Γερμανία, Βερολίνο: Εμπρηστικές επιθέσεις στη Vonovia

Τη νύχτα από 03.08.2021 προς 04.08.2021, πυρπολήσαμε εταιρικά οχήματα της Vonovia στο Βερολίνο, στις περιοχές Μίττε και Λίχτενμπεργκ.

Δε χρειάζεται να ειπωθούν πολλά ακόμη για τη Vonovia. Είναι μεγαλοκαρχαρίες του real estate και δισεκατομμυριούχοι μεγαλοκαπιταλιστές. Αυτήν τη στιγμή σχεδιάζουν ν’ αναλάβουν την Deutsche Wohnen για τρίτη φορά. Στον καπιταλισμό, υφίστανται πολλές εταιρείες και άτομα υπεύθυνα για τη διασφάλιση της συνέχισης της ύπαρξής του μέσω της ύπαρξής τους. Και η Vonovia, όπως πληθώρα άλλων, είναι σίγουρα μία εξ αυτών.

Τούτοι όμως οι εμπρησμοί δεν αποτελούν απλώς μια εκδικητική πράξη έναντι της εταιρικής τους πολιτικής.

Αποσκοπούν ν’ αποτελέσουν ένα πύρινο κάλεσμα για να προκαλέσουμε ακόμη περισσότερη ζημιά σε ιδιοκτησίες, ενάντια στην πόλη των πλουσίων, καθώς και για ν’ αγωνιστούμε για μια κοινωνία δίχως ιεραρχίες κι εξουσίες. Προκειμένου ν’ αφήσουμε πίσω μας την εποχή της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, οφείλουν να οξυνθούν οι υπάρχουσες κοινωνικές εντάσεις. Προαπαιτούμενο για κάτι τέτοιο αποτελεί η σύζευξη θεωρίας και πράξης. Εμείς αποφασίζουμε τι και πότε είναι σημαντικό για εμάς, οπότε οι επιθέσεις σε σύμβολα και μπροστάρηδες του καπιταλισμού -μεταξύ άλλων- δύνανται να λαμβάνουν χώρα είτε μπροστά στα φώτα των media, είτε στο σκοτάδι της νύχτας. Αυτή τη φορά διαλέξαμε τη νύχτα. Από μιαν αντικειμενική σκοπιά, είναι πάντα στο χέρι των πολιτικών και νομικών φορέων το αν οι υπονομευτές της τάξης είναι υπολογίσιμη δύναμη ενώ δρουν με τρόπο χρονικά και χωρικά οριοθετημένο. Η ανατρεπτική δράση μπορεί να γίνει πραγματικότητα, μόνον όμως αν δεν υπαγορεύεται απ’ τους φρουρούς του υπάρχοντος. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει να εκμεταλλευτούμε μια διαδήλωση προκειμένου να εξαπολύσουμε στοχευμένες επιθέσεις, για να συγκρουστούμε τελικά με τους μπάτσους, ή -αντ’ αυτού- να κυρήξουμε μετωπικό πόλεμο στις εξώσεις, καταλαμβάνοντας άλλα σπίτια. Θα ήταν ολέθριο αν η καταστολή, οι κινήσεις και ο τρόπος σκέψης των αρχών κατακτούσαν τις εξεγερτικές μας ιδέες. Θα εξαρτώμασταν απ’ αυτές και πάντα θα ανταπαντούσαμε, αντί να αποφασίζουμε εμείς οι ίδιες για το σε τι, πότε και πώς θα επιτεθούμε ή θα δομήσουμε.

Τούτη τη φορά ήταν μερικά αμάξια, ποιος ξέρει τι θα φέρει το αύριο. Ο εμπρησμός αποτελεί μονάχα ένα απ’ τα πολλά εργαλεία που χαρίζουν έκφραση στις καταστροφικές μας τάσεις. Είναι στο χέρι μας.

Πηγή: Dark Nights

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #5: Abatage (Αφανισμός)

Αναδημοσίευση από τον σύνδεσμο:

https://thebaddayswillend.wordpress.com/2021/08/17/edn_05_abatage/

Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #5

(Νοέμβριος 1985)

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

(Αιγάλεω, Αύγουστος 2021)

ABATAGE

(ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ)[1]

Αν επιλέγουμε να διατηρήσουμε εδώ την παλιά ορθογραφία μιας λέξης που σήμερα γράφεται συνήθως abattage, ο λόγος δεν είναι σε καμία περίπτωση ότι θέλουμε να επιδείξουμε κάποιον αντικομφορμισμό αψηφώντας τις υποδείξεις της Ακαδημίας· ούτε ότι επιδιώκουμε να ακολουθήσουμε εξολοκλήρου την πρώτη Εγκυκλοπαίδεια, που έγραφε επίσης Abatage. Είναι απλώς ότι αυτή η ιδιάζουσα ορθογραφική ευχέρεια θα μας δώσει τη δυνατότητα να εξετάσουμε υπό το λήμμα Abattage, όπως έχουμε αναγγείλει, τη μιτερανική επιχείρηση ανακύκλωσης των προαστίων που είναι γνωστή με το όνομα Προάστια 89[Banlieues 89].

Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα αφανίζει αυτή η κοινωνία, τίθεται αναπόφευκτα το ερώτημα: “Για ποιον σκοπό γίνονται τόσες καταστροφές;” Αναμφίβολα ήταν ανέκαθεν απαραίτητο να αφανίζονται δάση και βουνά για την κατασκευή πόλεων και σπιτιών, να αφανίζονται άγρια και οικόσιτα ζώα για τροφή. Αλλά σήμερα, καθώς αυτός ο αφανισμός συνεχίζεται σε πρωτοφανή κλίμακα, ποιο είναι το όφελος που μας αποφέρει; Μένουμε σε σπίτια λίγο-πολύ τόσο συνθετικά όσο και το κρέας που τρώμε εκεί, από όπου έχουν εξαφανιστεί τα περισσότερα από τα υλικά που παραδοσιακά υπήρχαν εκεί, όταν η θεραπεία των αλλεργιών δεν αποτελούσε μια ακμάζουσα ιατρική εξειδίκευση. Η μακρά διαδικασία εξανθρωπισμού της φύσης και του ίδιου του ανθρώπου που αποκαλείται ιστορία αντιστρέφεται έτσι σε αυτό το τέλος του αιώνα για να εμφανιστεί ως η από κοινού κακοποίησή τους. Και ο μετασχηματισμός της φύσης, φτάνοντας στο επίπεδο της υλικής ισχύος της εποχής, ως μια απανθρωποποίηση του τοπίου που φτιάχτηκε από αιώνες ιστορίας. Ας εξετάσουμε το πιο γνωστό παράδειγμα, στη Γαλλία τουλάχιστον, ενός τέτοιου βάναυσου μετασχηματισμού ενός τοπίου υπομονετικά επεξεργασμένου από την ανθρώπινη εργασία: εκείνου που πλήττει, και έχει ήδη πρακτικά καταστρέψει, το παλιό αγροδασικό τοπίο [bocage], όπου φυτοφράχτες, λιμνούλες, τάφροι, μονοπάτια ήταν το αποτέλεσμα μιας μακραίωνης αντιπαράθεσης μεταξύ χρήσης, ιδιοκτησίας και γεωγραφίας. Η ατομική ιδιοκτησία της γης ήταν βέβαια ο κύριος αρχιτέκτονας αυτής της γαλλικής υπαίθρου. Αλλά πολλαπλασιάζοντας τους φυτοφράχτες, αυτές τις δεντροστοιχίες που με την ευεργετική επίδρασή τους στις καλλιέργειες και στα ζωικά είδη ωφελούσαν τον αγρότη ενώ ήταν ευχάριστες για τον περιπατητή, δεν αντιμαχόταν ουσιαστικά τα ανθρώπινα συμφέροντα των οποίων την εκπλήρωση περιόριζε τυπικά.

Τι βλέπουμε αντιθέτως όταν οι γραφειοκράτες της γεωργίας επιχειρούν να αναδιαμορφώσουν το τοπίο επεκτείνοντας παντού τις αφηρημένες συνθήκες του μέγιστου κέρδους; Η κύρια επιτυχία αυτών των γεωπόνων μηχανικών, γεωργικών συμβούλων, συμβούλων διαχείρισης και άλλων τεχνικών της προγραμματισμένης ερήμωσης είναι ότι έχουν κάνει τους αγρότες να χάσουν τη σύνεση που αποτελούσε την ευφυΐα τους: τους έφεραν λοιπόν τουλάχιστον ως προς αυτό πλησιέστερα σε ό,τι είναι ο σύγχρονος πολιτισμός στην έσχατη φάση του. Σε όλα τα υπόλοιπα, αποτυγχάνουν καταστροφικά. Τι σημασία έχει άλλωστε; Δεν υπεισέρχεται στους υπολογισμούς αυτών των ειδικών το γεγονός ότι η κατάτμηση των πλαγιών από τα χαντάκια των φυτοφραχτών περιόριζε την υδατική διάβρωση του εδάφους, ότι η πυκνότητα του δικτύου των δέντρων εξασθενούσε την επίδραση των ισχυρών ανέμων, ότι η πανίδα που ζούσε εκεί μετρίαζε η ίδια τις υπερβολές της: επικονίαση, και επομένως καρποφορία, από τα έντομα, ρύθμιση της παρουσίας τους από τα πουλιά, κ.λπ. Μπορεί όμως να υπεισέλθει στους υπολογισμούς τους το γεγονός ότι καταστρέφοντας όλα αυτά δημιουργούν νέες ανάγκες, στην ικανοποίηση των οποίων επιδίδονται ακόμα πιο αναποτελεσματικά στον βαθμό που είναι πλέον οι μόνοι που το κάνουν, κατέχοντας μονοπωλιακή θέση απέναντι στον αποστερημένο αγρότη, μισθωτό της Crédit Agricole που πιστεύει ότι είναι ιδιοκτήτης. Όλη αυτή η καταστροφή συνεπάγεται την κατασκευή υποκατάστατων και καταπραϋντικών, από τον αγωγό αποστράγγισης έως το χημικό λίπασμα, από τον φασιανό εκτροφείου έως το ζωολογικό πάρκο, που αναζωογονούν έτσι την παραγωγή, τα κέρδη, τις θέσεις εργασίας, επεκτείνοντας ταυτόχρονα τη σύγχρονη ερήμωση σε εδάφη που προηγουμένως της είχαν διαφύγει. Είναι γνωστό ότι σύμφωνα με τον κρατικό προγραμματισμό το ένα τρίτο του εδάφους ταξινομείται ως δυνητικά ανταγωνιστικό στην παγκόσμια αγορά, και επομένως πρέπει γρήγορα να “εξορθολογιστεί” (εξαφάνιση των φυτοφραχτών, των ευγενών ξύλων μέσα στα δάση προς όφελος των κωνοφόρων που είναι βραχυπρόθεσμα επικερδή, κ.λπ.), ενώ τα άλλα δύο τρίτα προορίζονται να γίνουν αποθέματα των ντόπιων που είναι επιφορτισμένοι με τον αγροτουρισμό, μια απολιθωμένη ύπαιθρο αφιερωμένη στη θερινή ανάπαυση των μισθωτών της Βόρειας Ευρώπης, μια διάχυτη Disneyland για τη βουκολική νοσταλγία των μολυσμένων προαστίων.

Αυτή η συνεχής παραμόρφωση της υπαίθρου –τίποτα πλέον εκεί δεν συγκρατεί το βλέμμα και τα πάντα εμποδίζουν το περπάτημα– δεν ωφελεί επομένως πραγματικά κανέναν, εκτός από το αγροβιομηχανικό κεφάλαιο: δηλαδή κανέναν. Όσον αφορά τον περαστικό, περνάει, και δεν μπορεί να έχει την αξίωση να βλέπει εκεί φυτοφράχτες, αφού άφησε να περάσουν εδώ τόσα πάρκινγκ, ψεύτικοι δρόμοι και τσιμέντο, αφού δέχτηκε να εκτελέσει πίσω από άλλους φράχτες τόσα εξευτελιστικά και ανώφελα καθήκοντα. Όσον αφορά τον ντόπιο, που εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτό του αγρότη, είναι εξίσου αδιάφορος για την υποβάθμιση αυτού που ήταν κάποτε το “αγαθό” του, και που δεν είναι πλέον παρά μόνο το τμήμα του οικονομικού δεινού στο οποίο ειδικά υπόκειται.

Ο πολίτης που τα δέχεται όλα αυτά είναι το ακριβώς αντίθετο από τον “καθολικό άνθρωπο” για τον οποίο ο Μαρξ έλεγε ότι η κομμουνιστική κοινωνία θα του επέτρεπε να είναι σήμερα αυτό, αύριο εκείνο, να κυνηγάει το πρωί, να ψαρεύει το απόγευμα, να ασχολείται με την κτηνοτροφία το βράδυ, να ασκεί κριτική κατά βούληση, χωρίς ποτέ να γίνεται κυνηγός, ψαράς, βοσκός ή κριτικός: δεν συναντά ποτέ, σε καθεμιά από τις δραστηριότητες που του έχουν ανατεθεί να εξασκεί, παρά μόνο την καθολικότητα της αποστέρησής του. Και προτιμά να μη σκέφτεται πολύ τις επιπτώσεις αυτής της αυτονομημένης κοινωνικής ισχύος, που τον εξουσιάζει και διαφεύγει από τον έλεγχό του. Είναι ο ανεύθυνος που ταιριάζει απόλυτα στην κυριαρχία μιας τάξης που δεν έχει και η ίδια καμία εμπιστοσύνη στο μέλλον της. Και πώς θα μπορούσε να έχει, εφόσον κάθε προοπτική της προϋποθέτει την επί χιλιετίες αντοχή των αποθηκών πυρηνικών αποβλήτων της; Τα δάση υπήρχαν πριν από αυτή, οι έρημοι την ακολουθούν. Και όλοι συνοδεύουν την πορεία της χωρίς να ανησυχούν για τις συνέπειες. Μέχρι πρόσφατα ο αγρότης, όπως ακριβώς ο Κολμπέρ για το πολεμικό ναυτικό των διαδόχων του[2], φύτευε δέντρα για τις ανάγκες των απογόνων του. Σήμερα, ανησυχώντας τόσο λίγο για την υποβάθμιση της γης που καλλιεργεί όσο και για εκείνη των προϊόντων που βγάζει από αυτή, ρημάζει τους φυτοφράχτες που δεν θα κληροδοτήσει πια σε κανέναν.

Αλλά για να διακρίνει κανείς πώς εκδηλώνονται ακόμα πιο ωμά οι καταστροφικές συνέπειες της υποταγής στην υποτιθέμενη οικονομική αναγκαιότητα, αρκεί να στρέψει το βλέμμα του σε άλλα δέντρα, που αφανίζονται από άλλες επιπτώσεις των ίδιων αιτίων. Αν και δεν έχουν ξεπεραστεί πουθενά τα κρατικά σύνορα, οι λαοί χάνουν παντού τις ουσιαστικές πραγματικότητες που θεμελίωναν την ενότητά τους: τοπία, έθιμα, γλώσσες, κ.λπ. Έτσι είναι δεδομένο σήμερα για έναν λαό να βλέπει να εξαφανίζονται μέσα σε μια γενιά όσα του ανήκαν από την εγκατάστασή του στη χώρα του και είχαν αναγνωριστεί ως συμβολικό θεμέλιο της φύσης του. Οι “όξινες βροχές”, ξαφνική αλλά καθόλου τυχαία σύζευξη φυσικών στοιχείων (σύννεφων, ανέμων και ήλιου) για να επιστραφούν τα δηλητηριασμένα απόβλητά του σε ένα σύστημα παραγωγής που ήθελε να θεωρεί τη φύση απείρως καλή για να την κακοποιεί επ’ άπειρον, αυτή η εκδίκηση του ουρανού για τη μόλυνση, προμηνύουν ουσιαστικά την εξαφάνιση του γερμανικού δάσους μέχρι το τέλος αυτού του αιώνα. Όσοι περιμένουν τα πάντα από το Κράτος θα πρέπει να το αποδεχτούν και αυτό: δεν αμφιβάλλουμε ότι οι οικολόγοι-κοινοβουλευτιστές είναι έτοιμοι να διαμαρτύρονται επί χίλια χρόνια ενάντια σε κάτι που χρειάζεται μόλις δεκαπέντε χρόνια για να πραγματοποιηθεί.

Σε αυτό που φτιάχνει από εκείνο που καταστρέφει έγκειται βεβαίως η ποιότητα των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση, και όχι μόνο στην καταστροφή που είναι τόσο μάταιο όσο και υποκριτικό να θρηνολογείται αφηρημένα. Ο αφανισμός μιας τεράστιας ποσότητας δέντρων για να χαραχτούν μέσα στη θάλασσα τα θεμέλια της Βενετίας ή για να φτιαχτεί ο χαρτοπολτός πάνω στον οποίο ξετυλίγονται οι τεράστιοι παραλογισμοί που διαδίδει η εποχή μας, ιδού μια επιλογή που κρίνει μια κοινωνία. Το ξεκίνημα της καταστροφής του δάσους του Αμαζονίου, για το οποίο γνωρίζουμε ότι είναι απαραίτητο για την ανανέωση του οξυγόνου σε όλη τη γη, ιδού μια επιλογή που απειλεί να καταδικάσει την ανθρωπότητα. Τον 12ο αιώνα, για τις ανάγκες της κατασκευής πόλεων και μοναστηριών, καθώς και για εκείνες της αναδυόμενης εξορυκτικής βιομηχανίας, αφανίστηκαν τόσα πολλά δέντρα γύρω από το Παρίσι ώστε το ξύλο έγινε σπάνιο και ακριβό. Ωστόσο οι νέες δυνατότητες που ανακαλύφθηκαν με την αστικοποίηση, και η μονιμότητα μιας μαζικής παρουσίας της φύσης, εδραίωσαν τότε για μια ολόκληρη εποχή μια ζωντανή σχέση μεταξύ των ανθρώπων και του περιβάλλοντός τους, μια σχέση πάνω στην οποία θεμελιώθηκαν τόσο το αίσθημα του πλούτου τους όσο και εκείνο της ενότητας με τον κόσμο τους.

Σήμερα ο αφανισμός στον οποίο επιδίδεται αχαλίνωτα αυτή η κοινωνική οργάνωση έχει ως αποτέλεσμα “αγαθά” των οποίων η φτώχεια αποδεικνύεται αναμφισβήτητα από την απλή σύγκριση με την παραγωγή του παρελθόντος· και αισθήματα τόσο δυσάρεστα στον ίδιο τον άνθρωπο ώστε το παλιό αίσθημα οργανικής ενότητας της φύσης μοιάζει με ανέφικτο πλούτο τη στιγμή ακριβώς που ο άνθρωπος έχει πρόσβαση σε μια σχεδόν καθολική ισχύ ως προς τον μετασχηματισμό της ύλης και των έμβιων διαδικασιών. Σήμερα η οικιακή χρήση του δέντρου, η μορφή με την οποία μπαίνει μαζικά στα σπίτια, είναι η μοριοσανίδα: με την εσωτερική δομή της από τεμαχίδια όπως και με την επιφανειακή επικάλυψή της από αυθεντικό ξύλο, αποτελεί αντάξιο προϊόν ενός κοινωνικού συστήματος που δεν μπορεί να προσφέρει στους υπαλλήλους του παρά μόνο αυταπάτες επιστρωμένες πάνω σε απορρίμματα. Ενώ παλιότερα μπορούσε κανείς, χωρίς να είναι πλούσιος, να μεταβιβάσει στους κληρονόμους του δύο ή τρία έπιπλα αξίας, σήμερα πρέπει να πληρώσει πολλές φορές για κάτι που δεν θα μπορέσει ούτε καν να μεταπωληθεί.

Στον άλλο μεγάλο τομέα όπου πραγματοποιείται ο μαζικός αφανισμός, βλέπουμε την ίδια λογική εν δράσει, και πώς η βιομηχανική εκτροφή τείνει να υποβιβάσει τα ζώα σε ένα απλό συσσωμάτωμα οργανικής ύλης, όπου οι εκδηλώσεις της ζωής γίνονται προφανώς ελάχιστες. Από το σφαγείο και μετά η εκμηχάνιση συνάρμοσε εκ νέου όλη την αλυσίδα της παραγωγής κρέατος, ταυτόχρονα με τη χημεία. Ο καταναλωτής μπορεί να αντικρύσει το αποτέλεσμά της υπό τη μορφή κομματιών καλυμμένων με ζελατίνα στα ράφια. Μπορεί επίσης να βλέπει με οίκτο τις εικόνες των εκτρεφόμενων σε κλουβιά μοσχαριών που θα του δείξει η τηλεόραση, και να απολαμβάνει έτσι την ανωτερότητά του έναντι αυτών των ζώων, που δεν έχουν από την πλευρά τους τίποτα να δουν, μέσα στους στάβλους όπου είναι καταδικασμένα στην απόλυτη ακινησία. Για ποιον λόγο θα σκεφτόταν να ανακαλύψει κάποια αναλογία μεταξύ αυτών των θλιβερών συνθηκών ύπαρξης και των δικών του; Είναι αλήθεια ότι εδώ μοιάζουν λιγότερο με εκείνες των μοσχαριών σε κλουβιά απ’ όσο στις γραφειοκρατικές χώρες, όπου δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα να δει κανείς, και όπου η ελευθερία της μετακίνησης είναι σχεδόν εξίσου περιορισμένη. Αλλά μπορούν οπωσδήποτε να παραπέμπουν στον ελεύθερο σταβλισμό, όπως γίνεται λόγος για τον ελεύθερο κόσμο, όπου, έγκλειστα χωρίς αλυσίδες και τρεφόμενα με βιομηχανικές τροφές, τα ζώα βρίσκονται “σε μια διαρκή κατάσταση ασθένειας που δεν εκδηλώνεται ανοιχτά” (Η Μεγάλη Σφαγή, 1981)[3]. Δεν έχει άλλωστε τόσα πολλά φάρμακα που του χρειάζονται για να καταπνίξει κάθε αμφιβολία σχετικά με την ποιότητα της ανθρωπιάς του, να εμποδίσει την ανοιχτή εκδήλωση της ασθένειάς του, να την διατηρήσει κάτω από το κατώφλι όπου αυτή θα τον καθιστούσε ακατάλληλο για κατανάλωση, θα διέκοπτε τον αργό και καθημερινό αφανισμό του από την εργασία; Έχει για παράδειγμα το Urbanil, για να αντέχει όσα του προκαλεί η πολεοδομία, και για να διαβάζει χωρίς να ανατριχιάζει, αν κατά τύχη υποπέσει στην αντίληψή του, μια διαφήμιση σαν αυτή: “Το άγχος δεν είναι ασθένεια, αλλά μια κατάσταση έντασης που θέτει σε κίνδυνο την υγεία των γουρουνιών κατά τη μεταφορά τους και τη συγκέντρωσή τους… Επιπτώσεις: ασθένειες, μειωμένη ανάπτυξη, θνησιμότητα λόγω αψιμαχιών. Ευτυχώς με το Stresnil, τέρμα πια η απώλεια κέρδους: μια απλή ενδομυϊκή ένεση τη στιγμή της φόρτωσης, και τα γουρούνια σας φτάνουν στον προορισμό ήρεμα και χαλαρά, όπως μετά από μια νύχτα σε κλινάμαξα.” (ό.π.) Μπορεί λοιπόν ακόμα και να χαμογελάει, αυτός ο ασθενής που επιζητά συνεχώς να καθησυχάζεται, μπορεί λοιπόν ακόμα και να είναι ήρεμος και χαλαρός όπως μετά από μια νύχτα σε κλινάμαξα όταν του απευθύνεται η κρατική προπαγάνδα στον δρόμο της παραθεριστικής μετακίνησής του για να του υπενθυμίσει τι είναι διατεθειμένη να του παραχωρήσει ως ανθρωπιά: “Μη σπρώχνετε, δεν είμαστε βόδια!”

Όσο για τον αφανισμό των ανθρώπων, θα ήταν σκόπιμο να τον εξετάσουμε σε όλη του την έκταση, από τις σφαγές έως την επιλεκτική καταστολή που διεξάγουν Κράτη τα οποία επιχειρούν να ξεπεράσουν οριστικά τις εναλλακτικές επιλογές που διατυπώθηκαν από τον Τσώρτσιλ (“Δεν υπάρχουν παρά μόνο δύο τρόποι διακυβέρνησης: σπάζοντας τα κεφάλια ή μετρώντας τα”) μετρώντας τα υπάκουα κεφάλια και σπάζοντας τα υπόλοιπα. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα πολύ ευρύ και πολύ σοβαρό για να αντιμετωπιστεί βιαστικά ως κατακλείδα αυτού του άρθρου. Ας εξετάσουμε λοιπόν σύντομα, πριν πεταχτούν στον εκλογικό κάλαθο των αχρήστων, τους αξιοθρήνητους όσο και αποκρουστικούς σοσιαλιστές ηγέτες, που, για να καταστείλουν την τόσο ελάχιστα επικίνδυνη διαμαρτυρία των οικολόγων της Greenpeace, θεώρησαν απαραίτητο να ενεργοποιήσουν τις μυστικές υπηρεσίες, και δεν κατάφεραν παρά μόνο να αποκαλύψουν την έκταση της ηλίθιας αδεξιότητάς τους.[4] Αυτοί οι φανατικοί του εκσυγχρονισμού δεν μπόρεσαν καν να μάθουν από τη σύγχρονη ιστορία ότι δεν υπάρχει πλέον κανένα σκάνδαλο για τον ψηφοφόρο: λόγω της εμμονής τους με την Καλιφόρνια ή την Ιαπωνία, δεν βλέπουν τι είναι σήμερα η Ιταλία, που αποτελεί ωστόσο ένα αντικείμενο μελέτης καταλληλότερο για κυβερνώντες σαν αυτούς. Οι ανίκανοι απλώς έχασαν τον μπούσουλα του θεάματος, και εξαιτίας αυτού και μόνο οι δημοσιογράφοι και πολιτικοί ρίχτηκαν στη λεία. Επειδή μπλέχτηκαν στις δικαιολογίες τους καταδικάστηκαν στα μάτια όλων. Γιατί δεν είναι ένα συγκεκριμένο έγκλημα, και μάλιστα τόσο κοινότοπο όσο αυτό, που μπορεί να βλάψει ένα σύγχρονο Κράτος, αλλά το σφάλμα να το παραδεχτεί σαν να ήταν υποχρεωμένο να το κάνει. Αλλά από ποιον; Φάνηκαν αδύναμοι, και αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που η αδυναμία των θεατών δεν συγχωρεί σε εκείνους στους οποίους δεν σέβονται παρά μόνο τη φαινομενικότητα της δύναμης. Αλλά αν είχαν υποστηρίξει ψυχρά την επιτακτική αναγκαιότητα του κρατικού μυστικού, ποιος θα είχε βρεθεί να την αντικρούσει; Και κυρίως, ποιος θα μπορούσε να της αντιταχθεί πρακτικά; Στο εξής, ενάντια σε αυτό το κρατικό μυστικό που καλύπτει όλες τις πραγματικότητες της ζωής, δεν υπάρχει καμία άλλη προσφυγή εκτός από μια επανάσταση: το να το λέει αυτό κάποιος σημαίνει ότι μιλάει για την εγγυημένη σημερινή ατιμωρησία των διευθυνόντων, εφόσον αυτοί ξέρουν πώς να το εκμεταλλευτούν. Η επιλογή που έγινε με τους πιο απλούς και τους πιο αληθινούς όρους της, τη στιγμή της υπόθεσης Μόρο, από τους πιο κυνικούς και τους πιο διεφθαρμένους πολιτικούς του πλανήτη (“Ή με το Κράτος ή εναντίον του Κράτους”) θα πρέπει να επιβληθεί παντού. Και έτσι η ιστορία θα παραμείνει για μια ολόκληρη εποχή ένας ψυχρός και τερατώδης αφανισμός κάθε φυσικού και ανθρώπινου πλούτου.

Σημειώσεις της μετάφρασης

[1] Το ουσιαστικό “abatage” μεταφράζεται σε ολόκληρο το κείμενο ως “αφανισμός” (και το αντίστοιχο ρήμα “abattre” μεταφράζεται ως “αφανίζω”) υποδηλώνοντας μεταξύ άλλων το κόψιμο δέντρων, τη σφαγή ζώων ή την εξόντωση ανθρώπων ανάλογα με το νοηματικό πλαίσιο της χρήσης του.

[2] O Ζαν Μπατίστ Κoλμπέρ (Jean-Baptiste Colbert) ήταν Υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας την περίοδο 1665–1683, επί βασιλείας Λουδοβίκου ΙΔ΄. Το 1669 συντάχθηκε με πρωτοβουλία του Κολμπέρ το βασιλικό διάταγμα “για τα νερά και τα δάση” που αποσκοπούσε μεταξύ άλλων στην προστασία και αποκατάσταση των αναγκαίων πόρων ξυλείας για την κατασκευή πλοίων του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού της Γαλλίας.

[3] Alfred Kastler, Michel Damien, et Jean-Claude Nouet (1981). Le grand massacre.

[4] Στις 10 Ιουλίου 1985 πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών της Γαλλίας ανατίναξαν και βύθισαν το πλοίο Rainbow Warrior της Greenpeace, το οποίο είχε καταπλεύσει στο λιμάνι του Ώκλαντ της Νέας Ζηλανδίας με σκοπό να μεταβεί στην ατόλη Μορουρόα της Πολυνησίας στο πλαίσιο διαμαρτυρίας ενάντια σε σχεδιαζόμενη πυρηνική δοκιμή του γαλλικού κράτους. Παρά την αρχική άρνηση της ανάμιξής της, η γαλλική κυβέρνηση παραδέχτηκε με επίσημη δήλωση του πρωθυπουργού Λωράν Φαμπιούς στις 22 Σεπτεμβρίου 1985 ότι οι δράστες είχαν ενεργήσει κατόπιν κρατικών εντολών. Κατά τη βύθιση του πλοίου πνίγηκε ο δημοσιογράφος Φερνάντο Περέιρα.

Πηγή: Athens Indymedia

Σκάβοντας βαθειά: Από τα βιοτεχνολογικά εμβόλια στις ψηφιακές θεραπείες

ΣΚΑΒΟΝΤΑΣ ΒΑΘΕΙΑ. ΑΠΟ ΤΑ ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΜΒΟΛΙΑ ΣΤΙΣ ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ

” Η μάχη κερδίζεται με τις εφεδρείες”

Ο Άρης Βελουχιώτης προς τον ανθυπίλαρχο Νικηφόρο, ύστερα από την επιτυχή έκβαση της επιχείρησης ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοπόταμου.

Τον Απρίλιο του 2020- εν μέσω της πρώτης καραντίνας εξαιτίας του covid-19 και πολύ την πριν έναρξη των μαζικών εμβολιασμών με τα νέα βιοτεχνολογικά εμβόλια- ένα μέλος της ομάδας μας, είχε διατυπώσει σε αναλυτικό του άρθρο στο Athens indymedia, μεταξύ άλλων, την εκτίμηση-πρόβλεψη (που δυστυχώς επαληθεύεται) ότι “το φάντασμα του κορωναϊού έχει (για την εξουσία) μπροστά του πεδίο δόξας λαμπρό”. Ένα φάντασμα όχι φυσικά με την έννοια της ανυπαρξίας του ιού καθώς και των σοβαρών υγειονομικών του επιπτώσεων, αλλά με την έννοια της χειραγώγησης και της εκμετάλλευσης του συναισθήματος του ανθρώπινου φόβου και της ανασφάλειας από πλευράς της καπιταλιστικής και της κρατικής εξουσίας με στόχο την μαζική τρομοκρατία, έτσι ώστε να εξυπηρετηθούν για μια ακόμη φορά τα οικονομικά και τα πολιτικά συμφέροντα της κυριαρχίας και όχι φυσικά η υγεία των ανθρώπινων πληθυσμών. Αυτή ακριβώς τη χρονική στιγμή βρισκόμαστε εν μέσω μαζικών κινητοποιήσεων σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενάντια στον υποχρεωτικό εμβολιασμό και τα νομοθετούμενα ελευθεροκτόνα εκτρώματα τύπου: “Πράσινο διαβατήριο υγείας”, δηλαδή ένα υγειονομικό apartheid-όπως σαφώς καταγγέλεται μέσα από τις διαδηλώσεις και τις άλλες μαζικές κινητοποιήσεις-διαμέσου ενός ιατρικού χαρακτήρα στρατιωτικού ελέγχου κίνησης των πληθυσμών μέσα στο χώρο. Όπως προκύπτει σαφέστατα από τις αναλύσεις των ντοκουμέντων ορισμένων εκ των κινητοποιήσεων αυτών που παραθέτουμε, σε ακολουθία του κύριου αναλυτικού κειμένου που δημοσιεύουμε, στο σημείο που έχουν φτάσει σήμερα τα πράγματα, η εν δυνάμει απόφαση εμβολιασμού του οποιουδήποτε ατόμου δεν θα γίνεται πλέον με βασικό γνώμονα τους λόγους της ατομικής του υγείας και της ελεύθερης απόφασής του (όσο και συζητήσιμοι μπορεί να είναι αυτοί), αλλά με βάση τον υπερισχύοντα φόβο της απώλειας οποιασδήποτε ιδιότητας του ως πολίτη και των “συνταγματικά κατοχυρωμένων” δικαιωμάτων του μέσα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Με αυτήν ακριβώς την έννοια κάνουμε λόγο για την νέα αναδυόμενη κοινωνική συνθήκη του Δημοκρατικού ψηφιακού ολοκληρωτισμού και επιχειρούμε, για μια ακόμη φορά, να την εμβαθύνουμε περισσότερο μέσα στο κείμενο που ακολουθεί. Στην ουσία, από όποιο σημείο και αν θελήσουμε να πιάσουμε το νήμα, από την αρχή ή το τέλος, από τις καταστροφικές συνέπειες των νέων ιών σαν τον covid ή από τις καταστροφικές συνέπειες των πλημμυρών και των πυρκαγιών που μαίνονται αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη και αλλού, η ανθρώπινη ματαιοδοξία της εξουσίας αποτελεί δίχως αμφιβολία τον σημαντικότερο παράγοντα των δεινών που κατέτρεχαν στο παρελθόν και θα εξακολουθήσουν με ακόμη δριμύτερο τρόπο να κατατρέχουν στο μέλλον μια ανθρωπότητα που εξακολουθεί στην πλειοψηφία της να συμπεριφέρεται στο δημόσιο χώρο σαν μια μάζα ηλιθίων.

Αν κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών γράψαμε αρκετά κείμενα αναφορικά (και ενάντια) με τον μαζικό βιοτεχνολογικό εμβολιασμό, δεν είναι εξαιτίας μιας εμμονής που μας κατατρέχει, αλλά αντίθετα διότι το θεωρούμε ένα θεμελιώδες ζήτημα. Επαναλάμβάνουμε για μια ακόμη φορά ότι το αποφασιστικό σημείο δεν είναι οι άμεσες υγειονομικές ζημιές που αυτός μπορεί να προκαλέσει, όσο οι γιγαντιαίες αχαρτογράφητες περιοχές και οι επιπτώσεις τους σε μεσο-μακροπρόθεσμους όρους (πάνω στα ανθρώπινα σώματα και τους ιούς) και, ακόμη περισσότερο, οι κοινωνικές του επιπτώσεις.

Φτάνει να σκεφτούμε την τεράστια ποσότητα προσωπικών δεδομένων που η φαρμακευτική βιομηχανία περισυλλέγει χάρη στον εμβολιασμό εκατομμυρίων ατόμων. Αυτό είναι το πραγματικό “κρατικό μυστικό” πίσω από την αδιαφάνεια που καλύπτει τις συμφωνίες μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ” Big Pharma”, πολύ περισσότερο από την τιμή πώλησης των εμβολίων ή τη νομική ατιμωρησία που έχουν εξασφαλίσει οι φαρμακευτικές βιομηχανίες (το σκάνδαλο Novartis φαντάζει μπροστά της αστείο για μικρά παιδιά) σε περίπτωση σοβαρών υγειονομικών επιπλοκών ή θανάτων. [1]

Όπως αναφάνηκε δημόσια στην περίπτωση του κράτους του Ισραήλ, -ενώ στα μέρη μας συνεχίζεται να παίζεται ακόμη η θεατρική κωμωδία αναφορικά με την συναίνεση διαμέσου της κατάλληλης πληροφόρησης και της “προστασίας των προσωπικών δεδομένων”- η διάθεση των ιατρικών δεδομένων των ατόμων στην Pfizer ήταν ένας από τους παράγοντες κλειδιά για την εφαρμογή της γεωπολιτικής των εμβολιασμών. Αυτά τα δεδομένα είναι πιθανά πιο πολύτιμα από τα ίδια τα άμεσα κέρδη των εταιριών ( όχι τυχαία η Astra Zeneca ανακοίνωσε ότι θα απέχει “μέχρις ότου θα διαρκεί η κατάσταση της πανδημίας”, εξασφαλίζοντας στους μετόχους της ότι τα κέρδη τους θα επιτευχθούν με τους μελλοντικούς -και περιοδικούς- επανεμβολιασμούς). Ταυτόχρονα, ο διευθύνων σύμβουλος της Pfizer κατονόμασε το κράτος του Ισραήλ ως “το παγκόσμιο εργαστήριο”.

Η διάθεση του εμβολίου σου κατ’ αποκλειστικότητα σε ένα ολόκληρο πληθυσμό και η προοδευτική περισυλλογή των υγειονομικών του δεδομένων αποτελεί αναμφισβήτητα το όνειρο της κάθε πολυεθνικής. Και μπορούμε φυσικά να κάνουμε μια υπόθεση επάνω στην κατεύθυνση στην οποία θα χρησιμοποιηθούν όλα αυτά τα δεδομένα: προς τις ψηφιακές και τις βιοηλεκτρονικές θεραπείες, οι οποίες είναι σε θέση να αντικαταστήσουν τις πρωτείνες, τα μόρια και όλα τα ενεργά βιολογικά στοιχεία του ανθρώπινου σώματος με μικροσκοπικά-νανοτεχνολογικά software, διαμέσου κατάποσης. Πρόκειται για μια καινούρια αγορά, εξού και ο λόγος της συγχώνευσης μεταξύ των γιγάντων της ψηφιακής βιομηχανίας που έχει αρχίσει ήδη από καιρό με την φαρμακευτική βιομηχανία (για παράδειγμα-πέρα από το ήδη γνωστό μεταξύ Microsoft και Biontech στο οποίο αναφερθήκαμε σε προηγούμενο άρθρο μας- μεταξύ της Google και της ελεγχόμενης από αυτήν Verily Life Sciences και της Glaxo, για να δώσουμε δύο άλλα ονόματα).

Οι ψηφιακές θεραπείες -περί των οποίων όχι τυχαία γίνεται ολοένα συχνότερα λόγος στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο- έχουν μπεί από το 2017 στο εμπόριο στις Ηνωμένες Πολιτείες, χρονιά κατά την οποία η Ομοσπονδιακή Αρχή Φαρμάκου (FDA) έδωσε την άδεια. Μέσα σε αυτή την αγορά η Ευρώπη βρίσκεται μάλλον σε καθυστέρηση. Χωρίς αυτό να σημαίνει-ιδίως στη Γερμανία- ότι λείπουν τα παραδείγματα των εταιριών biotech που ήδη παρήγαγαν τις νανο-πληροφο-βιο εφευρεύσεις τους για να θεραπεύσουν την υπέρταση, τον διαβήτη ή την παχυσαρκία.

Τι ακριβώς λείπει λοιπόν αυτή τη στιγμή που μιλάμε; Η κοινωνία μέσα στην οποία να τις κάνουν να δουλέψουν.

Ας δώσουμε το πιο χτυπητό παράδειγμα: αυτό των αυτοκινήτων. Για να ξεκινήσει η λειτουργία της αγοράς των αυτοκινήτων που διαθέτουν τηλεκατευθυνόμενη (αυτόνομη!) οδήγηση , είναι απαραίτητη πρώτα η ύπαρξη πόλεων (έξυπνων) μέσα στις οποίες έχουν φυτευτεί παντού αισθητήρες. Για να κατασκευαστούν οι “έξυπνες πόλεις” είναι αναγκαία η κατασκευή του δικτύου 5G καθώς και η παρουσία ενός μηχανισμού Τεχνητής Νοημοσύνης σε θέση να αναλύει μια τεράστια ποσότητα δεδομένων. Την Google, την Microsoft ή την Amazon [2] δεν τις ενδιαφέρουν τα αυτοκίνητα καθαυτά, αλλά μονάχα τα ψηφιακά τους ταμπλώ (τα αυτοκίνητα, αν μπορούσαν, θα τα διέθεταν στο εμπόριο σε τιμές κόστους….όπως ακριβώς κάνει η Astra Zeneca αυτή τη στιγμή με τα εμβόλια της, σε αναμονή φυσικά των κερδών που θα αποκομίσει από την εκμετάλλευση των Big Data).

Ας ξαναεπιστρέψουμε όμως στις ψηφιακές θεραπείες. Δεν είναι αρκετό να έχεις ένα σώμα-μηχανή που να δέχεται θεραπεία με ένα φάρμακο-software. Χρειάζεται (για το κεφάλαιο) μια κοινωνία-μηχανή.

Ένας αισθητήρας τον οποίο αποδέχομαι να καταπιώ διαθέτει ένα νόημα μονάχα στην περίπτωση που στο μεταξύ έχουν αναπτυχθεί, σε κοινωνικό επίπεδο, αυτές οι υποδομές μέσα στις οποίες μπορεί να τοποθετηθεί το ανθρώπινο σώμα που πρέπει να θεραπευθεί: ένα αποτελεσματικό ψηφιακό δίκτυο ώστε να καταστεί εφικτός ο ιατρικός έλεγχος εξ αποστάσεως, με άλλα λόγια, η τηλε-ιατρική.

Και είναι ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση που θα διοχετευτούν τα χρήματα του αποκαλούμενου σχεδίου ανάκαμψης (Ελλάδα 2.0) που ο πανευτυχής πρωθυπουργός-ως, μεταξύ των άλλων αρμοδιοτήτων του, ατζέντης των πολυεθνικών-ανακοίνωσε, και όχι αντίθετα προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης και της χρηματοδότησης του υφιστάμενου “συμβατικού” Εθνικού Συστήματος Υγείας του οποίου, με αυτήν ακριβώς την έννοια, η υποχρηματοδότηση θα πρέπει να θεωρείται πλέον εξασφαλισμένη. Αυτό ακριβώς το πράγμα θεωρείται επίσης από πλευρας σχεδόν όλων αυτή τη στιγμή, ως πρόοδος προς την συγκεκριμένη κατεύθυνση.    Χρειάζεται μάλλον χιούμορ για να μπορέσει κάποιος να διασκεδάσει τις εντυπώσεις μιας πραγματικά δραματικής κατάστασης σε εξέλιξη, και με αυτή την έννοια θα λέγαμε οτι η συνολική κατάσταση θυμίζει περισσότερο όχι Ελλάδα 2.0, αλλά μάλλον Χαβάη 5.0 !

Ο επιθεωρητής Μαγκάρετ και οι συνεργάτες του είναι προ πολλού πανέτοιμοι να παρέμβουν ανά πάσα στιγμή για λόγους δημόσιας ασφάλειας και με άμεσο στόχο να προστατεύσουν για μια ακόμη φορά τον δύσμοιρο και “απληροφόρητο” πολίτη.

Η ψηφιακή μετάβαση δεν είναι λοιπόν ένα σλόγκαν, αντίθετα, είναι ένα σχέδιο που επαναδιαμορφώνει ολόκληρη την κοινωνία (συμπεριλαμβανομένων των υγειονομικών υποδομών), ένα σχέδιο το οποίο έχει καταστροφικές οικολογικές επιπτώσεις, οι οποίες με τη σειρά τους αποτελούν την αιτία καινούριων “κοινωνικών και φυσικών ανισοροπιών” με την εμφάνιση των νέων ιών να είναι, αυτή τη στιγμή, το πιο οφθαλμοφανές τους αποτέλεσμα και η διασπορά των οποίων θα τροφοδοτήσει με άλλοθι μια επιπλέον τεχνολογική φυγή προς τα εμπρός : την ψηφιοποίηση των ανθρώπινων σωμάτων.

Πολύ πιθανά το πρώτο βήμα προς τις ψηφιακές θεραπείες θα είναι τα νέα “εμβόλια” που θα είναι σε μορφή τσιρότου, ή σπρέϋ μύτης, ή σταγόνων, ή χαπιών ή μικροτσίπ. Το “περίβλημα” σε κάθε περίπτωση έχει ελάχιστη σημασία: πρόκειται για νανο-αισθητήρες σε θέση να καταγράψουν “σε πραγματικό χρόνο πόσα αντισώματα έχουμε, ποιά είναι η κατάσταση της υγείας μας και αν είναι απαραίτητο να διαβιβάσουν αυτά τα δεδομένα στον οικογενειακό μας γιατρό χωρίς να κάνουμε ούτε ένα βήμα από το σπίτι μας”. Κοντολογίς, ” η επιτάχυνση που ο Covid προσέδωσε σε τεχνολογικούς όρους δεν θα τελειώσει με την πανδημία, τουναντίον”.Εδώ και κάποιους μήνες έχει ξεκινήσει μια “μελέτη του πανεπιστημίου της Οξφόρδης πάνω σε ένα εμβόλιο υπό μορφή σπρέϋ και πρωτοτύπων εμβολιακών smart-patch σε πειραματικό στάδιο στο Swansea, πάντοτε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τι ακριβώς όμως είναι ένα smart-patch; Είναι μια τεχνολογία που βρίσκεται υπό μελέτη ήδη εδώ και αρκετό καιρό επίσης και για τη διάγνωση άλλων παθολογικών περιπτώσεων ή για τον έλεγχο της κατάστασης της υγείας του ανθρώπινου σώματος: είναι μικροαισθητήρες που, άπαξ έλθουν σε επαφή με το σώμα, μπορούν να αντιληφθούν τις ζωτικές διαφοροποιήσεις που προκαλούνται από συγκεκριμένες ουσίες που κυκλοφορούν. Θα πρόκειται για μικροτσίπ σε θέση να καταγράψουν πόσα αντισώματα κυκλοφορούν αναφορικά με ένα συγκεκριμένο μικροβιακό, ιικό ή βακτηριακό παράγοντα, ανάλογα την περίπτωση”.

“Η έρευνα θα μπορούσε να προσανατολιστεί, από την άποψη των εμβολίων, σε αυτά τα smart-patch ή τσιρότα που θα μπορούσαν να διοχετεύσουν ή να προκαλέσουν την παραγωγή αντισωμάτων! Από την άλλη πλευρά, τα μικροτσίπ διαγνωστικού τύπου θα μπορούν, με την πάροδο του χρόνου, να εκτιμήσουν ποιά είναι η αντισωματική μας αντίδραση στον εμβολιασμό αλλά επίσης και πολλές άλλες παραμέτρους”. ” Μερικά από τα εβόλια που έχουμε τώρα βρίσκονται σε διαδικασία μελέτης για τη χορήγησή τους από το στόμα υπό μορφή σταγόνων ή χαπιών”.

Από την άλλη, “να φοβόμαστε ένα μικροτσίπ που ελέγχει τα αντισώματά μας είναι πραγματικά παράλογο, άχρηστο και γελοίο. Αντίθετα ο φόβος πρέπει να δώσει τη θέση του στον ενθουσιασμό.” Είναι σαν να πηγαίνουμε στο βενζινάδικο: αντί να πηγαίνουμε κάθε μέρα να βάλουμε 5 ευρώ βενζίνη, γεμίζουμε κατευθείαν το ρεζερβουάρ και η αυτονομία μας διαρκεί για περισσότερο καιρό”. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το σώμα-μηχανή, όπως μας εξηγεί ο λοιμωξιολόγος δρ. Perri: “Βάζουμε όλα τα απαραίτητα για έξι μήνες ή για ένα χρόνο και σε αυτό το σημείο, σιγά-σιγά, από ένα είδος ρεζερβουάρ πού έχουμε μεταξύ των διασυνδεόμενων ιστών υποδόρια, με ένα κανονικό ρυθμό καθημερινά μπαίνει στην κυκλοφορία εκείνη η αναγκαία ποσότητα φαρμάκου, ώστε να καταστείλει τον ιό”. (Εμβολιασμοί με ένα μικροτσίπ. “Να γιατί αυτό είναι το μέλλον”, εφημερίδα: “Il Giornale.it” 13 Απριλίου 2021).

Όπως ορισμένοι Έλληνες σύντροφοι έγραψαν εδώ και αρκετούς πλέον μήνες, τα mRNA δεν είναι ακριβώς εμβόλια, αλλά μάλλον βιοτεχνολογικές πλατφόρμες.Είναι σχεδιασμένα βεβαίως για να ερεθίσουν την παραγωγή αντισωμάτων όπως όλα τα εμβόλια, άλλα το γεγονός ότι είναι υπό μορφή φιάλης (εμβολίου) είναι εντελώς άνευ σημασίας (και αποπροσανατολιστικό). Έχοντας σαν στόχο να μεταδώσουν στο ανθρώπινο σώμα “γενετικές πληροφορίες”, το μέσο μετάδοσης είναι άνευ σημασίας: μπορεί να είναι ένα χάπι, ένα σπρέυ, ένα τσιρότο, οι σταγόνες ή ένα μικροτσίπ.

Όμως, οι πληροφορίες δεν εισάγονται μονάχα, αλλά επιπλέον εξάγονται. Τα υγειονομικά δεδομένα που, διαμέσου αυτού του μαζικού εμβολιασμού, συγκεντρώνει η τεχνο-βιομηχανία από εκατομμύρια ανθρώπινα σώματα θα ενσωματωθούν με τη σειρά τους στις μελλοντικές ψηφιακές θεραπείες. (ένα σημαντικό βήμα που γίνεται σήμερα στην κατεύθυνση του δημοκρατικού ψηφιακού ολοκληρωτισμού).

Μια κοινωνία δεν δομείται μονάχα από υποδομές, αλλά επίσης από “πολιτισμό” (όπως π.χ. ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός), από ηθική , από ιδεολογία. Και άρα είναι επίσης προς αυτή την κατεύθυνση που δουλεύει ο εχθρός. Αυτό το στοιχείο, που κατά συνέπεια, καθιστά επικίνδυνο τον υποχρεωτικό εμβολιασμό (η εφαρμογή του στο υγειονομικό προσωπικό δεν είναι παρά το πρώτο στάδιο), δεν είναι μονάχα η στρατιωτικοποίηση της εργασίας που προωθεί, αλλά επίσης και η ιδεολογία που δρομολογεί σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο.

Η θεραπεία κάθε ασθένειας έχει ένα “κοινωνικό κόστος”, για αυτό τον λόγο κάθε επιλογή αντανανακλάται στο συλλογικό επίπεδο. Το γεγονός αυτό όμως δεν ισχύει, αν σκεφτούμε καλά, μονάχα για αυτά τα πράγματα που προκαλεί η καπιταλιστική δραστηριότητα. Όλες οι “επιστημονικές αποδείξεις” που στοιχειοθετούν επαρκώς μέχρι σήμερα την κοινωνική της βλαπτικότητα (την ατμοσφαιρική ρύπανση που έχει επιδράσει με δραματικό τρόπο στην κλιματική αλλαγή, την ραδιενέργεια κυρίως εξαιτίας της συνεχιζόμενης λειτουργίας και κατασκευής των εργοστασίων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, την βιομηχανική υποβάθμιση της τροφής μας εξαιτίας της εντατικής μονοκαλιέργειας και της χρήσης των χημικών λιπασμάτων, της χημικής εισβολής μέσα στο ανθρώπινο ανοσιοποιητικό σύστημα……….)-δεν είναι σε καμιά περίπτωση ιατρικές συνταγές, είναι λόγια στον άνεμο, εκτός βέβαια αν ένα πραγματικό κοινωνικό κίνημα τις μεταφράσει σε ενεργή αντίσταση, σε επίθεση.

Η ατομική υγεία, αντίθετα, μπορεί να μεταβληθεί, ανάλογα με τη συγκυρία, σε μια συλλογική επιτακτικότητα, σε μια κοινωνική συνθήκη sine qua non. Και ακριβώς έτσι θα συμβαίνει ολοένα περισσότερο στο μέλλον. Μήπως θα έπρεπε λοιπόν από τον εικοστό πρώτο αιώνα να γυρίσουμε πίσω στον ευρωπαικό μεσαίωνα και να απαιτήσουμε ξανά ένα καινούριο habeas corpus ;

Η παχυσαρκία του καθενός μας, ο διαβήτης του, η μανία του στο κάπνισμα είναι ένα κοινωνικό κόστος για τους άλλους. Θα αρνηθείς ίσως να ακολουθήσεις τις τηλε-συνταγές του γιατρού σου, που έχει επεξεργαθεί για λογαριασμό σου η Τεχνητή Νοημοσύνη που αναλύει σε πραγματικό χρόνο τα συγκεντρωμένα δεδομένα διαμέσου του νανο-αισθητήρα που σου πρότεινα να καταπιείς; Μπορεί ίσως να μην μπορώ να σε εξαναγκάσω, αλλά μπορώ σίγουρα να αυξήσω το κόστος της υγειονομικής σου περίθαλψης και της ασφάλισης. Δεν πρόκειται για επιστημονική φαντασία : είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια στις Η.Π.Α. (Και ο Μητσοτάκης και άλλοι πολλοί, εκεί σπούδασαν, να μην το υποτιμούμε αυτό το πράγμα).

Είναι μέσα σε αυτό το ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο που θα πρέπει να τοποθετηθεί το παρόν βιο-ιατρικό μαζικό πείραμα που συμπληρώνει περισσότερο από ένα χρόνο τηλε-εργασίας, τηλε-εκπαίδευσης και “κοινωνικής αποστασιοποίησης” στο όνομα της “συλλογικής ευθύνης”. Διαβάζοντας βέβαια αυτά που σε γενικές γραμμές γράφονται στο εσωτερικό του “κινήματος” [είναι ελπιδοφόρο ότι τελευταία σημειώνονται ολοένα περισσότερες φωτεινές εξαιρέσεις-(η επιστήμη ως παράγοντας προοόδου, η σημασία των εμβολίων μέσα στην ιστορία κ.λ.π.)-] μοιάζει αντίθετα να βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή του Λουί Παστέρ ή της Ρόζας Λούξεμπουργκ….

Είναι οπωσδήποτε αξιοπερίεργο το γεγονός ότι όποιος υποστηρίζει τη θέση ότι τα πάντα μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία υποτάσονται στη λογική του κέρδους και στους ταξικούς συσχετισμούς της δύναμης, θεωρεί παράλληλα την επιστήμη ως ενα είδος οικουμενικής αξίας, της οποίας αντίθετα ο ρόλος, καθίσταται σήμερα ολοένα κεντρικότερος μέσα στη διαδικασία της καπιταλιστικής αξιοποίησης.

Ανάμεσα στα αναρίθμητα παραδείγματα που θα μπορούσαν να αναφερθούν σχετικά με τη σύγκλιση της επιστημονικής θεωρίας και των σχεδίων της τεχνο-βιομηχανίας, παίρνουμε αυτό των εμβολίων m-RNA τα οποια είναι αποτέλεσμα της σύγκλισης της Τεχνητης Νοημοσύνης, της βιο-πληροφορικής, της γενετικής μηχανικής, της νανοτεχνολογίας και της συνθετικής βιολογίας.

Υπάρχει μέσα στην ιστορία της μοριακής βιολογίας, αυτό το στοιχείο το οποίο για αρκετό χρονικό διάστημα προσδιορίστηκε ως το “κεντρικό δόγμα” της (προτάθηκε το 1958 από τον Francis Crick και ακόλουθα υιοθετήθηκε από τον James Watson): Η γενετική πληροφορία ρέει από το DNA στο RNA και στις πρωτεινες, αλλά δεν μπορεί να πάει προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Αυτό ακριβώς το “δόγμα” λοιπόν, αντικρούστηκε εκτεταταμένα κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, προς ώφελος μιας αποφασιστικά περισσότερο σύνθετης θέασης όσον αφορα τις διαδικασίες του μεταβολισμού που οδηγούν στη σύνθεση των ενζύμων και των πρωτεινών. Νάτο όμως που επανεμφανίζεται σε όλη του τη διάσταση τώρα, ενσωματωμένο -πρέπει να το τονίσουμε αυτό το γεγονός- μέσα στα εμβόλια m-RNA, συνοδευόμενο φυσικά από τις διαβεβαιώσεις ότι η δράση αυτών των τελευταίων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τροποποιήσει την γονιδιοματική έκφραση των ανθρώπινων σωμάτων.

Ο λόγος αυτού του ισχυρισμού δεν είναι σε καμμία περίπτωση “επιστημονικός”, αλλά αντίθετα άμεσα διασυνδεμένος με τους τρόπους και τους χρόνους της βιομηχανικής παραγωγής.

Αυτή ακριβώς η απομειωτική θέαση των μεταβολικών διαδικασιών, πράγματι, είναι απλά το πιο αποτελεσματικό μοντέλο ώστε να αναλυθούν και να αλληλουχηθούν τα θραύσματα του DNA στον υπολογιστή, το πιο σύντομο για να καταστούν διαθέσιμες οι παρατηρήσεις και να γίνουν οι μαθηματικοί υπολογισμοί.

Η γονιδιοματική, η μεταγραφική, η πρωτεονομική εξαρτούνται από την δυνατότητα και την ικανότητα των υπολογιστών (και των προγραμματιστών τους) να μορφοποιήσουν σύνθετα συστήματα που κατόπιν η συνθετική βιολογία ή η νανοτεχνολογία κατασκευάζουν (in vitro) μέσα στο εργαστήριο.

Ο τρόπος δράσης μιας πρωτεϊνης, άπαξ είναι προϊόν συνθετικής διαδικασίας, προβλέπει ένα πολύπλοκο σύστημα ενεργοποίησης και απενεργοποίησης, διακοπών, καταρρακτών, αναδρομικών λειτουργιών, ρυθμιστικών μηχανισμών, επιγενετικών διαδικασιών. “Οι σχέσεις που διακυβεύονται, ακόμη και σε μοριακό επίπεδο, είναι στοχαστικής φύσης και χαρακτήρα, ανοικτές και όχι κλειστές, κατά συνέπεια πιθανολογικές” (Nikolas Rose, Η πολιτική της ζωής. Βιοϊατρική, εξουσία και υποκειμενικότητα τον εικοστό πρώτο αιώνα, Εκδόσεις Einaudi, Τορίνο,2008).

Κοντολογίς, αν τα εμβόλια m-RNA είναι δίχως άλλο ένα βήμα μπροστά στο βιοτεχνολογικό bricolage, από την άποψη της επιστημονικής γνώσης που ενσωματώνουν είναι μια οπισθοδρόμηση αρκετών δεκαετιών. Αυτό το λέμε για τους λάτρες της επιστήμης.

Σκοταδιστής ή “αρνητής” [3], κατά συνέπεια, δεν είναι αυτός που προειδοποιεί αναφορικά με τα αχαρτογράφητα πεδία των βιοτεχνολογιών σε μεσο-μακροπρόθεσμους χρονικούς όρους, αλλά αντίθετα, αυτός που σήμερα -ελέγχοντας μονοπωλιακά και άρα ισοπεδώνοντας στην κυριολεξία την πληροφόρηση- διαμηνύει στους τέσσερεις ορίζοντες και λέει: “Τα πλεονεκτήματα είναι ανώτερα από τα μειονεκτήματα. Εμβολιαστείτε και Ευτυχείτε!” (σε αντίθετη περίπτωση ο επιθεωρητής Μαγκάρετ καραδοκεί πάντα στα παρασκήνια). [4]

Ευχαριστώ, αλλά θα υπερασπιστώ τον εαυτό μου μόνος

Αν τα συνομοσπονδιακά συνδικάτα (στην Ιταλία) ανακοίνωσαν άμεσα τη δουλική τους συγκατάβαση στον υποχρεωτικό εμβολιασμό για το υγειονομικό προσωπικό, η Ένωση των συνδικάτων της βάσης και το συντονιστικό των Cobas εκφράστηκαν ενάντια (οι ανακοινώσεις τους μπορούν να βρεθούν στα αντίστοιχα sites), Και τα δύο αυτά συνδικάτα είναι κατηγορηματικά και αποφασιστικά υπέρ αυτών των εμβολίων , χωρίς ούτε την παραμικρή αναφορά στο γεγονός ότι πρόκειται για γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς που δεν έχουν δοκιμαστεί ποτέ στο παρελθόν επάνω στα ανθρώπινα όντα ( οι αναφορές τους αντίθετα αφορούν τη σημασία των εμβολίων μέσα στην ιστορία, τη μαζική προφύλαξη…..ενάντια στην πολυομελίτιδα).

Στη περίπτωση της Ένωσης των Συνδικάτων της Βάσης, η αντίθεση στην υποχρεωτικότητα είναι μάλλον τυπική, χωρίς να συνοδεύεται από καμιά ανακοίνωση δέσμευσης στην υπεράσπιση εκείνων των εργαζομένων που θα εξαναγκαστούν να απομακρυνθούν απο το χώρο της εργασίας τους.

Το συντονιστικό των Cobas, αντίθετα, δεσμεύεται να τους υπερασπίσει. Η υπεράσπιση “μεμονωμένων περιπτώσεων” (τη στιγμή που αυτοί που δεν θέλουν να εμβολιαστούν ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες), η υπεράσπιση μιας άρνησης που όχι μονάχα δεν συμμερίζονται, αλλά που επίσης θεωρούν ότι συνδέεται ” σε ένα σύνολο λόγων στους οποίους συγκλίνουν αμφιβολίες, ατομικοί φόβοι, προκαταλήψεις και στρεβλή πληροφόρηση”, η υπεράσπιση όποιου, “μεταξύ του υγειονομικού προσωπικού, φοβάται, έχει αφιβολίες και αβεβαιότητες” γιατί ” βρίσκεται στο έλεος συγχισμένων πληροφοριών”! Η υπεράσπιση όποιου δεν κατάλαβε ” ότι τα εμβόλια αντιπροσωπεύουν ένα μέσο προστασίας του πληθυσμού και ειδικότερα των πιο αδύναμων κοινωνικά τάξεων, αυτών οι οποίες πληρώνουν τον υψηλότερο φόρο αίματος μέσα στις πανδημίες”.   Κοντολογίς, σε υπερασπίζομαι γιατί είσαι το εξιλαστήριο θύμα πάνω στο οποίο ξεφορτώνονται όλες οι ευθύνες και οι συνέπειες μιας ταξικής και καταστροφικής διαχείρησης της πανδημίας! Γιατί είσαι συναισθηματικός, φοβισμένος και παραπληροφορημένος. Είναι ακριβώς επάνω σε παρόμοιες πατερναλιστικές βάσεις που θα δοθούν χωρίς αμφιβολία μέσα στο μαζικό κίνημα οι μεγάλες μάχες του μέλλοντος.

Αφήνοντας κατά μέρος το στενό περιβάλλον των συντρόφων, γνωρίζουμε είτε γιατρούς είτε-κυρίως- νοσοκόμους και υγειονομικο-κοινωνικούς λειτουργούς που αυτή τη στιγμή οργανώνονται ενάντια στον υποχρεωτικό εμβολιασμό. Πρόκειται για γιατρούς που έχουν ενεργοποιηθεί στο παρελθόν για να καταγγείλουν τις διάφορες περιβαλλοντικές τοξικότητες (αναφορικά με τις οποίες οι διάφοροι διευθυντές των υγειονομικών δομών, σε τέτοιο βαθμό διαποτισμένοι από επαγγελματική ηθική στην περίπτωση αυτών των εμβολίων, τήρησαν υπεύθυνα σιγή ιχθύος), που όμως αρνούνται να χορηγήσουν κάτι του οποίου τα αποτελέσματα σε μεσο-μακροπρόθεσμη βάση είναι εντελώς άγνωστα.

Πρόκειται για νοσοκόμες που εργάζονται μέσα στα τμήματα Covid των νοσοκομείων, στις οποίες είναι περιττό φυσικά να εξηγηθεί ότι η κατάσταση μέσα στα τμήματα εντατικής θεραπείας είναι δραματική. Πρόκειται για υγεινομικο-κοινωνικούς λειτουργούς που ζήτησαν να τοποθετηθούν μέσα στα τμήματα εντατικής θεραπείας των ασθενών από Covid.

Απέναντι στη λογική του μαζικού εμβολιασμού (ανεξάρτητα ηλικίας, κατάστασης της υγείας, ή από τον βαθμό επίτευξης ενός φυσικού ανοσιοποιητικού τείχους) δεν αντιπροτείνουν…… την κοινωνική επανάσταση, αλλά την άμεση ενεργοποίηση ενός συστήματος έγκαιρων θεραπειών κατ’ οίκο, δηλαδή ένα αποκεντρωμένο χωρικά ιατρικό-υγειονομικό σύστημα δομών πρωτοβάθμιας υγείας που δεν είναι νοσοκομιοκεντρικό, από το οποίο ο εμβολιαστικός μηχανισμός -και κατόπι ο επανεμβολιαστικός- αποσπά και θα συνεχίσει να αποσπά επιπλέον προσωπικό και πόρους.

Ορισμένοι από όλους αυτούς επιπλέον, είναι άριστα καταρτισμένοι και επάνω στις ιδιαίτερες επιστημονικές απόψεις που συνδέονται με τα συγκεκριμένα εμβόλια, ίσως και περισσότερο από τους συνδικαλιστές που δηλώνουν ότι θέλουν να τους υπερασπιστούν.

Άτομα με τα οποία, αν θέλουμε , μπορούμε να αγωνιστούμε μαζί. Επί ίσοις όροις.

Όσο μας αφορά, αυτές οι λιποταξίες από το στρατιωτικο-εμβολιαστικό μέτωπο- οι οποίες εξάλλου προέρχονται από την “πρώτη γραμμή”- είναι ένα σημαντικό σημάδι αντίστασης, μια πολύτιμη ευκαιρία για να δηλώσουμε δυναμικά ότι η παρούσα κοινωνική τάξη γίνεται καθημερινά ολοένα περισσότερο ασύμβατη με την υγεία και με τη ζωή και ότι οι “λύσεις” που προτείνει είναι ενεργό μέρος των καταστροφών που συνεχίζει να προκαλεί.

Γιατί αντιδρούν ενάντια στον υποχρεωτικό εμβολιασμό οι ανά τον κόσμο “παραπληροφορημένοι” των μέσων κοινωνικής δικτύωσης;

Είναι περισσότερο από προφανές, ότι το ΕΚΠΑ και ο εκπρόσωποι του στην Ελλάδα έχουν μεταβληθεί σε παπαγαλάκια της κυβέρνησης, διαδραματίζοντας αυτή τη στιγμή έναν σημαντικό πυροσβεστικό ρόλο αναφορικά με τις εξελισόμενες μαζικές κινητοποιήσεις ενάντια στον υποχρεωτικό εμβολιασμό καθώς και ενάντια στα πάσης φύσης θεσμοθετούμενα-σε ευρωπαϊκό επίπεδο-νομοθετικά εκτρώματα τύπου “πράσινου διαβατηρίου υγείας”.

Δεν νομίζουμε ότι αυτή η στάση υποταγής θα έπρεπε να αντιστοιχεί στο ρόλο ενός από τα θωρούμενα ως σημαντικώτερα πνευματικά ιδρύματα της χώρας, αλλά αντίθετα θα του αντιστοιχούσε αυτός του θάρρους και της μαχητικότητας.

Όμως, και σε αυτή την περίπτωση, η μνήμη των ταγών της εξουσίας αποδεικνύεται για μια επιπλέον φορά κοντόθωρη από τη στιγμή που θίγονται τεράστια οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα.

Στο πρόσφατο παρελθόν, η Αίγυπτος του Μουμπάρακ, η Συρία του Άσαντ, η Τουρκία του Ερντογάν αλλά και η Γαλλία του Μακρόν με την συνεχιζόμενη δράση των κίτρινων γιλέκων, είναι μονάχα μερικά από τα παραδείγματα μιας γενικά αποδεκτής θετικής συνεισφοράς των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις κοινωνικές κινητοποιήσεις και τις εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα τοπικά, ενάντια στο κρατικό και το καπιταλιστικό black out της πληροφόρησης των επίσημων Μ.Μ.Ε.

Όλοι αυτοί οι υποκριτές λοιπόν δεν έχουν φυσικά επιπλέον το θάρρος να ομολογήσουν ξεκάθαρα σε δημόσο επίπεδο, ότι αυτό που θα ταίριαζε καλύτερα στις επιδιώξεις τους θα ήταν κατά βάθος ένα πολιτικό καθεστώς τύπου Αλ Σίσι, Ερντογάν, ή του κινέζικου κομουνιστικού κόμματος κ.λ.π., που ανάλογα με τη συγκυρία θα έριχνε σε ολοκληρωτικό black out το ίντερνετ ή θα επέβαλε αυστηρή λογοκρισία. Για αυτόν ακριβώς το λόγο μιλούν τώρα για παραπληροφόρηση αναφορικά με το ζήτημα των υποχρεωτικών εμβολιασμών που η κυβέρνηση δρομολογεί.

Όλα τα προηγούμενα φυσικά δεν σημαίνουν με κανένα απολύτως τρόπο ότι, όπως και με όλα τα υπόλοιπα μέσα της ανθρώπινης πληροφόρησης, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν βρίθουν επίσης -όπως επισημάναμε ήδη-από τις ακρότητες διαφόρων ειδών τσαρλατάνων των οποίων οι κυβερνητικές αρχές χρησιμοποιούν εργαλειακά τα περιεχόμενα, έτσι ώστε να διαβάλουν επιπλέον, τη θετική συνεισφορά των εναλλακτικών μέσων πληροφόρησης μέσα στις κοινωνικές διεργασίες και τις κινητοποιήσεις.

Και για του λόγου το αληθές. Και εμείς φυσικά αντλούμε-κριτικά-από τα εναλλακτικά μέσα πληροφόρησης ένα μεγάλο μέρος των πληροφοριών που μας χρειάζονται ώστε να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα την σημερινή πραγματικότητα σε εξέλιξη.

Σύμφωνα λοιπόν με την πλειονότητα των διεθνών εναλλακτικών μέσων πληροφόρησης που συμβουλευόμαστε αναφορικά με το υπό συζήτηση θέμα, αλλά επίσης και των αιτημάτων που προκύπτουν από τις μαζικές κινητοποιήσεις που πραγματοποιούνται αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη:το υγειονομικό διαβατήριο πάνω στο μοντέλο Μακρόν ή Μητσοτάκη (παίρνετε και διαλέγετε), η παράταση- διαμέσου νομοθετημάτων-της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και της χρήσης του διαβατηρίου μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, η προβλεπόμενη επέκταση της χρήσης του στα τρένα και στα λεωφορεία, μέσα στα σχολεία και στους μαθητές κ.λ.π., λαμβανομένων σοβαρά υπόψη ότι, όλα αυτά τα μέτρα θα θεωρούνταν αδιανόητα από τον οποιονδήποτε πριν την επιδημία του Covid-19 , δηλαδή η απαγόρευση της κυκλοφορίας, η επιβολή του περιορισμού των μετακινήσεων πού ισχύουν έδω και ενάμισυ χρόνο και τώρα το διαβατήριο για τις μετακινήσεις στο εσωτερικό κάθε χώρας που οδηγεί στους εμβολιαστικούς εξαναγκασμούς, αποτελούν ένα υγειονομικό apartheid διευρυνόμενου στρατιωτικού ελέγχου μέσα σε μια ακήρυκτη κατάσταση εμφυλίου πολέμου.

Επαφύεται στην κρίση του καθενός μας να αποφασίσει αν πρόκειται για Fake news, ή αντίθετα, για μια ρεαλιστική εκτίμηση της παρούσας κατάστασης και των εν δυνάμει συνεπειών της. Σε περίπτωση που ισχύει το δεύτερο, σύμφωνα πάντα με την άποψη συγκεκριμένων μέσων κοινωνικής δικτύωσης, το μοναδικό εμπόδιο που μπορεί να ανατρέψει αυτή την κατάσταση είναι η αντίσταση του κόσμου.

Δεν μπορούμε να κλείσουμε αυτό το κείμενο χωρίς να αναφερθούμε υποχρεωτικά σε δύο από τις εκατοντάδες πολύμορφες δημόσιες παρεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν αυτό το μήνα ανά την Ευρώπη ενάντια στον υποχρεωτικό εμβολιασμό:Αυτή που έγινε στο Τρέντο της Ιταλίας στις 23 Ιουλίου και η οποία οργανώθηκε από αναρχικούς με τους οποίους από ότι φαίνεται μας συνδέουν κοινές απόψεις και προσεγγίσεις επί των συγκεκριμένων ζητημάτων. Ένας άλλος λόγος που επιλέξαμε να παρουσιάσουμε αυτή την παρέμβαση είναι διότι, κατά την άποψη μας, ανακεφαλαιώνει κομβικά σημεία της διεθνούς εξέλιξης της συνολικής κατάστασης μέχρι αυτή τη στιγμή.

Η δεύτερη δημόσια παρέμβαση αφορά ένα κείμενο που μοιράστηκε στους δρόμους του Παρισιού κατά τη διάρκεια των πρόσφατων μαζικών κινητοποιήσεων, το οποίο επίσης ασκεί οξύα κοινωνική κριτική που αφορά σημαντικους προβληματισμούς προς την ίδια πάντα κατεύθυνση.

