Wolfi Landstreicher: Το Κυβερνοδίκτυο της Κυριαρχίας

(Σημείωση του συγγραφέα: Αυτό το άρθρο είναι πιο υποθετικό από ό, τι θα ήθελαν να ήταν, επειδή προσπαθεί να εντοπίσει τις τάσεις που ενυπάρχουν σε μια πτυχή της σύγχρονης κοινωνίας, τάσεις οι οποίες, φυσικά, σχετίζονται με άλλες πτυχές αυτής της κοινωνίας. Δεν πρέπει να διαβαστεί ως πρόβλεψη, αλλά ως μια προσπάθεια να δείξει γιατί η κυβερνητική δεν είναι καν δυνητικά απελευθερωτική και τελικά θα αντιταχθεί από ελεύθερα πνεύματα εξεγερμένων.)

Η δικτατορία του εργαλείου, είναι το χειρότερο είδος δικτατορίας, Αλφρέντο Μπονάννο

Υπάρχει μια επανάσταση. Με αυτό δεν εννοώ μια εξέγερση, μια εξέγερση ατόμων ενάντια στην εξουσία (αν και αυτή η επανάσταση κατάφερε να ανακτήσει κάποιες αντι-αυταρχικές τάσεις προς τα τέλη της). Εννοώ μια ουσιαστική, ποιοτική αλλαγή στους τρόπους κοινωνικής αναπαραγωγής. Η κυριαρχία του βιομηχανικού κεφαλαίου σε αυτές τις διαδικασίες αντικαθίσταται από την κυριαρχία του κυβερνητικού κεφαλαίου. Όπως με όλες αυτές τις επαναστάσεις, αυτή δεν θα είναι μια ομαλή, εύκολη, ειρηνική μετάβαση. Η παλιά απόφαση και η νέα απόφαση είναι σε σύγκρουση. Η δύναμη των αντιδραστικών στοιχείων στην αμερικανική πολιτική τα τελευταία χρόνια δείχνει την επιμονή με την οποία η παλιά τάξη προσπαθεί να διατηρήσει την κυριαρχία της. Όμως όλο και περισσότερο η κυριαρχία είναι καθαρά πολιτική και η κυβερνητική νέα τάξη κυριαρχεί στην οικονομία. Μερικοί από τους τεχνόφιλους αναρχικούς φίλους μου έχουν πει ότι «πρέπει να αντιμετωπίσω τις πραγματικότητες της κυβερνητικής εποχής». Για μένα, αυτό σημαίνει εξέταση της φύσης της κυριαρχίας στην κυβερνητική εποχή και επίθεση αδιάκοπα. Το μόνο που έχω παρατηρήσει δείχνει ότι η κυβερνητική επιστήμη και η τεχνολογία είναι βασικές πτυχές αυτής της κυριαρχίας.

Οι καινοτόμοι της Κυβερνητικής τείνουν να είναι νέοι (σε ​​σύγκριση με τους περισσότερους από τους πολιτικούς ηγέτες της «παλιάς τάξης») και θεωρούν τους εαυτούς τους επαναστάτες, στην αιχμή. Οι αναρχο-τεχνόφιλοι που έχω γνωρίσει είναι ειλικρινά επαναστατικοί και θεωρούν ότι αντιτίθενται σε κάθε εξουσία. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της κυβερνητικής επανάστασης – συμπεριλαμβανομένης μιας δίκαιης ποσότητας της “αναρχικής” κυβερνητικής επανάστασης – μοιάζει με επανάσταση των επιχειρηματιών, μια επανάσταση για την απελευθέρωση ενός τρόπου παραγωγής / αναπαραγωγής και όχι για την απελευθέρωση ατόμων. Δεδομένου ότι αυτοί οι κυβερνητικοί καινοτόμοι είναι οι ανθρώπινοι παράγοντες μιας ποιοτικής αλλαγής στη φύση του καπιταλισμού, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι επιλέγουν να παίξουν ρόλο παρόμοιο με αυτόν των προηγούμενων καπιταλιστικών επαναστατών. Τα περισσότερα από τα φαινόμενα της κυβερνητικής δικτύωσης που γνωρίζω είναι πολύ φτωχά και ειλικρινά αναρχικά για να γίνουν ποτέ μέρος μιας νέας άρχουσας τάξης. Αλλά οι κυβερνητικοί καινοτόμοι με χρήματα δημιουργούν μια τέτοια κυρίαρχη τάξη – ωστόσο, όπως θα προσπαθήσω να δείξω παρακάτω, αυτή η «τάξη» μπορεί να γίνει πιο ακριβής ως σύστημα σχέσεων στο οποίο η ίδια η τεχνολογία κυβερνά και η ανθρώπινη «άρχουσα τάξη», τεχνικών και επιστημόνων του κυβερνοχώρου εξυπηρετεί μόνο το όργανο, τη μηχανή. Η επανάσταση των κυβερνητικών καινοτόμων είναι, από τη γέννησή της, καθαρά πραξικόπημα. Δεν υπάρχει τίποτα πραγματικά απελευθερωτικό γι ‘αυτό.

Όσο χιλιοειπωμένο κι αν είναι, φαίνεται να χρειάζεται συνεχή επανάληψη: ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία η εικόνα κυριαρχεί στην πραγματικότητα, στην οποία οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν την εικόνα ως πραγματικότητα. Αυτό καθιστά πολύ εύκολο για την κυβερνητική τάξη να ανακτήσει την επανάσταση, επειδή αυτή η νέα τάξη όχι μόνο έχει πολύ καλύτερη αντίληψη των τεχνολογιών λήψης εικόνων από ό, τι η παλιά, όλο και περισσότερο, γίνεται αυτές οι τεχνολογίες. Μια σύγκριση της παλιάς τάξης – η οποία εξακολουθεί να είναι η κύρια πηγή κυριαρχίας στις περισσότερες ζωές μας – και της νέας τάξης – η οποία τελειοποιεί τα εργαλεία κυριαρχίας, αλλά εις βάρος της παλιάς τάξης – θα ήταν χρήσιμη εδώ.

Η παλιά τάξη είναι αυτή του βιομηχανικού / χρηματοοικονομικού κεφαλαίου. Αλλά είναι κάτι παραπάνω από αυτό – είναι επίσης η τάξη του έθνους-κράτους και της πραγματικής πολιτικής δύναμης. Η εξουσία είναι κατάφωρα συγκεντρωμένη και ανοιχτά ιεραρχική – κανένας άλλος δεν μπορεί να προσποιείται ότι δεν κυβερνάται. Αυτό είναι κατάφωρο, διότι η ουσιαστική δύναμη αυτής της τάξης βρίσκεται στην πραγματικότητα στα ανθρώπινα όντα στο ρόλο τους ως μέρος της κοινωνικής δομής. Ο πολιτικός τρόπος αυτής της τάξης είναι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ή μία από τις παραλλαγές της, όπως ο φασισμός, η σοσιαλιστική δικτατορία και άλλες μορφές δικτατορίας. Η κυριαρχία του πολιτισμού σε όλη την μη ανθρώπινη ύπαρξη γίνεται ανοιχτά αποδεκτή ως θετικό και απαραίτητο πράγμα. Οι εντολές και η ψηφοφορία για μια επιλογή μεταξύ διαφόρων εντολών είναι οι μέθοδοι για την ολοκλήρωση των πραγμάτων. Η τιμωρία είναι ο τρόπος αντιμετώπισης των παρεκκλίσεων από τους κοινωνικούς κανόνες (αν και ακόμη και η παλιά τάξη χρησιμοποιεί συχνά τη γλώσσα θεραπείας για να περιγράψει τις τιμωρίες της). Με άλλα λόγια, η παλιά τάξη είναι αρκετά ανοιχτή σχετικά με τον αυταρχικό της χαρακτήρα.

Προς το παρόν, σε μεγάλο μέρος του κόσμου (αρκετά αισθητά στις ΗΠΑ), η τεχνολογία της νέας τάξης ελέγχεται ως επί το πλείστον από την παλιά τάξη, η οποία είναι ανίκανη να την χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά, επειδή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή στους όρους της παλιάς τάξης. Το κοινωνικό δυναμικό της κυβερνητικής είναι, επομένως, καλύτερα ανακαλυμμένο διαβάζοντας και ακούγοντας τα κυβερνο-πειρατικά. Εάν τα οράματά τους ήταν καθαρά φαντασιώσεις επιστημονικής φαντασίας, θα τα αγνοούσα, αλλά οι κοινωνικοπολιτικές δομές που ταιριάζουν στα οράματά τους προωθούνται και δημιουργούνται από διάφορες ημι-ελευθεριακές «ριζοσπαστικές» ομάδες και άτομα (π.χ. οι Πράσινοι, οι ελευθεριακοί δήμοι , κοινωνικοί οικολόγοι, Robert Anton Wilson, Timothy Leary …).

Στη νέα τάξη, η κυρίαρχη μορφή κεφαλαίου είναι το κυβερνητικό / πληροφορικό κεφάλαιο. Αυτό δεν σημαίνει το τέλος του βιομηχανικού, οικονομικού και εμπορικού καπιταλισμού, αλλά μάλλον την υπαγωγή τους στον κυβερνητικό τρόπο κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτή η νέα λειτουργία επιτρέπει ορισμένες αλλαγές στις κοινωνικές δομές που, στην επιφάνεια, εμφανίζονται σχεδόν αναρχικές – αλλαγές όπως αυτές που προωθούν οι Murray Bookchin, οι Πράσινοι, ο RA. Wilson και άλλοι ελευθεριακοί αριστερά και δεξιά. Αυτές οι αλλαγές δεν είναι μόνο δυνατές, αλλά πιθανώς είναι απαραίτητες σε κάποιο βαθμό για την αποτελεσματική αναπαραγωγή της κυβερνητικής κοινωνίας. Η αποκέντρωση είναι μια σημαντική κραυγή πολλών κυβερνητικών ριζών. Αυτός ο φαινομενικά αναρχικός στόχος, στην πραγματικότητα, δεν είναι ούτε έστω και λίγο αντι-αυταρχικός στο πλαίσιο του κυβερνητικού καπιταλισμού. Η κυβερνητική τεχνολογία όχι μόνο επιτρέπει, αλλά προωθεί, την αποκέντρωση της εξουσίας. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός ξεκίνησε τη διαδικασία με την οποία η εξουσία θα υφίστατο ολοένα και περισσότερο στα ίδια φυσικά μηχανήματα που αναπαράγουν την κοινωνία. Η κυβερνητική τεχνολογία τελειοποιεί αυτή τη διαδικασία στο βαθμό που φέρνει ακόμη και τεχνολογίες κοινωνικού ελέγχου στα πεδία του ελεύθερου χρόνου – τον οικιακό υπολογιστή, τα βιντεοπαιχνίδια και τα παρόμοια. Όλα αυτά τα φαινομενικά μεμονωμένα κομμάτια κυβερνοτεχνολογίας – τα οποία έχουν διαπεράσει χώρους εργασίας, σχολεία, arcade παιχνιδιών και, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, σπίτια σχεδόν όσων δεν είναι πολύ φτωχοί για να αποκτήσουν προσωπικό υπολογιστή – αποτελούν μέρος ενός δυνητικά ενοποιημένου, παγκόσμιου δικτύου. Αυτό το δίκτυο γίνεται το κέντρο εξουσίας και ισχύος. Περιλαμβάνει τόσο την υλική τεχνολογία των κυβερνητικών μηχανών όσο και την κοινωνική τεχνολογία των κυβερνητικών συστημικών δομών. Όσοι είναι πολύ φτωχοί για να αγοράσουν τα υλικά μηχανήματα περιλαμβάνονται στο δίκτυο καθιστώντας τους εξαρτώμενους από κοινωνικά προγράμματα που αποτελούν μέρος του δικτύου – αυτή η εξάρτηση οφείλεται στην έλλειψη πρόσβασης που έχουν στη γνώση που θα τους επέτρεπαν να δημιουργήσουν τη ζωή τους για τους εαυτούς τους. Η αποκέντρωση που προσφέρεται από την κυβερνητική τεχνολογία μπορεί ακόμη και να επεκταθεί στη βιομηχανία, ταιριάζοντας καλά με τα οράματα ορισμένων τεχνο-αναρχικών. Ορισμένες εταιρείες πειραματίζονται ήδη με την παραγωγή μερικών από τη βιομηχανία εξοχικών σπιτιών. Αυτό που δεν μπορεί να γίνει με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε πιθανώς να είναι τόσο αυτοματοποιημένο που θα χρειαζόταν μόνο λίγοι τεχνικοί σε ένα εργοστάσιο ως προσωπικό έκτακτης ανάγκης. (Έχω δει ένα τεράστιο εργοστάσιο που φάνηκε να έχει μόνο τέσσερις εργαζόμενους.) Επομένως, η κυβερνητική τεχνολογία επιτρέπει την φαινομενική αποκέντρωση της παραγωγής. Όμως, φυσικά, η ίδια η παραγωγή παραμένει αναμφισβήτητη. Αυτό συμβαίνει επειδή η κυβερνητική «αποκέντρωση» δεν είναι ούτε έστω και λίγο αντι-αυταρχική, κεντράρει απλώς την εξουσία σε ένα κοινωνικο-τεχνολογικό δίκτυο που δεν έχει χωρικό ή υλικό κέντρο, επειδή το δίκτυο είναι το ίδιο το κέντρο και είναι (σχεδόν) παντού. Και μπορεί εύκολα να εισβάλει σε όλες τις πτυχές της ζωής μας.

Μαζί με την φαινομενική αποκέντρωση, η κυβερνητική τεχνολογία προσφέρει τη δυνατότητα μιας φαινομενικής «άμεσης» δημοκρατίας. Αυτό φαίνεται να προσελκύει εκείνους τους αναρχικούς και τους ελευθεριακούς αριστερούς που τρέχουν πάνω από αυτήν την τεχνολογία. Ο καθένας που «κατέχει» έναν υπολογιστή συνδέεται, τουλάχιστον πολιτικά, με όλους τους άλλους που «κατέχουν» έναν υπολογιστή. Δεν θα ήταν έκπληξη εάν κάποια μορφή προσωπικού υπολογιστή διατίθεται ακόμη και στους φτωχότερους ανθρώπους στις πιο προηγμένες περιοχές της καπιταλιστικής κυριαρχίας, καθώς αυτό θα τους εντάσσει πληρέστερα στο κυβερνοδίκτυο. Εάν όλοι σε ένα συγκεκριμένο έθνος είχαν έναν υπολογιστή, θα μπορούσαν εύκολα να πείσουν ότι θα μπορούσαν να λάβουν τις πραγματικές αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους – ότι θα μπορούσαν να ψηφίσουν «απευθείας» μέσω των υπολογιστών τους για όλα τα σημαντικά ζητήματα. Ότι αυτό αποτελεί όσο το δυνατόν πληρέστερο διαχωρισμό μεταξύ της απόφασης και της δράσης, μπορεί να ξεχαστεί εύκολα, όπως και το γεγονός ότι το ίδιο το κυβερνητικό σύστημα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σημαντικά με αυτόν τον τρόπο, καθώς το ίδιο το σύστημα ελέγχει τι μπορεί και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από την ίδια τη φύση της τεχνολογίας του. Η κυβερνητική γλώσσα είναι ένα μεγάφωνο τεχνολογίας. Η «άμεση» δημοκρατία που προσφέρει είναι μόνο εκείνη που μπορεί να αναπαραγάγει την κυβερνητική κοινωνία. Δεν εξαλείφει την αντιπροσώπευση. Μπορεί απλώς να το κεντράρει στην τεχνολογία και όχι σε εκλεγμένους ανθρώπους. Αλλά όπως όλες οι αντιπροσωπεύσεις, αυτή η τεχνολογία θα λειτουργήσει ως ηγεμόνας.

Η ιδεολογία πίσω από την κυβερνητική τεχνολογία είναι η ανάλυση συστημάτων. Η ανάλυση συστημάτων επιδιώκει να κατανοήσει όλες τις αλληλεπιδράσεις σε όρους συστημάτων ή δικτύων σχέσεων στις οποίες κάθε πράγμα επηρεάζει όλα τα άλλα πράγματα. Προσπαθεί να κατανοήσει επιστημονικά (δηλαδή μαθηματικά) αυτά τα συστήματα σχέσεων προκειμένου να τα ελέγξει καλύτερα. Έτσι, η έννοια της «διαδικασίας», σε αντίθεση με τις αλυσίδες διοίκησης, καθίσταται όλο και πιο σημαντική στην κυβερνητική κοινωνία. «Διαδικασία» – μια ριζοσπαστική λέξη-κλειδί για «πολιτικά ορθούς» τρόπους επικοινωνίας και συσχέτισης – ταιριάζει πολύ καλά με την ανάλυση συστημάτων, επειδή είναι μια προσπάθεια να επισημοποιηθούν οι σχέσεις λήψης αποφάσεων χωρίς να κάνει κανείς που εμπλέκεται να αισθανθεί ότι εξαναγκάζονται. Η «σωστή» διαδικασία είναι δυνητικά, ο τρόπος για το κυβερνοδίκτυο να ενσωματώσει όλους όσο το δυνατόν πληρέστερα στον εαυτό του. Η διαδικασία καταπολεμά τη μη συμμετοχή, τείνει να κάνει τη μη συμμετοχή να εμφανίζεται ως θυματοποίηση και όχι ως ελεύθερη επιλογή. Η ιδεολογία πίσω από τη «σωστή» διαδικασία προϋποθέτει ότι το άτομο είναι απλώς ένα μέρος της διαδικασίας του συστήματος σχέσεων που είναι η ομάδα (σε μικρο-επίπεδο) ή κοινωνία (σε μακρο-επίπεδο). Η διαδικασία είναι ανάλυση συστημάτων που εφαρμόζεται σε ομαδικά και κοινωνικά έργα. Είναι η κυριαρχία της ιδεολογίας του κυβερνοδικτύου στις αλληλεπιδράσεις μας. Η διαδικασία χρησιμοποιείται τακτικά κυρίως σε ριζοσπαστικές, οικολογικές, φεμινιστικές και παρόμοιες ομάδες. Αλλά πολλές εταιρείες ενσωματώνουν τη διαδικασία – συναίνεση, διευκόλυνση και τα παρόμοια – με παλιές αλυσίδες εντολών σε πειράματα που έχουν σχεδιαστεί για να κάνουν τους υπαλλήλους να αισθάνονται ότι είναι πραγματικά αληθινά μέρος της εταιρείας. Τελικά, η «διαδικασία» που δημιουργήθηκε από κυρίως ριζοσπαστικές ομάδες μεσαίας τάξης παρέχει ένα σύστημα για τον έλεγχο των επαναστατικών τάσεων που ταιριάζει απόλυτα στο πλαίσιο του κυβερνητικού ελέγχου.

Εάν ένα μέρος της κυβερνητικής διαδικασίας δεν λειτουργεί σωστά, δεν το τιμωρείτε, προσπαθείτε να το διορθώσετε. Στο πλαίσιο της κυβερνητικής κοινωνίας, η τιμωρία των εγκληματιών και των αποκλινόντων φαίνεται να γίνεται όλο και πιο απάνθρωπη και παράλογη. Ο αποτελεσματικός κοινωνικός έλεγχος απαιτεί από όλους να ενσωματωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο στο κοινωνικό σύστημα και η τιμωρία δεν κάνει τίποτα για να ενσωματώσει τους τιμωρημένους – συχνότερα από ό, τι δεν κάνει το αντίθετο. Έτσι, τα πιο «προοδευτικά» στοιχεία στην κοινωνία δημιουργούν θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της κοινωνικής απόκλισης. Προς το παρόν, οι εγκληματίες τιμωρούνται κυρίως αν και η γλώσσα της θεραπείας χρησιμοποιείται ακόμη και σε αυτό το πλαίσιο. Η μη εγκληματική απόκλιση (π.χ. «υπερβολική» χρήση αλκοόλ, «ακατάλληλη» σεξουαλική συμπεριφορά, κακή συμπεριφορά στο σχολείο, «τρέλα») τείνει να χαρακτηρίζεται ως ασθένεια και «να θεραπεύεται». Ο πολλαπλασιασμός των ομάδων 12 βημάτων και των θεραπειών νέας ηλικίας είναι μόνο ένα μέρος αυτού του φαινομένου. Πολλές από αυτές τις ομάδες διδάσκουν κατάφωρα ότι δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα για τα φερόμενα προβλήματά σας μόνοι σας, πρέπει να γίνετε μέλος μιας αλληλεξαρτώμενης ομάδας συμπολιτών, βοηθώντας ο ένας τον άλλον να ανακάμψει – για πάντα και πάντα – και να γίνετε παραγωγικά μέλη της κοινωνίας. Περιστασιακά, ακόμη και εγκληματίες – ιδιαίτερα άτομα που καταδικάζονται για DUI ή δευτερεύοντα αδικήματα ναρκωτικών – έχουν την επιλογή μεταξύ τιμωρίας ή αναγκαστικής θεραπείας. Μια θεραπευτική προσέγγιση για την κοινωνική απόκλιση φαίνεται πολύ ανθρώπινη – αρκετά ώστε πολλοί αναρχικοί έχουν ενσωματώσει πτυχές της θεραπευτικής ιδεολογίας στις προοπτικές τους – αλλά αυτό είναι παραπλανητικό. Ο σκοπός της θεραπείας είναι η επανένταξη των κοινωνικών αποκλίσεων στην κοινωνική μηχανή όπως και τα γρανάζια. Ορίζει την τεχνολογία ή την αντίληψη της άγριας φύσης ως ολοκληρωμένα συστήματα που θα χρησιμοποιούνται με ολοκληρωμένο τρόπο από την κοινωνία. Ακόμη και οι «βαθιοί οικολόγοι» απορρίπτουν μόνο την ενσωμάτωση πολιτισμένων κοινωνικών συστημάτων και άγριων «οικοσυστημάτων», επειδή πιστεύουν ότι τα πολιτισμένα κοινωνικά συστήματα έχουν απομακρυνθεί πολύ μακριά από τα «φυσικά» συστήματα για να είναι σε θέση να ενσωματωθούν (κάνοντας κάποιο είδος κοινωνικής αποκάλυψης αναπόφευκτο), όχι επειδή απορρίπτουν την ιδέα ότι η μη συσχετισμένη σχέση και αλληλεπίδραση μπορούν να συστηματοποιηθούν. Ενώ οι περισσότερες εταιρείες συνεχίζουν με ταχύτητα να καταστρέφουν το περιβάλλον, είναι αρκετά επίκαιρο τώρα να μιλάμε για την οικολογία και οι πιο προοδευτικές εταιρείες προσπαθούν ακόμη και να ενεργούν οικολογικά. Σε τελική ανάλυση, είναι προς όφελός τους. Πώς μπορείτε να επεκτείνετε το κεφάλαιο εάν καταστρέψετε τους απαραίτητους πόρους για μια τέτοια επέκταση; Έτσι, ο κυβερνητικός καπιταλισμός τείνει προς μια οικολογική πρακτική ως μέσο εξημέρωσης των αγρίων χωρίς να τους καταστρέφει, για την ενσωμάτωσή τους στο κοινωνικό σύστημα του κυβερνοδικτύου.

Φυσικά, αυτές είναι απλώς τάσεις στις οποίες φαίνεται να ωθεί η ανάπτυξη και η αυξανόμενη δύναμη του κυβερνητικού κεφαλαίου. Η παλιά τάξη του βιομηχανικού κεφαλαίου είναι ακόμα αρκετά ισχυρή, κυριαρχεί στον πολιτικό χώρο, και είναι ακόμη αρκετά σημαντική ως τρόπος κοινωνικής κυριαρχίας. Αλλά μια έξυπνη επανάσταση πρέπει να κατανοήσει την κυριαρχία στο σύνολό της, πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίσει τα νέα της πρόσωπα, έτσι ώστε οι αντάρτες να μην εξαπατηθούν να αγκαλιάσουν μια νέα μορφή κυριαρχίας ως απελευθέρωση. Τα περισσότερα από τα άτομα που γνωρίζω που έχουν αγκαλιάσει κάποια εκδοχή του οικοτοπικού, κυβερνητικού, πράσινου αναρχισμού φαίνεται να είναι αρκετά ειλικρινείς στην επιθυμία τους να ζήσουν χωρίς όλους τους περιορισμούς. Φαίνεται όμως να αγνοούν κάποιες πολύ βασικές πτυχές της κυβερνητικής. Ως επιστήμη, η κυβερνητική τεχνολογία είναι η μελέτη συστημάτων ελέγχου. Πρακτικά, είναι η παραγωγή τέτοιων συστημάτων, τεχνολογικά και κοινωνικά – η παραγωγή ολοκληρωμένων συστημάτων κοινωνικού ελέγχου. Μερικές από τις πιο κοινές λέξεις της κυβερνητικής γλώσσας το καθιστούν προφανές. «Τα δεδομένα» προέρχονται από μια ελληνική λέξη που σημαίνει «Αυτό που δίνεται» – αυτό είναι ένα αξίωμα, αυτό που σας λένε, χωρίς απόδειξη, και απλά δεν πρέπει να αμφισβητήσετε. Οι πληροφορίες (information) αρχικά εννοούσαν, κυριολεκτικά «σε σχηματισμό» (in formation) στα Λατινικά. Το κυβερνοδίκτυο δεν προσφέρει καμία απελευθέρωση, απλώς την ψευδαίσθηση της απελευθέρωσης για να κρατήσει τους επαναστάτες «σε σχηματισμό». Υπονομεύει την ατομική εμπειρία και την εμπιστοσύνη των ατόμων στη δική τους εμπειρία δημιουργώντας σφαίρες ψευδο-εμπειρίας, δηλαδή «των δεδομένων» πληροφοριών που δεν έχουν καμία σχέση με τίποτα εκτός του κυβερνοχώρου. Τα άτομα, όλο και περισσότερο, βασίζονται μόνο σε αυτά που τους λέει το κυβερνοδίκτυο, και έτσι εξαρτώνται από την κυβερνητική κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο, το κυβερνοδίκτυο γίνεται το πιο αληθινά ολοκληρωτικό σύστημα ακόμη – ακριβώς με την «αποκέντρωση» και χρησιμοποιώντας τις ολοκληρωμένες μεθόδους διαδικασίας και θεραπείας που καθιστούν τα άτομα τους πράκτορες της δικής τους εξημέρωσης σε μια κατάσταση στην οποία κανείς δεν εμπιστεύεται τον εαυτό τους, αλλά όλα είναι εξαρτημένα από το κυβερνοδίκτυο.

Υπάρχει ένα ελάττωμα σε αυτό το σύστημα. Απελευθερώνει αυτούς που δεν θέλουν ή δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να έχουν κυβερνητική τεχνολογία στο σπίτι τους. Ακόμα και όταν οι οικιακοί υπολογιστές διατίθενται στους πολύ φτωχούς, πολλοί μπορεί να μην ενδιαφέρονται ακόμη και να μάθουν πώς να τους χρησιμοποιούν. Είναι ακόμη πολύ αμφίβολο ότι οι πλήρως απαλλαγμένοι – οι τεχνικοί και οι επιστήμονες που ξέρουν πώς να παράγουν και να χρησιμοποιούν πλήρως αυτές τις τεχνολογίες – θα ενδιαφέρονται να φέρουν τον καθένα στο επίπεδο των γνώσεών του για το κυβερνοδίκτυο. Έτσι, οι αποσυρμένοι – ειδικά οι εθελοντικά αποσυρμένοι – θα τείνουν να γίνονται ολοένα και περισσότεροι, έως ότου βρίσκονται σχεδόν τελείως έξω από το κυβερνοδίκτυο. Ενώ μέσα στο κυβερνοδίκτυο η τάση είναι προς τον απόλυτο έλεγχο, – έξω από το κυβερνοδίκτυο η τάση θα ήταν προς τη συνολική διάσπαση του κοινωνικού ελέγχου. Τελικά, σε μια τέτοια κατάσταση, η αντάρτικη εξέγερση θα ήταν δυνατή μόνο εκτός δικτύου.

Προς το παρόν, αυτή η κατάσταση προλαμβάνεται καθώς η νέα κυβερνητική τάξη και η παλιά τάξη έχουν μια άβολη ανακωχή. Η παλιά τάξη χρειάζεται τις τεχνολογίες πληροφοριών που δημιουργούν και δημιουργούνται από τη νέα τάξη. Και η νέα τάξη δεν είναι ακόμη αρκετά ισχυρή για να απαλλαγεί από μερικά από τα σκληρότερα μέσα κοινωνικού ελέγχου που παράγονται από την παλιά τάξη. Η νέα τάξη βρήκε επίσης τρόπους ενσωμάτωσης ορισμένων από τα πιο προοδευτικά στοιχεία της παλιάς τάξης, όπως οι πολυεθνικοί οργανισμοί, μέσα της. Είναι επίσης πολύ πιθανό ότι το κυβερνοδίκτυο θα βρει συνεχείς χρήσεις για μπάτσους, φυλακές και παρόμοια μέσα στο συστηματικό του δίκτυο κοινωνικού ελέγχου. Ή η άβολη ανακωχή μπορεί να συνεχιστεί επ ‘αόριστον. Δεδομένου ότι οι πραγματικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων δεν ταιριάζουν, στην πραγματικότητα, με τους τύπους του κυβερνοδικτύου και των αναλυτών συστημάτων του, δεν υπάρχει τρόπος πρόβλεψης του τι θα μπορούσε να συμβεί. Η δική μου επιθυμία είναι για μια εξέγερση που θα πλήξει όλα τα συστήματα κοινωνικού ελέγχου.

Αλλά η κυβερνητική τεχνολογία γίνεται ο κυρίαρχος τρόπος μεταβιομηχανικού κεφαλαίου. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο το κεφάλαιο, η τεχνολογία, η εξουσία και η κοινωνία ενσωματώνονται τόσο πλήρως που είναι πραγματικά ένα. Η εξέγερση, σε αυτό το πλαίσιο, σημαίνει εξέγερση ενάντια στο κυβερνοχώρο και εξέγερση ενάντια στην κοινωνία στο σύνολό της ή δεν σημαίνει τίποτα. Αυτό σημαίνει ότι ο αντάρτης αντιμετωπίζει την πραγματικότητα της κυβερνητικής τεχνολογίας. Το αντάρτικο άτομο δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα λιγότερο από να επαναστατήσει ενάντια στο σύνολο της κοινωνίας – συμπεριλαμβανομένων όλων αυτών των «ριζοσπαστικών» προοπτικών που δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αιχμή της πραγματικής «νέας παγκόσμιας τάξης».

Αυτό το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο “Anarchy: A Journal Of Desire Armed” Issue #35 Winter 1993”

Πηγή: Πράσινοι Ελευθεριακοί

Ιταλία: Τοποθέτηση του Alfredo Cospito στη συζήτηση για των αγώνα ενάντια στα πυρηνικά

Το παρόν κείμενο αποτελεί τοποθέτηση του έγκλειστου αναρχικού Alfredo Cospito στη συζήτηση για τον αγώνα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια, η οποία διεξήχθη στα πλαίσια της πρωτοβουλίας “Voi gli date vent’anni, noi gli diamo la parola” (“Εσείς του δίνετε είκοσι χρόνια, εμείς του δίνουμε τον κόσμο”), στο Circolaccio Anarchico, στο Σπολέτο, στις 20 Μάρτη του 2021.

*

Αφού είδα αυτήν την ταινία σχετικά με την τραγωδία στο Τσέρνομπιλ, μου ζητήθηκε να προβώ σε μια τοποθέτηση.

Και τι να πρωτοπώ;

Τα τελευταία εννιά χρόνια της ζωής μου τα πέρασα κλειδαμπαρωμένος σ’ ένα κελί, διότι, παρέα μ’ έναν ακόμη σύντροφό μου, πυροβόλησα έναν απ’ τους σημαντικότερους ιθύνοντες της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία εκείνον τον καιρό. Και το πράξαμε ακριβώς επειδή δε θέλαμε να ξαναδούμε να συμβαίνει εδώ ό,τι είδαμε να συμβαίνει στην ταινία. Αρκετά απλοϊκό ως κίνητρο, όμως έτσι συνέβη.

Άξιζε όμως;

Θά ‘θελα να πιστεύω πως η δράση μας, παρότι μεμονωμένη, είχε μια κάποια βαρύτητα. Το μόνο βέβαιο είναι πως δράσεις τέτοιου είδους είναι απολύτως μη απορροφήσιμες απ’ το σύστημα, και επ’ ουδενί δε θα μπορούσαν να είναι. Μπορούν να τις δαιμονοποιήσουν, ποτέ όμως να τις απορροφήσουν, πόσο μάλλον να τις ακυρώσουν, εφόσον τέτοιες δράσεις αφήνουν στην εξουσία ένα τελεσίγραφο, και, απ’ τη δική μου οπτική, αυτό είναι κάτι παραπάνω από αρκετό για να ρισκάρω τα πάντα, τη λευτεριά μου, ακόμα και τη ζωή μου.

Ναι λοιπόν! Στο τέλος της μέρας, άξιζε.

Δε θέλαμε να τον σκοτώσουμε, θέλαμε μόνο να τον τραυματίσουμε, ορθώνοντας ένα απροσπέλαστο τείχος απέναντι στον τεχνολογικό και δολοφονικό κυνισμό των αδίστακτων επιστημόνων και πολιτικών: “Πέραν του ότι δε θα μπορείς να περπατήσεις, δε θα ξαναφέρεις την πυρηνική ενέργεια πίσω στην Ιταλία, ειδάλλως θα σε αντιμετωπίσουμε με όλα μας τα μέσα”.

Εννιά χρόνια πριν, όταν προβήκαμε στο χτύπημά μας, η πιθανότητα επιστροφής της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία φαινόταν έντονα να αναδύεται ξανά. Μόλις είχε συμβεί η Φουκουσίμα, και στη χώρα “μας”, χρόνια επί χρόνων αγώνα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια φάνταζαν να κινδυνεύουν να εξαλειφθούν, γεγονός που συνέβαινε σ’ ένα πέπλο απόλυτης σιωπής. Τότε, όπως ακόμη και σήμερα, η Ιταλία, μέσω της Ansaldo Nucleare, συνεισφέρει στην κατασκευή πυρηνικών εγκαταστάσεων σε χώρες όπως η Ρουμανία και η Αλβανία. Λίγο πριν τη δράση μας, ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια της κατασκευής μίας εξ αυτών των εγκαταστάσεων σκότωσε δύο εργάτες. Κανείς στην Ιταλία δε μιλούσε γι’ αυτό, εκτός από ‘κείνους τους ουτοπιστές οικολόγους και αναρχικούς, οι οποίοι αντίκριζαν τον φόβο της επιστροφής των σταθμών πυρηνικής ενέργειας στα μέρη “μας”, ενώ πολλά κόμματα στήριζαν αυτήν την εφιαλτική προοπτική. Σαφέστατα, δεν έχω αυταπάτες πως η δράση μας εμπόδισε την επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία, μα γυρίσαμε λίγο φόβο στο στρατόπεδό τους. Αυτή, λοιπόν, ήταν η συνεισφορά μας, αν και περιορισμένη, και αυτό είχε τη βαρύτητά του · και δε θαρρώ πως ήταν κάτι τόσο αμελητέο όσο θέλανε να μας κάνουν να πιστεύουμε.

