Μπροσούρα: Αποδομώντας τις μάζες – Προς την ένοπλη ατομικότητα

Αποδομώντας τις Μάζες: Προς την Ένοπλη Ατομικότητα.

«Οι αναρχικοί εναντιώνονται στην εξουσία τόσο από τα πάνω όσο και από τα κάτω. Δε διεκδικούν την εξουσία για τις μάζες, μα αναζητούν τρόπους να καταστρέψουν κάθε κυριαρχία και ν’ αποσυνθέσουν τις μάζες σε ατομικότητες υπεύθυνες η κάθε μια για τη ζωή της. Συνεπώς, οι αναρχικοί είναι οι πιο ανένδοτοι εχθροί κάθε κομμουνισμού, και όσοι διατείνονται πως είναι κομμουνιστές ή σοσιαλιστές δεν μπορούν κατά καμία πιθανότητα να είναι αναρχικοί.»

– Enzo Martucci

Για μένα, η ατομικότητα είναι ένα όπλο. Είναι η ένοπλη πρακτική της μηδενιστικής αναρχίας και η προσωπική εναντίωση σε οποιαδήποτε απόπειρα επιβολής. Ένα πρόσωπο γίνεται ακυβέρνητο κατασκευάζοντας και υποστηρίζοντας τις αρνήσεις του ενάντια στους κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους, στα επίσημα φορμαλιστικά σύνολα και στη μονολιθικότητα της μαζικής κοινωνίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η άρνηση απηχεί την απροθυμία να απεμποληθεί η μοναδικότητα κάποιου στα πλαίσια μιας φορμαλιστικής ένωσης. Εδώ εγώ τραβάω μια γραμμή μεταξύ αναρχίας και αριστερισμού. Ο αριστερισμός επικροτεί την αναδιάταξη των κατασκευασμένων ταυτοτήτων, τους άκαμπτους σχηματισμούς και τους κοινωνικούς ρόλους εντός μιας άτεγκτης κοινωνικής δομής εντός της οποίας τα άτομα θυσιάζονται στον βωμό ενός “ανώτερου καλού” ή σκοπού. Απεναντίας, η αναρχία ως βίωμα σηματοδοτεί την αποσύνθεση πάσας τυποποιημένης κοινωνικής ομάδας, διανοίγοντας τις πιθανότητες ατομικής χειραφέτησης και απεριόριστης εξερεύνησης της υπαρξιακής αταξίας. Συμπερασματικά, για ‘μένα η αναρχία είναι μία ατομικιστική άρνηση του υποκειμένου να παραδώσει τον εαυτό του σε μία υπερβατική εξουσία που ανάγει τον εαυτό της σε απόλυτη αρχή.

Οι εξουσιαστικές δομές, κοινωνικές και θεσμικές, προϋποθέτουν την εγκατάλειψη της ατομικότητας προκειμένου να επεκτείνουν την κυριαρχία τους. Το κράτος δεν μπορεί να υπάρξει δίχως υποκείμενα πρόθυμα να φορέσουν τα εμβλήματα και τις στολές του. Ο καπιταλισμός αδυνατεί να εγκαθιδρυθεί δίχως την υποτέλεια ανθρώπων των οποίων η συσσωμάτωση συνιστά το μαζικό κοινωνικό σώμα ενίσχυσης της ψυχολογικής και κοινωνικής νομιμοποίσης του ιδίου, αλλά και της κυριαρχίας του. Το κράτος και ο καπιταλισμός αποβλέπουν στην απόσπαση της κοινωνικής συναίνεσης, ενώ ο πολλαπλασιασμός της συγκροτεί σταδιακά τη βιομηχανική μαζική κοινωνία. Θα αναγνωρίσω στους αριστεριστές το δίκιο πως μία αρκετά συμπαγής εργατική απεργία διαρκείας θα ήταν ικανή να παραλύσει τη βιομηχανική πρόοδο, εφόσον είναι ο εργάτης -ο μεμονωμένος μισθωτός σκλάβος- που συμβάλλει στη λειτουργία της μεγα-μηχανής. Αλλά, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, μία μαζική εργατική απεργία δεν είναι μονάχα εξαντλητικό να συντονιστεί, αλλά και ανέφικτο να συντηρηθεί αρκετά ως την κατάρρευση του καπιταλισμού. Καθώς πολλοί αριστεριστές, συμπεριλαμβανομένου και εμού μέχρι ενός σημείου, θα αναγνωρίσουν πως πολλοί εργάτες στερούνται την πρόσβαση σε εμψυχωτικές ριζοσπαστικές ιδέες, εγώ σταδιακά αντιλήφθηκα επιπλέον πως πλήθος εργατών πολύ απλά δεν επιθυμεί να απεργήσει. Για σωρεία λόγων, αδύνατο να καταγραφούν εδώ πέρα, αναρίθμητοι εργάτες συρρέουν στις δουλειές τους, αδιαφορώντας για το αν διεξάγεται κάποια απεργία ή όχι. Κάτι που συχνά παραβλέπεται είναι πως οι άνθρωποι είναι άτομα. Και, ως άτομα, ορισμένοι επιλέγουν να εξεγερθούν ενάντια στην εργασιακή τους συνθήκη και άλλοι όχι.

Κολεκτίβες, Συλλογική Ενδυνάμωση και Οργάνωση

Γύρω στο 2013, αποπειράθηκα να ενισχύσω την κοινωνική δυναμική μέσω συλλογικών εγχειρημάτων αφιερώμενων στην ευεργέτηση ανθρώπων στη γειτονιά μου. Πολύμορφα, με δανειστικές βιβλιοθήκες ριζοσπαστικών βιβλίων, παρουσιάσεις εντύπων, πραγματικά ελεύθερα λαϊκά παζάρια, “φαγητά-όχι-βόμβες”, και συλλογικές προβολές ταινιών. Το εγχείρημα στο οποίο συμμετείχα ήταν δραστήριο και γεμάτο ενέργεια. Κάποια στιγμή, στις 31 Ιουλίου, διοργανώσαμε μία Μέρα Δράσης Ενάντια στον Ρατσισμό και τον Φασισμό, η οποία περιλάμβανε στιγμιότυπα ταραχών από πορείες και βίντεο ισοπέδωσης ναζιστών. Αφήσαμε την πόρτα στον διάδρομό μας ανοιχτή για να συμμετάσχει κάθε ενδιαφερόμενη και ενδιαφερόμενος, και το μικρό διαμέρισμά μας γέμισε ασφυκτικά από παιδιά που κατοικούσαν τριγύρω και πανηγύριζαν ενθουσιασμένα καθώς παρακολουθούσαν τα βίντεο. Στο τέλος, μοιράσαμε στους παρευρισκομένους έντυπα και τρικάκια, και προπαγανδίσαμε ένα πραγματικά ελεύθερο ανταλλακτικό παζάρι που είχαμε οργανώσει για τις επόμενες δύο μέρες. Την επόμενη μέρα, μόνο 3 γείτονες απ’ όσους είχαν παραστεί στην εκδήλωση εμφανίστηκαν και συζήτησαν μαζί μας. Τη μεθεπόμενη μέρα, δεν εμφανίστηκαν ούτε αυτοί. Τη στιγμή εκείνη προσπαθούσα να κατανοήσω το γιατί -παρά τις προβολές, τα έντυπα, το προπαγανδιστικό υλικό και τις συζητήσεις- οι γείτονές μας, άνθρωποι που μας μίλησαν για την αντιμετώπιση του ρατσισμού στην καθημερινότητά τους, δε μεριμνούσαν να σχηματίσουν εγχειρήματα μαζί μας. Μία κατά πρόσωπο συζήτηση με δύο εξ αυτών, λίγες βδομάδες αργότερα, με προσγείωσε στην πραγματικότητα: «Είναι πολύ καλή φάση αυτό που όλοι εσείς επιχειρείτε να κάνετε, αλλά, ξέρεις, είμαστε απασχολημένοι αναζητώντας ρευστό. Προσπαθούμε απλά να βρούμε εισόδημα.». Μετά από έναν σύντομο διάλογο γύρω από την “οικονομική ανέλιξη”, αποχωριστήκαμε ανταλλάζοντας χειραψίες, κι εγώ ένιωθα μπερδεμένος και απογοητευμένος. Οι άνθρωποι της περιοχής μου, οι γείτονές μου δεν ψηνόντουσαν καθόλου γι’ αυτήν την “επαναστατική φάση”.

Μετά από μερικά ακόμα χρόνια τοπικών δράσεων, αναρτήσεων πανό, παρεμβάσεων με σπρέι, αφισοκολλήσεων, ενός εντύπου που επιμελήθηκα για να καταγράψω και να εγκωμιάσω την ιστορία των αντιρατσιστικών εξεγέρσεων της περιοχής μου, και συλλογικών εκδηλώσεων, συνειδητοποίησα μιαν αλήθεια ανεπιθύμητη για κάθε αριστεριστή: Δεν υφίσταται μια ομοιογενής κοινότητα προς ριζοσπαστικοποίηση. Τι σημαίνει η “κοινότητα”, όταν η γειτονιά σου συντίθεται από άτομα με το καθένα απ’ αυτά να έχει διαφορετικούς και, πολλές φορές, αντικρουόμενους στόχους στη ζωή του; Σύντομα κατάλαβα πως ο όρος “κοινότητα” είναι μια πολιτική έννοια που, συχνά, σκοπίμως απαλείφει σημαντικές διαφορές αναμεταξύ των υποκειμένων, διαμηνύοντας μιαν επίπλαστη ενότητα. Πρόκειται για μια κοινωνική κατασκευή που απλά περιγράφει ένα σύνολο ανθρώπων συνοίκων σε μια περιοχή. Σίγουρα υπήρξαν από ‘δώ κι από ‘κεί κάποια πρόσωπα υποστηρικτικά προς ό,τι εκπονούσαμε, αναμείχθηκαν και κόλλησαν μαζί μας για ένα εφήμερο διάστημα. Αλλά η γειτονιά ήταν ετερόκλητη. Και θα ήταν ανέντιμο να ισχυριστούμε πως εκπροσωπούσαμε τα συμφέροντα του συνόλου της. Ο καθένας είχε τις δικές του προσωπικές γνώμες και προσδοκίες απ’ τη ζωή.

Έχω, ανά καιρούς, συναντήσει ορισμένα τοπικά επαναστατικά σχήματα απαρτιζόμενα κατά μεγάλο ποσοστό από υλοποιημένες και ακμαίες κοινοτικές σχέσεις. Ορισμένες φορές διαρκούν για ένα διάστημα, ενώ άλλες τα μέλη τους απομακρύνονται και αποσαθρώνονται. Σε αυτό το σημείο, τα βιώματά μου ξεκίνησαν να διακρίνουν μιαν απόσταση μεταξύ ομαδοποιήσεων συγγένειας και μαζικών οργανώσεων. Όσα υποκείμενα ψηνόντουσαν όντως για ό,τι εκπροσωπούσαμε, μας προσέγγισαν ανεξαρτήτως του αν είχαμε προπαγανδίσει ή προτάξει κάποιο πρόγραμμα. Εμφανίστηκαν διότι εντόπισαν άλλες ατομικότητες με τις οποίες μπορούσαν να συσχετιστούν. Άλλοι άνθρωποι απλά αδιαφόρησαν, παρότι κατοικούσαμε όλοι μαζί στην ίδια γειτονιά, αντιμέτωπες με τον εξευγενισμό, και όντας στην πλειοψηφία μας έγχρωμοι.

Διακρίνω μία παραλληλία με ό,τι συμβαίνει στον αναρχισμό. Οι ίδιες μέθοδοι και προσφυγές στην κοινότητα, στις μάζες, στον “λαό”, είναι ενεργές και ειλικρινείς, αλλά παράγουν ελάχιστα αποτελέσματα. Έπειτα από αλλεπάλληλες συλλογικές κουζίνες, επαναστατικά κοινωνικά κέντρα ή ριζοσπαστικές δανειστικές βιβλιοθήκες, όλα στελεχώνονταν από τους προϋπάρχοντες εξεγερμένους και εξεγερμένες, καταντώντας έτσι συντεχνιακά στέκια κοινωνικοποίησης αντί για μέρη γεμάτα με αμύητους ανθρώπους σε αναζήτηση της κοινοτικής αμεσότητας. Οι προσπάθειες να κινητοποιήσουμε τις μάζες διαμέσου διαδηλώσεων κατέληγαν με άπλετους θεατές στο πεζοδρόμιο, ενώ οι ίδιοι εξεγερμένοι και εξεγερμένες φώναζαν συνθήματα, τραγουδούσαν και πορεύονταν στους δρόμους. Έγινα παρατηρητής της ίδιας πληγής σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις. Καθώς ο Τραμπ βρισκόταν στην προεκλογική του εκστρατεία, όλοι βρισκόντουσαν στους δρόμους μέχρι και με τις μητέρες τους. Οι εξεγερμένες είχαν επίσης ξεχυθεί, οπλισμένες με τρικάκια, έντυπα και μεγάφωνα, διαχέοντας την ριζοσπαστική τους συνθηματολογία. Σύντομα μετά το πέρας των εκλογών τα πράγματα εξομαλύνθηκαν και οι εξεγερμένοι έμειναν μόνοι στους δρόμους να συνεχίσουν τις γνωστές τους ασχολίες. Παραδέχομαι πως βρισκόμουν κι εγώ εκεί. Διαδηλώνοντας, φωνάζοντας, μοιράζοντας έντυπα και τρικάκια στους θεατές του πεζοδρομίου. Θυμάμαι, χρόνια πριν, μια πορεία Occupy που καλέσαμε στην οδό Μίσιγκαν του Σικάγο. Ένα πλήθος μαθητών μάς πρόσεξε, συμπορεύτηκε μαζί μας για περίπου 3 λεπτά, και έπειτα επέστρεψε βιαστικά στο πεζοδρόμιο ανταλλάσσοντας χειραψίες μαζί μας ώστε να συνεχίσουν τη μέρα τους. Παραμείναμε στον δρόμο προσπαθώντας να τους προσελκύσουμε ξανά μέσω δημοφιλούς μουσικής. Η ξαφνική αριθμητική σμίκρυνση του μπλοκ μας έδωσε την ευκαιρία στους μπάτσους να μας περικυκλώσουν και να μας απωθήσουν στο πεζοδρόμιο. Το πιο εξωφρενικό με δαύτη την κατάσταση είναι πως η εν λόγω τακτική επιστρατεύεται ακόμα από τους σημερινούς επαναστάτες. Λες κι οι πρώτες δεκάδες φορές δεν ήταν αρκετά ντροπιαστικές.

Καπιταλιστικός Aτομισμός εναντίον Ατομικιστικής Aναρχίας

Η ατομικότητα δύναται να εγκλιματιστεί και να υποταχθεί σ’ ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που κατέχει το μονοπώλιο της έκφρασης λόγων περί της ζωής. Στην περίπτωση του καπιταλισμού, γεννιόμαστε σε μια ήδη ρυθμισμένη κοινωνία που ενισχύει τις αξίες, τους ρόλους και την ιδεολογία της μέσα απ’ την πνευματική και ψυχολογική ισχύ των θεσμικών ιδρυμάτων της. Καθώς περιπλανόμαστε έξω, αντικρίζουμε μια πραγματικότητα εκ των προτέρων ποσοτικοποιημένη και θεσμικά κατασκευασμένη επιμελώς ώστε να προπαγανδίζει τον εαυτό της. Αυτοκίνητα, αεροπλάνα, λεωφόροι, ουρανοξύστες, πρόχειρο φαγητό, κλπ – όλα κανονικοποιημένα ώστε να εξασφαλίζουν την ομαλότητα της τάξης. Πέρα απ’ αυτήν, πέρα απ’ τις νόρμες, ελοχεύει ένα χάος ικανό να σπάσει τη νηνεμία της ατομικής υποδούλωσης. Οργάνωση και τάξη πορεύονται χέρι-χέρι. Οι αξίες, οι ρόλοι και οι ιδεολογίες ενισχύονται αποτελεσματικότερα όταν μαζικοποιούνται, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση του κανονικού. Αυτή η διαδικασία καταρρακώνει την ατομικότητα, τη μοναδικότητα και το χάος, αφού τα τρία τους συνιστούν απειλές έναντι των μονολιθικών σχηματισμών. Όταν ο καπιταλισμός διατείνεται πως ενθαρρύνει τον αγνό ατομικισμό, πρόκειται για έναν ατομικισμό που προπαρασκευάζεται ούτως ώστε ν’ αναπαράγει τον καπιταλισμό σε ατομικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, όσες ατομικότητες παραδίνονται στο καπιταλιστικό σύστημα υποβαθμίζονται σε ανδράποδα, καταδικασμένα να εξυπηρετούν την εύρυθμη λειτουργία του. Οποιαδήποτε ατομικότητα αμφισβητεί τον καπιταλισμό ή κάθε κοινωνικό σύστημα εν συνόλω, θα αναζητήσει μια ζωή αντιτιθέμενη στα συμφέροντα του καπιταλισμού. Υπό αυτήν την έποψη, η ατομικιστική αναρχία αποτελεί μιαν αντίσταση του προσώπου στην πιθανότητα περιορισμού του στα σύνορα ενός φορμαλιστικού συστήματος. Το χάος είναι η προσωποποιημένη στρατηγική της άρνησης μιας προσχεδιασμένης τάξης, μιας τάξης διαμορφωμένης απ’ όσους ενδιαφέρονται απλώς για την αριθμητική αύξηση των ακολούθων τους.

Η στρατηγική δημιουργίας μιας μαζικής κοινωνίας ή ενός εύτακτου συστήματος είναι μια στρατηγική καταστρατήγησης της ατομικότητας, του χάους και της μοναδικότητας. Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει την προώθηση ενός μονοδιάστατου τρόπου κατανόησης του ατομικισμού, προσχεδιασμένου απ’ τον καπιταλισμό. Αλλά, προκειμένου ο ατομικισμός να διατηρείται μοναδικός και χαοτικός, δεν μπορεί να εγκλείεται στα όρια τυπικών οργανώσεων και κοινωνικών κατασκευών. Ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνική κατασκευή εξαρτώμενη από τη μαζική συναίνεση και συμμετοχή προκειμένου να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της κανονικότητας και να διατηρήσει την επικρατούσα κοινωνική τάξη. Η μαζική συμμετοχή, συντιθέμενη από δουλοπρεπή υποκείμενα, επιτρέπει στον καπιταλισμό να υλοποιείται διαμέσου ιδρυμάτων, θεσμών και κατασκευών φυσικής υπόστασης, όλα χτισμένα από τα χέρια μεμονωμένων εργατών. Είναι αληθές πως η εργατική τάξη έχτισε αυτόν τον κόσμο, διαθέτοντας έτσι και τη δύναμη να τον κατεδαφίσει. Αλλά αυτό προϋποθέτει πως δεν υφίστανται υποβολιμαίες εν ενεργεία δυνάμεις καθυπόταξης του υποκειμένου. Αυτό εξηγεί γιατί ο κοινωνικός πόλεμος δεν είναι αποκλειστικά απαραίτητος ενάντια στη μαζοποιημένη κοινωνική πραγματικότητα, αλλά επιτακτικός επιπλέον για τη διάρρηξη των δεσμών με τις κοινωνικά κατασκευασμένες ταυτότητες, και τη συντριβή της υποτακτικής λογικής.

Η Δεξιά και η Αριστερά: Δύο Πλευρές του Ίδιου Νομίσματος ονόματι “Κοινωνικές Ταυτότητες”

Οι πολιτικές της ταυτότητας απηχούν πως διαφορετικές ταυτότητες σχηματοποιούνται ώστε να δημιουργήσουν ιεραρχικούς συσχετισμούς δύναμης μεταξύ ανθρώπινων ομαδοποιήσεων. Αντανακλούν επιπλέον πως η ατομικότητα και η μοναδικότητα αποθαρρύνονται μέχρι το σημείο κοινωνικής απομόνωσης. Όταν τα υποκείμενα αντιδρούν εκτός των επιβεβλημένων από τις κοινωνικές τους ταυτότητες ορίων, αντιμετωπίζονται ως “Άλλοι”, μη αξιόπιστοι για να εκπροσωπήσουν ένα βίωμα. Αναλόγως το σύστημα, ορισμένες εμπειρίες και βιώματα προτιμούνται και σταχυολογούνται προς επικύρωση. Επί παραδειγμάτι, για έναν δεξιό Α, ένας επιτυχημένος “μαύρος” επιχειρηματίας εγκωμιάζεται και παρουσιάζεται ως θρίαμβος ενός συμπεριληπτικού και απαλλαγμένου από διακρίσεις καπιταλισμού. Αλλά για έναν δεξιό Β, ο ίδιος άνθρωπος θεωρείται απειλή για την τάξη της λευκής υπεροχής, συνεπώς δυσφημείται. Παρομοίως, υπό το πρίσμα ενός αριστεριστή Α, το ίδιο υποκείμενο θα χλευαστεί ως “Θείος Τομ” και “προδότης υποτακτικός”. Αντιθέτως, για τον αριστεριστή Β, ο “μαύρος” επιχειρηματίας αντιπροσωπεύει μια παραδειγματική αφομοίωση, κοινωνική πρόοδο κι ελπίδα για άλλους μαύρους ανθρώπους. Τόσο η αριστερά όσο και ο καπιταλισμός διαθέτουν αμφότεροι διφορούμενα χαρακτηριστικά. Όλοι όμως, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, καταλήγουν να συμφωνούν σε κοινές αρχές σχετικά με την τάξη, τις ομογενοποιημένες ταυτότητες και την κοινωνική συνοχή. Συμπεραίνουμε αβίαστα ότι, ανεξαρτήτως μεθόδου, το άτομο αυτό επιστρατεύεται για την ενίσχυση του προπαγανδιστικού μηχανισμού ενός κοινωνικού συστήματος. Ας πάρουμε τώρα για παράδειγμα έναν “μαύρο” “άντρα” που αρνείται τη “μαύρη” κοινωνική ταυτότητα και τους συνεπαγόμενους “ρόλους” της, την πατριαρχία και την αφομοίωσή του δια της μισθωτής εργασίας. Απεναντίας, το εν λόγω πρόσωπο αρνείται και τον αριστερισμό και τον καπιταλισμό. Ποια κοινωνικά συστήματα κατορθώνουν να εκμεταλλευτούν το πρόσωπο αυτό υπέρ της προπαγάνδας τους; Υπό αριστερίστικη ή καπιταλιστική στοχοθεσία, ποια θετικά χαρακτηριστικά αυτού του υποκειμένου προσφέρονται για επικοινωνιακή εκμετάλλευση; Όσον αφορά την προώθηση ενός συστήματος, κανένα. Οι νόρμες και οι περιορισμοί του συστήματος στο κοινωνικό πεδίο έχουν ανασταλεί. Απομένει μόνο η αναρχία τού να γίνεις ακυβέρνητη μέσα από την προσωπική σου μοναδικότητα.

Οι αποκλίνουσες από την κανονικοποιημένη κοινωνική τάξη ατομικότητες δεν είναι μονάχα ακατάλληλες για προπαγάνδα, αλλά ενσαρκώνουν και τη ζωντανή απειλή να γίνουν η θρυαλλίδα για αλλεπάλληλες χειραφετήσεις. Όσες ατομικότητες κυνηγούν μιαν ελευθερία αποδεσμευμένη από το εκμαγείο των πολιτικών προγραμμάτων, δε γυρεύουν τα παζαρέματα μιας μελλοντικής ουτοπίας. Αντί να εργαστούν σήμερα ώστε να απολαύσουν στο μέλλον, η απόλαυση κι η περιπέτεια συντροφεύουν μιαν ήδη διεγερμένη αποφασιστικότητα για άγρια εξερεύνηση. Οπλισμένοι με μια αίσθηση αναγκαιότητας, μετατρέπουμε ξανά τη ζωή σ’ ένα παιχνίδι προσωπικής θαλερότητας και άρνησης κάθε κοινωνικής αλυσίδας – ένα παιχνίδι ευνοϊκό προς τις ελεύθερες κοινοτικές ενώσεις κι αλληλεπιδράσεις που δεν προσαρμόζονται στα πλαίσια μιας δομικής ακαμψίας.

Η ατομικότητα, με όπλο της το χάος, συλλαμβάνει τον εαυτό της ως έναν αποστάτη ενάντια σε όσες κοινωνικές δυνάμεις επιχειρούν την καθυπόταξή της. Καθώς η ατομικότητα γίνεται ανεξέλεγκτη, αποκτά την ιδιότητα της ανοσίας στα σχολαστικά σχεδιασμένα προγράμματα τα οποία οι πολιτικάντιδες των ταυτοτήτων και της επανάστασης διαφημίζουν. Οι αυτοανακυρηγμένοι τούτοι επαναστάτες εννοούν την επανάσταση με τον τρόπο μιας χωλής αναδιαμόρφωσης των κοινωνικών συνθηκών διατήρησης της τάξης. Κάποιοι εξ ημών προτιμάμε την εξέγερση όμως αντί της επανάστασης · μια εξέγερση που δε θα οδηγεί σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά σε μία ζωή δίχως μέτρο. Αποσκοπώ στη μετατροπή του χάους σε όπλο της ατομικής μου συντεταγμένης επίθεσης ενάντια σε κάθε κυβέρνηση και κοινωνική τάξη. Οραματίζομαι την αναρχία σα μια ξέφρενη πυρκαγιά που απανθρακώνει το εκπολιτισμένο, εξημερωνένο βασίλειο της θεσμικής και κοινωνικής κυριαρχίας. Η απελευθέρωση είναι κάτι περισσότερο από επίθεση στο κράτος και το κεφάλαιο. Τουλάχιστον για ‘μένα, σημαίνει επίσης να επανεφευρίσκεις τον εαυτό σου καθημερινά σε πείσμα των προσπαθειών της κοινωνίας να σε καθορίσει ως μια στατική οντότητα.

Ο πόλεμός μου είναι ένας ατομικιστικός πόλεμος ενάντια στη δεξιά και κάθε απόχρωσή της. Βρίσκομαι σε πόλεμο με τις υπάρχουσες δομές της πατριαρχικής “λευκότητας”, τους θεσμούς της και την υποτιθέμενη πολιτική υπεροχή της, που ενσαρκώνεται στην αποικιοκρατική κυριαρχία του βιομηχανικού καπιταλισμού. Στο στόχαστρό μου βρίσκεται ωσαύτως η αριστερά και οι προσπάθειές της να παράξει έναν κόσμο συστηματοποιημένης “ελευθερίας” διαμέσου τυποποιημένης οργάνωσης, συντήρησης κοινωνικά κατασκευασμένων ταυτοτήτων και υπαγωγής του υποκειμένου στα συλλογικά σώματα. Η απελευθέρωσή μου δεν απαντάται στα ιερά κείμενα όπως το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο”, το “Forbes Magazine” ή η “Εξέγερση που Έρχεται”. Η ελευθερία δεν είναι μια προσχεδιασμένη μελλοντική ουτοπία · είναι μια βιωμένη εμπειρία όσων διαθέτουν το κουράγιο να την ανακτήσουν για τους εαυτούς τους εδώ και τώρα. Κόντρα στις επαναστατικές πρωτοπορίες που διεκδικούν το μέλλον με τις ποιητικές τους κοινωνικές πλάνες και τις ακαδημαϊκίστικες πραγματογνωμοσύνες τους, εγώ παραμένω ανυπότακτος.

Flower Bomb

Η μπροσούρα στα αγγλικά σε μορφή PDF

Πηγή: Warzone Distro

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Saul Newman, Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Αντιεξουσιασμός και διάλυση της εξουσίας

“Από τον Μπακούνιν στο Λακάν: Αντιεξουσιασμός και διάλυση της εξουσίας”, Saul Newman / σημειώσεις πάνω στους Στίρνερ, Φουκώ, Λακάν, Ντελέζ-Γκουανταρί, Ντεριντά

 

Το κείμενο αυτό αποτελεί μια εκτεταμένη περίληψη του βιβλίου  του Saul NewmanFrom Bakunin to LacanAntiauthoritarianism and the dislocation of power (2001).

Αποτελεί  κυρίως μια καταγραφή σημειώσεων και όχι ένα πλήρως συγκροτημένο άρθρο. Αντικατοπτρίζει μια υποκειμενική πρόσληψη. Η αναφορά σε κάθε κεφάλαιο δεν είναι εξαντλητική και πολλές φορές η έκταση που αφιερώνεται σε ένα θέμα δεν είναι αντίστοιχη με εκείνη που αφιερώνει ο συγγραφέας.

Ο Saul Newman υποστηρίζει ένα είδος ατομικιστικού αναρχισμού τον οποίο συνδέει με τον αναρχισμό του Μαξ Στίρνερ και  με τον μεταστρουκτουραλισμό. Η κύρια αναφορά του Newman στον μεταστρουκτουραλισμό αφορά την λακανική ψυχανάλυση αλλά ταυτόχρονα διαπραγματεύεται έννοιες του Ντελέζ, του Ντεριντά, του Φουκώ και άλλων. Ο Μετα-αναρχισμός που θεμελιώνει ο Newman βασίζεται σε μια κριτική του αναρχισμού βασισμένος στις λακανικές έννοιες του Πραγματικού και της έλλειψης. Ο κλασικός αναρχισμός βασίζεται σε μια κριτική της χομπσιανής πολιτικής θεωρίας. Σύμφωνα με τον Χομπς η φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι αυτή της διαρκούς σύγκρουσης, ενός πολέμου δίχως τέλους με στόχο της επιβολή της βούλησης του καθενός. Ο άνθρωπος έχει φύση εγωιστική και κακή, ενδιαφέρεται μόνο για να επιβληθεί στους άλλους και να αυξήσει την δύναμή του. Έτσι σύμφωνα με τον Χομπς η δημιουργία της οργανωμένης κοινωνίας βασίζεται στο πέρασμα από αυτή τη φυσική κατάσταση όπου ο κάθε άνθρωπος αποτελεί λύκο για τον άλλο σε μια κατάσταση ειρηνικής συμβίωσης. Αυτό είναι δυνατό μέσα από ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των ανθρώπων σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι παραχωρούν μέρος της εξουσίας τους στο κράτος με την προϋπόθεση ότι όλοι θα συναινέσουν σε αυτή την παραχώρηση. Διαφορετικά το σπάσιμο του κοινωνικού συμβολαίου σημαίνει επιστροφή στην κατάσταση όλοι εναντίων όλων. Το κράτος είναι απαραίτητο για να διασφαλίζει την αρμονική και ειρηνική διαβίωση και παρεμβαίνει όταν αυτή τίθεται σε κίνδυνο. Σε αυτή την χομπσιανή αντίληψη της ανθρώπινης φύσης και του ρόλου του κράτους αντιτίθεται πλήρως ο αναρχισμός. Ο αναρχισμός απηχεί μια αισιόδοξη αντίληψη για την ανθρώπινη φύση, η οποία θεωρείται εγγενώς καλή. Η ανθρώπινη φύση οδηγεί σε μια κοινωνία συγκροτημένη με βάση τις αρχές της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης κτλ. Το κράτος είναι αυτό που μέσα από την αναπαραγωγή της εξουσίας διαστρέφει αυτή την εγγενώς θετική ανθρώπινη φύση και για αυτό πρέπει να καταλυθεί. Η ανθρωπολογική θέση του αναρχισμού σχετικά με την ανθρώπινη φύση αποτελεί μια ακριβής αντιστροφή της χομπσιανής θέσης.   Σύμφωνα με τον Newman ο κλασικός αναρχισμός αναπαράγει την χριστιανική έννοια του ανθρώπου, του καλού, του λόγου κτλ και βασίζεται σε μια έννοια που πηγάζει από τον διαφωτισμό. Ο διαφωτιστικός ανθρωπισμός αναγνωρίζει σε κάθε άνθρωπο μια κοινή ουσία, προσεγγίζει τον άνθρωπο υπό την οπτική του καθολικού. Ο Newman θεωρεί ότι ο ανθρωπισμός δημιουργεί και αναπαράγει έννοιες κυριαρχίας και αυθεντίας εφόσον αποκλείει την ιδιαιτερότητα και την διαφορετικότητα. Ο ανθρωπισμός του αναρχισμού βασίζεται στην αναγνώριση κάποιας βαθύτερης ουσίας του ανθρώπου δηλαδή σε μια ουσιοκρατία την οποία ο Neuman  θεωρεί επικίνδυνη και αντιτιθέμενη στο πρόταγμα του αναρχισμού.