“……πλέον η κατάσταση στην Ιταλία έφτασε στο σημείο ώστε ένας στρατηγός του ΝΑΤΟ να είναι ο επικεφαλής της εμβολιαστικής εκστρατείας της κυβέρνησης Ντράγκι. Όλοι θυμόμαστε ότι για μήνες μας έλεγαν ότι τα εμβόλια θα μας προστάτευαν από τον ιό, κατόπι τροποποίησαν την αρχική εκδοχή λέγοντας ότι τα εμβόλια δεν εμποδίζουν εντελώς τη μετάδοση του covid-19 αλλά μας προστατεύουν από τις πιο σοβαρές μορφές του. Τα τελευταία νέα λένε τα εξής:

Σύμφωνα με τον Sir Patrick Vallance, ανώτατο επιστημονικό σύμβουλο της κυβέρνησης του Μπόρις Τζόνσον αναφορικά με τους εμβολιασμούς : το 60% των νέων μολύνσεων covid στην Αγγλία έχουν ήδη εμβολιαστεί πλήρως με τις δύο δόσεις της Astra Zeneca. Σύμφωνα επίσης με την εφημερίδα Jerusalem Post: “Περίπου 143 ισραηλινοί που εισάχθηκαν στα νοσοκομεία με covid, τη περασμένη εβδομάδα, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο υγείας: το 58% εξ αυτών ήταν εμβολιασμένο, το 39% δεν ήταν και το 3% ήταν με μια δόση. ….15 από τα 20 άτομα που πέθαναν τον Ιούλιο από covid ήταν εμβολιασμένα.”

Από τη στιγμή που στην Αγγλία το χρησιμοποιούμενο εμβόλιο είναι αυτό της Α.Ζ. και στο Ισραήλ αυτό της Pfizer, δεν υπάρχει λόγος να μην πιστεύουμε ότι και στην Ιταλία τα πράγματα πηγαίνουν ή θα πάνε διαφορετικά .

Στην περίπτωση λοιπόν που θα ήταν τα πραγματικά δεδομένα που θα προσανατόλιζαν τις πολιτικές επιλογές, είναι περισσότερο από λογικό, οι δύο προαναφερόμενες επίσημες στατιστικές που δίνουν την εικόνα από δύο χώρες του Δυτικού κόσμου με το μεγαλύτερο επιτευχθέν εμβολιαστικό αποτέλεσμα στους πληθυσμούς τους, να κάνουν να επανεξετασθεί η συνολική στρατηγική:

Διότι, όχι μόνο τα πειραματικά εμβόλια- που βασίζονται στη γενετική μηχανική-είναι δυνατό να προκαλέσουν σοβαρές επιπλοκές ή και θάνατο! Οχι μόνο οι επιπτώσεις τους σε μεσο-μακροπρόθεσμους όρους είναι εντελώς άγνωστες! Οχι μόνο η διάρκεια της ανοσιοποιητικής κάλυψης τους καθιστά απαραίτητο ένα περιοδικό επανεμβολιασμό! Αλλά επίσης το μεγάλο πρόβλημα των εισαγωγών των ασθενών με covid-19 στις Μ.Ε.Θ. δεν πρόκειται να επιλυθεί και να αποσυμφορηθεί η συνολική κατάσταση, αν δεν παρθούν πλέον συγκεκριμένα μέτρα υποστήριξης και λειτουργίας των πρωτοβάθμιων δομών υγείας αποκεντρωμένων παντού μέσα στην επικράτεια, παράλληλα βέβαια με τη θεραπεία του ασθενή στο σπίτι του, με την άμεση συνδρομή του οικογενειακού γιατρού, δημόσιου ή ιδιωτικού.

Δεδομένου ότι μας βομβαρδίζουν εδώ και ενάμισυ χρόνο με τη μιλιταριστική λογική και τη γλώσσα, είναι ενδιαφέρουσα η άποψη ενός γνωστού Γάλλου λοιμωξιολόγου : ” Μια επιδημία αντιμετωπίζεται με τη “βιετναμέζικη” μέθοδο, θεραπεύοντας από σπίτι σε σπίτι και μαθαίνοντας από την αποκομισθείσα εμπειρία και όχι αντίθετα με τις “Ναπολεόντιες στρατιωτικές εκστρατείες”, που μπορούν να αποδειχθούν καταστροφικές, χωρίς δυνατότητα επιστροφής. Διότι υπάρχει αυτή η μικρή λεπτομέρεια την οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε: Αν τα επιστημονικά πειράματα γίνονται μέσα στο εργαστήριο ή σε μικρή κλίμακα, είναι δυνατό να επανεξετασθούν οι αρχικές υποθέσεις σε περίπτωση ανεπιθύμητων αποτελεσμάτων! Οταν όμως το εργαστήριο έχει γίνει ο κόσμος ολόκληρος και τα πειραματόζωα δισεκατομμύρια άτομα, οι επιπτώσεις ενός πειράματος καθίστανται αναπότρεπτες (γιατί δεν υπάρχει ένας κόσμος για ανταλλακτικό και εμείς δεν διαθέτουμε εφεδρικά ανθρώπινα σώματα).

Ομως η λογική-είτε η οικονομική είτε η πολιτική, σε αυτό όπως και σε άλλα πεδία-είναι ακριβώς αυτή των Μεγάλων Εργων.Είναι ακριβώς αυτή η λογική, η οικονομική και η πολιτική, που προκαλεί τις επιδημίες και κατά συνέπεια και οι λύσεις που προτείνει αποτελούν μια επιπλέον φυγή προς τα εμπρός.

Το γεγονός ότι παρά την διάχυτη τρομοκρατία της κυρίαρχης ελίτ και των μέσων πληροφόρησης που ελέγχει, εκατομμύρια ανθρώπινα όντα δεν θέλουν να γίνουν πειραματόζωα, είναι μια μορφή αντίστασης εξαιρετικά σημαντική! Μάλιστα, αναφορικά με τα εμβόλια χρειάζεται αυτή τη στιγμή να αναποδογυριστεί εντελώς η κυρίαρχη άποψη σχετικά με τους κινδύνους και τις ωφέλειες: Μπροστά στους τραυματίες και τους νεκρούς (που είναι ήδη δεκάδες χιλιάδες σε ολόκληρο το κόσμο), η προπαγάνδα κάνει λόγο για τον ατομικό κίνδυνο εμπρός από μια συλλογική ωφέλεια.

Αν όμως παρατηρήσουμε με ποιόν ακριβώς τρόπο τα εμβόλια επιλέγουν καινούριες παραλλαγές του ιού (των οποίων δεν μπορεί εκ των προτέρων να είναι γνωστή η παθογένεια), μπορούμε χωρίς αμφιβολία να πούμε ότι είναι ακριβώς οι κίνδυνοι που είναι συλλογικοί.

Αυτό το πράγμα είναι αλήθεια στο βαθμό που ένας άλλος γνωστός μοριακός γενετιστής ( ένας που η δουλειά του είναι να φτιάχνει ΓΤΟ (γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς) και άρα που δεν είναι ούτε επαναστάτης, ούτε γνωστός αλλά ούτε και φίλος μας) υποστηρίζει την άποψη ότι να έχεις ένα τμήμα του πληθυσμού μη εμβολιασμένο-ιδίως τον νεανικό, που συνήθως δεν παρουσιάζει συμπτώματα covid- είναι ένα “μάνα”, διότι η κυκλοφορία των αρχικών μορφών των ιών επισκιάζει και “ανταγωνίζεται” τις παραλλαγές που αντιστέκονται στα εμβόλια, οι οποίες με τον μαζικό και αδιάκριτο εμβολιασμό θα κατέληγαν να γίνουν κυρίαρχες και ακόμη περισσότερο απρόβλεπτες.

Όμως στη προκειμένη περίπτωση, η λογική είναι ότι κανένα ανθρώπινο σώμα δεν πρέπει να διαφύγει της σύλληψης και ότι πρέπει να γίνει αβίωτη η ζωή των λιποτακτών. Τα άτομα που αποδέχονται όλη αυτή την κατάσταση χωρίς να ορθώσουν ανάστημα είναι , όπως έλεγε η Σιμόν Βέιγ, ” ένα είδος συμβιβασμού μεταξύ του ανθρώπου και του πτώματος”.

Εμείς είμαστε ζωντανές και ζωντανοί, έτοιμοι να δώσουμε μάχη για την ελευθερία και την υγεία τη δική μας και των άλλων.

Γαλλία: το υγειονομικό αδιέξοδο

Φυσικά και ο εμβολιασμός δεν είναι υποχρεωτικός για όλους. Και είναι ακριβώς προσφεύγοντας στο φόβο να μην μπορούμε πλέον να κουνήσουμε ούτε το δάχτυλό μας που η κυβέρνηση σχεδιάζει να μεταβάλλει ολόκληρο τον πληθυσμό σε εργαστηριακά ποντίκια.

Αλλά πέρα από τις αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα του μαζικού εμβολιασμού με ένα πειραματικό και ενδυνάμει επικίνδυνο εμβόλιο, ευχόμαστε πραγματικά να κυκλοφορούμε μέσα στη κοινωνία με μια σφραγίδα στο κούτελο, το ράπιντ τεστ, ή τον κώδικα του διαβατηρίου υγείας που θα μας καταστήσουν, χάρη στο θαυματουργό αποτέλεσμα μιας ένεσης, αξιόπιστους πολίτες;

Μήπως τρέφουμε ίσως μια οποιαδήποτε τάση για μια ζωή της οποίας οι προϋποθεσεις, οι συνθήκες και οι ίδιοι οι στόχοι θα έγγειταν στην προσβλητική επίδειξη-απόδειξη της κατάστασης της υγείας μας;

Εδώ και ενάμισυ χρόνο, και περισσότερο, έχουμε παραλύσει εξαιτίας ενός χείμαρου νοσηρών πληροφοριών που κινδυνολογούν και αντιφάσκουν καθώς και εξαιτίας των ελευθεροκτόνων μέτρων που μας απομακρύνουν ολοένα περισσότερο από τον πραγματικό κόσμο, τον βιωματικό.

Και να που φτάσαμε στο σημείο να απαιτούν από εμάς, στο όνομα της “ευθύνης απέναντι στους άλλους πολίτες”, να υπακούσουμε στο φόβο, να αποκαλέσουμε αυτό το πράγμα “θάρρος” και να διαχωρίσουμε τη κοινωνία στα δύο. Δεν υπάρχει η παραμικρή αρετή να υποκύψουμε στους εμβολιασμούς.

Εμβολιασμένοι ή όχι, αυτό δεν μας αφορά, είναι απλά αδιανόητο να δημοσιοποιηθεί ως γεγονός, δεν ανήκει στη σφαίρα της δημόσιας συζήτησης, δεν μπορεί να γίνει ανταλλακτικό νόμισμα, μια θεώρηση της ύπαρξης ή της ταυτότητας. Αυτό το πράγμα ανήκει αντίθετα στη σφαίρα της πίστης, της ιδιωτικότητας, της εγκατάλειψης.

Και αν εγώ αρνούμαι να εμβολιαστώ, ή αν, ακόμη και αν εμβολιαστώ, αρνούμαι να το επιδείξω, θα τεθώ στο περιθώριο της δημόσιας ζωής; Θα χάσω για αυτό το λόγο, τη δουλειά μου, δεν θα μπορώ πλέον να συναναστραφώ με όλα τα κοντινά μου άτομα;

Τι είδους ζωή είναι αυτή στην οποία εξαναγκάζεσαι να επιδείξεις δημόσια μια πλασματική απόδειξη μιας άδειας ύπαρξης; Να καμαρώσεις για μια ψηφιακή νομιμοποίηση σε βάρος της απλής ύπαρξης σου;

Και όλοι αυτοί που αρνούνται τον εμβολισμό( και που δεν εμποδίζουν κανένα να τον αποδεχθεί) πρέπει να υποστούν τη διαρκή υποψία ότι είναι επικίνδυνοι, μέχρι σημείου να φτάσουν ίσως να υποδηλώσουν τη παρουσία τους με ένα καμπανάκι, σαν τους λεπρούς;

Εξάλλου, ο σεβασμός των προσωπικών δεδομένων και του ιατρικού απόρρητου μας επέτρεπε, μέχρι πρότεινος, να θεωρούμε ότι είμαστε ακόμη άνθρωποι, πριν να γίνουμε όλοι μας εν δυνάμει άρρωστοι τους οποίους τους διαχειρίζονται κάτω από καινούριες ιατρικές ταυτότητες (ο Μένγκελε κατάφερε τελικά να μπει από το παράθυρο σ.τ.μ.)

Θέλουμε πραγματικά, όταν επιχειρούμε μια οικονομική δραστηριότητα ή όταν εργαζόμαστε σε ένα δημόσιο χώρο, να γίνουμε πράκτορες μιας παρανοϊκής πολιτικής μιας κυβέρνησης που διεξάγει μια εκστρατεία, με τίμημα την εξαφάνιση της πιο στοιχειώδους ευγένειας και της φιλοξενίας σε μια ζωή που αξίζει ακόμη τον κόπο να ονομάζεται έτσι;

Να το πούμε με διαφορετικά λόγια: Ίσως οι μπάρμαν, οι πιτσαδόροι, οι βιβλιοθηκονόμοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι, αυτοί που δουλεύουν στα γκισέ κ.λ.π. πρέπει να τρέφουν τη φιλοδοξία να γίνουν μπάτσοι; Να απαιτούν από εδώ και στο εξής και πριν από οτιδήποτε άλλο για να κάνουν τη δουλειά τους, τα πιστοποιητικά υγείας του κοινού;

Και να που, καθόλου τυχαία, (ύστερα από μια μακρά περιόδο “δημοκρατίας” και “προόδου”) φτάσαμε τελικά στο σημείο, όχι για λόγους υγείας, αλλά εξαιτίας του φόβου της απαγόρευσης εισόδου και αντιμέτωποι με τον κίνδυνο να βρουν κλειστές τις πόρτες κάθε δημόσιου χώρου, εκατομμύρια άτομα να αποδέχονται να υποστούν μια ιατρική πράξη, ένα εκβιαστικό βάπτισμα ώστε να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε μια κοινότητα της οποίας κάθε ίχνος ζωής έχει απωλεσθεί προς ώφελος του ψηφιακού ολοκληρωτισμού.

Έπειτα από 200 χρόνια βιοχημικών εμπειριών κάθε είδους, πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι να μην είμαστε τίποτε παραπάνω από λιγότερο ή περισσότερο ενσυνείδητα πειραματόζωα της φαρμακευτικής βιομηχανίας. Τα ηθικά όρια (ελάχιστα αποτελεσματικά φυσικά) που γεννήθηκαν στη Νυρεμβέργη έπειτα από τα ναζιστικά εγκλήματα, έχουν πάει κατά διαόλου! Τα επιστημονικά πειράματα επάνω στο ζωντανό ανθρώπινο υλικό δεν έχουν πλέον κανένα απολύτως όριο. Βρισκόμαστε ήδη μέσα στη διαρκή φάση 3 του παγκόσμιου εργαστηρίου.   Για να έχουμε ακόμη μια δυνατότητα να χαράξουμε μια κοινή εφικτή πορεία, πρέπει να υπενθυμίσουμε, πέρα από οποιαδήποτε διαμάχη, ότι ο Covid είναι πρωτίστως μια βιομηχανική ασθένεια:

– εξαιτίας του τρόπου της εμφάνισής του (είτε αυτός ο ιός προέρχεται από τη μαζική μετατροπή των φυσικών χώρων σε τεχνητούς, είτε προέρχεται μέσα από τα εργαστήρια μαθητευόμενων μάγων που παραμένουν έγκλειστοι μέσα στο τεχνητό κλουβί τους, είτε προέρχεται από τους χώρους μαζικής εκτροφής ζώων, είναι σε όλες τις περιπτώσεις η λογική της βιομηχανικής ανάπτυξης στο άπειρο που αποτελεί χωρίς καμιά απολύτως αμφιβολία την αιτία)!

– εξαιτίας του τρόπου διάδοσής του (η πρωτοφανής και ενεξέλεγκτη ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου είναι σαφώς η μοναδική αιτία μιας πλανητικών διαστάσεων μόλυνσης με μια εντελώς πρωτοφανή για τα ιστορικά δεδομένα ταχύτητα)!

– εξαιτίας της κατάστασης της υγείας των ατόμων που πεθαίνουν (η μεγάλη πλειοψηφία των ατόμων που πέθαναν από Covid είχαν ήδη χρόνιες ασθένειες των οποίων η αιτία και η ευθύνη αποδίδεται κυρίως στο βιομηχανικό περιβάλλον μέσα στο οποίο είναι καταδικασμένα να ζουν).

Ποτέ στο παρελθόν αλλά κυρίως αυτή τη στιγμή δεν θα ήταν λογικό και θεμιτό να παραδοθούμε στις υποσχέσεις της βιομηχανίας.

Ας μην τρέφουμε όμως ψευδαισθήσεις. Βρισκόμαστε μονάχα στην αρχή της περιόδου της εμφάνισης των καινούριων αναδυόμενων μικροβίων και των ιών. Ήδη εδώ και 30 χρόνια είμαστε μέσα σε μια φάρμα των ζώων υπομένοντας τα αποτελέσματα των υγειονομικών νορμών που καθορίστηκαν ως απάντηση σε αυτές τις καινούριες επιδημίες : δεν πρόκειται για ένα ζήτημα επίθεσης ενάντια στις αιτίες- ο εξωγήϊνος πολλαπλασιασμός των τρόπων μαζικής εκτροφής (τόσο παρόμοιος με τις συνθήκες ζωής της πλειοψηφίας των ανθρώπινων όντων)- αντίθετα καθίσταται πάσει θυσία αναγκαίο να εξαλειφθούν από προσώπου γης οι ανοικτές φάρμες μαζικής εκτροφής στις οποίες αυτή έχει μεταβληθεί και που παρόσα συμβαίνουν εξακολουθούν να παραμένουν οι μόνες που μας υπόσχονται ότι θα κατορθώσουν να μας σώσουν από μια θανατηφόρα ζωή που εντελώς ψευδαισθησιακά εξακολουθεί να συντηρείται κάτω από ένα γιάλινο θόλο.

Ας αποφασίσουμε κατά συνέπεια να υποστηρίξουμε με ανιδιοτελή και όχι εικονικό τρόπο κάθε παραβατικό στο υγειονομικό διαβατήριο καθώς και στην πολιτική του μαζικού εμβολιασμού άτομο, καταπολεμώντας τη εμμονική πίεση που ασκείται μεταξύ συναδέλφων, φίλων, γειτόνων κ.λ.π., μην υποπίπτοντας στη κρατική προπαγάνδα που πουλά τη χρήση του εμβολίου με τον αέρα της ευεργεσίας, συσπειρώνοντας τις δυνάμεις μας γύρω από τους δημόσιους χώρους και τα καταστήματα που δηλώνουν την άρνησή τους να συμμορφωθούν, ενσαρκώνοντας σε τελική ανάλυση αυτό ακριβώς το ερώτημα η απουσία του οποίου μας βαραίνει: Για ποιό λόγο ζούμε;

ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ

Διεθνιστική Αναρχική Ομάδα

Σημειώσεις

[1] Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ε.Ε., μεχρι τις 3 Ιουλίου 2021, εξαιτίας της μαζικής χρήσης των βιοτεχνολογικών εμβολίων σημειώθηκαν στο εσωτερικό των χωρών μελών 17.503 θάνατοι καθώς και 1.687.527 παρενέργειες σε διάφορα άτομα εκ των οποίων το 50% σοβαρές.Αυτά για να στοιχειοθετηθεί μέχρι στιγμής επαρκώς η θέση μας ότι πρόκειται για το μεγαλύτερο μαζικό βιοτεχνολογικό πείραμα στην ιστορία της ανθρωπότητας.

[2] Το αφεντικό της Amazon, Jeff Bezos, σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσε γνωστή οικονομική εφημερίδα τον Ιούνιο του 2021, επενδύει στην κατασκευή καινούριου εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας στην Μ. Βρεττανία (κοντά στην Οξφόρδη), διαμέσου της καναδικής start-up General Fusion, το οποίο αναμένεται να λειτουργήσει μέσα σε 3 χρόνια.Ίσως για να αντιμετωπίσει χωρίς προβλήματα τις τεράστιες ποσότητες ενέργειας που απαιτούνται για την λειτουργία των πληροφορικών υποδομών των επιχειρήσεων του ανά τον κόσμο.

[3] ” Η τεχνολογική πρόοδος είναι σαν ένα τσεκούρι στα χέρια ενός ψυχοπαθή εγκληματία”.

Δεν παραθέτουμε σε αυτό το σημείο ούτε τυχαία αλλά ούτε άλλο τόσο επειδή θέλουμε να εντυπωσιάσουμε τον οποιοδήποτε, τα λόγια του Albert Einstein, αναφορικά με αυτό το καυτό κοινωνικό ζήτημα, για το οποίο αυτός όπως και πολύ άλλοι σαν κι αυτόν, κατόπι, συνειδητοποίησαν τις επιπτώσεις των πράξεων τους και κατά συνέπεια ανέπτυξαν σθεναρή αυτοκριτική καθώς και εκτεταμένη κοινωνική κριτική σκέψη.

“Αντιεμβολιαστές”, “Αρνητές” και Fake News.

Δεν θεωρούμε άλλο τόσο ότι είμαστε σε θέση να κάμψουμε- λόγω της αδυναμίας των ταξικών συσχετισμών αυτή τη στιγμή- την δυναμική του δημοκρατικού μηχανισμού μονοσήμαντης πληροφόρησης (προωθεί, όπως είναι λογικό, μονάχα την κυρίαρχη διεθνή άποψη του κράτους και του κεφάλαιου) εφαρμόζοντας πιστά-όσο και αν ακόμη μπορεί να ακούγεται παράδοξο- την ναζιστική γκεμπελική μέθοδο της γενικευμένης παραπληροφόρησης και της ισοπέδωσης των κριτικών κοινωνικών αντιστάσεων.

Δημοκρατικός ψηφιακός ολοκληρωτισμός.

Αυτή είναι ακριβώς, κατά την ταπεινή μας άποψη, η κοινωνική συνθήκη στην οποία μεταβαίνουμε ολοταχώς έπειτα και από την ουσιαστική επιτάχυνση -“ατύχημα διαδρομής”-την οποία προσέδωσε στην συνολική κατάσταση η επιδημία του Covid 19. Η κριτική μας στα βιοτεχνολογικά εμβόλια αποσκοπεί κατά συνέπεια μονάχα στο να προσανατολίσει την εναπομείνουσα σημερινή κριτική κοινωνική σκέψη στο Δάσος και όχι αποκλειστικά στα βιοτεχνολογικά εμβόλια που είναι το δέντρο.

Η κατασκευή στερεότυπων είναι μια βασική αρχή της λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας ενός δημοκρατικού στο όνομα, αλλά στην ουσία μονοσήμαντου μηχανισμού κοινωνικής πληροφόρησης.

Για να μπορέσουμε να διαπραγματευτούμε αυτά τα ζητήματα με τρόπο που να είναι εύκολα κατανοητός, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μια απλή μαθηματική αναλογία στην οποία θα φτάσουμε στην συνέχεια.

Είναι αδιαμφισβήτητο, ή τουλάχιστο αν προτιμάμε, αναμφίβολο, ότι όσο αφορά τις τεχνικο-επιστημονικές και ιατρικές πληροφορίες επάνω στον Covid-19, την προέλευση και τη διάδοσή του, στο πώς εξαπλώνεται καθώς και στα μέτρα που πρέπει να παρθούν για να περιοριστεί, υφίσταται αδυσώπητα ένα είδος μονοδιάστατης σκέψης.

Τι μπορεί άρα να κάνει όποιος κατέχει τα μέσα για τη διάδοση της μονοδιάστατης σκέψης έτσι ώστε να συκοφαντήσει κάθε άλλη μορφή σκέψης;

Είναι απλό. Να βρεί μια λέξη (στερεότυπο) η οποία να μπορεί να επαναφέρει στη μνήμη τις θηριωδίες του παρελθόντος και του παρόντος και να την κολήσει κατόπι σαν ετικέτα σε κάθε άτομο το οποίο διαφοροποιείται έστω και ελάχιστα από την κυρίαρχη ιδεολογία.

Όταν μέχρι πρόσφατα (στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα) ξεστομίζονταν η λέξη “αρνητής” και “αρνητισμός” σήμαινε ότι μιλάμε για νεοναζιστές που αρνούνται την ύπαρξη του ολοκαυτώματος και των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Το να εφαρμοστεί, κατά συνέπεια, η ετικέτα του “ΑΡΝΗΤΗ” (όπως δυστυχώς κάνουν άκριτα σχεδόν όλοι αυτή τη στιγμή) σε οποιαδήποτε μορφή ” μη ευθυγραμμισμένης” σκέψης είναι ένα ωραίο παιχνίδι κύρους που καταλήγει στην (προαναφερόμενη) αναλογία:

Όποιος ασκεί κριτική στη διαχείρηση του COVID παίρνει κοινωνικά την ίδια ακριβώς θέση που παίρνουν οι ναζιστές για το ολοκαύτωμα.

Αυτός ακριβώς ο μηχανισμός που τέθηκε σε λειτουργία από πλευράς των κυβερνήσεων και των μέσων μαζικής εξημέρωσης είναι κάτι περισσότερο από κακόφημος, αλλά δυστυχώς όπως ακριβώς και ολόκληρο το ζήτημα του Covid, χωνεύτηκε από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού.

Μια άλλη, θεμελιώδους σημασίας για την εμπέδωση της μονοδιάστατης σκέψης λέξη, είναι τα FAKE NEWS.

Αν αρνητής, ή συνωμοσιολόγος που χρησιμοποιείται συχνά σαν συνώνυμο, είναι η κατηγορία στην οποία ανήκει ένα άτομο που δεν σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο όπως οι μάζες, τα FAKE NEWS είναι το μέσο που χρησιμοποιεί για να διαδόσει αυτές τις πληροφορίες.

Τα FAKE NEWS αφορούν την μεμονωμένη πληροφορία που πηγαίνει ενάντια στο ρεύμα, οποιουδήποτε είδους και αν αυτή είναι.

Πέραν αυτού, είναι ένας όρος στα αγγλικά (σκεφτόμαστε άραγε επαρκώς τι σημαίνουν οι πολυπληθείς αγγλικές λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά;) και το γεγονός αυτό επιτρέπει να ριχτούν μέσα στο ίδιο τσουβάλι ακόμη και πράγματα που δεν είναι “νέα” -news, αλ τσαντίρι νιούζ , όπως έλεγε κάποτε και ο γνωστός ηθοποιός- αλλά αντίθετα είναι σκέψεις, εμβαθύνσεις και ακόμη πολλές φορές είναι η απλή έκφραση αμφιβολιών.

Μια είδηση μπορεί να είναι αληθινή ή ψεύτικη, real ή fake, ακόμη και αν τα πάντα είναι σχετικά, αλλά μια σκέψη (διαλογισμός) δεν μπορεί να είναι. Δηλαδή μπορεί κάποιος να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μαζί της στη χειρότερη περίπτωση, αλλά για να μπορέσει να τα κάνει αυτά πρέπει πρώτα να την ακούσει ή να την διαβάσει.

Όμως, να κολλάς ετικέτες και χαρακτηρισμούς εξυπηρετεί ακριβώς αυτό το σκοπό: να εξολοθρεύσεις τη κριτική σκέψη και αυτός ο συλλογισμός φυσικά θα μπορούσε να ισχύσει επίσης για μια ολόκληρη σειρά άλλων ζητημάτων.

Από την άλλη, αυτή η μέθοδος είναι το έμβλημα της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε: άν ένα πράγμα είναι κατηγοριοποιημένο σε κάνει να αισθάνεσαι μεγαλύτερη ασφάλεια, δεν σου γεννά αμφιβολίες, δεν σου ζητά να κουραστείς, τι να κάνεις ή τι να σκεφτείς, διότι το σκέφτηκε ήδη κάποιος άλλος για δικό σου λογαριασμό.

Η επίλυση αυτού του ζητήματος είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, εξαιτίας επίσης του γεγονότος ότι δυστυχώς στο εσωτερικό όλων αυτών των ατόμων που δεν σκέφτονται τα πράγματα όπως ο Μητσοτάκης ή ο Χαρδαλιάς, βρίσκεται στην κυριολεξία κάθε καρυδιάς καρύδι, μεταξύ των οποίων σχεδόν σίγουρα και κάποιος αρνητής ναζιστής (αυθεντικού τύπου), μάλιστα, οι τελευταίες πληροφορίες λένε ότι σε πολλές μαζικές κινητοποιήσεις, σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, μεταμφιεσμένοι ακροδεξιοί και νεοφασίστες προσπαθούν με διάφορους τόπους να καβαλικέψουν, ως συνήθως, το κύμμα, καθώς επίσης και πολλοί άλλοι τσαρλατάνοι διαφόρων τάσεων και είναι άλλωστε ακριβώς αυτός ένας από τους λόγους που διευκόλυνε αντικειμενικά αυτή την κατηγοριοποίηση σκοταδιστικής φύσης και χαρακτήρα.

Συμπερασματικά, με αυτή τη σημείωση που ανοίξαμε στο υπό δημοσίευση κείμενο μας, κάνουμε έκκληση για να αναπτυχθεί μια μεγάλη προσπάθεια ώστε να προσπεραστούν αυτές οι φετιχιστικές και αποπροσανατολιστικές κατηγοριοποιήσεις, για να σκεφτεί ο καθένας χρησιμοποιώντας το δικό του μυαλό και να αμφισβητήσει όλα αυτά που προπαγανδίζονται ως “real news”, ενώ αντίθετα αποτελούν μονάχα την έκφραση μιας μονοδιάστατης σκέψης, όσο αφορά τους ιούς, τις μάσκες, τα εμβόλια, τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τους χώρους εργασίας και πολλά άλλα ακόμη.

[4] Πριν τον επιθεωρητή Μαγκάρετ, η “Επιστημονική κοινότητα” σε διατεταγμένη υπηρεσία:

Η “τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο” είναι ένα διαφωτιστικό εγχειρίδιο αναφορικά με την επιστήμη της πολιτικής δημαγωγίας που μας άφησε, μεταξύ άλλων, ως παρακαταθήκη ο σπουδαίος γερμανός φιλόσοφος Άρθουρ Σοπενχάουερ.

“Χρησιμοποίησε τα επιχειρήματα του αντιπάλου σου εναντίον του”, είναι ένα από τα γνωστά της αποφθεύγματά.

Να λοιπόν που εντελώς συμπτωματικά, ανήμερα του εορτασμού για τα 47 χρόνια της αποκατάστασης της ελληνικής δημοκρατίας και εν μέσω μαζικών κινητοποιήσεων ενάντια στους υποχρεωτικούς εμβολισμούς, η “επιστημονική κοινότητα” με το δικό της τρόπο δίνει τη συνεισφορά της στις εορταστικές εκδηλώσεις:

“Τα εμβόλια έναντι του κορωνοϊού δεν μπορούν να αλλάξουν τα γονίδια μας και δεν μένουν στο σώμα μας για περισσότερο από μερικές ημέρες” αναφέρουν οι καθηγητές της θεραπευτικής κλινικής της Ιατρικής σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ευστάθιος Καστρίτης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ).

Δίνοντας απάντηση στον “αβάσιμο φόβο” ότι αυτά τα νέα εμβόλια “δεν είναι πραγματικά εμβόλια, αλλά ότι θα αλλάξουν κάπως τα γονίδια μας ή θα εισαχθούν στο DNA των κυττάρων μας”.

Είναι αρκετά συχνό αναφέρουν οι δύο καθηγητές, ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να αναφέρεται ότι “αυτά τα εμβόλια είναι ένα είδος γονιδιακής θεραπείας, κι αν εν μέρει αυτό δεν είναι εντελώς λανθασμένο, παραλείπονται ορισμένες σημαντικές λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο δράσης των εμβολίων: (η υπογράμμιση δική μας) δεν μπορούν να αλλάξουν τα γονίδια μας και δεν μένουν στο σώμα μας περισσότερο από μερικές ημέρες.Υπάρχουν πολλές διαστρεβλώσεις σχετικά με τον μηχανισμό δράσης από άτομα και οργανώσεις που δεν έχουν σχέση με την επιστήμη και δεν έχουν σχετικές γνώσεις,(η υπογράμμιση δική μας), ονομάζουν τα εμβόλια ως “γονιδιακή θεραπεία”, υποστηρίζουν ότι “δεν είναι πραγματικά εμβόλια” (η υπογράμμιση δική μας) και ότι προκαλούν την παραγωγή τοξίνης από τον οργανισμό”.

Αν αυτή αποτελεί την απάντηση της επιστήμης στο υφιστάμενο πρόβλημα, εμείς επαναλάμβάνουμε ότι δεν βλέπουμε τίποτε το επιστημονικό μέσα σε αυτή, αλλά αντίθετα βλέπουμε μια καθοδηγούμενη πολιτική απάντηση, η οποία μάλιστα χρησιμοποιεί τα αδύνατα σημεία της επιχειρηματολογίας του αντιπάλου ο οποίος είναι οτιδήποτε άλλο παρά επιστήμονες.

Πηγή: Athens Indymedia

Αυτοκόλλητα για την οικολογική καταστροφή

Για την οικολογική καταστροφή δεν ευθύνεται η κλιματική αλλαγή, αλλά ο αδηφάγος καπιταλισμός. Ό,τι χτιστεί πάνω στα καμένα, θα καεί.

Πηγή: Athens Indymedia

Το παγκόσμιο πρόγραμμα του Bill Gates και μπορούμε να αντισταθούμε στο πόλεμό του ενάντια στη ζωή

Το παγκόσμιο πρόγραμμα του Bill Gates και πως μπορούμε να αντισταθούμε στον πόλεμο του ενάντια στη ζωή.

Το ακόλουθο άρθρο της Vandana Shiva που έγινε γνωστό ήδη εδώ και αρκετούς μήνες ανακεφαλαιώνει αποτελεσματικά τις κοινωνικές τάσεις που η κατάσταση έκτακτης ανάγκης του Covid 19 επιτάχυνε. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αποφασίσαμε να το δημοσιεύσουμε.

Στο μεταξύ, ο βιοτεχνολογικός μαζικός εμβολιασμός-του οποίου το ίδρυμα Gates είναι κορυφιαίος προωθητής και χρηματοδότης-κατέστησε ακόμη περισσότερο προφανές το σχέδιο να γίνουν τα σώματά μας πραγματικές και καθαυτές αποικίες από τις οποίες να εξορυχθούν τα δεδομένα και τα κέρδη. Σε όποια περιέγραψε και αμφισβήτησε τα αποτελέσματα των βιοτεχνολογιών στη γεωργία-των οποίων η διάδοση συνοδεύτηκε από μια γενικότερη “μονοκαλλιέργεια του μυαλού”-δεν διαφεύγει σε κάθε περίπτωση ότι το καινούριο σύνορο του βιομηχανικού εξορυκτισμού είναι τα ανθρώπινα σώματα. Και αυτό ακριβώς το πρόγραμμα δεν εξοικονομεί ούτε το σύστημα δημόσιας υγείας (ολοένα περισσότερο ωθούμενο προς τη ψηφιοποίηση και την τηλεϊατρική, εμπιστευόμενο στην αγορά ότι απομένει από τις ξεχαρβαλωμένες του δομές)αλλά ούτε και το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος αυτής της κατάστασης (σε ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι μονάχα) φτάνει να ρίξουμε μια ματιά στις σελίδες: “Αποστολή αρ.4-Παιδεία και Έρευνα” που της αφιερώνει το Σχέδιο Ανάκαμψης και Προσαρμογής της ιταλικής κυβέρνησης του Μάριο Ντράγκι, στο οποίο δεν αναφερόμαστε τυχαία αλλά απολύτως ενδεικτικά (επειδή ακριβώς το ίδιο ισχύει και στα πλαίσια του ευρύτερου ευρωπαϊκού προγράμματος Next Generation E.U. που είναι πιλοτικό για όλα τα κράτη της Ε.Ε.). Όχι μονάχα ανακοινώνεται ότι η Διδασκαλία Εξ Αποστάσεως ήλθε για να παραμείνει! Όχι μόνο διορίζονται μεταξύ των διευθυντών των Τεχνικών Ινστιτούτων Εκπαίδευσης, διευθυντές επιχειρήσεων, ώστε να προμηθεύσουν τις κατάλληλες “επαγγελματικές δεξιότητες” τις οποίες οι επιχειρήσεις 4.0 θα έχουν ανάγκη (συγκεκριμένα, “να προσαρμοστούν τα εκπαιδευτικά προγράμματα στις ανάγκες των τοπικών επιχειρήσεων”)! Αλλά επιπλέον υπάρχει η συγκεκριμένη στόχευση στη “μονοκαλλιέργεια του μυαλού”, διαμέσου της προτεινόμενης εφαρμοστικής λογικής του επωνομαζόμενου Problem Solving.

Δεδομένου ενός προβλήματος-του οποιου δεν είναι φυσικά δυνατό να αμφισβητηθεί η φύση, η διατύπωση και η ουδετερότητα-χρειάζεται να βρεθεί η πιο αποτελεσματική λύση, πέρα από κάθε άλλη ηθική και κοινωνική θεώρηση. Κοντολογίς, η λογική του αλγόριθμου. Η εφυϊα των μηχανών. Για να μπορέσει να γίνει μέχρι βάθους αντιληπτό τι ακριβώς πράγμα παράγει η λογική του Problem Solving ενσωματωμένη σε έναν τεχνογραφειοκρατικό μηχανισμό, σας προτείνουμε ένα βιβλίο του οποίου η επικαιρότητα κόβει την ανάσα : “Νεωτερικότητα και ολοκαύτωμα” (Modernity and Olocaust) του Σίγκμουντ Μπάουμαν. Το να θέλει κάποιος να “καλυτερεύσει τη δημοκρατία” -όπως η Vandana Shiva προτείνει μέσα σε αυτό το κείμενο-σημαίνει για μια ακόμη φορά να αποδεχθούμε τον κρατικο-καπιταλιστικό αξιοκρατικό καθορισμό της λύσης των προβλημάτων.

Το παγκόσμιο πρόγραμμα του Bill Gates και πως μπορούμε να αντισταθούμε στον πόλεμό του ενάντια στη ζωή. Της Vandana Shiva

“Η χειρότερη μορφή ιδιοκτησίας είναι η πνευματική”
Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν

Το Μάρτιο του 2015 ο Μπιλ Γκέιτς έδειξε την εικόνα ενός ιού της γρίπης κατά τη διάρκεια μιας τηλεοπτικής εκπομπής και είπε στους τηλεθεατές ότι επρόκειτο για την μεγαλύτερη καταστροφή της εποχής μας. Η πραγματική απειλή για τη ζωή, είπε, “δεν είναι οι πυρηνικοί πύραυλοι, αλλά τα μικρόβια”. Όταν, 5 χρόνια αργότερα, η πανδημία του Κορωναϊού σάρωσε τη γη όπως το τσουνάμι, αυτός επέστρεψε χρησιμοποιώντας την πολεμική γλώσσα, προσδιορίζοντας την “πανδημία” ως ένα “παγκόσμιο πόλεμο”. “Η πανδημία του Κορωναϊού έχει σαν αποτέλεσμα να εξεγείρεται ενάντια στον ιό ολόκληρη η ανθρωπότητα”.Στη πραγματικότητα όμως “η πανδημία” δεν είναι ένας πόλεμος. Η “πανδημία” είναι μια επίπτωση του πολέμου. Ενός πολέμου ενάντια στη ζωή.

Η μηχανική νοοτροπία που είναι συνδεδεμένη στη μηχανή εξαγωγής του χρήματος δημιούργησε τη ψευδαίσθηση ενός ανθρώπου διαχωρισμένου από τη φύση και της φύσης ως μιας νεκρής και αδρανούς πρώτης ύλης έτοιμης για εκμετάλλευση. Ομως, στην πραγματικότητα, εμείς αποτελούμε τμήμα του βιόματος (ως τμήματος της βιόσφαιρας σ.τ.μ.). Και επίσης είμαστε τμήμα του ιόματος (σταθερή παρουσία διαφόρων ιών μέσα στον οργανισμό μας. Το ίομα αλληλεπιδρά με το μακροβιοτικό και το ανθρώπινο γονίδιο και όλα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, επιφέροντας μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα στην υγεία του φιλοξενούμενου σ.τ.μ.). Οταν κάνουμε πόλεμο ενάντια στη βιοποικιλότητα των δασών μας, των ζώων και των φυτών που εκτρέφουμε, των ίδιων των εσωτερικών οργάνων της αρχέγονης βιολογικής λειτουργίας του σώματός μας, κάνουμε πόλεμο ενάντια στον ίδιο μας τον ΕΑΥΤΟ.

Η υγειονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης του Coronavirus είναι αδιαχώριστη από την υγειονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης που συνίσταται στον αφανισμό των ειδών , από την υγεινομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης που συνίσταται στην καταστροφή της βιοποικιλότητας και από την υγειονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης που συνίσταται στην κλιματική κρίση. Όλες αυτές οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης συνδέονται απόλυτα με μια μηχανιστική, μιλιταριστική και ανθρωποκεντρική αντίληψη του κόσμου που θεωρεί τα ανθρώπινα “όντα” διαχωρισμένα από τα υπόλοιπα όντα καθώς και ανώτερα από αυτά. Όντα τα οποία μπορούμε να τα ιδιοποιηθούμε, να τα χειραγωγήσουμε και να τα ελέγξουμε.

Όλες αυτές οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης έχουν τη ρίζα τους μέσα σε ένα οικονομικό μοντέλο που βασίζεται επάνω στην ψευδαίσθηση της χωρίς όρια ανάπτυξης και σε μια απεριόριστη απληστία, που βιάζουν τα πλανητικά όρια και καταστρέφουν την ολότητα των οικοσυστημάτων καθώς και των ατομικών ειδών. Παράγονται καινούριες ασθένειες γιατί η παγκοσμιοποιημένη γεωργία είναι βιομηχανοποιημένη και ανεπαρκής εισβάλοντας έτσι μέσα στα τοπικά οικοσυστήματα, καταστρέφοντάς τα και χειραγωγώντας τα ζώα, τα φυτά και τους άλλους οργανισμούς χωρίς να σεβαστεί ούτε την ακεραιότητα τους αλλά ούτε και την υγεία τους.

Σε ολόκληρο τον κόσμο ενωνόμαστε για να αντιμετωπίσουμε την εξάπλωση μιας ασθένειας όπως ο κοροναϊός που εμείς οι ίδιοι προκαλέσαμε εισβάλοντας μέσα στα οικοσυστήματα άλλων ειδών, χειραγωγώντας τα φυτά και τα ζώα για εμπορικούς και κερδοσκοπικούς στόχους και προωθώντας την μονοκαλλιέργεια. Όταν καταστρέφουμε τα δάση, μεταβάλουμε τους καλλιεργήσιμους αγρούς σε βιομηχανικές μονο-καλλιέργειες η παραγωγή των οποίων είναι τοξική και από διατροφικής άποψης μηδαμινή, όταν τα τρόφιμά μας υποβαθμίζονται εξαιτίας της βιομηχανικής τους τροποποίησης με τη χρήση συνθετικών και γενετικά χειραγωγημένων χημικών ουσιών, όταν συνεχίζουμε να τροφοδοτούμε την ψευδαίσθηση ότι η γη και η ζωή είναι πρώτες ύλες προορισμένες για εκμετάλλευση και πολυτελή κατανάλωση, είμαστε-πράγματι-όλοι μαζί ενωμένοι.

Όμως, αντί να ενωθούμε με στόχο να προστατέψουμε την υγεία μας προστατεύοντας την βιοποικιλότητα, την ακεραιότητα και την αυτο-οργάνωση όλων των έμβιων όντων, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπινων, ενωθήκαμε δυστυχώς για να αντιμετωπίσουμε μια ασθένεια.

Σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση της Εργασίας “1600 εκατομμύρια πάνω σε ένα παγκόσμιο σύνολο 2000 εκατομμυρίων εργαζομένων στην άτυπη οικονομία (οι περισσότερο ευάλωτοι της αγοράς εργασίας) και ένα παγκόσμιο εργατικό δυναμικό 3.300 εκατομυρίων ατόμων αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες επιβίωσης, εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων ή /και διότι εργάζονται μέσα στους περισσότερο πληχθέντες τομείς”.

Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Πρόγραμμα για τα Τρόφιμα, άλλα 250 εκατομύρια άτομα θα υποφέρουν από την πείνα και είναι πιθανό να πεθαίνουν με ρυθμό 300.000 την ημέρα. Και αυτές λοιπόν είναι επιδημίες που σκοτώνουν τους ανθρώπους. Δεν είναι δυνατό να προφασιζόμαστε ότι σώζουμε ζωές δολοφονώντας τους ανθρώπους!

Η υγεία αφορά τη ζωή και τα έμβια συστήματα. Ομως η “ζωή” δεν υπάρχει μέσα στο μοντέλο της υγείας που ο Bill Gates και όλοι σαν κι’ αυτόν προωθούν και επιβάλουν ανά το κόσμο. Μαζί με τους συμμάχους του σε ολόκληρο το πλανήτη, αυτός καθορίζει από ψηλά είτε τα διασυνδεμένα προβλήματα με τη υγεία είτε τα ίδια τα μέσα της επίλυσης τους. Πληρώνει ώστε να διατυπωθούν τα προβλήματα και κατόπι χρησιμοποιεί την επήρεια και το χρήμα που διαθέτει για να επιβάλει τις δικές του λύσεις. Και έτσι μέσα σε αυτή τη διαδικασία πλουτίζει ακόμη περισσότερο. Το αποτέλεσμα της “χρηματοδότησής” του είναι η εξόντωση της δημοκρατίας και της βιοποικιλότητας, της φύσης και του πολιτισμού. Η “φιλανθρωπία” του δεν είναι μονάχα “φιλοκαπιταλισμός” αλλά επίσης και “φιλο-ιμπεριαλισμός”.

Η πανδημία του Κορωναϊού και τα περιοριστικά μέτρα κατέδειξαν ακόμη πιό ξεκάθαρα με ποιό τρόπο μας απομείωσαν σε αντικείμενα που πρέπει να ελεγχθούν και πως τα σώματα και το μυαλό μας γίνονται ένα είδος καινούριων αποικιών για να εισβάλλουν μέσα σε αυτά. Οι αυτοκρατορίες δημιουργούν αποικίες, οι αποικίες συγκεντρώνουν τα κοινά αγαθά των αυτόχθονων κοινοτήτων και τα μετατρέπουν σε πηγές πρώτων υλών που εξορύσονται για λόγους πολυτελούς διαβίωσης. Αυτή η γραμμική και εξαγωγική λογική είναι ανίκανη να αντιληφθεί τις ευαίσθητες σχέσεις που επιτρέπουν την ύπαρξη της ζωής στη φύση. Είναι τυφλή απέναντι στη διαφορετικότητα, στους βιολογικούς κύκλους ανανέωσης, στις αξίες του να δώσεις και να μοιραστείς, έτσι ακριβώς όπως και στην εξουσία και την δυναμική της αυτο-οργάνωσης και της αλληλοβοήθειας. Είναι τυφλή απέναντι στην αταξία που δημιουργεί και στη βία που προκαλεί.

Τα παρατεταμένα περιοριστικά μέτρα του κορωναϊού ήταν ένα εργαστηριακό πείραμα για ένα μέλλον χωρίς ανθρωπότητα. (υπογράμμιση δική μας)

Στις 26 Μαρτίου 2020, στο απώγειο της πανδημίας του κορωναϊού και στη μέση των περιοριστικών μέτρων, ο Παγκόσμιος Οργανισμός της Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΟΜΡΙ) παραχώρησε στη Microsoft μια πατέντα. H πατέντα WO 060606 καθορίζει ότι “η δραστηριότητα του ανθρώπινου σώματος συνδεδεμένη σε μια αποστολή που εξουσιοδοτείται σε ένα χρήστη μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσα σε μια διαδικασία εξαγωγής κρυπτονομίσματος..”

Η “σωματική δραστηριότητα” που η Microsoft στοχεύει να “εξαγάγει” περιλαμβάνει τις ραδιοακτινοβολίες που εκπέμπονται από το ανθρώπινο σώμα, την εγκεφαλική δραστηριότητα, την κυκλοφορία των σωματικών ρευστών, τη κυκλοφορία του αίματος, τη δραστηριότητα των σωματικών οργάνων, τις σωματικές κινήσεις (όπως των ματιών, του προσώπου και τις μυικές), έτσι όπως και όλες τις υπόλοιπες δραστηριότητες που μπορούν να εντοπιστούν και να αναπαρασταθούν διαμέσουν εικόνων, κυμάτων, σημάτων, κειμένων, αριθμών ή οποιασδήποτε άλλης πληροφορίας και δεδομένου.

Η πατέντα είναι μια απαίτηση πνευματικής ιδιοκτησίας πάνω στο σώμα μας και πάνω στο μυαλό μας. (υπογράμμιση δική μας)

Στην αποικιοκρατία οι αποικιοκράτες αποσπούν το δικαίωμα να καταλάβουν τη γη και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές των αυτόχθονων λαών, να εξολοθρεύσουν τον πολιτισμό και την ανεξαρτησία τους και, σε ακραίες περιπτώσεις, να τους εξολοθρεύσουν εντελώς. Η πατέντα WO 060606 είναι μια απαίτηση της Microsoft σύμφωνα με την οποία το σώμα μας και το μυαλό μας είναι οι καινούριες της αποικίες. Είμαστε ορυχεία “πρώτων υλών” προς εξαγωγή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, τα δεδομένα μας, εξορύσονται απευθείας από το σώμα μας. Αντί να είμαστε ανεξάρτητα, διανοητικά ενσυνείδητα και εφυή όντα που λαμβάνουν αποφάσεις επιλέγοντας με σοφία και διαθέτοντας ορισμένες ηθικές αξίες αναφορικά με το αποτέλεσμα που οι ενέργειες μας έχουν πάνω στο φυσικό και τον κοινωνικό κόσμο του οποίου αποτελούμε τμήμα και με τον οποίο είμαστε στενά συνδεδεμένοι, είμαστε “χρήστες”. Ενας “χρήστης” είναι ένας καταναλωτής χωρίς επιλογή μέσα στη ψηφιακή αυτοκρατορία.

Ομως η προσέγγιση του Gates δεν περιορίζεται σε αυτό το πράγμα. Αντίθετα, είναι περισσότερο απαιτητική: πρόκειται για την αποικιοποίηση του σώματος και του μυαλού των παιδιών μας πρωτού αυτά να έχουν καν την ευκαιρία να αντιληφθούν πως είναι η ελευθερία και η ανεξαρτησία, αρχίζοντας από τους πιο ευάλωτους.

Τον Μάιο του 2020 ο κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Andrew Cuomo ανακοίνωσε ότι έχει φτιάξει έναν οργανισμό μαζί με το ίδρυμα Gates με στόχο να “αναζωογονηθεί η εκπαίδευση”. Ο Cuomo χαρακτήρισε τον Gates “έναν οραματιστή” και υποστήριξε ότι η πανδημία “δημιούργησε μια σπάνια στιγμή μέσα στην ιστορία στην οποία μπορούμε πράγματι να ενσωματώσουμε και να προωθήσουμε αυτές τις ιδέες (του Gates)….Τι νόημα έχουν πλέον όλα αυτά τα κτήρια, όλες αυτές οι φυσικές αίθουσες, με την τεχνολογία την οποία διαθέτουμε;” .Πράγματι, εδώ και μια εικοσαετία ο Gates επιδιώκει να αποσυναρμολογήσει το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι μαθητές είναι ορυχεία δεδομένων. Για αυτό οι δείκτες που προωθεί είναι: η επιβοηθητική συνδρομή, η πανεπιστημιακή εγγραφή και τα αποτελέσματα των εξετάσεων στα μαθηματικά και την ανάγνωση, δεδομένου ότι αυτοί είναι δυνατό να ποσοτικοποιηθούν και να γίνουν εύκολα εκμεταλλεύσιμοι. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναζωογόνησης της εκπαίδευσης, οι μικροί μαθητές θα ελέγχονται διαμέσου συστημάτων επόπτευσης για να διαπιστωθεί αν είναι ικανοί να συγκεντρωθούν, ενώ εξαναγκάζονται να παρακολουθούν μαθήματα εξ αποστάσεως, μόνοι από το σπίτι τους.

Είναι στην κυριολεξία αυτό που αποκαλούμε δυστοπία (περιγραφή ή αναπαράσταση μιας φανταστικής πραγματικότητας του μέλλοντος που όμως είναι προβλέψιμη πάνω στη βάση των τάσεων του παρόντος που γίνονται αντιληπτές ως εξαιρετικά αρνητικές και μέσα στις οποίες προδιαγράφεται μια ανεπιθύμητη ή τρομακτική εμπειρία ζωής σ.τ.μ.) μέσα στην οποία τα μικρά παιδιά δεν επιστρέφουν ποτέ στο σχολείο, δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να παίξουν, δεν έχουν φίλους. Είναι ένας κόσμος χωρίς κοινωνία, χωρίς σχέσεις, χωρίς αγάπη ή φιλία.

Οταν κοιτώ το μέλλον του κόσμου του Gates και των βαρόνων της τεχνολογίας, βλέπω μια ανθρωπότητα ακόμη περισσότερο στριμωγμένη, με μεγάλες ποσότητες ατόμων “μιας χρήσης, χρησιμοποίησε και πέτα” για τα οποία δεν υπάρχει πλέον θέση μέσα στην Καινούρια Αυτοκρατορία. Και όλοι αυτοί επίσης που θα είναι οι εσωκλεισμένοι στη Καινούρια Αυτοκρατορία, δεν θα είναι τίποτε περισσότερο από ψηφιακοί σκλάβοι.

Ομως, πιστεύω ότι μπορούμε να αντισταθούμε. Μπορούμε να σπείρουμε ένα καινούριο μέλλον, να καλυτερεύσουμε τις δημοκρατίες μας, να απαιτήσουμε τα κοινά μας αγαθά, να αναζωογονήσουμε τη γη ως ζωντανά μέλη μιας εννιαίας γήϊνης Οικογένειας, πλούσιας από τη διαφορετικότητα και την ελευθερία μας, από την ενότητα και την διασύνδεση μας. Αυτό ακριβώς είναι ένα καλύτερο και πιο υγιές μέλλον, ένα μέλλον για το οποίο πρέπει να αγωνιστούμε, ένα μέλλον που πρέπει να διεκδικήσουμε.

Βρισκόμαστε στα πρόθυρα του αφανισμού. Θα αφήσουμε ώστε μια άπληστη μηχανή που δεν γνωρίζει όρια και είναι ανίκανη να σταματήσει την αποικιοκρατία και την καταστροφή να εξολοθρεύσει την ανθρωπιά μας που είναι φτιαγμένη από ζωντανά όντα, ενσυνείδητα, εφυή και αυτόνομα; Η θα σταματήσουμε τη μηχανή και θα υπερασπίσουμε την ανθρωπιά μας, την ελευθερία μας, την αυτονομία μας έτσι ώστε να υπερασπίσουμε την ίδια τη ζωή πάνω στη γη;

Από το Mondialisation.org, μετάφραση της D.T.

Πηγή: il rovescio.com

Υποσημείωση των μεταφραστών στην ελληνική γλώσσα

Το παραπάνω άρθρο της γνωστής και με διεθνούς κύρους διακρίσεις για τους αγώνες της, ακτιβίστριας Vandana Shiva, καταδεικνύει και κατά την άποψη μας-μέσα στην παρούσα διεθνή ερημοποίηση των κριτικών προσεγγίσεων αναφορικά με τα πραγματικά αίτια και τις επακόλουθες πολιτικές στοχεύσεις διαχείρησης της πανδημίας του κορωναϊού από πλευράς των διεθνών κρατικών μηχανισμών καθώς και του προωθημένου διεθνούς βιομηχανικού κεφαλαίου- τη στενή παρούσα διασύνδεση της επιλογής των εμβολίων της γενετικής μηχανικής, ως βασικού οχήματος τη στιγμή αυτή και άρα κοινωνικού καταλύτη της ταχύτερης μετάβασης στην γενικευμένη ψηφιοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας και κατ΄επέκταση της κοινωνίας στο σύνολό της, σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η όχι τυχαία σχέση ενός εκ των βαρώνων του πιο προωθημένου ψηφιακού δυτικού καπιταλισμού Gates, δηλαδή της Microsoft, με τη φαρμακευτική και την βιοτεχνολογική βιομηχανία ( το ίδρυμα Gates είναι ο βασικός μέτοχος της Γερμανικής BionTech που κατασκεύασε το ομώνυμο βιοτεχνολογικό εμβόλιο και στη συνέχεια εξαγοράστηκε από την αμερικάνική φαρμακευτική πολυεθνική Pfizer) δείχνει επίσης την αγαστή συνεργασία που επιτυγχάνεται μεταξύ του προωθημένου διεθνοποιημένου κεφαλαίου, όταν τα συμφέροντα του το απαιτούν, πίσω από την πολιτική θεατρική σκηνή ( Η τωρινή διαμάχη μεταξύ Μπάϊντεν και Μέρκελ, επαφορμή των εξαγγελιών Μπάϊντεν για το ζήτημα της πατέντας που στην ουσία προσβάλλει το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας του εμβολίου από πλευράς του γερμανικού κράτους-κεφαλαίου).

Ως γνωστό, η εταιρία Microsoft, έχει αποφασίσει να επεκτείνει σημαντικά τις οικονομικές και κοινωνικές της δραστηριότητες και στην Ελλάδα.

Μήπως όμως οι τοπικοί βαρώνοι της ψηφιακής τεχνολογίας- παρότι κατείχαν πάντοτε μια καθόλου ασήμαντη θέση υπεργολάβου, αναφορικά με τα δυτικά προωθημένα κεφάλαια, έτσι για να μην λέμε ονόματα, η εταιρία Intracom, για παράδειγμα, συμφερόντων της οικογένειας Κόκαλη-θα μπορούσαν ίσως στο όνομα της “Πράσινης Ανάπτυξης”, να ξανασκεφτούν κριτικά και αποτελεσματικά αναφορικά με τον παρελθόντα και τον τωρινό ρόλο της ψηφιακής και των διασυνδεμένων με αυτή τεχνολογιών στην αποκαλούμενη και ευαγγελιζόμενη από πλευρά τους κοινωνική πρόοδο και ανάπτυξη;

Ειλικρινά δεν το νομίζουμε, επίσης και για όλους αυτούς τους λόγους που δεν το νομίζει και η Vandana Shiva τους οποίους εξηγεί ξεκάθαρα, παρότι δεν είναι αναρχική και άρα το ζήτημα αναφορικά με τη συζήτησή αυτή δεν ήταν ποτέ και δεν είναι ιδεολογικό. Ισως όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική συμμαχία-που κατά τα άλλα δημιουργεί, με όλα τα μέσα που διαθέτει, πολύ θόρυβο αναφορικά με μια σειρά συναφών ζητημάτων, αλλά στην ουσία τηρεί σιγή ιχθύος σχετικά με την ίδια την ποιότητα όσο και την αποτελεσματικότητα των βιοτεχνολογικών εμβολίων- ή έστω ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και σίγουρα ευαίσθητος, κατά τα φαινόμενα, σε παρόμοια ζητήματα, έστω και σε καθαρά συμβολικό επίπεδο, ως απόγονος του αρχίατρου του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας-το ζήτημα επαναλαμβάνουμε δεν είναι ιδεολογικό, απέναντι στον οποιονδήποτε, αλλά πρόκειται κατά βάθος για ένα ζήτημα Δημόσιας Υγείας- θα μπορούσε, στον όνομα της “Πράσινης ανάπτυξης”, να μας διαφωτίσει περαιτέρω σε κάτι πάνω στο ζήτημα αυτό;

Διεθνής Αναρχική Αντιπληροφόρηση

Αναρχική Διεθνιστική Ομάδα

Πηγή: Athens Indymedia

Dany-Robert Dufour: Ο δομισμός κι ο μεταδομισμός ως αιχμές του δόρατος του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού

Σημ: Δίχως να ταυτιζόμαστε με το σύνολο των θέσεων όσων αποσπασμάτων του Robert Dufour αναδημοσιεύουμε από το Respublica, κρίνουμε χρήσιμη για την ανάδειξη συγκλίσεων μεταξύ όψιμου καπιταλισμού και μεταδομισμού καθώς και την αντιεξεγερτική λειτουργία του τελευταίου την παράθεση των παρακάτω χωρίων. Συνεχίζουμε έτσι την προσπάθεια αποκάλυψης όσων απαραβίαστων δεσμών συνδέουν την σύγχρονη νεοφιλελεύθερη διανόηση με τις υλικές διαδικασίες ολοκλήρωσης των κοινωνιών του κεφαλαίου. 

Μισέλ Φουκώ

Ήταν κάποιοι ιστορικοί επιστήμονες που με έκαναν να καταλάβω το σφάλμα του Φουκώ, υποδεικνύοντάς μου τον πολύ χαλαρό, αν όχι αναξιόπιστο κι αμφίβολο τρόπο με τον οποίο ο Φουκώ χρησιμοποιούσε τις πηγές του. Ο Μαρσέλ Γκωσέ (Marcel Gauchet) μου έθεσε υπόψη τις έρευνες της ψυχαναλύτριας Γλάντις Σουαίν (Gladys Swain) που ασκούσε κριτική στον Φουκώ της Ιστορίας της Τρέλας. Το βασικό επιχείρημα του Φουκώ, ως γνωστόν, είναι ο ισχυρισμός ότι στις απαρχές της τρέλας βρίσκεται αυτό που ονομάζει « le grand enfermement », δηλαδή η διαδικασία περιθωριοποίησης και εγκλεισμού των ψυχικά διαταραγμένων. Τελικά, γύρω στα 1800, ο πατέρας της σύγχρονης ψυχιατρικής επιστήμης, ο Philippe Pinel, διέταξε την απελευθέρωση των τρελών. Η Σουαίν όμως αποδεικνύει ότι αυτή η πράξη απελευθέρωσης είναι ένας μύθος, τον οποίο ο Φουκώ υιοθέτησε και ανέπτυξε, μύθος κατασκευασμένος από τον Scipion Pinel, γιο του Philippe, ο οποίος ήταν αυτός που υπέγραψε το διάταγμα κατάργησης των αλυσίδων που χρησιμοποιούνταν στα ψυχιατρεία. Ο ίδιος ο Scipion Pinel όμως αποδίδει την πρωτοβουλία αυτή όχι στον εαυτό του αλλά στον M. Pussin, επόπτη του νοσοκομείου Hospice de Bicetre. Ο Φουκώ υιοθέτησε αυτό τον μύθο περί “απελευθέρωσης”, γιατί επιβεβαίωνε την υπόθεσή του περί εγκλεισμού, αποτέλεσμα, κατά τον ίδιο, του καρτεσιανού διαχωρισμού λογικής και τρέλας.

Είχα την ευκαιρία να συζητήσω αυτό το σημείο με τον φιλόσοφο και εξειδικευμένο αναλυτή του Φουκώ, τον Frédéric Gros. Ο Gros μου είπε ότι ο Φουκώ ήταν πριν απ’ όλα ένας στρατευμένος αγωνιστής. Άρχισα λοιπόν να υποπτεύομαι ότι ο Φουκώ θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τις πηγές του επιλεκτικά, προκειμένου να στηρίξει την πολεμική του. Τελικά κι ο ίδιος ο Φουκώ αναγκάστηκε να το ομολογήσει, υπερασπιζόμενος όμως πάντα τη μέθοδό του:

«Καλλιεργώ ένα είδος ιστορικής μυθιστορίας. Κατά κάποιον τρόπο, γνωρίζω πολύ καλά ότι αυτό που λέω δεν είναι αλήθεια. Ένας ιστορικός θα μπορούσε να πει σχετικά με αυτά που γράφω: “Δεν είναι αλήθεια”. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 έγραψα πολύ για την τρέλα, έκανα μια ιστορία της γένεσης της ψυχιατρικής και ξέρω καλά ότι αυτά που έγραψα, από ιστορικής άποψης, είναι επιλεκτικά, υπερβολικά. Ίσως να αγνοούσα κάποια στοιχεία που θα αντέφασκαν με την ανάλυσή μου. Το βιβλίο μου πάντως, καθώς κι ο ισχυρισμός που διατυπώνεται σ’ αυτό, επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν την τρέλα και άρα κατέχουν μια αλήθεια στην πραγματικότητα του σήμερα».[i]

Τι περίεργος ορισμός της αλήθειας! Ο Φουκώ διεκδικεί το δικαίωμα να ισχυρίζεται αναλήθειες με  μόνο κριτήριο τον βαθμό επιρροής τους στην πραγματικότητα. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίπτωση επιστημονικής απάτης, σε μια επιχείρηση εξαπάτησης με σκοπό την αποκόμιση κοινωνικής επιρροής. Η αλήθεια είναι ότι ο Φουκώ βρισκόταν μπροστά από την εποχή του: είχε εφεύρει αυτό που σήμερα αποκαλούμε «fake news». Αναρωτιέμαι αν τελικά αυτό που προήγαγε στην πραγματικότητα ο Φουκώ δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό που όλοι βιώνουμε σήμερα, την κυριαρχία της μετα-αλήθειας. Ανακάλυψα παρόμοιες περιπτώσεις -υπερβολές, παραλείψεις, έλλειψη αντικειμενικότητας- και σε άλλα έργα του Φουκώ, ιδίως σε αυτά που σχετίζονται με τους θεσμούς. Σε αυτό το πεδίο, ο Φουκώ έμεινε καθηλωμένος σε μια κριτική του καπιταλισμού παλαιού τύπου, δίχως να βλέπει ή δίχως να θέλει να δει, ότι την ίδια εκείνη περίοδο γεννιόταν ένας νέου τύπου, φιλήδονος, λιμπιντικός και αντιθεσμικός καπιταλισμός.

Ο Φουκώ ισχυρίζεται ότι οι κοινωνικοί θεσμοί είναι φυλακές που με εμποδίζουν να αναπτύξω ελεύθερα τον εαυτό μου. Βρίσκουμε συμπυκνωμένη αυτή τη σκέψη στο Επιτήρηση και Τιμωρία: «Η φυλακή μοιάζει με τα σχολεία, τα εργοστάσια, τα στρατόπεδα, τα νοσοκομεία, που μοιάζουν όλα με φυλακές».[ii] Κι αν όλοι αυτοί οι θεσμοί μοιάζουν τόσο μεταξύ τους, είναι γιατί αναπαράγουν το ίδιο μοντέλο εξουσίας. Ο Φουκώ δεν εξετάζει το πρόβλημα της εξουσίας υπό το πρίσμα της σχέσης κράτους-φυσικού δικαίου, όπως έκαναν όλοι οι μοντέρνοι φιλόσοφοι από την εποχή του Χομπς και του Διαφωτισμού μέχρι τον Καντ, τον Ρουσσώ, τον Χέγκελ, τους οποίους ο Φουκώ αρχίζει πλέον να αποκαλεί «maîtres-penseurs», αρχιστοχαστές (κατά το αρχιμάστορες, με την έννοια του αφεντικού μιας συντεχνίας Σ.τ.Μ.), ένας μειωτικός χαρακτηρισμός που δανείζεται το 1977 από τον André Glucksmann, εκπρόσωπο του ρεύματος των «νέων φιλοσόφων» και εκλαϊκευτή του έργου του. «Αυτοί οι αρχιστοχαστές έστησαν όλο το νοητικό οικοδόμημα που υποστηρίζει τα συστήματα κυριαρχίας και υπακοής των μοντέρνων κοινωνιών».[iii] Με το καίριο όμως ερώτημα, «γιατί είναι απαραίτητοι οι πολιτικοί θεσμοί προκειμένου τα άτομα να γίνουν ενεργά υποκείμενα;» ο Φουκώ δεν ασχολείται καθόλου. Υπάρχουν όμως απαντήσεις: οι πολιτικοί θεσμοί είναι απαραίτητοι έτσι ώστε να μπορεί η κοινωνία να αποφεύγει της συγκρούσεις καθαρής ισχύος που εκφράζουν μονομερή, ιδιωτικά συμφέροντα, για να εμποδίζεται η στρατολόγηση των πολιτών από τους πρωταγωνιστές αυτών των συγκρούσεων, για να προστατεύεται το δημόσιο συμφέρον και για να καθίστανται οι άνθρωποι ελεύθεροι πολίτες, ικανοί να σκέφτονται και να δρούνε πέραν των ιδιωτικών συμφερόντων τους… Αυτό όμως που ενδιαφέρει τον Φουκώ δεν είναι παρά μόνο οι κατώτεροι μηχανισμοί της εξουσίας. Και το θέαμα που προσφέρουν αυτοί οι μηχανισμοί δεν είναι ωραίο, γιατί αποτελούν μέσα καταναγκασμού του ατόμου. Γι’ αυτό το λόγο ο Φουκώ μελετά την εξουσία στο επίπεδο αυτών των ελλάσονων μηχανισμών, αυτών δηλαδή που ορίζουν, πειθαρχούν και εκπαιδεύουν το σώμα.

Στο Επιτήρηση και Τιμωρία ο Φουκώ θα μελετήσει αυτή τη «μικροφυσική της εξουσίας» με βάση τέσσερεις τρόπους με τους οποίους η εξουσία κυριαρχεί το σώμα: ως ένα κομμάτι χώρου, ως σύνολο συμπεριφορών, ως εσωτερική διάρκεια και ως σύνολο δύναμης. Σκοπός του είναι να αναλύσει αυτό το σύστημα καταναγκασμών που έχει ως στόχο να ορίσει το άτομο σε ένα συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και να καθορίσει έτσι τη συμπεριφορά του. Τελικός σκοπός αυτής της εκπαίδευσης, σύμφωνα με τον Φουκώ, είναι η προπαρασκευή των σωμάτων προκειμένου να ενταχθούν μια προκαθορισμένη θέση στον κοινωνικό χώρο. Ο καθένας οφείλει να τοποθετηθεί στη θέση του σύμφωνα με την γενική ιεραρχία και τη λειτουργία που πρέπει να επιτελέσει, έτσι ώστε να επιτευχθούν ταυτόχρονα δύο στόχοι: αποφυγή οποιασδήποτε κοινωνικής αταξίας και μεγιστοποίηση της αξίας που μπορεί να παράξει το κάθε σώμα. Προϋπόθεση για να λειτουργήσει επιτυχώς αυτή η εκπαίδευση είναι το να εσωτερικευτεί ως ανάγκη. Εδώ ο Φουκώ συγχέει συστηματικά τους θεσμούς εκείνους που έχουν ως σκοπό να προάγουν τα άτομα σε πολιτικά υποκείμενα ενός κράτους δικαίου, με εκείνους τους κατασταλτικούς μηχανισμούς που αφαιρούν από το άτομο αυτή την ιδιότητα.

Ο Φουκώ πλαγιοκοπεί έτσι τη γνώση από δύο πλευρές, από αυτήν της παιδαγωγικής μεθόδου και από αυτή του περιεχομένου. Η παιδαγωγική είναι γι’ αυτόν η εφαρμογή μιας σειράς τεχνικών και κανόνων που σκοπό έχουν να δαμάσουν το άτομο. Μέθοδος της παιδαγωγικής είναι να ανταμείβει όποιον υποτάσσεται και να τιμωρεί αντίστοιχα αυτόν που εξεγείρεται, δρώντας έτσι αποτρεπτικά. Ποτέ ο Φουκώ δεν αναρωτιέται για τον απώτερο σκοπό της παιδείας -το να διαμορφώνει ανεξάρτητα σκεπτόμενους πολίτες- στον οποίο τόσο επέμεινε ο Διαφωτισμός (βλ. για παράδειγμα την Πραγματεία περί Παιδαγωγικής του Καντ). Για τον Φουκώ, η γνώση εκπορεύεται από την εξουσία και, αντίστροφα, κάθε καθιερωμένη γνώση επιτρέπει και εγγυάται την εξάσκηση μιας εξουσίας. Για παράδειγμα, η δημογραφία αποτελεί μέσο κατανόησης και ελέγχου του πληθυσμού, η εγκληματολογία μέσο κατανόησης του ατόμου και ελέγχου των παρορμήσεών του κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, όπως το αναφέρει ο Φουκώ στο Επιτήρηση και Τιμωρία, είναι η φυλακή που δημιούργησε το έγκλημα, όπως ακριβώς η ψυχιατρική εξουσία δημιούργησε την αρρώστια. Δίχως αυτούς τους θεσμούς το έγκλημα και η αρρώστια πολύ απλά δεν θα υπήρχαν.

Αυτή η επιχειρηματολογία προδίδει την γοητεία που ασκούσαν στον Φουκώ οι τρελοί, οι εγκληματίες, οι άγριοι, τα νήπια… Ο Φουκώ έφτασε μέχρι το σημείο να ανακηρύξει σε ήρωα τον Pierre Rivière, έναν δολοφόνο της γαλλικής επαρχίας του 19ου αιώνα που έσφαξε χωρίς λόγο τη μητέρα του, την αδελφή του και τον αδελφό του. Η αντίσταση που επιδεικνύουν όλες αυτές οι μορφές του κοινωνικού περιθωρίου σε οποιαδήποτε συστηματοποιημένη ανάλυση (είτε πρόκειται για την ψυχανάλυση είτε για την εγκληματολογία και την κοινωνιολογία) αρκεί για να τους καταστήσει αυτομάτως ήρωες. Μήπως ο Φουκώ δεν είχε προβλέψει ότι θα ερχόταν μια μέρα που η τρέλα «θα κατακτούσε επιτέλους τη γαλήνη του θετικού και θα μαραίνονταν η εικόνα της πύρινης λογικής;»[iv]

Η φουκωϊκή θέση ότι είναι οι θεσμοί που δημιουργούν την τρέλα και το έγκλημα, θέση πολύ επαναστατική φαινομενικά, μιας και οδηγεί στην αποδόμηση των θεσμών, είναι το αίτιο εξαιρετικά σοβαρών παρεκτροπών, όπως η θεσμική έκπτωση των ατόμων, κάτι που είναι συμβατό με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Η θέση αυτή παραβλέπει ότι το έγκλημα και η τρέλα, όχι μόνο δεν είναι απλές εφευρέσεις ή αποτελέσματα των θεσμών αλλά υπάρχουν καθεαυτά, ότι υπάρχουν δηλαδή ως πραγματικότητα πριν υπάρξουν ως έννοιες. Σε όλους τους πολιτισμούς, και πριν από τη δημιουργία οποιουδήποτε αναλυτικού συστήματος μάθησης, υπάρχει ένα σύνολο γνώσης που αποτυπώνεται στην προφορική παράδοση του κάθε λαού. Αυτή η γνώση παρέχει στην κοινότητα ένα σύνολο κανόνων που δεν είναι συζητήσιμοι, που δεν επιδέχονται ούτε απόδειξη ούτε αντίρρηση και οι οποίοι καθορίζουν τις σχέσεις με τη ζωή, με τον θάνατο, τις σχέσεις των δύο φύλων, τις σχέσεις μεταξύ των γενεών, τις σχέσεις με το ορατό και το αόρατο, με το κακό, με την τρέλα… Αυτή η γνώση μας πληροφορεί με άλλα λόγια τι είναι κακό και τι είναι τρέλα. Το σύνολο αυτών των γνώσεων συμπυκνώνεται σε μια κοινή ευπρέπεια (common decency), η οποία επιτρέπει στα μέλη μιας κοινότητας να γνωρίζουν ενστικτωδώς τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουν προκειμένου να ζήσουν εν κοινωνία. Για ποιόν άλλο λόγια να αρνούμαστε αυτή τη διάσταση αν όχι για να δημιουργήσουμε έναν νεό κοινωνικο-πολιτικό χώρο όπου όλα, τόσο η τρέλα όσο και τα «ιδιωτικά βίτσια» (Mandeville), όχι μόνο επιτρέπονται αλλά και ενθαρρύνονται; Μια κοινωνία δηλαδή βασισμένη στο ξεχαρβάλωμα κάθε «ρυθμιστικής αρχής», για να θυμηθούμε την έκφραση του Καντ – και είναι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο που μερικοί συνεχιστές του Φουκώ βρήκαν στη σκέψη του ένα μέσο να προωθήσουν τον νεοφιλελευθερισμό ενώ ταυτόχρονα διασκεδάζουν βλέποντας πολλούς “αριστεριστές” να διεκδικούν τη σκέψη του.

