Renzo Novatore: Άσματα της Μεσημβρίας

Η Αναρχία, είναι για μένα το μέσο για να φτάσουμε στην ατομικότητα, και όχι το άτομο ένα μέσο για να φτάσουμε στην Αναρχία. Μια τέτοια αναρχία δεν θα ‘ταν παρά μια ακόμα πλάνη. Εάν οι αδύναμοι φαντασιώνονται την Αναρχία σαν έναν κοινωνικό σκοπό, οι δυνατοί πραγματώνουν την Αναρχία σαν το μέσο ανίχνευσης του απείρου της ατομικότητας. Μήπως οι αδύναμοι δεν είναι που δίνουν ζωή – τη ζωή τους – σ αυτήν την κοινωνία που με τη σειρά της γεννά την ιδέα του νόμου; Μα όποιος κάνει την Αναρχία πράξη εχθρεύεται τον νόμο και ζει σε πόλεμο με την κοινωνία. Κι ο πόλεμος αυτός είναι ατέρμονος καθώς με την πτώση του Τσάρου ενθρονίζεται ο Λένιν, με την διάλυση της αυτοκρατορικής φρουράς έρχεται η κόκκινη φρουρά… Ο αναρχισμός σαν μια κληρονομιά ηθική και πνευματική, θα ‘ναι πάντοτε υπόθεση μιας ευγενικής ολιγάριθμης φάλαγγας, και όχι των μαζών ή του λαού. Ο αναρχισμός είναι θησαυρός και ιδιοκτησία μοναδική αυτών των λίγων που αισθάνονται σ’ όλο της το βάθος, να αντηχεί μέσα τους η κραυγή μιας αδιαπραγμάτευτης και απόλυτης άρνησης!

Εγώ ανήκω στην πιο εξτρεμιστική μειοψηφία των αλητών της συνείδησης: Σε μια μειοψηφία «καταραμένη» να μην αφομοιώνεται μα να αδημονεί. Να μην αγαπά τίποτα απ’ όσα είναι ως τα τώρα γνωστά, ν αγνοεί ακόμα και τους φίλους. Απελευθερώνομαι από τα δεσμά της αγάπης για να λυτρωθώ από το μίσος και την περιφρόνηση…

Εμένα δεν με οδηγεί η θέληση των μαζών. Ούτε θρηνώ τους καημούς του λαού. Ούτε πιστεύω στην ευτυχία μιας κοινωνικής αρμονίας. Αφήνω να με παρασέρνει η δική μου ψυχή, πονώ για την δική μου θλίψη, πιστεύω μονάχα στον εαυτό μου, στον δικό μου βαθύτατο πόνο. Έναν πόνο που όμοιό του δεν νιώθει κανείς παρά εγώ που τον αγαπώ. Τον αγαπώ πέρα από το μίσος και την περιφρόνηση των ψεμμάτων της ανθρωπότητας. Έτσι αγαπώ ακόμα και τον πόνο μου. Όπως κάθε τι αληθινά δικό μου. Όπως τις ιδανικές μου ερωμένες, όπως τους άγνωστούς μου αδερφούς, όπως τα αγέννητα μου παιδιά.

Ε λοιπόν, ακόμα ονειρεύομαι! Ακόμα… Ονειρεύομαι μια μεγαλειώδη εξέγερση όλων των χρωμάτων που ξεθωριάζουν στην μακροχρόνια προσμονή. Ονειρεύομαι το δαιμόνιο ξύπνημα όλων όσων ζουν ναρκωμένοι… πρέπει να σταθούμε ικανοί ν’ ανάψουμε τους λύχνους μες την νύχτα!…κοιτάξτε τους κενταύρους του θανάτου που καλπάζουν μεταφέροντας τους τραγικούς ήρωες που χλώμιασαν στην μακρά προσμονή τους: κοιτάξτε τα πνεύματα της Εξέγερσης και της ’Aρνησης που τώρα χορεύουν κυριεύοντας τον κόσμο!- Και τώρα;

Τώρα δεν μένει παρά να ουρλιάξουμε το τραγικό ΌΧΙ! της δικής μας εξέγερσης. Για την πραγμάτωση της δικής μας, πλέριας ατομικότητας. Για την κατάκτηση της ελευθερίας μας. Για την απόλυτη κυριαρχία της δικής μας μοναδικής ζωής. Γιατί εμείς – οι αλήτες της συνείδησης -…

Είμαστε οι αξεχώριστοι αδερφοί της Εξέγερσης και της ’Aρνησης!

ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

Σε καιρούς δυστοπικών αδιεξόδων, μοναδική διέξοδος η συνέχιση των αγώνων

Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επιχείρησης κατατρομοκράτησης του παγκόσμιου πληθυσμού, στο πλαίσιο ενός ιστορικού συνεχούς αντίστοιχων πρακτικών από κράτος και συνεπώς, από κάθε λογής κεφάλαιο κι αφεντικά, κάθε πτυχή της καθημερινότητας δισεκατομμυρίων ανθρώπων βομβαρδίστηκε από τον φόβο και τον θάνατο. Η τρομολαγνεία από τα καθεστωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και κάθε λογής πολιτική βιτρίνα, είχε ως αποστολή την παραπομπή με πολεμική ορολογία, σε μια διαρκή «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Να σημειωθεί πως η επίκληση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης συνιστά ιστορικά πάγια τακτική του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς αυτές αποτελούν ιδεατό περιβάλλον υποβολής κι επιβολής της υποδούλωσης. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της επίθεσης που έχει εξαπολυθεί τα δύο τελευταία χρόνια (σε συνέχεια όλων των προηγούμενων καπιταλιστικών κρίσεων κι αναδιαρθρώσεων) ως «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», δεν είναι πλέον η εξαίρεση αλλά ο κανόνας.

 

Η προσπάθεια επιβολής της εξουσίας είτε με τη χρήση ωμής βίας είτε εξελίσσοντας τις τεχνικές ελέγχου και πειθάρχησης, δεν είναι κάτι καινούργιο. Η επίθεση ενάντια στη συλλογική και κοινωνική μνήμη, η τυφλή υπακοή κι η απαίτηση για πλήρη έλεγχο που ξεκινάει από τον δημόσιο χώρο και τις κοινωνικές σχέσεις και φτάνει μέχρι το σώμα του καθενός και καθεμιάς ξεχωριστά, δεν μπορεί παρά να έχει στόχο την πλήρη απονεύρωση των αντιστάσεων απέναντι στην κάθε είδους εξουσία.

Ειδικότερα, το κράτος, επιδιώκοντας να εξαφανίσει κάθε εξεγερτική σπιθαμή, εμπλούτισε την κατασταλτική του καμπάνια στη διάρκεια της τελευταίας διετίας, επιτιθέμενο στους νευρώνες της αναρχικής παράδοσης, ιδεολογικής ροής και ριζοσπαστικής μάχης δεκαετιών γύρω απ’ το ευρύτερο κέντρο της Αθήνας, το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια, γύρω από τις πλατείες, τους πεζοδρόμους και τους δρόμους, φτάνοντας μέχρι και τις υπόλοιπες γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Η επίθεση από την κυριαρχία, στον αναρχικό χώρο και τις δομές του, εκεί που χτυπά ο σφυγμός της αντιπαράθεσης ενάντια στους λακέδες του κράτους κι εκεί που τσακίζονται οι μπάτσοι κι οι φασίστες, εντάσσεται στον διαχρονικό πόλεμο μεταξύ ζωής και θανατηφόρου εξουσίας.

Όλα κατακτώνται μέσα από την πάλη. Όλα μπορούν να αλλάξουν μόνο μέσα από την επιμονή μας για αναρχικό λόγο και δράση. Η αδιάκοπη ιστορία των συγκρούσεων και των κέντρων των αγώνων μας, εκεί που συναντώνται άτομα και συλλογικότητες με το όραμα ενός άλλου κόσμου, παραμένει ζωντανή μέσα από την υπεράσπιση των τόπων και των αδιαπραγμάτευτων χαρακτηριστικών και προταγμάτων μας για ριζική εξάλειψη κάθε εξουσίας και κηδεμονίας, αλλά και μέσα από την οργάνωση των αντιστάσεων και την επίμονη πρόκληση εξεγερσιακών γεγονότων. Το στερέωμα των ακηδεμόνευτων αγώνων έρχεται και ριζώνει με απελευθερωτική ορμή, όταν οι ανάγκες κι οι συνειδήσεις πραγματώνονται σε πραγματικό χρόνο και χώρο.

Εκεί, μπορεί να προκληθεί το όραμα μιας ελεύθερης συνεννόησης διάφορων μορφών συλλογικοποίησης, για να καταργήσουν στην πράξη κάθε μορφή ιδιοκτησίας. Την ανάγκη πραγμάτωσης δηλαδή μιας μορφής συλλογικής διαχείρισης των αγαθών και των εδαφών με συγκεκριμένους τρόπους χρήσης τους. Ένας αγώνας που θα φέρει, όσο γίνεται, πιο κοντά αυτές τις στιγμές κατά τις οποίες δε θα ανήκει τίποτα σε κανέναν/μία/α κι όλοι/ες/α θα προσπαθούν για τη γενική χρήση των υλικών αγαθών με τέτοιο τρόπο, ώστε να προάγεται η γενική/συνολική ικανοποίηση, καταργώντας στην πράξη το κράτος κι εξαλείφοντας τη δημιουργία οποιασδήποτε μορφής νέου κράτους και κάθε κοινωνικής σύμβασης εκμεταλλευτή – εκμεταλλευομένου/ης.

περί πειθάρχησης

«Είμαστε σε πόλεμο», έσπευσαν να διακηρύξουν διάφοροι εκπρόσωποι της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής ελίτ αλλά και του ιατρικού ιερατείου, στις απαρχές της εμφάνισης της «πανδημίας» του covid-19 -η ειρωνεία είναι πως είμαστε όντως πάντα σε πόλεμο, και με όρους ενόπλων συγκρούσεων, σ’ όλη τη διάρκεια της «μεταπολεμικής» περιόδου, και την τελευταία διετία λ.χ. από τον πόλεμο στην Υεμένη και τις επιθέσεις στη Ροζάβα, μέχρι τη σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 2020 και την τρέχουσα εμπόλεμη κατάσταση Ρωσίας-Ουκρανίας. «Αυτό το διάγγελμα μού θυμίζει το πρώτο που έκανα το 1940, με τη βοήθεια της αδελφής μου», είπε η βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ και τελείωσε με το στίχο ενός τραγουδιού της εποχής, «θα συναντηθούμε ξανά». «Θα ζήσουμε το Περλ Χάρμπορ της εποχής μας, τη δική μας 11η Σεπτεμβρίου, μόνο που δε θα συμβεί σε ένα συγκεκριμένο σημείο, θα συμβεί σε ολόκληρη τη χώρα», δήλωσε ο επικεφαλής της υπηρεσίας δημόσιας υγείας των ΗΠΑ, ενώ ο πάπας Φραγκίσκος αποφάνθηκε ότι «οι πληγές που προκλήθηκαν στην ανθρώπινη οικογένειά μας από την πανδημία της covid-19 και το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής είναι συγκρίσιμες με εκείνες που προκαλεί μια παγκόσμια σύρραξη».

Η εξομοίωση της «πανδημίας» μ’ έναν παγκόσμιο πόλεμο: πρόκειται, φυσικά, για ένα τεράστιο ψεύδος με προφανή σκοπιμότητα. Εφόσον η «πανδημία» χαρακτηρίζεται «παγκόσμιος πόλεμος», εφόσον ο φόβος παγώσει κάθε κριτική σκέψη, τα εθνικά κράτη αλλά κι οι κάθε λογής υπερεθνικοί οργανισμοί, εμφανίζονται να δικαιούνται να πράξουν οτιδήποτε για την αντιμετώπιση του «εχθρού». Μ’ άλλα λόγια, ο παγκόσμιος πληθυσμός μπαίνει στο επίκεντρο ενός πειθαρχικού μηχανισμού που στοχεύει στον αυστηρό έλεγχο της κυκλοφορίας των σωμάτων με εργαλεία, έκτακτες νομοθεσίες κι απαγορεύσεις, εγκλεισμό, περιορισμούς κι ιατρική τρομοκρατία. Στη μεσαιωνική Αγγλία, η εντολή Habeas Corpus, δηλαδή, «Φέρτε μου το σώμα», είτε του βασιλιά είτε του δικαστή, απαιτούσε να προσαχθεί ενώπιόν τους ένας κρατούμενος και να αιτιολογηθεί η κράτηση, αλλά επίσης εξέφραζε την απόλυτη εξουσία στη ζωή και τον θάνατο των υπηκόων.

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση κινείται κι η κυριαρχία στην εποχή μας, μέσω του ελέγχου των έσχατων «λεπτομερειών» της ανθρώπινης ύπαρξης, με την ψηφιακή οργάνωση των επιτηρήσεων και των αποκλεισμών, των διαχωρισμών, των ελέγχων και βέβαια, με την επιβολή κανονιστικών κυρώσεων, όπως αυτά έχουν ήδη εδραιωθεί στην πορεία των ετών από το κράτος.

Οι απαγορεύσεις που επιβλήθηκαν στον παγκόσμιο πληθυσμό αλλά κι η επιτήρηση των μετακινήσεων με αφορμή την «πανδημία», συνδέθηκαν εξαρχής από τους ίδιους τους εμπνευστές τους με τη «νέα πίστη στο κράτος», που δήθεν απαιτεί η «κατάσταση εξαίρεσης». Τα εμβολιασμένα άτομα βαπτίζονται οι νέοι νομιμόφρονες, καθίστανται δήθεν προνομιούχα, χαρακτηρίζονται σεβαστικοί πολίτες, υπεύθυνοι/ες/α, με υψηλή ενσυναίσθηση του κοινωνικού καθήκοντος. Τα μη εμβολιασμένα άτομα, αντίθετα, λοιδωρούνται, χαρακτηρίζονται αντικοινωνικά, ανεύθυνα, εγκληματίες, απειλούνται, προπηλακίζονται ή εκβιάζονται με κάθε τρόπο.

Οποιαδήποτε αντίρρηση στις απαιτήσεις κράτους και ειδικών για πλήρη συμμόρφωση ακόμα και στα πιο παράλογα «υγειονομικά» μέτρα, βαπτίζεται ανορθολογισμός κι επιστροφή στον σκοταδισμό. Κάθε μορφής αμφισβήτηση εντάσσεται και κατηγοριοποιείται ως θρησκόληπτης κι ακροδεξιάς προέλευσης. Η «ανεύθυνη» κυκλοφορία των σωμάτων ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται όχι μόνο ποινικά κολάσιμη, όχι μόνο ηθικά αποκλίνουσα αλλά ακόμα και ψυχιατρικά. Η δε ιατρικοποίηση της πολιτικής εμφανίστηκε όλο και περισσότερο αφοσιωμένη στη «θεραπεία» των πολιτών από κινδύνους για τους οποίους συχνά υπεύθυνες είναι οι δημόσιες συναθροίσεις και διαμαρτυρίες.

Ο πρωταρχικός σκοπός του κράτους είναι ο έλεγχος κι η καταστολή του πληθυσμού. Πάντοτε δρούσε προς αυτή την κατεύθυνση, προετοιμάζοντας το έδαφος για την ολοκληρωτική μας πειθάρχηση. Ειδικά, τις τελευταίες δεκαετίες, αυτές οι προσπάθειες έχουν ενταθεί, κάνοντας μάλιστα ιδιαίτερη χρήση των νέων τεχνολογιών. Κάμερες σε κάθε δρόμο να καταγράφουν όλες τις κινήσεις, ηλεκτρονική διαρκής παρακολούθηση μέσω κινητών τηλεφώνων (ειδικά smartphone) και social media, σκαναρίσματα στοιχείων με διάφορες αφορμές (πιο πρόσφατο και τρανταχτό παράδειγμα, το πιστοποιητικό εμβολιασμού), ιδιαίτερα αυξημένες αστυνομικές περιπολίες, εξοπλισμός και δημιουργία ειδικών μονάδων στον τομέα της καταστολής, φυλακές υψίστης ασφαλείας κι αρκετά ακόμη, είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί το κράτος για να μας ελέγχει και να μας καταστέλλει. Μέσα σε όλο αυτό το περιβάλλον, θαυμάσια ευκαιρία για το κράτος αποτέλεσε η covid-19, μια ευκαιρία που δε θα μπορούσε να περάσει ανεκμετάλλευτη για κανέναν λόγο. Έτσι, όλα όσα ετοιμάζονταν καιρό ή προχωρούσαν σταδιακά, πλέον επιταχύνθηκαν ραγδαία.

Θα πρέπει να επισημάνουμε σε κάθε τόνο, ότι η επιβολή μιας «κατάστασης εξαίρεσης» εκ μέρους των κρατών, δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα, είτε με τη στενή είτε με την ευρεία έννοια, καθότι αποτελεί μια βαριά κληρονομιά που αφήνουν οι εξουσιαστές στην πορεία των διάδοχων διαχειρίσεων των κρατικών υποθέσεων. Η απόλυτη συνύφανση της ασφάλειας (υγειονομικής ή άλλης) με το κράτος, δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών σχετικά με τις προθέσεις αυτών των σχεδιασμών. Η απόλυτη πειθάρχηση που απαιτείται, υποδηλώνει και το μέγεθος των εξουσιαστικών προσδοκιών: ο καταναγκασμός κι η υποχρεωτικότητα, καθώς κι η επιβολή οποιουδήποτε «συμφώνου ασφάλειας», απαιτεί την άνευ όρων εκχώρηση της φυσικής ελευθερίας του ατόμου με αντάλλαγμα την προστασία του κράτους. Πώς θα επιτευχθεί, όμως, η γενική υπακοή χωρίς τη χρήση ωμής δύναμης, αφού σ’ αυτή μπορεί κάλλιστα να προταχθεί αντίσταση; Μα φυσικά, με την οργάνωση ενός πειθαρχικού συστήματος, που στρέφεται προς την ίδια τη βούληση, μια διαδικασία εθελοδουλίας.

επιστήμη

Η αντικειμενικότητα της επιστήμης είναι ένα αφήγημα που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από πολιτική σκοπιά. Η επιστήμη προβάλλεται διαχρονικά ως κάτι το αντικειμενικό, ως κάτι το «καθαρό». Είναι πλέον η αποκλειστική οδός για να φθάσουμε στην αλήθεια, μιαν αλήθεια επίσης μοναδική και αντικειμενική. Όμως, διαχρονικά και πάλι, η επιστήμη δεν είναι αμόλυντη από κοινωνικές επιρροές. Από την γέννησή της έως και σήμερα, αντανακλά το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα εντός του οποίου ασκείται. Η αντικειμενικότητα της επιστήμης είναι τελικά ένα αφήγημα που δρα προς το συμφέρον του κράτους. Στην covid εποχή που διανύουμε, με βάση αυτό το αφήγημα, επιτυγχάνεται η κοινωνική συναίνεση. Δεν πρόκειται για ένα κράτος που θέλει να ελέγχει και να επιβάλλεται όλο και περισσότερο. Πρόκειται για ένα κράτος που επιστρατεύει τα αναβαθμισμένα μέσα που διαθέτει, για να συμμαχήσει με την (αντικειμενική) επιστήμη στον πόλεμο κατά του αόρατου εχθρού. Άλλωστε, σε μία τέτοια συμμαχία, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Η έννοια του «ειδικού»-της αυθεντίας, παρουσιάζει επίσης μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον. Οι ειδικοί προβάλλονται κι αυτοί σαν αντικειμενικοί και κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας. Η αλήθεια αυτή δεν είναι άλλη από την επιστημονική αλήθεια. Για την καθιέρωση του απόλυτου χαρακτήρα τής εν λόγω αλήθειας, ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι ο καπιταλισμός μοιράζει απλόχερα την άγνοια κι όχι τη γνώση. Οι διάφοροι επιστημονικοί κλάδοι χαρακτηρίζονται πλέον από μια διαρκώς αυξανόμενη εξειδίκευση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ο λόγος που παράγουν, να γίνεται όλο και πιο δυσνόητος για τους μη ειδικούς. Επομένως, η επιστημονική γνώση-αλήθεια προορίζεται για τους κύκλους των ειδικών, ενώ η άγνοια για τις μάζες. Οι μάζες βέβαια, καλούνται να υιοθετήσουν αυτή την αλήθεια, μολονότι, πιθανότατα δεν την κατανοούν. Επιπρόσθετα, καλούνται ή εξαναγκάζονται και να ενεργήσουν με βάση αυτή την αλήθεια. Καταλήγουμε, λοιπόν, στην αφομοίωση μιας στάσης η οποία δρα επίσης προς όφελος του κράτους. Η στάση αυτή εκφράζεται τέλεια στην φράση: «είστε ειδικοί; αφού δεν είστε, μη μιλάτε!». Απόψεις μη ειδικών δεν έχουν αξία. Η κριτική βαφτίζεται με μεγάλη ευκολία συνωμοσιολογία, όταν προέρχεται από «ανειδίκευτα» υποκείμενα. Όποια/ος/ο δεν εντάσσεται στην επιστημονική κοινότητα, δεν έχει δικαίωμα να αμφισβητεί και … το κράτος προελαύνει! Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί πως ιστορικά, τόσο στα συμβούλια φυλών, πολεμιστών, κυνηγών, ψαράδων και της τεράστιας παραμελημένης -σκοπιμότατα- συμβολής των γυναικών, όσο και στον πρώιμο ελληνορωμαϊκό κόσμο, πουθενά οι «ειδικοί» δε γίνονται αποδεκτοί σε ζητήματα που αφορούν όλη την κοινότητα/κοινωνία, στον βαθμό που αυτό συμβαίνει στην εποχή της νεωτερικότητας και δη, σήμερα.

Είναι, λοιπόν, έκδηλο πως η εξύψωση της επιστήμης σε κάτι το αμερόληπτο κι ουδέτερο αποπολιτικοποιεί τον χαρακτήρα που αυτή έχει σήμερα. Ένδειξη της εν λόγω αποπολιτικοποίησης, αποτελεί η αδιαφορία ή η αφέλεια με την οποία συχνά αντιμετωπίζονται τα κίνητρα της επιστήμης. Πολλές θα δηλώσουν πως η επιστήμη είναι στο κάτω-κάτω εδώ, για να μας σώσει ή να κάνει τη ζωή μας καλύτερη. Πολλοί θα πουν πως ο στόχος της είναι ίσως το κέρδος, εντούτοις κι εμείς θα ωφεληθούμε από όσα δημιουργεί. Τέτοιες απόψεις είναι επικίνδυνα απλοϊκές. Αντί περαιτέρω ανάλυσης για τα κίνητρα της σύγχρονης επιστήμης, παρατίθεται ένα παράδειγμα.

Βασικός και μεγάλος χρηματοδότης για το (τύπου mRNA) εμβόλιο της εταιρίας Moderna, είναι η DARPA (defence advanced research projects agency – υπηρεσία έρευνας προηγμένων αμυντικών προγραμμάτων). Πρόκειται ουσιαστικά, για τον τεχνολογικό βραχίονα του αμερικάνικου στρατού. Η DARPA ασχολείται με εφαρμογές που φέρνουν τον όρο δυστοπία όλο και πιο κοντά στην ανθρωπότητα. Ο δε αμερικάνικος στρατός έπαιξε κεντρικό ρόλο σε μια άλλη υπόθεση υποχρεωτικού εμβολιασμού, όταν ανάγκασε τεράστιο αριθμό στρατιωτών να εμβολιαστεί κατά του άνθρακα. Μεγάλος αριθμός στρατιωτών εμφάνισε συμπτώματα πολύ επιβαρυντικά για την υγεία του. Ας μείνουμε όμως εδώ από άποψη γεγονότων κι ας υποβάλουμε δύο πολύ σημαντικές ερωτήσεις σχετικά με τα κίνητρα που αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο. Πρώτον, υπάρχει περίπτωση ο αμερικάνικος (ή οποιοσδήποτε άλλος) στρατός να νοιάζεται για την υγεία μας; Δεύτερον, όταν εμπλέκονται τέτοιου είδους οργανισμοί, είναι απίθανο να υπάρχουν ιδιοτελή κίνητρα τα οποία ξεπερνούν την παραδοσιακή λογική του κέρδους;

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως η απόλυτη ή/και τυφλή εμπιστοσύνη στη σύγχρονη επιστήμη (άλλωστε, η επιστήμη κατά μία ιστορική έννοια, συνιστά την οργανωμένη, συστηματική και διαρκή αμφισβήτηση κάθε προϋπάρχουσας αυθεντίας), δίχως να μας προβληματίζουν τα κίνητρά της, είναι μια στάση που από πολιτική άποψη, στερείται βάθους. Πέρα από το ρηχό της χαρακτήρα όμως, η στάση αυτή μάς απομακρύνει από έναν αναρχικό τρόπο σκέψης. Διότι εδώ έχουμε να κάνουμε με κρατικές πολιτικές, που καμουφλάρονται χρησιμοποιώντας την ιδέα της «καθαρής» επιστήμης. Σε μια τέτοια συνθήκη, οφείλουμε ως αναρχικές/οί/ά να επιδεικνύουμε τον αυτονόητο σκεπτικισμό και να φέρνουμε στο προσκήνιο τις αυτονόητες αμφιβολίες.

[αναρχία κι επιστήμη]

Από τις απαρχές της αναρχικής σκέψης, υπάρχει μια έντονη κριτική απέναντι όχι στην ίδια την επιστήμη αλλά στην προσπάθεια εκείνων που τη λατρεύουν σα θεό, παραχωρώντας στους ειδικούς προνόμια και δικαιώματα, εξουσία κι έλεγχο, επιβάλλοντας ουσιαστικά κι αυταρχικά, νόμους στη ζωή, στο όνομα της επιστήμης. Ο Mikhail Bakunin τόνιζε, «τι κρίμα θα ήταν να είναι η ανθρωπότητα σκλάβα των ειδικών! Δώστε τους την απόλυτη εξουσία και θα αρχίζουν να εφαρμόζουν πάνω σε ανθρώπινα όντα τα ίδια πειράματα που οι επιστήμονες κάνουν σήμερα σε κουνέλια και σε σκύλους. Η ζωή θα έσβηνε κι η ανθρώπινη κοινωνία θα μετατρεπόταν σε μια βουβή και δουλική αγέλη! Η κυριαρχία της επιστήμης πάνω στη ζωή δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα παρά μόνο την αποκτήνωση του ανθρώπινου γένους. Εκείνοι που υπερασπίζουν την κυριαρχία της επιστήμης πάνω στη ζωή, υπερασπίζουν όλοι την κρατική ιδέα και την κρατική εξουσία.» Ο Bakunin ως αναρχικός, θεωρούσε ότι όσο υπάρχει το κράτος, θα υπάρχει η κυριαρχία της/ου μιας/ενός πάνω στην/ον/ο άλλη/ον/ο που οδηγεί στην υποδούλωση. «Κράτος χωρίς υποδούλωση δεν είναι νοητό και γι’ αυτόν τον λόγο, είμαστε εχθροί του κράτους», τόνιζε. Στη σημερινή εποχή τα λόγια του, ηχούν επίκαιρα παρά ποτέ.

το τέρας του «εξευγενισμού» κι η βιοτεχνολογική μητροπολιτική του τρόμου

Ο εξευγενισμός, gentrification, όπως πρωτοαναφέρθηκε από την κοινωνιολόγο Ruth Glass το 1964, είναι ο όρος που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την κοινωνικοχωρική-περιβαλλοντική µεταβολή της συνοικίας του Ίσλινγκτον στο δυτικό Λονδίνο, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, σύμφωνα με τα εργασιακά και οικιστικά συμφέροντα της κρατιστικής επιβολής.

Το σχέδιο είναι απλό: «υποβαθμισμένες», «υπανάπτυκτες», «παρηκμασμένες» περιοχές πρέπει να «εκσυγχρονιστούν», γιατί ο κόσμος πάει «μπροστά», γιατί η «ανάπτυξη» είναι το παν, γιατί η εμπορευματική αξία, το εμπόρευμα είναι ο βασικός ρυθμιστής της σύγχρονης αστικής ζωής μέσα από την πειθάρχηση και τον έλεγχο, μέχρις ότου οι περισσότεροι των μη συνεργάσιμων κι αδιάφορων στα εξουσιαστικά συμφέροντα κατοίκων, ανθρώπινων και μη, να εκτοπιστούν και να αλλάξει ο συνολικός κοινωνικός και περιβαλλοντικός χαρακτήρας των περιοχών.

Φαινόμενα που θυμίζουν εξευγενισμό συναντώνται σποραδικά κυρίως από τον 19ο αιώνα. Ωστόσο, η συστηματική ανακατασκευή κι αποκατάσταση των κέντρων των πόλεων εντοπίζεται στη μεταπολεμική εποχή και μετά. Οι πολιτικές «εξευγενισμού» παρουσιάζουν διαφορές ανάλογα με τις χρονικές περιόδους. Άλλοτε οι «εξευγενιστές» (gentrifiers) είναι ιδιώτες που υπόσχονται την πλήρη αναγέννηση μιας περιοχής κι άλλοτε είναι οι ήδη υπάρχοντες ιδιοκτήτες που πιέζουν για την αναβάθμισή της, άλλοτε το κράτος ανοίγει τα χαρτιά του παίζοντας φανερά το παιχνίδι του «Μέγα Εξευγενιστή» με βίαιες εκτοπίσεις των κατοίκων, ανθρώπινων και μη, κι άλλοτε πάλι κρυμμένο πίσω από τους ιδιώτες, παίζει εξίσου βρώμικα.

Επιπλέον, στον 19ου αιώνα, το ζήτημα της υγείας από την παλιά αντίληψη επικεντρωμένη στον ασθενή, μετατρέπεται σε μια αντίληψη υγείας ως απλώς απουσία της ασθένειας. Έτσι, η ασθένεια εμφανίζεται στους δρόμους των πόλεων, εισχωρεί στα εσωτερικά των κατοικιών τους και μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την υγεία του ατόμου, στην υγεία των πληθυσμών και των τόπων της ασθένειας. Μια αναδυόμενη μητροπολιτική σκέψη που εκτοπίζει και με αυτόν τον τρόπο, ό,τι είναι «εκτός σχεδίου πόλης», ως δυνητικά υποψήφιο προσαρμογής στις υγειονομικές μεθοδεύσεις της. Οι «μιαρές» φτωχογειτονιές του 19ου αιώνα σταδιακά θα έδιναν τη θέση τους σε «υγιείς» ομοιόμορφες σειρές από σπίτια και δρόμους ενός οικιακού δομημένου χώρου, με πρόσχημα το συμφέρον του εργαζόμενου κόσμου. Ακολούθως, στη δεκαετία του 1980, στη Νέα Υόρκη, ο όρος εξευγενισμός μετατρέπεται σε αναζωογόνηση (revitalization), διογκώνοντας μια συγχρονισμένη επίθεση βοηθούμενη από τον τύπο και τα ΜΜΕ και προβάλλοντας μια «αριστοκρατία γαιοκτημόνων» των δημοσίων χώρων, με «ενάρετους σκοπούς» (χορηγίες, φιλανθρωπίες κλπ.). Αυτή η αποικιοκρατικού τύπου τακτική εξελίσσεται σε μια συνεχή «εξημέρωση» και τυποποίηση όλων των μορφών ζωής που εξαπλώνεται παγκοσμίως. Τώρα πια, τα σύγχρονα μοντέλα ζωής επιβάλλουν τη βίαιη εισχώρηση συσκευών νανοτεχνολογίας στα σώματα και την αντικατάσταση ώριμων δέντρων από μηχανικές συσκευές φιλτραρίσματος του αέρα ή τη γενικευμένη χρήση υβριδικών δέντρων.

Από το 2010 περίπου και μετά, βλέπουμε το κράτος ν’ αναλαμβάνει όλο και περισσότερο το ρόλο του επιχειρηματία-manager µε συμπράξεις δημοσίου – ιδιωτικού τομέα, καθώς επίσης δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιχειρηματική ενεργοποίηση της λεγόμενης «δηµιουργικής τάξης». Πιο συγκεκριµένα, η αποκαλούμενη «δηµιουργική τάξη», η οποία έχει αντικαταστήσει τον όρο των «εξευγενιστών», περιλαµβάνει άτοµα που έχουν υψηλό επίπεδο «γνώσεων και ικανοτήτων» και καλούνται να λύσουν προβλήματα ενσωματώνοντας καινοτόμες λύσεις, στρατηγικές κι ιδέες, µε βασικό χαρακτηριστικό της εργασίας τους, «την ευελιξία, την ευπλαστότητα και την κινητικότητα». Στη δηµιουργική τάξη συμπεριλαμβάνονται αυτοί/ές/ά που παραδοσιακά θεωρούνται «δημιουργικοί/ές/ά»: καλλιτέχνες, ηθοποιοί, μουσικοί, συγγραφείς αλλά κι αυτοί που ονομάζονται «γνωστικοί εργάτ(ρι)ες», µε άλλα λόγια, προγραμματιστές Η/Υ, μηχανικοί, designers, εργαζόμενοι/ες/α στα media, ακαδημαϊκοί, φοιτητ(ρι)ες/ά κτλ. Πρόκειται για άτοµα που έχουν ως βασικά χαρακτηριστικά της εργασίας τους τη δημιουργία νέων µορφών προϊόντων, στρατηγικών, ιδεών, θεωριών, δίνοντας έμφαση στη δημόσια σφαίρα της ζωής (public life) και όχι φυσικά στην κοινοτική ζωή (community life).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, βλέπουμε την τελευταία δεκαετία, και τη συρρίκνωση όλων των πιο ανεξάρτητων καλλιτεχνικών φωνών και την απόλυτη κυριαρχία των ιδρυμάτων, όπως το Νιάρχος κι η Στέγη του Ωνάση, όπου αλέθουν και συνθλίβουν όλες τις νέες τάσεις και ρεύματα που κάνουν την εμφάνισή τους στην πόλη της Αθήνας, κάτω από την εικόνα του «πρωτοπόρου», ενώ στην πραγματικότητα είναι μεγάλα super markets και malls «καλλιτεχνικών» εμπορευμάτων και κονιορτοποιητήρια ιδεών. Στην εποχή covid-19, αυτά τα ιδρύματα κι ο κόσμος της τέχνης που συμμετέχει σε αυτά, απέδειξαν ξεκάθαρα ότι ενισχύουν την κυρίαρχη ιδεολογία των αποκλεισμών, των διακρίσεων, του ελιτισμού και του βιοτεχνολογικοποιημένου πολιτισμού της πειθαρχίας και του ελέγχου.

Ταυτόχρονα µε τη ρητορική για τη «δηµιουργική τάξη» που κατοικεί στη «δηµιουργική πόλη» όλο και περισσότερο, αναπτύσσονται οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές του λεγόµενου “city branding”. Σύμφωνα με αυτές τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές παγκοσμίως, η Αθήνα πρέπει κι αυτή να αποκτήσει “city branding”, να γίνει δηλαδή μια ανταγωνιστική πόλη με «ταυτότητα» που να μπορεί να λανσάρει τον εαυτό της στους επενδυτές.

Οι παραπάνω ορισμοί και περιγραφές καταδεικνύουν ότι οι φορείς του εξευγενισμού είναι οι επεκτατικές τάσεις του κεφαλαίου και των συνεργατών του, οι οποίες εκτοπίζουν τους παλαιότερους και συνήθως, οικονομικά ασθενέστερους κατοίκους της πόλης. Ωστόσο, εμπλέκονται όλο και περισσότερο στοιχεία της κυρίαρχης κουλτούρας κι αισθητικής, το αποκαλούμενο lifestyle, καθώς επίσης αλληλοδιασταυρώνονται στις διαδικασίες εξευγενισμού τα πολλαπλά συστήματα εξουσίας και διακρίσεων µε βάση το φύλο, την εθνότητα, το χρώμα, την τάξη, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, το είδος κτλ. Όπως πολύ στοχευμένα αποτυπώθηκε τον Ιούνιο του 1988, στην Νέα Υόρκη, για τον αγώνα του Tompkins Square Park, «ο εξευγενισμός είναι γενοκτονία».

