Ο Ένγκελς για τον Στίρνερ: Επιστολή Ένγκελς στον Μαρξ, 19 Νοεμβρίου 1844

Μεταφράσαμε την επιστολή απ’ την αγγλική μετάφραση στο MECW 38. Στην εικόνα, σκίτσο του Ένγκελς το 1842 με την ομάδα των «Ελεύθερων». Από τ’ αριστερά προς τα δεξιά: Άρνολντ Ρούγκε, Ludwig Bohr, Carnau-Werk, Μπρούνο Μπάουερ, Ott Vegant, Έτγκαρ Μπάουερ, Μαξ Στίρνερ, Eduardo Mayen, δύο μέλη τα ονόματα των οποίων δεν γνωρίζουμε και Carl Friedrich Kuppen. Ο σκίουρος πάνω αριστερά είναι ο Πρώσος υπουργός Παιδείας Johan Eichhorn (Eichhorn στα γερμανικά σημαίνει σκίουρος).

Για τον Κύριο Σαρλ Μαρξ
Οδός Vanneau 38
Faubourg Saint-Germain, Παρίσι

#2

Μπάρμεν, 19 Νοεμβρίου 1844

Αγαπητέ Μ.

Πριν από ένα 15ήμερο έλαβα μερικές γραμμές από εσένα και τον Buergers γραμμένες στις 8 Οκτωβρίου και ταχυδρομημένες στις 27 Οκτωβρίου[1]. Περίπου την ίδια περίοδο που έγραψες τη σημείωσή σου, σου έστειλα μια επιστολή με παραλήπτη τη σύζυγό σου, κι εμπιστεύομαι ότι έφτασε στα χέρια σας. Για να είμαι σίγουρος ότι στο μέλλον η αλληλογραφία μας δεν θα κλαπεί [απ’ τις αρχές], προτείνω ν’ αριθμούμε τις επιστολές μας [ώστε να ξέρουμε αν τελικά κάποια στην πορεία εξαφανίστηκε], οπότε η παρούσα επιστολή είναι η επιστολή #2. Όποτε μου γράφεις, λέγε μου μέχρι ποιον αριθμό έχεις λάβει κι αν υπάρχει κάποιος ενδιάμεσος αριθμός που λείπει.

Πριν από μερικές ημέρες ήμουν στην Κολωνία και τη Βόννη. Όλα πήγαν καλά στην Κολωνία. Ο Grun θα σου είπε για τις δραστηριότητες των ανθρώπων μας. Ο Hess σκέφτεται να πάει κι αυτός στο Παρίσι όπως εσύ, σε δύο-τρεις εβδομάδες, αν καταφέρει να βρει αρκετά χρήματα. Έχεις τώρα αρκετούς Πολίτες επίσης εκεί, αρκετούς για να στήσετε ένα συμβούλιο. Θα μ’ έχεις λιγότερη ανάγκη, κι εδώ μ’ έχουν όλο και περισσότερη. Προφανώς, δεν μπορώ να έρθω τώρα καθώς αυτό θα σήμαινε να έρθω σε ρήξη με όλη μου την οικογένεια. Επιπλέον, έχω έναν ερωτικό δεσμό τον οποίο πρέπει να ξεκαθαρίσω πρώτα, κι έπειτα πρέπει ένας από εμάς να βρίσκεται εδώ επειδή οι άνθρωποί μας χρειάζονται πίεση για να διατηρήσουν ένα επαρκές βαθμό δραστηριότητας και να μην εκπέσουν στην αδράνεια. O Jung, για παράδειγμα, καθώς και πολλοί άλλοι, δεν μπορούν να πειστούν ότι η διαφορά μας με τον Ρούγκε είναι ζήτημα αρχής[2], και συνεχιζουν να πιστεύουν ότι πρόκειται απλώς για μια προσωπική φιλονικία. Όταν τους λένε ότι ο Ρούγκε δεν είναι κομμουνιστής δεν το πιστεύουν και διαβεβαιώνουν ότι, εν πάση περιπτώσει, θα ήταν κρίμα ν’ απορριφθεί απερίσκεπτα μια «φιλολογική αυθεντία» όπως ο Ρούγκε. Τι να πει κανείς γι’ αυτό; Θα πρέπει να περιμένουμε να ξεφουρνίσει ξανά ο Ρούγκε καμιά κολοσσιαία ηλιθιότητα, ώστε ν’ αποδειχθεί δια γυμνού οφθαλμού σ’ αυτούς τους ανθρώπους το γεγονός ότι ο Ρούγκε δεν είναι κομμουνιστής. Δεν ξέρω, αλλά κάτι δεν πάει καλά με τον Jung· ο άνθρωπος δεν έχει αρκετή αποφασιστικότητα.

Πραγματοποιούμε τώρα παντού δημόσιες συγκεντρώσεις με σκοπό να ιδρύσουμε ενώσεις για να προάγουμε την εργατική υπόθεση[3]· αυτό προκαλεί τρομερή αναστάτωση ανάμεσα στους Τεύτονες [Γερμανούς] και προσελκύει την προσοχή των φιλισταίων προς τα κοινωνικά προβλήματα. Οι συγκεντρώσεις αυτές συγκαλούνται αυθόρμητα και χωρίς να ζητηθεί η άδεια απ’ την αστυνομία. Προνοήσαμε ώστε τα μισά μέλη της επιτροπής που θα συντάξει το καταστατικό στη Κολωνία να είναι δικοί μας άνθρωποι· στο Έλμπερφελντ υπήρχε τουλάχιστον ένας δικός μας, και με την βοήθεια των ορθολογιστών[4] καταφέραμε σ’ αυτές τις δύο συναντήσεις να κατατροπώσουμε τους θρησκόληπτους· με μια συντριπτική πλειοψηφία, τα χριστιανικά στοιχεία αποκλείστηκαν απ’ τα καταστατικά[5]. Διασκέδασα ιδιαίτερα στο θέαμα βλέποντας αυτούς τους ορθολογιστές να γελοιοποιούνται ολοκληρωτικά με το θεωρητικό τους χριστιανισμό και τον πρακτικό τους αθεϊσμό. Κατ’ αρχήν, συμφωνούσαν πλήρως με τη χριστιανική αντιπολίτευση, παρότι στην πράξη, ο χριστιανισμός, ο οποίος σύμφωνα με τα δικά τους λόγια αποτελεί τη βάση της Ένωσης, δεν έπρεπε ν’ αναφερθεί πουθενά στο καταστατικό. Το καταστατικό μπορούσε να μιλάει για τα πάντα, εκτός απ’ τη καίρια αρχή της Ένωσης! Είχαν τόσο γαντζωθεί σ’ αυτή την παράλογη θέση που, χωρίς να χρειαστεί καν να ξεστομίσω ούτε μια λέξη, αποκτήσαμε καταστατικά τα οποία, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν θα μπορούσαν να είναι καλύτερα. Την προσεχή Κυριακή θα γίνει άλλη μια συνάντηση, δεν θα μπορέσω όμως να παραβρεθώ επειδή φεύγω αύριο για τη Βεστφαλία.

Είμαι βυθισμένος ως τα φρύδια σ’ αγγλικές εφημερίδες και βιβλία, απ’ τα οποία αντλώ για το βιβλίο μου για τη συνθήκη των Άγγλων προλετάριων[6]. Υποθέτω ότι θα το ‘χω τελειώσει μέχρι τα μέσα ή το τέλος του Ιανουαρίου, επειδή εδώ και μια-δυο εβδομάδες έχω τελειώσει με την κουραστικότερη δουλειά, την κατάταξη του υλικού. Θα παρουσιάσω στους Άγγλους ένα υπέροχο κατηγορητήριο· καταγγέλω σ’ όλον τον κόσμο την αγγλική αστική τάξη για φόνους, ληστείες κι άλλα εγκλήματα σε μαζική κλίμακα, και γράφω μια εισαγωγή στ’ αγγλικά[7] την οποία θα τυπώσω ξεχωριστά και θα τη στείλω στους Άγγλους κομματικούς αρχηγούς, τους ανθρώπους των γραμμάτων και τα μέλη του κοινοβουλίου. Με το κατηγορητήριο αυτό θα έχουν κάτι να με θυμούνται. Είναι αυτονόητο ότι αν και στοχεύω στο σαμάρι απευθύνομαι ωστόσο στον γάιδαρο, δηλαδή στη γερμανική αστική τάξη, στην οποία καταστώ σαφές είναι οι κατηγορίες αυτές αφορούν και την ίδια, με τη διαφορά ότι οι δικές της μέθοδοι δεν είναι τόσο θρασείς, διεξοδικές κι ευφυείς. Μόλις ολοκληρώσω το βιβλίο, θα συνεχίσω με την ιστορία της κοινωνικής ανάπτυξης της Αγγλίας[8], ένα έργο που θα είναι λιγότερο κοπιαστικό επειδή έχω ήδη συλλέξει τη σχετική βιβλιογραφία, έχω φτιάξει ένα γενικό περίγραμμα στο μυαλό μου κι έχω κατασταλάξει επί του ζητήματος. Εν τω μεταξύ, ίσως γράψω μερικές μπροσούρες μόλις βρω χρόνο, ιδίως ενάντια στον Λιστ[9].

Και να μην το έχεις λάβει ακόμα, θα έχεις ακούσει για το βιβλίο του Στίρνερ, Ο Μοναδικός κι η Ιδιοκτήσια του[10]. Ο Wigand μου έστειλε τα τυπογραφικά φύλλα, τα οποία πήρα μαζί μου στην Κολωνία και τ’ άφησα στον Hess. Ο ευγενής Στίρνερ -θα θυμάσαι τον Σμιντ [το πραγματικό όνομα του Στίρνερ ήταν Γιόχαν Κάσπαρ Σμιντ] απ’ το Βερολίνο, είναι αυτός που έγραψε για τα Μυστήρια στο περιοδικό του Buhl[11]- παίρνει ως αρχή του τον εγωισμό του Μπένθαμ, μόνο που κατά μια έννοια τον φέρνει σε πέρας πιο λογικά, και κατά μια άλλη έννοια λιγότερο λογικά. Πιο λογικά με την έννοια ότι ο Στίρνερ, ως άθεος, θέτει το εγώ πάνω απ’ τον θεό, ή μάλλον απεικονίζει το εγώ να είναι το Α και το Ω, το παν, ενώ ο Μπένθαμ επιτρέπει στον θεό να παραμείνει απόμακρος και νεφωλώδης πάνω απ’ το εγώ· αυτός ο Στίρνερ, εν ολίγοις, καβαλά τον γερμανικό ιδεαλισμό, είναι ένας ιδεαλιστής που στράφηκε προς τον υλισμό και τον εμπειρισμό, ενώ ο Μπένθαμ είναι απλώς ένας εμπειριστής. Ο Στίρνερ είναι λιγότερο λογικός με την έννοια ότι θα ήθελε ν’ αποφύγει την ανακατασκευή, επηρεασμένη απ’ τον Μπένθαμ, μιας κοινωνίας που έχει αναχθεί σε άτομα, όμως δεν μπορεί να τ’ αποφύγει. Ο εγωισμός αυτός είναι απλώς η ουσία της παρούσας κοινωνίας και του παρόντος ανθρώπου που έχει αποκτήσει συνείδηση της ουσίας του, είναι το έσχατο που μπορεί να μας αντιπαραθέσει η παρούσα κοινωνία, η κορύφωση όλης της θεωρίας εγγενούς στην επικρατούσα ηλιθιότητα. Αυτό είναι όμως ακριβώς που κάνει τον Στίρνερ σημαντικό, σημαντικότερο απ’ ότι τον θεωρεί, πχ, ο Hess. Δεν πρέπει απλώς να τον απορρίψουμε. Πρέπει αντ’ αυτού να τον χρησιμοποιήσουμε ως τη τέλεια έκφραση της παρούσας ανοησίας και, αντιστρέφοντάς τον, να οικοδομήσουμε επάνω του. Ο εγωισμός αυτό φτάνει σε τέτοια οξύτητα, είναι τόσο ανόητος και συνάμα τόσο αυτοσυνείδητος, που δεν μπορεί να διατηρηθεί ούτε για μια στιγμή στην μονομέρειά του ώστε πρέπει άμεσα να μετατραπεί σε κομμουνισμό. Αρχικά, πρόκειται για το απλό ζήτημα ν’ αποδείξουμε στον Στίρνερ ότι ο εγωιστικός του άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να γίνει κομμουνιστής απ’ τον ίδιο του τον εγωισμό. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να του απαντήσουμε. Κατά δεύτερον, πρέπει να του πούμε ότι στον εγωισμό της η ανθρώπινη καρδιά είναι από μόνη της, εξ αρχής, ανιδιοτελής κι αυτοθυσιαστική, ώστε τελικά να καταλήξει μ’ αυτό που μάχεται. Αυτές οι λίγες κοινοτυπίες αρκούν για ν’ αρνηθούμε την μονομέρεια. Πρέπει όμως να υιοθετήσουμε ως αρχή αυτή την αλήθεια όπως έχει. Και είναι σίγουρα αλήθεια ότι πρέπει πρώτα να κάνουμε έναν σκοπό δικό μας, εγωιστικό σκοπό, πριν μπορέσουμε να κάνουμε οτιδήποτε για την προώθησή του – και συνεπώς, κατ’ αυτή την έννοια, ανεξαρτήτως από όποιες τελικές υλικές προσδοκίες, είμαστε επίσης κομμουνιστές από εγωισμό, και είναι απ’ τον εγωισμό μας που θέλουμε να γίνουμε ανθρώπινα όντα κι όχι απλώς άτομα. Ή, για να το θέσω διαφορετικά. Ο Στίρνερ έχει δίκιο που απορρίπτει τον «άνθρωπο» του Φώυερμπαχ, ή τουλάχιστον τον «άνθρωπο» της Ουσίας του Χριστιανισμού. Ο Φώυερμπαχ συνάγει τον «άνθρωπό» του απ’ τον θεό, είναι απ’ τον θεό που καταλήγει στον «άνθρωπο», και συνεπώς ο «άνθρωπος» στέφεται μ’ ένα θεολογικό φωτοστέφανο αφαίρεσης. Ο αληθινός τρόπος να καταλήξουμε στον «άνθρωπο» είναι ο αντίθετος. Πρέπει να ξεκινήσουμε απ’ το Εγώ, το εμπειρικό άτομο με σάρκα και οστά, αν δεν θέλουμε, όπως ο Στίρνερ, να κολλήσουμε σ’ αυτό το σημείο αλλά να προχωρήσουμε στο ν’ ανυψώσουμε τους εαυτούς μας σε «άνθρωπο». Ο «άνθρωπος» θα παραμένει ένα φάντασμα όσο δεν παίρνουμε για βάση του τον εμπειρικό άνθρωπο. Εν ολίγοις, πρέπει να ξεκινήσουμε απ’ τον εμπειρισμό και τον υλισμό αν θέλουμε οι έννοιες μας, και ιδίως ο «άνθρωπός» μας, να είναι κάτι πραγματικό· πρέπει να συνάγουμε το γενικό απ’ το συγκεκριμένο, όχι απ’ τον εαυτό του ούτε, όπως ο Χέγκελ, από αέρα κοπανιστό. Όλα αυτά είναι κοινοτοπίες που δεν χρειάζονται εξήγηση· έχουν ήδη γραφτεί απ’ τον Φώυερμπαχ και δεν θα τα επαναλάμβανα αν ο Hess -πιθανότατα λόγω της πρότερης ιδεαλιστικής του κλίσης- δεν είχε δυσφημίσει τόσο τρομερά τον εμπειρισμό, ειδικά τον Φώυερμπαχ και τώρα στον Στίρνερ. Ο Hess έχει δίκιο για πολλά απ’ όσα λέει για τον Φώυερμπαχ· απ’ την άλλη όμως φαίνεται ότι ακόμη υποφέρει από μια σειρά ιδεαλιστικών παρεκκλίσεων – όποτε ξεκινάει να μιλήσει για θεωρητικά ζητήματα πάντα προχωρά μέσω της αλληλουχίας των κατηγοριών, και συνεπώς δεν μπορεί να γράψει μ’ έναν λαϊκό τρόπο επειδή είναι υπερβολικά αφηρημένος. Οπότε, μισεί επίσης κάθε είδος εγωισμού και κηρύττει την αγάπη για την ανθρωπότητα, κλπ, τα οποία τελικά συμπυκνώνονται στη χριστιανική αυτοθυσία. Αν, ωστόσο, το άτομο με σάρκα και οστά αποτελεί την αληθινή βάση, το αληθινό σημείο αφετηρίας, για τον «άνθρωπό» μας, έπεται ότι ο εγωισμός -όχι φυσικά μόνο ο πνευματικός εγωισμός του Στίρνερ, μα επίσης ο εγωισμός της καρδιάς– αποτελεί την αφετηρία για την αγάπη μας για την ανθρωπότητα, και χωρίς αυτόν τον εγωισμό η αγάπη για την ανθρωπότητα κρέμεται στον αέρα, χωρίς καμία βάση. Καθώς σύντομα ο Hess θα έρθει να σε βρει θα μπορέσετε να τα συζητήσετε αυτά κατ’ ιδίαν. Παρεμπιπτόντως, ημέρα με τ’ ημέρα βρίσκω αυτές τις θεωρητικές μπουρδολογίες όλο και πιο κουραστικές και τσαντίζομαι με κάθε λέξη που ξοδεύεται για το ζήτημα του «ανθρώπου», με κάθε πρόταση που πρέπει να διαβάσουμε ή να γράψουμε ενάντια στη θεολογία και την αφαίρεση καθώς κι ενάντια στον χυδαίο υλισμό. Είναι όμως τελείως διαφορετικό ζήτημα όταν, αντί να καταπιανόμαστε μ’ όλα αυτά τα φαντάσματα -επειδή ακόμη κι ο άνθρωπος που δεν έχει πραγματωθεί παραμένει ένα φάντασμα μέχρι τη στιγμή της πραγμάτωσής του- στρεφόμαστε στο πραγματικά, ζωντάνα πράγματα, σε ιστορικές εξελίξεις και συνέπειες. Αυτά, τουλάχιστον, είναι τα καλύτερα που μπορούμε ν’ αναμένουμε όσο παραμένουμε περιορισμένοι αποκλειστικά στο να γράφουμε και δεν μπορούμε να πραγματώσουμε τις σκέψεις άμεσα με τα ίδια μας τα χέρια ή, αν χρειαστεί, με τις γροθιές μας.

Το βιβλίο του Στίρνερ όμως επιδεικνύει γι’ άλλη μια φορά πόσο βαθά είναι ριζωμένη η αφαίρεση στη φύση των Βερολινέζων. Ξεκάθαρα, ο Στίρνερ είναι ο πιο ταλαντούχος, ανεξάρτητος κι εργατικός απ’ τους «Ελεύθερους»[12], πέφτει όμως απ’ την ιδεαλιστική στην υλιστική αφαίρεση και καταλήγει μετέωρος στο κενό. Απ’ όλη τη Γερμανία συρρέουν ειδήσεις αναφορικά με την ανάπτυξη του σοσιαλισμού, απ’ το Βερολίνο όμως τίποτα. Όταν καταργηθεί η ιδιοκτησία στη Γερμανία, αυτοί οι εξυπνάκηδες Βερολινέζοι θα στήσουν μια δική τους La Democratie pacifique[13] στο Hasenheide – σίγουρα όμως δεν θα πάνε μακρυά. Προσοχή! Ένας νέος μεσσίας θα εγερθεί στην Uckermark, ένας μεσσίας ο οποίος θα φέρει τον Φουριέρ στα μέτρα του Χέγκελ· θα ορθώσει ένα phalanstère[14] επί των αιώνιων κατηγοριών και θα το θέσει ως έναν αιώνιο νόμο της αυτοαναπτυσσόμενης ιδέας ότι το κεφάλαιο, το ταλέντο κι η εργασία πρέπει να λάβουν ένα ορισμένο μερίδιο του προϊόντος. Αυτό θ’ αποτελέσει τη Καινή Διαθήκη του εγελιανισμού, ο γερο-Χέγκελ θα είναι η Παλαιά Διαθήκη, και το «κράτος», το δίκαιο, «[ο] νόμος θα γίνει παιδαγωγός μας, οδηγώντας μας στον Χριστό»[15]. Και το phalanstère, στο οποίο θα βρίσκονται οι γνώστες σύμφωνα με τη λογική αναγκαιότητα, θα είναι ο «νέος παράδεισος» και η «νέα γη», η νέα Ιερουσαλήμ που κατέρχεται απ’ τον παράδεισο στολισμένη σαν νύφη[16]. Κι όλα αυτά ο αναγνώστη θα μπορεί να τα βρει να εκτείθονται επί μακρόν στη νέα Αποκάλυψη. Κι όταν όλα αυτά ολοκληρωθούν, θα προκύψει η Κριτική Κριτική, θ’ ανακηρύξει ότι είναι τα πάντα, ότι συνδυάζει στο κεφάλι της το κεφάλαιο, το ταλέντο και την εργασία, ότι όλα όσα παράγονται παράγονται απ’ αυτή κι όχι απ’ τις αδύναμες μάζες – και θα κατασχέσει τα πάντα για πάρτη της. Αυτή θα είναι η κατάληξη της βερολινέζικης εγελιανής ειρηνικής δημοκρατίας.

Όταν ολοκληρώσεις την Κριτική Κριτική[17] στείλε μου μερικά σφραγισμένα αντίτυπα μέσω των βιβλιοπώλων – ίσως κατασχεθούν [απ’ τις αρχές]. Σε περιπτώση που δεν έλαβες την προηγούμενη επιστολή μου, να επαναλάβω ότι μπορείς να μου γράψεις είτε βάζοντας ως στοιχεία παραλήπτη Φ. Ε. ο νεώτερος, Μπάρμεν, είτε με σφραγισμένη επιστολή στη F. W. Struecker and Co., Έλμπερφελντ. Την παρούσα επιστολή στη στέλνω μ’ έμμεσο τρόπο.

Γράψε μου σύντομα -έχουν περάσει περισσότεροι από δύο μήνες απ’ τη τελευταία φορά που μου έγραψε- για όσα συμβαίνουν στη Vorwärts!. Δώσε σ’ όλους τα χαιρετίσματά μου.

Δικός σου,
[υπογραφή του Ένγκελς]

Σημειώσεις:
1. Επιστολή των Μαρξ και Buergers στον Ένγκελς στις 8 Οκτωβρίου 1844 δεν έχει βρεθεί.
2. Η διαφωνία μεταξύ του Μαρξ, του Ένγκελς και του Άρνολντ Ρούγκε χρονολογείται απ’ την περίοδο της έκδοσης των Γαλλογερμανικών Χρονικών, σε σύνταξη του Μαρξ και του Ρούγκε. Οι διαφωνίες αυτές οφείλονταν στην αρνητική στάση του Ρούγκε προς τον κομμουνισμό και το επαναστατικό προλεταριακό κίνημα. Αυτή ήταν η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του Μαρξ και του Νεαρού Εγελιανού Ρούγκε, ο οποίος ήταν υποστηρικτής του φιλοσοφικού ιδεαλισμού. Η τελική ρήξη μεταξύ του Μαρξ και του Ρούγκε συνέβη τον Μάρτιο του 1844. Η καταδίκη της εξέγερσης των σιλεσιανών υφαντών τον Ιούνιο του 1844 απ’ τον Ρούγκε ώθησε τον Μαρξ να τον κατακρίνει στο άρθρο του «Κριτικές Περιθωριακές Σημειώσεις για το Άρθρο: “Ο Βασιλιάς της Πρωσίας και η Κοινωνική Μεταρρύθμιση. Από έναν Πρώσο”» [Σ.τ.Μ: το ανώνυμο άρθρο με την απλή υπογραφή «ένας Πρώσος» ήταν γραμμένο απ’ τον Ρούγκε, και ο Μαρξ το γνώριζε αυτό].
3. Αναφέρεται στις Ενώσεις προς Όφελος των Εργατικών Τάξεων που σχηματίστηκαν σε μια σειρά πρωσικών πόλεων το 1844 και το 1845 με πρωτοβουλία της γερμανικής φιλελεύθερης αστικής τάξης, οι οποίες ανησυχήσαν απ’ την εξέγερση των Σιλεσιανών υφαντών το καλοκαίρι του 1844, ελπίζοντας ότι οι ενώσεις αυτές θ’ αποτρέπαν τους εργάτες από μαχητικούς αγώνες. Παρά τις προσπάθειες της αστικής τάξης και των κυβερνητικών αρχών να δωθεί στις ενώσεις αυτές ένας ακίνδυνος φιλανθρωπικός χαρακτήρας, συνεισφέραν στην αναπτυσσόμενη πολιτική δραστηριότητα των μητροπολιτικών μαζών και τραβήξαν την προσοχή ευρύων τμημάτων της γερμανικής κοινωνίας προς κοινωνικά ζητήματα. Το κίνημα ίδρυσης τέτοιων ενώσεων υπήρξε ιδιαίτερα διαδεδομένο στις πόλεις της βιομηχανικής επαρχίας της Ρηνανίας. Με τις ενώσεις να έχουν πάρει μια τέτοια απρόβλεπτη κατεύθυνση, η πρωσική κυβέρνηση έκοψε βιαστικά τις δραστηριότητές τους την άνοιξη του 1845, αρνούμενη να εγκρίνει τα καταστατικά τους κι απαγορεύοντάς τους να συνεχίσουν το έργο τους.
4. Οι ορθολογιστές ήταν εκπρόσωποι μιας προτεσταντική τάση η οποία προσπαθούσε να συνδυάσει τη θεολογία με τη φιλοσοφία και ν’ αποδείξει ότι οι «θείες αλήθειες» μπορούν να ερμηνευτούν με τη λογική. Ο ορθολογισμός αντιτίθονταν στον πιετισμό [αλλιώς κι ευσεβισμό], μια ακραία μυστικιστική τάση του λουθηρανισμού.
5. Στο συνέδριο που έγινε στην Κολωνία στις 10 Νοεμβρίου του 1844 παρεβρίσκονταν πρώην μέτοχοι κι αρθογράφοι της Εφημερίδας του Ρήνου, οι φιλελεύθεροι Ludolf Camphausen και Gustav Mevissen, ριζοσπάστες μεταξύ των οποίων οι Georg Jung, Karl d’Ester και Franz Raveaux, και άλλοι. Δημιουργήθηκε μια Γενική Ένωση Αρωγής κι Εκπαίδευσης με σκοπό τη βελτίωση της συνθήκης των εργατών (τα μέτρα που λήφθησαν συμπεριλάμβαναν την αύξηση των ταμείων για αλληλοβοήθεια, κλπ). Παρά τις διαφωνίες των φιλελεύθερων, το συνέδριο υιοθέτησε δημοκρατικούς κανόνες οι οποίοι επιτρέπαν την ενεργή συμμετοχή των εργατών στην Ένωση. Στη συνέχεια υπήρξε μια οριστική ρήξη μεταξύ των ριζοσπαστικών-δημοκρατικών στοιχείων και των φιλελεύθερων. Οι φιλελεύθεροι, με ηγέτη τον Camphausen, αποχωρήσαν απ’ την Ένωση, η οποία λίγο αργότερα κρίθηκε παράνομη απ’ τις αρχές. Τον Νοέμβριο του 1844, δημιουργήθηκε μια Εκπαιδευτική Ένωση στο Έλμπερφελντ. Οι ιδρυτές της απ’ την αρχή αντιμάχονταν τον τοπικό κλήρο, ο οποίος προσπαθούσε να θέσει την Ένωση υπό την επιρροή του και να δώσει στη δραστηριότητά της έναν θρησκευτικό χαρακτήρα. Ο Ένγκελς κι οι φίλοι του ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τις συναντήσεις και την επιτροπή της Ένωσης για τη διάδοση κομμουνιστικών αντιλήψεων. Όπως περίμενε ο Ένγκελς, το καταστατικό της Ένωσης δεν εγκρίθηκε απ’ τις αρχές, και η Ένωση διαλύθηκε την άνοιξη του 1845.
6. Αναφέρεται στο βιβλίο του Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία.
7. Αναφέρεται στο κείμενό του «Στις Εργαζόμενες Τάξεις της Μεγάλης Βρετανίας», το οποίο παρατίθεται ως εισαγωγή στο Φρίντριχ Ένγκελς, Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία, μέρος Α’, εκδόσεις Μπάυρον, 1974.
8. Αρχικά ο Ένγκελς σχεδίαζε να γράψει ένα βιβλίο και την κοινωνική ιστορία της Αγγλίας και ν’ αφιερώσει ένα απ’ τα κεφάλαι του βιβλίου αυτού στην κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία. Όμως, συνειδητοποιώντας τον ειδικό ρόλο που έπαιζε το προλεταριάτο στην αστική κοινωνία, αποφάσισε να καταπιαστεί με την εργατική τάξη σ’ ένα ξεχωριστό βιβλίο, το οποίο έγραψε όταν επέστρεψε στη Γερμανία απ’ την Αγγλία, μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 1844 και του Μαρτίου του 1845. Αποσπάσματα από χειρόγραφα του Ένγκελς τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1845, καθώς κι οι επιστολές του εκδότη Leske στον Μαρξ στις 14 Μαΐου και 7 Ιουνίου του 1845, δείχνουν ότι την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1845 ο Ένγκελς συνέχισε να δουλεύει το βιβλίο του για την κοινωνική ιστορία στην Αγγλία. Παρότι δεν εγκατέλειψε αυτό το πλάνο του μέχρι και τα τέλη του 1847 -όπως αποδεικνύεται από ένα άρθρο του στη Deutsche-Brusseler-Zeitung, no. 91, 14 Νοεμβρίου 1847- τελικά απέτυχε να το ολοκληρώσει.
9. Ο Ένγκελς δεν έγραψε μπροσούρα για το βιβλίο του Φρίντριχ Λιστ, Das nationale System der politischen ökonomie, παρότει αργότερα συνέχισε να συζητά αυτή την ιδέα με τον Μαρξ, ο οποίος με τη σειρά του σκόπευε να δημοσιεύσει μια κριτική ανάλυση των απόψεων του Λιστ. Ο Ένγκελς επέκρινε τους Γερμανούς υπερμάχους του προστατευτισμού, και πάνω απ’ όλα τον Λιστ, στην ομιλία του στο Έλμπερφελντ [Σ.τ.Μ: για τ’ αδημοσιεύτα χειρόγραφα με την κριτική του Μαρξ στον Λιστ βλέπε Καρλ Μαρξ, Η Αυταπάτη της Εθνικής Οικονομίας, εκδόσεις Κοροντζής, 1990, στο οποίο περιλαμβάνεται και η δεύτερη ομιλία του Ένγκελς στο Έλμπερφελντ υπό τον τίτλο «Γιατί ο Κομμουνισμός Είναι Αναγκαιότητα για τη Γερμανία»].
10. Το βιβλίο του Στίρνερ κυκλοφόρησε στα τέλη Οκτωβρίου του 1844, παρότι το copyright της έκδοσης αναγράφει 1845.
11. Πρόκειται για το άρθρο «Review of Les Mysteres de Paris by Eugene Sue» που εκδόθηκε στο Berliner Monatsschrift.
12. Οι «Ελεύθεροι» ήταν μια βερολινέζικη ομάδα Νεαρών Εγελιανών που σχηματίστηκε στις αρχές του 1842. Το πιο γνωστά μέλη τους ήταν ο Edgar Bauer, ο Eduard Meven, ο Ludwig Buhl κι ο Μαξ Στίρνερ. Η κριτική τους προς τις επικρατούσες συνθήκες ήταν αφηρημένη και στερούνταν πραγματικού επαναστατικού περιεχομένου παρότι η μορφή της ήταν υπερριζοσπαστική. Το γεγονός ότι οι «Ελεύθεροι» εκλείπονταν οποιουδήποτε θετικού προγράμματος και παραμελούσαν τις πραγματικότητες της πολιτικής πάλης σύντομα επέφερε διαφωνίες μεταξύ των «Ελεύθερων» και των εκπροσώπων της επαναστατικής-δημοκρατικής πτέρυγας του γερμανικού αντιπολιτευτικού κινήματος. Μια οξεία σύγκρουση μεταξύ των «Ελεύθερων» και του Μαρξ έλαβε χώρα το φθινόπωρο του 1842, όταν ο Μαρξ έγινε συντάκτης της Εφημερίδας του Ρήνου. Τα επόμενα δύο χρόνια (1843-1844), η διαφωνία του Μαρξ και του Ένγκελς με τους Νεαρούς Εγελιανούς αναφορικά με ζητήματα θεωρίας και πολιτικής βάθυνε περαιτέρω. Αυτό δεν εξηγεί μόνο την μετάβασή τους προς τον υλισμό και τον κομμουνισμό, μα επίσης την εξέλιξη των ιδεών των αδερφών Μπάουερ και των φίλων τους. Στην Allgemeine Literatur-Zeitung, ο Μπάουερ κι η ομάδα του αποκηρύξαν τον πρότερό τους «ριζοσπαστισμό του 1842» και, πέρα απ’ την έκφραση υποκειμενικών ιδεαλιστικών απόψεων κι αντιπαράθεσης επιλέκτων προσωπικοτήτων, οι φορείς της «καθαρής Κριτικής», ως βρισκόμενοι σ’ αντίθεση με τις υποτιθέμενα νωθρές κι αδρανείς μάζες, ξεκίνησαν να διαδίδουν τις ιδέες της μετριοπαθούς φιλελεύθερης φιλανθρωπίας. Ο λόγος που ο Μαρξ κι ο Ένγκελς αποφάσισαν να γράψουν το πρώτο κοινό τους έργο, την Αγία Οικογένεια, ήταν να εκθέσουν την μορφή που έλαβαν το 1844 οι απόψεις των Νεαρών Εγελιανών και να υπερασπιστούν τη δική τους καινούρια υλιστική και κομμουνιστική αντίληψη.
13. Ειρωνική αναφορά στη φουριεριστική εφημερίδα La Democratie pacifique, γνωστή για τον σεκταρισμό και τον δογματισμό της.
14. [Σ.τ.Μ.]: Το phalanstère ήταν είδος κτηρίου σχεδιασμένο να στεγάσει τις ουτοπικές σοσιαλιστικές κοινότητες του Φουριέ. Το όνομά του προέρχεται απ’ τον συνδυασμό της phalange [η γνωστή αρχαιοελληνική φάλαγγα, στρατιωτική μονάδα] και του monastère [μοναστήρι].
15. «νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν» (Επιστολή Απόστολου Παύλου προς Γαλάτας, 3: 24).
16. «Καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινήν· ὁ γὰρ πρῶτος οὐρανὸς καὶ ἡ πρώτη γῆ ἀπῆλθον, καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔστιν ἔτι. Καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλὴμ καινὴν εἶδον καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡτοιμασμένην ὡς νύμφην κεκοσμημένην τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς» (Αποκάλυψις Ιωάννου, 21: 1-2).
17. Αναφέρεται στο κοινό βιβλίο τους Αγία Οικογένεια, ή η Κριτική της Κριτικής Κριτικής. Ενάντια στους Μπρούνο Μπάουερ και Σια.

Πηγή: theshadesmag

Sydney E. Parker: Αναρχικός ατομικισμός

Ο “Ατομικισμός” είναι μία από τις έννοιες που, στο ίδιο μοτίβο με τον “Αναρχισμό” και τον “Εγωισμό”, έχουν υποστεί κατάχρηση τόσο λόγω άγνοιας όσο και επιτηδευμένα. Για πολλούς ριζοσπάστες συνιστά συνώνυμο με το “ελευθερία για όλους” της “φιλελεύθερης” ζούγκλας, ενώ ορισμένοι υπέρμαχοι του καπιταλισμού έχουν επιχειρήσει να το αξιοποιήσουν προς δικαίωση της οικονομικής εκμετάλλευσης και των μονοπωλίων τους. Στοιχειώδης οξυδερκής σκέψη αναφορικά με τη φύση της καπιταλιστικής κοινωνίας, ωστόσο, με τα αφεντικά και τους μαζανθρώπους της, είναι αρκετή προκειμένου να κλονιστεί αυτή η υποψία. Τι το ατομικιστικό διαφαίνεται στις στρατιές των αστικοποιημένων ευυπόληπτων υπαλλήλων καθώς περιδιαβαίνουν μέσα και έξω από τα γραφεία τους την ίδια ώρα 5 φορές την εβδομάδα, φυτοζωώντας εν τω μεταξύ στα κλουβιά των μικροαστικών τους έξεων; Και πόσο ατομικιστικές είν’ άραγε οι ορδές των βιομηχανικών εργατών, ακινητοποιημένες μπροστά στον θεό της αυτοματοποίησης καθώς εκτελούν τις ίδιες δουλοπρεπείς τελετουργίες καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους; Οι ερωτήσεις αυτές περικλείουν και τις απαντήσεις τους.

Ατομικισμός

Ο Ατομικισμός είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τις νοητικές καρικατούρες των “αριστερών” και των “δεξιών”. Κατά τον John Beverly Robinson:

«Πρόκειται για τη διόραση μιας ατομικότητας πως υψώνεται πάνω από κάθε θεσμό ή σύνολο. Πως όλα τα παραπάνω υφίστανται μόνο για όσο επιλέγει αυτή να τα ιδιοποιείται συναινώντας στην ύπαρξή τους.»

Εξαιτίας της απροθυμίας του να αναγνωρίσει σε οποιονδήποτε θεσμό ή σχήμα εξουσία επί του εαυτού του, ένας ατομικιστής είναι αναπόδραστα αναρχικός. Και στον αντίποδα, αρνούμενος την εγκυρότητα πάσας εξουσίας παρεκτός αυτής του ατόμου, ο αναρχικός είναι λογικά ατομικιστής. Στον απόηχο αυτής της συνειδητοποίησης, προκύπτει ένας αναρχισμός αποδεσμευμένος από τα τελευταία υπολείμματα ενός αλτρουιστικού ιδεαλισμού που αποτινάσσει την οσφυοκαμψία μπροστά στον θεό και το κράτος μόνον ώστε να την αντικαταστήσει με την υποταγή στην Ανθρωπότητα και τον Σκοπό. Η ατομικιστική αναρχία ξετρυπώνει την εξουσία από τα ύστατα καταφύγιά της στις “ηθικές προσταγές” και το “καθήκον”.

Κυβέρνηση

Όμως αν ο ατομικιστής ζει μόνο για τον εαυτό του, τότε τι τον εμποδίζει να καθυποτάξει του υπολοίπους;

Τουλάχιστον δύο πράγματα:

Πρωτίστως, αν οι εν λόγω υπόλοιποι είναι εξίσου “αυτόβουλοι” με αυτόν, τότε θα ορθώσουν τη θέλησή τους απέναντι στη δική του, ματαιώνοντας τις προσπάθειές του.

Δεύτερο και σημαντικότερο, οι ατομικιστές νογούν πως η εξουσία συνιστά σχέση μεταξύ κυρίαρχου και κυριαρχούμενου, μια σχέση δεσμευτική και για τους δύο, αφού καταστρέφει την ανεξαρτησία αμφοτέρων. Όπως ορθώς το έθεσε ο Max Stirner:

«Όποιος, προκειμένου να διαφυλάξει τον εαυτό του, υποχρεούται να βασίζεται στην αδράνεια της θέλησης των υπολοίπων, αυτός είναι αποκύημα των άλλων, όπως ο αφέντης αποτελεί γέννημα του υποτακτικού του. Αν η υποτακτικότητα έπαυε θα σήμαινε επίσης το τέλος της κυριαρχίας.»

Αν απεύχεσαι την καταδυνάστευσή σου από άλλους, μην επιχειρείς να τους καταδυναστεύσεις ούτε εσύ. Συμφωνήστε αμοιβαία να μην μπλέκεστε ο ένας στα πόδια του άλλου.

Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν αντιλαμβάνονται την κυριαρχία ως το απλό προϊόν μιας συνωμοσίας καθυπόταξης του αθώου πόπολου από μία μοχθηρή μειοψηφία. Οι πολλοί δε θα γινόντουσαν αντικείμενο διακυβέρνησης αν δεν επιθυμούσαν την υποταγή τους, ήτοι, αν ήταν ικανοί να αυτοκυβερνηθούν. Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος εντός μιας σχέσης την οποία οι ατομικιστές αποστρέφονται. Ο δρόμος τους βρίσκετε εξίσου μακριά και από τους δύο.

Συν-εργασία

Απορρίπτει όντως ο ατομικιστής κάθε συνεργασία μεταξύ ατόμου και κοινότητας;

Οι ατομικιστές αναφωνούν με τον Ίψεν πως «Ο δυνατότερος άνθρωπος που υπάρχει στη γη είναι εκείνος που καταφέρνει να ζει περισσότερο μόνος», αναγνωρίζουν όμως την αξία της συνεργασίας προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανθρώπινες ανάγκες τους. Δεν υπάρχει τίποτα το αντιφατικό σε αυτό εφόσον μόνο όποιος αποδεικνύεται ικανός να ορθοποδήσει μονάχος δύναται να σχηματίσει πραγματικά ελεύθερες σχέσεις με τους διπλανούς του. Ένας αντίστοιχος δεσμός δεν καταλήγει αυτοαναφορικός και η συνέχειά του αυτοσκοπός – κρατάει όσο και η χρησιμότητά του για όσους τον σχηματίζουν. Δεν αποτελεί φετιχοποιημένο κειμήλιο απέναντι στο οποίο τα μέλη αποκτούν καθηκοντα. Συνιστά δημιουργία και υπηρέτη τους, τίποτα περισσότερο.

Οικονομικά

Αναφορικά με την οικονομία, ο ατομικιστής δεν πιστεύει στον κολλεκτιβισμό, είτε σοσιαλιστικής, είτε συνδικαλιστικής, είτε κομμουνιστικής προέλευσης. Γι’ αυτόν, η ατομική κατοχή των μέσων παραγωγής είναι ο τρόπος εξασφάλισης του προϊόντος ή του ισοδύναμού του στον παραγωγό. Σε αυτό το επίπεδο, όπως και σε όλα τα υπόλοιπα, ωστόσο, οι ατομικιστές παραμένουν πάνω απ’ όλα πλουραλιστές και χαρακτηρίζουν ως εξουσιαστικό οποιοδήποτε σύστημα -ανεξαρτήτως ονόματος- που θα τους δέσμευε υποχρεωτικά σε μία οικονομική σχέση απορρίπτοντας την πιθανότητα εναλλακτικών επιλογών. Η διαφορά μεταξύ ατομικιστικής και κολλεκτιβιστικής προσέγγισης στην οικονομία έγκειται στο γεγονός πως, ενώ η πρώτη θα άφηνε κάθε άτομο απρόσκοπτα να εξασφαλίσει μόνο του ό,τι χρειάζεται, η δεύτερη θα ανήγαγε την κοινωνία σε διαχειριστή και πάροχο των χρειωδών για τη ζωή. Κάθε σύστημα που καθιστά το υποκείμενο εξαρτημένο από την καλή ή κακή θέληση των άλλων είναι απεχθές για τους ατομικιστές. Είναι μικρής σημασίας γι’ αυτούς το αν τα μέσα παραγωγής βρίσκονται υπό τον έλεγχο μιας δράκας κεφαλαιοκρατών, του κράτους, μιας συνδικαλιστικής ένωσης ή μιας κομμούνας, αν οι ίδιοι δε διαθέτουν αυτονομία και ελευθερία επιλογής.

Επανάσταση

Αλλά οι εικασίες σχετικά με τη μελλοντική οικονομία έχουν αποκλειστικά ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν περιμένουν καρτερικά την “επαύριον της επανάστασης” για να γευτούν τους καρπούς των αντιλήψεών τους. Είναι το σήμερα που τους απασχολεί, όχι ένα υποθετικό μέλλον. Εφόσον ο ατομικιστής έχει ως αφετηρία τον εαυτό του, δε χρειάζεται τη συγκατάθεση άλλων προκειμένου να ξεκινήσει την “επανάστασή” του. Καλωσορίζει οποιοδήποτε άτομο πορεύεται σε παρακείμενο δρόμο, αλλά δεν εξαρτά το ταξίδι του από κανέναν. Οι χριστιανοί προσδοκούν τη θέληση του θεού τους, οι δημοκράτες τη θέληση του λαού, οι μαρξιστές και οι συνδικαλιστές τη θέληση του έμφυτα επαναστατικού προλεταριάτου · αντιθέτως, ο ατομικιστής ελπίζει μόνο στην δική του βούληση και δε βασίζεται σε τίποτα πέραν του εαυτού του. Κατά συνέπεια, δεν πιστεύει σε μία “ιστορική διαλεκτική”, στην αναπόδραστη κατάληξη της ταξικής πάλης, στη σταδιακή πρόοδο του νομικού πολιτισμού ή σε οποιαδήποτε άλλη αγελαία ή υπερφυσική δύναμη ως εγγυητή της απελευθέρωσής του. Η αυτονομία είναι η μοναδική μορφή απελευθέρωσης με κάποιο νόημα γι’ αυτόν. Δεν έχει χρόνο για χιλιαστικά ναρκωτικά ως καταπραϋντικά για τη σημερινή μιζέρια και τις υπαρκτές καταπιέσεις.

Βία

Η ερώτηση σχετικά με τη χρήση ή μη της βίας για αυτοπροστασία είναι πάντα υποκείμενη στους σκοπούς. Οι ατομικιστές θα καταφύγουν στη μία ή την άλλη επιλογή αναλόγως τη συγκεκριμένη κατάσταση. Οποιαδήποτε προσέγγιση επιχειρεί να δεσμεύσει τον ατομικιστικό αγώνα με την βία ή τον πασιφισμό, αναιρεί την πολυμορφία των ατομικών ιδιοσυγκρασιών και αντοχών, αποτελώντας ένα ηθικό εκμαγείο. Ωστόσο, δυστυχώς, όντας αντιμέτωποι με τα συντριπτικά μέσα βίας στην κατοχή του σύγχρονού κράτους, οι περισσότεροι ατομικιστές σταχυολογούν την παθητική αντίσταση ως το πιο ενδεδειγμένο μέσο πάλης.

Τέλος

Οι ατομικιστές αναρχικοί δεν επιθυμούν να παραμείνουν ένας ακόμα αριθμός στις “στατιστικές εκατομμυρίων” υπάκουων πολιτών. Απέσπασαν τους εαυτούς τους από την υπόλοιπη αγέλη, και η αναρχία τους ευδοκιμεί στη δύναμή τους να επικυρώσουν την ύπαρξή τους. Διαχωρίζονται από κάθε δημοκρατικό ή σοσιαλιστικό μύθο. Στον διάολο το τι “θέλει ο λαός” και τι “θέλουν οι εργαζόμενοι”. Ας βιώσουμε στο έπακρο τις ζωές μας ακολουθώντας τα προσωπικά μας συμφέροντα, όντας οι εαυτοί μας. Ο ατομικιστής θα τραβήξει τον δικό του δρόμο, ακόμα κι αν πρέπει να πορευτεί μόνος. Η ατομικότητά του, εξάλλου, θα συνθλιβόταν αν δεν το έκανε.

Sydney E. Parker

Πηγή: Minus one, τεύχος 9, Ιούλιος – Αύγουστος 1965

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Συνέντευξη: Alfredo Cospito – “Ποια Διεθνής;” (Τρίτο μέρος)

Η ακόλουθη συνέντευξη αποτελεί το τρίτο μέρος ενός εν εξελίξει διαλόγου μεταξύ του αιχμάλωτου αναρχικού συντρόφου Alfredo Cospito, ο οποίος βρίσκεται έγκλειστος στη φυλακή της Ferrara, και τους συντάκτες της Ιταλικής αναρχικής εφημερίδας Vetriolo (Βιτριόλι). Απ’ όσα γνωρίζουμε, το πρώτο μέρος της συνέντευξης παραμένει αμετάφραστο στα αγγλικά, ωστόσο το δεύτερο μέρος μεταφράστηκε από τα συντρόφια του AMW (Abolition Media Worldwide) τον Απρίλιο του ’19. Το Βιτριόλι έχει δημοσιεύσει τη συνέντευξη σε αποσπάσματα, ενώ σχεδιάζει να τη συμπεριλάβει στην ολότητά της σε επερχόμενη έκδοση. Ελπίζουμε πως με τη μετάφρασή μας κατορθώσαμε να διατηρήσουμε ακέραιο το αυθεντικό πνεύμα της συνέντευξης, ωστόσο είμαστε έντονα συνειδητοποιημένοι πως ορισμένα λάθη πιθανώς να έχουν συμβεί, και καλωσορίζουμε οποιαδήποτε ανταπόκριση σχετικά με αστοχίες επιδεχόμενες διόρθωσης. Για την απόκτηση αντίτυπων του Βιτριόλι, επικοινωνήστε στο vetriolo[at]autistici.org.

