Giorgio Agamben – Περιθωριακές Σημειώσεις για τα Σχόλια στην Κοινωνία του Θεάματος

Στρατηγιστής

Τα βιβλία του Γκυ Ντεμπόρ αποτελούν την διαυγέστερη και σοβαρότερη ανάλυση των αθλιοτήτων και της σκλαβιάς μιας κοινωνίας που έχει επεκτείνει πλέον την κυριαρχία της σε ολόκληρο τον πλανήτη – δηλαδή της κοινωνίας του θεάματος στην οποία ζούμε. Επομένως, αυτά τα βιβλία δε χρειάζονται διευκρινήσεις, εγκώμια ή – ακόμα περισσότερο – προλόγους. Στην καλύτερη περίπτωση, θα ήταν δυνατό να προταθούν εδώ κάποιες σημειώσεις στα περιθώρια, όπως εκείνα τα σημάδια που εντόπιζαν οι αντιγραφείς του Μεσαίωνα δίπλα στα πιο αξιομνημόνευτα αποσπάσματα των βιβλίων. Ακολουθώντας μια αυστηρή ερμητική διάθεση, οι σημειώσεις αυτές διαχωρίζονται από το κείμενο και βρίσκουν τη δική τους θέση όχι σε ένα απίθανο αλλού αλλά μόνο στην ακριβή χαρτογραφική οριοθέτηση εκείνου που περιγράφουν.

Δεν υπάρχει λόγος να εξυμνηθεί η ανεξαρτησία της κρίσης και η προφητική διορατικότητα αυτών των βιβλίων ή η κλασική σαφήνεια του ύφους τους. Δεν υπάρχει κανένας συγγραφέας σήμερα που θα μπορούσε να παρηγορηθεί με τη σκέψη ότι το έργο του θα διαβάζεται μετά από έναν αιώνα (από ποιο είδος ανθρώπων;) και δεν υπάρχουν αναγνώστες που θα μπορούσαν να κολακευτούν (ως προς τι;) από την επίγνωση ότι ανήκουν σε εκείνον τον μικρό αριθμό ανθρώπων που κατανόησαν αυτό το έργο πριν από τους υπόλοιπους. Τα βιβλία αυτά πρέπει μάλλον να χρησιμοποιηθούν ως εγχειρίδια, ως εργαλεία αντίστασης ή εξόδου – όπως εκείνα τα αντισυμβατικά όπλα που μαζεύει ο φυγάς και τα βάζει βιαστικά κάτω από τη ζώνη του (σύμφωνα με μια όμορφη εικόνα του Ντελέζ). Ή, μάλλον, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως έργα ενός ιδιότυπου στρατηγιστή (ο ίδιος ο τίτλος Σχόλια παραπέμπει σε μια παράδοση αυτού του είδους), ενός στρατηγιστή του οποίου το πεδίο δράσης δεν είναι τόσο μια μάχη όπου πρόκειται να συγκεντρωθούν στρατεύματα αλλά η καθαρή δύναμη του πνεύματος. Μια πρόταση του Καρλ φον Κλαούζεβιτς, η οποία αναφέρεται στην τέταρτη Ιταλική έκδοση της Κοινωνίας του Θεάματος, εκφράζει απόλυτα αυτόν το χαρακτήρα:

Στη στρατηγική κριτική, το ουσιώδες είναι να τοποθετήσεις τον εαυτό σου στη θέση των δρώντων παραγόντων. Πράγματι, αυτό είναι συχνά πολύ δύσκολο. Οι περισσότερες στρατηγικές κριτικές θα εξαφανίζονταν πλήρως ή θα περιορίζονταν σε ελάσσονες διαφορές κατανόησης αν οι συγγραφείς τους μπορούσαν να τοποθετήσουν τους εαυτούς τους στο σύνολο των περιστάσεων όπου είχαν βρεθεί οι δρώντες παράγοντες.

Με αυτή την έννοια, όχι μόνο Ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι αλλά και η Ηθική του Σπινόζα αποτελούν πραγματείες για τη στρατηγική: εγχειρήματα για την κατανόηση της δύναμης ή της ελευθερίας.

Φαντασμαγορία

Ο Μαρξ βρισκόταν στο Λονδίνο όταν η πρώτη Διεθνής Έκθεση εγκαινιάστηκε θορυβωδώς στο Χάιντ Παρκ το 1851. Ανάμεσα στα διάφορα έργα που υποβλήθηκαν, οι διοργανωτές επέλεξαν ένα έργο του Πάξτον που πρότεινε τη δημιουργία ενός τεράστιου κτιρίου φτιαγμένου εξ ολοκλήρου από κρύσταλλο. Στον κατάλογο της Έκθεσης, ο Μέριφιλντ έγραψε ότι το Κρυστάλλινο Παλάτι «είναι ίσως το μοναδικό κτίριο στον κόσμο όπου η ατμόσφαιρα είναι αισθητή από έναν θεατή… που βρίσκεται είτε στη δυτική είτε στην αριστερή άκρη της γκαλερί, όπου τα πλέον απομακρυσμένα μέρη του κτιρίου φαίνονται σαν να είναι τυλιγμένα με ένα αχνό γαλάζιο φωτοστέφανο». Ο πρώτος μεγάλος θρίαμβος του εμπορεύματος, λοιπόν, λαμβάνει χώρα υπό το έμβλημα της διαφάνειας και της φαντασμαγορίας. Επιπλέον, ο οδηγός της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού το 1867 επαναφέρει αυτόν τον αντιφατικό θεαματικό χαρακτήρα: «Το κοινό χρειάζεται μια μεγαλειώδη σύλληψη που διεγείρει τη φαντασία του… θέλει να βλέπει μια φανταστική προοπτική αντί για παρόμοια και ομοιόμορφα διατεταγμένα προϊόντα».

Ίσως ο Μαρξ να είχε υπόψη του την εντύπωση που γινόταν αισθητή στο Κρυστάλλινο Παλάτι όταν έγραφε την ενότητα του Κεφαλαίου για το φετιχισμό του εμπορεύματος. Αναμφίβολα, δεν είναι σύμπτωση το γεγονός ότι αυτή η ενότητα κατέχει κρίσιμη θέση στο έργο του. Η αποκάλυψη του “μυστικού” του εμπορεύματος ήταν το κλειδί που αποκάλυψε το μαγεμένο βασίλειο του κεφαλαίου στη σκέψη μας – ένα μυστικό που το κεφάλαιο προσπαθούσε πάντα να κρύψει εκθέτοντάς το σε πλήρη θέα.

Χωρίς την αναγνώριση αυτού του άυλου κέντρου – όπου τα “προϊόντα της εργασίας” χωρίζονται σε αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία και “γίνονται εμπορεύματα, αισθητά αντικείμενα που είναι ταυτόχρονα υπεραισθητά ή κοινωνικά” – όλες οι υπόλοιπες κριτικές έρευνες που διεξάγονται στο Κεφάλαιο πιθανότατα δε θα ήταν δυνατές.

Στη δεκαετία του 1960, ωστόσο, η Μαρξιανή ανάλυση του φετιχιστικού χαρακτήρα του εμπορεύματος εγκαταλείφθηκε βλακωδώς από τους Μαρξιστικούς κύκλους. Το 1969, στον πρόλογό του σε μια δημοφιλή ανατύπωση του Κεφαλαίου ο Λουί Αλτουσέρ μπορούσε ακόμα να καλεί τους αναγνώστες να παραλείψουν την πρώτη ενότητα με την αιτιολογία ότι η θεωρία του φετιχισμού ήταν ένα “κατάφωρο” και “εξαιρετικά επιβλαβές” ίχνος της Χεγκελιανής φιλοσοφίας.

Για το λόγο αυτό, το εγχείρημα του Ντεμπόρ εμφανίζεται ακόμα πιο σημαντικό, καθώς θεμελιώνει την ανάλυσή του για την κοινωνία του θεάματος – δηλαδή για τον καπιταλισμό που έφτασε στην πιο ακραία μορφή του – ακριβώς σε αυτό το “κατάφωρο ίχνος”. Το “γίγνεσθαι-εικόνα” του κεφαλαίου δεν είναι παρά η τελευταία μεταμόρφωση του εμπορεύματος, όπου η ανταλλακτική αξία έχει εξαλείψει πλήρως την αξία χρήσης και μπορεί πλέον να πραγματώσει ένα καθεστώς απόλυτης και ανεύθυνης κυριαρχίας στην ολότητα της ζωής, έχοντας πλαστογραφήσει το σύνολο της κοινωνικής παραγωγής. Με αυτή την έννοια, το Κρυστάλλινο Παλάτι στο Χάιντ Παρκ, όπου το εμπόρευμα αποκάλυψε και εξέθεσε το μυστήριό του για πρώτη φορά, είναι μια προφητεία του θεάματος ή, μάλλον, του εφιάλτη όπου ο 19ος αιώνας ονειρεύτηκε τον 20ο αιώνα. Το πρώτο καθήκον που ανέλαβαν οι Καταστασιακοί ήταν το ξύπνημα από αυτόν τον εφιάλτη.

Βαλπούργεια Νύχτα

Αν υπάρχει στον αιώνα μας ένας συγγραφέας με τον οποίο ο Νεμπόρ ίσως θα συμφωνούσε να συγκριθεί, αυτός ο συγγραφέας θα ήταν ο Καρλ Κράους. Κανένας δεν κατάφερε να φέρει στο φως τους κρυμμένους νόμους του θεάματος όπως το έκανε ο Κράους στον ανυποχώρητο αγώνα του ενάντια στους δημοσιογράφους – “σε αυτούς τους θορυβώδεις καιρούς που βροντάνε με τη φρικτή συμφωνία των γεγονότων που παράγουν ειδησεογραφικές αναφορές και των αναφορών που παράγουν γεγονότα.” Και αν μπορούσε κάποιος να φανταστεί κάτι ανάλογο με τη φωνή του αφηγητή που διατρέχει τις ταινίες του Ντεμπόρ μαζί με την έκθεση αυτής της ερήμου από χαλάσματα που είναι το θέαμα, τίποτα δε θα ήταν πιο κατάλληλο από τη φωνή του Κράους. Μια φωνή που – σε εκείνα τα δημόσια κηρύγματα των οποίων τη γοητεία έχει περιγράψει ο Ελίας Κανέττι – ανακαλύπτει και απογυμνώνει την οικεία και θηριώδη αναρχία του θριαμβευτή καπιταλισμού στην οπερέτα του Όφενμπαχ.

Είναι γνωστή η απόκριση με την οποία ο Κράους, στη μεταθανάτια Τρίτη Βαλπούργεια Νύχτα, δικαιολόγησε τη σιωπή του απέναντι στην άνοδο του Ναζισμού: «Σχετικά με τον Χίτλερ, τίποτα δεν έρχεται στο νου μου.» Αυτή η τραχιά παρατήρηση, με την οποία ο Κράους αναγνωρίζει με δυσφορία τα όριά του, σηματοδοτεί επίσης την ανικανότητα της σάτιρας όταν αυτή βρίσκεται αντιμέτωπη με το γίγνεσθαι-πραγματικότητα του απερίγραπτου. Ως σατιρικός ποιητής, είναι πράγματι «ένας από τους τελευταίους επιγόνους που κατοικούν στην αρχαία οικία της γλώσσας.» Στον Ντεμπόρ επίσης, όπως και στον Κράους, η γλώσσα παρουσιάζεται ως η εικόνα και ο τόπος της δικαιοσύνης. Ωστόσο, η αναλογία σταματάει εκεί. Ο λόγος του Ντεμπόρ ξεκινάει εκεί ακριβώς όπου η σάτιρα μένει άφωνη. Η αρχαία οικία της γλώσσας (καθώς και η λογοτεχνική παράδοση στην οποία βασίζεται η σάτιρα) έχει πια πλαστογραφηθεί και χειραγωγηθεί ολοκληρωτικά. Ο Κράους αντιδρά σε αυτή τη συνθήκη μετατρέποντας τη γλώσσα σε τόπο Γενικής Κρίσης. Αντίθετα, ο Ντεμπόρ αρχίζει να μιλάει όταν η Γενική Κρίση έχει ήδη εξαχθεί και αφού το αληθινό έχει αναγνωριστεί εντός της μονάχα ως μια στιγμή του ψεύτικου. Η Γενική Κρίση στη γλώσσα και η Βαλπούργεια Νύχτα στο θέαμα συμπίπτουν απόλυτα. Αυτή η παράδοξη σύμπτωση είναι ο τόπος απ’ όπου αντηχεί διαρκώς η φωνή του αφηγητή.

