίλων ή η χαρτοπαιξία μεταξύ κατοίκων της ίδιας συνοικίας. Επίσης, πολλές από τις μεγάλες πόλεις της Ιταλίας (Μιλάνο, Μπολόνια, Τορίνο, Ρώμη) κλείνουν πάρκα, κήπους, ποδηλατόδρομους ή πλαζ, για να αποτρέψουν τους δύστροπους να απολαύσουν την καλοκαιρία.

Μια πρώτη ανάγνωση τέτοιων συμπεριφορών είναι ότι αυτές οι χλιαρές παραβατικές κινήσεις προέρχονται περισσότερο από την απότομη αύξηση των απαγορεύσεων, παρά σαν συνειδητή αντίδραση ενάντια στα μέτρα. Η ανυπακοή σε μία διαταγή, επειδή αλλάζει πολύ γρήγορα μία συνήθεια που είναι βαθιά ριζωμένη, δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη μετωπική σύγκρουση με την εξουσία.

Παρόλα αυτά, επειδή δεν βρισκόμαστε παρά στην αρχή αυτού του κύματος μέτρων απαγόρευσης των διαδηλώσεων που τείνει να παγκοσμιοποιείται, σημειώνουμε ότι η Αλγερία που τις απαγόρευσε με πρόσχημα τον κορωναϊό, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μαζικές παραβιάσεις στις 13 Μαρτίου, στην Καβυλία, επί την ευκαιρία της 56ης εβδομάδας διαμαρτυριών ενάντια στην εξουσία. Επίσης στη Χιλή, όπου η εξέγερση ξαναπήρε μπροστά στις αρχές Μαρτίου, μετά το τέλος των διακοπών, ο υπουργός υγείας ανακοίνωσε ότι η χώρα σε λίγο θα εισερχόταν στη “φάση 3” με μαζικές καραντίνες. Τέλος, στη Γαλλία όπου το κράτος αποφάσισε στις 13 Μαρτίου να μειώσει από 10.000 σε 1.000 άτομα το όριο συμμετοχής σε συγκεντρώσεις, οι διαδηλώσεις (σαν “χρήσιμες για τη ζωή του έθνους”) ήταν ανεκτές υπό το φόβο βίαιων αντιδράσεων, επειδή το κράτος υπολόγιζε στα συνδικάτα για να μην τις οργανώσουν! Παρόλα αυτά, στη Λυών στις 13 Μάρτη 3.000 νέοι διαδήλωναν φωνάζοντας: “Δεν θα μας καταβάλει ο κορωναϊός, αλλά το κράτος και το κλίμα”, ενώ στο Παρίσι τα “κίτρινα γιλέκα”, που διαδήλωσαν στις 14 Μαρτίου, συγκρούστηκαν με την αστυνομία, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες κουφάρια καμμένων αυτοκινήτων.

Να επιτεθούμε στις ρωγμές του συστήματος

Για εμάς, και για όσους αντιπαλεύουν το σύστημα, υπάρχει ο κίνδυνος να βρεθούμε προ εκπλήξεως όταν ξεσπάει μια τέτοια κατάσταση, αν δεν είχαμε σκεφτεί το ζήτημα από τα πριν. Δεν αναφερόμαστε, βέβαια, σε μια εξέγερση, αλλά στον άμεσο και απότομο περιορισμό των περιθωρίων ελιγμών από την πλευρά της εξουσίας, όπως π.χ στο ζήτημα των μετακινήσεων, όπως έγινε στη Χιλή στην αρχή της εξέγερσης, με την απαγόρευση κυκλοφορίας, ή, εδώ και μια βδομάδα στην Ιταλία και στην Ισπανία με την επιβολή της καραντίνας σε ολόκληρη τη χώρα. Αυτή η δύσκολη κατάσταση επιδεινώνεται όχι μόνο με την αύξηση των ελέγχων από τις δυνάμεις καταστολής, αλλά κι εξαιτίας της συνεργασίας πολιτών που, αποφεύγοντας τους δημόσιους χώρους μετά τις απαγορεύσεις συνάθροισης, αφήνουν ακάλυπτους τους ανυπότακτους ή, πολλαπλασιάζοντας τις καταγγελίες, θεωρούν ότι πρέπει να γίνονται σεβαστά τα μέτρα, που εκείνοι νομίζουν ότι είναι για την προστασία τους.

Να εντρυφήσουμε στο ζήτημα, αν ήδη δεν το έχουμε κάνει, σημαίνει π.χ. να γνωρίζουμε τα περάσματα που οδηγούν από το σπίτι μας σε προφυλαγμένους χώρους συναντήσεων, να έχουμε ήδη προσδιορίσει ποια “φωτογραφικά μάτια” του κράτους πρέπει να τυφλωθούν, όπως, επίσης πώς να βγούμε από τις πόλεις με ευκινησία (αυτή τη φορά με μάσκες που υποδεικνύονται από το κράτος!), ή ποιές διαδρομές στην εξοχή οδηγούν στον εντοπισμό νέων σημείων συνάντησης ή τοποθεσίες για μπλόκα ή σαμποτάζ. Αυτό σημαίνει, επίσης, κι είναι ακόμα μία δυσκολία που πηγάζει από τα περιοριστικά μέτρα, από πού θα προμηθευτούμε υλικά για να δράσουμε σε περίπτωση που οι προμήθειες μας εξαντλούνται (επειδή τα καταστήματα που δεν πουλάνε τρόφιμα είναι κι αυτά κλειστά). Αυτό θα μπορούσε να είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για έναν γρήγορο αναστοχασμό πάνω στο θέμα της επικοινωνίας, χωρίς την παρεμβολή της τεχνολογίας μεταξύ διασκορπισμένων συνεργών, που η μετακίνηση τους μπορεί να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Και στο κάτω-κάτω της γραφής, γιατί να μην βρεθούν και καινούργιοι συνεργοί που, για τους δικούς τους λόγους, αισθάνονται τις ίδιες ανάγκες για να ξεφύγουν από τους καθημερινούς ελέγχους. Αυτά είναι μερικά από τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν επειγόντως και, παράλληλα, είναι ευκαιρίες για επανασυζητήσεις, παρατήρηση και αλλαγή οπτικής γωνίας πάνω στον κοινωνικό χώρο που τον γνωρίζαμε καλά μέχρι χθες, αλλά που, τώρα, τα περιθώρια έχουν δραστικά μειωθεί ή ακόμα και αυξηθεί σε άλλες περιπτώσεις ή έχουν μετασχηματιστεί από τις νέες επιτακτικές ανάγκες της εξουσίας γιά να διαχειριστούν τις ροές “σπίτι-δουλειά-σούπερ μάρκετ”.