Λίγο πριν το 2020 και με αφορμή την covid-19, το ενδιαφέρον των εξευγενιστών δεν περιορίζεται μόνο στις εξωτερικές συνθήκες ζωής, αλλά εφευρίσκει τρόπους να διεισδύσει στα πιο απομακρυσμένα κομμάτια του εσωτερικού των σωμάτων, φτάνοντας να μετατρέπει σε δημόσιες συζητήσεις και πολιτικές αποφάσεις, όχι μόνο τις γεννήσεις, τις εκτρώσεις ή τις στειρώσεις αλλά και τον έλεγχο των κυττάρων, του dna κλπ., επεκτείνοντας συνάμα την έννοια της ιδιοκτησίας κι εξαλείφοντας κάθε ίχνος αυτοδιάθεσης, αυθορμητισμού ή αυτοοργάνωσης. Τώρα πια τίποτα δεν ανήκει σε κανένα, γιατί όλα είναι μια απέραντη ιδιοκτησία του κράτους, των εταιριών, των συνεργών τους και κάθε ρουφιάνου που καιροφυλακτεί για ένα κομμάτι από τα κλεμμένα του πλανήτη.

Γι’ αυτό το βρώμικο ξεκαθάρισμα, στην περίπτωση της ελληνικής επικράτειας κι αργότερα, με αφορμή την υγειονομική καταστολή, βρήκαν ανοιχτότερο το πεδίο κι έχουν μπει στο παιχνίδι διάφορες εταιρείες με απευθείας αναθέσεις από το κράτος. Η προμετωπίδα όλων φυσικά, είναι η ανώνυμη εταιρεία «ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΑΘΗΝΑΣ Α.Ε.» που ιδρύθηκε το Μάιο του 2018 επί ΣΥΡΙΖΑ, με πρόεδρο τον Ν. Μπελαβίλα, και συνεχίζει ακάθεκτη επί ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, με πρόεδρο τον Κ. Μπακογιάννη, έχοντας αναλάβει τον συντονισμό, τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό και την υλοποίηση αναπλάσεων εντός των ορίων του δήμου Αθηναίων, ιδίως στο κέντρο της πόλης, με έμφαση στις περιοχές του Εμπορικού Τριγώνου και των Προσφυγικών της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ακολουθούν διάφορες ιδιωτικές εταιρείες, όπως η PRODEA Investments που έχει αναλάβει τη μελέτη και το έργο ανάπλασης του λόφου του Στρέφη, η UNISON, που είναι μια εταιρεία για όλες τις βρωμοδουλειές κι έχει αναλάβει το σύνολο των χώρων πρασίνου, ανάμεσά τους τον λόφο Φιλοπάππου, τον Λυκαβηττό και τα Τουρκοβούνια κ.ά. Φυσικά, αρκετές ακόμη στριμώχνονται στην πόρτα του Μπακογιάννη και του Μητσοτάκη, παρέχοντας εκδουλεύσεις, προκειμένου να πάρουν λίγη πίτα από το ταψί, όπως οι εταιρείες Αττικό Μετρό και ΑΒΑΞ που για τα εργοτάξια του μετρό ισοπεδώνουν 62.000 τ.μ. και ξεριζώνουν 2.500 δέντρα, κι η Politis Technologies, μέλος του Ομίλου Πολίτη, που μέσα από το πρόγραμμα «Υιοθέτησε την Πόλη σου» του δήμου Αθηναίων, «φύτεψε» συσκευές μείωσης ρύπων, θεωρώντας ότι η καθεμιά αντιστοιχεί σε 7,5 ώριμα δέντρα.

Επιπρόσθετα, πρέπει να αναφερθεί κι ο νόμος για τα «ζώα συντροφιάς» που στα επιμέρους στοιχεία του (χρηματικά πρόστιμα, τσιπάκια, πιστοποιητικά μετακίνησης, έλεγχοι dna) παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τους νόμους έκτακτης ανάγκης από την περίοδο του λοκντάουν κι έπειτα, και συναινώντας σ’ αυτόν, δεν υποβιβάζονται κι εξολοθρεύονται μόνο τα ελεύθερα μη ανθρώπινα όντα, αλλά εμμέσως σηματοδοτείται κι η συναίνεση στον υποβιβασμό κάθε ελευθερίας των ανθρώπων.

Αυτά τα φαινόμενα παγκοσμίως, πάντα με πρόσχημα την ασφάλεια, την ανάπτυξη και την υγεία, κρύβουν με τυχοδιωκτικές παραλλαγές μια πολυειδισμική θεωρία, κρατιστικής, πατριαρχικής κι ανθρωποκεντρικής προέλευσης. Εξαφανίζουν «ανεπιθύμητα» φυτά, «αδέσποτα ζώα» κι ανθρώπους, θεωρώντας τα περιθώριο της μητροπολιτικής γεωγράφησης. Αορατοποιούν άσπιτα, άνεργα, εξεγερσιακά υποκείμενα καταλήψεων, άτομα με λίγα ή χωρίς χρήματα κι όλα όσα συνολικά αρνούνται ένα πολύ συγκεκριμένο κι ασφυκτικά μεθοδευμένο τρόπο ζωής, υποδεικνύοντάς τα επιπλέον ως βασικά υπεύθυνα για την αισθητική κι ηθική κατάπτωση των πόλεων. Θέματα ασφάλειας, υγείας, επενδυμένα με ρατσιστικά σχόλια, αναδύονται ως επιχειρήματα για μια επιστροφή των «καθαρών» περιοχών στα χέρια των «ευυπόληπτων-πιστοποιημένων» πολιτών της. Παράλληλα, η έννοια του «κανονικού» καθορίζει το ορθόν και πρέπον, ενώ η έννοια του στατιστικού «μέσου όρου» αναδεικνύει μια μετριότητα που επιδέχεται και χρειάζεται ασταμάτητα βελτίωση. Έτσι, εν μέσω κορονοϊού, αυξήθηκαν οι γυναικοκτονίες, οι στειρώσεις ζώων. Τα ελεύθερα ζώα εξαφανίζονται-δολοφονούνται μαζί με τους/τις/τα μετανάστ(ρι)ες/ά, τους/τις/τα ρομά, (η τηλεκπαίδευση ενισχύει την αορατότητά τους) και μαζί, εξαφανίζονται όλοι «οι άνθρωποι χωρίς χαρτιά και πιστοποιήσεις».

Η αυθόρμητη κι ελεύθερη διάδραση όλων των οργανισμών που αλληλοεπιδρούν στα περιβάλλοντα τα οποία συνθέτουν τη ζωή του πλανήτη, γίνεται εκμετάλλευση στα χέρια των ειδιστών-κρατιστών, δημιουργώντας νέες κατηγορίες με αιχμή την ψευδαίσθηση του «ανώτερου ανθρώπινου είδους» και του «τέλειου περιβάλλοντος». Πρόκειται για έναν πόλεμο που εξελίσσεται μέσα από την πανικόβλητη κίνηση των τρομοκρατημένων πληθυσμών. Αυτό φάνηκε καθαρά στην εποχή covid-19, με την ευλαβή τήρηση του αποκλεισμού (λοκντάουν), της κοινωνικής αποστασιοποίησης και των εξαναγκαστικών ιατρικών πράξεων που μάλιστα δικαιολογήθηκαν ως «ατομική ευθύνη» και «ταξικό καθήκον».

Αυτή η κυριαρχική πολιτική σε στενή συνεργασία με την επιστήμη και την τεχνολογία, συνεχώς, κατηγοριοποιεί σε είδη και διατηρεί καταχρηστικά το δικαίωμα να επιλέγει την ενίσχυση κάποιων υβριδικών αναμείξεών τους, σύμφωνα με δουλοκτητικά κριτήρια. H δικαιολογία της διεκδίκησης ή της ύπαρξης δικαιωμάτων των ανθρώπινων και μη όντων, ιδίως πια στην covid-19 εποχή, αποδεικνύει το πραγματικό της πρόσωπο, διαχωρίζοντας τα πάντα σε κατηγορίες προνομιούχων και μη. Άλλωστε, από την εποχή των επαναστάσεων ουσιαστικά, υπήρχε η προσδιδόμενη ταυτότητα του «υπό όρους πολίτη» στο όνομα της δημοκρατίας. Τα υπόλοιπα έμβια ή άβια -επίσης συγκάτοικοι του πλανήτη- που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, περιθωριοποιούνται, απομονώνονται, αορατοποιούνται, λες κι υπάρχουν σε ένα «ερημικό νησί» που συμβολίζει τη φύση ως κενό ή στην καλύτερη, ένα απομακρυσμένο θέαμα -όπως κατάντησαν τα πάρκα κι οι πλατείες των πόλεων, τα απαλλοτριωμένα από ζωή κτίρια των καταλήψεων ή οι δήθεν «υποβαθμισμένες» γειτονιές. Όλα μεταμορφώνονται σε νεκρά σημεία ενός άλλου νοσταλγικού παρελθόντος, αφού κατάντησαν αποσπασμένα κι αποικιοκρατούμενα κομμάτια του σαρωτικού μητροπολιτικού επεκτατισμού.

Κάτω από τις δεδομένες συνθήκες έχει καταστεί ολοφάνερο ότι το κάθε κράτος, το κάθε σύνορο, η κάθε πειθάρχηση, οδηγούν στην εξαφάνιση της οποιασδήποτε μορφής ελευθερίας κι αυτοδιάθεσης. Εξόντωση των αρνητών εξαναγκαστικών ιατρικών πράξεων, υποχρεωτική επιβολή των βιοτεχνολογικών μεταλλάξεων κι υβριδισμών, διάλυση κάθε χώρου κοινωνικοποίησης, χρήση ενός απόλυτου κι ολοκληρωτικού μοντέλου πολιτισμού κι αισθητικής. Τελικά, ολική εξαφάνιση κάθε ελεύθερου περιβάλλοντος ή ελεύθερα περιπλανώμενου όντος, για τη συνολική υποδούλωση της ζωής σε κινήσεις μόνο μέσω ψηφιακών πιστοποιητικών και βιοτεχνολογικών ελέγχων, μέσα σε αυστηρά αποστειρωμένους χώρους.

Απέναντι στα σχέδια λεηλασίας των τόπων και των ζωών μας,

να γίνουμε οι γκρεμιστές μαζί κι οι χτίστες.

Για την εξέγερση και την ολική απελευθέρωση σε όλα.

αντιπατριαρχικός λόγος και δράση

Η σχέση των φύλων ιδωμένη από τη δική μας ματιά, προκύπτει ως αναγκαιότητα απέναντι σε έναν δήθεν φεμινισμό διαμεσολαβημένο από την επίσημη αφήγηση. Η λογική του δικαιωματισμού αφορά μια σχέση που αναγνωρίζει και σέβεται την ύπαρξη εξουσίας και κράτους, από το οποίο μάλιστα διεκδικεί χωρίς να γνωρίζει αν θα υπάρχει θετική ανταπόκριση, την παροχή με νομική κατοχύρωση δικαιωμάτων, πάνω σε θέματα που θεωρεί ότι υπάρχει κάποιο έλλειμα ή διαχωρισμός. Για μας, το πρόβλημα είναι η αναπαραγωγή υπαγωγών και διακρίσεων που ξεκινά από το κράτος κι αναπαράγεται μέσα στην ίδια την κοινωνία· η αύξηση της βίας και της υποτίμησης ως καθρέφτισμα της διάχυτης κοινωνικοπολιτικής συνθήκης. Επομένως, ενώ στεκόμαστε δίπλα και μέσα στους αγώνες όσων προσπαθούν να βελτιώσουν τους όρους της ζωής τους και να εξαλείψουν τη διάκριση που υπόκεινται, εναντιωνόμαστε στην ίδια την εξουσία που πολλές φορές αναγνωρίζει το πρόβλημα και ψεύδεται ότι προσπαθεί να το επιλύσει ως ο προστάτης των υπεξουσίων· γίνεται εκπρόσωπος μιας ορθής πολιτικής με έμμεσο σκοπό την κανονικοποίηση (την ένταξη δηλαδή στο σύστημα με συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις), τη χειραγώγηση και τον διαχωρισμό του κοινωνικού συνόλου αλλά και των αγώνων.

Ποια θα μπορούσαν να είναι τα πεδία συνάντησης των επιθυμιών μας απέναντι σε υποδεικνυόμενους ρόλους που κλέβουν την αλήθεια των προθέσεών μας; Θα ήταν εφικτό να δημιουργηθούν «τόποι» επανεξέτασης των διαχωριστικών μεταξύ μας γραμμών; Να συγκροτηθούν οι τρόποι που θα επέτρεπαν το ξετύλιγμα κάθε ύπαρξης σε μια κατεύθυνση αλληλοσυμπληρωματικότητας κι όχι αλληλοκατανάλωσης; Ποιους δρόμους ανοίγοντας, θα οδηγούσαμε στον συντροφικό σεβασμό, κι όχι στην αμοιβαία λεηλασία σωμάτων, με αιχμή την εξόντωση θηλυκοτήτων; Ως αναρχικές, δεν επιθυμούμε προστάτες, γιατί γνωρίζουμε ότι η ίδια η εξουσία και το κράτος είναι αυτά που τρέφουν την πατριαρχική κοινωνία που ζούμε. Τα σώματά μας είναι δικά μας, οι αγώνες μας θα είναι αδιαμεσολάβητοι, χωρίς ιεραρχήσεις της καταπίεσης και πέρα από κάθε ανθρωποκεντρική λογική που ενισχύει το κυρίαρχο μοντέλο του ισχυρού δυτικού λευκού άντρα, πέρα από επίπλαστα δικαιώματα και κρατιστικές λογικές. Στόχος μας είναι, όχι να πάρουμε στα χέρια μας ένα μερίδιο της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, να γίνουμε δηλαδή καταπιέστριες στην θέση των καταπιεστών, αλλά η ολοκληρωτική αντιμετώπιση με άμεση δράση και λόγο, κάθε εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, μέχρι την ολική απελευθέρωση σε όλα.

βιομηχανικές επαναστάσεις

Μέσα στις πάμπολλες αντινομίες κι αντιφάσεις που δημιουργεί ο καπιταλισμός, μπορούμε να διακρίνουμε και το εξής ειρωνικό: τα τελευταία 250 χρόνια, κάθε φορά που το καπιταλιστικό σύστημα έφτανε στο σημείο να οξύνει την επίθεσή του προς τα εκμεταλλευόμενα κομμάτια της κοινωνίας, με αιχμή την τεχνολογική πρόοδο, αυτό ονομαζόταν «βιομηχανική επανάσταση». Με τον όρο αυτό, τα αφεντικά επέλεξαν να ονοματοδοτήσουν αλλιώς το μετασχηματισμό των κοινωνικών κι εργασιακών σχέσεων, τον ολοένα και μεγαλύτερο περιορισμό της ανθρώπινης ελευθερίας, την ολοένα και μεγαλύτερη εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος.

Ο όρος «4η βιομηχανική επανάσταση» βρίσκεται εδώ και χρόνια στον λόγο των κυριάρχων, περιλαμβάνοντας από την τεχνητή νοημοσύνη, τις βιοτεχνολογίες και τη γενετική, μέχρι το διαδίκτυο των πραγμάτων (internet of things) και τα κρυπτονομίσματα. Ο παράγοντας covid φαίνεται σαν την «τέλεια καταιγίδα» που παρουσιάζει μια μεγάλη ευκαιρία: τεράστια κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού σε κατάσταση απομόνωσης και περιορισμού, απόλυτα εξαρτώμενα από την τεχνολογία, προκειμένου να επικοινωνήσουν, να εργαστούν ή να διασκεδάσουν, επομένως, πλήρης νομιμοποίηση των τεχνολογιών ελέγχου στο όνομα της προάσπισης της δημόσιας υγείας κι ακόμα μεγαλύτερη ψηφιοποίηση σχεδόν κάθε πτυχής της ανθρώπινης δραστηριότητας, φτάνοντας μέχρι τη μαζική εφαρμογή στον πληθυσμό των «εμβολίων mRna».

O Klaus Schwab, εξουσιαστής/επικεφαλής του παγκόσμιου οικονομικού φόρουμ, περισσότερο γνωστός για τα λεγόμενά του περί της «μεγάλης επανεκκίνησης» (the great reset), δίνοντας το στίγμα αυτής της νέας καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, είχε πει σχετικά: «δε θα αλλάξει αυτά που κάνουμε, αλλά αυτό που είμαστε».

υποχρεωτικός εμβολιασμός και «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων»

Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός περιορίζει την ήδη περιορισμένη (μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία) αυτοδιαχείριση των σωμάτων μας· κι η αυτοδιαχείριση των σωμάτων μας είναι αδιαπραγμάτευτη. Τον τελευταίο λόγο για τη ζωή και τον θάνατό μας, θα τον έχουμε εμείς, κι όχι το κράτος κι οι φαρμακομαφίες που αυτό υπηρετεί. Άλλωστε, ο εμβολιασμός (αν κι εφόσον και για όσο πιάσει τόπο) είναι ένα μέσο ατομικής προστασίας. Υπ’ αυτή την έννοια, ο εμβολιασμός είναι ή μάλλον θα έπρεπε να είναι μια προσωπική υπόθεση. Προσωπική υπόθεση κι όχι ταξικό καθήκον. Από πού κι ως πού, άραγε, η απόφαση για μια ιατρική πράξη αποτελεί ταξικό καθήκον; Από πού κι ως πού η τυφλή συμμόρφωση στις κρατικές προσταγές αποτελεί ένδειξη κοινωνικής αλληλεγγύης; Πώς είναι δυνατόν να αγωνιστούμε ενάντια στην ταξική, εθνοφυλετική κι έμφυλη καταπίεση, την ίδια στιγμή που η εξουσία παρεμβαίνει με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο στα σώματά μας, μετατρέποντάς τα σε πειραματικά εργαστήρια των εταιρειών βιοτεχνολογίας;

Τα «υγειονομικά» πιστοποιητικά αποτελούν ένα από τα βασικά εργαλεία για το πέρασμα σε μία συνθήκη ψηφιακού ελέγχου κι επιπλέον καταγραφής κάθε πτυχής της ζωής μας. Χρησιμεύουν επίσης ως ένα μέσο πίεσης για όσους/ες/α αρνούνται να παραδώσουν αμαχητί την αυτοδιαχείριση των σωμάτων τους στην πολιτική και οικονομική εξουσία. Όσα άτομα δεν πειθαρχούν, αποκλείονται από την κοινωνική κι από την οικονομική ζωή. Χιλιάδες ανεμβολίαστοι/ες υγειονομικοί βρίσκονται σε αναστολή εργασίας (την ίδια στιγμή που οι εμβολιασμένοι/ες υγειονομικοί επιστρέφουν στα πόστα τους έστω και με ελαφρά συμπτώματα της νόσου covid-19) και χιλιάδες ακόμα εργαζόμενοι/ες/α έχουν χάσει τις δουλειές τους, πληρώνοντας το τίμημα των αρνήσεών τους. Τα εργαζόμενα υποκείμενα που δεν έχουν το «covid/freedom/green pass» υποχρεώνονται σε επαναλαμβανόμενα rapid tests σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα κι αλλού, ενώ το κόστος επιβαρύνει τα ίδια. Αν αυτό δεν είναι έμμεση μείωση μισθού, τότε τι είναι;

Συνάμα, τα υγειονομικά πιστοποιητικά συνιστούν ένα ακόμα εργαλείο φόβου, διαχωρισμού κι επιβολής, ως μέσο επιστροφής στην καπιταλιστική «κανονικότητα», ενώ τα εμβολιασμένα άτομα απολαμβάνουν τα «προνόμια» της επιβίωσης σε μία «απολυταρχική δυστοπία». «Προνόμια» επιβίωσης που ενεργούν ως μια ψευδαίσθηση ότι ο εμβολιασμένος πολίτης κατέχει δικαιώματα· εδώ, το συγκεκριμένο νοητικό άλμα έρχεται να ενισχύσει η λεγόμενη «επιχείρηση Ελευθερία». Έτσι, τα εμβολιασμένα άτομα των κατώτερων κοινωνικών τάξεων παραμένουν καταπιεσμένα, ενώ τα ανεμβολίαστα βρίσκονται με αφαίρεση κάποιων προνομίων/δικαιωμάτων ή ακόμα χειρότερα, σε αναστολή ή απόλυση. Αυτά τα προνόμια, βέβαια, έχουν και ημερομηνία λήξης, καθώς αν κανείς/καμιά/κανένα δε συμμορφώνεται διαρκώς, τότε υποβαθμίζεται στην κατηγορία των «μιασματικών» ανεμβολίαστων. Με τον τρόπο αυτό, οι ήδη υπάρχοντες κοινωνικοί και ταξικοί διαχωρισμοί βαθαίνουν κι άλλο στη βάση νέων «υγειονομικού» χαρακτήρα κριτηρίων, εξαπλώνοντας τον κοινωνικό κανιβαλισμό και τη νοοτροπία της ρουφιανιάς, μέχρι και την αυτο-επιτήρηση καθενός και καθεμιάς ξεχωριστά: ανάθεση σε εργαζόμενους/ες/α καθηκόντων ελέγχου πιστοποιητικών και ταυτοτήτων, στιγματισμός ανεμβολίαστων στους χώρους εργασίας (όπου δεν επιβάλλονται ποινές αναστολής), αποκλεισμός τους από κλειστούς χώρους δημόσιων υπηρεσιών, εστίασης, ψυχαγωγίας κ.ό.κ.. Όμως μια κρατικά αδειοδοτημένη ελευθερία (και μάλιστα με ημερομηνία λήξης) δεν είναι πραγματική ελευθερία. Διότι το κράτος, οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρει, είναι ένας μηχανισμός, ο οποίος δεν μπορεί να γεννήσει τίποτα υγιές, αυθόρμητο και πραγματικά απελευθερωτικό.

αντικρατικός αντιφασιστικός αγώνας

Ένα ακόμα εργαλείο που είδαμε να χρησιμοποιούν οι κρατικές εξουσίες και τα φερέφωνά τους, και στον ελλαδικό χώρο αλλά και παγκόσμια, είναι η λυσσαλέα εμμονή τους να ταυτίσουν οποιαδήποτε φωνή κριτικής και εναντίωσης στα κατασταλτικά μέτρα της «νέας κανονικότητας», με την ακροδεξιά, τον εθνικισμό, τον θρησκευτικό συντηρητισμό και τις συνωμοσιολογικές τερατολογίες. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους φωνές κι απόψεις προερχόμενες από όλους αυτούς τους χώρους, εμφανίστηκαν, διογκώθηκαν και προωθήθηκαν ως «υπερασπιστών της ελευθερίας» κι εναντίωσης στις κρατικές επιταγές. Μας είναι όμως επίσης ιστορικά γνωστό ότι η εξουσία απεχθάνεται τα κενά και τα αδιέξοδα κι όταν δεν μπορεί ή δεν είναι διατεθειμένη να τα καλύψει η ίδια, τον ρόλο αυτό αναλαμβάνουν οι παρακρατικές της εφεδρείες.

Παράλληλα, θεωρούμε εξίσου σημαντικό να αναγνωρίσουμε και να πολεμήσουμε μια γνώριμη συνθήκη που αναδύεται με νέα μορφή: αυτή που θέλει το κράτος ως την μόνη φωνή λογικής που μπορεί να ακουστεί σε μια «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» και τον οποιονδήποτε αντίλογο να ταυτίζεται, να λοιδωρείται και να καταστέλλεται (φυσικά ή πολιτικά) ως ανορθολογικό, «ψεκασμένο», κοινωνικά ανεύθυνο ή συνωμοσιολογικό. Έχοντας πάντα έτοιμη προς χρήση τη θεωρία των δύο άκρων, η κρατική εξουσία χρησιμοποιεί στη συγκεκριμένη ιστορική φάση, το ακροδεξιό «φόβητρο», προωθώντας το έστω και με φαινομενικά αρνητικό τρόπο και κρατώντας για τον εαυτό της τον ρόλο του προστάτη (σήμερα της δημόσιας υγείας, αύριο ίσως της δημόσιας ή κι εθνικής ασφάλειας) και του θεματοφύλακα του ορθολογισμού ως προς τις εντολές της.

Οι φασίστες ανέκαθεν αποτελούσαν το μακρύ χέρι του κράτους και του κεφαλαίου. Είναι πάντοτε εκεί για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά των αφεντικών τους, να φέρνουν εις πέρας αυτά που το «δημοκρατικό προσωπείo» του κράτους το εμποδίζει να κάνει. Επιθέσεις, εμπρησμοί και μαχαιρώματα έξω από καταλήψεις, τραμπουκισμοί κι απειλές σε εργάτ(ρι)ες κι απεργούς που αγωνίζονται ενάντια στην εργοδοσία, συνεργασία με την αστυνομία για την καταστολή εξεγερμένων (π.χ. Πολυτεχνείο ‘95). Ακόμη, οι φασίστες είναι εκεί για να επιτίθενται σε όποιο άτομο «δεν ταιριάζει» με την καπιταλιστική κανονικότητα. Μετανάστ(ρι)ες/ά, άστεγοι/ες/α, τοξικοεξαρτημένοι/ες/α, ρομά, τρανς και γενικώς, καθετί που χαλά την κυρίαρχη ομοιομορφία, μπαίνει στο στόχαστρο των φασιστών.

Μέσα απ’ τις πορείες, τις παρεμβάσεις και τα μοιράσματα, ως τα σπασίματα γραφείων, τις περιπολίες και την οργανωμένη αυτοάμυνα των χώρων μας, συμβάλλαμε με κάθε μέσο στον περιορισμό της παρουσίας των φασιστών στον δρόμο, εδραιώνοντας μεγάλους αντιφασιστικούς αγώνες την τελευταία δεκαετία, όπως μετά τη δολοφονία του αντιφασίστα μουσικού Παύλου Φύσσα.

Ως αναρχικοί/ές/ά, χωρίς να διεκδικούμε αλάθητα κι αυθεντίες, θεωρούμε ότι οι αδιαπραγμάτευτες αντιφασιστικές μας αξίες οφείλουν να εμβαθύνουν και να αναγνωρίζουν τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ του κράτους και των ακροδεξιών παραφυάδων του, ανά πάσα ιστορική στιγμή, εκκινώντας πάντα από το ότι ο πολύμορφος αντιφασιστικός αγώνας ή θα είναι αντικρατικός ή δε θα είναι τίποτα.

στρατιωτικοποίηση

Στο πλαίσιο του διάχυτου κοινωνικού πολέμου, η στρατιωτικοποίηση της καταστολής με μεικτά σώματα αστυνομίας-στρατού, όπως η ευρωπαϊκή δύναμη χωροφυλακής (european gendarmerie force ή egf) από το 2006, και τους μπάτσους να λειτουργούν λίγο ως πολύ, ως στρατός υπό συνθήκες, δεν είναι κάτι καινοφανές στον κόσμο του αγώνα και στα καταπιεσμένα κομμάτια της κοινωνίας γενικότερα. Πολλαπλές «θεαματικές» επιχειρήσεις αντιτρομοκρατικών μονάδων που όλο κι αναβαθμίζονται επιχειρησιακά με στρατιωτικούς όρους στα χρόνια, αξιοποίηση των ΕΚΑΜ για τη δίωξη και καταστολή όχι μόνον εξεγερσιακών αναρχικών αλλά και ευρύτερα κοινωνικών αγώνων, και στρατιωτικού τύπου σχεδιασμοί αποκλεισμών σημείων της πόλης με σκοπό την καταστολή μέσω της πρόληψης διαμαρτυριών-διαδηλώσεων σε σημαντικές ημερομηνίες· ολοένα και πιο εξελιγμένος τεχνολογικά εξοπλισμός των μπάτσων, κατά τη λογική του εξοπλισμού στρατιωτικών σωμάτων, και νέες επιχειρησιακές μέθοδοι στις περιπτώσεις κρατικών δολοφονιών από μπάτσους-πιστολέρος που όλο και πυκνώνουν κατά τις καταδιώξεις επαναστατών-αγωνιστών αλλά και πολλών άλλων υποκειμένων (ρομά, μεταναστ(ρι)ών στον Έβρο κ.α.) την τελευταία δεκαετία, αποδεικνύουν πως τον πόλεμο τον ζούμε κάθε μέρα εδώ.

Ωστόσο, παράλληλα με την προοδευτική μετάβαση του πολεμικού πεδίου μες στην πόλη -ιδίως κατά τη μεταπολεμική περίοδο-, ώστε να είναι απαραίτητος κι ο ρόλος μιας αστυνομίας-στρατού κατοχής (εφόσον ο «εχθρός» της κυριαρχίας μπορεί να βρίσκεται παντού και να είναι ο/η/το οποιοσ/α/οδήποτε, με αποτέλεσμα να πρέπει και να επιτηρηθούν-ελεγχθούν όλοι/ες/α μέσω ενός γενικευμένου πανοπτικού), αυτό που απασχολεί όλο και πιο πολύ τελευταίως είναι μια εμφανής μετάβαση από την πλευρά του κράτους, σε στρατιωτικού τύπου πρακτικές «διαχείρισης» επί του συνόλου της κοινωνικής ζωής. Όπως διαχρονικά εξάλλου, συμβαίνει στο πλαίσιο της δομικής λειτουργίας του καπιταλισμού, με την αφορμή της όποιας «εχθρικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης», πρόσφατα, από το μεταναστευτικό μέχρι τον covid, κι ίσως αργότερα, τις συνοριακές αντεκδικήσεις και στη «δύση», την κλιματική αλλαγή, τη φτώχεια ή ό,τι άλλο προσφέρεται ανά συγκυρία, αξιοποιείται η δυνατότητα -μέχρι όποιο όριο θέσουν οι ίδιες οι κοινωνικές αντιστάσεις- ασκήσεων της κοινωνίας σε εξοικείωση με όλο το φάσμα της στρατιωτικοποιημένης συνθήκης, ακόμη και μέχρι την επιστράτευση και τους διακρατικούς πολέμους.

Είναι ενδεικτικό πως από τις αρχές και στην έξαρση της «κρίσης covid», στην ενημέρωση πρωτοστατούσε κι ο τότε υφυπουργός πολιτικής προστασίας και διαχείρισης κρίσεων (νυν υφυπουργός εθνικής άμυνας), Ν. Χαρδαλιάς, ενώ στην Πορτογαλία, υπεύθυνος για την εμβολιαστική εκστρατεία ορίστηκε ο αντιναύαρχος (πρώην κυβερνήτης υποβρυχίων), Ε. Γκουβέια ε Μέλο, και παράλληλα, η καθημερινή ανακοίνωση με όρους στατιστικής από τα media, του αριθμού των νεκρών από τον ιό, αντικειμενοποιώντας τις απώλειες ανθρωπίνων υποκειμένων κι αποτιμώντας τες σε αριθμητικά ψηφία και μόνον, παρέπεμπε σε πολεμικό ανακοινωθέν -αντίστοιχη υπήρξε η ιστορική εικόνα του Μπέργκαμο με τα στρατιωτικά φορτηγά που μετέφεραν πλήθος φερέτρων στα αποτεφρωτήρια γύρω πόλεων κι ο έλεγχος των μετακινήσεων μεταξύ ορισμένων πόλεων στη Γαλλία από δυνάμεις στρατού κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος covid, η εμπλοκή του στρατού στο καθολικό λοκντάουν σε Ελευσίνα, Ασπρόπυργο και Μάνδρα τον χειμώνα του 2020 αλλά κι η κινητοποίηση της εθνοφρουράς στη Minneapolis και σε άλλες περιοχές των ΗΠΑ, για πρώτη φορά μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο κι η ετοιμότητα των στρατιωτικών μονάδων από το πεντάγωνο, λόγω των συγκρούσεων μετά τη δολοφονία του George Floyd, την άνοιξη του 2020 (από την πρώτη στιγμή της πανδημίας βέβαια, την πρωτοκαθεδρία κατέχει το κινεζικό πειθαρχικό μοντέλο).

Η σύγκρουση με την εξουσία δεν μπορεί παρά να οξυνθεί, παράλληλα με την όξυνση των αδιεξόδων και της καταπίεσης, παράλληλα με την κλιμάκωση του ολοκληρωτισμού μέσω της στρατιωτικοποίησης της καταστολής των ζωών και των συνειδήσεων. Ο κοινωνικός πόλεμος ήταν πάντα εδώ, κι η ανάγκη συνοργάνωσης σε δίκτυα αντίστασης κι αλληλεγγύης, ακόμη πιο παρούσα παρά ποτέ.

σύγχρονος ολοκληρωτισμός

Είναι η αναμονή-προσμονή ενός κινδύνου αυτό που καθιστά τις ψυχές των ανθρώπων φοβικές, μια διαδικασία οργανικής ακινητοποίησης, η οποία ειδικά όταν είναι οργανωμένη, μπορεί να χτιστεί με ευκολία πάνω στην πλάνη της προστασίας του κοινού καλού από κάποιο δημόσιο κίνδυνο.

Όταν η διαχείριση της πολιτικής της εγκόλπωσης από το κράτος όλο και περισσοτέρων κανόνων, εφαρμόζεται νομιμοποιημένα στη μαζική συνειδητότητα -εκμεταλλευόμενη η πρώτη ένα κομμάτι της πραγματικότητας ως πειστήριο για την ύπαρξη της κοινωνικής αποδοχής-, κι επιστεγάζεται με επιτυχία στο σύνολό της, τότε σίγουρα οδηγούμαστε σε κοινωνικό όλεθρο.

Οι απαιτήσεις των εξουσιαστικών τάξεων ή δυνάμεων ή τεράτων (όπως θέλετε πάρτε το), στο να συμμορφώνεται κάθε άτομο σε όλο και περισσότερους νόμους και στην περίπτωση του αντιθέτου, να επανέρχεται η βία του κράτους στην υλική της βάση, αποδεικνύουν πως όσον αφορά τον προσωπικό βίο κάθε ατόμου, οι αλυσίδες δεν είναι μόνο για τα πόδια και τα χέρια μας αλλά και για την εσωτερική χαλιναγώγηση της ελεύθερης σύστασης και δημιουργίας του προσωπικού χαρακτήρα.

Όταν επιτευχθεί ο εγκλωβισμός του ανθρώπινου νου είτε από την οικογένεια και το σχολείο είτε από την εκκλησία, είτε από την επιστήμη είτε από το στρατό, ως κυρίων διαμορφωτών συνειδήσεων κι ηθικοπλαστών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, κριτών και «κριτικολόγων» σε ό,τι δεν προσαρμόζεται στα τιποτένια χαρακτηριστικά τους, και μέσα από την οργανωμένη κυρίαρχη κοινωνική παιδεία ενός εργοστασίου που καλύπτει και παράγει τις ανάγκες του κενού υλισμού με ασέβεια στη φύση και σε σύνδεση επί του παρόντος, το έδαφος είναι στρωμένο για το αστικό περιβάλλον, ώστε να δεχτεί τη σημερινή εποχή, όπως ο «ηθικός πολίτης» εκτιμά και δέχεται τη δουλειά τού μπάτσου ως σωτήρια.