Στίρνερ

Ο Στίρνερ αποτελεί την μία βασική συνιστώσα της σκέψης του Newman. Ο Στίρνερ εκκινεί με μια κριτική στον Φόυερμπαχ σύμφωνα με τον οποίο ο θεός αποτελεί μια αντανάκλαση, ένα καθρέφτισμα του ανθρώπου. Για τον Στίρνερ ο Φόυερμπαχ η ταύτιση του ανθρώπου με τον θεό απηχεί συγκεκριμένες απόψεις για την ανθρώπινη ουσία, αναπαράγει δηλαδή έναν χριστιανικό ανθρωπισμό. Η θρησκεία είναι μια αλλοτρίωση του ανθρώπου αλλά σύμφωνα με τον Στίρνερ η νέα θρησκεία, ο ανθρωπισμός δεν αποτελεί παρά μια νέα μεταμόρφωση της χριστιανικής θρησκείας. Ο Στίρνερ υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει ουσιακή ανθρώπινη φύση αλλά ο άνθρωπος κατασκευάζει την φύση του. Ο άνθρωπος για τον Στίρνερ είναι μια θρησκευτική ιδέα, μια ιδεολογική κατασκευή που περιορίζει την ατομικότητα, είναι μια έννοια που κατασκευάζει το Εγώ. Η έννοια του ανθρώπου για τον Στίρνερ πρέπει να αντικατασταθεί από την έννοια του μη ανθρώπου. Ο μη άνθρωπος αποτελεί την αντίσταση στην διαφωτιστική έννοια του ανθρώπου και την υποκειμενοποιητική του δύναμη. Ο μη άνθρωπος αντιστοιχεί σε μια ρευστή και βραχύβια ταυτότητα. Η ταυτότητα για τον Στίρνερ όπως και για τον μεταστρουκτουραλισμό αποτελεί μια εγγενώς μη σταθεροποιήσιμη έννοια. Ο αναρχισμός αποτελεί για τον Στίρνερ την πιο ριζοσπαστική μορφή του ανθρωπισμού και η επίθεση του σε αυτόν είναι για αποκαλυφθεί η ουσιοκρατική του θεμελίωση. Ο Στίρνερ περιγράφει μια διαδικασία υποκειμενοποίησης στην οποία η εξουσία δεν καταπιέζει τον άνθρωπο αλλά τον δομεί ως πολιτικό υποκείμενο και άρχει μέσω αυτού. Αυτό ακριβώς είναι η αμφισβήτηση του της ανθρωπιστικής οντολογίας του Διαφωτισμού. Η ανθρώπινη ουσία δεν είναι ένας υπερβατικός τόπος που δημιουργείται από τους φυσικούς νόμους και στην συνέχεια η εξουσία έρχεται να καταπιέσει αλλά αποτελεί έναν λόγο που στοχεύει στην διατήρηση της εξουσίας. Ο Στίρνερ σύμφωνα με τον Newmanστοχεύει στο να δείξει ότι η μανιχαϊστική πολιτική του αναρχισμού η οποία θεωρεί ότι υπάρχει ένας τόπος αντίστασης έξω από την εξουσία αποτυγχάνει να αντιληφθεί μια λειτουργία της εξουσίας: την κυριαρχία μέσω της υποκειμενοποίησης και όχι μέσω της καταπίεσης. Η κοινωνία για τον Στίρνερ  αποτελεί μια ιδεολογική κατασκευή που στόχο έχει όπως και το κράτος να εγκλωβίσει το άτομο μέσα σε μια καταπιεστική συλλογικότητα. Δεν υπάρχει κοινωνική ουσία, η κοινωνία έχει αντικατασταθεί στον Στίρνερ από ένα μοντέλο πολέμου. Η κοινωνία αποτελεί πεδίο αγώνων και τυχαιότητας.

Φουκώ

Ο Newman πέρα από τον Στίρνερ χρησιμοποιεί και την φουκωική κριτική της εξουσίας. Ο Φουκώ συμφωνεί με τον αναρχισμό στο ότι ο μαρξισμός αποτελεί απλά μια επιβεβαίωση του τόπου της εξουσίας. Επίσης ασκεί κριτική στον οικονομικό αναγωγισμό του. Επίσης υποστηρίζει ότι μια επανάσταση μπορεί να αφήσει τον τόπο της εξουσίας ανέπαφο.

Ωστόσο στη συνέχεια επικρίνει τον αναρχισμό στο ότι έχει την ίδια αντίληψη με τον μαρξισμό για την εξουσία και ότι αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.Έτσι ο Φουκώ προχωρά σε μια κριτική της εξουσίας βασισμένη στην εξουσία όχι ως κάτι που κατέχεται ή όχι αλλά ως κάτι που διαπερνά όλα τα κοινωνικά δίκτυα , διαχέεται. Η εξουσία είναι παντού γιατί προέρχεται από παντού. Η εξουσία επιμερίζεται σε στρατηγικές και τακτικές που βρίσκονται διαρκώς υπό διαμόρφωση. Το κράτος δεν είναι αυτό από το οποίο προέρχεται η εξουσία αλλά απορρέει από την εξουσία όπως όλοι οι θεσμοί. Ενώ οι αναρχικοί βλέπουν την εξουσία να πηγάζει από τους θεσμούς ο Φουκώ υποστηρίζει ότι οι θεσμοί  απορρέουν από την εξουσία. Ο Φουκώ συνεχίζει το πολεμικό μοντέλο του Χομπς και Στίρνερ για την κοινωνία και υποστηρίζει ότι είναι το μοναδικό μοντέλο που ξεπερνά τον κίνδυνο της ουσιοκρατίας. Ο Φουκώ αντιστρέφει τη ρύση του Κλαούσεβιτς ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική είναι πόλεμος που συνεχίζεται με άλλα μέσα. Αυτός ο πόλεμος είναι διαρκής και δεν καταλήγει όπως στον αναρχισμό σε μια τελική κατάσταση ειρήνης. Η γενεαλογική μέθοδος του Φουκώ στοχεύει στο να αποκαλύπτει συνέχεια την απόκρυψη του διαρκούς ανταγωνισμού, ενός μη τόπου. Η εξουσία για τον Φουκώ δεν βρίσκεται ούτε στο κράτος, ούτε στην μπουρζουαζία, ούτε στον νόμο. Η εξουσία αποτελεί έναν μη τόπο, εξαιτίας της μεταβλητότητάς της, της επανεγγραφής και επανερμηνείας της. Η κριτική του Φουκώ απορρίπτει την εξουσία ως καταπίεση και αντιτείνει μια άλλη προσέγγισή της, της εξουσία ως παραγωγική. Η εξουσία παράγει το υποκείμενο. Για τον Φουκώ όπως και τον Στίρνερ η ανθρώπινη ουσία δεν αποτελεί απλά αποτέλεσμα της κυριαρχίας αλλά είναι και μέσο για την άσκησή της. Η αντίσταση για τον Φουκώ αποτελεί μαζί με την εξουσία μια σχέση αγωνισμού. Ωστόσο το ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατή η αντίσταση σύμφωνα με τον Φουκώ φαίνεται να μην απαντάται πλήρως και με συνέπεια σύμφωνα με τον NewmanO Φουκώ προτείνει ότι μέσω της άσκησης μπορεί κάποιος να αυξήσει την δύναμη που ασκεί στον αυτό του. Αυτό αποτελεί και τον θεμελιώδη όρο για την ελευθερία.

Ντελέζ και Γκουατταρί

Η αναφορά του Φουκώ σε παραδείγματα αντίστασης (όπως για παράδειγμα στα σώματα και τις απολαύσεις)  πέφτουν σε αυτό που ήθελε να αποφύγει, την ουσιοκρατία και τον θεμελιωτισμό. Ο Ντελέζ και Γκουατταρί αναλαμβάνουν να συνεχίσουν την συζήτηση  από εκεί που την άφησε ο Φουκώ. Ωστόσο με την έμφασή τους στην επιθυμία ως πρότυπο αντίστασης εκλαμβάνουν την επιθυμία ως εξωτερική της εξουσίας. Έτσι  επιβεβαιώνουν την ουσιοκρατία που ήθελαν να καταρρίψουν. Σύμφωνα με τους Ντελέζ και Γκουατταρί το κράτος θεωρείται μια αφηρημένη μορφή, μια αφηρημένη μηχανή η οποία οργανώνει τις οικονομικές ροές σε έναν τρόπο παραγωγής. Έτσι θεωρούν ότι το κράτος είναι αυτό που οργανώνει τον τρόπο παραγωγής και όχι το αντίθετο όπως υποστηρίζουν οι μαρξιστές. Η επιθυμία δεν καταπιέζεται πάντα από το κράτος αλλά πολλές φορές χρησιμοποιείται από αυτό. Οι άνθρωποι μπορούν να επιθυμούν την καταδυνάστευσή τους ή μπορούν να επιθυμούν την ελευθερία τους. Το να επιθυμεί κάποιος την καταδυνάστευση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πέφτει θύμα κάποιας ιδεολογικής παγίδας ή ότι υποφέρει από ψευδή συνείδηση. Η υποδούλωση και η καταπίεση  είναι μέρος της επιθυμίας μας. Έτσι η πολιτική πράξη εναντίον του κράτους σημαίνει να ξεφορτωθούμε την επιθυμία μας για υποδούλωση και καταπίεση, διαφορετικά η αντίσταση θα έχει ως αποτέλεσμα να επανα-επιβεβαιώνει τον τόπο της εξουσίας.

Για τους Ντελέζ και Γκουατταρί η επιθυμία καναλιζάρεται προς το κράτος μέσα από την αυτόβουλη καθυπόταξη στην οιδιπόδεια αναπαράσταση και την ψυχανάλυση. Ο Οιδίποδας έχει μετατραπεί στην καινούργια αφηρημένη μηχανή του κράτους. Η ψυχανάλυση θεωρείται ως η νέα εκκλησία στην οποία πρέπει να θυσιάσουμε τους εαυτούς μας  όχι πια στον θεό αλλά στον Οιδίποδα. Οι ψυχαναλυτές είναι οι τελευταίοι παπάδες και η ψυχανάλυση δηλητηριάζει την μοντέρνα συνείδηση, καθορίζοντας την επιθυμία μέσα από τον λόγο του Οιδίποδα. Η οιδιπόδεια αναπαράσταση δεν καταπιέζει την επιθυμία αλλά την δομεί με τέτοιον τρόπο ώστε αυτή να θεωρείται καταπιεσμένη, ή προϊόν κάποιας αρνητικότητας, ενοχής ή έλλειψης. Για τον Ντελέζ και Γκουατταρί η επιθυμία δεν έχει να κάνει με την έλλειψη όπως στον Λακάν αλλά είναι παραγωγική και θετική. Η έλλειψη είναι το αποτέλεσμα της επιθυμίας και όχι η αιτία της. Η επιθυμία πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της παραγωγής, αυτό που ονομάζουν παραγωγή της επιθυμίας. Η επιθυμία παράγει το κοινωνικό. Η ψυχανάλυση είναι αντιπαραγωγική , επιδιώκει τον έλεγχο της παραγωγής κάτω από το κράτος. Η επιθυμία θεωρείται επαναστατική επειδή απαιτεί συνεχώς νέες συνδέσεις και συναρμογές με άλλες επιθυμίες, με το κοινωνικό. Ο Οιδίποδας κόβει όλες τις πιθανές διασυνδέσεις εγκλωβίζοντας το υποκείμενο. Η υποκειμενικότητα για τον Ντελέζ και Γκουατταρί δεν είναι τόπος αλλά διαδικασία, το να γίνεις. Το να γίνεις είναι μια διαδικασία μεταξύ δύο οντοτήτων , μια διαδικασία συναρμογής και σύνδεσης. Η αντίσταση στο κράτος σημαίνει να αρνηθούμε το ποιοι είμαστε και να γίνουμε άλλοι. Η έννοια του υποκειμένου ως το να γίνεις είναι παρόμοια με την έννοια του εγώ του Στίρνερ. Για τον Στίρνερ το εγώ είναι ένα ριζικό κενό που βρίσκεται σε μια συνεχής διαδικασία αλλαγής. Δεν αποτελεί μια αναγνωρίσιμη ενότητα ή τόπο αλλά είναι μη τόπος, πολλαπλότητα ή διαδικασία. Αυτό ο Ντελέζ το ονομάζει σώμα χωρίς όργανα. Αυτή η ανάλυση της υποκειμενικότητας αντιτίθεται στην ιδέα της αντίστασης ως τόπου. Δεν μπορεί να υπάρξει τόπος αντίστασης όπως πίστευαν οι αναρχικοί επειδή είναι θεμελιωδώς ασταθής και επειδή μπορεί να δημιουργήσει σχέσεις κυριαρχίας εκτός από αντίστασης. Έτσι δεν υπάρχει η μανιχαϊκή, αναρχική διάκριση μεταξύ αντίστασης και κράτους. Το ρίζωμα αποτελεί ένα είδος μοντέλου που αναφέρεται στην πολλαπλότητα των συνδέσεων, αποκεντρωμένο και πλουραλιστικό. Χαρακτηρίζεται από μια ριζική ανοιχτότητα, σε ένα έξω. Έχει 4 χαρακτηριστικά: σύνδεση, πολλαπλότητα, ετερογένεια και τομή.

Το ρίζωμα είναι ένα μοντέλο που απορρίπτει δυαδικούς διαχωρισμούς και ιεραρχίες.  Η μηχανή πολέμου αποτελεί για τον Ντελέζ μια απόλυτη εξωτερικότητα χωρίς όμως να οδηγεί στην ουσιοκρατία. Η μηχανή πολέμου είναι μια εικόνα της σκέψης, μια ιδέα χωρίς αντικείμενο. Αποτελεί έναν μη τόπο που δημιουργείται από την έλλειψη ουσίας και για αυτό διαφεύγει του κράτους. Το κράτος λειτουργεί μέσα από δυαδικές μηχανές ενώ η πολεμική μηχανή είναι μια έννοια που είναι εξωτερική του κράτους. Το κράτος και η πολεμική μηχανή αντιτίθενται αλλά όχι διαλεκτικά. Η πολεμική μηχανή αποτελεί το εξωτερικό του κράτους δηλαδή αυτό που διαφεύγει της σύλληψης του κράτους. Ο Ντελέζ γράφει « όπως ο Χομπς είδε καθαρά ότι το κράτος είναι εναντίον του πολέμου  έτσι και ο πόλεμος είναι εναντίον του κράτους και το καθιστά αδύνατο. Η αντίσταση πλέον γίνεται κατανοητή με όρους πολέμου: πεδίο πολλαπλών αγώνων, στρατηγικών, τοπικών τακτικών, ένας διαρκής ανταγωνισμός χωρίς την υπόσχεση της τελικής νίκης. Ωστόσο η πολεμική μηχανή των Ντελέζ- Γκουαταρί έρχεται σε αντίθεση με την έννοια της επιθυμίας. Ενώ η πολεμική μηχανή απορρίπτει την ουσία, η επιθυμία φαίνεται να έχει ουσιοκρατική ή μεταφυσική σημασία. Η επιθυμία είναι επαναστατική και καταπιέζεται από το κράτος. Έτσι όμως καταλήγουν σε μια  μανιχαϊστική αντίληψη παρόμοια με αυτή του αναρχισμού. Η έννοια της επιθυμίας είναι μεταφυσική επειδή αυτή θεωρείται εγγενώς επαναστατική, ότι έχει μια θεμελιώδη φύση, ουσία ή προθετικότητα. Η επιθυμία παρουσιάζεται ως  παραγωγική και δημιουργική και όχι καταπιεσμένη και χειραγωγημένη. Αυτό που αναζητείται είναι μια μη ουσιοκρατική προσέγγιση της αντίστασης. Στον Στίρνερ, Φουκώ, Ντελέζ και Γκουατταρί η ουσιοκρατία εισβάλει ως το Εξωτερικό στην θεωρία τους.

Ντεριντά

Ο Ντεριντά επιτίθεται στον λογοκεντρισμό τον οποίο θεωρεί ότι βασίζεται στην μεταφυσική και αποτελεί θεμέλιο της εξουσίας. Καταπιάνεται με την σχέση ομιλίας και γραφής. Η ομιλία εξαρτάται από την γραφή που αποκλείει. Η γραφή είναι ένα συναναπλήρωμα της ομιλίας, είναι αποκλεισμένο από την παρουσία αλλά αναγκαία για τον σχηματισμό της ταυτότητάς της. Η έκθεση αυτής της λογικής της συναναπλήρωσης είναι μια από τις αποδομητικές στρατηγικές του Ντεριντά προεκειμένου να αντισταθεί στον λογοκεντρισμό. Η ομιλία εμφανίζεται ως αυθεντική ως προς τον εαυτό της και ως παρούσα στον εαυτό της, ενώ η γραφή φθίνει αυτή την παρουσία. Ο Ντεριντά επιχειρεί να δείξει ότι η αυθεντικότητα και η καθαρή ταυτότητα είναι πάντα υπό αμφισβήτηση, πάντα μολύνεται από αυτή που προσπαθεί να αποκλείσει. Σύμφωνα με αυτή τη λογική καμία ταυτότητα δεν είναι πλήρης ή καθαρή. Συγκροτείται από αυτό που την απειλεί. Ο Ντεριντά δεν αρνείται την ταυτότητα ή την παρουσία αλλά θέλει να τονίσει ότι η παρουσία ποτέ δεν είναι τόσο καθαρή όσο φαίνεται. Είναι πάντα ανοιχτή στον άλλο και πάντα μολύνεται από αυτόν. Ο Newman βασισμένος σε αυτή τη λογική θέτει το ερώτημα αν η εξουσία είναι το συναναπλήρωμα της ανθρώπινης υποκειμενικότητας όπως η γραφή είναι το συναναπλήρωμα της ομιλίας. Ίσως η εξουσία είναι κάτι που συγχρόνως απειλεί αλλά  και είναι αναγκαία για την συγκρότηση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας.

Ο Ντεριντά επιτίθεται στην ουσιοκρατία. Η εξουσία για αυτόν είναι μη σταθερή και τυχαία. Ο λογοκεντρισμός επιβάλλει ιεραρχικές δυαδικές σχέσεις όπου ο ένας όρος θεωρείται κατώτερος από τον  άλλο. Ωστόσο ο Ντεριντά δεν θέλει απλά την αναστροφή αυτόν τον όρων για παράδειγμα η γραφή να καταλάβει την θέση της ομιλίας. Η αναστροφή των δυαδικών όρων αφήνει τον ιεραρχικό τους διαχωρισμό ανέπαφο. Η επανάσταση ή αναστροφή δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να επιβεβαιώνει τον τόπο της εξουσίας στην προσπάθειά της να απαλλαγεί από αυτή. Έτσι οι μαρξιστές επιδιώκουν να αντικαταστήσουν το αστικό κράτος με το εργατικό κράτος ή οι αναρχικοί επιτιθέμενοι στο κράτος επιδιώκουν να υποκαταστήσουν την εξουσία του κράτους με μια νέα λογική της  εξουσίας βασισμένη στην ανθρώπινη ουσία. Η αναστροφή της ιεραρχίας είναι μια επανεγγραφή της εξουσίας με διαφορετική αμφίεση, στην περίπτωση του αναρχισμού συναντάμε μια ανθρωπιστική αμφίεση. Ο Ντεριντά προτείνει τον μετασχηματισμό της δυαδικής ιεραρχίας και όχι την απλή αναστροφή της, με την μετατόπιση των όρων της. Ο Φουκώ με την αναφορά στα σώματα και τις απολαύσεις αλλά και ο Ντελέζ – Γκουατταρί με την έμφαση στην επιθυμία πέφτουν στην παγίδα της ουσιοκρατίας ενώ ο Ντεριντά όχι. Ο Ντεριντά επιλέγει ένα πολεμικό μοντέλο για να διακρίνει την ετερογένεια, τους ανταγωνισμούς και τις απουσίες πίσω από το προσωπείο της ολότητας. Αυτή η στρατηγική ονομάζεται από τον Ντεριντά, διαφωρά για να διακριθεί από την απόλυτη διαφορά  της ουσιοκρατίας. Είναι μια διαφορά ή μια κίνηση διαφορών που η ταυτότητά τους είναι πάντα ασταθής και ποτέ απόλυτη. Η διαφωρά αναφέρεται ως μια δομή ή υποδομή. Έτσι βασίζεται σε μια ενότητα βασισμένη στη δικιά της μη ενότητα, συγκροτείται από τα ίδια τα όριά της. Η δομή αυτή κυβερνείται από την αρχή του αναποφάνσιμου, δεν επιβεβαιώνει ούτε αρνείται την ταυτότητα αλλά παραμένει στην κατάσταση του αναποφάνσιμου μεταξύ των δυο. Το αναποφάνσιμο της δομής δεν έχει στόχο να επιβεβαιώσει την απουσία ή την παρουσία, την διαφορά ή την ταυτότητα. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι θα πέφταμε στην παγίδα του τόπου. Η αντιστροφή της τάξης θα σήμαινε απλά την θεμελίωση μιας άλλης τάξης. Το αναποφάνσιμο του πολεμικού μοντέλου του Ντεριντά δεν επιβεβαιώνει κανέναν από τους δυαδικούς όρους.

Ο Ντεριντά υποστηρίζει ότι η αποδόμηση δεν θεμελιώνεται  ούτε στον τόπο του λογοκεντρισμού αλλά ούτε και στον τόπο της αντίστασης. Η αποδόμηση λειτουργεί ως ένα μονοπάτι μεταξύ των δύο τόπων. Η αποδόμηση όπως υποστηρίζει ο Caputoείναι μια στρατηγική υπευθυνότητας προς τον αποκλεισμένο άλλο. Αντίθετα με την ερμηνευτική η οποία προσπαθεί να αφομοιώσει τη διαφορά στην τάξη του ίδιου, του Είναι, η αποδόμηση επιδιώκει να ανοίξει έναν χώρο για τη διαφορά. Η αποδόμηση δεν είναι η απόρριψη της ηθικής αλλά η επαναξιολόγησή της. Οι ηθικές αρχές δεν μπορούν ποτέ να είναι απόλυτες ή καθαρές, πάντα μολύνονται από αυτό που αποκλείουν. Το καλό επιμολύνεται από το κακό, η λογική από το άλογο.

Ο Ντεριντά υποστηρίζει ότι η αυθεντία του νόμου είναι αμφισβητήσιμη και κατά ένα μέρος παράνομη. Αυτό συμβαίνει επειδή η αυθεντία του νόμου που θεμελιώνει τον νόμο, νομιμοποιείται αφού ο νόμος θεμελιωθεί. Έτσι η αυθεντία πάνω στην οποία βασίζεται ο νόμος είναι εκτός νόμου αφού προϋποτίθεται του νόμου. Έτσι η θεμελίωση του νόμου είναι πράξη άνομη και βίαιη. Ο Ντεριντά σε αντίθεση με τους αναρχικούς δεν δέχεται την αντίθεση μεταξύ του τεχνητού νόμου και του φυσικού νόμου. Για τον Ντεριντά ο φυσικός νόμος δεν είναι καθαρός αλλά είναι επιμολυσμένος από τον τεχνητό. Έτσι υποστηρίζει ο Newman ο τεχνητός νόμος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συναναπλήρωμα του φυσικού νόμου. Η αποδόμηση επερωτά την αυθεντία του νόμου, αποκαλύπτει την βίαιη θεμελίωσή του. Για να αποφύγει ωστόσο κανείς να επαναθεμελιώσει τον νόμο πρέπει να διακρίνει τον νόμο (δίκαιο) από τη δικαιοσύνη. Το δίκαιο για τον Ντεριντά είναι η γενική εφαρμογή ενός κανόνα ενώ η δικαιοσύνη είναι το άνοιγμα του δίκαιου στον άλλο. Η δικαιοσύνη υπάρχει σε μια σχέση ετερότητας με το δίκαιο, ανοίγει τον λόγο του δίκαιου στο έξωθεν. Για τον Ντεριντά η δικαιοσύνη σε αντίθεση με το δίκαιο δεν είναι αποδομήσιμη. Ωστόσο κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί ότι εφόσον η δικαιοσύνη δεν είναι αποδομήσιμη, μήπως κρύβεται κάποια ουσία από πίσω, η οποία αντιτίθεται στην αντι -ουσιοκρατική προσέγγιση της αποδόμησης. Στον Ντεριντά απουσιάζει μια πλήρη εννοιολόγηση αυτού του έξωθεν με αποτέλεσμα να  κινδυνεύει να υποπέσει στην παγίδα της ουσιοκρατίας. Για τον Ντεριντά η δικαιοσύνη εκτελεί μια μετατόπιση του δίκαιου. Η δικαιοσύνη έχει μια ηθική διάσταση εφόσον υπονοεί ελευθερία και υπευθυνότητα για τις πράξεις μας. Η δικαιοσύνη είναι η εμπειρία του αδύνατου επειδή υπάρχει σε μια κατάσταση αναβολής και μη απόφασης. Είναι πάντα μη μετρήσιμη, είναι υπόσχεση αυτού που θα έρθει και που δεν πρέπει να επιτευχθεί γιατί τότε θα σταματούσε να είναι δικαιοσύνη και θα γινόταν δίκαιο.

Λακάν

Για το Λακάν το Πραγματικό είναι αυτό που καθιστά αδύνατη μια πλήρη ταυτότητα, είναι ένας τραυματικός πυρήνας της ταυτότητας. Ωστόσο η έλλειψη του Πραγματικού δεν συνιστά ουσία είναι ένα ριζικό κενό, ένας μη τόπος. Για το Λακάν το υποκείμενο είναι διχασμένο, δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τους νόμους κτλ αλλά θεμελιώνεται και από αυτό που μένει αποκλεισμένο από το πεδίο της αναπαράστασης. Έτσι όπως υποστηρίζει ο Ζίζεκ, ο Λακάν προχωρά πέρα από την αποδόμηση της υποκειμενικότητας, υποστηρίζει την αναδόμηση του υποκειμένου βασισμένη στα όρια της αδυνατότητάς του. Ο Στίρνερ θεμελιώνει ένα μη ουσιακό Εγώ, ένα Εγώ που συνιστά ριζική κενότητα, έναν μη τόπο. Εφόσον αυτή η κενότητα γίνει αποδεκτή τότε το υποκείμενο μη περιοριζόμενο από κάποια ουσία θα μπορεί να αναδομήσει τον εαυτό του και να εξερευνήσει νέες ταυτότητες. Έτσι ο Στίρνερ όπως ο Λακάν δεν απορρίπτει την υποκειμενικότητα αλλά θεωρεί ότι θεμελιώνεται σε ένα κενό και για αυτό είναι αποσπασματική και ελλιπής. Εντοπίζουμε και άλλα σημεία σύγκλισης. Ο μη άνθρωπος του Στίρνερ είναι αυτός που διαφεύγει της αναπαράστασης μπορεί να συγκριθεί με το Πραγματικό του Λακάν. Επίσης το Εγώ του Στίρνερ μπορεί να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε την έλλειψη ως θετική και παραγωγική όπως γίνεται με ευθύτερο τρόπο στον Ντελέζ. Εφόσον η επιθυμία βασίζεται στην έλλειψη τότε η ταυτότητα μένει ανοιχτή σε άλλες δυνατότητες. Πώς όμως μπορεί να γίνει κατανοητό το έξωθεν χωρίς να πέσουμε στην παγίδα της ουσιοκρατίας; Το Πραγματικό δεν είναι έξωθεν αλλά εσωτερικά αποκλεισμένο. Δεν βρίσκεται ακριβώς έξω από τη δομή αλλά είναι απόν. Η έννοια του εσωτερικά αποκλεισμένου ή της εσωτερικής εξωτερικότητας (εκσωτερικότητα) μπορεί να μας επιτρέψει να επανακαθορίσουμε το έξωθεν.  Η έλλειψη όπως το συναναπλήρωμα του Ντεριντά είναι αναγκαία για την συγκρότηση της ταυτότητας και ταυτόχρονα την αποσταθεροποιεί και επιτρέπει την αντίσταση σε αυτή.

Η λακανική σύλληψη της εξουσίας βρίσκεται σε αντίθεση με τη φουκωική. Η εξουσία δεν βρίσκεται παντού. Για να υπάρχει εξουσία πρέπει να υπάρχει ένα είδος κενού που την περιορίζει. Η λακανική ερμηνεία της εξουσίας βασίζεται στην ανάλυση για τον Νόμο. Ο Νόμος για τον Λακάν λειτουργεί μέσα από την αποτυχία λειτουργίας του. Στο κείμενο ο Καντ με τον Σαντ ο Λακάν τονίζει οτι η άρνηση της απόλαυσης που επιβάλλει ο Νόμος στην κατηγορική προσταγή, παράγει την διαστροφική απόλαυση . Ο Καντ απέτυχε να αναγνωρίσει την άλλη πλευρά του Νόμου, την αισχρή απόλαυση του Νόμου. Ο Σαντ παρουσιάζει την αισχρή απόλαυση αντιστρέφοντας το παράδειγμα. Μετατρέπει την αισχρή απόλαυση σε μια καντιανή καθολική αρχή. Ο Σαντ φανερώνει αυτή την αισχρή απόλαυση που διαποτίζει το Νόμο και βασίζεται στην αποκήρυξη αυτού του Νόμου. Αυτό το καταφέρνει μετατρέποντας την απόλαυση που αρνείται ο Νόμος στον ίδιο το Νόμο. Για το Λακάν η λειτουργία του νόμου είναι η δυσλειτουργία του, η παραγωγή ενός πλεονάσματος που αντιστέκεται σε αυτόν. Έτσι και η ταυτότητα συγκροτείται μόνον μέσα από την αδυναμία της να συγκροτηθεί ως όλο. Για το Λακάν η εξουσία δεν λειτουργεί σωστά, επιτρέποντας την υπέρβαση της, αλλά λειτουργεί εξαιτίας αυτής της αποτυχίας του. Υπάρχει μια συγκροτητική έλλειψη της εξουσίας η οποία επιτρέπει την δυνατότητα ύπαρξης ενός έξωθεν αντίστασης. Ωστόσο η αντίσταση θα είναι πάντα μη αποφασίσιμη, ενώ απειλεί την εξουσία ταυτόχρονα επιτρέπει στην εξουσία να επιτύχει μια ταυτότητα. Το Πραγματικό της εξουσίας θέτει υπό διαρκή αμφιβολία την δυνατότητα αντίστασης και της μετατροπής της σε μορφή κυριαρχίας Έτσι ενώ από τη μια υπάρχει ένα έξωθεν της εξουσίας που την επερωτά ταυτόχρονα υπάρχει και ένα έξωθεν της αντίστασης, αυτό της εξουσίας που την επερωτά.

Η κοινωνία συγκροτείται από  έναν ριζικό ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός είναι το Πραγματικό, αυτό που δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί.  Ο ανταγωνισμός αποτρέπει την κοινωνία να συγκροτηθεί ως πλήρης ταυτότητα, είναι το ριζικό έξωθεν , το όριο της κοινωνίας. Το Πραγματικό λειτουργεί όπως το ντερινταϊκό συναναπλήρωμα. Από τη μια απειλεί την ταυτότητα της κοινωνίας και από την άλλη της επιτρέπει την συγκρότηση μιας ταυτότητας η οποία είναι μη πλήρης. Ο ανταγωνισμός δεν συνιστά την ουσία της κοινωνίας αλλά αυτό που αρνείται την ουσία. Η ιδέα της κοινωνίας ως πεδίου διαφορών που θεμελιώνονται από έναν ριζικό ανταγωνισμό έρχεται σε αντίθεση με την αναρχική θέση της κοινωνίας ως ουσιακής ταυτότητας που κυβερνιέται από φυσικούς νόμους. Ο λακανικός ανταγωνισμός έχει ομοιότητες με τη μηχανή πολέμου του Ντελέζ ωστόσο δεν αποκλείει την συγκρότηση της κοινωνίας όπως η μηχανή η οποία οδηγεί στην διάλυσή της σε καθαρή διαφορά και πολλαπλότητα. Κάτι τέτοιο θα επανέφερε την ουσιοκρατία, αποδίδοντας στην κοινωνία μια σταθερή ουσία, τη διαφορά. Η λακανική έννοια του κενού μας επιτρέπει να θεωρήσουν ένα έξωθεν που δεν οδηγεί στην ουσιοκρατία. Το υποκείμενο θεωρείται ως αποτυχία της συμβολοποίησης. Έτσι επιτρέπει την αντίσταση σε μια σταθερή ταυτότητα του εαυτού. Η πολιτική της αντίστασης είναι πάντα ανοιχτή σε επανερμηνείες.

Πηγή: voidnetwork

Georges Palante: Η σχέση μεταξύ πεσιμισμού και ατομικισμού.

O Ζωρζ Παλάντ εξηγεί τι σχέση έχει ο ατομικισμός με τον πεσιμισμό

Ο αιώνας που μόλις πέρασε είναι χωρίς αμφιβολία αυτός στον οποίο ο πεσιμισμός βρήκε τους πιο πολλούς, τους πιο πλούσιους, τους πιο έντονους και τους πιο συστηματικούς του ερμηνευτές. Επιπροσθέτως, ο ατομικισμός εκφράστηκε σε αυτόν τον αιώνα με εξαιρετική ένταση από εκπροσώπους υψηλής ποιότητας.

Θα ήταν ενδιαφέρον να φέρναμε σε επαφή αυτές τις δύο μορφές σκέψης, κυρίαρχες στην εποχή μας· να θέσουμε το ερώτημα ποια είναι η λογική ή συναισθηματική σχέση που υπάρχει μεταξύ τους, και σε ποιο βαθμό ο πεσιμισμός παράγει ατομικισμό και ο ατομικισμός παράγει πεσιμισμό.

Αλλά το ερώτημα που τίθεται έτσι είναι πολύ γενικό. Υπάρχουν πολλά είδη πεσιμισμού και πολλά είδη ατομικισμού. Μεταξύ των τελευταίων υπάρχει ένας που σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται πεσιμισμό, και αυτός είναι ο δογματικός ατομικισμός που βγαίνει από τη Γαλλική Επανάσταση και στον οποίο τόσοι πολλοί ηθικολόγοι, νομικοί, και πολιτικοί του αιώνα μας είναι προσαρτημένοι. Αυτός ο ατομικισμός θα μπορούσε να λάβει ως μότο του τη φράση του Βίλχελμ φον Χούμπολτ που ο Στιούαρτ Μιλλ επέλεξε ως επιγραφή του στο «Περί ελευθερίας» του: «Η μεγάλη, προεξάρχουσα αρχή, προς την οποία κάθε προηγούμενο επιχείρημα συγκλίνει, αφορά την απόλυτη και ουσιαστική σημασία της ανθρώπινης ανάπτυξης σε όλη την ποικιλομορφία της.» Οι ατομικιστές αυτού του είδους πιστεύουν ότι όλα τα ανθρώπινα άτομα μπορούν να αναπτυχθούν αρμονικά στην κοινωνία, ότι η ίδια τους η ποικιλομορφία είναι μια εγγύηση του πλούτου και της ομορφιάς του ανθρώπινου πολιτισμού.

