Εντός συνόρων, εκτός ορίων – Το πλάνο και η πλάνη της πλανητικής εποχής

Εντός συνόρων, εκτός ορίων – Το πλάνο και η πλάνη της πλανητικής εποχής

Ο Απρίλης είναι ο σκληρότερος μήνας, γεννώντας πασχαλιές μέσ’ απ’ τη νεκρή γη, σμίγοντας θύμηση κι επιθυμία, ανασαλεύοντας ρίζες νωθρές με ανοιξιάτικη βροχή.[1]

Στην Ταφή του νεκρού, αναφερόμενη στην αμφιταλάντευση μεταξύ ζωής και θανάτου, ομορφιάς και φθοράς, ποιητικής ουτοπίας και ιστορικής δυστοπίας, η ελιοτική αποτύπωση της αντίφασης του μεταιχμιακού τοπίου ανταποκρίνεται μοιραία και στη σημερινή πραγματικότητα. Σχεδόν έναν αιώνα μετά, η Ιστορία ξαναγράφει την Έρημη χώρα. Τον Απρίλιο του 2020, τον Απρίλη του COVID-19, η πόλη αδειάζει, ο θάνατος  θερίζει, η φύση ανθίζει, μία νέα εποχή χαράζει. Ο ιός, η μάστιγα, μοιάζει σαν το αναγκαίο γεγονός – τομή για το πέρασμα σε μία άλλη σφαίρα του ιστορικού γίγνεσθαι. Ο  ατέρμονος επιτάφιος θρήνος για τους νεκρούς του ιού μοιάζει με οβερτούρα ενός νέου επεισοδίου του έργου της ανθρωπότητας.

Το παρόν, μας βρίσκει λίγο πριν και λίγο εντός του νέου. Και, όπως κάθε μεταίχμιο, παρουσιάζεται αμφίσημο και διπολικό. Κείμενη μεταξύ του κενού και του καινού, πρόκειται για μια εποχή αβέβαιη, διαστρεβλωτική και κρίσιμη που οδηγεί σε μία περιοχή – πραγματικότητα αχαρτογράφητη. Αυτό που διακυβεύεται εδώ και τώρα δεν αφορά μόνο τις οικονομικές σχέσεις και την πολιτική εξουσία, αλλά έχει να κάνει συνολικότερα με τον τρόπο που ο Άνθρωπος συλλαμβάνει τον εαυτό του μέσα στον Κόσμο και κατά προέκταση με τον τρόπο εγγραφής του στην πραγματικότητα. Αnthropocene era και Singularity era, σε λίγο θα φανεί αν και πώς θα υπάρξει το ανθρώπινο ον στην υφήλιο.

Στους πρόποδες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης,  διεθνοπολιτικές οντότητες, δρώντες, κοινωνίες και συμφέροντα, συγκρούονται και αναμετρώνται, αποτιμώντας τον κύκλο που κλείνει, ατενίζοντας και προετοιμάζοντας αυτό που έρχεται.

To 3ο τεχνολογικό κύμα, φέρνοντας μαζί του τις τεχνολογίες του τρανζίστορ και του λέιζερ, τη δορυφορική τεχνολογία, το κομπιούτερ και το διαδίκτυο, ώθησε σε αλλαγές που κατέστησαν εφικτή, μέσω της τάχιστης μεταφοράς ιδεών, αγαθών και υπηρεσιών σε παγκόσμια κλίμακα, την προχωρημένη παγκοσμιοποίηση. Η ηλεκτρική ταχύτητα δημιούργησε μια ιλιγγιώδη νέα σφαίρα ύπαρξης, μέσα στην οποία η σχέση μας με τον χρόνο, τον χώρο, το πραγματικό και τον άλλο αναδομήθηκαν. Η ηλεκτρική εποχή ανακάλυψε ότι οι ακαριαίες ταχύτητες καταλύουν τον χώρο και τον χρόνο και επαναφέρουν τον άνθρωπο σε μια ολοκληρωμένη και αρχέγονη συνείδηση, οδηγώντας μας σε έναν οικουμενικό εναγκαλισμό.[2] Αυτός ο κόσμος της αέναης κινητικότητας, της αλληλεξάρτησης και της συμπερίληψης, ο κόσμος της κερδοσκοπικής κινητικότητας των κεφαλαίων του άυλου καπιταλισμού και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο κόσμος της αποικιοποίησης των αισθήσεων και της αισθητικής από το εικονικό, και της αποποίησης των κλασσικών ταυτοτήτων, αρχικά συνέστησε και σταδιακά επέβαλε έναν διαφορετικό τρόπο εγγραφής του ανθρώπινου όντος στον Κόσμο. Μέσα στους κόλπους του, η διαλεκτική σχέση του εντός με το εκτός, του υλικού – των ένυλων πραγμάτων της φύσης και της βιομηχανίας, της γης, του χώρου, και του αϋλου – της ψηφιοποιημένης πληροφορίας που κινείται με την ταχύτητα του φωτός, του κυβερνοχώρου, της Εστίας και του Ερμή αρθρώθηκε με ριζικά διαφορετικό τρόπο απότι σε οποιοδήποτε άλλο κομμάτι του ιστορικού χωροχρόνου. Η φύση του κρατικού μοντέλου μεταβλήθηκε. Η παντοδυναμία των αρχών της εδαφικότητας και της εθνικής κυριαρχίας αμφισβητήθηκε. Το διαδίκτυο κατέστη η έκτη ήπειρος της διπλωματίας. Ο τρόπος κοινωνικότητας των διεθνών δρώντων άλλαξε. Οι διαδικτυακές κοινότητες, η οικουμενικότητα των απειλών για το ανθρώπινο είδος, και η παγκοσμιοποίηση των φαντασιακών δημιούργησαν αυτόματα υβριδικές, πολυεπίπεδες ταυτότητες. Τα άτομα και οι κοινωνίες έγιναν καθοριστικοί φορείς των διεθνών σχέσεων.[3]

Ωστόσο, καθώς αυτή η μετάβαση έφτανε στην κορύφωσή της, προς το τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η μεταμόρφωση πρόβαλε σαν απειλητική αποδόμηση, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση στη μηδενιστική δράση της ισοπεδωτικής για τις κλασικές ταυτότητες παγκοσμιοποίησης. Οι ενιστάμενοι – φορείς της κλασικής, ρεαλιστικής, βεστφαλικής οντολογίας, κινδυνολογώντας ή κυριολεκτώντας, υπερασπίζονται τα δικαιώματα των συλλογικών ταυτοτήτων – φυλών, θρησκειών και την επαν-επιβεβαίωση της ισχύος των συνόρων και της αρχής της εδαφικότητας. Αυτή η απότομη συσπείρωση, απότοκο φοβικής αναδίπλωσης μπροστά στο νέο και μία μορφή υπαρξιακής κατάφασης μέσα στο μετέωρο του καινούριο κόσμου, δημιουργεί αυτομάτως ένα συγκρουσιακό δίπολο. Μία ρηχή εκδοχή ενός φιλοσοφικού ρομαντισμού εγελιανού τύπου, που εκφράζει την υπαρξιακή αγωνία της ιστορικής και πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας, προτάσσει την έννοια των συλλογικών ταυτοτήτων απέναντι σε μια επιπόλαια ποστ–καντιανή ενατένιση που επιτάσσει τη λογική της ισότητας και της παγκόσμιας ειρήνης, υπερασπιζόμενη τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη σε παγκόσμια κλίμακα.

Ως εκ τούτου, μπορεί να μοιάζει παράδοξο, αλλά η επίσπευση της τεχνολογικοποίησης συνοδεύεται από την ανάσχεση της παγκοσμιοποίησης, και σε μια εποχή που τα όρια της επικοινωνίας αίρονται, τα σύνορα επανέρχονται. Ίσως στιγμιαία, αλλά σίγουρα ενδεικτικά και συμβολικά, αυτή η τάση αναδίπλωσης εκδηλώθηκε και στην παρούσα κρίση του COVID-19 στην ΕΕ, όπου τα σύνορα έκλεισαν ενώ το χρέος εκάστου κράτους αποτελεί ξανά εθνική υπόθεση.

Φυσικός ή/και τεχνητός διπολισμός.

Ομφαλοσκόπηση ή/και διεθνισμός.

Ντόναλντ Τραμπ ή/και Γκρέτα Τούνμπεργκ;

Διάδοση και διαστρέβλωση.

Συνύπαρξη και αντιπαράθεση.

Επιβλητικό κράτος και κοινωνικό χάος σε παγκόσμια κλίμακα.

Πληγωμένη, πλαστή και υποσχόμενη ατομική ελευθερία μέσα στο σύμπαν του καισαροπαπισμού των αλγορίθμων.

Λεβιάθαν και Joker.

Σύγκρουση και αναγκαία για την αναδημιουργία καταστροφή.

Όντως, αυτό που βασικά θίγεται είναι το πρόσωπο – ως φορέας ελευθερίας και ετερότητας, η ιστορική και πολιτισμική ιδιοπροσωπία, αναγκαία συνθήκη για τον διάλογο και την κοινωνία ενσυνείδητων ετεροτήτων.

Είναι όμως αυτό εφικτό σε ένα πλαστό σύμπαν όπου το νόημα και η αλήθεια δεν καταρρίπτονται από αντίστοιχες ουσίες με άλλο περιεχόμενο, αλλά απορρίπτονται εν γένει, μέσα σε ένα αποτελεσματικό σύστημα όπου γεγονότα και καταστάσεις προγραμματίζονται, η ανθρώπινη συμπεριφορά προπλάθεται, ο ιστορικός κόσμος αντικαθίσταται από τον απόλυτα λειτουργικό τεχνητό του σωσία, το πολιτικό και το κοινωνικό καθίστανται τεχνικοί εξοπλισμοί, οι διαδικασίες ξεπερνούν τους σκοπούς τους και το υποκείμενο ομοιάζει όλο και περισσότερο στη μηχανή μέσω της οποίας δρα;[4]

Ο απελευθερωμένος από μονομερείς αφηγήσεις, οι οποίες στον εκτροχιασμό τους οδηγούν στον φασισμό και τον ρατσισμό, πολίτης του κόσμου, μέσα στο εικονικό σύμπαν, είναι ευάλωτος στο να καταστεί παθητικό ενεργούμενο μέσα στην αλγοριθμοποιημένη μάζα του on-line καπιταλισμού της παρακολούθησης.

Σε ένα περιβάλλον ειδήσεων bites, όπου όχι μόνο τα σύνορα μεταξύ του fake και του αληθούς είναι δυσδιάκριτα, αλλά και που ο ανθρώπινος εγκέφαλος γίνεται όλο και πιο ατροφικός και αδυνατεί ή/και δυσανασχετεί να παρακολουθεί τη ροή του λόγου, το επιχείρημα, τη συναγωγή συμπερασμάτων, η κριτική είναι η μεγάλη απούσα. Η ιδεολογία ταυτίζεται με τη γραφικότητα και ο διάλογος προσομοιάζει σε έργο του θεάτρου του παραλόγου μεταξύ ναρκίσσων που κοιτάζονται σε ψηφιακούς καθρέφτες και μονολογούν ενώ οι φωνές τους διαπλέκονται με το μόνιμο ήχο των ειδοποιήσεων και των likes.

Ωστόσο, ο κόσμος του διαδικτυακού νεφελώματος, κυοφορεί μέσα στο πολυδαίδαλο γενετικό του υλικό και το απεριόριστα διαυγές. Το σύστημα υπακούει σε μία λογική, αλλά δεν είναι ενιαίο. Η παρένθετη παραφωνία ίσως να είναι η ρωγμή που μπορεί να μας ανοίξει σε έναν διαυγή ορίζοντα συνεργατικού πνεύματος και εκδημοκρατισμού της πληροφόρησης.

CIA ή WikiLeaks?

Μήπως η παγκόσμια πολιτική πλανάται όταν καταστρώνει το πλάνο της εγκατάστασης και της εμπειρικής κατάκτησης της παγκοσμιότητας του κόσμου; Το πολιτικό πεπρωμένο της πλανητικής εποχής – αποπεράτωση της νεώτερης εποχής – δεν σημαίνει καθόλου τόσο ομόφωνα την παρακμή της Δύσης του Σπένγκλερ. Ξεπερνώντας τις αυταπάτες τις προόδου του Σορέλ, δεν οδηγεί μονόπλευρα ούτε στον νέο μεσαίωνα του Μπερντιάεβ, ούτε στον θαυμαστό καινούριο κόσμο του Χάξλευ ή στο 1984 του Όργουελλ.[5]

Ντετερμινιστικό πλάνο ή/και επικαιροποίηση της προαιώνιας πλάνης, η περιπλάνηση του ανθρώπινου όντος σε ακόμα μία αχαρτογράφητη περιοχή του χωροχρονικού συνεχούς, μάλλον δε θα καταφέρει ούτε αυτή τη φορά την ευγενή υπέρβαση, αφού παραμένουμε προσκολλημένοι στη βούληση για δύναμη που ζει μέσα από την αντιπαλότητα και τρέφεται από την καταστροφή.


[1] T.S. Eliot, Η Έρημη Χώρα, μτφ. Γιάννης Αντιόχου, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2017.

[2] Mάρσαλ Μακ Λούαν, Μίντια: Οι προεκτάσεις του Ανθρώπου, μτφ. Σπύρος Μάνδρος, Κάλβος, Αθήνα, 2000.

[3] Bertrand Badie, La fin des territoires : essai sur le désordre international et sur l’utilité sociale du respect, Fayard, Paris, 2005.

[4] Jean Baudrillard, Simulacres et Simulation, Galilée, Paris, 1990.

[5] Κώστας Αξελός, Προς της πλανητική σκέψη, Εστία, Αθήνα, 1990.

Πηγή: respublica

Γιάννης Ευσταθίου: Βιοπολιτική Επιστήμη και Καπιταλιστικό Κράτος

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε το Δεκέμβριο του 2019, λίγο πριν το ξέσπασμα της πανδημίας του κοροναϊού στην Ευρώπη. Ερμηνεύει τη σύγχρονη βιοπολιτική ως μια επιστήμη του κράτους που απαντά στη τριπλή κρίση  κυριαρχίας, εκμετάλλευσης και ανταγωνισμού στο διεθνές περιβάλλον με τα σύγχρονα δόγματα άμυνας/ασφάλειας, ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας του καπιταλιστικού κράτους. Σε μια πιο εκτεταμένη εκδοχή του κειμένου είχα προσθέσει τα σύγχρονα δόγματα αναπαραγωγής, ανάμεσα στα δόγματα ανάπτυξης και τα δόγματα ανταγωνιστικότητας – ζήτημα επίκαιρο από τη σκοπιά των συστημάτων υγείας και της αντιμετώπισης της πανδημίας Το κείμενο υποστηρίζει ότι η βιοπολιτική είναι μια πραγματική απάντηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας σε μια πραγματική καπιταλιστική κρίση, της οποίας η αρχή χρονολογείται περίπου το 1970, και η οποία κλιμακώνεται σε σπειροειδή μορφή περνώντας από το το 2008. Τέλος, το κείμενο προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη παράδοση της βιοπολιτικής φιλοσοφίας και τη μαρξιστική παράδοση, αναγνωρίζοντας πως οι κοινωνικοί σχηματισμοί έχουν μια υλική βάση, σήμερα μια καπιταλιστική υλική βάση, και πως το επιστημονικό πεδίο διαπερνάται από την αντίθεση ανάμεσα στην επιστήμη-τεχνολογία της κυριαρχίας, και την επιστήμη-τεχνολογία της απελευθέρωσης.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στα Τετράδια Μαρξισμού, τεύχος 11

________________________________

Βιοπολιτική Επιστήμη και Καπιταλιστικό Κράτος

Άμυνα/Ασφάλεια, Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα

  Σύνοψη: Η κοινωνικο-ταξική κρίση του 1970 και η βιοπληροφοριακή επανάσταση που ακολούθησε διαμόρφωσαν ένα σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος, για το οποίο η βιοπολιτική αποτελεί την τελευταία λέξη της επιστημολογικής του εξέλιξης. Ορίζοντας τη βιοπολιτική επιστήμη ως την επιστήμη της κρατικής διακυβέρνησης του πληθυσμού και των κοινωνικών αντιστάσεων με γνώμονα το βιοπληροφοριακό παράδειγμα, το παρόν άρθρο θα αφηγηθεί συνοπτικά την ιστορία των τριών κυμάτων της νεωτερικής βιοπολιτικής, και θα προτείνει μια γενική ταξινόμηση των βιοπολιτικών τεχνολογιών άμυνας/ασφάλειας, ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας που επιστρατεύει το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος απέναντι στο τριπλό πρόβλημα της επικράτησης στον εμφύλιο, της παραγωγικής εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αναπαραγωγής του πληθυσμού μέσα στο διεθνές καπιταλιστικό περιβάλλον.Στο πλαίσιο αυτό γίνεται αναφορά σε σύγχρονες τεχνολογίες άμυνας/ασφάλειας και ελέγχου του πληθυσμού και των εργαζομένων, σε σύγχρονες στρατηγικές ανάπτυξης του «ανθρώπινου κεφαλαίου» και στη λογική των «ολικών δεικτών ανταγωνιστικότητας» για την αξιολόγηση των χωρών.

Η επιστημολογική εξέλιξη του καπιταλιστικού κράτους

«Είναι εύκολο να αντιστοιχίσουμε σε κάθε κοινωνία τύπους μηχανών, όχι γιατί οι μηχανές είναι προσδιοριστικός παράγων, αλλά γιατί εκφράζουν εκείνες τις κοινωνικές μορφές που είναι ικανές να τις γεννήσουν και να τις χρησιμοποιήσουν. Οι παλιές κοινωνίες της κυριαρχίας χειρίζονταν απλές μηχανές, μοχλούς, τροχαλίες, ρολόγια. Ενώ οι πιο πρόσφατες πειθαρχικές κοινωνίες είχαν για εξοπλισμό τις μηχανές ενέργειας, με τον παθητικό κίνδυνο της εντροπίας και τον ενεργητικό κίνδυνο του σαμποτάζ. Στις κοινωνίες του ελέγχου λειτουργούν μηχανές τρίτου τύπου, μηχανές πληροφορικής και υπολογιστές, στις οποίες ο παθητικός κίνδυνος είναι το θόλωμα του μυαλού και ο ενεργητικός εκείνος της πειρατείας και της εισαγωγής των ιών» (Deleuze, 2001: 13).

Κάθε επιστημονική κατανόηση της κρατικής μορφής οφείλει μάλλον να ξεκινήσει από την εξής υπόθεση εργασίας: Υπάρχει ένας «ισομορφισμός» ανάμεσα στις επιστήμες της φύσης και στις επιστήμες της κοινωνίας, με κοινή αναφορά την κυριαρχία: κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση, κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο. Η νεωτερική επιστήμη του Κράτους, ως επιστήμη της επικράτησης μιας κυρίαρχης ομάδας στον εμφύλιο πόλεμο με στόχο την εκμετάλλευση και την αναπαραγωγή του πληθυσμού μέσα σε ένα ιστορικό περιβάλλον, αντλούσε πάντοτε το επιστημολογικό της πρότυπο από την εκάστοτε ιστορικά κυρίαρχη επιστημολογία καθυπόταξης των φυσικών και κοινωνικών δυνάμεων.  Η επιστημονική εξέλιξη του νεωτερικού καπιταλιστικού κράτους δεν ήταν ποτέ ουδέτερη: είχε πάντοτε ως στόχο τη βελτιστοποίηση της επικράτησης της κυρίαρχης τάξης στον κοινωνικό πόλεμο. Κατά την ιστορική περίοδο της «πρωταρχικής συσσώρευσης» του κεφαλαίου, η κλασική γαλιλαϊκή-νευτώνεια φυσική μηχανική παρέχει το πρότυπο της κυρίαρχης εξουσίας και του Κράτους ως μιας απολυταρχικής, θεοκρατικής μηχανής, με σκοπό την επικράτηση της φεουδαρχικής τάξης πάνω στην αναπτυσσόμενη αστική τάξη, σε έναν κυκεώνα εμφυλιακών, κοινωνικο-ταξικών και πολιτικο-θεολογικών αντιπαραθέσεων. Κατά την περίοδο της 1ης  βιομηχανικής επανάστασης, η θερμική μηχανή εσωτερικής καύσης και η έννοια της ενέργειας παρέχουν το δυναμικό μηχανικό πρότυπο μιας θερμοδυναμικής επιστήμης της κυρίαρχης εξουσίας και του Κράτους ως φιλελεύθερης, αποδοτικής μηχανής εισροών-εκροών, με σκοπό την επικράτηση της νεαρής αστικής τάξης πάνω στους αριστοκράτες, ευγενείς και γαιοκτήμονες, από τη μία πλευρά, αλλά και πάνω στους αγρότες και τους προλετάριους, από την άλλη. Την περίοδο της 2ης βιομηχανικής επανάστασης, η σχεσιακή επιστημολογία του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου και της επιστημονικής χημείας παρέχουν το πρότυπο μιας σχεσιακής επιστήμης της κυρίαρχης εξουσίας και του Κράτους ως κορπορατιστικού συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων, που επιχειρεί την επικράτηση και ενσωμάτωση του αναπτυσσόμενου εργατικού, συνδικαλιστικού κινήματος και των πρώτων σοσιαλιστικών επαναστάσεων[1].

Η κεφαλαιοκρατική αναδιάρθρωση που πυροδοτείται με την ιστορική κρίση του  κορπορατιστικού «κοινωνικού κράτους» στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ως απάντηση στην παγκόσμια κοινωνικο-ταξική κρίση της περιόδου 1960-1980, ώθησε προς μια 3η βιομηχανική ή βιοπληροφοριακή επανάσταση και στη διαμόρφωση ενός νέου καπιταλιστικού κράτους. Η νέα επιστημονικο-τεχνολογική επανάσταση περιλαμβάνει τόσο τις σύγχρονες επιστήμες της ζωής και της πληροφορίας όσο και τις εφαρμογές τους στην οικονομική παραγωγή, την επιχειρηματική διοίκηση και τη κρατική διακυβέρνηση: η μοριακή βιολογία και η γονιδιωματική, η βιοτεχνολογία, η νευροβιολογία και η νευροψυχολογία, η σύγχρονη ανοσολογία, η εξελικτική οικολογία, η κοινωνιοβιολογία και η «νέα δαρβινική σύνθεση» της θεωρίας της εξέλιξης, η κυβερνητική (cybernetics) και η γενική θεωρία των συστημάτων, η θεωρία της πληροφορίας και η θεωρία των δικτύων, η εξελικτική θεωρία των παιγνίων. Αλλά και τα σύγχρονα ενεργειακά συστήματα των Α.Π.Ε με επίκεντρο την έννοια της βιωσιμότητας σε σχέση με το περιβάλλον, τα σύγχρονα συστήματα αυτοματοποίησης της παραγωγής, διοικητικού υπολογισμού και βελτιστοποίησης των αποδόσεων στην αλυσίδα παραγωγής, διανομής, κατανάλωσης (logistics), οι αλγόριθμοι «εξόρυξης δεδομένων» και τα μοντέλα διαλογής, αποθήκευσης, διαχείρισης και αξιοποίησης των Big Data, η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική. Οι εξελίξεις αυτές έδωσαν ώθηση στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών επικράτησης και ελέγχου, εκμετάλλευσης και αναπαραγωγής του πληθυσμού, καθώς και στην παραγωγή νέων μορφών υποκειμενοποίησης των υπηκόων. Η επιστημονική, τεχνολογική και υποκειμενική αναδιοργάνωση της κεφαλαιοκρατίας, με επίκεντρο τον κοινωνικό ανταγωνισμό στη Γαλλία και την Ιταλία, οδηγεί στην ανάπτυξη του κριτικού ερευνητικού προγράμματος της βιοπολιτικής, με βασικούς εκπροσώπους τους/τις Michel Foucault, Gilles Deleuze, Antonio Negri, Paolo Virno, Giorgio Agamben, Roberto Esposito, Catherine Malabou, αλλά και τις αμερικανές φεμινίστριες Donna Haraway, Emily Martin κ.α. Το κριτικό ερευνητικό πρόγραμμα της σύγχρονης βιοπολιτικής άνοιξε το δρόμο για μια αναδρομική κατανόηση της βιοπολιτικής εξέλιξης του νεωτερικού, καπιταλιστικού κράτους.

Τα τρία εξελικτικά κύματα βιοπολιτικής

«Πριν ακόμη κάνει ορμητικώς την εμφάνισή του στο προσκήνιο του αιώνα μας, το ποτάμι της βιοπολιτικής, που σέρνει μαζί του τη ζωή του homo sacer, ρέει υπογείως, αλλά δίχως σταματημό. Ως εάν, αρχίζοντας από ένα ορισμένο σημείο, κάθε αποφασιστικό πολιτικό συμβάν να είχε πάντοτε δύο όψεις: οι χώροι, οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που τα άτομα κατακτούν στη σύγκρουση τους με τις κεντρικές εξουσίες προετοιμάζουν κάθε φορά ταυτοχρόνως μια σιωπηρή, αλλά αυξανόμενη εγγραφή της ζωής τους στην κρατική τάξη, προσφέροντας έτσι ένα νέο και ακόμη πιο τρομακτικό έρεισμα στην κυρίαρχη εξουσία από την οποία επιθυμούσαν να απελευθερωθούν» (Agamben, 2005: 191 και επ.).

Καθώς η φυσική μηχανική, η θερμοδυναμική, το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο και η χημεία διαμορφώνουν επιστημολογικά μοντέλα που αδυνατούν να περιγράψουν αποτελεσματικά τα οργανικά και τα πληθυσμιακά φαινόμενα της ζωής, τα μοντέλα αυτά καθίστανται απρόσφορα για την προσομοίωση της κοινωνικο-πολιτικής ζωής. Για το σκοπό αυτό ανέκαθεν επιστρατεύονταν η βιολογία και ευρύτερα οι επιστήμες της ζωής. Από την αρχαιότητα ήδη η πολιτική φιλοσοφία χρησιμοποίησε τη βιολογική μεταφορά του πολιτικού σώματος για να περιγράψει την πολιτική κοινωνία ως μορφή ζωής, ενώ στη νεωτερικότητα η θεμελιώδης έννοια του Συντάγματος, constitution, σηματοδοτούσε τη σύσταση ή κράση, με τη βιολογική έννοια του όρου, του κοινωνικοπολιτικού σώματος[2]. Στη νεωτερικότητα η βιοπολιτική, δηλαδή η κρατική πολιτική που συλλαμβάνεται, οργανώνεται και ασκείται με βιολογικούς και οικολογικούς-εξελικτικούς όρους, προσλαμβάνει μια νέα δυναμική.

Το πρώτο κύμα ανάπτυξης της νεωτερικής βιοπολιτικής σκιαγραφείται από τον Michel Foucault στις διαλέξεις του Ασφάλεια, Επικράτεια, Πληθυσμός, σε εκείνες Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και στις πρώτες διαλέξεις της Γέννησης της Βιοπολιτικής. Η ανάπτυξη της Raison d’État από τον 15 μέχρι το 18ο αιώνα κατά την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, η αποκρυστάλλωσή της κατά τον 17ο αιώνα με τη συγκρότηση των πρωτο-νεωτερικών απολυταρχικών κρατών, κυρίως της Γαλλίας και της Αγγλίας, και η γενεαλογία των θεμελιακών νεωτερικών κρατικών μηχανισμών του 18ου αιώνα, εγγράφεται στο ευρύτερο πλαίσιο αυτού που ο Foucault ονομάζει βιοπολιτική: «Η ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα αυτού που αποκλήθηκε υγειονομική αστυνομία, δημόσια υγιεινή, κοινωνική ιατρική, θα πρέπει να επανεισαχθεί στο γενικό πλαίσιο της «βιοπολιτικής». Η τελευταία στοχεύει στην αντιμετώπιση του «πληθυσμού» ως ενός συνόλου έμβιων όντων που συνυπάρχουν με τα ιδιαίτερα βιολογικά και παθολογικά χαρακτηριστικά τους, τα οποία εμπίπτουν σε εξειδικευμένες μορφές γνώσης και τεχνικής. H ίδια η «βιοπολιτική» πρέπει να κατανοηθεί στη βάση ενός θέματος που αναπτύχθηκε από τον 17ο αιώνα: της διαχείρισης των κρατικών δυνάμεων» (Foucault, 2009: 474). Βασική θέση του Foucault στις διαλέξεις Ασφάλεια, Επικράτεια, Πληθυσμός είναι πως το απολυταρχικό Κράτος της εποχής δεν αρκείται πλέον στην υπερβατική, θεολογική του νομιμοποίηση, αλλά θα πρέπει, με όρους φυσικής μηχανικής και ωφελιμιστικής λογικής, να αποδεικνύει την ορθολογικότητα και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησής του υπολογίζοντας στατιστικά και ρυθμίζοντας ορθολογικά τις εσωτερικές και τις εξωτερικές δυνάμεις που το καθορίζουν, από τον πληθυσμό και τους ζωτικούς πόρους μέχρι τους διακρατικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Στις διαλέξεις του Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας ο Foucault επιστρέφει στα μέσα του 18ου αιώνα, παρατηρώντας πως αναδύεται ένα νέο είδος, μια νέα τεχνολογία εξουσίας, η βιοπολιτική εξουσία ή βιοεξουσία, η οποία ενσωματώνει την πειθαρχία σε μία ανώτερη κλίμακα. Ενώ η πειθαρχία είναι μια ανατομοπολιτική που δρα στο επίπεδο του ανθρώπου ως ατόμου με αντικείμενο διακυβέρνησης το ατομικό σώμα του και πρότυπα τη φυλακή, το εργοστάσιο, το σχολείο, το νοσοκομείο, η βιοπολιτική δρα στο επίπεδο του ανθρώπου ως είδους, με αντικείμενο διακυβέρνησης το πολυκέφαλο σώμα του πληθυσμού (Foucault, 2002: 297-301). Σε όλη αυτή την ιστορική περίοδο από την «πρωταρχική συσσώρευση» μέχρι τη συγκρότηση των  συνταγματικών εθνών-κρατών και τη 1η βιομηχανική επανάσταση, σταδιακά το Κράτος, ως συντεταγμένη μορφή της κοινωνικής ζωής, και ο πληθυσμός, ως αντικείμενο κρατικής διακυβέρνησης, τίθενται στο επίκεντρο του προβλήματος της διακυβέρνησης, με το Κράτος να εξελίσσεται βιοπολιτικά στην κατεύθυνση ενσωμάτωσης των πληθυσμιακών αντιστάσεων. Μολονότι τα επιστημολογικά μοντέλα της 1ης βιομηχανικής επανάστασης κυριαρχούν αυτή τη πρώτη περίοδο, με αποτέλεσμα, όπως είδαμε, την επικράτηση της σύλληψης του κράτους ως φιλελεύθερης μηχανής, ο Foucault παρατηρεί ορθά σε αυτή τη τροχιά εξέλιξης της κρατικής κυριαρχίας από την κλασική απολυταρχία στον φιλελευθερισμό τον ολοένα και αυξανόμενο βιοπολιτικό εξορθολογισμό της. Όπως συμπεραίνει στο κλείσιμο των διαλέξεων για τη Γέννηση της Βιοπολιτικής«Από τον 16ο με 17ο αιώνα […] η  ρύθμιση της άσκησης της εξουσίας δεν μου φαίνεται να γίνεται σύμφωνα με τη σοφία αλλά σύμφωνα με τον υπολογισμό, δηλαδή τον υπολογισμό των δυνάμεων, τον υπολογισμό των σχέσεων, τον υπολογισμό του πλούτου, τον υπολογισμό των παραγόντων ισχύος. Δηλαδή δεν επιδιώκεται πλέον να ρυθμιστεί η διακυβέρνηση σύμφωνα με την αλήθεια, επιδιώκεται να ρυθμιστεί σύμφωνα με την ορθολογικότητα. Ρύθμιση της διακυβέρνησης σύμφωνα με την ορθολογικότητα, αυτό είναι, θαρρώ, ό,τι μπορούσαμε να ονομάσουμε νεωτερικές μορφές της διακυβερνησιακής τεχνολογίας […] Η ρύθμιση σύμφωνα με την ορθολογικότητα πήρε-κι εδώ, επίσης, απλουστεύω πολύ-διαδοχικά δύο μορφές […] τώρα θα ρυθμίσουμε τη διακυβέρνηση όχι σύμφωνα με την ορθολογικότητα του κυρίαρχου υποκειμένου, που μπορεί να πει ”εγώ, το Κράτος” [αλλά] σύμφωνα με την ορθολογικότητα αυτών που κυβερνώνται, αυτών που κυβερνώνται ως οικονομικά υποκείμενα και γενικότερα ως υποκείμενα συμφέροντος […] Αυτό, μου φαίνεται, χαρακτηρίζει τη φιλελεύθερη ορθολογικότητα: πώς να ρυθμίσουμε τη διακυβέρνηση, την τέχνη της διακυβέρνησης, πώς να [θεμελιώσουμε] την αρχή του εξορθολογισμού της τέχνης της διακυβέρνησης σύμφωνα με την ορθολογική συμπεριφορά αυτών που κυβερνώνται» (Foucault, 2012: 286-288).

Το δεύτερο κύμα εξέλιξης της νεωτερικής βιοπολιτικής εμφανίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα κατά την εξέλιξη της 2ης βιομηχανικής επανάστασης, με τη κρίση του φιλελεύθερου κράτους και τη στροφή στον κρατικό προστατευτισμό, με αποτέλεσμα μια σειρά έργων να αναπτύσσουν την οργανική, βιταλιστική έννοια του κράτους απέναντι στην περιοριστική φιλελεύθερη, νομικοπολιτική εννοιολόγησή του. Οφείλουμε στον Roberto Esposito τη γενεαλογία αυτού του δεύτερου βιοπολιτικού εξελικτικού κύματος, στο πλαίσιο της ευρύτερης μακρο-ιστορικής «ανοσοποίησης» της νεωτερικής κυριαρχίας απέναντι στη πληθυσμιακή παρέκκλιση και παθολογία (Esposito, 2008). Ξεχωρίζει ο Σουηδός Johan Rudolf Kjellén, ο οποίος εκτιμάται πως εισήγαγε και καθιέρωσε στο πολιτικό λεξιλόγιο τους όρους «βιοπολιτική» και «γεωπολιτική», ενώ ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε τον όρο «εθνικοσοσιαλισμός» αλλά και τον όρο «σπίτι του Λαού» (Folkhemmet), αναφερόμενος στη σουηδική και διεθνή τάση στροφής σε ένα κορπορατιστικό κράτος ταξικής συμφιλίωσης, εθνικής ενσωμάτωσης και ιμπεριαλιστικής επέκτασης στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο όρος «βιοπολιτική» προσδιορίζεται στο βιβλίο του Kjellén για τις Μεγάλες Δυνάμεις (1905) ως εξής: «Αυτή η ένταση που είναι χαρακτηριστική της ίδιας της ζώης…με οδήγησε να ονομάσω αυτό το πεδίο βιοπολιτική, κατ’αναλογία με την επιστήμη της ζωής, δηλαδή, τη βιολογία. Με αυτό κερδίσαμε πολλά, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελληνική λέξη βίος προσδιορίζει όχι μόνο τη φυσική και σωματική ζωή, αλλά ίσως στον ίδιο βαθμό και τη σημαίνουσα πολιτισμική ζωή. Αυτό το όνομα εκφράζει επίσης ότι εκείνη την εξάρτηση της κοινωνίας από τους νόμους της ζωής, η οποία ωθεί, περισσότερο από καθετί, το ίδιο το κράτος στο ρόλο του ρυθμιστή ή του ελάχιστου μεσολαβητή» (όπ.π.: 17). Στο βιβλίο του Kjellén Το Κράτος ως μορφή ζωής (1916) η ιμπεριαλιστική γεωπολιτική απαίτηση της αποικιοποίησης άλλων εδαφών και πληθυσμών συναρθρώνεται με τη βιοπολιτική σύλληψη του κράτους, το οποίο δεν μπορεί να αναχθεί  στη νομικο-πολιτική όψη του, όπως επιτάσσει η φιλελεύθερη ερμηνεία, γιατί είναι μια μορφή συλλογικής ζωής που εμπνέεται από ανθρώπινα ένστικτα και ομαδικές ενορμήσεις, και όχι τεχνητό προϊόν ενός κοινωνικού συμβολαίου. Λίγα χρόνια μετά, ο Jacob von Uexkϋll γράφει το έργο Κρατική βιολογία-Ανατομία, Φυσιολογία και Παθολογία του Κράτους (1920), ενώ ο Morley Roberts δημοσιεύει το έργο του Βιο-πολιτική-Ένα δοκίμιο πάνω στη Φυσιολογία, τη Παθολογία και την Πολιτική του κοινωνικού και ενσώματου οργανισμού (1938). Το κράτος αναγνωρίζεται ως οργανισμός του οποίου τα λειτουργικά, οργανικά μέρη πρέπει να βρίσκονται σε αρμονία. Η βιοπολιτική πρέπει να αναγνωρίζει κάθε μορφή οργανικού κινδύνου που απειλεί τη συνοχή του πολιτικού σώματος, οικοδομώντας μηχανισμούς άμυνας απέναντί του. Η φυσιολογία του κράτους είναι η άλλη όψη της παθολογίας του, καθώς κανένας οργανισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τις ασθένειες και τις παθογένειές του. Από το 1930 περίπου, παράλληλα προς την ηπειρωτική, γερμανοκεντρική εννοιολογική ανάπτυξη της κρατικής βιοπολιτικής, στον αγγλοσαξονικό κόσμο και ειδικά στην Αμερική αναπτύσσεται μια αμερικανική βιοπολιτική με την ανάπτυξη του συμπεριφορισμού, της ηθολογίας και του κοινωνικού δαρβινισμού (όπ.π.: 18-21 και επ.).  Η ηπειρωτική και αγγλοσαξονική βιοπολιτική συντείνουν μεταπολεμικά στην ανάπτυξη της κυβερνητικής των βιολογικών και κοινωνικών συστημάτων ανάδρασης. Ωστόσο, όπως είδαμε, καθ’όλη τη διάρκεια αυτής της ιστορικής περιόδου κυριαρχούν ακόμα τα φυσικοχημικά επιστημολογικά μοντέλα της 2ης βιομηχανικής επανάστασης τόσο στις θετικές επιστήμες όσο και στις κοινωνικές επιστήμες, άρα και στην επιστήμη του Κράτους.

Το τρίτο κύμα ανάπτυξης της νεωτερικής βιοπολιτικής έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του 1930 και στη πρώτη συστηματική πολεμική απέναντι στον κρατικό κοινωνικο-πολιτικό παρεμβατισμό. Στις διαλέξεις του για τη Γέννηση της Βιοπολιτικής, ο Foucault αφηγείται γενεαλογικά την ιστορία ανάδυσης της ώριμης βιοπολιτικής του «νεοφιλελευθερισμού». Διατρέχει δύο γενεαλογίες του νεοφιλελευθερισμού, τη γερμανική (ορντοφιλελευθερισμός) και την αμερικάνικη (αμερικανικός νεοφιλελευθερισμός). Η πρώτη έχει αφετηρία την μεταπολεμική ανοικοδόμηση, που ακολούθησε μια αλυσίδα κοσμοϊστορικών γεγονότων: Δημοκρατία της Βαϊμάρης, κρίση του 1929, ανάπτυξη του ναζισμού, κριτική και ήττα του ναζισμού. Η δεύτερη, έχει αφετηρία τη κριτική στο New Deal και τις πολιτικές του Ρούσβελτ, αλλά και τη κριτική που ασκήθηκε μεταγενέστερα στον κρατικό παρεμβατισμό και τα προγράμματα βοήθειας των Truman, Kennedy, Johnson από τους Hayek, Von Mises, Friedman, κ.α. Μεταξύ των δύο μορφών νεοφιλελευθερισμού, και παρά τις διαφορετικές ιστορικές διαδρομές τους, υπάρχει ως ελάχιστος κοινός παρονομαστής η πολεμική απέναντι στον μείζονα θεωρητικό αντίπαλο, τον Keynes, αλλά και απέναντι σε ό,τι ο Foucault ονομάζει «αντιφιλελεύθερη» οικονομικο-πολιτική σταθερά, με 4 στοιχεία: προστατευμένη οικονομία, σοσιαλισμός του Κράτους, σχεδιασμένη οικονομία, παρεμβατισμός κεϋνσιανού τύπου (Foucault, 2012: 114 και επ.). Όπως είδαμε, μόνο μετά το 1970 και τη βιοπληροφοριακή επανάσταση ωριμάζει η βιοπολιτική επιστήμη και τεχνολογία του καπιταλιστικού Κράτους.