Από την πλευρά της εξουσίας, το μεγαλύτερο μέρος των σχεδίων της κρίσης στις διάφορες χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία, Γαλλία) αναδύουν κάποιες σταθερές που θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε. Είναι, π.χ. η ευκαιρία για τον καπιταλισμό να ωθήσει σε μία επιτάχυνση αυτό που μερικοί ονομάζουν, εδώ και καιρό, 4η βιομηχανική επανάσταση (μετά από εκείνες του ατμού, τον ηλεκτρισμό και της πληροφορικής): δηλαδή την ψηφιακή και την ολική διασύνδεση ανάμεσα σε όλους τους τομείς της ζωής (τη φυσική, τη βιολογία και την οικονομία). Παραδείγματα:

Εκατοντάδες εκατομμύρια μαθητών και φοιτητών υποχρεώνονται σε διαρκή τηλε-μαθήματα, εξαιτίας του κλεισίματος όλων των φυσικών χώρων εκπαίδευσης.
Εργαζόμενοι με τηλε-εργασία (20%-30% περίπου), ακόμα κι αν δεν έχουν την εμπειρία για να την κάνουν.
Πολλαπλασιασμός, σε μαζική κλίμακα, επισκέψεων σε γιατρούς/νοσοκομεία μέσω υπολογιστή, εξαιτίας της πληθώρας κόσμου που συρρέει σε αυτά.
Έκρηξη των πληρωμών με κάρτα από φόβο μόλυνσης μέσω της χρήσης χαρτονομισμάτων και κερμάτων.

Κι αν προσθέσουμε σε όλα αυτά ότι οι υπό περιορισμό πληθυσμοί έχουν με τη θέληση τους παραδοθεί σε ότι τους εμποδίζει να σκέπτονται και να ονειρεύονται, πέφτοντας με τα μούτρα στις διαδικτυακές αγορές, στις τηλεοπτικές σειρές, στα παιχνίδια σε ζωντανή μετάδοση, ή στην εικονική επικοινωνία, τότε γίνεται, πλέον, σαφές ότι οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας, τα δίκτυα ενέργειας που τροφοδοτούν τα παραπάνω έχουν μία υπερ-πολλαπλασιασμένη σημασία. Κι όχι μόνo για την παραγωγή και τη διασκέδαση, αλλά σαν ομφάλιος λώρος ανάμεσα στην ατομική Σπιναλόγκα του σπιτιού και το ζωντανό κόσμο που έχει, μονομιάς, απο-πραγματοποιηθεί και απο-ανθρωποποιειθεί περισσότερο από ποτέ άλλοτε.

Οπότε, όταν γνωρίζουμε ότι μία κεραία, ένας μετασχηματιστής ή ηλεκτρικός πυλώνας, μία οπτική ίνα γίνονται περισσότερο από κάθε άλλη φορά προσδιοριστικά στοιχεία για να περνάμε την ώρα σε καιρό καραντίνας, για τη μαζική τηλε-εργασία και τηλε-εκπαίδευση, αλλά, επίσης, για τη μετάδοση των εντολών της εξουσίας από τους εντεταλμένους γιατρούς και την τεχνολογία του ελέγχου που ακολουθεί, όλα αυτά δεν ανοίγουν ενδιαφέροντες δρόμους για να σπάσουμε αυτήν τη νέα κανονικότητα; Χωρίς, βέβαια, να μιλάμε για τις πιθανές συνέπειες στη λειτουργία του συστήματος εξουσίας, τύπου χιονοστιβάδας, από την τεράστια αύξηση της χρήσης κινητής τηλεφωνίας και ίντερνετ, όπως και της μειωμένης διαθεσιμότητας των τεχνικών για λόγους ασθένειας των ιδίων…

Το δεύτερο σημείο που είναι κοινό σε αυτά τα ευρωπαϊκά σχέδια έκτακτης ανάγκης είναι η προτεραιότητα που δίνεται στη διατήρηση της ελάχιστης ύπαρξης συγκοινωνιακών μέσων, ώστε να προωθούνται οι μη αποκλεισμένοι εργαζόμενοι προς τις αποκαλούμενες κρίσιμες βιομηχανίες και υπηρεσίες, να μπορεί να διατηρείται η ροή εμπορευμάτων με φορτηγά ή σιδηροδρομικά προς αυτές, όπως και να εξασφαλίζουν προμήθειες προϊόντων στις πόλεις, όπου είναι γνωστό ότι τα αποθέματα φτάνουν για λίγες μέρες. Πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν πρέπει να παραβλέπεται από όσους έχουν στο μυαλό τους την αποσταθεροποίηση τομέων της οικονομίας, που η εξουσία προσπαθεί να προφυλάξει με κάθε θυσία, δεδομένου ότι, όντας οι πιο ορατοί, είναι πιθανοί στόχοι επίθεσης (στην Καταλωνία, π.χ συζητάνε αυτήν τη στιγμή τη δημιουργία ειδικών διαδρομών για “υγιείς” εργαζομένους και προϊόντα, που να οδηγούν στους τόπους παραγωγής).

Σε καιρούς έκτακτης ανάγκης και κρίσης σε μία τέτοια κλίμακα, όπου το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων είναι ρευστό, όπου η εθελούσια δουλεία οδηγημένη από το φόβο μπορεί γρήγορα να γυρίσει σε εφιάλτη, όπου η κυριαρχία πρέπει, με τη σειρά της, να προσαρμόζεται χωρίς, όμως, να ελέγχει τα πάντα, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως να ελιχθούμε σε εχθρικό περιβάλλον. Δεν πρόκειται μόνο για μια αναγκαιότητα, για όποιον δεν θέλει να μείνει κλεισμένος στο καβούκι του, αλλά για μία σημαντική στιγμή για χτυπήματα στον αντίπαλο. Αυτός είναι ο δρόμος όταν πολεμάμε για έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό, για την ελευθερία χωρίς όρια. Η εξέγερση είναι η ζωή.

Ηλεκτρονική Μπροσούρα: Avis de Tempetes

Πηγή: mpalothia

Για τις πανδημίες που έρχονται: Σημείωση για το Κεφάλαιο ως γεωλογική δύναμη καταστροφής

Γράφει ο Lucifugo, a diavolo in corpo

Οι επιδημίες, όπως και η ιστορία των κοινωνιών με την οποία οι πρώτες διαπλέκονται, δεν αποτελούν αναλλοίωτα βιολογικά δεδομένα. Είναι κοινός επιστημονικός τόπος –αν και ελάχιστα κατανοητός στη βαθύτερη σημασία του- πως το σύνολο των ιογενών λοιμώξεων και ένα μεγάλο μέρος των βακτηριακών είναι το αποτέλεσμα του ιστορικού κύκλου της εξημέρωσης των ζώων από τους ανθρώπους που προκαλεί εν δυνάμει λοιμογόνα άλματα από το ένα είδος στο άλλο (zoonosis) παράγοντας νέους παθογόνους οργανισμούς. Μια διαδικασία εξημέρωσης που λαμβάνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μέσα σε καθορισμένες κοινωνικές μορφές αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τη γήινη φύση.

Το απλό κρυολόγημα επί παραδείγματι οφείλεται σε ιούς μέσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και ένα στέλεχος του coronavirusπου κατάγονται από τη σχέση εξημέρωσης των ανθρώπων με τα άλογα, η ευλογιά από τα βοοειδή, η ιλαρά από τα γουρούνια, η ανεμοβλογιά από τις όρνιθες, η γρίπη από τις πάπιες, τα γουρούνια, τα πουλερικά κ.ο.κ. Η σταθερή βιολογική ανοσοποίηση έναντι αυτών των λοιμώξεων που σήμερα θεωρείται δεδομένη και καθολική δεν προϋπήρχε ανέκαθεν, είναι με τη σειρά της η τελική αποκρυστάλλωση στο επίπεδο του γενετικού υλικού της απαρχής μιας διαδικασίας οργάνωσης της κοινωνικής ζωής με πυρήνα την αύξηση της δημογραφικής πυκνότητας του πληθυσμού πάνω στο έδαφος κυριαρχικών και ιεραρχικών σχέσεων εξουσίας και υποταγής.

