Moishe Postone: “Επανεξετάζοντας το Κεφάλαιο υπό το φως των «Grundrisse»”

Επανεξετάζοντας το Κεφάλαιο υπό το φως των «Grundrisse» (των Βασικών γραμμών της κριτικής της πολιτικής οικονομίας) (1)

του Moishe Postone

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚH ΚΡΙΤΙΚH ΘΕΩΡIΑ ΣΤΟΝ ΣYΓΧΡΟΝΟ ΚOΣΜΟ

Η κριτική κοινωνική θεωρία δεν ακολούθησε τους εκτεταμένους κοινωνικούς μετασχηματισμούς σε παγκόσμιο επίπεδο κατά την διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών που διανύουμε. Την σφοδρή και γόνιμη αναγέννηση της Μαρξιστικής σκέψης και επιστημολογίας των δεκαετιών του ’60 και του ’70 επακολούθησε μία σταθερή στροφή απομάκρυνσης από τον Μαρξισμό από την πλευρά αρκετών θεωρητικών. Η σφαίρα της διανόησης κυριαρχήθηκε από μεταμοντέρνες και ματαστρουκτουραλιστικές προσεγγίσεις που εμφανίζονταν σε πολλούς ως εύλογες κριτικές του Μαρξισμού. Ωστόσο κατέστη όλο και πιο σαφές ότι αυτού του είδους οι προσεγγίσεις δεν αντιλαμβάνονται επαρκώς την σημερινή εποχή. Αποτυγχάνουν να διαφωτίσουν τις βασικές ιστορικές αλλαγές που έχουν αναδιαρθρώσει τον κόσμο στις πρόσφατες δεκαετίες. Ακόμη και μεγάλοι στοχαστές, όπως ο Χάμπερμας, ο Φουκό και ο Ντεριντά εμφανίζονται τώρα ως θεωρητικοί μιας φθίνουσας ιστορικής κοινωνικής διαμόρφωσης – του παρακμάζοντος Φορντισμού. Οι κριτικές τους προσεγγίσεις διασαφηνίζουν όλο και λιγότερο το σύγχρονο κοινωνικό σύμπαν.

Ένα προφανές μειονέκτημα αυτών των μετα-μαρξιστικών πραγματειών είναι η απουσία σημαντικών οικονομικών και πολιτικών ζητημάτων, μία απουσία που είναι κραυγαλέα επάνω στην αντιμετώπιση της συνεχούς εξέλιξης της παγκοσμιοποίησης. Συγχρόνως είναι ξεκάθαρο πως όσο απαραίτητη κι’ αν είναι η ενσωμάτωση αυτών των οικονομικών και πολιτικών δεδομένων στις κριτικές θεωρίες του παρόντος δεν μπορεί να υπάρξει καμία εύσχημη επιστροφή στον παραδοσιακό Μαρξισμό. Η παραδοσιακή θεωρητική δομή απέτυχε να παρέχει την βάση για μία επαρκή ιστορική ανάλυση των Κομμουνιστικών καθεστώτων της συσσώρευσης. Οι πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις τους τέθηκαν σε αμφισβήτηση επί τη βάσει της αυξανόμενης σπουδαιότητας των επιστημονικών γνώσεων και της προηγμένης τεχνολογίας στην εξέλιξη της παραγωγής. Και τα ιδανικά της χειραφεσίας τους ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται από τις τρέχουσες κοινωνικές και πολιτισμικές δυσαρέσκειες.

Παρ’ όλα αυτά οι τωρινές ιστορικές τάσεις υποδηλώνουν την σπουδαιότητα για την εκπόνηση μίας πιο επαρκούς κριτικής θεωρίας του καπιταλισμού. Αν και αυτές οι τάσεις περιλαμβάνουν μέσα τους τις εξελίξεις που υπογραμμίζουν τον αναχρονιστικό χαρακτήρα της παραδοσιακής Μαρξιστικής θεωρίας – όπως είναι για παράδειγμα ο πολλαπλασιασμός των νέων κοινωνικών κινημάτων με τα μαζικά οικολογικά κινήματα, τα φεμινιστικά και τα κινήματα των γκέι, τα κινήματα χειραφέτησης των μειονοτήτων, καθώς επίσης, και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια που εκφράζεται σε διάφορα «φονταμενταλιστικά» κινήματα – οι πρόσφατες δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από την επανεμφάνιση των οικονομικών εξαρθρώσεων που εξαπλώθηκαν σε όλο τον πλανήτη και την εντατικοποίηση των ένδο-καπιταλιστικών αντιπαλοτήτων σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτές οι εξελίξεις υποδηλώνουν πως μία επαρκής κριτική ανάλυση του σύγχρονου κόσμου θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται αφενός τις σημαντικές νέες του διαστάσεις και αφετέρου την υποκείμενη συνέχεια του ως καπιταλισμού.

Οι Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse) μπορούν να παρέχουν το σημείο εκκίνησης για μία αναζωογονημένη κριτική ανάλυση βασισμένη σε μία θεμελιακή επανεξέταση της καπιταλιστικής φύσης. Αυτό το χειρόγραφο συντάχθηκε μεταξύ των ετών 1857-58 και αφού εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1939 δεν είχε γίνει ευρέως γνωστό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και έως τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Καίτοι ο Μαρξ δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί όλες τις πτυχές της ώριμης κριτικής θεωρίας του μέσα στις Βασικές Γραμμές, η γενική κατεύθυνση της για την καπιταλιστική νεωτερικότητα όπως και η φυσιογνωμία και η σημασία των θεμελιακών κατηγοριών αυτής της κριτικής προκύπτουν ξεκάθαρα σε αυτό το χειρόγραφο. Το Κεφάλαιο είναι πιο δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί και υπόκειται εύκολα σε παρανοήσεις καθόσον είναι πολύ αυστηρά δομημένο ως μία έμφυτη κριτική – κριτική που επιχειρήθηκε από μία σκοπιά σύμφυτη με το αντικείμενο της ερευνάς της. Για τον λόγο αυτό οι κατηγορίες του μπορούν να παρεξηγηθούν ως καταφατικές και όχι ως κριτικές. Ως εκ τούτου, πολύ συχνά, το αντικείμενο της κριτικής του Μαρξ θεωρήθηκε σαν να είναι η σκοπιά της κριτικής του – ένα ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε αργότερα. Αυτή η παρανόηση δεν αποτελεί πρόβλημα για τις Βασικές Γραμμές αφού αυτές δεν είναι τόσο αυστηρά δομημένες. Επειδή ο Μαρξ ακόμα επεξεργαζόταν την κατηγορική (2) ανάλυση του σ’ αυτό το χειρόγραφο, η στρατηγική του πρόθεση είναι πιο προσιτή απ’ ό,τι στο Κεφάλαιο. Ως εκ τούτου οι Βασικές Γραμμές (Grundrisse) μπορούν να διαφωτίσουν την φύση και την κατεύθυνση της συνεκτικής κριτικής του Μαρξ για την πολιτική οικονομία. Η ανάγνωση υπό το πρίσμα του χειρογράφου του 1857-8 αυτής της κριτικής μπορεί να παρέχει την βάση για μία καταλληλότερη κριτική θεωρία του σύγχρονου κόσμου από αυτή που είναι εφικτή μέσα στο παραδοσιακό Μαρξιστικό πλαίσιο θεωρίας. (3)

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚOΣ ΜΑΡΞΙΣΜOΣ

Πριν αναπτύξω λεπτομερώς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό με τις αντίστοιχες παραπομπές από τις Βασικές Γραμμές (Grundrisse) θα περιγράψω εν συντομία την έννοια του «παραδοσιακού Μαρξισμού» σ’ αυτό το κεφάλαιο. Η έννοια αυτή δεν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική τάση του Μαρξισμού, αλλά γενικότερα στην εν γένει ανάλυση του καπιταλισμού η οποία βασίζεται ουσιαστικά σε όρους που αφορούν τις ταξικές σχέσεις, που εκπορεύονται από την ατομική ιδιοκτησία και δέχονται την μεσολάβηση της αγοράς. Οι σχέσεις κυριαρχίας γίνονται κατανοητές κυρίως από την σκοπιά της ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Μέσα σ’ αυτήν την γενικευμένη ερμηνευτική δομή ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μία διογκούμενη δομική αντίφαση μεταξύ των βασικών κοινωνικών σχέσεων (που ερμηνεύονται ως ατομική ιδιοκτησία και αγορά) και των παραγωγικών δυνάμεων (που ερμηνεύονται ως ο βιομηχανικός τρόπος παραγωγής). Ο σοσιαλισμός κατανοείται πρωταρχικά από την θέση της συλλογικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό τους σχεδιασμό/συντονισμό εντός ενός βιομηχανοποιημένου πλαισίου. Δηλαδή συλλαμβάνεται ως ένας ακριβοδίκαιος και ρυθμιζόμενος τρόπος διανομής κατάλληλος για την βιομηχανική παραγωγή (αυτή γίνεται αντιληπτή ως μία διαδικασία ουσιαστικά ανεξάρτητη του καπιταλισμού).

Αυτή η καθολική κατανόηση είναι δεσμευμένη σε μια νομοτελειακή επεξήγηση των βασικών κατηγοριών της κριτικής του Μαρξ στην πολιτική οικονομία. Για παράδειγμα η κατηγορία της αξίας θεωρήθηκε γενικά ως μια προσπάθεια να καταδειχθεί πως η άμεση ανθρώπινη εργασία συνεχώς και παντού δημιουργεί κοινωνικό πλούτο, που στον καπιταλισμό ο κύριος μεσολαβητής του είναι η αγορά. Η θεωρία του Μαρξ για την υπεραξία σύμφωνα με τις συγκεκριμένες γνώμες περιγράφει την ύπαρξη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης υποδηλώνοντας την εργασία που δημιουργεί μονάχα προϊόντα σε πλεόνασμα τα οποία στην συνέχεια ιδιοποιούνται από τον καπιταλιστή.(4)

Αυτή η συγκεκριμένη ερμηνεία βασίζεται σε μία διιστορική αντίληψη της εργασίας ως δραστηριότητας που διαμεσολαβεί τους ανθρώπους και την ίδια την φύση μετασχηματίζοντας την ύλη με τρόπους ηθικής στοχοπροσήλωσης και τίθεται ως προϋπόθεση της κοινωνικής ζωής. Η αντίληψη για την «δουλειά» την τοποθετεί ως πηγή του πλούτου σε όλες τις κοινωνίες και ως έννοια που συγκροτεί ό,τι είναι απολύτως οικουμενικό και πραγματιστικά κοινωνικό. Ωστόσο στον καπιταλισμό, η ιδιαιτερότητα και ο κατακερματισμός των κοινωνικών σχέσεων παρεμποδίζουν την αντίληψη μας ώστε να αποσαφηνίσει εντελώς ρεαλιστικά την έννοια της «δουλειάς». Γι’ αυτό και η χειραφέτηση συνειδητοποιείται μέσα σε μία κοινωνική μορφή όπου η υπεριστορική «εργασία» απελευθερωμένη από τις διαστρεβλώσεις της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας έχει ρητά αναδειχθεί ως η κανονιστική αρχή της κοινωνίας. (Βεβαίως αυτή η ιδέα είναι οριοθετημένη μέσα σ’ εκείνη της σοσιαλιστικής επανάστασης που πραγματώνεται ως «αυτό-συνείδηση» του προλεταριάτου). Η «εργασία» εδώ προσφέρει την σκοπιά από την οποία πραγματώνεται η κριτική του καπιταλισμού.

Εντός της βασικής εννοιολογικής δομής του «παραδοσιακού Μαρξισμού» υφίσταται ένα ευρύ φάσμα πολύ διαφορετικών θεωρητικών, μεθοδολογικών και πολιτικών προσεγγίσεων. (5) Έστω κι’ αν παράχθηκαν πολύ ισχυρές οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, ιστορικές και πολιτισμικές αναλύσεις μέσα σε αυτό το σχήμα οι περιορισμοί του έχουν προ πολλού γίνει ευδιάκριτοι επάνω στο μέτωπο των ιστορικών εξελίξεων του 20ου αιώνα. Ερχόμενοι αντιμέτωποι με τους όρους που θέτει η αναπόφευκτη παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού σήμερα, θα πρέπει τότε να θέσουμε και τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας του κεφαλαίου που αποκόπτεται πλήρως από την παραδοσιακή Μαρξιστική δομή.

Έχει καταστεί σαφές, εξετάζοντας εκ των υστέρων, ότι η κοινωνική / πολιτική /οικονομική / πολιτισμική διαμόρφωση της ηγεμονίας του κεφαλαίου ήταν ιστορικά ποικιλόμορφη – από τον μερκαντιλισμό μέσω του φιλελεύθερου καπιταλισμού του 19ου αι. και του καπιταλισμού του Φορντισμού με επίκεντρο του το κράτος στον 20ο αι. στον σύγχρονο νέο-φιλελεύθερο παγκόσμιο καπιταλισμό. Και αυτό μας υποδεικνύει πως ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί πλήρως με καμία από τις ιστορικές του διαμορφώσεις με αποτέλεσμα να ανακύπτει το ζήτημα της φύσης του θεμελιώδη πυρήνα του ως μορφή της κοινωνικής ζωής, δηλαδή αυτό που αφορά την ίδια την φύση του κεφαλαίου.

GRUNDRISSE (ΒΑΣΙΚEΣ ΓΡΑΜΜEΣ): Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚOΣ ΠΥΡHΝΑΣ

Οι Βασικές γραμμές – Grundrisse βοηθούν στην αποσαφήνιση της συνεκτικής αντίληψης του Μαρξ για τον κατεξοχήν πυρήνα του καπιταλισμού και για την ουσία της ιστορικής του υπέρβασης με τρόπους που στοχεύουν πέρα από τα όρια της παραδοσιακής Μαρξιστικής ερμηνείας. Σε μία παράγραφο κρίσιμης σημασίας του χειρογράφου που τιτλοφορείται «Αντίφαση ανάμεσα στη βάση* της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (μέτρο αξίας) και την ίδια την ανάπτυξη της» (Μάρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 536)** ο Μαρξ υποδηλώνει πως αντιλαμβάνεται κατά βάση τον πυρήνα του καπιταλισμού και μαζί τη θεμελιώδη αντίφαση του που γεννά το ιστορικό ενδεχόμενο της μετά-καπιταλιστικής μορφής της κοινωνικής ζωής. Ξεκινάει την παράγραφο δηλώνοντας ότι «Η ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελευταία ανάπτυξη της αξιακής σχέσης και της παραγωγής που βασίζεται στην αξία». (Μάρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 538) Ο τίτλος και η αρχική πρόταση της εν λόγω παραγράφου υποδεικνύουν ότι για τον Μαρξ η κατηγορία της αξίας εκφράζει τις βασικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής – εκείνες τις κοινωνικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν με τον πιο θεμελιώδη τρόπο τον ίδιο τον καπιταλισμό ως μορφή της κοινωνικής ζωής. Συγχρόνως η κατηγορία της αξίας εκφράζει μία συγκεκριμένη μορφή πλούτου. Η ανάλυση της αξίας λοιπόν, θα πρέπει να διευκρινίζει αμφότερες αυτές τις όψεις. Ως μορφή πλούτου η αξία έχει γενικώς κατανοηθεί σαν η κατηγορία της διαμεσολάβησης της αγοράς επάνω στον πλούτο που δημιουργεί η εργασία. Κι’ όμως όταν ο Μαρξ αναφέρεται στην «ανταλλαγή» κατά την οποία εξετάζει την «αξιακή σχέση», στα αποσπάσματα που παρατίθενται, δεν εννοεί την ανταλλαγή της κυκλοφορίας αλλά εκείνη της παραγωγής – «την ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία». Ο χαρακτηρισμός του Μαρξ για την αξία ως «βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής» υποδηλώνει ότι αυτή δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται απλούστατα ως μία κατηγορία διανομής των εμπορευμάτων δηλαδή ως απόπειρα να θεμελιώσουμε την αποκαλούμενη αυτό-ρυθμιζόμενη αγορά. Αντίθετα, θα πρέπει να νοείται πρωτίστως ως κατηγορία της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής.

Στις Βασικές γραμμές – Grundrisse, λοιπόν, η ανάλυση του Μαρξ επάνω στην αντίφαση που εμφανίζεται στον καπιταλισμό ανάμεσα στις «σχέσεις της παραγωγής» και στις «δυνάμεις της παραγωγής» διαφέρει από εκείνη των παραδοσιακών Μαρξιστικών θεωριών, οι οποίες εστιάζουν κριτικά στον τρόπο της διανομής (αγορά, ατομική ιδιοκτησία) και αντιλαμβάνονται αυτή την αντίφαση ανάμεσα στις σφαίρες της διανομής και της παραγωγής. Εκείνος κατηγορηματικά, ασκεί κριτική στις θεωρητικές προσεγγίσεις που εννοιοδοτούν τον ιστορικό μετασχηματισμό με όρους που αφορούν τον τρόπο της διανομής χωρίς να αναλογίζονται την δυνατότητα ότι ο τρόπος της παραγωγής δύναται να μεταμορφωθεί, παίρνοντας ως παράδειγμα την δήλωση του Τζον Στιούαρτ Μιλλ πως «οι νόμοι και οι όροι της παραγωγής πλούτου έχουν τον χαρακτήρα αληθειών του φυσικού κόσμου… Αυτό δεν συμβαίνει με την διανομή του πλούτου, Αυτή είναι ζήτημα αποκλειστικά των ανθρώπινων θεσμών». (6) Αυτός ο διαχωρισμός σύμφωνα με τον Μαρξ είναι αβάσιμος: «Οι ‘‘νόμοι και όροι’’ της παραγωγής του πλούτου και οι ‘‘νόμοι της διανομής του πλούτου’’ είναι οι ίδιοι νόμοι με διαφορετική μορφή, μεταβάλλονται και οι δύο, υφίστανται την ίδια ιστορική διαδικασία και γενικά δεν είναι παρά συνθετικά στοιχεία μιας ιστορικής διαδικασίας» (Μαρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 642).

Αν η διαδικασία της παραγωγής είναι αλληλένδετη με τις θεμελιώδεις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλισμού, εν τούτοις, η πρώτη δεν μπορεί να εξισωθεί με τις δυνάμεις της παραγωγής που τελικώς έρχονται σε αντίφαση με τις καπιταλιστικές σχέσεις της παραγωγής. Άντ’ αυτού, η ίδια η διαδικασία της παραγωγής θα πρέπει να θεωρηθεί εγγενώς συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό. Αυτά τα αποσπάσματα δείχνουν με άλλα λόγια, ότι η αντίληψη του Μαρξ για την θεμελιώδη αντίφαση του καπιταλισμού δεν θα πρέπει να νοείται μεταξύ της βιομηχανικής παραγωγής από την μία πλευρά και της αγοράς μαζί με την καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία από την άλλη. Αυτή η αντίφαση απαιτεί περαιτέρω εξέταση.

Όταν ο Μαρξ μιλάει για την παραγωγή που βασίζεται στην αξία την περιγράφει ως τρόπο παραγωγής που «προϋπόθεση της είναι και παραμένει: η μάζα άμεσου χρόνου εργασίας, (δηλαδή) η ποσότητα καταβλημένης εργασίας να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου» (Μαρξ Βασικές Γραμμές σελ: 538). Εκείνο που χαρακτηρίζει την αξία ως μορφή πλούτου, σύμφωνα με τον Μαρξ, είναι ό,τι συνίσταται από την δαπάνη της άμεσης ανθρώπινης εργασίας στην διαδικασία της παραγωγής η οποία προσμετρείται χρονικά. Η αξία είναι μια κοινωνική μορφή που εκφράζει και μαζί βασίζεται επάνω στην δαπάνη του άμεσου εργασιακού χρόνου. Αυτή η μορφή για τον Μαρξ βρίσκεται μέσα στην ίδια την καρδιά του κεφαλαίου. Ως κατηγορία των θεμελιακών κοινωνικών σχέσεων που αποτελούν τον καπιταλισμό η αξία εκφράζει αυτό που είναι και παραμένει το βασικό θεμέλιο της καπιταλιστικής παραγωγής. Ωστόσο η παραγωγή που βασίζεται στην αξία δημιουργεί μία δυναμική που οδηγεί σε εντεινόμενη όξυνση μεταξύ του θεμέλιου λίθου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των αποτελεσμάτων της δικής του ιστορικής εξέλιξης:

Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας· ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου· και η δύναμη αυτή –η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα– δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή λόγια της εφαρμογής αυτής της επιστήμης στην παραγωγή… (Η ανάπτυξη αυτής της επιστήμης, ιδιαίτερα της φυσικής επιστήμης, και μαζί της όλων των άλλων, συνδέεται κι αυτή πάλι με την ανάπτυξη της υλικής παραγωγής.) Αντίθετα, ο πραγματικός πλούτος εκδηλώνεται –κι αυτό είναι το σημάδι της μεγάλης βιομηχανίας– στην τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στον καταβλημένο χρόνο εργασίας και το προϊόν του, όπως και στην ποιοτική δυσαναλογία ανάμεσα στην εργασία, που έχει αναχθεί σε καθαρή αφαίρεση, και τη δύναμη της παραγωγικής διαδικασίας που η εργασία επιβλέπει.

(Μαρξ: Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 538)**

Η αντίθεση μεταξύ αξίας και “πραγματικού πλούτου” είναι μεταξύ μίας μορφής πλούτου που βασίζεται επάνω στον “χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας” και μίας που δεν εξαρτάται στον άμεσο χρόνο εργασίας. Αυτή η αντίθεση είναι ζωτικής σημασίας ώστε να κατανοήσουμε την θεωρία της αξίας του Μαρξ και την αντίληψη του πάνω στην βασική αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σημειώνει ολοφάνερα ότι η αξία δεν αναφέρεται ως επί το πλείστον στον κοινωνικό πλούτο, αλλά είναι μία ιστορικά συγκεκριμένη, πιθανώς παροδική κατηγορία που νοηματοδοτεί το θεμέλιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πέραν τούτου, η αξία δεν είναι αμιγώς μία κατηγορία της αγοράς που συλλαμβάνει έναν ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο της κοινωνικής διανομής του πλούτου. Μία τέτοια ερμηνεία με επίκεντρο την αγορά – που σχετίζεται με την θέση του Μιλλ πως ο τρόπος της διανομής είναι ιστορικά ευμετάβλητος όχι όμως και ο τρόπος της παραγωγής – συνεπάγεται την ύπαρξη μιας υπεριστορικής μορφής πλούτου που κατανέμεται διαφορετικά σε ξεχωριστές κοινωνίες. Ωστόσο σύμφωνα με τον Μαρξ, η αξία είναι ιστορικά μία ειδική μορφή του κοινωνικού πλούτου και είναι ουσιαστικά εγγενής σ’ ένα ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο της παραγωγής. Συνεπώς αυτό μας δείχνει ότι διαφορετικές μορφές της κοινωνίας συσχετίζονται με διαφορετικές μορφές του πλούτου. (Ο προβληματισμός του Μαρξ σ’ αυτό το σημείο δείχνει ότι η μορφή του πλούτου, το είδος της εργασίας και η ακριβής διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων διαφέρουν σε ποικίλους κοινωνικούς σχηματισμούς.)

Αρκετοί ισχυρισμοί που ασπάζονται την ανάλυση του Μαρξ επάνω στην μοναδικότητα της εργασίας ως πηγή της αξίας – τόσο υποστηρικτικοί όσο και επικριτικοί – παραβλέπουν την διάκριση του, μεταξύ ‘‘πραγματικού πλούτου” (ή ‘‘υλικού πλούτου”) και αξίας. Ωστόσο οι Βασικές Γραμμές – Grundrisse υποδεικνύουν ότι η «εργατική θεωρία της αξίας» δεν είναι μία θεωρία για την μοναδικότητα των ιδιοτήτων της εργασίας αορίστως, αλλά μία ανάλυση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της αξίας ως μορφής πλούτου και ως εκ τούτου εξυπακούεται και ως ανάλυση της εργασίας που υποθετικά τον συγκροτεί. Επομένως είναι αποπροσανατολιστικό να επιχειρηματολογούμε υπέρ η κατά της θεωρίας του Μαρξ για την αξία σαν να επρόκειτο για την θεωρία της εργασίας του (υπεριστορικού) πλούτου – δηλαδή σαν ο Μαρξ να έχει συγγράψει μία πολιτική οικονομία αντί για την κριτική της πολιτικής οικονομίας. (7) Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει πως η ερμηνεία του Μαρξ για την κατηγορία της αξίας ως μίας συγκεκριμένης ιστορικά κατηγορίας αποδεικνύει ότι η ανάλυση του για την σύγχρονη κοινωνία είναι άψογη, αλλά προϋποθέτει ότι αυτή η ανάλυση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη με τους δικούς της ιστορικά καθορισμένους όρους και όχι σαν να ήταν μία διιστορική θεωρία της πολιτικής οικονομίας και μάλιστα του είδους εκείνου που ο Μαρξ επέκρινε εντονότατα.

Αύτές οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αξία μέσα στο πλαίσιο της ανάλυσης του Μαρξ είναι μία κριτική κατηγορία που αποκαλύπτει, αφενός την ιστορική ιδιαιτερότητα της μορφής του πλούτου, και αφετέρου της παραγωγής που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Η παράγραφος που παρατίθεται πιο πάνω δείχνει πως σύμφωνα με τον Μαρξ, η μορφή της παραγωγής που βασίζεται στην αξία αναπτύσσεται με τρόπο που φανερώνει την πιθανή ιστορική αυτοαναίρεση αυτής της αξίας. Σε μία ανάλυση που φαίνεται απολύτως σχετική με τις σύγχρονες συνθήκες ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι καθώς η καπιταλιστική βιομηχανική παραγωγή αναπτύσσεται, η αξία καθίσταται ως μέτρο του κοινωνικού πλούτου όλο και λιγότερο κατάλληλη. Και αντιπαραβάλλει την αξία, μία μορφή πλούτου που είναι δέσμια με την δαπάνη ανθρώπινου εργασιακού χρόνου, με την γιγάντια πλουτοπαραγωγική δυνατότητα της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας: η αξία καθίσταται αναχρονιστική με τους όρους των δυνατοτήτων του συστήματος παραγωγής που αυτή δημιουργεί. Η πραγματοποίηση αυτής της δυνητικής τάσης θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση της αξίας.

Εν τούτοις αυτή η ιστορική δυνατότητα δεν σημαίνει απλά και μόνο πως όλο και μεγαλύτερες ποσότητες εμπορευμάτων είναι πλέον εφικτό να παραχθούν επάνω στην βάση του υφιστάμενου τρόπου βιομηχανικής παραγωγής και να κατανεμηθούν πιο δίκαια. Η λογική της αυξανόμενης αντίφασης, μεταξύ του ‘‘πραγματικού πλούτου’’ και της αξίας, που εμφανίζει την πιθανότητα ο πρώτος να εκτοπίσει την τελευταία ως (καθ)οριστική μορφή του πλούτου, υποδηλώνει επίσης και την δυνατότητα μίας διαφορετικής παραγωγικής διαδικασίας που θα βασίζεται επάνω σε μια καινούργια και πιο απελευθερωτική κοινωνική οργάνωση της εργασίας:

Η εργασία δεν εμφανίζεται πια τόσο πολύ σαν ενταγμένη στην παραγωγική διαδικασία, όσο αντίθετα ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ο ίδιος σαν επόπτης και ρυθμιστής της παραγωγικής διαδικασίας… Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα της. Σ΄ αυτή τη μεταλλαγή, σαν ο μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος – μ΄ ένα λόγο, η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου. Η κλοπή ξένου εργάσιμου χρόνου, όπου βασίζεται ο σημερινός πλούτος, παρουσιάζεται σαν μίζερη βάση μπροστά σ’ αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανάπτυξε η ίδια η μεγάλη βιομηχανία.

(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 538)

Η συγκεκριμένη παράγραφος των Βασικών Γραμμών – Grundrisse καθιστά απολύτως σαφές ότι για τον Μαρξ η υπέρβαση του καπιταλισμού έχει ως συνέπεια την απενεργοποίηση της αξίας ως κοινωνικής μορφής του πλούτου, και εκείνη με τη σειρά της συνεπάγεται και το ξεπέρασμα του προκαθορισμένου τρόπου παραγωγής, που αναπτύχθηκε μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ο χρόνος της εργασίας πλέον δεν θα χρησιμεύει ως μέτρο του πλούτου και η παραγωγή του πλούτου αυτού δεν θα πραγματοποιείται στο εξής, κυρίως από την άμεση ανθρώπινη εργασία στην διαδικασία της παραγωγής: «Από την στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί την μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει – αναγκαστικά – ο χρόνος εργασίας να είναι μέτρο του πλούτου, και άρα η ανταλλακτική αξία μέτρο της αξίας χρήσης» (Μαρξ Βασικές Γραμμές σελ: 538).

Με άλλα λόγια ο Μαρξ αναλύει τις βασικές καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, την μορφή του πλούτου τους, την υλική μορφή της παραγωγής του και τον τρόπο που όλες αυτές είναι αλληλένδετες: η παραγωγή που επαφίεται στην αξία, ο τρόπος της παραγωγής που θεμελιώνεται στην μισθωτή εργασία και η βιομηχανική παραγωγή που βασίζεται στην εργασία των προλετάριων συνδέονται ουσιαστικώς στην ανάπτυξη της ανάλυσης του. Όθεν ο αυξανόμενα αναχρονιστικός χαρακτήρας της αξίας δηλοποιεί επίσης τον αυξανόμενα αναχρονιστικό χαρακτήρα της βιομηχανικής παραγωγικής διαδικασίας που εξελίσσεται μέσα στον καπιταλισμό. Η υπέρβαση της καπιταλιστικής κοινωνίας, σύμφωνα με τον Μαρξ, συνεπάγεται τον εκ βάθρων μετασχηματισμό της υλικής μορφής της παραγωγής, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο οι άνθρωποι δουλεύουν.

Παρ’ όλα αυτά η σοσιαλιστική κοινωνία, σύμφωνα με τον Μαρξ, δεν θα αναδυθεί αυτομάτως ως το αποτέλεσμα μίας γραμμικής, επαναστατικής ιστορικά εξέλιξης. Ο ριζικός μετασχηματισμός της παραγωγικής διαδικασίας που σκιαγραφείται ανωτέρω δεν είναι ένα οιονεί αυτόματο επακόλουθο της αστραπιαίας αύξησης της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης ή της εφαρμογής τους. Είναι περισσότερο μια δυνατότητα που παρουσιάζεται από την αυξανόμενη εσωτερική κοινωνική αντίφαση. Μολονότι η διαδρομή της καπιταλιστικής ανάπτυξης προκαλεί την δυνατότητα μιας νέας, απελευθερωτικής κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας, η γενική της συνειδητοποίηση είναι αδύνατη εντός του καπιταλισμού.

Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας· άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα περισσότερο σαν όρο –ζήτημα ζωής και θανάτου– για την αναγκαία.

(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 539)**

Το ζήτημα του ‘‘αναγκαίου’’ και του ‘‘υπερεργασιακού’’(πλεονασματικού)*** χρόνου εργασίας δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εδώ πλήρως. Είναι σημαντικό να προσέξουμε ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, καίτοι ο καπιταλισμός τείνει να αναπτύσσει ισχυρότατες παραγωγικές δυνάμεις οι δυνατότητες των οποίων καθιστούν τάχιστα απαρχαιωμένη την οργάνωση της παραγωγής που είναι βασισμένη στην άμεση δαπάνη εργασιακού χρόνου, η δομή της οργάνωσης είναι αυτή που δεν επιτρέπει την πλήρη πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας. Η μόνη μορφή πλούτου που συγκροτεί το κεφάλαιο είναι αυτή που βασίζεται επάνω στην άμεση δαπάνη εργασιακού χρόνου. Γι’ αυτό τον λόγο ανεξαρτήτως της αυξανόμενης ασυμφωνίας μεταξύ της αξίας ως μέτρου και του υλικού πλούτου, η αξία εν τέλει δεν αντικαθίσταται από μία νέα μορφή πλούτου. (8) Άντ’ αυτού και σύμφωνα με τον Μαρξ, παραμένει η απαραίτητη δομική προϋπόθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας (παρ’ ότι εκείνος υποστηρίζει σε ολόκληρο το Κεφάλαιο, εμφανώς κριτικά πως αυτή δεν είναι ρεαλιστική).

Στην βάση των κατηγοριών του, της αξίας, του εμπορεύματος και του κεφαλαίου, ο Μαρξ δείχνει πως ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μία εγγενή αναπτυξιακή δυναμική. Ωστόσο αυτή η δυναμική παραμένει εντός των καπιταλιστικών ορίων: δεν υπερβαίνει την ίδια της την κατάσταση. Οι κατηγορίες καθηλώνουν αμφότερες, τόσο την δυναμική όσο και τα όρια της: εκείνο που καθίσταται ως «υπερεργασία» (σ.τ.μ. πλεονασματική) υπό τους όρους της παραγωγής του υλικού πλούτου παραμένει δομικά ‘‘αναγκαίο’’ για το κεφάλαιο. Ο καπιταλισμός δίνει την αφορμή για το ενδεχόμενο της αναίρεσης του, χωρίς όμως αυτή να σημαίνει αυτόματα ότι αυτός θα εξελιχθεί σε κάτι άλλο. Ήτοι η δαπάνη της άμεσης ανθρώπινης εργασίας ενώ παραμένει κεντρική και απαραίτητη για το κεφάλαιο, παρά το γεγονός ότι η πρώτη καθίσταται αναχρονιστική από τις εξελίξεις που προκαλούνται από το τελευταίο, δημιουργεί μια εσωτερική όξυνση. Όπως έχω αναπτύξει λεπτομερώς στο «Χρόνος, Εργασία και Κοινωνική Κυριαρχία / Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory» ο Μαρξ αναλύει την φύση της βιομηχανικής παραγωγής και την αναπτυξιακή της τροχιά με αναφορά σε αυτή την όξυνση (Postone 1993: 307-66).

Τα συγκεκριμένα αποσπάσματα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse υποδεικνύουν πως η ιδέα του Μαρξ για την δομική αντίφαση του καπιταλισμού δεν θα πρέπει να ταυτίζεται άμεσα με τον κοινωνικό ανταγωνισμό, όπως είναι η ταξική πάλη. Επίσης αποκαλύπτουν ότι η κατανόηση του Μαρξ για την καπιταλιστική αντίφαση δεν αναφέρεται με τον πλέον θεμελιώδη τρόπο σε μία αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού σφετερισμού και της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. (9) Ως εκ τούτου διαφέρει θεμελιακά από εκείνη του παραδοσιακού Μαρξισμού. Στις Βασικές Γραμμές – Grundrisse ο Μαρξ δεν αναλύει την αντίφαση του καπιταλισμού ως εκείνης που βρίσκεται μεταξύ της διαδικασίας της παραγωγής και της αξίας, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής παραγωγής και των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων εντός του καπιταλισμού. Αντιθέτως ο ίδιος αντιμετωπίζει την πρώτη όπως έχει διαμορφωθεί από την τελευταία: η παραγωγή του καπιταλισμού είναι ‘‘ο τρόπος της παραγωγής που βασίζεται στην αξία’’. Καθ’ αυτήν την έννοια στα τελευταία του γραπτά, ο Μαρξ αναφέρεται κατηγορηματικά στον βιομηχανικό τρόπο της παραγωγής ως «ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής… (τεχνολογικά εξ ίσου)» (Καρλ Μαρξ: Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής, Εκδόσεις Α/Συνέχεια: 1990 // Marx, Karl 1994: 428). Αυτά τα χωρία από τις Βασικές Γραμμές – Grundrisse υπονοούν ότι είναι η υλική μορφή της παραγωγής που πρόκειται να μετασχηματιστεί ταυτόχρονα με την υπέρβαση του καπιταλισμού. Επίσης διαψεύδουν την ιδέα πως η κριτική θεωρία του Μαρξ είναι ένα είδος επαναστατικής τεχνολογικής αιτιοκρατίας. (10) Απεναντίας εκείνος πραγματεύεται την τεχνολογία και την διαδικασία της παραγωγής ως εκ της κοινωνίας συγκροτούμενες: είναι αυτές οι δύο που μορφοποιούνται από την αξία. Επομένως δεν θα πρέπει απλά να ταυτίζονται με τις ‘δυνάμεις της παραγωγής’ που έρχονται σε αντίφαση με τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Ωστόσο, παρ’ όλο που η τεχνολογία και η διαδικασία της παραγωγής διαπλάθονται από τις καπιταλιστικές σχέσεις, ενσωματώνουν μαζί τους μία ανακολουθία. Η ανάλυση του Μαρξ κάνει διάκριση μεταξύ της πραγματικότητας από την μορφή που έχει λάβει η παραγωγή που συνίσταται από την αξία και της ροπής της – μιας ροπής που καθηλώνει την πιθανότητα μιας νέας μορφής παραγωγής. Αυτή η διάκριση σε τελευταία ανάλυση προέρχεται από την αντιφατική φύση των καπιταλιστικών σχέσεων, τις οποίες ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, τις θεμελιώνει επάνω στον διπλό χαρακτήρα των κατηγοριών της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνικής ζωής.

Είναι σαφές από τα αποσπάσματα που παρατέθηκαν πως όταν ο Μαρξ στις Βασικές Γραμμές περιγράφει την υπέρβαση της αντίφασης του καπιταλισμού και δηλώνει ότι «η εργατική μάζα πρέπει η ίδια να ιδιοποιείται την υπερεργασία της» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ:541) δεν υπαινίσσεται μόνο την απαλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας και την χρήση των προϊόντων που είναι σε πλεόνασμα με ένα πιο ορθολογικό, δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο. Η ιδιοποίηση για την οποία ο Μαρξ κάνει λόγο περιλαμβάνει επίσης την αυτοπαθή εφαρμογή της δυνατότητας, που είναι ενσωματωμένη στην προηγμένη καπιταλιστική παραγωγή, επάνω στην ίδια την διαδικασία της παραγωγής. Το σύστημα της κοινωνικής αναπαραγωγής στο οποίο, ο πλούτος του δημιουργείται διά μέσου του σφετερισμού του άμεσου εργασιακού χρόνου και της δουλειάς των εργαζομένων ως γραναζιών ενός παραγωγικού μηχανισμού, είναι εφικτό να καταργηθεί. Αυτές οι δύο πλευρές του βιομηχανικού καπιταλιστικού τρόπου της παραγωγής είναι συνδεδεμένες, σύμφωνα με τον Μαρξ. Συνεπώς η υπέρβαση του καπιταλισμού όπως παρουσιάζεται στις Βασικές Γραμμές εμμέσως προβλέπει το ξεπέρασμα αμφότερων των τυπικών και ουσιαστικών πτυχών του τρόπου παραγωγής που στηρίζεται στην μισθωτή εργασία. Συνεπάγεται την κατάργηση ενός συστήματος διανομής που είναι βασισμένο επάνω στην ανταλλαγή εργασιακής δύναμης ως εμπορεύματος για έναν μισθό με τον οποίο αποκτώνται τα μέσα κατανάλωσης: και συνεπάγεται επίσης την κατάργηση ενός συστήματος παραγωγής που βασίζεται επάνω στην προλεταριακή εργασία, δηλαδή από την μονόπλευρη και κατακερματισμένη εργασία που είναι χαρακτηριστική της καπιταλιστικής βιομηχανικής παραγωγής. Όσον αφορά την κοινωνική οργάνωση της εργασίας η μαρξική αντίφαση πρέπει να γίνει κατανοητή ως μία διογκούμενη αντίφαση μεταξύ του είδους της εργασίας που οι άνθρωποι εκτελούν υπό καπιταλιστικές συνθήκες και του είδους της εργασίας που θα μπορούσαν να εξασκούν εάν η αξία καταργούταν καθώς και της παραγωγικής τάσης που αναπτύχθηκε εξαρτώμενη του καπιταλισμού και που θα χρησιμοποιούταν αυτομάτως για να απελευθερώσει τους ανθρώπους από την τυραννία της αλλοτριωμένης κοινωνικής οργάνωσης που συντίθεται από την ίδια τους την εργασία. Μακριά από τη συνεπαγωγή της συνειδητοποίησης του προλεταριάτου, η υπέρβαση του καπιταλισμού ενέχει την υλική κατάργηση της προλεταριακής εργασίας. Η χειραφέτηση της εργασίας απαιτεί την χειραφέτηση από την (αλλοτριωμένη) εργασία.

Αυτή η ερμηνεία, παρέχοντας την βάση για μία ιστορική κριτική της συγκεκριμένης μορφής της παραγωγής εντός του καπιταλισμού (καθώς επίσης και της αφηρημένης διαμεσολάβησης και κυριαρχίας που εκφράζονται με τις κατηγορίες της αξίας και του κεφαλαίου) ρίχνει άπλετο φως στον πολύ γνωστό ισχυρισμό του Μαρξ πως ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της προϊστορίας της ανθρώπινης κοινωνίας (Καρλ Μαρξ: Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας // Marx 1987: 264). Η έννοια της υπέρβασης της προλεταριακής εργασίας υποδηλώνει ότι η «προϊστορία» θα πρέπει να νοηθεί αναφορική με εκείνους τους κοινωνικούς σχηματισμούς στους οποίους η αδιάλειπτη παραγωγή πλεονάσματος είναι υπαρκτή και κυρίως βασίζεται στην άμεση ανθρώπινη εργασία. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι κοινό στις κοινωνίες που το πλεόνασμα δημιουργείται από τους σκλάβους, τους δουλοπάροικους ή τη μισθωτή εργασία. Ωστόσο ο σχηματισμός που βασίζεται επάνω στην μισθωτή εργασία, σύμφωνα με τον Μαρξ, χαρακτηρίζεται μοναδικά από μία δυναμική που μπορεί να προκαλέσει το ιστορικό ενδεχόμενο να καταστεί εφικτή η υπέρβαση του παραγωγικού πλεονασμού προϊόντων ο οποίος στηρίζεται στην ανθρώπινη εργασία ως εσωτερικό στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας. Ένας νέος κοινωνικός σχηματισμός θα μπορούσε να είναι δημιουργημένος μέσα στον οποίο «η υπερεργασία των πολλών έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, όπως και η μη-εργασία των λίγων έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 538).

Για τον Μαρξ, λοιπόν, το τέλος της προϊστορίας σημαίνει την υπέρβαση της αντίθεσης ανάμεσα στην χειρωνακτική και την διανοητική εργασία. Ωστόσο, αυτή η αντίθεση δεν μπορεί να ξεπεραστεί απλώς και μόνο με την συγχώνευση της υπάρχουσας χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας. Η πραγμάτευση της παραγωγής από τον Μαρξ στις Βασικές Γραμμές υποδεικνύει πως εκτός από τον διχασμό των δύο συγκεκριμένων τρόπων εργασίας, συνεπάγεται επίσης και ο προκαθορισμός των χαρακτηριστικών τους, που βρίσκει την προέλευση του στην υπάρχουσα μορφή της παραγωγής. Ο διχασμός τους θα μπορούσε να ξεπεραστεί μόνο με την μετατροπή αμφότερων των υφιστάμενων τρόπων της χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, δηλαδή με την ιστορική συγκρότηση μιας νέας δομής και συνάμα κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Μία τέτοια καινούργια δομή καθίσταται εφικτή, σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ όταν το πλεόνασμα της παραγωγής παύει πλέον να στηρίζεται πρωταρχικά στην άμεση ανθρώπινη εργασία.

Το παράθεμα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse επάνω στην θεμελιακή αντίφαση του καπιταλισμού καθιστά σαφές, λοιπόν, πως η κριτική θεωρία του Μαρξ πρέπει ουσιαστικά να είναι κατανοητή ως η κριτική της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό αντί να είναι η κριτική του καπιταλισμού από την σκοπιά της εργασίας (όπως υφίσταται στον παραδοσιακό Μαρξισμό). Αυτό έχει εκτεταμένες επιπτώσεις επάνω στην πρόσληψη του Κεφαλαίου και σκιαγραφεί μία θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στην κριτική του Μαρξ επάνω στην πολιτική οικονομία και της διαδεδομένης (παρ)ερμηνείας της ως μίας πολιτικής οικονομίας της κατάκρισης. Βεβαίως δεν είναι εφικτή η λεπτομερής επεξεργασία μιας τέτοιας ανάγνωσης στο Κεφάλαιο, επάνω στην βάση των Βασικών Γραμμών, εντός της δομής του παρόντος κεφαλαίου. Όμως για να είμαστε σε θέση να σκαριφίσουμε περιληπτικά τα κύρια σημεία της είναι σημαντικό να εξετάσουμε εν συντομία μία άλλη κρίσιμη ενότητα των Βασικών Γραμμών με τίτλο «Η μέθοδος της πολιτικής οικονομίας» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 66).