*

Σε ορισμένα από τα πρόσφατα κείμενά σου είχες επιδιώξει να ανοιχτεί ένας διάλογος σχετικά με: τη δράση και τις ομάδες συγγένειας, τις ατομικές πρωτοβουλίες, τις αναλήψεις ευθύνης, τις μεθόδους άτυπης οργάνωσης μεταξύ αναρχικών, και την προπαγάνδα μέσω πράξης. Υπάρχουν πάμπολλες διαφορετικές εμπειρίες διατηρημένες μέχρι και σήμερα, πολυδιάστατες και ποικίλες, μεταξύ των διάφορων τάσεων του αναρχισμού. Δεν πιστεύουμε πως για τον αναρχισμό της πράξης τίθεται θέμα μη διαθεσιμότητας ή αδυνατότητας όσον αφορά το υπάρχον ιστορικό πλαίσιο. Οι αναρχικοί, με διάφορους τρόπους σε κάθε εποχή, ανέκαθεν ενεργούσαν στο “εδώ και τώρα”. Θα θέλαμε να σε ρωτήσουμε, αξιολογώντας αυτές τις εμπειρίες και τους πολύμορφους τρόπους δράσης και οργάνωσης αντιιεραρχικού και οριζόντιου χαρακτήρα: Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως υποβόσκει, ιδίως στην Ιταλία, μία ιδεολογική προκατάληψη εναντίον των “άτυπων οργανώσεων”, των “αναρχικών ομάδων” και των “αναλήψεων ευθύνης”; Αντίστοιχα, μήπως εν τέλει ο (κινηματικός) διάλογος, ο οποίος πολλές φορές καταντάει παρωδία, απέχει πολύ από τη δυνατότητα να προσδώσει απόλυτη εγκυρότητα ή θεωρητικές-πρακτικές αποδείξεις σχετικά με “την  αναπαραξιμότητα, την άτυπη οργάνωση, την ανωνυμία”, γειωμένα στο ιταλικό παράδειγμα, το οποίο είναι εμποτισμένο με περιορισμούς όσον αφορά τη μεθοδικότητα, τη λειτουργικότητα και, εξ ορισμού, την παραγωγή λόγου/δράσεων, βουτηγμένο σε μια παραμορφωμένη λογική περί “κινημάτων”;

Η ιδεολογική προκατάληψη εναντίον της άτυπης οργάνωσης δεν είναι κάτι νέο εδώ. Μολονότι δεν τίθεται αμφιβολία πως μερικά παραδείγματα χαίρουν μεγαλύτερης αποδοχής από τις παραδοσιακές αναρχικές οργανώσεις συγκριτικά με άλλα. Οι ”μικρές”, εύκολα οικειοποιήσιμες, ανώνυμες δράσεις εναντίον δομών της κυριαρχίας, δίχως τη συνοδεία ακρωνυμίων, δημιουργούν λιγότερα προβλήματα απ’ ότι δράσεις που απειλούν τη ζωή ανδρών και γυναικών σε θέσεις ισχύος, ιδίως όταν αυτές αναλαμβάνονται επώνυμα, δημιουργώντας μία χρονική συνέχεια. Οι πρώτες, εν αντιθέσει με τις δεύτερες, είναι πιο αποδεκτές από το κίνημα, για τον απλό λόγο ότι δεν οξύνουν στο ίδιο επίπεδο τις κατασταλτικές πολιτικές του Κράτους. Η απόρριψη του ινσουρεξιονισμού (εξεγερτισμός) ή άτυπων οργανώσεων τύπου FAI/FRI (Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία / Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο) από τον ”κλασσικό” αναρχισμό, πραγματοποιείται υπό την πρόφαση ηθικών φραγμών καταδίκης της βίας, και ειδικά συγκεκριμένων δράσεων (βομβιστικών επιθέσεων, εμπρησμών, παγιδευμένων δεμάτων, τραυματισμών, απαλλοτριώσεων). Για όσους αρέσκονται να προσδιορίζουν τους εαυτούς τους ως ”επαναστάτες”, είναι παραπάνω από προφανής η υποκρισία τέτοιων αποφάνσεων. Η επανάσταση, με το τραγικό αποτύπωμα των κοινωνικών πολέμων, είναι εκ των πιο βίαων υποθετικών γεγονότων, και, όταν μιλάμε για τον ”κλασσικό” κοινωνικό και οργανωμένο αναρχισμό, μιλάμε για συντρόφους που δεν έχουν αμφισβητήσει ποτέ το πρόταγμα της επανάστασης εν είδει μιας βίαιης ρήξης με το σύστημα. Για όσους δεν εξορίζουν την επαναστατική βία από την ιδεολογική τους επικράτεια, η αγανακτισμένη αντίθεσή τους σε συγκεκριμένες πρακτικές έχει τις ρίζες της αλλού, όχι στην ηθική, αλλά στον φόβο. Στον φόβο της καταστολής, στον φόβο της απώλειας αυτής της απατηλής (ωστόσο βολικής) εικόνας του αφελούς αναρχικού ονειροπόλου, του αθώου και ανυπεράσπιστου θύματος του συστήματος, η οποία, από τη σφαγή της Piazza Fontana και έπειτα -εδώ στην Ιταλία- χρησιμοποιείται συχνά ως άμυνα απέναντι σε κατασταλτικές εκστρατείες. Μία ”οσία” φιγούρα, στην οποία ένας ορισμένος ”κοινωνικός αναρχισμός” -συχνά μεταμοντέρνος- έχει βασίσει τους προσωπικούς του μύθους και προσδοκίες. Η αναρχική ένοπλη πάλη, μολονότι μειοψηφική, έχει στηλιτεύσει τον εν λόγω ”μύθο”, ειδικά όταν αναλαμβάνεται περήφανα απέναντι στα πρόσωπα των δικαστών. Επομένως, οφείλουμε να συμβιβαστούμε με το αναπότρεπτο: Η ”ιδεολογική” προκατάληψη εναντίον νέων μορφών αγώνα είναι συστατικό στοιχείο της φύσης των πραγμάτων. Κάθε νέα μορφή οργάνωσης ”αποδιοργανώνει” αδυσώπητα τις προϋπάρχουσες πραγματικότητες μαζί με τα πεπερασμένα όριά τους, αντικαθιστώντας και αμφισβητώντας τες. Η γέννηση όσων αποκαλείτε ”τάσεις” είναι το  συμπαρομαρτούν αποκύημα της ”αποδιοργάνωσης” που επιφέρει η σύγκρουση. Η ιστορία μας βρίθει εσωτερικών σπαραγμών μεταξύ συντρόφων οι οποίοι, θεωρητικά, (παρότι με διαφορετικές πρακτικές) θα περίμενε κανείς να βρίσκονται σε κοινό μετερίζι. Οι ”ινσουρεξιονιστές” (εξεγερσιακοί), όταν έκαναν την εμφάνισή τους τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, υπέστησαν πολύ βίαιες επιθέσεις, καθώς εγείρονταν επαίσχυντες κατηγορίες εναντίον τους. Δεκαετίες αργότερα, οι κατηγορίες αντίστοιχου περιεχομένου δεν έλειψαν απέναντι σε συντρόφια της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAI). Ωστόσο, έχοντας διατυπώσει τα παραπάνω, πρέπει να ειπωθεί επίσης πως η επικύρωση του ”νέου” σχεδόν πάντα συνοδεύεται με ξεσπάσματα επιθετικότητας απέναντι στο ”παλιό”, και εμείς οι αναρχικοί δεν αποτελούμε εξαίρεση. Η εφάμιλλη λεκτική επιθετικότητα εναντίον των ”επίσημων” αναρχικών δεν απουσίασε (”οι γραφειοκράτες αναρχικοί”, ”οι δειλοί”, ”οι ρεφορμιστές”, ”οι αστοί”…), τίποτα όμως το τραγικό, φυσιολογικές δυναμικές (ακόμη κι αν συχνά ήταν δυσάρεστες και αντιπαραγωγικές) εντός ενός αναρχικού κινήματος ξέχειλου από ανταγωνιστικά πάθη και αντιλήψεις, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο -επιτρέψτε μου να πω- ακόμα ζωντανού.

Διατείνεσαι πως ο διάλογος κινδυνεύει να υποβαθμιστεί σε απλή ”χλεύη για τη χλεύη” και πως ”η οικειοποιήση, ο αφορμαλισμός, η ανωνυμία” απέχουν πολύ από το να βρουν πραγματικά ”θεωρητικο-πρακτικά” ερείσματα, όντας ήδη σκοροφαγωμένα στις βάσεις τους (a priori) από μια διαστρεβλωμένη σεχταριστική λογική. Θα είχες δίκιο αν ομόλογες πρακτικές δεν είχαν δοκιμαστεί ποτέ εμπράκτως, στην πραγματικότητα όμως, ένα σημαντικό τμήμα του κινήματος τα βιώνει για χρόνια στο ίδιο του το πετσί. Βρίσκομαι χρόνια στη φυλακή γι’ αυτή μου την επιλογή. Ευτυχώς ή δυστυχώς, εφάρμοσα αυτόχρημα στην πράξη την αποτελεσματικότητα και τις συνέπειες αντίστοιχων ”εννοιών”.  Έχω απολαύσει συναρπαστικές νίκες και έχω υποστεί αντίστοιχα αποκαρδιωτικές ήττες. Όταν ”λερώνουμε” τα χέρια μας πράττοντας, οι εξυψώσεις και οι πτώσεις είναι αναπόφευκτες. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με συγκεκριμένες δυναμικές της σύγκρουσης, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τίποτα. Όλα είναι πιθανά, ακόμα και τα πιο αδιανόητα πράγματα μπορούν να πραγματοποιηθούν ως δια μαγείας. Η μοναδική απρόσβλητη βεβαιότητά μας είναι πως μόνο διαμέσου της συστηματικής σύγκρουσης με την κυριαρχία  μπορούμε να επανεξετάσουμε, να επεκτείνουμε και να βελτιώσουμε τη δράση και την τακτική μας, τα υπόλοιπα είναι επουσιώδη. ”Αναπαραξιμότητα, αφορμαλισμός, ανωνυμία”, 3 απλές λέξεις με πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα για ‘μένα από απλές αφηρημένες και πνευματώδεις θεωρίες. Έχω επιχειρήσει (όχι πάντα επιτυχώς) να είμαι συνεπής, ζώντας την Αναρχία μου σε χρόνο Ενεστώτα.

Αναφορικά με την ”αναπαραξιμότητα”, την ταυτίζω με ένα αίσθημα: της ευφροσύνης όταν κάποιος θωρεί τις πρακτικές του (όπως η αναρχική δράση) να τον αιφνιδιάζουν καθώς διαδίδονται παγκοσμίως. Το 1980 έζησα μια επιδημία επιθέσεων σε πυλώνες ηλεκτρισμού σε όλη την επικράτεια. Δεκαετίες αργότερα, έκπληκτος, βίωσα γεμάτος ενθουσιασμό τις διεθνείς καμπάνιες αλληλεγγύης και την έκρηξη της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAI/IRF) να φτάνει σχεδόν στις άκρες του κόσμου. Παρελθούσες εμπειρίες (υπερβολικά βραχύβιες κάποιες φορές), που αφήνουν όμως το στίγμα μιας ζωής γεμάτης, μιας ζωής αξιοβίωτης, της ζωής ενός αναρχικού της πράξης, μιας ζωής ξέχειλης από αισιοδοξία. Απολαύσεις δύσκολο να κατανοηθούν από όσους τις στερήθηκαν, αλλά εφικτό να επιτευχθούν όταν απλώς εισβάλεις στο προσκήνιο και μεταφέρεσαι από τη θεωρία στην πράξη ανακαλύπτοντας έναν νέο κόσμο.

Οι 3 προαναφερθείσες πρακτικές, με το κύλισμα των χρόνων, δοκιμάστηκαν όλες στο μέτωπο -μηδεμιάς εξαιρουμένης- και, παρότι (πότε πότε) συντήρησαν μία στρεβλή, σεχταριστική λογική, συνιστούν τις πλέον ζωτικές και μαχητικές πλευρές της αναρχίας, της έμπρακτης εφαρμογής της. Ειδικά όταν αυτές οι συζητήσεις εμπλέκουν συντρόφια μυημένα στη δράση, τότε αποκτούν μία διαφορετική, πραγματική εμβρίθεια. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, ακόμα και μεταξύ συντρόφων της αφορμαλιστικής τάσης, δεν απουσιάζουν αντιθέσεις, και δη ισχυρές. Δε θα έπρεπε να ξαφνιαζόμαστε, ιδίως αν λάβουμε υπόψιν πως η τελευταία (η αφορμαλιστική τάση) χαρακτηρίζεται από ποικίλες δυναμικές, τόσο στο δομικό-οργανωτικό κομμάτι, όσο και στο ”επιχειρησιακό”. Με την πάροδο των χρόνων, οι μεγαλύτερες αντεγκλήσεις σχετίζονται με το ζήτημα των αναλήψεων ευθύνης, κυρίως με τη χρήση ακρωνυμίων και σταθερών υπογραφών – υστερούν μόνο σε σύγκριση με τη διαμάχη γύρω από την ”θεαματικοποίηση” ορισμένων δράσεων και την κατηγορία πως αδυνατούν να καταστούν οικειοποιήσιμες. Στην ουσία μιλάμε για διαφορετικές πρακτικές, καίτοι όχι ανταγωνιστικές, με θεμελιωδώς διαφορετικές απολήξεις. Αυτό εμπερικλείει αντιμαχόμενες στάσεις και επιλογές ζωής που διακρίνουν τις 2 πλευρές της σύγχρονης αναρχίας της πράξης. Από τη μία πλευρά το ”αντί-κοινωνικό” και ”μηδενιστικό” ρεύμα, το οποίο τεντώνει τη βιαιότητα της δράσης στις πιο ακραίες της συνέπειες, απηχώντας τον ”μύθο” της ”εκδικητικής αναρχίας”. Διατηρεί τις ”κοινωνικές” προεκτάσεις της δράσης, μετατεθειμένες όμως στο μέλλον: όταν ο ”μύθος” θα έχει διαπεράσει τις καρδιές των καταπιεσμένων. Από την άλλη μεριά, οι κοινωνικοί αναρχικοί, οι εξεγερσιακοί, οι οποίοι, προκειμένου να εξασφαλίσουν μία συλλογική και ποσοτική ανάπτυξη, είναι πρόθυμοι (θέτοντας ενδιάμεσους στόχους σε συγκεκριμένους κοινωνικούς αγώνες) να περιορίσουν και να ταξιθετήσουν τη δική τους καταστρεπτική βία. Για μια βαθύτερη κατανόηση, ας δούμε ποιες είναι διαφορές τους, οι οποίες, ειδικά από οργανωτικής έποψης, είναι αξιομνημόνευτες μεταξύ ”ομάδων συγγένειας” διασκορπισμένων χωρικά που επικοινωνούν μέσω αναλήψεων ευθύνης, προωθώντας ”διεθνείς συντονισμούς επίθεσης” και ”ομάδες συγγένειας” συνδεδεμένες με έναν συγκεκριμένο τοπικό αγώνα, σχετιζόμενες με ”δημόσιες εκδηλώσεις”, ανοιχτές στον κόσμο και στο ”κίνημα”. Εξίσου ριζικές είναι οι διαφορές στο ”επιχειρησιακό” κομμάτι. Έχουμε αρχικά το παράδειγμα βίαιων πράξεων ισχυρού αντίκτυπου, οι οποίες αποσκοπούν στην ”προπαγάνδα διαμέσου της πράξης”, στην απλή διασπορά του τρόμου στο στρατόπεδο των εκμεταλλευτών. Επομένως, πρόκειται για μία μέθοδο δράσης που απεκδύεται της ανάγκης να συμβιβαστεί, να συνδιαλεχθεί με το υπάρχον, αφού δε στοχεύει να εμπλακεί σε κάποια ενδιάμεση πάλη. Ο μοναδικός της απώτερος σκοπός (παρεκτός της αμιγούς, εγωιστικής, εύηχης απόλαυσης της καταστροφής) είναι η αναγέννηση με κάθε κόστος του ”μύθου” της ”εκδικητικής αναρχίας”, του ”μελλοντικού ήλιου”, της ”αναρχικής εξέγερσης”. Εφαρμόζοντας την ‘‘προπαγάνδα δια της πράξης” αναζωογονούν αυτόν τον ”μύθο”, ανακτώντας τη σταδιακά χαμένη μας υπόληψη αντίκρυ στους υπόλοιπους καταπιεσμένους. Αξιοπιστία που θα επανακτήσουμε με δράσεις έκλυτες, αποδεσμευμένες από οποιουσδήποτε φραγμούς, διότι θα έχουν έναν και μόνο σκοπό, βαθιά αξιακό: να χτυπήσουν σκληρά τους εκμεταλλευτές μας παίρνοντας εκδίκηση για τους εκμεταλλευομένους. Πρόκειται, εν τέλει, για μια πρακτική ενδεικτική της ”μηδενιστικής”, ”σκοτεινής” πλευράς της αναρχίας, μιας αναρχίας που είναι γεμάτη εκδικητικότητα, μίσος, βιαιότητα και μία ακαταμάχητη περιφρόνηση της λογικής, εκπορευόμενη από την ”παρανοϊκή” και ατρόμητη επιθυμία για ελευθερία, και η οποία αποτελεί -κατά τη γνώμη μου- την πλέον ζωντανή κι ελπιδοφόρα πλευρά του αναρχισμού μας. Αυτή θεωρώ πως κάποια μέρα θα μας οδηγήσει στην επανάσταση. Απεναντίας, υπάρχει και ο εξεγερσιακός (κοινωνικός) αναρχισμός, μαζί με τους τοπικούς δεσμούς του και τις δράσεις του που απευθύνονται σε ένα σωρό ρεφορμιστές και υποστηρικτές της θεωρίας των σταδίων. Προωθούν δράσεις οι οποίες αποβλέπουν στην άμεση συμπαγοποίηση ενός συγκεκριμένου αγώνα, ενώ πάντα λαμβάνουν υπόψιν τις μαζικές κινητοποιήσεις, προσπαθώντας να συνάψουν σχέσεις με τον λαό. Πιέζοντας συχνά να περιορίζουμε τις παρεμβάσεις μας, ώστε να μην κινδυνέψουμε να απομονωθούμε μένοντας εκτός ”παιχνιδιού”. Οι επιθετικές πρωτοβουλίες ομογενοποιούνται και διαμεσολαβούνται από το περιρρέον κοινωνικό περιεχόμενο. Η μεθοδολογία του συγκεκριμένου τύπου δράσης είναι η ανάδειξη στοχεύσεων που αφορούν την καθημερινή ζωή των πολλών ανθρώπων, επιτρέποντάς τους σταθερά να αντιλαμβάνονται τα πραγματικά άμεσα, μολονότι τμηματικά, κέρδη του αγώνα που έχουν την προοπτική να πείσουν μεγαλύτερα κομμάτια του πλήθους για τις αντικειμενικές δυνατότητες της άμεσης δράσης και τη σημασία της απόρριψης της αντιπροσώπευσης. Αμφότερες αυτές οι πρακτικές αναγνωρίζονται από ένα τεράστιο ποιοτικό άλμα, το οποίο -κατά τη γνώμη μου- δεν μπορεί να αγνοηθεί, καθώς τις τοποθετεί υπεράνω όλων των υπόλοιπων αναρχικών πρακτικών: Η καταστροφική δράση, η ένοπλη πάλη, η αμφισβήτηση του κρατικού μονοπωλίου της βίας. Μόνο διαμέσου αυτών δύναται κανείς να ξεκινήσει την ανατροπή, την επαναστατικοποίηση του κόσμου, αφού οι σπόροι της μελλοντικής αδελφοσύνης κυοφορούνται ήδη στις σημερινές συγκρούσεις και στο πώς επιλέγουμε να τις οργανώνουμε. Μόνον εντός ενός πλαισίου αγώνα, σύγκρουσης και πάλης μπορούμε να γευτούμε άμεσα, στο σήμερα, την αγνότητα των ελεύθερων σχέσεων, της αγάπης, της ζωντανής επαναστατικής αλληλεγγύης. Όλα τα υπόλοιπα είναι συμβιβασμοί, βόλεμα, αλλοτρίωση και μακροπρόθεσμη παραίτηση. Η αναρχία δεν έγκειται στο τι λέμε ή γράφουμε, αλλά στο τι κάνουμε συνολικά. Θα θέλαμε να ήταν δεδομένο πως όσοι μιλάνε σχετικά με ορισμένες πρακτικές τις έχουν πρωτίστως ζήσει στο πετσί τους. Τούτο όμως, δυστυχώς, δεν ισχύει πάντα. Αυτός είναι ο λόγος -κατά την άποψή μου- για τον οποίον οφείλουμε να εκτιμούμε περισσότερο τα γραπτά και τις διατυπώσεις των αναλήψεων ευθύνης συγκριτικά με άλλα. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ευδοκιμεί υποκρισία – οι συντάκτες προέταξαν το σώμα τους, δρώντας και ρισκάροντας τις ζωές τους. Αναπόδραστα, τα λόγια τους διέπονται από μία υλικότητα, μία συνέπεια, μία μεγαλύτερη αξία, εφόσον γνωρίζουμε πως όποιοι τα εξέφρασαν φρόντισαν πριν να στοιχηματίσουν τις ζωές τους. Η δυναμικότητα της επικοινωνίας μέσω των δράσεων και των αναλήψεων ευθύνης έγκειται ακριβώς σε αυτό το γεγονός. Ορισμένα συντρόφια χαρακτηρίζουν τις αναλήψεις ευθύνης ως περιττά κείμενα γεμάτα δημαγωγία, και ίσως να έχουν δίκιο, αλλά σε αυτά τουλάχιστον (όσο δημαγωγικά κι αν φαντάζουν) οι λέξεις φέρουν το ”άχθος” μιας ζωής βιωμένης και ενεργής. Κάτι εκκωφαντικά απόν από σωρεία κειμένων έμπλεων ”θαυμάσιας” λογοτεχνικότητας, αλλά πάραυτα εφήμερων, εξαιτίας της απουσίας οποιασδήποτε συνάφειας μεταξύ θεωρίας και πράξης, αποκομμένα από τον αγώνα, μακριά από τη ζωή.

Εδώ και μερικά χρόνια, έχεις λάβει μία στάση ”ενάντια στην επανάσταση”. Μία θέση γεννημένη στη φυλακή -συμπεραίνουμε- αφού η ανάληψη ευθύνης του Πυρήνα “Όλγα” της FAI/IRF κλείνει με μία διακήρυξη αγάπης για την Κοινωνική Επανάσταση. Πιστεύουμε πως έχουμε καταλάβει σφαιρικά τη θέση σου, εντοπισμένη στην υπονόμευση της ”αναμονής της επανάστασης” η οποία αναβάλλει τη δράση σε ένα αόριστο, καταλληλότερο μέλλον, όταν οι αντικειμενικές συνθήκες θα έχουν ωριμάσει. Εν κατακλείδει, (μια θέση εντοπισμένη) στην απόρριψη μιας στάσης “βλέποντας και αναμένοντας”, ακόμα κι αν είναι καρυκευμένη με επαναστατικές συνταγές. Όσο αυτή η υπονόμευση παραμένει πρόκληση για έναν διαφορετικό τρόπο δράσης, είναι εύστοχη. Εδώ ξεπροβάλλει όμως μία διαλεκτική αντίφαση: Οι επαναστάτες σήμερα λιμνάζουν στον ρεφορμισμό. Μία αποτελεσματική διαπίστωση ικανή να οδηγήσει σε αναθεωρήσεις. Παύει όμως να είναι αποτελεσματική όταν αμελείς να εξάρεις την αντιφατική σημασία της ρήσης. Να το διασαφηνίσουμε περισσότερο: Το μέσο είναι αποτελεσματικό απέναντι στον αυτοαποκαλούμενο κοινωνικό αναρχισμό -κοινωνικός, αλλά όχι ο παραδοσιακός- ο οποίος συμμαχεί με τμήματα της αστικής τάξης, προσδοκώντας μία επιτυχημένη έκβαση ορισμένων αιτηματικών αγώνων (εργατικών απεργιών, υπεράσπιση δικαιωμάτων), περιμένοντας καρτερικά την ωρίμανση των συνθηκών για την επανάσταση. Παρομοίως με ό,τι υποστηρίχθηκε στην Ισπανία το 1936: Προέχει να νικήσουμε στρατιωτικά στον πόλεμο και έπειτα έρχεται η επανάσταση. Ως εκ τούτου, είναι χρήσιμο όταν επιστρατεύται για την καταπολέμηση μετώπων υπεύθυνων για τη μετάθεση της επανάστασης στο μέλλον, αφού θα έχουν επιλυθεί πιο επιτακτικά ζητήματα, των οποίων η αντιμετώπιση προϋποθέτει συγκατάβαση με προβλήματα που η επανάσταση θα όφειλε να μάχεται ώστε να εξοντώσει.

Οπότε, πες μας την άποψή σου: Δεν είναι σα να χαρίζουμε το παιχνίδι στους αντιπάλους μας; Τι άλλο θα έπρεπε να περιμένουμε για την επανάσταση; Δεν έχει καταστρέψει αρκετά τον πλανήτη μας ο καπιταλισμός ήδη; Δεν έχουν ήδη επιβαρυνθεί αρκετά οι πλάτες γενεών επί γενεών εκμεταλλευομένων; Αντί να διαμηνύουμε τον θάνατο της επανάστασης, δε θα ήταν προτιμότερο να υπερασπιστούμε την αναγκαιότητά της εδώ και τώρα, σε πείσμα όσων επιμένουν να την αναβάλλουν σε ένα αόριστο μέλλον προκειμένου να μη διαταράξουν τον μακάριο ύπνο -για παράδειγμα- ενός οινοπαραγωγού απρόθυμου να ζημιωθεί από μία απεργία στο δικό του χωράφι, όπου εξακολουθεί να εκμεταλλεύεται μετανάστες σα σκλάβους, φοβούμενος την επανάσταση όσο τίποτε άλλο, αφού αυτή -κατά τις ανησυχίες του- θα τον στερούσε από το σπίτι και τους αμπελώνες του;

Θα μιλήσουμε ευθέως αυτήν τη φορά: Ο κίνδυνος με τη διάδοση της εντύπωσης πως η επανάσταση είναι νεκρή, έγκειται στο ότι υπάρχουν σύντροφοι τόσο ανόητοι -και υπάρχουν όντως, δυστυχώς- που αδυνατούν να το εκλάβουν αυτό εν είδει πρόκλησης, καταλήγοντας να το πιστεύουν πραγματικά! Συνεπώς, οι προσπάθειές σου περί αποδόμησης της επανάστασης μπορεί να μην ωθήσουν τα συντρόφια να δράσουν στο εδώ και στο τώρα, αλλά, απεναντίας, να τα αποτρέψουν οριστικά από οποιαδήποτε δράση. Οι εξεγερμένοι χρειάζονται ένα όνειρο, ειδάλλως γιατί να φυλακιστούν ή να πεθάνουν;

Εξάλλου, σήμερα, το να αποδομείς την επανάσταση, χωρίς παρεξήγηση, δεν είναι κάτι καινοτόμο. Ξεκίνησε το 1992 με το έργο του Φουκογιάμα περί “Τέλους της Ιστορίας” και “Τελευταίου ανθρώπου”. Σύμφωνα με τον Αμερικανό φιλοκαθεστωτικό φιλόσοφο, όλα έχουν τελειώσει: ο διαρκής εφιάλτης ενός αΐδιου παρόντος. Ένα φιλοσοφικό-κοινωνικό παράδειγμα που η κοινωνία φρόντισε να επιβεβαιώσει με πολλαπλούς τρόπους: από την τηλεόραση ως τον καταναλωτισμό του διαδυκτύου, τα διαθέσιμα εμπορεύματα αντικαθίστανται ταχύτατα, όμως, πάραυτα, επικρατεί το αίσθημα πως ζούμε την ίδια εποχή για 30 χρόνια. Και επειδή οι αναρχικοί, ακόμα και όσοι ασπάζονται έναν θολό αντικοινωνισμό, ζουν εντός αυτής της κοινωνίας, απορροφώντας τάσεις και ιδέες, πολλοί εξ αυτών έχουν αρχίσει να σκέφτονται κατά τα επιθυμητά πρότυπα του συστήματος: Από τα άρθρα του “A-rivista anarchica” ή του “Umanità Nova” που πιστοποιούν τη δύση της βίαης κοινωνικής επανάστασης, καθώς αυτή αντικαθίσταται από τον αναρχισμό εν είδει κουλτούρας, καντιανής κατηγορικής προσταγής και νόρμας… μέχρι τους παλαιούς μαχόμενους συντρόφους που σήμερα στέκουν απογοητευμένοι, επειδή, ορισμένες φορές, η απουσία επαναστατικών προοπτικών συνεπάγεται την απουσία ουτοπικών σχεδιασμών. Εκπονώ σχέδια δράσης λόγω της παρουσίας ενός μακροπρόθεσμου στόχου στο κεφάλι μου.

Δε σου φαίνεται επιβλαβές να υποπέφτουμε σ’ αυτήν την ατραπό, ακόμα κι αν ξεκινάμε με τις καλύτερες προθέσεις έχοντας έναν διαφορετικό στόχο;

Θα υπεραμυνθώ της προσωπικής μου ”απόρριψης” της ”επανάστασης” ανατρέχοντας στον Αλμπέρ Καμύ: ”Εφόσον δε ζούμε πλέον στον καιρό των επαναστάσεων, ας μάθουμε να ζούμε τουλάχιστον στους καιρούς της εξέγερσης”. Στην πραγματικότητα συμφωνώ μαζί του μόνο σε ένα σημείο: Σήμερα, σαφέστατα, δε ζούμε στην εποχή της ”επανάστασης”, αλλά της ”εξέγερσης”. Θέλω όμως να ξεκαθαρίσω πως η απολογία μου υπέρ της εξέγερσης δε συνιστά ούτε υποχώρηση, ούτε μία πρόσκληση για λειψούς αγώνες σε μία άτονη περίοδο. Είμαι πεπεισμένος πως δεν ευδοκιμεί επανάσταση δίχως μιαν αλληλουχία πολυάριθμων εξεγέρσεων να την προετοιμάσουν και να την προανακρούσουν. Αυτές οι εξεγέρσεις επιτρέπουν και στους δύο μας να ζήσουμε άμεσα και ολοκληρωμένα, σε χρόνο ενεστώτα, την απόλαυση της αναρχίας μας (γεννηθήκαμε γι’ αυτό, υπάρχει στη φύση μας), και να φέρουμε τους εαυτούς μας σε επαφή με τον κόσμο, χτίζοντας -εξέγερση με την εξέγερση, δράση με τη δράση- τον ”μύθο” του ”ήλιου του μέλλοντος”, ανυψώνοντας -λιθάρι το λιθάρι- την υπόληψή μας στα μάτια των καταπιεσμένων, μια υπόληψη δίχως την οποία τίποτα αντάξιο του ονόματος ”επανάσταση” δε θα ζυγώσει. Ο ρόλος μας σήμερα μπορεί να είναι μόνον αυτός: να χτυπάμε, να ξαναχτυπάμε και να χτυπάμε ξανά… Σφυρηλατώντας με αίμα, ιδρώτα και αβυθόμετρη απόλαυση τον ”μύθο” της ”εκδικητικής Αναρχίας”. Μία αναρχική επανάσταση είναι εφικτή. Πρέπει όμως να βρούμε το κουράγιο και τη δύναμη να υποστηρίξουμε μία τόσο ονειρική και ουτοπική προοπτική όπως της προσήκει. Το γεγονός ότι αυτή η συγκεκριμένη προοπτική στερείται ”ιδεοληπτικών” και ”εξουσιαστικών” δειγμάτων, είναι ακριβώς η αιτία της εγγενούς φανταστικής και ουτοπικής της υπόστασης. Στην ανάληψη ευθύνης του Πυρήνα “Όλγα”, αυτή η αισιοδοξία εκρήγνυται σε μία διατράνωση της παθιασμένης αγάπης για την ”Κοινωνική Επανάσταση”. Εκείνη τη στιγμή ήταν (και ακόμα είναι, αλλά σήμερα το πράττω με έναν πιο διαρθρωμένο τρόπο) πολύ σημαντική η επανέναρξη της δράσης σε μία προοπτική ολικής αλλαγής και ανατροπής των διεθνών συσχετισμών (Κοινωνική Επανάσταση). Εφόσον στην ερώτησή σου αναφέρεσαι στην ανάληψη ευθύνης για την ένοπλη επίθεση στον Adinolfi, επίτρεψέ μου να σου πω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το γραπτό διέθετε πολλούς περιορισμούς. Ήταν εντελώς αυτοαναφορικό (απευθυνόμενο σχεδόν αποκλειστικά στο αναρχικό κίνημα), υπήρξε υπέρμετρη αναφορά στο ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας, και η αμφισβήτηση της τεχνολογίας, ήτοι της ”μεγα-μηχανής” (δεσπόζουσας για ‘μένα τώρα), ήταν ανύπαρκτη. Η τότε εκπερφασμένη κριτική από ορισμένα συντρόφια που ισχυρίζονταν ότι η ανάληψη συνιστούσε, επί της ουσίας, μία σειρά κατηγοριών εναντίον παραδοσιακών συστατικών του κινήματος, εμπεριείχε αλήθειες. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως, με το πέρασμα του χρόνου, οι αναλύσεις εξελίσσονται. Το σημαντικό είναι να μην παραιτούμαστε, να μην παραλύουμε και, πάνω απ’ όλα, να μην παραδινόμαστε στην εξουσία που -όπως το εννοώ εγώ- μεταφράζεται στην άρνηση εγκατάλειψης (λόγω της παρούσας κατάστασής μου, σε θεωρητικό επίπεδο) της βίαιης ρήξης με το σύστημα, της ένοπλης πάλης με κάθε κόστος. Το να είμαστε συνεπείς απέναντι στους εαυτούς μας δε συνιστά πάντοτε κάτι άξιο επιδοκιμασίας, κάποιες φορές είναι ισοδύναμο με ήττα, μας κάνει προβλέψιμους και σποραδικά ”γραφικούς”. Συνέπεια δε σημαίνει αναγκαστικά παραμονή στο ίδιο ατελέσφορο μονοπάτι ξανά και ξανά. Η αποτελμάτωση της στρατηγικής, στην πραγματικότητα, συνεπάγεται αυτοκτονία, και δεν κομίζει τίποτα νέο στον αγώνα. Η φυλάκισή μου σε ένα κελί δε θα έπρεπε να με εμποδίζει από το να εξελίσσομαι και να αναζητώ νέους δρόμους. Για να έχεις τη δύναμη να ανασυνταχθείς, το μόνο προαπαιτούμενο είναι το κριτικό σου πνεύμα να διατηρεί ακέραια την περιφρόνησή του και για τον εαυτό σου και για τον κόσμο. Αυτο-κριτική και ειρωνία: Δυο συνυφασμένα αντιβιοτικά ώστε να μη μετατραπούμε σε φανατικούς και τρομπόνια της ιδεολογίας. Οπότε δεν πρέπει να εκπλήσσεσαι αν σήμερα αντιφάσκω με ό,τι είχα εκφράσει στο παρελθόν, αμφισβητώντας τον μηρυκασμό γύρω από τον ηχηρό όρο της ”επανάστασης”, και πηγαίνοντας τόσο μακριά ώστε να υποστηρίξω -όπως έκανα και στη συνέντευξη- πως η ”επανάσταση” ως λέξη φαίνεται κενή και, συνεπώς, ”εχθρική”.

Αυτού του είδους η στηλίτευση του ”επαναστατικού κλέους” είναι φυσικά μία πρόσκληση (όπως λες κι εσύ), όμως, συγχρόνως, είναι φορέας ουσιώδους κριτικής, σύμφυτης με την προσπάθειά μου να ”αναλύσω” την πραγματικότητα. Μια προσπάθεια η οποία δεσμεύεται από ανυπέρβλητους περιορισμούς, αλλά συναντάει το σταθερό της νόημα στην πράξη. Σχεδόν όλοι οι αναρχικοί μπουκώνουν τα στόματά τους με τον όρο ”επανάσταση”, ελάχιστοι όμως δρουν αναλόγως, χτυπώντας δομές της εξουσίας, και ακόμα λιγότεροι προχωρούν παραπέρα, πλήττοντας άντρες και γυναίκες στα ανώτερα στρώματα της κυριαρχίας, παρότι ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις η λέξη αυτή συνεχίζει να συγκρούεται με την πραγματικότητα, με απότοκο να ηχεί παράταιρα. Αν επιθυμούμε να είμαστε ειλικρινείς, οφείλουμε να παραδεχτούμε στους εαυτούς μας ότι ακόμη κι όταν συμμετέχουμε σε ξεσηκωμούς ή εξεγέρσεις σε απόμακρες περιοχές του πλανήτη, προσφέροντας τις γενναιόδωρες συνεισφορές μας, γνωρίζουμε ατράνταχτα βαθιά μέσα μας πως, παρά το δίκαιο του αγώνα, δε θα οδηγήσει ποτέ σε μία αναρχική επανάσταση. Είμαστε αρκετά συμβιβασμένοι με την ιδέα πως μπροστά στην πραγματικότητα πρέπει πάντα να κάνουμε υποχωρήσεις. Τόσο συμβιβασμένοι ώστε να μην είναι η πραγματικότητα πια αυτή που μας μετασχηματίζει, αλλά η άτεγκτη εικόνα της, βάσει της οποίας σπεύδουμε να προσαρμοστούμε, απεμπολώντας τις ιδέες μας περί ολικής απελευθέρωσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θολώνουμε, αργοσβήνουμε, χάνουμε την ουτοπική μας λάμψη, αποκηρύσσουμε την ”αναρχική επανάσταση” – μια προοπτική εξωπραγματική, αναχρονιστική, ανέφικτη. Δεν πιστεύουμε πλέον σε αυτήν. Η μύχια αλήθεια στις καρδιές μας είναι πως, μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο, ο ”ρεαλισμός” έχει υποσκάψει τις βεβαιότητές μας, δημιουργώντας ένα σχεδόν αγεφύρωτο χάσμα. Ευτυχώς ο προαναφερθείς Φουκουγιάμα σφάλλει, το παιχνίδι δεν έχει τελειώσει, το τέλος της ιστορίας δεν έχει φτάσει. Η ιστορία της ανθρωπότητας (ως τώρα τουλάχιστον) έχει σημαδευτεί από τεράστια άλματα, στα οποία η επαναστατική ρήξη είναι τόσο αναπόδραστη όσο και αμείλικτη. Ο κόσμος γύρω μας αλλάζει με επιταχυνόμενους ρυθμούς, όμως η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνολογίας δεν έχει κατορθώσει ακόμα να επηρεάσει σημαντικά την ανθρωπινότητά μας, τα ένστικτα και την ”ψυχή” μας. Όπως ήδη αναφέραμε, όμως, τα στοιχήματα έχουν εκτιναχθεί: τώρα διακυβεύεται η ίδια η επιβίωση της ανθρωπότητας και η ζωή του πλανήτη. Η μόνη συμπαγής δυνατότητα διαθέσιμη σ’ εμάς ώστε να ανατρέψουμε αυτήν την τάση, είναι η ”αναρχική εξέγερση”, με όλο το ταραχοποιό της απόθεμα αισθημάτων, παθών, παραλογισμού, ταξικού μίσους, αντιτεχνολογικών ενστίκτων ενάντια στην περιβόητη επιστημονική ”πρόοδο”. Δε θα είναι η σωφροσύνη, η μετριοπάθεια ή η ισορροπία που θα μας σώσει, αλλά η παραφορά του πάθους, των συναισθημάτων, του μίσους, της αγάπης, του θυμού, της εκδίκησης. Δεν είναι η στιγμή να οικοδομήσουμε άλλες κοινωνίες, αλλά να καταστρέψουμε τις υπάρχουσες. Είναι η στιγμή της εξέγερσης, του ”ενθουσιασμού”, της ”μύθευσης”, της αναρχικής ”επανάστασης”. Τότε θα εμφανιστεί η επανάσταση της δημιουργίας, της αναδιαμόρφωσης, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας απασχολεί τώρα, καθώς δεν υπάρχει κάποια επανάσταση εν εξελίξει. Γι’ αυτό, εξάλλου, σήμερα η ”αναρχική επανάσταση” μοιάζει τόσο αναχρονιστική και ανεδαφική. Η έννοια αυτή μπορεί να ανακτήσει το περιεχόμενό της, τη βαρύτητά της, μόνον εφόσον συνοδεύεται από την ”εξέγερση”, από την καταστροφική βία. Η εξέγερση ικανοποιείται από την εκτόνωση του ”πάθους” (αισθήματα, πάθη, μαγεία) και της ”πράξης” (καταστροφική δράση, ένοπλη προπαγάνδα, βία). Η ”επανάσταση” είναι ένα σφαιρικό, σύνθετο ζήτημα που χρειάζεται το ”ήθος” (αξίες) και τον ”λόγο” (στρατηγική, λογική). Με το ήθος και τον λόγο δε χτίζονται μύθοι, δεν εξαπολούνται επαναστάσεις. Οι επαναστάσεις έρχονται μόνον όταν εξεγέρσεις έχουν ανοίξει μια χαραμάδα στις καρδιές των καταπιεσμένων και περιθωριοποιημένων ανθρώπων. Όλα έχουν τον προσήκοντα χρόνο τους, κάθε γεγονός είναι γέννημα της εποχής του. Η ”αναρχική επανάσταση” είναι κόρη της επαναστατικής μας βίας. Συνεπώς, δε ζούμε μία εποχή κρίσης ως αναρχικοί, αλλά μία εποχή αναγέννησης.

Η ”Εξέγερση” και η ”Επανάσταση” δεσμεύονται διπλά, είναι αλληλοεξαρτώμενες και διασυνδεδεμένες, πάντα σε αρμονία. Θα προσθέσω επίσης πως η ”επανάσταση” δεν πρέπει να μετατραπεί σε ένα νέο καθεστώς, πρέπει να λάβει μια μορφή διαρκούς εξέγερσης, ενός συνεχούς, ”αέναου” πειραματισμού. Ο ”μύθος” είναι η εφεύρεση που καταλήγει στην ”επανάσταση”. Μετά απ’ όλα αυτά, ”ιστορία” και ”μύθος” έχουν κοινό σκοπό: ”να ζωγραφίζουν τον αιώνιο άνθρωπο από τον άνθρωπο του σήμερα”. Γυναίκες και άντρες εξεγερμένοι, βέβηλοι καταστροφείς και δημιουργοί των νέων κοινωνιών, των νέων κόσμων.

Συζητώντας επίσης ορισμένες αναρχικές ιδέες και θεματικές παρόμοιες με όσες αναλύσαμε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, σε αυτόν τον διάλογο, τώρα η κριτική μας κατευθύνεται στα ίδια τα μέσα, όπως εκείνες οι εκδόσεις που καθιστούν εφικτή την εξέταση ιδεών και πρακτικών σχετικών με τον αναρχισμό, ενόσω επιτρέπουν την προπαγάνδιση και τη διάδοσή τους. Προφανώς, ενυπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ προπαγάνδας και διάχυσης των αναρχικών αντιλήψεων. Η συνήθης προπαγάνδα φαίνεται ν’ αφήνει μια γεύση αναποφασιστικότητας. Οπότε ρωτούμε τους εαυτούς μας: Τι σημασία μπορεί να διαθέτει η διάχυση των αναρχικών ιδεών σήμερα, σε έναν κόσμο όπου όλοι παροτρύνονται να επιδείξουν τις λόγιες ακαθαρσίες τους και να απονεκρωθούν στην κουλτούρα, στις γνώμες και στις εκτιμήσεις τους; Αφετέρου, αναφορικά με το καθιερωμένο νόημα της έννοιας “προπαγάνδα”, φαίνεται πως έχει λάβει μια σχεδόν αρνητική αξία στους αναρχικούς χώρους. Φτάνει σε σημείο να υπονοείται πως η προπαγάνδα αναρχικών ιδεών είναι μία ύπουλη προσπάθεια να πείσει ή να χειραγωγήσει ”τον λαό” (και τότε η προπαγάνδα μετατρέπεται σε εξουσία!). Εμείς δε συμφωνούμε. Θέλουμε να ανακαλύψουμε στος τέλος αυτήν τη βαθύτερη αξία που συνδέει τη δυνατότητα κάποιου να γνωστοποιεί τις απόψεις του με την πιθανότητα εύρεσης νέων συντρόφων εν μέσω μιας γενικευμένης σύγχυσης, επιστρατευμένης προκειμένου να διατηρεί τους αναρχικούς σε ομιχλώδη κατάσταση. Επιπλέον, αυτή η έκφανση της σύγκρουσης με την εξουσία ποτέ δε διαχωριζόταν από τη δράση. 

Αναρχική προπαγάνδα, ένα απομεινάρι του παρελθόντος, κάτι υπό εξαφάνιση, μαζί με μία ακόμα παρεμφερή προπαγάνδα, αυτήν της πράξης. Γνωρίζουμε φυσικά πως, αναλόγως την εποχή, οι όροι μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές σημασίες και νοηματοδοτήσεις, αλλά δε θέλουμε να ξεμακρύνουμε από το θέμα. Εννοώ, τι σημαίνει η αναρχική προπαγάνδα για ‘σένα σήμερα; Και τότε, άλλος ένα βαρύς βράχος πλαταγίζει στην εποχή του διαδικτύου, των sites και των blogs, ακόμα και οι αναρχικοί ”γλίστρησαν” (να το πω έτσι) μέσα στον ιστό – γεγονός με πολυάριθμες επιζήμιες συνέπειες, κατά τη γνώμη μας. Μεταξύ αυτών, η οριακά ολοκληρωτική εξαφάνιση των έντυπων εκδόσεων -οι οποίες πλέον δε λειτουργούν ως ένας αξιόπιστος αγωγός- και η απόλυτη εξάρτηση από τηλεματικά εργαλεία ώστε να πληροφορηθούμε για μυριάδες ”εξελίξεις” και διαφορετικά γεγονότα αναφορικά με το αναρχικό κίνημα. Προσέτι, η χρήση του διαδικτύου έχει οδηγήσει σε μία ευρύτερη ”διεθνοποίηση” ορισμένων πτυχών της επικοινωνίας εντός των αναρχικών, καθώς και στη μονιμοποίηση νέων ταχυτήτων σε αυτήν την επικοινωνία. Υπάρχουν, αφενός, εκείνοι που πιστεύουν στη δυνατότητα χρήσης αντίστοιχων εργαλείων κατά τρόπο όχι υπερβολικά επιβλαβή για τα λόγια μας και το νόημά τους, και, αφετέρου, εκείνοι που (όπως εμείς) πιστεύουν πως πρόκειται για εργαλεία και τεχνολογικά επιτεύγματα τα οποία προϋποθέτουν την εξουσιαστική κοινωνική διάρθρωση. Υπάρχουν πολλά ακόμα να συζητηθούν, και όχι μόνο αυτό. Τι νομίζεις εσύ;

”Διάδοση ιδεών” και ”προπαγάνδα”, ”σκέψης” και ”δράσης”, η καρδιά της αναρχικής συνοχής, η αναρχική δράση πρέπει πάντα να συμπληρώνεται. Διάχυση ιδεών: ο διάλογος μεταξύ αναρχικών, η εμβάθυνση και εξέλιξη των αναλύσεών μας, του ίδιου μας του στοχασμού. Προπαγάνδα: άνοιγμα στον κόσμο μέσω της δράσης, των ενεργειών, των διαδηλώσεων, των οδομαχιών, των καταστρεπτικών δράσεων που απευθύνονται σε όλους. Η δύναμη σε ένα δημοκρατικό κράτος διώκεται, το τελευταίο αντιδρά στην ”προπαγάνδα” όταν αναλαμβάνεται δράση, αλλά και σε όσους αναρχικούς την υποκινούν μέσα από σελίδες και εφημερίδες. Αυτό είναι ενδεικτικό του τι φοβάται η εξουσία, φοβάται τα λόγια μας όταν ”προπαγανδίζουν” ανοιχτά, φοβάται μια σκέψη ικανή να οδηγήσει σε δράση, τις σκέψεις που μπορούν να γίνουν έργα. Τότε, όταν η διάδοση των ιδεών πραγματοποιείται διαμέσου της ”προπαγάνδας με την πράξη” εναντίον των κρατών, το μόνο που απομένει σε αυτά είναι να ενδώσουν εγκταλείποντας την δύναμή τους ή να αντιδράσουν απαντώντας βίαια. Η διάχυση της εικονοκλαστικής μας σκέψης σε συνδυασμό με τη δράση μας, μπορεί να γίνει θανάσιμη για οποιαδήποτε δημοκρατική ή δικτατορική ”εξουσία” όταν αυτή δεν έχει δουλέψει την προετοιμασία μιας νέας κατάστασης, μιας ”αντιδραστικής δύναμης”. Αυτός είναι ο λόγος για την εξαπόλυση της προληπτικής καταστολής ακόμα κι εναντίον όσων γραπτών συνοδεύουν τις πραγματοποιημένες δράσεις μας.