Σήμερα, η ιταλική κυβέρνηση πρέπει αναγκαστικά να “αποκομίσει” πυρηνικά απόβλητα από τις παλιές εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας που τέθηκαν εκτός λειτουργίας, πετώντας 78.000 κυβικά μέτρα ραδιενεργών αποβλήτων κάτω απ’ το χαλάκι στο Πεδεμόντιο, στη Σαρδηνία, στην Τοσκάνη, στο Λάτσιο, στην Απουλία, στην Μπαζιλικάτα και στη Σικελία. Το παρουσιάζουν ως “αποκομιδή” χαμηλού επιπέδου ραδιοενεργών αποβλήτων, προϊόντων των εργοστασίων και λοιπών ιατροφαρμακευτικών αποβλήτων, όμως, στην πραγματικότητα, προσπαθούν κάτω απ’ το τραπέζι να περάσουν την “αποκομιδή” πολύ πιο επικίνδυνων ραδιενεργών αποβλήτων από τις παλιές πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Ας γίνω σαφής, η λύση δε θα μπορούσε να είναι το να πετάξουμε τα απόβλητα εκτός Ιταλίας, όπως ίσως έχει ήδη γίνει στο παρελθόν στην Αφρική, χρησιμοποιώντας φτωχότερες χώρες ως χωματερές για τα πυρηνικά μας κόπρανα. Ένα “οικολογικό” κίνημα το οποίο επί της ουσίας πιέζει προς μια τέτοια κατεύθυνση, είναι ένα αστικό κίνημα, στα πλαίσια ενός άθλιου “οικολογισμού”. Όσοι αντιτίθενται στις δομές απόθεσης πυρηνικών αποβλήτων επειδή υποτιμάται η αξία της ιδιοκτησίας τους, ποτέ δε θά ‘χουν την εμπιστοσύνη μου. Είναι αυτό το είδος ανθρώπων που έφεραν τις πιο χονδροειδείς πολιτικές στο κίνημα NO TAV (ενάντια στον Σιδηρόδρομο Υψηλής Ταχύτητας). Πάντα έτοιμοι να ξεπουλήσουν αγώνες, να τραβήξουν διαχωριστικές γραμμές από δράσεις. Δε θα κάνουμε επίκληση σε δαύτα τα ξεκάθαρα αστικά ένστικτα, ούτε θα μπορέσουμε να εθελοτυφλούμε όταν δημάρχοι, τοπικά ιδρύματα τέτοιων χωρών, απαιτούν αποζημιώσεις ή κλαψουρίζουν για την περιουσία τους, τις επιχειρήσεις τους, τις οικονομικές τους απώλειες. Το να έρθουμε ξανά σε επαφή με τέτοιους τύπους θα ήταν καταστροφικό. Ένα αρχαίο εβραϊκό ρητό λέει: “Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που μπορεί να σκοντάψει δυο φορές στην ίδια πέτρα”. Ας προσπαθήσουμε να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη · είκοσι χρόνια αγώνα ενάντια στο TAV θά ‘πρεπε να μας έχουν διδάξει κάποια πράγματα.

Θα ήταν ηλίθιο και μη προωθητικό από πλευράς μας να γυρεύουμε “λύσεις”, καταπραϋντικά για να καταστήσουμε την τεχνολογία πιο βιώσιμη, πιο “οικολογική”. Είμαστε ενάντια στις δομές απόθεσης πυρηνικών αποβλήτων, όσο είμαστε ενάντια και στις ανεμογεννήτριες – ημίμετρα δεν υπάρχουν στο πεδίο αυτό. Η μόνη πραγματική και απόλυτη λύση για τα πυρηνικά απόβλητα είναι να πολεμήσουμε με κάθε μέσο ώστε τα πυρηνικά εργοστάσια να κλείσουν παντού. Δεν μπορούμε να παρακάμπτουμε το θέμα αυτό, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Ο πλανήτης πεθαίνει, μόνο ένα πράγμα μπορούμε να κάνουμε: Να καταστρέψουμε εκ των έσω την τεχνολογική και καπιταλιστική κοινωνία στην οποία μας επιβάλλεται να ζούμε. Είναι αχρείαστο το να προσπαθούμε να ξεφύγουμε, είναι υποκριτικό το να χτίσουμε έναν μικρό παράδεισο επί γης, καθώς έτσι, ακόμα κι αν δε θέλουμε, γινόμαστε συνένοχοι · είναι εγκληματικό να αναζητούμε αναλγητικά, να ξεγελάμε τους εαυτούς μας πως η τεχνολογία μπορεί να καταστεί “οικολογική”. Δεν είναι ο αριθμός συμμετεχόντων σε μια διαδήλωση που θα φέρει αποτελέσματα, αλλά η ισχύς και η ριζοσπαστικότητα των ενεργειών μας. Τούτη είναι μια απ’ τις ιδιαιτερότητές μας, και ως αναρχικές κι αναρχικοί στοχεύουμε στα ποιοτικά χαρακτηριστικά · όχι τόσο στην ποσότητα των ανθρώπων πίσω από ένα πανό, αλλά στην ποιότητα των δράσεων και των ζωών μας. Ο κόσμος ενδέχεται να έρθει, αλλά αυτό εξαρτάται από τη συνέπεια και την ειλικρίνεια των σκοπών μας, καθώς επίσης και από την επαναστατική μας διαδικασία. Το πρώτο εμπόδιο που θα συναντήσουμε εδώ είναι πάντα το ίδιο: ο αστικός, πολιτικά απαθής οικολογισμός.

Με αυτό, δε θέλω να υποστηρίξω πως πρέπει να αυτοαπομονωθούμε, σίγουρα παλεύουμε στο πλευρό των ανθρώπων που πλήττονται άμεσα από δαύτα τα πυρηνικά απόβλητα, συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις, στις συγκεντρώσεις έξω στον δρόμο, όμως δε θυσιάζουμε τις ιδέες μας στον βωμό του “ρεαλισμού”, του συμβιβασμού. Φροντίζουμε διαρκώς να έχουμε κριτικό πνεύμα ως προς το ποιους έχουμε με το πλευρό μας και, πάνω απ’ όλα, δεν περιορίζουμε τις δράσεις μας στο όνομα μιας υποτιθέμενης έλλειψης κατανόησης από μερίδα του κόσμου.

Ας συμμετέχουμε σε συνελεύσεις (αν υπάρχουν), αλλά ας μη λησμονούμε τον πραγματικό μας σκοπό, την καταστροφή της τεχνολογικής κοινωνίας, την οικοδόμηση μιας κοινωνίας δίχως κράτος.

Ας έχουμε επίσης κατά νου πως, με το να δρούμε και πέραν απ’ τις αποφάσεις των συνελεύσεων, δεν πλήττουμε το συλλογικό σώμα του αγώνα, απλώς εκφράζουμε τη θέση μας ως αναρχικοί/ές.

Ας μην αποστασιοποιούμαστε -στο όνομα ενός κοινού αγώνα- από τις βίαιες ενέργειες που θα συμβούν, αν συμβούν, ακόμη κι αν δεν τις επικροτούμε πλήρως. Ας αποκηρύξουμε τα επίπλαστα προνόμια (ανέσεις) που μας “παρέχει” αυτή η σαπισμένη κοινωνία, ας επιδείξουμε συνέπεια.

Θεωρώ πως αυτά είναι τα λίγα μαθήματα που έχουν να μας προσφέρουν οι “κοινωνικοί” οικολογικοί αγώνες των τελευταίων δεκαετιών.

Ίσως αναδύεται στον ορίζοντα μια νέα ευκαιρία, μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Είμαι ακράδαντα πεπεισμένος πως θα αρκούσε απλώς να μην επαναλάβουμε τα συνήθη λάθη, αν θέλουμε να δούμε απροσδόκητα αποτελέσματα.

Θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει τούτον τον μονόλογο σε μια πολύ απλή ιδέα: “πολυμορφία δράσεων χωρίς προκαταλήψεις και οριοθετήσεις”.

Ας βάλουμε ένα τέρμα στην παράνοια σχετικά με τις πρωτοπορίες, με το θέαμα των δράσεων · ας δρα καθείς όπως επιθυμεί, ας εναρμονιστούν τα πάντα σε μια “ολότητα” και, πάνω απ’ όλα, ας αποστασιοποιηθούμε απ’ τους διαχωρισμούς.

Ίσως βγήκα λίγο “εκτός θέματος”, όμως πιστεύω πως ανάμεσά σας θα υπάρχουν αναρχικές κι αναρχικοί. Η τοποθέτηση αυτή προέρχεται από έναν αναρχικό, και πιότερο απ’ όλους απευθύνεται στις αναρχικές και τους αναρχικούς, όμως ευελπιστώ να έγινε κατανοητή και από όλους και όλες τις υπόλοιπες, ακόμη κι αν εκπροσωπεί μιαν αρκετά “συγκεκριμένη” αντίληψη.

Το μόνο βέβαιο είναι πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα επηρεάζουν τους πάντες, τη ζωή όλων.

Θα ήθελα πολύ να συμμετάσχω σ’ αυτή τη συζήτηση μαζί σας εκεί, όμως, για λόγους ανωτέρας βίας, αυτό είναι αδύνατο για ‘μένα.

Αναρχικούς κι επαναστατικούς χαιρετισμούς,

Alfredo Cospito
Φυλακές Ferrara

Το κείμενο στα αγγλικά σε μορφή PDF

Πηγή: Malacoda

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Γαλλία, Isère: Διπλή εμπρηστική επίθεση στην εταιρεία Constructel

Κι αν οι αποθήκες καλωδίων κατέληγαν παρανάλωμα πυρός;

Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τη διπλή εμπρηστική επίθεση στην εταιρεία Constructel, στην περιοχή της Isère. Αρχικά στον δήμο του Brézins και, 48 ώρες αργότερα, στην Grenoble.

Στα δύο αυτά σημεία πυρπολήσαμε οχήματα (μισή ντουζίνα), μια κεραία αναμετάδοσης για κινητά τηλέφωνα και, κυρίως, αποθήκες με καλώδια για κεραίες και με καλώδια οπτικών ινών, τα οποία, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, καίγονται ιδιαιτέρως όμορφα.

Και στις δύο περιπτώσεις, η φωτιά ξεκίνησε έξω απ’ τις μάντρες, και μόνο το μόνο που απέτρεψε τη διάδοσή της και στις υπόλοιπες εγκαταστάσεις ήταν η άμεση επέμβαση της πυροσβεστικής.

Αν πιστεύουμε πως έχει νόημα να στοχοποιούμε όσους εγκαθιστούν, επιδιορθώνουν και προμηθεύουν τούτα τα καλώδια, δεν είναι επειδή θέλουμε να διαμαρτυρηθούμε συγκεκριμένα ενάντια στο 5G, αλλά επειδή τίθεται για εμάς ζήτημα αγώνα ενάντια στον τεχνο-κόσμο σε ευρύτερη κλίμακα.

Δεν μπορούμε να παραμείνουμε θεατές αντίκρυ σ’ αυτή τη μεγα-μηχανή, η οποία εκτείνεται παντού, λεηλατεί, καταστρέφει, υπολογίζει και ελέγχει καθετί ζωντανό.

Δε μας ενδιαφέρει πλέον να μουρμουράμε ασταμάτητα για το ότι είν’ αδύνατο να νικήσουμε, ούτε κι έχουμε την ψευδαίσθηση πως μπορούμε να σαμποτάρουμε συγκεκριμένες τεχνολογίες, να “χακάρουμε” τη μηχανή (κάτι που ίσως είναι εύστοχο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στα πλαίσια της ευρύτερης πολύμορφης σύγκρουσης, αλλά που δεν μπορεί ν’ αποτελέσει στόχευση από μόνο του).

Το να στοχεύουμε τα καλώδια σημαίνει την εμβάθυνση της αναζήτησης για λιγότερο άμεσα ορατούς στόχους, οι οποίοι μπορούν να αποβούν εξαιρετικά ενδιαφέροντες αν συνδυαστούν και μ’ άλλους.

Τι θα μπορούσε να συμβεί σε μια συνθήκη όπου συνεχώς επιτιθόμαστε σε κεραίες αναμετάδοσης, και συνάμα πυρπολούμε και τις αποθήκες των καλωδίων;

Θέλουμε να στείλουμε χαιρετισμούς στους εμπρηστές που, τη στιγμή αυτή, δρουν στις σκιές και προκαλούν μια σειρά χτυπημάτων ενάντια στην τεχνολογική λαίλαπα.

Θέλουμε επίσης να ευχαριστήσουμε όσες κι όσους -αντί να είναι θερμοκέφαλοι- διατηρούν την ψυχραιμία τους, προετοιμάζονται και σκέφτονται καλά για τα μέσα των δράσεών τους · μας εμπνέουν με τους αγώνες τους και τις σκέψεις τους.

Θέλουμε να στείλουμε έναν συλλογισμό γεμάτο δύναμη στα συντρόφια στην Ιταλία, που, παρά τη συστηματική και ανένδοτη καταστολή, εξακολουθούν να διατηρούν τη φλόγα ζωντανή.

Τέλος, θέλουμε ν’ αφιερώσουμε μια ξεχωριστή σκέψη αλληλεγγύης στα 7 άτομα υπό έρευνα για τρομοκρατία* · τα λόγια των δικών τους και οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται μιλούν στην καρδιά μας (η αθωότητα ή η ενοχή τους δε μας αφορούν στο σημείο αυτό).

Διότι χρειάζεται κουράγιο για να δραπετεύσεις απ’ τις επίπλαστες κοινοτοπίες και την κινηματίστικη λογική, η οποία παραμένει καθηλωμένη σε μια διαρκή αναμονή για τις λαοθάλασσες των κοινωνικών κινημάτων.

Διότι χρειάζεται κουράγιο για να εφαρμόσεις και να δημιουργήσεις τους δικούς σου χρόνους, να επιλέξεις το πότε και το πώς ν’ αντιμετωπίσεις τον εχθρό, καθώς και τον τόπο.

Διότι χρειάζεται κουράγιο για να αγκαλιάσεις τις ίδιες σου τις ιδέες και ν’ ασκήσεις έμπρακτα την εξέγερση σε τούτον τον επίπεδο, ομοιόμορφο και γκρίζο κόσμο.

Χρειάζεται κουράγιο, όμως αυτό είναι το ωραιότερο μονοπάτι.

Η πανωλεθρία δεν έρχεται όταν όλα σταματούν, μα όταν όλα συνεχίζουν όπως πριν.

Πόλεμος στο τεχνο-βιομηχανικό σύστημα και την κανονικότητά του.

Κάποιοι λυκάνθρωποι

* Σημείωση: Στις 8 Δεκέμβρη 2020, οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες συνέλαβαν 7 άτομα σε διάφορα σημεία της χώρας, τα οποία, σύμφωνα με τις έρευνές τους, προετοίμαζαν “τρομοκρατική επίθεση” (χωρίς να ξέρουν τι είδους επίθεση). Αναφέρθηκαν ως μέλη της “υπερ-αριστεράς” (στη γλώσσα των δημοσιογράφων: όσοι άνθρωποι μάχονται για έναν πιο δίκαιο κόσμο και δεν εντάσσονται σε κανένα πολιτικό κόμμα). Τα στοιχεία εναντίων των επτά -οι πέντε εκ των οποίων βρίσκονται ακόμα προφυλακισμένοι- ήταν μια κυνηγετική καραμπίνα, κάποια αντικείμενα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή εκρηκτικών, και, πάνω απ’ όλα, τα προφίλ τους (ο ένας που χαρακτηρίστηκε ως αρχηγός είχε πάει για ένα διάστημα στη Ροζάβα, ένας άλλος είχε πάει στην Κολομβία, και ένας τρίτος εργαζόταν με πυροτεχνήματα στην… Disneyland!).

Πηγή: Act For Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Γαλλία: Τα όμορφα κέντρα διεχείρισης δεδομένων όμορφα καίγονται

Την Τετάρτη 10 Μάρτη, αργά το βράδυ, ξέσπασε φωτιά στο Στρασβούργο σε ένα απ’ τα τέσσερα τεράστια κέντρα διαχείρισης δεδομένων (data-center) της OVH, μιας γαλλικής πολυεθνικής εταιρείας φιλοξενίας ιστοσελίδων (web-hosting). Παρά τον άμεσο συναγερμό και τους περισσότερους από εκατό πυροσβέστες που έσπευσαν στο σημείο –επιστρατεύοντας οχήματα ακόμη κι απ’ τη γειτονική Γερμανία– λίγες ώρες αργότερα δεν είχε απομείνει τίποτα απ’ το κτίριο του κέντρου διαχείρισης δεδομένων SBG2. Από σιλικόνη έμεινε μόνο στάχτη. Οι φλόγες, προτού τεθούν υπό έλεγχο, έπληξαν επίσης σοβαρά το κτίριο SBG1, καταστρέφοντας πλήρως περισσότερο απ’ το μισό.

Το παντελώς κατεστραμένο κέντρο διαχείρισης δεδομένων βρισκόταν σ’ ένα κτίριο 500 τετραγωνικών μέτρων, χωρισμένο σε 5 ορόφους. Εκεί φιλοξενούνταν χιλιάδες επί χιλιάδων servers, αποθηκεύοντας δισεκατομμύρια δεδομένα (data), συμπεριλαμβανομένων και δεδομένων που σχετίζονταν με την καμπάνια εμβολιασμού της γαλλικής κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της νόσου Covid-19. Όλα, ή σχεδόν όλα, έγιναν καπνός, χάθηκαν για πάντα, συμπεριλαμβανομένων των αρχείων εκατομμυρίων πελατών. Φαίνεται πως η φωτιά έθεσε εκτός λειτουργίας 3.600.000 sites, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στο Βέλγιο, προξενώντας κυριολεκτικά ανυπολόγιστη κι ανεπανόρθωτη ζημιά.

Τίποτα δεν μπόρεσε να γίνει αντιληπτό απ’ τις 300 κάμερες ασφαλείας, τίποτα δεν μπόρεσε ν’ αποτραπεί απ’ το σύστημα πυρανίχνευσης που ήταν εγκατεστημένο στον χώρο, τίποτα δεν μπόρεσαν να προσφέρουν οι πυροσβεστικές ασκήσεις που πραγματοποιούνταν κάθε 6 μήνες απ’ το προσωπικό, τίποτα δεν μπόρεσε να σταθεί εμπόδιο στο να συμβεί μέσα σε λίγες ώρες “η μέγαλύτερη βιομηχανική καταστροφή στην ιστορία της OVH”.

Σύμφωνα με τις πρώτες έρευνες, η φωτιά πρέπει να ξέσπασε από ένα τροφοδοτικό αδιάλειπτης παροχής, μηχάνημα που χρησιμοποιούνταν για να αποσβέσει πιθανές ξαφνικές δυσλειτουργίες που σχετίζονται με την παροχή του ηλεκτρισμού ο οποίος χρειάζεται υπό κανονικές συνθήκες, π.χ. να προστατεύσει τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό από πιθανούς κινδύνους όπως η υπερφόρτωση της τάσης του ρεύματος. Το πρωί πριν τη φωτιά, ένα απ’ τα τροφοδοτικά αδιάλειπτης παροχής είχε υποβληθεί σε εργασίες συντήρησης, και σύμφωνα με τους ειδικούς οι πρώτες σπίθες πρέπει νά ‘χουν ξεκινήσει από εκεί. Το τεράστιο κέντρο διαχείρισης δεδομένων της OVH, λοιπόν, καταστράφηκε από κάτι που θα εγγυόταν την ασφάλειά του…

Ενώ ο πληττόμενος διευθύνων σύμβουλος (CEO) της OVH διακηρύττει πως το αναπάντεχο γεγονός “τον κάνει ν’ αναρωτιέται πώς και γιατί θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο”, εμείς αντιθέτως θεωρούμε πως αρμόζει καλύτερα να προβούμε σε άλλες ερωτήσεις: Πώς το χαμόγελο της βιομηχανικής αλαζονείας είναι προορισμένο, αργά ή γρήγορα, να μετατραπεί σε γκριμάτσα, πώς η τεχνο-επιστημονική παντοδυναμία ανακαλύπτει μέσα σε λίγες ώρες την ίδια της την τρωτότητα, ή πώς γίνεται να έχει νόημα να καθόμαστε να μας συντρίβει το οικοδόμημα του εχθρού, και κατ’ επέκταση πώς μπορούμε να σταματήσουμε να αναμένουμε να συμβούν αντίστοιχες βιομηχανικές καταστροφές…

Πηγή: 325

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Ιταλία, Γένοβα: Πυρπόληση τριών κεραιών

Στις 2 Φεβρουαρίου, πυρπολήσαμε τρεις κεραίες αναμετάδοσης στο Val Bisagno. Η μία ανήκε στη RAI (Radiotelevisione Italiana), μία στην DEDALUS, και η τρίτη δεν ξέρουμε, αλλά ας είναι.

Πολλά έχουν ήδη γραφτεί για την κοινωνική/κατασταλτική επίδραση της τεχνολογίας πάνω στις ζωές μας. Αυτό που τώρα μας ενδιαφέρει και πάνω στο οποίο στοχαζόμαστε είναι η επίθεση, η επίθεση, και πάλι η επίθεση.

Τούτη η μικρή θερμή χειρονομία ανήκει σ’ ένα ευρύτερο φάσμα άμεσων δράσεων που λαμβάνουν χώρα ανά τον κόσμο, με την αναρχική επίθεση στο υπάρχον ως τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή.

Αναλογιζόμενοι την τεχνο-βιομηχανία, δεν πρέπει να λησμονούμε πως όσο περισσότερο εξαπλώνεται, τόσο πιο ευάλωτη γίνεται. Αυτό αποτελεί έναν απλούστατο υπολογισμό, ο οποίος έχει μια εξίσου απλή απάντηση: Η επίθεση έχει ακόμα περισσότερες πιθανότητες!

Με τον όρο “τεχνο-βιομηχανία”, δεν εννοούμε μόνο τα κέντρα ελέγχου οπτικών ινών, τα εργαστήρια, τις κεραίες αναμετάδοσης ή τις κάμερες παρακολούθησης, αλλά, επιπροσθέτως, φυσικά και τους “ανθρώπινους πόρους” που διαχέουν με περίσσιο ζήλο τις ιδέες οι οποίες είναι χρήσιμες ώστε να γίνουμε σκλάβοι με ολοένα πιο “έξυπνο” τρόπο.

Οι υποδομές, οι πηγές, οι ιθύνοντες της τεχνο-βιομηχανίας πρέπει να συναντήσουν εμπόδια με κάθε κόστος και μέσο!

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΑΙΧΜΑΛΩΤΑ ΑΝΑΡΧΙΚΑ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΑΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΜΕ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ, ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΕΙΝΑΣ!

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟ-ΚΟΣΜΟ!

ΖΗΤΩ Η ΜΑΥΡΗ ΔΙΕΘΝΗΣ!

Πηγή: Act For Freedom Now

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Σκέψεις πανδημίας

Σκέψεις πανδημίας

Εισαγωγή Παρακολουθώντας τα γεγονότα που απασχολούν την επικαιρότητα από τον περασμένο Μάρτιο, προέκυψε η απόφαση να αποτυπώθουν στο χαρτί ορισμένες σκέψεις και παρατηρήσεις. Μεμονωμένες σκέψεις, που εξυπηρετούσαν αρχικά πιο πολύ την ανάγκη προσωπικής καταγραφής μιας συνέχειας και της δημιουργίας μιας στοιχειώδους διανοητικής αποστασης από τα γεγονότα, η οποία με τη σειρά της θα επιτρέψει να ιδωθούν αυτά μέσα από μια κριτική ματιά, απαλλαγμένη όσο το δυνατόν περισσότερο από βιαστικά και επιπόλαια συμπεράσματα που μπορεί να προκύψουν όταν καταλαμβανόμαστε από έντονα συναισθήματα.

Ακολούθησε η ανάγνωση επί μεγάλο διάστημα βιβλίων και άρθρων που διαπραγματεύονταν αντίστοιχες καταστάσεις στο παρελθόν, τόσο από πολιτική, όσο και ψυχολογική και φιλοσοφική σκοπιά. Διότι, άλλωστε, αν αναλύσει κανείς την ιστορία, θα διαπιστώσει ότι διάφορα μοτίβα επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτούσια, με διαφορετική βέβαια κάθε φορά μορφή, σε διάφορες εποχές. Αυτό μας βοηθά να καταφέρουμε να δούμε “πίσω” από τα γεγονότα, να ανιχνεύσουμε σε αυτά τάσεις και έτσι να τολμήσουμε να διατυπώσουμε κάποιες προβλέψεις για την κατεύθυνση των πραγμάτων.

Οι παραλληλισμοί και οι συνειρμοί που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της μελέτης οδήγησαν στις σκέψεις οι οποίες εκφράζονται σε αυτό το κείμενο. Αφορμή ωστόσο για τη συγγραφή του στάθηκαν ατελείωτες συζητήσεις με φίλους, συντρόφους και συγγενείς. Καθένας, με τα δικά του όπλα ανάλυσης του υπάρχοντος, συνέβαλε στο δικό του βαθμό στην καλύτερη επεξεργασία κάποιων ανολοκλήρωτων ιδεών και στη σύνδεση κάποιων μέχρι τότε ασύνδετων κομματιών.

Στόχος και στοίχημα του κειμένου είναι να καταφέρει να προσφέρει ίσως κάποια επιπλέον εργαλεία ανάλυσης της συγκυρίας, να παρουσιάσει μια διαφορετική “ανάγνωσή” της και να αποτελέσει υλικό για περαιτέρω σκέψη και, προφανώς, δράση στους δύσκολους καιρούς στους οποίους καλούμαστε να ανταποκριθούμε, διαφυλάσσοντας τα ήδη κεκτημένα και παλεύοντας για κάτι καλύτερο.

H νέα θρησκεία

Ανέκαθεν η επιστήμη και το Κράτος είχαν στενή σχέση μεταξύ τους και δεν ήταν χώροι ασύνδετοι. Πολλές φορές ιστορικά η επιστήμη έχει βρεθεί να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εκάστοτε εξουσίας, και, αντίστροφα, η εκάστοτε εξουσία να χρησιμοποιεί την επιστήμη για την προώθηση των επιδιώξεών της. Αυτό είναι κάτι που το βιώνουμε στην άμεση εφαρμογή του την εποχή του κορωνοϊού, αλλά βλέπουμε επιπλέον την επιστήμη να αποκτά ακόμα περισσότερη δύναμη και επιρροή και να έχει αναβαθμιστεί σταδιακά σε μια νέα, οικουμενική “θρησκεία”.

Όπως κάθε θρησκεία, έτσι και η ιατρική επιστήμη σήμερα έχει ανάγκη από ένα δόγμα και από μια και μοναδική Αλήθεια. Έτσι λοιπόν, ενώ κατεξοχήν χαρακτηριστικό της επιστήμης στη μέχρι πρότινος πορεία της ήταν η ύπαρξη διαφορετικών απόψεων – διαφορετικού βέβαια βαθμού βεβαιότητας και με διαφορετικό βαθμό επικράτησης στην επιστημονική κοινότητα – , οι οποίες μέσα από μια διαδικασία συνεχούς αναπροσαρμογής, αναθεώρησης και σύνθεσης οδηγούν τη γνώση της ανθρωπότητας προς τα εμπρός, παρατηρούμε τώρα στο πλαίσιο της πανδημίας μια σημαντική μεταστροφή: η Αλήθεια πλέον είναι μόνο μια, αυτή που εκφέρουν οι ορισμένοι από το κράτος “ειδικοί” και ο ΠΟΥ. Η επιστήμη έγινε δόγμα, δηλαδή αδιαφιλονίκητη ομολογία πίστεως, που καταστρώνεται όταν στόχος είναι η καταστολή κάθε αμφιβολίας μια για πάντα. Καμία σημασία δεν δίνεται πλέον στο αν υπάρχουν πάμπολλοι επιστήμονες ίδιου και μεγαλύτερου βεληνεκούς οι οποίοι προβάλλουν μια διαφορετική άποψη. Αξίζει να αναφερθούν τα ονόματα του Ιωαννίδη, του Christian Perronne, του Didier Raoult, του νομπελίστα ιατρικής φυσιολογίας Montagnier και πολλών άλλων. Οι απόψεις αυτών όχι μόνο αποκρύπτονται συστηματικά στο Διαδίκτυο μετά την πλουσιοπάροχη “στήριξη” των ΜΜΕ με 50εκ. € προκειμένου να προβάλλονται μόνο συγκεκριμένες ειδήσεις και με συγκεκριμένο ύφος, αλλά επιπλέον στηλιτεύεται η προσωπικότητα των ατόμων αυτών με στόχο την υπόβαθμιση της αξίας των λεγομένων τους. Η επαναφορά των όρων ψεκασμένος και συνωμοσιολόγος στο καθημερινό λεξιλόγιο επιτυγχάνουν με εύκολο τρόπο το δύσκολο έργο της αποδόμησης των πιο σημαντικών αντιπάλων μέσα από το τσουβάλιασμά τους με κάθε λογής αντίθετη άποψη που θα ακουστεί. Οποιαδήποτε διαφορετική ανάλυση συνθλίβεται κάτω από το βάρος και την πίεση της διαμορφωμένης κοινής γνώμης.

Καινούργιες μέθοδοι, όπως η λογοκρισία βίντεο στο youtube και το facebook, καθώς και τα περιφημα hoaxes, κάνουν την εμφάνισή τους και συμπληρώνουν το οπλοστάσιο της κυβερνητικής πολιτικής.

Όπως κάθε θρησκεία κατά το παρελθόν, έτσι και η επιστήμη οφείλει να προστατευτεί από τους αιρετικούς και να τους απομονώσει. Αντί να τους κάψει στην πυρά όπως στο παρελθόν, αφήνει να πλανηθεί από πάνω τους η απειλή του εξευτελισμού της προσωπικότητας τους στα ΜΜΕ, η απειλή της απώλειας της εργασίας τους σε περίπτωση που εκφράσουν διαφορετική γνώμη ή δεν υπακούσουν στον κατά τ’άλλα όχι υποχρεωτικό εμβολιασμό, η απειλή της πλήρους κοινωνικής απομόνωσης και της στέρησης της πρόσβασης σε πολιτιστικά δρώμενα, αεροδρόμια και λοιπά.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των θρησκειών είναι η εσχατολογία, μηχανισμός ο οποίος αποβλέπει στον έλεγχο των πιστών, την ενίσχυση της πίστης τους και την εξασφάλιση της κυριαρχίας της ιερατικής τάξης.[1] H καθημερινή αναφορά σε κρούσματα, θανάτους και διασωληνωμένους, καθώς και η δημοσίευση ειδήσεων με αποκαλυπτικό σχεδόν περιεχόμενο, έχουν ως μοναδικό στόχο την παγίδευση του κόσμου σε ένα αιώνιο παρόν, απογυμνωμένο από κοινωνικές σχέσεις, ανθρώπινη επαφή, φιλία, εργασία, καθημερινές ασχολίες. Σε αυτό το αιώνιο παρόν ο άνθρωπος γίνεται άβουλο υποκείμενο το οποίο αντιδρά παθητικά στα νέα κάθε φορά μέτρα -τα οποία μάλιστα αλλάζουν τόσο συχνά ώστε να επιβάλλουν την συνεχόμενη προσοχή του- και στη νέα πραγματικότητα, διατεθειμένος να θυσιάσει κάθε στοιχείο της προσωπικής του ταυτότητας μπροστά στον δυνητικό αόρατο εχθρό. Ερχόμαστε έτσι στην έννοια της γυμνής ζωής του Αgamben[2], που δεν αναγνωρίζει άλλη αξία πέρα από την επιβίωση, μια κατάσταση όπου όλες οι κοινωνικές σχέσεις καταργούνται και όλα τα άλλα ανθρώπινα όντα αντιμετωπίζονται ως πιθανοί φορείς.

Ένα άλλο γνώρισμα της επιστήμης ως νέας θρησκείας είναι ο έλεγχος και η καθυπόταξη των πιστών μέσω της υπόσχεσης της σωτηρίας, ήτοι της επιστροφής στην κανονικότητα. Η στιγμή αυτή μετατίθεται συνεχώς σε ένα όλο και πιο μακρινό και απροσδιόριστο σημείο στο μέλλον, σαν άλλη Δευτέρα Παρουσία, και απαιτεί ως αντάλλαγμα από τους πολίτες τυφλή πίστη στο δόγμα της και αυστηρή τήρηση των τελετουργικών της, δηλαδή της τήρησης των υγειονομικών μέτρων και των τελετουργικών απολύμανσης και καθαρισμού.

Ο φανατισμός των πιστών της νέας θρησκείας ειναι ένα ακόμα στοιχείο που παρατηρεί κανείς εξίσου εύκολα στην υπάρχουσα συγκυρία. Ποτέ προηγουμένως ιατροί δεν απευθύνονταν σε άλλους συναδέλφους τους με τόσο φανατικό και απαξιωτικό τρόπο. Οι οπαδοί της κυρίαρχης οπτικής σχετικά με τον κορωνοιό, διακατεχόμενοι από πρωτοφανή φρενίτιδα, ξεχνούν κάθε έννοια επιστημονικής μεθολογίας και πράττουν σύμφωνα με σκοταδιστικές λογικές. Για παράδειγμα, αν και ένα θετικό τεστ PCR (πόσο μάλλον ένα Rapid Test) δεν σημαίνει τίποτα από μόνο του για τη μεταδοτικότητα του ατόμου[3][4], έχουμε φτάσει στο σημείο να αποτελεί ο ημερήσιος αριθμός των κρουσμάτων το μοναδικό βαρόμετρο που καθορίζει τις πολιτικοοικονομικές εξελίξεις, επικοινωνικά τουλάχιστον. Επίσης, λογικά επιχειρήματα όπως ο ενδεχόμενος κίνδυνος πρόκλησης ADE (antibody-dependent enhancement) απο τα εμβόλια[5], απορρίπτονται και παραβλέπονται χωρίς καμία σκέψη, τη στιγμή που κάθε σοβαρός επιστήμονας που έχει τη στοιχειώδη αντίληψη του μεγέθους της άγνοιας που τον διακατέχει όσον αφορά τους χιλιάδες κυτταρικούς μηχανισμούς που υπάρχουν και πολλούς άλλους που προφανώς δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα, θα έπρεπε να απαντήσει με μια επιφυλακτικότητα και μια ταπεινή παρότρυνση για περαιτέρω έλεγχο και δοκιμές.

Έτσι φτάνουμε στην πίστη της επιστήμης στην παντοδυναμίας της, έκφραση της αλαζονίας του ανθρώπου. Ως νέος θεός, ο άνθρωπος έρχεται να παίξει στα ζάρια με τις δυνητικές πιθανότητες ανεπιθύμητων ενεργειών. Και όπως λέει ο Doug Corrigan, ακόμα και αν η πιθανότητα μιας σοβαρής βλάβης είναι απειροελάχιστη, της τάξης του 0,0001%, στις δισεκατομμύρια επαναλήψεις του εμβολίου είναι ένα ενδεχόμενο που οφείλουμε τουλάχιστον να λάβουμε υποψην[6][7]. Αντ’αυτού, τα εμβόλια εγκρίνονται με fast-track διαδικασίες, παρακάμπτοντας στο όνομα του επείγοντος πρωτόκολλα ασφαλείας που ίσχυαν μέχρι σήμερα.