Κατάσταση

Τι είναι μια κατασκευασμένη κατάσταση; Ένας ορισμός που περιέχεται στο πρώτο τεύχος της Καταστασιακής Διεθνούς δηλώνει ότι είναι μια στιγμή στη ζωή, συγκεκριμένα και συνειδητά κατασκευασμένη μέσω της συλλογικής οργάνωσης ενός ενοποιημένου περιβάλλοντος και μέσω ενός παιχνιδιού γεγονότων. Ωστόσο, θα ήταν παραπλανητικό να σκεφτεί κανείς την κατάσταση ως μια προνομιούχα ή εξαιρετική στιγμή με την έννοια του αισθητισμού. Η κατάσταση δεν είναι το γίγνεσθαι-τέχνη της ζωής ούτε το γίγνεσθαι-ζωή της τέχνης. Μπορούμε να κατανοήσουμε την αληθινή της φύση μόνο αν την τοποθετήσουμε ιστορικά στην κατάλληλη θέση: δηλαδή, μετά το τέλος και την αυτοκαταστροφή της τέχνης και μετά το πέρασμα της ζωής από τη δοκιμασία του μηδενισμού. Το “Βορειοδυτικό πέρασμα της γεωγραφίας της αληθινής ζωής” είναι ένα σημείο αδιαφορίας ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, όπου και οι δύο υφίστανται ταυτόχρονα μια αποφασιστική μεταμόρφωση. Αυτό το σημείο αδιαφορίας συνιστά μια πολιτική που είναι επιτέλους επαρκής για τα καθήκοντά της. Οι Καταστασιακοί εναντιώνονται στον καπιταλισμό – που “συγκεκριμένα και συνειδητά” οργανώνει το περιβάλλον και τα γεγονότα κατά τρόπο ώστε να αποδυναμώσει τη ζωή – με ένα συγκεκριμένο αλλά αντίθετο σχέδιο. Η ουτοπία τους είναι απόλυτα εντοπισμένη διότι τοποθετείται στη θέση εκείνου που θέλει να ανατρέψει. Τίποτα, ίσως, δε θα μπορούσε να δώσει μια καλύτερη ιδέα της κατασκευασμένης κατάστασης από τη γυμνή σκηνογραφία όπου ο Νίτσε, στη Χαρούμενη Επιστήμη, αναπτύσσει το κρίσιμο πείραμα (experimentumcrucis) της σκέψης του. Μια κατασκευασμένη κατάσταση είναι το δωμάτιο με την αράχνη και το φεγγαρόφωτο ανάμεσα στα κλαδιά ακριβώς τη στιγμή όπου – ως απάντηση στην ερώτηση του δαίμονα: “Το επιθυμείς αυτό άλλη μια φορά και αναρίθμητες φορές ξανά;” – λέγεται: “Ναι, το επιθυμώ.” Το αποφασιστικό στοιχείο εδώ είναι η μεσσιανική μετατόπιση που μεταβάλλει ολοκληρωτικά τον κόσμο ενώ ταυτόχρονα τον αφήνει σχεδόν ανέπαφο. Στην πραγματικότητα, όλα εδώ παρέμειναν ίδια αλλά έχασαν την ταυτότητά τους.

Στην κομέντια ντελ άρτε υπήρχε ένα πλαίσιο οδηγιών για τους ηθοποιούς ώστε να δημιουργούν καταστάσεις όπου μια ανθρώπινη χειρονομία, αποσπασμένη από τη δύναμη του μύθου και του πεπρωμένου, να μπορεί τελικά να πραγματοποιηθεί. Είναι αδύνατο να γίνει κατανοητή η κωμική μάσκα αν ερμηνευθεί απλώς ως ένας απροσδιόριστος ή αποδυναμωμένος χαρακτήρας. Ο Αρλεκίνος και ο Γιατρός δεν είναι χαρακτήρες με τον ίδιο τρόπο που είναι ο Άμλετ και ο Οιδίπους: οι μάσκες δεν είναι χαρακτήρες αλλά μάλλον χειρονομίες που νοούνται ως τύπος, είναι αστερισμοί χειρονομιών. Σε αυτή την κατάσταση, η καταστροφή της ταυτότητας του ρόλου συμβαδίζει με την καταστροφή της ταυτότητας του ηθοποιού. Αυτή ακριβώς η σχέση ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή του, ανάμεσα στη δύναμη και την πράξη τίθεται ξανά υπό αμφισβήτηση εδώ. Αυτό συμβαίνει επειδή η μάσκα εισάγεται ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή του, δημιουργώντας ένα αξεδιάλυτο μίγμα δύναμης και πράξης. Και αυτό που συμβαίνει εδώ – τόσο πάνω στη σκηνή όσο και εντός της κατασκευασμένης κατάστασης – δεν είναι η ενεργοποίηση μιας δύναμης αλλά η απελευθέρωση μιας απώτερης δύναμης. Η χειρονομία ορίζει αυτή την τομή ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, ανάμεσα στην πράξη και τη δύναμη, ανάμεσα στο γενικό και το ειδικό, ανάμεσα στο κείμενο και την εφαρμογή. Είναι μια στιγμή ζωής αποσπασμένη από το πλαίσιο της ατομικής βιογραφίας καθώς επίσης και μια στιγμή τέχνης αποσπασμένη από την ουδετερότητα της αισθητικής: είναι η καθαρή πράξη (praxis). Η χειρονομία δεν είναι αξία χρήσης ούτε ανταλλακτική αξία, δεν είναι βιογραφική εμπειρία ούτε απρόσωπο γεγονός: είναι η άλλη πλευρά του εμπορεύματος που αφήνει τους “κρυστάλλους αυτής της κοινής κοινωνικής ουσίας” να βυθιστούν μέσα στην κατάσταση.

Άουσβιτς/Τιμισοάρα

Ίσως η πιο ανησυχητική πλευρά των βιβλίων του Ντεμπόρ είναι το γεγονός ότι η ιστορία μοιάζει να έχει δεσμευτεί στην αδιάκοπη επιβεβαίωση των αναλύσεών τους. Είκοσι χρόνια μετά την Κοινωνία του Θεάματος, τα Σχόλια (1988) κατέγραψαν την ακρίβεια της διάγνωσης και των προβλέψεων του προηγούμενου βιβλίου από κάθε άποψη. Στο μεταξύ, η πορεία της ιστορίας επιταχύνθηκε με ενιαίο τρόπο προς την ίδια κατεύθυνση: μόλις δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση αυτού του βιβλίου, θα λέγαμε ότι η παγκόσμια πολιτική δεν είναι παρά μια βιαστική και παρωδιακή σκηνοθεσία του σεναρίου που περιέχεται σε αυτό το βιβλίο. Η ουσιαστική ενοποίηση του συγκεντρωμένου θεαματικού (των Ανατολικών λαϊκών δημοκρατιών) και του διάχυτου θεαματικού (των Δυτικών δημοκρατιών) σε ένα ενσωματωμένο θεαματικό αποτελεί πλέον μια κοινοτοπία. Αυτή η ενοποίηση – που αποτελούσε μια από τις κεντρικές θέσεις των Σχολίων –  φάνταζε παράδοξη σε πολλούς ανθρώπους την εποχή που δημοσιεύτηκε το βιβλίο. Τα αμετακίνητα τείχη και τα σιδηρούντα παραπετάσματα που χώριζαν τους δύο κόσμους σαρώθηκαν μέσα σε λίγες μέρες. Οι Ανατολικές κυβερνήσεις επέτρεψαν την πτώση του Λενινιστικού κόμματος ώστε να πραγματωθεί πλήρως το ενσωματωμένο θεαματικό στις χώρες τους. Με τον ίδιο τρόπο, η Δύση είχε ήδη αποκηρύξει λίγο νωρίτερα την ισορροπία δυνάμεων όπως και την πραγματική ελευθερία της σκέψης και της επικοινωνίας στο όνομα της εκλογικής πλειοψηφικής μηχανής και του μιντιακού ελέγχου της κοινής γνώμης –που αναπτύχθηκαν αμφότερα εντός των ολοκληρωτικών σύγχρονων κρατών.

Η πόλη Τιμισοάρα της Ρουμανίας αντιπροσωπεύει το ακραίο σημείο αυτής της διαδικασίας και το όνομά της αξίζει να δοθεί στη νέα εξέλιξη της παγκόσμιας πολιτικής. Εκεί, η μυστική αστυνομία συνωμότησε ενάντια στον εαυτό της για να ανατρέψει το παλιό καθεστώς του συγκεντρωμένου θεαματικού ενώ η τηλεόραση έδειχνε απροκάλυπτα και χωρίς ψεύτικη μετριοφροσύνη την πραγματική πολιτική λειτουργία των μίντια. Η τηλεόραση και η μυστική αστυνομία κατάφεραν κάτι που ο Ναζισμός δεν είχε τολμήσει καν να φανταστεί: να συνδυάσει το Άουσβιτς και τη φωτιά στο Ράιχσταγκ σε ένα τερατώδες γεγονός. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, πτώματα που είχαν μόλις ταφεί ή παραταχθεί στα τραπέζια του νεκροτομείου εκτάφηκαν βιαστικά και βασανίστηκαν με σκοπό να προσομοιώσουν, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, τη γενοκτονία που νομιμοποιούσε το νέο καθεστώς. Αυτό που παρακολουθούσε ολόκληρος ο κόσμος ζωντανά στην τηλεόραση, πιστεύοντας ότι είναι αληθινό, ήταν στην πραγματικότητα η απόλυτη αναλήθεια. Και, μολονότι η παραποίηση ήταν αρκετά προφανής κάποιες στιγμές, νομιμοποιήθηκε ως αλήθεια από το παγκόσμιο μιντιακό σύστημα ώστε να γίνει ξεκάθαρο ότι το αληθινό δεν ήταν πια παρά μια στιγμή μέσα στην αναπόδραστη κίνηση του ψεύτικου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλήθεια και το ψέμα έγιναν αξεδιάλυτα και το θέαμα νομιμοποιήθηκε αποκλειστικά διαμέσου του θεάματος.

Με αυτή την έννοια, η Τιμισοάρα είναι το Άουσβιτς της εποχής του θεάματος: και με τον ίδιο τρόπο που έχει ειπωθεί ότι μετά το Άουσβιτς είναι αδύνατο να γράψει κανείς και να σκεφτεί όπως πριν, μετά την Τιμισοάρα δε θα είναι πια δυνατό να παρακολουθήσει κανείς τηλεόραση όπως πριν.

Σεκινάχ

Με ποιον τρόπο μπορεί η σκέψη να συλλέξει την κληρονομιά του Ντεμπόρ σήμερα, την εποχή του απόλυτου θριάμβου του θεάματος; Εν τέλει, είναι προφανές ότι το θέαμα είναι η γλώσσα, η επικοινωνιακότητα και το γλωσσικό είναι των ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι μια ολοκληρωμένη Μαρξιανή ανάλυση πρέπει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο καπιταλισμός (ή οποιαδήποτε ονομασία θα θέλαμε να δώσουμε στη διαδικασία που κυριαρχεί σήμερα στην παγκόσμια ιστορία) δεν αποσκοπούσε μονάχα στην απαλλοτρίωση της παραγωγικής δραστηριότητας αλλά επίσης – και πάνω απ’ όλα – στην απαλλοτρίωση της ίδιας της γλώσσας, της γλωσσικής και επικοινωνιακής φύσης των ανθρώπων, του λόγου (logos) που ο Ηράκλειτος ταυτίζει με το Κοινό. Η ακραία μορφή απαλλοτρίωσης του Κοινού είναι το θέαμα, δηλαδή η πολιτική στην οποία ζούμε. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι εκείνο που αντιμετωπίζουμε στο θέαμα είναι η ίδια η αντιστραμμένη γλωσσική μας φύση. Για το λόγο αυτό (επειδή ακριβώς εκείνο που απαλλοτριώνεται είναι η ίδια η δυνατότητα ενός κοινού αγαθού) η βία του θεάματος είναι τόσο καταστροφική. Αλλά, για τον ίδιο λόγο, το θέαμα εμπεριέχει ακόμα κάτι σαν θετική δυνατότητα – και το δικό μας καθήκον είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτήν τη δυνατότητα εναντίον του.

Αυτή η συνθήκη μοιάζει με την αμαρτία που οι καμπαλιστές αποκαλούν “απομόνωση του Σεκινάχ” και την αποδίδουν στον Άχερ – έναν από τους τέσσερις ραββίνους που, σύμφωνα με ένα διάσημο Haggadah του Ταλμούδ, εισήλθαν στο δεντρόκηπο [Pardes] (δηλαδή στην ύψιστη γνώση). Η ιστορία λέει ότι «τέσσερις ραββίνοι εισήλθαν στον Παράδεισο: ο Μπεν Αζάι, ο Μπεν Ζομά, ο Άχερ και ο Ραμπί Ακίβα… Ο Μπεν Αζάι έριξε μια ματιά και πέθανε… ο Μπεν Ζομά κοίταξε και τρελάθηκε… Ο Άχερ έκοψε τα κλαδιά. Ο Ραμπί Ακίβα εξήλθε σώος και αβλαβής».

Το Σεκινάχ είναι το τελευταίο από τα δέκα Σεφιρότ ή ιδιότητες της θεότητας, εκείνη που εκφράζει την ίδια τη θεία παρουσία, την εκδήλωση ή την κατοικία της στη Γη: τη “λέξη” της. Το “κόψιμο των κλαδιών” από τον Άχερ ταυτίζεται από τους καμπαλιστές με την αμαρτία του Αδάμ που, αντί να αναλογιστεί τα Σεφιρότ στο σύνολό τους, προτίμησε να αναλογιστεί μόνο το τελευταίο απομονώνοντάς το από τα υπόλοιπα – διαχωρίζοντας έτσι το δέντρο της επιστήμης από το δέντρο της ζωής. Όπως και ο Αδάμ, ο Άχερ αντιπροσωπεύει την ανθρωπότητα διότι – θεωρώντας τη γνώση ως δικό του προορισμό και δική του ιδιαίτερη δύναμη – απομονώνει τη γνώση και τη λέξη, που αποτελούν την πληρέστερη μορφή εμφάνισης του Θεού (το Σεκινάχ), από τα υπόλοιπα Σεφιρότ μέσω των οποίων αποκαλύπτεται ο Θεός. Ο κίνδυνος εδώ είναι ότι η λέξη – δηλαδή η μη-αφάνεια και η αποκάλυψη κάποιου πράγματος – μπορεί να διαχωριστεί από αυτό που αποκαλύπτει και να αποκτήσει τελικά αυτόνομη συνοχή. Το αποκαλυπτόμενο και εμφανιζόμενο είναι (επομένως, αυτό που είναι κοινό και μπορεί να μοιραστεί) διαχωρίζεται από το αντικείμενο που αποκαλύπτεται και τοποθετείται ανάμεσα σε αυτό και τους ανθρώπους. Σε αυτή την κατάσταση εξορίας, το Σεκινάχ χάνει τη θετική του δύναμη και γίνεται επιβλαβές (οι καμπαλιστές λένε ότι “ρουφάει το γάλα του κακού”.)