Η προοδευτική διάλυση της «δημόσιας» υγείας και της νοσοκομειακής περίθαλψης ήδη από τη δεκαετία του ‘90, η αποδυνάμωση των εργατικών-απεργιακών δράσεων κι η σταδιακή ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων, των δημοσίων χώρων κι αγαθών, τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, το νταβαντζιλίκι στις παροχές και τις ανάγκες ενός σπιτιού, η αύξηση των ενοικίων κι η ενεργοποίηση των εκδικητικών προστίμων μέσω της πλατφόρμας του φορολογικού συστήματος οικονομικής εξόντωσης κι ελέγχου σε όποιον/α/ο δε γουστάρει να της/του καθοδηγούν τη ζωή μέσω επιβλητικών συμβάσεων, η λεηλασία της φύσης και του ανθρώπινου σώματος κι η πατριαρχική συμπεριφορά βίας ως πρωτογενής εξουσία, η πολυπληθέστατη από υπηρεσίες αστυνόμευση της ζωής μας με μπάτσους-δολοφόνους-καουμπόηδες να αυξάνουν το προσδόκιμο του θανάτου απέναντι σε όποιον/α/ο τούς αντιστέκεται αμφισβητώντας την εξουσία τους, οι εργατικές δολοφονίες στο βωμό του κέρδους των αφεντικών και τα αστικά μπουντρούμια: είναι η βίβλος του κράτους και των τραπεζών, είναι η τροφή των κεφαλαίων της οικονομικής δικτατορίας και του κοινωνικού κανιβαλισμού.

Η βίαιη καταστολή των κοινωνικών αγώνων για τον περιορισμό και τον εγκλωβισμό τους μέσα σε φοβικά καλούπια (βλ. νόμο για την αποσυμφόρηση των δρόμων σε περίπτωση διαδήλωσης και περιορισμό της στη μία λωρίδα ανάλογα την ποσότητα του κόσμου), αποτελεί μέρος σχεδίου με ολοκληρωτικό χαρακτήρα, στο όνομα της υπάρχουσας τάξης (κι ασφάλειας). Δεν είναι τυχαίο πως εκτός από τον νόμο απαγόρευσης των διαδηλώσεων, στη διάρκεια των λοκντάουν, ψηφίστηκε ο νόμος για την πανεπιστημιακή αστυνομία κι ο νόμος για τα εργασιακά που μαζί με τη θεσμική κατάργηση του οχταώρου και της κυριακάτικης αργίας, παρανομοποίησε την απεργία, ο νέος νόμος για το μεταναστευτικό (κι η ακόλουθη επίταση απελάσεων και push-backs) αλλά και το αντιπεριβαλλοντικό αναπτυξιακό νομοσχέδιο απόλυτης λεηλασίας της φύσης.

Από τα χρηματιστήρια, τους οίκους αξιολόγησης και τις τράπεζες, τους οικονομικούς κολοσσούς, τις πολυεθνικές και την πολυπολικότητα των κρατικών ανταγωνισμών και συμμαχιών στη σκακιέρα του γεωπολιτικού ελέγχου που μόνο πάνω στο αίμα των από τα κάτω μπορεί να στέκεται, μέχρι την εκδούλευση και τη συνεχόμενη λεηλασία του «τρίτου κόσμου»· από τις μεγαλοεταιρείες και τις σφαίρες των μπάτσων, μέχρι την τρομοκρατία των δημοσιογράφων και του δικαστικού κόσμου, το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι/ες/α.

αντικρατισμός: μπορούμε να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας

Πέραν της άμεσης αντικατασταλτικής επιτακτικότητας που συνιστά σταθερό επίδικο των αγώνων και των εγχειρημάτων μας, το αντικρατικό πρόταγμα δεν είναι κάτι αόριστο κι αφηρημένο αλλά βιωμένη ανάγκη μέσα από την καθημερινή συμπίεση των ζωών μας. Όπως το κράτος έχει πρόσωπο/α, θεσμούς και σύμβολα, έτσι κι η αντικρατική πάλη έχει υποκείμενα που παλεύουν, απτές εκφράσεις-στοχεύσεις κι όνειρα.

Μαζί με το ηθικό -κι όχι μόνο- γκρέμισμα του υπάρχοντος, παλεύουμε για τη δημιουργία κοινοτήτων αγώνα κι αλληλεγγύης που θα αποτελέσουν τη βάση για την προοπτική προς τη γενικευμένη κοινωνική απελευθέρωση.

Η οικοδόμηση ενός νέου κόσμου προϋποθέτει την αντίσταση και την οργάνωσή της που θα πραγματοποιείται σε πραγματική βάση στο εδώ και το τώρα. Αναρχικές ομάδες, συλλογικότητες κι εγχειρήματα που θα συνθέτουν με όλα τα αγωνιζόμενα καταπιεσμένα κομμάτια της κοινωνίας, με προτάσεις και κριτική για το ατελέσφορο του οικονομικού συστήματος αλλά και για την προβολή της εξόντωσης και του αποκλεισμού, για όποιον/α/ο δε συμμετέχει στην παραγωγική αλυσίδα εκμετάλλευσης και καταπίεσης.

Ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας της αριστεράς, του ηγεμονισμού και των ενδοκινηματικών μικροπολιτικών και κατασταλτικών πρακτικών.

Για την ατομική και συλλογική απελευθέρωση. Για την ελευθερία.

Δεν είναι το πρόβλημά μας μόνον η κρατική διαχείριση.

Έχουμε πρόβλημα με τους κάθε λογής διαχειριστές (του).

Έχουμε πρόβλημα με το κράτος καθεαυτό.

αλληλεγγύη – αλληλοβοήθεια

Δε σταματούμε να χτίζουμε, παρά το συνεχές του κοινωνικού πολέμου. Μες στο οξύμωρο της ζωής και του θανάτου που μόνο γραμμικό δεν είναι, γκρεμίζουμε και ταυτοχρόνως, χτίζουμε, κι έτσι προχωρούμε. Μες στις ρωγμές που προκαλούμε σε κάθε λογής «κανονικότητες» του υπάρχοντος, παράλληλα, συνδεόμαστε (ατομικά και συλλογικά) υποκείμενα κι αγώνες, μέσω των πολυσχιδών διακλαδώσεων που γεννούν η άμεση δράση κι η σύγκρουση. Η αντιιεραρχία κι η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη κι η αλληλοβοήθεια είναι το ανάχωμά μας απέναντι στην καταστολή και την εκμετάλλευση, είναι όμως και το θεμέλιο του αγώνα μας για δημιουργία.

Έμπρακτη αλληλεγγύη στα φυλακισμένα συντρόφια μας ανά τον κόσμο, στους/στις/στα μετανάστ(ρι)ες/ά στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στους/τις/τα έγκλειστους/ες/α των ψυχιατρείων, στης γης τους κολασμένους, σε όλα τα καταπιεσμένα υποκείμενα, σε όσους/ες/α βιώνουν τους αποκλεισμούς και τις διακρίσεις της «νέας κανονικότητας», σε όσους/ες/α επιλέγουν τη σύγκρουση με την κρατιστική και καπιταλιστική δυστοπία, πραγματώνοντας τις ολικές αρνήσεις τους στο εδώ και το τώρα. Αλληλεγγύη με τους ακηδεμόνευτους αγώνες για την κοινωνική απελευθέρωση. Αλληλεγγύη στις καταλήψεις και στους χώρους του αγώνα.

Η αλληλεγγύη μας πέρα από σύνορα και φράκτες, είναι οργανικό-συνθετικό κομμάτι που μπορεί να διατρέχει και να διασυνδέει πολύμορφους και διαφορετικούς αγώνες ενάντια στην επέλαση της εξουσίας. Συνοργανωμένα δίκτυα αλληλεγγύης που συναρθρώνουν πεδία αναγκών και καταπιέσεων σε πεδία αγώνων, από τους/τις/τα φυλακισμένους/ες/α μέχρι όλη την κοινωνία, μπορούν να οικοδομήσουν πυρηνικές εστίες συνεκτικής μαχητικής αντίστασης, απέναντι στον πόλεμο κράτους και κεφαλαίου.

Σαμποτάζ στον πολιτισμό ελέγχου

Ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας

ΑΝΤΙΚΡΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ – ΕΞΕΓΕΡΣΗ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΟΛΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

ΟΙ ΖΩΕΣ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ

Ανοιχτή Συνέλευση Ⓐναρχικών

Πηγή: anarchypress

Χρόνος και υποκείμενο στον Γκυ Ντεμπόρ – Μια κριτική στο βιβλίο του Άνσελμ Γιάππε, “Γκυ Ντεμπόρ”

Διαβάζοντας το βιβλίο του  Anselm Jappe για τον Γκυ Ντεμπόρ (Γκυ Ντεμπόρ, Ελεύθερος Τύπος, 1998), διαπίστωσα ότι παρ’ ό,τι ο συγγραφέας του έχει μια αρκετά καλή αντίληψη του  θέματος, του διαφεύγει η ουσία. Οπωσδήποτε δεν είναι καθόλου απλό το θέμα «Γκυ Ντεμπόρ». Νομίζω όμως ότι ο Γιάπε στενεύει υπερβολικά τον Γκυ Ντεμπόρ προκειμένου να ενισχύσει τη δική του άποψη των πραγμάτων.

Μια προκρούστεια προσέγγιση

Για παράδειγμα, ευθύς εξαρχής αφαιρεί από το σώμα της σκέψης του Ντεμπόρ όλα όσα αφορούν στο ζήτημα της οργάνωσης, λέγοντας ότι αυτό το ζήτημα «ήταν σημαντικό άλλοτε, αλλά σήμερα παραπέμπει μάλλον σε βυζαντινές διαμάχες γύρω από την ανθρώπινη ή θεία φύση του Χριστού» (Γιάπε, σελ. 15). Έτσι όμως ξεχνάει αυτό που δήλωνε με έμφαση ο ίδιος ο Ντεμπόρ:

Η άγνοια πάνω στην οργάνωση είναι η κεντρική άγνοια πάνω στην πράξη. Όταν είναι ηθελημένη άγνοια, τότε δεν εκφράζει παρά τη δειλή πρόθεση μιας απόσυρσης από τον ιστορικό αγώνα (…) Το σφάλμα πάνω στην οργάνωση είναι το κεντρικό πρακτικό σφάλμα. Αν είναι θελημένο, αποσκοπεί στο χειρισμό των μαζών. Αλλιώς, είναι τουλάχιστον το πλήρες σφάλμα πάνω στις συνθήκες της ιστορικής πρακτικής. Είναι λοιπόν το θεμελιώδες σφάλμα μέσα στην ίδια τη θεωρία της επανάστασης.[1]

Αυτή η παρασπονδία του Γιάπε δεν εξυπηρετεί μια καλύτερη αποτίμηση του Γκυ Ντεμπόρ, αλλά μάλλον την υποστήριξη της δικής του άποψης, σύμφωνα με την οποία τα οργανωτικά ζητήματα υποτίθεται πως ανήκουν στο παρελθόν και μάλιστα συνδέονται με την «οντολογική» ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υπάρχει ένα «υγιές» υποκείμενο μέσα στον αλλοτριωμένο κόσμο.

Τούτο συμβαίνει διότι, κατά τον Γιάπε, το «προτσέσο της αφαίρεσης» υποτίθεται ότι κυριαρχεί τόσο ολοκληρωτικά και απόλυτα στην σημερινή κοινωνία, ώστε είναι αφελές να μιλάμε, όπως οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ, για «επικοινωνία»:

Όπως συνέβη και στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, ο Ντεμπόρ οδηγήθηκε στην υπόθεση ότι η πραγμοποίηση συγκρούεται μ’ ένα υποκείμενο η ουσία του οποίου δεν υποκύπτει στην πραγμοποίηση. Το υποκείμενο, ακόμα και όπως παρουσιάζεται εδώ και τώρα, πρέπει να είναι, εν μέρει τουλάχιστον, φορέας απαιτήσεων και επιθυμιών διαφορετικών από  εκείνες που δημιουργεί η πραγμοποίηση. Στο Ιστορία και ταξική συνείδηση, όπως και στην Κοινωνία του Θεάματος, μοιάζει να απουσιάζει η υποψία ότι το υποκείμενο θα μπορούσε να έχει διαβρωθεί εντός του από  τις δυνάμεις της αλλοτρίωσης η οποία, καθορίζοντας έτσι το ασυνείδητο των υποκειμένων, τα κάνει να ταυτίζονται ενεργά με το σύστημα που τα εμπεριέχει (Γιάπε, σελ. 41).

Οι λέξεις «ψέμα» και «ψεύδομαι» είναι πολύ συχνές στην Κοινωνία του  Θεάματος και η σπουδαιότητα που αποδίδεται στην «επικοινωνία» παραπέμπει επίσης στην ιδέα μιας αλήθειας που κρύβεται κάτω από το πέπλο της πλαστοποίησης και περιμένει να έλθει στο φως. Μια τέτοια αλήθεια οφείλει να ανήκει σ’ αυτό το αναπαλλοτρίωτο, ως προς την ουσία του, υποκείμενο, για το οποίο μιλήσαμε ήδη. (στο ίδιο, σελ. 167).

Έτσι, μετά από αυτή τη χειρουργική αφαίρεση της οργανωτικής σκέψης από το σώμα του Ντεμπόρ, ο Γιάπε προχωράει και σε μια «ψυχιατρική» εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία το ενδιαφέρον των καταστασιακών για τα οργανωτικά ζητήματα ήταν «σχεδόν ψυχαναγκαστικό» (Γιάπε, σελ. 163).

Η αποκοπή του θεωρητικού από τον αγωνιστή Ντεμπόρ

Βεβαίως, κατά κανένα τρόπο δεν προκύπτει από την όποια προέλαση της «αφαίρεσης» η απόλυτη εξαφάνιση του υποκειμένου και της επικοινωνίας, όπως το θέτει ο Γιάπε. Θα δούμε αργότερα το γιατί. Το ζήτημα αυτή τη στιγμή είναι ότι, ως αποτέλεσμα αυτών των αυθαίρετων αφαιρέσεων και στενεμάτων, τελικά, κατά τον Γιάπε, το μοναδικό ενδιαφέρον της σκέψης του  Ντεμπόρ, η μοναδική «επικαιρότητα [και η] πραγματική καινοτομία της, βρίσκεται κατά μεγάλο μέρος στην υπογράμμιση του βασικού ρόλου της ανταλλαγής και της αρχής της ισοτιμίας στη σύγχρονη κοινωνία» (σελ. 175). Για ποιο λόγο; Όχι διότι έτσι έχουν στ’ αλήθεια τα πράγματα, αλλά επειδή ο ίδιος ο Γιάπε δεν βλέπει στη σημερινή κοινωνία παρά ένα ολοκληρωτικό θρίαμβο της αλλοτρίωσης και έτσι του διαφεύγουν σημαντικές όψεις του  αγώνα εναντίον της —όψεις οι οποίες σχετίζονται ακριβώς με αυτό που οι καταστασιακοί προσδιόριζαν, έστω και χωρίς απόλυτη σαφήνεια, «επικοινωνία», χωρίς να την εδράζουν διόλου σε ένα «υγιές» υποκείμενο, όπως υποθέτει ο Γιάπε.

Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε ο Γιάπε οδηγείται, πολύ χαρακτηριστικά, στο συμπέρασμα ότι οι ιδέες του  Ντεμπόρ παρέχουν «τουλάχιστον ΕΝΑ πλεονέκτημα για το απελευθερωτικό σχέδιο: για πρώτη φορά μπορεί να κινητοποιήσει προς όφελός του το ένστικτο της επιβίωσης» (σελ. 187, η υπογράμμιση του  Γιάπε). Το ένστικτο της επιβίωσης; Στην υπηρεσία του απελευθερωτικού σχεδίου; Μπορντίγκα![2]

Φέροντάς τον στα δικά του μέτρα, ο Γιάπε παρουσιάζει τον Ντεμπόρ ουσιαστικά σαν ένα «θεωρητικό της αλλοτρίωσης», κάπως ανάλογο π.χ. του Λούκατς ή του Αντόρνο, και εκτιμά σαν «πραγματική καινοτομία» του ως προς εκείνους το ότι ο Ντεμπόρ ανέλυσε τη σύγχρονη μορφή της αλλοτρίωσης, το «θέαμα». Πολύ ωραία. Όμως την ίδια στιγμή υποτιμά πλήρως τον Ντεμπόρ ως αγωνιστή εναντίον της αλλοτρίωσης. Η αγωνιστική σκέψη του Ντεμπόρ, η οποία αποτυπώνεται στις οργανωτικές συλλήψεις του, στην οργανωτική πράξη του και στον τρόπο που συνέλαβε το ιστορικό υποκείμενο, ανήκουν κατά τον Γιάπε στο παρελθόν και δεν απηχούν παρά ψευδαισθήσεις, «οντολογικές» παρεκκλίσεις και «σχεδόν ψυχαναγκαστικά» ενδιαφέροντα.

Αυτή η προκρούστεια προσέγγιση του Γιάπε στον Ντεμπόρ φαίνεται και από δύο ακόμα, κατά τη γνώμη μου πολύ σημαντικές, μειώσεις και αποκοπές.

Η μια εντοπίζεται ως εξής. Ενώ εντοπίζει πολύ σωστά στο Ιστορία και Ταξική συνείδηση του Γκιόργκι Λούκατς μια πολύ σημαντική πηγή έμπνευσης του Ντεμπόρ, την υπερτιμά σε βάρος άλλων, εξίσου σημαντικών πηγών της σκέψης του. Έτσι, διαβάζει την Κοινωνία του Θεάματος [στο εξής ΚτΘ] σχεδόν αποκλειστικά με βάση το δεύτερο κεφάλαιό της («Το εμπόρευμα σαν θέαμα») και του διαφεύγει η σημασία και η βαρύτητα τέταρτου κεφαλαίου. Πρόκειται όμως για το μεγαλύτερο και πιο αγωνιστικό κεφάλαιο της ΚτΘ, στο οποίο ο Ντεμπόρ δεν αντλεί πλέον από τον Λούκατς, αλλά από άλλες πηγές, όπως είναι σε μεγάλο βαθμό ο Καρλ Κορς (όλη η ανάλυση του Ντεμπόρ για τον Χέγκελ, τη σοσιαλδημοκρατία και το λενινισμό, ή ακόμα και για την ιστορικότητα της κριτικής θεωρίας, είναι παρμένη από τον Κορς [3]) και η ιστορική συμβουλιακή «υπεραριστερά», η οποία καταπιάστηκε ακριβώς με το ζήτημα της οργάνωσης και της αντιπροσώπευσης. [4]

Επόμενο λοιπόν είναι ότι ο Γιάπε δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη σημασία διαπιστώσεων όπως οι παρακάτω, τις οποίες ο Ντεμπόρ άντλησε από τη δική τους ιστορική εμπειρία:

Η ίδια ιστορική στιγμή όπου ο μπολσεβικισμός θριάμβευσε για λογαριασμό του στη Ρωσία και η σοσιαλδημοκρατία αγωνιζόταν νικηφόρα υπέρ του  παλιού κόσμου, σημαδεύει την ολοκληρωμένη γένεση μιας τάξης πραγμάτων που βρίσκεται στο κέντρο της κυριαρχίας του  σύγχρονου θεάματος : η εργατική αντιπροσώπευση ήρθε σε ριζική αντίθεση με την εργατική τάξη. (ΚτΘ, § 100).

Η επαναστατική αντιπροσώπευση του  προλεταριάτου σε αυτό το στάδιο αποτέλεσε συγχρόνως τον κύριο παράγοντα και το βασικό αποτέλεσμα της γενικής πλαστοποίησης της κοινωνίας. (ΚτΘ, § 101).

Αλλά είπαμε: η ενασχόληση με την αντιπροσώπευση είναι για τον Γιάπε σύμπτωμα «ψυχαναγκασμού»…

Η αποκοπή του Ντεμπόρ από το συλλογικό καταστασιακό εγχείρημα

Η άλλη αφαίρεση του  Γιάπε εντοπίζεται στη σχετική «αποκοπή» του  Ντεμπόρ από τους καταστασιακούς, από την Καταστασιακή Διεθνή ως συλλογικό αγωνιστικό εγχείρημα.

Είναι έως ένα βαθμό αλήθεια ότι ο Ντεμπόρ, όπως τον θέλει ο Γιάπε (και αρκετοί άλλοι όπως έχει φανεί όλα αυτά τα χρόνια), δηλαδή ως ένας ευφυής μεν αλλά μεμονωμένος «θεωρητικός της αλλοτρίωσης» και «θεωρητικός του  θεάματος», σε αρκετά σημεία απομακρύνεται από τη σκέψη των καταστασιακών. Ωστόσο, όλα μα όλα τα μεγάλα θέματα της αγωνιστικής σκέψης του Ντεμπόρ ανήκουν πλήρως στη σκέψη και το συνολικό εγχείρημα των καταστασιακών —και η αλήθεια είναι, ότι μόνο στο πλαίσιο αυτού του συλλογικού εγχειρήματος μπόρεσε ο Ντεμπόρ να τα συλλάβει στον μεγαλύτερο πλούτο τους.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ως προς αυτό, ότι όσο το συνολικό καταστασιακό εγχείρημα (και με ευθύνη του ίδιου) φτώχαινε και όσο ο Ντεμπόρ απομακρυνόταν από αυτό, τόσο περισσότερο η σκέψη του

  • είτε έχανε τον αγωνιστικό χαρακτήρα της και μετατρεπόταν σταδιακά σε μια εν πολλοίς ασφυκτική και αδιέξοδη, θεωρία-πασπαρτού περί ενός θριαμβεύοντος θεάματος[5] (αυτήν ακριβώς τη «θεωρία», που σήμερα επικροτούν διανοουμενίστικοι, ακαδημαϊκοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι από την Αριστερά έως τη Δεξιά, λ.χ. ο Alain de Benoist και ο Charles Champetier), ακριβώς επειδή της λείπει το αγωνιστικό στοιχείο,
  • είτε, πάλι, μεταλλασσόταν σε μια ελιτίστικη, αυτοαναφορική και ναρκισσιστική θεωρία της «απόλαυσης» και της «γοητείας», την οποία επικροτούν με ενθουσιασμό διάφοροι καλλιτεχνίζοντες, μποέμικοι και σνομπ κύκλοι, ακριβώς επειδή η υιοθέτησή της δεν θέτει καμμιά κοινωνική ευθύνη και συνέπεια.[6]

Όπως έχω ήδη επισημάνει αλλού [7], δεν είναι δυνατό να βλέπουμετο καταστασιακό εγχείρημα ως κάτι λιγότερο από μια συναρπαστική απόπειρα σύντηξης μεταξύ τριών μεγάλων ιστορικών ρευμάτων: (α) της υπαρξιακής σκέψης, με το αίτημά της για υπαρκτική πληρότητα και σύνδεση μεταξύ βιώματος και αναπαράστασης· (β) της καλλιτεχνικής δημιουργίας, με το αίτημά της για μια συγκλονιστικά όμορφη ζωή· και (γ) της επαναστατικής πολιτικής πράξης, με το αίτημά της για μια κοινωνική ζωή χωρίς διαχωρισμένη εξουσία.

Όσο λοιπόν περιστέλλει κανείς, όπως ο Γιάπε, τη σκέψη του  Ντεμπόρ π.χ. στον Λούκατς ή ακόμα και στον Χέγκελ, είναι αδύνατον να τη συλλάβει σε όλο της τον πλούτο —και ταυτόχρονα, καθίσταται αδύνατο να συλλάβει πόσο αυτή φτώχαινε και πόσο ολοένα και πιο σχηματική γινόταν όσο απομακρυνόταν από αυτό το συνολικό αγωνιστικό εγχείρημα.

Περί του υποκειμένου

Το βέβαιο είναι ότι, τόσο η αποκοπή του θεωρητικού από τον αγωνιστή Ντεμπόρ, όσο και η αποκοπή του από το συλλογικό καταστασιακό εγχείρημα, συνδέονται άμεσα με τον τρόπο με τον οποίον ο Γιάπε αντιλαμβάνεται το «υποκείμενο».

Είδαμε ότι θεωρεί πως οι απόψεις του  Ντεμπόρ και των καταστασιακών για το υποκείμενο, δηλαδή οι αγωνιστικές τους απόψεις, φλερτάρουν επικίνδυνα με την «οντολογία». Δυστυχώς, δεν κρίνει σκόπιμο να ξεκαθαρίσει τι εννοεί ως «οντολογία». Είναι γνωστή η προκατάληψη των κλασικών υλιστών εναντίον της οντολογίας, την οποία όμως συνταυτίζουν λαθεμένα με την αντίληψη περί μιας «φύσης» του  ανθρώπου, ενώ απεναντίας η οντολογία αναφέρεται στο «είναι» του  ανθρώπου —κάτι πολύ διαφορετικό από τη «φύση», οπωσδήποτε.

Εδώ λοιπόν υπάρχει πράγματι ένα πρόβλημα, το οποίο αφορά στον ορισμό του υποκειμένου —και η αλήθεια είναι, πως δεν είναι πρόβλημα μόνο του  Γιάπε αλλά και του  ίδιου Ντεμπόρ και των καταστασιακών. Στον Ντεμπόρ ωστόσο, και ακόμα περισσότερο στους καταστασιακούς της Διεθνούς, η προβληματική του  υποκειμένου είναι πολύ πιο πλούσια και ουσιαστικότερη από αυτήν του  Γιάπε, και αυτό οφείλουμε να το αναδείξουμε.

Ας ξεκινήσω αναδεικνύοντας μια πολύ σωστή επισήμανση του Γιάπε. Αφορά στο ότι ο Ντεμπόρ συνταυτίζει το υποκείμενο με το χρόνο:

Σε πολλές περιστάσεις ο Ντεμπόρ υπογράμμισε ότι η καταστασιακή στάση συνίσταται στην ταύτιση του  υποκειμένου με το πέρασμα του  χρόνου (Γιάπε, σελ. 41).

Ωστόσο, όταν θεωρεί οντολογικές ψευδαισθήσεις και «νέο-αριστερές» παρεκκλίσεις (σελ. 163) τις αναφορές των καταστασιακών στην «επικοινωνία», δείχνει πως δεν κατανοεί ότι, αυτή η σύλληψη του  υποκειμένου σε συνάρτηση με το χρόνο, δεν είναι «οντολογική» με την (παρεξηγημένη) έννοια της αναφοράς σε ένα «φύσει υγιές» υποκείμενο. Ούτε κατανοεί ότι, αυτή ακριβώς η σύλληψη του  υποκειμένου, σχετίζεται με όλα όσα εννοούσαν (και αγωνίζονταν να πράττουν) οι καταστασιακοί ως «επικοινωνία» συνδέοντάς την με τη «γιορτή», την «κατασκευή καταστάσεων», την «πολυτέλεια»[8], την «κοινότητα» και με το αγωνιστικό συλλογικό υποκείμενο που εναντιώνεται στην αλλοτρίωση.

Έτσι, ο Γιάπε φαίνεται πως παραβλέπει το γιατί και από πού ο Ντεμπόρ οδηγήθηκε να ορίσει το θέαμα ως «το αντίθετο του  διαλόγου» (ΚτΘ § 18), και για ποιο λόγο, κλείνοντας την «Κοινωνία του  Θεάματος», προσδοκούσε την «επιστροφή του  διαλόγου» (ΚτΘ § 221). Όμως, το γεγονός ότι για τους καταστασιακούς και τον Ντεμπόρ «ο άνθρωπος (…) είναι ταυτόσημος με το χρόνο» (ΚτΘ § 125), έχει μια μεγάλη σειρά τόσο από προϋποθέσεις όσο και από συνέπειες.

α) Η καταστασιακή ταύτιση του υποκειμένου με το χρόνο: συνέπειες

Ας δούμε πρώτα τις συνέπειες, όπως τις εκθέτει ο Ντεμπόρ :

Η νίκη της αστικής τάξης είναι νίκη του  βαθιά ιστορικού χρόνου, διότι ο χρόνος της οικονομικής παραγωγής μεταμορφώνει την κοινωνία διαρκώς και εξ ολοκλήρου. (ΚτΘ § 141).

Επειδή όμως η αστική τάξη υποτάσσει τα πάντα στην  «ανταλλακτική αξία», γι’ αυτό το λόγο:

η ιστορία, ενώ είναι παρούσα σε όλο το βάθος της κοινωνίας, τείνει να χαθεί στην επιφάνεια. Ο θρίαμβος του ανεπίστρεπτου χρόνου είναι επίσης η μεταμόρφωσή του σε χρόνο των πραγμάτων, διότι το όπλο της νίκης του υπήρξε ακριβώς η μαζική παραγωγή αντικειμένων σύμφωνα με του ς νόμους του  εμπορεύματος. (ΚτΘ § 142)

Η ίδια η αλλοτρίωση είναι, για τον Ντεμπόρ, απαλλοτρίωση του  χρόνου των ανθρώπων:

Απαραίτητη προϋπόθεση για να οδηγηθούν οι εργαζόμενοι στην κατάσταση παραγωγών και «ελεύθερων» καταναλωτών του  χρόνου-εμπόρευμα, υπήρξε η βίαιη απαλλοτρίωση του  χρόνου τους. (ΚτΘ § 159)

Ωστόσο, ακριβώς επειδή στην αστική τάξη η ιστορία (ο ανεπίστρεπτος χρόνος) είναι παρούσα «σε όλο το βάθος της κοινωνίας», γι’ αυτό το λόγο:

για πρώτη φορά ο εργαζόμενος, στη βάση της κοινωνίας, δεν είναι πια υλικά ξένος προς την ιστορία, διότι τώρα η κοινωνία κινείται ανεπίστρεπτα από τη βάση της. Το προλεταριάτο, αξιώνοντας να βιώσει τον ιστορικό χρόνο που το ίδιο παράγει, ανακαλύπτει τον αναλλοίωτο πυρήνα του  επαναστατικού σχεδίου, που δεν λησμονήθηκε. (ΚτΘ § 143)

Επομένως, για τους καταστασιακούς και τον Ντεμπόρ το επαναστατικό πρόταγμα και το προλεταριάτο συνδέονται άμεσα με την απαίτηση «βίωσης του  ιστορικού χρόνου». Σε αυτό το πνεύμα θεωρούσαν λοιπόν αυτό το πρόταγμα αναπόσπαστο από τη «γιορτή», την «πολυτέλεια», την «κοινότητα» και την «επικοινωνία», ακριβώς επειδή στην απαλλοτρίωσή τους στήθηκε η εμπορευματική κοινωνία :

Αυτή η [αστική] εποχή, που επιδεικνύει στον εαυτό της το χρόνο της, κυρίως σαν ξαφνική επιστροφή πολλαπλών εορτασμών, είναι εξίσου μια εποχή χωρίς γιορτή. Εκείνο που μέσα στον κυκλικό χρόνο ήταν η στιγμή της συμμετοχής μιας κοινότητας στο πολυτελές ξόδεμα της ζωής, είναι αδύνατο για μια κοινωνία χωρίς κοινότητα και χωρίς πολυτέλεια. (ΚτΘ § 154)

Ο Γιάπε τα επισημαίνει όλα αυτά, αλλά επειδή έχει προσεγγίσει τον Ντεμπόρ από μια πολύ στενή οπτική γωνία, δεν βρίσκει τη βαθύτερη διασύνδεσή τους και δεν κατανοεί ότι «θεωρία του θεάματος» χωρίς «επικοινωνία», «γιορτή», «υποκείμενο» και «βιωμένο χρόνο», είναι ένα ανάπηρο και στείρο διανοητικό σχήμα.

β) Η καταστασιακή ταύτιση του υποκειμένου με το χρόνο: προϋποθέσεις

Αυτό θα φανεί καθαρότερα εάν εξετάσουμε τις ευρύτερες προϋποθέσεις ­της καταστασιακής συνταύτισης του υποκειμένου με το χρόνο. Επισημαίνοντας μια υπόδειξη του  Ντεμπόρ (ΚτΘ §  161), ο Γιάπε ανάγει την καταστασιακή προβληματική για τη σχέση μεταξύ υποκειμένου και χρόνου αποκλειστικά στον Χέγκελ. Ωστόσο, ο Χέγκελ είναι ένα μόνο από τα στηρίγματα της καταστασιακής σκέψης. Ένας άλλος πυλώνας της, εξίσου σημαντικός, ο οποίος έχει μάλιστα να κάνει άμεσα με αυτή την καταστασιακή προβληματική για το υποκείμενο, είναι η αντί-χεγκελιανή «υπαρξιακή» φιλοσοφία. Ας το δούμε.

Κάτι που δεν επισημαίνει καθόλου ο Γιάπε όταν εξετάζει τη σύνδεση υποκειμένου και χρόνου στον Ντεμπόρ, είναι το αίσθημα της μελαγχολίας, το οποίο συνοδεύει διαρκώς αυτή τη σύνδεση στο έργο του Ντεμπόρ. Είναι βέβαια αλήθεια ότι αυτό απλώς το υπαινίσσεται ο Ντεμπόρ στην ΚτΘ, όταν σε μια μόνο στιγμή αναφέρεται στο τραγούδι του Λορέντζου των Μεδίκων (ΚτΘ § 139). Είναι επίσης αλήθεια ότι στα «θεωρητικά» γραπτά του γενικότερα αυτό υποβόσκει μεν, αλλά συχνά είναι δύσκολο να το δει κανείς εάν διαβάζει μόνο ότι φαίνεται σε πρώτο πλάνο. Ωστόσο, αυτό το αίσθημα της μελαγχολίας είναι διάχυτο και μάλλον κυρίαρχο στο καλλιτεχνικό έργο του  Ντεμπόρ, και ιδιαίτερα στις πρώτες του ταινίες που έκανε έως το 1961.[9]

Πράγματι, για τον Ντεμπόρ και τους καταστασιακούς, η χεγκελιανή «αναγκαία αλλοτρίωση» την οποία συνεπάγεται ο χρόνος, δεν είναι καθόλου κατ’ ανάγκην αποδεκτή με νηφαλιότητα, και οπωσδήποτε καθόλου με χαρά. Για να κατανοήσουμε όμως τι συμβαίνει εδώ, πρέπει να ξεφύγουμε από τις χεγκελιανές και μαρξιστικές πηγές τους, και να εξετάσουμε τις εξίσου σημαντικές «υπαρξιστικές» καταβολές τους. Χρειάζεται δηλαδή μια σφαιρικότερη ματιά στην όλη περιπέτειά τους.

Ντεμπορική «μελαγχολία» και κιρκεγκωριανή «απελπισία», ο «υπαρξισμός» της καταστασιακής θεώρησης του υποκειμένου

Είναι βέβαιο ότι ο Ντεμπόρ επηρεάστηκε από τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ και ότι, κατά ένα μέρος, εμπνεύστηκε από αυτόν την έννοια της «κατάστασης»[10]. Ακολουθώντας τον Σαρτρ αλλά και απομακρυνόμενος από αυτόν, ο Ντεμπόρ έγραφε το 1957

Η ζωή του ανθρώπου είναι μια σειρά αναγκαστικών καταστάσεων. Αν και καμμιά από αυτές δεν είναι ολόιδια με τις άλλες, στην τεράστια πλειοψηφία τους αυτές οι καταστάσεις διαφέρουν τόσο ελάχιστα και είναι τόσο θολές, που δίκαια δίνουν την εντύπωση ότι είναι απαράλλαχτες. Έτσι, οι σπάνιες αληθινά συναρπαστικές καταστάσεις που γνωρίζουμε στη ζωή, την ακινητοποιούν και την οριοθετούν αυστηρά. Πρέπει να προσπαθήσουμε για την κατασκευή καταστάσεων, δηλαδή συλλογικών ατμοσφαιρών, ενός συνόλου εντυπώσεων που θα καθορίζει την ποιότητα μιας στιγμής. (Έκθεση για την κατασκευή καταστάσεων…, βλ. Το Ξεπέρασμα της Τέχνης).