Η βιοπολιτική επιστήμη

Σε ένα από τα τελευταία κείμενα της ζωής του, με τίτλο Ζωή-Εμπειρία και Επιστήμη, που αποτελεί τροποποιημένη εκδοχή μιας εισαγωγής στην αγγλική μετάφραση του Κανονικού και Παθολογικού του Canguilhem, ο Foucault εντάσσει τις σύγχρονες επιστήμες της ζωής στο ρεύμα ενός «νέου διαφωτισμού» που έφεραν κατά κύριο λόγο η ορθολογική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της κρατικής επιστήμης:  «Πολλές διαδικασίες που σημαδεύουν το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έφεραν το ζήτημα του διαφωτισμού πάλι στο κέντρο της ηπειρωτικής προβληματικής. Η πρώτη είναι η σημασία που αποδόθηκε από την επιστημονική και τεχνική ορθολογικότητα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στη διαμόρφωση των πολιτικών αποφάσεων» (Foucault, 1998: 469). O Foucault θεωρεί πως το βιοπληροφοριακό παράδειγμα, στην τομή των επιστημών της ζωής και της πληροφορίας, εισάγει νέες, μη αναγώγιμες διαστάσεις σε σχέση με το πεδίο της φυσικής και της χημείας, καθώς τοποθετεί στο κέντρο της προβληματικής του την ασυνέχεια, τη ρήξη και την αντίσταση, τη ζωή και το θάνατο, την παθολογία και την φυσιολογία, την αναστοχαστικότητα και τη πληροφορία, την ασθένεια και την υγεία, το σφάλμα και την μάθηση (όπ.π.: 470 και επ.).

Για να κατανοήσουμε τη βιοπολιτική επιστήμη, πρέπει να κατανοήσουμε το θεμελιώδες εννοιολογικό πλαίσιο της εξελικτικής βιολογίας. Η θεωρία της εξέλιξης στηρίζεται σε τρεις γενικές αρχές (Godfrey-Smith, 2016:  52):

  1. Αρχή της ποικιλότητας: υπάρχει ποικιλότητα ως προς τους μορφολογικούς, φυσιολογικούς και συμπεριφορικούς χαρακτήρες ανάμεσα στα μέλη ενός πληθυσμού.
  2. Αρχή της κληρονομικότητας: η ποικιλότητα είναι εν μέρει κληρονομίσιμη, ώστε τα άτομα μοιάζουν με τους συγγενείς τους περισσότερο από όσο μοιάζουν με άτομα με τα οποία δεν έχουν συγγένεια.
  3. Αρχή της διαφορικής αρμοστικότητας: διαφορετικές παραλλαγές αφήνουν διαφορετικό αριθμό απογόνων είτε στην αμέσως επόμενη είτε σε απώτερες γενιές.

Αποτέλεσμα των τριών αυτών αρχών είναι η εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής. Η εξελικτική προσαρμογή μπορεί να διακριθεί σε τρία είδη προσαρμογής (όπ.π.: 83-108):

  1. Απλή προσαρμογή στο περιβάλλον.
  2. Ενεργητική προσαρμογή ή κατασκευή του περιβάλλοντος.
  3. Διαφορική προσαρμογή μέσα στο περιβάλλον[3].

Η βιοπολιτική επιστήμη διέπεται από αντίστοιχες αρχές: ο ποικιλόμορφος πληθυσμός και το αβέβαιο περιβάλλον, οι γενεαλογικές σειρές, η εξελικτική προσαρμογή στο περιβάλλον, είναι ορισμένες βασικές συντεταγμένες του γνωστικού αντικειμένου της βιοπολιτικής επιστήμης. Από το θεμελιώδες μέγεθος της βιοπολιτικής επιστήμης, τον πληθυσμό, απορρέουν όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Η βιοπολιτική επιστήμη μελετά τις βασικές προσδιοριστικές παραμέτρους του πληθυσμού, επιχειρώντας τον κρατικό έλεγχο, μέσω των βιοπολιτικών τεχνολογιών, ενός συνόλου διαδικασιών του ανθρώπινου είδους, τη γεννητικότητα, τη θνησιμότητα και τη σεξουαλικότητα, τη νοσηρότητα και τις ποικίλες σωματικές ανικανότητες, την αμοιβαία σχέση του ανθρώπινου είδους με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, κυρίως της πόλης (Foucault, 2002: 301, 309), τη μαζική ψυχολογία και τη μαζική κατανάλωση. Ο πληθυσμός καθορίζει επίσης και το είδος των φαινομένων που εμπίπτουν στο φάσμα της βιοπολιτικής επιστήμης. Πρόκειται για συλλογικά, πληθυσμιακά, μαζικά, πολυπαραγοντικά φαινόμενα που διέπονται τόσο από σχετική τυχαιότητα όσο και από ορισμένες σταθερές και επαναλαμβανόμενα μοτίβα στη διάρκεια του χρόνου (όπ.π.: 301, 302), επομένως η βιοπολιτική επιστήμη βασίζεται σε στατιστικές προβλέψεις και εκτιμήσεις, υποδεικνύοντας συνολικά ρυθμιστικά μέτρα που επιδιώκουν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των παραγόντων και τους ποσοτικοποιημένους δείκτες που καθορίζουν τα γενικά, πληθυσμιακά φαινόμενα.

Η βιοπολιτική τεχνολογία

Η βιοπολιτική επιστήμη του Κράτους θέτει ως γνωστικό της αντικείμενο το πληθυσμό μέσα στο ιστορικό περιβάλλον με στόχο την εξελικτική προσαρμογή της κυρίαρχης εξουσίας στις διακυμάνσεις του, μέσω των βιοπολιτικών τεχνολογιών: «Θα μπορούσαμε να πούμε το εξής: Θα έλεγε κανείς ότι η εξουσία, της οποίας η ιδιότητα, το οργανωτικό σχήμα ήταν η κυριαρχία, αποδείχτηκε αναποτελεσματική όσον αφορά τη διοίκηση μιας κοινωνίας, η οποία είχε ως χαρακτηριστικό της τη δημογραφική έκρηξη αφενός και την εκβιομηχάνιση αφετέρου. Έτσι, από την παλαιά μηχανική της εξουσίας της κυριαρχίας διέφευγαν πάρα πολλά πράγματα, τόσο σε επίπεδο βάσης όσο και κορυφής, τόσο σε επίπεδο λεπτομερειών όσο και σε μαζικό επίπεδο. Η πρώτη προσαρμογή έγινε για να μη διαφύγουν οι λεπτομέρειες: οι μηχανισμοί της εξουσίας προσαρμόστηκαν στο σώμα του ατόμου, με την επιτήρηση και την εκπαίδευση-αυτή ήταν η πειθαρχία. Φυσικά, η συγκεκριμένη προσαρμογή ήταν η ευκολότερη. Γι’αυτό και έγινε πολύ νωρίς-στον 17ο αιώνα και στις αρχές του 18ου αιώνα ήδη-σε τοπικό επίπεδο, με ενστικτώδεις, εμπειρικές, αποσπασματικές μορφές και στο περιορισμένο πεδίο ορισμένων θεσμών όπως το σχολείο, το νοσοκομείο, το στρατόπεδο, το εργαστήριο, κ.λπ. Και στη συνέχεια, στα τέλη του 18ου αιώνα, έχουμε μια δεύτερη προσαρμογή, που αφορά τα συνολικά φαινόμενα, τα φαινόμενα τα σχετικά με τον πληθυσμό, με τις βιολογικές ή βιοκοινωνικές διεργασίες των ανθρώπινων μαζών. Οι προσαρμογές αυτές ήταν πολύ πιο δύσκολες, διότι συνεπάγονταν, φυσικά, ορισμένα πολύπλοκα όργανα συντονισμό και συγκέντρωσης […] Από την άλλη, τα δύο αυτά σύνολα μηχανισμών, πειθαρχικό το ένα και ρυθμιστικό το άλλο, δεν είναι του ίδιου επιπέδου. Ως εκ τούτου, δεν αλληλοαποκλείονται και μπορούν να διαρθρωθούν από κοινού. Μπορούμε να πούμε μάλιστα ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι πειθαρχικοί μηχανισμοί και οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί της εξουσίας, οι μηχανισμοί πειθάρχησης του σώματος και οι μηχανισμοί ρύθμισης των πληθυσμών, διαρθρώνονται από κοινού»  (Foucault, 2002: 306-308).

H στρατηγική της κυρίαρχης εξουσίας απέναντι στα προβλήματα διακυβέρνησης που θέτει το πληθυσμιακό περιβάλλον υλοποιείται σύμφωνα με τουλάχιστον τρία σύνολα βιοπολιτικών τεχνολογιών:

  1. Τεχνολογίες ανοσοποιητικής προσαρμογής στο περιβάλλον.
  2. Τεχνολογίες αναπτυξιακής προσαρμογής του περιβάλλοντος.
  3. Τεχνολογίες ανταγωνιστικής προσαρμογής μέσα στο περιβάλλον.

Το πρώτο σύνολο βιοπολιτικών τεχνολογιών αφορά τους μηχανισμούς άμυνας/ασφάλειας, το δεύτερο σύνολο τους μηχανισμούς ανάπτυξης, και το τρίτο σύνολο τους μηχανισμούς ανταγωνιστικότητας. Άμυνα/ασφάλειαανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα αποτελούν έννοιες βιολογικής καταγωγής που μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο εντός του βιοπληροφοριακού επιστημολογικού πλαισίου του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους.

Επιχειρηματικό κράτος και βιοπολιτική τεχνολογία

Τις τελευταίες δεκαετίες, μια αυξανόμενη βιβλιογραφία περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της ανάδυσης μιας νέας κρατικής μορφής, που διαδέχεται το περίφημο «κοινωνικό κράτος». Ο Νίκος Πουλαντζάς πυροδότησε στους μαρξιστικούς κόλπους τη σχετική κουβέντα, γράφοντας για τον «αυταρχικό κρατισμό» (Πουλαντζάς, 1978: κεφ. 4) που έμοιαζε να αναδύεται στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Από μαρξιστική (Harvey, 2005) ή φουκωϊκή αναλυτική σκοπιά πολύ συχνά διατυπώθηκε η θέση περί «νεοφιλελεύθερου κράτους», ενώ στη θεωρητική γραμμή σκέψης της «σχολής της ρύθμισης» διαμορφώθηκε η έννοια του «μεταφορντικού κράτους» (Bonefeld &  Holloway, 1993). Από καπιταλιστική σκοπιά, η μελέτη του κρατικού παρεμβατισμού στην ανατολική Ασία τις δεκαετίες του 1980 και 1990, γέννησε ως αντίβαρο στις «νεοφιλελεύθερες ερμηνείες» του «ασιατικού θαύματος» της Ιαπωνίας, της Ταιβάν, της Κορέας την έννοια του «αναπτυξιακού κράτους, το οποίο παρεμβαίνει αποφασιστικά στη προώθηση της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας του εθνικού κεφαλαίου (Wade, 1990, Johnson, 1982), ενώ η μετέπειτα ανάπτυξη της Κίνας και της Ινδίας ερμηνεύτηκε συχνά μέσα στο ίδιο εννοιολογικό πλαίσιο. To «κράτος ανταγωνισμού» (Cerny, 1997), το συναφές σουμπετεριανό κράτος (Jessop, 2002) και επιχειρηματικό κράτος (Mazuccato, 2015), σύμφωνα με άλλες αναλύσεις, διαδέχεται το κεϋνσιανό κράτος με την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος συσσώρευσης που βασίζεται στη συνέργεια κρατικού-ιδιωτικού τομέα για την προώθηση της επιχειρηματικότητας, της καινοτομίας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας Κοινός τόπος στη βιβλιογραφία αυτή είναι η αναγνώριση της τομής που αποτελεί το σύγχρονο «μετακεϋνσιανό» κράτος στην ιστορία της καπιταλιστικής κρατικής μορφής.

Ο οικονομικός ιστορικός Angus Maddison (Maddison, 2007) κατέληξε στο συμπέρασμα, αντιπαραβάλλοντας εργασίες των N.D Kondratieff, S.Kuznets, Ernest Mandel .A. Schumpeter κ.α με στατιστικά δεδομένα, ότι σημαντικές αλλαγές στην οικονομική συμπεριφορά του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος καταδεικνύουν 4 διακριτές ιστορικές φάσεις του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος, που ακολούθησαν την περίοδο της «πρωταρχικής συσσώρευσης» του κεφαλαίου: 1820-1913,  1913-1950, 1950-1973, 1973 και επ. Εμείς εκλαμβάνουμε τις περιόδους 1913-1950 και 1950-1973 ως μία κοινή περίοδο, με τη μεσολάβηση των δύο παγκοσμίων πολέμων (1913-1973) και το μετασχηματισμό του ιμπεριαλιστικού κορπορατιστικού κράτους στο μεταπολεμικό «κοινωνικό» κορπορατιστικό κράτος πρόνοιας. Με γνώμονα το γενικό σχήμα μιας ιστορικο-λογικής περιοδολόγησης (Βαζιούλιν, 2013: 299), τα βασικά κύματα εκβιομηχάνισης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και τους βασικούς κοινωνιολογικούς τύπους του καπιταλιστικού έθνους-κράτους, προτείνουμε τον παρακάτω πίνακα περιοδολόγησης:

Λογική ιστορία Περίοδος Παραγωγικές δυνάμεις Καπιταλιστικό έθνος-κράτος Παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό σύστημα
Πρωταρχική εμφάνιση 15-18ος αιώνας Αγροτική παραγωγή, εκχρηματισμός της γεωργίας και «Πρωταρχική Συσσώρευση» Απολυταρχικό Κράτος Εμποροκρατικός καπιταλισμός
1η Διαμόρφωση 1820-1913

(19ος αιώνας)

Εφαρμογές

1ης βιομηχανικής επανάστασης

Φιλελεύθερο Κράτος Φιλελεύθερος καπιταλισμός
2η Διαμόρφωση 1913-1973

(20ος αιώνας)

1913-1945

και

1945-1973

Εφαρμογές

2ης βιομηχανικής επανάστασης

Κορπορατιστικό Κράτος Ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός
Ωριμότητα 1973 και επ

(21ος αιώνας).

Εφαρμογές

3ης βιομηχανικής επανάστασης

Επιχειρηματικό Κράτος Σύγχρονος καπιταλισμός[4]

Η τάση εμπέδωσης ενός νέου καπιταλιστικού έθνους-κράτους στο παγκόσμιο καπιταλιστικό πλαίσιο υποδηλώνεται από τη συμπεριφορά όλων των βασικών οικονομικών δεικτών της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής στις χώρες του ΟΟΣΑ αλλά και εκτός ΟΟΣΑ, με αφετηρία την αναντίρρητη, τόσο για μαρξιστές όσο και για μη μαρξιστές,  πτωτική τάση της δυναμικής του κεφαλαιοκρατικού συστήματος από τη δεκαετία του 1970: κάμψη του ρυθμού της οικονομικής μεγέθυνσης και του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας (IMF, 2015) που συνδέεται στενά με την τεχνολογική υποκατάσταση της ζωντανής εργασίας στον μεταποιητικό-βιομηχανικό τομέα και τη ραγδαία «τριτογενοποίηση» (Nordhaus W.D, 2008, Jorgenson D.W-Timmer M.P, 2011, IMF, 2015) και «χρηματιστικοποίηση» (Λαπαβίτσας, 2014)[5] της παγκόσμιας παραγωγής και κατανάλωσης. Νέας κλίμακας συγκέντρωση/συγκεντροποίηση του κεφαλαίου προς όφελος γιγαντιαίων πολυεθνικών-πολυκλαδικών επιχειρήσεων (Vitali & Glattfelder & Battiston, 2011). Δομικός μετασχηματισμός της κοινωνικο-ταξικής σύνθεσης με τη μείωση του μεριδίου εργασίας στο συνολικό παραγόμενο πλούτο και τη συγκράτηση του ρυθμού αύξησης των μισθών κάτω από τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας (IMF, 2017: 121, 122), με την ελαστικοποίηση και επισφαλειοποίηση των εργασιακών σχέσεων, τη μαζική είσοδο των γυναικών και των μη δυτικών εργαζομένων στο παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας, με τη μείωση της συνδικαλιστικής πυκνότητας και την αύξηση της ανεργίας (Streeck, 2016), με την αύξηση της κοινωνικο-οικονομικής ανισότητας και τη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης στις χώρες της Δύσης (Milanović, 2019). Αναδιάρθρωση της φορολογικής δομής προς όφελος των επιχειρήσεων και σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας, μπλοκάρισμα της φορολογικής ικανότητας του κράτους να αυξάνει τα δημόσια έσοδα λόγω της διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου (Genschel & Seelkopf, 2012). Μεγάλη αύξηση του συνολικού, ιδιωτικού και του δημόσιου χρέους (IMF, 2018), επιχειρηματικοποίηση της κρατικής διοίκησης με τη γενίκευση του νέου δημόσιου management και της συμβίωσης δημοσίου-ιδιωτικού τομέα (Καρκατσούλης, 2004).

Το επιχειρηματικό κράτος αποτελεί τόσο το σύμπτωμα της ιστορικής αλληλεξάρτησης όλων των παραπάνω κρίσιμων παραμέτρων όσο και τη προσπάθεια στρατηγικής απάντησης της κυρίαρχης τάξης στην κοινωνικο-οικονομική κρίση της ταραγμένης περιόδου 1960-1980, όταν οι κοινωνικοί αγώνες στις δυτικές μητροπόλεις, στο «ανατολικό μπλοκ» και στις περιφέρειες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας συνέπεσαν με την εξασθένηση της καπιταλιστικής οικονομικής δυναμικής και τη «πετρελαιακή κρίση» του 1973. Το επιχειρηματικό κράτος ανέπτυξε τη βιοπολιτική επιστήμη και τεχνολογία, απαντώντας στο τριπλό πρόβλημα του κοινωνικο-ταξικού εμφυλίου, της παραγωγικής εκμετάλλευσης και της συνολικής αναπαραγωγής του πληθυσμού με τους τρεις βιοπολιτικούς τεχνολογικούς πυλώνες της άμυνας/ασφάλειας, της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας.

Άμυνα/ασφάλεια

«Πετύχαμε καλύτερο περιβάλλον ασφάλειας και πολύ λιγότερη καταστολή»
Νίκος Τόσκας[6]

Η βιοπολιτική τεχνολογία άμυνας/ασφάλειας του καπιταλιστικού κράτους επιβάλλει ορισμένους κανονιστικούς μηχανισμούς ισορροπίας μεταξύ των διακυμάνσεων των παραμέτρων του πληθυσμού, ορισμένους μηχανισμούς ομοιόστασης και αντιστάθμισης απέναντι στα επιζήμια αποτελέσματα και τους κινδύνους, ορισμένους μηχανισμούς ασφαλείας γύρω από το τυχαίο και αβέβαιο στοιχείο που είναι εγγενές σε κάθε πληθυσμό έμβιων όντων (Foucault, 2002: 302). Στόχος δεν είναι η ατομική εκπαίδευση, πειθάρχηση, εκγύμναση των ατόμων, αλλά η προσέγγιση των ατόμων μέσω συνολικών μηχανισμών που επιφέρουν συνολικές εξισορροπήσεις και ρυθμίσεις των βιολογικών διεργασιών του ανθρώπου ως είδους: «Η εν λόγω τεχνολογία λοιπόν δεν αποσκοπεί στην ατομική εκπαίδευση, αλλά στη συνολική ισορροπία, σε μια οιωνεί ομοιόσταση: στην ασφάλεια του συνόλου ως προς τους εκ των έσω κινδύνους» (όπ.π.: 303, 306). Οι βιοπολιτικοί μηχανισμοί άμυνας/ασφάλειας ακολουθούν λοιπόν τη λογική της ανοσολογικής ομοιοστατικής ρύθμισης ή αλλιώς της προσαρμοστικής ανοσίας: «Το σύστημα παράγει πολλά, διαφορετικά αντισώματα με «τυχαίο τρόπο», και όταν ένα κύτταρο συμβεί να παραγάγει αντισώματα που μπορούν να προσδεθούν σε έναν εισβολέα, τα κύτταρα αυτά ωθούνται να πολλαπλασιαστούν εις βάρος άλλων» (Godfrey-Smith, 2016: 77, 78). Στόχος της προσαρμοστικής ανοσίας είναι η διαλεκτική, κρατική αφομοίωση του αρνητικού ενδεχόμενου, της απειλής, του κινδύνου, μέσω της ελεγχόμενης έκθεσης σε αυτό, της δοκιμής και του λάθους, της αξιολόγησης των προσπαθειών και της αρχειοθέτησης των κρίσιμων πληροφοριών, με αποτέλεσμα την εκ των υστέρων, σταδιακή εκμάθηση των βέλτιστων προληπτικών, και δευτερευόντως κατασταλτικών, μεθόδων αντιμετώπισής της απειλής. Όπως συμβαίνει με το ανοσοποιητικό σύστημα, που διαθέτει γενικούς και ειδικούς μηχανισμούς άμυνας, σύμφωνα με τον Julian Asange υπάρχει μια γενική, στρατηγική επιτήρηση, που αφορά τον καθένα ως δυνητική απειλή και δυνητικό εχθρό, και μια εξειδικεύμενη, στοχευμένη επιτήρηση, που αφορά καθορισμένες απειλές και καθορισμένους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς (Curcio, 2016: 63-64). Τα μεταδεδομένα αποθηκεύονται και διατηρούνται για χρόνια, ώστε να μπορούν να πραγματοποιηθούν εκ των υστέρων έρευνες, ενώ σύνθετοι αλγόριθμοι τα αξιολογούν σχηματίζοντας τα ψυχοκοινωνικά προφίλ των πολιτών.

Σε όλα τα σύγχρονα εγχειρίδια και δόγματα άμυνας/ασφάλειας (defence/security), αντι-εξέγερσης (counter-insurgency), αντι-τρομοκρατίας (counter-terrorism) και υβριδικού πολέμου (hybrid war), από τις Η.Π.Α, την Κίνα και τη Ρωσία μέχρι την Ελλάδα[7], καθώς και στα αντίστοιχα εγχειρίδια των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε αστικό περιβάλλον[8], καθοριστικό ρόλο παίζει η συλλογή, αποθήκευση, αξιολόγηση, αξιοποίηση αλλά και προπαγανδιστική παραγωγή πληροφοριών που αφορούν τον υπό έλεγχο πληθυσμό μέσα σε ένα ιστορικά καθορισμένο, πολύπλοκο και σύνθετο περιβάλλον ζωής. Η διαδικασία αυτή έχει περιγραφεί εύστοχα ως χαρτογράφηση του «ανθρώπινου πεδίου» (Gonzales, 2016), περιλαμβάνει γεωφυσικές, οικονομικές, πολιτισμικές, ψυχολογικές και άλλες παραμέτρους, και έχει το χαρακτήρα είτε πρόληψης των κινδύνων είτε προετοιμασίας του εδάφους κοινωνικής νομιμοποίησης και υψηλής αποτελεσματικότητας των κατασταλτικών κρατικών επιχειρήσεων. Ως ασύμμετρες, υβριδικές, τρομοκρατικές και εθνικές απειλές, μπορούν να στοχοποιηθούν εργατικές απεργίες, πολιτικές ομάδες «προσφυγικές ροές», με αποτέλεσμα την εισαγωγή, κυρίως στο ποινικό δίκαιο, όλο και πιο νομικά αόριστων αντιτρομοκρατικών και άλλων διατάξεων.

Από την Ιταλία μέχρι το Βιετνάμ και από τους Μαύρους Πάνθηρες μέχρι την εξέγερση στο Μεξικό, οι αντιτρομοκρατικές εκστρατείες και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κρατικής αντιμετώπισης του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού  που εκτυλίχθηκαν την περίοδο 1960-1980 βρήκαν την κορύφωσή τους στον εμβληματικό νόμο Patriot Act των Η.Π.Α, μια απάντηση στη τρομοκρατική επίθεση της 11η Σεπτεμβρίου του 2001 που κανονικοποίησε το έκτακτο νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν με παραδειγματικό τρόπο οι πλέον σύγχρονοι μηχανισμοί άμυνας/ασφάλειας. Τo πρόγραμμα Καθολικής Επίγνωσης Πληροφοριών (Total Information Awareness, TIA) ανατέθηκε το 2003 στον στρατηγό John Poindexter και είχε ως στόχο την καλύτερη διεξαγωγή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» με τη δημιουργία του μεγαλύτερου συστήματος παρακολούθησης πληροφοριών στην ιστορία των Η.Π.Α. Το σχέδιο αφορούσε τη συγκέντρωση 40 σελίδων πληροφοριών κατά μέσο όρο για καθέναν από τα 7 δισεκατομμύρια κατοίκους του πλανήτη, με την ανάθεση της επεξεργασίας τους σε μια συστοιχία υπερυπολογιστών. Μολονότι επίσημα το πρόγραμμα αυτό εγκαταλείφθηκε, σύμφωνα με τον ιδρυτή των Wikileaks, Julian Assange, η N.S.A συνεχίζει την υλοποίησή του μέσα από άλλα προγράμματα επιτήρησης, που στηρίζονται στη βαθιά συνεργασία κρατικού και ιδιωτικού τομέα (Ramone, 2017: 60, 135, 139, 140). Η μεγαλύτερη αποκάλυψη του Edward Snowden ήταν ένα μυστικό πρόγραμμα, με την κωδική ονομασία Prism, το οποίο επιτρέπει στην NSA πλήρη πρόσβαση στους εξυπηρετητές των μεγαλύτερων, αμερικανικών εταιρειών του Internet, δηλαδή των AOL, Facebook, Google, Microsoft, Paltalk, Yahoo, Skype και Youtube, ενώ δεν εξαιρούνται από τα στρατιωτικο-επιχειρηματικά ψηφιακά συμπλέγματα ελέγχου πλατφόρμες όπως το Twitter ή το Instagram. Eίναι χαρακτηριστικό πως, σύμφωνα με έγγραφο που δημοσιοποίησε ο Snowden, σε ένα διάστημα το πολύ 30 ημερών, το Μάρτιο του 2013, μια μονάδα της NSA, η Global Access Operations, είχε συλλέξει μεταδεδομένα από τουλάχιστον 124 δισεκατομμύρια τηλεφωνικές κλήσεις και πάνω από 97 δισεκατομμύρια μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (όπ.π.: 65, 67). Αντίστοιχες τεχνικές υπηρεσίες μαζικής επιτήρησης, που κατά κανόνα συνεργάζονται με την NSA, υπάρχουν και σε άλλες χώρες, όπως οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες και το πρόγραμμα Tempora, οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες (BND), οι πρεσβείες των κρατών κ.α. Πρόσφατα έγινε γνωστό το «Περίγραμμα Σχεδιασμού για ένα σύστημα Κοινωνικής Πίστωσης» στην Κίνα, με τη συνεργασία κράτους και ιδιωτικών επιχειρήσεων, το οποίο έχει ως στόχο την μεγαλύτερη εθνική καταγραφή και αξιολόγηση πολιτών και καταναλωτών στην κινεζική ιστορία (Botschan, 2017: κεφ. 7).

Βίντεο, βιομετρικά σκάνερ, δορυφόροι, υπέρυθρες κάμερες, καθημερινές συσκευές, drones, μέχρι και μικροσκοπικά ιπτάμενα έντομα-drones, πλαισιώνουν τους παραπάνω μηχανισμούς άμυνας/ασφάλειας των καπιταλιστικών κρατών και των επιχειρήσεων στους δρόμους, στις πλατείες, μες στις ψυχές μας ίσως. Κάμερες υψηλής ευκρίνειας Gigapan -πάνω από ένα δισεκατομμύριο pixel- επιτρέπουν το βιομετρικό φακέλωμα προσώπων με μία μόνο φωτογραφία σε μαζικό χώρο συγκέντρωσης, κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας ή μιας πολιτικής ομιλίας. Η ραγδαία ανάπτυξη του Internet of Things πολλαπλασιάζει τις συσκευές οι οποίες, μέσω σύνδεσης με το Internet, μπορούν να μας κατασκοπεύουν, όπως οι έξυπνες τηλεοράσεις που μας ακούνε χωρίς να το γνωρίζουμε, για παράδειγμα της εταιρείας ηλεκτρονικών ειδών Visio, του μεγαλύτερου κατασκευαστή έξυπνων τηλεοράσεων που συνδέονται με το Internet (Ramone, 2017: 87). Το 2015, ο ΟΟΣΑ δημοσίευσε μια μελέτη που αποκαλύπτει ότι στις ΗΠΑ υπάρχουν τουλάχιστον 24,9 συνδεδεμένες συσκευές ανά 100 κατοίκους, ενώ όλο και περισσότερες πόλεις εκσυγχρονίζουν τις υπηρεσίες προς τους πολίτες μετατρεπόμενες σε ψηφιακά ολοκληρωμένες και διασυνδεδεμένες Έξυπνες Πόλεις. Οι τεχνικές δυνατότητες των μηχανισμών άμυνας/ασφάλειας είναι πλέον τεράστιες, σε υψηλούς βαθμούς διάδρασης με τον πληθυσμό και το περιβάλλον.

Ανάπτυξη

«Μακροπρόθεσμα, η παραγωγικότητα είναι σχεδόν το παν»
Paul Krugman

Η βιοπολιτική τεχνολογία ανάπτυξης του καπιταλιστικού κράτους στοχεύει στη θετική κινητοποίηση, μεγιστοποίηση και αξιοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων του πληθυσμού. Το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος επενδύει όλο και περισσότερο στην ανάπτυξη του «human capital» ή «ανθρώπινου κεφαλαίου», ως το σύνολο εκείνων των συνηθειών, γνώσεων, προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων που ενσαρκώνονται στην εργασιακή δύναμη και έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή οικονομικής αξίας. Σε μία έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύτηκε το 2015 με τον εύγλωττο τίτλο «Το μέλλον της παραγωγικότητας», αφού διαπιστώνεται τη πανθομολογούμενη γενική μεγα-τάση κάμψης του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο μετά το 1970, ο ΟΟΣΑ κατονομάζει ως τον σημαντικότερο παράγοντα οικονομικής μεγέθυνσης τον MFP-Multi-Factor Productivity, που σημαίνει «πολυπαραγοντική παραγωγικότητα» (OECD, 2015), ενώ συνήθως ο εν λόγω σύνθετος παράγοντας ονομάζεται TTPTotal Factor Productivity. Πρόκειται για εκείνο το πλέγμα κοινωνικο-θεσμικών παραγόντων που διαμορφώνει τη γενική συνθήκη αύξησης της παραγωγικότητας της μισθωτής εργασίας και της εξοικονόμησης του κεφαλαίου, υπολογιζόμενο ως το υπόλειμμα των μετρήσεων των επιμέρους δεικτών παραγωγικότητας, αφορώντας στη πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής μεγέθυνσης. Έτσι ο MFP εκφράζει, ή προϋποθέτει, εκείνο που ο Marx ονόμαζε «πραγματική υπαγωγή στο Κεφάλαιο», την εκμετάλλευση όλων των πλευρών της κοινωνικής ζωής από το μηχανισμό της συσσώρευσης κεφαλαίου. Για την αύξηση του MFP, ο ΟΟΣΑ προτείνει πολιτικές προσανατολισμένες στην «ολοκλήρωση των αγορών», την «τεχνολογική καινοτομία» και την παραγωγή «ανθρώπινου κεφαλαίου».

Η ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου αποτελεί μια βιοπολιτική τεχνολογία του καπιταλιστικού κράτους, γιατί αφορά το σύνολο της βιοψυχικής, νοητικής και κοινωνικής ζωής του ανθρώπινου πληθυσμού, που πρέπει να συντείνει στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, με τη μείωση του κόστους εργασίας, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και τη διαρκή επανακατάρτιση, με στόχο την ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Όλο και περισσότερο ο καπιταλισμός επιχειρεί να παράγει τον ίδιο τον πληθυσμό ως ανθρώπινο κεφάλαιο. Επενδύσεις στην εκπαίδευση ως κατάρτιση και διά βίου μάθηση, επενδύσεις στην υγεία, επενδύσεις στήριξης της οικογενειακής φροντίδας και μέριμνας, το σύνολο αυτό των επενδύσεων μπορεί να αξιολογηθεί με γνώμονα τη διαδικασία αποδοτικής παραγωγής του human capital. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (W.O.F) βαθμολογεί τις χώρες ανάλογα με την ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου τους, θεωρώντας πως το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι ο δυνητικά σημαντικότερος συντελεστής καπιταλιστικής ανάπτυξης (World Economic Forum, 2017).


Η παραγωγή ανθρώπινου κεφαλαίου περνάει μέσα και από τον ρυθμιστικό έλεγχο, τη προτυποποίηση και πληροφοριοποίηση της παραγωγής και της κατανάλωσης. Όσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα της παραγωγικότητας, τηλεκάμερες στους χώρους εργασίας, φορητοί μηχανισμοί και επιχειρηματικά smartphones συνδεδεμένα με υπολογιστές επιτήρησης των εργαζομένων από απόσταση, badges που καταγράφουν μέσω αισθητήρων και μεταδίδουν σε έναν επιχειρηματικό server κάθε λέξη, κάθε μετακίνηση και κάθε κοινωνική αλληλεπίδραση του εργαζομένου, εγκατεστημένα GPS στα μέσα κίνησης, στα παπούτσια, στα κουμπιά των στολών εργασίας, σε ζώνες και σε βραχιόλια, καταγράφουν κάθε μη παραγωγική δραστηριότητα των εργαζομένων που αξιολογείται σε σχέση με τα προκαθορισμένα παραγωγικά standards (Curcio, 2016: 70 και επ.). Όσον αφορά το ζήτημα της κατανάλωσης, όλοι οι μηχανισμοί άμυνας/ασφάλειας που αναφέρθηκαν προηγουμένως μπορούν να αξιοποιηθούν για επιχειρηματικούς σκοπούς, καθώς η δημιουργία εξατομικευμένων ψυχοκοινωνικών προφίλ μέσω σύνθετων αλγόριθμων επιτρέπει τη μεταπώληση και την εμπορική εξαργύρωση των μεταδεδομένων που συλλέγουν οι προληπτικοί μηχανισμοί ελέγχου των μεγάλων ιδιωτικών και κρατικών εταιρειών. Τρεις ερευνητές των πανεπιστημίων του Cambridge και του Stanford, χρησιμοποιώντας έναν ειδικό αλγόριθμο σε δείγμα 88.220 καταναλωτών του Facebook, συμπέραναν πως αρκεί η ανάλυση 10 likes για την ικανοποιητική σκιαγράφηση του προφίλ της προσωπικότητας και η ανάλυση 150 likes για μία γνώση των ατόμων καλύτερη από αυτή που έχουν οι γονείς ή οι συγγενείς τους (όπ.π.: 49). Έτσι μπορεί να προσανατολιστεί η εμπορευματική στρατηγική και η στρατηγική marketing των επιχειρήσεων στα κατάλληλα target groups. Eξάλλου, ήδη τσιπ ταυτοποίησης μέσω ραδιοσυχνοτήτων (RFID) χαρτογραφούν αυτομάτως το καταναλωτικό μας προφίλ σε καθημερινές μας συναλλαγές, όπως συμβαίνει ήδη με τις «κάρτες πόντων» των περισσότερων σουπερμάρκετ και εμπορικών καταστημάτων.

Από τη σκοπιά της ανάπτυξης του ανθρώπινου κεφαλαίου, η κοινωνική πολιτική του καπιταλιστικού κράτους επαναπροσδιορίζεται ριζικά. Για το «κοινωνικό κράτος» του 20ου αιώνα η κοινωνική πολιτική ήταν ασφαλιστικό αντιστάθμισμα των αρνητικών κοινωνικών συνεπειών της ελεύθερης αγοράς, με βασικά όργανα τη συλλογική κατανάλωση κοινωνικών αγαθών (ιατρική, παιδεία, πολιτισμός) και την αναδιανεμητική πολιτική (επιδόματα κ.α), και αποτελούσε το σκοπό της οικονομικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τη λογική του επιχειρηματικού κράτους, η πλέον αποτελεσματική «κοινωνική πολιτική» είναι σήμερα η πολιτική που προωθεί την καπιταλιστική ανάπτυξη, και ειδικά την ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου: «Υπάρχει μόνο μια κοινωνική πολιτική που είναι αληθινή και θεμελιώδης, δηλαδή η οικονομική ανάπτυξη. Η θεμελιώδης μορφή της κοινωνικής πολιτικής δεν μπορεί να είναι κάτι που θα μπορούσε να αντιβαίνει την οικονομική πολιτική και να την αντισταθμίζει: η κοινωνική πολιτική δεν θα έπρεπε να είναι πιο γενναιόδωρη απ’όσο το επιτρέπει η οικονομική ανάπτυξη» (Foucault, 2012: 144). Σε αυτή τη προοπτική, οι επενδύσεις στην υγεία και την παιδεία έχουν αξία μόνο ως επενδύσεις που αυξάνουν την αξία του human capital. Το μόνο που πρέπει να κάνει η κοινωνική πολιτική είναι να αναδιανείμει ένα ποσό, από αυτούς που απολαμβάνουν το μέγιστο της κατανάλωσης (υπερκατανάλωση), προς εκείνους που απολαμβάνουν το ελάχιστο της κατανάλωσης (υποκατανάλωση), ώστε να διαμορφώνεται ένα ελάχιστο δίχτυ κοινωνικής προστασίας (όπ.π.: 143). Ως προς τα βασικά μέσα άσκησης της κοινωνικής πολιτικής, προκρίνεται η λογική της ιδιωτικής ασφάλισης με την παροχή κρατικών διευκολύνσεων αντί της δημόσιας κατανάλωσης κοινωνικών αγαθών, προτείνεται δηλαδή μια ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής πολιτικής. Ακόμη και ο σημαντικότερος μελετητής του «κοινωνικού κράτους» στον 20ο αιώνα, ο Δανός κοινωνιολόγος Gøsta Esping-Andersen, λαμβάνοντας υπόψη τις δημογραφικές και οικονομικές εξελίξεις, κυρίως τη διαμόρφωση μιας οικονομίας υπηρεσιών υψηλής εντάσεως γνώσης και κεφαλαίου, προτείνει τον επαναπροσδιορισμό της «κοινωνικής πρόνοιας» ως «επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο», ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και να βελτιστοποιηθεί η σχέση επενδύσεων και αποδόσεων στους τομείς της υγείας, της παιδείας, ακόμα και στον τομέα της παιδικής φροντίδας, με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας του ανθρώπινου κεφαλαίου (Espring Andersen, 2006: 43-52).

Ανταγωνιστικότητα

«Η αλληλεγγύη και η ανταγωνιστικότητα είναι οι δύο όψεις ενός ευρωπαϊκού νομίσματος»
Angela Merkel

Η βιοπολιτική τεχνολογία της ανταγωνιστικότητας αποτελεί το τρίτο πυλώνα του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους και αφορά τη ρύθμιση των παραμέτρων που αφορούν συνολικά τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικά οργανωμένου πληθυσμού μέσα στο σύγχρονο περιβάλλον. Σύμφωνα με τον Foucault και τις διαλέξεις του για τη Γέννηση της Βιοπολιτικής, ο σύγχρονος καπιταλισμός κινείται από την ανταλλαγή στον ανταγωνισμό ως ουσία της αγοράς, χωρίς να θεωρεί, σύμφωνα με την παραδοσιακή φιλελεύθερη αντίληψη, πως η ανταγωνιστική αγορά προάγεται με την ελάχιστη δράση του κράτους. Αντίθετα, ο σύγχρονος καπιταλισμός, στην αμερικανική και γερμανική «νεοφιλελεύθερη» εκδοχή του, προτάσσει την ενεργητική κρατική παραγωγή των όρων της ανταγωνιστικής αγοράς:  «Ο καθαρός ανταγωνισμός οφείλει να είναι, και δεν μπορεί παρά να είναι μόνο ένας στόχος, ένας στόχος που συνεπώς προϋποθέτει μια ακατάπαυστα ενεργό πολιτική […] η αγορά, ή μάλλον ο καθαρός ανταγωνισμός, που είναι η ίδια η ουσία της αγοράς, μπορεί να εμφανιστεί μόνο αν παραχθεί, και αν παραχθεί από μια ενεργό κυβερνητικότητα, Θα έχουμε, λοιπόν, κάτι σαν μια ολική επικάλυψη των συναρτημένων με τον ανταγωνισμό μηχανισμών της αγοράς και της διακυβερνησιακής πολιτικής» (Foucault, 2012: 122-128, 137).Ο Foucault περιγράφει λοιπόν τη γένεση ενός «θετικού», «παρεμβατικού» ή «κοινωνιολογικού φιλελευθερισμού» (όπ.π.: 132), σύμφωνα με τον οποίο η συγκρότηση ενός περιβάλλοντος καθαρού ανταγωνισμού προϋποθέτει μια κρατική διακυβέρνηση που όχι απλώς δεν αποσύρεται από την ανταγωνιστική αγορά, αλλά παρεμβαίνει ενεργητικά κατασκευάζοντας τις κοινωνικές συνθήκες ύπαρξής της: «Πληθυσμός, τεχνικές, μαθητεία και εκπαίδευση, νομικό καθεστώς, διαθεσιμότητα των γαιών, κλίμα κλπ: όλα αυτά είναι στοιχεία που βλέπετε ότι δεν είναι άμεσα οικονομικά, ότι δεν αφορούν τους ίδιους τους μηχανισμούς της αγοράς, αλλά είναι, για τον Όικεν, οι συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορέσει να λειτουργήσει η γεωργία ως αγορά, η γεωργία μέσα στην αγορά […] πώς να τροποποιήσουμε αυτές τις υλικές, πολιτιστικές, τεχνικές, νομικές βάσεις που υφίστανται στην Ευρώπη; Πώς να τροποποιήσουμε αυτά τα δεδομένα, πώς να τροποποιήσουμε αυτό το πλαίσιο, ώστε να παρέμβει η οικονομία της αγοράς; […] Αυτά για τις ενδεδειγμένες δράσεις, τις συγκυριακές δράσεις και τις καταστατικές δράσεις στο επίπεδο του πλαισίου. Είναι ό,τι αποκαλούν οργάνωση μιας τάξης της αγοράς, μιας τάξης ανταγωνισμού» (όπ.π.: 141).  Αποτέλεσμα αυτής της ενεργητικής κρατικής κατασκευής των όρων ανταγωνιστικότητας, ως Vitalpolitik, βιοπολιτικής που εκτείνεται σε όλο το sozialle Umwelt, στο κοινωνικό περιβάλλον, είναι η γενίκευση, η διάχυση, ο πολλαπλασιασμός της επιχειρηματικής μορφής εντός του κοινωνικού σώματος σε όλα τα πεδία τη ζωής: στην οικογένεια, στην εκπαίδευση, στην εργασία, στο δίκαιο, στον πολιτισμό, στην προσωπική ζωή (Foucault, 2012: 148, 149).