Η σύγχρονη κοινωνία έχει οδηγήσει τον άνθρωπο στο σημείο να ασχολείται τόσο μεμονωμένα και αυτοματοποιημένα με τη δουλειά του, ώστε να μην υπάρχει για αυτόν κανένα εξωτερικό σημείο θέασης της καταστασής του, του εαυτού του, εκτός εργασίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο γίνεται κανείς μονοθεματικός, ανίκανος να συνδέσει αυτό που κάνει στην εργασία του με τις επιπτώσεις στην υπόλοιπη ζωή του ή και στο σύνολο της ανθρωπότητας. Καταλήγει λοιπόν να είναι θρυμματισμένος σε ξεχωριστά αυτόνομα κομμάτια. Κάπως έτσι προκύπτουν παράδοξες εικόνες όπως του καλού οικογενειάρχη που ταυτόχρονα ήταν εργαζόμενος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ή του επιστήμονα που φτιάχνει στα βιαστικά ένα εμβόλιο, παρακάμπτωντας όλες τις τυπικές διαδικασίες ασφαλείας, εστιάζοντας μόνο στο τεχνικό πρόβλημα που τον αφορά. Κάπως έτσι, κεκτημένα δεκαετιών, όπως το δικαίωμα στην ενημερωμένη συγκατάθεση (informed consent) των ασθενών για τις θεραπείες στις οποίες θα υποβληθούν, που κατακτήθηκε στη δίκη της Νυρεμβέργης, καταργούνται εν μια νυκτί. Κάπως έτσι έρχονται στο νου εικόνες από την ταινία του Kubrick “Dr Strangelove”, όπου το μέλλον της ανθρωπότητας φαίνεται να κρέμεται από μια κλωστή, έρμαιο στα χέρια ενός επιστήμονα σε οριακή κατάσταση.

Gaslighting

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ειδικά κατά τους πρώτους μήνες, όλοι ή σχεδόν όλοι, αν παρατηρήσουν τις σκέψεις που γεννιούνται στο μυαλό τους και είναι αρκετά ειλικρινείς ώστε να το παραδεχτούν, θα έχουν πιάσει τον εαυτό τους ανά στιγμές να αναρωτιέται για το αν όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω τους είναι όπως τους λέει το ένστικτό τους ή ακριβώς όπως το παρουσιάζουν τα ΜΜΕ, να αμφιβάλλουν δηλαδή για την ίδια τους ακόμα τη διαίσθηση, την αντίληψη και την κρίση. Να αδυνατούν να διακρίνουν την αλήθεια από το ψέμα, την πραγματικότητα από την τρομοκρατία.

Θα παρουσιάσουμε εδώ την έννοια του όρου gaslighting και θα εξηγήσουμε τους λόγους για τους οποίους είναι θέση του κειμένου αυτού ότι η περίοδος που διανύουμε είναι από τις λίγες που η μέθοθος αυτή έχει εφαρμοστεί κατά κόρον και τόσο μαζικά στο σύνολο του πληθυσμού.

Καταρχάς με τον όρο gasligthing, σύμφωνα με τον ορισμό της στη wikipedia[8], “εννοείται μια μέθοδος ψυχολογικής χειραγώγησης, της οποίας στόχος είναι η σπορά αμφιβολιών εντός ατόμων ή ομάδων ατόμων, έτσι ώστε να μην είναι βέβαια για την ίδια τους την μνήμη, αντίληψη, και λογική. Χρησιμοποιώντας συνεχή άρνηση, παραπλάνηση, αντιφάσεις, και ψεύδη, προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει το θύμα και να απαξιώσει τις πεποιθήσεις του”. Ως όρος προέρχεται από το θεατρικό έργο του 1938, του Πάτρικ Χάμιλτον, με τίτλο Gaslight.

Με το φαινόμενο του gaslighting εχει ασχοληθεί ήδη από τη δεκαετία του 1960 η ψυχιατρική, όπου μπορεί να το συναντήσει κανείς και εναλλακτικά με τον όρο “προβλητική ταύτιση”. Βοηθητικό σε αυτή την κατεύθυνση είναι το έργο του Theodore Dorpat. Το χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι ο θύτης αρχικά προβάλλει ασυνείδητο περιεχόμενο στο θύμα. Με αυτό τον τρόπο προκαλούνται στο θύμα δυσάρεστα συναισθήματα, χαμηλή αυτοπεποίθηση και δυσλειτουργία της σκέψης καθώς το θύμα αμφιβάλλει για την ικανότητά του να σκέφτεται και να αντιλαμβάνεται. Μπορεί να προκληθεί έτσι σύγχυση, ανησυχία, κατάθλιψη και σε λίγες περιπτώσεις ψύχωση. Το σημαντικό είναι να χάσει το θύμα την πίστη στις πνευματικές του ικανότητες. Αφού ολοκληρωθεί αυτό, ο θύτης μπορεί εύκολα να κατευθύνει όπως επιθυμεί τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του θύματος. Είναι αρκετές οι έρευνες που αναφέρουν τη χρήση της μεθόδου αυτής τόσο στη χιτλερική Γερμανία όσο και σε πολλά άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Η διαχείριση αυτή του υποκειμένου μπορεί να ενισχυθεί και με άλλους τρόπους όπως στέρηση ύπνου, αισθητηριακή αποστέρηση, ναρκωτικά, βασανιστήρια και κοινωνική απομόνωση του ατόμου.

Παίρνοντας αφορμή από τα παραπάνω, είναι εύκολο να ψηλαφήσουμε τις αναλογίες που δημιουργούνται με την παρούσα κατάσταση. Καταρχάς,όλη την περίοδο αυτής της κρίσης, βιώνουμε έναν συνεχή βομβαρδισμό του πληθυσμού από τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης με ασυνείδητο περιεχόμενο και με οδηγίες που αφορούν τον τρόπο θέασης της πραγματικότητας. Βλέπουμε μιασυστηματική φίμωση κάθε αντίθετης άποψης, η οποία συμβάλλει στο να επιβάλλεται μόνο ένας τρόπος αντίληψης της πραγματικότητας. Ταυτόχρονα εμφανίζονται, ή μάλλον ανασύρονται από το παρελθόν, οι όροι “συνωμοσιολόγος” και “ψεκασμένος”. Με τον τρόπο αυτο ταξινομούνται συλλήβδην όλοι οι αντιφρονούντες, όλοι όσοι έχουν διαφορετική άποψη, σε ένα ενιαίο σύνολο, είτε είναι εργάτες χωρίς επαρκείς γνώσεις λοιμωξιολογίας είτε μέχρι τώρα διακεκριμένοι επιστήμονες, καταξιωμένοι στο βάθος χρόνων. Επιδιώκεται έτσι η υποβάθμιση των ατόμων αυτών στα μάτια της κοινωνίας και η περιθωριοποίηση τους, η οποία στη συνέχεια θα προκαλέσει στα άτομα αυτά όλα τα αισθήματα μειωμένης αυτοπεποίθησης και πίστης στον εαυτό τους που περιγράφησαν παραπάνω. Μόνη κατάληξη είναι ο εξοστρακισμός, που μπορεί στο μέλλον να φτάσει και στον εγκλεισμό αυτών των ατόμων στο ψυχιατρείο, όπως έχει γίνει αρκετές φορές στο παρελθόν σε ανάλογα καθεστώτα. Η ανάγκη επινόησης συνωμοσιολογικών κέντρων και συνωμοτών εξάλλου, σχιζοφρενικό σύμπτωμα καθεαυτό, εξυπηρετεί το στόχο της ανάδειξης της παντοδυναμίας του κράτους σε αντιδιαστολή. Έτσι, το Κράτος γίνεται μάντης κακών και σωτήρας από το κακό ταυτόχρονα.

Προς αυτή την κατεύθυνση βοηθάει σαφώς το social distancing ή κοινωνική αποστασιοποίηση η οποία έχει εφαρμοστεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εξαναγκασμένη απομόνωση και η εξαφάνιση της δημόσιας σφαίρας δυσχεραίνουν την συνεύρεση των ατόμων και την γόνιμη ανταλλαγή απόψεων, στοιχείο που θα βοηθούσε εάν συνέβαινε στο να διαπιστώσει κανείς ότι οι ανησυχίες του είναι κοινές και βάσιμες και όχι απλά προϊόντα της φαντασίας. Αντ’αυτού η επικοινωνία μεταξύ των ατόμων περιορίζεται στην ήδη περιορισμένη, απρόσωπη και συνθηματική επικοινωνία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι η γνωστή από την αρχαιότητα τακτική του “διαίρει και βασίλευε” έρχεται να αποδείξει την αξία της στο χρόνο. Τα άτομα, δεχόμενα με μονόδρομο τρόπο πληροφορίες από τα ΜΜΕ παραδίδονται τελικά και υιοθετούν την οπτική της πραγματικότητας που τους πλασάρεται.

Μάσκες: συμβολισμός και λειτουργία

Οι μάσκες έχουν χρησιμοποιηθεί από αρχαιοτάτων χρόνων σε πολλές δραστηριότητες του ανθρώπου οι οποίες παρουσιάζουν μεγάλο εύρος, από τελετές θρησκευτικού χαρακτήρα μέχρι εργασία σε ορυχεία κτλ. Κοινό χαρακτηριστικό είναι η κάλυψη μέρους ή ολόκληρου του προσώπου. Μπορούν να έχουν ωστόσο δύο ξεχωριστές λειτουργίες, μια προστατευτική και μια συμβολική. Για παράδειγμα, οι μάσκες που χρησιμοποιούνται απο το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό ή οι μάσκες που φορούν οι ξυλουργοί έχουν προστατευτικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι δεν επιτρέπουν σε σωματίδια να ερθουν σε επαφή είτε με το πρόσωπο είτε με την αναπνευστική οδό του φέροντα. Απεναντίας, οι μάσκες στο θέατρο, σε σαμανιστικές τελετές ή στα διονυσιακά μυστήρια έχουν συμβολικό χαρακτήρα και χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν έναν διαφορετικό χαρακτήρα, να προκαλέσουν μια ιδιαίτερη συνειδησιακή κατάσταση ή να επιτρέψουν στο άτομο να απελευθερώσει ασυνείδητο περιεχόμενο και να δράσει για ένα διάστημα απαλλαγμένο από τους περιορισμούς που του επιβάλλει ο κοινωνικός του ρόλος ή η προσωπικότητά του. Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως η χρήση της μάσκας για σκοπούς εκφοβισμού και χειραγώγησης έχει αναφερθεί σε πολλούς πρωτόγονους λαούς και είναι τακτική τόσο παλιά όσο η ανθρωπότητα.

Την ίδια στιγμή, οι μάσκες υπονοούν την ύπαρξη ενός διαχωρισμού, ενός φραγμού ανάμεσα στο σώμα και στο περιβάλλον ή ανάμεσα σε διαφορετικά σώματα. Προϋποθέτουν και σηματοδοτούν επίσης την ύπαρξη μιας απειλής που υπάρχει στο εξωτερικό περιβάλλον και που δικαιολογεί τη χρήση τους.

Ερχόμενοι στην παρούσα κατάσταση, αυτήν της υποχρεωτικής χρήσης μάσκας σε εξωτερικούς χώρους κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ο ρόλος της μάσκας φαίνεται να είναι περισσότερο συμβολικός παρά λειτουργικός. Αυτό άλλωστε καταδεικνύεται τόσο από τις αντιφάσεις των οδηγιών της πολιτικής-υγειονομικής ηγεσίας ως προς την χρήση μάσκας κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας, όπως και από την ύπαρξη μελετών που αμφισβητούν το βαθμό του οφέλους στην πρόληψη της μετάδοσης του SARS-CoV-2 από την εφαρμογή της[9]. Θα λέγαμε, λοιπόν, πως ρόλος της μάσκας στην υπάρχουσα συγκυρία είναι κατά βάση το να υπενθυμίζει στον καθένα την ύπαρξη του “αόρατου εχθρού” και να σηματοδοτεί ότι ο φέρων λαμβάνει αυτό τον κίνδυνο σοβαρά. Έτσι, σε συμβολικό επίπεδο είναι σχεδόν ένα αντικείμενο πίστης, ένας τρόπος να δηλώσει κανείς δημόσια ότι συμφωνεί με τον κυρίαρχο επιστημονικό και πολιτικό λόγο, ένα σύμβολο συμμόρφωσης και υποταγής στις επιταγές του κράτους, ενώ όποιος δεν κάνει χρήση της μάσκας αυτομάτως αντιμετωπίζεται ως “ψεκασμένος”, ως πιθανή απειλή-πιθανός μολυντής, ως αντιφρονούντας.

Διαπιστώνουμε δηλαδή ότι οι μάσκες επιτελούν ακόμα έναν ρόλο, αυτόν της ταξινόμησης και του διαχωρισμού των ανθρώπων σε κατηγορίες.Τον ίδιο διαχωρισμό και την αναίτια διαίρεση του κόσμου σε αντίπαλα στρατόπεδα φιλοδοξεί να προκαλέσει εξάλλου και το πρόγραμμα του εμβολιασμού. Σετέτοιου είδους διαχωρισμούςέχουν προβεί κατά καιρούς πολλά ολοκληρωτικά καθεστώτα. Αξίζει να αναφερθεί εδώ το ακραίο παράδειγμα της ναζιστικής Γερμανίας, όπου από το 1938 έραβαν στις στολές όλων των Εβραίων το αστέρι του Δαυίδ, ενώ από το 1939 εισήχθη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ένα σύστημα από ένα ανεστραμμένο έγχρωμο τρίγωνο και κάποιες λέξεις, το οποίο διευκόλυνε τους φύλακες να αναγνωρίζουν εύκολα και γρήγορα το λόγο φυλάκισης κάποιου κρατουμένου.[10]

Δεν πρέπει τέλος να λησμονήσουμε να αναφέρουμε ότι η μάσκα συμβάλλει στη συντήρηση του συναισθήματος του φόβου, το οποίο χρησιμοποιείται από το κράτος ώστε να κρατάει τους πολίτες συνεχώς σε μια ευάλωτη κατάσταση, ανίκανους να επεξεργαστούν λογικά τα εισερχόμενα ερεθίσματα και άρα δεκτικούς σε κάθε είδους χειραγώγηση και μετάδοση ασυνείδητων μηνυμάτων.

Ο Άλλος ως πηγή μόλυνσης

Η ανθρώπινη επικοινωνία και επαφή δεν έχουν μείνει προφανώς ανεπηρέαστες από την ευρεία υποχρεωτική χρήση μάσκας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Strong, η ιογενής πανδημία οδηγεί και σε μια επιδημία φόβου και καχυποψίας.[11][12] Ο κάθε Άλλος μετατρέπεται σε μια πιθανή απειλή και ακόμα και τα αγαπημένα μας πρόσωπα αντιμετωπίζονται ως πιθανοί μολυντές. Οι ίδιοι επίσης καλούμαστε να επιφορτιστούμε με τύψεις αν αντικρύσουμε οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο, συμμετέχοντας στο παιχνίδι της ανευθυνότητας που έχει στηθεί. Δημιουγείται ένα άλυτο δίλημμα ανάμεσα στο να μη δεις ποτέ ξανά τους ευπαθείς γνωστούς σου και να μείνουν ασφαλείς και στο να τους επισκεφθείς με τον κίνδυνο πρόκλησης μιας δυνητικά θανάσιμης μόλυνσης. Έτσι, η πανδημία ως φαινόμενο έρχεται να υποσκάψει τον ίδιο τον πυρήνα των ανθρώπινων κοινωνιών, την ανθρώπινη επαφή, και αντιπροτείνει την αποστειρωμένη και απομακρυσμένη διαδικτυακή επαφή του homo antisepticus. Στη θέση της αυθόρμητης ανθρώπινης επαφής μπαίνει ο ψυχρός διανοητικός υπολογισμός πιθανοτήτων νόσησης, αν θα κάνουμε χειρονομία ή πόσο κοντά θα μιλάμε. Στη θέση των συναισθημάτων και των άπειρων εξωλεκτικών στοιχείων επικοινωνίας που εκφράζονται μέσω του προσώπου μπαίνει το απρόσωπο στοιχείο της μάσκας.

Κατά συνέπεια των παραπάνω, παρατηρούμε μια διάβρωση στο οτιδήποτε μέχρι τώρα συνιστούσε το κατεξοχήν ανθρώπινο στοιχείο και τη μετάβαση σε μια εποχή ξεχωριστών και απομονωμένων υπάρξεων, καθεμία από τις οποίες αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως μια συνθήκη από την οποία πρέπει να προστατευθεί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή των ανθρώπινων σχέσεωνκαι την επικράτηση της εργαλειακής χρήσης των άλλων αποκλειστικά για συγκεκριμένους και εγωιστικούς σκοπούς. Η αποεπένδυση των ανθρώπινων σχέσεων από το αναγκαίο και απαραίτητο συναίσθημα και η εργαλειοποίηση τους ανοίγει το δρόμο για τη διάπραξη οποιασδήποτε βαρβαρότητας. Είναι γνωστό άλλωστε από την Ιστορία πως των πιο αποτρόπαιων εγκλημάτων προηγείται η υποβάθμιση των θυμάτων από τη βαθμίδα του ανθρώπου σε κάτι υποδεέστερο. Βλέπε την υποβίβαση των Ινδιάνων σε πρωτόγονους, των Βιετκόγκ σε κιτρινιάρηδες και των Εβραίων σε κατώτερη των Γερμανών φυλή. Κάπως έτσι προέκυψε και το ναζιστικό πρόγραμμα ευθανασίας Τ4 (Aktion T4), η μαζική δηλαδή δολοφονία 300.000 ανθρώπων, ανθρώπων που το καθεστώς έκρινε ότι “οι ζωές τους δεν άξιζαν να βιωθούν” (“lebensunwertes Leben”).[13] Ας θυμηθούμε εδώ και ένα άλλο πρόσφατο περιστάτικο, αυτό της μαζικής δολοφονίας 17 εκατομμυρίων μινκ στη Δανία, χωρίς να έχει αποδειχθεί καν η μετάδοση της ασθένειας από τα μινκ στον άνθρωπο, βασιζόμενοι στις απλές εικασίες κάποιων “ειδικών”.[14] Αξίζει επιπλέον να αναλογιστούμε τι θα μπορούσε να συμβεί αν κάποιοι άνθρωποι με ένα πιθάνο μεταλλαγμένο, πολύ μεταδοτικό στέλεχος, έπεφταν στα χέρια κάποιων αντίστοιχων παρανοϊκών ανθρώπων.

Εξίσου απαράδεκτο επιστημονικά είναι το γεγονός ότι οι νέες μεταλλάξεις του ιού χρησιμοποιούνται, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί η επικινδυνότητά τους επαρκώς, ως πρόφαση για την αυστηροποίηση και παράταση των lockdown, όπως έγινε πρόσφατα στην Αυστρία με αφορμή το στέλεχος Β117 το οποίο, όπως φαίνεται από τις μέχρι τώρα αναλύσεις, έχει ακόμα μικρότερη θνητότητα. Αυτό αποτελεί άλλωστε μια επιχειρηματολογία με πολύ επικίνδυνες δυνητικές συνέπειες, καθώς η γνωστή εδώ και δεκαετίες αυξημένη τάση των κορονοϊών να μεταλλάσσονται συχνά ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί για τον αναίτιο εγκλωβισμό της ανθρωπότητας σε αυτό το φαύλο κύκλο.

Φόβος και άλλες μέθοδοι χειραγώγησης

Αν ανατρέξει κανείς σε βιβλία που αναλύουν τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για τον έλεγχο του μυαλού στη ναζιστική Γερμανία, στη βόρειο Κορέα και κατά τον Ψυχρό πόλεμο, μπορεί να αντλήσει σημαντικά συμπεράσματα ψυχολογικής φύσης. Οι περισσότερες από αυτές τις αναλύσεις και μελέτες έγιναν σε φυλακισμένους στρατοπέδων συγκέντρωσης ή POWs(prisoners of war), ωστόσο τα συμπεράσματα που μπορεί να αντλήσει κανείς έχουν αξία ακόμα και σήμερα, καθώς τα περισσότερα βασίζονται σε θεμελιώδεις ψυχολογικούς μηχανισμούς που ενυπάρχουν στο ανθρώπινο ον.

Αναλύοντας για παράδειγμα τη ρητορική των κυβερνήσεων και των ειδικών στην εποχή της πανδημίας, διαπιστώνει κανείς εύκολα ότι αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση των κρατικών φορέων ως πατρικές φιγούρες που αναλαμβάνουν να πείσουν τους υπηκόους-παιδιά να ακολουθήσουν τα όσα λένε, όχι με βάση τη λογική αλλά με βάση ασυνείδητους συναισθηματικούς μηχανισμούς. Χρησιμοποιώντας ως μοντέλο τη σχέση εξάρτησης των παιδιών από τους γονείς, το κράτος απευθύνεται στους πολίτες σαν να επρόκειτο για μωρά, μαθαίνοντάς τους ξανά από την αρχή πώς να συμπεριφέρονται, πως να καθαρίζουν τα χέρια τους, πώς να πλένονται, να είναι υπάκουοι και πειθήνιοι. Μόνο υπό αυτό το πρίσμα μπορούν να ιδωθούν το παιχνίδι της επίκλησης στην υπευθυνότητα των πολιτών καθώς και οι επιπλήξεις και οι τιμωρίες που ακολουθούν όταν υποτίθεται πως παραβιάστηκαν οι οδηγίες. Ταυτόχρονα, η συνεχής επανάληψη των κρατικών εντολών ενισχύει στα άτομα το αίσθημα ενοχής, παιδικότητας και ντροπής. Η δημιουργία κλίματος φόβου σκοπό έχει την προώθηση της όλο και μεγαλύτερης συμμόρφωσης. Και όσο περισσότερος φόβος υπάρχει σε μια κοινωνία, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη υπάρχει για επινόηση εσωτερικών αποδιοπομπαίων τράγων και εξωτερικών εχθρών. Η εσωτερική σύγχυση ψάχνει δίοδο αποφόρτισης σε εξωτερικούς πολέμους.

Η επίκληση της κρατικής ηγεσίας σε “κοινό αγώνα” και κοινή προσπάθεια για την νίκη απέναντι στον κορωνοϊό αποτελεί κλασσική μεθόδευση απολυταρχικών καθεστώτων για ένωση κάτω από ένα “μεγάλο σκοπό” ή μια “μεγάλη ιδέα”. Άσχετα με το αν ο εκάστοτε σκοπός αποτελεί τον πραγματικό σκοπό ή απλά ένα δούρειο ίππο. Οι δημαγωγοί, εκμεταλλευόμενοι τις ασυνείδητες υποτακτικές τάσεις των ανθρώπων και φέρνοντας όλα τα αγελαία ένστικτα στην επιφάνεια, κατορθώνουν με μαεστρία και μεθόδους ψυχολογίας της μάζας να συντονίζουν το πλήθος στην κατεύθυνση που επιθυμούν. Οι πολίτες με τη σειρά τους, μέσω μιας παλινδρόμησης σε νηπιακό στάδιο, καλούνται να απωλέσουν το εγώ τους, την προσωπικότητά τους, την ικανότητά τους για σκέψη και κρίση, και να μεταμορφωθούν σε άβουλα, αυτοματοποιημένα, πειθαρχημένα όντα, έτοιμα να κάνουν οτιδήποτε τους διατάξουν, αναμένοντας και προσμένοντας τη σωτηρία από τον παντοδύναμο “πατέρα”. Η παλινδρόμηση αυτή άλλωστε έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή σε πιο πρωτόγονα και κατώτερα μοτίβα σκέψης, στα οποία η λογική δεν κατέχει την πρώτη θέση.

Κοινωνία της διακινδύνευσης και κοινωνία ελέγχου

Πολύ διαφωτιστικό για την κατανόηση των όσων συμβαίνουν σήμερα είναι το έργο του Γερμανού κοινωνιολόγου Ulrich Beck.[15][16] Στον απόηχο της καταστροφής του Τσέρνομπιλ, ο Beck εξέδωσε το 1986 το βιβλίο “Risikogesellschaft – Auf dem Weg in eine andere Moderne” το οποίο κυκλοφόρησε και στα Αγγλικά το 1992 με τον τίτλο “Risk Society: Towards a New Modernity”. Ο Beck βλέποντας πως κοινός παρονομαστής της εποχής είναι η παρουσία μεγάλων σε κλίμακα απειλών σε πλανητικό επίπεδο, εισάγει την έννοια “κοινωνία της διακινδύνευσης” (risk society).

Ως κοινωνία της διακινδύνευσης «χαρακτηρίζεται μια φάση εξέλιξης της σύγχρονης κοινωνίας, στην οποία οι κοινωνικές, πολιτικές, οικολογικές και ατομικές διακινδυνεύσεις που προκαλούνται από τη δυναμική της ανανέωσης ξεφεύγουν όλο και περισσότερο από τους θεσμούς ελέγχου και εξασφάλισης που είχε δημιουργήσει η βιομηχανική κοινωνία» (Beck 1992). «Η καταστροφή της φύσης γίνεται κινητήρια δύναμη της κοινωνίας», διότι – σε αντίθεση προς τον κίνδυνο (Gefahr) – η διακινδύνευση (Risiko) δεν είναι τοπικά περιορίσιμη, δεν μπορεί να καταλογισθεί σε συγκεκριμένα άτομα και δεν αποτελεί αντικείμενο ασφάλισης. Οι διακινδυνεύσεις είναι πλέον τεράστιες και δεν μπορούν ούτε να αντιμετωπισθούν ούτε να αντισταθμισθούν αποτελεσματικά. Σε μια κατάσταση, όπου τα μέτωπα αντιπαράθεσης και τα κοινωνικά συμφέροντα είναι ιδιαίτερα ρευστά, διαπιστώνεται ένα είδος πολέμου όλων εναντίον όλων και η κοινωνία δημιουργεί ανέξελεγκτες «δυναμικές αυτοκαταστροφής».[17]

Στο μεταγενέστερο έργο του, “Living in the world risk society” (2006), o Beck αναφέρει ότι η έννοια της διακινδύνευσης σημαίνει την αναμονή μιας καταστροφής: οι κοινωνίες της διακινδύνευσης χαρακτηρίζονται από την αναμονή καταστροφών σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι κίνδυνοι αυτοί έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά.

Πρώτον, παγκοσμιότητα (globalisation). Οι κίνδυνοι δηλαδή δεν περιορίζονται σε στενά γεωγραφικά όρια αλλά αφορούν το σύνολο της ανθρωπότητας. Συνέπεια αυτού είναι ότι ο ρόλος του κράτους υποβαθμίζεται και η έννοια της κρατικής πολιτικής αντικαθίσταται απο τον κοσμοπολιτισμό (cosmopolitanism). Το κεφάλαιο έχει παγκόσμιο χαρακτήρα και απειλεί την ύπαρξη του έθνους-κράτους. Ιδιαίτερα τώρα στην εποχή του κορωνοϊού, παρατηρούμε όλο και πιο έντονα ότι οι πολιτικές που ακολουθούνται είναι σχεδόν ίδιες σε όλα τα κράτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το lockdown, με το οποίο αυτό που ουσιαστικά επιτυγχάνεται είναι η καταστροφή των μικρομεσαίων επιχείρησεων σε όλες τις χώρες και η μετάβαση του καπιταλισμού σε ολιγομονοπωλιακή φάση.

Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ο ανυπολόγιστος χαρακτήρας των συνεπειών αυτών των κινδύνων (incalculableness) και η αδυναμία αντιστάθμισής τους (non-compensatibility). Βλέπουμε ότι μια καταστροφή σε ένα σημείο του πλανήτη μπορεί να προκαλέσει προβλήματα σε πολλές άλλες πτυχές του περιβάλλοντος και της κοινωνίας, και ότι πολλοί από τους κινδύνους της σύγχρονης εποχής είναι μη αναστρέψιμοι, όπως για παράδειγμα ο κίνδυνος πυρηνικής καταστροφής.

Τρίτο, η μακρά χρονική διάρκεια υπό την έννοια ότι οι συνέπειες των σύγχρονων κινδύνων δεν μπορούν να προσδιοριστούν χρονικά, και, τέταρτο, η αδυναμία απόδοσης ευθυνών για τη γένεση και τις επιπτώσεις τους.

Ενα άλλο χαρακτηριστικό της κοινωνίας της διακινδύνευσης στο οποίο θα σταθούμε είναι ο υψηλός βαθμός ατομικοποίησης (individualization). Ο Beck την έχει ορίσει ως την αποσύνθεση των βεβαιοτήτων της βιομηχανικής κοινωνίας, καθώς και την ανάγκη εύρεσης νέων βεβαιοτήτων για τον καθένα. Η ατομικοποίηση όμως, έχει παραδόξως και μια άλλη αρνητική πλευρά. Υποβάλλει τους ανθρώπους σε πολύ μεγαλύτερο εξωτερικό έλεγχο σε σύγκριση με το παρελθόν και επίσης σε μεγάλο βαθμό προωθεί την τυποποίηση-ομοιομορφία (standardization), δηλαδή την εξάλειψη των διαφορών μεταξύ των ατόμων. Έτσι, στις καραντίνες, τα άτομα, αν και απομονωμένα, έχουν μετατραπεί σε μαζάνθρωπους δίχως να το καταλάβουν. Η καθήλωση του κάθε ατόμου στο σπίτι του, εχει κάνει πιο έντονη από ποτέ την εμφάνιση του μαζικώς παραγόμενου ερημίτη ως νέα μορφή ανθρώπου. Ανθρώπων πανομοιότυπων αν και απομονωμένων ο ένας από τον άλλο. Kάθε οικονομικό σύστημα συνοδεύεται από μια αντίστοιχη με τις ανάγκες του οργάνωση του ανθρώπινου δυναμικού και μια αντίστοιχη χωροταξία. Έτσι, η σύγχρονη μορφή οργάνωσης της παραγωγής, που θα έχει ως βάση της την απομονωμένη ανθρώπινη μονάδα, στοιβαγμένη στις μοντέρνες αστικές μεγαλουπόλεις -όπως αποδεικνύει η τάση επέκτασης της εργασίας από το σπίτι-, προωθεί με τη σειρά της την περαιτέρω απομόνωση για τη διευκόλυνση των σκοπών της.

Οι άνθρωποι καταναλώνουν πανομοιότυπες ειδήσεις από το Ίντερνετ και την τηλεόραση. Η εκλεκτική παρουσίαση συγκεκριμένων γεγονότων και η σκόπιμη απόκρυψη άλλων σε μαζική κλίμακα έχει ως αποτέλεσμα όλοι να καταναλώνουν σχεδόν το ίδιο “προιόν”, το ίδιο γεγονός, χωρίς να το βιώνουν οι ίδιοι, και να παράγουν μια απόκριση, μια γνώμη, την οποία παρουσιάζουν ως δική τους, προϊόν ελεύθερης κρίσης, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι στην πραγματικότητα, με αυτό τον παθητικό τρόπο, απλά συμβάλλουν στην παραγωγή του μαζοποιημένου ανθρώπου από τον ίδιο τους τον εαυτό. Για να καταφέρει κανείς στις μέρες μας να σχηματίσει μια αυθεντικά δική του γνώμη πρέπει δυστυχώς να ψάξει πολύ μόνος του και να βαδίσει δρόμους πολύ λίγο περπατημένους. Πρέπει να κάνει τη δικιά του επίπονη έρευνα η οποία θα του κοστίσει χρόνο και ενέργεια.

“when a phantom becomes real, reality becomes phantom-like”

Gunther Anders

Τα ειδησεογραφικά site του internet, η τηλεόραση και τα social media, αφού καταφέρουν να μας καταστήσουν παθητικούς δέκτες, μας μεταφέρουν την εικόνα του έξω κόσμου μέσα στο σπίτι. Μέσα από την οθόνη βλέπουμε εικόνες για τον κορωνοϊό από την Ιταλία ή τη Βραζιλία. Με μια αντιστροφή εννοιών, το μακρινό έρχεται κοντά, ενώ το κοντινό γίνεται μακρινό. Δεν γνωρίζουμε πλέον τι γίνεται έξω από το σπίτι μας, ενώ ξέρουμε για την άλλη άκρη του κόσμου. Η πραγματικότητα έχει λοιπόν υποκατασταθεί πλήρως από την εικονική πραγματικότητα. Αντίστοιχα, με μια άλλη αντιστροφή εννοιών, η επιχείρηση εμβολιασμού που στην ουσία συμβάλλει στην καθηλωσή μας στα σπίτια-μοντέρνα κελιά έχει ονομαστεί με έναν οργουελικό τρόπο “Επιχείρηση Ελευθερία”.

“The struggle for definition is veritably the struggle for life itself. In the typical Western two men fight desperately for the possession of a gun that has been thrown to the ground: whoever reaches the weapon first shoots and lives; his adversary is shot and dies. In ordinary life, the struggle is not for guns but for words; whoever first defines the situation is the victor; his adversary, the victim. For example, in the family, husband and wife, mother and child do not get along; who defines whom as troublesome or mentally sick?…[the one] who first seizes the word imposes reality on the other; [the one] who defines thus dominates and lives; and [the one] who is defined is subjugated and may be killed.”

Thomas Szasz

Η καθιέρωση των απογευματινών δελτίων σε καθημερινή βάση έχει ως αποτέλεσμα το μονοπώλιο του λόγου, καθιστώντας τους θεατές-απομονωμένους μαζάνθρωπους απλούς δέκτες, στερημένους από την ικανότητα του λόγου. Όπως λέει και ο Αμερικανός ψυχίατρος Szasz: “Στο ζωικό βασίλειο, ο κανόνας είναι, φάε ή θα σε φάνε. Στο ανθρώπινο βασίλειο, όρισε ή θα σε ορίσουν”. Με αυτό εννοείται το παιχνίδι των εννοιών το οποίο είναι καθοριστικότατο στην εποχή μας. Όποιος κατέχει τις έννοιες και τον ορισμό τους, αυτός έχει και την εξουσία. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι ο πόλεμος που διεξάγεται είναι σε σημαντικό βαθμό πόλεμος λέξεων. Και αυτό διότι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε έχουν σημασία, καθορίζουν τις σκέψεις που κάνουμε. Εκπαιδευτήκαμε σιγά σιγά στις έννοιες “ανοσία της αγέλης”, “κρούσματα”, “ασυμπτωματικοί φορείς”, “απαγόρευση συναθροίσεων”, “άδεια κυκλοφορίας”, “health pass”, και συνηθίσαμε στον τρόπο θέασης της πραγματικότητας μέσα από αυτό το παραμορφωτικό πρίσμα. Όποιος πλέον μιλήσει με άλλο πλαίσιο εννοιών, είναι στην καλύτερη περίπτωση ψεκασμένος αφού διαφωνεί με την συναινετική πραγματικότητα (consensus reality). Έτσι, η πλειονότητα των ανθρώπων που έχουν υπνωτιστεί στην ερμηνεία της πραγματικότητας με το καθεστωτικό μοντέλο, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, λειτουργούν ως θεματοφύλακες και υπερασπιστές της ρητορικής που υιοθέτησε το Κράτος και το Κεφάλαιο σε αυτή τη συγκυρία για να προωθήσουν την ατζέντα τους. Όπως αναφέρει και ο Μαρξ, “στην γραφειοκρατία, η σύμπτωση του κρατικού συμφέροντος και των ιδιαίτερων ατομικών υποθέσεων δομείται με τέτοιο τρόπο ώστε το κρατικό συμφέρον γίνεται μια ιδιαίτερη ατομική υπόθεση πάνω από τις άλλες ατομικές υποθέσεις”.