Σε συνάρτηση με αυτά, έγραφε επίσης στο ίδιο κείμενο:

Η καταστασιακή θεωρία υποστηρίζει αποφασιστικά μια ασυνεχή αντίληψη της ζωής. Η έννοια της ενότητας θα πρέπει να μεταφερθεί από την προοπτική μιας ολόκληρης ζωής (…) στην προοπτική μεμονωμένων στιγμών της ζωής και της κατασκευής κάθε στιγμής, χάρη στην ενιαία χρήση των καταστασιακών μέσων. (στο ίδιο).

Οι μη-χεγκελιανές καταβολές αυτών των προτάσεων είναι σαφείς. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια «υπαρξιακή» προσέγγιση των πραγμάτων, στην οποία, όπως γνωρίζουμε, ο Ντεμπόρ είχε έναν εξαιρετικό δάσκαλο, τον Άσγκερ Γιόρν[11].

Πράγματι, κατά τη δεκαετία του  1950 ο Γιόρν είχε αναδείξει τα όρια της χεγκελιανής διαλεκτικής και φαίνεται να βοήθησε τον νεαρό Ντεμπόρ τόσο στην απομάκρυνσή του από τη φιλοσοφία του Σαρτρ όσο και σε μια μύηση στις ιδέες του  προπάτορα του  «υπαρξισμού», του Σέρεν Κίρκεγκωρ[12]. Αξίζει λοιπόν να σταθώ λιγάκι σε αυτό το θέμα, διότι από εδώ θα μπορέσουμε να διακρίνουμε με ποιο τρόπο ο Ντεμπόρ αντιλαμβανόταν το υποκείμενο και για ποιο λόγο δεν το αντιλαμβανόταν ούτε ακριβώς «οντολογικά», ούτε ακριβώς ως «υγιές», όπως υποστηρίζει ο Γιάπε.

Είναι γνωστό ότι ο Κίρκεγκωρ διαμόρφωσε τη δική του φιλοσοφία κατά πολύ σημαντικό βαθμό σε αντιπαράθεση με τη φιλοσοφία του  Χέγκελ, για τον οποίον έλεγε πολύ χαρακτηριστικά ότι «δεν ήταν παρά ένας καθηγητής φιλοσοφίας και όχι ένας στοχαστής» (Ημερολόγιο, 1849-1850). Πού εντοπιζόταν αυτή η αντιπαράθεση;

Ο Κίρκεγκωρ θεωρούσε ότι, στην αντίληψη του Χέγκελ, το υποκείμενο ολοκληρώνεται όταν ολοκληρώνεται ως διάνοια και μόνο. Για τον Δανό όμως (και εδώ έχει μεγάλη σημασία το ότι ήταν, έστω και κάπως ιδιότυπα, χριστιανός), η ηθική απόφαση και πράξη που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο υποκείμενο, δεν είναι αποτέλεσμα μιας απλής νοητικής ή λογικής διεργασίας. Έτσι, εισήγαγε τον όρο «Ύπαρξη» αντιπαραβάλλοντάς την στο «Είναι», και υποστήριξε ότι το υποκείμενο ολοκληρώνεται όταν ολοκληρώνεται ως «ύπαρξη», διευκρινίζοντας ότι ο άνθρωπος δεν είναι, αλλά γίνεται «ύπαρξη».

Σε αυτό το «δεν είναι, αλλά γίνεται» εντοπίζεται, στον Κίρκεγκωρ (και σε όλη την υπαρξιακή φιλοσοφία), η αγωνιστική και συνάμα εν πολλοίς τραγική σχέση του  ανθρώπου με το χρόνο. Διότι κατ’ αυτή την αντίληψη, η ολοκλήρωση του  ανθρώπου ως ύπαρξη δεν είναι δεδομένη εκ των προτέρων, από τη «φύση» του, αλλά αποτελεί καθήκον του και διακύβευμα της ελευθερίας του. Μέσα στο χρόνο, ο άνθρωπος μπορεί να κερδίσει τον εαυτό του, αλλά μπορεί και να τον χάσει! Μάλιστα, ακόμα κι αν τον κερδίσει κάποια στιγμή, πάλι μπορεί την επόμενη στιγμή να τον χάσει εάν αφεθεί να «διασκορπιστεί» σε ενέργειες αντίθετες προς την υπαρκτική ολοκλήρωση, στην οποία παίρνει μέρος ολόκληρος (ας θυμηθούμε εδώ τι έλεγε ο Γιόρν στο Περί Μορφής). Γι’ αυτό το λόγο, κατά τον Κίρκεγκωρ, στον χρόνο ο άνθρωπος ζει κατά κανόνα μέσα στην απελπισία.

Πέρα από την εμφανή συγγένεια της κιρκεγκωριανής «απελπισίας» με τη ντεμπορική «μελαγχολία»,  είναι πολύ χαρακτηριστική αυτής της σύλληψης και η συγγένειά της με την «ασυνεχή αντίληψη της ζωής», την οποία υποστήριξε ο Ντεμπόρ στην Έκθεση για την Κατασκευή Καταστάσεων (1956). Είναι ορατό ότι και η μία και η άλλη απορρίπτουν τη (χεγκελιανή) γραμμική αντίληψη του  χρόνου και της εξέλιξης του  υποκειμένου. Πράγματι, στην «ασυνεχή αντίληψη της ζωής» η «ολοκλήρωση» (ή «πραγμάτωση» με όρους χεγκελιανούς) του υποκειμένου δεν είναι ποτέ βέβαιη, ούτε και ιστορικά εξασφαλισμένη καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αφού καμιά προηγούμενη λυτρωτική πράξη δεν μπορεί να αποτελεί σίγουρο έδαφος και κεκτημένο «αίτιο» ενός επόμενου απελευθερωτικού «αποτελέσματος». Γι’ αυτό, σε τούτη τη θεώρηση, κάθε «ντετερμινιστικός» εφησυχασμός (π.χ. στο «σχέδιο» της ιστορίας, ή στην «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων») καθίσταται αδύνατος και γελοίος. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό εδώ το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κίρκεγκωρ παρουσίαζε κάθε φορά τον εαυτό του «ασυνεχή», με διαφορετικά ψευδώνυμα, όχι από λατρεία του  ψευδωνύμου όσο για να καταδείξει ότι εκείνος που κάθε φορά μιλάει είναι ο ανολοκλήρωτος υπαρκτικά Σέρεν.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το γεγονός ότι, από τον Κίρκεγκωρ κι έπειτα (δηλαδή πάρα πολύ νωρίτερα από την εμφάνιση της κβαντομηχανικής), ο φιλοσοφικός ντετερμινισμός στη Δύση αρχίζει να κλυδωνίζεται. Μαζί του χάνει κλυδωνίζεται και το φιλοσοφικό πρωτείο της νοησιαρχίας. Πράγματι, σε αυτή τη γραμμή σκέψης συναντάμε στη συνέχεια τον Φρίντριχ Νίτσε με την συγκλονιστικά τραγική ιδέα του  «εσταυρωμένου Διονύσου». Στην ίδια γραμμή έρχεται, αργότερα, ο φιλόσοφος του Είναι και Χρόνος, Μάρτιν Χάιντεγκερ, που πολύ πριν από τον Ντεμπόρ καταγγέλλει, με τον όρο «Man» (ο οποίος μοιάζει πολύ με τον «Ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ), τη συμβατικότητα, την «κοινή γνώμη», την ανικανότητα για πρωτοτυπία και προσωπικό τρόπο έκφρασης, την ομοιομορφία της καθημερινής συμπεριφοράς, θεωρώντας ότι μοναδικό μέλημα του  ανθρώπου είναι να ξεφύγει από τις συμβάσεις του Man και να παλέψει για να γίνει «ύπαρξη».

Για το θέμα μας λοιπόν, είναι αξιοσημείωτο ότι, και γι’ αυτόν το φιλόσοφο της «ύπαρξης» ο άνθρωπος ζει μέσα στην αγωνία, δηλαδή στον «αόριστο φόβο» μήπως συναντήσει το «Τίποτα», μήπως δεν ολοκληρωθεί υπαρκτικά. Όπως και το ότι, για τον επόμενο «υπαρξιστή» στοχαστή, τον Σαρτρ, το κύριο συναίσθημα του  ανθρώπου που αναζητεί την υπαρκτική ολοκλήρωση είναι, μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, η ναυτία και η αηδία –ενώ για τον Αλμπέρ Καμύ, η τραγική κατάσταση του  «ξένου» και του  «Σισύφου».

Μια μαρτυρία του  Ζαν-Μισέλ Μανσιόν, παλιού φίλου και συντρόφου του  Ντεμπόρ από τα χρόνια του  λετρισμού, είναι διαφωτιστική εδώ και κατά την γνώμη μου ειλικρινής:

Στον Γκυ υπήρχε η αναζήτηση μιας απάντησης, η θέληση να πάει κανείς πιο πέρα από την εξέγερση, κι αυτό ήταν το συναρπαστικό (…) Ο Γκυ ήταν ωστόσο ένας άνθρωπος θλιμμένος. Είχε μια αρκετά πεσιμιστική θεώρηση του  μέλλοντος, έστω κι αν αυτό δεν τον εμπόδιζε να αγωνίζεται. Δεν ξέρω αν μπορούμε να πούμε ότι ήταν διχασμένος αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι πίστευε αληθινά στη δυνατότητα ανατροπής του  κόσμου. Πίστευε απόλυτα στην ανάγκη να την προσπαθήσει κανείς, κι εδώ ήταν σωστός, αλλά κατά βάθος ήταν μάλλον πεσιμιστής. (La Tribu, εκδόσεις Allia, 1998).

Ας θυμηθούμε επίσης εδώ την αναφορά του Ντεμπόρ (στον Πανηγυρικό) στον Εκκλησιαστή και στον Ομάρ Καγιάμ. Είναι λοιπόν δυνατόν να παραγνωρίζεται όλη αυτή η τροφή σκέψης, που σημάδεψε τον Γκυ Ντεμπόρ, και να τον στενεύει κανείς στα μέτρα μόνο του Χέγκελ, του Μαρξ και του Λούκατς;

Το πάσχον υποκείμενο και ο χρόνος

Εάν έπειτα από όλα αυτά δούμε την εικόνα του  υποκειμένου στον Ντεμπόρ, καταλαβαίνουμε ότι ο Γιάπε κάνει λάθος όταν νομίζει πως ο Ντεμπόρ και οι καταστασιακοί, όταν μιλούν για «αλλοτρίωση», «επικοινωνία» και «διάλογο», υπονοούν οπωσδήποτε ένα «υγιές» υποκείμενο, ένα «φύσει» υποκείμενο και ότι υιοθετούν μια «οντολογική» (ή μάλλον «φυσικαλιστική») σύλληψη του  υποκειμένου.

Ο Γιάπε φαίνεται να παραβλέπει, συν τοις άλλοις, το σημαντικό γεγονός ότι ο Ντεμπόρ ήταν ένας άνθρωπος που έπινε πολύ και συνειδητά, μέχρι και την πλήρη αυτοκαταστροφή του, όπως το είπε και ο ίδιος. Ας το συνδέσουμε αυτό με τη συνταύτιση του  ανθρώπου με τον «ανεπίστρεπτο χρόνο», την «ασυνεχή αντίληψη της ζωής», την υπαρξιακή μελαγχολία και την απουσία αισιόδοξων ντετερμινιστικών βεβαιοτήτων για την ιστορία. Τότε θα δούμε ότι, κατά ένα πολύ σημαντικό μέρος της σκέψης τους, ο Ντεμπόρ και οι καταστασιακοί δεν συλλαμβάνουν το υποκείμενο αποκλειστικά και μόνο χεγκελιανά, ούτε μαρξιστικά. Πώς ακριβώς το συλλαμβάνουν όμως;

Εδώ δυστυχώς δεν μάς βοηθούν οι ίδιοι γενικά, ούτε ο Ντεμπόρ ειδικότερα. Όχι επειδή δεν το θέλησαν, αλλά επειδή δεν μπόρεσαν να το αποσαφηνίσουν. Ο μαρξισμός του Ντεμπόρ, με την εμπιστοσύνη στην «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» και με τον αγωνιστικό του βολονταρισμό, όπως και η δηλωμένη «μεγαλομανία» του και το γητευτικό παιχνίδι του με τις εντυπώσεις, τον έστρεφαν διαρκώς —σαν μια αντίρροπη δύναμη, θα έλεγε κανείς, προς αυτήν της υπαρξιακής αγωνίας— προς την ιδέα ενός θριαμβεύοντος υποκειμένου, ενός υποκειμένου μάλιστα «απολύτως συνεκτικού», που υποτίθεται πως «έκανε ό,τι ήθελε και ήθελε ό,τι έκανε», και που ασφαλώς ήταν πολύ λίγο καταστασιακό, ελάχιστα σύμφωνο με μια «ασυνεχή αντίληψη της ζωής» και την ποιητική μελαγχολία, ενός υποκειμένου που στο τέλος αφήνεται ανερυθρίαστα και μάλλον θλιβερά να κάνει τον «αυτό-πανηγυρικό» του. Θλιβερά, διότι με αυτό τον τρόπο (και αυτό είναι ιδιαίτερα φανερό στον Ντεμπόρ), η υπαρξιστικής έμπνευσης καταστασιακή σύλληψη του  υποκειμένου στριμωχνόταν στην καλλιτεχνική πλευρά τους, για να αποδυναμωθεί δραστικά  −χωρίς ωστόσο να σβήσει ολότελα− με τη διαγραφή των καλλιτεχνών από το 1962 κι έπειτα.

Είδαμε ωστόσο ότι η «υπαρξιακή» σκέψη συλλαμβάνει το υποκείμενο ως ένα υποκείμενο που αγωνίζεται αβέβαια να ολοκληρωθεί υπαρκτικά, βιώνοντας μέσα στον κόσμο μελαγχολία, απελπισία, αγωνία, αηδία, ξενότητα και ένα σισύφειο έργο, και όχι σαν ένα θριαμβεύον «φύσει υγιές» υποκείμενο. Είδαμε, με άλλα λόγια, ότι η σκέψη αυτή συλλαμβάνει το υποκείμενο ως ένα πάσχον υποκείμενο.

Να το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν : το πάσχον υποκείμενο του Ντεμπόρ και των καταστασιακών δεν είναι εκ φύσεως «πλήρες» και οντολογικά ξένο προς την αλλοτρίωση, δεν είναι «υγιές». όπως ατυχώς φαντάζεται ο Γιάπε.  Ωστόσο, δεν είναι ούτε και ένα υποκείμενο απόλυτα υποταγμένο στην αλλοτρίωση, όπως το υποκείμενο που επίσης φαντάζεται ο Γιάπε μιλώντας για την πλήρη κατάληψη του  «ασυνειδήτου» από το «προτσέσο της αφαίρεσης».

Το πάσχον υποκείμενο δεν είναι ούτε εντελώς υγιές, ούτε εντελώς άρρωστο, ούτε ολοκληρωτικά ξένο προς την αλλοτρίωση, ούτε ολοκληρωτικά καθημαγμένο από αυτήν. Βρίσκεται μάλλον σε μια «τρίτη» κατάσταση ως προς την «υγεία» και την «αρρώστια», την οποία δεν μπορούμε να αντιληφθούμε όσο μένουμε εγκλωβισμένοι στο κλασικό σχήμα όπου «το Α δεν μπορεί να είναι μη-Α, του  τρίτου αποκλειομένου».

Η έκλειψη του πάσχοντος υποκειμένου στον Ντεμπόρ

Αυτό το πάσχον υποκείμενο −το οποίο ανιχνεύεται στον Ντεμπόρ όπου υπάρχει διάχυτη, έστω και υπόγεια, η υπαρξιακή μελαγχολία− δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί με μια χεγκελιανή αισιοδοξία στην «αναγκαία αλλοτρίωση» του  χρόνου, όπως φαίνεται να σκέφτεται ο Γιάπε. Διότι, αντίθετα από τον Χέγκελ, στην υπαρξιακή οπτική ο χρόνος και η πορεία του  υποκειμένου δεν είναι μια πορεία με λίγο-πολύ εξασφαλισμένο το αίσιο τέλος. Είναι μια πορεία ασυνεχής. «Ασυνεχής», όχι με την έννοια του  ασυνάρτητου, όχι με την έννοια μιας διαρκούς εναλλαγής «ρόλων», την οποία ευλογεί η σημερινή κυρίαρχη μηδενιστική ιδεολογία της αυτάρεσκης «ρευστότητας» και του χαρωπού υπαρξιακού «χάους», αλλά με την τραγική έννοια του πάσχοντος ανθρώπινου όντος.

Αν λοιπόν πάρουμε υπόψη μας ότι η «υπαρξιακή» ιδέα του πάσχοντος υποκειμένου και της ασυνεχούς αντίληψης της ζωής ανήκει στις προϋποθέσεις της αγωνιστικής καταστασιακής σκέψης, τότε θα καταλάβουμε καλύτερα μια σειρά από μη-μαρξιστικές έννοιες, τις οποίες προσπάθησαν να φέρουν στο προσκήνιο οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ —έννοιες όπως η γιορτή, η πολυτέλεια, η κοινότητα, ο διάλογος και η επικοινωνία. Διότι αυτές ακριβώς οι έννοιες, που ο Γιάπε προσπερνάει αλόγιστα, φαίνεται πως ήταν γι’ αυτούς η «γέφυρα» ανάμεσα στην υπαρξιακή μελαγχολία και τη μαρξιστική ιστορική αισιοδοξία. Τι άλλο μπορεί να είναι λ.χ. η «κατασκευή καταστάσεων», ή η «γιορτή», από μια συλλογική συνάντηση πασχόντων υποκειμένων, η οποία διαρρηγνύει εκρηκτικά αλλά «ασυνεχώς» τον κόσμο της αλλοτρίωσης; Χρειάζεται να το υποθέσουμε; Μα αυτό ακριβώς μάς βεβαιώνουν τα ίδια τα γραπτά των νεαρών λετριστών και των πρώτων καταστασιακών.

Είναι αλήθεια ότι όταν ο Ντεμπόρ συνδέει την ασυνεχή αντίληψη της ζωής και το υποκείμενο με μια υπεραξίωση της «στιγμής», κάνει ένα σφάλμα (παρασυρμένος ίσως από τον Ανρί Λεφέβρ και τη θεωρία του των «στιγμών»), στο οποίο δεν είχε υποπέσει ο Κίρκεγκωρ. Πράγματι, όπως επισημαίνει ο Γιόρν στο Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, τον Κίρκεγκωρ «η καθαρή στιγμή είναι ένα τρελό όνειρο και μια μάταια ελπίδα». Διότι γι’ αυτόν, η ασυνεχής αντίληψη της ζωής δεν συνεπάγεται μια υπεραξίωση της «στιγμής» αλλά, όντας άρρηκτα δεμένη με την «απελπισία», αξιώνει τη «σωτηρία», την «ολοκλήρωση» του πάσχοντος ανθρώπινου όντος, την υπαρκτική του πληρότητα δηλαδή και όχι κάποια, πάντοτε αβέβαια, επιμέρους επιτεύγματά του.

Από την άλλη μεριά, είναι επίσης αλήθεια ότι ο Ντεμπόρ, στην πολιτική απόπειρά του να αντιπαραθέσει στο «θέαμα» ένα θεαματικά ισχυρό «αντίπαλο δέος» και μια βεβαιότητα περί της τελικής «λύτρωσης», έσπρωξε από μόνος του σε κάποιου είδους αφάνεια αυτή την πλευρά της καταστασιακής σκέψης. Το πάσχον υποκείμενο δεν είχε θέση σε αυτή την απόπειρα, την οποία παρουσίασε με καθαρούς όρους δύναμης, βεβαιότητας, «υγείας», τόσο στο πεδίο της θεωρίας (όπου η «ασυνέχεια» αντικαταστάθηκε από μια ειδωλολατρία της «συνοχής»), όσο και στο οργανωτικό επίπεδο, όπου ο Ντεμπόρ βάλθηκε, κατά το πρότυπο ενός Μπαμπέφ, να παρουσιάζει την Καταστασιακή Διεθνή, ακόμα και εναντίον κάθε πραγματικότητας, σαν μια απολύτως «μη-θεαματική συνωμοσία των Ίσων» —μέχρι τη στιγμή τουλάχιστον όπου, εκ των πραγμάτων, αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ουδέποτε υπήρξε ισότητα στην οργάνωσή του [13].

Επιπλέον είναι γεγονός ότι, από ένα σημείο κι έπειτα τουλάχιστον, ο Ντεμπόρ έκανε το παν ώστε να διαβεβαιώσει ότι ουδέποτε υπήρξε ο ίδιος ένα «πάσχον υποκείμενο» (όπως αυτό που τόσο ποιητικά μάς έδωσε π.χ. στις ταινίες του για το Πέρασμα μερικών προσώπων… ή την Κριτική του  διαχωρισμού, κατά το 1960-1961), αλλά ότι υπήρξε αντίθετα απόλυτος «κύριος και αφέντης» κάθε στιγμής της ζωής του (π.χ. στον Πανηγυρικό), αν όχι και της ζωής άλλων ανθρώπων, όπως στην αφάνταστα άκομψη αναφορά του στο προ πολλού νεκρό φίλο και  μαικήνα του Gerard Lebovici, στην εισαγωγή του στο βιβλίο του Des Contrats [14] (βλ. Για τον ντεμπορισμό).

Με αυτή την έννοια, ο Γιάπε είναι κάπως δικαιολογημένος που αγνοεί αυτήν την καταστασιακή πλευρά της σκέψης του  Ντεμπόρ και τις βαθύτερες προϋποθέσεις της. Κατά κάποιον τρόπο, παρασύρθηκε εδώ από τον ίδιο τον Ντεμπόρ, από την ίδια την αποτυχία του Ντεμπόρ να διατηρήσει τον πλούτο του  αρχικού καταστασιακού εγχειρήματος, από την ίδια αποτυχία των καταστασιακών να παραμείνουν καταστασιακοί.

Συμπέρασμα

Συνδέοντας το υποκείμενο με το χρόνο, οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ ευδόκησαν προς στιγμή μια ασυνεχή αντίληψη όχι μόνο του  χρόνου αλλά και του  υποκειμένου. Ψάχνοντας λοιπόν να βρούμε πώς εννοούσαν το υποκείμενο, δεν θα βρούμε τόσο μια οντολογία του  «υγιούς» υποκειμένου, όπως αυτή που εντοπίζει ο Γιάπε (και ασφαλώς με τίποτα μια μεταφυσική του  «ενστίκτου της επιβίωσης»).

Θα βρούμε κυρίως μια άλλη, πολύ διαφορετική και πολύ αξιόλογη σύλληψη του  υποκειμένου, μέσα από την οποία μπορούμε να καταλάβουμε πολύ καλύτερα το νόημα που πήγαν να δώσουν στην «κατασκευή καταστάσεων», τη «γιορτή», την «πολυτέλεια», το «διάλογο» και την «επικοινωνία».

Αν και είναι θεμιτό να πούμε ποια «θέματα» οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ έφεραν και πάλι στο τραπέζι, θα ήταν σφάλμα να τους αποδώσουμε κάτι περισσότερο απ’ όσα οι ίδιοι μπόρεσαν να επεξεργαστούν. Αλλά θα ήταν επίσης σφάλμα να του αποδώσουμε κάτι λιγότερο, όπως κάνει σε αυτό το βιβλίο του ο Άνσελμ Γιάπε.

Γιάννης Δ. Ιωαννίδης

Ιανουάριος 2003

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Γκυ Ντεμπόρ και Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι, Το Αληθινό Σχίσμα στη Διεθνή, στο «Θέσεις πάνω στην καταστασιακή Διεθνή και τον καιρό της», § 45 (Ελεύθερος Τύπος, 1981).

[2] Δεν είναι επιφώνημα. Ο Ιταλός κομμουνιστής Amadeo Bordiga (1889-1970) θεωρούσε ότι ο καπιταλισμός, σαν ένα είδος φυσικού κατακλυσμού, βάζει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση και τη ζωή των προλετάριων, και ότι αρκεί το ένστικτο της επιβίωσης για να ξεσηκωθούν και να φτιάξουν μια κομμουνιστική κοινωνία. Στο Σχόλιο πάνω στο βιβλίο του Ζιλ Ντωβέ έχω δείξει πιο διεξοδικά το αβάσιμο αυτής της ιδέας. Πολύ περιληπτικά: το «ένστικτο της επιβίωσης» μπορεί μεν να κάνει κάποιους να ξεσηκωθούν, αλλά όχι και να οικοδομήσουν μια καλύτερη, ελεύθερη κοινωνία.

[3] Βλ. Καρλ Κορς, Γιατί είμαι μαρξιστής (Ύψιλον/βιβλία, 1980) και Μαρξισμός και φιλοσοφία (Ύψιλον/βιβλία, 1981).

[4] Ο τίτλος αυτού του κεφαλαίου είναι «Το προλεταριάτο σαν υποκείμενο και σαν αναπαράσταση». Αυτή η τελευταία λέξη στα γαλλικά είναι représentation, που σημαίνει και παράσταση-αναπαράσταση, αλλά και αντιπροσώπευση-εκπροσώπηση. Να σημειώσω όμως ότι ο Ντεμπόρ δεν είναι κατά της αντιπροσώπευσης γενικά, ούτε κατά της δημοκρατίας γενικά (βλ. π.χ. ΚτΘ, § 116, 103, 121).

[5] Βλ. π.χ. τα Σχόλια πάνω στην κοινωνία του θεάματος (Ελεύθερος Τύπος, 1988).

[6] Βλ. π.χ. τους ανεκδιήγητους Πανηγυρικούς του (ο πρώτος κυκλοφόρησε από τον Ελεύθερο Τύπο, 1995).

[7] Το Ξεπέρασμα της Τέχνης, Πρόλογος του μεταφραστή στη β’ έκδοση (Ύψιλον/βιβλία, 1999) και Γ.Δ. Ιωαννίδης, «Για τον ντεμπορισμό» (2001-2006).

[8] Έννοια που εισήγαγε ο Άσγκερ Γιόρν αντιπαραθέτοντάς την στην «άνεση» (βλ. Περί Μορφής. Σκιαγραφία μιας μεθοδολογίας των τεχνών, Νησίδες, 2002).

[9] Ουρλιαχτά υπέρ του Σαντ (1952, ελληνικά Οξύ, 1995), Για το πέρασμα μερικών προσώπων… (1959), Κριτική του διαχωρισμού (1961).

[10] Βλ. Ζ.-Π. Σαρτρ, Situations (Καταστάσεις, 1947 κ.ε.). Ένα άλλο μέρος (βλ. τα «Ντοκουμέντα σχετικά με την καταστασιακή ιστορία, 1» στην ιστοσελίδα happyfew), είναι μια αναφορά του Λέοντα Τρότσκι. Να επισημάνω, ότι και η έννοια της «περιπέτειας» συνδέεται στενά με τον υπαρξισμό του Σαρτρ.

[11] Το πιστοποιούν και οι αναφορές του Γιόρν σ’ αυτόν και στον Ντεμπόρ στο «Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός» (1964, Αλήστου Μνήμης, 2003).

[12] Βλ. το Περί Μορφής.

[13] Βλ. χαρακτηριστικά Το αληθινό σχίσμα στη Διεθνή.

[14] Γ.Δ. Ιωαννίδης, «Για τον ντεμπορισμό».

 

Πηγή: dangerfew

Θάνος Χατζηαγγέλου: Ανάληψη ευθύνης για συμμετοχή στην Οργάνωση Αναρχική Δράση

Θάνος Χατζηαγγέλου-Για την αδιάλλακτη οργάνωση της Αναρχικής Δράσης

Κάθε 10 του Μάρτη, ο χρόνος καρφώνει τους λεπτοδείκτες στο σημείο μηδέν. Δεν υπάρχουν ώρες, μόνο στιγμές περισυλλογής για το φορτίο της ευθύνης που κουβαλάει ο καθένας και η καθεμία μας στο διηνεκές του επαναστατικού γίγνεσθαι. Για το ηθικό, πολιτικό και στρατιωτικό καθήκον στον επαναστατικό πόλεμο. Ένας κρότος σαν ιαχή εχθροπραξίας, μέσα σε μία νύχτα όπου ο θάνατος νίκησε το φόβο. Ο φυσικός θάνατος τον οποίο τόσο θρηνούμε -στον κόσμο του θανάτου- είναι λιγότερο ολέθριος από το θάνατο που διακινείται ως ζωή.

12 Μάρτηδες πριν, ο σύντροφος και μέλος του Επαναστατικού Αγώνα Λάμπρος Φούντας, εκτελείται σε συμπλοκή στη Δάφνη, από ένα πλήρωμα ένστολων τρομοκρατών κατά τη διάρκεια προπαρασκευαστικής ενέργειας της οργάνωσης. Ο Λάμπρος έζησε όλη του τη ζωή στην πρώτη γραμμή της αντιεξουσιαστικής σύγκρουσης – με το χαρτί, με την σημαία, με το πιστόλι στο χέρι. Έτσι άφησε και την τελευταία του πνοή στην ύστατη μάχη, στην πρώτη γραμμή. Στη ζωή κεραυνός και στο θάνατο λύκος. Ο Λάμπρος είναι η θρυαλλίδα της επαναστατικής αδιαλλαξίας και θα ζει μέσα από τις φλόγες της επαναστατικής βίας. Από τις φωτιές των αστικών μητροπολιτικών πεδίων, μέχρι τις ριπές των ανταρτών στα βουνά της Μέσης Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής.

Ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας αποτελεί σημαία του αγώνα για την ανατροπή και την επανάσταση. Μία σημαία που κυμματίζει περήφανα όσο ο μητροπολιτικός ιστός παραδίδεται στις φλόγες της επαναστατικής βίας. Το αίμα είναι το μελάνι της ιστορίας. Και σε πείσμα όσων θωρρούν πως η ιστορία γράφεται από τους νικητές, θα είμαστε εδώ για να θυμίζουμε πως όσοι νιώθουν νικητές κουβαλάνε στα κουφάρια τους τις πιο συντριπτικές ήττες. Ήττα δεν είναι ο χαμός, ο θάνατος. Ήττα είναι η αποδοχή. Είναι η λησμονιά των νεκρών του ταξικού πολέμου. Είναι η αναίμακτη παράδοση της συλλογικής ιστορίας, στο χρονοντούλαπο της λήθης. Ήττα είναι η ανάθεση και ο μεσσιανισμός. Η παράταση της μάχης, η ανακωχή και ο συμβιβασμός σε μια ζωή κατώτερη των ταξικών αναγκαιοτήτων και περιστάσεων των καιρών. Ήττα δεν είναι να δίνεις τη ζωή και την ελευθερία σου για τον αγώνα, αλλά να ζεις απονεκρωμένος από την έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης και ταξικής συνείδησης. Να κοιτάς να σώσεις το τομάρι σου, όταν ο άλλος δίπλα σου χάνει τα βήματά του, μένει πίσω, πεθαίνει. Μπροστά σε αυτήν την σκοτεινή περίοδο είναι επαναστατικό καθήκον να φωτίζουμε το δρόμο με την ελπίδα της ανατροπής.

“Όποιος δεν οπλίζεται πεθαίνει…και όποιος δεν πεθαίνει είναι θαμμένος ζωντανός: στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στα προάστια-δορυφόρους, στις -αγορασμένες επί πιστώσει- πλήρως εξοπλισμένες μοντέρνες κουζίνες και στις κρεβατοκάμαρες παλάτια.”

Ulrike Meinhoff – RAF

Το πρώτο βήμα στον πόλεμο είναι το ερέθισμα, έπειτα η αποφασιστικότητα και μετά το άλμα παραπέρα. Το άλμα σε μία νέα, παράνομα ανυπότακτη, ζωή. Κουβαλάω στις πλάτες μου μία διαδρομή γεμάτη φωτιά. Εκεί όπου οι ανάσες, οι λιγοστές ανάσες κρύβουν την απόλυτη ελευθερία. Μια ζωή δοσμένη στον αγώνα για κάτι καλύτερο, κάτι διαφορετικό. Και αν η αγέλη τρομοκρατών του Μητσοτάκη και του Θεοδωρικάκου επενδύει στην ατομική και συλλογική ήττα, στην παραίτηση και την υποταγή, σε ένα φαντασμαγορικό τέλος της ριζοσπαστικής αντίστασης μέσα από την αιχμαλωσία μου, εγώ θα πω πως τόσα χρόνια πίστης, προσήλωσης και συνέπειας στη σύγκρουση οδηγούν στην πιο περήφανη στιγμή αυτού του πολέμου.

12 Μάρτηδες μετά, τιμώντας στην πράξη την απολυτότητα του επαναστατικού ήθους και της συνέπειας και της συνέπειας που αντιπροσωπεύει ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας, αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή μου στην Οργάνωση Αναρχική Δράση. Είμαι περήφανος που ένα κομμάτι της ζωής μου ταυτίζεται με ένα μαχόμενο σχήμα, σάρκα από τη σάρκα της αναρχικής ιστορίας, που στάθηκε με τις μικρές του δυνάμεις, με ήθος και συνέπεια στα επίδικα και τα καθήκοντα της αντιεξουσιαστικής σύγκρουσης. Είμαι περήφανος για τους συντρόφους, πλάι στους οποίους, η Αναρχία ήταν μία λέξη γεμάτη πάθος και ειλικρίνεια. Είμαι αμετανόητα περήφανος γιατί η στράτευσή μου, ήταν μια συνειδητή πράξη βασισμένη στην κοινωνική, πολιτική και στρατιωτική αναγκαιότητα της αναρχικής δράσης, σαν αναλυτικό εργαλείο θεώρησης, σαν ανάχωμα δικαιοπραξίας, σαν απόλυτη στάση ζωής.

Η Αναρχική Δράση είναι ένας μαχόμενος σχηματισμός σύγκρουσης και υπεράσπισης της προπαγάνδας μέσα από την πράξη. Είναι μια Οργάνωση που έβαλε στο αντιεξουσιαστικό σκόπευτρο το σύνολο του εξουσιαστικού οικοδομήματος και των σχέσεων εκμετάλλευσης, μετατρέποντας τη λέξη αλληλεγγύη σε ανυποχώρητη συνθήκη ύπαρξης. Στάθηκε εχθρικά και με ψηλά το κεφάλι μέχρι και σήμερα απέναντι στο κράτος και το μισθοφορικό στρατό κατοχής της Δημοκρατίας, στο μιλιταριστικό ιστό, στο δόγμα της ιερής μαφίας, στην πατριαρχική δυσωδία και τον εθνικό κορμό, στους ναούς και τα πρόσωπα της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης, στα διπλωματικά συμφέροντα και τα συμβόλαια ισχύος μιας χώρας βουτηγμένης μέσα στο αίμα.

Απέναντι σε ανθρώπους δίχως πρόσωπα, δίχως ήθοι, αξίες και αρχές, που καταδυναστεύουν τις ζωές της προλεταριακής βάσης, στέκομαι σήμερα αλύγιστος, αμετανόητος, αδιάλλακτος με την ίδια στοχοπροσήλωση στην επαναστατική υπόθεση. Δεν συμβιβάζομαι με τα ασυμβίβαστα, δεν σιωπώ μπροστά στην αδικία γιατί στη ζωή μου έμαθα να υπερασπίζομαι μέχρι θανάτου το δίκαιο και το αναγκαίο. Χαράζοντας μια πορεία γεμάτη δυσκολίες και χτυπήματα, συλλήψεις και καταδίκες, ξυλοδαρμούς και βασανισμούς σε τμήματα, δηλώνω πως τίποτα δεν στάθηκε ικανό να μου δημιουργήσει δεύτερες σκέψεις, να με οδηγήσει σε ένα φτηνό ξεπούλημα της ατομικής και συλλογικής διαδρομής για λίγες πεθαμένες ανάσες “ελευθερίας”. Όλα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά φτηνά και αδιέξοδα χτυπήματα σε ένα σώμα που για χρόνια κουβαλάει μέσα του μία αλώβητη καρδιά. Μια καρδιά με παλμούς σαν κρότους επαναστατικής εχθροπραξίας. Μια καρδιά που χτυπάει για την Αναρχία.

Αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή στην Αναρχική Δράση, γιατί κάθε μου βήμα μέσα σε αυτήν τη διαδρομή ήταν και ένα βήμα βαθιάς δέσμευσης στα καθήκοντα του αναρχικού ανταρτοπόλεμου. Με σεμνότητα και ταπεινότητα, βαθιά εκτίμηση και θαυμασμό για όσους και όσες γράψαν μια ξεχωριστή σελίδα στην ιστορία της ριζοσπαστικής ανατροπής. Με την ελπίδα και τη βεβαιότητα πως τίποτα δεν τελειώνει, πως η εξεγερτική φλόγα της δικαιοπραξίας δεν σβήνει.

Ταγμένος ψυχή και σώμα στη φλέβα της φωτιάς, παραμένω αμετανόητος αναρχικός, υπερασπίζοντας το δρόμο της ρήξης και της σύγκρουσης με κάθε μορφή εξουσίας. Οι ιδέες δεν εξαγοράζονται, το πάθος για την ελευθερία δεν πειθαρχείται, η επαναστατική αξιοπρέπεια δεν απολογείται στα εδώλια των τρομοδικείων. Θα υπερασπιστώ την περήφανη αιχμαλωσία μου μέχρι τέλους, ακόμα και αν χρειαστεί ο ήλιος να ανατείλει από την δύση, θυμίζοντας μια συλλογική υπόσχεση: ο χρόνος μετράει πάντα αντίστροφα για όλους. Αναμονή, αναμονή, επίθεση.

Περήφανα στρατευμένος στην Αναρχική Δράση. Περήφανα προσηλωμένος στον αναρχικό ανταρτοπόλεμο. Η Επανάσταση πρώτα και πάντα.

Θάνος Χατζηαγγέλου

Δ’ Πτέρυγα, φυλακές Κορυδαλλού

Πηγή: athensindymedia

10/3/2022

Ελλάδα: [Θεσσαλονίκη] Λευτεριά στο σύντροφο Γ. Μιχαηλίδη

Στις 10/03, ως ελάχιστη ένδειξη αλληλεγγύης στο σύντροφο Γ. Μιχαηλίδη, κολλήθηκαν στράτσα και πετάχτηκαν τρικάκια στο κέντρο της Θεσσαλονίκης

Ο σύντροφος Γιάννης Μιχαηλίδης, παρόλο που από το Δεκέμβριο του 2021 έχει συμπληρώσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να αποφυλακιστεί, στις 22/02/22 το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Άμφισσας επιλέγει τη συνέχιση της αιχμαλωσίας του.

Αυτή τη στιγμή, ο σύντροφος κρατείται παράτυπα, χωρίς να εκτίει ποινή, υπό το ”φόβο τέλεσης νέων αδικημάτων” και χωρίς ημερομηνία για κάποιο δικαστήριο. Το Συμβούλιο, με νομικά τεχνάσματα, βασισμένο στην απόδραση του (παρόλο που γι’ αυτήν έχει ήδη εκτίσει ποινή), στην ανάληψη της πολιτικής ευθύνης για την απαλλοτρίωση τράπεζας και στην υπεράσπιση της επιλογής αυτής, σε αντίθεση με δηλώσεις μετάνοιας, αποφασίζει εκδικητικά να παρατείνει την κράτηση του.

Είναι γνωστό το μένος των κρατικών μηχανισμών και των θεσμών του, για εκείνους που μπροστά στην απάθεια και την υποταγή διάλεξαν να οπλίσουν το χέρι τους και να στρατευθούν στον κοινωνικό πόλεμο. Για εκείνους που με την στάση τους, ακόμα και όντας αιχμάλωτοι, δεν έκαναν πίσω, δεν αποποιήθηκαν τις ευθύνες των πράξεων τους. Η φαρέτρα της δικαιοσύνης δεν έχει τελειωμό, καθώς στην περίπτωση του Γιάννη επικαλούνται ακόμα και μελλοντικές του συμπεριφορές, για να παρατείνουν την αιχμαλωσία του. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που το κράτος ζητάει δηλώσεις μετάνοιας από επαναστάτες, τονίζοντας πως συνέπειες θα είναι εκεί για όποιον δε λυγίσει, για όποιον συνεχίζει να πολεμά το σάπιο οικοδόμημα τους.

Στεκόμαστε πλάι στον αναρχικό Γιάννη Μιχαηλίδη, υπενθυμίζοντας ότι δεν είναι μόνος απέναντι στον εχθρό και στις νέες μηχανορραφίες που στήνονται εις βάρος του.

Θα περάσουμε από πάνω σας.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΣΙΡΑΚΙΑ ΤΗΣ

ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΚΕΛΙΑ

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ Γ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ

Συνέλευση Αναρχικών Ενάντια στην Κοινωνική Μηχανή

sakm@riseup.net

saekm.espivblogs.net

 

 

Πηγή: saekmespivblogs

Ελλάδα: [Σάβ. 19/3] Πορεία ενάντια σε κρατικές υποχρεωτικότητες, πιστοποιήσεις φρονημάτων, διαχωρισμούς, επιτήρηση, πρόστιμα, αναστολές και απολύσεις

Λάβαμε 10/03/2022

 

Ενάντια σε κρατικές υποχρεωτικότητες, πιστοποιήσεις φρονημάτων, διαχωρισμούς, επιτήρηση, πρόστιμα, αναστολές και απολύσεις

Από την 1η του περασμένου Σεπτέμβρη, χιλιάδες εργαζόμενοι/ες στη βιομηχανία της υγείας τελούν υπό αναστολή εργασίας -χωρίς μισθό και ένσημα- γιατί δεν επέλεξαν να εμβολιαστούν. Εν τω μεταξύ, όσοι από αυτούς ήταν με σύμβαση, έχουν ήδη απολυθεί. Το τελεσίγραφο από τον υπουργό υγείας λήγει στις 31/3 για τους εναπομείναντες εργαζομένους σε αναστολή (σε αριθμό περίπου 4.700) και όποιος δεν έχει εμβολιαστεί έως τότε, θα απολυθεί.

Το κράτος ξεφορτώνεται κάποιους από τους «ήρωες του πολέμου έναντι του αόρατου εχθρού», τα στάδια θεραπείας και περίθαλψης μεταξύ ντεπόν και ΜΕΘ καταργούνται, τα μονοθεματικά νοσοκομεία εδώ και 2 χρόνια διώχνουν τον κόσμο στις ιδιωτικές υπηρεσίες, προλειαίνοντας το έδαφος για συγχωνεύσεις-διάλυση υποδομών, περαιτέρω μειώσεις προσωπικού και συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα.

Το σύστημα υγείας και ασφάλισης, λοιπόν, αναδιαρθρώνεται και μαζί του αναδιαρθρώνονται οι εργασιακές σχέσεις συνολικά∙ ήδη προαναγγέλλεται ο εμβολιασμός ως τυπικό προσόν για το ΕΣΥ, πράγμα που εφαρμόζεται εδώ και περίπου έναν χρόνο άτυπα και κατά τη διακριτική ευχέρεια των αφεντικών σε διάφορα τμήματα του ιδιωτικού τομέα.

Ακόμα κι αν αλλάζει στα σημεία η κρατική διαχείριση της πανδημίας, μας κληροδοτεί, ωστόσο, ένα καθεστώς ρευστού/υγειονομικού απαρτχάιντ με πιστοποιητικά, εξακριβώσεις στοιχείων σε κάθε βήμα, τεστ για το παραμικρό και πρόστιμα. Ήδη επιστρατεύονται οι κρίσεις «δημοσιονομικής σταθερότητας», ενέργειας, τροφίμων και κλίματος για τη συνέχιση της πειθάρχησής μας.

Με τους παραδοσιακούς φορείς κριτικής της εξουσίας, θεσμικούς και μη, να στέκονται στην πλειοψηφία τους δίπλα στο κράτος και τους ειδικούς του, γίνεται φανερό ότι δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα και από κανέναν, παρά μόνο από εμάς τους ίδιους.

Πορεία Σάββατο 19/3, 12:00, Μοναστηράκι

Πρωτοβουλία ενάντια στο Υγειονομικό Απαρτχάιντ

Συνέλευση Αναρχικών Ενάντια στην Κοινωνική Μηχανή: Αφίσα αλληλεγγύης σε αιχμαλώτους/ες πολέμου.

Λάβαμε: 23/02/2022

ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΙΠΟΤΑ-ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

«Σφίξαμε το χέρι τόσων συντρόφων! Οταν καμιά φορά λιποψυχάμε νιώθουμε σαν ένα μαχαίρι να τρυπάει την παλάμη μας η ανάμνηση του χεριού τους. Κι όταν κάνουμε το καθήκον μας νιώθουμε κάτω απ’ την παλάμη μας κάτι σίγουρο κι ακέριο σα να κρατάμε μες στα χέρια μας ολάκερο τον κόσμο».

ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ…

…ανταλλάζοντας ματιές συνενοχής πίσω από τα φλεγόμενα οδοφράγματα, σε νυχτερινά ραντεβού, σε κοινές διαδικασίες, ακονίζοντας τις συνειδήσεις μας, δημιουργώντας συντροφικές σχέσεις, εξελίσσοντας τις στρατηγικές μας, αναβαθμίζοντας τις πρακτικές μας, ροκανίζοντας τα θεμέλια του οικοδομήματος της κυριαρχίας. Κάνοντας λάθη, μαθαίνοντας από τις “ήττες” μας, πλάι σε παλιούς και νέους συντρόφους.

…ΕΧΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΦΟΡΜΕΣ

Οι διώξεις και οι φυλακίσεις αγωνιστών και αγωνιστριών, πάντοτε θα αποτελούν μια ακόμη αφορμή για νέες εχθροπραξίες μια ακόμη αφορμή για να ψαχτούμε, να πειραματιστούμε, να ανακαλύψουμε άγνωστα μονοπάτια, μια ακόμη αφορμή για να επιτεθούμε, παίρνοντας θέση μάχης στον κοινωνικό πόλεμο που μαίνεται, μετουσιώνοντας κάθε άρνηση και επιθυμία μας σε πράξη.

 

ΟΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΠΟΛΕΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΑΡΚΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΑΡΚΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΦΕΡΟΥΜΕ ΠΙΣΩ

ΔΙΑΡΚΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΗΣ ΑΓΩΝΑΣ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΣΑ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΓΚΡΕΜΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΧΥΡΟ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

Συνέλευση Αναρχικών Ενάντια στην Κοινωνική Μηχανή

Κείμενο των δύο αιχμάλωτων συντρόφων από τη ΓΑΔΘ

Κείμενο των δύο αιχμάλωτων συντρόφων από τη ΓΑΔΘ

Όταν το καθεστώς εξαίρεσης νομιμοποιείται γύρω σου, τότε το ανάστημά σου ψηλώνει, παίρνεις βαθιές ανάσες γιατί σου σταγονομετρούν ακόμη και τον αέρα, για να συνεχίσεις μέχρι το τέλος. Μέχρι τη νίκη.

Τα ξημερώματα της Τρίτης 8/2, πάνοπλες δυνάμεις της ΕΚΑΜ και της αντιτρομοκρατικής εισβάλλουν σε σπίτι στην οδό Αλκινόου 12 στην Άνω Πόλη και μας συλλαμβάνουν. Έχει προηγηθεί ο εμπρησμός του ΙΕΘΠ (Ίδρυμα Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού) ενέργεια την ευθύνη της οποίας δεν έχουμε αποποιηθεί από την πρώτη στιγμή στο μέτρο που αναλογεί στον καθένα μας. Με κουκούλες στο πρόσωπό μας και αλυσίδες στα χέρια μας κρατούμαστε για 28 ώρες απομονωμένοι στα γραφεία της αντιτρομοκρατικής και μετά στα δικαστήρια συναντάμε τα πρώτα συντροφικά βλέμματα. Αλυσοδεμένοι ανάμεσα σε ανθρώπους δίχως πρόσωπα, με το κεφάλι μας ψηλά και με τα χαμόγελα που ξεχειλίζουν από περηφάνεια για ό,τι είμαστε, για ό,τι διώκουν πάνω μας. Το καθεστώς εξαίρεσης συνεχίστηκε και μέσα στα κρατητήρια της ΓΑΔΘ, όπου κάθε φορά που έχουμε επιχειρήσει να παρέμβουμε στη δημόσια κινηματική σφαίρα βρισκόμαστε κλειδωμένοι στα κελιά μας, μια συνθήκη που πήγε να ντύσει η αντιτρομοκρατική κάτω από αυθαίρετες εντολές για γενική κράτηση όλων. Μία συνθήκη που οφείλει να κοπεί από τη ρίζα, καθώς οι λογαριασμοί μας με τους κουκουλοφόρους της αντιτρομοκρατικής αφορούν εμάς τους ίδιους. Ο πόλεμος έχει κανόνες και μια πράξη επαναστατικής βίας είναι μέρος του δικού μας πολέμου. Όμως οφείλουμε να αναδείξουμε από εδώ και πέρα το σύνολο των κινήσεων της αντιτρομοκρατικής που όταν αποπειράται να τσακίσει ανθρώπους και ιδέες, αναζητά μανιωδώς τρεις ανθρώπους για να στηρίξει και να στήσει ποινικά το άρθρο 187Α που αφορά τη σύσταση τρομοκρατικής οργάνωσης. Εμείς κάνουμε τα δικά μας σταθερά βήματα την ίδια στιγμή που η αντιτρομοκρατική προτρέχει μέσα σε ένα παραλήρημα αισιοδοξίας. Το πρωί της Δευτέρας 14/2 ξεκίνησε η δρομολόγηση της υποχρεωτικής λήψης DNA, με πρώτο τον σύντροφο Θάνο να περνάει αυτή την εξευτελιστική συνθήκη. Κι όμως το σχέδιο εξόντωσης συνεχίζεται κατά την επιστροφή του στο κελί που καλείται εκ νέου από την κρατική ασφάλεια αυτή τη φορά. Ο σύντροφος καλείται σε νέα ανάκριση κατηγορούμενος για νέα εγκληματική οργάνωση. Η δικογραφία αφορά την εκκένωση της κατάληψης Terra Incognita τον Αύγουστο του 2020, με κατηγορίες για κατασκευή και κατοχή εκρηκτικών υλών, συμμορία, πλαστογραφία, κλοπή ηλεκτρικής και κάθε άλλης μορφής ενέργειας, περί φωτοβολίδων και πυροτεχνημάτων και νομοθεσία περί όπλων – οπλοχρησία σε συνδυασμό με άλλο έγκλημα.

Θα προσπαθήσουμε να το κάνουμε ακόμα μια φορά ξεκάθαρο, τόσο στους συντρόφους μας, όσο και στους εχθρούς μας, η ειλικρινής στράτευση στο αντιεξουσιαστικό πεδίο είναι μια επιλογή βαθιάς πολιτικής δέσμευσης. Το κράτος μας χτυπάει, μας φυλακίζει, βαφτίζει ανθρώπους ως μέλη οργανώσεων και τρίβει τα χέρια του τυλίγοντας τις ζωές μας σε κόλλες δικογραφιών. Εμείς θα περιοριστούμε στην ταπεινότητα της αδιαλλαξίας. Οι δρόμοι εκκενώνονται από τα σώματα,όχι από τα όνειρα. Μπροστά σε έναν ανήθικο κόσμο που όλοι λιγοψυχούν, οι δικές μας ολόφωτες καρδιές προμηνύουν τους πιο εκκωφαντικούς κρότους. Δύναμη και αλληλεγγύη στον σύντροφό μας Παναγιώτη Καλαϊτζή κι αν η αδιαλλαξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι σιδερόφρακτη, τότε το άλμα άξιζε δέκα φορές περισσότερο. Με την αναρχία στη σκέψη, στη δράση και στις ζωές μας στέλνουμε από καρδιάς το πιο δυνατό μήνυμα αλληλεγγύης στις μαχόμενες κοινότητες αντίστασης.

Θάνος Χατζηαγγέλου

Γεωργία Βούλγαρη

κρατητήρια ΓΑΔΘ, Δευτέρα 14/02/2022

Πηγή: athensindymedia

Πολιτική τοποθέτηση του αναρχικού κρατούμενου Θ. Χατζηαγγέλου για την επίθεση στο ΙΕΘΠ

Πολιτική τοποθέτηση του αναρχικού κρατούμενου Θ. Χατζηαγγέλου για την επίθεση στο ΙΕΘΠ

Η έμφυλη βία δεν είναι απλά γεγονός. Είναι η διαρκώς επιβαλλόμενη κανονικότητα της πατριαρχικής ασφυξίας. Καθημερινές γυναικοκτονίες, αμέτρητοι βιασμοί και κακοποιήσεις, προσβλητικά και ειρωνικά σχόλια, αμφισβήτηση και τραμπουκισμός. Κι όταν αυτά λάουν το θείο χρήσμα του πολιτισμένου σκοταδισμού που εκρποσωπεί η εκκλησία, η ασυμβίβαστη οργή παίρνει σάρκα και οστά, βγαίνει στους δρόμους και αποζητά τον λόγο. Η επαναστατική βία αποδίδει ευθύνες.

Στις 21/01 ακόμη ένα κομμάτι συμπληρώνει το παζλ της πολιτισμικής σήψης που κυριαρχεί στον κοινωνικό και πολιτικό βίο. 37χρονος ιερέας παιδοβιαστής κατηγορείται για συστηματική ασέλγεια σε βάρος 11χρονου κοριτσιού που παρακολουθούσε το κατηχητικό της θρησκευτικής αγέλης μαστροπών στα Πατήσια. Θλίψη, αηδία, οργή μα πάνω από όλα ευθύνη. Ευθύνη να μη θαφτεί ακόμα ένα περιστατικό από τόσα και τόσα αποκρουστικά γεγονότα που συνθέτουν την δυσωδία της ιερής μαφίας. Ευθύνη να μην μείνει τίποτα αναπάντητο. Και η ευθύνη αν δεν μετουσιώνεται σε πράξη χάνεται στη δίνη μεταξύ αποδοχής και παραίτησης.

Πραγματοποίησα την εμπρηστική επίθεση στο Ίδρυμα Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού γιατί η άρνηση της αποδοχής οπλίζει την κατάφαση της δικαιοπραξίας. Γιατί δεν περιμένω δικαιοσύνη από τους μηχανισμούς που συγκαλύπτουν συστηματικά την κανονικοποίηση της έμφυλης βίας και του θανάτου ζητώντας εξηγήσεις και απολογίες απο μας. Πραγματοποίησα μια πολιτική παρέμβαση υψηλού συμβολισμού σε έναν φορέα της ιερής μαφίας στέλνοντας ένα και μόνο ξεκάθαρο μήνυμα: Στους νόμους της υποταγής η επαναστατική δικαιοσύνη είναι μονόδρομος.

Η συγκροτημένη αιχμαλωσία μας δεν δείχνει τίποτα παραπάνω από την πόλωση που τροφοδοτεί δύο κόσμους σε διαρκή ρίξη και σύγκρουση. Αναλαμβάνω με περηφάνια την ευθύνη που μου αναλογεί, με ψηλά το κεφάλι και ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου ακόμα κι αν αυτό κοστίζει την απώλεια της ατομικής μου ελευθερίας, ακόμα κι αν σημαίνει την έναρξη νεός νέου κυνηγιού μαγισσών κι αυτό γιατί οι δικές μου ευθύνες βαραίνουν όσο τα βουνά.

Με τα σώματά μας αιχμάλωτα σε τοίχους, κάγκελα και αλυσίδες, μα τις καρδιές μας παντοτινά ελεύθερες, συνεχίζουμε τον αγώνα μας για ισότητα, δικαιοσύνη και αυτοδιάθεση.

Την απόλυτη στήριξη, αγάπη και αλληλεγγύη μου στους δύο διωκόμενους συντρόφους Γεωργία Βούλγαρη και Παναγιώτη Καλαϊτζή. Την αμέριστη εκτίμηση μου στις εκατοντάδες καρδιές που χτυπούν στο πλευρό μας και μια υπόσχεση πως δεν θα λυγίσουμε ούτε στιγμή. Έχουμε πόλεμο.

ΝΑ ΤΣΑΚΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΜΑΦΙΑ

ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΖΩΕΣ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ

Θάνος Χατζηαγγέλου

Αναρχικός αιχμάλωτος, ΓΑΔΘ, 12/2/2022

Πηγή: athensindymedia

Γιάννης Μιχαηλίδης: Για την απόρριψη της αίτησης αποφυλάκισης μου

Στις 29 Δεκεμβρίου 2021, έπειτα από 8 έτη, 3 μήνες και 11 μέρες φυλακής συμπλήρωσα τις τυπικές προϋποθέσεις αποφυλάκισης για όλες μου τις ποινές. Σήμερα 22/2/2022, ενημερώθηκα για την απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άμφισσας σχετικά με την αίτηση αποφυλάκισης μου. Οι δικαστές Σμαράγδα Μωραΐτη (Πρόεδρος), Ιωάννης Γκάτζιας (Πλημμελειοδίκης – Εισηγητής) και Κωσταντίνος Μαντζαβίνος (Δικαστικός Πάρεδρος) έκριναν ότι δεν πληρώ τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αποφυλάκισης.

Η αλήθεια είναι ότι ανέμενα αυτή την επιπλέον αδικαιολόγητη κράτηση που χρησιμοποιείται άτυπα από τη δικαστική μαφία για να τιμωρήσουν επιλογές που κατά τη γνώμη κάποιων δικαστών δεν τιμωρούνται επαρκώς από το νόμο, όπως η επιλογή της απόδρασης (για την οποία βέβαια έχω εκτίσει την πειθαρχική ποινή όπως και την ποινή κράτησης που δεν συγχωνεύεται).

Για να δικαιολογηθεί αυτή η παρατυπία επιστρατεύεται το πρόσχημα ότι ο κρατούμενος “δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις καθώς συντρέχει κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων”. Πρόκειται φυσικά για οργουελικής σύλληψης δυστοπία, σύμφωνα με την οποία βρίσκομαι κρατούμενος όχι γιατί εκτίω ποινή για κάποια πράξη, αλλά προληπτικά, καθώς η αστυνομία σκέψης έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος νέων αδικημάτων, χωρίς τον χρονικό ορίζοντα κάποιου δικαστηρίου όπου θα κριθούν γεγονότα.

Στην περίπτωσή μου όμως, αυτό που δεν ανέμενα ήταν το σκεπτικό των δικαστών, οι οποίοι παραποιούν τα λόγια μου γράφοντας ότι δικαιολόγησα την πράξη της ληστείας γενικώς και αορίστως ενώ εγώ ήμουν συγκεκριμένος όταν ερωτήθηκα σχετικά, κάνοντας ηθική διάκριση μεταξύ στοχευμένης ληστείας τράπεζας και μη στοχευμένης ληστείας όπως π.χ. περαστικών ανθρώπων. Οι συγκεκριμένοι δικαστές, ως άλλη αστυνομία σκέψης πιθανόν να διέτασσαν και τη σύλληψη του Μπέρτολτ Μπρεχτ που τόλμησε να αναρωτηθεί “Τι είναι η ληστεία τράπεζας μπροστά στην ίδρυση της”. Επίσης η δικαστική αλχημεία των εν λόγω δικαστών, προκειμένου να δικαιολογήσει την άσκοπη και αδικαιολόγητη παράταση της κράτησής μου επ’ αόριστον, τους οδηγεί σε ένα αντιφατικό σκεπτικό. Από τη μία αναφέρουν πολλές φορές ότι δεν αποποιήθηκα τις επιλογές μου, ούτε φυσικά ότι είμαι αναρχικός (που αποδεικνύει τουλάχιστον την ειλικρίνεια μου και τη συνέπεια μου ως προς τα λεγόμενά μου καθώς δεν σκοπεύω να υπογράψω δήλωση μετανοίας) και από την άλλη αναφέρουν ότι η επιδειχθείσα καλή διαγωγή μου στη φυλακή είναι κατ’ επίφαση καλή και την αποδίδουν σε λόγους προσχηματικούς.

Οι δικαστές του συμβουλίου Άμφισσας, είχαν κάθε δυνατότητα που τους δίνει ο νόμος να με κρατήσουν επιπλέον στη φυλακή, αλλά επέλεξαν να με προσβάλουν και να με ρίξουν στο ίδιο επίπεδο με αυτό της δικαστικής μαφίας, που για όλη τη συστημική αδικία που προκλητικά βαφτίζουν δικαιοσύνη βασίζονται σε φθηνά προσχήματα.

Για τους λόγους αυτούς δημοσιεύω αυτή τη δικαστική αυθαιρεσία σε βάρος μου. Όσον αφορά εμένα γνωρίζω ότι δεν με λένε Κορκονέα, δεν εκτελώ 15χρονους, δεν φοράω στολή, δεν λαδωνόμουν από φαρμακευτικές σε κάποιο υπουργείο, δεν τα παίρνω από μεγαλοδικηγόρους για να απελευθερώνω βιαστές και να βάζω υπουργικές διώξεις στο αρχείο ενώ εξαντλώ την αυστηρότητα μου σε ορισμένους φτωχοδιαβόλους, δεν είμαι νεοναζί ούτε παιδί του συστήματος, δεν είμαι βιαστής ούτε γυναικοκτόνος, γι’ αυτό δεν πρόκειται να έχω καμία επιεική μεταχείριση (όπως ποτέ δεν είχα μέχρι στιγμής). Αντίθετα είμαι όμηρος της δικαστικής μαφίας, μέχρι να κρίνει κάποιος δικαστής ότι πληρώ τις αόριστες “ουσιαστικές προϋποθέσεις”.

Επ’ αόριστον φυλακισμένος Γιάννης Μιχαηλίδης,

Φυλακές Μαλανδρίνου

Πηγή: athensindymedia

Ν ύ χ τ ε ς τ η ς Ο ρ γ ή ς: Για τις ταραχές στα γαλλικά προάστεια του 2005

Πρωτότυπος τίτλος: Le notti della collera: Sulle recenti sommosse di Francia ~ Filippo Argenti

Για την μετάφραση χρησιμοποιήθηκε κυρίως η αγγλική της Barbara Stefanelli: Nights of Rage: On the recent revolts in France (link)

Είναι κάτι που χτυπά και ξαναχτυπά αδημονώντας την πόρτα μας. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει ν’ ανοίξουμε… Πολλοί κρύβονται σιωπηλοί, κι όχι μόνο οι δειλοί, αλλά κι εκείνοι που είναι πολύ ήσυχοι ή πολύ απασχολημένοι. Δεν επιθυμούν μπλεξίματα. Κι όμως εμπλέκονται καθώς η βοή τους συνεπαίρνει όλο και περισσότερο, κι οι ωτασπίδες τους είναι άχρηστες. Ακόμα κι αν ο λόγος αποτυγχάνει παταγωδώς, ο λόγος που κληρονομήθηκε απ’ τον παλιό κόσμο, με τις παλιές θυσίες του, τις παλιές απεικονίσεις και τον εξωραϊσμό μιας εποχής που πέρασε. Τίποτα δεν είναι όπως ήταν πριν. Οι παλιές λέξεις γκρεμίζονται η μια πάνω στην άλλη γιατί δεν έχουν πουθενά να κρατηθούν, προβάλουν ύψη που κανένα αστείο, καμμιά ειρωνία και καμμιά σοφία δεν μπορούν να αγγίξουν. Η εποχή της μπουρζουαζίας φτάνει στο τέλος της και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τί θα ‘ρθει. Πολλοί έχουν ένα σκοτεινό προαίσθημα και περιθωριοποιούνται. Όμως κι οι μάζες έχουν επίσης μια σκοτεινή διαίσθηση αλλλά είναι ανίκανες να εκφραστούν και καταπιέζονται. Το Παλιό και το Νέο, η αδιάλυτη αντίθεση μεταξύ αυτού που ήταν κι αυτού που θα είναι, δεν μονομαχούν μ’ ευγένεια, αλλά ρίχνονται στην μεταξύ τους μάχη οπλισμένα ως τα δόντια. Μια παλίρροια τραντάζει τη γη. Δεν είναι απλά οικονομικά: δεν είναι απλά το θέμα του να βρούμε να φάμε, να πιούμε και να κάνουμε λεφτά. Δεν είναι απλά ένα θέμα του πως θα κατανέμεται ο πλούτος, ποιοί θα εργάζονται και πώς θα τους εκμεταλλεύονται. Όχι, αυτό που παίζεται εδώ είναι κάτι άλλο: είναι τα πάντα. – Kurt Tucholsky, Weltbόhne, March 11 1920.

Πρόλογος του συγγραφέα

Αυτό το βιβλιαράκι είναι μια μικρή συνεισφορά στην κατανόηση των πρόσφατων (2005) ταραχών στη Γαλλία. Περιττό να το πούμε, δεν αποτελεί μια κοινωνιολογική ή, με μια πιο εξειδικευμένη έννοια, θεωρητική ματιά. Οι εξεγέρσεις μπορούν να κατανοηθούν μόνον απ’ αυτούς που μοιράζονται τις ίδιες ανάγκες με τους εξεγερμένους, δηλαδή μ’ αυτούς που νιώθουν ότι αποτελούν μέρος της εξέγερσης. Μετά από ένα σύντομο χρονολόγιο, στις σελίδες που ακολουθούν τίθεται το ερώτημα του πώς τα γεγονότα του Νοέμβρη στη Γαλλία μας αφορούν όλους, κι επιχειρείται να δωθεί μια πιθανή απάντηση.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ορισμένα σημεία σ’ αυτή τη σύντομη εισαγωγή.

Αν ρίξουμε μια ματιά στις διάφορες επαναστατικές θεωρίες που κυκλοφορούν στη Γαλλία, την Ιταλία και τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, θα δούμε ότι αυτού του είδους οι εξεγέρσεις δεν ήταν καθόλου απρόβλεπτες ούτε απρόσμενες. Κάποιοι σύντροφοι μίλησαν για εμφύλιο πόλεμο, για εκρήξεις που δύσκολα θα συμπίπτουν με τους χώρους όπου το κεφάλαιο συγκεντρώνει κι ελέγχει τους εκμεταλλευόμενους, για την ολοκληρωτική έκθεσή τους στο εμπόρευμα. Όχι τυχαία, οι θέσεις των τελών του 19ου αιώνα για τους βαρβάρους, την κατάρρευση κάθε κοινού λόγου μεταξύ των εκμεταλλευομένων, την αμφισημία της έννοιας του μηδενισμού κλπ, αναθεωρήθηκαν. Ορισμένες έννοιες εκφράζουν, ακόμα και με εμβρυακό και συγκεχυμένο τρόπο, ανάγκες που ξεπερνούν το άτομο. Μ’ αυτήν την έννοια, υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ των εξεγέρσεων αυτών και της επαναστατικής θεωρίας. Είναι ένα είδος διαλόγου εξ αποστάσεως. Σύμφωνα με γάλλους συντρόφους, κάθε απόπειρα άμεσης συνάντησης ως τα τώρα έχει αποτύχει, ενώ η κοινή εχθρότητα προς την αστυνομία ή μια πρακτική αλληλεγγύη προς τους συλληφθέντες δεν είναι αρκετή. Προφανώς, αυτές οι ταραχές αποτελούν καθ΄ εαυτόν θεωρητικές προτάσεις, ένα είδος κριτικής στον κόσμο. Όμως, τί μας λένε; Ασφαλώς όχι ότι οι εξεγερμένοι θέλουν να διαχειριστούν αυτόν τον κόσμο, να πάρουν υπό τον έλεγχό τους την παραγωγή και την τεχνολογία, από τα κάτω. Δεν πρόκειται για το συλλογικό εργατικό (και με τις δυο έννοιες) υποκείμενο, ούτε για τους διανοητικούς εργάτες των φιλοζαπατιστικών διαδηλώσεων για μια δημοκρατική Ευρώπη. Οι φλόγες στη Γαλλία έχουν καταστρέψει κάθε δημοκρατική ψευδαίσθηση ενσωμάτωσης των φτωχών στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο Walter Benjamin έθετε το ερώτημα πώς στα 1830 οι εξεγερμένοι του Παρισιού πυροβολούσαν αυθόρμητα στα ρολόγια της πόλης, ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη και χωρίς κάποιον συντονισμό γι’ αυτήν τους τη δράση. Από μεριάς μας, δεν μπορούμε παρά να διερωτηθούμε γιατί η άγρια νεολαία του σήμερα βάζει φωτιά στ’ αμάξια. Στην πραγματικότητα, τί αντιπροσωπεύει το αυτοκίνητο στη σύγχρονη κοινωνία; Ας αφήσουμε το ερώτημα ανοιχτό.
Καθώς η επιδίωξη παραγωγής μιας σπουδαίας επαναστατικής ανάλυσης που θα εξηγεί τα πάντα και την οποία οι προλετάριοι δε θα μένει παρά να την εφαρμόσουν έχει πια εξαφανιστεί, είναι καιρός η επαναστατική δραστηριότητα η ίδια να ειδωθεί μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αντί να φέρνουμε τα πανώ και τις σημαίες στο σημείο που ξεσπά η πρώτη φωτιά και στήνεται το πρώτο οδόφραγμα, μπορούμε πλέον να στήσουμε οδοφράγματα ή να ξεκινήσουμε φωτιές αλλού, με σκοπό να επεκτείνουμε την εξέγερση, κι όχι να την κατευθύνουμε πολιτικά. Στην πραγματικότητα, ο καημός όσων απ’ την μεριά των εξεγερμένων παραπονιούνται για την έλλειψη κάποιου πολιτικού προγράμματος καταντά αξιοθρήνητος.

Να επεκτείνουμε την εξέγερση ωστόσο, δε σημαίνει να θέτουμε τον εαυτό μας στο επίπεδο των υπαρχουσών πρακτικών ώστε απλά να τις πολλαπλασιάσουμε (καίγονται αμάξια; ας πάμε να κάψουμε κι εμείς περισσότερα τότε!), αλλά στην ανίχνευση του τί πρέπει να χτυπηθεί και πώς, προκειμένου να ξεδιπλωθεί στην ολότητά του ο χαρακτήρας της εξέγερσης.

Την ίδια στιγμή, κάθε σκέψη για ανάδειξη των οργισμένων νεολαίων των προαστείων στο νέο επαναστατικό υποκείμενο θα ήταν εξίσου αξιοκαταφρόνητη. Θα ήταν υπέροχο αν οι φοιτητές στον αγώνα τους ενάντια στην επισφάλεια είχαν πάρει τη σκυτάλη απ’ τους εξεγερμένους του Νοέμβρη. Δεν είναι ακριβώς έτσι όμως. Ακόμη κι αν υπήρχαν αρκετά συνθήματα για απελευθέρωση των (κυρίως ανήλικων) προφυλακισμένων του Νοέμβρη στις διαδηλώσεις και τις συνελεύσεις του Μάρτη και του Απρίλη, οι πραγματικές συναντήσεις των δυο μερών υπήρξαν ελάχιστες. Κι εκεί εμφανίστηκαν αρκετά προβλήματα. Στη διαδήλωση της 23ης Μαρτίου στο Παρίσι, για παράδειγμα, μερικές εκατοντάδες νέοι απ’ τα προάστεια επιτέθηκαν σε φοιτητές, και τους ψείρισαν τα πορτοφόλια και τα κινητά τους τηλέφωνα, χτυπώντας και βρίζοντάς τους. Επιπλέον, χτύπησαν και κόσμο που έτρεχε να διαφύγει τη σύλληψη απ’ την αστυνομία, εν τω μέσω συγκρούσεων και αστυνομικών επιθέσεων. Αυτά τα γεγονότα δεν μπορούν να αποσιωπούνται. Εδαφικές ταυτότητες, προσκόλληση σε εμπορεύματα, περιφρόνηση για τους “προνομιούχους” φοιτητές κλπ, είναι όψεις των προβλημάτων που οι νέες κοινωνικές συγκρούσεις θα φέρουν εντός τους ως κληρονομιά μιας σάπιας κοινωνίας. Καμμιά εξεγερσιακή ιδεολογία δεν μπορεί να τις σβήσει ως δια μαγείας.