Αυτοί οι ατομικιστές είναι ορθολογιστές. Έχουν πίστη στο λόγο, την αρχή της τάξης, της ενότητας και της αρμονίας. Είναι ιδεαλιστές: έχουν πίστη σε ένα ιδανικό κοινωνικής δικαιοσύνης. ουνιταριανής και εξισωτικής, πιστεύουν, παρά τις επιμέρους διαφορές και ανισότητες, στη βαθιά και πραγματική ενότητα του ανθρώπινου είδους. Αυτοί οι ατομικιστές είναι «ανθρωπιστές» με την έννοια που δίνει ο Στίρνερ σε αυτήν τη λέξη: σολινταριστές, σοσιαλιστές, αν πάρουμε τον τελευταίο αυτό όρο στην ευρύτερή του έννοια. Ο ατομικισμός τους στρέφεται προς τα έξω, προς την κοινωνία. Είναι ένας κοινωνικός ατομικισμός, υπό την έννοια ότι δεν διαχωρίζει το άτομο από την κοινωνία, που δεν τοποθετούν σε αντίθεση το ένα με το άλλο. Αντιθέτως, θεωρούν πάντα το άτομο ως ένα κοινωνικό στοιχείο που εναρμονίζεται με το όλο και ότι υπάρχει μόνο σε λειτουργία με το όλο. Δεν θα επιμείνουμε σε αυτόν τον ατομικισμό, ο οποίος προφανώς υπαινίσσεται έναν περισσότερο ή λιγότερο σκληρό κοινωνικό οπτιμισμό.

Ο ατομικισμός που έχουμε κατά νου εδώ είναι τελείως διαφορετικός. Αυτός ο ατομικισμός δεν είναι ένα πολιτικό, δικανικό και ηθικό δόγμα, αλλά μια ψυχολογική και ηθική στάση, μια μορφή ευαισθησίας, μια προσωπική αίσθηση της ζωής και μια προσωπική θέληση για ζωή.

Είναι αδύνατον να συγκεντρώσουμε σε έναν ορισμό όλα τα χαρακτηριστικά, όλους τους βαθμούς, όλες τις αποχρώσεις αυτής της ψυχικής διάθεσης. Θίγει έναν ειδικό τόνο σε κάθε ψυχή στην οποία γίνεται γνωστή.

Μπορούμε να πούμε ότι ως μια προσωπική αίσθηση της ζωής, ο ατομικισμός είναι το συναίσθημα της μοναδικότητας, της ατομικότητας σε ό,τι έχει διαφορικό, ιδιωτικό και αναποκάλυπτο. Ο ατομικισμός είναι μια έκκληση στην εσωτερικότητα του αισθήματος, στην ατομική έμπνευση για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συμβάσεων και των έτοιμων ιδεών. Ο ατομικισμός υπαινίσσεται ένα αίσθημα προσωπικού αλάθητου, μια ιδέα πνευματικής και συναισθηματικής υπεροχής, εσωτερικού αριστοκρατισμού. Αμείωτης διαφοράς μεταξύ ενός εγώ και ενός άλλου, την ιδέα της μοναδικότητας. Ο ατομικισμός είναι μια επιστροφή στον εαυτό και μια βαρύτητα στον εαυτό.

Ως προσωπική θέληση για ζωή ο ατομικισμός είναι μια επιθυμία να «είσαι ο εαυτός σου,» σύμφωνα με την ευχή ενός χαρακτήρα του Ίψεν (Πέερ Γκυντ), μια επιθυμία για ανεξαρτησία και αυθεντικότητα. Ο ατομικιστικής θέλει να είναι ο δικός του κατασκευαστής, ο δικός του προμηθευτής της αλήθειας και της ψευδαίσθησης· o ο δικός του οικοδόμος της αλήθειας και της ψευδαίσθησης· ο δικός του οικοδόμος των ονείρων του·  ο δικός του οικοδόμος και γκρεμιστής των ιδανικών του. Αυτή η ευχή για αυθεντικότητα μπορεί, παρεμπιπτόντως, να είναι περισσότερο ή λιγότερο ενεργητική, περισσότερο ή λιγότερο απαιτητική, περισσότερο ή λιγότερο φιλόδοξη. Περισσότερο ή λιγότερο ευτυχής, επίσης, σύμφωνα με την ποιότητα και την αξία της ατομικότητας στην αιτία, σύμφωνα με το εύρος της σκέψης και σύμφωνα με την ένταση για, τη θέλησης για, ατομική ισχύ.

Είτε ως προσωπική αίσθηση της ζωής είτε ως προσωπική θέληση για ζωή, ο ατομικισμός είναι ή τείνει να είναι αντικοινωνικός: αν δεν είναι έτσι από την αρχή, αργότερα και αναπόφευκτα γίνεται έτσι. Συναίσθημα βαθιάς μοναδικότητας του εγώ, επιθυμία για αυθεντικότητα και ανεξαρτησία, ο ατομικισμός δεν μπορεί παρά να προκαλέσει το συναίσθημα μιας σιωπηρής πάλης μεταξύ του ατομικού εαυτού και της κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, η τάση της κάθε κοινωνίας είναι να μειώνει το αίσθημα της ατομικότητας όσο το δυνατόν περισσότερο: να μειώνει τη μοναδικότητα μέσω του κομφορμισμού, τον αυθορμητισμό μέσω της πειθαρχίας, τη στιγμιαιότητα του εαυτού μέσω της προειδοποίησης, της ειλικρίνειας του συναισθήματος μέσω της έλλειψης της ειλικρίνειας συμφυής με οποιαδήποτε κοινωνικά ορισμένη λειτουργία, την εμπιστοσύνη και υπερηφάνεια στον εαυτό μέσω της ταπείνωσης αδιαχώριστης από κάθε είδους κοινωνική εκπαίδευση. Αυτός είναι ο λόγος που ο ατομικισμός έχει κατ’ ανάγκη το συναίσθημα της σύγκρουσης μεταξύ του εγώ και του γενικού εγώ. Ο ατομικισμός γίνεται εδώ αρχή παθητικής ή ενεργητικής εσωτερικής αντίστασης, σιωπηρής ή δηλωμένης αντίθεσης στην κοινωνία, άρνηση να υποβάλει κάποιος τον εαυτό του σε αυτήν· δυσπιστία γι’ αυτήν. Στην ουσία του, ο ατομικισμός περιφρονεί και αρνείται τον κοινωνικό δεσμό. Μπορούμε να τον ορίσουμε ως θέληση για απομόνωση, μια συναισθηματική και πνευματική, θεωρητική και πρακτική δέσμευση να αποσυρθεί από την κοινωνία, αν όχι στην πραγματικότητα – ακολουθώντας τα παραδείγματα των μοναχών της Θηβαΐδας και του πιο σύγχρονου του Θορώ – τουλάχιστον στο πνεύμα και την πρόθεση, από ένα είδος εσωτερικής και εθελοντικής υποχώρησης. Αυτή η αποστασιοποίηση από την κοινωνία, αυτή η εθελοντική ηθική απομόνωση που μπορούμε να εφαρμόσουμε στην ίδια την καρδιά της κοινωνίας μπορεί να πάρει τη μορφή της αδιαφορίας και της παραίτησης καθώς και εκείνης της εξέγερσης. Μπορεί επίσης να προσλάβει τη στάση του θεατή, τη στοχαστική στάση του στοχαστή σε έναν Πύργο Ελεφάντινο. Αλλά υπάρχει πάντα σε αυτή την επίκτητη αδιαφορία, σε αυτήν την παραίτηση ή αυτήν την απομόνωση του θεατού, ένα απομεινάρι εσωτερικής εξέγερσης.

Συναίσθημα μοναδικότητας και λιγότερο ή περισσότερο ενεργητική έκφραση της θέλησης για προσωπική δύναμη· θέληση για αυθεντικότητα, θέληση για ανεξαρτησία, θέληση για ανυποταξία και εξέγερση, θέληση για απομόνωση και την απόσυρση στον εαυτό. Μερικές φορές θέληση για υπεροχή, στην ανάπτυξη της ισχύς πάνω και ενάντια σε άλλους, αλλά πάντοτε με μια επιστροφή στο εαυτό, με ένα συναίσθημα προσωπικού αλάθητου, με μια άφθαρτη εμπιστοσύνη στον εαυτό, ακόμα και στην ήττα, ακόμα και στην αποτυχία των ελπίδων και ιδανικών. Αδιαλλαξία, απρόσιτη της εσωτερικής καταδίκης, πιστότητα στον εαυτό έως το πικρό τέλος. Πιστότητα στις παρεξηγημένες ιδέες του, στην απόρθητη και απρόσβλητη θέλησή του: ο ατομικισμός είναι όλα αυτά, είτε παγκόσμια είτε στη λεπτομέρεια, αυτό το στοιχείο ή το άλλο, αυτή η απόχρωση ή αυτή που επικρατεί ανάλογα με τις περιστάσεις και την περίπτωση.

Ο ατομικισμός, κατανοημένος όπως μόλις τον εκφράσαμε, δηλαδή, ως μια εσωτερική διάθεση της ψυχής, ο ατομικισμός ως αίσθηση και θέληση δεν είναι πλέον, σαν τον ατομικισμό που μιλήσαμε παραπάνω, σαν τον πολιτικό και νομικό ατομικισμό, στραμμένος προς τα έξω και εξαρτημένος από την κοινωνική ζωή, τους περιορισμούς της, τις απαιτήσεις και υποχρεώσεις της. Είναι στραμμένος προς τα μέσα. Τοποθετείται στην αρχή ή αναζητά καταφύγιο στο τέλος στο άθραυστο και άυλο εσώτερο ον.

Το να πούμε ότι υπάρχει μια στενή ψυχολογική σχέση μεταξύ των ατομικιστικών και πεσιμιστικών ευαισθησιών σημαίνει σχεδόν να δηλώνεις το αυτονόητο. Ο πεσιμισμός προϋποθέτει έναν βασικό ατομικισμό. Προϋποθέτει αυτήν την εσωτερικότητα του συναισθήματος, αυτήν την επιστροφή στον εαυτό (σχεδόν πάντα οδυνηρή), που είναι η ουσία του ατομικισμού. Ενώ ο οπτιμισμός δεν είναι παρά μια αφηρημένη μεταφυσική θέση, ο απόηχος των δογματικών φημών, ο πεσιμισμός είναι μια αίσθηση βιωμένης ζωής· προέρχεται από τα έσω, από μια ατομική ψυχολογία. Προέρχεται από ό,τι είναι πιο οικείο σε μας: την ικανότητα να υποφέρουμε. Κυριαρχεί μεταξύ εκείνων που έχουν μοναχική φύση που ζουν αποσυρμένοι στον εαυτό τους και βλέπουν την κοινωνική ζωή ως μπελά. Καθαρόαιμοι πεσιμιστές, οι μεγάλοι καλλιτέχνες και θεωρητικοί των δεινών, έζησαν μοναχικά και σαν ξένοι εν μέσω των ανθρώπων, περιορίστηκαν στο εγώ τους σαν ένα φρούριο από το οποίο αφήνουν να πέσει ένα ειρωνικό και υπεροπτικό βλέμμα στην κοινωνία του είδους τους. Και έτσι δεν είναι τυχαίο, αλλά δυνάμει μιας στενής ψυχολογικής συσχέτισης ότι ο πεσιμισμός συνοδεύεται από μια τάση προς εγωιστική απομόνωση.

Αντίστροφα, το ατομικιστικό πνεύμα είναι σχεδόν μοιραία συνοδευμένο από πεσιμισμό. Δεν είναι η εμπειρία τόσο παλιά όσο και ο κόσμος μας που διδάσκει ότι στη φύση το άτομο θυσιάζεται για τα είδη; Ότι στην κοινωνία είναι θυσιασμένο στην ομάδα; Ο ατομικισμός φτάνει σε ένα καρτερικό ή απελπιστικό σημείωμα των αντινομιών που εγείρονται μεταξύ του ατόμου και των ειδών αφενός, και μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας αφετέρου.

Η ζωή αναμφίβολα θριαμβεύει διαρκώς πάνω σε αυτήν την αντινομία, και το γεγονός ότι παρόλο του ότι όλη η ανθρωπότητα εξακολουθεί να ζει μπορεί να φαίνεται ότι είναι μια αναμφισβήτητη απάντηση που απορρίπτει τόσο τον πεσιμισμό όσο και τον ατομικισμό. Αλλά αυτό δεν είναι σίγουρο. Επειδή αν η ανθρωπότητα ως είδος και ως κοινωνία καταδιώκει τη μοίρα της δίχως να ανησυχεί για τις καταγγελίες ή εξεγέρσεις των ατόμων, ο ατομικισμός δεν πεθαίνει για όλα αυτά. Πάντοτε ηττημένος, ποτέ εξημερωμένος, ενσαρκώνεται στις ψυχές ξεχωριστού διαμετρήματος, διαποτισμένος από το συναίσθημα της μοναδικότητάς τους και την ισχυρή θέλησή τους για ανεξαρτησία. Ο ατομικισμός υποχωρεί σε κάθε άτομο που πεθαίνει αφού έχει εκπληρώσει τους στόχους και έχει παραδοθεί σε δυνάμεις που είναι πέρα από αυτόν. Αλλά επιβιώνει ο ίδιος μέσω των γενεών, κερδίζοντας σε ισχύ και σαφήνεια καθώς η ανθρώπινη θέληση για ζωή εντείνεται, διευρύνεται και γίνεται εκλεπτυσμένη στην ατομική συνείδηση​​. Είναι επομένως επιβεβαιωμένη η διπλή συνοχή του πεσιμισμού και του ατομικισμού, άρρηκτα ενωμένοι και αλληλένδετοι.

Παρ’ όλα αυτά, είναι πιθανό ότι αυτός ο ψυχολογικός δεσμός που πιστεύουμε ότι έχουμε ανακαλύψει μεταξύ πεσιμισμού και ατομικισμού δεν είναι τίποτα παρά μια α πριόρι άποψη. Αν αντί του συλλογισμού σχετικά με τις ψυχολογικές πιθανότητες συμβουλευόμασταν την ιστορία των ιδεών του 19ου αιώνα θα δούμε ίσως ότι η σχέση των ιδεών που μόλις αναφέραμε δεν είναι ούτε τόσο απλή ούτε τόσο συνεπής όπως φαίνεται εξ αρχής. Πρέπει να διεισδύσουμε με λεπτομέρεια τις διάφορες μορφές του πεσιμισμού και του ατομικισμού και πιο στενά να αναλύσουμε τη σχέση τους αν θέλουμε να καταλήξουμε σε συγκεκριμένες ιδέες.

Mετάφραση: Αιχμή

Emma Goldman: Ο Εχθρός του Λαού του Henrik Ibsen

Κείμενο που προέρχεται από το βιβλίο Η Κοινωνική Σημασία του Σύγχρονου Δράματος (1914). Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα The Anarchist Library.  Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

Ο Δρ. Thomas Stockmann έχει προσληφθεί στη θέση του ιατρικού συμβούλου της διοίκησης των «Λουτρών», την βασική πηγή εισοδήματος στην πόλη καταγωγής του.

Είναι ένας τίμιος άνθρωπος με υψηλά ιδανικά, ο Δρ. Stockmann επιστρέφει στο σπίτι του μετά από πολλά χρόνια απουσίας, γεμάτος από το πνεύμα της δημιουργικότητας και της προοδευτικής καινοτομίας. Όπως λέει στον αδερφό του Peter, το δήμαρχο της πόλης, «Είμαι τόσο ευτυχισμένος και ικανοποιημένος. Αισθάνομαι τόσο απίστευτα χαρούμενος στο μέσο όλης αυτής της ανάπτυξης, που γεννά ζωή. Στη τελική, τι θαυμάσια εποχή για να ζει κανείς. Είναι σα να αναβλύζει ένας νέος κόσμος γύρω μας».

«Δήμαρχος: Έτσι πιστεύεις στ’ αλήθεια;

Δρ, Stockmann: Μα φυσικά, δεν μπορείς να το δεις τόσο καθαρά όσο εγώ. Πέρασες όλη σου τη ζωή σ’ αυτό το μέρος, και έτσι οι αισθήσεις σου έχουν θαμπώσει. Εγώ όμως, που έζησα σε εκείνη τη μικρή τρύπα στο βορρά όλα αυτά τα χρόνια, που μόλις και μπορούσα να δω μια ψυχή να μου πει μια ενδιαφέρουσα κουβέντα – όλα αυτά με επηρεάζουν σαν να μεταφέρθηκα στο κέντρο μιας πολύβοης πόλης – ξέρω πολύ καλά πως οι συνθήκες της ζωής είναι περιορισμένες σε σχέση σε πολλές άλλες πόλεις. Εδώ όμως υπάρχει ζωή, ανάπτυξη, άπειρα πράγματα για να εργαστείς και να παλέψεις· και αυτό είναι το βασικό»

Με αυτό το πνεύμα είναι που ο Δρ. Stockmann ξεκινά το έργο του. Μετά από δύο χρόνια προσεκτικής μελέτης, ανακαλύπτει πως τα Λουτρά είναι χτισμένα πάνω σε ένα βάλτο, γεμάτο από νοσογόνα μικρόβια, και πως οι άνθρωποι που τα επισκέπτονται για την υγεία τους θα μολυνθούν με πυρετό.

Ο Thomas Stockmann είναι ένας γιατρός με συνείδηση. Αγαπά την πόλη που γεννήθηκε, αλλά αγαπά το συνάνθρωπό του περισσότερο. Θεωρεί καθήκον του να μεταφέρει την ανακάλυψη του στην υψηλότερη αρχή της πόλης, το Δήμαρχο, τον αδερφό του, τον Peter Stockmann.

Ο Δρ. Stockmann είναι πράγματι ιδεαλιστής· αλλιώς θα γνώρισε πως μέσα στον αξιωματούχο ο άνθρωπος συχνά χάνεται. Επιπλέον, ο Peter Stockmann είναι επίσης ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και ένας από τους μεγαλύτερους μετόχους στα Λουτρά. Επαρκής λόγος για να επιπλήξει τον παράτολμο γιατρό αδερφό του ως επικίνδυνο άνθρωπο:

«Δήμαρχος: Σε κάθε περίπτωση, έχεις μια έμφυτη τάση για να κάνεις το δικό σου. Και αυτό σε μια καλά οργανωμένη κοινότητα είναι σχεδόν το ίδιο επικίνδυνο. Το άτομο πρέπει να υποτάσσει τον εαυτό του στο σύνολο της κοινότητας, ή, για να το πω πιο σωστά, να σκύψει μπροστά στην εξουσία που προσέχει την ευημερία όλων»

Αλλά ο Γιατρός δεν είναι μπερδεμένος: ο Peter είναι αξιωματούχος· δεν ενδιαφέρεται για ιδανικά. Υπάρχει όμως ο τύπος – δηλαδή το μέσο για το στόχο του! Το προσωπικό του Λαϊκού Κήρυκα οι Hovstad, Billings και Aslaksen, είναι βαθιά εντυπωσιασμένοι από την ανακάλυψη του Γιατρού. Με το ένα μάτι σε μια καλή ιστορία και το άλλο στις πολιτικές ευκαιρίες θέτουν αμέσως το Λαϊκό Κήρυκα  στη διάθεση του Thomas Stockmann. Ο Hovstad βλέπει μεγάλες δυνατότητες για μια βαθιά ριζοσπαστική αλλαγή για ολόκληρη τη ζωή της κοινότητας

«Hovstad: Σε εσάς, ως γιατρό και άνθρωπο της επιστήμης, αυτή η επιχείρηση με το υδραγωγείο είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Πιστεύω πως δεν αντιλαμβάνεστε πως πολλά άλλα πράγματα συνδέονται με αυτή…. Ο βάλτος που όλη η κοινωνική μας ζωή στέκεται και σαπίζει μέσα του…. Πιστεύω ένας δημοσιογράφος έχει μια τεράστια ευθύνη όταν αμελεί μια ευκαιρία για να βοηθήσει τις μάζες, τους φτωχούς, τους καταπιεσμένους. Ξέρω πολύ καλά πως οι ανώτερες τάξεις θα το αποκαλέσουν αυτό υποκίνηση του λαού, και ούτω καθ’ εξής, αλλά ας κάνουν ότι θέλουν, αν η συνείδησή μου παραμείνει καθαρή».

Ο Aslaksen, ο εκδότης του Λαϊκού Κήρυκα, πρόεδρος του Συνδέσμου Μικροϊδιοκτητών, και μέλος του Αντιαλκοολικού Συνδέσμου, έχει, όπως ο Hovstad, ανοιχτά μάτια για κέρδος. Βεβαιώνει το Γιατρό για την ολόθερμη συνεργασία του, ιδιαίτερα τονίζοντας πως, «Δε θα σας κάνει κακό να μς έχετε εμάς, τη μεσαία τάξη να σας στηρίζουν. Πλέον είμαστε μια συμπαγής πλειοψηφία στη πόλη – όταν το αποφασίσζουμε. Και είναι πάντοτε καλό να έχεις την πλειοψηφία στο μαζί σου Γιατρέ…. Και έτσι πιστεύω δεν θα ήταν άστοχο να κάνουμε ένα είδος διαμαρτυρίας…. Φυσικά με μεγάλη προσοχή, Γιατρέ. Είμαι πάντοτε υπέρ της μετριοπάθειας· γιατί η μετριοπάθεια είναι η πρώτη αξία του πολίτη – αυτά τουλάχιστον είναι οι απόψεις μου».

Αλήθεια, ο Δρ. Stockmann είναι ιδεαλιστής· αλλιώς δεν θα είχε τόσο μεγάλη πίστη στο προσωπικό του Λαϊκού Κήρυκα, που αγαπάνε τόσο πολύ το λαό που τον ταΐζουν συνεχώς με βαρύγδουπες φράσεις δημοκρατικών αρχών και για την ευγενή λειτουργία του τύπου, ενώ του αδειάζουν τις τσέπες.

Αυτό φαίνεται με τα λόγια του ίδιου του Hovstad, όταν η Petra, η κόρη του Δρ. Stockmann, επιστρέφει ένα ρομαντικό μυθιστόρημα που θα μετέφραζε για το Λαϊκό Κήρυκα: «Δεν μπορεί να μπει αυτό στο Λαϊκό Κήρυκα», λέει στον Hovstad, «είναι εντελώς αντίθετο με τις απόψεις σου».

«Hovstad: Ναι μα για χάρη του σκοπού –

Petra: Δεν με κατάλαβες ακόμη. Είναι για μια υπερφυσική δύναμη που προσέχει τους λεγόμενους καλούς ανθρώπους εδώ πάνω στη γή, και γυρίζει όλα τα πράγματα προς όφελός τους στο τέλος, και όλοι οι κακοί άνθρωποι τιμωρούνται.

Hovstad: Ναι, αλλά αυτό είναι εντάξει. Είναι ακριβώς αυτό που αρέσει στο κοινό.

Petra: Και θα δώσεις στο κοινό ένα τέτοιο πράγμα; Γιατί, όταν εσύ ο ίδιος δεν πιστεύεις σε ούτε μια λέξη από αυτές. Ξέρεις πολύ καλά πως τα πράγματα δεν είναι έτσι.

Hovstad: Έχεις δίκιο· αλλά ένας αρχισυντάκτης δεν μπορεί να κάνει πάντοτε αυτό που θέλει. Συχνά πρέπει να υποχωρεί στη κοινή γνώμη σε μικρά θέματα. Εν τέλει, η πολιτική είναι το κύριο πράγμα στη ζωή – τουλάχιστον για μια εφημερίδα· και αν θέλω να με ακολουθήσουν οι άνθρωποι στο μονοπάτι προς την χειραφέτηση και στην πρόοδο, δεν πρέπει να τους τρομάξω. Αν βρουν μια τέτοια ηθικολογική ιστορία στο κελάρι, είναι πολύ πιο πρόθυμοι να αντέξουν αυτό που είναι τυπωμένο από πάνω – αισθάνονται ασφαλέστεροι».

Οι συντάκτες του είδους του Hovstad σπάνια γράφουν τις πραγματικές τους γνώμες. Δεν μπορούν να επιτρέψουν το να «τρομάξουν» τους αναγνώστες τους. Συνήθως υποκλίνονται στη πιο ανενημέρωτη και χυδαία δημόσια γνώμη· δεν θέτουν τον εαυτό τους απέναντι στην θεσμοθετημένη εξουσία. Έτσι ο Λαϊκός Κήρυκας εγκαταλείπει το «σπουδαιότερο άνδρα» στη πόλη  όταν μαθαίνει πως ο Δήμαρχος και οι επιφανείς πολίτες είναι αποφασισμένοι πως η αλήθεια θα αποσιωπηθεί. Ο Δήμαρχος  αποκηρύσσει την «επανάσταση» του αδερφού του:

«Δήμαρχος: Ο λαός δεν χρειάζεται νέες ιδέες. Ο λαός εξασφαλίζεται καλύτερα από τις παλιές καθιερωμένες ιδέες που έχουν ήδη…. Ως αξιωματούχος, δεν έχει δικαίωμα σε οποιαδήποτε προσωπική πεποίθηση

Δρ. Stockmann: Η πηγή είναι δηλητηριασμένη, άνθρωπέ μου! Είσαι τρελός; Ζούμε διακινώντας βρωμιά και σκουπίδια. Το σύνολο της αναπτυσσόμενης κοινωνικής μας ζωής είναι ριζωμένη σε ένα ψέμα!

Δήμαρχος: Κούφιες φαντασιοπληξίες – ή κάτι χειρότερο. Ο άνθρωπος που κάνει τόσο προσβλητικούς υπαινιγμούς εναντίον στην ίδια του τη πατρίδα πρέπει να είναι εχθρός του λαού.

Δρ. Stockmann: Και πρέπει να υποστώ μια τέτοια συμπεριφορά. Στο ίδιο μου το σπίτι, Katrine! Τι πιστεύεις για αυτό;

Κα. Stockmann: Πραγματικά είναι ντροπή και προσβολή, Thomas – …. Αλλά, στο τέλος, ο αδερφός σου έχει την εξουσία-

Δρ. Stockmann: Ναι, αλλά έχω δίκιο!

Κα. Stockmann: Α, ναι, δίκιο, δίκιο! Τι ωφελεί να έχεις δίκιο αν δεν έχεις δύναμη;

Δρ. Stockmann: Τι! Δεν αξίζει σε μια ελεύθερη κοινωνία να έχεις το δίκιο με το μέρος σου; Είσαι παράλογη, Katrine. Και πέρα από αυτό, δεν έχω τον ελεύθερο και ανεξάρτητο τύπο με το μέρος μου; Την συμπαγή πλειοψηφία με το μέρος μου; Αυτό είναι αρκετή δύναμη, νομίζω!»

Η Katrine Stockmann είναι σοφότερη από τον άντρα της. Γιατί εκείνος που δεν έχει δύναμη δεν χρειάζεται να ελπίζει σε κανένα δίκιο. Ο καλός Γιατρός πρέπει να πιει το πικρό ποτήρι μέχρι τη τελευταία σταγόνα πριν αντιληφθεί τη σοφία της γυναίκας του.

Με την απειλή των αρχών και αποκηρυγμένος από το Λαϊκό Κήρυκα, ο Δρ. Stockmann προσπαθεί να εξασφαλίσει μια αίθουσα στην οποία θα οργανώσει μια δημόσια συγκέντρωση. Γεννημένος ελεύθερος πολίτης πιστεύει στο Σύνταγμα και τις εγγυήσεις του· είναι αποφασισμένος να εξασκήσει το δικαίωμα του στην ελεύθερη έκφραση. Αλλά όπως και τόσοι πολλοί άλλοι, ακόμη και οι πιο προηγμένοι προοδευτικοί τυφλωμένοι από το φάντασμα των συνταγματικών δικαιωμάτων και της ελεύθερης έκφρασης, ο Δρ. Stockmann πρέπει να πληρώσει το τίμημα για την αφέλεια του. Βρίσκει κάθε αίθουσα στη πόλη κλειστή για αυτόν, μόνο ένας μοναχικός πολίτης έχει το κουράγιο να ανοίξει τις πόρτες του στο διωκόμενο Γιατρό, ο παλιός του φίλος Horster. Ο όχλος όμως τον ακολουθεί ακόμη και εκεί και τον εμποδίζει από το να μιλήσει ανακηρύσσοντας τον εχθρό του λαού. Ο Thomas Stockmann στη μάχη του με την άγνοια, την ανοησία, και τα συμφέροντα ανακαλύπτει πως «ο πιο επικίνδυνος εχθρός της αλήθειας και της ελευθερίας ανάμεσά μας είναι η συμπαγής πλειοψηφία, η αναθεματισμένη συμπαγής προοδευτική πλειοψηφία». Οι εμπειρίες του τον οδηγούν στο συμπέρασμα πως «η πλειοψηφία δεν έχει ποτέ δίκιο…. Πως είναι ένα από εκείνα τα συμβατικά ψέματα ενάντια στο οποίο ένας ελεύθερος, σώφρονας άνθρωπος πρέπει να επαναστατεί…. Η πλειοψηφία έχει δυστυχώς δύναμη – αλλά δίκιο δεν έχει».

«Hovstad: Ο άνθρωπος που θα κατάστρεφε μια ολόκληρη κοινότητα πρέπει να είναι εχθρός του λαού:

Δρ. Stockmann: Δεν έχει σημασία αν μια κοινότητα που ψεύδεται καταστράφηκε!… Θα δηλητηριάσετε ολόκληρη τη χώρα με το καιρό· θα την φέρετε σε τέτοιο σημείο που ολόκληρη η χώρα θα αξίζει να χαθεί. Και όταν φτάσουμε εκεί, λέω, από τα βάθη της καρδιάς μου: Να χαθεί η χώρα! Να χαθεί ολόκληρος ο λαός της!»

Διωγμένος από την αίθουσα, χλευασμένος και περιφρονημένος από τον όχλο, ο Δρ. Stockmann μόλις που ξεφεύγει ζωντανός, και αναζητά την ασφάλεια στο σπίτι του, μόνο για να βρει τα πάντα κατεστραμμένα εκεί. Με το καιρού τον αρνείται ο παντοπώλης, ο αρτοποιός, και ο κηροποιός. Ο σπιτονοικοκύρης του φυσικά, λυπάται πολύ για εκείνον. Οι Stockmann πλήρωναν το νοίκι του πάντοτε τακτικά, αλλά θα του κατέστρεφε τη φήμη να έχει ως νοικάρη ένα τέτοιο ορκισμένο επαναστάτη. Ο παντοπώλης λυπάται, και ο κρεοπώλης το ίδιο· αλλά δεν μπορούν να ρισκάρουν τις επιχειρήσεις τους. Τέλος το σχολικό συμβούλιο στέλνει την έκφραση της θλίψης του: η Petra είναι θαυμάσια δασκάλα και τα αγόρια των Stockmann έξοχοι μαθητές, αλλά θα μπορούσαν να μολυνθούν τα άλλα παιδιά αν οι Stockmann παρέμεναν στο σχολείο. Και ξανά ο Δρ. Stockmann παίρνει ένα ζωτικό μάθημα. Αλλά δεν θα υποταχθεί· θα είναι δυνατός.

«Δρ. Stockmann: Θα πρέπει να αφήσω να με διώξουν από το πεδίο της μάχης η κοινή γνώμη, η συμπαγής πλειοψηφία, και τέτοιες αχρειότητες; Όχι, ευχαριστώ. Επιπλέον, αυτό που θέλω είναι τόσο απλό, τόσο ξεκάθαρο και άμεσο. Θέλω να βάλω στο κεφάλι αυτών των ανόητων πως οι Προοδευτικοί είναι οι χειρότεροι εχθροί των ελεύθερων ανθρώπων· πως τα κομματικά προγράμματα στρίβουν τα λαρύγγια των νεογέννητων ζωντανών αληθειών· πως οι σκέψεις της αναγκαιότητας  γυρνούν την ηθική και το δίκιο ανάποδα, μέχρι που η ζωή να είναι εντελώς απαίσια…. Δεν βλέπω κανένα άνθρωπο αρκετά ελεύθερο και γενναίο να προκαλέσει την Αλήθεια…. Ο δυνατότερος άνθρωπος είναι εκείνος που στέκεται μόνος».

Μια μαρτυρία πίστης, αλήθεια, επειδή ο Henrik Ibsen αν και αναγνωρίζεται σαν σπουδαίος δραματουργός καλλιτέχνης, παρέμεινε μόνος του στη θέση του ως επαναστάτης.

Η δραματική του τέχνη, δίχως την σπουδαία του επανάσταση απέναντι σε κάθε εξουσιαστικό θεσμό, ενάντια σε κάθε κοινωνικό και ηθικό ψέμα, ενάντια σε κάθε ίχνος σκλαβιάς, ήταν αδιανόητη. Όπως η τέχνη του θα έχανε την ανθρώπινη σημασία της, όπου η αγάπη του για αλήθεια και ελευθερία υστερούσε. Ήδη από τον Μπράντ απαιτούσε όλα ή τίποτα, δίχως ενδοτική μετριοπάθεια – δίχως συμβιβασμό οποιουδήποτε τύπου στον αγώνα για το ιδανικό. Η περήφανη ανυπακοή του, η ενθουσιώδης τόλμη του, η απόλυτη αδιαφορία του για τις συνέπειες, είναι το προσκλητήριο σάλπισμα του Henrik Ibsen, που ανακοινώνει μια νέα αυγή και τη γέννηση μιας νέας φυλής.