Δημιουργείται με άλλα λόγια μια κατάσταση διάρκειας εκατοντάδων ετών όπου, για παράδειγμα, ο φτωχοποιημένος αγροτικός πληθυσμός της Ευρώπης εξωθείται να ζει κυριολεκτικά σε άμεση επαφή με τα περιττώματα, τις εκκρίσεις κ.τ.λ. των λίγων ζώων που κατέχει για τροφή, εργασία κ.α. Το διαρκές αυτό πολιτιστικό-ταξικό φαινόμενο συνεπάγεται μια σειρά από ιστορικές θανατηφόρες επιδημίες με τη ρίζα της ανοσοποίησης να πρωτοδιαμορφώνεται μέσα από μια διαλεκτική θανάτου-επιβίωσης στο τέλος μόνο της οποίας παγιώνεται βιολογικά η ανοσία. Με την οριστικοποίηση της τελευταίας δεν εξαλείφεται μονάχα η απειλή της επιδημίας από το ταυτόσημο παθογόνο αλλά ζωντανεύει και ο κίνδυνος για τη σκέψη να χάσει πίσω από το “καθολικό” βιολογικό δεδομένο τον ιδιαίτερο ιστορικό δρόμο και την συγκεκριμένη κοινωνική ώθηση που οδήγησε σε αυτό.

Η επιδημία της βουβωνικής και πνευμονικής πανώλης (ο “Μαύρος Θάνατος”), για να συνεχίσουμε με το ευρωπαϊκό παράδειγμα, που σάρωσε την Ευρώπη τον δέκατο τέταρτο αιώνα δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως προς τη γένεση και την επέκτασή της έξω από την καπιταλιστική προϊστορία: συσσώρευση εμπορευματικού κεφαλαίου μέσα από τη διαμόρφωση εμπορικών δρόμων μεγάλων αποστάσεων (Ιταλία-Κίνα) με ταυτόχρονη τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο στα υπό μεταμόρφωση αστικά κέντρα όπου συρρέουν εξαθλιωμένες αγροτικές μάζες μέσω της αρχομένης επιβολής μιας νέας τυραννίας, της μισθωτής εργασίας.

Με βάση όλα τα παραπάνω, χαρακτηριστική ήταν η απουσία τυπικής βιολογικής ανοσίας των αυτοχθόνων πληθυσμών της Αμερικής στην ιλαρά, την ανεμοβλογιά κ.τ.λ. οι οποίοι μέσα σε λίγες δεκάδες χρόνια, κατά τον δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο αιώνα, και επί της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας αποδεκατίστηκαν από αυτές τις επιδημίες που στην Ευρώπη την ίδια περίοδο ολοκλήρωναν τον λοιμογόνο κύκλο τους, είχαν καταστεί λιγότερο θανατηφόρες και είχαν αρχίσει να υποβιβάζονται επιδημιολογικά σε λοιμώδεις ασθένειες της παιδικής ηλικίας.

Όλα αυτά μας είναι χρήσιμα ως ελάχιστα νοητικά εφόδια για να τοποθετήσουμε πάνω σε μια συγκεκριμένη ιστορική και θεωρητική βάση την πανδημία του νέου κορωνοϊου (Covid-19). Αυτή η πανδημία δεν αποτελεί κεραυνώ εν καπιταλιστική αιθρία. Τις τελευταίες δεκαετίες νέοι ιοί [SARS (ένας άλλος corovanirus), Embola, Γρίπη των χοίρων και των πτηνών κ.α.] αναδύθηκαν από τους πυθμένες της συσσώρευσης του κεφαλαίου και ειδικότερα από την λογική της αξιοποίησης που επιβάλλει μια εγκληματική σχέση των ανθρώπων με τη γήινη φύση.

Από την ίδια την οπτική της αξιοποίησης του κεφαλαίου η γήινη φύση δεν υφίσταται ως τέτοια-που-είναι, ως “ετερότητα” που συνιστά θεμελιακό όρο της ανθρώπινης ύπαρξης, παρά μόνον ως πεθαμένη –ομοιογενής- πρώτη ύλη για την παραγωγή ενός και μόνο κόσμου εμπορευμάτων. Για την κοινωνική μεγα-μηχανή του κεφαλαίου το σύνολο της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης δεν είναι παρά μια ατέλειωτη ροή πρώτων υλών και καυσίμων για την παραγωγή αξίας. Η προκατηγορική και συνειδητά ασυνείδητη στόχευση της συσσώρευσης του κεφαλαίου ως αξίας που αξιοποιείται μέσω της αφηρημένης δραστηριότητας-για-χρήμα είναι η μετατροπή της έμβιας και άβιας πολλαπλότητας της γήινης φύσης σε νεκρό πλανήτη, ακατάλληλο και εχθρικό για την ύπαρξη της ζωής εν γένει.

Η καπιταλιστική γεωργική παραγωγή και η παραγωγή κρέατος και των παραγώγων του είναι ένα επιστημονικό σύστημα θανάτου που καταστρέφουν την άβια και έμβια φύση με ένα διπλό τρόπο:

– προωθώντας γιγάντιες εκτάσεις μονοκαλλιεργειών που διαλύουν την ιδιαίτερη σύνθεση των οικοσυστημάτων και αφανίζουν την συγκεκριμένη βιοποικιλότητα των ζωντανών πλασμάτων που τη συγκροτούν,

– συγκεντρώνοντας σε αχανείς βιομηχανοποιημένες περιοχές ζώα” προς μαζική εκτροφήαναπαραγωγή-σφαγή σε συνθήκες που δεν συναντιούνται πουθενά στη φύση

– επεκτείνοντας σχιζοφρενικά τον αστικό ιστό ως προϋπόθεση και ως αποτέλεσμα των παραπάνω αποψιλώνοντας την χλωρίδα και ωθώντας σε φυγή την πανίδα.

Με την γενικευμένη αποσταθεροποίηση των οικοσυστημάτων και την ολική αντικατάστασή τους από “τεχνητά περιβάλλοντα” η ταυτολογία του κεφαλαίου ανυψώνεται σε γεωλογική δύναμη δημιουργώντας όλες τις ιδανικές προϋποθέσεις για τη μαζική απομόνωση μικροοργανισμών και τη μετατροπή τους σε νέα παθογόνα με απρόβλεπτη λοιμογόνο δύναμη και ικανότητα. Πλήθη μικροοργανισμών που επί το πλείστον και για χιλιάδες χρόνια είναι συμβιωτικοί ενός καθορισμένου ζωικού είδους και αναπτύσσονται εντός συγκεκριμένου οικοσυστήματος, έρχονται ξαφνικά αντιμέτωποι με πληθώρα από άγνωστα “περιβάλλοντα” και “προκλήσεις” με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζεται εκθετικά η “μεταλλαξιογόνος ικανότητα” που οδηγεί αναπόφευκτα στη γέννηση πολλών και εν δυνάμει φονικών πανδημικών παθογόνων[1]. Δεν μπορεί λοιπόν πάρα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αμοιβαίας αιτιότητας όπου η κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κοινωνικής μορφής επιταχύνει και επιταχύνεται από την “κρίση” των πλανητικών οικοσυστημάτων με πρωτόγνωρες εξελίξεις και συνέπειες και ως προς τις δυο κατευθύνσεις.