Προκειμένου να εξετάσουμε τη σχέση μεταξύ των ταραχών του Νοέμβρη και του κινήματος που κατέκλυσε τη Γαλλία ενάντια στο CPE (συμβόλαιο πρώτης εργασίας, για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και την εντονότερη εκμετάλλευση της φοιτητικής και νεανικής εργασίας), είναι ανάγκη να μελετήσουμε τις μνήμες, τις μαρτυρίες, τα κείμενα. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφασίσαμε να ετοιμάσουμε δυο ξεχωριστές εκδόσεις. Αν επιθυμούμε ν’ αποφύγουμε τις δημοσιογραφικές απλουστεύσεις και την αμφίσημη ρητορική, πρέπει να συλλάβουμε το ζωντανό στοιχείο των εμπειριών του αγώνα.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια κοινοτυπία: η έκφραση “νέοι των προαστείων” δεν σημαίνει ένα πράγμα. Πρώτον, γιατό τα Παρισινά προάστεια έχουν μόνα τους πάνω από 9 εκατομμύρια κατοίκους (και την μέρα που θα εξεγερθούν όλοι αυτοί, θα ναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία), κι έπειτα γιατί τα cités (πολύ αδρά: τεράστια οικιστικά συγκροτήματα που προορίζονταν για φθηνές εργατικές κατοικίες, και πλέον σχηματίζουν ολόκληρες πόλεις, με τις πλατείες και τις αυλές τους), που βρίσκονται εντός των ορίων των μεγαλουπόλεων συμμετείχαν επίσης στις ταραχές.

Πολλοί “νέοι των προαστείων” φοιτούν στις πόλεις (είτε στα Lycées, τα γαλλικά γυμνάσια-λύκεια, είτε στα πανεπιστήμια, στα οποία φοιτούν περισσότεροι οι Γάλλοι, απ’ ό,τι οι Ιταλοί). Με την έννοια αυτή, ένας μεγάλος αριθμός νέων και όχι και τόσο νέων, που συμμετέιχαν στις διαδηλώσεις, τα μπλόκα και τις συγκορύσεις τον Μάρτη και τον Απρίλη ήταν οι ίδιοι άνθρωποι μ’ αυτούς που πυρπολούσαν τις γαλλικές νύχτες το προηγούμενο Φθινόπωρο. Σύμφωνα με αξιόπιστους υπολογισμούς, οι εξεγερμένοι του Νοέμβρη έφταναν τους 50.000, ενώ το “κίνημα ενάντια στο CPE” μετρούσε πάνω από ένα εκατομμύριο συμμετέχοντες. Πολλοί “προαστειακοί νεολαίοι” είχαν στην πραγματικότητα μια φιλήσυχη στάση, ενώ αρκετοί “πιο προνομιούχοι” έδρασαν καταλυτικά στο ανέβασμα του πήχη της σύγκρουσης. Οι στατιστικές που εξηγούν τις εξεγέρσεις βάσει του εισοδήματος γίνονται πλέον πιστευτές μόνο από κοινωνιολόγους. Σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις (την Rennes για παράδειγμα) η συνάντηση μεταξύ φοιτητών και των λεγόμενων casseurs (κυριολεκτικά “σπάστες”) ήταν πολύ αποτελεσματική από στρατηγικής άποψης, κάτι που προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στον Σαρκοζύ και στα επιτελεία του. Στο Παρίσι πάλι, αρκετά λιγότερο. Προφανώς υπάρχουν ακριβείς λόγοι γι΄ αυτό. Για πολλούς “προαστειακούς νέους” είναι καταρχήν δύσκολο να προσεγγίσουν τις διαδηλώσεις στο κέντρο: αν δεν τους σταματήσουν ήδη πριν επιβιβαστούν στα τραίνα, ενώ ακόμα κι αν τα καταφέρουν, τα γαλλικά ΜΑΤ θα τους την πέσουν μόλις βγουν απ’ τον σταθμό. Αν παρολαυτά μπορέσουν να προσεγγίσουν, η περιφρούρηση των συνδικάτων θα τους κρατήσει έξω απ’ το κυρίως σώμα της πορείας, κάτι που μερικοί φοιτητές ακόμα επικροτούν. Είναι λάδι στη φωτιά. Επιπλέον, οι νεότεροι απ’ αυτούς, που δεν είναι τόσο έμπειροι σε ζητήματα άμεσης μάχης με την αστυνομία, εύκολα απομονώνονται απ’ την πορεία μεταξύ λεηλασιών και φωτιών, και κατά συνέπεια συλλαμβάνονται. Φυσικά, αυτό δε δικαιολογεί ένα αδιάκριτο μίσος προς τους άλλους διαδηλωτές, αλλά είναι ενδεικτικό των διαφορετικών κοινωνικών συνθηκών και τρόπων ζωής. Αυτοί που έχουν γευτεί τους ασφυκτικούς ελέγχους των ειδικών αστυνομικών μονάδων, που συχνά οδηγούν σε άγριους ξυλοδαρμούς στους δρόμους ή στα αστυνομικά τμήματα, το βρίσκουν ακατανόητο να βλέπουν πορείες να προχωρούν με αστυνομική συνοδεία σ’ όλο το μήκος τους.

Μ’ άλλα λόγια, χωρίς να πέφτουμε σε υπεραπλουστεύσεις και κρατώντας στο μυαλό ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, μπορούμε να πούμε ότι προς το παρόν στη Γαλλία, ορισμένοι άγριοι νεολαίοι είναι στην πράξη ολομόναχοι σ’ έναν πρωτοφανή αγώνα (απ’ τον Νοέμβρη, παράλληλα με τις ταραχές, εκτυλίχθηκαν μια σειρά από βίαιες ληστείες, όπου παρέες νεολαίων επιτίθενται σε φορτηγάκια σεκιουριτάδων με μπαστούνια του μπέιζμπολ κλπ). Για τους επαναστάτες που ανοιχτά στέκονται με την μεριά της εξέγερσης, ενάντια στην μεριά του Κράτους, δεν είναι τόσο εύκολο να συμβαδίζουν πάντοτε με την κατάσταση, ακόμα κι όταν αφορά ένα αγωνιστικό κίνημα που αποδεικνύεται τόσο ριζοσπαστικό.

Ένα παράδειγμα θα το ξεκαθαρίσει αυτό. Στην αρχή, ο αγώνας είχε επικεντρωθεί στο CPE, αλλά σύντομα απέκτησε συνείδηση του ότι η επισφάλεια δεν εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο νομοσχέδιο, αλλά αντίθετα, αυτό είναι μάλλον το προϊόν ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος, που δεν μπορεί απλά να δεχτεί μερικές μεταρρυθμίσεις. Ακόμα κι αν το κίνημα κέρδιζε ως προς τον συγκεκριμένο στόχο του (όπως ξέρουμε η κυβέρνηση τελικά απέσυρε το αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο), γνώριζε ότι ακόμη βρισκόταν καθηλωμένο στην άμυνα. Το να κάνει ένα βήμα παραπέρα δεν ήταν τόσο εύκολο. Το κύριο σύνθημα του κινήματος, που προτάθηκε στην αρχή δειλά, κι έπειτα σχεδόν επίσημα (δηλαδή με ψηφίσματα φοιτητικών συνελεύσεων) ήτανε: να μπλοκάρουμε τα πάντα. Κι αυτό ήταν. Σταθμοί, δρόμοι, πανεπιστήμια, συγκοινωνίες κι αυτοκινητόδρομοι: η κυκλοφορία ανθρώπων κι εμπορευμάτων διακόπηκε σε μγάλο βαθμό, μέσα σε μια ατμόσφαιρα λαϊκής συναίνεσης. Ακόμα κι όσοι δεν ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν με την αστυνομία, βρήκαν έναν οικείο τρόπο δράσης στα οδοφράγματα, χάρη στην ευχάριστη πολυμορφία των δράσεων που χαρακτηρίζει όλα τα πραγματικά κινήματα. Οι πιο άγριοι, ωστόσο, αυτοί των οποίων η καθημερινή ύπαρξη είναι μια ισόβια ποινή μεταξύ αστυνομικών κυνηγιών και κελλιών κρατητηρίων, μεταξύ τσιμεντένιων κτιρίων κι εμπορικού κέντρου, γι’ αυτούς το θέμα δεν ήταν απλώς να τα μπλοκάρουν όλα, αλλά να τα γαμήσουν όλα! (tout niquer). Η επαναστατική ρητορεία, λειψή από θάρρος και οργανωτικές ικανότητες, στην πράξη τους άφησε μόνους τους. Έπρεπε να είχαμε πολύ περισσότερες εμπειρίες, πολύ περισσότερες φωτιές και λεηλασίες. Όμως ο δρόμος είναι ανοιχτός.

Το βιβλιαράκι αυτό, καθώς και το επόμενο (“Ημέρες της Άρνησης”) είναι μια μικρή συνεισφορά στη διάδοση, τη συζήτηση και την εμπέδωση αυτών των εμπειριών στην Ιταλία. Αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία είναι ένα είδος αμονιού πάνω στο οποίο θα πρέπει να σφυρηλατήσουμε τις ιδέες και τις πρακτικές μας, νυχτερινές ή ημερίσιες.

Μάιος 2006

Τα αποβράσματα

Δεν είναι όλες οι εξεγέρσεις απρόβλεπτες. Φυσικά δεν υπάρχει κάποια μέθοδος για να προβλέψουμε σαν Νοστράδαμοι την ακριβή στιγμή κάθε έκρηξης, αλλά το γεγονός ότι μια εξέγερση συμβαίνει δεν εκπλήσει παρά μόνο όσους έχουν ελάχιστη ιδέα για τον αφόρητο κόσμο στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε. Κι όμως, μόνο έκπληξη δεν είναι, καθώς γνωρίζουμε πως τέτοιες εξεγέρσεις συμβαίνουν συχνά στη Γαλλία, ξαναπιάνοντας κάθε φορά τις ίδιες πρακτικές και τελετουργίες -εκατοντάδες αμάξια καίγονται κάθε χρόνο την παραμονή της πρωτοχρονιάς.
[σημείωση του συγγραφέα: Ακολουθώντας ένα διαδεδομένο παιχνίδι, μοναδικό στην Ευρώπη, την πρωτοχρονιά του 2005, 425 οχήματα πυρπολήθηκαν στη Γαλλία, το 2004 330, το 2003 324, το 2002 379. Το Clichy-sous-Bois, το Aulnay και η La Courneuve είναι οι πόλεις που συμμετέχουν πιο πολύ σ’ αυτό το φαινόμενο. Επίσης, την πρωτοχρονιά του 2004, το μπλακ-άουτ στο Sevran επέτρεψε στους ταραχοποιούς να στήσουν μια ενέδρα στην αστυνομία, που έφαγε αμέτρητες πέτρες από ταράτσες κτιρίων. Μπορούμε να πούμε ότι η πρωτοχρονιά έχει έναν πραγματικά εορταστικό χαρακτήρα στη Γαλλία…]
Οι εξεγέρσεις είναι ένα αναπόφευκτο προϊόν του παρόντος κοινωνικού συστήματος. Κι όταν μια εξέγερση ξεσπά, δεν έχει νόημα ν’ αναρωτιέται κανείς “γιατί γίνεται αυτό”, αλλά “γιατί δε γίνεται παντού, πάντοτε;”. Όμως, κάθε φορά που ξεσπά μια εξέγερση, ο πρώτος μηχανισμός που κινητοποιείται είναι μια προσπάθεια να εγκλειστεί σε μια κατηγορία. Ποιοί είναι οι εξεγερμένοι, από που έρχονται, τί θέλουν; Ξεκινά η έρευνα για ονόματα, ταυτότητες, για τις κατάλληλες κατηγορίες: ξένοι, μετανάστες… όχι, γάλλοι, ναι γάλλοι, αλλά γάλλοι δεύτερης γενιάς, δεύτερης κατηγορίας, γιοί ή εγγονοί μεταναστών, αποκλεισμένων, απόβλητων… Απογοήτευση, μάλλον η θεωρία του ισλαμικού φονταμενταλισμού δε δουλεύει: προφανώς οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι από κείνους που πάνε στο τζαμί -στην πράξη τόσο οι εκκλήσεις όσο και οι κατάρες των ιμάμηδων αποδείχθηκαν άχρηστες. Οι δεξιές εφημερίδες (πχ η Le Figaro) επιχειρούν να στιγματίσουν τους εξεγερμένους ως “μέλη μιας παλαιστηνιακού τύπου Ιντιφάντα”, “ισλαμικά φονταμενταλιστικά στοιχεία”, “τρομοκράτες” κλπ. Αυτές οι διαστρεβλώσεις, ωστόσο, δε φαίνεται να εμπεδώνονται, καθώς ο αγώνας καταφέρνει να επιδείξει τη δική του ασίγαστη ιδιαιτερότητα.

Οι κοινωνιολογικές κατηγορίες χρησιμοποιούνται για να οριστεί, να ταυτοποιηθεί και να εγκλειστεί η εξέγερση, με λίγα λόγια, εντός σαφών εννοιολογικών ορίων. Απ’ τη στιγμή που μια ταυτότητα έχει αποδωθεί στους εξεγερμένους -με πιο συχνή τέτοια, στην περίπτωσή μας, αυτή των κοινωνικών αποβλήτων, μια νέα λέξη για το “περιθώριο” (underclass). Το φάσμα των θεωριών για την διαχείρισή της κυμαίνεται κλασσικά από την αστυνομική καταστολή και τα μέτρα έκτακτης ανάγκης, στην κοινωνική πρόνοια και την παρέμβαση της πολιτείας, να προτάξει, με άλλα λόγια, χείρα τιμωρίας ή οίκτου, η καταστολή και η ενσωμάτωση, το μαστίγιο και το καρότο. Όλα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα το γεγονός ότι άν η αναταραχή κι η εξέγερση είναι άμεσες συνέπειες του συστήματος της κυριαρχίας, το μόνο τέλος που μπορεί να έχουν είναι το τέλος της κυριαρχίας, η ανατροπή της.
Ωστόσο, το να ταυτοποιηθούν τα “αποβράσματα”, να τους δωθεί ενδεχομένως ένα πιο πολιτικά ορθός ορισμός, ενέχει ορισμένες προϋποθέσεις. Για να κατηγοριοποιηθεί ένα τέτοιο φαινόμενο με σχετική συνοχή, πρέπει πρώτα απ’ όλα να οριστεί, και για να οριστεί πρέπει να απομονωθεί. Απ’ την μια, τα όρια της εξέγερσης ορθώνονται για να αναπαραστήσουν τη δράση και τις αιτίες της σαν τυχαία έκτροπα, που παρήγαγε ένα σύστημα το οποίο (παρόλη τη φτώχεια, τον πόλεμο, την μόλυνση, την ολοκληρωτική υπαγωγή στο εμπόρευμα και την καταστροφή ολόκληρου του -έμβιου και μη- κόσμου, και των ζωών όλων) πρέπει να διατηρηθεί, ίσως ακόμα και με ορισμένες κοινωνικές παροχές ταυτόχρονα με την κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Όμως, όπως είναι γενικά γνωστό, αυτό που ήταν εξαίρεση γίνεται ο κανόνας, κατάσταση που συμπεριλαμβάνει τον αποκλεισμό, τη φτώχεια, την κοινωνική αποξένωση, τη γενικότερη υποτίμηση της ζωής.

Δεν πρόκειται ποτέ για μεμονωμένο φαινόμενο, είτε τοπικά ή παγκόσμια. Η φτώχεια, η ανασφάλεια της ζωής στη δυτική κοινωνία, η αστική πολεοδομία στις μητροπόλεις ολόκληρου του κόσμου (απ’ το Λος Άντζελες στην Μπογκοτά, κι απ’ το Αλγέρι στο Παρίσι), η περίφραξη των συνόρων της Ευρώπης-φρούριο, είναι μόνο ορισμένες εκδηλώσεις αυτής της δομικής περίφραξης. Το κόλπο του καρότου και του μαστιγίου, ο συνδυασμός αστυνομικής και δικονομικής καταστολής με την εξαγγελία κοινωνικών παροχών στα προάστεια, μπορεί να ξεγελάσουν μερικούς, αλλά σίγουρα όχι τους -όχι λίγους- που γεύονται την κοινωνική περιθωριοποίηση στο πετσί τους, που νιώθουν ότι νέες και μεγαλύτερες εκρήξεις συναρμολογούνται σε κάθε γωνία, και κυρίως, νιώθουν μια ακατάπαυστη θέληση για εξέγερση να πάλλεται μέσα τους. Και είναι ακριβώς αυτή η ελκυστική γοητεία της εξέγερσης που αποτελεί τον κύριο στόχο της διαδικασίας της κατηγοριοποίησής της.

Στην πραγματικότητα, η διαδικασία της κατηγοριοποίησης, πέραν του να αναπαριστά τη φαινομενικότητα της παρούσας κοινωνικής τάξης σαν να ήταν ουδέτερη, στοχεύει στον διαχωρισμό και την απομόνωση των “αποβλήτων” από όλους τους υπόλοιπους -διαχωρίζοντας ταυτόχρονα όλους αυτούς απ’ τον ίδιο τον εαυτό τους, απ’ την επιθετική δυναμική τους. Μ’ άλλα λόγια, τα απόβλητα έχουν κάποιου είδους κληρονομικού δικαιώματος στην οργή, καθώς η απόγνωση και η αίσθηση της αδικίας είναι αποκλειστικά δικά τους προβλήματα. Όμως εμείς, οι προνομιούχοι αυτής της κοινωνίας, τί θέλουμε; Εντάξει στα γκέττο των σύγχρονων πόλεων, στα banlieues (προάστεια) του Παρισιού, η ζωή είναι διαλυμένη, κενή, κυνηγημένη από κάθε μπάντα της κοινωνικής, υλικής και υπαρξιακής αλλοτρίωσης, πνιγμένη στην απόγνωση και την μεταφυσική ανία. Αλλά η δική μας ζωή; είναι πλουσιοπάροχη και γεμάτη διασκεδάσεις, προοπτικές, πάθος… Η δική μας ζωή; Με συγχωρείτε, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς.

Εκ των πραγμάτων, το επίπεδο της καταπίεσης, και ταυτόχρονα τα ρήγματα που προκαλεί η εξέγερση, αφορούν τους πάντες. Η δυιστική λογική της συμπονετικής αντιπολίτευσης, μεταφράζει την πραγματικότητα με τόσο χονδροειδή τρόπο που αδυνατεί να αντιληφθεί τη δυναμική της εξέγερσης κι αυτών που θα ΄ρθουν. Η διάκριση των νέων απ’ τα προάστεια απ’ τους υπόλοιπους, έπειτα ο διαχωρισμός των βίαιων κι αδιόρθωτων που είναι αδύνατον να πειθαρχηθούν απ’ αυτούς που πρέπει να προστατευθούν απ’ την μόλυνσή τους, δεν είναι παρά μια προσπάθεια να ξεριζωθεί η δυνατότητα εξέγερσης από τα μέσα και το περιβάλλον που χρειάζεται για να εκραγεί. Αυτή είναι η κοινή λογική πίσω από κάθε έκτακτη διαχείριση. Επιπλέον, η εμπέδωση μιας τέτοιας ιδεολογικής διαίρεσης συνθλίβει κάθε πρακτική δυνατότητα. Όπως κάθε εξέγερση, ομοίως και της Γαλλίας απευθύνεται στον καθέναν. Το ξεδίπλωμά της αναπόφευκτα επιρρεάζει τις κινήσεις μας. Τελικά, το ποιο σημαντικό δεν είναι ποιοί είναι αυτοί, αλλά μάλλον ποιοί είμαστε εμείς, και τί θέλουμε να κάνουμε. Καθώς μια μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης υφίσταται είτε διακυρήσσεται επίσημα είτε όχι, το πρώτο πρακτικό μάθημα αφορά την εφαρμογή μιας αποτελεσματικής κατάστασης εξαίρεσης απέναντι στην έκρηξη καταστροφικών πράξεων, τη γρήγορη διάδοσή τους και την άρνηση κάθε εκπροσώπησης.

Ορισμένοι γκρινιάζουν για την υποτιθέμενη έλλειψη σαφών ταξικών στόχων κι επαναστατικής συνείδησης, απενοχοποιώντας έτσι την αποστασιοποίησή τους, αδυνατώντας να βρουν κάποια πολιτική προοπτική ή αποτέλεσμα. Ακόμα, μιλούν για φαινόμενα “βαρβάρων” χωρίς κανένα σχέδιο, ως αποτέλεσμα της “παθητικής διάλυσης της παλιάς εργατικής τάξης”. Κάποιοι άλλοι ποζάρουν ως συνειδητοποιημένοι οργανωτές της εξέγερσης (της επερχόμενης, φυσικά). Ωστόσο, αντί να ασχολούμαστε με το να δείξουμε στους ταραχοποιούς της Γαλλίας τί να κάνουν, θα ήταν προτιμότερο να δούμε τί μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτούς. Υπάρχει μια πρακτική εγρήγορση στις τακτικές της εξέγερσης των “αποβρασμάτων” που λείπει επαίσχυντα ακόμα κι απ’ τους πιο εκλεπτυσμένους “συνειδητοποιημένους” των επαναστατικών χώρων, συχνά τόσο συνειδητοποιημένων που αδυνατούν να πράξουν. Εάν οι Γάλλοι ταραχοποιοί δεν κατάφεραν να “κάνουν ένα ακόμη βήμα για να γίνουν επαναστάτες” (πιθανόν, όμως ποιοί είναι τελικά επαναστάτες σήμερα;), τουλάχιστον με τον τρόπο τους εξέθεσαν τις ενεργητικές δυνατότητές τους στην πιο σκληρή δοκιμασία. Χωρίς να περιμένουν από κανέναν να τους διδάξει “τί να κάνουμε”, κατέθεσαν έμπρακτα τη δική τους εκδοχή για το πώς να το κάνουμε. Πραγματοποίησαν την εκρηκτική οργή τους ως μια εντυπωσιακή σειρά εμπρησμών, χωρίς να τους ενεχειρίζουν σε κανέναν εκπρόσωπο. Η ζωτική δύναμη που απελευθερώθηκε μετά από μακροχρόνια καταπίεση ήταν ταυτόχρονα μια άγρια πυρομανία που αγνοούσε κάθε μορφή αντιπροσώπευσης και απολογίας.

Φαινομενολογία του οργισμένου μηδενισμού

Η οργή είναι η έκφραση της δύναμης που έχει καταπιεστεί για πολύ καιρό, δέσμια και υποδουλωμένη, οργή που εμφανίζεται ως διαπίστωση πως “είμαστε πολύ νέοι για να πεθάνουμε”. Η πρώτη εκδήλωσή της ανοίγεται στον ορίζοντα που χαρακτηρίζεται από μια ολοκληρωτική καταστροφή. Η τυφλή οργή της αιχμαλωσίας δε διακρίνει γύρω της τί θα χτυπήσει, αν θα χτυπήσει στον τοίχο ή θα σπάσει τα χέρια της, το σώμα της μετασχηματίζεται σε πολιορκητικός κριός. Τα πάντα μπορεί να καταστραφούν! Η οργή, εκδηλώνεται στον ορίζοντα του μηδενισμού. Καθώς δε δικαιούνται να επιθυμούν τίποτα για δικό τους, αυτοί οι άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας επιθυμούν αυτό το τίποτα να γίνει πραγματικά τίποτα, να εκμηδενιστεί.

Όμως ο μηδενισμός, αυτός ο ενοχλητικός καλεσμένος, εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές. Οι λιγότερο προφανείς είναι και οι πιο διαδεδομένες, κι επίσης οι πιο δημοφιλείς: είναι ο αυτονόητος μηδενισμός της εξουσιαστικής διαχείρισης της ύπαρξης, που διαβρώνει τα πάντα. Εκμηδενίζει τη ζωή και την αποξενώνει απ’ την ίδια τη δυναμική της, προκειμένου να την αναπαράγει εντός των κατεστημένων θεσμών της τάξης και της πειθαρχίας, της παραγωγής και κατανάλωσης, της παραίτησης και της κυνικής αδιαφορίας.

Το παρόν κοινωνικό σύστημα είναι τόσο μηδενιστικό όσο και οι υπήκοοί του που υποτάσσονται σ’ αυτό, αποδεχόμενοι τις διάφορες μορφές σκλαβιάς, σέρνοντας με απάθεια τα πόδια τους μέρα με την μέρα. Καθώς έχουν ενσωματώσει τα αυτονόητα της οικονομίας και τη φαντασιακή αξία των εμπορευμάτων, η ζωή τους βασίζεται στους υπολογισμούς μεταξύ κόστους και οφέλους, στον διαχωρισμό μεταξύ σκοπού και μέσων, στην εγκατάλειψη στην αθλιότητα του σήμερα και την παθητική προσμονή ενός καλύτερου αύριο. Η μηδενιστική παραγωγή της κυριαρχίας συνίσταται σε δυο συμπληρωματικές κινήσεις: απ’ την μια αποξενώνει, λεηλατεί και ξεγυμνώνει, απ’ την άλλη θαμπώνει, ξαναντύνει, και μασκαρεύει. Όμως η κενότητα στην οποία βασίζεται αυτή η διττή κίνηση και την οποία μετουσιώνει, γίνεται προφανής όταν το δεύτερο σκέλος της (η ψευδής ικανοποίηση των αυταπατών) υπολειτουργεί: όταν το σχολείο, η εργασία κι όλοι οι θεσμοί της πολιτισμένης κοινωνίας του θεάματος απαξιώνονται ως διαμορφωτές-διαχειριστές της ύπαρξης, που κατά συνέπεια, εξωθείται στην παρατεταμένη μετάσταση της αλλοτρίωσής της.

Όταν μια τέτοια μετάσταση εκδηλώνεται τυφλά, όταν έρχεται αντιμέτωπη μ’ έναν απάνθρωπο θάνατο, μπορεί να εκραγεί ως οργισμένος μηδενισμός: καθώς υποβάλλονται βίαια σε μια διάγνωση της κενότητας που περιβάλλει και διαβρώνει τις ζωές τους, αποφασίζουν ανώνυμα, σε επίπεδο προσωπικών σχέσεων, να παραδόσουν την κενότητα αυτή στο τίποτα. Ο οργισμένος μηδενισμός δε ζητά τίποτα, και διαθέτει μια διαυγή αντίληψη του ότι το μόνο που μπορεί να κάνει με όσα τον περιβάλλουν είναι να καταβροχθισθούν απ’ την κενότητά του. Η έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού, απελευθερωτική για τα πιο άγρια πάθη, μπορεί να είναι επίσης μια άδολη χαρά γεννημένη από μια αφόρητη ναυτία για το σύνολο του υπάρχοντος κόσμου. Κι όμως είναι έτσι ακριβώς που εξελίσσεται σε μια αυθεντική καταστροφική ευφορία.

Μετά την εποχή της κυνικής αδιαφορίας, του καιροσκοπισμού και του φόβου, στην παρούσα φάση γενικευμένης προλεταριοποίησης της ζωής, τί είδους αγώνας θα μπορούσε να γίνει; Λυπούμαστε που θα απογοητεύσουμε τους ακούραστους θεματοφύλακες της προόδου, αλλά οι τρέχοντες αγώνες περιλαμβάνουν επίσης μια ολοκληρωτικά καταστροφική πλευρά. Είχε γραφτεί κάποτε: “Μηδενιστές… ακόμα ένα βήμα αν θέλετε να είστε επαναστάτες”. Το να θέλεις τα πάντα, είναι μόλις ένα βήμα απ’ το να μη θες τίποτα. Μπορούμε όμως ακόμα να πούμε: “Επαναστάτες… ακόμα ένα βήμα για να γίνεται μηδενιστές”: απαιτεί μεγάλο θάρρος να συμβαδίζει κανείς με την οργή του. Και πού θα μας πάει; Μα δεν ξέρετε; Δε θα μας πάει πουθενά, αλλά… πού νομίζετε ότι πηγαίνετε όλοι σας;
‘S’ io fossi foco arderei lo mondo’
(“Αν ήμουν φωτιά, θα έκαιγα τον κόσμο”, από σονέττο του Cecco Angiolieri, σύγχρονου του Δάντη)

Η καταστροφική ευφορία του οργισμένου μηδενισμού βρίσκει την κύρια μορφή έκφρασής της στο στοιχείο που αναπαριστά περισσότερο την οργή: τη φωτιά. Οι μολότωφ και οι εκρηκτικοί μηχανισμοί είναι σαν βέλη, με τα οποία σύμβολα και δομές της εξουσίας και του συστήματος στοχοποιούνται: αστυνομικά τμήματα, δημαρχεία, δικαστήρια, τράπεζες, εμπορικά κέντρα και καταστήματα, σχολεία και αυτοκίνητα.

Ορισμένοι απ’ τους στόχους αυτούς πληγώνουν την κοινωνική συνείδηση πολλών ανθρώπων. Γιατί να καίνε τα σχολεία, όταν αυτά θα φέρουν στους κοινωνικά αποκλεισμένους την μόρφωση και την ένταξη στην κοινωνία; Μήπως δεν ήταν η δημόσια εκπαίδευση μια σημαντική κατάκτηση για την ανθρωπότητα και την πρόοδο; Ίσως, αλλά την ίδια στιγμή, ποιός μπορεί να αρνηθεί πως τα σχολεία μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με φυλακές, όντας και τα δύο στοιχεία μιας γενικότερης κοινωνίας-φυλακής, ποιός δεν μπορεί παρά να σιωπήσει μπρος στη φαινομενική ομορφιά ενός σχολείου που καίγεται; Το εκπαιδευτικό σύστημα βασίζεται σε μια αφαίρεση του νοήματος. Με άλλα λόγια, τα σχολεία, όντως μέσα για εισαγωγή στη ζωή, ή μάλλον στην εργασία, που παρέχει τα μέσα για τη ζωή, δεν έχουν άλλο νόημα καθ’ εαυτόν, παρά το νόημα αυτού για το οποίο προετοιμάζουν. Μ’ αυτήν την έννοια, καθώς κάθε μελλοντική προοπτική καταργείται, και το μέλλον συνίσταται σ’ έναν μακρόσυρτο σκοπό μεταξύ ανίας και απόγνωσης, τα σχολεία αδειάζουν απ’ το όποιο παιδαγωγικό τους περιεχόμενο. Όταν ένα μέσο χάνει τη χρησιμότητά του, η διατήρησή του σημαίνει τη φετιχοποίησή του, και τα φετίχ παραδίδονται στην πυρά, πιθανώς, όπως στην περίπτωσή, μας από παιδιά που φωνάζουν “αυτή η νύχτα είναι δική μας”.

Οι συνειδητοποιημένοι απορούν για τα καμμένα αυτοκίνητα: “γιατί να κάψεις το αυτοκίνητο του γείτονα”, λες και ο “γείτονας” αυτόματα αντιμετωπίζει την ίδια κατάσταση έκτακτης ανάγκης με τους ταραξίες. Πρώτον, τα περισσότερα απ’ τα πυρπολημένα αυτοκίνητα ανήκαν άμεσα ή έμμεσα σε θεσμούς. Δεύτερον, τα “αποβράσματα” δεν έρχονται απ’ το πουθενά, αλλά ζουν σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο, το οποίο σε καμμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει μια ομοιογενή ανθρώπινη πραγματικότητα. Απ’ την μία, οι ταραχοποιοί απ’ τα προάστεια ήξεραν ότι μπορούν να βασίζονται στην υποστήριξη και την πρακτική αλληλεγγύη πολλών κατοίκων των γειτονιών τους (χωρίς την οποία δε θα ήταν εφικτό να κρατήσουν είκοσι νύχτες οι ταραχές), απ’ την άλλη φαίνεται να γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τίνος το αμάξι πυρπολούν, και σίγουρα δεν ανήκουν σε άμεσους ή έμμεσους συνεργούς των εξεγερμένων. Στα προάστεια, όπως κι οπουδήποτε αλλού, υπάρχουν ζηλωτές της τάξης και του διαλόγου, ρουφιάνοι και κερδοσκόποι, συνεργάτες της αστυνομίας και κάθε είδους καθήκι, όπως επίσης κι αυτοί που δε συμμερίζονται στην πράξη την αταλάντευτη και σαφή στάση των ταραχοποιών. Οι νέοι των προαστείων δεν ανέχονται κανενός είδους ουδετερότητας, διαλόγους ή συμβιβασμού με τους θεσμούς -κάτι το οποίο εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα προβληματικό τρόπο στο κίνημα ενάντια στο CPE τον Μάρτη και τον Απρίλη του 2006, ειδικά στο Παρίσι.

Οι γείτονες δηλαδή, δεν είναι πάντοτε φίλοι ή “συνένοχοι”. Επίσης, οι εξεγέρσεις δε διεξάγονται σ’ ένα συμβολικό επίπεδο, αλλά στο πραγματικό πεδίο της μάχης. Έτσι, οχήματα παραδίδονται στις φλόγες όχι μόνο επειδή είναι προφανώς μια ευχαρίστηση να βλέπει κανείς τις φωτιές να τα καταπίνουν, αλλά κυρίως ακολουθώντας μια στρατηγική αντίληψη επί του εδάφους, δηλαδή λόγω της θέσης τους στο πεδίο που εκτυλίσσεται ο αγώνας. Είναι μόνο σε μια τέτοια προοπτική πραγματική σύγκρουσης (κι όχι στην κοινωνιολογική μετάφραση ή την πολιτική αναπαράστασή της) που η αξία αυτής της πρακτικής μπορεί να εκτιμηθεί. Η πυρπόληση αυτοκινήτων μπορεί να γίνει ένα ιδιαίτερα παοτελεσματικό μέσο ταχύτατης δημιουργίας οδοφραγμάτων, και ταυτόχρονα είναι ένας εύχρηστος τρόπος να τραβηχθεί η αστυνομία σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου στη συνέχεια συνήθως δέχεται επίθεση με πέτρες ή μολότωφ, ενώ οι ταραχοποιοί μπορούν να σπάσουν και να διαφύγουν εύκολα για να ξαναβρεθούν σε κάποιο προσυνεννοημένο μέρος και να ξαναπιάσουν το παιχνίδι απ’ την αρχή. Αυτή η τακτική εφαρμόστηκε και στο σαμποτάζ σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας με το οποίο ξεκίνησαν μερικές απ’ τις νύχτες της οργής.