Πηγή: geniusloci

 

Niger Lupus Negationis: Η εσωτερική εξέγερση, κατασπαράσσοντας την ιδεολογικοποίηση του Μηδενισμού

Ο Μηδενισμός, η διαρκής και καθαρή Άρνηση, δεν είναι ποτέ δυνατόν να μεταβληθεί από εργαλείο ερμηνείας της πραγματικότητας και σύμμαχο στο διαρκή πόλεμο ενάντια στο Κράτος και την Κοινωνία, σε ένα σύστημα, μια απονεκρωμένη ψευδοσυνείδηση. Μια τέτοια μεταβολή θα καθιστούσε ακαριαία την Άρνηση ανίσχυρη και αυτοαναιρούμενη, τον ίδιο το «Μηδενισμό» από εργαλείο, δυνάστη της συνείδησης. Το μείζον στην αναζήτηση κάθε αναρχικού συντρόφου στις πεδιάδες της Επίθεσης και του άγριου Χαοτικού χορού είναι η προσήλωση στη ίδια του τη συνείδηση. Μπορεί ποτέ το πρόσωπο να απαλλαγεί από τη συνείδησή του ; Φυσικά όχι. Είναι, όμως, πιθανό, εφόσον το πρόσωπο δε φέρει μια κλειστή, βαθιά προσωπική συνείδηση, να μετατρέψει το ίδιο το εργαλείο, τη μέθοδο της επίθεσης, σε εσωτερικευμένη αξία. Να μετατρέψει τον ανόθευτο Μηδενισμό σε μία καχεκτική μάζα ηθικών κανόνων και υποχρεώσεων.

Η Ιδεολογικοποίηση του Μηδενισμού

Η μηδενιστική σκέψη αναπτύσσεται έξω από προκαθορισμένες νόρμες και ιερότητες. Ο πόλεμος ενάντια στον κόσμο διέπεται μονάχα από μια «αρχή». Κάθε πράξη του προσώπου πρέπει να είναι σύμφυτη με το ορμέμφυτο, με την καθαρή του βούληση. Ο,τιδήποτε άλλο είναι συμβιβασμός, άτακτη υποχώρηση μπροστά σε συμβάσεις και «πρέπει». Μια τέτοια ιδεολογικοποίηση, μια ταύτιση του εργαλείου με τη βούληση, είναι επικίνδυνη και αποπροσανατολιστική. Όταν ο Μηδενισμός εκλαμβάνεται και αυτός ως σύστημα ιδεών, ως μια ιδεολογία με συγκεκριμένα όρια και στοχεύσεις, τότε το πρόσωπο παύει να αναζητεί στιγμές αυτοκυριότητας και Χάους, αλλά αναπτύσσει την προσωπικότητα, τις ιδέες και τις στοχεύσεις του ώστε να μετατραπεί σταδιακά σε «ολοκληρωμένο μηδενιστή».

Φυσικά, μια τέτοια προσπάθεια σύνδεσης του Μηδενισμού με κάποιο Ιδανικό, ακόμα και αν αυτό ονομάζεται Αναρχία ή μηδενιστική αυτοπλήρωση, οδηγεί σε «Ιερότητα». Ο Μηδενισμός μετατρέπεται σε Ιερό με τον ίδιο τρόπο που ο Θεός των παπάδων αποκαθηλώνεται για να πλασαριστεί κομψός πάνω από το πτώμα του, μα πάντα το ίδιο δουλικός και αδύναμος, ο «Άνθρωπος». Φτάνουμε, δηλαδή, σε ένα οξύμωρο κατ’αρχήν σχήμα ταύτισης του Αρνητή με το αντικείμενο της Άρνησης. Φυσικά, ένας τέτοιος «μηδενισμός» που αναφέρεται σε ιερά και όσια και προτάσσει ιδανικά που πρέπει να εκπληρώσει ο κοινωνός του, είναι και αυτός το ίδιο σηψαιμικός με την Ηθική και την Ιδεολογία και πρέπει να τσακιστεί χωρίς δεύτερη σκέψη.

Γιατί, όμως, φτάνουν κάποιοι στο σημείο να θεωρούν το Μηδενισμό ένα άτυπο Ευαγγέλιο ; Γνώμη μου είναι πως για να απαντήσουμε, θα πρέπει να προχωρήσουμε καταρχάς σε μία σημαντική διάκριση. Η διάκριση αυτή αφορά τη σχέση ανάμεσα στο Μηδενισμό (που Εγώ προτάσσω) και το Ρώσικο Νιχιλισμό. Ας γίνει, λοιπόν, πλέον ξεκάθαρο. Ο ρώσικος νιχιλισμός και ο νετσαγιεφισμός δεν έχουν σχέση με το φιλοσοφικό ρεύμα του αναρχοατομικισμού, δεν έχουν σχέση με το Μηδενισμό και τους αναρχικούς της πράξης. Και αυτό διότι, ο ρώσικος νιχιλισμός, κραυγαλέα και χωρίς κανένα δισταγμό, προτάσσει την ευημερία της μάζας και προωθεί με κάθε μέσο, έστω και αν χρειαστεί να ασπαστεί μπλανκιστικές πρακτικές, την επανάσταση των μαζών.
Ο Μηδενισμός, δε φέρει καμία ιερότητα στον πυρήνα του. Αντίθετα, αρνείται να συνεργαστεί, πόσο μάλλον να εκθειάσει, με τις μάζες, αρνείται τη μαζικότητα και την κοινωνία. Ο Μηδενισμός στρέφεται θεωρητικά και πρακτικά, ενσαρκώνοντας την Άρνηση στην πιο όμορφη και καθαρή της μορφή, ενάντια στα ιδανικά και τα ιερά του νετσαγιεφισμού, την Ηθική και το Λαό. Δηλώνει σε όλους τους τόνους πως κινητροδοτείται από την απόλαυση και τη χαρά της Καταστροφής και δε μετατρέπει ποτέ το πρόσωπο σε καλόγερο της επανάστασης, αλλά αντίθετα, ο ίδιος ο μηδενιστής είναι κατ’ επιλογή «αντάρτης της απόλαυσης», όπως πολύ εύστοχα σημειώνουν οι σύντροφοι της ΣΠΦ.

Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη, τόσο για να απομακρυνθούν οι όποιες παρεξηγήσεις, όσο και για να εντοπιστούν τα αίτια της ιδεολογικοποίησης της Άρνησης.

Η δόμηση αντι-αξιών και η ανάπτυξη νέας Ηθικής

Ανεξάρτητα από την προέλευση της ιδεολογικοποίησης της μηδενιστικής σκέψης, είναι σαφές πως δεν αναφερόμαστε πλέον σε ουσιαστικό μηδενισμό, αλλά σε έναν κατ’ επίφαση τέτοιο, ο οποίος χρησιμοποιείται είτε από το άτομο (με το διαχωρισμό μεταξύ ατόμου και προσώπου που έχει γίνει σε προηγούμενα κείμενα να διατηρείται ως έννοια), είτε από την ίδια την κοινωνία ως ανάχωμα, διαφυλάσσοντας ιερά. Εάν η Άρνηση δεν είναι ισοπεδωτική και ολοκληρωτική ή εάν το άτομο προσκολληθεί σε αντι-αξίες και δομήσει μέσα του μια νέα Ηθική, ψευδομηδενιστική, με βάση τα ιερά αυτά, τότε οδηγούμαστε σε μία από τις πολλές αλλαγές «στο θρόνο» χωρίς κατάργηση της «μοναρχίας».

Έτσι, το άτομο, ενώ αρνείται την αστική ή εργατική Ηθική, αδύναμο να σκεφτεί, να δράσει και εν γένει να ζήσει χωρίς Ηθική, προσκολλάται στην ίδια την Άρνηση και ψάχνει αγωνιωδώς αντι-αξίες που στο φαντασιακό του πηγάζουν από αυτή, ώστε να γατζώσει την ύπαρξή του πάνω τους.

Παράδειγμα στα παραπάνω αποτελεί η αναρχική μηδενιστική εξέγερση. Εάν η εξέγερση καταστεί αυτοσκοπός ή ιερό, τότε μετατρέπεται σε αυτό που ο Μαξ Στίρνερ ονομάζει «έμμονη ιδέα», το άτομο ζει για την εξέγερση και όχι για τον εαυτό του, η ίδια η εξέγερση από μέσο για αναζήτηση στιγμών αυτοπραγμάτωσης, αυτοκυριότητας και Χάους, μετατρέπεται σε τελικό σκοπό, γεγονός που απονεκρώνει το νόημά της και τελικά οδηγεί σε αλλοτρίωση και «ψυχαναγκασμό».

Το ίδιο θεωρώ πως συμβαίνει με την Αναρχία, όπως γίνεται αντιληπτή από την πλειοψηφία των κοινωνικών αναρχικών. Η μετατροπή, δηλαδή, του μέσου σε σκοπό, στραγγαλίζει την ίδια την Αναρχία. Από αυτή την αφετηρία ξεπηδά ο σηψαιμικός και βαθιά ιδεολογικοποιημένος Αναρχισμός.

Απονέκρωση από την Πράξη

Εμείς είμαστε αναρχικοί της πράξης. Οι ιδέες και οι θεωρίες που δεν τολμούν να γίνουν πράξεις, παραμένουν δειλές φλυαρίες και τρέφονται με δικαιολογίες και αναστολές απραξίας. Εμείς δε διωκόμαστε απλά για κάποιες όμορφες αναρχικές ιδέες που αποτυπώσαμε σε κάποιο κομμάτι χαρτί, αλλά για την ΕΠΙΛΟΓΗ μας οι ιδέες μας να μιλήσουν και μέσα απ’ τη φλόγα που ανάβει το φιτίλι, απ’ το στουπί που αγκαλιάζει τη μολότοφ, απ’ την κάννη ενός όπλου που είναι ακόμα ζεστή…

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς

Η απομόνωση της σκέψης από την πράξη, η μη μετουσίωση της πέννας σε μαχαίρι απονεκρώνει επίσης το Μηδενισμό. Η σκέψη, παρότι πολύτιμο και πανίσχυρο εργαλείο λυσσασμένης επίθεσης στο Κράτος και την Κοινωνία, όταν δεν τροφοδοτεί την έμπρακτη αναρχική μηδενιστική δράση, φτάνει μόνο ως τα μισά του δρόμου.

Θα πρέπει, ωστόσο, να ποινικοποιηθεί η αδυναμία επίθεσης με όρους αντισυμβατικού πολέμου στα σύμβολα του υπάρχοντος. Φυσικά και όχι. Κάθε μηδενιστής θέτει μόνος του το όριο της δράσης του, δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να στραφεί στο ένοπλο. Αυτό που είναι, όμως, επιζήμιο για τον ίδιο το Μηδενισμό, την ίδια την Άρνηση και την επίθεση εν γένει, είναι το καλούπωμα της αδυναμίας σε ιδεολογικά πλαίσια.

Μια τέτοια προσπάθεια να εμφανιστεί ο Μηδενισμός ως μια μόνον φιλοσοφική τάση, αποκομμένη από την έμπρακτη δράση, τον περιορίζει και τον εξισώνει με τις συζητήσεις του καφέ στα μικροαστικά σαλονάκια. Ο Μηδενισμός είναι ό,τι ο μηδενιστής θέλει να είναι, είναι το μέσο το καθενός προκειμένου να απαλλαγεί από τις αλυσίδες της κοινωνίας και της ηθικής, δεν είναι ούτε αποκλειστικά θεωρητικό ζήτημα, ούτε και αποκομμένος από κάθε σκέψη.

Το τσάκισμα, λοιπόν, της ιδεολογικοποίησης του Μηδενισμού διέρχεται από το πεδίο του ίδιου του Μηδενισμού. Μόνο μέσω της άρρηκτης σύνδεσης θεωρίας και πράξης (στο βαθμό που μπορεί ο καθένας να την υποστηρίξει), μπορεί να νοείται Μηδενισμός, μόνο έτσι κατορθώνει η Λύσσα και το Μίσος προς το Κράτος και την Κοινωνία να μετουσιωθεί σε ουσιαστική απειλή.
Το σημείο αυτό προσφέρεται για μια ουσιαστική παρατήρηση. Η προσκόλληση στην ανάγκη για δράση, όσο απαραίτητη και αν εμφανίζεται η τελευταία, δεν μπορεί παρά να μεταβάλλεται σε φετιχισμό και να καταλήγει πολλές φορές σε θλιβερά αποτελέσματα, όπως η a priori αποδοχή και υποστήριξη του όποιου ενόπλου (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ΕΛΑΣ), αλλά και η ταύτιση της μηδενιστικής βίας με οποιαδήποτε μορφή βίας ενάντια στο κράτος. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως οποιοσδήποτε εξεγείρεται εναντίον της κρατικής μηχανής δεν είναι αυτόματα σύντροφος, ούτε φυσικά θα πρέπει να θεωρείται τμήμα της αντικρατικής τάσης ή ακόμα και της μαύρης Αναρχίας.

Εάν, λοιπόν, τίθενται συγκεκριμένες προϋποθέσεις και χαρακτηριστικά που αποδελτιώνουν τη μηδενιστική βία, μπορούμε να θεωρήσουμε πως συμβαίνει κάποιου είδους φιλτράρισμα όσον αφορά τα ίδια τα υποκείμενα ; Και αν, ναι, αποτελεί η θέση αυτή ολίσθηση προς τον ελιτισμό ; Για να έρθω στα λόγια των «συντρόφων» της Συσπείρωσης, οι οποίοι τόσο αβίαστα συνέρραψαν πρόσωπα και γεγονότα, αγιάζει ο σκοπός τα μέσα ή όχι ;

Για το ζήτημα της εργαλειακής χρησιμοποίησης

Κατ’ αρχάς, θεωρώ χρήσιμη την αποδόμηση της ίδιας της φράσης. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», λοιπόν. Έχει διατυπωθεί ήδη με κάθε τρόπο η θέση πως ο Μηδενισμός είναι ένα εργαλείο ερμηνείας και επίθεσης, την ίδια ώρα που η Αναρχία αποτελεί όχι ένα τελικό στάδιο ή μια κοινωνική πανούκλα, αλλά το μέσο για την πλήρη απαλλαγή από τις αλυσίδες που φορτώνει η κοινωνία και η εξουσία στη συνείδηση. Επομένως, η Αναρχία δεν είναι ο «σκοπός».

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως με βάση την παραπάνω παραδοχή, η Αναρχία όντως δεν είναι ο τελικός σκοπός, θέτοντας όμως στη θέση της την ίδια την αυτοκυριότητα. Θα ούρλιαζε τότε στ’ αυτιά μας, «η Αυτοκυριότητα είναι ο σκοπός σας!». Τι είναι όμως η αυτοκυριότητα ;

To θεϊκό είναι υπόθεση του Θεού το ανθρώπινο, «του ανθρώπου». Η δική μου υπόθεση δεν είναι το θεϊκό ούτε το ανθρώπινο, δεν είναι το αληθινό, το καλό, το δίκαιο, το ελεύθερο κ.ο.κ.• είναι μόνο το δικό μου, και δεν είναι γενική, αλλά -μοναδική, όπως είμαι κι εγώ μοναδικός. Για μένα, τίποτε δεν βρίσκεται πάνω από μένα!

Μαξ Στίρνερ, Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του

Μια τοποθέτηση επάνω στην αυτοκυριότητα, θα πρέπει να ξεκινήσει από μια συγκεκριμένη για μένα παραδοχή. Η ουσία που εκφράζει ο όρος δεν πραγματώνεται στο απόλυτό του. Με άλλα λόγια, όπως συμβαίνει και με την ελευθερία, δεν υπάρχει απόλυτη αυτοκυριότητα, αλλά καταρχήν η έννοια αφορά τη συνείδηση και την απαλλαγή της από κάθε εσωτερικευμένη αξία, κάθε απότοκο της κοινωνίας που παρασιτεί σε βάρος του ενστίκτου του προσώπου.

Και στη βάση αυτή, καθίσταται ανούσια η εργαλειακή χρησιμοποίηση των υποκειμένων ώστε να εξυπηρετηθεί ο «σκοπός», επειδή πολύ απλά ο «σκοπός» δεν είναι ποτέ δυνατόν να πραγματωθεί στην ολότητά του. Δεν ορίζεται σκοπός. Χωρίς σκοπό όμως, δεν έχει νόημα η καθαγίαση του μέσου.

Τι σημαίνει όμως αυτό πρακτικά, πέρα από αοριστολογίες και θεωρητικές συζητήσεις ; Σε πρώτη φάση ποιος μπορεί να ονομάζεται σύντροφος ; Για μένα το ζήτημα είναι απλούστατο, σύντροφός μου είναι ο αντικοινωνικός, ο μηδενιστής αναρχικός της πράξης, ο χαοτικός και ο εγωιστής. Όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι σύντροφοί μου, το εάν συμπράττω ή όχι μαζί τους, καθορίζεται από άλλους παράγοντες.

Οι παράγοντες αυτοί αφορούν τη στόχευση του μηδενιστή και είναι χρονικά προσδιορισμένοι. Η σύμπραξη με τον καθένα, εάν εξυπηρετεί κάποια βραχυπρόθεσμη επιδίωξη και φυσικά δε δρα επιβαρυντικά για το πρόσωπο σε συνειδησιακό και πρακτικό επίπεδο, δε θα πρέπει να δαιμονοποιείται. Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση «επαφή» του Μηδενισμού με το Ρώσικο Νιχιλισμό, καθώς ο δεύτερος δρα στο όνομα της μάζας, ποδοπατά το προσωπικό συμφέρον και την παρόρμηση, θέτει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, ενώ ο Μηδενισμός, όντας εχθρικός προς τη θεωρητικοποίηση και τον προγραμματισμό όπως αυτός παρουσιάζεται από τους νιχιλιστές, πυροδοτεί ένα πρωτόγνωρο χαοτικό χορό., χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς δεσμεύσεις και ιερατεία, χωρίς επαναστατικά υποκείμενα και προφητείες που πρέπει να εκπληρωθούν.

Εν ολίγοις, ο Μηδενισμός απορρίπτει και φτύνει στο πρόσωπο κάθε ντετερμινισμό, ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό ή οικονομικό και παραδίδει το μηδενιστή στην τρελή πορεία προς το Τίποτα. Σε μια τέτοια πορεία, δεν υπάρχει σκοπός, δεν υπάρχει «πρέπει», αλλά ορμέμφυτο και «θέλω». Και σε αυτό το διεστραμμένο χαοτικό χορό, ο νιχιλισμός και η λατρεία του για την τελική στόχευση ασφυκτιά.

Γράφει ο Φ. Νίτσε στο «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα»:

«Δε λέτε, ότι ο καλός σκοπός αγιάζει κάθε πόλεμο ; Κι εγώ σας λέω, ο καλός πόλεμος αγιάζει κάθε σκοπό.»

Ακόμα, όμως, και η αυτοκυριότητα δεν είναι παρά ένα τμήμα του διαρκούς πολέμου κατά του υπάρχοντος. Ας γίνει ξεκάθαρο. Δεν υπάρχει κάποιο σημείο παύσης του Πολέμου, ο πόλεμος είναι διαρκής και δεν αφορά μόνο την παρούσα κοινωνία, αλλά επεκτείνεται σε κάθε μελλοντική. Από τη στιγμή που το φάντασμα δεν καρατομείται, αλλά απλώς αντικαθίσταται από ένα άλλο, η επίθεση συνεχίζεται. Έτσι είναι και έτσι θα είναι για όσο υπάρχουν Κοινωνίες και Κράτη. Είναι όμως αυτοσκοπός ο Πόλεμος και κατ’ επέκταση, είναι οι μηδενιστές καλόγεροι του πολέμου ; Αυτό είναι ένα ερώτημα που έχει απαντηθεί πολλές φορές, ωστόσο εάν χρειαζόταν να επανέλθω συνοπτικά, θα έλεγα πως ο μηδενιστής δεν αντιλαμβάνεται τον πόλεμο ενάντια στο υπάρχον ως αυτοσκοπό, αλλά ως ένα τμήμα της δραστηριότητάς του. Ο πόλεμος, δηλαδή, ως ιδέα και πρακτική δεν αυτονομείται στη συνείδηση του δρώντος και δε μετατρέπεται σε «έμμονη ιδέα», αλλά διεξάγεται όσο το πρόσωπο έχει συμφέρον και επιθυμεί να δράσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο,τιδήποτε άλλο είναι τυφλή πίστη.

Το ιδανικό του ήρωα

Η ζωή μου είναι δική μου και μόνο και δε θυσιάζεται σε κανένα βωμό καμιάς αξίας. Ας γίνει κατανοητό πως ο μηδενιστής είναι πρωτίστως βαθιά Εγωιστής (για μένα τουλάχιστον). Ως εκ τούτου, ο θάνατος είναι ήττα, το ζήτημα είναι να ζήσεις για να πολεμήσεις. Γιατί, λοιπόν, να θυσιάσω τη Ζωή για την αφύπνιση της κοινωνίας ; Γι’ αυτό για μένα μπροστά στο θάνατο ο μηδενιστής επιλέγει τη Ζωή του, την επιβίωσή του, όχι τον ηρωικό θάνατο. Το ιδανικό του μάρτυρα είναι κοινωνικό ιδανικό και ο μηδενιστής, ως βαθιά αντικοινωνικός δε θα μπορούσε να το ενσαρκώσει. Είναι λάθος της εξουσίας που μου δίνει τη δυνατότητα να ζήσω, συμβιβάζομαι πρόθυμα, υπογράφω όσες μετάνοιες χρειαστούν και μετά επιτίθεμαι ξανά εναντίον της. Μπορείς να πεις το ίδιο ; Μπορείς να πεις ότι προτιμάς τη Ζωή από την κοινωνική εξύψωση ;

Το ιδανικό του ηρωικού θανάτου, το κυνήγι της υστεροφημίας, παρότι μπορεί να φαντάζει επιθυμητό και παρότι υιοθετείται συχνά ακόμα και από μηδενιστές συντρόφους, είναι πέρα για πέρα κοινωνική κατασκευή. Ο Θάνατος, είτε σε βρει μισοσαπισμένο σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, είτε με μια σφαίρα μπάτσου στον κρόταφο είναι Ήττα. Ο Θάνατος είναι πάντα Ήττα.
Το ιδανικό του Ήρωα, η ανάγκη για προσφορά στο κοινωνικό σύνολο, μια προσφορά που συχνά μετουσιώνεται σε αυτόβουλη ανθρωποθυσία, είναι κατασκεύασμα του κοινωνικού βάλτου, της ίδιας της αγέλης των αδύναμων γλειφτών, των περιφρονητών της Επίθεσης και των δηλητηριοποτών. Μια παγίδα είναι λοιπόν ο ηρωικός θάνατος, ένα βολικό ξεπάστρεμα συντρόφων προς όφελος του Κράτους και του κοινωνικού Κτήνους. Η μάζα είναι ανίκανη να πολεμήσει, ανίκανη να σταθεί εμπρός στους πολεμιστές και να τους κοιτάξει στα μάτια. Και αυτή η αναβλύζουσα δυσωδία αγέλη, κατεχόμενη από αυτήν της την κατωτερότητα επιδιώκει να εξαλείψει τους πολεμιστές. Και το καταφέρνει με τον «Ηρωικό Θάνατο».

Είναι πράγματι πολύ εύκολο να αποθεώσει η πλέμπα το νεκρό, να κλάψει μέρες και νύχτες για το χαμό του, να πέσει σε βαθιά περισυλλογή και κατάθλιψη. Μα πόσο βαθιά ανακούφιση και εμετικό γέλιο κρύβει αυτός ο θρήνος ; Πόσοι και πόσοι σύντροφοι, πόσοι και πόσοι πολεμιστές και εικονοκλάστες χάθηκαν ανούσια και ηλίθια, υπηρετώντας αυτό το φάντασμα ; Πόσοι δεν επέλεξαν άραγε τον ηρωικό θάνατο από την «ατίμωση» ;

Ε λοιπόν, αρνούμαι να παραδοθώ στους κήρυκες του Θανάτου, αρνούμαι να θυσιαστώ για Ιδανικά και Κοινωνίες, αρνούμαι να πεθάνω για να καταλάβω μια θέση στο «πάνθεον» των κοινωνικών φιόγκων – ηρώων. Ας είμαι Εγώ και κάθε σύντροφος δέκτης της κοινωνικής απαξίωσης, ας είμαστε εμείς οι «δηλωσίες» του σύγχρονου υπάρχοντος, το ζήτημα είναι να ζήσεις αυτό που είσαι και όχι να πεθάνεις γι’ αυτό που είσαι.

Σηκώνουμε τα όπλα ενάντια στο Κράτος και την Κοινωνία ως αντάρτες της απόλαυσης και κινητροδοτούμαστε από τη δική μας λύσσα για καταστροφή αυτού του κόσμου. Εάν ο Θάνατος είναι βέβαιος, θα χαμογελάσουμε για μια τελευταία φορά και θα δοθούμε με όση δύναμη μας έχει απομείνει στο Χαοτικό χορό, αγκαλιάζοντας το μαύρο άγγελο. Όμως, εάν συμβεί και πέσουμε στα χέρια του εχθρού, γονατισμένοι μπροστά στους διώκτες μας θα υπογράψουμε κάθε χαρτί, θα μετανιώσουμε χίλιες κι ακόμα μία φορές εάν μας δοθεί η ευκαιρία, θα ποδοπατήσουμε κάθε σύμβολο και θα κάψουμε μπροστά τους κάθε κείμενό μας. Όταν η παγωμένη κάννη τους βρεθεί στον κρόταφό μας θα δηλώσουμε, αν είναι τόσο ηλίθιοι και δε μας εκτελέσουν αμέσως, αν είναι τόσο ηλίθιοι και μας δώσουν την ευκαιρία να ξεφύγουμε, πιστοί στην κοινωνία και θα αποκηρύξουμε κάθε σύντροφο και οργάνωση.

Έχοντας, λοιπόν, υπογράψει τη «δήλωση μετανοίας» μας, θα αφεθούμε ελεύθεροι, βαθιά περιφρονημένοι από τον κοινωνικό πολτό, μισημένοι από τους ηλίθιους «συντρόφους» μας που θα προτιμούσαν να μας νεκροφιλήσουν από το να περπατάμε δίπλα τους δηλωμένοι νομιμόφρονες. Αλλά πόσο γελοία μας φαίνονται όλα αυτά ! Πόσο δυνατά γελάμε, ω αγαπημένοι μου σύντροφοι με τις αντιδράσεις του.

Ελευθερωμένοι, λοιπόν, θα βαδίσουμε ξανά στα ίδια μονοπάτια της Άρνησης, θα σηκώσουμε και πάλι τα όπλα ενάντια στο υπάρχον και θα ριχτούμε με το ίδιο καταστρεπτικό πάθος στον Πόλεμο εναντίον Όλων. Γιατί δεν είμαστε εμείς και δε θα γίνουμε, σύντροφοι, οι οσιομάρτυρες του Λαού και της Μάζας, γιατί δε θα γίνουμε επαναστατικό εικόνισμα, αλλά θα συνεχίσουμε τον πόλεμο. Γιατί ο Θάνατος είναι ήττα, το ζήτημα είναι να ζήσεις. Και όσες φορές πάλι μας φέρουν εμπρός στην κάννη του όπλου και αν είναι ακόμη το ίδιο ηλίθιοι να μας δώσουν την επιλογή, το ίδιο θα πράξουμε.

Γιατί τι άλλο παρά εξόφθαλμος χριστιανισμός είναι η θυσία για κάτι που δε θα γνωρίσει το Εγώ ; Ας γίνει ξεκάθαρο. Ο Μηδενισμός είναι τόσο επικίνδυνος επειδή δεν υπακούει σε θεωρητικές αρχές, δε διέπεται από Ιερότητες, δεν έχει στεγανά. Η υποταγή στη βούληση και τις αξίες της μάζας είναι Ήττα, είναι ακρωτηριασμός του Μηδενισμού, είναι δεύτερος Θάνατος.

Το τι είσαι ή τι δεν είσαι είναι και μένει πάντα ολότελα άσχετο με το τι θα υποχρεωθείς να πεις ή να πράξεις. Με καμιάς λογής υποχώρηση στη βία δεν αλλάζει ποτέ αυτό που ‘σαι αν εσύ έχεις την επίγνωση και ξέρεις πόσο αδύναμο είναι το πρόσωπο κατέναντι των όπλων. Εκτός αν μέσα σου έχει οργανωθεί το σύμπλεγμα εκείνο της συνέπειας. Και σ’ αυτό βασίζονται οι άλλοι, στο να ‘χει μέσα σου οργανωθεί το καθαρά ψυχωτικό αυτό σύμπλεγμα οπότε με την ελάχιστη υποχώρησή σου στο βάσανο ή στη βία ή στην απειλή του θανάτου όλο το πυρινωμένο πάνω στη συνέπεια Εγώ σου συντρίβεται, καταλύεται, καταργείται. Ε λοιπόν, όχι. Το σκευώρημα, κύριοι, είναι πολύ φτηνό, πολύ άτεχνο. Θρυμματίζεται ,να. Στηρίξετέ μου όσες κάννες θέλετε στους κροτάφους, αφού το πρόβλημα το καταντήσατε εκεί. Εγώ τη χάρη δε θα σας την κάνω να πεθάνω σαν ήρωας, πολύ φτηνά απαλλάσσοντάς σας έτσι από την παρουσία μου.

Η απολογία ενός κυνικού, «Πυραμίδα 67», Ρένος Αποστολίδης

Οπαδοί κανενός

Θεωρώ χρήσιμο να ξεκινήσω την τοποθέτησή μου αυτή με την παράθεση ενός αποσπάσματος στα πλαίσια της κοινωνιστικής πολεμικής:

Αφού έχουμε να κάνουμε με τη λατρεία ενός συγκεκριμένου προσώπου, του Νίτσε, μπορούμε να μιλήσουμε καθαρά για νιτσεϊσμό και όχι για μηδενισμό ή αναρχομηδενισμό ή τι άλλο έχουν κατασκευάσει ορισμένοι στο μυαλό τους.

Ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει αλλά τουλάχιστον μη μπερδεύουμε άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Θέλουν κάποιοι να έχουν για ίνδαλμα τον Νίτσε, ας τον έχουν, στο βαθμό που εμάς δε μας ενοχλεί σε κάτι, ας κάνουν το κομμάτι τους.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια προσπάθεια να φορτωθεί επάνω μας ο ετεροκαθορισμός της οπαδικής λατρείας. Ας είμαστε όλοι ειλικρινείς. Τέτοιου τύπου πολεμική είναι γελοία και παντελώς αθεμελίωτη. Θα έπρεπε, όμως, να μας ανησυχεί ένα ενδεχόμενο μετατροπής της καθαρά προσωπικής σκέψης και κατ’ επέκταση συνείδησης σε όργανο αναπαραγωγής λόγων τρίτων ; Η απάντηση είναι προφανής.

Είναι θεωρώ απόλυτα σαφές πως ούτε νιτσεϊκοί, ούτε στιρνερικοί είμαστε, είμαστε αναρχικοί μηδενιστές, όχι ακολουθούντες κάποια αρχή ή δόγμα, αλλά ελεύθερα διαμορφώνοντες τη σκέψη και τη δράση μας. Ο χαρακτηρισμός της σκέψης, παρότι μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να φαντάζει ασήμαντος ή και δικαιολογημένος, είναι και αυτός ετεροκαθορισμός, είναι και αυτός αλυσίδα την οποία πρέπει, αν θέλουμε να μην κοροϊδευόμαστε, να αποτινάξουμε.

Σαφώς επηρεάζομαι από τη σκέψη των μεγάλων Γερμανών εξεγερμένων, του Φ. Νίτσε και του Μ. Στίρνερ και από την ποίηση και τη δράση των μηδενιστών των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, αλλά είναι αυτό το ίδιο με το να τοποθετήσω πάνω από μένα έναν τέτοιο χαρακτηρισμό (ο οποίος μάλιστα προέρχεται από το ίδιο το όνομα του Στίρνερ, έχει και αυτό τη σημασία του) ; Όχι.

Θα ειπωθεί μία φορά και ας γίνει κατανοητό. Το ζήτημα είναι να κάψεις τη λατρεία των προσώπων, να κάψεις μέσα σου τα ίδια τα πρόσωπα. Δεν υπάρχουν άλλοι, είμαι Εγώ και Εγώ δρω και γράφω, απόλυτα συνειδητοποιημένος για τη Μοναδικότητα και την Ύπαρξή μου. Οι άλλοι, οι μάζες και οι λαοί, ας έχουν αλλότριους φάρους και πυξίδες. Εγώ έχω εμένα και εμένα μόνο. Κάψτε, λοιπόν, τα πορτραίτα των μεγάλων ψυχών εντός σας, είστε η μόνη ουσία που γνωρίζετε και θα γνωρίσετε ποτέ, εάν και εφόσον υπάρχει τέτοια.
Οπαδοί κανενός, λοιπόν, ούτε ακόλουθοι, ούτε διαφωτιστές. Ας πάνε στο διάολο όλα και ας αφεθεί ο καθένας στην παρανοϊκή τρέλα του. Βεβηλώστε τα ιερά και τα όσια, μόνο έτσι θα πιείτε από τις αρχαίες πηγές. Σκοτώστε τα σύμβολα, και ας είμαστε εμείς και Εγώ ανακόλουθοι, διακόψτε κάθε επαφή με το μαζισμό του κοινωνικού πτώματος αν δε θέλετε να σας δηλητηριάσουν οι τοξίνες του.

Ενεργητικός και Παθητικός Μηδενισμός

Ο Μηδενισμός των Μοναδικών διακρίνεται από τον παθητικό μηδενισμό της μάζας, ο οποίος είναι προϊόν ενός κοινωνικοπολιτικού συμπλέγματος, ενός συμπλέγματος που σχετίζεται με το Κράτος, με φορείς εκπαίδευσης υπηκόων όπως το σχολείο και η εκκλησία, αλλά και με την ίδια την Κοινωνία. Όταν μιλάμε για παθητικό μηδενισμό, δεν μπορούμε φυσικά να μιλήσουμε για πρόσωπα, αλλά μόνο για άτομα, για κοινωνικούς πυρήνες.