Σε έναν ανάλογο βιοπολιτικό ορισμό της ανταγωνιστικότητας έχει καταλήξει και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF), που θέτει τις βασικές κατευθύνσεις στην αξιολόγηση της ανταγωνιστικότητας των καπιταλιστικών κοινωνιών με γνώμονα τρία ή τέσσερα κλιμακούμενα επιπέδα «ολικών δεικτών ανταγωνιστικότητας» (World Economic Forum, 2015-2016):

  1. Βασικές προϋποθέσεις: Εδώ το WEFπεριλαμβάνει το θεσμικό περιβάλλον, τις βασικές υποδομές, τη  μακροοικονομική σταθερότητα, την υγεία και πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Πρόκειται για τα «βασικά προαπαιτούμενα», καθώς πρόκειται για τις προϋποθέσεις εκείνες τις οποίες καλούνται να αντιμετωπίσουν πρώτα τα καπιταλιστικά κράτη, ήδη από τα πρώιμα στάδια της ανάπτυξής τους. Το θεσμικό περιβάλλον ορίζεται ως το κοινωνικό περιβάλλον των τυπικών και άτυπων κανονιστικών περιορισμών της συμπεριφοράς, που έχει ως αποτέλεσμα τη ρύθμιση των κινήτρων και τη μείωση της αβεβαιότητας των πολιτών, ώστε αυτοί να εμπλέκονται με ασφάλεια στην οικονομική δραστηριότητα. Το περιβάλλον αυτό έχει ως πυλώνες τη θεσμική, νομικοπολιτική και διοικητική εγγύηση της ασφάλειας των προσωπικών ελευθεριών και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, τη διαφάνεια και αποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα, την αμοιβαία εξισορρόπηση και τον έλεγχο των δημόσιων εξουσιών, και, τέλος, μια επιχειρηματική κοινωνική κουλτούρα.
  2. Ενισχυτές αποτελεσματικότητας: εδώ περιλαμβάνονται η ανώτατη εκπαίδευση/κατάρτιση, η «αποτελεσματικότητα», δηλαδή η ελαστικοποίηση και επισφαλειοποίηση, της αγοράς εργασίας, η αποτελεσματικότητα της αγοράς αγαθών, η ανάπτυξη της χρηματοοικονομικής αγοράς, η τεχνολογική ετοιμότητα προς τις νέες μορφές γνωσιοκεντρικής παραγωγής, το μέγεθος της αγοράς.
  3. Καινοτομία και επιχειρηματική ωριμότητα:  εδώ ανήκουν η διεθνώς ανταγωνιστική εξειδίκευση του βιομηχανικού τομέα, η πείρα και η ποιότητα των επιχειρηματικών δικτύων καινοτομίας, η επιχειρηματική κουλτούρα της κυβέρνησης και της κοινωνίας. Οι χώρες που παίρνουν υψηλή βαθμολογία στους τομείς αυτούς είναι οι πλέον καπιταλιστικά ανεπτυγμένες.

Στην έκθεση για τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του 2019, το WEF εκσυγχρονίζει αυτά τα γενικά κριτήρια και διακρίνει τελικά στους εξής πυλώνες ανταγωνιστικότητας (World Economic Report, 2019):

  1. Περιβάλλον (θεσμοί, υποδομές, μακροοικονομική σταθερότητα, προσαρμογή στα πληροφοριακά και επικοινωνιακά συστήματα)
  2. Ανθρώπινο Κεφάλαιο (υγεία και δεξιότητες)
  3. Αγορές (αγορά εμπορευμάτων, αγορά εργασίας, χρηματοπιστωτικό σύστημα, μέγεθος αγοράς)
  4. Οικοσύστημα Καινοτομίας (επιχειρηματική δυναμική, ικανότητα καινοτομίας).

Αντί Επιλόγου

Η εξελικτική αρχή της «επιβίωσης του προσαρμοστικότερου» έμελε να γίνει το βασικό βιοπολιτικό αξίωμα μιας κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας που στον 21ο αιώνα κατασκευάζει η ίδια, περισσότερο από ποτέ, το κοινωνικό-οικονομικό και ψυχολογικό περιβάλλον ζωής των υποτελών. Ακριβώς τη στιγμή που αυτή η κυριαρχία βιοπολιτικά ολοκληρώνεται, πληθυσμιακά διαχέεται και εξατομικευμένα εσωτερικεύεται στα μυαλά και τα σώματα των υποτελών, παράγει πλάι στη βιοπολιτική επιστήμη και τη βιοπολιτική τεχνολογία, μια βιοπολιτική υποκειμενοποίηση. Οι καταπιεσμένοι και οι καταπιεσμένες του 21ου αιώνα θα ζήσουμε σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον όλο και πιο οικονομικά ασφυκτικό, όλο και πιο ψυχοτροπικά ελεγχόμενο, ταυτόχρονα, όμως, όλο και πιο ασταθές από τις κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες και τις πολεμικές συγκρούσεις, όλο και πιο εξαρτημένο από την ίδια μας την ταξική συναίνεση και τη ψυχική υποταγή:

«Πολλοί νέοι απαιτούν, παραδόξως, να τους παρέχονται «κίνητρα», αξιώνουν περιόδους μαθητείας και διαρκή εκπαίδευση· σ’ αυτούς έγκειται να ανακαλύψουν αυτό που πρόκειται να υπηρετήσουν, όπως οι πρόγονοί τους ανακάλυψαν, όχι χωρίς δυσκολία, τις πειθαρχίες. Οι σπείρες ενός ερπετού είναι ακόμα πιο πολύπλοκες από τις τρύπες ενός τυφλοπόντικα» (Deleuze, 2001: 16).

Γιάννης Ευσταθίου

_________________________________

Βιβλιογραφία:

Ελληνόγλωσση

Agamben, G. (2005 ), Homo Sacer-Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, Αθήνα, Scripta.

Bonefeld W., Holloway J. (1993), Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή, Αθήνα, Εξάντας.

Curcio R. (2016), Εικονική αυτοκρατορία-η αποικιοποίηση του φαντασιακού και ο κοινωνικός έλεγχος, Αθήνα, Ελευθεριακή Κουλτούρα.

Deleuze, G. (2001), Κοινωνία του Ελέγχου, Αθήνα, Ελευθεριακή Κουλτούρα.

Esping-Andersen G. (2006), Αναζητώντας την καλή κοινωνία, ακόμα μια φορά; στο Γιατί χρειαζόμαστε ένα νέο κοινωνικό κράτος, Αθήνα, Διόνικος.

Foucault, M. (2012) Η Γέννηση της Βιοπολιτικής-παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1978-1979), Αθήνα, Πλέθρον.

Foucault, M. (2002), Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας, Αθήνα, Ψυχογιός.

Godfrey-Smith P. (2016), Φιλοσοφία της Βιολογίας, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Gonzales J. R. (2016), Αμερικανική αντιεξέγερση-ανθρώπινη επιστήμη και ανθρώπινο πεδίο, Αθήνα, Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα.

Καρκατσούλης Π. (2004), Το Κράτος σε μετάβαση-από τη «διοικητική μεταρρύθμιση» και το «δημόσιο management» στη «διακυβέρνηση», Αθήνα, Σιδέρης.

Λαπαβίτσας Κ. (2014 ), Κέρδος χωρίς παραγωγή- πώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα μας εκμεταλλεύεται όλους, Αθήνα, Τόπος

Mazuccato M. (2015), Το επιχειρηματικό κράτος-ανατρέποντας μύθους, Αθήνα, Κριτική.

Milanović B. (2019), Παγκόσμια Ανισότητα-η οικονομική ανισότητα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Πουλαντζάς Ν. (1991), Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός, Αθήνα, Θεμέλιο.

Ramone I. (2017), Η Αυτοκρατορία της Επιτήρησης, Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

Rifkin J. (2017), H κοινωνία του μηδενικού οριακού κόστους-το διαδίκτυο των πραγμάτων, ο συνεργασιακός κοινόκτητος χώρος και η έκλειψη του καπιταλισμού, Αθήνα, Ενάλιος.

Streeck W. (2016), Κερδίζοντας χρόνο- η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού, Αθήνα, Τόπος.

Vazyoulin A.V (2013), Η λογική της Ιστορίας-ζητήματα θεωρίας και μεθοδολογίας, Αθήνα, ΚΨΜ.

Φιλιππίδης Χ. (2017), Μικροί πόλεμοι σε μεγάλες πόλεις-θεωρίες τεχνολογίες και γεωγραφίες αντιεξέγερσης, Αθήνα, Εκδόσεις των Ξένων.

Χρυσόγονος, Κ. (2012), Γιατί το Σύνταγμα; Ιστορικές προϋποθέσεις του συνταγματισμού, Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης (www.constitutionalism.gr)

Ξενόγλωσση

Botsman R. (2017), Who can you trust-how technology brought us together and why it might drive us apart, New York, Public Affairs.

Cerny P.G. (1997), Paradoxes of the Competition State: The Dynamics of Political Globalization, Government and Opposition, Volume 32, Issue 02, Cambridge University Press.

ESPOSITO R. (2008), Bios-Biopolitics and Philosophy, Minneapolis, University of Minnesota Press.

Foucault Μ. (1998), Life: Exprerience and Science, in Aesthetics, Method and Epistemology-the essential works of Foucault 1854-1984, Vol. 2,, New York, The New York Press.

Foucault Μ. (2009), Security, Territory, Population-Lectures at the Collège de France (1977-1978)UK, Pallgrave Macmillan.

Genschel P. & Seelkopf L. (2012), Did the competition state rise?, Bremen, Jacobs University Bremen.

Harvey D. (2005), A brief history of neoliberalism, Oxford University Press.

Jessop B. (2002) The Future of Capitalist State, Cambridge, Polity.

Johnson C.A. (1982), MITI and the Japanese Miracle: the Growth of Industrial Policy, 1925-1975, Stanford, Calififornia,  Stanford University Press.

Wade R. (1990), Governing the Market: Economic Theory and the Role of Government in Taiwan’s Industrialization. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Άρθρα-Eκθέσεις

IMF. (2015), The New Normal-A Sector-Level Perspective on Growth and Productivity Trends in Advanced Economies (http://www.imf.org/external/pubs/ft/sdn/2015/sdn1503.pdf).

IMF (2017), World Economic Outlook-Gaining Momentum? (https://www.imf.org/en/Publications/WEO/Issues/2017/04/04/world-economic-outlook-april-2017

IMF (2018), Bringing Down High Debt, Vitor Gaspar and Laura Jaramillo (https://blogs.imf.org/2018/04/18/bringing-down-high-debt/)

Jorgenson D.W., Timmer M.P. (2011), Structural Change in Advanced Nations: A New Set of Stylised Facts, Scandinavian Journal of Economics, Vol. 113, Wiley Blackwell.

Κομπρεσέρ-συλλογικό (2012), M.O.U.T. – Στρατιωτικές Επιχειρήσεις σε Αστικοποιημένο Έδαφος: Η στρατιωτικοποίηση της αστυνόμευσης και της καταστολής στις δυτικές μητροπόλεις, Τεύχος 3, περιοδικό Κομπρεσέρ.

Liodakis G. (2010), Totalitarian Capitalism and Bejond, Surrey, Farnham, Ashgate.

Maddison A (2007). Fluctuations in the momentum of growth within the capitalist epoch, Cliometrica, Volume 1, Issue 2, Springer-Verlag.

Nordhaus W.D. (2008), Baumol’s Diseases: A Macroeconomic Perspective, The B.E. Journal of Macroeconomics, vol. 8, De Gruyter.

OECD. (2015), The Future of Productivity (http://www.oecd.org/eco/growth/OECD-2015-The-future-ofproductivity-book.pdf).

Vitali S. & Glattfelder J.B & Battiston S. (2011), The Network of Global Corporate Control (https://www.researchgate.net/publication/51761051_The_Network_of_Global_Corporate_Control)

World Economic Forum (2015-2016), Τhe Global Competitiveness Report (http://reports.weforum.org/global-competitiveness-report-2015-2016/preface/)

World Economic Forum (2017), The Global Human Capital Report (http://www3.weforum.org/docs/WEF_Global_Human_Capital_Report_2017.pdf)

World Economic Forum (2019), The Global Competitiveness Report (http://www3.weforum.org/docs/WEF_TheGlobalCompetitivenessReport2019.pdf)

________________________________

[1] . Η αφήγησή μας εδώ είναι αναγκαστικά σχηματική, απλώς και μόνο εισαγωγική στην εν λόγω προβληματική. Για μια πιο αναλυτική υποστήριξη αυτής της θέσης, βλ. Γιάννης Ευσταθίου, Νίκος Χαραλαμπόπουλος (2016), Επιστημολογία της Κρατικής μορφής-πέρα από την αντιπαράθεση Althusser, Πουλαντζά, εργασία διαθέσιμη στο www.academia.edu.

[2] . Για τον όρο σύνταγμα και την βιολογική έννοια που σηματοδοτεί, βλ. στο Χρυσόγονος, 2012: «Ο όρος «constitution» φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε αρχικά όχι ως ανανοηματοδότηση του λατινικού constitutio, αλλά με την έννοια της κράσης ή διαμόρφωσης του «πολιτικού σώματος» (constitution of the body […] Πιο ευδιάκριτη ακόμα είναι η μεταφορική προέλευση του όρου στο ιδρυτικό σύμφωνο (Plantation Covenant) άγγλων αποίκων στη βόρεια Αμερική το 1620, με την αμοιβαία δέσμευσή τους ότι ενώνονται σε ένα αστικό πολιτικό σώμα και (θα) συντάσσουν δίκαιους και ίσους νόμους για το γενικό συμφέρον της αποικίας».

[3] . Αναπαραγωγική επιτυχία των πιο προσαρμοστικών με τους όρους της φυσικής επιλογής. Εγωισμός και αλτρουισμός, ανταγωνισμός και συνεργασία συνυπάρχουν στην εξέλιξη των ειδών. Επιπλέον, σύγχρονες έρευνες αναδεικνύουν την καθοριστική συμβολή συμβιωτικών σχέσεων στη διαδικασία της εξέλιξης. Ήταν ο Herbert Spencer, και όχι ο Δαρβίνος, που καθιέρωσε τον όρο «επιβίωση του ισχυρότερου» διαβάζοντας το έργο του Δαρβίνου. Ο ίδιος ο Δαρβίνος, ωστόσο, χρησιμοποίησε τον όρο του Spencer στην 5η έκδοση του βιβλίου του για την Καταγωγή των Ειδών που κυκλοφόρησε το 1869, με σκοπό την απόδοση της ιδέας «καλύτερα σχεδιασμένος για το άμεσο, τοπικό περιβάλλον», αποστασιοποιούμενος αργότερα από τη χρήση του (Rifkin, 2017: 125-127).

[4] . Για μια μαρξιστική θεώρηση του σύγχρονου καπιταλισμού ως «ολοκληρωτικού καπιταλισμού», βλ. ενδεικτικά Liodakis, 2010.

[5] . Δεν υιοθετούμε εδώ το σύνολο της ανάλυσης και της ερμηνείας του Κ.Λαπαβίτσα, παρά μόνο στο βαθμό που αναδεικνύει. σύμφωνα με ειδικούς δείκτες. τη χρηματοπιστωτική στροφή του σύγχρονου καπιταλισμού.

[6]. Υποστράτηγος τεθωρακισμένων εν αποστρατεία, υφυπουργός Εθνικής Άμυνας, αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών αρμόδιος για θέματα Προστασίας του Πολίτη. Σε συνέντευξή του στο News247 που δημοσιεύτηκε στις 26 Ιανουαρίου του 2017, αποτιμώντας την τελευταία από τις παραπάνω θητείες του, και απαντώντας σε ερώτημα για τη μεγαλύτερη παρακαταθήκη που μπορεί να αφήσει ένας υπουργός Προστασίας του Πολίτη, απάντησε τα εξής: «Μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που έχει πληγεί από την οικονομική κρίση εδώ και πάνω έξι χρόνια, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ασφάλεια για τους πολίτες, όση μπορεί να υπάρξει και για τα σπίτια τους και για τους χώρους τους και να μην υπάρχει καταστολή υπέρμετρη εκεί που δεν χρειάζεται. Η έως τώρα αντίληψη ήταν μόνο καταστολή και λιγότερη σημασία στην ασφάλεια. Εμείς πετύχαμε καλύτερο περιβάλλον ασφάλειας και πολύ λιγότερη καταστολή».

[7] . Βλ. το κείμενο της Αντιπολεμικής Διεθνιστικής Κίνησης, Γιατί το ελληνικό κράτος πολεμά ήδη (http://diktiospartakos.blogspot.com/2018/03/blog-post_79.html).

[8] . Bλ. ενδεικτικά Φιλιππίδης, 2017, Κομπρεσέρ, 2012.

_________________________________

Πηγή: Ταξικές Μηχανές

Γερμανία, Βερολίνο: Εμπρηστικό σαμποτάζ ενάντια στη δημιουργία του νέου “Corona-App”

Να τσακίσουμε την εξουσία! Σαμποτάζ σε ψηφιακή υποδομή

Χαρίσαμε την άρνησή μας στο αποκαλούμενο “Corona-App”, αναλαμβάνοντας δράση. Σήμερα, προκειμένου ν’ αντικρούσουμε την όποια περαιτέρω υποβάθμιση θεμελιωδών δικαιωμάτων και την επέκταση των μέτρων επιτήρησης, πυρπολήσαμε έναν στύλο με καλώδια επικοινωνίας που καταλήγουν, μεταξύ άλλων, στο “Ινστιτούτο Heinrich-Herz (HHI)”. Τα καλώδια της Colt, της Telekom και άλλων παρόχων καταστράφηκαν απ’ την επίθεσή μας. Εντοπίσαμε τον εκτεθειμένο στύλο στον οποίον τοποθετούνταν καινούργια καλώδια ως γραμμή παροχής του “HHI”. Το βραχυπρόθεσμο κλείσιμο επηρέασε επιπλέον και άλλες εταιρείες, όπως αντιπροσωπείες αυτοκινήτων των εταιρειών Volks Wagen, Alfa Romeo, Jeep, Mercedes, Audi, Porsche, κλπ., οι οποίες καταστρέφουν την ατμόσφαιρα. Αποκλείσαμε απ’ τη δράση μας κάθε κίνδυνο που θα μπορούσε να προκληθεί σε τρίτους.

Γιατί σαμποτάραμε με πολιτικούς όρους τη χρήση της συγκεκριμένης εφαρμογής:

Τα μέτρα έναντι της πανδημίας έφεραν μαζί τους απαγορεύσεις κυκλοφορίας κι επαφών, αλλά και περαιτέρω μέτρα, γεγονός πρωτόγνωρο στα πλαίσια της ραγδαίας εξλέλιξης και της δομικής φύσης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Οι παρεμβάσεις αυτές συνοδεύονται κατ’ επανάληψη από πολεμική ρητορική. Το μοντέλο αυτών των “μέτρων” βασίζεται στον τρόπο κατά τον οποίον διαχειρίστηκε τον ιό η Κίνα, μια πατριαρχική δικτατορία που παρακολουθεί και ελέγχει κάθε κίνηση των ανθρώπων, τιμωρώντας τις όποιες παραβάσεις έναντι των “κανόνων” που έχουν τεθεί απ’ την κομμουνιστική-καπιταλιστική ελίτ. Ο αποκλεισμός μεγαλουπόλεων μπορεί να διεκπεραιωθεί μόνο σ’ ένα τόσο αποτελεσματικό ολοκληρωτικό σύστημα, ως μέτρο του τι είναι δυνατό να συμβεί. Η Κίνα, με την απαγόρευση κυκλοφορίας για 60 ημέρες (π.χ. στη Γουχάν) και τον απόλυτο έλεγχο των ανθρώπων, έχει αποτελέσει υπόδειγμα σε σχέση με τον (υποτιθέμενο) περιορισμό της πανδημίας για όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο. Στις αρχές Ιανουαρίου, αυτά τα μέτρα κριτικάρονταν ακόμη ως ολοκληρωτικά και παραβιαστικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τώρα εφαμόζονται κάπως τροποποιημένα και στις υπόλοιπες ηπείρους.

Με το πνεύμα αυτό ήταν που ο Γενς Σπαν (Ομοσπονδιακός Υπουργός Υγείας) πρότεινε επανειλημμένα την παρακολούθηση των κινητών και των προσωπικών δεδομένων κάθε ατόμου, προκειμένου να εντοπιστούν και ν’ απομονωθούν οι νοσούντες και τα δυνητικά νέα κρούσματα. Παραμέρισε σε απόσταση τουλάχιστον δυο μέτρων την κριτική των ειδικών επί των συνταγματικών νόμων, αλλά και των επιθυμούντων την προστασία των δεδομένων. Αντέγραψε τον πλήρη εντοπισμό του προφίλ κίνησης κάθε μεμονωμένου ατόμου, ο οποίος εφαρμόζεται στην Κίνα και τη Νότια Κορέα. Ο πρόεδρος του αυστριακού κοινοβουλίου υποστήριξε την υποχρεωτική εισαγωγή μιας παρόμοιας εφαρμογής. Στη Γερμανία υπήρξαν επίσης αντίστοιχες απαιτήσεις. Ακόμη κι οι συζητήσεις που θεωρούνταν ταμπού βρίσκονται προ τετελεσμένων γεγονότων μπρος στις ολοένα αναδυόμενες προοπτικές επιτήρησης μέσω των νέων τεχνολογιών, οι οποίες υποστηρίζονται ώστε να λάβουν αποδοχή και να ελέγχονται απ’ την εξουσία, αν κριθεί απαραίτητο, και αν δεν μπορούν να ελεχθούν “εθελοντικά” απ’ τους ίδιους τους ανθρώπους.

Στην Κίνα, η εφαρμογή τής “Ant Financial” χρησιμοποιείται κατά τις ψαχτικές της αστυνομίας. Το προσωπικό QR code αποφασίζει για τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ και για τους περιπάτους. Αν το QR code είναι κόκκινο ή κίτρινο, δίνονται οδηγίες απ’ τις αρχές. Αυτή η εφαρμογή πληρωμών αποφασίζει με τρόπο μη διαφανή σχετικά με την “κοινωνική επιβάρυνση λόγω κορωνοϊού”. Η Νότια Κορέα δεν έχει επιβάλει ακόμη απαγόρευση κυκλφορίας. Οι άνθρωποι μπορούν να συνεχίσουν να δουλεύουν, μέχρι τα smartphones τους να τους ταυτοποιήσουν ως “νοσούντες” ή ως “πιθανά κρούσματα”, οπότε και επιβάλλεται η κρατική παρέμβαση. Προς το παρόν, η κυβέρνηση ωθεί τους ανθρώπους να παραδόσουν “εθελοντικά” τα δεδομένα τους και την πρόσβαση στα κινητά τους τηλέφωνα. Η χαρτογράφηση των δεδομένων έχει δοκιμαστεί στη Νότια Κορέα με το πρόγραμμα “Total Information Awareness”, μεταξύ άλλων, το οποίο συνέχισε να λειτουργεί η NSA υπό την ονομασία “Prism”, όπως αποκάλυψε ο πληροφοριοδότης Εντ Σνόουντεν. Στις ΗΠΑ, η Google και η Apple θέλουν να διανείμουν ένα “Corona-App” που να εγκαθίσταται αυτομάτως ως δομικό στοιχείο ενός λειτουργικού συστήματος με κάποιο επερχόμενο update.

Ένα σύστημα ιχνηλάτησης δεδομένων σύντομα θα εφαρμοστεί και στη Γερμανία, με τη μορφή μιας εγκαταστάσιμης εφαρμογής. Η προπαγάνδα γι’ αυτήν την εφαρμογή τρέχει ήδη με ραγδαία ταχύτητα. Οι πολιτικοί δημιουργούν τεράστια δημοσιότητα γι’ αυτήν, διότι, κατά την άποψή τους, μόνον η πλατιά αποδοχή της υπόσχεται τα επιθυμητά αποτελέσματα. Με μια πρώτη κι επιφανειακή ματιά, η χρήση της εφαρμογής φαντάζει εύλογη. Όταν πρωτοεισήχθη η ιδέα της εφαρμογής, ήταν βασισμένη (αρχικά) στο ότι η χρήση της θα ήταν εθελοντική, προκειμένου ν’ αποφευχθεί μια καταφανής συνταγματική παραβίαση. Και αυτό ούτως ώστε να μπορούν να ανιχνευθούν επαφές, π.χ. νοσούντα και μη νοσούντα άτομα, καθώς και ο περίγυρός τους. Ακριβώς όμως όπως συμβαίνει και με την προώθηση των (υποτιθέμενων) ανώνυμων προφίλ κίνησης από παρόχους κινητής τηλεφωνίας, για τη χρήση των οποίων ήδη έχει χαθεί η δυνατότητα για όσους προβληματίζονταν να συναναίσουν ή να αρνηθούν, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πως οι επιλογές παρακολούθησης που εμπεριέχονται στην εφαρμογή θα μετατραπούν λίαν συντόμως σε μια πραγματικότητα υποχρεωτική, με το που εδραιωθούν “εθελοντικά” από έναν επαρκή αριθμό ατόμων: Όποιος θέλει να πάει στη βιβλιοθήκη θα πρέπει να έχει την εφαρμογή – ούτως ή άλλως η επίσκεψη στη βιβλιοθήκη εθελοντική είναι… Καθώς ο κώδικας του λογισμικού δεν είναι ανοιχτός, είναι αδύνατο να ελέγξουμε αν η προπαγάνδα για τη χρήση της εφαρμογής ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ή ποιος άλλος μπορεί να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα. Και αν υπάρχουν επίσης δυνατότητες για παρακολούθηση δεδομένων. Ένα απλό update στο λογισμικό θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα ώρα και στιγμή. Το “Ινστιτούτο Robert Koch” δουλεύει προς το παρόν πάνω στην εφαρμογή αυτή, σε συνεργασία με το “Ινστιτούτο Heinrich Herz”, την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας Πληροφοριών και τις Γερμανικές Ειδικές Δυνάμες, μεταξύ άλλων.

Είναι προκαθορισμένο:

Δύσκολα μπορούμε να συλλάβουμε την ταχύτητα των καθημερινών αλλαγών. Έχει τη σημασία του το γεγονός πως η μάχη ενάντια στην πανδημία υποστηρίζεται από μια σκοπίμως επιλεχθείσα πολεμική ρητορική. Για κάθε πόλεμο υπάρχει και μια επίθεση στην κοινωνία στο εσωτερικό των κρατών, προκειμένου να αναπροσανατολιστεί η “κοινότητα του έθνους” ή -και αυτό είναι το καινοφανές στην υπόθεση του κορωνοϊού- η “παγκόσμια κοινότητα”, προς την κατεύθυνση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης. Δεν υπάρχει κάποιο συνωμοτικό σχέδιο πίσω απ’ αυτό. Είναι η εκτυλισσόμενη δυναμική της κυρίαρχης τάξης, η οποία δε λέει εδώ και χιλιάδες χρόνια να διαλυθεί από μια συνολική απελευθερωτική επανάσταση ενάντια σε κάθε μορφής κυριαρχία. Το μοτίβο δεν είναι καινούργιο: Οι κρίσεις ανέκαθεν λειτουργούσαν ως καταλύτες για την κανονικοποίηση του πληθυσμού με όρους κατασταλτικούς, εκτός αν μια επαναστατική δύναμη θέσει άλλους όρους. Μπρος στην πανδημία, κινητοποιείται ένας μηχανισμός εσωτερικής ασφαλείας, ο οποίος επιβιώνει απ’ το γεγονός πως σχεδόν όλοι είναι συμμέτοχοι. Για πολλούς ανθρώπους, οι συγκεκριμένοι αλγόριθμοι της εταιρείας πίσω απ’ το app ήδη καθορίζουν την καθημερινή τους ρουτίνα κι αποτελούν πανταχού παρούσα συντροφιά. Έτσι, στους καιρούς του Κορωνοϊού, οφείλουμε να δημιουργούμε περιορισμούς, κοινωνική αποστασιοποίηση, να παρατηρούμε επίμονα όσους έχουμε επαφή μαζί τους – κι έπειτα, σε κάποιο σημείο, όλο τούτο να γίνει για εμάς ευκολότερο μέσω της εφαρμογής. Συμπεριλαμβάνοντας και τα αισθήματα ευγένειας κι υπεθυνότητας, έχουμε έτσι συνεισφέρει κατιτίς στην ασφάλεια όλων.

Εμφανίζονται νέες, κατ’ εξαίρεση χρησιμοποιούμενες λέξεις.

Με τον “πόλεμο ενάντια στον ιό”, η γλώσσα κι η αντίληψή μας επίσης αλλάζουν. Άξαφνα, εμφανίζονται άνθρωποι “αναγκαίοι για το σύστημα”. “Ευπαθείς ομάδες” που υποτίθεται πως πρέπει να απομονωθούν. Η “κοινωνική αποστασιοποίηση” ως ο λυτρωμός που θα σώσει τις “ευπαθείς ομάδες” και τους ανθρώπους που είναι “αναγκαίοι για το σύστημα”, τους “ήρωες της καθημερινής ζωής”. Οι τελευταίοι, δηλαδή οι υγειονομικοί υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι στα σούπερ μάρκετ, οι ντελιβεράδες κλπ., μετατρέπονται σε μαχητές στο “μέτωπο”, αντί απλώς να πληρώνονται αξιοπρεπώς – ενώ τα αφεντικά συνεχίζουν να παίρνουν τα μπόνους τους και να μαζεύουν δισεκατομμύρια απ’ τις εταιρείες τους. Η στρατιωτική-ιατρική ιδέα της “διαλογής” προχωρά σε παγκόσμια σφαίρα: Συστηματική ταξινόμηση των ανθρώπων: Ποιοι πρέπει να σωθούν, και ποιοι “δεν αξίζουν” πλέον, ποιοι πρέπει να αφεθούν πίσω στο “πεδίο της μάχης του ιού”. Δεν είναι όμως ο ιός ως τέτοιος που οδηγεί σε (υγειονομική) κρίση, αλλά το ιδιωτικοποιημένο και προσανατολισμένο στο κέρδος σύστημα υγείας, το οποίο ωθεί σε μια επαπειλούμενη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης τα νοσοκομεία και τα γηροκομεία. Στην Ισπανία, στην Ιταλία, πιθανώς και εδώ.

Γεννά φόβους το γεγονός πως κάθε ανθρώπινη ύπαρξη αντικρίζει τον θάνατο αβοήθητη, ιδιαιτέρως όταν κάνει την εμφάνισή του ως ένας αόρατος ιός που μπορεί ν’ αξιολογηθεί ως μια νέα πανδημία. Τους φόβους αυτούς δεν πρέπει να τους χλευάζουμε. Μήτε να τους μεγαλοποιούμε ή να τους αφήνουμε να φαντάζουν κάτι το εξωπραγματικό, καθώς όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Όμως, η πανδημία αυτή εργαλειοποιεί τους αρχέγονους ανθρώπινους φόβους περί θανάτου. Οι φόβοι αυτοί αντιμετωπίζονται ως κάποιου είδους “παιχνίδι”. Δε μας προβληματίζει η πολιτική ιδιωτικοποίησης των συστημάτων υγείας, αλλά το αν ΕΜΕΙΣ κρατάμε επαρκή απόσταση απ’ τον διπλανό μας. Αν ΕΜΕΙΣ τηρούμε τους κανόνες. Με βάση αυτούς τους κανόνες παρακολουθούμαστε (και κάποιες φορές, επίσης, τιμωρούμαστε). Και προωθούν μιαν εκ των υψίστων γερμανικών “αρετών”: την τάση της επικριτικότητας. Στους κύκλους των διανοουμένων, αυτό μεταφράζεται στη μομφή πως κάποιος δε δείχνει αλληλεγγύη αν δεν ακολουθεί τους κανόνες. Αν ΕΜΕΙΣ δεν ακολουθούμε τους κανόνες αυτούς, ΕΜΕΙΣ πρέπει να κατηγορούμαστε όταν πεθαίνουν άνθρωποι. Πέραν της ατομικής συμπεριφοράς, η αναφορά στις “ευπαθείς ομάδες” αποτελεί παράγοντα ηθικού εκβιασμού, προκειμένου να εγκαθιδρυθούν ακόμη και αναμεταξύ φίλων οι κρατικοί και πολιτικοί κανόνες δίχως αμφισβήτηση. Η ατομική υγιεινή συνάδει μ’ ένα παράδειγμα κοινωνικής υγιεινής, η οποία δεν επιτρέπει βρωμιά, αντιστασιακή σκέψη και διάλογο.

Κι όμως, είναι δυνατόν:

Εκείνοι που, σε άλλες περιστάσεις, καταντάνε οι μπροστάρηδες των κρατικών τεχνικών κυριαρχίας και της τεχνολογικής επίθεσης στην κοινωνία -ακόμη, ενδεχομένως, και άθελά τους- είναι οι ίδοι που θα υποστηρίξουν πως η δράση μας υστερεί σε αλληλεγγύη. Η ανάληψή μας είτε θα αγνοηθεί, βυθισμένη στην αφάνεια του ειδησεογραφικού κυκεώνα, είτε θα χαρακτηριστεί ως συγκεχυμένη.

Δείχνουμε αλληλεγγύη με τους όρους μας:

Δεν αναλαμβάνουμε τη ρισκοβόρα αυτή δράση προκειμένου να κερδίσουμε ευρεία αποδοχή, καθώς οι διαμάχες γι’ αυτήν διέπονται από μια τεράστια πόλωση, η οποία μας καθιστά σε μειονεκτική θέση λόγω των διάχυτων αντεπαναστατικών αντιλήψεων. Μας αφορά η αποδοχή μίας μερίδας της κοινωνίας. Στεκόμαστε στο πλευρό εκείνων που δεν είναι προετοιμασμένοι ν’ αντικρίσουν την κατακρήμνιση των ιστορικά κι επώδυνα κεκτημένων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Στεκόμαστε στο πλευρό των μεταναστριών στα σύνορα και στα κέντρα κράτησης. Στεκόμαστε στο πλευρό όσων αντιλαμβάνονται και αντιδρούν στην εργαλειοποίηση της πανδημίας και των φόβων. Στεκόμαστε στο πλευρό εκείνων που ανησυχούν για την εντεινόμενη επιτήρηση.

Πώς εκτυλίσσεται ο ψηφιακός μετασχηματισμός:

Αντιλαμβανόμαστε ως ψηφιακό μετασχηματισμό της κοινωνίας την ψηφιοποίηση της καθημερινής ζωής, η οποία αναπόδραστα διαχέεται τώρα με την απαγόρευση επαφών και κυκλοφορίας, και η οποία ξεφνικά φαίνεται να μη γνωρίζει άλλες ανάλογες εναλλακτικές. Με μια πρώτη ματιά, φαντάζει ο μόνος τρόπος ώστε να μένουν σε επαφή αναμεταξύ τους οι απομονωμένοι άνθρωποι. Μα ο χώρος στον οποίον εκτυλίσσεται όλο αυτό δεν είναι ουδέτερος. Είναι ελεγχόμενος κι επιτηρούμενος. Τα κοινωνικά υποκείμενα, οι άνθρωποι, μετατρέπονται σε ψηφιακούς αριθμούς, τους οποίους ο αλγόριθμος κατακερματίζει σ’ ένα σύνολο δεδομένων, τους κρίνει βάσει μυστικών κριτηρίων, ελέγχει τις διαφημίσεις, σημειώνει και αναφέρει την κάθε ανάρμοστη συμπεριφορά, και επιβραβεύει την υποταγή. Η “κοινωνική αποστασιοποίηση” ή το ότι “απόσταση σημαίνει φιλότιμο”, ακούγονται σαν όροι δανεισμένοι απ’ τον “Θαυμαστό καινούργιο κόσμο” του Χάξλεϋ, ή το “1984” του Όργουελ. Στη γυμνή τους ουσία, είναι πολεμικοί όροι, και η εμβάπτισή τους στον ψηφιακό κόσμο μάς καταδεικνύει μια συνολική κοινωνική συμπεριφορά. Υπονοείται ένα επίπλαστο “εμείς”, και το δίκτυο προσφέρεται στο “εμείς” ως ένας καινούργιος τόπος κοινωνικής συνάντησης και χώρος εργασίας – ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την κοινωνική απομόνωση που ήδη βρίσκεται εν εξελίξει ως αποτέλεσμα της τεχνολογικής επέλασης. Εδώ είναι όπου δομείται η παρούσα και μελλοντική ελεγξιμότητα ολάκερων κοινωνιών μέσω του Διαδικτύου.

Online εμπόριο, ψηφιακά σχολικά μαθήματα, online σεμινάρια στα πανεπιστήμια, τηλεδιασκέψεις, δουλειά απ’ το σπίτι, ηλεκτρονικά μητρώα ασθενών, Amazon, Zalando, Netflix, Lieferando, πληρωμές μέσω κάρτας, εφαρμογές γνωριμιών, μετάδοση βίντεο και παιχνιδιών, κλπ. αποτελούν προϋπόθεση για όλο αυτό. Εδώ, λοιπόν, αναδομείται η κοινωνία. Εδώ λαμβάνει χώρα ο εθισμός, εδώ αλλάζει η κοινωνία με ρυθμούς των οποίων το κόστος -δηλαδή σύνολη χειραγώγηση και, κατ’ επέκταση, έλεγχος- θα μας γίνει ευκρινώς αντιληπτό τα ερχόμενα χρόνια. Ένα νέο, και συγκεκριμένα ένα υγιεινιστικό (εθνικό) “εμείς” κατασκευάζεται τώρα προκειμένου να ενισχύσει τα κάθε λογής μέτρα έναντι των οποίων είχαν υπάρξει επιφυλάξεις και αντιστάσεις στο παρελθόν, όπως η ψηφιοποίηση στα σχολεία, οι κάρτες ασφάλισης κατ’ επίφασιν της υγείας, τα μητρώα ασθενών, ή οι online πληρωμές και η εξαφάνιση των μετρητών.

Η Deutsche Telekom παρέχει “υπηρεσίες τηλεδιασκέψεων” για μαθητές και καθηγητές, βασισμένες σε cloud, δίχως χρέωση, τελείως “ανιδιοτελώς”. Παρόμοιες προσφορές είναι επίσης διαθέσιμες για εταιρείες και για τις ανάγκες των οικιακών τους γραφείων. Για τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που μπορεί νά ‘χει κανείς, υπάρχει η καινούργια υπηρεσία streaming της Disney. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, 10 επιπρόσθετα gigabyte για σερφάρισμα μέσω κινητού. Προς το παρόν δωρεάν. Ενόσω η Telecom διαδίδει το σλόγκαν “Δικτυώνουμε τη Γερμανία”, οι πολεμικές ιαχές της Vodafone κραυγάζουν πως “Η Γερμανία παραμένει δικτυωμένη”. Δε διαφέρει και τόσο πολύ το εύρος των υπηρεσιών που παρέχουν. Η Γερμανία και το ψηφιακό δίκτυο πάνε παρέα. Ο κορωνοϊός αποτέλεσε χάδι της τύχης για τους διαχειριστές του δικτύου: Νέες απαιτήσεις για μεγαλύτερες ταχύτητες, μεγαλύτερο εύρος δικτύου, όλο και περισσότερες δυνατότητες. Με τις παρούσες προσφορές, οι μελλοντικοί πελάτες δεσμεύονται, και παράγονται όλο και περισσότερα δεδομένα στα οποία μπορούν να έχουν πρόσβαση οι εταιρείες, όπως και οι μυστικές υπηρεσίες. Για παράδειγμα, η Vodafone βρίσκεται σε στενή συνεργασία με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες, με τη σειρά τους, αποτελούν τον κοντινότερο σύμμαχο της αμερικανικής NSA. Όσο πιο πολύ οι άνθρωποι περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους με online κοινωνικές επαφές, δουλειά και ψυχαγωγία, οι μυστικές υπηρεσίες και οι επιχειρήσεις πανηγυρίζουν. Πόση περαιτέρω πρόσβαση θα μπορούσε άραγε να υπάρξει στην κοινωνική ζωή; Πολλώ δε μάλλον, με όρους κέρδους, παρακολούθησης κι ελέγχου της καταναλωτικής συμπεριφοράς και των ποθητών lifestyles, μπορεί να προκύψει, ως αποκύημα τούτων των δεδομένων, η έγκαιρη ανίχνευση πιθανών εξεγέρσεων!