Επομένως, η απομόνωση του Σεκινάχ εκφράζει τη συνθήκη της εποχής μας. Ενώ υπό το παλιό καθεστώς η αποξένωση της επικοινωνιακής ουσίας των ανθρώπων υποστασιοποιούταν ως προϋπόθεση που χρησίμευε ως κοινό θεμέλιο, στην κοινωνία του θεάματος η ίδια η επικοινωνιακότητα, η ίδια η γενική ουσία (δηλαδή η γλώσσα ως ουσία του ανθρώπινου είδους [Gattungswesen]) διαχωρίζεται σε μια αυτόνομη σφαίρα. Αυτό που εμποδίζει την επικοινωνία είναι η ίδια η επικοινωνησιμότητα. Οι άνθρωποι παραμένουν διαχωρισμένοι εξαιτίας αυτού που τους ενώνει. Οι δημοσιογράφοι και το μιντιακό κατεστημένο (όπως και οι ψυχαναλυτές στην ιδιωτική σφαίρα) αποτελούν το νέο ιερατείο αυτής της αλλοτρίωσης της γλωσσικής φύσης των ανθρώπων.

Στην πραγματικότητα, η απομόνωση του Σεκινάχ στην κοινωνία του θεάματος φτάνει στην τελική της φάση όπου η γλώσσα δεν αποτελεί απλώς μια αυτόνομη σφαίρα αλλά, επιπλέον, δεν αποκαλύπτει πια τίποτα – ή, μάλλον, αποκαλύπτει τη μηδαμινότητα όλων των πραγμάτων. Στη γλώσσα δεν υπάρχει τίποτα από το Θεό, από τον κόσμο ή από αυτό που αποκαλύφθηκε: σε αυτή την ακραία μηδενιστική αποκάλυψη, η γλώσσα (η γλωσσική φύση των ανθρώπων) παραμένει εκ νέου κρυμμένη και διαχωρισμένη. Η γλώσσα αποκτά έτσι, για τελευταία φορά, την άρρητη δύναμη να επιβεβαιώσει για λογαριασμό της μια ιστορική εποχή και ένα κράτος: την εποχή του θεάματος ή το κράτος του απολύτως πραγματωμένου μηδενισμού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σημερινή εξουσία, η οποία θεμελιώνεται σε μια προϋποτιθέμενη βάση, παραπαίει σε ολόκληρο τον πλανήτη: τα βασίλεια της Γης κατευθύνονται, το ένα μετά το άλλο, προς το θεαματικό-δημοκρατικό καθεστώς που συνιστά την ολοκλήρωση της μορφής-κράτους. Πέρα από τις οικονομικές αναγκαιότητες και την τεχνολογική ανάπτυξη, αυτό που οδηγεί τα έθνη της Γης σε μια μοναδική κοινή μοίρα είναι η αλλοτρίωση του γλωσσικού είναι, το ξερίζωμα όλων των λαών από τη ζωτική κατοικία τους στη γλώσσα. Αλλά ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, η εποχή στην οποία ζούμε είναι επίσης για πρώτη φορά εκείνη όπου καθίσταται δυνατό για τους ανθρώπους να βιώσουν τη γλωσσική τους ουσία – δηλαδή να βιώσουν όχι κάποιο συγκεκριμένο γλωσσικό περιεχόμενο ή κάποια αληθινή πρόταση αλλά την ίδια τη γλώσσα και το ίδιο το γεγονός της ομιλίας. Η σημερινή πολιτική είναι ακριβώς εκείνο το καταστροφικό πείραμα της γλώσσας (experimentum linguae) που εξαρθρώνει και εκκενώνει, σε ολόκληρο τον πλανήτη, παραδόσεις και πεποιθήσεις, ιδεολογίες και θρησκείες, ταυτότητες και κοινότητες.

Μόνο αυτοί που θα καταφέρουν να το φέρουν σε πέρας – χωρίς να επιτρέπουν σε αυτό που αποκαλύπτει να καλυφθεί με τη μηδαμινότητα που αποκαλύπτει – θα γίνουν οι πρώτοι πολίτες μιας κοινότητας χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς κράτος. Σε αυτήν την κοινότητα, η μηδενιστική και αποφασιστική ισχύς αυτού που είναι κοινό θα κατευναστεί και το Σεκινάχ δε θα ρουφάει πια το κακό γάλα του δικού του διαχωρισμού. Όπως ο Ραμπί Ακίβα στο Haggadah του Ταλμούδ, οι πολίτες αυτής της κοινότητας θα εισέλθουν στον παράδεισο της γλώσσας και θα εξέλθουν σώοι και αβλαβείς.

Τιανανμέν

Πώς εμφανίζεται το σενάριο που θέτει ενώπιόν μας η παγκόσμια πολιτική υπό το φως των Σχολίων; Το κράτος του ενσωματωμένου θεαματικού (ή θεαματικό-δημοκρατικό κράτος) είναι το τελικό στάδιο στην εξέλιξη της μορφής-κράτους – το καταστροφικό στάδιο προς το οποίο σπεύδουν όλες οι μοναρχίες και οι ρεπούμπλικες, οι τυραννίες και οι δημοκρατίες, τα ρατσιστικά και τα προοδευτικά καθεστώτα. Μολονότι φαίνεται ότι επαναφέρει στη ζωή τις εθνικές ταυτότητες, στην πραγματικότητα αυτή η παγκόσμια κίνηση εμπεριέχει μια τάση προς τη συγκρότηση ενός είδους υπερεθνικού αστυνομικού κράτους όπου οι κανόνες του διεθνούς δικαίου καταργούνται σιωπηρά ο ένας μετά τον άλλον. Εκτός από το γεγονός ότι επισήμως δεν έχει κηρυχθεί πόλεμος εδώ και πολλά χρόνια (επιβεβαιώνοντας την προφητεία του Καρλ Σμιτ ότι κάθε πόλεμος στην εποχή μας μετατρέπεται σε εμφύλιο πόλεμο), ακόμα και η άμεση εισβολή σε ένα κυρίαρχο κράτος μπορεί να παρουσιαστεί πλέον ως ενέργεια εσωτερικής δικαιοδοσίας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι μυστικές υπηρεσίες – που ανέκαθεν είχαν συνηθίσει να ενεργούν αγνοώντας τα σύνορα των κυρίαρχων εθνικών οντοτήτων – μετατρέπονται σε υπόδειγμα πραγματικής πολιτικής οργάνωσης και πραγματικής πολιτικής δράσης. Για πρώτη φορά στην ιστορία του αιώνα μας, οι δύο σημαντικότερες παγκόσμιες δυνάμεις έχουν ως επικεφαλής δύο ανθρώπους που προέρχονται άμεσα από τις μυστικές υπηρεσίες: τον Μπους (πρώην επικεφαλής της CIA) και τον Γκορμπατσώφ (άνθρωπο του Αντρόποφ). Και η ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια τους χαιρετίζεται, στη νέα πορεία του θεάματος, ως θρίαμβος της δημοκρατίας. Παρά τα φαινόμενα, η αναδυόμενη θεαματική-δημοκρατική παγκόσμια οργάνωση κινδυνεύει να γίνει η χειρότερη τυραννία που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, ενάντια στην οποία η αντίσταση και η ανυπακοή θα γίνονται συνεχώς δυσκολότερες – καθώς, επιπλέον, γίνεται ολοένα πιο ξεκάθαρο ότι μια τέτοια οργάνωση θα αναλάβει το καθήκον να διαχειριστεί την επιβίωση της ανθρωπότητας σε έναν μη-κατοικήσιμο κόσμο. Ωστόσο, κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα πετύχει πραγματικά η προσπάθεια του θεάματος να διατηρήσει τον έλεγχο της διαδικασίας στης οποίας την κίνηση συνέβαλε αρχικά.

Εν τέλει, το κράτος του θεάματος (όπως έχει δείξει ο Μπαντιού ότι συμβαίνει με κάθε κράτος) εξακολουθεί να είναι ένα κράτος που δε βασίζεται στους κοινωνικούς δεσμούς – τους οποίους υποτίθεται ότι εκφράζει – αλλά μάλλον στη διάλυσή τους, την οποία απαγορεύει. Σε τελική ανάλυση, το κράτος μπορεί να αναγνωρίσει οποιαδήποτε αξίωση ταυτότητας – ακόμα και την αξίωση μιας κρατικής ταυτότητας στο εσωτερικό του (στην εποχή μας, η ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στο κράτος και την τρομοκρατία αποτελεί μια εύγλωττη επιβεβαίωση αυτού του γεγονότος). Αλλά αυτό που δεν μπορεί να ανεχτεί με κανέναν τρόπο το κράτος είναι η ύπαρξη μοναδικοτήτων που δημιουργούν μια κοινότητα χωρίς να διεκδικούν μια ταυτότητα, είναι η συνύπαρξη των ανθρώπων χωρίς μια αντιπροσωπεύσιμη κατάσταση του ανήκειν (όπως το να είναι κάποιος Ιταλός, μέλος της εργατικής τάξης, Καθολικός, τρομοκράτης κ.λπ.). Κι όμως, καθώς το κράτος του θεάματος εκκενώνει και ακυρώνει κάθε πραγματική ταυτότητα και υποκαθιστά το λαό και τη γενική βούληση με το δημόσιο και την κοινή γνώμη, είναι ακριβώς αυτό που παράγει μαζικά από το εσωτερικό του μοναδικότητες που δε χαρακτηρίζονται πλέον από οποιαδήποτε κοινωνική ταυτότητα ή οποιαδήποτε πραγματική κατάσταση του ανήκειν: μοναδικότητες που είναι πραγματικά οποιεσδήποτε μοναδικότητες. Είναι σαφές ότι η κοινωνία του θεάματος είναι επίσης εκείνη όπου όλες οι κοινωνικές ταυτότητες έχουν διαλυθεί και καθετί που αντιπροσώπευε επί αιώνες το μεγαλείο και την αθλιότητα των γενεών που διαδέχονταν η μία την άλλη πάνω στη Γη έχει απολέσει πλέον όλη τη σημασία του. Οι διάφορες ταυτότητες που σημάδεψαν την τραγικωμωδία της παγκόσμιας ιστορίας εκτίθενται και συγκεντρώνονται με μια φαντασμαγορική κενότητα στην παγκόσμια μικρο-μπουρζουαζία , η οποία συνιστά τη μορφή με την οποία το θέαμα πραγμάτωσε παρωδιακά το Μαρξιανό σχέδιο της αταξικής κοινωνίας.

Για το λόγο αυτό – ρισκάροντας εδώ μια προφητεία – η επερχόμενη πολιτική δε θα είναι πια ένας αγώνας για την κατάκτηση ή τον έλεγχο του κράτους εκ μέρους νέων ή παλιών κοινωνικών υποκειμένων αλλά μάλλον ένας αγώνας ανάμεσα στο κράτος και το μη-κράτος (την ανθρωπότητα), δηλαδή ένας ανεπίλυτος διχασμός ανάμεσα στις οποιεσδήποτε μοναδικότητες και την κρατική οργάνωση.

Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις απλές διεκδικήσεις της κοινωνίας απέναντι στο κράτος, οι οποίες αποτελούσαν επί μακρόν το κοινό μέλημα όλων των κινημάτων διαμαρτυρίας της εποχής μας. Οι οποιεσδήποτε μοναδικότητες δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια ένωση (societas) εντός της κοινωνίας του θεάματος διότι δεν έχουν καμία ταυτότητα για να την υπερασπιστούν και κανέναν κοινωνικό δεσμό μέσω του οποίου θα επιδιώξουν την αναγνώριση. Επομένως, ο αγώνας ενάντια στο κράτος γίνεται πιο αδιάλλακτος καθώς αυτό το κράτος ακυρώνει όλα τα πραγματικά περιεχόμενα αλλά ταυτόχρονα –παραβλέποντας όλες τις κενές διακηρύξεις για την ιερότητα της ζωής και τα ανθρώπινα δικαιώματα – διακηρύττει επίσης ότι κάθε οντότητα από την οποία απουσιάζει μια αντιπροσωπεύσιμη ταυτότητα είναι απλώς ανύπαρκτη.

Αυτό είναι το μάθημα που θα μπορούσαμε να διδαχθούμε από την Τιανανμέν αν αποδιδόταν πραγματική προσοχή στα δεδομένα αυτού του γεγονότος. Στην πραγματικότητα, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των διαδηλώσεων του Κινέζικου Μάη ήταν η σχετική απουσία συγκεκριμένων περιεχομένων στα αιτήματά τους (οι έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας είναι υπερβολικά γενικές για να αποτελέσουν έναν πραγματικό στόχο του αγώνα και το μοναδικό συγκεκριμένο αίτημα, η αποκατάσταση του Χου Γιάο Μπανγκ, ικανοποιήθηκε αμέσως.) Για το λόγο αυτό, η βία της κρατικής αντίδρασης μοιάζει ακόμα πιο ανεξήγητη.  Είναι πιθανό, ωστόσο, ότι αυτή η δυσαναλογία ήταν μονάχα φαινομενική και ότι οι Κινέζοι ηγέτες ενήργησαν, από τη δική τους πλευρά, με απόλυτη διαύγεια. Στην Τιανανμέν, το κράτος βρέθηκε αντιμέτωπο με κάτι που δεν μπορούσε και δεν ήθελε να αντιπροσωπευθεί αλλά, παρόλα αυτά, παρουσιάστηκε ως κοινότητα και ως κοινή ζωή (και αυτό ισχύει είτε είχαν πραγματική επίγνωση αυτού του γεγονότος όσοι βρίσκονταν σε εκείνη την πλατεία είτε όχι.) Η απειλή με την οποία δεν είναι διατεθειμένο να συμβιβαστεί το κράτος είναι ακριβώς το γεγονός ότι το μη-αντιπροσωπεύσιμο μπορεί να υπάρξει και να δημιουργήσει μια κοινότητα χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς συνθήκες του ανήκειν (όπως ακριβώς η ασυνεπής πολλαπλότητα του Κάντορ). Η οποιαδήποτε μοναδικότητα – αυτή η μοναδικότητα που θέλει να πάρει στην κατοχή της το ίδιο το γίγνεσθαι καθώς επίσης και το δικό της είναι-στη-γλώσσα και, επομένως, αρνείται κάθε ταυτότητα και κάθε συνθήκη του ανήκειν – είναι ο νέος, μη-υποκειμενικός και κοινωνικά ασυνεπής πρωταγωνιστής της επερχόμενης πολιτικής. Οπουδήποτε αυτές οι μοναδικότητες εκδηλώσουν το δικό τους είναι-από-κοινού, εκεί θα υπάρξει μια νέα Τιανανμέν και, αργά ή γρήγορα, τα τανκς θα κάνουν ξανά την εμφάνισή τους.