Ο παθητικός μηδενισμός είναι αποτέλεσμα είτε μαζισμού, είτε απογοήτευσης, μιας απογοήτευσης που μπορεί να συνδέεται με την αντίληψη της αποτυχίας των μαζικών κινημάτων ή ακόμα και με τη συνειδητή παραδοχή της προσωπικής αδυναμίας για σκέψη και δράση. Αυτού του είδους ο μηδενισμός προέρχεται από κυκλικές διαδικασίες (όπως η συμμετοχή στο μαζικό και η μετέπειτα απογοήτευση, από την άποψη ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται ένας κύκλος μαζισμού που ξεκινά από τη συλλογική πίστη σε ένα φάντασμα, ας πούμε τον εργατισμό, και ολοκληρώνεται με το μαζισμό του παθητικού μηδενισμού) και είναι σώμα απ’ το σώμα της κοινωνίας.

Από τη στιγμή που το άτομο αισθάνεται μέρος ενός τέτοιου συνόλου – φαντάσματος όπως είναι η κοινωνία, είναι σχεδόν επόμενο πως η απογοήτευση από κάποια κοινωνική διεργασία θα έχει ως αποτέλεσμα μια συλλογική «έμμονη ιδέα» που ενσαρκώνεται με τη μορφή του παθητικού μηδενισμού. Για όσους έχουμε πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι από το Κράτος και την Κοινωνία ο Μηδενισμός είναι ξέρασμα της συνείδησης, είναι ένα εργαλείο στο οποίο φτάσαμε μετά από επίμονη αναζήτηση και εκφράζει πρώτα και κύρια την εσωτερική Εξέγερση. Ο μηδενισμός μας δεν είναι προϊόν απογοήτευσης, είναι ειλικρινής και μαχητικός.

Κλείνοντας

Το παρόν κείμενο δεν επιδιώκει να φωτίσει κάθε πτυχή της μηδενιστικής κριτικής στην ιδεολογικοποίηση του Μηδενισμού, ούτε φυσικά θα πρέπει να λαμβάνεται ως ευαγγέλιο σχετικά με τα ζητήματα που τέθηκαν. Εκφράζω εμένα και μόνον εμένα και απαιτώ οποιαδήποτε κριτική να αφορά το πρόσωπό μου και μόνο αυτό.

Niger Lupus Negationis

Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο 2ο τεύχος του εντύπου “Μηδενιστική Πορεία για τη διάχυση της Φωτιάς και του Χάους”

Έκδοση-Μετάφραση: Avis de Tempetes – Αλυσοδεμένοι στην Κορόνα

Η παρούσα έκδοση, αποτελεί ουσιαστικά τη μετάφραση στα ελληνικά του κυρίου κειμένου του 27ου τεύχους του αναρχικού εντύπου για τον κοινωνικό πόλεμο, Avis de Tempetes (Προαναγγελία Καταιγίδας), που εκδίδεται σε μηνιαία βάση στη Γαλλία. Το συγκεκριμένο άρθρο ολοκληρώθηκε στις 14 και δημοσιεύθηκε στις 15 Μαρτίου και αναλύει, μεταξύ άλλων, τα έως τότε δεδομένα των κοινωνικών εξελίξεων και της διαχείρισης από πλευράς των κυρίαρχων, της προκύπτουσας κατάστασης με τη εξάπλωση του κορωνοϊού.

Μια μικρή εισαγωγή…

Η παρούσα έκδοση, αποτελεί ουσιαστικά τη μετάφραση στα ελληνικά του κυρίου κειμένου του 27ου τεύχους του αναρχικού εντύπου για τον κοινωνικό πόλεμο, Avis de Tempetes (Προαναγγελία Καταιγίδας), που εκδίδεται σε μηνιαία βάση στη Γαλλία. Το συγκεκριμένο άρθρο ολοκληρώθηκε στις 14 και δημοσιεύθηκε στις 15 Μαρτίου και αναλύει, μεταξύ άλλων, τα έως τότε δεδομένα των κοινωνικών εξελίξεων και της διαχείρισης από πλευράς των κυρίαρχων, της προκύπτουσας κατάστασης με τη εξάπλωση του κορωνοϊού.

Από τότε μέχρι σήμερα που γράφεται αυτή εισαγωγή, αν και έχει μεσολαβήσει ένα φαινομενικά μικρό διάστημα τριών εβδομάδων, οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και αρκετά πρωτόγνωρες. Αν κάτι παρόλα αυτά γίνεται όλο και πιο σαφές, είναι πως οι κυρίαρχοι, σε διεθνές επίπεδο, έχουν αδράξει την ευκαιρία για να επιβάλλουν ένα καθεστώς ολοκληρωτικού ελέγχου, χωρίς υπερβολή, με κάθε μέσο. Εκφοβισμός και μιντιακή τρομοκρατία, απαγόρευση κυκλοφορίας, αστυνομοκρατία και μιλιταριστικά μέτρα, συμβολικός και νοηματικός πόλεμος. Χαρτογράφηση της κίνησης των πληθυσμών μέσω της παρακολούθησης ηλεκτρονικών συσκευών, της περαιτέρω ανάπτυξης του δικτύου καμερών με άμεση διαχείριση από την αστυνομία, της ανάπτυξης ειδικών εφαρμογών καταγραφής ατομικού προφίλ υγείας- κίνησης- κοινωνικής δικτύωσης και άλλα δυστοπικής έμπνευσης μέτρα εφαρμόζονται από τις δημοκρατίες ανά τον κόσμο αυτές τις μέρες.

Κι αν τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά στη δύση, μια αντίστοιχης έκτασης αναδιαμόρφωση του κοινωνικού περιβάλλοντος προς την κατεύθυνση του ελέγχου και της κρατικής κυρίευσης, έγινε με όχημα την απειλή της “τρομοκρατίας”, σήμερα, η νέα κατάσταση έκτακτης ανάγκης, βρίσκει αφορμή επιβολής στην παγκόσμια εξάπλωση ενός ιού. Αυτός ο νέου τύπου αόρατος “εχθρός”, δίνει ένα πολύ πιο διευρυμένο πεδίο εφαρμογής του ελέγχου στην κυριαρχία, απ’ότι άλλοι “εχθροί”. Ο φόβος γίνεται εργαλείο και η “απειλή” πλεόν εξαπλώνεται σε κάθε κοινωνικό χώρο, σε κάθε συνεύρεση, σε κάθε σπίτι…κάθε άτομο αντιμετωπίζεται ως δυνητικός φορέας της κοινωνικής απειλής. Και η πολιτική της εξουσίας έχει το πιο γόνιμο έδαφος για να εφαρμοστεί, όπου εφαρμοζόταν πάντα, κάπου ανάμεσα στο φόβο και τις παροχές.

Τα ερωτήματα που είναι ανοιχτά αυτή τη στιγμή είναι πολλά. Ποιά θα ήταν η κατάσταση τώρα, εάν δεν είχε επιβληθεί αυτό το μοντέλο κοινωνικής ερήμωσης και απόλυτης ιδιώτευσης; Εάν αυτός ο χρόνος απόστασης από τους θεσμούς δέσμευσής του, όπως τα σχολεία, η εργασία, τα πανεπιστήμια κ.ά., έβρισκε τους ανθρώπους σε μία κατάσταση ζωντανής επανοικειοποίησης των χαμένων τους αδέσμευτων στιγμών; Εάν τους έβρισκε σε καταστάσεις που θα είχαν το περιθώριο να συζητήσουν ενεργά, να αμφισβητήσουν και να αναδείξουν την ανικανότητα του κράτους να φροντίσει για τις ζωές τους, τη στιγμή που οι ανάγκες ζωτικής σημασίας, όπως η τροφή και η υγεία, είναι είτε διαμεσολαβημένες από το χρήμα και την κεροφορία των ισχυρών. Δεν θα ήταν τεράστιο το ρίσκο για όσους ενορχηστρώνουν τον κοινωνικό ελεγχο, να αφήσουν τους ανθρώπους να αυτοοργανωθούν και να αλληλοβοηθηθούν εν μέσω αυτής της περιπέτειας, φροντίζοντας ενεργά για τις ζωές και την υγεία τους;

Αντί αυτών, αυτός ο χρόνος κλείστηκε μέσα σε διαμερίσματα φυλακές , η επικοινωνία αποσυνδέεται από την εγγύτητα και την επαφή, διαμεσολαβείται από συσκευές και ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα, η πλήξη, το άγχος και ο φόβος κυριαρχούν. Η τρέχουσα κρατική διαχείριση, είναι πολύ πιθανό να διασφαλίζει το ότι κατά την επιστροφή στην κανονικότητα, το κράτος εν τέλει θα έχει αναδειχθεί σε ρόλο εγγυητή της ζωής για την κοινωνική πλειοψηφία. Ενώ είναι βέβαιο πως τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούνται στο σήμερα, φαινομενικά, για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης του ιού, την επόμενη μέρα, θα χρησιμοποιηθούν ως εγγυημένη μέθοδος για την διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και ομαλότητας, απέναντι σε άλλης φύσης “εχθρούς”. Ήδη τα έκτακτα μέτρα σε πολλές περιπτώσεις παγκοσμίως, σε ότι έχουν να κάνουν με τη επιτήρηση της δημόσιας ζωής, έχουν ένα βάθος χρόνου εφαρμογής πολλών μηνών από τώρα. Οι συνέπειες, άλλωστε, των όσων έκτακτων μέτρων λήφθηκαν, βιώνονται ήδη και θα βιωθούν ακόμη πιο έντονα, από τους καταπιεσμένους, με την περαιτέρω οικονομική αφαίμαξη να καραδοκεί. Αυτό το γνωρίζουμε πολύ καλά και εμείς αλλά και οι τεχνοκράτες της εξουσίας. Με αυτό κατά νου, δεν πρέπει να περιμένουμε πως μπροστά στις όποιες αντιδράσεις θα βρεθούν απροετοίμαστοι.

Ασκήσεις λοιπόν απόλυτου ελέγχου και επιβολής από τα κράτη, ασκήσεις νέων όρων κερδοφορίας από το κεφάλαιο… Κι εμείς; Τι κάνουμε όσοι ονειρευόμαστε την καταστροφή του κόσμου της διαμεσολάβησης, της εκμετάλλευσης και της υποταγής; Ο ίδιος ο τρόπος που έχουμε μάθει να κινούμαστε, οι όροι συνάντησής μας, επικοινωνίας και οργάνωσης, η ευελιξία και η φαντασία στις παρεμβάσεις και τις επιθέσεις μας, οι δυνατότητες μας και οι δομές για αντιπληροφόρηση και διάχυση του ανατρεπτικού λόγου, τα εγχειρήματα συμμετοχικής και αμφίδρομης αλληλεγγύης, δοκιμάζονται σε πολύ σημαντικό βαθμό μέσα στην επιβολή του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, συναντώντας τα όριά τους, τόσο οργανωτικά, όσο και περιεχομενικά. Δοκιμάζεται η οπτική μας, η ικανότητα μας να αναλύσουμε την κατάσταση που βιώνουμε, μακριά από τα φίλτρα της κυριαρχίας. Στην κατεύθυνση του εμπλουτισμού και της όξυνσης αυτών λοιπόν, πήραμε την πρωτοβουλία να μεταφράσουμε και να δημοσιεύσουμε το παρακάτω κείμενο, θέλοντας να συμβάλουμε συγχρόνως στην επικοινωνία και την ανταλλαγή σκεπτικών πέραν των συνόρων. Διότι παρατηρώντας την ελληνική περίπτωση, μπορεί κανείς να πει πως η έως τώρα κινητοποίηση των συλλογικοποιήσεων και πρωτοβουλιών του αναρχικού χώρου, επικεντρώνεται ως επί τω πλείστον στην παροχή αλληλέγγυας βοήθειας. Οι όροι με τους οποίους αυτό γίνεται χωράνε πολλή συζήτηση και προβληματισμό, παρόλα αυτα δεν θα αποτελέσει αντικείμενο αυτής της σύντομης εισαγωγής. Θεωρούμε ωστόσο πως με τη δημοσίευση του μεταφρασμένου κειμένου, φωτίζεται η επιθετική προοπτική, αναπόσπαστο κομμάτι της συνολικότητας του αναρχικού αγώνα, που τις μέρες αυτές εκλείπει.

Το αν εν τέλει, η υπάρχουσα κατάσταση, θα λύσει τα χέρια της εξουσίας ανά τον κόσμο για περαιτέρω επικράτηση και κερδοφορία, ή αν θα αποβεί επιβλαβής και θα ανοίξει δυνατότηττες αμφισβήτησης και εξέγερσης, θα φανεί σύντομα. Σε αυτό το διάστημα ας μην παραμείνουμε θεατές…

10 Απρίλη 2020

Σημειώσεις επί της μετάφρασης:
Οι υπότιτλοι των κεφαλαίων έχουν δοθεί από εμάς, για να διευκολύνουν την ανάγνωση. Σε ορισμένα σημεία του κειμένου, χρειάστηκε να γίνει ελεύθερη μετάφραση, χωρίς να αλλοιωθεί ωστόσο το περιεχόμενο. Τα πρωτότυπο κείμενο μπορούν να βρεθούν ηλεκτρονικά στον ακόλουθο σύνδεσμο.
https://avisdetempetes.noblogs.org/files/2020/03/Avisdetempetes27.pdf

ΑΛΥΣΣΟΔΕΜΕΝΟΙ στην ΚΟΡΟΝΑ

“Δεν υπάρχουν βοσκοί χωρίς πρόβατα”

“Η τυραννία, η πιο επικίνδυνη, δεν είναι αυτή που παίρνει τη μορφή της αυθαιρεσίας, αλλά αυτή που μας έρχεται καλυμμένη πίσω από τη μάσκα της νομιμότητας”
Α. Λιμπερτάδ, 1907

Μία από τις πρώτες σκέψεις που μας έρχεται στο μυαλό, με την επιδημία του κορωνοϊού, που εξαπλώνεται παγκόσμια και με τα μέτρα που ακολουθούν (το ένα μετά το άλλο), από την Κίνα μέχρι την Ιταλία είναι να αναρωτιόμαστε ποιός ανάμεσα στην “κότα” της εξουσίας και στο “αυγό” της υποταγής κάνει τη μεγαλύτερη ζημιά. Βρισκόμαστε μπροστά σε μία απότομη κρατική επιτάχυνση ελέγχων, απαγορεύσεων, κλείσιμο των επιχειρήσεων, καταστημάτων, δημοσίων υπηρεσιών, στρατιωτικοποίησης, διαταγών, μιντιακών βομβαρδισμών, ‘κόκκινων ζωνών”, επιτάξεων, απόμονώσεων, όπως επίσης και νεκρών, νοσούντων και αυξανόμενης φτώχειας (πράγμα τυπικό σε κάθε κατάσταση πολέμου ή καταστροφών) που, σίγουρα, δεν πέφτει από τον ουρανό. Αυτή η κρατική διαχείριση ανθεί αφενός μεν πάνω σε ένα καλά προετοιμασμένο έδαφος εξαιτίας των συνεχών παραιτήσεων των “υπηκόων” από κάθε δικαίωμα τυπικής ελευθερίας στο όνομα μιας ασφάλειας – αυταπάτης. Αυτή η κρατική διαχείριση βασίζεται επίσης στη γενικευμένη παράδοση της κοινωνίας και ανάθεσης στο κράτος κάθε πλευράς της ζωής της, αλλά και στην απώλεια της αυτόνομης ικανότητας των ατόμων να σκεφτούν έναν άλλον κόσμο, εντελώς διαφορετικό από αυτόν που βιώνουν καθημερινά.

Όπως το έλεγε ένας αναρχικός, εδώ και δύο αιώνες, το να κυβερνιέσαι σημαίνει “να είσαι κρατούμενος, να επιτηρείσαι να κατασκόπευεσαι, να προσηλυτίζεσαι, να ελέγχεσαι, να εκτιμάσαι, να λογόκρινεσαι, να κουμαντάρεσαι”. Και όλα αυτά με το πρόσχημα της “δημόσιας ωφέλειας” και στο όνομα του “γενικού συμφέροντος”.

Όμως Τίποτα δεν αλλάζει αν η δικτατορία ασκείται από ένα άτομο, από μία μικρή ομάδα ή από την πλειοψηφία. Τίποτα δεν αλλάζει αν παρακινείται από βίτσιο ή από “αγνές προθέσεις”. Τίποτα δεν αλλάζει αν γίνεται σε καιρό επιδημιών τεχνολογικής προέλευσης ή, πιο απλά, σε περίοδο κοινής γρίπης.

Όποιες και αν είναι οι δικαιολογίες προφύλάξης που επικαλείται η κυβέρνηση, όποια και αν είναι τα προσχήματα ασφαλείας πάνω στα οποία βασίζεται κάθε κυβέρνηση, όλες οι κυβερνήσεις είναι από τη φύση τους εχθροί της ελευθερίας και, βέβαια, η παρούσα συγκυρία κάθε άλλο παρά μας διαψεύδει. Σε αυτές τις προφανείς διαπιστώσεις που εκστασιάζουν τους θαυμαστές της εξουσίας “από τα πάνω” και όσους “από τα κάτω” ανοιγοκλείνοντας τα ματοτσίνορα, την ονειρεύονται, εμείς λέμε ότι δεν υπάρχουν βοσκοί χωρίς πρόβατα.

Εάν λοιπόν η ύπαρξη μίας κεντρικής εξουσίας, με τη μορφή Κράτους επιτρέπει την ξαφνική επιτήρηση στο σπίτι ολόκληρων τμημάτων του πληθυσμού, σε μία κλίμακα που δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε, αυτό οφείλεται στην ηθελημένη υποταγή των “υπηκόων” που έχει προετοιμαστεί, που έχει εμπεδωθεί και που, συνεχώς, ανανεώνεται από την εξουσία. Κι αυτή η κατάσταση της κοινωνίας κάνει αυτά τα μέτρα δυνατά και, ιδίως, αποτελεσματικά.

Χθες λοιπόν, στο όνομα του πολέμου, ή της “τρομοκρατίας”, σήμερα στο όνομα μιας επιδημίας, αύριο στο όνομα μιας οποιασδήποτε πυρηνικής οικολογικής καταστροφής.

Η αναγκαιότητα του επείγοντος, αλλά και ο φόβος, είναι οι δύο βασικοί συμβουλάτορες των “υπηκόων” που αδειασμένοι από κάθε δικό τους εσωτερικό κόσμο, θα βρουν, αντανακλαστικά, καταφύγιο στο μόνο πράγμα που γνωρίζουν : στα μπράτσα – αγκαλιά του Πατέρα Κράτους και κάτω από τα φουστάνια της Μητέρας Επιστήμης. Αυτή η κατάσταση προέκυψε από δύο παράγοντες. Αφενός από την καθημερινή δουλειά αρκετών δεκαετιών που είχε σκοπό τη συντριβή όσων εναντιονόντουσαν στην κυρίαρχη τάξη (στα πεδία της μισθωτής εργασίας, του σχολείου, της οικογένειας, της θρησκείας, της πατρίδας, του φύλου), μετά την τελευταία έφοδο στον ουρανό της δεκαετίας του 70. Αφετέρου με την ίδια δουλειά που γινόταν από το σύνολο των εξουσιαστών και των ρεφορμιστών που δεν σταμάτησαν ποτέ να θέλουν να μετασχηματίσουν τα άτομα σε αγέλη, οδηγώντας τα, την ίδια στιγμή, σ’ έναν κόσμο που συνδυάζει ατομικισμό και συναίσθηση αγέλης.

Ασκήσεις εθελούσιας δουλείας

“Για το άτομο δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα που να απορρέει από τη λογική για να θεωρείται πολίτης. Αντίθετα. Το κράτος είναι η κακοδαιμονία του ατόμου. Πρέπει το κράτος να εξαφανιστεί. Αυτή είναι η επανάσταση που θέλω να κάνω. Να καταστρέψουμε την ιδέα του Κράτους. Να κάνουμε την ελεύθερη βούληση και τις (μεταξύ μας) συγγένειες το μοναδικό δεσμό κάθε συνεταιρισμού. Κι εκεί θα είναι ο σπόρος μιας ελευθερίας που θα έχει μία εγκυμοσύνη” Χ.Ίψεν 1871

Μία δεκαετία μετά από αυτήν τη δήλωση που υπήρχε σε γράμμα σταλμένο σε έναν κριτικό λογοτεχνίας, ο νορβηγός δραματουργός Χένρικ Ίψεν (που ήταν εισοδηματίας) έγραψε ένα θεατρικό έργο που θα άναβε τα αίματα μερικών αναρχικών. Ήταν το “Ένας εχθρός του λαού”. Η ιστορία ξετυλίγεται σε ένα χωριό όπου τα νερά μολύνθηκαν από ένα θανατηφόρο βακτήριο, προκαλώντας την αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο αδέλφια: στον γιατρό και στο νομάρχη, που είχαν από κοινού, ιδρύσει το υδροθεραπευτήριο του χωριού. Θά’ πρεπε ή όχι να διακινδυνεύσουν τη λαμπρή σταδιοδρομία τους εκτελώντας έργα στο υδραυλικό σύστημα του χωριού; Θα έπρεπε να ειδοποιήσουν τους κατοίκους για τον κίνδυνο; Kαι τι έγινε; Ο γιατρός ενώ είχε, ήδη, σχεδόν πείσει τους κατοίκους να παρθούν μέτρα, διαπιστώνει ότι αυτοί αλλάζουν στρατόπεδο, “τα γυρίζουν” και εναντιώνονται σε αυτόν, κάτω από την πίεση των προυχόντων και μιας τοπικής εφημερίδας. Στο τέλος μένει μόνος ενάντια σε όλους. Αλλά μην βιαζόμαστε να βγάλουμε συμπεράσματα. Σε αυτό το έργο ο Ίψεν δεν σχεδιάζει να λιβανίσει την αλήθεια της επιστήμης απέναντι στον σκοταδισμό ή στην αγορά (*). Αντίθετα επεδίωκε να καταγγείλει την τυραννία της “συμπαγούς πλειοψηφίας”, αυτής της ευμετάβλητης μάζας που ταλαντεύεται ανάλογα με τα συμφέροντα των ισχυρών.

Πέρασε πάνω από ένας αιώνας μετά την επιτυχία αυτού του θεατρικού έργου, που φαίνεται να έρχεται από άλλον πλανήτη, για να δείξει, από τότε, ξεκάθαρα όλη τη φρίκη που ήταν δυνατόν να επιφέρει ο γάμος ανάμεσα στη λογική του Κράτους και την Επιστήμη της λογικής: μαζικές βιομηχανικές, στρατιωτικές και πυρηνικές σφαγές μέσα και έξω από τα σύνορα, ως τη μόνιμη δηλητηρίαση του πλανήτη. Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο όπου τα ανθρώπινα όντα βομβαρδίζονται ασταμάτητα από τεχνο-βιομηχανικές αναδιαρθρώσεις, αλλαγές, “καινοτομίες” που αλλάζουν καθημερινά τον κόσμο γύρω τους, τι απομένει στους “υπηκόους” όταν τους έρχεται ξαφνικά κατακέφαλα ο “άγνωστος x” ενός νέου φονικού ιού; Να αποδεχθούν “επιστημονικές” στατιστικές που τους διαβεβαιώνουν (σαν αυθεντίες) ότι αν το 70% του νέου πληθυσμού πληγεί από τον ιό, μόνο το 15% θα νοσήσει λίγο ή πολύ, και το 2% θα πεθάνει ανάλογα με την ηλικία και το ιατρικό ιστορικό του και στη συνέχεια, να τις καταπιούν στωϊκά; Να ακολουθήσουν, ως συνήθως, τις διαταγές της εξουσίας, που ελέγχει, ήδη, την επιβίωση τους από τη γέννηση μέχρι το θάνατο, περιμένοντας να λυθεί το ζήτημα της πανδημίας, όπως εκείνο του κλίματος, από τους ίδιους διαχειριστές του συστήματος που το έχει δημιουργήσει; Να αναρωτηθούν ανάμεσα στο δίπολο να ζεις ή να επιβιώνεις; Να αναρωτηθούν για το πόσο τους μένει να ζήσουν μέχρι να πεθάνουν; Να αναρωτηθούν ποια ποιότητα ζωής τους περιμένει, χωρίς καν να ξέρουν τη διάρκεια της; Για μία ποιότητα ζωής που είναι διαχωρισμένη από κάθε επιθυμία ελευθερίας, και πάντα έτοιμη να υποκύψει σε έναν εθελούσιο εγκλεισμό, μετά από ένα νεύμα του αφέντη;

Διότι έτσι δεν έγινε με τα 60 εκατομμύρια Ιταλών στις 9 Μάρτη, που, από τη μία μέρα στην άλλη, παραιτήθηκαν από κάθε κριτικό πνεύμα, αποδεχόμενοι το “μένουμε σπίτι” που αποφασίστηκε από το κράτος για τουλάχιστον 4 βδομάδες αφού, βέβαια, προηγουμένως είχε δοκιμαστεί πρακτικά η εγκαθίδρυση μιας τεράστιας “κόκκινης ζώνης” στο Βορρά, κόβοντας τη χώρα στα δύο; Την ώρα που γράφουμε αυτό το κείμενο, μέτρα αυστηρής καραντίνας, σε τόσο μεγάλη κλίμακα, εφαρμόζονται στην Ισπανία (47 εκατομμύρια κάτοικοι), ενώ η Πορτογαλία, Ρουμανία, Σερβία και Η.Π.Α κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης με ότι αυτό σημαίνει με όρους εξαναγκασμού απέναντι στους ανεύθυνους που θα τολμούσαν να παραβούν αυτόν τον εγκλεισμό. Ένας εγκλεισμός που πραγματοποιείται με “πάσο κυκλοφορίας” και που σχηματοποιείται στο τρίπτυχο : σπίτι-δουλειά-σούπερμαρκετ. Και προχωράμε με μια εικόνα από το μέλλον που είναι, ήδη, εδώ : στην Ισπανία στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και στους δρόμους των μεγάλων πόλεων ο στρατός (η στρατιωτική αστυνομία και τα μέλη της Στρατιωτικής Μονάδας Επείγουσας Ανάγκης-UME) περιπολεί εξοπλισμένος με drones.

Το ίδιο συμβαίνει στην Ιταλία με τους 7000 στρατιωτικούς, που δεν αποσύρθηκαν ποτέ μετά την επιχείρηση “Ασφαλείς Δρόμοι” (Strade sicure) το 2008, που βρίσκονται σε υψηλή ετοιμότητα επειδή προβλέπονται ταραχές στο Νότο, όταν η επιδημία φτάσει μέχρι εκεί. Κάθε χώρα, βέβαια, μπορεί να ισχυρίζεται ότι διατηρεί προς το παρόν τις μικρές ιδιαιτερότητες της σε επίπεδο αδειών για “μη βασικά” καταστήματα για να προβάλλει το δημοκρατικό πρόσωπό της : περίπτερα και αρωματοπωλεία στην Ιταλία, κάβες ποτών και ξενοδοχεία στη Γαλλία, υπαίθριες αγορές και κομμωτήρια στο Βέλγιο. Αυτή όμως η κατάσταση δεν θα διαρκέσει για πολύ καιρό.

Είμαστε, λοιπόν, μάρτυρες ενός κινήματος εθνικής ενότητας που αγγίζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής και επιβίωσης γύρω από ένα σύστημα που του έχει δοθεί “λευκή επιταγή”, σε μία απίστευτη κλίμακα για χώρες του δυτικού κόσμου μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Πρόκειται για μία άσκηση εθελούσιας σκλαβιάς που προετοιμάστηκε πολύ καλά και μπήκε σε πρακτική εφαρμογή από τις εξουσίες όλα αυτά τα χρόνια με τις διάφορες καταστάσεις “έκτακτης ανάγκης”, όπως ο “αγώνας ενάντια στην τρομοκρατία” και οι “φυσικές καταστροφές”. Ποτέ, όμως, με τόσο μεγάλη διάρκεια και τέτοια ένταση. Και κανείς δεν αμφισβητεί ότι αυτή η άσκηση μπορεί να διαρκέσει πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό που ανακοινώθηκε, ανοίγοντας την πόρτα σε καινούργιες καταστάσεις που είναι, ακόμα, δύσκολο να προβλεφθούν.
(*) Yπενθυμίζουμε ότι την ίδια χρονιά, το 1882, εκδόθηκε στα γαλλικά η κριτική του Mπακούνιν, μετά το θάνατό του, με θέμα “η εξέγερση της ζωής ενάντια στην επιστήμη”.

Οι εξεγέρσεις μπορούν να έρθουν από εκεί που δεν το περιμένεις

“Ο αέρας είναι ακίνητος. Πόσο τα πουλιά και οι πηγές είναι μακριά! Δεν μπορεί παρά να είναι το τέλος του κόσμου, προχωρώντας” Α.Ρεμπώ

Απέναντι σε αυτό που η αγέλη ξέρει καλά να κάνει, δηλαδή να ακολουθεί τις προσταγές, υπάρχουν ακόμα άτομα που δεν υπακούν τόσο εύκολα, για διάφορους λόγους, άλλοι που θα προσπαθήσουν, σίγουρα, να βρουν παραθυράκια στα μέτρα εγκλεισμού αφού περάσει το πρώτο στάδιο αμηχανίας, αλλά υπάρχουν, επίσης, και άλλες ψυχές που σκοπεύουν να συνεχίσουν να υποσκάπτουν το οικοδόμημα της κυριαρχίας και να εκμεταλλευτούν ευκαιρίες για δράση, που παρουσιάζονται από την έκτακτη αυτή κατάσταση.

Πράγματι, γιατί ο ιός της εξουσίας δεν θα χρησιμοποιούσε το φόβο, όπως πάντα το έκανε, μεγεθύνοντας τον ή δημιουργώντας τον, όχι μόνο για να εντείνει τον έλεγχο στα σώματα και στα μυαλά, αλλά, ιδίως, για να δυναμώσει το δηλητήριο της υποταγής απέναντι σε κάποιο απρόβλεπτο γεγονός που μπορεί να ανακατέψει τα χαρτιά και να ξεφύγει από κάθε έλεγχο;

Παραδείγματος χάριν, σε περίπτωση πολέμου, το πιο καθησυχαστικό για κάθε εξουσία είναι να γνωρίζει ότι γύρω της συσπειρώνεται μεγάλο μέρος πληθυσμού. Τι θα συνέβαινε όμως, αν χάσει στον πόλεμο ή είναι ανίκανη να τον διεξάγει; Σ’ αυτήν την περίπτωση η αρχική δυσαρέσκεια, όχι, βέβαια, αντίθεσης στο σύστημα, αλλά διαμαρτυρίας, εξαιτίας κακής διαχείρισης των πραγμάτων ή μεγάλων αυξήσεων τιμών στα προϊόντα διαβίωσης, θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένη αμφισβήτηση του συστήματος. Αυτή η ιστορική πραγματικότητα αποτυπώθηκε μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο στις ηττημένες αυτοκρατορίες (Γερμανία, Ρωσία, Ουγγαρία). Θα μας απαντήσουν, βέβαια, ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε κι ότι την εποχή εκείνη υπήρχε ένα όραμα για αντικατάσταση του υπάρχοντος συστήματος. Αυτό, όμως, δεν αποκλείει την περίπτωση ενός σύγχρονου Κράτους της δύσης να χάσει τον έλεγχο της κατάστασης λόγω γενικευμένου κοινωνικού πανικού επιβίωσης ή ενός λαϊκού θυμού λόγω των υψηλών ποσοστών θνησιμότητας από τον ιό (που είναι αποτέλεσμα ενός υγειονομικού συστήματος που αυτό διέλυσε), ή, τέλος από έναν ιό που έθεσε εκτός λειτουργίας, έστω και προσωρινά, το 20%-30% των επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Αυτή η κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες εξεγέρσεων σε μερικές περιοχές ή σε κατηγορίες του πληθυσμού, που μπορούν να είναι ακόμα πιο σημαντικά εξαιτίας της “εύθραυστης” και ίσως μισο-διαλυμένης οικονομίας.

Είτε σε περίοδο κοινωνικής νηνεμίας, είτε σε περίοδο κρίσης, δεχόμαστε ένα μπαράζ παραπληροφόρησης από την κυβέρνηση και τα καθεστωτικά μέσα που παρουσιάζουν τα πάντα σύμφωνα με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Οι εφημερίδες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι, όμως, η αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο ρόλος τους είναι να μην αναφέρονται στους καθημερινούς κοινωνικούς ανταγωνισμούς ή όταν αναφέρονται σε αυτούς είναι για να παραμορφώσουν το περιεχόμενο του ή για να υπερπροβάλουν κάποιες συλλήψεις. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε μόνο στην αρχή μιας καινούργιας περιόδου που μπορεί να διαρκέσει για μήνες, χωρίς να έχει μια γραμμική τροχιά, ένα από τα πρώτα σήματα εξέγερσης ήρθε από τις ιταλικές φυλακές. Και με τι τρόπο!

Μετά τα μέτρα που πάρθηκαν από το ιταλικό κράτος ενάντια στην εξάπλωση του κοροναϊού και που αφορούσαν επίσης τις φυλακές (απαγόρευση επισκέψεων, κατάργηση μισο-ελευθεριών κι εσωτερικών δραστηριοτήτων), οι πρώτες στάσεις ξέσπασαν στις 7 Μάρτη και αγκάλιασαν καμιά 30αριά φυλακές στο βορρά και στο νότο σε διάστημα 3 ημερών. Εξεγέρθηκαν τουλάχιστον 6.000 φυλακισμένοι, παίρνοντας ομήρους δεσμοφύλακες, ανοίγοντας τα κελιά και διαλύοντας πτέρυγες, ακόμα κι ολόκληρες φυλακές (όπως αυτή της Μοντένα, που δεν μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί), βάζοντας φωτιές και καταλαμβάνοντας στέγες, αποδρώντας όπως στη Φότζια, όπου 77 τα κατάφεραν (τελικά μόνο 4 δεν συνελήφθησαν), καταστρέφοντας αρχεία και ντοκουμέντα που αφορούσαν στην ταυτότητα τους κι έχοντας, δυστυχώς, και 10 νεκρούς.