Σχηματικά μιλώντας η καπιταλιστικά ενοποιημένη ανθρωπότητα υπό την “αόρατη απειλή” του κορονωϊού και στο πρόσωπο των τυπικών ηγεμόνων της λαμβάνει μέτρα για να περισωθεί η ύπαρξή της ως καπιταλιστική και εθνική. Η νέα εθνική ενότητα οικοδομείται πάνω στην απομόνωση και αυτοπειθαρχία των βουβαμένων σωμάτων του “Μένουμε Σπίτι” που κυκλοφορούν μόνο για να καταναλώσουν τα αναγκαία-να παράξουν τα αναγκαίανα αναπαραχθούν τα ίδια ως αναγκαία εμπορεύματα-για-το-κεφάλαιο και περνάει μέσα από την καραντίνα και τις απαγορεύσεις διαρκείας που όσο αυταρχικοποιούνται τόσο περισσότερο θα δαιμονοποιούνται τα συμπτώματα του Κακού αντιμεταθέτοντας τις δομικές αιτίες της πανδημίας σε κάποιον φαντασμαγορικό μολυσματικό “Άλλο”. Ο κορωνοϊος, με άλλα λόγια, φέρνει στο φως και κάνει σαφή την αφηρημένη σχιζοειδή φύση της αστικής υποκειμενικότητας όπου το άτομο ως “πολίτης” καλείται να παραμένει στο σπίτι, να συμπεριφέρεται υπεύθυνα, να τα-κάνει-όλα από το διαδίκτυο[2] διαφορετικά θα τιμωρείται αν κυκλοφορεί “ελεύθερα ”χωρίς επαρκή για-την-κρατική-εξουσία λόγο, ενώ ως πωλητής εργασιακής δύναμης το ίδιο αφηρημένο άτομο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να συρρέει-στη-δουλειά “ελεύθερα” διατρέχοντας καθημερινά όλους τους μολυσματικούς κινδύνους που ως “υπεύθυνος πολίτης” οφείλει να τους αποφεύγει.

Ο νέος κορωνοϊός μπορεί να είναι το μεταλλαγμένο προϊόν του διεθνή πολιτισμού της αξίας-σε-κρίση αλλά η μορφή διαχείρισης της πανδημίας αποτυπώνει και συνδέεται με τα εθνικά συμφέροντα των κρατών όπως αυτά διαμορφώνονται στη αρένα του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Η επιδημία του κορωνοϊου τάχιστα έλαβε διαστάσεις πανδημίας όχι από κάποια αφηρημένη “παγκοσμιοποίηση” αλλά από την απροθυμία των εθνών-κρατών που αποτέλεσαν και τα αρχικά επίκεντρα της επιδημίας να βάλουν την οικονομία εξαρχής σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Και αυτή η απροθυμία είναι καπιταλιστικά δικαιολογημένη από την εμπορική πίεση που ασκείται σε κάθε ξεχωριστό κράτος μέσω του διεθνούς/διακρατικού ανταγωνισμού. Μόνο όταν ο κορωνοϊός έγινε άτυπα πανδημικός πλήττοντας περισσότερα κράτη, δηλαδή μόνο όταν κατάφερε να πλήξει τον διακρατικό ανταγωνισμό, μόνο τότε τα επιμέρους κράτη άρχισαν να λαμβάνουν “έκτακτα μέτρα” όχι τόσο για να περιορίσουν τη διασπορά του ιού στην κοινότητα αλλά για διασώσουν τα εθνικά τους κεφάλαια από την ραγδαία και απρόβλεπτη απαξιοποίηση.

Το παγκόσμιο κοινωνικό κύκλωμα της αξιοποίησης του κεφαλαίου ως ασταμάτητη κίνηση παραγωγής-κυκλοφορίας-κατανάλωσης εμπορευμάτων βραχυκυκλώνει εν μέσω της αναπάντεχης στάσης και ακινησίας που επιβάλλει ο μολυσματικός κίνδυνος της πανδημίας και το κάθε κράτος καλείται να ρυθμίσει το βραχυκύκλωμα-της-αξίας επιδεικνύονταςκυνικά τη μόνηαλληλεγγύη που γνωρίζει: να συντονιστεί με όλα τα άλλα για να τα βγάλει πέρα μόνο του και εις βάρος όλων των υπολοίπων γδέρνοντας από κοινού όσο πετσί έχει απομείνει στο προλεταριάτο. Τι κι αν στη Βόρεια Ιταλία τα πτώματα “φορτώνονται στα κάρα”. Αυτό που στην Ιταλία και σε άλλες χώρες εμφανίζεται ως κρίση “Δημόσιας Υγείας” έχει να κάνει με το κεφάλαιο που αναπαράγει πρωτίστως το κέρδος και την αξία και παραπλεύρως τη “ζωή” και τους “ανθρώπους”. Ηγερασμένη βιομηχανική καρδιά της Ιταλίας –και γενικότερα του καπιταλιστικού κόσμου- αντλεί πλέον και κυριολεκτικά το αίμα των υπηκόων τηςσυσσώρευσης, και κυρίως εκείνων που εξαρτώνται από την πώληση της εργασιακής τους δύναμης για να ζήσουν μια ζωή που τουςσυνθλίβει γιατί το κεφάλαιο-σε-τελική-κρίση αναπαράγει μόνο τηνισοδυναμία του κέρδους με το θάνατο.

Η πανδημία του νέου κορωνοϊού είναι από πολλές απόψεις και ένας αλάνθαστος καθρέπτης των αδιεξόδων της κυρίαρχης σκέψης και πρακτικής των κοινωνιών του κεφαλαίου, καθρέπτης που όχι μόνο αντανακλά αλλά και οξύνει -οδηγώντας στα άκρα- την άλυτη πόλωση και αμφιταλάντευση στα ψευδο-δίπολα που ορίζουν την καπιταλιστική νεωτερικότητα και το αστικό υποκείμενο: Εθνικό και Διεθνές, Δημόσιο και Ιδιωτικό, Κράτος και Άτομο, Πολιτική και Οικονομία, Επιστήμη και Κοινός Νους, Άνθρωπος και Φύση κτλ κτλ. Η υγειονομική κρίση είναι μονάχα μια όψη της βαθύτερης κρίσης που διατρέχει το σύνολο των λειτουργικά διαχωρισμένων σφαιρών των καπιταλιστικών κοινωνιών με την επέλαση του κορωνοϊου να αναδεικνύει την ιστορική ανικανότητα του κεφαλαίου να διαχειριστεί τις ίδιες του τις καταστρεπτικές αντιφάσεις ωθώντας την ανθρωπότητα μερικά βήματα πριν την αυτο-εξόντωση. Η μακάβρια ειρωνεία της Ιστορίας είναι πως οι “εθνικοί ιθαγενείς του Κεφαλαίου” είναι για την πανδημία του κορωνοϊού ό,τι ήταν και οι ιθαγενείς της Αμερικής για την επιδημία της ιλαράς, της ανεμοβλογιάς κ.τ.λ. Και οι δύο δεν γνώριζαναπό πού τους ήρθε” προς πείσμα όλων των μέτρων και των ιεροτελεστιών αντίστοιχα για την αντιμετώπιση του πραγματικού κινδύνου της μετάδοσης.