Το γεγονός ότι αυτές οι απλές παρατηρήσεις έχουν περάσει απαρατήρητες από τόσο πολλούς “ειδικούς” είναι εντυπωσιακό. Το πιο σημαντικό σημείο πάντως, είναι η σημασία που παίρνει το μητροπολιτικό πεδίο ως πεδίο μάχης για τους τρέχοντες αγώνες κι αυτούς που θα ‘ρθουν. Σε μια κοινωνία που βασίζεται στην κυκλοφορία του χρήματος, της πληροφορίας, των ανθρώπων και των εμπορευμάτων, ο έλεγχος επί του εδάφους είναι μια απ’ τις σημαντικότερες λειτουργίες της εξουσίας. Για παράδειγμα, στις αστικές συγκοινωνίες που μας δολοφονούν αργά, καθημερινά, με το δηλητήριό τους στις μητροπολιτικές ζώνες, οι ελεύθεροι χώροι περιορίζονται στους αποξενωτικούς χώρους μεταβίβασης και εξυπηρέτησης. Πρόκειται για μια ασύμμετρη, απάνθρωπη και δολοφονική πραγματικότητα που εξορίσει τη ζωή, όπου το έδαφος γίνεται ολοένα και πιο άγονο και απαράβατο γι’ αυτούς που, είτε από συστηματικό αποκλεισμό, είτε από προσωπικές τους επιλογές, αδυνατούν να αναπαραχθούν ως εμπορεύματα, και κατ’ επέκταση περιθωριοποιούνται, φυλακίζονται, απελαύνονται.

Την ίδια στιγμή, το έδαφος και η μετακίνηση σ’ αυτό γίνονται στρατηγικοί παράγοντες των αγώνων, με τηην εξάπλωση πρακτικών όπως τα μπλόκα και το σαμποτάζ, η εύρεση νέων τρόπων ζωής και χρήσης του χώρου, και η καταστροφή του κάθε τί που δεν μπορεί να οικειοποιηθεί. Δε γνωρίζουμε ασφαλώς αν αυτό είχαν στο μυαλό τους οι εμπρηστές αυτοκινήτων. Δε γνωρίζουμε αν υπερεκτιμούμε την οργή τους. Αυτό που είναι βέβαιο όμως είναι ότι πίσω απ’ την αρνητική, καταστροφική τους στάση ορθώνεται μια θετική στάση, που αφορά τον τρόπο ζωής τους, τον τρόπο σύναψης ανθρώπινων σχέσεων, που πέρα απ’ την συνεχή εφευρετικότητα λέξεων και χειρονομιών, οικοδομεί μια συνενοχή κι αλληλεγγύη στις ταραχές.

Μια θετική στάση που δε χωράει στην αναπαράσταση που προβάλλουν οι δυνάμεις του εχθρού, για τις οποίες δεν πρόκειται παρά για βάνδαλους, ανόητους και παράλογους μανιακούς. Δεν μας ενδιαφέρει να πλέξουμε ένα νεο-ρεαλιστικό εγκώμιο του περιθωρίου. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να αναρωτηθούμε ξανά, αν είναι εφικτό να ζήσουμε σε χώρους μ’ έναν διαφορετικό τρόπο ούτως ώστε να συναντήσουμε νέους “συνενόχους” και νέες πιθανότητες αγώνα που θα ξεσπά ριζοσπαστικά, χαρμόσυνα κι εφευρετικά.

Μάρτης 2006

———————-

Διάχυτη εξουσία, διάχυτη επίθεση

Η εξουσία δε διαμένει σε κάποια Χειμερινά Ανάκτορα που μπορούν να καταληφθούν απ’ τους επαναστάτες, ούτε βασίζεται στα διάφορα κέντρα παραγωγής που μπορούν να καταλάβουν οι εργάτες. Δε συμπεριλαμβάνει απλώς τις πολιτικές, αστυνομικές και νομικές λειτουργίες, αλλά διαθέτει ένα τριχοειδές σύστημα σχέσεων που, μιας και επεκτείνεται στο σύνολο της κοινωνίας, διαμορφώνοντας τις ατομικές και συλλογικές πράξεις. Η εξουσία παράγει και ευνοεί την αναπαραγωγή μορφών ζωής που η διατροφή, η επικοινωνία, η κίνηση, η σκέψη κλπ προσαρμόζονται ευκολότερα στις απαιτήσεις της. Η εξουσία μοιάζει να έχει κυριαρχήσει παντού, μα για τον ίδιο είναι επίσης εκτεθειμένη παντού -προφανώς σε διαφορετικό βάθος στρατηγικής επίθεσης. Όλο αυτό δεν είναι παρά κοινοτοπίες που θα διδάσκονταν ακόμα και σε κάποιο γαλλικό κολλέγιο, όμως αν είναι έτσι, τότε δε θα ‘πρεπε να παραπονιέται κανείς στα σοβαρά για τη ζημιά που προκαλούν οι ταραχοποιοί προς “άσχετους ανθρώπους”. Είτε πρόκειται για ιδιοκτήτες αυτοκινήτων που πυρπολήθηκαν απ’ τους γάλλους αυτοκινητομάχους, είτε για τους απογοητευμένους πελάτες κάποιας κατεστραμμένης τράπεζας, ή για τους αργοπορημένους οδηγούς λόγω ενός οδοφράγματς, κάθε ισχυρισμός ότι αποτελούν έναν τρίτο, άσχετο μ’ όλο αυτό, ισοδυναμεί μ’ έναν ισχυρισμό ουδετερότητας: μια υπόθεση προς κατάρριψη.

Ασφαλώς, κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι η καταστροφή μιας τράπεζας, μιας φυλακής ή ενός δικαστηρίου είναι κάτι διαφορετικό ποιοτικά απ’ την πυρπόληση ενός αυτοκινήτου στα προάστεια, κάτι που ισχύει αλλά μέχρι ενός σημείου. Για να το αντιληφθούμε καλύτερα, θα μπορούσε κάποιος να διεξάγει το ακόλουθο υποθετικό πείραμα. Ας πάρουμε ως δεδομένο ότι κριτήριο για την ευκρίνεια μιας πρακτικής στην εξέγερση είναι η πιθανότητα γενίκευσής της, οπότε ας υποθέσουμε ότι μια πρακτική θα ακολουθούταν παντού: για παράδειγμα, αν όλες οι τράπεζες καταστρέφονταν, σίγουρα, θα προκαλούνταν ένα χάος αλλά βέβαια θα απείχε ακόμα απ’ το να επιφέρει μια επανάσταση. Ας επαναλάβουμε το πείραμα, με όλα τα αυτοκίνητα αυτή τη φορά να καταστρέφονται. Δε θα ήταν οι συνέπειες το ίδιο, αν όχι και περισσότερο επαναστατικές; Δε θα επέφερε μια ριζική μεταμόρφωση ολόκληρης της κοινωνικής ζωής; Μια υπόθεση που δεν μπορούμε να αρνηθούμε.

~
“Θέλω να πω σ’ όλα τα παιδιά που ζουν σε δύσκολες περιοχές ότι δεν έχει σημασία από που κατάγονται, όλα είναι παιδιά της (Γαλλικής) Δημοκρατίας” -J. Chirac, 14 Νοέμβρη 2005.

“Δημοκρατία είναι μια μορφή διακυβέρνησης που τίθεται πάνω απ’ το λαό, τον χειραγωγεί, τον εκπαιδεύει και τον κάνει ό,τι θέλει. Με τον στρατό της υποχρεώνει τους πιο απείθαρχους να υποταχθούν στους νόμους της. Κι όπως κάθε άλλη διακυβέρνηση, τα μόνα εμπόδια που βρίσκει είναι η αντίσταση των υπηκόων της κι ο φόβος για μια πιθανή εξέγερση” -E. Malatesta

Η ιδεολογία του νομοταγούς πολίτη

“Παιδιά της Δημοκρατίας”: έτσι απευθύνθηκε ο Chirac στους κατοίκους των προαστείων προκειμένου να τους εξευμενίσει -σε μια προσπάθεια να αντισταθμιστούν οι υβριστικές προσβολές του Σαρκοζύ. Όσοι απ’ αυτούς γνωρίζουν πώς λειτουργούν οι δημοκρατικοί θεσμοί, σαν χρυσοποίκιλτες πόρνες, έχουν αρκετούς λόγους να θίγονται: όπως το Κράτος ονομάζεται Πατρίδα όταν είναι έτοιμο να σκοτώσει, αποκαλεί τους υπηκόους του “πολίτες” όταν επιθυμεί τη συνενοχή τους στο νόμιμο έγκλημα.

Η ιδεολογία του πολίτη, βέβαια, έχει δεχθεί κριτική εδώ και πολύ καιρό ως ιδεολογική αντανάκλαση μιας ψευδούς ισότητας που συγκαλύπτει την κοινωνική ιεραρχία, έχει ειπωθεί ότι ο πολίτης δεν είναι παρά η αστική εκδοχή της κοινωνικής ιεραρχίας. Στην υποχώρησή της, η κατάσταση του πολίτη έχει αποκαλύψει τη γυμνή ζωή που ισχυριζόταν ότι έκρυβε. Αυτή ήταν η φρικτή διαπίστωση των δυο παγκοσμίων πολέμων του εικοστού αιώνα: πίσω απ’ τους πολίτες δεν υπήρχε παρά η αστική αντίληψη κοινωνικής ζωής, όμως βαθύτερα, κρυβόταν η γυμνή ζωή που μόλις απαλλάχθηκε απ’ το περιτύλιγμά της, έχασε κάθε αξία, κάθε δικαίωμα, κάθε σεβασμό.

Σήμερα δεν είναι καλύτερα, καθώς οικουμενικά οι πολίτες δεν είναι παρά οι καθημερινοί εκείνοι άνθρωποι που οι συμπεριφορές και τα συναισθήματά τους έχουν ενσωματώσει κάθε κυρίαρχο πρότυπο. Ένας άχρωμος, θλιβερός συμβιβασμός, βασισμένος στην αναισθησία, συγκολλημένος απ’ τον φόβο. Τα τρία συστατικά του σύγχρονου πολίτη είναι η ανικανότητα άρνησης, η αδυναμία αποτελεσματικής δράσης και η ενσωμάτωση της αδυναμίας, ενισχυμένα απ’ την ιλιγγιώδη μείξη τεχνολογικής ανάπτυξης και θεάματος που παράγουν σε πληθώρα κάθε υποκατάστατο ώστε να αποφεύγεται το πανταχού παρόν ενδεχόμενο ψυχολογικής κατάρρευσης, παραίτησης κι απόσυρσης απ’ τον κόσμο. Προκειμένου να εξακολουθεί να ισχυρίζεται κανείς ότι διάγει μια ζωή ήσυχη και “κανονική” στις παρούσες συνθήκες, οφείλει πρώτα να απολέσει την όραση και την ακοή του, κι έπειτα, καθώς τα ανησυχητικά γεγονότα εμφανίζονται παντού και δεν μπορούν πια να αγνοούνται, να εγκαταλείψει τη δυνατότητά του να αντιδρά: εξ ου και η γενικευμένη παραίτηση που αν δεν μετατρέπεται ανοιχτά σε γενική κατάθλιψη είναι γιατί υποστηρίζεται από μια εκτεταμένη χρήση του φόβου, όχι μόνο των άλλων αλλά και του φόβου για το παρόν και το μέλλον του καθενός, και απ’ τις αμέτρητες τεχνοκρατικές μεθόδους του “να ξεφεύγεις”.

Πέρα απ’ την κατάσταση του πολίτη ωστόσο, αναπτύσσονται και διαδίδονται διαφορετικές μορφές ζωής. Όσοι απ’ αυτούς διατηρούν την αίσθηση του ανικανοποίητου απ’ αυτόν τον κόσμο, και επιστρατεύουν τη δύναμη και τη φαντασία τους για να επινοήσουν μορφές αντίδρασης κι επίθεσης ενάντια στην απάνθρωπη κοινοτοπία του, αλλά και το αναγκαίο θάρρος για να τις κάνουν πράξη, τίθενται εκ των πραγμάτων εκτός της ιδιότητας του πολίτη. Διατηρούν τη ζωή τους, τη ζωτικότητα που δεν μπορεί να περιοριστεί απλά στην μια ή την άλλη μορφή επιβίωσης. Απ’ την μια, ανεπιθύμητα προϊόντα αυτής της κοινωνίας, κατακάθια, που διαρκώς επιστρέφουν για να ταράξουν τον ήσυχο ύπνο της, και την ίδια στιγμή λογικά και παθιασμένα όντα της εξέγερσης, παράνομες και βαρβαρικές μορφές ζωής που ακατάπαυστα εμποδίζουν, επιτίθενται και πυρπολούν μέχρι κάθε ίχνος της αδικίας να εκλείψει. Όχι κύριε πρόεδρε, οι εξεγερμένοι της Γαλλίας δεν είναι παιδιά της αιματοβαμμένης δημοκρατίας σας, είναι παιδιά της ίδιας λύσσας που σας περιμένει σε κάθε γωνιά του δρόμου να σας αποδώσει τον λογαριασμό.

~
“Είναι ένα μέτρο ασφάλειας που πάρθηκε για να αποδώσει στην αστυνομία όποια δυνατότητα χρειαστεί προκειμένου να αποκαταστήσει οριστικά την ειρήνη” -J. Chirac

Κατάσταση εξαίρεσης

Η κατάσταση εξαίρεσης είναι ο κανόνας: είναι δύσκολο να βρούμε μια πιο κοινή έκφραση στη σύγχρονη θεωρητική-κριτική παραγωγή λόγου. Είναι εξίσου δύσκολο να βρούμε μια κριτική και πρακτική ανάλυση που να μπορεί να στηρίξει μια τέτοια δήλωση. Η ίδια η έννοια είναι εξαρχής αμφίσημη, καθώς φαίνεται να υπονοεί ότι, ιστορικά ή λόγικά, πίσω απ’ την κατάσταση εξαίρεσης υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει κάποιου είδους αγνής εξουσίας που θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά, χωρίς καταπίεση, βία κι αδικία. Είναι βέβαια γεγονός ότι είναι η εξουσία καθ’ εαυτόν που είναι καταπιεστική, βίαια κι άδικη. Έχοντας αποσαφηνίσει αυτό, είναι η δύναμη των γεγονότων που μας τραβά να αναζητήσουμε τί υπάρχει πίσω απ’ την κήρυξη έκτακτης ανάγκης.

Επισήμως, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι η συρρίκνωση της νομιμότητας (κι επομένως όλων των δικαιωμάτων κι ελευθεριών που υποτίθεται ότι εγγυάται) προκειμένου να υπερασπιστεί η ίδια η νομιμότητα. Αυτή η διαδικασία, που είναι φαινομενικά παράδοξη, δικαιολογείται τυπικά βάσει μιας οποιασδήποτε απειλής. Το γέγονος ότι γίνεται ο κανόνας, σημαίνει ότι η κατάσταση εξαίρεσης εφαρμόζεται τόσο συχνά, ανεξάρτητα απ’ τις επίσημες διακηρύξεις: απ’ την διαχείριση της μετανάστευσης (που όχι απλά εμπεριέχει εξοντωτικούς περιορισμούς στο “δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης”, αλλά βασίζεται στην ίδια την αρχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης, με τα “κέντρα κράτησης”), στην επετειακή ανακήρυξη κόκκινων ζωνών (όπου οι όποιες πολιτικές ελευθερίες πρακτικά καταργούνται), στην διόγκωση του κατασταλτικού μηχανισμού (που πλέον εισβάλει σε κάθε όψη της προσωπικής ζωής των ατόμων, παρά τις δημοκρατικές διακηρύξεις για την “προστασία της ιδιωτικής ζωής”), στην καθημερινότητα της αστυνομικής βίας (η “κακοποίηση” τείνει να είναι ευφημισμός για ό,τι συμβαίνει στους δρόμους ή σε τμήματα), και η λίστα των κανονικών καταστάσεων εξαίρεσης θα μπορούσε να συνεχίζεται για ολόκληρες σελίδες. Είναι προφανές ότι οι νεολαίοι των προαστείων γνωρίζουν πολύ καλά ότι όλα αυτά αποτελούν την “ομαλότητα” καθώς όχι μόνο ζουν οι ίδιοι σε μια χωροταξική κατάσταση εξαίρεσης αλλά και δέχονται την αστυνομική καταστολή σε καθημερινή βάση, σ’ όλο το φάσμα των εξευτελισμών, της κακοποίησης και της ανοιχτής βίας που συνοδεύει μια τυπική εξακρίβωση στοιχείων ή έναν έλεγχο.
Η κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη Γαλλία δε θα ήταν τόσο σκανδαλώδης στην πραγματικότητα, αν δε στιγματιζόταν από έναν συμβολικό χαρακτήρα: η επαναφορά ενός νόμου του 1955 που εισήχθηκε στη διάρκεια της πολεμικής επέμβασης στην Αλγερία, αποκαλύπτει την οσμή της αποικιακής διαχείρισης στην εσωτερική πολιτική: με άλλα λόγια, ήταν μια επιβεβαίωση απ’ την μεριά της κυβέρνησης ότι στο εσωτερικό της χώρας διεξάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος.

Η ομαλότητα της κατάστασης εξαίρεσης, λοιπόν, αναπόφευκτα αποκαλύπτει τη βία που το Κράτος και η νομιμότητά του βασίζονται: βία που σκοπεύει στην πάσει θυσία διασφάλιση του Κράτους (κυρίως με την μορφή του κρατικού μονοπωλίου της βίας: αστυνομία, δικαστήρια, φυλακές), και βία που σκοπεύει στην εξάπλωση του Κράτους (πόλεμοι, εμπάργκο, φυλακές υψίστης ασφαλείας κλπ). Όμως αυτή η ομαλότητα δείχνει επίσης το πώς η εξουσία είναι διαρκώς σε επιφυλακή για κάποια άμεση απειλή, για τη διάδοση μιας εξεγερτικής δυναμικής που θα ήταν δύσκολο να διαχειριστεί και να καταστείλει, εάν εξαπλωνόταν αποτελεσματικά. Εξ ου και η λήψη αναρίθμητων αποτρεπτικών μέτρων, όπως η ασταμάτητη προπαγάνδα περί τρομοκρατίας, μια διαρκώς επανερχόμενη κρίση και η διάδοση της ανασφάλειας, που μεταμορφώνει τους φόβους μιας σαθρής εξουσίας σε κοινές φοβίες των υπηκόων της.

Η κατάσταση εξαίρεσης, ωστόσο, έχει μια άλλη δυναμική που σπάνια τονίζεται από τη θεωρητική κριτική. Ο Benjamin μίλησε για μια ρήξη του ιστορικού συνεχούς: ένα επαναστατικό ξέσπασμα συμπίπτει με τη διάρρηξη της ομαλότητας, και -με μια διαπίστωση ότι είναι αδύνατον να συνεχιστεί έτσι- θέτει σε κίνηση την καταστροφική του ικανότητα. Οπότε, δεν έχει νόημα να αναζητάμε το πολιτικό πρόγραμμα, τις προοπτικές ή τους στόχους της εξέγερσης. Κάτι τέτοιο δε θα ήταν παρά μια αξιοθρήνητη οπισθοδρόμηση στο γνωστό “Τί να κάνουμε;”, ένα ζήτημα που μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα χαθεί τελικά στους σκουπιδοτενεκέδες της Ιστορίας. Μπορούμε απλούστερα να αναρωτηθούμε τί μπορεί ο καθένας μας να κάνει γι αυτό, κάθε τί άλλο δε θα ήταν παρά ένα placebo.

~
“Θέλω να ‘μαι αποδεκτή γι’ αυτό που είμαι”-μια 26χρονη αλγερινής καταγωγής

“Εργάτες προσέξτε! Μη στιγματίζετε τους αδερφούς σας, αυτούς που αποκαλούνε κλέφτες, δολοφόνους, πόρνες, επαναστάτες, φυλακισμένους, με το στίγμα της υποτίμησης. Μην τους βρίζετε, μην τους συκοφαντείτε, προστατεύστε τους από ένα τελειωτικό χτύπημα. Δε βλέπετε πώς σας αποδέχονται οι στρατιωτικοί, πώς σας καλούν για μάρτυρες οι δικαστές, πώς σας χαμογελούν οι τοκογλύφοι, πώς σας νουθετούν οι παπάδες και πως σας απειλούν οι μπάτσοι; –E. Coerderoy

Περί Ενσωμάτωσης

Δεν είναι εύκολο να παραμελεί κανείς την αιτία των ταραχών των γαλλικών banlieues: το γεγονός ότι ολόκληρη η ύπαρξή τους εξαρτάται απ’ την κοινωνική αλλοτρίωση είναι τόσο εκκωφαντικό που δεν μπορεί να λησμονηθεί. Όμως ελάχιστοι δείχνουν να κατανοούν τους λόγους αυτής της κατάστασης. Εξ ου και το αίτημα για κοινωνική ενσωμάτωση, για επαναφομοίωση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μια αιτιολογική διαύγεια διαδέχεται το πολιτικό ψέμμα. Όλοι όσοι ζητούν κοινωνική ενσωμάτωση καλή τη πίστει, είναι απλά έρμαια της ψευδαίσθησης ότι η κοινωνία μπορεί να υποστεί μερικές αλλαγές, προκειμένου να μη χρειαστεί ν’ αλλάξουμε κοινωνία. Τουλάχιστον όσοι δεν είναι και τόσο καλόπιστοι, είναι συνήθως πιο ειλικρινείς: έχουν συνείδηση της κοινωνικής πειθάρχησης που υπονοείται σε τέτοια αιτήματα πρόνοιας.

Ενσωμάτωση σημαίνει πρώτα απ’ όλα ένταξη στην εργασία. Όμως η εργασία, στοιχείο του Κεφαλαίου και κατά συνέπεια συνώνυμη της υποταγής και της εκμετάλλευσης, διακρίνεται ολοένα και περισσότερο σε υπερειδικευμένη τεχνοκρατική εργασία και ολοένα και πιο απαξιωμένο μηχανικό-χειρωνακτικό έργο. Αυτά είναι τα δυο πρόσωπα της σύγχρονης επισφαλούς εργασίας: ο αγχώδης μάνατζερ κι ο εξαντλημένος προλετάριος. Περιττό να πούμε ποιό ποιό από τα δύο προορίζεται για τους νέους των προαστείων, άλλωστε αποδεικνύεται απ’ το γεγονός ότι η ελάχιστη ηλικία για να πάει κάποιος βοηθός σε τεχνικές εργασίες είναι σύμφωνα με έναν νέο νόμο του πρωθυπουργού De Villepin τα 14 έτη, όταν η υποχρεωτική εκπαίδευση απ’ το 1959 κρατάει ως τα 16. Την ίδια στιγμή, το σύμφωνο πρώτης εργασίας (CPE), νομιμοποιεί την άμισθη εργασία για τα δυο πρώτα χρόνια απ’ την πρόσληψη.

Τελικά, λίγοι αντιλαμβάνονται ότι είναι το Κεφάλαιο (κι άρα η εργασία η ίδια) που έχει δημιουργήσει την κατάσταση απ’ την οποία τώρα πρέπει να ξεφύγει: κατά την ιμπεριαλιστική επέκτασή του πρωτοεφάρμοσε τις σκληρές συνθήκες που ανάγκασαν εκατομμύρια ανθρώπων να μεταναστεύσουν, καθώς τότε ήταν σε θέση να διαχειριστεί την εισαγωγή και την εκμετάλλευση της υποτιμημένης εργασίας τους στις βιομηχανικές ζώνες (μεταξύ άλλων -την ίδια περίοδο- δημιουργώντας, μέσω των τοπικών δημοτικών συμβουλίων, τις τεράστιες εργατουπόλεις στη θέση των παλιών γειτονιών που υπήρξαν δίκτυα εργατικής αλληλεγγύης). Μετά το δεύτερο μισό των ’70es, οπότε κι έλαβε χώρα η λεγόμενη βιομηχανική αναδιάρθρωση, δηλαδή η μετανάστευση των επενδύσεων προς μέρη του πλανήτη όπου η εργασία ήταν ακόμα φθηνότερη, ο πλεονασματικός πληθυσμός των προαστείων εγκαταλήφθηκε στις συνθήκες ζωής που υφίστανται και σήμερα, δημιουργώντας τις κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν μια έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού. Θα δώσει το Κεφάλαιο τη δική του λύση στο πρόβλημα που έχει δημιουργήσει το ίδιο; Θα γίνουμε ξανά μάρτυρες της πιο ανισόρροπης διαλεκτικής μεταξύ Κεφαλαίου κι εργασίας;

Όσον αφορά την εκπαίδευση, τη συμπληρωματική μορφή της ενσωμάτωσης, τα σημαντικά έχουν ειπωθεί ήδη: καθήκον της δεν είναι παρά η προετοιμασία για την εργασία. Αφαιρουμένης -εκ των πραγμάτων- αυτής της λειτουργίας, δεν είναι παρά μια άχρηστη εξάσκηση -στην καλύτερη- και ένας μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου -στη χειρότερη, κάτι που έγινε φανερό απ’ την θεσμοθέτηση των ZEP (Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας) το 1981, που σήμερα περιλαμβάνουν 20% των μαθητών όλης της χώρας. Εν συντομία, κάθε αίτημα για ενσωμάτωση δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη απόπειρα αναβίωσης του κοινωνικού πτώματος με περισσότερη φορμόλη.

Οι αντιφάσεις που περιέχει η λογική της ενσωμάτωσης αφορούν επίσης τους ταραχοποιούς, τουλάχιστον ένα μέρος τους, αυτούς που διεκδικούν το να μιλούν οι ίδιοι για λογαριασμό τους. Απ’ τη στιγμή που η εξέγερση έχει γίνει δεκτή με μεγάλη χαρά, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε αν το ξέσπασμά της αντιπροσωπεύει μια θέληση καταστροφής του συστήματος (όπως, σύμφωνα με την ανάλυση των καταστασιακών, συνέβη στην εξέγερση του Watts), ή απλά των ανισοτήτων του, των οποίων ο δομικός χαρακτήρας δεν γίνεται αντιληπτός. Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο, πάντως, καθιστά την πρώτη υπόθεση εξαιρετικά πιθανή: το γεγονός ότι η νεολαία των banlieues θα μπορούσε κάλλιστα να επιβιώνει με άλλα μέσα, π.χ. μέσω του εμπορίου ναρκωτικών και της παράνομης οικονομίας. Ένα απ’ τα καθήκοντα της θεωρητικής κριτικής, ωστόσο, είναι ακριβώς να δείξει ότι μια γενική “ενσωμάτωση” είναι αδύνατη, κι ως εκ τούτου κάθε αίτημα πολιτικών προοπτικών που προέκυψε απ’ το ρήγμα που άνοιξε η εξέγερση, είναι μη-ρεαλιστικό. Με δυο λέξεις, να αρνηθεί τον μονόδρομο της κοινωνικής ενσωμάτωσης ως πανάκεια για την αναπόφευκτη αποσύνθεση του κοινωνικού συστήματος. Όπως είναι αρκετά γνωστό, η δημιουργία του νέου, μπορεί να έρθει μόνο απ’ τον θάνατο του παλιού.

Απρίλης 2006

Εκδήλωση/συζήτηση: Απέναντι στην επιδιωκόμενη λήθη: ανασκόπηση και αποτίμηση των τελευταίων 2 χρόνων

Λάβαμε: 16/02/2022

Εκδήλωση / συζήτηση:
Απέναντι στην επιδιωκόμενη λήθη: ανασκόπηση και αποτίμηση των τελευταίων 2 χρόνων
Αυτοδιαχειριζόμενο Κυλικείο Νομικής (είσοδος από Μασσαλίας)
Σάββατο 19/2, 7μμ
(θα ακολουθήσει πολιτικό καφενείο)
λέσχη ανειδίκευτων
*στο πλαίσιο της πολιτικής δραστηριότητας της Πρωτοβουλίας ενάντια στο Υγειονομικό Απαρτχάιντ

Πυρήνες Άμεσης Δράσης – Ανάληψη ευθύνης για μπαράζ εμπρηστικών επιθέσεων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη

Επανάσταση ή Βαρβαρότητα

Τα τελευταία χρόνια οι μέρες μας γεμίζουν με ειδήσεις θανάτων, με αριθμούς νεκρών, με λέξεις “ειδικών” που διατάζουν γεμάτοι αλαζονεία και έπαρση από την εξουσία που τους δόθηκε. Γεμίζουν με παράλογες διαταγές και εξωφρενικές κρατικές επιβολές. Δε σκοπεύουμε να αναλύσουμε εκτενώς θέσεις για την υγειονομική κρίση. Οι τραγικές ελλείψεις σε ιατρικό προσωπικό, εξοπλισμό και υποδομές, ο “λεκές” των 100 νεκρών τη μέρα, δηλαδή οι ολέθριες συνέπειες δεκαετιών ιδιωτικοποίησης της δημόσιας υγείας. Η προκλητική ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες και τους κολοσσούς της υγείας, το κέρδος των οποίων έχει αγγίξει πλέον ιστορικά υψηλά. Η εκ νέου ανάδυση του μοντέλου των “ισχυρών” κρατών για την αποκατάσταση των καπιταλιστικών ισσοροπιων. Η ισχυροποίηση των κεντρικών εξουσίων και η εμφάνιση μιας νέας κάστας τεχνοκρατών παντός καιρού, με τον ρόλο να αποποιούνται και να συγκαλύπτουν τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού και να μεταφέρουν την ευθύνη για την εξάπλωση του ιού στο εκάστοτε άτομο. Όλα αυτά είναι μερικά μόνο από τα σημεία που διαμορφώνουν τη διαχείρηση της πανδημίας από τα καπιταλιστικά κράτη.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας, τα βασικά ζητήματα που απασχόλησαν τον δημόσιο διαλόγο ήταν γύρω από την δημόσια υγεία, την ψυχική υγεία και τις επιπτώσεις του εγκλεισμού, του κοινωνικού αποκλεισμού όλο και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού, των αυξανόμενων ταξικών ανισοτήτων, του ευρύτερου καπιταλιστικού καταμερισμού των διαθέσιμων πόρων, του ρόλου της επιστήμης και της τεχνολογίας, των πολιτικών δικαιωμάτων και του μειωμένου ρόλου της αστικής δημοκρατίας σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης.

Η υγειονομική κρίση επηρέασε με τρόπο καθολικό τις σχέσεις που συγκροτούν την κοινωνική αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Η αδυναμία του κοινωνικού σχηματισμού να αναπαράξει τους διαμορφωμένους όρους της καπιταλιστικής παραγωγής οδήγησε σε ιδεολογική κρίση το εφαρμοζόμενο μόντέλο νεοφιλελευθερισμού, ενώ παράλληλα, ακολουθώντας το ρητό ότι “για τον καπιταλισμό κάθε κρίση αποτελεί μια ευκαιρία”, λειτούργησε ως βασικό εργαλείο για την οργανωμένη μετάβαση σε μια νέα εποχή. Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση που διεξάγεται είναι η τεραστίων διαστάσεων επιχείρηση διάσωσης ενός συστήματος που βυθίζεται σε αλυσιδωτές κρίσεις δομικού χαρακτήρα. Είναι επίσης η προσπάθεια για τη μετάβαση του καπιταλισμού σε μια νέα φάση του, κάτι που ομολογούν ανοιχτά οι κάθε λογής απολογητές του. Είναι δεδομένο ότι οι αντιθέσεις που αναπτύσσονται μέσα στις κοινωνίες, τα κράτη, τα μεγάλα αφεντικά, θα βρεθούν σε τροχιά αιματηρών σύγκρουσεων τα επόμενα χρόνια. Η εμφάνιση ενός ισχυρού μπλοκ μέσα στις ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις που αποτελείται από τους ιδιοκτήτες των μεγάλων τεχνολογικών κολοσσών, με την καθοριστική δυνατότητα εξαγωγής πολιτισμικής ηγεμονίας, διαμορφώνει μια ιστορική τομή στην οποία το πέρασμα στον νέο καπιταλιστικό σχηματισμό θα καθορίσει καθολικά τις ζωές, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής της κοινωνικής πλειοψηφίας. Στο νέο ολοκληρωτικό καπιταλιστικό κόσμο που αναδύεται, η κατοχή των πληροφοριών (data), θα είναι (σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό από τώρα) ένα μόνο από τα πολλά πεδία κερδοφορίας αυτών των ολιγαρχών, οι οποίοι πέρα από την κατακόρυφη αύξηση των κερδών τους θα συγκεντρώσουν ακόμα μεγαλύτερες εξουσίες στα χέρια τους. Από την άλλη, αυτοί που θα ζόυνε μέσα στις υπερσυνδεδεμένες μητροπόλεις θα μετατρέπονται κυριολεκτικά σε εμπορεύματα πλήρως αξιοποιήσιμα, καθώς δεν θα πωλούν μόνο την εργατική τους δύναμη, αλλά κάθε πεδίο κοινωνικού, προσωπικού, καταναλωτικού, ψυχαγωγικού ενδιαφέροντος, θα είναι μια κερδοφόρα διαδικασία για το κεφάλαιο, θα αποτελούν μια αδιάκοπη ροή δεδομένων. Κάθε κλικ, κάθε πληροφορία που θα ξεκλειδώνεται από τους αλγόριθμούς στις οθόνες τους θα γεμίζει με κέρδος τις τσέπες του παρόχου τους σε ένα ατελείωτο γαϊτανάκι εκμετάλλευσης και απόλυτου ελέγχου κάθε πτυχής της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Μέσα σε αυτή την πολύπλοκη πραγματικότητα που αλλάζει διαρκώς, υπάρχουν ακόμα μερικά ατράνταχτα στοιχεία που μας βοηθούν να εξάγουμε ένα απαραίτητο συμπέρασμα :

“Από τότε που ξέσπασε η πανδημία οι πιο πλούσιοι άνθρωποι του πλανήτη έχουν υπερδιπλασιάσει την προσωπική περιουσία τους. Μόνο στα δύο χρόνια της πανδημίας η αύξηση στην περιουσίας τους ήταν μεγαλύτερη από εκείνη των προηγουμένων 14 ετών. Την ίδια στιγμή ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας αυξήθηκε κατά 160 εκατομμύρια. Επιπλέον αυξήθηκε κατά 13 εκατομμύρια ο αριθμός των γυναικών που έχασαν τη δουλειά τους.”

Ο ταξικός πόλεμος που μαίνεται, αν συνεχίσει να είναι μονομερής, θα μας μετατρέψει σε δούλους των μηχανών τους και των ψηφιακών τους κόσμων. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου.

Ή θα ζήσουμε επιλέγοντας να ρισκάρουμε για να οργανώσουμε τον επαναστατικό πόλεμο εναντίον όλων αυτών των καθαρμάτων και των δομών τους – Ή θα πεθάνουμε στα χερσαία και θαλάσσια σύνορα, στα αστυνομικά μπλόκα και καταδιώξεις στους δρόμους, στις φυλακές και τα ψυχιατρεία τους, στις εργασιακές γαλέρες, στα διαλυμένα νοσοκομεία.

Δεν κινδυνολογούμε. Αντιθέτως, θεωρούμε πως τα αντανακλαστικά της αγωνιστικής κοινότητας παραμένουν πολύ αργά για την εποχή. Η οργουελική πραγματικότητα που εξαπλώνεται με ταχείς ρυθμούς γύρω μας το επιβεβαιώνει. “Νέα εποχή, νέα καθήκοντα”, είχε ειπωθεί κάποτε. Και αν το πρελούδιο αυτής της νέας εποχής είναι ο σύγχρονος κόσμος που αναδύεται στη σκιά της τρέχουσας πανδημίας, τα νέα καθήκοντα των επαναστατικών κινημάτων είναι με συνέπεια, ταπεινότητα και μαχητική διάθεση να οργανωθούν, να εξελιχθούν, να εμπλουτίσουν τον λόγο τους, να στήσουν πολεμικές δομές και να δώσουν αυτή τη μάχη μέχρι τέλους. Σα να είναι η τελευταία. Μια αδυσώπητη μάχη της Επανάστασης ενάντια στη σύγχρονη Βαρβαρότητα.