Το έργο του Φουκώ είναι στην πραγματικότητα απολύτως συμβατό με αυτό του οικονομολόγου Χάγιεκ (Hayek), ηγετικής μορφής της νεοφιλελεύθερης σχολής του Σικάγο. Υπάρχει εξάλλου μεγάλη συγγένεια μεταξύ της νεοφιλελεύθερης προσταγής «γίνε επιχειρηματίας του εαυτού σου» και του φουκωικού «se soucier de soi» (ασχολήσου με τον εαυτό σου). Ο Φουκώ έλεγε ότι αυτού του είδους η ενασχόληση θα επέτρεπε την εμφάνιση και την καλλιέργεια «αντι-συμπεριφορών»[v], κάτι που ζητούσε ο Mandeville ήδη από το 1714. Ο Φουκώ είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον Χάγιεκ αλλά περιέργως δεν αναφέρθηκε ποτέ στον Mandeville, τον οποίο όμως ο Χάγιεκ είχε αναγνωρίσει ως δάσκαλό του μπροστά στην Βρετανική Ακαδημία το 1966.[vi]  Περίεργη γενεαλογική παράλειψη! Ο Φουκώ ίσως θεωρούσε ότι μια αναφορά στον Mandeville θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση, κάτι που επιβεβαιώνει αυτό που μου είχαν πει πολλοί ιστορικοί (μεταξύ των οποίων κι ο Pierre Nora), ότι δηλαδή ο Φουκώ χρησιμοποιούσε από τα αρχεία μόνο τα κείμενα που ταίριαζαν με εκείνο που ήθελε να αποδείξει. Αρκεί να διαβάσει κανείς το σεμινάριό του με τίτλο «Γέννηση της βιοπολιτικής» του 1978-1979, όπου και μελετά την φιλελεύθερη σχολή της διακυβέρνησης βασισμένος στις δύο μεγάλες νεοφιλελεύθερες σχολές του 20ού αιώνα, τη γερμανική και αυτή του Σικάγο. Εκεί ο Φουκώ πλέκει το εγκώμιο του Χάγιεκ (π.χ. στη σελίδα 225, όπου ο Χάγιεκ παρουσιάζεται ως ο δημιουργός μιας νεοφιλελεύθερης ουτοπίας, ικανής να ανταγωνιστεί επιτέλους τις αντίστοιχες σοσιαλιστικές).[vii] Εύκολα καταλαβαίνουμε το γιατί: ο Χάγιεκ υποστήριζε μια αντι-ορθολογική προσέγγιση που έλπιζε ότι μια μέρα θα κυριαρχούσε σε όλη την οικονομική επιστήμη. Μία προσέγγιση σύμφωνα με την οποία «ο άνθρωπος δεν είναι ένα ανώτερο, ορθολογικό και νοήμον ον αλλά ένα βαθιά παράλογο πλάσμα, που άγεται και φέρεται από τα πάθη του και τα ιδιωτικά του συμφέροντα και που έχει ως μόνη αρετή το ότι είναι αρκετά εύπλαστος ώστε να οδηγηθεί βαθμιαία σε μια τέλεια οργανωμένη κοινωνία. Την ίδια στιγμή, στο σεμινάριο αυτό, ο Φουκώ αποκρύπτει επιμελώς τις πηγές του: καμιά αναφορά, όπως προανέφερα, στον Mandeville, καμιά αναφορά στο κατεξοχήν εργαστήριο του νεοφιλελευθερισμού, την Χιλή του Πινοσέτ (την οποία ο Χάγιεκ επισκέπτεται συχνά για να δει τα αγαπημένα του “Chigago Boys”), καμιά αναφορά στην Καλιφόρνια, που ο Φουκώ γνώριζε καλά και όπου ο κυβερνήτης Ρ. Ρήγκαν εφάρμοζε ήδη από το 1967 τις νεοφιλελεύθερες συνταγές.

Συμπερασματικά, πιστεύω ότι η επανάσταση που ευαγγελίζονταν ο Φουκώ πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο της επανάστασης της νεοφιλελεύθερης κουλτούρας. Ο Φουκώ έγινε ο θεωρητικός της “δεύτερης αριστεράς”, μιας αριστεράς ελευθεριακής και φιλελεύθερης, σε αντίθεση με την “πρώτη” που ήταν αυταρχική και κρατιστική. Οι θεματικές της σκέψης του χρησιμοποιήθηκαν για να οδηγηθεί στο μαντρί του νεοφιλελευθερισμού το φοιτητικό κίνημα του ’68. Και η επιχείρηση στέφτηκε με επιτυχία, αφού η δεύτερη αριστερά υπερκέρασε τελικά την πρώτη, δημιουργώντας το εξής αντιφατικό φαινόμενο: οι αριστεροί φουκωικοί συνεχίζουν να καταγγέλλουν τις καταπιεστικές πρακτικές του καπιταλισμού, την ίδια στιγμή που ο καπιταλισμός μεταμορφώνεται σε έναν νέου τύπου, επιθυμητικό καπιταλισμό, θρεφόμενος μεταξύ άλλων και από τις φουκωικές αναλύσεις. Ένα πράγμα είναι βέβαιο: πολεμώντας με αυτόν τον τρόπο τον καπιταλισμό καταλήγουμε αναγκαστικά να τον ενδυναμώνουμε.


[i] Michel Foucault, « Foucault étudie la raison d’État » (1979) στο Dits et écrits III, Gallimard, Paris, 1994, σελ. 805.

[ii]  Michel Foucault, Surveiller et punir, Gallimard, Paris, 1975, σελ. 229.

[iii] Michel Foucault, « La grande colère des faits », Le Nouvel Observateur, 9-15 Μαΐου 1977, στο Dits et Écrits, III, Gallimard, Paris, 1994, σελ. 275 κ.ε.

[iv] Michel Foucault, « La folie et l’absence d’oeuvre », στο Histoire de la folie à l’âge classique, Gallimard, Paris, 1972.

[v] Βλ. Michel Foucault, Sécurité, territoire, population : Cours au Collège de France, 1977-1978, Gallimard, Paris, 2004, « Leçon du 1er mars 1978 : conduites et contre-conduites ».

[vi] Friedrich Hayek, « Lecture on a Master Mind » [1945] στο New Studies in Philosophy, Politics, Economies and the

History of Ideas, Routledge & Kegan Paul, London, Melbourne and Henley, 1982.

[vii] Βλ. Mitchell Dean και Daniel Amora, Le Dernier Homme et la fin de la révolution, Foucault après Mai 1968, Lux Éditeur, Québec, 2019.

Ζυλ Ντελέζ

Διαβάζοντας τα Χίλια Επίπεδα του Ντελέζ καταφέρνουμε τελικά να συγκροτήσουμε έναν ορισμό του σχιζοφρενή. Όχι όμως του ασθενή-τρόφιμου της κλινικής, του δεμένου στο κρεββάτι, του κατατονικού καταναλωτή ψυχοφάρμακων, αλλά του ενεργού σχιζοφρενή, του μοναδικού που του αξίζει ο τίτλος του επαναστάτη. Ο πραγματικός σχιζοφρενής ορίζεται ως ένας τρόπος υποκειμενικοποίησης που διαφεύγει των κλασικών διχοτομιών που ορίζουν την ταυτότητα: δεν είναι ούτε άντρας ούτε γυναίκα, ούτε πατέρας ούτε γιος, ούτε ζωντανός ούτε νεκρός, ούτε άνθρωπος ούτε ζώο, αλλά μάλλον ο τόπος ενός ανώνυμου γίγνεσθαι, μη ορίσιμος, πολλαπλός, παρόμοιος μ’ ένα πλήθος που το διαπερνούν ανόμοιες και ετερόκλητες δυνάμεις. Ο ντελεζιακός ήρωας είναι αυτός που είναι ικανός να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή ευελιξία, τοποθετούμενος πέρα των οποιωνδήποτε διαφορών: άντρας/γυναίκα, γονιός/παιδί, εν/πολλαπλό, ναι/όχι κτλ…

Υποψήφιοι ντελεζιακοί ήρωες γίνονται λοιπόν ο χάκερ, ο σέρφερ, ο μηχανόβιος, ο αποσυνάγωγος, ο παραβατικός, ο queer και γενικά οποιοσδήποτε απαρνείται τις μεγάλες διαφορές που ορίζουν την ανθρωπότητα. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στις απαρχές του μεγάλου νεοφιλελεύθερου κύματος, ο Ντελέζ θέλησε να σαμποτάρει τον καπιταλισμό με τη βοήθεια της φιγούρας του σχιζοφρενή, ο οποίος θα απορρύθμιζε τις κανονικές ροές, συνδέοντας τα πάντα με τα πάντα.

Ο Ντελέζ θέλησε να στριμώξει τον καπιταλισμό στην ύστατη αμυντική του θέση, επιταχύνοντας το εκρηκτικό προτσές της απεδαφικοποίησης, με τον ίδιο τρόπο που ο Νίτσε υπολόγιζε ότι θα ξεπερνούσε τον δυτικό μηδενισμό, οδηγώντας τον στον παροξυσμό. Η γενική ιδέα είναι εδώ ότι η σωτηρία θα προέλθει από το ίδιο το κακό. Αυτό όμως που ο Ντελέζ δεν κατάλαβε ήταν το ότι το πρόγραμμά του, αντί να ξεπεράσει τον καπιταλισμό, επιτάχυνε την πορεία του. Όλα δείχνουν ότι ο νέος, λιμπιντικός καπιταλισμός κατάλαβε καλά το μάθημα του Ντελέζ: αν θέλουμε να αυξήσουμε την ταχύτητα και την ποσότητα της ροής των εμπορευμάτων, τότε θα πρέπει να αντικαταστήσουμε τόσο το παλιό κριτικό υποκείμενο του Καντ με τις κατηγορικές προσταγές του όσο και το εξίσου πεπαλαιωμένο φροϋδικό υποκείμενο με τις νευρωτικές εμμονές του με ένα ον ανοιχτό σε όλες τις δυνατές διασυνδέσεις. Είναι θλιβερό αλλά πιστεύω ότι ο Ντελέζ παγιδεύτηκε τελικά από τον νέο καπιταλισμό, τη στιγμή που αυτός ο τελευταίος κατάλαβε ότι οι θεσμοί κοινωνικού ελέγχου που είχε στη διάθεσή του, στηριζόμενοι κατά ένα μεγάλο μέρος στο υπερβατικό, παρήγαγαν ακόμα υποκείμενα που παρέμεναν κύριοι του εαυτού τους. Κατάλαβε λοιπόν ότι θά ‘πρεπε να διαρρήξει και να απορρυθμίσει τους θεσμούς για να παράξει το σχιζοειδές υποκείμενο.

Μπροστά σε αυτήν την μεταμόρφωση υπήρχαν δύο μόνο λύσεις: φρενάρισμα, δηλαδή αντίσταση, ή επιτάχυνση. Ο Ντελέζ επέλεξε την πιο επικίνδυνη λύση, τη δεύτερη, γιατί έκρινε ότι αποτελούσε το μόνο τρόπο ξεπεράσματος του καπιταλισμού, όπως το αποδεικνύει το παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από τον Αντι-Οιδίποδα:

«Υπάρχει ένας επαναστατικός δρόμος; Ποιός θα ήταν αυτός; Η απόσυρση από την παγκόσμια αγορά […]; Ή μήπως το αντίθετο; Το να πάμε δηλαδή ακόμα πιο μακριά στην κατεύθυνση της αγοράς, της αποκωδικοποίησης, της απεδαφικοποίησης; Γιατί ίσως οι ροές να μην είναι ακόμα αρκετά απεδαφικοποιημένες, να μην είναι αρκετά αποκωδικοποιημένες, από την οπτική μιας θεωρίας και μιας πρακτικής εντελώς σχιζοφρενούς. Όχι να εγκαταλείψουμε τη διαδικασία, αλλά να πάμε μακρύτερα, να την επιταχύνουμε, όπως το έλεγε ο Νίτσε. Από αυτή την άποψη, ακόμα δεν είδαμε τίποτα».i

Ε, λοιπόν, εγώ θα προτιμούσα να φρενάρω. Εκεί ακριβώς που ο Ντελέζ νόμισε ότι θα προσπερνούσε τον καπιταλισμό, τελικά προσπεράστηκε από αυτόν. Πιστεύω ότι ο Ντελέζ είχε προβλέψει αυτό που ερχόταν, ίσως νωρίτερα από οποιονδήποτε άλλον, αλλά έκανε ένα τραγικό λάθος βάζοντας το κεφάλι κάτω και ορμώντας ίσια μπροστά στον στόχο. Εκεί που γίνεται φανερό το λάθος του Ντελέζ, είναι στην επιλογή του να υιοθετήσει την οικονομική ορολογία των παραγωγικών δυνάμεων για να περιγράψει τις διεργασίες του ανθρώπινου ψυχισμού:

«Παντού όλα λειτουργούν χωρίς σταματημό, χωρίς διακοπή. Ένα σώμα αναπνέει, θερμαίνεται, τρέφεται. Χέζει, γαμάει. Τι λάθος όμως αυτός ο ενικός, αυτό το “ένα”! Παντού υπάρχουν μηχανές, κι όχι μεταφορικά: μηχανές μηχανών, με τις συναρμογές και τις διασυνδέσεις τους. Μια μηχανή όργανο συνδέεται με μια μηχανή πηγή: η μία εκπέμπει μια ροή που η άλλη διακόπτει. Το στήθος είναι μια μηχανή που παράγει γάλα, πάνω στην οποία κουμπώνει η μηχανή-στόμα. Γι’ αυτό όλοι είμαστε μάστορες που μαστορεύουμε, ο καθένας και οι μηχανούλες του».ii

Αυτή η εφαρμογή της οικονομικής ορολογίας για να περιγραφεί το ασυνείδητο είναι αμφισβητήσιμη. Παντού γίνεται λόγος για μηχανές, ροές, συναρμογές, αποσυνδέσεις, επιθυμιτικές μηχανές, παραγωγικά ή αντιπαραγωγικά σώματα… Η γλώσσα που χρησιμοποιείται προδιαγράφει και επιβάλλει συνεκδοχές και υποδηλώσεις που παραπέμπουν αποκλειστικά σε ένα σημασιολογικό πεδίο οικονομικής φύσης, αποκλείοντας έτσι εξαρχής διαφορετικού είδους συνδέσεις με το λεξιλογικό πεδίο. Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να διαβάσουμε τα Χίλια Επίπεδα παρά μόνο αν αποφασίσουμε να ξεχάσουμε τον συμβολικό και αναπαραστατικό χαρακτήρα του λεξιλογίου που ρυθμίζει τις σχέσεις της γλώσσας με το ασυνείδητο, αποδεχόμενοι ταυτόχρονα ότι αυτό είναι φτιαγμένο από μηχανικά κατασκευασμένα προϊόντα. Όπως ας πούμε οι επιθυμιτικές μηχανές, οι οποίες δεν ξεχωρίζουν σε τίποτα από τις κανονικές μηχανές αφού μπορούν να συνδεθούν η μία με την άλλη. Με αυτό τον τρόπο απαρνούμαστε όμως όλη τη συμβολική διάσταση ενός θεατρικά δομημένου ασυνείδητου για χάρη μιας καθαρά μηχανιστικής ερμηνείας. Πρόκειται για την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα με την τεχνητή νοημοσύνη που συμμετέχει πλέον σε όλες τις φυσικές διαδικασίες υπολογισμού: δεν χρειάζεται πλέον να σπάμε το κεφάλι μας για να προσανατολιστούμε, το κάνει για μας το GPS.

Ο Αξελός με παρότρυνε επίσης να εξετάσω ένα άλλο ζήτημα του ντελεζιανού έργου, αυτό της μειονότητας («devenir mineur»), το οποίο ήταν ένας τρόπος του Ντελέζ να επιτεθεί στον Διαφωτισμό και πιο συγκεκριμένα στην ιδέα του Καντ, όπως αναπτύσσεται στο Τί είναι ο Διαφωτισμός; ότι το άτομο πρέπει να βγει από την μειονότητα και να γίνει μέρος της πλειοψηφίας, δηλαδή να μάθει να σκέπτεται και να δρα αυτόνομα. Για τον Ντελέζ είναι προτιμότερο να παραμείνει κανείς μέρος μιας μειονότητας, επενδύοντας μάλιστα στο φαντασιακό που καλλιεργεί η κάθε τέτοια μειονότητα. Ο σκοπός είναι να συντριβεί ο γενικός μέσος όρος, η πλειοψηφία, και να αντικατασταθεί από ένα πλήθος μειονοτήτων που η κάθε μια θα άδει απ’ τη γωνιά της: «είμαστε όλοι μειονότητες, «είμαστε όλοι αδελφές», «είμαστε όλοι θύματα αποικιοκρατίας», «είμαστε όλοι προλετάριοι». Η είσοδος σε μια μειονότητα θα ήταν έτσι το πρώτο βήμα προς την σχιζοφένεια. Αυτό όμως το μετα-ταυτοτικό και μηδενιστικό βήμα δεν είναι εύκολο να γίνει, γιατί είναι μια βουτιά στο τίποτα. Όπως το έλεγε ο Henri Ey στον Λακάν, «δεν τρελαίνεσαι απλά επειδή το θέλεις». Αυτός ο μηδενισμός καταλήγει συνήθως, όπως το έλεγε ο Νίτσε, σε έναν «κουρασμένο μηδενισμό»iii και στην προτίμηση για «ό,τι γιατρεύει, ανακουφίζει, καθυσηχάζει»iv. Χαμηλώνουμε λοιπόν τις προσδοκείες μας και ανταλλάσουμε την μετα-ταυτότητα με την μειονότητα και το αντίστροφο. Η ντελεζιανή μειονότητα τροφοδότησε έναν ταυτοτικό ακτιβισμό, ο οποίος εκφράζεται σήμερα στους αυταρχικούς ισχυρισμούς του τύπου «είμαι μουσουλμάνος», «είμαι βέγκαν», «είμαι ομοφυλόφιλος», «είμαι τρανς», οι οποίοι εγκλωβίζουν αυτόν που τις διατυπώνει στο εσωτερικό μιας κοινότητας, “περήφανης” που είναι απρόσιτη στο βλέμμα του άλλου, του οποιουδήποτε άλλου. Αυτή η μετατροπή είναι απόλυτα συμβατή με το αφήγημα της Αγοράς, η οποία προωθεί παντού έναν γενικευμένο σχετικισμό, απαρνούμενη οποιονδήποτε ουνιβερσαλισμό και αποδεχόμενη μόνο ιδιαιτερότητες και κοινότητες. Τελικά η ντελεζιανή επανάσταση συνδέθηκε με την αποπολιτικοποίηση και τη γένεση των ταυτοτικών κοινοτήτων· με την απορρόφηση του υποκειμένου από την εξουσία των μηχανών· με την αποψίλωση του ασυνείδητου από την συμβολική δυναμική του και την αντικατάστασή του από ένα μηχανικό ασυνείδητο που μπορεί να μπει σε κίνηση μόνο μέσω μηχανικώς διαδικασιών και χημικών διεγερτικών. Η επικράτηση αυτών των θέσεων επέφερε αργά αλλά σταθερά την παρακμή της ψυχανάλυσης.

i Gilles Deleuze και Félix Guatttari, L’Anti-OEdipe, capitalisme et schizophrénie, éditions de Minuit, Paris, 1972, σελ. 285.

ii ό.π., κεφ. 1, « Les machines désirantes », μέρος 1 : « La production désirante ».

iii Friedrich Nietzsche, Η θέληση για Δύναμη, μετ. Henri Albert και Marc Sautet, Le Livre de poche, Paris, 1991, κεφ. 1.

iv ό.π., κεφ. 1.

Ζακ Ντεριντά

Υπήρξα εξαρχής καχύποπτος απέναντι στην προσπάθεια της λεγόμενης french theory να τελειώσει μια για πάντα την δυτική μεταφυσική. Αυτή η επιχείρηση καταστροφής δεν μπορούσε βέβαια να παρουσιαστεί ως τέτοια και γι’ αυτό μεταμφιέστηκε με τον όρο αποδόμηση. Αυτό που εννοούσε ο Ντεριντά με αυτή τη λέξη, ήταν η επίθεση ενάντια στα θεμέλια της παραδοσιακής οντολογίας και των βασικών εννοιών της. Αποδόμηση είναι το σύνολο των τεχνικών και των στρατηγικών που εφάρμοσε ο Ντεριντά προκειμένου να αποσταθεροποιήσει και να διαρρήξει το μεταφυσικό οικοδόμημα της δυτικής σκέψης. Οι στόχοι αυτής της επίθεσης ήταν:

α) ο εντοπισμός των θεμελιωδών εννοιολογικών διχοτομιών που ορίζουν το δυτικό αφήγημα: λόγος-πάθος, ψυχή-σώμα, άλλο-ίδιο, καλό-κακό, φύση-πολιτισμός, αισθητό-νοητό, παρόν-παρελθόν, υποκείμενο-αντικείμενο κοκ.

β) η ανάδειξη, μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης μεταφυσικής, της ύπαρξης ενός ενδιάμεσου όρου στα διχοτομικά ζεύγη

γ) η καταστροφή της κυρίαρχης ρυθμιστικής σχέσης στο εσωτερικό των ζευγών αυτών, έτσι ώστε να φανεί ότι είναι δυνατόν η γραφή μπορεί να υπερκεράσει και ενδεχομένως να αντικαταστήσει το λόγο, το πάθος τη λογική, το άλλο το ίδιο, η απουσία την παρουσία, το αισθητό το νοητό, το θηλυκό το αρσενικό, το ζωώδες το ανθρώπινο…

δ) η εγκατάλειψη όλων των σημασιών που θεμελιώνονται στα κλασικά αντιθετικά ζεύγη προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάδυση μιας σκέψης αναποφάσιστης, διάφορης από τον ίδιο τον εαυτό της (η περίφημη «διαφωρά», la diferance), μια σκέψη βασισμένη σε έννοιες κατεξοχήν αμφίσημες, όπως το ανδρόγυνο, και το ξεπέρασμα των αντιθέσεων του τύπου λόγος-πάθος, ψυχή-σώμα, άλλο-ίδιο, καλό-κακό, φύση-πολιτισμός, υποκείμενο-αντικείμενο κτλ.

Η ντεριντιανή αποδόμηση προκάλεσε βαθιά ρήγματα σε όλο το δυτικό αφήγημα και αφέθηκε σε ένα πάθος για το αναποφάσιστο. Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι η αναζήτηση του νοήματος δεν πρέπει να σταματά οριστικά σε κανένα σημαινόμενο κι ότι μπορεί πάντα να συνεχίζει το ταξίδι της ανάμεσα στο παιχνίδι της διασποράς και των ιχνών που παραπέμπουν το ένα στο άλλο. Αλλά το να αναγάγουμε το αναποφάσιστο σ’ ένα νέο ιδεώδες είναι κάτι το τελείως διαφορετικό, γιατί έτσι καθίσταται δυνατόν, αν όχι αναπόφευκτο, να λέμε τα πάντα και το αντίθετο τους. Είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο που η οξύμωρη ρητορική του Ντεριντά και των οπαδών του ξεφεύγει πέρα από κάθε όριο, κατακλύζοντας όλα τα έργα τους: παντού μιλάνε για τις απροϋπόθετες προϋποθέσεις της σκέψης, για την εμφάνιση της εξαφάνισης, για την πρώτη σπορά που είναι διασπορά… Παράδειγμα: «προσπάθησα να περιγράψω και να εξηγήσω το πως η γραφή φέρει μέσα της, δομικά, την αρχή της ίδιας της της ακύρωσης». Ή κάποιες άλλες χαρακτηριστικές αντιλογικές φράσεις από το μεγάλο ρεπερτόριο του Ντεριντά: «η μεταφορικότητα είναι η επιμόλυνση της λογικής και η λογική της επιμόλυνσης», «η φιλοσοφία, ως θεωρία της μεταφοράς, υπήρξε κατ’ αρχάς μια μεταφορά της θεωρίας», «Αμερική θα ήταν το όνομα ενός νέου μυθιστορήματος για την αποδόμηση της ιστορίας και την ιστορία της αποδόμησης».

Η ντεριντιανή αποδόμηση αποτελεί άμεση προέκταση της χαϊντεγγεριανής επίθεσης στην δυτική μεταφυσική που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’30. Στόχος της επίθεσης εκείνης ήταν η προετοιμασία του εδάφους για την επικράτηση της ναζιστικής ιδεολογίας. Τριάντα χρόνια αργότερα, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, χρησιμοποιήθηκε για έναν άλλο σκοπό, την επικράτηση του νεοφιλευθερισμού. Δεν ισχυρίζομαι ότι επρόκειτο για συνομωσία αλλά απλά για συγκυρία. Η σκέψη του Ντελέζ, όπως άλλωστε και του Φουκώ ή του Μπουρντιέ, υπέσκαψε όλους εκείνους τους θεσμούς που γεννήθηκαν από το Διαφωτισμό. Η σκέψη του Ντεριντά διέρρηξε τα ίδια τα θεμέλια της μεταφυσικής επάνω στα οποία στηρίζονταν αυτοί οι θεσμοί. Προσωπικά στρατεύτηκα σε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο, όχι της καταστροφής ή της αποδόμησης, αλλά της αναδόμησης του μεγάλου δυτικού αφηγήματος προκειμένου να μπορέσουμε να αποφύγουμε τον κίνδυνο της βαρβαρότητας που έβλεπα να διαγράφεται στον ορίζοντα.

Οι συνέπειες της επίθεσης της αποδόμησης υπήρξαν τεράστιες, επηρέασαν πολλούς διαφορετικούς τομείς και έθρεψαν μια νέα αριστερά που έπασχε από έλλειψη ιδεών. Αυτή η αριστερά πολύ γρήγορα εγκατέλειψε την έννοια του λαού για να την αντικαταστήσει με αυτήν της μειονότητας, εθνοτικής, σεξουαλικής, ταυτοτικής, ηλικιακής κ.ο.κ. Έχουμε έτσι έναν δεξιό νεοφιλελευθερισμό να επικρατεί στο πεδίο της οικονομίας και έναν αριστερό νεοφιλελευθερισμό να επικρατεί στο πεδίο της κουλτούρας – ο Μισεά ανέλυσε πολύ καλά αυτό το φαινόμενο. Ο αριστερός νεοφιλελευθερισμός αποδέχτηκε το ρόλο του, αρκούμενος στο να καταπραΰνει, όπως ένα παυσίπονο, τις επώδυνες συνέπειες του δεξιού νεοφιλελευθερισμού. Αυτό ώθησε την εργατική και μεσαία τάξη να εγκαταλείψει τα αριστερά κόμματα, τα οποία με τη σειρά τους στήριξαν μια απεριόριστη επέκταση των ατομικών δικαιωμάτων που οδήγησε στην αποδόμηση κάθε έννοιας κυριαρχίας και δημόσιου συμφέροντος, υποβαθμίζοντας έτσι το κράτος σε πάροχο κοινωνικών επιδοτήσεων. Υπέροχη ευκαιρία για την άκρα δεξιά που δεν είχε παρά να σκύψει και να μαζέψει την παραπεταμένη έννοια του λαού και να την προσαρμόσει στο δικό της ιδεώδες περί εθνικού μεγαλείου.

Οι μειονότητες μπήκαν λοιπόν στη μάχη των διεκδικήσεων, ακολουθώντας την φουκο-ντελεζιανή αρχή: “δεν υπάρχει όριο στα δικαιώματά μου”. «Δεν εξαρτώμαι από κανένα παρελθόν, από καμιά αυθεντία, από καμιά διαφορετικότητα». Πώς να μην δούμε εδώ ένα ντελίριο παντοδυναμίας που δεν αναγνωρίζει τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά του ανθρώπινου είδους, όπως το φύλο ή την ηλικία; Εξάλλου οι Ντελέζ-Γκουατταρί το είχαν πει ξεκάθαρα στον Αντί–Οιδίποδα: «το σχιζοφρενικό προτσές είναι το δυναμικό της επανάστασης». Εμφανίστηκε έτσι το μεταμοντέρνο υποκείμενο με τις διεκδικήσεις του στιλ «μπορώ να διαλέξω το φύλο μου» κτλ. Ένα υποκείμενο το οποίο η Αγορά θα προμήθευε με όλα τα απαραίτητα εξαρτήματα προκειμένου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του self made man.

Τέλος, στις συνέπειες αυτές της french theory βλέπω μια “πονηρία της ιστορίας”, κατά την εγελιανή πονηρία του Λόγου: οι ενεργές ομάδες που δρουν μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι καταλήγουν να πραγματοποιήσουν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που επιθυμούσαν. Οι ελευθεριακοί φοιτητές που ονειρεύονταν τον Μάη του ’68 να κατατροπώσουν τον καπιταλισμό, χρησιμοποιήθηκαν τελικά από αυτόν για να τον ανανεώσουν και να τον μετατρέψουν από θεσμικό-αυταρχικό σε φιλελεύθερο-ελευθεριακό.

Ξέρετε, όταν εισέρχεται κανείς σε ένα πεδίο τόσο πλαστό όσο αυτό του στρουκτουραλισμού, χάνει πολύ γρήγορα τον προσανατολισμό του. Ενώ οι εκπρόσωποί του παρουσιάστηκαν ως μεγάλοι επαναστάτες, στην πραγματικότητα ώθησαν την κοινωνία να κάνει μια νεοφιλελεύθερη στροφή, την ίδια στιγμή που όποιος τους ασκούσε κριτική περνούσε αυτόματα στο στρατόπεδο του νεοσυντηρητισμού. Όλη αυτή η σύγχυση οδήγησε στο φαινόμενο της τάσης επανεμφάνισης “ανακαινισμένων” παλαιότερων κοσμοθεωριών, όπως ο κομμουνισμός κι ο χριστιανισμός. Σκέφτομαι εδώ την επαναπροώθηση της κομμουνιστικής υπόθεσης από τον Μπαντιού. Μου φαίνεται πολύ περίεργη η τάση ενός ανθρώπου τόσο έξυπνου όπως ο Μπαντιού να αγνοεί επιδεικτικά οτιδήποτε έχει σχέση με αυτά που οδήγησαν στην αποτυχία πραγματοποίησης της κομμουνιστικής ιδέας, κάθε φορά που έγινε προσπάθεια να εφαρμοστεί στην ιστορία, από την πλατωνική πολιτεία έως και την κινεζική πολιτιστική επανάσταση, περνώντας από την Παρισινή Κομμούνα, τον Κόκκινο Οκτώβρη και τον Μάη του ’68. Από τη στιγμή που μπαίνουμε σ’ αυτόν τον τρόπο σκέψης τίποτε πλέον δεν μπορεί να κλονίσει την πίστη μας και μπορούμε μάλιστα να χρησιμοποιήσουμε όλη την εξυπνάδα μας για να ενδυναμώσουμε αυτή την πίστη. Ο Μπαντιού μου φαίνεται σαν ένας απροσπέλαστος σε οποιοδήποτε είδος αντίρρησης μοναχός. Δεν έχω να του αντιτάξω κάτι παρά μόνον ότι αυτή του η εμμονή φανερώνει αυτό που είναι πραγματικά ο κομμουνισμός, μια πολιτική θρησκεία. Ο Μαρξ πίστευε ότι έστησε τον Χέγκελ, αυτόν τον υπερ-χριστιανό που πίστευε ότι η Ιστορία είναι ενσάρκωση του απόλυτου Πνεύματος, «στα πόδια του». Ο Μπαντιού, θαυμαστής του Αγίου Παύλου, τον αναποδογύρισε εκ νέου, προκειμένου να μπορέσει να πιστέψει στην τελική αποθέωση.

Απ’ την άλλη έχουμε την πραγματική θρησκεία, τον Ρωμαιοκαθολικισμό. Ο Bruno Latour επιχειρεί την ανακύκλωση του χριστιανισμού ως θριαμβεύουσας θεοδικίας, εφευρίσκοντας μια ανθρωπολογία των κοινωνικών επιστημών και του τεχνικού νεωτερισμού εντελώς αντίθετη με τα συμπεράσματα στοχαστών όπως ο Γκύντερ Άντερς, ο Ιβάν Ιλιτς ή ο Ζακ Ελλύλ. Για τον Latour, η θέση της τεχνικής στον κόσμο μας είναι καθόλα νόμιμη. Γιατί; Γιατί αποτελεί απλά την συνέχεια του θεϊκού έργου, δηλαδή της πνευματοποίησης της ύλης που επιφέρει την εξουδετέρωση της διαφορετικότητας της υλικής πραγματικότητας. Γι’ αυτόν ο καπιταλισμός είναι κάτι το θετικό γιατί επέφερε μια επιτάχυνση της τεχνικής προόδου και άρα μια επιτάχυνση αυτής της πνευματοποίησης της ύλης. Δεν είναι όμως αυτός ένας τρόπος έμμεσης αποδοχής όλων αυτών των υποσχέσεων του τρανσουμανισμού που διαποτίζουν τον σημερινό νεοφιλελευθερισμό;

Πιερ Μπουρντιέ

Συνειδητοποίησα το βασικό σφάλμα του Μπουρντιέ όταν κατάλαβα πόσο τεχνητός ήταν ο ριζοσπαστισμός του. Όπως ο Ντελέζ εισήγαγε την οικονομική ορολογία στην ανάλυση συμβολικών διαδικασιών κι όπως ο Φουκώ ενέδωσε στον νεοφιλελευθερισμό, έτσι κι ο Μπουρντιέ συρρίκνωσε όλον τον πολιτισμό στην έννοια του «πολιτισμικού κεφαλαίου»: ακόμα μια φορά η γλώσσα της οικονομίας άλωνε το πεδίο του συμβολικού. Κι αυτή η συρρίκνωση μου φανερώθηκε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο σε ένα πεδίο για το οποίο ενδιαφερόμουν πολύ, αυτό της γλώσσας. Στο βιβλίο του Ce que parler veut dire, ο Μπουρντιέ διεκδικεί το δικαίωμα να ερμηνεύει τα γλωσσικά και γραμματολογικά ζητήματα με όρους οικονομίας: οφείλουμε, έγραφε, «να ξεπεράσουμε τη συνήθη επιλογή μεταξύ οικονομίας και πολιτισμού προκειμένου να επεξεργαστούμε μια οικονομία των συμβολικών ανταλλαγών»[1]. Γι’ αυτόν, η γλώσσα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια «γλωσσολογική αγορά», στο εσωτερικό της οποίας οι γλωσσικές ανταλλαγές είτε εκφράζουν είτε πραγματοποιούν σχέσεις εξουσίας μεταξύ του ομιλητή και των ακροατών του. Ουσιαστικό κέρδος αυτών των γλωσσικών αγοραπωλησιών είναι η «αξία της διάκρισης» που αποκτάται σε κάθε κοινωνική ανταλλαγή και διά μέσου της κινητοποίησης του γλωσσικού κεφαλαίου στο εσωτερικό της αγοράς των συμβολικών αγαθών. Υποβιβάζοντας την οικονομία του λόγου (όπου ανταλλάσσουμε νόημα) σε απλή ανταλλακτική οικονομία (όπου ανταλλάσσονται υλικά αγαθά) ο Μπουρντιέ αποτυγχάνει να συλλάβει την ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα της γλωσσικής πράξης.

Παρόμοιες θέσεις, εφαρμοσμένες στο πεδίο της εκπαίδευσης, άνοιξαν τον δρόμο σε μια κριτική άρνηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας με τη δικαιολογία ότι, αφού η εκπαίδευση δεν έχει άλλο σκοπό παρά την κοινωνική αναπαραγωγή, δεν μπορεί παρά να είναι καταπιεστική. Πολλοί καθηγητές εκείνης της εποχής τορπίλισαν το ίδιο το επάγγελμά τους εξ αιτίας της υποτιθέμενης συμβολικής βίας που εξασκεί στο παιδί το εκπαιδευτικό σύστημα. Η θεωρία της κοινωνικής αναπαραγωγής συνέβαλε τη δεκαετία του ’70 στην απαξίωση του σχολείου και στη δημιουργία ενός κλίματος καχυποψίας απέναντι σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα.

Σύμφωνα με τον Μπουρντιέ, κάποιος σαν κι εμένα που προέρχεται από λαϊκά στρώματα και μιλούσε τη λαϊκή αργκό, θά ‘πρεπε να παραμείνει εκεί, γιατί η λεγόμενη υψηλή κουλτούρα, με όλη τη μικροαστική πόζα της και τη μη-μου-άπτου ευαισθησία της, δεν είχε άλλο στόχο παρά να εξουδετερώσει και να λογοκρίνει την λαϊκή “χοντροκοπιά”. Τα λαϊκά στρώματα απέρριπταν, σύμφωνα με τον Μπουρντιέ, όλη αυτή τη μανιέρα επιμένοντας στην «αντρίκια ντομπροσύνη» τους και στην «έξω απ’ τα δόντια» γλωσσική τους έκφραση. Για μένα, η στάση του Μπουρντιέ είναι άλλη μια πόζα, η πόζα του «φραγκάτου», όπως θά ‘λεγε ο πατέρας μου, που θέλει απελπισμένα να ταυτιστεί με το πόπολο. Ο ίδιος ο Μπουρντιέ επαναλάμβανε συχνά πόσο απεχθανόταν τον εαυτό του ως διανοούμενο: «Δεν μου αρέσει ο διανοούμενος σ’ εμένα. Ό,τι μπορεί να εκληφθεί ως αντιδιανοουμενισμός σ’ αυτά που γράφω, στρέφεται κατ’ αρχάς εναντίον μου, σε ό,τι διανοητικό ή διανοουμενίστικο παραμένει μέσα μου».[2]

Ε λοιπόν, εγώ απολάμβανα τη «διανοούμενη» δραστηριότητά μου και στην υψηλή κουλτούρα δεν έβλεπα μόνο πόζα και μανιέρες, αλλά κι έναν τρόπο πρόσβασης σε έναν άλλο κόσμο. Δεν συμφωνώ με τη θέση του Μπουρντιέ αλλά συντάσσομαι μάλλον με αυτήν του Κοντορσέ, ο οποίος έλεγε ότι πρέπει να πολεμήσουμε την άγνοια και να «ανυψώσουμε το λαό», ή τη θέση του έγκριτου ψυχολόγου Wallon, ο οποίος εκπόνησε μετά τον Β’Π.Π. το γνωστό πλάνο Langevin-Wallon για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που είχε ως στόχο την εξασφάλιση όλων εκείνων των προϋποθέσεων που συνεισφέρουν στην ανάπτυξη των ατομικών ικανοτήτων του κάθε μαθητή.

Χάρη στον Alain Caillé κατάλαβα από που προερχόταν ο αναγωγισμός του Μπουρντιέ. Τα αναλυτικά εργαλεία με τα οποία ο Μπουρντιέ θέλησε να ασκήσει κριτική στην καπιταλιστική κουλτούρα, τα δανείστηκε από έναν νεοφιλελεύθερο οικονομολόγο της Σχολής του Σικάγο, τον Gary Becker, εφευρέτη της θεωρίας του ανθρώπινου κεφαλαίου! «Αγαπώ και θαυμάζω τον Gary Becker», έλεγε ο Μπουρντιέ στην Οικονομική Ανθρωπολογία του[3] . Ο Μπουρντιέ υιοθέτησε την οπτική του Becker, σύμφωνα με την οποία η αληθινή ουσία όλων των ανθρώπινων σχέσεων είναι το ατομικό συμφέρον και ο οικονομικός υπολογισμός. Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος απ’ αυτόν για να υποκύψεις στην νεοφιλελεύθερη κουλτούρα. Κατάλαβα ότι αυτές οι «επαναστατικές» θέσεις των Ντελέζ, Φουκώ, Μπουρντιέ προετοίμαζαν το έδαφος για την επιβολή αυτής της κουλτούρας, αφού ο μεν Ντελέζ πρότεινε να τρέξουμε πιο γρήγορα από την Αγορά, ο δε Φουκώ εμπνέονταν από τον ιδρυτή της Σχολής του Σικάγο, Hayek, ενώ ο Μπουρντιέ βάσιζε τη σκέψη του στον Becker. Βλέποντας ότι μεγάλο μέρος της γενιάς του Μάη του ’68, μέρος της οποίας ήμουν κι εγώ, έπεσε στην παγίδα χωρίς να το καταλάβει, κατάλαβα ότι θά ‘πρεπε να αλλάξω πεδίο σκέψης. Ξεκίνησα αυτήν την αλλαγή θέτοντας δύο ερωτήσεις. 1) Μήπως οι δάσκαλοί μας ήταν λίγο διεστραμμένοι; Και 2) Κι αν ναι, γιατί εγώ δεν είχα πέσει στην παγίδα τους; Απάντηση στην πρώτη ερώτηση: ναι, ήταν λίγο. Κι όσο για τη δεύτερη ερώτηση, η απάντηση που έδωσα ήταν η εξής: μιας και δεν αισθανόμουν την ανάγκη να σκοτώσω τον πατέρα μου, δεν είχα ανάγκη ούτε από «δασκάλους» για να τον αντικαταστήσουν. Πόσω μάλλον όταν οι απόψεις τους μου φαίνονταν τόσο αναληθοφανείς.


[1] Pierre Bourdieu, Ce que parler veut dire, Fayard, Paris,1982.

[2] Pierre Bourdieu, Les Méditations pascaliennes, Seuil, Paris, 1997, p. 16.

[3] Anthropologie économique, Cours au Collège de France 1992-1993, Seuil, Paris, 2017, p. 79.

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Dany-Robert Dufour, Fils d’anar et philosophe. Entretiens avec Thibault Isabel, R&N, 2021, σσ. 70-93

Πηγή: respublica

Sydney E. Parker: Αναρχικός ατομικισμός

Ο “Ατομικισμός” είναι μία από τις έννοιες που, στο ίδιο μοτίβο με τον “Αναρχισμό” και τον “Εγωισμό”, έχουν υποστεί κατάχρηση τόσο λόγω άγνοιας όσο και επιτηδευμένα. Για πολλούς ριζοσπάστες συνιστά συνώνυμο με το “ελευθερία για όλους” της “φιλελεύθερης” ζούγκλας, ενώ ορισμένοι υπέρμαχοι του καπιταλισμού έχουν επιχειρήσει να το αξιοποιήσουν προς δικαίωση της οικονομικής εκμετάλλευσης και των μονοπωλίων τους. Στοιχειώδης οξυδερκής σκέψη αναφορικά με τη φύση της καπιταλιστικής κοινωνίας, ωστόσο, με τα αφεντικά και τους μαζανθρώπους της, είναι αρκετή προκειμένου να κλονιστεί αυτή η υποψία. Τι το ατομικιστικό διαφαίνεται στις στρατιές των αστικοποιημένων ευυπόληπτων υπαλλήλων καθώς περιδιαβαίνουν μέσα και έξω από τα γραφεία τους την ίδια ώρα 5 φορές την εβδομάδα, φυτοζωώντας εν τω μεταξύ στα κλουβιά των μικροαστικών τους έξεων; Και πόσο ατομικιστικές είν’ άραγε οι ορδές των βιομηχανικών εργατών, ακινητοποιημένες μπροστά στον θεό της αυτοματοποίησης καθώς εκτελούν τις ίδιες δουλοπρεπείς τελετουργίες καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους; Οι ερωτήσεις αυτές περικλείουν και τις απαντήσεις τους.

Ατομικισμός

Ο Ατομικισμός είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τις νοητικές καρικατούρες των “αριστερών” και των “δεξιών”. Κατά τον John Beverly Robinson:

«Πρόκειται για τη διόραση μιας ατομικότητας πως υψώνεται πάνω από κάθε θεσμό ή σύνολο. Πως όλα τα παραπάνω υφίστανται μόνο για όσο επιλέγει αυτή να τα ιδιοποιείται συναινώντας στην ύπαρξή τους.»

Εξαιτίας της απροθυμίας του να αναγνωρίσει σε οποιονδήποτε θεσμό ή σχήμα εξουσία επί του εαυτού του, ένας ατομικιστής είναι αναπόδραστα αναρχικός. Και στον αντίποδα, αρνούμενος την εγκυρότητα πάσας εξουσίας παρεκτός αυτής του ατόμου, ο αναρχικός είναι λογικά ατομικιστής. Στον απόηχο αυτής της συνειδητοποίησης, προκύπτει ένας αναρχισμός αποδεσμευμένος από τα τελευταία υπολείμματα ενός αλτρουιστικού ιδεαλισμού που αποτινάσσει την οσφυοκαμψία μπροστά στον θεό και το κράτος μόνον ώστε να την αντικαταστήσει με την υποταγή στην Ανθρωπότητα και τον Σκοπό. Η ατομικιστική αναρχία ξετρυπώνει την εξουσία από τα ύστατα καταφύγιά της στις “ηθικές προσταγές” και το “καθήκον”.

Κυβέρνηση

Όμως αν ο ατομικιστής ζει μόνο για τον εαυτό του, τότε τι τον εμποδίζει να καθυποτάξει του υπολοίπους;

Τουλάχιστον δύο πράγματα:

Πρωτίστως, αν οι εν λόγω υπόλοιποι είναι εξίσου “αυτόβουλοι” με αυτόν, τότε θα ορθώσουν τη θέλησή τους απέναντι στη δική του, ματαιώνοντας τις προσπάθειές του.

Δεύτερο και σημαντικότερο, οι ατομικιστές νογούν πως η εξουσία συνιστά σχέση μεταξύ κυρίαρχου και κυριαρχούμενου, μια σχέση δεσμευτική και για τους δύο, αφού καταστρέφει την ανεξαρτησία αμφοτέρων. Όπως ορθώς το έθεσε ο Max Stirner:

«Όποιος, προκειμένου να διαφυλάξει τον εαυτό του, υποχρεούται να βασίζεται στην αδράνεια της θέλησης των υπολοίπων, αυτός είναι αποκύημα των άλλων, όπως ο αφέντης αποτελεί γέννημα του υποτακτικού του. Αν η υποτακτικότητα έπαυε θα σήμαινε επίσης το τέλος της κυριαρχίας.»

Αν απεύχεσαι την καταδυνάστευσή σου από άλλους, μην επιχειρείς να τους καταδυναστεύσεις ούτε εσύ. Συμφωνήστε αμοιβαία να μην μπλέκεστε ο ένας στα πόδια του άλλου.

Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν αντιλαμβάνονται την κυριαρχία ως το απλό προϊόν μιας συνωμοσίας καθυπόταξης του αθώου πόπολου από μία μοχθηρή μειοψηφία. Οι πολλοί δε θα γινόντουσαν αντικείμενο διακυβέρνησης αν δεν επιθυμούσαν την υποταγή τους, ήτοι, αν ήταν ικανοί να αυτοκυβερνηθούν. Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος εντός μιας σχέσης την οποία οι ατομικιστές αποστρέφονται. Ο δρόμος τους βρίσκετε εξίσου μακριά και από τους δύο.

Συν-εργασία

Απορρίπτει όντως ο ατομικιστής κάθε συνεργασία μεταξύ ατόμου και κοινότητας;

Οι ατομικιστές αναφωνούν με τον Ίψεν πως «Ο δυνατότερος άνθρωπος που υπάρχει στη γη είναι εκείνος που καταφέρνει να ζει περισσότερο μόνος», αναγνωρίζουν όμως την αξία της συνεργασίας προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανθρώπινες ανάγκες τους. Δεν υπάρχει τίποτα το αντιφατικό σε αυτό εφόσον μόνο όποιος αποδεικνύεται ικανός να ορθοποδήσει μονάχος δύναται να σχηματίσει πραγματικά ελεύθερες σχέσεις με τους διπλανούς του. Ένας αντίστοιχος δεσμός δεν καταλήγει αυτοαναφορικός και η συνέχειά του αυτοσκοπός – κρατάει όσο και η χρησιμότητά του για όσους τον σχηματίζουν. Δεν αποτελεί φετιχοποιημένο κειμήλιο απέναντι στο οποίο τα μέλη αποκτούν καθηκοντα. Συνιστά δημιουργία και υπηρέτη τους, τίποτα περισσότερο.

Οικονομικά

Αναφορικά με την οικονομία, ο ατομικιστής δεν πιστεύει στον κολλεκτιβισμό, είτε σοσιαλιστικής, είτε συνδικαλιστικής, είτε κομμουνιστικής προέλευσης. Γι’ αυτόν, η ατομική κατοχή των μέσων παραγωγής είναι ο τρόπος εξασφάλισης του προϊόντος ή του ισοδύναμού του στον παραγωγό. Σε αυτό το επίπεδο, όπως και σε όλα τα υπόλοιπα, ωστόσο, οι ατομικιστές παραμένουν πάνω απ’ όλα πλουραλιστές και χαρακτηρίζουν ως εξουσιαστικό οποιοδήποτε σύστημα -ανεξαρτήτως ονόματος- που θα τους δέσμευε υποχρεωτικά σε μία οικονομική σχέση απορρίπτοντας την πιθανότητα εναλλακτικών επιλογών. Η διαφορά μεταξύ ατομικιστικής και κολλεκτιβιστικής προσέγγισης στην οικονομία έγκειται στο γεγονός πως, ενώ η πρώτη θα άφηνε κάθε άτομο απρόσκοπτα να εξασφαλίσει μόνο του ό,τι χρειάζεται, η δεύτερη θα ανήγαγε την κοινωνία σε διαχειριστή και πάροχο των χρειωδών για τη ζωή. Κάθε σύστημα που καθιστά το υποκείμενο εξαρτημένο από την καλή ή κακή θέληση των άλλων είναι απεχθές για τους ατομικιστές. Είναι μικρής σημασίας γι’ αυτούς το αν τα μέσα παραγωγής βρίσκονται υπό τον έλεγχο μιας δράκας κεφαλαιοκρατών, του κράτους, μιας συνδικαλιστικής ένωσης ή μιας κομμούνας, αν οι ίδιοι δε διαθέτουν αυτονομία και ελευθερία επιλογής.

Επανάσταση

Αλλά οι εικασίες σχετικά με τη μελλοντική οικονομία έχουν αποκλειστικά ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν περιμένουν καρτερικά την “επαύριον της επανάστασης” για να γευτούν τους καρπούς των αντιλήψεών τους. Είναι το σήμερα που τους απασχολεί, όχι ένα υποθετικό μέλλον. Εφόσον ο ατομικιστής έχει ως αφετηρία τον εαυτό του, δε χρειάζεται τη συγκατάθεση άλλων προκειμένου να ξεκινήσει την “επανάστασή” του. Καλωσορίζει οποιοδήποτε άτομο πορεύεται σε παρακείμενο δρόμο, αλλά δεν εξαρτά το ταξίδι του από κανέναν. Οι χριστιανοί προσδοκούν τη θέληση του θεού τους, οι δημοκράτες τη θέληση του λαού, οι μαρξιστές και οι συνδικαλιστές τη θέληση του έμφυτα επαναστατικού προλεταριάτου · αντιθέτως, ο ατομικιστής ελπίζει μόνο στην δική του βούληση και δε βασίζεται σε τίποτα πέραν του εαυτού του. Κατά συνέπεια, δεν πιστεύει σε μία “ιστορική διαλεκτική”, στην αναπόδραστη κατάληξη της ταξικής πάλης, στη σταδιακή πρόοδο του νομικού πολιτισμού ή σε οποιαδήποτε άλλη αγελαία ή υπερφυσική δύναμη ως εγγυητή της απελευθέρωσής του. Η αυτονομία είναι η μοναδική μορφή απελευθέρωσης με κάποιο νόημα γι’ αυτόν. Δεν έχει χρόνο για χιλιαστικά ναρκωτικά ως καταπραϋντικά για τη σημερινή μιζέρια και τις υπαρκτές καταπιέσεις.

Βία

Η ερώτηση σχετικά με τη χρήση ή μη της βίας για αυτοπροστασία είναι πάντα υποκείμενη στους σκοπούς. Οι ατομικιστές θα καταφύγουν στη μία ή την άλλη επιλογή αναλόγως τη συγκεκριμένη κατάσταση. Οποιαδήποτε προσέγγιση επιχειρεί να δεσμεύσει τον ατομικιστικό αγώνα με την βία ή τον πασιφισμό, αναιρεί την πολυμορφία των ατομικών ιδιοσυγκρασιών και αντοχών, αποτελώντας ένα ηθικό εκμαγείο. Ωστόσο, δυστυχώς, όντας αντιμέτωποι με τα συντριπτικά μέσα βίας στην κατοχή του σύγχρονού κράτους, οι περισσότεροι ατομικιστές σταχυολογούν την παθητική αντίσταση ως το πιο ενδεδειγμένο μέσο πάλης.

Τέλος

Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν επιθυμούν να παραμείνουν ένας ακόμα αριθμός στις “στατιστικές εκατομμυρίων” υπάκουων πολιτών. Απέσπασαν τους εαυτούς τους από την υπόλοιπη αγέλη, και η αναρχία τους ευδοκιμεί στη δύναμή τους να επικυρώσουν την ύπαρξή τους. Διαχωρίζονται από κάθε δημοκρατικό ή σοσιαλιστικό μύθο. Στον διάολο το τι “θέλει ο λαός” και τι “θέλουν οι εργαζόμενοι”. Ας βιώσουμε στο έπακρο τις ζωές μας ακολουθώντας τα προσωπικά μας συμφέροντα, όντας οι εαυτοί μας. Ο ατομικιστής θα τραβήξει τον δικό του δρόμο, ακόμα κι αν πρέπει να πορευτεί μόνος. Η ατομικότητά του, εξάλλου, θα συνθλιβόταν αν δεν το έκανε.

Sydney E. Parker

Πηγή: Minus one, τεύχος 9, Ιούλιος – Αύγουστος 1965

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Συλλογή κειμένων: Χρήμα, Μαγεία, Οικονομία (Μέρος Β’)

Σημείωση: Επιλέξαμε να συγκεντρώσουμε και να αναδημοσιεύσουμε σε 3 μέρη μία εξαιρετική συλλογή κειμένων σχετικά με μία θεσμοκεντρική κατανόηση της λειτουργίας και της γενεαλογίας του χρήματος έναντι των κυρίαρχων οικονομοκεντρικών συλλήψεων του. Η πηγή των κειμένων απαντάται στην σελίδα των dangerfew και τους ευχαριστούμε για το πολύτιμο έργο τους.

4- Η αξία δεν είναι ούτε ουσία, ούτε μέγεθος

Στο προηγούμενο μέρος της παρουσίασης της θεσμοκεντρικής θεώρησης του χρήματος, είδαμε ξεκάθαρα την καρδιά του προβλήματος χρήμα: πρόκειται, όπως λέει ο Αντρέ Ορλεάν, για την «ενσάρκωση αυτού που “αξίζει”, θεμελιώνεται στη λατρεία της κοινωνικής ομάδας για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή σημείο». Συνεχίζουμε λοιπόν με αποσπάσματα από τρία κείμενα του ίδιου συγγραφέα, που διευκρινίζουν πλήρως τη θεσμοκεντρική θεώρηση του χρήματος υπό το πρίσμα που μας ενδιαφέρει. Οι παρατηρήσεις του εδώ είναι ζωτικής σημασίας για την απομάγευση του κόσμου του χρήματος και της αξίας.

 

Δυο σημειώσεις. Μια μικρή σημείωση για τον όρο conatus, που ο Ορλεάν δανείζεται, όπως λέει, από τον Σπινόζα. Κατά τον Σπινόζα, «[κ]άθε πράγμα προσπαθεί, όσο εξαρτάται από το ίδιο, να εμμείνει στο είναι του» (Ηθική, Πρόταση 6, εκδ. ΕΚΚΡΕΜΕΣ, 2009) και  αυτή την προσπάθεια την ονομάζει conatus (βλ. και την εξαιρετική Εισαγωγή της Βασιλικής Γρηγοροπούλου).

 

Και μια σημείωση για τον Χάγιεκ, αυτό τον νεοφιλελεύθερο λάτρη των ελίτ και φίλο του Πινοσέτ. Να θυμήσω απλά τι έλεγε στην εφημερίδα El Mercurio κατά τη δεύτερη επίσκεψή του στη Χιλή, το 1981:

«Είμαι εντελώς κατά των δικτατοριών ως θεσμών μακράς διαρκείας. Όμως μια δικτατορία μπορεί να είναι απαραίτητη σε ένα σύστημα για μια μεταβατική περίοδο. Κατά καιρούς είναι αναγκαίο μια χώρα να έχει, για κάποιο διάστημα, μια ορισμένη μορφή δικτατορίας. Όπως καταλαβαίνετε, είναι δυνατόν ένας δικτάτορας να κυβερνά με φιλελεύθερο τρόπο. Όπως επίσης, είναι δυνατόν μια δημοκρατία να κυβερνά με πλήρη έλλειψη φιλελευθερισμού. Προσωπικά προτιμώ ένα φιλελεύθερο δικτάτορα από μια δημοκρατική κυβέρνηση που της λείπει ο φιλελευθερισμός. Η προσωπική μου εντύπωση είναι ότι εδώ στη Χιλή βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο από μια δικτατορική προς μια φιλελεύθερη διακυβέρνηση. Στη διάρκεια αυτής της μετάβασης μπορεί να είναι αναγκαίο να διατηρηθούν ορισμένες δικτατορικές εξουσίες».

Λεπτομέρεια: αυτή η … μετάβαση βάστηξε άλλα οκτώ χρόνια. Τι λέμε τώρα!- Σημ. HS

Η πρωταρχικότητα του χρήματος

«Για να σκεφτούμε μια αυθεντική θεωρία του χρήματος πρέπει να αντιστρέψουμε ριζικά την οπτική μας. Πρέπει να ξεκινήσουμε από το χρήμα, δηλαδή να θεωρήσουμε ότι η ανάγκη για χρήμα προηγείται της ανάγκης για αγαθά. Πρέπει να σκεφτούμε μια οικονομία, στην οποία τα εμπορεύματα είναι μέσο για την απόκτηση χρήματος∙ και όχι το αντίστροφο. (…)

Στην οπτική μας ο πλούτος δεν είναι ένα αντικείμενο, ούτε μια ουσία. Είναι κάτι που αναφέρεται σε μια κοινωνική ιδιότητα: τη ρευστότητα, δηλαδή το να είναι κάτι αντικείμενο της επιθυμίας όλων των μελών μιας κοινωνίας. Είναι η μορφή που παίρνει ο κοινωνικός δεσμός και η αλληλεγγύη μέσα σε μια κοινωνία που έχει αποπροσωποποιήσει την αλληλεξάρτηση.

Στην πρότασή μας, το χρήμα ορίζεται ως η κοινωνικά αναγνωρισμένη μορφή, την οποία παίρνει ο πλούτος σε μια δεδομένη στιγμή. Είναι η απόλυτη ρευστότητα*

Ο διαχωρισμός και η αβεβαιότητα στη βάση της εμπορευματικής οικονομίας

«Για τον mainstream οικονομολόγο τα πάντα ξεκινούν από το ανεξάρτητο άτομο, το οποίο ψάχνει ν’ αποκτήσει τα εμπορεύματα που του είναι χρήσιμα. Το μοναδικό εμπόδιο που γνωρίζει αυτό το ανεξάρτητο άτομο στον αγώνα του να πραγματώσει τις επιθυμίες του, είναι τα άλλα άτομα, που είναι εξίσου ανεξάρτητα και που αγωνίζονται κι αυτά εξίσου για να πραγματώσουν τις επιθυμίες του αποκτώντας τα ίδια εμπορεύματα. Πάνω σε τέτοιας λογής βάσεις, ο κοινωνικός κόσμος νοείται σαν σύνθεση των ατομικών πράξεων. Είναι αυτό που ο Φρίντριχ Χάγιεκ, στο βιβλίο του Scientism and the Study of Society (Ο Επιστημονισμός και η Μελέτη της Κοινωνίας, 1942), ονομάζει “ατομιστική και συνθετική μέθοδος των κοινωνικών επιστημών”. Σε αυτή την οπτική, η εμπορευματική οικονομία αναλύεται σαν ένα σύνολο χρήσιμων αντικείμενων, τα οποία πρέπει να διανεμηθούν σε ένα σύνολο ατόμων. Γι’ αυτό και θεωρεί πρωταρχική την αγορά, ενώ το χρήμα το βλέπει σαν ένα δευτερεύον συμπλήρωμα, ένα απλό εργαλείο που διευκολύνει τις ανταλλαγές χωρίς, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, να επηρεάζει στο παραμικρό την αξία των εμπορευμάτων.

Αυτή η αντίληψη υποτιμά ριζικά μια πραγματικότητα, η οποία παίζει τεράστιο ρόλο στην οικονομία. Είναι η αβεβαιότητα. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εμπορευματικής οικονομίας είναι οι ασταμάτητες, σημαντικές και απρόβλεπτες μεταπτώσεις τόσο στις παραγωγικές τεχνικές όσο και στις καταναλωτικές προτιμήσεις, γεγονός που επηρεάζει ριζικά τις τιμές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ύπαρξη καθενός παραγωγού-ανταλλάκτη να παίζεται κυριολεκτικά στα ζάρια. Μπορεί σήμερα να τα φέρνει βόλτα μια χαρά, αλλά τίποτα δεν τον εξασφαλίζει ότι αυτό θα ισχύει και αύριο.

 

Διότι η εμπορευματική οικονομία θεμελιώνεται στο διαχωρισμό. Πρόκειται δηλαδή για ένα κοινωνικό σχηματισμό, όπου ο καθένας κλείνεται στην ατομική του αυτονομία χωρίς να μπορεί να λογαριάζει στους άλλους παρά μόνο αν έχει κάτι ν’ ανταλλάξουν. Σε τελική ανάλυση, το άτομο δεν μπορεί εδώ να υπολογίζει στη βοήθεια των άλλων έτσι και το βρουν δυσκολίες στη ζωή. [βλ. και εδώ.]

Η αγορά λοιπόν δεν είναι σε θέση να ανταποκρίνεται στην ανάγκη για βοήθεια και κάλυψη, την οποία γεννάει ο ίδιος ο εμπορευματικός διαχωρισμός. Από εδώ προκύπτει μια ιδιαίτερη απαίτηση, η “ελεγκτική δύναμη” πάνω στην κυκλοφορία εμπορευμάτων, γιατί μέσα από αυτή τη δυνατότητα ο καθένας ελπίζει ότι η ύπαρξή του θα γίνει λιγότερο αβέβαιη. Και φυσικά, στην οικονομία της αγοράς, αυτή η ελεγκτική δύναμη ενσαρκώνεται στην αγοραστική δύναμη, μιας και η αγορά αποτελεί το μοναδικό νόμιμο τρόπο για να αποκτά κανείς εμπορεύματα.

Όμως, για να μπορεί κανείς να διαθέτει “αγοραστική δύναμη”, πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκρίνεται σε δυο προαπαιτούμενα: πρώτον, η αγοραστική του δύναμη να είναι γενική, δηλαδή να του επιτρέπει να αγοράζει οποιοδήποτε εμπόρευμα, άρα να έχει πρόσβαση σε όλα τα εμπορεύματα γενικώς∙ και δεύτερον, να μπορεί να παραμένει αδιάπτωτη μέσα στο χρόνο. (…)

Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που αποκαλούμε “ρευστότητα” και φυσικά το χρήμα είναι εκείνο απ’ όλα τα αγαθά, που η ρευστότητά του είναι απόλυτη. Έτσι, η αντίληψη του οικονομικού, την οποία αντιπροτείνω, είναι ριζικά διαφορετικής φύσης από των mainstream θεωριών. Στη δική μου οπτική, ο κοινωνικός κόσμος δεν οικοδομείται από την απλή προέκταση των επιμέρους ατομικών βουλήσεων, όπως θεωρεί η maistream σκέψη, αλλά είναι προϊόν μιας ισχύος −της σαγήνης του χρήματος−, η οποία υπερβαίνει τις ατομικές αξίες και τις ατομιστικές αναλύσεις. Πράγματι, η επιθυμία του χρήματος είναι μια επιθυμία που σε πολύ μεγάλο βαθμό ξεφεύγει από τη λογική του ανεξάρτητου και αυτεξούσιου ατόμου. Πρόκειται, ακριβέστερα, για μια επιθυμία η οποία περισσότερο επιβάλλεται στους ανθρώπους παρά πηγάζει από την ελεύθερη βούλησή τους. (…)

Γι’ αυτό το λόγο, στην οπτική που υποστηρίζουμε, το χρήμα παίζει τον πρωταρχικό ρόλο, ενώ η αξία ενός εμπορεύματος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ποσότητα χρήματος, που αυτό το εμπόρευμα επιτρέπει να αποκτηθεί κατά την ανταλλαγή. Αυτό λοιπόν που έχει σημασία, είναι η κοινωνική “αντικειμενικότητα” αυτού του μέτρου, δηλαδή το γεγονός ότι επιβάλλεται στους πάντες. (…)

Αυτή η “αντικειμενικότητα” της αξίας δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αναζητηθεί στο μέγεθός της, το οποίο είναι εξαιρετικά ευμετάβλητο ανάλογα με τις συνθήκες και τις παραγωγικές σχέσεις. Πρέπει να αναζητηθεί σε ένα αμετάβλητο χαρακτηριστικό της. Τι δεν είναι ευμετάβλητο; Αμετάβλητο είναι το γεγονός ότι η αξία αντικειμενοποιείται κοινωνικά στο χρήμα. Αντικειμενικό και αμετάβλητο, δηλαδή, είναι το γεγονός της ύπαρξης της τιμής και όχι το μέγεθός της! (…)

Η οικονομική αξία, όπως και οι ηθικές, οι αισθητικές ή οι θρησκευτικές αξίες, είναι καμωμένη από το υλικό που λέγεται κοινό αίσθημα. Η αξία δεν είναι μια ουσία ή μια υπόσταση, την οποία έχουμε να μετρήσουμε! Είναι μια δύναμη, η οποία διαμορφώνει το conatus των δρώντων υποκειμένων. Στο βιβλίο του Οι Στοιχειώδεις μορφές της θρησκευτικής ζωής, ο Εμίλ Ντυρκέμ μας λέει:

“Ο πιστός που κοινωνεί με το θεό του, δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που βλέπει νέες αλήθειες τις οποίες δεν βλέπει ο άπιστος. Είναι ένας άνθρωπος που μπορεί παραπάνω. Αισθάνεται μέσα του περισσότερη δύναμη…”

Σε αυτή την ενέργεια αναγνωρίζουμε την ύπαρξη των αξιών, μέσω των οποίων κινείται μιας κοινωνία. Και το ίδιο ισχύει για την οικονομία: δεν την προσδιορίζει η αναζήτηση της χρησιμότητας, η οποία αποτελεί ένα μάλλον άτονο πάθος, αλλά ο πόθος του χρήματος. Στα βιβλικά εβραϊκά για παράδειγμα, η λέξη για το χρήμα είναι kessef, που προέρχεται από το ρήμα Lehikassed, το οποίο σημαίνει “ποθώ με πάθος”. Παρόμοια, μια από τις αραβικές λέξεις για το χρήμα, η λέξη almalalmaal) έχει κι αυτή, όπως η λέξη kessef, για ρίζα της την έννοια του έντονου πόθου ή και του φθόνου.

Αυτή η αντίληψη του χρήματος βρίσκεται στους αντίποδες της εργαλειακής θεώρησης, την οποία λατρεύουν οι οικονομολόγοι, γιατί μας καθιστά ορατή μια πραγματικότητα που ξεφεύγει από την ορθολογικότητα μιας και στ’ αλήθεια δεν υπάρχει τίποτα το ορθολογικό στο να ποθεί κανείς το χρήμα.

Υποστηρίζουμε λοιπόν, ότι οι διάφορες θεωρίες της αξίας −τόσο αυτές που την ανάγουν στη χρησιμότητα, όσο κι αυτές που την ανάγουν στην εργασία− πρέπει να κατανοηθούν με αφετηρία αυτή την αγωνιώδη απορία των ανθρώπων μπροστά σ’ ένα φαινόμενο που τους ξεπερνάει, που δεν το ελέγχουν και που κοροϊδεύει τη λογική τους. Εδώ βρίσκεται και ο λόγος που οι οικονομικές αξίες μάς έχουν κατακυριεύσει: επενδύουμε με τόσο πάθος σε αυτές, που χάνουμε την ικανότητα να τις παρατηρήσουμε από απόσταση και με σκεπτικισμό.»**

Το θεσμοκεντρικό μοντέλο γένεσης του χρήματος

«Εμπορευματική οικονομία είναι μια οικονομία, στην οποία η παραγωγή αφήνεται στα χέρια ενός πλήθους αυτόνομων παραγωγών-ανταλλακτών, που παίρνουν τις αποφάσεις τους εντελώς ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον. Ωστόσο, άπαξ και αναπτυχθεί έστω κι ελάχιστα ο καταμερισμός της εργασίας, ο κάθε παραγωγός-ανταλλάκτης αρχίζει να εξαρτάται στενά από ένα πολύ μεγάλο αριθμό άλλων παραγωγών-ανταλλακτών τόσο σε ό,τι αφορά την ίδια την παραγωγή (προκειμένου να αποκτήσει όσα χρειάζεται για να παράξει), όσο και σε ό,τι αφορά την πώληση των προϊόντων του, δεδομένου ότι στο παιχνίδι εμπλέκεται πλέον ένα πλήθος δυνητικών καταναλωτών. Επιπλέον, η ταυτότητα αυτού του πολύ μεγάλου αριθμού ατόμων διαφοροποιείται συχνά σε συνάρτηση με την εξέλιξη των τεχνικών παραγωγής και των προτιμήσεων των καταναλωτών. Κοντολογής, σε μια ανεπτυγμένη εμπορευματική κοινωνία ο καθένας εξαρτάται δυνητικά από όλους.

 

Πώς θα μπορούσε επομένως να οργανωθεί μια τέτοια “ρευστή και κλυδωνιζόμενη αλληλεξάρτηση”; Είναι προφανές ότι ο αντιπραγματισμός δεν είναι η απάντηση. Θα ήταν σαν να λέμε, ότι κάποιος που φτιάχνει αυτοκίνητα, θα μπορούσε να το κάνει μέσα από μια ατέλειωτη σειρά διμερών αντιπραγματιστικών ανταλλαγών με όλους τους πελάτες του! Ανταλλάσσοντας τι με τι στο κάτω-κάτω της γραφής; Αστείο και να το σκεφτείς.

Ποια είναι λοιπόν η θεμελιακή Αρχή πάνω στην οποία δομούνται οι εμπορευματικές οικονομίες; Είναι η αφηρημένη αξία. Η εμπορευματική παραγωγή είναι μια παραγωγή που μοναδικό σκοπό έχει την ιδιοποίηση της αφηρημένης αξίας, δηλαδή του γενικού δικαιώματος πάνω στην ολότητα. Αν αυτή την ιδέα της αξίας δεν υπήρχε εκ των προτέρων αγκιστρωμένη μέσα στα μυαλά των παραγωγών-ανταλλακτών, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε προσφορά εμπορευμάτων, ούτε και μαζική παραγωγή.

Στόχος μας δεν είναι να προτείνουμε μια καινούργια θεωρία της Αξίας, που θα μας υποδεικνύει τρόπους για να βρίσκουμε πόσο αξίζει ένα εμπόρευμα! Αυτό που μας ενδιαφέρει, απεναντίας, είναι να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι εμπορευματική παραγωγή δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο σε μια κοινωνία για την οποία η ιδέα της αξίας, δηλαδή το ότι κάτι έχει αξία για το μέγιστο δυνατό αριθμό ατόμων, έχει μια κοινωνικά αναγνωρισμένη ύπαρξη.