Είθισται να υποστηρίζεται πως οι ιδέες και οι διαισθήσεις σφυρηλατούνται αποκλειστικά στην πράξη, αλλά ο αναστοχασμός που την καθορίζει απαιτεί τον δικό του ειδικό χώρο για την παρατήρηση των επιπτώσεων των πράξεών μας στην πραγματικότητα. Όσοι διατείνονται πως η ”προπαγάνδα” ακολουθείται από μία αρνητική σημασία, ένεκα της εργαλειοποίησής της από την επίσημη πολιτική, έχουν δίκιο. Αλλά, άμα τη συνδέσουμε με τη δράση μας, τότε αποκτά ήθος, δύναμη και ομορφιά. Ενδείκνυται να είμαστε πραγματιστές όταν επιλέγουμε ένα ”εργαλείο”, να μην υποτιμούμε τη χρησιμότητά του. Ο χρόνος αλλάζει τα όπλα στη φαρέτρα μας, πρέπει να διατηρούμαστε ενήμεροι, τα έντυπά μας (εφημερίδες, περιοδικά) είναι ανεπαρκή εργαλεία για τη μέθεξή μας με τις ”μάζες”, με τα εκατομμύρια των καταπιεσμένων ανθρώπων. Ο ”τύπος” βρίσκει το νόημά του σχεδόν αποκλειστικά εν είδει ”φυσικού χώρου” πραγματοποίησης διαλόγων, ανάπτυξης των ιδεών και της επικοινωνίας μεταξύ μας. Ποτέ δε θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω: Σήμερα, ο μοναδικός εφικτός τρόπος να αγγίξουμε έναν κρίσιμο αριθμό καταπιεσμένων ανθρώπων είναι διαμέσου της ”παραδειγματικής”, καταστροφικής δράσης. Αναλήψεις ευθύνης, ολιγάριθμες συμπράξεις συντρόφων εξασκημένων στην αντάρτικη πάλη, μαχητές ικανοί να παραδώσουν την πόλη στον όλεθρο της σύγκρουσης – μονάχα με αυτόν τον τρόπο θα διαπεράσουμε το πέπλο σιωπής που τα κράτη εγείρουν στις επικράτειές τους. Δεν ήταν πάντα έτσι, στο απόμακρο παρελθόν ο τύπος μας ασκούσε μια περιορισμένη επιρροή πάνω στις ”μάζες”. Πάρε για παράδειγμα τα δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα που τύπωσε η εφημερίδα του Malatesta, η Umanita Nova, το 1920. Η ύστατη αξιομνημόνευτη προσπάθεια να χτιστεί κάτι παρόμοιο (τουλάχιστον εδώ στην Ιταλία), έλαβε χώρα τη δεκαετία του ’90, όταν και το πιο προωθημένο τμήμα του αναρχικού κινήματος προσπάθησε να ιδρύσει μια καθημερινή εφημερίδα – μια απόπειρα αποτυχημένη, ένεκα της καταστολής, της τεράστιας, απαράκαμπτης προσπάθειας να συγκεντρωθούν οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι, της απαιτούμενης ενέργειας και των απαραίτητων ικανοτήτων. Φυσικά, από πλευράς πνεύματος και ”κουλτούρας” -τουλάχιστον από το 1968 και έπειτα- η επίδραση της αναρχικής και ελευθεριακής σκέψης υπήρξε πάντα ισχυρή στις τέχνες, την κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία… Αλλά αυτό είναι μια διαφορετική ιστορία που αφορά όχι μόνο τα ”έντυπα εγχειρήματα”, αλλά, επιπλέον, μια τάση του αναρχισμού προσηλωμένη στον περιορισμό αντί της καταστροφής της εξουσίας, στην επιδιόρθωση και στη βελτίωση των καθημερινών συνθηκών. Δεν το αναφέρω με περιφρόνηση, πρόκειται απλά για μία αναρχία που δεν αναγνωρίζω ως ”δικιά μου”.

Με ρωτάς αν η χρησιμοποιούμενη για την επικοινωνίας μας τεχνολογία εμπερικλείει τον κίνδυνο του ”συμβιβασμού”, της αλλοίωσης όσων θέλουμε να εκφράσουμε. Το τεθειμένο δίλημμα είναι ζωτικό, και πιστεύω πως υποβόσκει αρκετή αλήθεια στους προβληματισμούς σου. Το ρίσκο είναι πράγματι υψηλό, όμως, αν θέλουμε να είμαστε αιχμηροί και αποτελεσματικοί με τη δράση μας, δεν μπορούμε να το επιτύχουμε δίχως να λερώσουμε τα χέρια μας με τη χρήση της τεχνολογίας και, κατά συνέπεια, με τη χρήση ενός πραγματικά νοσηρού κι επισφαλούς εργαλείου. Για να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα, όπως λέρωσα τα χέρια μου με ένα όπλο -ένα ”εργαλείο του θανάτου”- προκειμένου να διεκπεραιώσω τη δράση μου ενάντια στον Adinolfi, αντίστοιχα, προκειμένου να ταυτοποιήσω εκ των προτέρων τον στόχο μου, έπρεπε να εντοπίσω τη διεύθυνσή του… στο διαδίκτυο, όφειλα λοιπόν να συμβιβαστώ με την τεχνολογία. Δίχως να αναφέρω την ”αναγκαιότητα” πολλές φορές να επικοινωνήσουμε σε ευρύτερα τμήματα συντρόφων διασκορπισμένων ανά τον κόσμο τους στοχασμούς μας, τα κίνητρα των δράσεών μας, τα κύματα καταστολής εναντίον μας. Η χρήση ενός μεμονωμένου όπλου είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνη από τη χρήση του διαδικτύου, περιλαμβάνει λιγότερα ρίσκα, λόγω της πολύ συγκεκριμένης χρήσης του, της υλικότητάς του. Ασφαλώς, ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση ελλοχεύουν παγίδες, διατρέχουμε το ρίσκο να ”γητευτούμε”, να φετιχοποιήσουμε το μέσο, το εργαλείο, να παρασυρθούμε από τη ”βία”, να ενδώσουμε σε χρησιμοθηρικές,  εξειδικευτικές και μιλιταριστικές τάσεις, αλλά αυτά δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με τα πιθανά ρίσκα μέσ’ από τη χρήση της τεχνολογίας, ακόμα και από την άποψη της επικοινωνίας. Με τον παγκόσμιο ιστό και όλα τα τεχνολογικά ”παράγωγά” του, διακινδυνεύουμε να αποκοπούμε από την ”πραγματικότητα”, να μετατραπούμε σε επιπρόσθετα εντός ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού, καταλήγοντας να φυτοζωούμε στα πλαίσια μιας εικονικής πραγματικότητας έμφορτης με δήθεν ”ανατρεπτικές” φλυαρίες που μας χαρίζουν την ψευδαίσθηση της δράσης, της πράξης, ενώ στην ουσία μας εξουδετερώνουν, πετώντας μας στις αγκάλες της ”εξουσίας”, η οποία σταδιακά (με ανεπαίσθητο τρόπο) μας κατασπαράσσει, εξαντλώντας τη ζωή και τον χρόνο μας με τρόπο ομόλογο ενός φυλακισμένου κλειδαμπαρωμένου στο κελί του. Πόσοι σύντροφοι διασπαθίζουν την επαναστατικότητά τους μπροστά από πληκτρολόγια; Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλλοτρίωση και η δυσαρέσκεια αλληλοτροφοδοτούνται και βρίσκουν έξοδο εκτόνωσης στα πιο κοντινά μας πρόσωπα. Η εκτόξευση κατηγοριών περί ασυνέπειας ή, ακόμα χειρότερα, ”ανεπάρκειας ”, είναι αυτόχρημα για πολλούς ο μοναδικός τρόπος να παραπλανήσουν τον εαυτό τους, νιώθοντας ”επαναστατικοί”. Κραυγάζουν και υποκινούν σε δράση εξαιρετικής ριζοσπαστικότητας, αλλά οι πομπώδεις κουβέντες τους ποτέ δε συνοδεύονται από έργα, μοναχά λόγια, επειδή όλα είναι ανούσια και φαύλα, οπότε έχουν έτοιμη τη δικαιολογία: ”Η συνάφεια λόγων και έργων δεν είναι εφικτή υπό αυτές τις συνθήκες”. Αυτό δε διαχωρίζεται από το γεγονός πως ο διάλογος πάνω στην ”καθαρότητα” των χρησιμοποιούμενων μέσων, αν δε δοκιμαστεί πρακτικά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε οιονεί θεολογικό προβληματισμό, εν είδει αυτών των θρησκευτικών ηγετών γύρω από το φύλο των αγγέλων: ένα φαντασιοκόπημα, δίχως τη στοιχειώδη σύνδεση με την πραγματική ζωή. Είναι, επομένως, χρειώδες να κάνουμε μια εκτεταμμένη προσπάθεια και να εισδύσουμε προπαντός στο συγκεκριμένο – για παράδειγμα, δίχως το διαδίκτυο, η εμπειρία από τον ένοπλο αγώνα της FAI/IRF (όσο περιορισμένος κι αν ήταν χρονικά) δε θα μπορούσε ποτέ να εξαπλωθεί κατά μήκος του κόσμου. Κάθε δράση ανταποκρινόταν σε μία άλλη ανταπόκριση οπουδήποτε στον κόσμο, ανεξαρτήτως απόστασης, και όλο αυτό χωρίς κεντρικό συντονισμό ή τη μεσολάβηση μιας ολοκληρωμένης, σχολαστικά δομημένης οργάνωσης. Σε αυτήν την περίπτωση, το διαδίκτυο έκανε εφικτή την απεμπόληση εξουσιαστικών μηχανισμών, αποφεύγοντας, χάρη στην ανωνυμία και την έλλειψη πληροφοριών μεταξύ των διάφορων ενεργών ομάδων και ατόμων, τη δημιουργία αρχηγών και ιεραρχιών. Εντός μίας δυναμικής αυτού του είδους (εν απουσία οργανωτικών δομών) το διαδίκτυο καθίσταται ”σημαντικό” επειδή είναι οργανικό και αναγκαίο, γίνεται κάτι σαν ”ηχητικός πίνακας” ή σα “ραχοκοκκαλιά”, κι αν τη σπάσεις η επικοινωνία παραλύει, ”εξασθενεί”. Όταν λαμβάνουμε ενημερώσεις (αναλήψεις ευθύνης) από αναρχικούς σε εξεγερμένες περιοχές, μας προσφέρεται η δυνατότητα να δρούμε πιο αποτελεσματικά, με αμεσότητα, χτυπώντας υποστηρικτικά στο δικό μας έδαφος, διευκολύνοντας τη διεθνοποίηση των αγώνων.

Στις μέρες μας, δεν μπορούμε να περιχαρακωνόμαστε στην αγνόηση των παραμορφωτικών και στρεβλωτικών ειδήσεων της εξουσίας δημιουργώντας απλώς ”αντι-πληροφόρηση”, πρέπει να πάμε μακρύτερα… κι εδώ επιστρέφουμε στον τίτλο της συνέντευξης: “Ποια διεθνής;”. Πως μπορούμε να εναρμονίσουμε τις δυνάμεις μας και να χτίσουμε (όπως προείπαμε αρκετές φορές ήδη) τη διεθνή της αρεσκείας μας; Η κυκλοφορία ενημερώσεων γύρω από διεθνείς συντονισμούς δράσης είναι ένα καλό πρώτο βήμα, δύσκολο να επιτευχθεί δίχως τη μέθεξη μέσω διαδικτύου. Ατύπως, όταν σοβεί ο κίνδυνος εξέγερσης σε μία χώρα, η ”εξουσία” προβαίνει άμεσα σε κινήσεις λογοκρισίας και διακοπής του διαδικτύου. Η σύγκρουση, η διαδραματιζόμενη στους δρόμους αποστασία μεταξύ των ανθρώπων, είναι η μητροπολητική αντάρτικη πάλη, η οποία πραγματοποιείται από ένοπλα ”πλήθη”. Η ”αντι-πληροφόρηση” δεν αρκεί, γίνεται όντως επαναστατική όταν τροφοδοτείται με δράση, όταν αξιοποιείται ως εργαλείο για τους πυρήνες δράσης, διευκολύνοντάς τους στον συντονισμό των επιθέσεων και στην υποδαύλιση της γενικευμένης εξέγερσης. Μόνο δρώντας τοιουτοτρόπως δυνάμεθα να χτίσουμε μία ”Διεθνή των Αναρχικών”. Όσο πιο απλά και οικειοποιήσιμα είναι τα επιχειρησιακά της μέσα, τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η δράση της, μαζί με την πιθανότητα να επηρεάσει πράγματι τις ζωές μας.

Ένα στοιχειώδες ”εργαλείο”, προσαρμόσιμο στην πραγματικότητα και διαρκώς εξελισσόμενο, θεωρώ πως οφείλουμε να εστιάσουμε σε αυτόν τον σκοπό. Η Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία / Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο (FAI/IRF) αποτέλεσε μία από τις προσπάθειες να ενσαρκωθεί αυτό το ”σχέδιο”, μία απόπειρα γεννημένη στα σπλάχνα της υφιστάμενης παγκόσμιας κρίσης, αυθόρμητη και πηγαία, δίχως ηγετίσκους και θεωρητικούς ιεροκήρυκες, εκπορευόμενη από τη βούληση και τη δράση εκατοντάδων αναρχικών ανά τον κόσμο. Είμαι ακλόνητα πεπεισμένος πως κάποια μέρα η ”Μαύρη Διεθνής” θα ανατείλει ως δια μαγείας από τις στάχτες των πολλών αποτυχιών που έχουμε υποστεί εμείς οι αναρχικοί ανά την ιστορία. Εκείνη τη μέρα, ένα οξύμωρο θα ενσκύψει στο φως, μία οργάνωση δίχως οργάνωση. Και θα είναι πανέμορφο…

* Σημείωση: Οι στοχασμοί μου γύρω από το πάθος, την πράξη και τον λόγο εμπνεύστηκαν από το βιβλίο του Amadeo Bertolo “Σκέψη και δράση: Ο αναρχισμός ως λόγος, πράξη, ήθος και πάθος”. Εύχομαι η αβυσσαλέα απόσταση μεταξύ του δικού μου αναρχικού τερρορισμού και της δικής του δημιουργικής αναρχίας να μην ενοχλήσει κανέναν. Η ομορφιά της αναρχίας έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι μέσα από τον πειραματισμό και την περιπλάνηση σε διαφορετικά μονοπάτια, ορισμένες φορές ακόμα και τα ”αντίθετα” έρχονται σ’ επαφή. Ο Bertolo αναζητούσε τη ”σωστή ισορροπία” μεταξύ αυτών των δυνάμεων, εγώ πιστεύω πως μόνο δια της ένωσής τους μπορεί να γεννηθεί το νέο, επειδή ζωή σημαίνει αντίθεση: λογικό και παράλογο, μίσος και έρωτας, κάτι λιγότερο από νεκρική στατική ”ισορροπία”. Η αρμονία είναι κόρη της ”αταξίας” και του χάους.

(Πάρθηκε από το 4ο τεύχος της αναρχικής εφημερίδας ” Βιτριόλι”, Μάρτιος του 2020, μεταφράστηκε στα Αγγλικά από το Anarchists Worldwide με πηγή της διαδικτυακή του δημοσίευση στο Insuscettibile Di Ravvedimento.)

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Στμ: Το πρώτο μέρος της συνέντευξης παραμένει αμετάφραστο στα Ελληνικά ενώ το δεύτερο μέρος μπορεί όποιος θελήσει να το βρει εδώ: “Ποια Διεθνής;” (Δεύτερο μέρος).

 

Ο εφιάλτης έρχεται πάντοτε σφυρίζοντας γλυκά

«Πριν μερικούς μήνες, έκοψα από ένα απ’ αυτά τα γυαλιστερά περιοδικά μερικές παραγράφους απ’ το άρθρο μιας δημοσιογράφου, στο οποίο περιέγραφε πώς θα είναι οι μελλοντικοί τόποι αναψυχής. Είχε πρόσφατα περάσει λίγο καιρό στη Χονολουλού, όπου καθώς φαίνεται η φρίκη του πολέμου δεν είχε γίνει ιδιαίτερα αισθητή. Παρ’ όλα αυτά, ένας ντόπιος είπε σε μια στιγμή πως ‘‘είναι κρίμα που όλη η εφευρετικότητα αναλώθηκε σ’ αυτό τον πόλεμο και δεν βρέθηκε κανείς να επινοήσει τρόπους για να μπορεί ένας κουρασμένος και διψασμένος για ζωή άνθρωπος να χαλαρώνει, ν’ αναπαύεται, να παίζει πόκερ, να πίνει και να κάνει έρωτα, όλα αυτά πακέτο και 24 ώρες το 24ωρο, ώστε να φεύγει μετά νιώθοντας καλά, φρέσκος και πανέτοιμος να ξαναπέσει με τα μούτρα στη δουλειά’’.

Τα λόγια αυτά της θύμισαν, γράφει, ένα επιχειρηματία που είχε γνωρίσει πρόσφατα, ο οποίος σχεδίαζε να φτιάξει ένα ‘‘τόπο αναψυχής, που θα πιάσει όπως παλιότερα είχαν πιάσει οι κυνοδρομίες και οι αίθουσες χορού’’. […]

Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι σε ολόκληρο τον κόσμο σχεδιάζουν σήμερα τέτοιου είδους τόπους αναψυχής. Δεν αποκλείεται να έχουν κιόλας φτιάξει. Μπορεί βέβαια να μην ολοκληρωθούν –αυτό θα εξαρτηθεί από τα γεγονότα στον κόσμο–, ωστόσο το σημαντικό είναι ότι εκπροσωπούν στην εντέλεια την ιδέα που έχει ο σύγχρονος πολιτισμένος άνθρωπος για την αναψυχή. […]

Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των μελλοντικών παραδείσων είναι τα εξής:

  1. Ποτέ δεν είσαι μόνος σου.
  2. Ποτέ δεν κάνεις κάτι για σένα.
  3. Ποτέ δεν βλέπεις άγρια φύση ή φυσικά πράγματα.
  4. Το φως και η θερμοκρασία ρυθμίζονται τεχνητά.
  5. Η μουσική δεν σταματάει να παίζει.

Η μουσική –αν είναι μάλιστα δυνατόν, η ίδια μουσική για όλους– είναι το πιο σημαντικό από τα παραπάνω συστατικά. Λειτουργία της είναι να εμποδίζει τη σκέψη και τη συζήτηση, και να σκεπάζει κάθε φυσικό ήχο, όπως π.χ. το κελάηδημα των πουλιών ή το σφύριγμα του ανέμου. Ήδη σήμερα, άπειρος κόσμος χρησιμοποιεί συνειδητά το ραδιόφωνο γι’ αυτό το σκοπό. Στα περισσότερα εγγλέζικα σπίτια το ραδιόφωνο δεν κλείνει κυριολεκτικά ποτέ, απλώς ανά διαστήματα αλλάζουν σταθμούς ώστε να μην ακούν τίποτε άλλο παρά ελαφριά μουσική.

Γνωρίζω προσωπικά ανθρώπους που ακούνε ραδιόφωνο ακόμα και στο μεσημεριανό τραπέζι, μιλώντας ταυτόχρονα τόσο δυνατά ώστε στο τέλος δεν ακούγεται παρά μια βαβούρα. Αυτό γίνεται με συγκεκριμένο στόχο. Η μουσική εμποδίζει το να σοβαρέψει η συζήτηση, ή τελοσπάντων ν’ αποκτήσει ένα ειρμό, ενώ την ίδια στιγμή οι σκόρπιες κουβέντες σ’ εμποδίζουν ν’ ακούσεις προσεκτικά τη μουσική και επομένως να σκεφτείς. Η σκέψη τρομάζει:

Τα φώτα να σβήσουν δεν πρέπει ποτέ

Κι η μουσική να παίζει πάντοτε πρέπει

Γιατί φοβόμαστε ποιοι και πού είμαστε να δούμε

Χαμένοι σ’ ένα στοιχειωμένο δάσος

Παιδιά τρομαγμένα απ’ το σκοτάδι

Δίχως στιγμή ευτυχίας και δίχως καλοσύνη.*

Είναι δύσκολο να μη νοιώσεις ότι ο ασυνείδητος στόχος των τυπικών σύγχρονων τόπων αναψυχής είναι μια επιστροφή στη μήτρα. Διότι και εκεί, μόνοι μας δεν ήμασταν ποτέ, ούτε και βλέπαμε το φως της μέρας, η θερμοκρασία ήταν πάντοτε ρυθμισμένη, δεν μας απασχολούσε η δουλειά ή το φαγητό, κι οι σκέψεις μας, αν σκεφτόμασταν, πνίγονταν από ένα αδιάλειπτο ρυθμικό παλμό. […]

Μήπως όμως το να προτιμάει κανείς το κελάηδημα των πουλιών από τη μουσική σουίνγκ, και να θέλει ν’ απομείνουν εδώ κι εκεί έστω κάποιες νησίδες άγριας Φύσης πάνω στον πλανήτη αντί να σκεπαστεί ολόκληρος από αυτοκινητόδρομους με τον τεχνητό φωτισμό τους, κρύβει κάποιο συναισθηματισμό, κάτι το σκοταδιστικό;

Η ερώτηση αυτή προκύπτει αποκλειστικά και μόνο επειδή, ενώ εξερευνά το φυσικό σύμπαν, ο άνθρωπος δεν έχει καμιά διάθεση να ερευνήσει και τον εαυτό του. Το μεγαλύτερο μέρος από αυτό που αποκαλούμε σήμερα ‘‘αναψυχή’’, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια καταστροφής της συνείδησης. Αν αναρωτηθεί κανείς, τι είναι ο άνθρωπος, ποιες είναι οι ανάγκες του και πώς μπορεί να εκφράσει καλύτερα τον εαυτό του, θ’ ανακαλύψει ότι το να σταματήσει να κοπιάζει και να περάσει όλη του τη ζωή, από τη γέννησή του ίσαμε το θάνατό του, με φως από ηλεκτρικές λάμπες και κονσερβαρισμένη μουσική, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση. Ο άνθρωπος χρειάζεται ζέστη, σχόλη, ανέσεις και ασφάλεια, όμως χρειάζεται και τη μοναξιά, τη δημιουργική εργασία και μια αίσθηση μυστηρίου.

Αν αυτό το συνειδητοποιήσει κανείς, τότε θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τα προϊόντα της επιστήμης και της βιομηχανίας με τρόπο εκλεκτικό, υποβάλλοντάς τα πάντοτε στην ίδια δοκιμασία: αυτό ή εκείνο με κάνει περισσότερο ή λιγότερο ανθρώπινο; Θα μάθαινε τότε ότι η μεγαλύτερη ευτυχία δεν βρίσκεται στο άραγμα, την ανάπαυση, το πόκερ, το πιοτό και το να κάνεις έρωτα, όλα αυτά μαζί πακέτο και 24 ώρες το 24ωρο. Και θα καταλάβαινε πως ο ενστικτώδης τρόμος που νοιώθουν όλοι οι ευαίσθητοι άνθρωποι απέναντι στην καλπάζουσα εκμηχάνιση της ζωής, δεν προκύπτει από κάποιο συναισθηματικό αρχαϊσμό, αλλά είναι απόλυτα δικαιολογημένος. Διότι ο άνθρωπος παραμένει ανθρώπινος μόνο όταν καταφέρνει να βαστάει άφθονο χώρο για την απλότητα στη ζωή του, ενώ οι περισσότερες σύγχρονες εφευρέσεις –και ιδιαίτερα ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο και το αεροπλάνο– δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να αποδυναμώνουν τη συνείδησή του, να αμβλύνουν την περιέργειά του και γενικά να τον αποκτηνώνουν.»

Ε. Ά. Μπλαιρ (Τζόρτζ Όργουελ), Τόποι αναψυχής,

Tribune, 11 Ιανουαρίου 1946

Σημ. HS. Ο εφιάλτης δεν έρχεται ποτέ σαν ξένος κι αποτρόπαιος. Σφυρίζει γλυκά αυτά που μας χαϊδεύουν τ’ αυτιά. Το επιβεβαίωσε και ο Γκύντερ Στερν. Πριν λίγες μέρες έκλεισαν 70 χρόνια από τότε που ο Μπλαιρ έγραψε τις παραπάνω σκέψεις και σε δυο μέρες κλείνουν 65 χρόνια απ’ το θάνατό του. Είναι περίεργος μήνας ο Ιανουάριος.

Στίχοι από το πανέμορφο ποίημα «1 Σεπτέμβρη 1939» του Ουίσταν Χιού Ώντεν. Μιλάει για το ξέσπασμα του 2ου παγκόσμιου πολέμου. Ο Μπλαιρ παρέλειψε τρεις στίχους μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου.

Πηγή: dangerfew

Consumimur Igni: Μια αντιδικανική τοποθέτηση

Λάβαμε 1/4/2021

Το παρακάτω κείμενο είχε συνταχθεί και ολοκληρωθεί στο τέλος του περασμένου Οκτώβρη, μερικές βδομάδες μετά το πέρας της δίκης της Χρυσής Αυγής και των παρεπόμενων κινητοποιήσεων. Πάραυτα, λόγω αλλεπάλληλων σημαντικών εν εξελίξει αγώνων επιλέξαμε να αναβάλουμε την δημοσίευση του μέχρι να βρεθεί το απαραίτητο χρονικό κενό για αναστοχασμό σε μία ήδη αρκετά επιβαρυμένη επικαιρότητα.

Με την ομαλότητα να επιστρέφει με τον καιρό στις ζωές μας, τις εστίες φωτιάς να σιγοσβήνουν παραχωρώντας την θέση τους σε νέους, αποστειρωμένους φωτισμούς στο πολυτάραχο αθηναϊκό κέντρο, ξεπροβάλλουν και οι κάθε λογής επιτετραμμένοι να συγυρίσουν τα πεδία σύγκρουσης από οτιδήποτε πεισματικά ανθίσταται στην εξάπλωση των επιχειρήσεων ειρήνευσης θυμίζοντας κοινωνική πόλωση.

Μιλάμε για ξεπερασμένη κοινωνική πόλωση γιατί αρνούμαστε εξίσου πεισματικά να ακολουθήσουμε το αφομοιωμένο πλήθος στις νέες του δοξασίες, αναγνωρίζοντας έστω και λειψώς μία οποιαδήποτε έκφανση πολέμου στον αντιφασιστικό θίασο που κατέλαβε το αισθητιριακό μας πεδίο τις μέρες του Οκτώβρη με αφορμή τον δημοκρατικό θίασο που στήθηκε πάνω στις δίκες των νεοναζί καθαρμάτων. Η κοινωνική πόλωση υλοποιείται όταν οι υπόγειες αντιτιθέμενες δυνάμεις που η διακυβέρνησή τους από το κράτος συνιστά ό,τι νοούμε ως εκπολιτισμένη κοσμική κοινωνία, εκρήγνυνται ανεξέλεγκτα, με τον αμοιβαίο ανταγωνισμό τους να κλυδωνίζει τις κυρίαρχες σχέσεις εξάρτησης. Να τις καταπατά καταστρέφοντας ή μετασχηματίζοντάς τες σε νέα κοινωνικά συμβόλαια, όχι να τις επιβεβαιώνει δια της προσκόλλησης στους ήδη υφιστάμενους διαμεσολαβητικούς θεσμούς. Όταν τα όργανα συγκεντροποίησης και καταστολής των συλλογικών και ατομικών δυνάμεων υποχωρούν, αφήνουν ως ίχνος την ανεπανάληπτη ευκαιρία αναθέρμανσης των πολιτικών διαμαχών, καθιστώντας στιγμιαία προφανές ό,τι στα μάτια των εξεγερμένων ανθρώπων αποτελεί βασική κοινοτοπία: την εμφυλιοπολεμική βάση των σύγχρονων κοινωνιών, που μόνο η συντονισμένη προσπάθεια κράτους και κυρίαρχης ηθικής, πολιτισμού και ιδεολογίας μπορεί να αποσιωπήσει.

Η δίκη της Χρυσής Αυγής δε σηματοδοτεί ούτε τη ρήξη της αστικοδημοκρατίας με τον φασισμό, ούτε αποδεικνύει την ισχύ της πίεσης του αντιθεσμικού αντιφασιστικού κινήματος στις νομικές διαδικασίες. Η δίκη των χρυσαυγητών ανακοινώνει απλώς στους εξοικειωμένους με την αστική δικανική γλώσσα ότι είναι συνηθισμένοι να ακούν, παραμένοντας δέσμιοι στο κράτος εν είδει φορέα σταθερότητας, ακόμα κι αν εξανίσταντο όταν αυτό δεν ικανοποιεί όλα τους τα βίτσια. Όλα είναι καλά. Όλα κυλούν ομαλά στην έρημο, αφού η άμμος πάντα απορροφά κάθε τυχόν κραδασμό. Το κράτος, με τα ιδρύματα και τα εκτελεστικά του όργανα, δηλώνει κυρίαρχο, πάντα έτοιμο να φέρει εις πέρας τα κυβερνητικά του καθήκοντα με όποιον τρόπο χρειαστεί. Το γεγονός ότι κάποιοι φασίστες κάθησαν στο δικαστικό έδρανο αποκαλύπτει απλώς την αποτυχία τους, την εξαντλημένη χρησιμότητά τους για το κυρίαρχο καθεστώς, την πλεονάζουσα παρουσία τους, αποκαλύπτει ότι, στην τελική, κρίθηκαν αδύναμοι για να καταλάβουν το κράτος.

Eξάλλου, ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός είναι ο πάροχος και ο σκαπανέας των πολιτικών φιλοδοξιών του κάθε -συνειδητού ή μη- φασίστα, όσο του προσφέρει οράματα διακυβέρνησης που μόνο η κατάληψη και η αναβάθμιση των εργαλείων του πρώτου μπορεί να ευοδώσει. Η κρατική δομή και, κυρίως, η αστική του εκδοχή, ήταν και θα παραμείνει ο βασικός ευεργέτης κάθε φασιστικού κινήματος γιατί, ελλείψει της επιρροής του, μπορεί να ευδοκιμεί ο φυλετισμός, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, αλλά θα στερούνταν τα μέσα συγκρότησης και υλικής έκφρασής τους. Δίχως τις χορηγούμενες από την αστική κοινωνία μεταβολές στη δομή των ανθρωπίνων συμπεριφορών και σχέσεων, ήτοι την κεντρική ρύθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων, την απόσπαση της πολιτικής πράξης από το κάθε ενεργό πρόσωπο και την παράδοσή του στη σέχτα των κατασκευασμένων ειδημόνων για την εύρυθμη λειτουργία της μεγαμηχανής, τη μονοπώληση της βίας από τους επιτετραμμένους του κυβερνητικού σχηματισμού, την προώθηση αυστηρών τύπων ηθικής ζωής για την εξασφάλιση της μαζικής ομοιομορφίας και τη νομιμοποίηση μιας ποινικολάγνας κουλτούρας αμφίδρομης αλλά και πυραμιδοειδούς επιτήρησης, πειθάρχησης και τιμωρίας, οι επαίσχυντες αυτές ανθρώπινες προοπτικές θα έχαναν όχι μόνο τον τιμαλφή τροφοδότη τους, αλλά περισσότερο τον τρόπο να επικρατήσουν σε ευρεία κλίμακα καταπολεμώντας τους αντιπάλους τους. Ο φασισμός ως μορφή ολοκληρωτισμού και αίτημα συγκεντροποίησης των εξουσιών δεν μπορρεί να νοηθεί δίχως το πιο συγκεντρωτικό και ολοκληρωτικό μέσο κυριαρχίας: το Κράτος.

Δεν μπορεί ποτέ λοιπόν να σταθεί ανάχωμα στον φασισμό ό,τι απορρέει και υποστηρίζεται από κρατικές διαδικασίες στα εξουσιοδοτημένα γραφεία, εκτελείται δια χειρός έμμισθων κατασταλτικών οργάνων και νομιμοποιείται συνειδησιακά μέσω αλλοτριωτικών ή μεσολαβητικών σωμάτων, όπως οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί και οι διάφορες περιστασιακές διασημότητες μιας κοινωνίας ευνουχισμένων ανδρείκελων. Πολλώ δε μάλλον να καταλήγει στη συστράτευση των αναρχικών μαζί τους. Δε θα μπορούσε να εξαλείψει το φασιστικό όνειδος, τουλάχιστον όχι κατά τον τρόπο που οι αναρχικοί διαχρονικά το αναλύουν και λαμβάνουν δράση εναντίον του. Απεναντίας, οι άνωθεν αστικοί αυτοματισμοί είναι οι κατεξοχήν αρωγοί και εγγυητές μιας φασιστικής ολοκληρωτικής πολιτειακής δομής. Η επιτηδευμένα υπερβατική τους εμφάνιση, η κυριαρχική τους δομή, η αγελαία τους συγκρότηση, η κατασταλτική δομική τους λειτουργία, ο εκ γενετής διαχωρισμένος χαρακτήρας τους και, ασφαλώς, η προσπάθειά τους να κατοχυρώσουν το μονοπώλιο της βίας και της πολιτικής πράξης, είναι αυτά τα απαραίτητα για το φασιστικό όραμα στοιχεία. Στα ίδια δικαστήρια, με τους ίδιους νόμους, στην τελική, αμέτρητες φορές υπέφεραν συντρόφια μας μαζί με άλλους υπονομευτές τους καθεστώτος. Προσέτι, τα ίδια μέσα αύριο θα στρέψουν το ολοκληρωτικό επινόημα της “κοινής γνώμης”, το δημοκρατικό κοπάδι, εναντίον των νέων “εχθρών του λαού και της δημοκρατίας”. Όταν δικαιολογούμε με οποιονδήποτε τρόπο την καταδίκη των φασιστών στα δικαστικά έδρανα, δε θα δικαιούμαστε να μιλάμε για φασισμό όταν στα ίδια δικαστικά έδρανα θα πάρουμε θέση εμείς ως “οι εχθροί του λαού”.

Aφού προβληματιστήκαμε έντονα στη θέα μέρους των ριζοσπαστικών κινημάτων να αξιώνει απαιτήσεις από τον κρατικό αυτό επινίκιο μονόλογο ή, ακόμα χειρότερα, να αγαλλιάζει με τη φυλάκιση ανθρώπων (ακόμα και μονοκύτταρων) -πάντα με το πρόσχημα ότι ναι μεν θα τους ήθελαν στο χώμα, αλλά, εφόσον κρίνεται ανέφικτο, κάτι είναι και η φυλάκισή τους, εν είδει βάλσαμου για τα θύματα της βίαιης δράσης τους- νιώσαμε και εμείς την ανάγκη να λάβουμε δημοσίως μια αντιδικανική τοποθέτηση, ανατρέχοντας σε ορισμένα θεμελιώδη αναρχικά προτάγματα.

Κατά την άποψή μας, η αναρχία ως (αντι)πολιτικό ρεύμα, αλλά πολύ περισσότερο ως βίωμα, συνδυάζει τη μηδενιστική καταστροφική πρακτική με την ανάκτηση της ελευθερίας και της αυτενέργειας στο εδώ και τώρα. Ο μηδενισμός της δεν είναι ιδεολογικός και, κατ’ επέκταση, λειψός, σαν ένας ακόμα άνευρος μηρυκαστικός μονόλογος στα χείλη εξανδραποδισμένων ζηλωτών του κάθε πολιτικού δόγματος. Η αντίδραση δεν αποτελεί καθήκον και αλλότριο αυτοσκοπό, αλλά τίθεται στην υπηρεσία της ατομικής και κοινοτικής απελευθέρωσης,  συμβάλλοντας στην επανάκτηση της κυριότητας της καθεμιάς. Καταρρίπτεται τοιουτοτρόπως και ο παραδοσιακός ετερόνομος συσχετισμός μεταξύ μέσων και σκοπών. Ο σκοπός δεν εξαρτάται από τη χειραγώγηση συνειδήσεων, την κατασκευή νορμών και την κυβέρνηση άβουλων κοπαδιών μαζανθρώπων, αλλά εμπερικλείεται στα ίδια τα μέσα της ενεργής αναρχικής πρακτικής ως συνέχειά τους, όχι ως υποβολέας τους. Η δράση, η σκέψη, η δημόσια παρουσία, η καταστροφή, ο πόλεμος, δεν είναι απλά μέσα πραγμάτωσης ενός ανώτερου τελικού σκοπού. Συνιστούν εκδηλώσεις και φορείς της αυτοπραγμάτωσής μας, του τρόπου μας να ζούμε συντονισμένες και συνεπείς ως προς τις αξίες και τις επιθυμίες μας. Αυτό είναι η αναρχική (αντι)πολιτική. Η κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ μέσων (που ανήκουν στους υπηκόους της δημοκρατίας) και σκοπών (που ταυτίζονται με την κατάκτηση των μέσων διαχωρισμού της κοινότητας από την πραγματική πολιτική της πρακτική, όπως το κράτος, τα εκτελεστικά όργανα, οι θεσμικοί φορείς) οδηγεί στην κατάργηση της εργαλειοποίησης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η πολιτική έτσι ξαναμετατρέπεται σε ένδειξη μιας ολοκληρωμένης και πλούσιας σε σχέσεις και βιώματα ζωής.

Ο αγώνας ενάντια στο κράτος, τον καπιταλισμό και τον κυρίαρχο πολιτισμό είναι το αναντικατάστατο παρόν του καθενός και της καθεμιάς μας. Τα προτάγματά μας δε συντάσσονται με τις υπόλοιπες διαφημιστικές προσφορές για επίγειους κοινωνικούς παραδείσους. Αδυνατούν να ξεπέσουν στην κατάντια των διαφημιστικών εκστρατειών όσων θέλουν να “καταλάβουν” τον κρατικό μηχανισμό. Και αυτό διότι εκφράζουν τις ανεξέλεγκτες επιθυμίες μας να ζήσουμε μακριά από συγκεντρωτικές δομές, απόλυτες αλήθειες και υπεραβικές αρχές. Σηματοδοτούν τον πολεμό μας απέναντι σε κοινωνικές κατασκευές όπως το δίκαιο, ο νόμος, η τιμωρία, ο εγκλεισμός, η ενοχή και η πολιτική ανάθεση. Ενάντια στον γενικευμένο διαχωρισμό, ενάντια στα όργανα και τους επιτελεστές του. Έτσι, θεωρούμε πως ο αντιφασισμός δεν είναι ένα μέσο για να επιτύχουμε την εξόντωση τον φασιστών ως απώτερο σκοπό. Είναι το αίμα που χύθηκε απ’ τα συντρόφια μας για την πραγμάτωση του ολοκληρωμένου εαυτού τους ενάντια σε κράτος, κεφάλαιο και κυριαρχία. Η απαράκαμπτη αυτή πραγματικότητα, το χάσμα μεταξύ των αξιών μας, του τρόπου μας να υπάρχουμε ως κάτοχοι των ζωών μας και της άρνησής μας να αναθέσουμε αυτό το καθήκον σε μηχανισμούς υποβάθμισης της ύπαρξής μας, μας έφερε μετωπικά απέναντι στις ναζιστικές σκουπιδοσακούλες.

Αν προκειμένου να τελεσφορήσει αυτό χρειαζόμαστε δικαστήρια, αποξενωμένα από εμάς εκτελεστικά σώματα για την επίτευξη των ίδιων μας των στοχεύσεων, ειδικά κλιμάκια στρατολογημένων “τιμωρών”, μάζες ετερόκλητων και εχθρικών μεταξύ τους αγελών, επαΐοντες μοραλιστές να επιβάλλουν οικουμενικά ποιος και τινί τρόπω θα τιμωρείται, ας βολευτούμε στην υπάρχουσα πραγματικότητα. Εξάλλου, αν το κριτήριο εναποτίθεται στον πρακτικισμό και στη στείρα αποτελεσματικότητα των κάθε λογής μεθόδων, τα κράτη θα υπερέχουν πάντα συγκριτικά με τις μικρές απείθαρχες ορδές μας. Δε θα επιτρέψουμε ποτέ όμως στην αποτελεσματικότητα να καθιερωθεί ως απόλυτο μέτρο των πράξεων και των ζωών μας, γι’ αυτό τα κράτη και άλλα μορφώματα της πολιτικής αλλοτρίωσης θα περισσεύουν πάντα από τα ζωογόνα όνειρα μας. Όσοι στον βωμό μιας ρηχής υλικής καταπολέμησης του φασισμού λησμονούν τις αναρχικές τους θέσεις, τότε το μόνο σίγουρο είναι ότι μαθηματικά θα αποτύχουν και στο πρώτο.

Βιώνοντας εξ ορισμού μια συνθήκη σχεδιασμένης αλλά και αυθόρμητης κατάπνιξης κλασσικών, αλλά και νεότερων αναρχικών προταγμάτων, πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός ότι δε διαθέτουμε χρονικά περιθώρια να συγχρωτιζόμαστε με τα αφομοιωμένα στην αστικοδημοκρατική ομαλότητα γκρουπούσκουλα της προοδευτικής αριστεράς και ενός αναρχικού χώρου που ζηλεύει τη στόμωση και το διαλεκτικό χάος της πρώτης. Πιθανώς, καθόσον το κενό παρουσίας και επιρροής έχει γίνει δυσβάσταχτα αισθητό με τον χειρουργικό εξοστρακισμό των επαναστατικών ρευμάτων από την υπόληψη της πλειοψηφίας, οι σπασμωδικές εκλάμψεις σύγκρουσης να χαρίζουν δόσεις ανακούφισης και καθησυχαστικές εντυπώσεις, αλλά δε θα εντοπιστεί εκεί η ανασύνταξη των γραμμών μας. Πόσο μάλλον όταν η πολυαναμενόμενη πολυπληθής συνάντησή μας στους δρόμους μετά από καιρό έχει ως πριμοδότη μια δικαστική έδρα, με τον δικανικό της λόγο να θέτει τους όρους του διαλόγου. Όταν λοιπόν η επιχειρηματολογία οργανώνεται βάσει των προτύπων ενός τέτοιου συστήματος αξιολόγησης, όταν οι όροι συμμετοχής είναι προσχεδιασμένοι από τους εμπνευστές της δεξίωσης, η αναρχική εκτροπή δεν είναι κάτι το εφικτό, διότι για εμάς ποτέ το ζήτημα δεν συνοψιζόνταν στο αν οι ναζί είναι αθώοι ή ένοχοι και ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος τιμωρίας τους. Όλη αυτή η ορολογία προσήκει στο σύμπλεγμα αξιών, αντιλήψεων, πεποιθήσεων και παραδόσεων που, ως αναρχικές και αναρχικοί, πολεμάμε διαχρονικά να αποδομήσουμε και να εξαλείψουμε.

Επιπλέον, η συμμετοχή αναρχικών στις επινίκιες τελετουργίες του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος, ακόμα και όταν τα θύματα είναι υπάνθρωποι άξιοι να γίνουν δέκτες των χειρότερων μορφών βίας, σηματοδοτεί απλά μια ακόμα επιτυχημένη επιχείρηση των επίδοξων εξολοθρευτών τους, η οποία σε μία καθόλου φανταστική μελλοντική στιγμή θα τοποθετήσει αυτούς στην έδρα, δεχόμενη πολιτική πίεση από αντίπαλους αποχαυνωμένους όχλους, ενώ, την ίδια στιγμή, το κύρος των μηχανισμών αυτών θα παραμένει στο απυρόβλητο. Όσοι, είτε από αγνές και ειλικρινείς αγωνιστικές προθέσεις, είτε από στυγνή απελπισία, διέπονται από την ψευδαίσθηση πως το Δίκαιό τους αποτελεί μία καθολική αρχή ή, ακόμα χειρότερα, πως εκφράζει στο σήμερα μία κοινωνική πλειοψηφία πρόθυμη -μετά την κατάλληλη προσέγγιση- να συστρατευτεί μαζί τους, δυστυχώς είναι αναπόδραστο να δουν τα οράματά τους καταβαραθρωμένα από τις αμείλικτες φασιστικές ορδές των μαζανθρώπων. Για ακόμη μία φορά…

Η επιλογή συμμετοχής σε μία πολιτική διαδικασία εξ ολοκλήρου εχθρική προς κάθε αναρχικό ρεύμα σκέψης, με μοναδικό διακύβευμα την καθιέρωσή μας στο κέντρο των εξελίξεων, ακόμα κι όταν αυτά αντίκεινται στις αξίες, στα προτάγματα, στις στοχεύσεις μας, υπονομεύοντας την αγωνιστική μας υπόσταση και τα θεμελιώδη προτάγματά μας, συνιστά συγκατάβαση με ένα μέλλον απαλλαγμένο από τις επιθυμίες μας. Ποιος εξάλλου σήμερα διατηρεί αμφιβολίες για το αν οι αλλεπάλληλες κονσερβοποιημένες ειδήσεις και τα απορρεόντα από την προπαγάνδα τους κοινωνικά δρόμενα δεν είναι παρά ένας διαρκής εχθρικός μονόλογος, οικείος μοναχά ένεκα της εκτενούς και αδιάληπτης διασποράς του; Η έγνοια να τοποθετηθούμε, και δη μαχητικά, σε γεγονότα τουλάχιστον διαμεσολαβημένα -αν όχι κατασκευασμένα- από έναν πακτωλό πληροφοριών και ειδήσεων που φέρουν ανεπαίσθητα τη σφραγίδα όσων υπαρχουσών πραγματικοτήτων επιδιώκουμε την εξάλειψή τους, είναι ενδεικτική της προέλασης του θεαματικού λόγου και της υποχώρησης της κριτικής σκέψης. Σημαίνει πως ο κομφορμισμός φτάνει σε επίπεδο διαπραγμάτευσης της επαναστατικής μας συνέχειας ως μια συνέχεια δίχως επαναστατικό πρόσημο. Σημαίνει πως, έστω και υποσυνείδητα, έχουμε συμβιβαστεί με το ανέφικτο των αναρχικών μας θέσεων, ενώ αγκομαχούμε να τους βρούμε θέση σε έναν κόσμο αποστερημένο από κάθε αγνή αναρχική προοπτική. Ηττοπαθείς και μουδιασμένοι μπροστά στην κοινή γνώμη, όπως αυτή κατασκευάζεται και μετά επιδεικνύεται στις αμέτρητες οθόνες που πλέον έχουν εισβάλει σε κάθε πτυχή της ζωής, είμαστε έτοιμοι να παραδώσουμε στα μέτρα της την προσωπική μας άποψη και τοποθέτηση. Δεχόμαστε την εκποίηση των έκλυτων πόθων μας, εφόσον καταδικάζονται ως στοιχεία ασύμβατα και παράκαιρα, προκειμένου να εξασφαλίσουμε μία υποτυπώδη επιβίωση σε ένα νέο, αποστειρωμένο από κάθε μικρόβιο ατομικής και συλλογικής εξέγερσης πολιτικό περιβάλλον.

Τούτη η προσαρμογή στους ρυθμούς του παραδεδεγμένου πολιτικού ανταγωνισμού στις μαζικές κοινωνίες, όπου, με οριζόντα την αποτελεσματικότητα, κάθε αντίπαλη φράξια επιχειρεί να γητέψει το θυμικό του πλήθους, εργαλειοποιώντας το στην προσπάθειά της να διαμορφώσει το κοινωνικό κατ’ εικόνα και ομοίωση της Ιδέας της, απέχει έτη φωτός από μία αναρχική (αντι)πολιτική πρακτική.

Δε γίνεται, με μοναδικό κριτήριο τη μαζικότητα και την απόσπαση αποδοχής, να αποφασίζουμε τη δημόσια στάση και την πολεμική μας τακτική, γιατί τότε μπορεί μεν η εξασφάλιση των παραπάνω να επιφέρει ποσοτικές νίκες (θεαματική ανάδειξη αγώνων, κυβερνητικές παραχωρήσεις, υποχρέωση του κράτους σε συνδιαλλαγή, δυναμικότερες συγκρούσεις, λεφούσι χειροκροτητών, ευνοϊκότερη διαχείριση), όμως τι νόημα έχουν αυτές όταν το αντίτιμο έγκειται στην απώλεια των ποιοτικών μας χαρακτηριστικών; Και δεν αναφερόμαστε σε πιθανές αντιφάσεις μεταξύ μακροπρόθεσμων (κατάλυση της αστικής δικαιοσύνης) και άμεσων (αντιμετώπιση των φασιστών) στόχων. Διακυβεύεται η ίδια η ουσία της αναρχικής παρουσίας εδώ και τώρα. Και, λέγοντας αυτό, εννοούμε το πώς ένα σώμα εμφανίζεται, λειτουργεί και κινείται, πάντα σε αλληλεξάρτηση με τα υπόλοιπα σώματα του περίγυρού του και τις σχέσεις δύναμης που σχηματίζουν. Πώς αγωνιζόμαστε, πού στοχεύουμε, πώς τοποθετούμαστε σε κάθε συγκυρία, πώς καταφάσκουμε ως συμπαγές σώμα και πώς διακρινόμαστε φυσικά, ως αναρχικά υποκείμενα, δια της συνολικής μας παρουσίας σε σύγκριση με τα άλλα σώματα.

Δεν πρόκειται λοιπόν περί μιας ακόμα κριτικής στη μερικότητα ενός αγώνα, αλλά ειλικρινούς προβληματισμού σχετικά με τους λόγους παρουσίας των αναρχικών σε μία έδρα τόσο εχθρική για τα προτάγματα και τους όρους συγκρότησής τους.