Βλέποντας τώρα το ζήτημα από μια άλλη οπτική πλευρά, ας αναφερθούμε στο μεγάλο μάντρωμα στην ανατολική Γαλλία. Εκεί, κάθε άτομο που εξέρχεται της κατοικίας του θα πρέπει να είναι εφοδιασμένο με ιδιόγραφο ” πάσο”, όπου θα σημειώνει το λόγο εξόδου του (όπως εργασία, θέματα υγείας, επίσκεψη σε καταστήματα τροφίμων και συνοδεία σκύλου, χωρίς παρέα και μόνο στη συνοικία του). Τα αποτελέσματα της καραντίνας δόθηκαν από το κράτος για τις πρώτες μέρες εφαρμογής της : σε 106.000 ελεγμένα άτομα, 2.160 έλαβαν πρόστιμα για παραβίαση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης (11 Μάρτη), και στη συνέχεια, σε 157.000 ελέγχους πήραν πρόστιμο 7.100 άτομα (13 Μάρτη). Τα πιο χαρακτηριστικά, αλλά και διαφορετικά παραδείγματα παραβίασης των μέτρων απαγόρευσης (σύμφωνα με το σλόγκαν “μένουμε σπίτι” και κυκλοφορούμε ατομικά εφοδιασμένοι με “πάσο”) ήταν : συγκέντρωση ατόμων, παρεϊστικα, για μπυροποσία, παρουσία σε έρημη πλαζ παίζοντας μπιτς-βόλεϋ, έξοδος πατέρα για να αγοράσει play station για τον κλεισμένο πιτσιρικά στο σπίτι, ζευγάρι που προτίμησε να λύσει τις διαφορές του από κοντά παρά από το τηλέφωνο, προσπάθεια εορτασμού γενεθλίων μεταξύ φίλων ή η χαρτοπαιξία μεταξύ κατοίκων της ίδιας συνοικίας. Επίσης, πολλές από τις μεγάλες πόλεις της Ιταλίας (Μιλάνο, Μπολόνια, Τορίνο, Ρώμη) κλείνουν πάρκα, κήπους, ποδηλατόδρομους ή πλαζ, για να αποτρέψουν τους δύστροπους να απολαύσουν την καλοκαιρία.

Μια πρώτη ανάγνωση τέτοιων συμπεριφορών είναι ότι αυτές οι χλιαρές παραβατικές κινήσεις προέρχονται περισσότερο από την απότομη αύξηση των απαγορεύσεων, παρά σαν συνειδητή αντίδραση ενάντια στα μέτρα. Η ανυπακοή σε μία διαταγή, επειδή αλλάζει πολύ γρήγορα μία συνήθεια που είναι βαθιά ριζωμένη, δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη μετωπική σύγκρουση με την εξουσία.

Παρόλα αυτά, επειδή δεν βρισκόμαστε παρά στην αρχή αυτού του κύματος μέτρων απαγόρευσης των διαδηλώσεων που τείνει να παγκοσμιοποιείται, σημειώνουμε ότι η Αλγερία που τις απαγόρευσε με πρόσχημα τον κορωναϊό, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μαζικές παραβιάσεις στις 13 Μαρτίου, στην Καβυλία, επί την ευκαιρία της 56ης εβδομάδας διαμαρτυριών ενάντια στην εξουσία. Επίσης στη Χιλή, όπου η εξέγερση ξαναπήρε μπροστά στις αρχές Μαρτίου, μετά το τέλος των διακοπών, ο υπουργός υγείας ανακοίνωσε ότι η χώρα σε λίγο θα εισερχόταν στη “φάση 3” με μαζικές καραντίνες. Τέλος, στη Γαλλία όπου το κράτος αποφάσισε στις 13 Μαρτίου να μειώσει από 10.000 σε 1.000 άτομα το όριο συμμετοχής σε συγκεντρώσεις, οι διαδηλώσεις (σαν “χρήσιμες για τη ζωή του έθνους”) ήταν ανεκτές υπό το φόβο βίαιων αντιδράσεων, επειδή το κράτος υπολόγιζε στα συνδικάτα για να μην τις οργανώσουν! Παρόλα αυτά, στη Λυών στις 13 Μάρτη 3.000 νέοι διαδήλωναν φωνάζοντας: “Δεν θα μας καταβάλει ο κορωναϊός, αλλά το κράτος και το κλίμα”, ενώ στο Παρίσι τα “κίτρινα γιλέκα”, που διαδήλωσαν στις 14 Μαρτίου, συγκρούστηκαν με την αστυνομία, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες κουφάρια καμμένων αυτοκινήτων.

Να επιτεθούμε στις ρωγμές του συστήματος

Για εμάς, και για όσους αντιπαλεύουν το σύστημα, υπάρχει ο κίνδυνος να βρεθούμε προ εκπλήξεως όταν ξεσπάει μια τέτοια κατάσταση, αν δεν είχαμε σκεφτεί το ζήτημα από τα πριν. Δεν αναφερόμαστε, βέβαια, σε μια εξέγερση, αλλά στον άμεσο και απότομο περιορισμό των περιθωρίων ελιγμών από την πλευρά της εξουσίας, όπως π.χ στο ζήτημα των μετακινήσεων, όπως έγινε στη Χιλή στην αρχή της εξέγερσης, με την απαγόρευση κυκλοφορίας, ή, εδώ και μια βδομάδα στην Ιταλία και στην Ισπανία με την επιβολή της καραντίνας σε ολόκληρη τη χώρα. Αυτή η δύσκολη κατάσταση επιδεινώνεται όχι μόνο με την αύξηση των ελέγχων από τις δυνάμεις καταστολής, αλλά κι εξαιτίας της συνεργασίας πολιτών που, αποφεύγοντας τους δημόσιους χώρους μετά τις απαγορεύσεις συνάθροισης, αφήνουν ακάλυπτους τους ανυπότακτους ή, πολλαπλασιάζοντας τις καταγγελίες, θεωρούν ότι πρέπει να γίνονται σεβαστά τα μέτρα, που εκείνοι νομίζουν ότι είναι για την προστασία τους.

Να εντρυφήσουμε στο ζήτημα, αν ήδη δεν το έχουμε κάνει, σημαίνει π.χ. να γνωρίζουμε τα περάσματα που οδηγούν από το σπίτι μας σε προφυλαγμένους χώρους συναντήσεων, να έχουμε ήδη προσδιορίσει ποια “φωτογραφικά μάτια” του κράτους πρέπει να τυφλωθούν, όπως, επίσης πώς να βγούμε από τις πόλεις με ευκινησία (αυτή τη φορά με μάσκες που υποδεικνύονται από το κράτος!), ή ποιές διαδρομές στην εξοχή οδηγούν στον εντοπισμό νέων σημείων συνάντησης ή τοποθεσίες για μπλόκα ή σαμποτάζ. Αυτό σημαίνει, επίσης, κι είναι ακόμα μία δυσκολία που πηγάζει από τα περιοριστικά μέτρα, από πού θα προμηθευτούμε υλικά για να δράσουμε σε περίπτωση που οι προμήθειες μας εξαντλούνται (επειδή τα καταστήματα που δεν πουλάνε τρόφιμα είναι κι αυτά κλειστά). Αυτό θα μπορούσε να είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για έναν γρήγορο αναστοχασμό πάνω στο θέμα της επικοινωνίας, χωρίς την παρεμβολή της τεχνολογίας μεταξύ διασκορπισμένων συνεργών, που η μετακίνηση τους μπορεί να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Και στο κάτω-κάτω της γραφής, γιατί να μην βρεθούν και καινούργιοι συνεργοί που, για τους δικούς τους λόγους, αισθάνονται τις ίδιες ανάγκες για να ξεφύγουν από τους καθημερινούς ελέγχους. Αυτά είναι μερικά από τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν επειγόντως και, παράλληλα, είναι ευκαιρίες για επανασυζητήσεις, παρατήρηση και αλλαγή οπτικής γωνίας πάνω στον κοινωνικό χώρο που τον γνωρίζαμε καλά μέχρι χθες, αλλά που, τώρα, τα περιθώρια έχουν δραστικά μειωθεί ή ακόμα και αυξηθεί σε άλλες περιπτώσεις ή έχουν μετασχηματιστεί από τις νέες επιτακτικές ανάγκες της εξουσίας γιά να διαχειριστούν τις ροές “σπίτι-δουλειά-σούπερ μάρκετ”.

Από την πλευρά της εξουσίας, το μεγαλύτερο μέρος των σχεδίων της κρίσης στις διάφορες χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία, Γαλλία) αναδύουν κάποιες σταθερές που θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε. Είναι, π.χ. η ευκαιρία για τον καπιταλισμό να ωθήσει σε μία επιτάχυνση αυτό που μερικοί ονομάζουν, εδώ και καιρό, 4η βιομηχανική επανάσταση (μετά από εκείνες του ατμού, τον ηλεκτρισμό και της πληροφορικής): δηλαδή την ψηφιακή και την ολική διασύνδεση ανάμεσα σε όλους τους τομείς της ζωής (τη φυσική, τη βιολογία και την οικονομία). Παραδείγματα:

Εκατοντάδες εκατομμύρια μαθητών και φοιτητών υποχρεώνονται σε διαρκή τηλε-μαθήματα, εξαιτίας του κλεισίματος όλων των φυσικών χώρων εκπαίδευσης.
Εργαζόμενοι με τηλε-εργασία (20%-30% περίπου), ακόμα κι αν δεν έχουν την εμπειρία για να την κάνουν.
Πολλαπλασιασμός, σε μαζική κλίμακα, επισκέψεων σε γιατρούς/νοσοκομεία μέσω υπολογιστή, εξαιτίας της πληθώρας κόσμου που συρρέει σε αυτά.
Έκρηξη των πληρωμών με κάρτα από φόβο μόλυνσης μέσω της χρήσης χαρτονομισμάτων και κερμάτων.

Κι αν προσθέσουμε σε όλα αυτά ότι οι υπό περιορισμό πληθυσμοί έχουν με τη θέληση τους παραδοθεί σε ότι τους εμποδίζει να σκέπτονται και να ονειρεύονται, πέφτοντας με τα μούτρα στις διαδικτυακές αγορές, στις τηλεοπτικές σειρές, στα παιχνίδια σε ζωντανή μετάδοση, ή στην εικονική επικοινωνία, τότε γίνεται, πλέον, σαφές ότι οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας, τα δίκτυα ενέργειας που τροφοδοτούν τα παραπάνω έχουν μία υπερ-πολλαπλασιασμένη σημασία. Κι όχι μόνo για την παραγωγή και τη διασκέδαση, αλλά σαν ομφάλιος λώρος ανάμεσα στην ατομική Σπιναλόγκα του σπιτιού και το ζωντανό κόσμο που έχει, μονομιάς, απο-πραγματοποιηθεί και απο-ανθρωποποιειθεί περισσότερο από ποτέ άλλοτε.

Οπότε, όταν γνωρίζουμε ότι μία κεραία, ένας μετασχηματιστής ή ηλεκτρικός πυλώνας, μία οπτική ίνα γίνονται περισσότερο από κάθε άλλη φορά προσδιοριστικά στοιχεία για να περνάμε την ώρα σε καιρό καραντίνας, για τη μαζική τηλε-εργασία και τηλε-εκπαίδευση, αλλά, επίσης, για τη μετάδοση των εντολών της εξουσίας από τους εντεταλμένους γιατρούς και την τεχνολογία του ελέγχου που ακολουθεί, όλα αυτά δεν ανοίγουν ενδιαφέροντες δρόμους για να σπάσουμε αυτήν τη νέα κανονικότητα; Χωρίς, βέβαια, να μιλάμε για τις πιθανές συνέπειες στη λειτουργία του συστήματος εξουσίας, τύπου χιονοστιβάδας, από την τεράστια αύξηση της χρήσης κινητής τηλεφωνίας και ίντερνετ, όπως και της μειωμένης διαθεσιμότητας των τεχνικών για λόγους ασθένειας των ιδίων…

Το δεύτερο σημείο που είναι κοινό σε αυτά τα ευρωπαϊκά σχέδια έκτακτης ανάγκης είναι η προτεραιότητα που δίνεται στη διατήρηση της ελάχιστης ύπαρξης συγκοινωνιακών μέσων, ώστε να προωθούνται οι μη αποκλεισμένοι εργαζόμενοι προς τις αποκαλούμενες κρίσιμες βιομηχανίες και υπηρεσίες, να μπορεί να διατηρείται η ροή εμπορευμάτων με φορτηγά ή σιδηροδρομικά προς αυτές, όπως και να εξασφαλίζουν προμήθειες προϊόντων στις πόλεις, όπου είναι γνωστό ότι τα αποθέματα φτάνουν για λίγες μέρες. Πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν πρέπει να παραβλέπεται από όσους έχουν στο μυαλό τους την αποσταθεροποίηση τομέων της οικονομίας, που η εξουσία προσπαθεί να προφυλάξει με κάθε θυσία, δεδομένου ότι, όντας οι πιο ορατοί, είναι πιθανοί στόχοι επίθεσης (στην Καταλωνία, π.χ συζητάνε αυτήν τη στιγμή τη δημιουργία ειδικών διαδρομών για “υγιείς” εργαζομένους και προϊόντα, που να οδηγούν στους τόπους παραγωγής).

Σε καιρούς έκτακτης ανάγκης και κρίσης σε μία τέτοια κλίμακα, όπου το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων είναι ρευστό, όπου η εθελούσια δουλεία οδηγημένη από το φόβο μπορεί γρήγορα να γυρίσει σε εφιάλτη, όπου η κυριαρχία πρέπει, με τη σειρά της, να προσαρμόζεται χωρίς, όμως, να ελέγχει τα πάντα, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως να ελιχθούμε σε εχθρικό περιβάλλον. Δεν πρόκειται μόνο για μια αναγκαιότητα, για όποιον δεν θέλει να μείνει κλεισμένος στο καβούκι του, αλλά για μία σημαντική στιγμή για χτυπήματα στον αντίπαλο. Αυτός είναι ο δρόμος όταν πολεμάμε για έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό, για την ελευθερία χωρίς όρια. Η εξέγερση είναι η ζωή.

Ηλεκτρονική Μπροσούρα: Avis de Tempetes

Πηγή: mpalothia

Νιχιλιστές ενάντια στην κοινωνική συνοχή. Μια οφειλόμενη τοποθέτηση.

Λάβαμε 5/4/2020

Μια οφειλόμενη τοποθέτηση

”Έχω λίγο πυρετό εδώ και κάποιες μέρες· υποφέρω ή καλύτερα αισθάνομαι λυπημένος. Από που έρχονται αυτές οι μυστήριες επιδράσεις που αλλάζουν αποθαρρύνοντας την ευτυχία και την αυτοπεποίθηση μας σε θλίψη; Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ο αέρας, ο αόρατος αέρας είναι γεμάτος από άγνωστες Δυνάμεις, στων οποίων την μυστήρια παρουσία υποτασσόμαστε. Ξυπνάω γεμάτος ευθυμία, με διάθεση μέσα απ’ την καρδιά μου να τραγουδήσω. -Γιατί;- Κατεβαίνω προς την όχθη του ποταμού· και ξαφνικά, μετά από μια μικρή βόλτα, επιστρέφω λυπημένος, σαν κάποια συμφορά να με περίμενε στο σπίτι. -Γιατί;- Είναι ένα κρύο αεράκι που, αγγίζοντας το δέρμα μου, έχει κλονίσει τα νεύρα μου και συσκοτίσει την ψυχή μου; Είναι το σχήμα των συννεφών, ή το χρώμα του ουρανού, το χρώμα των γύρω πραγμάτων, τόσο ευμετάβλητο, που, περνώντας μπρος από τα μάτια μου, προβληματίζει την σκέψη μου; Ποιος ξέρει; Όλα αυτά που μας περιτριγυρίζουν, όλα αυτά που βλέπουμε χωρίς να κοιτάμε, όλα αυτά που μας αγγίζουν χωρίς να το ξέρουμε, όλα αυτά που αγγίζουμε χωρίς να τα ψηλαφίζουμε, όλα αυτά που συναντούμε χωρίς να τα ξεχωρίζουμε, έχουν πάνω μας, πάνω στα όργανα μας και, μέσω αυτών, πάνω στις ιδέες μας, πάνω στην ίδια την καρδιά μας, γρήγορες, αιφνίδιες και ανεξήγητες επιδράσεις;”

Γκυ ντε Μωπασσάν

”Ο τροχος του πεπρωμενου κυλαει προς το τελος, η γεννηση της πολης τραβαει προς το μερος της τον θανατο. Η σχεση αναμεσα στην αρχη και στο τελος, αναμεσα στο αγροτοσπιτο και το οικοδομικο τετραγωνο ειναι αναλογη με εκεινη μεταξυ της ψυχης και της ευφυιας, μεταξυ του αιματος και της πετρας. Αλλα δεν ειναι τυχαιο οτι ο χρονος ειναι μια λεξη που δηλωνει τη μη αντιστρεψιμοτητα. Εδω ολα τραβουν μπροστα, τιποτε δεν γυριζει πισω.”

Όσβαλντ Σπένγκλερ

Προφήτες του καιρού – Ο άνεμος στην κοιλάδα και οι γνώμες της αγοράς της σήμερον δεν δείχνουν τίποτε από αυτό που έρχεται, αλλά μόνο για εκείνο το οποίο συνέβη ήδη.

Φρίντριχ Νίτσε

Αν δεν με έλκει το μυστήριο, είναι γιατί τα πάντα μου φαίνονται ανεξήγητα – τι λέω; Είναι γιατί ζω το ανεξήγητο και έχω μπουχτήσει.

Εμίλ Σιοράν

Το κείμενο αυτό δε φιλοδοξεί να αποτελέσει άλλη μία προσθήκη στον αχταρμά των εμφανιζόμενων πολιτικών αναλύσεων και προγνώσεων στον απόηχο της λήψης έκτακτων μέτρων προς “αντιμετώπιση της πανδημίας”. Αποσκοπεί περισσότερο στην κατάθεση κάποιων προσωπικών, κάπως περισσότερο συναισθηματικών εντυπώσεων, και την κοινοποίησή τους διαμέσου κειμένου σε ανθρώπους με παρόμοιους προβληματισμούς και συμπεράσματα. Εμφανής θα είναι η -ίσως αρκετά αιχμηρή- κριτική σε συνηθισμένες στάσεις και αντιδράσεις απέναντι στην εξάπλωση της κρίσης στους κοντινούς μας χώρους. Αυτό κυρίως συμβαίνει γιατί εκεί που οι πολλοί αντιλαμβάνονται ευκαιρίες να δοκιμάσουν τις ιδέες τους ενάντια στον κοινωνικό λήθαργο, εμείς επιλέγουμε να αντιλαμβανόμαστε ευκαιρίες να ανανήψουμε από τον δικό μας λήθαργο, συγκρουόμενοι άμεσα με τις ιδέες των πολλών για την κοινωνία. Αν δεν ξεκινήσουμε επαναξιολογώντας τις δικές μας θεωρίες, αντιλήψεις και προτάσεις, εκμεταλλευόμενοι τη σύγκρουση με την εισαγωγή των δραστικών αυτών αλλαγών, τότε οι ευκαιρίες για κάτι τέτοιο στο μέλλον θα λιγοστέψουν περισσότερο. Η κρίση, μέσα σε όλα, απέδειξε την ανετοιμότητα και την αδυναμία του αναρχικού χώρου να σταθεί πολεμικά και ξέχωρα από τις κρατικές πολιτικές σε μία κατάσταση γενικευμένης αναταραχής, κι αν δεν εξαχθούν πολύτιμα συμπεράσματα… κάθε κρίση και χειρότερα.

Υπάρχουν δύο συνήθεις ανθρώπινες αντιδράσεις όταν το κρηπίδωμα πάνω στο οποίο έστεκαν οι βεβαιότητές μας αμέριμνα καταρρέει, παρασέρνοντάς τις στον βυθό της αβεβαιότητας. Δύο αντιδράσεις επιφανειακά εντελώς αποκλίνουσες, αλλά στο σύνολό τους πυροδοτημένες από ομοούσια συναισθήματα, και γι’ αυτό σε άμεση εξάρτηση η μία από την άλλη. Συναποτελούν δύο από τους πυλώνες στήριξης της μαζικής κοινωνίας ώστε να συνεχίσει να σκεπάζει τους ορίζοντες κάθε ανθρώπινου σχετίζεσθαι.

Αναφερόμαστε αφενός στον πανικό, τον φόβο, την τρομοϋστερία και την παραφιλογογία γύρω από τα αίτια και τις επιπτώσεις των εξελίξων, και αφετέρου στην εικοτολογία, την αισιοδοξία, τον πολιτικαντισμό, τις προφητείες και τις πομπώδεις διακηρύξεις αναφορικά με το μέλλον της ανθρωπότητας. Οι αντιδράσεις αυτές απαντώνται σε όλο το φάσμα των κοινωνικών τάξεων, υπερβαίνοντας σύνορα, φύλα, μόδες, πολιτικά στρατόπεδα και ιδεολογίες, προσαρμοζόμενες στον ιδιαίτερο λόγο της κάθε ομάδας, και κάνοντας ορατή -έστω και αμυδρά- τη συγκολλητική ουσία στα θεμέλια του κυριαρχικού πολιτισμού. Είτε πρόκειται για τρόμο μπροστά στην κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής ή για φόβο για την ενδεχόμενη έλευση ενός Οργουελικού κράτους, πολλοί τρομοκρατήθηκαν μόλις η κανονικότητα κλονίστηκε, και αναζήτησαν απαντήσεις. Είτε πρόκειται για την κοινωνική οδοσήμανση απ’ τους πολιτικούς ηγέτες των δημοκρατικών ομοιομάτων ή απ’ τους επαναστάτες προφήτες των μελλοντικών εξεγέρσεων, οι οποίοι, σαν έτοιμοι από καιρό, παρουσιάστηκαν απευθείας στη σκηνή ως οι καλοθελητές της. Μία λειτουργική και ανταποδοτική σχέση μεταξύ των οργανικών αυτών αντιδράσεων προκειμένου να αναχαιτιστεί η επελαύνουσα ταραχή… “Μόλις παρέλθει θα λογαριαστούμε”, λένε, και κλείνουν το μάτι ο ένας στον άλλον.

Άλλωστε, αν κάτι απέδειξε περίτρανα η παρούσα πανδημία και το ντόμινο πολιτικο-οικονομικών εξελίξεων, είναι το πόσο επηρμένες, ιδεοληπτικές και κενόδοξες είναι οι πεποιθήσεις όλων μας πως με κάποιον τρόπο εξαιρούμαστε από τον ιστορικό ορίζοντα της εποχής μας. Πόσο τυφλές και αυτάρεσκες είναι όλες οι βεβαιότητες της πλειοψηφίας πως υψωνόταν σε κάποιον υπερ-ιστορικό άμβωνα κριτικής, κηρύττοντας από εκεί τις προφητείες της για τη ροή της ιστορίας με τη σιγουριά μαθηματικού. Όμως, ακριβώς αυτή η διαφωτιστική μανία της εξαίρεσης και της κριτικής αυθεντίας πόσο απηχούσε το πνεύμα της εποχής μας άραγε; Η πρόδηλη κριτική αντικειμενοποίηση της ιστορίας δεν είναι ίδια με την αντικειμενοποίηση που μετατρέπει τα ζώα σε θερμίδες, τον αέρα και τον ήλιο σε joule, τους καρπούς και τους πόρους σε ποσοστά κέρδους; Δεν είναι η ίδια που μετατρέπει την ιστορία σε αιτιοκρατικές αλληλουχίες πλήρως υπαγόμενες στη δικαιοδοσία του πολιτικού Λόγου; Η ίδια που τη μετουσιώνει ως διαδικτυακά δεδομένα και επίχρισμα μανιφέστων απαραίτητων για την τροφοδότηση της δημοκρατικής μηχανής και του κοινωνικού εργοστασίου; Δεν είναι εμφανείς, στιγμές σαν κι αυτές, οι λεκέδες αίματος της καθημαγμένης διαλεκτικής του διαφωτισμού;

Τα αυλακώματά τους: τέρψη βαθιά για τα μάτια μας, αντίκρυ στις αναταραχές της εποχής μας. Τι άλλο να μας ευχαριστούσε περισσότερο από την κοινή στους ανθρώπους αναστάτωση, ελέω μιας κρίσης που υπάγει και χωνεύει τις υπερυψωμένες διαφορές των όσων καλομάθανε στη “μοναδικότητά” τους, προσγειώνοντάς τους στο ορμέμφυτο, στη γυμνή ζωή, στο μιαρό ζωώδες που πασχίζουν να εκλεπτύνουν ή να φτιασιδώσουν; Έτσι, ξεδιπλώνεται μπροστά μας το αιώνια επαναλαμβανόμενο ζωικό φιλοτέχνημα. Ο ζόφος του ανεξερεύνητου μέλλοντος επισκιάζει τις φαεινές ψευδαισθήσεις μας. Ο πηγαίος φόβος επανασυνδέει το “άφθαρτο” σώμα με την τρωτότητά του. Η ανάγκη ανάδειξης αισιόδοξων προοπτικών μάς κάνει να ξανασυναντηθούμε ανεπαίσθητα στους πιο κοινούς μας αδιόρατους τόπους. Διαταξικά, γιατί ο τρόμος δεν κάνει τέτοιες διακρίσεις. Ομοίως με τα σκιρτήματα και τις φρικιάσεις μας.

Δεν ικανοποιούμαστε λιγότερο με τον τρόμο του γείτονά μας απ’ ότι με τον τρόμο των αφεντικών. (ίσως με τον δεύτερο να ικανοποιούμαστε λίγο περισσότερο, ομολογουμένως). Δε λοιδορούμε λιγότερο τις απονενοημένες προσπάθειες των κυρίαρχων να μη συντριφθούν από το απροσδιόριστο μέλλον, απ’ ότι τις κενές υποσχέσεις των επαναστατών ιεροκηρύκων να τους συντρίψουν. (ίσως πάλι να λοιδορούμε λίγο περισσότερο τους δεύτερους). Δεν καυχιόμαστε πως περιβαλλόμαστε από λιγότερο σκοτάδι σε σύγκριση με τους προαναφερθέντες, αλλά παραδεχόμαστε πως δε μας πλάνεψε ποτέ το φως. Ό,τι μισήσαμε πάνω σε αυτόν τον κόσμο δεν περιχαρακώνεται αποκλειστικά σε ταξικά, φυλετικά ή πολιτισμικά σύνορα, εντοπίζοντας εκφάνσεις του ουκ ολίγες φορές ακόμα και στις πιο οικείες μας συνήθειες. Διαθέτοντας τα κριτήριά μας και στρέφοντάς τα εναντίον των στοιχείων αυτών, συμπεριφορών και πρακτικών, πώς να μην απολαύσουμε τον αλαφιασμένο, φοβισμένο τους χορό σήμερα;

Η ασφάλεια λαμβάνεται ως μέτρο απέναντι στον φόβο, όπως οι απαντήσεις κατευνάζουν την περιέργεια και την αγωνία. Οι κρατικές πολιτικές αντιμετώπισης της “υγειονομικής κρίσης” δεν αποσκοπούν να απαντήσουν σε διαφορετικά ερωτήματα απ’ ότι πολλές κοινωνικές επαναστατικές προτάσεις, απλά το κάνουν διαφορετικά, υπέρ διαφορετικών πληθυσμιακών συνόλων. Αναπαράγεται αυτούσια η απαραίτητη πολιτική σχέση εξάρτησης, ώστε να διαιωνιστεί η μαζική κοινωνία, να νομιμοποιηθεί η αντιπροσώπευση και να μείνει στο απυρόβλητο το υπάρχον διαφωτιστικό, τεχνο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, δίχως να καταλυθεί η αξιολογική του κλίμακα.

Άπλετες ερωτήσεις και ικανοποιητικός αριθμός δυνατών απαντήσεων σε αυτές. Μεταξύ τους, μερικά σημεία στίξης απόσταση, και τίποτα παραπάνω. Ο ρόλος του ενός δεν ευδοκιμεί χωρίς την πρακτική του άλλου. Κι αν, περιστασιακά, ο ένας υπονομεύει και χλευάζει τον άλλον, συμβαίνει γιατί υπάρχει κοινό συμφέρον να διατηρηθεί η απόσταση, προκειμένου να καταφάσκουν αμφίδρομα στην ταυτότητά τους. Σπάνια κάποιος διερωτάται σχετικά με το περιεχόμενο του στοχασμού.

Η κρίση του συστήματος είναι δική μας; Ο ανθρωπισμός τελικά είναι θεμιτός ως εργαλείο ανάγνωσης της πραγματικότητας; Η άρνησή μας να γίνουμε ειλικρινείς σχετικά με τις καταστροφικές συνέπειες που υπονοούνται στον πόλεμό μας ενάντια στη σημερινή μορφή του κόσμου, τι αποδεικνύει για τον εαυτό μας; Σε πόσο μεγάλο βαθμό είμαστε ζωτικά -και όχι επιδερμικά- δεμένοι με το υπάρχον και τις αξίες του; Πρέπει το εννοιολογικό κατασκεύασμα της πανανθρώπινης κοινότητας να επιβιώσει, αν αυτό συνεπάγεται τη διατήρηση της σημερινής κοινωνικής οργάνωσης; Μπορεί η κοινωνική αλληλεγγύη να είναι η απάντηση στις καπιταλιστικές κρίσεις ή αποτελεί εργαλείο του κόσμου του κεφαλαίου για να αναπροσαρμοστεί η βάση του στις νέες συνθήκες, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις θεμελιώδεις κοινωνικές κατηγορίες; Μπορούμε να συμβιβαστούμε με την θνητότητα και τις πραγματικές, μη εξιδανικευμένες απολήξεις ενός πολέμου; Έχουμε τη δύναμη να διατρανώσουμε τις απορίες μας;

Αυτά ίσως είναι ένα αντιπροσωπευτικό ψιχίο επίκαιρης αναρχικής προβληματοποίησης.

Η θέση αυτή από μεριάς μας δεν έρχεται να δώσει απαντήσεις στα προσήκοντα στη σημερινή κοινωνία ερωτήματα, αλλά να προβληματιστεί σχετικά με το πώς γεγονότα διαλυτικά για τη σημερινή τάξη προβληματοποίησης θα μας επιτρέψουν δυνητικά να αναδείξουμε μια νέα, σε διαφορετικές βάσεις. Συγκαταλέγεται και αυτό στις πιθανές κατευθυντήριες απαντήσεις απέναντι σε μια κρίση; Μπορεί. Αλλά εμείς δεν αποποιηθήκαμε την αρραγή σύνδεσή μας με την υπάρχουσα πραγματικότητα, παρά μόνο αναζητούμε οδούς και γραμμές διαφυγής από την αναπαραγωγή των σημερινών ανθρωπότυπων. Και, για να το πετύχουμε αυτό, είμαστε αποφασισμένοι να εκμηδενίσουμε βαθιά και χωρίς διακρίσεις.

Και ναι λοιπόν, απομακρυνόμαστε από και περιφρονούμε όσους πανικόβλητοι, εν μέσω καταιγίδας, είναι πρόθυμοι να σώσουν την κιβωτό της ανθρωπότητας. Ακόμα περισσότερο χλευάζουμε τους επίδοξους αντικαταστάτες των εξαφανισμένων ή αποτυχημένων καπετάνιων. Αν, ενδεχομένως, αποβλέπουν στην κατάληψη της ηγεσίας, δεν έχουν να φοβούνται ανταγωνισμό από τα “αντικοινωνικά μιάσματα”, αλλά ας μην αυταπατώνται αφυώς πως θα στελεχώσουμε τις μάταιες προσπάθειές τους ή θα ευνοηθούν από τη συναίνεσή μας. Το νου σας, τυφλοπόντικες κάθε επαναστατικής πρωτοπορίας.

Κάθε πολιτισμός αντιμετωπίζει τις προσιδιάζουσες στο ενδιαίτημά του κρίσεις. Αν ο σημερινός φρόντισε να αφανίσει ή να εξορκίσει τον φόβο για τα ξεσπάσματα και τους κινδύνους της απρόβλεπτης και αφερέγγυας φύσης, με όπλο του την ανάπτυξη μιας γνώσης εύτακτης, λειτουργικής και αποδοτικής ως προς την εγκαθίδρυση του οικονομικού του μηχανισμού, αυτό δε συνεπάγεται πως θα είναι αμετάκλητα ασφαλής από τις συμφορές του παγκόσμιου νόμου της εντροπίας. Αυτός, θα βρίσκει τρόπους να εμφανίζεται πάντα, εκμεταλλευόμενος κάθε χαραμάδα τρωτότητας της ανθρώπινης φύσης και της ζωής, όσο κι αν κάθε εξουσιαστικό σύμπλεγμα βαυκαλίζεται για το αντίθετο, εξαίροντας την ισχύ του. Όλα απόλλυνται στην πυρά του χρόνου, ανεξαρτήτως αν εμείς πολύ συχνά επιθυμούμε να συμβάλλουμε στην επιτάχυνση της διαδικασίας.