Τουλάχιστον μας έχει γίνει γνωστό, έπειτα απ’ τις δημοσιοποιήσεις του Έντουαρντ Σνόουντεν σχετικά με την παγκόσμια επιτήρηση απ’ την NSA, τα κράτη και τις ομάδες συμφερόντων, κι έπειτα από ατομικές ψηφιακές τοποθετήσεις συγκεκριμένων προσώπων: Επιστρατεύεται και η παραμικρή τεχνική δυνατότητα της ψηφιακής επιτήρησης και του ελέγχου της συμπεριφοράς. Στην Κίνα, στις ΗΠΑ, στη Ρωσία, αλλά επίσης και στη Γερμανία. Το “Corona-App” ανοίγει διάπλατα τις θύρες. Το σενάριο πως το 60 τοις εκατό του γερμανικού πληθυσμού αναμένεται να υπόκειται “εθελοντικά” σε μιαν εφαρμογή, σε μια νόρμα, σε έναν σκοπό, σε μια “εθελούσια” έκθεση όλων των ιδιωτικών και δημόσιων επαφών – οι ψηφιακές αυτές προκλήσεις μάς καλούν σε σαμποτάζ.

Τι απομένει να λεχθεί:

Είμαστε μάρτυρες μιας παγκοσμίου βεληνεκούς άσκησης διαχείρισης εμφυλίων πολέμων, ενόψει μελλοντικών κρίσεων και συρράξεων. Οι συνέπειες της “άσκησης” αυτής θα μετασχηματίσουν τον κόσμο. Η δριμύτητα της πανδημίας, η διάχυσή της και το τεράστιο πλήθος των ανθρώπων που πεθαίνουν, αποτελούν το μάτριξ με βάση το οποίο βυθιζόμαστε σε μια νέα εποχή όπου οι κρίσεις θ’ αποτελούν τη μόνιμη συνθήκη. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, δε μετράνε μήτε τα θεμελιώδη δικαιώματα της χώρας που εξετάζουμε (τα οποία ποτέ δεν αποδόθηκαν στους πάντες), μήτε τα ανθρώπινα δικαιώματα. Καθόσον επιβάλλονται απαγορεύσεις επαφής και κυκλοφορίας, ο καταναγκασμός της μισθωτής εργασίας διατηρείται, και αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των επιχειρηματιών το αν θα συνεχίσουν απρόσκοπτα τον ρου της εργασίας, αν θα επιδοτήσουν δουλειές μερικής απασχόλησης, ή θα στρέψουν την παραγωγή σε πιο κερδοφόρες μεθόδους. Σε άλλα μέρη, τουλάχιστον, ξέσπασαν απεργίες. Στη Γερμανία, ο έλεγχος για την πανδημία σταματά έξω απ’ τις πύλες των εργοστασίων. Στη γραμμή παραγωγής και όχι μόνον, εκεί όπου δε γίνεται να υπάρξει εργασία απ’ το σπίτι, οι άνθρωποι πρέπει να δουλεύουν όσο αυτό εξυπηρετεί τη μεγιστοποίηση των κερδών, κι έπειτα επιστρέφουν στην οικογενειακή τους φωλιά – οι εμπορικές ενώσεις δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο. Ενόσω τα αγαθά πρέπει να εξακολουθούν να κυκλοφορούν ελεύθερα και οι ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες εργάτες να καταφθάνουν στην ώρα τους -ούτως ώστε να μην καταρρεύσει η οικονομία-, πρόσφυγες κρατούνται σε κέντρα κράτησης τα οποία εγγυώνται τη ραγδαία εξάπλωση του ιού, και σίγουρα όχι την επαρκή υγειονομική περίθαλψη.

Μια κρίση δεν αντικαθιστά καμία άλλη, απλώς καθιστά ορισμένα ζητήματα αόρατα. Αορατοποείται η κλιματική κρίση μπρος στην κρίση του Κορωνοϊού. Οι πόλεμοι και οι συνέπειές τους επίσης αορατοποιούνται. Όπως, επιπλέον, και οι αιτίες πίσω απ’ τους πολέμους. Δεν είναι ξεκάθαρο το πού κατέληξαν οι 10.000 άνθρωποι οι οποίοι βρέθηκαν παγιδευμένοι στα σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Η ΕΕ, η οποία ολοένα και μετατρέπει τα σύνορά της σε χαρακώματα, παραμένει ατιμώρητη. Απαρατήρητο, επίσης, περνά και το στρώσιμο του εδάφους απ’ τον Όρμπαν και τη δεξιά στην Ουγγαρία για πογκρόμ κατά Ρομά και Σίντι. Καμιά αντίδραση δεν υπάρχει για τη χρήση του ιού ως πρόφαση προκειμένου να εγκαθιδρυθούν αντισυνταγματικές απολυταρχικές κυβερνήσεις, όπως στην Πολωνία. Ή για τη διατήρηση του διεφθαρμένου ισραηλινού προέδρου στην εξουσία. Ή για την εδραίωση της ισχύος του Πούτιν.

Τουλάχιστον, θα έπρεπε να μπορούμε ν’ αναγνωρίζουμε πότε η κυβέρνηση και η οικονομία δείχνουν εμπιστοσύνη στους ειδικούς και την επιστήμη, και πότε όχι. Γιατί δύναται μια πανδημία να πυροδοτήσει μια κινητοποίηση εκτάκτου ανάγκης και δραστικά μέτρα παγκοσμίως, αλλά δε δύναται η ήδη συντελούμενη κλιματική καράρρευση; Αυτή η ερώτηση ισχύει και για όλα τα παγκόσμια προβλήματα.

Στην περίπτωση της καταστροφής του ατμόσφαιρας, η οποία επηρεάζει ολάκερη την ανθρωπότητα τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με την πανδημία, οι προειδοποιήσεις και οι προτάσεις των ειδικών, ως επί το πλείστον, έχουν αγνοηθεί και θα συνεχίσουν ν’ αγνοούνται. Διότι δεν αρκεί ένα εμβόλιο να καταπολεμήσει τις συνέπειες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Ο Κορωνοϊός είναι λιγάκι διαφορετικός: όχι μόνο βρίσκουν ευήκοα ώτα οι ειδικοί της υγείας, αλλά η ιατρική τους προσέγγιση για την καταπολέμηση της πανδημίας διανοίγει ένα νέο πεδίο για τους πολιτικούς. Η αιμοδιψής οικονομία, το πολεμικής κοπής παγκόσμιο σύστημα και ο προσανατολισμός κάπου μεταξύ προόδου και ανάπτυξης που αποσκοπεί να καταστρέψει τη γη και τα θεμέλια σύνολης της ζωής, συντηρούνται παρέα με τρισεκατομμύρια δολλάρια και ευρώ, ενόσω οι διαδηλώσεις απέναντι σ’ αυτήν τη συνθήκη απαγορεύονται απ’ τις υγειονομικές αρχές. Οι αποικιοκρατικές αξίες είναι εκείνες σύμφωνα με τις οποίες αξιολογούνται με διαφορετικούς όρους οι ανθρώπινες ζωές. Κάθε χρόνο, 100.000 άνθρωποι πεθαίνουν από ελονοσία. Η κλιματική αλλαγή ήδη σκοτώνει: εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι λιμοκτονούν ή πεθαίνουν λόγω πείνας. Δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό.

Σε τούτην τη νέα εποχή, οι δυνάμεις που γυρεύουν ριζικές αλλαγές οφείλουν να αναπροσανατολιστούν και να επαναπροσδιοριστούν σε διεθνές επίπεδο. Ο γενικευμένος ξεσηκωμός και το ξεπέρασμα της πατριαρχικής, αποικιοκρατικής και καπιταλιστικής συνθήκης, δεν αποτελούν προβλήματα πολυτελείας, αλλά ζητήματα υπαρξιακά.

Ποτέ δε θα συνηθίσουμε σε ό,τι μας θέλουν να συνηθίσουμε.

Ομάδα Volcano
“Να τσακίσουμε την εξουσία / Να σαμποτάρουμε τις ψηφιακές υποδομές”

Υ.Γ.: Για μια επαναστατική Πρωτομαγιά ενάντια στην αποικιοκρατία, την πατριαρχία και τον εθνικισμό.

Πηγή: anarchistsworldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Χιλή, Wallmapu: Καταστροφή πύργων τηλεπικοινωνιών με εκρηκτικούς μηχανισμούς

Τα ξημερώματα της 27ης Μαρτίου, ισχυρές εκρήξεις τάραξαν την κοινότητα Contulmi, η οποία βρίσκεται στην περιφέρεια του Arauco. Τοποθετήθηκαν ανωνυμάτοι εκρηκτικοί μηχανισμοί στη βάση μιας κεραίας τηλεπικοινωνιών, ανατινάζοντάς την και κάνοντάς τη συντρίμια, προκαλώντας μερικές ζημιές και σ’ έναν δεύτερο παρακείμενο πύργο.

Η επίθεση πραγματοποιήθηκε καταμεσής του δρόμου p-80r, ο οποίος συνδέει τις κοινότητες Contulmo και Purén, και συγκεκριμένα στην περιοχή Pata de Gallinas, επηρεάζοντας της τηλεπικοινωνίες σχεδόν ολάκερης της περιοχής.

Στον ίδιο δρόμο, σε μικρή απόσταση, είχαν κοπεί τρία δέντρα προκειμένου ν’ αποτραπεί η άμεση πρόσβαση της αστυνομίας, κατά τη διάρκεια της πανεθνικής ολικής απαγόρευσης κυκλοφορίας στον απόηχο της επιδημίας του Covid-19 και της όξυνσης του κοινωνικού ελέγχου.

Εν τέλει, το προσωπικό των μονάδων GOPE, Labocar και OS-9 έφτασε στο σημείο.

Προς το παρόν, η δράση δεν έχει αναληφθεί, και οι μπάτσοι δε βρήκαν φυλλάδια στο σημείο. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε αντιτρομοκρατική έρευνα.

Πηγή: 325

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Να αντισταθούμε στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση

Να αντισταθούμε στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση

Η Πρώτη Βιομηχανική Καταπίεση μας βρήκε εκτοπισμένους απ’ τα φυσικά εδάφη, εξαναγασμένες να ζούμε σε συνωστισμένες πόλεις και μεγαλουπόλεις, χρησιμεύοντας ως ανθρώπινη τροφή για τον σκοτεινό διαβολόμυλο του καπιταλιστικού κόσμου που έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του, βασίζοντας την ισχύ του στον ατμό.

Η Δεύτερη Βιομηχανική Καταπίεση έφερε τον ηλεκτρισμό στον έλεγχο της Μηχανής. Γεννήθηκαν νέες γενιές, οι οποίες ποτέ δε γεύτηκαν λευτεριά. Οι ζωές τους κι οι αντιλήψεις τους κυριαρχούνταν ολοένα και περισσότερο απ’ τους ρυθμούς της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής.

Η Τρίτη Βιομηχανική Καταπίεση προανήγγειλε τον ερχομό των υπολογιστών και των ρομπότ. Τα ανθρώπινα όντα επρόκειτο πλέον να κομφορμιστούν υπάκουα κάτω απ’ αυτές τις αυτοματοποιημένες νόρμες και λειτουργίες.

Και τώρα, βιώνουμε την απαρχή της Τέταρτης Βιομηχανικής Καταπίεσης, την πλέον αιμοδιψή καταπίεση απ’ όλες τις προηγούμενες…

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θέλει να κατέχει, να ελέγχει και να κερδοφορεί απ’ το οτιδήποτε στον κόσμο.

Το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (Internet of Things) αποσκοπεί να γεννήσει ένα μάτριξ καθολικής συνδεσιμότητας, του οποίου καθίσταται ιδιοκτήτης.

Εσύ, το σπίτι σου, η οικογένειά σου, οι φίλες κι οι φίλοι σου, οι σχέσεις σου και οι δραστηριότητές σου, όλα θα ανήκουν στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση.

Οι τεχνοκράτες της δε σε θεωρούν τίποτα περισσότερο από ‘να ακόμη αναλώσιμο κι εμπορεύσιμο κομμάτι σάρκας, μια μονάδα ανάμεσα σ’ εκατομμύρια άλλες, απλώς έναν ακόμη αριθμό στο τεφτέρι των παγκόσμιων ισορροπιών της εκμετάλλευσης.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θα σε παρακολουθεί παντού και θα γνωρίζει πάντα το πού είσαι, με ποιους και ποιες είσαι, όπως και το τι κάνεις.

Απαιτεί την πλήρη υπακοή σου. Δεν μπορείς να έχεις δικές σου αξίες, ιδανικά ή όνειρα, μόνον τούτα τα οποία εγκρίνονται απ’ το σύστημα

Μια ανυπάκουη μονάδα είναι μια αντιπαραγωγική μονάδα.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θα γνωρίζει πού να σ’ εντοπίσει, αν διανοηθείς έστω και στο ελάχιστο να βαδίσεις εκτός γραμμής. Η προληπτική της αστυνόμευση θα σε χαρακτηρίσει άμεσα ως αντικοινωνικό στοιχείο, παρ’ ολίγον εγκληματία, ή και δήθεν εγκληματία.

Θα ξαμολήσει τα ρομπότ και τα drones της για να σε εξουδετερώσει και να προστατεύσει την ασφαλή λειτουργία του μάτριξ.

Συστήματα ψηφιακής ταυτοποίησης. Στρατιωτικοποιημένο δίκτυο 5G. Νευρο-τεχνολογική εγκεφαλική βελτίωση. Γενετική τροποποίηση.

Η κυβερνοασφάλεια απελευθερώνει!

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση δε θ’ ανεχθεί καμία ανεύθυνη έκφραση ή συμπεριφορά που παρουσιάζεται ως εχθρός της υγείας και της ασφάλειας, του νόμου και της τάξης, της δύναμης και της ευημερίας.

Υποταγή. Συκοφαντία. Σκλαβιά. Όλες και όλοι είμαστε μαζί σ’ αυτό, συμπολίτη!

Greta Thunberg και Jane Goodall

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θέλει να μας κατασπαράξει στα σαγόνια της, δείχνοντάς μας την επερχόμενη καταστροφή, και διακηρύττοντας πως κανείς δεν μπορεί να μας σώσει, πέραν αυτής.

Μας δείχνει τη δυστυχία και τη νοσηρότητα που μας είχαν επιβληθεί απ’ την Πρώτη, τη Δεύτερη και την Τρίτη Βιομηχανική Καταπίεση, και επιμένει πως η “λύση” είναι μια τέταρτη δόση του ίδιου θανατηφόρου βιομηχανικού δηλητηρίου.

Η νοημοσύνη της 4ης Βιομηχανικής Καταπίεσης είναι απολύτως τεχνητή, και οι νεκροί εγκέφαλοι των ρομπότ της δεν μπορούν να μυρίσουν όπως μυρίζουμε εμείς, να νιώσουν όπως νιώθουμε εμείς, να αγαπήσουν όπως αγαπάμε εμείς.

Αγνοεί ψυχρά τη διαχρονική και ζωτική αξία των ανθρώπων, των ζώων, των δέντρων, των φυτών, και ολάκερης της φυσικής πραγματικότητας της οποίας όλα τα προαναφερθέντα αποτελούν μέρος.

Αντ’ αυτού, βλέπει απλώς ακατέργαστο υλικό για το κέρδος της.

Διψά πρωτίστως για δεδομένα, αέναες ροές δεδομένων προς συλλογή, επεξεργασία, πώληση και μετατροπή τους σε πλούτο, ο οποίος εξαγοράζει τον πανιπτικό της έλεγχο.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση ποθεί ν’ αντικαταστήσει οτιδήποτε πραγματικό κι αυθεντικό μ’ ένα αντίγραφο, με μια πραγματικότητα η οποία πιότερο ως επίπλαστη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, παρά απλώς ως ψηφιακή.

Επιπλέον, η διχαλωτή ρομποτική της γλώσσα μάς λέει πως η ψευδής αυτή πραγματικότητα είναι εν τέλει απλώς “ενισχυμένη” και “εμπλουτισμένη”.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θέλει να εξαλείψει τη ζωή όπως τη γνωρίζαμε. Θέλει να μας εμφυτεύσει μικροτσίπ, να μας κλειδαμπαρώσει σε μικροσκοπικά κλουβιά, και να μας ταΐσει εξαναγκαστικά με χημικά υποκατάστατα τροφής με πρόσθετα εύγευστα στοιχεία.

Δε δύναται ν’ ανεχθεί την ιδέα πως ίσως ν’ απολαμβάνουμε κάτι που είναι δωρεάν, όπως το ηλιοβασίλεμα, ο φρέσκος αέρας και η άγρια φύση.

Λαχταρά ένα απόλυτο μονοπώλιο των εμπειριών μας. Αποκομμένες κι αποκομμένοι απ’ τον πραγματικό κόσμο, απ’ την αυθεντικότητα και την ελευθερία, δε θά ‘χουμε άλλην επιλογή πέραν του να αγοράζουμε και να καταναλώνουμε τα δηλητηριώδη, προσεκτικώς κατασκευασμένα υποκατάστατα πραγματικότητας.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση, όπως όλες οι άλλες μορφές καταπίεσης πριν απ’ αυτήν, έχει δομηθεί πάνω στον κατακερματισμό μας, στην καταστροφή των κοινοτήτων μας και στην υπονόμευση της αλληλεγγύης μας.

Η “κοινωνική αποστασιοποίηση” αποτελεί προϋπόθεση για την κατάκτηση της απόλυτης εξουσίας.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση μας θέλει μόνες, online και καλοστοιχισμένους σε μια γραμμή.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση αποστραγγίζει οτιδήποτε ξόμεινε από νόημα, ειδικά τις λέξεις. Λέει “βιώσιμο” όταν εννοεί “δολοφονικό για το περιβάλλον”. Λέει “ανάπτυξη” όταν εννοεί “καταστροφή”. Λέει “βασικός μισθός” όταν εννοεί “σκλαβιά”.

Όταν η 4η Βιομηχανική Καταπίεση κάνει λόγο για “επενδύσεις κοινωνικού αντικτύπου”, στην πραγματικότητα εννοεί πως θέλει να μετατρέψει τα ανθρώπινα όντα σε προσοδοφόρες επενδυτικές ευκαιρίες.

Ανθρώπινο κεφάλαιο. Ανθρώπινο κοπάδι.

Όταν η 4η Βιομηχανική Καταπίεση μιλά για “νέο deal υπέρ της φύσης”, στην πραγματικότητα εννοεί πως θέλει να ιδιωτικοποιήσει σύνολο τον ζώντα κόσμο, ούτως ώστε να κάνει την τάξη των δισεκατομμυριούχων ακόμη πιο πλούσια απ’ όσο είναι ήδη.

Όταν η 4η Βιομηχανική Καταπίεση απαιτεί “βιοασφάλεια”, σημαίνει ασφάλεια για τα δικά της συστήματα ελέγχου ενάντια στην απειλή της βιολογικής πραγματικότητας. Ασφάλεια απ’ τη φύση, απ’ τη ζωή, από εμάς!

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση θαρρεί πως είναι τρομερά έξυπνη. Η απαστράπτουσα προπαγάνδα της μας υπόσχεται έξυπνη κίνηση σε μια έξυπνη οικονομία, έξυπνη ζωή και έξυπνη διακυβέρνηση για τους έξυπνους ανθρώπους του αύριο.

Το έξυπνο χρήμα βρίσκεται επίσης στο εγχείρημα της 4ης Βιομηχανικής Καταπίεσης. Έξυπνο χρήμα μέσα σε μια πανέξυπνη συνθήκη. Το έξυπνο είναι το νέο αντικείμενο ψωροπερηφάνιας.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση προσλαμβάνει τεράστιες στρατιές επαγγελματιών ψευτών και αφελών ηλιθίων, προκειμένου να διαχύσει την προπαγάνδα της, και να ουρλιάξει πως διέπραξαν εξύβριση όσες κι όσοι τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν τα τρομολαγνικά τους ψευδολογήματα.

Η 4η Βιομηχανική Καταπίεση είναι μια θρησκεία του θανάτου, η οποία ονειρεύεται να εξολοθρεύσει οτιδήποτε φυσικό, οτιδήποτε άγριο, οτιδήποτε ελεύθερο.

Να αντισταθούμε στην 4η Βιομηχανική Καταπίεση!

Να πολεμήσουμε την 4η Βιομηχανική Καταπίεση!

Πηγή: winteroak

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

ΣΑΕΚΜ, Μπροσούρα: Πολεμώντας τον ιό της εξουσίας

Λάβαμε: 18/4/2020

Aνοίχτε μια ρωγμή κριτικής και ολάκερη η σκαλωσιά της αντικειμενικότητας θα καταρρεύσει.

-Alfredo M. Bonanno

Μέσα από το πιθάρι της Πανδώρας ξεχύθηκε ο ιός μαζί με ολόκληρο το καλοστημένο σχέδιο της κυριαρχίας, η οποία κραδαίνοντας το όπλο της νόσου, εγκαθιδρύει ένα νέο καθεστώς επιτήρησης. Εν είδει μιας βιολογικής απειλής εφαρμόζει με τον πιο οφθαλμοφανή τρόπο (ακόμη πιο) ακραία κατασταλτικά μέτρα. Μέτρα πλήρως οικειοποίησιμα από ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, μιας και μεγάλη μερίδα του παγκόσμιου πληθυσμού πλήττεται. Η χειμαρρώδης εξάπλωση προστάζει απαγορεύσεις συναθροίσεων, εκούσιο εγκλεισμό, βεβαιώσεις εξόδου, γενικευμένο έλεγχο και μπατσοκρατία.

Η θεϊκή κατάρα του μεσαίωνα δίνει τη σκυτάλη στην υγειονομική βόμβα του σήμερα. Aπό τις προσευχές και τις λιτανείες περνάμε στο δελτίο του τσιόδρα στις 18:00, στο διαχωρισμό υπάκουων και ανυπάκουων, στην πλήρη υποταγή στον κρατικό μηχανισμό. Είτε έτσι είτε αλλιώς η ανθρωπότητα θα επιζήσει με κάθε κόστος, αλλάζοντας απλά τα σκηνικά και τους κομπάρσους. Η σωτηρία της άλλωστε, είναι προ των πυλών, πάντοτε με τη “συμβολή” των μη ανθρώπινων πλασμάτων.

Κι εμείς που βρισκόμαστε; Εμείς που συμβιβαστήκαμε αλλάζοντας έστω και λίγο τον τρόπο ζωής μας. Που φοβηθήκαμε, που δικαιολογηθήκαμε, που μας βόλεψε ίσως αυτή η αδράνεια, που, που, που… Ήρθε η ώρα όμως. Η ώρα που φεύγει το μούδιασμα και ξεχειλίζει η οργή. Και είναι στο χέρι μας να βρούμε διόδους μέσα σε αυτή, αλλά και κάθε πρωτόγνωρη συνθήκη. Να σπάσουμε τον μονότονο ήχο των δελτίων ενημέρωσης, τον ήχο των σειρήνων από τα μπατσικά στους δρόμους, αντικαθιστώντας τον με εκείνον από το λαχάνιασμα, τα ποδοβολητά, τις ανάσες, τις ζωές μας. Το αύριο που ξημερώνει είναι δυσοίωνο. Ώρα, λοιπόν, να ανακαλύψουμε τις δυνατότητες μας και να πράξουμε με πυξίδα την αναρχική μας συνείδηση. Πέρα από την τυφλή υπακοή, τις κρατικές υποδομές, τους μηχανισμούς της κυριαρχίας, τα εξοδόχαρτα. Χαράσσοντας δικές μας διαδρομές, μακριά από τις υποδείξεις του κράτους και του τεχνικού συστήματος. Ώρα να θυμηθούμε πως για όσες φωτιές δεν άναψαν, φταίμε εμείς και πως πάντα όταν κυριαρχεί η σιωπή πρέπει να είμαστε ο κρότος που τη σπα.

Συνέλευση Αναρχικών Ενάντια στην Κοινωνική Μηχανή

sakm@riseup.net

saekm.espivblogs.net

 Η Μπροσούρα σε ηλεκτονική μορφή: Πολεμώντας τον ιό της Εξουσίας

Για τις πανδημίες που έρχονται: Σημείωση για το Κεφάλαιο ως γεωλογική δύναμη καταστροφής

Γράφει ο Lucifugo, a diavolo in corpo

Οι επιδημίες, όπως και η ιστορία των κοινωνιών με την οποία οι πρώτες διαπλέκονται, δεν αποτελούν αναλλοίωτα βιολογικά δεδομένα. Είναι κοινός επιστημονικός τόπος –αν και ελάχιστα κατανοητός στη βαθύτερη σημασία του- πως το σύνολο των ιογενών λοιμώξεων και ένα μεγάλο μέρος των βακτηριακών είναι το αποτέλεσμα του ιστορικού κύκλου της εξημέρωσης των ζώων από τους ανθρώπους που προκαλεί εν δυνάμει λοιμογόνα άλματα από το ένα είδος στο άλλο (zoonosis) παράγοντας νέους παθογόνους οργανισμούς. Μια διαδικασία εξημέρωσης που λαμβάνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μέσα σε καθορισμένες κοινωνικές μορφές αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τη γήινη φύση.

Το απλό κρυολόγημα επί παραδείγματι οφείλεται σε ιούς μέσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και ένα στέλεχος του coronavirusπου κατάγονται από τη σχέση εξημέρωσης των ανθρώπων με τα άλογα, η ευλογιά από τα βοοειδή, η ιλαρά από τα γουρούνια, η ανεμοβλογιά από τις όρνιθες, η γρίπη από τις πάπιες, τα γουρούνια, τα πουλερικά κ.ο.κ. Η σταθερή βιολογική ανοσοποίηση έναντι αυτών των λοιμώξεων που σήμερα θεωρείται δεδομένη και καθολική δεν προϋπήρχε ανέκαθεν, είναι με τη σειρά της η τελική αποκρυστάλλωση στο επίπεδο του γενετικού υλικού της απαρχής μιας διαδικασίας οργάνωσης της κοινωνικής ζωής με πυρήνα την αύξηση της δημογραφικής πυκνότητας του πληθυσμού πάνω στο έδαφος κυριαρχικών και ιεραρχικών σχέσεων εξουσίας και υποταγής.

Δημιουργείται με άλλα λόγια μια κατάσταση διάρκειας εκατοντάδων ετών όπου, για παράδειγμα, ο φτωχοποιημένος αγροτικός πληθυσμός της Ευρώπης εξωθείται να ζει κυριολεκτικά σε άμεση επαφή με τα περιττώματα, τις εκκρίσεις κ.τ.λ. των λίγων ζώων που κατέχει για τροφή, εργασία κ.α. Το διαρκές αυτό πολιτιστικό-ταξικό φαινόμενο συνεπάγεται μια σειρά από ιστορικές θανατηφόρες επιδημίες με τη ρίζα της ανοσοποίησης να πρωτοδιαμορφώνεται μέσα από μια διαλεκτική θανάτου-επιβίωσης στο τέλος μόνο της οποίας παγιώνεται βιολογικά η ανοσία. Με την οριστικοποίηση της τελευταίας δεν εξαλείφεται μονάχα η απειλή της επιδημίας από το ταυτόσημο παθογόνο αλλά ζωντανεύει και ο κίνδυνος για τη σκέψη να χάσει πίσω από το “καθολικό” βιολογικό δεδομένο τον ιδιαίτερο ιστορικό δρόμο και την συγκεκριμένη κοινωνική ώθηση που οδήγησε σε αυτό.

Η επιδημία της βουβωνικής και πνευμονικής πανώλης (ο “Μαύρος Θάνατος”), για να συνεχίσουμε με το ευρωπαϊκό παράδειγμα, που σάρωσε την Ευρώπη τον δέκατο τέταρτο αιώνα δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως προς τη γένεση και την επέκτασή της έξω από την καπιταλιστική προϊστορία: συσσώρευση εμπορευματικού κεφαλαίου μέσα από τη διαμόρφωση εμπορικών δρόμων μεγάλων αποστάσεων (Ιταλία-Κίνα) με ταυτόχρονη τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο στα υπό μεταμόρφωση αστικά κέντρα όπου συρρέουν εξαθλιωμένες αγροτικές μάζες μέσω της αρχομένης επιβολής μιας νέας τυραννίας, της μισθωτής εργασίας.

Με βάση όλα τα παραπάνω, χαρακτηριστική ήταν η απουσία τυπικής βιολογικής ανοσίας των αυτοχθόνων πληθυσμών της Αμερικής στην ιλαρά, την ανεμοβλογιά κ.τ.λ. οι οποίοι μέσα σε λίγες δεκάδες χρόνια, κατά τον δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο αιώνα, και επί της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας αποδεκατίστηκαν από αυτές τις επιδημίες που στην Ευρώπη την ίδια περίοδο ολοκλήρωναν τον λοιμογόνο κύκλο τους, είχαν καταστεί λιγότερο θανατηφόρες και είχαν αρχίσει να υποβιβάζονται επιδημιολογικά σε λοιμώδεις ασθένειες της παιδικής ηλικίας.

Όλα αυτά μας είναι χρήσιμα ως ελάχιστα νοητικά εφόδια για να τοποθετήσουμε πάνω σε μια συγκεκριμένη ιστορική και θεωρητική βάση την πανδημία του νέου κορωνοϊου (Covid-19). Αυτή η πανδημία δεν αποτελεί κεραυνώ εν καπιταλιστική αιθρία. Τις τελευταίες δεκαετίες νέοι ιοί [SARS (ένας άλλος corovanirus), Embola, Γρίπη των χοίρων και των πτηνών κ.α.] αναδύθηκαν από τους πυθμένες της συσσώρευσης του κεφαλαίου και ειδικότερα από την λογική της αξιοποίησης που επιβάλλει μια εγκληματική σχέση των ανθρώπων με τη γήινη φύση.

Από την ίδια την οπτική της αξιοποίησης του κεφαλαίου η γήινη φύση δεν υφίσταται ως τέτοια-που-είναι, ως “ετερότητα” που συνιστά θεμελιακό όρο της ανθρώπινης ύπαρξης, παρά μόνον ως πεθαμένη –ομοιογενής- πρώτη ύλη για την παραγωγή ενός και μόνο κόσμου εμπορευμάτων. Για την κοινωνική μεγα-μηχανή του κεφαλαίου το σύνολο της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης δεν είναι παρά μια ατέλειωτη ροή πρώτων υλών και καυσίμων για την παραγωγή αξίας. Η προκατηγορική και συνειδητά ασυνείδητη στόχευση της συσσώρευσης του κεφαλαίου ως αξίας που αξιοποιείται μέσω της αφηρημένης δραστηριότητας-για-χρήμα είναι η μετατροπή της έμβιας και άβιας πολλαπλότητας της γήινης φύσης σε νεκρό πλανήτη, ακατάλληλο και εχθρικό για την ύπαρξη της ζωής εν γένει.

Η καπιταλιστική γεωργική παραγωγή και η παραγωγή κρέατος και των παραγώγων του είναι ένα επιστημονικό σύστημα θανάτου που καταστρέφουν την άβια και έμβια φύση με ένα διπλό τρόπο:

– προωθώντας γιγάντιες εκτάσεις μονοκαλλιεργειών που διαλύουν την ιδιαίτερη σύνθεση των οικοσυστημάτων και αφανίζουν την συγκεκριμένη βιοποικιλότητα των ζωντανών πλασμάτων που τη συγκροτούν,

– συγκεντρώνοντας σε αχανείς βιομηχανοποιημένες περιοχές ζώα” προς μαζική εκτροφήαναπαραγωγή-σφαγή σε συνθήκες που δεν συναντιούνται πουθενά στη φύση

– επεκτείνοντας σχιζοφρενικά τον αστικό ιστό ως προϋπόθεση και ως αποτέλεσμα των παραπάνω αποψιλώνοντας την χλωρίδα και ωθώντας σε φυγή την πανίδα.

Με την γενικευμένη αποσταθεροποίηση των οικοσυστημάτων και την ολική αντικατάστασή τους από “τεχνητά περιβάλλοντα” η ταυτολογία του κεφαλαίου ανυψώνεται σε γεωλογική δύναμη δημιουργώντας όλες τις ιδανικές προϋποθέσεις για τη μαζική απομόνωση μικροοργανισμών και τη μετατροπή τους σε νέα παθογόνα με απρόβλεπτη λοιμογόνο δύναμη και ικανότητα. Πλήθη μικροοργανισμών που επί το πλείστον και για χιλιάδες χρόνια είναι συμβιωτικοί ενός καθορισμένου ζωικού είδους και αναπτύσσονται εντός συγκεκριμένου οικοσυστήματος, έρχονται ξαφνικά αντιμέτωποι με πληθώρα από άγνωστα “περιβάλλοντα” και “προκλήσεις” με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζεται εκθετικά η “μεταλλαξιογόνος ικανότητα” που οδηγεί αναπόφευκτα στη γέννηση πολλών και εν δυνάμει φονικών πανδημικών παθογόνων[1]. Δεν μπορεί λοιπόν πάρα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αμοιβαίας αιτιότητας όπου η κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κοινωνικής μορφής επιταχύνει και επιταχύνεται από την “κρίση” των πλανητικών οικοσυστημάτων με πρωτόγνωρες εξελίξεις και συνέπειες και ως προς τις δυο κατευθύνσεις.

Σχηματικά μιλώντας η καπιταλιστικά ενοποιημένη ανθρωπότητα υπό την “αόρατη απειλή” του κορονωϊού και στο πρόσωπο των τυπικών ηγεμόνων της λαμβάνει μέτρα για να περισωθεί η ύπαρξή της ως καπιταλιστική και εθνική. Η νέα εθνική ενότητα οικοδομείται πάνω στην απομόνωση και αυτοπειθαρχία των βουβαμένων σωμάτων του “Μένουμε Σπίτι” που κυκλοφορούν μόνο για να καταναλώσουν τα αναγκαία-να παράξουν τα αναγκαίανα αναπαραχθούν τα ίδια ως αναγκαία εμπορεύματα-για-το-κεφάλαιο και περνάει μέσα από την καραντίνα και τις απαγορεύσεις διαρκείας που όσο αυταρχικοποιούνται τόσο περισσότερο θα δαιμονοποιούνται τα συμπτώματα του Κακού αντιμεταθέτοντας τις δομικές αιτίες της πανδημίας σε κάποιον φαντασμαγορικό μολυσματικό “Άλλο”. Ο κορωνοϊος, με άλλα λόγια, φέρνει στο φως και κάνει σαφή την αφηρημένη σχιζοειδή φύση της αστικής υποκειμενικότητας όπου το άτομο ως “πολίτης” καλείται να παραμένει στο σπίτι, να συμπεριφέρεται υπεύθυνα, να τα-κάνει-όλα από το διαδίκτυο[2] διαφορετικά θα τιμωρείται αν κυκλοφορεί “ελεύθερα ”χωρίς επαρκή για-την-κρατική-εξουσία λόγο, ενώ ως πωλητής εργασιακής δύναμης το ίδιο αφηρημένο άτομο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να συρρέει-στη-δουλειά “ελεύθερα” διατρέχοντας καθημερινά όλους τους μολυσματικούς κινδύνους που ως “υπεύθυνος πολίτης” οφείλει να τους αποφεύγει.

Ο νέος κορωνοϊός μπορεί να είναι το μεταλλαγμένο προϊόν του διεθνή πολιτισμού της αξίας-σε-κρίση αλλά η μορφή διαχείρισης της πανδημίας αποτυπώνει και συνδέεται με τα εθνικά συμφέροντα των κρατών όπως αυτά διαμορφώνονται στη αρένα του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Η επιδημία του κορωνοϊου τάχιστα έλαβε διαστάσεις πανδημίας όχι από κάποια αφηρημένη “παγκοσμιοποίηση” αλλά από την απροθυμία των εθνών-κρατών που αποτέλεσαν και τα αρχικά επίκεντρα της επιδημίας να βάλουν την οικονομία εξαρχής σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Και αυτή η απροθυμία είναι καπιταλιστικά δικαιολογημένη από την εμπορική πίεση που ασκείται σε κάθε ξεχωριστό κράτος μέσω του διεθνούς/διακρατικού ανταγωνισμού. Μόνο όταν ο κορωνοϊός έγινε άτυπα πανδημικός πλήττοντας περισσότερα κράτη, δηλαδή μόνο όταν κατάφερε να πλήξει τον διακρατικό ανταγωνισμό, μόνο τότε τα επιμέρους κράτη άρχισαν να λαμβάνουν “έκτακτα μέτρα” όχι τόσο για να περιορίσουν τη διασπορά του ιού στην κοινότητα αλλά για διασώσουν τα εθνικά τους κεφάλαια από την ραγδαία και απρόβλεπτη απαξιοποίηση.

Το παγκόσμιο κοινωνικό κύκλωμα της αξιοποίησης του κεφαλαίου ως ασταμάτητη κίνηση παραγωγής-κυκλοφορίας-κατανάλωσης εμπορευμάτων βραχυκυκλώνει εν μέσω της αναπάντεχης στάσης και ακινησίας που επιβάλλει ο μολυσματικός κίνδυνος της πανδημίας και το κάθε κράτος καλείται να ρυθμίσει το βραχυκύκλωμα-της-αξίας επιδεικνύονταςκυνικά τη μόνηαλληλεγγύη που γνωρίζει: να συντονιστεί με όλα τα άλλα για να τα βγάλει πέρα μόνο του και εις βάρος όλων των υπολοίπων γδέρνοντας από κοινού όσο πετσί έχει απομείνει στο προλεταριάτο. Τι κι αν στη Βόρεια Ιταλία τα πτώματα “φορτώνονται στα κάρα”. Αυτό που στην Ιταλία και σε άλλες χώρες εμφανίζεται ως κρίση “Δημόσιας Υγείας” έχει να κάνει με το κεφάλαιο που αναπαράγει πρωτίστως το κέρδος και την αξία και παραπλεύρως τη “ζωή” και τους “ανθρώπους”. Ηγερασμένη βιομηχανική καρδιά της Ιταλίας –και γενικότερα του καπιταλιστικού κόσμου- αντλεί πλέον και κυριολεκτικά το αίμα των υπηκόων τηςσυσσώρευσης, και κυρίως εκείνων που εξαρτώνται από την πώληση της εργασιακής τους δύναμης για να ζήσουν μια ζωή που τουςσυνθλίβει γιατί το κεφάλαιο-σε-τελική-κρίση αναπαράγει μόνο τηνισοδυναμία του κέρδους με το θάνατο.

Η πανδημία του νέου κορωνοϊού είναι από πολλές απόψεις και ένας αλάνθαστος καθρέπτης των αδιεξόδων της κυρίαρχης σκέψης και πρακτικής των κοινωνιών του κεφαλαίου, καθρέπτης που όχι μόνο αντανακλά αλλά και οξύνει -οδηγώντας στα άκρα- την άλυτη πόλωση και αμφιταλάντευση στα ψευδο-δίπολα που ορίζουν την καπιταλιστική νεωτερικότητα και το αστικό υποκείμενο: Εθνικό και Διεθνές, Δημόσιο και Ιδιωτικό, Κράτος και Άτομο, Πολιτική και Οικονομία, Επιστήμη και Κοινός Νους, Άνθρωπος και Φύση κτλ κτλ. Η υγειονομική κρίση είναι μονάχα μια όψη της βαθύτερης κρίσης που διατρέχει το σύνολο των λειτουργικά διαχωρισμένων σφαιρών των καπιταλιστικών κοινωνιών με την επέλαση του κορωνοϊου να αναδεικνύει την ιστορική ανικανότητα του κεφαλαίου να διαχειριστεί τις ίδιες του τις καταστρεπτικές αντιφάσεις ωθώντας την ανθρωπότητα μερικά βήματα πριν την αυτο-εξόντωση. Η μακάβρια ειρωνεία της Ιστορίας είναι πως οι “εθνικοί ιθαγενείς του Κεφαλαίου” είναι για την πανδημία του κορωνοϊού ό,τι ήταν και οι ιθαγενείς της Αμερικής για την επιδημία της ιλαράς, της ανεμοβλογιάς κ.τ.λ. Και οι δύο δεν γνώριζαναπό πού τους ήρθε” προς πείσμα όλων των μέτρων και των ιεροτελεστιών αντίστοιχα για την αντιμετώπιση του πραγματικού κινδύνου της μετάδοσης.

Παρ’ όλη τη μαυρίλα των καιρών δεν έχουν χαθεί ακόμα όλα. Το κεφάλαιο με τη φωνή του κράτους εξαναγκάζεται από μια πανδημία που-δεν-την-περίμενε να διαταράξει την κανονικότητα της αστικής καθημερινότητας στο όνομα της “αιώνιας” επιστροφής σε αυτήν. Με άλλα λόγια προετοιμάζει το έδαφος για νέες, ίσως φονικότερες πανδημίες και για ακόμα μεγαλύτερα εγκλήματα που απειλούν ανοιχτά πλέον τα ίδια τα θεμέλια της ζωής.

Υπό το αβάσταχτο βάρος της απειλής του αφανισμού μας που άλλοτε τον προϊδεαζόμαστε θεωρητικά κι άλλοτε διαισθητικά, ίσως καταφέρουμε μαζί (σαν “είδος”, σαν “τάξη”, σαν “ανθρώπινη κοινότητα” ή δεν ξέρω πώς αλλιώς) να χαράξουμε μια χαραμάδα στο σάβανο της συσσώρευσης που το έχουμε όλες και όλοι ενδυθεί και μέσα από αυτήν να περάσουμε σαν συντρόφισσες και σύντροφοι μαζικά προςτην-ζωή ξεσχίζοντας το ρούχο του θανάτου.

Υποσημειώσεις

[1] Η επιδημία του φονικού ιού Ebola που εξαπλώθηκε στη Δυτική Αφρική προ ετών ακολούθησε ευλαβικά την μονοκαλλιέργεια του φοινικέλαιου –το οποίο λατρεύουν οι νυχτερίδες- και οι οποίες αποτελούν και την πηγή του νέου παθογόνου που προκάλεσε την επιδημία. Η ζωική πηγή του νέου κορωνοϊού είναι μάλλον άγνωστη προς στιγμήν, η κοινωνική διαδικασία που τον παρήγαγε όμως -και αυτό είναι που έχει πραγματική σημασία- είναι η ίδια: η γεωλογική δύναμη του κεφαλαίου.

[2] Η φούσκα του ψηφιακού καπιταλισμού με σημαία του την τηλεργασία δεν είναι μόνο μια δυστοπική έφοδος του κεφαλαίου στα ύψη της πλασματικής αξιοποίησης. Επωφελείται πραγματικά της πανδημίας δικτυώνοντας την κατάρρευση της “πραγματικής” οικονομίας.

Πηγή: theshadesmag

Raoul Vaneigem: Κορωνοϊός

Κορωνoϊός. Του Raoul Vaneigem

[ Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο lundimatin #234. Στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον Σπύρο Σταβέρη και δημοσιεύτηκε στο προσωπικό του blog Lifo|Αλμανάκ ]

«‘Εξω το φέρετρο, μέσα η τηλεόραση, το παράθυρο ανοιχτό σε έναν κλειστό κόσμο!»

Είναι καθαρός παραλογισμός το να αμφισβητείς τον κίνδυνο του κορωνοϊού.  Από την άλλη πλευρά, μήπως δεν είναι εξίσου παράλογο το γεγονός ότι μια διαταραχή στη συνήθη πορεία ασθενειών γίνεται αντικείμενο μιας τέτοιας συγκινησιακής εκμετάλλευσης, κινητοποιώντας την αλαζονική εκείνη ανικανότητα που είχε διώξει κάποτε έξω από τη Γαλλία το σύννεφο του Τσερνομπίλ; Βέβαια, γνωρίζουμε με πόση ευκολία το φάσμα της Αποκάλυψης βγαίνει από το κουτί του για να ιδιοποιηθεί τον πρώτο τυχόντα κατακλυσμό, να διορθώσει τα κλασικά εικονογραφημένα του παγκόσμιου κατακλυσμού και να βυθίσει το αλέτρι της ενοχής στο στείρο χώμα των Σοδόμων και των Γομόρρων.

Η θεϊκή κατάρα υποβοηθούσε με χρήσιμο τρόπο την εξουσία. Τουλάχιστον μέχρι τον σεισμό της Λισαβόνας του 1755, τότε που ο μαρκήσιος ντε Πομπάλ, φίλος του Βολταίρου, εκμεταλλεύτηκε τον σεισμό για να σφαγιάσει τους Ιησουίτες, να ανοικοδομήσει την πόλη σύμφωνα με τις αντιλήψεις του και να ξεφορτωθεί με όλη του την άνεση τους πολιτικούς του αντιπάλους στήνωντας μία σειρά από «πρωτο-σταλινικές» δίκες. Δεν θα θέλαμε νε προσβάλουμε τον Πομπάλ, όσο απεχθής κι αν ήταν, με το να συγκρίνουμε το πραξικοπηματικό του κατόρθωμα με τα άθλια μέτρα που εφαρμόζει παγκοσμίως ο δημοκρατικός ολοκληρωτισμός στην επιδημία του κορωνοϊού.

Πόσο κυνικός πρέπει να είσαι για να καταλογίζεις την εξάπλωση της μάστιγας στην αξιοθρήνητη ανεπάρκεια των ιατρικών μέσων που χρησιμοποιούνται! Εδώ και δεκαετίες, τα δημόσια αγαθά πλήττονται, ενώ ο νοσοκομειακός τομέας έχει υποστεί το τίμημα μιας πολιτικής που ευνοεί τα οικονομικά συμφέροντα σε βάρος της υγείας των πολιτών. Υπάρχουν πάντα περισσότερα χρήματα για τις τράπεζες και όλο και λιγότερα κρεβάτια και νοσηλευτές για τα νοσοκομεία. Ποιές γελοιότητες, και για πόσο καιρό ακόμη, θα αποκρύπτουν ότι αυτή η καταστροφική διαχείριση του καταστροφισμού είναι εγγενής στον παγκοσμίως κυρίαρχο χρηματιστικό καπιταλισμό, που σήμερα αμφισβητείται παντού στο όνομα της ζωής, του πλανήτη και των ειδών που πρέπει να σωθούν.

Χωρίς να υιοθετούμε το αναμάσημα της θείας τιμωρίας, αποδεχόμενοι την άποψη ότι η Φύση απαλλάσσεται από τον Άνθρωπο ως ένα ανεπιθύμητο και επιβλαβές παράσιτο, αξίζει να θυμόμαστε ότι για χιλιετίες η εκμετάλλευση της ανθρώπινης φύσης και της γήινης φύσης επέβαλε το δόγμα της αντι-φύσης. Το βιβλίο του Eric Postaire, Οι επιδημίες του 21ου αιώνα, που δημοσιεύθηκε το 1997, επιβεβαιώνει τις καταστροφικές συνέπειες της επίμονης αλλοίωσης της φύσης, την οποία καταγγέλλω εδώ και δεκαετίες. Αναφερόμενος στο δράμα των «τρελών αγελάδων» (που προέβλεψε ο Rudolf Steiner ήδη από το 1920), ο συγγραφέας υπενθυμίζει ότι εκτός από την αδυναμία μας να αντιμετωπίζουμε ορισμένες ασθένειες, συνειδητοποιούμε ότι η ίδια η επιστημονική πρόοδος μπορεί να τις προκαλέσει. Συνηγορώντας υπέρ μιας υπεύθυνης προσέγγισης των επιδημιών και της διαχείρισής τους, κατηγορεί αυτό που ο Claude Gudin, στον πρόλογο, αποκαλεί τη «φιλοσοφία της ταμειακής». Θέτει το ερώτημα: «‘Οταν η υγεία του πληθυσμού υπάγεται στους νόμους του κέρδους, μέχρι το σημείο να μετατρέπουμε φυτοφάγα ζώα σε σαρκοφάγα, μήπως δεν κινδυνεύουμε έτσι να προκαλούμε θανατηφόρες καταστροφές για τη Φύση και την Ανθρωπότητα;» Οι κυβερνώντες, όπως γνωρίζουμε, έχουν ήδη απαντήσει με ένα ομόφωνο ΝΑΙ. Τι σημασία έχει, εφόσον το ΟΧΙ των χρηματιστικών συμφερόντων εξακολουθεί να θριαμβεύει κυνικά;

Χρειαζόταν ο κορωνοϊός για να αποδείξουμε στους πιο στενόμυαλους ότι η αλλοίωση της φύσης στο βωμό του κέρδους έχει καταστροφικές συνέπειες πάνω στην οικουμενική υγεία -αυτήν που διαχειρίζεται αδιαλείπτως ένας Παγκόσμιος Οργανισμός, των οποίων τα πολύτιμα στατιστικά στοιχεία αντισταθμίζουν την εξαφάνιση των δημόσιων νοσοκομείων; Υπάρχει μια προφανής συσχέτιση μεταξύ του κορωναϊού και της κατάρρευσης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Την ίδια στιγμή, άλλο τόσο προφανές είναι ότι αυτό που καλύπτει και κατακλύζει την επιδημία του κορωναϊού είναι μια συναισθηματική πανώλη, ένας υστερικός φόβος, ένας πανικός που κρύβει τις ελλείψεις της διαχείρισης και ταυτόχρονα διαιωνίζει το κακό τρελαίνοντας τον ασθενή. Κατά τη διάρκεια των μεγάλων επιδημιών πανώλης του παρελθόντος, οι άνθρωποι έκαναν μετάνοιες και διακήρυτταν την ενοχή τους μαστιγώνοντας τους εαυτούς τους. Μήπως δεν έχουν και οι διαχειριστές της παγκόσμιας απανθρωποποίησης συμφέρον να πείσουν τους ανθρώπους ότι δεν υπάρχει διέξοδος από την άθλια μοίρα που τους επιφυλάσσεται; Ότι τους έχει μείνει μόνο το μαστίγιο της εθελοντικής σκλαβιάς; Το μόνο που κάνει η τρομερή μηντιακή μηχανή είναι να αναμασά το παλιό ψέμα της ουράνιας, ανεξιχνίαστης, αναπόφευκτης προσταγής όπου το τρελό χρήμα έχει αντικαταστήσει τους αιμοδιψείς και ιδιόρρυθμους θεούς του παρελθόντος.

Η αστυνομική βαρβαρότητα που εξαπολύθηκε κατά των ειρηνικών διαδηλωτών απέδειξε με το παραπάνω ότι ο στρατιωτικός νόμος ήταν το μόνο πράγμα που λειτουργούσε αποτελεσματικά. Σήμερα υποβάλλει τις γυναίκες, τους άνδρες και τα παιδιά σε καραντίνα. Έξω, το φέρετρο, μέσα η τηλεόραση, το παράθυρο ανοιχτό σε έναν κλειστό κόσμο! Πρόκειται για την διαμόρφωση μιας κατάστασης ικανής να επιδεινώσει την υπαρξιακή δυσφορία ποντάροντας πάνω σε τσακισμένα από το άγχος συναισθήματα, οξύνοντας την τύφλωση του αδύναμου θυμού.

Αλλά ακόμα και το ψέμα υποχωρεί απέναντι στη γενική κατάρρευση. Η κρατική και λαϊκιστική παραγωγή κρετίνων άγγιξε τα όριά της. Δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ένα πείραμα βρίσκεται σε εξέλιξη. Η πολιτική ανυπακοή εξαπλώνεται και ονειρεύεται κοινωνίες ριζικά νέες, επειδή θα είναι ριζικά ανθρώπινες. Η αλληλεγγύη απελευθερώνει από την ατομικιστική τους προβιά άτομα που δεν φοβούνται πλέον να σκέφτονται από μόνα τους.

Ο κορωνοϊός αποκάλυψε την χρεοκοπία του κράτους. Ορίστε ένα θέμα που προσφέρεται για προβληματισμό για τα θύματα του καταναγκαστικού περιορισμού. ‘Οταν είχαν δημοσιευτεί οι Ταπεινές μου προτάσεις προς τους απεργούς, κάποιοι φίλοι μού είχαν επιστήσει την προσοχή στις δυσκολίες που παρουσιάζει η προσφυγή στη συλλογική άρνηση, την οποία υποστήριζα, ως προς την καταβολή φόρων, δασμών και παρακρατήσεων. Να όμως που τώρα η αποδεδειγμένη χρεοκοπία του κράτους-απατεώνα μαρτυρεί την οικονομική και κοινωνική αποσύνθεση που καθιστά απολύτως αφερέγγυες τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, το τοπικό εμπόριο, τα χαμηλά εισοδήματα, τους οικογενειακούς αγρότες, και ακόμη και τα λεγόμενα ελεύθερα επαγγέλματα. Η κατάρρευση του Λεβιάθαν κατάφερε να πείσει ταχύτερα από τις προσπάθειές μας για να το ρίξουμε.

Ο κορωναϊός κατάφερε ακόμη κι άλλα. Παύοντας την βλαβερές συνέπειες της αχαλίνωτης παραγωγής, μειώνει την παγκόσμια ρύπανση, γλύτωνει εκατομμύρια ανθρώπους από έναν προγραμματισμένο θάνατο, η φύση αναπνέει, τα δελφίνια επιστρέφουν στη Σαρδηνία, τα κανάλια της Βενετίας απαλλαγμένα από τον μαζικό τουρισμό ξαναβρίσκουν ένα νερό καθαρό, το χρηματιστήριο καταρρέει. Η Ισπανία αποφασίζει να εθνικοποιήσει ιδιωτικά νοσοκομεία, σαν να ανακαλύπτει εκ νέου την κοινωνική ασφάλιση, σαν να θυμάται το κράτος το κράτος πρόνοιας που κατέστρεψε.

Τίποτα δεν είναι δοσμένο, όλα αρχίζουν. Η ουτοπία περπατάει ακόμα στα τέσσερα. Ας εγκαταλείψουμε στην ουράνια ασημαντότητά τους τα δισεκατομμύρια τραπεζογραμμάτια και κενές ιδέες που κάνουν κύκλους πάνω από τα κεφάλια μας. Το σημαντικό είναι να «ασχοληθούμε εμείς οι ίδιοι με τις υποθέσεις μας» αφήνοντας την κομπιναδόρικη φούσκα να διαλυθεί και να εκραγεί. Ας προσέξουμε να μη μας λείψει η τόλμη και η αυτοπεποίθηση!

Το παρόν μας δεν είναι ο περιορισμός που μας επιβάλλει η επιβίωση, είναι το άνοιγμα σε όλες τις δυνατότητες. Πανικόβλητο, το ολιγαρχικό κράτος αναγκάζεται να υιοθετήσει μέτρα που χθες ακόμα διακήρυττε πως ήταν αδύνατα. Εμείς θέλουμε να ανταποκριθούμε στο αίτημα της αποκατάστασης της ζωής και της γης. Η καραντίνα ευνοεί τη σκέψη. Ο περιορισμός δεν καταργεί την παρουσία του δρόμου, αλλά την επανεφεύρει. Επιτρέψτε μου να σκέφτομαι, cum grano salis, ότι η εξέγερση της καθημερινότητας έχει ανυποψίαστες θεραπευτικές αρετές.

*To άρθρο αυτό προέρχεται από μία συλλογή κειμένων και συνεντεύξεων που θα δημοσιεύονταν τον Απρίλη από τις εκδόσεις Grevis με τίτλο Η εξέγερση της καθημερινής ζωής. Ο Ραούλ Βανεγκέμ είναι βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος, πρώην μέλος και θεωρητικός της Καταστασιακής Διεθνούς.

Πηγή: σφίγγα και άλλες χίμαιρες σε δύσκολους καιρούς

Μελλονοσία: Εννέα σημειώσεις για το μαύρο μας μέλλον

1. Είναι εντυπωσιακό πόσο αδιάφορες μοιάζουν οι περισσότερες δωρεάν παραστάσεις των θεάτρων ή οι ψηφιακοί τόνοι βιβλίων που καθημερινά μας βομβαρδίζουν στο διαδίκτυο. Τα καλλιτεχνικά παράγωγα της εποχής μας δεν είναι ικανά να προκαλέσουν καμιά συγκίνηση σε τούτη την κρίσιμη συνθήκη, γεγονός που επιβεβαιώνει περίτρανα πως έχουν νόημα μόνο σε καθεστώς κανονικότητας και επαγγελματισμού, καταδεικνύοντας πόσο άνευρη, επιφανειακή και παραγοντική είναι η τέχνη του πολιτισμού μας.

2. Στο δρόμο άνθρωποι λιγοστοί, φορώντας στο πρόσωπο μάσκες. Αν δεν ήξερα για τον ιό θα πίστευα πως ποινικοποήθηκε το φίλημα στο στόμα. Αναδιάρθρωση συναισθημάτων. Ψηφιακή κλινικότητα. Απόσταση ασφαλείας. Λες και βρισκόμαστε σε μια πλατωνική κοινωνία. Θαρρείς πως όλοι φορούν την αόρατη πανοπλία του Αιμιλιανού Μονάη. Ηθική του στίγματος. Βιομετρικός έρωτας. Μια νέα σωματικότητα εν όψει.

3. Ο άθεος, ο ορθολογιστής, ο ποσοτικοποιημένος άνθρωπος του παγιδευμένου παρόντος, δεν μπορεί να διαθέτει υπαρξιακή αγωνία που να αγγίζει ένα μεγάλο βάθος. Του λείπει το δεδομένο της αρχέγονης πηγής, η κατανόηση της βιβλικής συνείδησης. Και γι’ αυτό, ανίκανος για το απελευθερωτικό δέος, με το πρόσχημα μιας τρέχουσας ωριμότητας, λύγισε πρώτος και έτρεξε άρον άρον μέσα στο κελί του ουρλιάζοντας να κάνουμε κι οι υπόλοιποι το ίδιο. Μπορούμε να το παρατηρήσουμε τώρα. Το όλα για όλα είναι το πιο αλάνθαστο πολιτικό κριτήριο. Να γιατί βιώνουμε μέρες δημιουργίας μέλλοντος. Νέα αιτήματα τώρα φυτρώνουν, πάνω στο χώμα που πατούν νέα στρατόπεδα, καθώς αντικρίζουν τον ήλιο μιας νέας συντροφικότητας, που τώρα γεμίζει με παρθένο φως.

4. Η καταπολέμηση του ιού έχει συνδεθεί ενορχηστρωτικά με την συμμόρφωση των πολιτών. Ο καπιταλιστικός άνθρωπος περνάει από τεστ πειθαρχίας. Το μήνυμα είναι σαφές: όσο περισσότερο θα υπακούς στην κυβέρνηση τόσο θα είσαι ζωντανός. Όσο αποδέχεσαι το έλλειμμα δημοκρατίας τόσο ο ιός αδρανοποιείται. Θαρρείς πως ο Covid-19 είναι πολιτική οντότητα με αίτημα την προσβολή του πολιτεύματος. Η ταύτιση γενετικής και δημοκρατίας, που αντανακλάται στην αλληλεπίδραση της νομικής επιστήμης με την επιστήμη της βιολογίας, σε τέτοιο βαθμό που η σωματικότητά μας εγγράφεται σε επείγουσες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου φανερώνει πως η επόμενη μέρα είναι ήδη εδώ ενόσω θηλάζουμε από την καραντίνα μας το μαστό του βιοεθνικισμού.

5. Το ηχόχρωμα στην πόλη αλλάζει, το τοπίο μετασχηματίζεται, οι περιπλανήσεις ανασυντάσσονται, τα περιστέρια λιμοκτονούν, ένα απέραντο πεδίο προς μελέτη έχει απλωθεί για όσους και όσες αρέσκονται στην αδιαμεσολάβητη παρατήρηση. Ο περιπατητής πια, ο αποκλειστικός κάτοχος των πραγματικών δεδομένων, είναι ο μόνος ενεργός φιλόσοφος και φέρει ευθύνη για τις μεθόδους διαφυγής από την μαζική επιτήρηση -και τις οποίες αργά ή γρήγορα οφείλει να προτείνει.

6. Υπό μια έννοια, αυτό που βιώνουμε είναι ένα ψηφιακό πραξικόπημα. Η κίνηση της ανθρωπότητας πραγματώνεται τούτες τις ώρες σε εικονικό χώρο. Η ψηφιακή βιομηχανία γιγαντώνεται. Παίρνει τον έλεγχο της παγκόσμιας οικονομίας. Κοιτά οπλισμένη τα πολιτεύματα στα μάτια.

7. Η απαγόρευση κυκλοφορίας σε παγκόσμιο επίπεδο επιθυμεί συμπληρωματικά να θρυμματίσει κάθε μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης ή να την εγκλωβίσει σε διαδικτυακούς ατραπούς. Ταυτόχρονα ζητά θρασύτατα εθελοντές που μπορεί να ελέγξει συνειδησιακά. Η εννοιολογική σύγκρουση μεταξύ αλληλεγγύης και εθελοντισμού είναι υψίστης σημασίας και ακολουθεί μια σειρά εξουσιαστικών πρακτικών που επιδιώκουν να χτίσουν τον νέο ορισμό της αγάπης. Όποιος ελέγχει τον ορισμό της ελέγχει πυρηνικά και τη συνείδηση των μαζών.

8. Αν μη τι άλλο βιώνουμε διδακτικούς καιρούς. Οι κυβερνήσεις διδάσκονται για το πόσο εύκολα κατάφεραν να κάνουν δισεκατομμύρια ανθρώπους να μπουν σε απομόνωση. Οι επαναστάτες διδάσκονται για το πόσο εύκολα μπορεί να διαλυθεί ο κοινωνικός ιστός. Ο αλγόριθμος που θα παραχθεί από την σύγκρουση των δυο αυτών διδασκαλιών θα κρίνει εν πολλοίς το μέλλον.

9. Τα πουλιά κελαηδούν πιο δυνατά τούτες τις μέρες. Είναι λες και πανηγυρίζουν. Το παρατήρησες κι εσύ;

Πηγή: athens indymedia

Ζωή σε καραντίνα: homo sacer?

Ζωή σε καραντίνα | homo sacer?

Το πρώτο πράγμα που δείχνει το κύμα του πανικού το οποίο έχει παραλύσει τη χώρα είναι ότι η κοινωνία μας δεν πιστεύει σε οτιδήποτε άλλο εκτός από την “γυμνή ζωή”. Είναι σαφές ότι οι Ιταλοί είναι διατεθειμένοι  να θυσιάσουν σχεδόν τα πάντατις κανονικές συνθήκες ζωής, τις κοινωνικές σχέσεις, την εργασία, ακόμα και τις φιλίες, την στοργή, τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις– μπροστά στον κίνδυνο να ασθενήσουν. Η “γυμνή ζωή” –και ο κίνδυνος αυτή να χαθεί– δεν είναι κάτι που ενώνει τους ανθρώπους, αλλά που τους τυφλώνει και τους χωρίζει.

Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Ανάμεσα στο κλιματιστικό και στον Πάπα, διαλέγω το κλιματιστικό.

Γούντι  Άλεν

Αυτή τη φράση του Γ. Άλεν χρησιμοποίησαν κάποιοι για να απαντήσουν στον Τζ. Αγκάμπεν καθώς αυτός σε πρόσφατο κείμενό του αποπειράται να ταυτίσει την “γυμνή ζωή” (μια ζωή που εξυπηρετεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, απεκδυμένη από κάθε πολιτικό χαρακτηριστικό) με την “ζωή σε καραντίνα”. Ο Αγκάμπεν, όμως, δεν έγραψε μόνον αυτό: «υπάρχει αυξανόμενη τάση να καθίσταται η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης φυσιολογικός τρόπος διακυβέρνησης». Ο Ρ. Εσπόζιτο, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης, ένιωσε την ανάγκη να αποκαταστήσει την ισορροπία σε μια φιλοσοφική διχοστασία που είχε παραχθεί σχετικά με την υπόθεση των απαγορεύσεων που επιβλήθηκαν στην Ιταλία με αφορμή την πανδημία, και να προσπαθήσει να αποδώσει “τα του καίσαρος τω καίσαρι”. Σωστά, κατά την άποψή μας, υπερασπίστηκε τον Αγκάμπεν αναφορικά με την “βιοπολιτική προβληματική” του. Και σωστά στη συνέχεια τού άσκησε κριτική: «ένα πράγμα είναι να υποστηρίζει κανείς, όπως ο Φουκώ, ότι εδώ και δυόμιση αιώνες η πολιτική και η βιολογία συνδέονται όλο και πιο στενά, με αποτελέσματα προβληματικά και συχνά τραγικά. Άλλο πράγμα όμως είναι να εξισώνονται γεγονότα που δεν συγκρίνονται μεταξύ τους. Προσωπικά θα απέφευγα να συγκρίνω τις φυλακές υψίστης ασφαλείας με την καραντίνα δύο εβδομάδων στην κοιλάδα του Πράδο».

Ο Αγκάμπεν έρχεται από το 1995, με το βιβλίο του Homo Sacer, να μιλήσει για την γυμνή ζωή, με σημείο αναφοράς την συνθήκη της ύπαρξης μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, ως συνθήκη εξαίρεσης που επιδιώκει να ρυθμίζει την κανονικότητα: «η υπερβατολογικά παράδοξη φιγούρα του homo sacer κινείται εντός μιας υπαρξιακής αβύσσου, στο μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου, όπου το ίδιο το ανθρώπινο πράττειν εντοπίζεται μόνο εντός μιας σχέσης εξαίρεσης. Πράγματι, η ζωή του homo sacer δεν είναι πια μια απλή ζωή, αλλά μια ζωή εκτεθειμένη μόνιμα στον θάνατο (γυμνή ζωή ή ιερή ζωή) που κατά τη γνώμη του συνιστά το αρχέγονο πολιτικό στοιχείο». Η έννοια της “γυμνής ζωής” εκβάλλει σε μια μορφή απεχθούς και απάνθρωπου στρατωνισμού στον 20o αιώνα, προερχόμενη, ωστόσο, από την αρχαιότητα για να πάρει αυτή τη μορφή με την οποία την αντιλαμβανόμαστε σήμερα: «Δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε την “εθνική” και βιοπολιτική εξέλιξη και τάση του νεωτερικού κράτους κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, αν δεν λάβουμε υπόψη ότι ως θεμέλιό του δεν έχει τον άνθρωπο ως ελεύθερο και ενσυνείδητο πολιτικό υποκείμενο, αλλά, κατά κύριο λόγο, τη γυμνή ζωή του, την απλή γέννηση, η οποία, κατά τη μετάβασή του από υπήκοο σε πολίτη, επενδύεται ως τέτοια με την αρχή της κυριαρχίας… τα δικαιώματα αποδίδονται στον άνθρωπο (ή εκπορεύονται από τον ίδιον), μόνο στο μέτρο που εκείνος συνιστά το αμέσως εξαφανιζόμενο θεμέλιο (και το οποίο, μάλιστα, δεν πρέπει να έρθει ποτέ στο φως ως τέτοιο) του πολίτη».

Στη βάση αυτής ακριβώς της λογικής, ισχυρίζεται ότι η συνθήκη έκτακτης ανάγκης την οποία βιώνουμε σήμερα κινείται προς την απαλοιφή τού αμέσως εξαφανιζόμενου θεμέλιου του πολίτη για να επιστρέψει η κυριαρχία στο θεμελιακό σημείο αναφοράς της, την γυμνή ζωή. Η προβληματική, την οποία αναγνωρίζουμε σε αυτή τη θέση, βρίσκεται σε μια κίνηση ευθείας αναλογίας και άμεσης αντιστοίχισης του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, ως καθεστώτος εξαίρεσης, με την γυμνή ζωή χωρίς κανένα ενδιάμεσο πεδίο κοινωνικής και πολιτικής αντιπαλότητας και ανάσχεσης.

Αδιαμφισβήτητα αναγνωρίζουμε την ιστορική “γοητεία” που ασκεί η εξαίρεση στην κυριαρχία. Όπως γράφει και ο Κ. Σμιτ, νομικός και πολιτικός θεωρητικός του ναζισμού, στην Πολιτική Θεολογία: «Η εξαίρεση είναι πιο ενδιαφέρουσα από την κανονική περίπτωση. Το κανονικό δεν αποδεικνύει τίποτε, η εξαίρεση αποδεικνύει τα πάντα. Δεν επιβεβαιώνει απλώς τον κανόνα, παρά ο κανόνας ζει από την εξαίρεση και μόνο. Ένας προτεστάντης θεολόγος ο οποίος απέδειξε πόσο ζωτική ένταση είναι ικανός να έχει ο θεολογικός στοχασμός ακόμη και στον 19ο αιώνα, το είπε: «Η εξαίρεση εξηγεί το γενικό και τον εαυτό της. Κι αν θέλει κανείς να μελετήσει σωστά το γενικό, χρειάζεται απλώς να αναζητήσει μια πραγματική εξαίρεση. Αυτή τα φανερώνει όλα πολύ πιο ξεκάθαρα απ’ ό,τι το ίδιο το γενικό. Τελικά αηδιάζει κανείς με την ασταμάτητη φλυαρία για το γενικό. Υπάρχουν εξαιρέσεις. Αν δεν μπορούμε να τις εξηγήσουμε, τότε δεν μπορούμε να εξηγήσουμε ούτε το γενικό. Συνήθως δεν παρατηρούμε τη δυσκολία, γιατί το γενικό ούτε καν το στοχαζόμαστε με πάθος, παρά με μια βολική επιφανειακότητα. Αντίθετα, η εξαίρεση στοχάζεται το γενικό με ενεργό πάθος».

Η “γοητεία” της εξαίρεσης, από τα ρωμαϊκά χρόνια μέχρι τον Κ. Σμιτ και τις μέρες μας και κάθε φορά (να θυμίσουμε ότι στην αρχαία Ελλάδα, στην κλασική αρχαιότητα, δεν προβλεπόταν, από επιλογή, καθεστώς έκτακτης ανάγκης, καθεστώς εξαίρεσης), προβάλλεται στην κυριαρχική συγκρότηση ως ένα ιδιότυπο καθεστώς. Η κατάσταση εξαίρεσης δεν συνιστά δικτατορία, αλλά είναι ένας κενός χώρος δικαίου, μέσα στον οποίο όλοι οι νομικοί ορισμοί έχουν αδρανοποιηθεί. Ακριβώς αυτή η απροσδιοριστία του νόμου που ισχύει εν αναστολή του, μοιάζει να απελευθερώνει μια δύναμη, ένα μυστικό στοιχείο, το οποίο τόσο η εξουσία όσο και οι αντίπαλοί της προσπαθούν με κάθε μέσο να οικειοποιηθούν. Όσα συμβαίνουν σήμερα –και σχεδόν όλα είναι τρομακτικά– πηγάζουν από αυτή τη δύναμη που φαίνεται να απελευθερώνεται από την κυριαρχία, αυτό το μυστικό στοιχείο, την απροσδιοριστία των νόμων εν αναστολή τους, την δημιουργία ενός κενού χώρου δικαίου που, όταν τα προσχήματα αδυνατούν, τροφοδοτεί με εικόνες το κοινωνικό φαντασιακό ως μια δίνη που χωνεύει κάθε κοινωνική δυναμική.

Μέσα σε ένα τέτοιο καθεστώς κάθε αναφορά στην έννομη τάξη παράγει τα δικά της παράδοξα. Όπως γράφει ο Αγκάμπεν: «ο κυρίαρχος βρίσκεται την ίδια στιγμή εντός και εκτός της έννομης τάξης… σύμφωνα με ένα από τα παράδοξα της κατάστασης εξαίρεσης, σε αυτή δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε την παράβαση του νόμου από την εκτέλεσή του, με συνέπεια αυτό που είναι σύμφωνο προς τον κανόνα και αυτό που τον παραβιάζει να ταυτίζονται σε αυτή χωρίς υπόλειμμα (όποιος κάνει περίπατο κατά τη διάρκεια απαγόρευσης της κυκλοφορίας δεν παραβαίνει περισσότερο το νόμο από ό,τι τον εφαρμόζει ο στρατιώτης, ο οποίος ενδεχομένως τον σκοτώνει)».

Θεωρούμε ότι αυτά ακριβώς τα παράδοξα τροφοδοτούν και την κοινωνική σύγχυση δημιουργώντας λογικές ανασχέσεις στην “ψυχολογία” των αντιστάσεων. Δημιουργείται μια πολυπλοκότητα στην αντίληψη των σχέσεων μεταξύ της κοινότητας: «Εξαίρεση και παράδειγμα είναι έννοιες σχετιζόμενες μεταξύ τους, που τείνουν οριακά να αναμειχθούν και παρεμβαίνουν κάθε φορά που χρειάζεται να προσδιορίσουμε το ίδιο το νόημα του ανήκειν των ατόμων, της αίσθησης ότι αποτελούν μέρος μιας κοινότητας. Σε κάθε λογικό σύστημα, η σχέση μεταξύ του εντός και του εκτός, της αλλοτριότητας και της οικειότητας είναι εξίσου πολύπλοκη».

Μέσα σε αυτόν το πλαίσιο αντίληψης, εντοπίζονται δύο εξόχως σημαντικά σημεία αναφοράς για την συγκρότηση μιας εναντιωματικής στάσης. Το ένα αφορά τη διαπίστωση του Αγκάμπεν σχετικά με την αδυναμία των επαναστάσεων να απαντήσουν στο ζήτημα του κράτους: «Όταν πρέπει να αντιμετωπιστεί ένας εχθρός, η δομή του οποίου παραμένει άγνωστη, τότε αργά ή γρήγορα ταυτιζόμαστε με το κράτος και η θεωρία του κράτους είναι ακριβώς ο σκόπελος πάνω στον οποίο οι επαναστάσεις του 20ου αιώνα μοιραίως ναυάγησαν». Αυτή η διαπίστωση μπορεί να χρεώνεται, βέβαια, σε μια απαισιόδοξη αντίληψη που χαρακτηρίζει τον Αγκάμπεν από την μία, αλλά από την άλλη καθιστά φανερό ότι για το ξεπέρασμα των καταστάσεων εξαίρεσης αναδεικνύεται ως αναπόφευκτο, για μια ακόμη φορά, το ζήτημα της καταστροφής του κράτους. Το άλλο σημείο αναφοράς, στο ίδιο πλαίσιο αντιληπτικής προσέγγισης, στο Homo Sacer παρατίθεται o Β. Μπένγιαμιν, από τις Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας: «Η παράδοση των καταπιεσμένων μας διδάσκει ότι η “κατάσταση εξαίρεσης” στην οποία ζούμε αποτελεί τον κανόνα. Οφείλουμε να καταλήξουμε σε μια έννοια της ιστορίας η οποία να ανταποκρίνεται σε αυτό το γεγονός. Τότε θα έχουμε απέναντί μας, ως καθήκον, τη δημιουργία μιας πραγματικής κατάστασης εξαίρεσης». Η άρνηση να αντιληφθούμε την κανονικότητα ως διαρκή κατάσταση εξαίρεσης μάς εμποδίζει να αναγνωρίσουμε και την ίδια την κατάσταση εξαίρεσης. Είναι πρόβλημα όταν αντιμετωπίζουμε την κανονικότητα με τον τρόπο που η κυριαρχία επιβάλλει: ως αυτονόητη, ως μια σταθερή συνθήκη που εκπηγάζει από βασικές και αναλλοίωτες κυριαρχικές θεμελιακές αρχές και δεν επιδέχεται καμία απολύτως επεξήγηση. Αντιθέτως, η κάθε είδους απόκλιση είναι αυτή που πρέπει να εξηγήσει τον εαυτό της. Η αναλυτική ανάγκη της επιτελεστικότητας, για την κατανόηση του κόσμου της κυριαρχίας, είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη.

Στο Homo Sacer ο Αγκάμπεν παραθέτει μια θέση του Ζ. Λ. Νανσύ για την εγκατάλειψη ως αναπόφευκτη σχέση με το νόμο: «Εγκαταλείπω σημαίνει παραιτούμαι, αναθέτω, εμπιστεύομαι ή εναποθέτω σε μια κυρίαρχη εξουσία, και αναθέτω, εμπιστεύομαι ή εναποθέτω στο ανάθεμά της, δηλαδή στη διακήρυξη της, στη σύγκλησή της, στην τελική της απόφαση. Εγκαταλειπόμαστε πάντα ως προς ένα νόμο… Η εγκατάλειψη σέβεται το νόμο, δεν δύναται να πράξει διαφορετικά». Η εγκατάλειψη είναι μια συναισθηματική συνθήκη που εύκολα μπορεί να ανιχνευτεί στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα των ημερών. Δεν είναι, ωστόσο, μια καινοφανής κατάσταση, καθώς αποτελεί εμπρόθετο μέρος των ίδιων των νόμων για την κοινωνική τους πρόσληψη. Η απάντηση του Αγκάμπεν είναι εξαιρετικά χρήσιμη για την ξεθεμελίωση των κυριαρχικών προϋποθέσεων: «Αν κατορθώσουμε να στοχαστούμε το είναι της εγκατάλειψης πέρα από κάθε ιδέα νόμου (ακόμη κι αν πρόκειται για την κενή μορφή μιας ισχύος άνευ σημασίας), θα μπορέσουμε να πούμε ότι σταθήκαμε ικανοί να εξέλθουμε από το παράδοξο της κυριαρχίας προς μια πολιτική απαλλαγμένη από κάθε ανάθεμα».

Η βιοπολιτική μάς κλείνει το μάτι μέσα από τα καθεστώτα εξαίρεσης: «Αν σε κάθε εποχή εναπόκειται στον κυρίαρχο, στο βαθμό που αποφασίζει για την κατάσταση εξαίρεσης, να αποφασίζει ποια ζωή μπορεί να θανατωθεί δίχως να διαπράττεται ανθρωποκτονία, στην εποχή της βιοπολιτικής αυτή η εξουσία τείνει να χειραφετηθεί από την κατάσταση εξαίρεσης για να μεταμορφωθεί σε εξουσία απόφασης περί του σημείου στο οποίο η ζωή παύει να είναι πολιτικώς υπολογίσιμη». Αυτό που συμβαίνει ήδη στην Ιταλία και την Ισπανία, με την επιλογή των περισσότερο ικανών να επιβιώσουν, έχει ιστορικό βάθος: «το γεγονός πως το εθνικοσοσιαλιστικό Ράιχ σηματοδοτεί τη στιγμή στην οποία η ενοποίηση ιατρικής και πολιτικής, που αποτελεί ένα από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της νεωτερικής βιοπολιτικής, αρχίζει να προσλαμβάνει την ολοκληρωμένη μορφή της. Το στοιχείο αυτό συνεπάγεται ότι η κυρίαρχη απόφαση περί γυμνής ζωής μετατοπίζεται από στενά πολιτικές επιταγές και σφαίρες σε ένα περισσότερο ασαφές πεδίο, όπου ο γιατρός και ο κυρίαρχος φαίνεται να ανταλλάσσουν ρόλους».

Βιώνουμε μια συνθήκη που θέλει να αντλήσει από τον νεοπαγή κίνδυνο ενός κοροναϊού τη νομιμοποίηση για τις δήθεν καινοφανείς μορφές της κυριαρχίας. Τα εργαλεία της κυριαρχίας, όπως φαίνεται, έχουν ιστορικό βάθος, όπως ακριβώς και η διαμεσολάβηση του ιού (αν αφήσουμε στην άκρη τις βιολογικές του καταβολές μέσα στην καπιταλιστική συνθήκη) μεταξύ των ανθρώπινων σχέσεων. Σίγουρα δεν ζούμε μια γυμνή ζωή, όπως την περιγράφει ο Αγκάμπεν, αλλά σίγουρα ζούμε μια συνθήκη έκτακτης ανάγκης, μια συνθήκη εξαίρεσης, χωρίς να γνωρίζουμε ποια είναι τα στοιχεία αυτά που θα ενσωματωθούν στην κανονικότητα του μέλλοντος, έτσι όπως το φαντάζεται η κυριαρχία. Ο Γ. Σταυρακάκης, επιμελητής της ελληνικής έκδοσης του Homo Sacer, στο επίμετρο του βιβλίου γράφει: «Πρόκειται για την πιο απαισιόδοξη, αλλά οπωσδήποτε μια από τις πλέον δόκιμες ερμηνείες του επιχειρήματος του Agamben, σύμφωνα με την οποία στον “διοικούμενο κόσμο” του ύστερου καπιταλισμού ο έλεγχος και η διοίκηση της γυμνής ζωής «αναγνωρίζονται και επιβάλλονται απευθείας ως ουσία της ίδιας της πολιτικής» οδηγώντας μια μακρά όσο και αναπόδραστη ιστορική πορεία στο “τελικό της κλείσιμο”. Εκείνο βέβαια που λείπει από μια τέτοια θεώρηση είναι κάθε αναφορά στους «λόγους, τις δυνάμεις, τα συμφέροντα, τους αγώνες, τα κινήματα, τις στρατηγικές και τους δρώντες που ήταν και παραμένουν εμπλεκόμενοι στην εκδίπλωση της πολιτικής της βιο-κυριαρχίας». Με λίγα λόγια, σύμφωνα με αυτόν τον άξονα κριτικής αποτίμησης, το σχήμα του Agamben φαίνεται πως αδυνατεί να λάβει υπόψη την ενδεχομενικότητα των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων».

Εδώ ακριβώς είμαστε λοιπόν.


Σε πείσμα της δυσοίωνης συνθήκης που ενοχοποιεί το συλλογικό εν ονόματι του “κοινού καλού”, οι συναντήσεις της αφανούς κοινότητας αποκτούν μεγαλύτερη ένταση μετατοπίζοντας τον τρόπο τους, έχοντας προσλάβει έναν διαρκή χαρακτήρα. Η συνθήκη της “ζωής σε καραντίνα” έχει μετατραπεί σε μια συνθήκη αναδιοργάνωσης μέσων και προοπτικών, αναστοχασμού περιεχομένων, επαγρύπνησης αισθητηρίων, διεύρυνσης των εκφραστικών μέσων, πεισματικής δημιουργικότητας. Το μοίρασμα είναι αστείρευτο. Στήνουμε το δικό μας μικρό, αλλά άθραυστο, παρατηρητήριο της επικαιρότητας αποκωδικοποιώντας την κυρίαρχη φαινομενικότητα για να εντοπίσουμε την ουσία όσων συμβαίνουν. Με μοναδική προοπτική να συμβάλλουμε, έτσι ώστε η εξεγερσιακή ευαισθησία να ενισχύεται, ανασυγκροτώντας τα πολιτικά της αισθητήρια. Η διαρκής διαδικασία των συναντήσεων εκβάλλει, με την ίδια λογική, σε ένα διαρκές κείμενο με τίτλο “ζωή σε καραντίνα” όπου κάθε άξονας, τον οποίο επεξεργαζόμαστε, όταν αποκτά μια τελική μορφή δημοσιοποιείται άμεσα. Η “ζωή σε καραντίνα”, στην τελική της μορφή, θα είναι η σύνθεση όλων των επιμέρους κειμένων που θα έχουν δημοσιοποιηθεί ετεροχρονισμένα, κειμένων που ως ψηφίδες θα συνδέονται μεταξύ τους αλληλοσυμπληρούμενες, αλλά χωρίς να έχουν χάσει και την περιεχομενική τους αυτονομία.

Πηγή: Αφανής Κοινότητα

The Blast: Σκέψεις σχετικά με την πανδημία του κορονοϊού

Ο κόσμος αλλάζει. Η εποχή που ξανοίγεται μπροστά μας είναι μια εποχή νέα, άγνωστη και τρομακτική. Παλιές ισορροπίες και συσχετισμοί μεταβάλλονται ,αναιρούνται και αναδιαμορφώνονται. Ζούμε μια καταιγίδα γεγονότων σε παγκόσμιο επίπεδο που ίσως αλλάξει ακόμα και τα εργαλεία με τα οποία θα διαβάζουμε τον κόσμο γύρω μας. Σε αυτή τη συγκυρία είναι επιτακτικό να μιλάμε, να συζητάμε, να γράφουμε, να προσπαθούμε να αποκτήσουμε ατομικά και συλλογικά τα εφόδια για αυτό που έρχεται. Η παρακάτω ενότητα όπως και άλλες που θα ακολουθήσουν είναι μια συμβολή στο γαλαξία των σκέψεων και απόψεων που κατατίθενται δημόσια προκείμενου να λειτουργήσουν ως ερέθισμα σκέψης και προβληματισμού.

i)Η ψευδαίσθηση του ελέγχου και η απώλεια αυτού

Και ξαφνικά εγένετο πανδημία. Κόσμος πεθαίνει, κόσμος αρρωσταίνει, συνθήκες έκτακτης ανάγκης παντού. Άνθρωποι με μάσκες και γάντια, άνθρωποι με άσπρες ρόμπες, στρατός στους δρόμους, βραχυκύκλωμα στην οικονομία, πτώση δεικτών χρηματιστηρίου παγκόσμιου και μη, κατάρρευση εθνικών συστημάτων υγείας, άπλετη συνωμοσιολογία καχυποψία, φόβος, πανικός, χειροκροτήματα σε μπαλκόνια, μέτρα εξαίρεσης, κι άλλα μέτρα, προπαγάνδα, κι άλλος πανικός, στρατιωτικά κομβόι να μεταφέρουν νεκρούς, κλινική απολύμανση σε ολόκληρες πόλεις, καραντίνα, απομόνωση, εγκλεισμός, απολύσεις, επιτάχυνση του τεχνο-ολοκληρωτισμού, δυστοπία. Πως φτάσαμε ως εδώ;

Τις τελευταίες δεκαετίες έχει εγκιβωτιστεί -σχεδόν οικουμενικά- στην ανθρώπινη συνείδηση, η αντίληψη ότι ελέγχουμε τα πάντα. Η αλματώδης πρόοδος των θετικών επιστημών και ο αναπόφευκτος εκσυγχρονισμός των κοινωνιών στην πλειοψηφία τους έχουν συμβάλει συντριπτικά σε αυτήν την ψευδαίσθηση ελέγχου. Η αντίληψη ότι τα πάντα βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο της ανθρώπινης βούλησης είναι τόσο εμπεδωμένη ώστε κάθε φορά που κάτι ξεφεύγει από τα ραντάρ αυτού του ελέγχου , ένας δυνατός σεισμός, μια πλημμύρα, μια ξαφνική φωτιά, ένα τσουνάμι, μια πανδημία, η άμεση αντανακλαστική εντύπωση είναι ότι δεχόμαστε επίθεση από ένα αόρατο εχθρό.

Φυσικά η αντίληψη αυτή του ελέγχου δομήθηκε πάνω σε μια αυθαίρετη συλλογική πεποίθηση ότι αυτός ο κόσμος μας ανήκει. Το παγκόσμιο συλλογικό πνεύμα, αν μπορούμε φυσικά να μιλάμε για κάτι τέτοιο, διακατέχεται σε τέτοιο βαθμό από αυτήν την πεποίθηση, ώστε αισθανόμαστε την εκδήλωση φυσικών φαινομένων, που φυσικά υπήρχαν πολύ πριν την εμφάνιση του ανθρώπου σε αυτόν τον πλανήτη, ως έναν απειλητικό εισβολέα στο ζωτικό μας χώρο τη στιγμή που ο άνθρωπος είναι αυτός που ουσιαστικά έχει εισβάλει στο φυσικό τοπίο, προσπαθώντας να κατακτήσει, να κυριεύσει, να τιθασεύσει κάθε σπιθαμή του, κάθε στοιχείο του, οτιδήποτε βασικά μέσα σε αυτό. Οι επί αιώνες πανανθρώπινης εμπειρίας συμβίωσης (ή και απλής επιβίωσης) με τα κοσμογονικά φαινόμενα αυτού του πλανήτη, έχει λησμονηθεί και αντικατασταθεί από μια μανία, κυρίευσης, λεηλασίας και μιας αδιάκοπης προσπάθειας επιβολής των δικών μας όρων στο περιβάλλον το οποίο μας φιλοξενεί για κάτι δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Η ανθρωπότητα εδώ και καιρό δε προσπαθεί απλά να επιβιώσει, ή να συμβιώσει, με τις δυνάμεις που διέπουν το περιβάλλον μας. Δεν περιορίζεται καν στο να εξασκήσει την ατομική και συλλογική ευφυΐα του είδους μας ώστε οι συνθήκες ζωής μας να καλυτερεύουν, να γίνονται πιο άνετες, πιο εύκολες, πιο αξιοπρεπείς. Όχι. Η συνύπαρξη μας πλέον με το περιβάλλον κινείται έξω και από το όρια εκείνου του ανταγωνισμού που ισχύει με όλα τα υπόλοιπα είδη χλωρίδας και πανίδας. Κινείται σε όρια που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε πολεμικά. Η βιομηχανική και τεχνολογική ανάπτυξη, σύμφυτη και αναπόσπαστη με τις διάφορες εξουσίες, και τις ελίτ που τις διαχειρίζονται ενώ ταυτόχρονα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για δύναμη, κυριαρχία και πλούτο, είναι οι κυρίως υπεύθυνες για την κατάσταση στην οποία έχει οδηγηθεί η συνύπαρξη ανθρωπότητας-περιβάλλοντος.

Αυτή η συνθήκη όμως υπακούει πάνω στη σύγχρονη εκδοχή του πολιτισμού, και ταυτόχρονα βασικού πυρήνα των κοινωνικών συμβολαίων της εποχής μας, ειδικά στις πιο ανεπτυγμένες τεχνολογικά και οικονομικά περιφέρειες του κόσμου μας. Κοινωνικά συμβόλαια τα οποία, πέραν όλων των άλλων, είναι εδραιωμένα πλέον σε ένα άτυπο deal: ότι οι εξουσίες -και τα κράτη στα οποία είναι εδραιωμένες- στις οποίες εμπιστευόμαστε τη διαχείριση των ζωών, της ελευθερίας και της ασφάλειας μας, μπορούν να αντεπεξέλθουν σε οποιαδήποτε κατάσταση. Κι αυτό γιατί πλέον παράλληλα με την ανάπτυξη των θετικών επιστημών, έχει αναπτυχθεί αρκετά και το κριτήριο του ορθού λόγου και μέσα στις κοινωνικές βάσεις.

Τουλάχιστον αρκετά , ώστε να εγείρεται ως προοδευτική απαίτηση τα κράτη μέσα από τα οποία εδραιώνονται οι σύγχρονες μορφές εξουσίας, να έχουν και αυτόν τον ρόλο στην κοινωνική ζωή.
Τι συμβαίνει όμως όταν αυτός ο ρόλος διαψεύδεται; Όταν καθίσταται αδύνατη η εκπλήρωση του, από συνθήκες που όσο και να θέλει ο άνθρωπος, είναι μη ελέγξιμες; Κανένα κράτος δε μπορεί να μας προστατεύσει από τα πάντα. Κι αυτό γιατί πολύ απλά υπάρχουν στη Γη δυνάμεις που ξεφεύγουν του ελέγχου και της ανθρώπινης παρέμβασης. Για την ακρίβεια πάντα υπήρχαν, και θα συνεχίσουν να υπάρχουν είτε με τον άνθρωπο είτε χωρίς αυτόν. Δυνάμεις άλογες, που δεν έχουν ούτε θεϊκές ιδιότητες, ούτε εκδικητικές –ή οποιεσδήποτε άλλες- προθέσεις, αλλά που μας υπενθυμίζουν εν τούτοις πόσο πραγματικά μικρός είναι ο άνθρωπος μπροστά στον παράγοντα των τυχαίων ακολουθιών και των φυσικών δυνάμεων που ορίζουν τη δομή του κόσμου γύρω μας (του κόσμου με την πολύ ευρύτερη έννοια). Οι σεισμοί, οι καταποντισμοί, οι ηφαιστειακές εκρήξεις, τα μικρόβια που προκαλούν τις μεγάλες πανδημίες, δεν είναι εχθροί που μας επιτίθενται. Αποτελούν τμήμα αυτού του κόσμου, ο οποίος είναι πολύ μεγαλύτερος σε ηλικία από εμάς. Φυσικά έχουμε κάθε δικαίωμα να μην αφηνόμαστε στο έλεος τους. Μπορούμε να μάθουμε να προφυλασσόμαστε, να θεραπευόμαστε, να επιβιώνουμε με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, και να οργανώνουμε συλλογικά τις ζωές μας με τρόπους ώστε να είμαστε πιο κατάλληλα προετοιμασμένοι κάθε φορά. Υποθετικά αυτό είναι κρατικό μέλημα στην εποχή μας. Μέλημα των διαφορετικών εκφάνσεων εξουσίας που καταπιέζουν και καταδυναστεύουν εκατομμύρια, δισεκατομμύρια ζωές. Όταν όμως μπροστά σε αυτές τις δυνάμεις τα κράτη αδυνατούν να εκπληρώσουν τον υποτιθέμενο ρόλο τους, είτε λόγω δομικών ανεπαρκειών τους , είτε και λόγω αντικειμενικών συνθηκών, τότε όλα αλλάζουν. Και αλλάζουν δραματικά.

Η κρατική ανεπάρκεια μπροστά σε συνθήκες, όπως το ξέσπασμα της παρούσας πανδημίας που θερίζει χιλιάδες ζωές σε όλον τον πλανήτη, είναι δυνατόν να εντείνει τον σκεπτικισμό των υποτελών πολιτών απέναντι στον ίδιο τον πυρήνα της ύπαρξης του, ή έστω απέναντι στην εκάστοτε εποχική διαχείριση του, κάτι που προκαλεί μια άλλου τύπου εγρήγορση και κινητοποίηση του Κράτους. Ειδικά από τη στιγμή που οι συνέπειες μιας καταστροφής μπορεί να έχουν και παράπλευρες συνέπειες όπως μια μεγάλη οικονομική κρίση, τη φτωχοποίηση ευρύτερων κομματιών του πληθυσμού, το ξέσπασμα πείνας και φυσικά την πιθανότητα κοινωνικών εκρήξεων εδώ και εκεί.

Αυτή η εγρήγορση και η κινητοποίηση έρχεται μέσα από την κήρυξη πολέμου και την ενεργοποίηση μιας κατάστασης εξαίρεσης στην οποία οι κρατικές εξουσίες αποκτούν ολοένα και περισσότερες έκτακτες αρμοδιότητες και δικαιοδοσίες, και αναλαμβάνουν το ρόλο του προστατευτικού αλλά αυστηρού πατέρα που αναλαμβάνει κάθε απαραίτητο μέτρο για να προστατέψει και να γαλουχήσει τα ανήλικα τέκνα του. Ο εχθρός μεταμορφώνεται σε ένα ανελέητο, εξωπραγματικό και αδυσώπητο τέρας, απέναντι στο οποίο δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο παρά να εμπιστευτούμε το κράτος- πατέρα να τα βγάλει πέρα, και εμείς να υπακούσουμε σε οτιδήποτε μας λέει, χωρίς αντιρρήσεις, χωρίς αμφιβολίες, χωρίς αντιδράσεις. Για το καλό μας.

Από τη στιγμή που ο κρατικός μηχανισμός αποδεικνύεται ανεπαρκής στην αποτελεσματική πρόληψη και αντιμετώπιση μιας συντελούμενης καταστροφής, (η ανεπάρκεια αυτή μπορεί φυσικά να είναι και προϊόν των οικονομικών πολιτικών που εφαρμόζει ή έχει εφαρμόσει ένα κράτος), διογκώνει το φόβο των μαζών για το «κακό» που ξέσπασε. Αφού ο φόβος διαχυθεί αρκετά καλά ώστε να επικρατήσει του όποιου σκεπτικισμού, στη συνέχεια επιχειρεί να ελέγξει τον ίδιο το φόβο που διόγκωσε προηγουμένως, ώστε να ανέβουν οι μετοχές εμπιστοσύνης απέναντι του, εμπιστοσύνη που ενδεχομένως μπορεί να είχε κλονιστεί σε προηγούμενο χρόνο. Έτσι η διολίσθηση στον αυταρχισμό, στην καταστρατήγηση δημοκρατικών κεκτημένων, στον τεχνο-ολοκληρωτισμό, στην κυριαρχία ενός νέου τύπου στρατιωτικοαστυνομικού συμπλέγματος εμφανίζονται ως προϊόντα συναίνεσης. Από τη στιγμή που το κλίμα είναι πολεμικό, η όποια ανυπακοή και απειθαρχία χαρακτηρίζονται ως απειλές ενάντια στην κοινωνία και η κριτική σε καιρό πολέμου ισοδυναμεί με προδοσία οπότε έτσι βρίσκουν το νομιμοποιητικό έδαφός τους η χωρίς όρια λογοκρισία και φίμωση.

Συγκεκριμένα στην περίπτωση της πολεμολογίας που παρατηρούμε την εποχή της πανδημίας του Covid-19 υπάρχουν κάποια κοινά μοτίβα στις εξαγγελίες διάφορων ηγετών. Αυτό που ακούγεται συχνά είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια ασύμμετρη απειλή, έναν αόρατο εχθρό, με τον οποίο δε μπορεί δε μπορεί να υπάρξει καμία διαπραγμάτευση συνεπώς απαιτείται μια συλλογική συστράτευση. «Είμαστε όλοι μαζί σε αυτό» λένε παρόλο που είναι εμφανές πως οι πιο ισχυροί, οι πιο πλούσιοι, οι πιο προνομιούχοι, βρίσκονται σε πολύ ευνοϊκότερη μοίρα από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Όχι γιατί δε μπορούν να νοσήσουν αλλά γιατί δε θα χρειαστεί ούτε να εκτεθούν το ίδιο άσκοπα στον ιό, ούτε υπάρχει περίπτωση να τύχουν κακής ή και καθόλου νοσηλείας.

Το γεγονός ότι τα κράτη χρίζονται «οι υπερασπιστές των τειχών» απέναντι σε αυτό τον αόρατο εχθρό παραγκωνίζει την αξία και την πρακτική της κοινοτικής αλληλεγγύης. Πανδημίες ανέκαθεν ξεσπούσαν. Δεν είχαν πάντοτε οι πληθυσμοί το περιθώριο να μένουν σπίτια τους. Τα σπίτια των ανθρώπων δεν είχαν όλες τις εποχές ηλεκτρικό ρεύμα, ύδρευση και θέρμανση επομένως πολλές εξωτερικές εργασίες αφορούσαν την εξασφάλιση βασικών αγαθών όπως το νερό ή τα ξύλα για το τζάκι. Επίσης οι αγορές δεν είχαν τις υποδομές των σουπερ μάρκετ και κανείς δε φρόντιζε για το μη συνωστισμό. Ειδικά στην επαρχία που οι αγροτικοί πληθυσμοί ζούσαν αποκλειστικά από τις δικές τους καλλιέργειες και την κτηνοτροφία, το μένουμε σπίτι ήταν μια πολυτέλεια που δεν υπήρχε καν στη σφαίρα της φαντασίας. Σε συνθήκες όπου οι κεντρικές εξουσίες ούτε είχαν τον ίδιο εποπτικό έλεγχο του συνόλου των επικρατειών τους, ούτε το κράτος πρόνοιας ήταν κάτι αυτονόητο, οι πληθυσμοί αντιμετώπιζαν μόνοι τους τα ξεσπάσματα φονικών επιδημιών, και η αλληλεγγύη ήταν η μόνη αναγκαία συνθήκη στην οποία μπορούσαν να καταφύγουν, εάν το επέλεγαν.
Αυτή η συνθήκη πλέον καταργείται με τις ολικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας και εργολάβος της προστασίας μας γίνεται η κεντρική εξουσία ,βρίσκοντας την ευκαιρία να ενδυναμωθεί και ιδεολογικά η αναγκαιότητα ύπαρξης του. Τι θα κάναμε χωρίς το κράτος σε μια κατάσταση σαν και αυτή; Πως θα επιβιώναμε, πως θα αποφεύγαμε το χειρότερο, πως θα βγαίναμε όσον τον δυνατόν λιγότερο αλώβητοι από την πανδημία;

Το κράτος υπερενισχύοντας τον εαυτό του δεν λειτουργεί μόνο προληπτικά ως προς την αντιμετώπιση των πιθανών, και μάλλον αναπόφευκτων, κοινωνικών αντιδράσεων που θα προκαλέσουν οι παρενέργειες της πανδημίας. Δεν αποσκοπεί μονάχα στο να προσπαθήσει να καλύψει τις δομικές αντιφάσεις του (σε συνδυασμό και με αυτές της καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας), αλλά ουσιαστικά θέλει να κάνει τους πάντες, (η έστω τις πλειοψηφίες) να αποδεχθούν ότι δεν υπάρχει καμιά άλλη εναλλακτική εκεί έξω. Ότι χωρίς μια κεντρική διαχείριση ελέγχου των ζωών μας θα αφανιστούμε. Εν τέλει η ίδια η καταστροφή μαζί με το γκρέμισμα της ψευδαίσθησης ότι έχουμε το έλεγχο στα πάντα, μετατρέπεται σε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία προκειμένου η ψευδαίσθηση αυτή να ξαναχτιστεί σε νέα θεμέλια, πιο στιβαρά, πιο σφιχτά, πιο εφιαλτικά και πολύ πιο δυστοπικά για τους πληθυσμούς που υπόκεινται στον έλεγχο των εξουσιών που κυβερνούν και ταυτόχρονα ρημάζουν τον κόσμο γύρω μας.

Πρόκληση λοιπόν της νέας εποχής που έρχεται, στην οποία ο κόσμος που ξέραμε αλλάζει ραγδαία, και αλλάζει προς το χειρότερο, είναι μεταξύ άλλων , περισσότερο από ποτέ, και η ανάδειξη της αλληλεγγύης ως αντίπαλου δέους απέναντι σε αυτήν ακριβώς τη ψευδαίσθηση ότι η κεντρική εξουσία νοιάζεται, και είναι εδώ για εμάς. Είναι εδώ αλλά για να διασφαλίσει την κυριαρχία της, να εντείνει τους όρους εκμετάλλευσης ανθρώπων και άλλων έμβιων όντων και των φυσικών πόρων του πλανήτη και να επιβάλει ασφυκτικότερες μορφές κοινωνικού ελέγχου και πειθαρχίας. Μια αλληλεγγύη από τα κάτω, μια αλληλεγγύη που θα λειτουργεί ως οργανική σχέση μεταξύ των μελών μιας κοινότητας που θα μπορούσε να είναι πρότυπο, μια αλληλεγγύη πολύμορφη, που θα θυμίζει όπου πρέπει ότι κανείς και καμία δεν είναι μόνος/η του στη συντελούμενη και επερχόμενη δυστοπία. Όχι γιατί αυτό είναι μια εγγυημένη συνταγή νίκης. Αλλά για να μην χάσουμε τα πάντα μέσα στην έρημο της κοινωνικής μοναξιάς.

Πηγή: theblast

Ιατρική-γνώση-εξουσία, και η γαλλική επιστημολογική σχολή

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ Thomas S. Kuhn και του Paul Feyerabend είναι σήμερα πασίγνωστα και συνώνυμα, για πολλούς, με ό,τι πιο ριζοσπαστικό έχει εμφανιστεί στο πεδίο της επιστημολογίας από τη δεκαετία του 1960 και ύστερα. Είναι κυρίως η ιδέα των «επιστημονικών επαναστάσεων» του T.S. Kuhn εκείνη που υποτίθεται ότι αμφισβήτησε το συνεχές της προόδου και την αδιατάρακτη σωρευτικότητα της επιστημονικής γνώσης, αξιώματα εν πολλοίς αδιερώτητα για το θετικιστικό πνεύμα μέσ’ από το οποίο γεννήθηκε το ίδιο το επιστημολογικό εγχείρημα. Πολλοί λιγότεροι όμως συνειδητοποιούν ότι οι ουσιώδεις καινοτομίες του T.S. Kuhn έχουν προαναγγελθεί κατά μια εικοσαετία τουλάχιστον από τη λεγόμενη ιστορική επιστημολογική σχολή της Γαλλίας – ότι οι «επιστημονικές επαναστάσεις», ας πούμε, δεν είναι παρά ένα άλλο όνομα για τις «επιστημολογικές ρήξεις» που εισηγήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 ο Gaston Bachelard… Το ακαταμάχητο πλεονέκτημα των Kuhn και Feyerabend είναι βέβαια ότι έγραψαν στ’ αγγλικά, σε μια εποχή που η ιμπεριαλιστική κυριαρχία της αγγλικής μεταφράζει σε πολιτισμικό κεφάλαιο την πολιτικοοικονομική εκείνη ισχύ της οποίας προϊόν και μηχανισμός αναπαραγωγής ταυτόχρονα είναι το αγγλοσαξωνικό πανεπιστήμιο.

Για να το πούμε απλούστερα, αντισυμβατικοί επιστημολόγοι όπως οι Kuhn και Feyerabend «ανακαλύπτουν» ένα μάλλον κοινό μυστικό για το οποίο ήταν κουφή και τυφλή μόνο η αγγλόφωνη ακαδημαϊκή κοινότητα, παραλυμένη από τον εργαλειακό εμπειρισμό και την αναλυτική της φιλοσοφία: το ότι η επιστημονική «γνώση» είναι η ίδια ένα ιστορικό σημασιοδοτικό εγχείρημα που ακολουθεί κατά πόδας τούς ιδεολογικούς ανέμους εποχών και κοινωνιών, και στις κρίσιμες διαμορφωτικές της στιγμές καθορίζεται κατ’ ανάγκη από εξωεπιστημονικές και μη υπαγόμενες στον επιστημονικό ορθολογισμό δυνάμεις – το επίπεδο ανάπτυξης και την ιδιάζουσα φύση των παραγωγικών δυνάμεων, την οργάνωση των παραγωγικών σχέσεων, τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, τις ανάγκες αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος, τις οικονομικές επενδύσεις στον ερευνητικό τομέα… Ότι, για να το πούμε αλλιώς, δεν υπάρχουν καθαρές «αλήθειες» οι οποίες μπορούν να διαχωριστούν από τη ιστορική διαδικασία παραγωγής τους, ότι αν αφαιρέσουμε όλους τους παραπάνω παράγοντες τους οποίους ο παραδοσιακός επιστήμονας έχει διδαχθεί να εκλαμβάνει ως άσχετους με το ειδικό κομμάτι της δουλειάς του, δεν μένει τίποτε από το υποτιθέμενα θετικό περιεχόμενο της γνώσης παρά μόνο λίγες τυπικές φόρμουλες που συνιστούν απελπιστικές ταυτολογίες… Όχι βέβαια ότι η λεγόμενη «ηπειρωτική» σκέψη είχε εγγενώς εξασφαλισμένη ανοσία απέναντι στον θετικισμό και την εργαλειοτεχνική ορθολογικότητα, ούτε ότι αναγνωρίζει πάντοτε ρητά διαμορφωτικούς παράγοντες όπως οι παραπάνω – ο θετικισμός άλλωστε γεννήθηκε σε γαλλικό έδαφος, με τον Αύγουστο Κοντ, του οποίου το ριζικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης της γνώσης στάθηκε πιστό ιδεολογικό απείκασμα της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, και το ίδιο το γερμανικό πανεπιστήμιο θεμελιώθηκε στο άτεγκτο νομολογικό έδαφος του νεοκαντιανισμού, στήριγμα της γραφειοκρατικής δομής όλων των μοντέρνων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων απ’ όπου, μεταξύ άλλων, επρόκειτο να διδαχθούν τα μέγιστα και οι Aγγλοσάξωνες (πολύ περισσότερο, ας πούμε, απ’ όσο από τον γηγενή εκπαιδευτικό φιλελευθερισμό ενός John Dewey)… Για πολλούς λόγους ωστόσο ––και οπωσδήποτε λόγω της ύπαρξης ισχυρών αντικαπιταλιστικών κινημάτων που συγκλόνισαν την ήπειρο στη διάρκεια ενός και πλέον αιώνα–– στην Ευρώπη υπήρξαν αντιστάσεις, οι οποίες βρήκαν στις μεγάλες κριτικές παραδόσεις του Διαφωτισμού θεωρητικά όπλα για να πολιορκήσουν το κυρίαρχο θετικιστικό εργαλειοτεχνικό οχυρό. Και κάτι από αυτή τη θεωρητική κινητικότητα, τον επαναστατικό αναβρασμό των ιδεών, θα μπορούσε να πει κάποιος, ήταν αναπόφευκτο να διαπεράσει ακόμη και τα τείχη του αστικού πανεπιστημίου.

Πλέκοντας αναδρομικά ο Michel Foucault το εγκώμιο της γαλλικής επιστημολογικής σχολής ––κληρονόμο της οποίας αντιλαμβάνεται φυσικά τον εαυτό του–– θα προσπαθήσει να υποδείξει τον εικονοκλαστικό της χαρακτήρα μέσ’ από έναν τολμηρό παραλληλισμό. Γράφει: «Αν θέλαμε να βρούμε κάτι εκτός Γαλλίας που να αντιστοιχεί στο έργο του Cavailles, του Coyre, του Bachelard και του Canguilhem θα το βρίσκαμε ασφαλώς στη Σχολή της Φραγκφούρτης. Και όμως, το ύφος διαφέρει πολύ: διαφορετικοί είναι οι τρόποι με τους οποίους γίνεται καθετί, διαφορετικά τα πεδία ενδιαφέροντος. Αλλά το είδος των ερωτημάτων που διατυπώνονται είναι τελικά το ίδιο, στοιχειωμένο άλλοτε από τη μνήμη του Καρτέσιου, άλλοτε από το φάντασμα του Λούθηρου […] Κατά την ιστορία της επιστήμης στη Γαλλία, όπως και κατά τη γερμανική Κριτική Θεωρία, αν κάτι πρέπει να εξετάσουμε κατ’ ουσίαν είναι ένας λόγος που κουβαλάει μέσα στην αυτονομία των δομών του την ιστορία των δεσποτισμών και των δογματισμών – ένας λόγος που, κατά συνέπεια, μπορεί να επιφέρει χειραφέτηση μόνο εφόσον κατορθώσει να απελευθερωθεί από τον εαυτό του».1 Μέσα την υπερβολή του, ο παραλληλισμός αυτός είναι σωστός κι εσφαλμένος ταυτόχρονα. Διότι, από τη μία πλευρά, το κριτικό εγχείρημα στη γαλλική επιστημολογική σχολή δεν παρουσιάζει ούτε το εύρος ούτε την εμμονή και τη συνέπεια που έχει στην Κριτική Σχολή της Φραγκφούρτης· από την άλλη, η κριτική πρόθεση ποικίλλει αξιοσημείωτα από εκπρόσωπο σε εκπρόσωπο της γαλλικής επιστημολογίας, και ακόμη κι εκείνοι που το έργο τους θα μπορούσε να διαβαστεί σαν μια ζοφερή εξιστόρηση της νεωτερικότητας παράλληλη κάπως με τη Διαλεκτική του διαφωτισμού ––όπως ο ίδιος ο Foucault–– μοιάζουν δέσμιοι ενός επιστημονιστικού ταμπού έναντι κάθε μορφής αξιακότητας που αντιτίθεται οφθαλμοφανώς στις ρητές απελευθερωσιακές αποβλέψεις της Κριτικής Σχολής. Για τη Σχολής της Φραγκφούρτης είναι αδιανόητος ένας εγκλεισμός στο αυστηρά γνωσιολογικό πεδίο,2 ας πούμε, στο οποίο εξ ορισμού περιορίζεται η γαλλική επιστημολογία.

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η σχολή ––αν εξαιρέσουμε προς στιγμήν τον Alexandre Coyre που ως εμιγκρές από τη Ρωσία έχει κάπως διαφορετικές πνευματικές καταβολές, παρά την αδιαμφισβήτητη επιρροή που άσκησε στη γαλλική διανόηση του μεσοπολέμου–– μπορεί να συνοψιστεί στα ονόματα των Gaston Bachelard, Jean Cavaillès, Georges Canguilhem και Michel Foucault. Εξαιρώντας και πάλι τον Cavailles, προικισμένο μαθηματικό τού οποίου το έργο ωστόσο κόπηκε πρώιμα (συνελήφθη για συμμετοχή στην αντίσταση, βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τους ναζί το 1944), οι άλλοι τρεις αντιπροσωπεύουν τις μεγάλες διαδοχικές στιγμές αυτής της παράδοσης.3 Και από τους τρεις, όπως αναδρομικά μπορούμε να διαπιστώσουμε, ο Bachelard και ο Foucault βρίσκονται πολύ πιο κοντά μεταξύ τους απ’ όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Μολονότι ο τελευταίος ανοίχτηκε σε πιο πολλές εξωτερικές επιδράσεις, είχε στερεότερες βάσεις στη φιλοσοφία (την οποία διδάχθηκε δίπλα στον Jean Hippolyte) και στην ιστορία (στις ενασχολήσεις του με την οποία μοιάζει να έχει αφομοιώσει προπαντός το μάθημα της σχολής των Annales) ενώ στη δεκαετία του 1960 συνδέθηκε με τον διεπιστημονικό συρμό του λεγόμενου στρουκτουραλισμού, από μία άποψη δεν κάνει τίποτε άλλο από να επεξεργάζεται με νέα γλωσσικά μέσα και πάνω σε νέα αντικείμενα τις «επιστημολογικές ρήξεις» του Bachelard.

Παρά τη μεγάλη εκτίμηση που απολάμβανε πάντα στη Γαλλία ως δημιουργός μιας μετα-θετικιστικής και κατά κάποιον τρόπο αντι-καρτεσιανής επιστημολογίας, ο Gaston Bachelard είναι ίσως λιγότερο ρηξικέλευθος απ’ όσο γενικώς πιστεύεται. Με όλες τις ύστερες εξορμήσεις του στον χώρο της ποιητικής φαντασίας, τις γοητευτικές αναδιφήσεις του στην Ψυχανάλυση της φωτιάς4, στο Νερό και τα όνειρα5, στην Ποιητική του χώρου6, ο Μπασελάρ κατά βάσιν δεν εγκατέλειψε ποτέ την πεποίθηση ότι η επιστημονική γνώση είναι ανώτερη από κάθε προ-επιστημονική αντίληψη του κόσμου· γι’ αυτό και δεν έπαψε να υπερασπίζεται τα δικαιώματα της αφαίρεσης απέναντι σε κάθε μορφής «αμεσότητα». Διδαγμένος από τις δραματικές εξελίξεις της φυσικής στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, θα προτείνει μια νέα, αντι-ουσιολογική και «διαλεκτική», όπως την ονόμαζε, προσέγγιση η οποία διαλύει εμπειρικά «αντικείμενα» και «ιδιότητες» ανασυγκροτώντας τα ως πλέγματα σχέσεων (τα οποία εξ ορισμού υπερβαίνουν κάθε εμπειρική αντίληψη και είναι αρθρώσιμα σε μαθηματικές ή στατιστικοπιθανολογικές μήτρες).7 Αντιλαμβάνεται κάποιος εδώ ένα ίχνος διαλεκτικής που έχει τις ρίζες της στην εγελιανή σκέψη (αν δεν την επεκτείνουμε πίσω ως τον Σπινόζα), η οποία έχει ένα προφανές δίκιο έναντι του αφελούς επιστημονικού εμπειρισμού· ωστόσο λείπει η τελευταία κίνηση που ολοκληρώνει το διαλεκτικό εγχείρημα στον Χέγκελ, εκείνη που επαναφέρει στο συγκεκριμένο (άρνηση του αφηρημένου, κατά τον ίδιον τρόπο που εκείνο ήταν άρνηση του άμεσου), το οποίο έτσι αποκαθίσταται ως πλουσιότερο κατά το περιεχόμενό του από την απλή νοητική αφαίρεση. Αυτό μπορεί να ειπωθεί και με έναν άλλον τρόπο. Η υπέρβαση της εμπειρίας την οποία υπερασπίζεται ο Bachelard (σε συμφωνία με το «νέο επιστημονικό πνεύμα») αντιλαμβάνεται την εμπειρία με τον στενότερο δυνατό τρόπο, που είναι ουσιαστικά ο τρόπος του αγγλοσαξωνικού εμπειρισμού. Μία εντελώς διαφορετική έννοια της εμπειρίας αντιπροσωπεύει η εγελιανή Erfahrung, συνώνυμη ουσιαστικά με ό,τι θα ονομάζαμε ιστορική αυτοσυνειδησία – και σε αυτήν έγκειται το συγκεκριμένο που υπερβαίνει τη νοητική αφαίρεση (δηλαδή, την επιστημονική γνώση) στον Χέγκελ. Υπάρχει όμως και μία άλλη έννοια της εμπειρίας, την οποία έφερε στο προσκήνιο ο Husserl και έγινε σταδιακά ο άξονας όλου του φαινομενολογικού εγχειρήματος: είναι το Erlebnis που αποδίδουμε ακριβέστερα ως βίωμα, προ-διασκεπτική και προ-κατηγορική σύσταση του «κόσμου» και του «αντικειμένου» από την οποίαν απορρέει, και στην οποία παραμένει πάντοτε υπόλογη, κάθε μεταγενέστερη επιστημονική ανακατασκευή. Μέσω αυτής της ιδέας ο Husserl, όπως από μια παράλληλη θέση και ο Bergson, άσκησαν μια εξαιρετικά πειστική κριτική στον φορμαλισμό της επιστήμης και στην άσαρκη επιστημονική αφαίρεση, της οποίας τη σημασία δεν χρειάζεται να τονίσουμε σε μία ιστορική στιγμή όπου η ραγδαία επεκτεινόμενη τεχνοεπιστήμη γίνεται το κατεξοχήν εργαλείο κυριάρχησης του κόσμου, φυσικού όσο και ανθρώπινου. Απέναντι σε αυτές τις κριτικές ο Bachelard παραμένει κατά μια έννοια κουφός, παράγοντας ανεπιφύλακτα νομιμοποίηση για το επιστημονικό εγχείρημα με την επεξεργασία μιας απλώς διερυμένης ορθολογικότητας έναντι εκείνης που μας κληροδότησε η καρτεσιανή παράδοση. Οι «επιστημολογικές ρήξεις» του είναι σε τελευταία ανάλυση συμβάντα εντός της μεγάλης ορθολογικότητας που προέκυψε από την καταγωγική ρήξη του μύθου με τον λόγο: αίροντας κάθε φορά ειδικά «επιστημολογικά εμπόδια», παράγουν μια νέα, διαφορετικά οριζόμενη ορθολογικότητα η οποία, παρότι πριν από την «ρήξη» ήταν αδιανόητη, επαναδικτυώνει εκ των υστέρων μέσα στο σχήμα της την παλαιά.

Στον Foucault η ρήξη αυτή είναι απλώς πολύ πιο βαθιά (και από αυτή την άποψη έρχεται όντως εγγύτερα στον Thomas Kuhn). Για τον Foucault τίποτα ––ή σχεδόν τίποτα–– δεν γεφυρώνει το ένα παράδειγμα με το άλλο, τη μία δομή λόγου με την άλλη· οι ρήξεις έχουν το βάθος χειρουργικών τομών, δίνοντας στην ιστορία έναν χαρακτήρα δραματικής ασυνέχειας που δεν μπορεί ποτέ να αναχθεί σε μια νοηματικά συνεκτική διαδικασία. Ακριβέστερα, ο ίδιος ο όρος «ιστορία» πρέπει να εγκαταλειφθεί στον βαθμό που υπονοεί ήδη ένα συνεχές νοήματος· γι’ αυτό και θα τον αντικαταστήσει με τον όρο αρχαιολογία: εκείνο που ζητάμε είναι μάλλον το παρελθόν του παρελθόντος, τα αρχαία ερείπια που βρίσκονται θαμμένα κάτω από τα πολυκαιρισμένα μνημεία, το παγανιστικό τέμενος κάτω από τον καθεδρικό ναό, τα οστά του άγνωστου κοιμητηρίου κάτω από τον παλαιό συνοικισμό… Κι επειδή η ριζικότερη τέτοια τομή που μπορούμε να σκεφτούμε σε επιστημολογικό επίπεδο είναι η ίδια η ρήξη ανάμεσα στην ορθολογικότητα και τον παραλογισμό, προκλητικά ο Foucault θα επιλέξει ως παραδειγματικό αντικείμενό του μια «ιστορία της τρέλας» – δηλαδή, τη γενεαλογία ενός νεωτερικού επιστημονικού κλάδου που είναι η ψυχιατρική, ως λόγου πάνω σ’ εκείνο το οποίο εξ ορισμού αντίκειται στον λόγο. Ο λόγος ο οποίος κατάγεται από μια διαίρεση μεταξύ του εαυτού του και του ετέρου του δεν μπορεί να ανατρέξει μέχρις αυτή την καταγωγή, διατείνεται ο Foucault· γι’ αυτό και μια ιστορία της τρέλας είναι, σε τελευταία ανάλυση, η ιστορία της δυνατότητας να υπάρξει ιστορία. Παρά τον εσκεμμένα παραδοξολογικό χαρακτήρα τέτοιων δηλώσεων, αυτό θα μπορούσε απλούστερα να ιδωθεί ως εισαγωγή μιας συγκριτικής ανθρωπολογικής οπτικής στο πεδίο της παραδοσιακής ιστορίας (παρότι ο Foucault δεν το λέει έτσι) που επιδιώκει να φωτίσει τον πρωταρχικό σχηματισμό πολιτισμικών «αντικειμένων» μέσα από διαδικασίες προβληματοποίησης και αποκλεισμού, οι οποίες εγγράφουν πάντοτε ειδικές σχέσεις εξουσίας.

Όπως και αν κρίνει κάποιος τη σκέψη του Foucault συνολικά, η Ιστορία της τρέλας κατά την κλασική εποχή (1961)8 είναι το αριστούργημά του. Το προγραμματικό αυτό έργο του είναι γραμμένο σαν μια οιονεί λογοτεχνική αφήγηση ––παρά την ενδελεχέστατη τεκμηρίωση με αρχεία και πηγές που θα ζήλευε και ο σχολαστικότερος των ιστορικών–– όπου εξιστορείται η παράλληλη συγκρότηση αφενός του ιδρύματος εγκλεισμού, του ψυχιατρείου, αφετέρου ενός επιστημονικού λόγου πάνω στην «τρέλα», της ψυχιατρικής. Η αφήγησή του, η οποία ξεκινάει από τον δέκατο έβδομο αιώνα και ξετυλίγεται μέχρι τις ημέρες μας, υποδεικνύει μια νέα μορφή παραγωγής της ταυτότητας που αντιστοιχεί σε μια νέα μορφή αποκλεισμού, η οποία χαρακτηρίζει ειδικά τη νεώτερη αστική κοινωνία: το δίπολο λογικότητα/παραλογισμός έρχεται να πάρει τη θέση που στις μεσαιωνικές φαντασιακές αναπαραστάσεις κατείχε το δίπολο αρετή/δαιμονοπληξία. Η καταστολή των ευφάνταστων μυθοπλασιών και του λαϊκού οργιασμού που σημάδεψαν την καμπή προς τον δέκατο έβδομο αιώνα συνοδεύεται από μια εξουσιαστική στρατηγική η οποία πρώτα εκτοπίζει, εν συνεχεία μελετάει και «θεραπεύει» τον λεγόμενο ψυχασθενή, αφού η κοινωνικώς αποκλίνουσα συμπεριφορά του τελευταίου γίνεται τώρα αντιληπτή ως ιατρική διαταραχή που χρειάζεται επιστημονική αγωγή και όχι πλέον ως αμαρτία που απαιτεί παραδειγματική τιμωρία ή δαιμονοληψία που απαιτεί τελετουργικό εξορκισμό. Έτσι αναδεικνύεται η ιδιάζουσα οπτική του Foucault, που εν συνεχεία θα εφαρμοστεί σε ολόκληρο το φάσμα των επιστημών του ανθρώπου: πίσω από τη σύσταση ενός κλάδου γνώσης ενεργεί πάντα μια πρακτική της εξουσίας, και η συγκρότηση ενός διακεκριμένου γνωστικού αντικειμένου προϋποθέτει ένα πλέγμα θεσμών οι οποίοι εντοπίζουν και μορφοποιούν μία πρακτική κυριαρχίας πάνω στο κοινωνικό σώμα. Οπότε η σχέση αντιστρέφεται: δεν είναι η «ανακάλυψη» ενός αντικειμένου εκείνη που γεννά έναν επιστημονικό θεσμό, αλλά ο ίδιος ο θεσμός προηγείται κι εν συνεχεία συγκροτεί το «αντικείμενό» του μέσ’ από σύνθετες στρατηγικές κατεξουσιασμού. Η γένεση των λεγόμενων επιστημών του ανθρώπου στη σύγχρονη εποχή είναι πρωτίστως προϊόν της ανάγκης να ελεγχθούν και να κυριαρχηθούν αποτελεσματικά οι άνθρωποι στα όρια της νεωτερικής κοινωνίας – και είναι στην πράξη αδιαχώριστη από τη δημιουργία φοβερών ιδρυμάτων εγκλεισμού και ελέγχου όπως το ψυχιατρείο, η κλινική, το σωφρονιστήριο, κοκ.9

Γενικότερα μιλώντας, ο Foucault εδραιώνει περιοδολογήσεις που αντιστοιχούν στην ακτίνα ισχύος συγκεκριμένων επιστημολογικών παραδειγμάτων, τα οποία ονομάζει «αγορεύσεις» (discours). Αυτά αλλάζουν απότομα σε εποχές όπως ήταν η μετάβαση από τον δέκατο έκτο στον δέκατο έβδομο αιώνα, και ύστερα πάλι από τον δέκατο όγδοο στον δέκατο ένατο. Στο πεδίο της ψυχιατρικής είδαμε πώς η μορφή του δαιμονισμού αντικαθίσταται από μια νοσολογική οντότητα, την τρέλα· στο πεδίο της ιατρικής, αντίστοιχα, η προσωποποιημένη παράσταση του πάσχοντος αντικαθίσταται από μια κλινική διαγνωστική των συμπτωμάτων· στο πεδίο των γνωστικών πρακτικών η λογική της προσομοιότητας και της ερμηνείας αντικαθίσταται από τη λογική της αναπαράστασης και της ταξινομίας· στο πεδίο του χειρισμού της παραβατικότητας η στρατηγική της παραδειγματικής τιμωρίας αντικαθίσταται από τη στρατηγική του μεθοδευμένου σωφρονισμού, κοκ. Στο ογκώδες και πιο ορθόδοξα επιστημολογικό έργο του Οι λέξεις και τα πράγματα (1966)10, ο Φουκώ επισημαίνει λεπτομερέστερα εντός τού παραδείγματος που ανέκυψε από την πρώτη ρήξη του δέκατου έβδομου αιώνα μία δεύτερη, στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, δυνάμει της οποίας η «φυσική ιστορία» θα μετασχηματιστεί σε βιολογία, η «γραμματική» σε συγκριτική φιλολογία, η «ανάλυση του πλούτου» σε πολιτική οικονομία (το γενικό πνεύμα είναι από την αναπαράσταση στη γένεση): στη διατομή ακριβώς τούτων των νέων πεδίων και αντικειμένων θα γεννηθεί το φάντασμα των επιστημών του ανθρώπου και η ίδια η παράσταση «άνθρωπος» που στοιχειώνει τη νεωτερική μας αυτοκατανόηση. Στο ύστερο, πολύτομο και ημιτελές έργο του Ιστορία της σεξουαλικότητας11 ο Φουκώ θα διερύνει την ακτίνα της ιστορικής του έρευνας (που συνήθως δεν πήγαινε πίσω από τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα) για να περιλάβει και τον αρχαίο κόσμο: σύμφωνα με τη νέα περιοδολόγηση η αποφασιστική τομή αφορά τη μετάβαση από μιαν ars erotica σε μια scientia sexualis, όπου την πρωτοϊστορία αυτής της τελευταίας αντιπροσωπεύει η χριστιανική εξομολόγηση και την κυρίως ιστορία η φροϋδική ψυχανάλυση.

Το έργο του Foucault έχει πολλές όψεις και επίπεδα απ’ όπου θα μπορούσε να διαβαστεί, σφραγίζεται ωστόσο ολόκληρο από μιαν ανεπίλυτη αμφισημία. Από τη μία πλευρά η παράθεση τεκμηρίων, η ανάλυση γεγονότων και η συσσώρευση στοιχείων που επιτελείται σύμφωνα με το πλέον σχολαστικό ερευνητικό πρωτόκολλο, σε συνδυασμό με μια ερευνητική ψυχρότητα εντομολόγου που επιδιώκει να διαλύσει εκ των προτέρων την παραμικρή υποψία αξιακής εμπλοκής, σκιαγραφούν ένα περίγραμμα εκ πρώτης όψεως πιο θετικιστικό απ’ ό,τι του Gaston Bachelard, για παράδειγμα. Από την άλλη πλευρά, η ανάλυσή του στοχεύει κατευθείαν στην υπονόμευση όχι μόνο του κύρους κάθε επιστημονικά συγκροτημένου «γεγονότος», αλλά και των ίδιων του αξιώσεων του λόγου σε οιαδήποτε εκδοχή αλήθειας – αφήνοντας αιωρούμενο το ερώτημα κατά πόσον ο λόγος μπορεί να είναι τίποτε άλλο εκτός από εργαλείο γυμνού κατεξουσιασμού… Αυτή η σχετικοποίηση εν πρώτοις του επιτρέπει να συλλάβει την καταγωγική συνύφανση των λόγων με μια υλική κοινωνική διαδικασία και τις δομές κυριαρχίας που αποκρυσταλλώνονται μέσα της, πεδίο το οποίο στον Bachelard είναι τουλάχιστον σκιώδες· σε δεύτερο βήμα, όμως, του απαγορεύει να συστήσει ένα συνεκτικό πλέγμα ιστορικών εξηγήσεων που θα έδινε έναν ευανάγνωστο σκοπό στο δικό του θεωρητικό εγχείρημα. Παραδόξως λοιπόν, η «ιστορία» του δεν είναι μια πραγματική ιστορία των παραγωγικών σχέσεων που κάθε φορά οργανώνουν το κοινωνικό πεδίο αλλά μάλλον μια περιπτωσιολογία εμφάνισης θεσμικών σχηματισμών και ιδρυμάτων, των οποίων η ανάδυση είναι εξίσου ανεξήγητη με τις ίδιες τις τομές που εγκαθιδρύουν και τα «παραδείγματα» ή τις «αγορεύσεις» που επιβάλλουν. Εκτός αν ίσως πούμε ότι είναι η αιώνια ροπή της ανθρώπινης φύσης προς κυριαρχία και επιβολή εκείνη που υποκινεί ολοένα νέες, και σε μιαν ατελείωτη ποικιλία διακλαδούμενες, συμπλέξεις θεσμικής εξουσίας/κυρίαρχου λόγου… Στρουκτουραλιστικό είναι αυτό κατά το ότι εξαλείφει πραξικοπηματικά την υποκειμενικότητα, την οποίαν αντιλαμβάνεται μάλλον ως θεσμική κατασκευή παρά ως θεσμίζουσα δύναμη σε οιονδήποτε βαθμό μέσα στην ιστορία· στο βάθος όμως είναι ο ιδιόμορφος νιτσεϊσμός του εκείνος που υπερφαλαγγίζει ακόμα και τον στρουκτουραλισμό του δίνοντας τη δεσπόζουσα σχετικιστική ––στην πραγματικότητα, μηδενιστική–– τονική στη σκέψη του. Και μένει βεβαίως να αναρωτηθούμε αν αν το ίδιο το εγχείρημα του Foucault αυτοκατανοείται ως ουδέτερη περιγραφή, οπότε επιστρέφει στη θετικιστική έννοια του «γεγονότος» την οποία υποτίθεται ότι αποδόμησε, ή έχει μιαν αξιακή διάσταση καταγγελίας, οπότε μαρτυρεί άθελά του μία άλλη χρήση του λόγου που δεν συμποσούται στον γυμνό κατεξουσιασμό.

Ο Georges Canguilhem (1904-1992) είναι πιο ιδιάζουσα περίπτωση, και οπωσδήποτε η λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό. Η προσεκτική επικέντρωσή του στο συγκεκριμένο και πάντα ειδικό, η ιδιοσυγκρασιακή του απέχθεια για τους ρητορισμούς και τις ιδεολογικοποιημένες γενικεύσεις, οι έμφυτες διαλεκτικές αποχρώσεις της σκέψης του είναι όλα συστατικά που τον διαχωρίζουν από το κυρίαρχο ρεύμα της παρισινής διανόησης – είναι όμως, ταυτόχρονα, εκείνα στα οποία οφείλεται η βαθιά επιρροή που άφησε σε στοχαστές τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους (αλλά και από τον ίδιον) όσο ο Foucault και ο Αlthusser, ο Deleuze και ο Macherey, ο Bourdieu και ο Alain Badiou… Το πεδίο της ενασχόλησής του είναι επίσης πολύ πιο περιορισμένο απ’ ό,τι του Bachelard ή του Foucault: είναι ειδικώς οι βιοϊατρικές επιστήμες και τα πρότυπα κανονιστικότητας που αναδύονται στο εσωτερικό τους (και είναι αξιοσημείωτο ότι η εμβάθυνση στο πεδίο που επέλεξε οδήγησε τον Canguilhem, ο οποίος ξεκίνησε από τη φιλοσοφία, να κάνει πλήρεις ιατρικές σπουδές στα χρόνια της κατοχής). Η διδακτορική του διατριβή με τίτλο Δοκίμιο επί ορισμένων προβλημάτων που αφορούν το κανονικό και το παθολογικό (1943)12 παραμένει έργο αξεπέραστο στα πλαίσια της γαλλικής επιστημολογικής σχολής και άξονας όλης τής μεταγενέστερης προβληματικής του: εστιακό σημείο στο οποίο διαρκώς επανέρχεται και απ’ όπου διαρκώς επανεκκινείται η ανήσυχη σκέψη του. Όλο το πρώιμο έργο τού Michel Foucault, από την αντίστοιχη διατριβή του πάνω στην Ψυχική αρρώστια και ψυχολογία (1952)13 μέχρι τα πρώτες γενεαλογικές του μελέτες πάνω στην Ιστορία της τρέλας και τη Γέννηση της κλινικής, αναβλύζουν απευθείας από το μάθημα του Georges Canguilhem.

Εκείνο που εμφανέστερα διακρίνει τον Canguilhem από τον Foucault––και, μέχρις ένα σημείο, από τον Bachelard επίσης–– είναι η αποποίηση μίας επιστημονίζουσας πόζας η οποία οχυρώνεται πίσω από ένα ψυχρό και «αντικειμενικό» ύφος (παρά τις προσεκτικά σχεδιασμένες ποιητικές του εξάρσεις, που δεν πείθουν πάντα για έλλειψη ρητορισμού) υπέρ μιας αποφασιστικής θεσιληψίας. Ο Canguilhem δεν μιλάει ποτέ «υπεράνω» προσωπικών δεσμεύσεων· η σκέψη του έχει ρητές αποβλέψεις και σαφώς οριοθετημένο αντίπαλο: είναι ο επιστημονικός θετικισμός στις βιοϊατρικές επιστήμες, απέναντι στον οποίον επιχειρεί να υπερασπιστεί, διαλεκτικά διευρυμένη βεβαίως, μια κάποια βιταλιστική οπτική η οποία έχει συστηματικά απαξιωθεί από το κύριο ρεύμα των εξελίξεων στον επιστημονικό ιατρικό τομέα. Σε τί ακριβώς η έγκειται η δική του διεύρυνση (ακριβέστερα: διαλεκτικοποίηση) θα το δούμε σε λίγο. Μπορούμε ωστόσο να εκτιμήσουμε εξαρχής αυτή τη δεσπόζουσα της ύφους του. Παραδείγματος χάριν: «Είναι ακριβές ότι στην ιατρική η κανονική κατάσταση του ανθρώπινου σώματος είναι η κατάσταση που ευχόμαστε να αποκαταστήσουμε. Αλλά πρέπει άραγε να την πούμε κανονική επειδή την στοχεύει η θεραπευτική ως έναν καλό σκοπό προς επίτευξη, ή μήπως η θεραπευτική την στοχεύει επειδή εκλαμβάνεται ως κανονική από τον ενδιαφερόμενο, δηλαδή τον άρρωστο; Ισχυριζόμαστε ότι αυτή η δεύτερη σχέση είναι η αληθής» (σελ. 162, υπογράμμιση δική μου). Ποτέ ο Foucault δεν θα μιλούσε έτσι! Όλο του το εγχείρημα βασίζεται στα αξιολογικά διαφορούμενα, στο σχετικιστικό του ταμπού απέναντι σε οιαδήποτε έννοια αλήθειας η οποία θα ήταν κάτι περισσότερο από «κατασκευή»· στην πραγματικότητα, να το ξαναπώ, ο αξιακά ψυχρός κονστρουκτιβισμός του Foucault είναι το στοιχείο που τον επαναπροσδένει μοιραία ––όσο και όλον τον στρουκτουραλισμό, παρά τις εξωτικές παραλλαγές του–– στο θετικιστικό στρατόπεδο με το οποίο συγκρούεται απερίφραστα η σκέψη του Georges Canguilhem.

Για να θυμηθούμε τη φωνή της ιατρικής ορθοδοξίας σήμερα αρκεί ν’ ανατρέξουμε, για παράδειγμα, στο άρθρο «Φιλοσοφία της ιατρικής» από την Εισαγωγή στη φιλοσοφία της επιστήμης των Merrilee H. Salmon και John Earman.14 Το ξεκαθάρισμα με τις βιταλιστικές εικασίες είναι απροϋποθετη αρχή κάθε συζήτησης εντός τού ακαδημαϊκού πεδίου: «Η βιταλιστική θέση, την οποία υπερασπίστηκε στις αρχές του αιώνα μας ο Hans Driesch, πρότεινε την ύπαρξη ειδικών δυνάμεων και μη αναγώγιμων αιτιών που προσιδιάζουν στις ζωντανές οντότητες. Η βιταλιστική θέση δεν οδηγεί σε ελέγξιμες υποθέσεις και ουσιαστικά είναι τελειωμένη ιστορία για τη σύγχρονη βιολογία» (σελ. 438). Η «επιστημονική πρόοδος» που εν τω μεταξύ συντελείται σε όλο τον εικοστό αιώνα, δηλαδή η ανάπτυξη της μοριακής βιολογίας, της νευροχημείας, η κατανόηση των διασυνδέσεων ανοσοποιητικού-νευρικού-ενδοκρινικού συστήματος και, τελικά, η γενετική μηχανική και η γλώσσα της, δίνουν νέα ώθηση στο όνειρο μιας ικανοποιητικής αναγωγής της ιατρικής στις βιοχημικές επιστήμες σύμφωνα μ’ ένα κυβερνητικά διερυμένο μηχανιστικό μοντέλο· έτσι, «η κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτελούμενη επιστημονική πρόοδος ενισχύει την αναγωγιμότητα της ιατρικής στη βιολογία και επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό της ιατρικής ως επιστήμης» (σελ. 473). Το μόνο εμπόδιο που παραμένει, κατά τον συγγραφέα, στην ολοκλήρωση του φιλόδοξου αναγωγιστικού προγράμματος αφορά την πιθανότητα η ιατρική «να ενέχει ορισμένα εγγενή κανονιστικά και ηθικά χαρακτηριστικά τα οποία […] καθιστούν δύσκολη την υποστήριξη μιας αναγωγιστικής προσέγγισης» (ό.π.). Ή αλλιώς, «η επισήμανση που έκανε ο φιλόσοφος Νταίηβιντ Χιουμ μερικές εκατοντάδες χρόνια πριν, η οποία συχνά αναφέρεται ως η διάκριση μεταξύ “όντος” και “δέοντος”, στοιχειοθετεί ένα μεγάλο εμπόδιο προς την κατεύθυνση μιας τέτοιας αναγωγής […] Έτσι, στη συζήτησή μας σχετικά με την αναγωγιμότητα της ιατρικής ––ένα ούτως ή άλλως δύσκολο πρόβλημα–– έχουμε να αντιμετωπίσουμε και τα αιώνια φιλοσοφικά προβλήματα που αφορούν τη φύση της ηθικής» (σελ. 475). Τί ωραία θα ήταν να μπορούσαμε να διατυπώσουμε μια μαθηματικής ακριβείας θεωρία των ηθών που θα έκανε τις ανθρώπινες συμπεριφορές αναγώγιμες στα ρυθμιστικά πρότυπα των κυβερνητικών αυτομάτων!

Αυτός ο τρόπος σκέψης που συνιστά, όπως δεν πρέπει στιγμή να ξεχνάμε, τη νοοτροπία της επιστημονικής αφρόκρεμας των κοινωνιών μας δεν είναι μόνο αφοπλιστικά βλακώδης· είναι και πολιτικά επικίνδυνος στον ύψιστο βαθμό. Στον Michel Foucault χρωστάμε την έννοια της βιοπολιτικής (την οποία επανεπεξεργάστηκε ο Giorgio Agamben) ως συστατικό γνώρισμα του ολοκληρωτισμού: υποδηλώνει τη συμπλοκή πολιτικής και ιατρικής σε ένα πρόγραμμα ––πειραματική μορφή του οποίου ήταν ακριβώς τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως–– χειραγώγησης των ανθρώπων σε μαζική κλίμακα μέσω του εξουσιαστικού ελέγχου των ίδιων τους των ζωτικών λειτουργιών, ει δυνατόν μέχρι το κυτταρικό επίπεδο. Αυτή η οξεία κατανόηση του πολιτικού βάρους των βιοϊατρικών μοντέλων στον Foucault πηγάζει από τη σκέψη ακριβώς του Georges Canguilhem. Ιδού πώς σχολιάζει αυτός, προδρομικά, την αναδυόμενη σαγήνη της γενετικής στην ιατρική σκέψη: «Η κληρονομικότητα είναι το σύγχρονο όνομα της υπόστασης (substance). Θεωρούμε πως είναι δυνατό να εξουδετερώσουμε το αποτέλεσμα ενός σφάλματος μεταβολισμού παρέχοντας διαρκώς στον οργανισμό το προϊόν χημικής αντίδρασης που είναι απαραίτητο για την άσκηση μιας λειτουργίας, και το οποίο του στερεί μια ατελής αλυσίδα αντιδράσεων […] Αλλά η εξισορρόπηση εφ’ όρου ζωής του ελλείμματος ενός οργανισμού δεν είναι παρά διαιώνιση μιας οδυνηρής λύσης. Η πραγματική λύση μιας αίρεσης είναι η εκρίζωση. Γιατί λοιπόν να μην ονειρευόμαστε ένα κυνήγι των ετερόδοξων γονιδίων, μια γενετική ιερά εξέταση; Και μέχρι τότε, γιατί να μη στερούμε στους ύποπτους γεννήτορες την ελευθερία να σπέρνουν σε κάθε κοιλιά; Αυτά τα όνειρα, το γνωρίζουμε, δεν είναι μόνο όνειρα μερικών βιολόγων με άκρως ιδιάζουσες φιλοσοφικές πεποιθήσεις, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Όταν όμως ονειρεύεται κάποιος τέτοια όνειρα μπαίνει σε έναν άλλον κόσμο, που συνορεύει με τον θαυμαστότερο των κόσμων του Aldous Huxley, απ’ όπου έχουν εξαλειφθεί τα ασθενή άτομα, οι ιδιαίτερες ασθένειές τους και οι γιατροί τους. Η ζωή ενός φυσικού πληθυσμού αναπαρίσταται σαν σάκος λοταρίας, όπου επαφίεται σε αξιωματούχους εξουσιοδοτημένους από την επιστήμη της ζωής να εξακριβώνουν την κανονικότητα των αριθμών που περιέχει, πριν επιτραπεί στους παίκτες να τους τραβήξουν για να συμπληρώσουν τις καρτέλες τους. Στη βάση αυτού του ονείρου υπάρχει η γενναιόδωρη φιλοδοξία να απαλλάξουμε τα αθώα και ανήμπορα έμβια όντα από το βαρύ φορτίο να αντιπροσωπεύουν τα σφάλματα της ζωής· στο τέλος, όμως, βρίσκουμε την αστυνομία των γονιδίων συγκαλυμμένη από την επιστήμη των γενετιστών» (σελ. 358-9).

To πρόβλημα για τον Canguilhem δεν είναι οι ενδεχόμενες καταχρήσεις των γενετιστών, ούτε καν η μονομέρεια που προκύπτει από την υπερεξειδίκευση της μοντέρνας νοσοκομειακής ιατρικής. Πηγαίνει πολύ πιο βαθιά και συνδέεται με το θεμελιώδες παράδειγμα βάσει του οποίου σκέπτεται η δυτική ιατρική από τον δέκατο έβδομο αιώνα κι εντεύθεν, αφότου δηλαδή συγκροτήθηκε το κυρίαρχο μηχανικό μοντέλο ερμηνείας του σύμπαντος που έδωσε την προμηθεϊκή ώθηση στον ευρωπαϊκή τεχνοεπιστήμη. Σεβόμενος την ιδιαιτερότητα του αντικειμένου του επιφυλάσσεται στο να κρίνει συνολικά το νέο αυτό επιστημονικό μοντέλο: η ένστασή του περιορίζεται στο να υποδείξει την ακαταλληλότητα του εν λόγω παραδείγματος για τις επιστήμες της ζωής, και ειδικά την ιατρική. Σε αυτή την προοπτική είναι που επανοικειοποιείται ορισμένα βιταλιστικά επιχειρήματα, μολονότι με μια ιστορική ευαισθησία που ελάχιστα χαρακτηρίζει τους δογματικά περιχαρακωμένους βιταλιστές. Προπαντός κατανοεί το βάθος της τομής που συντελέστηκε γύρω στον δέκατο έβδομο αιώνα με τη ραγδαία ανάπτυξη της ανατομίας και της φυσιολογίας, και ολοκληρώθηκε τον δέκατο ένατο με τη μικροβιακή θεωρία, η οποία επρόκειτο να αντιδιαστείλει ριζικά τη νέα ιατρική σε θεραπευτικές αντιλήψεις αιώνων, κοινές ως προς ορισμένα θεμελιώδη γνωρίσματά τους σε αρχαίους, μεσαιωνικούς και μη δυτικούς πολιτισμούς. Και αυτή η τομή δεν είναι ένα ουδέτερο επιστημολογικό συμβάν: εγγράφει στις βιοϊατρικές επιστήμες ένα εγχείρημα κατεξουσιασμού της φύσης, συστατικό της αστικής νεωτερικότητας εν γένει το οποίο εγκυμονεί πρωτοφανείς κινδύνους για την ανθρώπινη κοινωνία αλλά και για την ίδια τη ζωή. Όπως με μοναδικό τρόπο το διατυπώνει: «Χωρίς καμία πρόθεση επιβουλής της αυθεντίας των παστεριανών δογμάτων, θα μπορούσαμε κάλλιστα να πούμε ότι η μικροβιακή θεωρία των μεταδοτικών ασθενειών οφείλει σίγουρα ένα καθόλου αμελητέο μέρος της επιτυχίας της στο γεγονός ότι ενέχει μια οντολογική παράσταση της αρρώστιας. Το μικρόβιο μπορούμε να το δούμε, έστω και με την περίπλοκη μεσολάβηση του μικροσκοπίου, των χρωστικών και των καλλιεργειών, πράγμα που δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε με το μίασμα ή την επήρεια. Η θέαση ενός όντος συνιστά ήδη πρόβλεψη μιας πράξης. Ο αισιόδοξος χαρακτήρας των θεωριών λοίμωξης όσον αφορά τις θεραπευτικές τους προεκτάσεις είναι αδιαμφισβήτητος. Η ανακάλυψη των τοξινών και η αναγνώριση του ειδικού και ατομικού παθογόνου ρόλου τής ιδιαιτερότητας του ξενιστή κατέστρεψαν την όμορφη απλότητα μιας διδασκαλίας, το επιστημονικό ένδυμα της οποίας μεταμφίεζε την αντοχή μιας αντίδρασης απέναντι στο κακό παλιάς όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος […] Απεναντίας, η αρχαία ελληνική ιατρική, με τα ιπποκρατικά κείμενα και πρακτικές, παρέχει μια σύλληψη της ασθένειας όχι πλέον εντοπιστική αλλά ολοποιητική. Η φύσις, στον άνθρωπο όσο κι έξω απ’ αυτόν, είναι αρμονία και ισορροπία. Ασθένεια είναι η διατάραξη αυτής της ισορροπίας, αυτής της αρμονίας. Εδώ η ασθένεια δεν είναι κάπου μέσα στον άνθρωπο. Βρίσκεται σε ολόκληρο τον άνθρωπο και έγκειται εξ ολοκλήρου σε αυτόν. Οι εξωτερικές περιστάσεις είναι αφορμές αλλά όχι αιτίες […] Η ασθένεια δεν είναι μόνο ανισορροπία ή δυσαρμονία, είναι επίσης ––και ίσως κυρίως–– προσπάθεια της φύσης να επιτύχει μια νέα ισορροπία στον άνθρωπο. Ο οργανισμός αρρωσταίνει για να θεραπευθεί. Η θεραπευτική οφείλει πρώτ’ απ’ όλα να ανεχθεί, και εν ανάγκη να ενισχύσει, αυτές τις αυθόρμητες ευδαιμονικές και θεραπευτικές αντιδράσεις. Η ιατρική μιμείται τη φυσική θεραπευτική δράση (vis mediatrix naturae) […] Προφανώς μια τέτοια σύλληψη είναι επίσης αισιόδοξη, αλλά εδώ η αισιοδοξία αφορά τη ροπή της φύσης και όχι την αποτελεσματικότητα της ανθρώπινης τεχνικής» (σελ. 62-3).

Κοντολογίς, εκείνο που συντελέστηκε κατά τη μετάβαση από την προ-επιστημονική θεραπευτική στην «επιστημονική» ιατρική ήταν μια τριπλή διχοτόμηση: διχοτόμηση του ψυχικού από το σωματικό (κατά το καρτεσιανό κοσμοείδωλο, υπόλογο στη μονοθεϊστική κληρονομιά που ήταν ουσιώδης για την κατασκευή ενός μηχανικού μοντέλου της φύσης)· διχοτήμηση του οργανισμού από το περιβάλλον (κατά το νέο μοναδολογικό πρότυπο που αποτυπώνει τη δομή μίας αστικής κοινωνίας της αγοράς)· διχοτόμηση του ζεύγους θεραπευτής-θεραπευόμενος (των οποίων η σχέση τώρα μετατοπίζεται από ένα πρότυπο διυποκειμενικότητας σε ένα πρότυπο υποκειμένου-αντικειμένου κατά το πνεύμα της εργαλειακής ορθολογικότητας των νέων επιστημών). Σε ό,τι αφορά τις λεπτομέρειες αυτής της μετάβασης, τους ακριβείς τρόπους με τους οποίους θα δομηθεί το νέο ιατρικό βλέμμα, τη συμβολή τεχνικών μέσων όπως το μικροσκόπιο και το βιοχημικό εργαστήριο, τον ρόλο του νοσοκομείου ως μηχανισμού κοινωνικής απομόνωσης, περιορισμού και ελέγχου και ταυτόχρονα τόπου παραγωγής μιας εμπειρικής ειδημοσύνης που περιβάλλεται με ακαδημαϊκό κύρος, αξεπέραστη παραμένει Η γέννηση του κλινικής του Foucault. Αναδιφώντας με τη συνήθη του σχολαστικότητα στις πηγές και παραθέτοντας εξαντλητικά στη λεπτομερειακότητά τους παραδείγματα, ο Foucault έδειξε ανάγλυφα το πώς συγκροτείται μια γραμματική των σημείων και μια βοτανολογία των συμπτωμάτων που θα επιτρέψουν να παρακαμφθεί οριστικά το ερώτημα «Ποιος πάσχει;» χάριν της διάγνωσης και του χειρισμού «νόσων» και «συνδρόμων». Όλη του η πραγμάτευση υποβάλλει, και αναμοχλεύει υπογείως, το ερώτημα που είχε θέσει με αφοπλιστική ευθύτητα από το 1943 ο Georges Canguilhem: μιλάμε για την αρρώστια του ασθενούς ή για την «αρρώστια» του γιατρού;

Φαίνεται ότι κατά τη διαδικασία συγκρότησης αυτού του νέου παραδείγματος στην ιατρική μία μικρότερης σημασίας τομή σημειώθηκε στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα. Είναι εκείνο που ο Foucault στις Λέξεις και τα πράγματα υποσημαίνει ως ανάδυση της έννοιας της ζωής. Ήταν προϊόν της σύστασης της βιολογίας ως διακριτής επιστήμης και, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε αρκετούς κραδασμούς στο εσωτερικό της ιατρικής. Μία όψη του πράγματος ήταν η αυξανόμενη έμφαση που άρχισε να δίνεται στη φυσιολογία, ως έκφραση του δυναμισμού και της λειτουργίας που είναι χαρακτηριστικά υποτίθεται της ζωής, έναντι της ανατομίας (η οποία έφτασε επίσης στο κορυφαίο σημείο αναπτυξής της τότε με τον Cuvier), που έχει κάτι από τη στατικότητα του ανόργανου… Η ιδέα αυτή ήταν αναπόφευκτο να συνεπιφέρει και μια πρόσκαιρη αναζωπύρωση βιταλιστικών αντιλήψεων, οι οποίες ωστόσο επρόκειτο να χάσουν τη στιγμή τους χάρη στη θετικιστική κατεύθυνση που θα έδινε τελικά στον νέο κλάδο ο μεγαλύτερος φυσιολόγος του δέκατου ένατου αιώνα, ο Claude Bernard (φίλος και θαυμαστής του Αύγουστου Κοντ, όπως μας πληροφορεί ο Canguilhem). Η εν πρώτοις σημαντική ενόραση που ήρθε στην επιφάνεια, δηλαδή, ότι ανάμεσα στο λεγόμενο παθολογικό και το θεωρούμενο ως φυσιολογικό υπάρχει συνέχεια και κατά βάσιν ποσοτικές διακυμάνσεις, απορροφήθηκε από την απαίτηση της ποσοτικοποίησης κατά το πρότυπο των θετικών επιστημών, απ’ όπου αναδύθηκε ένα κύμα προσπαθειών να οριστούν νομοθετικές κανονικότητες για όλες τις φυσιολογικές λειτουργίες. Μέσα στον θετικιστικό ανεμοστρόβιλο των μέσων του δέκατου ένατου αιώνα, η ιατρική άρχισε να γίνεται μία νομοθετική-κανονιστική επιστήμη όπως όλες οι άλλες. Την αυταπάτη αυτής της ιδέας προσπαθεί πάνω απ’ όλα να δείξει η διατριβή του Georges Canguilhem, και μπορούμε να πούμε ότι εκείνη η ιστορική διαμάχη του δέκατου ένατου αιώνα που έκρινε τον χαρακτήρα της μοντέρνας ιατρικής είναι ο άξονας γύρω από τον οποίον αρθρώνεται η επιχειρηματολογία του. Όπως σε κάποιο σημείο το συνοψίζει: «Αν ο ορισμός της φυσιολογίας ως επιστήμης του κανονικού φάνηκε αδύνατο να υποστηριχθεί, φαίνεται εξίσου δύσκολη η δυνατότητα μιας επιστήμης της ασθένειας, μιας καθαρά επιστημονικής παθολογίας […] Η φυσιολογία-παθολογία οφείλει να προσδιορίσει αιτιακές σχέσεις ανάμεσα σε φυσικά φαινόμενα, αλλά καθώς δεν υπάρχει επιστημονική έννοια της ζωής (πέρ’ από μια καθαρά διαγνωστική έννοια), είναι απολύτως αναρμόδια για τους στόχους ή τους σκοπούς και, κατά συνέπεια, για τις αξίες που συνυφαίνονται με τη ζωή. Κάθε τελεολογία, σίγουρα όχι υπερβατική αλλά εμμενής, κάθε τελεολογία που ξεκινάει από τη σκοπιμότητα του οργανισμού ή που αναφέρεται σε αυτήν, στη συντήρηση της ζωής, κλπ. και συνεπώς κάθε αξιολογική κρίση, δεν ανήκει στις φυσικές επιστήμες και άρα ούτε στη φυσιολογία-παθολογία» (σελ. 262-4 passim).

Μήπως πρέπει λοιπόν να πούμε, όπως ο Wirchow, ότι η ιατρική είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνική επιστήμη; Όλα εξαρτώνται προφανώς και πάλι από την έννοια που έχει ο όρος «επιστήμη» στις λεγόμενες κοινωνικές επιστήμες· με όλες τις επιφυλάξεις, πάντως, μια τέτοια διατύπωση θα ήταν πιο κοντά στο πνεύμα του Georges Canguilhem. Με οξύτατη κοινωνική διορατικότητα (που έχει προφανώς υπόψιν της το έργο της γαλλικής κοινωνιολογικής σχολής και ιδίως τις συγκριτικές εθνολογικές μελέτες του Marcel Mauss) θα υποδείξει σε ποιον βαθμό οι φυσιολογικές «κανονικότητες» είναι πολιτισμικά εξαρτημένα μεγέθη, όσο τουλάχιστον πολιτισμικά εξαρτημένες είναι οι αξιολογήσεις περί φυσιολογικότητας, κανονικότητας, υγείας, κλπ. και τα ίδια τα αισθήματα ευχαρίστησης και δυσφορίας. Στην πραγματικότητα, θα υποδείξει, αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό που μπορεί να αποδοθεί ανεπιφύλακτα στη ζωή, αυτό δεν θα ήταν οιουδήποτε είδους «κανονικότητα» αλλά μάλλον μια αρχή κανονιστικότητας – η ελαστικότητα εκείνη, δηλαδή, που επιτρέπει στο ζωντανό να καταστρατηγεί διαρκώς δεδομένους κανόνες και να δίνει στον εαυτό του νέους. Εδώ έγκειται η ευελιξία της ζωής, η απόδρασή της δηλαδή από οιονδήποτε κλειστό ντετερμινισμό και η καταστατική αυτορρύθμισή της, που είναι επίσης μια λειτουργία οικοσυστημική, όπως εύγλωττα δείχνει το έξοχο απόσπασμα που ακολουθεί: «Αυτό που χαρακτηρίζει την υγεία είναι η ικανότητα να υπερβαίνει τον κανόνα ο οποίος ορίζει το προς στιγμήν κανονικό, η δυνατότητα να ανέχεται παραβιάσεις του συνήθους κανόνα και να εγκαθιδρύει νέους κανόνες σε νέες καταστάσεις […] Η υγεία είναι ένα περιθώριο ανοχής των ασυνεπειών του περιβάλλοντος. Αλλά δεν είναι παράλογο να μιλάει κανείς για ασυνέπεια του περιβάλλοντος; Θα μπορούσε να ισχύει για το ανθρώπινο κοινωνικό περιβάλλον όπου οι θεσμοί είναι κατά βάθος επισφαλείς, οι συμβάσεις ανακλητές και οι μόδες περνούν σαν αστραπή. Το κοσμικό περιβάλλον όμως, το περιβάλλον του εμβίου εν γένει, δεν είναι ένα σύστημα μηχανικών, φυσικών και χημικών σταθερών, δεν είναι φτιαγμένο από αμετάβλητες; Οπωσδήποτε το περιβάλλον που ορίζει η επιστήμη είναι φτιαγμένο από νόμους, αλλά οι νόμοι αυτοί είναι θεωρητικές αφαιρέσεις. Το έμβιο δεν ζει ανάμεσα σε νόμους, αλλά ανάμεσα σε όντα και συμβάντα που διαφοροποιούν αυτούς τους νόμους. Αυτό που στηρίζει το πουλί είναι το κλαδί και όχι οι νόμοι της ελαστικότητας. Εάν αναγάγουμε το κλαδί στους νόμους της ελαστικότητας, δεν πρέπει να μιλάμε πλέον για πουλί αλλά για κολλοειδή διαλύματα […] Ομοίως, αυτό που τρώει η αλεπού είναι το αυγό μιας κότας, όχι η χημεία των λευκωματοειδών ή οι νόμοι της εμβρυολογίας. Επειδή το προσδιορισμένο έμβιο ζει σε έναν κόσμο προσδιορισμένων αντικειμένων, ζει σε έναν κόσμο δυνατών ατυχημάτων […] Να με ποιον τρόπο το περιβάλλον είναι ασυνεπές. Η ασυνέπειά του είναι το ίδιο του το γίγνεσθαι, η ίδια η ιστορία του […] Ο υγιής οργανισμός αναζητεί λιγότερο να διατηρηθεί στην παροντική κατάσταση και στο παροντικό περιβάλλον και περισσότερο να πραγματώσει τη φύση του. Αλλά αυτό προϋποθέτει ότι ο οργανισμός θα αντιμετωπίσει κινδύνους και αποδέχεται το ενδεχόμενο καταστροφικών αντιδράσεων. Ο υγιής άνθρωπος δεν αποτραβιέται από τα προβλήματα που τίθενται από τις κάποτε ξαφνικές ανατροπές των συνηθειών του, ακόμη και από ψυχολογική άποψη. Προσμετρά την υγεία του με την ικανότητά του να υπερβαίνει τις οργανικές κρίσεις ώστε να εγκαθιδρύει μια καινούργια τάξη […] Σε αντίθεση με κάποιους γιατρούς, πολύ πρόθυμους να δουν τις αρρώστιες ως εγκλήματα επειδή αυτοί που τις υφίστανται κάπου πρέπει να έχουν διαπράξει υπερβολές ή παραλείψεις, εκτιμάμε ότι η ικανότητα και η τάση προς την ασθένεια συνιστούν ουσιώδες χαρακτηριστικό της φυσιολογίας του ανθρώπου. Παραφράζοντας μία φράση του Valery, θα λέγαμε πως η δυνατή κατάχρηση της υγείας αποτελεί μέρος της υγείας» (σελ. 243-4).

Η ετυμηγορία του Georges Canguilhem είναι απερίφραστη, και συντριπτική για τις επιστημονικές αξιώσεις του ιατρικού τομέα και των λειτουργών του, αυτού του μοντέρνου ιερατείου που έχει επενδυθεί δυσθεώρητες εξουσίες στις σύγχρονες κοινωνίες και απορροφά ένα δυσανάλογο κομμάτι του κοινωνικού πλούτου – σε αντίστροφη αναλογία μάλιστα προς τα πραγματικά του αποτελέσματα στην ανακούφιση της ανθρώπινης δυστυχίας: «[Η ιατρική] είναι μια δραστηριότητα που έχει τις ρίζες της στην αυθόρμητη προσπάθεια του εμβίου να δαμάσει το περιβάλλον του και να το οργανώσει σύμφωνα με τις αξίες του […] Να γιατί, παρ’ όλο που δεν είναι η ίδια επιστήμη, η ιατρική χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα όλων των επιστημών για την εξυπηρέτηση των κανόνων της ζωής. Υπάρχει ιατρική, λοιπόν, προπαντός επειδή οι άνθρωποι αισθάνονται άρρωστοι. Μόνο δευτερευόντως οι άνθρωποι γνωρίζουν από τί είναι άρρωστοι επειδή υπάρχει ιατρική» (σελ. 281, υπογράμμιση δική μου). Αυτό, όπως καταλαβαίνει κανείς, παρά την ήπια και ψύχραιμη διατύπωσή του, ανοίγει τεράστια ζητήμα επαναπροσδιορισμού ––και πολιτικού αναπροσανατολισμού των θεραπευτικών εγχειρημάτων–– τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν πολύ μακριά. Δεν είναι ίσως της παρούσης στιγμής να ανοίξουμε αυτή τη συζήτηση· θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε, παρεκτείνοντας κάπως τη σκέψη του Georges Canguilhem, ότι ακόμα και ο όρος «υγεία», κατάφορτος με κανονιστικές και ψευδοαντικειμενικές συνδηλώσεις, οφείλει ίσως να εγκαταλειφθεί: πολύ πιο ακριβές θα ήταν να μιλάμε για χαρά, ικανότητα για απόλαυση και δημιουργία, που είναι η υποκειμενικά επιθυμητή κατάσταση (δηλαδή, αξία) για το αυτοπροσδιοριζόμενο ζωντανό.