ΟΙ ΒΑΣΙΚEΣ ΓΡΑΜΜEΣ: ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡIΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΞ.

Σε αυτήν την ενότητα ο Μαρξ πραγματεύεται το ζήτημα ενός κατάλληλου σημείου εκκίνησης για την κριτική ανάλυση του. Καθιστά σαφές ότι οι κατηγορίες της ανάλυσης του δεν θα πρέπει να νοούνται με αυστηρούς οικονομικούς όρους. Τουναντίον, αυτές «εκφράζουν τις μορφές ύπαρξης [Daseinsformen], τους υπαρξιακούς προσδιορισμούς [Existenz- bestimmungen] …αυτής της καθορισμένης κοινωνίας» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 70, η πρόταση έχει ανασυνταχθεί). Ως τέτοιες είναι, ταυτοχρόνως, μορφές υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας: εκφράζουν «ότι είναι δοσμένο στο νου, όπως και στην πραγματικότητα» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές η πρόταση έχει ανασυνταχθεί σελ: 70). Δηλαδή οι κατηγορίες του Μαρξ εμφανίζονται να συλλαμβάνουν ως ουσιαστικά αλληλένδετες διαστάσεις, την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική έκφανση του σύγχρονου καπιταλιστικού βίου ενώ αυτές συνήθως αντιμετωπίζονται σαν ενδεχόμενα που σχετίζονται ως εξωγενή το ένα με το άλλο. Αυτή η κατηγορική προσέγγιση αντικρούει τις αντιλήψεις για τις σχέσεις της κοινωνικής αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας με συλλογιστικούς όρους που στηρίζονται σ’ ένα θεμελιακό/υπερδομικό μοντέλο. (11)

Κι’ εκτός αυτού ο Μαρξ καθιστά σαφές ότι οι κατηγορίες τις κριτικής του είναι ιστορικά συγκεκριμένες. Ακόμα και οι κατηγορίες που παρουσιάζονται να είναι διιστορικές και πράγματι παίζουν έναν ρόλο αρκετά πρώιμα ιστορικά – όπως το χρήμα και η εργασία – είναι πλήρως ανεπτυγμένες και καταλήγουν ως αυτούσιες μόνο στην καπιταλιστική κοινωνία (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 70).

Το παράδειγμα αυτό της εργασίας δείχνει έντονα, πώς ακόμα και οι πιο αφηρημένες κατηγορίες, παρόλο που –ακριβώς επειδή είναι αφηρημένες– ισχύουν για όλες τις εποχές, ωστόσο στον καθορισμένο χαρακτήρα αυτής της αφαίρεσης αποτελούν οι ίδιες εξίσου το προϊόν ιστορικών σχέσεων και έχουν την πλήρη τους ισχύ μονάχα γι αυτές και μέσα σ’ αυτές τις σχέσεις.

(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), εισαγωγή Μ, 18, σελ. 69-70)

Με άλλα λόγια σαν απλές, αφηρημένες κατηγορίες είναι «τόσο σύγχρονη(ες)… όσο και οι σχέσεις που δημιουργούν αυτή την απλή αφαίρεση» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 68). (12) Διότι οι κατηγορίες αφού είναι πλήρως ανεπτυγμένες, είναι και ιστορικά συγκεκριμένες,

Θα ’ταν λοιπόν άβολο και λαθεμένο να αφεθούν οι οικονομικές κατηγορίες να διαδεχτούν η μια την άλλη με τη σειρά που ιστορικά υπήρξαν καθοριστικές. Η σειρά τους καθορίζεται, αντίθετα, από τη σχέση που έχουν μεταξύ τους μέσα στη σύγχρονη αστική κοινωνία, σχέση που είναι ακριβώς η αντίστροφή από εκείνη που εμφανίζεται σαν η φυσική τους σχέση ή που αντιστοιχεί στη σειρά της ιστορικής εξέλιξης.

(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), εισαγωγή Μ, 18, σελ. 71)

Αντί αυτού, η κριτική ανάλυση θα πρέπει να εκκινεί με εκείνο που είναι το πλέον ουσιώδες για το αντικείμενο της. Στην αστική κοινωνία «το κεφάλαιο είναι η κυρίαρχη πάνω σε όλα οικονομική δύναμη», και επομένως «πρέπει να αποτελεί αφετηρία και τέρμα» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 71).

Η έμφαση του Μαρξ επάνω στην ιστορική ιδιαιτερότητα του ερευνητικού αντικείμένου είναι εγγενώς συνδεδεμένη με το ζήτημα του εναρκτήριου σημείου της κριτικής του ανάλυσης. Όπως το είχε κάνει πρώιμα και στην Γερμανική Ιδεολογία ο Μαρξ επέμεινε στην κοινωνική και ιστορική συγκρότηση των μορφών συνείδησης, μια θέση που είναι πιο εκλεπτυσμένη στις Βασικές Γραμμές και αναφορική με την έννοια αντικειμενικού/υποκειμενικού χαρακτήρα των δομικών κατηγοριών της καπιταλιστικής κοινωνίας. Και αυτό υποδηλώνει ότι καμία θέση, συμπεριλαμβανομένης και του Μαρξ, δεν έχει οικουμενική και υπεριστορική σημασία. Ωστόσο η ιστορική σχετικοποίηση της σκέψης δεν σημαίνει ότι μία βάσιμη θεωρία δεν είναι εφικτή: μία ιστορικά συγκεκριμένη θεωρία μπορεί να είναι σχολαστικά επαρκής ως προς το αντικείμενο της. Αυτό προϋποθέτει πως η θεωρία είναι αυτοαναφορική: πρέπει να είναι σε θέση να εξηγεί τα ενδεχόμενα με τους δικούς της όρους, με την βοήθεια των ίδιων κατηγοριών με τις οποίες εξετάζει το αντικείμενο της, δηλαδή να επεξηγεί το δικό της περιεχόμενο.

Επιπλέον ο ιστορικά συγκεκριμένος χαρακτήρας της θεωρίας δεν είναι αμιγώς ένα ζήτημα του περιεχομένου αλλά είναι και ζήτημα της δομής: η δομή της δεν θα πρέπει να αντιβαίνει τον ιστορικά καθορισμένο χαρακτήρα της θεωρίας. Η θεωρία δεν μπορεί να παρουσιαστεί σε διιστορική μορφή, όπως για παράδειγμα σαν μία οικουμενικά έγκυρη μέθοδος που μπορεί απλώς να είναι εφαρμόσιμη σε ποικίλα αντικείμενα, με τα οποία σχετίζεται μόνο φαινομενικά. Αντίθετα η ιστορική ιδιαιτερότητα της θεωρίας απαιτεί ότι η γενική της ιδέα είναι η έννοια του αντικειμένου της. (Κατά ειρωνικό τρόπο όταν η θεωρία έχει αυτεπίγνωση και είναι ιστορικώς αυτό-αναφορικά καθορισμένη, αυτή η φαινομενικά υπεριστορική ρήση του Χέγκελ αποκτά την εγκυρότητα της.)

Επομένως το σημείο εκκίνησης της κριτικής ανάλυσης δεν μπορεί να θεμελιώθει κατά τρόπο Καρτεσιανό, σε μία αναφορικά αναμφισβήτητη και υπεριστορικά έγκυρη αλήθεια. Αντίθετα το σημείο εκκίνησης πρέπει να είναι ιστορικά συγκεκριμένο, ο πυρήνας μιας ιστορικώς καθορισμένης ανάλυσης του ιστορικά συγκεκριμένου σχηματισμού που είναι δηλαδή το περιεχόμενο της. Εάν ο ‘Έγελος στην Επιστήμη της Λογικής ασχολούταν με το πρόβλημα του σημείου εκκίνησης για την ανάλυση μίας λογικής που δεν την προϋποθέτει, που σημαίνει με άλλα λόγια, την θεμελίωση της έξω από εκείνο που αναζητά να αποδείξει, ο Μαρξ απασχολούταν με το πρόβλημα ενός ιστορικά συγκεκριμένου, εναρκτήριου σημείου για μία κοινωνική κριτική θεωρία, η οποία δεν θεμελιώνει την υπόσταση της έξω από το αντικείμενο/περιεχόμενο της.

Επειδή ένα τέτοιο σημείο εκκίνησης δεν μπορεί να θεσπιστεί σε κανένα διιστορικά έγκυρο θεώρημα, μπορεί μόνο να καταστεί εύλογο εμμενώς – με την εξελισσόμενη τροχιά του, σύμφωνα με την οποία κάθε διαδοχική στιγμή που εκτυλίχθηκε δικαιώνει αναδρομικά εκείνη που προηγήθηκε. Και κατ’ αυτό τον τρόπο το Κεφάλαιο πράγματι, είναι διαρθρωμένο. Οι κατηγορίες από την αρχή – παραδείγματος χάριν το εμπόρευμα, η αξία, η αξία χρήσης, η αφηρημένη εργασία, η συγκεκριμένη εργασία – δικαιολογούνται στην πραγματικότητα μόνο από την επακόλουθη (διαδοχική) εξέλιξη αυτής της ανάλυσης. (13) Εκείνο που εμφανίζεται να είναι η διιστορική θεμελίωση τους στο πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου πρέπει να κατανοείται αναφορικά με την οργάνωση του Μαρξ στην αυστηρώς εγγενή λειτουργία της παρουσίασης τους η οποία δεν λαμβάνει μία εξωγενή θέση προς το αντικείμενο της. Κατανοητό με τον τρόπο αυτό, εκείνο που παρουσιάζεται ως διιστορική θέσπιση (όπως για παράδειγμα η αξία) δεν είναι παρά η θέση στην οποία οι υποκειμενικοί/αντικειμενικοί τύποι αυτό-προβάλλονται. Είναι ένας κατά συνέπεια-σχολιασμός, επάνω στον τρόπο σκέψης που παραμένει δέσμιος μέσα στα όρια των κατασκευασμένων μορφών της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. (14)

ΤΟ ΚΕΦAΛΑΙΟ ΥΠO ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ GRUNDRISSE

Σε αυτό το σημείο μπορούμε να σκιαγραφήσουμε εν συντομία μία ανάγνωση του Κεφαλαίου με βάση τους προσεκτικούς συλλογισμούς που έχουμε αναπτύξει έως τώρα. Όπως είναι ευρέως γνωστό το σημείο έναρξης του Κεφαλαίου είναι το εμπόρευμα. Επί τη βάσει των Βασικών Γραμμών είναι πλέον προφανές ότι η κατηγορία του εμπορεύματος δεν αναφέρεται στα εμπορεύματα όπως ίσως υφίστανται σε πολλούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Ούτε εκφράζει ένα (πλασματικό) ιστορικό στάδιο της «αμιγούς εμπορευματικής παραγωγής» που υποτίθεται πως προϋπήρχε του καπιταλισμού. Αντιθέτως η κατηγορία του εμπορεύματος εδώ είναι ιστορικά συγκεκριμένη. Προσδιορίζει την πλέον στοιχειώδη κοινωνική μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας, την μορφή από την οποία ο Μαρξ ακολούθως συνέχισε, ώστε να αναπτύξει τα ουσιώδη γνωρίσματα και την δυναμική ιδιότητα αυτής της κοινωνίας. (15). Τα χαρακτηριστικά αυτής της μορφής – που είναι ταυτοχρόνως αξία και αξία χρήσης, επί παραδείγματι – θα πρέπει επίσης να κατανοούνται ως ιστορικά συγκεκριμένα. (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 75, 83 Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002)

Ως μορφή κοινωνικών σχέσεων το εμπόρευμα είναι παράδοξο σύμφωνα με τον Μαρξ: η συγκρότηση του γίνεται από την εργασία. Επομένως, αναγκαστικά υφίσταται σε αντικειμενοποιημένη μορφή και έχει ένα δισυπόστατο χαρακτήρα ως μορφή κοινωνικής διαμεσολάβησης και ως προϊόν, ως αξία και αξία χρήσης. Η έννοια του Μαρξ για την ιστορική ιδιαιτερότητα της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό αποτελεί την βάση για την περιγραφή του εμπορεύματος. Υποστηρίζει ότι η εργασία έχει «διπλό χαρακτήρα» : είναι μαζί «συγκεκριμένη εργασία» και «αφηρημένη εργασία» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 52, 55-60). Η «συγκεκριμένη εργασία» αναφέρεται στις εργασιακές δραστηριότητες που διαμεσολαβούν την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με την φύση. Αν και μόνο στον καπιταλισμό όλες αυτές οι δραστηριότητες θεωρούνται τύποι μιας ευρύτερης δραστηριότητας – (συγκεκριμένη) εργασία – και όλα τα προϊόντα κατατάσσονται ως όμοια σαν αξίες χρήσης, αυτού του είδους η διαμεσολαβητική δραστηριότητα είναι υπεριστορική: υπάρχει σε όλες τις κοινωνίες. Η διάσταση της αξίας χρήσης που έχει το εμπόρευμα δεν είναι ιστορική αποκλειστικότητα του καπιταλισμού. Ωστόσο όμως, αυτό συνεπάγεται ότι η διάσταση της αξίας και η εργασία που την θεσπίζει είναι ιστορικά συγκεκριμένες. Γι’ αυτό το λόγο η «αφηρημένη εργασία» δεν είναι ως επί το πλείστον συγκεκριμένη εργασία, αλλά είναι μία διαφορετική, ιστορικά συγκεκριμένη κατηγορία. Όπως έχει υποστηριχθεί στο Χρόνος, Εργασία και Κοινωνική Κυριαρχία / Time, Labour and Social Domination αυτή η κατηγορία δηλοποιεί πως η εργασία στον καπιταλισμό έχει μια αποκλειστική κοινωνική λειτουργία η οποία δεν είναι ενδογενής με την εργασιακή δραστηριότητα ως τέτοια (Postone 1993: 123-85). Αντιθέτως, η προσδιορισμένη εκ του εμπορεύματος εργασία υπηρετεί το είδος ενός οιονεί αντικειμενικού μέσου με το οποίο τα προϊόντα των άλλων αποκτώνται (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 75, 78). Εν ολίγοις, μεσολαβεί μια νέα μορφή αλληλεξάρτησης στην οποία η εργασία των ανθρώπων ή τα προϊόντα της εργασίας τους λειτουργούν σαν αντικειμενικά μέσα για την προμήθευση των προϊόντων των άλλων. Η χρησιμότητα της εργασίας και των προϊόντων της, ως μέσων με τον συγκεκριμένο σκοπό, προκαταλαμβάνει αυτή την λειτουργία από την πλευρά των πρόδηλων κοινωνικών σχέσεων.

Έτσι λοιπόν στα ώριμα έργα του Μαρξ η έννοια της απαραίτητης κεντρικότητας της εργασίας μέσα στην κοινωνική ζωή είναι ιστορικά συγκεκριμένη. Η πρόσληψη της δεν θα πρέπει να σημαίνει ότι η υλική παραγωγή είναι η πιο ουσιώδης διάσταση της κοινωνικής ζωής γενικά, ή του καπιταλισμού ειδικότερα. Εν αντιθέσει, αναφέρεται στην ιστορικώς συγκεκριμένη συγκρότηση από την εργασία μέσα στον καπιταλισμό, μιας μορφής διαμεσολάβησης η οποία χαρακτηρίζει εκ βάθρων αυτή την κοινωνία. Εν τούτοις, αυτή η διαμεσολαβητική δραστηριότητα δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που είναι εγγενές στην εργασιακή δραστηριότητα. Συνεπακόλουθα δεν πρέπει – και δεν μπορεί – να παρουσιάζεται ως τέτοια. Αντί αυτού όταν το εμπόρευμα υπόκειται σε ανάλυση, η ιστορικά συγκεκριμένη διάσταση του, η αξία εμφανίζεται να συγκροτείται από την εργασία εν γένει χωρίς περαιτέρω ενδοιασμούς – είναι το «παραγωγικό ξόδεμα ανθρώπινου μυαλού, ανθρώπινων μυώνων, νεύρων, χεριών κ.λ.π.» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 58). Κοντολογίς, η ιστορικά συγκεκριμένη και κοινωνικά διαμεσολαβητική λειτουργία της εργασίας, στον καπιταλισμό εμφανίζεται σαν υπεριστορική συγκεκριμένη εργασία, ως ‘‘επάγγελμα’’ – δηλαδή σαν μία οντολογική ουσία και όχι σαν μια ιστορικά συγκεκριμένη μορφή. Αυτή η οντολογική μορφή της εμφάνισης, της ιστορικά μοναδικής και κοινωνικά θεσπισμένης λειτουργίας που έχει η εργασία στον καπιταλισμό, αποτελεί τον θεμελιώδη ορισμό εκείνου που ο Μαρξ αποδίδει με τον όρο οι φετιχιστικές μορφές του καπιταλισμού. Διέπει όλες τις προσεγγίσεις που ιστορικοποιούν καθ’ υπέρβαση την κοινωνική θέσμιση του ρόλου της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό, είτε καταφατικά (όπως στην κλασική πολιτική οικονομία του παραδοσιακού Μαρξισμού) είτε αρνητικά (όπως στην Διαλεκτική του Διαφωτισμού). (16)

Η εργασία λοιπόν στον καπιταλισμό, δεν μεσολαβεί μόνο την αλληλεπίδραση των ανθρώπων και της φύσης αλλά καθιερώνει επίσης μια ιστορικά συγκεκριμένη κοινωνική διαμεσολάβηση σύμφωνα με τον Μαρξ. Ως εκ τούτου, οι αντικειμενοποιήσεις της (εμπόρευμα, κεφάλαιο) είναι αμφότερες καθορισμένα προϊόντα της εργασίας και αντικειμενοποιημένες μορφές της κοινωνικής διαμεσολάβησης. Επί τη βάσει της ανάλυσης αυτής, οι κοινωνικές σχέσεις που με τον πλέον θεμελιώδη τρόπο χαρακτηρίζουν την καπιταλιστική μορφή της κοινωνικής ζωής είναι εντελώς διαφορετικές σε χαρακτήρα από τις ποιοτικά συγκεκριμένες και φανερές κοινωνικές σχέσεις, όπως είναι οι σχέσεις της συγγένειας, που χαρακτηρίζουν άλλες μορφές κοινωνικής ζωής. Οι βασικές μορφές των κοινωνικών σχέσεων, που έχουν συσταθεί εντός του καπιταλισμού, είναι παραδόξως οιονεί αντικειμενικές και μαζί ρυθμιστικές, χαρακτηρίζονται δε από μια διχαστική αντίθεση ανάμεσα σε μία αφηρημένη, γενική, ομοιογενή διάσταση και σε μία συγκεκριμένη, ιδιαίτερη, υλική διάσταση (όπου αμφότερες εμφανίζονται να είναι εκ φύσεως παρά κοινωνικές).

Αυτή η ιδιάζουσα μορφή διαμεσολάβησης συνίσταται από προσδιορισμένες μορφές της πρακτικής, αλλά καθίσταται κατά κάποιο τρόπο ανεξάρτητη των πρακτικών αυτών. Το αποτέλεσμα είναι μια νέα μορφή κοινωνικής κυριαρχίας που υποβάλλει τους ανθρώπους σε όλο και πιο απρόσωπες, «ορθολογικές» προσταγές και εξαναγκασμούς που δεν μπορούν να νοηθούν επαρκώς με τους όρους της απτής καθυπόταξης των κοινωνικών ομάδων, όπως είναι η κοινωνική τάξη ή οι θεσμικοί φορείς του κράτους και / ή της οικονομίας. Αντιστοίχως με την εξουσία, όπως εκείνη γίνεται αντιληπτή από τον Φουκώ, αυτή η μορφή κυριαρχίας δεν έχει καθορισμένο τόπο και παρουσιάζεται σαν να μην είναι καθόλου κοινωνική. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι στατική, αλλά χρονικά δυναμική. Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ πραγματεύεται τον ιστορικά δυναμικό χαρακτήρα του καπιταλισμού ως ιστορικά καθορισμένο και προδιαγεγραμμένο χαρακτηριστικό αυτού του σχηματισμού της κοινωνικής ζωής, που στηρίζεται στον τρόπο της απρόσωπης κυριαρχίας, ως έμφυτου στις βασικές μορφές διάρθρωσης αυτής της κοινωνίας. Με τον τρόπο αυτό, σχετικοποιεί ιστορικώς την έννοια της εγγενούς ιστορικής δυναμικής.

Εκείνο που οδηγεί αυτή την δυναμική είναι ο διπλός χαρακτήρας των υποκείμενων στον καπιταλισμό κοινωνικών μορφών. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σημειωθεί εν προκειμένω ότι ο διαχωρισμός που κάνει ο Μαρξ στις Βασικές Γραμμές μεταξύ της αξίας και του ‘‘πραγματικού πλούτου’’ επανεμφανίζεται στο πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου ανάμεσα στην αξία και τον ‘‘υλικό πλούτο’’ (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 57-60). Ο υλικός πλούτος μετριέται από την ποσότητα που έχει παραχθεί και είναι η λειτουργία ενός αριθμού παραγόντων που είναι επιπρόσθετοι της εργασίας όπως η γνώση, η κοινωνική οργάνωση και οι φυσικές συνθήκες. (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 54). Η αξία, η κυρίαρχη μορφή του πλούτου στον καπιταλισμό, συγκροτείται μονάχα από τον (κοινωνικά αναγκαίο) ανθρώπινο χρόνο που αναλώθηκε, σύμφωνα με τον Μαρξ (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 53-54, 58-60).

Δοθέντος ότι, ο υλικός πλούτος ως η κυρίαρχη μορφή του πλούτου μεσολαβείται από τις έκδηλες κοινωνικές σχέσεις, η αξία είναι η ίδια μία διαμεσολαβημένη μορφή του πλούτου.

Εκκινώντας με την μελέτη του για το μέγεθος της αξίας υπό τους όρους του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, ο Μαρξ περιγράφει την διαλεκτική αλληλεπίδραση της αξίας και της χρήσης – η αξία που καθίσταται ιστορικά σημαίνουσα με την ανάδυση της σχετικής υπεραξίας και δημιουργεί μια αρκετά περίπλοκη, μη γραμμική, ιστορική δυναμική, υποκείμενη στη σύγχρονη κοινωνία. Με την ανάπτυξη της δυναμικής αυτής γίνεται όλο και πιο σαφές ότι ο ιστορικά συγκεκριμένος τρόπος της κοινωνικής καθυπόταξης, που είναι εσωτερικός στις πιο βασικές μορφές της κοινωνικής διαμεσολάβησης, εντός του καπιταλισμού, είναι η κυρίευση των ανθρώπων από τον χρόνο. Η δυναμική που περιγράφεται από τον Μαρξ στο Κεφάλαιο χαρακτηρίζεται, από την μία πλευρά, από τους διαρκείς μετασχηματισμούς της παραγωγής και γενικότερα της κοινωνικής ζωής, ενώ από την άλλη πλευρά αυτή η ιστορική δυναμική συνεπάγεται την συνεχή ανασύσταση των δικών της θεμελιακών όρων ως ένα αμετάβλητο γνώρισμα της κοινωνικής ζωής – ήτοι η κοινωνική διαμεσολάβηση πραγματοποιείται τελικά από την εργασία και γι΄ αυτό τον λόγο, η έμβια εργασία παραμένει αναπόσπαστο μέρος στην διαδικασία της παραγωγής (λαμβάνοντας ως προϋπόθεση την κοινωνία στο σύνολο της) ανεξάρτητα από το επίπεδο της παραγωγικότητας. Ο καπιταλισμός ακατάπαυστα δημιουργεί το καινούργιο ενώ αδιαλείπτως ανασυγκροτεί το ίδιο.

Αυτή η κατανόηση της περίπλοκης καπιταλιστικής δυναμικής λαμβάνει υπ’ όψιν την κριτική, κοινωνική ανάλυση (αντί για την τεχνολογική) της τροχιάς της ανάπτυξης και της δομής της παραγωγής στην σύγχρονη κοινωνία. Παρ’ ότι δεν μπορώ εδώ να την αναπτύξω διεξοδικά, η έννοια – κλειδί του Μαρξ για την υπεραξία δεν υποδηλώνει μόνο πως το πλεόνασμα παράγεται από την εργατική τάξη, όπως τονίζουν οι παραδοσιακές ερμηνείες, αλλά ότι ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μια καθορισμένη, ανεξέλεγκτη μορφή ανάπτυξης. Το πρόβλημα μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, δεν είναι αποκλειστικά οι διαρκείς κλυδωνισμοί κρίσεων όπως έχει επανειλημμένα και σωστά τονιστεί από τις παραδοσιακές μαρξιστικές προσεγγίσεις. Αλλά η καθαυτή μορφή ανάπτυξης, που συνεπάγεται την επιτάχυνση της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος για ολοένα και πιο μικρές προσαυξήσεις στην υπεραξία, είναι από την φύση της προβληματική. Η πορεία της ανάπτυξης θα ήταν πολύ διαφορετική, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, εάν ο τελικός στόχος της παραγωγής ήταν οι αυξημένες ποσότητες των αγαθών και όχι οι αυξήσεις σε υπεραξία.

Αυτή η προσέγγιση παρέχει επίσης την βάση για μία κριτική ανάλυση της κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας και της φύσης της παραγωγής μέσα στον καπιταλισμό. Δείχνει πως η βιομηχανική διαδικασία της παραγωγής δεν θα πρέπει να νοείται ως μία τεχνολογική διαδικασία που, παρ’ ότι καθίσταται όλο και πιο κοινωνικοποιημένη, χρησιμοποιείται από τους καπιταλιστές ιδιώτες ώστε να υπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς. Αντιθέτως η προσέγγιση που περιγράφω, κατανοεί την ίδια την διαδικασία ως εκ φύσεως καπιταλιστική. Με την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στην θεωρία του Μαρξ, το κεφάλαιο καθίσταται ολοένα και λιγότερο ως η συγκεχυμένη μορφή των παραγωγικών δυνάμεων που «στην πραγματικότητα» είναι οι δυνάμεις των εργαζομένων. Εν προκειμένω, οι παραγωγικές δυνάμεις του κεφαλαίου γίνονται όλο και περισσότερο στο σύνολο τους, κοινωνικά παραγωγικές δυνάμεις που δεν μπορούν πλέον να κατανοηθούν επαρκώς μόνο ως δυνάμεις των άμεσων παραγωγών. Αυτή η θέσπιση και συσσώρευση της κοινωνικά γενικής γνώσης καθιστά την προλεταριακή εργασία συνεχώς πιο αναχρονιστική. Δηλαδή καθιστά την παραγωγή του υλικού πλούτου ουσιαστικά ανεξάρτητη από την άμεση δαπάνη ανθρώπινου εργασιακού χρόνου. Το γεγονός αυτό με την σειρά του ανοίγει την δυνατότητα για μια γενική ελάττωση, μεγάλης κοινωνικά κλίμακας, στον χρόνο της εργασίας και για ριζικές αλλαγές επάνω στην φύση και την κοινωνική οργάνωση της εργασίας. Ωστόσο αυτές οι πιθανότητες δεν είναι δυνατό να συνειδητοποιηθούν πλήρως μέσα στον καπιταλισμό: η διαλεκτική της αξίας και της αξίας χρήσης συγκροτεί εκ νέου την αναγκαιότητα της προλεταριακής εργασίας Ο συνδυασμός της κίνησης του κεφαλαίου για την αδιάλειπτη αύξηση της παραγωγικότητας και της καθήλωσης του επάνω στην δαπάνη του άμεσου ανθρώπινου εργασιακού χρόνου οδηγεί σ’ έναν προκαθορισμένο τρόπο της παραγωγής στον οποίο η ανάπτυξη της τεχνολογικά προηγμένης παραγωγής, ενώ θα μπορούσε να απελευθερώσει τους ανθρώπους από την αποσπασματική και επαναλαμβανόμενη εργασία τους, ενισχύει αυτού του είδους την εργασία εκ νέου. Παρομοίως ο χρόνος εργασίας δεν ελαττώνεται σ’ ένα κοινωνικά γενικό επίπεδο, αλλά κατανέμεται άνισα και αυξάνεται ακόμη για τους πιο πολλούς.

Αυτή η προκαταρκτική επεξήγηση της έννοιας του Μαρξ για την αντίφαση του καπιταλισμού υποδηλώνει ότι η ανάλυση του επιδιώκει να συλλάβει την πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης σαν μια διπλής όψεως ανάπτυξη του εμπλουτισμού και της εξαθλίωσης. Αυτό σημαίνει ότι η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς με μία μονοδιάστατη μέθοδο είτε ως πρόοδος της γνώσης και της ευτυχίας, είτε ως «πρόοδος» της κυριαρχίας και της καταστροφής. Συμφώνως προς την ανάλυση του, καίτοι η ιστορική δυνατότητα προβάλλει τον τρόπο ούτως ώστε η εργασία να μπορεί να είναι βελτιωμένη μέσα στην κοινωνία για τον καθένα μας, στην πραγματικότητα η εργασία κοινωνικά έχει καταστεί εξαθλιωμένη για τους πιο πολλούς. Ως εκ τούτου, η ραγδαία αύξηση της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού δεν σημαίνει την γραμμική πρόοδο προς την χειραφέτηση. Σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ για το εμπόρευμα και το κεφάλαιο αυτή η αυξημένη γνώση – η οποία συντελείται από την κοινωνία – έχει οδηγήσει στον κατακερματισμό και την κενότητα της ατομικής εργασίας και στην μεγέθυνση του ελέγχου της ανθρωπότητας από τα αποτελέσματα της ίδιας της αντικειμενοποιημένης δραστηριότητας της: όμως επίσης αύξησε και την δυνατότητα της πιθανής εξατομικευμένης βελτίωσης της εργασίας αλλά και της άσκησης μεγαλύτερου ελέγχου της ανθρωπότητας επάνω στην ίδια της τη μοίρα. Αυτή η διπλής όψεως ανάπτυξη έχει τις ρίζες της στις αλλοτριωμένες δομές της καπιταλιστικής κοινωνίας και είναι εφικτό να ξεπεραστεί, σύμφωνα με την διαλεκτική ανάλυση του Μαρξ, η όποια δεν θα πρέπει, στη συνέχεια, να ταυτίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με την πίστη στη γραμμική επιστημονική πρόοδο και / ή στην κοινωνική πρόοδο.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ανάλυση του Μαρξ συνεπάγεται την ιδέα της υπέρβασης του καπιταλισμού που δεν επιβεβαιώνει άκριτα την βιομηχανική παραγωγή ως όρο για την ανθρώπινη πρόοδο, ούτε απορρίπτει ρομαντικά την ίδια την τεχνολογική πρόοδο. Με την υπόδειξη της δυναμικής του συστήματος παραγωγής που αναπτύχθηκε μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο και η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να μετασχηματίσει το ίδιο το σύστημα, η ανάλυση του Μαρξ υπερβαίνει την αντίθεση των συγκεκριμένων θέσεων και δείχνει ότι η καθεμιά τους λαμβάνει μία στιγμή από μία πιο περίπλοκη ιστορική εξέλιξη και την ανάγει σε ιστορική πληρότητα. Αυτή η προσέγγιση αντιλαμβάνεται την αντίθεση της πίστης στην γραμμική πρόοδο και την ρομαντική απόρριψη της ως εκφράζουσες μία ιστορική αντινομία η οποία και στις δύο περιπτώσεις είναι χαρακτηριστική της καπιταλιστικής εποχής (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελJ / Marx, Karl 1996: 568-9, 798ff. ‘Capital, vol. I’). Γενικότερα, η κριτική θεωρία του Μαρξ δεν υποστηρίζει ούτε την αμιγή διατήρηση, ούτε την κατάργηση εκείνου που έχει ιστορικά συντελεσθεί μέσα στον καπιταλισμό. Αντιθέτως, η θεωρία του επισημαίνει την δυνατότητα πως εκείνο που ιστορικά θεσπίστηκε σε αλλοτριωμένη μορφή είναι πλέον εφικτό να εξοικειωθεί και ως εκ τούτου να μετασχηματιστεί ριζικά.

Σύμφωνα με την ερμηνεία που περιγράφτηκε εδώ συνοπτικά, οι Βασικές Γραμμές μας επιτρέπουν να δούμε πως η κριτική του Μαρξ στο Κεφάλαιο επεκτείνεται πιο μακριά από την παραδοσιακή κριτική που εστιάζεται στις αστικές σχέσεις της διανομής (αγορά και ατομική ιδιοκτησία). Δεν συνεπάγεται μοναχά την κριτική της εκμετάλλευσης και της άνισης κατανομής του πλούτου και της εξουσίας, αν και βεβαίως, περιλαμβάνει αυτή την κριτική. Εν προκειμένω, αντιλαμβάνεται την μοντέρνα βιομηχανική κοινωνία ως καθαυτή καπιταλιστική και αναλύει κριτικά τον καπιταλισμό κυρίως από την πλευρά των αφηρημένων δομών κυριαρχίας, του αυξανόμενου κατακερματισμού που υφίσταται η εξατομικευμένη εργασία και το άτομο ως ύπαρξη, καθώς και της τυφλής ανεξέλεγκτης αναπτυξιακής λογικής. Πραγματεύεται την εργατική τάξη ως το βασικό στοιχείο του κεφαλαίου παρά ως την ενσάρκωση της άρνησης του και έμμεσα εννοιοδοτεί τον σοσιαλισμό, όχι με όρους συναίσθησης της εργασίας και της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά με όρους της εφικτής κατάργησης του προλεταριάτου και της οργάνωσης της εργασίας που βασίζεται πάνω στην προλεταριακή εργασία (όπως επίσης και του δυναμικού συστήματος του αφηρημένου εξαναγκασμού που θεσπίζεται από την εργασία ως κοινωνικά διαμεσολαβητική δραστηριότητα). Αυτή η προσέγγιση νοηματοδοτεί εκ νέου μια μετακαπιταλιστική κοινωνία με όρους υπέρβασης του προλεταριάτου – την αυτοκατάργηση του προλεταριάτου και της δουλειάς που εκείνο κάνει – δηλαδή με όρους ενός μετασχηματισμού της γενικής οργάνωσης της εργασίας και του χρόνου. Υπ’ αυτήν την έννοια διαφοροποιείται και από την παραδοσιακή μαρξιστική αντίληψη της «συνειδητοποίησης» του προλεταριάτου, και από την καπιταλιστική μέθοδο κατάργησης των εθνικών εργατικών τάξεων δημιουργώντας μία κατώτατη κοινωνική τάξη (λούμπεν) μέσα στο πλαίσιο της άνισης κατανομής της εργασίας και του χρόνου, εθνικά και παγκόσμια.

Μολονότι το προφανές θεωρητικό επίπεδο της ανάλυσης που σκιαγραφήθηκε εδώ δεν αντιμετωπίζει άμεσα το ζήτημα των ειδικών παραγόντων που υπόκεινται στους δομικούς μετασχηματισμούς των τελευταίων τριάντα χρόνων, δύναται να παρέχει ένα πλαίσιο εντός του οποίου αυτοί οι μετασχηματισμοί μπορούν να εδραιωθούν κοινωνικά και να επεξηγηθούν ιστορικά. Συγχρόνως μπορεί να παρέχει και την βάση για μία επικριτική θεωρία των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ως εναλλακτικών μορφών της καπιταλιστικής συσσώρευσης και όχι ως κοινωνικών συστημάτων που αντιπροσώπευαν την ιστορική άρνηση του καπιταλισμού σε μία, ωστόσο, ατελή μορφή. Στο μέτρο που επιδιώκει να εδραιώσει κοινωνικά και να επικρίνει τις αφηρημένες κοινωνικές σχέσεις ως οιονεί αντικειμενικές και την ιδιοσυστασία της παραγωγής, την εργασία και τις επιταγές της ανάπτυξης μέσα στον καπιταλισμό, η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε επίσης να ασχοληθεί με ένα εύρος μεριμνών, δυσαρεσκειών και βλέψεων με τρόπους που μπορούν να προσαρτηθούν στην εξέλιξη του κεφαλαίου χωρίς απαραίτητα να λαμβάνουν υπόψη τους παραδοσιακούς ταξικούς όρους.

Η συγκεκριμένη ανάγνωση του Μαρξ λοιπόν, επιχειρεί να συνεισφέρει σε μία κριτική κατανόηση των βασικών μετασχηματισμών του κοινωνικού μας σύμπαντος με τρόπους που υπερβαίνουν τις αδυναμίες της μετα-μαρξιστικής θεωρίας και επίσης αποφεύγοντας τις παγίδες των παραδοσιακών Μαρξιστικών προσεγγίσεων.

Υποσημειώσεις:

(1) Ευχαριστίες του συγγραφέα στους: Ρόμπιν Μπέιτς και Τζέικ Σμιθ για τον αμοιβαία ανατροφοδότηση κριτικού αναστοχασμού.

(2) Προς αποφυγή παρεξηγήσεων που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν με τον όρο «κατηγορηματικός», χρησιμοποιώ τον όρο «κατηγορικός» για να αναφερθώ στην προσπάθεια του Μαρξ να κατανοήσει τις μορφές του σύγχρονου κοινωνικού βίου με την βοήθεια των κατηγοριών της συνεκτικής κριτικής του

(3) Μερικοί από τους ισχυρισμούς που παρουσιάζονται εδώ έχουν αναπτυχθεί και στο: «Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory» (Postone 1993)

(4) Δες για παράδειγμα: G.A. Cohen, History, Labour and Freedom (Cohen 1988: 209-38); Maurice Dobb, Political Economy and Capitalism (Dobb 1940: 70-8); Jon Elster, Making Sense of Marx (Elster 1985: 127); Ronald Meeks, Studies in the Labour Theory of Value (Meeks 1956); John Roemer, Analytical Foundations of Marxian Economic Theory (Roemer 1981: 158-9); Ian Steedman, ‘Ricardo, Marx, Sraffa’ (Steedman 1981: 11-19); Paul Sweezy, The Theory of Capitalist Development (Sweezy 1968: 52-3).

(5) Αυτό περιλαμβάνει αμφότερα τα κυρίαρχα σκέλη των πιο πρόσφατων κριτικών ερμηνειών του Μαρξ – του Στρουκτουραλισμού και της Κριτικής Θεωρίας. Για παράδειγμα ο Αλτουσέρ διατύπωσε μια επιστημολογικά εξεζητημένη και δριμεία κριτική του «ιδεαλισμού της εργασίας» και της σχετιζόμενης ιδέας περί των ανθρώπων ως υποκειμένων: εισήγαγε την έννοια των κοινωνικών σχέσεων ως δομών που δεν είναι αναγώγιμες στην ανθρωπολογική διυποκειμενικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η εστίαση του επάνω στο ζήτημα της υπεραξίας από την άποψη της εκμετάλλευσης καθώς επίσης και επάνω στην φυσική, «υλική» διάσταση της παραγωγής είναι συσχετισμένη με αυτό που σε τελευταία ανάλυση είναι μία παραδοσιακή κατανόηση του καπιταλισμού (Althusser and Balibar 1970. 145-54, 165-82). Ο Λούκατς και ορισμένα μέλη της σχολής της Φρανκφούρτης επιχειρώντας να ανταποκριθούν θεωρητικώς στον ιστορικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού – που εξελισσόταν από μία μορφή που τοποθετούσε την αγορά στον πυρήνα της σε μία γραφειοκρατική μορφή που την αντικαθιστούσε με την τοποθέτηση του Κράτους στο κέντρο της – σιωπηρά παραδέχτηκαν τις ανεπάρκειες της κριτικής θεωρίας της νεωτερικότητας που προσδιόριζε τον καπιταλισμό αποκλειστικά με όρους του 19ου αιώνα, ήτοι με τους όρους της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Ωστόσο κι’ εκείνοι παρέμειναν δεσμευμένοι σε ορισμένες από τις προϋποθέσεις της εν λόγω κοντόφθαλμης θεωρίας. (βλ: Πόστοουν 1993: σελ 71-120).

(6) Τζ. Στ. Μιλλ: Αρχές Πολιτικής Οικονομίας (2η έκδοση Λονδίνο 1849 τ.1 σελ. 240) παρατίθεται από τον Μαρξ στις Βασικές Γραμμές – Grundrisse σελ: 642 Τετράδιο VII, 44

(7) Ο Τζον Έλστερ μας παρέχει ένα παράδειγμα ενός τέτοιου ισχυρισμού. Επιχειρηματολογεί εναντίον της θεωρίας του Μαρξ για την αξία και την υπεραξία αρνούμενος «ότι οι εργάτες έχουν μια μυστηριώδη ικανότητα να δημιουργούν εκ του μηδενός» και άντ’ αυτού υποστηρίζει πως «η ικανότητα του ανθρώπου να κεφαλαιοποιεί το περιβάλλον καθιστά δυνατό ένα πλεόνασμα πέρα και πάνω από ένα δεδομένο επίπεδο κατανάλωσης» (Elster 1985: 141). Αντιμετωπίζοντας το ζήτημα της δημιουργίας του πλούτου κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ισχυρισμός του Έλστερ λαμβάνει ανεπιφύλακτα την αξία ως διιστορική κατηγορία, συσκοτίζοντας ως εκ τούτου την διάκριση που κάνει ο Μαρξ μεταξύ «αξίας» και «πραγματικού πλούτου».

(8) Η ιδέα πως η αξία, για τον Μαρξ, δεν είναι μία γενική κατηγορία του πλούτου, αλλά ορίζει την μορφή του πλούτου και τις κοινωνικές σχέσεις που υφίστανται στην ‘καρδιά’ της καπιταλιστικής νεωτερικότητας έχει παρανοηθεί από στοχαστές τόσο ανόμοιους μεταξύ τους όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο Ντάνιελ Μπελλ και ο Αντόνιο Νέγκρι. Αμφότεροι ο Χάμπερμας με τον Μπελλ υποστήριξαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ότι η εργασιακή θεωρία της αξίας είχε εκτοπιστεί ιστορικά και πως η σύγχρονη κοινωνία απαιτεί μία ‘‘επιστημονική και τεχνολογική θεωρία της αξίας’’. Και οι δυο τους τοιουτοτρόπως συσκότισαν τον διάχωρισμό του Μαρξ ανάμεσα στην αξία και τον ‘‘πραγματικό πλούτο’’ και ως εκ τούτου την διαλεκτική δυναμική που εκείνος είχε αναπτύξει (Habermas 1973: 222-9); (Bell 1973: xiv). Ο Νέγκρι ισχυρίστηκε ότι η περιγραφή του Μαρξ σε αυτό που έχω εκθέσει ως μία μετα-καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής στις Βασικές Γραμμές στην πραγματικότητα περιγράφει τον σύγχρονο καπιταλισμό, ο οποίος δεν βασίζεται πλέον στον Νόμο της Αξίας, αλλά στον ‘‘Νόμο της Προσταγής’’ (Negri 1989: 144ff.). Τέτοιες θέσεις αντικαθιστούν σιωπηρά μια γραμμική θεώρηση της ιστορίας σύμφωνα με την διαλεκτική ανάλυση του Μαρξ επάνω στην αναγκαιότητα και τον πλεονασμό.

(9) Το επιχείρημα πως η πρωταρχική καπιταλιστική αντίφαση για τον Μαρξ είναι δομική και δεν αναφέρεται απλά στον κοινωνικό ανταγωνισμό έχει τεθεί επίσης κι’ από τον Άντονυ Γκίντενς. Όμως εκείνος εντοπίζει αυτή την αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού σφετερισμού και της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, δηλαδή μεταξύ των αστικών σχέσεων της διανομής και της βιομηχανικής παραγωγής (Giddens 1979: 135-41).

(10) Για μία τέτοια γνώμη, δες: G. A. Cohen, Forces and Relations Of Production (Cohen 1986: 19-22).

(11) Παρ’ όλες τις διαφορές τους ο Γκυόργκ Λούκατς, ο Θιοντόρ Αντόρνο και ο Άλφρεντ Σον Ρεθελ αναγνώρισαν τον υποκειμενικό/αντικειμενικό χαρακτήρα των κατηγοριών του Μαρξ κι’ ως εκ τούτου αποκόπηκαν εντελώς από το θεμελιακό/υπερδομικό σχήμα.

(12) Ένα από τα πολλά επιτεύγματα του Μαρξ στο Κεφάλαιο ήταν να εμπεδώσει κοινωνικά την διιστορική προβολή των κατηγοριών που είναι σε πλήρη ισχύ αποκλειστικά και μόνο στην καπιταλιστική κοινωνία επάνω σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Και το επιτυγχάνει θεμελιώνοντας αυτές τις προβολές στις ποικίλες φετιχιστικές μορφές των κατηγοριών που δημιουργούνται από την αλληλεπίδραση των ιδιαίτερων, αφηρημένων και συγκεκριμένων διαστάσεων των τύπων της κοινωνικής διαμεσολάβησης που εγκαθιδρύονται από την καπιταλιστική κοινωνία.

(13) Το σημείο αυτό αναπτύσσεται λεπτομερώς στο βιβλίο του M. Postone, Time, Labour, and Social Domination (Postone 1993: 138-44, 267-72).

(14) Βλέπε: John Patrick Murray, ‘Enlightenment Roots of Habermas’ Critique of Marx’, The Modern Schoolman, 57, no. 1 (November 1979), pp. 13ff.

(15) Ο Ρόμαν Ροσντόλσκυ επισήμανε ότι η ύπαρξη του προηγμένου κεφαλαίου λαμβάνεται ως δεδομένο από την απαρχή της κριτικής του Μαρξ. (Rosdolsky 1977: 46).

(16) Δες: Θιοντόρ Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ, Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού Εκδόσεις: Νήσος, 1996

Σημειώσεις του μεταφραστή:

* (σ.τ.μ.) Η σηματοδότηση των λέξεων σε μορφή BOLD – μαύρα γράμματα ή ITALIC – πλάγια γράμματα, γίνεται από τον ίδιο τον συγγραφέα ώστε να δώσει την απαιτούμενη έμφαση στη σημασία των συγκεκριμένων όρων.

** (σ.τ.μ.) Τα αποσπάσματα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse που παρατίθενται είναι παρμένα από την μετάφραση της Ελληνικής έκδοσης: Καρλ Μαρξ – Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Εκδόσεις: Στοχαστής. Όσα αποσπάσματα έχουν μεταφερθεί από άλλη ελληνική έκδοση, τα στοιχεία της ‘εκδοσης αυτής αναφέρονται μετά το πέρας κάθε κομματιού.Τα αποσπάσματα των άλλων συγγραφικών έργων που παρατίθενται στο δοκίμιο του Πόστοουν και έχουν δίπλα τους τα στοιχεία της Αγγλικής έκδοσης, έχουν μεταφραστεί εκ νέου γιατί, αφενός δεν υπήρχε η αντικειμενική δυνατότητα πρόσβασης σε όσα από αυτά είναι ήδη μεταφρασμένα στην Ελληνική εκδοτική σφαίρα. αφετέρου ορισμένα από αυτά προέρχονται από συγγραφικά έργα που δεν έχουν Ελληνική μετάφραση.

*** (σ.τ.μ.) μεταφέρω τον αντίστοιχο όρο από το κείμενο του Μαρξ όπως αυτός είναι μεταφρασμένος στην Ελληνική έκδοση των Βασικών Γραμμών ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να κάνει την ανάλογη αντιστοιχία από το άνωθι εδάφιο. Η πλέον δόκιμη λέξη είναι αυτή του «πλεονασματικού» χρόνου εργασίας που την χρησιμοποιεί και ο Πόστοουν από την αγγλική μετάφραση του πρωτότυπου.

Βιβλιογραφία:

1. Adorno, Theodor and Horkheimer, Max (2002) Dialectic of Enlightenment, Stanford: Stanford University Press.

2. Althusser, Louis and Balibar, Etienne (1970) Reading Capital, London: NLB.

3. Bell, Daniel (1973) The Coming of Post-Industrial Society, New York: Basic Books.

4. Cohen, G.A. (1986) ‘Forces and Relations of Production’, in J. Roemer (ed.), Analytical Marxism, Cambridge: Cambridge University Press.

5. Cohen, G.A. (1988) History, Labour and Freedom, Oxford: Clarendon Press.

6. Dobb, Maurice (1940) Political Economy and Capitalism, London: G. Routledge & Sons.

7. Elster, Jon (1985) Making Sense of Marx, Cambridge: Cambridge University Press.

8. Giddens, Anthony (1979) Central Problems in Social Theory, Berkeley: University of California Press.

9. Habermas, Jürgen (1973) ‘Between Philosophy and Science: Marxism as Critique’, in Jürgen Habermas, Theory and Practice, Boston: Beacon Press.

10. Marx, Karl (1973) Grundrisse: Foundations of the Critique of Political Economy, Har- mondsworth: Penguin.

11. Marx, Karl (1987) ‘A Contribution to the Critique of Political Economy’, in Marx and Engels Collected Works, vol. 29: Marx 1857-61, New York: International Publishers.

12. Marx, Karl (1994) ‘Results of the Direct Process of Production’, in Marx and Engels Col­lected Works, vol. 34: Marx 1861-64, New York: International Publishers.

13. Marx, Karl (1996) ‘Capital, vol. I’, in Marx and Engels Collected Works, vol. 35: Capital, Vol. I, New York: International Publishers.

14. Meeks, Ronald (1956) Studies in the Labour Theory of Value, New York and London: Lawrence and Wishart.

15. Murray, John Patrick (1979) ‘Enlightenment Roots of Habermas’ Critique of Marx’, The Modern Schoolman, 57(1).

16. Negri, Antonio (1989) Marx Beyond Marx: Lessons on the Grundrisse, New York: J.F. Bergin Publishers.

17. Postone, Moishe (1993) Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory, Cambridge and New York: Cambridge University Press.

18. Roemer, John (1981) Analytical Foundations of Marxian Economic Theory, Cambridge: Cambridge University Press.

19. Rosdolsky, Roman (1977) The Making of Marx’s Capital, London: Pluto Press.

20. Steedman, Ian (1981) ‘Ricardo, Marx, Sraffa’, in Ian Steedman (ed.), The Value Contro­versy, London: NLB.

21. Sweezy, Paul (1968) The Theory of Capitalist Development, New York: Oxford Univer­sity Press.

22. Μαρξ, Καρλ (1984) Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse), τόμοι 3, Αθήνα: Στοχαστής

Προκήρυξη: Οι Πολλαπλές(πρακτικές & ιδεολογικές) Χρήσεις του Εμβολίου

Ολόκληρο το κείμενο σε pdf

Αν καμιά παρακολουθήσει τις θορυβώδεις σκιαμαχίες των φιλεμβολιαστών θα εντυπωσιαστεί από τη θρασύτατα επίμονη προσπάθειά τους να αποκρύψουν ότι τα κρατικά προγράμματα μαζικού/καθολικού εμβολιασμού (τα οποία οι ίδιοι ένθερμα υποστηρίζουν από την πρώτη-πρώτη στιγμή) αδιαμφισβήτητα συνεπάγονται τον πλέον άμεσο έλεγχο του έμμισθου σώματος, είτε στους χώρους εργασίας, είτε στους χώρους κατανάλωσης, μέσω της επιβολής ενός ρευστού απαρτχάιντ, στο οποίο ο σημερινός (με το στανιό) «συμμορφωμένος-εμβολιασμένος» πολίτης ανά πάσα στιγμή μπορεί να αποκλειστεί από σφαίρες της κοινωνικής ζωής.

Εντός της ψηφιακής, αυτοαναφορικής φούσκας όπου κατεξοχήν εμφανίζεται και πολιτικολογεί η εν λόγω φιλοεμβολιαστική φράξια, ανταλλάσοντας προβλέψιμες –εξαρχής επίνδυνες για τα συμφέροντα της τάξης μας– κοινοτοπίες, βουτηγμένες σε μια θολή θεωρητικούρα άνευ προηγουμένου, οι απλές, καθημερινές εμπειρίες που όλες μας βιώνουμε στους χώρους έμμισθης εκμετάλλευσής μας παραμένουν έντεχνα εξαφανισμένες.

Γιατί η επιβολή της σχέσης-κεφάλαιο –εξαρχής κι έκτοτε διαρκώς– συνεπάγεται τόσο άμεσους όσο κι έμμεσους εκβιασμούς που πρέπει να παραμείνουν κρυφοί∙

Γιατί οι κοινωνικές αιτίες της πανδημίας –άμεσα συνδεόμενες με την σπειροειδή κίνηση της καπιταλιστικής (ανα)παραγωγής– πρέπει να παραμείνουν και αυτές στο σκοτάδι.

Γιατί η δημόσια συζήτηση για την ουσία της κρατικής πολιτικής διαχείρισης της πανδημίας πρέπει να εμποδιστεί

Γιατί οι προλεταριακές ανάγκες –αυξημένες εξαιτίας της πανδημίας– πρέπει να συμπιεστούν κι άλλο∙

Γιατί οι πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης, με τις οποίες λεηλάτησαν τον άμεσο κι έμμεσο εργατικό μισθό τα τελευταία δέκα χρόνια, πρέπει να συνεχιστούν και άλλο – σε αναβαθμισμένο μάλιστα βαθμό∙

Γιατί οι (ανεπαρκείς) προλεταριακοί αγώνες ενάντια σε νέες και παλιές τεχνικές ελέγχου και πειθάρχησης πρέπει να παραμείνουν μειοψηφικοί, απομαζικοποιημένοι – και αόρατοι.

Τώρα που πλέον κατέρρευσε –ελπίζουμε δια παντός– το κρατικό αφήγημα της «επιχείρησης Ελευθερία», τώρα που αποδείχθηκε ότι τα πειραματικά, μη αποστειρωτικά εμβόλια δεν μπορούν να σταματήσουν τη διάδοση της covid-19 –καμία πανδημία, άλλωστε, δεν σταμάτησε μέσω εμβολίων–, τώρα που η μία μετά την άλλη χώρα επιβάλει νέα περιοριστικά μέτρα και στους εμβολιασμένους, τώρα που οι εμβολιασμένοι κατακλύζουν τα νοσοκομεία και τις ΜΕΘ, πρέπει να εκθέσουμε την ορθολογική συστηµατοποίηση της εκμετάλλευσής μας, την οποία (ανα)παράγει με ολοένα ασφυκτικότερους όρους αυτός ο ανορθολογικός κόσμος.

Το διευθυντικό δικαίωμα, δυτικά του Πέκος

(Να τι δεν θα παραδεχτούν οι πάσης φύσεως φιλοεμβολιαστές)

Τα μνημόνια, το ξέρουμε όλες αυτό, οδήγησαν στην απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, ενώ η μεγάλη μείωση στις αποζημιώσεις κατέστησε τις απολύσεις στο σύνολο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων πιο εύκολες από ποτέ. Από το 2019, επιπρόσθετα, καταργήθηκε η αιτιολόγηση των απολύσεων, η Επιθεώρηση Εργασίας αποψιλώθηκε ώστε να μην μπορεί να διεξάγει ελέγχους στους χώρους εργασίας, ενώ εν μέσω πανδημίας το πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου έπιασε δουλειά για τα καλά: όπως είναι γνωστό ο πρόσφατος νόμος Χατζηδάκη (ν. 4808/2021) προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής δεκάωρης εργασίας (υποτίθεται με τη «σύμφωνη γνώμη» της εργάτριας) δίχως προσαυξήσεις στο μισθό. Προβλέπει επίσης την κατά το συμφέρον της επιχείρησης ελαστικοποίηση των όρων εξαρτημένης εργασίας (βλ. επιβολή εκ περιτροπής) αλλά και αύξηση του ορίου υπερωριών, κλείνοντας το μάτι στον βιομηχανικό τομέα που τις έχει ανάγκη.

Μόνο τυφλοί δεν βλέπουν τι γίνεται εδώ και καιρό!

Και οι τυφλοί όμως θα έχουν ακούσει τον υπουργό (καπιταλιστικής) Ανάπτυξης να δηλώνει ότι «αν είσαι ανεμβολίαστος και έρθεις σε επαφή με κρούσμα είσαι υποχρεωμένος να μπεις σε 14 ημέρες καραντίνα και πρέπει να σε πληρώνει η επιχείρηση. Άρα μία επιχείρηση βασίμως μπορεί να υποστηρίξει ότι παθαίνει ζημία από το γεγονός ότι εσύ δεν έχεις εμβολιαστεί γιατί αναγκάζεται και να χάσει τον υπάλληλο της για 14 ημέρες και να τον πληρώνει κι από πάνω. Άρα λοιπόν ναι, είναι πρόβλημα για μία επιχείρηση να έχει ανεμβολίαστους εργαζόμενους. Και αυτό πρέπει κάθε εργαζόμενος να το λάβει σοβαρά υπόψη του».

Οι παραπάνω δηλώσεις, συνέχεια άλλων αντίστοιχων καλοκαιρινών, με στόχο τότε τους ανεμβολίαστους εργαζόμενους στη βιομηχανία του τουρισμού, αποκαλύπτουν κάτι που ξέρει ο κάθε Γεωργιάδης αυτού του σάπιου κόσμου: εκεί που έως πρόσφατα μια εργαζόμενη κάποτε μπορούσε να αράξει (με πλήρεις αποδοχές) απλώς δηλώνοντας στο αφεντικό ότι υπήρξε «στενή επαφή» ή βήχοντας δυνατά στη μούρη του, πλέον, εφόσον έχει πιστοποιηθεί ως εμβολιασμένη, χάνει αυτή τη δύναμη καθώς δεν δικαιούται πλέον να μπει σε καμία καραντίνα – ακόμα και αν όντως περνάει μεγάλο χρονικό διάστημα στον ίδιο χώρο με έναν νοσούντα.

Αλλά και για όσες νοσούν προβλέπεται, χάριν πάντοτε της υγείας και της εύρυθμης λειτουργίας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, η επιστροφή στις θέσεις εργασίας τους σε χρόνο ρεκόρ – ακόμα και άμα εμφανίζουν συμπτώματα της νόσου! Καταγγελίες, άλλωστε, για διευθυντικές πιέσεις σε άρρωστους εργαζόμενους να μην δηλώσουν το θετικό ράπιντ και να εργαστούν κανονικά έχουν ήδη δει το φως της δημοσιότητας.

Στο ίδιο ακριβώς, ρεαλιστικό σενάριο, μια ανεμβολίαστη εργαζόμενη απολύεται με συνοπτικές διαδικασίες με τις ευλογίες του κράτους.

Όσον αφορά το παραπάνω σημείο, ας σημειωθεί ότι στο εσωτερικό όλων των επιχειρήσεων, δημόσιων και ιδιωτικών το ίδιο, έχει ήδη λάβει χώρα μια διαδικασία καθολικής αξιολόγησης των εργαζομένων σε αυτές, βάσει της οποίας είναι πλέον γνωστό στις διοικήσεις ποιες εργαζόμενες είναι «πρόθυμες», «συνεργάσιμες», «συνεννοήσιμες», «λογικές», με «επαρκείς γνώσεις» και ποις όχι. Οι χιλιάδες, «κρυφές» απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα, άλλωστε, αποδεικνύουν ότι η καθολική υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού, έχει έμμεσα ήδη επιβληθεί παντού.

Το καθημερινό μπούλινγκ που υφίσταντο οι ανεμβολίαστες εργάτριες δεν περιορίστηκε, δυστυχώς, στους χώρους εργασίας καθώς εκεί που σταμάταγε το πρεσάρισμα από το αφεντικό ξεκίναγε η μίρλα της οικογένειας, των φίλων, των μαγαζατόρων, των δημοσιοκάφρων και των λοιπών παρατρεχάμενων. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της τάξης μας εξωθήθηκε στον εμβολιασμό – κάτι που θα καταστεί ακόμη πιο φανερό εφόσον το κράτος προσπαθήσει να επιβάλει τρίτη, τέταρτη κλπ. δόση.

Οι τεχνικές μεγαλύτερης πειθάρχησης του εγχώριου και πολυεθνικού προλεταριάτου και προσαρμογής του στο νέο βιοπολιτικό υπόδειγμα, όμως δεν περιορίστηκαν στα παραπάνω: οι καπιταλιστές έβαλαν χέρι στο ετήσιο, ονομαστικό εισόδημά μας με τις πλάτες του κράτους, επιβάλλοντας είτε εκ περιτροπής εργασία είτε πολύμηνες αναστολές εργασίας. Επιβάλλοντας, επίσης, την πληρωμή από την τσέπη μας όλων των τεστ (self, ράπιντ, PCR) και από μεθαύριο το χαράτσι των 100 ευρώ στις ανεμβολίαστες άνω των 60 (μέχρι να πιάσει το μέτρο και νεότερες).

Βέβαια, το προλεταριακό εισόδημα δεν μειώθηκε μόνο άμεσα, ροκανίστηκε κι έμμεσα μέσω της ραγδαίας αύξησης του πληθωρισμού σε όλα τα βασικά, καταναλωτικά αγαθά, θυμίζοντας την περίοδο της λεγόμενης «πετρελαϊκής κρίσης» του ’70, η οποία σήμανε την καπιταλιστική αντεπίθεση, με όχημα τον νεοφιλευθερισμό.

Είναι σαφές ότι οι καπιταλιστές δεν άφησαν την ευκαιρία που τους πρόσφερε η πανδημία να πάει χαμένη και εκμεταλλεύτηκαν την ανακωχή που ολοπρόθυμα συνυπέγραψε η αριστερά και η αντεξουσία του φιλοεμβολιαστικού τόξου.

Με εξασφαλισμένα τα νώτα τα αφεντικά επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην αναδιάταξη των όρων άντλησης υπεραξίας, μεταξύ άλλων επιτρέποντας το δια νόμου ξεχείλωμα του ωραρίου, το ξεζούμισμα ακόμη και νοσούντων εργαζομένων προκειμένου να μην χαθεί λεπτό από την πολύτιμη παραγωγή υπεραξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η καταπιταλιστική τάξη, ως σύνολο, εμφάνισε το πρώτο 9μηνο του 2021 αυξημένα κέρδη σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019 και μάλιστα με αυξανόμενο ρυθμό αύξησης αυτών των κερδών.

Καμία σχέση δηλαδή με το προλεταριακό αίτημα για μισές ώρες δουλειάς, με ταυτόχρονη καταβολή διπλάσιου μισθού, για τον επιστημονικά έγκυρο τρόπο, δηλαδή, συλλογικής βελτίωσης της υγείας μας!

 

Η συνέχιση της διάλυσης του ΕΣΥ με νέα όπλα

(Να για τι άλλο δεν θα σου μιλήσουνε οι πάσης φύσεως φιλοεμβολιαστές)

 

Όσα εν γένει ισχύουν στους χώρους εργασίας ισχύουν με ακόμη πιο εμφατικό τρόπο στο χώρο των δημόσιων νοσοκομείων. Εκεί όπου:

πρωτοεφαρμόστηκε το εβδομαδιαίο 48ωρο (κατά μέσο όρο τετραμήνου, δηλαδή ενίοτε και πάνω από αυτό το όριο) και ταυτόχρονα προβλέφτηκε και η υπέρβασή του – έως τις 60 (!) ώρες για «λόγους λειτουργίας της υπηρεσίας και συνέχειας της φροντίδας υγείας» ∙

εφαρμόστηκε περίοδος καραντίνας κομμένη στο μισό σε νοσούσες εργαζόμενες και πλέον καμία καραντίνα αν υπάρχει στενή επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα∙

η χρόνια υποστελέχωση (πριν καν την εφαρμογή των μνημονίων!) οδήγησε στο απόλυτο σωματικό και πνευματικό ξεζούμισμα των εργαζομένων∙

η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού εφαρμόστηκε και τυπικά, οδηγώντας άλλους 7.000 εργαζόμενους –λες και αυτοί περίσσευαν– στον δρόμο∙

πλέον παράγονται μαζικά θάνατοι εξασθενημένων ηλικιωμένων (με ή χωρίς covid, σε θαλάμους, ράντζα ή ΜΕΘ, όπου κάτσει η μπίλια)∙

αποκλείεται η πρόσβαση σε χιλιάδες από εμάς – τόσο ασθενείς που χρήζουν ιατρικής περίθαλψης όσο και συνοδούς που καλύπτουν τσάτρα πάτρα τα τρομερά κενά σε νοσηλευτικό προσωπικό και εξοπλισμό.

Πράγματι, η πρόσφατη νομοθετική επιβολή της εργασίας εμβολιασμένων υγειονομικών που νοσούν με covid, ενώ έχουν πεταχτεί στο δρόμο υγιείς, ανεμβολίαστοι συνάδελφοί τους, αποδεικνύει και στον πλέον ακραίο, φοβικό φιλοεμβολιαστή ότι το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού δεν εκπλήρωνε κανένα υγειονομικό στόχο –πέρα από τη (μάταιη) προσπάθεια μείωσης των αναρρωτικών αδειών των λιγοστών, υφιστάμενων εργαζομένων–, αλλά, αντίθετα, άνοιγε τον δρόμο για την πλήρη αναδιάρθρωση του ήδη τρομερά ανεπαρκούς ΕΣΥ, μέσω συμπράξεων Δημόσιου-ιδιωτικού τομέα που θα σκάσουν σαν ώριμο φρούτο προκειμένου να λύσουν ένα «πρόβλημα» δημιουργημένο εσκεμμένα από τα πάνω.

Δεν είναι τυχαίες οι πρόσφατες δηλώσεις του Πλεύρη που προεικονίζουν ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης που θα «αγοράζει υπηρεσίες», ένα σύστημα που ολοένα περισσότερο μετατρέπεται σε ατομικοποιημένο-ανταποδοτικό, ώστε να συνδέεται με τις εξατομικευμένες εισφορές που κατορθώνει να συγκεντρώνει η κάθε εργάτρια ξεχωριστά – κι αν αναγκαζόταν να δουλεύει «μαύρα» ας πρόσεχε. Ένα σύστημα περίθαλψης δύο ταχυτήτων, ένα ανεπαρκέστατο στα όρια του προσχηματικού για το φτωχοποιημένο προλεταριάτο κι ένα πιο γκράντε για τις γκράντε ανάγκες των εχόντων.

Επιστρέφοντας στα δημόσια νοσοκομεία, η μετατροπή τους σε μονοθεματικά κορονο-νοσοκομεία (δίχως τακτικά ιατρεία) και εμβολιαστικά κέντρα (βλ. Παίδων Πεντέλης), σε συνδυασμό με τις υποτυπώδεις δομές πρωτοβάθμιας υγείας –τις τόσο απαραίτητες εν μέσω μιας πανδημίας–, έχει ήδη στρώσει τον δρόμο για την εκτίναξη της κερδοφορίας ιδιωτών γιατρών και ιατρικών κέντρων, ενώ ταυτόχρονα λειτούργησε αποτελεσματικά στην κατεύθυνση της τεχνητής συμπίεσης των κοινωνικών, ιατροφαρμακευτικών αναγκών – όποια δεν είχε να τα σκάσει αναγκαστικά καθόταν σπίτι και περίμενε στωικά.

Αυτήν την τεχνητή συμπίεση, που τα ίδια προκάλεσαν, χρησιμοποιούν τα αδίστακτα καθάρματα για να σχεδιάσουν το νέο δίκτυο τριτοβάθμιας περίθαλψης, σε συνεργασία με κρατικά think tank, όπως το Εργαστήριο Οργάνωσης & Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας του ΕΚΠΑ, «έναν από τους ελάχιστους πανεπιστημιακούς φορείς δραστηριοποιείται στο χώρο της Πολιτικής Υγείας, της Οικονομίας, της Οργάνωσης και Αξιολόγησης των Υπηρεσιών Υγείας», όπως μας πληροφορεί το σάιτ του.

Οι πρώτες μελέτες έχουν ήδη κατατεθεί και αφορούν τη ριζική συρρίκνωση των περιφερειακών νοσοκομείων της Δ. Μακεδονίας (3η ΥΠΕ), ώστε να μειωθούν οι λειτουργικές δαπάνες κατά 35% (!). Ο στόχος θα επιτευχθεί μειώνοντας δραστικά –πώς αλλιώς; – κι εν συνεχεία ανακατανέμοντας το εναπομείναν ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό∙ περικόπτοντας τις συνολικές διαθέσιμες κλίνες∙ διαλύοντας νοσοκομειακά τμήματα/κλινικές, όπου παρατηρείται «χαμηλή αναλογία ασθενών ανά γιατρό» ή «χειρουργικών επεμβάσεων ανά χειρουργό».

Το σχεδιαζόμενο ξεπάτωμα των υφιστάμενων δομών υγείας είχε έγκαιρα προαναγγείλει με δηλώσεις του ο Μητσοτάκης τον Ιούλιο –αλλά η αριστερά του εμβολίου έκανε πως δεν καταλάβαινε: «Θα γίνει μια αναδιοργάνωση του υγειονομικού χάρτη γιατί δεν μπορούν και τα περιφερειακά νοσοκομεία να τα κάνουν όλα. Θα κάνουν ορισμένα βασικά καλά και μετά θα συνδέονται με ένα κεντρικό τριτοβάθμιο νοσοκομείο για τα πιο εξειδικευμένα περιστατικά. […] Για όλα αυτά φυσικά το μυστικό είναι να μετράμε, να αξιολογούμε και να βλέπουμε το παραγόμενο αποτέλεσμα. Και η πανδημία ανέδειξε ξεκάθαρα ένα ΕΣΥ δυο ταχυτήτων. Και αυτό δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι. Και όποιος αντιδράσει, όταν θα κάνουμε αυτές τις παρεμβάσεις, θα του θυμίσουμε αυτά τα οποία έγιναν στην πανδημία. […] Γιατί έχουμε περιφερειακά νοσοκομεία, μερικές φορές, περισσότερα από όσα θα πρέπει να έχουμε. Δεν γίνεται να έχουμε τρία νοσοκομεία μέσα σε ακτίνα 20-30 χιλιομέτρων, γιατί όλοι ήθελαν ένα νοσοκομείο στην πόλη τους, και να περιμένουμε ότι θα έχουμε τρία καλά νοσοκομεία. Δεν σημαίνει ότι θα κλείσει το νοσοκομείο, μπορεί να μετατραπεί σε μια μονάδα χρονίως πασχόντων. Αλλά θα τον ξαναφτιάξουμε τον υγειονομικό χάρτη».

Είναι χαρακτηριστικό ότι το μοντέλο συρρίκνωσης του ΕΣΥ προέρχεται από τον κλάδο των logistics (βλ. σχεδιασμός Hub-and-Spoke) και αποβλέπει στη βελτιστοποίηση των διαδρομών εμπορευμάτων από ένα σημείο σε ένα άλλο…

Να λοιπόν πώς μας αντιλαμβάνονται: σαν κομμάτια μολυσματικού κρέατος που περιφερόμαστε από το ένα τμήμα στο άλλο, προκαλώντας στο ενδιάμεσο μποτιλιάρισμα στις δομές υγείας.

Η εδραίωση ακόμη πιο αυστηρών τεχνο-οικονομικών κριτηρίων στις κρατικές δαπάνες για την υγεία, συνεπάγεται ένα ακόμη πιο απάνθρωπο και αυτοματοποιημένο σύστημα «υγείας», μακρυά από τις εξατομικευμένες ανάγκες του κάθε ασθενούς: ο χρόνος νοσηλείας ανάλογα με την ασθένεια θα έχει οριστεί εκ των προτέρων, το ίδιο και τα ιατρικά πρωτόκολλα που θα ακολουθηθούν ώστε να διατηρείται χαμηλός ο αριθμός κενών κλινών («και όσοι δεν χωράτε, στο ράντσο»), σε μια λογική «ψεκάστε-σκουπίσατε και αν δεν αναρρώσατε εντελώς, συγγνώμη, αλλά περιμένουν και άλλοι στην ουρά».

Πεδίο δόξης λαμπρό για τη βιομηχανοποιημένη justin time ιατρική και την επελαύνουσα βιοτεχνολογική βιομηχανία με τα mRNA φιξάκια που σήμερα μοσχοπουλάει.

Να αντισταθούμε!

(Να με τι δεν θα ασχοληθούν οι πάσης φύσεως φιλοεμβολιαστές ή θα ασχοληθούν μόνο και μόνο για να θολώσουν τα νερά)

 

Να μην αφήσουμε την κατασκευασμένη κατάσταση διαρκούς «έκτακτης ανάγκης» να περάσει πάνω από τις απολύσεις και τις πλάτες των 7.000 ανεμβολίαστων υγειονομικών που πετάχτηκαν τιμωρητικά έξω από το σύστημα υγείας με αναστολές χωρίς μισθό και ασφάλιση.

Να μην αφήσουμε τις πολιτικές λιτότητας που συνεχίζει η κρατική διαχείριση της πανδημίας, εφαρμόζoντας μια «στρατηγική της έντασης», να περάσουν πάνω από τις πλάτες ΚΑΜΙΑΣ και ΚΑΝΕΝΟΣ εργαζομένου και εργαζομένης –σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα– όπως αφήσαμε να γίνεται για πάνω από μία δεκαετία.

Να μην αφήσουμε οι ανεμβολίαστοι ανεσταλμένοι συνάδελφοι να λοιδωρούνται και να περιθωριοποιούνται ως «αρνητές», «ψεκασμένοι», «ανορθολογικοί» και «ανεύθυνοι», ΕΙΔΙΚΑ ΤΩΡΑ που το γελοίο κυβερνητικό αφήγημα καταρρακώθηκε με την μετατροπή των δημόσιων νοσοκομείων σε hot spots κορονοϊού με 2.500 εν ενεργεία υγειονομικούς σύμφωνα με την ΠΟΕΔΗΝ να νοσούν και να εξαναγκάζονται να εργάζονται αν και ασθενείς.

Να μην αφήσουμε την κυβέρνηση να χρησιμοποιεί τις εργαζόμενες σε αναστολή ως άλλοθι για να ελαστικοποιήσει ακόμα περισσότερο τις εργασιακές σχέσεις στο δημόσιο σύστημα περίθαλψης.

Να μην αφήσουμε να επιβληθούν εργασιακές σχέσεις γαλέρας στα νοσοκομεία (3μηνίτες, 6μηνίτες, διετούς, επικουρικοί, στο μέλλον άμισθοι/κακοπληρωμένοι μεταπτυχιακοί φοιτητές).

Να μην αφήσουμε να μετατρέπουν σε μονοθεματικά τα νοσοκομεία και να χάνονται οι ζωές των φίλων και των συγγενών μας μέσα στη σιωπή και την αορατότητα.

Να μην αφήσουμε να μετατρέπουν νοσοκομεία με υπάρχον και απλήρωτο προσωπικό (ή με απλήρωτους μεταπτυχιακούς φοιτητές) εν μια νυκτί σε εμβολιαστικά κέντρα όπως προσπάθησαν να κάνουν πρόσφατα με το Νοσοκομείο Παίδων Πεντέλης.

Να μην αφήσουμε να καταργηθούν κλινικές ή ακόμα χειρότερα, να μπει λουκέτο σε νοσοκομεία ή κέντρα υγείας της περιφέρειας (κυρίως, αλλά και της μητρόπολης) για να μεταφέρουν το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό στα (χρονίως) υποστελεχωμένα νοσοκομεία ή σε εμβολιαστικά κέντρα.

Να μην αφήσουμε να δοθεί προς εκμετάλλευση στις ιδιωτικές εταιρείες ο νοσοκομειακός εξοπλισμός, τον οποίο πληρώνουμε εμείς χρόνια τώρα με τις ασφαλιστικές εισφορές μας, να μην αφήσουμε τους ιδιώτες να μπουκάρουν στις δημόσιες κτιριακές εγκαταστάσεις και να τις χρησιμοποιούν προς όφελός τους.

Να μην αφήσουμε το εμβόλιο, αυτό το αποτυχημένο αντι-covid φιξάκι της ξεφτίλας και του εκβιασμού που προβάλλεται ως πανάκεια, να ανοίξει τον δρόμο για το περαιτέρω γκρέμισμα της πρωτοβάθμιας περίθαλψης.

Να μην επιτρέψουμε άλλο τον μονόλογο των ειδικών για το «καθαρό» και αποστειρωμένο από κάθε κριτική σύστημα υγείας

Να διαμαρτυρηθούμε για τις απάνθρωπες συνθήκες νοσηλείας μας στους covid (και όχι μόνο) θαλάμους απομόνωσης-εξόντωσης των ασθενών στην κόλαση των νοσοκομείων της πανδημίας όπου αντιμετωπίζονται ως σώματα μιαρά, αποστερημένα από, και ανάξια για, ανθρώπινη επικοινωνία

Να διαμαρτυρηθούμε για την οικονομική αφαίμαξη του 50ευρου για το μοριακό τεστ που μας ζητάνε κάθε 3 μέρες για να μπούμε στους θαλάμους να περιποιηθούμε τους νοσηλευόμενους συγγενείς μας

ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΣΤΕ

Ενάντια στους ψευδείς διαχωρισμούς ανάμεσα στους εργαζομένους

Για ελεύθερη πρόσβαση χωρίς αποκλεισμούς όλων των ανεμβολίαστων ασθενών στη δημόσια περίθαλψη, ενάντια στα κουμάντα των διοικητών-μανατζαρέων των δημόσιων νοσοκομείων που μας πετάνε έξω από τα εξωτερικά ιατρεία όταν πηγαίνουμε για επανεξέταση εκβιάζοντάς μας για πιστοποιητικά

Ενάντια σε ταξικούς, έμφυλους, φυλετικούς ή κοινωνικούς αποκλεισμούς, χωρίς φακελάκια, λίστες χειρουργείων, απογευματινά ιατρεία με πληρωμή

Ενάντια στις περικοπές των δαπανών για την υγεία, για μόνιμες προσλήψεις, πληρωμένες άδειες, λιγότερη δουλειά

Για τον αυτοκαθορισμό του σώματος ενάντια στην απαλλοτρίωσή του από τους ειδικούς της φαρμακοβιοτεχνολογίας

Ταξικό μας καθήκον, λοιπόν, είναι:

Οι κοινοί αγώνες εμβολιασμένων & ανεμβολίαστων

Η άνευ όρων υπεράσπιση όλων των εργαζόμενων που απολύονται και βγαίνουν σε αναστολή επειδή δεν ήταν (και δεν είναι) διατεθειμένοι να κάνουν με το ζόρι το εμβόλιο και τα πληρωμένα από μας καταναγκαστικά rapid test

Ο αγώνας για την κατάργηση του νόµου για τον υποχρεωτικό εµβολιασµό και τα πιστοποιητικά υγειονοµικών φρονηµάτων στην εργασία και τις άλλες κοινωνικές δραστηριότητες (εστίαση, ψυχαγωγία κλπ.) και την ανάκληση των αναστολών των 7.000 υγειονομικών

Ο έλεγχος της εργατικής τάξης πάνω στις υπηρεσίες υγείας μέσα από κοινές συνελεύσεις και αγώνες υγειονομικών-χρηστριών.

Η επιβολή της φαρμακοεπαγρύπνησης που θα εκθέσει τις φαρμακευτικές εταιρείες και θα υπηρετήσει την προστασία της ζωής

Ο συνολικός ορισμός του περιεχομένου της υγείας και της ζωής σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες μας ως μισθωτές εργάτριες και εργάτες κι όχι σύμφωνα με τα ιδεώδη του έθνους, τις επιταγές του κράτους και τις ανάγκες του απομονωμένου ατόμου και της εμβολιασμένης επιβίωσής του, της επιβίωσης δηλαδή εντός των αλλοτριωμένων καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων

ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΦΟΒΙΚΑ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΑ·

ΝΑ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΟΥΜΕ ΩΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΟΠΛΟ. ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ, ΜΕ ΑΛΛΑ ΛΟΓΙΑ, ΤΟΥΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΥΣ ΔΥΝΑΜΗΣ ΜΕ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΚΑΙ ΝΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΜΑΣ ΩΣ ΤΑΞΗ.

ΝΑ ΕΝΩΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΜΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΦΤΩΧΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ ΣΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ· ΑΠΟ ΤΗ ΓΟΥΑΔΕΛΟΥΠΗ, ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ, ΤΗΝ ΟΛΛΑΝΔΙΑ, ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ!

Συνέλευση ενάντια στη βιοεξουσία και την κλεισούρα

15 Ιανουαρίου 2022

Πηγή

 

 

 

Ο Νίτσε ως κριτικός της κοινωνίας του χρήματος και του κράτους

«Ο εκδικητικός τον λέει Νόμο,

κι ο τρελός Παιχνίδι,

Επιτακτικό , το Παιχνίδι του κόσμου,

Αναδύει το ον και την επίφαση»

Φ.ΝΙΤΣΕ

Ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο Φ.Νίτσε την αστική κοινωνία , την κοινωνία που θέτει ως αξιακή  προτεραιότητα το χρήμα , καθορίζεται από την ποιητικότητα της γραφής του  και την απουσία συστηματικότητας στην σκέψη του.

Αν αναμένουμε απ’ αυτόν τις εκτενείς αναλύσεις της αστικής κοινωνίας , που συνδυάζουν διαφορετικούς επιστημονικούς χώρους  (όπως οικονομία , δίκαιο , ιστορία ,φιλοσοφία και συχνά θεολογία ) , σαν αυτές που συναντούμε στα έργα του Μάρξ ή του Μ.Βέμπερ , θα απογοητευτούμε. Ο λόγος του Νίτσε , υπαινικτικός ή αποφθεγματικός , περισσότερο χρησιμεύει ως έναρξη παρά ως κλείσιμο συζητήσεων. Η κριτική του κατευθύνεται προς τις αξίες , αποθεμελιώνοντας τις αξιακές προυποθέσεις του πρώιμου καπιταλισμού , ιδιαίτερα δε την εγκόσμια ασκητική του δυτικού χριστιανισμού.

Όσο επικριτικός είναι ο Νίτσε προς την κοινωνία του χρήματος, τόσο επιθετικός είναι προς τον ισχυρότερό αντίπαλό της , τον σοσιαλισμό , δίνοντας έτσι την βάση στον Λούκατς και σε άλλους να τον θεωρήσουν ως «ξεμοναχιασμένο πρόδρομο του Χίτλερ » , «θεμελιωτή του ιρασιοναλισμού της ιμπεριαλιστικής περιόδου »  και ως «εχθρό του σοσιαλιστικού ανθρωπισμού».[1]Βεβαίως , σήμερα , οι περισσότεροι συμφωνούν ότι οι κατηγορίες αυτές  είναι αβάσιμες ή αποτελούν προϊόν διαστρέβλωσης των σκέψεων του Νίτσε , από την αντισημίτρια αδελφή του Ε.Φόρστερ- Νίτσε. Ήδη  ,από το 1941, ο  Δ.Γληνός  αποφαινόταν ότι στον λόγο του γερμανού φιλοσόφου καθρεφτίζονταν και προβάλλονταν δυναμικά «οι πόθοι και τα ιδανικά ενός νέου κόσμου που εξορμούσε  για την κατάχτηση της ζωής »[2], ενώ σε ένα άλλο σημείο αναρωτιέται «στάθηκεν ο  Νίτσε ένας νοσταλγός ή ένας προφήτης ; »[3]

Οι αντιρρήσεις του Νίτσε προς τον καπιταλισμό  είναι ουσιαστικά ίδιας ποιότητας με τις αντιρρήσεις του προς τον σοσιαλισμό. Ο δεύτερος αποτελεί την λογική προέκταση και όχι την αντίθεση στον πρώτο. Τα δύο κοινωνικά ρεύματα ευνοούν την ισοπέδωση του ανθρώπου  , την λεηλασία της φύσης στο όνομα της προόδου και την αποθέωση του κράτους. Κατά τα άλλα , η νιτσεϊκή  κριτική προς την παιδεία των κερδοσκόπων ,προς την μηχανική εργασία , προς τον ασφυκτικό έλεγχο του πολιτικού από το οικονομικό , προς το πολυεθνικό κεφάλαιο αλλά και προς τον εθνικισμό, τον αντισημιτισμό και τον γερμανικό σωβινισμό είναι ανάλογη με την μαρξιστική. Συμμετέχουν συνεπώς και  οι δύο σκέψεις στο μεγάλο ρεύμα κριτικής του καπιταλισμού και της αστικής κοινωνίας , το οποίο χρωματίζεται από την ποικιλία όσο και την έλλειψη ομοφωνίας και σύμπνοιας για το τι πρόκειται ή πρέπει να διαδεχθεί τον καπιταλισμό.

Ο Νίτσε στους «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς», και  κυρίως στο κεφάλαιο που αναφέρεται  στον «Σοπενάουερ  ως παιδαγωγό » ,  επιτίθεται στον  «εγωισμό των κερδοσκόπων» , που στοχεύουν σ’ έναν «καταχρασμένο και εκμισθωμένο πολιτισμό».Οι κερδοσκόποι και ο χρηματοκρατούμενος πολιτισμός υπάγουν  την παιδεία  , αποκλειστικά στην  υπηρεσία του κέρδους : «Γιατί υπάρχει ένα είδος καταχρασμένου και εκμισθωμένου πολιτισμού – ας κοιτάξουμε γύρω μας !Και ακριβώς οι εξουσίες , οι οποίες τώρα υποστηρίζουν , όσο πιο δραστήρια γίνεται τον πολιτισμό , έχουν υστερόβουλες σκέψεις , και δεν επικοινωνούν μαζί του με καθαρή αφιλόκερδη διάθεση .Εδώ βρίσκεται κατ’ αρχήν , ο εγωισμός των κερδοσκόπων , ο οποίος χρειάζεται τη συνδρομή του πολιτισμού , και , για να τον ευχαριστήσει γι’ αυτό , ανταποδίδει τη βοήθεια. Όμως , στο σημείο αυτό  , θέλει βέβαια να δώσει δείγματα γραφής , συνάμα για το σκοπό και το μέτρο .Απ’ αυτήν την πλευρά προέρχεται  εκείνη η δημοφιλής πρόταση και  το αλυσιδωτό συμπέρασμα , το οποίο έχει περίπου ως εξής : όσο το δυνατό περισσότερο γνώση και εκπαίδευση , συνεπώς όσο το δυνατό μεγαλύτερη ανάγκη , γι’ αυτό όσο το δυνατό μεγαλύτερο κέρδος  και ευτυχία – έτσι ηχεί ο απατηλός τύπος .Η μόρφωση θα προσδιοριζόταν απ’ τους οπαδούς της ως φρόνηση με την οποία , κάποιος , στις ανάγκες και την ικανοποίησή τους , θα γίνεται όλο και πιο επίκαιρος , αλλά και με την οποία , συγχρόνως , θα διαθέτει κάλλιστα όλα τα μέσα και τους δρόμους , για να κερδίσει , όσο το δυνατό πιο εύκολα , χρήματα. Το να εκπαιδεύουμε όσο το δυνατό περισσότερους τρέχοντες (courante) ανθρώπους , με την έννοια εκείνου , το οποίο ονομάζουν τρέχον σ΄ ένα νόμισμα .Αυτό επομένως θα ήταν ο σκοπός και σύμφωνα  μ’ αυτήν την άποψη , τόσο πιο ευτυχισμένος θα είναι ένας λαός , όσο περισσότερο διαθέτει τέτοιους τρέχοντες ανθρώπους ».[4]

Η  Παιδεία στην  υπηρεσία της παραγωγής και η παραγωγή στην υπηρεσία των κερδοσκόπων ( ή του κεφαλαίου κατά την μαρξιστική ορολογία ), αυτή είναι η κρυφή όψη της επέκτασης της παιδείας. Ο αστικός πολιτισμός  απαιτεί να ταυτίσουμε την ευφυΐα  με την ιδιοκτησία  και τον πλούτο με τον πολιτισμό , ώστε : «  κάθε μόρφωση , η οποία οδηγεί στη μοναχικότητα , η οποία θέτει σκοπούς πέρα από τα χρήματα  και το κέρδος , η οποία καταναλώνει πολύ χρόνο , γίνεται εδώ αντικείμενο μίσους .Φροντίζουν επιμελώς να κατηγορήσουν  τα  σοβαρότερα είδη της μόρφωσης ως «λεπτότερο εγωισμό» ,  ως «ανήθικο επικουρισμό της μόρφωσης». Βέβαια , σύμφωνα με την εδώ ισχύουσα ηθικότητα ,εκτιμάται ακριβώς το αντίθετο , δηλαδή μια ταχεία μόρφωση , για να μπορέσει να γίνει μία ύπαρξη  που να κερδίζει πάρα πολλά χρήματα. Τόσο μόνο θα επιτραπεί στον άνθρωπο πολιτισμός , όσο εμπίπτει στο ενδιαφέρον της γενικής κερδοσκοπίας και της παγκόσμιας επικοινωνίας , τόσα όμως θα απαιτήσει κι αυτός   »[5] .

Ο εγωισμός των κερδοσκόπων  εναρμονίζεται με τον εγωισμό του κράτους, «που επιθυμεί παρομοίως την όσο το δυνατό μεγαλύτερη εξάπλωση και γενίκευση του πολιτισμού , και έχει στα χέρια του το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του».[6] Χρήμα  και κράτος αποτελούν δύο στοιχεία που αλληλοτροφοδοτούνται  .Το κράτος δημιουργεί  το είδος της παιδείας «έτσι ώστε οι πνευματικές δυνάμεις να μπορέσουν να υπηρετήσουν τους υφιστάμενους θεσμούς»[7].

Κατά τον Νίτσε ο έλεγχος του πνεύματος από το κράτος , αποτελεί αιτία διαφθοράς του. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα είναι η διαφθορά του χριστιανισμού: «Ας φέρουμε μόνο στη μνήμη μας , τι προέκυψε βαθμιαία από τον Χριστιανισμό υπό τον εγωισμό του κράτους. Ο Χριστιανισμός είναι ασφαλώς ένα από τα πιο καθαρά φανερώματα εκείνης της τάσης προς τον πολιτισμό και , ακριβώς προς την πάντα ανανεούμενη  γέννηση του αγίου. Επειδή , αυτό, όμως , χρησιμοποιούταν εκατονταπλάσια , για να κινήσει τους μύλους των κρατικών εξουσιών , αρρώστησε βαθμιαία ως μέσα στην καρδιά , έγινε υποκριτικό και ψεύτικο και εκφυλίστηκε  ως την αντίφαση μαζί με τους αρχικούς σκοπούς του ».[8]

Ο Νίτσε έχει κατονομάσει στους «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς», τρείς αρνητικούς εγωισμούς : των εγωισμό των κερδοσκόπων , τον εγωισμό του κράτους καθώς και τον εγωισμό «όλων εκείνων , οι οποίοι έχουν λόγο να προσποιούνται και να κρύβονται πίσω από τη μορφή». Κοντά σε αυτούς θα προσθέσει και τον εγωισμό της επιστήμης και του λογίου .Η επιστήμη κατηγορείται  διότι «σχετίζεται με τη σοφία , όπως η αρετή με τον αγιασμό : είναι ψυχρή και πληκτική , δεν τρέφει καμιά αγάπη , και δεν ξέρει τίποτε απ’ το βαθύ συναίσθημα της ανεπάρκειας και της λαχτάρας .Είναι τόσο ωφέλιμη για τον εαυτό της , όσο είναι επιζήμια για τους υπηρέτες της στο βαθμό που μεταδίδει σ’ αυτούς το χαρακτήρα της και , έτσι , κοκαλιάζει τρόπο τινά την ανθρωπιά της  ».[9]Ο Νίτσε είναι αναγκασμένος να χαράξει  μια  γραμμή ανάμεσα στις αποδοτικές αλήθειες, που αφοσιώνονται οι πιο πολλοί  και στις μη αποδοτικές αλήθειες ,που επιλέγουν οι λίγοι. Αλλά μία δεύτερη διάκριση ,πιο σημαντική , είναι εκείνη ανάμεσα στον άνθρωπο της επιστήμης , τον λόγιο και από την άλλη τον ιδιοφυή .Οι δύο διαφορετικοί ιδεότυποι είναι σε διαρκή σύγκρουση , διότι οι  λόγιοι «θέλουν να σκοτώσουν , να διαλύσουν και κατανοήσουν τη Φύση»[10] ενώ οι ιδιοφυείς «θέλουν να ενισχύσουν τη Φύση με νέα ζωντανή Φύση»[11] .Σε κάθε εποχή αντιστοιχεί ο διαφορετικός ιδεότυπος : «Εποχές που ήταν απόλυτα ευτυχισμένες , δε χρειάζονταν και δεν ήξεραν το λόγιο .Εποχές ολοκληρωτικά άρρωστες και δύσθυμες , τον εκτιμούσαν ως τον ανώτερο και πιο αξιοσέβαστο άνθρωπο , και του έδιναν την πρώτη θέση ».[12]

Τελικά ο Νίτσε  συμπεραίνει : «Το κράτος προσφέρει τόσο μεγαλόφωνα την υπηρεσία  του , ώστε να καθιερώσει τον πολιτισμό .Τον υποστηρίζει , για να  στηρίξει τον εαυτό του , και δε συλλαμβάνει ένα σκοπό , που να βρίσκεται ψηλότερα από την ευημερία του και την ύπαρξή του .Αυτό που οι κερδοσκόποι θέλουν , όταν αδιάκοπα επιθυμούν την διδαχή  και την εκπαίδευση , είναι τελικά πάλι το κέρδος »[13]Το πλαίσιο αυτό δεν επιτρέπει να υπάρξουν ,τουλάχιστον για πολύ, ιδιοφυείς και αυθεντικές υπάρξεις .Έτσι γράφει , αν είχε γεννηθεί ο Σωκράτης στην εποχή μας «σε κάθε περίπτωση ,δε θα είχε φτάσει τα εβδομήντα χρόνια ».[14]  Είναι τόσο απαισιόδοξη η προοπτική του πολιτισμού  ώστε : «Η πίστη σε μια μεταφυσική σημασία του πολιτισμού στο τέλος δε θα ’ταν καθόλου τόσο τρομακτική : ίσως όμως να ήταν κάποια συμπεράσματα , τα οποία θα μπορούσαμε να αντλήσουμε απ’ αυτή για την αγωγή και την δημόσια εκπαίδευση ».[15]

Ενάντια στον «κοντόφθαλμο εγωισμό του κράτους , την επίπεδη σκέψη των κερδοσκόπων , την πληκτική ολιγάρκεια των  λογίων»[16] , θα προτείνει ως λύση τον «Σοπενάουερ  ως παιδαγωγό». Βεβαίως αυτός ο μεγάλος αντίπαλος του Χέγκελ , δεν θα είναι παρά μια προσωρινή διέξοδος για τον Νίτσε .Στα επόμενα κείμενα ο Σοπενάουερ, όπως και ο Βάγκνερ θα καταδικαστούν  ως μέρος μίας αρνητικής φιλοσοφίας .

Ρεαλιστική είναι η διάγνωση  που κάνει  για το είδος της φιλοσοφίας ,που ευνοεί το κράτος «Επειδή κάθε κράτος τους φοβάται και , πάντα , θα ευνοεί   μόνο τους φιλοσόφους τους οποίους δε φοβάται » [17] Η φιλοσοφία τίθεται στην υπηρεσία του κράτους  καθώς « το κράτος επιλέγει για λογαριασμό του τους φιλόσοφους υπηρέτες του , και μάλιστα τόσους , όσους χρειάζεται για τα ιδρύματά του »[18] Η αναγκαία προυπόθεση για να έχει η φιλοσοφία σοβαρότητα είναι να απαγκιστρωθεί από το κράτος και τον ακαδημαϊσμό «Όσο συνεχίζει να υφίσταται το κρατικά αναγνωρισμένο σινάφι των ψευτοστοχαστών , θα ματαιώνεται ή , τουλάχιστον , θα εμποδίζεται κάθε σημαντική επίδραση μιας αληθινής φιλοσοφίας , και μάλιστα , όχι από τίποτε άλλο , όσο από την κατάρα του γελοίου , την οποία έχουν προκαλέσει οι αντιπρόσωποι εκείνου του μεγάλου πράγματος και η οποία , όμως , έχει κτυπήσει το ίδιο το πράγμα .Γι’ αυτό , το θεωρώ μια απαίτηση του  πολιτισμού , να απαλλάξουμε τη Φιλοσοφία από κάθε κρατική και ακαδημαϊκή αναγνώριση , και , γενικά το κράτος και η Ακαδημία , να εγκαταλείψουν το άλυτο γι’ αυτά ζήτημα της διάκρισης ανάμεσα σε αληθινή και ψευδή φιλοσοφία  » .[19] Τελικά το πρόβλημα της σχέσης του κράτους με την φιλοσοφία αποσαφηνίζεται «το κράτος δεν ενδιαφέρεται ποτέ  για την αλήθεια , αλλά  πάντα , μόνο για τη χρήσιμη σ’ αυτό αλήθεια».[20]

Σε ένα κόσμο όπου  η «πορεία των ανθρωπίνων πραγμάτων καθορίζεται από βία , απάτη  και αδικία»[21]  ο Νίτσε βλέπει την ελπίδα στο γεγονός ότι δεν πεθαίνει ο τραγικός  λόγος  .Αντίθετα  «δεν υπάρχει καμιά πιο ευφραντική χαρά απ’ το να ξέρει κανείς αυτό που εμείς ξέρουμε , πώς η τραγική σκέψη γεννήθηκε και πάλι μέσα στον κόσμο».[22] Το τραγικό στοιχείο δεν επιτρέπει  στην σκέψη να εκτραπεί στην εσχατολογία  δηλαδή στην « πίστη ότι , κάποτε , η ανθρωπότητα θα βρει οριστικές ιδεώδεις διευθετήσεις»[23] Συγχρόνως θα απορρίψει τον εγελιανισμό , που είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της αρνητικής σχέσης της φιλοσοφίας και του κράτους .  Επισημαίνει ειρωνικά  ,ότι  αυτό που τελικά κατάφερε ο Χέγκελ είναι να κατανοήσει την εξέλιξη του παγκόσμιου γίγνεσθαι  ως ταύτιση με «την δική του βερολινέζικη ύπαρξη» [24].Ενώ στρέφεται κατά του ευρωκεντρισμού της εποχής του: «Άμετρα περήφανε Ευρωπαίε του δέκατου ενάτου αιώνα , παραληρείς !Η γνώση σου δεν ολοκληρώνει τη Φύση ,αλλά σκοτώνει μόνο τη δική σου » .[25]

Η άμετρη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του επιστημονικού λόγου  θα είναι τελικά για την σκέψη τόσο επιζήμια «όσο είναι η οικονομική θεωρία του laisser faire για τα ήθη ολόκληρων λαών» .[26]

Ο Νίτσε θεωρεί ότι  ο μοναχικός φιλόσοφος είναι ο κύριος εχθρός της κοινωνίας του χρήματος και του ισχυρού κράτους. Είναι η ύπαρξη που  έχοντας γαλβανίσει  ένα εσωτερικό εγώ, μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε επιθετική πραγματικότητα: «Όπου υπήρξαν ισχυρές κοινωνίες , κυβερνήσεις , θρησκείες , κοινές γνώμες ,εν ολίγοις όπου υπήρχε μια τυραννία , εκεί αυτή μίσησε το μονήρη φιλόσοφο .Γιατί η φιλοσοφία εγκαινιάζει για τον άνθρωπο ένα άσυλο , όπου δεν μπορεί να εισβάλλει καμιά τυραννία , τη σπηλιά του εσώτερου , το λαβύρινθο του στήθους  και αυτό δυσαρεστεί τους τυράννους : όμως εκεί ,επίσης , παραμονεύει ο μεγαλύτερος κίνδυνος των μοναχικών. Αυτοί οι άνθρωποι , οι οποίοι έχουν φυγαδεύσει την ελευθερία τους στο εσώτερο , πρέπει επίσης να ζήσουν εξωτερικά , να γίνουν ορατοί , να εκτεθούν στη θέα των άλλων .Έχουν αναρίθμητες  επαφές μέσω καταγωγής , κατοικίας ,εκπαίδευσης , πατρίδας , σύμπτωσης , φορτικότητας των άλλων».[27]

Διαρκώς επανέρχεται σε έναν  σφοδρό αντικρατισμό, που  είναι συγχρόνως και αντιεγελιανισμός , ως φιλοσοφίας που εκπροσωπεί και δικαιώνει το πρωσικό , κατ’ αρχάς, κράτος : «Εδώ όμως , ζούμε τις συνέπειες εκείνης της διδασκαλίας , που πρόσφατα διακηρύχθηκε απ’ όλες τις στέγες , ότι,  δηλαδή , το κράτος είναι ο υψηλότερος σκοπός της ανθρωπότητας , και ότι , για έναν άνθρωπο , δεν υπάρχει κανένα υψηλότερο καθήκον , απ’ το να υπηρετεί το κράτος : στο οποίο , εγώ , δεν αναγνωρίζω μια υποτροπή στην ειδωλολατρία , αλλά στη βλακεία . Μπορεί να ισχύει , ότι ένας τέτοιος άνθρωπος , που βλέπει το ύψιστο καθήκον του στην υπηρεσία στο κράτος , δε γνωρίζει , επίσης , πραγματικά κανένα υψηλότερο καθήκον .Όμως , εξ αιτίας του , υπάρχουν άνθρωποι  και καθήκοντα  και πέρα απ’ αυτό. Και ένα απ’ αυτά τα καθήκοντα , το οποίο , για μένα τουλάχιστον , βρίσκεται ψηλότερα από την υπηρεσία στο κράτος , απαιτεί την καταστροφή της βλακείας σε κάθε μορφή , επομένως και της βλακείας αυτής    »  [28]

Η κοινωνία του χρήματος ταυτίζεται με την βαρβαρότητα .Η επιστήμη έχοντας γίνει ενεργό στοιχείο της χρηματοκρατίας πολλαπλασιάζει το πρόβλημα .Η κριτική του Νίτσε δεν περιορίζεται στον χώρο της οικονομίας ή των παραγωγικών σχέσεων – κατά το μαρξιστικό παράδειγμα , αλλά διευρύνεται στο χώρο των αξιών και συνολικά στο χώρο που δημιουργούνται οι «αξίες»:  «Οι επιστήμες , λειτουργώντας  δίχως το οποιοδήποτε μέτρο και με το πιο τυφλό  laisser  faire,  κατακομματιάζουν και διαλύουν κάθε στερεή πεποίθηση .Οι διαμορφωμένες θέσεις και τάξεις , θα παρασυρθούν από μια μεγαλόπρεπα περιφρονητική οικονομία του χρήματος. Ουδέποτε ο κόσμος ήταν περισσότερο κόσμος , ποτέ φτωχότερος σε αγάπη και καλοσύνη … όλα υπηρετούν την επερχόμενη βαρβαρότητα , συμπεριλαμβανομένης της σύγχρονης τέχνης και επιστήμης  »[29]

Επίσης θα αναρωτηθεί :« πώς δίνουμε την καρδιά μας , βιαστικά , χάρισμα στο κράτος , στην κερδοσκοπία , στην κοινωνικότητα ή στην επιστήμη , μόνο για να μην την κατέχουμε πια , πως αφοσιωνόμαστε  στην ίδια τη βαριά ημερήσια εργασία με περισσότερο πάθος και αναισθησία , σα να ήταν απαραίτητο για να ζήσουμε  »[30] Η απάντησή  του  είναι «Η βιασύνη είναι καθολική , γιατί καθένας φεύγει μπρος στον εαυτό του .Καθολική , επίσης , η έντρομη απόκρυψη αυτής της βιασύνης , γιατί θέλουμε να δείχνουμε ικανοποιημένοι , και να ξεγελούμε τους οξυδερκέστερους παρατηρητές σχετικά  με την αθλιότητά μας ».[31]

Στην εποχή που έγραψε ο Νίτσε  το «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς»  την απάντηση στην κοινωνία του χρήματος την βλέπει  σε μια ισχυρή κοινότητα , που δεν θα συγκροτηθεί μέσω εξωτερικών τύπων   αλλά « κυρίως με μια ιδρυτική ιδέα  ».Έτσι γράφει « η ιδέα αυτή , είναι η ιδρυτική ιδέα του πολιτισμού , στο βαθμό που αυτός ένα μόνο καθήκον ξέρει να αναθέτει στο καθένα από μας : να υποστηρίξουμε , μέσα μας  και έξω από μας , τη γέννηση του φιλοσόφου , του καλλιτέχνη  και του αγίου , και , με τον τρόπο  αυτό , να εργαστούμε για την τελείωση της Φύσης .Γιατί  , όσο το’ χει ανάγκη η φύση του φιλοσόφου , τόσο το χρειάζεται κι αυτή του  καλλιτέχνη , να τείνει

 σ ’ένα μεταφυσικό σκοπό , δηλαδή στην ίδια της τη διαφώτιση  σχετικά με τον εαυτό της , προκειμένου τελικά , κάποτε , να έχει απέναντι της ως καθαρό και τέλειο σχήμα αυτό που , στην ταραχή του γίγνεσθαί της , δεν καταφέρνει να δει με σαφήνεια – τείνει , επομένως , στην αυτογνωσία της ».[32]

Τελικά ο Νίτσε  θα βρει στην αγάπη ,την πιο σημαντική  και πιο απαραίτητη προυπόθεση για την αυτογνωσία και για τον προσδιορισμό μίας ανώτερης αξίας , στην οποία να τείνουμε  . Χάρις αυτή θα  καταφέρουμε  να αφοσιωθούμε  με όλο μας το είναι στην Φύση: «επειδή μόνο με την αγάπη αποκτά η ψυχή  όχι μόνο το καθαρό , διαλυτικό και περιφρονητικό για τον εαυτό της βλέμμα , αλλά και εκείνη την επιθυμία να δει πέρα από την ίδια και να ψάξει μ’ όλες της τις δυνάμεις για έναν κρυμμένο ακόμα  κάπου , ανώτερο εαυτό .Επομένως μόνο αυτός , ο οποίος αφιέρωσε την καρδιά του σε κάποιο μεγάλο άνθρωπο , δέχεται το πρώτο βάπτισμα του πολιτισμού ».[33]

Παρόμοιες σκέψεις για την σκοπιμότητα και τη σύσταση  της παιδείας , καθώς επεκτείνεται  σε  μεγαλύτερα πλήθη , περιέχονται  στα «Μαθήματα για την Παιδεία»[34] ,  ένα έργο που χρονολογικά προηγείται των «Ανεπίκαιρων Στοχασμών». Βασική θέση του , είναι ότι η Παιδεία καθώς επεκτείνεται ,γίνεται συγχρόνως θεραπαινίδα του χρήματος  και των κερδοσκόπων  και αδιαφορεί για την ουσιαστική πνευματική καλλιέργεια .Εξαντλεί  το μορφωτικό της ιδεώδες σε μια ταχύρυθμη  , χρησιμοθηρική εκπαίδευση  , στην υπηρεσία του χρήματος  και του κράτους. Όπως γράφει :  «Δύο φαινομενικά αντίθετα ρεύματα με εξίσου ολέθριες συνέπειες , δύο ρεύματα  που τα αποτελέσματά τους τελικά συγχωνεύονται , κυριαρχούν σήμερα στα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα : Από τη μια η τάση για όσο το δυνατό μεγαλύτερη επέκταση και διάδοση της παιδείας κι από την άλλη η τάση για τον περιορισμό και την αποδυνάμωσή της. Η παιδεία , για διαφορετικούς λόγους , πρέπει να φτάσει σε όσο το δυνατό ευρύτερους κύκλους – αυτό επιδιώκει η μία τάση .Η άλλη προβάλλει την  αξίωση να εγκαταλείψει η παιδεία τις πιο ψηλές , τις πιο ευγενικές και ανώτερες απαιτήσεις  και να αρκεστεί να υπηρετήσει κάποιο  άλλο σχήμα , ας πούμε το κράτος .Πιστεύω ότι έχετε προσέξει από ποια πλευρά ακούγεται πιο απροσχημάτιστα η κραυγή για όσο το δυνατό μεγαλύτερη επέκταση και διάδοση της παιδείας .Η επέκταση αυτή είναι ένα από τα πιο προσφιλή εθνικοοικονομικά δόγματα της εποχής .Όσο το δυνατό περισσότερη γνώση και μόρφωση .Άρα όσο το δυνατό περισσότερη παραγωγή  και όσο το δυνατό περισσότερο ανάγκες .Άρα όσο το δυνατό περισσότερη ευτυχία – κάπως έτσι είναι η συνταγή. Ως στόχο και  σκοπό της παιδείας έχουμε εδώ τη χρησιμότητα  ή , ακόμη πιο συγκεκριμένα , την υλική απολαβή , το όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρηματικό κέρδος .Με αυτό το πρίσμα η παιδεία θα μπορούσε περίπου να οριστεί ως η γνώση για το πώς θα κρατηθεί  κανείς στο «ύψος της εποχής του» , η γνώση των μεθόδων , με τις οποίες αποκτά κανείς όσο το δυνατό πιο άκοπα το χρήμα , η κατοχή όλων των τρόπων , με τους οποίους συντελείται η επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους  και τους λαούς. Η κατεξοχήν επομένως αποστολή της παιδείας θα ήταν να φτιάξει ανθρώπους με όσο το δυνατό μεγαλύτερη «πέραση» – ακριβώς όπως λέμε για ένα νόμισμα ότι «έχει πέραση   ».[35]

Ο Νίτσε ισχυρίζεται λοιπόν ότι η γενίκευση της Παιδείας  αποτυγχάνει να βελτιώσει τον πολιτισμό , ακριβώς  διότι στην διαδικασία της επέκτασης  της αποβάλλει τα ουσιώδη θετικά χαρακτηριστικά , για να υπηρετήσει την τρισυπόστατη θεότητα : το χρήμα , την χρησιμότητα , το κράτος . Το παιδευτικό ιδανικό θα έπρεπε να αποτελεί αυτοσκοπό . Ο μοναχικός φιλόσοφος , αυτός που δεν ταυτίζει την ευφυΐα με την περιουσία θα ‘πρεπε να μπορεί να γονιμοποιήσει τον πολιτισμό :  «  Ο « συνδυασμός  ευφυΐας και  περιουσίας» , που προβάλλεται από την πλευρά των κοσμοθεωριών  αυτών , θεωρείται πια κυριολεκτικά ηθική επιταγή .Κάθε παιδεία που οδηγεί στη μοναξιά , που βάζει στόχους πέρα από το χρήμα και την απολαβή , που απαιτεί πολύ χρόνο , προκαλεί τώρα την απέχθεια .Έχει γίνει πια συνήθεια κάθε τάση για μια τέτοια παιδεία να την απορρίπτουν ως «εγωισμό  ανώτερου βαθμού» ως  « ανήθικο μορφωτικό επικουρισμό». Γιατί βέβαια , σύμφωνα με τις ηθικές αρχές που ισχύουν εδώ , αυτό που απαιτείται είναι κάτι εντελώς αντίθετο : μια ταχύρυθμη μόρφωση , ώστε να μπορεί κανείς γρήγορα να κερδίσει πάρα πολλά χρήματα , κι ακόμη , μια γερή μόρφωση. Στον άνθρωπο γενικά  αναγνωρίζεται το δικαίωμα για τόση μόνο μόρφωση , όση είναι απαραίτητη προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα υλικά συμφέροντά του . Δεν του ζητούν τίποτα περισσότερο. »  [36]

Ο Νίτσε καταλήγει  πως η επέκταση της Παιδείας – ίσως με τον τρόπο που γίνεται ;-  συνιστά «αποβαρβάρωση» . Δεν θεραπεύει ούτε την θρησκευτική δεισιδαιμονία , ούτε απελευθερώνει τον άνθρωπο. Το κράτος  έχει την δυνατότητα να τιθασεύσει  το μορφωτικό ιδεώδες , ώστε να υπηρετεί τους δικούς του στόχους. Όμως όσο αναγκαία είναι  η παιδεία – τόσο  αυτή που συνηθίζεται να ονομάζεται «κλασσική» ή «ανθρωπιστική» όσο και αυτή χαρακτηρίζεται περισσότερο «πρακτική »-  είναι βέβαιο ότι αυτή τελικά θα υπηρετεί  τους στόχους που επιλέγει μια κοινωνία και ένα κράτος . Δεν μπορούμε συνεπώς να φανταστούμε ότι η « σύγχρονη μαζική δημοκρατία» ,θα ευνοούσε μια άλλη παιδεία από αυτή που της είναι χρήσιμη  δηλαδή αυτή που δημιουργεί ευέλικτους εργάτες και ευπροσάρμοστους καταναλωτές . Έτσι λοιπόν ο Νίτσε γράφει : «Όπου λοιπόν ακούω τις πολεμικές ιαχές της μάζας για πλατύτερη μόρφωση του λαού , συνήθως προσπαθώ να διακρίνω αν η ιαχή αυτή ξεκινά από μια πληθωρική τάση για απόκτηση και κατοχή υλικών αγαθών ή αν οφείλεται σε κάποια παλαιότερη θρησκευτική καταπίεση  ή , τέλος , στην έξυπνη αυτοπεποίθηση ενός κράτους»[37]

Όπως και ο Μάρξ , ο Νίτσε θα δει στην εξειδίκευση έναν θανάσιμο αντίπαλο της Παιδείας  όσο και του Πολιτισμού. «Έτσι ένας εξειδικευμένος επιστήμονας που ασχολείται αποκλειστικά με έναν τομέα δεν διαφέρει από τον εργάτη της βιομηχανίας που σ’ όλη  τη ζωή του δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να στρίβει μια ορισμένη βίδα ή να κάνει κάποιο χειρισμό σε κάποιο εργαλείο ή σε κάποια μηχανή , όπου ασφαλώς αποκτά τελικά μια απίστευτη επιδεξιότητα…. Επί αιώνες ολόκληρους θεωρούσαν αυτονόητο ότι μορφωμένος είναι ο σοφός επιστήμονας και μόνον αυτός. Οι εμπειρίες της εποχής μας δύσκολα θα μας οδηγούσαν σε μια τόσο απλοϊκή εξομοίωση. Γιατί τώρα η εκμετάλλευση ενός ανθρώπου για χάρη της επιστήμης αποτελεί προυπόθεση που γίνεται παντού αποδεκτή χωρίς ενδοιασμούς .Ποιος αναρωτιέται  πια τι αξία μπορεί να έχει μια επιστήμη που καταβροχθίζει σαν λάμια τα δημιουργήματα της ;Σήμερα ο καταμερισμός της εργασίας στην επιστήμη τείνει ουσιαστικά στον ίδιο στόχο που συνειδητά κατά καιρούς επιδιώκουν οι θρησκείες : στην αποδυνάμωση της παιδείας , στον αφανισμό της  ».[38]

Ο Νίτσε θα έβλεπε ως φάρμακο σε αυτή την θλιβερή κατάσταση , την μαθητεία στον τραγικό κόσμο  του αρχαίου στοχασμού  , «στον ατέλειωτο μακρινό και δυσπρόσιτο κόσμο της Ελλάδας , στην αυθεντική πατρίδα της παιδείας  ».[39] Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και ούτε η μελέτη για παράδειγμα του Σοφοκλή ή του Ηράκλειτου μπορούν να δώσουν αυτόματα ένα διέξοδο από την κυριαρχούσα ευτέλεια .Αυτό συμβαίνει ,διότι η ανοησία παραμονεύει   καθώς «  αφού ο μαθητής αυτός την άλλη ώρα θα πιάσει στα χέρια του μια εφημερίδα ή ένα σύγχρονο ρομάντζο ή έστω κάποιο από τα « μορφωτικά »  βιβλία που ήδη στο ύφος τους έχει αποτυπωθεί το αηδιαστικό έμβλημα της σύγχρονης παιδευτικής βαρβαρότητας ».[40]

Ο Νίτσε καταλήγει σε ορισμένα πρώτα συμπεράσματα :

– όπως   ακριβώς  στην ασκητική η υπακοή είναι το πρώτο στάδιο για την θέαση της αλήθειας  , παρόμοια και η παιδεία προϋποθέτει  την αυτοπειθαρχία , την μαθητεία ,  την υπακοή δίπλα  στον στοχαστή .Αντίθετα θεωρεί την κολακεία του νέου ως «ένα δείγμα εκβαρβάρωσης».

– η διεύρυνση της παιδείας , που συνοδεύεται από την εξειδίκευση ή την φλύαρη πολυμάθεια ,την εκτρέπει από τον προορισμό της  και την μεταβάλει σε ένα μέσο βιοπορισμού ή αποκόμισης κέρδους . Βεβαίως σήμερα μπορούμε να ισχυριστούμε , ότι όσο κι αν ο Νίτσε  τον περιφρονεί ,  ένας τέτοιος στόχος δεν είναι διόλου ασήμαντος. Όμως η παιδεία  δεν μπορεί να χάνει την σημασία  της , ούτε  την αυταξία  της .Μόνο έτσι θα μπορεί να διαμορφώνει  ελεύθερα πρόσωπα.

Ο Νίτσε αντιπαραθέτει την Παιδεία , στην πολυμάθεια : «το γυμνάσιο – λίγο μετά το ιστορικό ξεκίνημά του – έπαψε να προσφέρει παιδεία και προσφέρει μόνο πολυμάθεια , και ακόμη ότι τώρα τελευταία παίρνει μια κατεύθυνση όχι καν πια προς την πολυμάθεια αλλά προς τον δημοσιογραφισμό ».[41] Ως έργο  του δασκάλου  καθορίζεται «το να καταλαβαίνει κανείς να μεταχειρίζεται το ζωντανό ως κάτι ζωντανό».[42]Η αρχαία ελληνική σκέψη  και γλώσσα υμνείται πολλαπλά και θεωρείται ως αναγκαίο στάδιο για την έξοδο από την βαρβαρότητα , και «ως  επιθετικότητα η οποία εκφράζεται με ακατάπαυτη πάλη κατά του σύγχρονου κίβδηλου πολιτισμού»[43]  .Η βαθιά γνώση της  ορίζεται , ως στόχος του γερμανικού πνεύματος.

Η σκέψη του Νίτσε θα λάβει στοιχεία ελιτισμού – αριστοκρατικότητας , καθώς ορίζεται ως στόχος της Παιδείας , όχι  «η μόρφωση της μάζας », αλλά «η μόρφωση των διαλεχτών ατόμων , αυτών που έχουν την αρματωσιά για έργα μεγάλα , προορισμένα να διαρκέσουν. Τώρα πια ξέρουμε ότι οι κατοπινές γενιές κρίνουν ακριβοδίκαια το μορφωτικό επίπεδο ενός λαού με αποκλειστικό κριτήριο τους Μεγάλους ,εκείνες τις ηρωικές μορφές που προχωρούν μοναχικά  »[44]Παρόλα αυτά θεωρεί εύλογο   και αναγκαίο ο λαός να λαμβάνει την καθολική και υποχρεωτική εκπαίδευση[45] .Όμως ως Παιδεία , που έχει μεταφυσική προέλευση και πατρίδα,  στην πιο στοχαστική και πιο βαθιά μορφή  μπορεί να κατακτήσουν  αυτοί  που ονομάζει «Διαλεχτούς »[46]  , «Αλλά ήδη το γεγονός ότι προβάλλει , ότι βγαίνει από τα σπλάχνα ενός λαού , ότι συνάμα είναι η αντανάκλαση , η ολοκληρωμένη πολύχρωμη εικόνα των ιδιαίτερων  δυνάμεων του λαού αυτού , το γεγονός ότι με την ουσία της ύπαρξης του και το αιώνιο έργό του μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε ένα ομοίωμα του λαϊκού πεπρωμένου στην πιο υψηλή έκφρασή του , ότι ενώνει έτσι το λαό του με το Αιώνιο και τον λυτρώνει από τα δεσμά της χρονικότητας – όλα αυτά τα κατορθώνει   το διαλεχτό άτομο μόνο εφόσον ωριμάσει και μεστώσει στη μητρική αγκαλιά της λαϊκής παιδείας  »[47] Κατά αυτόν τον τρόπο ο ελιτισμός αποθεώνεται , αλλά συγχρόνως υπερβαίνεται .

Ο Νίτσε  επανέρχεται στις επιθέσεις στο Κράτος , που όμως  τις συνδυάζει με  την επίθεση  στην σκέψη που κατεξοχήν το δικαιώνει , στην φιλοσοφία  που χαρακτηρίζει το κράτος , ως τον «απόλυτα ολοκληρωμένον ηθικό οργανισμό » , δηλαδή  την «εγελιανή φιλοσοφία»: «Πρόκειται για ένα καινούργιο και εν  πάση περιπτώσει πρωτογενές φαινόμενο :Το κράτος να εμφανίζεται ως μυσταγωγός του πολιτισμού. Και ενώ ουσιαστικά εξυπηρετεί τους δικούς του σκοπούς , πειθαναγκάζει τους υπηρέτες του να παρουσιάζονται μπροστά του κρατώντας μόνο  το δαυλό της γενικής κρατικής παιδείας , που στο άστατο φεγγοβόλημά του οι υπηρέτες αυτοί θα ανακαλύψουν το ίδιο το κράτος σαν τον ύψιστο στόχο ,σαν το έπαθλο κάθε προσπάθειας τους για παιδεία .Ειδικά αυτό το φαινόμενο, θα έπρεπε να τους κάνει να μείνουν άναυδοι , θα έπρεπε να τους θυμίσει λ.χ. την ανάλογη τάση που εκδηλώθηκε στο χώρο της φιλοσοφίας και , όπως σιγά σιγά  έγινε αντιληπτό , αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση του ίδιου του κράτους .Εννοούμε την εγελιανή φιλοσοφία. Και δεν είναι ίσως υπερβολή , αν υποστηρίξουμε υποτάσσοντας η Πρωσσία  όλες τις μορφωτικές προσπάθειες στους δικούς της στόχους πέτυχε να προσοικειωθεί εκείνο το κομμάτι της εγελειανής φιλοσοφίας που επιδέχεται πρακτική αξιοποίηση .Έτσι λοιπόν η αποθέωση του κράτους, η εγελειανή φιλοσοφία κορυφώνεται σ’ αυτήν ακριβώς την καθυπόταξη  »  [48]

Αντίθετα με το νεωτερικό κράτος , το αρχαιοελληνικό  « δεν ήταν φρουρός , ρυθμιστής , επιτηρητής  του πολιτισμού του , αλλά ο ψυχωμένος , ο μπρατσωμένος σύντροφος και συναγωνιστής που βγαίνει με τα άρματα στη μάχη για να ανοίξει μέσα από την κακοτράχαλη πραγματικότητα το δρόμο στον Διαλεχτό , τον ευγενικό , τον ουράνιο φίλο του , και που για τούτο δρέπει ύστερα το θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη του  ».[49]

Ο Νίτσε τελικά μας δίνει μια εικόνα της παιδευτικής διαδικασίας στην ιδανική της μορφή : «Αν θέλετε να βάλετε κάποιον νέο στο σωστό μονοπάτι της παιδείας , προσέξτε να μη του ταράξετε την απλοϊκή , τη γεμάτη εμπιστοσύνη και ταυτόχρονα προσωπική , άμεση σχέση του με τη φύση. Σ’ αυτόν το νέο πρέπει το δάσος και ο βράχος , η θύελλα , το αρπαχτικό  πουλί , το κάθε λουλούδι , η πεταλούδα , το λιβάδι , η βουνοπλαγιά να του μιλάνε στη γλώσσα τους .Πρέπει να ξαναβλέπει σ’ αυτά τον ίδιο τον εαυτό του σαν σε αναρίθμητους κατοπτρισμούς και αντιφεγγίσματα , σε μια δίνη από ρευστές εκφάνσεις. Έτσι , στη μεγάλη αλληγορία της φύσης θα διαισθανθεί , ασύνειδα , τη μεταφυσική ενότητα όλων των όντων και ταυτόχρονα θα «ακουμπήσει» κι ο ίδιος στην ακατάλυτη συνέχεια και στην αναγκαιότητά τους. Πόσοι όμως  νέοι άνθρωποι μπόρεσαν κι ανδρώθηκαν έχοντας τόσο άμεση , σχεδόν προσωπική σχέση με τη φύση ; Οι υπόλοιποι υποχρεώνονται πολύ νωρίς να μάθουν μια άλλη αλήθεια : πώς να υποδουλώνουν τη φύση .  Εδώ είναι που  εκείνη η απλοϊκή μεταφυσική  χάνεται εντελώς  ».[50]

Η ανάδυση και η κυριαρχία της αστικής κοινωνίας αναγκαία συμπορεύτηκε με ένα κράτος , που την προστάτευε και την αναπαρήγαγε και που σε ορισμένες περιπτώσεις βρήκε στην εγελιανή φιλοσοφία ένα σπουδαίο απολογητή , ενώ αντιμετώπισε την φύση ως αντικείμενο έρευνας και στην συνέχεια εκμετάλλευσης και αποκόμισης κερδών. Σ’ αυτήν της , την δραστηριότητα , δικαιώθηκε από τις διάφορες ιδεολογίες της «προόδου» .Ανάμεσα σε αυτές υπήρξε ο μαρξισμός , που σε αυτό , όπως και σε άλλα σημεία ακολούθησε κατά πόδας την αστική ιδεολογία.

Στο «Ανθρώπινο πολύ Ανθρώπινο»[51] , ο Νίτσε , υποστηρίζει ότι ο πλούτος δίχως πνεύμα είναι δημόσιος κίνδυνος .Η ανόητη χρήση του προκαλεί την μήνιν και την οργή των μη εχόντων : « Μόνο εκείνος που έχει πνεύμα , θα έπρεπε να κατέχει αγαθά .Διαφορετικά η περιουσία είναι ένας δημόσιος κίνδυνος .Γιατί ,αυτός που την κατέχει , όταν δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει τις ευκαιρίες που του δίνει η τύχη , θα συνεχίζει πάντα , να θέλει να αποκτά αγαθά : αυτή η επιθυμία θα είναι η ψυχαγωγία του , το πολεμικό του τέχνασμα ενάντια στον εχθρό. Είναι έτσι που η  μετριοπαθής άνεση  η οποία θα ήταν αρκετή για τη ζωή του πνεύματος , μεταμορφώνεται σε αληθινό πλούτο , απατηλό αποτέλεσμα της ανεξαρτησίας και της πνευματικής  φτώχιας .Ωστόσο , ο πλούτος εμφανίζεται τελείως διαφορετικά από αυτό που θα μπορούσε να περιμένει η άθλια προέλευσή του , επειδή μπορεί  να πάρει τη μάσκα του πολιτισμού και της τέχνης :μπορεί να αγοράσει αυτή τη μάσκα .Με αυτό , προκαλεί τη ζήλια των πιο φτωχών και των αγράμματων που ζηλεύουν , γενικά , πάντα , τη μόρφωση και που δεν βλέπουν παρά αυτό που δεν είναι παρά μια μάσκα – και ετοιμάζεται , έτσι , λίγο – λίγο ,μια κοινωνική αναταραχή : γιατί η κτηνωδία κάτω από ένα λούστρο πολυτέλειας , η καυχησιολογία του υποκριτή με την οποία ο πλούσιος επιδεικνύει τις «απολαύσεις του πολιτισμένου», προκαλούν στον φτωχό την ιδέα ότι «μόνο το χρήμα αξίζει» , – ενώ στην πραγματικότητα , αν το χρήμα αξίζει κάτι , το πνεύμα αξίζει πολύ περισσότερα  » .[52]

Ο Νίτσε νιώθει το ίδια εχθρικά τόσο προς τους αστούς , όσο και προς τους αντιπάλους τους ,καθότι αποτελούν κοινωνικές καταστάσεις ,με τα ίδια τελικώς χαρακτηριστικά  και την ίδια «ποιότητα » .Από αυτό το σημείο ξεκινούν οι αδυναμίες των αστών να αντιπαρατεθούν στους υποτιθέμενους αντιπάλους τους  : «Εμπρός , πλούσιοι αστοί που αποκαλείσθε «φιλελεύθεροι », ομολογήστε το στους εαυτού σας ,είναι το ίδιο σας το αίσθημα που βρίσκετε τόσο τρομερό και τόσο απειλητικό στους σοσιαλιστές αλλά στην ίδια σας την καρδιά που παρέχετε μια αναγκαία  θέση , σα να μην ήταν το ίδιο πράγμα .Αν δεν είχατε , έτσι όπως είστε , την περιουσία σας και την έννοια της διατήρησής της ,αυτό το αίσθημα θα σας έκανε όμοιο με τους σοσιαλιστές ;Μόνο η περιουσία κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε σας και σ’ αυτούς. Κατ’ αρχήν  , πρέπει να νικήσετε τους εαυτούς σας , αν θέλετε να θριαμβεύσετε με οποιονδήποτε τρόπο , πάνω στους εχθρούς της καλοπέρασής σας. Αν , τουλάχιστον , αυτή η καλοπέραση ανταποκρινόταν σε μια αληθινή ευημερία !Θα ήταν λιγότερο εξωτερική και θα προκαλούσε λιγότερο φθόνο , θα είχε περισσότερο ευμένεια , περισσότερη φροντίδα για την εντιμότητα και θα ήταν περισσότερο ωφέλιμη .Αλλά εκείνο που είναι ψεύτικο και κωμικό στη χαρά σας , που προέρχεται κυρίως , από ένα αίσθημα αντίθεσης  ( με άλλους που δεν έχουν αυτή τη χαρά να ζουν και  που σας φθονούν ) που με μια ορισμένη πληρότητα δύναμης και ανωτερότητας – οι απαιτήσεις του διαμερίσματος σας , τα ρούχα σας , τα εφόδια σας , τα μαγαζιά σας , οι ανάγκες του στόματος και του τραπεζιού , οι θορυβώδεις ενθουσιασμοί σας για τη συναυλία και την όπερα και τέλος , οι καλοφτιαγμένες  και καλοντυμένες γυναίκες σας αλλά που είναι από κακό μέταλλο , επιχρυσωμένες  αλλά χωρίς τον ήχο του χρυσού , διαλεγμένες από εσάς , για να παρελαύνετε μαζί τους ,φερόμενες οι ίδιες ως κομμάτια επίδειξης .Εσείς είστε οι δηλητηριασμένοι προπαγανδιστές αυτής της ασθένειας του λαού , που με τη μορφή της σοσιαλιστικής ψώρας ,εξαπλώνεται τώρα , ανάμεσα στις μάζες , με μια ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα αλλά που είχε σε σας , την πρώτη έδρα και την πρώτη εστία εκκόλαψης .Και ποιος , λοιπόν , θα ήταν ακόμη ,ικανός να σταματήσει αυτή την πανούκλα;  » .[53]

Οι αστοί είναι υπεύθυνοι για την δημιουργία και την  διάδοση  της θρησκείας , που δοξάζει το Χρήμα ως τον υπέρτατο Θεό. Σε αυτήν την θεότητα θα προσέλθουν ,ως νέοι προσήλυτοι οι σοσιαλιστές. H στράτευση στα κόμματα τους δημιουργεί νέες σκλαβιές , νέες υποδουλώσεις : «Οι τυμπανοκρουσίες με τις οποίες νέοι συγγραφείς μπαίνουν στην υπηρεσία ενός κόμματος , μοιάζουν για εκείνον που δεν ανήκει στο κόμμα , με μια κλαγγή από αλυσίδες και προκαλούν περισσότερο τη συμπόνια παρά τον θαυμασμό».[54]

Ο αστισμός παράγει τον σοσιαλισμό ,για τον Νίτσε , ιδίας φύσεως και ποιότητας μεγέθη. Παρότι εκπροσώπησαν ενάντιες κοινωνικές δυνάμεις , ιστορικά τελικώς θα συναντηθούν στο πεδίο της μαζικοδημοκρατίας. Η σοσιαλδημοκρατία αποτελεί την ανιαρή όψη ενός ανίερου κόσμου. Ο Λένιν , απαιτώντας , από τους εργάτες  να γίνουν κυρίαρχοι ,συνετέλεσε στο να αποβάλουν το αίσθημα μνησικακίας , να στήσουν νέες ιεραρχίες και να μυηθούν στην  «ηθική των κυρίων » , δηλαδή στην βούληση για ισχύ. Με   μια όμως σημαντική διαφορά  το πρωτοπόρο κόμμα και η «δικτατορία του προλεταριάτου » , παρείχε τα νέα αφεντικά ,  τους νέους κύριους , που κυριάρχησαν πάνω στους εργάτες.

Βεβαίως ο Νίτσε ξεκινώντας από μία άλλη αφετηρία , διατυπώνει μια εξίσου με τον μαρξισμό ,και τον χριστιανισμό  αποθεμελιωτική  κριτική της κοινωνίας του χρήματος : «Η περιουσία σκλαβώνει. Δεν είναι παρά ως ένα ορισμένο βαθμό που η περιουσία κάνει τον άνθρωπο πιο ανεξάρτητο και πιο ελεύθερο .Ένα σκαλοπάτι παραπάνω  και η περιουσία γίνεται ο αφέντης , ο ιδιοκτήτης ο  σκλάβος : από τότε , θα πρέπει να της θυσιάσει τον χρόνο του , τη σκέψη του και να αισθάνεται υποχρεωμένος για ορισμένες συναναστροφές , συνδεδεμένες με  ένα τόπο , ενσωματωμένος  με ένα κράτος –όλα αυτά μπορούν  να είναι αντίθετα στις βαθιές και ουσιώδεις ανάγκες του» [55]

Η κριτική επεκτείνεται στην μηχανή   και  στον  «μηχανικό »  τρόπο της εργασίας: «Η μηχανή που έχει παραχθεί , ακριβώς , από την υψηλότερη διανοητική ικανότητα , δεν θέτει σε κίνηση , στα άτομα που τη χειρίζονται , παρά τις κατώτερες και αστόχαστες δυνάμεις .Είναι αλήθεια ότι η λειτουργία της αποδεσμεύει μια ποσότητα δυνάμεων που , διαφορετικά , θα παρέμεινε κοιμισμένη .Αλλά δεν παρακινεί στην εξύψωση , στο να γίνεις καλύτερος , να γίνεις καλλιτέχνης .Καθιστά δραστήριο και ομοιόμορφο αλλά αυτό προξενεί ένα αντίθετο αποτέλεσμα :μια απεγνωσμένη πλήξη  κυριεύει την ψυχή που μαθαίνει να αναπνέει με τη μηχανή , με μια άπρακτη κίνηση.»[56]

Ο Νίτσε θέλει να διοχετεύσει ορισμένα συναισθήματα , όπως η ματαιοδοξία και ο εγωισμός  σε ένα δρόμο αποκλειστικά πνευματικό και αισθητικό .Για αυτό είναι έτοιμος να αναγνωρίσει την σημασία της μικρής περιουσίας – που εξασφαλίζει στον κάτοχο της έναν αέρα ανεξαρτησίας – , αλλά επιθυμεί να αποκλείσει κάθε δυνατότητα στην συγκέντρωση πλούτου και περιουσίας : «Για να έχουν , στο μέλλον , περισσότερη εμπιστοσύνη στην ιδιοκτησία και να γίνει αυτή πιο ηθική , πρέπει να ανοίξεις όλους  τους τρόπους εργασίας που οδηγούν στη μικρή περιουσία αλλά να εμποδίσεις τον εύκολο και ξαφνικό πλουτισμό .Θα έπρεπε να βγάλεις τα χέρια απ’ όλους τους κλάδους της μεταφοράς και του εμπορίου που ευνοούν τη συγκέντρωση των μεγάλων περιουσιών .Πριν απ’ όλα , λοιπόν,  το εμπόριο του χρήματος – και να θεωρήσεις αυτούς που κατέχουν πολλά πλάσματα επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια ,ακριβώς όπως εκείνους που δεν διαθέτουν τίποτα  ».[57]

Ο Νίτσε επαναλαμβάνει την αρνητική διάσταση της εκμετάλλευσης της εργασίας και πώς αυτή πολλαπλασιάζεται με την χρήση των μηχανών .: «Η εκμετάλλευση της εργασίας ήταν , όπως αντιλαμβανόμαστε σήμερα , μια ανοησία , ένα πέταγμα  στη ζημιά του μέλλοντος , ένας κίνδυνος για την κοινωνία .Τώρα έχουμε , ήδη , φτάσει σχεδόν , στον πόλεμο : και σε κάθε περίπτωση , τα απαραίτητα έξοδα για να διατηρηθεί η ειρήνη , για να συνάψουμε συνθήκες και για να εμπνεύσουμε εμπιστοσύνη , θα είναι εξαιρετικά ανεβασμένα , εφόσον η ανοησία των εκμεταλλευτών θα είναι τόσο μεγάλη και τόσο διαρκής ».[58] Ο λόγος θυμίζει πάρα πολύ τις σκέψεις του Μάρξ στα «Χειρόγραφα του ΄44».Η μηχανή όπως γράφει ταπεινώνει ,ισοπεδώνει , αφαιρεί από τα πράγματα της αξία του προσώπου , μεταβάλει τελικά τα πρόσωπα σε πράγματα , σε αντικείμενα. Η τεχνική διατηρεί απόσταση από την τέχνη .Οι μηχανές είναι για τους εργάτες ένας αργός καθημερινός θάνατος της ύπαρξής τους. Η κριτική στην μηχανοκρατία μπορεί να λάβει την μορφή ρομαντικής εξέγερσης κατά του νεωτερικού πολιτισμού , ή να περιοριστεί στην διαπίστωση της πραγματικής θέσης του εργάτη : «Η μηχανή είναι απρόσωπη ,αφαιρεί από την εργασία την περηφάνια της , την ποιότητα και τις ελλείψεις της που είναι το προσωπικό γνώρισμα κάθε εργασίας η οποία δεν έχει δημιουργηθεί για τη μηχανή – άρα , ένα τμήμα της ανθρωπότητας .Άλλοτε ,κάθε αγορά από τους τεχνίτες ήταν μια διάκριση ,αποδιδόμενη σ’ ένα πρόσωπο , η σφραγίδα του οποίου θα περιέβαλε τον αγοραστή : έτσι που τα συνηθισμένα αντικείμενα και ρούχα γίνονταν ένα είδος συμβόλων αμοιβαίας  εκτίμησης και προσωπικής σχέσης, ενώ σήμερα , μοιάζουμε να ζούμε σε μια ανώνυμη και απρόσωπη σκλαβιά .Δεν πρέπει να αγοράζουμε πολύ ακριβά την ελάφρυνση  της  εργασίας ».[59]

Ο Νίτσε βλέπει στην  σύγχρονη δημοκρατία  ως «την ιστορική μορφή της παρακμής του κράτους»[60].Αν αυτό το αποτέλεσμα δεν ήταν πρόωρο θα έβλεπε μια θετική διάσταση. Όπως αρκετά μακρινό φαίνεται να δημιουργηθεί  ένα ενιαίο έθνος στην θέση των σημερινών.

Προφητικές είναι οι διαπιστώσεις του για την εξέλιξη του σοσιαλισμού. Τον θεωρεί ως τον «φανταστικό δευτερότοκο αδελφό του ψυχορραγούντος δεσποτισμού ,την κληρονομιά του οποίου θέλει να συλλέξει .Οι προσπάθειες του ,είναι , λοιπόν , με τη βαθύτερη έννοια, αντιδραστικές .Γιατί επιθυμεί μια πληρότητα δύναμης του κράτους , τέτοια που ποτέ δεν είχε  ο δεσποτισμός , ακόμη και αν υπερβαίνει όλα όσα δείχνει το παρελθόν ,επειδή εργάζεται  για την τυπική εκμηδένιση του ατόμου».[61] Σαν να βλέπει την εφιαλτική εξέλιξη του σταλινισμού  προβλέπει την «πλήρη καθυπόταξη όλων των πολιτών του κράτους , τέτοια που δεν έχει υπάρξει ποτέ στο παρελθόν »[62]Καθότι η θρησκεία δεν  θα χρησιμοποιείται πλέον για να οργανώνεται η κρατική συναίνεση χρειάζεται μια νέα κυριαρχία που θα στηρίζεται πάνω στον τρόμο  και στην εξάλειψη κάθε πνευματικότητας. Ένα θετικό βλέπει σε όλα αυτά. Ο σοσιαλιστικός δεσποτισμός θα προκαλέσει μια γενική άρνηση του κράτους : «Ο σοσιαλισμός μπορεί να χρησιμεύσει για να διδάξει με τρόπο κτηνώδη και χτυπητό , τον κίνδυνο όλων των συσσωρεύσεων δύναμης μέσα στο κράτος και με αυτή την έννοια , να υπαινιχθεί μια δυσπιστία εναντίον του ίδιου του κράτους. Όταν η τραχιά του φωνή αναμιχθεί με την κραυγή του πολέμου : «Όσο το δυνατόν περισσότερο κράτος » , αυτή η κραυγή θα γίνει , αρχικά , πιο θορυβώδης παρά ποτέ :αλλά σε  λίγο , θα ξεσπάσει με όχι λιγότερη δύναμη , η αντίθετη κραυγή : «Όσο το δυνατόν λιγότερο κράτος».[63]

Σε ένα από τα τελευταίο του βιβλία το «Ιδε ο  Άνθρωπος », ο Νίτσε , κάνει μια αναδρομή στα προηγούμενα έργά του , και βρίσκει την ευκαιρία  να επανέλθει στις απόψεις που είχε υποστηρίξει στους «Ανεπίκαιρους Στοχασμούς»  για την αρνητικές όψεις της επιστήμης , την απρόσωπη εργασία του τεχνίτη .Επισημαίνει ότι για αυτούς τους λόγους η εποχή του είναι άρρωστη και σε αποσύνθεση: «η ζωή είναι άρρωστη από τούτο τον απανθρωποποιημένο μηχανισμό ρολογιού , από την «απρόσωπη ύπαρξη του εργαζόμενου», από την ψεύτικη οικονομία του «καταμερισμού εργασίας».Έχει χαθεί, δηλαδή η κουλτούρα , και έχει εκβαρβαριστεί η σύγχρονη ενασχόληση με την επιστήμη..  »[64].Στο ίδιο έργο θα βρει την ευκαιρία να καταδικάσει τον γερμανικό εθνικισμό και να σημειώσει την συμπάθεια του για τους Εβραίους. Θα τονίσει ότι μετά την ήττα του Ναπολέοντα  ,η Ευρώπη, πάσχει από τον εθνικισμό και την εθνική νεύρωση  που την οδηγεί στην διαιώνιση της διαίρεσης της σε «μικρά κράτη , στην μικροπολιτική»[65].Ιδιαίτερα οι Γερμανοί παρουσιάζουν σε έξαρση αυτά τα χαρακτηριστικά «Όταν φαντάζομαι έναν τύπο ανθρώπου που αντιβαίνει σε όλα τα ένστικτά μου , αυτός είναι πάντα Γερμανός…Οι Γερμανοί όμως είναι canaille (όχλος)-αχ, είναι τόσο καλοσυνάτοι !-Υποβιβάζει κανείς τον εαυτό του όταν έχει πάρε δώσε με Γερμανούς:οι Γερμανοί τους κάνουν όλους ίσους και όμοιους…Δεν ξέρουν καθόλου πόσο χυδαίοι είναι , αλλά αυτό είναι ο υπερθετικός βαθμός της χυδαιότητας-δεν ντρέπονται που είναι Γερμανοί …Ανακατεύονται με όλα ,θεωρούν πως είναι ικανοί να αποφασίζουν για όλα , και φοβάμαι πως ήδη έχουν βγάλει απόφαση ακόμη για μένα…Όλη μου η ζωή είναι η αυστηρή απόδειξη αυτών των αρχών. Μάταια έψαξα  ανάμεσά τους για κάποιο σημάδι τaκτ , delicatesse (λεπτότητας ) απέναντί μου. Στους  Εβραίους το βρήκα , ποτέ όμως στους Γερμανούς».[66]

Τέτοιου είδους απόψεις παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη αντοχή στο έργο του Νίτσε .Στο «Λυκόφως των ειδώλων» θα υποστηρίξει ότι οι Γερμανοί «βαριούνται το πνεύμα»  και έχουν παρακμάσει διότι «στοιχίζει ακριβά το να αποκτάς δύναμη :η δύναμη αποβλακώνει»[67].Η αφοσίωση τους στο κράτος  και στις υποθέσεις του , τους αφυδατώνει από πνεύμα «η κουλτούρα και το κράτος – ας μην ξεγελιόμαστε επ’ αυτού είναι ανταγωνιστές :η ιδέα ενός κράτους που δημιουργεί κουλτούρα είναι απλώς μια μοντέρνα ιδέα . » [68]

Επίσης σε επιστολή προς την Μαλβίντα  φον Μευζενμπουργκ ( 12 Μαΐου 1887) , θα εξομολογηθεί το πάθος του για τον Ντοστογιέφσκι και θα επαναλάβει ότι δεν αισθάνεται καμία συγγένεια για τους Γερμανούς διανοούμενους «οι οποίοι κρίνουν τα πάντα σύμφωνα με την αρχή « Deutshland ,Deutshland uber alles !»[69]   Ενδιαφέρον είναι  ο θαυμασμός του για τον Ντοστογιέφσκι, που σε επιστολή του στον Γ.Μπραντές εξηγείται «επειδή αποτελεί το πιο πολύτιμο ψυχολογικό υλικό που γνωρίζω – κατά περίεργο τρόπο , του είμαι ευγνώμων , παρόλο που πάντα μου προκαλεί απέχθεια , αφού ξυπνάει τα πιο ταπεινά μου ένστικτα. Αυτή είναι περίπου η σχέση μου προς τον Πασκάλ , τον οποίο παρεμπιπτόντως αγαπώ , επειδή έχω διδαχτεί άπειρα πράγματα απ’αυτόν :ο μοναδικός λογικός χριστιανός  » [70]. Σε μια άλλη επιστολή του προς την Φραντζίσκα Νίτσε ( 18 Οκτωβρίου 1887) γράφει «μου λείπει πάντα και η ελάχιστη επιθυμία να κάνω παρέα με τον αντισημίτη κύριο γαμπρό μου .Οι απόψεις του και οι δικές μου διαφέρουν μεταξύ τους – και αυτό καθόλου δεν με λυπεί.»[71] Σε επιστολή στον Ρουτζέρο Μπόνγκι (Δεκέμβριος 1988) γράφει ότι «πρέπει να βάλει κανείς ένα τέλος»[72] να θεωρείται ως απαραίτητο καθήκον και υψηλή πολιτική οι εγωισμοί των λαών ,ενώ στον Φράντς Όβερμπεκ ( 4 Ιανουαρίου 1889) γράφει «μόλις έβαλα να τουφεκίσουν όλους τους αντισημίτες.» [73]

Παρόμοια και χωρίς διακυμάνσεις , είναι η αγωνία για την φύση  : «Ύβρις είναι σήμερα ολόκληρη η στάση μας απέναντι  της φύσης , η καταδυνάστευση μας της φύσης με τη βοήθεια των μηχανών και με την τόσο απερίσκεπτη εφευρετικότητα των τεχνικών και των μηχανικών».[74]

Η επίθεση στην κοινωνία του χρήματος και στο κράτος απλώνεται στα γραφτά κάθε περιόδου του Νίτσε .Στην ΑΥΓΗ  θα γράψει : «Η εποχή μας , όσο κι αν μιλάει για οικονομία , είναι σπάταλη :σπαταλάει το πιο πολύτιμο πράγμα,  το πνεύμα »[75].Στο τελευταίο του βιβλίο στη «Θέληση για δύναμη» γράφει: «οι «πλούσιοί» μας είναι οι φτωχότεροι όλων !Ο αληθινός σκοπός κάθε πλούτου είναι η λήθη».[76]

Ο Νίτσε δεν συμμερίζεται την αισιόδοξη ανθρωπολογική άποψη για την «καλή ρίζα του ανθρώπου», που διαφθείρει η κοινωνία. Γι’ αυτό δεν αποδέχεται την δυνατότητα για την οριστική διευθέτηση των κοινωνικών προβλημάτων. Ένας επίγειος παράδεισος δεν είναι μόνο ανέφικτος , αλλά και αντίθετος στην ιδιοσυγκρασία του. Η προσμονή μίας ουτοπικά τέλειας κοινωνίας ή  είναι εσχατολογικής προέλευσης  ή αποτελεί έναν ιδεαλισμό που , αντί να περπατά με το κεφάλι κάτω, περπατάει με τα πόδια (καθώς  έλεγε ο Μάρξ για τον Χέγκελ).Ο Πλάτων και οι σοσιαλιστές (της εποχής του Νίτσε βέβαια ) λανθασμένα ισχυρίζονται ότι η εξάλειψη της ιδιοκτησίας θα καταργήσει συγχρόνως την ματαιοδοξία και τον εγωισμό .Καθώς γράφει , αυτή η «βασική και ουτοπική μελωδία του Πλάτωνα , που οι σοσιαλιστές εξακολουθούν πάντα να τραγουδούν , βασίζεται σε μια ατελή γνώση του ανθρώπου :αγνοούσε την ιστορία των ηθικών αισθημάτων , του έλειπε η διορατικότητα πάνω στην προέλευση των παλιών ιδιοτήτων της ανθρώπινης ψυχής  »[77]

Ο Νίτσε αντιπροσωπεύει ένα φωτεινό πνεύμα αντίστασης , που δεν χάθηκε σε οποιοδήποτε μονοπάτι εσχατολογίας ή τέλους της ιστορίας. Ο σκεπτικισμός είναι η μέθοδος , που ταιριάζει στο ύφος και στην ιδιοσυγκρασία του: «Ένα πνεύμα που ζητάει μεγάλα πράγματα , που ζητάει επίσης τα μέσα για να φτάσει σ’ αυτά , είναι κατ’ ανάγκη ένας σκεπτικιστής .Η ελευθερία απ’ όλα τα είδη πεποιθήσεων , η ικανότητα να βλέπεις ελεύθερα , αποτελεί μέρος της δύναμης …Η πεποίθηση ως μέσο :Το μεγάλο πάθος χρειάζεται και χρησιμοποιεί τις πεποιθήσεις , αλλά δεν υποτάσσεται σ’ αυτές –νιώθει ανώτερο απ’ αυτές. Αντίθετα , η ανάγκη για πίστη , για κάποιο είδος ανεπιφύλακτου Ναι ή Όχι , αυτός ο Καρλαυσμός , αν μου επιτρέπεται η έκφραση , είναι μια ανάγκη που γεννιέται από την αδυναμία    ».[78] Γι’ αυτό είναι κατανοητό ,ο Νίτσε , να αντιτίθεται όχι μόνο σε κάθε θρησκεία  και πίστη  , αλλά και στον αστισμό ,στην δημοκρατία ,στον σοσιαλισμό , στο κράτος [79], στην εξουσία [80], στον γερμανισμό, στον εθνικισμό[81], στον αναρχισμό[82], στον αντισημιτισμό [83].

Παρόλα αυτά στο τελευταίο και πιο αμφιλεγόμενο βιβλίο την «Θέληση για Δύναμη» προβλέπει πολλά από αυτά που ακολούθησαν , ενώ αναδύεται αρκετά θολά και ασαφές ένα πολιτικό δέον.

Διέβλεψε ότι  « ανάλωση του ανθρώπου και της ανθρωπότητας γίνεται ολοένα και πιο οικονομική»[84].Ο άνθρωπος μικραίνει , μειώνει ,εμφανίζεται «η προσαρμογή , η ισοπέδωση , ο ανώτερος κινεζισμός , η μετριοπάθεια στα ένστικτα »[85], ενώ η γη «αποκτά κοινή οικονομική διαχείριση»[86] και μεταβάλλεται σε «μηχανή στην υπηρεσία της οικονομίας αυτής»[87].Συγχρόνως ο Ευρωπαίος  γίνεται «το πιο έξυπνο δουλικό ζώο , πολύ εργατικό , κατά βάθος πολύ μετριοπαθές , περίεργο μέχρι υπερβολής ,πολυειδές ,αβροδίαιτο , με αδύναμη θέληση – ένα κοσμοπολίτικο χάος  αισθημάτων και νου»[88]

Οι εργάτες μεταβάλλονται σε στρατιώτες : «Οι εργάτες πρέπει να μάθουν να αισθάνονται σαν στρατιώτες. Μια αμοιβή , ένα εισόδημα , αλλά όχι πληρωμή! Καμιά σχέση μεταξύ πληρωμής και απόδοσης !Αλλά το άτομο , το καθένα ανάλογα με το είδος του , πρέπει να τοποθετείται έτσι ώστε να μπορεί να αποδώσει το ύψιστο που μπορεί να αποδώσει. Οι εργάτες θα ζουν μια μέρα όπως οι αστοί σήμερα – αλλά πάνω απ’ αυτούς, διακρινόμενοι από την έλλειψη αναγκών τους , η ανώτερη κάστα : δηλαδή πιο φτωχοί και πιο απλοί , αλλά κάτοχοι της δύναμης ».[89]

Οι  επισημάνσεις του Φ.Νίτσε για τον χαρακτήρα που ελάμβανε η νεωτερική κοινωνία ήδη από τον 19ο αιώνα , παρ’ ότι περιέχονται σε έναν λόγο αφοριστικό , πυκνό  και όχι ιδιαίτερα αναλυτικό και τεκμηριωμένο , αποσπασματικό – μη συστηματικό , δεν στερούνται εγκυρότητας. Αντίθετα ο προσωπικός , υποκειμενικός και ποιητικός τόνος του τον διευκολύνει σε μια ριζική και καίρια ανατομία της νεωτερικής κοινωνίας.

Στο έργό του «ΧΑΡΑΥΓΗ»[90] καταπιάνεται , ανάμεσα σε άλλα θέματα , αφοριστικά με την μοίρα του εργάτη , την θέση του εργαζόμενου μέσα στο εργοστάσιο και την κοινωνία .Βλέπει την ανθρώπινη ύπαρξη  να μετατρέπεται από πρόσωπο σε βίδα , σε γρανάζι της μηχανής .

Την αποτρόπαιη αυτή κατάσταση μπορεί , κατά τον Νίτσε , να απαλύνει η αύξηση του μισθού , αλλά δεν την αλλάζει ουσιαστικά :

« Είναι ντροπή να πιστεύουμε ότι με μια υψηλότερη αμοιβή μπορεί να αρθεί η ουσία της αθλιότητάς τους , δηλαδή η απρόσωπη υποδούλωσή τους ! Είναι ντροπή να αφήνουμε να μας πείθουν με φλυαρίες  ότι με  μια επίταση αυτής της απροσωπίας , στο εσωτερικό της μηχανικής λειτουργίας μιας  κοινωνίας , μπορεί να κάνει αρετή την ντροπή της  δουλείας ! Ντροπή να έχει μια τιμή με αντάλλαγμα το να γίνεσαι βίδα αντί να μένεις πρόσωπο ! Είστε συνεργοί στην τωρινή τρέλα των εθνών , τα οποία θέλουν να παράγουν όσο το δυνατόν περισσότερο και να γίνουν όσον το δυνατόν πλουσιότερα; Από  σας εξαρτάται να τους παρουσιάσετε έναν αντίθετο λογαριασμό : ποσό μεγάλα ποσά εσωτερικής αξίας θα πεταχτούν  για χάρη ενός τέτοιου σκοπού !Που όμως είναι η δική σας εσωτερική σας αξία , όταν δεν ξέρετε πια τι σημαίνει να αναπνέει κανείς ελεύθερα ;Όταν  δεν εξουσιάζετε ούτε σε περίπτωση ανάγκης τον εαυτό σας ; Όταν μπουχτίζετε πολύ συχνά  τον εαυτό σας όπως  ένα ποτό που έχει χάσει την φρεσκάδα του ; Όταν ακούτε τις εφημερίδες και λοξοκοιτάτε τον πλούσιο γείτονα , με ανοιγμένη την όρεξή σας λόγω της γρήγορου ανόδου και πτώσης της δύναμης , του χρήματος και των γνωμών ;Όταν δεν πιστεύετε πια στην φιλοσοφία , που φοράει κουρέλια , στην ελευθεροφροσύνη εκείνων που δεν έχουν ανάγκες ; ».[91]

Στο απόσπασμα του Νίτσε ,περιέχεται μια ουσιαστικά μεταμαρξιστική  κριτική του καπιταλισμού και της κυριαρχίας της τεχνικής :

  • – στο εργοστάσιο η ανθρώπινη ύπαρξη δεν κοινωνικοποιείται αλλά μετατρέπεται από  πρόσωπο σε εξάρτημα των μηχανών.
  • – ο παραγωγισμός , η συνεχής αύξηση της παραγωγής , η ανάπτυξη δίχως όρια και με κάθε κόστος αποτελεί τον χαρακτηριστικότερο ανορθολογισμό της νεωτερικότητας , την « τωρινή τρέλα των εθνών » , που συμμερίστηκε τόσο ο καπιταλισμός όσο και η μαρξιστική σκέψη.
  • – Οι διαδικασίες που επιτάσσει η καπιταλιστική κοινωνία και ο νεωτερικός πολιτισμός , εντός  και εκτός του εργοστασίου , καταστρέφουν κάθε εσωτερικότητα , κάθε «εσωτερική αξία » , για χάρη της εξωτερικότητας που θεοποιεί το χρήμα , την τεχνική , την ανάπτυξη.

Η απάντηση του Νίτσε στην καταστροφή του ανθρώπινου προσώπου δεν είναι η μεθοδική αλλαγή της κοινωνίας  αλλά είτε , όπως γράφει  , « καλύτερα να μεταναστεύσω , να προσπαθήσω να γίνω κύριος σε άγριες και δροσερές περιοχές του κόσμου και προ παντός κύριος του εαυτού μου  , να αλλάζω μέρος μόλις μου γνέψει ακόμη και το πιο μικρό σημάδι δουλείας » , είτε να στραφεί στην « περιπέτεια και τον πόλεμο και , αν έρθουν τα χειρότερα , να είμαι έτοιμος να πεθάνω : καλύτερα  όλα αυτά  παρά να υπομένω κι άλλο αυτή την ανάρμοστη δουλεία , παρά να συνεχίζω να γίνομαι  σκυθρωπός , φαρμακερός και συνεργός ».[92]

Η πρώτη επιλογή θυμίζει  ανάλογες σκέψεις ρομαντικών κοινοτιστών , όπως ο Γ.Λαντάουερ , οι οποίοι πρότειναν  ,μεταξύ άλλων ,την φυγή σε νέες χώρες και την δημιουργία νέων κοινοτήτων . Η σκέψη ότι η περιπέτεια , ο πόλεμος  μπορεί να είναι διέξοδος στην καπιταλιστική αλλοτρίωση θυμίζει ανάλογες σκέψεις του Ε.Γιούνγκερ , όπου ο πόλεμος χάνει την εφιαλτική του όψη για να γίνει μια περιπέτεια , ένα αισθητικό φαινόμενο , μια κατάφαση στον κίνδυνο.

Ο Νίτσε επιθυμεί οι στοχαστές να ζουν ως ασκητές ,  για να γίνουν απελευθερωτικά  πρότυπα για τους εργάτες , δηλαδή να ζουν με «  εθελούσια ειδυλλιακή φτώχεια » , με «αποχή από το επάγγελμα και το γάμο».[93]  Αντίθετα , η αναμονή της σοσιαλιστικής ελπίδας , η μελωδία ενός μελλοντικού παραδείσου , όταν δεν προϋποθέτει άμεσες πρακτικές αλλαγές , επιτείνει την αποδοχή της καταστροφής του ανθρώπινου προσώπου.

Η κριτική του Νίτσε ξετυλίγεται  με ριζοσπαστικό τρόπο : « Ιδού ποιο θα ήταν το σωστό φρόνημα : οι εργάτες της Ευρώπης θα έπρεπε στο εξής  να κάνουν ό,τι  είναι ανθρωπίνως  αδύνατο ως τάξη , κι όχι μόνο , όπως  συμβαίνει συνήθως , κάτι που έχει οργανωθεί  σκληρά και απρόσφορα  .Θα έπρεπε να εγκαινιάσουν μέσα στην ευρωπαϊκή  κυψέλη μια εποχή εξόδου κατά σμήνη , που , που όμοιά της δεν ξανά έγινε ποτέ , και , μ’ αυτή  την μεγαλειώδη πράξη ελεύθερης μετοικεσίας , να διαμαρτυρηθούν εναντίον της μηχανής , εναντίον του κεφαλαίου  και εναντίον του διλήμματος που τους απειλεί τώρα , να αναγκαστούν να γίνουν είτε δούλοι του κράτους , είτε δούλοι ενός ανατρεπτικού κόμματος . Μακάρι να ξαλαφρώσει η Ευρώπη από ένα τέταρτο  των κατοίκων της ! Θα είναι καλύτερο και για εκείνη  και γι’ αυτούς  !Θα είναι καλύτερο και για εκείνη και γι’ αυτούς ! Μόνο σε μακρινές χώρες και στις  επιχειρήσεις σμηνών  αποίκων θα φανεί καθαρά ποσό πολλή ορθοφροσύνη  και δικαιοσύνη  , πόσο υγιή δυσπιστία έχει δώσει στα παιδιά    της η μητέρα Ευρώπη .Σ’ αυτά τα παιδιά που δεν μπορούν πια να ζουν δίπλα σ’ αυτή τη ν μουχλιασμένη  γριά γυναίκα , που κινδυνεύουν    να  γίνουν γκρινιάρηδες  , ευερέθιστοι  και  φιλήδονοι σαν αυτήν. Έξω από την Ευρώπη θα ταξιδέψουν   μαζί με τους εργάτες και οι αρετές  της Ευρώπης  . Κι αυτό που μέσα στην πατρίδα άρχισε να εκφυλίζεται  σε επικίνδυνη δυσθυμία  και εγκληματική ροπή , θα αποκτήσει έξω μια άγρια , ωραία φυσικότητα  και θα ονομαστεί ηρωισμός. Έτσι θα φυσήξει  επιτέλους καθαρότερος αέρας στην  γέρικη  , πυκνοκατοικημένη  και απορροφημένη από τον εαυτό της Ευρώπης   ».[94]

Στο κείμενο αυτό υπάρχουν ορισμένες ευφυείς επισημάνσεις : το τέλος της εργατικής τάξης με τον τρόπο που αρχικά την είδαμε να εισβάλλει στην ιστορία , η υποδούλωση  του εργάτη στο κράτος  , στο κεφάλαιο , αλλά και στο « ανατρεπτικό κόμμα » , δηλαδή  στο κομμουνιστικό κόμμα  που μετέτρεψε την κυριαρχία των εργαζομένων σε δικτατορία του ιδίου και των στελεχών , που το απάρτιζαν. Επίσης η Ευρώπη ( ο ευρωπαϊκός πολιτισμός ) παρομοιάζετε με  « μουχλιασμένη γριά  γυναίκα»  , καθ’ ότι είχε χάσει κάθε γονιμότητα και δημιουργικότητα. Βέβαια  ο κριτικός αναστοχασμός είναι από τα στοιχεία που τελικά θα χαρακτηρίσουν την ευρωπαϊκή σκέψη , και αυτό ακριβώς  πράττει ο Νίτσε , ακόμη κι αν  είναι ο λόγος  του σκληρός και αδυσώπητος. Αυτή δε  η τεράστιας σημασίας κατάκτηση , δηλαδή  η αποδοχή  όχι μόνο της κριτικής  , αλλά και της άρνησης και της αμφισβήτησης , υπήρξε  ένα πνευματικό και κοινωνικό γεγονός που οφείλει πολλά σε στοχαστές , όπως ο Νίτσε  και ο Μάρξ.

Δίπλα λοιπόν στις ευφυείς επισημάνσεις του Νίτσε , υπάρχει ένας λόγος ποιητικός , υπερρεαλιστικός , παραληρηματικός κάποτε  , που ζητά την έξοδο των εργαζόμενων  από την Ευρώπη.

Παρότι η έξοδος αυτή , υπό άλλη μορφή , έγινε, δεν προξένησε τις αλλαγές που προσδοκούσε ο Νίτσε , ούτε στην Ευρώπη , ούτε στις Νέες Χώρες. Η μετανάστευση μετέφερε την απαλλοτρίωση της ανθρώπινης ύπαρξης από την μια χώρα στην άλλη. Σε μια εποχή ειδικότερα που η οικονομία αποκτά παγκόσμια χαρακτηριστικά , παρότι η συμμετοχή στον καπιταλισμό είναι διαφορετικού χαρακτήρα και αναλογίας σε κάθε κράτος , η αντιμετώπιση των προβλημάτων που με ριζικό τρόπο θέτει ο λόγος του Νίτσε ( και φυσικά και ο Μάρξ) μπορεί να γίνει με διαφορετικό τρόπο , δηλαδή με μια οργάνωση της εργασίας , που θα συνδυάζει την εργασία με το παιχνίδι , την δημιουργία , δεν θα θυσιάζει το ανθρώπινο πρόσωπο στον βωμό της παραγωγικότητας  και θα οδηγήσει  σταδιακά  στην μείωση του χρόνου της μισθωτής εργασίας.

Δεν μας διαφεύγει ότι η εργασία , σε μια εξιδανικευμένη της τουλάχιστον μορφή , συνδέει  το άτομο με την κοινωνία , είναι στοιχείο δημιουργικότητας , αλληλεγγύης   , ανεξαρτησίας ,αξιοπρέπειας και  βέβαια βιοπορισμού. Ο  άνεργος είναι αναγκασμένος να αποδέχεται πολλές ταπεινώσεις , να οδηγείται  στο περιθώριο της κοινωνίας  και να επιζεί από την φιλανθρωπία , γεγονός που επιτείνει τον ευτελισμό του.

Ο Νίτσε επισημαίνει ορθά ότι στον εγκώμιο της εργασίας   βλέπει  « την ίδια υστερόβουλη σκέψη όπως στον  έπαινο των κοινωφελών απρόσωπων πράξεων : εκείνη του φόβου για κάθε ατομικό ».[95]

Πιστεύει ότι η σκληρή εργασία είναι μια μέθοδος  για να σιγάσει κάθε επιθυμία για ελευθερία , αλλά και να πάψει να υπάρχει το ανθρώπινο πρόσωπο: « Παρατηρώντας την εργασία , αισθάνεται κανείς σήμερα κατά βάθος – με την λέξη εργασία εννοείται πάντα εκείνη  η σκληρή εργατικότητα από νωρίς έως αργά  – ότι  μια τέτοια εργασία  είναι η καλύτερη  αστυνομία , ότι χαλιναγωγεί  τους πάντες και ξέρει να εμποδίζει δυναμικά την ανάπτυξη του λογικού , της επιθυμίας , του πόθου  για ανεξαρτησία. Διότι ξοδεύει εξαιρετικά πολλή νευρική δύναμη , την οποία έτσι αφαιρεί από τον στοχασμό , τον αναλογισμό , την ονειροπόληση , τις μέριμνες , την  αγάπη , το μίσος : βάζει έναν μικρό σκοπό πάντα εν όψει και εγγυάται εύκολες και κανονικές ικανοποιήσεις . Έτσι , μια κοινωνία , στην οποία θα υπάρχει συνεχής σκληρή εργασία , θα έχει μεγαλύτερη ασφάλεια : και την ασφάλεια ακριβώς λατρεύουν σήμερα ως την ανώτερη θεότητα .- Και τώρα ! Φρίκη ! Ο «εργάτης » ακριβώς έχει γίνει επικίνδυνος ! Ο τόπος βρίθει από «επικίνδυνα άτομα »! Και πίσω απ’ αυτά ο κίνδυνος των κινδύνων – το άτομο ! ».[96]

Είναι τραγικό μια κοινωνία που επαγγέλλεται , ως ιδρυτική της αρχή , την πρωτοκαθεδρία του ατόμου  απέναντι σε κάθε συλλογικότητα , να εκμηδενίζει τελικά  το ανθρώπινο πρόσωπο μέσα σε μια αγέλη , όπου η επιθυμία  για ελευθερία , για όνειρο , για βίωση αισθημάτων έχει αντικατασταθεί από την επιθυμία για ασφάλεια από εκείνους που βρίσκονται  εντός και εκτός των τειχών.

Η κριτική του Νίτσε στην μισθωτή εργασία , η επιθυμία για διάσωση του ανθρώπινου προσώπου , για ανεξαρτησία και ονειροπόληση φέρνει τον στοχασμό του, κοντά σε κάποιους   ρομαντικούς λόγους  του Μάρξ , όπου  ο « καθένας  μπορεί να τελειοποιηθεί σε οποιονδήποτε κλάδο θέλει , η κοινωνία ρυθμίζει την γενική παραγωγή κι έτσι κάνει δυνατό για μένα να κάνω ένα πράγμα σήμερα κι άλλο αύριο , να κυνηγώ το πρωί , να ψαρεύω το απόγευμα , να φροντίζω  τα ζώα το βράδυ , να κριτική μετά το δείπνο , όπως ακριβώς μου αρέσει , χωρίς ποτέ να γίνομαι κυνηγός , ψαράς , βοσκός ή κριτικός»[97]  – που βέβαια αντιφάσκουν με τον πρωταρχικό ρόλο που αποδίδει ο ίδιος στην ανθρώπινη εργασία  σε άλλα κείμενα του[98] – όπως  και με τον γαλλικό περσοναλισμό. Βεβαίως η σκέψη του Μάρξ για την εργασία προέρχεται από τον άλλο αντίπαλο του Νίτσε , τον Χέγκελ και την σχέση κύριου-δούλου  όπου « με την εργασία ο δούλος συνειδητοποιεί την αληθινή του φύση».[99] Παρά τις επί μέρους διαφωνίες με τον Χέγκελ του αναγνωρίζει ότι «υιοθετεί την άποψη της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας .Βλέπει την εργασία σαν ουσία , η αυτό- επιβεβαιούμενη  ουσία  του ανθρώπου. Βλέπει μόνο τη θετική και όχι την αρνητική πλευρά της εργασίας .Η  εργασία είναι ο ερχομός του ανθρώπου για τον εαυτό μέσα στην αλλοτρίωση ή ο ερχομός του σαν αλλοτριωμένου ανθρώπου»[100].Συνεπώς μπορεί ο Μάρξ διατυπώνει τις ενστάσεις  του για την αλλοτριωμένη εργασία, αλλά μαζί με τον Χέγκελ αναγνωρίζει σε αυτή την ουσία του ανθρώπου. Βεβαίως η άποψη αυτή δεν τον εμπόδισε να αναγνωρίσει , σε άλλα όπως είδαμε γραπτά του, την σημασία που έχει για τον άνθρωπο ο μη εργάσιμος χρόνος.

Σε ένα άλλο κείμενο με τον τίτλο «Το κράτος στους Έλληνες»[101] ο Νίτσε ισχυρίζεται ότι στην νεοτερικότητα  «όλοι βασανίζονται να διαιωνίσουν με άθλιο τρόπο μια άθλια ζωή .Αυτή η φοβερή ανάγκη τους οδηγεί να κάνουν μια εξουθενωτική εργασία , την οποία θαυμάζει κάθε τόσο ο εκμαυλισμένος από τη «θέληση» άνθρωπος ή ακριβέστερα ανθρώπινος νους , σαν να είναι κάτι αξιοσέβαστο.»[102]Έτσι ενώ στον σύγχρονο άνθρωπο μπορεί να συνδυάζεται ο αγώνας για την ύπαρξη με την ανάγκη της τέχνης στους αρχαίους Έλληνες «η ιδέα ότι η εργασία είναι ένα όνειδος εκφράζεται με τρομακτική ειλικρίνεια »[103]

Αντίθετα στον σύγχρονο κόσμο δεν είναι ο άνθρωπος της τέχνης , αλλά ο δούλος που καθορίζει και ονοματίζει τις σχέσεις με τον κόσμο και για αυτό έχουν έναν απατηλό χαρακτήρα «Φαντάσματα όπως η αξιοπρέπεια του ανθρώπου , η αξιοπρέπεια της εργασίας , είναι ενδεή προϊόντα της δουλείας που κρύβεται από τον ίδιο τον εαυτό της .»[104]Προχωρώντας ακόμη περισσότερο , ο Νίτσε , ισχυρίζεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την εργασία και την δουλεία ως   αναγκαιότητα για την οποία ένιωθαν συγχρόνως ντροπή και όνειδος. Μάλιστα η ύπαρξη στρωμάτων που εργάζονται δουλικά είναι προυπόθεση για την ανάπτυξη του πολιτισμού, ενώ ο καθένας αποκτά αξιοπρέπεια καθώς γίνεται εργαλείο της μεγαλοφυΐας. Αμφίσημη είναι σε αυτό το σημείο η θέση του Νίτσε για το κράτος .Ενώ το θεωρεί  αναγκαίο συγχρόνως επισημαίνει ότι «πρέπει να δεχτούμε ότι ένα όν που ερευνά τη γέννηση του κράτους , θα αναζητούσε στο εξής ,γεμάτο  φρίκη , τη σωτηρία του μόνο στην απομάκρυνση από αυτό»[105] Παρότι εσφαλμένα γράφει ότι η εξάπλωση της καθολικής ψηφοφορίας δείχνει τον φόβο μπροστά στον πόλεμο – μετά την Γαλλική Επανάσταση ξέσπασαν πόλεμοι με τέτοια συμμετοχή του λαού που δεν υπήρξε στο παρελθόν των δυναστικών κρατών- εντοπίζει την ανάδυση μιας αριστοκρατίας του χρήματος , που απαρτίζεται από απάτριδες κοσμοπολίτες «εκείνους τους ερημίτες του χρήματος , οι οποίοι , επειδή δεν διαθέτουν εκ φύσεως το κρατικό ένστικτο , έχουν μάθει να χρησιμοποιούν καταχρηστικά το κράτος και την κοινωνία ως μηχανισμούς για να πλουτίζουν οι ίδιοι.»[106]Κατά το παράδειγμα και πάλι ,του Ε.Γιούνγκερ, θα αναζητήσει στον πόλεμο την διέξοδο από την «τη χρησιμοποίηση της επαναστατικής σκέψης στην υπηρεσία μιας ιδιοτελούς και άνευ σχέσεων με το κράτος αριστοκρατία του χρήματος»[107] .Βεβαίως  η διατύπωση ενός δέοντος από τον Νίτσε τελεί από την ριζική σχετικότητα και την αποφασιστική άρνηση να υψώσει νέες θεότητες. Όπως γράφει «Το τελευταίο που υπόσχομαι είναι να «βελτιώσω» την ανθρωπότητα .Δεν θα στήσω καινούρια είδωλα, ας μάθουν τα παλιά τι σημαίνει να έχουν πήλινα πόδια .Το αναποδογύρισμα των ειδώλων (είδωλα είναι η λέξη μου για τα «ιδεώδη») – αυτή είναι μάλλον η δουλειά μου.»[108]

 

Ο Νίτσε αφού προηγουμένως αποθεμελίωσε όλα τα υπάρχοντα πολιτικά συστήματα , διαλέγει ως την δική του ουτοπία μια πνευματική αριστοκρατία , που θα ζει ασκητικά, μοναχικά ,με ελάχιστα αγαθά , συμφιλιωμένη με την οδύνη και τις κακουχίες[109] . Απέναντι στην τάση του εκδημοκρατισμού και των ίσων δικαιωμάτων , που κάνει  «το αγελαίο ζώο κύριο»  ,αυτός κατέχεται από το πάθος της απόστασης. Στοχεύει σε νέες ιεραρχίες που δεν είναι όμως ούτε οι ιεραρχίες του χρήματος , ούτε ιεραρχίες που αποθεώνουν το κράτος. Πρόκειται βέβαια για μια δική του επιθυμία , που δεν έχει ελπίδα να γίνει μέρος της πραγματικότητας , διότι προϋποθέτει μια βαθύτατη ανατροπή , που θα έχει γίνει πρώτα στην συνείδηση των ανθρώπων και θα έχει τέτοια ισχύ ώστε να μπορεί να επιβληθεί στην πολιτική που στηρίζεται από το κράτος και τα μέσα ενημέρωσης. Σε αντίθεση με τον Δαρβίνο θεωρεί ότι αυτοί που επικρατούν δεν είναι οι ισχυροί ,αλλά οι αδύναμοι .Οι ισχυροί είναι σπάταλοι ,ενώ αποδεκατίζονται σε μάχες μεταξύ τους ,και  τα αισθήματα που έχουν τα ξοδεύουν : «η ύπαρξή τους είναι δαπανηρή »[110].

Η δημοκρατία ισοπεδώνει τους πληθυσμούς της Ευρώπης και τις ιεραρχίες που διέπονταν ,προετοιμάζοντας μια νέα κυρίαρχη  τάξη, ώστε  «οι ίδιες συνθήκες που επισπεύδουν την εξέλιξη του  αγελαίου ζώου ,επισπεύδουν και την εξέλιξη του ηγετικού ζώου»[111].Αναρωτιέται αν  την ευρωπαϊκή δημοκρατία θα την διαδέχεται «ένα ανώτερο είδος κυριάρχων και καισαρικών πνευμάτων που θα στέκονταν πάνω σ’ αυτό, , που θα διατηρούνταν απ’ αυτό , και που θα ανυψώνονταν μέσω αυτού; » και «μια τολμηρή κυρίαρχη ράτσα πάνω στη βάση μιας εξαιρετικά έξυπνης αγελαίας μάζας.»[112] Προβλέπει ότι πλησιάζει ο καιρός που η γη θα κυβερνηθεί σαν σύνολο και αναρωτιέται «Και για ποιο σκοπό θα αναδυθεί και θα εκτραφεί ο «άνθρωπος » ως σύνολο – και όχι πια ως λαός , φυλή ;».[113] Είναι ερωτήματα που μπορεί να προοιωνίζουν την παγκοσμιοποίηση , αλλά ο Νίτσε δεν μπορεί να τα απαντήσει .  Κάποιες προυποθέσεις , που θέτει , όπως είναι η αντιστροφή των αξιών , η ανάδυση ενός «είδος ανθρώπου ύψιστης πνευματικότητας και δύναμης της θέλησης »[114], μόνο ως  παιχνίδια του νου μπορούν να ερμηνευθούν. Προς το παρόν ας συγκρατήσουμε ότι καμιά κοινωνία (καπιταλιστική , σοσιαλιστική ή οποιαδήποτε άλλη) δεν μπορεί να λειτουργήσει , αν δεν υπάρχουν κάποιοι , που μπορεί και να είναι μειοψηφία, οι οποίοι δεν έχουν ως μοναδική ή κύρια αξία τους το χρήμα , αλλά η δραστηριότητά της θα διέπεται από τις μη-εγχρήματες αξίες.

Η κοινωνία του χρήματος και αυτή που ήθελε να φαίνεται ως αντίθετή της  , ο σοσιαλισμός (ο υπαρκτός σοσιαλισμός , η σοσιαλδημοκρατία ), συγχωνεύτηκαν  και δεν αποτελούν πλέον δύο διαφορετικές εκδοχές της νεωτερικότητας , αλλά μια  .Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να θριαμβολογούν , να θεωρούν τον εαυτό τους ως το τέλος της ιστορίας , αλλά δεν μπορούν να αναλογιστούν ούτε την μικροπολιτική  τους , ούτε την αντιαισθητική τους ευτέλεια  . Δεν συνιστούν μέρος της φυσικής τάξης ή έξοδο από τον μηδενισμό , αλλά μεταμφιέσεις του μηδενός.

Ο Νίτσε και ο Μάρξ αν δεν χρησιμοποιηθούν ,ως ιερά κείμενα  ,ή ως ιερά τέρατα  είναι το ίδιο αναγκαίοι για να κατανοήσουμε την νεωτερικότητα .Ξεκινώντας από δύο διαφορετικές αφετηρίες , ο ένας από το πάθος της ισότητας , ο άλλος από το πάθος της απόστασης γίνονται και οι  δύο κριτικοί της κοινωνίας που έχει ανάγει ως κύρια αξία και θεμέλιο της ,το χρήμα. Βεβαίως είναι ενδιαφέρον το που μπορούμε να φτάσουμε ακολουθώντας τα ερωτήματά τους και τις σκέψεις. Ο Νίτσε δίχως να το περιμένει γράφοντας ότι , «δεν υπάρχουν γεγονότα , αλλά μόνον ερμηνείες » [115], προανήγγειλε   τον μεταμοντερνισμό. Το πιο παράδοξο είναι ότι  οραματιζόμενος μια πνευματική αριστοκρατία εξέρχεται από τα όρια της πολιτικής και εισέρχεται στα όρια της ηθικής και της αισθητικής .Η σημαντικότερη συνεισφορά του , που τον φέρνει δίπλα στον Ντοστογιέφσκι , που θαύμαζε απεριόριστα  , είναι η τοποθέτηση του τραγικού στοιχείου     και του τραγικού  ανθρώπου – κι όχι μια τυφλά αισιόδοξης πίστης – στο κέντρο της μεταξίωσης όλων των αξιών ,στην  καρδιά της πορείας εξόδου από τον μηδενισμό : «Είναι τα ηρωικά πνεύματα που λένε Ναι στον εαυτό τους ,στην τραγική σκληρότητα :είναι αρκετά σκληρά για να αισθάνονται τον πόνο σαν ηδονή».[116]

[1] Γ.Λούκατς : «Φ.Νίτσε :Κάτω από το φως του μαρξισμού»,Πρόλογος-Μετάφραση Ξεν.Ι.Καράκαλου ,Εκδόσεις Μαρή ,Αθήνα 1980, σελ.9.Το  δοκίμιο του Λούκατς  για τον Νίτσε περιέχεται  στο έργο του «Η καταστροφή του Λόγου»

[2] όπως προηγούμενα σελ. 7

[3] Δ.Γληνός :Εκλεκτές σελίδες , Εκδόσεις Στοχαστής, Τόμος Α’ , σελ. 100 στο δοκίμιο του «Νοσταλγός ή προφήτης :ένα σύντομο σκίτσο για το Νίτσε  και τη φιλοσοφία », που πρωτοδημοσιεύθηκε ,ως πρόλογος στο έργο του Φ.Νίτσε «Η γενεαλογία της ηθικής », που μετέφρασε ο ίδιος με το ψευδώνυμο Δ.Αλεξάνδρου και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Γκοβόστη στην Αθήνα το 1942.

[4] Φ.ΝΙΤΣΕ : «Ανεπίκαιροι Στοχασμοί », ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ,Θεσσαλονίκη 1996, Εισαγωγή- μετάφραση – χρονικό Ι.Σ.Χριστοδούλου ,Πρόλογος Σ.Δεληβογιατζής σελ. 265-266.

[5] Όπως προηγούμενα σελ.266

[6] Όπως προηγούμενα σελ 267

[7] Όπως προηγούμενα σελ 267

[8] Όπως προηγούμενα σελ 267.Σε ένα άλλο σημείο του ίδιου βιβλίου συνηγορεί υπέρ των γνήσιων χριστιανών (όπως ήταν για παράδειγμα  οι ασκητές  ) , που κράτησαν τον χριστιανισμό εκτός του κράτους : « Οι περισσότερο γνήσιοι  και αληθινοί  οπαδοί του Χριστιανισμού , την κοσμική του επιτυχία , την επονομαζόμενη «ιστορική ισχύ » του ,ανέκαθεν την αμφισβήτησαν και την εμπόδισαν περισσότερο παρά την υποστήριξαν .Γιατί φρόντιζαν να θέσουν εαυτούς εκτός «του κόσμου» , και δεν ανησυχούσαν για την «πορεία  της χριστιανικής ιδέας» γι’ αυτό κυρίως έχουν μείνει εντελώς άγνωστοι και ανώνυμοι στην Ιστορία »(σελ.193).

[9] Όπως προηγούμενα σελ 272

[10] Όπως προηγούμενα σελ 279

[11] Όπως προηγούμενα σελ279

[12] Όπως προηγούμενα σελ 279

[13] Όπως προηγούμενα σελ 279

[14] Όπως προηγούμενα σελ 279.Στους «Ανεπίκαιρους  Στοχασμούς» , ο Σωκράτης σε αντίθεση με άλλα έργα του Νίτσε , έχει μια απόλυτα θετική αντιμετώπιση.

[15] Όπως προηγούμενα σελ 280

[16] Όπως προηγούμενα σελ 284

[17] Όπως προηγούμενα σελ 294

[18] Όπως προηγούμενα σελ295

[19] Όπως προηγούμενα σελ 301

[20] Όπως προηγούμενα σελ 302

[21] Όπως προηγούμενα σελ332

[22] Όπως προηγούμενα σελ335

[23] Όπως προηγούμενα σελ 389

[24] Όπως προηγούμενα σελ 179

[25] Όπως προηγούμενα σελ 185

[26] Όπως προηγούμενα σελ 219

[27] Όπως προηγούμενα σελ 229

[28] Όπως προηγούμενα σελ 241

[29] Όπως προηγούμενα σελ 242

[30] Όπως προηγούμενα σελ 256

[31] Όπως προηγούμενα σελ 256-257

[32] Όπως προηγούμενα σελ 259.

[33] Όπως προηγούμενα σελ 263

[34]Φ.Νίτσε : «Μαθήματα για την Παιδεία », Εκδόσεις Ροές , Μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος

[35] Όπως προηγούμενα σελ 47, 48

[36] Όπως προηγούμενα σελ 49

[37] Όπως προηγούμενα σελ 51

[38] Όπως προηγούμενα σελ 53

[39] Όπως προηγούμενα σελ 55

[40] Όπως προηγούμενα σελ 55

[41] Όπως προηγούμενα σελ 65

[42] Όπως προηγούμενα σελ 65

[43] Όπως προηγούμενα σελ 83

[44] Όπως προηγούμενα σελ 102

[45] Όπως προηγούμενα σελ 102

[46] Όπως προηγούμενα σελ 103

[47] Όπως προηγούμενα σελ 103,104

[48] Όπως προηγούμενα σελ 118

[49] Όπως προηγούμενα σελ 120

[50] Όπως προηγούμενα σελ 130,131. Ένας στοχαστής που προέρχεται από την ορθόδοξη  χριστιανική σκέψη  ο Σ .Γουνελάς σχολίασε εκτεταμένα   στο δοκίμιο του  «Ο Φ.Νίτσε , οι διαλέξεις για την παιδεία»  ,που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του « Η κρίση του πολιτισμού» , τις σκέψεις του Νίτσε και κατέληξε  ότι «Οι διαλέξεις του Νίτσε μας επαναφέρουν με σαφήνεια και ανιδιοτέλεια μπροστά στην πραγματικότητα , φωτίζοντας την ελληνικά , υπό ορισμένη έννοια. Ο πυρήνας από τον οποίο αντλεί και στον οποίο παραπέμπει δεν είναι μια στείρα αρχαιολατρία , αλλά η γονιμοποίηση του και των αισθήσεων στη σημερινή εποχή ή σε οποιαδήποτε άλλη, έτσι ώστε να βοηθηθεί ο άνθρωπος να ξαναβρεί το «μέγεθος», που έχασε »(σελ.127).

[51] «Ανθρώπινο πολύ Ανθρώπινο» , Εκδόσεις Μ. Δαμιανού , Μετ.Ε.Καλκάνη

[52] Όπως προηγούμενα σελ.441 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 310)

[53] Όπως προηγούμενα σελ.439,440 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 304)

[54] Όπως προηγούμενα σελ. 441 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 308)

[55] Όπως προηγούμενα σελ. 442 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 2, απόφθεγμα 317)

[56] Όπως προηγούμενα σελ. 550,551 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 220)

[57] Όπως προηγούμενα σελ. 571 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 285)

[58] Όπως προηγούμενα σελ. 572 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 286)

[59] Όπως προηγούμενα σελ. 572 (από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 288)

[60] Όπως προηγούμενα σελ. 292(από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 472)

[61] Όπως προηγούμενα σελ. 293 (από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 473)

[62] Όπως προηγούμενα σελ. 293(από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 473)

[63] Όπως προηγούμενα σελ. 293(από το πρώτο βιβλίο , κεφάλαιο 10, απόφθεγμα 473)

[64] Φ. ΝΙΤΣΕ:Ιδε ο Άνθρωπος ,Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ. 90

[65] Φ. ΝΙΤΣΕ:Ιδε ο Άνθρωπος ,Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ143

[66] Φ. ΝΙΤΣΕ:Ιδε ο Άνθρωπος ,Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ 146,147

[67] Φ. ΝΙΤΣΕ:Το λυκόφως των ειδώλων, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ.65,66

[68] Φ. ΝΙΤΣΕ:Το λυκόφως των ειδώλων, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μετάφραση  Ζ.Σαρίκας ,σελ.69

[69] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ.42

[70] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ129

[71] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ 50

[72] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ 168

[73] Φ.ΝΙΤΣΕ :Τελευταίες επιστολές 1887-1889, Εκδόσεις Άγρα, εισαγωγή J-M Rey, Μετάφραση Α.Μανούση, σελ 183

[74] Φ.ΝΙΤΣΕ; «Γενεαλογία της Ηθικής»,Εκδόσεις Γκοβόστης, ,Μετάφραση Άρης Δικταίος , σελ.120

[75] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Αυγή», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας, σελ.127

[76] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Η θέληση για δύναμη», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας,σελ.44

[77]Φ.ΝΙΤΣΕ «Ανθρώπινο πολύ Ανθρώπινο» , Εκδόσεις Μ. Δαμιανού , Μετ.Ε.Καλκάνη, σελ.571,(από το δεύτερο βιβλίο , κεφάλαιο 3, απόφθεγμα 285)

[78] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Ο Αντίχριστος», Εκδοτική Θεσσαλονίκης ,Μετάφραση Ζ.Σαρίκα ,σελ. 71.

[79] Στο «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα »(Εκδόσεις Δωδώνη , Μετάφραση Α.Δικταίου ): «Κράτος λέγεται το πιο παγερό απ’ όλα τα παγερά τέρατα. Κ’ επίσης παγερά ψεύδεται. Και τα ψέματα αυτά έρπουν από το στόμά του: «Εγώ ,το κράτος ,είμαι ο λαός .Αυτό είναι ψέμα !Δημιουργοί ήσαν αυτοί που δημιούργησαν τους λαούς  και κρέμασαν από πάνω τους μια πίστη και μιαν αγάπη :έτσι υπηρέτησαν τη ζωή »(σελ. 87), στο «Θέληση για δύναμη » (Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας)  γράφει «Το κράτος ή η οργανωμένη ανηθικότητα –εσωτερικά : ως αστυνομία , ποινικό δίκαιο , τάξεις ,εμπόριο , οικογένεια .Εξωτερικά :ως θέληση για δύναμη , για πόλεμο , για κατάκτηση , για εκδίκηση»(σελ.336),ενώ δικαιολογεί την εξέγερση «Το έγκλημα ανήκει στην έννοια «εξέγερση εναντίον της κοινωνικής τάξης πραγμάτων».Δεν «τιμωρούν έναν στασιαστή :τον καταστέλλουν .Ένας στασιαστής μπορεί να είναι άθλιος και αξιοπεριφρόνητος άνθρωπος .Αλλά δεν υπάρχει τίποτε μεμπτό σε μια εξέγερση καθ’ εαυτήν – και το να είσαι στασιαστής σε σχέση με το δικό μας είδος κοινωνίας  δεν μειώνει από μόνο του την αξία ενός ανθρώπου .Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις όπου οφείλει κανείς να τιμήσει έναν στασιαστή ,επειδή αυτός βρίσκει κάτι στην κοινωνία μας εναντίον του οποίου χρειάζεται να γίνει πόλεμος : όπου μας ξυπνά από τον λήθαργό μας ….Σε όλα σχεδόν τα εγκλήματα βρίσκουν επίσης έκφραση ορισμένες ιδιότητες που δεν πρέπει να λείπουν από έναν άνθρωπο .Δεν ήταν αδικαιολόγητο που ο Ντοστογιέφσκι είπε για τους τροφίμους των σιβηριανών φυλακών του  ότι αποτελούσαν το πιο ισχυρό και πιο αξιόλογο κομμάτι του ρωσικού λαού» (σελ.343 ,344)

[80] Στο «Λυκόφως των Ειδώλων», Εκδοτική Θεσσαλονίκης , Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας : «Στοιχίζει πολύ ακριβά η άνοδος στην εξουσία :η εξουσία σε κάνει ηλίθιο »(σελ.51)

[81] Στο «Θέληση για δύναμη » (Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας)  γράφει «Λίγος καθαρός αέρας !Αυτή η παράλογη κατάσταση της Ευρώπης δεν πρέπει να συνεχιστεί άλλο ! Υπάρχει καμιά ιδέα πίσω απ’ αυτόν τον βοϊδίσιο εθνικισμό ;  » (σελ. 347)

[82] Στο «Γενεαλογία της Ηθικής  » Εκδόσεις Γκοβόστης, ,Μετάφραση Άρης Δικταίος γράφει : «Μα , πρώτ’ απ’ όλα , θα πώ κάτι στο αυτί των ψυχολόγων μας , αν υποθέσουμε πως θα τους έκανε κέφι να μελετήσουν από πιο κοντά την ίδια τη μνησικακία :το φυτό αυτό ανθίζει , σήμερα , κατά τον ωραιότερο τρόπο , ανάμεσα στους αναρχικούς και στους αντισημίτες , όπως άνθιζε , πάντα , άλλωστε , σαν τον μενεξέ , μ’ όλο που το άρωμά του διαφέρει»(σελ. 75).Στο Φ.ΝΙΤΣΕ: «Ο Αντίχριστος», Εκδοτική Θεσσαλονίκης ,Μετάφραση Ζ.Σαρίκα , γράφει «Μπορούμε να εξισώνουμε πλήρως τον χριστιανό με τον αναρχικό :ο στόχος τους , το ένστικτό τους , κατευθύνεται μόνο προς την καταστροφή. Η ιστορία αποδεικνύει αυτήν την πρόταση με μια εκπληκτική σαφήνεια»(σελ.79).

[83] Στο «Γενεαλογία της Ηθικής  » Εκδόσεις Γκοβόστης, ,Μετάφραση Άρης Δικταίος γράφει : «δε μπορώ να υποφέρω μήτε κι αυτούς τους νεοφανείς εμπόρους του ιδεαλισμού , τους αντισημίτες , που σήμερα στρέφουν άλλού τα μάτια τους και χτυπούν τα χριστιανικά , άρεια , αγαθά στήθεια τους και  που με γαϊδουρινή υπομονή και   ξεθεωτική κατάχρηση  των κοινότερων δημαγωγικών μέσων, την ηθική στάση δηλαδή , ζητούν να ερεθίσουν όλα τα στοιχεία του κερασφόρου ζώου που ‘χει ένας λαός (- αν κάθε είδος πνευματικής απάτης δεν μένει χωρίς επιτυχία στη σημερινή Γερμανία , αυτό οφείλεται στο αδιάψευστο και χειροπιαστό κιόλας φτώχεμα του γερμανικού πνεύματος , που την αιτία του τη ζητώ σε μιαν υπερβολικά αποκλειστική πνευματική τροφή που του δίνεται μ’ εφημερίδες , πολιτική , μπύρα  και βαγκνερική  μουσική , συμπεριλαμβανομένου κι αυτού που αποτελεί προυπόθεση αυτής της δίαιτας : ο εθνικός αποκλειστικισμός κ’ η εθνική ματαιοδοξία , η ισχυρή , μα και στενή αρχή : «Η Γερμανία υπεράνω όλων», μα και ,αμέσως μετά , η paralysis agitans των «μοντέρνων ιδεών» ) » (σελ. 168, 169).Επίσης στο Φ.ΝΙΤΣΕ «Η περίπτωση Βάγκνερ- Νίτσε εναντίον Βάγκνερ , Εκδοτική Θεσσαλονίκης ,Μετάφραση Ζ.Σαρίκα» γράφει : «Δεν αντέχω τίποτε το διφορούμενο .Από τότε που πήγε ο Βάγκνερ στη Γερμανία ,ενέδωσε σιγά-σιγά σ’ όλα  όσα περιφρονώ εγώ –ακόμη και στον αντισημιτισμό  »(σελ.94).

Στο «Πέρα από το καλό και το κακό »(Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση –Επιμέλεια Ζ.Σαρίκας), γράφει «Τι χρωστάει η Ευρώπη στους Εβραίους;- Πολλά πράγματα , καλά και κακά , και προπαντός ένα που είναι ταυτόχρονα από τα καλύτερα και από τα χειρότερα:το μεγάλο στιλ στην ηθική , τη φοβερότητα και τη μεγαλειότητα των ατέλειωτων απαιτήσεων , των ατέλειωτων σημασιών , ολόκληρο τον ρομαντισμό και την εξοχότητα των ηθικών αμφιβολιών – και κατά συνέπεια ακριβώς το πιο ελκυστικό , ύπουλο και διαλεγμένο κομμάτι  εκείνων των χρωματικών παιχνιδιών και των σαγηνών της ζωής από  από  των οποίων την τελευταία αναλαμπή ο ουρανός της ευρωπαϊκής κουλτούρας μας , ο απογευματινός της ουρανός , τώρα φλέγεται – ίσως καίγεται. Εμείς οι καλλιτέχνες μεταξύ των θεατών και των φιλοσόφων είμαστε γι’ αυτό το πράγμα ευγνώμονες – στους Εβραίους….Το ότι οι Εβραίοι θα μπορούσαν , αν το ήθελαν – ή αν αναγκάζονταν , όπως φαίνεται να θέλουν οι αντισημίτες – ακόμη και τώρα να επικρατήσουν , και μάλιστα να κυριαρχήσουν σ’ ολόκληρη την Ευρώπη είναι σίγουρο.. Εξίσου σίγουρο είναι ότι δεν δουλεύουν και δεν κάνουν σχέδια γι’ αυτό το πράγμα.. Στο μεταξύ θέλουν και επιθυμούν μάλλον , ακόμη και με κάποια φορτικότητα , να απορροφηθούν και να αφομοιωθούν από την και μέσα στην Ευρώπη , λαχταρούν να εγκατασταθούν επιτέλους μόνιμα, να γίνουν δεκτοί και σεβαστοί και να δώσουν τέλος στη νομαδική ζωή , στον «περιπλανώμενο Ιουδαίο»  »(σελ. 144,σελ.146).

Στο Φ.ΝΙΤΣΕ: «Η θέληση για δύναμη», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας : «οι αντισημίτες δεν συγχωρούν τους Εβραίους για το ότι έχουν «πνεύμα» – και χρήμα. Οι αντισημίτες – ένα άλλο όνομα για  τους «μη προνομιούχους»(σελ.403)

[84] Φ.ΝΙΤΣΕ: «Η θέληση για δύναμη», Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Ζ.Σαρίκας,σελ.406

[85] όπως προηγούμενα σελ.406

[86] όπως προηγούμενα σελ.406

[87] όπως προηγούμενα σελ.406

[88] όπως προηγούμενα σελ.407

[89] όπως προηγούμενα σελ.350

[90] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004.

[91] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ.147

[92] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ 147,148

[93] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ147

[94] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός 206 ,σελ 148

[95] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός  173 ,σελ.124

[96] Φ.Νίτσε : «Χαραυγή», Μετάφραση –Επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας , Σκόπελος , Εκδόσεις Νησίδες , 2004, ,Αφορισμός  173 ,σελ.124

[97] Κ.Μάρξ – Φ.Ένγκελς : « Η Γερμανική Ιδεολογία » , μετάφραση Κ.Φιλίνη , Αθήνα ,Gutenberg  , τόμος Α’ , σελ. 78.

[98] Ο Κ.Παπαιωάννου στο έργο του «ο Μάρξ και η φιλοσοφία » επισημαίνει  «Άλλωστε , ο ώριμος Μάρξ , πιο εξοικειωμένος με την πραγματικότητα του βιομηχανικού πολιτισμού . δείχνει ένα μεγάλο σκεπτικισμό , σχετικά με τη δυνατότητα μιας τέτοιας επανεμφάνισης της παλιάς «χαράς της εργασίας».Σ’όλη του τη ζωή ο Marx ,πίστευε , ότι η βιομηχανική  εργασία φανερώνει την «ουσία» του ανθρώπου και αποτελεί την πληρέστερη πραγματοποίηση των «ουσιαστικών δυνάμεων  του ανθρώπου»! » (Κ.Παπαιωάννου:Φιλοσοφία και Τεχνική :ο διάλογος Μάρξ- Χέγκελ, Εναλλακτικές Εκδόσεις ,Εισαγωγή Γ.Καραμπελιά σελ.63)

[99] Γ.Χέγκελ: Φαινομενολογία του πνεύματος ,Εκδόσεις Δωδώνη, Εισαγωγή-μετάφραση –σχόλια Δ.Τζωρτζόπουλου, Τόμος Α’ ,σελ. 343

[100] Κ.Μάρξ:Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, Εκδόσεις Γλάρος, 1975,μετάφραση  Μπάμπη Γραμμένου, σελ.177

[101] Φ.ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.89-106

[102] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.89

[103] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.90

[104] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.91

[105] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.98

[106] .ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.102

[107] ΝΙΤΣΕ:Κείμενα για την Ελλάδα, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ.102

[108] Φ.ΝΙΤΣΕ:ΙΔΕ ο Άνθρωπος, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας σελ14

[109] Φ.ΝΙΤΣΕ: Πέρα από το καλό και το κακό »,Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση –Επιμέλεια Ζ.Σαρίκας : «  Νιώθουμε σαν το σπίτι μας σε πολλές χώρες του πνεύματος , ή τουλάχιστον υπήρξαμε φιλοξενούμενοι σε σ’ αυτές. Ξεφεύγαμε πάντα από τις ευχάριστες μουχλιασμένες γωνιές , στις οποίες έδειχναν να μας παραδίδουν η προτίμηση και η προκατάληψη , η νιότη , η καταγωγή , οι συγκυρίες ανθρώπων και βιβλίων , ή και η κόπωση από την  περιπλάνηση .Είμαστε γεμάτοι κακία για τα θέλγητρα της εξάρτησης , που κρύβονται  μέσα στις τιμές , στο χρήμα , στα αξιώματα ή στους ενθουσιασμούς των αισθήσεων .Είμαστε ευγνώμονες προς τη δυστυχία και τη μεταβαλλόμενη αρρώστια , επειδή πάντα μας ελευθέρωνε από κάποιον κανόνα και την  «προκατάληψή» του »(σελ. 50).

[110] Φ.ΝΙΤΣΕ : Η θέληση για δύναμη, Εκδόσεις Νησίδες ,Μετάφραση- επιμέλεια Ζ.Σαρίκας,σελ. 405

[111] όπως προηγούμενα σελ.438

[112] όπως προηγούμενα σελ.438.Παρόμοιες αντιλήψεις εκφράζει στο «Πέρα από το καλό και το κακό »(Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση –Επιμέλεια Ζ.Σαρίκας) : «ο εκδημοκρατισμός της Ευρώπης είναι ταυτόχρονα μια αθέλητη διευθέτηση για τη δημιουργία τυράννων – με όλες τις έννοιες της λέξης , ακόμη και την πιο πνευματική»(σελ.138)

[113] όπως προηγούμενα σελ.438

[114] όπως προηγούμενα σελ.440

[115] όπως προηγούμενα σελ. 238

[116] όπως προηγούμενα σελ.394

 

Πηγή: https://koutroulis-spyros.blogspot.com/2010/11/blog-post_28.html

Συλλογή κειμένων: Χρήμα, Μαγεία, Οικονομία (Μέρος Γ’)

Σημείωση: Επιλέξαμε να συγκεντρώσουμε και να αναδημοσιεύσουμε σε 3 μέρη μία εξαιρετική συλλογή κειμένων σχετικά με μία θεσμοκεντρική κατανόηση της λειτουργίας και της γενεαλογίας του χρήματος έναντι των κυρίαρχων οικονομοκεντρικών συλλήψεων του. Η πηγή των κειμένων απαντάται στην σελίδα των dangerfew και τους ευχαριστούμε για το πολύτιμο έργο τους.

Ένα επάγγελμα χωρίς όνομα -8

Μια εύλογη ερώτηση που προκύπτει από τις έως τώρα αναλύσεις που παρουσιάσαμε, είναι το από πού προήλθε το χρήμα; ‘Αραγε η ανθρωπότητα οδηγήθηκε σε αυτό με κάποιο αυτόματο, αιτιοκρατικό τρόπο; Είδαμε ότι δεν προήλθε από τον αντιπραγματισμό, δεν είχε (ούτε έχει) σχέση με την επινόηση ενός «πιο βολικού» μέσου ανταλλαγής. Μήπως λοιπόν το χρήμα (και η αξία) προήλθε  έχει από την ιστορική δραστήριότητα ενός συλλογικού, ταξικού αν θέλετε, υποκειμένου;

 

Στην αρχή της έρευνάς μας αναφερθήκαμε σε αυτό το ζήτημα ακροθιγώς. Τώρα πρέπει να το δούμε λίγο πιο διεξοδικά. Αφού είδαμε μέσα από ποιού είδους παρερμηνειών εδραιώθηκε η μαγεμένη αντίληψη της αξίας, θα δείξουμε τώρα τη δραστηριότητα που το επινόησε και κάτι εξαιρετικά σημαντικό: ότι η δραστηριότητα αυτή προήλθε ουσιαστικά από «ένα επάγγελμα χωρίς όνομα».

 

Για το σκοπό αυτό, παραθέτουμε εδώ μια δική μας περίληψη (με ενσωματωμένες λίγες δικές μας επεξηγήσεις εδώ κι εκεί) μιας σχετικής μελέτης της Hélène Vérin με τίτλο «Αγορά και εμπορευματική ανταλλαγή: μερικά σημεία αναφοράς στην ιστορία μιας υποψίας» (2010). – Σημ. HS

 

*

Η δυσκολία ενός ορισμού της πολύπλοκης δραστηριότητας των εμπόρων είναι παρούσα στην πανάρχαια ιστορία των λέξεων.

Όμηρος και Αριστοτέλης

Σύμφωνα με τον Εμίλ Μπενβενίστ (Λεξικό των ινδοευρωπαϊκών θεσμών, τ. 1, 1969), ήδη στη γλώσσα του Ομήρου διαπιστώνεται μια διαφοροποίηση των χρησιμοποιούμενων όρων, μέσα από την οποία η αγοραπωλησία διακρίνεται από το εμπόριο. Για την καθαυτό εμπορική δραστηριότητα, ο Όμηρος χρησιμοποιεί τα ρήματα πιπράσκω (διασχίζω, διαπορεύομαι) και πέρνημι (ταξιδεύω σε μακρινές χώρες για να πουλήσω.) Για την αγοραπωλησία αγαθών, δηλαδή για την ανταλλαγή μεταξύ ενός αγοραστή κι ενός πωλητή, χρησιμοποιεί αφ’ ενός τον όρο πωλείν  και εννοεί: ορίζω μια τιμή, επιδιώκω ένα κέρδος∙ και αφ’ ετέρου τον όρο ωνέομαι, που σημαίνει διαπραγματεύομαι με τον πωλητή και αγοράζω, παζαρεύω.

Αυτή τη διαφοροποίηση μεταξύ αγοραπωλησίας και εμπορίου, ο Αριστοτέλης έρχεται να την θεωρητικοποιήσει στα Πολιτικά και τα Ηθικά έργα του. Κατ’ αυτόν, καλό είναι αυτό που εναρμονίζει τις ανθρώπινες δραστηριότητες με την φυσική τάξη, τον Κόσμο. Ιεραρχώντας τις δραστηριότητες του ανθρώπου, ο Αριστοτέλης τοποθετεί πρώτη την πολιτική. Ποια θέση δίνει στη δραστηριότητα του εμπόρου; Για να το καταλάβουμε, πρέπει να δούμε ότι, σε μια πρώτη στιγμή, διακρίνει την οικονομία −με την οποία εννοεί την κτήση και την καλή διαχείριση των αγαθών− από τη χρηματιστική, την ανταλλαγή που μεσολαβείται από το χρήμα∙ και σε μια δεύτερη στιγμή, διακρίνει την ίδια τη χρηματιστική σε «κατά φύση» και «παρά φύση».

Η κατά φύση, η «καλή», χρηματιστική αφορά την αγοραπωλησία (πωλείν και ωνέομαι) μικρής κλίμακας, η οποία αποσκοπεί απλώς και μόνο στον πορισμό χρήσιμων αγαθών. Η παρά φύση, η «κακή», χρηματιστική έχει να κάνει με το εμπόριο, με το οποίο εννοείται συγκεκριμένα το εμπόριο μεταξύ διαφορετικών χωρών: μέσα από αυτή τη δραστηριότητα, εξηγεί ο Αριστοτέλης, τα χρήμα εισέβαλε ως αναγκαιότητα στη ζωή των ανθρώπων.

Γιατί αυτή η δραστηριότητα είναι «παρά φύση»; Για δυο λόγους. Πρώτον, διότι κάνοντας σκοπό της ανταλλαγής όχι τον πορισμό χρήσιμων αγαθών αλλά του ίδιου του χρήματος, αυτή η χρηματιστική είναι η τέχνη της δημιουργίας και απόκτησης πλούτου αποκλειστικά και μόνο από την ίδια την ανταλλαγή, δηλαδή έξω από τις φυσικές μορφές δημιουργίας πλούτου (γεωργία, αλιεία, κυνήγι, κ.λπ.). Δεύτερον και κυριότερον, επειδή είναι μια δραστηριότητα αντίθετη απ’ ο,τιδήποτε το φυσικό στο βαθμό που δεν έχει και δεν θέτει στον εαυτό της κανένα όριο (βλ. Πολιτικά): η δραστηριότητα των εμπόρων δεν έχει «τέλος»∙ σαν μια ακόρεστη δίψα (κάτι εντελώς αφύσικο), αέναα ανακυκλώνεται σ’ ένα και μόνο στόχο, τη συσσώρευση χρηματικού πλούτου.

Όμως, αυτή η ακόρεστη δίψα του για χρηματικό κέρδος, αποξενώνει το έμπορο από οποιαδήποτε αυθεντική γνώση και αρετή, και κατά συνέπεια τον διαχωρίζει από την Πόλη. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο έμπορος δεν είναι δυνατόν να είναι καλός πολίτης −κι αλίμονο στην Πόλη που θα ρυθμίσει τις τύχες της με βάση τις απαιτήσεις των εμπόρων.

«Διδασκαλικόν»

Μερικούς αιώνες αργότερα, στο εγκυκλοπαιδικό σύγγραμμά του Διδασκαλικόν −όπου καταγράφει και παρουσιάζει αναλυτικά διάφορες ανθρώπινες δραστηριότητες συνδέοντάς τις με αντίστοιχες τέχνες−, ο φιλόσοφος, θεολόγος και μυστικιστής Ούγος του Σαιντ Βίκτορ (1096-1141) συνδέει τη δραστηριότητα των εμπόρων με την τέχνη της ρητορικής. Διότι, όπως παρατηρεί, «στο επάγγελμα αυτό είναι εντελώς απαραίτητη η ευγλωττία», αφού ο έμπορος «διεισδύει στις μυστικές περιοχές του κόσμου, βγαίνει σε ακτές που δεν έχει δει ανθρώπου μάτι, διασχίζει φρικτές ερήμους και συναλλάσσεται με βάρβαρα έθνη σε άγνωστες γλώσσες».

Εκείνο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι ότι ο Σαιντ Βικτόρ δεν βρίσκει άλλο όνομα για να χαρακτηρίσει αυτή τη δραστηριότητα από το όνομα «πλοήγηση», που είναι και ο τίλος του σχετικού με τους εμπόρους κεφαλαίου του συγγράμματός του. Παρ’ όλα αυτά, σε μια στιγμή χρησιμοποιεί και τον όρο «negotium» (επιχείρηση), κάτι που μας παραπέμπει σε μια δεύτερη σειρά παρατηρήσεων του Μπενβενίστ.

Ένα επάγγελμα χωρίς όνομα!

Πράγματι, ο Μπενβενίστ εξετάζει διεξοδικά την πολύπλοκη διαδικασία σχηματισμού αυτής της λατινικής λέξης. Όπως εξηγεί, η λέξη αυτή είναι σύνθετη, με το πρώτο συνθετικό της αρνητικό: necotium, δηλαδή «απουσία ελεύθερου χρόνου». Πώς όμως αυτός ο αρνητικός όρος γίνεται θετικός, πώς δηλαδή το «να μην έχει κάποιος ελεύθερο χρόνο» έρχεται να προσδιορίσει θετικά ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, το επάγγελμα του εμπόρου;

Αναζητώντας απάντηση, ο Μπενβενίστ προτείνει ότι η λατινική λέξη negotium δεν είναι παρά μετάφραση της αρχαίας ελληνικής λέξης «α-σχολία» −βρίσκει μάλιστα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα στον Πίνδαρο, όπου ο ποιητής, απευθυνόμενος εγκωμιαστικά στην πόλη των Θηβών, λέει: «… το τεόν … πράγμα και ασχολίας υπέρτερον θήσομαι» («θα θέσω τα συμφέροντά σου πάνω από κάθε πράγμα και ασχολία»)∙ αλλά και στον Πλάτωνα, όπου η «ασχολία» σημαίνει δυσκολία: «το σώμα μυρίας παρέχει ημίν ασχολίας» («το σώμα μας μας δημιουργεί μυριάδες δυσκολίες»).

Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Μπενβενίστ, η ελληνική λέξη, μπορεί μεν να αναφερόταν στις «δημόσιες ή ιδιωτικές ασχολίες», αλλά δεν προσδιόριζε τις εμπορικές δραστηριότητες όπως η λατινική negotium. Θεωρεί λοιπόν, ότι οι Λατίνοι δανείστηκαν αυτή τη λέξη από τα ελληνικά και της προσέδωσαν ένα ιδιαίτερο νόημα, το οποίο μάλιστα βρίσκουμε και στα σύγχρονα ανάλογα της λέξης negotium. Πράγματι, όπως σημειώνει, στα γαλλικά, η λέξη «affaires» (από το à faire, «έχω κάτι να κάνω»),  στα αγγλικά η λέξη «business» (από το busy, «είμαι απασχολημένος, δεν έχω ελεύθερο χρόνο») και στα γερμανικά η λέξη «Geschäft» (από το schaffen, «κάνω κάτι, φτιάχνω κάτι»), όλες αυτές οι λέξεις χρησιμοποιούνται, όπως και το negotium, για την εμπορική δραστηριότητα. Και συμπεραίνει:

«Παρατηρούμε εδώ ένα μεγάλο φαινόμενο, κοινό σε όλες τις χώρες και μάλιστα από τους αρχαίους χρόνους: οι εμπορικές δραστηριότητες δεν έχουν όνομα∙ δεν μπορούμε να τις προσδιορίσουμε με όρους θετικούς. (…) Τοποθετούνται έξω από όλα τα επαγγέλματα, από όλες τις πρακτικές, από όλες τις τεχνικές. Γι’ αυτό και δεν μπορέσαμε να τις προσδιορίσουμε παρά αόριστα, με τη γενική έννοια του ‘‘είμαι απασχολημένος’’, ‘‘έχω κάτι να κάνω’’.»

Διαπίστωση, δηλαδή, που συμφωνεί πλήρως με όσα είδαμε ότι λέει σχετικά με αυτή τη δραστηριότητα ο Αριστοτέλης. Πώς όμως αυτή η δραστηριότητα πέρασε τελικά από έξω, όχι απλώς μέσα αλλά στην καρδιά της Πόλης;

Ο Αντουάν ντε Μονκρετιέν και η παράδοση της Πόλης στο εμπόριο

Η αλλαγή αυτή σημειώνεται μέσα από ένα ουσιαστικά πολεμικό έργο του πολεμιστή, τυχοδιώκτη, δραματουργού και οικονομολόγου Αντουάν ντε Μονκρετιέν (1575-1621) με τίτλο Πραγματεία πολιτικής οικονομίας (1615). Δεν είναι προφανώς τυχαίο ότι η πραγματεία αυτή, που στηρίζεται σε όλες τις σύγχρονες τότε γνώσεις (ιατρική, αλχημεία) για να σκεφτεί το κοινωνικό και το πολιτικό, και να προτείνει τρόπους διακυβέρνησης, αποτελεί ρητά μια κατά μέτωπο επίθεση στις θέσεις του Αριστοτέλη.

Σαν τον Αριστοτέλη, ο Μονκρετιέν ορίζει τους ανθρώπους από τη δράση τους και μάλιστα την αμοιβαία δράση τους. Όμως, αναποδογυρίζει την αριστοτελική ιεραρχία των δραστηριοτήτων του πολίτη και τροποποιεί σε βάθος την αριστοτελική αρχή της δράσης με τελικό σκοπό την αρετή και το αγαθό.

 

Για να το πετύχει, εισάγει δυο πρότυπα: το σώμα του ζώου με τις αντιστοιχίες του προς το κοινωνικό σώμα∙ και τη μηχανή με τις κινήσεις της. Έτσι, στις «τρεις ψυχές» του ζωϊκού σώματος αντιστοιχούν οι τρεις μεγάλες μορφές των οικονομικών δραστηριοτήτων: στη φυτική ψυχή, οι εργάτες∙ στην αισθητική ψυχή, οι χειροτέχνες∙ και στη ζωϊκή ψυχή, οι έμποροι. Αυτή η τελευταία,

«έχει έδρα της τον εγκέφαλο. Αυτή ηγεμονεύει τις δράσεις μέσω των νεύρων, που απλώνονται σε διάφορες διακλαδώσεις και δίνει κίνηση σε όλο το σώμα. Με αυτή την ψυχή μπορούμε να συσχετίσουμε πολύ εύλογα τη θέση των εμπόρων μέσα στην κοινωνία των πολιτών.»

Με άλλα λόγια, σε πλήρη αντίθεση με τον Αριστοτέλη, ο Μονκρετιέν τοποθετεί τη δραστηριότητα των εμπόρων στην υψηλότερη θέση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, σαν ηγεμονικό εγκέφαλο και νευρικό σύστημα ολόκληρης της κοινωνίας. Επιπλέον, για να δέσει ακόμα περισσότερο την παράδοση της Πόλης στους εμπόρους, ανατρέχοντας σε μια σειρά μηχανιστικών μεταφορών, υποστηρίζει πως πηγή και θεμέλιο όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, κάθε δράσης, πράξης και κίνησης, είναι το κέρδος.

Τι έχει απογίνει η αναζήτηση της αρετής και του αγαθού; Βεβαίως, λέει ο Μονκρετιέν, «ο πιο συνηθισμένος δεσμός μεταξύ των ανθρώπων εξαρτάται από την αλληλοβοήθεια και τις αμοιβαίες υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν ο ένας στον άλλον», όμως

«η αλληλοβοήθεια και η αμοιβαιότητα εξαρτώνται πάντοτε από το ότι ο καθένας κοιτάζει το ατομικό του κέρδος, γιατί αυτό είναι εκείνο που πάνω απ’ όλα κινεί αυτόν τον ίδιον, ανεξάρτητα από τη γενική κίνηση στην οποία συμμετέχει, έστω κι αν δεν το συνειδητοποιεί. (…) Κι όλη αυτή η ταλαιπωρία, όλα τα ανδραγαθήματα τόσων και τόσω ανθρώπων, άλλο σκοπό δεν έχουν παρά το κέρδος.»

Να λοιπόν, πώς ο Μονκρετιέν καταπιάστηκε να εξυψώσει τη δραστηριότητα των εμπόρων καταρρίπτοντας το αριστοτελικό επιχείρημα, που την όριζε σαν μια «παρά φύση» ακόρεστη δραστηριότητα «προσκόμισης κέρδους», σαν ένα negotium − affaires, business, Geschäft−, που αποξενώνει τον άνθρωπο από την αναζήτηση της αυθεντικής γνώσης και της αρετής, αποξενώνοντάς τον έτσι κι από την Πόλη.

Με τον Μονκρετιέν βλέπουμε λοιπόν να αναδύεται, σε πόλεμο με τις έως τότε αντιλήψεις των σοφών −και ακριβώς στην αυγή των Νέων Χρονων−, η ιδέα ενός «πολίτη», ο οποίος καθορίζεται πρώτα και πάνω απ’ όλα από ιδιοτελή κίνητρα. Και σε αυτόν ακριβώς τον «πολίτη», που δεν είναι άλλος από τον έμπορο, οφείλουν τώρα να παραδοθούν τα κλειδιά της Πόλης. Όπως λέει ο Μοντκρετιέν:

«Ενάντια στην άποψη του Αριστοτέλη και του Ξενοφώντα, εμείς δεν θα ξεχωρίσουμε την οικονομία από την πολιτική, διότι ένας τέτοιος χωρισμός αποκόβει το κύριο μέρος [την οικονομία] από το όλον [την Πόλη]. (…) Ξέχασαν (αυτοί οι αρχαίοι συγγραφείς) ότι το Κράτος πρέπει πάνω απ’ όλα να κοιτάζει την οικονομία, [εντός της οποίας] το εμπόριο συνιστά όχι μόνο την πιο ολοκληρωμένη και εξαίσια δραστηριότητα, αλλά και τη δραστηριότητα εκείνη που κινεί όλες τις άλλες δραστηριότητες της κοινωνίας.»

Η Πόλη παραδομένη λοιπόν στο πάθος ενός επαγγέλματος που δεν έχει όνομα. Καλωσορίσατε στους Νέους Χρόνους!

Χρήμα, Ισχύς και Τεχνικό Σύστημα-9

Η επικράτηση του χρήματος ως «θεσμός όλων των θεσμών» συνδέεται ασφαλώς με ιστορική δραστηριότητα του «επαγγέλματος χωρίς όνομα», η οποία διαμόρφωσε, μέσα από τις κατάλληλες συμμαχίες του, την κοινωνία στην οποία ζούμε. Ας προσέξουμε εδώ τη μεγάλη μεταλλαγή με την οποία εγκαινιάστηκε η εποχή μας: ενώ σε όλο τον προνεωτερικό δυτικό κόσμο το κράτος προστατεύει μεν το χρήμα, αλλά θέτει εξαιρετικά σκληρούς περιορισμούς (συχνά και εξοστρακισμούς) στο εμπόριο και στην τραπεζική δραστηριότητα, κατά το τέλος του Μεσαίωνα η σχέση αυτή ανατρέπεται. Φτάνουμε έτσι στη λεγόμενη αστική επανάσταση, που μπορούμε να πούμε ότι ήταν η τελευταία πράξη μέσω της οποίας το χρήμα-κεφάλαιο (έμποροι, τραπεζίτες, ανώτερη αστική τάξη) συμμάχησε με το κράτος και την ισχύ (πρώην αυλικοί) και διαμορφώθηκε έτσι η σύγχρονη κυρίαρχη κοινωνία.

 

Φτάνοντας λοιπόν στο ιστορικό μας παρόν, σε αυτό το σημείο της έρευνάς μας πρέπει να εξετάσουμε τη σύνδεση του χρήματος με τη σύγχρονη μορφή ισχύος, το τεχνικό σύστημα.  Θυμίζουμε ότι με τον όρο αυτό δεν εννούμε τις μηχανές (βιομηχανικές ή ηλεκτρονικές), ούτε τις τεχνολογίες, αλλά το σύστημα που εδραιώνει η μεταξύ τους ολοένα και στενότερη διασύνδεση υπό την εποπτεία του τεχνικού πνεύματος. Θυμίζουμε επίσης ότι στο τεχνικό σύστημα αντιστοιχεί σε ένα πολύ προχωρημένο στάδιο επικράτησης του μοντέρνου ανθρωπολογικού τύπου μέσα στην κοινωνία, καθώς και σε μια αναδιάταξη στο εσωτερικό της ίδιας της σύγχρονης ταξικής κυριαρχίας.  Σε κάθε περίπτωση επομένως, η σύνδεση χρήματος-τεχνικού συστήματος είναι πράγματι αποφασιστική για την κατανόηση του σημερινού κόσμου, των κρίσεών του και του μέλλοντός του, διότι είναι η ισχυρότερη μορφή σύνδεσης του χρήματος με το κράτος και την κεντρική εξουσία. 

Είπαμε για το μέλλον του κόσμου μας και εδώ ας ξαναθυμίσουμε δυο πράγματα. Οπωσδήποτε η παρούσα κρίση δείχνει ότι η υπάρχουσα κοινωνία αδυνατεί να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα, στα οποία κάποτε υποσχέθηκε ότι απαντούσε. Όμως για το πέρασμα σε μια καλύτερη κοινωνία χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο, ή μάλλον ποιοτικά διαφορετικό. Χρειάζεται να δοθούν καλύτερες απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά και πριν από αυτό, να ξεκαθαριστούν αυτά τα ερωτήματα —διότι μπορεί να είναι άκυρα και τα προβλήματα να οφείλονται στις προσπάθειες να απαντηθούν άκυρα ερωτήματα και τυφλές ελπίδες, όπως π.χ. η ιδέα ότι επιστήμη μπορεί να απαντήσει στα ζητήματα της ύπαρξης και της πολιτικής, ή ότι η Τεχνική μπορεί να θεραπεύσει ριζικά και ολοκληρωτικά όλες τις ασθένειες.

Εδώ λοιπόν αξίζει να υπενθυμίσουμε τη μεστή παρατήρηση του Σπύρου Κυριαζόπουλου (Η Καταγωγή του Τεχνικού Πνεύματος, 1965), που είναι βέβαιο ότι θα προσυπέγραφε και ο Ζακ Ελλύλ: «Για να παρουσιαστεί το Τεχνικό πνεύμα, μεσολάβησε η ευρωπαϊκή αποπνευμάτωση του κόσμου (…). Και είναι άξιο παρατηρήσεως το γεγονός, ότι ο διαφορισμός της επιφανείας των τεχνικών πραγμάτων στις μεγάλες του στιγμές, γιορτάζει εκεί όπου ο κοινωνικός βίος δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει το Πρόσωπο (…) ενώ παραλλήλως, το Τεχνικό πνεύμα κυριαρχεί τόσο περισσότερο, όσο περισσότερο κάμπτεται, εκεί όπου είχε δημιουργηθεί, η προσωπική διάσταση».

 

Ας δούμε όμως ακριβέστερα τη σύνδεση του χρήματος με το τεχνικό σύστημα, που προσδιορίζει το παρόν μας. Ο λόγος στον Στεφάν Λαβινιότ. –Σημ. HS.

 

*

 

«Δεδομένου ότι η λογική της Τεχνικής επιβάλλεται σ’ ολόκληρο τον κόσμο και σε όλες τις διαστάσεις της ζωής, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η Τεχνική οδηγεί τον ολοκληρωτισμό του χρήματος. Ας διευκρινίσουμε όμως πρώτα τι εννοούμε ως Τεχνική.

Όπως γράφει χιουμοριστικά ο Ζαν-Λουί Πορκέ στο βιβλίο του για τον Ζακ Ελλύλ, “ο εχθρός δεν είναι βέβαια το … ανοιχτήρι!”. Το πρόβλημα δεν είναι το άλφα ή το βήτα τεχνικό αντικείμενο —παρ’ όλο που μπορεί να είναι πρόβλημα η λογική που το παράγει. Το πρόβλημα είναι η Τεχνική ως Σύστημα.

 

Επομένως, δεν είναι λοιπόν ακόμα πιο επικίνδυνο αυτό το Σύστημα όταν συμπλέκεται με το Χρήμα; Πράγματι, από τη στιγμή που το Χρήμα ως Ισχύς συμπλέκεται με το Τεχνικό Σύστημα, οι συνέπειες είναι ολέθριες. Δείτε για παράδειγμα στη σημερινή οικονομική κρίση.

Μοντέρνες τεχνολογίες και έκρηξη του χρήματος

Ήδη από το 1954 ο Ζακ Ελλύλ δείχνει εκτεταμένα στο βιβλίο του Η Τεχνική ή το Διακύβευμα του Αιώνα (1954), γιατί η Τεχνική είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Τα τελευταία χρόνια λοιπόν, κινητήρια δύναμη της οικονομίας δεν είναι τόσο η εφεύρεση νέων τεχνικών αντικειμένων, όπως ήταν προηγουμένως λ.χ. το αυτοκίνητο ή ο υπολογιστής (ένας ερευνητής τόνιζε τις προάλλες, ότι εδώ και 10 χρόνια δεν έχουμε εφεύρει κανένα νέο αντιβιοτικό). Τώρα πια, κινητήρια δύναμη της οικονομίας είναι τεχνολογίες και τεχνικές συνδεδεμένες άμεσα με το χρήμα. Παράδειγμα:

  • Το διαδίκτυο αναπτύσσεται ιλιγγιωδώς επειδή έχουν αναπτυχθεί οι τεχνολογίες των on-line πληρωμών.
  • Η υπερανάπτυξη της οικοδομής στις ΗΠΑ, η οποία έφτασε στο καταστροφικό σημείο που όλοι πλέον γνωρίζουμε, δεν οφείλεται τόσο σε κάποιες νέες οικοδομικές τεχνικές (που θα επέτρεπαν π.χ. την κατασκευή φθηνότερων ή πιο οικολογικών σπιτιών), όσο στο ότι αναπτύχθηκαν νέες χρηματιστηριακές τεχνικές και νέες τεχνικές στο marketing, που έκαναν δυνατή την πώληση σπιτιών με πίστωση και σε ανθρώπους που δεν είχαν τη δυνατότητα ν’ αποπληρώσουν τα δάνεια.
  • Χάρη στην Τεχνική επινοήθηκαν επίσης ένα πλήθος από χρηματιστηριακά “προϊόντα” ολοένα και πιο πολύπλοκα από τεχνικής άποψης αλλά και απείρως δυσκολότερο να ελεγχθούν.
  • Γενικότερα, η ανάπτυξη των τεχνικών του marketing, των χρηματιστηριακών δραστηριοτήτων και της διαφήμισης βρίσκονται πλέον στην καρδιά μιας οικονομίας της υπερκατανάλωσης, της ταχύτατης αντικατάστασης ενός αντικειμένου από ένα άλλο.

Έχουμε λοιπόν από τη μια μεριά το χρήμα ως μια ανάγκη, η οποία είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί, διότι:

  • από την πλευρά εκείνων που πωλούν, γεννάει ακόρεστη επιθυμία για πλουτισμό με αποτέλεσμα αφ’ ενός να σκαρφίζονται “προϊόντα” ώστε να πωλούν ακόμα και σ’ εκείνους που δεν μπορούν ν’ αγοράσουν, και αφ’ ετέρου να ρισκάρουν τρελά ώστε να κερδίσουν όσα περισσότερα μπορούν∙
  • και από την πλευρά εκείνων που αγοράζουν, γεννά αίσθημα διαρκούς ανικανοποίητου και “πείνας”, με αποτέλεσμα να εμπιστεύονται εντελώς αναξιόπιστα τραπεζικά και χρηματιστηριακά εφευρήματα.

Ταυτόχρονα, πληθαίνουν νέες τεχνικές διακίνησης του χρήματος (πωλήσεις μέσω του διαδικτύου, δάνεια, πιστωτικές κάρτες, ολοένα και πιο λαβυρινθώδεις τεχνικές και “προϊόντα” στις χρηματιστηριακές αγορές, κ.λπ.), που διαδίδονται παντού χάρη στις τεχνικές των ΜΜΕ (π.χ. τηλεόραση, internet) και οποίες, χρησιμοποιώντας τις σύγχρονες διαφημιστικές τεχνικές, προβάλλουν ως απολύτως αξιόπιστα και σαν υποτιθέμενα μοντέρνα αντικείμενα πρώτης ανάγκης όλα αυτά τα εφευρήματα που διακινούν.

 

Επομένως, στο επίκεντρο της σημερινής κρίσης βρίσκεται η σύνδεση μεταξύ του Χρήματος και της Τεχνικής. Όλες οι τεχνικές που με συντομία περιγράψαμε, υπήρξαν η κινητήρια δύναμη μιας νέας ανάπτυξης και ταυτόχρονα μιας νέας καταστροφής, που πολλαπλασιάζεται στο βαθμό ακριβώς που οι τεχνικές εξυπηρετούσαν την ισχύ του χρήματος.

Η παγκοσμιοποίηση των προβλημάτων μέσω της Τεχνικής

Είναι πολύ πιθανό η παραπάνω εξέλιξη να είχε περιοριστεί στις ΗΠΑ, αν το τεχνικό Σύστημα δεν είχε δυο επιπλέον χαρακτηριστικά.

α) Το πρώτο είναι η παγκοσμιότητα. Τεχνικό Σύστημα και παγκοσμιότητα είναι αλληλένδετα. Ήδη στο Η Τεχνική ή το Διακύβευμα του Αιώνα, ο Ελλύλ υπογράμμιζε ότι τα τεχνικά μέσα στο πεδίο της παραγωγής δεν γίνονται μόνο ολοένα και πιο απαραίτητα αλλά συγχρόνως και πιο δαπανηρά: ακριβά μηχανήματα που πρέπει σχετικά σύντομα ν’ αντικατασταθούν από ακριβότερα εξαιτίας του ανταγωνισμού, αναπτυξιακή έρευνα που γίνεται ολοένα και πιο δαπανηρή για τον ίδιο λόγο, κ.ο.κ.

Αυτός είναι ο λόγος που κατά τη διάρκεια της σημερινής κρίσης, ανακαλύψαμε πόσο πολύ η πραγματική οικονομία έφτασε να εξαρτάται από τη χρηματιστηριακή οικονομία μιας και απαιτούνται ολοένα και μεγαλύτερα ποσά χρήματος, σε σημείο που ωχριούν ακόμα και τα νούμερα που αναφέρουν τα ΜΜΕ. Αυτή η οξυμένη ανάγκη για χρήμα —και μην ξεχνάμε ότι το χρήμα είναι παράγοντας μεγάλης τρωτότητας— συνεπιφέρει λοιπόν, μια υπερσυγκέντρωση των κεφαλαίων και των επιχειρήσεων σε παγκόσμιο πλέον επίπεδο. Η κρίση δεν περιορίζεται πια σε τοπικό επίπεδο. Είναι αναγκαστικά παγκόσμια. Στο εξής, κάθε εξαγγελία για απολύσεις αφορά πολλές διαφορετικές περιοχές σε ολόκληρο τον κόσμο καθώς και κεφάλαια, τα οποία πολύ σπάνια έχουν την ίδια εθνικότητα με τους εργαζομένους τους. (…)

β) Το δεύτερο χαρακτηριστικό της Τεχνικής είναι η ολοένα και μεγαλύτερη διασύνδεση μεταξύ των δικτύων. Σε αυτό οφείλεται η ταχύτητα εξάπλωσης αυτής της κρίσης. Ο Ζακ Ελλύλ είχε υπογραμμίσει αυτό το γεγονός ήδη από το 1966, στο βιβλίο του Ερμηνεία των Νέων Κοινών Τόπων, ανατρέποντας την έως τότε κυρίαρχη ιδέα ότι “η μηχανή είναι ένα ουδέτερο αντικείμενο, ένα ουδέτερο εργαλείο”. Έδειξε ότι κάθε εργοστασιακή μηχανή συνδέεται με την παράγωγή άλλων μηχανών, και το ποια μηχανή επιλέγεται σε ένα εργοστάσιο, έχει να κάνει με τον ανταγωνισμό και επομένως με μια τεχνική εξέλιξη, την οποία δεν ελέγχει κανένας, ούτε ο ίδιος ο εργοστασιάρχης.

Η παραγωγή κάθε εργοστασίου συνδέεται λοιπόν στενά με ένα ολόκληρο οικονομικό δίκτυο, με ένα ολόκληρο συνδυασμό στοιχείων που πολλαπλασιάζονται ασταμάτητα και τα οποία κανένας δεν μπορεί να θέσει υπό τον έλεγχό του. Και αν αυτό ισχύει για την πραγματική παραγωγή, ισχύει πολύ περισσότερο για τη χρηματιστηριακή οικονομία, στην οποία τα διάφορα χρηματιστήρια επιδρούν το ένα πάνω στο άλλο σε πραγματικό χρόνο μέσα από ήδη προγραμματισμένα λογισμικά, χωρίς καν την ανθρώπινη παρέμβαση. Ποιος θα μπορούσε αλήθεια να φανταστεί πριν λίγα χρόνια, ότι ένα τόσο περιορισμένο συμβάν όπως η κρίση των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ θα επέφερε μια παγκόσμια κρίση;

Το 1988, στο βιβλίο του Η Μπλόφα της Τεχνολογίας, ο Ελλύλ διαπιστώνει ότι η Τεχνική έχει ξεφύγει τελείως από κάθε έλεγχο. Για τρεις βασικούς λόγους:

  •  επειδή έχει εξαπλωθεί σε τέτοιο βαθμό, που είναι αδύνατον να έχει κανείς ξεκάθαρη εικόνα της κατάστασης (κάτι που έδειξε σαφώς η χρηματιστηριακή κρίση)∙
  • επειδή έχει γίνει τόσο πολύπλοκη, που ξεφεύγει από κάθε δυνατότητα να την σκεφτεί κανείς∙
  • και επειδή το αυξημένο επίπεδο διασύνδεσης την κάνει εξαιρετικά ασταθή. Όπως σημειώνει ο Ζαν-Λικ Πορκέ, “η Τεχνική κάνει εντελώς αδιανόητο το μέλλον μας”.

Η σύνδεση μεταξύ τεχνικών δικτύων σε συνάρτηση με τα εγωϊστικά και αρπακτικά ανακλαστικά του χρήματος έχουν δημιουργήσει μια εντελώς ανεξέλεγκτη οικονομία.»

Stéphane Lavignotte, Το Χρήμα (2009),

κείμενο ομιλίας στην παρουσίαση της επανέκδοσης του βιβλίου του Ζακ Ελλύλ
Ο Άνθρωπος και το Χρήμα (α΄ έκδοση 1953)

Πλαστικό χρήμα και τεχνομονολιθισμός-10

Με δεδομένη τη σύνδεση μεταξύ χρήματος και τεχνικού συστήματος, μια από τις πιο κρίσιμες για το μέλλον της κοινωνίας όψεις του λεγόμενου «capital control», που επιβλήθηκε εδώ και κάμποσο καιρό στην «καθυστερημένη» χώρα μας, βρίσκεται στο γεγονός ότι, μέσω αυτής της κατάστασης, μυήθηκαν υποχρεωτικά στις χάρες του «άυλου» χρήματος (κάρτες, ηλεκτρονικές συναλλαγές, κ.λπ.) ακόμα και τμήματα του πληθυσμού που μέχρι πρότινος δεν είχαν ιδέα, ούτε και διάθεση, για κάτι τέτοιο. Ορισμένες σκέψεις είναι λοιπόν απαραίτητο να διατυπωθούν.

1.

Είναι βέβαια γνωστό και δεδομένο ότι αυτός ο εθισμός ενός ευρύτερου μέρους του πληθυσμού με το «εξαϋλωμένο» χρήμα, δηλαδή με την αποπομπή του μετρητού από το πεδίο των συναλλαγών, αποτυπώνει μια κίνηση που προωθείται γενικότερα στις λεγόμενες ανεπτυγμένες χώρες. Στη Σουηδία λ.χ., την πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που καθιέρωσε το τραπεζογραμμάτιο το 1661 μ.Χ. (και δυστυχώς δεν φαίνεται να … πρωτοπορεί μόνο εκεί…), η συναλλαγή με ηλεκτρονικό χρήμα είναι πια μια γενικευμένη καθημερινή πρακτική −σε πολλές περιοχές μάλιστα, δεν μπορείς να βγάλεις ούτε εισιτήριο για τα μέσα μαζικής μεταφοράς πληρώνοντας με μετρητό. Στη Δανία πάλι, αποφασίστηκε να σταματήσει η κοπή νέων νομισμάτων από το 2016, ενώ παράλληλα προτάθηκε να επιτραπεί με νόμο στα καταστήματα να μη δέχονται μετρητό, εάν δεν το θέλουν. Στη Γαλλία έχει ήδη απαγορευτεί η χρήση μετρητού χρήματος για συναλλαγές άνω των 1000 ευρώ … και φυσικά ούτε η Ελλάδα γίνεται να μείνει «πίσω».

Είναι επίσης γνωστό και δεδομένο ότι αυτή η «εξαΰλωση» του χρήματος προωθείται επίσημα με δυο κατά βάση επιχειρήματα:

− τον αγώνα εναντίον της τρομοκρατίας, με το επιχείρημα ότι βρίσκει όπλα με παράνομο χρήμα που διακινείται με τη μορφή του μετρητού∙ και

− τον αγώνα εναντίον της φοροδιαφυγής και την πάταξη του «μαύρου» χρήματος.

Οπωσδήποτε όμως το όλο θέμα δεν περιορίζεται σε αυτά τα δυο επιχειρήματα. Κάλλιστα θα μπορούσαν στην πορεία να προστεθούν και άλλα (ήδη λ.χ., σ’ ένα γενικότερα αποστειρωτικό πνεύμα, προβάλλεται σαν «πιο πολιτισμένο» το … «ανέπαφο»), ή να περάσουν σε δεύτερη μοίρα κάποια από τα τρέχοντα. Το θέμα βρίσκεται κυρίως στο ίδιο το γεγονός της καθολίκευσης του «εξαϋλωμένου» χρήματος −ή ακριβέστερα στην ολοένα και πιο κυρίαρχη τάση προς αυτή την κατεύθυνση. Διότι η τάση αυτή σηματοδοτεί και πλειοδοτεί την κορύφωση της τεχνοσυστημικής ολοκλήρωσης, με όλα όσα κάτι τέτοιο μπορεί να σημαίνει για το ανθρώπινο.

2.

Είναι για παράδειγμα κοινός πλέον τόπος ότι η τεχνοσυστημική ολοκλήρωση σημαίνει την εντατικοποίηση στο έπακρο της πανοπτικότητας του τεχνικού Συστήματος, δηλαδή του ελέγχου και της επιτήρησης −που περικλείονται στο ίδιο το τεχνικό πνεύμα και αποχαλινώνονται όταν αυτό δεν οριοθετείται από ένα υπέρτερο τύπο πνεύματος μέσα στην κοινωνία.

Έτσι, ενώ έχουμε ήδη διαβεί το κατώφλι από τον έλεγχο και την επιτήρηση στους τόπους δουλειάς προς τους δημόσιους χώρους, με την «εξαΰλωση» του χρήματος η δυναμική αυτή θα επεκταθεί παντού και όλη την ώρα, μιας και η καθιέρωση του «ηλεκτρονικού» χρήματος διευκολύνει αλλά και επιτείνει την ανάγκη για ψηφιακή πανοπτικότητα, έστω και μόνο επειδή ακόμα εξακολουθεί να είναι αδύνατο να εγκλειστεί σε αλγόριθμους ολόκληρη η ανθρώπινη ανησυχία.

Για παράδειγμα, στην πρωτοπόρο Σουηδία, η προοδευτική καθιέρωση του «άυλου» χρήματος πολλαπλασίασε την κυβερνοπαραβατικότητα: τα 3.000 τέτοιας λογής εγκλήματα του 2000, έφτασαν τα 20.000 έπειτα από 10 χρόνια. Αποτέλεσμα; Αύξηση των επενδύσεων (και του κόστους) σε σχετικά υποσυστήματα ελέγχου των ηλεκτρονικών συναλλαγών, και φυσικά εντατικοποίηση στη έρευνα περαιτέρω τεχνικών ελέγχου-επιτήρησης.

3.

Αυτή η εξέλιξη είναι λοιπόν δεδομένη, μπροστά στα μάτια μας, τώρα −και μαζί της η παράδοση στη βαρβαρότητα όσων περιοχών, όχι μόνον εκτός του «ανεπτυγμένου» Κόσμου αλλά και εντός αυτού, δεν γίνεται προς το παρόν, ή δεν συμφέρει, να επιτηρούνται με το τεχνοσυστημικό «γάντι» … με αποτέλεσμα, φυσικά, στη θάλασσα των αστέγων και των απόκληρων του Πρώτου Κόσμου να προτίθενται τα κύματα των προσφύγων και των διωγμένων του Τρίτου.

Παρ’ όλα αυτά, σε ό,τι αφορά τη γενίκευση της «εξαϋλωσης» του χρήματος, θεωρούμε σημαντικότερη από την εντατικοποίηση της πανοπτικότητας του Συστήματος μια άλλη, βαθύτερη δυναμική, πάνω στην οποία στηρίζεται και την οποία ενισχύει στο μέγιστο βαθμό η συγκεκριμένη «εξαΰλωση». Η δυναμική αυτή αφορά τον ακρωτηριασμό του πλούτου των ανθρώπινων ανταλλαγών, και σχετίζεται με αυτό που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε πολύ σχηματικά ως τρία βήματα έκπτωσης των ανθρώπινων ανταλλαγών:

  1. Υπαγωγή του πεδίου των ανταλλαγών στη σφαίρα του χρήματος∙
  2. Απομπομπή της «αγοραίας ανταλλαγής»  από το πεδίο του χρήματος∙
  3. Καθολίκευση του «άυλου» χρήματος.

Στο στενό πλαίσιο αυτής της ανάρτησης δεν θα ασχοληθούμε αναλυτικότερα με αυτό το σχήμα.  Θα σταθούμε μόνο στο δεύτερο από τα τρία παραπάνω βήματα. Πρόκειται για το στάδιο κατά το οποίο, ουσιαστικότερα, η ανταλλαγή τείνει να αποπεμφθεί από το δημόσιο χώρο, ακόμα κι από εκείνες τις περιθωριακές περιοχές −τις «πιάτσες»−, στις οποίες εξακολουθούσε να της επιτρέπεται να επιβιώνει. Για να γίνει κατανοητό τι σημαίνει αυτή η δυναμική, θεωρούμε απαραίτητες τις παρατηρήσεις του ανθρωπολόγου Ζάχου Παπαζαχαρίου από το δυσεύρετο πια βιβλίο του Η Πιάτσα (εκδ. «Κάκτος», 1980)

4.

Γράφει εκεί ο Παπαζαχαρίου:

«Η Πιάτσα είναι χώρος, είναι χρόνος, είναι παράδοση ηθών και εθίμων, είναι καθημερινή πράξη και ζωή, είναι πολιτισμός ολόκληρος. (…) Το ‘αλισβερίσι’, το ‘πάρε-δώσε’, δεν είναι μόνο ανταλλαγή προϊόντων με χρήματα, δεν είναι μόνο η τέχνη της ανταλλαγής. Είναι μια ολόκληρη ψυχοσύνθεση, που δημιούργησε η παράδοση της ανταλλαγής. Είναι η ψυχοσύνθεση της ‘συνδιαλλαγής’ και του ‘συνδυασμού’, που χωρίς αυτήν η ανταλλαγή δεν γίνεται σωστά και μένει μάταιη, ξερή χειρονομία δίχως αποτέλεσμα κι ικανοποίηση εκεινού που δίνει κι εκεινού που παίρνει. Το αλισβερίσι έχει τις ρίζες του στην πανάρχαια πρακτική και φιλοσοφία της διαλεκτικής. Σημαίνει, το να παίρνει κανείς, μαζί με το αντικείμενο που πήρε με την ανταλλαγή, και την ιδέα που αυτό κλείνει μέσα του, δηλαδή την ανάγκη που το δημιούργησε. Παίρνοντας αυτή την ιδέα, αυτός που την πήρε αλλάζει. Γίνεται πιο σύνθετος άνθρωπος. (…) Το αλισβερίσι σημαίνει ακόμα το ν’ ανακαλύπτεις σχέσεις ανάμεσα στα πιο άσχετα πράγματα, στο … φάντη και το ρετσινόλαδο, και μέσα από το ύψιστο αυτό παιχνίδι του ανθρώπινου μυαλού να φτιάχνεις, να κατασκευάζεις νοήματα κι ιδέες κι αντικείμενα πιο σύνθετα. (…) Η κυριότερη προετοιμασία που κάνει η Πιάτσα στους ανθρώπους της είναι ότι τους μαθαίνει να συνδυάζουν την παραγωγή και το εμπόριο. Ο συνδυασμός αυτός ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της Πιάτσας. (…) Στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, ωστόσο, υπάρχουν μόνο εμπορικά κι επαγγελματικά κυκλώματα, που το καθένα τους έχει τη δική του εξειδικευμένη παράδοση και δεοντολογία. Αυταρχικές κυβερνήσεις ξεχώρισαν την παραγωγή από την ανταλλαγή με τρόπο που να μην υπάρχει μεταξύ τους σοβαρή επικοινωνία. (…) Σε κανένα δυτικοευρωπαϊκό κράτος η κεντρική κυβέρνηση δεν άφησε όλα τα επαγγελματικά και εμπορικά κυκλώματα να οργανωθούν σε μια ενιαία Πιάτσα, κι έτσι αποτελούν ‘πιάτσες’ ξεχωριστές το καθένα τους (…) ενώ και σε ορισμένα σοσιαλιστικά κράτη, κυρίως των Βαλκανίων, όπου υπήρχε παράδοση Παζαριού, η Πιάτσα καταστράφηκε από τον κρατικό παρεμβατισμό της υπαλληλοποίησης και σχεδιοποίησης, με αποτέλεσμα να συστηματοποιηθεί τις δυο τελευταίες δεκαετίες η ‘αρπαχτή’ σαν σημαντικό κίνητρο της ατομικής πρωτοβουλίας και σοβαρό στήριγμα της οικονομίας.
Το ότι εδώ και δυο περίπου αιώνες δημιουργήθηκε στους κόλπους της εγχώριας Πιάτσας μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων αφιερωμένων αποκλειστικά και εξειδικευμένων στο εμπόριο, στο μεταπρατισμό, αυτό δεν ήταν δείγμα προόδου και εξέλιξης, όπως νομίστηκε. Ήταν μια πρόσκαιρη αρρώστια της Πιάτσας, που την κόλλησε από τη Δύση και που της δημιούργησε ανισορροπίες και προβλήματα ταξικής διαφοροποίησης και εξειδικευμένων λειτουργιών, ατόμων ανολοκλήρωτων, χωρίς γενική θεώρηση της κοινωνίας και του κόσμου. Διότι ο σκέτος μεταπράτης και ο σκέτος παραγωγός είναι άτομα λειψά και ανολοκλήρωτα από πάσης απόψεως. 

5.

Νομίζω πως είναι πολύ δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι η καταστροφή της διαλεκτικής παιδείας των ανθρώπων, η οποία απορρέει από την αποπομπή της ανταλλαγής από το δημόσιο χώρο που επισήμανε ο Παπαζαχαρίου (όντας, τότε, αρκετά αισιόδοξος αφού έβλεπε μια «πρόσκαιρη αρρώστεια»), θα φτάσει στο αποκορύφωμά της με την καθολίκευση του «ηλεκτρονικού χρήματος». Είναι άλλωστε μια δυναμική τεχνομονολιθισμού, που την έχουμε πια μπροστά στα μάτια μας.

Γι’ αυτό το λόγο θεωρούμε σημαντικότερο ν’ αναδειχτεί αυτή η υπόγεια καταστροφή από τις πιο φανερές ή ακόμα και «σκανδαλώδεις» πλευρές αυτής της δυναμικής, οι οποίες συνδέονται με τον έλεγχο και την επιτήρηση: μπορεί αυτά τα δυο να κινούνται παράλληλα, όμως η πρώτη είναι εκείνη που υπονομεύει στη ρίζα τους τις δυνατότητες εξόδου από τον τεχνοσυστημικό εφιάλτη.

Χρήμα και τραπεζική κατάθεση-11

Εξετάσαμε στο προηγούμενο μια βασική όψη της τεχνομονολιθικής επικράτησης του άυλου χρήματος. Ας δούμε τώρα με ποιον τρόπο έχουμε βρεθεί, έκοντες άκοντες, να συμμετέχουμε στο όλο παιχνίδι. Την παραμονή του 21ου αιώνα, διακεκριμένοι Γάλλοι νομομαθείς της Τράπεζας της Γαλλίας επισήμαιναν κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον:

«[Ε]νώ αρκετοί προβλέπουν τη μελλοντική κατάργηση του νομίσματος χάρη στις νέες τεχνολογίες, οι νομικοί διαπιστώνουν σταθερά ότι το χρήμα παραμένει ο άγνωστος Χ του Δικαίου: ‘‘Το χρήμα βρίσκεται παντού μέσα στις κοινωνικές σχέσεις, αλλά πουθενά μέσα στη νομική σκέψη’’ (Remy Libehaber, Recherche sur la monnaie en droit privé). Οι σπάνιοι νομικοί ορισμοί του νομίσματος το προσδιορίζουν κυρίως ως λογιστική μονάδα ή σαν μέσον πληρωμής, χωρίς να διακρίνουν τις διαφορετικές λειτουργίες του» (Η νομική φύση του ηλεκτρονικού χρήματος, Δελτίο της Τράπεζας της Γαλλίας , τχ 70, Οκτώβριος 1999).

Εδώ θα προσεγγίσουμε έμμεσα αυτή την επισήμανση, δίνοντας το λόγο στον επίσης Γάλλο ειδήμονα του τραπεζικού δικαίου François Grua (1949-2005), και συγκεκριμένα στη μελέτη του Le dépôt de monnaie en banque («Η χρηματική τραπεζική κατάθεση», 1998), στον οποίο παραπέμπουν οι παραπάνω νομομαθείς. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της μελέτης του βρίσκεται στο πώς προσδιορίζει το χρήμα και από εκεί τη φύση της τραπεζικής κατάθεσης, με όρους μάλιστα πολύ οικείους τώρα πια μέσα στο «ψηφιακό» περιβάλλον.

 

Νομίζω πως οι επισημάνσεις του Γκρουά είναι πολύ πιο κατανοητές σήμερα, από ό,τι ήταν πριν από είκοσι χρόνια. Διότι, με την πρόοδο του «ψηφιακού περιβάλλοντος», έχει πια φύγει από το προσκήνιο η ιδέα της τραπεζικής κατάθεσης ως «αποταμίευση» και έχει αντικατασταθεί από ένα πλήθος τραπεζικών «προϊόντων» (ασφαλιστικά, επενδυτικά, κ.λπ.), που εθίζουν τον καταθέτη στην ιδέα της «κίνησης» παρά της «φύλαξης».

Από κοντά, η παράλληλη διαδρομή ολοένα μεγαλύτερης «ψηφιοποίησης» του χρήματος με τελικό πυλώνα της την αυτόματη κατάθεση της μισθοδοσίας στις τράπεζες, ρίχνει ένα δραματικό φως στην τελευταία πρόταση της παραπάνω σύνοψης: «η τραπεζική κατάθεση δεν είναι παρά μια ορισμένη φάση στη συνολικότερη παραγωγή αποτελεσμάτων, που συνδέονται μεν με αυτήν αλλά δεν παράγονται από τον καταθέτη».

Θα πρέπει, νομίζω, να συγκρατήσουμε ιδιαίτερα αυτές τις τρεις διαπιστώσεις του Γκρουά: (1) το χρήμα το θέλουμε επειδή μας παρέχει μια γενική δυνατότητα, μια γενική δύναμη· (2) το χρήμα είναι το μοναδικό πράγμα που επινοήθηκε ώστε να το χρωστάμε· και (3) η πληρωμή με χρήμα δεν γίνεται στη βάση μιας ισότητας, δεν είναι μια ανταλλαγή μεταξύ δυο πραγμάτων, όπου το ένα υποτίθεται ότι «εμπεριέχει μια αξία ίση προς την αξία» που εμπεριέχει το άλλο.

Διευκρινίζω αμέσως ότι αυτό που ακολουθεί δεν είναι ακριβώς μετάφραση της μελέτης του Γκρουά, αλλά μια προσωπική σύνοψη των σημείων της που μας ενδιαφέρουν. Θυμίζω τέλος, ότι το σύνολο των μέχρι στιγμής σχετικών αναρτήσεών μας βρίσκεται εδώΣημ. HS.

*

Η αποταμίευση δεν ήταν ποτέ το ουσιώδες στην τραπεζική κατάθεση

Ο λόγος που επικράτησε η συνήθεια της κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζες, παρατηρεί ο Φρανσουά Γκρουά, δεν έχει τόσο πολύ να κάνει με την προστασία τους π.χ. από τους κλέφτες ή τη φωτιά. Έχει να κάνει με ένα συγκεκριμένο φυσικό όριο των νομισμάτων: δεν βολεύουν καθόλου όταν έχεις να κάνεις πληρωμές μεγάλων ποσών και σε μακρινές αποστάσεις. Τα δίνεις λοιπόν σ’ ένα τραπεζίτη, ο οποίος αναλαμβάνει τη μεταφορά τους και τα στέλνει εκεί που θέλεις να πάνε. Επομένως, βασικό κίνητρο του καταθέτη είναι το πώς θα χρησιμοποιήσει βολικότερα το χρήμα του —πράγμα που γίνεται μέσω «εντολών», τις οποίες δίνει στην τράπεζά του (τσεκ, μεταφορά σε λογαριασμούς, κ.λπ.).

Η πρωτοτυπία του «συμβολαίου» που λέγεται τραπεζική κατάθεση, βρίσκεται λοιπόν καταρχήν στο ότι είναι ένας τρόπος να παραδώσεις ένα πράγμα σε κάποιον άλλον προκειμένου να το κάνεις πιο εύχρηστο, ώστε να μπορείς πιο εύκολα να το κινείς. Με άλλα λόγια, στερείται νοήματος η έννοια της κατάθεσης ως «φύλαξη χρημάτων» (π.χ. αποταμίευση), η οποία δεν σημαίνει κίνηση αλλά αντίθεση «ύπνωση» του χρήματος.

Η τραπεζική κατάθεση δεν μεταβιβάζει κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας

Ωστόσο, η πρωτοτυπία του συμβολαίου «τραπεζική κατάθεση» δεν εξαντλείται σε αυτό. Η τραπεζική κατάθεση διαφέρει πλήρως από όλα τα άλλα συμβόλαια. Δεδομένου ότι πρόκειται για ανταλλαγή χρήματος με χρήμα, η διαφορά αυτή βρίσκεται σε αυτό που είναι το ίδιο το χρήμα και επομένως, για να την κατανοήσουμε πρέπει να καταλάβουμε τι είναι το χρήμα. Χωρίς αυτή την κατανόηση, ακόμα κι αν ξεπεράσουμε την ιδέα της τραπεζικής κατάθεσης ως «φύλαξη χρημάτων», θα παραμείνουμε δέσμιοι μιας βαθύτερης πλάνης για τη φύση της.

Υπάρχει πράγματι η εντύπωση —μια ιδέα οποία ασπάζεται ακόμα και το Ακυρωτικό Δικαστήριο, όπως επισημαίνει ο Γκρουά— ότι με την κατάθεση μεταβιβάζουμε την ιδιοκτησία των χρημάτων μας στον τραπεζίτη. Αυτό δεν είναι ακριβές, διότι το χρήμα δεν είναι από τα πράγματα, των οποίων μπορεί κανείς να είναι ιδιοκτήτης. Το χρήμα δεν είναι αυτό που λέμε «αγαθό». Είναι το μέσο με το οποίο μπορεί κανείς να αποκτήσει ένα αγαθό, είναι αυτό που σου δίνει τη δυνατότητα να γίνεις ιδιοκτήτης ενός αγαθού.

Κατά συνέπεια, η κατάθεση χρημάτων σε μια τράπεζα δεν μπορεί να αναλυθεί ως μεταβίβαση της ιδιοκτησίας ενός αγαθού, αλλά μάλλον ως μεταβίβαση «επιμελητείας».

Γιατί φανταζόμαστε το χρήμα σαν «αγαθό»

Ο λόγος που νομίζουμε ότι μπορεί κανείς να είναι ιδιοκτήτης του χρήματος όπως είναι ιδιοκτήτης ενός οποιουδήποτε αγαθού, βρίσκεται στο ότι τείνουμε να θεωρούμε ότι το χρήμα έχει μια ορισμένη αξία. Και το νομίζουμε αυτό επειδή με το χρήμα μπορούμε να αποκτήσουμε πράγματα που έχουν αξία. Φανταζόμαστε λοιπόν ότι ένα χαρτονόμισμα είναι κάτι σαν μια μικρή ζωγραφιά, ας πούμε, ή σαν μια «ρεπροντιξιόν», στην οποία έχει δοθεί συμβατικά μια ορισμένη αξία [το αναγραφόμενο ποσόν, π.χ. 50 ευρώ] ώστε να μπορεί κανείς να την ανταλλάξει με ό,τι θέλει.

 

Πρόκειται ασφαλώς για πλάνη, όπως εξηγεί ο Γκρουά! Η δύναμη που έχει το χρήμα, και τα πάθη που ξεσηκώνει, δεν έχουν τίποτα να κάνουν με αυτά που πιστεύει αυτή η απατηλή ιδέα.

Ένα σφυρί το θέλουμε γιατί μπορεί να καρφώνει με δύναμη. Απεναντίας, το χρήμα το θέλουμε επειδή μας παρέχει μια γενική δυνατότητα, μια γενική δύναμη. Το θέλουμε απλώς και μόνο για να έχουμε, μέσω αυτού, αυτή τη γενική δύναμη. Ελάχιστα ενδιαφέρει αν είναι από πέτρα, χαρτί, ζωγραφιά, πλαστικό, ηλεκτρονικό ή ό,τι άλλο, διότι η δύναμή του δεν ενυπάρχει στο υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο (όπως λ.χ. συμβαίνει με το σφυρί).

Το χρήμα είναι μόνο πράγμα που επινοήθηκε με αποκλειστικό σκοπό να το χρωστάμε

Έτσι, το χρήμα επιτελεί μια εντελώς ιδιαίτερη λειτουργία, την οποία δεν επιτελεί κανένα αγαθό, τίποτα απ’ όσα θεωρούμε και ονομάζουμε «αγαθά», και που γι’ αυτό το λόγο δεν είναι «αγαθό», ούτε ποτέ μπορεί κανείς να είναι ιδιοκτήτης του όπως είναι ιδιοκτήτης κάποιου αγαθού. Μοναδική λειτουργία του είναι ν’ αποτελεί αντικείμενο δεσμευτικής υποχρέωσης. Είναι το μοναδικό πράγμα που επινοήθηκε με αποκλειστικό σκοπό να το χρωστάμε.

Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να σκεφτούμε πως υπάρχουν μόνο δυο τρόποι με τους οποίους μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το χρήμα: είτε (α) για να πληρώσουμε ή αποπληρώσουμε κάτι, είτε (β) για να κάνουμε μια πίστωση.

α) Όταν το χρήμα χρησιμοποιείται για πληρωμή ή αποπληρωμή, τότε εξαλείφει μια χρηματική υποχρέωση, μια χρηματική απαίτηση ή οφειλή: «Αυτό το αντικείμενο κάνει τόσα ευρώ» σημαίνει ότι τόσα ευρώ οφείλουμε να δώσουμε για να το αποκτήσουμε· ή «τόσα ευρώ απομένουν για ν’ αποπληρώσετε το δάνειό σας».

β) Όταν δίνεται ως πίστωση (δάνειο, κ.λπ.), τότε το χρήμα χρησιμοποιείται για να δημιουργηθεί ένα χρέος, μια υποχρέωση αποπληρωμής. Παράδειγμα αυτής της δεύτερης χρήσης είναι το έντοκο δάνειο. Ο δανειστής δεν δίνει τα χρήματά του στον οφειλέτη για να τον εξυπηρετήσει, αλλά επειδή θέλει να του δημιουργήσει ένα χρέος και να επωφεληθεί από αυτό. Δίνει ένα ποσό χρημάτων ζητώντας πίσω ένα μεγαλύτερο ποσό, προκειμένου να γίνει δικαιούχος μιας πίστωσης με αντικείμενο αυτό το μεγαλύτερο ποσόν. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατά κάποιο τρόπο ανταλλάσσει τα χρήματά του με μια πίστωση —και το κάνει αυτό επειδή το χρήμα δεν αυτοπολλαπλασιάζεται, δεν τοκίζεται από μόνο του: μόνο η πίστωση, δηλαδή το χρέος, έχει αυτή τη δυνατότητα, διότι μόνο μέσω της χρέωσης μπαίνει στο παιχνίδι ο τοκισμός.

Η ιδιαιτερότητα της χρηματικής απαίτησης

Σε αυτήν ακριβώς την αρχή του τοκισμού στηρίζεται η τραπεζική κατάθεση ως συμβόλαιο. Στόχος της είναι να κατασκευάσει μια χρηματική απαίτηση, μια υποχρέωση. Πριν όμως δούμε αυτή τη συγκεκριμένη μορφή υποχρέωσης, πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας πως η χρηματική απαίτηση είναι μια εντελώς ιδιαίτερη μορφή υποχρέωσης.

Το γεγονός ότι το χρήμα δεν είναι «αγαθό» αλλά η εγγύηση μιας γενικής δυνατότητας, συνεπάγεται μια εντελώς μοναδική σχέση ανάμεσα στη χρηματική απαίτηση και το αντικείμενό της. Οι άλλες μορφές υποχρέωσης αναφέρονται σε κάποιο αντικείμενο ή αγαθό έξω από τις ίδιες, ένα αντικείμενο ή αγαθό με συγκεκριμένη χρησιμότητα (π.χ. η υποχρέωση συζύγου προς σύζυγο, η υποχρέωση του ενοικιαστή να παραδώσει το σπίτι όπως το παρέλαβε, κ.λπ.). Η χρηματική απαίτηση απεναντίας —ακριβώς επειδή δεν αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμένο αγαθό ή αντικείμενο, σε μια συγκεκριμένη χρησιμότητα, αλλά στη γενική χρησιμότητα, δηλαδή σε μια δυνατότητα—, έχει μοναδικό της αντικείμενο τον εαυτό της.

Έτσι, το φαινόμενο της πληρωμής, δηλαδή της εξάλειψης μιας χρηματικής υποχρέωσης «επί τη εμφανίσει» του χρήματος, δεν εξηγείται με το να λέμε ότι το χρήμα έχει «μια ορισμένη αξία». Η πληρωμή με χρήμα δεν είναι μια ανταλλαγή μεταξύ δυο πραγμάτων, όπου το ένα υποτίθεται ότι «εμπεριέχει μια αξία ίση προς την αξία» που εμπεριέχει το άλλο! Η πληρωμή δεν γίνεται στη βάση μιας ισότητας. Τα χρήμα δεν είναι ισοδύναμο με κάτι, δεν ισοδυναμεί με κανένα αντικείμενο ή αγαθό! Ίσα-ίσα, το χρήμα μπορεί να είναι «τα πάντα» μόνο και μόνο επειδή δεν είναι «τίποτα» και δεν ισοδυναμεί με κανένα αγαθό ή πράγμα. Για να το πούμε πιο συγκεκριμένα και πραγματικά, το χρήμα κατορθώνει να επιτελεί τη λειτουργία του μόνο στο βαθμό που δεν είναι τίποτε άλλο παρά «σημείο δύναμης».

Γι’ αυτό το λόγο, η χρηματική πληρωμή δεν εξαλείφει το χρέος μέσω της ισότητας και της ισοδυναμίας, αλλά μέσω της ισχύος.

Η τραπεζική κατάθεση ως συμμετοχή στο τραπεζικό παιχνίδι

Πού βρίσκεται λοιπόν, η ιδιαιτερότητα του συμβολαίου «τραπεζική κατάθεση»; Όπως όλα τα συμβόλαια, συντάσσεται και αυτή με σκοπό να δημιουργήσει υποχρεώσεις, απαιτήσεις. Όμως σε όλα τα άλλα συμβόλαια, εκείνο που ενδιαφέρει την πλευρά που επιβάλλει μια απαίτηση στην άλλη πλευρά, δεν είναι η απαίτηση αυτή καθαυτή αλλά η εκπλήρωσή της. Αυτή της παρέχει ικανοποίηση.

Απεναντίας, στην περίπτωση της τραπεζικής κατάθεσης, ο καταθέτης δεν ενδιαφέρεται τόσο για την αποπληρωμή της από τον τραπεζίτη, δηλαδή για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησής του, διότι μόνο ένας ανόητος θα πήγαινε να δώσει τα λεφτά του σε ένα τραπεζίτη μόνο και μόνο για να τα πάρει άμεσα πίσω. Με την κατάθεσή του, αυτό που κυρίως κάνει ο καταθέτης είναι ότι πιστώνει την τράπεζα. Επομένως, αυτό που επιθυμεί ουσιαστικά ο καταθέτης είναι το δικαίωμα να παίζει και αυτός στο τραπεζικό παιχνίδι από τη θέση του πιστωτή. Δεν τον ενδιαφέρει να πάρει πίσω άμεσα τα λεφτά του, αλλά καταθέτοντάς τα, δηλαδή πιστώνοντάς τα στον τραπεζίτη, να κανονίζει μέσω της τράπεζας τους λογαριασμούς του προς τρίτους.

Φυσικά, αυτό προϋποθέτει τη συναίνεση του οφειλέτη (του τραπεζίτη), διότι εννοείται πως ο πιστωτής (ο καταθέτης) δεν μπορεί να του επιβάλλει όποιο ποσό θέλει ο ίδιος ως «χρέωση» των υπηρεσιών (του τραπεζίτη), που συνεπάγεται η μεταφορά των χρημάτων προς τρίτους. Με την τραπεζική κατάθεση έχουμε λοιπόν μια ολόκληρη κατάσταση: από τη μια μεριά, ο καταθέτης γίνεται πιστωτής μέσα στο τραπεζικό παιχνίδι. Την ίδια στιγμή όμως, ο τραπεζίτης έρχεται κι αυτός από την πλευρά του να επωφεληθεί αυτής της κατάστασης. Επομένως, η τραπεζική κατάθεση δεν είναι παρά μια ορισμένη φάση στη συνολικότερη παραγωγή αποτελεσμάτων, που συνδέονται μεν με αυτήν αλλά δεν παράγονται από τον καταθέτη. (…)

Επίλογος | Ποιο είναι το κεντρικό ερώτημα-12

“Το εμπόρευμα και το Κράτος μάς έχουν κάνει τόσο ηλίθιους και στενόκαρδους, ώστε η μόνη κατανοητή γλώσσα που ξέρουμε σήμερα να μιλάμε είναι η γλώσσα των αντικειμένων μας στις σχέσεις μεταξύ τους. Είμαστε ανίκανοι να καταλάβουμε μια πραγματικά ανθρώπινη γλώσσα και μια πραγματικά ανθρώπινη γλώσσα ούτε που μας αγγίζει. Από τη μια μεριά τη θεωρούμε και την αισθανόμαστε σαν μια ικεσία, σαν ένα παρακαλετό και συνεπώς σαν εκδήλωση εξευτελισμού και έκφραση ντροπής και ονείδους. Από την άλλη, μας φαίνεται να λέει παλαβομάρες και ασυναρτησίες, οπότε τη νιώθουμε σαν απειλή και την απορρίπτουμε.

Είμαστε τόσο πολύ αλλοτριωμένοι, που η ενδόμυχη και γνήσια γλώσσα της ανθρώπινης ουσίας μας μάς φαίνεται σαν προσβολή στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ενώ την αλλοτριωμένη γλώσσα των εμπορευμάτων τη θεωρούμε ως έκφραση της ίδιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που την επιβεβαιώνουν υποτίθεται τα δικαιώματά της και είναι γεμάτη αυτοπεποίθηση και αυταρέσκεια.

Για ποιο λόγο οι άνθρωποι δεν μιλούν μεταξύ τους στους λεγόμενους δημόσιους χώρους; Αυτό είναι το μοναδικό ερώτημα, το θεμελιώδες ζήτημα, που εμπεριέχει όλα τα άλλα! Οποιοδήποτε άλλο ερώτημα οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, που ισχυρίζεται ότι έχει σημασία από μόνο του, δεν είναι παρά απάτη, ρεφορμισμός και παραπλανητικό τέχνασμα από την πλευρά του εχθρού.

Πάνω σε αυτό το ερώτημα, πάνω στη ζήτημα της σιωπής των ανθρώπων στους δρόμους, που είναι και το κεντρικό ζήτημα, χωρίζονται οι φίλοι και οι εχθροί του χρήματος, οι φίλοι και οι εχθροί του Κράτους. Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, είναι η στρατηγική απάντηση σε όλα τα ερωτήματα. (…)

Ποια είναι η θεωρητική απάντηση σε αυτό το ερώτημα; Η θεωρητική απάντηση στο ερώτημα «για ποιο λόγο οι άνθρωποι δεν μπορούν να μιλήσουν μεταξύ τους στους δρόμους;» είναι η εξής: «Επειδή δεν έχουν τίποτα να πουν ο ένας στον άλλον»! (…)

Και η θεωρητική απάντηση στο ερώτημα «για ποιο λόγο οι άνθρωποι δεν έχουν να πουν τίποτα ο ένας στον άλλον;», είναι: «Επειδή τα εμπορεύματα μιλούν αντί γι’ αυτούς, επειδή τα εμπορεύματα ασκούν αντί γι’ αυτούς την πρακτική της ελεύθερης συνομιλίας, της φλυαρίας, επειδή τα εμπορεύματα σκέφτονται για λογαριασμό των ανθρώπων, επειδή τα εμπορεύματα έχουν ιδέες αντί των ανθρώπων, επειδή τα εμπορεύματα έχουν ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ τους αντί να έχουν οι άνθρωποι».

Τα εμπορεύματα ασκούν την ανταλλαγή στη θέση των ανθρώπων. Τα πράγματα ασκούν στην πράξη την ανθρώπινη ουσία αντί των ανθρώπων.

Εκεί όπου φλυαρούν τα εμπορεύματα, εκεί όπου τα εμπορεύματα σκέφτονται, οι άνθρωποι το βουλώνουν.”

Ζ.-Π. Βουαγιέ, Έρευνα πάνω στη Φύση και τα Αίτια της Μιζέριας των Ανθρώπων (1976)

 

 

Σημ. HS. Με το κείμενο αυτό κλείνουμε εδώ τη σειρά που αφιερώσαμε στην απομάγευση του χρήματος και της αξίας, αποτίοντας τον οφειλόμενο φόρο τιμής σε έναν από τους πιο παραγνωρισμένους στοχαστές τους  που έφυγε από τη ζωή πολύ πρόσφατα, την 1η Δεκεμβρίου του 2019.

 

Ο Ζαν-Πιέρ Βουαγιέ υπήρξε αναντίρρητα ο πιο φιλοσοφημένο από τους άμεσους απόγονους των Καταστασιακών. Θυμίζουμε ότι στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα εξής βιβλία του: Ράιχ: Τρόπος Χρήσης [1971, ελλ. 1986], Εισαγωγή στην Επιστήμη της Δημοσιότητας [1975, ελλ. 2000], Έρευνα πάνω στη Φύση και τις Αιτίες της Μιζέριας των Ανθρώπων [1976, ελλ. 1985], Αναφορά Για την Κατάσταση των Ψευδαισθήσεων μέσα στο Κόμμα μας και Αποκαλύψεις σχετικά με την Αρχή του Κόσμου [1979, ελλ. 1987] και  Αντισανγκουινέτι [συλλ. ελλ. 1995].

 

Από αυτά, ο Ράιχ, η Αναφορά και η Έρευνα είναι κατά τη γνώμη μας τα καλύτερα. Τον θυμόμαστε για όσα καλά έχει γράψει, και δεν είναι λίγα

Κράτος-Έθνος, αξιακή μορφή και καπιταλιστική οικουμενικότητα, επτά σημειώσεις

(1)

Το θεμέλιο της αξιακής μορφής του κοινωνικού προϊόντος είναι ταυτοχρόνως τόσο ο διαχωρισμός των ανθρώπων που βρίσκονται στην προλεταριακή συνθήκη από τους όρους αναπαραγωγής της ζωής τους όσο και η διαιώνιση αυτού του διαχωρισμού. Αυτός ο θεμελιακός διαχωρισμός και η διαιώνισή του μπορεί να έχει τη νομική και πολιτική μορφή τόσο της ιδιωτικής όσο και της κρατικής ιδιοκτησίας[1] των “μέσων παραγωγής”[2]. Η κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως καθορισμένη σχέση μεταξύ ζωντανής και νεκρής εργασίας(!) (“μέσα παραγωγής”, “πρώτες ύλες” κτλ) θεμελιώνεται αναπαράγοντας τη ζωντανή ως βουβό “μέσο αξιοποίησης” της νεκρής. Τίποτα απολύτως δεν αλλάζει ως προς το γενικό περιεχόμενο της κοινωνικής σχέσης του κεφαλαίου αν τα “μέσα παραγωγής κρατικοποιηθούν” (βλέπε: Σοβιετική Ένωση), δηλαδή αν το Κράτος λειτουργεί ως συλλογικός αγοραστής και πωλητής εμπορευμάτων για να αναπαράγει το εμπόρευμα “εργασιακή δύναμη”. Επιπλέον, τόσο το Κράτος-Έθνος ως Homo Politicus όσο και η Οικονομία της Αγοράς ως Homo Economicus είναι δυο διαφορετικές και αλληλοσυμπληρωματικές όψεις μιας και της αυτής κοινωνικής πραγματικότητας, της καπιταλιστικής.

(2)

Το Κράτος των κοινωνιών του κεφαλαίου με το θεσμικό διαχωρισμό του από την Οικονομία της Αγοράς εκπληρώνει ένα διπλό ρόλο. Από τη μια είναι η ρυθμιστική-θεσμική αρχή της σχέσης του ατόμου ως σχιζοειδούς[3] (ως “Πολίτη”/Civile και ως “Ιδιώτη”/Borghese) με την Οικονομία της Αγοράς και από την άλλη αναλαμβάνει τόσο “άμεσα παραγωγικές δραστηριότητες” συσσωρεύοντας κεφάλαιο όσο και “μη παραγωγικά κόστη” (αστυνομία, στρατός, δικαστήρια, φυλακές κτλ) και “έμμεσα παραγωγικές δαπάνες” (κατασκευή δρόμων, σχολείων, πανεπιστημίων[4], νοσοκομείων, μέρος των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών και της “παραγωγής ενέργειας” κτλ) που είναι όλες “απαραίτητες” ως γενικές υποδομές για την “ελευθερία” της Οικονομίας της Αγοράς, δηλαδή για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Η ιδιωτικοποίηση αυτών των γενικών υποδομών που ανήκουν στο Κράτος φέρνει γρήγορο κέρδος σε κάποιο μεμονωμένο ατομικό καπιταλιστή (και γρήγορα έσοδα στο Κράτος) αλλά καθόλου δεν εξασφαλίζει την κερδοφορία της συνολικής τάξης των καπιταλιστών, δηλαδή τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου όπως αυτή συγκροτείται αντιφατικά και “συγκρουσιακά”, τόσο “εσωτερικά” όσο και “εξωτερικά”[5], στη διαμάχη/συμμαχία/ανταγωνισμό με άλλα Κράτη-Έθνη.

(3)

Η Νομική-Δικαιϊκή γλώσσα του Κράτους ομιλεί την αφηρημένη γλώσσα των “Υποχρεώσεων/ Δικαιωμάτων” καθώς αποτυπώνει την ίδια τη σχιζοειδή συγκρότηση (Kurz) του αστικού υποκειμένου ως προς τη διφυή σχέση του με το Κράτος και την Οικονομία της Αγοράς. Το Κράτος κατοχυρώνει “Υποχρεώσεις και Δικαιώματα” τα οποία είναι/γίνονται “αντικείμενα αέναης διεκδίκησης” και πέρα από τις όποιες νομικές μορφές που μπορεί να πάρει η όποια “διεκδίκηση/σύγκρουση/ανταγωνισμός συμφερόντων” αυτά τα τελευταία υπάρχουν ως τέτοια μέσα από την ίδια τη διαδικασία της συσσώρευσης του κοινωνικού κεφαλαίου και μορφοποιούνται εντός της πολιτικής μορφής της καπιταλιστικής κοινωνίας που δεν είναι άλλη από το Κράτος-Έθνος. Εξού και το “αέναο” και το “κακό άπειρο” (Hegel) της “διεκδίκησης/σύγκρουσης συμφερόντων”. Οι ίδιες οι αφηρημένες καθολικές έννοιες της “διεκδίκησης” ως τέτοιας, των “δικαιωμάτων / υποχρεώσεων” ως τέτοιων, της “σύγκρουσης ανταγωνιστικών συμφερόντων” ως τέτοιων αναφέρονται ως συγκεκριμένες κοινωνικές πρακτικές και νοητικές κατηγορίες στην τυραννική σχέση της “ενσωμάτωσης δια του αποκλεισμού” που θεμελιώνει την ίδια την πολιτική μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας και τον ιδεώδη “κοινωνικό ορίζοντα” της αξιοποίησης της αξίας μέσω της “αφηρημένης εργασίας”, το Κράτος-Έθνος. Ως τέτοια κοινότητα που ενσωματώνει στον εαυτό της πετώντας πάντα κάποιους “Άλλους” εκτός, το Κράτος-Έθνος ομιλεί τη Νομική-Δικαιϊκή του γλώσσα και πιστοποιεί ατομικά δικαιώματα αξιοποίησης και καθεστώτα ιδιοκτησίας (κατοχή “κεφαλαίου”, “εργασιακής δύναμης” κτλ) σε όσους αναγνωρίζει ταυτολογικά ως “Πολίτες του”, δηλαδή με τρόπο αφηρημένα καθολικό (Hegel), ποτέ σε “όλους τους ανθρώπους”. Όταν η καπιταλιστική κοινωνία “δουλεύει ρολόι” το Κράτος με την πολιτική και νομική γλώσσα του επικυρώνει την ανταγωνιστική ατομικοποίηση των εθνικοποιημένων υποτελών του ως υποκειμενοποιημένων ανταλλακτικών “αξιών” (Marx) όπως αυτή αναπαράγεται στην Οικονομία της Αγοράς. Όταν “έρχεται η κρίση” ό,τι ήταν εγγυημένο από το Κράτος (δηλαδή η “δικαιωματική λογική” της αξιοποίησης, ταυτόχρονα ατομική και συλλογική) δεν είναι πια και νέες “κοινότητες διαχωρισμών και αποκλεισμών” ανατέλλουν. Και όλες αυτές θα μιλούν μια νεκρή γλώσσα Δικαίου όσο “πιανόμαστε στον ύπνο”. Από λογική και ιστορική σκοπιά κάθε μορφή δικαιοσύνης που 1) τυποποιείται, παγιώνεται μέσα από γενικές, αφηρημένες κατηγορίες Δικαίου και 2) ως τέτοια αυτονομείται στη μορφή του “θείου” ή “φυσικού” Νόμου από τις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις που τη γεννούν και την αναπαράγουν προϋποθέτει, ήδη, μια έστω εμβρυακή μορφή Κράτους η οποία φυσικοποιεί ταυτολογικά – στο “Ιερό Όνομα και Γράμμα” του Δικαίου/Νόμου – ιστορικά συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής.

(4)

Το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο δεν είναι παρά ο ιστορικός τρόπος ύπαρξης του καπιταλιστικού τρόπου αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής ως εσωτερικά διαφοροποιημένης/λειτουργικά τεμαχισμένης/σχιζοειδούς ολότητας θεμελιωμένης στην παραγωγή/κυκλοφορία/κατανάλωση της “αξίας” μέσω της “αφηρημένης εργασίας” (Marx). Ως τέτοιο, το κοινωνικό κεφάλαιο, δεν μπορεί να είναι παρά Εθνικό και να υπάρχει μόνο “μαζί και ενάντια” σε όλα τα άλλα Κράτη-Έθνη. Τα εσωτερικά όρια όλων των ταξικών διαχωρισμών και διαφοροποιήσεων αναπτύσσονται πάνω στην κοινή ιστορική βάση του κοινωνικού φετίχ της αξιοποίησης του κεφαλαίου με την ιδεολογία της εθνικής ενότητας να προκρίνεται από το Κράτος εν μέσω των “αξιοπρεπών κοινωνικών συμβολαίων μεταξύ των εθνικών τάξεων” ως φενακισμένων συλλογικών υποκειμένων που “αέναα αντιμάχονται, παλεύουν και συμφωνούν” για την παραγωγή/αναδιανομή του κοινωνικού φετίχ της “αξίας” ως σχιζοειδούς και ταυτολογικού γενικού αυτο-σκοπού. Η ιστορία του εργατικού και αναρχικού κινήματος, των ταξικών αγώνων κτλ δεν συγκροτούν κάποια παράλληλη ιστορία που βρίσκεται ταυτόχρονα μέσα και έξω από το καπιταλιστικό συνεχές. Η έννοια του καπιταλιστικού συνεχούς, απαραίτητη για μια συνολική και ενιαία κριτική της νεωτερικότητας, αναφέρεται στην ιδιαίτερη μορφή της κοινωνικής κυριαρχίας μέσω των κατηγοριών, πρακτικών και νοητικών συνάμα, της αξιακής μορφής (Χρήμα, Εμπόρευμα, αφηρημένη Εργασία, Κράτος-Έθνος συγκροτούν τον κοινωνικό ιστό της) η οποία δεν υπάρχει και δεν υφίσταται ως αιώνια επανάληψη-του-ταυτόσημου αλλά ως εσωτερικά συγκρουσιακή διαδικασία αυτο-επέκτασης που δεν μπορεί να αναπτύσσεται παρά ενσωματώνοντας και καθυποτάσσοντας στον εαυτό της την ίδια την “κριτική” που “αναγκαστικά” της ασκείται από τη στιγμή που η μορφή-της-αξίας αρχίζει και εδραιώνεται ως “φυσική πραγματικότητα” και ως εκ τούτου αναπόδραστη “μοίρα και πεπρωμένο” της κοινωνικής ζωής. Μια ανάλυση περιεχομένου των “παραδοσιακών” σοσιαλιστικών ιδεωδών και των αναρχικών οραμάτων (με πλήρη επίγνωση της συμβατικότητας του όρου “παραδοσιακός” που παραβλέπει τον πλούτου των ενδιάμεσων μορφών) παρ’ όλες τις διαφορές για το “πως” και με “ποια μέσα” θα φτάσουμε στην “αταξική κοινωνία” συγκλίνουν στην κατάφαση και στην αποδοχή των αστικών ιδεωδών αφού πρωτίστως έχουν ανυψωθεί σε καθολικές/οντολογικές/διϊστορικές μορφές της ανθρώπινης σκέψης και δραστηριότητας και συγχρόνως απαλλαγεί από τις όποιες “παραμορφώσεις και αλλοιώσεις” από μέρους της “άρχουσας καπιταλιστικής τάξης”. Ο κυρίαρχος και ο κυριαρχούμενος, ο άρχων και ο αρχόμενος, ο εκμεταλλευτής και ο εκμεταλλευόμενος κτλ λειτουργούν, στην καθημερινή θεωρία και πράξη των “εργαζόμενων μαζών”, ως λίγο-πολύ αδιαμεσολάβητες υποστάσεις. Υπάρχουν δηλαδή και συγκροτούνται μέσα στην ίδια την αντίληψη των “εργατικών/προλεταριακών υποκειμένων” ως ομοιογενείς και υποστασιοποιημένες κατηγορίες που διαμορφώνονται μέσα από αδιάφορες σχέσεις αμοιβαίας εξωτερικότητας (σ.σ. ως πρωταρχικές ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης όπου το χρήμα και το εμπόρευμα μόνο σε ένα-δεύτερο-χρόνο τις επικαλύπτουν και τις μυστικοποιούν για να εκμεταλλεύονται οι “παρασιτικοί καπιταλιστές” την “παραγωγική και περήφανη εργασία”) αποσιωπώντας μέσα-από-αυτή-την-αντίληψη τους ιδιαίτερους κοινωνικούς τρόπους κυριαρχίας-χωρίς-υποκείμενο με τους οποίους η μορφή-της-αξίας και η αντικειμενική-πρόσβαση-σε-αυτήν ορίζει 1) τόσο τη μορφή και τη μεταβολή του “ταξικού ανήκειν” (“καπιταλιστές” και “εργάτες”) και των αναπόφευκτων “ταξικών ανταγωνισμών” που τέμνουν οριζοντίως και εγκάρσια την αστική κοινωνία όσο 2) και τη μορφή της κοινωνικής “κριτικής” στις καπιταλιστικές κατηγορίες όπου η “φυσικότητά” τους θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ κι έτσι δεν αμφισβητείται η “αντικειμενικότητα” και η “τελική ουσία” τους. Με άλλα λόγια το “κεφάλαιο” και η λογική της αξιοποίησής του μέσω της “αφηρημένης εργασίας” ως γενική μορφή “πλούτου” (Marx) δεν τίθενται εν αμφιβόλω από το “παραδοσιακό” εργατικό κίνημα και ο ίδιος ο ταξικός αναγωγισμός στην αντίληψη των εργατικών/προλεταριακών υποκειμένων ως “κινητήριου μοχλού της Ιστορίας” λειτουργεί ήδη στην κοινωνική πραγματικότητα ως πρακτικός και “αξεπέραστος” αναγωγισμός της μορφής-της-αξίας. Υπό ένα τέτοιο “αιρετικό πρίσμα” (Robert Kurz) ιδωμένη η ιστορία του “παραδοσιακού” εργατικού/αναρχικού κινήματος ως ετερότητα και διαφορά εντός της αναδυόμενης και επί διαμόρφωση καπιταλιστικής/νεωτερικής κοινωνίας αποτελούσε και μια μορφή πολύμορφου ηθικού “φίλτρου” με το πρόταγμα μιας ιδεώδους (σ.σ. αστικής) κοινωνίας χωρίς τις αντιφάσεις της τελευταίας (“πραγματική” Ισότητα, “πραγματική” Ελευθερία, χειραφέτηση της “Εργασίας” που φτάνει μέχρι τα πρακτικά και θεωρητικά τερατουργήματα των μπολσεβίκων για “εργατικά Κράτη” και “εργατικό Δίκαιο” κτλ) και ως τέτοιο κοινωνικό “ανάχωμα” συνέβαλλε στη δημιουργία πραγματικών “ρήξεων” και “τομών” στην ίδια την καπιταλιστική ιστορία, με άλλα λόγια πολλές φορές οι εργάτες/εργάτριες και οι πολιτικές τους οργανώσεις ήταν πολύ “πιο μπροστά” από τους καπιταλιστές όσον αναφορά την ίδια τη λειτουργικότητα των αστικών κοινωνικών σχέσεων και κατηγοριών.

(5)

O φασισμός είναι μια πρακτική και νοητική τάση που ανακύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και ως τέτοια τάση δεν είναι διαρκώς παρόν και μορφικά όμοιος αλλά πάντα υπολανθάνον και παραγόμενος ως “ετερότητα” και “διαφορά” από την ίδια τη φετιχιστική λογική και πρακτική της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Ο νεο-φασισμός ως εκφασισμός του Δημοκρατικού Κράτους Δικαίου που προέκυψε και χτίστηκε πάνω στα πτώματα αυτού που εγκυκλοπαιδικά έχουμε μάθει να αποκαλούμε “δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος” δεν είναι ταυτόσημος, από την άποψη της συγκεκριμένης του μορφής, με το φασισμό του μεσοπολέμου. Ο δεύτερος ως ιστορική πολιτική μορφή της αστικής κοινωνίας διαμορφώνεται αποκλείοντας τη δημοκρατική μορφή και αναστέλλοντας τα ατομικά δικαιώματα των λογικών της αξιοποίησης συγκεντροποιώντας στο Κράτος τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου ως το “Υπέρτατο Εθνικό Σώμα του Λαού” που βγαίνει-από και πηγαίνει-προς μια γενικευμένη πολεμική σύρραξη. Ο πρώτος αναδύεται τριχοειδώς από την ίδια την Κοινότητα των Πολιτών του Κράτους-Έθνους-σε-Κρίση για να υπερασπιστεί και να προστατεύσει την ίδια τη δημοκρατική μορφή, τα ίδια τα ατομικά δικαιώματα των λογικών της αξιοποίησης του κεφαλαίου από τους “περιττούς”, “ανάξιους” και “παραπανίσιους πληθυσμούς” (μετανάστες/πρόσφυγες κτλ) που δεν ανήκουν στο Εθνικό Σώμα των Πολιτών και δεν τους αναγνωρίζεται η “ιδιότητα του ανθρώπου”. Αυτή η διαφορά δεν είναι σχολαστικού χαρακτήρα, δεν ιεραρχεί ούτε λογικά ούτε ιστορικά τη βαρβαρότητα, την κτηνωδία και το απάνθρωπο των μορφών του φασισμού ως αστικών πρακτικών και ιδεολογιών αλλά σηματοδοτεί και αποτυπώνει την κατάρρευση του τρόπου παραγωγής που βασίζεται στην αξία (Robert Kurz) και την καθ’όλα δυνατή καταβύθιση σε μια μετα-νεωτερική άβυσσο καπιταλιστικής νεο-δουλείας αν τελικά χαθεί το ιστορικό στοίχημα που πρέπει να τεθεί εκ νέου: “κομμουνισμός ή το τέλος της ανθρωπότητας”.

(6)

Το ιδιαίτερο “γενικό συμφέρον” του Κράτους των κοινωνιών του κεφαλαίου ως νομικού και πολιτικού θεσμού που εγγυάται αντιφατικά (μαζί και ενάντια στα άλλα Κράτη) τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου σημαίνει πως συνοψίζει και συμπυκνώνει ως Φυσικό Εθνικό Δίκαιο και ως Φυσικό Εθνικό Νόμο τη διαιώνιση της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης γενικά (σ.σ. το δικαίωμα του καπιταλιστή/καπιταλιστών ως “προσωποποιημένο” κεφάλαιο να αγοράζει αφηρημένη “εργασιακή δύναμη” συσσωρεύοντας “αξία” και το δικαίωμα του ατομικού/συλλογικού “φορέα” της ως “προσωποποιημένη” εργασία να την πουλά[6] για να “αξιοποιείται”). Το Κράτος-Έθνος ως πολιτική μορφή των κοινωνιών του κεφαλαίου θεσμοθετεί και αναπαριστά με τις αφηρημένες γενικές έννοιες του Νόμου και του Δικαίου αυτήν ακριβώς την πραγματική ομογενοποιητική αφαίρεση και διαφοροποίηση για-το-κεφάλαιο που πραγματοποιείται στους μακάβριους κοινωνικούς κόλπους της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Υπό αυτούς τους πρακτικά μυστικιστικούς όρους οι κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων είναι αμοιβαία αδιάφορες και τα άτομα ως υποκειμενοποιημένες ανταλλακτικές “αξίες” νιώθουν ως τέτοια πως-υπάρχουν-αληθινά και πως διαιωνίζονται όσο αυξάνει η εμπράγματη/αντικειμενική περιουσία τους, η αύξηση της αφηρημένης “αξίας” τους που τούς εξωθεί “στη ζωή και στο θάνατο” στη σιωπηλή οικονομική βία της εμπορικής/εκχρηματισμένης ανταλλαγής μέσα από το Ιερό Συμβόλαιο[7] (fictio juris, Marx) της αγοραπωλησίας. Με άλλα λόγια το Κράτος λειτουργεί με διπλή υπόσταση τόσο θεσμική (νομική-πολιτική) όσο και οικονομική. Δεν υπάρχουν λοιπόν “δυο οικονομίες”, μια “ιδιωτική” και μια άλλη “δημόσια-κρατική” αλλά μία και αυτή κοινωνική πραγματικότητα, η καπιταλιστική, η οποία δεν μπορεί να αναπαράγεται χωρίς το Κράτος της και χωρίς να ξοδεύει τον “αφηρημένο κοινωνικό πλούτο” της (Marx) με τρόπο “μη ή και έμμεσα παραγωγικό”.

(7)

Η καπιταλιστική οικουμενικότητα υπάρχει και αναπαράγεται εντός και διαμέσου των ξεχωριστών Κρατών-Εθνών της και η όποια “υπερεθνική” και “υπερκρατική” (στην πραγματικότητα δια/κρατική) υποδομή (βλέπε ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα κ.α.) καθώς και συμφωνία-συμμαχία (βλέπε: κοινό νόμισμα στην περίπτωση της ευρωπαϊκής ένωσης) εκφράζει μια πραγματική αντίφαση: την ιδιαίτερη και ιστορική ενότητα και διαφοροποίηση των Κρατών για μια “αποδοτικότερη ανάπτυξη”, δηλαδή για μια βαθύτερη εκμετάλλευση και “παραγωγικότερη” υποταγή των πωλητών “εργασιακής δύναμης” μέσα και έξω από κάθε εθνικό σύνορο. Με την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, η συσσώρευση της αφηρημένης “αξίας” (παραγωγή – κυκλοφορία – κατανάλωση) έχει ιστορικές μορφές διεθνοποίησης και παγκοσμιότητας οι οποίες προϋποθέτουν σε κάθε ιδιαίτερη περίπτωση μια συγκεκριμένη μορφή του Κράτους, τις διακρατικές συμμαχίες και το διακρατικό ανταγωνισμό που επικυρώνουν νομικά και πολιτικά (όχι χωρίς “εσωτερικές” και “εξωτερικές” ρήξεις και συγκρούσεις) τη διαρκή φυσικοποίηση του ποσοστού του κέρδους (ιδιοποίηση της αφηρημένης αξίας). Το πρόβλημα με την αύξηση του χρέους και της πίστωσης τις τελευταίες δεκαετίες δεν είναι το μέγεθός τους αυτό καθεαυτό αλλά η σχέση που έχουν με το υπόλοιπο της καπιταλιστικής οικουμενικότητας. Ακριβώς όπως το χρήμα στις κοινωνίες του κεφαλαίου δεν είναι μια απλή καταχώρηση σε λογιστικά βιβλία αλλά αντικειμενική συμβολική/ιδεατή αναπαράσταση αφηρημένης εργασίας(!) που “ενσωματώνεται” και παρίσταται στην εμπορευματική (αξιακή) μορφή του κοινωνικού προϊόντος, έτσι και η πίστωση και το χρέος έχει “νόημα” μόνο επειδή υποστηρίζεται από μελλοντικά κέρδη, από “πιθανή” παραγωγή αφηρημένης αξίας, συνεπώς από κερδοφόρα εκμετάλλευση “παραγωγικής” αφηρημένης εργασίας η οποία είναι ένα καπιταλιστικό στοίχημα αν θα λάβει χώρα ή όχι: αν αυτό που στηρίζει το χρέος και την πίστωση απουσιάζει (ή δεν επαρκεί) τότε αυτά τα κτήνη χάνουν την τερατώδη πραγματικότητά τους και γίνονται “φούσκες”[8]. Δίχως πιστωτικό σύστημα και χρέος δεν υπάρχει καπιταλισμός: με την πίστωση και το χρέος μετατρέπεται σε εμπόρευμα η φαντασμαγορική αντικειμενική ικανότητα του χρήματος να λειτουργεί ως κεφάλαιο και να αποδίδει κέρδος. Η πίστωση και το χρέος απορρέουν οργανικά από τον θεμελιακό φετιχισμό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή από τη “συλλογική αντικειμενική/κοινωνική πίστη” στην ικανότητα του χρήματος να λειτουργεί ως κεφάλαιο, να “αυτοπολλαπλασιάζεται” μέσω της “αφηρημένης εργασίας” και να γεννά χρήμα από τον ταυτολογικό εαυτό του.

Υποσημειώσεις

[1] Λογικά αλλά και ιστορικά η “ιδιοκτησία” στον ταυτολογικό ορισμό της είναι η νομική έκφραση της κοινωνικής σχέσης αποκλεισμού των “άλλων” ως “μη ιδιοκτητών”. Το αρχαίο ρωμαϊκό δίκαιο με τον “απόλυτο” ορισμό της ιδιοκτησίας αποτελεί προϋπόθεση του αστικού χωρίς το δεύτερο να ανάγεται και να αποτελεί συνέχεια του πρώτου.

[2] Οι κατηγορίες των “μέσων παραγωγής”, των “παραγωγικών δυνάμεων”, των “σχέσεων παραγωγής” ως συγκεκριμένες αφαιρέσεις και προσδιορισμένες γενικεύσεις που έχουν εξαχθεί θεωρητικά από το ιδιαίτερο περιεχόμενο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων αποτελούν μία από τις πολλές όψεις της κριτικής αυτών των σχέσεων. Αποτυπώνουν θεωρητικά, με άλλα λόγια, την μυστικοποιημένη κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως συσσώρευση αφηρημένης “αξίας” (παραγωγή – κυκλοφορία – κατανάλωση) όπου οι σχέσεις των ανθρώπων και οι σχέσεις των ανθρώπων με τη γήινη φύση πραγματοποιούνται και εννοούνται ως “παραγωγικές σχέσεις”, δηλαδή ως σχέσεις με το κεφάλαιο είτε αυτό βρίσκεται στη “σταθερή” (“μέσα παραγωγής”, “πρώτες ύλες” κτλ), είτε στη “μεταβλητή” μορφή του (αφηρημένη “εργασιακή δύναμη” ή αλλιώς μισθωτή εργασία). Η οποιαδήποτε προβολή αυτών των εννοιών στο ιστορικό παρελθόν των ανθρώπινων κοινωνιών ως δΐιστορικού “Καθολικού οδηγού ανάγνωσης της Ιστορίας” οδηγεί αυτόματα στην οντολογικοποίηση/υποστασιοποίησή τους, μετατρέποντας τις συγκεκριμένες έννοιες της κριτικής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων σε μια μια αφηρημένη καθολική “Μέθοδο Ανάγνωσης της Ιστορίας” μυστικοποιώντας με αυτό τον τρόπο όλο τον συγκεκριμένο πλούτο, την ποικιλομορφία και την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης, κοινωνικής ιστορίας.

[3] Ο νεαρός Μαρξ στο “Εβραϊκό ζήτημα” καταπιάνεται με μια εμβρυακή κριτική του αστικού Κράτους ως εμπόδιο στην ανθρώπινη χειραφέτηση καθώς διαιρεί το “άτομο” σε ιδιώτη και πολίτη: από τη μία υπάγεται στη σφαίρα της οικονομίας και από την άλλη στο πεδίο της πολιτικής και του δικαίου που επικυρώνουν το σχιζοειδή διχασμό του ατόμου ως πολίτη και ιδιώτη, τη διπλή “θρησκευτική καθημερινή ζωή” στην “υλική” Οικονομία της πραγματικής ανισότητας και στην “επουράνια” Πολιτική της ιδεώδους/αφηρημένης ισότητας.

[4] Το δημόσιο πανεπιστήμιο με τον λειτουργικό διαχωρισμό του από την οικονομία της αγοράς και την ιδεολογία της γνώσης ως “συλλογικού κοινωνικού αγαθού”, παράγει “γνώση” για την τελευταία, δηλαδή για τις επιχειρήσεις ως “έμμεση παραγωγική δαπάνη” του Κράτους. Η ιδιωτικοποίηση του πρώτου από κάποιο/α ατομικό/α κεφάλαιο/α με την ιδεολογία της γνώσης ως “ατομικής επένδυσης” μετατρέπει άμεσα το ίδιο το πανεπιστήμιο σε επιχείρηση που “παράγει γνώση” για τις επιχειρήσεις “πιο εξορθολογισμένα”, δηλαδή “πιο αποδοτικά” για τη συγκυρία της συσσώρευσης που είναι, μην το ξεχνάμε, και ένα ανοιχτό καπιταλιστικό στοίχημα αν θα είναι όντως “πιο αποδοτική” από την άποψη της κερδοφορίας/αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Παρόλα αυτά, αυτό που ουσιαστικά αλλάζει με τη μετατόπισή της ως προς τον ένα ή τον άλλο “πόλο” (Δημόσια “δαπάνη” – Ιδιωτική “επένδυση”) είναι η μορφή της γνώσης ως προς τη νομική της ιδιοκτησία (την οποία την εγγυάται πάντα – και όχι χωρίς “αντιδικίες” και “συγκρούσεις” – μόνο το Κράτος) και όχι το περιεχόμενό της αυτό καθεαυτό το οποίο και στις δυο περιπτώσεις καθορίζεται από το μουγκό κοινωνικό a priori της “αξιοποίησης της αξίας” μέσω της “αφηρημένης εργασίας” που αυτοπειθαρχεί στην αφηρημένη Γνώση ως προϋπόθεση και της δικιάς της “αξιοποίησης” – ανέλιξης στην κινούμενη κοινωνική άμμο του κεφαλαίου (Βλέπε Καριερισμός, κρετινισμός του Επαγγέλματος κτλ κτλ). Ο αριθμός των πτυχίων και τα αθροιζόμενα εν εαυτώ έτη σπουδών είναι φορτισμένα με μια μεταφυσική αίγλη παντοδύναμης γνώσης και αντίληψης. Ο λόγος του “άλλου” αμέσως ακυρώνεται και υποτιμάται ως εξω-πραγματικός αν δεν μετέχει στην “αναγνωρισμένη γνώση”, δηλαδή στη γνώση που πλάθεται και αναπλάθεται σύμφωνα με την εθνική ιδεολογία του κάθε κράτους και τις λογικές αξιοποίησης του “ανθρώπινου κεφαλαίου” ούτως ώστε η πρώτη να νομιμοποιεί τη δεύτερη και η δεύτερη να ομοιάζει ως “φυσική Αλήθεια” μέσω της πρώτης στα μυαλά των μορφωμένων αναλφάβητων. Μορφωμένοι γιατί είναι ταυτολογικά και χρονο-λογικά σπουδαγμένοι, αναλφάβητοι γιατί ανίκανοι να αντιληφθούν την ίδια τη δραστηριότητά τους, το κοινωνικό προελεύσιμό της και τους σκοπούς που αυτή εξυπηρετεί. Τελικά πίσω από τη λάμψη της παντοδύναμης αντίληψης του σπουδαγμένου υποκειμένου (Εγώ γνωρίζω ως βουβή και κουφή συμπύκνωση τάδε χρόνου σπουδών) κρύβεται η ίδια του η αδυναμία, το μαινόμενο και διαρκές άγχος της απόρριψής του από κάποιον/κάποια με περισσότερα πτυχία, περισσότερα έτη σπουδών κτλ που βρίσκουν “τελικό” αγοραστή στην αρένα του ανταγωνισμού για τη μια και μοναδική Αλήθεια που μετριέται με χρόνια σπουδών υποταγής στην κάθε εθνική ιδεολογία και στη λογική της αξιοποίησης του “ανθρώπινου κεφαλαίου”.

[5] Η ίδια η ταυτολογική διάκριση αμοιβαίας αλληλοπροϋπόθεσης και αλληλοαποκλεισμού σε “εσωτερικό” και “εξωτερικό” είναι ήδη ένας από τους όρους της κοινωνικής ύπαρξης του Κράτους ως μυστικιστικής, “αυτονόητης οντότητας”, είτε “φυσικής” είτε “θείας προέλευσης”.

[6] Αυτό που διαφοροποιεί το μισθωτό σκλάβο των κοινωνιών του κεφαλαίου από το σκλάβο των αρχαίων δουλοκτητικών κοινωνιών είναι πως ο δεύτερος είναι ο ίδιος ανταλλακτική “αξία” και εμπόρευμα που έχει απαχθεί και ανήκει “για πάντα” στον αφέντη/ιδιοκτήτη που τον απέκτησε/αγόρασε. Ο μισθωτός σκλάβος των κοινωνιών του κεφαλαίου, αντίθετα, φροντίζει ως ίδιος “ελεύθερα” να πουλάει την αφηρημένη ικανότητά του για εργασία για ένα καθορισμένο ωρομίσθιο. Επιπλέον ο μισθωτός σκλάβος ως ελεύθερος “φορέας” και πωλητής/κάτοχος/ιδιοκτήτης ο ίδιος του εμπορεύματος “εργασιακή δύναμη” αυτο-απαγάγεται όντας ταυτόχρονα αφηρημένο πολιτικό/νομικό υποκείμενο Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων που επικυρώνουν με τη σφραγίδα του Κράτους-Έθνους την ενσωμάτωσή του στο κεφάλαιο.

[7] Από την πλευρά της φαινομενολογίας των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων η κατηγορία του “συμβολαίου” ως νομικής υποκειμενικότητας 1) αποτυπώνει την ανταγωνιστική ατομικοποίηση και την εγωϊκή συγκρότηση των υποκειμένων της “αξίας” ως ιδιοκτητών (κατόχων “κεφαλαίου”, “εργασιακής δύναμης” κτλ) και 2) αποτελεί τον φενακισμένο καθολικό κοινωνικό δεσμό της “αμοιβαιότητας των συμφερόντων” που ορίζονται από τη φετιχιστική αντικειμενικότητα της πρόσβασης στην “αξία” μέσω της “αφηρημένης εργασίας”.

[8] Το Κράτος αποκτά χρέη όταν προμηθεύεται πιστώσεις από τις τράπεζες, εκδίδοντας δηλαδή κρατικά ομόλογα τα οποία πωλούνται στις χρηματαγορές. Ό,τι για το κράτος είναι χρέος, για τους καπιταλιστές του χρήματος είναι κρατικό χρεόγραφο. Όμως σε αντίθεση με την αγορά ενός εμπορεύματος, του οποίου η ιδεατή “αξία” ανταλλάσσεται με χρήμα, κατά τη λήψη της πίστωσης και την πώληση ενός κρατικού εγγράφου η ιδεατή “αξία” υπάρχει μόνο από τη μια μεριά, μόνο ως χρήμα, και όχι και ως τίτλος. Παραταύτα ο τίτλος μπορεί να μεταπωληθεί και να αγοραστεί από έναν τρίτο σαν πλασματικό κεφάλαιο.
(Βλέπε και Θέσεις για την Κρίση – Φίλες και Φίλοι της Αταξικής Κοινωνίας https://coghnorti.wordpress.com/texts/kosmoprolet2-theseis-krisi/).

Για παράδειγμα ένας Κινέζος βιομηχανικός καπιταλιστής παράγει σε ανταγωνιστικές τιμές εμπορεύματα τα οποία πουλά στο Αμερικάνικο/Ευρωπαϊκό εμπορευματικό κεφάλαιο/διανομέα βάζοντας στην τσέπη του μεγάλα χρηματικά ποσά ένα μέρος των οποίων το δανείζει στον δεύτερο δια της αγοράς αμερικανικών/ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων έτσι ώστε αυτός να μπορέσει να συνεχίσει να αγοράζει.

(Βλέπε και Μπροστά στην Καταιγίδα: Μια Κρίση Καθοδόν – Καρλ Νεζίκ & Ζιλ Ντωβέ https://coghnorti.wordpress.com/texts/troploin5-storm/).

Πηγή: theshadesmag

css.php