Πώς είναι δυνατόν η συγκυρία αυτή να συγκρίνεται με τις αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις, τις μαθητικές εξεγέρσεις και τα πλατιά μέτωπα ενάντια στον φασισμό; Πώς εξακολουθεί να μη γίνεται αισθητή η διαφορά μεταξύ της συμμετοχής σε αυθόρμητες κοινωνικές εκρήξεις, όπου, παρά το αναμενόμενα ετερόκλητο πλήθος, η αναρχική παρέμβαση δύναται να τις εκτρέψει με τη διακρτιτή της πολιτική αντζέτα, επηρεάζοντας άμεσα τους συσχετισμούς δύναμης και προβαίνοντας σε αυθεντικές γνωριμίες με νέο κόσμο, και της παρουσίας της σε μία καλεσμένη φίεστα-ύμνο στην αστική δικαιοσύνη, με τη συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου να έχει συρρεύσει προσμένοντας μια καταδικαστική απόφαση; Αν η απόφαση δεν ήταν ικανοποιητική (και ποια απόφαση δηλαδή θα ήταν ικανοποιητική από ένα αστικό δικαστήριο;), τότε σε ποιον θα απευθύνονταν οι συγκρούσεις και από ποια θέση; Τότε η αγανάκτηση των αναρχικών θα ήταν δίκαιη επειδή η έδρα δεν έκανε καλά τη δουλειά της; Πώς είναι δυνατόν εν τέλει να παραβλέπουμε ότι αυτές οι μυωπικές προσεγγίσεις, ερειδόμενες ολικώς στην ανάγκη πολιτικής επιβίωσης, και η υποστήριξη διαδικασιών αντίστοιχου χαρακτήρα ενδυναμώνει και σταθεροποιεί τους μελλοντικούς μας δήμιους; Να αγνοούμε πως το πλήθος θεατών της αντιφασιστικής παράτας, την ίδια στιγμή που χειροκροτεί για την καταδίκη των ναζί, ταυτόχρονα γυαλίζει τα έδρανα των δικών μας πολιτικών δικαστηρίων…

Σε αυτό το κείμενο, είναι εμφανές πως επιλέξαμε να μη σταθούμε καθόλου στην ίδια τη ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής, ούτε να αναφερθούμε σε δεδομένα και στοιχεία ευρέως γνωστά και αναλυμένα από συντροφικές φωνές πολύ καλύτερα απ’ ότι εμείς θα μπορούσαμε. Προτιμήσαμε να πραγματοποιήσουμε μία σύντομη κριτική στη σχέση των αναρχικών με το Δίκαιο. Κυρίως, να θυμίσουμε πως ορισμένες βαθιά ριζωμένες προβληματικές και αντιφάσεις αναδεικνύονται διαμέσου πιθανών προστριβών με την αστική εκδοχή του Δικαίου. Πριν κλείσουμε, θα αναφερθούμε για μία ακόμη φορά σε κάτι λειψώς σχολιασμένο και ελλειπώς κατανοητό, τρομερά κομβικό όμως στην προσπάθεια ανασυγκρότησης ενός εσωτερικά συνεκτικού και ιστορικά αρραγούς αναρχικού χώρου. Η αντίθεσή μας στην οικουμενική και υπερβατική σύλληψη της δικαιοσύνης, απότοκο της οποίας είναι και η αστική εκδοχή της, δεν είναι αισθητικής φύσης.

Η δικαιοσύνη και το δίκαιο είναι έννοιες υποκειμενικές. Εκφράζουν κάποιον αξιακό κώδικα. Όσοι αξιακοί κώδικες υπάρχουν, άλλα τόσα δίκαια θα συναντήσει κανείς. Πολεμάμε τη δικαιοσύνη τους όχι γιατί είναι απλά άδικη, αλλά γιατί ο αξιακός κώδικας του συστήματος που εκφράζει είναι εχθρικός με τον δικό μας. Και δεν μπορεί να υπάρξει κανένα αντικειμενικό δικαστήριο και κανείς δικαστής για να κρίνει αυτή τη σύγκρουση. Είναι οι δικές μας αξίες ενάντια στις δικές τους. Οι επαγγελματίες του δικαίου δεν έχουν καμία θέση στη δικιά μας αντίληψη και κοσμοθεωρία. Και αν μας ρωτήσει κάποιος “και τότε τι θέλετε;”, θα του απαντήσουμε “επιδιώκουμε να κολλήσουμε τους διευθυντές αυτού του συστήματος στον τοίχο, χωρίς όμως να τους αντικαταστήσουμε για να εγκαθιδρύσουμε μια “αγνότερη” έννοια δικαιοσύνης (αντικειμενικά δικαστήρια, δίκαιους νόμους, λογικές ποινές), αλλά μόνο για να αναλάβουμε ένα αδιάλλακτο “καθήκον” ξεκαθαρίσματος λογαριασμών ως μια έντιμη πράξη αυτοδικίας”.

Επαναφέροντας τα λόγια της Σ.Π.Φ., υπενθυμίζουμε πως ο πόλεμος για την κατάλυση των μαζικών εξουσιαστικών κοινωνιών και τη δημιουργία νέων, θεμελιωμένων στην ενσυναίσθηση, τις κοινές αξίες, τις ελεύθερες συμφωνίες, την ατομική αυτοσυνειδησία και τα μεταβλητά κοινωνικά συμβόλαια, διέρχεται μέσω της σύγκρουσης με κάθε υπερβατικό μονολιθικό κώδικα πειθάρχησης και τιμωρίας, όπως και με τα σώματα των ειδικευμένων σχεδιαστών τους. Δεν προθυμοποιούμαστε να επιβάλλουμε νοητικά την παραδοχή ανύπαρκτων συλλογικών σωμάτων προκειμένου να πείσουμε τον οποιοδήποτε αφελή προς δρούμε στο όνομα μιας “ανώτερης ιδέας”. Δε θα γίνουμε οι κομιστές της ελευθερίας κανενός, και δεν έχουμε αναλάβει σε καμία περίπτωση μία “θεϊκή αποστολή” να διαφωτίσουμε τα “παραπλανημένα πλήθη” με τη μαρμαρυγή της Δικαιοσύνης. Ως αποκυήμα των πολλών χρόνων εγκατάλειψης της δημόσιας σφαίρας και της ατομικής ευθύνης, αυτές οι λογικές βρωμάνε ανάθεση και είναι ικανές να γεννήσουν μόνο περισσότερη ανάθεση, ανευθυνότητα, μοιρολατρία, παραίτηση, διαχωρισμό, τελμάτωση, ιεραρχίες και ετερόνομα ανδράποδα, συνηθισμένα στην υποταγή μπρος το κάθε δεσπόζον κοινωνικό σύστημα, αντί για περήφανα και αξιοπρεπή πρόσωπα.

Διαχρονικά, τα ίδια φαινόμενα, οι ίδιες τετριμμένες πολιτικές επιλογές γίνονται κάρβουνο στη μηχανή θανάτου του φασισμού και κάθε ολοκληρωτισμού, εφοδιάζοντάς τους με οράματα προσφιλή για το εκπαιδευμένο στην αποποίηση του εαυτού πλήθους. Γι’ αυτό φροντίζουμε να μη λησμονούμε πως το λαϊκό φύραμα ετερόκλητων συμφερόντων και αξιών, ομοιόμορφο και αρραγές μόνο εν είδει σώματος κυβερνητικής διαχείρησης και βιο-πολιτικής επένδυσης, αποτελεί μήτρα και όχι εξολοθρευτή του φασισμού. Τα δικαστήρια και, κατ’ επέκταση, το δίκαιο, καθίστανται ευκταίο αντικείμενο διεκδίκησης αναμεταξύ των ανακυκλωμένων πολιτικών ομαδοποιήσεων, επειδή, εν αντιθέσει με την περήφανη ατομική αυτοδικία, εκπροσωπεί την υπάρχουσα ιεραρχική και αλλοτριωτική τάξη ενάντια στις άπειρες πιθανότητες της αναρχικής ανταρσίας.

Η διαρκής αναρχική ιστορική κίνηση γνωρίζει πως ο φασισμός προκύπτει αναπόδραστα όταν το πρόσωπο, με το κριτικό του πνεύμα, συνθλίβεται στη μέγγενη των εκάστοτε μεγαλόστομων αφεραίσεων, είτε πρόκειται για έθνη, είτε για τάξεις, είτε για τα κενά αξιακά συστήματα των -ξεπουλημένων στις αγορές- σύγχρονων δημοκρατιών. Ως εκ τούτου, η δημόσια παρουσία των αναρχικών και οι τακτικές τους επιλογές οφείλουν να συνοδεύονται από μία συστηματική κριτική σε κάθε μηχανισμό μαζοποίησης και ανάθεσης. Δίχως μία αδιάσπαστη συνέχεια μεταξύ της αναρχικής επίθεσης στα φαντάσματα του έθνους, της φυλής, του κράτους, της δικαιοσύνης, και της μάχης ενάντια στον φασισμό, δεν είμαστε καταδικασμένοι μόνο να υστερούμε μεθοδολογικά στην αντιμετώπιση του δεύτερου, αλλά, πολύ περισσότερο, να χάνουμε το νόημα και τη συνάφεια στο εσωτερικό μας. Μένουμε μονίμως πνιγμένες στις αντιφάσεις, ανίκανοι να τις υπερβούμε ανακτώντας την πίστη στις δυνάμεις, την πίστη στην προοπτική να διαρρήξουμε τον ρου της ιστορίας. Μένουμε ουρά όσων έχουν μάθει να ζουν με αυτές, αναρριχώμενοι στον βούρκο του σημερινού πολιτικαντισμού. Η ολική συντριβή του φασισμού συμπεριλαμβάνεται στον αναρχικό αγώνα για καταστροφή κάθε μορφής εξουσίας και ολοκληρωτισμού, και δε συναγελάζεται με προοδευτικούς θιάσους, δικαστικές ετυμηγορίες και δήθεν αντιφασιστικές μωρολογίες. Η ολική συντριβή του φασισμού διέρχεται μέσα από τη ριζοσπαστική ρήξη με τις κοινωνικές και υποκειμενικές συνθήκες γέννησής του, και ειδικά με τη δικαιοσύνη (αστικής ή οποιασδήποτε άλλης υπερβατικής απόχρωσης) ως εξέχουσας μεταξύ αυτών.

Θάνατος στον Φασισμό

Θάνατος στο Δίκαιο της επιβολής και της εξουσίας

Πόλεμος με κάθε μέσο για την Αναρχία στο εδώ και τώρα

Λύσσα και Συνείδηση

Consumimur Igni – Σύμπραξη για τους σκοπούς της ανάφλεξης.

Το πρόσωπο μεταξύ χάους και Ιστορίας

Θραυσματικές σκέψεις πάνω στο αιώνιο αίνιγμα

*Με αφορμή το έργο Αυθεντικότητα και Αυτονομία [από τη δημιουργικότητα στην ελευθερία] του Νίκου Ερηνάκη.

Η Ιθάκη-Εαυτός, ο προορισμός μου. Η περιπέτεια σε αναζήτηση χαμένου προσώπου. Η άφιξη-φάντασμα. Αυτός που γύρευα είμαι. Ποιος είσαι;

 Κρυφή Οδύσσεια – Στρατής Πασχάλης

Τι είμαστε και τι θα θέλαμε να γίνουμε;

Ερώτημα πρωταρχικό, που αγγίζει τον πυρήνα της ύπαρξης, θίγοντας αποφασιστικά τον τρόπο εγγραφής του ανθρώπινου όντος στην πραγματικότητα.

Ύπαρξη – πρόβλημα προς επίλυση ή ορίζοντας προς ενατένιση; Ερώτημα που στοιχειώνει και απελευθερώνει τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του μέσα στους αιώνες.

Ον / πρόσωπο / εαυτός – αυτό, ο υπαρξιακός παλμός του οποίου υπακούει στη δυαδική παρτιτούρα του Εν-Πάντα. Και η βιογραφία του ενώνει τις τελείες του πριν του ενθάδε και του επέκεινα. Αυτό που διακυβεύεται στην (πλαστή;) διελκυστίνδα του Είναι – γίγνεσθαι. Περιπλανιέται και διαμορφώνεται, αποκαλύπτεται και μεταμορφώνεται. Αυτό που προτυπώνεται ή/και εκδηλώνεται. Συνδέει και διχάζει φυσική και μεταφυσική, οντολογία και βιολογία.

Ο ανθρώπινος νους είναι ένα σύστημα διανοητικών οργάνων, τα οποία καθορίζονται από βιολογικά χαρίσματα. Ο νους επεκτείνεται κι εμπλουτίζεται μέσω της εμπειρίας, η οποία σμιλεύει και διαρθρώνει τα όργανα. Αυτός ο προκαθορισμός επαληθεύεται στο γεγονός ότι κάθε άνθρωπος είναι προγραμματισμένος να μάθει μία γλώσσα. Αν και είναι αλήθεια ότι αυτός ο γενετικός προκαθορισμός μας περιορίζει αυστηρά, είναι αυτός ακριβώς ο αυστηρός περιορισμός που συνιστά τη βάση της ελευθερίας και της δημιουργικότητας του ανθρώπινου όντος. Εάν ήμασταν εύπλαστοι οργανισμοί χωρίς κανέναν εκτεταμένο προκαθορισμό, τότε ο νους –η δημιουργία και η παραγωγή του– θα αποτελούσαν απλές αντανακλάσεις του εκάστοτε περιβάλλοντος. Είμαστε αυστηρά προγραμματισμένοι με εξαιρετικά πλούσια συστήματα – μέρη της βιολογικής μας κληρονομιάς. Ωστόσο, σημαντικά ζητήματα, όπως αυτά της βούλησης, της απόφασης, της λογικής, της επιλογής σε ό,τι έχει να κάνει με τη δράση παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, στο βασίλειο του μυστηρίου.[1]

Εάν υπήρχε ένας εαυτός, θα ήταν σαν ένα μαργαριτάρι μέσα σε ένα όστρακο. Μολοντούτο, είναι το όστρακο που μας αφορά, όχι το μαργαριτάρι, αφού το τελευταίο δεν έχει ιδιότητες. Η έννοια – αίσθηση του εαυτού προσδιορίζεται από την εκάστοτε συνθήκη σε συνδυασμό με τη δαιδαλώδη λειτουργία του εγκεφάλου.[2]

Ο εαυτός.

Αυτό που καθαίρεται μέσα στην οδύνη της αυτογνωσίας και λυτρώνεται στην ηδονή της δημιουργίας.

Αυτό που κυριαρχείται από την ακόρεστη βούληση για δύναμη και, ξεπερνώντας το μέτρο, εκτονώνεται στην αυτοκαταστροφή – τραγική προϋπόθεση της (ιστορικής) εξέλιξης.

Το πρόσωπο – η ουσία και το δράμα του.

Εκείνο που διεκτραγωδείται στις αρχαίες θρησκείες της μετενσάρκωσης και της πυρολατρείας,  ενατενίζεται στις φιλοσοφίες της νοητικής εποπτείας, και ανατέμνεται με τους όρους της νευροεπιστήμης και της ψυχολογίας.

Ριζικό και μετέωρο.

Ανεξέλεγκτο και ανεξήγητο. Αυτό που αναζητά την αλήθεια –

στη μέθεξη στο θείο, μέσω του μυστικού φιλοσοφικού μύθου του τεθνεώτος και αναστηθέντος Θεού-ανθρώπου, τη μετοχή στο Άκτιστο μέσω της ενόρασης – σε μία αυστηρά πνευματική συνθήκη θρησκευτικού αναρχισμού, πέραν της λογικής και της φαντασίας, όπου το πρόσωπο υπέρκειται κάθε ιστορικο-υλιστικής δομής, αναφερόμενο πουθενά αλλού παρά μόνο στο άχρονο και απροσδιόριστο πνεύμα–φως – τo Απόλυτο – πηγή τόσο της συνέχειας όσο και της ασυνέχειας του χωροχρόνου – το θετικό τίποτα.*

  • ή μες στην έκσταση του έρωτα –

Car Je est un autre – Γιατί το εγώ είναι ένας άλλος.[3]

Ο εαυτός εν σχέσει με το άλλο – το πρόσωπο, η θέα του οποίου φανερώνει ένα νέο ή/και αρχέγονο χρώμα του εσωτερικού μας ουρανού.

Η προβολή που μας καλεί να ανακαλέσουμε την ιδέα στο μυχό της μνήμης και της ψυχής.

Ἆρ᾽ οὖν, ὦ φίλε Ἀλκιβιάδη, καὶ ψυχή, εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὑτήν, εἰς ψυχὴν αὐτῇ βλεπτέον·[4]

Αυτό που καταφάσκει ακυρωμένο στο σύντομο έργο ενός θνησιγενούς έρωτα – μήλον της έριδος του Διόνυσου με τον Απόλλωνα.

Ερώτημα καταιγιστικό, που κατακλύζει την ψυχολογία αλλά παραμένει μετα-ψυχολογικό, και καθορίζει την πολιτική, όντας μετα-πολιτικό.

Το τρέμον κέντρο[5] μυριάδων ομόκεντρων κύκλων – εννοιών, που διαμορφώνουν ιστορικά πλαίσια, προσδιορίζουν το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, συγκροτούν συστήματα αξιών και οντολογικούς άξονες, και χαρακτηρίζουν ανθρωπολογικές ομάδες, χώρες κι εποχές.

Από τον στοχασμό αναδύεται ο ορισμός, και από τον ορισμό ανθίζει ο θεσμός.

Τι το ον;

Το ον είναι μία δομικώς ενιαία, μοναδική και αυτόνομη πραγματικότητα η οποία διαρκεί είτε με το να είναι «κλειστή» (δηλαδή, απομονωμένη) στον εαυτό της είτε με το να τείνει να υπερβεί τη φύση της, επεκτεινόμενη πέρα από τους ουσιαστικούς περιορισμούς της. Στην πρώτη περίπτωση, το ον συλλαμβάνεται με στατικό τρόπο, ενώ, στη δεύτερη, το ον συλλαμβάνεται με δυναμικό.

Η ιδέα του ανθρώπινου όντος ως ενός ανεξάρτητου και σε μεγάλη έκταση, ελεύθερου «όλου», και κατ’ επέκταση, ως μιας ατομικής πραγμάτωσης ενός δομικού προγράμματος αποτελεί τη βάση τόσο υλιστικών τύπων φιλοσοφικού ρεαλισμού, όπως οι φιλοσοφίες του Δημόκριτου και του Επίκουρου, όσο και πνευματικότερων τύπων φιλοσοφικού ρεαλισμού, όπως η θεωρία του Πλάτωνα και η μοναδολογία του Leibniz.[6]

Η περιπλάνηση είναι ατέρμονη. Η οδός είναι ιδιωτική αλλά και δημόσια. Το εντός διαπλέκεται μόνιμα με το εκτός.

Εαυτός και ταυτότητα – σμίλη αρχετύπων συλλογικού ασυνειδήτου και παράγωγο στερεοτύπων κοινωνικού γίγνεσθαι.

Πρόσωπο και συλλογικότητα – η υπαρξιακή κατάφαση του όντος, αναγκαστικά, συνυφαίνεται με την αναφορά του σε μία εξωτερική δομή.

Από τον σε οργανική ενότητα με τη φύση ευρισκόμενο άνθρωπο του προσωκρατικού κόσμου, μεταβαίνουμε στον θαυμάζοντα την ιδέα την ισορροπίας στη μορφή του πλατωνικού ηνιόχου και τον φέροντα την ιδιότητα του πολίτη της πόλεως η οποία, μέσα στην επικράτεια των αρχαίων ειδώλων, προοικονόμησε στιγμές της νεωτερικής πολιτείας.

Ο «ψυχικός άνθρωπος» των ελληνορωμαϊκών πορτραίτων είναι ο υπήκοος της αυτοκρατορίας, όπως είναι, αντίστοιχα, και ο πιστός στο δόγμα δεόμενος μπροστά στην πνευματική εσωτερικότητα των βυζαντινών εικόνων.

Ο Θεός, ο κόσμος, η ανθρώπινη ψυχή είναι τα θέματα των τριών προσεγγίσεων που πηγάζουν από τη φιλοσοφία την πρώτη και γενική, που όλο και περισσότερο συγκεκριμενοποιούνται σε θρησκεία, επιστήμη, ψυχολογία και ηθική για να σταθεροποιηθούν και να ρευστοποιηθούν – κάτω απ’ τις μορφές της Εκκλησίας, της τεχνικής, της πολιτικής.[7]

Ο (ελληνικός) αρχαίος κόσμος, παρότι συνέλαβε τον ανθρωποκεντρισμό, δεν μπόρεσε να υπερνικήσει την αντίφαση μεταξύ της ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης και της κοσμικής τάξης.

Ωστόσο, από την ουσία Α’ – την υπόσταση του Αριστοτέλη, και τον φορέα «του ασώματου φωτός, που δεσπόζει πάνω στη σκοτεινή ύλη» του Πλωτίνου, είναι πιο εύκολο το πέρασμα στο χριστιανικό ενυπόστατο πρόσωπο – τον προσωπικό τρόπο εγγραφής στην πραγματικότητα ως κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου – της εικόνας του Θεού.

Πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.[8]

Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν.[9]

Μέσα από την οντο-θεολογία του Χριστιανισμού αναδύεται και καταξιώνεται η υποκειμενικότητα του όντος. Το υποκείμενο –ο φορέας της ελεύθερης βούλησης– θα αναζητήσει την πλήρη απελευθέρωσή του. Αυτό το πρόταγμα, θα οδηγήσει στη- και θα χαρακτηρίσει τη- (δυτική) νεωτερικότητα.

Η μόνιμη υπακοή στην ανθρώπινη ανικανότητα για (αυτο)υπέρβαση καθιστά την παραχάραξη του πνεύματος μόν(ιμ)η επιλογή, και η ανάλογη προσαρμογή του στους σκοπούς της εκάστοτε δογματικής περιχαράκωσης –επιταγή της καθοδήγησης των μαζών– καθιστά την αέναη υποταγή του στα διάφορα πρόσωπα της ιστορικής ανάγκης πανάκεια. Ο δεσμός λύνεται με τη σύγκρουση. Η ρήξη άγει στη μετάβαση.

Ο (δυτικός) άνθρωπος, θέλοντας να απαγκιστρωθεί από τις ιεραρχίες, τους θεσμούς και τις γραφειοκρατίες του φεουδαλισμού και της μεσαιωνικής θεολογίας-μεταφυσικής, συλλαμβάνει την ύπαρξή του και τον Κόσμο πέραν της ιδέας ενός ποιητικού και τελικού αιτίου των όντων, των πραγμάτων, των φαινομένων και της κίνησής τους – αναφερόμενου σε μία ιδιαίτερη μορφή, που θέλει να είναι ολική, και που καλείται Θεός**.[10]

Αυτή η αποδέσμευση ταυτίζεται με την αυτενέργεια του ανθρώπινου όντος, τονίζοντας την προσωπική ευθύνη του ατόμου και του πολίτη μέσα στο πλαίσιο της ιστορικότητας  και της εκκοσμίκευσης.

Ο εμφορούμενος από τον ορθό λόγο υπαρξιακός ορίζοντας, που αποκαλύπτεται από τον  Διαφωτισμό, αποτελεί ταυτόχρονα όαση κι αιχμαλωσία. Ως εκ τούτου, το υποκείμενο καταφεύγει στη ρομαντική φαντασία.

Ύλη και πνεύμα / λογική και φαντασία / εμπειρισμός, ιδεαλισμός και ορθολογισμός.

Μέσα στους κόλπους ενός πολύπλευρα σχισματικού δυϊσμού γεννιέται ο καρτεσιανός άνθρωπος και πολιτισμός του cogito.

Για τον Kant, ο χαρακτήρας της γνώσης είναι εξωεμπειρικός. Η έμφυτη λογική δομή του όντος υπερβαίνει την εμπειρία. Σύμφωνα με τους όρους της κατηγορικής προσταγής –kategorischer Imperativ-, η ηθική τελειότητα του υποκειμένου υποκαθιστά τον Θεό. Ο Kant θεάται την ενότητα υποκειμένου και αντικειμένου εντός του υποκειμένου, η καθολικότητα της ισχύος της ηθικής του οποίου διαμορφώνει ένα δεοντικό σύστημα – σχήμα και σκέψη που, τηρουμένων των αναλογιών, φτάνουν ως τις μέρες μας μέσω της φιλελεύθερης ιδεολογίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Κατά τον Hegel, ο εσωτερικός βίος του ανθρώπου συντίθεται με την ιστορικότητα. Το απόλυτο συνίσταται στην ένωση υποκειμένου και αντικειμένου. Το υποκείμενο βγαίνει εκτός του εαυτού του για να έρθει σε επαφή με την Ιδέα –αυτό που αληθεύει καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό-. Το πνεύμα –Geist– είναι το υποκείμενο που επέστρεψε στον εαυτό του μετά την περιπλάνησή του στην Ιστορία. Το Δίκαιο είναι το ιστορικώς εξαντικειμενισμένο πνεύμα. Το πνεύμα, νοούμενο ως λαός –το εθνικό πνεύμα– διέπει το άτομο, του οποίου η ύπαρξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ατομικότητα του έθνους-κράτους, δηλαδή με ένα συλλογικό υποκείμενο που πραγματώνεται δια της Ιστορίας. Η εγελιανή οντολογία θεωρεί το ατομικό εγώ μονίμως συναρτόμενο και συσχετιζόμενο με το άλλο – νοούμενο ως θεσμό-συλλογικότητα (οικογένεια, αστική κοινωνία, έθνος-κράτος), σε μία συνθήκη διαλεκτικής σύνθεσης αλτρουισμού κι εγωισμού.

Εταιρία ατόμων ή κοινωνία προσώπων;

Η βιομηχανική επανάσταση ωθείται από τις θεωρήσεις του εμπειρισμού, πλαισιώνεται από τον θετικισμό και ωθεί προς την κυριαρχία του υλισμού. Το φαντασιακό των κοινωνιών της μαζικής παραγωγής σταδιακά αναπτύσσεται και αρθρώνεται στη βάση των ιδεών και πρακτικών της ποσοτικοποίησης, της αποδοτικότητας, των μεθόδων οργάνωσης και του ελέγχου (των παραγωγικών διαδικασιών), αγγίζοντας, σε κάποια σημεία, τον κυνισμό του τεϊλορισμού. ***

Το άτομο ή/και πρόσωπο εξακολουθεί να αλλάζει πρόσωπα και ταυτότητες ανάλογα με τα πρόσωπα της Ιστορίας. Στο μονόπρακτο της ανθρώπινης κωμωδίας, ο αυτοπροσδιορισμός συγκερνάται με τον ετεροκαθορισμό. Το ταξικό είναι ένα ακόμα από τα στοιχεία εκείνα που στιγματίζουν και σχηματίζουν τη συνείδηση. Η ιδεολογία διεισδύει στην ύπαρξη και τη νοηματοδοτεί. Οι κάθε είδους ταυτότητες (φαινομενικά ή μη) καταξιώνουν το άτομο απέναντι στον εαυτό του, και μέσω της συνεργατικής ή συγκρουσιακής τους (διαλεκτικής) σχέσης παράγουν πολιτική και συγγράφουν Ιστορία. Το υπαρξιακό ή/και ιδεολογικό αίτημα πρέπει να γίνει δικαίωμα εντός κοινωνίας κι εντός Ιστορίας μέσω μιας διαδικασίας της οποίας κεντρικοί νευρώνες είναι η αίσθηση και η συνείδηση του (συν)ανήκειν.

Ο εαυτός και η ταυτότητα – ζήτημα μεταξύ φύσης και Λόγου, ανάγκης και σκοπιμότητας, που πυροδοτεί τη σκέψη και το Μύθο.

Ήρωας ρομαντικής ουτοπίας. Υποψήφιος πεσών για το έθνος κράτος.

Βιομηχανικός εργάτης και μαρξιστής αγωνιστής ή απολογητής του φεμινισμού.

Καπιταλιστής καταναλωτής και (αντι)ήρωας cyberpunk δυστοπίας.

Βιβλιογραφία

[1] Noam Chomsky, On Nature and Language, Cambridge University Press, 2012.

[2] Marvin Minsky – Lecture on the self.

[3] Arthur Rimbaud à Paul Demeny (Lettre du Voyant) & Arthur Rimbaud, H επιστολή του Προφήτη – Το μεθυσμένο καράβι, ποιήματα και επιστολές, μτφ.: Στρατής Πασχάλης, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008.

*Ριζική φιλοσοφική θέση – θέαση της σχέσης του ανθρώπινου όντος με τον Θεό – στην ελληνική Πατερική θεολογία (εμπνευσμένη, σε κάποιο βαθμό, από τον ιουδαϊσμό της Τορά, την Κλασσική Ελληνική Σκέψη, αλλά και τους μύθους της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου – κοσμοθεωριών και φιλοσοφιών των οποίων αποπειράθηκε να αποτελέσει δημιουργική σύνθεση και εξέλιξη).

[4] Πλάτων, Αλκιβιάδης Α.

[5] Kostas Axelos, Lettres à un jeune penseur, Les Éditions de Minuit, Paris, 1996.

[6] Ν. Λάος, Μεθεξιολογία, Δίαυλος, Αθήνα, 2017.

[7] Κώστας Αξελός, Προς της πλανητική σκέψη, Εστία, Αθήνα, 1990.

[8]Μάρκος 1:15

[9] Ιωάννης 1:14

[10] Κώστας Αξελός, Προς της πλανητική σκέψη, Εστία, Αθήνα, 1990. **Κριτική προσέγγιση, η οποία, παρά το οραματικό της εύρος και στοχαστικό της βάθος, είναι περισσότερο εγγύς στη συνείδηση της (μετα)νεωτερικής σχηματοποιητικής ερμηνείας.

2ο Μέρος

Μέσα στο νεωτερικό περιβάλλον του τεχνικισμού, ο ενδοϊστορικός αυτοπροσδιορισμός του όντος εμψυχώνεται από την- και κινείται στο ρυθμό της- συγχορδίας της επανάστασης με την εφεύρεση.

Κυριευμένος από τον ίλιγγο της τεχνολογικής επιτάχυνσης, ο άνθρωπος πετυχαίνει αλλεπάλληλες τομές σε ό,τι έχει να κάνει με τον τρόπο πρόσληψης του χωροχρόνου και την κατοίκησή του, ταυτόχρονα προεκτεινόμενος και αυτοακρωτηριαζόμενος.[1] Η άνευ όρων και ορίων εξέλιξη επιφέρει τη μετάλλαξη τόσο του ανθρώπινου όντος, όσο και του περιβάλλοντός (του). Γεγονός που θα κάνει τον Heidegger να μιλήσει για αλλοτρίωση.

Στη μεταμοντέρνα σφαίρα, η διαύγεια της επιστημονικής αλήθειας συναντά το νεφέλωμα της τεχνητής ψευδαίσθησης, και η καθαρή γνώση – που οδηγεί στη χειραφέτηση, συνυπάρχει με την ανεξέλεγκτη πληροφορία – που ευνοεί τη χειραγώγηση.

Ο επαναστατημένος άνθρωπος[2]είναι ο κάτοικος του θαυμαστού καινούριου κόσμου[3].

Η συνείδηση της καταδικαστικής μοναξιάς – απότοκη της μοναδικότητας του ανθρώπινου όντος, βαραίνουν την ευθύνη της (ιστορικής) πράξης και της υπαρξιακής του αυτοσυγκρότησης, κάτι που αντανακλάται στο «Πράττειν σαυτόν» των υπαρξιστών. Κάπου εδώ εγείρεται το ερώτημα της αυθεντικότητας.

Τι το αυθεντικόν;

Η αυθεντικότητα-ως-δημιουργικότητα, απελευθερωμένη από την ανάγκη κάποιου ενδότερου εαυτού και με πρωτότυπες πτυχές, όπως η συν-αυθεντικότητα και η ισο-αυθεντικότητα, ίσως να αποτελεί ένα κοινωνικο-πολιτικο, αισθητικο-καλλιτεχνικό και ηθικό ιδεώδες, το οποίο μπορεί να προσφέρει μία δίοδο, πέρα από τα αδιέξοδα της ύστερης νεωτερικότητας, προς την απάντηση του ερωτήματος του αγαθού προσωπικού και συλλογικού βίου.[4]

Η ελεύθερη δημιουργία του ανθρώπινου μυαλού –γνησίως δημιουργική– μπορεί να οδηγήσει στην απρόβλεπτη βούληση και δράση.[5]

Η τεχνολογική θαυματουργία, όμως, έχει τη διττή ικανότητα να εκτοξεύει και συνάμα να υπονομεύει την ανθρώπινη δημιουργία. Μέσα στη θύελλα της εικονικής θάλασσας και τη μανία της επανεφεύρεσης, καθίστανται δυσδιάκριτες οι διαφορές μεταξύ της καινοτόμας δημιουργίας και της κοινότοπης κατασκευής. Μήπως το σύγχρονο άτομο απλά παρασκευάζει και λειτουργεί ή όντως ζει και δημιουργεί;

Μέσα σ’ αυτό το τεχνητό περιβάλλον, πώς είναι δυνατή η επιβίωση της αυθεντικότητας, ποια η θέση της αυτονομίας και πώς νοούνται το πρόσωπο και η ελευθερία του;

Ο εαυτός μπορεί να είναι είτε πραγματικός είτε φανταστικός. Και στις δύο περιπτώσεις, κατά τη γνώμη μου, είτε υπάρχει εαυτός είτε όχι, αυτό δεν έχει σχέση με το περί αυθεντικότητας ερώτημα. Η ψευδαίσθηση του εαυτού δεν συνεπάγεται όμως ψευδαίσθηση και της ύπαρξής μας ως προσώπων.[6]

Το πρόσωπο ριζώνει στο είδος Gattung– και ο χρόνος στην αιωνιότητα. Η εντός του υπάρχουσα ιδέα του είδους επιτρέπει στο πρόσωπο να ριζώνει στο είδος, και η ταυτόχρονη μετοχή του στην αιωνιότητα προσφέρει στο πρόσωπο τη διάρκεια του στον χρόνο.[7]

Προκειμένου οι στάσεις ενός ανθρώπου να είναι αυθεντικές, χρειάζονται μόνο να είναι δικές του – δηλαδή, η κυριότητα διατηρεί βασικό ρόλο, απλώς διασφαλίζεται μόνο από τη δημιουργικότητα.[8]

Είναι η αυθεντικότητα-ως-δημιουργικότητα που μπορεί να διαδραματίσει τον καθοριστικότερο ρόλο από ό,τι η αυτονομία-ως-ορθολογικότητα, στην πορεία προς την πραγμάτωση της ανθρώπινης ελευθερίας.[9]

Δημιουργείν εαυτόν.

Dichterisch wohnet der Mensch auf dieser Erde – Εντελώς επάξια, αλλά ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος πάνω σ’ αυτήν τη γη.[10]

Όταν ο Hölderlin μιλά για κατοικείν, έχει κατά νου το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ανθρώπινης εμπειρικής ύπαρξης – Dasein. Όμως, το ποιητικό το εξετάζει με βάση τη σχέση του με τούτο το ουσιωδώς κατανοούμενο κατοικείν. Τούτο, βέβαια, δε σημαίνει ότι το ποιητικό είναι μόνο ένα κοσμητικό στοιχείο κι ένα συμπλήρωμα του κατοικείν. Επίσης, ο ποιητικός χαρακτήρας του κατοικείν, δε σημαίνει ότι αυτός απαντά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε κάθε κατοικείν. Αντίθετα, το Ρήμα –ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος– λέει ότι το ποιείν, και μόνον αυτό, κάνει το κατοικείν του ανθρώπου να είναι κατοικείν. Μόνο το ποιείν επιτρέπει πραγματικά το κατοικείν. Πώς όμως φτάνουμε σε μία κατοικία; Με το κτίζειν. Η ποίηση, ως κάτι που επιτρέπει το κατοικείν, είναι κτίζειν.

Να στοχαστούμε αυτό που ονομάζουμε ύπαρξη του ανθρώπου μέσω της ουσίας του κατοικείν, και αφετέρου να στοχαστούμε την ουσία του ποιείν ως αυτό που επιτρέπει το κατοικείν, ως ένα, και ίσως μάλιστα το κατεξοχήν, κτίζειν. Αν στρέψουμε την αναζήτησή μας για την ουσία της ποίησης προς αυτήν την κατεύθυνση, τότε θα φτάσουμε στην ουσία του κατοικείν.

Ο άνθρωπος αντλεί την πληροφορία για την ουσία του κατοικείν και του ποιείν κι εγείρει την αξίωση να φτάσει ως την ουσία ενός πράγματος, ορμώμενος μόνο από εκεί που τη δεξιώνεται. Τη δεξιώνεται στην προσαγόρευση της γλώσσας, της οποίας δεν είναι ο πλάστης, αλλά είναι εκείνη η δέσποινά του. Ως αυτό που ομιλεί και στέλνει νεύματα για την ουσία ενός πράγματος, η γλώσσα δεν είναι ένα απλό μέσο έκφρασης, ένα απλό μέσο πίεσης.

Με το ποιείν άγεται ο άνθρωπος πάνω στη γη και συνεπώς μέσα στο κατοικείν.[11]

Το πρόσωπο δημιουργεί ακατάπαυστα την εσωτερική του φύση, όχι μέσω μιας αυτοκατευθυνόμενης καθοδήγησης προς τα μέσα, αλλά με τη συνεχή δημιουργική ανατροφοδότηση με την κοινωνική πραγματικότητά του.[12] Η ώσμωση του ατομικού με το κοινωνικό φαντάζει μοιραία. Τι συμβαίνει, όμως, στη σύγχρονη συνθήκη, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας, η οικονομική βιωσιμότητα της οποίας εδράζεται στον εκτεταμένο εγωκεντρισμό, όπου ο αυτοκαθορισμός είναι ξένος προς τον αυτοέλεγχο και την αυτοπειθαρχία, και όπου το άτομο, ετεροκαθοριζόμενο, με τον εμμονικό ιδεασμό της αυτοπραγμάτωσης, πέφτει συνεχώς θύμα εμπορικής εκμετάλλευσης – καταναλωτής και καταναλωτικό προϊόν στην κοινωνία της κατανάλωσης;[13]

Στην εποχή της οθόνης και της pop κουλτούρας, το άτομο συμπεριφέρεται σα να το ακολουθεί μόνιμα μία κάμερα. Ποθώντας να γίνει το ίδιο – το ιδανικότερο προς κατανάλωση από τον άλλο προϊόν, σύμφωνα με τους όρους της μόδας, περισσότερο λειτουργεί σα μονάδα ενός καταναλωτικού πλήθους παρά ζει σαν πρόσωπο με εγγενή αξία και ιδιαίτερο τρόπο βιωτής.[14]

Η ιδέα ότι μπορούμε να είμαστε ακριβώς αυτό που οι άλλοι επιθυμούν είναι μια πανίσχυρη φαντασίωση. Μέσα στα άλλα, πρόκειται για μια ιδέα που υπόσχεται ότι ο άλλος δεν θα έχει ποτέ κανένα λόγο να φύγει – να μας αφήσει. Και αυτό γιατί δίνεται στον άλλον η δυνατότητα να μας φανταστεί σαν την τέλεια ενσάρκωση της επιθυμίας του. Το γεγονός αυτό πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες χαρές – ευχαριστήσεις της διαδικτυακής ζωής.[15]

Στον αστερισμό του like, μέσα στο γαλαξία του εικονικού καπιταλισμού, σε μία συνθήκη άυλου υλισμού, το ανθρώπινο ον και εικονιστικό υποκείμενο μετατρέπεται σε πλάσμα της ειδωλολατρίας, στο βωμό της κατάκτησης του θαυμασμού των άλλων, που συχνά άγει σε έναν άγονο ναρκισσισμό – υποχείριο της διαστροφής της ψευδαίσθησης που το οδηγεί στην αυτοκαταστροφή της τύφλωσης.

Αμφιταλαντευόμενο μεταξύ του φυσικού και του ψηφιακού ημισφαιρίου, παρακολουθείται και χειραγωγείται, (αυτό)καταναλώνεται και αναλώνεται, εξυπηρετώντας τους σκοπούς του κατασκοπευτικού καπιταλισμού[16], ο οποίος άρχει μέσα στο ψηφιακό σύμπαν του αυτοματισμού και της αλγοριθμοποίησης, το οποίο μεταβαίνει, σταδιακά, στην εποχή του απόλυτου λειτουργισμού της singularity και της παραμετροποιητικής μετάλλαξης του transhumanism.

Ωστόσο, επειδή η εσχατολογία νοούμενη ως δογματικό αφήγημα συνιστά αυτάρεσκη τρομολαγνεία και σαδομαζοχιστική καταστροφολογία, και το ζητούμενο δεν είναι η επιβίωση του ημιθανόντος που ασθμαίνει αλλά η ανάσα του νεογνού που αναζητά το οξυγόνο μίας νέας οντολογίας, κι επειδή καμιά μέθοδος δεν κατορθώνει να ακινητοποιήσει τον ρου του Κόσμου, και ο Λόγος και η ρευστότητα δεν αφήνονται να συλληφθούν ολοκληρωτικά από καμία εννοιοποίηση[17], χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σχετικό ισούται με το μηδέν, ο άνθρωπος, μετέωρος μεταξύ αφύπνισης και νάρκης, έκλαμψης και λήθης, έχει το δικαίωμα, μέσα σ’ αυτό το διττό σύμπαν αποξένωσης και ακατάπαυστης επικοινωνίας, έκθετος στο τεχνητό φως, να ελπίσει, με τραγική αισιοδοξία, στην ανάδυση της πολιτείας του Λόγου μέσα από τη χαοτική Βαβέλ των αλγορίθμων.

Απέναντι στη σύγχρονη μεταμοντέρνα τάση προς μια προτυποποιημένη εργαλειοκρατική μαζική κοινωνία του πραγματικού υλικού και υπερ-πραγματικού ψηφιακού θεάματος, ίσως μέσω της ευφάνταστα δημιουργικής δημιουργίας, οι πιθανότητες ενός αυθεντικού τόσο προσωπικού όσο και συλλογικού βίου να μπορούν να αφυπνιστούν και εντέλει να πραγματωθούν.[18]

Η αυθεντικότητα αποτελεί, όχι απλώς ένα δυνητικά δημιουργικό είναι, ως ρομαντική δημιουργική ανακάλυψη ή υπαρξιστική δημιουργική αποκάλυψη του εξατομικευμένου εαυτού, αλλά ένα συνεχές σχεσιακό δημιουργικό γίγνεσθαι του είναι ως ταυτόχρονος δημιουργός και δημιούργημα ανοικτός σε ριζικά νέους ορίζοντες.[19]

Όσο ρίσκο εκτροχιασμού και αν εμπεριέχει η παραπάνω θέση, ξένη προς κάθε πατερναλισμό και υπερβαίνουσα τον στείρο ρασιοναλισμό, αποτελεί μια στιβαρή στοχαστική πινελιά που συναιρεί νόηση και βίωμα, φαντασία κι εμπειρία.

Από το είμαστε στο να γίνουμε. Από την παραμόρφωση στη μεταμόρφωση.

Μέσα στο imperium των data, όπου ο υπήκοός του –ανθρώπινο υποκείμενο– μετατρέπεται σε αντικείμενο ευάλωτο στο χακάρισμα (hacking) – διείσδυση (στην) και ανάλυση της φύσης  και των αντιδράσεών του, και, σε πολλές περιπτώσεις, προκαθορίζεται, ερήμην του, η ίδια του η συμπεριφορά, σε ποιο βαθμό είναι εφικτό να δομηθεί ένας νέος πολιτισμός του προσώπου, ο οποίος θα επανεφεύρει το μέτρο και τον τρόπο της ανθρωπινότητας, σε μία συνθήκη θετικής αλληλοσυσχέτισης μεταξύ δημιουργικότητας, αυθεντικότητας κι ελευθερίας;[20]

Στο πρελούδιο της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, μπροστά σε δύο εμφανείς απειλές για την ύπαρξή του – την οικολογική καταστροφή και το πυρηνικό ολοκαύτωμα – εποχή κρίσης, επιπεδότητας αλλά και ανοίγματος, νιχιλιστική και αλχημική, η οποία, νεύει, δειλά δειλά, προς κάτι άλλο – εντελώς ανοίκειο, ο άνθρωπος μπορεί, τουλάχιστον, να οραματιστεί το άγνωρο ξέφωτο – τη γη των άθεων θεών, όπου το ανθρώπινο ον, υπερβαίνοντας τη συνθήκη του θηρίου, μετά – την ενοχικότητα και μετά – τη βουλησιαρχία, υπεράνω δυϊσμών, ορών το ιερό χωρίς ιεραρχία, προτάσσοντας την αυτονομία (του), προασπίζοντας την αυθεντικότητα (του), επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση του με τον Κόσμο, τη φύση και τα πράγματα, θα κατοικήσει την ελευθερία με αναθεωρημένους τους όρους της δημιουργίας.

Όναρ σκιάς[21] σε αναζήτηση της αλήθειας, στα χνάρια του Είναι εν τω γίγνεσθαι της Ολότητας.

Κάθε εφεύρεση, κάθε νοηματοδότηση καταλήγει χειραγώγηση. Το ποίημα μεταλλάσσεται σε αφήγημα. Αυτό που παραμένει – σταθερό και ρέον – είναι η περιπλάνηση του πλάνητος αστέρος[22].

Ο άνθρωπος, η σκιά και το είδωλό του στο θαυμάσιο και ειδεχθές θέατρο του τρισδιάστατου κόσμου.

Εδιζησάμην ἐμεωυτόν[23] μέσα στο matrix. Το ερώτημα παραμένει ανοικτό, το παίγνιο εξακολουθεί, το ταξίδι συνεχίζεται.

Κι η Βασίλισσα, η Μάγισσα που ανάβει κάρβουνα στο πήλινο μαγκάλι, ποτέ δεν θα θελήσει να μας πει εκείνο που αυτή γνωρίζει κι εμείς το αγνοούμε.[24]

Βιβλιογραφία

[1] Mάρσαλ Μακ Λούαν, Μίντια: Οι προεκτάσεις του Ανθρώπου, μτφ.: Σπύρος Μάνδρος, Κάλβος, Αθήνα, 2000.

[2] Έμμεση αναφορά στο έργο του Albert Camus – Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος.

[3] Έμμεση αναφορά στο έργο του Aldus Haxley – Brave New World.

[7] Αrthur Schopenhauer, Le monde comme volonté et représentation II, trad. Christian Sommer, Vincent Stanek et Marianne Dautrey, Gallimard folio essais, Paris, 2009.

[10] Φράση του Friedrich Hölderlin.

[11]Martin Heidegger, «Ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος…», μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου, Πλέθρον, Αθήνα, 2008.

[13] Έμμεση αναφορά στο έργο του Jean Baudrillard – La société de consommation.

[14] Chris Hedges, Τhe Man in the Mirror, Truthdig, July 2009.

[15] Sherry Turkle, Alone Together: Why we expect more from technology and less from each other, Basic Books, New York, 2012.

[16] Shoshana Zoboff, The Age of Surveillance Capitalism: The Fight for a Human Future at the New Frontier of Power, Public Affairs, New York, 2019.

[17] Κώστας Αξελός, Προς της πλανητική σκέψη, Εστία, Αθήνα, 1990.

[21] Φράση του Πινδάρου.

[22] πλάνης αστήρ – όρος του Κώστα Αξελού που αναφέρεται στον άνθρωπο μέσα στο πλαίσιο της περιπλάνησής του στον χώρο, τον χρόνο και την Ιστορία.

[23] Φράση του Ηράκλειτου.

[24] Arthur Rimbaud, Εκλάμψεις, μτφ.: Στρατής Πασχάλης, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008.


Υ.Γ.: Ευχαριστώ τον Νίκο Ερηνάκη, ο οποίος με το φιλοσοφικό του έργο-πραγματεία Αυθεντικότητα και Αυτονομία [από τη δημιουργικότητα στην ελευθερία], εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα, 2020 – ένα έργο τόσο κλασικό όσο και πρωτότυπο, μέσα στο πλαίσιο του οποίου ο συγγραφές-στοχαστής, χωρίς να εμμένει στη (μεταμοντέρνα) σύγχυση, προσλαμβάνει τον ίλιγγο του χάους δημιουργικά, και με θετική βούληση σύνθεσης αποπειράται μία νέα κόσμωση, με ενέπνευσε να συγγράψω το παρόν κείμενο. Τα αποσπάσματα [4],[5],[6],[8],[9],[12],[17],[18],[19],[20] ανήκουν στον συγγραφέα.

 

***Τεϊλορισμός: Σύστημα οργάνωσης της εργασίας και διεύθυνσης της παραγωγής. Εμφανίστηκε μεταξύ του 19ου και του 20ου αιώνα και πήρε το όνομα του Αμερικανού μηχανικού Frederick W. Taylor. Ο τεϊλορισμός, αποτελώντας ένα σύνολο μεθόδων οργάνωσης και μέτρησης της εργασίας, ελέγχου των παραγωγικών διαδικασιών, επιλογής, τοποθέτησης και πληρωμής της εργατικής δύναμης, αποσκοπεί στην αύξηση της παραγωγικότητας και της αποδοτικότητας καθώς επίσης και στην εντατικοποίηση της εργασίας.