Eν πάση περιπτώσει, η σκέψη αυτή μπορεί ασφαλώς να διαβαστεί ως επεξεργασία μιας εναλλακτικής θεραπευτικής φιλοσοφίας που αμφισβητεί τη λογική και τις αρχές της εδραιωμένης ιατρικής από μια σκοπιά η οποία εμπνέεται απ’ ορισμένες βιταλιστικές ενοράσεις και συγγενεύει με πολλές σύγχρονες οικοσυστημικές προσεγγίσεις – και, ως τέτοια, μπορεί να προσαχθεί προς στήριξη ριζοσπαστικών κινημάτων εναντίωσης στην κατεστημένη ιατρική στις κοινωνίες μας.15 Η διαλεκτική οξυδέρκεια του Canguilhem έγκειται ωστόσο στο ότι δεν αντιμετωπίζει την οπτική την οποίαν ανασκευάζει ως απλώς «εσφαλμένη»· το «σφάλμα» της θετικιστικής κανονικοποίησης είναι παρά ταύτα ένα αναγκαίο σφαλμα, με την έννοια ότι έχει αφ’ εαυτού υψηλή επιστημολογική αξία εφόσον μας επιτρέπει ν’ αποκρυπτογραφήσουμε μέσα του ευρύτερες και ωστόσο ειδικές κοινωνιοϊστορικές διαδικασίες οι οποίες το επέβαλλαν. Με άλλα λόγια, διαβάζει τις επιστημονικές αντιλήψεις που επικράτησαν οριστικά στο βιοϊατρικό πεδίο από τον δέκατο ένατο αιώνα και ύστερα ως ιδεολογία, με την μαρξιστική έννοια του όρου (μολονότι δεν χρησιμοποιεί τη λέξη). Ιδού με τον πιο οικονομικό και καίριο τρόπο διατυπωμένη η λύση του επιστημολογικού γρίφου, όπως την αναπτύσσει στο μεταγενέστερο δοκίμιό του «Νέες σκέψεις σχετικά με το κανονικό και παθολογικό» (1963-66) που έχει συμπεριληφθεί στην ελληνική έκδοση16: «Κανονικό είναι ο όρος με τον οποίον ο δέκατος ένατος αιώνας θα περιγράψει το σχολικό πρότυπο και την κατάσταση της οργανικής υγείας. Η μεταρρύθμιση της ιατρικής ως θεωρίας βασίζεται στη μεταρρύθμιση της ιατρικής ως πρακτικής: είναι στενά συνδεδεμένη, στη Γαλλία όπως και στην Αυστρία, με τη νοσοκομειακή μεταρρύθμιση. Η νοσοκομειακή μεταρρύθμιση, όπως και η παιδαγωγική μεταρρύθμιση, εκφράζουν μιαν απαίτηση εξορθολογισμού η οποία εμφανίζεται επίσης στην πολιτική αλλά και στην οικονομία, υπό την επίδραση του αναδυόμενου βιομηχανικού εκμηχανισμού, και η οποία θα καταλήξει σε ό,τι αποκαλούμε έκτοτε κανονικοποίηση (normalisation) […] Από την άποψη της κανονικοποίησης, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη γέννηση της γραμματικής, στη Γαλλία του δέκατου έβδομου αιώνα, και την εγκαθίδρυση του μετρικού συστήματος, στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Ο Ρισελιέ, τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης και ο Ναπολέων Βοναπάρτης υπήρξαν τα διαδοχικά όργανα της ίδιας συλλογικής απαίτησης […] Ο Pierre Giraud το είχε καταλάβει πολύ καλά όταν έγραφε: “Η ίδρυση της Γαλλικής Ακαδημίας από τον Ρισελιέ το 1635 εντάσσεται σε μια γενική πολιτική συγκεντροποίησης, την οποία κληρονομούν η Επανάσταση, η Αυτοκρατορία και η Δημοκρατία […] Δεν θα ήταν παράλογο να σκεφτούμε ότι η αστική τάξη ιδιοποιήθηκε τη γλώσσα την ίδια εποχή που κατελάμβανε τα μέσα παραγωγής”. Θα μπορούσαμε να το πούμε διαφορετικά […] Ανάμεσα στο 1759, χρονολογία εμφάνισης της λέξης κανονικός, και το 1834, χρονολογία εμφάνισης της λέξης κανονικοποιημένος, μία τάξη κατέκτησε την εξουσία να ταυτίζει ––ωραίο παράδειγμα ιδεολογικής ψευδαίσθησης–– τη λειτουργία των κοινωνικών κανόνων με τη χρησιμοποίηση εκείνων των κανόνων των οποίων το περιεχόμενο προσδιόριζε η ίδια» (302-313 passim).

Με άλλα λόγια, η ιατρική είναι το πεδίο στο οποίο κατεξοχήν δοκιμάστηκε μια νέα αντίληψη περί «κανονικότητας» που ανταποκρινόταν στη νέα λογική οργάνωσης του κοινωνικού πεδίου από την νικήτρια αστική τάξη: η ιδέα μιας ταξικώς ουδέτερης επιστήμης είναι αδύνατο πλέον να υποστηριχθεί… Αν ωστόσο αυτή η αλληλομετάθεση σημασιών ανάμεσα στην ιατρική και σε άλλους τομείς της οργανωμένης γνώσης ή της κοινωνικής δραστηριότητας έγινε εφικτή, οφείλεται προπαντός στο ότι μπόρεσε να εδραιωθεί μια αντίληψη που αντιλαμβανόταν τα πεδία ζωή-κοινωνία ως αδιαμεσολάβητα συνεχή και διεπόμενα από κοινούς νόμους: τους νόμους αυτούς θα αποκάλυπτε ––ανάλογα με τις θεωρητικές προτιμήσεις των ειδημόνων–– μια «κοινωνική φυσική» (Αύγουστος Κοντ) είτε μια «κοινωνική βιολογία» (Herbert Spencer). Είναι η συμπληρωματική όψη τού ιδεολογήματος της κανονικότητας που κατασκεύασε ο δέκατος ένατος αιώνας και προϋπόθεση για να αποβεί δραστικό· και αξίζει να παρατηρήσουμε ότι, σε αυτό ειδικά το σημείο, οι κατά τα άλλα αντίπαλοι θετικισμός και βιταλισμός βρίσκονται σε υπόρρητη συναίνεση. Στην πραγματικότητα, αν θα είχε κανείς να προσάψει κάτι στις βιταλιστικές φιλοσοφίες ––ξεκινώντας από την παραδειγματική τέτοια, τη φιλοσοφία του Μπεργκσόν–– είναι ακριβώς ότι φυσικοποιεί αθέμιτα το κοινωνικό επειδή δεν διαθέτει έννοιες για να συλλάβει τη μη αναγώγιμη ιδιαιτερότητά του (και την πολυπλοκότητα των μεσολαβήσεων που το επανασυνδέουν με τη φυσική τάξη). Το αν αυτή η φυσικοποίηση θα γίνει με όρους μηχανικής ή με όρους βιολογίας είναι, όπως καταλαβαίνει κανείς, δευτερεύον ζήτημα. Εδώ ακριβώς είναι, ωστόσο, που ο Georges Canguilhem αποκλίνει από τις στενά εννοούμενες βιταλιστικές αντιλήψεις – εδώ, δηλαδή, αστράφτει ακόμα μία φορά η διαλεκτική ποιότητα της σκέψης του. Οι κοινωνίες δεν ριζώνουν βέβαια πουθενά έξω από τη φύση, ούτε όμως είναι ταυτόσημες με φυσικούς οργανισμούς: «Η κοινωνική ρύθμιση τείνει λοιπόν προς την οργανική ρύθμιση και τη μιμείται, χωρίς ωστόσο να παύει ν’ αποτελεί μηχανική σύνθεση […] Αρκεί ένα άτομο σε μια οποιαδήποτε κοινωνία να αναρωτηθεί για τις ανάγκες και τους κανόνες αυτής της κοινωνίας και να τα αμφισβητήσει ––σημάδι ότι αυτές οι ανάγκες και αυτοί οι κανόνες δεν είναι ολόκληρης της κοινωνίας–– για να κατανοήσουμε σε ποιον βαθμό η κοινωνική ανάγκη δεν είναι εμμενής, σε ποιον βαθμό ο κοινωνικός κανόνας δεν είναι εσωτερικός, σε ποιον βαθμό εντέλει η κοινωνία, έδρα ελεγχόμενων διχογνωμιών ή λανθανόντων ανταγωνισμών, απέχει πολύ από τα συνιστά ένα όλον. Εάν το άτομο εγείρει το ερώτημα της σκοπιμότητας της κοινωνίας, δεν είναι αυτό σημάδι ότι η κοινωνία είναι ένα κακώς ενοποιημένο σύνολο μέσων, ελλείψει ακριβώς ενός σκοπού με τον οποίο θα ταυτιζόταν η συλλογική δραστηριότητα την οποία επιτρέπει η δομή;» (σελ. 326).

Αυτό το ερώτημα, παρεμπιπτόντως, έχει ισχύ ως διάψευση επίσης των στρουκτουραλιστικών συλλήψεων του κοινωνικού (που πρέπει ενόψει των παραπάνω να διαβάζονται ως η τελευταία μεταμόρφωση της επιστημονιστικής ιδεολογίας…). Τί δηλώνει όμως όλη αυτή η λαμπρή ανάλυση για την ίδια την επιστημολογία; Επιστημολογικό μπορεί να θεωρηθεί το έργο του Canguilhem μόνο κατά το ότι αντιπροσωπεύει έναν αυτοανασκοπικό στοχασμό αναφορικά με το ίδιο το πεδίο εντός του οποίου ξεδιπλώνεται. Η ανάλυσή του μοιάζει να λέει ακατάπαυστα στην επιστημολογία: de te fabula narratur! Αν η επιβολή ενός κατασταλτικού μοντέλου κανονικότητας στις βιοϊατρικές επιστήμες αντανακλά την αυταρχική ρύθμιση ολόκληρου του κοινωνικού πεδίου από την πρώτη επιβολή του μοντέλου της αγοράς στις ευρωπαϊκές κοινωνίες μέχρι τη βιομηχανική επανάσταση, η γένεση της επιστημολογίας αντανακλά την ίδια αυτή βουλιμία για κανονικοποίηση στο επίπεδο της θεσμοποιημένης γνώσης· το σύγχρονο πανεπιστήμιο θα σταθεί ο καρπός μιας τέτοιας στρατηγικής (κάτι που όλως παραδόξως «διέφυγε» του Foucault) όχι λιγότερο απ’ όσο η κλινική, το ψυχιατρείο και η φυλακή. Και δεν πρέπει στιγμή να ξεχνάμε ότι αναδύθηκε ακριβώς από το απονενοημένο εγχείρημα του Αύγουστου Κοντ ––δηλαδή, σαν να λέμε: επιστημολογία και θετικισμός είναι συνώνυμα, γεννιούνται ταυτόχρονα και από την ίδια ρίζα–– όπου προαναγγέλονται, όπως είμαστε αναδρομικά σε θέση να δούμε, όλα τα σχέδια ασφυκτικού προγραμματισμού της κοινωνικής ζωής τα οποία μόχθησαν να υλοποιήσουν οι ολοκληρωτισμοί του εικοστού αιώνα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Michel Foucault, «Ζωρζ Κανγκιλέμ, ο φιλόσοφος του σφάλματος» (1978), μετ. Χλόη Μπάλλα, στο Γεράσιμος Κουζέλης [επιμ.], Επιστημολογία. Κείμενα (Νήσος: Αθήνα 1993), σελ. 425-442.
  2. Γι’ αυτό ακριβώς η Σχολή της Φραγκφούρτης δεν έχει γράψει «επιστημολογία». Οι εκτεταμένες διεπιστημονικές προσεγγίσεις που κήρυξε προγραμματικά ο Max Horkheimer ως επιδίωξη του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών στη δεκαετία του 1930 ήταν μια προσπάθεια να αξιοποιηθούν θεωρητικές έννοιες μέσα απ’ όλο το φάσμα των επιστημών στην υπηρεσία ενός σκοπού ο οποίος (οφείλει να) κατευθύνει ρητά τη θεωρητική δραστηριότητα, που με τα ίδια του τα λόγια περιγράφεται ως «μέλημα για την ελεύθερη και δίκαιη κοινωνία» (πολύ πιο κοντά απ’ όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται, δηλαδή, στην «11η θέση» του Μαρξ για τον Φώυερμπαχ)· η περίφημη διαμάχη για τη γερμανική κοινωνιολογία στην οποία ο Adorno συμμετείχε από κοινού με τον νεαρό Habermas στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ήταν μια κατά μέτωπον σύγκρουση με φιλελεύθερους τεχνοκράτες όπως ο Karl Popper και το επιτελείο του οι οποίοι πάσχιζαν να μεταμφιέσουν τις ταξικά μεροληπτικές θέσεις τους για την κοινωνία σε δεσμευτικούς κοινωνιολογικούς κανόνες – συνεπώς εγχείρημα εξ ολοκλήρου πολιτικό. Γι’ αυτή την τελευταία διαμάχη, βλ. Karl Popper, «Η λογική των κοινωνικών επιστημών»· Theodor W. Adorno, «Σχετικά με τη λογική των κοινωνικών επιστημών» και «Θεωρία της κοινωνίας και εμπειρική έρευνα»· Jürgen Habermas, «Γνώση και διαφέρον» και «Θετικισμός πραγματισμός, ιστορισμός», όλα στο Γεράσιμος Κουζέλης [επιμ.], Επιστημολογία. Κείμενα (Νήσος: Αθήνα 1993).
  3. Η καλύτερη μονογραφία πάνω στο έργο της γαλλικής επιστημολογικής σχολής και των συγκεκριμένων εκπροσώπων της είναι ίσως του Dominique Lecourt, Marxism and Epistemology: Bachelard, Canguilhem, Foucault (New Left Books: Λονδίνο 1975).
  4. Ελλ. έκδ. Ερατώ (Αθήνα 1987), μετ. Γιάννης Εμίρης.
  5. Ελλ. έκδ. Χατζηνικολή (Αθήνα 1985), μετ. Έλση Τσούτη.
  6. Ελλ. έκδ. Χατζηνικολή (Αθήνα 1982), μετ. Ελένη Βέλτσου – Ιωάννα Χατζηνικολή.
  7. Για την ανάπτυξη των βασικών αυτών θέσεων, βλ. Gaston Bachelard, «Η μόρφωση του επιστημονικού πνεύματος» (1938), μετ. Στάθης Μπάλιας, στο Γεράσιμος Κουζέλης [επιμ.], Επιστημολογία. Κείμενα (Νήσος: Αθήνα 1993), σελ. 324-383· και Το νέο επιστημονικό πνεύμα, μετ.-σημ. Γιώργος Φαράκλας, επιμ. Αρ. Μπαλτάς (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης: Ηράκλειο 2000).
  8. Ελλ. έκδ. Ηριδανός (Αθήνα 1974), μετ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου.
  9. Στην ιστορία της κλινικής ο Foucault αφιερώνει το Naissance de la clinique. Une archeologie du regard medical (PUF: Παρίσι 1963) και στην ιστορία της φυλακής το Surveiller et punir. Naissance de la prison (1976) [Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, μετ. Καίτη Χατζηδήμου – Ιουλιέττα Ράλλη, θεώρηση: Άλκης Σταύρου, επίμετρο: Νέστωρ Κουράκης (Ράππα: Αθήνα 1989)].
  10. Ελλ. έκδ. Γνώση (Αθήνα 1986), μετ. Κωστής Παπαγιώργης.
  11. Ελλ. έκδ. Ράππα (Αθήνα 1983-93): Ι. Η δίψα της γνώσης, μετ. Γκλόρυ Ροζάκη, επιμ. Γιάννης Κρητικός· ΙΙ. Η χρήση των απολαύσεων, μετ. Γιώργος Κωνσταντινίδης· ΙΙΙ. Η μέριμνα για τον εαυτό μας, μετ. Γιάννης Κρητικός.
  12. Βλ. Georges Canguilhem, Το κανονικό και το παθολογικό, πρόλ. Michel Foucault, μετ.-επιμ.-επίμετρο: Γιώργος Φουρτούνης (Νήσος: Αθήνα 2007). Από εκεί και τα παραθέματα που θα χρησιμοποιήσω.
  13. Ελλ. έκδ. Ελεύθερος Τύπος (Αθήνα 1988), μετ. Τάσος Γιατζόγλου.
  14. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Ηράκλειο 1998), μετ. Π. Θεοδώρου – Κ. Πωγωνδιώτης – Γ. Φουρτούνης, επιμ. Αρ. Μπαλτάς, σελ. 431-479. Το συγκεκριμένο κείμενο, στο οποίο και παραπέμπω ακολούθως, είναι του Kenneth F. Schaffner.
  15. Το αριστουργηματικό έργο που τεκμηριώνει αυτά τα ριζοσπαστικά σύγχρονα ρεύματα, συντριπτικό κατηγορητήριο ταυτόχρονα κατά της κατεστημένης ιατρικής, είναι του Ivan Illich, Ιατρική Νέμεση: η απαλλοτρίωση της υγείας, μετ. Βασίλης Τομανάς (Εκδοτική Ομάδα: Θεσσαλονίκη 1986).
  16. Canguilhem, Το κανονικό και το παθολογικό, ό.π.

Πηγή:[Από το Αντι-επιστημολογικά (Πανοπτικόν: Θεσσαλονίκη 2012)]

3 (+1) κείμενα σχετικά με την εφαρμογή νέων τεχνολογιών

Η παραγωγή και η επιτάγχυνση των ρυθμών λανσαρίσματος νέων τεχνολογιών, παράλληλα με το άνοιγμα ασύλληπτων έως τώρα πεδίων εφαρμογής τους, πυροδοτεί σκέψεις αναφορικά με τις πιθανές συζεύξεις γνώσης, αλήθειας και εξουσίας, εφόσον θεωρούμε το πλέγμα ερμηνείας και κυριαρχίας αράγιστο. Μονόδρομος των επίδοξων εξεγερμένων είναι να ανατρέψουν το κραταίο καθεστώς αλήθειας του καπιταλιστικού κόσμου, προχωρώντας στην ανασύσταση των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων σε νέες βάσεις. Αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί δίχως συνεπή, ψύχραιμη, σταθερή και οξυμένη πολεμική στα υλικά προϊόντα που κατασκευάζει η συγκεκριμένη ιστορικά αξιοποίηση της βούλησης για γνώση υπό την ποδηγέτηση του καπιταλιστικού κόσμου και των όψιμων φιλελεύθερων πολιτικών.

Οι νέες τεχνολογίες, οι απολήξεις και οι εφαρμογές τους δεν είναι ουδέτερες, ούτε αντιστρέψιμη η χρήση τους. Δεν μπορούν να διακριθούν από το υπάρχον πλαίσιο παραγωγής, απο το οικονομικό πλέγμα εξασφάλισης πρώτων υλών, από την ισχύουσα κατανομή της εργασίας, από την προσήκουσα για την εμπορευματική κοινωνία παραγωγή γνώσης, από τη βαθιά ριζωμένη στην κοινωνία διάταξη των αξιών. Είναι μέσα διακίνησης όσων συνιστούν τον σύγχρονο κόσμο και, αφού τον ενσταλάξουν μέσα σε κάθε ομάδα, κάθε σπίτι, κάθε σώμα, θα επιστρέψουν στην πηγή απολαμβάνοντας τη συγκομιδή.

Οι νέες τεχνολογίες, ερειδόμενες στη λογική ολοκληρωτικής αξιοποίησης των ανθρώπινων εκδηλώσεων και των φυσικών δυνάμεων για την αέναη τροφοδότηση της εμπορικής μεγαμηχανής, αποσκοπούν στην ταύτιση ιδιωτικού και δημοσίου, εφόσον το δημόσιο έχει ήδη καταληφθεί από την αστική παρακμή και έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τις επιταγές των αγορών. Ως απότοκο, διέπονται από τις βλέψεις και τις ανάγκες του συστήματος, σπέρνοντας όσες συνέπειες αφήνει πίσω του η επέλαση του λεβιάθαν της οικονομίας. Αποξένωση, επιτήρηση, αντικειμενοποίηση, προγραμματισμός, σχηματοποίηση, εκμετάλλευση, αυτοματοποίηση και τυποποίηση.

Οι τραγικές αυτές συνέπειες για τις ζωές μας δε σχεδιάζονται επιμελώς και αποφασίζονται σε “μυστικά εργαστήρια κρυμμένα κάτω από τη γη”. Επιρρώνονται και ενσαρκώνονται στις καθημερινές επιλογές το μέσου ανθρώπου, του καθενός από εμάς, αφού ο κόσμος μας, παρά τη διάχυτη παραίτηση, αποτελεί την πεμπτουσία της αγελαίας, οριζόντιας συντήρησης των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων. Η τεχνολογική απειλή, συνάμα με την περαιτέρω εδραίωση του καπιταλιστικού λόγου, προελαύνει μέσα από κάθε μικρή και ασήμαντη αναζήτηση ανέσεων. Από την καθημερινή αδιαφορία μπροστά στην επέκταση της επιτήρησης σε κάθε κρυφή γωνία της ζωής μας. Από την καθιέρωση της τεχνολογικής μεσολάβησης σε κάθε επαφή μας. Από το ακατάσχετο κυνήγι αποδοτικότερων τρόπων να ωφεληθείς σε κάθε έκφανση της ζωής σου, αποτελεσματικότερων μεθόδων να γλιτώσεις χρόνο, πιο τελεσφόρων μέσων για τον εμπλουτισμό της ψυχαγωγικής ρουτίνας. Από την κατανάλωση των διαρκώς ανανεωμένων θεαμάτων ως αντιστάθμισμα της ολοκληρωτικής υπαγωγής της ζωής στο εκμαγείο του πολιτισμένου κόσμου. Από την αδυναμία να διαρρηχθούν οι δεσμοί με ό,τι διαιωνίζει την αποσύνθεση της μαλθακής ζωής μας.

Παρατηρούμε ολοένα και πιο ευκρινώς πως η εγκαθίδρυση των νέων τεχνολογιών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δε συνιστά μία θεσμικά επιβεβλημένη μέσω της ισχύος των όπλων εφαρμογή ενός πολιτικού σχεδίου. Απεναντίας, η εξουσία αυτή εκπορεύεται από τα αγελαία πρότυπα ζωής που υιοθετούνται αφειδώς από τους σύγχρονους τεχνοκαμένους. Όταν η παραδεδεγμένη επιλογή πολλών να κάνουν την κινητή σκατούλα στο χέρι τους προέκταση του σώματός τους στοχοποιεί τον αρνητή ως περίεργο σε μία κοινωνία που έτσι είναι τα πράγματα και οφείλεις να προσαρμοστείς. Όταν οι αδιάκριτοι φακοί των αμέτρητων καμερών απαθανατίζουν αδιάκοπα κάθε ασήμαντο γεγονός της άθλιας καθημερινότητας γιατί αυτό χαρακτηρίζεται ψυχαγωγία εντός της επιπολάζουσας σήψης. Όταν όλη η επικοινωνία μεσολαβείται από τα τεχνολογικά μαραφέτια παρέχοντας αλόγιστα πληροφορίες στον κάθε επίδοξο παρατηρητή γιατί “έτσι γλιτώνεις χρόνο”, διευκολύνεις τη συνεννόηση και διευρύνεις τον κοινωνικό σου κύκλο. Όταν η πανοπτική επόπτευση όσων χώρων επισκέπτεσαι σαν τουρίστας είναι ασήμαντη μπροστά στη μακάρια φυγή σου από την καθημερινή ρουτίνα, όπως ορμηνεύουν οι κοινωνικές έξεις.

Όσοι λοιπόν παρακολουθούν black mirror και ψυχαγωγούνται δια του σοκ που τους προκαλεί η απλοϊκή παράθεση στιγμιοτύπων από τις μελλοντικές δυστοπίες, ας έχουν την αξιοπρέπεια να παρατηρήσουν πόσο τους μοιάζουν οι πρωταγωνιστές αντί να αναρωτιούνται πώς φτάσαν έως εκεί τα πράγματα. Η δυστοπία ίσως να υποβόσκει πολύ πιο κοντά.

Δ.ο Ragnarok

—————————————————————-

Το γαλλικό κράτος θέτει σε εφαρμογή πρόγραμμα αναγνώρισης προσώπων σε δημόσιους χώρους

Τον δρόμο που χάραξε η Κίνα φαίνεται να ακολουθεί και η Γαλλία που προτίθεται μέχρι τα μέσα του 2021 να έχει ξεκινήσει ένα πρόγραμμα αναγνώρισης προσώπων σε δημόσιους χώρους. Η βιντεοεπιτήρηση μέσω του προγράμματος Social Credit System ισχύει, ήδη, σε πολλές πόλεις της Κίνας. Από τον νέο χρόνο θα ισχύει σε ολόκληρη την Κίνα και είναι προπομπός για το ζοφερό μέλλον σε όλες τις χώρες της γης.

Η Γαλλία μετά τις παρατεταμένες μαζικές και συγκρουσιακές διαδηλώσεις, καθώς και τις συνεχόμενες απεργίες, φαίνεται πως εξετάζει νέες μεθόδους καταστολής, μέσω αυτών των βιντεοεπιτηρήσεων. Ο Γάλλος υπουργός Ψηφιακής πολιτικής Cédric σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Parisien δήλωσε πως η δοκιμαστική φάση της βιντεοεπιτήρησης και αναγνώρισης προσώπων θα διαρκέσει από έξι μήνες μέχρι ένα χρόνο.

Μέχρι τώρα οι γενικές διατάξεις για την προστασία των προσωπικών  δεδομένων  απαγορεύουν τη χρήση της αναγνώρισης προσώπου χωρίς την συγκατάθεση αυτών που θα βιντεοσκοπηθούν.

Αυτά τα προβλήματα όπως φαίνεται θα ξεπεραστούν  ώστε να μπορέσει το γαλλικό κράτος να περάσει στην επόμενη φάση της καταστολής του.

———————————————————————————–

Αναγνώριση ερήμην…

Τετάρτη 22 Γενάρη. Μέχρι να γίνει, απ’ τα εκατομμύρια των μαγεμένων πελατών της 3ης και της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, κατανοητό το ότι ο καθολικός έλεγχος μέσω τεχνολογιών / μηχανών θα διαπερνάει ακόμα και τα κυτταρά τους, αυτές οι τεχνολογίες θα έχουν εξελιχθεί τόσο ώστε…

Ήταν μόλις λίγους μήνες πριν, το περασμένο καλοκαίρι, που μια (μάλλον παλιά) εφαρμογή «αλλαγής προσώπου» (πρόσθεσης ή αφαίρεσης ηλικίας), ονόματι faceapp αν δεν κάνουμε λάθος, έγινε τόσο «μόδα» παγκόσμια ώστε πολλά εκατομμύρια ηλίθιοι και ηλίθιες τροφοδότησαν άγνωστο ποιές βάσεις δεδομένων με τις φάτσες τους (σε συνδυασμό με το κινητό και την γεωγραφική τους θέση: πάμπολλα δεδομένα!) έτσι, στη μαλακία. Αν πριν 20 ή και 10 χρόνια προέβλεπε κάποιος ότι ακόμα και την αυτοϊκανοποίηση θα βρουν τα αφεντικά του καπιταλισμού τρόπο να την μεσολαβούν μηχανικά και, άρα, να βγάζουν κέρδος, θα τον κορόιδευαν. Τώρα απλά γίνεται.

Πέρυσι ένας αυστραλός ονόματι Hoan Ton-That παρουσίασε στο ευρύ κοινό (και όχι μόνο) μια ακόμα εντυπωσιακή εφαρμογή, της startup εταιρείας του Clearview AI: μπορείτε να φωτογραφήσετε οποιονδήποτε / οποιανδήποτε στο δρόμο, να «ανεβάσετε» την φωτογραφία του / της, και κάνοντας σύγκριση βάσεις τέτοιου είδους φωτογραφικών data η «μαγική μηχανή» να σας δείξει άλλες φωτογραφίες του / της, καθώς και links με τους λογαριασμούς που αυτές έχουν εμφανιστεί.

Γιατί μια τέτοια εφαρμογή θα μπορούσε να γίνει πιασάρικη απ’ το ευρύτατο ηλίθιο κοινό των σύγχρονων τεχνο-καμμένων; Για λόγους περιέργειας και κουτσομπολιού – τόσο απλά. Φυσικά, κάθε καινούργια φωτογραφία θα ανατροφοδοτεί τις βάσεις δεδομένων (ο Ton-That λέει ότι προέρχονται απ’ το facebook, το youtube, και χιλιάδες sites, και περιλαμβάνουν 3 δις φωτογραφιών) και θα συμβάλει στην εξέλιξη των αλγορίθμων επεξεργασίας των συγκεκριμένων data.

Καθόλου παράξενο εκείνοι που χρησιμοποιούν ήδη από πέρυσι την εφαρμογή τηςclearview είναι διάφορες αστυνομίες. Πάνω από 600 ήδη κοκορεύεται ο Ton-That – και γιατί όχι; Ο ίδιος θα μπορούσε θαυμάσια να είναι συνεργάτης μιας απ’ αυτές, αφού άλλωστε είναι εξαιρετικά φειδωλός στο να δώσει στοιχεία για την εταιρεία του. Ένας διαπιστωμένος χρηματοδότης του είναι πάντως χαρακτηριστικός: λέγεται Richard Schwartz και ήταν χρηματοδότης του δημάρχου της Ν. Υόρκης που πρωτοκαθιέρωσε το αστυνομικό δόγμα της «μηδενικής ανοχής» Rudolph Giuliani (δικηγόρος του ψόφιου κουναβιού πλέον ο πρώην δήμαρχος…).

Πιο σημαντικό απ’ το ποιοί φτιάχνουν τι είναι το ποιοί βάζουν τα χεράκια τους και βγάζουν τα ματάκια τους χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μπιχλιμπίδι βρουν μπροστά τους. Πρόκειται για έναν εξελισσόμενο μαζικό παλιμπαιδισμό που έχει διάφορες μορφές και προεκτάσεις: απ’ τον γενικευμένο ναρκισσισμό μέχρι την εξίσου γενικευμένη α-νοησία.

Δυστυχώς, από ένα σημείο και μετά (έχει ξεπεραστεί ήδη) δεν μπορούμε καν να πούμε καλά να πάθετε, ας προσέχατε! Επειδή διαμορφώνονται καθολικές νόρμες εθελοδουλείας· κι αν κάποιος τις αντιμετωπίζει αρνητικά χαρακτηρίζεται όλο και πιο εύκολα από «παράξενος» έως «ύποπτος»…

Δεν θα συνθηκολογήσουμε φυσικά. Αλλά δεν είμασταν και τόσο καλά προετοιμασμένοι για τέτοια παρακμή…

—————————————————————————–

big data: επιτήρηση και διαμόρφωση συμπεριφορών στην 4η βιομηχανική επανάσταση

Η επιτήρηση έχει μεταμορφωθεί από ένα στοιχείο της διακυβέρνησης στη βάση της την ίδια. Είναι ταυτόχρονα διακυβέρνηση (σύστημα) και κυβερνησιμότητα (η αυτο-εννόηση και η συνέργεια, όπου ο φυλακισμένος γίνεται ο δεσμοφύλακας του εαυτού του). Μ’ αυτή την έννοια, η επιτήρηση έχει γίνει ο νέος ρυθμιστικός μηχανισμός. Ο νόμος έχει γίνει ο υπηρέτης του. Και το κράτος … είναι ένας (αλλά όχι ο μοναδικός) κόμβος της ρυθμιστικής δύναμης της τεχνολογίας. Μ’ αυτή την έννοια είναι που μπορεί να γίνεται λόγος για τον “θάνατο” του “κράτους”…. ή τον “θάνατο” της διάκρισης ιδιωτικού / δημόσιου… [1]

Η σχέση ανάμεσα στην επιτήρηση, την εξουσία και την τεχνολογία δεν είναι απ’ τα ζητήματα που απασχολούν την καθημερινότητα των υπηκόων. Ούτε είναι τέτοιο ζήτημα οι βασικές αλλαγές που ήδη συμβαίνουν αφού εκατομμύρια τέτοια υπήκοοι της προωθούν υπηρετώντας τες χαρούμενα. Αν, για παράδειγμα, υποδείξουμε σε οποιονδήποτε χρήστη των λεγόμενων social media ότι καταστρέφει την διάκριση ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο χρόνο και χώρο στην ίδια του την ζωή, και ότι αυτή η καταστροφή έχει και θα έχει συνέπειες (καθόλου ευχάριστες…) που δεν μπορεί καν και καν να τις φανταστεί όταν χαϊδεύει την οθόνη αφής της συσκευής του, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα αντιδράσει με αδιαφορία.

Ωστόσο αυτή η σχέση (ανάμεσα σε επιτήρηση, εξουσία και τεχνολογία) δεν είναι αόρατη. Οι μετασχηματισμοί και οι νέες μορφοποιήσεις αυτής της σχέσης γίνονται μπροστά στα μάτια μας. Τα big data, η καινούργια πρώτη ύλη για τον καπιταλισμό του 21ου αιώνα, είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους (και εφόσον δεν αφορούν τους γαλαξίες ή τα μικρόβια) τα διαρκή στιγμιαία αποτυπώματα της καθημερινής ζωής των υπηκόων· και οι διαρκείς αλληλουχίες αυτών των αποτυπωμάτων. [2] Πόσοι αγνοούν ότι το λιγότερο που γίνεται ήδη εδώ και χρόνια μέσα απ’ την επεξεργασία αυτών των (προσωπικών) δεδομένων είναι η διαμόρφωση του “προφίλ” του καθενός / της καθεμιάς; Αλλά το profiling δεν είναι στατική διαδικασία όπως νομίζουν πολλοί. Η “φωτογραφία της στιγμής” είναι πρακτικά άχρηστη αν δεν συνοδεύεται από χιλιάδες επόμενες. Η “φωτογραφία της στιγμής” είναι μόνο ένα απ’ τα καρέ του διαρκούς “video”, αν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε έτσι, της καθημερινής ζωής. Το profiling είναι δυναμικό.

Ούτε είναι παθητική διαδικασία. Αν μπορείς να “ξέρεις” τα χαρακτηριστικά κάποιου, θέλεις και να τα διαμορφώσεις. Εδώ στο πεδίο που ως πριν φαινόταν “κατασκοπείας” εισέρχεται η εξουσία· με εντελώς καινούργιες μορφές! Για παράδειγμα, ο επιχειρηματίας που ξέρει την δυναμική των “προφίλ” των πελατών του, δεν έχει κανένα λόγο να αρκεστεί σ’ αυτή τη “γνώση”, αφήνοντας την εξέλιξη (αυτών των “προφίλ”) αδέσποτη. Θέλει, και έχει πολλούς λόγους, να διαμορφώσει αυτήν την δυναμική. Ο πιο απλός λόγος; Για να κρατήσει τους πελάτες του, για να μην τους χάσει αφήνοντάς τους ελεύθερους να επιλέξουν κάποιον ανταγωνιστή του.

Οι έννοιες κλειδί εδώ είναι διαμόρφωση των συμπεριφορών. Στο βαθμό που μιλάμε για επιχειρήσεις, πρόκειται για διαμόρφωση των καταναλωτικών συμπεριφορών· που, όμως, σε εποχές γενικευμένης κατανάλωσης, σημαίνει διαμόρφωση των συμπεριφορών σ’ ένα καλό τμήμα της καθημερινής ζωής. Ο επιχειρηματίας, που έχει ήδη συγκεντρωμένα και επεξεργασμένα τα data των πελατών του, μπορεί να καθοδηγήσει τις συμπεριφορές τους (ας πούμε: τις καταναλωτικές επιλογές τους) επιβραβεύοντας (με διάφορους τρόπους) εκείνες που υπηρετούν τα δικά του (όχι φανερά…) συμφέροντα. Ο καταναλωτής που, χειραγωγημένος απ’ τα “δωράκια”, ακολουθεί την συμπεριφορά που έχει προ-οριστεί απ’ την επιχείρηση (απ’ τις επιχειρήσεις…) θεωρεί τον εαυτό του κερδισμένο. Στην πραγματικότητα είναι χαμένος· κερδισμένος είναι μόνο ο επιχειρηματίας. Τα μηδαμινής αξίας “δωράκια”, οι “προσφορές”, τα “bonus” είναι τα αντίδωρα της υποδούλωσης στην κανονικοποιημένη συμπεριφορά, όπως αυτή έχει σχεδιαστεί για να υπηρετεί τα συμφέροντα της επιχειρηματικής κερδοφορίας. Είναι η συνειδητοποίηση της αλήθειας ότι κανείς δεν “χαρίζει” τίποτα στον καπιταλιστικό κόσμο που αποκαλύπτει ότι ο φυλακισμένος γίνεται δεσμοφύλακας του εαυτού του.

Όμως η διαμόρφωση και ο έλεγχος των συμπεριφορών μέσα από την (και χάρη στην) γενικευμένη datoποίηση της καθημερινής ζωής, που ως πρόσφατα υλοποιούνταν στον δυτικό καπιταλιστικό κόσμο κυρίως σαν επιχειρηματικές στρατηγικές, είναι μόνο η αρχή. Ξέρουμε ήδη την εκστρατεία διαμόρφωσης και ελέγχου των συμπεριφορών όχι στη σφαίρα της εμπορευματικής κατανάλωσης αλλά σ’ εκείνη την “πολιτικής” (εκλογικής) συμπεριφοράς: η Cabridge Analytica και οι “επιτυχίες” της τόσο στο δημοψήφισμα για το brexit στην αγγλία στις 23 Ιούνη του 2016, όσο και στις αμερικανικές εκλογές το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς, είναι λίγο πολύ γνωστές· αν και όχι αναλυμένες σωστά. [3] Αν οι επιχειρήσεις σαν χωριστές (και κάποτε ανταγωνιστικές μεταξύ τους) καπιταλιστικές διαδικασίες ασκούν την δική τους εξουσία στους πελάτες, η δυνατότητα μιας κεντρικής διαχείρισης και ελέγχου των συμπεριφορών, που σημαίνει την ανάληψη αυτού του έργου από κάποια μορφή “κεντρικής εξουσίας”, είναι ήδη τεχνικά πολύ πραγματική. Το κινεζικό social credit system δεν είναι κάποια κινεζική “ιδιομορφία”. Είναι το ιερό δισκοπότηρο στο οποίο προσβλέπουν όλες οι δυτικές “κεντρικές εξουσίες”. Η σχετική επιχείρηση έχει ήδη ξεκινήσει, από (πού αλλού;) τις ηπα. (Περισσότερα σε χωριστή αναφορά στη συνέχεια: νευροσυμπεριφορικά σήματα: “υγεία” αντί “άμυνας”).

Η έσχατη αυταπάτη στην οποία μπορεί να οδηγήσει η απώθηση αυτών των εξελίξεων είναι ότι “αυτά δεν πρόκειται να συμβούν εδώ, στην ελλάδα”. Θα συμβούν και εδώ (συμβαίνουν ήδη…) πρώτα και κύρια επειδή η διαμόρφωση και ο έλεγχος των συμπεριφορών έχει γίνει βασικό εργαλείο καπιταλιστικής κερδοφορίας. Στη συνέχεια υποδεικνύουμε μια τέτοια περίπτωση, από πρώτη ματιά αθώα, που αφορά ασφαλιστική εταιρεία: “ασφάλιση οχήματος και οδηγητική συμπεριφορά” είναι το ουσιαστικό όνομα της “εφαρμογής”. [4] Αναδημοσιεύουμε ολόκληρο ένα (επαινετικό) ρεπορτάζ, επειδή περιλαμβάνει εκείνα τα στοιχεία που κάνουν απτό, χειροπιαστό, τον τρόπο με τον οποίο τα big data αξιοποιούνται για την επιτήρηση και τον έλεγχο.

Πηγές:
anarchypress
sarajevomag
sarajevomag