Βλέπουμε τον κόσμο μόνο μέσα από το σπίτι μας. Τα γεγονότα πλέον έρχονται σε εμάς όπως το βουνό πάει στον Μωάμεθ, δεν πάμε εμείς σε αυτά. Αρκεί κανείς να ανοίξει το δέκτη του και τα γεγονότα που έχουν επιλεχθεί να αντιπροσωπεύουν την “πραγματικότητα” τον περιμένουν ώστε να τα καταναλώσει από το ρόλο του θεατή. Ερχόμαστε έτσι στο παράδοξο συμπέρασμα πως αρκεί να κλείσουμε την πόρτα πίσω μας και να ανοίξουμε την οθόνη προκειμένου να δούμε τον εξωτερικό κόσμο σαν εικόνα, σαν θέαμα, μέσα από τα μάτια “ειδικών” και δημοσιογράφων, ενώ τα πραγματικά μάτια μας είναι αδύναμα να αντιληφθούν την πραγματικότητα όταν βρισκόμαστε “εκεί έξω”.

Όντας σε μια κατάσταση συνεχούς σοκ, όπως περιγράφει η Ναόμι Κλάιν, είμαστε ανίκανοι να αντιδράσουμε σε οτιδήποτε. Με αυτό τον τρόπο, η ζωή στο σύνολό της μοιάζει να έχει παγώσει και ο άνθρωπος ασχολείται με την καθημερινή του επιβίωση, απορροφημένος σε ένα συνεχές και αιώνιο παρόν, μετατρεπόμενος σε άχρονο και ανιστορικό ον.

Με αφορμή το έργο ενός άλλου σπουδαίου φιλοσόφου, του Deleuze, και κυρίως το έργο του “Postscript on the societies of control”[18], μπορούμε να αντλήσουμε κάποιους επιπλέον παραλληλισμούς και συμπεράσματα.

Κατά τον Deleuze, όλα τα περιβάλλοντα εγκλεισμού περνούν κρίση και βρίσκονται στη φάση πλήρους αποδόμησής τους. Η κυριότερη διαφορά των κοινωνιών της πειθάρχησης που αναλύει ο Foucault στο “Επιτήρηση και τιμωρία: Η Γέννηση της φυλακής” από τις κοινωνίες του ελέγχου, είναι ότι αυτός ο έλεγχος πλέον δεν περιορίζεται σε κλειστά περιβάλλοντα, αλλά αφορά και τα ανοιχτά περιβάλλοντα. Ο έλεγχος και η επιτήρηση περνούν πλέον και στο ανοιχτό περιβάλλον και ενσωματώνουν τις τεχνολογικές εξελίξεις των μετανεωτερικών κοινωνιών. Παράλληλα, ο έλεγχος συνιστά ένα συνεχές (Deleuze, 1992). Είναι μια αέναη διαδικασία, που αφορά όλες τις πτυχές της καθημερινότητας και χαρακτηρίζεται από τον «αόρατο» χαρακτήρα της τεχνολογίας.[19]

Στις κοινωνίες του ελέγχου κατά τον Deleuze κυριαρχούν οι κώδικες. Οι κώδικες είναι μια ψηφιακή γλώσσα που εξασφαλίζει -ή όχι- την πρόσβαση σε πληροφορίες. Προκείμενου το υποκείμενο να έχει πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες της καθημερινής ζωής, πρέπει να «πιστοποιεί» την ταυτότητά του, άρα την ύπαρξή του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι πιστωτικές κάρτες, οι διάφοροι κωδικοί πρόσβασης σε ηλεκτρονικές υπηρεσίες κτλ. Πλέον το εμβόλιο με το αντίστοιχο ψηφιακό πιστοποιητικό που θα το συνοδεύει και το γνωστό σε όλους health pass θα λειτουργεί και αυτό με τον ίδιο τρόπο καθώς θα καθορίζει ποιός θα μπορεί να ταξιδεύει, να συμμετέχει σε πολιτιστικές δραστηριότητες, ή και να δουλεύει ακόμα.

Όλοι αναρωτιούνται ποιός μπορεί να κερδίζει από την παρούσα κατάσταση. Οι μεγάλοι ωφελούμενοι από τις καραντίνες λοιπόν είναι ξεκάθαρα το μεγάλο κεφάλαιο που δραστηριοποείται στο διαδικτυακό χώρο καθώς και η Big Pharma. Θα σταθούμε προς το παρόν στους πρώτους κερδισμένους. Με την τεχνολογία των cookies και την ικανότητα διαχείρισης big data, ο απομονωμένος άνθρωπος του σήμερα, μετατρέπεται χωρίς να το αντιλαμβάνεται σε έναν εξατομικευμένο στόχο digital marketing. Γίνεται μια απλή επιθυμητική μηχανή και οι διάφορες εταιρείες αναλαμβάνουν να αποκωδικοποιήσουν τις επιθυμίες του από τα δεδομένα που απλόχερα και δωρεάν τους παρέχουμε. Κάθε σχέση εμπορευματοποιείται μετατρεπόμενη σε κεφάλαιο και αυτό είναι που αποδεικνύουν τα τεράστια κέρδη των εταιρειών social media εν μέσω πανδημίας. Η οποιαδήποτε δραστηριότητα μας, η οποιαδήποτε σχέση μας στον ψηφιακό χώρο κεφαλαιοποιείται και μετατρέπεται σε κέρδος. Μετατρεπόμαστε αθελά μας στον τέλειο καταναλωτή που ζητάει το σύστημα. Μετά την δουλειά επιστρέφουμε στο ελεγχόμενο περιβάλλον του σπιτιού προκειμένου να καταναλώσουμε στο διαδίκτυο, κατά μόνας, τα τυποποιημένα μαζικά προϊόντα που μας πλασάρονται. Καταναλώνουμε εικονικά, συνευρισκόμαστε εικονικά, διαμαρτυρόμαστε εικονικά. Παράλληλα με το δίκτυο του πραγματικού κόσμου, έχει δομηθεί και ένα εικονικό, το οποίο όμως καθορίζει εξίσου, αν όχι παραπάνω, τα πράγματα. Δεν συμμετέχουμε πλέον στον κόσμο αλλά αντίθετα έχουμε χαθεί στην εικόνα, στο θέαμα, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι. Μέσω του μονοπωλίου της παρεχόμενης πληροφορίας, έχουμε φτάσει στο σημείο η δημιουργημένη εικόνα, το θέαμα, να αντικειμενοποιείται και να προσπαθεί να επιβάλλει στην πραγματικότητα το πως πρέπει να είναι, να την αναγκάζει να προσαρμοστεί σε αυτήν και να την αντιγράψει.

Κατάσταση εξαίρεσης

Κοινό στοιχείο της πολιτικής των περισσότερων κρατών το έτος που πέρασε είναι η εγκαθίδρυση κατάστασης εξαίρεσης. Είναι ολοφάνερη στην παρούσα φάση η συγκέντρωση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας από την κυβέρνηση και ταυτόχρονα η απουσία οποιουδήποτε ελέγχου από την δικαστική εξουσία. Και είναι ακριβώς αυτό το στοιχείο το οποίο επέτρεψε να συμβεί τόσο μεγάλη περιστολή των ελευθεριών των πολιτών σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Αλλά ας κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Η έννοια “κατάσταση εξαίρεσης” χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από το Γερμανό φιλόσοφο Carl Schmitt στις αρχές της δεκαετίας του 1920 για να περιγράψει την κατάσταση εκείνη κατά την οποία ο κυρίαρχος υπερβαίνει το νόμο στο όνομα του δημόσιου συμφέροντος. Ο Schmitt είπε οτι κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, άρα η εξουσία του εδράζεται στην εξαίρεση.[20]

Ήδη από τα ρωμαϊκά χρόνια περιγράφεται ο όρος iustitium στο ρωμαϊκό δίκαιο ο οποίος ισοδυναμεί με ανακήρυξη κατάστασης επείγοντος με αφορμή το θάνατο του αυτοκράτορα ή σε περίπτωση εισβολής. Πρώτη επίκληση iustitium έγινε το 465 π.Χ. όταν πανικός κυρίευσε τη Ρώμη λόγω διάδοσης ψευδούς πληροφορίας περί επικείμενης εισβολής από τους Αικούους.[21]

Ο Agamben αναφέρει πως ο όρος ius-titium (δικαιοστάσιο) -που συντίθεται κατ’αναλογίαν ακριβώς προς τον όρο sol-stitium (ηλιοστάσιο)- σημαίνει κυριολεκτικά τη «διακοπή», την «αναστολή του ius, της έννομης τάξης». Οι ρωμαίοι γραμματικοί εξηγούν τον όρο ως εξής: «Όταν ο νόμος φτάνει σε ένα σημείο στάσης, όπως ακριβώς ο ήλιος κατά το ηλιοστάσιό του». Έτσι, το iustitium δεν ήταν τόσο αναστολή στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης, όσο αναστολή του ίδιου του νόμου. Εάν θέλουμε να συλλάβουμε τη φύση και τη δομή της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, θα πρέπει πρώτα να καταλάβουμε την παραδοξότητα αυτού του δικαιικού θεσμού ο οποίος αποσκοπεί απλούστατα στη δημιουργία ενός νομικού κενού, στην κατασκευή ενός χώρου πλήρως απαλλαγμένου από “ius”.[21]

Όμοια με το iustitium της ρωμαϊκής εποχής, σύμφωνα με τον Agamben, το ίδιο παρατηρούμε στο παράδειγμα του Χίτλερ, ο οποίος ευθύς μόλις κατέλαβε την εξουσία, εξέδωσε στις 28 Φεβρουαρίου του 1933 το «Διάταγμα για την προστασία του λαού και του κράτους», με το οποίο ανέστειλε τα άρθρα του Συντάγματος της Βαϊμάρης που αφορούσαν τις ατομικές ελευθερίες. Το διάταγμα δεν ανακλήθηκε ποτέ, με αποτέλεσμα σε όλη τη διάρκεια του Γ΄ Ράιχ, η Γερμανία να τελεί από νομικής άποψης σε κατάσταση εξαίρεσης που διήρκεσε δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Πρέπει εδώ να κάνουμε μια παρένθεση και να επισημάνουμε πως η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης δεν συνεπάγεται τη δημιουργία μιας καινούργιας αρχής, παρά μόνο τη δημιουργία μιας ζώνης ανομίας όπου όλοι οι νομικοί καθορισμοί απενεργοποιούνται. Από αυτή την άποψη, και αντίθετα με τη στερεότυπη αντίληψη, ούτε ο Χίτλερ ούτε ο Μουσολίνι μπορούν τεχνικά να οριστούν ως δικτάτορες. Ο Χίτλερ μάλιστα ήταν καγκελάριος του Ράιχ, διορισμένος νόμιμα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Εκείνο που χαρακτηρίζει το ναζιστικό καθεστώς, και το καθιστά ένα τόσο επικίνδυνο πρότυπο, είναι ότι επέτρεψε τη διατήρηση του Συντάγματος της Βαιμάρης, ενώ, παράλληλα, του προσέθεσε μια δεύτερη και νομικά μη τυποποιημένη δομή, η οποία δεν θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στην πρώτη χωρίς τη συνδρομή μιας γενικευμένης κατάστασης εκτάκτου ανάγκης.[Agamben, 2006]

Βλέπουμε λοιπόν την τάση της εξουσίας να μετατρέπει την κατάσταση εξαίρεσης σε μόνιμη πρακτική διακυβέρνησης. Επειδή μπόρεσαν να συμβούν όλα αυτά στην πράξη, φτάσαμε σήμερα σε μια διάχυση της κατάστασης εξαίρεσης στο επίπεδο του πλανήτη και επομένως δεν χρειάζεται πια να κηρυχθεί επίσημα ως τέτοια. Πρόκειται για ένα είδος ακήρυχτου παγκόσμιου πολέμου, όπου τα κράτη δικαίου αντικαθίστανται από την φυσιοκρατική αντίληψη του κράτους της ασφάλειας (Security State).[22]

Το καθεστώς εξαίρεσης έγινε ο νέος “φυσιολογικός” τρόπος διακυβέρνησης. Ενώ αρχικά χρησιμοποιούνταν ως ένα προσωρινό μέτρο για να αντιμετωπιστεί ένα έκτακτο συμβάν, τελικά αναβαθμίστηκε σε κανόνα και μόνιμη τεχνική διακυβέρνησης και έγινε, μέσω της δύναμης της συνήθειας, αποδεκτό από τους πολίτες. Ακόμα, στην κατάσταση εξαίρεσης δεν μπορεί να υπάρξει καταλογισμός ευθυνών εφόσον όσα γίνονται δεν αντιτίθενται σε κάποιο νομικό πλαίσιο και κατά συνέπεια κανείς δεν είναι υπόλογος για οτιδήποτε.

Την έννοια της κατάστασης εξαίρεσης και του security state την είδαμε στην πλήρη εφαρμογή της στις ΗΠΑ το 2001 όπου o τότε Πρόεδρος Μπους εξέδωσε την περίφημη στρατιωτική διαταγή σύμφωνα με την οποία οι μη-πολίτες (non-citizens) που ήταν ύποπτοι για τρομοκρατική δραστηριότητα υπάγονταν σε ειδική δικαιοδοσία που περιελάμβανε την «αόριστη κράτηση» (indefinite detention) και τα στρατοδικεία. Η Πατριωτική Νομοθετική Πράξη της 26ης Οκτωβρίου 2001 εξουσιοδοτεί τον Γενικό Εισαγγελέα να θέτει υπό κράτηση όποιον αλλοδαπό κρίνεται ύποπτος ότι εκθέτει την εθνική ασφάλεια σε κίνδυνο. Ωστόσο, θα έπρεπε μέσα σε εφτά μέρες ο κρατούμενος αυτός είτε να απελαθεί είτε να του απαγγελθούν κατηγορίες για παραβίαση του μεταναστευτικού νόμου ή για κάποιο άλλο έγκλημα. Η καινοτομία του διατάγματος Μπους ήταν πως απογύμνωνε τα άτομα αυτά από κάθε νομική υπόσταση και παρήγαγε ως εκ τούτου οντότητες τις οποίες ο νόμος δεν μπορούσε να κατονομάσει ή να ταξινομήσει, υποκείμενα που υπάγονται σε μια καθαρή de facto κυριαρχία, αιχμάλωτοι σε μια κατάσταση η οποία εξαιρείται από κάθε έλεγχο.[Αγκαμπεν,2006].

Την περίοδο που περιγράψαμε παραπάνω χρησιμοποιείται η έννοια του “Αόρατου εχθρού” για να δικαιολογήσει τα μέτρα αυτά στις ΗΠΑ καθώς και πλήθος ιμπεριαλιστικών πολέμων που ακολούθησαν έκτοτε στο όνομα της πάταξης της τρομοκρατίας. Με την ίδια ακριβώς λογική παρατηρούμε να ξεδιπλώνεται η ρητορική για τον κορωνοϊό σε παγκόσμιο πλέον επίπεδο.

Ο λόγος στην οικονομία

Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο πολιτικοί στη χώρα μας όσο και άλλου, κάνουν επίκληση της έννοιας του “αόρατου εχθρού” για να δικαιολογήσουν την πολιτική που ακολουθείται. Και τώρα, όπως και τότε, βλέπουμε ότι η ανάγκη του κεφαλαίου για αναδιάρθρωση και νέα “πρωταρχική συσσώρεση” δεν μπορεί παρά να επικαλεστεί την ύπαρξη ένος κινδύνου, ενός επείγοντος, προκειμένου να συνεχίσει να καταδυναστεύει την ολοένα φτωχότερη και ολοένα μεγαλύτερη εργατική μάζα.

Ο Αgamben αναφέρει χαρακτηριστικά: «Θα αφήσουμε να συμβούν καταστροφές, αναταραχές, ή και θα βοηθήσουμε να συμβούν, επειδή αυτό θα μας επιτρέψει να παρέμβουμε και να τις διακυβερνήσουμε προς τη σωστή κατεύθυνση»[κατάσταση εξαίρεσης, 2011]. Αξίζει να σημειωθεί πως στην Αγγλική ιστορία περιγράφονται και καταστάσεις εξαίρεσης που έχουν προσπαθήσει να επηβληθούν με έναν επινοημένο λόγο, και ο όρος για αυτό είναι “fancied emergency”. Παίρνοντας αφορμή από το παραπάνω, θα μπορούσαμε να πούμε λοιπόν πως ακόμα και αν ο κορωνοϊός δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί. Και αυτό διότι εξυπηρετεί την εξέλιξη του καπιταλισμού στην παρούσα φάση του. Είναι γνωστό πως το κεφάλαιο θα κάνει ότι χρειαστεί προκειμένου να συνεχίσει την επέκτασή του. Σε περίοδους κρίσης έχουν περιγραφεί εκτενώς στη βιβλιογραφία περιπτώσεις όπου το κεφάλαιο προβαίνει σε πολέμους και καταστροφή κεφαλαίου δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για αναδιανομή του πλούτου.

Οπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι μεγάλοι κερδισμένοι της κρίσης είναι η φαρμακοβιομηχανία και οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο. “Στα 11,4 τρισ. δολάρια εκτοξεύτηκε η περιουσία των πιο πλούσιων ανθρώπων του πλανήτη μέσα στο 2020, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 20% σε σχέση με το 2019, με τον κλάδο των Big Tech και του Διαδικτύου, όπως είναι ο Τζεφ Μπέζος (Amazon), ο Μπιλ Γκέιτς (Microsoft), ο Λάρι Πέιτζ (Google), o Λάρι Έλισον (Oracle) και ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ (Facebook) να αποτελούν τους μεγάλους κερδισμένους”.[23] Η πανδημία του κορωνοϊού στην ουσία αποτέλεσε τον καταλύτη που επιτάχυνε τους μετασχηματισμούς που θα συνέβαιναν ούτως ή άλλως στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού. Η οικειοποίηση και ο έλεγχος του ιστορικού χρόνου από τις κυβερνήσεις μέσω του ορισμού και της διαίρεσής του σε “κρίσιμες εβδομάδες” και “κρίσιμους μήνες” αποτελεί το έδαφος πάνω στο οποίο δικαιολογούνται οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού. Η αναδιάρθρωση αυτή περιλαμβάνει ακόμα μεγαλύτερη μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής, μαζική καταστροφή κεφαλαίου και ακραία φτωχοποίηση πληθυσμών. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά – δηλαδή η ανάδειξη ολιγάριθμων κολοσσών που υπερβαίνουν σε δύναμη τα περισσότερα κράτη και είναι σε θέση να κάνουν συμφωνίες μαζί τους, η καθήλωση τεράστιου ποσοστού του πληθυσμού σε ένα κατώτατο επίπεδο επιβίωσης, η όλο και μικρότερη κινητικότητα και δυνατότητα μετάβασης από τη μια τάξη στην άλλη σαν να επρόκειτο για κλειστές κάστες και η μετάβαση του μεγαλύτερου ποσοστού της εργασίας σε επίπεδο παροχής υπηρεσιών– συντείνουν στην άποψη ότι ο καπιταλισμός μεταπίπτει σε ένα νεοφεουδαρχικό μοντέλο οργάνωσης, γεγονός που έχει παρατηρηθεί από αναλυτές εδώ και αρκετά χρόνια.

Το πέρασμα μεγαλύτερου μέρους της αγοράς στη διαδικτυακή σφαίρα και η επιτηδευμένη συνέχιση περαιτέρω lockdown στόχο έχουν να εξαφανίσουν όλες τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και όσες δεν καταφέρουν να ακολουθήσουν την τεχνολογική εξέλιξη, ενώ θα επιβιώσουν μόνο οι μεγαλύτερες σε κάθε κλάδο. Ταυτόχρονα, η ανεργία θα αυξηθεί ακόμα παραπάνω και σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού θα βασίζεται για την επιβίωσή του στα πενιχρά επιδόματα που θα παρέχει το κράτος. Στο σημείο αυτό ας κάνουμε μια παρένθεση για όσους απόρησαν με την διατύπωση “επιτηδευμένη συνέχιση περαιτέρω lockdown”. Εχουν δηλαδή τα lockdown οικονομική σκοπιμότητα? Θέση αυτού του κειμένου είναι λοιπόν πως τα lockdown έχουν ξεκάθαρη οικονομική σκοπιμότητα στο πλαίσιο του οικονομικού πολέμου που διεξάγεται την εποχή που μιλάμε. ´Ισως μόνο το πρώτο να είχε κάποια υγειονομική σημασία με την έννοια του ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός ίσως αντιμετώπιζε κάτι πρωτόγνωρο. Δεν αποτελούν επίθεση κατά του ιού, αλλά, αντίθετα, επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου κατά των μικρομεσαίων, κυρίως, με αποτέλεσμα την εξαθλίωσή τους. Αυτό φαίνεται και από τους όλο και πιο ακραίους, αυθαίρετους περιορισμούς του ωραρίου κυκλοφορίας, που ουδεμία επιστημονική βάση έχουν.

Για όσους θέλουν να διαβάσουν παραπάνω για την αναγκαιότητα των lockdown από υγειονομικής άποψης, ας ανατρέξουν στις σημειώσεις που παρατίθενται, ξεκινώντας από τη σκανδαλώδη αποτυχία και αστοχία του περίφημου εκθετικού μοντέλου του Niel Ferguson που αποτέλεσε και αποτελεί ακόμα το επιχείρημα υπέρ lockdown, μέχρι αναλύσεις που αναδεικνύουν το ελάχιστο όφελος που προσφέρουν στην αντιμετώπιση της εξάπλωσης του ιού.[24][25][26][27]

Tι κάνουμε τώρα

Βρισκόμαστε λοιπόν εδώ και ένα χρόνο θεατές του κόσμου που καταρρέει μπροστά στα μάτια μας. Βομδαρδιζόμενοι καθημερινά από καινούργια μέτρα και καινούργιες οδηγίες, βρίσκουμε τους εαυτούς μας να είμαστε σαστισμένοι, σε κατάσταση σοκ ακόμα δυστυχώς. Αυτός είναι ο τρόπος της προπαγάνδας να κρατάει την προσοχή του απομονωμένου ακροατή αποσπασμένη από τα πραγματικά του προβλήματα, δέσμιος σε ένα άχρονο παρόν χωρίς μέλλον, χωρίς σκοπό. Η απλή βιολογική επιβίωση έχει γίνει αυτοσκοπός και χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την καθήλωση των μαζών. Οτιδήποτε παραπάνω, όπως η δημόσια παιδεία που σταδιακά καταστρέφεται ολοσχερώς, η καλλιέργεια, η συνεύρεση των ανθρώπων, καταλήγουν να θεωρούνται πολυτέλεια και να αποτελούν εικόνα από το παρελθόν. Οι περισσότεροι επιλέγουν το δρόμο της υπομονής και της παθητικότητας. Προκειμένου να αποφύγουν την πιθανότητα του τέλους της ζωής, όσο μικρή και αν είναι αυτή στην πραγματικότητα, είναι διατεθειμένοι να ζήσουν έναν τρόμο χωρίς τέλος. Χωρίς να θέλουμε να το κατακρίνουμε, είναι και αυτό ένας τρόπος άμυνας, ένας προστατευτικός μηχανισμός απέναντι στον κίνδυνο, κατά τον οποίο το άτομο ευελπιστεί “να περάσει και αυτό με τον καιρό”. Όχι χωρίς αντίτιμο βέβαια. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος παραμένει παθητικός και δεν παίρνει τη ζωή του στα χέρια του, αντιλαμβανόμενος ότι η ζοφερή κατάσταση την οποία ζει γίνεται κάτι μόνιμο, αρχίζει σταδιακά να βυθίζεται σε μια κατάσταση ύπαρξης η οποία χαρακτηρίζεται από μονοτονία, ελλειψη κατεύθυνσης, αίσθηση αναξιότητας κτλ. Αυτά οδηγούν με τη σειρά τους σε καταθλιπτική συμπτωματολογία και απάθεια, που τόσο συχνά παρατηρούμε με αυξημένη συχνότητα γύρω μας. Όταν μάλιστα οι υποσχέσεις για την πολυπόθητη “επιστροφή στην κανονικότητα” αποδεικνύονται κάλπικες, όλα τα παραπάνω εντείνονται κατά πολύ.

Αντί όμως να περιμένουμε “να περάσει από πάνω μας” αυτή η κατάσταση, υπάρχει και μια άλλη οδός. Αυτή του ενεργητικού αγώνα, όποιο πόστο και αν κατέχει κανείς. Σε μια εποχή που δαιμονοποιεί κάθε κοινωνική επαφή και προσπαθεί να μας κάνει να συνηθίσουμε σε μια δυστοπική κοινωνία εφαρμόζοντας μεθόδους που θα ζήλευαν οι θιασώτες του Pavlov, οφείλουμε να αντιπροτάσσουμε καθημερινά τις αρετές της ελευθερίας, της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς, της αυθόρμητης επαφής με τους συνανθρώπους μας. Οφείλουμε επίσης να κλείσουμε τα Μέσα Μαζικής Αποβλάκωσης και να αντικρύσουμε τη ζωή μας όπως πραγματικά είναι, να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτές οι απαγορεύσεις και αυτά τα μέτρα ήρθαν για να μείνουν, ότι αυτή θα είναι η νέα κανονικότητα που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να επιβάλλει τον εαυτό της. Οφείλουμε να πάρουμε πίσω το Λόγο που μας έχει στερηθεί και να διαδώσουμε τις δικές μας αλήθειες, τις δικές μας οπτικές, τις δικές μας αναλύσεις, σπάζοντας το καθεστώς του φόβου. Γιατί μόλις αρχίσει η υποχώρηση του φόβου, θα αρχίσει η κατάρρευσή της ρητορικής τους. Ας γίνουμε λοιπόν ο καθένας από τη θέση του καταλύτης αυτής της διαδικασίας.

Και μιας και έχουμε πόλεμο, ας κλείσουμε με ένα απόφθεγμα του Sun Tzu από την “Τέχνη του πολέμου”.

“Αν ξέρεις τον εχθρό και γνωρίζεις τον εαυτό σου, δεν χρειάζεται να φοβάσαι για το αποτέλεσμα εκατό μαχών.”

Σημειώσεις

1)Agamben G. (2020). Η επιδημία και η πολιτική. Εκδόσεις Παρέγκλισις

2)Agamben G. (2020). Μόλυνση, επιδημία, κατάσταση εξαίρεσης. Εκδόσεις Παρέγκλισις

3)Department of Physics and Technology, UiT The Artic University of Norway(2020). PCR positives: what do they mean? https://www.cebm.net/covid-19/pcr-positives-what-do-they-mean/

4)Public Health Ontario (2020). An Overview of Cycle Threshold Values and their Role in SARS-CoV-2 Real-Time PCR Test Interpretation. https://www.publichealthontario.ca/-/media/documents/ncov/main/2020/09/cycle-threshold-values-sars-cov2-pcr.pdf?la=en

5)Wen Shi Lee, Adam K. Wheatley, Stephen J. Kent & Brandon J. DeKosky (2020) Antibody-dependent enhancement and SARS-CoV-2 vaccines and therapies. https://www.nature.com/articles/s41564-020-00789-5

6)Corrigan D.(2020). Is a Coronavirus Vaccine a Ticking TimeBomb? https://sciencewithdrdoug.com/2020/08/01/is-a-coronavirus-vaccine-a-ticking-time-bomb/

7)Corrigan D.(2020). Will an RNA Vaccine Permanently Alter My DNA? https://sciencewithdrdoug.com/2020/11/27/will-an-rna-vaccine-permanently-alter-my-dna/

8)Gaslighting. https://en.wikipedia.org/wiki/Gaslighting

9)Are Face Masks Effective? The Evidence. https://swprs.org/covid-masks-review/

10)United States Holocaust Memorial Museum. Classification System in Nazi Concentration Camps.

https://encyclopedia.ushmm.org/content/en/article/classification-system-in-nazi-concentration-camps

11)Sandra Maria Pfister (2020). Theorising – The Social Definition of the Corona Pandemic. https://www.europeansociologist.org/issue-45-pandemic-impossibilities-vol-1/theorising-social-definition-corona-pandemic

12)Strong, P. 1990. Epidemic psychology. A model. Sociology of Health & Illness

13)Aktion T4. https://en.wikipedia.org/wiki/Aktion_T4

14)Murray A. (2020). Coronavirus: Denmark shaken by cull of millions of mink

https://www.bbc.com/news/world-europe-54890229

15)Beck, Ulrich (1986). Risikogesellschaft – Auf dem Weg in eine andere Moderne

16)Beck, Ulrich (1992) Risk Society: Towards a New Modernity. London: Sage

17)Δημούλης Δ. Κοινωνία της διακινδύνευσης», ανθρώπινα δικαιώματα και πολιτική. Περιοδικό Θέσεις, Τεύχος 55, περίοδος: Απρίλιος – Ιούνιος 1996

18)Deleuze G. (1990). Postscript on the Societies of Control. https://theanarchistlibrary.org/library/gilles-deleuze-postscript-on-the-societies-of-control

19)Οι κοινωνίες της διακινδύνευσης και οι κοινωνίες του ελέγχου: Πόσο επίκαιροι είναι ο U. Beck και ο G. Deleuze?

https://thesafiablog.com/2020/05/27/societyofbeckdeleuze/

20)Carl Schmitt (1922), Politische Theologie. Vier Kapitel zur Lehre von der Souveränität

21)Agamben G. (2006). Κατάσταση εξαίρεσης. Εκδόσεις Πατάκη

22) Τσίρος Ν.(2016). Η έννοια της κατάστασης εξαίρεσης στο έργο του Giorgio Agamben: Μια κριτική αποτίμηση. Τεύχος 137 http://www.theseis.com/index.php?οption=com_content&task=view&id=1354&Itemid=29

23)Τα πλούτη τους είναι το αίμα μας. (20/12/20) https://www.facebook.com/efodosstonourano/

24)‘Professor Lockdown’ Modeler Resigns in Disgrace(2020). https://www.nationalreview.com/corner/professor-lockdown-modeler-resigns-in-disgrace/

25)The myth that lockdowns stop pandemics (2020) https://www.realclearpolitics.com/articles/2020/08/07/the_myth_that_lockdowns_stop_pandemics_143899.html

26)John Ioannidis – “lockdown is a nuclear weapon that destroys everything”

27)Ελληνικό Εθνικό Lockdown No2 και SARS-CoV2 / Covid 2019

Για οποιαδήποτε επικοινωνία, enso_000@protonmail.com

Πηγή: athensindymedia

Τεχνολογία, δυστοπία, κυριαρχία: Ο ορίζοντας της μελαγχολίας

Το διάστημα 2001 – 2003, εκδόθηκαν στις ΗΠΑ οι πρώτες αναφορές του ινστιτούτου WTEC, στο Arlington, με θέμα τη σύγκλιση των νέων τεχνολογιών[1], στις οποίες πληθώρα ακαδημαϊκών από διάφορες ειδικότητες είχαν κληθεί να τοποθετηθούν πάνω στις νέες κατευθύνσεις της τεχνολογίας, εκείνες που θα καθόριζαν τα επόμενα στάδια ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και άρα θα κατέδειχναν τις νέες κατευθύνσεις της βιομηχανίας και της έρευνας. Δύο άλλες παρόμοιες αναφορές με την ίδια θεματική δόθηκαν στη δημοσιότητα μέχρι το 2003. Και στις τρεις, τα συμπεράσματα κατέληγαν εμφατικά σε τέσσερις κύριους άξονες ανάπτυξης για το μέλλον, με το κωδικό αρκτικόλεξο NBIC, δηλαδή Nano-Bio-Info-Cogno, που σήμαινε ότι το κέντρο βάρους μιας επερχόμενης τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης θα δινόταν στους κλάδους της Νανοτεχνολογίας, της Βιοτεχνολογίας, της Πληροφορικής και των Γνωσιακών Επιστημών. Μάλιστα, από τον τίτλο των πρώτων αυτών αναφορών, οι άξονες αυτοί διαφημίζονται με τη μορφή πολλαπλασιαστών ισχύος των ανθρώπινων όντων. Σε αυτό το θέμα έχουν αφιερωθεί από τότε μια σειρά από ανάλογες εκθέσεις ειδικών σε διάφορες κατευθύνσεις [2], [3]

Με έκπληξη διαπίστωνε κανείς ότι ένας μικρός τότε αριθμός συμμετεχόντων δεχόταν ότι για τη συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας της βιομηχανίας, που θα στηνόταν πάνω σε παρόμοιους άξονες, θα έπρεπε να γίνει, σταδιακά, αποδεκτός ένας βαθμός παρεμβατικότητας και, ίσως, «μεταλλαξιμότητας» της ανθρώπινης φύσης. Αυτή η νεοεισαγόμενη ανάγκη ελαστικοποίησης του ορισμού του ανθρώπινου θα μπορούσε, εκ πρώτης όψης, να θεωρηθεί μια ακόμη υπερβολή ενός νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στον οποίο κυριάρχησε η οικονομική σφαίρα, και στον οποίον άλλες υπερβολές είχαν ήδη εισαχθεί από πολύ νωρίτερα με χαρακτηριστικότερο, ίσως, παράδειγμα την κατάψυξη ανθρώπων η ακόμη και κεφαλιών τεθνεώντων, με την προσδοκία μιας μελλοντικής ανάστασης λόγω προόδων της ιατρικής. Παρόμοια, οι ρίζες του λεγόμενου Διανθρωπιστικού (transhuman) κινήματος, επίσης θα μπορούσαν να αναζητηθούν πολύ πιο πίσω, ακόμη και στην υπεραισιόδοξη πρόσληψη της τεχνικής προόδου των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, κάτι που τίμησε δεόντως τόσο η ε. φ., όσο και το Χόλυγουντ. Μόνο περί τις δύο τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα αρχίζει να εμφανίζεται παράλληλα μια πιο απαισιόδοξη οπτική όσον αφορά τους πιθανούς κινδύνους και γενικότερα το πρόβλημα της ύβρεως και των ορίων της ανάπτυξης, κυρίως με την άνοδο των οικολογικών κινημάτων. Χαρακτηριστικότερα, ίσως, παραδείγματα αποτέλεσαν οι κινηματογραφικές παραγωγές τύπου ‘Alien‘ και ‘The Thing’, στη σημειολογία των οποίων υποκρύπτεται σαφέστατα η απειλή των ανεξέλεγκτων μεταλλάξεων.

Παρ’ όλες αυτές τις πρώιμες μορφές αμφιταλάντευσης, είτε προς θετικές είτε προς αρνητικές όψεις της προηγμένης τεχνολογίας, η πραγματική κατανόηση του εύρους και του βάθους των αλλαγών που υπονοούνται πίσω από το πλαίσιο των NBIC συνολικά, είναι πολύ μεγαλύτερη από ότι έχουμε γνωρίσει μέχρι τώρα. Μια χοντρική εικόνα μπορεί να δοθεί με την παρακάτω απαρίθμηση δυνατοτήτων:

  • Η συστηματική καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και η απόλυτη εξάρτηση των πολιτών από την τεχνολογία για την επιβίωση τους.
  • Η επικειμένη διείσδυση των ρομποτικών και άλλων αυτοματισμών στην καθημερινή ζωή και η πιθανότητα μερικής συγχώνευσης τους με το ανθρώπινο σώμα (ένωση Ανθρώπου – Μηχανής).
  • Ο γονιδιακός ανασχεδιασμός των ζώντων οργανισμών και η δυνατότητα δημιουργίας νέων μορφών τεχνητής ζωής όπως και κατώτερων όντων – σκλάβων.
  • Η δυνατότητα πλήρους αποκωδικοποίησης των νευρωνικών διαδικασιών και των εγκεφαλικών σημάτων και η μηχανική ανάγνωση της σκέψης.
  • Η δημιουργία Τεχνητής Νοημοσύνης με ικανότητες που ξεπερνούν τις ανθρώπινες σε ορισμένους τομείς και η σταδιακή διείσδυση τους σε παραγωγικές και εμπορικές δραστηριότητες.