Όλες οι κοινωνίες θωρακίζονται, παλεύουν, και εν τέλει χάνουν τη μάχη με τη φθορά, ενδίδοντας στο τραγούδι της αΐδιου σειρήνας, και βαδίζουν έως ότου ανταμώσουν το τέλος τους. Γιατί κάθε τέλος και ολοκλήρωση. Κάτι ακατάληπτο βέβαια για τα παιδιά της απειρότητας. Ζηλωτές του ατέρμονου και ανεξάντλητου, χαλκευμένα στις συντεχνίες της προόδου, και εμφορούμενα μέχρι το μεδούλι από το κυνήγι της βελτίωσης, είδαν τις μορφές αυτού του κόσμου να τείνουν στην αιωνιότητα. Ακατάπαυστη συσσώρευση, απρόσκοπτη επιτάχυνση, ανελέητη πρόοδος, ακατάσχετη ρευστότητα, ανεξάντλητοι υλικοί και πνευματικοί πόροι. Για εμάς και την εποχή μας, ακόμα και ο θάνατος μεταφράστηκε ως επιστροφή στο αείζωον πυρ. Ούτε εκεί δεν προσφέρεται πια νηνεμία. Πως θα διαχειριζόταν τώρα αυτός ο κόσμος την πρόσκρουσή του με την απροσδιοριστία του κινδύνου;

Ο αλαζονικός αυτός κόσμος, και εμείς περιπλανώμενοι κάπου στις αποστειρωμένες οδούς του, λησμονήσαμε πως είμαστε τρωτοί, πως εν καιρώ θα ενσκήψει η απαράγραπτη ειμαρμένη βάζοντας τέλος στα όνειρα της αφθονίας μας. Δεν ισχυριζόμαστε πως αυτή η στιγμή είναι τώρα, αλλά, να, πώς να μην ευχαριστηθούμε με το ρυθμικό πλατάγισμα των κατακρημνισμένων κομπασμών;

Τι άλλο όμως συμβαίνει σήμερα παρεκτός της έξοχης αυτής παράστασης;

Δίχως να θέλουμε να στερήσουμε από κανέναν την τέρψη να συμπληρώσει με τη δική του αξιολογική νότα την πρόσφατη αυτή ταραχή, κρίνουμε πως είναι ανεκτίμητης σημασίας η κοινοποίηση και η αντιπαράθεση συντροφικών απόψεων πάνω στις πρόσφατες εξελίξεις. Ακριβώς γιατί εμείς, ως “κοντόφθαλμοι”, δεν εναμβρυνόμαστε για τις προφητικές μας ικανότητες. Ίσως επειδή δεν κατανοήσαμε σε βάθος απαράμιλλους στοχαστές όπως ο Αγκάμπεν, ο Μαρξ και ο Φουκώ, αναγκασμένοι τώρα να ομολογήσουμε την άγνοιά μας. Σύντροφοι και συντρόφισσες, σας χρειαζόμαστε περισσότερο τώρα.

Δε γνωρίζουμε τι μέλλει γενέσθαι και πώς ακριβώς οφείλουμε να κινηθούμε εντεύθεν. Αναμφίλεκτη παραδοχή πως υφίσταται μια καθ’ όλα πραγματική κρίση για τον σύγχρονο κόσμο, και όχι μόνο για το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα, όπως ορισμένοι έσπευσαν να ανακοινώσουν ή, πολύ πιο σεμνά, εξέφρασαν την πρόθεσή τους να μετατρέψουν σε κρίση αυτού. Καλύτερη απόδειξη άλλωστε της βαρύτητας αυτής της κρίσης είναι πως ακόμα και οι πιο ριζοσπαστικές τάξεις του αρνητικού έμειναν εμβρόντητες μπροστά στα πρωτόφαντα αυτά φαινόμενα, καταφεύγοντας συχνά στις δύο αντιδράσεις που αναλύσαμε ακροθιγώς προηγουμένως.

Ο πανικός που έχει κατακλύσει τα κυβερνητικά κέντρα και τα διευθυντικά γραφεία, οδηγώντας τα σκέλεθρα που διοικούν τον δύσοσμο αυτό βόρβορο στη σπασμωδική λήψη αποφάσεων περιστολής ελευθεριών και καταπάτησης δικαιωμάτων κεντρικών για τον αυτοπροσδιορισμό των δυτικών δημοκρατιών εδώ και χρόνια, αποδεικνύει το λιλιπούτειο ανάστημά τους. Μαλθακοί και αβροδίαιτοι, ένεκα της πίστης τους στα δόγματα του οπτιμισμού και της προόδου, έμαθαν να στηρίζονται με τον καιρό περισσότερο στις δυνάμεις των μηχανών και των κάθε λογής ειδημόνων αντί για τις δικές τους. Πρόγνωση, πρόληψη, έλεγχος, ισχύς, προγραμματισμός και διακυβέρνηση. Η σημερινή κατάσταση, όμως, ελισσόμενη στα διάκενα των παραπάνω τεχνικών, τους εκθέτει ανεπανόρθωτα, αναγκάζοντάς τους, εκτός της περαιτέρω προσφυγής τους στους γκουρού της ιατρικής και τους επαϊόντες της επιστήμης, να γελοιοποιούνται πολιτικά, καθώς ακόμα και τα μεγαλύτερα φιλελεύθερα καθίκια υιοθετούν πολιτικές και ρητορικές των χειρότερών τους αντιπάλων προκειμένου να σώσουν ό,τι προλάβουν από το ξεχείλισμα του βόθρου που ετοίμασαν.

Ορισμένοι ίσως μας καταλογίσουν έκλυτη ευθυμία με μια κατάσταση όπου πλήττει μεροληπτικά τους ταξικά υποδεέστερους. Φυσικά, είναι αναμφισβήτητο πως κάθε κοινωνική κρίση δίχως ρητό και ακραιφνή επαναστατικό-προλεταριακό χαρακτήρα, αναπόδραστα θα πλήξει εντονότερα τους αδύναμους ενός οικονομικά διαρθρωμένου κόσμου, και δε χρειάζεται περαιτέρω τεκμηρίωση. Εμείς, όμως, ποτέ δεν εναντιωθήκαμε στους κυρίαρχους για το απλό δεδομένο της κυριαρχίας τους επί κάποιων. Έτσι κι αλλιώς, δε βαφτιστήκαμε σωτήρες των αναξιοπαθούντων. Πολεμάμε τους κυρίαρχους γιατί το κοινωνικό συμβόλαιό τους με τους κυριαρχούμενους διαιωνίζει έναν επονείδιστο κόσμο αντίθετο στις επιθυμίες μας. Κομμάτι αυτού του κόσμου αποτελούν και οι κάθε λογής εξανδραποδισμένοι, καταπιεσμένοι, κολασμένοι, εκμεταλλευόμενοι και ανίσχυροι των οποίων τον πολλαπλασιασμό των βασάνων και την διόγκωση του άλγους καλωσορίζουμε, αν μέλλει να αποτελέσει θρυαλλίδα εκρήξεων ταραχής για την καταστροφή μιας κοινωνικής οργάνωσης που ορκιστήκαμε να πολεμήσουμε.

Όσοι καλοί σαμαρείτες βιάζεστε τώρα να μας κουνήσετε το δάχτυλο, σας ρωτούμε αν η δική σας παρουσίαση της πανδημίας ως ευκαιρία ξεσπάσματος επαναστάσεων διαφεύγει των κατηγοριών που ετοιμάζετε να μας εξακοντίσετε.

Ο πόλεμος αυτός, τροφοδοτημένος από το ασίγαστο και βαθιά προσωπικό μας μίσος, δε γνωρίζει φυσικά ανακωχή. Τοποθετούμαστε, καταθέτοντας μια πρώτη οφειλόμενη κριτική πάνω στα γεγονότα, ως αναρχικοί μηδενιστές-ατομικιστές ενάντια σε κάθε κυριαρχία, επιβολή, κράτος και εξουσιαστικό μόρφωμα εχθρικό στις προσωπικές συμφωνίες και επιθυμίες μας. Πόσο μάλλον όταν η λειτουργία των παραπάνω λαμβάνει σε καιρούς κρίσης έναν τόσο επιθετικό και “ολοκληρωτικό” χαρακτήρα. “Ολοκληρωτικό” σε εισαγωγικά, γιατί σημασία έχει και η ερμηνεία του καθενός σχετικά με τη φύση κοινωνικά αποδεκτών καθημερινών φαινομένων πριν το ξέσπασμα της πανδημίας. Ίσως, βέβαια, αυτή η πιο άμεση και ακατέργαστη εισβολή του ελέγχου στις ανέμελες καθημερινότητες του καθενός να γίνει πυροκροτητής για την ανάπτυξη στοχασμών γύρω από τη φύση και την αξία του ελέγχου σε ευρύτερα κοινωνικά τμήματα. Θα δείξει…

Τι συνιστούμε ως μια πρώτη αντίδραση εμείς; Ηρεμία, νηφαλιότητα, εγρήγορση, προσήλωση και σύνεση. Δεν ήρθε το τέλος, ούτε κάτι ιστορικά ανεπανάληπτο. Να μην επιτρέψουμε στην ιστορική λήθη και την μουσειοποίηση της μετα-νεωτερικότητας να μας κλείσει στη μέγγενή της. Μπορεί οι μορφές της κρατικής αυτής λειτουργίας να είναι φαινομενικά νέες, εφόσον η τεχνολογία διανοίγει περαιτέρω πεδία και δυνατότητες πληθυσμιακού ελέγχου στα κράτη, αλλά η λογική των μηχανισμών άμυνάς τους -δυστυχώς μαζί με τη δική μας ευθύνη- έχουν παραμείνει ανάλλαχτοι.

Μακριά από τη συμμετοχή στην παραφιλολογία και την καλλιέργεια επιβλαβούς εικοτολογίας, να εκπονήσουμε πρακτικά και αποτελεσματικά σχέδια διακοπής της απομόνωσης και προσβολής της κοινωνικής συνοχής. Οι ιδέες για το πώς οι αναρχικοί εξεγερμένοι μπορούν να διατηρήσουν την ακεραιότητά τους και να εφαρμόσουν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις στο εδώ και τώρα είναι πάντα πιο χρήσιμες από τις εικασίες για το που οδεύει ο κόσμος. Σκοπός παραμένει να τον αλλάξουμε και όχι να τον ερμηνεύσουμε.

Είναι κεντρικής σημασίας στοίχημα να κατορθώσουμε να υπερασπιστούμε τις συντροφικές μας σχέσεις και τη μαχητική μας κουλτούρα από τον πιθανό εκφυλισμό τους σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, όπου οι συνήθεις τρόποι δραστηριότητάς μας περιορίζονται. Να μην επηρεαζόμαστε από τη μαζική παράκρουση. Η ψυχρή ματιά της κριτικής σθεναρότητας και η ζεστή αγκαλιά των αδερφών μας είναι το ενδεδειγμένο ενδιαίτημα για την αναχαίτιση της σύγχυσης. Να συμπράξουμε με τις συντρόφισσές μας μεταφράζοντας, παράγοντας και διαχέοντας αναρχικό λόγο ενάντια στις εκφάνσεις της αποσυντιθέμενης αυτής κοινωνίας. Μην ξεχνάμε να προστατεύουμε την υγεία μας από το πλήθος των κινδύνων που καραδοκούν, σωματικών ή ψυχικών. Κάθε πλήγμα που δεν επιλέξαμε να σηκώσουμε παίρνοντας το ρίσκο οι ίδιοι, είναι ήττα.

Κατά τ’ άλλα, η συνολική εικόνα όπως προαναφέραμε ενδείκνυται για ευχάριστη ενατένιση με πάντα δημιουργικούς όρους, αναζητώντας τρόπους να την εμπλουτίσουμε. Να μην ξεχνάμε πως, αποδεσμευμένοι από την ανάγκη κοινωνικής απεύθυνσης του αγώνα μας, δεν έχουμε καμία απειλή να μας ωθεί σε σπασμωδικές κινήσεις και πολιτικούς βερμπαλισμούς. Δεν έχουμε να πείσουμε κανέναν για τίποτα. Για εμάς, το καλύτερο φάρμακο στην επέλαση της αρρώστιας ήταν και παραμένει ο πόλεμος.

Η δημοκρατία θα πέσει.

Πίστη στην ανάφλεξη.
Πίστη στις δυνάμεις μας.
Πίστη στους σκοπούς μας.
Πιστοί ο ένας στην άλλη.

”Τι θα πει λεύτερος; Αυτός που δεν φοβάται το θάνατο

Νίκος Καζατζάκης

”Η δύση του λαού και της ανθρωπότητας θα σημάνει το δικό μου χάραμα.

Μαξ Στίρνερ

«Τα πάντα καταρρέουν, γκρεμίζονται. Μουχλιασμένες ιδεολογίες, σάπια ηθική, φιλοσοφίες της παραίτησης, ληγμένες ρητορείες πασχίζουν να καλλωπίσουν την κατάσταση. Η αρρώστια έχει προχωρήσει και τίποτα δεν την αγγίζει πια. Στα αγαπημένα θεμέλια του παλιού κόσμου φώλιασαν τα μικρόβια της μόλυνσης. Τα πάντα είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν, να συντριβούν στον πάτο ενός σωρού σκουπιδιών του παλιού κόσμου. Η Ιστορία κλείνει αυτήν την σελίδα με ανακούφιση, την σελίδα του αδιάλειπτου θεάματος της αδράνειας ενός πλήθους αφιερωμένου σ έναν συρφετό ανυπόστατων φαντασμάτων, κατασκευάζοντας ό,τι επίκειται να καταστρέψει, ένα σώμα ασθενικό, που ταλανίζεται από τις εξεγέρσεις των λίγων, ενώ τα πάντα συνηγορούν σ ένα σύμπλεγμα δειλίας και υποταγής, που ενίοτε ονομάζεται και ηρωισμός, τα πάντα αντανακλούν μια δυστυχισμένη έμπνευση. Κι έτσι τελείωσε αυτή η εποχή. Στα τσακίδια! Μπροστά σε τέτοια μακάβρια ερείπια τραγουδώ για την καταστροφή, σαν τον Νέρωνα. Στα ερείπια αυτά θα ανθίσει ο κόσμος, ο κόσμος μου. Συνεπώς, τραγουδώ…»

Bruno Filippi

Νιχιλιστές ενάντια στην κοινωνική συνοχή.

Massimo Passamani: Τίποτα δεν έχω να προσφέρω

Λάβαμε: 27/3/2019

Θεωρώ πως, έως τώρα, είναι αρκετά προφανές πως έννοιες όπως μαχητικότητα και προπαγάνδα υπαινίσσονται έναν διαχωρισμό μεταξύ των ιδεών κάποιου και της καθημερινής του ζωής. Εκτός της επαίσχυντης εγγύτητάς του με τη στρατιωτική ορολογία, ο όρος “μάχιμος” παρέχει την εντύπωση μιας δισυπόστατης δραστηριότητας, μιας δημόσιας -ή και ανώνυμης- αυτοαναφορικής ενδυμασίας, εν είδη υποδείγματος επιβεβλημένης και επιτυχημένης θυσίας. Να “προπαγανδίζεις” σημαίνει να διαμορφώνεις συναινέση (η περιώνυμη πάλη για να προσηλυτίσεις τους ανθρώπους στην ιδέα). Για να το επαναλάβουμε με 10 λέξεις: Σημαίνει μετατροπή του εαυτού σου και άλλων σε μέσα επίτευξης ενός Τέλους, σε δεσμούς ενότητας με τον Σκοπό.

Τώρα, εφόσον δομείται μια νέα και ακόμη πιο δεσποτική ιδεολογία από την κριτική της ιδεολογίας,    κανείς δεν απορεί με την αδυναμία των μαχητών και των προπαγανδιστών να βρουν απήχηση. Είναι πρόδηλο πως η εν λόγω διαδεδομένη “εχθρότητα” δεν είναι πρόθυμη να συγκεράσει τις ιδέες με τη ζωή εντός της. Αντιθέτως, συνιστά συνήθως το αποτέλεσμα της οριστικής επισφράγισης του άνωθεν διαχωρισμού.

Ακόμα και μεταξύ των αναρχικών, οι ψευδείς αντιθέσεις καταλήγουν να συσκοτίζουν το τοπίο.

Η αποκήρυξη της εξέγερσης και του ρίσκου στον πειραματισμό και τη δράση είναι που υποβόσκουν συνήθως πίσω από την άρνηση της μαχητικότητας και της πολιτικής. Άπλετη φλυαρία γύρω από τον πειραματισμό, μα οι “ζωντανοί” αναπαράγουν σε ό,τι αποκαλούν “καθημερινή ζωή” τη θρησκευτική ευσέβεια που τόσοι εξ αυτών διατείνονται πως απεχθάνονται. Όταν ένα εγχείρημα απαιτεί υπέρμετρη δέσμευση, όταν δεν εμφανίζονται αποτελέσματα, όταν είναι πολλά αυτά που διακυβεύονυαι, μπα, είναι όλα πολιτικαντισμός και προπαγάνδα. Καλύτερα να επιστρέψουμε στις συνηθισμένες μας πρακτικές (με μόνο πείραμα την μέθοδο του να επαναλαμβανόμαστε) στους χώρους μας και τις σχέσεις μας. Στην τελική δεν αληθεύει πως όλα αξίζει να καταστραφούν.

Ναι, ξέρω πως ανέκαθεν όσοι μιλούσαν για αλλαγή του κόσμου παρέλειπαν ν’ αλλάξουν ό,τι είναι πραγματικά σημαντικό: τη ζωή τους. Μα θα μπορούσε αυτό το έντονο και θελκτικό προαίσθημα να εκπέσει σε κοινοτοπία στην υπηρεσία μιας μεταμφιεσμένης παραίτησης; Και τότε, είναι πραγματικά εφικτό να ανακτήσουμε τις ζωές μας δίχως συνάμα να πειραματιζόμαστε με την κατεδάφιση αυτού του κόσμου; Το να επικαλούμαστε ένα Πριν και ένα Μετά σημαίνει πως αποδεχόμαστε τις εύκολες λύσεις που πάντα μας προσφέρονταν.

Παραδόξως, οι θλιβερές κυριακάτικες μοιρολογίστρες, οι επηρμένοι προφήτες της μεγάλης μέρας, είναι οι πρώτοι που θα μιλήσουν για το “εδώ και τώρα”. Αλλά το εδώ και τώρα το οποίο αναφέρουν στις ιστορίες τους δεν ταυτίζεται με το “όλα στο σήμερα” που λυσσομανά να πυρπολήσει όλες τις επισχέσεις και τους υπολογισμούς · είναι ένα ασήμαντο προϊόν του προοδευτισμού και της μαλθακότητας. Και τολμούν να μιλούν για αλλαγή της ζωής. Δύσμοιρε Ρεμπώ.

Δε σχεδίαζα όμως να μιλήσω περί αυτού. Θα επανέλθω για το συγκεκριμένο θέμα κάποια άλλη στιγμή μελλοντικά.

Αντ’ αυτού, θα επιθυμούσα να προβληματιστώ σχετικά με την δυνατότητα να τεθεί ένα τέλος στην λογική της προσκόλλησης.

Δεν είναι σπάνιο κάποιος ν’ ακούσει πως στους αναρχικούς κύκλους κανένας δεν αποβλέπει στον προσεταιρισμό άλλων, πως κανείς δεν ενδιαφέρεται να συσπειρώσει ακολουθητές. Αλλά συμβαίνει πραγματικά αυτό; Μήπως αποζητάται η συγκατάβαση ακόμα και με διαφορετικούς τρόπους; Επί παραδείγματι, δεν είθισται η “συνέπεια” ν’ αποτελεί μία μέθοδο να εμφανιστεί κάποιος ως “αξιόπιστος”;

Πιστεύω πως είναι εφικτό κάποια να εκφράσει τις ιδέες της και να δραστηριοποιηθεί δίχως να εγκλωβίζεται στις αλυσίδες της προσκόλλησης. Σημαντικό είναι διαδοθεί η αποφασιστικότητα κάποιου να κρίνει για τον εαυτό του και να δρα κατά συνέπεια, όχι ο ρόλος του. Ωστόσο, εμείς εξακολουθούμε σποραδικά να ισχυριζόμαστε πως συγκεκριμένες δράσεις απομακρύνουν “τον κόσμο” από ‘μάς. Εγώ θεωρώ πως αν κάποιος διακρίνει μια αντίφαση μεταξύ του τι λέω και τι πράττω, με την προϋπόθεση πως ενστερνίζεται τις αντιλήψεις μου, τότε ο ίδιος έχει την ευθύνη να λειτουργήσει διαφορετικά και “καλύτερα”. Στην περίπτωση που κάποια χάσει την πίστη της σ’ εμένα, θα λυπηθώ, κι αν λυπηθώ θά ‘ναι για την απώλεια της εμπιστοσύνης της και όχι γιατί αυτό ενδεχομένως θα ζημιώσει την αξιοπιστία των ιδεών που εκπροσωπώ. Όταν η ενότητα μεταξύ θεωρίας και πράξης κατευθύνεται στην απόσπαση αποδοχής, τότε πάντα αλλοτριώνεται. Τι αξία έχει να αυτοανακυρηχθεί κάποιος αναρχικός επειδή γνωρίζει για τη “συνεκτικότητα” των αναρχικών κι επιθυμεί να τους μιμηθεί;

Οι ιδέες δε γίνεται ν’ απομονωθούν από τους φορείς τους. Αλλά η ενότητα θεωρίας και δράσης ενός ατόμου δε θα έπρεπε να μετατρέπεται σε παράδειγμα για κάποιο άλλο. Πώς να το θέσω: Επιθυμώ να μεταφέρω τις ιδέες μου από τη θεωρία στην πράξη, αλλά για τον εαυτό μου, όχι αποβλέποντας στην μετάδοση των ιδεών μου σε άλλους.

Στην καλύτερη περίπτωση, ο “κόσμος” έχει συνηθίσει να προσλαμβάνει τις αναρχικές αντιλήψεις εν είδει προτάγματος με το οποίο καλείται να συμφωνήσει ή όχι. Αυτή η στάση οφείλει να θρυμματιστεί. Αυτό σημαίνει να μη ζητιανεύουμε αποδοχή προκειμένου να καταστρέψουμε τη διαμεσολάβηση, την αντιπροσώπευση και την εξουσία (που οφείλουμε να παραδεχτούμε πως πρόκειται για την αναζήτηση αποδοχής αυτούσια), αλλά, απεναντίας, να αρνηθούμε τον εκβιασμό της. Δεν έχουμε τίποτα να προσφέρουμε – και αυτό μας διαφοροποιεί.

Εντούτοις, συχνά εμφανίζεται μία σύγχυση μεταξύ της σαφήνειας των επιλογών κάποιου και της επικοινώνησής τους σε άλλους. Ενδιαφέρομαι να μοιραστώ τις ιδέες μου με άλλους, και μάλιστα με έναν κατάλληλο τρόπο ώστε να γίνουν καταληπτές. Αλλά το γεγονός πως τις καταλαβαίνουν δε συνεπάγεται πως συμφωνούν μαζί τους. Μπορεί να φαίνομαι κοινότοπος αλλά δεν είμαι. Πόσες φορές παρατηρούμε κάποιον να μιλά και να δρα με τέτοιον τρόπο ώστε οι άλλοι να συμφωνούν μαζί του, αλλά όχι ώστε να προσπαθεί να καταστήσει σαφείς και διακριτές τις αντιλήψεις και τις πράξεις του (μολονότι είμαι ο πρώτος έμφορτος με αμφιβολίες σχετικά με την έννοια της σαφήνειας);

Συνήθως, όσοι απαυδούν με την αναζήτηση οποιασδήποτε συγκατάνευσης, εγκαταλείπουν τη διάδοση και τη διάχυση των αντιλήψεών τους. Αλλά, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ορθώνουν μιαν άμυνα. Αντιθέτως, πιο επικίνδυνο είναι να επιμείνεις πεισματικά να εκφράζεις τον εαυτό σου και παράλληλα να μην προσκολλάσαι σε κάποιον άλλο (ή σε μία όμαδα). Οι προσκολλήσεις χρειάζεται να παγιοποιηθούν και να προστατευθούν (προς θεού, τα είδωλα!!), και αυτό καταλήγει να κονιορτοποιεί τη σκέψη και να σχηματοποιεί την δράση. Η αναζήτηση συγκατάθεσης (με τις χίλιες της μορφές) συνεπάγεται την προσαρμογή κάποιου στο επίπεδο όσων αποζητά την αποδοχή τους. Τοιουτοτρόπως, μετατρέπεται σ’ ένα κακοφτιαγμένο προϊόν για τους άλλους.

Συνεχίζουν όμως να μου λένε πως η αλλαγή είναι εφικτή μόνο μαζί με άλλους. Και είναι αλήθεια. Μόνο που αυτό το “μαζί”, για ‘μένα μεταφράζεται σε “η καθεμιά για τον εαυτό της”. Αναζητώ συνεργούς, όχι κοπάδια. Ειδάλλως, το μοναδικό που θα μοιραστούμε είναι η σκλαβιά.

Πηγή: More much more, συλλογή κειμένων του Ιταλού Αναρχοατομικιστή Massimo Passamani.
Μετάφραση: Consumimur Igni

Θεσσαλονίκη: Ανάληψη ευθύνης για εμπρησμό τράπεζας

Θεσσαλονίκη

Για μας ο αναρχικός αγώνας αποτελεί μια καθημερινή ρήξη με το υπάρχον. Για ό,τι μας καταπιέζει και μας κρατά εγκλωβισμένα στους καταναγκασμούς και συνήθειες του σύγχρονου κόσμου. Ένας διρακής αγώνας μέσα στις σχέσεις και τη συμπεριφορά μας απέναντι σε συντρόφια, πέρα από ηθικολογίες και συμπεριφορικούς κώδικες αλλά γύρω από τη διαδικασία εξύψωσης των ατόμων μέσα από αυτές. Διαρκή άλματα, ρίσκα και προσπάθεια ώστε να κάνουμε τις ίδιες τις ζωές μας μια περιπέτεια έναντι της πλήξης και της αδράνειας.

Γιατί η εξουσία δεν είναι μόνο αυτή που εξόφθαλμα θεσμοθετείται από το κράτος, την εκκλησία, ή ό,τι άλλο πέρα και έξω από εμάς. Αν το ετυμολογικό περιεχόμενο της εξουσίας μπορούσε να διατυπωθεί εν ολίγης σε δύο γραμμές προς πάσα διευκόλυνση αυτό ίσως θα ήταν ο επιβολικός χαρακτήρας – θέση ισχύος, σε πρωτογενή χρόνο ενός υποκειμένου ή συνόλου (α) προς ένα υποκείμενο ή σύνολο (β), όπου ακριβώς φαίνεται ο διάχυτος χαρακτήρας που αυτή έχει. Όσο διάχυτα είναι και τα ερεθίσματα στο κοινωνικό πεδίο – και όχι μόνο – που σαν ακτίνες πέφτουν πάνω στις συνειδήσεις και απορροφώνται από αυτές.

Δεν εστιάζει σε μια συγκεκριμένη κοινωνικο-οικονομική τάξη, ούτε διαχωρίζεται από σεξουαλικές προτιμήσεις, φύλα ή από αν ο τόπος διαμονής ταυτίζεται ή όχι από τον τόπο που κάποιο έτυχε να γεννηθεί. Κάλλιστα ένα εργαζόμενο υποκείμενο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ξενοφοβικό, ένα υποκείμενο που φέρει μια LGBTQI+ ταυτότητα να κυνηγάει ή να σκοτώνει ή/και να τρώει άλλα έμβια όντα για να καλύψει τις όποιες ανάγκες του ή να ασκεί ψυχολογική βία με σαφή στόχευση τον εξευτελισμό ενός άλλου, μόνο και μόνο γιατί βρίσκει τον εαυτό του σε θέση ισχύος.

Με βάση τα κοινωνικά δεδομένα, βλέπουμε τον κόσμο να διχοτομείται σε δύο μέρη, κατ’ αρχάς σε επίπεδο αντίληψης. Από τη μία, έχουμε έναν κόσμο που οι σχέσεις επιβολικού χαρακτήρα, τόσο κοινωνικά όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της συνειδησιακής του κατάστασης. Η θέληση για επιβολή δεν περιορίζεται στην κοινωνική δομή αλλά τη διαπερνά εισχωρώντας βαθιά μέσα στις σχέσεις των ατόμων.

Στον αντίποδα, υπάρχει ο κόσμος αυτός που αρνείται να βρίσκεται τόσο σε ρόλο καταπιεστή όσο και καταπιεζόμενου. Εμείς τασσόμαστε δίπλα σε όσα δεν μπορούν να φανταστούν τον εαυτό τους σε θέση ισχύος απέναντι σε άλλα έμβια όντα.

Δεν προσδοκούμε καμιά κοινωνική επανάσταση, δεν εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στο μέλλον και δε σχεδιάζουμε τίποτα γι’ αυτό, το φάντασμα μιας ιστορικότητας και μιας μελλοντικής ουτοπίας από ένα αόριστο κοινωνικό σύνολο μας δένει τα χέρια στο παρόν, το παρόν που δε θέλουμε να είμαστε απλοί παρατηρητές αλλά ενεργοί δράστες.

Η κοινωνία σ’ αυτό το δρόμο δε μπορεί και δε θέλουμε να γίνει συνένοχός μας γιατί είναι ακριβώς λόγω αυτής που οι σχέσεις μας κατακυριεύονται από ρόλους και οι συνειδήσεις πορεύονται με διαχωριστικές λογικές (άνδρας/γυναίκα, φυσιολογικός/ψυχάκι, αρτιμελής/ανάπηρος κ.ο.κ.).

Σ’ αυτό τον ατέρμονο κύκλο που ονομάζουμε ζωή αναζητούμε τις ατομικότητες με τις οποίες μπορούμε να μοιραστούμε τους στόχους, τις δράσεις, το στοίχημα της διαρκούς αμφισβήτησης.

Τα γκαζάκια της Πέμπτης 12/3, στην τράπεζα Πειραιώς στην Πολίχνη, αφιερωμένα στα συντρόφια απο Αθήνα που διώκονται για την υπόθεση “σύντροφοι/ισσες”, στα άτομα που εξεγέρθηκαν στις ιταλικές φυλακές και σε όσα έχασαν τη ζωή τους μέσα σ’αυτή τη μάχη.

Δύναμη σε κάθε έγκλειστο συντρόφι, σε κάθε κελί κλουβί.

αντισώματα σε μια κοινωνία που νοσεί

Πηγή: Athensindymedia

Σκέψεις πάνω στο ζήτημα της αλληλεγγύης και της καταστροφής των φυλακών

Στη γλώσσα των βουβών, η λαγνεία του Θανάτου ταυτίζεται με τη βούληση˙ είναι σαφώς επόμενο η άρνηση μια τέτοιας αξιοθρήνητης συνθήκης να μαστιγώνεται με κάθε δυνατό μέσο. Ποιος μπορεί, όμως, να επικαλεστεί το φάντασμα της ελευθερίας για την επιλογή της διάρρηξης της νηνεμίας του βούρκου ; Ο εικονοκλάστης μηδενιστής αναζητά στη δική του ρήξη με το υπάρχον τις στιγμές εκείνες κατά τις οποίες ενώ δεν πάυει να αποτελεί μέρος του, σηκώνει την πέννα της κριτικής και τη μετατρέπει σε μαχαίρι έμπρακτης άρνησης. Η σύνδεση της σκέψης με την πράξη δεν ανυψώνει το δρον υποκείμενο στο βάθρο ενός στρεβλού φαντασιακού, ούτε το μετατρέπει σε προσφορά στο βωμό μιας ιδέας, αλλά του δίνει τη δυνατότητα να ενσαρκώσει το θεωρητικό του στασιασμό και να βιώσει την ολοκληρωτική ρήξη με το σύνολο του κοινωνικού οικοδομήματος.

Για την κοινωνία και το κράτος, εκείνος που αρνήθηκε να ζήσει τον εφιάλτη μιας καρκινοβασίας χωρίς τη συγκίνηση και το χορό με τα άκρα αποτελεί μίασμα, μια οντότητα που πρέπει να πάψει να υπάρχει. Γιατί στην περίπτωση του εξεγερμένου προσώπου, εκείνου του για τη νόρμα παρανοϊκού εραστή της απόλαυσης και της καταστροφής, ο αντίπαλος δεν είναι ένας κατά φαντασίαν κοινωνικός εχθρός, αλλά ένας άνθρωπος ολότελα ξένος με κάθε τι που πρεσβεύει το υπάρχον. Και για αυτόν τον άνθρωπο η νέμεσις πρέπει να είναι οδυνηρή. Ο βέβηλος διαρρήκτης της κανονικότητας, ο γκρεμιστής των ειδώλων, διαπράττει τη μεγαλύτερη ασέβεια προς τα ιερά και τα όσια αυτού του κόσμου. Αρνείται ριζικά και καταστρέφει, καταστρέφει στο εδώ και το ώρα, χωρίς προοπτική και σχέδιο, χωρίς να υποκύπτει στη λατρεία καμίας ιερότητας. Και γι αυτό είναι ασυγχώρητος από το κοινωνικό κοπάδι, τους επαιρόμενους λάτρες. Κανείς, λοιπόν, δε θα πρέπει να σοκάρεται από τη μοίρα που επιφυλάσσεται σε όσους, με τον τρόπο που οι ίδιοι επέλεξαν και τις κατατεθειμένες σκέψεις, πέρασαν ανεπιστρεπτί τη γραμμή της συμμόρφωσης.
Δε γράφω και δε θα γράψω γενικά και αόριστα. Οι μεθοδεύσεις του κράτους, σε πλήρη αρμονία με τον παλμό και την επιθυμία της μάζας δε σοκάρουν κανέναν από όσους κοιτούν την πραγματικότητα χωρίς να παρεμβάλλουν παραμορφωτικούς καθρέπτες. Αυτή είναι η πραγματικότητα, αυτές είναι οι επιλογές του κράτους σε μια αποτελεσματική όσο και καθυστερημένη απόπειρα αναβάθμισης του συστήματος καταστολής και τακτοποίησης των «κοινωνικών αποβλήτων» που στοιβάζει στα κάτεργα της δημοκρατίας. Τα ιδεολογήματα περί νέου ολοκληρωτισμού και προσπάθειας κοινωνικού εκφασισμού ταιριάζουν στην πλευρά των υπάκουων που δυσαρεστούνται από την αναπροσαρμογή των όρων του κοινωνικού συμβολαίου. Ας σταματήσουν άπαντες να σοκάρονται που το κράτος διαδραματίζει το ρόλο του και ας αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Ας πάψουν, επίσης, να αναζητούν στις γραμμές των μαζανθρώπων δυνέμει συμμάχους. Η μάζα είναι αυτή, άλλωστε, που αποδέχεται, οικοδομεί και διαχέει το κρατικό και κοινωνικό οικοδόμημα. Και είναι η ίδια πλέμπα που αποδέχεται την αναγκαιότητα των φυλακών και της καταπίεσης.