 

Πηγή: respublica

Κομμουνισμός: Το ανώτατο στάδιο του Ατομικισμού

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ: ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΥ

Αντί προλόγου (κολλάζ για τον κομμουνιστικό εγωισμό)

«Ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι τελικά παρά η περιγραφή του πως η κοινωνία, αφού οργανώθηκε ενάντια στον εαυτό της, εξακολούθησε και εξακολουθεί να υπερασπίζεται με σχιζοφρενικό ζήλο την αυτοκαταστροφή της. Η οικοδόμηση του πολιτισμού, της οργανωμένης κοινωνίας και της οικονομίας, σήμανε την απαρχή της εξουσιαστικής συμβίωσης των ανθρώπων, το θάνατο της ελευθερίας, της ατομικότητας και επομένως της συλλογικότητας… Σε μια τέτοια κατάσταση δεν υφίσταται ούτε η ατομικότητα, ούτε η συλλογικότητα, γιατί ο θάνατος της ατομικής ελευθερίας είναι ταυτόχρονα και θάνατος της δυνατότητας για επαφή, επικοινωνία και συλλογική λειτουργία. Σε μια τέτοια κατάσταση η ατομικότητα και η συλλογικότητα είναι θεαματικές, μη πραγματικές, καλουπωμένες σε σχέσεις εμπορευματικές και ανταλλακτικές, δηλαδή σε σχέσεις δέσμευσης και εξουσίας.»

Ουτοπία

«Κατά πρώτο λόγο, είναι απλό να αποδείξουμε στον Στίρνερ ότι είναι αναπόφευκτο για τον εγωιστή του να γίνει κομμουνιστής εξαιτίας του καθαρού εγωισμού του… Και είναι αλήθεια ότι πρώτα κάνουμε μια υπόθεση από μόνοι μας, μια εγωιστική υπόθεση, προτού κάνουμε οτιδήποτε για να την προωθήσουμε – και ως εκ τούτου ότι, με αυτήν την έννοια, ασχέτως οποιωνδήποτε ενδεχομένων υλικών φιλοδοξιών, είμαστε κομμουνιστές και εξαιτίας του εγωισμού μας, καθώς και εξαιτίας του εγωισμού επιθυμούμε να είμαστε ανθρώπινα όντα και όχι απλά άτομα.»

Φρίντριχ Ένγκελς

«Η απληστία, στην πλήρη της έννοια, είναι η μοναδική δυνατή βάση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Οι παρούσες μορφές απληστίας διαλύονται, εντέλει, διότι αποδεικνύονται ελλιπώς άπληστες. Η ουσία του κομμουνισμού είναι ο εγωισμός, η ουσία του εγωισμού είναι ο κομμουνισμός.»

For ourselves

«Η ατομική ιδιοκτησία δυσχεραίνει τον Ατομικισμό σε κάθε βήμα… Με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, τότε πραγματικά θα έχουμε όμορφο, υγιή Ατομικισμό. Κανείς δε θα χάνει τη ζωή του συσσωρεύοντας αγαθά και σύμβολα αγαθών. Θα ζει. Το να ζεις είναι το πιο σπάνιο πράγμα στον κόσμο. Οι πιο πολλοί άνθρωποι απλά υπάρχουν, αυτό είναι όλο.»

Όσκαρ Ουάιλντ

«Η ατομική ιδιοκτησία είναι η ίδια η άρνηση του ατομικισμού και της ατομικής περιουσίας. Για τη συντριπτική πλειοψηφία των υπηκόων της, δηλ. των προλεταρίων, η ατομική ιδιοκτησία δεν είναι κατά κανένα τρόπο ατομικός πλούτος, αλλά είναι μάλλον απώλεια (πώληση, αποξένωση) του εαυτού, είναι να είσαι άλλος από τον εαυτό σου, να είσαι άλλος για τους άλλους. Ακόμα και οι καπιταλιστές, οι κεφαλαιοκράτες, δεν είναι παρά, στην καλύτερη περίπτωση, απλοί πράκτορες του κεφαλαίου – διαχειριστές της δικής τους (και των άλλων) στέρησης. Ο μυθικός “ατομικισμός” της καπιταλιστικής κοινωνίας μπορεί να πραγματωθεί μονάχα μέσα στην άρνησή του και στην άρνηση της κοινωνίας από την οποία εκπηγάζει. Έτσι η Παρισινή Κομμούνα του 1871, η πρώτη πραγματωμένη “δικτατορία του προλεταριάτου”, επιχείρησε να καταργήσει την ιδιωτική ιδιοκτησία, προκειμένου “να κάνει αλήθεια τον ατομικό πλούτο”.»

For ourselves

«Ο ντανταϊσμός απαιτεί:

I. Τη διεθνή επαναστατική ένωση των δημιουργών και διανοούμενων όλου του κόσμου, με βάση το ριζοσπαστικό κομμουνισμό.

II. Τη σταδιακή εισαγωγή της αεργίας μέσα από τη γενικευμένη εκμηχάνιση όλων των δραστηριοτήτων (σ.σ. εννοεί της εργασίας). Διότι μονάχα η αεργία θα προσφέρει σε κάθε άτομο τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσει την αλήθεια της ζωής και να συνηθίσει επιτέλους να δημιουργεί τις δικές του εμπειρίες.

III. Την άμεση κατάργηση κάθε ιδιοκτησίας (την κοινωνικοποίησή της)…»

Ρίχαρντ Χύλζενμπεκ

Από το μικροαστικό φιλοτομαρισμό
στον επαναστατικό ατομικισμό

1

Για όσους βλέπουν επιφανειακά την επαναστατική ιστορία, βλέπουν στη ρωσική επανάσταση του 1917 τη μεγαλύτερη νίκη του επαναστατικού κινήματος. Οι καταστασιακοί, εύστοχα, στην επικράτηση των μπολσεβίκων είδαν την πιο «επαίσχυντη ήττα», μια φαινομενική επιτυχία που εξελίχθηκε σε θεμελιώδη ήττα, με την άνοδο του ρεφορμισμού και την εγκατάσταση στην εξουσία της κρατικής γραφειοκρατίας: «η μπολσεβίκικη επανάσταση, δεν είναι σε τελική ανάλυση παρά η πιο βαριά ως προς τις συνέπειες ήττα» ( I.S., Για την αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων).

Με το πραξικόπημα των μπολσεβίκων σε βάρος της συμβουλιακής (σοβιετικής) επανάστασης του 1917, την ανάδυση στην εξουσία μιας νέας γραφειοκρατικής ελίτ και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας επί του προλεταριάτου (που ψευδώς αυτοχρίζεται ως δικτατορία του προλεταριάτου) ξαφνικά ο κομμουνισμός έγινε συνώνυμο του ολοκληρωτισμού, της ιδεολογίας της παραγωγικότητας (σταχανοφισμός και ιεροποίηση της εργασίας, η οποία παρέμεινε μισθωτή), των γκούλαγκ, της στρατιωτικοποίησης, της καταστολής και του επεκτατισμού. Σε τελική ανάλυση, η στρέβλωση και η μπολσεβικοποίηση του κομμουνισμού ήταν οι μεγαλύτερες ήττες του επαναστατικού κινήματος. Ήττες τόσο υλικές, όσο και πνευματικές. Είναι, όμως, ο κομμουνισμός ιδιοκτησία των γραφειοκρατών; Είχαν καμιά σχέση οι γραφειοκρατικές δικτατορίες του «υπαρκτού» με τον κομμουνισμό; Όχι, ο κομμουνισμός δεν είναι ούτε οι γραφειοκράτες, ούτε καν ο Μαρξ ή ο Κροπότκιν.

Και, από την άλλη, ο Ατομικισμός ταυτίζεται με το βλέμμα του ευτραφούς επιχειρηματία, που στο αχόρταγο βλέμμα του βλέπουμε, αντί για τις κόρες των ματιών του, το σήμα του δολαρίου;

Όχι λοιπόν! Ο κομμουνισμός ανήκει στους ατομικιστές και ο ατομικισμός στους κομμουνιστές!

2

Παιχνίδι με τις λέξεις, θα πουν κάποιοι. Βυζαντινολογίες…

Οι λέξεις, όμως, δεν είναι απλά πυροτεχνήματα, είναι κομμάτι της ιστορικής ύλης και της ιστορικής διαδικασίας. “Το να τις εγκαταλείψεις τους σφετεριστές τους, να επινοήσεις νέες λέξεις ή να χρησιμοποιήσεις άλλες λέξεις εξαιτίας της δυσκολίας να ανακτήσεις τις αληθινές, ιστορικές λέξεις, σημαίνει να εγκαταλείπεις το πεδίο στον εχθρό. Είναι μια θεωρητική παραχώρηση που δεν μπορούμε να ανεχθούμε. Το να κάνουμε μια τέτοια παραχώρηση θα σήμαινε μόνο το να συμβάλουμε στη σύγχυση, σε μια σύγχυση που, εν μέρει, σχηματίζει βάση της κατεστημένης τάξης. Η εκ μέρους μας αντιστροφή της προοπτικής, αντιθέτως, προχωρεί στη διαύγαση των ίδιων των όρων της σύγχυσης.”

Σ’ αυτό το κείμενο θα νοηματοδοτήσουμε εκ νέου δυο λέξεις, που μέσα στον κόσμο της φαινομενικότητας έχουν διαστρεβλωθεί και κατασυκοφαντηθεί: Ατομικισμός και Κομμουνισμός. Και θα υποστηρίξουμε ότι η Επανάσταση, η Αναρχία, ο Ατομικισμός και ο Κομμουνισμός, όχι απλώς δεν είναι έννοιες αλληλοαποκλειόμενες, αλλά συμπληρώνουν η μία την άλλη, στον αέναο αγώνα για ατομική και συλλογική απελευθέρωση.

3

«Το πλούσιο ανθρώπινο ον και η πλούσια ανθρώπινη ανάγκη αντικαθιστούν τον πλούτο και την αθλιότητα της πολιτικής οικονομίας.»

Μαρξ

Ένα από τα μεγαλύτερα ψεύδη της ιδεολογίας, απότοκος της ιδεαλιστικής/χριστιανικής κληρονομιάς, είναι το ψεύδος της ανιδιοτέλειας (ενίοτε και «επαναστατικής»).

Ανιδιοτέλεια υποτίθεται ότι είναι να πράττεις δίχως προσωπικό όφελος. Σε έναν κόσμο που ο φιλοτομαρισμός και οι ανταλλακτικές σχέσεις είναι ο νόμος, η ανιδιοτέλεια είναι το ιδεολογικό ψέμα που δικαιώνει τη βρωμιά του υπάρχοντος κόσμου. Στη συνηθέστερη περίπτωση η ανιδιοτέλεια, η εργαλειακή χρήση της ανθρωπιάς (η ιδεολογία του ανθρωπισμού) γίνεται το άλλοθι της διαιώνισης της πλέον ταπεινής μορφής απληστίας: της ατομικής ιδιοκτησίας, της γενικευμένης φτώχειας που μασκαρεύεται ως πλούτος. Η ανιδιοτέλεια και ο ανθρωπισμός δεν μπορούν πλέον να κρυφτούν: “είναι ανήθικο να χρησιμοποιείς την ατομική ιδιοκτησία με σκοπό να ανακουφίσεις τα φοβερά δεινά που προκύπτουν από το θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας”. Σε μια κομμουνιστική κοινωνία γνήσιας αλληλεγγύης, χωρίς ανταλλακτικές σχέσεις, η ανιδιοτέλεια θα εξαφανιστεί ως άχρηστη. Γιατί από κάθε μας πράξη θα αντλούμε προσωπική ευχαρίστηση. Κι αυτό θα είναι το προσωπικό μας όφελος.

Στην πιο ειλικρινή της εκδοχή (και στην επαναστατική της εκδοχή, από τον κοινωνισμό μέχρι το νετσαγιεφισμό), η ανιδιοτέλεια γίνεται το αυτομαστίγωμα, ο ασκητισμός, η φιλοπονία, η αυτοθυσία, ο καλογερισμός. Παντού και πάντα είχε τα ίδια αποτελέσματα: τα βίαια ξεσπάσματα κατά του εαυτού, την τρέλα. Όπως στις καλόγριες, που η ερωτική στέρηση προκαλεί σεξουαλικές φαντασιώσεις με το Σατανά, έτσι και η ανιδιοτέλεια μετατρέπει την ανθρωπιά και την επανάσταση σε μια αποστειρωμένη και απονευρωμένη φαντασίωση. Δεν είναι ανθρωπιά, είναι η αναπαράστασή της. Δεν είναι επανάσταση, είναι μια απλή και ταπεινή ονείρωξη…

Ας βάλουμε τελεία στο ψεύδος της ανιδιοτέλειας, ας βάλουμε τέλος στον ψευδή τεμαχισμό της ατομικότητας και της συλλογικότητας. «Η αυθεντική κοινή ζωή», έλεγε ο Μαρξ, «προέρχεται από την ανάγκη και τον εγωισμό των ατόμων, δηλ. μέσα από την ενεργοποίηση της ίδιας τους της ύπαρξης».

«Ένας άνθρωπος που δε σκέφτεται τον εαυτό του δε σκέφτεται καθόλου». Η επανάσταση ξεκινάει από εμάς και καταλήγει πάλι σε εμάς. Εμείς είμαστε η αφετηρία της επανάστασης, εμείς είμαστε η ίδια η επανάσταση (παρ’ όλα αυτά, δεν είμαστε και λήξη της επανάστασης, καθώς η επανάσταση δεν έχει λήξη…). Μοναδικό επαναστατικό υποκείμενο είναι ο εαυτός μας. Επαναστατούμε, όχι αποδεχόμενοι μια επιβαλλομένη -από τα πάνω- συλλογική ταυτότητα (προλετάριος, μετανάστης κλπ), αλλά αρνούμενοι τους επιβαλλόμενους ρόλους. Επαναστατούμε ως συλλογικότητα ατομικιστών.

Ανακεφαλαιώνοντας: στην υπάρχουσα αθλιότητα των ανταλλακτικών/εμπορευματικών σχέσεων, στην υπάρχουσα δικτατορία της κενότητας και της μετριότητας, η ιδιοτέλεια και η ανιδιοτέλεια είναι οι διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι τα δύο πρόσωπα του Ιανού. Σκάψε βαθιά μέσα στην ανιδιοτέλεια και θα βγεις από την άλλη μεριά…

Οι παρούσες μορφές ανιδιοτέλειας διαλύονται, εντέλει, διότι αποδεικνύονται ελλιπώς ανιδιοτελείς…

4

Ο γνήσιος ατομικισμός, ο αυθεντικός εγωισμός πραγματώνεται μόνο μέσω της γνήσιας συλλογικότητας. « Ο “εαυτός” υπάρχει μόνο ως συνεταιρισμός εαυτών, ως μια σύνδεση με άλλους εαυτούς, ως σύμπραξη εαυτών, ως κοινωνία». Ο τεμαχισμός του ατόμου και της κοινωνίας υπάρχει μόνο στα μυαλά των ιδεολόγων (είτε του μεταφυσικού κοινωνισμού, είτε της αντανάκλασής του: του μεταφυσικού ατομικισμού). Δεν υπάρχει εξωκοινωνικό άτομο. Το άτομο πλάθεται από την κοινωνία και την πλάθει ταυτόχρονα: «σκάψε βαθιά μέσα στο άτομο και θα βρεις την κοινωνία. σκάψε βαθιά μέσα στην κοινωνία και θα βρεις το άτομο. Σκάψε βαθιά στο ένα και θα βγεις από την “άλλη” μεριά».

Και γι αυτόν ακριβώς το λόγο, ο αγώνας μας είναι αντικοινωνικός και ταυτόχρονα κοινωνικός. Γιατί θέλουμε να συντρίψουμε την υπάρχουσα κοινωνία της αλλοτρίωσης και της γενικευμένης φτώχειας. Γιατί θέλουμε να δραπετεύσουμε από το βασίλειο της αθλιότητας του υπάρχοντος και να δημιουργήσουμε την κοινωνία των ελεύθερων ατόμων και του γενικευμένου πλούτου.

5

Η υπάρχουσα μορφή του εγωισμού είναι κάτι παραπάνω από ελλιπής. Είναι η ιδιώτευση και η εξατομίκευση, είναι ο φιλοτομαρισμός και η θρησκεία της συσσώρευσης. Είναι η αποξένωση και η απομόνωση. Είναι η αρπαγή και η δίδυμη αδερφή της: η φιλανθρωπία. «Διότι απλούστατα ο καθένας κάτω από την επικράτηση του κεφαλαίου είναι καταδικασμένος να επιδιώκει την απληστία με αυτόν το στενό, περιορισμένο τρόπο». Η κοινωνία της ατομικής ιδιοκτησίας, είναι κοινωνία της μιζέριας, πλούσια μόνο σε φτώχεια (υλική και υπαρξιακή). Πρέπει από σήμερα κιόλας να κηρύξουμε το πόλεμο σ’ αυτόν ψευδο-εγωισμό:

«Ο εξαθλιωμένος άνθρωπος, τυπικός στην καπιταλιστική κοινωνία, ο αποκαλούμενος “άπληστος”, είναι ένας άνθρωπος που ενθουσιάζεται μονάχα από το χρήμα, που ενδιαφέρεται μονάχα για αποσπάσματα, για θραύσματα άλλων ανθρώπων – να αγοράσει τις δεξιότητές τους, τις υπηρεσίες τους, τα προϊόντα τους, ενώ τα υπόλοιπα “δεν είναι δική του δουλειά”, δεν τον αφορούν. Ζει σε έναν κόσμο γεμάτο πόρνες, δηλαδή σε έναν κόσμο προλεταρίων. Είναι ο αφέντης της μερικής οικειοποίησης ανθρώπου από άνθρωπο. Δηλαδή, της εκμετάλλευσης».

Η άρνηση του υπάρχοντος κόσμού περνάει και από την άρνηση του υπάρχοντος ατομικισμού. Είναι ένας ατομικισμός φτωχός, χωλός, ανάπηρος. Ο κόσμος αυτός δε μας κάνει, το ίδιο και ο ατομικισμός του. Ο κομμουνισμός είναι το ανώτερο στάδιο του εγωισμού. Ένας γνήσιος ατομικισμός, μπορεί να πραγματωθεί μονάχα σε μια κοινωνία των από κοινού ηδονών, του κοινωνικού πλούτου (και όχι της πρωτογονιστικής σπάνης). Ο θάνατος του εμπορεύματος, της μισθωτής εργασίας, της αλλοτριωμένης/εξουσιαστικής κοινωνίας, του κατακερματισμού, του κρατισμού, της πολιτικής, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας θα σημάνει την ανατολή του πλήρους Ατομικισμού, του πλήρους Κομμουνισμού, της Αναρχίας…

Γιατί, Κομμουνισμός χωρίς Αναρχία και Ατομικισμό, σημαίνει γενικευμένη σκλαβιά. Γιατί, Αναρχία και Ατομικισμός, χωρίς Κομμουνισμό σημαίνει συνέχιση της παρούσας στέρησης και της φτώχειας, με άλλα μέσα, μια παλινδρόμηση. Γιατί, Ατομικισμός χωρίς Αναρχία και Κομμουνισμό, σημαίνει (ακόμα και όταν γίνονται ειλικρινείς απόπειρες ξεπεράσματος του ατομικισμού του υπάρχοντος κόσμου) περικύκλωση από τον κόσμο της ανελευθερίας. Η κατάρρευση αυτού του ατομικισμού είναι θέμα χρόνου.

6

«Στην αστική κοινωνία, όπου οι αντιθέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι μόνο αντιθέσεις που δεν έχουν να κάνουν με τον ίδιο τον άνθρωπο, είναι ακριβώς οι πραγματικές αντιθέσεις, οι αντιθέσεις ποιότητας που δε διατηρούνται. Ο κομμουνιστής δε θέλει να χτίσει μια συλλογική ψυχή. Θέλει να δημιουργήσει μια κοινωνία όπου οι ψευδείς αντιθέσεις θα εξαφανιστούν. Κι όταν αυτές οι ψευδείς αντιθέσεις εξαφανιστούν, ανοίγουν όλες οι δυνατές πραγματικές αντιθέσεις.»

Κάλεσμα

Και να το πούμε ξεκάθαρα. Ο κομμουνισμός και η αναρχία, δεν είναι κανένας παράδεισος κοινωνικής αρμονίας, δεν ταυτίζεται με τα χαζοχαρούμενα χιλιαστικά κηρύγματα, δε θα γίνουν ξαφνικά όλοι οι άνθρωποι αδέλφια. Ο χιλιασμός, η τελολογία, η εσχατολογία και η προνοιακή αντίληψη της ιστορίας, που μπαίνουν από το παράθυρο στο επαναστατικό κίνημα, πρέπει να πολεμηθούν λυσσαλέα από την επαναστατική θεωρία. Πρέπει να πετάξουμε όλη αυτή τη χριστιανική κληρονομιά του επαναστατικού κινήματος στις χωματερές της ιδεολογίας. Ο κομμουνισμός και η αναρχία είναι η δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας πλούτου, γνήσιου πλούτου (υλικού και πνευματικού).

Ο πλούτος αυτός καμιά σχέση δεν έχει με τη σημερινή αγχώδη συσσώρευση χρημάτων και εμπορευμάτων (άχρηστων κατά 99%). Ο κομμουνισμός και η αναρχία είναι οι μοναδικές ικανές καταστάσεις που θα δημιουργήσουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα χτιστεί η ανώτερη μορφή του ατομικισμού.

7

«Ο ντετερμινισμός και ο νόμος αιτίου και αιτιατού, είναι νεκρός από καιρό. Τα επαναστατικά μέσα που χρησιμοποιούμε, ακόμα και η εξέγερση, δεν οδηγούν αναγκαστικά στην κοινωνική επανάσταση. Το μοντέλο, το τόσο αγαπητό στους θετικιστές του προηγούμενου αγώνα, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Σ’ έναν κόσμο όπου τίποτα δεν είναι αληθινό, όλες οι ελπίδες επιτρέπονται. Το ιστορικό παιχνίδι δε θα μπορούσε ποτέ να είναι ένας νόμος κι ένας πόλεμος την ίδια στιγμή. Και άλλωστε, δε θα είχε κανένα ενδιαφέρον στην πρώτη περίπτωση.»

Κύκλος Κόλαση – Λυσσασμένοι

Δεν γνωρίζουμε αν η Αναρχία και ο Κομμουνισμός θα πραγματωθούν κάποτε στο μέλλον. Ούτε και μας ενδιαφέρει. Δεν έχουμε καμιά διάθεση για μελλοντολογία. Ούτε πιστεύουμε σε επίγειους παραδείσους. Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζουμε ότι ο αγώνας για την επαν-οικειοποίηση της ζωής (η “ουτοπία”, όπως χαρακτηρίζεται από τα απονευρωμένα ανθρωπάρια του σήμερα) δεν είναι κάτι μακρινό, υπάρχει και αναπνέει ακόμα και τώρα, στον παλιό κόσμο. Σε κάθε μας πράξη. Το μόνο που μας μένει είναι το γκρέμισμα του παλιού κόσμου, η αναβολή της αναβολής. Όλα τ’ άλλα είναι προφάσεις για αναβολές.

Περί εξουσίας (ακόμη ένα κολλάζ…)

«Η εξουσιαστική/αυταρχική προσωπικότητα είναι κατ’ ουσίαν η προσωπικότητα σκλάβου, είναι η δουλοπρεπής προσωπικότητα, εκείνη που έχει ανάγκη την εξουσία, που δεν μπορεί να τα καταφέρει δίχως αυτήν. Αυτή η χαρακτηροδομή κρύβει την ουσία της στο ρόλο του αφέντη. Αποκαλύπτει την ουσία της στο ρόλο του δούλου. Η καπιταλιστική κοινωνία είναι θεμελιωμένη στη διευρυμένη και εκτεταμένη αναπαραγωγή της έξης της υποταγής, της αποξένωσης, της αλλοτρίωσης της υποκειμενικότητας, της μισθωτής εργασίας»

For ourselves

«Όλοι οι τρόποι διακυβέρνησης είναι αποτυχημένοι. Ο δεσποτισμός είναι άδικος για όλους, συμπεριλαμβανομένου και του δεσπότη, ο οποίος πιθανόν να είναι πλασμένος για καλύτερα πράγματα. Οι ολιγαρχίες είναι άδικες για τους πολλούς και οι οχλοκρατίες άδικες για τους λίγους. Μεγάλες προσδοκίες δημιουργήθηκαν κάποτε για τη δημοκρατία. Αλλά η δημοκρατία απλά σημαίνει ξυλοφόρτωμα του λαού από το λαό για το λαό. Και πρέπει να το πω ότι ήταν καιρός, γιατί κάθε εξουσία εξευτελίζει εντελώς. Εξευτελίζει αυτούς που την ασκούν και εξευτελίζει αυτούς πάνω στους οποίους ασκείται. Όταν χρησιμοποιείται βίαια, ολοκληρωτικά και αδίστακτα, παράγει ένα καλό αποτέλεσμα, δημιουργώντας ή αναδεικνύοντας σε κάποιο βαθμό, το πνεύμα της εξέγερσης και τον Ατομικισμό που θα τη σκοτώσει. Όταν εφαρμόζεται με κάποιο βαθμό ευγένειας και συνοδεύεται από δώρα και ανταμοιβές, διαφθείρει τρομερά. ο λαός, σ’ αυτήν την περίπτωση, έχει λιγότερη συναίσθηση της φρικτής πίεσης που του ασκείται και γι αυτό συνεχίζει τη ζωή του σε ένα είδος χυδαίου βολέματος, σα ζώο που το χαϊδεύουν, χωρίς ποτέ να αντιλαμβάνεται ότι πιθανώς σκέφτεται τις σκέψεις άλλων ανθρώπων, ότι ζει με τους κανόνες άλλων ανθρώπων…

“Αυτός που θα ήθελε να είναι ελεύθερος”, λέει ένας ωραίος στοχαστής, “δεν πρέπει να προσαρμόζεται”. Και η εξουσία, δωροδοκώντας τους ανθρώπους για να προσαρμόζονται, παράγει ένα χονδροειδές είδος υπερτροφικής βαρβαρότητας ανάμεσά μας.»

Όσκαρ Ουάιλντ

«Η δημοκρατία -κι αυτό ισχύει για όλες τις μορφές διακυβέρνησης- είναι μια αντίφαση, ένα ψέμα και στην ουσία μια καθαρή υποκρισία. Η πολιτική ελευθερία είναι μια φαινομενική ελευθερία και η χειρότερη μορφή σκλαβιάς, το πρόσχημα της ελευθερίας και άρα η χειρότερη υποδούλωση. Το ίδιο ισχύει και για την πολιτική ισότητα. Γι αυτό η δημοκρατία πρέπει να γίνει κομμάτια, όπως και κάθε άλλη μορφή διακυβέρνησης.»

Φρίντριχ Ένγκελς

«Ο Σοσιαλισμός, ο Κομμουνισμός, ή όπως κανείς διαλέξει να τον ονομάσει, μετατρέποντας την ατομική ιδιοκτησία σε δημόσιο πλούτο και αντικαθιστώντας τον ανταγωνισμό με τη συνεργασία, θα επαναφέρει την κοινωνία στη σωστή κατάσταση ενός εξολοκλήρου υγιούς οργανισμού και θα διασφαλίσει την υλική ευμάρεια καθενός μέλους της κοινότητας. Θα αποδώσει, στην ουσία, στη Ζωή το σωστό θεμέλιο και το κατάλληλο περιβάλλον. Αλλά, για την πλήρη ανάπτυξη της Ζωής στο ύψιστο στάδιο της τελειότητας, χρειάζεται κάτι ακόμα. Αυτό που χρειάζεται είναι ο Ατομικισμός. Εάν ο σοσιαλισμός είναι αυταρχικός, εάν υπάρχουν κυβερνήσεις οπλισμένες με οικονομική ισχύ, εάν με μια λέξη, πρόκειται να έχουμε Βιομηχανικές Τυραννίες, τότε το τελευταίο στάδιο του ανθρώπου θα είναι χειρότερο από το πρώτο.»

Όσκαρ Ουάιλντ

Πηγές:

For ourselves: Δικαίωμα στην απληστία, εκδ. Ερατώ/

Όσκαρ Ουάιλντ: Η ψυχή του ανθρώπου στο σοσιαλισμό, εκδ. Στοχαστής/

Ρίχαρντ Χύλζενμπεκ: Εμπρός Νταντά, εκδ. Ελεύθερος Τύπος/

Συμμορία με προλεταριακή μνήμη: Η εξέγερση του παρισινού προλεταριάτου και η ανακήρυξη της Κομμούνας του 1871/

Κύκλος Κόλαση-Λυσσασμένοι: Επαναστατικό κίνημα και αυτοδιαχειριζόμενος καπιταλισμός/

Κάλεσμα/

Ουτοπία/

Πανοπτικόν

Πηγή: Ασύμμετρη Απειλή

Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασσέτ: Μαζάνθρωπος ή Δημιουργός;

1

Ποιος είναι ο Ορτέγα ι Γκασσέτ; Είναι ο πιο σημαντικός Ισπανός φιλόσοφος και ένας από τους πιο διακεκριμένους της Ευρώπης. Σύγχρονος του Χάιντεγκερ, παρακολουθεί τη σκέψη του και συσχετίζεται μαζί του. Γεννήθηκε στη Μαδρίτη και ανέπτυξε μια σπουδαία σκέψη γύρω από την ουσία της φιλοσοφίας και πιο ειδικά από τη φιλοσοφία της ζωής και του πολιτισμού. Το διερευνητικό του βλέμμα το έχει πάντα προσηλωμένο στο φαινόμενο της ζωής. Τη ζωή όμως δεν την εννοεί ως μια αφηρημένη έννοια ή ως μια πεζή και τετριμμένη πραγματικότητα παρά ως εκείνη την ανεξάντλητη πηγή για την κατανόηση της φύσης, του κόσμου και της κοινωνίας, για την οποία (πηγή) δουλεύουν οι πάντες, ακόμη και η Λογική. Η τελευταία ‒μαζί με την τέχνη, την επιστήμη και κάθε μορφή πνευματικής δημιουργίας‒ πρέπει να λειτουργεί ως ένα αποτελεσματικό διεγερτικό της ζωής:

«Ο λόγος, η έννοια είναι ένα από τα οικιακά σκεύη του ανθρώπου, που τα χρειάζεται και τα χρησιμοποιεί, για να ξεκαθαρίσει την ίδια του τη θέση ανάμεσα στην άπειρη και απίστευτα προβληματική πραγματικότητα, που είναι η ζωή. Η ζωή είναι ένας αγώνας με τα πράγματα, για να κρατηθεί ανάμεσά τους» (Η εξέγερση των μαζών. Εκδ. Δωδώνη, σσ. 167-68).

Είναι χρέος της εποχής μας, λέει ο Ορτέγα, η Λογική να αποτελέσει μέρος της πιο συγκεκριμένης έκφρασης της ζωής και όχι αντίστροφα. Το ίδιο το πνεύμα είναι ένας εφήμερος κυματισμός, που μπορεί και πρέπει να συμβαδίζει με τη ζωτική διάθεση της ανθρώπινης ύπαρξης και να ανταποκρίνεται στην απέραντη πληρότητα της ζωής. Κεντρικός στόχος έτσι των φιλοσοφικών αναζητήσεων του Ορτέγα παραμένει ο άνθρωπος. Στο πλαίσιο αυτό επιχειρεί να ερμηνεύσει και να κατανοήσει τον κόσμο, εμβαθύνοντας στα επιστημονικά δεδομένα της εποχής του και αναπτύσσοντας έναν συνολικό φιλοσοφικό προβληματισμό γύρω από τρία τινά: 1. γύρω από το οντολογικόμεταφυσικό ερώτημα σχετικά με την προέλευση των όντων· 2. γύρω από το γνωσιολογικό ερώτημα σχετικά με το πώς γνωρίζουμε, τα όντα, τα πράγματα και 3. γύρω από την αξία των όντων, δηλ. γύρω από το αξιολογικό ερώτημα.

2

Η πλειονότητα των ανθρώπων, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, δεν έχει γνώμη και γι’ αυτό χρειάζεται μετάγγιση απ’ έξω, όπως συμβαίνει με τα λάδια στη μηχανή. Μια τέτοια μετάγγιση δεν είναι τίποτε άλλο από την επικράτηση της υγιούς δημόσιας γνώμης, που μπορεί να βάλει τάξη στο χάος του κόσμου και της κοινωνίας. Η ανυπαρξία μιας τέτοιας γνώμης παραπέμπει στην παρακμή της Ευρώπης, με κυρίαρχο έναν αντίστοιχο τύπο  ανθρώπου:

«τον μαζάνθρωπο, που το κύριο χαρακτηριστικό του έγκειται στο ότι διεκδικεί το δικαίωμα να είναι κοινός και αρνείται να δεχτεί οποιαδήποτε αρχή ανώτερη απ’ αυτόν» (ό.π., σ. 170).

Η έννοια του μαζανθρώπου έχει απασχολήσει τη φιλοσοφική σκέψη από τις πρώτες ακόμη εκ-δηλώσεις της, στο πλαίσιο της μακραίωνης ιστορικής της εξέλιξης. Ο Ηράκλειτος, για παράδειγμα, με πολλή ευστοχία μίλησε για τη μεγάλη μάζα των κοινών θνητών, που δεν καταλαβαίνουν τον καθολικό Λόγο και δεν έχουν συνείδηση του τι λέγουν και του τι πράττουν. Συμπεριφέρονται ως καθεύδοντες και μισούν θανάσιμα τους άριστους. Η έννοια του άριστου στον Ηράκλειτο ‒όπως και σε όλη την προσωκρατική, πλατωνική, αριστοτελική και διαχρονικά ως τη σύγχρονη φιλοσοφία‒ νοείται ποιοτικά και όχι ποσοτικά ή με κριτήρια υλικά, τουτέστι ταξικά. Η αντίληψη που ταυτίζει το άριστο ‒και τον άριστο‒ με τον οικονομικά ή πολιτικά ισχυρό και με τις παραφυάδες τους, κυρίαρχη κατά κόρον στις εποχές μας, είναι χυδαία και εκπορεύεται από κομματικές, πολιτικές, συντεχνιακές και παρόμοιες «συλλογικότητες» [=μειοψηφίες] μαζανθρώπων, ανίκανων δηλαδή καθ’ όλα αντιδημιουργικών όντων, σακάτηδων και εμπαθών κατά Νίτσε, που θέλουν να δομήσουν τη δική τους εξουσία και να εκμηδενίσουν καθετί ανώτερο και δημιουργικό: απαξιώνουν τις αυθεντικά ανώτερες αξίες, ενεργώντας όμως στο όνομά τους:

«όλες οι αξίες, με τις οποίες προσπαθήσαμε ως τώρα να κάνουμε τον κόσμο πρωτίστως αξιοεκτίμητο … και οι οποίες τελικά λειτούργησαν απαξιωτικά για τον κόσμο, … όλες αυτές οι αξίες, ιδωμένες ψυχολογικά, είναι αποτελέσματα συγκεκριμένων προοπτικών για ό,τι είναι χρήσιμο στη διατήρηση και την αύξηση των μορφωμάτων της ανθρώπινης κυριαρχίας : και μόνο ψεύτικα προβάλλονται στην ουσία των πραγμάτων» (Νιτσε: Ευρωπαϊκός Μηδενισμός, μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος, εκδ. Ηριδανός 2017, σσ. 67-68).

Σε άλλο πάλι σημείο του ίδιου έργου γίνεται έτι περαιτέρω αποκαλυπτικός ο Νίτσε:

«το κατώτερο είδος («αγέλη», «μάζα», «κοινωνία») ξεσυνηθίζει τη σεμνότητα και διογκώνει τις ανάγκες του σε σημείο που να τις μεταποιεί σε κοσμικές και μεταφυσικές αξίες. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ολόκληρη η ύπαρξη κατρακυλά στον εκχυδαϊσμό: γιατί, στο μέτρο που κυβερνά η μάζα, τυραννά τις εξαιρέσεις, έτσι ώστε αυτές-εδώ να χάνουν την πίστη στον εαυτό τους και να γίνονται μηδενιστές… Παρακμή και ανασφάλεια όλων των ανώτερων τύπων· ο αγώνας ενάντια στη μεγαλοφυία («λαϊκή ποίηση» κ.λπ.). Συμπόνοια για τους κατώτερους και τους δεινοπαθούντες ως μέτρο για το ύψος/ανάστημα της ψυχής. Λείπει ο φιλόσοφος, ο ερμηνευτής της πράξης και όχι απλώς ο μετα-ποιητής  της» (Νίτσε, ό.π., σσ. 84-85).

3

Ο Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασσέτ  ανήκει στους λίγους εκείνους φιλοσόφους που εννοούν τη φιλοσοφική δημιουργία ως έναν τιτάνιο πνευματικό αγώνα στα σταυροδρόμια και στις δημόσιες πλατείες. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για τον αγώνα που επιτρέπει σε έναν λαό να αποκτά ιστορική συνείδηση, να την εσωτερικεύει και συναφώς να αναγνωρίζει τη βαρύτητα των εκάστοτε ιστορικών στιγμών, που διέρχεται ο ίδιος ως έθνος ή κράτος, αλλά και ως μέρος ενός συνολικότερου κόσμου, ας πούμε του κόσμου της Ευρώπης. Αυτός ο κόσμος σήμερα είναι επίφοβος, εκθέτει σε θανάσιμους κινδύνους τους λαούς που συντάσσονται ή ταυτίζονται μαζί του. Ο ιστορικός του ορίζοντας είναι σκοτεινός και μέσα σε τούτη τη σκοτεινότητα έχει καταδικαστεί, προς το παρόν, να ζει και ο ελληνικός λαός με δική του ευθύνη. Την ίδια στιγμή, τα ανθρώπινα άτομα έχουν αποτύχει ως τώρα να οργανώσουν μια μετακαπιταλιστική κοινοτική ζωή με υψηλό επίπεδο εμβίωσης, όπου η κοινωνία, ως επι-κοινωνία, δεν θα είναι συνονθύλευμα συμφερόντων και συμφεροντολόγων –καληώρα σαν τις βάρβαρες συντεχνίες του τηλεοπτικού θεάματος [=μαζικές συναυλίες για τους «δεινοπαθούντες»] ή τους παντός είδους πολιτικο-ιδεολογικούς [τους] κομισάριους– αλλά αυθεντική κοινότητα ενδιαφερόντων και δημιουργών  πάνω σε μια κοινή υποστασιακή-πνευματική βάση.

4

Όπως επισημαίνει ο  Ορτέγκα ι Γκασσέτ, το γεγονός σήμερα στην κοινωνία είναι η απόλυτη μαζοποίησή της, χωρίς τούτο να σημαίνει πως η μαζοποίηση είναι απροϋπόθετα αρνητικό χαρακτηριστικό· απλώς αποτυπώνει μια πραγματικότητα, που αποβαίνει καλή ή κακή από τους δρώντες και τα δρώμενα. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, διευκρινίζει ο Ισπανός φιλόσοφος,

«η κοινωνία είναι πάντοτε η δυναμική ενότητα δυο παραγόντων: των μειοψηφιών και των μαζών» (Η εξέγερση των μαζών, όπ., σ. 38).

Πώς εννοεί τις μειοψηφίες και πώς τις μάζες; Στις μειοψηφίες συγκαταλέγει «άτομα ή ομάδες ατόμων με ιδιαίτερες ιδιότητες» (ό.π.). Είναι οι ίδιοι περίπου σαν τους ανώτερους τύπους του Νίτσε.  Οι ιδιαίτερες ιδιότητές τους δεν έχουν να κάνουν με αλαζονικές συμπεριφορές περί ανώτερων ανθρώπων, αλλά θεμελιωδώς με το γεγονός ότι τα άτομα αυτά είναι τα πιο δημιουργικά

«που έχουν μεγάλες αξιώσεις από τους εαυτούς τους και πάνω τους σωρεύουν δυσκολίες και καθήκοντα» (ό.π., σ. 40).

Πριν αξιώσουν από τους άλλους οτιδήποτε, πρώτα το αξιώνουν από τον εαυτό τους. Επομένως δεν είναι οι αισχρές μειοψηφίες των «εκπροσώπων» ή «αντιπροσώπων» που απαιτούν από τους [=απατούν τους] άλλους και στο όνομα των άλλων «ολοκλήρωση», «τελειοποίηση», «αξιοθέτηση», «δημοκρατία» «σοσιαλισμό» κ.λπ., χωρίς να απαιτούν όλα τούτα πρωτίστως από τον εαυτό τους. Στη μάζα, απεναντίας, ο φιλόσοφος εντάσσει τον μέσο άνθρωπο, που δεν διεκδικεί τίποτα πέρα από εκείνα τα δικαιώματα που τον κάνουν να είναι μάζα. Λαός, ως μάζα, συνιστά μια αφαίρεση, κατά Χάιντεγκερ, θεμελιωμένη στη μεταφυσική θεώρηση των πραγμάτων.

5

Ο μέσος άνθρωπος είναι αυτός που ακολουθεί μιμητικά τις μαζικές συμπεριφορές· δεν διαφοροποιείται από τον κοινό τρόπο σκέψης και έτσι δεν αξιώνει τίποτα περισσότερο ή ιδιαίτερο από τον εαυτό του πέρα από αυτό που του υπαγορεύει η μάζα ή η μαζική υστερία της στιγμής. Μεταποιείται έτσι σε μαζάνθρωπο, χωρίς δημιουργικές ικανότητες και με μοναδικό στόχο, συνειδητά ή μη-συνειδητά, από εξουσιαζόμενος να γίνει εξουσιαστής. Αυτοί είναι, όπως μοναδικά σημειώνει ο Ορτέγκα ι Γκασσέτ,«απλοί φελλοί που επιπλέουν στα κύματα» (ό.π.). Αυτοί οι φελλοί διεκδικούν πάντοτε μια θέση στο προσκήνιο της κοινωνικής, πολιτικής, πολιτιστικής και πνευματικής ζωής. Πώς τη διεκδικούν; Με το να θέλουν να υποσκελίσουν, παντί τρόπω, τα δημιουργικά άτομα ή τις δημιουργικές ομάδες ατόμων:

«η μάζα πιστεύει πως έχει το δικαίωμα να επιβάλει και να δώσει ισχύ νόμου σε κοινοτοπίες που γεννήθηκαν στα καφενεία» (ό.π., σ. 42).

Πόσα, για παράδειγμα, ικανότερα και αξιότερα άτομα της δημόσιας σφαίρας, της επιστήμης, γενικώς της υψηλής ικανότητας και δημιουργίας δεν υποσκελίζονται κάθε στιγμή από τα απαίδευτα τρωκτικά της μιας ή της άλλης συντεχνίας που έχουν εγκατασταθεί μέσα στις φλέβες της ανθρώπινης κοινότητας.  Τα τρωκτικά αυτά – και όλα τα παρόμοια στους διάφορους κοινωνικούς τόπους– γνωρίζουν πως δεν υπερβαίνουν το κοινότοπο, το μέτριο, το ωφελιμιστικό· κι όμως βρίσκουν το θράσος να διεκδικούν το αιώνιο ρίζωμα του δικού τους εξουσιασμού. Εξουσιασμός για τον Ορτέγα δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το ρίζωμα του αντιπνευματικού στοιχείου στην καρδιά της πολιτείας. Σε ένα τέτοιο ρίζωμα αποβλέπουν και τα αντιαισθητκά μαζικά θεάματα των ημερών μας στο όνομα πάντα της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας του λαού. Να γιατί πιο αφηρημένη έννοια απ’ αυτή του λαού δεν έχει εφευρεθεί έως σήμερα. Όπως διευκρινίζει και ο Χάιντεγκερ, με απόλυτη σαφήνεια, ο λαός, ως τέτοιος, έχει συγκεκριμένη ιστορικότητα μόνο στο μέτρο που διέπεται από μια φιλοσοφία, π.χ. όπως η φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων. Ποια είναι η σημερινή φιλοσοφία αυτού που ονομάζεται λαός; Ο άρτος, τα θεάματα και τα τσιφτετέλια των κάθε λογής ανθρώπων τωνεσμών.

Πηγή: Hegel-Platon

Wolfi Landstreicher: Η φύση ως θέαμα

Η εικόνα της «άγριας φύσης*» ενάντια στην αγριότητα

(Σημείωση του συγγραφέα: Η συχνή χρήση εισαγωγικών γίνεται για να ενισχύσει την άποψη πως η φύση και η «ερημιά» είναι έννοιες και όχι πραγματικά όντα).

Η Φύση δεν υπήρχε ανέκαθεν. Δε βρίσκεται στα βάθη του δάσους, στην καρδιά του λιονταριού του βουνού ή στα τραγούδια των πυγμαίων· βρίσκεται στις φιλοσοφίες και στις κατασκευασμένες γι’αυτήν εικόνες των πολιτισμένων ανθρώπων. Οι φαινομενικά αντίθετες θέσεις περιπλέκονται, δημιουργώντας τη φύση ως μια ιδεολογική κατασκευή, που υπηρετεί την εξημέρωσή μας, την καταστολή και τη διοχεύτευση των άγριων εκφράσεών μας.

Ο Πολιτισμός είναι μονολιθικός και  ο πολιτισμένος τρόπος αντίληψης όλων εκείνων, που μπορούν να παρατηρηθούν, είναι επίσης μονολιθικός. Όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τα εκατομμύρια όντα, που υπάρχουν γύρω του, το πολιτισμένο μυαλό χρειάζεται να τα κατηγοριοποιήσει για να νομίζει ότι τα καταλαβαίνει (ενώ στην πραγματικότητα, το μόνο που καταλαβαίνει είναι πώς να τα κάνει χρήσιμα στον πολιτισμό). Η φύση είναι μια από τις πιο βασικές κατηγορίες του Πολιτισμού, μια από τις πιο χρήσιμες για να περιορίζει την αγριότητα των ατομικοτήτων και να επιβάλλει τον αυτοπροσδιορισμό τους ως πολιτισμένα, κοινωνικά όντα.

Κατά πάσα πιθανότητα, μια από τις πρώτες αντιλήψεις για τη φύση ήταν παρόμοια με αυτήν, που παρατηρούμε στην Παλαιά Διαθήκη: η κακή «αγριάδα», ένας τόπος ερημιάς, που κατοικείται από άγρια και δηλητηριώδη κτήνη, μοχθηρούς δαίμονες και τρελούς. Αυτή η αντίληψη εξυπηρετούσε ένα σκοπό ιδιαίτερα σημαντικό για τους πρώτους πολιτισμούς. Είχε ενσταλάξει το φόβο για ό,τι ήταν άγριο, κρατώντας τον περισσότερο κόσμο εντός των τειχών της πόλης και προκαλώντας σε όσους έβγαιναν να εξερευνήσουν την ανάγκη να έχουν μια αμυντική στάση, σα να βρίσκονταν σε εχθρικό έδαφος. Με αυτόν τον τρόπο, αυτή η αντίληψη βοήθησε να δημιουργηθεί η διχοτόμηση μεταξύ «ανθρώπου» και «φύσης», η οποία εμποδίζει τους ανθρώπους να ζήσουν άγρια, δηλαδή σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Αλλά, αυτή η εντελώς αρνητική αντίληψη περί φύσης θα έφτανε κάποια στιγμή στα όρια της αχρηστείας της, αφού κρατούσε τον πολιτισμό μέσα σε ένα κλειστό και υπό πολιορκία φρούριο, ενώ για να επιβιώσει, ο πολιτισμός έχει την ανάγκη να επεκταθεί, να έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί όλο και πιο πολλά. Η «Φύση» έγινε ένα καλάθι πόρων, μια «μητέρα», που θρέφει την «ανθρωπότητα» και τον πολιτισμό της. Ήταν πανέμορφη, άξια λατρείας, ενατένισης, μελέτης και… εκμετάλλευσης.Δεν ήταν πλέον κακή… αλλά, ήταν χαοτική, ιδιότροπη και αναξιόπιστη. Ευτυχώς για τον πολιτισμό, η «ανθρώπινη φύση» είχε εξελιχθεί, είχε γίνει λογική και χρειαζόταν να βάλει τα πράγματα σε τάξη, να τα θέσει υπό τον έλεγχό της. Τα άγρια μέρη ήταν απαραίτητα στους ανθρώπους, για να μελετούν και να θαυμάζουν τη «φύση» στην ανέγγιχτη μορφή της, ακριβώς, όμως, για να μπορούν τα πολιτισμένα ανθρώπινα όντα να κατανοήσουν και να ελέγξουν τις «φυσικές» διαδικασίες, με σκοπό να τις χρησιμοποιήσουν για να επεκτείνουν τον πολιτισμό. Έτσι, η «κακή αγριάδα» επισκιάζεται από μια «φύση» ή μια «αγριότητα», που έχει θετική αξία για τον πολιτισμό.

Η αντίληψη περί φύσης δημιουργεί συστήματα κοινωνικών αξιών και ηθικής. Λόγω των προφανώς αντιθετικών αντιλήψεων, που έχουν εμπλακεί στην ανάπτυξη της έννοιας της «φύσης», αυτά τα συστήματα ίσως φαίνονται, επίσης, αντιθετικά· όμως, όλα έχουν τον ίδιο σκοπό: την εξημέρωσή μας. Εκείνοι, που μας λένε «να φέρεστε πολιτισμένα» και εκείνοι, που μας λένε «να φέρεστε φυσικά», μας λένε στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα: «Ζήστε σύμφωνα με εξωτερικές από εσάς αξίες, όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες σας». Η ηθική των νατουραλιστών δεν είναι λιγότερο φαύλη από κάθε άλλη ηθική. Άνθρωποι φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και σκοτώθηκαν, επειδή έκαναν «αφύσικες πράξεις»  και αυτό συμβαίνει ακόμα. Η «Φύση» είναι και αυτή ένας άσχημος και απαιτητικός θεός.

Από την απαρχή της, η φύση ήταν μια κατασκευή της εξουσίας, για να ενισχύσει τη δύναμή της. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως στη σύγχρονη κοινωνία, όπου το θέαμα κυριαρχεί στην πραγματικότητα και πολλές φορές φαίνεται να τη δημιουργεί, η «φύση» λειτουργεί ως μια μέθοδος εξημέρωσης. Προγράμματα για τη «Φύση» στην τηλεόραση, ημερολόγια του SierraClub*, οι έμποροι «αγριότητας», τα τρόφιμα και οι ίνες «φυσικής» προέλευσης, ο «οικολόγος» πρόεδρος και η «ριζοσπαστική» οικολογία, όλα συνωμοτούν δημιουργώντας τη «φύση» και τη «σωστή» σχέση μας με αυτήν. Η προβαλλόμενη εικόνα εμπεριέχει την «κακή αγριάδα» των πρώτων πολιτισμών, σε μια υποσυνείδητη μορφή. Τα τηλεοπτικά προγράμματα για τη «Φύση» περιέχουν πάντα σκηνές άγριου κυνηγιούκαι έχει ειπωθεί πως οι σκηνοθέτες αυτών των προγραμμάτων χρησιμοποιούν ράβδους, που παράγουν ηλεκτρικές εκκενώσεις, για να προκαλέσουν μάχες μεταξύ των ζώων. Οι προειδοποιήσεις, που δίνονται στους μελλοντικούς εξερευνητές  για τα επικίνδυνα ζώα και φυτά και οι ποσότητες προϊόντων, που παράγονται από τους εμπόρους «αγριότητας» για να αντιπετωπιστούν αυτά, είναι μάλλον υπερβολικά, από την προσωπική μου εμπειρία περιπάτων σε άγρια μέρη. Μας δίνεται η εικόνα πως η ζωή εκτός του πολιτισμού είναι μια μάχη επιβίωσης.

Αλλά, η κοινωνία του θεάματος χρειάζεται η εικόνα της «κακής αγριάδας» να είναι υποσυνείδητη, για να την εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά. Η κυρίαρχη εικόνα για τη «φύση» την απεικονίζει ως πόρο και ως αντικείμενο ομορφιάς για ενατένιση και μελέτη. Η «Άγρια φύση» είναι ένα μέρος, που μπορούμε να αποτραβηχτούμε για ένα σύντομο διάστημα, αν αυτό έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, για να ξεφύγουμε από την πλήξη της καθημερινότητας, να χαλαρώσουμε και να διαλογιστούμε ή για να ζήσουμε την έξαψη και την περιπέτεια. Και, βέβαια, η «φύση» παραμένει η «μητέρα», που καλύπτει τις ανάγκες μας, ο πόρος από τον οποίο δημιουργείται ο πολιτισμός.

Στην εμπορευματική κουλτούρα, η «φύση» γιατρεύει την επιθυμία για άγρια περιπέτεια, για ελεύθερη ζωή χωρίς εξημέρωση, με το να μας πουλάει την εικόνα της. Η υποσυνείδητη αντίληψη της «κακιάς αγριάδας» προσδίδει στην περιπλάνηση στα δάση μια δόση κινδύνου, που ικανοποιεί τους περιπετειώδεις και ανήσυχους τύπους. Επίσης, ενισχύει την ιδέα πως δεν ανήκουμε εκεί στην πραγματικότητα και επομένως, μας πουλάει τα πολλά σχετικά προϊόντα που κρίνονται απαραίτητα για τις εκδρομές σε άγρια μέρη. Η θετική αντίληψη περί φύσης  μας κάνει να πιστεύουμε πως πρέπει να βιώσουμε την εμπειρία στα άγρια μέρη (μη συνειδητοποιώντας πως οι αντιλήψεις, που μας έχουν ταίσει, διαμορφώνουν αυτήν την εμπειρία, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με το πραγματικό περιβάλλον). Έτσι, ο πολιτισμός γιατρεύει επιτυχώς και τις περιοχές, που φαινομενικά δεν έχει αγγίξει άμεσα, μεταμορφώνοντάς τες σε «φύση», σε «αγριάδα», σε πτυχές του θεάματος, που μας κρατάει εξημερωμένους. Η «Φύση» εξημερώνει επειδή μετατρέπει την αγριότητα σε μια μονολιθική έννοια, μια τεράστια περιοχή διαχωρισμένη από τον πολιτισμό. Εκφράσεις της αγριότητας, μέσα στον πολιτισμό, αποκαλούνται ανωριμότητα, τρέλα, παραβατική συμπεριφορά, ανηθικότητα ή έγκλημα και απορρίπτονται, φυλακίζονται, λογοκρίνονται ή τιμωρούνται, διατηρώντας ταυτόχρονα το γενικό πλαίσιο  πως ό,τι είναι «φυσικό» είναι καλό. Όταν η «αγριότητα» γίνεται ένα μέρος έξω από εμάς αντί μιας έκφρασης του ατομικού μας ελεύθερου πνεύματος, τότε μπορούν και υπάρχουν ειδικοί στην «αγριότητα», που μας μαθαίνουν τους «σωστούς» τρόπους να «συνδεόμαστε» μαζί της. Στη δυτική ακτή, υπάρχουν όλων των ειδών οι πνευματικοί δάσκαλοι, που βγάζουν τα προς το ζην, πουλώντας «αγριότητα» σε γιάπηδες, με έναν τρόπο, που καθόλου δεν απειλεί τα όνειρα καριέρας, τις πόρσε και τα διαμερίσματά τους στην πόλη. Η «Αγριότητα» είναι μια πολύ επικερδής βιομηχανία, σήμερα.

Οι οικολόγοι, ακόμα και οι «ριζοσπάστες», πέφτουν κατευθείαν στην παγίδα. Αντί να προσπαθούν να αγριέψουν και να καταστρέψουν τον πολιτισμό με την ενέργεια των αδέσμευτων επιθυμιών, προσπαθούν να «σώσουν την άγρια φύση». Πρακτικά, αυτό σημαίνει το να ζητιανεύουν ή να προσπαθούν να χειραγωγήσουν τις αρχές, ώστε αυτές να σταματήσουν τις πιο επιβλαβείς δραστηριότητες κάποιων βιομηχανιών και να μετατρέψουν μικρά κομμάτια σχετικά ακέραια δάση, ερήμους και βουνά σε προστατευόμενες «Περιοχές Άγριας Φύσης».  Αυτή η πρακτική, απλά, ενισχύει την αντίληψη περί αγριότητας ως μια μονολιθική οντότητα, «αγριάδα» ή «φύση», και εμπορευματοποίηση, που είναι εγγενής σε αυτήν την οπτική. Η ίδια η βάση των προστατευόμενων «Περιοχών Άγριας Φύσης» είναι ο διαχωρισμός μεταξύ «αγριότητας» και «ανθρωπότητας». Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως μια από τις τάσεις της «ριζοσπαστικής» οικολογικής ιδεολογίας δημιούργησε τη σύγκρουση μεταξύ «βιοκεντρισμού» και «ανθρωποκεντρισμού», ενώ δε θα έπρεπε να είμαστε τίποτα άλλο από εγωκεντρικοί.

Ακόμα κι εκείνοι οι «ριζοσπάστες» οικολόγοι, που θέλουν να επανεντάξουν τον άνθρωπο στη «φύση», ξεγελούν τον εαυτό τους. Το όραμα τους (όπως το θέτει ένας από αυτούς) για ένα «άγριο, συμβιωτικό σύνολο» είναι, απλά, η μονολιθική αντίληψη, που δημιούργησε ο πολιτισμός, ειπωμένη με ένα μυστικιστικό τρόπο.  Για αυτούς τους οικολόγους μυστικιστές, η «Άγρια Φύση» συνεχίζει να είναι μια μονολιθική οντότητα, ένα ον ανώτερο από μας, στο οποίο πρέπει να υποτασσόμαστε. Όμως, η υποταγή είναι εξημέρωση. Η υποτακτικότητα είναι το καύσιμο του πολιτισμού. Το όνομα της ιδεολογίας, που επιβάλλει την υποταγή, έχει μικρή σημασία, είτε λέγεται «φυσική», είτε λέγεται «άγριο συμβιωτικό σύνολο». Το αποτέλεσμα θα είναι και πάλι η συνέχιση της εξημέρωσης.

Όταν η αγριότητα γίνεται αντιληπτή ως κάτι, που δεν έχει να κάνει καθόλου με μια μονολιθική οντότητα, συμπεριλαμβανομένης της «φύσης» και της «αγριάδας», όταν γίνεται αντιληπτή ως η πιθανή ελευθερία πνεύματος των ατομικοτήτων, που μπορεί να πάρει σάρκα και οστά οποιαδήποτε στιγμή, μόνο τότε αποτελεί απειλή για τον πολιτισμό. Ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να περάσει αρκετά χρόνια στην «άγρια φύση», αλλά θα συνεχίζαμε να βλέπουμε το περιβάλλον μας από τον παραμορφωτικό φακό του πολιτισμού, αν συνεχίζαμε να αντιλαμβανόμαστε τα εκατομμύρια πλάσματα μονολιθικά ως «φύση», ως «αγριάδα», ως το «άγριο, συμβιωτικό σύνολο», θα είμαστε ακόμα πολιτισμένοι και όχι άγριοι. Αλλά, αν καταμεσής της πόλης αρνούμαστε δραστήρια κάθε στιγμή την εξημέρωση, αν αρνούμαστε την κυριαρχία των κοινωνικών ρόλων, που μας φοριούνται με τη βία, αντί να ζούμε  σύμφωνα με τις δικές μας επιθυμίες, πάθη και βίτσια, αν γίνουμε τα μοναδικά και απρόβλεπτα όντα, που βρίσκονται κάτω από τους ρόλους, είμαστε, για εκείνες τις στιγμές, άγριοι. Παίζοντας άγρια ανάμεσα στα συντρίμμια ενός παρηκμασμένου πολιτισμού (όμως, μην ξεγελιέστε, ακόμα και παρηκμασμένος, ο πολιτισμός είναι ένας επικίνδυνος εχθρός και ικανός να αντέξει για πολύ καιρό), μπορούμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να τον ανατρέψουμε. Και οι εξεγερμένοι με το ελεύθερο πνεύμα θα απορρίψουν τον «επιβιωτισμό» της οικολογίας ωςμια ακόμα προσπάθεια του πολιτισμού να καταστείλει την ελεύθερη ζωή  και θα παλέψουν για να ζήσουν τον χαοτικό, συνεχώςεναλλασσόμενο χορό των ελεύθερα συσχετιζόμενων, μοναδικών ατομικοτήτων, ενάντια τόσο στον πολιτισμό, όσο στην προσπάθειά του να περιορίζει την άγρια, με ελεύθερο πνεύμα ζωή: «Φύση».

Wolfi Landstreicher

Υποσημειώσεις:

1. Στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται η λέξη wilderness. Κατά τη διάρκεια του κειμένου, μεταφράζεται με διαφορετικούς, αλλά παρόμοιους τρόπους , ανάλογα με τι ταιριάζει σε κάθε σημείο.

2. Πρόκειται για παλαιότερο κείμενο του Wolfi Landstreicher (Feral Faun), το οποίο εμείς αλιεύσαμε από το πρώτο τεύχος του αγγλικού εξεγερσιακού περιοδικού Return Fire.

Μετάφραση: Έρεβος

Ινδονησία: Αναλήψεις ευθύνης για επιθέσεις σε αστυνομικούς στόχους

Ινδονησία, Java: Ανάληψη ευθύνης για επίθεση σε Αστυνομικό Τμήμα

Πριν τέσσερις μέρες, διαπιστώσαμε πως ένας αναρχικός, ο Toby Shone, συνελήφθη με κατηγορίες περί τρομοκρατίας (επειδή λειτουργούσε ένα γαμημένο site) και κατοχής ναρκωτικών επιπέδου Α. Επιτεθήκαμε σε τοπικό αστυνομικό τμήμα καίγοντας ένα γουρούνι, σε μια πόλη στην Κεντρική Java. Δε γνωρίζουμε γιατί δεν υπήρξε μιντιακή κάλυψη, και επί τούτου αναβάλλαμε την ανάληψη ευθύνης, για διάφορους λόγους.

Δεν αναλαμβάνουμε όμως και τις εμπρηστικές επιθέσεις σε διάφορα μηχανήματα ΑΤΜ μια μέρα πριν, καθότι πραγματοποιήθηκαν από άτομα ή ομάδες άγνωστες σ’ εμάς, στην περιοχή της Yogyakarta. Και δεν έχει υπάρξει ανάληψη ευθύνης, παρά μόνο πομπώδεις μιντιακές διακηρύξεις για
τις επιθέσεις σε αυτά τα ΑΤΜ.

Αλληλεγγύη σε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους! Monica Caballero, Fransisco Solar, Toby Shone, και άλλοι!

Αλληλεγγύη σημαίνει επίθεση!

Μονάδα Εκδίκησης/FAI

Πηγή: AMW English

*

Ινδονησία, Palembang: Ανάληψη ευθύνης για επίθεση με μολότοφ σε αστυνομικό φυλάκιο

Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για την επίθεση με μολότοφ σε αστυνομικό φυλάκιο στην πόλη του Palembang, στα προάστια της Νότιας Sumatra, στην Ινδονησία. Ξημερώματα Παρασκευής 26 Φεβρουαρίου 2021, ως έκφραση αλληλεγγύης για τους συντρόφους Δημήτρη Κουφοντίνα, Toby Shone, Monica Caballero, Francisco Solar, και άλλους.

Ας δείξουμε αλληλεγγύη κι ας βάλουμε φωτιά!

Από ατομικιστές αναρχικούς!

Πηγή: AMW English

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Σκέψεις αναφορικά με τον σύγχρονο αναρχικό διεθνιστικό εξεγερσιακό και αφορμαλιστικό γαλαξία

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟN ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΟ ΕΞΕΓΕΡΣΙΑΚΟ KAI ΑΦΟΡΜΑΛΙΣΤΙΚΟ ΓΑΛΑΞΙΑ

(Για ένα νέο αναρχικό μανιφέστο)

Σημείωση για τον αναγνώστη

Οι σκέψεις που ακολουθούν είναι ο καρπός ενός μακρύ διαλόγου με περισσότερους συμμετέχοντες, που έχει αρχίσει εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, μεταξύ συντρόφων από διαφορετικές περιοχές του πλανήτη που ωρίμασαν την πεποίθηση όχι μονάχα της αναγκαιότητας μιας ελεύθερης, έντιμης και θετικής συζήτησης μεταξύ των διαφόρων συνιστωσών του αναρχικού γαλαξία της αφορμαλιστικής εξεγερσιακής τάσης, αλλά επίσης ότι έφτασε πλέον ο καιρός της υλοποίησής της. Κατά βάθος, από την ελεύθερη συζήτηση, αναφάνηκαν βεβαίως διαφορές προσεγγίσεων επάνω σε πολλαπλά ζητήματα και ιδιαίτερα σημεία, βάζοντάς μας όλους εμπρός από την δυνατή επίλυση διαφόρων προβληματικών και απόψεων, έχοντας έτσι τα ερεθίσματα να εμβαθύνουμε σε πράγματα και καταστάσεις που έμοιαζαν, αρχικά, απροσπέλαστα ή σχεδόν. Ήταν ακριβώς κατά τη διάρκεια αυτών των εμβαθύνσεων που έγιναν εμφανείς απρόσμενες δυσκολίες, αλλά που χωρίς αμφιβολία έχουν μια αξιοσημείωτη σημασία μέσα στο πλαίσιο αυτών των σκέψεων, που, αποτελεί στόχο μας, να τις κυκλοφορήσουμε σε όλες τις γλώσσες και σε όλους τους τόπους της υδρογείου, ούτως ώστε οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι να τις γνωρίσουν. Οι δυσκολίες οι οποίες αναφάνηκαν κάθε φορά που επιχειρήθηκε εμβάθυνση των ζητημάτων οφείλονται σε διαφορετικές τάξεις προβλημάτων, στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους, μεταξύ των οποίων: α) η μη τέλεια αντιστοιχία των εννοιών των λέξεων μιας γλώσσας μεταφρασμένης σε μια άλλη, διότι χάνονται σε πολλές περιπτώσεις ορισμένες ιδιαιτερότητες που έχουν, μέσα στο πλαίσιο των σκέψεών μας, θεμελιώδη σημασία! β) η διαφορετική σημασία που λαμβάνουν κατά τη διάρκεια του χρόνου, μέσα σε μια δεδομένη γλώσσα, λέξεις και έννοιες εύκολα μεταφρασμένες σε μια άλλη γλώσσα, αλλά που σε ορισμένες περιπτώσεις παραποιούνται μέσα στην μετάφραση! γ) η ιδιαίτερη χρήση συγκεκριμένων όρων και εννοιών που έκανε, κατά τη διάρκεια επίσης περιορισμένων χρονικών διαστημάτων, κάθε διαφορετικό τμήμα του κινήματος, κυρίως των νέων γενεών, σε διαφορετικούς τόπους, για αυτόν ακριβώς το λόγο κατέστη απαραίτητη η εννοιολογική προσαρμογή των λέξεων ούτως ώστε να μην απομακρύνονται πολύ από την αρχική τους έννοια, και ταυτόχρονα να μην αποκρύπτεται η ουσία της σκέψης που αποτυπώνουν. Προσκαλούμε τις συντρόφισσες και τους συντρόφους να λάβουν επαρκώς υπόψη τους τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν ώστε να ολοκληρωθεί ένα τελικό κείμενο το οποίο μέσα στις διαφορετικές γλώσσες να είναι δυνατό να προκύπτει όσο το δυνατό εγκυρότερο όσο αφορά την κατανόησή του και επίσης στους συντάκτες του να παραχωρηθούν όλα τα δυνατά ελαφρυντικά αν μονάχα εν μέρει κατάφεραν να προσεγγίσουν αυτό το οποίο είχαν βάλει σαν στόχο τους. Φυσικά θα είναι μονάχα η κατανόηση, η χαρά και η εμπιστοσύνη των συντροφισσών και των συντρόφων που θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν στο έπακρο όλες τις δυναμικές του αναρχικού σύμπαντος της αφορμαλιστικής, εξεγερσιακής και διεθνιστικής τάσης.

Εισαγωγή

Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από τη γη: το φάντασμα της Αναρχίας.

Ενάντια σε αυτό ορκίστηκαν συλλήβδην όλα τα κράτη του κόσμου! Το κεφάλαιο και οι θρησκείες! Δημοκρατικές και φασιστικές! παγκοσμιοποιητικές και εθνικιστικές ! σοσιαλδημοκρατικές! λαϊκιστικές και μαρξιστικές κάθε είδους. Από αυτό ακριβώς το γεγονός πηγάζουν δύο συνέπειες : – η πρώτη είναι ότι ο ίδιος ο αναρχισμός αναγνωρίζεται ήδη σαν μια δύναμη από πλευράς του συστήματος της τεχνο-μεταβιομηχαν-ετερο-πατριαρχικής κυριαρχίας που υποτάσσει σήμερα ολόκληρο τον κόσμο! – η δεύτερη είναι ότι έφτασε πλέον ο καιρός ώστε οι αναρχικές και οι αναρχικοί να εκφράσουν στο φως της ημέρας (όπως και στο σκοτάδι της νύχτας) μπροστά σε ολόκληρο τον κόσμο, τις ιδέες τους, τις τάσεις τους, τις επιθυμίες τους και να επιβεβαιώσουν τον πανάρχαιο αγώνα τους ενάντια σε κάθε εξουσία, συγχρονίζοντας έτσι τα βήματά τους με εκείνο τον μαύρο θρύλο του αναρχικού φάσματος συνοδευόμενο από ένα σύνολο σκέψεων για τον εικοστό πρώτο αιώνα. Αυτές οι σελίδες στοχεύουν να αποτελέσουν μια πολύ ταπεινή συνεισφορά προς αυτή την κατεύθυνση καθώς και μια ανένδοτη άσκηση αναρχικής επιβεβαίωσης, φτιάχνοντας μια ατζέντα διαλόγων στο εσωτερικό του πολύχρωμου αστερισμού των ομάδων (και των ατομικοτήτων) που συνθέτουν την αφορμαλιστική και εξεγερσιακή τάση! Λόγος για τον οποίο προτείνουμε στη θεώρηση όλων των αναρχικών των διαφορετικών περιοχών του κόσμου το ακόλουθο σύνολο των αναλύσεων, που συντάχθηκε από διαφορετικά χέρια και από διαφορετικές περιοχές του πλανήτη, ούτως ώστε να συγκεντρωθούν οι ανησυχίες, οι σκέψεις και οι πρακτικές ολόκληρου του γαλαξία των εντάσεων πέρα από κάθε γλωσσικό εμπόδιο. Ελπίζουμε ότι αυτή η προσπάθεια θα διευκολύνει την αναγκαία θεωρητικό-πρακτική ανανέωση και τον επανακαθορισμό των (θεμελιωδών) χαρακτηριστικών μας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ριζοσπαστική κριτική της εξουσίας και την ανάπτυξη της ηθικής της ελευθερίας, δίνοντας ζωή σε ένα νέο κοινό αναρχικό παράδειγμα, ικανό να προσπεράσει την παρούσα διασπορά και να αμβλύνει τις εσωτερικές διαφορές, αναγνωρίζοντας τις ασυμβίβαστες αλλά πάντα καλοδεχούμενες διαφορετικότητες, κατευθύνοντας όλες τις εντάσεις στην υποστήριξη του κοινού μας υποστρώματος και την υλοποίηση ενός διεθνούς “τόπου-χώρου” που να εμπεριέχει την άμεση ιδιοποίηση κάθε μορφής επίθεσης στις κατεστημένες αλλά και στις υπό κατασκευή εξουσίες. Εμπρός από την ντροπιαστική παράλυση των τμημάτων του αποκαλούμενου “κινήματος”, που σήμερα χειροκροτούν την εξουσία και υπακούν χωρίς επιφυλάξεις στα κελεύσματα του κράτους προωθώντας τον εγκλεισμό και “την υγιή απόσταση”-εναπόκειται σε εμάς περισσότερο από ποτέ να δώσουμε την ώθηση στην αναρχική δυναμική και να διασπείρουμε την εξέγερση στους τέσσερεις ορίζοντες, μπροστά από την επέλαση του καινούριου συστήματος της κυριαρχίας που αναπτύσσεται (πολύ περισσότερο εξουσιαστικό και θηρευτικό από κάθε άλλο του παρελθόντος και του παρόντος). Ζούμε σε καιρούς πανδημιών: σε εμάς εναπόκειται να διασπείρουμε τον ιό της αναρχικής εξέγερσης σε όλα τα σύνορα της γης μέχρι που να μην μείνει ίχνος από το υπάρχον ! Κρατάμε μια ασφαλή απόσταση από την εξουσία και ανάβουμε τη φλόγα που θα επεκταθεί από άκρη σε άκρη σε ολόκληρο το λιβάδι!

Η ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ “ΕΡΓΑΣΙΑΣ”

Εδώ και πολύ καιρό υπάρχει το αίτημα του δικαιώματος στην εργασία, του δικαιώματος στο ψωμί και, ειλικρινά, μέσα στην εργασία εκβαρβαριζόμαστε […} Εμείς οι αναρχικοί, αισθανόμαστε την ταπείνωση αυτού του αγώνα για να μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την πείνα και υπομένουμε την προσβολή να πρέπει να ζητιανέψουμε ένα κομμάτι ψωμί που μας παραχωρείται κάθε τόσο, σαν ελεημοσύνη με την προϋπόθεση να απαρνηθούμε ή να βάλουμε στο ντουλάπι τα άχρηστα εργαλεία του αναρχισμού μας (αν δεν θέλετε να χρησιμοποιήσετε παράνομα μέσα για να υπερασπίσετε το δικαίωμα σας στη ζωή, θα σας απομείνει μονάχα το νεκροταφείο σαν τόπος ανάπαυσης).

Σεβερίνο ντι Τζοβάνι

Οι δύο τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα και οι πρώτες δύο αυτού του εικοστού πρώτου αιώνα είδαν την επιθετική αναγέννηση της αναρχίας, με ιδιαίτερο τρόπο της εξεγερσιακής και αφορμαλιστικής τάσης, ειδικά στην Ευρώπη και στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Αυτό το αναρχικό “νέο ξύπνημα” οφείλεται, όσον αφορά τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του, σε δύο παράγοντες που εδραιώθηκαν και διαπλέχθηκαν μεταξύ τους ποικιλοτρόπως μέσα στο πέρασμα του χρόνου, πέρα από την, εν μέρει ευνοϊκή, συγκυρία που κατέστησε δυνατό το σημαντικό φαινόμενο του ‘68 και την ανεπανάληπτη εμπειρία του ιταλικού ‘77. Ο πρώτος παράγοντας είναι αποκλειστικά εσωτερικός στο αναρχικό κίνημα, στο βαθμό που αναπτύσσεται με αφετηρία την κριτική ενός τμήματός του, σε ορισμένους “τοπικούς” κύκλους, του ακόμη την εποχή εκείνη, μεγάλου τμήματος του οργανωμένου αναρχισμού μέσα σε δομές σύνθεσης (κατά κύριο λόγο Ομοσπονδίες) και παράπλευρες συνδικαλιστικές δομές (επαναστατικός συνδικαλισμός ή αναρχοσυνδικαλισμός). Ο δεύτερος παράγοντας που αφορά με ιδιαίτερο τρόπο αυτό το “νέο ξύπνημα” είναι η οριστική κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού (με αφετηρία το 1989), που καθόρισε σε παγκόσμιο επίπεδο την ανεπανόρθωτη κρίση κάθε μαρξιστικής ψευδαίσθησης σε όλες τις εκδοχές της και την ηχηρή χρεοκοπία της ιδεολογίας τους. Οι δύο παράγοντες αφομοιώνονται μεταξύ τους, όντας το αποτέλεσμα της “ολοκλήρωσης” ενός καπιταλιστικού κύκλου, ειδικότερα της εκδοχής που υπερίσχυε ο έντονα βιομηχανικός του χαρακτήρας καθώς και του αντίστοιχου πολιτικού του προσώπου: του κράτους-έθνους. Ο καπιταλισμός και το σύγχρονο κράτος, οι δύο συμπληρωματικές απόψεις της κοινωνικο οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας που αναδύθηκε μέσα από την μεσαιωνική κοινωνία, εξύψωσαν σε κυρίαρχο στοιχείο της ζωής των ανθρώπων την ΕΡΓΑΣΙΑ, ή μια από τις στιγμές που συναποτελούν την ανθρώπινη ζωή που μονάχα τεχνητά είναι δυνατό να κατατμηθεί σε “τομείς”. Αποτελεί γεγονός ότι, από την απαρχή της γέννησης της οικονομικής επιστήμης (δηλαδή της μελέτης, της ανάλυσης και της ερμηνείας των διαφόρων παραγόντων που συντρέχουν στη λειτουργία και την ανάπτυξη του κεφαλαίου), έφτασαν στο συμπέρασμα ότι στο να παραχθεί το κέρδος, χρειάζεται η ίδια η ανθρώπινη ΕΡΓΑΣΙΑ, ή η δαπάνη ενέργειας από πλευράς των ανθρώπων που συντονίζονται μέσα στην παραγωγική διαδικασία. Χωρίς αυτή τη δαπάνη ενέργειας από πλευράς των ανθρώπινων όντων ούτε η γη, ούτε οι πρώτες ύλες, ούτε τα υπόλοιπα παραγωγικά εργαλεία (δρεπάνι, σφυρί, αργαλειός ή βιομηχανία είναι αυτή) δεν θα μπορούσαν να αυξήσουν το επενδυμένο κεφάλαιο, το οποίο μονάχα στο τέλος του εργασιακού κύκλου είναι περισσότερο συμπαγές από το αρχικό.

Φυσικά, σε καπιταλιστικό καθεστώς το στοιχείο “εργασία” είναι έννοια που προκύπτει από τη στενή σημασία που αυτή έχει (δαπάνη ενέργειας και χρόνου από πλευράς των προλεταριοποιημένων-εργαζόμενων, δηλαδή αυτών που είναι εξαναγκασμένοι να πουλούν τους εαυτούς τους στο κεφάλαιο σε αντάλλαγμα του αναγκαίου για την επιβίωσή τους), όμως περιλαμβάνει χωρίς διάκριση το σύνολο των δραστηριοτήτων και των ανθρώπινων στιγμών που κινητοποιούνται μέσα στην παραγωγή του κέρδους : την δαπανόμενη ενέργεια των εργαζομένων με την στενή έννοια, το χρόνο που δαπάνησε ο καπιταλιστής ούτως ώστε να εκμεταλλευτεί καλύτερα το συντονισμό της ενέργειας των εργαζομένων, έτσι όπως και το χρόνο καθώς και το απαιτούμενο κεφάλαιο από πλευράς των χρηματοδοτικών δομών που είναι απαραίτητες μέσα στις διάφορες παραγωγικές διαδικασίες. Είναι αυτή ακριβώς η έννοια της εργασίας που-ενιαία με τις υπόλοιπες ιδεολογικές εκδοχές των διαφόρων επιστημών (θετικισμός, προοδευτισμός, ιστορισμός καθώς και όλων των υπολοίπων – ισμών) – στήριξε μέχρι σήμερα το σύστημα του κεφαλαίου-κράτους. Όχι τυχαία άλλωστε επινοήθηκε για την περίσταση το σλόγκαν: “Η εργασία εξευγενίζει τον άνθρωπο”, που συνοδεύει το σύστημα από την αρχική στιγμή της πρωτογενούς συσσώρευσης του κεφαλαίου και που σηματοδοτεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο το πέρασμα από την κυριαρχία του εμπορίου ως πηγής πλούτου, στην κυριαρχία της “εργασίας” ως πηγή συσσώρευσης του “πλούτου των εθνών”. ¨Όλες οι εκδοχές του “σοσιαλισμού”, συμπεριλαμβανομένου του αναρχισμού, δεν έθεσαν στην ουσία υπό αμφισβήτηση αυτή την ιδεολογία, έτσι ώστε, εξαιρουμένων των έντονων κριτικών στο καπιταλισμό για τα καταστρεπτικά και απάνθρωπα αποτελέσματα που αποτελούν την ίδια του τη φύση, επικράτησε η ιστορικιστική άποψη με έντονα μαρξιστικά χαρακτηριστικά (που όμως είχε προηγουμένως ευρέως υποστηριχθεί από τον Προυντόν καθώς και από άλλους πριν από αυτόν) σύμφωνα με την οποία ο καπιταλισμός (στην βιομηχανική του εκδοχή) θα αντιπροσώπευε την ανάπτυξη στο μέγιστο βαθμό των παραγωγικών δυνατοτήτων του ανθρώπινου είδους, καθορίζοντας έτσι την μακροσκοπική αντίφαση του ίδιου του καπιταλισμού, δηλαδή από τη μια την κοινωνικοποίηση της εργασίας (για την αναγκαία συλλογική βιομηχανική παραγωγή) και από την άλλη την ιδιωτική ιδιοποίηση (από πλευράς των καπιταλιστών) μέρους της συλλογικής εργασίας (το κέρδος). Η έλευση της επίλυσης της αντίφασης – η κοινωνικοποίηση του κέρδους σε ακολουθία της απαλλοτρίωσης των μέσων παραγωγής από πλευράς των εργαζομένων (προλεταριάτο) – θα αντιπροσώπευε στο μέλλον την υλοποίηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή τη δημιουργία της ισότιμης κοινωνίας μέσα στην οποία η εκμετάλλευση, η καταπίεση, η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο θα εξαφανίζονταν για πάντα από το πρόσωπο της γης (αναπαράσταση του μελλοντικού παραδείσου επί της γης χάρη στη δράση των ίδιων των δυνάμεων του ανθρώπινου είδους που θα ωρίμαζαν και θα αξιοποιούσαν κατά τη διάρκεια της ιστορίας τα αποφασιστικά στοιχεία προς την απελευθερωτική κατεύθυνση). Είναι μέσα στους κόλπους της “ιδεολογικο-πολιτισμικής” και υλικής κυριαρχίας του κεφάλαιου κράτους που ο αναρχισμός, επίσης κατά τη διάρκεια της πλήρους ωρίμανσης του επεξεργάστηκε, κατά τις δεκαετίες του περάσματος από τον δέκατο ένατο στον εικοστό αιώνα, το δικό του παράδειγμα, με τρόπο απόλυτα παρόμοιο, για την αλήθεια, με τα κόμματα και τα σοσιαλιστικά και κομουνιστικά κινήματα της εποχής του: η ειδική αναρχική οργάνωση και η αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, αντανακλούν την από τότε επικρατούσα αντίληψη του αναρχισμού, επικεντρωμένη επάνω στη συσπείρωση των προλεταριακών δυνάμεων μέσα σε ένα μέτωπο ικανό να πάρει στην κατοχή του τα σημαντικότερα παραγωγικά μέσα ώστε επιτέλους να τα κοινωνικοποιήσει με τη βία και να δώσει έτσι ζωή στην νέα “ελευθεριακή κοινωνία”. Η “υλική στιγμή”, ή όλα αυτά που σχετίζονται με την παραγωγή των εμπορευμάτων και κατά συνέπεια αφορά την “εργασία” και το “κέρδος”, δηλαδή την ίδια την ουσία που κυριαρχεί την καπιταλιστική κοινωνία, δεν τέθηκε ποτέ υπό συζήτηση από πλευράς καμιάς εκδοχής του σοσιαλισμού αλλά αντίθετα παραπέμφθηκε μέσα στην κεντρική υπόθεση της προφασιζόμενης απελευθερωμένης αυριανής κοινωνίας.

Μέσα στα πλαίσια μιας παρόμοιας οπτικής είναι συνεπής η στόχευση, επίσης και από πλευράς του αναρχισμού, γύρω από τον κόσμο της εργασίας, ειδικότερα επάνω στο προλεταριάτο και στους μηχανισμούς της εκμετάλλευσής του (εξαγωγή του κέρδους), πάνω στους οποίους θα ασκηθεί πίεση με στόχο την ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων, την επανάσταση διαμέσου της αναπόφευκτης γενικευμένης εξέγερσης που θα καταστήσει εφικτή την απαλλοτρίωση, από πλευράς των εργαζομένων, των κύριων και σημαντικότερων μέσων παραγωγής. Είναι προφανές, σύμφωνα πάντα με αυτή την αντίληψη, ότι τα κυρίαρχα μέσα παραγωγής σε καπιταλιστικό καθεστώς θεωρούνται απαραίτητα και αναγκαία επίσης και μέσα στην απελευθερωμένη κοινωνία! Από το γεγονός αυτό πηγάζει η προσοχή για τη διασφάλισή τους κατά τη διάρκεια της εξεγερσιακής επαναστατικής διαδικασίας με στόχο την μελλοντική χρήση τους. Δεδομένων αυτών των πραγμάτων, η επαναστατική συνδικαλιστική οργάνωση, εμπνευσμένη από τις αρχές του αναρχισμού, καθίσταται ο μοχλός διαμέσου του οποίου είναι δυνατό να επιχειρηθεί το πέρασμα στην αναρχία. Αν η ρωσική επανάσταση του 1917 φαίνεται να επιβεβαιώνει όσο αφορά συγκεκριμένες εκδοχές την αναρχική αντίληψη και ο ίδιος ο αναρχοσυνδικαλισμός ενδυναμώνεται, η λενινιστική μπολσεβίκικη αντεπανάσταση καθορίζει ένα πρώτο μπλοκάρισμα, στο βαθμό που ο καλύτερος “ρωσικός” αναρχοσυνδικαλισμός που επέζησε από την κομουνιστική εξόντωση και εξαναγκάστηκε στην εξορία, γοητευμένος μ΄ενα συγκεκριμένο τρόπο από τις μπολσεβίκικες μεθόδους προωθεί την υπόθεση μιας ειδικής οργάνωσης-αυστηρά πειθαρχημένης- η οποία θα μπορούσε υποθετικά να ανταγωνιστεί το λενινιστικό κόμμα: την “Πλατφόρμα του Άρσινοφ”.

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια παντομίμα προφάσεων αποτελεσματικότητας με κομματικές αξιώσεις, η οποία δεν κατόρθωσε ποτέ να υπερβεί την κριτική ανάλυση των πιο επιφανών αναρχικών της δεκαετίας του είκοσι του περασμένου αιώνα (Ερίκο Μαλατέστα, Καμίλο Μπερνέρι, Αλεξάντερ Μπέρκμαν, Έμμα Γκόλντμαν, μεταξύ άλλων). Είναι βέβαιο ότι η επικρατούσα άποψη της μεγάλης πλειοψηφίας του αναρχισμού της εποχής εκείνης δεν υπέβαλε ποτέ στο φως της κριτικής τα θεμέλια της καπιταλιστικής κοινωνίας και διατήρησε έτσι την εργασία ως σπονδυλική στήλη του επαναστατικού αναρχικού σχεδίου και κατά συνέπεια τον ίδιο τον αναρχοσυνδικαλισμό ως κύριο άξονα. Θα είναι ακριβώς μέσα στα πλαίσια της ισπανικής επανάστασης του 1936-39 που θα αναδυθούν σε όλη τους την αρνητική έκταση ορισμένα από τα μακροσκοπικά όρια αυτής της ιδιάζουσας αντίληψης που θεώρησε ανέκαθεν προνομιακή μια ιδιαίτερη στιγμή της ανθρώπινης εμπειρίας όταν αντίθετα θα έπρεπε να διευκολύνει τη συμβίωσή της με όλες τις άλλες στιγμές της ζωής. Η “εργασία”, με όποιο τρόπο και αν εννοηθεί, έτσι όπως κάθε άλλο στοιχείο της ζωής και του ίδιου του αγώνα ενάντια σε κάθε σύστημα κυριαρχίας, δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει, μέσα στην ελεύθερη από κάθε καταναγκασμό ζωή, καμιά απολύτως προνομιακή στιγμή πάνω στην οποία να “προσαρμοστούν” όλες οι υπόλοιπες στιγμές. Είναι μέσα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας και του κράτους, στο οποίο καθίσταται απολύτως αναγκαία η εξαγωγή της υπεραξίας (του κέρδους) ώστε να καλυφθούν οι αναγκαιότητες του κεφαλαίου και της γιγαντιαίας γραφειοκρατικής, στρατιωτικής, πολιτικής και ιδεολογικής μηχανής που τους αντιστοιχεί, που η “υλική βάση”, δηλαδή η εργασία και η οργάνωση της παραγωγής, αντιπροσωπεύει τον θεμελιώδη πυλώνα πάνω στον οποίο πρέπει να προσαρμοστούν, επιλέγοντάς τα, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του πολύπλοκου συνόλου της ανθρώπινης ζωής. Είναι μέσα στο πλαίσιο του κράτους-κεφαλαίου που βρίσκει “λόγο ύπαρξης” η διάσπαση της ζωής του ανθρώπου σε “χρόνο εργασίας”, “ελεύθερο” χρόνο, χρόνο “ανάπαυσης” κ.λ.π. μέχρις ότου οι ίδιες οι αναγκαιότητες του κεφαλαίου και του κράτους-και βρισκόμαστε ήδη στην εποχή μας-ζητούν όχι την “υπέρβαση” της διάσπασης της ζωής, αλλά αντίθετα την εναλλαγή των διαφόρων στιγμών, έτσι ώστε να απομειώσουν τη ζωή μέσα στην ολότητά της σε μια μοναδική (εναλλασσόμενη) λειτουργία εξαρτώμενη από τις ίδιες τις ροές της “παραγωγής”: η ζωή είναι πάντοτε και μονάχα χρόνος της “εργασίας”, δηλαδή χρόνος του εμπορεύματος και άρα του κέρδους.

Ο εννοιολογικός ορίζοντας που ο δυτικός μοντερνισμός (κράτος-έθνος και κεφάλαιο) καθόρισε σε πλανητικό επίπεδο κατά τη διάρκεια της θυελλώδους ιστορίας του-στο εσωτερικό του οποίου κυριαρχεί η “εργασία”-έχει σε τέτοιο βαθμό διεισδύσει μέσα στο συλλογικό ασυνείδητο και μέσα στην ίδια την αντίληψη της ζωής των ατόμων που κατόρθωσε να δομήσει τη μορφή των συμπεριφορών και της σκέψης μας έχοντας επιβληθεί σαν “παγκόσμια” συσκευή αντίληψης της ίδιας της πραγματικότητας στην υπηρεσία της ανθρώπινης εξημέρωσης που απαγορεύει την ανάπτυξη της έμφασης και της ίδιας της δύναμης της εξέγερσης, παραχωρώντας ολοένα και περισσότερο χώρο στις υπερβολές της θετικότητας. Το γεγονός αυτό είναι σε τέτοιο βαθμό αληθινό που κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών-σε ακολουθία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης η παραδοσιακή επαναστατική κριτική δεν κατόρθωσε να γρατζουνίσει έστω και ελάχιστα το σύστημα κυριαρχίας : όλες οι απόπειρες “αλλαγής” παρέμειναν πιασμένες μέσα στις παγίδες του.

Επικεντρώνοντας τώρα επάνω στον αναρχικό χώρο, χρειάζεται να σημειώσουμε ότι στο εσωτερικό των δικών μας καταστάσεων, μονάχα η εξεγερσιακή-αφορμαλιστική τάση-έχοντας φτάσει στις έπακρο των θεωρητικο-πρακτικών της συνεπειών-ήταν σε θέση να διανοίξει τις πόρτες σε ένα ισχυρό μήνυμα ανυπακοής ενάντια σε κάθε εξουσία, καθιστώντας επιτεύξιμο τον αντικαπιταλιστικό και αντικρατικό αγώνα στις ημέρες μας, κατορθώνοντας να θέσει υπό συζήτηση και να αντιμετωπίσει την υφιστάμενη κοινωνική πολιτική, προσαρμόζοντας έτσι τον αναρχικό αγώνα στην πραγματικότητα της σύγχρονης εκμετάλλευσης και καταπίεσης δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αναγκαία καταστροφή της εργασίας. Και είναι ακριβώς με αφετηρία την καινούρια εκδοχή της “εργασίας” που προέκυψε από την εφαρμογή την νέων τεχνολογιών, που κατέστη εφικτό το καινούριο παραγωγικό μοντέλο απομειώνοντας στο ελάχιστο την συμβολή της ανθρώπινης ενέργειας στον εργασιακό και μεταποιητικό κύκλο των εμπορευμάτων. Κατά τρόπο ώστε αυξήθηκε υπέρμετρα η προσαρμογή του ανθρώπινου μυαλού στις αναγκαιότητες του εμπορεύματος, απαλλοτριώνοντάς μας από την ίδια την ικανότητα να διακρίνουμε μεταξύ πραγματικών και τεχνητά δημιουργημένων αναγκών, καθορίζοντας έτσι την εναλλαγή μεταξύ πραγματικών και εικονικών αγαθών, και εκτελωνίζοντας σε τελική ανάλυση την καινούρια έκδοση του αρεστού στον καπιταλισμό σλόγκαν: “η εργασία κινητοποιεί τον άνθρωπο” στη θέση του ξεπερασμένου πλέον “η εργασία εξευγενίζει τον άνθρωπο”. Ήδη κατά τη διάρκεια της ώριμης βιομηχανικής εποχής “εφευρέθηκαν” αφάνταστα εμπορεύματα (σκεφτόμαστε τα πλαστικά), πέρα από προϊόντα ευρείας κατανάλωσης που παρόλα αυτά ικανοποιούν μονάχα επίπλαστα δημιουργημένες ανάγκες. Η διαφήμιση δεν είναι η απλή γνωστοποίηση ενός κάποιου εμπορεύματος, είναι επίσης ένα προϊόν καθαυτό, του οποίου η κατανάλωση παράγει κέρδος για όσους δεν βρίσκονται σε καμία περίπτωση μέσα σε κάποιο κύκλο παραγωγής πραγματικών αγαθών! Οι άνεργοι, οι “αιώνιοι” χωρίς εργασία, πέραν του να αντιπροσωπεύουν μια χρήσιμη απειλή στα αιτήματα των απασχολουμένων μέσα στους διαφορετικούς παραγωγικούς τομείς ,είναι επίσης παραγωγοί πραγματικού κέρδους τη στιγμή κατά την οποία καταναλώνουν “τη διαφήμιση”.

Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα αξιοποιήθηκε σε υπερβολικό βαθμό τη στιγμή κατά την οποία το σύστημα επεκτάθηκε έξω από κάθε μέτρο, διαμέσου της καθημερινής τοποθέτησης σε παγκόσμιο επίπεδο νέων τεχνολογιών ολοένα περισσότερο συστηματοποιημένων μέσα σε ένα συνολικό σύστημα απόλυτα διασυνδεμένο (σε πραγματικό χρόνο). Η λεηλασία κάθε μορφής φυσικού πλούτου μετατρέπει κάθε ζώντα οργανισμό, μεταβάλλοντάς τον σε μη αναπαραγόμενο αυτόνομα εμπόρευμα: το ίδιο το ανθρώπινο ον μαζί με τα άλλα ζώα προσαρμόζεται σιγά-σιγά στις αναγκαιότητες ολικής απαλλοτρίωσης από πλευράς των μονοπωλίων και ο ανταγωνισμός μεταξύ των κολοσσών των τεχνοεπιστημών κομίζει κάθε μέρα καινούριες αναπροσαρμογές που ξεκληρίζουν τους λίγους εναπομείναντες χώρους αυτονομίας και άγριας φύσης, είτε αφορά τους ζώντες οργανισμούς είτε τα οικοσυστήματα στο σύνολό τους.

Η ανταγωνιστική στρατηγική να φτάσεις πρώτος να εφεύρεις-προσθέσεις κάτι το ανέκδοτο με στόχο να κυριαρχήσεις στην πολλά υποσχόμενη αγορά του μετα-βιομηχανισμού, έχει μεταβληθεί σε ένα καθημερινό αγώνα όπου οι άνθρωποι, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ρουφηγμένοι μέσα στη δίνη δίχως πάτο του νεωτερισμού, αναπαράγουν το σύστημα της καταστροφής, καθορίζουν την εξάντληση κάθε φυσικής πηγής πλούτου, τη μόλυνση κάθε περιβάλλοντος χώρου σε μη αναστρέψιμα επίπεδα και πάνω από όλα πολεμικές συγκρούσεις ολοένα περισσότερο τυφλές και αιματηρές καθώς και ατιμώρητες γενοκτονίες παγκόσμιας εμβέλειας και χαρακτήρα. Μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο, όπου η ίδια η παραγωγική μηχανή είναι αντικειμενικά προγραμματισμένη στη μεταβατικότητα και στην άμεση μεταβλητότητα σύμφωνα με τους ρυθμούς της φευγαλέας κατανάλωσης και της άλλο τόσο φευγαλέας προσωρινότητας του εμπορεύματος, εικονικά υποκείμενης στις εναλλαγές των ορέξεων από πλευράς της ασταμάτητης διαφημιστικής εκστρατείας του “νεωτερισμού”, η παραδοσιακή εργασία που εκτελούνταν από πλευράς αυτού του υποκειμένου που κάποτε ήταν το προλεταριάτο απώλεσε οποιαδήποτε λειτουργικότητά της. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη από τον ειδικό, από το επαγγελματικό εργατικό δυναμικό, από την εργασιακή ικανότητα του εργάτη, ξεπερασμένου από την ίδια τη στανταρντοποίηση και από την υπερηχητική ταχύτητα των επιβαλλόμενων ρυθμών από πλευράς της τεχνολογικοποίησης ολοκλήρου του παραγωγικού κύκλου. Αυτό το οποίο ζητείται τώρα είναι η πλήρης διαθεσιμότητα, ημέρα και νύχτα, 365 ημέρες το χρόνο, σε ελαστικά ωράρια πάνω στη βάση της άμεσης και επείγουσας παραγγελίας που πρέπει να ικανοποιηθεί πριν ο ανταγωνιστής να είναι σε θέση να κάνει το ίδιο και σε τιμές ακόμη περισσότερο εξευτελιστικές.

Αυτό το πράγμα που κάποτε φαινόταν ότι είναι (και υπήρχε η πίστη ότι ήταν) το πιο ισχυρό όπλο των εργαζομένων, το οργανωτικό εργαλείο και ο συνδικαλιστικός αγώνας, μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο όχι μονάχα αντιπροσωπεύει ένα ανίσχυρο όπλο στην υπηρεσία αυτού του ίδιου του εντελώς εξωφρενικού συστήματος, αλλά επιπλέον προσλαμβάνει τον ρόλο ενός από τους κύριους πυλώνες του μαζί με άλλα στηρίγματα όχι λιγότερο σημαντικά. Αυτό το πράγμα συμβαίνει για τον απλό λόγο ότι το συνδικάτο προσαρμόζει στις αναγκαιότητες του συστήματος την ίδια τη διαθεσιμότητα του εργατικού δυναμικού, δηλαδή των υφισταμένων κοινωνικών στρωμάτων απομειωμένων σε ένα απλό παράρτημα του συστήματος-μηχανής.

Ας προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε καλύτερα αυτό το ζήτημα, με στόχο να το αποσαφηνίσουμε άπαξ και δια παντός. Η χρήση της ατμομηχανής και στη συνέχεια ο κινητήρας εσωτερικής καύσης και η ηλεκτρική ενέργεια, επέτρεψαν την αντικατάσταση της ανθρώπινης και της ζωϊκής ενέργειας, καθώς και των άλλων φυσικών δυνάμεων (νερό και άνεμος) σαν κινητήριας δύναμης, και έτσι προέκυψε η γιγαντιαία βιομηχανική ανάπτυξη των τελευταίων δύο αιώνων. Τα παραγόμενα σε ευρεία κλίμακα αγαθά, παρότι εμπορευματοποιημένα μέσα στο καπιταλιστικό κρατικό σύστημα ικανοποιούσαν, στο σύνολό τους, πραγματικές ανάγκες των καταναλωτών τους. Ο ορίζοντας μέσα στον οποίο οι επαναστατικές δυνάμεις αντιλαμβάνονταν το μετασχηματισμό της κοινωνίας, εναπόθετε στην παραγωγή των αναγκαίων αγαθών για την ύπαρξη του ανθρώπου, παρότι δεν έθετε σε συζήτηση τον ίδιο τον καπιταλισμό, μια αναμφισβήτητη αξία: τα παραγόμενα αγαθά, οι ανακαλυμμένες ενεργειακές πηγές που εφαρμόζονταν ακολούθως στη βιομηχανία, η κατασκευή νέων εργαλείων εργασίας και παραγωγής ( σκεφτόμαστε τα τρακτέρ για το όργωμα της γης, το τρένο για την μεταφορά των ανθρώπων και των εμπορευμάτων, κ.λ.π.) φαίνονταν ότι ήταν απαραίτητα ακόμη και μέσα στην μετεπαναστατική κοινωνία. Η συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων της βιομηχανίας και της γης, εννοούμενη στην επαναστατική της έννοια, προέκυπτε συνεπής με το σύνολο των αιτημάτων του προλεταριάτου που απαιτούσαν αξιοπρεπείς μισθούς, ωράρια εργασίας προσαρμοσμένα σε μια ανεκτή διαβίωση, συνθήκες υγείας στους τόπους εργασίας και κατάκτηση ολοένα περισσότερο βελτιωμένων κοινωνικών συνθηκών (συντάξεις, κοινωνική ασφάλιση εγγυημένη σε όλους, κ.λ.π.), αλλά όταν μια φάλαγγα ενσυνείδητων εκμεταλλευομένων έβαλε στόχο της να εκπορθήσει και να απαλλοτριώσει τους ιστορικούς απαλλοτριωτές των μέσων παραγωγής με σκοπό να πραγματοποιήσει την 8κοινωνικοποιημένη αυτοδιαχείριση, όχι μονάχα των εργαλείων παραγωγής αλλά και της ίδιας της εργασίας και ολόκληρου του καρπού της, αυτό το ισχυρό όπλο (η συνδικαλιστική οργάνωση) προκύπτει ανεπαρκής.

Βεβαίως, ούτε οι ίδιοι οι αναρχικοί υπήρξαν ικανοί να διακρίνουν-πλην αξιέπαινων σποραδικών εξαιρέσεων που μόλις όμως άγγιζαν την επιφάνεια- την ίδια την γιγαντιαία αντίφαση κάθε μορφής συνδικαλισμού που αποτελείται από την αναγκαία διαπραγμάτευση με τον ταξικό εχθρό μέσα στους μερικούς αγώνες καλυτέρευσης των άμεσων συνθηκών! Ο τελικός στόχος, στην πραγματικότητα, ήταν η ανακοίνωση της επικείμενης επανάστασης, περνώντας επάνω από το ζήτημα βάθους. Έτσι όπως περνούσαν επάνω και από άλλα ζητήματα που αντίθετα σήμερα παρουσιάζονται χωρίς καμιά πλέον δυνατότητα αναβολής λόγω της κρισιμότητάς τους σκεφτόμαστε για παράδειγμα τη μόλυνση της γης, του υδροφόρου ορίζοντα και της ατμόσφαιρας ή την ίδια την εξάντληση των φυσικών πόρων, ή την εξαφάνιση των ειδών και πολλών άλλων, ακριβώς για να έχουμε μια ιδέα σε τι ακριβώς πράγμα αναφερόμαστε. Η επικρατούσα αντίληψη του τελικού στόχου που βρίσκεται προ των πυλών, καρπού των ίδιων των συνθηκών του κυρίαρχου βιομηχανικού καπιταλισμού, έκανε να ωριμάζει ταυτόχρονα μέσα στην εργαζόμενη τάξη αυτό το πράγμα που θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε σαν μια πραγματική και καθαυτή “κουλτούρα”, ή μια “τάξη του κόσμου” όπου τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από την εργασία : εργασία ως κέντρο της ζωής, των γνώσεων, των διαπροσωπικών σχέσεων και της σχέσης μεταξύ των ατόμων και της φύσης, εννοούμενη αυτή η τελευταία σαν χώρος/ανεξάντλητο αντικείμενο στη διάθεση για την ικανοποίηση των αναγκών των ανθρώπων (έτσι μια παρόμοια ανθρωποκεντρική θέση προέκυπτε επίσης σαν μια “αξιοζήλευτη” κληρονομιά που ο καπιταλισμός θα άφηνε στην μελλοντική ελεύθερη κοινωνία!).

Σήμερα, μέσα σε συνθήκες ολικής δομικής αλλαγής του καπιταλισμού, με παραγωγικά συστήματα διαμορφωμένα στην επεξεργασία εμπορευμάτων που ικανοποιούν ως επί το πλείστο επίπλαστες / ψευδείς ανάγκες χρήσιμων απλά για να ενσωματώσουν την ολική χειραγώγηση του υπάρχοντος, μέσα σε γενικευμένες κοινωνικές συνθήκες όπου το περιττό έχει καμουφλαριστεί σε αναγκαίο και που τα ίδια τα αποκαλούμενα μέσα παραγωγής είναι λειτουργικά αποκλειστικά στην αναπαραγωγή παρομοίων εμπορευμάτων- ποια ακριβώς κληρονομιά θα μας έμενε στα χέρια αν όχι αυτή που σήμερα μεταβάλλεται και μας μεταβάλει σε σκουπίδια ; Τι “εργασία” θα κληρονομήσουμε αν όχι αυτή του παραρτήματος των “μηχανών” που ταξιδεύουν για δικό τους λογαριασμό είτε αφορά τους ρυθμούς, είτε αφορά τις μορφές, είτε τα αντικείμενα, εμπορεύματα που έχουν κατακλύσει την ύπαρξη μας και που καταστρέφουν την ίδια τη ζωή έτσι όπως τη γνωρίζαμε λίγο καιρό πριν ; Τι είδους γνώση θα μπορούσαμε ποτέ να κληρονομήσουμε αν όχι αυτή τη μίζερη που προέκυψε από την επιχειρημένη κατά τις τελευταίες δεκαετίες απαλλοτρίωση από πλευράς ενός συστήματος ενσωματωμένων τεχνολογιών που αναπτύχθηκαν για αυτόν ακριβώς το σκοπό, παράλληλα με τη χειραγώγηση κάθε ζώντος οργανισμού, έτσι ώστε να απομειωθεί στο μηδέν η ανθρώπινη ικανότητα, η προσωπικότητα και η εφευρετικότητα; Τι “κουλτούρα”θα μπορούσαμε να κληρονομήσουμε; Θα μπορούσε ίσως ένα συνονθύλευμα στάσεων, συμπεριφορών, “ικανοποιήσεων”-εξαρτώμενων από την αλλοτρίωση απελπισμένων που γαντζώνονται πάνω στα εμπορεύματα που καταναλώνουν ή που επιθυμούν να καταναλώσουν μέσα σε μια ολοένα περισσότερο ορμητική δίνη που τους καθιστά παραγωγούς και αναπαραγωγούς του συστήματος και που τους απομείωσε σε ενσωματωμένα παραρτήματα των μηχανισμών παραγωγής πραγματικών και εικονικών εμπορευμάτων-, να προσφέρει ένα διαφορετικό όνειρο που να μην είναι άλλο από την αντιγραφή ειδικά μελετημένων μοντέλων για αποπροσωποποιημένα όντα; Η, μήπως, θα κληρονομήσουμε αυτή την αποσύνθεση των κοινωνικών σχέσεων-που εξατμίστηκαν μέσα στην κονιορτοποίηση της παραδοσιακής βιομηχανίας και τη μετατροπή της σε αυτοματοποιημένα εργαστήρια και πληροφορικές υποδομές- όπου η αβεβαιότητα, η ολική δουλεία, η εναλλαξιμότητα των χεριών, καθιστά εξαθλιωμένους όλους τους εργαζόμενους στο ίδιο επίπεδο και ωστόσο ταυτόχρονα απόλυτα άχρηστους ;

Βέβαια, υπάρχουν εδώ και εκεί, μέσα στον Πρώτο όπως και στους άλλους εξαρτώμενους κόσμους, θύλακες πραγματικής και καθαυτής κουλτούρας, γνώσεων, τοπικών παραδόσεων, σχέσεων, γλωσσικών κωδίκων, ανθρώπινων συμπεριφορών, μέσα σε χωριά και κοινότητες περισσότερο ή λιγότερο μεγάλες, τόποι εργασίας και κοινωνικοί χώροι που παραμένουν στα περιθώρια του συστήματος! Όμως πρόκειται περί καταστάσεων που σε κάθε περίπτωση, μέσα στο γενικό πλαίσιο μετρούν πολύ λίγο, και των οποίων η επιβίωση μέχρι σήμερα οφείλεται περισσότερο στην απουσία συγκυριακών συμφερόντων και αδυναμιών του σύγχρονου κεφαλαίου κράτους, παρά σε μια δική τους καθαυτή ζωτικότητα. Είναι πάντα οι κυρίαρχοι σχηματισμοί που μετρούν και επιβάλλουν τον κανόνα, αυτοί ακριβώς που ενσωμάτωσαν μέσα στους μηχανισμούς τους κάθε μορφή εκδήλωσης της ζωής. Αν λοιπόν από παρόμοιους κυρίαρχους σχηματισμούς δεν έχουμε να κληρονομήσουμε απολύτως τίποτα – εκτός και αν με τη σειρά μας τρέφουμε την ψευδαίσθηση και είμαστε πεισμένοι ότι το σύγχρονο μοντέλο πολιτισμού (μέσα στις υλικές και τις πνευματικές του διαστάσεις) είναι χρήσιμο για την οικοδόμηση βιώσιμων κοινωνικών χώρων για όλα τα έμβια όντα, χωρίς κυβερνήτες και κυβερνούμενους, σκλάβους και αφεντικά, χωρίς γένη και ανδροκρατικά προνόμια-, τότε είναι απόλυτα συνεπές το συμπέρασμα ότι τα πάντα πρέπει να καταστραφούν. Και αν επιπλέον αναγνωρίζουμε ότι το “προλεταριάτο”, μέσα στην εκδοχή του ως “εργατική τάξη”- ή ως “συμπαγής και πραγματικά επαναστατική τάξη” που ωρίμασε τη συνείδησή του (ως “καθαυτή και για τον εαυτό της τάξη”), μεταβαλλόμενο σε “ιστορικό υποκείμενο” και κατά συνέπεια σε αντίπαλη δύναμη στο κράτος-κεφάλαιο, προορισμένο να καταστρέψει την ιδιωτική ιδιοκτησία και να οικοδομήσει την κομουνιστική κοινωνία – εξαφανίστηκε από το πρόσωπο της γης κατόπιν της αναδιάρθρωσης του καπιταλιστικού συστήματος, θα έπρεπε σε αυτή την περίπτωση να αποδεχτούμε επίσης ότι προκύπτει ως μια απόλυτη ψευδαίσθηση να εναποθέσουμε τις εξεγερσιακές μας επιθυμίες σε κάτι το εντελώς ανύπαρκτο. Και είναι επίσης άλλο τόσο συνεπές ότι το συνδικάτο-η οργάνωση των εργαζομένων, ή αυτό το πράγμα που θεαματικά θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως η παρούσα προσποίηση της οργάνωσης των εργαζομένων που είναι ενσυνείδητοι όσο αφορά τη λειτουργία τους μέσα στον ταξικό αγώνα δεν μπορεί παρά στις σημερινές συνθήκες να επιτελεί λειτουργίες συνενοχής και προσαρμογής, σταθεροποίησης και εξορθολογισμού των νέων μορφών εκμετάλλευσης, καταπίεσης και εξαγωγής του κέρδους, αναγορεύοντας τον εαυτό του σε έναν από τους ντε φάκτο θεμελιώδεις πυλώνες του κυρίαρχου συστήματος. Το γεγονός αυτό είναι τόσο αληθινό στο βαθμό που παράλληλα εξαφανίστηκε από το νοητικό ορίζοντα των ανθρώπων κάθε υπόθεση μελλοντικού παραδείσου επί της γης πέρα από τη στιβαρή επικυριαρχία των δομών του κεφαλαίου-κράτους! Δεν μας απομένει λοιπόν παρά να εξάγουμε ένα πρώτο συμπέρασμα, άπαξ απομακρύνθηκε η ομίχλη που σκέπαζε την ανάγνωση της παρόντος καπιταλιστικού σχηματισμού: από το σύγχρονο ιστορικό παρόν, και ειδικότερα από τον σχηματισμό της “εργασίας”, δεδομένου ότι δεν υφίσταται τίποτε απολύτως που να είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί μέσα σε ένα υποθετικό απελευθερωμένο μέλλον, πρέπει να καταστραφούν συθέμελα τα πάντα . Αν κάτι από όλα αυτά κατόρθωνε να παραμείνει όρθιο θα αντιπροσώπευε το άμεσο βάθρο πάνω στο οποίο θα στηρίζονταν καινούριες μορφές συγκεντρωτικής εξουσίας και άρα κυριαρχίας πάνω σε ολόκληρη τη ζωή.

Η συνειδητοποίηση της σοβαρότητας και της δριμύτητας των τωρινών συνθηκών επιβάλλει, από την άλλη πλευρά, την επείγουσα ανάγκη της καταστροφής. Η ταχύτητα με την οποία οι τωρινοί μηχανισμοί εκμετάλλευσης επιβάλλονται, καταστρέφοντας με ανεπανόρθωτο τρόπο όλα αυτά τα οποία ακόμη απομένουν από τη ζωή και από το φυσικό περιβάλλον που δεν έχει ακόμη πληγεί ανεπανόρθωτα, καθορίζει αυτήν ακριβώς την άμεση αναγκαιότητα της καταστροφής τους :  α) για να αποφευχθεί ώστε να ολοκληρωθεί το σχέδιο του θανάτου και της μεταβολής, η καταστροφή ολόκληρης της άγριας φύσης, η εξάντληση των εναπομείναντων φυσικών πόρων, η ολοκληρωτική καταστροφή των οικοσυστημάτων, η ρομποτοποίηση των ανθρωπίνων και των υπολοίπων όντων! β) για να διακοπεί η κεντρομόλος δύναμη της οριστικής πλανητικής συγκεντροποίησης της κυριαρχίας, σε διαφορετική περίπτωση στο άμεσο μέλλον θα γίνουμε απλοί παρατηρητές του ακόμη μεγαλύτερου και αναπότρεπτου κατακερματισμού κάθε υπόθεσης αυτόνομης ζωής και ανθρώπινης ελεύθερης συμβίωσης, ήδη ισχυρά πληγμένων από το ξερίζωμα και από το άδειασμα κάθε αυθεντικού τους ιστορικο-πολιτισμικού χαρακτηριστικού και της διασποράς του μέσα στο καταναλωτικό λαβύρινθο και την πιο τυφλή εξάρτηση. Διαπιστώσαμε στην αρχή αυτού του κειμένου την ισχυρή αναγέννηση του αναρχισμού στις ημέρες μας, με ιδιαίτερη έμφαση στην αφορμαλιστική και εξεγερσιακή του τάση πού είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη σε μερικές περιοχές του πλανήτη, καθιστώντας εμφανές με ποιο τρόπο οι πολύμορφες σύγχρονες δυναμικές κατόρθωσαν όχι μόνο να υπερβούν την απολίθωση του κινήματος – γοητευμένου ακόμη και σήμερα σε μεγάλο βαθμό από θέσεις που ανάγονται στο δέκατο ένατο αιώνα και θεωρητικές αγκυλώσεις που αφορούν την οργάνωση και τους τρόπους επίθεσης ενάντια στο σύστημα της κυριαρχίας- , αλλά κατόρθωσαν επίσης να εντοπίσουν τα διάφορα αδύνατα σημεία του συστήματος στο σύνολό του. Είναι ακριβώς με αφετηρία αυτό τον διαλογισμό, που καθίσταται αναγκαίο να αλλάξουμε κατεύθυνση κατά 360 μοίρες αν θέλουμε πραγματικά να προκύψουμε πολύ πιο αποτελεσματικοί αναφορικά με την επιθετική δυναμική μας. ¨Όμως αυτό θα μπορούσε να συμβεί μονάχα με την προϋπόθεση να επιτυγχάναμε να συσπειρώσουμε όλες τις διαθέσιμες δυναμικές, με τρόπο ώστε να αντιπροσωπεύσουμε μια θεωρητικό-πρακτική δύναμη σε θέση να επικεντρώσει την επίθεση και να την κατευθύνει σε καταστρεπτική διεύθυνση ενάντια στα στρατηγικά σημεία της κυριαρχίας. Είναι προφανές, πράγματι, ότι καμιά ατομική δράση ή σε επίπεδο ομάδας, όσο και αποτελεσματική θα μπορούσε να είναι, δεν είναι παρόλα αυτά σε θέση να βυθίσει το μαχαίρι μέχρι το κόκαλο του εχθρού έτσι ώστε να καθορίσει την πτώση του! Στη καλύτερη περίπτωση θα είναι σε θέση να του προξενήσει κάποιο τραυματισμό, από τον οποίο αυτός θα ανανήψει σύντομα. Αυτό ακριβώς υπήρξε το σενάριο το οποίο αντιμετωπίσαμε κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Όμως μπορούμε και πρέπει να κάνουμε περισσότερα. Ξεπερνώντας όρια και ελλείψεις, θρυμματίζοντας το εννοιολογικό πλαίσιο που μεταβάλει σε θερμοκήπιο όλα αυτά που συμβαίνουν στις ημέρες μας, ξεριζώνοντας – από σήμερα – οποιαδήποτε δυνατότητα αναδιάρθρωσης των μηχανισμών ελέγχου και ενισχύοντας στο έπακρο όλη την ενέργεια που αποκαλύφθηκε μέχρι τώρα, τόσο σε όρους ανάλυσης όσο και σε όρους καταστρεπτικής επίθεσης, εμποδίζοντας με κάθε τίμημα να πισωγυρίσουμε παραμένοντας ακινητοποιημένοι από το φόβο. Μονάχα δια μέσου του γενικευμένου ξεπεράσματος της ιδεολογικό-ηθικιστικής αντιπαράθεσης “νομιμότητα / παρανομία” και την πρακτική του διαρκούς ατομικού και ομαδικού αυτοκαθορισμού θα μπορέσουμε να καταστρέψουμε την “εργασία” και την κοινωνία που την παράγει.

ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΙΑΡΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ: ΓΙΑ ΤΗ ΡΙΖΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΥΠΑΡΧΟΝΤΟΣ

“Αντικρίζοντας κατά μέτωπο τον εχθρό, χωρίς διαμεσολαβήσεις ούτε διαβουλεύσεις: ιδού η μορφή και το σύμβολο μιας πρακτικής παρέμβασης, αναρχικής δυναμικής και κατεύθυνσης”

Ραφαέλ Σπόζιτο

Ας το θέσουμε με τους εξής όρους: ίσως να μην πρόκειται για ένα απλό ζήτημα “πίστης”, όμως πρέπει να αποδεχτούμε ότι δεν υπάρχει περισσότερο κουφός από αυτόν που δεν θέλει να ακούσει και περισσότερο τυφλός από αυτόν που δεν θέλει να δει. Ωστόσο είναι από την αρχή μια χαμένη μάχη καθώς και απόσπαση ενεργειών από την επίθεση, να δοκιμάσεις να πείσεις τους αιώνιους θεματοφύλακες των “αγίων γραφών” αναφορικά με την επείγουσα αναγκαιότητα της ανανέωσης της θεωρίας μας και της πρακτικής μας συνοδευόμενης φυσικά από ένα σύγχρονο επαναπροσδι ορισμό των χαρακτηριστικών μας. Όλοι αυτοί που δεν αισθάνονται ούτε θέλουν να δουν την αναγκαιότητα μιας νέας πορείας του αναρχισμού μέσα στα σύγχρονα πλαίσια – απέναντι από την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου και του κράτους, υπό το καθεστώς των νέων τεχνολογιών – είναι ακριβώς αυτοί που συσσωρεύουν το σύνολο των εμποδίων ενάντια στα οποία συγκρούεται η παρούσα ανάπτυξη του αναρχισμού. Όσοι ακόμη παραμένουν γαντζωμένοι στο παραδοσιακό μοντέλο του “κλασσικού αναρχισμού”, με τις οργανώσεις σύνθεσης του και / ή τα εξειδικευμένα κόμματα- δομημένες σκληρωτικά σε αυθεντικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς όπου, αναπόφευκτα, εξουσιοδοτούνται αναλυτικές μελέτες και επεξεργασίες συμπερασμάτων, κάνοντας εξ άμβωνος κατήχηση αναφορικά με το τι να κάνουμε για να αντιπαρατεθούμε στην προέλαση της κυριαρχίας – δεν κομίζουν πλέον απολύτως τίποτε με την ιδεολογικοποιημένη άποψή τους καθώς και την ίδια την ισχνή τους εκδοχή του ακρατικού αγώνα. Και στην περίπτωση κατά την οποία δεν μεταβάλλονται σε πληροφοριοδότες και / ή ανοικτοί υποστηρικτές της παρούσας ιστορικής – κοινωνικής συνθήκης, θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να μας αφήσουν εντελώς αδιάφορους, εκτός βέβαια από μια λειτουργία τους σε όρους προπαγάνδας (εντελώς αντίθετης σε σχέση με τους διαλογισμούς και τις σκέψεις μας). Είναι ολοένα περισσότερο εμφανής η ιδεολογική προκατάληψη αυτών των “κουφών” και των “τυφλών” απέναντι στην εξεγερσιακή τάση, με μια ιδιαίτερη μονοτονία ενάντια στην αφορμαλιστική οργάνωση, χωρίς βέβαια να παραλείψουν να αφήσουν καπριτσιόζικους διαχωρισμούς μεταξύ ενός προφασιζόμενου “καλού αφορμαλισμού”- πολύ πιο ανεκτικού κατά την άποψή τους- που προσκαλεί στη κοινοτική διάχυση της αλληλοβοήθειας και ενός άλλου, φοβερά απαράδεκτου και κατά συνέπεια εξεγερσιακού που προσκαλεί συνεχώς στην επίθεση ενάντια στην κυριαρχία και “βάζει σε κίνδυνο το “κίνημα” στην γενικότητά του και τον “οργανωμένο αναρχισμό” στην ιδιαιτερότητά του”. Αντίθετα από τις προκαταλήψεις των σκληρωτικών οργανώσεων και της θολής τους ιδεολογίας, επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας μέσα σε όλες αυτές τις αρνήσεις που βρίσκονται σε κίνηση! Εστιάζουμε το βλέμμα μας πάνω στο σύνολο των αναρχικών αναδυόμενων εντάσεων – από τους και τις αναρχομηδενιστές-μηδενίστριες μοναχικούς λύκους μέχρι τον queer εξεγερτισμό, για να δώσουμε ένα ζευγάρι συγκεκριμένα παραδείγματα – που μελετούν τον εχθρό με στόχο να καταλάβουν αμέσως πού να τον πλήξουν με όλες τους τις δυνάμεις. Εντάσεις που, για να χρησιμοποιήσουμε την τρέχουσα γλώσσα που φαίνεται ότι έχει επικρατήσει μέσα σε αυτά τα τμήματα του αναρχικού σύμπαντος, ταυτίζονται με τον αποκαλούμενο “αναρχισμό της δράσης”, ή μέσα στον οργανωτικό αφορμαλισμό και τη διαρκή εξεγερσιακή πράξη.

Όμως μέσα σε αυτό το σύμπαν, χρησιμοποιούνται συχνά έννοιες που -είτε σαν ταυτοτική επιβεβαίωση, είτε με στόχο να διαχωριστούν από τους άλλους αγώνες και/ ή να απεγκλωβιστούν από την ακινησία που μας περιβάλλει -δημιουργούν περαιτέρω σύγχυση, περιτυλίγοντας ακόμη περισσότερο μέσα στην πυκνή ομίχλη αυτή την ελάχιστη απαραίτητη σαφήνεια ώστε να καταστεί δυνατό να προχωρήσει μπροστά ο αναρχικός αγώνας όπως επίσης και η δημιουργία ενός κοινού υποστρώματος. Με αυτή την έννοια, είναι δυνατό να καταγραφούν, με αφετηρία αυτό το είδος “κοσμοθέασης”, μετακινήσεις και εννοιολογικοί επαναπροσδιορισμοί που, στο σύνολο, επιβάλουν μια αναστροφή που ενδεχομένως θα μπορούσε να προσδιοριστεί σαν “ριζική” και που, πράγματι, επιχειρεί να αναδιοργανώσει το πλαίσιο των αντιλήψεων και των νοηματοδοτήσεων. Παρόλα αυτά υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες πέφτουμε επάνω σε πραγματικές και καθαυτές διαστρεβλώσεις που χωρίς να το θέλουν, απομακρύνουν την ανένδοτη επιβεβαίωση των αρχών μας από την εξεγερσιακή τους ορμή. Όντας ακριβώς έτσι τα πράγματα, διαπιστώνουμε συνεχώς πως η ίδια η έννοια του “αναρχισμού της δράσης” ορισμένες φορές απομειώνεται στις ελάχιστες σημασίες της. Σε τελική ανάλυση η αναρχική δράση δεν μπορεί να κατακερματιστεί σαν ένα καρότο κομμένο σε φέτες, καθεμιά από τις οποίες θα μπορούσε να χωνευτεί ή όχι απομονωμένη από τις υπόλοιπες. Οποιαδήποτε αναρχική ενέργεια, από την άποψη του αναρχισμού της πράξης, προϋποθέτει ένα σύνολο παραγόντων: την ανάλυση, τον εντοπισμό του εχθρού, την συνολική εκτίμηση του σχεδίου(στο οποίο είναι εφικτό να συμμετέχουμε), την επίθεση και, ακόλουθα, τη συστηματοποίηση και τις θεωρητικές επεξεργασίες με αφετηρία την πρακτική εμπειρία κ.λ.π. Σε διαφορετική περίπτωση θα σήμαινε να απομειώσουμε τον ίδιο μας τον αγώνα στην περιορισμένη δράση από πλευράς μιας ομάδας ειδικών. Για όλους αυτούς ακριβώς τους λόγους θεωρούμε δόκιμο ώστε η έννοια του “αναρχισμού της πράξης” να περιλαμβάνει όλο αυτό το σύνθετο σύνολο των παραγόντων και όχι μονάχα “ τη καταστρεπτική ενέργεια καθαυτή”. Είναι σαφές ότι ο αναρχισμός της δράσης είναι ακριβώς αυτός ο οποίος δεν καταναλώνεται απλά επάνω στο επίπεδο της “ιδέας”, δηλαδή μέσα στα πλαίσια της διανοητικής επεξεργασίας, αλλά μεταφράζεται σε συγκεκριμένη επιθετική δράση ενάντια στο ισχύον σύστημα κυριαρχίας δίνοντας έτσι ζωή στην αναρχία. Όμως και εδώ επίσης καθίσταται αναγκαία μια διευκρίνηση: ορισμένες φορές, όλα αυτά που σχεδιάζονται σαν δυνατή “συγκεκριμένη δράση” δεν μεταβάλλονται απαραίτητα σε “πραγματική” επίθεση, στο βαθμό που μπορεί να υφίστανται συνθήκες που εμποδίζουν την ανάπτυξή τους προς αυτή την κατεύθυνση. Σε τελική ανάλυση, η υπό συζήτηση έννοια δεν πρέπει να περιχαρακώνεται μονάχα σε αυτούς που πραγματοποιούν την καταστρεπτική επίθεση, αλλά πρέπει να περιλάβει τις και τους συνενόχους που αναπτύσσουν άπειρες παράλληλες πρακτικές που διευκολύνουν τη τελική δράση: από την απαλλοτρίωση -πρώτα, καθιστώντας εφικτά τα κατάλληλα μέσα για την επίθεση και, έπειτα, καθιστώντας δυνατή τη δημοσίευση / εκτύπωση επεξεργασμένων θεωρητικών εργαλείων με αφετηρία την πρακτική εμπειρία, για παράδειγμα – μέχρι τέλος την ανάλυση με βάση την υλοποιημένη δράση. Αν έτσι συμβαίνει, η παλιά έννοια της “άμεσης δράσης” εισάγεται μέσα στον ίδιο διαλογισμό και ενσωματώνεται με την ιδέα του “αναρχισμού της δράσης”, όχι πλέον απομειωμένη στα κλασσικά παρεμβατικά σχήματα του (σχεδόν) εξοντωμένου εργατικού κινήματος μέσα στα πλαίσια της απεργίας – το βιομηχανικό σαμποτάζ και το μποϋκοτάζ – και ούτε άλλο τόσο σαν μια αποκλειστικά εφαρμοσμένη έκφραση στις καταστρεπτικές μας ενέργειες αλλά ως ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της αναρχικής τοποθέτησης και του προφίλ ! Κατά τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν άλλες έννοιες που επώνυμα χρησιμοποιούνται σαν “ταυτότητες” και που συχνά τυγχάνουν συγχυσμένης χρήσης. Με αυτή την έννοια, θεωρούμε ότι είναι πολύ αλαζονικό να θεωρεί κάποιος τον εαυτό του σαν τον μοναδικό φορέα μιας έννοιας με στόχο να διαφοροποιηθεί από τους “άλλους”.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η αδόκιμη χρήση του προσδιορισμού “ατομικιστής αναρχικός”: υπάρχει πιθανά η επιδίωξη της μονοπώλησης ενός χαρακτηριστικού που, στο βαθμό που είμαστε αναρχικοί, είναι αδιαμφισβήτητο για όλους μας. Ή διαφορετικά ότι όλοι οι αναρχικοί και οι αναρχικές συμφωνούν ότι καμιά ανθρώπινη ομαδοποίηση, είτε είναι μικρότερη είτε είναι μεγαλύτερη, δεν μπορεί να εξαναγκάσει την ενσωμάτωση των ατόμων, αλλά αντίθετα θεωρούμε ζωτικής σημασίας την ανάπτυξη της ατομικότητας, τη δύναμη και τις δυνατότητές της. Ως αναρχικοί, είμαστε ενσυνείδητοι του γεγονότος ότι οποιαδήποτε “ένωση”, όσο και καλοπροαίρετη θα μπορούσε να είναι, απαιτεί πάντα την παραίτηση των ατόμων από την πλήρη διαθεσιμότητα των εαυτών τους. Όντας μοναδικοί-διότι δεν είμαστε ίδιοι!- ο καθένας προσπαθεί να ενοποιήσει αυτό που έχει το κοινό με τους-τις άλλες, όχι αυτό το πράγμα που μας διαφοροποιεί από τους άλλους, σε διαφορετική περίπτωση ο συντονισμός θα ήταν αδύνατος. Ωστόσο, είμαστε πεπεισμένοι αναφορικά με το εφικτό του συντονισμού σε ιδιαίτερες στιγμές και καταστάσεις και, με στόχους εκ των προτέρων συμφωνημένους, χωρίς να παραιτηθούμε από τον ίδιο μας τον τακτικό και τον στρατηγικό αυτοκαθορισμό (που είναι ακριβώς η προϋπόθεση ώστε να υλοποιηθεί ένας διεθνιστικός εξεγερσιακός χώρος).

Βέβαια, είναι πάντα δυνατό να καταδειχθεί, ιδιαίτερα σήμερα που τα “πράγματα” ξεκαθαρίστηκαν (αλλά που δεν ήταν σίγουρα τόσο ξεκάθαρα από την αρχή) ότι δεν έλλειψε ποτέ η συμπεριφορά συγκεκριμένων “αναρχικών” (κυρίως του παρελθόντος, αλλά σίγουρα και σήμερα) που επέβαλαν παράλογους περιορισμούς διαμέσου γραφειοκρατικών οργανώσεων, γεμάτων με “δηλώσεις αρχών”, με“καταστατικά”, με “κανόνες” και χίλιους δυο άλλους περιορισμούς. ¨Όμως τη στιγμή κατά την οποία καλούμαστε να κάνουμε ένα απολογισμό και να εξετάσουμε το παρελθόν, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τις σκέψεις εκείνης της εποχής, ή διαφορετικά τις κυριαρχούσες “νοοτροπίες”, τις απατηλές αναγνώσεις του κόσμου που γίνονταν και την ιεράρχηση που δίνονταν στο σύνολο της πραγματικότητας και των γεγονότων. Τέλος, ακόμη λιγότερο δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τη γοητεία που υπήρχε, και που δυστυχώς εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και τώρα μέσα σε συγκεκριμένους χώρους, για την ποσοτική ανάπτυξη – τόσο μέσα στις οργανώσεις σύνθεσης όσο και στις συνδικαλιστικές – , στοχεύοντας στην αριθμητική αύξηση σαν μονάχα για το γεγονός να μπορέσουμε να αυξηθούμε αριθμητικά θα μπορούσε να κατέχει όλα τα “θετικά” στοιχεία, ώστε να εξαλειφθούν a priori όλες οι δυσκολίες, συμπεριλαμβανόμενης της παραίτησης, των εξουσιαστικών συμπεριφορών και της προδοσίας που εκδηλώθηκαν εδώ και εκεί σε νευραλγικές στιγμές για το αναρχικό κίνημα. Χωρίς να μιλήσουμε φυσικά για τις παρεκτροπές του “αναρχο-λαϊκισμού” που εξαπλώνεται στις μέρες μας, ένα απίστευτο ιδεολογικό μείγμα (που συναρμολογήθηκε στο εργαστήριο με τα εξής συστατικά: ο πλατφορμισμός του βέτο και ένα είδος μετα-μοντέρνου λενινισμού, αναμειγμένοι σε κατόπιν σερβιρισμένες ίσες ποσότητες) που ανακοινώνει “προοδευτικές κυβερνήσεις” στο όνομα της “Λαϊκής Εξουσίας”.

Είναι καλό να ξεκαθαρίσουμε αμέσως – με στόχο να αποφύγουμε παρεξηγήσεις αναφορικά με αυτά που μόλις γράψαμε – ότι όταν επισημαίνουμε την αδόκιμη χρήση του προσδιορισμού “ατομικιστής αναρχικός”, δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι δεν αναγνωρίζουμε την ιστορική παρουσία αυτών των μοναχικών λύκων και λύκαινων στους κόλπους της εξεγερσιακής και αφορμαλιστικής τάσης (ικανών να εξοντώσουν τυράννους και να κάνουν την κυριαρχία να τρέμει -όπως και την εθελούσια δουλεία – της εποχής τους), και την ισχυρή συνεισφορά τους στην αναρχική σύγκρουση, επίσης και στις ημέρες μας, με τις τολμηρές τους ενέργειες ενάντια σε κάθε εξουσία. Αναφερόμαστε, αντίθετα, σε εκείνη την αδόκιμη έμφαση που ορισμένες φορές προηγείται από πλευράς κάποιας ομάδας συγγένειας, σε ξεκάθαρη αντίφαση με τις ίδιες της τις προϋποθέσεις φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις να ρίξει πολύ κάρβουνο στη φωτιά και να μεγιστοποιήσει διαφορές που στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτες στο εσωτερικό της τάσης μας. Μια άλλη έννοια η οποία ξεδιπλώνεται με συχνότητα και χρησιμοποιείται με τρόπο “συνταγής για όλες τις χρήσεις” είναι αυτή της “συγγένειας”. Αντί να εννοηθεί, ως είθισται, ως μια οργανωτική εναλλακτική στις σκληρωτικές δομές της “φορμαλιστικής οργάνωσης”, πότε εννοείται σαν “αντι οργανωτικό” “κριτήριο”, άλλες φορές σαν “δομή κοινοτικής συμβίωσης” – όπως υποστηρίζουν ορισμένοι ξενέρωτοι “αναρχο”-φιλελεύθεροι, απέναντι στη πανδημία του covid-19, παραιτούμενοι από την επίθεση-, επαυξάνοντας έτσι την σύγχυση και εισάγοντας αντιφάσεις ακόμη και εκεί που δεν υπήρχαν (και όπου δεν θα έπρεπε να υπάρχουν!).

Στην πραγματικότητα ήταν μέσα στους κόλπους ιδιαίτερων γεγονότων του αναρχικού κινήματος, και διαμέσου εσωτερικών συζητήσεων που διαρθρώθηκαν σε διάφορες ιστορικές στιγμές, που η έννοια του “αφορμαλισμού” (δηλαδή των “αφορμαλιστικών ομάδων” και ΄/ ή της “αφορμαλιστικής οργάνωσης”) απέκτησαν μια δική τους ταυτότητα και ιδιαιτερότητα. Έτσι που, για παράδειγμα, συγκεκριμένες “αφορμαλιστικές ομάδες” έδρασαν επίσης και στο εσωτερικό των συνδικαλιστικών και των ειδικών οργανώσεων (παράδειγμα, η ομάδα “Nosotros” του ισπανικού Ελευθεριακού Κινήματος). Ωστόσο είναι προφανές ότι ο αφορμαλισμός (των “ομάδων”) μπορεί κάλλιστα να δράσει στους κόλπους σκληρωτικών οργανωτικών δομών που θεωρούνται “φορμαλιστικές” οι ίδιες, όχι τόσο και όχι μόνο γιατί τον φορμαλισμό τον εμπεριέχουν στο όνομα, αλλά γιατί είναι οι ίδιες αυτές οι οργανώσεις δομημένες με αυτό τον τρόπο, συγκεκριμενοποιήθηκαν με αυτό το στόχο και έχουν εσωτερικούς τρόπους λειτουργίας και επιχειρησιακές παραμέτρους που παραμένουν περισσότερο ή λιγότερο σταθερές μέσα στο χρόνο, ή που αλλάζουν με βάση τα προσυμφωνημένα. Συμπερασματικά, οι αφορμαλιστικές ομάδες μπορούν να δράσουν (και έδρασαν) επίσης και στους κόλπους της “φορμαλιστικής οργανωτικής μηχανής”. Παρόλα αυτά είναι με αφετηρία τις δυναμικές και τις συζητήσεις των τελευταίων δεκαετιών του περασμένου αιώνα που η έννοια του”αφορμαλισμού” αντιτίθεται ως οργανωτικά έγκυρη πρόταση ώστε να προσπεραστούν τα όρια και να γίνουν υπερβάσιμες οι αντιφάσεις των ιστορικών αναρχοσυνδικαλιστικών και των ειδικών αναρχικών οργανώσεων σύνθεσης : ο φορμαλισμός των σχέσεων στους κόλπους μιας φαραωνικής μηχανής που απαιτεί χρόνο και ενέργεια, με τα γραφειοκρατικά της εμπόδια και τις προκαθορισμένες μορφές των σχέσεων, εξαντλεί τους συμμετέχοντες, ακόμη περισσότερο μέσα στα πλαίσια του τωρινού συστήματος που ακολουθεί τους δικούς του χρόνους με μια ταχύτητα ολοένα και περισσότερο έξω από κάθε δυνατότητα ανθρώπινης απόκρισης.

Μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο το ίδιο το οργανωτικό εργαλείο (μέσο) μετατρέπει τον εαυτό του σε αυτοσκοπό, όχι σε ένα χρήσιμο μέσο για τους στόχους για τους οποίους υιοθετήθηκε! Από εδώ πηγάζει η αναγκαιότητα να εφοδιαστούμε με καινούρια εργαλεία, νέους τρόπους οργάνωσης, ώστε να προσαρμόσουμε τον αναρχικό αγώνα απέναντι στις νέες κυρίαρχες δομές, καλυτερεύοντας τις άμεσες σχέσεις μεταξύ των συντρόφων και των συντροφισσών οι οποίες με την ίδια τους τη ρευστότητα επαναπροσδιορίζουν την αναγκαιότητα της οργάνωσης ώστε να αντιμετωπιστούν οι αντιξοότητες καθώς και οι εσωτερικές και οι εξωτερικές δυναμικές. Όμως και πολύ φυσικά άλλωστε, όσο και αν η ένωση των συντρόφων και των συντροφισσών μέσα σε ομάδες συγγένειας μπορεί να φτάσει πολύ πιο πέρα από τα όρια και τις αντιφάσεις των σκληρωτικών δομών, των συνδικαλιστικών ή των δομών σύνθεσης – συγκεκριμενοποιούμενες σε άμεσες σχέσεις που διευκολύνουν, μεταξύ άλλων, την αμοιβαία γνωριμία και την εμπιστοσύνη-, είναι προφανές ότι αυτός ακριβώς ο τρόπος οργάνωσης από μόνος του δεν είναι αρκετός για να εγγυηθεί ότι δεν θα μπορούσαν να προκύψουν συγκεκριμένες δυσκολίες, που μονάχα η συνεχής αφοσίωση του καθενός μπορεί να προλάβει και να “ξεριζώσει”. Για παράδειγμα, η ίδια η διαφορετικότητα των προσωπικοτήτων – με διαφορετικά επίπεδα κατάρτισης, εμπειριών και ικανοτήτων σύνθεσης και ανάλυσης – που αποτελεί το χαρακτηριστικό μιας ομάδας, μπορεί να καθορίσει την εμφάνιση “φυσικών αρχηγών” (ή χαρισματικών) (για τους οποίους δεν υπήρχε καμιά πρόθεση ή επιθυμία, αλλά που προέκυψαν όμως εντελώς αυθόρμητα). Υπήρξαν ανέκαθεν προσωπικότητες που κάνουν περισσότερα από άλλες, και ορισμένες φορές καλύτερα από άλλες, και είναι άλλο τόσο προφανές ότι δεν είναι δυνατό να εξαναγκαστούν στην απάρνηση του εαυτού τους και στην απομείωση στις παραμέτρους μιας άσχημα εννοημένης “ισότητας” για “όλους” και για “όλες”. Κατά συνέπεια η αξιοποίηση του πλούτου και της συνεισφοράς του καθενός μέσα στη δραστηριότητα της “ομάδας συγγένειας”, σε αντιστοιχία με το συμφωνημένο σχέδιο αγώνα ενάντια στο υπάρχον, δεν αποκλείει την ατομική ευθύνη του καθενός απέναντι στις εσωτερικές σχέσεις που διαμορφώνονται.

Από αυτή την άποψη, ούτε η η ίδια η συγγένεια μας εγγυάται οριστικά κάτι. Θα είναι πάντοτε η διαρκής ατομική δυναμική αυτή που δημιουργεί συνεχώς τα αναγκαία αναχώματα ώστε να αντιμετωπιστούν οι στιγμές-“αυθόρμητες” ή όχι-εξουσιαστικής συμπεριφοράς και ατομικού και συλλογικού θράσους, αποφεύγοντας το σχηματισμό θυλάκων εξουσίας και συγκεντρωτικών συμπεριφορών, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα συμβεί και μέσα σε ένα υποθετικό απελευθερωμένο αύριο. (Το κράτος δεν βγήκε μέσα από το καπέλο κάποιου μάγου , αλλά αντίθετα προέκυψε από μια προϋπάρχουσα συνθήκη της συγκεντροποίησης (πολιτικής) της εξουσίας!).

Μια άλλη έννοια που αξίζει σίγουρα μια στιγμή του διαλογισμού μας είναι αυτή του “Μηδενισμού”. Πράγματι, αν την διαχωρίσουμε από την ποιητική της διάσταση και την τοποθετήσουμε απέναντι σε συγκεκριμένες συνθήκες, θα προκύψει σαφές, για όλους και για όλες, ότι η χρήση της είναι κοινή σε πολλές από τις δυναμικές που εμψυχώνουν τον σύγχρονο αναρχισμό (αφορμαλιστικό και εξεγερσιακό). Όπως επίσης είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυτή η έννοια είναι παρούσα μέσα στις γραμμές μας εδώ και περισσότερο από ένα αιώνα, υιοθετημένη από πλευράς εξεχουσών προσωπικοτήτων με μακρά εξεγερσιακή εμπειρία που στην εποχή τους αυτοπροσδιορίστηκαν ως αναρχο-μηδενιστές. Όντας έτσι τα πράγματα, αρχίζουμε υπογραμμίζοντας τις δύο εκδοχές του όρου “Μηδενισμός” (Nihil-ισμός): παρότι είναι μια άκλητη έκφραση που χρησιμοποιείται στην ονομαστική και στην αιτιατική (στα λατινικά), από τη μια πλευρά μπορεί να εκληφθεί σαν συνώνυμη του “τίποτα”, με την έννοια του “κενού” ή “nulla res”, δηλαδή απόλυτη απουσία ενός οποιουδήποτε “πράγματος”(ή πραγματικότητας)! Αλλά μπορεί να αναφέρεται επίσης και στο “τίποτα” το συγκεκριμένο, το καθορισμένο, το προδιαγεγραμμένο του οποίου ο σχηματισμός μπορεί να προκύψει από το ακαθόριστο των σταθερών και / ή των μεταβαλλόμενων μορφών. Τώρα, στο βαθμό που αποδεχόμαστε ότι από τις παραμέτρους του σύγχρονου αναρχισμού αποκλείεται a priori η διάσωση των θεμελιακών στοιχείων του τωρινού συστήματος κυριαρχίας, δεδομένης της αχρηστίας τους καθώς και της βλαπτικότητάς τους για την δυνατή “μελλοντική κοινωνία”, είναι συνεπές να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι μια παρόμοια μελλοντική κοινωνία στερείται διαγράμματα ή σχήματα τα οποία να μπορούν να την καθορίσουν και / ή να την περιγράψουν στις ημέρες μας. Αν πρέπει να καταστρέψουμε άμεσα το υπάρχον – για όλους τους λόγους που συνοπτικά αναφερθήκαμε προηγουμένως- , προκύπτει σαφές ότι είμαστε άκρατοι “μηδενιστές” με τη δεύτερη εκδοχή αυτού του όρου. Επομένως η υποτιθέμενη ριζική διαφορά εξαφανίζεται, πράγματι : από αυτή την οπτική γωνία δεν υπάρχει καμία διαφορά αντίληψης των πραγμάτων μεταξύ αυτών που προσδιορίζονται ως ατομικιστές αναρχικοί και μηδενιστές, και ωστόσο δεν εμπνέονται από ένα “προκαθορισμένο” αναρχισμό, από τη μια πλευρά, και από την άλλη αυτών που προσδιορίζονται επίσης εξεγερσιακοί αναρχικοί και που όμως δεν αποκλείουν την υπόθεση μιας δυνατής συμμετοχής κάποιου “τομέα” των αποκλεισμένων μέσα στην καταστρεπτική δυναμική της εξέγερσης, και που παράλληλα δεν την ταυτίζουν με μια υποθετική “προκατασκευασμένη αναρχική κοινωνία”. Εδώ κάνει ξανά την εμφάνισή της η παλιά προβληματική άτομο-κοινωνία και οι διαφορές μεταξύ των επωνομαζόμενων “καθαρών” ατομικιστών αναρχικών και των επωνομαζόμενων “κοινωνικών” αναρχικών, όμως πολύ πάρα πέρα από τις ετικέτες με τις οποίες ο καθένας από εμάς στολίζει τον εαυτό του, παραμένει σαφές ότι η ιστορία δεν είναι “οντολογικά” τακτοποιημένη, αλλά αντίθετα αποτελείται από αναγνώσεις και ερμηνείες των πολιτικο-πολιτισμικών δυναμικών, διαμεσολαβημένων (γιατί όχι;) από την προσωπική ευαισθησία και την ατομική δυναμική. ¨Όμως, πέρα από αυτή την ταυτολογία που σίγουρα έχει τους λόγους της – υπάρχουν ίσως γενικά και ειδικά πλαίσια που, όσο και απαραίτητα να είναι, καθορίζουν ορισμένους να αποκλείσουν οριστικά και άλλους να αποδεχθούν ότι επίσης και σήμερα υπάρχουν δυνατότητες κάποιας μορφής συμμετοχής των “κοινωνικών τομέων” μέσα στη καταστρεπτική-εξεγερσιακή διαδικασία;

Συχνά προσφεύγουμε στις αποδείξεις που μας προσφέρει η ιστορία για να συμπεράνουμε οριστικά ότι κάθε “Επανάσταση” ( στην εκδοχή της ως “λαϊκή εξέγερση ενάντια στο υπάρχον”- ή γενικευμένη εξέγερση ), πήρε πάντοτε το δρόμο καινούριων συγκεντρωτικών εξουσιών (βλέπε δικτατορίες) και ότι, από μόνη της, είναι ξένη και εχθρική στον αναρχισμό, δεδομένου ότι αγωνιζόμαστε ενάντια στην συγκεντρωτική εξουσία καθαυτή. Όμως, μόλις πάμε πέρα από αυτό το συμπέρασμα και αρχίσουμε να διακρίνουμε μεταξύ “εξέγερσης” και “Επανάστασης” και / ή θέτουμε την “επαναστατική δυνατότητα” και την πιθανή “κοινωνική συμμετοχή” στις ημέρες μας, η συζήτηση προέχει (και πολλές φορές ανάβει) διότι όποιος υποστηρίζει τη μια ή την άλλη θέση υπολογίζει επάνω σε ένα άφθονο οπλοστάσιο επιχειρημάτων, και φυσικά επίσης αυτές οι διαφορές οξύνονται ακόμη περισσότερο διότι υπερβαίνουν τις ακαδημαϊκές αψιμαχίες και εισάγονται μέσα σε αιτιολογήσεις πρακτικών και οργανωτικών συμπερασμάτων αναφορικά με την τωρινή εγκυρότητα ή όχι του “επαναστατικού σχεδίου” και, φυσικά, παραπέμπουν στις διαφορές σχετικά με την ποσοτική αντίληψη και την ακόλουθη συνεπαγόμενη ακινησία μέσα στην ελπίδα “αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών” (ή του προφασιζόμενου ξυπνήματος και της ανάνηψης της εθελούσιας δουλείας) για την επικείμενη συγκεκριμενοποίηση της γενικευμένης εξέγερσης! Πράγμα που αναπόφευκτα σε τελική ανάλυση γεννά διαφοροποιήσεις και πολεμικές που συνήθως είναι ασυμβίβαστες.

Εμπρός από αυτό το δίλημμα υπάρχουν σύντροφοι και συντρόφισσες που επιλέγουν να διακόψουν άμεσα τη συζήτηση και να την θέσουν με όρους μαύρου ή άσπρου: “ Ή θεωρούμε ότι υφίστανται συγκεκριμένες δυνατότητες οριστικής καταστροφής του ιστορικού παρόντος, ή πιστεύουμε ότι δεν υφίσταται απολύτως καμία”. Έτσι συμπεραίνουν ότι όλοι αυτοί που σκέφτονται ότι δεν υφίσταται πλέον καμιά δυνατότητα “αποκλείουν εκ των προτέρων κάθε σκέψη πάνω στο υποθετικό απελευθερωμένο αύριο και εφησυχάζουν έτσι τη συνείδησή τους, δεδομένου ότι εξαλείφουν το πρόβλημα αναφορικά με την αναγκαία συνάφεια μεταξύ των μέσων και των σκοπών καθώς και κάθε προοπτικής καταστροφής του υπάρχοντος και των συνεπειών που προκύπτουν”. Και πράγματι θα μπορούσε κάποιος να φτάσει στο συμπέρασμα ότι η ελαχιστοποίηση και / ή η άρνηση της δυνατότητας επίτευξης του στόχου, σημαίνει αυτόματα την απάρνηση “των μέσων”. Όμως πέρα από τον εικονικό αναρχικό διαλογισμό: “τα μέσα καθορίζουν το σκοπό”, σε απάντηση στο μακιαβελικό απόφθευγμα “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”, για να πούμε την αλήθεια για τους αναρχικούς και τις αναρχικές, η επιλογή των μέσων συνοδεύεται ανέκαθεν από τις ηθικές μας αρχές (άρρηκτα αντιεξουσιαστικές) και δεν καθορίζεται σε καμία περίπτωση από τον επιδιωκόμενο στόχο.

Φυσικά όσοι δηλώνουν την αδυναμία μιας εξεγερσιακής ρήξης στις ημέρες μας και έχουν τη βεβαιότητα ότι κάθε “Επανάσταση” θα καταλήξει για άλλη μια φορά σε δικτατορία- ακόμη περισσότερο εξαιτίας των συνθηκών που σήμερα επιβάλει ο πολυκεντρικός υπερκαπιταλισμός που είναι πολύ περισσότερο εξουσιαστικός, χάρη στη τεχνολογία και το γενετικό επαναπροσδιορισμό κάθε ζώντος οργανισμού – δεν χαλαρώνουν απέναντι σε όλους αυτούς που θεωρούν επιτεύξιμη την οριστική καταστροφή του συστήματος κυριαρχίας, επιμένοντας επάνω στην “αναλυτική αδυναμία” και την “ιδεολογικοποιημένη ανάγνωση” των υπερασπιστών του “μεταμοντέρνου επαναστατικού σχεδίου”. Αλλά παρόλα αυτά υπάρχουν σήμερα σύντροφοι και συντρόφισσες που θεωρούν ότι υπάρχουν δυνατότητες καταστροφής του συγκεντρωτικού συστήματος εξουσίας, κατά συνέπεια πρέπει να εκτιμήσουν καλύτερα τον συσχετισμό των δυνάμεων καθώς και τη διάδραση που μεταξύ τους αναπτύσσεται μέσα στον παρόντα ιστορικό χρόνο! Δεδομένου ότι σε αυτή την περίπτωση η “ατσάλινη θέληση του πολεμιστή”, ή της συμμαχίας των πολεμιστών και των πολεμιστριών δεν θα είναι ικανή και επαρκής έτσι ώστε να ηττηθεί ο εχθρός. Ακριβώς με αυτή τη δυναμική το “αναρχικό κίνημα”(στην ιστορική του ολότητα) παρουσιάστηκε ανέκαθεν σαν μια κοινωνικά ανατρεπτική οντότητα – διαθέτοντας τον επεξεργασμένο στόχο της ριζικής καταστροφής της θεσμικής δομής – που, αρνούμενη κάθε υπόθεση γύρω από την κατάληψη της εξουσίας, τοποθετεί το “εξεγερσιακό γεγονός” ως το αποφασιστικό γεγονός της καταστροφής του ίδιου του εχθρού.

Παρόλα αυτά είναι προφανές ότι οι τωρινές συνθήκες δεν είναι οι ίδιες με αυτές πριν ένα αιώνα. Φυσικά αυτή η δήλωση δεν αντιπροσωπεύει μια εκ των προτέρων άρνηση της κοινωνικής ανατροπής. Αν αύριο συγκεκριμενοποιηθεί η αναμενόμενη γενικευμένη εξέγερση, είμαστε πεπεισμένοι ότι θα είναι καλοδεχούμενη για όλες τις συνιστώσες (ατομικές και συλλογικές) της δικής μας τάσης, προσαρμόζοντας και κατευθύνοντας την πάντοτε προς την αναρχία ! Πράγμα το οποίο δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι θα αιφνιδιαστούμε από την γενίκευση του αγώνα των αποκλεισμένων τομέων, αλλά αντίθετα ότι παραμένουμε σε εγρήγορση απέναντι από οποιοδήποτε σήμα κοινωνικής ανατροπής με στόχο να το εξαντλήσουμε μέχρι τις έσχατες συνέπειές του. Το γεγονός ότι στις ημέρες μας η εξεγερσιακή και αφορμαλιστική τάση αναγνωρίζει την αχρηστία της διατήρησης στοιχείων του συστήματος για την μελλοντική τους χρήση και κατά συνέπεια επικεντρώνεται επάνω στην καταστροφή του υπάρχοντος, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το μέλλον στο “μηδενισμό”- καθιστώντας σαφές ότι δεν υπάρχει τίποτα το προσδιορισμένο και το προσδιοριζόμενο μέσα στον παρόν- , δεν απομειώνει με κανένα τρόπο ούτε την αξία αλλά ούτε και τη σημασία της δράσης της. Όμως αντίθετα, η κυριαρχία και η εξουσία δεν εξαφανίζονται εντελώς. Είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχει αναρχική δυναμική- στους κόλπους της τάσης με την οποία ασχολούμαστε- η οποία να μη λαμβάνει υπόψη της και να μην επιχειρεί, περισσότερο ή λιγότερο, να “βρει λύσεις”! Συχνά με μια κάποια έπαρση και ακόμη ορισμένες φορές με αυταπάτες εντελώς θαυματουργικών διαστάσεων, μακρυά από την αντιμετώπιση της κατάστασης με συγκεκριμένους όρους. Για αυτό ορισμένες φορές συναντούμε συντρόφους που-αφελώς- εντάσσουν τις αυταπάτες τους μέσα στην ίδια λογική των σχέσεων εξουσίας, χωρίς να αναρωτηθούν κάτι το διαφορετικό και φαντάζονται τον αναρχικό αγώνα σαν ένα πεδίο μάχης όπου αντιπαρατίθενται δύο μέτωπα με στόχο τον τελικό θρίαμβο! Ορισμένοι στοχεύουν αποκλειστικά στη προπαγάνδα που θα μπορούσε να αναπτυχθεί από την καταστρεπτική ενέργεια καθαυτή, θεωρώντας την ακόμη πιο αποτελεσματική αν συνοδεύεται από συγκεκριμένες αναλήψεις ευθύνης ! Άλλοι στηρίζουν τις αυταπάτες τους στη “μόλυνση” της καταστρεπτικής ενέργειας και επιλέγουν την ανωνυμία, απομειώνοντας την καταστρεπτική ενέργεια σε ένα βιολογικό ζήτημα ! Και βεβαίως, υπάρχουν και αυτοί που γαντζώνονται επάνω στην εγρήγορση ενάντια στην εθελούσια δουλεία και σε παρόμοιες θέσεις, που ταυτίζονται με αναρχο-κοινωνικές ομαδοποιήσεις, και οι οποίες έχουν ξεπεραστεί από τα ίδια τα γεγονότα και τις δυναμικές του παρόντος ιστορικού χρόνου και που, συνεχώς, καθιστούν άκυρη οποιαδήποτε γενική υπόθεση – έγκυρη σε κάθε τόπο και για όλους – μιας ανατρεπτικής καταστρεπτικής παρέμβασης. Και φυσικά γύρω από αυτό το ζήτημα αναδύεται μια άλλη παλιά έννοια αρκετά παρατραβηγμένη στις ημέρες μας : η “προπαγάνδα διαμέσου του γεγονότος”. Σε ιστορικό επίπεδο αυτή η έννοια είχε μια πολύ ιδιαίτερη σημασία μέσα στους αναρχικούς κύκλους, όντας αυθεντικά προσδιορισμένη ως διάδοση του αναρχικού ιδεώδους διαμέσου της άμεσης βίας ενάντια στην κυριαρχία, ή διαμέσου της φυσικής εξόντωσης των αντιπροσώπων της Εξουσίας και / ή διαμέσου της επίθεσης στις υποδομές της ή στις πιο εμβληματικές της εγκαταστάσεις (κυβερνητικά κτήρια, αστυνομικοί σταθμοί, στρατόπεδα, δικαστικά και νομοθετικά κτήρια, εκκλησίες, κ.λ.π.) Έτσι όπως το υποδηλώνει η συναρμογή των λεκτικών όρων, αυτή η ενεργή διάδοση των ακρατικών ιδανικών δεν θα είχε ανάγκη από την υποστήριξη των λέξεων, δεδομένου ότι είναι το “γεγονός” καθαυτό που εκφράζει το νόημα της ενέργειας, γεγονός που φυσικά δεν χρειάζεται σε καμιά περίπτωση να συνοδευτεί από κάποια συγκεκριμένη ανάληψη ευθύνης. Με αυτή ακριβώς την αντίληψη, συνδέθηκαν οι διαλογισμοί της εποχής εκείνης – εμπνεόμενοι με την “απόκτηση συνείδησης από πλευράς των προλεταριακών μαζών”- που την συνέδεαν με την γενικευμένη ιδιοποίηση των επαναστατικών μεθόδων, κατά συνέπεια απευθύνονταν παράκληση να μην υπάρχει ανάληψη ευθύνης έτσι ώστε να διευκολύνονταν η μίμηση της ενέργειας από πλευράς της πλειοψηφίας των εκμεταλλευομένων. Παρόλα αυτά ποτέ δεν υπήρξε απόλυτα βέβαιο ότι η “προπαγάνδα διαμέσου του γεγονότος” περιορίζονταν μονάχα και αποκλειστικά σε αυτό που “εξέφραζε” η ενέργεια καθαυτή. Αντίθετα, τις περισσότερες φορές συνοδεύονταν από ύστερα γραπτά και / ή υπογεγραμμένες δηλώσεις από πλευράς των εκτελεστών της – που συνήθως δημοσιεύονταν στις αναρχικές περιοδικές εκδόσεις της εποχής- όπου και εξηγούνταν ο λόγος της ενέργειας ή, εν απουσία αυτού, γίνονταν ανάληψη της ευθύνης των ενεργειών αυτών μέσα από πλήρως εμφατικά δημοσιεύματα στα οποία δοξάζονταν “οι μάρτυρες της αναρχίας” εκθέτοντας τους σωστούς λόγους που οδήγησαν στη δράση ενάντια στην κυριαρχία. Σίγουρα το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειών της “προπαγάνδας διαμέσου του γεγονότος”, εκτός από σπανιότατες και μετρημένες εξαιρέσεις, πραγματοποιήθηκαν από αναρχικούς συντρόφους και συντρόφισσες που δρούσαν εμψυχωμένοι από τις πεποιθήσεις τους και / ή σαν αντίποινα για την εκτέλεση των συντρόφων τους. Ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε μια “μίμηση” των ενεργειών από πλευράς των αποκλεισμένων κοινωνικών τομέων (είτε ήταν εμπνευσμένες από ανώνυμα γεγονότα είτε από δημοσιευμένες αναλήψεις ευθύνης). Αντίθετα η “μόλυνση” εκδηλώθηκε μεταξύ των ίδιων των αναρχικών που αποκρυπτογραφούσαν εύκολα το μήνυμα των συντρόφων τους και με αντίστοιχο τρόπο επιχειρούσαν την υπέρβαση της αναμονής των “επαναστατικών συνθηκών”, κατανικώντας το φόβο της παντοδύναμης εξουσίας δρώντας σε πλήρη συνενοχή.

Μέσα στα πλαίσια της δυναμικής του σύγχρονου αναρχισμού, όπου κάθε συνιστώσα αναζητά τη “δική της” λύση, μακριά από να αυξάνουν τις διαφορές, αναδύονται συνεχώς θεμελιακά κοινά χαρακτηριστικά για όλες και για όλους τους ενδιαφερομένους, Σε πρώτη θέση διαπιστώνουμε ότι δεν είναι ολωσδιόλου βέβαιη, για καμιά αναρχική συνιστώσα, η απόλυτη απομάκρυνσή της από το “κοινωνικό”, δεδομένου ότι- αν και συχνά δηλώνουν ότι δεν το λαμβάνουν υπόψη τους- συχνά καλούν στην εντατικοποίηση της δράσης μας και την υπέρβαση των ορίων κάθε φορά που εμφανίζεται το παραμικρό σπέρμα κοινωνικής έκρηξης. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι άλλο τόσο αλήθεια ότι οι αποκαλούμενοι “αντικοινωνικοί” δεν έχουν το ένα μάτι τους στραμμένο στην μεταεξεγερσιακή πραγματικότητα, δεδομένου ότι δηλώνουν ανοικτά ότι είναι πολύ προσεκτικοί αναφορικά με το μέλλον στο ίδιο βαθμό που είναι και για το παρόν, με την αποφασιστικότητα να κόψουν από τις ρίζες της οποιαδήποτε πρόθεση ή εκδήλωση συγκεντρωτικής εξουσίας, όσο και “επαναστατική” δηλώνει ότι είναι! Απλά δεν επιθυμούν να εγκλωβίσουν το παρόν μέσα σε περιοριστικές παραμέτρους ούτε να προσδώσουν μια καθοριστική σημασία σε όσα θα μπορούσαν υποθετικά να οικοδομηθούν αύριο πάνω στα ερείπια του παρόντος. Μέσα σε αυτή την ίδια διαδρομή εγγράφονται επίσης και “οι άλλοι”, αυτοί που ακόμη εξακολουθούν να βρίσκονται αγκυροβολημένοι μέσα στους σκληρωτικούς και γραφειοκρατικούς οργανισμούς. Παρότι αυτός ο τομέας κάνει λάθος ακολουθώντας παραδείγματα που είναι εντελώς ασήμαντα μέσα στο σύγχρονο αγωνιστικό πλαίσιο, είναι αναμφισβήτητο ότι δεν παραλείπουν από τη στόχευση να βρίσκονται όσο το δυνατό πλησιέστερα στη συγκεκριμένη πραγματικότητα, χωρίς να παραιτηθούν- παρόλες τις συνεχείς μας επικρίσεις- έστω και από μια από τις αναρχικές προϋποθέσεις, όντας ενσυνείδητοι ότι μονάχα η διαρκής εξέγερση ανοίγει τη δυνατότητα της συγκεκριμένης αντιμετώπισης του συστήματος κυριαρχίας, χωρίς και “αυτοί” επίσης, να προφασίζονται ότι μπορούν να επιβάλλουν από σήμερα ότι θα μπορούσε να συμβεί μέσα στην υποθετική μετεξεγερσιακή κατάσταση. Για την ώρα, είναι λοιπόν δυνατό να διακρίνουμε ένα είδος γενικής “προσέγγισης”, σαν διάγνωση της εξεγερσιακής και αφορμαλιστικής αναρχικής τάσης, υπογραμμίζοντας και αναγνωρίζοντας ότι μέσα στους κόλπους της υπάρχουν ασυμβίβαστες διαφορές όσο αφορά τις εντάσεις, τις προτιμήσεις και τις μορφές προσέγγισης αναφορικά με την άμεση καταστροφή του υπάρχοντος ! Όμως ένα παρόμοιο γεγονός δεν αντιπροσωπεύει με κανένα τρόπο ένα εμπόδιο στην ανάπτυξη του κοινού μας υποστρώματος ούτε αντιπαρατίθεται με τούς ιστορικούς μας στόχους που δεν είναι άλλοι από την καταστροφή κάθε μορφής κυριαρχίας, Αντίθετα αυτές ακριβώς οι διαφορές εμπλουτίζουν το έδαφος αμβλύνοντας τις αντιξοότητες -αρκετές φορές παράφορα ερεθισμένες – συσφίγγοντας την αμοιβαία αντίληψη.

Από το γεγονός αυτό πηγάζει η πρόταση της συγκεκριμένης υπέρβασης των τωρινών ορίων και των ελλείψεων από την άποψη ενός δυνατού ανανεωμένου αναρχικού παραδείγματος που δεν θα μπορεί πλέον να περιοριστεί σε κανέναν “τοπικό” χώρο αλλά αντιπαραθέτει υποχρεωτικά ένα διεθνισμό, ως πρωταγωνιστή, αναφορικά με τη συνεπή εξεγερσιακή του προβολή. Είμαστε συνεπώς μάρτυρες της εγκατάλειψης κάθε είδους βεβαιότητάς μας καθώς και της απόλυτης απέχθειάς μας αναφορικά με τις γραφειοκρατικές ιεροτελεστίες των σκληρωτικών οργανωτικών δεξαμενών, της αδιαπραγμάτευτης άρνησης των αμετακίνητων σχεδιασμών που είναι ανίκανοι να διορθωθούν και περνάμε στην εξερεύνηση των άπειρων δυνατοτήτων νέων πρακτικών ικανών να προκαλέσουν και να προωθήσουν το χάος, δίνοντας ζωή σε νέες εντάσεις που γίνονται ευέλικτες και αναγνωρίζουν τον εαυτό τους περισσότερο μέσα στις ζωτικές δυναμικές παρά μέσα στη θανατηφόρα σταθερότητα. Σήμερα οι προβλέψιμες ιστορίες δεν συγκινούν πλέον κανένα, και οι επιθυμίες επικεντρώνονται στην ανελέητη επίθεση σε κάθε μορφή εξουσίας, τρέφονται από την ευχαρίστηση της διαρκούς εξέγερσης και από το πάθος για την έκπληξη, υπερθεματίζοντας την ανακάλυψη του ανέκδοτου.

ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

Δυστυχώς ορισμένοι από τους δικούς μας αποτραβήχτηκαν, ηττημένοι από την έλλειψη πνεύματος κοιτάζοντας την επέλαση της αντίδρασης ! Άλλοι αφέθηκαν στη σαγήνη των προσφορών του εχθρού. Όμως παραμένουν στις τάξεις μας οι καλύτεροι και αυτοί καταλαμβάνουν τις περισσότερο επικίνδυνες θέσεις μέσα στο αναρχικό κίνημα. Αυτοί, εξαιτίας της οργής, ορισμένων φράσεων και λέξεων που ειπώθηκαν δίχως περίσκεψη, για λόγους καθαρά προσωπικούς ή ιδεολογικής διαφοράς, αντί να αναζητήσουν τη συμφωνία και την αλληλεγγύη μισήθηκαν και αλληλο συκοφαντήθηκαν, χάνοντας έτσι χρόνο και πολλή ενέργεια, βάζοντας στην άκρη την προπαγάνδα μέσα από τα περιοδικά για να δώσουν χώρο σε καθαρά προσωπικά γραπτά, ενώ η αντίδραση επιτάχυνε την επέλασή της και οργανώνονταν εναντίον μας. Όταν το αντιληφθήκαμε, βρεθήκαμε με τις εχθρικές ξιφολόγχες και τα πολυβόλα ακουμπισμένα στο στήθος μας. Τους τελευταίους καιρούς συμβιβάστηκαν στο ελάχιστο αυτές οι εσωτερικές συγκρούσεις, όμως παρατήρησα και διάβασα ότι ακόμη σήμερα εκδηλώνονται συνέπειες και προσωπικές μνησικακίες που με λίγη καλή θέληση μπορούν να εξαφανιστούν εντελώς μεταξύ των αναρχικών ομάδων μας. Έγινε λόγος και αρκετή δυσφήμιση πολλών συντρόφων […] ορισμένοι κύκλοι με μια παραλυμένη νοοτροπία κατηγορούν τους αναρχικούς ότι ξεπουλήθηκαν σε ποιος ξέρει ποιόν άγιο […] Δεν βλέπουν ή δεν θέλησαν να δουν τη διευρυμένη προπαγάνδα και τη δράση που διεξήχθη σε διεθνές επίπεδο [..] Σε όλες αυτές τις μηχανορραφίες και τα κουτσομπολιά δεν πρέπει να σκοντάψουμε αλλά αντίθετα να επιδείξουμε την απόλυτη περιφρόνησή μας. Επιχειρούνται τα πάντα για να μας αποπροσανατολίσουν από τον αγώνα μας ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο… Ο καθένας να δράσει σύμφωνα με την συνείδησή του και κάθε ομάδα να είναι ελεύθερη στη δράση της με αναρχικούς στόχους.

Σιμόν Ραντοβίτζκι

Αν παραμερίσουμε τις υποθέσεις που συχνά αναφαίνονται μέσα από τις διατριβές και τις αναλήψεις ευθύνης του αναρχικού εξεγερσιακού αφορμαλιστικού γαλαξία, μπορούν να γίνουν αντιληπτά πολλά κοινά στοιχεία που αξίζουν να ληφθούν υπόψη ως οι ουσιαστικές βάσεις της καινούριας διαδρομής του κινήματος, συνεπή στον αγώνα για την καταστροφή του υπάρχοντος. Και είναι ακριβώς επάνω σε αυτά τα θεμέλια που καθίσταται αναγκαίο να σταθούμε και να σκεφτούμε, με στόχο να τα εντοπίσουμε καλύτερα και να τα συζητήσουμε μεταξύ των συντροφισσών και των συντρόφων της τάσης μας με στόχο να βρούμε πιθανές κοινές συντεταγμένες ούτως ώστε ο καθένας και η καθεμιά να διευκολυνθεί για να ακονίσει καλύτερα τα όπλα του. – Ο ορίζοντας μέσα στον οποίο εννοούμε την αναρχική σκέψη και τη δράση στις ημέρες μας δεν προβλέπει μια ιδιαίτερη μελλοντική κοινωνία μετά την καταστροφή του υπάρχοντος. Στην υποθετική περίπτωση που θα επιτυγχάναμε να κατεδαφίσουμε την κυριαρχία διαμέσου της γενικευμένης εξέγερσης, συγκεκριμένα, θα είναι οι διατιθέμενες ενέργειες – συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών- αυτές που θα προτείνουν τις “κοινωνικές συμφωνίες”, αποφεύγοντας την οριστική τους αποκρυστάλλωση και αντιμετωπίζοντας κάθε στιγμή διαταγής-υπακοής, εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Οι αναρχικές και οι αναρχικοί, με όλα μας τα όρια, είμαστε ακριβώς αυτοί στο βαθμό που εμψυχωνόμαστε από την αστείρευτη ένταση ενάντια σε κάθε θεσμοθετημένη και υπό θεσμοθέτηση εξουσία, δηλαδή ενάντια σε κάθε στερεοποίηση των κοινωνικών σχέσεων με στόχο να εμποδίσουμε την οριστική τους θεσμοθέτηση- εννοούμενη όχι μόνο ως νομικά θεσμοθετημένους μηχανισμούς αλλά επίσης ως αφομοιωμένες συμπεριφορές και στάσεις από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των ατόμων, οι οποίες φυσικά επιβλήθηκαν πάνω τους κατά τη διάρκεια των αιώνων από την οικογένεια, το σχολείο, τη θρησκεία, την εργασία κ.λ.π. Την αναρχία, εννοούμενη μέσα στην εκδοχή της ως αναρχική κοινωνία δεν είναι δυνατό ποτέ να τη φανταστούμε και να τη σκεφτούμε σαν μια οριστική κατάκτηση, αλλά αντίθετα σαν μια κοινωνία σε αναβρασμό και διαρκή μεταβολή, όπου διατηρούνται και ενδυναμώνονται- ενάντια στους ανέμους και τις παλίρροιες – οι συνθήκες και οι σχέσεις που αρνούνται την εγκυρότητα σε οποιαδήποτε συγκεντρωτική /θεσμοθετημένη εξουσία ! Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, κάθε φορά που θα εμφανισθούν πιθανές εξουσιαστικές συμπεριφορές και στάσεις (συμπεριλαμβανομένων αυτών που αυτοανακηρύσσονται επαναστατικές), θα χρησιμοποιήσουμε τα αναγκαία όπλα και τις πανοπλίες έτσι ώστε να τις καταπνίξουμε άμεσα. – Ως αναρχικοί δεν μπορούμε ούτε θέλουμε να επιβάλλουμε τίποτε σε κανένα- σε αντίθετη περίπτωση αρνούμαστε τον εαυτό μας- , αγωνιζόμαστε ακούραστα ενάντια σε κάθε θεσμό, ενάντια σε κάθε αρχή (εξουσία) και ενάντια σε κάθε οργανισμό που, παρά τη θέλησή μας, ιδρύεται, ή προτίθεται να ιδρυθεί σε βάρος μας (και σε βάρος όλων των άλλων), περιορίζοντας την πλήρη ελευθερία. Από αυτή την οπτική, είμαστε απόλυτα ενσυνείδητοι του γεγονότος ότι χιλιετηρίδες κυριαρχίας δόμησαν μέσα στην κοινωνία την εθελούσια δουλεία (στη σύγχρονη πραγματικότητα απελπισμένα γραπωμένη επάνω στην απεριόριστη κατανάλωση αγαθών) που σήμερα απαιτεί ένα πολύ περισσότερο επίπονο και δαπανηρό αγώνα σε σχέση με το παρελθόν! Όμως ως αναρχικοί, συχνά, μπορούμε να επωφεληθούμε από πολύ περισσότερο εκλεπτυσμένες ευαισθησίες και επιχειρησιακά εργαλεία που, υπερβαίνοντας όλους τους λαϊκισμούς, καθιστούν δυνατό να διαχωρισθεί η ευθύνη του αφεντικού από αυτή του δούλου. –

Όλες αυτές οι προϋποθέσεις δεν προκύπτουν σε καμία περίπτωση σαν διανοητικές ενσταλάξεις μιας χούφτας πεφωτισμένων, αλλά έχουν τις ρίζες των λόγων τους μέσα στο ολοένα περισσότερο παντοδύναμο και καρκινογόνο κοινωνικό πλαίσιο που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Από ένα παρόμοιο πλαίσιο διαφαίνεται η μη δυνατότητα “διάσωσης” του παρόντος και, παράλληλα η επείγουσα ανάγκη της καταστροφής του, με στόχο την αποτροπή της περαιτέρω και οριστικής κατάκτησης ολόκληρου του ζωτικού χώρου και της κατοικίας των ανθρώπων και των άλλων ζώων, έτσι όπως και ολόκληρης της φύσης όπως μέχρι τώρα την γνωρίζαμε, κατευθύνοντας τη δράση μας προς την ολική απελευθέρωση του πλανήτη και κάθε ζώντος οργανισμού. Είναι ακριβώς αυτοί οι ίδιοι αρκετά συγκεκριμένοι και “υλικοί” λόγοι που εμψυχώνουν τον αναρχικό εξεγερσιακό και αφορμαλιστικό γαλαξία ο οποίος, κατά συνέπεια, κατευθύνει τις ενέργειές του στη καταστροφή του υπάρχοντος. Παρόλα αυτά υπάρχουν όρια που εμποδίζουν να συγκεκριμενοποιηθεί μια παρόμοια καταστροφή, εν μέρει εξαιτίας της δομικής μεταβολής της εξουσίας, και το γεγονός αυτό απαιτεί, ωστόσο, την προσαρμογή των οργανωτικών εργαλείων και των μεθόδων που θα μας επέτρεπαν να επιτύχουμε αποτελέσματα.

Αντικειμενικά είναι αναγκαίο να παραβλέψουμε την επίθεση στα “σύμβολα”- που αντιπροσωπεύουν τον εχθρό- ώστε να την κατευθύνουμε στη διαρκή έφοδο ενάντια στις δομές και στις υποδομές του (πού αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ουσίας του). Συχνά, άθελά τους, οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι σπαταλούν ενέργειες και αποθέματα επιτιθέμενοι σε “στόχους” που, αν και δεν είναι ολοκληρωτικά άχρηστοι, σίγουρα είναι ασήμαντοι αναφορικά με την καταστροφή του υπάρχοντος. Χωρίς αμφιβολία, αυτά τα όρια εξακολουθούν να υφίστανται εξαιτίας της βαριάς αποσκευής του παρελθόντος την οποία μεταφέρουμε μαζί μας, αποτελούμενης από παλιές αντιλήψεις αναφορικά με την “ταξική σύγκρουση”, πράγμα που μας οδηγεί αναπόφευκτα να πετάμε τα βέλη μας σε λανθασμένη κατεύθυνση. Να κατανοήσουμε-ολοένα περισσότερο-το τωρινό κυρίαρχο σύστημα, θα μας επιτρέψει να διαχωρίσουμε τον πυρήνα και το τσόφλι, την ουσία του και την περιφέρειά του. Είναι προφανές ότι μια παρόμοια επιχείρηση δεν μπορεί να υλοποιηθεί ούτε μόνο από εμάς αλλά ούτε και από την πλευρά μιας ομάδας ατόμων όσο και αυτό να είναι επιθυμητό. Αυτή την έλλειψη, αυτό το όριο για να το υπερβούμε χρειάζεται η συνδρομή όλων των διαθέσιμων δυνάμεων.

Από το γεγονός αυτό πηγάζει η επείγουσα αναγκαιότητα ενός “τόπου”, ενός “χώρου” που να επιτρέπει τις ευκαιρίες συζήτησης, της αμοιβαίας γνωριμίας, της ανταλλαγής των εμπειριών και των γνωσιολογικών και υλικών εργαλείων, που να διευκολύνει το διαμοιρασμό των διαφόρων σχεδίων, τη διεύρυνση των εκλεκτικών συγγενειών που επιτρέπουν μεγαλύτερες προσεγγίσεις, μέχρι το σημείο να αναδημιουργήσουν- σε πλανητικό επίπεδο- όλα αυτά που επιθυμούμε με όλες μας τις δυνάμεις: μια ασυγκράτητη καταστρεπτική δύναμη, χωρίς καμία απολύτως συνιστώσα να χρειαστεί να παραιτηθεί από τον τακτικό και το στρατηγικό της αυτοκαθορισμό καθώς και από το σύνολο των προοπτικών που την χαρακτηρίζουν. – Αν είναι αλήθεια ότι καμιά συνιστώσα (ατομική ή συλλογική) του αναρχικού εξεγερσιακού και αφορμαλιστικού γαλαξία προφασίζεται ότι κατέχει το μονοπώλιο του αγώνα ενάντια στο υπάρχον! Αν είναι αλήθεια ότι κανείς μέσα στον γαλαξία μας δεν δηλώνει ότι κατέχει “την αποτελεσματική συνταγή” της νικηφόρας επίθεσης ενάντια στο κυρίαρχο σύστημα, πρέπει να συμφωνήσουμε κατά συνέπεια ότι ο καθένας έχει αρκετούς χρήσιμους λόγους για να συνεχίσει να δρα όπως δρούσε, έχοντας συνείδηση των ορίων του είτε όσο αφορά το επίπεδο της ανάλυσης είτε όσο αφορά το επίπεδο της δράσης (δεδομένου ότι οι δύο στιγμές διαπλέκονται στενά). Η συνείδηση της αναγκαιότητας και του επείγοντος να δράσουμε με καταστρεπτικό τρόπο, δεν μπορεί να παραβλέψει την εκτίμηση των σχέσεων δύναμης που είναι υπαρκτές στο πεδίο : πράγματι, όπως όλοι μας διαπιστώσαμε αυτά τα τελευταία χρόνια, καμιά συνιστώσα- από όσο γνωρίζουμε- του αφορμαλιστικού και εξεγερσιακού γαλαξία, παραιτείται ούτε από το στόχο της δράσης μας, δηλαδή την Αναρχία, ούτε από την “προπαγάνδα διαμέσου του γεγονότος”. Μπορούμε να δηλώνουμε ότι θέλουμε, όμως η ίδια μας η συνείδηση παραδέχεται (άμεσα ή έμμεσα) ότι οι σχέσεις δύναμης, αυτή τη στιγμή, είναι ευνοϊκές για τον εχθρό. Από την άλλη πλευρά πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν είναι εντελώς αλήθεια ότι οι αποκαλούμενοι “κοινωνικοί αναρχικοί” της εξεγερσιακής και αφορμαλιστικής τάσης – κατά συνέπεια με τον αποκλεισμό των “αναρχο-λαϊκιστικών / νεο πλατφορμιστικών διαστρεβλώσεων – τοποθετούν κάθε τους αυταπάτη αποκλειστικά επάνω στο “κοινωνικό”, ούτε ότι στηρίζονται μονάχα επάνω στον “αυθορμητισμό των μαζών” στην αναζήτηση από πλευρά τους του σωστού δρόμου για την οριστική καταστροφή της τωρινής κυριαρχίας ! Αν ήταν έτσι, δεν θα υποστήριζαν ούτε θα υποδαύλιζαν καμιά εξεγερσιακή απόπειρα και θα ανέμεναν ώστε η απογοήτευση των “μαζών” να εκραγεί αυθόρμητα και να προκαλέσει την εξέγερση.

Πρέπει κατά συνέπεια να παραδεχτούμε ότι οι αναρχικοί και οι αναρχικές, μόνοι μας, δεν έχουμε την αναγκαία δύναμη για να καταστρέψουμε το ιστορικό παρόν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η δυναμική του ενός ή του άλλου κατευθύνεται προς αυτό το στόχο. Ταυτόχρονα είναι καλό να υπογραμμίσουμε ότι το ζήτημα βάθους από πλευράς εκείνων των κριτικών του τομέα του γαλαξία που “δεν στοχεύει στο κοινωνικό”, δεν πέφτει από το πουθενά αλλά βασίζεται στην άρνηση της κοινωνίας στο βαθμό που αυτή είναι δομικό παράρτημα του συστήματος κυριαρχίας, και σαν τέτοια είναι μια αναμφισβήτητη συνεργάτης και αναπαραγωγός της εξουσίας.  Σε τελική ανάλυση, επειδή κανείς δεν κατέχει την αλάνθαστη συνταγή για να φτάσει στην αναρχία είναι επίσης συνεπές ότι σε κάθε περίπτωση δρούμε με την πρόθεση να καταστρέψουμε το υπάρχον. Λέγοντας το διαφορετικά, οι επιθέσεις μας είναι σε κάθε περίπτωση συγκεκριμένες, όμως σε σύγκριση με τον προσδοκώμενο στόχο είναι περιορισμένες (πάντοτε και σε κάθε περίπτωση) να είναι απλές απόπειρες που είτε μπορούν είτε δεν μπορούν να προσεγγίσουν το στόχο της καταστροφής του κράτους-κεφαλαίου, αλλά και που σε τελική ανάλυση πρόκειται μονάχα για απόπειρες όχι για βεβαιότητες. Κατά συνέπεια ο καθένας- με ένα ελάχιστο ταπεινοφροσύνης- θα έπρεπε να αναγνωρίσει τη χρησιμότητα της αμοιβαίας “συνεργασίας” μεταξύ των δύο μορφών αγώνα (αναμφίβολα παρούσες μέσα στον αφορμαλιστικό γαλαξία μας), ή τουλάχιστο να αφήσει ανοικτή τη δυνατότητα μιας πιθανής εξέλιξης προς αυτή την κατεύθυνση. Και σε αυτό το σημείο ανοίγεται επίσης ένα παράθυρο προς μια νέα – και σε κάθε περίπτωση όχι χωρίς προηγούμενο μορφή αντίληψης του αναρχισμού “της δράσης” και της προοπτικής για έναν αναρχισμό χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς.

Υπάρχει ένα ζήτημα ουσιαστικής σημασίας που αναφαίνεται από τα θέματα με τα οποία καταπιαστήκαμε μέχρι τώρα: αν η αναρχική αντίληψη του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και το κράτος – δομημένη από την κυρίαρχη βιομηχανική πραγματικότητα-, θεωρητικοποιούσε ταυτόχρονα την καταστροφή και την μετεπαναστατική ανοικοδόμηση σε παγκόσμιο επίπεδο (απλοποιημένη μέσα στην φημισμένη φόρμουλα : απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής και συλλογική διαχείρισή τους= γενικευμένη κοινωνικοποίηση!), η αναρχική αντίληψη της αφορμαλιστικής και κατά συνέπεια εξεγερσιακής σύγχρονης τάσης, αντιλαμβάνεται τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο, με ιδιαίτερη έμφαση αναφορικά με το υποθετικό “απελευθερωμένο μέλλον”, δίνοντας προτεραιότητα στην καταστρεπτική στιγμή και παραμένοντας περισσότερο περιορισμένη πάνω στην ανάλυση των επιβεβλημένων συνθηκών από πλευράς της τωρινής κυριαρχίας. Το γεγονός αυτό οφείλεται, όπως προείπαμε, στην συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι δεν υπάρχει κληρονομιά για να διασωθεί όσο αφορά τη μελλοντική διαχείριση της ζωής μας ! Αυτό σημαίνει ότι, δεδομένου της ανυπαρξίας έγκυρων ενδείξεων που να ισχύουν παντού (“παγκόσμιου” χαρακτήρα), κάθε τόπος, κάθε λαός, κάθε περιοχή, κάθε γεωγραφικό πλαίσιο θα πάρει στα χέρια του την ευθύνη να καταστρέψει και να οικοδομήσει (αν θεωρηθεί απαραίτητο). Όμως, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, ο “αυθορμητισμός των μαζών” δεν είναι ένας ικανός παράγοντας για να συγκεκριμενοποιήσει την καταστροφή των πυλώνων του μεταβιομηχανικού (ή υπερτεχνολογικού) κράτους-κεφαλαίου από μόνος του, ωστόσο οι αναρχικές και οι αναρχικοί των διαφόρων και διαφορετικών ανθρωπογεωγραφικών καταστάσεων πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη όχι μονάχα να κατευθύνουμε στη σωστή πορεία τα καταστρεπτικά μας βέλη, αλλά επίσης να είμαστε “αξιόπιστοι” και αναγνωρίσιμοι από πλευράς των πολύμορφων εξεγερσιακών καταστάσεων, μέσα στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο που επιχειρούμε. Από το γεγονός αυτό απορρέει η αδιαμφισβήτητη αναγκαιότητα της γνώσης του χώρου, των προσώπων που τον κατοικούν και, κατά συνέπεια, ο εντοπισμός και η καταστρεπτική επίθεση όχι τόσο ενάντια στα σύμβολα της εξουσίας, αλλά αντίθετα ενάντια στις δομές και στις υποδομές, στους νευραλγικούς πυρήνες διαμέσου των οποίων παράγεται και αναπαράγεται διαρκώς το υπάρχον σύστημα κυριαρχίας. Δεν πρόκειται μονάχα για το γεγονός ότι οι “λύσεις” της επίθεσης και της ενδεχόμενης “μετεξεγερσιακής οικοδόμησης” απαιτούν και στις δύο περιπτώσεις τη συμμετοχή όλων αυτών που κατοικούν το συγκεκριμένο χώρο, αλλά επίσης ότι αυτές οι “λύσεις” δεν θα είναι ποτέ οι ίδιες για όλο τον πλανήτη, παρόλη την τρέχουσα συνεχή ομοιογενοποίηση των πάντων σε πλανητικό επίπεδο. Όπως είναι δυνατό να γίνει άμεσα αντιληπτό, αυτό ακριβώς το στοιχείο ουσιαστικής εκτίμησης της κατάστασης αναζητά επειγόντως την αντιπαράθεση μεταξύ των διαφορετικών πυρήνων του αφορμαλιστικού αναρχικού γαλαξία και την ανταλλαγή των εμπειριών από τις οποίες ο καθένας θα μπορεί να αντλήσει τα στοιχεία και τις προϋποθέσεις για τη δράση του, μέσα σε οποιοδήποτε γεωγραφικό πλαίσιο. Ως προς το τελικό συμπέρασμα αυτών των θεωρήσεων, χωρίς αμφιβολία μακρών και ίσως βαρετών, θεωρούμε ότι είναι δυνατό να εντοπιστούν ορισμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την αφορμαλιστική και εξεγερσιακή τάση του σύγχρονου αναρχισμού, που πιθανά ιχνηλατούν ένα διαφορετικό παράδειγμα πολύ πιο ενεργητικό και λειτουργικό στον αγώνα ενάντια στην υπάρχουσα κυριαρχία, αν συγκριθεί με το παλιό μοντέλο του “κλασικού αναρχισμού”:  την αναγκαιότητα πορείας κατευθύνοντας την επίθεση ενάντια στις βάσεις της κυριαρχίας και όχι ενάντια στα σύμβολα του συστήματος, ενσυνείδητοι του αναλαμβανόμενου επιθετικού έργου χωρίς αποκλεισμό χτυπημάτων, και ενσυνείδητοι του γεγονότος ότι η αντικειμενική μας κατάσταση και η καταστρεπτική δράση είναι ακριβώς αυτές που μας αναλογούν. Δεν έχουμε να κληρονομήσουμε απολύτως τίποτε και ωστόσο δεν υπάρχει τίποτε που να πρέπει να διαφυλαχθεί για αύριο!  Δεν έχουμε βεβαιότητες για να καλλιεργήσουμε, αλλά την δυνατότητα ότι με την επιχειρησιακή δράση όλων μας – καθένας και καθεμιά σύμφωνα με τις παραμέτρους του-, θα μπορέσουμε να κατεδαφίσουμε άπαξ και δια παντός κάθε σύστημα κυριαρχίας και ολόκληρο το υπάρχον.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η οριστική καταστροφή της κυριαρχίας είναι μονάχα μια “δυνατότητα”, δεν περιορίζει τη καταστρεπτική δράση μας ούτε μας αποπροσανατολίζει από την ανηλεή επίθεση (εδώ και τώρα) σε κάθε μορφή εξουσίας ενσαρκώνοντας έτσι την διαρκή εξέγερση! – δεδομένου ότι δεν υπάρχουν “παγκόσμιες συνταγές”, επαφίεται στις συντρόφισσες και τους συντρόφους που παρεμβαίνουν μέσα στις δικές τους ιδιαίτερες περιοχές να εντοπίσουν τις καλύτερες προοπτικές για την αναρχική παρέμβαση, προωθώντας τις, και / ή συμμετέχοντας στις εξεγέρσεις των περισσότερο ριζοσπαστικοποιημένων τομέων των αποκλεισμένων – όντας ικανοί να κατευθύνουμε την εξέγερση προς τη καταστροφή και την εξόντωση των ομάδων εξουσίας που επιτρέπουν και / ή διαιωνίζουν την κυριαρχία και την εκμετάλλευση, συμπεριλαμβανομένων των ψευδών “κριτικών”- ή δρώντας ενεργητικά είτε σαν ομάδες συγγένειας είτε σαν αναρχικές ατομικότητες, επικεντρωμένες στη διαρκή επίθεση, ανηλεή και άμεση, στην κυριαρχία! – η κοινωνική πολυπλοκότητα και η “μεγαμηχανή” της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης βρίσκονται σε διαρκή διαδικασία μεταβολής, γεγονός που απαιτεί τη συνεισφορά κάθε διαθέσιμης ενέργειας για να καταστεί δυνατό να καθαριστεί η πυκνή ομίχλη που τη σκεπάζει και έτσι να προσανατολιστούν συγκεκριμένα οι σκέψεις μας και οι αναλύσεις μας, ανανεώνοντας την επιθετική μας ικανότητα και ενδυναμώνοντας την επέκταση της διαρκούς εξέγερσης.

Προκύπτει έτσι χωρίς καμιά δυνατότητα αναβολής σε διεθνές επίπεδο να δώσουμε τη δυνατότητα δημιουργίας “χώρων-στιγμών” αμοιβαίας γνωριμίας, κριτικής και αυτοκριτικής, ανταλλαγής εμπειριών και δυνατότητας να αναπτύξουμε σχέσεις συγγένειας που να υλοποιούν αυτό τον καινούριο τρόπο αντίληψης και πρακτικής του αναρχισμού με περισσότερο ενεργητικό τρόπο, διευκολύνοντας την βίαιη επίθεση στην κυριαρχία, κατευθύνοντας τις δυνάμεις μας προς την καταστροφή του ιστορικού παρόντος και ενσαρκώνοντας έτσι την στασιαστική ουσία της αναρχίας στις ημέρες μας. Αυτό το τεράστιο έργο για να μπορέσει να υλοποιηθεί απαιτεί την αποφασιστική άρνηση της λογικής του εχθρού ( τη λογική της εξουσίας)! Αποφασιστική άρνηση, λοιπόν, των προτάσεων των “συντακτικών”, των “δημοκρατικών συνελεύσεων” και των κινημάτων των “πολιτών”, που επιτυχώς εμπλουτίζουν συνεχώς το εγχειρίδιο ενσωμάτωσης από πλευράς του συστήματος, προτρέποντάς μας να καταλάβουμε τις πλατείες και να αυτοδιαχειριστούμε την εξαθλίωσή μας μέχρις ότου να εμφανιστεί κάποιο κόμμα που να κεφαλαιοποιήσει ξανά την εμπειρία και να ενδυναμώσει έτσι την κυριαρχία. Από αυτό προκύπτει η επείγουσα ανάγκη της αντίληψης ενός αναντίρρητου γεγονότος : Η εξέγερση θα είναι τόσο περισσότερο ριζοσπαστική όσο λιγότερο κωδικοποιημένη θα μπορεί να διαρκέσει! Εννοώντας την πλέον όχι σαν ένα γενικευμένο επεισόδιο, συμπαγές και οριστικό της ανθρώπινης περιπέτειας, αλλά αντίθετα όταν την φανταζόμαστε σαν εκατοντάδες και χιλιάδες εξεγέρσεις, πάντοτε διαρκείς και μέσα στις οποίες δισεκατομμύρια ζώντα όντα εξεγείρονται και εξερευνούν την ολική απελευθέρωση του υπάρχοντος.

Για επικοινωνία: corrispondenzeanarchiche.wordpress.com

freebirdsinter@protonmail.com 

Πηγή: athensindymedia