Με αυτή την έννοια, σε μια εμπορευματική οικονομία η αξία βρίσκεται στα θεμέλια της σχέσης με τον άλλον και είναι εκείνο δια του οποίου ο εμπορευματικός κόσμος επιβάλλεται πάνω στα άτομα. Έτσι, η σχέση του εμπορευματικού ατόμου με τον περίγυρό του χτίζεται μέσα από τον υπολογισμό του σε πόσους και πόσο μπορεί να πουλήσει. Γι’ αυτό το λόγο οι λογαριασμοί είναι, μέσα στο εμπορευματικό σύμπαν, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθενός έναντι των άλλων. (…)

Λέει ο Άνταμ Σμιθ στον Πλούτο των Εθνών:

“Μετά την πρώτη εγκαθίδρυση του καταμερισμού της εργασίας, κάθε σώφρων άνθρωπος χρειάστηκε φυσικά να ρυθμίζει τις υποθέσεις του έτσι ώστε να έχει πάντοτε στην κατοχή του, πέρα από κάποιο αγαθό που τον ενδιαφέρει να παράγει για τον εαυτό του, και μια ποσότητα ενός άλφα ή βήτα εμπορεύματος, το οποίο κατά τη γνώμη του οι περισσότεροι άνθρωποι θα δέχονταν να πάρουν ανταλλάσσοντάς το με τα δικά τους προϊόντα” (σ. 26)

Ο καθένας δηλαδή προσπαθεί όσο περισσότερο μπορεί να “μαντέψει” αυτό που θεωρείται “πλούτος”, δηλαδή ποια είναι εκείνα τα αγαθά που αναγνωρίζει ως πλούτο ο μέγιστος αριθμός των συνανθρώπων του. Επομένως, αναζήτηση του πλούτου σημαίνει αναζήτηση αυτού που οι περισσότεροι θεωρούν σαν πλούτο. Αυτός ο αυτοαναφορικός ορισμός του πλούτου (“πλούτος είναι αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν σαν πλούτο”) οδηγεί σε μια λογική μιμητικής αντιπαλότητας μεταξύ διαφόρων αγαθών, που προτείνονται ως πλούτος.

Πράγματι, η υιοθέτηση μιας άλφα αντίληψης του πλούτου αποκτά μεγαλύτερη σημασία για το άτομο στο βαθμό που αυτή η αντίληψη είναι αντικείμενο μιας ευρύτατης συμφωνίας. Όσο ευρύτερη είναι η συμφωνία, τόσο μεγαλύτερο είναι το πεδίο κυκλοφορίας του αγαθού που θεωρείται πλούτος, και επομένως τόσο περισσότερα σε ποσότητα και ποικιλία είναι τα εμπορεύματα που μπορεί να αποκτήσει όποιος κατέχει το συγκεκριμένο αγαθό-πλούτο. Με άλλα λόγια, διευρύνεται το πεδίο ισχύος των δικαιωμάτων που ενσαρκώνει η κατοχή αυτού του πλούτου.

Από εδώ προκύπτει αναπόφευκτα το κλασικό φαινόμενο του “κυνηγητού των αποδόσεων”: ο καθένας κυνηγάει την πιο διαδεδομένη συλλογική αναφορά, το αγαθό που ενσαρκώνει τον πλούτο για τους περισσότερους, για να συμμορφωθεί σε αυτήν και να κερδίσει τα δικαιώματα που αυτή προσφέρει. Με αυτό τον τρόπο γίνεται αισθητή η ισχύς του πλήθους. Είναι προς το συμφέρον καθενός να τροποποιήσει την ατομική αντίληψή του για τον πλούτο υιοθετώντας εκείνη που αποδέχονται οι περισσότεροι, διότι με αυτό τον τρόπο πολλαπλασιάζει τις δυνατότητές του να συναλλάσσεται −πράγμα που αποτελεί ζωτικής σημασίας προϋπόθεση της εμπορευματικής ισχύος. Αυτή ακριβώς η λογική, που αναγκάζει τον καθένα να προσαρμόζεται στη υπερισχύουσα αντίληψη του πλούτου, μπορεί να ονομαστεί μιμητική.  Κι έτσι, μέσα σε ορισμένες γενικές συνθήκες, αυτή μιμητική διαδικασία οδηγεί κατόπιν συγκρούσεων σε μια κατάσταση, στην οποία οι εμπλεκόμενοι συμφωνούν τελικά να υιοθετήσουν από κοινού ένα συγκεκριμένο αγαθό, ή σημείο, ως εκπρόσωπο του πλούτου. Πρόκειται για το φαινόμενο που αποκαλούμε “μιμητική πόλωση”, ή ακόμα “φαινόμενο εκλογής”. Από εδώ προκύπτει το χρήμα και το νόμισμα. (…)

Πρέπει εδώ να υπογραμμίσω, ότι οι θέσεις μας αυτές δεν απορρίπτουν υποχρεωτικά όλες τις νομισματικές αναλύσεις που κάνουν οι οπαδοί των εργαλειακών θεωριών. Πράγματι, όταν ένα νόμισμα σταθεροποιηθεί ως αντικείμενο εμπιστοσύνης εκ μέρους όλων των οικονομικών παραγόντων, τότε συμπεριφέρεται de facto σαν ένα απλό εργαλείο των ανταλλαγών −κι έτσι μπορεί κανείς να το αναλύσει μέσω των τριών θεμελιακών λειτουργιών του, ως λογιστική μονάδα, ως μέσον αποταμίευσης και ως μέσο κυκλοφορίας. (…)

Όμως για να μπορεί ένα νόμισμα να διατηρεί αυτές τις λειτουργίες, πρέπει κατά πρώτο λόγο να διατηρείται η συμφωνία πάνω στην οποία “εκλέχτηκε”. Κι αυτό δεν είναι καθόλου προφανές, μιας και η ενοποίηση του εμπορευματικού πεδίου με άξονα ένα κεντρικό νομισματικό γνώμονα αφήνει πάντοτε απ’ έξω ορισμένα επιμέρους συμφέροντα, τρέφοντας με αυτό τον τρόπο ένα υποβόσκον συγκρουσιακό δυναμικό που, άπαξ και βγει στην επιφάνεια θέτοντας σε αμφισβήτηση την ενότητα του νομισματικού πεδίου, οδηγεί σε αυτό που γνωρίζουμε ως νομισματική κρίση». ***

Από τα κείμενα του Ορλεάν:

* Σκέψεις πάνω στα θεσμικά θεμέλια της εμπορευματικής αντικειμενικότητας,

(Φεβρουάριος 2003)

** Συνέντευξη στον Rainer Diaz-Bone (Φθινόπωρο 2013)

*** Εισήγηση στο σεμινάριο «De l’ auto-organisation au temps du projet»,

 (11-18 Ιουλίου 2007)

5- Το μέτρο της αξίας», μια παράλογη έκφραση

Όπως είδαμε, οι εργαλειακές και ουσιοκρατικές αναλύσεις του χρήματος και της αξίας εδράζονται σε μια σειρά συγχύσεων, που οφείλονται σε μια πραγμοποιημένη, ή αν θέλετε μαγεμένη, αντίληψη του κοινωνικού δεσμού που υφαίνει το χρήμα και η αξία. Αυτές οι αναλύσεις παράγουν επιπλέον σύγχυση, κυρίως στο βαθμό που, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο, θεωρούν την ανταλλαγή σαν επιφαινόμενο της εργασίας. Έτσι, μια κριτική της αξίας που στηρίζεται σε τέτοιου τύπου αναλύσεις, αφ’ ενός χάνει την ουσιαστικά κοινωνική δραστηριότητα που κρύβεται πίσω από το πέπλο της αξίας και αφ’ ετέρου οδηγείται στην  ιδέα ότι η κρίση του κεφαλαίου έχει να κάνει με μια μείωση του ποσοστού της «ενσωματωμένης υπεραξίας» εξαιτίας, υπότιθεται, της επιταχυνόμενης εκμηχάνισης της παραγωγής.

 

Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα όταν αυτή η ψευδής κριτική της αξίας καταλήγει να παρουσιάζει την εκτεχνίκευση, και ειδικά στις πιο σύγχρονες μορφές της της ηλεκτρονικής αυτοματοποίησης, σαν ένα είδος «υποκειμένου» της κοινωνικής χειραφέτησης στη θέση του απωλεσθέντος προλεταριάτου −αφού, όπως ισχυρίζεται, ο καλπασμός της Τεχνικής όχι μόνο ρίχνει σε βαθιά κρίση την «αξιοποίηση της αξίας» αλλά και συντελεί στην απελευθερωτική «κατάργηση της εργασίας»!

 

Θεωρώντας κρίσιμη την απομάγευση της σκέψης μας γύρω από αυτό το θέμα, παρουσιάζουμε τώρα απόσπασμα από ένα κείμενο του Φρανσουά Φουρκέ. – Σημ. HS.

 

Τι ονομάζουμε αξία;

 

Εάν «αξία» είναι το όνομα που έχουμε δώσει στο μέτρο του πλούτου, τότε είναι παράλογο να μιλάμε για «μέτρο της Αξίας». Εφόσον η Αξία είναι μέτρο, δεν έχει και η ίδια μέτροόπως το μήκος δεν έχει μήκος και το βάρος δεν έχει βάρος. Μπορούμε να μετρήσουμε το μήκος ενός λιβαδιού, ή την αξία ενός εμπορεύματος, αλλά δεν γίνεται να μετρήσουμε το μήκος του μήκους, ούτε την αξία της αξίας. Επομένως η έκφραση «μέτρο της αξίας» είναι παράλογη. Όταν μιλάμε για «μέτρο της αξίας» χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι με αυτό τον τρόπο μετατρέπουμε στο μυαλό μας την αξία σε ουσία, τότε καταλήγουμε να την συγχέουμε με την πραγματικότητα την οποία μετράει, δηλαδή τον πλούτο.

Αυτή η σύγχυση δεν είναι συμπτωματική. Πάνω σε αυτήν θεμελιώνεται η πολιτική οικονομία από τον καιρό του Άνταμ Σμιθ. Άλλωστε ο Σμιθ ήταν μάστορας στο να θολώνει τα πράγματα: έχοντας προηγουμένως δηλώσει, ότι «η εργασία είναι το πραγματικό μέτρο της αξίας», στην αμέσως επόμενη φράση μιλάει για «αξία της εργασίας» −δηλαδή για … το μέτρο του πραγματικού μέτρου του μέτρου … τίνος πράγματος; Του πλούτου ασφαλώς! (Ο Πλούτος των Εθνών, βιβλίο Ι, κεφ. 5).

Εκείνο που, απεναντίας, δεν είναι παράλογο, είναι ο καθορισμός μιας μονάδας μέτρησης, ο καθορισμός της γλώσσας αυτής της μονάδας. Το βάρος εκφράζεται με γραμμάρια, το εμβαδόν με μέτρα, κ.ο.κ. Η μονάδα είναι προϊόν κοινωνικής σύμβασης. Ποια είναι η μονάδα της αξίας; Όπως μαρτυρούν τα γραπτά του Γουίλιαμ Πέτυ, του Τυργκό και του Σμιθ, πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα έσπαγαν το κεφάλι τους οι παλιοί οικονομολόγοι.

Αξία και τιμή

Οι λεγόμενοι εθνικοί λογαριασμοί δεν κατατρύχονται από τέτοιας λογής μεταφυσικά προβλήματα σχετικά με τη φύση της αξίας και τη μονάδα μέτρησής της. Ονομάζουν «τιμές» αυτό που ονομάσαμε παραπάνω «αξία» και μετρούν ή λογαριάζουν (δηλαδή καταγράφουν με μορφή λογαριασμών) τις τιμές που αναγράφονται στα κοινωνικά και εμπορικά τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στα λογιστικά και τους ισολογισμούς των επιχειρήσεων και των υπουργείων, κ.λπ. Οι εθνικοί λογαριασμοί έχουν στη διάθεσή τους μια μονάδα μέτρησης, αυτή που σχετίζεται με κάθε νόμισμα −το φράγκο, το δολάριο, κ.τ.τ. Παλιότερα μετρούσαμε σε λίβρες, μια μονάδα μέτρησης που με τη σειρά της μετριόταν με βάση μια μονάδα βάρους, αφού κάθε καινούργια μονάδα μέτρησης στηρίζεται πάνω σε ένα προϋπάρχον σύστημα μέτρησης: π.χ. το τζάουλ ή το κιλό είναι συνδυασμοί μιας μονάδας βάρους με μια μονάδα μήκους.

Οι κλασσικοί οικονομολόγοι αναρωτιόντουσαν κατά πόσο το νόμισμα αποτελεί μια λειτουργική μονάδα μέτρησης. Κι αυτό, επειδή διαπίστωναν ότι το νόμισμα έχει τη μορφή ενός μεταλλικού εμπορεύματος και επομένως, όπως κάθε εμπόρευμα, υφίσταται διακυμάνσεις. Έτσι, ο Πέτυ και ο Σμιθ βάλθηκαν να βρουν μια ακλόνητη μονάδα μέτρησης της αξίας και φαντάστηκαν ότι τη βρήκαν, ο μεν πρώτος στη γη και την εργασία, ο δε δεύτερος στην εργασία. Επειδή όμως ο Σμιθ πίστευε πως η «αξία της εργασίας» βρίσκεται στα μέσα συντήρησης του εργαζόμενου, δηλαδή σε αυτά που έχει ανάγκη για να επιβιώνει, αναγκάστηκε να οδηγηθεί σε μια άλλη μονάδα μέτρησης και η σκέψη του έγινε θρύψαλα, μιας και δεν είχε πού να στηριχτεί.

Αξία και χρόνος εργασίας

Καθώς δεν μπορεί να μετρηθεί η επιδεξιότητα της εργασίας, δηλαδή αυτό που διαφοροποιεί μια πιο εξειδικευμένη εργασία από μια λιγότερο εξειδικευμένη, οι κλασσικοί οικονομολόγοι έθεσαν το αξίωμα ότι η εξειδικευμένη εργασία δεν είναι παρά ένα πολλαπλάσιο της υποτιθέμενα «απλής εργασίας». Με βάση αυτή την αξιωματική αναγωγή ορίστηκε μια συμβατική μονάδα μέτρησης: ο χρόνος εργασίας −ένας αριθμός που μπορεί αντικειμενικά να διαιρείται, να υπολογίζεται και να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Έτσι η συμβατική μέτρηση του πλούτου με βάση τον εργάσιμο χρόνο έγινε μέρος της καθημερινής ζωής: λέμε λ.χ. ότι «εκατομμύρια ώρες εργασίας χάθηκαν με τις απεργίες», ή «κερδήθηκαν χάρη στην τάδε τεχνική εφεύρεση».

Ο Πέτυ ήταν ο πρώτος που έκανε την εργασία εργαλείο μέτρησης του πλούτου/δύναμης στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής σύγκρισης −αυτός ήταν άλλωστε ο σκοπός της αριθμητικής πολιτικής.

 

Δυνητική ή πλασματική και ενεργός ή πραγματική αξία

Ως μέτρο του πλούτου, η αξία μετράει μια ορισμένη ποσότητα αντικειμένων που υπάρχουν στο χώρο μέσα σε δεδομένη μια χρονική στιγμή. Σε ό,τι αφορά το εμπόρευμα, το κάθε συγκεκριμένο εμπόρευμα, η εκτίμηση της αξίας του γίνεται κατά την πώλησή του, δηλαδή αφότου έχει παραχθεί. Με βάση τι παράχθηκε; Παράχθηκε με βάση τον υπολογισμό μιας πιθανότητας: «Πόσο θα αξίζει κατά την πώλησή του;». Ο υπολογισμός αυτής της πιθανότητας εμπεριέχει τον υπολογισμό ενός ορισμένου κόστους παραγωγής του εμπορεύματος −δηλαδή την ποσότητα της εργασίας (ζωντανής ή παγιωμένης στα παραγωγικά μέσα) που χρειάστηκε για να παραχθεί, συν ένα μέσο κέρδος κατά την ίδια την παραγωγή του.

Έτσι, το εμπόρευμα έχει δυο αξίες: την αξία που έχει υπολογιστεί πιθανολογικά κατά την παραγωγή του και την αξία που ορίζεται πραγματικά κατά την πώλησή του.

Ονομάζω λοιπόν (1) δυνητική [ή πλασματική] αξία την αξία που υπολογίζεται κατά τη στιγμή της παραγωγής του εμπορεύματος, και την οποία (οι ουσιοκράτες) λένε «ενσωματωμένη» αξία, ή, όπως θα έλεγε ο Ρικάρντο, αξία που «έχει πραγματωθεί» ή «προσδιοριστεί μέσα σε ένα εμπόρευμα», και (2) ενεργό [ή πραγματική] αξία την αξία, η οποία καθορίζεται κατά την πώληση του εμπορεύματος και η οποία ισούται με την τιμή του.

Αντίθετα απ’ ό,τι δείχνουν τα φαινόμενα, η αξία που υποτίθεται ότι είναι «ενσωματωμένη» και «έχει πραγματωθεί μέσα» σε ένα εμπόρευμα, είναι εντελώς φανταστική. Είναι μια αξία, την οποία πιθανολογεί κανείς και αναμένει, δηλαδή μια αξία που υπολογιστεί εκ των προτέρων ως πιθανή αξία −είναι το αντικείμενο του οικονομικού υπολογισμού και γι’ αυτό την ονομάζω δυνητική ή πλασματική.

Πραγματική αξία είναι μόνο η ενεργός αξία και μοναδική πραγματικότητα της αξίας αυτής είναι η χρηματική τιμή της. Θα εξηγήσω τώρα γιατί.

Η αξία δεν είναι πράγμα αλλά σχέση

Ας κάνουμε μια σύγκριση με τη δύναμη. Όταν μιλάμε για «δύναμη», έχουμε κατά νου κάτι το καθαρά δυναμικό, δυνητικό. Όταν π.χ. λέμε ότι «το τάδε έθνος είναι πολύ δυνατό», εννούμε ότι έχει μέσα του μεγάλη δύναμη με την έννοια ότι το θεωρούμε ικανό να νικήσει τους αντιπάλους του σε περίπτωση πολέμου. Εδώ ακριβώς βρίσκεται όλο το πρόβλημα: η «δύναμη» ενός έθνους μετράει μεν αυτό που θα μπορούσε να κάνει σε περίπτωση πολέμου, αλλά το αν θα το κάνει αυτό ή όχι είναι εντελώς άλλο ζήτημα! Η πραγματική δύναμη έχει να κάνει με αυτό που μπορεί (δηλαδή αξίζει) στην πράξη, εδώ και τώρα, μέσα στη δράση να κάνει κάποιος και όχι στο τι θα μπορούσε να κάνει αλλού και άλλοτε. Η πόλεμος είναι η στιγμή της αλήθειας των εκτιμήσεων σχετικά με τη δύναμη των κρατών. Η Γαλλία λ.χ. θεωρούνται μεγάλη δύναμη πριν από τον Β’ παγκόσμιο πολεμο, αλλά κατέρρευσε σαν τραπουλόχαρτο το 1940.

Ένα ακόμα παράδειγμα: Συνηθίζουμε να μετράμε σε πόντους τη σχετική αξία κάθε πιονιού στο σκάκι. Πρόκειται για μια συμβατική ένδειξη, που διευκολύνει τους υπολογισμούς, ειδικά τη στιγμή που ο παίκτης δέχεται ν’ ανταλλάξει το πιόνι του με ένα του αντιπάλου. Όμως αυτό που αξίζει πραγματικά ένα πιόνι, μας το λέει η θέση που έχει πάνω στη σκιακιέρα εδώ και τώρα, μέσα στο παιχνίδι. Ένας πύργος περικυκλωμένος από μια σειρά από πιόνια, δεν αξίζει τίποτα. Η αξία του είναι καθαρά δυνητική. Αν δεν απελευθερώσουμε το πεδίο δράσης του μέσα στο παιχνίδι, τότε δεν θα έχει ποτέ την ευκαιρία να εκδιπλώσει τη δυνητική του αξία. Αντίστροφα, ένα στρατιωτάκι, που θεωρητικά δεν αξίζει και πολλά, μπορεί σε μια συγκεκριμένη στιγμή να αξίζει πολύ περισσότερο κι από την ίδια τη βασίλισσα.

Η αξία-εργασία του εμπορεύματος, η αξία ως «εργασία ενσωματωμένη στο εμπόρευμα», δεν είναι περισσότερο πραγματική απ’ ό,τι λόγου χάρη η δύναμη ενός έθνους πριν από τον πόλεμο, ή ενός πιονιού στο σκάκι πριν από το παιχνίδι. Η μόνη πραγματική αξία είναι η ενεργός αξία και αυτή η αξία δεν είναι ένα πράγμα αλλά μια σχέση και τίποτε άλλο. Η πώληση είναι για την αξία του εμπορεύματος ό,τι και το παιχνίδι για την αξία ενός πιονιού. (…)

Φρανσουά Φουρκέ, Richesse et Puissance. Une génèalogie de la valeur 

| Πλούτος και Ισχύς. Μια γενεαλογία της Αξίας.

(1989, β΄έκδοση 2002)

6- Το χρήμα δεν είναι ούτε μέσον, ούτε εμπόρευμα: είναι τάλισμαν

Στο προηγούμενο βήμα είδαμε ότι η περίφημη αξία όχι μόνο δεν είναι κάποιου είδους «ουσία» του εμπορεύματος, αλλά , όπως διευκρίνησε ο Φουρκέ, είναι μια αξία, την οποία πιθανολογεί κανείς και αναμένει, δηλαδή μια αξία που υπολογιστεί εκ των προτέρων ως πιθανή αξία, δηλαδή μια αξία  δυνητική ή πλασματική.

 

Φτάσαμε έτσι το μαχαίρι στο κόκαλο και μπορούμε τώρα να προχωρήσουμε για να δούμε καθαρότερα ότι το χρήμα, όχι μόνο δεν είναι μέσον ή εργαλείο, αλλά είναι μάλλον ένα είδος μαγικού φυλακτού, τάλισμαν, όπως θα μας εξηγήσει τώρα ο Φρανσουά Σιμιάν.

 

Οπωσδήποτε είναι πολύ δύσκολο  να μεταφερθεί με αποσπάσματα το πνεύμα ενός τόσο πυκνού κειμένου όπως αυτό που παρουσιάζουμε εδώ. Ωστόσο πρόκειται για μια μελέτη εντελώς απαραίτητη, που νομίζουμε ότι είναι σαφής και δεν χρειάζεται να πούμε κάτι περισσότερο. Σημειώνουμε προς το παρόν τη βαρύτητα που έχει η απόρριψη της ιδέας ότι η χρηματική ανταλλαγή προήλθε από τον αντιπραγματισμό, σαν δήθεν μια «βολικότερη» μετεξέλιξή του, και γενικότερα της ιδέας ότι ο άνθρωπος κινείται με πηδάλιο το «βολικότερο» και το «ωφέλιμο» . Πράγματι, η ιδέα ότι η χρηματική ανταλλαγή αποτελεί απλή εξέλιξη του αντιπραγματισμού προέρχεται από την πλάνη του ωφελιμισμού, που θέλει να βλέπει την ανταλλαγή ως ανταλλαγή «χρήσιμων» πραγμάτων ή, όπως το έλεγαν οι αστοί οικονομολόγοι, «αξιών χρήσης» – απ’ όπου και όλες οι ανοησίες περί «διπλής φύσης» του εμπορεύματος («αξία χρήσης» και «ανταλλακτική αξία»).

 

Σημειώμουμε ότι τα 7 μέρη στα οποία χωρίσαμε το κείμενο του Σιμιάν, δεν αντιστοιχούν σε αυτά του πρωτότυπου κειμένου. – Σημ. H.S.

«Αντίθετα από τα φαινόμενα, μπορούμε να πούμε ότι η οικονομική σκέψη γεννήθηκε και αναπτύχθηκε σε άμεση σύνδεση με το φαινόμενο του νομίσματος. Ας προσπαθήσουμε όμως να δούμε, πού οφείλεται η αμηχανία, η φλύαρη πολυπλοκότητα, η αντιφατικότητα και η λίγο-πολύ ξεκάθαρη αποτυχία να κατανοηθεί το φαινόμενο του χρήματος. (…)

Α. Οι θεσμοί, άρα και το χρήμα, δεν φτιάχνονται για λόγους «βολής»

Με πρώτο τον Λοκ, κάθε συγγραφέας με ‘‘κοινό νου’’ ισχυρίζεται ότι το χρήμα εφευρέθηκε επειδή οι άνθρωποι ήθελαν να διευκολύνουν τις ανταλλαγές τους και θεώρησαν ότι τους βόλευε να βρουν ένα κοινό μέσο και να συμφωνήσουν ότι αυτό θα έχει στο εξής γενική και αναγνωρισμένη από όλους ανταλλακτική αξία. Η άποψη αυτή αποτελεί ακριβή αντανάκλαση της ιδέας περί ‘‘κοινωνικού συμβολαίου’’ με την οποία, και πάλι το 18ο αιώνα, θέλησαν να εξηγήσουν το σχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας των πολιτών. Ωστόσο, ξέρουμε πολύ καλά ότι αυτή η τεχνητή κατασκευή δεν είχε καμιά σχέση με την ιστορική αλήθεια και ούτε μπορούσε να εξηγήσει πραγματικά τα κύρια χαρακτηριστικά της κοινωνικής πραγματικότητάς μας. (…)

Η εξήγηση ενός θεσμού, ενός κοινωνικού κανόνα, με το σκεπτικό ότι ‘‘βόλευε’’ τους ανθρώπους διαψεύδεται από τα γεγονότα και, σε ό,τι αφορά το θέμα που πραγματευόμαστε εδώ, δεν στάθηκε ποτέ δυνατό να καταδειχτεί πού και πότε οι άνθρωποι, οι κοινωνίες, πέρασαν από τον αντιπραγματισμό στην χρηματική ανταλλαγή επειδή το έβρισκαν ‘‘πιο βολικό’’ . (…)

Δεν αμφισβητούμε βέβαια ότι σε πάμπολλες και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους κοινωνίες (κι όχι κατ’ ανάγκη πρωτόγονες) πραγματοποιούνταν πλήθος ανταλλαγές χωρίς τη μεσολάβηση του χρήματος. Όμως τα ουσιώδη χαρακτηριστικά αυτών των ανταλλαγών δείχνουν ξεκάθαρα, πως επρόκειτο για ανταλλαγές που δεν διέθεταν κανένα από τα θεμελιακά χαρακτηριστικά της χρηματικής ανταλλαγής. Επομένως, δεν έχει ακόμα αποδειχτεί καθόλου ότι η χρηματική ανταλλαγή προήλθε από τον αντιπραγματισμό, ότι περάσαμε δηλαδή από τον ένα στην άλλη. (…)

Εφόσον, όπως είδαμε, η χρηματική ανταλλαγή δεν μπορεί να εξηγηθεί με το σκεπτικό ότι οι άνθρωποι προτιμούν κάτι που φαίνεται ‘‘βολικότερο’’ και συνάπτουν ένα ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ πάνω σε αυτό, για ποιο λόγο εξακολουθούμε να θεωρούμε πως οι πραγματικοί ιστορικοί λόγοι που οδήγησαν στην ‘‘εκλογή’’ των λεγόμενων πολύτιμων μετάλλων (χρυσός ή ασήμι) ως μέσων της χρηματικής ανταλλαγής, εξηγούνται με ένα τέτοιας λογής σκεπτικό, δηλαδή λέγοντας ότι προτιμήθηκαν επειδή τα πολύτιμα μέταλλα, ως υλικά, έχουν ‘‘βολικές’’ για το σκοπό αυτό ιδιότητες (π.χ. δεν αλλοιώνονται, είναι εύκολο να κοπούν και να τα κουβαλήσει κανείς πάνω του, κ.ο.κ.);

 

Β. Τι λένε τα ιστορικά δεδομένα για την εφεύρεση του χρήματος

Ας δούμε τι μας λένε εδώ τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Πρώτα-πρώτα μας λένε ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν για χρήμα γενικώς κάποια ‘‘πολύτιμα μέταλλα’’, αλλά μόνο εκείνα που συνδεόταν με μια έκφραση ισχύος∙ και δεύτερον, μας λένε ότι ως χρήμα χρησιμοποιήθηκαν κι ένα σωρό άλλα πράγματα, συχνά εντελώς απίθανα, εκτός από τα λεγόμενα πολύτιμα μέταλλα. Επιπλέον, από τις υποτιθέμενες ‘‘βολικές’’ ιδιότητες των πολύτιμων μετάλλων,

  • καμιά τους δεν λείπει (πολλές φορές μάλιστα είναι ανώτερη) από άλλα μέταλλα ή άλλα υλικά∙ και
  • καμιά τους δεν λείπει ούτε από πολλά άλλα αντικείμενα, που χρησιμοποιήθηκαν σαν νομίσματα.

Εκείνο που κάνει όμως τη διαφορά στην ‘‘εκλογή’’ ενός μετάλλου ή οποιουδήποτε άλλου αντικειμένου ως νομίσματος, είναι το αν εκφράζει κοινωνικό κύρος και διαθέτει κοινωνική βαρύτητα.

[Μεταξύ πολλών παραδειγμάτων αναφέρουμε:]

Σε μια εργασία του που πέρασε απαρατήρητη [The Evolution of modern money, 1901), ο W.W. Carlile σημείωνε πως όλα τα πολυποίκιλα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιούνται ακόμη ως νομίσματα, υπήρξαν κυριολεκτικά (ή εξακολουθούσαν παράλληλα να χρησιμοποιούνται και σαν) ‘‘στολίδια’’, κοσμήματα −δηλαδή αντικείμενα αποκλειστικά κοινωνικής αξίας και όχι χρηστικά αντικείμενα, προορισμένα για την ικανοποίηση βιολογικών αναγκών του ανθρώπου. (…)

Όπως αναφέρει ο Ossendwoski στο λεξικό της αξιοσημείωτης εθνογραφικής μονογραφίας του Hommes, bêtes et dieux [Άνθρωποι, κτήνη και θεοί, 1922], η λέξη hatyk αναφέρεται σ’ ένα κομμάτι από λευκό ή κίτρινο μετάξι που προσφέρεται σαν δώρο στους φιλοξενούμενους, τους αρχηγούς, τους λάμας και τους θεούς, και σημαίνει επίσης νόμισμα (αξίας περίπου 2-3 γαλλικών φράγκων). (…)

Ο J.L. Laughlin μάς θυμίζε πως οι πρώτοι άποικοι στις μετέπειτα Η.Π.Α. χρησιμοποιούσαν σαν νόμισμα στις ανταλλαγές τους με τους Ινδιάνους ιθαγενείς τα wampum, που ήταν ζώνες ή κολλιέ από διάφορα κοχύλια και τα οποία χρησιμοποιούνταν σαν νόμισμα όχι μόνον επειδή ήταν κοσμήματα αλλά κι επειδή είχαν χρησιμοποιηθεί σαν ‘‘ενθύμια’’ για να θυμίζουν σπουδαία γεγονότα. (…)

Ο Louis Capitan [στο Le travail en Amérique avant et après Colombe∙ Η εργασία στην Αμερική πριν και μετά τον Κολόμβο, 1930] επισημαίνει ότι στο Μεξικό θεωρούσαν πως ο χρυσός και το ασήμι −που τα χρησιμοποιούσαν και για τα νομίσματα− είχαν θεϊκές ιδιότητες, γι’ αυτό και όποιος έκλεβε χρυσάφι ή ασήμι τιμωρούνταν με θάνατο. Πίστευαν μάλιστα ότι οι ιδιότητες αυτές μεταβιβάζονταν μυστηριωδώς στους χρυσοχόοους, που τα εργάζονταν. (…)

Ο De Groot [The religious system of China, 1892] αναφέρει, πως οι αρχαίοι Κινέζοι εβαζαν κομματάκια χρυσάφι (όχι χρυσά νομίσματα) στο στόμα των νεκρών, επειδή πίστευαν ότι ο χρυσός (αλλά και άλλες ουσίες) εμπόδιζε την αποσύνθεση. Ενώ οι αρχαίοι Έλληνες, επειδή δεν καταλάβαιναν αυτή την ιεροτελεστεία, την ερμήνευσαν σαν πρώιμοι ‘‘βολταιρικοί’’, θεωρώντας ότι το χρυσάφι αυτό χρησίμευε στους νεκρούς για να πληρώσουν τον Χάροντα.

Σε τελική ανάλυση, κι εμείς στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό μας όταν τοποθετούμε τάματα από χρυσό ή ασήμι στους ναούς, δεν αναρωτιόμαστε αν το κάνουμε επειδή αυτά τα μέταλλα έχουν αξία και γι’ αυτό ταιριάζει να τα προσφέρουμε στο Θεό, ή ότι έχουν αξία επειδή ήταν πάντοτε υλικά που τα αφιερώναμε στους θεούς κι έτσι, κατά κάποιον τρόπο, αντανακλούν ή ακόμα και έχουν μέσα τους κάτι από τη θεϊκή υπόσταση; (…)

Γ. Το χρήμα δεν είναι εμπόρευμα

Αν τώρα, από μια εντελώς διαφορετική πλευρά, εξετάσουμε με ποιο τρόπο μπορεί να λειτουργήσει ένα αντικείμενο ως νόμισμα στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, θα διαπιστώσουμε ότι δεν μπορεί να είναι ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα. Απλοποιώντας, ας πάρουμε μια αγορά στην οποία συναντώνται και ανταλλάσσονται 5 εμπορεύματα, α, β, γ, δ και ε. Για να καθοριστεί ένα σύστημα τιμών σε αυτή την αγορά, θα πρέπει οι σχέσεις ανταλλαγής να εκφραστούν σε ένα αριθμό εξισώσεων ίσο προς το αριθμό των αγνώστων που είναι οι τιμές αυτών των 5 εμπορευμάτων. Οι σχέσεις ανταλλαγής τους μπορούν να γραφτούν απλά ως εξής:

f(α) = f(β)

f(β) = f(γ)

f(γ) = f(δ)

f (δ)= f(ε)

Όμως αυτό το σύστημα των 5 εξισώσεων μπορεί να προσδιορίσει, πέρα από τις σχετικές τιμές αυτών των εμπορεύματων, ένα σύστημα τιμών τους; Αν υποθέσουμε ότι θέλουμε να προσδιορίσουμε 3 διαφορετικά ύψη, ενός δέντρου, μιας εκκλησίας κι ενός καμπαναριού, αρκεί να ξέρουμε ότι το καμπαναριό έχει διπλάσιο ύψος από το δέντρο και πενταπλάσιο από την εκκλησία; Δεν αρκεί. Ακόμα κι αν γνωρίζουμε λοιπόν τις σχέσεις ανάμεσα στις τιμές των 5 εμπορευμάτων μας [π.χ. η τιμή του β είναι διπλάσια από την τιμή του α, η τιμή του γ είναι τριπλάσια από την τιμή του β, κ.ο.κ.], θα οδηγούμαστε πάντοτε σε ένα σύστημα 4 εξισώσεων με 5 αγνώστους. Επομένως, για να καθορίσουμε ένα σύστημα τιμών στη συγκεκριμένη αγορά, χρειαζόμαστε και μια πέμπτη εξίσωση, ανεξάρτητη είτε από κάποιες από τις προηγούμενες 4, είτε από όλες τους.

Για να φτιάξουμε όμως αυτή την πέμπτη εξίσωση, θα πρέπει να συναρτήσουμε μία από τις σχετικές τιμές αυτών των 5 εμπορευμάτων με έναν όρο διαφορετικό και ανεξάρτητο από τις 5 σχετικές τιμές. Αυτός ο διαφορετικός και ανεξάρτητος όρος θα είναι ο νομισματικός όρος. Ειδάλλως δεν μπορεί να υπάρξει σύστημα τιμών και επομένως αγορά.

Να λοιπόν γιατί είναι λάθος να θεωρούμε, ότι το νόμισμα είναι κι αυτό ένα εμπόρευμα. Ακόμα κι αν, παρ’ όλα αυτά, επιμένουμε να ονομάζουμε εμπόρευμα το χρυσό ή το ασημένιο νόμισμα, θα πρέπει τουλάχιστον να παραδεχτούμε ότι πρόκειται για ένα μοναδικό, εντελώς ξεχωριστό εμπόρευμα, ένα εμπόρευμα που διαθέτει μια ιδιαίτερη ιδιότητα, η οποία όχι μόνο το ξεχωρίζει από τα όλα άλλα, αλλά και το αντιπαραθέτει προς αυτά. Είναι όμως λογικό να εξακολουθήσουμε να χρησιμοποιούμε το ίδιο όνομα −εμπόρευμα− για δυο εντελώς διαφορετικές, ακόμα κι αντιτιθέμενες μεταξύ τους, πραγματικότητες; (…)

Δ. Νομίσματα: αντικείμενα με μαγική, θρησκευτική, ηθική αξία

Με βάση όλα όσα είπαμε μέχρι τώρα, προκύπτει άραγε πως είναι εντελώς αναγκαίο να αναγνωρίζεται πάντοτε ως νόμισμα το μεταλλικό νόμισμα, που είναι φτιαγμένο από κάποιο πολύτιμο μέταλλο ή από ένα κράμα με βάση ένα πολύτιμο μέταλλο; Ασφαλώς όχι! Είδαμε άλλωστε, ότι πολλά άλλα αντικείμενα χρησίμευσαν και χρησιμεύουν ακόμα σαν νομίσματα.  Όμως, όπως είδαμε, είχαν όλα τους ένα κοινό χαρακτηριστικό: ότι ήταν πάντοτε, στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο λειτούργησαν ως νομίσματα, αντικείμενα επενδεδυμένα με μια εξω-οικονομική, μαγική, θρησκευτική, ηθική αξία.

Ως προς αυτό το χαρακτηριστικό τους λοιπόν, θεωρούμε ότι τα κάθε λογής νομίσματα ‘‘εκλέχτηκαν’’ για να αναλάβουν τη λειτουργία που περιγράψαμε πιο πάνω, δηλαδή της μονάδας μέτρησης που είναι ανεξάρτητη από τις σχετικές τιμές των εμπορευμάτων επειδή ακριβώς αντιπροσωπεύει μια μη-οικονομική αξία.

Ε. Χρήμα, πίστη και δυσπιστία: δεν πρόκειται για υποκειμενικά συναισθήματα

Βέβαια, με την ανάπτυξη της σύγχρονης οικονομίας, η οικονομική αξία έχασε το θρησκευτικό χαρακτήρα της. Μήπως λοιπόν είναι υπερβολικό να θεωρούμε ως βάση κάθε συστήματος τιμών στις προηγμένες οικονομίες κάποιο υπόλειμμα μαγικοθρησκευτικής προκατάληψης (ήδη αποξενωμένο μάλιστα από τα θρησκευτικά πιστεύω και τις θρησκευτικές πρακτικές αυτών των προηγμένων κοινωνιών), όσο μεγάλο κι αν είναι πράγματι αυτό το υπόλειμμα; Δεν είναι σαν να θεωρούμε ως αναγκαία και κεντρικά για την άσκηση της σύγχρονης Ιατρικής τα (οπωσδήποτε διόλου αμελητέα) απομεινάρια των προκαταλήψεων των πρακτικών των μάγων των πρωτόγονων κοινωνιών; (…)

Ο μόνος τρόπος για να απαντήσουμε αυτό το πρόβλημα, είναι πρώτα-πρώτα να δούμε με ποιον τρόπο, σε τέτοιου τύπου ‘‘λαϊκές’’ [μη-θρησκευτικές] οικονομίες, έχουν λειτουργήσει νομισματικά συστήματα που δεν στηρίζονται στα πολύτιμα μέταλλα. Η λειτουργία τέτοιου τύπου νομισμάτων είναι εξαιρετικά διδακτική, διότι πρόκειται για νομίσματα διπλής προέλευσης:

  • προέλευσης οικονομικής, όπως π.χ. τα ‘νομίσματα’ που κυκλοφορούν σε ομάδες νέων που δεν μπορούν να έχουν ικανές ποσότητες μεταλλικών νομισμάτων αλλά ταυτόχρονα χρειάζονται κάποιου είδους νόμισμα για να κανονίζουν τις μεταξύ τους συναλλαγές∙ και
  • προέλευσης έξω-οικονομικής, όταν σε περίπτωση εθνικής κρίσης, είτε εσωτερικής είτε λόγω πολέμου,  το κράτος έχει άμεση ανάγκη από χρήματα που δεν μπορούν να καλυφθούν από τους φόρους ή με δανεισμό, οπότε παρατηρείται η κυκλοφορία νέων νομισματικών μέσων.

[Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις], η παρούσα όσο και πολύ περισσότερο η μελλοντική αξία αυτών των νομισμάτων δεν είναι αποτέλεσμα θετικών, στατιστικών προσδιορισμών, αλλά είναι απλώς και μόνο θέμα εκτίμησης, γνώμης, πεποίθησης, δηλαδή με δυο λόγια ζήτημα ‘εμπιστοσύνης’ (ή δυσπιστίας). Μιας εμπιστοσύνης που δεν κάθεται κανείς να την αναλύσει διεξοδικά για να δει αν στέκει, και που γι’ αυτό το λόγο είναι ίσως ακόμα πιο ισχυρή −κοντολογής, μιας ολικής εμπιστοσύνης συναισθηματικού τύπου, μιας πίστης σε εκείνους που έχουν εκδώσει το συγκεκριμένο νόμισμα, πίστης στο μέλλον τους ή στο μέλλον της χώρας, αν είναι χώρα αυτή που το εξέδωσε. (…)

Βέβαια αυτή η πίστη-εμπιστοσύνη δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας εκτίμησης αυτών των νομισμάτων. Με μια πρώτη ματιά, φαίνεται να παίζει ρόλο − για τον άνθρωπο της πιάτσας τουλάχιστον− και η μάζα αυτών των νομισματικών μέσων. Όμως και πάλι, αυτό που λογαριάζει ο άνθρωπος της πιάτσας δεν είναι μόνο η τωρινή μάζα του συγκεκριμένου νομίσματος όσο, κυρίως, η μελλοντική μάζα όπως την προβλέπουν με τη βοήθεια εκτιμήσεων, πιθανολογιών, εκτιμώμενων δυνατοτήτων. Κι αυτό, ας το υπογραμμίσουμε, θα μπορούσε να είναι και ο τρόπος με τον οποίον καθορίζονται πάντοτε οι τιμές όλων των εμπορευμάτων −και πραγματικά, η πρόβλεψη για τη μελλοντική ποσότητα του τάδε εμπορεύματος (σε συνάρτηση και με τη μελλοντική του ζήτηση) επηρεάζει τη τύχη του στην αγορά εξίσου ή και περισσότερο από την τωρινή προσφορά και ζήτησή του. (…)

Αυτός λοιπόν ο παράγοντας, που αφορά στη μελλοντική κατάσταση του συγκεκριμένου νομισματικού μέσου, δεν είναι παράγοντας που καθορίζεται ή μπορεί να καθοριστεί με τη χρήση των μαθηματικών πιθανοτήτων. Είναι παράγοντας που έχει να κάνει με την εκτίμηση,  η οποία δεν είναι θέμα λογικής πρόβλεψης αλλά, και πάλι, εμπιστοσύνης (ή δυσπιστίας). (…)

Επομένως, η αξία και αυτών των ‘‘λαϊκών’’ νομισμάτων δεν θεμελιώνεται σε κάποια φυσικά ή ποσοτικά στοιχεία, τα οποία υποτίθεται πως συναρτώνται μεταξύ τους με μια μαθηματική σχέση μέτρησης. Απεναντίας, προκύπτει από εκτιμήσεις, πιθανολογίες, πιστεύω, έκφραση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας. Και αν αυτή η πίστη, η εμπιστοσύνη ή δυσπιστία επιδρούν πολύ πραγματικά πάνω στα ίδια τα υλικά στοιχεία της οικονομικής ζωής, αυτό συμβαίνει επειδή δεν πρόκειται για υποκειμενικά συναισθήματα.

Η λογική και συνάμα συναισθηματική παράσταση που λέγεται νόμισμα, δεν γεννιέται λοιπόν από κάποια νηφάλια και σοφά άτομα (που όπως είδαμε δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τις πραγματικές συμπεριφορές του χρήματος), αλλά από ομάδες, συλλογικότητες, έθνη. Είναι μια παράσταση κοινωνική. Ο χαρακτήρας  και ο ρόλος του νομίσματος είναι εξόχως αντικειμενικοί, ακριβώς επειδή το χρήμα είναι μια κοινωνική πεποίθηση και πίστη, και επομένως μια κοινωνική πραγματικότητα.

ΣΤ. Το κύρος του χρήματος είναι έξω-οικονομικό

Μελετώντας την αντικειμενική εξέλιξη του χρήματος, είδαμε πως ο χρυσός, το ασήμι και άλλα αντικείμενα έγιναν νομίσματα στο βαθμό που ήταν επενδεδυμένα με μια ανώτερη δύναμη πάνω στους ανθρώπους και στα πράγματα, σύμφωνα με κάποια κοινωνικά πιστεύω θρησκευτικού και μαγικού χαρακτήρα. Ακόμα και στις σημερινές κοινωνίες μας, που λέμε πως είναι οικονομικά ανεπτυγμένες, αυτό το μακρυνό υπόστρωμα δεν είναι καθόλου αμελητέο και εξακολουθεί να επιδρά πάνω μας, πολύ περισσότερο μάλιστα στο βαθμό που δεν το συνειδητοποιούμε και αποφεύγουμε να το αναλύσουμε. (…)

Εξαιτίας του εξω-οικονομικού κύρους τους, τα πολύτιμα μέταλλα και τα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται σαν νομίσματα επιβλήθηκαν και επιβάλλονται πάνω στους ανθρώπους ακόμα και στην ίδια την οικονομική σφαίρα. Σιγά-σιγά αυτό το μαγικό κύρος μετατέθηκε και συγκεντρώθηκε ως κύρος οικονομικό, δύναμη απόκτησης υπηρεσιών και πραγμάτων με αντάλλαγμα το συγκεκριμένο νόμισμα. Με ποιο τρόπο; Επειδή ακριβώς ο πωλητής αυτών των υπηρεσιών και πραγμάτων θεώρησε ότι, έχοντας αποκτήσει το χρήμα, απέκτησε τη δύναμή του πάνω στους ανθρώπους και τα πράγματα. Κι αυτή η δύναμη θεωρήθηκε τέτοια, επειδή την ίδια στιγμή ήταν δύναμη καθολική, δηλαδή επειδή με το χρήμα είχε κανείς τη δύναμη πρόσβασης ‘‘in commercio’’ σε όλα τα αγαθά −με άλλα λόγια, επειδή η δύναμη του χρήματος έχει πέραση σε κάθε κοινωνία που το έχει υιοθετήσει και επομένως παρουσιάζεται σαν μια δύναμη που εκτείνεται στο άπειρο μέλλον. (…)

Σε τι λοιπόν στηρίζεται η πίστη σε αυτό το πράγμα, ‘‘που δεν χρησιμεύει σε τίποτε άλλο πέρα από το ότι έχει τη δύναμη ιδιοποίησης όλων των πραγμάτων’’, αν όχι στην κοινή γνώμη, στην πεποίθηση ότι αντιπροσωπεύει μια ανώτερη δύναμη κι αξία, και μάλιστα ότι έτσι συνέβαινε από αρχαιοτάτων χρόνων; (…)

Ζ. Η πρωταρχικότητα της κριτικής του χρήματος

Πρέπει λοιπόν, αντιστρέφοντας τη λογική που έχει επικρατήσει μέχρι τώρα, να τονίσουμε ότι αυτό που συγκαλύπτει τα πραγματικά οικονομικά φαινόμενα, δεν είναι το χρήμα και το νόμισμα, όπως πιστεύεται, αλλά απεναντίας η προσπάθεια να εξετάσουμε τα φαινόμενα αυτά βάζοντας σε δεύτερη μοίρα ή παραβλέποντας το χρήμα. (…)

Οφείλουμε επιτέλους να πραγματευτούμε το νόμισμα σαν ένα γεγονός (…) το οποίο είναι αυτό που είναι και δρα όπως δρα επειδή είναι μια κοινωνική πραγματικότητα.»

Φρανσουά Σιμιάν, Το νόμισμα ως κοινωνική πραγματικότητα (1934)

 

7- Πώς επινόησαν την λεγόμενη οικονομική “αξία”

Είδαμε τα κακοπαθήματα της εργαλειακής και ουσιοκρατικής αντίληψης του χρήματος και της αξίας. Αυτό που έχει τώρα μεγάλο ενδιαφέρον είναι να δούμε πώς προέκυψε ότι αυτή η μαγεμένη αντίληψη.
Θα εξετάσουμε λοιπόν τώρα, με τη βοήθεια ενός άρθρου του Σιλβαίν Πιρόν, πώς αντιλαμβανόταν τη χρηματική ανταλλαγή ο Αριστοτέλης και πώς την παρερμήνευσε ο Αλβέρτος ο Μέγας. Νομίζουμε ότι οι αναγνώστες μας θα αντιληφθούν αμέσως τις πολλαπλές συνέπειες αυτής της παρερμηνείας, συνέπειες που δεν άφησαν άθικτο ούτε το επαναστατικό στρατόπεδο.  Διότι απο εδώ θα δούμε ότι πρόκειται για τον καρπό μιας μεταλλαγής στον τρόπο με τον οποίο ο δυτικός άνθρωπος αντιλαμβανόταν το νόημα της ανθρώπινης δραστηριότητας μέσα στον κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, η ιδέα μιας αξίας (valor) που υποτίθεται είτε ότι “ενυπάρχει” στα προϊόντα της (“αξία χρήσης”), είτε ότι “ενσωματώνεται” σε αυτά δια της αφηρημένης εργασίας (“ανταλλακτική αξία”), εδραιώθηκε μέσα από μια μεταλλαγή που προσέδωσε οντολογική προτεραιότητα στη σχέση προς τα πράγματα έναντι του κοινωνικού δεσμού.
Να σημειώσουμε ότι η μετάφραση των αποσπασμάτων είναι δική μας και ότι τα κεφάλαια και οι τίτλοι των κεφαλαίων στην ανάρτηση δεν αντιστοιχούν σε αυτά του κειμένου. – Σημ. HS

«Γύρω στο έτος 1000, στη Δύση κάτι άλλαξε στις σχέσεις των ανθρώπων με τον υλικό κόσμο∙ κάτι που δεν είναι εύκολο να περιγραφεί. Μια λεξιγραφική προσέγγιση, μπορεί ωστόσο να συνδράμει στην διαύγασή του. Ανάμεσα στον 11ο και το 12ο αιώνα, το λεξιλόγιο των οικονομικών πρακτικών τροποποιήθηκε βαθύτατα. Ορισμένοι λατινικοί όροι πέφτουν σε αχρηστία, σε άλλους αλλάζει σημαντικά το νόημα, ενώ εμφανίζονται κι ένα πλήθος νεολογισμών. Δεν πρόκειται μόνο για τεχνικούς όρους, οι οποίοι άλλωστε αφθονούν κυρίως για να περιγράψουν τους αναρίθμητους τύπους των μεσαιωνικών φοροεισπρακτικών πρακτικών. Πρόκειται εξίσου για βασικές έννοιες, που περιγράφουν και χαρακτηρίζουν τις κύριες οικονομικές δραστηριότητες, με πρώτη-πρώτη την έννοια της αξίας.

Η λατινική λέξη valor απουσιάζει από το λεξιλόγιο των κλασικών λατινικών και εμφανίζεται γύρω στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα από διάφορες πλευρές και σε διαφορετικούς τόπους της λατινικής Δύσης. Παρόμοια, γύρω στο 1100 εμφανίζεται η παραπλήσια έννοια ‘‘κόστος’’ (ως constamentum ή constamen αρχικά, και αργότερα cust ή cost).  (…)

Αυτή η λεξιλογική ανανέωση είναι τέτοιας ευρύτητας, ώστε δύσκολα θα μπορούσαμε να μην τη θεωρήσουμε σαν ένδειξη ενός πολύ ευρύτερου συμβάντος. Σύμφωνα με τη δική μου υπόθεση, εκφράζει μια κρυμμένη διάσταση του μετασχηματισμού που συνέβη στο έτος 1000 και δεν αφορά απλώς την κοινωνική οργάνωση αλλά ένα πολύ βαθύτερο επίπεδο, που έχει να κάνει με το πώς, εκείνοι που προώθησαν αυτή τη μετάλλαξη, αντιλαμβάνονταν τον φυσικό κόσμο, την εργασία και τις ανταλλαγές. Κοντολογίς, ο αναπροσανατολισμός που σημειώθηκε τότε στο σύνολο των δυτικών κοινωνιών, είχε να κάνει με το νόημα της ανθρώπινης δραστηριότητας μέσα στον κόσμο. (…)

Κατά τη γνώμη μου, οι σημαντικότερες λεξιλογικές ανατροπές δεν ήταν αυτές που περιέγραφαν τις νέες πραγματικότητες, αλλά μάλλον εκείνες που υποδήλωσαν ένα μετασχηματισμό των βασικών κατηγοριών εκφράζοντας ένα καινούργιο τρόπο αναφοράς προς τον φυσικό κόσμο και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Το χριστιανικό λεξιλόγιο προσέλαβε σιγά-σιγά αυτές τις έννοιες κυρίως κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα, είτε ενσωματώνοντάς τις άμεσα, είτε μέσα από την προσπάθειά του να μεταφράσει όρους της καθομιλουμένης στις κατηγορίες των κλασικών λατινικών. (…)

Αριστοτέλης και Αλβέρτος ο Μέγας

Πάνω σε αυτό, η ανάγνωση του βιβλίου Ε’ από τα Ηθικά Νικομάχεια είναι αποκαλυπτική διότι αυτό το ελληνιό κείμενο προσέφερε το θεωρητικό πλαίσιο, που επέτρεψε την έκφραση μιας προβληματικής εντελώς χαρακτηριστικής του λατινικού μεσαιωνικού κόσμου.

Η έννοια valor απουσιάζει εντελώς από τη μετάφραση του Robert Grosseteste, η οποία ήταν μια αυστηρά κατά λέξη μετάφραση. Εκείνος που εισήγαγε τη λέξη valor ήταν ο Αλβέρτος ο Μέγας με σχόλιό του στην πρώτη έκδοση αυτού του πέμπτου βιβλίου στο λατινικό κόσμο, διαστρεβλώνοντας με αυτό τον τρόπο σημαντικά το κείμενο του Αριστοτέλη. Η παρέμβασή του αυτή σημάδεψε για πάντα τη φιλοσοφική προσέγγιση της αξίας και της ανταλλαγής, τόσο που μπορούμε να πούμε πως εκείνο το πρώτο σχόλιο στα Ηθικά Νικομάχεια αποτέλεσε την πράξη γένεσης της ιστορίας της δυτικής οικονομικής σκέψης.(…)

Πράγματι, εκείνες οι σελίδες που αφιέρωσε ο Αριστοτέλης στο ζήτημα της δικαιοσύνης στις ανταλλαγές [Ηθικά Νικομάχεια, βιβλίο Ε’, 1133α/19-1133β/18] −σελίδες σκοτεινές και συνάμα γεμάτες νοήματα−, δεν σταμάτησαν ποτέ να διεγείρουν τη σύγχρονη οικονομική σκέψη, από τον Μαρξ και τον Μένγκερ κι ακόμα παραπέρα. Παρ’ όλα αυτά, όλες οι απόπειρες που επιχειρούν να εξηγήσουν τον Αριστοτέλη σε συνάρτηση με την προβληματική της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης, τείνουν να ερμηνεύουν το κείμενο αυτό εισάγοντάς του έννοιες που απουσιάζουν από αυτό. Κι ο πρώτος που το έκανε, ήταν ο Αλβέρτος ο Μέγας στην Κολωνία γύρω στα 1248 με 1250, για να ακολουθήσει όλο το ρεύμα του Σχολαστικισμού και των πνευματικών παραδόσεων που προήλθαν από αυτόν. Έτσι, τα κεφάλαια που το βιβλίο Ε’ των Ηθικών Νικομαχείων αφιέρωνε στο ζήτημα της αμοιβαιότητας, υπηρέτησαν ενδιαφέροντα που δεν ήταν δικά τους.

Η αξία ως valor

Μια ανάγνωση που σέβεται τα πνευματικά και θεσμικά συγκείμενα της αρχαίας Αθήνας καθώς και την πρόθεση του Αριστοτέλη, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εκείνες οι σελίδες δεν είχαν καμιά σχέση με αυτό που ονομάζουμε ‘‘οικονομική σκέψη’’ με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Απεναντίας, πραγματεύονται ένα ηθικό και πολιτικό ζήτημα, που οφείλουμε να το διαβάσουμε με τους δικούς του όρους. Στις σελίδες αυτές δεν υπάρχει καμιά διερεύνηση των όρων που καθορίζουν την αξία των ανταλλασσόμενων αγαθών και ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι κάποια σημασιολογική πενία. Ο Αριστοτέλης θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιήσει εκεί τους όρους αξία ή τιμή, που χρησιμοποιεί στα Νικομάχεια [π.χ. 4 φορές στο πρώτο κεφάλαιο του ένατου βιβλίου] και αλλού για να εκφράσει τις διαβαθμίσεις της τιμής με την οποία οφείλουμε να περιβάλλουμε κάποια πρόσωπα, ή ακόμα και υπηρεσίες. Αλλά καμιά από τις λέξεις που χρησιμοποιεί δεν έχει να κάνει με την έννοια μιας κλίμακας, βάσει της οποίας θα μπορούσαν να μετρηθούν τα ανταλλασσόμενα αγαθά.

Ας εξετάσουμε με συντομία τον όρο valor. Στα κλασικά λατινικά υπήρχαν διάφορα ουσιαστικά, όπως appretiation, æstimatio, taxatio, που σήμαιναν πάντοτε μια κοινωνική δραστηριότητα αποτίμησης και ποτέ μια όψη του ίδιου του αποτιμώμενου πράγματος. Ο Émile Benveniste σημειώνει τη μοναδικότητα του όρου pretium στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, δείχνοντας ότι μπορούμε να τον προσεγγίσουμε μόνο μέσω της ρίζας interpret: επομένως, η σημασία του αρχικού όρου ήταν ‘‘αυτό που συμφωνούν μεταξύ τους οι διάφορες πλευρές’’. (…)

Απεναντίας, ο όρος valor εκφράζει μια εγγενή διάσταση του ίδιου του πράγματος και ορίζει ένα κριτήριο, βάσει του οποίου μπορούμε να κρίνουμε αν η [χρηματική] τιμή του αντιστοιχεί στην αξία του. (…)

Καταλαβαίνουμε λοιπόν, πώς αυτή η έννοια της αξίας/valor ενός αγαθού υπήρξε το σημασιολογικό εργαλείο που επέτρεψε την ιδέα μιάς ‘‘οντολογικής προτεραιότητας της σχέσης προς τα πράγματα έναντι του κοινωνικού δεσμού’’ (Λουί Ντυμόν, Homo Æqualis). […] Η εμφάνιση του όρου valor μπορεί να θεωρηθεί ως το σημάδι μιας πρώτης, αποσπασματικής και ατελούς κίνησης προς αυτή την κατεύθυνση, η οποία έλαβε χώρα κατά τον αναπροσανατολισμό του έτους 1000 μ.Χ. (…)

Βέβαια η ιστορία του όρου valor είναι στην πραγματικότητα ακόμα πιο πολύπλοκη, καθώς εμφανίζεται κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα με διάφορες χρήσεις, που σημαίνουν τόσο την αξία/valor των αγαθών όσο και την αξία/valor των προσώπων. Χρησιμοποιήθηκε επίσης στο εκκλησιαστικό δίκαιο ώστε να διακρίνονται τα ‘‘ανεκτίμητα’’ ιερά αγαθά από τα αγαθά που μπορούν να ‘‘τιμώνται’’, με στόχο την καταπολέμηση του φαινόμενου της σιμωνίας*, και προς τα τέλη του 12ου αιώνα προκειμένου να αποτρέπεται κάθε μορφή χρηματικής ανταλλαγής που θα απομακρυνόταν από τη ‘‘δίκαιη τιμή’’. Έτσι, μόνο από τα μέσα του 13ου αιώνα κι ύστερα ο όρος αξία/valor εμφανίζεται στη φιλοσοφία χάρη στη μελέτη του πέμπτου βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων. (…)

Η δίκαιη ανταλλαγή κατά τον Αριστοτέλη

Στο βιβλίο αυτό, ο Αριστοτέλης επιχειρεί να ορίσει τι είναι δίκαιο στις ανταλλαγές. Δεδομένου ότι η ανταλλαγή είναι αυτή που ‘‘συνδέει άρρηκτα τον ένα με τον άλλο’’ [ουκ έσται αλλαγή, ουδέ κοινωνία] και ότι λαβαίνει χώρα μεταξύ ατόμων με διαφορετικά επαγγέλματα, κατά τον Αριστοτέλη δίκαιη ανταλλαγή δεν μπορεί να υπάρξει παρά εφόσον ‘‘αυτά τα άτομα ισωθούν’’. [Ο Αριστοτέλης φέρνει το παράδειγμα ανταλλαγής μεταξύ ενός οικοδόμου κι ενός υποδηματοποιού.] Από την εποχή του [βυζαντινού] σχολιαστή του Αριστοτέλη, Μιχαήλ του Εφέσιου, κατά τον 11ο αιώνα, το τετράγωνο που εκφράζει την αναλογική ισότητα της ανταλλαγής παρασταίνεται με ένα σχήμα, το οποίο όλες οι γενιές των ερμηνευτών θεωρούσαν καθήκον τους να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν.

Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, η ανταλλαγή δεν πρέπει να γίνεται με βάση μια μονάδα του προϊόντος καθενός (ένα σπίτι αντί ενός ζευγαριού παπουτσιών), αλλά σύμφωνα με μια αναλογία που λαβαίνει υπόψη της την αξία των προσώπων εντός της Πόλεως. (…)

Έτσι, οι διαγώνιες ΑΔ και ΒΓ του τετραγώνου δεν εκφράζουν την αξία των προϊόντων, αλλά την αμοιβαία χρεία. Το ζήτημα λοιπόν [για τον Αριστοτέλη], δεν αφορά τη σχέση προς τα πράγματα αλλά την αναγνώριση της αμοιβαίας χρείας χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ανταλλαγή, ούτε κοινότητα. (…)

Με άλλα λόγια, για τον Αριστοτέλη το θέμα δεν είναι η μέτρηση της αξίας/valor των πραγμάτων, αλλά η κατασκευή της δίκαιης αναλογίας κατά την ανταλλαγή τους μέσα σε μια σχέση μεταξύ δυο προσώπων. (…)

Με αυτή την έννοια αντιλαμβάνεται το χρήμα/νόμισμα σαν ένα συμβατικό υποκατάστατο αυτής της χρείας και καταδικάζει τη ‘‘χρηματιστική’’ σαν ένα τερατώδες σφάλμα, που εκλαμβάνει το μέσον [χρήμα] ως σκοπό. (…)

Η παρερμηνεία του Αλβέρτου

Κατά τη μεσαιωνική πρόσληψη των αριστοτελικών θέσεων λοιπόν, συνέβη ένα εννοιολογικό άλμα εξαιτίας ακριβώς της εισαγωγής της έννοιας της αξίας εκεί ακριβώς όπου ο Αριστοτέλης δεν ήθελε ούτε καν να το διανοηθεί! Μέσα από αυτό το άλμα έλαβε χώρα μια μετατόπιση της έννοιας του μέτρου, που έπαψε να σημαίνει ‘‘μέτρο κατά την ανταλλαγή’’ και άρχισε να σημαίνει ‘‘αφηρημένο μέτρο των ανταλλασσόμενων αγαθών’’. Από το σημείο αυτό κι έπειτα, η έννοια του δίκαιου στην ανταλλαγή γίνεται κατανοητή μέσω της αφηρημένης αξίας/valor. […]

Επί της ουσίας, τα Ηθικά Νικομάχεια μελετήθηκαν στα studia και τα universitas, που ήταν εγκατεστημένα στο κέντρο των μεσαιωνικών πόλεων, σε συνάρτηση με ένα κοινωνικό ορίζοντα στον οποίον η χρηματική μεσολάβηση έχει μια θέση εντελώς άλλη από εκείνη που είχε στην ελληνική Πόλιν. (…)

[Ας δούμε πώς συνέβη αυτή η μετατόπιση.] Το 1247, ο Robert Grosseteste, επίσκοπος του Λίνκολν, δημοσίευσε μια πλήρη μετάφραση των Νικομαχείων με ένα σύνολο ελληνικών σχολίων και σημειώσεων. Στην σχεδόν κατά λέξη μετάφρασή του, απέδωσε τον αριστοτελικό όρο χρεία κυρίως ως necessitas (με τον οποίο μεταφράζει και τον όρο ανάγκη), αλλά σε τρεις περιπτώσεις −που αφορούσαν τις φράσεις στις οποίες ο Αριστοτέλης ορίζει τη χρεία ως μέτρον− τον μεταφράζει με τον εντελώς επισφαλή όρο opus, ο οποίος σημαίνει μεν ‘‘έλλειψη’’ και ‘‘ανάγκη’’, όμως μπερδεύεται με τον ομώνυμό του όρο που σήμαινε ‘‘τετελεσμένη εργασία’’, ‘‘έργο’’. (…)

Βέβαια, σε μια ανώνυμη αναθεώρηση εκείνης της μετάφρασης το 1260 αυτό το σφάλμα διορθώνεται (το opus αντικαθίσταται με το indigentia), όμως ο Αλβέρτος ο Μέγας −[που δεν ήταν κάποιος μοναχικός σταχαστής, αλλά] επιφορτισμένος με την οργάνωση ενός κέντρου προωθημένων μελετών στο δομινικανό studium της Κολωνίας− προσέλαβε τα Ηθικά Νικομάχεια στηριζόμενος σ’ εκείνη την πρώτη, επισφαλή απόδοση. Κι εκείνη η πρώτη μελέτη των Νικομαχείων, που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1250, προσανατόλισε μόνιμα την πρόσληψη αυτού του έργου τόσο πάνω στο συγκεκριμένο θέμα όσο και σε μια σειρά άλλων. (…)

Πράγματι, ο Αλβέρτος δεν μπόρεσε να αντιληφθεί το παιχνίδι ανάμεσα στις δυο σημασίες του όρου opus και έτσι κατανόησε την αριστοτελική ιδέα της χρείας ως μέτρου αποκλειστικά με την έννοια opus/τετελεσμένη εργασία. Όμως αυτή η παρανόηση, αντί να του δυσκολέψει ακόμα περισσότερο την κατανόηση ενός κειμένου έτσι κι αλλιώς δύσκολου, του επέτρεψε απεναντίας να επεξεργαστεί μια καινούργια κοινωνική φιλοσοφία που δεν είχε παρά ελάχιστη σχέση με αυτή του Αριστοτέλη. (…)

Πώς η αξία έδεσε με την εργασία

Πράγματι, από την πρώτη κιόλας στιγμή, όταν δηλαδή  καταγίνεται ακόμα με την έκθεση του προβλήματος [τι είναι δίκαιη ανταλλαγή], ο Αλβέρτος παρουσιάζει την αριστοτελική θεματική της αναλογικής ισότητας με ένα τελείως άλλο τρόπο, ως ζήτημα εξίσωσης της αξίας/valor των εργασιών καθενός από τους συναλλασσόμενους. Το όλο θέμα της δίκαιης ανταλλαγής γίνεται σε αυτόν ζήτημα ανταλλαγής πραγμάτων ‘‘ίσης αξίας’’ (Super Ethica, V, 7). (…)

Θεωρεί δηλαδή, ότι η ανταλλαγή δεν μπορεί να είναι δίκαιη, ισωτική, παρά μόνο σε συνάρτηση με ένα εγγενές μέτρο της αξίας/valor των προϊόντων, τα οποία, με αυτό τον τρόπο, μετασχηματίζονται σε εμπορεύματα −δηλαδή σε προϊόντα που δεν έχουν να κάνουν με την αμοιβαία χρεία, αλλά διατίθενται προς πώληση και απαιτούν ν’ ανταλλαχθούν στη βάση της αξίας/valor τους σύμφωνα με ένα κοινωνικό μέτρο εξωτερικό από την αμοιβαιότητα.

Ενώ ο Αριστοτέλης κατασκεύασε το περίφημο τετράγωνό του εξισώνοντας τις διαγώνιες ΑΔ και ΒΓ [δηλαδή οικοδόμος/παπούτσι = υποδηματοποιός/σπίτι, με άλλα λόγια: η αμοιβαιότητα της χρείας] σύμφωνα με ένα μέτρο εσωτερικό της ανταλλαγής, ο Αλβέρτος, με τρόπο αληθινά αξιοσημείωτο, αλλάζει το νόημα του τετραγώνου υιοθετώντας έναν άλλο τρόπο κατασκευής του. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι για να επιτευχθεί η δίκαιη-ισοτική ανταλλαγή πρέπει πρώτα να εξισωθούν αναλογικά οι πλευρές ΑΓ και ΒΔ, οι οποίες εκφράζουν τη σχέση καθενός προς τη δική του εργασία, το δικό του έργο ή προϊόν  [δηλαδή οικοδόμος/σπίτι = υποδηματοποιός/παπούτσι, με άλλα λόγια: το opus/εργασία του ενός με το  opus/εργασία του άλλου]. (…)

Αυτή η φαινομενικά ανώδυνη διαφοροποίηση του Αλβέρτου σε σχέση με τον Αριστοτέλη εκφράζει στην πραγματικότητα μια διαφορετική αντίληψη της ανταλλαγής, την κατανόηση της ανταλλαγής με βάση την αξία/valor. Σύμφωνα με αυτήν, για να υπάρξει δίκαιη-ίση ανταλλαγή δεν πρέπει να εξισωθούν αναλογικά τα πρόσωπα αλλά οι εργασίες τους, τα προϊόντα της εργασίας τους. Μέσα από αυτές τις σελίδες, απουσιάζει τελείως η αριστοτελική έννοια της αμοιβαίας χρείας και στη θέση της προβάλλει η ιδέα της δίκαιης αμοιβής των παραγωγικών εργασιών. (…)

Μέσα από αυτή την παρερμηνεία του, ο Αλβέρτος εισάγει μια καινούργια διάσταση, που απουσίαζε εντελώς από το κείμενο του Αριστοτέλη και η οποία αντιστοιχεί σε ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του [δυτικού] μεσαιωνικού πολιτισμού: την αξίωση της προσπάθειας, της εργασίας. (…)

Στον Αλβέρτο λοιπόν χρωστάμε την πρώτη φιλοσοφική διατύπωση της οικονομικής έννοιας της αξίας ως valor. Δεν πρόκειται βέβαια για μια ‘‘θεωρία της αξίας’’ με την έννοια που την αντιλαμβάνεται η σύγχρονη οικονομική σκέψη, αλλά για τον ορισμό της διάστασης εκείνης μέσω της οποίας τα πράγματα μπορούν να γίνουν αντιληπτά σύμφωνα με μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, σύμφωνα με ένα ‘‘συμβεβηκός’’, για να χρησιμοποιήσουμε μια αριστοτελική ορολογία. Συγκεκριμένα, αυτό στο οποίο μας καλεί η οπτική του Αλβέρτου, είναι να αναγνωρίσουμε στα πράγματα την εγγενή ιδιότητα να μπορούν να αποτιμηθούν, να έχουν αξία, πριν από κάθε ανταλλαγή. (…)

Αν όμως είναι αναχρονισμός να ψάχνουμε κάποια ‘‘θεωρία της αξίας’’ στον Αλβέρτο, γεγονός είναι ότι έθεσε το πρόβλημα και κατέδειξε τις κοινωνικές συνεπαγωγές του με ένα τρόπο που σφράγισε όλες τις μετέπειτα συζητήσεις.»

Συλβαίν Πιρόν, Ο Αλβέρτος ο Μέγας και η έννοια της αξίας (2010)

* «Σιμωνία», από την περίπτωση του Σίμωνα του Μάγου (βλ. Πράξεις Αποστόλων, 8:9-25), ονομάστηκε η μετάδοση εκκλησιαστικών μυστηρίων ή αξιωμάτων με οικονομικό αντάλλαγμα.

Συλλογή κειμένων: Αξία, Χρήμα, Μαγεία (Μέρος Α’)

Σημείωση: Επιλέξαμε να συγκεντρώσουμε και να αναδημοσιεύσουμε σε 3 μέρη μία εξαιρετική συλλογή κειμένων σχετικά με μία θεσμοκεντρική κατανόηση της λειτουργίας και της γενεαλογίας του χρήματος έναντι των κυρίαρχων οικονομοκεντρικών συλλήψεων του. Η πηγή των κειμένων απαντάται στην σελίδα των dangerfew και τους ευχαριστούμε για το πολύτιμο έργο τους.

0- Τι είναι οικονομία;

Αποφασίσαμε να συντάξουμε μια σειρά κειμένων με γενικό τίτλο Αξία, Χρήμα και Μαγεία, με στόχο να συνδράμουμε στην απομάγευση της σκέψης πάνω στη φύση και τη λειτουργία του χρήματος και της χρηματικής σχέσης. Το πρώτο βήμα μας προς αυτή την κατευθυνση λοιπόν αφορά την απομάγευση της γενικής ιδέας με την οποία επενδύεται ιδεολογικά αυτή η σχέση, δηλαδή της οικονομίας.

 

Από το 1803 τουλάχιστον, όταν ο Jean-Baptiste Say είπε ότι «πολιτική οικονομία είναι η επιστήμη που μελετάει τους νόμους της οικονομίας», επικράτησε η ιδέα ότι η οικονομία αποτελεί μια πραγματική και αυτόνομη (δηλαδή με δικούς της «νόμους») δομή της κοινωνίας, όλων μάλιστα των κοινωνιών (απ’ όπου και τα περί «οικονομίας των αρχαίων κοινωνιών», «οικονομίας του Μεσαίωνα», κ.ο.κ.), την οποία ακριβώς έρχεται να μελετήσει «επιστημονικά» η λεγόμενη πολιτική οικονομία.
Αυτή η ιδέα ήταν καινοφανής. Στον αρχαίο κόσμο λ.χ., όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς ερευνώντας τον όρο οικονομία στο λεξικό Liddell-Scott, η λέξη «οικονομία» εννοούσε κατά βάση μια τέχνη διαχείρισης ─με στόχο την αυτάρκεια κατά το μέτρο και μόνο που η αυτάρκεια υπηρετούσε την ελευθερία της Πόλεως (καμιά σχέση ούτε καν με το «εξοικονομώ» του σημερινού σπαγκοραμμένου)─, και πάντως καθόλου μια πραγματική δομή της κοινωνίας, ανεξάρτητη από το δίκαιο, την ηθική και την πολιτική, και με δικούς της «νόμους».