Παρ’ όλη τη μαυρίλα των καιρών δεν έχουν χαθεί ακόμα όλα. Το κεφάλαιο με τη φωνή του κράτους εξαναγκάζεται από μια πανδημία που-δεν-την-περίμενε να διαταράξει την κανονικότητα της αστικής καθημερινότητας στο όνομα της “αιώνιας” επιστροφής σε αυτήν. Με άλλα λόγια προετοιμάζει το έδαφος για νέες, ίσως φονικότερες πανδημίες και για ακόμα μεγαλύτερα εγκλήματα που απειλούν ανοιχτά πλέον τα ίδια τα θεμέλια της ζωής.

Υπό το αβάσταχτο βάρος της απειλής του αφανισμού μας που άλλοτε τον προϊδεαζόμαστε θεωρητικά κι άλλοτε διαισθητικά, ίσως καταφέρουμε μαζί (σαν “είδος”, σαν “τάξη”, σαν “ανθρώπινη κοινότητα” ή δεν ξέρω πώς αλλιώς) να χαράξουμε μια χαραμάδα στο σάβανο της συσσώρευσης που το έχουμε όλες και όλοι ενδυθεί και μέσα από αυτήν να περάσουμε σαν συντρόφισσες και σύντροφοι μαζικά προςτην-ζωή ξεσχίζοντας το ρούχο του θανάτου.

Υποσημειώσεις

[1] Η επιδημία του φονικού ιού Ebola που εξαπλώθηκε στη Δυτική Αφρική προ ετών ακολούθησε ευλαβικά την μονοκαλλιέργεια του φοινικέλαιου –το οποίο λατρεύουν οι νυχτερίδες- και οι οποίες αποτελούν και την πηγή του νέου παθογόνου που προκάλεσε την επιδημία. Η ζωική πηγή του νέου κορωνοϊού είναι μάλλον άγνωστη προς στιγμήν, η κοινωνική διαδικασία που τον παρήγαγε όμως -και αυτό είναι που έχει πραγματική σημασία- είναι η ίδια: η γεωλογική δύναμη του κεφαλαίου.

[2] Η φούσκα του ψηφιακού καπιταλισμού με σημαία του την τηλεργασία δεν είναι μόνο μια δυστοπική έφοδος του κεφαλαίου στα ύψη της πλασματικής αξιοποίησης. Επωφελείται πραγματικά της πανδημίας δικτυώνοντας την κατάρρευση της “πραγματικής” οικονομίας.

Πηγή: theshadesmag

Μελλονοσία: Εννέα σημειώσεις για το μαύρο μας μέλλον

1. Είναι εντυπωσιακό πόσο αδιάφορες μοιάζουν οι περισσότερες δωρεάν παραστάσεις των θεάτρων ή οι ψηφιακοί τόνοι βιβλίων που καθημερινά μας βομβαρδίζουν στο διαδίκτυο. Τα καλλιτεχνικά παράγωγα της εποχής μας δεν είναι ικανά να προκαλέσουν καμιά συγκίνηση σε τούτη την κρίσιμη συνθήκη, γεγονός που επιβεβαιώνει περίτρανα πως έχουν νόημα μόνο σε καθεστώς κανονικότητας και επαγγελματισμού, καταδεικνύοντας πόσο άνευρη, επιφανειακή και παραγοντική είναι η τέχνη του πολιτισμού μας.

2. Στο δρόμο άνθρωποι λιγοστοί, φορώντας στο πρόσωπο μάσκες. Αν δεν ήξερα για τον ιό θα πίστευα πως ποινικοποήθηκε το φίλημα στο στόμα. Αναδιάρθρωση συναισθημάτων. Ψηφιακή κλινικότητα. Απόσταση ασφαλείας. Λες και βρισκόμαστε σε μια πλατωνική κοινωνία. Θαρρείς πως όλοι φορούν την αόρατη πανοπλία του Αιμιλιανού Μονάη. Ηθική του στίγματος. Βιομετρικός έρωτας. Μια νέα σωματικότητα εν όψει.

3. Ο άθεος, ο ορθολογιστής, ο ποσοτικοποιημένος άνθρωπος του παγιδευμένου παρόντος, δεν μπορεί να διαθέτει υπαρξιακή αγωνία που να αγγίζει ένα μεγάλο βάθος. Του λείπει το δεδομένο της αρχέγονης πηγής, η κατανόηση της βιβλικής συνείδησης. Και γι’ αυτό, ανίκανος για το απελευθερωτικό δέος, με το πρόσχημα μιας τρέχουσας ωριμότητας, λύγισε πρώτος και έτρεξε άρον άρον μέσα στο κελί του ουρλιάζοντας να κάνουμε κι οι υπόλοιποι το ίδιο. Μπορούμε να το παρατηρήσουμε τώρα. Το όλα για όλα είναι το πιο αλάνθαστο πολιτικό κριτήριο. Να γιατί βιώνουμε μέρες δημιουργίας μέλλοντος. Νέα αιτήματα τώρα φυτρώνουν, πάνω στο χώμα που πατούν νέα στρατόπεδα, καθώς αντικρίζουν τον ήλιο μιας νέας συντροφικότητας, που τώρα γεμίζει με παρθένο φως.

4. Η καταπολέμηση του ιού έχει συνδεθεί ενορχηστρωτικά με την συμμόρφωση των πολιτών. Ο καπιταλιστικός άνθρωπος περνάει από τεστ πειθαρχίας. Το μήνυμα είναι σαφές: όσο περισσότερο θα υπακούς στην κυβέρνηση τόσο θα είσαι ζωντανός. Όσο αποδέχεσαι το έλλειμμα δημοκρατίας τόσο ο ιός αδρανοποιείται. Θαρρείς πως ο Covid-19 είναι πολιτική οντότητα με αίτημα την προσβολή του πολιτεύματος. Η ταύτιση γενετικής και δημοκρατίας, που αντανακλάται στην αλληλεπίδραση της νομικής επιστήμης με την επιστήμη της βιολογίας, σε τέτοιο βαθμό που η σωματικότητά μας εγγράφεται σε επείγουσες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου φανερώνει πως η επόμενη μέρα είναι ήδη εδώ ενόσω θηλάζουμε από την καραντίνα μας το μαστό του βιοεθνικισμού.

5. Το ηχόχρωμα στην πόλη αλλάζει, το τοπίο μετασχηματίζεται, οι περιπλανήσεις ανασυντάσσονται, τα περιστέρια λιμοκτονούν, ένα απέραντο πεδίο προς μελέτη έχει απλωθεί για όσους και όσες αρέσκονται στην αδιαμεσολάβητη παρατήρηση. Ο περιπατητής πια, ο αποκλειστικός κάτοχος των πραγματικών δεδομένων, είναι ο μόνος ενεργός φιλόσοφος και φέρει ευθύνη για τις μεθόδους διαφυγής από την μαζική επιτήρηση -και τις οποίες αργά ή γρήγορα οφείλει να προτείνει.

6. Υπό μια έννοια, αυτό που βιώνουμε είναι ένα ψηφιακό πραξικόπημα. Η κίνηση της ανθρωπότητας πραγματώνεται τούτες τις ώρες σε εικονικό χώρο. Η ψηφιακή βιομηχανία γιγαντώνεται. Παίρνει τον έλεγχο της παγκόσμιας οικονομίας. Κοιτά οπλισμένη τα πολιτεύματα στα μάτια.

7. Η απαγόρευση κυκλοφορίας σε παγκόσμιο επίπεδο επιθυμεί συμπληρωματικά να θρυμματίσει κάθε μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης ή να την εγκλωβίσει σε διαδικτυακούς ατραπούς. Ταυτόχρονα ζητά θρασύτατα εθελοντές που μπορεί να ελέγξει συνειδησιακά. Η εννοιολογική σύγκρουση μεταξύ αλληλεγγύης και εθελοντισμού είναι υψίστης σημασίας και ακολουθεί μια σειρά εξουσιαστικών πρακτικών που επιδιώκουν να χτίσουν τον νέο ορισμό της αγάπης. Όποιος ελέγχει τον ορισμό της ελέγχει πυρηνικά και τη συνείδηση των μαζών.

8. Αν μη τι άλλο βιώνουμε διδακτικούς καιρούς. Οι κυβερνήσεις διδάσκονται για το πόσο εύκολα κατάφεραν να κάνουν δισεκατομμύρια ανθρώπους να μπουν σε απομόνωση. Οι επαναστάτες διδάσκονται για το πόσο εύκολα μπορεί να διαλυθεί ο κοινωνικός ιστός. Ο αλγόριθμος που θα παραχθεί από την σύγκρουση των δυο αυτών διδασκαλιών θα κρίνει εν πολλοίς το μέλλον.

9. Τα πουλιά κελαηδούν πιο δυνατά τούτες τις μέρες. Είναι λες και πανηγυρίζουν. Το παρατήρησες κι εσύ;

Πηγή: athens indymedia

The Blast: Σκέψεις σχετικά με την πανδημία του κορονοϊού

Ο κόσμος αλλάζει. Η εποχή που ξανοίγεται μπροστά μας είναι μια εποχή νέα, άγνωστη και τρομακτική. Παλιές ισορροπίες και συσχετισμοί μεταβάλλονται ,αναιρούνται και αναδιαμορφώνονται. Ζούμε μια καταιγίδα γεγονότων σε παγκόσμιο επίπεδο που ίσως αλλάξει ακόμα και τα εργαλεία με τα οποία θα διαβάζουμε τον κόσμο γύρω μας. Σε αυτή τη συγκυρία είναι επιτακτικό να μιλάμε, να συζητάμε, να γράφουμε, να προσπαθούμε να αποκτήσουμε ατομικά και συλλογικά τα εφόδια για αυτό που έρχεται. Η παρακάτω ενότητα όπως και άλλες που θα ακολουθήσουν είναι μια συμβολή στο γαλαξία των σκέψεων και απόψεων που κατατίθενται δημόσια προκείμενου να λειτουργήσουν ως ερέθισμα σκέψης και προβληματισμού.

i)Η ψευδαίσθηση του ελέγχου και η απώλεια αυτού

Και ξαφνικά εγένετο πανδημία. Κόσμος πεθαίνει, κόσμος αρρωσταίνει, συνθήκες έκτακτης ανάγκης παντού. Άνθρωποι με μάσκες και γάντια, άνθρωποι με άσπρες ρόμπες, στρατός στους δρόμους, βραχυκύκλωμα στην οικονομία, πτώση δεικτών χρηματιστηρίου παγκόσμιου και μη, κατάρρευση εθνικών συστημάτων υγείας, άπλετη συνωμοσιολογία καχυποψία, φόβος, πανικός, χειροκροτήματα σε μπαλκόνια, μέτρα εξαίρεσης, κι άλλα μέτρα, προπαγάνδα, κι άλλος πανικός, στρατιωτικά κομβόι να μεταφέρουν νεκρούς, κλινική απολύμανση σε ολόκληρες πόλεις, καραντίνα, απομόνωση, εγκλεισμός, απολύσεις, επιτάχυνση του τεχνο-ολοκληρωτισμού, δυστοπία. Πως φτάσαμε ως εδώ;

Τις τελευταίες δεκαετίες έχει εγκιβωτιστεί -σχεδόν οικουμενικά- στην ανθρώπινη συνείδηση, η αντίληψη ότι ελέγχουμε τα πάντα. Η αλματώδης πρόοδος των θετικών επιστημών και ο αναπόφευκτος εκσυγχρονισμός των κοινωνιών στην πλειοψηφία τους έχουν συμβάλει συντριπτικά σε αυτήν την ψευδαίσθηση ελέγχου. Η αντίληψη ότι τα πάντα βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο της ανθρώπινης βούλησης είναι τόσο εμπεδωμένη ώστε κάθε φορά που κάτι ξεφεύγει από τα ραντάρ αυτού του ελέγχου , ένας δυνατός σεισμός, μια πλημμύρα, μια ξαφνική φωτιά, ένα τσουνάμι, μια πανδημία, η άμεση αντανακλαστική εντύπωση είναι ότι δεχόμαστε επίθεση από ένα αόρατο εχθρό.

Φυσικά η αντίληψη αυτή του ελέγχου δομήθηκε πάνω σε μια αυθαίρετη συλλογική πεποίθηση ότι αυτός ο κόσμος μας ανήκει. Το παγκόσμιο συλλογικό πνεύμα, αν μπορούμε φυσικά να μιλάμε για κάτι τέτοιο, διακατέχεται σε τέτοιο βαθμό από αυτήν την πεποίθηση, ώστε αισθανόμαστε την εκδήλωση φυσικών φαινομένων, που φυσικά υπήρχαν πολύ πριν την εμφάνιση του ανθρώπου σε αυτόν τον πλανήτη, ως έναν απειλητικό εισβολέα στο ζωτικό μας χώρο τη στιγμή που ο άνθρωπος είναι αυτός που ουσιαστικά έχει εισβάλει στο φυσικό τοπίο, προσπαθώντας να κατακτήσει, να κυριεύσει, να τιθασεύσει κάθε σπιθαμή του, κάθε στοιχείο του, οτιδήποτε βασικά μέσα σε αυτό. Οι επί αιώνες πανανθρώπινης εμπειρίας συμβίωσης (ή και απλής επιβίωσης) με τα κοσμογονικά φαινόμενα αυτού του πλανήτη, έχει λησμονηθεί και αντικατασταθεί από μια μανία, κυρίευσης, λεηλασίας και μιας αδιάκοπης προσπάθειας επιβολής των δικών μας όρων στο περιβάλλον το οποίο μας φιλοξενεί για κάτι δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Η ανθρωπότητα εδώ και καιρό δε προσπαθεί απλά να επιβιώσει, ή να συμβιώσει, με τις δυνάμεις που διέπουν το περιβάλλον μας. Δεν περιορίζεται καν στο να εξασκήσει την ατομική και συλλογική ευφυΐα του είδους μας ώστε οι συνθήκες ζωής μας να καλυτερεύουν, να γίνονται πιο άνετες, πιο εύκολες, πιο αξιοπρεπείς. Όχι. Η συνύπαρξη μας πλέον με το περιβάλλον κινείται έξω και από το όρια εκείνου του ανταγωνισμού που ισχύει με όλα τα υπόλοιπα είδη χλωρίδας και πανίδας. Κινείται σε όρια που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε πολεμικά. Η βιομηχανική και τεχνολογική ανάπτυξη, σύμφυτη και αναπόσπαστη με τις διάφορες εξουσίες, και τις ελίτ που τις διαχειρίζονται ενώ ταυτόχρονα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για δύναμη, κυριαρχία και πλούτο, είναι οι κυρίως υπεύθυνες για την κατάσταση στην οποία έχει οδηγηθεί η συνύπαρξη ανθρωπότητας-περιβάλλοντος.

Αυτή η συνθήκη όμως υπακούει πάνω στη σύγχρονη εκδοχή του πολιτισμού, και ταυτόχρονα βασικού πυρήνα των κοινωνικών συμβολαίων της εποχής μας, ειδικά στις πιο ανεπτυγμένες τεχνολογικά και οικονομικά περιφέρειες του κόσμου μας. Κοινωνικά συμβόλαια τα οποία, πέραν όλων των άλλων, είναι εδραιωμένα πλέον σε ένα άτυπο deal: ότι οι εξουσίες -και τα κράτη στα οποία είναι εδραιωμένες- στις οποίες εμπιστευόμαστε τη διαχείριση των ζωών, της ελευθερίας και της ασφάλειας μας, μπορούν να αντεπεξέλθουν σε οποιαδήποτε κατάσταση. Κι αυτό γιατί πλέον παράλληλα με την ανάπτυξη των θετικών επιστημών, έχει αναπτυχθεί αρκετά και το κριτήριο του ορθού λόγου και μέσα στις κοινωνικές βάσεις.

Τουλάχιστον αρκετά , ώστε να εγείρεται ως προοδευτική απαίτηση τα κράτη μέσα από τα οποία εδραιώνονται οι σύγχρονες μορφές εξουσίας, να έχουν και αυτόν τον ρόλο στην κοινωνική ζωή.
Τι συμβαίνει όμως όταν αυτός ο ρόλος διαψεύδεται; Όταν καθίσταται αδύνατη η εκπλήρωση του, από συνθήκες που όσο και να θέλει ο άνθρωπος, είναι μη ελέγξιμες; Κανένα κράτος δε μπορεί να μας προστατεύσει από τα πάντα. Κι αυτό γιατί πολύ απλά υπάρχουν στη Γη δυνάμεις που ξεφεύγουν του ελέγχου και της ανθρώπινης παρέμβασης. Για την ακρίβεια πάντα υπήρχαν, και θα συνεχίσουν να υπάρχουν είτε με τον άνθρωπο είτε χωρίς αυτόν. Δυνάμεις άλογες, που δεν έχουν ούτε θεϊκές ιδιότητες, ούτε εκδικητικές –ή οποιεσδήποτε άλλες- προθέσεις, αλλά που μας υπενθυμίζουν εν τούτοις πόσο πραγματικά μικρός είναι ο άνθρωπος μπροστά στον παράγοντα των τυχαίων ακολουθιών και των φυσικών δυνάμεων που ορίζουν τη δομή του κόσμου γύρω μας (του κόσμου με την πολύ ευρύτερη έννοια). Οι σεισμοί, οι καταποντισμοί, οι ηφαιστειακές εκρήξεις, τα μικρόβια που προκαλούν τις μεγάλες πανδημίες, δεν είναι εχθροί που μας επιτίθενται. Αποτελούν τμήμα αυτού του κόσμου, ο οποίος είναι πολύ μεγαλύτερος σε ηλικία από εμάς. Φυσικά έχουμε κάθε δικαίωμα να μην αφηνόμαστε στο έλεος τους. Μπορούμε να μάθουμε να προφυλασσόμαστε, να θεραπευόμαστε, να επιβιώνουμε με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, και να οργανώνουμε συλλογικά τις ζωές μας με τρόπους ώστε να είμαστε πιο κατάλληλα προετοιμασμένοι κάθε φορά. Υποθετικά αυτό είναι κρατικό μέλημα στην εποχή μας. Μέλημα των διαφορετικών εκφάνσεων εξουσίας που καταπιέζουν και καταδυναστεύουν εκατομμύρια, δισεκατομμύρια ζωές. Όταν όμως μπροστά σε αυτές τις δυνάμεις τα κράτη αδυνατούν να εκπληρώσουν τον υποτιθέμενο ρόλο τους, είτε λόγω δομικών ανεπαρκειών τους , είτε και λόγω αντικειμενικών συνθηκών, τότε όλα αλλάζουν. Και αλλάζουν δραματικά.

Η κρατική ανεπάρκεια μπροστά σε συνθήκες, όπως το ξέσπασμα της παρούσας πανδημίας που θερίζει χιλιάδες ζωές σε όλον τον πλανήτη, είναι δυνατόν να εντείνει τον σκεπτικισμό των υποτελών πολιτών απέναντι στον ίδιο τον πυρήνα της ύπαρξης του, ή έστω απέναντι στην εκάστοτε εποχική διαχείριση του, κάτι που προκαλεί μια άλλου τύπου εγρήγορση και κινητοποίηση του Κράτους. Ειδικά από τη στιγμή που οι συνέπειες μιας καταστροφής μπορεί να έχουν και παράπλευρες συνέπειες όπως μια μεγάλη οικονομική κρίση, τη φτωχοποίηση ευρύτερων κομματιών του πληθυσμού, το ξέσπασμα πείνας και φυσικά την πιθανότητα κοινωνικών εκρήξεων εδώ και εκεί.

Αυτή η εγρήγορση και η κινητοποίηση έρχεται μέσα από την κήρυξη πολέμου και την ενεργοποίηση μιας κατάστασης εξαίρεσης στην οποία οι κρατικές εξουσίες αποκτούν ολοένα και περισσότερες έκτακτες αρμοδιότητες και δικαιοδοσίες, και αναλαμβάνουν το ρόλο του προστατευτικού αλλά αυστηρού πατέρα που αναλαμβάνει κάθε απαραίτητο μέτρο για να προστατέψει και να γαλουχήσει τα ανήλικα τέκνα του. Ο εχθρός μεταμορφώνεται σε ένα ανελέητο, εξωπραγματικό και αδυσώπητο τέρας, απέναντι στο οποίο δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο παρά να εμπιστευτούμε το κράτος- πατέρα να τα βγάλει πέρα, και εμείς να υπακούσουμε σε οτιδήποτε μας λέει, χωρίς αντιρρήσεις, χωρίς αμφιβολίες, χωρίς αντιδράσεις. Για το καλό μας.