Για την αλληλεγγύη

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ: Είναι ο μακάβριος βωμός στον οποίο ανεβαίνουν οι ηθοποιοί κάθε είδους για να προβάλουν την ιερατική τους ποιότητα και για να αποδώσουν επιτήδεια τη λειτουργία. Είναι κάτι για το οποίο οι ευλογημένοι, δεν πληρώνουν ποτέ λιγότερο από εκατό τοις εκατό παραπάνω από την ταπείνωση.

Ρέντζο Νοβατόρε, «Τα αποφθέγματά μου»

Καμία αλληλεγγύη σε κανέναν. Αυτή είναι η δική μου πρόταση, σύντροφοι. Καμία ταυτότητα δεν αξίζει την a priori συμπάθειά μου, καμία θεωρία τη δική μου θυσία. Στο βωμό καμιάς ιδεολογικής συγγένειας δεν οφείλει κανένας από όσους αυτοπροσδιοριζόμαστε μηδενιστές να χειροκροτήσει το συλλογικό αγώνα των φυλακισμένων κάτω από την κοινή τους ταυτότητα. Ούτε ανθρωπιστής είμαι, ούτε δόθηκα στην υπηρεσία κάποιας ιδέας.

Κάθε πρόσωπο είναι υπεύθυνο για τις επιλογές στις οποίες προβαίνει και για τις αποφάσεις ζωής που παίρνει. Το ίδιο ισχύει και για τους αδερφούς μας που βρέθηκαν αιχμάλωτοι από τον εχθρό. Η δική τους ομηρία στα μπουντρούμια της δημοκρατίας δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από απότοκο συγκεκριμένων επιλογών ζωής, οι οποίες τους έφεραν μπροστά στη νέμεσι του κράτους και της κοινωνίας. Και μπροστά σε ανθρώπους που έκαναν πράξη τις επιλογές τους, αυτό που αρμόζει δεν είναι ούτε το χειροκρότημα, ούτε η συμπάθεια, αλλά η ειλικρινής αναγνώριση των ατομικοτήτων τους. Από ‘κει και πέρα, αν πράγματι είμαστε εγωτικοί στην πράξη και όχι μόνο μέσα σε κυκλώνες ποιητικών εξάρσεων, θα πρέπει να κατανοήσουμε πως κάθε μηδενιστής πρώτα και πριν από ο,τιδήποτε τοποθετεί την προσωπική του βούληση και ικανοποίηση.

Όσον αφορά την Αλληλεγγύη, δεν είναι τίποτα παραπάνω από τη θεατρική σκηνή στην οποία δίνει το ρεσιτάλ του ο εκάστοτε παλιάτσος με μοναδικό σκοπό να χειροκροτηθεί από το πρόθυμο κοινό και να εκπληρώσει το αυτιστικό ιδανικό του. Ακόμη και ο ειλικρινής αλληλέγγυος δεν μπορεί παρά να μου φαίνεται τόσο ανόητος την ώρα που κραυγάζει «Φωτιά στα Κελιά» έξω από τα κάτεργα του Κράτους. Την ίδια ώρα που σπαράζει η καρδιά του για τους αιχμάλωτους συντρόφους, εκείνος, είτε τους θυματοποιεί, είτε αναλώνεται σε φθηνή συνθηματολογία. Δε λέω ότι έχω έτοιμο σχέδιο για να βγουν οι σύντροφοι, αλλά μπορώ να αναγνωρίσω τον αυτισμό της αλληλεγγύης όσο και την αδυναμία της δράσης.

Ως μηδενιστής αρνούμαι την αλληλεγγύη και πολύ περισσότερο την υποχρέωση να την επιδείξω. Οι ευαισθησίες μου είναι επιλεκτικές και τα κίνητρά μου ιδιοτελή. Το ίδιο είναι και τα δικά σας, απλώς Εγώ το παραδέχομαι. Δε στέκομαι δίπλα στον αγώνα του μετανάστη άκριτα, απλώς επειδή ο προσδιορισμός αυτός τον καθιστά στα μυαλά κάποιων επαναστατικό υποκείμενο. Για μένα, η Ηθική του σκλάβου είναι το ίδιο απεχθής με αυτή του εξουσιαστή. Δίνω το χέρι, τη δική μου έμπρακτη «αλληλεγγύη», μόνο στους Αρνητές του Υπάρχοντος, τους Αντάρτες της Απόλαυσης και όσους στρέφονται ενάντια στο Νόμο, το Κράτος και τα υπόλοιπα φαντάσματα. Αρνούμαι να δεχτώ να συναγελάζομαι με “νοικοκυραίους”, θρήσκους και αδύναμους γλύφτες. Εάν εσείς θεωρείτε τους εαυτούς σας ανθρωπιστές, Εγώ δεν είμαι τέτοιος. Γιατί εσείς θάψατε το Θεό των παπάδων και επάνω από το φρεσκοχτισμένο του μνήμα σκούξατε “Ζήτω ο Άνθρωπος”.

Εάν επιμένετε να πλάθεετε Θεούς και να τους τοποθετείτε στη θέση των παλιών που κατακρυμνίσατε, αυτό είναι δικό σας πρόβλημα. Εγώ δε θα το κάνω. Φυσικά και κάθε αξία, είτε αστική, είτε αναρχική είναι στόχος μου. Δε θα έπρεπε να σας κάνει εντύπωση αν δεν είχατε εξυψώσει σε θεϊκό θρόνο την Αναρχία (τον αναρχισμό σας για να είμαι σαφέστερος), εάν δεν είχατε θεωρήσει την Αναρχία τελικό σκοπό και σηματοδότη νέας Ηθικής.

«Ενάντια στον Αναρχισμό, Μηδενιστική Πορεία, τεύχος 1ο»

Η δική μου θέση ήταν και παραμένει ξεκάθαρη. Παρόλα αυτά δεν παραγνωρίζει κανείς ότι στα κελιά του κράτους κρατούνται αδέλφια μας. Και το ζήτημα που τίθεται αφορά τη θέση των μηδενιστών απέναντι στη συνθήκη εγκλεισμού που έχει επιβληθεί στους συντρόφους μας. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει την προοπτική της εκδίκησης, είναι σαφές, όμως, πως ούτε αφοσιωμένοι υπήκοοι κανενός είμαστε, ούτε μπορεί η όποια δράση να καταλήγει να ασκείται για να εξυπηρετήσει βεντέτες. Καθένας από μας είναι μια διακριτή και αυτόβουλη προσωπικότητα, με διαφορετικά θέλω και στοχεύσεις. Δε θα τοποθετήσω πάνω μου αλλότρια Υπόθεση, όχι αν θέλω να είμαι πράγματι εγωιστής και όχι κάποιος περιφερόμενος παλιάτσος. Το ερώτημα, όμως, παραμένει. Τι μπορούμε να κάνουμε για τα αιχμάλωτα αδέλφια μας χωρίς να απολέσουμε τα προσωπικά μας χαρακτηριστικά και χωρίς να μετατραπούμε σε ομάδα αλληλέγγυων ;

Παρά τις πρόσκαιρες συλλογικοποιήσεις και τις οργανικές ή μη σχέσεις του κάθε προσώπου με τα υπόλοιπα, η βάση της ύπαρξής του είναι η μοναχικότητα, μια μοναχικότητα που δεν επιδέχεται ερμηνείας και διευκρινίσεων. Καμία πράξη, ούτε καν η συνέχιση της επίθεσης, δε γίνεται για να εξυπηρετήσει άλλα πρόσωπα, παρά τις επιμέρους δικαιολογίες. Κάθε ανθρώπινη πράξη διέπεται από εγωισμό και ως στόχο έχει την προσωπική ικανοποίηση. Το ίδιο δεν μπορεί παρά να συμβαίνει και με το ζήτημα της πράξης, αλλά και με την υπόθεση της αιχμαλωσίας ειδικότερα. Κάθε πράξη ενός δρώντος υποκειμένου που θυσιάζεται στο βωμό της αλληλεγγύης ή του σκοπού είναι πράξη χαμένη. Το ζήτημα είναι να ζήσεις αυτό που είσαι, όχι αυτό που είναι οι σύντροφοι ή οι οικείοι σου. Και αυτό είναι το στοίχημα που τίθεται για το καθένα μας. Με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις στα κάτεργα όλης της χώρας, η θέση μου είναι σαφής. Καμία αλληλεγγύη σε κανέναν που απλώς φέρει μια μαζική ταυτότητα. Εγώ δεν πρόκειτα να παραστήσω τον κρετίνο που μυξοκλέει για τους συντρόφους του και είτε αναλώνεται σε ηλίθιους συναισθηματισμούς είτε τοποθετεί την υπόθεσή του στην αποθέωση του αντάρτικου συμβολισμού, θέτοντας εαυτόν στην υπηρεσία της εκδίκησης. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, από τη στιγμή που δεν έχω αναπτύξει τις ίδιες οργανικές σχέσεις μαζί τους, όσο με τους κοντινούς μου συντρόφους. Όσο δεν είμαι σε θέση να προσφέρω ουσιαστικά στην καταστροφή των δεσμών των συντρόφων μου, προτιμώ να το βουλώσω.

Για την καταστροφή των φυλακών

Είναι σημαντικό να γίνει σαφής ο λόγος για τον οποίο προτάσσουμε την καταστροφή της φυλακής, λόγος που ακολουθεί κατ’ επέκταση και κάθε μας πρόταση για καταστροφή, σε κάθε πτυχή του υπάρχοντος. Ποια θα μπορούσε να είναι, λοιπόν, η μηδενιστική θέση απένατι στο σωφρονιστικό σύστημα ;

Από τη στιγμή που αναγνωρίζει τον εγωισμό ως υπόβαθρο κάθε ανθρώπινης πράξης, δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ την ίδια τη φύση μου και να τοποθετήσω την προοπτική της καταστροφής των φυλακών πίσω από το παραβάν του αλτρουισμού. Προτάσσω την καταστροφή τους, όχι εξαιτίας κάποια ανθρωπιστικής αίσθησης υποχρέωσης προς το ανθρώπινο είδος των ηλιθίων, αλλά μόνο επειδή η φυλακή ως μέσο καταπίεσης και καταστολής σε κάθε περίοδο και κάτω από οποιοδήποτε κοινωνικό συμβόλαιο, όποια απόχρωση και να φέρει αυτό, χρησιμοποιήσει για να περιθωριοθετήσει εκείνους που η συλλογικά συγκροτημένη μάζα θεωρεί επικίνδυνους, σκουπίδια ή παράσιτα. Και εφόσον αποδεχτούμε ότι μηδενιστής, ο εικονοκλάστης, ο εξεγερμένος ή ο αρνητής εργασίας τοποθετούνται σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες, είναι λογικό να θεωρήσουμε πως το συμφέρον μας εξυπηρετείται από την καταστροφή τέτοιου είδους ιδρυμάτων.
Όχι από αγάπη για τους ανθρώπους, αλλά από μίσος για όλους τους. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμη. Η ανάγκη να προστατεύσω αυτό που Εγώ θεωρώ κόσμο μου, εμένα και τους λιγοστούς συντρόφους μου τους οποίους το κράτος και η κοινωνία καταδίκασε σε αργά θάνατο στα καταστήματα σωφρονισμού της. Σημείο προβληματισμού στα παραπάνω είναι η θέση μας απέναντι στους ενδιάμεσους αγώνες, τους αγώνες εκείνους που γίνονται για να κατακτηθούν ή να προασπιστούν συνθήκες που στην καθημερινότητα της φυλακής καθιστούν την παραμονή εκεί ελαφρώς ευνοϊκότερη.

 

Για μένα, το ζήτημα είναι από ποιο πρίσμα δίνεται κάθε τέτοιος αγώνας. Εάν τα υποκείμενα που συμμετέχουν σε αυτόν συνοστίζονται κάτω από συλλογικές ταυτότητες και λογικές, τότε ο αγώνας αυτός δε διαφέρει σε τίποτα από τους αντίστοιχους αγώνες που δίνονται στο κοινωνικό πεδίο έξω απ’ τα κελιά και στηρίζονται στη ροή των μαζανθρώπων, τη συνοχή και μια διαπλοκή αιτημάων που καμία σχέση πάντως δεν έχουν με τη ρήξη με το εκάστοτε ισχύον καθεστώς. Ένας αγώνας που οργανώνται στη βάση της δαιμονοποίησης του αντιπάλου και σε αυτήν ακριβώς τη βάση συσπειρώνει κομμάτια παντελώς ετερόκλητα και συχνά τάσεις αντιφατικές, δεν είμαι σίγουρος πόσο νόημα μπορεί να έχει. Σε τελική ανάλυση, ο πυρήνας της αντιπαράθεσης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ο καθένας τη φυλακή κοινωνικά και σε επίπεδο θεώρησης.

Αν θεωρησουμε τη φυλακή κοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά της εξωτερικής, αλλά οξυμένα σε μεγάλο βαθμό, τότε το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι πως αν θέλει κανείς να αναζητήσει σημεία πίεσης απέναντι στη διοίκηση της φυλακής και τον κρατικό μηχανισμό εν γένει, θα πρέπει να καταφύγει σε ενέργειες εκτός των τειχών τους. Οποιαδήποτε άλλη διεκδίκηση, αποκομμενη από τη διακριτότητα της θεώρησης και με τη σύγχυση που προσφέρουν τα θολά συλλογικά όργανα δεν μπορεί παρά να καταλήγει ακίνδυνη για το κράτος.

Niger Lupus Negationis

Δεύτερος χαοτικός κύκλος 2014

Jason McQuin: Η αναρχία ως Θεωρία και Κριτική της Ιδεολογίας

Η αναρχική κριτική της ιδεολογίας προέρχεται από το έργο του Max Stirner, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δε χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο για να περιγράψει την κριτική του. Η ιδεολογία είναι το μέσο με το οποίο η αλλοτρίωση, η κυριαρχία και η εκμετάλλευση εκλογικεύονται και δικαιολογούνται, μέσα από την παραμόρφωση της ανθρώπινης σκέψης και επικοινωνίας. Κάθε ιδεολογία παίζει, στην ουσία, το ρόλο του υποκατάστατου, όσον αφορά τις ξένες (ή και ελλιπείς) συλλήψεις και εικόνες τις ανθρώπινης υποκειμενικότητας. Οι ιδεολογίες είναι συστήματα ψευδούς συνείδησης, μέσα από τα οποία οι άνθρωποι παύουν, πια, να βλέπουν τον εαυτό τους κατά πρόσωπο, σαν υποκείμενα, σε σχέση με τον κόσμο τους. Αντίθετα, αντιλαμβάνονται, κατά κάποιον τρόπο, τους εαυτούς τους ως υποδεέστερους συγκριτικά με κάποια ή κάποιες αφηρημένη ή αφηρημένες οντότητα ή οντότητες, τις οποίες εσφαλμένα ερμηνεύουν ως τα πραγματικά υποκείμενα ή τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της ζωής.

Κάθε φορά που δομείται ένα σύστημα ιδεών ή καθηκόντων, με μια αφηρημένη έννοια στο επίκεντρό του – αναθέτοντας στους ανθρώπους ρόλους ή καθήκοντα προς δικό του όφελος, το σύστημα αυτό αποτελεί πάντα μια ιδεολογία. Κάθε είδος ιδεολογίας δομείται πάνω σε μια διαφορετική αφηρημένη έννοια, εν τούτοις, κάθε μία απ’αυτές εξυπηρετεί τους στόχους των ιεραρχικών και αλλοτριωμένων κοινωνικών δομών, αφού η ίδια μετουσιώνει την ιεραρχία και την αλλοτρίωση, στη σφαίρα της σκέψης και της επικοινωνίας. Ακόμα κι αν μια ιδεολογία αντιτίθεται, ρητορικά, στην κυριαρχία ή την αλλοτρίωση ως προς το περιεχόμενό τους, η μορφή της εξακολουθεί να συνάδει με αυτό με το οποίο αντιτίθεται φαινομενικά, και η μορφή αυτή θα έχει πάντα την τάση να υπονομεύσει το προφανές περιεχόμενο της εκάστοτε ιδεολογίας. Είτε είναι κάποιος Θεός η αφηρημένη έννοια, είτε είναι το Κράτος, είτε είναι το Κόμμα, είτε είναι η Οργάνωση, είτε είναι η Τεχνολογία, είτε είναι η Οικογένεια, είτε είναι η Ανθρωπότητα, είτε είναι η Ειρήνη, είτε είναι η Οικολογία, είτε είναι η Φύση, είτε είναι η Εργασία, είτε είναι η Αγάπη, είτε είναι και η Ελευθερία ακόμα. Εάν γίνεται αντιληπτή και παρουσιάζεται ως ένα ενεργό αυθύπαρκτο υποκείμενο, το οποίο έχει απαιτήσεις από εμάς, τότε αποτελεί το επίκεντρο μιας ιδεολογίας. Ο Καπιταλισμός, ο Ατομικισμός, ο Κομμουνισμός, ο Σοσιαλισμός και ο Πασιφισμός είναι όλοι, σε αξιοσημείωτο βαθμό, φορείς ιδεολογίας, με βάση τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται. Η Θρησκεία και η Ηθική είναι από τη φύση τους φορείς ιδεολογίας. Ακόμα και η αντίσταση, η επανάσταση και η αναρχία, συχνά αποκτούν διαστάσεις ιδεολογίας όταν δε φροντίζουμε να διατηρήσουμε την κριτική μας σχετικά με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και το ποιός είναι ο πραγματικός σκοπός της σκέψης αυτής. Η ιδεολογία είναι, σχεδόν, παντού. Από τις αγγελίες και τα διαφημιστικά σποτάκια, μέχρι τις ακαδημαϊκές διατριβές και τις επιστημονικές σπουδές, σχεδόν κάθε πτυχή της σύγχρονης σκέψης και επικοινωνίας είναι φορέας ιδεολογίας, και η πραγματική της ουσία για τα ανθρώπινα υποκείμενα χάνεται κάτω από στρώματα μυστικοποίησης και σύγχυσης.

Ο αριστερισμός, ως η πραγμοποίηση και η διαμεσολάβηση της κοινωνικής εξέγερσης, είναι πάντα φορέας ιδεολογίας γιατί έχει, μονίμως, την απαίτηση από τους ανθρώπους να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους, πρώτα απ’όλα, στα πλαίσια των ρόλων τους και των σχέσεών τους μέσα στις αριστερές οργανώσεις και στις ομάδες των καταπιεσμένων, οι οποίες θεωρούνται, με τη σειρά τους, περισσότερο πραγματικές, σε σχέση με τα άτομα που τις συνθέτουν. Για τους αριστεριστές, η ιστορία δε γράφεται ποτέ από τα άτομα, αλλά από οργανώσεις, από κοινωνικές ομάδες και –κυρίως για τους Μαρξιστές- από τις κοινωνικές τάξεις. Κάθε μεγάλη αριστερή οργάνωση πλάθει, συνήθως, τη δική της ιδεολογική νομιμοποίηση, τα βασικότερα σημεία της οποίας έχουν ως στόχο τη διδαχή και την υπεράσπιση, αν όχι τον προσηλυτισμό. Μια σοβαρή κριτική ή αμφισβήτηση της ιδεολογίας αυτής, θέτει πάντα το ρίσκο της διαγραφής από την οργάνωση.

Οι μετα-αριστεροί αναρχικοί απορρίπτουν κάθε ιδεολογία, υπερασπίζοντας την ατομική και συλλογική δόμηση της αυτο- θεωρίας. Η ατομική αυτο-θεωρία είναι θεωρία στα πλαίσια της οποίας βρίσκεται ενσωματωμένο το περιεχόμενο της ατομικότητας του καθενός (συμπεριλαμβανομένων των σχέσεών του/της, της ιστορίας του/της, των επιθυμιών του/της, των έργων του/της κλπ) και το οποίο είναι πάντα το κεντρικό υποκείμενο της αντίληψης, της κατανόησης και της δράσης. Η αυτο-θεωρία του κομμουναλισμού θεωρεί, ομοίως, την ομάδα ως το υποκείμενο, αναγνωρίζοντας, όμως, κατά βάθος, τις διάφορες ατομικότητες (και την αυτο-θεωρία του καθενός), οι οποίες αποτελούν την ομάδα ή την οργάνωση. Οι αποϊδεολογικοποιημένες αναρχικές οργανώσεις (ή άτυπες ομαδοποιήσεις) βασίζονται πάντα και κατηγορηματικά, στην αυτονομία των ατόμων που τις δημιουργούν, εκ διαμέτρου αντίθετα με τις αριστερές οργανώσεις, οι οποίες απαιτούν την παράδοση της προσωπικής αυτονομίας, ως προυπόθεση για τη συντροφικότητα.

Σημείωση: Το κείμενο προέρχεται από το έργο του Ja- son McQuinn “Η μετα-αριστερή Αναρχία: Αφήνοντας πίσω την Αριστερά”. Ο Jason McQuinn είναι συγγραφέας άρθρων κοινωνικοπολιτικού ενδιαφέροντος, δημιουργός των εντύπων Anarchy: A Journal of Desire Armed και Modern Slavery.

Πηγή: Επιθεώρηση Φωτιάς τ2 Φεβρουάριος 2015

Μετάφραση: Κύκλος ατομικιστών αναρχικών

Renzo Novatore: Ο εικονοκλαστικός Ατομικισμός μου

Άφησα για πάντα μια ζωή στις πεδιάδες.

Ε. Ίψεν

 

Ακόμα και οι πιο καθαρές πηγές της Ζωής και της Σκέψης που δροσερές και χαμογελαστές αναβλύζουν μέσα από τα απόκρημνα βράχια των ψηλότερων βουνών, όταν ανακαλύπτονται από τους δημαγωγούς βοσκούς του νόθου κοπαδιού από αστούς και προλετάριους, αμέσως μετατρέπονται σε δύσοσμες μιαρές και λασπωμένες λακκούβες. Τώρα είναι η σειρά του Ατομικισμού. Από το χυδαίο απεργοσπάστη ως τον ηλίθιο και σιχαμερό αστυνομικό, από τον άθλιο πουλημένο ως τον κατάπτυστο χαφιέ, από το δειλό σκλάβο ως τον απεχθή τύραννο, όλοι μιλούν περί Ατομικισμού.

Είναι της μόδας.

Ακόμα και οι ραχιτικοί ψευτοδιανοούμενοι που που πρεσβεύουν το φθισικό φιλελεύθερο συντηρητισμό ή εκείνοι οι άρρωστοι που υποφέρουν από χρόνια δημοκρατική σύφιλη, μέχρι και οι ευνούχοι του σοσιαλισμού και οι αναιμικοί του κομμουνισμού, όλοι μιλούν και παίρνουν θέση για τους Ατομικιστές.

Αντιλαμβάνομαι ότι μη όντας ο Ατομικισμός μία σχολή και λιγότερο ένα κόμμα, δεν μπορεί να είναι μοναδικός ωστόσο είναι πιο αληθές ότι ακόμα και οι Μοναδικοί είναι ατομικιστές. Και γω σαν μοναδικός ορμάω στο πεδίο της μάχης, ξεγυμνώνω το σπαθί μου και υπερασπίζομαι τις πιο ακριβές μου ιδέες που εκφράζουν έναν ακραίο ατομικισμό, αδιαμφισβήτητα μοναδικό. Μπορεί να είμαστε σκεπτικιστές αδιάφοροι και είρωνες, αλλά όταν κάποιος είναι καταδικασμένος να ακούει συνεχώς τους σοσιαλιστές, λίγο η πολύ καταρτισμένους, να διατυμπανίζουν ξεδιάντροπα και με πλήρη άγνοια ότι δεν υπάρχει τίποτα το ασύμβατο μεταξύ της Ατομικιστικής και συλλογικής ιδέας, και προσπαθούν ηλίθια να συγκρίνουν ένα γιγάντιο βάρδο της ηρωικής ισχύος- έχοντα κυριαρχήσει πάνω στα ανθρώπινα φαντάσματα ηθικά και θεϊκά που τρέμει και καρδιοχτυπά τότε αναγαλλιάζει και απλώνεται πέρα από το καλό και το κακό της Εκκλησίας και του Κράτους, των Λαών και της Ανθρωπότητας μέσα σε παράξενες λάμψεις μιας νέας ερωτικής φωτιάς, παρερμηνευμένης όπως άλλωστε και ο λυρικός δημιουργός του Ζαρατούστρα, με κάποιον κοινό και φτωχό προφήτη του Σοσιαλισμού- τη σχολή της δειλίας. Ή ακόμα και έναν ακατανίκητο και αξεπέραστο Εικονοκλάστη όπως είναι ο Μαρξ Στίρνερ, τον θεωρούν σαν ένα οποιοδήποτε εργαλείο εκτεθειμένο στους φρενήρεις θιασωτές του κομμουνισμού, ε τότρ ναι, μπορεί να κάνει κάποιος μια ειρωνική γκριμάτσα με τα χείλη του αλλά κατόπιν πρέπει να εξεγερθεί αποφασιστικά προκειμένου να υπερασπιστεί και να επιτεθεί, εφόσον νιώθει Ατομικιστής από την αρχή ως το τέλος, δε μπορεί να ανέχεται να βρίσκεται έστω και στο ελάχιστο μπερδεμένος μέσα στους αδαείς κόλπους ενός νοσηρού βελάζοντος κοπαδιού.

Η Ιστορία, ο Υλισμός, ο Μονισμός, ο θετικισμός και όλοι οι -ισμοί αυτού του κόσμου είναι παλιές και σκουριασμένες πληγές που δε μου χρησιμεύουν πια και δε με απασχολούν. Έχω σαν αρχή τη Ζωή και σαν τέλος το Θάνατο. Θέλω να ζήσω έντονα τη Ζωή μου για να αγκαλιάσω το Θάνατό μου.

Εσείς περιμένετε την Επανάσταση! Ας είναι! Η δική μου έχει ξεκινήσει προ καιρού! Όταν θα είστε έτοιμοι- Θεέ μου τι μεγάλη αναμονή!- δε θα μου προκαλεί αποστροφή το να μοιραστώ μαζί σας ένα μέρος δρόμου.

Άλλα όταν θα σταματήσετε, εγώ θα συνεχίσω την τρελή και θριαμβευτική μου πορεία προς τη μεγαλειώδη και υπέρτατη κατάκτηση του Τίποτα!

Κάθε κοινωνία που θα φτιάξετε θα ‘χει τα όρια της και στα όρια της θα δρουν οι ηρωικοί και αναμαλλιασμένοι τυχοδιώκτες, με την παρθένα και άγρια σκέψη τους, που ξέρουν να ζούνε μονάχα, ετοιμάζοντας αδιάλειπτα νέες και τρομερές εξεγερσιακές εκρήξεις.

Εγώ θα είμαι μεταξύ αυτών!

Και μετά από μένα, όπως και πριν από μένα, θα υπάρχουν πάντα αυτοί που θα λένε στους ανθρώπους: “‘Εξεγερθείτε εσείς οι ίδιοι, όχι τόσο εναντίον των θεών σας ή των ειδώλων σας: ανακαλύψτε μέσα σας ότι υπάρχει και είναι κρυμμένο: φέρτε τα στο φως: αποκαλυφτείτε!”. Είναι η στιγμή που ο κάθε άνθρωπος ανασκαλεύοντας μέσα του, βγάζει ότι μυστηριωδώς ήταν κρυμμένο, σαν μια σκιά που κρύβει από τις ακτίνες του Ήλιου κάθε τύπο ζωντανής Κοινωνίας!

Κάθε Κοινωνία τρέμει όταν η περιφρονητική αριστοκρατία των Τυχοδιωκτών, των Μοναδικών, των Απροσπέλαστων, των Κυρίαρχων του Ιδεώδους και των κατακτητών του Τίποτα αψηφώντας τα πάντα προχωρά. Εμπρός, λοιπόν, ω Εικονοκλάστες, εμπρός!

“Ήδη ο ουρανός που είναι κυριευμένος από προαίσθημα κρύβεται και σιωπά!”

Άρκολα, Ιανουάριος 1920

Έργο του Renzo Novatore, που δημοσιεύτηκε από το Iconoclasta, στην Πιστόια, στις 15/01/1920.

Ιταλία, Ρώμη: Τόσο όμορφο όσο τα χριστούγεννα στις φλόγες

Ρώμη – 01.00 τη νύχτα της 26ης Δεκέμβρη

Έχοντας μπουχτίσει απ’ την τόση καλοσύνη και υποκρισία, τη νύχτα μεταξύ 25 και 26 Δεκέμβρη, σκοπίμως πυρπόλησα το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο πάρκο υδραγωγείου στην περιοχή Torpignattara της Ρώμης.

Το έπραξα ώστε να διαταράξω μια μέρα που καλύπτει πίσω απ’ το χαρωπό και γιορτινό της προσωπείο τον όλεθρο και την εκμετάλλευση που συνεπάγεται ο καταναλωτισμός σ’ ολάκερο τον κόσμο.

Έδρασα κατά μόνας, διότι πιστεύω πως είναι ζήτημα ατομικής δέσμευσης για κάθε άτομο που θέλει να μετατρέψει το μίσος του για την καταπίεση σε δράση, να αντιμετωπίζει και να ξεπερνά τους φόβους του, διαρκώς γοητευόμενο απ’ την επίθεση, πολλαπλασιάζοντας τις δράσεις μέσω της υλικής σύγκρουσης, και οξύνοντας τις επιθετικές του ικανότητες. Έδρασα ώστε να εκτονώσω εγωιστικά το μίσος μου γι’ αυτήν την κοινωνία, η οποία βασίζεται στην εξουσία και στη συστηματική καταστροφή των φυσικών οικοσυστημάτων.

Γράφω ώστε να συνεισφέρω, τόσο με τα λόγια μου όσο και με τις δράσεις μου, στον διάλογο που επικρατεί εντός του σύνθετου αναρχικού γαλαξία · διότι, αν κάποιες φορές “οι δράσεις μιλούν από μόνες τους”, πολλές άλλες φορές οι προθέσεις κι οι αντιλήψεις από πίσω τους δεν ξεπροβάλλουν ξεκάθαρα, με αποτέλεσμα να αποκρύπτονται, να παραποιούνται ή να παρεξηγούνται από τα διάφορα όργανα αποκατάστασης. Γράφω ώστε να μην αυτο-αποκρύπτεται ο κοινωνικός πόλεμος πίσω απ’ τη ρητορική των ανώνυμων επιθέσεων που “ανήκουν σε όλους”.

Εν μέρει, επιθυμούσα να στείλω με αυτή τη μικρή φωτιά ένα πύρινο σινιάλο αλληλεγγύης στους Χιλιανούς και Έλληνες αναρχικούς. Οι πρόσφατες εμπειρίες τους μας διδάσκουν, αν ακόμη υπάρχει η ανάγκη, πως όπου υπάρχει αγώνας, όπου υπάρχει εξέγερση, πάντα θα υφίσταται και καταστολή απ’ την εξουσία, και πως καθείς οφείλει να είναι έτοιμος να την αντιμετωπίσει και να έχει το σθένος να ωθήσει τη σύγκρουση στις έσχατες συνέπειές της.

Ενάντια στην ανάπλαση και τον εξευγενισμό των γειτονιών, ενάντια στους καλούς πολίτες και στον ακτιβισμό τους κόντρα στην υποβάθμιση που, από προνομιακή θέση, θέτει σε κίνηση διαδικασίες που αποσκοπούν στην ολοένα και μεγαλύτερη περιθωριοποίηση όσων βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Ξεχύνουμε τη σύγκρουση και την υποβάθμιση στους δρόμους, τους οποίους θα ποθούσαν ειρηνευμένους και υποκείμενους στη λογική της ασφάλειας και του κέρδους.

Σε αλληλεγγύη με τους έγκλειστους και τις έγκλειστες των επιχειρήσεων Scripta Manent και Panico. Εμπρός συντρόφια, ο πόλεμος συνεχίζεται!

Για τον Manu και τον Juan, για τον Peppe που βρίσκεται σε απομόνωση, για τον Davide που κατηγορείται με το άρθρο 270bis (ανατρεπτική οργάνωση με σκοπό την τρομοκρατία και την υπονόμευση της δημοκρατικής τάξης), για τον Stecco που μετήχθη πρόσφατα, για τον Beppe, τη Nat, τον Madda, τον Leo, και τον Mauro.

Για τα τέσσερα συντρόφια που βρίσκονται υπό ειδική επιτήρηση. Ας είναι η αλληλεγγύη πλατιά κι επιθετική!

Για τις έγκλειστες και τους έγκλειστους στις ελληνικές, τις ρωσικές, τις χιλιάνικες, τις γερμανικές και τις γαλλικές φυλακές, για τη Lisa που βρίσκεται έγκλειστη στην Ισπανία, για όλες και όλους όσους βρίσκουν τους εαυτούς τους έγκλειστους, όπου κι αν βρίσκονται.

Για εκείνες και εκείνους που συνεχίζουν να σαμποτάρουν την ειρήνη του Κράτους και του κεφαλαίου!

Ενάντια στον καπιταλισμό και τις καταναλωτικές του φιέστες.
Για το τέλος της εκμετάλλευσης όλων των ανθρώπων, των ζώων και της γης.
Για την ολική απελευθέρωση!

Για ένα μαύρο 2020, για τον καπνό απ’ τις φλόγες και για νύχτες αγριεμένες!
Ο πυρσός είν’ ακόμη αναμμένος, ζήτω η αναρχία!

κάποιο κακόβουλο άτομο του elf

Πηγή: insuscettibilediravvedimento.noblogs.org

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok