ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

Σε καιρούς δυστοπικών αδιεξόδων, μοναδική διέξοδος η συνέχιση των αγώνων

Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επιχείρησης κατατρομοκράτησης του παγκόσμιου πληθυσμού, στο πλαίσιο ενός ιστορικού συνεχούς αντίστοιχων πρακτικών από κράτος και συνεπώς, από κάθε λογής κεφάλαιο κι αφεντικά, κάθε πτυχή της καθημερινότητας δισεκατομμυρίων ανθρώπων βομβαρδίστηκε από τον φόβο και τον θάνατο. Η τρομολαγνεία από τα καθεστωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και κάθε λογής πολιτική βιτρίνα, είχε ως αποστολή την παραπομπή με πολεμική ορολογία, σε μια διαρκή «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Να σημειωθεί πως η επίκληση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης συνιστά ιστορικά πάγια τακτική του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς αυτές αποτελούν ιδεατό περιβάλλον υποβολής κι επιβολής της υποδούλωσης. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της επίθεσης που έχει εξαπολυθεί τα δύο τελευταία χρόνια (σε συνέχεια όλων των προηγούμενων καπιταλιστικών κρίσεων κι αναδιαρθρώσεων) ως «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», δεν είναι πλέον η εξαίρεση αλλά ο κανόνας.

 

Η προσπάθεια επιβολής της εξουσίας είτε με τη χρήση ωμής βίας είτε εξελίσσοντας τις τεχνικές ελέγχου και πειθάρχησης, δεν είναι κάτι καινούργιο. Η επίθεση ενάντια στη συλλογική και κοινωνική μνήμη, η τυφλή υπακοή κι η απαίτηση για πλήρη έλεγχο που ξεκινάει από τον δημόσιο χώρο και τις κοινωνικές σχέσεις και φτάνει μέχρι το σώμα του καθενός και καθεμιάς ξεχωριστά, δεν μπορεί παρά να έχει στόχο την πλήρη απονεύρωση των αντιστάσεων απέναντι στην κάθε είδους εξουσία.

Ειδικότερα, το κράτος, επιδιώκοντας να εξαφανίσει κάθε εξεγερτική σπιθαμή, εμπλούτισε την κατασταλτική του καμπάνια στη διάρκεια της τελευταίας διετίας, επιτιθέμενο στους νευρώνες της αναρχικής παράδοσης, ιδεολογικής ροής και ριζοσπαστικής μάχης δεκαετιών γύρω απ’ το ευρύτερο κέντρο της Αθήνας, το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια, γύρω από τις πλατείες, τους πεζοδρόμους και τους δρόμους, φτάνοντας μέχρι και τις υπόλοιπες γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Η επίθεση από την κυριαρχία, στον αναρχικό χώρο και τις δομές του, εκεί που χτυπά ο σφυγμός της αντιπαράθεσης ενάντια στους λακέδες του κράτους κι εκεί που τσακίζονται οι μπάτσοι κι οι φασίστες, εντάσσεται στον διαχρονικό πόλεμο μεταξύ ζωής και θανατηφόρου εξουσίας.

Όλα κατακτώνται μέσα από την πάλη. Όλα μπορούν να αλλάξουν μόνο μέσα από την επιμονή μας για αναρχικό λόγο και δράση. Η αδιάκοπη ιστορία των συγκρούσεων και των κέντρων των αγώνων μας, εκεί που συναντώνται άτομα και συλλογικότητες με το όραμα ενός άλλου κόσμου, παραμένει ζωντανή μέσα από την υπεράσπιση των τόπων και των αδιαπραγμάτευτων χαρακτηριστικών και προταγμάτων μας για ριζική εξάλειψη κάθε εξουσίας και κηδεμονίας, αλλά και μέσα από την οργάνωση των αντιστάσεων και την επίμονη πρόκληση εξεγερσιακών γεγονότων. Το στερέωμα των ακηδεμόνευτων αγώνων έρχεται και ριζώνει με απελευθερωτική ορμή, όταν οι ανάγκες κι οι συνειδήσεις πραγματώνονται σε πραγματικό χρόνο και χώρο.

Εκεί, μπορεί να προκληθεί το όραμα μιας ελεύθερης συνεννόησης διάφορων μορφών συλλογικοποίησης, για να καταργήσουν στην πράξη κάθε μορφή ιδιοκτησίας. Την ανάγκη πραγμάτωσης δηλαδή μιας μορφής συλλογικής διαχείρισης των αγαθών και των εδαφών με συγκεκριμένους τρόπους χρήσης τους. Ένας αγώνας που θα φέρει, όσο γίνεται, πιο κοντά αυτές τις στιγμές κατά τις οποίες δε θα ανήκει τίποτα σε κανέναν/μία/α κι όλοι/ες/α θα προσπαθούν για τη γενική χρήση των υλικών αγαθών με τέτοιο τρόπο, ώστε να προάγεται η γενική/συνολική ικανοποίηση, καταργώντας στην πράξη το κράτος κι εξαλείφοντας τη δημιουργία οποιασδήποτε μορφής νέου κράτους και κάθε κοινωνικής σύμβασης εκμεταλλευτή – εκμεταλλευομένου/ης.

περί πειθάρχησης

«Είμαστε σε πόλεμο», έσπευσαν να διακηρύξουν διάφοροι εκπρόσωποι της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής ελίτ αλλά και του ιατρικού ιερατείου, στις απαρχές της εμφάνισης της «πανδημίας» του covid-19 -η ειρωνεία είναι πως είμαστε όντως πάντα σε πόλεμο, και με όρους ενόπλων συγκρούσεων, σ’ όλη τη διάρκεια της «μεταπολεμικής» περιόδου, και την τελευταία διετία λ.χ. από τον πόλεμο στην Υεμένη και τις επιθέσεις στη Ροζάβα, μέχρι τη σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 2020 και την τρέχουσα εμπόλεμη κατάσταση Ρωσίας-Ουκρανίας. «Αυτό το διάγγελμα μού θυμίζει το πρώτο που έκανα το 1940, με τη βοήθεια της αδελφής μου», είπε η βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ και τελείωσε με το στίχο ενός τραγουδιού της εποχής, «θα συναντηθούμε ξανά». «Θα ζήσουμε το Περλ Χάρμπορ της εποχής μας, τη δική μας 11η Σεπτεμβρίου, μόνο που δε θα συμβεί σε ένα συγκεκριμένο σημείο, θα συμβεί σε ολόκληρη τη χώρα», δήλωσε ο επικεφαλής της υπηρεσίας δημόσιας υγείας των ΗΠΑ, ενώ ο πάπας Φραγκίσκος αποφάνθηκε ότι «οι πληγές που προκλήθηκαν στην ανθρώπινη οικογένειά μας από την πανδημία της covid-19 και το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής είναι συγκρίσιμες με εκείνες που προκαλεί μια παγκόσμια σύρραξη».

Η εξομοίωση της «πανδημίας» μ’ έναν παγκόσμιο πόλεμο: πρόκειται, φυσικά, για ένα τεράστιο ψεύδος με προφανή σκοπιμότητα. Εφόσον η «πανδημία» χαρακτηρίζεται «παγκόσμιος πόλεμος», εφόσον ο φόβος παγώσει κάθε κριτική σκέψη, τα εθνικά κράτη αλλά κι οι κάθε λογής υπερεθνικοί οργανισμοί, εμφανίζονται να δικαιούνται να πράξουν οτιδήποτε για την αντιμετώπιση του «εχθρού». Μ’ άλλα λόγια, ο παγκόσμιος πληθυσμός μπαίνει στο επίκεντρο ενός πειθαρχικού μηχανισμού που στοχεύει στον αυστηρό έλεγχο της κυκλοφορίας των σωμάτων με εργαλεία, έκτακτες νομοθεσίες κι απαγορεύσεις, εγκλεισμό, περιορισμούς κι ιατρική τρομοκρατία. Στη μεσαιωνική Αγγλία, η εντολή Habeas Corpus, δηλαδή, «Φέρτε μου το σώμα», είτε του βασιλιά είτε του δικαστή, απαιτούσε να προσαχθεί ενώπιόν τους ένας κρατούμενος και να αιτιολογηθεί η κράτηση, αλλά επίσης εξέφραζε την απόλυτη εξουσία στη ζωή και τον θάνατο των υπηκόων.

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση κινείται κι η κυριαρχία στην εποχή μας, μέσω του ελέγχου των έσχατων «λεπτομερειών» της ανθρώπινης ύπαρξης, με την ψηφιακή οργάνωση των επιτηρήσεων και των αποκλεισμών, των διαχωρισμών, των ελέγχων και βέβαια, με την επιβολή κανονιστικών κυρώσεων, όπως αυτά έχουν ήδη εδραιωθεί στην πορεία των ετών από το κράτος.

Οι απαγορεύσεις που επιβλήθηκαν στον παγκόσμιο πληθυσμό αλλά κι η επιτήρηση των μετακινήσεων με αφορμή την «πανδημία», συνδέθηκαν εξαρχής από τους ίδιους τους εμπνευστές τους με τη «νέα πίστη στο κράτος», που δήθεν απαιτεί η «κατάσταση εξαίρεσης». Τα εμβολιασμένα άτομα βαπτίζονται οι νέοι νομιμόφρονες, καθίστανται δήθεν προνομιούχα, χαρακτηρίζονται σεβαστικοί πολίτες, υπεύθυνοι/ες/α, με υψηλή ενσυναίσθηση του κοινωνικού καθήκοντος. Τα μη εμβολιασμένα άτομα, αντίθετα, λοιδωρούνται, χαρακτηρίζονται αντικοινωνικά, ανεύθυνα, εγκληματίες, απειλούνται, προπηλακίζονται ή εκβιάζονται με κάθε τρόπο.

Οποιαδήποτε αντίρρηση στις απαιτήσεις κράτους και ειδικών για πλήρη συμμόρφωση ακόμα και στα πιο παράλογα «υγειονομικά» μέτρα, βαπτίζεται ανορθολογισμός κι επιστροφή στον σκοταδισμό. Κάθε μορφής αμφισβήτηση εντάσσεται και κατηγοριοποιείται ως θρησκόληπτης κι ακροδεξιάς προέλευσης. Η «ανεύθυνη» κυκλοφορία των σωμάτων ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται όχι μόνο ποινικά κολάσιμη, όχι μόνο ηθικά αποκλίνουσα αλλά ακόμα και ψυχιατρικά. Η δε ιατρικοποίηση της πολιτικής εμφανίστηκε όλο και περισσότερο αφοσιωμένη στη «θεραπεία» των πολιτών από κινδύνους για τους οποίους συχνά υπεύθυνες είναι οι δημόσιες συναθροίσεις και διαμαρτυρίες.

Ο πρωταρχικός σκοπός του κράτους είναι ο έλεγχος κι η καταστολή του πληθυσμού. Πάντοτε δρούσε προς αυτή την κατεύθυνση, προετοιμάζοντας το έδαφος για την ολοκληρωτική μας πειθάρχηση. Ειδικά, τις τελευταίες δεκαετίες, αυτές οι προσπάθειες έχουν ενταθεί, κάνοντας μάλιστα ιδιαίτερη χρήση των νέων τεχνολογιών. Κάμερες σε κάθε δρόμο να καταγράφουν όλες τις κινήσεις, ηλεκτρονική διαρκής παρακολούθηση μέσω κινητών τηλεφώνων (ειδικά smartphone) και social media, σκαναρίσματα στοιχείων με διάφορες αφορμές (πιο πρόσφατο και τρανταχτό παράδειγμα, το πιστοποιητικό εμβολιασμού), ιδιαίτερα αυξημένες αστυνομικές περιπολίες, εξοπλισμός και δημιουργία ειδικών μονάδων στον τομέα της καταστολής, φυλακές υψίστης ασφαλείας κι αρκετά ακόμη, είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί το κράτος για να μας ελέγχει και να μας καταστέλλει. Μέσα σε όλο αυτό το περιβάλλον, θαυμάσια ευκαιρία για το κράτος αποτέλεσε η covid-19, μια ευκαιρία που δε θα μπορούσε να περάσει ανεκμετάλλευτη για κανέναν λόγο. Έτσι, όλα όσα ετοιμάζονταν καιρό ή προχωρούσαν σταδιακά, πλέον επιταχύνθηκαν ραγδαία.

Θα πρέπει να επισημάνουμε σε κάθε τόνο, ότι η επιβολή μιας «κατάστασης εξαίρεσης» εκ μέρους των κρατών, δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα, είτε με τη στενή είτε με την ευρεία έννοια, καθότι αποτελεί μια βαριά κληρονομιά που αφήνουν οι εξουσιαστές στην πορεία των διάδοχων διαχειρίσεων των κρατικών υποθέσεων. Η απόλυτη συνύφανση της ασφάλειας (υγειονομικής ή άλλης) με το κράτος, δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών σχετικά με τις προθέσεις αυτών των σχεδιασμών. Η απόλυτη πειθάρχηση που απαιτείται, υποδηλώνει και το μέγεθος των εξουσιαστικών προσδοκιών: ο καταναγκασμός κι η υποχρεωτικότητα, καθώς κι η επιβολή οποιουδήποτε «συμφώνου ασφάλειας», απαιτεί την άνευ όρων εκχώρηση της φυσικής ελευθερίας του ατόμου με αντάλλαγμα την προστασία του κράτους. Πώς θα επιτευχθεί, όμως, η γενική υπακοή χωρίς τη χρήση ωμής δύναμης, αφού σ’ αυτή μπορεί κάλλιστα να προταχθεί αντίσταση; Μα φυσικά, με την οργάνωση ενός πειθαρχικού συστήματος, που στρέφεται προς την ίδια τη βούληση, μια διαδικασία εθελοδουλίας.

επιστήμη

Η αντικειμενικότητα της επιστήμης είναι ένα αφήγημα που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από πολιτική σκοπιά. Η επιστήμη προβάλλεται διαχρονικά ως κάτι το αντικειμενικό, ως κάτι το «καθαρό». Είναι πλέον η αποκλειστική οδός για να φθάσουμε στην αλήθεια, μιαν αλήθεια επίσης μοναδική και αντικειμενική. Όμως, διαχρονικά και πάλι, η επιστήμη δεν είναι αμόλυντη από κοινωνικές επιρροές. Από την γέννησή της έως και σήμερα, αντανακλά το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα εντός του οποίου ασκείται. Η αντικειμενικότητα της επιστήμης είναι τελικά ένα αφήγημα που δρα προς το συμφέρον του κράτους. Στην covid εποχή που διανύουμε, με βάση αυτό το αφήγημα, επιτυγχάνεται η κοινωνική συναίνεση. Δεν πρόκειται για ένα κράτος που θέλει να ελέγχει και να επιβάλλεται όλο και περισσότερο. Πρόκειται για ένα κράτος που επιστρατεύει τα αναβαθμισμένα μέσα που διαθέτει, για να συμμαχήσει με την (αντικειμενική) επιστήμη στον πόλεμο κατά του αόρατου εχθρού. Άλλωστε, σε μία τέτοια συμμαχία, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Η έννοια του «ειδικού»-της αυθεντίας, παρουσιάζει επίσης μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον. Οι ειδικοί προβάλλονται κι αυτοί σαν αντικειμενικοί και κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας. Η αλήθεια αυτή δεν είναι άλλη από την επιστημονική αλήθεια. Για την καθιέρωση του απόλυτου χαρακτήρα τής εν λόγω αλήθειας, ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι ο καπιταλισμός μοιράζει απλόχερα την άγνοια κι όχι τη γνώση. Οι διάφοροι επιστημονικοί κλάδοι χαρακτηρίζονται πλέον από μια διαρκώς αυξανόμενη εξειδίκευση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ο λόγος που παράγουν, να γίνεται όλο και πιο δυσνόητος για τους μη ειδικούς. Επομένως, η επιστημονική γνώση-αλήθεια προορίζεται για τους κύκλους των ειδικών, ενώ η άγνοια για τις μάζες. Οι μάζες βέβαια, καλούνται να υιοθετήσουν αυτή την αλήθεια, μολονότι, πιθανότατα δεν την κατανοούν. Επιπρόσθετα, καλούνται ή εξαναγκάζονται και να ενεργήσουν με βάση αυτή την αλήθεια. Καταλήγουμε, λοιπόν, στην αφομοίωση μιας στάσης η οποία δρα επίσης προς όφελος του κράτους. Η στάση αυτή εκφράζεται τέλεια στην φράση: «είστε ειδικοί; αφού δεν είστε, μη μιλάτε!». Απόψεις μη ειδικών δεν έχουν αξία. Η κριτική βαφτίζεται με μεγάλη ευκολία συνωμοσιολογία, όταν προέρχεται από «ανειδίκευτα» υποκείμενα. Όποια/ος/ο δεν εντάσσεται στην επιστημονική κοινότητα, δεν έχει δικαίωμα να αμφισβητεί και … το κράτος προελαύνει! Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί πως ιστορικά, τόσο στα συμβούλια φυλών, πολεμιστών, κυνηγών, ψαράδων και της τεράστιας παραμελημένης -σκοπιμότατα- συμβολής των γυναικών, όσο και στον πρώιμο ελληνορωμαϊκό κόσμο, πουθενά οι «ειδικοί» δε γίνονται αποδεκτοί σε ζητήματα που αφορούν όλη την κοινότητα/κοινωνία, στον βαθμό που αυτό συμβαίνει στην εποχή της νεωτερικότητας και δη, σήμερα.

Είναι, λοιπόν, έκδηλο πως η εξύψωση της επιστήμης σε κάτι το αμερόληπτο κι ουδέτερο αποπολιτικοποιεί τον χαρακτήρα που αυτή έχει σήμερα. Ένδειξη της εν λόγω αποπολιτικοποίησης, αποτελεί η αδιαφορία ή η αφέλεια με την οποία συχνά αντιμετωπίζονται τα κίνητρα της επιστήμης. Πολλές θα δηλώσουν πως η επιστήμη είναι στο κάτω-κάτω εδώ, για να μας σώσει ή να κάνει τη ζωή μας καλύτερη. Πολλοί θα πουν πως ο στόχος της είναι ίσως το κέρδος, εντούτοις κι εμείς θα ωφεληθούμε από όσα δημιουργεί. Τέτοιες απόψεις είναι επικίνδυνα απλοϊκές. Αντί περαιτέρω ανάλυσης για τα κίνητρα της σύγχρονης επιστήμης, παρατίθεται ένα παράδειγμα.

Βασικός και μεγάλος χρηματοδότης για το (τύπου mRNA) εμβόλιο της εταιρίας Moderna, είναι η DARPA (defence advanced research projects agency – υπηρεσία έρευνας προηγμένων αμυντικών προγραμμάτων). Πρόκειται ουσιαστικά, για τον τεχνολογικό βραχίονα του αμερικάνικου στρατού. Η DARPA ασχολείται με εφαρμογές που φέρνουν τον όρο δυστοπία όλο και πιο κοντά στην ανθρωπότητα. Ο δε αμερικάνικος στρατός έπαιξε κεντρικό ρόλο σε μια άλλη υπόθεση υποχρεωτικού εμβολιασμού, όταν ανάγκασε τεράστιο αριθμό στρατιωτών να εμβολιαστεί κατά του άνθρακα. Μεγάλος αριθμός στρατιωτών εμφάνισε συμπτώματα πολύ επιβαρυντικά για την υγεία του. Ας μείνουμε όμως εδώ από άποψη γεγονότων κι ας υποβάλουμε δύο πολύ σημαντικές ερωτήσεις σχετικά με τα κίνητρα που αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο. Πρώτον, υπάρχει περίπτωση ο αμερικάνικος (ή οποιοσδήποτε άλλος) στρατός να νοιάζεται για την υγεία μας; Δεύτερον, όταν εμπλέκονται τέτοιου είδους οργανισμοί, είναι απίθανο να υπάρχουν ιδιοτελή κίνητρα τα οποία ξεπερνούν την παραδοσιακή λογική του κέρδους;

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως η απόλυτη ή/και τυφλή εμπιστοσύνη στη σύγχρονη επιστήμη (άλλωστε, η επιστήμη κατά μία ιστορική έννοια, συνιστά την οργανωμένη, συστηματική και διαρκή αμφισβήτηση κάθε προϋπάρχουσας αυθεντίας), δίχως να μας προβληματίζουν τα κίνητρά της, είναι μια στάση που από πολιτική άποψη, στερείται βάθους. Πέρα από το ρηχό της χαρακτήρα όμως, η στάση αυτή μάς απομακρύνει από έναν αναρχικό τρόπο σκέψης. Διότι εδώ έχουμε να κάνουμε με κρατικές πολιτικές, που καμουφλάρονται χρησιμοποιώντας την ιδέα της «καθαρής» επιστήμης. Σε μια τέτοια συνθήκη, οφείλουμε ως αναρχικές/οί/ά να επιδεικνύουμε τον αυτονόητο σκεπτικισμό και να φέρνουμε στο προσκήνιο τις αυτονόητες αμφιβολίες.

[αναρχία κι επιστήμη]

Από τις απαρχές της αναρχικής σκέψης, υπάρχει μια έντονη κριτική απέναντι όχι στην ίδια την επιστήμη αλλά στην προσπάθεια εκείνων που τη λατρεύουν σα θεό, παραχωρώντας στους ειδικούς προνόμια και δικαιώματα, εξουσία κι έλεγχο, επιβάλλοντας ουσιαστικά κι αυταρχικά, νόμους στη ζωή, στο όνομα της επιστήμης. Ο Mikhail Bakunin τόνιζε, «τι κρίμα θα ήταν να είναι η ανθρωπότητα σκλάβα των ειδικών! Δώστε τους την απόλυτη εξουσία και θα αρχίζουν να εφαρμόζουν πάνω σε ανθρώπινα όντα τα ίδια πειράματα που οι επιστήμονες κάνουν σήμερα σε κουνέλια και σε σκύλους. Η ζωή θα έσβηνε κι η ανθρώπινη κοινωνία θα μετατρεπόταν σε μια βουβή και δουλική αγέλη! Η κυριαρχία της επιστήμης πάνω στη ζωή δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα παρά μόνο την αποκτήνωση του ανθρώπινου γένους. Εκείνοι που υπερασπίζουν την κυριαρχία της επιστήμης πάνω στη ζωή, υπερασπίζουν όλοι την κρατική ιδέα και την κρατική εξουσία.» Ο Bakunin ως αναρχικός, θεωρούσε ότι όσο υπάρχει το κράτος, θα υπάρχει η κυριαρχία της/ου μιας/ενός πάνω στην/ον/ο άλλη/ον/ο που οδηγεί στην υποδούλωση. «Κράτος χωρίς υποδούλωση δεν είναι νοητό και γι’ αυτόν τον λόγο, είμαστε εχθροί του κράτους», τόνιζε. Στη σημερινή εποχή τα λόγια του, ηχούν επίκαιρα παρά ποτέ.

το τέρας του «εξευγενισμού» κι η βιοτεχνολογική μητροπολιτική του τρόμου

Ο εξευγενισμός, gentrification, όπως πρωτοαναφέρθηκε από την κοινωνιολόγο Ruth Glass το 1964, είναι ο όρος που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την κοινωνικοχωρική-περιβαλλοντική µεταβολή της συνοικίας του Ίσλινγκτον στο δυτικό Λονδίνο, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, σύμφωνα με τα εργασιακά και οικιστικά συμφέροντα της κρατιστικής επιβολής.

Το σχέδιο είναι απλό: «υποβαθμισμένες», «υπανάπτυκτες», «παρηκμασμένες» περιοχές πρέπει να «εκσυγχρονιστούν», γιατί ο κόσμος πάει «μπροστά», γιατί η «ανάπτυξη» είναι το παν, γιατί η εμπορευματική αξία, το εμπόρευμα είναι ο βασικός ρυθμιστής της σύγχρονης αστικής ζωής μέσα από την πειθάρχηση και τον έλεγχο, μέχρις ότου οι περισσότεροι των μη συνεργάσιμων κι αδιάφορων στα εξουσιαστικά συμφέροντα κατοίκων, ανθρώπινων και μη, να εκτοπιστούν και να αλλάξει ο συνολικός κοινωνικός και περιβαλλοντικός χαρακτήρας των περιοχών.

Φαινόμενα που θυμίζουν εξευγενισμό συναντώνται σποραδικά κυρίως από τον 19ο αιώνα. Ωστόσο, η συστηματική ανακατασκευή κι αποκατάσταση των κέντρων των πόλεων εντοπίζεται στη μεταπολεμική εποχή και μετά. Οι πολιτικές «εξευγενισμού» παρουσιάζουν διαφορές ανάλογα με τις χρονικές περιόδους. Άλλοτε οι «εξευγενιστές» (gentrifiers) είναι ιδιώτες που υπόσχονται την πλήρη αναγέννηση μιας περιοχής κι άλλοτε είναι οι ήδη υπάρχοντες ιδιοκτήτες που πιέζουν για την αναβάθμισή της, άλλοτε το κράτος ανοίγει τα χαρτιά του παίζοντας φανερά το παιχνίδι του «Μέγα Εξευγενιστή» με βίαιες εκτοπίσεις των κατοίκων, ανθρώπινων και μη, κι άλλοτε πάλι κρυμμένο πίσω από τους ιδιώτες, παίζει εξίσου βρώμικα.

Επιπλέον, στον 19ου αιώνα, το ζήτημα της υγείας από την παλιά αντίληψη επικεντρωμένη στον ασθενή, μετατρέπεται σε μια αντίληψη υγείας ως απλώς απουσία της ασθένειας. Έτσι, η ασθένεια εμφανίζεται στους δρόμους των πόλεων, εισχωρεί στα εσωτερικά των κατοικιών τους και μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την υγεία του ατόμου, στην υγεία των πληθυσμών και των τόπων της ασθένειας. Μια αναδυόμενη μητροπολιτική σκέψη που εκτοπίζει και με αυτόν τον τρόπο, ό,τι είναι «εκτός σχεδίου πόλης», ως δυνητικά υποψήφιο προσαρμογής στις υγειονομικές μεθοδεύσεις της. Οι «μιαρές» φτωχογειτονιές του 19ου αιώνα σταδιακά θα έδιναν τη θέση τους σε «υγιείς» ομοιόμορφες σειρές από σπίτια και δρόμους ενός οικιακού δομημένου χώρου, με πρόσχημα το συμφέρον του εργαζόμενου κόσμου. Ακολούθως, στη δεκαετία του 1980, στη Νέα Υόρκη, ο όρος εξευγενισμός μετατρέπεται σε αναζωογόνηση (revitalization), διογκώνοντας μια συγχρονισμένη επίθεση βοηθούμενη από τον τύπο και τα ΜΜΕ και προβάλλοντας μια «αριστοκρατία γαιοκτημόνων» των δημοσίων χώρων, με «ενάρετους σκοπούς» (χορηγίες, φιλανθρωπίες κλπ.). Αυτή η αποικιοκρατικού τύπου τακτική εξελίσσεται σε μια συνεχή «εξημέρωση» και τυποποίηση όλων των μορφών ζωής που εξαπλώνεται παγκοσμίως. Τώρα πια, τα σύγχρονα μοντέλα ζωής επιβάλλουν τη βίαιη εισχώρηση συσκευών νανοτεχνολογίας στα σώματα και την αντικατάσταση ώριμων δέντρων από μηχανικές συσκευές φιλτραρίσματος του αέρα ή τη γενικευμένη χρήση υβριδικών δέντρων.

Από το 2010 περίπου και μετά, βλέπουμε το κράτος ν’ αναλαμβάνει όλο και περισσότερο το ρόλο του επιχειρηματία-manager µε συμπράξεις δημοσίου – ιδιωτικού τομέα, καθώς επίσης δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιχειρηματική ενεργοποίηση της λεγόμενης «δηµιουργικής τάξης». Πιο συγκεκριµένα, η αποκαλούμενη «δηµιουργική τάξη», η οποία έχει αντικαταστήσει τον όρο των «εξευγενιστών», περιλαµβάνει άτοµα που έχουν υψηλό επίπεδο «γνώσεων και ικανοτήτων» και καλούνται να λύσουν προβλήματα ενσωματώνοντας καινοτόμες λύσεις, στρατηγικές κι ιδέες, µε βασικό χαρακτηριστικό της εργασίας τους, «την ευελιξία, την ευπλαστότητα και την κινητικότητα». Στη δηµιουργική τάξη συμπεριλαμβάνονται αυτοί/ές/ά που παραδοσιακά θεωρούνται «δημιουργικοί/ές/ά»: καλλιτέχνες, ηθοποιοί, μουσικοί, συγγραφείς αλλά κι αυτοί που ονομάζονται «γνωστικοί εργάτ(ρι)ες», µε άλλα λόγια, προγραμματιστές Η/Υ, μηχανικοί, designers, εργαζόμενοι/ες/α στα media, ακαδημαϊκοί, φοιτητ(ρι)ες/ά κτλ. Πρόκειται για άτοµα που έχουν ως βασικά χαρακτηριστικά της εργασίας τους τη δημιουργία νέων µορφών προϊόντων, στρατηγικών, ιδεών, θεωριών, δίνοντας έμφαση στη δημόσια σφαίρα της ζωής (public life) και όχι φυσικά στην κοινοτική ζωή (community life).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, βλέπουμε την τελευταία δεκαετία, και τη συρρίκνωση όλων των πιο ανεξάρτητων καλλιτεχνικών φωνών και την απόλυτη κυριαρχία των ιδρυμάτων, όπως το Νιάρχος κι η Στέγη του Ωνάση, όπου αλέθουν και συνθλίβουν όλες τις νέες τάσεις και ρεύματα που κάνουν την εμφάνισή τους στην πόλη της Αθήνας, κάτω από την εικόνα του «πρωτοπόρου», ενώ στην πραγματικότητα είναι μεγάλα super markets και malls «καλλιτεχνικών» εμπορευμάτων και κονιορτοποιητήρια ιδεών. Στην εποχή covid-19, αυτά τα ιδρύματα κι ο κόσμος της τέχνης που συμμετέχει σε αυτά, απέδειξαν ξεκάθαρα ότι ενισχύουν την κυρίαρχη ιδεολογία των αποκλεισμών, των διακρίσεων, του ελιτισμού και του βιοτεχνολογικοποιημένου πολιτισμού της πειθαρχίας και του ελέγχου.

Ταυτόχρονα µε τη ρητορική για τη «δηµιουργική τάξη» που κατοικεί στη «δηµιουργική πόλη» όλο και περισσότερο, αναπτύσσονται οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές του λεγόµενου “city branding”. Σύμφωνα με αυτές τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές παγκοσμίως, η Αθήνα πρέπει κι αυτή να αποκτήσει “city branding”, να γίνει δηλαδή μια ανταγωνιστική πόλη με «ταυτότητα» που να μπορεί να λανσάρει τον εαυτό της στους επενδυτές.

Οι παραπάνω ορισμοί και περιγραφές καταδεικνύουν ότι οι φορείς του εξευγενισμού είναι οι επεκτατικές τάσεις του κεφαλαίου και των συνεργατών του, οι οποίες εκτοπίζουν τους παλαιότερους και συνήθως, οικονομικά ασθενέστερους κατοίκους της πόλης. Ωστόσο, εμπλέκονται όλο και περισσότερο στοιχεία της κυρίαρχης κουλτούρας κι αισθητικής, το αποκαλούμενο lifestyle, καθώς επίσης αλληλοδιασταυρώνονται στις διαδικασίες εξευγενισμού τα πολλαπλά συστήματα εξουσίας και διακρίσεων µε βάση το φύλο, την εθνότητα, το χρώμα, την τάξη, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, το είδος κτλ. Όπως πολύ στοχευμένα αποτυπώθηκε τον Ιούνιο του 1988, στην Νέα Υόρκη, για τον αγώνα του Tompkins Square Park, «ο εξευγενισμός είναι γενοκτονία».

Λίγο πριν το 2020 και με αφορμή την covid-19, το ενδιαφέρον των εξευγενιστών δεν περιορίζεται μόνο στις εξωτερικές συνθήκες ζωής, αλλά εφευρίσκει τρόπους να διεισδύσει στα πιο απομακρυσμένα κομμάτια του εσωτερικού των σωμάτων, φτάνοντας να μετατρέπει σε δημόσιες συζητήσεις και πολιτικές αποφάσεις, όχι μόνο τις γεννήσεις, τις εκτρώσεις ή τις στειρώσεις αλλά και τον έλεγχο των κυττάρων, του dna κλπ., επεκτείνοντας συνάμα την έννοια της ιδιοκτησίας κι εξαλείφοντας κάθε ίχνος αυτοδιάθεσης, αυθορμητισμού ή αυτοοργάνωσης. Τώρα πια τίποτα δεν ανήκει σε κανένα, γιατί όλα είναι μια απέραντη ιδιοκτησία του κράτους, των εταιριών, των συνεργών τους και κάθε ρουφιάνου που καιροφυλακτεί για ένα κομμάτι από τα κλεμμένα του πλανήτη.

Γι’ αυτό το βρώμικο ξεκαθάρισμα, στην περίπτωση της ελληνικής επικράτειας κι αργότερα, με αφορμή την υγειονομική καταστολή, βρήκαν ανοιχτότερο το πεδίο κι έχουν μπει στο παιχνίδι διάφορες εταιρείες με απευθείας αναθέσεις από το κράτος. Η προμετωπίδα όλων φυσικά, είναι η ανώνυμη εταιρεία «ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΑΘΗΝΑΣ Α.Ε.» που ιδρύθηκε το Μάιο του 2018 επί ΣΥΡΙΖΑ, με πρόεδρο τον Ν. Μπελαβίλα, και συνεχίζει ακάθεκτη επί ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, με πρόεδρο τον Κ. Μπακογιάννη, έχοντας αναλάβει τον συντονισμό, τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό και την υλοποίηση αναπλάσεων εντός των ορίων του δήμου Αθηναίων, ιδίως στο κέντρο της πόλης, με έμφαση στις περιοχές του Εμπορικού Τριγώνου και των Προσφυγικών της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ακολουθούν διάφορες ιδιωτικές εταιρείες, όπως η PRODEA Investments που έχει αναλάβει τη μελέτη και το έργο ανάπλασης του λόφου του Στρέφη, η UNISON, που είναι μια εταιρεία για όλες τις βρωμοδουλειές κι έχει αναλάβει το σύνολο των χώρων πρασίνου, ανάμεσά τους τον λόφο Φιλοπάππου, τον Λυκαβηττό και τα Τουρκοβούνια κ.ά. Φυσικά, αρκετές ακόμη στριμώχνονται στην πόρτα του Μπακογιάννη και του Μητσοτάκη, παρέχοντας εκδουλεύσεις, προκειμένου να πάρουν λίγη πίτα από το ταψί, όπως οι εταιρείες Αττικό Μετρό και ΑΒΑΞ που για τα εργοτάξια του μετρό ισοπεδώνουν 62.000 τ.μ. και ξεριζώνουν 2.500 δέντρα, κι η Politis Technologies, μέλος του Ομίλου Πολίτη, που μέσα από το πρόγραμμα «Υιοθέτησε την Πόλη σου» του δήμου Αθηναίων, «φύτεψε» συσκευές μείωσης ρύπων, θεωρώντας ότι η καθεμιά αντιστοιχεί σε 7,5 ώριμα δέντρα.

Επιπρόσθετα, πρέπει να αναφερθεί κι ο νόμος για τα «ζώα συντροφιάς» που στα επιμέρους στοιχεία του (χρηματικά πρόστιμα, τσιπάκια, πιστοποιητικά μετακίνησης, έλεγχοι dna) παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τους νόμους έκτακτης ανάγκης από την περίοδο του λοκντάουν κι έπειτα, και συναινώντας σ’ αυτόν, δεν υποβιβάζονται κι εξολοθρεύονται μόνο τα ελεύθερα μη ανθρώπινα όντα, αλλά εμμέσως σηματοδοτείται κι η συναίνεση στον υποβιβασμό κάθε ελευθερίας των ανθρώπων.

Αυτά τα φαινόμενα παγκοσμίως, πάντα με πρόσχημα την ασφάλεια, την ανάπτυξη και την υγεία, κρύβουν με τυχοδιωκτικές παραλλαγές μια πολυειδισμική θεωρία, κρατιστικής, πατριαρχικής κι ανθρωποκεντρικής προέλευσης. Εξαφανίζουν «ανεπιθύμητα» φυτά, «αδέσποτα ζώα» κι ανθρώπους, θεωρώντας τα περιθώριο της μητροπολιτικής γεωγράφησης. Αορατοποιούν άσπιτα, άνεργα, εξεγερσιακά υποκείμενα καταλήψεων, άτομα με λίγα ή χωρίς χρήματα κι όλα όσα συνολικά αρνούνται ένα πολύ συγκεκριμένο κι ασφυκτικά μεθοδευμένο τρόπο ζωής, υποδεικνύοντάς τα επιπλέον ως βασικά υπεύθυνα για την αισθητική κι ηθική κατάπτωση των πόλεων. Θέματα ασφάλειας, υγείας, επενδυμένα με ρατσιστικά σχόλια, αναδύονται ως επιχειρήματα για μια επιστροφή των «καθαρών» περιοχών στα χέρια των «ευυπόληπτων-πιστοποιημένων» πολιτών της. Παράλληλα, η έννοια του «κανονικού» καθορίζει το ορθόν και πρέπον, ενώ η έννοια του στατιστικού «μέσου όρου» αναδεικνύει μια μετριότητα που επιδέχεται και χρειάζεται ασταμάτητα βελτίωση. Έτσι, εν μέσω κορονοϊού, αυξήθηκαν οι γυναικοκτονίες, οι στειρώσεις ζώων. Τα ελεύθερα ζώα εξαφανίζονται-δολοφονούνται μαζί με τους/τις/τα μετανάστ(ρι)ες/ά, τους/τις/τα ρομά, (η τηλεκπαίδευση ενισχύει την αορατότητά τους) και μαζί, εξαφανίζονται όλοι «οι άνθρωποι χωρίς χαρτιά και πιστοποιήσεις».

Η αυθόρμητη κι ελεύθερη διάδραση όλων των οργανισμών που αλληλοεπιδρούν στα περιβάλλοντα τα οποία συνθέτουν τη ζωή του πλανήτη, γίνεται εκμετάλλευση στα χέρια των ειδιστών-κρατιστών, δημιουργώντας νέες κατηγορίες με αιχμή την ψευδαίσθηση του «ανώτερου ανθρώπινου είδους» και του «τέλειου περιβάλλοντος». Πρόκειται για έναν πόλεμο που εξελίσσεται μέσα από την πανικόβλητη κίνηση των τρομοκρατημένων πληθυσμών. Αυτό φάνηκε καθαρά στην εποχή covid-19, με την ευλαβή τήρηση του αποκλεισμού (λοκντάουν), της κοινωνικής αποστασιοποίησης και των εξαναγκαστικών ιατρικών πράξεων που μάλιστα δικαιολογήθηκαν ως «ατομική ευθύνη» και «ταξικό καθήκον».

Αυτή η κυριαρχική πολιτική σε στενή συνεργασία με την επιστήμη και την τεχνολογία, συνεχώς, κατηγοριοποιεί σε είδη και διατηρεί καταχρηστικά το δικαίωμα να επιλέγει την ενίσχυση κάποιων υβριδικών αναμείξεών τους, σύμφωνα με δουλοκτητικά κριτήρια. H δικαιολογία της διεκδίκησης ή της ύπαρξης δικαιωμάτων των ανθρώπινων και μη όντων, ιδίως πια στην covid-19 εποχή, αποδεικνύει το πραγματικό της πρόσωπο, διαχωρίζοντας τα πάντα σε κατηγορίες προνομιούχων και μη. Άλλωστε, από την εποχή των επαναστάσεων ουσιαστικά, υπήρχε η προσδιδόμενη ταυτότητα του «υπό όρους πολίτη» στο όνομα της δημοκρατίας. Τα υπόλοιπα έμβια ή άβια -επίσης συγκάτοικοι του πλανήτη- που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, περιθωριοποιούνται, απομονώνονται, αορατοποιούνται, λες κι υπάρχουν σε ένα «ερημικό νησί» που συμβολίζει τη φύση ως κενό ή στην καλύτερη, ένα απομακρυσμένο θέαμα -όπως κατάντησαν τα πάρκα κι οι πλατείες των πόλεων, τα απαλλοτριωμένα από ζωή κτίρια των καταλήψεων ή οι δήθεν «υποβαθμισμένες» γειτονιές. Όλα μεταμορφώνονται σε νεκρά σημεία ενός άλλου νοσταλγικού παρελθόντος, αφού κατάντησαν αποσπασμένα κι αποικιοκρατούμενα κομμάτια του σαρωτικού μητροπολιτικού επεκτατισμού.

Κάτω από τις δεδομένες συνθήκες έχει καταστεί ολοφάνερο ότι το κάθε κράτος, το κάθε σύνορο, η κάθε πειθάρχηση, οδηγούν στην εξαφάνιση της οποιασδήποτε μορφής ελευθερίας κι αυτοδιάθεσης. Εξόντωση των αρνητών εξαναγκαστικών ιατρικών πράξεων, υποχρεωτική επιβολή των βιοτεχνολογικών μεταλλάξεων κι υβριδισμών, διάλυση κάθε χώρου κοινωνικοποίησης, χρήση ενός απόλυτου κι ολοκληρωτικού μοντέλου πολιτισμού κι αισθητικής. Τελικά, ολική εξαφάνιση κάθε ελεύθερου περιβάλλοντος ή ελεύθερα περιπλανώμενου όντος, για τη συνολική υποδούλωση της ζωής σε κινήσεις μόνο μέσω ψηφιακών πιστοποιητικών και βιοτεχνολογικών ελέγχων, μέσα σε αυστηρά αποστειρωμένους χώρους.

Απέναντι στα σχέδια λεηλασίας των τόπων και των ζωών μας,

να γίνουμε οι γκρεμιστές μαζί κι οι χτίστες.

Για την εξέγερση και την ολική απελευθέρωση σε όλα.

αντιπατριαρχικός λόγος και δράση

Η σχέση των φύλων ιδωμένη από τη δική μας ματιά, προκύπτει ως αναγκαιότητα απέναντι σε έναν δήθεν φεμινισμό διαμεσολαβημένο από την επίσημη αφήγηση. Η λογική του δικαιωματισμού αφορά μια σχέση που αναγνωρίζει και σέβεται την ύπαρξη εξουσίας και κράτους, από το οποίο μάλιστα διεκδικεί χωρίς να γνωρίζει αν θα υπάρχει θετική ανταπόκριση, την παροχή με νομική κατοχύρωση δικαιωμάτων, πάνω σε θέματα που θεωρεί ότι υπάρχει κάποιο έλλειμα ή διαχωρισμός. Για μας, το πρόβλημα είναι η αναπαραγωγή υπαγωγών και διακρίσεων που ξεκινά από το κράτος κι αναπαράγεται μέσα στην ίδια την κοινωνία· η αύξηση της βίας και της υποτίμησης ως καθρέφτισμα της διάχυτης κοινωνικοπολιτικής συνθήκης. Επομένως, ενώ στεκόμαστε δίπλα και μέσα στους αγώνες όσων προσπαθούν να βελτιώσουν τους όρους της ζωής τους και να εξαλείψουν τη διάκριση που υπόκεινται, εναντιωνόμαστε στην ίδια την εξουσία που πολλές φορές αναγνωρίζει το πρόβλημα και ψεύδεται ότι προσπαθεί να το επιλύσει ως ο προστάτης των υπεξουσίων· γίνεται εκπρόσωπος μιας ορθής πολιτικής με έμμεσο σκοπό την κανονικοποίηση (την ένταξη δηλαδή στο σύστημα με συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις), τη χειραγώγηση και τον διαχωρισμό του κοινωνικού συνόλου αλλά και των αγώνων.

Ποια θα μπορούσαν να είναι τα πεδία συνάντησης των επιθυμιών μας απέναντι σε υποδεικνυόμενους ρόλους που κλέβουν την αλήθεια των προθέσεών μας; Θα ήταν εφικτό να δημιουργηθούν «τόποι» επανεξέτασης των διαχωριστικών μεταξύ μας γραμμών; Να συγκροτηθούν οι τρόποι που θα επέτρεπαν το ξετύλιγμα κάθε ύπαρξης σε μια κατεύθυνση αλληλοσυμπληρωματικότητας κι όχι αλληλοκατανάλωσης; Ποιους δρόμους ανοίγοντας, θα οδηγούσαμε στον συντροφικό σεβασμό, κι όχι στην αμοιβαία λεηλασία σωμάτων, με αιχμή την εξόντωση θηλυκοτήτων; Ως αναρχικές, δεν επιθυμούμε προστάτες, γιατί γνωρίζουμε ότι η ίδια η εξουσία και το κράτος είναι αυτά που τρέφουν την πατριαρχική κοινωνία που ζούμε. Τα σώματά μας είναι δικά μας, οι αγώνες μας θα είναι αδιαμεσολάβητοι, χωρίς ιεραρχήσεις της καταπίεσης και πέρα από κάθε ανθρωποκεντρική λογική που ενισχύει το κυρίαρχο μοντέλο του ισχυρού δυτικού λευκού άντρα, πέρα από επίπλαστα δικαιώματα και κρατιστικές λογικές. Στόχος μας είναι, όχι να πάρουμε στα χέρια μας ένα μερίδιο της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, να γίνουμε δηλαδή καταπιέστριες στην θέση των καταπιεστών, αλλά η ολοκληρωτική αντιμετώπιση με άμεση δράση και λόγο, κάθε εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, μέχρι την ολική απελευθέρωση σε όλα.

βιομηχανικές επαναστάσεις

Μέσα στις πάμπολλες αντινομίες κι αντιφάσεις που δημιουργεί ο καπιταλισμός, μπορούμε να διακρίνουμε και το εξής ειρωνικό: τα τελευταία 250 χρόνια, κάθε φορά που το καπιταλιστικό σύστημα έφτανε στο σημείο να οξύνει την επίθεσή του προς τα εκμεταλλευόμενα κομμάτια της κοινωνίας, με αιχμή την τεχνολογική πρόοδο, αυτό ονομαζόταν «βιομηχανική επανάσταση». Με τον όρο αυτό, τα αφεντικά επέλεξαν να ονοματοδοτήσουν αλλιώς το μετασχηματισμό των κοινωνικών κι εργασιακών σχέσεων, τον ολοένα και μεγαλύτερο περιορισμό της ανθρώπινης ελευθερίας, την ολοένα και μεγαλύτερη εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος.

Ο όρος «4η βιομηχανική επανάσταση» βρίσκεται εδώ και χρόνια στον λόγο των κυριάρχων, περιλαμβάνοντας από την τεχνητή νοημοσύνη, τις βιοτεχνολογίες και τη γενετική, μέχρι το διαδίκτυο των πραγμάτων (internet of things) και τα κρυπτονομίσματα. Ο παράγοντας covid φαίνεται σαν την «τέλεια καταιγίδα» που παρουσιάζει μια μεγάλη ευκαιρία: τεράστια κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού σε κατάσταση απομόνωσης και περιορισμού, απόλυτα εξαρτώμενα από την τεχνολογία, προκειμένου να επικοινωνήσουν, να εργαστούν ή να διασκεδάσουν, επομένως, πλήρης νομιμοποίηση των τεχνολογιών ελέγχου στο όνομα της προάσπισης της δημόσιας υγείας κι ακόμα μεγαλύτερη ψηφιοποίηση σχεδόν κάθε πτυχής της ανθρώπινης δραστηριότητας, φτάνοντας μέχρι τη μαζική εφαρμογή στον πληθυσμό των «εμβολίων mRna».

O Klaus Schwab, εξουσιαστής/επικεφαλής του παγκόσμιου οικονομικού φόρουμ, περισσότερο γνωστός για τα λεγόμενά του περί της «μεγάλης επανεκκίνησης» (the great reset), δίνοντας το στίγμα αυτής της νέας καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, είχε πει σχετικά: «δε θα αλλάξει αυτά που κάνουμε, αλλά αυτό που είμαστε».

υποχρεωτικός εμβολιασμός και «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων»

Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός περιορίζει την ήδη περιορισμένη (μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία) αυτοδιαχείριση των σωμάτων μας· κι η αυτοδιαχείριση των σωμάτων μας είναι αδιαπραγμάτευτη. Τον τελευταίο λόγο για τη ζωή και τον θάνατό μας, θα τον έχουμε εμείς, κι όχι το κράτος κι οι φαρμακομαφίες που αυτό υπηρετεί. Άλλωστε, ο εμβολιασμός (αν κι εφόσον και για όσο πιάσει τόπο) είναι ένα μέσο ατομικής προστασίας. Υπ’ αυτή την έννοια, ο εμβολιασμός είναι ή μάλλον θα έπρεπε να είναι μια προσωπική υπόθεση. Προσωπική υπόθεση κι όχι ταξικό καθήκον. Από πού κι ως πού, άραγε, η απόφαση για μια ιατρική πράξη αποτελεί ταξικό καθήκον; Από πού κι ως πού η τυφλή συμμόρφωση στις κρατικές προσταγές αποτελεί ένδειξη κοινωνικής αλληλεγγύης; Πώς είναι δυνατόν να αγωνιστούμε ενάντια στην ταξική, εθνοφυλετική κι έμφυλη καταπίεση, την ίδια στιγμή που η εξουσία παρεμβαίνει με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο στα σώματά μας, μετατρέποντάς τα σε πειραματικά εργαστήρια των εταιρειών βιοτεχνολογίας;

Τα «υγειονομικά» πιστοποιητικά αποτελούν ένα από τα βασικά εργαλεία για το πέρασμα σε μία συνθήκη ψηφιακού ελέγχου κι επιπλέον καταγραφής κάθε πτυχής της ζωής μας. Χρησιμεύουν επίσης ως ένα μέσο πίεσης για όσους/ες/α αρνούνται να παραδώσουν αμαχητί την αυτοδιαχείριση των σωμάτων τους στην πολιτική και οικονομική εξουσία. Όσα άτομα δεν πειθαρχούν, αποκλείονται από την κοινωνική κι από την οικονομική ζωή. Χιλιάδες ανεμβολίαστοι/ες υγειονομικοί βρίσκονται σε αναστολή εργασίας (την ίδια στιγμή που οι εμβολιασμένοι/ες υγειονομικοί επιστρέφουν στα πόστα τους έστω και με ελαφρά συμπτώματα της νόσου covid-19) και χιλιάδες ακόμα εργαζόμενοι/ες/α έχουν χάσει τις δουλειές τους, πληρώνοντας το τίμημα των αρνήσεών τους. Τα εργαζόμενα υποκείμενα που δεν έχουν το «covid/freedom/green pass» υποχρεώνονται σε επαναλαμβανόμενα rapid tests σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα κι αλλού, ενώ το κόστος επιβαρύνει τα ίδια. Αν αυτό δεν είναι έμμεση μείωση μισθού, τότε τι είναι;

Συνάμα, τα υγειονομικά πιστοποιητικά συνιστούν ένα ακόμα εργαλείο φόβου, διαχωρισμού κι επιβολής, ως μέσο επιστροφής στην καπιταλιστική «κανονικότητα», ενώ τα εμβολιασμένα άτομα απολαμβάνουν τα «προνόμια» της επιβίωσης σε μία «απολυταρχική δυστοπία». «Προνόμια» επιβίωσης που ενεργούν ως μια ψευδαίσθηση ότι ο εμβολιασμένος πολίτης κατέχει δικαιώματα· εδώ, το συγκεκριμένο νοητικό άλμα έρχεται να ενισχύσει η λεγόμενη «επιχείρηση Ελευθερία». Έτσι, τα εμβολιασμένα άτομα των κατώτερων κοινωνικών τάξεων παραμένουν καταπιεσμένα, ενώ τα ανεμβολίαστα βρίσκονται με αφαίρεση κάποιων προνομίων/δικαιωμάτων ή ακόμα χειρότερα, σε αναστολή ή απόλυση. Αυτά τα προνόμια, βέβαια, έχουν και ημερομηνία λήξης, καθώς αν κανείς/καμιά/κανένα δε συμμορφώνεται διαρκώς, τότε υποβαθμίζεται στην κατηγορία των «μιασματικών» ανεμβολίαστων. Με τον τρόπο αυτό, οι ήδη υπάρχοντες κοινωνικοί και ταξικοί διαχωρισμοί βαθαίνουν κι άλλο στη βάση νέων «υγειονομικού» χαρακτήρα κριτηρίων, εξαπλώνοντας τον κοινωνικό κανιβαλισμό και τη νοοτροπία της ρουφιανιάς, μέχρι και την αυτο-επιτήρηση καθενός και καθεμιάς ξεχωριστά: ανάθεση σε εργαζόμενους/ες/α καθηκόντων ελέγχου πιστοποιητικών και ταυτοτήτων, στιγματισμός ανεμβολίαστων στους χώρους εργασίας (όπου δεν επιβάλλονται ποινές αναστολής), αποκλεισμός τους από κλειστούς χώρους δημόσιων υπηρεσιών, εστίασης, ψυχαγωγίας κ.ό.κ.. Όμως μια κρατικά αδειοδοτημένη ελευθερία (και μάλιστα με ημερομηνία λήξης) δεν είναι πραγματική ελευθερία. Διότι το κράτος, οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρει, είναι ένας μηχανισμός, ο οποίος δεν μπορεί να γεννήσει τίποτα υγιές, αυθόρμητο και πραγματικά απελευθερωτικό.

αντικρατικός αντιφασιστικός αγώνας

Ένα ακόμα εργαλείο που είδαμε να χρησιμοποιούν οι κρατικές εξουσίες και τα φερέφωνά τους, και στον ελλαδικό χώρο αλλά και παγκόσμια, είναι η λυσσαλέα εμμονή τους να ταυτίσουν οποιαδήποτε φωνή κριτικής και εναντίωσης στα κατασταλτικά μέτρα της «νέας κανονικότητας», με την ακροδεξιά, τον εθνικισμό, τον θρησκευτικό συντηρητισμό και τις συνωμοσιολογικές τερατολογίες. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους φωνές κι απόψεις προερχόμενες από όλους αυτούς τους χώρους, εμφανίστηκαν, διογκώθηκαν και προωθήθηκαν ως «υπερασπιστών της ελευθερίας» κι εναντίωσης στις κρατικές επιταγές. Μας είναι όμως επίσης ιστορικά γνωστό ότι η εξουσία απεχθάνεται τα κενά και τα αδιέξοδα κι όταν δεν μπορεί ή δεν είναι διατεθειμένη να τα καλύψει η ίδια, τον ρόλο αυτό αναλαμβάνουν οι παρακρατικές της εφεδρείες.

Παράλληλα, θεωρούμε εξίσου σημαντικό να αναγνωρίσουμε και να πολεμήσουμε μια γνώριμη συνθήκη που αναδύεται με νέα μορφή: αυτή που θέλει το κράτος ως την μόνη φωνή λογικής που μπορεί να ακουστεί σε μια «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» και τον οποιονδήποτε αντίλογο να ταυτίζεται, να λοιδωρείται και να καταστέλλεται (φυσικά ή πολιτικά) ως ανορθολογικό, «ψεκασμένο», κοινωνικά ανεύθυνο ή συνωμοσιολογικό. Έχοντας πάντα έτοιμη προς χρήση τη θεωρία των δύο άκρων, η κρατική εξουσία χρησιμοποιεί στη συγκεκριμένη ιστορική φάση, το ακροδεξιό «φόβητρο», προωθώντας το έστω και με φαινομενικά αρνητικό τρόπο και κρατώντας για τον εαυτό της τον ρόλο του προστάτη (σήμερα της δημόσιας υγείας, αύριο ίσως της δημόσιας ή κι εθνικής ασφάλειας) και του θεματοφύλακα του ορθολογισμού ως προς τις εντολές της.

Οι φασίστες ανέκαθεν αποτελούσαν το μακρύ χέρι του κράτους και του κεφαλαίου. Είναι πάντοτε εκεί για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά των αφεντικών τους, να φέρνουν εις πέρας αυτά που το «δημοκρατικό προσωπείo» του κράτους το εμποδίζει να κάνει. Επιθέσεις, εμπρησμοί και μαχαιρώματα έξω από καταλήψεις, τραμπουκισμοί κι απειλές σε εργάτ(ρι)ες κι απεργούς που αγωνίζονται ενάντια στην εργοδοσία, συνεργασία με την αστυνομία για την καταστολή εξεγερμένων (π.χ. Πολυτεχνείο ‘95). Ακόμη, οι φασίστες είναι εκεί για να επιτίθενται σε όποιο άτομο «δεν ταιριάζει» με την καπιταλιστική κανονικότητα. Μετανάστ(ρι)ες/ά, άστεγοι/ες/α, τοξικοεξαρτημένοι/ες/α, ρομά, τρανς και γενικώς, καθετί που χαλά την κυρίαρχη ομοιομορφία, μπαίνει στο στόχαστρο των φασιστών.

Μέσα απ’ τις πορείες, τις παρεμβάσεις και τα μοιράσματα, ως τα σπασίματα γραφείων, τις περιπολίες και την οργανωμένη αυτοάμυνα των χώρων μας, συμβάλλαμε με κάθε μέσο στον περιορισμό της παρουσίας των φασιστών στον δρόμο, εδραιώνοντας μεγάλους αντιφασιστικούς αγώνες την τελευταία δεκαετία, όπως μετά τη δολοφονία του αντιφασίστα μουσικού Παύλου Φύσσα.

Ως αναρχικοί/ές/ά, χωρίς να διεκδικούμε αλάθητα κι αυθεντίες, θεωρούμε ότι οι αδιαπραγμάτευτες αντιφασιστικές μας αξίες οφείλουν να εμβαθύνουν και να αναγνωρίζουν τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ του κράτους και των ακροδεξιών παραφυάδων του, ανά πάσα ιστορική στιγμή, εκκινώντας πάντα από το ότι ο πολύμορφος αντιφασιστικός αγώνας ή θα είναι αντικρατικός ή δε θα είναι τίποτα.

στρατιωτικοποίηση

Στο πλαίσιο του διάχυτου κοινωνικού πολέμου, η στρατιωτικοποίηση της καταστολής με μεικτά σώματα αστυνομίας-στρατού, όπως η ευρωπαϊκή δύναμη χωροφυλακής (european gendarmerie force ή egf) από το 2006, και τους μπάτσους να λειτουργούν λίγο ως πολύ, ως στρατός υπό συνθήκες, δεν είναι κάτι καινοφανές στον κόσμο του αγώνα και στα καταπιεσμένα κομμάτια της κοινωνίας γενικότερα. Πολλαπλές «θεαματικές» επιχειρήσεις αντιτρομοκρατικών μονάδων που όλο κι αναβαθμίζονται επιχειρησιακά με στρατιωτικούς όρους στα χρόνια, αξιοποίηση των ΕΚΑΜ για τη δίωξη και καταστολή όχι μόνον εξεγερσιακών αναρχικών αλλά και ευρύτερα κοινωνικών αγώνων, και στρατιωτικού τύπου σχεδιασμοί αποκλεισμών σημείων της πόλης με σκοπό την καταστολή μέσω της πρόληψης διαμαρτυριών-διαδηλώσεων σε σημαντικές ημερομηνίες· ολοένα και πιο εξελιγμένος τεχνολογικά εξοπλισμός των μπάτσων, κατά τη λογική του εξοπλισμού στρατιωτικών σωμάτων, και νέες επιχειρησιακές μέθοδοι στις περιπτώσεις κρατικών δολοφονιών από μπάτσους-πιστολέρος που όλο και πυκνώνουν κατά τις καταδιώξεις επαναστατών-αγωνιστών αλλά και πολλών άλλων υποκειμένων (ρομά, μεταναστ(ρι)ών στον Έβρο κ.α.) την τελευταία δεκαετία, αποδεικνύουν πως τον πόλεμο τον ζούμε κάθε μέρα εδώ.

Ωστόσο, παράλληλα με την προοδευτική μετάβαση του πολεμικού πεδίου μες στην πόλη -ιδίως κατά τη μεταπολεμική περίοδο-, ώστε να είναι απαραίτητος κι ο ρόλος μιας αστυνομίας-στρατού κατοχής (εφόσον ο «εχθρός» της κυριαρχίας μπορεί να βρίσκεται παντού και να είναι ο/η/το οποιοσ/α/οδήποτε, με αποτέλεσμα να πρέπει και να επιτηρηθούν-ελεγχθούν όλοι/ες/α μέσω ενός γενικευμένου πανοπτικού), αυτό που απασχολεί όλο και πιο πολύ τελευταίως είναι μια εμφανής μετάβαση από την πλευρά του κράτους, σε στρατιωτικού τύπου πρακτικές «διαχείρισης» επί του συνόλου της κοινωνικής ζωής. Όπως διαχρονικά εξάλλου, συμβαίνει στο πλαίσιο της δομικής λειτουργίας του καπιταλισμού, με την αφορμή της όποιας «εχθρικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης», πρόσφατα, από το μεταναστευτικό μέχρι τον covid, κι ίσως αργότερα, τις συνοριακές αντεκδικήσεις και στη «δύση», την κλιματική αλλαγή, τη φτώχεια ή ό,τι άλλο προσφέρεται ανά συγκυρία, αξιοποιείται η δυνατότητα -μέχρι όποιο όριο θέσουν οι ίδιες οι κοινωνικές αντιστάσεις- ασκήσεων της κοινωνίας σε εξοικείωση με όλο το φάσμα της στρατιωτικοποιημένης συνθήκης, ακόμη και μέχρι την επιστράτευση και τους διακρατικούς πολέμους.

Είναι ενδεικτικό πως από τις αρχές και στην έξαρση της «κρίσης covid», στην ενημέρωση πρωτοστατούσε κι ο τότε υφυπουργός πολιτικής προστασίας και διαχείρισης κρίσεων (νυν υφυπουργός εθνικής άμυνας), Ν. Χαρδαλιάς, ενώ στην Πορτογαλία, υπεύθυνος για την εμβολιαστική εκστρατεία ορίστηκε ο αντιναύαρχος (πρώην κυβερνήτης υποβρυχίων), Ε. Γκουβέια ε Μέλο, και παράλληλα, η καθημερινή ανακοίνωση με όρους στατιστικής από τα media, του αριθμού των νεκρών από τον ιό, αντικειμενοποιώντας τις απώλειες ανθρωπίνων υποκειμένων κι αποτιμώντας τες σε αριθμητικά ψηφία και μόνον, παρέπεμπε σε πολεμικό ανακοινωθέν -αντίστοιχη υπήρξε η ιστορική εικόνα του Μπέργκαμο με τα στρατιωτικά φορτηγά που μετέφεραν πλήθος φερέτρων στα αποτεφρωτήρια γύρω πόλεων κι ο έλεγχος των μετακινήσεων μεταξύ ορισμένων πόλεων στη Γαλλία από δυνάμεις στρατού κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος covid, η εμπλοκή του στρατού στο καθολικό λοκντάουν σε Ελευσίνα, Ασπρόπυργο και Μάνδρα τον χειμώνα του 2020 αλλά κι η κινητοποίηση της εθνοφρουράς στη Minneapolis και σε άλλες περιοχές των ΗΠΑ, για πρώτη φορά μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο κι η ετοιμότητα των στρατιωτικών μονάδων από το πεντάγωνο, λόγω των συγκρούσεων μετά τη δολοφονία του George Floyd, την άνοιξη του 2020 (από την πρώτη στιγμή της πανδημίας βέβαια, την πρωτοκαθεδρία κατέχει το κινεζικό πειθαρχικό μοντέλο).

Η σύγκρουση με την εξουσία δεν μπορεί παρά να οξυνθεί, παράλληλα με την όξυνση των αδιεξόδων και της καταπίεσης, παράλληλα με την κλιμάκωση του ολοκληρωτισμού μέσω της στρατιωτικοποίησης της καταστολής των ζωών και των συνειδήσεων. Ο κοινωνικός πόλεμος ήταν πάντα εδώ, κι η ανάγκη συνοργάνωσης σε δίκτυα αντίστασης κι αλληλεγγύης, ακόμη πιο παρούσα παρά ποτέ.

σύγχρονος ολοκληρωτισμός

Είναι η αναμονή-προσμονή ενός κινδύνου αυτό που καθιστά τις ψυχές των ανθρώπων φοβικές, μια διαδικασία οργανικής ακινητοποίησης, η οποία ειδικά όταν είναι οργανωμένη, μπορεί να χτιστεί με ευκολία πάνω στην πλάνη της προστασίας του κοινού καλού από κάποιο δημόσιο κίνδυνο.

Όταν η διαχείριση της πολιτικής της εγκόλπωσης από το κράτος όλο και περισσοτέρων κανόνων, εφαρμόζεται νομιμοποιημένα στη μαζική συνειδητότητα -εκμεταλλευόμενη η πρώτη ένα κομμάτι της πραγματικότητας ως πειστήριο για την ύπαρξη της κοινωνικής αποδοχής-, κι επιστεγάζεται με επιτυχία στο σύνολό της, τότε σίγουρα οδηγούμαστε σε κοινωνικό όλεθρο.

Οι απαιτήσεις των εξουσιαστικών τάξεων ή δυνάμεων ή τεράτων (όπως θέλετε πάρτε το), στο να συμμορφώνεται κάθε άτομο σε όλο και περισσότερους νόμους και στην περίπτωση του αντιθέτου, να επανέρχεται η βία του κράτους στην υλική της βάση, αποδεικνύουν πως όσον αφορά τον προσωπικό βίο κάθε ατόμου, οι αλυσίδες δεν είναι μόνο για τα πόδια και τα χέρια μας αλλά και για την εσωτερική χαλιναγώγηση της ελεύθερης σύστασης και δημιουργίας του προσωπικού χαρακτήρα.

Όταν επιτευχθεί ο εγκλωβισμός του ανθρώπινου νου είτε από την οικογένεια και το σχολείο είτε από την εκκλησία, είτε από την επιστήμη είτε από το στρατό, ως κυρίων διαμορφωτών συνειδήσεων κι ηθικοπλαστών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, κριτών και «κριτικολόγων» σε ό,τι δεν προσαρμόζεται στα τιποτένια χαρακτηριστικά τους, και μέσα από την οργανωμένη κυρίαρχη κοινωνική παιδεία ενός εργοστασίου που καλύπτει και παράγει τις ανάγκες του κενού υλισμού με ασέβεια στη φύση και σε σύνδεση επί του παρόντος, το έδαφος είναι στρωμένο για το αστικό περιβάλλον, ώστε να δεχτεί τη σημερινή εποχή, όπως ο «ηθικός πολίτης» εκτιμά και δέχεται τη δουλειά τού μπάτσου ως σωτήρια.

Η προοδευτική διάλυση της «δημόσιας» υγείας και της νοσοκομειακής περίθαλψης ήδη από τη δεκαετία του ‘90, η αποδυνάμωση των εργατικών-απεργιακών δράσεων κι η σταδιακή ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων, των δημοσίων χώρων κι αγαθών, τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, το νταβαντζιλίκι στις παροχές και τις ανάγκες ενός σπιτιού, η αύξηση των ενοικίων κι η ενεργοποίηση των εκδικητικών προστίμων μέσω της πλατφόρμας του φορολογικού συστήματος οικονομικής εξόντωσης κι ελέγχου σε όποιον/α/ο δε γουστάρει να της/του καθοδηγούν τη ζωή μέσω επιβλητικών συμβάσεων, η λεηλασία της φύσης και του ανθρώπινου σώματος κι η πατριαρχική συμπεριφορά βίας ως πρωτογενής εξουσία, η πολυπληθέστατη από υπηρεσίες αστυνόμευση της ζωής μας με μπάτσους-δολοφόνους-καουμπόηδες να αυξάνουν το προσδόκιμο του θανάτου απέναντι σε όποιον/α/ο τούς αντιστέκεται αμφισβητώντας την εξουσία τους, οι εργατικές δολοφονίες στο βωμό του κέρδους των αφεντικών και τα αστικά μπουντρούμια: είναι η βίβλος του κράτους και των τραπεζών, είναι η τροφή των κεφαλαίων της οικονομικής δικτατορίας και του κοινωνικού κανιβαλισμού.

Η βίαιη καταστολή των κοινωνικών αγώνων για τον περιορισμό και τον εγκλωβισμό τους μέσα σε φοβικά καλούπια (βλ. νόμο για την αποσυμφόρηση των δρόμων σε περίπτωση διαδήλωσης και περιορισμό της στη μία λωρίδα ανάλογα την ποσότητα του κόσμου), αποτελεί μέρος σχεδίου με ολοκληρωτικό χαρακτήρα, στο όνομα της υπάρχουσας τάξης (κι ασφάλειας). Δεν είναι τυχαίο πως εκτός από τον νόμο απαγόρευσης των διαδηλώσεων, στη διάρκεια των λοκντάουν, ψηφίστηκε ο νόμος για την πανεπιστημιακή αστυνομία κι ο νόμος για τα εργασιακά που μαζί με τη θεσμική κατάργηση του οχταώρου και της κυριακάτικης αργίας, παρανομοποίησε την απεργία, ο νέος νόμος για το μεταναστευτικό (κι η ακόλουθη επίταση απελάσεων και push-backs) αλλά και το αντιπεριβαλλοντικό αναπτυξιακό νομοσχέδιο απόλυτης λεηλασίας της φύσης.

Από τα χρηματιστήρια, τους οίκους αξιολόγησης και τις τράπεζες, τους οικονομικούς κολοσσούς, τις πολυεθνικές και την πολυπολικότητα των κρατικών ανταγωνισμών και συμμαχιών στη σκακιέρα του γεωπολιτικού ελέγχου που μόνο πάνω στο αίμα των από τα κάτω μπορεί να στέκεται, μέχρι την εκδούλευση και τη συνεχόμενη λεηλασία του «τρίτου κόσμου»· από τις μεγαλοεταιρείες και τις σφαίρες των μπάτσων, μέχρι την τρομοκρατία των δημοσιογράφων και του δικαστικού κόσμου, το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι/ες/α.

αντικρατισμός: μπορούμε να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας

Πέραν της άμεσης αντικατασταλτικής επιτακτικότητας που συνιστά σταθερό επίδικο των αγώνων και των εγχειρημάτων μας, το αντικρατικό πρόταγμα δεν είναι κάτι αόριστο κι αφηρημένο αλλά βιωμένη ανάγκη μέσα από την καθημερινή συμπίεση των ζωών μας. Όπως το κράτος έχει πρόσωπο/α, θεσμούς και σύμβολα, έτσι κι η αντικρατική πάλη έχει υποκείμενα που παλεύουν, απτές εκφράσεις-στοχεύσεις κι όνειρα.

Μαζί με το ηθικό -κι όχι μόνο- γκρέμισμα του υπάρχοντος, παλεύουμε για τη δημιουργία κοινοτήτων αγώνα κι αλληλεγγύης που θα αποτελέσουν τη βάση για την προοπτική προς τη γενικευμένη κοινωνική απελευθέρωση.

Η οικοδόμηση ενός νέου κόσμου προϋποθέτει την αντίσταση και την οργάνωσή της που θα πραγματοποιείται σε πραγματική βάση στο εδώ και το τώρα. Αναρχικές ομάδες, συλλογικότητες κι εγχειρήματα που θα συνθέτουν με όλα τα αγωνιζόμενα καταπιεσμένα κομμάτια της κοινωνίας, με προτάσεις και κριτική για το ατελέσφορο του οικονομικού συστήματος αλλά και για την προβολή της εξόντωσης και του αποκλεισμού, για όποιον/α/ο δε συμμετέχει στην παραγωγική αλυσίδα εκμετάλλευσης και καταπίεσης.

Ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας της αριστεράς, του ηγεμονισμού και των ενδοκινηματικών μικροπολιτικών και κατασταλτικών πρακτικών.

Για την ατομική και συλλογική απελευθέρωση. Για την ελευθερία.

Δεν είναι το πρόβλημά μας μόνον η κρατική διαχείριση.

Έχουμε πρόβλημα με τους κάθε λογής διαχειριστές (του).

Έχουμε πρόβλημα με το κράτος καθεαυτό.

αλληλεγγύη – αλληλοβοήθεια

Δε σταματούμε να χτίζουμε, παρά το συνεχές του κοινωνικού πολέμου. Μες στο οξύμωρο της ζωής και του θανάτου που μόνο γραμμικό δεν είναι, γκρεμίζουμε και ταυτοχρόνως, χτίζουμε, κι έτσι προχωρούμε. Μες στις ρωγμές που προκαλούμε σε κάθε λογής «κανονικότητες» του υπάρχοντος, παράλληλα, συνδεόμαστε (ατομικά και συλλογικά) υποκείμενα κι αγώνες, μέσω των πολυσχιδών διακλαδώσεων που γεννούν η άμεση δράση κι η σύγκρουση. Η αντιιεραρχία κι η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη κι η αλληλοβοήθεια είναι το ανάχωμά μας απέναντι στην καταστολή και την εκμετάλλευση, είναι όμως και το θεμέλιο του αγώνα μας για δημιουργία.

Έμπρακτη αλληλεγγύη στα φυλακισμένα συντρόφια μας ανά τον κόσμο, στους/στις/στα μετανάστ(ρι)ες/ά στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στους/τις/τα έγκλειστους/ες/α των ψυχιατρείων, στης γης τους κολασμένους, σε όλα τα καταπιεσμένα υποκείμενα, σε όσους/ες/α βιώνουν τους αποκλεισμούς και τις διακρίσεις της «νέας κανονικότητας», σε όσους/ες/α επιλέγουν τη σύγκρουση με την κρατιστική και καπιταλιστική δυστοπία, πραγματώνοντας τις ολικές αρνήσεις τους στο εδώ και το τώρα. Αλληλεγγύη με τους ακηδεμόνευτους αγώνες για την κοινωνική απελευθέρωση. Αλληλεγγύη στις καταλήψεις και στους χώρους του αγώνα.

Η αλληλεγγύη μας πέρα από σύνορα και φράκτες, είναι οργανικό-συνθετικό κομμάτι που μπορεί να διατρέχει και να διασυνδέει πολύμορφους και διαφορετικούς αγώνες ενάντια στην επέλαση της εξουσίας. Συνοργανωμένα δίκτυα αλληλεγγύης που συναρθρώνουν πεδία αναγκών και καταπιέσεων σε πεδία αγώνων, από τους/τις/τα φυλακισμένους/ες/α μέχρι όλη την κοινωνία, μπορούν να οικοδομήσουν πυρηνικές εστίες συνεκτικής μαχητικής αντίστασης, απέναντι στον πόλεμο κράτους και κεφαλαίου.

Σαμποτάζ στον πολιτισμό ελέγχου

Ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας

ΑΝΤΙΚΡΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ – ΕΞΕΓΕΡΣΗ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΟΛΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

ΟΙ ΖΩΕΣ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ

Ανοιχτή Συνέλευση Ⓐναρχικών

Πηγή: anarchypress

Ιταλία: Όταν θα έρθουν να σου χτυπίσουν την πόρτα…

«Όταν θα σου χτυπήσουν την εξώπορτα
Πώς θα έρθεις;
Με τα χέρια στο κεφάλι
ή στη σκανδάλη του όπλου σου…»

Στις αρχές Δεκεμβρίου ένας από τους πιο αγαπημένους τηλε-ιολόγους είπε ότι η ελεύθερη επιλογή είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσουν αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία. Ότι αυτοί που επιμένουν να μην υπακούνε οικειοθελώς θα πρέπει να αναγκαστούν να το κάνουν με τη βία. Ότι η ελευθερία μη εμβολιασμού, για παράδειγμα, μπορεί να υπάρχει μόνο για έναν ερημίτη που ζει μόνος στη μέση της ερήμου. Όσο για τους άλλους, πολίτες της κοινωνίας, «προφανώς δεν υπάρχει εναλλακτική για αυτούς τους ανθρώπους από την υποχρέωση, αλλά από την υποχρέωση, τη σοβαρή, δηλαδή την υποχρέωση που στέλνει τους καραμπινιέρους στο σπίτι σας για να σας πάρουν». Η αυταρχική δήλωση έκανε τον ρεπόρτερ που τον φιλοξενούσε να χαμογελά (και σίγουρα όχι λόγω των σπαστών ιταλικών του).

Μια εβδομάδα αργότερα, ο στρατηγός του στρατού στον οποίο η κυβέρνηση ανέθεσε το καθήκον να ηγηθεί του πολέμου ενάντια στον επίφοβο ιό δήλωσε ότι αυτός και τα στρατεύματά του είναι έτοιμοι: μαζί με τον Άγιο Βασίλη, θα «φέρουν εμβόλια σπίτι το σπίτι». Εκτός από τους ηλικιωμένους που βρίσκονται χαμένοι  στα πιο απομακρυσμένα χωριά, οι στρατιωτικοί είναι «έτοιμοι να εμβολιάσουν όλο το πληθυσμό» – την πληθυσμιακή ομάδα των παιδιών…

Στο άκουσμα τέτοιων  δηλώσεων, και του κόσμου που ανακοινώνουν, αναρωτιόμαστε αν το να νιώθεις ένα ρίγος στη σπονδυλική  στήλη είναι σημάδι αδυναμίας από συνωμοσιολόγους, σύμπτωμα παραληρήματος από flat earthers  ή αν, αντίθετα, είναι η σεραφική ηρεμία μπροστά στον παραλογισμό  για να εκφράσει ένα είδος χαλκευμένης δημοκρατίας  Μια ερώτηση της οποίας η απάντηση δεν θα προέλθει από καμία εφαρμογή.

*σεραφικός=ουράνιος, αγγελικός

Πηγή: darknights

Μετάφραση: Δ.ο Ragnarok

Κράτος-Έθνος, αξιακή μορφή και καπιταλιστική οικουμενικότητα, επτά σημειώσεις

(1)

Το θεμέλιο της αξιακής μορφής του κοινωνικού προϊόντος είναι ταυτοχρόνως τόσο ο διαχωρισμός των ανθρώπων που βρίσκονται στην προλεταριακή συνθήκη από τους όρους αναπαραγωγής της ζωής τους όσο και η διαιώνιση αυτού του διαχωρισμού. Αυτός ο θεμελιακός διαχωρισμός και η διαιώνισή του μπορεί να έχει τη νομική και πολιτική μορφή τόσο της ιδιωτικής όσο και της κρατικής ιδιοκτησίας[1] των “μέσων παραγωγής”[2]. Η κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως καθορισμένη σχέση μεταξύ ζωντανής και νεκρής εργασίας(!) (“μέσα παραγωγής”, “πρώτες ύλες” κτλ) θεμελιώνεται αναπαράγοντας τη ζωντανή ως βουβό “μέσο αξιοποίησης” της νεκρής. Τίποτα απολύτως δεν αλλάζει ως προς το γενικό περιεχόμενο της κοινωνικής σχέσης του κεφαλαίου αν τα “μέσα παραγωγής κρατικοποιηθούν” (βλέπε: Σοβιετική Ένωση), δηλαδή αν το Κράτος λειτουργεί ως συλλογικός αγοραστής και πωλητής εμπορευμάτων για να αναπαράγει το εμπόρευμα “εργασιακή δύναμη”. Επιπλέον, τόσο το Κράτος-Έθνος ως Homo Politicus όσο και η Οικονομία της Αγοράς ως Homo Economicus είναι δυο διαφορετικές και αλληλοσυμπληρωματικές όψεις μιας και της αυτής κοινωνικής πραγματικότητας, της καπιταλιστικής.

(2)

Το Κράτος των κοινωνιών του κεφαλαίου με το θεσμικό διαχωρισμό του από την Οικονομία της Αγοράς εκπληρώνει ένα διπλό ρόλο. Από τη μια είναι η ρυθμιστική-θεσμική αρχή της σχέσης του ατόμου ως σχιζοειδούς[3] (ως “Πολίτη”/Civile και ως “Ιδιώτη”/Borghese) με την Οικονομία της Αγοράς και από την άλλη αναλαμβάνει τόσο “άμεσα παραγωγικές δραστηριότητες” συσσωρεύοντας κεφάλαιο όσο και “μη παραγωγικά κόστη” (αστυνομία, στρατός, δικαστήρια, φυλακές κτλ) και “έμμεσα παραγωγικές δαπάνες” (κατασκευή δρόμων, σχολείων, πανεπιστημίων[4], νοσοκομείων, μέρος των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών και της “παραγωγής ενέργειας” κτλ) που είναι όλες “απαραίτητες” ως γενικές υποδομές για την “ελευθερία” της Οικονομίας της Αγοράς, δηλαδή για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Η ιδιωτικοποίηση αυτών των γενικών υποδομών που ανήκουν στο Κράτος φέρνει γρήγορο κέρδος σε κάποιο μεμονωμένο ατομικό καπιταλιστή (και γρήγορα έσοδα στο Κράτος) αλλά καθόλου δεν εξασφαλίζει την κερδοφορία της συνολικής τάξης των καπιταλιστών, δηλαδή τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου όπως αυτή συγκροτείται αντιφατικά και “συγκρουσιακά”, τόσο “εσωτερικά” όσο και “εξωτερικά”[5], στη διαμάχη/συμμαχία/ανταγωνισμό με άλλα Κράτη-Έθνη.

(3)

Η Νομική-Δικαιϊκή γλώσσα του Κράτους ομιλεί την αφηρημένη γλώσσα των “Υποχρεώσεων/ Δικαιωμάτων” καθώς αποτυπώνει την ίδια τη σχιζοειδή συγκρότηση (Kurz) του αστικού υποκειμένου ως προς τη διφυή σχέση του με το Κράτος και την Οικονομία της Αγοράς. Το Κράτος κατοχυρώνει “Υποχρεώσεις και Δικαιώματα” τα οποία είναι/γίνονται “αντικείμενα αέναης διεκδίκησης” και πέρα από τις όποιες νομικές μορφές που μπορεί να πάρει η όποια “διεκδίκηση/σύγκρουση/ανταγωνισμός συμφερόντων” αυτά τα τελευταία υπάρχουν ως τέτοια μέσα από την ίδια τη διαδικασία της συσσώρευσης του κοινωνικού κεφαλαίου και μορφοποιούνται εντός της πολιτικής μορφής της καπιταλιστικής κοινωνίας που δεν είναι άλλη από το Κράτος-Έθνος. Εξού και το “αέναο” και το “κακό άπειρο” (Hegel) της “διεκδίκησης/σύγκρουσης συμφερόντων”. Οι ίδιες οι αφηρημένες καθολικές έννοιες της “διεκδίκησης” ως τέτοιας, των “δικαιωμάτων / υποχρεώσεων” ως τέτοιων, της “σύγκρουσης ανταγωνιστικών συμφερόντων” ως τέτοιων αναφέρονται ως συγκεκριμένες κοινωνικές πρακτικές και νοητικές κατηγορίες στην τυραννική σχέση της “ενσωμάτωσης δια του αποκλεισμού” που θεμελιώνει την ίδια την πολιτική μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας και τον ιδεώδη “κοινωνικό ορίζοντα” της αξιοποίησης της αξίας μέσω της “αφηρημένης εργασίας”, το Κράτος-Έθνος. Ως τέτοια κοινότητα που ενσωματώνει στον εαυτό της πετώντας πάντα κάποιους “Άλλους” εκτός, το Κράτος-Έθνος ομιλεί τη Νομική-Δικαιϊκή του γλώσσα και πιστοποιεί ατομικά δικαιώματα αξιοποίησης και καθεστώτα ιδιοκτησίας (κατοχή “κεφαλαίου”, “εργασιακής δύναμης” κτλ) σε όσους αναγνωρίζει ταυτολογικά ως “Πολίτες του”, δηλαδή με τρόπο αφηρημένα καθολικό (Hegel), ποτέ σε “όλους τους ανθρώπους”. Όταν η καπιταλιστική κοινωνία “δουλεύει ρολόι” το Κράτος με την πολιτική και νομική γλώσσα του επικυρώνει την ανταγωνιστική ατομικοποίηση των εθνικοποιημένων υποτελών του ως υποκειμενοποιημένων ανταλλακτικών “αξιών” (Marx) όπως αυτή αναπαράγεται στην Οικονομία της Αγοράς. Όταν “έρχεται η κρίση” ό,τι ήταν εγγυημένο από το Κράτος (δηλαδή η “δικαιωματική λογική” της αξιοποίησης, ταυτόχρονα ατομική και συλλογική) δεν είναι πια και νέες “κοινότητες διαχωρισμών και αποκλεισμών” ανατέλλουν. Και όλες αυτές θα μιλούν μια νεκρή γλώσσα Δικαίου όσο “πιανόμαστε στον ύπνο”. Από λογική και ιστορική σκοπιά κάθε μορφή δικαιοσύνης που 1) τυποποιείται, παγιώνεται μέσα από γενικές, αφηρημένες κατηγορίες Δικαίου και 2) ως τέτοια αυτονομείται στη μορφή του “θείου” ή “φυσικού” Νόμου από τις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις που τη γεννούν και την αναπαράγουν προϋποθέτει, ήδη, μια έστω εμβρυακή μορφή Κράτους η οποία φυσικοποιεί ταυτολογικά – στο “Ιερό Όνομα και Γράμμα” του Δικαίου/Νόμου – ιστορικά συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής.

(4)

Το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο δεν είναι παρά ο ιστορικός τρόπος ύπαρξης του καπιταλιστικού τρόπου αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής ως εσωτερικά διαφοροποιημένης/λειτουργικά τεμαχισμένης/σχιζοειδούς ολότητας θεμελιωμένης στην παραγωγή/κυκλοφορία/κατανάλωση της “αξίας” μέσω της “αφηρημένης εργασίας” (Marx). Ως τέτοιο, το κοινωνικό κεφάλαιο, δεν μπορεί να είναι παρά Εθνικό και να υπάρχει μόνο “μαζί και ενάντια” σε όλα τα άλλα Κράτη-Έθνη. Τα εσωτερικά όρια όλων των ταξικών διαχωρισμών και διαφοροποιήσεων αναπτύσσονται πάνω στην κοινή ιστορική βάση του κοινωνικού φετίχ της αξιοποίησης του κεφαλαίου με την ιδεολογία της εθνικής ενότητας να προκρίνεται από το Κράτος εν μέσω των “αξιοπρεπών κοινωνικών συμβολαίων μεταξύ των εθνικών τάξεων” ως φενακισμένων συλλογικών υποκειμένων που “αέναα αντιμάχονται, παλεύουν και συμφωνούν” για την παραγωγή/αναδιανομή του κοινωνικού φετίχ της “αξίας” ως σχιζοειδούς και ταυτολογικού γενικού αυτο-σκοπού. Η ιστορία του εργατικού και αναρχικού κινήματος, των ταξικών αγώνων κτλ δεν συγκροτούν κάποια παράλληλη ιστορία που βρίσκεται ταυτόχρονα μέσα και έξω από το καπιταλιστικό συνεχές. Η έννοια του καπιταλιστικού συνεχούς, απαραίτητη για μια συνολική και ενιαία κριτική της νεωτερικότητας, αναφέρεται στην ιδιαίτερη μορφή της κοινωνικής κυριαρχίας μέσω των κατηγοριών, πρακτικών και νοητικών συνάμα, της αξιακής μορφής (Χρήμα, Εμπόρευμα, αφηρημένη Εργασία, Κράτος-Έθνος συγκροτούν τον κοινωνικό ιστό της) η οποία δεν υπάρχει και δεν υφίσταται ως αιώνια επανάληψη-του-ταυτόσημου αλλά ως εσωτερικά συγκρουσιακή διαδικασία αυτο-επέκτασης που δεν μπορεί να αναπτύσσεται παρά ενσωματώνοντας και καθυποτάσσοντας στον εαυτό της την ίδια την “κριτική” που “αναγκαστικά” της ασκείται από τη στιγμή που η μορφή-της-αξίας αρχίζει και εδραιώνεται ως “φυσική πραγματικότητα” και ως εκ τούτου αναπόδραστη “μοίρα και πεπρωμένο” της κοινωνικής ζωής. Μια ανάλυση περιεχομένου των “παραδοσιακών” σοσιαλιστικών ιδεωδών και των αναρχικών οραμάτων (με πλήρη επίγνωση της συμβατικότητας του όρου “παραδοσιακός” που παραβλέπει τον πλούτου των ενδιάμεσων μορφών) παρ’ όλες τις διαφορές για το “πως” και με “ποια μέσα” θα φτάσουμε στην “αταξική κοινωνία” συγκλίνουν στην κατάφαση και στην αποδοχή των αστικών ιδεωδών αφού πρωτίστως έχουν ανυψωθεί σε καθολικές/οντολογικές/διϊστορικές μορφές της ανθρώπινης σκέψης και δραστηριότητας και συγχρόνως απαλλαγεί από τις όποιες “παραμορφώσεις και αλλοιώσεις” από μέρους της “άρχουσας καπιταλιστικής τάξης”. Ο κυρίαρχος και ο κυριαρχούμενος, ο άρχων και ο αρχόμενος, ο εκμεταλλευτής και ο εκμεταλλευόμενος κτλ λειτουργούν, στην καθημερινή θεωρία και πράξη των “εργαζόμενων μαζών”, ως λίγο-πολύ αδιαμεσολάβητες υποστάσεις. Υπάρχουν δηλαδή και συγκροτούνται μέσα στην ίδια την αντίληψη των “εργατικών/προλεταριακών υποκειμένων” ως ομοιογενείς και υποστασιοποιημένες κατηγορίες που διαμορφώνονται μέσα από αδιάφορες σχέσεις αμοιβαίας εξωτερικότητας (σ.σ. ως πρωταρχικές ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης όπου το χρήμα και το εμπόρευμα μόνο σε ένα-δεύτερο-χρόνο τις επικαλύπτουν και τις μυστικοποιούν για να εκμεταλλεύονται οι “παρασιτικοί καπιταλιστές” την “παραγωγική και περήφανη εργασία”) αποσιωπώντας μέσα-από-αυτή-την-αντίληψη τους ιδιαίτερους κοινωνικούς τρόπους κυριαρχίας-χωρίς-υποκείμενο με τους οποίους η μορφή-της-αξίας και η αντικειμενική-πρόσβαση-σε-αυτήν ορίζει 1) τόσο τη μορφή και τη μεταβολή του “ταξικού ανήκειν” (“καπιταλιστές” και “εργάτες”) και των αναπόφευκτων “ταξικών ανταγωνισμών” που τέμνουν οριζοντίως και εγκάρσια την αστική κοινωνία όσο 2) και τη μορφή της κοινωνικής “κριτικής” στις καπιταλιστικές κατηγορίες όπου η “φυσικότητά” τους θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ κι έτσι δεν αμφισβητείται η “αντικειμενικότητα” και η “τελική ουσία” τους. Με άλλα λόγια το “κεφάλαιο” και η λογική της αξιοποίησής του μέσω της “αφηρημένης εργασίας” ως γενική μορφή “πλούτου” (Marx) δεν τίθενται εν αμφιβόλω από το “παραδοσιακό” εργατικό κίνημα και ο ίδιος ο ταξικός αναγωγισμός στην αντίληψη των εργατικών/προλεταριακών υποκειμένων ως “κινητήριου μοχλού της Ιστορίας” λειτουργεί ήδη στην κοινωνική πραγματικότητα ως πρακτικός και “αξεπέραστος” αναγωγισμός της μορφής-της-αξίας. Υπό ένα τέτοιο “αιρετικό πρίσμα” (Robert Kurz) ιδωμένη η ιστορία του “παραδοσιακού” εργατικού/αναρχικού κινήματος ως ετερότητα και διαφορά εντός της αναδυόμενης και επί διαμόρφωση καπιταλιστικής/νεωτερικής κοινωνίας αποτελούσε και μια μορφή πολύμορφου ηθικού “φίλτρου” με το πρόταγμα μιας ιδεώδους (σ.σ. αστικής) κοινωνίας χωρίς τις αντιφάσεις της τελευταίας (“πραγματική” Ισότητα, “πραγματική” Ελευθερία, χειραφέτηση της “Εργασίας” που φτάνει μέχρι τα πρακτικά και θεωρητικά τερατουργήματα των μπολσεβίκων για “εργατικά Κράτη” και “εργατικό Δίκαιο” κτλ) και ως τέτοιο κοινωνικό “ανάχωμα” συνέβαλλε στη δημιουργία πραγματικών “ρήξεων” και “τομών” στην ίδια την καπιταλιστική ιστορία, με άλλα λόγια πολλές φορές οι εργάτες/εργάτριες και οι πολιτικές τους οργανώσεις ήταν πολύ “πιο μπροστά” από τους καπιταλιστές όσον αναφορά την ίδια τη λειτουργικότητα των αστικών κοινωνικών σχέσεων και κατηγοριών.

(5)

O φασισμός είναι μια πρακτική και νοητική τάση που ανακύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και ως τέτοια τάση δεν είναι διαρκώς παρόν και μορφικά όμοιος αλλά πάντα υπολανθάνον και παραγόμενος ως “ετερότητα” και “διαφορά” από την ίδια τη φετιχιστική λογική και πρακτική της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Ο νεο-φασισμός ως εκφασισμός του Δημοκρατικού Κράτους Δικαίου που προέκυψε και χτίστηκε πάνω στα πτώματα αυτού που εγκυκλοπαιδικά έχουμε μάθει να αποκαλούμε “δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος” δεν είναι ταυτόσημος, από την άποψη της συγκεκριμένης του μορφής, με το φασισμό του μεσοπολέμου. Ο δεύτερος ως ιστορική πολιτική μορφή της αστικής κοινωνίας διαμορφώνεται αποκλείοντας τη δημοκρατική μορφή και αναστέλλοντας τα ατομικά δικαιώματα των λογικών της αξιοποίησης συγκεντροποιώντας στο Κράτος τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου ως το “Υπέρτατο Εθνικό Σώμα του Λαού” που βγαίνει-από και πηγαίνει-προς μια γενικευμένη πολεμική σύρραξη. Ο πρώτος αναδύεται τριχοειδώς από την ίδια την Κοινότητα των Πολιτών του Κράτους-Έθνους-σε-Κρίση για να υπερασπιστεί και να προστατεύσει την ίδια τη δημοκρατική μορφή, τα ίδια τα ατομικά δικαιώματα των λογικών της αξιοποίησης του κεφαλαίου από τους “περιττούς”, “ανάξιους” και “παραπανίσιους πληθυσμούς” (μετανάστες/πρόσφυγες κτλ) που δεν ανήκουν στο Εθνικό Σώμα των Πολιτών και δεν τους αναγνωρίζεται η “ιδιότητα του ανθρώπου”. Αυτή η διαφορά δεν είναι σχολαστικού χαρακτήρα, δεν ιεραρχεί ούτε λογικά ούτε ιστορικά τη βαρβαρότητα, την κτηνωδία και το απάνθρωπο των μορφών του φασισμού ως αστικών πρακτικών και ιδεολογιών αλλά σηματοδοτεί και αποτυπώνει την κατάρρευση του τρόπου παραγωγής που βασίζεται στην αξία (Robert Kurz) και την καθ’όλα δυνατή καταβύθιση σε μια μετα-νεωτερική άβυσσο καπιταλιστικής νεο-δουλείας αν τελικά χαθεί το ιστορικό στοίχημα που πρέπει να τεθεί εκ νέου: “κομμουνισμός ή το τέλος της ανθρωπότητας”.

(6)

Το ιδιαίτερο “γενικό συμφέρον” του Κράτους των κοινωνιών του κεφαλαίου ως νομικού και πολιτικού θεσμού που εγγυάται αντιφατικά (μαζί και ενάντια στα άλλα Κράτη) τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου σημαίνει πως συνοψίζει και συμπυκνώνει ως Φυσικό Εθνικό Δίκαιο και ως Φυσικό Εθνικό Νόμο τη διαιώνιση της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης γενικά (σ.σ. το δικαίωμα του καπιταλιστή/καπιταλιστών ως “προσωποποιημένο” κεφάλαιο να αγοράζει αφηρημένη “εργασιακή δύναμη” συσσωρεύοντας “αξία” και το δικαίωμα του ατομικού/συλλογικού “φορέα” της ως “προσωποποιημένη” εργασία να την πουλά[6] για να “αξιοποιείται”). Το Κράτος-Έθνος ως πολιτική μορφή των κοινωνιών του κεφαλαίου θεσμοθετεί και αναπαριστά με τις αφηρημένες γενικές έννοιες του Νόμου και του Δικαίου αυτήν ακριβώς την πραγματική ομογενοποιητική αφαίρεση και διαφοροποίηση για-το-κεφάλαιο που πραγματοποιείται στους μακάβριους κοινωνικούς κόλπους της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Υπό αυτούς τους πρακτικά μυστικιστικούς όρους οι κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων είναι αμοιβαία αδιάφορες και τα άτομα ως υποκειμενοποιημένες ανταλλακτικές “αξίες” νιώθουν ως τέτοια πως-υπάρχουν-αληθινά και πως διαιωνίζονται όσο αυξάνει η εμπράγματη/αντικειμενική περιουσία τους, η αύξηση της αφηρημένης “αξίας” τους που τούς εξωθεί “στη ζωή και στο θάνατο” στη σιωπηλή οικονομική βία της εμπορικής/εκχρηματισμένης ανταλλαγής μέσα από το Ιερό Συμβόλαιο[7] (fictio juris, Marx) της αγοραπωλησίας. Με άλλα λόγια το Κράτος λειτουργεί με διπλή υπόσταση τόσο θεσμική (νομική-πολιτική) όσο και οικονομική. Δεν υπάρχουν λοιπόν “δυο οικονομίες”, μια “ιδιωτική” και μια άλλη “δημόσια-κρατική” αλλά μία και αυτή κοινωνική πραγματικότητα, η καπιταλιστική, η οποία δεν μπορεί να αναπαράγεται χωρίς το Κράτος της και χωρίς να ξοδεύει τον “αφηρημένο κοινωνικό πλούτο” της (Marx) με τρόπο “μη ή και έμμεσα παραγωγικό”.

(7)

Η καπιταλιστική οικουμενικότητα υπάρχει και αναπαράγεται εντός και διαμέσου των ξεχωριστών Κρατών-Εθνών της και η όποια “υπερεθνική” και “υπερκρατική” (στην πραγματικότητα δια/κρατική) υποδομή (βλέπε ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα κ.α.) καθώς και συμφωνία-συμμαχία (βλέπε: κοινό νόμισμα στην περίπτωση της ευρωπαϊκής ένωσης) εκφράζει μια πραγματική αντίφαση: την ιδιαίτερη και ιστορική ενότητα και διαφοροποίηση των Κρατών για μια “αποδοτικότερη ανάπτυξη”, δηλαδή για μια βαθύτερη εκμετάλλευση και “παραγωγικότερη” υποταγή των πωλητών “εργασιακής δύναμης” μέσα και έξω από κάθε εθνικό σύνορο. Με την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, η συσσώρευση της αφηρημένης “αξίας” (παραγωγή – κυκλοφορία – κατανάλωση) έχει ιστορικές μορφές διεθνοποίησης και παγκοσμιότητας οι οποίες προϋποθέτουν σε κάθε ιδιαίτερη περίπτωση μια συγκεκριμένη μορφή του Κράτους, τις διακρατικές συμμαχίες και το διακρατικό ανταγωνισμό που επικυρώνουν νομικά και πολιτικά (όχι χωρίς “εσωτερικές” και “εξωτερικές” ρήξεις και συγκρούσεις) τη διαρκή φυσικοποίηση του ποσοστού του κέρδους (ιδιοποίηση της αφηρημένης αξίας). Το πρόβλημα με την αύξηση του χρέους και της πίστωσης τις τελευταίες δεκαετίες δεν είναι το μέγεθός τους αυτό καθεαυτό αλλά η σχέση που έχουν με το υπόλοιπο της καπιταλιστικής οικουμενικότητας. Ακριβώς όπως το χρήμα στις κοινωνίες του κεφαλαίου δεν είναι μια απλή καταχώρηση σε λογιστικά βιβλία αλλά αντικειμενική συμβολική/ιδεατή αναπαράσταση αφηρημένης εργασίας(!) που “ενσωματώνεται” και παρίσταται στην εμπορευματική (αξιακή) μορφή του κοινωνικού προϊόντος, έτσι και η πίστωση και το χρέος έχει “νόημα” μόνο επειδή υποστηρίζεται από μελλοντικά κέρδη, από “πιθανή” παραγωγή αφηρημένης αξίας, συνεπώς από κερδοφόρα εκμετάλλευση “παραγωγικής” αφηρημένης εργασίας η οποία είναι ένα καπιταλιστικό στοίχημα αν θα λάβει χώρα ή όχι: αν αυτό που στηρίζει το χρέος και την πίστωση απουσιάζει (ή δεν επαρκεί) τότε αυτά τα κτήνη χάνουν την τερατώδη πραγματικότητά τους και γίνονται “φούσκες”[8]. Δίχως πιστωτικό σύστημα και χρέος δεν υπάρχει καπιταλισμός: με την πίστωση και το χρέος μετατρέπεται σε εμπόρευμα η φαντασμαγορική αντικειμενική ικανότητα του χρήματος να λειτουργεί ως κεφάλαιο και να αποδίδει κέρδος. Η πίστωση και το χρέος απορρέουν οργανικά από τον θεμελιακό φετιχισμό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή από τη “συλλογική αντικειμενική/κοινωνική πίστη” στην ικανότητα του χρήματος να λειτουργεί ως κεφάλαιο, να “αυτοπολλαπλασιάζεται” μέσω της “αφηρημένης εργασίας” και να γεννά χρήμα από τον ταυτολογικό εαυτό του.

Υποσημειώσεις

[1] Λογικά αλλά και ιστορικά η “ιδιοκτησία” στον ταυτολογικό ορισμό της είναι η νομική έκφραση της κοινωνικής σχέσης αποκλεισμού των “άλλων” ως “μη ιδιοκτητών”. Το αρχαίο ρωμαϊκό δίκαιο με τον “απόλυτο” ορισμό της ιδιοκτησίας αποτελεί προϋπόθεση του αστικού χωρίς το δεύτερο να ανάγεται και να αποτελεί συνέχεια του πρώτου.

[2] Οι κατηγορίες των “μέσων παραγωγής”, των “παραγωγικών δυνάμεων”, των “σχέσεων παραγωγής” ως συγκεκριμένες αφαιρέσεις και προσδιορισμένες γενικεύσεις που έχουν εξαχθεί θεωρητικά από το ιδιαίτερο περιεχόμενο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων αποτελούν μία από τις πολλές όψεις της κριτικής αυτών των σχέσεων. Αποτυπώνουν θεωρητικά, με άλλα λόγια, την μυστικοποιημένη κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως συσσώρευση αφηρημένης “αξίας” (παραγωγή – κυκλοφορία – κατανάλωση) όπου οι σχέσεις των ανθρώπων και οι σχέσεις των ανθρώπων με τη γήινη φύση πραγματοποιούνται και εννοούνται ως “παραγωγικές σχέσεις”, δηλαδή ως σχέσεις με το κεφάλαιο είτε αυτό βρίσκεται στη “σταθερή” (“μέσα παραγωγής”, “πρώτες ύλες” κτλ), είτε στη “μεταβλητή” μορφή του (αφηρημένη “εργασιακή δύναμη” ή αλλιώς μισθωτή εργασία). Η οποιαδήποτε προβολή αυτών των εννοιών στο ιστορικό παρελθόν των ανθρώπινων κοινωνιών ως δΐιστορικού “Καθολικού οδηγού ανάγνωσης της Ιστορίας” οδηγεί αυτόματα στην οντολογικοποίηση/υποστασιοποίησή τους, μετατρέποντας τις συγκεκριμένες έννοιες της κριτικής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων σε μια μια αφηρημένη καθολική “Μέθοδο Ανάγνωσης της Ιστορίας” μυστικοποιώντας με αυτό τον τρόπο όλο τον συγκεκριμένο πλούτο, την ποικιλομορφία και την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης, κοινωνικής ιστορίας.

[3] Ο νεαρός Μαρξ στο “Εβραϊκό ζήτημα” καταπιάνεται με μια εμβρυακή κριτική του αστικού Κράτους ως εμπόδιο στην ανθρώπινη χειραφέτηση καθώς διαιρεί το “άτομο” σε ιδιώτη και πολίτη: από τη μία υπάγεται στη σφαίρα της οικονομίας και από την άλλη στο πεδίο της πολιτικής και του δικαίου που επικυρώνουν το σχιζοειδή διχασμό του ατόμου ως πολίτη και ιδιώτη, τη διπλή “θρησκευτική καθημερινή ζωή” στην “υλική” Οικονομία της πραγματικής ανισότητας και στην “επουράνια” Πολιτική της ιδεώδους/αφηρημένης ισότητας.

[4] Το δημόσιο πανεπιστήμιο με τον λειτουργικό διαχωρισμό του από την οικονομία της αγοράς και την ιδεολογία της γνώσης ως “συλλογικού κοινωνικού αγαθού”, παράγει “γνώση” για την τελευταία, δηλαδή για τις επιχειρήσεις ως “έμμεση παραγωγική δαπάνη” του Κράτους. Η ιδιωτικοποίηση του πρώτου από κάποιο/α ατομικό/α κεφάλαιο/α με την ιδεολογία της γνώσης ως “ατομικής επένδυσης” μετατρέπει άμεσα το ίδιο το πανεπιστήμιο σε επιχείρηση που “παράγει γνώση” για τις επιχειρήσεις “πιο εξορθολογισμένα”, δηλαδή “πιο αποδοτικά” για τη συγκυρία της συσσώρευσης που είναι, μην το ξεχνάμε, και ένα ανοιχτό καπιταλιστικό στοίχημα αν θα είναι όντως “πιο αποδοτική” από την άποψη της κερδοφορίας/αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Παρόλα αυτά, αυτό που ουσιαστικά αλλάζει με τη μετατόπισή της ως προς τον ένα ή τον άλλο “πόλο” (Δημόσια “δαπάνη” – Ιδιωτική “επένδυση”) είναι η μορφή της γνώσης ως προς τη νομική της ιδιοκτησία (την οποία την εγγυάται πάντα – και όχι χωρίς “αντιδικίες” και “συγκρούσεις” – μόνο το Κράτος) και όχι το περιεχόμενό της αυτό καθεαυτό το οποίο και στις δυο περιπτώσεις καθορίζεται από το μουγκό κοινωνικό a priori της “αξιοποίησης της αξίας” μέσω της “αφηρημένης εργασίας” που αυτοπειθαρχεί στην αφηρημένη Γνώση ως προϋπόθεση και της δικιάς της “αξιοποίησης” – ανέλιξης στην κινούμενη κοινωνική άμμο του κεφαλαίου (Βλέπε Καριερισμός, κρετινισμός του Επαγγέλματος κτλ κτλ). Ο αριθμός των πτυχίων και τα αθροιζόμενα εν εαυτώ έτη σπουδών είναι φορτισμένα με μια μεταφυσική αίγλη παντοδύναμης γνώσης και αντίληψης. Ο λόγος του “άλλου” αμέσως ακυρώνεται και υποτιμάται ως εξω-πραγματικός αν δεν μετέχει στην “αναγνωρισμένη γνώση”, δηλαδή στη γνώση που πλάθεται και αναπλάθεται σύμφωνα με την εθνική ιδεολογία του κάθε κράτους και τις λογικές αξιοποίησης του “ανθρώπινου κεφαλαίου” ούτως ώστε η πρώτη να νομιμοποιεί τη δεύτερη και η δεύτερη να ομοιάζει ως “φυσική Αλήθεια” μέσω της πρώτης στα μυαλά των μορφωμένων αναλφάβητων. Μορφωμένοι γιατί είναι ταυτολογικά και χρονο-λογικά σπουδαγμένοι, αναλφάβητοι γιατί ανίκανοι να αντιληφθούν την ίδια τη δραστηριότητά τους, το κοινωνικό προελεύσιμό της και τους σκοπούς που αυτή εξυπηρετεί. Τελικά πίσω από τη λάμψη της παντοδύναμης αντίληψης του σπουδαγμένου υποκειμένου (Εγώ γνωρίζω ως βουβή και κουφή συμπύκνωση τάδε χρόνου σπουδών) κρύβεται η ίδια του η αδυναμία, το μαινόμενο και διαρκές άγχος της απόρριψής του από κάποιον/κάποια με περισσότερα πτυχία, περισσότερα έτη σπουδών κτλ που βρίσκουν “τελικό” αγοραστή στην αρένα του ανταγωνισμού για τη μια και μοναδική Αλήθεια που μετριέται με χρόνια σπουδών υποταγής στην κάθε εθνική ιδεολογία και στη λογική της αξιοποίησης του “ανθρώπινου κεφαλαίου”.

[5] Η ίδια η ταυτολογική διάκριση αμοιβαίας αλληλοπροϋπόθεσης και αλληλοαποκλεισμού σε “εσωτερικό” και “εξωτερικό” είναι ήδη ένας από τους όρους της κοινωνικής ύπαρξης του Κράτους ως μυστικιστικής, “αυτονόητης οντότητας”, είτε “φυσικής” είτε “θείας προέλευσης”.

[6] Αυτό που διαφοροποιεί το μισθωτό σκλάβο των κοινωνιών του κεφαλαίου από το σκλάβο των αρχαίων δουλοκτητικών κοινωνιών είναι πως ο δεύτερος είναι ο ίδιος ανταλλακτική “αξία” και εμπόρευμα που έχει απαχθεί και ανήκει “για πάντα” στον αφέντη/ιδιοκτήτη που τον απέκτησε/αγόρασε. Ο μισθωτός σκλάβος των κοινωνιών του κεφαλαίου, αντίθετα, φροντίζει ως ίδιος “ελεύθερα” να πουλάει την αφηρημένη ικανότητά του για εργασία για ένα καθορισμένο ωρομίσθιο. Επιπλέον ο μισθωτός σκλάβος ως ελεύθερος “φορέας” και πωλητής/κάτοχος/ιδιοκτήτης ο ίδιος του εμπορεύματος “εργασιακή δύναμη” αυτο-απαγάγεται όντας ταυτόχρονα αφηρημένο πολιτικό/νομικό υποκείμενο Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων που επικυρώνουν με τη σφραγίδα του Κράτους-Έθνους την ενσωμάτωσή του στο κεφάλαιο.

[7] Από την πλευρά της φαινομενολογίας των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων η κατηγορία του “συμβολαίου” ως νομικής υποκειμενικότητας 1) αποτυπώνει την ανταγωνιστική ατομικοποίηση και την εγωϊκή συγκρότηση των υποκειμένων της “αξίας” ως ιδιοκτητών (κατόχων “κεφαλαίου”, “εργασιακής δύναμης” κτλ) και 2) αποτελεί τον φενακισμένο καθολικό κοινωνικό δεσμό της “αμοιβαιότητας των συμφερόντων” που ορίζονται από τη φετιχιστική αντικειμενικότητα της πρόσβασης στην “αξία” μέσω της “αφηρημένης εργασίας”.

[8] Το Κράτος αποκτά χρέη όταν προμηθεύεται πιστώσεις από τις τράπεζες, εκδίδοντας δηλαδή κρατικά ομόλογα τα οποία πωλούνται στις χρηματαγορές. Ό,τι για το κράτος είναι χρέος, για τους καπιταλιστές του χρήματος είναι κρατικό χρεόγραφο. Όμως σε αντίθεση με την αγορά ενός εμπορεύματος, του οποίου η ιδεατή “αξία” ανταλλάσσεται με χρήμα, κατά τη λήψη της πίστωσης και την πώληση ενός κρατικού εγγράφου η ιδεατή “αξία” υπάρχει μόνο από τη μια μεριά, μόνο ως χρήμα, και όχι και ως τίτλος. Παραταύτα ο τίτλος μπορεί να μεταπωληθεί και να αγοραστεί από έναν τρίτο σαν πλασματικό κεφάλαιο.
(Βλέπε και Θέσεις για την Κρίση – Φίλες και Φίλοι της Αταξικής Κοινωνίας https://coghnorti.wordpress.com/texts/kosmoprolet2-theseis-krisi/).

Για παράδειγμα ένας Κινέζος βιομηχανικός καπιταλιστής παράγει σε ανταγωνιστικές τιμές εμπορεύματα τα οποία πουλά στο Αμερικάνικο/Ευρωπαϊκό εμπορευματικό κεφάλαιο/διανομέα βάζοντας στην τσέπη του μεγάλα χρηματικά ποσά ένα μέρος των οποίων το δανείζει στον δεύτερο δια της αγοράς αμερικανικών/ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων έτσι ώστε αυτός να μπορέσει να συνεχίσει να αγοράζει.

(Βλέπε και Μπροστά στην Καταιγίδα: Μια Κρίση Καθοδόν – Καρλ Νεζίκ & Ζιλ Ντωβέ https://coghnorti.wordpress.com/texts/troploin5-storm/).

Πηγή: theshadesmag

Γράμμα από τη φυλακή: Δεν υπάρχει υγεία χωρίς ελευθερία

Τον χειμώνα του 2019 άρχισε η παγκόσμια εξάπλωση του πρωτοεμφανιζόμενου ιού SARS-CoV-2. Παρότι κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει αποδείξεις για την ακριβή προέλευση αυτού του ιού, είναι δεδομένο ότι η κερδοσκοπική βιομηχανική λεηλασία κaι εκμετάλλευση του ζωϊκού και φυτικού κόσμου δημιουργούν παθογόνες συνθήκες, και ειδικότερα νέους ιούς (πχ. νόσοι «των αγελάδων», «των χοίρων», «των πτηνών»). Επιπλέον όμως, υπάρχουν ενδείξεις επιστημονικές (η σύσταση του συγκεκριμένου ιού) και άμεσες ενδείξεις (η πειραματική δραστηριότητα του βιοτεχνολογικού εργαστηρίου της Γιούχαν), ότι ο CoV-2 αποτελεί εργαστηριακό υβρίδιο. Ενδεχομένως, η βιασύνη των τεχνοκρατών να αποδώσουν την πατρότητά του στους παγκολίνους (ένα άγριο ζώο που είχε γίνει αντικείμενο πολυτελούς κατανάλωσης), αναγνωρίζοντας εμμέσως τα ζημιογόνα παράγωγα της βιομηχανικής κυριαρχίας και της λεηλασίας της ζωντανής ύλης, να οφείλεται στη βασιμότητα της υπόθεσης ότι ο CoV-2 αποτελεί πειραματικό κατασκεύασμα. Είτε έτσι είναι είτε αλλιώς, είναι καταφανές ετούτη τη στιγμή ότι ο πολιτισμός του κέρδους είναι παθογόνος και παράγει θάνατο. Είναι ο ίδιος πολιτισμός που θέσπισε τη μαζική αιχμαλωσία ως απάντηση στις παραβιάσεις του νόμου.

Η παγκόσμια εξάπλωση του CoV-2 έγινε η αφορμή για να εξαπολυθεί από το ελληνικό και από πολλά άλλα κράτη, ένας ολοκληρωτικός μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων, με τα εξής χαρακτηριστικά:

Περαιτέρω εμπορευματοποίηση και πλήρης ιδιωτικοποίηση της υγείας

Η ήδη υποβαθμισμένη δημόσια πρωτοβάθμια περίθαλψη εκμηδενίστηκε. Η μετατροπή των κρατικών νοσοκομείων σε, κατά κύριο λόγο, κέντρα διαχείρισης των ασθενών με CoV-2, διέλυσε το ήδη εγκαταλελειμμένο σύστημα δημόσιας παροχής ιατρικής φροντίδας. Το σύνολο των ιατρικών αναγκών, και ειδικότερα των θανατηφόρων ασθενειών που σαρώνουν τις αστικές κοινωνίες και αυξάνονται στατιστικά, λόγω των νοσογόνων παραγόντων του πολιτισμού του κέρδους (όπως ο καρκίνος και οι καρδιοαγγειακές), έγιναν δώρο προς εκμετάλλευση στους επιχειρηματίες της αρρώστιας. Η ίδια η διαχείριση όλων των ασθενών από CoV-2 με διαδικασίες ΜΕΘ, συρρίκνωσε τη δημόσια ιατρική φροντίδα στην αποκλειστική σφαίρα της διαχείρισης στατιστικά αναπόφευκτων θανάτων (σύμφωνα με τις συνθήκες και τις στατιστικές που διαμορφώνουν τα ίδια τα κράτη), και μάλιστα από μία και μόνο αιτία. Άλλωστε αρκετοί πνευμονολόγοι που έχουν εργαστεί με ασθενείς από CoV-2, στην Ελλάδα και αλλού, έχουν σχεδόν απόλυτη επιτυχία εφαρμόζοντας κατάλληλη ανά ασθενή φαρμακευτική αγωγή, κι ορισμένοι έχουν επισημάνει ότι η τυπική διαδικασία της ΜΕΘ είναι ένας φαύλος κύκλος που πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες θανάτου.

Η κατάργηση όλων των υποδομών πρόληψης και η επιβολή μέσω πρωτοκόλλου, μιας ιατρικής αντιμετώπισης στα όρια του θανάτου, άνοιξε τον δρόμο για τη μονοπώληση της αγοράς γύρω από τον CoV-2 από το εμβολιαστικό ΚΑΡΤΕΛ. Πρόκειται για μια προσχεδιασμένη πολιτική οριστικής καθολικής εξάρτησης από τη φαρμακοβιομηχανία. Η διαχείριση μιας ασθένειας σαν ως επί το πλείστον θανατηφόρα, με την ταυτόχρονη απουσία κάθε έρευνας για τη θεραπεία της, στρέφει το σύνολο της ανθρωπότητας σε κατ’ επίφαση προληπτικά μέτρα έκτακτης ανάγκης. Ένα εμβόλιο που πλασάρεται ως αποκλειστικό προληπτικό μέτρο για μια πανδημία, καθιστά το σύνολο των υγειών ανθρώπων, πελάτες των φαρμακευτικών ΚΑΡΤΕΛ, ενώ το φάρμακο είναι ένα προϊόν μόνο για τους νοσούντες. Τα φράγκα που μεταφέρονται από τα κρατικά ταμεία στα βιομηχανικά ΚΑΡΤΕΛ και τις τσέπες των πολιτικών αρχόντων (μίζες), για τα δήθεν δωρεάν εμβόλια, είναι φόροι που έχουν αρπαχτεί από την εργασία εκείνων που δεν έχουν εξουσία.

Ένας ιός όπως ο CoV-2 αποτελεί το καταλληλότερο υπόστρωμα για την ατέρμονη εξάρτηση καθενός από μας από τη χημική βιομηχανία, διότι μεταλλάσσεται σε βάθος χρόνου. Εξασφαλισμένη κυριαρχία των μονοπωλίων πάνω στο σύνολο των ανθρώπινων σωμάτων.

Τα ίδια τα βιοτεχνολογικά εμβόλια για τον CoV-2 είχαν, πριν την πειραματική εφαρμογή τους πάνω σ’ όλη την ανθρωπότητα, και εξακολουθούν να έχουν, αστάθμητες παραμέτρους άμεσων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιπλοκών στην υγεία του εμβολιαζόμενου, αλλά και στη βιολογική του υπόσταση. Ορισμένα εμβόλια είναι πιθανό να μετατρέψουν ή να έχουν ήδη μετατρέψει το ανθρώπινο γονιδίωμα σε ανεξέλεγκτο υβρίδιο του CoV-2, δηλαδή, να έχουν ενσωματώσει εσαεί τον ιό στον άνθρωπο. Η μικρή πιθανότητα παρείσφρησης του ιού στο ανθρώπινο γονιδίωμα γίνεται βεβαιότητα, εφόσον το πείραμα εφαρμόζεται σ’ έναν τεράστιο πληθυσμό, και θα είναι διαρκείας με τους αλλεπάλληλους εμβολιασμούς.

Αυτή η διακινδύνευση των εταιριών και των κυβερνήσεων, ενώ με την πρώτη ματιά φαίνεται παράλογη, ουσιαστικά εξυπηρετεί τον κερδοσκοπικό έλεγχο. Όπως τα χωράφια που έχουν σπαρθεί με σπόρους της Monsanto-Bayer, εμμέσως γίνονται κτήματα του βιοτεχνολογικού μονοπωλίου, έτσι και τα σώματα που υποδέχονται τα συγκεκριμένα εμβόλια γίνονται εργαστήρια εξαρτημένης υγείας. Περισσότερη αρρώστια, περισσότερη ζήτηση για τα προϊόντα του ΚΑΡΤΕΛ. Νέες μορφές ασθένειας, νέες βιομηχανικές καινοτομίες. Και βέβαια, δεν κινδυνεύουν οι εταιρίες και οι κυβερνήσεις, αλλά ο κάθε άνθρωπος ως μεμονωμένος αριθμός. Όση ζημιά και να κάνει ο καπιταλισμός, θα έχει διαχειρίσιμους πληθυσμούς, εφόσον αντιμετωπίζει υποτελείς κοινωνίες.

Κατασκευή μιας κοινωνίας-φυλακής

Τα πρώτα μέτρα του ελληνικού κράτους με αφορμή τον ιό δεν ήταν μέτρα υγείας, αλλά επιβολής ενάντια στην κοινωνία. Εμείς οι κοινωνικοί αιχμάλωτοι των φυλακών αμέσως αναγνωρίζουμε ότι οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας και συναθροίσεων, ο ηλεκτρονικός ή γραφειοκρατικός έλεγχος κάθε κίνησης, η στρατιωτική κατοχή του δημόσιου χώρου από την αστυνομία, η τρομοκρατία των προστίμων και οι κάθε είδους τεχνικές πειθάρχησης, αποτελούν γενίκευση του συστήματος της φυλακής. Στο όνομα ενός κινδύνου επιβλήθηκε η πιο ολοκληρωτική χούντα που έχει περάσει από τη χώρα. Βιώνοντας το σύστημα της φυλακής μπορούμε αμέσως να βεβαιώσουμε ότι ο εγκλεισμός αποτελεί εχθρό της υγείας. Ήταν αυτονόητο εξαρχής, όταν κλειδώθηκαν τα πάρκα, έγιναν πογκρόμ και στρατιωτική κατοχή στις πλατείες, και απαγορεύτηκε κάθε υπαίθρια δραστηριότητα, ότι το κράτος όχι μόνο αδιαφορεί για την υγεία των λαϊκών ανθρώπων, που δεν έχουν ιδιωτικές επαύλεις και πρόσβαση σε ιδιωτικά νοσοκομεία, αλλά επιπλέον επενδύει στη μαζική εξασθένηση της υγείας.

Οι παθογόνες συνθήκες του κερδοσκοπικού πολιτισμού εντάθηκαν. Η σπάνη κίνησης, καθαρού αέρα, ζωντανού περιβάλλοντος, κοινωνικής επαφής και ταυτόχρονα ελεύθερου χώρου, δηλαδή δυνατότητας απομάκρυνσης από παθογόνους παράγοντες, παράγει αρρώστια. Ειδικά ο εγκλεισμός των παιδιών και των γυναικών σε μικρόκοσμους καταπίεσης, τροφοδοτεί τα χείριστα εγκλήματα και διαμορφώνει έναν κόσμο εξ ολοκλήρου κανιβαλικό, και μια γενιά ανάπηρη.

Τα υποτιθέμενα προληπτικά μέτρα εν αναμονή των εμβολίων ήταν μια σαρωτική επίθεση στις ευπαθείς ομάδες. Οι γέροι, που χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα για κάθε χουντικό μέτρο, εγκαταλείφθηκαν αβοήθητοι στα γηροκομεία ή στα φτωχόσπιτά τους. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες πέθαιναν μαζικά μες στα ιδρύματα χωρίς καμία περίθαλψη. Στα νοσοκομεία επίσης, εφόσον η υγεία έχει μετατραπεί σ’ ένα στατιστικό οικονομικό ζήτημα διαχείρισης του θανάτου, οι γηραιότεροι έχουν μειωμένες πιθανότητες να προλάβουν την τυπική ιατρική μεταχείριση όσο ζουν (το λεγόμενο triage εκτοξεύτηκε).

Τα αντικοινωνικά, καταπιεστικά και αντιθεραπευτικά μέτρα δεν είναι και δεν γίνεται να είναι ισότιμα. Απ ’τη μία υπάρχουν εκείνοι που αγοράζουν ιδιωτικό χώρο κι υπηρεσίες (ευεξίας, περίθαλψης, συναθροίσεων διασκέδασης, φυγής και κατά βούληση απομόνωσης), κι απ’ την άλλη εκείνοι που όντας δέσμιοι κάθε σπάνης, κι ως εκ τούτου εξαρτημένοι από τους κόμβους της πυραμίδας ελέγχου κι εκμετάλλευσης, χάνονται υπό το βάρος του παθογόνου συστήματος και των παρεπόμενων ασθενειών τους. Κάτω κάτω γίνεται σφαγή. Η χουντική αξιοποίηση της παρουσίας του CoV-2 αποτελεί έμμεση μορφή ευγονικής, και η ευγονική είχε πάντα ταξικό υπόβαθρο.

Η φυλακή αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα για την αντίθεση ανελευθερίας και υγείας. Και αποδεικνύει κραυγαλέα ότι το κράτος μετράει την υγεία των υποτελών του μόνο με όρους κέρδους, αφού το σύστημα του μαζικού εγκλεισμού έχει επινοηθεί προκειμένου να κρύβει τη φτώχεια και την παράβαση, μέσα στην κοινωνικά αδιόρατη μακρόσυρτη εξόντωση.

Η θέση στην οποία βρέθηκαν οι αιχμάλωτοι του κράτους, σ’ όλη τη Γη και στις ελληνικές φυλακές, είναι αποκαλυπτική: Στην πρώτη φάση της ολοκληρωτικής καταστολής με αφορμή τον CoV-2, η μαζική εξέγερση σε πολλές ιταλικές φυλακές χτυπήθηκε με στρατιωτικές μεθόδους. 14 αιχμάλωτοι δολοφονήθηκαν με σφαίρες στη φυλακή της Μοντένα. Αργότερα, επαναλήφθηκαν κινητοποιήσεις στις ιταλικές φυλακές, με άρνηση κλεισίματος των κελιών και απεργίες πείνας, απαιτώντας την επαναλειτουργία των επισκεπτηρίων, και προμήθειες. Τον Μάρτη του ‘20 έγινε εξέγερση σε φυλακή της Βολιβίας, μετά τον θάνατο 2 αιχμαλώτων από CoV-2. Τον ίδιο μήνα, σε φυλακές του Ιράν, η διαμαρτυρία για τη μη εφαρμογή της αποσυμφόρησης που είχε εξαγγείλει το κράτος χτυπήθηκε με σφαίρες και δακρυγόνα. 36 νεκροί και πολλοί τραυματίες. Παραδίδοντας τους νεκρούς στους συγγενείς τους, το κράτος δήλωνε ότι αυτοκτόνησαν ή πέθαναν από ναρκωτικά. Στη Βενεζουέλα, 46 νεκροί και περισσότεροι από 70 τραυματίες, στην καταστολή εξέγερσης που έγινε λόγω του κοψίματος των εξωτερικών προμηθειών, χωρίς τις οποίες οι αιχμάλωτοι δεν μπορούν να επιβιώσουν. Σε φυλακή του Σεντ Λούις των ΗΠΑ, όπου εμφανίστηκαν κρούσματα CoV-2, χτυπήθηκε η ειρηνική διαμαρτυρία των αιχμαλώτων που ζητούσαν τον μη συγχρωτισμό τους, την πραγματοποίηση test, την επαναφορά του προαυλισμού και των επισκεπτηρίων, που είχαν καταργηθεί εκτάκτως, και τη βελτίωση του φαγητού. Ως απάντηση στην καταστολή, οι αιχμάλωτοι εξεγέρθηκαν και κατέστρεψαν πολλές υποδομές της φυλακής. Στις φυλακές υψίστης ασφαλείας του Σαντιάγκο της Χιλής έγινε επίσης κινητοποίηση. Πολλές ακόμη είναι οι αντιστάσεις των αιχμαλώτων στις νέες εξοντωτικές συνθήκες. Πολλές ίσως δεν έχουν μαθευτεί δημόσια.

Στις ελληνικές φυλακές, η πρώτη καταγεγραμμένη κινητοποίηση ήταν η απεργία πείνας 1200 αιχμαλώτων μεταναστών στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Κορίνθου. Επίσης στο Παρανέστι, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, τον Απρίλη του ‘20 έγινε εξέγερση και απεργία πείνας μόλις ανακοινώθηκε η αναστολή όλων των διαδικασιών ασύλου. Η κινητοποίηση χτυπήθηκε από τα ΜΑΤ, οι αιχμάλωτοι βασανίστηκαν, κλειδώθηκαν στα κοντέινερ και ακολούθησαν μεταγωγές.

Τον ίδιο μήνα, στη φυλακή γυναικών στη Θήβα, η κινητοποίηση των αιχμαλώτων γυναικών, μετά το θάνατο της Αζιζέ Ντενίρογλου, χτυπήθηκε από τα ΜΑΤ. Οι παθολογικές αιτίες του θανάτου της κουκουλώθηκαν. 11 γυναίκες δικάστηκαν και υπέστησαν πειθαρχικές μεταγωγές ή και αφάιρεση πόντων και μεροκάματων για ένα έτος, που ισοδυναμεί με αντίστοιχη επιπλέον αιχμαλωσία. Κατά την ποινική αντεκδίκηση για την εξέγερση των γυναικών, στοχοποιήθηκε ιδαιτέρως η συντρόφισσα Πόλα Ρούπα, μέλος της αντάρτικης οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας.

Οι σφαίρες, τα ρόπαλα και οι ποινές, δεν πέφτουν για την υγεία, αλλά ενάντια στην υγεία. Αν χρειάζεται εξηγήσεις για την ανάδειξη της αντίθεσης υγείας και κρατικής τρομοκρατίας, σημαίνει ότι ο φασισμός έχει μπολιάσει τις καρδιές και τη γλώσσα. Στις ελληνικές φυλακές, η ιατρική πρόληψη και περίθαλψη ήταν ανέκαθεν ανύπαρκτες. Άνθρωποι που θα έπρεπε να χειρουργούνται ή να νοσηλεύονται μένουν αβοήθητοι, καταδικασμένοι στις ασθένειές τους. Άνθρωποι πεθαίνουν στις φυλακές λόγω έλλειψης διαγνώσεων. Η κατάσταση δεν άλλαξε μετά την έλευση του CoV-2. Αντιθέτως, αφότου ο ιός έγινε το πρόσχημα του ολοκληρωτικού γύψου, οι συνθήκες εγκλεισμού αμέσως επιδεινώθηκαν.

Το πρώτο μέτρο για τις φυλακές, με αφορμή τον ιό, ήταν η κατάργηση των επισκεπτηρίων. Αρχικά και για μεγάλο διάστημα έκοψαν όλα τα επισκεπτήρια, παρότι τα τακτικά είναι έτσι κι αλλιώς αποστειρωμένα, αφού μεσολαβεί τζάμι-τοίχος. Εκτός αυτού, αναφερόμενοι στα ανοιχτά επισκεπτήρια, όπου επιτρέπεται το άγγιγμα, η απομόνωση μιας ευπαθούς ομάδας έχει νόημα μόνο αν συνοδεύεται από ιδιαίτερη μέριμνα για την υγεία των μελών της στον μέγιστο βαθμό, δηλαδή μέριμνα υγείας πλουσιότερη από εκείνη που απολάμβαναν (ή δεν απολάμβαναν) πριν, κι από εκείνη που απολαμβάνουν γενικότερα οι υγιείς. Πρακτικά, σημαίνει διαρκή και προσωποκεντρική ιατρική φροντίδα με τα μέγιστα μέσα, άπλετος χώρος και φυσικό περιβάλλον. Και σίγουρα, μόνο αν είναι οικειοθελής μια τέτοια απομόνωση μπορεί να είναι προστατευτική για την υγεία. Σπανιότατα βρίσκεται κάποιος οικειοθελώς στη φυλακή. Και κανένας κρατούμενος δεν ζήτησε την κατάργηση των επισκεπτηρίων. Θα ήταν παράλογο εξ ορισμού αυτό το αίτημα αφού τα επισκεπτήρια δεν είναι υποχρεωτικά! Οι πιο ευπαθείς θα μπορούσαν να ζητήσουν την απομόνωσή τους από τους υπόλοιπους αιχμαλώτους, αλλά κανένας αιχμάλωτος δεν διανοείται ως δίκαιη την απαίτηση να υποβληθούν σε βαθύτερη καταστολή όλοι, προκειμένου να μην κινδυνέψει ο ίδιος. Έτσι ακριβώς λογίζονται οι ταξικά βολεμένοι.

Ο μηχανισμός της φυλακής έχει έναν αυτοτελή τρόπο ανταπόκρισης σε οποιοδήποτε πρόβλημα εγείρεται μέσα στο κοινωνικό σώμα: περισσότερη απομόνωση. Αν ένας αιχμάλωτος ζητούσε να απομονωθεί από τους υπόλοιπους για λόγους υγείας, η φυλακή θα είχε να του προσφέρει μόνο την υποδομή της πειθαρχικής απομόνωσης. Οι χείριστες συνθήκες από τη σκοπιά της υγείας. Μα είναι αυτό που εφαρμόζεται σε όποιους αιχμαλώτους βρεθούν θετικοί στο ιολογικά test και σε όποιους μπουν στη φυλακή, από μεταγωγή. Κρίθηκες ασθενέστερος; Είσαι επικίνδυνος και θα τιμωρηθείς επαυξημένα. Η ευγονική ιδεολογία, ως πρακτική ταξικής εκκαθάρισης, στην καθολική καθημερινότητα.

Τα γεγονότα στη φυλακή της Λάρισας τον Δεκέμβρη του ‘20 δίνουν μια συμπυκνωμένη εικόνα του τι συνέπειες έχουν πάνω στους αιχμαλώτους οι υγειονομικές πρακτικές που βρίσκονται στα χέρια του κράτους. Όταν ασθένησαν κάποιοι αιχμάλωτοι της φυλακής, η κοινότητά τους διαμαρτυρήθηκε μαζικά και παρατεταμένα, ζητώντας test, υλικά αντισηψίας και ιατρική φροντίδα για όλους. Λόγω της κινητοποίησης, τα κράτος αναγκάστηκε να φέρει κλιμάκιο του ΕΟΔΥ. Αφού τα test έβγαλαν πολλά θετικά αποτελέσματα, η φυλακή επέβαλε ένα και μόνο μαγικό θεραπευτικό μέτρο: κλείδωσε επ’ αορίστω όλους τους αιχμαλώτους στου θαλάμους, χωρίς διαχωρισμό φορέων και μη, νοσούντων και υγειών! Αυτό που φαίνεται και είναι μια μακάβρια τιμωρία, αντανακλά σε υπερθετικό βαθμό το πνεύμα της φυλακής. Για κάθε πρόβλημα, απομόνωση και εγκατάλειψη του προβληματικού υποκειμένου στις τεχνητές συνθήκες φτώχειας, εξασθένησης, αρρώστιας και θανάτου.

Μέσα στις παρανοϊκές αφηγήσεις της εξουσίας, η ελευθερία έχει στιγματιστεί σαν δημόσιος κίνδυνος. Κάθε νόμιμη προσωρινή έξοδος απ’ τη φυλακή (ακόμη κι αν είναι από κάγκελο σε κάγκελο), τιμωρείται πλέον με απομόνωση κατά την επιστροφή. Με τα πρόσφατα διατάγματα, όποιος έχει δίκη διαρκείας θα εκτίει στο ίδιο διάστημα ποινή απομόνωσης.

Ένα σημερινό παράδειγμα της εγκληματικής υποκρισίας: κάποιος αιχμάλωτος μετάγεται στον Κορυδαλλό για μία δίκη διάρκειας μίας μέρας. Εκεί παραμένει σε απόλυτη απομόνωση επί μία βδομάδα, αφού υπήρχε ο χώρος, μέχρι να μεταχθεί πάλι πίσω. Στη φυλακή ύψιστης ασφάλειας του Δομοκού, όπου επέστρεψε, κλειδώθηκε επί 4 μέρες σ’ ένα στενό κελί, χωρίς έξοδο σε διάδρομο (ούτε προάυλιο), μαζί με άλλους αιχμάλωτους που μετήχθησαν από άλλες φυλακές. Προφανώς αν ένας έφερε τον ιό, οι συνθήκες ήταν οι ιδανικότερες για να μεταφερθεί στους υπόλοιπους. Κι επειδή ο θάλαμος όπου στοιβάζονται μαζικά οι εισερχόμενοι ως «καραντίνα» ήταν υπερπλήρης (κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλον), οι πλεονάζοντες τοποθετήθηκαν σε κελιά της πτέρυγας του αναρρωτηρίου, όπου κρατούνται και οι φορείς του CoV-2 δίπλα σε όλους τους ασθενείς αιχμάλωτους. Εκκολαπτήριο επιδημίας. Το test που κάνουν κατά την άφιξή τους οι εισερχόμενοι δεν θεωρείται αρκετό ώστε να κριθούν μη φορείς, αλλά κατόπιν, για να βγουν από την απομόνωση εκβιάζονται να κάνουν νέο test. Double face υγειονομική αφήγηση, η απομόνωση απομόνωση, και η τεχνομυστικιστική πειθάρχιση ανεξάρτητη συνθηκών. Να σημειώσουμε ότι στη συγκεκριμένη φυλακή συνεχίστηκαν επί εποχής CoV-2 οι πολύωρες καθημερινές διακοπές παροχής νερού, δηλαδή η πιο ανθυγιεινή κατάσταση.

Εκ των συνθηκών οι αιχμάλωτοι έχουμε τη θέληση να αλληλοβοηθηθούμε. Αν ο καθένας ήταν ό,τι δηλώνει (π.χ. οι πολιτικάντηδες και οι φαρμακοβιομηχανίες δημόσιοι υπηρέτες, οι ανθρωποφύλακες κοινωνικοί λειτουργοί και οι γιατροί γιατροί), θα ήταν εύλογη η συνεργασία μας στην ιατρική πρόληψη. Ξέρουμε όμως ότι τα test για SARS μόνο περισσότερη απομόνωση και συνθήκες ασθένειας φέρνουν, και η «καραντίνα» είναι μόνο πειθαρχική ποινή για όλους, και ρατσιστική για όποιους ονομάζονται «κρούσματα» (ανεξάρτητα του τι σημαίνει πραγματικά αυτό το στίγμα). Με δεδομένο ότι οι φυλακές δεν είναι στελεχωμένες με γιατρούς και νοσηλευτές, και δεν έχουν καμία ιατρική υποδομή, εκτός από την καθημερινή ροή φαρμάκων (κυρίως ψυχοκατασταλτικών ναρκωτικών), το στοίχημα υπέρ της υγείας δεν έχει καμία ελπίδα.

Η ολοκληρωτική ακινητοποίηση ως αποκλειστικό, κατ’ όνομα προληπτικό μέτρο, μπροστά σε μια επιδημία στη φυλακή, είναι παράγωγο της γενικής ακινητοποίησης που επιβλήθηκε σ’ όλη την κοινωνία, ως μέτρο στατιστικής διαχείρισης. Ο τραγικός παραλογισμός της εφαρμογής αυτής της μεθόδου στις φυλακές καταδεικνύει το γενικό αδιέξοδό της ως ιατρική πρακτική. Η ιατρική καραντίνα μέχρι το 2019 ήταν ένα μέτρο που εφαρμοζόταν μόνο κατά χωροχρονική εξαίρεση. Τα μέτρα καθολικού αποκλεισμού (η λεγόμενη αποστασιοποίηση) είναι εξωπραγματικά: Δεν γίνεται να αυτοκαταργηθεί ο κοινωνικός βίος και η επιβιωτική δραστηριότητα μιας κοινωνίας, ειδικότερα αν βρεθεί αποκλεισμένη. Η επιβολή και η διαχείριση του καθολικού αποκλεισμού αποτελούν εργαλεία του κέρδους και της καταστολής. Η στατιστική πρόληψη δεν είναι υγεία – είναι ισοπέδωση της υγείας· δείχνει μια κοινωνία που έχει εγκαταλείψει την υγεία της κι έχει αφεθεί στην οικονομία συσσώρευσης εξουσίας. Όλ’ αυτά δείχνουν ότι η φυλακή είναι δομή εγγενώς απάνθρωπη κι αντικοινωνική.

Η φυλακή αποτελεί έναν στρατοκρατούμενο τόπο· το πρότυπο αντιμετώπισης της κοινωνικής απειθαρχίας. Όλοι οι αιχμάλωτοι ξέρουμε ότι μέχρι να γκρεμίσουμε τη φυλακή, οι σφαίρες, τα ρόπαλα κι οι ποινές θα πλεονάζουν, ενώ οι θεραπείες θα σπανίζουν.

Οι ευρύτερες αντιδράσεις απέναντι στο φονικό κύμα της κρατικής καταστολής στις φυλακές παγκοσμίως (με δεξιές κι αριστερές κυβερνήσεις, ιμπεριαλιστικά ή αντιαμερικάνικα καθεστώτα) ήταν ισχνές. Τον Σεπτέμβρη του 1971 εξεγέρθηκαν 2000 αιχμάλωτοι στη φυλακή Άττικα των ΗΠΑ. Κατά την καταστολή της εξέγερσης δολοφονήθηκαν 30 αιχμάλωτοι και 10 φύλακες, ενώ τραυματίστηκαν 89 απ’ τις σφαίρες της αστυνομίας. Το γεγονός έχει σημαδέψει την ιστορία. Επίσης, η καταστολή της εξέγερσης στη φυλακή Καραντιρού της Βραζιλίας τον Οκτώβρη του 1992, έμεινε στην ιστορία. Η στρατοχωροφυλακή δολοφόνησε με σφαίρες 111 αιχμαλώτους και τραυμάτισε 37. Όπως και στην Άττικα, όπως και παντού όπου η εξουσία δρα στο σκοτάδι, οι περισσότεροι νεκροί είχαν πυροβοληθεί αφού είχαν πρώτα ακινητοποιηθεί από τους δολοφόνους τους. Το βραζιλιάνικο κράτος καταδικάστηκε από διεθνές δικαστήριο γι’ αυτό το γεγονός. Ο στρατιωτικός επικεφαλής της εισβολής στη φυλακή καταδικάστηκε από εθνικό δικαστήριο σε 632 χρόνια φυλάκισης. Κατόπιν, η απόφαση ακυρώθηκε κι αυτός πήρε βουλευτική καρέκλα. Τελικά, την ίδια χρονιά (2006), εκτελέστηκε από αντάρτες.

Στις τούρκικες φυλακές οι μαζικοί αγώνες, οι απεργίες πείνας μέχρι θανάτου και η στρατιωτική καταστολή είναι ακατάπαυστα επί δεκαετίες.

Οι νεκροί εξεγερμένοι του ταξικού πολέμου φωτίζουν την ιστορία. Πού χάθηκαν όμως οι δολοφονημένοι αιχμάλωτοι της τρέχουσας περιόδου; Τι έχει αλλάξει, ώστε οι δολοφονημένοι από τα όπλα του κράτους να χάνονται σαν ένας αριθμός μέσα στη στατιστική της ευταξίας του θανάτου; Γιατί στεκόμαστε άοπλοι μέσα σ’ έναν κόσμο που επιζητά να βαδίσει προς τον θάνατό του με εφησυχαστική άγνοια;

Τουλάχιστον να επαναλάβω την κοινή διεκδίκηση όλων των εξεγερμένων αιχμαλώτων της Γης, μετά την εμφάνιση του CoV-2, αλλά και πριν, για την οποία πολλοί θυσιάστηκαν:

Μέχρι να φτιάξουμε μια κοινωνία αλληλεγγύης κι όχι κέρδους, και να καταστραφεί το απάνθρωπο σύστημα φυλακή , αποκλειστικό μέτρο μείωσης των παθογόνων συνθηκών που επιβαρύνουν τους αιχμαλώτους είναι η μαζική αποφυλάκιση και η κατάργηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Περισσότεροι άνθρωποι ελεύθεροι, όλοι πιο υγιείς.

Οι κινητοποιήσεις της 17ης Νοέμβρη, της 6ης Δεκέμβρη, ενάντια στον αντιφοιτητικό νόμο και για τον αιχμάλωτο αντάρτη Δημήτρη Κουφοντίνα, με αποκορύφωμα τη μάχη της Ν. Σμύρνης στις 9 Μάρτη, θύμισαν ότι το θεμελιακότερο επίδικο στην ταξική πάλη είναι η αντίσταση στην ακινητοποίηση, τον διαχωρισμό και τον αποκλεισμό· αντίσταση στην καθολική φυλακή.

Επίθεση στην εργατική τάξη και άλμα στον ολοκληρωτικό ψηφιακό έλεγχο

Με πρόσχημα τις οικονομικές συνέπειες του αντικοινωνικού παγώματος, το ελληνικό κράτος μετασχηματίζει ριζικά το σύνολο των ταξικών σχέσεων. Ό νέος νόμος για τη μισθωτή εκμετάλλευση κατάργησε και τις στοιχειωδέστερες εργατικές εγγυήσεις, και συμπλήρωσε τον αντισυνδικαλιστικό νόμο του ΣΥΡΙΖΑ, ποινικοποιώντας εξ ολοκλήρου τα μέσα της εργατικής αντίστασης.

Η ληστρικότητα του κράτους εναντίον των ταξικά αδύνατων εντείνεται με κάθε ευκαιρία. Η ολοκληρωτική καταστολή που εξαπολύθηκε εξ αφορμής του CoV-2 αποτέλεσε χρυσή ευκαιρία. Κρατική τρομοκρατία και ληστρικότητα πάνε χέρι-χέρι. Ξεκινώντας από τα εξοντωτικά πρόστιμα για την παραβίαση του καθολικού εγκλεισμού, σήμερα οι ταξικά μη προνομιούχοι υφίστανται το εκβιαστικό δίλλημα: εμβολιασμός (δηλαδή, παράδοση στο ΚΑΡΤΕΛ) ή ατέρμονη χρηματική αφαίμαξη μέσω μικροβιολογικών test, ώστε να μην αποκλειστούν από τα πεδία διαβίωσής τους, τα οποία ως επί τω πλείστον ελέγχονται από το κράτος και τα αφεντικά. Τον ίδιο εκβιασμό υφίστανται οι αιχμάλωτοι και οι συγγενείς τους, πάνω στην ανάγκη των επισκεπτηρίων (που πλέον γίνονται μόνο κλειστά). Και υπάρχουν πράγματι άνθρωποι, οικογένειες, που αδυνατούν ανταπεξέλθουν σ’ αυτό το εκβιαστικό έξοδο, αφού το επισκεπτήριο αποτελούσε γι’ αυτούς τη μόνη δυνατότητα επικοινωνίας, καθώς δεν έχουν χρήματα για τηλεκάρτες.

Ο εκβιασμός που έχει επιβληθεί σ’ όλο τον λαϊκό κόσμο χτυπάει τους αιχμαλώτους στο πιο αδύναμο σημείο τους: Για να σου επιτραπεί να υπερασπιστείς τον εαυτό σου σ’ ένα δικαστήριο, απαιτείται να συμμετάσχεις τουλάχιστον στην υποκρισία της στατιστικής διαχείρισης του θανάτου (παρότι οι φυλακές δεν έχουν ούτε μικροβιολογικά εργαστήρια, ούτε σύνδεση με το σύστημα υγειονομικού φακελώματος και πιστοποίησης απ’ τον ΕΟΔΥ). Όταν τα τσουτσέκια του ΚΑΡΤΕΛ που στελεχώνουν την κρατική επιτροπή «υγείας» αποφανθούν ότι ολοκληρώθηκε θετικά ο πειραματικός κύκλος των εμβολίων CoV-2 (όπως πρόσφατα στις ΗΠΑ), και συνακόλουθα η Επιτροπή Βιοηθικής αποφανθεί ότι οι δια της βίας μικροβιολογικές παρεμβάσεις στο ανθρώπινο σώμα δεν παραβιάζουν κανένα δικαίωμα, θα εξοριστούν από κάθε νόμιμο μέσο επιβίωσης και συνολικά από κάθε κοινωνική δραστηριότητα ελεγχόμενη από το κράτος όλοι όποιοι υπερασπίζονται ότι τα ανθρώπινα σώματα δεν ανήκουν στα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια, όπως εκδιώχθηκαν από την εργασία τους οι μισθωτοί και αυτοαπασχολούμενοι της υγείας. Ήταν μια ακόμη επίθεση στη δημόσια παροχή υγείας, και εκκαθάριση των αντιφρονούντων της «αρμόδιας» τεχνοκρατίας. Μ’ έναν σμπάρο, δυο τρυγόνια. Οι αιχμάλωτοι που θα επιμείνουν σ’ αυτή την άρνηση θα στερηθούν το Ηabeas Corpus, το θεμέλιο του «κράτους δικαίου»: την υποχρέωση των κρατικών οργάνων να προσάγουν τον αιχμάλωτο σε δικαστήριο.

Δεν αποκλείεται τα κράτη να επιχειρήσουν να επιβάλουν τον δια της βίας εμβολιασμό. Ήδη η επιλογή και η άρνηση μιας ιατρικής πρακτικής (τώρα η διασωλήνωση) από τον πάσχοντα, τέθηκαν στην αρμοδιότητα των εισαγγελέων. Πριν έξι χρόνια, ως απάντηση στην απεργία πείνας των πολιτικών κρατούμενων, ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάνθηκε με νόμο ότι η βίαιη λήψη γενετικού υλικού είναι εφικτό να μην προσβάλει την αξιοπρέπεια του προσώπου. Η μετάπτωση στη λεηλασία του βιολογικού υποστρώματος του ανθρώπινου σώματος δεν φαντάζει πια εξωφρενική. Από τη σκοπιά του αστικού δικαίου, το ζήτημα του αυτεξούσιου πάνω στο σώμα μας ήταν γαρνιτούρα, αφού τα πάντα μετριούνται σε χρήμα. Έμμεσα, όλες οι σχέσεις εξουσίας κι εκμετάλλευσης δεν παραβιάζουν την αυτονομία μας επί των σωμάτων μας; Η στρατιωτική και αστυνομική τρομοκρατία, που θεμελιώνει την κρατική κυριαρχία, δεν επεμβαίνει άμεσα στη σχέση των υπηκόων με τα σώματά τους, και στα ίδια τα σώματα; Γιατί να εξακολουθούμε να μιλάμε με τη νεκρή γλώσσα περί δικαιωμάτων, που θεσπίζονται και καταργούνται κατά βούληση των δημίων; Μπορεί σήμερα να διεξαχθεί αντικαπιταλιστικός αγώνας, αν δεν προτάσσει την αποαποίκιση της ύπαρξης;

H κεραυνοβόλα και παρατεταμένη έφοδος της εξουσίας για την άλωση των ανθρώπινων οργανισμών σε γενετικό βάθος, που έχει το δικό της μακρύ ιστορικό προετοιμασίας του εδάφους (ιδεολογικά, πολιτικά, φαντασιακά, τεχνολογικά…) αφορά στην καπιταλιστική ιδιοποίηση του βασικότερου υλικού της κερδοσκοπικής παραγωγής: του εργαζόμενου σώματος. Ο εργάτης που ανταλλάσει την εργασία, αποτελεί ένα εμπόδιο ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Στη νέα καπιταλιστική δυστοπία που χτίζεται βήμα βήμα, δεν θα υπάρχει εργάτης παρά μόνο οργανισμός εργασίας, μικροβιολογικά εξαρτημένος από το βιομηχανικό σύμπλεγμα, και άμεσα ελεγχόμενος απ’ αυτό. Αν επιτρέψουμε στους τεχνοκράτες να προχωρήσουν τα σχέδιά τους. Ήδη ο εργάτης ως συλλογική ταυτότητα, οικουμενική κοινότητα και υποκείμενο δημιουργίας του κόσμου ή ενός άλλου κόσμου, έχει σκορπιστεί σωματικά, συναισθηματικά, διανοητικά, ηθικά, ταξικά και γεωγραφικά. Ήταν εύκολο ν’ ανοίξει η πύλη της ενδοσωματικής κατοχής. Τα βιοτεχνολογικά εμβόλια που βάζουν τον οργανισμό να προσομοιάσει ο ίδιος τον ιό, δεν είναι μια αμφιλεγόμενη τεχνολογία, ούτε ένα λάθος βιοηθικής: Είναι μια πρώτη μικρή απόπειρα μετατροπής της ανθρωπότητας σε βιοτεχνολογικό εργοστάσιο, όπου εργοστάσιο, εργασία κι εργάτης θα συγχωνευτούν. Το πιο μαζικό εργοστάσιο που έχει δημιουργηθεί μέχρι σήμερα. Δεν έχει σημασία αν οι βιοτεχνολόγοι του ΚΑΡΤΕΛ ξέρουν ή δεν ξέρουν τι φτιάχνουν σήμερα. Όπως είχε γράψει ο Κομφούκιος, ένα μεγάλο ταξίδι ξεκινάει μ’ ένα βήμα.

Η στρατηγική της μικροβιολογικής αποίκισης αλληλοσυμπληρώνεται με τη στρατηγική της ψηφιοποίησης όλων των σχέσεων και των δραστηριοτήτων της ανθρωπότητας. Ταυτόχρονη και συναρτημένη αποικία του σώματος, των αισθήσεων και του νου του κι αυτοματοποιημένος έλεγχος, άμεση αναδιάρθρωση και διαχείριση ροών του μέγα-εργοστασίου.

Το βραχιολάκι του κατάδικου, το PDA του εργάτη και το smartphone κάθε καταναλωτή δεν απέχουν πολύ από τη βιολογική προσάρτηση στους ψηφιακούς αλγόριθμους της εξουσίας: Ήδη η φυσική κίνηση κι η κοινωνική δραστηριότητα έχουν εισαχθεί στο σύστημα. Η τηλεργασία και η τηλεκπαίδευση προωθήθηκαν ως λύσεις σε μια κατάσταση τεχνητής σπάνης ελευθερίας κίνησης και συνάντησης, όπως ακριβώς το βραχιολάκι εδραιώθηκε σαν δυνατότητα σχετικής ελευθερίας πάνω στην πραγματικότητα του εγκλεισμού. Οι τηλεματικές τεχνολογίες προσφέρουν πολλαπλά οφέλη στην εξουσία, επιπλέον του άμεσου συγκεντρωτικού ελέγχου: Καθώς η δραστηριότητα του ελεγχόμενου απεγκλωβίζεται από τον δομημένο χώρο, ελαχιστοποιείται το λειτουργικό κόστος που επωμίζεται το αφεντικό. Επιπλέον, μεταμορφώνεται το ιδεολογικό ή και νομικό υπόστρωμα της σχέσης, η ψηφιακή αλυσίδα βαφτίζεται ελευθερία, κι εκείνος που φοράει τον χαλκά καλείται να αυτοδιαχειριστεί την πειθάρχησή του. Η χαρτογράφηση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων μέσω των κινητών τηλεφώνων, όπως εφαρμόστηκε από ορισμένα κράτη ως μέτρο περιορισμού της εξάπλωσης του CoV-2, απομονώνοντας τους υπόλοιπους κοινωνικούς ιστούς, αποτελεί πιλοτικό εγχείρημα ολοκλήρωσης της καθολικής φυλακής.

Παράλληλα με την ψηφιοποίηση της εργασίας και του χωροχρόνου επεκτείνεται σταδιακά η απαγόρευση των συναλλαγών με χειροπιαστό χρήμα. Η εκστρατεία γενικής αποστείρωσης ήταν το τέλειο πρόσχημα. Όλοι καταλαβαίνουν, και τα κράτη δεν το έκρυβαν ποτέ, ότι η επιβολή των αποκλειστικά ψηφιακών συναλλαγών αποσκοπεί στον απόλυτο έλεγχο της οικονομίας. Πρόκειται για ζήτημα που αγγίζει τους αιχμάλωτους, ανεξαρτήτως οικονομικής κλάσης. Ελάχιστα εγκλήματα που επιφέρουν πραγματική φυλάκιση δεν συνδέονται διόλου με την παραοικονομία. Η επιβολή του ψηφιακού χρήματος, πλαστικού και διαδικτυακού, αποτελεί στρατηγική ταξικής εκκαθάρισης. Η πρόβλεψη για όσους πετιούνται εκτός αγοράς είναι το πρότυπο των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που έχει δοκιμαστεί πάνω στους μετανάστες. Γκέτο, μεταμορφωμένα σε στρατοκρατούμενες ζώνες αποκλεισμού, συσσίτια για τους μελλοθάνατους, κι οι αρρώστιες να θερίζουν σιωπηλά. Η παραοικονομία σίγουρα δεν θα πληγεί. Η αστική τάξη κρύβει τις απάτες και τους εκβιασμούς της στη νομιμοφάνεια. Οι τράπεζες θα συνεχίσουν να λειτουργούν με παράλληλα ανεπίσημα δίκτυα και άτυπες συμφωνίες. Οι εφοπλιστές, τα ΝΑΤOϊκά μεταγωγικά και τα κοντέινερ του Βατικανού, του οποίου την τράπεζα έχει εξαγοράσει η Γερμανική Τράπεζα, δεν θα πάψουν να μεταφέρουν το χοντρεμπόριο των ναρκωτικών. Η οικονομική εξόντωση των φτωχοδιαβόλων ανήκει σε μια εποχή στην οποία η καπιταλιστική ολιγαρχία, έχοντας αποδεσμευτεί από κάθε δημόσιο έλεγχο, αφού οι ταξικοί αντίπαλοί της βρέθηκαν ανίσχυροι, τρέχει απροκάλυπτα τα καθημερινά deal της με τους πολιτικούς άρχοντες.

Το κεφάλαιο ποτέ δεν χρειαζόταν τους εργάτες ελεύθερους· χρειάζεται μόνο μια δεξαμενή πλεονάζουσας εργατικής δύναμης, κι αυτή εξασφαλίζεται δομικά λόγω της συσσωρευτικής φύσης του. Όμως, η περισσευούμενη εργατική δύναμη είναι επικίνδυνη. Για τον έλεγχό της έχει φτιαχτεί το σύστημα της φυλακής. Ο απόλυτος οικονομικός αποκλεισμός της εγγυάται ότι ο έλεγχος της φτώχειας θα γίνει εξ ολοκλήρου στρατοκρατικός.

Έχουμε κάθε λόγο να αρνηθούμε την ψηφιακή και βιοτεχνολογική αποικιοκρατία. Για να επιβιώσουμε πρέπει να χτίσουμε ασύνορες κοινότητες άμεσης αυτοδιεύθυνσης στην υγεία, την οικονομία και κάθε πτυχή της διαβίωσής μας, διαμορφώνοντας αυτόνομες πρακτικές, ελέγχοντας τις πρακτικές του κράτους, επιβάλλοντάς του κοινωνικούς όρους, και απαλλοτριώνοντας πόρους για όλα αυτά.

Ο κύριος εχθρός μας είναι η ιδιοτέλεια, η ηθική του κέρδους και η συνθηκολόγηση με τις δομές εκμετάλλευσης. Ο μικρόκοσμος της φυλακής αποτελεί συμπυκνωμένη έκφραση της καπιταλιστικοποίησης των σχέσεων που έχει αποσυνθέσει την εργατική τάξη. Κανένας αγώνας δεν αντέχει αν δεν εδράζεται στην οργανωμένη αλληλεγγύη. Και η αλληλεγγύη είναι καλά θεμελιωμένη όπου πηγάζει από την κοινότητα της ισότητας και της ελευθερίας. Οι αγώνες που έχουν δοθεί από τους αιχμάλωτους, και το αυξανόμενο πλήθος των αναγκών μας που δεν βρίσκουν αγωνιστικό δρόμο, κουβαλάνε τη συνείδηση της καταστροφικής επίδρασης των καθεστωτικών μεσολαβήσεων και των πατριαρχικών κι εθνικιστικών δεσμών.

Οι φαινόμενες στρατιωτικές ήττες των κινημάτων είναι αντικατοπτρισμοί της καπιταλιστικής αποσύνθεσης της κοινωνικής βάσης. Πάλι η κατάσταση των αιχμάλωτων είναι ενδεικτική. Ποιες είναι οι αιτίες της μακράς σιωπής στις ελληνικές φυλακές; Πού χάθηκε σταδιακά η κοινότητα εκείνων που δεν φοβήθηκαν το φάντασμα της φυλακής; Ποτέ δεν νικήθηκε από την κρατική βία, που πίσω από τα κάγκελα έπαιρνε πάντα τις πιο βάναυσες μορφές της. Απλά, αφομοιώθηκε στον πολιτισμό του εχθρού.

Σ’ αυτήν την κρίσιμη ιστορική μετάβαση, επίσης, αρκετοί πολιτικοί κρατούμενοι αναπαρήγαγαν το ταξικό σύστημα της φυλακής, αφήνοντας βαριά παρακαταθήκη για τον αγώνα των αναρχικών μέσα στις ελληνικές φυλακές και την αμφίδρομη αντήχηση της πάλης μέσα κι έξω.

Διαμόρφωση μιας κοινωνίας γενικευμένου αμοιβαίου φόβου και φασιστικού κανιβαλισμού

Οι αιχμάλωτοι του κράτους είναι γνώστες της ευπάθειας: μας επιβάλλεται καθημερινά ως εκβιασμός σωφρονισμού. Όποτε η ανθρώπινη ευπάθεια εισέρχεται στον δημόσιο διάλογο, το κάνει εκρηκτικά, με τον τρόπο της εξέγερσης. Οι αγώνες των αιχμάλωτων, που και στην τρέχουσα φάση χτυπήθηκαν με δολοφονικά μέσα, είναι αμιγώς φωνή της ευπάθειας. Γιατί όμως το κράτος επένδυσε στην έμφαση της ευπάθειας κατά την άφιξη του CoV-2;

Ο αδιάλειπτος βομβαρδισμός με καταμετρήσεις και στατιστικές θανάτων είναι χυδαία υποκρισία. Οι καθημερινοί θάνατοι πάνω στη Γη, λόγω της ταξικής κυριαρχίας και των φυσικών συνεπειών της ενάντια στη βιόσφαιρα και την ανθρώπινη υγεία, είναι πολλαπλάσιοι απ’ όσους προκαλεί ο CoV-2 κι η καθεστωτική αξιοποίησή του, και πάραυτα παραμένουν κουκουλωμένοι. Η επιλεκτική υποκριτική ευαισθησία αποτελεί παράμετρο ενός ιδιαίτερου πλαισίου αντικοινωνικού ελέγχου. Η εξουσία «ανακάλυψε» την ευπάθεια, όταν θεώρησε ότι έχει οργανώσει τους όρους για την ολοκληρωτική αξιοποίησή της ερήμην των πασχόντων και του κοινωνικού σώματος. Οι ευπαθείς βγήκαν στο προσκήνιο σαν παθητικά αντικείμενα, πάνω σ’ ένα υπόστρωμα καθολικής άγνοιας και συστηματικής τρομοκράτησης. Ο CoV-2 έγινε αμέσως ένα φάντασμα, ο «αόρατος εχθρός» που θα εξασφάλιζε τη σκοταδιστική επιβολή κάθε βούλησης των πολιτικών και οικονομικών αρχόντων, οι οποίοι ντύθηκαν με τα λευκά ράσα της τεχνοκρατικής αυθεντίας.

Ο τεχνοκρατικός μυστικισμός ενεργοποίησε τη δυνατότητα των media να πλάσουν ένα κλειστό σύμπαν ολοκληρωτικού πολέμου, μοριακού, με την έννοια της διείσδυσης σ’ όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και κυριολεκτικά, ως πρόσχημα για την αποίκιση του ανθρώπινου σώματος. Ο τέλειος συνδυασμός για μια εκστρατεία εκφασισμού πάνω στο ριζικότερο πεδίο αυτοπροσδιορισμού του φασισμού: Η κοινωνία ως παθολογικό αντικείμενο, ο άλλος ως εξ ορισμού φορέας ασθένειας, και η υγειονομία ως κύρια πολιτισμική πρακτική (πολιτικοστρατιωτική, οικονομική, ιδεολογική, αισθητική κ.λπ.). Το άρμα γι’ αυτή τη βουτιά ήταν η σαρωτική εμπέδωση της παθολογικοποίησης των σχέσεων και του εαυτού. Καθαρή τρομοκρατία, θεμελιωμένη σε μια κοσμοκατασκευή που αντανακλά αυτούσια την κυριαρχία των ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων πάνω στην επιστήμη. Κυριαρχία σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα συγκροτητικά κριτήρια της επιστήμης ν’ αντικαθίστανται πραξικοπηματικά από τις ανάγκες της πολιτικής κυριαρχίας. Μέχρι σήμερα μόνο ο γερμανικός ναζισμός είχε επιτύχει τέτοια ιδεολογική ενσωμάτωση της επιστήμης. Έτσι και σήμερα, ο υγειονομισμός λάδωσε τους στρατιωτικούς και ποινικούς μηχανισμούς.

Σ’ αυτή τη διεστραμμένη προβολή της ευπάθειας, αντιμετωπίζεται ο καθένας, το κοινωνικό σύνολο και η κοινωνικότητα, πρώτα και κατεξοχήν ως κίνδυνοι, και ύστερα και κατ’ επίφαση ως ασθενείς. Ο ασθενής έχει ενοχοποιηθεί για την ασθένειά του απέναντι στην κοινωνία, που πλέον σημαίνει έναν εξιδανικευμένο χώρο προσεγγίσιμο αποκλειστικά από τους πειθαρχημένους, και επιπλέον ο ασθενής έχει ενοχοποιηθεί για την αναποτελεσματικότητα του ιατρικού συστήματος. Περνώντας η υγεία στην αρμοδιότητα της καταστολής δεν υπόκειται μόνο υποβάθμιση: Μεταμορφώνεται σ’ ένα αντεστραμμένο εργαλείο εξόντωσης.

Κάθε αιχμάλωτος (νυν ή πρώην) μπορεί να περιγράψει εμπεριστατωμένα πώς η ασθένεια αξιοποιείται σαν δίκαιο ποινικό συμπλήρωμα κι εκβιασμός. Επί CoV-2 η αστυνομία αναγορεύτηκε σε Εθνικό Σύστημα Υγείας, ωστόσο οι ανθρωποφύλακες είχαν ανέκαθεν την ιατρική πρωτοκαθεδρία στις φυλακές.

Η επιβολή ποινικών διατάξεων ενάντια στον ελεύθερο διάλογο του ιατρικού κόσμου, και ευρύτερα στον δημόσιο διάλογο περί ιατρικών ζητημάτων, είναι φυσιολογικό τέκνο της ολοκληρωτικής στρατιωτικοποίησης της ιατρικής (και ιδεολογικής υγειονομικοποίησης του ταξικού πολέμου). Μα η ποινική λογοκρισία φανερώνει την αδυνατότητα συγκάλυψης των ψεμάτων της εξουσίας. Οι καπιταλιστικές δημοκρατίες εγκατέλειψαν την κυριαρχία του Λόγου, την καθοδηγητική ιδέα του Διαφωτισμού που χρύσωνε μέχρι σήμερα την κοινωνική συναίνεση. Η ισχύς της τρομοκρατίας όμως, δεν εγγυάται την αλήθεια της· ειδικά, όταν επιδιώκει την αποσιώπηση υποδηλώνει ένα έλλειμμα διεισδυτικότητας.

Το απαραίτητο επιστημονικό ψέμα για την ιδεολογική κατασκευή του «αόρατου εχθρού» ήταν η ενοχοποίηση των ασυμπτωματικών φορέων. Μέχρι τώρα δεν υπάρχουν ερευνητικά αποτελέσματα που να δείχνουν αν και σε τι ποσοστά οι φορείς που δεν νοσούν, μεταδίδουν τον CoV-2. Όπως εξοβελίστηκε κάθε έρευνα θεραπείας για τον CoV-2, έτσι επίσης αποκλείστηκε οποιαδήποτε έρευνα ενδέχετο να καταρρίψει τις κατασκευασμένες στατιστικές «προβλέψεις» του ΚΑΡΤΕΛ, και τη μεταφυσική της καθολικής ενοχής.

Η αντιεπιστημονική και αντι-ιατρική αγυρτεία δεν περιορίστηκε στην ιδεολογική κοσμοκατασκευή, την καθημερινή επιλεκτική προβολή θανάτων, και τη λογοκρισία. Ενεργητικές πρακτικές παραγωγής των θεμιτών δεδομένων, και ηθικολογικής διαμόρφωσης του κοινωνικού πεδίου, ενάντια στην υγεία, κατέλαβαν τη θέση της προληπτικής και θεραπευτικής φροντίδας. Οι μικροβιολόγοι κι οι γιατροί που κάνουν τα test PCR, εκτελώντας εντολές του ΚΑΡΤΕΛ τις οποίες διακομίζουν οι κρατικοί αξιωματούχοι, δουλεύουν τις συσκευές έξω από τις προδιαγραφές τους (το Cycle Threshold που ορίζει το ελάχιστο αποδεκτό ίχνος), έτσι ώστε να πολλαπλασιάζονται οι χαρακτηριζόμενοι «κρούσματα», συμπεριλαμβάνοντας στους φορείς όσους έχουν εξουδετερώσει τον ιό και κρατάνε νεκρά κομμάτια του. Μ’ αυτόν τον τρόπο βέβαια δεν θα καταμετρηθεί ποτέ η πληθυσμιακή ανοσία, αφού προστίθεται στην παθολογική δεξαμενή. Δεν αναγνωρίζεται ανοσία δίχως εμβόλιο (και πάλι προσωρινά). Το ΚΑΡΤΕΛ μάς θέλει όλους διαρκώς άρρωστους. Τα κράτη κατάλαβαν ότι πρόκειται για μια ιδανική κατάσταση υποταγής. Το ελληνικό κράτος έκανε ό,τι μπορούσε (μέχρι τη μαζική μάχη της Ν. Σμύρνης) για να μας κάνει όλους ασθενέστερους, κι όσους νικάνε την αρρώστια τους αντιμετωπίζει σαν παθολογικούς. Ακόμα κι ο χαρακτηρισμός των μη νοσούντων φορέων ως κρουσμάτων είναι μια αντι-ιατρική αγυρτεία.

Στο ξεκίνημα της παθογόνου επιχείρησης καθολικού εγκλεισμού, οι ίδιοι οι καθεστωτικοί γιατροί ενημέρωναν ότι η μασκοφορία αποτελεί ανθυγιεινή συνθήκη που δικαιολογείται μόνο σε μολυσματικό περιβάλλον, ή για ανθρώπους που διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο. Η πολιτική σκοπιμότητα αναίρεσε την ιατρική χρήση της μάσκας, επιβάλλοντάς την ως μέτρο καθολικής πειθάρχησης στην ιδεολογική κατασκευή της υγειονομικής τρομοκρατίας. Η μάσκα ταυτίζει τα πρόσωπα με την τρομοκρατική ιδεολογία του ΚΑΡΤΕΛ και των πολιτικών λακέδων του. Μέσα σ’ ένα κοινωνικό πεδίο ισοπεδωμένο από τα χουντικά μέτρα και τη θανατοπολιτική, η άνευ συγκεκριμένου ιατρικού λόγου χρήση μάσκας αποτελεί δήλωση παράδοσης της ανθρωπινότητας στον τεχνοκρατικό μυστικισμό της κυριαρχίας. Τα μασκοφορεμένα πρόσωπα-μη πρόσωπα συνομολογούν την αδυναμία τους μέσα κι απέναντι στον καπιταλιστικό πολιτισμό ως κοινή παθολογία.

Ο CoV-2 μπορεί και νικάει τους ασθενέστερους ανθρώπινους οργανισμούς κι είναι μεταδοτικός. Ο καπιταλισμός και τα παράγωγά του σκοτώνουν, και παρ’ όλα αυτά, παραμένουν μεταδοτικά. Αν ισχύει η βάσιμη κι εύλογη υπόθεση ότι αυτός ο ιός φτιάχτηκε σε εργαστήριο, ανεξαρτήτως του αν διέρρευσε κατά λάθος ή σκόπιμα, φτιάχτηκε για να είναι φονικός. Είναι δεδομένο με ντοκουμέντα, ότι οι βιο-τεχνοκράτες πειραματίζονται με φονικούς ιούς, προκειμένου, όπως δηλώνουν, να βρίσκονται ένα βήμα μπροστά από τη «φύση-τρομοκράτη». Ο συντηρητικός σκοταδισμός, που, όντας ανίκανος να κατανοήσει την εξέλιξη της κυριαρχίας, αρνείται την ύπαρξη του ιού και μπερδεύεται με τις ιδεολογικές κατασκευές, αποτελεί τον κατάλληλο εχθρό για τον τεχνοκρατικό φασισμό. Άλλη μια ενεργητική ολοκληρωτική λογοκρισία: Όποιοι αντιστέκονται κατατάσσονται στην εύκολα αντιμετωπίσιμη συντηρητική παρέκκλιση.

Υπάρχει πρόβλημα που γίνεται να λυθεί χωρίς ν’ αντιμετωπίσουμε τις αιτίες του; Η άγνοια βαφτίζεται τυχαιότητα, κι έτσι εγκαθίσταται η μοιρολατρία που παραχωρεί στα κρατικά ιερατεία κάθε αυτονομία. Εξετάζοντας τις πολιτισμικές συνθήκες, αναλύοντας συγχρόνως τους ταξικούς ιστορικούς καθορισμούς τους, το νόημα του πραγματικού ξεδιπλώνεται· πέφτουν τα πέπλα της μυστικοποίησης. Για παράδειγμα, η φονική έφοδος του CoV-2 στην Ευρώπη. Τα νοσοκομεία της Μπέργκαμο μεταμορφώθηκαν σε αλυσίδες εξαγωγής ανώνυμων πτωμάτων στον σωρό. Η μάστιγα του Θεού; Με νεωτερική γλώσσα, η αχαλίνωτη φύση ως αόρατος εχθρός. Ή μήπως επέδρασε καταλυτικά το γεγονός ότι η Μπέργκαμο είναι ένας τόπος βιομηχανικής συσσώρευσης, με μολυσμένο περιβάλλον κι ασθενή υπέργηρο πληθυσμό…; Το γεγονός ότι το σύστημα δημόσιας ιατρικής πρόληψης και περίθαλψης του ιταλικού κράτους ήταν ήδη διαλυμένο από τη νεοφιλελεύθερη αναδόμηση… Το γεγονός ότι η παροχή υγείας είχε συρρικνωθεί στη νοσοκομειακή διαχείριση της εκδηλωμένης ασθένειας, και έτσι υπερσυγκεντρώθηκε αιφνίδια σε περιορισμένους χώρους τεράστιο ιϊκό φορτίο και πλήθος ασθενών (με παρεπόμενο να αναμεταδίδουν τον ιό οι νοσοκομειακοί εργαζόμενοι και να πεθαίνουν και οι ίδιοι)… Το γεγονός ότι η περίθαλψη κατά τους τελευταίους δυο αιώνες καπιταλιστικής ανάπτυξης έχει δομηθεί με βάση το νοσοκομειακό πρότυπο νοσηλείας σε συγκεντρωτικές μονάδες που χωροθετούνται, χτίζονται και λειτουργούν με οικονομικά κριτήρια… Το γεγονός ότι η εξάρτηση των αστικών κοινωνιών από την κεντρική διαχείριση του βίου τους και της υγείας τους τις σπρώχνει στον μαζικό θάνατο, στις πιο κρίσιμες στιγμές, όπως γνωρίζαμε από τους δυο παγκόσμιους πολέμους, το Τσέρνομπιλ, τη Φουκουσίμα κ.λπ… Οι τεχνοκράτες του θανάτου μεταμφιέζονται κάθε μέρα σε σωτήρες. Εν τέλει, αφού ήμασταν ήδη απρόσωποι αριθμοί στην οικονομία του κέρδους, ήρθε αυτόματα, ανεμπόδιστα, η απόφαση ν’ αναλάβει ο στρατός να εξαφανίσει τους νεκρούς σε μαζικούς τάφους, και τα media να τους αναστήσουν ως τεκμήρια αναγκαιότητας ενός έκτακτου καθεστώτος τρομοκρατίας. Πολιτισμός-ζόμπι.

Σε αντιδιαστολή με το εργοστάσιο θανάτου Μπέργκαμο, στέκεται το παράδειγμα της εξέγερσης στις ΗΠΑ, Μάη με Σεπτέμβρη 2020. Εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων συγκεντρώνονταν επί ώρες, μέρες και βδομάδες, με το αναπνευστικό τους να βομβαρδίζεται από τα δακρυγόνα, κορμιά μούσκεμα απ’ τον ιδρώτα και το νερό που εκτόξευαν οι αύρες (εμποτισμένο με χημικά) να δακρύζουν και να φτερνίζονται αγκαλιασμένα, και τα αίματα από τους πυροβολισμούς με πλαστικά και μεταλλικά βλήματα να περνάνε από χέρι σε χέρι, καθώς φρόντιζαν όλοι όλους. Κι όμως, οι μετρήσεις διασποράς και θανάτων δεν έβγαλαν ιδιαίτερη αύξηση από τις πολιτείες που βίωσαν την αναταραχή, αλλά αντιθέτως, έβγαλαν χαμηλά ποσοστά σε σύγκριση με τις πολιτείες που έμειναν ατάραχες.

Η πρώτη μαζική εξέγερση της υγειονομικής εποχής, μέσα στον πλούτο των διδαγμάτων της, άφησε και μια ισχυρότατη πρακτική διάψευση της προπαγανδιζόμενης διάχυσης του «αόρατου εχθρού» διαμέσου των μη νοσούντων. Ελλείψει ερευνών, δεν έχουμε επίσημη εικόνα της μεταδοτικότητας του CoV-2 σε διαφορετικές συνθήκες. Πάντως ξέρουμε ότι η ελευθερία είναι θεραπευτική.

Τιτλοφορώντας τον εμβολιαστικό πόλεμο, «Επιχείρηση Ελευθερία», το κράτος διαμήνυσε τη βούλησή του να επιβάλει μιαν ολοκληρωτική σκλαβιά. Ένας ειρωνικός τίτλος, αποκλειστικά για τα πειραματόζωα του φαρμακευτικού μονοπωλίου. Η δικτατορία του 1967 έκανε σημαία της την κοινωνιολογική ορθοπεδική («γύψος»). Η σύγχρονη δικτατορία επιστράτευσε τη μικροβιολογική μεταφυσική. Κάθε εποχή έχει τις γλώσσες της. Κάθε εποχή της εξουσίας αφήνει τις δικές της καταστροφές. Η επικινδυνότερη συνέπεια της επιχείρησης «Ελευθερία» δεν είναι τα βιολογικά παρεπόμενά της. Η ανθρωπότητα έχει αντέξει όλες τις καταστροφικές μαλακίες της αλαζονείας της εξουσίας. Κρισιμότερη είναι η σκοταδιστική υποτέλεια. Ας φανταστούμε ένα παιδί που γνωρίζει ότι γνωρίζει ελάχιστα, και βρίσκεται αιχμάλωτο στα χέρια ενός παρανοϊκού εκμεταλλευτή. Η ανασφάλεια που παράγει αυτή η συνθήκη σπρώχνει το παιδί πιο βαθιά στην αγκαλιά του τέρατος. Από ένα σημείο και μετά το ευκολότερο είναι να εναποθέτει τις ελπίδες του στον δολοφόνο του. Τέτοια είναι η κοινωνική κατάστασή μας. Έτσι βέβαια, δουλεύει κι ο σωφρονισμός.

Υπάρχει διέξοδος; Παλιό μάθημα: Αντίσταση στην τρομοκρατία των εκμεταλλευτών και των ανθρωποφυλάκων. Μάχες για την κοινωνικοποίηση των αναγκαίων πόρων, για την ευζωΐα όλων. Συλλογική ανάπτυξη ελεύθερης γνώσης και θωράκιση της ελευθερίας του λόγου, μέσα από τις οριζόντιες κι ανοιχτές δομές αντιπληροφόρησης. Εμπιστοσύνη στη δύναμη της ζωής, εμπιστοσύνη στον διπλανό μας και στη συνάντησή μας. Καμία εμπιστοσύνη στους ολιγάρχες και τους υποταγμένους διπλωματούχους τους.

Στις φυλακές, ο πιο ανθυγιεινός αποκλεισμός που επιβλήθηκε με αφορμή τον CoV-2 είναι η κατάργηση των ανοιχτών επισκεπτηρίων. Επί ενάμιση χρόνο, παιδιά και γονείς δεν αγγίζονται. Οι αιχμάλωτοι δεν αγκαλιάζονται πλέον από τους ανθρώπους που τους αγαπούν. Αφότου επιβλήθηκε το δίλημμα, εμβολιασμός ή χαράτσωμα (test), το κράτος δεν έχει προσχήματα για την παράταση αυτού του βασανιστηρίου εναντίον ενός συνόλου που είναι ευπαθές μόνο και μόνο επειδή είναι δια της βίας δέσμιο. Να μην αφήσουμε αυτόν τον απάνθρωπο πολιτισμό να τον απολογίσουν οι επόμενοι εγκληματολόγοι του. Να τον αποδομήσουμε σήμερα εμείς. Αν δεν αγωνιστούμε τώρα για την πρωταρχική σχέση της ζωής, το άγγιγμα, θ’ ανοίξουμε τον δρόμο στο χτίσιμο μιας νέας φυλακής, όπου το ανθρώπινο σώμα θ’ αξιοποιείται σαν αναίσθητο ανακυκλώσιμο σκουπίδι.

Sol

Ένας αιχμάλωτος των ελληνικών φυλακών

(Κρατούμενοι είμαστε όλοι)

Πηγή: athensindymedia

css.php