 

Το ίδιο διαπιστώνουμε και από το Μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά, ενώ από το Λεξικό του Godefroy μαθαίνουμε ότι για τον Νικόλαο Ορέσμ (1320-1382), σχολιαστή του Αριστοτέλη και σύμβουλο του βασιλιά Καρόλου του Ε΄, «οικονομία είναι η διαχείριση του οίκου με τάξη». Μάλιστα, κατ’ αυτόν, «­πολλοί Οικονόμοι (οι σημερινοί λογιστές-οικονομολόγοι) υποστηρίζουν πως πρέπει κανείς να διαφυλάσσει ή και να αυξάνει απεριόριστα τα χρήματά του» (Πολιτ., 1489), ενώ ο ίδιος έκρινε ότι το χρήμα δεν είναι ιδιοκτησία κανενός αλλά της συλλογικότητας.

 

Η καινοφανής πρόταση του Say ήρθε βέβαια να ικανοποιήσει το επιστημονικό πνεύμα της εποχής του, πνεύμα που έχει ανάγκη «πραγμάτων» για να ερευνά. Την ίδια όμως στιγμή, εισήγαγε και εδραίωσε μια μαγική, ή αν θέλετε πραγμοποιημένη, αντίληψη για το σύνολο εκείνο των δραστηριοτήτων και των σχέσεων που υφαίνονται με άξονα το χρήμα και την αύξηση της ιδιωτικής περιουσίας, κρύβοντάς τις πίσω από το όνομα «οικονομία» και την ιδέα ότι πρόκειται για μια πραγματική και υπεριστορική δομή των κοινωνιών.
Με τη βοήθεια του ανθρωπολόγου Paul Jorion, θα ξεκινήσουμε το φάκελό μας με τίτλο Αξία, Χρήμα και Μαγεία, με μια καίρια απάντηση στο ερώτημα «τι είναι οικονομία;». Χωρίς να ασπαζόμαστε τη συνολική οπτική του Ζοριόν, πιστεύουμε πως είναι πλούσια σε καίριες παρατηρήσεις. Προς το παρόν ας συγκρατήσουμε δυο πράγματα:

  1. Τη συνάφεια αυτού που λέει εδώ ο Ζοριόν για «το νούμερο που αναγράφεται στην ετικέτα» με αυτά που λέει π.χ. ο Φρανσουά Φουρκέ για τη «δυνητική ή πλασματική αξία»∙
  1. Την επισήμανση του Ζοριόν, ότι η λεγόμενη ‘‘οικονομία’’ δεν είναι παρά «ένας ορισμένος τρόπος θεώρησης της δραστηριότητας των ανθρώπων, η θεώρηση της δραστηριότητάς του κάτω από μια συγκεκριμένη οπτική», την οπτική της χρηματικής τιμής. Με άλλα λόγια, η οικονομία δεν έχει να κάνει καθόλου, ούτε με την παραγωγή, ούτε με την κατανάλωση, ούτε με τη χρησιμότητα, ούτε με τη χρηστικότητα, ούτε με την ανθρώπινη φύση, ούτε με τις λεγόμενες «υλικές ανάγκες» και την ικανοποίησή τους, ούτε με καμιά από όλες αυτές τις παραπλανητικές λέξεις, με τις οποίες αυτή η θεώρηση προσπαθεί να δικαιωθεί.

Κάθε πράγμα έχει την τιμή του

 

Ορισμένοι συγγραφείς πιστεύουν πως είναι πολύ σοφό να αναρωτηθούν σήμερα πάνω στην έννοια της λέξης ‘‘οικονομία’’. Σκέφτονται ότι δεν έχουμε προσδιορίσει με ακρίβεια το αντικείμενο της οικονομικής επιστήμης κι ότι πρέπει οπωσδήποτε να αποσαφηνιστεί ‘‘τι είναι αυτό, για το οποίο μιλούν οι οικονομολόγοι’’. Ωστόσο οι παλιότεροι συγγραφείς δεν είχαν τέτοιες ανησυχίες. Γι’ αυτούς, το πράγμα ήταν απλό: η οικονομία μιλάει για τα πλούτη, γι’ αυτά που φτιάχνουν την περιουσία.
Ε λοιπόν, το να ξεκινήσει κανείς από αυτό το σημείο, απ’ όπου ξεκινούσαν οι παλιοί συγγραφείς, ήταν και εξακολουθεί να είναι το καλύτερο: τα πλούτη δεν φτιάχνονται μόνο από τα ακριβά πράγματα, δηλαδή από πράγματα που πουλιούνται σε υψηλές τιμές, αλλά κι από πράγματα που πουλιούνται φθηνά, αρκεί να είναι σε μεγάλη ποσότητα. Πράγμα που σημαίνει, ότι τα πλούτη φτιάχνονται από πράγματα που αποτιμώνται σε συνάρτηση με τη χρηματική τιμή τους.

 

‘‘Κάθε πράγμα έχει την τιμή του’’, λέει το λαϊκό ρητό και δεδομένου ότι τα περισσότερα πράγματα απ’ όσα κυκλοφορούν σήμερα έχουν πράγματι μια τιμή, μέσα από αυτό το πρίσμα έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με την οικονομία ο καθένας, χωρίς να είναι οικονομολόγος.

 

Αυτή η τιμή είναι το νούμερο που αναγράφεται στην ετικέτα και δείχνει το χρηματικό ποσό που ζητάει εκείνος που πουλάει από εκείνον που αγοράζει, για να του παραχωρήσει την ιδιοκτησία του πωλούμενου πράγματος. Και βέβαια υπάρχει και τιμή που έχει να κάνει με την προσωρινή παραχώρηση ενός πράγματος, χωρίς μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του: είναι η τιμή του ενοικίου που ζητάει ο εκμισθωτής από τον ενοικιαστή.

 

Με δυο λόγια, εμπορεύματα είναι τα πράγματα που έχουν μια [χρηματική] τιμή.

Αυτό ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ‘‘οικονομία’’! Εννοούμε ανθρώπους, οι οποίοι ενεργούν είτε ως πωλητές, είτε ωςαγοραστές (ή είτε ως εκμισθωτές, ή ως ενοικιαστές). Με άλλα λόγια, οικονομία είναι η ανθρώπινη διάδραση κάτω από την οπτική, και στην προοπτική, της χρηματικής τιμής. Δεν είναι παρά ένας ορισμένος τρόπος θεώρησης της δραστηριότητας των ανθρώπων∙ είναι η θεώρηση της δραστηριότητάς τους κάτω από μια συγκεκριμένη οπτική.»

 

Πωλ Ζοριόν, Η σχέση μεταξύ αξίας και τιμής (Ιούλιος 2008)

1- Για την τιμή του χρήματος

Στον Πρόλογο αυτής της σειράς μας είδαμε ότι  οικονομία είναι η ανθρώπινη διάδραση κάτω από την οπτική, και στην προοπτική, της χρηματικής τιμής. Τι είναι όμως η χρηματική τιμή; Για να το απαντήσουμε, θα εξετάσουμε μια ευρύτερη ερώτηση : τι είναι το χρήμα; Και πώς σχετίζεται με τις κρίσεις που περνάει η κοινωνία μας;

Δεδομένου ότι σκεφτόμαστε πάντα μέσα σε ένα συγκεκριμένο κόσμο, θα ξεκινήσουμε λοιπόν με μερικές από τις βασικές αντιλήψεις που κυκλοφορούν για την σημερινή κρίση.

 

Πολλοί, ο περισσότερος κόσμος μάλλον και οι κρατούντες σίγουρα, θεωρούν πως η παρούσα κρίση είναι κατά βάση «οικονομική». Έτσι, πιστεύουν ότι η κρίση αυτή είναι μεν σοβαρή αλλά οπωσδήποτε όχι κάτι περισσότερο ή κάτι άλλο από μια επιμέρους εμπλοκή μιας ιδιαίτερης σφαίρας της κοινωνικής ζωής -μιας σφαίρας, την οποία θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε με τη βοήθεια της «οικονομικής επιστήμης» και να αντιμετωπίσουμε ακολουθώντας τις συνταγές των πάσης ιδεολογικής απόχρωσης οικονομολόγων.

Άλλοι πάλι, αρκετοί και προερχόμενοι κυρίως από την πλευρά των αντιπολιτευόμενων, θεωρούν ότι η κρίση είναι ουσιαστικά «πολιτική». Αυτοί εδώ, υποστηρίζουν ότι θα μπορούσαμε να την ερμηνεύσουμε σαν αποτυχία κάποιων πολιτικών προσώπων, ή κάποιων πολιτικών επιλογών, ή ακόμα και πολιτικών θεσμών, και να την επιλύσουμε βάζοντας −είτε ειρηνικά ή και με επανάσταση− στη θέση τους τα σωστά πρόσωπα, τις σωστές πολιτικές ή τους σωστούς θεσμούς.

Άλλοι, μάλλον λιγότεροι, υποστηρίζουν πως η κρίση πηγάζει από ένα επίπεδο βαθύτερο από αυτά της οικονομίας και της πολιτικής. Κατ’ αυτούς η κρίση είναι κυρίως μια «ηθική και πνευματική» κρίση, δηλαδή μια «κρίση αξιών», με την έννοια ότι οι αξίες εκφράζουν την κοσμοθεωρία, γύρω από την οποία  περιστρέφεται κάθε φορά τόσο η οικονομική όσο και η πολιτική σφαίρα μιας κοινωνίας. Έτσι, κρίνουν πως η μάχη δίνεται κατά πρώτο λόγο στη σφαίρα της Παιδείας με την ευρύτερη έννοια του όρου.

Κάποιοι τέλος, πηγαίνοντας ακόμα βαθύτερα (ή ελπίζοντας περισσότερα), υποστηρίζουν ότι η κρίση είναι «συστημική», δηλαδή μια κρίση πολυεπίπεδη και πολυδιάστατη ολόκληρου του κυρίαρχου πολιτισμού, ολόκληρου του κοινωνικού «συστήματος» −και όχι απλά κάποιου «υποσυστήματος» (π.χ. του χρηματοπιστωτικού, ή της  «ευρωζώνης», κ.λπ.)−, που επικράτησε χοντρικά από τη Γαλλική επανάσταση κι έπειτα. Έτσι προτείνουν ότι καταρχάς είναι μάταιο να αναζητάει κανείς λύση με όρους του σημερινού πολιτισμού.

Εδώ θα πρέπει να ξανατονίσουμε το εξής. Για να πει κανείς ότι η κρίση είναι συστημική, δεν αρκεί καθόλου να εντοπίζει και αναδεικνύει «κρίση» στα επιμέρους επίπεδα του κυρίαρχου συστήματος. Οφείλει μάλλον να εντοπίσει κρίση στο στοιχείο εκείνο που κάνει το σύστημα αυτό να είναι και να συμπεριφέρεται ως σύστημα. 

Κρίση ανθρωπολογική;

 

Εφόσον λοιπόν μιλάμε για κοινωνικό −δηλαδή ανθρώπινο− σύστημα, δεν μπορεί να νοηθεί «συστημική κρίση» χωρίς κρίση του ανθρωπολογικού τύπου που το συναρμολογεί, συντηρεί και προσανατολίζει∙ ούτε, επομένως, χωρίς κρίση του «καύσιμου», που τροφοδοτεί αυτόν τον τύπο, καθώς και του όλου συστήματος άντλησης και διανομής αυτού του καύσιμου.

Επομένως, για να καταλάβουμε τι συμβαίνει με τη σημερινή κρίση, νομίζω πως θα πρέπει να αρχίσουμε από εδώ:

«Η ανάγκη για χρήμα είναι λοιπόν η μοναδική και η αληθινή ανάγκη που παράγεται από το σύγχρονο οικονομικό σύστημα. Η ποσότητα του χρήματος γίνεται ολοένα και περισσότερο η μόνη αποτελεσματική του ιδιότητα. […] Κάθε τι που σου ανήκει, πρέπει να το κάνεις πωλήσιμο […] Σε προχωρημένες καταστάσεις, όλοι είναι έμποροι […] Καθώς έχει την ιδιότητα της εξαγοράς των πάντων, την ιδιότητα της ιδιοποίησης όλων των αντικειμένων, το χρήμα είναι λοιπόν το αντικείμενο της πιο σημαντικής κατοχής. Η καθολικότητα της ιδιότητάς του αποτελεί την παντοδυναμία του είναι του. Επομένως λειτουργεί σαν ένα παντοδύναμο ον. […] Αυτό που μπορώ να πληρώσω, δηλαδή που το χρήμα μπορεί να αγοράσει, αυτό είναι Εγώ, ο κάτοχος του χρήματος. Η έκταση της δύναμης του χρήματος είναι η έκταση της δύναμής μου. […] Όλα τα πάθη και όλες οι δραστηριότητες πρέπει λοιπόν να βυθιστούν μέσα στη δίψα του πλούτου. […] Αν το χρήμα είναι ο δεσμός που με συνδέει με την ανθρώπινη ζωή, που συνδέει την κοινωνία μ’ εμένα και μένα με τη φύση και τον άνθρωπο, τότε λοιπόν δεν είναι ο δεσμός όλων των δεσμών;» − Καρλ Μαρξ, Χειρόγραφα του 1844 (η έμφαση δική μου).

Δεν μπορούμε, κοντολογίς, να καταλάβουμε τις καθοριστικές συντεταγμένες της παρούσας κρίσης, αν δεν καταλάβουμε τι σημαίνει το χρήμα ως «η μοναδική και η αληθινή ανάγκη που παράγεται από το σύγχρονο σύστημα» και ως «ο δεσμός όλων των δεσμών». Όμως την ίδια στιγμή, για να το καταφέρουμε αυτό, θα πρέπει να απομακρυνθούμε από τη θεωρία της «αξίας», την οποία −ακολουθώντας τους αστούς οικονομολόγους− ανέπτυξε στη συνέχεια ο Μαρξ και  ύψωσαν σε εξηγητικό σύστημα οι μαρξιστές.

Κριτική της μαρξι(στι)κής αντίληψης της αξίας

 

Πράγματι, η θεωρία αυτή στηρίζεται σε τρεις θεμελιώδεις αλλά λαθεμένες παραδοχές, η υιοθέτηση των οποίων οριοθετεί έναν ορίζοντα, που βρίσκεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του μέσα στην επικράτεια του σημερινού πολιτισμού − και κατά το υπόλοιπο στη δυσοίωνη επικράτεια ενός επερχόμενου τεχνικού συστήματος απαλλαγμένου από τα προ-αστικά και αστικά «βάρη» της νεωτερικότητας. Πρόκειται για τις εξής παραδοχές:

 

  1. Ότι η εργασία παράγει «αξία», πράγμα που τελικά οδηγεί στην παρανόηση ότι αυτό δημιουργεί τον κοινωνικό πλούτο [1] −ενώ στην πραγματικότητα η εργασία δεν παράγει καμιά αξία και κανένα πλούτο∙

 

  1. Ότι η κοινωνική αδικία συνίσταται σε έναν αποκλεισμό από τον πλούτο που υποτίθεται ότι παράγει η εργασία, και αποδεικνύεται δια της «υπερεργασίας» και της «απλήρωτης εργασίας» − ενώ στην πραγματικότητα ο πλούτος δεν είναι κάτι το ουδέτερο ώστε το αίσθημα αποκλεισμού από αυτόν να νομιμοποιείται από μόνο του και να φτιάχνει δυναμική υπέρβασης του κυρίαρχου πλούτου∙ και

 

  1. Ότι η τεχνολογία ειδικά και η Τεχνική γενικότερα είναι μια δυναμική απελευθερωτική αυτή καθαυτή, επειδή αντικαθιστά τη «ζωντανή εργασία» στην παραγωγή και έτσι υποτίθεται πως μειώνει ολοένα και περισσότερο την εξαγόμενη «υπεραξία» σπρώχνοντας έτσι το σύστημα στο τέλος του −ενώ στην πραγματικότητα ούτε αυτό ισχύει, αλλά ούτε και είναι ακίνδυνη (ίσα ίσα!) μια τέτοια αποσύνδεση της τεχνολογίας από το κυρίαρχο τεχνικό πνεύμα, το οποίο αποτελεί αποθέωση του σημερινού κοινωνικού συστήματος.

 

Θα προσπαθήσουμε λοιπόν εδώ, να προσεγγίσουμε το χρήμα μέσα από την ουσιώδη πραγματικότητά του, αυτή του «δεσμού όλων των δεσμών», δηλαδή μέσα από την πραγματικότητά του ως θεσμό.

 

Γι’ αυτό το λόγο, αξίζει εδώ να θυμίσουμε τον τρόπο με τον οποίο το προσέγγισε, πολύ πριν από τον Μαρξ, ο Αριστοτέλης όταν έγραφε:

Όσο για τις μελλοντικές ανταλλαγές, το νόμισμα είναι για εμάς ένα είδος εγγύησης ότι η ανταλλαγή θα μπορεί πάντοτε να γίνεται, αν υπάρχει ανάγκη, έστω κι αν τώρα δεν έχουμε ανάγκη κανενός πράγματος. Διότι όταν ένας δίνει νόμισμα, πρέπει να μπορεί να πάρει αυτό που του χρειάζεται. Συμβαίνει όμως και στο νόμισμα ό,τι και στα άλλα αγαθά: δεν έχουν πάντοτε την ίδια αξία· παρ’ όλα αυτά, έχει σε μεγαλύτερο βαθμό την ιδιότητα να παραμένει σταθερό. Αυτός είναι ο λόγος που τα αγαθά πρέπει να έχουν μια ορισμένη τιμή· διότι τότε θα υπάρχει πάντοτε ανταλλαγή, κι αν υπάρχει ανταλλαγή, θα υπάρχουν και κοινωνία μεταξύ των ανθρώπων.[2]

Ε λοιπόν, αυτό ακριβώς είναι το καίριο χαρακτηριστικό ενός θεσμού: η εξασφάλιση, όχι αυτού που γίνεται τώρα, αλλά ότι αυτό που γίνεται τώρα να μπορεί να γίνεται και στο μέλλον. Γι’ αυτό το λόγο βρίσκουμε πως μια οξυδερκής αντίληψη του χρήματος δεν μπορεί να είναι παρά θεσμοκεντρική.

 

Πρέπει όμως, πριν προχωρήσουμε, να διευκρινήσουμε κάτι σημαντικό. Όταν λέμε ότι το χρήμα είναι θεσμός και μάλιστα «ο θεσμός όλων των θεσμών», δεν εννοούμε πως είναι και ο μοναδικός θεσμός στην κοινωνία μας. Το χρήμα δεν θα μπορούσε να αποκτήσει αυτή την κεντρική θέση χωρίς την πολιτική και κοινωνική επανάσταση -τη λεγόμενη «αστική επανάσταση»- χάρη στην οποία το συλλογικό ταξικό υποκείμενό του κατόρθωσε, μέσω πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών, να κατακτήσει τη σφαίρα εκείνη δια της οποίας απέκτησε τη δύναμη να επιβάλλει το δικό του πολιτικό και δικαιϊκο καθεστώς, δηλαδή τη σφαίρα του κράτους και της κρατικής θέσμισης. Έτσι, όταν λέμε ότι το χρήμα είναι πλέον «ο θεσμός όλων των θεσμών» εννοούμε πως είναι ο θεσμός γύρω από τον οποίο υφαίνονται και τον οποίον υπηρετούν όλοι οι κυρίαρχοι σήμερα θεσμοί.

 

Η ανάλυση όλων αυτών ξεφεύγει πολύ από πλαίσιο αυτής εδώ της «σειράς», στην οποία θα την συναντήσουμε μόνο διάσπαρτα και ελλειπτικά. Δεν είναι μόνο θέμα όγκου δουλειάς (είναι φυσικά και αυτό!). Είναι πιο πολύ ότι μάς απασχολεί  πιο συγκεκριμένα η απομάγευση της σκέψης γύρω από το χρήμα και την αξία. Και εφόσον είπαμε ότι η θέση από την οποία το επιχειρούμε είναι η θεσμοκεντρική θεώρηση του χρήματος, αυτή τη θεώρηση θα δείξουμε στη συνέχεια.

[1] Παρανόηση την οποία επισήμανε μεν ο Μαρξ στους πρώτους επιγόνους του, αλλά «κατ’ ιδίαν», αφού η Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα δεν δημοσιεύτηκε ενόσω ζούσε.

[2] Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, βιβλίο Ε’, 1133b, μετάφραση Δημήτριος Λυπουρλής, Ζήτρος, σ. 59-60 (η έμφαση δική μου, Γ.Δ.Ι.)

2- Το χρήμα μεταξύ βίας και εμπιστοσύνης

Υποστηρίξαμε ήδη ότι το χρήμα είναι θεσμός και όχι μέσον ή εργαλείο, και πρέπει να δούμε τι ακριβώς σημαίνει, για εμάς, αυτή η θέση και πού βρίσκεται η αντιπαλότητά της με την εργαλειακή θεώρηση του χρήματος. Για το σκοπό αυτό επιλέξαμε και παραθέτουμε εδώ αποσπάσματα από ένα σημαντικό σχετικό βιβλίο των Αντρέ Ορλεάν και Μισέλ Αλιετά για το χρήμα.

 

Η μετάφραση είναι δική μας καθώς και, για λόγους καθαρά ευκολίας ανάγνωσης εδώ, η διαίρεση με υπότιτλους. Να σημειώσουμε ότι οι εκδόσεις ΠΟΛΙΣ έχουν κυκλοφορήσει ένα βιβλίο του Αλιετά, το «Η οικονομική κρίση», το 2009, σε μετάφραση Α.Δ. Παπαγιαννίδη. –Σημ. HS.

*

 

Η εμπορευματική σχέση ως ριζική αποξένωση

«(…) Πρέπει να υπογραμμίσουμε τη σημασία που παίζουν οι ατομιστικές αξίες στην ίδια τη συγκρότηση της εμπορευματικής κοινωνιας. Η εμπορευματική σχέση είναι μια παράδοξη κοινωνική σχέση∙ παράδοξη με την έννοια ότι τελικός σκοπός της είναι ο χωρισμός των ατόμων. Αυτό προκύπτει αναγκαστικά εξαιτίας της προτεραιότητας που έχουν, σε αυτήν, οι σχέσεις με τα πράγματα έναντι των σχέσεων μεταξύ των ατόμων. (…)

Η αλλεργία προς τους άλλους αποτελεί το διακριτικό χαρακτηριστικό της εμπορευματικής σχέσης. Η αυτονομία, η ανεξαρτησία και η ελευθερία κερδίζονται εδώ εναντίον των άλλων και προτιμάται η επαφή με τα εμπορεύματα από την επαφή με τους άλλους. Αυτή η θεσμική μορφή αντιλαμβάνεται την κοινωνική ζωή και την αλληλεγγύη σαν εμπόδια ή αρχαϊσμούς. (…)

Ο εμπορευματικός χωρισμός υποτάσσει βίαια τα μέλη της κοινωνίας στο νόμο της σπάνης χωρίς να παρέχει κανένα δίχτυ προστασίας όταν τα πράγματα δεν τους πηγαίνουν κατ’ ευχήν. Γι’ αυτό, κάνει εξαιρετικά εύθραυστες και επισφαλείς τις ατομικές καταστάσεις. Η ανασφάλεια είναι η μόνιμη ψυχική κατάσταση του “ελεύθερου” και “ανεξάρτητου” ατόμου της εμπορευματικής κοινωνίας. (…)»

Η κοινωνική σπάνη και η ανάγκη για πλούτο

Οι επιπτώσεις αυτής της ανασφάλειας είναι ακόμα πιο ολέθριες επειδή η εμπορευματική κοινωνία δεν διαθέτει μηχανισμούς προστασίας από τους κινδύνους − μηχανισμούς όπως λ.χ. οι σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ οικογενειών, γειτόνων ή κοντινών προσώπων, χάρη στους οποίους, μέσα στις παραδοσιακές κοινωνίες, ο καθένας κινητοποιούσε τη συμπαράσταση των άλλων σε περίπτωση που τα πράγματα τού πήγαιναν στραβά. Απεναντίας, η εμπορευματική σχέση είναι μια σχέση εξαιρετικής σκληρότητας. Η ανασφάλεια κυριαρχεί, διότι κανείς δεν μπορεί να περιμένει τίποτα από τους άλλους στις δύσκολες ώρες του. Σε αυτή την κοινωνία τα αντικείμενα επιβάλλουν το νόμο τους στα άτομα και αυτός ο νόμος είναι η σπάνη. (…)

Πρέπει να καταλάβουμε καλά αυτό που έχει περιγράψει εξαιρετικά ο Μάρσαλ Σάλινς στις μελέτες του των αρχαιότερων κοινωνιών, όπου κατέδειξε πως εκείνες οι κοινωνίες δεν γνώριζαν τη σπάνη αλλά την αφθονία καθώς, όντας οργανωμένες κοινοτικά, φρόντιζαν διαρκώς να περιορίζουν την ιδιωτική ιδιοκτησία αγαθών όταν αυτή κινδύνευε να αποβεί σε βάρος του συνόλου.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι η σπάνη δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο κάποιο φυσικό δεδομένο, το οποίο υποτίθεται ότι θα μπορούσαμε να μετρήσουμε με τη βοήθεια αντικειμενικών παραμέτρων όπως π.χ. το “μέσο επίπεδο διαβίωσης” του πληθυσμού.

Να καταλάβουμε επίσης ότι είναι εντελώς λάθος να πιστεύουμε πως όσο μια κοινωνία αναπτύσσεται και ακμάζει, τόσο περισσότερο αποβάλλει από μέσα της την σπάνη∙ διότι στην πραγματικότητα συμβαίνει το εντελώς αντίθετο! Να καταλάβουμε δηλαδή ότι η σπάνη προσδιορίζει τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο κοινωνικής οργάνωσης, τον οποίο θεσμίζει η αγορά και στον οποίον, σε διαστάσεις άγνωστες σε άλλου τύπου κοινωνίες, η ύπαρξη καθενός εξαρτάται αποκλειστικά και μόνον από την ικανότητά του να αποκτά αντικείμενα χωρίς να περιμένει βοήθεια από κανέναν. 

Ο όλεθρος και ο αφανισμός κρέμονται διαρκώς πάνω από τα κεφάλια των ατόμων της εμπορευματικής σχέσης εξαιτίας του θεμελιώδους χωρισμού τους∙ και δεν καταπραΰνονται οριστικά με τίποτε και με κανένα τρόπο. Εξαιτίας του διαχωρισμού, ο τρόπος με τον οποίον ο καθένας εξαρτάται από τους άλλους κι από το κοινωνικό σύνολο είναι εκ των πραγμάτων εντελώς αδιαφανής, με αποτέλεσμα το κοινωνικό να έρχεται πάντοτε εκ των υστέρων και με τρόπο βίαιο κι απρόσμενο. Μέσα στην εμπορευματική κοινωνική σχέση κανείς δεν ξέρει τι θα του ξημερώσει, ούτε έστω κατά προσέγγιση και πιθανολογικά.

Αυτό το εντελώς χαρακτηριστικό της νεωτερικής κοινωνίας αίσθημα μιας βαθιάς ανασφάλειας, το οποίο επιβάλλεται από τη δικτατορία της σπάνης, γεννά μια εντελώς ιδιαίτερη ανάγκη για προστασία ή ασφάλεια: την “ανάγκη για πλούτο”. Διότι, εδώ, “πλούτος” είναι αυτό που επιτρέπει στο άτομο να προστατεύεται από την αβεβαιότητα και ανασφάλεια της ζωής στην εμπορευματική κοινωνία. […]»

Πλούτος και Ισχύς

Με άλλα λόγια, ο πλούτος δεν σχετίζεται απλώς με την απληστία, αλλά με μια πολύ ισχυρότερη ζωτική ανάγκη. Γι’ αυτό το λόγο η ελευθερία και η ανεξαρτησία σε σχέση με τους άλλους, τις οποίες τόσο ισχυρά θεσμίζει ο εμπορευματικός χωρισμός των ανθρώπων, μπορούν να πάρουν τη μορφή της ακραίας μοναξιάς και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Το γεγονός ότι σε αυτές τις κοινωνίες κάποιοι ζουν μέσα στη φτώχεια, την ανέχεια και την πείνα ενώ άλλοι διαθέτουν πολλά περισσότερα απ’ όσα χρειάζονται, δεν είναι μυστήριο αλλά συνέπεια κοινωνικών ρυθμίσεων, οι οποίες καλύπτονται πλήρως από το νόμο. (…)

Αυτό συμβαίνει επειδή ο πλούτος δεν αποτελεί απλώς και μόνο έκφραση μιας ανάγκης για προστασία και ασφάλεια, που είναι κοινή σε όλα τα μέλη της εμπορευματικής κοινωνίας. Διότι, παρ’ όλο που μέσα από αυτή την ανάγκη εισάγεται ο πλούτος, άπαξ και αυτός πραγματωθεί, επιτρέπει μια σημαντική αναδίπλωση του ατόμου στον εαυτό του και ένα ισχυρότατο βαθμό αυτονομίας του έναντι των κινδύνων της εμπορευματικής οικονομίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, του δίνει τη δυνατότητα να “παγώσει το παιχνίδι” μονόπλευρα, απειλώντας σοβαρά ολόκληρη την εμπορευματική ομάδα με διάρρηξη των οικονομικών της δοσοληψιών.

Αυτή η απειλή γίνεται ακόμα περισσότερο πειστική στο βαθμό που ο κάτοχος του πλούτου είναι σε θέση να τον χρησιμοποιήσει για να συγκροτήσει νέες συμμαχίες και να επιβάλλει διαφορετικούς τρόπους ανταλλαγής και παραγωγής. Αυτό συμβαίνει π.χ. όταν επενδύει τον πλούτο του σε καινούργιες τεχνικές, που ξεπερνούν τις προηγούμενες μορφές παραγωγής με τέτοιον τρόπο ώστε να μεταλλάσσονται οι εμπορευματικοί δεσμοί βάζοντας σε θανάσιμο κίνδυνο τα έως τότε κεκτημένα. (…)

Κατ’ αυτό τον τρόπο ο πλούτος δεν ενσαρκώνει απλώς την ικανοποίηση μιας ζωτικής ανάγκης για ασφάλεια και προστασία μέσα στην εμπορευματική αποξένωση, αλλά παρουσιάζεται επιπλέον ως το κατεξοχήν εργαλείο, με τη βοήθεια του οποίου μπορεί κανείς να επιβληθεί πάνω στην κοινωνία και στους άλλους. (…)

Η δημιουργία του χρήματος

Για να αντιληφθούμε το όλο ζήτημα, πρέπει να δούμε πως εκείνο που διακυβεύεται με τον πλούτο μέσα στην εμπορευματική σχέση, είναι το να υπάρξει − να τεθεί − ένα “πράγμα”, το οποίο θα επιτρέπει την απόκτηση όλων των αγαθών και των υπηρεσιών που θεωρεί χρήσιμες εκείνος που το κατέχει και το προτείνει. Δηλαδή ένα “πράγμα”, το οποίο οι κάτοχοι αυτών των αγαθών και υπηρεσιών, όποιοι κι αν είναι, θα αποδέχονται ως αντάλλαγμα για αυτά. Υπ’ αυτή την έννοια, ο πλούτος μέσα στην εμπορευματική τάξη πραγμάτων δεν είναι παρά το όνομα που δίνεται στο απολύτως επιθυμητό, σε εκείνο δηλαδή το  “πράγμα” που, για την απόκτησή του, κάθε μέρος της ομάδας είναι διατεθειμένο να παραδώσει αυτά που κατέχει. Πρόκειται λοιπόν για ένα εμπόρευμα εντελώς ιδιαίτερου τύπου, δεδομένου ότι αντλεί τη δύναμή του από την ικανότητά του να γίνεται αποδεκτό και επιθυμητό από όλα τα μέλη της ομάδας.

Για να ορίσουμε αυτή τη συστατική ιδιότητα του εμπορευματικού πλούτου, χρησιμοποιούμε τον όρο “ρευστότητα”. Η ρευστότητα του πλούτου τον κάνει ένας είδος φυλαχτού, που προστατεύτει τον κάτοχό του από τις αναποδιές και τα βάσανα που επιφυλάσσει η εμπορευματική ανασφάλεια. Με αυτή την έννοια λοιπόν, ο πλούτος βγαίνει έξω από το καθαρά ωφελιμιστικό πλαίσιο. Διότι η χρησιμότητά του δεν προέρχεται από την καταπρόσωπο σχέση μεταξύ του αντικειμένου και του ατόμου, αλλά από την ικανότητα του πλούτου να επικεντρώνει πάνω του την ομόθυμη επιθυμία όλης της ομάδας. Πρόκειται για μια νέα και εντελώς ιδιαίτερη πραγματικότητα. Αυτός ο πλούτος, που είναι απολύτως ρευστός επειδή είναι απολύτως επιθυμητός από όλα τα μέλη της εμπορευματικής σχέσης, βρίσκεται στα θεμέλια του νομίσματος. Το νόμισμα είναι ένας κοινωνικά αναγνωρισμένος και νομιμοποιημένος πλούτος. (…)

Πρέπει λοιπόν ν’ απομακρυνθούμε από τις περί πλούτου αντιλήψεις, που προέρχονται από τις θεωρίες της αξίας και οι οποίες υιοθετούν την ιδέα ότι ο πλούτος είναι μια ωφελιμιστική “ουσία”, μια “αξία χρήσης” πέραν των κοινωνικών συμβάσεων. Ο πλούτος είναι ουσιαστικά ζήτημα κοινωνικής σύμβασης. Πλούτος δεν είναι παρά αυτό που επιθυμούν όλα τα μέλη μιας ομάδας. (…)

Στο σημείο αυτό, η θεωρία του Ρενέ Ζιράρ για τη μιμητικότητα μάς βοηθάει να βρούμε ένα κατάλληλο πλαίσιο ανάλυσης για να εξειδικεύσουμε τους ορισμούς μας. Εφόσον όταν κανείς επιθυμεί τον πλούτο, ουσιαστικά επιθυμεί αυτό που επιθυμούν οι άλλοι, ο κοινωνικός μιμητισμός επιβάλλεται σαν η μόνη ορθολογική συμπεριφορά που αρμόζει σε αυτή την κατάσταση σχέσεων, δηλαδή στις εμπορευματικές σχέσεις.

Λαμβάνοντας υπόψη τον κατά Ρενέ Ζιράρ μιμητικό ανταγωνισμό, αντιλαμβανόμαστε ότι η μιμητική επιδίωξη του πλούτου από όλα τα μέλη του εμπορευματικού κοινωνικού σχηματισμού απολήγει αναγκαστικά στην εστίαση όλων των επιθυμιών πλούτου σε ένα αγαθό. Όλοι καταλήγουν να επιθυμούν το ίδιο αγαθό ως υπέρτατη ενσάρκωση του πλούτου. Αυτή η ομόθυμη πόλωση έχει ως αποτέλεσμα το ριζικό μετασχηματισμό της φύσης αυτού του εκλεκτού αγαθού. Συγκεκριμένα, για να μην οδηγήσει ο γενικευμένος μιμητικός ανταγωνισμός περί αυτού σε διάλυση της κοινωνίας, το αγαθό αυτό τοποθετείται πέραν και υπεράνω των ατόμων. Ενώ προηγουμένως αποτελούσε μια ιδιωτική και δοκιμαστική μορφή του πλούτου − μια απλή “πρόταση” πλούτου εκ μέρους κάποιου ατόμου ή ομάδας, όπως κάθε άλλο εμπορευματικό αγαθό −, στο εξής αποκτά κοινωνικής εμβέλειας νομιμοποίηση και οι ιδιότητές του παγιώνονται σε “νόμο”. Γίνεται, δηλαδή, νόμισμα.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, στο τέλος όλης αυτής της πορείας μιμητικών ανταγωνισμών, αναδύεται το νόμισμα, το οποίο δίνει μορφή στον εμπορευματικό διαχωρισμό. Πολύ μακρυά από την ιδέα ότι αποτελεί κάποιο είδους “γενικό ισοδύναμο” ανταλλαγής “αξιών χρήσης”, το νόμισμα είναι νόμισμα χάρη στη γενικευμένη μιμητική πολωση. (…)

Έτσι είναι σαφές, ότι κάθε εμπορευματική σχέση, ακόμα και στην πιο στοιχειώδη μορφή της, συνυφαίνεται με την ύπαρξη νομίσματος. Για να το πούμε ευθέως, με δυο λόγια: η εμπορευματική σχέση είναι πάντοτε μια χρηματική-νομισματική σχέση. (…)

Μεταξύ εμπιστοσύνης και βίας: ο δανεισμός

Το χρήμα, ως ένας κοινωνικά αναγνωρισμένος και νομιμοποιημένος πλούτος, είναι ένα πολιτισμικό γεγονός, το οποίο μας έρχεται από τα βάθη του χρόνου. Πολύ πριν από την επινόηση λεπτομερειακά σκαλισμένων νομισμάτων στις ελληνικές πόλεις του Αιγαίου πελάγους κατά τον 5ο π.Χ αιώνα, συναντάμε σχετικά τεκμήρια από την εποχή των Σουμερίων της 3ης χιλιετίας π.Χ. Πρόκειται για νομίσματα όπου είναι σκαλισμένο το κεφάλι της Αστάρτης, μιας μητρικής θεότητας που συμβόλιζε τόσο τη γέννηση όσο και το θάνατο. Τούτο υποδεικνύει τον αμφίπλευρο χαρακτήρα του νομίσματος ήδη από τις καταβολές του: μέσον κοινωνικής συνοχής, μέσον ειρήνευσης μέσα στην κοινότητα, αλλά και διακύβευμα αγώνα για την ισχύ και πηγή θανάσιμης βίας. (…)

Πράγματι, το χρήμα δεν καταργεί τις ενδογενείς αντιφάσεις της επιθυμίας για πλούτο. Τους δίνει όμως μορφές, μέσα στις οποίες μπορούν να κινούνται μετασχηματίζοντας τη βία σε κοινωνική δυναμική. Οι μορφές αυτές είναι αυτές των νομισμάτων που σχετίζονται με το δανεισμό. Αυτά τα νομίσματα μετασχηματίζουν την εμπορευματική αντιπαλότητα σε μια αντιφατική σχέση μεταξύ δανειστών και δανειζομένων. 

Από αυτή τη σχέση γεννήθηκε ο καπιταλισμός. Πρόκειται για μια ειδική σχέση, η οποία ρυθμίζεται από το νόμισμα και με τη σειρά της ρυθμίζει τους κανόνες της κυριαρχίας του. (…)

Εδώ το νόμισμα συνδέεται άρρηκτα με την πίστωση και η πίστωση στηρίζεται σε μια εμπιστοσύνη, η οποία εκφράζεται στην πίστη σε ένα αξιακό απόθεμα. Συνεπώς στον καπιταλισμό οι κανόνες κυριαρχίας ρυθμίζονται από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, μέσω του οποίου επιβάλλονται στο σύνολο της οικονομίας. (…)».

Michel Aglietta και André Orléan, La Monnaie entre Violence et Confiance

[Το χρήμα-νόμισμα μεταξύ βίας και εμπιστοσύνης], εκδ. Odile Jacob, 2002.

3-Το χρήμα δεν είναι “μέτρο της αξίας”, αλλά θεσμός

Στο δεύτερο μέρος της σχετικής σειράς μας, είδαμε την υφή της κοινωνικής σχέσης που δομείται από το θεσμό του χρήματος. Πρέπει όμως να εξετάσουμε διεξοδικότερα το λόγο για τον οποίο το χρήμα είναι θεσμός. Θα το κάνουμε σε δύο μέρη. Στο πρώτο, εδώ, παρουσιάζουμε σχετικά αποσπάσματα από μια εισήγηση του ίδιου συγγραφέα σε δική μας μετάφραση. Θα δούμε ότι ο Αριστοτέλης κατάλαβε το ζήτημα της εμπορευματικής ανταλλαγής καλύτερα από τον Μαρξ: δεν υπάρχει καμιά «ουσία» κρυμμένη πίσω από την ανταλλαγή εμπορευμάτων. Το μόνο «θεμέλιο» αυτής της ανταλλαγής είναι η σύμβαση του χρήματος. Έτσι, όταν λέμε ότι το τάδε εμπόρευμα έχει τη δείνα “αξία”, εννοούμε απλώς ότι το εμπόρευμα αυτό επιτρέπει την απόκτηση χρήματος κατά την ανταλλαγή του. Πιστεύουμε ότι είναι σαφέστατα τα όσα λέει και μάλιστα μάς εισάγουν στην ιδέα του χρήματος ως τάλισμαν, μαγικού φυλαχτού, που θα δούμε και αργότερα.

 

Το μικρό παράθεμα από τον Εντουάρ Βιλ, που βάζουμε για προμετωπίδα, συμπυκνώνει σε λίγες γραμμές την οπτική γωνία αυτή εδώ της σειράς. Για τη μετάφραση του όρου institutionnaliste: χάρη στον παλιό φίλο και μεταφραστή Πάνο Τσαχαγέα, τον αποδώσαμε με τον πολύ δόκιμο όρο θεσμοκεντρική. Σημ. HS

 

*

 

«Υπογραμμίζοντας λοιπόν ότι, όπως δείχνουν όλα τα δεδομένα, το χρήμα δεν γεννήθηκε σαν ένα εργαλείο αριθμητικής μέτρησης των αξιών των εμπορευμάτων αλλά πρώτα-πρώτα σαν ένα στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων −όπου το ποσοτικό δεν ήταν κατ’ ουσίαν παρά μια υλική αποτύπωση ανορθολογικών σχέσεων ισχύος−, και στη συνέχεια σαν ένα (αλλά όχι το μοναδικό) εργαλείο κωδικοποίησης αυτών των σχέσεων, οφείλουμε να παρατηρήσουμε, ότι ποτέ σε ολόκληρη την ιστορία του το χρήμα δεν έπαψε να αποτελεί μια αντανάκλαση του ανορθολογισμού εκείνων των πρωτόγονων κοινωνικών δομών».

Edouard Will, «Σκέψεις και υποθέσεις σχετικά με τις καταβολές του νομίσματος»,

Révue numismatique, τχ 17 (1955).

*

«Τι εννοούμε όταν λέμε, ότι το χρήμα είναι θεσμός; Εννοούμε ότι το χρήμα δεν είναι ένα εμπόρευμα, ούτε ένα εργαλείο για τη διευκόλυνση των ανταλλαγών, όπως υποστηρίζουν πάμπολλες ανταγωνιστικές θεωρίες, αλλά είναι ο δεσμός που συνδέει μεταξύ τους τους παραγωγούς και που, έτσι, καθιστά δυνατή την πραγμάτωση των ανταλλαγών. Με άλλα λόγια, κάτω από αυτή την οπτική, το χρήμα είναι η πρωταρχική σχέση, εκείνη πάνω στην οποία θεμελιώνεται η εμπορευματική τάξη πραγμάτων. Χωρίς το χρήμα, χωρίς το νόμισμα, δεν μπορεί να υπάρξει εμπορευματική οικονομία.

Εδώ βρίσκεται η πρωτοτυπία της θεσμοκεντρικής [institutionaliste] θέσης μας. Στις οικονομικές θεωρίες το χρήμα θεωρείται συνήθως δευτερεύον σε σχέση με τον ορισμό της έννοιας της Αξίας. Αυτή η έννοια αποτελεί κατά παράδοση το κατεξοχήν αντικείμενο των οικονομικών αναλύσεων και από αυτήν αντλούν την απάντησή τους σε όλα τα θεμελιώδη ζητήματα της οικονομίας: γιατί τα εμπορεύματα είναι σύμμετρα και σύμφωνα με ποια σχέση αναλογίας ανταλλάσσονται. Αυτή την αντίληψη την ονομάζω εργαλειακή [instrumentaliste] προσέγγιση του χρήματος, διότι θεωρεί το χρήμα σαν ένα εργαλείο, το εργαλείο που διευκολύνει τις ανταλλαγές.

Μαρξ και Αριστοτέλης

 

Η προσέγγιση του Μαρξ αποτελεί ένα ενδιαφέρον όσο και χαρακτηριστικό παράδειγμα της εργαλειακής θεώρησης του χρήματος. Ας το δούμε. Στο πρώτο λ.χ. κεφάλαιο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίον ο Αριστοτέλης, εξετάζοντας το ζήτημα της ισότητας “5 κλίνες = 1 οικία”, γράφει ότι “ούτε ανταλλαγή θα υπήρχε αν δεν υπήρχε ισότητα∙ ούτε ισότητα θα υπήρχε αν δεν υπήρχε συμμετρία” [Ηθικά Νικομάχεια, βιβλίο Ε΄, 1133b –σημ. HS], δηλαδή αναγωγή σε ένα κοινό μέτρο.

 

Σχολιάζοντας εδώ ο Μαρξ, υπογραμμίζει την “μεγαλοφυΐα” του Αριστοτέλη, στο βαθμό που κατάλαβε πως η χρηματική ανταλλαγή στηρίζεται σε μια σχέση ισότητας. Ωστόσο κατά τον Μαρξ, σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Αριστοτέλης σκόνταψε αφού δεν κατόρθωσε να καταδείξει πού θεμελιώνεται η εμπορευματική ισότητα-συμμετροποίηση, μιας και ήταν της γνώμης ότι “είναι αδύνατον πράγματα τόσο ανόμοια να γίνουν σύμμετρα”, με αποτέλεσμα να  καταλήξει ο συμπέρασμα ότι “κάνουμε αυτή τη συμμετροποίηση απλώς και μόνο για λόγους πρακτικής χρείας” [στο ίδιο, HS].

Για τον Αριστοτέλη λοιπόν, η εμπορευματική ισότητα-συμμετροποίηση είναι καθαρά θέμα σύμβασης. Όμως για τον Μαρξ δεν είναι έτσι τα πράγματα. Κατ’ αυτόν υπάρχει πραγματικά κάτι το κοινό μεταξύ των εμπορευμάτων, μια ουσία στην οποία θεμελιώνεται η συμμετροποίησή τους και η οποία προηγείται του χρήματος: η ανθρώπινη εργασία. Έτσι, συμπεραίνει ότι η ανταλλαγή των εμπορευμάτων συντελείται με μέτρο τον “κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας” που απαιτείται για την παραγωγή τους.  Σύμφωνα με τον Μαρξ, ο λόγος που ο Αριστοτέλης δεν κατόρθωσε να ξεδιαλύνει το μυστήριο της ιστότητας των εμπορευμάτων έχει να κάνει με το ότι ζούσε σε μια εποχή όπου οι δουλοκτητικές σχέσεις έκρυβαν την ουσία που εξισώνει τις ανθρώπινες εργασιακές δυνάμεις. Κοντολογής, στη μαρξιστική θεωρία το χρήμα είναι δευτερεύον, μια σε δεύτερο χρόνο έκφραση των σχέσεων Αξίας.

Η εμπορευματική ανταλλαγή δεν βασίζεται σε καμιά “ουσία” του εμπορεύματος!

 

Η δική μας αντίληψη αντιτίθεται τόσο στη μαρξιστική όσο και στη νεοκλασσική υπόθεση της Αξίας, και συμφωνεί με τον Αριστοτέλη. Θεωρούμε δηλαδή ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία αντικειμενική ουσία πίσω από την ανταλλαγή των εμπορευμάτων και ότι η ανταλλαγή αυτή θεμελιώνεται απλώς και μόνο στην σύμβαση του χρήματος. Με άλλα λόγια, η σχέση με το χρήμα είναι εκείνη που ομοιογενοποιεί, εξισώνει, ή καθιστά “σύμμετρα”, τα εμπορεύματα. Αυτή η εξίσωση ή συμμετροποίηση  δεν προϋπάρχει της θέσμισης του χρήματος και δεν υπάρχει χωρίς τη σύμβαση του χρήματος.

Υποστηρίζουμε λοιπόν μια θεωρία πολύ διαφορετική από εκείνη που προτείνουν οι ποικίλες θεωρίες της Αξίας, όπως κι αν την ορίζουν. Δεν βλέπουμε στο χρήμα μια ουδέτερη μορφή, η οποία απλώς επιτρέπει ή διευκολύνει την έμμεση έκφραση μιας Αξίας που υποτίθεται ότι προϋπάρχει της χρηματικής σύμβασης. Απεναντίας, θεωρούμε ότι το χρήμα και η αξία αποτελούν μια και την αυτήν πραγματικότητα: είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αξία υπάρχει μόνο και μόνο επειδή υπάρχει το χρήμα. Αξία χωρίς χρήμα δεν υπάρχει.

Επομένως, σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη, όταν λέμε ότι το τάδε εμπόρευμα έχει τη δείνα “αξία”, εννοούμε απλώς ότι το εμπόρευμα αυτό επιτρέπει την απόκτηση χρήματος κατά την ανταλλαγή του. Δεν πρέπει λοιπόν να βλέπουμε τη χρηματική τιμή όπως τη βλέπουν οι διάφορες θεωρίας της Αξίας, δηλαδή σαν ένα συμβατικό μανδύα που θα πρέπει να τον σηκώσουμε για να δούμε καθαρά ένα μέγεθος, το οποίο υποτίθεται ότι κρύβεται από πίσω του και είναι η αντικειμενική αξία των εμπορευμάτων. Απεναντίας, θεωρούμε πως η τιμή είναι μια θεμελιακή πραγματικότητα της εμπορευματικής ανταλλαγής με την έννοια ότι το κάθε εμπόρευμα αξίζει ακριβώς όσο και η τιμή του, δηλαδή όση είναι η ποσότητα χρήματος την οποία αποφέρει κατά την εμπορευματική ανταλλαγή.

Με άλλα λόγια, για τη θεσμοκεντρική προσέγγιση το θεωρητικά ουσιώδες γεγονός, αυτό που πρέπει πρωτίστως να κατανοήσουμε, είναι η εξάρτηση όλων των εμπορευματοκατόχων και εμπορευματοπαραγωγών από το χρήμα. Πρέπει δηλαδή να καταλάβουμε τι είναι αυτή η ομόφωνη και ακόρεστη επιθυμία για χρήμα, που διακατέχει όλα τα μέλη των εμπορευματικών κοινωνιών.

 

Γι’ αυτό το λόγο η θεσμοκεντρική προσέγγιση, αντίθετα από τις άλλες οικονομικές θεωρίες, δεν επιδιώκει να συλλάβει την πραγματικότητα του χρήματος στις διάφορες επιμέρους λειτουργίες του (νομισματική μονάδα, μέσον κυκλοφορίας, μέσον αποταμίευσης), αλλά στην ικανότητά του να συγκεντρώνει πάνω του την γενικευμένη συμφωνία της κοινωνικής ομάδας και να την εκφράζει μ’ έναν αντικειμενοποιημένο τρόπο −απ’ όπου και ορισμοί μας όπως “το χρήμα, έκφραση της κοινωνίας ως ολότητα” (Aglietta et al. 1998, 10) ή “το χρήμα, συντελετής ολοποίησης” (Orléan, 2002).

Ανθρωπολογική συνηγορία υπέρ της θεσμοκεντρικής θεώρησης

 

Η θεσμοκεντρική θεωρία μας μπορεί να είναι εντελώς μειοψηφική μεταξύ των οικονομολόγων, ωστόσο έχει σημαντικούς υποστηρικτές στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Για παράδειγμα τον Μως, τον Σιμιάν, ή τον Ζίμμελ. Ας δούμε λ.χ. τι λέει σχετικά ο Μαρσέλ Μως στη σύντομη μελέτη του με τίτλο “Οι καταβολές της έννοιας του χρήματος” (1914).

 

Βασική ιδέα του Μως είναι ότι η ικανότητα προσπορισμού αγαθών προέρχεται από την σαγηνευτική δύναμη του τάλισμαν [μαγικό φυλαχτό, HS]. Οι άνθρωποι ποθούν μαζικά το τάλισμαν επειδή πιστεύουν στις μαγικές του ιδιότητες σε τέτοιο βαθμό, που είναι πρόθυμοι να εγκαταλείψουν όσα έχουν για να το αποκτήσουν. Εδώ βρίσκεται η προέλευση των μαγικών ιδιοτήτων του χρήματος! Η αγοραστική δύναμη του κατάγεται από τη σαγήνη που ασκεί το τάλισμαν. Ο Μως γράφει:

Κατά τη γνώμη μου, η αγοραστική δύναμη του πρωτόγονου χρήματος έγκειται πάνω απ’ όλα στη δύναμη σαγήνης που μεταβιβάζει σε όποιον το κατέχει και την οποία χρησιμοποιεί για να επιβάλλεται στους άλλους.

Με δυο λόγια, ο Μως μάς λέει πως για να καταλάβουμε την αγοραστική δύναμη του χρήματος, πρέπει να καταλάβουμε τη συλλογική λατρεία που περιβάλλει ορισμένα αντικείμενα. Εδώ ακριβώς συναντάει την δική μας προβληματική. Να σημειώσω, πως ο μοντέλο του τάλισμαν συμφωνεί με τα συμπεράσματα πολυάριθμων αθρωπολόγων, που έχουν υπογραμμίσει το γεγονός ότι το πρωτόγονο χρήμα είναι κατ’ ουσίαν ένα μέσον πληρωμής με το οποίον μπορούσε να “εξοφλήσει” κανείς μη-οικονομικές υποχρεώσεις, όπως για παράδειγμα τη προίκα της νύφης, ή το weregild [η αξία κάθε προσώπου ή πράγματος σύμφωνα με τους Σάλιους Κώδικες, HS].

Εδώ βλέπουμε ξεκάθαρα την καρδιά του προβλήματος χρήμα: η ενσάρκωση αυτού που “αξίζει”, θεμελιώνεται στη λατρεία της κοινωνικής ομάδας για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή σημείο. Τέτοιου είδους είναι το μυστήριο της αγοραστικής δύναμης. Εκείνο που αλλάζει με το σύγχρονο χρήμα, είναι η φύση της λατρείας: δεν πρόκεται πλέον για κλασσική μαγικοθρησκευτική λατρεία. Γι’ αυτό και μιλάμε τώρα για “συλλογική εμπιστοσύνη” [και “εμπορική πίστη”, HS].»

André Orléan, Εισήγησηστοσεμινάριο

«De l’ auto-organisation au temps du projet»,

11-18 Ιουλίου 2007

 

Ουρουγουάη, Μοντεβιδέο: Δράσεις που έλαβαν χώρα τον Απρίλη και τον Μάη

Παρατηρούμε πώς το Κράτος και το Κεφάλαιο καταδυναστεύουν τις ζωές μας, μεταβάλλοντας το περιβάλλον μας, επιβάλλοντας κοινωνικές σχέσεις θεμελιωμένες στον εγωισμό, τον ανταγωνισμό, τις ιεραρχήσεις, πλασάροντας την τυφλή υποταγή και αποδοχή των θεσμών, της εργασίας και του καταναλωτισμού ως κάτι φυσικό.

Η ψηφιοποίηση των πάντων που επιταχύνθηκε λόγω της πανδημίας, η τεχνολογία 5G, οι «έξυπνες πόλεις» και ο κοινωνικός έλεγχος, αποτελούν λίγα μόνον απ’ τα παραδείγματα για το πώς λειτουργεί το σύστημα αυτό.

Το πολιτικό τσίρκο της Ουρουγουάης:

Ενόσω η αριστερά στηρίζει τη δημόσια υγεία και το “καθεστώς έκτακτης ανάγκης”, η δεξιά δίνει προτεραιότητα στην οικονομία και την αγορά · είναι σαφές πως οι φανφάρες περί αλληλεγγύης, φροντίδας και στήριξης που επαναλαμβάνονται κυνικά, βδομάδα τη βδομάδα, ποτέ δεν πρόκειται ν’ ανταποκριθούν στην υλική πραγματικότητα, καθώς κοιτούν μόνο τα δικά τους μεμονωμένα συμφέροντα διατήρησης των προνομίων τους και απόσπασης της κοινωνικής συναίνεσης. Η αναγκαιότητα ν’ αλλάξουμε αυτήν την πραγματικότητα είναι όλο και πιο επείγουσα · δε μιλάμε για μια αλλαγή προς το συμφέρον των εκμεταλλευτών μας, αλλά προς όφελος των κοινοτήτων μας, ούτως ώστε να γίνουμε πρωταγωνιστές της ίδιας μας της ιστορίας.

Βαδίζοντας στους δρόμους, παρατηρώντας τα όσα μας περιβάλλουν, μπορούμε να βρούμε τρωτά σημεία, αποδεικνύοντας έτσι πως δεν είναι τα πάντα υπό έλεγχο και πως η εξέγερση μπορεί να ξεσπάσει σε κάθε γωνιά, με την ταραχή και την ανυπακοή ν’ αποτελούν το πρώτο βήμα. Από τον μήνα Απρίλη ως την Πρωτομαγιά, εντοπίσαμε διάφορα σημεία για να επιτεθούμε και να αφήσουμε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «Δίχως αγώνα δεν υπάρχει αξιοπρέπεια». Επιτεθήκαμε με μπογιές σε δημαρχεία και ορθώσαμε πύρινα οδοφράγματα · αποφασίσαμε να βάλουμε ένα τέλος στην απάθεια και να κάνουμε πράξη την ανυπακοή.

Ας μην παραμείνουμε θεατές της ίδιας μας της ζωής, ας γίνουμε πρωταγωνίστριες.

Μητροπολιτικά Αρπαχτικά

Πηγή: Act for Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Αγγλία, Λονδίνο: Μετά την καραντίνα, ας αντικρίσουμε την κατάσταση γύρω μας

1η Μάη 2021…

Μετά την καραντίνα, ας αντικρίσουμε την κατάσταση γύρω μας.

Η πανδημία αποτέλεσε τον πυροκροτητή μιας τεράστιας διαδικασίας καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, εντός της οποίας βυθιζόμαστε ραγδαία. Το Λονδίνο έχει ήδη προσαρμοστεί για τα καλά στα πλαίσια μιας “έξυπνης πόλης” – αυτό συνεπάγεται πως κάθε στοιχείο σε αυτήν την ταραχώδη μητρόπολη βρίσκεται σε διαδικασία να εισέλθει (ή έχει ήδη εισέλθει) σε ένα γιγάντιο τεχνολογικό δίκτυο: καπιταλιστικό σίγουρα, όμως σε μεγάλο βαθμό ψηφιακό, σχεδόν αυτόνομο, διάχυτο στο περιβάλλον γύρω μας, ακόμη και στους εαυτούς μας, στο κορμιά μας, στα μυαλά μας.

Αυτήν ακριβώς τη στιγμή βρισκόμαστε στη μέση ενός αχανούς λαβύρινθου. Χαλκεύεται ένας κόσμος “ονειρικός”, αποστειρωμένος και μακάριος. Απόλυτη αποδοτικότητα, απόλυτη διασυνδεσιμότητα, απόλυτη απομόνωση. Με φρενήρεις ρυθμούς, ο κόσμος συρρικνώνεται σ’ ένα καλούπι πλήρως μετρήσιμο, προβλέψιμο και προσπελάσιμο απ’ την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), την Επαυξημένη Πραγματικότητα (AR) και το Δίκτυο των Πραγμάτων (IoT). Τα ακροτελεύτια ψυχία ζωτικής κι ανθρώπινης επαφής σιγοσβήνουν, καθώς αντικαθίστανται από τη διαχείριση μιας ρουτίνας ανηλεούς εκμετάλλευσης και ολοσχερούς απόγνωσης.

Όλο αυτό το διάστημα, η ζωντανή φύση γίνεται στάχτη – είναι ήδη πολύ αργά να το αντιστρέψουμε αυτό. Βρισκόμαστε ήδη εν μέσω μιας μαζικής καταστροφής. Καμία ανησυχία · Το κεφάλαιο δηλώνει έτοιμο να μεταπηδήσει από τις “καταστροφικές” πρακτικές της εξόρυξης ορυκτών καυσίμων στις εξορύξεις σπάνιων γαιών (χρήσιμες για την κατασκευή ηλιακών πάνελ, ανεμογεννητριών, καθώς και για όλες τις έξυπνες τεχνολογίες στις οποίες βασίζεται πλέον ο κόσμος τους), ενώ ήδη χρησιμοποιούνται εργαζόμενοι ως δούλοι στις εξορύξεις στη Γουινέα και το Κονγκό. Κι αν οι μάζες των ανθρώπων στα πρώην (βρετανικά) αποικιοκρατικά προπύργια δραπετεύσουν απ’ τον θάνατο και το χάος της επακόλουθης έλλειψης πόρων και των πολεμικών επιστρατεύσεων; Λοιπόν, το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Napier Barracks, το στρατιωτικοποιημένο σύστημα στα σύνορα και στις φυλακές, μας δίνει μια γεύση απ’ το τι διαχείριση επιφυλάσσεται για το σενάριο αυτό.

Εν τω μεταξύ, οι αγορές ωθούνται σε μόνιμη αστάθεια, καθώς τα γνώριμα σχήματα αποτυγχάνουν, η “παραγωγική” βιομηχανία συνεχίζει να παραμελείται, και το πλασματικό κεφάλαιο επανεπιβεβαιώνει την κυριαρχία του στην παγκόσμια οικονομία: Θα υπάρξουν (και ήδη υπάρχουν) μαζικά κραχ και κρίσεις. Κανένα πρόβλημα · Θυμόμαστε την τελευταία δεκαετία της τιμωρητικής αυστηρότητας, της ρίψης των νεκροσάβανων των καταπιεσμένων στη χωματερή, της πρόσδεσης κάθε πτυχής της ύπαρξής μας στην αδηφάγα αποκαλούμενη “οικονομία της πλατφόρμας” (ευέλικτη εργασία), την ίδια στιγμή όπου δυσχεραίνουν οι συνθήκες στις -βικτωριανής κοπής- φτωχογειτονιές των προαστίων, όπου οι μάζες της πόλης αυτής δεν μπορούν να εξασφαλίσουν την τροφή τους, όπου η ανεργία ξεπερνά τα επίπεδα του 1981: Το βιβλίο έχει ήδη γραφτεί πολύ καλά.

Όλο αυτό το διάστημα, η τεχνολογία της επιτήρησης -το Λονδίνο ήδη έχει ξεχειλίσει από κάμερες, συνεπικουρούμενες όμως και από GPS, από τις ίδιες μας τις ”συσκευές”, από τον ίδιο τον τρόπο κίνησής μας στον κόσμο- τείνει ταχύτατα σε υπερχείλιση. Στο όλο αμάλγαμα μπορούν να συμπεριληφθούν και τα drones, καθώς σύντομα θ’ αποτελούν -σε σχέση με τους παρόντες όρους καθυπόταξής μας- ένα στοιχείο τόσο κοινότοπο όσο και τα περιπολικά. Εν πάσει περιπτώση, κατανοούμε εξ ολοκλήρου πώς θα αξιοποιηθούν όλα αυτά. Με τον ίδιο τρόπο που αυτή η χώρα, οικοδομώντας έναν εκτεταμμένο σωφρωνιστικό σκελετό, στιγματίζει, τσουβαλιάζει και φακελώνει οποιονδήποτε ρίχνεται στις ραγισματιές τούτης της μεγα-μηχανής – για να μην αναφερθούμε στη βάναυση μεταχείριση όσων με τόλμη στέκονται στα πόδια τους και την πολεμούν. Αυτός ο “κατάλογος” μας δίνει μιαν ιδέα για το τι έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε στρεφόμενοι προς αυτήν την κατεύθυνση.

Χάνουμε έτσι την επαφή με τα γεγονότα. Ο κόσμος αλλάζει πολύ γρήγορα, κι εμείς μετά βίας γνωρίζουμε τι να κάνουμε με τους ίδιους μας τους εαυτούς. Όλες οι μορφές πάλης που βασίζονται στις επιτελεστικές ακτιβιστικές χειρονομίες, την “οργάνωση κοινοτήτων” (οτιδήποτε κι αν σημαίνει αυτό), την “αφύπνιση συνειδήσεων”, την ένταξη νέων μελών σε κάποια συλλογικότητα, την προώθηση μεταρρυθμιστικών αιτημάτων: Όλα αυτά δεν είναι απλώς αντιδραστικά και βασιζόμενα στην ποσότητα, αλλά αντιστοιχούν σε έναν κόσμο που πλέον δεν υπάρχει. Ο τρόπος κίνησης του καπιταλισμού (εδώ και κάποια χρόνια) είναι η έμπρακτη εφαρμογή της ρήσης της Θάτσερ, η εξάλειψη της “κοινωνίας”. Σε αυτήν τη νεο-φεουδαρχία, απλά δεν υφίσταται πολιτική, δεν υπάρχουν “δικαιώματα”, καμιά “δημοκρατία”, καμιά “κοινότητα”, ούτε καν κατ’ όνομα – δεν ευδοκιμεί τίποτα ικανό έστω και να προσποιηθεί πως ασκεί επιρροή στην πραγματικότητα. Υπάρχει μονάχα μια περιστρεφόμενη δίνη εντός της οποίας προοριζόμαστε να θρυμματιστούμε και να χάσουμε τον εαυτό μας, ενόσω εμείς αναλώνουμε τον χρόνο μας “περιμένοντας” κάτι να μας απελευθερώσει από δαύτον τον εφιάλτη, κάτι που δεν έρχεται ποτέ. Δίχως αξιοπρέπεια – δίχως πάθη, μουδιασμένες, πνιγμένες, κενοί.

Κατέχουμε ακόμα όμως κάτι πραγματικά επικίνδυνο. Έχουμε μια ιδέα. Μια ιδέα για την οποία αξίζει να ρισκάρουμε, για την οποία αξίζει να διακινδυνεύσουμε ό,τι απόμεινε απ’ τη ζωή μας. Αν οι πεποιθήσεις μας αποκτήσουν το απαιτούμενο θάρρος, μπορούμε να ξεκινήσουμε τη δική μας περιπέτεια για να διεκδικήσουμε περήφανα και άφοβα μία πραγματικότητα – έναν τρόπο ύπαρξης, ο οποίος μπορεί να ανατινάξει το περίγραμμα του μέλλοντος που σχεδιάζεται για εμάς, αυτού του τάφου που έχει ήδη σκαφτεί και μας αποζητά. Διότι αυτό ακριβώς στερείται η εξουσία, δίχως να μπορεί καν να το κατανοήσει. Ατενίζοντας το χάος και την αστάθεια των ημερών μας, μπορεί να δει μόνο αντικείμενα προς διαχείριση. Ανανγωρίζει μόνο τον δρόμο της εξομάλυνσης. Απεναντίας, εμείς, αν προσπαθήσουμε, μπορούμε να διακρίνουμε κάτι πολύ διαφορετικό: έναν πακτωλό τρωτών σημείων, τόσο υλικών όσο και πνευματικών (τα χαρακώματα της μάχης σήμερα εκτείνονται παντού), βάσει των οποίων μπορούμε να χαράξουμε μια στρατηγική επίθεσης. Διότι, άπαξ και συντρίψουμε την ψευδαίσθηση της βεβαιότητας, άπαξ και διατρανώσουμε την ομορφιά και τη δύναμη της ιδέας μας ενάντια σ’ αυτόν τον κόσμο, τα πάντα εντός του δύνανται να αναθεωρηθούν. Δεν υπάρχει πλέον μια μάζα να τεθεί υπό παρακολούθηση, ιχνηλάτηση και διαχείριση. Υπάρχει ένα πεδίο έμπλεο με ατομικότητες, οποιαδήποτε εκ των οποίων ενδέχεται να διέπεται από την ίδια οργή, τα ίδια όνειρα με εμάς. Δεν υπάρχει πλέον μια οικονομία στο όνομα της οποίας να θυσιαστούμε. Υπάρχουν εκμεταλλευόμενες κι εκμεταλλευόμενοι έτοιμοι να πολεμήσουν πλάι-πλάι ενάντια σε εκμεταλλευτές των οποίων η ισχύς είναι σαθρή, ενώ οι επικλήσεις τους στη νομιμότητα έχουν απαξιωθεί προ πολλού. Δεν υπάρχει πλέον μια τεχνολογία απροσπέλαστη. Υπάρχουν τόσο πολλά συμπλέγματα υποδομών, τόσο πολλά αφύλακτα σημεία έτοιμα να στοχοποιηθούν. Kαι, κυρίως, δεν υπάρχει πλέον αδράνεια. Υπάρχει ένας γερασμένος κόσμος ν’ αποτελειώσουμε, υπάρχει μια παροντική στιγμή -που τόσο καιρό βυθιζόταν στην αφάνεια και την αναβολή- έτοιμη να την επανακτήσουμε, να πειραματιστούμε μαζί της και να τη ζήσουμε στο έπακρο.

Αλλά τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Να καθόμαστε καρτερικά στη γωνιά μας, περιμένοντας απλά τις επόμενες ταραχές; Στην τελική, πώς θα κινηθούμε σε μια κατάσταση γενικευμένης εξέγερσης; Να παραμείνουμε απλοί θεατές, ζητωκραυγάζοντας για τους γκετοποιημένους και αποκλεισμένους πληθυσμούς; Μήπως να συμβάλουμε κι εμείς με το λιθαράκι μας; Και τι θα συμβεί την επόμενη μέρα; Η αλήθεια είναι πως αυτήν τη στιγμή όλα δείχνουν μια “επιστροφή στην κανονικότητα”. Οφείλουμε ν’ αποτιμήσουμε την κατάσταση: Βιώνουμε ήδη μια συνθήκη όπου αδυνατούν να διατηρήσουν τον έλεγχο των δρόμων, σε αυτό το νέο κλίμα “διαχειρίσιμης” αστάθειας. Απλά κοιτάξτε γύρω σας την καμμένη γη, ακόμα και τούτη η χώρα δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτήν την τάση – μια γρήγορη ματιά στη δύση θα σας πείσει γι’ αυτό. Προκειμένου να έχουμε μια πραγματική, ποιοτική αλλαγή, πρέπει ν’ αποδράσουμε από κάθε ρουτίνα, ακόμη κι απ’ αυτές που πασπαλίζονται με “βίαια στοιχεία” και καταντάνε συνήθεια που μας παγιδεύει. Θέλουμε να σπάσουμε την εσωστρέφεια και να εκφράσουμε στον κόσμο ένα όραμα εξέγερσης και κοινωνικού πολέμου που υπερβαίνει κατά πολύ τις συγκρούσεις με τους μπάτσους – επειδή, σε αντίθεση με τις αναρχικές έξεις, η αστυνομία δεν είναι ο πραγματικός εχθρός, απλώς στέκεται ως εμπόδιο στον δρόμο μας. Ο πραγματικός εχθρός που χρήζει βίαιης αντιμετώπισης είναι η ίδια μας η μυωπική αντίληψη περί του τι είναι εφικτό, τι σημαίνει να ζεις. Για να σκίσουμε τη μάσκα από το πρόσωπο της εξουσίας, για να αντικρίσουμε το σύστημα ως αυτό το αδύναμο και σαθρό πράγμα που όντως είναι, πρέπει πρωτίστως να ανακαλύψουμε εντός μας τι είναι πραγματικά θαλερό, παρά τις όποιες διαφορετικές μορφές του, και αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα ν’ αρχινήσουμε μιαν αέναη και δίχως όρια ανταρσία, ν’ απελευθερώσουμε την απαξιωμένη φαντασία μας – να επενδύσουμε τις ζωές μας σε ό,τι δε δύναται να δεχθεί αντιπροσώπευση, μεσολάβηση ή σχηματοποίηση. Απέναντι σε αυτό, τα δικαστήρια, τα αστυνομικά τμήματα, τα κοινοβούλια, οι αίθουσες συνεδριάσεων, οι στρατοί, η Silicon Valley, το Εμπορικό Επιμελητήριο, φορείς όπως NATO/G8/G20/COP-?, τα κέντρα των “αντιτρομοκρατικών υπηρεσιών”, αποκαλύπτουν την πραγματική τους ταυτότητα – απλώς πολλά παράλογα θεάματα, με τόσους πολλούς ερασιτέχνες ηθοποιούς σε αναμονή να αποχωρήσουν από την αυλαία μόλις το κοινό απηυδήσει στην παθητική ενατένισή τους και αποφασίσει να μην κουρνιάσει στο σκοτάδι ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω.

ΑΥΤΗ Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΦΥΛΑΚΗ ΕΙΝΑΙ ΕΥΑΛΩΤΗ

ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΡΑ

Το αγγλικό κείμενο σε μορφή PDF

Πηγή: Act for Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Consumimur Igni: Αιώνιοι φοιτητές στα αμφιθέατρα των επαναστατικών εφορμήσεων

Λάβαμε 28/4/2021

Το κλίμα προβλέπεται βαρύ μετά από μία ακόμα ήττα στο ιστορικό της διαπάλης των κοινωνικών κινημάτων με το ακροδεξιό κυβερνητικό έκτρωμα και την υπερψήφιση του νέου νομοσχεδίου για την εκπαίδευση. Οι επικήδειες συμβολικές εκδηλώσεις μαζί με τις ευκατοφρόνητες προσπάθειες αντίστασης μιας κλινικά νεκρής και σε μόνιμη ρήξη με τον ριζοσπαστισμό αριστεράς, δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν την κατοχύρωσή του, παρά τις όποιες αξιέπαινες δυναμικές αντιδράσεις των ακούραστων εξεγερμένων μειοψηφιών. Και φυσικά κανείς οξυδερκής δεν αιφνιδιάστηκε από αυτήν την εξέλιξη, ούτε για την επερχόμενη συνέχεια στο, τετριμμένο πλέον, θέαμα σύγκρουσης μεταξύ κράτους και όσων δεν μπορούν να δουν πέρα από τα αφηγήματά του.

Πάντως, η τερπνή θέα των αδάμαστων ταραχοποιών κατά τη δυναμική τους επανεμφάνισή τους στο κέντρο των ελλαδικών μητροπόλεων αποτελεί πάντα μια ανεκτίμητη βαρβαρική συνεισφορά. Ειδικά αν λάβουμε υπόψιν μας τους πρωτοφανείς σκόπελους της συγκυρίας, ένεκα της στρατιωτικοποίησης του κράτους με πρόσχημα τη νόσο Covid-19, και της μαχητικής ανετοιμότητας των υπόλοιπων μετεχόντων στις επιχειρήσεις ανακατάληψης του κέντρου. Χαλάλι το απαράλλακτο, γραφικό όνειδος των ανήσυχων φοιτητών, λοιπόν, αν μετατρέπεται σε πυροκροτητή αντίστοιχων ευκαιριών για την ικανοποίηση των αδιαπραγμάτευτων φιλοδοξιών μας. Και πέραν της αναμενόμενης νωχελικής τους συμβολής στη διαδραματιζόμενη σύγκρουση, ξεπερνάμε και την αθεράπευτη πολιτική κακομοιριά και συναισθηματική τους ραθυμία.

Στο δια ταύτα τώρα: Το “νέο πανεπιστήμιο”, ήδη εδώ και καιρό -μια αναπότρεπτη άφιξη για όσους δεν ξέχασαν να διαβάζουν τα σημεία των καιρών (κρίση αναπαραγωγής του κεφαλαίου, ανάγκη ανάδειξης νέων αγορών, γενικευμένος κοινωνικός εκμαυλισμός, εκσυγχρονισμός της παραγωγής, ιδεολογική ηγεμονία της οικονομίας ως απότοκο του νοσούντος αστισμού)- βρισκόταν προ των πυλών. “Δυστοπία ολκής και μια ωδή στον ολοκληρωτισμό” ακούμε, αλλά δε συμφωνούμε, κι ας λογαριάζουμε σοβαρά στην κρίση μας τις όποιες βάσιμες ανησυχίες. Θεωρούμε όλους αυτούς τους στομφώδεις μύδρους γκρίνιας μαλακίες. Μια διαδεδομένη και αντιδημιουργική πρακτική της παραδοσιακής αριστεράς. Δε χαρακτηρίζουμε μαλακίες την περίσταση καθ’ εαυτήν, και επ’ ουδενί δεν υποτιμούμε την πρακτική αναγκαιότητα κατανόησης, ανάλυσης και καταπολέμησης ενός σχολαστικά σχεδιασμένου κυβερνητικού νομοσχεδίου με στόχο την περαιτέρω βιομηχανοποίηση της εκπαίδευσης, τον αποικισμό δημοσίου χώρου από ένστολους ανίκανους και την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων αγκιστρωμένων στην εκαπιδευτική διαδικασία: Κομβικά ζητήματα και αληθινοί στόχοι πρώτης τάξεως για την επαναστατική κριτική μας, όπως και οι εμπνευστές τους για τα μέσα εκτόνωσης της διάπυρης οργής μας. Αρκετά όμως με τις φοιτητικές μετριοπάθειες και τους συγχρωτισμούς με τις αριστερίστικες υπεκφυγές.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα των αριστερών φοιτητών με το νομοσχέδιο για την παιδεία είναι ομόλογο με αυτό της σύγχρονής αριστεράς απέναντι σε κάθε μεμονωμένη πολιτική συγκυρία ικανή να τη φέρει αντιμέτωπη με τις αντιφάσεις της, παύοντας να τη μεταχειρίζεται σαν το μόνιμο κακομαθημένο παιδάκι της μεταπολίτευσης: Επανάσταση ή συμφιλίωση με το κατεστημένο; Κοινωνικός πόλεμος ή συμπόρευση με το υπάρχον; Σαφέστερα τώρα, φοιτητής ή εξεγερμένος; Γιατί στο αφεντικό δε βγαίνουν άλλες παραχωρήσεις.

Η στρατιωτικοποίηση των πανεπιστημιακών χώρων δεν είναι ασφαλώς μια στιγμή παράταιρη και αποκομμένη από τη συγκεκριμένη ιστορική φάση του καπιταλισμού και του κοινωνικού γίγνεσθαι. Μια ανθρωπότητα παραδομένη και ανοχύρωτη -πλην ελάχιστων εξαιρέσεων (θλιβερά ελάχιστες για να συντηρούν επαναστατικές ονειρώξεις)- στις κτηνώδεις ορέξεις της οικονομικά διαρθρωμένης μεγα-μηχανής του κεφαλαίου, συνειδητά ή μη, καλείται να προσαρμοστεί εκ νέου στις αδήριτες προϋποθέσεις για την κάλυψη του συστήματος και τη διάσωση του καπιταλισμού ως γενική αρχή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων.

Για τις μη κατεχόμενες από ιδεολογικές παρωπίδες, για τους πιστούς απολογητές και αδιόρατους στηλοβάτες των θεμελιωδέστερων κατηγοριών κατά του υπάρχοντος, δεν προξενεί έκπληξη η συνεχιζόμενη με φρενήρεις ρυθμούς εισβολή της οικονομίας σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης υπόστασης. Εδώ έχει εισβάλλει διαμέσου του σταδιακά πιο εύστοχου και αποδοτικού διάχυτου θεάματος στον καθρέπτη του σπιτιού και στα όνειρά μας, στο πανεπιστήμιο θα κόλωνε; Και από τι θα εμποδιστεί στην τελική; Από το ταλαίπωρο φοιτηταριάτο που έκανε το νέο πανεπιστήμιο πράξη πριν καν να γίνει νομοσχέδιο; Από όσους αναζήτησαν στην ανώτερη εκπαίδευση μια διάσωση ή απόκτηση ταξικών προνομίων; Από όσους διασπάθιζαν, πνιγμένοι στην ηδυπάθεια και τον καταναλωτισμό, τα πύρινα χρόνια του νεανικού τους σφρίγους, με την καταπραϋντική υπόσχεση πως σύντομα θα αποτελούν αξιόπιστα στελέχη στην εκστρατεία επέκτασης του αστικού πολιτισμού; Ή θα εμποδιζόταν από τους αριβίστες πολιτικάντηδες με τις ψευδαισθήσεις αγώνα πίσω από τα περιφρονημένα τραπεζάκια στους πανεπιστημιακούς διαδρόμους, όταν δε φανφαρολογούσαν στα φοιτητομάγαζα με έπαρση ειδήμονα; Όλοι αυτοί είτε δεν ήθελαν, είτε δεν κατάφεραν να εμποδίσουν την υπερψήφιση του ”εκτρωματικού” αυτού νομοσχεδίου, και τώρα τμήματά τους το γύρισαν -σαν έτοιμοι από καιρό- στο ”δε θα εφαρμοστεί”. Μαλακίες ξανά. Και αυτό διότι εφαρμόζεται ήδη καιρό τώρα, με αυτούς ως αναπόσπαστο κομμάτι του.

Το “νέο πανεπιστήμιο” υπήρχε προ πολλού διαμέσου της χαρακτηροδομής, των επιθυμιών, των προτεραιοτήτων, της διαγωγής και των επιλογών του κάθε τυχάρπαστου νεοεισερχόμενου φοιτητάκου, έχοντας με καμάρι στο πέτο του τις ευλογίες κράτους, οικογένειας και αγοράς ως προκαταβολή για τη δυνητική του μελλοντική χρησιμότητα στην παραγωγική διαδικασία. Προαγωγός του φυσικά το “παλιό πανεπιστήμιο”, και δε νιώθουμε την ανάγκη να ζητήσουμε καμιά προκαταβολική συγγνώμη από όσους το νοσταλγούν λόγω της εξάρτησής τους από τα κομματικά τραπεζοκαθίσματα, τα φοιτητικά στέκια και τα πάρτυ του παρασκευο-σάββατου. Αυτές είναι κατ’ αυτούς ικανές αιτίες για να το δοξάζουν και να το εξάρουν ως κάτι διαφορετικό και κοινωνικά υγιές. Με το νομοσχέδιο, εξάλλου, δεν διαφοροποιήθηκε τρομακτικά το πολιτικο-οικονομικό σύστημα, δεν άλλαξε κάποια ουσία του κόσμου, απλά αυξήθηκε η ταχύτητα του καπιταλισμού μαζί με τις αξιώσεις του να εντείνει τον έλεγχο στις σύγχρονες μανιφακτούρες, όπως τα πανεπιστήμια, ως μονάδες παραγωγής εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Σφίξαν οι κώλοι, εν ολίγοις. Οπότε, πού ακριβώς έγκειται το θέμα των περισσότερων αγανακτισμένων, αν δε θέλουμε να υπεκφεύγουμε; Ένα είναι το απαράκαμπτο συμπέρασμα: Η αριστερά έχει συνηθίσει να είναι το αβροδίαιτο παιδί ενός φιλελευθερισμού με τον οποίο έχει πολιτικά συμβιβαστεί, πατώντας στις πλάτες της αιματοβαμμένης ιστορίας αντικαθεστωτικών και αντικαπιταλιστικών αγώνων. Αν την απώλεια αυτών των κεκτημένων προνομίων τη βρίσκει τόσο δυσβάσταχτη, ας σταματήσει να κουράζει με τα διαπιστευτήρια περί νομιμότητας των αιτημάτων της, κι ας ετοιμαστεί να χύσει αίμα, ειδάλλως ας πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας.

Απέναντι στην υπάρχουσα πραγματικότητα, δεν ευδοκιμούν πλέον μετριοπάθειες και υπεκφυγές. Τρομακτική διαπίστωση ίσως για όσους βολεύονται στη μακαριότητα της επίβουλα παραχωρημένης νηνεμίας. Ευλογημένο δώρο όμως για εμάς και όσες αντικρίζαν στις κτηνώδεις ώρες της ακύμαντης καθημερινής ρουτίνας τον χειρότερο εφιάλτη τους. Αν ο καπιταλιστικός κόσμος και η αναπόδραστη παρακμή του απολήγουν στην ανανέωση της βαρβαρότητας και της ωμής κρατικής επιβολής, εμείς γιατί να ιδρώσουμε; Θα έπρεπε να μοιρολογούμε για τις εκλιπούσες στιγμές μιας επίπλαστης κοινωνικής ειρήνης ή να υποκριθούμε τον συμπαραστάτη των μίζερων ανησυχιών του κάθε φοιτητάκου μήπως κερδίσουμε την εύνοιά του, βοηθώντας τον στην αναζήτηση του χαμένου καπιταλιστικού παραδείσου του; Δε διστάζουμε, απεναντίας, να εκφράσουμε μια σχετική “ικανοποίηση” με την έκβαση των εξελίξεων, αφού η αυταρχικοποίηση της πανεπιστημιακής λειτουργίας μπορεί ν’ αποτελέσει μια επαρκή αφορμή για να εγκαταλείψουν τους ευκαταφρόνητους εκπαιδευτικούς (και εν συνεχεία παραγωγικούς) ρόλους τους μεγαλύτερες μερίδες ανθρώπων. Χρήσιμο και αναγκαίο κάθε ερέθισμα που πείθει τους σπουδαστές να παρατήσουν έναν -ούτως ή άλλως- εχθρικό για εμάς χώρο, φυτεύοντας στις καρδιές τους τον σπόρο της εξέγερσης και της άρνησης των σχέσεων επιβολής και υποταγής. Παρατηρώντας πως εμείς οι ίδιοι στερούμαστε τη δυναμική να οξύνουμε την αντιπαράθεση με το κράτος, ας το απολαύσουμε τουλάχιστον να τρώει το ίδιο τα μούτρα του, χτίζοντας εκατοντάδες και χιλιάδες εν δυνάμει αρνητές και πολεμίους του.

Τι να πούμε και ποια να είναι η θέση μας στις κινητοποιήσεις ενάντια στο νέο πανεπιστήμιο, όταν απαρνηθήκαμε οριστικά τους ρόλους και τα πόστα μας στις τάξεις της εκπαιδευτικής εξημέρωσης; Όταν αυτομολήσαμε και αναζητήσαμε πρόθυμα θέση στα χαρακώματα του αναρχικού πολέμου, ποθώντας την καταστροφή του “νέου”, του “παλιού” και κάθε πανεπιστημίου; Δε μας βρίσκει σύμφωνους η ανάθρεψη της γραφικής γκρίνιας των κάθε λογής αγανακτισμένων εκπαιδευτικών σε μια προσπάθεια κατασκευής σαθρών δεσμών αλληλοϋποστήριξης με μοναδικό στόχο την πολιτική επιβίωση και την εξασφάλιση μιας προνομιακής μεταχείρισης, αποστερημένης από οποιονδήποτε σχεδιασμό ριζοσπαστικής ρήξης με τη βαθιά ριζωμένη εκπαιδευτική διαδικασία. Τη βρίσκουμε επιζήμια και αυτοϋπονομευτική, διότι αποφεύγει επιδέξια να χτυπήσει ουσιωδώς αντιλήψεις, συνήθειες και επιθυμίες ασυμβίβαστες με μία αναρχική επίθεση στα θεμέλια της αστικής κοινωνίας. Όταν ο στόχος των αναρχικών αναλύσεων και επιθέσεων εντοπίζεται σε μία σύλληψη της πραγματικότητας κατά πολύ εκτενέστερης από αυτής ενός συγκυριακού αγώνα απέναντι σε ένα κυβερνητικό νομοσχέδιο, δεν μπορείς να συμμετέχεις σε αυτόν συντηρώντας τις αιτίες ενδυνάμωσης της πρώτης. Τουτέστιν, υπονομεύεις τον ίδιο σου τον εαυτό όταν πολεμάς το νέο πανεπιστήμιο συμπράττοντας άκριτα και κατά περίπτωση, απενοχοποιώντας ό,τι συντηρούσε το παλιό, ενώ αυτό ήταν ο αδιαμφισβήτητος πρόδρομός του. Η πάγια θέση μας είναι πως η μαζική κοινωνική μηχανή με τον εργασιακό καταμερισμό, την προσιδιάζουσα σε αυτή γνώση και τους επακόλουθους κοινωνικούς ρόλους, οφείλει να καταστραφεί συθέμελα, ώστε ν’ ανθίσουν απρόσκοπτα οι ελεύθερες κοινοτικές ενώσεις μας. Αν δε σταθούμε στα πόδια μας, εκφράζοντας μια προταγματική και στρατηγική ολότητα, δεν μπορούμε να εμπνεύσουμε μια ολοκληρωμένη, ενιαία ανατροπή, σε μία εποχή όπου η απολυτότητα αναδεικνύεται ως προαπαιτούμενο γι’ αυτό.

Επ’ ουδενί δεν προάγουμε και δεν καλλιεργούμε μία λογική αναχωρητισμού από τους εν εξελίξει αγώνες, ούτε στηλιτεύουμε την όσμωση με ευρύτερα κοχλάζοντα κοινωνικά σύνολα. Η τοποθέτησή μας αυτή στοχεύει να αποτελέσει επιμέρους στιγμιότυπο μιας βαθιάς και ειλικρινούς αγωνιστικής όσμωσης. Μπουχτίσαμε όμως από την άκριτη έκφραση αγαθών προθέσεων και διεκδικούμε το αυτονόητο: Να τοποθετούμαστε ως αγέρωχος και συγκροτημένος επαναστατικός χώρος, όχι η αντιδραστική πιτσιρικαρία μιας πτυχιούχας πλέμπας. Η πολιτική μας στάση οφείλει να λαμβάνει πρόδηλη θέση ρήξης με την αστική κοινωνία, όχι διπλωματικής διαπραγμάτευσης των όρων εξανδραποδισμού μας με το κράτος. Ενόσω δεχόμαστε αλλεπάλληλες ήττες και αστοχίες, οφείλουμε να γίνουμε αμείλικτοι και επικριτικοί απέναντι -πρωτίστως- στους εαυτούς μας τους ίδιους, να παραδεχτούμε και να αναρωτηθούμε γιατί το κράτος βρίσκεται πάντα 3 βήματα μπροστά μας (ιδεολογικά, στρατιωτικά και επικοινωνιακά), ειδάλλως θα παραμείνουμε οι χρήσιμοι σάκοι εκτόνωσης του ένστολου σαδισμού.

Το πρώτο βήμα είναι η σαφής επίγνωση του ποιοι ακριβώς είμαστε, και έπειτα ακολουθεί η αλύγιστη πολιτική και αξιακή υποστήριξη των απόψεών μας αναφορικά με την εκπαίδευση και τους πανεπιστημιακούς χώρους. Ομολογώντας, για παράδειγμα, δίχως περιστροφές πως αυτή δεν είναι καθόλου αναδιαρθρωτική. Γνωρίζουμε, εξάλλου, καλά πως τα περισσότερα συντρόφια μας ενήργησαν εντός των πανεπιστημίων, και πως θα συνεχίσουν να αξιοποιούν το παραμικρό χιλιοστό ελευθερίας κερδισμένο από την τανάλια της καταστολής, δίχως να κατατρύχωνται για την ασφάλεια και την ευταξία της εκπαίδευσης στις αίθουσες της πλήξης. Και αυτό είναι το δέον, μαζί με όλες τις αξιέπαινες στιγμές, τις αστοχίες και τα εκρεμμή ακόμη στοιχήματα, εφόσον η αναρχική εξέγερση δε συμβιβάζεται με την αναζήτηση θέσης περιωπής σε αυτόν τον χρεοκοπημένο κόσμο. Είμαστε κασταλαγμένοι σχετικά με το τι χρειαζόμαστε στη φαρέτρα μας και τι επιθυμούμε ν’ αποβάλλουμε, και γι’ αυτό προτείνουμε σε όσους διέπονται από την ανάγκη να αφομοιωθούν ευκαιριακά στον υπόλοιπο αγανακτισμένο όχλο με τις “αγνές φοιτητικές προθέσεις” του να επανεξετάσουν την πολιτική τους ταυτότητα. Όλες και όλοι μας έχουμε υπάρξει ανήσυχα και αφελή παιδιά, μεγαλωμένα στο αβροδίαιτο αστικό περιβάλλον, αλλά όταν με την πάροδο των χρόνων δεν έρχεται ο άνεμος της επαναστατικής ωρίμανσης, τότε αναπόδραστα θα σβήσουμε στον πνιγηρό καπνό της απογοήτευσης, της μεμψιμοιρίας και του συμβιβασμού με ό,τι κοινότοπα και επιφανειακά μισήσαμε.

Ο αναρχικός χώρος, με τις διάφορες τάσεις του, τις διαφωνίες, τις αντιθέσεις, τις ελλείψεις, τις αγκυλώσεις και τις παθογένειές του, αποτελεί -καλώς ή κακώς- σταθερά τη μήτρα όσων διαθέτουν την αποφασιστικότητα και τη συνέπεια να αντιταχθούν βαθιά και ουσιαστικά, έστω και μειοψηφικά, στον καπιταλιστικό κόσμο. Είναι, λοιπόν, κομβικό να φροντίσουμε το επερχόμενο πολυτάραχο και συγκρουσιακό διάστημα, καθείς απ’ το μετερίζι του και όπου μπορούμε και πιο (δια)συλλογικά, να μετατραπούμε σε καταλύτη εξεγερσιακών εκτροπών και εκπόνησης επαναστατικών σχεδιασμών, αποφεύγοντας να καταντήσουμε ένα στείρο ηθικό αντίβαρο του εξόφθαλμου κυβερνητικού αυταρχισμού, επικουρώντας τοιουτοτρόπως στην επάνοδο της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό θα επιτευχθεί διαμέσου της καθημερινής, αδιάκοπης προσπάθειας ριζοσπαστικοποίησης των εστιών κοινωνικού αναβρασμού, όπως το εκπαιδευτικό, και τη μετατόπιση του διαλόγου από τα υποκριτικά αμφιθέατρα της πολιτικής στην άμεση δράση και την αντάρτικη πάλη έναντι στο σύνολο του κρατικού μηχανισμού.

Αν δε σταθούμε σε όλα τα μέτωπα συντεταγμένα, ρηξιακά και επιθετικά, ως μια υλική δύναμη για την κατάργηση της αστικής κοινωνίας και την καταστροφή ενός πολιτισμού αποικισμένου από τα παράσιτα του κεφαλαίου και της αλλοτρίωσης, τότε σε τι ακριβώς ελπίζουμε; Όχι πάντως στην επάνοδο ενός πανεπιστημίου αφοσιωμένου στην ενίσχυση των δομών αφομοίωσης και εκπολιτισμού, ενός πανεπιστημίου ικανού να παράγει ιδεολογία εφάμιλλης ποσότητας με τη γνώση που επιστρατεύει για να απορροφά πιθανούς κραδασμούς αμφισβήτησης. Γι’ αυτό υποστηρίζουμε σήμερα πως τα ρήγματα και οι πληγές στο σώμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας -καθώς επιχειρείται η αναδιάρθρωση και ο ανασχηματισμός της- αποτελούν ιδανική ευκαιρία για εμάς να επέμβουμε, επεκτείνοντας την επιμέρους κριτική σε ένα κυβερνητικό νομοσχέδιο ως την ολική αποδόμηση της βιομηχανίας της γνώσης, ως τη συνολική αναρχική επίθεση στον κόσμο του κεφαλαίου και των κρατών.

Ο όψιμος καπιταλισμός ολοκληρώνεται, μεταμορφώνοντας τον κόσμο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του, οικοδομώντας τη δυστοπική αθλιότητα του 21ου αιώνα: Κατάρτιση, (τηλε-)εργασία, ψυχαγωγία και διαρκής αύξηση της ταχύτητας εναλλαγής των αποδεκτών αυτών καταστάσεων, σε σημείο να θολώνουν τα όρια μεταξύ τους. Στην προσπάθεια επίλυσης δομικών αντιφάσεών του και ευόδωσης των αναγκαίων διαδικασιών αναπαραγωγής του, εισέρχεται στο στάδιο του πλέον δυσεπίλυτου προβλήματος στον δρόμο για την οικουμενοποίηση του κόσμου κάτω από τις προσταγές του: Την καταστροφή όσων κοινωνικών σχέσεων και τρόπων υποκειμενοποίησης του επέτρεπαν να αναβάλλει την κατάρρευσή του απάνθρωπα σε έναν ακόμα ανθρώπινο κόσμο. Τον τεχνοκρατικό μηδενισμό και την πνευματική αποσύνθεση. Το παραπάνω πρόβλημα φαίνεται συνυφασμένο με τον δομικό τρόπο διαιώνισης της κοινωνίας του κεφαλαίου, καθώς η επέκτασή του σε πλανητικό επίπεδο εξαρτάται αναμφίλεκτα από την αποτελεσματικότητα με την οποία μπορούν να θυσιάζονται μορφές ζωής, τρόποι σκέψης, ιδανικά, αξίες, έθιμα και ανθρώπινες ιδιότητες στον Μολώχ της αξιοποίησης. Ο απαράκαμπτος αυτός μηδενισμός -οποιασδήποτε επίφασης- μπορούσε να εξασφαλίσει στους στρατοκόπους της παραγωγής απολογίες υπέρ της οσφιοκαμψίας τους, ενοποιώντας τα θεαματικώς διαχωρισμένα πεδία της κοινωνικής σήψης  στον ολοκληρωμένο εφιάλτη που ήδη υπέβοσκε στους κόλπους της καπιταλιστικής κοσμοαντίληψης. Η μόρφωση, με τα ιδρύματά της, εντός ενός παρηκμασμένου και αξιακά κενού κόσμου, εξαπλώνουν μόνο τον εκμαυλισμό και την αποσύνθεση του ανθρώπου. Ας μη γίνουμε λοιπόν απολογητές μιας εκμηδενισμένης κοινωνίας, ας μην καταλήξουμε με στειρότητα “μπροστάρηδες” της σπουδάζουσας νεολαίας, διεκδικώντας απλώς την επιμήκυνση των αιώνιων αλυσίδων μας.

Όστις εθελοτυφλεί μπρος στην ιστορική έλευση του μηδενισμού, εφόσον ο καπιταλισμός και οι γεννεσιουργές αιτίες του δεν ανατράπηκαν κατά τα προγηούμενα στάδια ανάπτυξής του, αδυνατεί να αντικρίσει και τις -προσαρμοσμένες στα σημερινά δεδομένα- δυνατότητες απαλλαγής μας από το εκμαγείο του ειδώλου του. Από πλευράς μας, όσο περνά απ’ το χέρι μας, πασχίζουμε να αποτελούμε ανάχωμα στην αντεπαναστατική οικοδόμηση μιας κατάπτυστης προοπτικής επιστροφής σε οιονδήποτε νοσταλγικά εξωραϊσμένο καπιταλιστικό παράδεισο. Διότι καμία ανάμνηση περασμένων μεγαλείων δεν οδηγεί πέρα από το δίλημμα “έρημος ή διαφυγή από αυτήν”, ανεξαρτήτως του απαιτούμενου καταστροφικού κόστους. Κανένα εκσυγχρονισμένο και δήθεν υγιές πανεπιστήμιο δε θα προσφέρει τίποτα περισσότερο από τρόπους να υπηρετήσεις τη δικτατορία των αριθμών, ή αφορμές να την ισοπεδώσεις. Βρήκαμε τις αιτίες να αποστατήσουμε καιρό τώρα σε ό,τι πολλοί επιμένουν να βλέπουν ως γραμμές διαφυγής από τη δυστοπία του σήμερα. Αν έστω και αργοπορημένα αισθανθούν ακμαίο τον αντίκτυπο του καλέσματος να μας συναντήσουν, έχουμε ανοίξει τις πληγωμένες αγκαλιές μας και περιμένουμε με αδημονία. Δε διατιθέμεθα όμως να απαξιώσουμε τις θέσεις μας, προσεγγίζοντας μέσω της ατραπού των βολικών υπεκφυγών τις άνυδρες ξέρες του αυτοεγκλωβισμού και της αυτοεξαπάτησης, εκεί που διαρκώς αναβάλλεται η γνωριμία με τον πραγματικό κόσμο, εκεί όπου ο αναρχικός πόλεμος περιττεύει.

Κοντοστέκομαι και κοιτάζω πίσω μου,
μαθητικά θρανία, κοινωνικοποίηση στην υποκρισία,
προαυλισμός για την εξοικείωση με το ρολόι,
καταξιωτικές σπουδές και μεγάλα ηθικοπλαστικά διδάγματα
πριν ακόμα λερώσω τα χέρια μου για μία αγαπημένη γαρδένια.
Πριν καν μάθω να τη φροντίζω στην καρδιά μου.
Όποιος ακόμα δεν καταλαβαίνει γιατί οι σημερινοί οίκοι
της λαμπρής μόρφωσης αξίζουν να παραδωθούν στη φωτιά,
γίνεται αφορμή να το αντιληφθούν όσοι βρήκαν
έναν ολόκληρο κήπο από γαρδένιες στη ζωή τους.

Είτε με νέο, είτε με παλιό πανεπιστήμιο, αδιάλλακτη επίθεση στην εκπαιδευτική μηχανή

Λύσσα και Συνείδηση

Consumimur Igni – Συμβούλιο μετεξεταστέων
Mail επικοινωνίας: consumimurigni(at)espiv.net
Blog: consumimurigni.blackblogs.org

Πολύκαρπος Γεωργιάδης: Σχεδιασμοί γεωστρατηγικής αναβάθμισης και πολεμική προπαρασκευή του ελληνικού κράτους (Μέρος Α’)

Σχεδιασμοί γεωστρατηγικής αναβάθμισης και πολεμική προπαρασκευή του ελληνικού κράτους.

Μέρος πρώτο: Η στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ και η δημιουργία ενός φιλοδυτικού Άξονα στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

*

Εισαγωγή

Μέσα σ’ ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον οξυμένων ανταγωνισμών, παγκοσμίων ανακατατάξεων ισχύος και εύθραυστης ισορροπίας τρόμου, το ελληνικό κράτος ακολουθεί τη δική του πολιτική επιθετικότητα (έστω και υποβασταζόμενη). Ως μεσίτης της ντόπιας αστικής τάξης συμμετέχει -στο βαθμό που αντιστοιχεί στην ισχύ του- στην πάλη για το «διαμελισμό» της Μεσογείου σε ζώνες επιρροής. Στον ανταγωνισμό του με την Τουρκία, το ελληνικό κράτος δεν διστάζει να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο πολεμικής εμπλοκής και γενικευμένης αιματοχυσίας ανάμεσα στους δύο λαούς. Άλλωστε, τα συνεχή μπρα ντε φερ και οι ανακατατάξεις οικονομικής και εξωοικονομικής ισχύος αργά ή γρήγορα αντανακλώνται και στο πεδίο της στρατιωτικής ισχύος και στην προσπάθεια εξεύρεσης ζωτικών χώρων για το κεφάλαιο με πολεμικούς όρους. Υπό το πρίσμα του έρποντος παγκόσμιου πολέμου για το ξαναμοίρασμα των αγορών και τον έλεγχο των πηγών ενέργειας και των οδών μεταφοράς θα πρέπει να δούμε και τον ελληνοτουρκικό αστικό ανταγωνισμό και τις πολεμικές ιαχές που ακούγονται και από τις δύο πλευρές. Και ακολούθως να εντάξουμε την ένταση του μιλιταρισμού σε Ελλάδα και Τουρκία στην παγκόσμια τάση γενικευμένου υπερεξοπλισμού, όπως δείχνουν και τα στοιχεία του Ινστιτούτου Ερευνών για τη Διεθνή Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI). Το 2019 οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες ανήλθαν σε 1,91 τρισεκατομμύρια δολάρια, με βασική αιτία ανόδου την αύξηση της πολεμικής προετοιμασίας των δύο μεγαλύτερων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων του πλανήτη (ΗΠΑ και Κίνα). Όπως αναφέρει το SIPRI: «Οι παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την άνοδο ήταν η αύξηση των δαπανών των ΗΠΑ την τελευταία δεκαετία, που πραγματικά ώθησε το παγκόσμιο σύνολο ακόμα πιο πάνω, και επίσης η συνεχιζόμενη άνοδος και ανάδυση της Κίνας και της Ινδίας που συγκαταλέγονται πλέον στις τρείς χώρες με τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες στον πλανήτη». Το χάσμα, βεβαίως, των ΗΠΑ με τις υπόλοιπες χώρες εξακολουθεί να είναι τεράστιο, καθώς το αμερικανικό κράτος καλύπτει το 38% των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών, ενώ η Κίνα ακολουθεί με το 14%. Οι 29 χώρες του ΝΑΤΟ καλύπτουν περισσότερο από το 50% των παγκόσμιων εξοπλιστικών δαπανών, ενώ οι βασικότεροι εξαγωγείς όπλων για την περίοδο 2015-2019 ήταν οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Κίνα (1). Τέλος, 9 είναι τα κράτη που κατέχουν πυρηνικά όπλα, με τη Ρωσία και τις ΗΠΑ να διαθέτουν το 90% των πυρηνικών κεφαλών (2). Από τον Οκτώβριο του 2018 οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τη “Συνθήκη Πυρηνικών Δυνάμεων Μέσου Βεληνεκούς”, που είχε υπογραφτεί το 1987 με την ΕΣΣΔ.

Αυτή η κούρσα εξοπλισμών αναμένεται να μετριαστεί λόγω της υπερσυσσώρευσης χρεών και των δημοσιονομικών εκτροχιασμών των ανεπτυγμένων κρατών, καθώς η υγειονομική/οικονομική κρίση δημιούργησε συνθήκες έκτακτης ανάγκης για την καπιταλιστική οικονομία. Ωστόσο, η γενική κατεύθυνση είναι σαφής: η όξυνση των ανταγωνισμών ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος δημιουργεί και την ακόλουθη ανάγκη για ενδυνάμωση της στρατιωτικής τους ισχύος, με ορατό τον κίνδυνο ξεσπάσματος γενικευμένου αιματοκυλίσματος. Και μέσα σ’ αυτή την παγκόσμια αρένα συμφερόντων το ελληνικό κράτος δεν είναι “ουδέτερο” ή “Νησίδα σταθερότητας”, αλλά παίρνει κι αυτό θέση μάχης.

«Είμαστε έτοιμοι να τα κάνουμε όλα Κούγκι για την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων» (δηλαδή για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης). Αυτή η πολεμική ιαχή ακούστηκε από τον στρατηγό εν αποστρατεία και βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, Νίκο Μανωλάκο, ο οποίος συμπλήρωσε σε συνέντευξή του στην ΕΡΑ1, πως βασικός κυβερνητικός στόχος είναι η ενδυνάμωση του πεδίου ισχύος του ελληνικού κράτους σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο: «Στις ένοπλες δυνάμεις υπάρχουν εξελίξεις που ακόμα δεν μπορείτε να τις δείτε». Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας και πρώην επίτροπος Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας της Ε.Ε. δήλωσε για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις: «Οι διεθνείς διαφορές διευθετούνται με τρεις τρόπους. Ή με απευθείας συνομιλίες ή μέσω διεθνούς διαιτησίας ή τέλος με πόλεμο. Εκεί που οδηγηθήκανε τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις μας, καλούμεθα να απαντήσουμε σε ένα ερώτημα: διάλογος ή σύγκρουση». Ταυτόχρονα, ο υπουργός Εθνικής “Αμύνης”, Νίκος Παναγιωτόπουλος, παραδέχθηκε πως στην παρατεταμένη ελληνοτουρκική κρίση του καλοκαιριού του 2020 οι δύο χώρες έφτασαν τρεις φορές κοντά στο ξέσπασμα θερμού επεισοδίου με καθολική κινητοποίηση των ενόπλων δυνάμεών τους. Λίγους μήνες αργότερα είδαμε την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών ανάμεσα στα δύο κράτη, οι οποίες είχαν διακοπεί μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Ερντογάν το 2016, το οποίο χρεώνεται από την τουρκική πλευρά σε αμερικανικό δάχτυλο. Ταυτόχρονα ξεκινάει και ο διάλογος για το κυπριακό υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, που βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή εξ αιτίας τόσο της επιμονής του καθεστώτος Ερντογάν για διχοτόμηση του νησιού με λύση δυο κρατών όσο και της σημαντικής γεωστρατηγικής και ενεργειακής σημασίας του νησιού, που χαρακτηρίζεται ως το “περιφερειακό αεροπλανοφόρο της Δύσης”.

Παρατηρούμε λοιπόν μια διαδικασία μακρόσυρτων διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις δύο αστικές τάξεις, οι οποίες περιλαμβάνουν τόσο τη διπλωματική “ήπια ισχύ” (π.χ. η απελπισμένη προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης ώστε να επιβάλλει η Ε.Ε. κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας), όσο και την πολεμική προετοιμασία. Μια τυχαία ή προσχεδιασμένη σύγκρουση στην Ανατολική Μεσόγειο ή στο Αιγαίο ενδεχομένως να έχει απρόβλεπτες συνέπειες, καθώς οι δύο αστικές τάξεις σαν έτοιμες από καιρό είναι πλήρως προετοιμασμένες για το σενάριο της διευθέτησης των διαφορών τους μέσω πολεμικής σύγκρουσης. Το φιλειρηνικό προφίλ που οικοδομεί το ελληνικό κράτος είναι ακόμα μια επικοινωνιακή απάτη, αφού μετά την κρίση των Ιμίων έχει υιοθετήσει ως αποτρεπτικό δόγμα την πολιτική της “ευέλικτης ανταπόδοσης” εκφράζοντας την πρόθεση απάντησης σε οποιαδήποτε επιθετική (εντός ή εκτός εισαγωγικών) κίνηση της Τουρκίας με τη δημιουργία ισοδύναμου τετελεσμένου. Η διολίσθηση, όμως, σε μια πολεμική διαπραγμάτευση κουβαλά κινδύνους πλήρους επικράτησης της βαρβαρότητας, αφού το ελληνικό κράτος έχει ανασύρει από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου τη στρατηγική της Αμοιβαίας Εξασφαλισμένης Καταστροφής (Mutual Assured Destruction). Από την άλλη, η τουρκική πολεμική μηχανή είναι ακόμα πιο ετοιμοπόλεμη και έμπειρη καθώς δοκιμάζεται σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα με μεγάλες επιτυχίες για λογαριασμό του τουρκικού κεφαλαίου. Η Τουρκία έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια περίπου 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ σε έρευνες υδρογονανθράκων, γεγονός που είναι ενδεικτικό για το ποιες είναι οι πραγματικές αιτίες της ελληνοτουρκικής αστικής σύγκρουσης, οι οποίες κρύβονται κάτω από το μανδύα του “πατριωτισμού”.

Ρόλο διαιτητή στη σύγκρουση παίζουν οι ΗΠΑ, οι οποίες ανησυχούν πως μια υλική ρήξη στις σχέσεις των δυο νατοϊκών συμμάχων θα ενδυναμώσει το ρόλο της Ρωσίας: «Αν θα υπάρξει οποιαδήποτε κλιμάκωση, οι μόνοι που θα επωφελούντο από αυτή, θα ήταν οι αντίπαλοί μας. Ο νικητής θα είναι ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Είναι αυτοί που αντιτίθενται στην ευρωατλαντική κοινότητα με τις αξίες και τις αρχές που αυτή και οι θεσμοί της αντιπροσωπεύει» (συνέντευξη του Τζέφρι Πάιατ στο Mega, Μάιος του 2020). Τον Ιούλιο του 2020 ο τότε βοηθός υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάθιου Πάλμερ, δήλωσε σχετικά: «Επικεντρωνόμαστε στην Ανατολική Μεσόγειο ως περιοχή αυξανόμενης στρατηγικής σημασίας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Οι Ρώσοι είναι εκεί. Οι Κινέζοι είναι εκεί. Και σε περιφερειακό επίπεδο οι Ιρανοί είναι εκεί. Θέλουμε οι ΗΠΑ να είναι εκεί και να ανταγωνίζονται για θετική επιρροή […] Αυτή είναι μια περιοχή με σημαντικό στρατηγικό περιεχόμενο για τις ΗΠΑ. Δεσμευόμαστε να εμβαθύνουμε και να ενισχύσουμε τις εταιρικές σχέσεις ασφαλείας και τις ευρείες σχέσεις που έχουμε σε ολόκληρη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και με τους συμμάχους μας, όπως η Τουρκία, η Ελλάδα, το Ισραήλ και άλλα κράτη στην περιοχή» (3).

Το ελληνικό κράτος, παρά την οικονομική του χρεωκοπία, αποπειράται να εξισορροπήσει το ισοζύγιο στρατιωτικής ισχύος με τον προγραμματισμό -εν μέσω πανδημίας- ενός κοστοβόρου εξοπλιστικού προγράμματος ύψους 10-12 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο εξήγγειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία του στο Thessaloniki Helexpo Forum, τον Σεπτέμβριο του 2020. Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, σκοπός του υπερεξοπλισμού είναι η απάντηση στην “τουρκική προκλητικότητα” μέσω του πολλαπλασιασμού της ισχύος, της λειτουργικότητας και της αποτελεσματικότητας των ελληνικών όπλων: «Ήρθε η ώρα να ενισχύσουμε τις ένοπλες δυνάμεις ως παρακαταθήκη για την ασφάλεια της χώρας». Στο πλαίσιο αυτό προανήγγειλε την αγορά 18 γαλλικών αεροσκαφών Rafale (12 μεταχειρισμένα και 6 του κουτιού), 12-24 αμερικανικών F35, 4 φρεγατών (με ταυτόχρονη αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό των ήδη υπαρχόντων), 4 ελικόπτερα Romeo, πυραύλων αέρος-αέρος meteor, πυραύλων Scalp και Exocet, την αναβάθμιση 84 F16 σε κατηγορία Viper (η οποία υπολογίζεται να ολοκληρωθεί το 2027 και να κοστίσει πάνω από 1 δισ. δολάρια), την πρόσληψη 15.000 επαγγελματιών οπλιτών και την ενίσχυση της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας. Ενδεικτικός της πολεμικής προπαρασκευής του ελληνικού κράτους εν μέσω υγειονομικής κρίσης, είναι ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2021, ο οποίος προβλέπει μείωση των δαπανών για την υγεία κατά 572 εκατομμύρια ευρώ(4) και ταυτόχρονη θεαματική αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών, παρότι το ΑΕΠ της χώρας βυθίστηκε στα 162,7 δισ. ευρώ, χάνοντας 20 δισ. ευρώ σε ένα έτος. Απ’ αυτόν τον πακτωλό χρημάτων (5,5 δισ. ευρώ για το 2021), τα 2,5 δις αφορούν την αγορά Rafale, τα οποία ήδη έχουν αρχίσει να ενσωματώνονται στην πολεμική μηχανή του ελληνικού κράτους με τη διεξαγωγή της άσκησης “Σκύρος 2021” (Φεβρουάριος 2021), η οποία χαρακτηρίστηκε ως: «μήνυμα στην Άγκυρα». Κατά τη διάρκεια της ψήφισης της αγοράς των Rafale από το ελληνικό κοινοβούλιο, ο υπουργός “Άμυνας” μίλησε για συνολική προσπάθεια επαύξησης της μαχητικής ικανότητας του ελληνικού στρατού, η οποία θα είναι διαρκής και εντατική: «Είναι μια εθνική υπόθεση κυριολεκτικά, που καθίσταται επιτακτική λόγω της παρούσης γεωπολιτικής κατάστασης, με τις πολλές και σύνθετες προκλήσεις και απειλές στην ευρύτερη περιοχή μας». Αξίζει να σημειωθεί η διακομματική συναίνεση, με τον ΣΥΡΙΖΑ να διεκδικεί το δικό του μερίδιο στο χτίσιμο της πολιτικής αυτής: «Οι σχέσεις με το Ισραήλ, με την Αίγυπτο ή με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα χτίστηκαν κατά 90% στα χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα και οι σχέσεις με τη Γαλλία χτίστηκαν στα χρόνια τα δικά μας». (δηλώσεις του εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ, Γ. Τσίπρα).

Ωστόσο, οι υπερεξοπλισμοί αυτοί δεν μπορούν να ανατρέψουν τον ελληνοτουρκικό συσχετισμό δύναμης. Έτσι κι αλλιώς, πάγιο δόγμα της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή είναι η πάση θυσία αποφυγή της απόκτησης στρατιωτικής υπεροχής κάποιας από τις δύο χώρες έναντι της άλλης και η διατήρηση μιας ισορροπίας δύναμης υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ. Η Τουρκία, παρά την οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει και παρά τις διαρκείς τριβές στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, παραμένει μια πολύ ισχυρή περιφερειακή δύναμη με βλέψεις πλανητικής ακτινοβολίας. Η κυβερνητική προπαγάνδα περί “απομονωμένης” Τουρκίας είναι σαφώς μια γελοιότητα που εντάσσεται στο πλαίσιο της αντιμετώπισης υπαρκτών ζητημάτων μέσα από την κατασκευή μιας γιγαντιαίας επικοινωνιακής φούσκας (καταδικασμένης να σκάσει θορυβωδώς). Το τουρκικό κράτος εδώ και χρόνια έχει προχωρήσει σε μια μεθοδική αύξηση των συντελεστών ισχύος του, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στους τομείς της στρατιωτικής ικανότητας, του στρατηγικού σχεδιασμού και της πολιτικής βούλησης, όπως περιγράφεται από το λεγόμενο δόγμα Νταβούτογλου. Η τουρκική οικονομία ανήκει στις 20 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη και συμμετέχει στους G20, ενώ ο στρατός της είναι από τους ισχυρότερους της ΝΑΤΟϊκής συμμαχίας. Το ΝΑΤΟ ανέθεσε στην Τουρκία για το 2021 τη διοίκηση 6.500 ειδικά εκπαιδευμένων στρατιωτών της Δύναμης Ταχείας Αντίδρασης, ενώ την ίδια ώρα συσφίγγει τους στρατιωτικούς της δεσμούς με τη Βρετανία(5). Ταυτόχρονα, το τουρκικό κράτος προχωρά σε φιλόδοξες απόπειρες ενεργειακής και εξοπλιστικής αυτάρκειας:

-Στο πρώτο πεδίο φιλοδοξεί να εγκαταστήσει σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με πυρηνική τεχνολογία, με τον πυρηνικό σταθμό στο Ακούγιου να είναι υπό κατασκευή και να αναμένεται η λειτουργία του από το 2023. Βασική επιδίωξη της Τουρκίας είναι η διέλευση αγωγών φυσικού αερίου από το έδαφός της, με σκοπό τη λήψη μεριδίου του διερχόμενου αερίου για την κάλυψη των τεράστιων ενεργειακών της αναγκών. Σκοπός της είναι να εκμεταλλευτεί την προνομιακή γεωγραφική της θέση για τον έλεγχο «σχεδόν όλων των εναλλακτικών και μη οδών μεταφοράς του αερίου από την Κασπία και τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία προς την Ευρώπη, ενώ επιπρόσθετα συνεχίζει να επιδιώκει την υλοποίηση και άλλων παρόμοιων έργων μεταφοράς αερίου προς την Ευρώπη πχ από το Ιράκ, το Κατάρ, ακόμη και από τη ΝΑ Μεσόγειο μέσα από την επικράτειά της».(6)

-Στο δεύτερο πεδίο, η Τουρκία επιδιώκει την απεξάρτησή της από τις ξένες πολεμικές βιομηχανίες και την ενδυνάμωση της δικής της, υλοποιώντας πρόγραμμα κατασκευής εθνικού πολεμικού πλοίου και εθνικού τυφεκίου και ετοιμάζοντας με τη βοήθεια της Ιταλίας και της Ισπανίας την κατασκευή του αεροπλανοφόρου ANADOLU. Επιπλέον, τα εξοπλισμένα drones τουρκικής κατασκευής θεωρούνται επιτυχημένα σε διάφορα θέατρα στρατιωτικών επιχειρήσεων (Συρία, Λιβύη, Αζερμπαϊτζάν)(7). Τα drones “Μπαϊρακτάρ”, μάλιστα, κατασκευάστηκαν από την Τουρκία με βρετανική τεχνολογική βοήθεια. Μέσα σε λίγα χρόνια η τουρκική πολεμική βιομηχανία κατάφερε να αυξήσει θεαματικά τη συμμετοχή της στον εξοπλισμό των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας από το 20% στο 65%. Παράλληλα, αυξάνει το μερίδιό της στις εξαγωγές όπλων, καταλαμβάνοντας τη 14η θέση παγκοσμίως. Κι όλα αυτά παρά τις κυρώσεις που επέβαλαν οι ΗΠΑ εξαιτίας της αγοράς από τη Ρωσία των αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 (8).

Τέλος, η “απομονωμένη” Τουρκία έχει πολύπλευρη οικονομική, διπλωματική και στρατιωτική παρουσία και ερείσματα σε πλήθος χωρών (Αζερμπαϊτζάν, Κύπρος, Συρία (9), Λιβύη, Ιράκ, Κατάρ, Αλγερία, Τυνησία, Αλβανία, Αφγανιστάν, Παλαιστίνη, Ουκρανία, Σομαλία κλπ). Είναι σαφές, λοιπόν, πως δεν αρκεί μονάχα η αγορά μερικών όπλων από τις ΗΠΑ και τη Γαλλία ώστε η Ελλάδα να αντισταθμίσει την τουρκική υπεροχή. Το ελληνικό κράτος προσπαθεί να καλύψει την απόσταση που το χωρίζει από τον βασικότερό του εχθρό (και ταυτόχρονα ΝΑΤΟϊκό σύμμαχο)(10) και να αναβαθμιστεί γεωστρατηγικά στην περιοχή των Βαλκανίων, της ΝΑ Μεσογείου και της Β. Αφρικής με μια σειρά διπλωματικών, οικονομικών και στρατιωτικών κινήσεων οι οποίες βρίσκονται σε σχέση αλληλοδιαπλοκής και αλληλοδιείσδυσης. Δύο βασικοί πυλώνες της πολιτικής αυτής είναι:

-Η πλήρης υπαγωγή της οικονομικής, ενεργειακής διπλωματικής και στρατιωτικής πολιτικής του ελληνικού κράτους στις επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού (και κυρίως σ’ αυτές των ΗΠΑ). Σε αντίθεση με την Τουρκία που διαθέτει το εκτόπισμα ώστε να ακολουθεί πολυπαραγοντική εξωτερική πολιτική, κάνοντας ασκήσεις ισορροπίας ανάμεσα στις ΗΠΑ, την ΕΕ και τη Ρωσία, τα περιθώρια του εξαρτημένου ελληνικού καπιταλισμού είναι περιορισμένα. Η μετατροπή του ελληνικού κράτους σε “γεωπολιτικό μεντεσέ”, σε προκεχωρημένο φυλάκιο του ΝΑΤΟ και η πρόσδεση στο άρμα του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις για τη γεωστρατηγική αναβάθμισή του. Επιπλέον, η Ελλάδα καλείται να παίξει το ρόλο του αναχώματος στην “κακοήθη ρωσική και κινεζική επιρροή” και εν ανάγκη να πάρει τα ρίσκα ακόμα και για απόκτηση νέων εχθρών (11). Η τυχοδιωκτική αυτή πολιτική βάζει τη χώρα στη δίνη ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και μετατρέπει το ελληνικό έδαφος σε πιθανό στόχο, καθώς Ρωσία και Ιράν έχουν προειδοποιήσει πως αν απειληθεί η ασφάλειά τους θα προχωρήσουν σε πυραυλικά χτυπήματα εναντίον αμερικανικών βάσεων σε οποιαδήποτε χώρα.

-Η δημιουργία συμμαχιών και πολεμοκάπηλων αξόνων με κράτη της ευρύτερης περιοχής, υπό την προστασία και την καθοδήγηση των ΗΠΑ (και δευτερευόντως της Γαλλίας). Κεντρικό ρόλο σ’ αυτές τις επιδιώξεις παίζει η στρατηγική συμμαχία μες το Ισραήλ, μέσα από την οποία το μεν Ισραήλ αποκτά στρατηγικό βάθος και ανοίγει δίοδο για μεταφορά ενέργειας στην Ευρώπη και η δε Ελλάδα αυξάνει τους συντελεστές ισχύος της για να αντισταθμίσει την τουρκική υπεροχή. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα προχωρά στη δημιουργία “συνασπισμών ευκολίας” με εκείνα τα αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα που εξομαλύνουν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ, στο πλαίσιο των αμερικανικών σχεδιασμών για τη Νέα Μέση Ανατολή.

Στο πρώτο μέρος του κειμένου θα εξετάσουμε αρκετές από τις όψεις της ελληνοϊσραηλινής στρατηγικής συμμαχίας, ενώ θα ακολουθήσει κι ένα δεύτερο μέρος που θα εξετάσει το πλαίσιο των σχέσεων του ελληνικού κράτους με τις ΗΠΑ.

Το ιστορικό υπόβαθρο των σχέσεων Ελλάδας-Ισραήλ

Από τη στιγμή της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ οι ελληνοϊσραηλινές σχέσεις κάθε άλλο παρά ανέφελες ήταν. Ήδη από τις 29 Νοεμβρίου του 1947 η Ελλάδα καταψήφισε το σχέδιο διχοτόμησης της Παλαιστίνης για την ίδρυση του ισραηλινού κράτους από τον ΟΗΕ, προτιμώντας να προσεγγίσει τον αραβικό κόσμο. Μέχρι το 1990 το ελληνικό κράτος αρκέστηκε στη de facto αναγνώριση του Ισραήλ, παρά τις έντονες πιέσεις των ΗΠΑ και της ΕΟΚ. Οι απόπειρες του Δαυίδ Μπεν Γκουριόν, πρώτου πρωθυπουργού του Ισραήλ, να προσεγγίσει την Ελλάδα με σκοπό το σπάσιμο της απομόνωσης και του διπλωματικού αποκλεισμού, παρέμειναν άκαρπες. Τις επόμενες δεκαετίες αναπτύχθηκαν σχέσεις δυσπιστίας ανάμεσα στις δύο χώρες, καθώς η Ελλάδα συμμάχησε με τις αραβικές χώρες ενώ το Ισραήλ προχώρησε σε σχέση στρατηγικής συνεργασίας με την Τουρκία. Η φιλοαραβική στάση του ελληνικού κράτους οφειλόταν τόσο σε λόγους διεθνούς πολιτικής (προστασία των Ελλήνων παροίκων στις αραβικές χώρες, εξασφάλιση υποστήριξης στο κυπριακό κλπ) όσο και σε οικονομικούς λόγους (κάλυψη ενεργειακών αναγκών, απρόσκοπτη διέλευση πλοίων από τη διώρυγα του Σουέζ κλπ). Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η προσέγγιση υπάγονταν στις γενικότερες επιδιώξεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, με σκοπό την αξιοποίηση της Ελλάδας ως δίαυλο επικοινωνίας με τα αραβικά κράτη, αλλά και για την ανάσχεση της σοβιετικής επιρροής στην ευρύτερη περιοχή. Η ελληνοαραβική φιλία, λοιπόν, αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της “συναινετικής προσαρμογής” της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, οπότε προκύπταν τα φυσικά όρια που έθεταν οι ΗΠΑ(12). Τα όρια αυτά φάνηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου των Έξι Ημερών, όταν η ελληνική χούντα των συνταγματαρχών παρείχε δυνατότητα επέμβασης υπέρ του Ισραήλ παραχωρώντας τα κρητικά λιμάνια στις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ και επιτρέποντας την προσγείωση ισραηλινών ελικοπτέρων στη Ρόδο. Το 1969 οι ΗΠΑ προχώρησαν ακόμη περισσότερο επιτρέποντας στους Ισραηλινούς να χρησιμοποιούν τις στρατιωτικές τους βάσεις στην Ελλάδα.

Η μακρά πορεία εξομάλυνσης των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων ξεκίνησε με την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1980, ωστόσο η διαδικασία ήταν σταδιακή και αργή καθώς προσέκρουε -μεταξύ άλλων- στο ισχυρό εμπόδιο της στρατηγικής της τουρκοϊσραηλινής συνεργασίας. Το 1983 μετά από ισχυρές πιέσεις της ΕΟΚ υπεγράφησαν ελληνοϊσραηλινές εμπορικές και πολιτιστικές συμφωνίες, παρά την έντονη φιλοαραβική και φιλοπαλαιστινιακή ρητορική του Ανδρέα Παπανδρέου. Μετά την αναγνώριση του Ισραήλ από την Ισπανία το 1986, η Ελλάδα έμεινε η μόνη χώρα της ΕΟΚ που αρκούνταν στη de facto αναγνώριση. Το 1987 ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Κάρολος Παπούλιας, δεσμεύτηκε πως η Ελλάδα θα αναγνωρίσει de jure το ισραηλινό κράτος, κάτι που έγινε τελικά τρία χρόνια αργότερα έπειτα από νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η οποία εξασφάλιζε την κοινοβουλευτική έγκριση στις 21 Μαΐου του 1990. Η κίνηση αυτή δεν προέκυψε μόνο από την πολυετή πίεση που ασκούσαν οι ΗΠΑ και η ΕΟΚ, αλλά και από την αναγκαιότητα εξισορρόπησης των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων. Τον Δεκέμβριο του 1994 υπογράφηκε η “Συμφωνία Αμυντοτεχνικής Συνεργασίας Ελλάδας -Ισραήλ”, η οποία όμως όχι μόνο δεν υλοποιήθηκε στην πράξη, αλλά το Ισραήλ προτίμησε να δώσει περισσότερη βαρύτητα στη συμμαχία του με την Τουρκία υπογράφοντας ανάλογη συμφωνία δύο χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1996. Η “Συνεργασία Στρατιωτικής Εκπαίδευσης Τουρκίας-Ισραήλ” προέβλεπε -μεταξύ άλλων- τον ελλιμενισμό και ελεύθερο διάπλου στα χωρικά ύδατα των δύο χωρών, κοινά στρατιωτικά γυμνάσια και ανταλλαγή τεχνογνωσίας και ανθρωπίνου δυναμικού.

Μετά τη διεξαγωγή της κοινής τουρκοϊσραηλινής στρατιωτικής άσκησης Reliant Mermaid ο τότε Έλληνας υπουργός εξωτερικών χαρακτήρισε τη συνεργασία της Τουρκίας-Ισραήλ ως “συμμαχία αμαρτωλών”. Σύμφωνα με το ελληνικό κράτος ο τουρκοϊσραηλινός άξονας είχε ως σκοπό την ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή με σκοπό τη δημιουργία ψυχροπολεμικού κλίματος και την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων της Τουρκίας. Βεβαίως, η κατηγορία της ανατροπής της ισορροπίας δυνάμεων εκτοξεύονταν και από την Τουρκία προς την Ελλάδα, μετά την κύρωση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας με τον νόμο 2321 του 1995. Το άρθρο 2 του νόμου προέβλεπε πως: «Η Ελλάδα έχει το αναφαίρετο δικαίωμα […] να επεκτείνει σε οποιονδήποτε χρόνο το εύρος της χωρικής της θάλασσας μέχρι αποστάσεως 12 ναυτικών μιλίων». Η Τουρκική Εθνοσυνέλευση απάντησε με εκχώρηση στην κυβέρνηση όλων των αρμοδιοτήτων: «Να λάβει μέτρα, ακόμα και στρατιωτικά, για τη διατήρηση και υπεράσπιση των ζωτικών συμφερόντων της χώρας». Για την Τουρκία η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας αποτελεί res inter alios pacta (αντικείμενο συμφωνίας τρίτων), οπότε δεν έχει δεσμευτική ισχύ γι’ αυτήν. Έτσι, εν μέσω αυξανόμενης ελληνοτουρκικής έντασης (που κορυφώθηκε με την κρίση των Ιμίων), η Τουρκία και το Ισραήλ ολοένα και εμβάθυναν τη συμμαχία τους, ενώ με διάφορες αιτιολογίες συνέχεια αναβάλλονταν οι ελληνοϊσραηλινές στρατιωτικές ασκήσεις. Σαν αντιστάθμισμα, η Ελλάδα οργάνωσε κοινές ασκήσεις με το καθεστώς Μουμπάρακ στην Αίγυπτο.

Η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, όμως, θέλησε να αλλάξει σταδιακά την κατάσταση, δημιουργώντας εξισορροπητικές τάσεις στις σχέσεις των τριών χωρών. Σημαντικός σταθμός υπήρξε η υπογραφή της ελληνοτουρκικής συμφωνίας στη Μαδρίτη την 1η Νοεμβρίου του 1996, με την οποία η Ελλάδα αναγνώρισε την ύπαρξη νόμιμων και ζωτικών τουρκικών συμφερόντων στο Αιγαίο και δεσμεύονταν να μην προβεί σε μονομερείς ενέργειες για την άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Την άνοιξη του 2000 ο Κωστής Στεφανόπουλος έγινε ο πρώτος Έλληνας Πρόεδρος της Δημοκρατίας που επισκέφθηκε την Ιερουσαλήμ. Ωστόσο, η πλήρης ανατροπή των συσχετισμών των σχέσεων ανταγωνισμού/συνεργασίας θα έρθει μετά την άνοδο του Ερντογάν στην εξουσία του τουρκικού κράτους το 2002 (13). Η κυβέρνηση του ΑΚΡ γρήγορα έδειξε την απροθυμία της να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις εντολές των ΗΠΑ, αφού το 2003 η Τουρκία αρνήθηκε στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να χρησιμοποιήσουν τα εδάφη της για την εισβολή στο Ιράκ.

Ο συνδυασμός της ανακάλυψης υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο (κοιτάσματα Λεβιάθαν, Zohr και Αφροδίτη) και του εκτροχιασμού των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων δημιούργησε ένα εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη της ελληνοϊσραηλινής συμμαχίας και κατ’ επέκταση του άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου. (Ας σημειωθεί εδώ πως, σε αντίθεση με την επιφυλακτική στάση της Ελλάδας, η Κύπρος ήδη από το 1961 είχε προχωρήσει στην αναγνώριση του Ισραήλ, μετά από πιέσεις που άσκησε η τουρκοκυπριακή πλευρά για ανταλλαγή πρέσβεων στις δύο χώρες). Υλική βάση για τη δημιουργία του εν λόγω άξονα είναι η προσπάθεια ελέγχου της παραγωγής και διακίνησης ενεργειακών πηγών. Τον Δεκέμβριο του 2010 η Κύπρος και το Ισραήλ υπέγραψαν συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με σκοπό την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στα θαλάσσια οικόπεδά τους. Η ισραηλινή πρεσβεία στην Κύπρο δήλωσε για τη συμφωνία αυτή: «Υπό το φως της πρόσφατης ανακάλυψης πλούσιων φυσικών πόρων στη Μεσόγειο Θάλασσα, η οριοθέτηση των συνόρων του Ισραήλ θα παίξει σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση των ζωτικών οικονομικών συμφερόντων του Ισραήλ, παρέχοντας ασφάλεια στους επενδυτές και σαφήνεια στους γείτονες του Ισραήλ, ως προς την ακριβή τοποθεσία των θαλάσσιων συνόρων του Ισραήλ και ως προς τα δικαιώματά του στους φυσικούς θαλάσσιους πόρους».

Η συμφωνία Κύπρου-Ισραήλ εξόργισε την τουρκική πλευρά, η οποία ακολουθώντας την εξωτερική πολιτική που χάραξε το λεγόμενο δόγμα Νταβούτογλου προσέγγισε τον μουσουλμανικό κόσμο στο πλαίσιο της απόπειρας γεωστρατηγικής αναβάθμισης και μετατροπής της Τουρκίας σε περιφερειακή υπερδύναμη: «Είναι αδύνατον για την Τουρκία, η οποία δημιουργήθηκε στη βάση του ιστορικού και γεωπολιτικού παρελθόντος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και υπεισήλθε στην κληρονομιά της, να διανοηθεί και να σχεδιάσει την άμυνά της αποκλειστικά στο πλαίσιο των συνόρων που κατέχει». Στο πλαίσιο της επεκτατικής πολιτικής που περιέγραψε ο Αχμέτ Νταβούτογλου, η Τουρκία εμφανίστηκε ως ηγέτιδα δύναμη του σουνιτικού Ισλάμ (κάτι που έκανε τη Σαουδική Αραβία να δυσφορεί). Η απόπειρα του ΑΚΡ να μετατραπεί σε προστάτη των παλαιστινιακών συμφερόντων, διατηρώντας στενότατες σχέσεις με τη Χαμάς, επιδείνωσε ακόμα περισσότερο τις σχέσεις της με το Ισραήλ. Κάπως έτσι, η πλήρης ρήξη στις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ ήρθε λίγους μήνες πριν την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών Κύπρου-Ισραήλ. Συγκεκριμένα, τον Μάιο του 2010 στα πλαίσια του Free Gaza Movement έγινε πολυεθνική προσπάθεια σπασίματος του σιωνιστικού ναυτικού αποκλεισμού εναντίον της Λωρίδας της Γάζας, στην οποία συμμετείχε και η φίλα προσκείμενη στο ΑΚΡ οργάνωση ΙΗΗ. Οι ισραηλινές δυνάμεις επιτέθηκαν στο πλοίο Mavi Marmara, σκοτώνοντας εννιά Τούρκους πολίτες και εξοργίζοντας των Ερντογάν που προχώρησε στη λήψη αντιμέτρων, διακόπτοντας τις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ. Από τότε, παρά τις προσπάθειες εξομάλυνσης, οι σχέσεις των δύο χωρών ποτέ δεν αποκαταστάθηκαν πλήρως και φυσικά δεν απέκτησαν ξανά το βάθος που είχαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό το κενό έσπευσε να καλύψει η ελληνική πλευρά για να αναβαθμιστεί ακόμα περισσότερο η συνεργασία των δύο πλευρών σε οικονομικούς και στρατιωτικούς τομείς.

Το Ισραήλ θέλησε να εκμεταλλευτεί τη νέα ισορροπία στην περιοχή χρησιμοποιώντας πλέον τον ελληνικό εναέριο χώρο (αντί του τουρκικού όπως έκανε μέχρι πρότινος) για τις αεροναυτικές του ασκήσεις. Έτσι, τον Οκτώβριο του 2010 ισραηλινά μαχητικά αεροπλάνα χρησιμοποίησαν το ελληνικό έδαφος ως βάση για να πραγματοποιήσουν το δεύτερο σκέλος της άσκησης “Μίνωας”, με σενάριο το στρατιωτικό χτύπημα εναντίον των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Έκτοτε, η εμβάθυνση της πολύπλευρης συνεργασίας των δύο χωρών προχωρά με ταχύτατες διαδικασίες, καθώς την εποχή εκείνη μπήκαν τα θεμέλια των συζητήσεων για τη μεταφορά του ισραηλινού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω του ελληνικού εδάφους, γεγονός που ικανοποίησε τον στρατηγικό στόχο των ΗΠΑ για αλλαγή του ενεργειακού χάρτη και μείωση της εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Στρατιωτική θωράκιση των ενεργειακών σχεδιασμών και διακομματική συναίνεση

Η αλληλοδιαπλοκή οικονομικού και στρατιωτικού παράγοντα έγινε ακόμα πιο σαφής με την εμπλοκή της αμερικανικής Noble Energy στη διεξαγωγή ερευνών για τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων νοτία της Κρήτης και την ταυτόχρονη κοινή αεροναυτική και ανθυποβρυχιακή άσκηση ΗΠΑ-Ισραήλ-Ελλάδας τον Μάρτιο του 2012. Είναι σαφές πως η πολιτική των ταυτόχρονων στρατιωτικών ασκήσεων σε περιοχές διεξαγωγής έρευνας για κοιτάσματα υδρογονανθράκων θέλει να δώσει ισχυρά μηνύματα προς ανταγωνιζόμενα καπιταλιστικά κράτη για ισχυρή στρατιωτική θωράκιση των οικονομικών συμφερόντων. Άλλωστε, κατ’ επανάληψη ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει μιλήσει για στρατιωτική προστασία της μεταφοράς φυσικού αερίου από το Ισραήλ στην Ευρώπη μέσω της Κύπρου και της Ελλάδας. Στο πλαίσιο αυτό ο ισραηλινός στρατός διενεργεί ασκήσεις με πραγματικά πυρά σε ελληνικό έδαφος, όπως έγινε τον Ιούνιο του 2012 όταν το ελληνικό κράτος παραχώρησε για τον σκοπό αυτό τις βραχονησίδες Καράβια ώστε ισραηλινά αεροσκάφη να διεξάγουν τέτοιου είδους στρατιωτική άσκηση. Σύμφωνα με τη λογική του ελληνικού κράτους, η διαπλοκή των οικονομικών συμφερόντων του ελληνικού κεφαλαίου με τα συμφέροντα κεφαλαίων ισχυρότερων κρατών πολλαπλασιάζει την αποτρεπτική ισχύ της Ελλάδας έναντι της “τουρκικής προκλητικότητας”. Είναι η λεγόμενη ”θετική προκλητικότητα”: όσο περισσότερα επιχειρηματικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων αναμιγνύονται τόσο διασφαλίζονται τα ελληνικά συμφέροντα, δημιουργώντας ένα προστατευτικό δίχτυ ασφαλείας. Βεβαίως, η λογική αυτή προϋποθέτει πως η απέναντι πλευρά θα παρακολουθεί τις εξελίξεις με σταυρωμένα τα χέρια, χωρίς να χτίζει τις δικές της συμμαχίες και τη δική της “θετική προκλητικότητα”…

Κάπως έτσι, η ελληνοϊσραηλινή συμμαχία απέκτησε χαρακτήρα “εθνικής στρατηγικής” με διακομματική συναίνεση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την υποκριτική φιλοπαλαιστινιακή ρητορική του, ήταν αυτός που ως κυβέρνηση εμβάθυνε αυτές τις σχέσεις όσο καμιά άλλη προηγούμενη κυβέρνηση. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, Πάνος Καμμένος, έφτασε στο σημείο να προτείνει την ένταξη του Ισραήλ στο ενιαίο αμυντικό δόγμα Ελλάδας-Κύπρου, με σκοπό την από κοινού εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της περιοχής. Οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις του λεγόμενου “Άξονα 3+1” (Ηνίοχος, Αστραπή, NOBLE DINA, Νέμεσις, Blue Flay, Αργοναύτης, Ονήσιλος-Γεδεόν, White and Blue Sky κλπ), εντάσσονται σ’ αυτό το πλαίσιο της οικονομικής-στρατιωτικής συνεργασίας (ή ορθότερα: της στρατιωτικής θωράκισης της οικονομικής συνεργασίας). Με τα λόγια του Π. Καμμένου: «Μπορούμε να δώσουμε τη λύση ασφάλειας στην περιοχή. Γιατί να μη δώσουμε εναέριο χώρο, αυτό που χρειάζεται το Ισραήλ από την Ελλάδα; Από το Ισραήλ στην Κύπρο και μέχρι την Κρήτη. Γιατί να μην υπάρχουν συμφωνίες προστασίας της μεγάλης οικονομικής ζώνης, στον ορισμό της οποίας θα προχωρήσουμε και στην Ελλάδα; Γιατί να μην προχωρήσουμε και σε αμυντικές συμφωνίες;». Στις 19 Ιουλίου του 2015 ο τότε Έλληνας ΥΠΕΘΑ επισκέφθηκε το Ισραήλ και υπέγραψε τη συμφωνία SOFA (Status of Forces Agreement), η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της διαμονής στρατιωτικών δυνάμεων της μιας χώρας στο έδαφος της άλλης. Ανάλογη συμφωνία έχει υπογράψει το Ισραήλ μονάχα με τις ΗΠΑ.

Η διακομματική συναίνεση εκφράστηκε πάλι τον Μάιο του 2016 με συμφωνία που υπερψηφίστηκε από ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι, βάσει της οποίας επιτρέπονται οι στρατιωτικές ασκήσεις, οι εκπαιδεύσεις, οι επισκέψεις πλοίων και αεροσκαφών και οποιαδήποτε άλλη μορφή “αμυντικής” συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ: «Σε περίπτωση κατά την οποία τα μέρη συμφωνήσουν ότι απαιτούνται περαιτέρω διακανονισμοί προκειμένου να διευθετήσουν επιπρόσθετα ζητήματα των στρατιωτικών δραστηριοτήτων, τα μέρη είναι δυνατόν να πραγματοποιούν αυτούς τους διακανονισμούς στο πλαίσιο των Συμφωνιών Εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας». Αυτές οι “συμφωνίες εφαρμογής” δεν είναι υποχρεωτικό να δημοσιοποιηθούν ή να εγκριθούν από το κοινοβούλιο: «Μετατρέποντας την Ελλάδα σε στρατιωτική βάση του Ισραήλ, όπου σε περίπτωση πολέμου θα μπορούν πχ να αποθηκεύονται καύσιμα ή στρατιωτικός εξοπλισμός, να γίνεται χρήση στρατιωτικών αεροδρομίων (αφού ακόμα και το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ βρίσκεται σε εμβέλεια των πυραύλων της Παλαιστινιακής Αντίστασης) και ναύσταθμων»(14).

Τέλος αξίζει να αναφερθεί πως ο Αλέξης Τσίπρας σε επίσκεψή του στο Μνημείο Ολοκαυτώματος Yad Vashem στις 25 Νοεμβρίου του 2015 χαρακτήρισε την Ιερουσαλήμ “ιστορική πρωτεύουσα” του ισραηλινού κράτους, πολλά χρόνια προτού ο “διαβολικά καλός” Ντόναλντ Τραμπ προχωρήσει στη μεταφορά της πρεσβείας των ΗΠΑ…

Η απόπειρα ενίσχυσης του ενεργειακού ρόλου της Ελλάδας

Λίγους μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ ο Π.Καμμένος ήταν σαφέστατος για τις γεωπολιτικές φιλοδοξίες του ελληνικού κράτους ως “προμαχώνα της Ευρώπης”. Με αφορμή τις “προκλήσεις ασφαλείας” που δημιουργούνται από την ανεύρεση και αξιοποίηση πλουτοπαραγωγικών πηγών καθώς και από τον έλεγχο του συστήματος διαμετακόμισης ενέργειας, ο τότε ΥΠΕΘΑ δήλωνε τον Απρίλιο του 2015: «Η Ελλάδα θα συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στη νέα αυτή πρόκληση και θα αποτελέσει κόμβο για τη μεταφορά της ενέργειας, ιδιαίτερα μέσω των αγωγών μεταφοράς φυσικού αερίου. Η γεωπολιτική εγγύτητα με περιοχές όπου μαίνονται κρίσεις αναδεικνύει την πρόσθετη αξία της Ελλάδας ως βασικής πύλης προς τις μεγάλες θαλάσσιες εμπορικές οδούς ανάμεσα στην Ευρώπη και τον ανατολικό κόσμο». Τον Ιούνιο του 2016 στο πλαίσιο της “20ης Συζήτησης Στρογγυλής Τραπέζης με την Ελληνική Κυβέρνηση” του Economist, ο Πάνος Σκουρλέτης δήλωνε για τις προθέσεις αναβάθμισης του ενεργειακού ρόλου της Ελλάδας: «Οι ανάγκες της Ευρώπης για ενέργεια μεγαλώνουν κάθε χρόνο, με αποτέλεσμα να επιδιώκει πολλαπλές πηγές τροφοδοσίας και όσο γίνεται περισσότερες απευθείας συνδέσεις. Εδώ μπορεί να βοηθήσει η Ελλάδα ως ενεργειακός κόμβος. Ένας κόμβος δομημένος σε ένα σημαντικό γεωγραφικό και γεωπολιτικό σταυροδρόμι. Ένα σημείο διαμετακόμισης που διακρίνεται για τη σταθερότητά του σε έναν ασταθή κόσμο».

Η Ελλάδα στερείται των απαραίτητων ενεργειακών κοιτασμάτων για να μετατραπεί σε κυρίαρχο ενεργειακό προμηθευτή της ευρύτερης περιοχής. Η θέση της είναι εμφανώς μειονεκτική σε σχέση με την Τουρκία, η οποία σήμερα είναι ένας τεράστιος ενεργειακός περιφερειακός κόμβος, με έξι διεθνείς διασυνδετήριους αγωγούς φυσικού αερίου, με δύο διεθνείς αγωγούς μεταφοράς, με τέσσερις τερματικούς σταθμούς LNG και δύο διεθνείς αγωγούς πετρελαίου. Επιπλέον, συγκριτικό πλεονέκτημα για την Τουρκία δίνει ο έλεγχος του στενού των Δαρδανελίων απ’ όπου διέρχεται καθημερινά σημαντική ποσότητα της παγκόσμιας πετρελαϊκής τροφοδοσίας. Από τον Ιανουάριο του 2020 ξεκίνησε ο τεράστιος τουρκορωσικός αγωγός Turk Stream, για την κατασκευή του οποίου συνεργάζονται η ρωσική Gazprom και η ελβετική Swiss και μεταφέρει αέριο μέσω της Μαύρης Θάλασσας στην Τουρκία και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η “απομονωμένη” Τουρκία αναβαθμίζει τον ενεργειακό της ρόλο και φιλοδοξεί να αποκτήσει τον ενεργειακό έλεγχο στην ευρύτερη περιοχή ώστε να μετατραπεί σε διεθνή ηγεμονική δύναμη. Η Ελλάδα από την άλλη, βρίσκεται στη δύσκολη θέση να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό για την κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών είτε από τη Ρωσία (ως βασικού προμηθευτή φυσικού αερίου), είτε από την Τουρκία (αφού βασικές αρτηρίες τροφοδοσίας φυσικού αερίου ελέγχονται από το τουρκικό κράτος). Η Ελλάδα προσπαθεί να μεταβάλει τον δυσμενή συσχετισμό μέσω της υπαγωγής της ενεργειακής της πολιτικής στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ (εισαγωγή LNG, διασυνδετήριος αγωγός φυσικού αερίου Ελλάδας-Βουλγαρίας IGB, αγωγός Θεσσαλονίκης-Σκοπίων, μονάδα υπόγειας αποθήκευσης στην Καβάλα κλπ). Σκοπός της Ελλάδας είναι να μετατραπεί σε ενεργειακό αντίβαρο έναντι της Τουρκίας και βασικό εναλλακτικό προμηθευτή αερίου στη ΝΑ Ευρώπη. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα μπαίνει στο επίκεντρο των Ευρω-αμερικανικών προσπαθειών για μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από τη Ρωσία, καθώς το φυσικό αέριο αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα για το καθεστώς Πούτιν (15). Και όπως είναι φυσικό η Ρωσία χρησιμοποιεί αυτό το πλεονέκτημα για να πλασαριστεί με ευνοϊκότερους όρους στην αρένα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η διαφοροποίηση των πηγών και των οδών ενέργειας είναι κομβικό ζήτημα στην ευρωατλαντική ατζέντα και στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα επιδιώκει να μετατραπεί σε “διατλαντική γέφυρα μεταξύ της Ευρώπης και των ΗΠΑ”.

Η ελληνοϊσραηλινή συμμαχία έχει βαρύνουσα σημασία γι’ αυτούς τους ενεργειακούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ και της ΕΕ. Τον Απρίλιο του 2017 εγκρίθηκε η κατασκευή του αγωγού East Med, με κοινή δήλωση των υπουργών ενέργειας της Ελλάδας, του Ισραήλ, της Κύπρου και της Ιταλίας, σε συνάντηση κορυφής που πραγματοποιήθηκε στο Τελ Αβίβ παρουσία εκπροσώπου της Ε.Ε. Ο East Med εντάχθηκε στον ευρύτερο ευρωενωσίτικο σχεδιασμό και συγκεκριμένα στην κατηγορία των Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος του Κανονισμού 347/2013 της ΕΕ. Παρά τις τεράστιες επιφυλάξεις που υπάρχουν για το φαραωνικό αυτό πρότζεκτ, η ΕΕ το έχει κρίνει ως τεχνικώς εφικτό, οικονομικώς βιώσιμο και συμπληρωματικό με άλλες εξαγωγικές δυνατότητες και επιλογές. Το κόστος του East Med υπολογίζεται να ανέλθει στα 6 δισεκατομμύρια ευρώ, μεγάλο τμήμα του οποίου θα καλυφθεί από ευρωενωσίτικους πόρους. Ταυτόχρονα, ενεργή ανάμειξη έχουν και οι ΗΠΑ, καθώς τον Δεκέμβριο του 2019 επικυρώθηκε από τη διοίκηση Τραμπ η East Med Act. Ο εν λόγω αγωγός αξιολογείται από τους Αμερικανούς ως σοβαρό εργαλείο εναντίον της ρωσικής διείσδυσης, την ίδια ώρα που οι Γερμανοί δεν αποδέχονται την πλήρη ευθυγράμμιση και συνεργάζονται με το καθεστώς Πούτιν (παρά τις τριβές που προκαλούνται, με τελευταία αφορμή την υπόθεση Ναβάλνι). Όπως δήλωνε ο Τζέφρι Πάιατ στην Καθημερινή τον Ιούνιο του 2020: «Η ενέργεια είναι σαφώς ο τομέας στον οποίο έχουμε κινηθεί πιο γρήγορα όσον αφορά την κοινή συνεργασία μας (…) Νομίζω ότι τα καλά νέα είναι πως το 3+1 είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένο με την αμερικανική διπλωματία και την εξωτερική πολιτική, καθώς αποτελεί και νόμο μέσω της πράξης East Med». Στην ίδια συνέντευξη ο Πάιατ εξέφρασε και τη νοσταλγία του για την ειδυλλιακή εποχή που η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούσε αποκλειστική λίμνη του ΝΑΤΟ…

Σκοπός του East Med είναι να ενταχθεί στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωατλαντικής πολιτικής για διαφοροποίηση των πηγών και των οδεύσεων μεταφοράς ενέργειας ώστε να μειωθεί η ρωσική επιρροή: «Μεταφέροντας φυσικό αέριο από τη Λεκάνη της Λεβαντίνης (Levant Basin) και συγκεκριμένα από τα κοιτάσματα Αφροδίτη και Λεβιάθαν στην Ελλάδα, μέσω Κύπρου και Κρήτης. Εκτιμάται ότι ο αγωγός θα μεταφέρει 8-15 δις. κ.μ. φυσικού αερίου ετησίως. Να σημειωθεί ότι η Λεκάνη της Λεβαντίνης που είναι περίπου τέσσερις φορές μεγαλύτερη από την έκταση της Κύπρου, μοιράζεται μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ. Το φυσικό αέριο θα μεταφέρεται μέσω του ελληνικού Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου στους αγωγούς Poseidon (αγωγός ITG, Ελληνοϊταλική κοινοπραξία) και στη συνέχεια από τη Θεσπρωτία στην Ιταλία, ενώ μέσω του ελληνοβουλγαρικού αγωγού IGB στη Βουλγαρία και εκείθεν στη Κεντρική Ευρώπη. Με την ήδη υπογραφείσα συμφωνία (Ελλάδα, Ισραήλ, Κύπρος), το Ισραήλ αναλαμβάνει την ασφάλεια μεγάλου τμήματος του αγωγού». (16)

Τι επιδιώκει το ελληνικό κράτος από τη συμμαχία του με το Ισραήλ

Ανακεφαλαιώνοντας, μπορούμε να πούμε πως το ελληνικό κράτος επιδιώκει μέσω της στρατηγικής συμμαχίας του με το Ισραήλ και μέσα στο πλαίσιο των ευρωατλαντικών ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών: την αύξηση της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος του, την ανάκαμψη της καπιταλιστικής οικονομίας μέσα από χρυσοφόρες για το κεφάλαιο συμφωνίες, την ενίσχυση της θέσης του στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω της οικοδόμησης ενός “ενεργειακού άξονα σταθερότητας”, την αναβάθμισή του ως κόμβου μεταφοράς και πώλησης ενέργειας, την “αμυντική” θωράκιση απέναντι στον κοινό εχθρό (την Τουρκία)(17) και την στρατιωτική προστασία της οικονομικής/ενεργειακής πολιτικής, με τη μιλιταριστική επιτήρηση των εγκαταστάσεων εξόρυξης και μεταφοράς υδρογονανθράκων. Όπως αναφέρει και το Think Tank του Ελληνικού Συλλόγου Αποφοίτων του London School of Economics and Political Science, σε έκθεση που δημοσίευσε το 2016:

«Για την ελληνική πλευρά η στρατιωτική συμμαχία [με Ισραήλ] θεωρήθηκε απαραίτητη και επωφελής για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, εξυπηρετούσε την αμυντική θωράκιση της ενεργειακής συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Συγκεκριμένα, εξασφάλιζε τη δυνατότητα της Ελλάδας και της Κύπρου να προχωρήσουν τις διαδικασίες εκμετάλλευσης των ενεργειακών τους κοιτασμάτων με ασφάλεια, λειτουργώντας αποτρεπτικά για άλλους περιφερειακούς παίκτες, κυρίως της Τουρκίας, που επιθυμούσαν είτε να αμφισβητήσουν τα δικαιώματα των κρατών στην εξόρυξη των υδρογονανθράκων, είτε να παρεμποδίσουν με άλλους τρόπους τη μεταφορά τους προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Το γεγονός ότι το Ισραήλ θα έχει ισχυρά συμφέροντα στην κυπριακή ΑΟΖ αλλά και στο δρόμο της μεταφοράς του φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω της Ελλάδας, θα το ωθούσε να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε εχθρική ενέργεια εναντίον των εγκαταστάσεων εξόρυξης ή των υποδομών μεταφοράς. Σε μεγάλο βαθμό δηλαδή, ο στρατιωτικός βραχίονας της συμμαχίας δομήθηκε με άξονα την απειλή και τις ενεργειακές επιδιώξεις της Τουρκίας στην περιοχή. Δεύτερον, η στρατιωτική συνεργασία θα αναβάθμιζε τη θέση της Ελλάδας καθώς θα αντικαθιστούσε την Τουρκία στους στρατηγικούς σχεδιασμούς του Ισραήλ. Η ελληνική πλευρά είδε τη στρατιωτική συμμαχία με το Ισραήλ και κατ’ επέκταση με τις ΗΠΑ ως παράγοντα ενδυνάμωσης των ελληνικών θέσεων και επιδιώξεων σε βάρος της Τουρκίας. Το Ισραήλ θεωρήθηκε ο παράγοντας εκείνος που θα υποστήριζε διπλωματικά και στρατιωτικά τις ελληνικές θέσεις στην πολυετή αντιπαράθεσή της με τη γείτονα». Με δυο λόγια: τα κράτη όταν μιλάνε για “πατρίδα” εννοούν κέρδη για το κεφάλαιο…

Τέλος, η ελληνοϊσραηλινή στρατηγική συμμαχία ευθυγραμμίζεται με τις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ και της ΕΕ που θέτουν ως βασικό στόχο την ενδυνάμωση των διευρωπαϊκών υποδομών ενέργειας και την εξεύρεση εναλλακτικών πηγών που θα καλύψουν τις αυξανόμενες ευρωπαϊκές ενεργειακές ανάγκες, ώστε να μειωθεί τόσο ο ρόλος της απείθαρχης Τουρκίας αλλά κυρίως του βασικού ανταγωνιστικού παίκτη, της Ρωσίας, η οποία χρησιμοποιεί το ενεργειακό της προβάδισμα ως μοχλό πίεσης για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων. Στο πλαίσιο αυτό το Ισραήλ επιδιώκει να προσθέσει στη φαρέτρα του τον ευρωπαϊκό ενεργειακό διάδρομο, με σημαντικούς διαμετακομιστικούς κόμβους την Ελλάδα και την Κύπρο.

Στην προσπάθεια για την δημιουργία ενός “υπονατοϊκού θύλακα” στη Μεσόγειο η Ελλάδα έχει ποντάρει στην αναβάθμιση της θέσης της μέσω της αντίστοιχης υποβάθμισης της συμμαχίας της Τουρκίας με τη Δύση. Ωστόσο, η πολιτική αυτή είναι δίκοπο μαχαίρι. Οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις παρά την επιφυλακτικότητά τους προς το καθεστώς Ερντογάν θέλουν να αποφύγουν πάση θυσία τον πλήρη γεωπολιτικό αναπροσανατολισμό της Τουρκίας. Η βραδύτητα και η διστακτικότητα της ΕΕ και οι ήπιες κυρώσεις των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την οικονομική αλληλοδιαπλοκή (αλλά και τη στήριξη που παρέχει το Κατάρ προς τον Ερντογάν, έχοντας επενδυμένα 100 δισεκατομμύρια ευρώ σε ευρωπαϊκές χώρες) δείχνουν πως στόχος τους δεν είναι η “απομόνωση” της Τουρκίας, όπως ονειρεύεται το ελληνικό κράτος, αλλά η επαναρυμούλκησή της, ώστε να περιορισθεί η ρωσική επιρροή. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα οδηγήσει σε υποβάθμιση του ρόλου του ελληνικού κράτους. Όπως επισημαίνει η επιστημονική συνεργάτιδα του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Άννα Κουκκίδη-Προκοπίου: «Παρά τις φωνές που πληθαίνουν για την ανάγκη επιβολής συνεπειών στην Τουρκία για την “ασεβή” συμπεριφορά της προς του Αμερικανούς πλανητάρχες (ειδικά αναφορικά με τη στάση της στη Συρία αλλά και τη σχέση της με τη Μόσχα), η γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας ως παροχέα ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή μας παραμένει αναλλοίωτη. Έστω κι αν κάποιος παραδεχτεί ότι μέρος της αστάθειας παράγεται από τις πράξεις της ίδιας της Άγκυρας, αυταπόδεικτα οδηγείται και στο συμπέρασμα της ανάγκης της εμπλοκής της ίδιας και πάλι για την επίλυση των ντε φάκτο προβλημάτων που πρέπει έτσι κι αλλιώς να αντιμετωπιστούν.

Η εδραίωση της Τουρκίας στο παγκόσμιο σύστημα ως ενός περιφερειακού παίκτη, που θα αποτελεί ένα ανεξέλεγκτο απολωλός πρόβατο από τη Δύση, ακολουθώντας το μονοπάτι του Ιράν μετά την πτώση του Σάχη το 1979, δεν είναι κάτι που η Ουάσιγκτον επιθυμεί. Γι’ αυτό ας μη διαβάζουμε τα μηνύματα του σήμερα προβάλλοντας τις δικές μας επιθυμίες για το μέλλον ως πρίσμα ανάλυσης». (“Η Κύπρος στο Μάτι του Κύκλωπα”, Huffington post, 23/1/2021)

Η πώληση της ΕΛΒΟ, το Κέντρο Εκπαίδευσης Πιλότων στην Καλαμάτα και οι συζητήσεις Τουρκίας-Ισραήλ

Η δημιουργία του Κέντρου Εκπαίδευσης Πιλότων στην Καλαμάτα και η πώληση της ΕΛΒΟ είναι δύο πολύ σημαντικά γεγονότα που εδραιώνουν ακόμα περισσότερο τα συμφέροντα του ισραηλινού κεφαλαίου στην Ελλάδα. Ήδη από την μνημονιακή περίοδο το ισραηλινό κεφάλαιο είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του για τις ιδιωτικοποιήσεις και τις επενδύσεις στην Ελλάδα. Η ισραηλινή επιχείρηση ELBIT με μια επενδυτική πρόταση ύψους 1,4 δις ευρώ επικράτησε της καναδικής CAE, παρότι η τελευταία είναι η μεγαλύτερη εταιρία εκπαίδευσης στον κόσμο με εμπειρία 7 δεκαετιών και 65 εκπαιδευτικά κέντρα σε 35 χώρες, ενώ θεωρείται ο μεγαλύτερος εκπαιδευτικός ιδιωτικός φορέας της Δύσης με πιστοποίηση ΝΑΤΟϊκών προδιαγραφών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως η ισραηλινή “σφήνα” στο διαγωνισμό προέκυψε κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Κ. Μητσοτάκη και του ΥΠΕΘΑ Ν. Παναγιωτόπουλου στο Ισραήλ τον Μάιο του 2020. Έτσι, η ELBIT ανέλαβε το έργο της κατασκευής εκπαιδευτικού κέντρου για την πολεμική αεροπορία, με την Ελλάδα να γίνεται η πρώτη ΝΑΤΟϊκή χώρα που αναθέτει την εκπαίδευση του στρατού της σε μη ΝΑΤΟϊκή χώρα, συμμαχώντας από κοινού εναντίον μιας άλλης ΝΑΤΟϊκής χώρας! Κι όλα αυτά παρότι η ELBIT δεν έχει πιστοποίηση από το ΝΑΤΟ! Σύμφωνα με την ισραηλινή πρεσβεία στην Αθήνα, η συμφωνία αυτή είναι η μεγαλύτερη μπίζνα: «Για αμυντική προμήθεια μεταξύ Ισραήλ και Ελλάδας μέχρι σήμερα». Η γεωπολιτική σημασία της συμφωνίας αποτυπώνεται κι από την πρόθεση το Κέντρο να αποτελέσει πεδίο εφαρμογής της αμερικανοκίνητης προσέγγισης της Ελλάδας και του Ισραήλ με τις αυταρχικές φιλοδυτικές μοναρχίες της Μέσης Ανατολής (ΗΑΕ, Σαουδική Αραβία, Ιορδανία).

Ταυτόχρονα, κοινοπραξία ισραηλινών συμφερόντων (με μειοψηφική ελληνική συμμετοχή) εξαγόρασε την Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων. Στο νέο Δ.Δ. της ΕΛΒΟ συμμετέχουν αποκλειστικά τέσσερις ισραηλινοί, ενώ κατά 47,6% η NASΚΑ Industries -SK Group Ltd και κατά 4,8% ο επιχειρηματίας Αριστείδης Γλύνης. Κύριος στόχος του ισραηλινού κεφαλαίου είναι να διευρύνει την αγορά των προϊόντων του μέσω του ευρωπαϊκού και ΝΑΤΟϊκού διαβατηρίου της Ελλάδας. Η νέα ΕΛΒΟ θα έχει τη δική της συνεισφορά στην επιβολή ενός καθεστώτος μιλιταρισμού και αστυνομοκρατίας στην Ελλάδα, κατασκευάζοντας στρατιωτικά οχήματα, ειδικού τύπου πολιτικά οχήματα και ηλεκτροπτικό εξοπλισμό και προμηθεύοντας με οχήματα την Ελληνική Αστυνομία, καθώς η Plasan είναι η κατασκευάστρια εταιρία του θωρακισμένου λεωφορείου Guarder, που χρησιμοποιείται από τις κατασταλτικές δυνάμεις σε χώρες όπως το Μεξικό, η Κολομβία, το Καζακστάν και η Νιγηρία. Επίσης, η ΕΛΒΟ θα προμηθεύσει με οχήματα και τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς ήδη έχει ανακοινωθεί η αντικατάσταση 10.000 οχημάτων Mercedes και Steyr.

Ταυτόχρονα, γίνονται ολοένα και στενότερες οι σχέσεις του Έλληνα ΓΕΕΘΑ με τον ισραηλινό ομόλογό του και αναπτύσσονται σχεδιασμοί επιχειρηματικής συνεργασίας στο χώρο της πολεμικής βιομηχανίας και της παραχώρησης, συντήρησης και εκσυγχρονισμού οπλικών συστημάτων, ενώ παραμένουν ακόμα εκκρεμείς οι ισραηλινές προτάσεις για εθνικό τυφέκιο και ανάπτυξη εθνικού UAV με ισραηλινή τεχνογνωσία. Σε όλη αυτή την πολεμική μπίζνα το βασικό κριτήριο για το ελληνικό κράτος είναι η συνολική στρατηγική συμπόρευση με το Ισραήλ και όχι η στενή οικονομική ματιά, όπως φάνηκε και από την περίπτωση του Εκπαιδευτικού Κέντρου στην Καλαμάτα που προκάλεσε τη δυσφορία σε ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού εθνικισμού. Διακηρυγμένος στόχος του ελληνικού κράτους είναι να δημιουργήσει ένα πλέγμα επιχειρηματικών και στρατιωτικών συμφωνιών με το Ισραήλ με τέτοια βαρύτητα που θα λειτουργήσει ανασχετικά σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο ισραηλινοτουρκικής επαναπροσέγγισης.

Ωστόσο, στις διεθνείς σχέσεις δεν επιχειρεί ο ιδεαλισμός και η φιλία, αλλά η ωμή realpolitik. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 2020 ξεκίνησαν μυστικές επαφές μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ με σκοπό τη διερεύνηση του ενδεχόμενου εξομάλυνσης των ταραγμένων σχέσεων των δύο χωρών. Σύμφωνα με δηλώσεις πρώην διπλωμάτη του τουρκικού κράτους στο Al-Monitor «Πολλοί στην Άγκυρα σήμερα τονίζουν ότι η επιστροφή του Τούρκων και των Ισραηλινών πρεσβευτών, η δυνατότητα υπογραφής μιας συμφωνίας θαλάσσιας οριοθέτησης και η κατασκευή ενός ισραηλινού αγωγού φυσικού αέριου στην Ευρώπη μέσω της Τουρκίας, οι κοινές προσπάθειες για σταθεροποίηση στη Συρία και οι αυξανόμενες τουρκοϊσραηλινές βάσεις στον Καύκασο, τη Μαύρη Θάλασσα και τις λεκάνες της Κασπίας, θα είναι όλα οφέλη για τις δύο χώρες […] Αυτό που πρέπει να κάνει η Τουρκία είναι να εξομαλύνει τους δεσμούς με το Ισραήλ βάσει των εθνικών συμφερόντων, υποστηρίζοντας παράλληλα τη γενική θέση που περιγράφουν οι αραβικές χώρες προς το Ισραήλ. Μια τέτοια πολιτική θα επιτρέψει στην Τουρκία να απομακρύνει το Ισραήλ από την Ελλάδα και τους Ελληνοκύπριους και να κερδίσει ξανά την εύνοια του εβραϊκού λόμπι στις ΗΠΑ με την πάροδο του χρόνου» (18).

Καθοριστικός παράγοντας της απόπειρας επαναπροσέγγισης υπήρξε η σύγκλιση συμφερόντων των δύο χωρών στον Καύκασο και ο ισραηλινός στρατιωτικός εφοδιασμός του Αζερμπαϊτζάν μέσω της Τουρκίας κατά τη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουσης στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, γεγονός που οδήγησε στην απόφαση για ανάκληση του ισραηλινού πρέσβη από την Αρμενία. Το Ισραήλ επιδιώκει σχέσεις με το πλούσιο σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο Αζερμπαϊτζάν, όχι μονάχα εξαιτίας των ενεργειακών πόρων αλλά και λόγω της γειτνίασης με το Ιράν. Αν πραγματοποιηθεί η εξομάλυνση των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ θα υπάρξει ραγδαία ανακατάταξη δυνάμεων και θα δημιουργηθεί μια νέα γεωπολιτική ισορροπία που θα υποβαθμίζει τη θέση της Ελλάδας και της Κύπρου. Ωστόσο, η απόπειρα αυτή δεν είναι ούτε απλή, ούτε εύκολα υλοποιήσιμη. Από τη μια οι δυο χώρες αναπτύσσουν σχέσεις οικονομικής αλληλεπίδρασης και ο Ερντογάν που προτείνει win-win σχέση με τον Μπάιντεν, γνωρίζει πως «ο δρόμος της Τουρκίας προς τις ΗΠΑ περνάει μέσω του Ισραήλ και τη μεσολάβηση αυτού». Από την άλλη, το Ισραήλ χαρακτηρίζει τις επαφές ως “χαμηλού επιπέδου” και κρατάει επιφυλακτική στάση απέναντι στο καθεστώς Ερντογάν, ερμηνεύοντας τα μηνύματα συμφιλίωσης που εκπέμπει η Τουρκία ως διπλωματικούς ελιγμούς που προκύπτουν μετά την αντικατάσταση της διοίκησης Τραμπ από αυτήν του Μπάιντεν. Όπως γράφει η ιστοσελίδα Israel Hayom: «Αφού συνέκρινε το Ισραήλ με τη ναζιστική Γερμανία, ο Ερντογάν ξεκινά επίθεση ισχυρού φλερτ. Πίσω από την αλλαγή: απελπισμένη ανάγκη για υπηρεσίες μεσολάβησης και υποστήριξης απέναντι στον Πρόεδρο Μπάιντεν που είναι εχθρικός προς τον Ερντογάν. Το Ισραήλ προσέχει να μη βλάψει τις νέες συμμαχίες του με την Ελλάδα, την Κύπρο και τις χώρες του Κόλπου, και θέτει ως προϋπόθεση για τη βελτίωση των σχέσεων, την παύση της τρομοκρατικής δραστηριότητας της Χαμάς από το έδαφος της Τουρκίας. Απάτη ή απροσδόκητη προσέγγιση;». Άλλωστε, ο υπουργός Ενέργειας του Ισραήλ, Γ. Στάιονιτς, σε συνέντευξή του στο CNBC έθεσε ως προϋπόθεση της ενεργειακής συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες (η οποία συμπεριλαμβάνει και το ενδεχόμενο κατασκευής αγωγού φυσικού αερίου) την αλλαγή συμπεριφοράς της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, οι ισραηλινοί αξιωματούχοι καθησυχάζουν την ελληνική πλευρά πως θα μείνουν πιστοί στη στρατηγική συνεργασία του Άξονα 3+1 και θα είναι: «Πολύ προσεκτικοί όσον αφορά το τουρκικό ζήτημα και πολύ καχύποπτοι για τις προθέσεις του Τούρκου Προέδρου». Το μέλλον θα δείξει που θα κάτσει η μπίλια των συνεχών ανακατατάξεων. Το μόνο σίγουρο είναι, για να παραφράσουμε τη φράση του Τζον Κουίνσι Ανταμς πως τα κράτη δεν έχουν μόνιμους φίλους. Έχουν μόνιμους στόχους και μόνιμα συμφέροντα…

Η δημιουργία φιλο-δυτικού Άξονα στη Μέση Ανατολή και ο ρόλος του ελληνικού κράτους

Οι δολοφονίες του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί από τις ΗΠΑ και του επικεφαλής του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος Μοχσέν Φαχριζαντέχ από πράκτορες της Μοσάντ ήταν δύο παράνομες ενέργειες κρατικής τρομοκρατίας που κλιμάκωσαν επικίνδυνα τη λεγόμενη “στρατηγική της μέγιστης πίεσης” που ασκεί ο αμερικανοϊσραηλινός άξονας έναντι του καθεστώτος της Τεχεράνης. Οι δολοφονίες αυτές αποτύπωσαν με σαφήνεια τις επιδιώξεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ για το μέλλον της Μέσης Ανατολής και την απόπειρα μεταβολής του συσχετισμού ισχύος στην ευρύτερη περιοχή. Βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση και ενδυνάμωση της ισραηλινής ηγεμονίας είναι η αποδυνάμωση της περιφερειακής ισχύος του Ιράν, το οποίο έχει ισχυρά ερείσματα σε πολλές χώρες της περιοχής (Ιράκ, Συρία, Υεμένη, Λίβανος, Παλαιστίνη). Είναι ενδεικτικό πως οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις έπληξαν περίπου 50 στόχους στη Συρία το 2020, όπως οι ίδιες έχουν δημοσιεύσει. Από το 2011 έχουν εξαπολύσει εκατοντάδες πυραυλικά χτυπήματα εναντίον της Συρίας, στοχεύοντας τα στρατεύματα του καθεστώτος Άσαντ και τις πολιτοφυλακές της Χεζμπολλάχ και των Φρουρών της Επανάστασης. Το Ισραήλ επικαλείται κινδύνους για την ασφάλειά του, γεγονός που προκαλεί την έντονη αντίδραση της Ρωσίας που θέλει να αποτρέψει τη μετατροπή της Συρίας σε αρένα σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ και Ιράν. Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σ. Λαβρόφ, δήλωσε με σαφή ειρωνική διάθεση: «Αγαπητοί ισραηλινοί συνεργάτες, εάν διαθέτετε γεγονότα που καταδεικνύουν πως το κράτος σας αντιμετωπίζει απειλές από το συριακό έδαφος, τότε να τα αναφέρετε επειγόντως και εμείς θα πάρουμε κάθε απαραίτητο μέτρο για να εξουδετερώσουμε αυτή την απειλή».

Εάν οι πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν και των συμμάχων του είναι το πρώτο σκέλος του σχεδιασμού μεταβολής του γεωπολιτικού χάρτη στη Μέση Ανατολή, στο δεύτερο σκέλος θα συναντήσουμε την έντονη διπλωματική κινητικότητα που ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Τραμπ και οδήγησε στον κατ’ ευφημισμό “κύκλο φιλίας” του Ισραήλ με μια σειρά από αντιδραστικά καθεστώτα του αραβικού/μουσουλμανικού κόσμου: ΗΑΕ, Μπαχρέιν, Μαρόκο και Σουδάν(19). Να σημειωθεί πως η Αίγυπτος και η Ιορδανία είχαν ήδη εξομαλύνει τις σχέσεις τους με το Ισραήλ το 1979 και το 1994 αντίστοιχα. Στο ίδιο πλαίσιο ανάπτυξης “συμφωνιών του Αβραάμ” συναντάμε κι άλλες διπλωματικές κινήσεις, όπως οι συνομιλίες της Σαουδικής Αραβίας με το Κατάρ για αποκατάσταση των σχέσεων τους, οι οποίες είχαν διακοπεί το 2017 με την επιβολή διπλωματικού, εμπορικού και ταξιδιωτικού αποκλεισμού του Κατάρ από τη Σ. Αραβία, την Αίγυπτο, το Μπαχρέιν και τα ΗΑΕ. Επίσης, δείγμα προθέσεων προσέγγισης του Ισραήλ με τα καθεστώτα του σουνιτικού Ισλάμ (20) είναι η μυστική επίσκεψη που πραγματοποίησε ο Νεντανιάχου στη Σ. Αραβία για να συναντήσει τον διάδοχο του θρόνου, Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν (τον οποίο ο Μπάιντεν δεν τον πολυσυμπαθεί, καθώς του χρεώνει τη δολοφονία του δημοσιογράφου Κασόγκι). Η συνάντηση Νεντανιάχου-Σαλμάν πραγματοποιήθηκε στο θέρετρο του Νεόμ στα στενά του Τιράν στην Ερυθρά Θάλασσα, με τη συμμετοχή του τότε Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο και τον επικεφαλής της Μοσάντ Γιόσι Κοέν. Ο ισραηλινός πρωθυπουργός ταξίδεψε με το ιδιωτικό αεροσκάφος του επιχειρηματία Εχούντ Ασγκέλ, το οποίο είχε ξαναχρησιμοποιήσει ο Νεντανιάχου για μυστική επίσκεψη στο Ομάν.

Η έντονη διπλωματική κινητικότητα μεταφράζεται και στον τομέα της οικονομικής συνεργασίας με τον σχεδιασμό δύο γιγαντιαίων επιχειρηματικών projects που φιλοδοξούν να εντοπίσουν γεωοικονομικά την περιοχή, μέσω του εμπορίου και της ενέργειας. Συγκεκριμένα σχεδιάζεται:

-Η κατασκευή σιδηροδρομικής σύνδεσης του λιμανιού της Χάιφα με τα λιμάνια του Περσικού Κόλπου μέσω της σαουδαραβικής ερήμου. Το έργο αυτό φιλοδοξεί να μειώσει την ιρανική γεωπολιτική ισχύ, καθιστώντας εφικτή τη μεταφορά εμπορευμάτων από τη Μεσόγειο και την Ευρώπη στις χώρες του Περσικού Κόλπου, χωρίς να περνάνε από τη «δαμόκλειο σπάθη» των Στενών του Ορμούζ. Με τον τρόπο αυτό το Ισραήλ αποκτά πρόσβαση στη μεγάλη αγορά της Σαουδικής Αραβίας και των πλούσιων χωρών του Περσικού Κόλπου. Το περιφερειακό εμπόριο μεταξύ των χωρών της περιοχής απ’ όπου θα διέρχεται η σιδηροδρομική σύνδεση αναμένεται να φτάσει στα 250 δις δολάρια μέχρι το 2030.

-Η κατασκευή της “έξυπνης πόλης” ΝΕΟΜ στη Βορειοδυτική Σαουδική Αραβία, η οποία θα ενώνει γεωοικονομικά το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και την Ιορδανία. Η ΝΕΟΜ σχεδιάζεται ως “φουτουριστική Μέγα-Πόλη”, με τεράστια γεωγραφική έκταση και κόστος που εκτιμάται πως θα φτάσει στα 500 δις δολάρια. Οι Σαουδάραβες προσδοκούν την προέλκυση ισραηλινών εταιριών υψηλής τεχνολογίας για να επενδύσουν και να εγκατασταθούν στη ΝΕΟΜ.

Το ελληνικό κράτος δεν λείπει από αυτό το αλισβερίσι δημιουργίας ενός φίλο-δυτικού γεωπολιτικού μπλοκ που υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ (και δευτερευόντως της Γαλλίας) θα ανταγωνίζεται τη συμμαχία Κίνας-Ρωσίας-Ιράν και θα μειώνει την επιρροή της ΝΑΤΟϊκής μεν αλλά απείθαρχης Τουρκίας. Έτσι, οι φίλοι του Ισραήλ μετατρέπονται και σε φίλους της Ελλάδας, κάτι που αυτόματα καθιστά τους εχθρούς του Ισραήλ σε εχθρούς της Ελλάδας. Η τυχοδιωκτική αυτή πολιτική βάζει την Ελλάδα στη δίνη ανταγωνισμών που όσο και αν καλυφθούν με κορώνες εθνικιστικής ρητορικής και με μανδύα “πατριωτισμού” δεν μπορούν να κρύψουν το πραγματικό τους περιεχόμενο. Έτσι, παράλληλα με τη στενή στρατιωτική συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ και τη χούντα του Αλ Σίσι στην Αίγυπτο επεκτείνεται και η συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ: «Τόσο τα Εμιράτα όσο και η Αίγυπτος ενώπιον του κινδύνου ενεργοποίησης των Αδελφών Μουσουλμάνων στο εσωτερικό τους και αποσταθεροποίησης με ενθάρρυνση της Άγκυρας έχουν στραφεί προς την Ελλάδα […] Η προσέγγιση τόσο της Αιγύπτου και των ΗΑΕ όσο και του Ισραήλ με την Αθήνα δεν περιορίζεται πλέον σε διπλωματικό επίπεδο αλλά γίνεται όλο και πιο έντονα αισθητή τόσο στον στρατιωτικό τομέα αλλά και στο κρίσιμο πεδίο των πληροφοριών. Άλλωστε, αναφέρεται έντονα ότι το Τελ Αβίβ είχε σπεύσει το καλοκαίρι του 2020 να ενημερώσει την Αθήνα πως η Άγκυρα σχεδιάζει να εκτινάξει την ένταση στη θάλασσα και να προχωρήσει σε σεισμογραφικές έρευνες κοντά στο Καστελόριζο»(21).

Τα ΗΑΕ με αμερικανική προτροπή έχουν δηλώσει πρόθεση για εμβάθυνση της σχέσης τους με την Ελλάδα τόσο στον οικονομικό και διπλωματικό τομέα όσο και στους τομείς των “αμυντικών” επενδύσεων και της στρατιωτικής συνεργασίας, με συνεκπαιδεύσεις των ενόπλων δυνάμεων και συμμετοχή σε ασκήσεις όπως ο Ηνίοχος και η Μέδουσα (στις οποίες συμμετέχουν επίσης το Ισραήλ, η Γαλλία, η Αίγυπτος και η Κύπρος). Στο πλαίσιο αυτό οι ΗΑΕ εκφράζουν το ενδιαφέρον τους για το Κέντρο Εκπαίδευσης Πιλότων στην Καλαμάτα, στέλνουν στελέχη για εκπαίδευση στην Ελληνική Βιομηχανία και προωθούν την αμοιβαία επικοινωνία στρατιωτικών στελεχών, ενώ εμιρατιανά (όπως και σαουδαραβικά) F16 φιλοξενούνται σε ελληνικό έδαφος (Σούδα και 115 Πτέρυγα Μάχης). Το σημαντικότερο, όμως, είναι η υπογραφή από την κυβέρνηση Μητσοτάκη της “ρήτρας αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης από τρίτο μέρος”. Αυτή η επικίνδυνη και πρωτοφανής συμφωνία αποτελεί, όπως διαρρέουν κυβερνητικές πηγές, το πρόπλασμα για την ανάπτυξη πολυμερούς συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο, που θα λειτουργήσει ως “ασπίδα” έναντι των τουρκικών επιδιώξεων. Ανάλογη συμφωνία αναμένεται να υπογραφεί και με τη Σαουδική Αραβία! Το ελληνικό κράτος είχε προχωρήσει στις επαφές με τον οίκο του Σαούδ ήδη από την εποχή της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, παραδίδοντας πυρομαχικά για το αιματοκύλισμα του λαού της Υεμένης. Σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη κάνει ακόμα στενότερες τις επαφές στέλνοντας συστοιχίες Patriot μαζί με προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων στη Σαουδική Αραβία, ενισχύοντας την αντι-ιρανική αντιαεροπορική ομπρέλα.

Ενδεικτικό της έντονης διπλωματικής κινητικότητας στην ευρύτερη περιοχή είναι η διοργάνωση με πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης του Filia Forum τον Φεβρουάριο του 2021, λίγες μέρες μετά τη δεύτερη (μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα) επίσκεψη του Κ. Μητσοτάκη στο Ισραήλ. Στη συνάντηση συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας, της Κύπρου, της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας, των ΗΑΕ, της Γαλλίας και του Μπαχρέιν, ενώ στο περιθώριο του φόρουμ ο Ν.Δένδιας συνάντησε και τον ιρακινό ομόλογό του. Παρότι οι εμπλεκόμενες πλευρές το αρνούνται επισήμως, ωστόσο όλοι οι αναλυτές παραδέχονται πως στόχος του φόρουμ και της ανάλογης διπλωματικής κινητικότητας είναι το χτίσιμο ενός συμμαχικού αντιτουρκικού μπλοκ, υπό την ηγεσία της Γαλλίας. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της; Τουρκίας, Χαμί Ακσόι, σχολίασε σχετικά: «Οι αβάσιμες κατηγορίες και συκοφαντίες, που απευθύνονταν εναντίον της χώρας μας από τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών στο τέλος του φόρουμ, το οποίο υποτίθεται πως “δεν στοχεύει καμία χώρα”, καταδεικνύουν ότι αυτή η πρωτοβουλία είναι στην πραγματικότητα μια προσπάθεια να οικοδομηθεί μια συμμαχία όχι στη “φιλία”, αλλά πάνω στην εχθρότητα προς την Τουρκία». Και λίγες μέρες μετά, το καθεστώς Ερντογάν έδειξε κι αυτό με τη σειρά του τι εννοεί με τη λέξη “φιλία” διενεργώντας τη γιγαντιαία άσκηση πολεμικής προετοιμασίας “Γαλάζια Πατρίδα”…

Ένας ακόμα άξονας που διαμορφώνεται στην ευρύτερη περιοχή είναι η τετραμερής συντονισμένη παρουσία της Ελλάδας, της Κύπρου, της Ιταλίας και της Γαλλίας που στοχεύουν στην εδραίωση της ασφάλειας των επιχειρηματικών τους συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο (ασκήσεις Ευνομία).

Το ελληνικό κράτος προσπαθεί να αξιοποιήσει τη γαλλική αντίδραση στην προσπάθεια διείσδυσης του τουρκικού κεφαλαίου σε περιοχές που η Γαλλία έχει έντονη ή προνομιακή παρουσία ή αποικιακό παρελθόν: «Με σημαία το “Ελλάς-Γαλλία-Συμμαχία” επιχειρεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της η εγχώρια αστική τάξη, εμπλεκόμενη -με το αζημίωτο- στις γεωστρατηγικές αντιθέσεις μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Η παρουσία Μακρόν -ως άτυπος εκπρόσωπος του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού- στη Μέση Ανατολή (Λίβανος, Ιράκ), εντάσσεται στην προσπάθεια ανάσχεσης της τουρκικής επιρροής στην περιοχή, με τη Γαλλία να προωθεί τα δικά της ενεργειακά συμφέροντα, είτε με το να στηρίζει τους Κούρδους της Συρίας και του Ιράκ είτε με το να παίρνει “διεθνείς πρωτοβουλίες” για το Λίβανο με πρόσχημα την έκρηξη στη Βηρυτό, επιχειρώντας να περιφρουρήσει την ενεργειακή έξοδο της Μέσης Ανατολής προς τη Μεσόγειο.

Αντίστοιχα, στο μέτωπο της Αφρικής, πέρα από τους ανταγωνισμούς για την εκμετάλλευση των πετρελαίων της Λιβύης και την άρνηση των Γάλλων να καταστεί άνευ όρων η Τουρκία ως κεντρικός ρυθμιστικός παράγοντας στη Μεσόγειο και ενεργειακός κόμβος προς την Ευρώπη, η σύγκρουση αφορά και την ηγεμονία στη ζώνη του Σαχέλ, με την Τουρκία και τον Νίγηρα, εισβάλλοντας έτσι στις παραδοσιακές σφαίρες επιρροής της Γαλλίας και στα κοιτάσματα ουρανίου που χρειάζονται τα πυρηνικά της προγράμματα.

Οι ανταγωνισμοί Γαλλίας-Τουρκίας και η μετατροπή της Μεσογείου σε εμπόλεμη ζώνη γίνονται στο φόντο της κεντρικής ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας, με το ελληνικό κράτος να παίρνει ολοένα και πιο ενεργή συμμετοχή»(22).

Για να λάβει την προστασία της Γαλλίας το ελληνικό κράτος είναι έτοιμο τόσο να μπουκώσει με μπόλικο χρήμα τη γαλλική πολεμική βιομηχανία (23) όσο και να παρέχει γεωπολιτικές εξυπηρετήσεις, όπως το να συνδράμει τις γαλλικές ένοπλες δυνάμεις στην “αντιτρομοκρατική” επέμβαση στο Μάλι της Δυτικής Αφρικής, από το οποίο η Γαλλία εισάγει ουράνιο για τους πυρηνικούς της σταθμούς. Για την υπεράσπιση της “πατρίδας”, βεβαίως-βεβαίως. Όπως παλιότερα στην Ουκρανία και την Κορέα…

Αντί επιλόγου

Κάποτε ο Τούρκος κομμουνιστής ποιητής Ναζίμ Χικμέτ έλεγε πως υπάρχουν δυο Ελλάδες και δυο Τουρκίες. Η Ελλάδα του Μπελογιάννη και των χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων και η Ελλάδα του Πλαστήρα. Η Τουρκία των χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων και η Τουρκία του Μεντέρες. Εφτά δεκαετίες μετά ο πυρήνας του μηνύματος του Χικμέτ παραμένει αναλλοίωτος. Σε κάθε χώρα υπάρχουν δύο πατρίδες. Η πατρίδα των εργαζομένων, των εκμεταλλευόμενων, των καταπιεσμένων, των αποκλεισμένων και η πατρίδα των αφεντικών, των επιχειρηματικών συμφερόντων και του πολιτικού τους προσωπικού. Αυτές οι δυο πατρίδες βρίσκονται σε ανειρήνευτο πόλεμο μεταξύ τους. Όταν η πατρίδα του κεφαλαίου οξύνει τον ανταγωνισμό της με άλλα αστικά κράτη ζητά ταξική ανακωχή και στοίχιση των καταπιεσμένων πίσω από την ηγεμονία της. Βαφτίζει αυτήν την υποταγή των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ως “εθνική ενότητα” και στέλνει τους προλετάριους να πολεμήσουν κάτω από ξένες σημαίες, να αιματοκυλιούνται με τα αδέρφια τους «για του αφέντη του φαΐ». Σήμερα που οξύνονται ολοένα και περισσότερο οι αστικοί και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και βαθαίνει η κρίση και το σάπισμα του καπιταλιστικού συστήματος πρέπει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά για να μην πέσουμε στην παγίδα της αλληλοεξόντωσης των λαών για να οχυρωθεί η κερδοφορία των κεφαλαίων. Καμιά “εθνική ενότητα” της πατρίδας του εργαζόμενου λαού με την πατρίδα του κεφαλαίου…

Στο πρώτο μέρος του ανά χείρας κειμένου παρακολουθήσαμε όψεις των στρατηγικών επιλογών και συμμαχιών του ελληνικού κράτους μέσα στο πλαίσιο της απόπειρας γεωστρατηγικής αναβάθμισης, καθώς και του ελληνοτουρκικού αστικού ανταγωνισμού. Στο δεύτερο μέρος θα μας απασχολήσει η παρουσία των αφεντικών του ελληνικού κράτους, των ΗΠΑ, από τότε που πήραν τη σκυτάλη από τους Βρετανούς για να μας “σώσουν” από τον κομμουνισμό μέχρι την εποχή της μετατροπής της Ελλάδας σε “γεωπολιτικό μεντεσέ”….

Σημειώσεις

  1. Η διεθνής κατάταξη των στρατιωτικών δαπανών για το 2019 είναι: ΗΠΑ (732 δις δολάρια), Κίνα (261 δισ), Ινδία (71,1 δισ), Ρωσία (65,1 δισ), Σαουδική Αραβία (61,9 δισ), Γαλλία (50,1 δισ), Γερμανία (49,3 δισ), Βρετανία (48,7 δισ), Ιαπωνία (47,6 δισ) και Νότια Κορέα (43,9 δισ).
  2. Η Ρωσία είναι η μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη με 6.375 πυρηνικές κεφαλές. Οι ΗΠΑ κατέχουν 5.800 πυρηνικές κεφαλές, ενώ ακολουθούν: Κίνα (320), Γαλλία (290), Βρετανία (215), Πακιστάν (160), Ινδία (150), Ισραήλ (90) και Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας (30-40).
  3. Σε έκθεση σχετικά με τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο που συνέγραψαν για λογαριασμό του αμερικανικού think tank FDD, ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, Έρικ Έντελμαν, και ο πρώην βουλευτής του κεμαλικού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, Αϊκάν Ερντεμέρ, αναφέρουν: «Η στρατηγική βάση της Ανατολικής Μεσογείου, ως σταυροδρόμι της Αφρικής, της Ασίας και της Ευρώπης, τοποθετεί την περιοχή στο επίκεντρο μεγάλου ανταγωνισμού για πάνω από δύο χιλιετίες. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη κίνηση των ΗΠΑ ενάντια στον σοβιετικό επεκτατισμό ξεκίνησε εδώ, το 1947, με το ελληνοτουρκικό πακέτο βοήθειας του δόγματος Τρούμαν». Τα δύο στελέχη του FDD μιλάνε για την επανεμφάνιση της Ανατολικής Μεσογείου ως πεδίο ανταγωνισμού αντίρροπων δυνάμεων και καλούν τις ΗΠΑ να μην απομακρυνθούν από την περιοχή, δίνοντας χώρο σε εχθρικά κράτη (όπως η Ρωσία και το Ιράν). Ταυτόχρονα, στρέφονται κατά της πολιτικής του ΑΚΡ: «[η Τουρκία], ένα κάποτε φιλοδυτικό προπύργιο στη νοτιοανατολική πλευρά του ΝΑΤΟ, έχει μεταμορφωθεί σε κράτος-αμφισβητία ύστερα από σχεδόν 18 χρόνια διακυβέρνησης από τον ισλαμιστή Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η εχθρική στάση της Άγκυρας δεν στρέφεται μόνο κατά της Κύπρου, της Αιγύπτου, της Ελλάδας και του Ισραήλ, αλλά θέτει επίσης σε κίνδυνο τις προσπάθειες των ΗΠΑ να προωθήσουν την περιφερειακή ενεργειακή ανάπτυξη που θα περιορίσει την εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο» (“Πιο ενεργός ο ρόλος των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο”, Καθημερινή, 16 Δεκεμβρίου 2020).
  4. Σύμφωνα με τον κρατικό προϋπολογισμό οι δαπάνες για την υγεία θα μειωθούν από 4,829 δις το 2020 στα 4,257 δις το 2021. Αξιοσημείωτη θα είναι και η μείωση των παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, οι οποίες θα μειωθούν από τα 523 εκατομμύρια ευρώ το 2020 στα 131 εκατομμύρια το 2021. Η απαξίωση της δημόσιας υγείας (με σκοπό την εμπορευματοποίησή της και την παράδοση των κερδοφόρων τομέων της στην αρπακτικότητα του κεφαλαίου) δεν είναι κάτι καινοφανές. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ για την υγεία στην ΕΕ (Health at a glance, Europe 2020), οι κατά κεφαλήν δαπάνες δημόσιας υγείας μειώνονταν στην Ελλάδα με ρυθμό 7,3% ετησίως την πενταετία 2008-2013, ενώ κατά τα έτη 2013-2019 υπήρξε οριακή αύξηση ύψους 0,4% (με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να φτάνει το 3%). Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα κατά το 2020 ήταν προτελευταία στην ΕΕ σε έκτακτες δαπάνες για την αντιμετώπιση της πανδημίας.
  5. Τελευταίο δείγμα της στενής συνεργασίας των δύο χωρών είναι η συμφωνία ανάμεσα στη βρετανική ΒΑΕ System Air και την τουρκική TUSAS για την κατασκευή πολεμικών αεροπλάνων.
  6. Σπύρος Παλαιογιάννης: “Ενεργειακές και Γεωπολιτικές προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή και η θέση της Ελλάδας” (Αθήνα, 25 Ιανουαρίου 2018).
  7. Οι εξελίξεις στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων αντανακλώνται και στη βιομηχανία των οπλισμένων drones. Πριν το 2011 μόνο τρεις χώρες κατείχαν οπλισμένα drones: οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Ισραήλ. Από το 2011 ως το 2019 οι χώρες αυξήθηκαν σε 18, με την Κίνα να είναι προμηθεύτρια σε 11 από αυτές, ενώ οι ΗΠΑ εξάγουν drones μόνο στη Γαλλία. Η Τουρκία παράγει και εξάγει οπλισμένα drones σε τρίτες χώρες, ωστόσο αρκετά από τα υποσυστήματά τους παράγονται από ξένες βιομηχανίες, καθιστώντας τα ευάλωτα στο ενδεχόμενο βιομηχανικής κατασκοπείας για αρπαγές ολόκληρων συστημάτων ή βασικών εξαρτημάτων.
  8. Για μια στιγμή η Τουρκία φάνηκε να οπισθοχωρεί μπροστά στις αμερικανικές πιέσεις και να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της αποθήκευσης των S-400, ωστόσο γρήγορα ο εκπρόσωπος του Ερντογάν, Ιμπραχίμ Καλίν, δήλωσε πως η συμφωνία με την Ρωσία θα ολοκληρωθεί και θα τηρηθεί μέχρι τέλους.
  9. Χρησιμοποιώντας το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και επικαλούμενη το “δικαίωμα στην αυτοάμυνα”, η Τουρκία εισέβαλε στη Συρία και με την ανοχή των ΗΠΑ και της Ρωσίας κατέχει το 10% των εδαφών της χώρας.
  10. Το παράδοξο αυτό έγινε φανερό και στις αρχές του 2021, όταν η ελληνοτουρκική αστική σύγκρουση ήταν οξυμένη, αλλά ταυτόχρονα δρομολογήθηκε η δημιουργία του 27ου Κέντρου Αριστείας Ενοποιημένης Αντιαεροπορικής και Αντιπυραυλικής Άμυνας του ΝΑΤΟ, με έδρα τα Χανιά. Στο εν λόγω κέντρο επικεφαλής έθνος θα είναι η Ελλάδα και υποστηρίζοντα έθνη θα είναι η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Τσεχία και η “απομονωμένη” Τουρκία!
  11. Αναφέρει σχετικά ο Αλέξης Παπαχελάς: «Οι Έλληνες πολιτικοί συνήθιζαν να ευλογούν τα γένια της χώρας αναφερόμενοι στη γεωπολιτική της θέση. Σημασία όμως δεν έχει να έχεις καλό οικόπεδο, αλλά και τι κάνεις με αυτό […] Μια ματιά στον χάρτη δείχνει ότι είμαστε το τελευταίο ανάχωμα απέναντι στην τρομοκρατία, την ανεξέλεγκτη ροή μεταναστών και προσφύγων και μια περιοχή που έχει μετατραπεί σε μια μεγάλη “μαύρη πέτρα». Η Ελλάδα είναι χώρα πρώτης γραμμής για τη Δύση και ενδέχεται να κληθεί να -παίξει ενεργά αυτόν τον ρόλο. Θα χρειασθούν ισχυρή πολιτική βούληση και συναίνεση για να παιχθεί αυτό το παιχνίδι. Δεν είναι αστείο, ούτε παιχνίδι να αναλάβεις ρόλους και αποστολές όταν επί δεκαετίες φοβόσουν να στείλεις έναν στρατιωτικό αστυνομικό στο Αφγανιστάν. Και επίσης θα αποκτήσουμε εχθρούς με αυτή την επιλογή και θα αναλάβουμε και ρίσκα, όπως πχ το να γίνουμε στόχος φανατικών ισλαμιστών. Οι εξελίξεις, όμως, τρέχουν. Η ώρα των αποφάσεων μπορεί και να μην απέχει πολύ» (Αλέξης Παπαχελάς: “Γεωστρατηγικά Οικόπεδα”, Καθημερινή, 2 Απριλίου 2017).
  12. Το ίδιο συνέβη και με την ελληνοσερβική φιλία της δεκαετίας του 1990. Η Ελλάδα αρχικά αξιοποιήθηκε ως δίαυλος επικοινωνίας της Δύσης με το καθεστώς Μιλόσεβιτς, αλλά η “φιλία” πήγε περίπατο όταν το ελληνικό έδαφος έγινε ορμητήριο της στρατιωτικής επέμβασης εναντίον της Σερβίας το 1999.
  13. Τυπικά, λόγω νομικού κωλύματος, ο Ερντογάν ανήλθε στον πρωθυπουργικό θώκο το 2003, ένα χρόνο αργότερα από την εκλογική νίκη του ΑΚΡ.
  14. Από το άρθρο “Ελληνική εξωτερική πολιτική και γεωστρατηγικής αναβάθμισης. Μέρος Β’: Σχέσεις Ελλάδας-Ισραήλ”, που δημοσιεύθηκε στο τρίτο τεύχος της πολιτικής αναθεώρησης ΜΟΛΟΤ (Νοέμβριος 2016).
  15. Ενδεικτικό είναι πως το 2016 η ρωσική Gazprom προμήθευσε το 30% περίπου της ποσότητας φυσικού αερίου που κατανάλωνε η ΕΕ.
  16. Θεόδωρος Πανάγος: “Ο ρόλος του Ισραήλ στην ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου. Ο αγωγός East Med και η συνεργασία με την Ελλάδα σε όλους τους τομείς” (foreign affairs, 30/12/2020).
  17. Βέβαια, δεν ισχύει μονάχα πως ο εχθρός του εχθρού είναι φίλος αλλά και το ότι σε μια λυκοφιλία ο εχθρός του φίλου γίνεται κι αυτός εχθρός. Έτσι, οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις δεν έχουν το βλέμμα στραμμένο μόνο προς την Τουρκία, αλλά στοχοποιούν ταυτόχρονα κράτη εχθρικά προς το Ισραήλ, όπως η Συρία και το Ιράν.
  18. “Τα κοινά συμφέροντα Τουρκίας στον Καύκασο και η πιθανή αλλαγή ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο” (capital.gr, 11/12/2020).
  19. Σύμφωνα με τον Τραμπ: «Εδώ και δεκαετίες, το Σουδάν βρίσκεται σε κατάσταση πολέμου με το Ισραήλ […] Δεν υπήρχε καμιά απολύτως σχέση. Η σημερινή συμφωνία θα ενισχύσει την ασφάλεια του Ισραήλ και θα βάλει τέλος στη μακρόχρονη απομόνωση του Σουδάν από τον κόσμο εξαιτίας αυτού που συνέβαινε. Θα ξεκλειδώσει νέες ευκαιρίες για το εμπόριο, την εκπαίδευση, την έρευνα, τη συνεργασία και τη φιλία των λαών».
  20. Μια προσέγγιση που υποβαθμίζει το παλαιστινιακό ζήτημα και σπρώχνει ακόμα περισσότερο το παλαιστινιακό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στη σφαίρα επιρροής του τουρκικού κράτους.
  21. “Συμμαχική ασπίδα στις πολεμικές απειλές της Τουρκίας. ΗΑΕ-Αίγυπτος-Ισραήλ σε κοινό άξονα με την Ελλάδα” (Newpost.gr, 19/11/2020).
  22. Απόσπασμα από το κείμενο “Η Μεσόγειος φλέγεται” που δημοσίευσε η σελίδα αντιπληροφόρησης της Ταξικής Αντεπίθεσης “Έφοδος στον Ουρανό”.
  23. Σε συνέντευξή της στην Καθημερινή στις 26/01/2021 η υπουργός “Αμύνης” της Γαλλίας, Φλοράνς Παρί, δήλωσε για τα επόμενα βήματα της ελληνογαλλικής στρατιωτικής συνεργασίας μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας για τα Ραφάλ: «Με την Ελλάδα χτίζουμε μια στέρεη αμυντική σχέση. Η προμήθεια των Ραφάλ για την Αθήνα είναι μόνο μια πλευρά αυτής της σχέσης. Ανταλλάσσουμε τακτικά απόψεις πάνω στα στρατηγικά διακυβεύματα στο μεσογειακό χώρο κι αλλού, οι ένοπλες δυνάμεις μας διεξάγουν ασκήσεις από κοινού. Ελπίζω, επίσης, ότι οι αμυντικές μας βιομηχανίες θα συνεργαστούν στενότερα. Διαθέτουμε γι’ αυτό νέα εργαλεία στο πλαίσιο της ΕΕ, όπως η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας. Θα ήθελα άλλωστε να υπογραμμίσω ότι έχουμε εγγύτητα απόψεων στο διακυβεύματα και στις προκλήσεις της ευρωπαϊκής άμυνας».

Πολύκαρπος Γεωργιάδης

Φεβρουάριος-Μάρτιος 2021

Φυλακές Λάρισας

Πηγή: Athens Indymedia

Ragnarok: Αυτοκόλλητα για την ανάδειξη της κριτικής και της επίθεσης στη σύγχρονη τεχνολογική δυστοπία

Επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε κάποια επιπλέον αυτοκόλλητα, κεντροβαρώντας στο ζήτημα της τεχνολογίας της επιτήρησης και της καταστολής, της βίαιης καπιταλιστικής προόδου και αναπροσαρμογής στις βιο-πολιτικές απαιτήσεις των σύγχρονων όρων αναπαραγωγής της σχέσης κεφάλαιο.

Επιθυμούσαμε να σκιαγραφηθεί συνοπτικότατα η -κατά την άποψή μας- αιχμή της μετα-μοντέρνας βαρβαρότητας, απαρτιζόμενη από και στηριζόμενη πλέον σε εργαλεία ελέγχου και καταστολής πιο σύνθετα και ρευστά από ποτέ. Και τέλος, όλα αυτά να συνδεθούν με το πρόταγμα της επίθεσης σε στόχους -εύκολα προσεγγίσιμους καθώς βρίσκονται παντού, αλλά και εύκολα βαλλόμενους με ευρέως οικειοποιήσιμα μέσα- της όψιμης, μετα-βιομηχανικής καπιταλιστικής δυστοπίας του 21ου αιώνα (κεραίες τηλεπικοινωνιών / κάμερες / μηχανές λεηλασίας του φυσικού κόσμου / οχήματα εταιρειών που συμβάλλουν στη βιομηχανία της επιτήρησης προσφέροντας τεχνολογίες αιχμής ή ευρύτερα υλικοτεχνικό εξοπλισμό / αποθήκες, γραφεία, παραρτήματα, θυγατρικές, κεντρικά κτίρια εταιρειών-κολοσσών που ευθύνονται για την παρούσα αθλιότητα…).

Η επίθεση στο εδώ και στο τώρα αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για την ανάδειξη των ζητημάτων της εποχής και τη χάραξη μιας στρατηγικής προς την πραγμάτωση των μακρόπνοων επαναστατικών μας βλέψεων. Η προπαγάνδιση της επίθεσης, προσαρμοσμένης στα νοήματα και τις τακτικές αναγκαιότητες των καιρών, αποτελεί το ελάχιστο χρέος των εξεγερμένων. Ειδικά σε μια περίοδο κρίσης αναπαραγωγής της καπιταλιστικής σχέσης και, κατ’ επέκταση, όξυνσης των ενδοκαπιταλιστικών-διακρατικών ανταγωνισμών, καθώς και γενικευμένων ταραχών και πολεμικών πεδίων σε πολλά σημεία του πλανήτη.

Δ.Ο. Ragnarok

*

Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Από τον Σμιτ και τον ορντο-φιλελευθερισμό στο ευρώ

Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Από τον Σμιτ και τον ορντο-φιλελευθερισμό στο ευρώ

Werner Bonefeld

Μετάφραση: Κ.Κ.

Ολόκληρο το κείμενο σε μορφή pdf

Σύνοψη

Το άρθρο εξετάζει την εγκυρότητα, από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού της αγοράς, της άποψης του Χάγιεκ (Friedrich Hayek) ότι μια δικτατορία μπορεί να είναι πιο φιλελεύθερη στις πολιτικές της από ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο χωρίς περιορισμούς. Η επισήμανση του Χάγιεκ για τον δυνητικά μη φιλελεύθερο χαρακτήρα της δημοκρατικής διακυβέρνησης αποτελεί βασικό στοιχείο για τη γερμανική ορντο-φιλελεύθερη σκέψη που εμφανίστηκε στο πλαίσιο της κρίσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οι ορντο-φιλελεύθεροι στοχαστές γνώριζαν καλά την πολιτική θεολογία του Σμιτ και συμφωνούσαν μαζί του ότι το κράτος αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη στη σχέση μεταξύ αγοράς και κράτους, αντιλαμβανόμενοι αυτή τη σχέση ως μια σχέση μεταξύ ελεύθερης οικονομίας και ισχυρού κράτους. Υποστήριζαν ότι η εδραίωση της κοινωνικής τάξης είναι η προϋπόθεση της ελεύθερης οικονομίας· ο νόμος δεν εφαρμόζεται στη διασάλευση της τάξης και δεν δημιουργεί τάξη. Το φιλελεύθερο κράτος είναι η «συγκεντρωμένη δύναμη» αυτής της τάξης. Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι ο ορντο-φιλελευθερισμός είναι πιο δόκιμο να χαρακτηριστεί αυταρχικός φιλελευθερισμός ενώ αξιολογείται η σύγχρονη εγκυρότητά του σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εισαγωγή: Σχετικά με τον αυταρχικό φιλελευθερισμό

Ο όρος «αυταρχικός φιλελευθερισμός» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό νομικό Hermann Heller σε μια δημοσίευση του 1933 σχετικά με τη δεξιά κυβέρνηση του φον Πάπεν το 1932.[1] Στο άρθρο του εξέταζε το κείμενο του Καρλ Σμιτ «Ισχυρό κράτος και Υγιής Οικονομία» ως θεωρητική έκφραση της αυταρχικής στροφής της φιλελεύθερης σκέψης. Ο Heller χαρακτήριζε τη στροφή προς τον αυταρχισμό ως υποβάθμιση της δημοκρατικής διακυβέρνησης «υπέρ της δικτατορικής εξουσίας του κράτους» (Heller, 2015: 296).[2] Τη θέση του Σμιτ συμμερίζονταν σε μεγάλο βαθμό οι στοχαστές που θεμελίωσαν τον γερμανικό ορντο-φιλελευθερισμό. Κι αυτοί επίσης θεωρούσαν ότι ο δημοκρατικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν η βασική αιτία για την κρίση της Βαϊμάρης, υποστηρίζοντας ότι η μαζική δημοκρατία έχει ως συνέπεια την τυραννία.[3]

Στο πλαίσιο της Βαϊμάρης, η αυταρχική επαναβεβαίωση του κράτους δεν αποσκοπούσε μόνο στην υπέρβαση της «θλιβερής αδυναμίας» (Friedrich, 1955: 512) του φιλελεύθερου κράτους. Αποσκοπούσε επίσης στην αναδιάταξη των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων για την επίτευξη της ελεύθερης οικονομίας. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός αντιλαμβάνεται το κράτος ως «αστυνομία της αγοράς» (Rüstow, 1942). Σύμφωνα με τον Heller (2015), προϋποθέτει το κράτος στην καθαρά φιλελεύθερη μορφή του ως την οργανωμένη δύναμη και συγκεντρωμένη εξουσία του συστήματος ελευθερίας, επιβάλλοντας την ελευθερία της αγοράς και διατηρώντας αποπολιτικοποιημένες της κοινωνικοοικονομικές σχέσεις. Η αποπολιτικοποίηση είναι μια κατ’ εξοχήν πολιτική πρακτική. Για τον Σμιτ και τους ορντο-φιλελεύθερους «ο Λεβιάθαν προηγείτο και έπρεπε να προηγείται» (Streek, 2015: 363)· και δικαίως: βάσει αυτής της λογικής, και όπως είχε ήδη υποστηρίξει ο Άνταμ Σμιθ, η ελεύθερη οικονομία καταλήγει σε «αιματοχυσία και αταξία» (Smith, 1976: 340) εκτός εάν το κράτος εκπολιτίσει τη διαχείριση που ασκεί μέσω του νόμου, της αστυνομίας και της κατασκευής ηθικών αισθημάτων για το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός προϋποθέτει την «αστυνομία της αγοράς μέσω της ισχυρής κρατικής εξουσίας» (Rüstow, 1942: 289) ώστε να μπορεί να διατηρηθεί. Η ισχύς του κράτους ως αστυνομίας της αγοράς εξαρτάται από την ανεξαρτησία αυτής της ισχύος από την κοινωνία. Η ικανότητά της να εξουδετερώνει τη δημοκρατία και να εκπολιτίζει τη διαχείριση μιας οικονομίας που βασίζεται στην ελεύθερη εργασία εξαρτάται από το κράτος ως ανεξάρτητη και συγκεντρωμένη δύναμη της κοινωνίας.[4]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920/αρχές της δεκαετίας του 1930, η κριτική της μαζικής δημοκρατίας αποτελούσε κομμάτι της αντίδρασης της δεξιάς στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Στη δεκαετία του 1950, έγινε κομμάτι του «αντι-ολοκληρωτισμού» σύμφωνα με τον οποίο η μαζική δημοκρατία οδηγεί στην ανελευθερία και πρέπει να περιοριστεί προς όφελος μιας ανοικτής κοινωνίας. Όπως το θέτουν οι Willgerodt και Peacock (1989: 6), «όσοι βασίζονται στους κανόνες για να λάβουν φιλελεύθερες αποφάσεις, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα αυτών των αποφάσεων, πρέπει να απαντήσουν στο εξής ερώτημα: πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι αυτές οι αποφάσεις δεν θα καταστρέψουν τους φιλελεύθερους κανόνες;». Από αυτή τη σκοπιά, η ελευθερία πρέπει να προστατεύεται από τους εχθρούς της, ακόμη κι αν αυτοί κινούνται τυπικά εντός των νομικών ορίων μιας ελεύθερης κοινωνίας και εξασφαλίζουν κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες με τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών. Δηλαδή, «η εμπιστοσύνη στην ελευθερία πρέπει να συνοδεύεται από μια δυσπιστία απέναντι στις δυνάμεις που καταργούν την ελευθερία ή παρεμβαίνουν σε αυτή» (Lenel, 1989: 21). Προϋπόθεση της εμπιστοσύνης είναι η επιτήρηση. Η αναγνώριση των εχθρών της ελευθερίας εξαρτάται από τη βεβαιότητα των αδιαίρετων κοινωνικοοικονομικών αξιών και πολιτικών κανόνων που αναγνωρίζουν την ελεύθερη οικονομία ως μια «καθολική μορφή ύπαρξης» (Eucken, 2004: 321). Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο σχετικισμός δεν έχει αξίες για υπεράσπιση. Υποκύπτει στους «ταραχοποιούς» (Röpke, 2007). Με αυτό τον αξιοσημείωτο τρόπο, η δεξιά καταγγελία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης καθιερώθηκε ως μια μαχητική υπεράσπιση της μεταπολεμικής δημοκρατίας. Η «μαχητική δημοκρατία» απορρίπτει την ελευθεροφροσύνη ως ανοιχτή πρόσκληση προς τον εσωτερικό εχθρό. Αντίθετα, απαιτεί την περιστολή της δημοκρατίας για να την προστατεύσει από τις επιθέσεις και την κομμουνιστική ανατροπή.[5]

Κατά τη δεκαετία του 1970, η αυταρχική φιλελεύθερη κριτική της δημοκρατίας επανήλθε στο προσκήνιο στο πλαίσιο της τότε οικονομικής κρίσης. Η συζήτηση επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Βρετανία. Υποστηριζόταν ότι η κρίση προκλήθηκε λόγω υπερβολικής δημοκρατίας που οδήγησε σε ένα πληθωρικό παρεμβατικό κράτος το οποίο κατέπνιξε την οικονομία οδηγώντας την σε κρίση. Η συγκεκριμένη διάγνωση της κρίσης συνεπαγόταν τη συνταγή για την επίλυσή της. Η οικονομία έπρεπε να απελευθερωθεί μέσω της υποχώρησης του κράτους και του περιορισμού του πλεονάσματος δημοκρατίας. Η συγκεκριμένη θέση διαμόρφωσε το θεωρητικό υπόβαθρο της επερχόμενης κυβέρνησης της Θάτσερ το 1979.[6] Ωστόσο, στην Ευρώπη, η πιο σταθερή προσπάθεια εξουδετέρωσης της μαζικής δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης, βάσει της οποίας δημιουργήθηκε το μοναδικό μη-εθνικό νόμισμα στον κόσμο. H διακυβέρνηση του ευρώ έχει απ’ όλες τις απόψεις αποκοπεί πλήρως από τα εδαφικοποιημένα κυρίαρχα δημοκρατικά κράτη. Θέτει σε ισχύ ένα φιλελεύθερο πλαίσιο αγοράς για την άσκηση πολιτικής στα ομόσπονδα και δημοκρατικά συγκροτημένα κράτη μέλη.

Στο άρθρο εξετάζεται το επιχείρημα ότι η καπιταλιστική πολιτική οικονομία προϋποθέτει το φιλελεύθερο κράτος ως αστυνομία της αγοράς. Αυτή η αντίληψη για το κράτος αποκλείει την ιδέα της μαζικής δημοκρατίας ως συστατικής βάσης του φιλελεύθερου κράτους δικαίου.[7] Στην επόμενη ενότητα παρουσιάζεται η αυταρχική θέση του Σμιτ και εξετάζεται η ορντο-φιλελεύθερη κριτική της μαζικής δημοκρατίας. Στην ενότητα που ακολουθεί παρουσιάζεται η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης της δημοκρατίας τη δεκαετία του 1970.[8] Στα συμπεράσματα συνοψίζεται το επιχείρημα με αναφορά στα στοιχεία αυταρχικού φιλελευθερισμού που ενυπάρχουν στη διακυβέρνηση του ευρώ. Υποστηρίζω ότι η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση συνιστά ένα σύστημα επιβαλλόμενης ελευθερίας, το οποίο ενισχύει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα των κρατών μελών. Τείνει επίσης να εθνικοποιεί την κριτική της «ελευθερίας» με τη μορφή ισχυρών νεοφασιστικών πολιτικών κινημάτων και κομμάτων, συμπεριλαμβανομένης της λαϊκιστικής εθνικιστικής άρνησης που τροφοδοτείται από την ανήμπορη οργή και τις θλιβερές αυταπάτες περί «γης και θάλασσας», όπως στην περίπτωση του Brexit.[9]

 Αυταρχικός φιλελευθερισμός: Σμιτ και ορντο-φιλελευθερισμός

Αυταρχικός φιλελευθερισμός

Αποτιμώντας τις θέσεις του Σμιτ, ο Heller εντόπισε μια «κατάσταση εξαίρεσης», κατά την οποία η κυβέρνηση μέσω μιας εξουσιαστικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων αντικαθιστά το κοινοβούλιο ως βασικό θεσμό του κράτους. Κατά την άποψή του, η δικτατορία ήταν απαραίτητη για να τραβήξει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Η ανεξαρτησία του κράτους από την κοινωνία είναι θεμελιώδης σημασίας τόσο σε σχέση με την ικανότητα της κυβέρνησης να κυβερνά όσο και σε σχέση με την «πρωτοβουλία και την ελεύθερη εργασιακή δύναμη όλων των οικονομικά ενεργών ανθρώπων» (Schotte, παρατίθεται στο Heller, 2015: 299). Από αυτή την άποψη, το γεγονός ότι «σχεδόν το 90% του λαού μας» ζει από ένα εισόδημα ελάχιστα επαρκές για την ικανοποίηση των αναγκών του ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, διότι αυτό αντιμετωπίζει ισότιμα κάθε άτομο ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες περιστάσεις που μπορεί να βρίσκεται (Heller, 2015: 301). Ωστόσο, η διακήρυξη της δημοκρατικής του ισχύος θέτει σε κίνδυνο το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, καθώς γίνεται στόχος όλων των κοινωνικών αιτημάτων για κάθε είδους ειδικές παρεμβάσεις, καθιστώντας το υπεύθυνο για την κοινωνία συνολικά, από τη γέννηση ως τον θάνατο του ανθρώπου. Για τον Σμιτ και τους ορντο-φιλελεύθερους, η απεριόριστη μαζική δημοκρατία τείνει προς την ανάπτυξη ενός κράτους που έχει έναν καθαρά ποσοτικό χαρακτήρα, όπως το δημοκρατικό κράτος πρόνοιας της Βαϊμάρης. Ένα τέτοιο κράτος είναι ένα πλήρως αδύναμο κράτος. Δεν είναι σε θέση να κάνει διάκριση μεταξύ των «φίλων» της ελευθερίας και των «εχθρών» της (Σμιτ, 2016, Müller-Armack, 1933: 31, Röpke, 1998: 66). Το πλήρως αδύναμο κράτος είναι το πλήρως υπεύθυνο κράτος. Είναι «υπερφορτωμένο» πολιτικά και δεν είναι σε θέση να κυβερνήσει την κοινωνία στη βάση των φιλελεύθερων αρχών.[10] Είναι ένα κράτος χωρίς πολιτική ποιότητα, διότι η μαζική κοινωνία κυβερνά μέσω του κράτους και διεκδικεί τα αιτήματά της για κοινωνική ισότητα και υλική ασφάλεια στο πλαίσιο της δημοκρατικής ισοτιμίας.

Για τον Heller, ο αυταρχικός φιλελευθερισμός είναι μια απόπειρα να εδραιωθεί αυτό που ο Σμιτ αποκαλούσε κράτος πλήρους ποιότητας, δηλαδή ένα κράτος που αναλαμβάνει το καθήκον της απελευθέρωσης της οικονομίας, αποπολιτικοποιώντας τις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, κάνοντας πραγματικότητα την ελεύθερη οικονομία στην κοινωνική δομή και στη νοοτροπία της κοινωνίας και, τέλος, διασφαλίζοντας και διατηρώντας την ελεύθερη εργασιακή δύναμη του 90% που αγωνίζεται να βγάλει τα προς το ζην. Το κράτος της πλήρους ποιότητας διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο της βίας, επιβάλλοντας τον εαυτό του ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας αποπολιτικοποιημένης κοινωνίας ανταλλαγής στην οποία τα άτομα ως κάτοχοι ατομικής ιδιοκτησίας ανταγωνίζονται και ανταλλάσσουν μεταξύ τους: ο ένας αγοράζοντας εργασιακή δύναμη και ο άλλος πουλώντας την, χωρίς καταναγκασμό και ως ίσοι απέναντι στον νόμο. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός αναγνωρίζει το φιλελεύθερο κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας οικονομίας ελεύθερης εργασίας. Αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική ισότητα μιας τάξης εξαρτημένων πωλητών εργασιακής δύναμης αποτελεί έκδηλο κίνδυνο για τον καπιταλιστικό πλούτο και, ως εκ τούτου, απαιτεί ένα ισχυρό κράτος που δεν θα μετατραπεί σε στόχο των εργαζομένων που αναζητούν κοινωνική πρόνοια.[11] Αναγνωρίζει τις πολιτικές αναγκαιότητες του νόμου της ατομικής ιδιοκτησίας και «υπερασπίζεται την εργασία ως καθήκον, ως την ψυχολογική ευτυχία του λαού» (φον Πάπεν, παρατίθεται στο Heller, 2015: 300). Το ισχυρό κράτος κυβερνά για να διασφαλίσει και να διατηρήσει τις «ψυχο-ηθικές δυνάμεις» στη διάθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας, μετατρέποντας τους εξεγερμένους προλετάριους σε υπεύθυνους και πρόθυμους επιχειρηματίες εργασιακής δύναμης (Röpke, 1942: 68). Έτσι, ο Σμιτ υπερασπίζεται τον ηρωισμό της φτώχειας και της δουλειάς, της θυσίας και της πειθαρχίας, μέσω του οποίου οι «ακόλουθοι» ενός μη ελεγχόμενου από τον νόμο «ηγέτη» δεσμεύουν τον εαυτό τους σε μια φαντασιακή εθνική κοινότητα (Schmitt, 2010).

Σε αυτό το πλαίσιο, η ερμηνεία που έδωσε ο Streek στις θέσεις του Heller είναι τόσο διορατική όσο και αποπροσανατολιστική. Υποστηρίζει ότι «ο Heller αντιλαμβάνεται ότι το “αυταρχικό κράτος” του Σμιτ ήταν στην πραγματικότητα το φιλελεύθερο κράτος στην καθαρή του μορφή, αδύναμο σε σχέση με την καπιταλιστική οικονομία αλλά ισχυρό στο να αποτρέπει τις δημοκρατικές παρεμβάσεις στη λειτουργία του» (Streek, 2015: 361). Συμφωνώ με την τελευταία θέση και διαφωνώ με την πρώτη. Ο Streek (2015: 361) ορθώς υποστηρίζει ότι η «αποπολιτικοποιημένη κατάσταση μιας φιλελεύθερης οικονομίας είναι η ίδια αποτέλεσμα της πολιτικής». Είναι, σύμφωνα με τον Σμιτ, «μια πολιτική πράξη με έναν ιδιαίτερα έντονο τρόπο» (Schmitt, 1998: 227). Σε αντίθεση με τις θέσεις του Streek, ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του κράτους δεν στηρίζεται απλώς στη χαλιναγώγηση της δημοκρατικής παρέμβασης στην οικονομία ελεύθερης εργασίας, προστατεύοντας τις σχέσεις ατομικής ιδιοκτησίας από τα αιτήματα για περιορισμό της αγοράς προς όφελος της κοινωνικής πρόνοιας. Καθορίζεται επομένως επίσης κι από τον ρόλο του ως «αστυνομία της αγοράς», καθιστώντας εφικτή και διευκολύνοντας την καπιταλιστική οικονομία – οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν επιβάλλονται σαν να ήταν φυσική δύναμη. Στην πραγματικότητα, αποτελούν την πολιτική πρακτική της οικονομικής τάξης (Bonefeld, 2013). Όπως εξηγεί ο Miksch (1947: 9, βλ. επίσης Böhm, 1937: 101), η οικονομική ελευθερία δεν αποτελεί εκδήλωση κάποιας φυσικής ροπής όπως στον κλασσικό φιλελευθερισμό. Αντίθετα, «η φυσική τάξη έχει γίνει πολιτικό γεγονός [Veranstaltung]». Δηλαδή, η ελεύθερη οικονομία συνιστά πρακτική διακυβέρνησης.

«Ισχυρό κράτος και υγιής οικονομία» (Σμιτ, 1998)

Για τον Καρλ Σμιτ, η κρίση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν μια κρίση της πολιτικής εξουσίας που είχε προκύψει ως συνέπεια μιας ανεξέλεγκτης μαζικής κοινωνίας σε εξέγερση. Θεωρούσε ότι ο δημοκρατικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης βρισκόταν στο επίκεντρο της κρίσης. Ως συνέπεια της γερμανικής επανάστασης του 1918, η μαζική δημοκρατία είχε αντικαταστήσει το φιλελεύθερο κράτος. Το φιλελεύθερο κράτος είχε κυριολεκτικά χάσει τη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική εκλογική του βάση. Πριν την εισβολή της μαζικής κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα, η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση βασιζόταν στην ομοιογένεια μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Αντιστοιχούσε σε μια δημοκρατία φίλων, που μπορεί να φιλονικούσαν σχετικά με το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να προχωρήσουν παρακάτω αλλά που ήταν ενωμένοι όσον αφορά την αναγνώριση αυτού που ο Σμιτ ονομάζει ο «ξένος». Με την επέλαση της μαζικής δημοκρατίας, ο «ξένος» κατάφερε να εισέλθει στους πολιτικούς θεσμούς και ιδιαίτερα στο φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό σύστημα, μετατρέποντάς το σε μέσο μαζικής εκπροσώπησης. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν συμπύκνωνε πλέον τα συμφέροντα της αστικής τάξης.[12] Θεσμικά η μαζική δημοκρατία της Βαϊμάρης συμπυκνώνει την κρίση της φιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας. Η μαζική δημοκρατία δεν άσκησε μόνο επιρροή στη διακυβέρνηση. Θέσπισε επίσης νόμους, υποτάσσοντας το κράτος δικαίου στα μαζικά δημοκρατικά αιτήματα, καθιστώντας την κυβέρνηση υπόλογη απέναντι στο «συναίσθημα και το πάθος των μαζών», σύμφωνα με τον Röpke (1998: 152). Η θέσπιση νόμων από εκείνους που πρέπει να κυβερνηθούν «δεν είναι τίποτα περισσότερο από κυριαρχία του όχλου» (Schmitt, 2008a: 119). Έτσι, το δίκαιο έγινε κοινό δίκαιο με την πραγματική έννοια του όρου, δηλαδή έγινε το κοινό δίκαιο μιας πολιτικοποιημένης και συγκρουόμενης μαζικής κοινωνίας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Σμιτ, το νομικό πλαίσιο της διακυβέρνησης άρχισε να διασπάται και να κατακερματίζεται σε ένα χαοτικό άθροισμα ασυνάρτητων στοιχείων δικαίου (Schmitt, 2008b). Κατά την κρίση του, επομένως, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης συνιστούσε ένα εντελώς αδύναμο κράτος. Αντί μιας κυβέρνησης φίλων, δέχτηκε τον εχθρό ως ισότιμο νομοθέτη, οδηγώντας στη διάλυση του φιλελεύθερου κράτους δικαίου ως συνεκτικού πλαισίου της κοινωνικής τάξης και της υγιούς οικονομίας.[13]

Για τον Σμιτ, η μαζική «κοινωνία» κυρίευσε το κράτος σέρνοντάς το κάτω στην κοινωνία και καθιστώντας το μαζικό κράτος. To αποτέλεσμα ήταν ένα κράτος χωρίς συνοχή και χωρίς πολιτική ποιότητα. Κατά την άποψή του, οι κοινωνικές δυνάμεις τεμάχισαν κυριολεκτικά το κράτος, μετατρέποντάς το σε μια ασύνδετη έκφραση όλων των ειδών των διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων, οδηγώντας στον κατακερματισμό του «πολιτικού» και στην αποσύνθεση του κεντρικού θεσμού που, για τον Σμιτ, είναι σε θέση να συντηρεί την «υγιή οικονομία». Η μαζική δημοκρατία κατέστρεψε την ανεξαρτησία του κράτους και αναπαρήγαγε τις κοινωνικές συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς εντός εκείνου του θεσμού που είχε ως αποστολή να τις αναχαιτίσει στη βάση της τάξης, του νόμου και του δικαίου. Όπως το έθεσε ο Rüstow, το (φιλελεύθερο) κράτος

κατακερματίστηκε από άπληστους ιδιοτελείς. Ο καθένας από αυτούς παίρνει για τον εαυτό του ένα κομμάτι της εξουσίας του κράτους και το εκμεταλλεύεται για τους δικούς του σκοπούς… Αυτό το φαινόμενο μπορεί να περιγραφεί καλύτερα με έναν όρο που χρησιμοποιήθηκε από τον Καρλ Σμιτ – τον «πλουραλισμό». Πράγματι, εκπροσωπεί έναν πλουραλισμό του χειρότερου είδους. Ο ρόλος που παίζει το κράτος σε αυτό το πλαίσιο είναι ο ρόλος του θύματος. (Rustow, 1963: 255)

Όπως ο Rüstow, που υποστήριζε τη δικτατορία των κομισάριων ως μέσο αποκατάστασης της τάξης σε μια κοινωνία, έτσι και ο Σμιτ απαιτούσε την αποκατάσταση του πολιτικού, του κράτους, ως ανεξάρτητου επίσημου θεσμού λήψης αποφάσεων. «Δεν υπάρχει νομικός κανόνας που να εφαρμόζεται στο χάος. Πρέπει να υφίσταται τάξη για να είναι αποτελεσματικοί οι νομικοί κανόνες» (Schmitt, 2016). Η τάξη είναι προϋπόθεση του νόμου. Το κράτος δικαίου δεν μπορεί να αμυνθεί απέναντι σε μια πολιτικοποιημένη μαζική κοινωνία. Αντίθετα το «κατασπαράζει». Το κράτος δικαίου δεν «γνωρίζει» εάν εφαρμόζεται. Η κρίση για το εάν εφαρμόζεται ή εάν απαιτείται η προσωρινή του αναστολή προκειμένου να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα, μετά τη λήξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, δεν είναι νομική κρίση. Ο νόμος δεν αναστέλλει τον εαυτό του. Πρόκειται μάλλον για μια επιτακτική κρίση, απόφαση και διακήρυξη σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση, από αυτόν που ο Σμιτ θεωρεί ότι είναι ο πραγματικός κυρίαρχος, δηλαδή ο δικτάτορας που καθορίζει και προβαίνει στην κήρυξη της κατάστασης εξαίρεσης στο (φιλελεύθερο) κράτος δικαίου και αποκαλύπτεται από αυτή την πράξη και εντός αυτής. Στη δικτατορία, «η πραγματικότητα δεν αποδέχεται τη γνώση, μόνο την αναγνώριση» (Fortshoff, 1933a: 25).[14] Η εγκυρότητα της κυριαρχικής πράξης δεν είναι ζήτημα δικαίου ή αφηρημένων εννοιών της δικαιοσύνης. Πράγματι, «οι απόπειρες αμφισβήτησης του προσφάτως αποκτημένου ισχύοντος δικαίου του κράτους υποδηλώνουν σαμποτάζ… Η ανελέητη εξόντωση αυτού του είδους της σκέψης είναι το ευγενέστερο καθήκον του κράτους σήμερα» (Forsthoff, 1993b: 29). Η εγκυρότητα της κυριαρχικής απόφασης για την αναστολή του κράτους δικαίου έγκειται στην αυταρχική εξάλειψη οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την ορθότητα της απόφασης. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι μια κατάσταση ιδιαίτερα ισχυρής πολιτικής ποιότητας. Είναι μια στιγμή μεγάλης πολιτικής έντασης και καθαρής πολιτικής ποιότητας. Η απόφαση αναστολής του κράτους δικαίου ισοδυναμεί με την απόφαση να χυθεί αίμα (Σμιτ).

Συνοψίζοντας, το ισχυρό κράτος είναι ένα αυταρχικό εκτελεστικό κράτος (Regierungsstaat). Περιορίζει το νομοθετικό κράτος (Gesetzgebungsstaat) της λαϊκής κυριαρχίας και κυβερνά λαμβάνοντας υπόψη αυτό που έχει προσδιοριστεί ως ξένο προς το φιλελεύθερο ομοιογενές συμφέρον (Schmitt, 1931, 1932). Για τον Σμιτ, ο αγώνας για το κράτος της καθαρής (φιλελεύθερης) ποιότητας και η διατήρησή του προϋποθέτουν την εξάλειψη όλων των μορφών κοινωνικών συγκρούσεων μέσω μιας ισχυρής κρατικής εποπτείας των αποπολιτικοποιημένων κοινωνικοοικονομικών σχέσεων. Το κράτος, κατά κάποιο τρόπο, διατάζει την κοινωνία να επιτύχει την ομοιογένεια των εθνικών σκοπών εντός της νοοτροπίας της κοινωνίας γενικά. Εν ολίγοις,

η δημοκρατία απαιτεί… πρώτα την ομοιογένεια και δεύτερον –εάν προκύψει η ανάγκη– την εξάλειψη και την εκρίζωση της ετερογένειας… Η δημοκρατία επιδεικνύει την πολιτική της δύναμη γνωρίζοντας πώς να αρνηθεί ή να κρατήσει σε απόσταση κάτι ξένο και άνισο που απειλεί την ομοιογένειά της. (Σμιτ, 1988: 9)

Η αντίληψη του Rossiter ότι δεν μπορεί να υπάρξει «δημοκρατία σε ανώμαλες εποχές» (1948: 8) δεν πάει τόσο μακριά σε σύγκριση με τις απόψεις του Σμιτ. Όπως και ο Σμιτ, αποδέχεται ότι οι ανώμαλες εποχές μπορεί να απαιτούν μια δικτατορία που θα «τερματίσει την κρίση και θα αποκαταστήσει τις ομαλές συνθήκες» επιβάλλοντας την κοινωνική τάξη (Rossiter, 1948: 7). Ωστόσο, για τον Σμιτ, δεν μπορεί να υπάρξει φιλελεύθερη δημοκρατία ακόμα και σε κανονικές εποχές. Η διακυβέρνηση βάσει του κράτους δικαίου συνιστά πολιτική απόφαση σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση. H πολιτική κυριαρχία είναι μια λανθάνουσα παρουσία και σε κανονικές εποχές. Στην αφανή μορφή της εκδηλώνεται ως κράτος ασφάλειας που βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση, το οποίο, όπως εξηγεί ο Heller (2015: 301) βασισμένος στον Σμιτ (1998), διαθέτει όλα τα «τεχνολογικά μέσα, ειδικά τη στρατιωτική τεχνολογία», ώστε να εξασφαλίζει τη νόμιμη συμπεριφορά των πολιτών.

Ορντο-φιλελευθερισμός και το κράτος της δημοκρατίας

Όπως ο Σμιτ έτσι και οι ορντο-φιλελεύθεροι γνωρίζουν καλά τους κινδύνους της ελευθερίας. «Οι εχθροί», λέει ο Röpke (2007), «επωφελούνται επίσης από αυτή, και στο όνομα της ελευθερίας τούς παρέχεται κάθε πιθανή ευκαιρία να θέσουν τέλος στη φιλελεύθερη δημοκρατία». Απηχώντας τις προειδοποιήσεις του Σμιτ για τη δημοκρατία που δεν αναγνωρίζει τον «εχθρό», ο Röpke (1942: 253) υποστηρίζει ότι «όλοι γνωρίζουν πως η δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά σωστά μόνο όταν υπάρχει μια ελάχιστη συμφωνία σχετικά με τα ουσιώδη προβλήματα του εθνικού βίου». Η δημοκρατία λειτουργεί σωστά μόνο ως δημοκρατία των φίλων. Μόλις τα συμφέροντα της μάζας πάρουν τον έλεγχο της δημοκρατίας, «αυτή πέφτει αναγκαστικά θύμα είτε της αναρχίας είτε του κολεκτιβισμού» (Röpke, 1942: 246). Σε κάθε περίπτωση, η πολιτικοποιημένη μαζική κοινωνία συνεπάγεται την «απώλεια της κοινωνικής ενσωμάτωσης», αμβλύνει τη «διαφοροποίηση της κοινωνικής θέσης» και οδηγεί στην ενίσχυση της «τυποποίησης και της ομοιομορφίας». Καταστρέφει, όπως ισχυρίζεται, την «κάθετη συνοχή της κοινωνίας» (Röpke, 1942: 246), οδηγώντας στην απώλεια της «ζωτικής ικανοποίησης» (Röpke, 1942: 240) και της αποδοχής της κοινωνικής θέσης. Μέσα από τη διαδικασία εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης αναδύεται η φιγούρα του δυσαρεστημένου και ανήσυχου προλεταριάτου που, όπως η φιγούρα του νεκροθάφτη στον Μαρξ (Μαρξ και Ένγκελς, 2014), αποδυναμώνει τον νόμο της ατομικής ιδιοκτησίας ανατρέποντας «τους οικονομικούς μηχανισμούς προσαρμογής της αγοράς μέσω των τιμών» (Röpke, 1942: 3). Ένα αδύναμο κράτος υποκύπτει στα προλεταριακά αιτήματα, γεγονός που υπονομεύει όχι μόνο την οικονομική διαδικασία αλλά και εντείνει περαιτέρω την «απειλητική δυσαρέσκεια των εργαζομένων» (Röpke, 1942: 3), καθώς τα πάθη των αποστερημένων αφήνονται να θεριεύσουν. «Το δύσκολο πρόβλημα του προλεταριάτου», υποστηρίζει ο Röpke, δεν είναι οικονομικό αλλά ανθρώπινο. Χαρακτηρίζεται από έλλειψη ζωτικότητας και ψυχολογικής ευτυχίας. Σύμφωνα με τον Rüstow, η αυθεντική επιθυμία των απείθαρχων μαζών δεν είναι να καταστρέψουν την ελεύθερη οικονομία ούτε να συγκεντρώνονται στις γωνιές των δρόμων σε ένδειξη διαμαρτυρίας περιφρονώντας διαρκώς τη δεδομένη κατάσταση. Αντίθετα, λέει ο Rüstow (1959: 102), η αυθεντική επιθυμία των μαζών είναι να καθοδηγούνται και να κυβερνιούνται από Άνδρες με ειλικρινείς πεποιθήσεις και ευγενείς προθέσεις, αρκεί οι μάζες να γνωρίζουν ποιον να ακολουθήσουν. Ο Rüstow αντιλαμβάνεται έτσι τη δημοκρατία ως μια δημοψηφισματική δημοκρατία, στην οποία οι μάζες καθοδηγούνται από μια μαγευτική ελίτ που κυβερνά με την ηθική της ευθύνης και παρέχει χαρισματική υποστήριξη σε έναν απομαγευμένο κόσμο οικονομικής αξίας και κυριαρχίας μέσω αφηρημένων κανόνων και διατάξεων.[15]

Ο Eucken αντιλαμβανόταν επίσης τον εκδημοκρατισμό ως τη «χαοτική δύναμη των μαζών» (1932: 312), την οποία θεωρούσε βασική αιτία για τον μετασχηματισμό του φιλελεύθερου κράτους σε μαζικό δημοκρατικό κράτος πρόνοιας. Οι αδύναμες κυβερνήσεις κατεύνασαν την κοινωνική δυσαρέσκεια διευρύνοντας τη λαϊκή τους απήχηση, λυγίζοντας απέναντι στα επονομαζόμενα «επιμέρους συμφέροντα» που απαιτούν ίσα δικαιώματα και υλική ασφάλεια. Αντί να διευκολύνει την ελεύθερη οικονομία, η παρέμβαση στο ελεύθερο παιχνίδι των δυνάμεων της αγοράς δημιούργησε οικονομικές ανωμαλίες, οι οποίες απαιτούσαν περαιτέρω παρεμβάσεις, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο αυτοτροφοδοτούμενων παρεμβάσεων. Μέσα σε αυτό το κλίμα παρεμβατισμού που στρεβλώνει την αγορά, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο ομάδες ιδιωτικών συμφερόντων, ασκώντας πιέσεις για περιορισμό του ανταγωνισμού προκειμένου να εξασφαλίσουν τα δικά τους έσοδα. Ο Böhm (1937: 122) απορρίπτει το οικονομικό λεξιλόγιο για αυτού του είδους τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Αντί να μιλάμε για «καρτέλ, ρύθμιση της αγοράς ή αμοιβαία υποστήριξη», υποστηρίζει ότι οι δυνάμεις αδρανοποίησης της αγοράς των ιδιωτικών συμφερόντων συνιστούν «σαμποτάζ ή συνωμοσία». Εν ολίγοις, το κράτος, αποδυναμωμένο από τη μαζική δημοκρατία, ενέδωσε επίσης στα αιτήματα μιας πληθώρας ισχυρών ομάδων οικονομικών συμφερόντων με αποτέλεσμα να χάσει «τη δύναμη και την εξουσία του». Ανίκανο να διατηρήσει την «ανεξαρτησία του» από την οχλοβοή της κοινωνίας, άρχισε να «υποκύπτει στις επιθέσεις των ομάδων πίεσης… των μονοπωλίων και αργότερα των συνδικαλισμένων εργατών» (Rüstow, 1942: 276). Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν στην καθιέρωση του «ποσοτικά ολοκληρωτικού κράτους» που χαρακτηρίζεται από την πολιτική των κομμάτων, τον συμβιβασμό, τα παζάρια κ.λπ. Θεσμοθετεί ως θεμελιώδη αρχή της διακυβέρνησης τις «παραχωρήσεις στα κεκτημένα συμφέροντα» (Eucken, 1932: 318). Για τους ορντο-φιλελεύθερους, η ανεξέλεγκτη δημοκρατία οδηγεί σε σχεδιασμένο χάος.

Η ορντο-φιλελεύθερη ανάλυση για την κρίση της πολιτικής οικονομίας της Βαϊμάρης δεν εμπεριέχει κάποια οικονομική επιχειρηματολογία. Προσδιορίζει την κρίση ως κρίση ακυβερνησίας που επήλθε από την υπερβολική δημοκρατία, η οποία εξαφάνισε «το μαστίγιο του ανταγωνισμού» (πρβ. Eucken, 1932) από τις κοινωνικές δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν την ελευθερία τους για να «καταβροχθίσουν» το φιλελεύθερο κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη μιας οικονομίας που στηρίζεται στην ελεύθερη εργασία (Rüstow, 1963: 258). Επετράπη στα «ολοκληρωτικά μαζικά κόμματα» να «καταχρώνται τους κανόνες του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού» (Rüstow, 1942: 277), οδηγώντας στην εδραίωση ενός «ολοκληρωτικού κράτους πρόνοιας» (Röpke, 1942: 4) που αντικατέστησε «τον δημοκρατικό κυρίαρχο, την αγορά» (Röpke, 1942: 254) με την «κολεκτιβιστική τυραννία» (Röpke, 1942: 248). Για τους ορντο-φιλελεύθερους, η τυραννία είναι «ριζωμένη στη δημοκρατία που είναι απεριόριστη και όχι επαρκώς εξισορροπημένη από τον φιλελευθερισμό» (Röpke, 1942, 248). Η τυραννία, λέει ο Röpke, «πάντα κυβερνούσε με τις μάζες… ενάντια στην ελίτ που είναι φορέας του πολιτισμού» (Röpke, 1942: 248). Ως εκ τούτου, απευθύνει κάλεσμα στους ανθρώπους που διαθέτουν ορθή κρίση να αναλάβουν «την ηγεσία… και να υπερασπιστούν υποδειγματικά τους κατευθυντήριους κανόνες και τις αξίες της κοινωνίας» (Röpke, 1998: 130).[16] Για τους ορντο-φιλελεύθερους, ο φιλελευθερισμός πρέπει να είναι μαχητικός φιλελευθερισμός που κυβερνά με κύρος και σκοπό, πυγμή και δύναμη, θάρρος και αφοσίωση στις αξίες της ατομικής ιδιοκτησίας, με οποιοδήποτε τίμημα. «Ο φιλελευθερισμός», λέει ο Rüstow, «δεν αξίωνε ένα αδύναμο κράτος αλλά μόνο ελευθερία για την οικονομική ανάπτυξη υπό την προστασία του κράτους». Αυτή η προστασία «απαιτεί ισχυρό κράτος» (Rüstow, 1963: 68). Το ισχυρό κράτος «βρίσκεται στη θέση που του αντιστοιχεί: πέρα και πάνω από την οικονομία, πέρα και πάνω από τις ομάδες συμφερόντων [Interessenten]» (Rüstow, 1963: 258). Είναι η ανεξαρτησία του κράτους από τις ομάδες συμφερόντων, από την κοινωνία και, επομένως, από τη δημοκρατική κυριαρχία, που το καθιστά ισχυρό ως δύναμη που θέτει σε κίνηση την αγορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τις «προλεταριοποιημένες» συνθήκες της Βαϊμάρης, οι ιδρυτές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς υποστήριζαν τη δικτατορία των κομισάριων υπό τον φον Πάπεν για να επιτύχουν αυτό που ο Χάγιεκ αποκαλεί ελευθερία από τον «καταναγκασμό και τη βία» (Χάγιεκ, 1972: 66). Η δικτατορία των κομισάριων στόχο είχε να εδραιώσει εκ νέου την ανεξαρτησία του κράτους από τη μαζική κοινωνία, προκειμένου να απελευθερωθεί η οικονομία από την οχλοβοή των μαζών όχι μόνο μέσω της «βίας» αλλά και μέσω της «εξουσίας και του ηγέτη» (Rüstow, 1959: 100). Κατά την άποψη του Röpke (1942: 256), η δημοκρατία είναι ο πραγματικός χαρακτήρας της δικτατορίας. «Όταν μια δημοκρατία σε περιόδους ανάγκης τοποθετεί έναν δικτάτορα ως επικεφαλής της, σε καμία περίπτωση δεν παραδίδεται: πολύ περισσότερο υπακούει στις νουθεσίες της αναγκαιότητας και στις προσταγές της ιστορίας. Πέρα από όλα τα άλλα, στην περίπτωση της δημοκρατικής δικτατορίας, έχουμε να κάνουμε με τη μεταβίβαση μιας εξουσιοδότησης που αποκαθίσταται μετά την παρέλευση της περιόδου έκτακτης ανάγκης του κράτους και όχι με μια κανονική, μόνιμη μορφή της κατεύθυνσης του κράτους και της οικονομικής ζωής». Ο Friedrich (1968: 547) συλλαμβάνει σωστά τον φιλελεύθερο σκοπό της «στρατιωτικής κυβέρνησης» που δεν είναι άλλος από το «να προστατεύσει την ευημερία των κυβερνώμενων» – «εμπνεόμενη από τον ανθρωπιστικό παράγοντα» (Friedrich, 1968: 547).

Ωστόσο, η περιστολή της μαζικής δημοκρατίας από τη δικτατορία των κομισάριων εγείρει το θεμελιώδες ερώτημα για το πώς θα διατηρηθεί φιλελεύθερη η δικτατορία. Πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι η δικτατορία ασκείται στο όνομα της ελευθερίας – όπως η δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή που, μεταξύ άλλων, την επαινούσαν ο Μίλτον Φρίντμαν, ο Φρίντριχ Χάγιεκ και η Τζιν Κιρκπάτρικ.[17] Δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα. Η αβεβαιότητα απαιτεί σθεναρή δράση για την εξάλειψη κάθε αμφιβολίας που σχετίζεται με τον νόμιμο προσδιορισμό και τη νόμιμη εξολόθρευση του εχθρού. Παρά τη θεωρητική διάκριση μεταξύ του αυταρχικού προσδιορισμού του εχθρού και της φασιστικής καταδίωξης του εχθρού, δεν υπάρχει κανένας νόμος που να εμποδίζει κάποιον να διαβεί τον Ρουβίκωνα. Σύμφωνα με τον Rossiter (1948: 290), «σε όποια απαγορευμένα πεδία ελευθερίας κι αν αναγκαστούν να εισέλθουν οι ηγέτες μιας συνταγματικά νόμιμης κυβέρνησης υπό το βάρος των αναγκών της κρίσης, θα πρέπει να το κάνουν ή διαφορετικά να επιτρέψουν την καταστροφή του κράτους και των ελευθεριών του». Η Κιρκπάτρικ (1979) διέκρινε καλοπροαίρετες προθέσεις στην ελευθερία κάποιου να προστάζει, να σακατεύει και να δολοφονεί.

Ακυβερνησία και υπερβολική δημοκρατία

Κατά τη δεκαετία του 1970, η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης εκείνης της περιόδου επικεντρώθηκε ρητά ή άρρητα στην κρίση της κρατικής εξουσίας. Κατά βάση, η κρίση θεωρήθηκε κρίση κυβερνησιμότητας, η οποία υποτίθεται ότι ήταν συνέπεια της υπερβολικής δημοκρατίας. Πυρήνας της έννοιας της υπερβολικής δημοκρατίας ήταν η αντίληψη ότι η κοινωνία είχε καταστεί μη κυβερνήσιμη. Έχοντας να αντιμετωπίσουν τα ασυγκράτητα δημοκρατικά αιτήματα της μάζας για συλλογικές παροχές και προστασία από τον ανταγωνισμό, οι κυβερνήσεις παραχώρησαν έδαφος και ακολούθησαν μη φιλελεύθερες κοινωνικοοικονομικές πολιτικές, οι οποίες οδήγησαν στην οικονομική κρίση και την ενίσχυσαν. Έτσι, η κρίση της δεκαετίας του 1970 αντιμετωπίστηκε ως μια κρίση που προκλήθηκε από το αδύναμο κράτος το οποίο υπέκυψε στα ιδιαίτερα συμφέροντα και στα δημοκρατικά αιτήματα της μάζας για κοινωνική προστασία και προστασία της απασχόλησης.

Σύμφωνα με το επιχείρημα περί υπερβολικής δημοκρατίας και κοινωνικής αναταραχής, τα πολιτικά κόμματα προσπάθησαν να ανταγωνιστούν το ένα το άλλο προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερα μερίδια της «εκλογικής αγοράς». Αυτό οδήγησε στην «αύξηση των πληθωριστικών προσδοκιών» εκ μέρους του εκλογικού σώματος, την οποία ενθάρρυνε το δημοκρατικό σύστημα. Όπως το θέτει ο Sam Brittan, «οι υπερβολικές προσδοκίες δημιουργούνται από τις δημοκρατικές πτυχές του συστήματος» (Brittan, 1976: 97) και «ο πειρασμός να ενθαρρυνθούν οι ψευδείς προσδοκίες του εκλογικού σώματος κυριεύει τους πολιτικούς» (Brittan, 1976: 105). Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με τον Brittan, ήταν ότι «για τους ψηφοφόρους δεν υπήρχαν περιορισμοί στον κρατικό προϋπολογισμό» (Brittan, 1976: 104). Το κράτος δεν είχε τη δύναμη να συγκρατήσει τις προσδοκίες της μάζας μέσα στα όρια μιας ελεύθερης κοινωνίας. Αυτό είχε ως συνέπεια, το να μετατραπεί η κυβέρνηση σε «ένα είδος ασφαλιστικής εταιρείας απεριόριστης ευθύνης, που παρέχει ασφάλιση σε όλα τα άτομα ανά πάσα στιγμή έναντι κάθε πιθανού κινδύνου» (King, 1976: 12). Ο επιχειρηματίας, αυτή η φιγούρα του νεοφιλελεύθερου οράματος μιας κοινωνίας που απαρτίζεται από κυνηγούς της οικονομικής αξίας οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τον εαυτό τους, αμφισβητήθηκε από τη θεσμοθέτηση μιας κουλτούρας εξάρτησης, που με τη μορφή του κράτους πρόνοιας τιμωρούσε την επιτυχία και έδινε παροχές στην αδράνεια. Η μη συμμόρφωση με τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας και η απόρριψη των παραδοσιακών κανόνων συμπεριφοράς ήταν ευρέως διαδεδομένα. Όπως το θέτει ο King (1976: 23), «ο άντρας που εξαρτάται από τη σύζυγό του για να τον πηγαίνει με το αυτοκίνητο στη δουλειά διαπιστώνει όλο και περισσότερο ότι εκείνη αρνείται να το κάνει».

Ανεξάρτητα από το τι ακριβώς απασχολούσε τον King, η γενική τάση της συγκεκριμένης προσέγγισης ήταν ότι η κρίση της δεκαετίας του 1970 προκλήθηκε από τη συνδυασμένη επίδραση των πολιτικοποιημένων κοινωνικών σχέσεων, της μη συμμόρφωσης με τους αναμενόμενους κανόνες συμπεριφοράς και ενός ανεξέλεγκτου δημοκρατικού συστήματος που ενθάρρυνε τα πολιτικά κόμματα να πλειοδοτούν το ένα έναντι του άλλου με υποσχέσεις περί κοινωνικών παροχών. Το κράτος, βάσει αυτής της προσέγγισης, είχε γίνει όμηρος της Τέταρτης Τάξης ή αυτού που αποκαλούσε ο Röpke (1998, βλ. επίσης Ancil, 2012) προλεταριοποιημένες κοινωνικές δομές. Για τους νεοφιλελεύθερους, οι «οικονομικές συνέπειες της δημοκρατίας» (βλέπε Brittan, 1977) ήταν τεράστιες και θεμελιώδεις για την κατανόηση της οικονομικής κρίσης και της επίλυσής της.

Θεμελιώδες στοιχείο για την εξάλειψη της επιρροής της μάζας στο κράτος είναι ο διαχωρισμός της οικονομίας και του κράτους σε διακριτές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Το κράτος θα πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ισχύ επί της οικονομίας, εν ολίγοις, η οικονομία γίνεται αντιληπτή ως μια σφαίρα που δεν υπάγεται στο κράτος, στην οποία τα άτομα έχοντας την ευθύνη του εαυτού τους παίρνουν αποφάσεις βάσει της ελεύθερης βούλησής τους καθοδηγούμενα αποκλειστικά από τον μηχανισμό των ελεύθερων τιμών. Ο μη κρατικός χαρακτήρας της οικονομίας συνεπάγεται την αποπολιτικοποίησή της ως μιας μη πολιτικοποιημένης κοινωνίας ανταλλαγής όπου οι αγοραστές και οι πωλητές εργασιακής δύναμης συναντιούνται ως ισότιμα νομικά πρόσωπα, επιδιώκοντας το καθένα τα δικά του συμφέροντα και σκοπούς βάσει της ελεύθερης βούλησής τους και χωρίς εξαναγκασμό. Η αντίληψη του Müller-Armack (1981: 102) ότι το κράτος «πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ισχυρό στη δική του σφαίρα αλλά έξω από αυτήν, στην οικονομική σφαίρα, πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ισχύ» στην πραγματικότητα υποστηρίζει την πλήρη εξάλειψη της αταξίας στην οικονομία από ένα κράτος που διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο του πολιτικού. Επομένως, υποστηρίζει επίσης την πολιτικοποίηση του κράτους ως ανεξάρτητης δύναμης μιας ελεύθερης, δηλαδή αποπολιτικοποιημένης, οικονομίας. Η επίτευξη μιας «μη κρατικής» οικονομικής σφαίρας είναι στην ουσία έργο της πολιτικής. Θεσμοθετείται, επιβάλλεται και επιβλέπεται από το κράτος, προκειμένου να διασφαλιστεί και να διατηρηθεί η, βάσει κανόνων, συμπεριφορά των ελεύθερων επιχειρηματιών που εμπορεύονται εργασιακή δύναμη.

Ο απολογισμός της κρίσης της δεκαετίας του 1970 από νεοφιλελεύθερη σκοπιά καθιστά σαφές ότι το φιλελεύθερο κράτος είναι η πολιτική μορφή της ελεύθερης οικονομίας. Η αποπολιτικοποίηση της οικονομίας, ο περιορισμός της ισχύος των συνδικάτων, ο μετασχηματισμός του κράτους πρόνοιας σε κράτος εργασιακής πειθαρχίας (workfare state) και η φιλελευθεροποίηση της οικονομίας –η δημιουργία, η υποστήριξη και η διατήρηση της ελεύθερης οικονομίας– είναι όλα ζητήματα πρακτικής διακυβέρνησης. Ο ανταγωνισμός δεν δημιουργεί ανόθευτες σχέσεις ανταλλαγής σε αδιαίρετες αγορές. Οδηγεί είτε στην ανελέητη απληστία είτε στη μονοπωλιακή τιμολόγηση. Ο ανταγωνισμός είναι μια κατηγορία κοινωνικής διαμάχης και διχασμού. Η κοινωνική της υπόσταση συνιστά πολιτική πρακτική. Η οικονομία δεν προϋποθέτει την ελευθερία ούτε απελευθερώνει τον εαυτό της. Από μόνη της βυθίζεται στην «αιματοχυσία και την αταξία». Η φιλελεύθερη αντίληψη του αόρατου χεριού που ρυθμίζει την αγορά εκφράζει μια πολιτική πρακτική ανόθευτων και αδιαίρετων σχέσεων της αγοράς. Επομένως, το laissez-faire είναι «μια πολύ ασαφής και παραπλανητική περιγραφή των αρχών στις οποίες βασίζεται η φιλελεύθερη πολιτική» (Hayek, 2013). Δεν είναι η «απάντηση στις εξεγέρσεις» (Willgerodt and Peacock, 1989: 6). Δεν είναι η απάντηση «στις πεινασμένες ορδές των κατεστημένων συμφερόντων» (Röpke, 2007), ούτε στις πολιτικοποιημένες κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, ούτε στα μαζικά δημοκρατικά αιτήματα για τις συνθήκες ζωής, ούτε σε μια δημοκρατία που δεν ξέρει πώς να περιορίσει τον εαυτό της επιδιώκοντας την ελευθερία (βλ. Crozier et al., 1975). Πράγματι, για χάρη της ελευθερίας «οι πιο θεμελιώδεις αρχές μιας ελεύθερης κοινωνίας… μπορεί να χρειαστεί να θυσιαστούν προσωρινά… [προκειμένου να διαφυλαχτεί] η ελευθερία μακροπρόθεσμα» (Hayek, 2008). Τη δεκαετία του 1970, οι προειδοποιήσεις του Χάγιεκ για την απεριόριστη δημοκρατία ως πρόδηλο κίνδυνο για την ελευθερία, που περιέχονταν στο βιβλίο του Το Σύνταγμα της Ελευθερίας, υιοθετήθηκαν από τους στρατώνες. Όπως το έθεσε ο ίδιος εγκωμιάζοντας τη δικτατορία του Πινοσέτ, «ίσως υπάρχουν ακόμη και σήμερα δικτάτορες με καλές προθέσεις που ανήλθαν στην εξουσία λόγω της πραγματικής κατάρρευσης της δημοκρατίας και ανυπομονούν ειλικρινά να την αποκαταστήσουν, αρκεί μόνο να γνώριζαν πώς να τη διαφυλάξουν από τις δυνάμεις που την κατέστρεψαν». Σύμφωνα με τον Χάγιεκ, «μια δικτατορία μπορεί να επιβάλλει όρια στον εαυτό της, και μια δικτατορία που επιβάλλει τέτοια όρια μπορεί να είναι πιο φιλελεύθερη στις πολιτικές της από ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο που δεν γνωρίζει τέτοια όρια» (Hayek, παρατίθεται στο Cristi, 1998: 168, σημ. 16). Ο Χάγιεκ θεωρούσε τη δικτατορία του Πινοσέτ ισχυρό κράτος, ένα κράτος το οποίο επιλύει το ζήτημα της υπερβολικής δημοκρατίας, τραβώντας μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κοινωνίας και κράτους, καθιστώντας το κράτος κυβερνήσιμο ως «σχεδιαστή του ανταγωνισμού» (Hayek, 2013).

Συμπεράσματα

Για τον αυταρχικό φιλελευθερισμό, το κράτος είναι η κυρίαρχη κατηγορία της πολιτικής οικονομίας. Αναγνωρίζει ότι η ελεύθερη οικονομία βασίζεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη (social order) και συνιστά μια συνολική πρακτική διακυβέρνησης. Η τάξη (order) δεν είναι προϊόν της οικονομίας. Είναι πολιτική κατηγορία. Επομένως, οι οικονομικές κρίσεις φανερώνουν μια «κρίση του παρεμβατισμού» (Röpke, 1936: 160). Έχω υποστηρίξει ότι ο αυταρχικός φιλελευθερισμός μπορεί να συνοψιστεί στο μότο της ελεύθερης οικονομίας ως πολιτικής πρακτικής του ισχυρού κράτους. Για χάρη της οικονομικής ελευθερίας, αναγνωρίζει ότι το φιλελεύθερο κράτος δεν μπορεί να έχει αρκετή ισχύ και απορρίπτει τη δημοκρατική οργάνωση αυτής της ισχύος. Ο αυταρχικός φιλελευθερισμός εκφράζει τις πολιτικές αναγκαιότητες της ελεύθερης οικονομίας υπό τη μορφή μιας πολιτικής θεολογίας – αξιώνει ό,τι είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της ελευθερίας των αποστερημένων. Το αυταρχικό κράτος της ελεύθερης οικονομίας είναι οπλισμένο.

Η άποψη ότι η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970 συνιστά κρίση της εξουσίας του κράτους βασίστηκε στην πεποίθηση ότι ο «όχλος» είχε μετατρέψει το κράτος σε θήραμά του, αποδυναμώνοντας τη φιλελεύθερη χρησιμότητά του. Παρόμοιες απόψεις είχαν εκφραστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο Μπέρναρντ Μπαρούχ, κορυφαία φιγούρα των Δημοκρατικών, είχε διαμαρτυρηθεί εναντίον της απόφασης του Ρούσβελτ να εγκαταλείψει το 1933 τον κανόνα του χρυσού, δηλώνοντας ότι «οι μόνοι που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο είναι οι υποστηρικτές της οχλοκρατίας. Ίσως η χώρα να μην το γνωρίζει ακόμα, αλλά νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια επανάσταση πιο ριζική από τη Γαλλική Επανάσταση. Το πλήθος έχει καταλάβει την έδρα της κυβέρνησης και προσπαθεί να σφετεριστεί τον πλούτο. Ο σεβασμός για τον νόμο και την τάξη έχει χαθεί» (παρατίθεται στο Schlesinger, 1958: 202). Για τον Μπαρούχ, ορθά, οι αποστερημένοι έμποροι της εργασιακής δύναμης αποτελούν την κοινωνική πλειοψηφία. Για χάρη της ελευθερίας, ο περιορισμός τους είναι ζωτικής σημασίας. Ζωτικής σημασίας είναι επίσης η εξάλειψη της επιρροής της δημοκρατίας στη χάραξη πολιτικής, ιδίως στη νομισματική και στην πιστωτική πολιτική. Ούτε θα πρέπει «να λειτουργεί ως κέντρο ελέγχου από μια κυβέρνηση που εξαρτάται άμεσα από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή, ακόμα χειρότερα, από κάποια μη κοινοβουλευτική ομάδα που παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος της κοινής γνώμης» (Röpke, 1998: 223). Ο κανόνας του χρυσού λειτουργούσε παρόμοια με ένα απο-εθνικοποιημένο, απο-δημοκρατικοποιημένο και πλήρως αποπολιτικοποιημένο πλαίσιο οικονομικών προσαρμογών στις εδαφικοποιημένες αγορές εργασίας, η καθεμία σε ανταγωνισμό με την άλλη βάσει των τιμών στην παγκόσμια αγορά. Το γεγονός ότι δεν εξαρτιόταν από τις αποφάσεις κάποιας κυβέρνησης μετέτρεπε τον καθένα σε εξάρτημα ενός κανόνα φαινομενικά ανεξάρτητων οικονομικών δυνάμεων.[18] Η εγκατάλειψή του υπέταξε τη νομισματική πολιτική στις δημοκρατικές πιέσεις, γεγονός που κατά την άποψη του Μπαρούχ ισοδυναμεί με την κατάληψη του κράτους από τον όχλο. Δηλαδή, επέτρεψε την εφαρμογή του Κεϋνσιανισμού του New Deal υπό τον Ρούζβελτ. Στο πλαίσιο αυτό, οι ορντο-φιλελεύθεροι υποστήριξαν ότι η επιδίωξη της ελεύθερης οικονομίας προϋποθέτει την περιστολή της μαζικής δημοκρατίας και την ελευθερία λήψης εκτελεστικών αποφάσεων. Σε αντίθεση με τα φασιστικά ρεύματα, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η στάση τους συνιστά επιχείρημα υπέρ της δικτατορίας. Είναι μάλλον ένα επιχείρημα που αφορά τα μέσα για τη διατήρηση της οικονομικής ελευθερίας.

Η κατάσταση εξαίρεσης φανερώνει την αποτυχία της κυβέρνησης να αποτρέψει την εκδήλωση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τον φιλελευθερισμό. Δηλαδή, η επιδίωξη της ελευθερίας πρέπει να είναι προληπτική για να αποφευχθεί εκ των προτέρων η διασάλευση της τάξης. Συνεπώς, ο Röpke (1969: 97) υποστηρίζει ότι η δημοκρατία πρέπει να «περιορίζεται μέσω μέτρων και προφυλάξεων που θα αποτρέπουν την καταστροφή του φιλελευθερισμού από τη δημοκρατία». Η πρόσδεση της δημοκρατίας στο θεμέλιο του φιλελευθερισμού βρέθηκε στο επίκεντρο κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Αυτή η απόπειρα περιλάμβανε τη χορήγηση στα συνταγματικά δικαστήρια έκτακτων εξουσιών απόφανσης επί της συνταγματικότητας του κοινοβουλευτικού νομοθετικού έργου, υποτάσσοντάς το στον δικαστικό έλεγχο, στη δικαστική εποπτεία και στην εξουσία του δικαστηρίου να κηρύσσει άκυρη την πλειοψηφικά εγκεκριμένη νομοθεσία. Επίσης, διεξαγόταν, για παράδειγμα, συνεχής συζήτηση σχετικά με την επιβολή κανόνων ομοφωνίας στο νομοθετικό έργο (Buchanan και Tullock, 1999, Brennan και Buchanan, 1980, Buchanan και Wagner, 1977) ενώ πιο πρόσφατα εισήχθησαν ανώτατα όρια για το χρέος στα πλαίσια του συνταγματικού περιορισμού της κοινοβουλευτικής εξουσίας.[19] Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, έχουν γίνει πάρα πολλές θεσμικές προσπάθειες προκειμένου να μεταφερθούν σημαντικές πτυχές της λήψης πολιτικών αποφάσεων από τον δημοκρατικό έλεγχο σε εξω-δημοκρατικά τεχνοκρατικά θεσμικά όργανα, όπως για παράδειγμα οι κεντρικές τράπεζες που έχουν αποκτήσει ευρύτερες ανεξάρτητες εξουσίες χάραξης πολιτικής (Bonefeld και Burnham, 1998).[20] Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, το όραμα του Χάγιεκ (1939) για ένα σύστημα «διακρατικού φεντεραλισμού» αποδείχτηκε το πιο ενδεδειγμένο για την εδραίωση ενός ευρωπαϊκού οικονομικού συντάγματος στο οποίο τα ομοσπονδιακά κράτη λειτουργούν εντός ενός υπερεθνικού πλαισίου ατομικών οικονομικών δικαιωμάτων, νόμων και κανονισμών που υπερβαίνουν τις εθνικές δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων και ενσωματώνουν τα αποδυναμωμένα μαζικά δημοκρατικά κοινοβούλια ως όργανα νομιμοποίησης μιας ουσιαστικά απο-δημοκρατικοποιημένης νομοθετικής διαδικασίας που βρίσκεται στα χέρια ενός συμβουλίου εθνικών εκτελεστικών εκπροσώπων (Streek, 2015· Wilkinson, 2015· Bonefeld, 2015).

Το «σύμφωνο της Ευρώπης» είναι ένα σύμφωνο χωρίς Δήμο. Είναι επίσης ένα σύμφωνο χωρίς πολιτικό κυρίαρχο. Η πολιτική κυριαρχία παραμένει ομοσπονδοποιημένη σε εδαφικοποιημένες πολιτικές οντότητες, καθεμιά από τις οποίες απολαμβάνει το καθεστώς του δημοκρατικά διορισμένου δικαιούχου του μονοπωλίου της νόμιμης χρήσης βίας, εφαρμόζοντας τους κανόνες που αποφασίζονται από θεσμικά όργανα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια της κρίσης στην ευρωζώνη, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Επικεφαλής των κυβερνήσεων της ευρωζώνης αναδείχθηκε ως το βασικό όργανο λήψης αποφάσεων. Χωρίς να ελέγχεται από τον νόμο και σε απόσταση από τα εδαφικοποιημένα δημοκρατικά εκλογικά σώματα, κατάφερε να χειριστεί την κρίση λαμβάνοντας αυταρχικές αποφάσεις. Ο χαρακτηρισμός του Χάμπερμας (2012) για τη «νέα Ευρώπη» ως κατάσταση εξαίρεσης φέρνει στο προσκήνιο αυτό τον ισχυρισμό περί εκτελεστικού μανατζεριαλισμού. Υποδεικνύει την άνοδο στην εξουσία ενός «αδέσμευτου» εκτελεστικού οργάνου. Σε αντίθεση με ολόκληρη την ιστορία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, το νομοθετικό έργο πραγματοποιείται με εκτελεστική απόφαση, από τις δημοσιονομικές περικοπές μέχρι την απώλεια της δημοσιονομικής κυριαρχίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το συμβούλιο αποφάσισε ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναδιαρθρώσει το σύνολο του κοινωνικού της συμβολαίου ως προϋπόθεση για την τιμωρητική συμφωνία διάσωσης. Στην πραγματικότητα, το ελληνικό κράτος μετατράπηκε σε κράτος εκτέλεσης των αποφάσεων του συμβουλίου.

Στην ευρωζώνη, η αυταρχική αντίληψη ότι μια σωστά διοικούμενη «πολιτεία» πρέπει να περιορίζει τις δημοκρατικές υπερβολές της μαζικής κοινωνίας εκδηλώνεται μέσω ενός ομοσπονδιακού συστήματος το οποίο αποτελείται από ένα υπερεθνικό οικονομικό σύνταγμα, την εκτελεστική νομοθεσία και την εφαρμογή των κανόνων που έχουν συμφωνηθεί από τα δημοκρατικά κράτη μέλη που το απαρτίζουν. Εξαλείφοντας τη δημοκρατική επιρροή στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής, προσδένει τη δημοσιονομική πολιτική στην επιδίωξη της νομισματικής σταθερότητας, καθιστά δυνατή την ελευθερία του ανταγωνισμού μεταξύ των εδαφικοποιημένων αγορών εργασίας και θέτει τα δημοκρατικά κράτη μέλη υπό ένα καθεστώς επιβεβλημένης ελευθερίας. Όπως το έθετε ο Streek, «όπου εξακολουθούν να υπάρχουν δημοκρατικοί θεσμοί στην Ευρώπη, δεν ασκείται πλέον οικονομική διακυβέρνηση, από φόβο μην προσβληθεί η διαχείριση της οικονομίας από τα μη καπιταλιστικά συμφέροντα που πλήττουν την αγορά. Και όπου ασκείται οικονομική διακυβέρνηση, η δημοκρατία είναι απούσα» (2015: 366). Η κυβέρνηση του ευρώ ενισχύει έτσι το φιλελεύθερο θεμέλιο των δημοκρατικών κρατών μελών και κατά αυτόν τον τρόπο επαναβεβαιώνει την «ανεξαρτησία της θέλησής τους» έναντι των πολιτών της επικράτειάς τους.[21]

Το ευρωπαϊκό σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν προωθεί μόνο τον ανταγωνισμό μεταξύ των εδαφικοποιημένων αγορών εργασίας στο εσωτερικό της. Συντελεί επίσης στην εθνικοποίηση της διαμαρτυρίας ενάντια στο υπερεθνικό καθεστώς της επιβεβλημένης ελευθερίας. Η ραγδαία ενίσχυση της άκρας δεξιάς, συμπεριλαμβανομένων των νεοφασιστών, από το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία έως τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, έχει γίνει όπως φαίνεται νέα κανονικότητα στην ευρωζώνη. O περιορισμός των παραδοσιακών μορφών κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στα πλαίσια της κρίσης του ευρώ, δεν κατέπνιξε μόνο τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής αμφισβήτησης και νομιμοποίησης, οδηγώντας στην επανεδραίωση της (αντι-ευρωπαϊκής) εθνικιστικής δεξιάς ως υπολογίσιμης δύναμης. Αφόπλισε επίσης μια ολόκληρη παράδοση αριστερού διεθνισμού στην Ευρώπη και ενίσχυσε παλαιότερες ιδέες περί του έθνους ως υποτιθέμενα προοδευτικής δύναμης ενάντια στην παγκοσμιοποίηση.[22] Το Brexit εκφράζει την ιδέα της εθνικής αυτοδιάθεσης ως στρεβλής εναλλακτικής επιλογής στο ευρωπαϊκό σύστημα της ελευθερίας που επιβάλλεται από την εκτελεστική εξουσία. Αντί να ξεπεράσει την παράδοση του αυταρχικού φιλελευθερισμού, την προωθεί με πιο επικίνδυνο τρόπο, ως κίνημα εθνικού σκοπού.

Βιβλιογραφία

Agnoli J (1990) Die Transformation der Demokratie. Freiburg: Ca Ira.

Agnoli J (2000) Politik und Geschichte. Freiburg: Ca Ira.

Ancil RE (2012) Röpke and the restauration of property: The proletarianized market. The Imaginative

Conservative. Προσβάσιμο (6 Ιουλίου 2016) στη διεύθυνση: www.theimaginativeconservative.org/2012/10/Röpke-proletarianized-market

Arendt H (2017) Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Νησίδες.

Biebricher T (2015) Neoliberalism and democracy. Constellations 22(2): 255–266.

Böhm F (1937) Ordnung und Wirschaft. Berlin: Kohlhammer.

Bonefeld W (1992) Constitutional norm versus constitutional reality in Germany. Capital & Class 16(1): 65–88.

Bonefeld W (1993) The Recomposition of the British State during the 1980s. Aldershot: Dartmouth.

Bonefeld W (2006a) Democracy and dictatorship. Critique 34(3): 237–252.

Bonefeld W (2006b) Anti-globalisation and the question of socialism. Critique 34(1): 39–59.

Bonefeld W (2012) Freedom and the strong state: On German ordoliberalism. New Political Economy 17(5): 633–656.

Bonefeld W (2013) Adam Smith and ordoliberalism: On the political form of market liberty. Review of International Studies 39(2): 233–250.

Bonefeld W (2014) Critical Theory and the Critique of Political Economy. New York, NY: Bloomsbury.

Bonefeld W (2015) European economic constitution and the transformation of democracy. E. J. of International Relations 21(4): 867–886.

Bonefeld W και Burnham P (1998) The politics of counter-inflationary credibility in Britain, 1990-1994. Review of Radical Political Economics 30(1): 30–52.

Brittan S (1975) The economic contradictions of democracy. Στο: King A (ed.) Why is Britain Harder to Govern? London: BBC Books, 96–127.

Brittan S (1977) The Economic Consequences of Democracy. London: Temple Smith.

Brennan G και Buchanan JM (1980) The Power to Tax. Cambridge: Cambridge University Press.

Buchanan JM και Tullock G (1999) Ο λογισμός της συναίνεση – Τα λογικά θεμέλια της συνταγματικής δημοκρατίας. Εκδόσεις Παπαζήση.

Buchanan JM και Wagner RE (1977) Democracy in Deficit – The Political Legacy of Lord Keynes. New York, NY: Academy Press.

Burnham P (2001) New Labour and the politics of depoliticization. British Journal of Politics and International Relations 3(2): 127–49.

Cristi R (1998) Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press.

Crozier M et al. (1977) The Crisis of Democracy. New York, NY: New York University Press.

Eucken W (1932) Staatliche Strukturwandlungen und die Krise des Kapitalismus. Weltwirtschaftliches Archiv 36: 521–524.

Eucken W (2004) Grundsätze der Wirtschaftspolitik. 7th edition. Tübingen: Mohr Siebert.

Fortsthoff E (1933a) Das Ende der humanistischen Illusion. Berlin: Furche-Verlag.

Forsthoff E (1933b) Der totale Staat. Hamburg: Hanseatische Verlags-Anstalt.

Foucault M (2012) Η γέννηση της βιοπολιτικής. Πλέθρον.

Friedrich C (1955) The political thought of neo-liberalism. The American Political Science Review 49(2): 509–525.

Friedrich C (1968) Constitutional Government and Democracy. London: Blaisdell Publishing.

Gamble A (1988) The Free Economy and the Strong State. London: Palgrave.

Habermas J (2012) The Crisis of European Union. Cambridge: Polity.

Haselbach D (1991) Autoritärer Liberalismus und Soziale Marktwirtschaft. Baden-Baden: Nomos.

Hayek F (1939) The economic conditions of interstate federalism. Στο: Hayek F (1949) Individualism and Economic Order. London: Routledge and Kegan Paul, 255–273.

Hayek F (2013) Ο δρόμος προς τη δουλεία. Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Hayek F (2008) Το Σύνταγμα της ελευθερίας. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Hayek F (1972) A Tiger by the Tail. London: London Institute of Economic Affairs.

Hayek F (1979) The Political Order of a Free People. Chicago, IL: University of Chicago Press.

Heller H (2015 [1933]) Authoritarian liberalism. European Law Journal 21(3): 295–301.

King A (1976) The problem of overload. Στο: King A (ed.) Why is Britain Harder to Govern? London: BBC Books, 74–83.

Kirkpatrick J (1979) Dictatorship & double standards. Commentary Magazine, 1 Νοεμβρίου. Προσβάσιμο (7 Μαΐου 2016) στη διεύθυνση: https://www.commentarymagazine.com/articles/dictatorships-double-standards/

Lenel HO (1989) Evolution of the social market economy. Στο: Peacock A and Willgerodt H (eds) German Neoliberals and the Social Market Economy. London: Palgrave, 16–39.

Λούξεμπουργκ Ρόζα (2009) Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρκούζε Χέρμπερτ (1983) Η πάλη ενάντια στον φιλελευθερισμό στην ολοκληρωτική αντίληψη για το κράτος. Στο: Μαρκούζε Χέρμπερτ, Αρνήσεις. Ύψιλον.

Μαρξ Καρλ (1989) Grundrisse, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Στοχαστής.

Μαρξ Καρλ (2002) Το Κεφάλαιο, Τόμος Α. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Καρλ και Ένγκελς Φρίντριχ (2014) Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στο: Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840 – Μια ανθολογία, ΚΨΜ.

Miksch L (1947) Wettbewerb als Aufgabe. Grundsätze einer Wettbewerbsordnung. Bad Godesberg: Kuepper.

Mirowski P και Plehwe D (eds) (2009) The Road from Mont Pelerin. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Müller JW (2012) Militant democracy. Στο: Rosenfeld M and Sajó A (eds) Oxford Handbook of Comparative Constitutional Law. Oxford: Oxford University Press, 253–269.

Müller-Armack A (1933) Staatsidee und Wirtschaftsordnung im neuen Reich. Berlin: Junker & Dünnhaupt.

Müller-Armack A (1981) Diagnose unserer Gegenwart. Stuttgart: Paul Haupt.

Radice H (2014) Enforcing austerity in Europe: the structural deficit as a policy target. Journal of Contemporary European Studies 22(3): 248–260.

Röpke W (1936) Crisis and Cycles. London: W. Hodge.

Röpke W (1942) International Economic Disintegration. London: W. Hodge.

Röpke W (1969) Against the Tide. Vienna: Ludwig von Mises Institute.

Röpke W (1998) A Human Economy. Wilmington, DE: ISI Books.

Röpke W (2007) Η κρίση της εποχής μας. Ροές.

Rossiter CL (1948) Constitutional Dictatorship. Crisis and Government in the Modern Democracies. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Rüstow A (1963 [1932]) Die staatspolitischen Voraussetzungen des wirtschaftspolitischen Liberalismus. Στο: Rüstow A, Rede und Antwort. Ludwigsburg: Hoch, 249–258

Rüstow A (1942) General social laws of the economic disintegration and possibilities of reconstruction. Επίλογος στο Röpke W, International Economic Disintegration. London: W. Hodge, 267–283.

Rüstow A (1959 [1929]) Diktatur innerhalb der Grenzen der Demokratie. Vierteljahreshefte für Zeitgeschichte 7: 87–111.

Schlesinger AM (1959) The Age of Roosevelt: The Coming of the New Deal. Cambridge, MA: Riverside Press.

Schmitt C (1931) Der Hüter der Verfassung. Berlin: Duncker & Humblot.

Schmitt C (2010) Σχετικά με τα τρία είδη της νομικής σκέψης. Εκδόσεις Παπαζήση.

Schmitt C (2016) Πολιτική θεολογία. Τέσσερα κεφάλαια γύρω από τη διδασκαλία περί κυριαρχίας. Κουκκίδα.

Schmitt C (1988 [1923]) The Crisis of Parliamentary Democracy. Cambridge, MA: MIT Press.

Schmitt C (2009) Η έννοια του πολιτικού. Κριτική.

Schmitt C (1998 [1932]) Strong state and sound economy: an address to business leaders. Appendix. Στο: Cristi R, Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press, 213–232.

Schmitt C (2008a [1970]) Political Theology II: The Myth of the Closure of any Political Theology.Cambridge: Polity.

Schmitt C (2008b [1928]) Constitutional Theory. Durham, NC: Duke University Press.

Schmitt C (2015 [1942]) Land and Sea: A World-Historical Mediation. New York, NY: Telos. Harper.

Smith A (1976 [1759]) The Theory of Moral Sentiments. Oxford: Oxford University Press.

Streek W (2015) Heller, Schmitt and the Euro. European Law Journal 21(3): 361–370.

Triebe K (1995) Strategies of Economic Order. Cambridge: Cambridge University Press.

Von Mises L (1985 [1927]) Liberalism in the Classical Tradition. San Francisco, CA: Cobden Press.

Weber M (1987) Η πολιτική ως επάγγελμα. Εκδόσεις Παπαζήση

Wilkinson MA (2015) Authoritarian liberalism in the European constitutional imagination. European Law Journal 21(3): 313–339.

Willgerodt W και Peacock A (1989) German liberalism and economic revival. Στο: Peacock A και Willgerodt H (eds.) German Neo-Liberals and the Social Market Economy. London: Palgrave, 1–14.

[1]. Ο Φραντς φον Πάπεν (Franz von Papen) ήταν Γερμανός ευγενής, στρατιωτικός και πολιτικός. Μετά τη θητεία του στην καγκελαρία το 1932, έπεισε τον πρόεδρο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ να διορίσει τον Αδόλφο Χίτλερ ως καγκελάριο το 1933. Ο φον Πάπεν υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος του Χίτλερ από το 1933 έως το 1934. Η καγκελαρία του φον Πάπεν είναι γνωστή ως η «κυβέρνηση των βαρόνων».

[2]. Βλέπε επίσης Μαρκούζε (1983). Εκείνη την εποχή, ο Σμιτ ήταν υποστηριχτής του «αυταρχικού κράτους» του φον Παπεν (Heller, 2015: 295) όπως και οι στοχαστές που θεμελίωσαν τον γερμανικό ορντο-φιλελευθερισμό, συμπεριλαμβανομένων των Euken, Röpke και Rüstow (βλέπε Haselbach, 1991). Ο όρος ορντο-φιλελευθερισμός εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1950. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 οι ορντο-φιλελεύθεροι θεωρούσαν τους εαυτούς τους υποστηρικτές ενός «νέου φιλελευθερισμού» πέρα από το laissez-faire. Το 1938, στο Συνέδριο Walter Lippmann, o Rüstow εγκαινίασε τον όρο «νεοφιλελευθερισμός» για να διακρίνει αυτό τον νέο, κρατικοκεντρικό φιλελευθερισμό από την παράδοση του laissez-faire, την οποία απέρριπτε ως θεολογία. Σχετικά με τη διαδρομή του φιλελευθερισμού, βλέπε τα άρθρα των Mirowski και Plehwe (2009).

[3]. Ο Σμιτ ήταν σύνηθες σημείο αναφοράς για τις ορντο-φιλελεύθερες κριτικές της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Βλέπε, μεταξύ άλλων, Haselbach (1991), Cristi (1998), Tribe (1995) και Streek (2015). Βλέπε επίσης Bonefeld (2012). O Χάγιεκ (1944) σωστά καταγγέλλει τον Σμιτ ως τον νομικό φιλόσοφο του γερμανικού ναζισμού, για να καταλήξει όμως να επιδοκιμάζει την κριτική που άσκησε στη δημοκρατία της Βαϊμάρης ως την «πιο περισπούδαστη και οξυδερκή» (Χάγιεκ, 1960: 485). Σε σχέση με αυτό, βλέπε επίσης Bonefeld (2006a).

[4]. Σύμφωνα με τον Μαρξ, το κράτος είναι η πολιτική μορφή της κοινωνίας «θεωρημένο σε σχέση με τον εαυτό του» (Μαρξ, 1989: 72). Ως η «οργανωμένη βία της κοινωνίας» (Μαρξ, 2002: 776), συγκεντρώνει τον πολιτικό χαρακτήρα της αστικής κοινωνίας και με αυτό τον τρόπο αποπολιτικοποιεί τις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ αγοραστών εργασιακής δύναμης και παραγωγών υπεραξίας στη βάση του νόμου και της τάξης.

[5]. Για τη μαχητική δημοκρατία, τον αντι-κομμουνισμό, τους πεμπτοφαλαγγίτες και τα αφανή ανατρεπτικά στοιχεία βλέπε Agnoli (1990) και Müller (2012). Βλέπε επίσης Bonefeld (1992). Ο μακαρθισμός είναι φτιαγμένος από την ίδια στόφα.

[6]. Για τον θατσερισμό ως ένα πρόγραμμα ελεύθερης οικονομίας και ισχυρού κράτους βλέπε Gamble (1988) και Bonefeld (1993).

[7]. Αυτή η άποψη δεν είναι πρωτότυπη. Μεταξύ άλλων, είναι κεντρική στον Τοκβίλ (Tocqueville) όταν προειδοποιεί για την απειλή που εκφράζει η μαζική δημοκρατία στο φιλελεύθερο κράτος δικαίου (Agnoli, 2000). Βλέπε επίσης το επιχείρημα της Λούξεμπουργκ ότι στην καπιταλιστική κοινωνία «οι θεσμοί αντιπροσώπευσης, δημοκρατικοί στη μορφή, στο περιεχόμενό τους είναι όργανο των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Αυτό αποκαλύπτεται με απτό τρόπο στο γεγονός ότι μόλις η δημοκρατία δείξει μια τάση άρνησης του ταξικού της χαρακτήρα και αρχίσει να μετασχηματίζεται σε όργανο των πραγματικών συμφερόντων του πληθυσμού, οι δημοκρατικές μορφές θυσιάζονται από την αστική τάξη και τους κρατικούς της εκπροσώπους» [Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση, δική μας η μετάφραση]

[8]. Η διάκριση μεταξύ ορντο-φιλελευθερισμού, νεοφιλελευθερισμού και αυταρχικού φιλελευθερισμού είναι ρευστή. Ορθά ο Φουκώ (2012) θεωρεί ότι ο ορντο-φιλελευθερισμός είναι η αρχική διατύπωση του νεοφιλελευθερισμού. Είναι η πρώτη ισχυρή φιλελεύθερη απάντηση της αγοράς απέναντι στην κολεκτιβιστική πρόκληση. Έθεσε το ερώτημα: Τι πρέπει να γίνει για να διασφαλιστεί και να διατηρηθεί η τάξη της ελευθερίας της αγοράς; Τι είναι αναγκαίο; Στην πραγματικότητα, υπάρχει μόνο διαφορά στο πού δίνεται η έμφαση καθώς και ένας καταμερισμός της ακαδημαϊκής εργασίας. Για μια κριτική θεωρία του καπιταλιστικού κράτους ως θεμελιωδώς φιλελεύθερου κράτους (της αγοράς), βλέπε Bonefeld (2014: κεφ. 8).

[9]. Η γη και η θάλασσα είναι μια αναφορά στην παγκόσμια ιστορία ως αγώνα μεταξύ των χερσαίων και των θαλάσσιων δυνάμεων (βλ. Σμιτ, 2015). Η αγγλική εθνικιστική ελίτ διατηρεί την ψευδαίσθηση της χαμένης από καιρό Βρετανικής Αυτοκρατορίας ως μιας θαλάσσιας κοινοπολιτείας ιδιωτικού πλουτισμού. Αυτή η ψευδαίσθηση διαμορφώνει τον δημαγωγικό της λόγο περί της ελευθερίας των Βρετανών. Η ανήμπορη οργή χαρακτηρίζει την εξέγερση των φτωχών ενάντια στην ΕΕ. Δεν είχαν τίποτα να χάσουν και κέρδισαν την υπόσχεση για ακόμα μεγαλύτερα δεινά.

[10].  Η «υπερφόρτωση» και η «ανικανότητα διακυβέρνησης» συναντώνται στη νεοφιλελεύθερη κριτική του Κεϋνσιανού κοινωνικού κράτους τη δεκαετία του 1970.

[11]. Χρησιμοποιώ για λόγους συντομίας τη διατύπωση «εξαρτημένοι πωλητές εργασιακής δύναμης», διότι η πρόσβαση των ελεύθερων εργατών στα μέσα συντήρησης εξαρτάται από την πώληση της εργασιακής τους δύναμης.

[12]. Βλέπε επίσης Βέμπερ (1987) για μια περιγραφή αυτού του μετασχηματισμού και των συνεπειών του στη διακυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του κομματικού συστήματος, στην ηθική και τη νομιμοποίηση της διακυβέρνησης, στη λογική της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και στη διοίκηση.

[13]. Η κριτική του Σμιτ στρεφόταν κατά της νομικής θεωρίας του Kelsen, στην οποία υποστηριζόταν ότι οι νόμοι που θεσπίζονται από κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες σύμφωνα με τις καθιερωμένες συνταγματικές διαδικασίες είναι νόμιμοι και θεμιτοί ανεξάρτητα από το ειδικό περιεχόμενο του νόμου και των κανονιστικών του αξιών. Ο Σμιτ απέρριπτε αυτή τη θέση ως καθαρό σχετικισμό και ισχυριζόταν ότι η νομιμότητα του κοινού δικαίου δεν είναι νομικό ζήτημα αλλά, μάλλον, ζήτημα οριστικών αποφάσεων εξωδικαιικής αξίας και ως εκ τούτου ο πραγματικός κυρίαρχος δεν είναι το κράτος δικαίου. Αντίθετα, ο αληθινός κυρίαρχος είναι η ενσάρκωση του νόμιμου Δικαίου (Recht). Το τελευταίο έργο του Χάγιεκ για τη φιλοσοφία του δικαίου χαρακτηρίζεται από τη διάκριση που κάνει ο Σμιτ μεταξύ του φιλελεύθερου κράτους δικαίου και του δημοκρατικού κράτους δικαίου, υποστηρίζοντας ότι το ένα ανοίγει τον δρόμο προς την ελευθερία και το άλλο προς την τυραννία (βλ. Χάγιεκ, 1979).

[14]. Ο Ernst Forsthoff ήταν μαθητής του Σμιτ. Κατά τη διάρκεια του ναζισμού διετέλεσε καθηγητής σε διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Μετά την απελευθέρωση από τον ναζισμό, απολύθηκε από το πανεπιστήμιο κατόπιν εντολής της αμερικανικής στρατιωτικής κυβέρνησης. Συνέχισε τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης το 1952. Ο Forsthoff ήταν ο βασικός συγγραφέας του Συντάγματος της Κύπρου και διετέλεσε Πρόεδρος του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Κύπρου από το 1960 ως το 1963.

[15]. Η έννοια «δημοψηφισματική δημοκρατία» προέρχεται από τον Βέμπερ (1987). Τη συνέλαβε ως ένα μέσο διατήρησης της ελευθερίας στη μαζική δημοκρατία.

[16]. Η ορντο-φιλελεύθερη αντίληψη ότι η εξέγερση των μαζών πρέπει να αντιμετωπιστεί από την εξέγερση της ελίτ δεν έρχεται σε αντίθεση με τις φιλελεύθερες αρχές. Συνηγορεί υπέρ τους.

[17]. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια της Κιρκπάτρικ (1979), οι δικτάτορες σαν τον Πινοσέτ είναι καλοπροαίρετοι. «Δεν διαταράσσουν τους συνήθεις ρυθμούς εργασίας και ανάπαυσης, τους συνήθεις τόπους διαμονής και τα συνήθη πρότυπα των οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων. Επειδή τα βάσανα της παραδοσιακής ζωής είναι οικεία, γίνονται ανεκτά από τους απλούς ανθρώπους οι οποίοι, μεγαλώνοντας μέσα στην κοινωνία, μαθαίνουν να ανταπεξέρχονται».

[18]. Αυτό το σημείο προέρχεται από την κριτική της Χάνα Άρεντ στον ολοκληρωτισμό.

[19]. Σχετικά με αυτά τα ζητήματα, βλέπε την εύστοχη ανάλυση του Biebricher (2015). Βλέπε επίσης τον Radice (2014) σχετικά με τον καθορισμό ανώτατων ορίων χρέους ως μια κατεξοχήν πολιτική απόφαση.

[20]. Ο Burnham (2001) έχει αναλύσει αυτές τις εξελίξεις που αντιστοιχούν σε μια αποπολιτικοποίηση της χάραξης πολιτικής. Η αποπολιτικοποίηση της χάραξης πολιτικής είναι σαφώς
πολιτική πράξη.

[21]. Το παράθεμα προέρχεται από άρθρο του Eucken (1932: 308).

[22]. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, οι κριτικές της παγκοσμιοποίησης που περιστρέφονταν γύρω από το κράτος συνέβαλαν στην επανεμφάνιση των εθνικιστικών οπτικών ως υποτιθέμενα προοδευτικών. Βλ. Bonefeld (2006b).

Πηγή: Το Διαλυτικό