Aξίζει, ίσως, τον κόπο να παραθέσουμε, εδώ, μια παράδοξη συνήχηση με προηγούμενες ιστορικές περιόδους λόγω της ευθύτητας της, που μπορεί να βρει κανείς διαβάζοντας αποσπάσματα από τις σημειώσεις του Friedrich Kellner[4], ενός σοσιαλδημοκράτη ο οποίος παρέμεινε στη Γερμανία καθ’ όλη τη διάρκεια του Ναζιστικού καθεστώτος – από το 1932 έως το 1945 – καταγράφοντας όλα όσα μπορούσε να δει. Χαρακτηριστικά, μάλιστα, ανέφερε ότι έβλεπε στους δρόμους της Γερμανίας «μια μίξη του οργανικού με το μηχανικό». Μια τέτοια φράση ακούγεται, σήμερα, παράταιρα επίκαιρη αν και οι ερμηνείες μπορεί να ποικίλλουν. Σίγουρα μπορεί κανείς να δει εδώ ταυτόχρονα το περιβόητο «βήμα της χήνας», όπως και έναν έμμεσο θρίαμβο του Φουτουρισμού ενός Marinetti. Μπορεί όμως κάλλιστα να εννοηθεί και σαν προειδοποίηση για την πιθανότητα επαναφοράς αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης πίσω από μια τέτοια μίξη.

Παράλληλα, παρατηρούμε τις τελευταίες δεκαετίες την ανάδυση μιας φιλοσοφίας του Μετα-ανθρωπισμού (post-humanism) ως κριτική του Διανθρωπισμού, η οποία, με τη σειρά της, ανάγεται στο μνημειώδες έργο του Gunter Anders, «Η Απαρχαίωση του Ανθρώπου»[5], ενός από τους τελευταίους επιγόνους της Σχολής της Φρανκφούρτης, κριτικός συνεχιστής του αρχικού έργου των Spengler και Heidegger πάνω στη φιλοσοφία της τεχνικής. Πρόκειται για ένα έργο που παρέμεινε για πολύ καιρό αμετάφραστο και άγνωστο στο ευρύ κοινό, ακόμη και το αγγλόφωνο. Από την αποσπασματική ανάγνωση του έργου του Anders, μας προσφέρεται ένα σημαντικό εργαλείο για την κατανόηση ενός πολυσύνθετου συνόλου δυνατοτήτων. Θορυβημένος από τις συνέπειες των πυρηνικών βομβαρδισμών στο τέλος του Β΄ΠΠ, ο Anders παραθέτει την κρίση του σχετικά με την έλλειψη φαντασίας των μαζών, αλλά και των ιθυνόντων, ως μέτρο πρόνοιας και φρόνησης. Ουσιαστικά, μας ζητά να αντιπαραθέτουμε σε κάθε νέα μορφή «βιασύνης» και ανέμελης υιοθέτησης κάθε υπερτεχνολογικού νεωτερισμού, μια απόπειρα προέκτασης της στις πιθανές ακραίες συνέπειες της προκειμένου να είμαστε σε θέση να διαγνώσουμε και τους αντίστοιχους κινδύνους, ιδίως όταν αυτή συναντάται με άλλους νεωτερισμούς που οδηγούν σε ριζικές παρεμβάσεις πάνω στην ανθρώπινη φύση. Αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο και ένα αντίδοτο στη δύναμη και τον λαϊκισμό κάθε μορφής διαφήμισης ή προπαγάνδας, ιδίως όταν βασίζονται στην προώθηση κάθε είδους «διευκόλυνσης».

Η συνδρομή του Άντερς είναι κεφαλαιώδης στο ότι νοηματοδοτεί τα ερωτήματα περί των πιθανών ορίων που θα έπρεπε ίσως να τεθούν, ταυτόχρονα όμως επισημαίνει και μια εκδοχή της αλλοτρίωσης πολύ γενικότερη από τον αρχικό φετιχισμό του εμπορεύματος που συναντάμε στον πρώιμο Μάρξ, μια εκδοχή που εκλαμβάνει τη μορφή ενός Προμηθεϊκού άγους, μιας αντιστροφής των εννοιών όπου το αντίγραφο αποκαλύπτεται τελειότερο από το πρωτότυπο στήνοντας έναν μηχανισμό διαρκούς εξιδανίκευσης. Για παράδειγμα, αν μας είναι εύκολο να σκεφτούμε την πιθανή απαγόρευση των πυρηνικών όπλων λόγω του προφανούς κινδύνου, πόσο εύκολο θα ήταν να σκεφτούμε τον κίνδυνο ενός μελλοντικού βιολογικού ή έστω, ψυχολογικού εκφυλισμού εξαιτίας συγκεκριμένων στρεβλώσεων στην ανατροφή νεαρών ατόμων μέσω της τεχνολογίας, στρεβλώσεων οι οποίες μπορεί να περιέχονται ήδη σε αρχικές επιλογές των σχεδιαστών της;

Ο προφητικός λόγος του Anders, υπερβαίνει, κατά τη γνώμη μας, σε εύρος και βάθος πολλά άλλα έργα τα οποία, καλώς η κακώς, εμφανίστηκαν ως αντιπολιτευτικά ευαγγέλια γενικής χρήσης, όπως για παράδειγμα «Η Κοινωνία του Θεάματος» του Guy Debor, χωρίς με αυτό να θέλουμε να μειώσουμε τη σημασία του τελευταίου για τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή που παρουσιάστηκε. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να ανατρέξουμε στο έργο του ίδιου του ύστερου Χάιντεγκερ όσον αφορά το άγχος της υπέρβασης του ανθρώπινου όντος όταν ό ίδιος αναφέρεται στην τεχνολογία ως εγκιβωτισμό μέσα σε ένα πλαίσιο-καλούπι (Gestell)[6], σε ένα οικοδόμημα δηλαδή του οποίου αρχίζει να αποτελεί άλλο ένα μέρος αντί για μια ολότητα, θέτοντας έτσι σε αμφισβήτηση ακόμη και τις αρχαιο-ελληνικές απαρχές της φιλοσοφίας ως ερωτήματος περί του τι είναι ο άνθρωπος. Αν μάλιστα, υιοθετήσουμε μια από τις πρωτογενείς αντιλήψεις της ψυχανάλυσης ότι ήδη η γλώσσα είναι μια απόσπαση του ανθρώπου από την φυσικότητα, τότε η διαμόρφωση και υπερμεγέθυνση του τεχνολογικού κελύφους μπορεί να διαβαστεί συνολικά σα μια διαδρομή προς το αφύσικο, η οποία και παροξύνεται πλέον, αφ’ ης στιγμής η προβληματική γύρω από τα NBIC άρχεται κατευθείαν από τη δυνατότητα παρέμβασης στο ανθρώπινο σώμα ως τελευταίο προπύργιο μιας αδέσποτης φύσης.

Είναι στα παραπάνω πλαίσια όπου ανακαλύπτει κανείς ότι το ερώτημα για την ανάγκη ελαστικοποίησης των ορίων του ανθρώπινου κόσμου δεν είναι καθόλου αθώο, ειδικά σε μια εποχή κατά την οποία η δύναμη της τεχνικής βαίνει πλέον εκθετικά αυξανόμενη, τόσο ως προς τα αποτελέσματα, όσο και ως προς την περιπλοκότητα. Επιπλέον, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψιν ότι αυτό δε συμβαίνει σε μια οποιαδήποτε ιστορική και γεωπολιτική συγκυρία, αλλά σχεδόν αμέσως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, με την είσοδο σε έναν πολυπολικό κόσμο γεμάτο αστάθειες και αβεβαιότητα. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος ακόμη και για τις κυβερνώσες ελίτ, θα πρέπει να αντιπαραθέσουμε στα συνέδρια των τεχνικών, ένα άλλο που έλαβε χώρα το 1995 υπό την αιγίδα του ίδιου του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και πεντακόσιους συμμετέχοντες από τις πολιτικές ηγεσίες, ακαδημίες και εταιρίες όλων των ηπείρων, αφιερωμένο στο πρόβλημα της διακυβερνησιμότητας[7]. Η προβληματική αυτή προέρχεται από μια ορισμένη ανάγνωση ενός οικονομικού μοντέλου του Παρέτο, το οποίο προβλέπει, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ένα μοντέλο ανάπτυξης 20:80, δηλαδή, με απλά λόγια, ένα κολοσσιαίο περίσσευμα – περί τα 80% του παγκόσμιου πληθυσμού σε παραγωγική ηλικία, του οποίου η εργασία δεν θα απαιτείται για την ανάπτυξη της οικονομίας. Χαρακτηριστικά, ο πολύς Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκυ λέγεται ότι ήταν ο εισηγητής της λύσης με το όνομα “tittytainment”, και του οποίου το μάλλον χυδαίο, κυριολεκτικά, περιεχόμενο αναφέρεται όχι απλά σε άρτο και θεάματα, αλλά σε μια προσκόλληση ανάλογη με εκείνη του νεογέννητου στον μαστό, και εν πολλοίς, βρίσκεται σε ευθεία αναλογία με τις εξαρτησιογόνες μορφές τεχνολογίας έξυπνων κινητών και το φαινόμενο των προσκολλημένων χρηστών που βλέπουμε τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθούν και ορισμένες λιγότερο προφανείς συνιστώσες πέραν της αυστηρά οικονομικής σφαίρας, οι οποίες υποδεικνύουν ότι τόσο οι κυβερνώσες ελίτ, όσο και οι συνεπικουρούντες επιχειρηματικοί κύκλοι, πιθανόν να ενεργούν υπό το καθεστώς πιέσεων ανήκουστων για προηγούμενες εποχές. Τέτοιοι κίνδυνοι απορρέουν από την υπερεκμετάλλευση και εξάντληση πόρων και πρώτων υλών (πχ: έχουμε ήδη περάσει την εποχή του “Peak Oil”) όπως και την πιθανότητα πραγματοποίησης των απειλών από μια τελική υπερθέρμανση του πλανήτη. Σημειωτέον ότι εδώ δεν παίρνουμε θέση υπέρ ή κατά οποιασδήποτε τοποθέτησης, αλλά μελετούμε μόνο το πλαίσιο στο οποίο πιθανά λαμβάνονται αποφάσεις από κύκλους διακυβέρνησης με πληρέστερη πληροφόρηση από εκείνη του μέσου ανθρώπου. Συν αυτώ, πρέπει να τονιστεί κάτι που συζητείται επιμελώς λιγότερο, τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τους κύκλους των διανοουμένων. Εδώ και καιρό, μια μερίδα βιολόγων και ζωολόγων επιμένουν ότι οι παρατηρήσεις τους συνηγορούν στο ότι το σύνολο της πανίδας και χλωρίδας του πλανήτη παρουσιάζουν συμπτώματα τα οποία συνάδουν με το φαινόμενο που αποκλήθηκε «Μαζικός Αφανισμός» (Extinction Level Event)[8], και του οποίου έχουν προηγηθεί άλλα πέντε παρόμοια συμβάντα όπως γνωρίζουμε από τη μελέτη γεωλογικών στρωμάτων και άλλες έρευνες. Δεν είναι, όμως, καθόλου ξεκάθαροι οι λόγοι για τέτοιας κλίμακας φαινόμενα, δεδομένου ότι υπήρξαν παρόμοια πολύ πριν την εμφάνιση του ανθρώπου και δεν οφείλονταν όλα σε κοσμικά ατυχήματα – όπως οι πτώσεις αστεροειδών.

Τα παραπάνω, όπως και η τρέχουσα πανδημία του COVID-19 επίσης, συνηγορούν σε μια πιθανή ολίσθηση σε λιγότερο δημοκρατικές μορφές διακυβέρνησης με το λιγότερο η περισσότερο προσχηματικό αίτιο μελλοντικών κατaστάσεων έκτακτης ανάγκης. Η αύξηση των τεχνικών δυνατοτήτων συμπληρώνεται στο νέο αιώνα και από μια σειρά από παράπλευρες φυγόκεντρες τάσεις εκτός του νεωτερικού αστικού κράτους, με τη σταδιακή επανεμφάνιση προ-νεωτερικών θεσμών, ανανεωμένων και ξαναγεννημένων στην κολυμβήθρα των νέων τεχνολογιών. Ανάμεσα σε άλλα, παρατηρούμε την ισχυρή επάνοδο της μισθοφορίας στα τελευταία πολεμικά μέτωπα του νέου αιώνα, αλλά και τη διαρκώς αυξανόμενη αστυφιλία που οδηγεί πλέον την καμπύλη του αστικού πληθυσμού στο να υπερβαίνει οριακά εκείνη του αγροτικού, οδηγώντας στη δημιουργία μεγα-πόλεων και τη σταδιακή παράδοση της γης σε μεγάλα εταιρικά σχήματα βιομηχανοποιημένης γεωργίας. Φτάνουμε, δε, στο σημείο να συζητείται ακόμη και η επαναφορά του θεσμού των πόλεων-κρατών[9] όπως και τα σχέδια για την δημιουργία θαλάσσιων πόλεων σε περιοχές διεθνών υδάτων[10], ιδανικό σημείο συνάντησης εξωθεσμικών και ανεξέλεγκτων κύκλων της βιομηχανίας και του διεθνούς κεφαλαίου.

Το 2007, ο γράφων δημοσίευσε μια πρώτη συγκεντρωτική ανάλυση των συμπερασμάτων γύρω από αυτήν τη μοιραία συνάντηση τεχνικής και μορφών διακυβέρνησης [11], επιλέγοντας τον όρο «Τεχνοφεουδαρχία», σαν ένα νεολογισμό προκειμένου να τονιστεί η δεύρυνση ενός αριθμού χασμάτων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν δυνητικά σε ανατίναξη όλων των πλαισίων και των αναφορών που συγκρότησαν την αστική, νεωτερική κοινωνία, όπως ιστορικά τουλάχιστον καθιερώθηκε μετά τις δύο μεγάλες επαναστάσεις, των ΗΠΑ και της Γαλλίας στα τέλη του 18ου αιώνα, χωρίς ταυτόχρονα αυτό να σηματοδοτεί την πραγμάτωση κάποιου ουτοπικού η έστω αμεσο-δημοκρατικού οράματος. Αν και η εργασία αυτή κυκλοφόρησε μόνο στα Ελληνικά, την τελευταία δεκαετία παρατηρήθηκε μια ευθεία αύξηση στη χρήση ενός ανάλογου όρου στον αγγλόφωνο κόσμο, όπως μια απλή διαδικτυακή αναζήτηση μπορεί να δείξει. Μάλιστα, μόλις το 2020, κυκλοφόρησε στη γαλλική, βιβλίο με ακριβώς τον ίδιο τίτλο από τον Cedric Durand [12] και στο οποίο αναλύεται πλέον με πιο αυστηρά, οικονομο-τεχνικά κυρίως κριτήρια, η ραγδαία αύξηση υπερεθνικών «ψηφιακών» μονοπωλίων με αρπακτικά χαρακτηριστικά, βασιζόμενων στην εκμετάλλευση των χρηστών ως μιας νέας μορφής εξαρτημένων «δουλοπάροικων», των οποίων η πραγματική εργασία είναι η παραγωγή προσωπικών πληροφοριών για το «άλεσμα» τους από τους αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης. Επιπλέον, τονίζεται ο εξαναγκασμός των κρατών σε συνεργασία, και η αποκόμιση έμμεσης πολιτικής ισχύος που αρχίζει να φαίνεται με την υπόθεση φίμωσης διαφόρων, περισσότερο η λιγότερο περιθωριακών απόψεων από τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Τόσο στην αρχική εργασία του 2007 όσο και στην τωρινή ανάγνωση της, ένα από τα κύρια ζητήματα που τίθενται αφορά την πιθανότητα επανεμφάνισης είτε αρχαϊκών, προ-δημοκρατικών, είτε νέων αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης και διεύθυνσης συναρμοσμένων με ορισμένες μορφές και κατευθύνσεις που μπορούν να λάβουν εξαιρετικά προηγμένες τεχνολογίες. Ένα τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να τεθεί συνολικά χωρίς μια κριτική θεωρία της τεχνικής η οποία απαιτεί ένα ολόκληρο ξεχωριστό κεφάλαιο, αλλά μπορεί να συνοψισθεί, για την ώρα, στη θεμελιώδη διαπίστωση ότι όσον αφορά την τεχνική, δεν ισχύει σε καμία περίπτωση η γραμμικότητα μιας θετικιστικής ανάγνωσης της προόδου, ακόμη και αν δεχτούμε μια τέτοια πιθανότητα για την περίπτωση της «καθαρής» επιστήμης. Κατ’ ουσίαν, η τεχνική ως μηχανολογία (engineering), αλλά και ως πρακτική επινόηση – βούληση, εμπεριέχει αναγκαστικά και εξω-επιστημονικές παραμέτρους και επιλογές, οι οποίες της προσδίδουν μάλλoν μια δενδροειδή δομή, της οποίας παρατηρούμε, ανά εποχές, μόνο συγκεκριμένους κλάδους. Μπορείτε, για παράδειγμα, να αναρωτηθείτε αν ο σύγχρονος τρόπος επικοινωνίας με τις συγκεκριμένες συσκευές τύπου «έξυπνων» τηλεφώνων είναι αναγκαστικά μοναδικός, και από ποιά αναγκαιότητα θα απέρρεε μια παρόμοια μοναδικότητα, έξω και πέρα από συγκεκριμένες οικονομικές και άλλες επιλογές της ίδιας της βιομηχανίας ερήμην των καταναλωτών της. Επιπλέον, δεν είναι με κανέναν τρόπο εγγυημένο ότι τέτοιες επιλογές σέβονται θεσμικά η άλλως πως, κάποιες δημοκρατικές διαδικασίες.

Θα πρέπει να επαναφέρουμε εδώ τις κύριες θέσεις της αρχικής εργασίας πάνω σε αυτή τη θεματική, ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι καταρχήν η σημερινή τεχνική επιτάχυνση παρουσιάζεται στο κοινό με τη μορφή μιας εκθετικής επιτάχυνσης που συνιστά το ισοδύναμο μιας στρατηγικής «Σοκ και Δέους», γεγονός το οποίο θα έπρεπε να αρκεί για να εγείρει μια σειρά από ενστάσεις. Η διαπίστωση αυτή προηγείται μάλλον των πολιτικών και κοινωνικών παραμέτρων διότι ανάγεται σε οντολογικές, δηλαδή βιολογικές και ανθρωπολογικές συνιστώσες όπως το ότι τα ανθρώπινα όντα είναι και αυτά προϊόντα μιας προηγούμενης ατελεύτητης, αλλά και μονίμως ατελούς Δαρβινικής διαδικασίας επιλογής για ένα συγκεκριμένο περιβάλλον με συγκεκριμένα όρια προσαρμοστικότητας και πλαστικότητας. Όπως επίσης, είναι γνωστό ότι ο μέσος άνθρωπος δυσκολεύεται να συλλάβει την απειλή εκτροχιασμού που αντιπροσωπεύουν οι καθαρά εκθετικές διεργασίες, που σε πρακτικό επίπεδο είναι πρόδρομοι χαοτικών φαινομένων αστάθειας. Αυτό περίπου έγινε μάλλον αντιληπτό και από τον Γιουβάλ Χαράρι, όταν σε πρόσφατες δηλώσεις του έθεσε εκ νέου το ζήτημα της αέναα αναπροσαρμοζόμενης απασχόλησης σε έναν κόσμο ολοένα επιταχυνόμενων αλλαγών όπως π.χ. εκείνη που αναμένεται μέσα στη νέα δεκαετία με τη μαζική εισαγωγή της ρομποτικής στους τόπους εργασίας.

Αυτή η τάση διαρκούς επιτάχυνσης συναρμόζεται με επικίνδυνο τρόπο και με την ανάγκη της οικονομικής σφαίρας να ανακαλύπτει διαρκώς νέο έδαφος επέκτασης, γεγονός που έχει δύο άμεσες συνέπειες: α) από τη μία τη μετατροπή του ίδιου του ανθρώπινου σώματος στο τελευταίο ανεκμετάλλευτο έδαφος, λαμβάνοντας αφορμή από την ανάγκη αντιμετώπισης παθήσεων και αναπηριών με τεχνητά μέσα και προχωρώντας σε κάθε είδους «ενισχύσεις» και β) τη διαρκή διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα σε αυτό που αποτέλεσε τη δικαική βάση του νεωτερικού αστικού πολιτισμού και που απαιτούσε και απαιτεί έναν κάποιο στοιχειωδώς σταθερό ορισμό του ανθρώπινου όντος. Και οι δυο αυτοί άξονες υποσκάπτουν σοβαρά τα θεμέλια του νεωτερικού αστικού κράτους, χωρίς όμως την αντίστοιχη εναλλακτική πρόταση όπως π.χ. εκείνη που επιχειρήθηκε ιστορικά να θεωρητικοποιηθεί από τον Χέγκελ. Όλως παραδόξως, η πτέρυγα που φαίνεται να κατανόησε καλύτερα τη δυνατότητα αυτή είναι εκείνη που πρεσβεύει τώρα τη λεγόμενη «Μεγάλη Επανεκκίνηση» όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στα πρόσφατα βιβλία του Claus Schwab [13], [14] όπου η αργοπορία και αδυναμία τoποθέτησης του νόμου σε ολοένα και αυξανόμενες νέες προκλήσεις τονίζεται χαρακτηριστικά ως επιχείρημα για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε καταλληλότερα όργανα που μένει να επινοηθούν, και πάλι με τη βοήθεια της τεχνικής.

Το κύριο χαρακτηριστικό της οικονομικής σφαίρας που ενδιαφέρει εδώ, τουλάχιστον όσον αφορά τα πεδία παραγωγής και κυκλοφορίας του εμπορεύματος, συνίσταται στην τάση συνδυασμού των πάντων με τα πάντα, όπως π.χ. τη διασταύρωση όλων των τεχνολογιών στις περιοχές της NBIC, κατά τη διαρκή αγωνιώδη αναζήτηση νέων επενδύσεων μέσω νεωτερισμών, γεγονός που μας θέτει αντιμέτωπους με οξύτατα προβλήματα που άπτονται μιας συνδυαστικής έκρηξης, της οποίας οι συνέπειες μπορεί να είναι ανυπολόγιστες. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι στις πρόσφατες αναφορές [15] [16] σχετικές με την εξάπλωση βιολογικών εργαστηρίων επιπέδου ασφαλείας 4 (έρευνες σε παθογόνα χωρίς γνωστή θεραπεία ή εμβόλια) παρατηρείται πραγματική έκρηξη τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ακόμη και σε αναπτυσσόμενες χώρες με ελαστικό νομικό πλαίσιο λόγω των κερδών που αποφέρει η παρουσία τους, με τον συνεπαγόμενο κίνδυνο μιας επόμενης βιοχημικής Φουκουσίμα. Επιπλέον, μόλις στις αρχές του νέου έτους, κυκλοφόρησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τεχνική αναφορά [17] στην οποία αποδεικνύεται με φορμαλιστικό πλέον τρόπο, ακολουθώντας μεθοδολογίες της μαθηματικής λογικής, το ότι η κατασκευή υπερ-ευφυών μηχανών με δυνατότητες αυτόνομης άντλησης πληροφοριών και μάθησης, οδηγεί, αναγκαστικά, σε ριζική αδυναμία ελέγχου τους. Είχαν, μάλιστα, προηγηθεί μια σειρά μελετών σχετικών με την αδυνατότητα εγγραφής συγκεκριμένων ηθικών αρχών σε κάποιου είδους «φιλικές» τεχνητές νοημοσύνες [18], [19] ενώ πληθώρα προβλημάτων αναδεικνύονται και σε ζητήματα εμπλοκής τους σε νομικές διαδικασίες [20].

Μπορείτε, τώρα, να ζητήσετε τη συνδρομή της φαντασίας σας, για το ποιο θα μπορούσε να είναι το σύνολο των πιθανών συνεπειών από μια πλήρη αυτοματοποίηση ενός βιολογικού εργαστηρίου επιπέδου 4 μέσω μιας παρόμοιας μηχανής.

Κυρίως όσον αφορά τον κυρίαρχο λόγο περί «ενίσχυσης» του ανθρώπινου σώματος και του εγκεφάλου με οποιεσδήποτε πιθανές προσθήκες, η κυριαρχία του οικονομικού ωφελιμισμού αποπειράται, στην πραγματικότητα, τη μετατροπή μιας αφηρημένης δυνατότητας σε πρακτική και, ή δυνατόν, αναπόσπαστη αναγκαιότητα. Το ότι αυτό κρύβει και μια πιθανά εγκληματική διάσταση είναι ίσως δύσκολο να γίνει ορατό από τον μέσο πολίτη που αγνοεί τις λεπτομέρειες και, τέλος πάντων, δεν έχει άμεση επαφή με τις όποιες, «λερές» λεπτομέρειες της πραγματικής έρευνας και παραγωγής αυτών των τεχνολογιών. Για να το κάνουμε όσο γίνεται ορατό, θα χρειαστούμε μια μεταφορά από τον χώρο της βιολογίας. Φαντασθείτε, για παράδειγμα, την πορεία των πρώτων «οικιακών» τεχνουργημάτων, όπως π.χ. του γραμμοφώνου και του ραδιοφώνου και παρακολουθείστε την πορεία τους μέσα στον χρόνο με κύριο χαρακτηριστικό την σμίκρυνση. Κατ’ αναλογίαν, γνωρίζουμε ότι τα σημερινά κύτταρα των ζώντων οργανισμών απέκτησαν ένα πλήθος οργανιδίων μέσω μια σταδιακής διαπήδησης ιών και άλλων μικροοργανισμών, οι οποίοι και ενσωματώθηκαν μέσω συμβιωτικών σχέσεων. Κατά κάποιον τρόπο, η σμίκρυνση εγγυάται τη διαπήδηση σε κάποιο ακαθόριστο μέλλον.

Ο οικονομικός ωφελιμισμός και ο συνακόλουθος εργαλειακός λόγος του, έχουν σίγουρα αντιληφθεί, πλέον, μια ανάλογη δυνατότητα πλην όμως, αυτό δεν μπορεί να συμβεί κατά τρόπο που να επιτρέπει την απόλυτα επιτυχή συμβίωση διότι αυτό θα σηματοδοτούσε, απλούστατα, την έλευση ενός ή περισσότερων νέων αυτόνομων ειδών και, επομένως, την αυτοκατάργηση της ίδιας της οικονομικής δραστηριότητας που θα απαιτούνταν για την συντήρηση τους. Άρα, δεν μπορεί παρά να αποσκοπεί, το πολύ, σε καταστάσεις εξάρτησης που θα μπορούσαν να ισοδυναμούν με το αντίθετο της «ενίσχυσης», ιδωμένο τουλάχιστον από τη σκοπιά κάθε λογής νέων αποκλεισμών, σαν μια κατάσταση εξάπλωσης αναπηριών! Το πραγματικό διακύβευμα εδώ, που υπερβαίνει τις άμεσα ωφελιμιστικές αντιλήψεις, είναι η επανενεργοποίηση της Δαρβινικής αρένας, η οποία, όσον αφορά τον άνθρωπο τουλάχιστον, παρέμεινε μάλλον σιωπηλή τα τελευταία διακόσιες χιλιάδες χρόνια. Διότι, είτε μια δραστική αλλαγή της βιολογικής φύσης του ανθρώπινου όντος, είτε μια δραστική αλλαγή του περιβάλλοντος, επαναφέρουν μια τέτοια ασυμφωνία ώστε να σηματοδοτούν την επανεκκίνηση ενός ανηλεούς βιολογικού ανταγωνισμού. Εάν αυτός συναντηθεί ταυτόχρονα με τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς, τότε πλέον θα μιλάμε για το οριστικό τέλος της αστικής κοινωνίας, της οποίας οι θεσμοί μόνον ως μουσειακοί τραγέλαφοι και κωμικές ρηχότητες θα μπορούσαν να εξακολουθούν να υπάρχουν.

Από αυτήν την άποψη είναι επείγον να επανέλθουμε στο πεδίο της πιο άμεσης επικαιρότητας, αποπειρώμενοι να σταχυολογήσουμε τις διάφορες ενδείξεις μιας τέτοιας ολίσθησης εκτός του πλαισίου της νεωτερικότητας. Ας σημειωθεί ότι η ιστορική εμπειρία επιτρέπει να κατατάξουμε περιπτώσεις ευρείας σύμπραξης μεταξύ μεγάλου κεφαλαίου και εταιρικών και βιομηχανικών οντοτήτων υπό την αιγίδα των κρατών σαν πρωτο-φασιστικά μορφώματα, όχι απαραίτητα με την ακραία μορφή του εθνικο-σοσιαλισμού αλλά ίσως ενός «ήπιου» Μουσολινισμού. Αυτό, επίσης, πρέπει να διακριθεί από την άμεση παρεμβατικότητα και ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τα τελευταία κομμουνιστικά καθεστώτα Κίνας και Β. Κορέας. Σημαντικό διαφοροποιό στοιχείο είναι ο ρόλος της αυτοματοποίησης, που μειώνει σημαντικά την υπερβολικά γραφειοκρατική δομή παρόμοιων προηγούμενων καθεστώτων, καθιστώντας εφικτό έναν πιο άμεσο αλλά και «αόρατο» έλεγχο των διαδικασιών. Ενδεικτικός, επίσης, είναι ο χαρακτηρισμός που κυκλοφορεί, τελευταία, στο διαδίκτυο για έναν σοσιαλισμό των πολλών απέναντι σε έναν μονοπωλιακό καπιταλισμό των ελίτ.

Ένα πρώτο δείγμα βλέπουμε στην κάπως υστερική απόπειρα διάδοσης μιας ανελαστικής πολιτικής ορθότητας σε όλα τα ηλεκτρονικά μέσα, υποβοηθούμενη από την αλλοπρόσαλλη θητεία Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ. Αυτό το τελευταίο, είναι ήδη μια πρώτη ένδειξη απομάκρυνσης από τα αστικά δημοκρατικά πλαίσια όπου ο διάλογος και όχι ο φόβος υποτίθεται ότι συγκροτούν τη σφαίρα της δημοσιότητας ως κεντρική όψη της δημοκρατίας (Χάμπερμας) [21] ενώ στην τρέχουσα κατάσταση ευνοούνται η ακραία πόλωση σε κάθε ζήτημα και η άρση της εμπιστοσύνης από μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού. Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι ασυναίσθητα ή όχι, με αυτόν τον τρόπο επανέρχεται έμμεσα αλλά δραματικά και το πρόβλημα του «Άλλου» ως Ξένου, κάτι που είχε να φανεί από το περιβόητο «Εβραικό Ζήτημα» στην Ευρώπη του 19ου αιώνα και εν τέλει τα στρατόπεδα εξόντωσης του 20ου αιώνα. Οι κινήσεις αυτές συνοδεύουν και επαυξάνουν τις συνέπειες από τη δραματική εξουθένωση και συμπίεση της μεσαίας τάξης σαν συνέπεια της οικονομικής κρίσης του 2008, αλλά και της πρόσφατης πανδημίας, γεγονός που πρέπει να γίνει αντιληπτό ως ένα ακόμη πλήγμα στις αστικές μορφές διακυβέρνησης. Από την άλλη, τα λεγόμενα μέτρα τύπου παγκόσμιου εγγυημένου εισοδήματος (Universal Basic Income) δε φαίνεται να είναι κάτι περισσότερο από μέθοδοι διαχείρισης της φτώχειας τη στιγμή που το χάσμα του πλούτου διευρύνεται ασταμάτητα λόγω του λεγόμενου χρηματιστικού (turbo) καπιταλισμού αποκλείοντας και αποδυναμώνοντας όλο και περισσότερους και αποστερώντας ακόμη περισσότερο τον δημόσιο λόγο.

Συμπληρωματικά, τα τελευταία δέκα χρόνια αναδύθηκε πλέον έντονα στη δημόσια σφαίρα το ζήτημα της σταδιακής κατάργησης της «Iδιωτικότητας» και η εμφάνιση του λεγόμενου «Πανοπτικού Καπιταλισμού» (Surveillance Capitalism) [22] ενώ συζητείται ήδη και με αφορμή την τελευταία πανδημία, η υιοθέτηση μεθόδων ανάλογων του ολοκληρωτικού Κινεζικού συστήματος «Κοινωνικής Βαθμολόγησης» (Social Credit). Στην πραγματικότητα, διάφοροι αναλυτές συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι, τα μεγάλα εταιρικά κονσόρτσια είχαν και έχουν ήδη τη δυνατότητα εφαρμογής παρόμοιων συμπεριφορικών δεικτών, οι οποίοι λειτουργούν αφανώς με τη χρήση αλγορίθμων εκούσιας η ακούσιας συλλογής δεδομένων (π.χ. “cookies”) για τη διαμόρφωση της πολιτικής τους απέναντι στους πελάτες τους, αλλά και την εφαρμογή συγκεκριμένου τύπου διακρίσεων. Η απόπειρα οριστικοποίησης αυτών των πρακτικών οδηγεί τότε στο αβίαστο ερώτημα, τι θα είχε συμβεί εάν για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα που αφορά έναν από τους πυρήνες του νεωτερικού αστικού πολιτισμού, είχε ζητηθεί εξ’ αρχής η διεξαγωγή δημοψηφισμάτων πριν καν δοθεί η έγκριση εφαρμογής με μονοπωλιακό τρόπο αυτών των τεχνολογιών. Αντίθετα, τις τελευταίες δύο δεκαετίες παρατηρούμε μια τάση παρουσίασης όλων αυτών των θεμελιωδών αλλαγών με τη μορφή «φυσικών» και άρα «αναπόφευκτων» επιλογών. Η τάση αυτή, όμως, είχε ήδη εδραιωθεί από προηγούμενα πολιτικά γεγονότα που εξώθησαν σε «καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης» (Δίδυμοι Πύργοι, Patriot Act, αποκαλύψεις Snowden-Assange) κατά τρόπο που να μειώνει τις αντιστάσεις των μαζών.

Αρκετά αρνητικές και εξίσου επίφοβες εμφανίζονται πλέον και οι συνέπειες από μια υπερβολικά ψηφιοποιημένη και αποστειρωμένη δημόσια εκπαίδευση, γεγονός που είχε ήδη καταγγελθεί από τον Jean-Paul Micheat [23] και τον Renud Garcia [24], [25] σε δύο σημαντικές εργασίες. Η διαρκώς αυξανόμενη απώλεια της ικανότητας συγκέντρωσης και άλλων βασικών ικανοτήτων από μικρή ηλικία δεν προδιαθέτει για την αντιμετώπιση ζητημάτων τόσο σύνθετων όσο αυτά που τίθενται από τη συνεύρεση με εξαιρετικά προηγμένες και ξεκάθαρα παρεμβατικές τεχνολογίες, παρεκτός κι αν αποσκοπούμε μόνο στην παραγωγή δουλοπάροικων καταναλωτών όπως ήδη κατήγγειλε ο Μισεά στην «Εκπαίδευση της Αμάθειας». Αυτό που κυρίως θα έπρεπε να τονιστεί εδώ, δεν είναι τόσο η ανάδυση κάποιων νέων Άουσβιτς, η κάποιου Οργουελιανού κράτους, αλλά μάλλον ένας σχεδόν βιολογικός εκφυλισμός, μια οπισθοχώρηση που θα οδηγούσε στην κυριολεκτική κατασκευή κατώτερων ανθρώπινων όντων προς εκμετάλλευση. Η τάση αυτή είναι, βέβαια, συμπληρωματική του Διανθρωπισμού, και ιδίως της πτέρυγας εκείνης που συγκαταλέγει στα μέλη της μερικούς από τους πλουσιότερους ανθρώπους παγκόσμια και οι οποίοι, με σχεδόν υβριστικό τρόπο ομολογούν ότι επιζητούν την κυριολεκτική, βιολογική τους αθανασία. (Φανταστείτε μόνο να έπρεπε αυτό να το απαιτήσουν όλοι!)

Ο κίνδυνος της φυσικοποίησης και της μονοδρόμησης εδώ εμπεριέχει και ορισμένες καθόλου ευχάριστες παράπλευρες συνέπειες που πρέπει να εξεταστούν ιδιαίτερα. Καταρχήν, διότι άγονται και φέρονται από την ίδια ψευδο-ουτοπική σκέψη με εκείνη προηγούμενων ιδεολογικών συστημάτων που επιχείρησαν να συστηματοποιήσουν την ιστορία αγνοώντας βασικές ανθρωπολογικές και βιολογικές προκείμενες των ανθρώπινων όντων. Κατά δεύτερον, είτε αγνοούν, είτε παραγνωρίζουν τον τραγικό χαρακτήρα που εμπεριέχεται στις ανθρώπινες επιλογές σαν απόρροια της πεπερασμένης φύσης μας. Είναι ακριβώς η τεράστια επιρροή της μηχανοποιημένης νόησης (Τεχνητή Νοημοσύνη, Μηχανική Μάθηση) και ο βασανιστικά αναγωγιστικός χαρακτήρας των σύγχρονων γνωσιακών επιστημών που καταλήγει να τρέφει την παραπλανητική εικόνα ενός απόλυτα ελεγχόμενου πεπρωμένου (Controlled Destiny Fallacy), το οποίο είναι, ουσιαστικά, ανάλογη μορφή ύβρεως όπως στην αρχαία Ελληνική, τραγωδία. Αυτά όλα συγκλίνουν σε ένα πλανητικής κλίμακας πείραμα με εμάς τους ίδιους ως υποκείμενα.

Διερωτάται κανείς το εξής απλό: τι θα σήμαινε αν το σύνολο της ανθρωπότητας καλούνταν να μεγαλώσει, να εργαστεί και να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον τύπου «Big Brother»; Δε χωρά αμφιβολία ότι η φανερή επιρροή ενός απόλυτα ορατού βλέμματος από ψηλά δεν είναι ό,τι υγιεινότερο αν δεν μιλά κανείς για καταδίκους σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά ακόμη και η ιδέα μιας αφανούς, δηλ. με κάποιο τρόπο «εξευγενισμένης» διαρκούς παρακολούθησης, αναπόφευκτα καταλήγει να γίνει έμμεσα ορατή από συγκεκριμένα απτά αποτελέσματα, ειδάλλως θα ήταν άχρηστη! Το να προσδώσει κανείς παγκόσμια εμβέλεια σε κάτι χωρίς ιστορικό προηγούμενο περικλείοντας ολοκληρωτικά τις επόμενες γενιές που θα γεννηθούν και θα μεγαλώσουν αποκλειστικά σε ανάλογα περιβάλλοντα, δεν επιτρέπει καν οποιεσδήποτε εγγυήσεις ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε εκφυλιστικά αποτελέσματα. Θα μπορούσαμε τότε να εμπλακούμε σε μια κατάσταση ανάλογη με την περιβόητη «Συμπεριφορική Καταβόθρα» (Behavioral Sink) [26], ένα αρκετά γνωστό πείραμα του ηθο-βιολόγου John Calhoun το 1961-62 σε αποικίες ποντικών με την κωδική ονομασία «Universe 25», οι οποίες οδηγήθηκαν όλες σε κατάρρευση παρά τις ιδανικές συνθήκες που εξασφάλισαν οι πειραματιστές.

Αν και το πείραμα είχε ως στόχο την διαλεύκανση του ρόλου του υπερπληθυσμού, μπορεί αναλογικά να χρησιμέψει σαν μια μεταφορά για όλες εκείνες τις ακρότητες που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν απλά και μόνο επειδή γίνονται κάποια στιγμή εφικτές, αλλά και επειδή ευνοούν συγκεκριμένους κύκλους συμφερόντων για την αύξηση και επέκταση της επιρροής τους με πρακτικά μονοπωλιακό τρόπο.

Κατά περίεργο τρόπο, πουθενά δεν φαίνεται πιο καθαρά η αρνητική εκδοχή της εκθετικής αύξησης του συνόλου των δυνατοτήτων ως απειλή αποσταθεροποίησης όσο σε αυτό που ονομάστηκε «συνωμοσιολογία», μια κατά κάποιο τρόπο αρνητική εκδοχή της έκκλησης του Anders για τη συνδρομή της φαντασίας. Κατ’ αρχήν, είναι σημαντική εδώ η υπόμνηση ότι ο όρος “conspiracy theories”, αν και παλαιότερη, καθιερώθηκε ως δυσφήμιση από ορισμένες υπηρεσίες του βαθέος κράτους των ΗΠΑ κατά την περίοδο των ερευνών για τη δολοφονία του προέδρου Kennedy το 1963 [27]. Κατά δεύτερο, η αρνητική πλευρά του φαινομένου οφείλεται κυρίως στο ότι ο απλός άνθρωπος, ο οποίος στερείται εξειδικευμένης τεχνικής εκπαίδευσης, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ένα πρωτοφανές παράδοξο. Από τη μια, γίνεται όλο και πιο προφανές ότι με κάποιον μαγικό τρόπο, τα πάντα μπορούν να συνδεθούν με τα πάντα, γεγονός που προπαγανδίζεται διαρκώς όσον αφορά το δυναμικό των τεχνολογιών, ενώ από την άλλη ο ίδιος αδυνατεί να βρει τις σωστές διασυνδέσεις με αποτέλεσμα να γεννά τερατολογίες στην προσπάθεια να αντιληφθεί και να συμπεριλάβει στη σκέψη του εκείνες ακριβώς τις πιθανά απειλητικές εκδοχές. Με απλά λόγια, το όλο θέμα δεν είναι παρά μια εκδήλωση του πρωτογενούς άγχους για την πιθανή απώλεια κάθε ελέγχου πάνω στις ζωές μας όπως και η μάλλον ορθή υποψία ότι ούτε οι ίδιες οι κυβερνώσες ελίτ διακρίνονται από παντογνωσία. Αυτό απέχει πολύ από την πρόσφατη και επιφανειακή κατηγορία ότι όλοι όσοι τρέφουν αυτό το άγχος είναι απλά ναρκισσιστές την ίδια στιγμή που η τεχνολογία του διαδικτύου και των κοινωνικών μέσων υπερτονίζουν και παροξύνουν αυτόν ακριβώς τον ναρκισσισμό στην χαμηλότερη και πιο απολίτικη μορφή του ταυτόχρονα με τη μανική υπεράσπιση επίσημων αφηγήσεων οι οποίες ήδη έχουν καταστεί ανυπόληπτες από τη συμμετοχή τους σε καθαρά μονοπωλιακά σχήματα πληροφόρησης.

Είναι επομένως και επείγον να αναρωτηθούμε επιπλέον: α) ποιος παράγει ποια τεχνολογία και β) για ποιον η ποιους σκοπούς ακριβώς. Ακόμη περισσότερο, από τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής και οικονομικής ελίτ αποδέχεται τη διαρκώς επιταχυνόμενη τεχνική ανάπτυξη ως απαραίτητη συνθήκη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μεταστρέφοντας οποιαδήποτε εξέλιξή της σε αυτοσκοπό και αυταξία, αγνοώντας ή και συγκαλύπτοντας, εν τέλει, αυτήν την δενδριτική και ιστορική δόμηση που εισήχθη προηγούμενα και ταυτόχρονα επιβάλλοντας νέους ανθρωπολογικούς τύπους και καλουπώνοντας νέους τύπους κοινωνικών σχέσεων που απορρέουν από εργαστηριακό σχεδιασμό μάλλον, παρά από μια δημοκρατική «Αγορά».

——————————————————

[1] «Converging Technologies for Improving Human Performance», NANOTECHNOLOGY, BIOTECHNOLOGY, INFORMATION TECHNOLOGY AND COGNITIVE SCIENCE, NSF/DOC sponsored report, Ed. M. C. Roco, W. S. Bainbridge, Arlington Virginia (2003) Kluwer Academic.

[2]  “Medical Enhancement and Posthumanity”, (2008) Springer

[3] “Convergence of Knowledge, Technology and Society” (2013) Springer.

[4] https://en.wikipedia.org/wiki/My_Opposition

[5] Günther Anders,  “Die Antiquiertheit des Menschen.” Vol. I “Über die Seele im Zeitalter der zweiten industriellen Revolution” (1956), Vol. II “Über die Zerstörung des Lebens im Zeitalter der dritten industriellen Revolution” (1980), München: C.H. Beck.

[6] Martin Heidegger, “Die Frage nach der Technik” (The Question Concerning Technology) in “Vorträge und Aufsätze” (1954), Garland Publishing.

[7] Hans-Peter Martin, “Die Globalisierungsfalle: Der Angriff auf Demokratie und Wohlstand” (The Global Trap: Globalization and the Assault on Democracy and Prosperity) (1996), Rowohlt Verlag.

[8] Richard E. Leakey, “The Sixth Extinction: Patterns of Life and the Future of Humankind” (1996), First Anchor Books

[9] Jamie Bartlett, “Return of the city-state” Aeon magazine, https://aeon.co/essays/the-end-of-a-world-of-nation-states-may-be-upon-us

[10] World Ocean Initiative, The Economist Group, https://www.woi.economist.com/cities-on-the-ocean/


[11] Θεοφάνης Ράπτης, «Τεχνοφεουδαρχία» (2007) Εκδόσεις Έσοπτρον.

[12] Cedric Durand, “Technoféodalisme: Critique de l’économie numérique” (2020) Ed. La Decouverte.

[13] Klaus Schwab, “The Fourth Industrial Revolution” (2017), WEF.

[14] Klaus Schwab, Theirry Malleret, “COVID-19: The Great Reset” (2020), WEF.

[15] WHO Consultative Meeting on High/Maximum Containment (Biosafety Level 4) Laboratories Networking, Meeting Report (2017) Lyon, France.

[16] A. Peters, “The global proliferation of high-containment biological laboratories: understanding the phenomenon and its implications”, Rev. Sci. Tech. Off. Int. Epiz., 2018, 37 (3), 857-883

[17] M. Alfonseca et al., “Superintelligence Cannot be Contained: Lessons from Computability Theory”, Journal of A. I. Research 70, (2021)

[18] P. Eckersley, “Impossibility and Uncertainty Theorems in AI Value Alignment”, Safe AI 2019: Proceedings of the AAAI Workshop on Artificial Intelligence Safety.

[19] B. Mittelstadt, “Principles alone cannot guarantee ethical AI”, Nature Machine Intelligence volume 1, 501–507 (2019).

[20] A. D. Selbst, “Negligence and AI’s Human Users”, Boston Univ. Law Review 1315 (2020).

[21] Yurgen Habermas, “Strukturwandel der Öffentlichkeit. Untersuchungen zu einer Kategorie der bürgerlichen Gesellschaft” (1962), Ελ. έκδοση, “ΑΛΛΑΓΗ ΔΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ”, Εκδ. Νήσος.

[22]  Shoshana Zuboff , “The Age of Surveillance Capitalism: The Fight for the Future at the New Frontier of Power” (2019), Public Affairs: Hatchette Books Group, NY.

[23] Jean-Claude Michéa, “L’Enseignement de l’ignorance et ses conditions modernes ” (1999) Ελλ. Έκδοση, “Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΜΑΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ” (2002) Εκδ. Βιβλιόραμα.

[24] https://kaboomzine.gr/ston-techno-kapitalismo-i-protogenis-m/

[25] https://orgrad.wordpress.com/a-z-of-thinkers/renaud-garcia/

[26] https://en.wikipedia.org/wiki/Behavioral_sink

[27] Lance deHaven-Smith, ‘Conspiracy Theory in America‘ (2013), Discovering America Series: Texas Univ. Press.

Πηγή: respublica

Αγάπη, Δεσμός και Μοναξιά: Η Σύγχρονη Επιστήμη απέναντι στον Ατομικισμό

Σημείωση Τ.Μ: Ευχαριστούμε τον Θάνο Ζέρβα για το κείμενο της εισήγησής του στην εκδήλωση «Αγάπη, Δεσμός και Μοναξιά: Η Σύγχρονη Επιστήμη απέναντι στον Ατομικισμό» (βλ. το event της εκδήλωσης εδώ).

Αγάπη, Δεσμός και Μοναξιά:
Η Σύγχρονη Επιστήμη απέναντι στον Ατομικισμό

*

1ο μέρος

Ο μαθηματικός Μπλεζ Πασκάλ είχε πει ότι «Η καρδιά έχει τη δική της λογική για την οποία η Λογική δεν έχει ιδέα». Μέχρι το τέλος της εργασίας αυτής βασικός μου στόχος είναι να είναι κατανοητό σε όλους τι σημαίνει αυτή η φράση, μιας και αποτελεί βασική θέση του βιβλίου, καθώς και να εξάγουμε κάποια πολιτικά συμπεράσματα από αυτήν. Συγκεκριμένα, θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε ότι (α) η ιδέα του αυτόνομου ατόμου είναι ένας μύθος και (β) οτι μόνο μέσα από κοινωνικές διαδικασίες που συμπεριλαμβάνουν την ανθρώπινη επαφή, μπορεί να δημιουργηθεί ένα σύστημα διαφορετικό από το υπάρχον, πιο φιλικό προς τους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους. Παρ’ ότι η φύση της αγάπης δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί, έχει μία εγγενή τάξη, μία αρχιτεκτονική, που μπορεί να εντοπιστεί, να ανασκαφεί και να διερευνηθεί. Το θέμα αυτό είναι αρκετά πολύπλοκο, επομένως χρειάζεται διεπιστημονική μελέτη και για αυτό θα χρησιμοποιήσουμε στοιχεία και έννοιες από τη νευροεπιστήμη, τη θεωρία της εξέλιξης, την νεογνολογία, την πειραματική ψυχολογία και την επιστήμη των υπολογιστών. Παρακάτω θα χρησιμοποιήσουμε πολύ τη θεωρία του τριαδικού εγκεφάλου (triune brain), επομένως αξίζει να κάνουμε μία μικρή παρουσίασή της. Τη θεωρία αυτή την ανέπτυξε ο Δόκτωρ Paul McLean τη δεκαετία του 60 και την έκανε γνωστή ο Carl Sagan στο βιβλίο του «οι δράκοι της Εδέμ» το 1977. Ο βασικός ισχυρισμός της θεωρίας είναι πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος αποτελείται από τρεις διακριτούς υποεγκεφάλους, που ο καθένας τους είναι προϊόν μιας διαφορετικής εποχής στην ιστορία της εξέλιξης. Τα τρία μέρη διασυνδέονται και επικοινωνούν, όμως οι υπομονάδες γενικά διαφέρουν ως προς τις λειτουργίες τους. Τα τρία μέλη είναι ο ερπετικός εγκέφαλος ή ερπετικό σύμπλεγμα, ο μεταιχμιακός εγκέφαλος και ο νέο-φλοιός. Η δομή αυτή είναι περίπου όπως φαίνεται στο σχήμα:

Ο ερπετικός εγκέφαλος είναι ο αρχαιότερος. Αυτό το μέρος του εγκεφάλου φιλοξενεί ζωτικά κέντρα ελέγχου που ρυθμίζουν την αναπνοή, τον χτύπο της καρδιάς κλπ. Σχετικά με τις συμπεριφορές, ο ερπετικός εγκέφαλος επιτρέπει υποτυπώδεις αλληλεπιδράσεις, όπως εκδηλώσεις επιθετικότητας, κυριαρχίας και υπεράσπισης του προσωπικού χώρου. Έτσι, συναισθήματα που σχετίζονται με αυτό το μέρος του εγκεφάλου είναι ο φόβος, ο θυμός κλπ.

Ο μεταιχμιακός εγκέφαλος εξελίχθηκε καθώς τα πρώτα θηλαστικά εξελίσσονταν από μικρά ερπετά, και σχετίζεται άμεσα με τα συναισθήματα της αγάπης, της φροντίδας κλπ. Μία διαφορά ανάμεσα στα ερπετά και στα θηλαστικά είναι ότι τα ερπετά δε φροντίζουν τα μικρά τους. Τυπική συμπεριφορά ενός ερπετού είναι να αποστασιοποιείται απ’ αυτά, να αδιαφορεί ή ακόμη και να τα τρώει. Συνήθως, γεννάει τα αυγά του και φεύγει. Αντίθετα, τα θηλαστικά σχηματίζουν σφιχτές κοινωνικές ομάδες, φροντίζουν τα μικρά τους, παίζουν παιχνίδια, οι μητέρες ακούνε το κλάμα των μωρών τους κλπ. Όλα αυτα βρίσκονται στον μεταιχμιακό εγκέφαλο.

Τέλος, ο 3ος, πιο καινούριος εγκέφαλος, είναι ο νεοφλοιός, ο οποίος φιλοξενεί αυτό που λέμε λογική, την αφηρημένη σκέψη, τη γλώσσα, τη συνειδητότητα κλπ. Αυτό το μέρος του εγκεφάλου είναι πολύ μεγάλο, ειδικά στον άνθρωπο. Έτσι, οι λειτουργίες που γίνονται με βάση τον νεοφλοιό είναι εκούσιες, ενώ αυτές που γίνονται με βάση τον ερπετικό ή τον μεταιχμιακό εγκέφαλο είναι ακούσιες.

Με βάση αυτή την κατηγοριοποίηση προκύπτει ότι ένα άτομο δεν μπορεί να κατευθύνει τη συναισθηματική του ζωή με τον τρόπο που μπορεί να απλώσει το χέρι του και να πιάσει ένα φλιτζάνι. Δεν μπορεί να επιβάλλει στον εαυτό του να επιθυμήσει το σωστό πράγμα ή να αγαπήσει το σωστό άτομο ή να είναι ευτυχισμένος μετά από μία απογοήτευση. Οι άνθρωποι στερούνται αυτής της ικανότητας, όχι λόγω μιας αναπηρίας στη συμπεριφορά, αλλά επειδή η δικαιοδοσία της θέλησης περιορίζεται στον νεοφλοιό, τον πιο σύγχρονο εγκέφαλο, ενώ τα συναισθήματα όπως η αγάπη και η απογοήτευση ανήκουν στον 2ο εγκέφαλο, τον μεταιχμιακό. Η συναισθηματική ζωή μπορεί να επηρεάζεται αλλά δεν μπορεί να εξουσιάζεται.

«Μα πώς είναι δυνατόν αυτό;», ίσως αναρωτηθείτε. «Αφου εγώ καταλαβαίνω τι νιώθω κάθε στιγμή». Άρα ο νεοφλοιός θα πρέπει να σχετίζεται κάπως με τον μεταιχμιακό εγκέφαλο. Πράγματι έτσι είναι. Ας δούμε πώς γίνεται αυτό: Τα συναισθήματα έχουν μικρή διάρκεια. Αυτό αποδεικνύεται από τη μελέτη των εκφράσεων του προσώπου. Βιντεοσκοπήσεις σε μεγάλη ταχύτητα δείχνουν ότι οι εκφράσεις του προσώπου αρχίζουν μεσα σε χιλιοστά του δευτερολέπτου από το ερέθισμα που τις προκαλεί και σβήνουν ακαριαία.

Όταν η νευρωνική διέγερση ενός συναισθήματος υπερβεί ένα κατώφλι αντίληψης, αυτό που αναδύεται είναι ενα «αίσθημα», δηλαδή η συνειδητή εμπειρία της συναισθηματικής ενεργοποίησης.

Έτσι συνδέεται ο νεοφλοιός με τα συναισθήματα. Παρατηρούμε ότι έχει κατά βάση εποπτική χρήση.

Πριν αναφέραμε τις εκφράσεις προσώπου. Το πρόσωπο είναι το μόνο σημείο στο σώμα όπου οι μύες συνδέονται με το δέρμα. Ο μόνος σκοπός αυτής της διάταξης είναι να επιτρέπει τη μετάδοση μεγάλου πλήθους εκφραστικών σημάτων. Τα βρέφη έχουν μία εγγενή δίψα για πρόσωπα: τα κοιτάζουν, τα περιεργάζονται, τα χαζεύουν. Αυτό φαίνεται να συνδέεται με το ότι από πολύ μικρά, αποδεικνύονται πολύ ικανά στην ανίχνευση και στην εκδήλωση συναισθημάτων, κάτι που αυξάνει κατά πολύ την πιθανότητα επιβίωσής τους. Ας δούμε ενα παράδειγμα:

Υπάρχει ένα πείραμα που λέγεται οπτικός γκρεμός. Ένα μωρό τοποθετείται σε έναν πάγκο, που ο μισός είναι συμπαγής και ο άλλος μισός από διάφανο πλέξιγκλας. Από το σημείο που βλέπει το μωρό, φαίνεται ότι πλησιάζει σε μια άβυσσο, εκεί που ξεκινάει το πλέξιγκλας και κινδυνεύει να πέσει. Ένα μωρό που δεν έχει γνώση της φύσης του πλέξιγκλας, και επομένως δεν είναι σίγουρο για το αν είναι ασφαλές να προχωρήσει, τι πιστεύετε ότι κάνει; Μπουσουλάει ως την άκρη του γκρεμού, βλέπει το πιθανό βάραθρο και έπειτα κοιτάζει τη μητέρα του διαβάζοντας την έκφραση του προσώπου της! Αν εκείνη εκπέμπει ηρεμία, το μωρό εξακολουθεί να μπουσουλάει, αν όμως δει πανικό στο πρόσωπό της, το μωρό κοκκαλώνει και βάζει τα κλάματα. Είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι, οι μητέρες χρησιμοποιούν τα οικουμενικά σήματα του συναισθήματος για να διδάξουν στα μωρά τους τον κόσμο. Αν το μωρό δει μία βιντεοκασέτα με το πρόσωπο της μητέρας του, αντί για την ίδια να αντιδρά σε πραγματικό χρόνο, πανικοβάλλεται. Βλέπουμε ότι δεν έχει ανάγκη μόνο από το χαμόγελό της, το συναίσθημά της, την πληροφορία που παίρνει από αυτό, αλλά και τη συγχρονία της, την αμοιβαία μεταξύ τους διάδραση. Επαναφέρετε το πρόσωπο της μητέρας του σε πραγματικό χρόνο και το κέφι του επανέρχεται. Παρεμβάλλετε μια χρονική καθυστέρηση στο βίντεο και η ανησυχία του θα επιστρέψει.

Ένα θηλαστικό μπορεί να εντοπίσει την εσώτερη κατάσταση ενός άλλου θηλαστικού και να προσαρμόσει τη φυσιολογία του ώστε να ανταποκριθεί στην περίσταση (π.χ. αύξηση χτυπων καρδιάς στην περίπτωση του stress κλπ) –αλλαγή που με τη σειρά του αισθάνεται και το άλλο, το οποίο ομοίως προσαρμόζεται. Την ικανότητα αυτή των θηλαστικών την ονομάζουμε μεταιχμιακό συντονισμό– μια αμοιβαία ανταλλαγή σημάτων και εσωτερικής προσαρμογής, όπου δύο θηλαστικά συντονίζονται το ένα με την εσωτερική κατάσταση του άλλου. «Ενώ η νευρωνική ικανότητα ανταπόκρισης ενός ερπετού είναι μια πρόωρη, κακόηχη νότα συναισθήματος, τα θηλαστικά δημιουργούν ένα ηχητικά πλούσιο ντουέτο ανάμεσα σε 2 ρευστούς εγκεφάλους.», μας λένε οι συγγραφείς. «Φαντάζει τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι χρειαζόμαστε την επιστήμη για να αναθερμάνουμε την εμπιστοσύνη μας στην πανάρχαιη ικανότητά μας να διαβάζουμε τη σκέψη», συμπληρώνουν, και έτσι τελειώνει το 1ο μέρος του βιβλίου.

*

2ο μέρος

Στο 2ο μερος της παρουσίασης, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι η αγάπη, δηλαδή οι σφιχτοί δεσμοί ανάμεσα στους ανθρώπους, είναι μία βιολογική ανάγκη, στο ίδιο επίπεδο με την τροφή ή τον ύπνο.

Η ιστορία αρχίζει τον 13ο αιώνα με τον τότε αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το Φρειδερίκο Β’. Ο αυτοκράτορας αυτός ήξερε αρκετές γλώσσες και είχε μια ασυνήθιστη απορία: ήθελε να μαθει εάν υπάρχει μια φυσική γλώσσα, δηλαδή τι γλώσσα θα μιλούσε κάποιο παιδί εάν μεγάλωνε μόνο του, χωρίς γονείς ή κοινωνικό περιβάλλον, χωρίς να ακούει κάποια γλώσσα. Έτσι, μάζεψε αρκετά βρέφη, και προσέλαβε θετές τροφούς για να τα ταΐζουν και να τα πλένουν, αλλά με ρητή εντολή να μην τους μιλάνε. Φυσικά δεν έμαθαν καμία γλώσσα, αλλά δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ. Το αξιοπερίεργο είναι ότι τα μωρά, το ένα μετά το άλλο, άρχισαν να πεθαίνουν. Όπως μας λένε τα κείμενα του τότε: «Τα παιδιά δεν μπορούσαν να επιβιώσουν αν δεν έβλεπαν ανθρώπους να χτυπούν τα χέρια, να κάνουν χειρονομίες, να τους δείχνουν χαρά και να τα καλοπιάνουν». 800 χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του 1940, ο ψυχαναλυτής Ρενέ Σπιτς μας λέει ότι έγινε μία επανάληψη αυτού του πειράματος, αυτή τη φορά σε μωρά σε ιδρύματα. Από σεβασμό στην μόλις τεκμηριωμένη θεωρία για τα μικρόβια, τα μωρά στα ιδρύματα τρέφονταν και ντύνονταν σωστά, ήταν πάντα στα ζεστά και καθαρά, αλλά κανείς δεν τα έπαιζε ή τα έπαιρνε αγκαλιά. Παρ’ ότι οι φυσικές τους ανάγκες ικανοποιούνταν, πολλά από αυτά τα μωρά πέθαιναν. Ο Σπιτς επιβεβαίωσε με αυτό το πείραμα ότι η ανθρώπινη αλληλεπίδραση (αγκαλιά, χάδι, κουβέντα, παιχνίδι) είναι τόσο απαραίτητη για τα μωρά που, χωρίς αυτήν, πεθαίνουν.

Πώς είναι δυνατόν όμως αυτό; Έχουμε να κάνουμε με ένα μεταφυσικό φαινόμενο; Φυσικά και όχι. Για να το εξηγήσουμε θα πρέπει να επιστρατεύσουμε μία ψυχολογική θεωρία, τη θεωρία της προσκόλλησης. Σύμφωνα με αυτήν, τα μικρά των ανθρώπων (και άλλων θηλαστικών) γεννιούνται με την ενστικτώδη προδιάθεση ενός συμπεριφορικού δεσμού με τη μητέρα τους. Αυτός ο δεσμός προκαλεί δυστυχία όταν απομακρύνονται ο ένας απ’ τον άλλον. Τα στάδια του αποχωρισμού είναι 2: η διαμαρτυρία και η απόγνωση. Κάθε ένα από αυτά τα 2 στάδια συνοδεύεται από μία ομάδα συμπεριφορών και μία διακριτή φυσιολογία.

Στη διαμαρτυρία, η καρδιακή συχνότητα, η θερμοκρασία του σώματός μας και τα επίπεδα των κατεχολαμινών και της κορτιζόλης ανεβαίνουν. Ως αποτέλεσμα, αυξάνεται η κινητική δραστηριότητα, μιας και ένα νεαρό θηλαστικό που έχασε τη μητέρα του, θα πρέπει να είναι σε εγρήγορση ώστε να τη βρει. Αν ο χωρισμός παραταθεί, το θηλαστικό μπαίνει στην απόγνωση.

Η απόγνωση αρχίζει με την εξαφάνιση της γκρίνιας και την έλευση της απάθειας: Το ζώο σταματάει το πήγαινε-έλα, σταματάει το κλαψούρισμα και κουλουριάζεται σε μια γωνία. Πίνει λίγο νερό και μπορεί να μη δείξει ενδιαφέρον για φαγητό. Η φάση της απόγνωσης διαταράσσει ευρύτατα τους ρυθμούς του σώματος: Η καρδιακή συχνότητα επιβραδύνεται και στο ηλεκτροκαρδιογράφημα βλέπουμε αφύσικους, ακανόνιστους και κοφτούς παλμούς να παρεμβάλλονται στην κανονική πορεία. Ο ύπνος γίνεται ελαφρύτερος και το επίπεδο της αυξητικής ορμόνης στο αίμα πέφτει απότομα. Αυτός είναι και ο λόγος που τα μωρά, χωρίς αγάπη, σιγά σιγά πεθαίνουν.

Τα στοιχεία για τη ζωτική αναγκαιότητα της αγάπης δε σταματούν εκεί. Οι μοναχικοί άνθρωποι έχουν 3 έως 5 φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν πρόωρα, από οποιαδήποτε αιτία, από ότι οι άνθρωποι με έναν σύντροφο, μία οικογένεια ή μία κοινότητα. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι ασθενείς που πάσχουν από καρδιά πεθαίνουν 4 έως 6 φορές πιο συχνά από εκείνους που ζουν συντροφιά με έναν σκύλο. Πίθηκοι που μεγάλωσαν μόνοι τους συχνά αυτο-ακρωτηριάζονται, δαγκώνουν τα μέλη τους, χτυπούν με μανία το κεφάλι τους στον τοίχο και βγάζουν τα μάτια τους. Η παραμέληση δημιουργεί παιδιά των οποίων η περίμετρος του κεφαλιού είναι μετρήσιμα μικρότερη, των οποίων ο εγκέφαλος σε μαγνητική σάρωση παρουσιάζει συρρίκνωση λόγω απώλειας δισεκατομμυρίων κυττάρων. Παιδιά των οποίων η μητέρα τους είναι καταθλιπτική από νωρίς στη ζωή τους, παρουσιάζουν επίμονες γνωσιακές αναπηρίες.

Γίνεται φανερό ότι τα θηλαστικά, μόλις αποκοπούν από τις μορφές προσκόλλησής τους, καταβαραθρώνονται σε μία σωματική αποδιοργάνωση. Το ποσοστό αποσύνθεσης ποικίλει. Τα μωρά εξαρτώνται πλήρως, η σταθερότητα των πιο μεγάλων παιδιών χάνεται πιο αργά και των ενηλίκων ακόμα πιο αργά. Σε οποιαδήποτε ηλικία, ωστόσο, η φυσιολογία των κοινωνικών θηλαστικών είναι ασταθής.

Το ανθρώπινο σώμα είναι ενας ανοικτός βρόχος, ένα ανοικτό σύστημα, που συνδέεται με άλλα ανοικτά συστήματα, δηλαδή με άλλους ανθρώπους. Οι γυναίκες που περνούν καιρό μαζί συχνά ευθυγραμμίζουν τους κύκλους τους. Οι στενοί φίλοι πετυχαίνουν ευκολότερα συγχρονία (π.χ. όταν συγχρονίζονται τα βήματα στο περπάτημα). Αυτά δείχνουν ότι η σωματική αυτή σύνδεση είναι μεταιχμιακή. Η εξέλιξη έχει δώσει στα θηλαστικά έναν δίαυλο για να προσαρμόζουν και να ενισχύουν τους σωματικούς ρυθμούς το ένα του άλλου, μέσα από τη συνεργατική αλληλεπίδραση της αγάπης. Αυτήν την αμοιβαία συγχρονιστική ανταλλαγή την αποκαλούμε μεταιχμιακή ρύθμιση.

Βάσει αυτών ο μύθος του αυτόνομου ατόμου έχει ήδη καταρρεύσει.

*

3ο μέρος

Αυτή όμως δεν είναι η συνολική εικόνα. Πέρα από το να ρυθμίζει τη φυσιολογία μας, η προσκόλληση αλλάζει ένα νεαρό θηλαστικό για πάντα. Η μεταιχμιακή ρύθμιση χαράζει γνωσιακά πρότυπα που διαρκούν στα αναπτυσσόμενα κυκλώματα του νου. Πάμε να δούμε τι σημαίνει αυτό.

Για να δούμε τι σημαίνει αυτό, πρέπει πρώτα να πούμε κάποια πράγματα για το πώς λειτουργεί η μνήμη.

Μία βασική διάκριση ανάμεσα στα είδη της μνήμης είναι αυτή σε έκδηλη και άδηλη. Ως έκδηλη μνήμη ορίζεται η ικανότητα συγκράτησης και ενθύμησης συμβάντων και δεδομένων που μπορούν να δηλωθούν με ρητό τρόπο, τρόπος ο οποίος απαιτεί τη διεργασία της συνείδησης. Εκδηλη μνήμη είναι αυτή την οποία μπορούμε να φέρουμε στη συνείδησή μας, αυτή που μπορούμε να δηλώσουμε. Η άδηλη μνήμη από την άλλη αποθηκεύει μη συνειδητά πληροφορίες για συνήθειες και δεξιότητες τις οποίες τις χρησιμοποιούμε χωρίς να έχουμε την επίγνωση ότι το κάνουμε.

Στη βιβλιογραφία υπάρχει το παράδειγμα ενός ασθενούς, του κύριου Άντεργουντ, ο οποίος είχε, λόγω ατυχήματος, μία ζημιά στον ιππόκαμπο, το σημείο του εγκεφάλου που φιλοξενεί την έκδηλη μνήμη. Ο κύριος αυτός δεν μπορούσε να μάθει τίποτα μετά το ατύχημα, ενώ θυμόταν κανονικά τα πράγματα πριν το ατύχημα. Ήταν σαν να έχει κολλήσει στο παρόν. Πίστευε δηλαδή ότι ζούσε το 1985 και ότι πρόεδρος της Αμερικής ήταν ο Ρήγκαν. Κάθε πρωί ξαναγνώριζε από την αρχή τους γιατρούς του και γενικότερα δεν μπορούσε να μάθει τίποτα καινούργιο. Παρόλα αυτά, ερευνητές έκαναν το εξής πείραμα: έμαθαν στον κύριο Άντεργουντ να δένει ναυτικούς κόμπους. Μετά από κάποιες μέρες τον ρώτησαν αν ξέρει να δένει κόμπους, και αυτός απάντησε όχι, γιατί φυσικά δεν το θυμόταν ότι είχε μάθει. Παρόλα αυτά όταν τον έβαλαν να δέσει κόμπους, αυτός τα κατάφερε χωρίς δυσκολία. Αυτό δείχνει ότι ακόμα και χωρίς έκδηλη μνήμη η ικανότητα για μάθηση διατηρείται.

Έτσι, δύο επιστήμονες ήθελαν να διαπιστώσουν εάν οι συναισθηματικές αναμνήσεις είναι έκδηλες ή άδηλες, και γι αυτό σχεδιάσαν το εξής πείραμα. Σε έναν ασθενή με το ίδιο πρόβλημα με τον κύριο Άντεργουντ, έβαλαν τους 3 γιατρούς που τον εξυπηρετούσαν να του φέρονται διαφορετικά: Ο ένας τον φρόντιζε και τον κολάκευε, ο 2ος ήταν ανέκφραστος και ο 3ος ήταν δυσάρεστος. Μετά από κάποιες μέρες, ενώ αρνήθηκε ότι γνώρισε οποιονδήποτε, όταν τον υποχρέωναν να διαλέγει έναν απ τους 3 για να τον προμηθεύουν με τσιγάρα, αυτός προτιμούσε τον «καλό» με μεγαλύτερη συχνότητα απ’ όση θα μπορούσε να θεωρηθεί τυχαία. Χωρίς μνήμη γεγονότων ή προσώπων, ο ασθενής συγκρατούσε μια συναισθηματική εντύπωση.

Αυτό αποδεικνύει ότι η συναισθηματικά μάθηση γίνεται άδηλα. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι δε θυμόμαστε τίποτα από τα 2-3 πρώτα χρόνια της ζωής μας, ενώ είναι τα πιο σημαντικά ως προς την δόμηση της προσωπικότητάς μας – η έκδηλη μνήμη δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί. Ξαναβλέπουμε εδώ, μέσα από τη λειτουργία της μνήμης αυτή τη φορά, την αδυναμία του νεοφλοιού –της «λογικής»– να παρέμβει σε συναισθηματικά ζητήματα.

Είδαμε λοιπόν πώς λειτουργεί μακροσκοπικά η μνήμη. Θα προσπαθήσουμε να δούμε τώρα το αντίθετο, δηλαδή πώς οι νευρώνες σχηματίζουν δίκτυα, τα οποία μεταφράζονται ως αναμνήσεις. Αν προσομοιώσουμε τη λειτουργία του εγκεφάλου με νευρωνικά δίκτυα, τότε προκύπτει η εξής συλλογιστική:

Όταν νιώθουμε ένα συναίσθημα ενεργοποιείται ένα σύνολο/δίκτυο νευρώνων.

Όταν μετά από λίγο το συναίσθημα περάσει, οι διασυνδέσεις ανάμεσα στους νευρώνες αυτούς ενισχύουν τους προηγούμενους χαλαρούς δεσμούς, και έτσι φτιάχνουν μία ανάμνηση.

Στο πρώτο σχήμα βλέπουμε ότι οι νευρώνες ενεργοποιήθηκαν, και στο δεύτερο ότι, όταν πια το συναίσθημα έσβησε, οι δεσμοί παραμένουν.

Όσο πιο πολλές φορές νιώσουμε αυτο το συναίσθημα, τόσο οι δεσμοί ενισχύονται, και άρα η ανάμνηση βαθαίνει.

Βλέπουμε εδώ ότι οι μαύρες γραμμές είναι πιο παχείες από ότι προηγουμένως.

Έστω ότι τώρα έρχεται ένα παρόμοιο ερέθισμα, με αποτέλεσμα να ξαναδιεγερθούν κάποιοι από αυτούς τους νευρώνες ή/και κάποιοι κοντινοί σε αυτούς. Τότε βλέπουμε ότι ενεργοποιούνται και οι αρχικοί νευρώνες. Έτσι, η ανάμνηση λειτουργεί σαν ελκυστής. Όσο πιο ισχυρή/βαθιά είναι η σύνδεση των νευρώνων (πιο ισχυρή και επαναλαμβανόμενη ανάμνηση), τόσο πιο ισχυρό είναι και το πεδίο έλξης της.

Τι σημαίνει αυτό. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Έχουμε δει πολλές φορές στη ζωή μας το γράμμα ‘Η’. Αυτό μας έχει δημιουργήσει μια βαθιά μνήμη:

Εάν τώρα δούμε ένα καλλιγραφικό H, τότε αυτό θα ενεργοποιήσει ένα κύκλωμα νευρώνων, όπου κάποιοι θα είναι κοινοί με το κανονικό Η, και κάποιοι άλλοι θα είναι κοντινοί. Τότε, σαν ντόμινο, θα ενεργοποιηθούν και οι αρχικοί νευρώνες με αποτέλεσμα στην πραγματικότητα να βιώνουμε κατά βάση την ανάμνηση και όχι την πραγματικότητα.

Αυτό εξηγεί το γιατί οι χαρούμενοι άνθρωποι θυμούνται αυτόματα τις ευτυχισμένες στιγμές, ενώ ένα καταθλιπτικό άτομο θυμάται χωρίς προσπάθεια περιστατικά εγκατάλειψης και απόγνωσης. Φωτίζει επίσης το γιατί οι αγχώδεις άνθρωποι κλωθογυρίζουν σε παλιές απειλές. Αν ένα συναίσθημα είναι αρκετά ισχυρό, μπορεί να καταστείλει αντικρουόμενα δίκτυα ολοκληρωτικά, τόσο που το περιεχόμενό τους να γίνει απροσπέλαστο, σε σημείο που να αποκλείει κομμάτια του παρελθόντος που έρχονται σε αντίθεση μ’ αυτά. Άτομα με βαριά κατάθλιψη «ξεχνούν» την προηγούμενη πιο ευτυχισμένη ζωή τους και την αρνούνται με επιμονή, όσο και να προσπαθούν να τους τη θυμίσουν καλοπροαίρετοι φύλακες της ιστορικής αλήθειας.

Ο ελκυστής, λοιπόν, είναι στην ουσία ένα σχήμα μέσα στον εγκέφαλό μας, που διαστρεβλώνει, στρογγυλοποιεί την πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε, βάσει ήδη καθορισμένων αναμνήσεών μας. Ένα πολύ απλό παράδειγμα είναι ότι οι Αρχαίοι Μακεδόνες δεν πρόφεραν το γράμμα ‘φ’ με αποτέλεσμα να μην μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά ανάμεσα στα γράμματα ‘φ’ και ‘β’. Πήραν την Ιωνική λέξη Φίλιππος και την έκαναν Βίλιππος. Αυτό συνέβαινε γιατί δεν είχαν 2 ελκυστές για αυτά τα 2 (κοντινά) φωνήματα. Παρ’ όλα αυτά, με προσπάθεια και επανάληψη, οι επιστήμονες κατάφεραν να κάνουν ανθρώπους που μίλαγαν μια τέτοια γλώσσα, να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στα 2 φωνήματα, να δημιουργήσουν δηλαδή έναν καινούριο ελκυστή! Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για τα πολιτικά συμπεράσματα που θα βγάλουμε παρακάτω.

Ο μεταιχμιακός εγκέφαλος περιέχει κι αυτός τους (συναισθηματικούς) ελκυστές του, οι οποίοι έχουν κωδικοποιηθεί κυρίως στις αρχές της ζωής του. Έτσι, η αρχική αυτή πόλωση επιθεωρεί τον συναισθηματικό κόσμο και καθοδηγεί τις σχέσεις του εφ’ όρου ζωής. Αν η πρώιμη εμπειρία ενός μεταιχμιακού εγκεφάλου επιδεικνύει μία υγιή συναισθηματική αλληλεπίδραση, οι ελκυστές του θα χρησιμεύσουν σαν αξιόπιστοι οδηγοί στον κόσμο των πρακτικών και αποτελεσματικών σχέσεων. Αν μία μη υγιής αγάπη κάνει την εμφάνισή της σε ένα παιδί, οι ελκυστές του θα την κωδικοποίησουν και θα σπρώχνουν τις σχέσεις του ως ενηλίκου στο κρεβάτι του Προκρούστη. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να παρακάμψει τους δικούς του ελκυστές, μιας και είναι ενσωματωμένοι στη δομή του εγκεφάλου του και της σκέψης του. Μη βιάζεστε να απογοητευτείτε όμως. Η επίδραση ενός ελκυστή δεν περιορίζεται στον αρχικό νου από τον οποίο προήλθε. Επειδή ο μεταιχμιακός συντονισμός και η μεταιχμιακή ρύθμιση φέρνουν κοντά τα ανθρώπινα μυαλά, σε μία διαρκή ανταλλαγή σημάτων, κάθε εγκέφαλος είναι μέρος ενός τοπικού δικτύου που μοιράζεται πληροφορίες. Και στις πληροφορίες που μοιράζονται ανάμεσα στους εγκεφάλους, περιλαμβάνονται και οι ελκυστές. Κοινώς, οι ελκυστές ενός ανθρώπου επηρεάζουν και επηρεάζονται από τους ελκυστές των υπόλοιπων ανθρώπων. Η συνεχιζόμενη έκθεση στους ελκυστές ενός άλλου ατόμου δεν ενεργοποιεί απλώς τα νευρωνικά πρότυπα κάποιου άλλου, αλλά και τα ενδυναμώνει. Η μακροχρόνια συντροφικότητα καταγράφει μόνιμες αλλαγές στη δομή ενός εγκεφάλου. Την ικανότητα αυτή των θηλαστικών να αλλάζουν, να αναπλάθουν ο ένας τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο ο άλλος, την ονομάζουμε μεταιχμιακή αναθεώρηση. Η ψυχοθεραπεία είναι ένα παράδειγμα αναθεώρησης των μεταιχμιακών ελκυστών μας. Η ένταξη και η ζωή σε μία σφιχτά δεμένη κοινότητα είναι ένα άλλο παράδειγμα.

*

Ανακεφαλαιώνοντας

Ας συνοψίσουμε λοιπόν.

Ο εγκέφαλος χωρίζεται σε 3 τμήματα, τον ερπετικό, τον μεταιχμιακό και το νεοφλοιό. Ο ερπετικός σχετίζεται με ζωτικές λειτουργίες και τον φόβο, ο μεταιχμιακός με τα κοινωνικά συναισθήματα και την αγάπη, και ο νεοφλοιός με τη λογική και την αφηρημένη σκέψη. Ο νεοφλοιός συνήθως δεν μπορεί να επηρεάσει τον μεταιχμιακό, αλλά μπορεί να παρατηρεί και να βγάζει συμπεράσματα.

Οι μεταιχμιακοί εγκέφαλοι μπορούν και συντονίζονται (όπως όταν το μωρό επικοινωνεί με τη μάνα – μεταιχμιακός συντονισμός) και πρέπει να συντονίζονται, ούτως ώστε να ρυθμίζονται οι εσωτερικοί ρυθμοί του σώματός μας, μιας και κανένας άνθρωπος δεν είναι συναισθηματικά και φυσιολογικά αυτόνομος. Τα συναισθήματα λειτουργούν με ελκυστές οι οποίοι τραβάνε την πραγματικότητα ώστε να είναι συμβατή με τα σχήματα που έχουμε στον εγκέφαλό μας, τα οποία έχουν καθοριστεί από την πρώιμη εμπειρία με μη συνειδητό τρόπο. Παρόλα αυτά, οι ελκυστές μας μπορούν να αλλάξουν, μέσα από τον συντονισμό με άλλους εγκεφάλους, και έτσι έχουμε αυτό που λέμε μεταιχμιακή αναθεώρηση. Αυτό χρειάζεται ανθρώπους (ψυχοθεραπεία/μια κοινότητα), χρόνο και επένδυση.

*

Συμπεράσματα

Τι πολιτικά συμπεράσματα προκύπτουν από τη δημιουργία μιας γενικής θεωρίας για την αγάπη; Πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι; Η θεωρία δυναμικών συστημάτων μάς διδάσκει ότι οι ελκυστές από τη φύση τους μπορούν όχι μόνο να μεταβάλλονται, αλλά και να εξαφανίζονται ή να δημιουργούνται καινούριοι, όπως είδαμε με τα γράμματα ‘φ’ και ‘β’. Αν εφαρμόσουμε αυτό το συμπέρασμα στους συναισθηματικούς ελκυστές ενός ενήλικου ανθρώπου, τότε συμπεραίνουμε ότι αυτοί μπορούν να αλλάξουν, με τη βοήθεια της μεταιχμιακής αναθεώρησης. Προσοχή όμως! Χωρίς μεταιχμιακό συντονισμό δεν υπάρχει μεταιχμιακή αναθεώρηση. Αυτό σημαίνει ότι η συναισθηματική εμπειρία ενός ανθρώπου μπορεί να μη μεταστραφεί ακόμη και αν ο κόσμος γύρω του αλλάξει δραματικά. Μπορεί να παραμείνει παγιδευμένος μέσα σε μία εικονική πραγματικότητα, φτιαγμένη πριν από δεκαετίες, εάν οι ανθρωποι γύρω του δεν τον βοηθήσουν να δει μία άλλη πραγματικότητα. Έτσι προκύπτει και το δεύτερο πολιτικό συμπέρασμα: Εάν δε λάβουμε υπόψιν μας την ανθρώπινη επαφή, καμία στείρα κοινωνική διαδικασία (π.χ. αλλαγή του οικονομικού μοντέλου) δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα της ανθρώπινης ψυχής.

Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε και τη σημασία του χρόνου και της επένδυσης. Οι σχέσεις ζουν από τον χρόνο. Οι διαδικασίες της συνάφειας και της αγάπης είναι φυσιολογικές διαδικασίες που, όπως η χώνεψη ή η ανάπτυξη των οστών, δεν μπορούν να επιταχυνθούν. Η τεχνολογία και οι γρήγοροι ρυθμοί του πολιτισμού μας μας δελεάζουν να σκεφτούμε: Δε θα μπορούσαμε να συμπιέσουμε μια σχέση σε λιγότερο χρόνο απ’ όσον απαιτούσαν τον παλιό καιρό; Το κατηγορηματικό μεταιχμιακό όχι αιφνιδιάζει τον πολιτισμό μας. Κάθε επικοινωνιακό μεσο της mainstream κουλτούρας περιγράφει ως κορυφαία στιγμή οικειότητας μεταξύ ενηλίκων εκείνη που δύο ελκυστικοί άνθρωποι που δεν ξέρουν τίποτα ο ένας για τον άλλον πέφτουν στο κρεβάτι και κάνουν παθιασμένα σεξ. Όλες οι στιγμές της ερωτικής μας ζωής θα έπρεπε να τείνουν, όπως μας μαθαίνουν, προς εκείνη τη συγκλονιστική ερωτική αποθέωση. Όμως ο έρωτας απλώς φέρνει τους παίκτες κοντά. Το τέλος του είναι τόσο αναπόφευκτο όσο και επιθυμητό. Η γνήσια συνάφεια, δηλαδή η αγάπη, είναι μεταιχμιακά διάφορη του έρωτα, αν και πολλές φορές προέρχεται από αυτόν. Αγάπη σημαίνει αμοιβαιότητα, συγχρονική εναρμόνιση και ρύθμιση. Και για αυτό, στην αγάπη των ενηλίκων αποφασιστικό ρόλο παίζει το να γνωρίζει ο ένας τον άλλον. Θα μπορούσαμε λοιπόν να συμπιέσουμε μια σχέση σε λιγότερο χρόνο; Όχι. Χωρίς πλούσια ανθρώπινη επαφή, ένα παιδί δεν μπορεί να φτάσει την εσωτερική του ισορροπία. Τα ποσοστά κατάθλιψης στις ΗΠΑ ανεβαίνουν σταθερά από το 1960. Τα ποσοστά αυτοκτονίας νέων ανθρώπων έχουν υπερτριπλασιαστεί από τότε. Ένα άτομο στερημένο από ένα σταθερό κέντρο χρειάζεται κάτι για να προσανατολιστεί καθώς προσπαθεί να πλεύσει στον κόσμο. Μιας και δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τον πυρήνα του εαυτού του για να το κάνει αυτό, θα αναζητήσει εξωτερικά πρότυπα – εκείνα για τα οποία μπορεί να νιώθει σιγουριά. Έτσι, η ματαίωση της προσκόλλησης ενθαρρύνει τον ναρκισσισμό – το φαίνεσθαι αντί του είναι. Εάν ούτε αυτό είναι αρκετό, ο διψασμένος εγκέφαλος θα ψάξει την ικανοποίηση ή την ανακούφιση σε αναποτελεσματικά υποκατάστατα: αλκοόλ, κοκαΐνη, ηρωίνη (πειράματα σε ποντίκια έχουν δείξει ότι συγκεκριμένα η ηρωίνη και γενικότερα τα οπιούχα απαλύνουν τον πόνο του χωρισμού και της απόγνωσης).

Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Μήπως οι διαλέξεις για τα κακά της εξάρτησης που μας έκαναν στο σχολείο θα βοηθήσουν; Μάλλον όχι. Αυτές οι συζητήσεις στοχεύουν στον νεοφλοιό, όχι στον μεταιχμιακό εγκέφαλο. Η ανεμελιά τού «Απλώς πες όχι» αγνοεί τη σχετική ανεξαρτησία του μεταιχμιακού εγκεφάλου από τον νεοφλοιό. Μόνο με ισχυρούς οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς μπορεί το πρόβλημα των ουσιών να καταπολεμηθεί, και, πράγματι, μελέτες σε παιδιά και σε ενηλίκους επιβεβαιώνουν αυτό το πόρισμα. Ένα ακόμη παράδειγμα είναι οι επιχειρήσεις, τα «νομικά πρόσωπα», τα οποία στην πραγματικότητα δεν έχουν πρόσωπο. Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε τις σχέσεις μας μεταιχμιακά, δηλαδή με όρους συναισθημάτων και προσκόλλησης. Όμως, μια εταιρεία δεν έχει μεταιχμιακή δομή ώστε να αναγνωρίζει τους υπαλλήλους ως «δικούς της». Όταν η Johns Manville Corporation συγκάλυψε τις θανατηφόρες συνέπειες του αμίαντου, έστειλε στον θάνατο εκατοντάδες υπαλλήλους της, απλά και μόνο επειδή με αυτόν τον τρόπο ελαχιστοποιούσε το κόστος. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Οποιοδήποτε ερπετό θα είχε κάνει το ίδιο.

Αυτό το σημείο πρέπει να το προσέξουμε και να το τονίσουμε. Έξω από τη μεταιχμιακή σφαίρα, δεν υπάρχει κανένας εγγενής ενδοιασμός ώστε να μη βλάπτονται οι άνθρωποι. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Η προετοιμασία των στρατιωτών για τη μάχη, εμπεριέχει και την κατήχηση στη συναισθηματική κατάσταση που γεννάει έναν εχθρό. Αυτός ο ψυχολογικός στόχος επιτυγχάνεται με την κατάλυση των ψυχικών δεσμών ανάμεσα στις 2 ομάδες, Εμάς και Αυτούς. Η ιστορία βρίθει από κτηνωδίες ανάμεσα σε ομάδες που δεν τις συνδέουν μεταιχμιακοί δεσμοί. Εάν θέλουμε κάποια στιγμή να χτίσουμε μία πιο ειρηνική κοινωνία, πρέπει αυτό να το έχουμε στο μυαλό μας.

Είδαμε λοιπόν την αρχιτεκτονική της αγάπης, τους τρόπους με τους οποίους αυτή ρυθμίζει, σταθεροποιεί και αλλάζει τις ζωές μας. Είδαμε ότι η κοινωνία μας αρνείται αυτούς τους νόμους, τόσο να τους αναγνωρίσει, όσο και να τους εφαρμόσει. Η αγάπη έχει τη δική της λογική, για την οποία η Λογική δεν έχει ιδέα. Η αγάπη δεν είναι ανταλλακτική, είναι αμοιβαία. Δεν είναι 50-50, είναι 100-100. Όπως είπε ο Ζαν Πωλ Σαρτρ «Στην αγάπη, ένα κι ένα κάνουν ένα».

Πηγή: Ταξικές Μηχανές

325: Αφίσα ενάντια στις τεχνολογίες ελέγχου

Ενάντια στις τεχνολογίες ελέγχου

Αντιμετωπίζουμε τον Φόβο – Πολεμάμε το Μέλλον

Η πανδημία του COVID-19 είναι αναπόσπαστο τμήμα του τεχνολογικά έγκλειστου κόσμου και της περίφημης τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης. Οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας και οι κανόνες της καραντίνας είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε, δια του εκφοβισμού, να οδηγούν τα πλήθη στην υποταγή. Να σπάσουμε τους περιορισμούς, να καταλάβουμε τους δρόμους και να συγκρουστούμε με το τεχνοκρατικό Κράτος που θα χρηιμοποιήσει τις τεχνολογίες πέμπτης γενιάς (5G) προκειμένου να οικοδομήσει το μάτριξ του. Ο φασισμός ως πολιτικό πρόταγμα ανέκαθεν είχε την παρακάτω όψη:

Κράτη σε κατάσταση εκτάκτης ανάγκης αναστέλλουν κάθε αναγνωρισμένο πολιτικό δικαίωμα

Έλεγχος των μέσων ενημέρωσης και λογοκρισία

Παρακολούθηση και καταγραφή των προσωπικών σχέσεων

Απαγόρευση των διαδηλώσεων

Περιορισμός της τοπικής και της διεθνούς μετακίνησης

Ενθάρρυνση της ρουφιανιάς

Aστυνομικός έλεγχος της καθημερινής ζωής

Υπαγόρευση και επιτήρηση των αναγκών

Μαζικής κλίμακας κομφορμισμός

Αιφνίδιες, αυθαίρετες και αμφιλεγόμενες νομοθεσίες για την καταστολή του πλήθους

Εργαλειοποίηση του φόβου ζημίωσης άλλων ως μέσο προσωπικού ελέγχου (συλλογική τιμωρία)

Εξαίρεση κομματικών μελών από την ισχύ του νόμου

Τεχνολογική πρόοδος

Ο εξανδραποδισμός μας εξαρτάται από τη συναίνεσή μας

ΟΡΓΑΝΩΣΗ / ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ / ΕΞΕΓΕΡΣΗ

325.nostate.net

PDF:
ΑΓΓΛΙΚΑ
ΓΑΛΛΙΚΑ

Πηγή: 325

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Προσέξτε: Ιατρική Αστυνομία

Brendan McQuade και Mark Neocleous*

 Την μετάφραση έκανε ο Φοίβος Θεολογίτης

 

Οι αστυνομικοί απομακρύνουν βίαια κάποιο άτομο από το λεωφορείο επειδή δεν φοράει μάσκα προσώπου· συλλαμβάνουν ανθρώπους επειδή δεν τηρούν την κοινωνική αποστασιοποίηση μέσα σε ένα πολυπληθή σταθμό του μετρό· λένε στους ανθρώπους να μετακινηθούν εάν φαίνεται ότι συγχρωτίζονται πολλοί μαζί· καθορίζουν ποιος μπορεί να παρακολουθήσει μια δημόσια εκδήλωση. Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα της αστυνόμευσης του ιού. Η επιβολή της κοινωνικής αποστασιοποίησης στους δρόμους της πόλης κατά τη διάρκεια του λοκνταουν ήταν μόνο η αρχή. Πολλές κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο έχουν ξεκινήσει να αναπτύσσουν νέα συστήματα παρακολούθησης και πρωτόκολλα δοκιμών στο όνομα της δημόσιας υγείας. Στον διστακτικό νέο κόσμο του παρόντος και στον θαυμαστό νέο κόσμο του μέλλοντος, η αστυνόμευση συναντά την υγεία. Η ιατρική αστυνόμευση επέστρεψε. Αλλά, άραγε, είχε φύγει ποτέ;

Για μερικούς ανθρώπους, η βαρύτητα της νέας συγκυρίας που εγκαινιάστηκε καθοριστικά και αποφασιστικά από την πανδημία του Covid-19 υποδεικνύει ότι η επανάσταση είναι πλέον εφικτή1. Ωστόσο, δείχνει επίσης ότι ορισμένα χαρακτηριστικά της ταξικής και φυλετικής δυναμικής του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος έχουν αμβλυνθεί εντελώς. Πόσους υγιείς ανθρώπους χρειάζεται μια οικονομία για να λειτουργήσει; Πόσους αρρώστους μπορεί να αντέξει τo σύστημα υγείας; Πόσοι ευάλωτοι μετανάστες χρειάζεται να εργαστούν για να δουλέψει το σύστημα υγείας; Πόσους νεκρούς φίλους, συγγενείς και ερωτικούς συντρόφους θα ανεχτούν οι άνθρωποι; Όσο οι αυθεντίες, οι κομπογιαννίτες και οι δημοσιογραφίσκοι συζητούν για τον αριθμό των πτωμάτων που θα μπορούσε να κάνει αποδεκτή μια ανθρωποθυσία στο Κεφάλαιο — γνωστή και ως «άνοιγμα της οικονομίας» — η πανδημία καταδεικνυεί τον στρατηγικό προσανατολισμό του κράτους. Σε αυτόν τον προσανατολισμό, το ευρύτερο αστυνομικό πλάνο (η συγκρότηση και ανασυγκρότηση της εργατικής τάξης, η αστυνόμευση των κρίσεων και η συνέχιση του μεγάλου μηχανισμού της παγκόσμιας συσσώρευσης), το οποίο ήταν πάντα κεντρικό στοιχείο στην κατασκευή της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων, σήμερα εκδηλώνεται εντονότερα μέσα σε μια σειρά μέτρων για την υγεία και τις ασθένειες, τις λοιμώξεις και την ανοσία, τις νόσους και την ευεξία. Γι αυτό, ο όρος «ιατρική αστυνομία» είναι και πάλι ένα ισχυρό κριτικό εργαλείο.

Η ιδέα της ιατρικής αστυνομίας ανάγεται πίσω στην πρώϊμη σύγχρονη περίοδο ανάμεσα στην Αναγέννηση και τις Μεγάλες Επαναστάσεις, στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα. Ηταν μια εκτεταμένη ιστορική εποχή μετάβασης των συστημάτων, όταν η σύγχρονη τάξη πραγμάτων ακόμη διαμορφωνόταν και οι παλαιότεροι τρόποι ζωής ακόμη καταστρέφονταν συστηματικά. Οι πληβείοι και οι προλετάριοι, και η εργατική τάξη υπό συγκρότηση, ήταν μπλεγμένοι αμφότερα στα κυκλώματα κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και στα απομεινάρια των προ–καπιταλιστικών οικονομιών που ήταν επικεντρωμένες στα κοινά τα οποία υπερέβαιναν την κοινή ιδιοκτησία (τα κοινά), και συνεπάγονταν την κοινή γνώση και την κοινοτική οργάνωση της κοινωνικής ζωής (πρακτικές κοινοκτημοσύνης). Αυτός ο συστηματικός αποικισμός του κόσμου ήταν η διαδικασία που ο Μαρξ κατανόησε ως «πρωταρχική συσσώρευση»: η παρέμβαση του κράτους για να μετατρέψει τα κοινά σε ιδιωτική ιδιοκτησία, να εκτοπίσει και να ξεριζώσει τους ανθρώπους από τη γη και να ανοικοδομήσει την κοινωνική τάξη πραγμάτων μέσω της μισθολογικής σχέσης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δραματικής και βίαιης αλλαγής, ο χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας ήταν έντονος, η καταπίεσή της ολοφάνερη και η λειτουργία της αναμφισβήτητη. Στο επίκεντρο αυτής βρισκόταν η αστυνομική εξουσία.2

Εκείνη την εποχή, «αστυνομία» σήμαινε όλα όσα θα αποκαλούσαμε σήμερα «δημόσια πολιτική» (policy), συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής πρόνοιας, της εκπαίδευσης, του πολεοδομικού σχεδιασμού και, φυσικά, της επιβολής του νόμου. Σε οποιοδήποτε κατάλογο αστυνομικών δραστηριοτήτων συμπεριλαμβανόταν ένα σύνολο ζητημάτων από αυτά που θα χαρακτηρίζαμε σήμερα ως ζητήματα «δημόσιας υγείας», αλλά τα οποία ονομάζονταν «ιατρική αστυνομία». Αντανακλώντας αυτόν τον προσανατολισμό, μερικά από τα πρώτα «σύγχρονα» αστυνομικά σώματα, συγκρίσιμα με τις σύγχρονες υπηρεσίες επιβολής του νόμου, προορίζονταν για αποστολές πολύ ευρύτερες από εκείνες που συχνά θεωρούμε με τη στενή έννοια της «αστυνομίας». Για παράδειγμα, η Βασιλική Χωροφυλακή της Ιρλανδίας, που αποτελεί ένα από τα πρώτα τέτοιου τύπου σώματα για τη διαχείριση των αποικιών και ένα πρότυπο για τη Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου, λειτουργούσε ως μια πολεμική μηχανή που ενεργούσε ως ιατρική αστυνομία.

Ύστερα από την αποτυχημένη εξέγερση των Ηνωμένων Ιρλανδών το 1789, το Λονδίνο εντατικοποιήσε τον έλεγχό του στην Ιρλανδία με πολύπλευρα αστυνομικά έργα που εκτελέστηκαν από την Χωροφυλακή, η οποία, εκτός από την επιβολή του ποινικού νόμου και την καταστολή των ανταρτών, διενεργούσε γεωργικές στατιστικές και τη δεκαετή απογραφή, κατέγραφε εξώσεις και απάτες δανείων, και επιθεωρούσε φορτία και ποσότητες. Επιπλέον, η Χωροφυλακή ήταν σαφώς σχεδιασμένη από τους νομοθέτες και τους διοικητές για να είναι μια ιατρική αστυνομία. Η ιατρική αστυνόμευση περιελάμβανε τον εντοπισμό των ιερόδουλων και άλλων ανθρώπων που θεωρούνταν ανήθικοι, ελευθέρων ηθών ή απείθαρχοι, κυρίως λόγω των μολυσματικών ασθενειών που υποτίθεται εξαπλώνονταν από αυτούς. Σήμαινε επίσης την γενικότερη επιβολή της δημόσιας πολιτικής που αφορούσε τη δημόσια υγεία: μέτρα για τον σωστό χειρισμό των σκυλιών, την πώληση ζώων, την κατοχή των χοίρων και την απομάκρυνση της κοπριάς. Καθ ‘όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η Χωροφυλακή επέβαλλε την απαγόρευση τέλεσης αγρυπνίας γιόσους είχαν πεθάνει από επικίνδυνες ασθένειες· διασφάλιζε ότι οι άνθρωποι απολυμέναν τα σπίτια τους, εφόσον μέσα σε αυτά είχαν πεθάνει άτομα από μολυσματικές ασθένειες· και συνελάμβανε άτομα που δεν είχαν εμβολιάσει τα παιδιά τους. Ο όρος «αντιρρησίας συνείδησης» χρησιμοποιήθηκε πρώτα για να περιγράψει τους ανθρώπους από την εργατική τάξη οι οποίοι αντιστέκονταν σε αυτήν την παρέμβαση της ιατρικής αστυνομίας στη ζωή τους. Έτσι, η Βασιλική Χωροφυλακή της Ιρλανδίας αστυνόμευε, με την πληρέστερη σημασία του όρου: ήταν το όργανο επιβολής του νόμου, το μέσο για την άσκηση ποικίλων αστυνομικών εξουσιών, και πρωταρχικό όπλο στον πόλεμο της συσσώρευσης ενάντια στην εργατική τάξη.

Υπάρχει μια τάση να παραγνωρίζουμε τις φαινομενικά διακριτές και φαινομενικά καλοήθεις κοινωνικές πολιτικές ως αποσυνδεδεμένες μεταξύ τους και, πιο συγκεκριμένα, ως αποσυνδεδεμένες από την αστυνομική εξουσία. Αλλά, όπως μαρτυρά το παράδειγμα της Βασιλικής Χωροφυλακής της Ιρλανδίας, η αστυνομική εξουσία ήταν στις απαρχές της μια ευρεία εξουσία που είχε ως μέλημά της την οικοδόμηση μιας αποικιακής κοινωνικής τάξης και την προώθηση του εμπορίου. Η αστυνομική εξουσία ήταν η αστυνομία ως κοινωνική πολιτική, και άρα η κοινωνική πολιτική ως αστυνομία. Ήταν, με άλλα λόγια, μια τέχνη της διακυβέρνησης και μια εφαρμογή των τεχνολογιών της εξουσίας μέσα από ένα δίκτυο θεσμών. Και ήταν παρακινούμενη με τα μέσα γνώσης που παρήγαγαν την σύγχρονη κοινωνική τάξη. Ενώ η αστυνόμευση ήταν καταπιεστική, η πραγματική της εξουσία γίνεται έκδηλη στη διαχείριση της ζωής και των τρόπων διαβίωσης. Ως εκ τούτου, η ιατρική αστυνομία επικεντρώθηκε στην προώθηση της συλλογικής υγείας του πληθυσμού, η οποία με τη σειρά της αφορούσε την αστυνόμευση της υγείας των ατόμων. Η υγεία των μεμονωμένων σωμάτων και του συλλογικού πολιτικού σώματος αναμενόταν να στηρίξει την οικονομική παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού.3

Μια τέτοια τέχνη της διακυβέρνησης και τέτοιες τεχνολογίες της εξουσίας είναι αυτά που ο Foucault αργότερα ονόμασε ως βιοεξουσία και κυβερνητικότητα. Από αυτήν την άποψη, είναι ίσως αναμενόμενο το γεγονός ότι πολλοί διανοούμενοι στράφηκαν πρόσφατα στους νεολογισμούς του Foucault για να κατανοήσουν την τρέχουσα χρονική στιγμή, και ειδικά στην έννοια της «βιοεξουσίας»4. Κάποιοι εφτασαν ακόμη και στο σημείο να μιλάνε για μια πιθανή δημοκρατική βιοπολιτική5 ή μια «διπλή βιοεξουσία»6. Είναι σημαντικό ότι τα ίδια αυτά επιχειρήματα αγνοούν οτιδήποτε είχε να πει ο Foucault για την αστυνόμευση του κοινωνικού πεδίου. Είναι επίσης σημαντικό ότι συχνά προσπαθούν να αντισταθούν στην γλώσσα του πολέμου για να περιγράψουν τον ιό, παρόλο που ο Foucault επέμεινε ξανά και ξανά ότι η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Κατά την άποψή μας, η έννοια της «ιατρικής αστυνομίας», ως μέρος μιας διευρυμένης έννοιας της αστυνομικής εξουσίας, επικεντρώνεται σε σημαντικές πτυχές της καπιταλιστικής εξουσίας τις οποίες η φουκωϊκή επίκληση της «βιοεξουσίας» τείνει να αποκρύπτει. Εστιάζει την προσοχή μας στην κατασκευή των καπιταλιστικών μορφών ευταξίας τόσο μέσω του ατελείωτου πολέμου για την καταστροφή των κοινών και των πρακτικών της κοινοκτημοσύνης, οι οποίες εξακολουθούν να στηρίζουν τις περιθωριοποιημένες μάζες της ανθρωπότητας, όσο και μέσω του συστηματικού αποικισμού των καθημερινών πρακτικών της αλληλεγγύης, της ζωής, της αγάπης και της φροντίδας από την «ήπια εξουσία» της κοινωνικής αστυνομίας. Με αυτόν τον τρόπο, ο οπτικός φακός της ιατρικής αστυνομίας αποσαφηνίζει την αναδυόμενη συγκυρία.

Απαντήσεις

Η αποσαφήνιση πηγάζει επίσης από μια πιο μακρόχρονη, λιγότερο φιλοσοφική και πολύ πιο άμεση απαίτηση, η οποία γόνιμα παραμερίζει όλο το κουβεντολόϊ σχετικά με την βιοπoλιτική: Fuck the Police! Οι λέξεις του μεγάλου λούμπεν ύμνου των NWA, ένα σύνθημα που τώρα ξεστομίζεται στις άγριες και αποδιοργανωτικές δράσεις κατά της αστυνομίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης για την αποχρηµατοδότηση (defund) και κατάργησή της, στηρίζεται στην κοινώς κατανοητή θεώρηση της αστυνομίας ως μισητό όργανο της κρατικής βίας, αλλά μάς κάνει επίσης να στραφούμε στην διευρυμένη, αρχική, ιδέα τής αστυνομίας. Σε απάντηση στην τρέχουσα έξαρση της ιατρικής αστυνομίας, μπορεί η τραχύτητα του «Fuck the Police!» να υποδείξει και μια απόρριψη της βίας της διοίκησης (η ιδέα της αστυνομίας κατά την «κοινή λογική») και μια προτροπή για την κατάργηση της τάξης πραγμάτων του Κεφαλαίου την οποία συνιστά η αστυνόμευση (η διευρυμένη ιδέα της αστυνομίας); Μπορεί το «Fuck the Police!» να χρησιμεύσει ως μια τρανταχτή υπενθύμιση να σκοτώσουμε τον μπάτσο που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας και να απορρίψουμε την αστυνομική πολιτική του αστικού πολιτισμού; Για να το κάνουμε αυτό, σημαίνει ότι αποφεύγουμε την σαγήνη της πρόζας της ειρήνευσης (pacification) και τον πειρασμό να παγιδευτούμε στο παιχνίδι του ρεαλιστικού λόγου ο οποίος παρακινεί τις επιχειρήσεις του κρατικού μηχανισμού7. Το να πούμε «Fuck the Police!» είναι μια υπενθύμιση να αντισταθούμε στο να γίνουμε μπάτσοι, είτε στο όνομα του νόμου και της τάξης είτε στο όνομα της ασφάλειας ή ακόμη στο όνομα της υγειονομικής ασφάλειας. Σημαίνει να αντιμετωπίσουμε με νηφαλιότητα τον στρατηγικό προσανατολισμό του κράτους και την δυναμική των σημερινών αστυνομοπολέμων της συσσώρευσης.

Για αρχή, η ιατρική αστυνόμευση της κρίσης έχει αποκαλύψει σε όλη της την δόξα την πανταχού και άμορφη φύση της αστυνομικής εξουσίας. Η κοινή φράση όσων τους σταματoύσε η αστυνομία και τους ζητούσε τον λόγο τής εξόδου από το σπίτι τους ήταν ότι οι λόγοι για τον αστυνομικό έλεγχο δεν έχουν ξεκαθαριστεί απόλυτα και ότι τέτοιοι έλεγχοι δεν επιβάλλονται δίκαια ή ισότιμα. Αυτό με το οποίο ήρθαν αντιμέτωποι είναι η μυστική εξουσία (authority), γνωστή ως διακριτική ευχέρεια της αστυνομίας, και αυτό που απαίτησαν είναι ο νόμος να γίνει πιο ξεκάθαρος, έτσι ώστε να μην υπάρχει περιθώριο για αυτήν την διακριτική ευχέρεια. Η κριτική θεωρία της αστυνομικής εξουσίας έχει επί μακρόν ισχυριστεί ότι η διακριτική ευχέρεια είναι το sine qua non της αστυνόμευσης. Όπως θα συμφωνήσουν πολυάριθμα μέλη καταπιεζόμενων κοινωνικών ομάδων και πολιτικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο, η ανεκτικότητα του νόμου γύρω από τον αστυνομικό έλεγχο (το να περπατάς πολύ γρήγορα ή πολύ αργά ή το να μην περπατάς καθόλου, όλα αυτά μπορούν να στοιχειοθετήσουν την βάση για έναν έλεγχο) δείχνει ότι οι έλεγχοι έχουν πάντα χρησιμοποιηθεί άδικα και έχουν πάντα καταλήξει σε άνιση μεταχείριση. Τώρα που τα μέλη της λευκής αστικής τάξης βιώνουν την ίδια αστυνομική εξουσία (αν και καθόλου στον ίδιο βαθμό), τα παράπονα ενάντια σε αυτήν την εξουσία ακούγονται ολούθε στα κατεστημένα ΜΜΕ. Αυτό που έχει φέρει την αστυνομική εξουσία στο επίκεντρο είναι ακριβώς η απότομη αύξηση της ιατρικής αστυνόμευσης για να περιοριστεί η πανδημία. Ενώ κάποτε οι αστυνομικοί ίσως να είχαν σταματήσει ορισμένους τύπους ανθρώπων από το να μαζευτούν στον δρόμο για να μιλήσουν, χρησιμοποιώντας την εξουσία της διακριτικής ευχέρειας με σκοπό να τους ανακρίνουν επί τη βάσει οποιουδήποτε λόγου είχαν επιλέξει εκείνη τη στιγμήυποψία»), τώρα οι αστυνομικοί σταματούν άλλους τύπους ανθρώπων επί τη βάσει ιατρικών λόγων και για λόγους υγειονομικής ασφάλειας. Παρόλα αυτά, οι ξεδιάντροπες φυλετικές και ταξικές ανισότητες παραμένουν. Φαίνονται με μεγαλύτερη σαφήνεια στους τρόπους με τους οποίους η διακριτική ευχέρεια της ιατρικής αστυνομίας διασταυρώνεται με και αναπαράγει την εφαρμογή τής εξουσίας της διακριτικής ευχέρειας σε άλλα πεδία της δημόσιας πολιτικής.

Το ότι οι πρακτικές της ιατρικής αστυνομίας κλιμακώθηκαν κατά τη διάρκεια του λοκνταουν είναι ένα σημάδι για ό,τι μπορεί να αντιμετωπίσουμε, όταν το λοκνταουν ελαττωθεί, μέσα σε αυτό που θα γίνει η νέα «κανονικότητα». Για παράδειγμα, πολλά έχουν επιτευχθεί από τα σχέδια επανεκκίνησης του μηχανισμού συσσώρευσης παγκοσμίως. Η Κίνα έχει λανσάρει ένα νέο λογισμικό (το «Health Code») που αναλυεί τα δεδομένα χρήσης από εφαρμογές πληρωμής μέσω κινητού και από εφαρμογές κοινωνικών δικτύων για να κατατάξει με χρωματική κατηγοριοποίηση τον κάθε χρήστη ανάλογα με τον σχετικό κίνδυνο/απειλή που αποτελεί. Το Χονγκ Κονγκ επιβάλλει καραντίνες με βραχιόλια παρακολούθησης τα οποία είναι συγχρονισμένα με έξυπνα τηλέφωνα. Η Νότια Κορέα συνδύασε δεδομένα από κάμερες κλειστού κυκλώματος, από εφαρμογές πληρωμών και από έξυπνα κινητά τηλέφωνα για να ανιχνεύσει τα βήματα μολυσμένων ατόμων· πρόκειται για το ίδιο σύστημα παρακολούθησης που επέτρεψε στη Νότια Κορέα να αποτελέσει παράδειγμα «εξομάλυνσης της καμπύλης» (curve-flattening). Ομοίως, νέα μέτρα προηγμένης παρακολούθησης περιλαμβάνουν κάμερες αναγνώρισης προσώπου, οι οποίες είναι εξοπλισμένες με αισθητήρες θερμότητας. Η αστυνομία στην Κίνα, την Ιταλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι ήδη εξοπλισμένη με «έξυπνα κράνη», τα οποία είναι ικανά να ανιχνεύουν την θερμοκρασία του σώματος, πέρα από την ικανότητα αναγνώρισης προσώπου, αριθμού πινακίδων και ανάγνωσης QR κωδικών.

Αντιμέτωποι με τον ιό και τις προτάσεις για την διεξαγωγή τεστ, οι υπέρμαχοι των πολιτικών ελευθεριών πασχίζουν να διαμορφώσουν μια απάντηση. Είναι σίγουρα ανεύθυνο να καταδικάζουμε μια τέτοια καλοπροαίρετη παρακολούθηση στο όνομα της δημόσιας υγείας; Είναι η πώληση των ψηφιακών μας ψυχών στο κράτος σίγουρα το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για την ανάκτηση των ελευθεριών μας και τη διατήρηση της υγείας μας; ακόμη και εκείνοι που ήταν γνωστοί στο παρελθόν για την εκστρατεία τους υπέρ της προστασίας της ιδιωτικότητας, τώρα τάσσονται υπέρ ενός μαζικού προγράμματος παρακολούθησης για την καταπολέμηση του ιού: άραγε, πόσες φορές θα διαβάσουμε την αράδα: «Είμαι υπέρμαχος της ιδιωτικότητας και αγωνίστηκα ενάντια στην παρακολούθηση, αλλά τώρα και στο το όνομα της υγείας…»;

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι υπέρμαχοι των πολιτικών ελευθεριών είναι σαστισμένοι. Όλη η πολιτική τους βασίζεται στη θεμελιώδη φιλελεύθερη πεποίθηση ότι μπορούμε και πρέπει να ζούμε ατομοποιημένες ζωές· ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη συγκέντρωση ιδιωτών. Αλλά, η «ιδιωτικότητα» είναι ένα συγκεκριμένο επιχείρημα που διατυπώνεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Η ιδιωτικότητα δεν έχει καμία ουσιαστική σημασία. Αυτή είναι μια παραχώρηση που έκανε το εδραιωμένο διοικητικό κράτος στο «το κοινό»· είναι ένα μεταβαλλόμενο όριο με επικαθορισμούς που τίθενται και επανατίθενται από το κράτος. Η ιδιωτικότητα είναι ένα εργαλείο ρυθμιστικού ελέγχου, όχι αντίστασης. Και, καταλυτικό σε αυτόν τον ρυθμιστικό έλεγχο είναι οι πληροφορίες. Ο ιός, όμως, απεκάλυψε κάτι που είναι εγγενές στην ιατρική αστυνομία από τότε που η ζωή επαναπροσδιορίστηκε ως πληροφορία και το σώμα ως πληροφοριακή τεχνολογία: το ότι ο οργανισμός είναι ο τόπος της ασθένειας και, ταυτόχρονα, ότι οι πληροφορίες δημιουργούν την δυνατότητα της αστυνόμευσής του μέσω των ίδιων αυτών πληροφοριών. Το γεγονός αυτό επιτρέπει σε οποιαδήποτε εξουσία (authority), που μπορεί να διεκδικήσει δίκαια την πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες (εργοδότες, εταιρείες πιστωτικών καρτών, ασφαλιστικές εταιρείες, όπως και το κράτος) να παρακολουθεί συνεχώς τις βιοχημικές διαδικασίες του οργανισμού και να διαμορφώνει τη συμπεριφορά του ατόμου. Το ζήτημα εδώ δεν είναι το γεγονός της παρακολούθησης ή της παραβίασης της ιδιωτικότητας, αλλά ο σχηματισμός του ειρηνοποιημένου υποκειμένου. Το ζήτημα, με άλλα λόγια, δεν είναι η παρακολούθηση, αλλά οι τρόποι με τους οποίους η αστυνομική εξουσία δημιουργεί μορφές υποκειμενικότητας και υποταγής.

Η όλη επωδός της «ιδιωτικότητας» και της «παρακολούθησης» στρέφει την προσοχή μας στο λάθος πράγμα: επικεντρώνεται στην αστυνόμευση των υγειονομικών πληροφοριών, ενώ αντίθετα η αστυνομία της υγείας είναι αυτό που αποτελεί το πιο πιεστικό ζήτημα. Από αυτήν την άποψη, η πρόταση πολλών χωρών για Διαβατήρια Ανοσίας είναι δηλωτική.

Αν και οι επιδημιολόγοι αμφισβητούν την αποτελεσματικότητά τους, τα Διαβατήρια Ανοσίας μπορεί κάλλιστα να καταλήξουν να είναι η νέα κανονικότητα. Ήδη, το Health Code της Κίνας λειτουργεί ως ένα de facto Διαβατήριο Ανοσίας, αν και είναι βασισμένο σε ανάλυση δεδομένων και όχι σε τεστ αντισωμάτων. Η Χιλή έθεσε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα Κάρτας Ανοσίας τον Απρίλιο. Τον Μάϊο, η Εσθονία ξεκίνησε να δοκιμάζει πιλοτικά τα ψηφιακά Διαβατήρια Ανοσίας για επιχειρήσεις. Στο τρέχον διάστημα, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία, η Γερμανία, η Πορτογαλία, η Γαλλία, η Ινδία, η Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Σουηδία, η Ισπανία, η Νότια Αφρική, το Μεξικό, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ολλανδία αναπτύσσουν εκδοχές του Διαβατηρίου Ανοσίας.

Τα πάντα σχετικά με το Διαβατήριο Ανοσίας ξεφεύγουν από τις εύκολες κριτικές που διατυπώνουν όσοι επικεντρώνονται στην ιδιωτικότητα και την παρακολούθηση. Αντίθετα, το Διαβατήριο Ανοσίας μάς πηγαίνει στον πυρήνα της ιατρικής αστυνομίας. Τα διαβατήρια ήταν πάντα μια έκφραση της εξουσίας: η χορήγηση άδειας ταξιδιού από τον κυρίαρχο που αναδιπλασιάζεται ως έγγραφο μιας bona fide ιδιότητας του πολίτη. Ένα διαβατήριο μπορεί να απορριφθεί, να ακυρωθεί ή να κατασχεθεί από την αστυνομία. Το Διαβατήριο Ανοσίας (ή «CoviPass») θα είναι ένα νέο έγγραφο της κρατικής και της εταιρικής εξουσίας, επιτρέποντας στον κάτοχό του να συνεχίσει να κάνει ό,τι είναι αυτό που κάνει μέσα στην αγορά. Όπως θα επιβεβαιώσουν γενιές φυλετικά κατηγοριοποιημένων μεταναστών, μόνο εάν έχεις το διαβατήριο ή το πιστοποιητικό μπορείς να συμμετάσχεις απόλυτα στην κοινωνία.


Το Διαβατήριο Ανοσίας θα είναι μια νέα μορφή ειρήνευσης: δίνει την δυνατότητα στο κράτος να ανακηρύσσει όχι μόνο το ποιος επιτρέπεται (ή δεν επιτρέπεται) να εργαστεί και να πραγματοποιεί αγοραπωλησίεςόπως ξεκαθαρίζει η ιστοσελίδα CoviPass.com, η κύρια αποστολή του είναι ένα «άκρηπροςάκρη πρωτόκολλο ασφαλής επιστροφής στην εργασία»· αλλά, επιτρέπει επίσης στο κράτος να αποφασίσει ποιος μπορεί να πιει ένα ποτό μαζί με τους φίλους του, να πάει σε έναν αθλητικό αγώνα, να κοινωνικοποιηθεί. Πρώτα η εργασία, έπειτα η ζωή. Το γεγονός ότι καμία απολύτως ανοσία δεν μπορεί ποτέ να εξασφαλιστεί από το Διαβατήριο, αφού δεν γνωρίζουμε καθόλου εάν οι άνθρωποι έχουν στα αλήθεια «ανοσία», αποκαλύπτει την απελπισία του κράτους για να ανακοινώσει ότι το κεφάλαιο ξαναπιάνει δουλειά και να εξασφαλίσει ότι θα συνεχίσει έτσι. Ένα Διαβατήριο Ανοσίας θα είναι λοιπόν ένα έγγραφο μιας bona fide ικανότητας να είσαι ένας καλός πολίτης. Θα αποτελεί ένα «πιστοποιητικό υγείας» και μια «άδεια εργασίας» σε ένα και μοναδικό έγγραφο. Θα είναι το απόλυτο έγγραφο της ιατρικής αστυνομίας.

Το 1788, ο Γενικός Διευθυντής της Δημόσιας Υγείας της Λομβαρδίας, ο Johann Peter Frank, παρουσίασε τον τέταρτο τόμο του έργου του System of Complete Medical Police ανακοινώνοντας ότι η ιατρική αστυνομία ασχολείται με «την εργασία, τη ζωή και την υγεία των πολιτών». Βρίσκουμε μια παρόμοια πρόταση κυριολεκτικά σε κάθε κείμενο της επιστήμης της αστυνομίας. Πρόκειται για την ίδια την ζωή, αυτή είναι το αντικείμενο της αστυνομίας. Το σχόλιο του Frank είναι μια υπενθύμιση ότι, για την αστυνομία, η ζωή είναι εκεί όπου η «εργασία» και η «υγεία» συναντιούνται. Μερικά μόνο χρόνια αργότερα, στο έργο του Science of Rights, ο φιλόσοφος Johann Gottlieb Fichte πρότεινε ότι η πρώτιστη αρχή της καλορυθμισμένης αστυνομίας είναι το ότι «κάθε πολίτης πρέπει σε κάθε στιγμή και μέρος . . . να αναγνωρίζεται ως το τάδε ή το δείνα πρόσωπο». Για να είναι η αστυνομία σε θέση να αναγνωρίσει ένα πρόσωπο, καθένας θα πρέπει να φέρει μαζί του ένα «πιστοποιητικό» ή ακόμη και κάτι που μπορεί να ονομαστεί «πάσο». Σε αυτό θα συμπεριλαμβανόταν η περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης του ατόμου και ίσως ακόμη να περιείχε μια προσωπογραφία του. Η αστυνομία θα είχε έτσι την εξουσία να ζητήσει από τον οποιονδήποτε το «πάσο» του. Το ενδιαφέρον του Fichte είχε να κάνει με την ταυτοποίηση και άρα με την ταυτότητα. Η αστυνομία πρέπει να είναι σε θέση είτε να γνωρίζει ποιος είσαι είτε να σου ζητήσει να αποκαλύψεις ποιος είσαι: «Δείξε μου την αστυνομική σου ταυτότητα!». Πολλοί ήταν διστακτικοί απέναντι στην πρόταση του Fichte για ένα τέτοιο «πάσο» με σκοπό την βελτίωση της αστυνομίας, δηλαδή ό,τι εκείνος περιέγραψε ξεκάθαρα ως το «αστυνομικό κράτος». ακόμη και ο Hegel θεωρούσε ότι η ιδέα του ήταν ένα υπερβολικό αστυνομικό μέτρο. Παρόλα αυτά, η πρόταση του Fichte είναι σήμερα ο κανόνας.

Το Διαβατήριο Ανοσίας πηγαίνει ένα βήμα πιο μακριά. Με αυτόν τον τρόπο, ένα τέτοιο διαβατήριο μπορεί κάλλιστα να καταλήξει να είναι η επιτομή της ιατρικής αστυνομίας: η εξουσία να απαιτείται ένα πιστοποιητικό υγείας και εξίσου μια ταυτότητα: «Δείξε μου την Υγειονομική Αστυνομική σου Ταυτότητα!». Αυτό θα είναι μια εφαρμογή της αστυνομικής εξουσίας για να διασφαλιστεί ότι ο κόσμος παραμένει ανοιχτός, κυρίως και πρώτιστα, μόνο σε όσους έχουν ανακηρυχθεί «υγιείς» και, άρα, κατάλληλοι για εργασία. Το Διαβατήριο Ανοσίας θα είναι η επιτομή της υγειονομικής ασφάλειας.

Η υπέρτατη έννοια της αστικής κοινωνίας

Υγειονομική ασφάλεια, λοιπόν; Όπως έχουμε ήδη σχολιάσει, ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς είναι διστακτικό απέναντι στην χρήση της γλώσσας του πολέμου για να περιγράψει αυτήν την πανδημία. «Η χώρα μας βρίσκεται σε πόλεμο», «ο κόσμος βρίσκεται σε πόλεμο», «αόρατος εχθρός», «κυβέρνηση σε περίοδο πολέμου», «Πρόεδρος σε περίοδο πολέμου», «το ιατρικό προσωπικό εργάζεται στην πρώτη γραμμή», «ο καθένας και όλοι μας να καταταχθούμε άμεσα», «μια πολεμική οικονομία του κορωνοϊου», ή ένας υγειονομικός πόλεμος, για να χρησιμοποιήσουμε μια φράση του Προέδρου Μακρόν. Συμβαίνει ξανά και ξανά· και, ξανά και ξανά, η αριστερά επιμένει ότι η γλώσσα του πολέμου είναι ακατάλληλη. Ίσως είναι. Αλλά, η γλώσσα του πολέμου και της υγείας συμπίπτουν τουλάχιστον από την έναρξη του «πολέμου των μικροβίων», της θεωρίας της ασθένειας στα μέσα του 19ου αιώνα. Υπάρχουν σίγουρα χρησιμότερα επιχειρήματα για να διατυπώνει η αριστερά, σχεδόν 200 χρόνια αργότερα; Σήμερα, η ιδέα του ιού ως υγειονομικού πολέμου σίγουρα ταιριάζει άνετα με δύο τάσεις της πολεμικής επιθετικότητας του 21ου αιώνα: αφενός, η ιδέα ότι «ένας νέος και θανάσιμος ιός έχει ανακύψει: ο ιός της τρομοκρατίας» (όπως το έθεσε ο Tony Blair σε μια ομιλία του στο Αμερικανικό Κογκρέσο τον Ιούλιο του 2003, και διόλου δεν ήταν ο μόνος που το σκεφτόταν αυτό), και, αφετέρου, το γεγονός ότι τώρα οι επιστήμονες για να περιγράψουν τους ιούς καταφεύγουν συνήθως στην γλώσσα των σπουδών τρομοκρατίας (για παράδειγμα, η λέξη «βιοτρομοκρατία»). Ως μια ένδειξη για το που οδεύει αυτή η σχέση, ας σημειωθεί ότι το Κοινό Κέντρο Βιοασφάλειας (ΚΚΒ) του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο ιδρύθηκε με σκοπό να συλλέγει και να αναλύει δεδομένα σχετικά με τα ποσοστά μόλυνσης, να αναγνωρίζει τοπικές εξάρσεις και να προτείνει κατάλληλες αποκρίσεις, πρόκειται να το αναλάβει ένας ανώτερος αξιωματούχος της αντιτρομοκρατικής που θα ακολουθήσει το πρότυπο του Κοινού Κέντρου Ανάλυσης της Τρομοκρατίας και θα χρησιμοποιήσει ένα πρότυπο «επιπέδων απειλής» προσαρμοσμένο από τις ίδιες τεχνικές που χρησιμοποιούνται για να εκτιμηθούν οι τρομοκρατικές απειλές. Ωστόσο, το πραγματικό ζήτημα που αναδύεται από αυτό το συνδυασμένο επιχείρημα (η τρομοκρατία είναι ένας ιός και οι ιοί είναι ένα είδος τρομοκρατίας) είναι ότι θα πρέπει να σκεφτόμαστε λιγότερο την ρητορική του πολέμου και περισσότερο την ρητορική της ασφάλειας. Οι περιγραφές των ιών διαβάζονται σαν να έχουν γραφτεί από θεωρητικούς της ασφάλειας, και οι περιγραφές της τρομοκρατίας διαβάζονται σαν να έχουν γραφτεί από ιολόγους. Και αυτό που εντυπώνεται στο μυαλό μας είναι μια ιδέα: η υγειονομική ασφάλεια. Συνεπώς, από την αριστερά απαιτούνται επιχειρήματα που είναι κατά πολύ πιο εκλεπτυσμένα από μια ειρηνευτική έκκληση για λιγότερη χρήση της γλώσσας του πολέμου.

Ο Μαρξ επεσήμανε εδώ και πολύ καιρό ότι η «ασφάλεια» είναι η υπέρτατη έννοια της αστικής κοινωνίας και γιαυτό συμπίπτει με την έννοια της αστυνομίας. Είναι ξεκάθαρο ότι μια αριστερή πολιτική πρέπει να περιλαμβάνει μια κριτική τής ασφάλειας σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του Μαρξ, και εμείς οι ίδιοι ακολουθήσαμε αυτό το σκεπτικό σε άλλες δημοσιεύσεις. Ένας λόγος που πολλοί άνθρωποι στην αριστερά βρίσκουν την ιδέα μιας κριτικής της ασφάλειας τόσο προβληματική είναι επειδή θέλουν να διατηρήσουν κάτι θετικό στην ιδέα της ασφάλειας, μια πιο ήπια και προσωποκεντρική ιδέα της ασφάλειας. Η «υγειονομική ασφάλεια» φαίνεται να είναι μια τέτοια ιδέα. Η κεντρική θέση της «υγείας» στα νέα μέτρα «παρακολούθησης» είναι ο λόγος που έχουν σαστίσει τόσοι πολλοί υπέρμαχοι των πολιτικών ελευθεριών και ριζοσπάστες. Είμαστε αντιμέτωποι, λοιπόν, με την πολεμική εξουσία και την αστυνομική εξουσία που συμπήγνυνται γύρω από την ιδέα της υγειονομικής ασφάλειας. Η υγεία και η ασφάλεια συμπίπτουν για να ενισχύσουν την εξουσία της ιατρικής αστυνομίας. Αυτός ακριβώς είναι, ωστόσο, ένας από τους τρόπους που η «ασφάλεια» και η «αστυνομία» ενισχύουν την εξουσία τους, δηλαδή μέσω φαινομενικά ηπιώτερων και φαινομενικά προσωποκεντρικών πρακτικών που σχετίζονται με πράγματα όπως η υγεία. Η ειρήνευση είναι πιο επιτυχημένη όσο περισσότερο υλοποείται στο όνομα της ίδιας της ζωής. Κατά την άποψή μας, όμως, η υγειονομική ασφάλεια και η ιατρική αστυνομία συμπίπτουν.

Το πώς ακριβώς μπορούμε να αναπτύξουμε και να διαμορφώσουμε την δική μας συλλογική έποψη για την υγεία, χωρίς να υποκύψουμε στην «υγειονομική ασφάλεια» και την «ιατρική αστυνομία», θα καταλήξει να είναι ένα από τα πιο πιεστικά ερωτήματα για το άμεσο μέλλον, κυρίως επειδή σε μια κοινωνία που βρίθει από τρόμους, ο τρόμος της ασθένειας είναι από τους μεγαλύτερους. Αυτός είναι ο λόγος που η «υγειονομική ασφάλεια» δεν γίνεται τόσο εύκολα αντικείμενο αμφισβήτησης. Αλλά, πρέπει να την αμφισβητήσουμε. Και ενώ αναγνωρίζουμε ότι κάποια μορφή κοινωνικής ιατρικής είναι καλύτερη από την ιδιωτική ασφάλιση που απευθύνεται σε λίγους, το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο από την δομή του «συστήματος υγείας».

Από αυτήν την άποψη, θα ήταν καλό να επανεξετάσουμε την κριτική της «υγείας» ως μια κατηγορία η οποία έγινε τόσο τραχιά στους παλαιότερους κοινωνικούς αγώνες: από το Mirage of Health (1959) του Renι Dubos έως το Ιατρική Νέμεσις (1979) του Ivan Illich, το Second Sickness (1983) του Howard Waitzkin, και, φυσικά, μερικά από τα έργα του Foucault στα μέσα της δεκαετίας του 1970 σχετικά με την «επένδυση» σε ένα υγιές σώμα που μας ζητάει να κάνουμε το κεφάλαιο. Μεγάλο μέρος αυτής της εργογραφίας για την υγεία ήταν τόσο επιδραστικό όσο ήταν και η ριζοσπαστική εργογραφία εκείνης της εποχής για τις φυλακές και τα άσυλα, και η οποία συμπεριλάμβανε μια εξίσου δριμεία κριτική: «η υγεία είναι μια εξολοκλήρου αστική έννοια», σχολίασε η Σοσιαλιστική Συλλογικότητα Ασθενών του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης στο Turn Illness into a Weapon (1972)8. Στις συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, το να κηρυχθείς υγιείς δεν σημαίνει τίποτα άλλο από το να κηρυχθείς «κατάλληλος για εργασία», δηλαδή το ίδιο πράγμα για το οποίο θεσπίστηκε εξαρχής η αστυνομική εξουσία. Ο λόγος για τον οποίο η «ασθένεια» έχει πάντα ηθικές και πολιτικές, όπως και ιατρικές, επιπτώσεις (ασθένεια και ασθένεια) είναι επειδή ομοίως η «υγεία» έχει ηθικές και πολιτικές επιπτώσεις. Εάν η υγεία είναι μια θεατρική παράσταση βάσει ενός κοινωνικού σεναρίου, όπως ο Illich το έθεσε στο Ιατρική Νέμεσις, τότε αυτό το σενάριο γράφεται για εμάς από το κεφάλαιο. Από το σενάριο είναι ξεγραμμένοι εκείνοι τους οποίους το κεφάλαιο και το κράτος διατίθονται σαφώς να θυσιάσουν στον ιό: οι ηλικιωμένοι και όσοι είναι σε γηροκομεία, σε φυλακές και σε άσυλα, και εκείνες οι δυσανάλογα φυλετικές και εθνοτικές μειονότητες που καθίστανται «ευάλωτες» εξαιτίας «υποκείμενων προβλημάτων υγείας». Είναι η διακριτική ευχέρεια της αστυνομικής εξουσίας, η οποία συμπυκνώνεται στις κοινωνικές σχέσεις. Όπως θα έλεγε ο Πουλατζάς, είναι η υλικότητα του κράτους και ο στρατηγικός προσανατολισμός του προς τις ανάγκες του κεφαλαίου που εκφράζονται στο γηροκομείο ως νεκροτομείο.


Επομένως, πρέπει εμφατικά να απορρίψουμε την αστυνομική πολιτική που συνοδεύει τον κτητικό ατομικισμό της αστικής τάξης πραγμάτων. Επιπλέον, πρέπει εμφατικά να απορρίψουμε τα τετριμμένα σχόλια του λόγου περί «βιοπολιτικής» και «ιδιωτικότητας». Αυτό στο οποίο παλεύουμε ενάντια είναι η ιατρική αστυνομία που διεξάγεται στο όνομα της υγειονομικής ασφάλειας. Ενάντια στην ιατρική αστυνομία, χρειάζεται να διεκδικήσουμε μια διαχυτική αλληλεγγύη που δεν υποκύπτει ούτε στην ιατρική αστυνομία ούτε στην υγειονομική ασφάλεια. Σημαίνει να μάθουμε και να καταλάβουμε πώς να φροντίζουμεμυαλό και σώμα, ευθραυστότητα και απόλαυσηο ένας τον άλλον. Και σημαίνει ότι το κάνουμε αυτό χωρίς να υποκύψουμε στην ιδέα περί του ότι τα σώματά μας βρίσκονται πάντα ήδη σε πόλεμο· χωρίς να υποκύψουμε στην αστική έννοια της ασθένειας· και χωρίς να νομίζουμε ότι η ευημερία είναι κάτι που χρειάζεται είτε πολιτικικοποίηση είτε ασφάλεια. Όλα αυτά αποτελούν μια πρόκληση, η οποία απαιτεί μια θετική πολιτική ριζωμένη σε μια θεώρηση των ανθρώπινων αναγκών που δεν προσπαθεί μόνο να ικανοποιήσει αυτές τις ανάγκες, αλλά χτίζει την δυναμική προς την μετάβαση των συστημάτων. Αυτό ακριβώς έχει εκφραστεί στην εξέγερση του George Floyd: μια εμφατική απόρριψη για άλλη μια φορά, Fuck the Police! συνδυασμένη με μια διαχυτική αλληλεγγύη που προσανατολίζεται στην οικοδόμηση ενός νέου κόσμου: αποχρηματοδότηση, κατάργηση και, εντούτοις, αφιέρωση στην φροντίδα και τις ανάγκες.


Το αντίθετο της αστυνομίας είναι τα κοινά· ένα γεγονός που είναι αρκετά έκδηλο στα πρώϊμα γραπτά περί αστυνομίας. Χρειαζόμαστε ίσως, ως μέρος του νέου αγώνα ενάντια στην αστυνομική εξουσία, να αρθρώσουμε επιπλέον νέα κοινά (της υγείας) ενάντια στην (ιατρική) εξουσία; Από μια άποψη, η πανδημία έχει θέσει ήδη ένα μέρος αυτής της εργασίας ως ύψιστη προτεραιότητα, μαζί με τις ad hoc προσπάθειες για αλληλοβοήθεια. Τέτοιες προσπάθειες έχουν αλληλοεπικαλυφθεί από τις διαδηλώσεις ενάντια στην αστυνομία, οι οποίες ξεπετάχτηκαν από την Εξέγερση του George Floyd, και είναι το τρομακτικό φάντασμα που στοιχειώνει την αστική φαντασία: το φάντασμα των κοινών, του «κομμουνισμού»· το φάντασμα μιας μη αστυνομευόμενης τάξης πραγμάτων, ενός κόσμου πέρα από την αστυνομία. Εάν αυτοί οι αγώνες ενάντια στην αστυνόμευση, υπό οποιαδήποτε μορφή της, μπορούν να αναπτυχθούν σε ένα διαρκές πλάνο για την οικοδόμηση ενός αντικαπιταλιστικού κόσμου, μένει να το δούμε. Δεν είναι ακόμη σαφές με ποιόν τρόπο μπορούμε να προχωρήσουμε πέρα από τις αμυντικές προσπάθειες περιορισμού των χειρότερων κακών της αστυνομίας (ιατρικής ή άλλου είδους). Και, από αυτήν την άποψη, η πρόκληση της κατάργησης τής αστυνομίας προκαλεί αμφότερα θαυμασμό και τρόμο. Άραγε, θα παράξουν οι λαϊκές απαντήσεις στην πανδημία νέες μορφές αλληλεγγύης και θεσμούς ικανούς να φροντίζουν για την «δημόσια υγεία», με τέτοιο τρόπο ώστε οι «κανονικές» πανδημίες της εποχής μας (εθισμός, αυτοκτονία, κατάθλιψη) να λάβουν τον ίδιο βαθμό συλλογικής προσοχής με την «εξαιρετική» πανδημία; Άραγε, θα κατευναστεί η εξέγερση από την μείωση της χρηματοδότησης της οπλισμένης ένστολης αστυνομίας, παρά μόνο για να δοθεί αυτή η χρηματοδότηση στην «ηπιότερη εξουσία» της κοινωνικής αστυνομίας; Ή το ρήγμα θα είναι βαθύτερο;

Η νέα συγκυρία της πανδημίας και της οικονομικής ύφεσης προσφέρει νέες δυνατότητες. Αντιμέτωποι με μια χρονική στιγμή που είναι αμφότερα θαυμαστή και τρομακτική, πρέπει να αντισταθούμε στην σαγήνη της ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της «υγειονομικής ασφάλειας». Προσέξτε: ιατρική αστυνομία. Αναδημιουργήστε τα κοινά.

Σημειώσεις

*Δημοσιεύθηκε αρχικά στο Radical Philosophy 2.08 (Autumn 2020).

1Ben Tarnoff, ‘These Are Conditions in Which Revolution Becomes Thinkable’, Commune, 7 April 2020.

2Mark Neocleous, War Power, Police Power (Edinburgh: Edinburgh University Press, 2014), 53–74.

3Mark Neocleous, A Critical Theory of Police Power (London: Verso, 2021).

4Bλ. την συλλογή «Coronavirus and Philosophers», European Journal of Psychoanalysis, καμία ημερομηνία, με ένα χωρίο από το Επιτήρηση και Τιμωρία του Foucault που συνοδεύεται με συνεισφορές από τους Agamben, Nancy, Esposito, και άλλους. Παρομοίως: Γεράσιμος Κακολύρης «A Foucauldian Enquiry in the Origins of the COVID-19 Pandemic», Critical Legal Thinking, 11 Μαΐου, 2020.

5Παναγιώτης Σωτήρης, ‘Against Agamben: Is a Democratic Biopolitics Possible?’, Viewpoint Magazine, 20 Μαρτίου 2020.

6Alberto Toscano, ‘Beyond the Plague State’, The Bullet, 14 May 2020.

7Brendan McQuade, Pacifying the Homeland: Intelligence Fusion και Mass Supervision (Oakland, CA: University of California Press, 2019)

8SPK [Socialist Patients Collective of the University of Heidelberg], Turn Illness into a Weapon (1972), trans. Huber (SPK, 1993), 15.

Πηγή: shadesmagazine