 

Παράρτημα

Γκυ Ντεμπόρ: Γράμματα στον Τζιόρτζιο Αγκάμπεν

 (1989-1990)

Champot, 24 Αυγούστου 1989

Αγαπητέ Κύριε,

Ευχαριστώ για τα αποκόμματα του Τύπου που μου στείλατε. Χαίρομαι που μαθαίνω ότι, παρά την ύπαρξη κάποιων αρκετά σοβαρών εμποδίων, η Ιταλία είναι καλύτερα ενημερωμένη από τη Γαλλία και πολλές άλλες χώρες που βρίσκονται ακόμα στην εποχή των “Νασιστικών”-μουσειογραφικών πλαστογραφήσεων, οι οποίες εγκαινιάζονται γελοιωδώς από το καταγέλαστο “Κέντρο Πομπιντού”.

Και χαίρομαι ακόμα περισσότερο διότι κι εγώ ο ίδιος είχα τη δυνατότητα να μάθω πολλά στην Ιταλία.

Σας στέλνω ένα πολύ πρόσφατο βιβλίο για να συμπληρώσετε την ευφυή τεκμηρίωσή σας.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.  

 

24 Γενάρη 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο Αγκάμπεν,

Συμφωνώ με την ιδέα της έκδοσης των δύο βιβλίων σε έναν ενιαίο τόμο, υπό την προϋπόθεση ότι η σειρά τους θα είναι η εξής: Σχόλια…(1988), ακολουθούμενα από την Κοινωνία του Θεάματος (1967), και ότι το πρώτο βιβλίο θα τυπωθεί με ελαφρώς μεγαλύτερα τυπογραφικά στοιχεία.

Ο πρόλογός σου θα είναι πολύ χρήσιμος, τουλάχιστον για την εξήγηση του φαινομενικού παραδόξου· και για πολλά άλλα σημεία, δεν έχω καμία αμφιβολία.

Αφού θα είσαι στο Παρίσι το Φεβρουάριο, προτείνω να συναντηθούμε τη Δευτέρα 12 του μήνα στις 5 μμ. στο μπαρ του Λουτέτια που βρίσκεται στο τέρμα του διαδρόμου του ξενοδοχείου.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.

16 Φλεβάρη 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο,

Σου στέλνω ένα αντίγραφο του Ιταλικού προλόγου μου από το 1979. Έχω σημειώσει τα αποσπάσματα που, κατά τη γνώμη μου, εκφράζουν καλύτερα το νόημα του βιβλίου. Και τη συνέπειά μου, την οποία πολλοί θα μπορούσαν πραγματικά να αποκαλέσουν κυνισμό. Αυτό εξαρτάται από τις αξίες που αποδέχονται και από το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν. Αν, παρεμπιπτόντως, ανακαλέσεις αυτόν τον πρόλογο στον δικό σου πρόλογο, θα αντισταθμίσεις επαρκώς την απουσία του από τη συγκεκριμένη συλλογή των γραπτών μου για το θέαμα που, σε διαφορετική περίπτωση, θα κινδύνευαν να γίνουν αντιληπτά και να ερμηνευτούν με άσχημο τρόπο.

Γοητευτήκαμε από τη συνάντηση μαζί σου και προτείνω να δειπνήσουμε μαζί αμέσως μόλις επικοινωνήσεις μαζί μου, μετά την επιστροφή σου εδώ.

Φιλικά,

Γκυ.

 

6 Αυγούστου 1990

Αγαπητέ Τζιόρτζιο,

Ανησύχησα λίγο όταν με ρώτησες πρόσφατα αν δε μου άρεσε το κείμενο που προσέθεσες στα Σχόλιά μου και θύμωσα πολύ επειδή δεν κατάφερα να σου απαντήσω. Θα είναι ασφαλώς δύσκολο να πιστέψεις ότι η SugarCo δε μου είχε στείλει ακόμα κανένα αντίγραφο του βιβλίου – που δημοσιεύτηκε το Μάρτη – ακόμα και μετά το αίτημα που υπέβαλε ο εκδότης μου στο Παρίσι. Πραγματικά, η αυθάδειά τους ήταν καταπληκτική.

Μόλις έλαβα ένα αντίγραφο χάρη σε έναν Ιταλό φίλο που θεώρησε χρήσιμο να μου το στείλει μαζί με την άλλη έκδοση (Agalev) της Μπολόνια.

Ασφαλώς γοητεύτηκα απολύτως διαβάζοντας τα Σχόλιά σου. Μίλησες πολύ ωραία, σε όλα σου τα κείμενα, για τόσους πολλούς συγγραφείς που επιλέχτηκαν με το καλύτερο γούστο (για το οποίο είμαι πολύ χαρούμενος, με εξαίρεση κάποιους ξένους συγγραφείς που δυστυχώς αγνοώ και τέσσερις ή πέντε σύγχρονους Γάλλους τους οποίους δε θέλω καν να διαβάσω). Είναι ασφαλώς τιμητικό για κάποιον να περιλαμβάνεται σε ένα τέτοιο Πάνθεον.

Χαίρομαι που επιδίωξα – το 1967 και σε απόλυτη αντίθεση με τη ζοφερή άρνηση του Αλτουσέρ – ένα είδος “διάσωσης μέσω της μεταφοράς” της Μαρξιστικής μεθόδου προσθέτοντας σε αυτή μια μεγάλη δόση από τον Χέγκελ και, ταυτόχρονα, επαναλαμβάνοντας μια κριτική της πολιτικής οικονομίας που ανακαλούσε στη φτωχή μας χώρα την εύλογη εξέλιξη της Μαρξιστικής μεθόδου, η οποία ήταν προβλέψιμη με βάση όσα είχαν προηγηθεί. Και θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο ανέτρεξες δικαιολογημένα στον Ηράκλειτο σε σχέση με την πλήρη απαλλοτρίωση της γλώσσας, η οποία αποτελούσε παλιότερα το “κοινό”! Αυτή είναι, αναμφίβολα, η σωστή κατεύθυνση για να αναληφθεί ξανά το πραγματικό έργο που κάποτε ονομαζόταν “να στηθεί ξανά ο κόσμος στα πόδια του” και “να φιλοσοφούμε με ένα σφυρί”.

Φιλικά,

Γκυ Ντεμπόρ.

 

 

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι
Αύγουστος 2014

Πηγή: athensindymedia

Άνθρωποι και αγάλματα

Τα πρόσφατα γεγονότα που προέκυψαν στην επικαιρότητα με αφορμή τους βανδαλισμούς μνημείων διαφόρων αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων της ιστορίας, είναι ένα αρκετά εύγλωττο σύμπτωμα των σημείων των καιρών, που σίγουρα φανερώνει πολλά για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η σύγχρονη δυτική κοινωνία, αλλά όχι όμως αυτά που φαντασιώνονται όσοι συμμετέχουν στα «οδοφράγματα» αυτής της ιδιότυπης σκιαμαχίας. Ο Ρενέ Γκενόν (René Guénon), θρεμμένος από ένα πνεύμα λατινικό που τον θωράκιζε απέναντι στον ρομαντικό πεσσιμισμό της γερμανικής σκέψης, είχε διαγνώσει ορθά, ήδη από το 1937, την ασθένεια που ταλαιπωρεί την μοντέρνα, εκκοσμικευμένη κοινωνία: «Στην εποχή μας, επικρατεί παντού μια παράξενη έλλειψη της αίσθησης της αναλογίας, που κάνει πολλούς όχι μόνο να συγχέουν το ουσιώδες με ό,τι πιο τυχάρπαστο ή ασήμαντο, αλλά να βάζουν στη θέση του κανονικού το ανώμαλο και το άνομο στη θέση του νόμιμου, σαν να ήταν όλα ίδια και να είχαν το ίδιο δικαίωμα ύπαρξης. Για να ξεφύγουμε από αυτή τη σύγχυση οφείλουμε κατ’ αρχάς να είμαστε ικανοί να τοποθετούμε το κάθε πράγμα στη θέση του, δηλαδή να βρίσκουμε την ακριβή του σχέση με τα υπόλοιπα, σύμφωνα με τη φύση και τη σημασία του. Κάτι που ο μεγαλύτερος αριθμός των συγχρόνων μας δεν μπορεί να κάνει, γιατί του λείπει κάθε αίσθηση ιεράρχησης»[1]. Είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη της αίσθησης της αναλογίας που κάνει τους σημερινούς ανθρώπους, όχι μόνο να ερμηνεύουν λάθος τα φαινόμενα, αλλά και να προσλαμβάνουν ως πραγματικότητα ένα κατεξοχήν μη γεγονός.

Από τη μια μεριά, οι υπερασπιστές της συντήρησης έχουν άδικο να φοβούνται τον βανδαλισμό μερικών, αμφίβολης καλλιτεχνικής ποιότητας, αδριάντων. Θά ‘πρεπε μάλλον να αναλογιστούν το πιο γνωστό ιστορικό παράδειγμα καταστροφής έργων τέχνης, αυτό του Βυζαντίου: εκατό χρόνια εικονομαχίας και αιματηρού εμφύλιου δεν κατάφεραν να αλλοιώσουν ούτε στο ελάχιστο την πνευματική ραχοκοκκαλιά της Αυτοκρατορίας κι αυτό γιατί η ορθόδοξη παράδοση κατείχε μίαν αναμφισβήτητα κεντρική θέση τόσο στη συνείδηση των υπηκόων της όσο και στην οργάνωση της καθημερινής τους ζωής. Αν ο φόβος των σύγχρονων συντηρητικών υποδηλώνει κάτι, είναι μάλλον το ότι και οι ίδιοι δεν είναι πλέον και τόσο σίγουροι για τις αξίες τις οποίες υπερασπίζονται δημόσια – κίνδυνος πολύ μεγαλύτερος από την καταστροφή μερικών αντικειμένων… Από την άλλη, ούτε και οι πολεμοχαρείς ακτιβιστές έχουν δίκιο να νομίζουν ότι με το να επιτίθενται σε ένα κομμάτι μάρμαρο ή μπρούτζο κάνουν κάτι περισσότερο από το να ξεσπάνε την μνησικακία τους ή ότι βοηθούν κατά οποιοδήποτε τρόπο να μειωθεί η αδικία που υφίστανται οι άνθρωποι: οι αδριάντες δουλεμπόρων δεν είναι η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα του κακού και αν συγχέουμε αυτά τα δύο (το αίτιο και το αποτέλεσμα), τότε οι όποιες πράξεις μας δεν μπορούν παρά να έχουν όση αποτελεσματικότητα έχει και μια τελετουργία βουντού, όταν τρυπώντας ένα ομοίωμα θέλουμε να προκαλέσουμε πραγματικό κακό στο αναπαριστώμενο πρόσωπο.

Οι σημερινοί ακτιβιστές δεν έχουν ούτε το κουράγιο του Σπάρτακου, που βάδισε ενάντια στις λεγεώνες, ούτε  την συνέπεια ενός μοντέρνου εστέτ όπως ο Μαρινέττι, που επιθυμούσε να πυρπολήσει το Λούβρο, αλλά και ούτε τον εικονοκλαστικό ηρωισμό ενός Ρεμπώ, ο οποίος αφού έφτασε ως το απώτατο όριο τις δυνατότητες της ποίησης, είχε την τόλμη να βυθίσει το «εγώ» του στην ανωνυμία της καθημερινής ζωής “των άλλων”. Σε αντίθεση με τις εμβληματικές αυτές προσωπικότητες της εξέγερσης, οι σύγχρονοι επαναστατημένοι αρκούνται στο πλιάτσικο: δηλαδή σε αντιδράσεις αγέλης, οι οποίες φανερώνουν ότι όσοι συμμετέχουν σε αυτές δεν αποτελούν ενεργά υποκείμενα αλλά μια άμορφη, παθητική μάζα, η οποία όχι μόνο δεν μπορεί να «ξαναγράψει την ιστορία», αλλά, λόγω της ίδιας της φύσης της, είναι καταδικασμένη να υφίσταται τις συνέπειες των αποφάσεων αυτών που πραγματικά κρατούν τα νήματα του κόσμου στα χέρια τους.

Η έλλειψη αίσθησης της αναλογίας έχει όμως κι ένα άλλο αποτέλεσμα στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία προσλαμβάνει αυτά τα γεγονότα. Τόσο οι απόστολοι της εξαναγκαστικής αλληλεγγύης και του υστερικού δικαιωματισμού, όσο και αρκετοί αντίπαλοί τους, κάνουν το λάθος να βλέπουν αυτά τα φαινόμενα με όρους πολιτικής ή οικονομικής σύγκρουσης, δηλαδή λίγο πολύ ουσιοκρατικά, σαν έναν ηρακλείτειο πόλεμο μεταξύ αντιτιθέμενων στοιχειακών δυνάμεων, το αποτέλεσμα του οποίου θα φέρει, υποτίθεται, την ανατολή ενός νέου κόσμου. Δυστυχώς γι’ αυτούς, η πραγματικότητα δεν είναι απλά πιο πεζή, αλλά και ουσιωδώς διαφορετική. Αυτά που συμβαίνουν αποτελούν βέβαια συμπτώματα παρακμής, τα αίτια της οποίας όμως δεν είναι εξωτερικής αλλά εσωτερικής προέλευσης, άμεσα συνδεδεμένα με την αγωνία και τα αδιέξοδα του νεωτερικού πολιτισμού. Πρόκειται για αποτελέσματα μιας ασθένειας, συγγενικής με αυτή της απώλειας της αίσθησης της αναλογίας, που κατατρώει τα σπλάχνα του δυτικού πολιτισμού εδώ και δύο αιώνες, και την οποία ορίζει ο Ρενέ Αλλώ (René Alleau) στο έργο του Η Επιστήμη των Συμβόλων[2]: πρόκειται, ισχυρίζεται ο Γάλλος ιστορικός, για ένα «παραλήρημα ιδεολογικής αφαίρεσης» που οφείλεται στην «απώλεια του νοήματος της ζωτικής αξίας της ποίησης» και κατ’ επέκταση στην πλήρη παρανόηση της έννοιας και της λειτουργίας του συμβολικού. Με τον όρο “ποίηση”, ο Αλλώ δεν εννοεί βέβαια το φιλολογικό είδος, αλλά τον εν γένει διαμεσολαβητικό Λόγο που καθιστά δυνατή «τη μετουσίωση της φύσης και την ενσάρκωση του πνεύματος», την κατεξοχήν δηλαδή πολιτισμική και εκπολιτιστική δραστηριότητα που επιτρέπει στον άνθρωπο να τοποθετηθεί στον κόσμο και να ιχνηλατήσει το νόημα της ύπαρξής του. Η απώλεια της κατανόησης του λόγου ως συστήματος αναλογιών και ο υποβιβασμός του σε απλό κώδικα – είναι ακριβώς το φαινόμενο της διάρρηξης του δεσμού μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, μεταξύ λέξης και κόσμου, για το οποίο γράφει ο Τζορτζ Στάινερ στο βιβλίο του Real Presences – κάνει το σύγχρονο πνεύμα να ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο εξίσου λανθασμένες ερμηνείες της γλώσσας: από τη μια μεριά απλός κώδικας κενός περιεχομένου και φορέας πληροφορίας (ο θρίαμβος της ψηφιοποίησης), και από την άλλη, ειδωλολατρία του εικονικού και πλαστογράφηση συμβόλων (ο θρίαμβος της φωτογραφικής εικόνας).

«Η υποσυνείδητη αίσθηση της ιστορικής αποτυχίας του αστικού πολιτισμού εκδηλώνεται, όπως εξ άλλου και σε κάθε νευρωτική κρίση, με μια κρίση πυρετικού συμβολισμού», γράφει ο Αλλώ[3] και είναι ακριβώς επειδή η σύγχρονη κοινωνία έχει λησμονήσει την λειτουργία της αναλογίας που συγχέει την αναπαράσταση με το αναπαριστώμενο, το συμβολικό και το πραγματικό: ο (πραγματικός) θάνατος ενός ανώνυμου πολίτη μετατρέπεται αυτόματα σε παγκόσμιο σύμβολο καταπίεσης, του οποιουδήποτε, οπουδήποτε και για οτιδήποτε, ενώ ένας (κατασκευασμένος) πίνακας ή μια (κατασκευασμένη) ταινία προσλαμβάνονται ως απτή πράξη βίας που χρήζει άμεσης δικαστικής επέμβασης. Αυτή η ανικανότητα διάκρισης πραγματικού και συμβολικού αποτελεί πλέον μια πραγματική αναπηρία για τη σημερινή κοινωνία, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την οπισθοδρόμηση της πνευματικής ορθοκρισίας του μέσου ανθρώπου, αλλά και σε σχέση με την δύναμή του να επηρεάζει τα κοινά και να δρα. Γι’ αυτό και η οποιαδήποτε δράση του σημερινού “πολίτη”, όση βία κι αν εκλύει, δεν μπορεί να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στο πραγματικό, μιας και αποτελεί, ήδη εν τη γενέσει της, μια “νευρωτική” αντίδραση στο εικονικό σύμπαν των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που είναι και το κατεξοχήν σύστημα εκμετάλλευσης της σύγχυσης πραγματικού και συμβολικού.

Αυτός εξ άλλου είναι ο λόγος για τον οποίο ο σύγχρονος, ψηφιακός ακτιβισμός εξαπολύει όλο και συχνότερες και πιο μανιασμένες επιθέσεις στη τέχνη και στα διάφορα καλλιτεχνικά προϊόντα και όχι στη καθαυτό εξουσία και στα κέντρα της: σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζεται, το καίριο πρόβλημα του σύγχρονου ανθρώπου, παγιδευμένου στις οθόνες και στο θέαμα, δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά η αναπαράσταση, ενώ το “πραγματικό” δεν είναι παρά πρόφαση και δεκανίκι. Η στάση των σύγχρονων χιλιαστών του δικαιωματισμού απέναντι στην τέχνη δεν έχει τις ρίζες της στην παλιά εικονομαχία ή στη δογματική disputatio των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά μάλλον στον εξαγνιστικό φανατισμό του Σαβοναρόλα – ο πρώτος στη νεωτερική εποχή που έκαψε στην πυρά έργα τέχνης για πολιτικούς σκοπούς – και βέβαια στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα στον ναζισμό. Οι ναζιστές – δεξιοτέχνες του πολιτικού ακτιβισμού – μπορεί να διοργάνωναν χάπενινγκ καίγοντας βιβλία, αλλά ποτέ δεν πείραξαν τα πρωτότυπα έργα τέχνης που κατάσχεσαν από τα μουσεία και τις συλλογές της Γερμανίας· αντιθέτως, τα φύλαξαν προσεχτικά προκειμένου να τα πουλήσουν, αναγνωρίζοντας έτσι έμμεσα την “αξία” τους και φανερώνοντας ταυτόχρονα την αδιαφορία τους για την τέχνη καθαυτή. Αυτό που ενδιέφερε τους ναζί ήταν η τέχνη ως μέσο διάπλασης και χειραγώγησης της κοινωνίας, η τέχνη ως προπαγάνδα, η οποία για να είναι αποτελεσματική έπρεπε να εξαγνιστεί, να ευθυγραμμιστεί δηλαδή με την κυρίαρχη ιδεολογία. Γι’ αυτό και τους αρκούσε απλά η απόσυρση των ενοχλητικών έργων από την κοινή θέα και από την συλλογική μνήμη. Είναι το ίδιο ακριβώς που συμβαίνει και σήμερα: τα έργα τέχνης του παρελθόντος φυλάσσονται ζηλότυπα σε μουσεία και συλλογές ως ανυπολόγιστης αξίας σπάνια αντικείμενα, την ίδια στιγμή που η μοντέρνα σεμνοτυφία απαιτεί τον κατάλληλο υπομνηματισμό τους, προκειμένου να καταστούν ακίνδυνα για τα χρηστά ήθη της πολιτικής ορθότητας.

Και βέβαια, ό,τι επιχειρείται στον τομέα της τέχνης, αποτελεί κοινή τάση σε όλα τα κοινωνικά πεδία: ο συνεχής πειραματισμός στο κοινωνικό σώμα, κυρίαρχη τάση όλης της νεωτερικότητας,  προκαλεί όλα αυτά τα φαινόμενα εννοιολογικής “κοπτοραπτικής”, τα οποία με τη σειρά τους παράγουν έναν όλο και πιο ασφυκτικό νομικισμό, μια εμμονική τάση για όλο και περισσότερες νομοθετικές ρυθμίσεις, μέσω των οποίων οι διάφορες κοινωνικές ομάδες παντοειδούς τύπου (φυλετικές, σεξουαλικές, ΜΚΟ κτλ.) προσπαθούν να προσεταιριστούν λίγη από την συνεχώς διογκούμενη κρατική εξουσία. Κι αν είναι παρακινδυνευμένο να προδικάσουμε με βεβαιότητα το αποτέλεσμα της διαδικασίας αποσύνθεσης της δυτικής κοινωνίας, οφείλουμε τουλάχιστον να έχουμε υπ’ όψιν, αν θέλουμε να την κατανοήσουμε έστω και κατ’ ελάχιστο, ότι αυτή η μάχη είναι ένας εμφύλιος πόλεμος στα σπλάχνα του μετα-αστικού πολιτισμού, στον οποίο τα όποια αλλοεθνή ή αλλόφυλλα θύματα παίζουν ένα ρόλο καθαρά υποβοηθητικό και συμβολικό, δηλαδή διακοσμητικό, είτε ως είδωλα είτε ως φετίχ, αλλά σε καμία περίπτωση ως ενεργούντα υποκείμενα ικανά να αλλάξουν τη μοίρα τους.


[1]René Guénon, Il Demiurgo e altri saggi, Adelphi 2007, σελ. 212.

[2]René Alleau, La Science des Symboles, Payot 1976, σσ. 236,237.

[3]ό.π.

Πηγή: respublica

Ζακ Ελλύλ: Πληροφόρηση, Προπαγάνδα και Κοινή γνώμη

Τα πολιτικά γεγονότα χτες και σήμερα.

(…) Στον πολιτικό κόσμο υπάρχουν γεγονότα. Αλλά όσο απίθανο κι αν ακούγεται, τα πολιτικά γεγονότα σήμερα δεν μοιάζουν πια με τα παλιότερα. Πριν από τον 19ο αιώνα μπορούσαμε να διακρίνουμε δυο κατηγορίες πολιτικών γεγονότων. 

Από τη μια μεριά, τα τοπικά γεγονότα, γεγονότα άμεσου ενδιαφέροντος, που μπορούσε να τα διαπιστώσει κανείς αδιαμεσολάβητα: ένας τοπικός λιμός, μια κρίση διαδοχής στην οικογένεια του φεουδάρχη, η χρεοκοπία ενός προεστού της πόλης. Όλοι όσοι ανήκαν στην ενδιαφερόμενη ομάδα, μπορούσαν να τα διαπιστώσουν αυτοπροσώπως και ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διαφυλαχτεί το μυστικό, διότι οι επιπτώσεις του γεγονότος είχαν απήχηση σ’ ένα περιορισμένο κόσμο. (…)

Από την άλλη, υπήρχαν πολιτικά γεγονότα γενικού ενδιαφέροντος, που δεν ήταν γνωστά στο σύνολο των πληθυσμών. Άλλωστε και ο πολύς κόσμος ελάχιστα νοιαζόταν γι’ αυτά τα γενικής υφής γεγονότα, τα οποία απασχολούσαν μόνο τις πολιτικές ελίτ. Οι υπήκοοι μάθαιναν γι’ αυτά μόνον από τους πλανόδιους θιάσους, τους εμπόρους και τους τροβαδούρους∙ και δεν αισθάνονταν να τους αφορούν άμεσα και αληθινά∙ τα ένιωθαν περισσότερο σαν ψυχαγωγία, δεν ήταν το περιβάλλον όπου ζούσαν οι ίδιοι. (…)

Η κατάσταση αυτή έχει αλλάξει ριζικά. Σήμερα, μέσα από την παγκόσμια αλληλεπίδραση που έχει εδραιωθεί από πολλές οδούς, κάθε οικονομικό ή πολιτικό γεγονός που συμβαίνει στην υφήλιο ακουμπάει κάθε άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται. (…)

Ταυτόχρονα, επειδή οι κυβερνήσεις βασίζονται στο λαό, ο λαός καλείται να δίνει τη γνώμη του για τα πάντα∙ άρα πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει όλα αυτά τα γεγονότα. Τίθεται λοιπόν, σήμερα, το θέμα της γνώσης του γεγονότος. Αλλά αυτή η γνώση δεν μπορεί πια να είναι άμεση, αδιαμεσολάβητη∙ είναι γνώση διατυπωμένη με λέξεις μέσα από πολλούς ενδιάμεσους. Είναι γνώση μεταπλασμένη σε κοινή γνώμη.


Τι είναι η «κοινή γνώμη»

Πράγματι, η γνώση δεν σχηματίζει «κοινή γνώμη» όσο παραμένει προσωπική, βέβαιη και άμεση, έστω κι αν είναι απόρροια λογικής σκέψης. Για να το καταλάβουμε αυτό, αρκεί ν’ ακούσουμε τους βετεράνους του πολέμου, αν είναι απλοί στρατιώτες: διηγούνται ατελεύτητα λεπτομέρειες που έζησαν αλλά δεν έχουν καμιά εμπειρία του συνολικού πολέμου. Αδυνατούν να περιγράψουν τις φάσεις και τις αλληλουχίες του. Οι στρατιώτες, δηλαδή, που γνωρίζουν ο καθένας μια λεπτομέρεια του πολέμου, ποτέ δεν θα σχηματίσουν μια κοινή γνώμη πατώντας μόνο στην εμπειρία τους. Η γνώση πρέπει να αποκτήσει έναν ορισμένο αφηρημένο και γενικό χαρακτήρα ώστε να μετασχηματιστεί σε αποκρυσταλλωμένη θέση και, από εκεί, σε κοινή γνώμη. (…)

Με άλλα λόγια, κοινή γνώμη σχηματίζεται όταν οι Γάλλοι, οι Άγγλοι, κ.ο.κ. διαβάσουν στις εφημερίδες τους, διατυπωμένο με λέξεις, το γεγονός που συνέβη. (…)


Κατασκευασμένα «πολιτικά γεγονότα»

Σήμερα λοιπόν, ένα γεγονός είναι πολιτικό μόνο κάτω από δυο προϋποθέσεις:

1) Πρώτον, όταν η κυβέρνηση ή μια ισχυρή ομάδα έχει αποφασίσει να το πάρει υπ’ όψη της∙ και δεύτερον, όταν η κοινή γνώμη θεωρεί πως αυτό το γεγονός είναι πράγματι γεγονός και μάλιστα πολιτικό γεγονός. Αυτό λοιπόν που ονομάζεται τώρα πολιτικό γεγονός δεν είναι διόλου το γεγονός καθεαυτό∙ είναι το γεγονός μεταπλασμένο σε κοινή γνώμη, επειδή η κυβέρνηση πρέπει να κυβερνά σε συνάρτηση με αυτή την κοινή γνώμη. (…)

Αυτό εξοβελίζει στην ανυπαρξία ορισμένα γεγονότα, τα οποία αν και είναι από τη φύση τους πολιτικά, δεν θα γίνουν ποτέ πολιτικά γεγονότα επειδή δεν υπάρχει διαμόρφωση κοινής γνώμης γύρω από αυτά. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη ναζιστική Γερμανία: επρόκειτο για ένα σημαντικό γεγονός, που εδραζόταν σε ορατά υλικά δεδομένα, που το βίωναν μυριάδες άνθρωποι και όμως, ακόμα και το 1939 ήταν ένα γεγονός «ανύπαρκτο». (…)

Τέτοια εξάλειψη γεγονότων δεν συμβαίνει μόνο στις αυταρχικές και τις ολοκληρωτικές χώρες, αλλά και στις δημοκρατίες. Έχουμε κι εδώ γεγονότα που δεν υπάρχουν, επειδή η κοινή γνώμη δεν έχει προετοιμαστεί γι’ αυτά. Για παράδειγμα, η κοινή γνώμη αγνοούσε την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία και τη Γαλλία κατά το 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα. Παιδική εργασία, τρώγλες, μισθοί της συμφοράς, αρρώστιες, απάνθρωπες συνθήκες δουλειάς, όλα αυτά “δεν υπήρχαν” και χρειάστηκε η επίμονη, και μερικές φορές βίαιη, δράση της εργατικής τάξης για να επιβάλει στην κοινή γνώμη την ύπαρξη ενός τόσο συντριπτικού γεγονότος. (…)

Αλλά αν το γεγονός υπάρχει μόνο μέσω της κοινής γνώμης, αρκεί άραγε μια καλή πληροφόρηση για να λυθεί το πρόβλημα; Αν μια τίμια πληροφόρηση μεθερμήνευε όλα τα γεγονότα και τα παρέδιδε στο κοινό, αυτό θα κατέληγε άραγε στο να κάνει πολιτικά αυτά τα γεγονότα και να δημιουργήσει μια κοινή γνώμη που θα συνέπιπτε αντικειμενικά με την πραγματικότητα; Αυτό δεν είναι παρά ένα όμορφο όνειρο, όνειρο που κάνουν όσοι πιστεύουν στη συμφιλίωση των μμε με τη δημοκρατία. Υπάρχουν όμως δυο εμπόδια σε αυτή τη συμφιλίωση.

Πρώτα-πρώτα, μια πληροφορία δεν αρκεί για να δώσει στο γεγονός, στο οποίο αναφέρεται, το χαρακτήρα πολιτικού γεγονότος. Όταν η πληροφορία παρέλθει, το γεγονός λησμονείται. Δεν έχει ακόμα εισέλθει στο πεδίο των ζητημάτων που απασχολούν την κοινή γνώμη. Η μια πληροφορία εκτοπίζει την άλλη, ακόμα κι αν έχει διάρκεια 5 ή 6 μέρες. Το κοινό μένει ανέγγιχτο από μια απλή έκθεση συμβάντων, την οποία δεν πολυκαταλαβαίνει και στην οποία δεν εστιάζει την προσοχή του. (…)

2) Το δεύτερο εμπόδιο είναι, ότι μια πληροφορία δεν παράγει ποτέ μια κοινή γνώμη. Μυριάδες πληροφορημένοι άνθρωποι δεν συγκροτούν μια κοινή γνώμη. Η πληροφορία αυτή καθαυτή δεν έχει ούτε τη διάρκεια, ούτε την ένταση που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθεί μια κοινή γνώμη αφού έχει κεντριστεί το ενδιαφέρον των ανθρώπων. Επειδή υπάρχει τεράστια ποικιλία πληροφοριών, μία και μόνο πληροφορία δεν αρκεί για να πολώσει την προσοχή των διαφορετικών ανθρώπων. Για να συγκροτηθεί η κοινή γνώμη και να οργανωθεί ως τέτοια, πρέπει τα σύμβολα να υποβληθούν σε επεξεργασία. Δεν αρκεί λοιπόν η πληροφορία για να γεννήσει ένα γεγονός στην πολιτική ζωή, για να του δώσει το χαρακτήρα πολιτικού γεγονότος.

Προπαγάνδα

Αυτό, το πετυχαίνει μόνο η προπαγάνδα. Μόνο η προπαγάνδα υποχρεώνει την αεάνως κινούμενη προσοχή της μάζας να σταθεί και να καθηλωθεί στο τάδε συμβάν. Μόνο η προπαγάνδα διδάσκει στη μάζα τις προβλέψιμες συνέπειες του δείνα μέτρου. Μόνο η προπαγάνδα στερεοποιεί την κοινή γνώμη και την προσανατολίζει σε σχέση με τον τάδε παράγοντα, που γίνεται πάραυτα πολιτικό γεγονός ή πολιτικό πρόβλημα. Μόνο η προπαγάνδα μετασχηματίζει, σήμερα, την ατομική εμπειρία σε κοινή γνώμη. Αυτή ενεργεί στο νοητικό σύμπαν και ανυψώνει στην τάξη του προβλήματος ένα σύνολο γεγονότων με τη δημιουργία μιας κοινής γνώμης για το ζήτημα. Δεν υπάρχει, λοιπόν, κοινή γνώμη καθεαυτή. (…)

Έτσι, ο πολιτικός δεν ενεργεί μόνο μέσα στο σύμπαν των εικόνων της κοινής γνώμης, αλλά μπορεί και να δημιουργεί αυτές τις εικόνες και να τις τροποποιεί με τα μέσα πληροφόρησης και προπαγάνδας που έχει στη διάθεσή του. Αντίστροφα, η κοινή γνώμη που διαμορφώνεται μέσα σε αυτό το σύμπαν, καθορίζει τον πολιτικό, ο οποίος μπορεί να κυβερνά μόνο με βάση αυτήν.

Ωστόσο μέσα σε αυτό το εικονικό σύμπαν οι αμοιβαίοι καθορισμοί δεν είναι ούτε αυτόματοι, ούτε αυστηροί. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση δεν “κατασκευάζει” την κοινή γνώμη, η οποία βασίζεται σε στερεότυπα και προκαταλήψεις που δύσκολα ξεριζώνονται. Κι από την άλλη, η κοινή γνώμη δεν υποχρεώνει την κυβέρνηση, διότι δεν διαθέτει (η κοινή γνώμη) ιδιαίτερα μέσα έκφρασης. Στην πραγματικότητα, είμαστε πολύ περισσότερο ενώπιον μιας διπλής παράλυσης παρά μιας αμφίδρομης αποτελεσματικότητας. (…)

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε, ότι σε αυτό το παιχνίδι υπάρχει κι ένας τρίτος εταίρος: ο κάτοχος των μέσων δράσης, ο οποίος, σ’ αυτό το σύμπαν των εικόνων, είναι ο προπαγανδιστής. Και ξέρουμε πολύ καλά, ότι αυτός είναι ένας τεχνικός, ο οποίος πολύ λίγο νοιάζεται για τον πολίτη και αντιπροσωπεύει πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα, με βάση τα οποία θα διαμορφώσει την κοινή γνώμη. […]»

Ζακ Ελλύλ, LIllusion politique [Η πολιτική αυταπάτη], 1965

«Μια από τις πιο διαδεδομένες σύγχρονες κοινοτοπίες, η οποία θεωρείται μάλιστα αυτονόητη και απολύτως ασφαλής, είναι ότι άλλο πράγμα είναι η πληροφόρηση και τελείως άλλο πράγμα η προπαγάνδα. Κάθε καθωσπρέπει άνθρωπος γνωρίζει ότι στην εποχή μας η πληροφόρηση είναι εντελώς απαραίτητη. Πρόκειται, όπως λένε, για μια απολύτως θετική κατάκτηση και ένα από τα πλεονεκτήματά μας σε σχέση με τους ανθρώπους παλιότερων εποχών, είναι ότι μαθαίνουμε τι συμβαίνει στην Κίνα και πληροφορούμαστε ποιες είναι οι αποφάσεις της κυβέρνησης της χώρας μας. […]
Έχουμε λοιπόν από τη μια μεριά την πληροφόρηση, που υποτίθεται πως είναι από τη φύση της έντιμη, αληθινή και ξεκάθαρη μετάδοση δεδομένων, και από την άλλη την προπαγάνδα, η οποία διαστρεβλώνει τα δεδομένα, ψεύδεται και πηγάζει από το πάθος για εξουσία, τον μακιαβελισμό και τη συνειδητή εξαπάτηση. Αυτή η καθησυχαστική διχοτόμηση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας επιτρέπει σ’ εμάς, τους καλώς πληροφορημένους ανθρώπους, να κοιμόμαστε ήσυχοι και φυσικά να μην υποκύπτουμε στην προπαγάνδα.
Η σχέση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας. 
Όμως αν δούμε τα πράγματα πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσουμε αμέσως ότι δεν είναι τόσο απλά. Πρώτα-πρώτα είναι αδύνατον να υπάρξει ένας ξεκάθαρος ορισμός της προπαγάνδας. Ο καθένας την παρουσιάζει όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος και έχουμε ένα ευρύ φάσμα, από εκείνους που βλέπουν προπαγάνδα παντού, από την κυριακάτικη λειτουργία μέχρι το δημοτικό σχολείο, έως εκείνους οι οποίοι θεωρούν πως δεν μπορούμε να ορίσουμε κάτι ιδιαίτερο ως προπαγάνδα και επομένως ότι προπαγάνδα δεν υφίσταται. […]
Το μοναδικό σημείο που θεωρώ σοβαρό σε όλα αυτά, είναι το εξής: οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν τη γνώμη ότι όλα θα είναι μια χαρά άπαξ και λυθούν τα προβλήματα στην οργάνωση της πληροφόρησης. Πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη αυταπάτη, διότι τίποτα δεν πρόκειται να λυθεί αφού το θεμελιώδες πρόβλημα με την πληροφόρηση βρίσκεται αλλού, δηλαδή στη στενότατη σχέση μεταξύ πληροφόρησης και προπαγάνδας και στο γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να χωριστούν η μια από την άλλη.
Αλλά και πέρα από αυτό, πρέπει να δούμε και τα νέα δεδομένα σε ό,τι αφορά την προπαγάνδα. Για παράδειγμα, τώρα πια οι προπαγανδιστές έχουν συνειδητοποιήσει ότι το ψέμμα δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς τους κι έχουν αποφασίσει ότι τους συμφέρει περισσότερο να πουλάνε αλήθειες και να στηρίζουν την προπαγάνδα τους σε γεγονότα. […] Με άλλα λόγια, η σύγχρονη προπαγάνδα είναι πολύ πιο πανούργα απ’ όσο έχουμε συνηθίσει να νομίζουμε.

Η πληροφόρηση, προαπαιτούμενο της προπαγάνδας

Πρέπει να υπογραμμίσουμε, χωρίς να επιμείνουμε ιδιαίτερα σε αυτό, ότι τα μέσα της προπαγάνδας είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά της πληροφόρησης: όχι μόνον υλικά μέσα (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδες, ταινίες, ομιλίες, κ.λπ.) αλλά και ψυχολογικά μέσα, δεδομένου ότι και η πληροφόρηση πρέπει να ‘διαδοθεί’, να γίνει γνωστή, δηλαδή να τραβήξει την προσοχή του κοινού. Ο ακροατής πρέπει να πειστεί, ότι η τάδε πληροφορία είναι έντιμη και αξιόπιστη. Πώς θα πειστεί; Με κάθε διαθέσιμο μέσο προσεταιρισμού. Διότι όταν η πληροφόρηση, θέλοντας να μείνει ‘αντικειμενική’, περιορίζεται στην απλή έκθεση των γυμνών γεγονότων, δεν υπάρχει περίπτωση να βρει ακροατήριο. Όταν θέλουμε να μεταδώσουμε μια πληροφορία, πρέπει να παίρνουμε υπόψη μας σε ποιον άνθρωπο τη μεταδίδουμε. Ποιο είναι το ακροατήριό μας. Ποιος είναι λοιπόν ο σημερινός ακροατής; Ποιος είναι ο σημερινός άνθρωπος, τον οποίο θέλουμε να πληροφορήσουμε; Είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας άνθρωπος που έχει ελάχιστο ελεύθερο χρόνο. Μέσα σε αυτόν, πρέπει να του μεταδώσουμε τις πληροφορίες μας. Ε λοιπόν, για να δώσουμε ένα απτό παράδειγμα, προκειμένου να διαβάσει κανείς μια εφημερίδα όπως ο Le Monde, χρειάζεται δυο ώρες την ημέρα και πάλι κάμποσα θα του έχουν ξεφύγει. Ποιος άνθρωπος σήμερα θα διαθέσει δυο ώρες από τον ελεύθερο χρόνο του για να πληροφορηθεί; Επομένως, η πληροφόρηση πρέπει να συμπυκνωθεί. Να δοθεί σαν ‘χαπάκι’. Αλλά τότε, είναι στ’ αλήθεια πληροφόρηση;

Επιπλέον, αυτή η πληροφόρηση-χαπάκι πρέπει να παρουσιαστεί με μια ευχάριστη και ελκυστική μορφή, που θα δίνει στον κουρασμένο σημερινό ακροατή την αίσθηση ότι με δυο λόγια έχει πάρει το ‘ζουμί’ της πληροφορίας. Αλλά για να γίνει αυτό, η πληροφόρηση πρέπει να παρουσιαστεί με ‘εύπεπτο’ τρόπο, που δεν θα ‘κουράζει’ τον ήδη κουρασμένο ακροατή. Όμως μπορεί να υπάρξει  ‘εύπεπτη’ σοβαρή πληροφόρηση; Για να υπάρξει σοβαρή πληροφόρηση, θα πρέπει ο ακροατής να έχει ήδη αρκετές γνώσεις ιστορίας, πολιτικής και γεωγραφίας, αν χρειάζεται, ώστε να καταλαβαίνει τι είναι αυτό που του λένε. Ακόμα περισσότερο, θα πρέπει να έχει τη διάθεση αλλά και την ικανότητα να σκέφτεται, να συνθέτει, να διακρίνει και να θυμάται −και όλα αυτά δεν είναι φυσικά χαρίσματα αλλά καρποί παιδείας και εκπαίδευσης. Τι σχέση έχει λοιπόν αυτό με τον σημερινό ακροατή; […]

Επομένως, πού ακριβώς βρίσκεται το υποτιθέμενο όριο ανάμεσα στην προπαγάνδα, δηλαδή τη μαζική διακήρυξη απλουστευμένων γεγονότων με στόχο τον προσεταιρισμό του κοινού, και σε μια πληροφόρηση η οποία σερβίρεται σε μορφή-χαπάκι και σε ένα κοινό που δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να την ελέγξει; […]

Ακούμε συχνά, ότι ο καλύτερος τρόπος για να πολεμήσει κανείς την προπαγάνδα, είναι η μετάδοση σωστής πληροφόρησης. Αυτό σε κάποιο βαθμό ισχύει. Λέω όμως ‘σε κάποιο βαθμό’, διότι στην πραγματικότητα η πληροφόρηση αποτελεί προαπαιτούμενο της προπαγάνδας.

Πράγματι, για να υπάρξει προπαγάνδα, πρέπει να υπάρχει κάποια αναφορά στα τρέχοντα πολιτικά και οικονομικά δεδομένα. Η πραγματική δύναμη της προπαγάνδας δεν βρίσκεται τόσο στη δογματική επιχειρηματολογία της όσο στην ερμηνεία των τρέχοντων γεγονότων, την οποία παρουσιάζει. Η προπαγάνδα μπορεί να δουλέψει μόνο όταν τρέχοντα πολιτικά ή οικονομικά γεγονόταν έχουν ήδη ξυπνήσει, αναστατώσει ή προσανατολίσει την κοινή γνώμη. Πιάνεται από μια υπάρχουσα ψυχολογική πραγματικότητα, όχι μόνιμη αλλά ενός είδους ψυχολογική ταραχή που προκαλείται από ένα συμβάν.  Όμως αυτού του είδους οι ψυχολογικές αναστατώσεις δεν διαρκούν πολύ. Πρέπει λοιπόν να συντηρούνται, να κρατιώνται ζωντανές και να παρατείνονται προκειμένου να παράξουν μια ‘κοινή γνώμη’. Αλλά η κοινή γνώμη είναι ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο στήνεται η προπαγάνδα. Αν δεν υπάρξει κοινή γνώμη, δεν μπορεί να υπάρξει προπαγάνδα. […]

Την κοινή γνώμη λοιπόν την παράγουν τα ΜΜΕ, τα οποία διαδίδουν πληροφορίες και απασχολούν ασταμάτητα τις μάζες με διάφορα πολιτικά, οικονομικά και άλλα συμβάντα, αναπλάθοντας διαρκώς τη βάση πάνω την οποία υφαίνει την επιχειρηματολογία της και ανθίζει η προπαγάνδα. […] Διότι πρέπει να το επαναλάβουμε: η προπαγάνδα δεν στηρίζει τους ισχυρισμούς της πάνω σε καθαρά ψέματα αλλά πάνω σε κάθε λογής επιμέρους δεδομένα. […]

Επομένως, η πληροφόρηση όχι μόνο προσφέρει στην προπαγάνδα τη βάση, χωρίς την οποία δεν θα μπορεί να υπάρξει, αλλά, πιο σημαντικό ακόμα, της παρέχει αυτό ακριβώς που [η προπαγάνδα] χρειάζεται για να λειτουργήσει διογκώνοντας τα προβλήματα και παρουσιάζοντας τις ‘λύσεις’ που τη συμφέρουν. […]

Αυτή η διόγκωση των προβλημάτων, απαραίτητο καύσιμο της προπαγάνδας, σχετίζεται άμεσα με τη διεύρυνση πλαισίου που πραγματοποιεί η πληροφόρηση. Στην πραγματικότητα, η καθαρή πληροφόρηση δεν μεταδίδει τίποτε άλλο από συγκεκριμένα γεγονότα. Το συγκεκριμένο γεγονός, όσο σημαντικό κι αν είναι, έχει καθεαυτό περιορισμένη έκταση τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο: συνέβη εκεί και τότε. Είναι, δηλαδή, ένα μοναδικό συμβάν. Η πληροφορία δεν έχει παγκόσμιο εύρος. Όμως εκείνος ο οποίος πληροφορεί, αυτός που μεταδίδει την πληροφορία, επιχειρεί πάντοτε να συνδέσει το συγκεκριμένο συμβάν με άλλα παρόμοια, να αναδείξει τι προηγήθηκε και τι το ακολούθησε, ίσως ακόμα και να προσφέρει μια ερμηνεία ή μια εξήγηση του γεγονότος αυτού. Έτσι η πληροφορία που μεταδίδει παύει ευθύς αμέσως να είναι ‘σκέτη’ πληροφόρηση. Σε αυτό, πρέπει να προσθέσουμε και το γεγονός ότι ο σημερινός άνθρωπος δέχεται κυριολεκτικά ένα καθημερινό κατακλυσμό από πληροφορίες. Πληροφορίες ασύνδετες μεταξύ τους, που αφορούν ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα κι ένα ευρύτατο φάσμα προβλημάτων. […]

Έτσι, μέσα από τον κατακλυσμό πληροφόρησης, ο άνθρωπος αφ’ ενός μεν ‘ενημερώνεται’ ότι η πραγματικότητα της κατάστασής του εξαρτάται άμεσα από την πραγματικότητα ολόκληρης της κοινωνίας, ενός συνόλου κοινωνιών ή και του πλανήτη ολόκληρου, δηλαδή ότι η ζωή του αποτελεί κομμάτι ενός ολοένα και πιο διευρυμένου πλαίσιου ζωής και μιας ολότητας θεμάτων και προβλημάτων. Και αφ’ ετέρου, την ίδια στιγμή, βρίσκεται παγιδευμένος σε ένα ατέλειωτο καλειδοσκόπιο, καμωμένο από χιλιάδες εικόνες, που η μια διαδέχεται την άλλη χωρίς να υπάρχει καμιά σύνδεση μεταξύ τους, πράγμα που επιτείνει μέσα του την αίσθηση ότι η ζωή του αποτελεί κομμάτι μιας τεράστιας ολότητας, η οποία δεν έχει καμιά λογική, κανέναν ειρμό, κανένα ρυθμό, κανένα νόημα και αλλάζει με τρομαχτική ταχύτητα χωρίς ο ίδιος να μπορεί να καταλάβει τίποτα και χωρίς καμιά δυνατότητα να δράσει πάνω της με τις δεξιότητες που έχει αποκτήσει μέσα στο μικρό πλαίσιο της προσωπικής του ζωής. […]

Γίνεται φανερό λοιπόν, ότι η πληροφόρηση δεν αποτελεί μόνο προαπαιτούμενο της προπαγάνδας αλλά και οδηγεί στην προπαγάνδα, αφού η προπαγάνδα είναι εκείνη που θα παράσχει σε αυτό τον άνθρωπο τη μυθική εξασφάλιση, που έχει ανάγκη. Διότι ο άνθρωπος που έχει πνιγεί από τον κατακλυσμό της πληροφόρησης, έχει ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη για ένα σύστημα που θα ταξινομεί και θα του εξηγεί όλες αυτές τις πληροφορίες −και μάλιστα ένα σύστημα το οποίο, όσο πιο σύνθετο είναι το πλαίσιο που του παρουσιάζεται από τον κατακλυσμό των πληροροφιών, τόσο πιο απλές και χοντροειδείς εξηγήσεις θα του παρέχει. Κι αυτή ακριβώς είναι η δουλειά της προπαγάνδας».

Ζακ Ελλύλ, Πληροφόρηση και Προπαγάνδα (1957)

Πηγή: dangerfew

 

Poubelles Blanches: Η ασημαντότητα της ουσίας

Μπορεί η όλη υπόθεση να στοχεύει στην επίτευξη κάποιας λήθης, μιας κατάστασης όπου το σύμπαν αποκλείεται από το πεδίο αντίληψης σου. Όμως συχνά είναι τόσο δύσκολο να ξεχάσεις. Θέλουμε να αισθανόμαστε και ίσως να υπάρχει κάποια βάση στην προσπάθεια αυτή, ξεχωριστοί, ιδιαίτεροι, ότι κρατάμε κάποια ιερή αλήθεια στα χέρια μας, κάποιο μυστικό που οι άλλοι αδυνατούν να αντιληφθούν. Σε κάθε περίπτωση όσο «κουλ» κι αν θες να είσαι με κάποιο τρόπο η ζωή σου είναι μέρος του lifestyle. Η σύγχρονη μεταβολή της ακολουθούσας τις οδηγίες του οικονομικού-εμπορικού συστήματος κοινωνίας θέλει να αφομοιώσει και να απεκδύσει από κάθε τάση άρνησης και αγριότητας και να κανονικοποιήσει το περιθώριο. Γιατί αυτή η κάπως τρομακτική συγκυρία της παρακμής είναι η δική σου και θα έχεις trap αντί για punk θα έχεις φεμινισμό που λανσάρεται από τη Beyoncé και τη Miley Cyrus έχεις αλφάδια σε t-shirts αντί για κάτι άλλο.  Έχει σημασία; Μήπως τα φαινόμενα είναι πια τόσο αληθινά που έγιναν ουσία; Χρειάζεται να ανησυχείς για το πώς φαίνεσαι για το αν συμβαδίζεις με τις επιταγές της αναρχικής υποκουλτούρας ή την πλαστική pop culture; Στο κάτω κάτω η προσπάθειά σου να παρουσιάζεσαι ως κάτι αυθεντικό είναι κι αυτό lifestyle. Η μόνη διαφορά είναι ότι μερικές μάσκες είναι πιο φτηνές από άλλες.

Η διαδικασία κατά την οποία η πρακτική της αναρχικής υποκουλτούρας που μεταφράζεται ως αισθητική αποπειράται να εκμηδενίσει κάθε συναναστροφή με την κυρίαρχη κουλτούρα φαντάζει σαν μια τάση παρουσίασης-προώθησης  του μοναδικού τρόπου να είσαι αναρχικός , ό, τι απομακρύνεται από αυτόν πρέπει ή να απομονωθεί ή να «σωθεί». Η κατάληξη είναι μια πρόχειρη ανούσια και αντιπαραγωγική κριτική στο διαφορετικό που εμπνέεται από το πλαστικό και μεταλλάσει την ψυχρή μηχανική παρουσία του στην πραγματικότητα.

Μία υποκουλτούρα δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως τέτοια χωρίς να ληφθεί υπόψη ο τρόπος ένδυσης και οι συμπεριφορές εκείνων που την ακλουθούν κι συνάμα την αποτελούν. Από τις κουλτουριάρες μπίτνικ της δεκαετίας του πένητα, τους πάνκιδες των καταγωγίων του Λονδίνου επί Thatcher, τα club kids των νεουορκεζικων 90s μέχρι τα βρωμιάρικα μέλη της generation Y του Α/Α χώρου (Αξυριστ@ και Απλυτ@). Εκ πρώτης όψεως η κοινή αυτή στολή των θαμώνων των δυτικών τσιμέντων φαντάζει απελευθερωτική, λύθηκε επιτέλους το νέο αίμα από τις χειροπέδες του καπιταλισμού, κατρακύλησε στις σκάλες των υπογείων και άρχισε να παρτάρει ασύστολα φορώντας –όχι Chanel- αλλά Karrimor, βάφοντας τα μαλλιά του μπλε αντί για πλατινέ. Μη με παρεξηγείς, τα παπούτσια που φοράω τη στιγμή που το γράφω είναι Karrimor. Άλλωστε, γέννημα θρέμμα του παγκόσμιου μεταμοντέρνου είμαι κι εγώ, κρίμα είναι να ξεχνάω την καταπίεση που μου παρέχεται στο όνομα της «απελέυθέρωσης» του σαββατόβραδου – τα πάρτι το Σάββατο γίνονται έτσι λέει το εγχειρίδιο του ευτυχισμένου νέου-. Όντας υποκείμενα πλασμένα μέσα στα ανιαρά –αλλά ταυτόχρονα ύπουλα-  καλούπια του καπιταλισμού και της πατριαρχίας, ακόμα κι εμείς που προσπαθούμε να απαρνηθούμε και να καταστρέψουμε κάθε στερεότυπο, αν δεν το διαιωνίζουμε άθελα μας, δημιουργούμε άλλα νέα. Η «υποκοινωνία» μας, ο μικρόκοσμος αυτός, οργανώνεται, λειτουργεί και αναπτύσσεται στον 21ο αιώνα· έχει ανάγκη για ακριβώς αυτό το λόγο την κατηγοριοποίηση των ανθρώπων στο όνομα κάποιας αρχής. Η αρχή αυτή πολύ εύκολα μπορεί να καταλήξει να είναι το lifestyle «των μαυροφορεμένων εξεγερμένων της Αθήνας, του Αμβούργου, του Παρισιού και του Σαντιάγο», αυτών που δρουν στο όνομα της Αρχής της «άρνησης υπακοής σε οποιαδήποτε αρχή». Τα άτομα που απαρτίζουμε τις μισοσβησμένες αυτές φλόγες αντίδρασης και αυθορμητισμού κατασκευάζουμε με της σειρά μας τις δικές μας προϋποθέσεις,  στερεοτυπικές αντιμετωπίσεις και συμπεριφορές και αισθητικά μοντέλα. Η υποκρυπτόμενη αρέσκεια της αρρενωπότητας και του γυμνασμένου σώματος στις συγκρούσεις, η προβολή ενός μόνο προτύπου απελευθερωμένου γυναικείου σώματος –του αξύριστου και άβαφου-, η σχεδόν καθημερινή έξοδος σε κάποιο σκαλί του αστικού τοπίου με μια μπύρα στο χέρι, η καταπίεση για την επιθυμία μιας πολυγαμικής ερωτικής ζωής σίγουρα δεν αποτελούν για μας πρωτάκουστα στοιχεία. Η αναρχική αντίληψη θα πρέπει να αποδέχεται, να σέβεται και να προστατεύει και μία «Barbie black bloc edition» εξίσου με την προαναφερθείσα αξύριστη και άβαφη, εκείνους που δεν είναι 1,80 με μπράτσα και μούσια, εκείνες που για μια νύχτα θέλουν να πάνε στο θέατρο χωρίς να τους ασκηθεί κριτική για την «υποκρισία» τους, εκείνα τα άτομα που πίνουν χυμό βύσσινο αντί για ρετσίνα και που αντί για πανκ ακούνε και λίγο τζαζ που και που.

Μιλάμε για την ολική απελευθέρωση ανθρώπινων ζώων και μη, για πολύμορφο αγώνα, για προσωπική ενδοσκόπηση, για πλήρη απαλλαγή από κόμπλεξ και στερεότυπα, ξεχνώντας πως στην προσπάθεια αυτή πολλές φορές αντί να οδηγηθούμε σε θετική αυταρέσκεια καταλήγουμε να περιθωριοποιούμε τις ήδη περιθωριοποιημένες προσωπικότητες με τις δικές μας αφηγήσεις και πρακτικές. Εύκολα είσαι «ακομπλεξάριστος αναρχικός φεμινιστής απαλλαγμένος από κάθε πατριαρχικό κατάλοιπο», μιλάς με απέχθεια για οποιαδήποτε μορφή μέικαπ και ξεχνάς τις τρανς συντρόφισσές σου. Οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί μορφή εξέγερσης αν το ορίσεις εσύ ως τέτοιο.

Η τόσο εκτενής αναφορά στην εμφάνιση και την γενικότερη καθημερινότητά μας μπορεί να φαντάζει σε κάποια άτομα άσκοπη και υπερβολική, μπορεί να μην αναγνωρίζουν καν τις προβληματικές που ανακύπτουν. Η μη αναγνώριση της διαφορετικότητας όμως δεν επηρεάζει απλώς την ψυχοσύνθεση των συντροφισσών. Έχει συνέπειες και σε πρακτικό επίπεδο. Δεν μπορεί να περιμένει κανείς να σχηματιστούν γεροί πυρήνες δράσης όπου όλες και όλοι θα έχουν αναπτύξει απόλυτη –σχεδόν- εμπιστοσύνη, όταν τόσο ασήμαντα, σε σχέση με τους επικείμενους στόχους των πυρήνων αυτών, ζητήματα εντείνουν την διάκριση που ούτως ή άλλως υπάρχει ανάμεσά μας λόγω της κυρίαρχης αντίληψης. Εν ολίγοις, η έλλειψη εκφραστικής ευχέρειας που οδηγεί σε «βιαστική» εμπιστοσύνη πρόκειται να δημιουργήσει στρατηγικά προβλήματα· σύνθεσης και οργάνωσης. Σχηματίζεται κατά λάθος ή -και όχι- ένας ελιτισμός , camaraderie d’ elite.

Δεν προσπαθούμε να διορθώσουμε την «άδικη» αντιμετώπιση συγκεκριμένων αισθητικών τάσεων απλώς να αντεπιτεθούμε σε μια αναρχοσυντηριτική νοοτροπία. Δεν είναι όλα μαύρα άσπρα και γκρι. Φλόγες, συγκρούσεις, κάθε τι γκροτέσκο, σηπτικό και νεκρώσιμο δεν είναι ανάγκη να είναι η εικόνα του κόσμου σου για να έχεις αναρχική συνείδηση.

Μας συγχωρείτε για την αναπαραγωγή στερεοτύπων, κι εμείς αναρχικές αυτοαποκαλούμαστε.

Poubelles Blanches

Πηγή: mavrh-panwlh.espivblogs.net

Πυρήνας Δράσης/Μητρόπολις Εάλω-FAI/IRF: Ανάληψη ευθύνης για εμπρησμό αυτοκινήτου δημοσιοκάφρου του ΣΚΑΪ

“Στο μέτρο που η κοινωνία ονειρέυεται την αναγκαιότητα, γίνεται αναγκαίο το όνειρο.Το θέαμα είναι ο εφιάλτης της αλυσοδεμένης σύγχρονης κοινωνίας, που σε τελευταία ανάλυση εκφράζει μόνο την  επιθυμία της να κοιμηθεί.Το θέαμα είναι ο φύλακας του ύπνου αυτού.”
Γκυ Ντεμπόρ

Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για την τοποθέτηση εμπρηστικού μηχανισμού στο αυτοκινήτο του γ.παπαχρήστου κάτω απο το σπίτι του στον άγιο δημήτριο, στις 18/4 τα ξημερώματα.

Ο γ. παπαχρήστος αποτελεί ένα ανθρώπινο σκουπίδι των δημοσιογραφικών κύκλων. Η πορεία του παρόμοια με των ομοίων του. Ενας πολιτικός γυρολόγος που την εκάστοτε χρονική περίοδο καλείται να εξυπηρετήσει τα ανάλογα εξουσιαστικά συμφέροντα ειτέ αυτά είναι πολιτικά είτε οικονομικά, όπως αποδεικνύει η διαδρομή του απο τον “πράσινο” δολ στον νεοφιλελεύθερο σκάι.

Ποιός είναι όμως ο ρόλος του θεσμού του δημοσιογράφου?

Για μας ο δημοσιογράφος αποτελεί ένα ζωτικό κομμάτι ενός ιδεολογικού μηχανισμού των μέσων μαζικής εξαπάτησης, ο οποίος καλείται να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα κράτους και κεφαλαίου. Η πρακτική τους για να επιτύχουν τα ανωτέρω συμφέροντα είναι η καλλιέργεια φόβου και ο εξωραισμός καταστάσεων,το δε μέσο  τους είναι η παραπλάνηση για την δημιουργία της δικής τους πραγματικότητας. Στην ελληνική “δημοκρατία” που φαινομενικά πρυτανεύει η ελευθερία του λόγου, ο πλουραλισμός των απόψεων ως δια μαγείας δείχνει να κατευθύνεται μονομερώς για την εξυπηρέτηση της οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Το αποτέλεσμα είναι η άβουλη “κοινή γνώμη”να άγεται και να φέρεται αναλόγως με την κατεύθυνση των πληροφοριών που διακινούν οι ντελάληδες των μιντιακών κύκλων, αναζητώντας πάντα την ασφάλεια και την ηρεμία στην οποία εδράζεται η δύναμη του κράτους για την επιβολή του καθεστώτος ασφάλειας και όχι μόνο.

Πως όμως το ψέμα μεταφράζεται σε βίωμα και διαμορφώνεται η άποψη της “κοινής γνώμης”?

Τα μέσα μαζικής εξαπάτησης μέσω της δύναμης της εικόνας δημιουργούν και αναπαράγουν μια φούσκα εικονικής πραγματικότητας, όπου συνδιάζονται σπασμένα ακυρωτικά μηχανήματα με την κοινή παραβατικότητα, ο ένοπλος επαναστατικός αγώνας με τις τυφλές επιθέσεις των τζιχαντιστών, το lifestyle με την υποκουλτούρα, η αλληλεγγύη στους μετανάστες με την φιλανθρωπία των μκο και η σύνδεση του μαχητικού αντιφασισμού με τις ρατσιστικές επιθέσεις των φασιστών. Το αποτέλεσμα όλων των ανωτέρων είναι η εγκαθίδρυση μιας στρεβλής και παραποιημένης αλήθειας στο υποσυνείδητο της “μάζας”η οποία πλέον αποτελεί για το κράτος και το κεφάλαιο την εφεδρεία των δήμιων πολιτών και των πιστών χειροκροτητών.

Τι εγκαθιδρύεται όμως μέσω της φούσκας εικονικής πραγματικότητας που βιώνει η “μάζα”?

Εμείς αναγνωριζουμε δυο παράλληλες διαδικασίας, η μια ορατή και η δεύτερη αόρατη. Η ορατή πλευρά που βασίζεται στην κατευθυνόμενη απαίτηση της “μάζας” για μεγαλύτερο έλεγχο και ασφάλεια δημιουργεί φυλακές υψίστης ασφαλείας και υπόγειες πτέρυγες ειδικών συνθήκών για τους αναρχικούς αντάρτες πόλης, κάμερες σε κάθε γωνιά της πόλης, μπάρες ελέγχου, στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, εξοντωτικές ποινές φυλάκισης σε όσους αντιστέκονται στη σαπίλα του υπάρχοντος, μπάτσους σε κάθε γειτονιά και πάρκα “αναψυχής” και κατανάλωσης για την απρόσκοπτη κυκλοφορία του εμπορεύματος. Το μη ορατό κομμάτι που αναγνωρίζουμε άπτεται του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων που δομουνται κάτω απο το καθεστώς της εικονικής πραγματικότητας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι σύγχρονες αστικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις του φόβου, της ρουφιανιάς, της υπερκατανάλωσης, της αποξένωσης , του φιλοτομαρισμού και της απάθειας, της πατριδολαγνείας και της θρησκοληψίας. Όλα αυτά συνθέτουν την κοινωνία ελέγχου και διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό καθεστώς νεκρικής σιγής που προσπαθεί να καταπνίξει τις αντιστάσεις των “αόρατων” και “παράνομων” αυτής της κοινωνίας.

Δημιουργείται λοιπόν ένας φαύλος κύκλος μεταξύ κράτους/κεφαλαίου, μέσων μαζικής εξαπάτησης και “κοινής γνώμης” που καταλήγει να είναι αυτόνομος και αλληλοτροφοδοτούμενος.

Ως εχθροί της κοινωνίας του θεάματος σπάμε αυτόν τον φαύλο κύκλο μέσα απο τον αναρχικό αγώνα, όπως τον έχουμε ορίσει στο πρώτο μας κείμενο. Παίρνουμε θέση μάχης επιλέγοντας οι ίδιοι τα μέσα του αγώνα, ξεφεύγοντας απο τα όρια της αστικής νομιμότητας. Συνδιάζουμε τις ανοιχτές με τις συνωμοτικές δράσεις, τις μοιραστικές κειμένων με τους εμπρησμούς, της εκδηλώσεις αλληλεγγύης με τις πολιτικές δολοφονίες, τις καθημερινές αντιστάσεις με την διαρκή επαναστατική δράση, λειτουργώντας αντιπαραθετικά στις επίπλαστες κοινωνικές σχέσεις που υποτάσσει η κυριαρχία και δημιουργώντας πραγματικές σχέσεις συντροφικότητας και αλληλεγγύης μέσα στις δομές του αναρχικού αγώνα. Απεμπολούμε τη σχέση θεατή και υποβολέα μέσα απο τις δομές αντιπληροφόρησης και χτίζουμε άμεσες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις μέσα απο την αυτοοργανωμένη έκφραση και τη συλλογική δράση. Αρνούμαστε να γίνουμε υποχείρια του φόβου και της διαστρέβλωσης της που καλλιεργείται, επιλέγοντας τον δρόμο της επίθεσης στο καθεστώς προτάσσοντας το αυτοξεπέρασμα των δοσμένων κοινωνικών ρόλων μέσα απο τις εξεγερτικές διαδικασίες.Βασική μας επιδίωξη είναι η μεταφορά του φόβου που σπέρνουν τα μέσα μαζικής εξαπάτησης και η αντανάκλαση του πεδίου μάχης στις αυλές των μηχανισμών του συστήματος.

Κλείνοντας παρατηρούμε οτι η αριστερή διαχείριση του κράτους επιδιώκει την οριοθέτηση των μέσων αγώνα καθώς και την την ενσωμάτωση/αποπολιτικοποίηση των πρακτικών του που παρεκλίνουν της νομιμότητας. Αυτό έχει δυο αποτελέσματα με δυο ξεχωριστούς φορείς. Αρχικά την ασυλοποίηση των εξεγερτικών δράσεων στα εξάρχεια, δράσεις στις οποίες στεκόμαστε συναισθηματικά αλληλέγγυοι αλλά και απέναντι στο βαθμό που αυτές δεν εξαπλώνονται σε όλο το εύρος των μητροπόλεων και λειτουργούν ως βαλβίδα αποσυμπίεσης .Παράλληλα το δεύτερο αποτέλεσμα είναι η εσωτερίκευση του φόβου και της καταστολής απο αυτούς που υποτίθεται οτι αντιστέκονται και έχει ως απότοκο την οριοθέτηση των μέσων και την στηλίτευση πρακτικών που ξεφεύγουν απο τα όρια που υποτάσσει το κράτος, όπως είναι ο ξυλοδαρμός των σκυλιών της εξουσίας. Ζητούμενο είναι η ενότητα θεωρίας και πράξης, μέσων αγώνα και πρακτικών, εντασσόμενα όλα σε μια διαρκή επαναστατική δράση για να γίνουμε πραγματικά επικίνδυνοι ως εξεγερμένοι για την καθεστηκυία τάξη.

Αλληλεγγύη σε όλους τους αναρχικούς επαναστάτες και σε όσους πραγματοποιούν τις επιθέσεις τους.

Επίθεση με όλα τα μέσα σε κράτος, κεφάλαιο και θεσμούς κυριαρχίας

Υ.Γ. Μέσα απο τις συνομωτικές δράσεις, την οργάνωση αυτών και την επιθυμία για επίθεση μπορείς να καταστρέψεις τα πλάνα των εξουσιαστών με την ίδια ευκολία που δίνεις φωτιά σε ένα τσιγάρο

Πυρήνας Δράσης-Μητρόπολις Εάλω FAI/IRF

Πηγή: Contra Info