Από τη στιγμή που ο κρατικός μηχανισμός αποδεικνύεται ανεπαρκής στην αποτελεσματική πρόληψη και αντιμετώπιση μιας συντελούμενης καταστροφής, (η ανεπάρκεια αυτή μπορεί φυσικά να είναι και προϊόν των οικονομικών πολιτικών που εφαρμόζει ή έχει εφαρμόσει ένα κράτος), διογκώνει το φόβο των μαζών για το «κακό» που ξέσπασε. Αφού ο φόβος διαχυθεί αρκετά καλά ώστε να επικρατήσει του όποιου σκεπτικισμού, στη συνέχεια επιχειρεί να ελέγξει τον ίδιο το φόβο που διόγκωσε προηγουμένως, ώστε να ανέβουν οι μετοχές εμπιστοσύνης απέναντι του, εμπιστοσύνη που ενδεχομένως μπορεί να είχε κλονιστεί σε προηγούμενο χρόνο. Έτσι η διολίσθηση στον αυταρχισμό, στην καταστρατήγηση δημοκρατικών κεκτημένων, στον τεχνο-ολοκληρωτισμό, στην κυριαρχία ενός νέου τύπου στρατιωτικοαστυνομικού συμπλέγματος εμφανίζονται ως προϊόντα συναίνεσης. Από τη στιγμή που το κλίμα είναι πολεμικό, η όποια ανυπακοή και απειθαρχία χαρακτηρίζονται ως απειλές ενάντια στην κοινωνία και η κριτική σε καιρό πολέμου ισοδυναμεί με προδοσία οπότε έτσι βρίσκουν το νομιμοποιητικό έδαφός τους η χωρίς όρια λογοκρισία και φίμωση.

Συγκεκριμένα στην περίπτωση της πολεμολογίας που παρατηρούμε την εποχή της πανδημίας του Covid-19 υπάρχουν κάποια κοινά μοτίβα στις εξαγγελίες διάφορων ηγετών. Αυτό που ακούγεται συχνά είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια ασύμμετρη απειλή, έναν αόρατο εχθρό, με τον οποίο δε μπορεί δε μπορεί να υπάρξει καμία διαπραγμάτευση συνεπώς απαιτείται μια συλλογική συστράτευση. «Είμαστε όλοι μαζί σε αυτό» λένε παρόλο που είναι εμφανές πως οι πιο ισχυροί, οι πιο πλούσιοι, οι πιο προνομιούχοι, βρίσκονται σε πολύ ευνοϊκότερη μοίρα από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Όχι γιατί δε μπορούν να νοσήσουν αλλά γιατί δε θα χρειαστεί ούτε να εκτεθούν το ίδιο άσκοπα στον ιό, ούτε υπάρχει περίπτωση να τύχουν κακής ή και καθόλου νοσηλείας.

Το γεγονός ότι τα κράτη χρίζονται «οι υπερασπιστές των τειχών» απέναντι σε αυτό τον αόρατο εχθρό παραγκωνίζει την αξία και την πρακτική της κοινοτικής αλληλεγγύης. Πανδημίες ανέκαθεν ξεσπούσαν. Δεν είχαν πάντοτε οι πληθυσμοί το περιθώριο να μένουν σπίτια τους. Τα σπίτια των ανθρώπων δεν είχαν όλες τις εποχές ηλεκτρικό ρεύμα, ύδρευση και θέρμανση επομένως πολλές εξωτερικές εργασίες αφορούσαν την εξασφάλιση βασικών αγαθών όπως το νερό ή τα ξύλα για το τζάκι. Επίσης οι αγορές δεν είχαν τις υποδομές των σουπερ μάρκετ και κανείς δε φρόντιζε για το μη συνωστισμό. Ειδικά στην επαρχία που οι αγροτικοί πληθυσμοί ζούσαν αποκλειστικά από τις δικές τους καλλιέργειες και την κτηνοτροφία, το μένουμε σπίτι ήταν μια πολυτέλεια που δεν υπήρχε καν στη σφαίρα της φαντασίας. Σε συνθήκες όπου οι κεντρικές εξουσίες ούτε είχαν τον ίδιο εποπτικό έλεγχο του συνόλου των επικρατειών τους, ούτε το κράτος πρόνοιας ήταν κάτι αυτονόητο, οι πληθυσμοί αντιμετώπιζαν μόνοι τους τα ξεσπάσματα φονικών επιδημιών, και η αλληλεγγύη ήταν η μόνη αναγκαία συνθήκη στην οποία μπορούσαν να καταφύγουν, εάν το επέλεγαν.
Αυτή η συνθήκη πλέον καταργείται με τις ολικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας και εργολάβος της προστασίας μας γίνεται η κεντρική εξουσία ,βρίσκοντας την ευκαιρία να ενδυναμωθεί και ιδεολογικά η αναγκαιότητα ύπαρξης του. Τι θα κάναμε χωρίς το κράτος σε μια κατάσταση σαν και αυτή; Πως θα επιβιώναμε, πως θα αποφεύγαμε το χειρότερο, πως θα βγαίναμε όσον τον δυνατόν λιγότερο αλώβητοι από την πανδημία;

Το κράτος υπερενισχύοντας τον εαυτό του δεν λειτουργεί μόνο προληπτικά ως προς την αντιμετώπιση των πιθανών, και μάλλον αναπόφευκτων, κοινωνικών αντιδράσεων που θα προκαλέσουν οι παρενέργειες της πανδημίας. Δεν αποσκοπεί μονάχα στο να προσπαθήσει να καλύψει τις δομικές αντιφάσεις του (σε συνδυασμό και με αυτές της καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας), αλλά ουσιαστικά θέλει να κάνει τους πάντες, (η έστω τις πλειοψηφίες) να αποδεχθούν ότι δεν υπάρχει καμιά άλλη εναλλακτική εκεί έξω. Ότι χωρίς μια κεντρική διαχείριση ελέγχου των ζωών μας θα αφανιστούμε. Εν τέλει η ίδια η καταστροφή μαζί με το γκρέμισμα της ψευδαίσθησης ότι έχουμε το έλεγχο στα πάντα, μετατρέπεται σε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία προκειμένου η ψευδαίσθηση αυτή να ξαναχτιστεί σε νέα θεμέλια, πιο στιβαρά, πιο σφιχτά, πιο εφιαλτικά και πολύ πιο δυστοπικά για τους πληθυσμούς που υπόκεινται στον έλεγχο των εξουσιών που κυβερνούν και ταυτόχρονα ρημάζουν τον κόσμο γύρω μας.

Πρόκληση λοιπόν της νέας εποχής που έρχεται, στην οποία ο κόσμος που ξέραμε αλλάζει ραγδαία, και αλλάζει προς το χειρότερο, είναι μεταξύ άλλων , περισσότερο από ποτέ, και η ανάδειξη της αλληλεγγύης ως αντίπαλου δέους απέναντι σε αυτήν ακριβώς τη ψευδαίσθηση ότι η κεντρική εξουσία νοιάζεται, και είναι εδώ για εμάς. Είναι εδώ αλλά για να διασφαλίσει την κυριαρχία της, να εντείνει τους όρους εκμετάλλευσης ανθρώπων και άλλων έμβιων όντων και των φυσικών πόρων του πλανήτη και να επιβάλει ασφυκτικότερες μορφές κοινωνικού ελέγχου και πειθαρχίας. Μια αλληλεγγύη από τα κάτω, μια αλληλεγγύη που θα λειτουργεί ως οργανική σχέση μεταξύ των μελών μιας κοινότητας που θα μπορούσε να είναι πρότυπο, μια αλληλεγγύη πολύμορφη, που θα θυμίζει όπου πρέπει ότι κανείς και καμία δεν είναι μόνος/η του στη συντελούμενη και επερχόμενη δυστοπία. Όχι γιατί αυτό είναι μια εγγυημένη συνταγή νίκης. Αλλά για να μην χάσουμε τα πάντα μέσα στην έρημο της κοινωνικής μοναξιάς.

Πηγή: theblast