Φάρος και οδοδείκτης μας είναι οι εργατικοί αγώνες των εργαζομένων διανομέων της Efood, των εργαζομένων της ΛΑΡΚΟ, των εργαζομένων στα Πετρέλαια και τα Λιπάσματα Καβάλας, καθώς και των λιμενεργατών της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά. Στους αγώνες αυτούς οφείλει να αποκτήσει ριζώματα ο λόγος μας, να συμβάλλουμε στη ριζοσπαστικοποίηση των διεκδικητικών κινημάτων, να δείξουμε στην πράξη πως ο καπιταλισμός δεν είναι μονόδρομος.

Κατασκευή του “επικίνδυνου πολίτη”, ή αλλιώς: Η αντι-τρομοκρατία ως η αιχμή του δόρατος της σύγχρονης εξαίρεσης

“Το αυτοάνοσο του βιοπολιτικού σώματος είναι η τρομοκρατία. Ένας εχθρός που δεν έρχεται από έξω, αλλά από μέσα.” – Jacques Derrida

Μιλώντας για την αναδιάρθρωση των σύγχρονων μορφών κρατικής επιβολής, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στη δομική αναγκαιότητα κάθε κυρίαρχης εξουσίας να κατασκευάζει έναν εσωτερικό εχθρό, έναν ανθρωπότυπο του “επικίνδυνου πολίτη”. Ο άνθρωπος ο οποίος εξαιρείται απ’ την κανονικότητα της εκάστοτε συντεταγμένης εξουσίας αποτελεί επιβεβαίωση και μόνιμο δείκτη του ποιο είναι το πραγματικά κυρίαρχο υποκείμενο, αλλά και ποια είναι τα όρια της κυριαρχίας του. Η κυριαρχία αυτή καθορίζεται, πέρα απ’ την κατοχή του μονοπωλίου ως προς την άσκηση βίας, και από την κατοχή του μονοπωλίου της κρίσης για το ποια είναι τα όρια της λεπτής γραμμής που διαχωρίζει την “κανονικότητα” απ’ την “έκτακτη ανάγκη”, το ποιες ζωές αξίζουν ή δεν αξίζουν να βιωθούν.

Οι σύγχρονες στρατηγικές επιβίωσης των εξουσιαστικών οικοδομημάτων απαιτούν μια προληπτική διαχείριση όσον αφορά τον εσωτερικό εχθρό. Ο βιοπολιτικός δείκτης του επικίνδυνου πολίτη σηματοδοτεί και το σημείο του διαχωρισμού από τον κανονικό, από την αναγκαία πλειοψηφία των ανθρώπων δηλαδή οι οποίοι, σύμφωνα με τους μαθηματικούς υπολογισμούς, οφείλουν να έχουν εσωτερικεύσει και να έχουν μετουσιώσει σε κτήμα τους τις κυρίαρχες αξίες και συμπεριφορικά μοτίβα, τα κυρίαρχα παραγωγικά και καταναλωτικά πρότυπα. Κανονικοί πολίτες είναι μόνο όσοι/ες έχουν επιτυχώς ενσαρκώσει το δίκαιο και την ηθική της κυρίαρχης εξουσίας, όσοι/ες εντάσσονται ομαλά και απρόσκοπτα στην παραγωγική/καταναλωτική διαδικασία. Σε μια τέτοια διαδικασία συνεχούς αυτο-αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος, τα σημεία αυτού του διαχωρισμού και η υλική τους αποτύπωση στην πραγματική ζωή (φυλακές, στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, κρατικές δολοφονίες, υπέρβαση των τεχνητών “ανθρωπιστικών” ορίων άσκησης κρατικής βίας σε πορείες ή και άλλα γεγονότα, εκτοπισμένοι μετανάστες, προλετάριοι πλήρως περιθωριοποιημένοι και αποκλεισμένοι απ’ τη δυνατότητα αυτο-αξιοποίησης) είναι αναγκαία -πέραν απ’ τον καθορισμό της ίδιας της κυριαρχίας και των ορίων της- και για την απορρόφηση των όποιων κοινωνικών κραδασμών, για την εγγραφή κάθε κοινωνικής κατάστασης στις θεωρητικές κατασκευές και τα νοήματα της εξουσίας.

Ο εσωτερικός εχθρός αορατοποιείται, αλλά για να μπορεί να οριστεί ως τέτοιος οφείλει πρώτα να παρατηρηθεί και να καταγραφεί. Μπορούμε διαχρονικά να τον εντοπίσουμε στα σώματα των παντελώς υποτιμημένων, εκτοπισμένων και απαξιωμένων απ’ την εργασιακή συνθήκη, των ανθρώπων που δεν μπορούν ή δεν αντέχουν να αυτο-αναπαραχθούν με τους κυρίαρχους όρους, δίνοντας έτσι οξυγόνο στη φλόγα της ανατροπής, καθώς δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Μπορούμε επίσης να τον εντοπίσουμε και να τον προσδιορίσουμε γενεαλογικά στους συνειδητά αντιπαραγωγικούς και εξεγερμένους ανθρώπους, για τους οποίους συντάχθηκαν και προσαρμόστηκαν ιστορικά οι νόμοι εξαίρεσης, και στους οποίους θα γίνει συνοπτική αναφορά με βάση το εγχώριο παράδειγμα: απ’ τους ληστές του 19ου αιώνα (νόμος περί καταδιώξεως και ληστείας – 1871) και τους κομμουνιστές/σοσιαλιστές επαναστάτες του 20ού αιώνα (αναγκαστική εκτόπιση – 1913, διοικητική εκτόπιση – 1926, ιδιώνυμο για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου επί Βενιζέλου – 1929, και μετέπειτα στρατόπεδα συγκέντρωσης, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και κατηγορίες για αντεθνικό έγκλημα), ως τις νεολαιίστικες υποκουλτούρες με στοιχεία αμφισβήτησης του κυρίαρχου παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου (νόμος περί τεντυμποϊσμού – 1959), ως τις πιο καινοφανείς μορφές αντάρτικου πόλης απ’ τη δεκαετία του 60’ και έπειτα, η οποία γέννησε και τον παγκοσμίως πλέον ισχύοντα ανθρωπότυπο του Νεο-Τρομοκράτη (με πολιτικά ή θρησκευτικά κίνητρα), ο οποίος και ενισχύθηκε ιδιαιτέρως μετά τις επιθέσεις της Αλ Καίντα στου δίδυμους πύργους την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Σε αυτή τη βάση είχαν ήδη τεθεί τα θεμέλια ώστε να συνταχθούν οι σύγχρονοι τρομονόμοι, ήδη απ’ τον Ιούνη του 2001, αποτελώντας εν συνεχεία το κατ’ εξοχήν εργαλείο εξαίρεσης του 21ου αιώνα, θωρακίζοντας την καταστολή “με νέες δυνατότητες παρέμβασης και δράσης για όλο και ρευστότερες/ασαφέστερες αιτιολογήσεις, για όλο και μεγαλύτερα διαστήματα, με όλο και χαλαρότερες νομοθετικές δεσμεύσεις”.

Μιλώντας πλέον για τις τακτικές της αντι-τρομοκρατικής εκστρατείας των δυτικών κρατών του 21ου αιώνα, ως την αιχμή του δόρατος του δόγματος της αντι-εξέγερσης, είναι χρήσιμο να αναγνωρίσουμε τους πολύ συγκεκριμένους όρους με τους οποίους εκτυλίσσεται το σύχρονο “κυνήγι μαγισσών”. Όταν η εξουσία ορίζει έναν εχθρό, οφείλει και να τον εντοπίζει υλικά, χωρικά και χρονικά. Όταν έχει εκπαιδευτεί σε μια προληπτική τακτική, οφείλει και να προσδιορίζει τα σημεία στα οποία αυτός ο εχθρός πιθανολογικά/ενδεχομενικά αναδύεται και οργανώνεται. Σύμφωνα λοιπόν με τις ρητορικές των δεξαμενών σκέψης της αντι-τρομοκρατίας, ο εσωτερικός εχθρός που ονομάζεται “αντιεξουσιαστής”, έχει ως πρώτο βήμα του ιδεολογικο-πολιτικού αυτοκαθορισμού του τα σημεία των καταλήψεων/στεκιών και των πανεπιστημίων. Η αναγωγή των παραπάνω σε “ορμητήρια” και σε “φυτώρια” τρομοκρατών, δίνει ένα πρώτο πάτημα στο κράτος για το πού να στρέψει τα κάτοπτρα της προληπτικής καταστολής. Κατά τη ρητορική τους, χτυπώντας τα σημεία όπου “αναδύεται η τρομοκρατία”, θα χτυπήσουν και την ίδια την τρομοκρατία. Έτσι, ακόμα και σε σημειολογικό επίπεδο, η υπεράσπιση των καταλήψεων, των χώρων μας, καθώς και του πανεπιστημίου ως χώρος ασύλου, ως μέρος κοινωνικής και πολιτικής ζύμωσης και ως σημείο όπου οι κατασταλτικές δυνάμεις δύσκολα μπορούν να πατήσουν πόδι, είναι ζήτημα πολιτικής επιβίωσης, ζήτημα υψίστης σημασίας.

Βλέπουμε με σαφήνεια το πώς θεμελιώνεται ένα καθεστώς που ορίζει ολόκληρους χώρους ως “εν δυνάμει” τρομοκρατικούς, εφόσον τολμούν να αμφισβητήσουν με οποιοδήποτε τρόπο το κρατικό μονοπώλιο της βίας και την καπιταλιστική “κανονικότητα”. Το αντι-τρομοκρατικό οπλοστάσιο διευρύνεται, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερες κινήσεις να μπορούν να φασκιωθούν με “άρωμα τρομοκρατίας”. Η ιδεολογική διάσταση της αντι-τρομοκρατικής νομοθεσίας είναι εμφανής, καθώς δείχνει να αρκεί μόνο ο σκοπός ή η απειλή τρομοκρατικής ενέργειας, δίχως να απαιτείται τέλεση αυτής, ενώ επίσης ισχύει και η λογική της συλλογικής ευθύνης, κάτι που μπορεί να περιλαμβάνει ακόμα και τα φιλικά/συγγενικά/ευρύτερα συντροφικά περιβάλλοντα των ανθρώπων που κατηγορούνται ως “τρομοκράτες”. Κατ’ επέκταση, απέναντι σε τέτοιους χώρους το κράτος απεκδύεται πλήρως κάθε “ανθρωπιστικού” προσωπείου, και αυτοδικαιοδοτείται να ασκήσει “όση βία είναι αναγκαία”. Συνεπώς, είναι νομοτελειακά τα βασανιστήρια προσαχθέντων και συλληφθέντων σε διαδηλώσεις, οι ρητορικές περί “μηδενικής ανοχής”, η μιντιακή κατασυκοφάντηση αντιεξουσιαστικών ομάδων, ατόμων, χώρων, δράσεων, οι στημένες δικογραφίες για “εγκληματικές/τρομοκρατικές ενέργειες και οργανώσεις”, οι κάμερες σε σπίτια και τα συστήματα γεωεντοπισμού σε οχήματα συντρόφων και συντροφισσών. Όλα αυτά στρώνουν το κλίμα για την επιδιωκόμενη οριστική μας πάταξη. Και η οριστική μας πάταξη στρώνει το κλίμα για μια δυστοπικά ολοκληρωτική κοινωνική πραγματικότητα που θα έχει ξεμπερδέψει με κάθε πιθανό αντίλογο και ριζοσπαστικά ανατρεπτική προοπτική.

Οι ίδιοι οι κυρίαρχοι λοιπόν μας προσφέρουν απλόχερα τα εργαλεία κατανόησης του πώς διαρθρώνουν τις μεθόδους επιβίωσής τους, πού στοχεύουν και γιατί. Μένει σε εμάς, ως επαναστατικά υποκείμενα, η απόφαση για το αν θα χρησιμοποιήσουμε αυτά τα εργαλεία για να οξύνουμε το θεωρητικό και το υλικό μας οπλοστάσιο ή αν θα τρέχουμε μονίμως πίσω απ’ τις συγκυρίες. Αν θα οργανωθούμε για να υπερασπιστούμε τις σχέσεις μας, τους χώρους μας, τα κεκτημένα μας, τις προοπτικές μας, αν θα πολεμήσουμε για την καταστροφή της ταξικής κοινωνίας, ή αν θα παραμείνουμε εγκλωβισμένοι στους ιδεολογικούς μηχανισμούς της “μη βίας”, των λεκτικών βερμπαλισμών και του αυτοκανιβαλισμού. Από την πλευρά μας, θεωρούμε πως οφείλουμε να ακονίσουμε τις συνειδήσεις, να κατανοήσουμε τι θέση κατέχουμε στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, να αναλάβουμε πολύ συγκροτημένες ευθύνες και αποφάσεις για την πολιτική μας δραστηριοποίηση. Οι σχέσεις και οι ιδέες μας έχουν ριζώματα, και αυτό δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε. Στα διάχυτα κοινωνικά πεδία της κουλτούρας, του δημόσιου χώρου, στις γειτονιές και στους χώρους εργασίας, στην ανα μεταξύ μας συσχέτιση, έχουμε ριζώματα τα οποία δεν μπορούν να εκμηδενιστούν απ’ τις άγαρμπες κινήσεις μιας εξίσου άγαρμπης και γελοίας κυβερνητικής διαχείρισης.

Ας μην ξεχνάμε πως αυτοί που μας πολεμούν το κάνουν απλώς για να επιβεβαιώσουν παντοιοτρόπως την ανωτερότητα και την ισχύ τους εις βάρος οποιουδήποτε ανθρώπου βρίσκεται σε πιο αδύναμη θέση, ενώ εμείς πολεμάμε για να μην υπάρχουν ισχυροί και αδύναμοι, για σχέσεις αλληλεγγύης, αμοιβαιότητας, ισότητας και αξιοπρέπειας. Και αυτό το κίνητρο μας καθιστά άφοβους καθώς, μπροστά στα υπαρξιακά αδιέξοδα και στην επιλογή των μειοψηφικών και συλλογικών μας αγώνων για την Αναρχία, δεν έχουμε πραγματικά απολύτως τίποτα να χάσουμε. Μόνο να κερδίσουμε. Για αρχή ένα πλατύ χαμόγελο πως βαδίζουμε με όλη μας την ενέργεια ενάντια στον γενικευμένο ξεπεσμό της εποχής.

Ο πολυμέτωπος πόλεμος τον οποίο βιώνουμε και στον οποίο συνειδητά λαμβάνουμε θέση μάχης, οφείλει να μας βρει προετοιμασμένους, να οργανωθούμε και σε επιχειρησιακό επίπεδο, να αναγκάσουμε τον κρατικό μηχανισμό να αυξήσει κατακόρυφα το κόστος της αυτοπροστασίας του αστικοδημοκρατικού καθεστώτος, να ωθήσουμε σε πολιτική κρίση οξύνοντας διαρκώς τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς, να κατακεραυνώσουμε την ομαλότητα και την ισορροπία της κοινωνίας τους εμπορεύματος, της εκμετάλλευσης και της δυστυχίας.

Η στρατηγική της προσωπικής στοχοποιήσης την οποία επιλέξαμε να ακολουθήσουμε έχει ως σκοπό να κάνει πράξη το συνθημα “να αλλάξει στρατόπεδο ο φόβος”. Η τοποθέτηση εμπρηστικών μηχανισμών στα σπίτια και στα οχήματα των στόχων που επιλέγονται, στέλνει όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται το μήνυμα πως δε βρίσκονται στο απυρόβλητο, αντιθέτως είναι προσβάσιμοι και ευάλωτοι. Το σύστημα δεν είναι απρόσωπο, στελεχώνεται από ανθρώπους που παίρνουν θέσεις στην ιεραρχία του σε τοπικό ή διεθνές επίπεδο. Η στοχοποίηση αυτών των ανθρώπων είναι η στοχοποίηση των πολιτικών και των σχεδιασμών του συστήματος. Η επαναστατική βία που ασκείται στις ιδιοκτησίες τους έχει χαρακτήρα συμβολικό. Επιδρά κυρίως ως ψυχολογικός πόλεμος και καθορίζεται αντικειμενικά ως μια μικρογραφία ταξικού πολέμου που εκπέμπει τη θέλησή μας να λάβει απολύτως πραγματικές και γενικευμένες διαστάσεις. Όπως πραγματικός και γενικευμένος είναι και ο πόλεμος που μας έχουν κυρήξει.

Το αίσθημα του φόβου είναι ο βασικός παράγοντας που διαμορφώνει όλη τη μαζική χειραγώγηση στον σύγχρονο κόσμο. Είναι ο πολιορκητικός κριός για να επιβληθούν οι σχεδιασμοί των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. H επίκληση του φόβου ως μέθοδολογία πειθούς είναι η προσπάθεια επιρροής της στάσης και της συμπεριφοράς των υποκειμένων μέσω της προβολής όλων εκείνων των καταστροφικών συνεπειών που θα επιφέρει η μη συμμόρφωση με τις προτεινόμενες επιλογές. Η ρητορική κατασκευή του και η διάχυσή του γίνεται μέσω των ΜΜΕ. Βασική στρατηγική της προπαγάνδας της κυριαρχίας είναι να τοποθετήσει τον φόβο στο κέντρο της σκέψης μας, να κατοικοεδρεύει μόνιμα στα μυαλά μας. Να μας κάνει διστακτικούς και απρόθυμους. Να τον μεγιστοποίησει και στο τέλος να μας προσφέρει τις λυτρωτικές προτεινόμενες λύσεις για την αποφυγή του. Λύσεις που αντιπροσωπεύονται από ένα και μόνο όνομα: Συμβιβασμός και Υποταγή. Πίσω όμως από αυτές τις προτεινόμενες λύσεις δεν κρύβονται παρά τα συμφερόντα εκείνων που κατασκεύασαν το φόβο, τα συμφέροντα όσων κατέχουν σημαντική οικονομική και πολιτική εξουσία και όσων τους στηρίζουν ή παρασιτούν υπό τις αγκάλες τους.

Αυτοί που θα νικήσουν ηθικά τον ψυχολογικό πόλεμο του κεφαλαίου και την πλύση εγκεφάλου από τους ιδεολογικούς του μηχανισμούς, θα βρεθούν αντιμέτωποι με το πραγματικό πρόσωπο της εξουσίας του. Με τη βία της εξουσίας και την κρατική τρομοκρατία που, χωρίς προσχήματα, εξαπολύεται από τον αστυνομικοδικαστικό μηχανισμό.

Η στρατηγική του να “αλλάξει στρατόπεδο ο φόβος” αποτελεί θεμελιώδη τακτική επιλογή προκειμένου να επανέλθουμε στο πεδίο της πολιτικής απειλής που μπορεί να δημιουργήσει επιτέλους γεγονότα. Ο δικός τους φόβος αρχίζει από την απειλή ενός ευκρινούς εχθρού που διαθέτει άγνωστες δυνατότητες όξυνσης της δράσης του.

Αυτός ο εχθρός έχει όνομα και λέγεται Αναρχία. Έχει ψυχή και βρίσκεται σε κάθε μέτωπο του κοινωνικού – ταξικού πολέμου. Έχει χιλιάδες πρόσωπα, αυτά των συντροφισσών και των συντρόφων που βασανίστηκαν, δολοφονήθηκαν, φυλακίστηκαν, για έναν καλύτερο κόσμο. Έχει μορφή και είναι οι σκιές των ανθρώπων που ψηλώνουν όταν εξεγείρονται ενάντια στους δυνάστες τους.

Στο όνομα της Αναρχίας και της προσπάθειας των Πυρήνων Άμεσης Δράσης να τη διατηρήσουν ως ενεργή ιστορική δύναμη επίθεσης και εξέγερσης, αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις συντονισμένες εμπρηστικές επιθέσεις σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα:

  • Την εμπρηστική επίθεση στην είσοδο της οικίας του καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και Προέδρου της Διαρκούς Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, Λάμπρου Μαργαρίτη, στη Θεσσαλονίκη, το βράδυ της 6ης Δεκέμβρη. Ήταν ο δικός μας φόρος τιμής για εκείνη την νύχτα που ο θάνατος νίκησε το φόβο.

Ο συγκεκριμένος καθηγητής είναι άμεσα υπεύθυνος για τον “αμερικανικής” εμπνεύσεως νέο ποινικό κώδικα που ψηφιστηκε τον Νοέμβριο, καθώς ήταν ο πρόεδρος στην επιτροπή Τσιάρα που εισηγήθηκε όλες τις προσθήκες στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο.

Λίγες ώρες μετα τη γυναικοκτονία της Καρολάιν στα Γλυκά Νερά τον περασμένο Μάιο, και ενώ το επικρατών σενάριο της στιγμής ήταν πως “αλλοδαποί ληστές αφού έδεσαν τον πιλότο την δολοφόνησαν μπροστά στα μάτια του”, ακούγεται δια στόματος υπουργού ότι θα αλλάξει προς το αυστηρότερο ο ποινικός κώδικας για τα “βαριά” εγκλήματα με αφορμή το συγκεκριμένο γεγονός. Μετά την αποκάλυψη της αλήθειας η αλλαγή στον ποινικό κώδικα “ντύθηκε” και με τον μανδύα του “Me too” ως το “προοδευτικό” προκάλυμα της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης, καθώς στις διατάξεις περιλαμβάνε αυστηροποίηση στις ποινές για βιασμούς και ενδοοικογενειακή βία. Τις επόμενες μέρες συστήθηκε η επιτροπή με επικεφαλής τον Μαργαρίτη που ουσιαστικά διαμόρφωσε έναν ακόμα πιο σκληρό, ακόμα πιο εγκληματικό και ταξικό, ακόμα πιο κατασταλτικό ποινικό κώδικα. Με περιτύλιγμα την αυστηροποίηση του πλαισίου των ποινών στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και αξιοπρέπειας, ο συγκεκριμένος κώδικας είναι στην ουσία του μια ολομέτωπη επίθεση στο αναρχικό/ανταγωνιστικό κίνημα και του φτωχοδιάβολους.

Η περαιτέρω ποινικοποίηση εξεγερτικών εργαλείων (όπως η μολότοφ), η αυστηροποίηση του πλαισίου των ποινών, με ειδική μνεία φυσικά στα αδικήματα στα πλαίσια “τρομοκρατικής” οργάνωσης, καθώς και η παραμονή για περισσότερο χρόνο στις φυλακές μέχρι να εκτίσει το ατόμο την ποινή του, είναι το τρίπτυχο που χαρακτηρίζει τον συγκεκριμένο νόμο. Η νέα πραγματικότητα θα θυμίζει το αμερικανικό “σωφρονιστικό” σύστημα, στο οποίο στοιβάζονται με ρατσιστικά κριτήρια εκατομμύρια φτωχοδιάβολοι, κυρίως αφροαμερικανοί, οι οποίοι περνάνε πολλές φορές και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στις φυλακές.

Το εν λόγω κάθαρμα που χτυπήσαμε είναι ένας από τους πιο άμεσα υπεύθυνους για το παραπάνω έκτρωμα. Είναι άμεσα υπεύθυνος για τον υπερπληθυσμό που θα δημιουργηθεί στις φυλακές. Υπεύθυνος για την αναμενόμενη άυξηση των αυτοκτονιών έγκλειστων ατόμων. Υπεύθυνος για την αύξηση του κανιβαλισμού μεταξύ κρατουμένων. Υπεύθυνος που χιλιάδες φυλακισμένοι/ες θα κάτσουν πολλά χρόνια περισσότερο στα σωφρονιστικά κάτεργα και θα στερηθούν τους αγαπημένους τους ανθρώπους και το αγαθό της ελευθερίας για τόσο καιρό που θα τα έχουν ξεχασεί ανάμεσα στους 4 τοίχους. Ας ειδωθεί αύτη η πραγματικά συμβολική -για τη βαρύτητα των πραξεών του- πράξη του εμπρησμού της εισόδου της οικίας του ως μια προειδοποίηση.

Με το συγκεκριμένο θέμα δεν τελειώσαμε. Για εμάς, κάθε επίθεση στα κεκτημένα με αιματηρούς αγώνες δικαιώματα των κρατουμένων αξιολογείται πολύ σοβαρά, και σε αυτή την κατεύθυνση θα προσπαθήσουμε όσο μπορούμε να το κρατήσουμε ψηλά στις προτεραιότητες των μαχόμενων σχηματισμών που δρουν στο ανταγωνιστικό κίνημα. Τους καλούμε να γίνουν ασπίδα προστασίας στα δικαιώματα των πολιτικών κρατουμένων μέσα στις φυλακές και να στοχοποιήσουν τους άμεσα υπεύθυνους για αύτον τον αναχρονιστικό ποινικό κώδικα που μας γυρνάει πολλές δεκαετίες πίσω.

  • Τις εμπρηστικές επιθέσεις στις οικίες των επικηρυγμένων μπάτσων στη Θεσσαλονίκη, Γιώργου Δεληγιώργη στην οδό Ομήρου 33, Νικόλαου Αμανατίδη στην οδό Αργέντη 12., Αναστάσιου Χαλκίδη στην οδό Μαρασλή 16Α.

Τα ένστολα σκουπίδια έχουν πάρει λευκό χαρτί από το στρατηγείο της κυβέρνησης να ξεδιπλώσουν κάθε εγκληματική διάθεση που έχουν, χωρίς την παραμικρή αναστολή. Οι συνεχείς ξυλοδαρμοί και βασανισμοί, οι πυροβολισμοί εν ψυχρώ, οι κακοποιήσεις σε τμήματα και φυλακές είναι σαφείς ενδείξεις μιας κεντρικής στρατηγικής που δίνει το ελεύθερο σε κάθε ένστολο δολοφόνο να βιαιοπραγεί χωρίς κόστος πάνω στα σώματά μας. Να δέρνει σε διαδηλώσεις, να βασανίζει καταληψίες σε εκκενώσεις χώρων αγώνα, να γκρεμίζει τα σπίτια του αγώνα, να εκτελεί στους δρόμους όποιον δεν υπακούει στα προστάγματα της τάξης και της ασφάλειας. Την ίδια στιγμή που οι μεγαλύτερες γιάφκες εξαγωγής των ειδεχθέστερων κύκλωματων μαστρωπών, κακοποιητών και ναρκεμπόρων είναι οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις.

Αν το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη αξιολογεί τη ζωή και την ελευθερία κάτω από την εικόνα μιας εξουσίας που επιδιώκει να βρίσκεται στο απυρόβλητο, να είναι έτοιμο να αναλάβει το φορτίο των ευθυνών μιας τέτοιας επιλογής. Έχουμε κάνει ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή πως τρέφουμε ιδιαίτερη ευαισθησία για τα ένστολα τάγματα εφόδου που μισθώνει η αστική δημοκρατία για να προασπίσουν το έννομο συμφέρον και την εικόνα της καθεστηκυίας τάξης. Χέρι που θα απλώνεται για να τσακίσει αντιστάσεις, να χτυπήσει απεργούς, να κακοποιήσει αγωνιστές και αγωνίστριες θα τσακίζεται. Θα κόβεται από τη ρίζα. Και η φωτιά θα καίει τη σάρκα του μεχρι να κλείσει κάθε ανοιχτός λογαριασμός με την τυραννία.

  • Την εμπρηστική επίθεση στο σπίτι του “δημοσιογράφου” του ΣΚΑΙ, Δημήτρη Καμπουράκη, στην Αθήνα.

Είναι σύνηθες φαινόμενο όλοι οι θλιβεροί απολογητές του κρατικού μηχανισμού να επικαλούνται την ελευθεριά του λόγου και την προσπάθεια φίμωσής τους όταν στοχοποιούνται για τις βρώμικες υπηρεσίες που προσφέρουν. Ο Καμπουράκης μπορεί να έχει τον τίτλο του “δημοσιογράφου” όμως η σχέση του με την πραγματική δημοσιογραφία διέπεται από εχθρότητα. Συνεπής υπερασπιστής της Νέας Δημοκρατίας του Μητσοτάκη, όντας από τους νεροκουβαλητές του σημιτικού εκσυγχρονισμού, εργάζεται στο επίσημο όργανο προπαγάνδας της, τον όμιλο του ΣΚΑΙ. Ο όμιλος του ΣΚΑΙ αποτελεί το μεταβατικό στάδιο για τους “δημοσιογράφους” που ονειρεύονται πολιτική καριέρα με την Νέα Δημοκρατία. Δεκάδες είναι εκείνοι που αφού εξάσκησαν τις ικανότητες τους στο ψέμμα, την παραπλάνηση, την χειραγώγηση, έκαναν το επόμενο βήμα μπαίνοντας στον πολιτικό στίβο κάτω από την σκέπη της ΝΔ (π.χ Μπάμπης Παπαδημητρίου, Αριστοτελία Πελώνη, Κωνσταντίνος Μπογδάνος, ). Ο Καμπουράκης, έχοντας προσωπικούς δεσμούς με την οικογένεια Μητσοτάκη, επιχείρησε να κάνει και ο ίδιος μια τέτοια απόπειρα πριν τις εκλογές του 2019. Όμως, το αντικειμενικό γεγονός ότι η βλακεία είναι από τις ελάχιστες αρετές του, τον ανάγκασε να παρέμεινει στον πάγκο, παραμένοντας ένας χρήσιμος ηλίθιος που ρίχνει λάσπη για να υπερασπιστεί την πολιτική της κυβέρνησης.

Η “ελευθερία του λόγου” σε ότι αφορά τους δημοσιογράφους που εργάζονται στους μεγάλους τηλεοπτικούς ομίλους είναι η μεγαλύτερη απάτη και το γνωρίζουν αυτό άπαντες. Ελευθερία του λόγου στα ΜΜΕ είναι η υπεράσπιση των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων των ιδιοκτητών τους.

Θα μπορούσε να υπάρξει μια ερευνητική εκπομπή στο MEGA του Μαρινάκη που να αναζητήσει τις αιτίες για τις οποίες όλοι οι μάρτυρες του NOOR 1 έχουν δολοφονηθεί σε διάφορες χώρες; Θα μπορούσαν οι δημοσιογράφοι του ΣΚΑΙ να κάνουν μια εκπομπή για το λαθρεμπόριο του Αλαφούζου ή τις περιβαλλοντικές του παραβάσεις που συνιστούν οικολογικά εγκλήματα; Θα μπορούσαν οι ειδήσεις του STAR να ζητήσουν να αποδοθούν ευθύνες εξαίτίας των ελλιπών μέτρων και των ανύπαρκτων ελέγχων για το “εργατικό ατύχημα” στα διυλιστήρια του Βαρδινογιάννη, με σοβαρά τραυματισμένους και νεκρούς εργάτες πριν λίγα χρόνια; Ερωτήσεις ρητορικές που θα μπορούσαν να γεμίσουν ένα ολόκληρο βιβλίο για την συστηματική συγκάλυψη των εγκλημάτων όλων αυτών των άριστων καθαρμάτων από τους “δημοσιογράφους” υπαλληλίσκους τους.

  • Την εμπρηστική επίθεση στο σπίτι του “συνδικαλιστή” και “ισόβιου” προέδρου του Σωματείου των Ειδικών Φρουρών, Βασίλη Ντούμα στην Αθήνα.

Για το συγκεκριμένο σκουπίδι δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Γνωστός τηλεμαϊντανός, υπερασπιστής και συνένοχος σε όλες τις ακροδεξιές συμπεριφορές και πρακτικές των αστυνομικών οργάνων τα τελευταία χρόνια. Από τη θέση του διορίζει δικηγόρους – λαμόγια σαν τον Κούγια για να υπερασπιστούν τους δολοφόνους συναδέλφους του, με πιο πρόσφατη περίπτωση τη δολοφονία του Νίκου Σαμπάνη από 7 αστυνομικούς της ομάδας ΔΙ.ΑΣ στο Πέραμα. Γνωστός για τη χυδαία ακροδεξιά ρητορική του σχετικά με τις επαναπροωθήσεις και τις δολοφονίες μεταναστών από την ΕΛ.ΑΣ., ένθερμος υποστηρικτής των ταγμάτων εφόδου της ομάδας ΔΕΛΤΑ, σταθερός συκοφάντης του αναρχικού κινήματος και των επαναστατικών πρακτικών. Το τελευταίο διάστημα έπαιρνε σβάρνα τους τηλεοπτικούς σταθμούς για να ασκήσει πίεση στην πολιτική του ηγεσία ώστε να προχωρήσει το εγχείρημα της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας. Το όνειρο του Ντούμα και των συναδέλφων του είναι ένα απόλυτα ελεγχόμενο, αστυνομοκρατούμενο πανεπιστήμιο όπου κάθε ριζοσπαστική φωνή θα καταστέλλεται, κάθε κίνηση θα παρακολουθείται, κάθε είσοδος θα ελέγχεται, κάθε ρηξιακή πολιτική διαδικασία θα απαγορεύεται. Μάλλον ο Ντούμας και οι όμοιοί του έχουν απωθημένο τα χρόνια που η ΕΑΤ- ΕΣΑ μπούκαρε στα πανεπιστήμια, συλλάμβανε και βασάνιζε αγωνιζόμενες φοιτήτριες και φοιτητές στα μπρουντρούμια της. Γι’ αυτό και εμείς έχουμε χρέος στο σήμερα να θυμίσουμε στον Ντούμα και σε κάθε αντίστοιχο νοσταλγό της επταετίας πως, όπως τότε που με αιματηρούς αγώνες εκδιώχτηκαν από τα πανεπιστήμια, έτσι και τώρα η όποια εφαρμογή του νόμου πέρι Πανεπιστημιακής Αστυνομίας θα πρέπει να έχει -και θα έχει- τεράστιο πολιτικό κόστος για τη κυβέρνηση.

Όσο για τα σαλιαρίσματά του στη τηλεόραση το πρωί μετά την επίθεση στο σπίτι του περί φασιστικών πρακτικών από μεριά μας, να υπενθυμίσουμε στον “δημοκράτη” πρόεδρο του σωματείου των ειδικών φρουρών πως δεν είμαστε εμείς αυτοί που δολοφονούν μετανάστες στα σύνορα και Ρομά στο Πέραμα, αλλά αυτός και οι συνάδελφοί του. Δεν είμαστε εμείς αυτοί που βασανίζουν και εξευτελίζουν μετανάστριες κρατούμενες και προσαχθέντες, όπως στο Αστυνομικό Τμήμα Ομόνοιας. Ούτε κρατάμε αιχμάλωτα κορίτσια στο σπίτι μας με σκοπό να τα βιάζουμε και να τα εκδίδουμε, όπως ο συνάδελφός του στην Ηλιούπολη. Ούτε και πουλάμε προστασία σε οίκους ανοχής, παράνομες χαρτοπαικτικές λέσχες και στριπτιτζάδικα, όπως κάνει η πλειοψηφία των συναδέλφων του. Εμείς δεν λαδωνόμαστε από μεγαλεμπόρους ναρκωτικών και λαθρεμπόρους πετρελαίου και καπνού, όπως αυτός και οι συνάδελφοί του. Εμείς δεν καταστέλλουμε ούτε ασκούμε βία στους εργαζομένους, στους φοιτητές, στους πυρόπληκτους, όπως κάνουν οι συνάδελφοί του στις πορείες και στις συγκεντρώσεις. Να του υπενθυμίσουμε πως εμείς ζούμε την εποχή μας με αξιοπρέπεια και με το κεφάλι ψηλά, ρισκάροντας και παλεύοντας για την ελευθερία, ενώ αυτός και οι συνάδελφοί του ζούνε εκλιπαρώντας τα αφεντικά τους μπας και τους πετάξουν ένα μεγαλύτερο ξεροκόμματο στο πάτωμα.

10 – 100 – 1000 Πυρήνες Άμεσης Δράσης

Τον τελευταίο χρόνο δρούμε με συνέπεια σε τακτά χρονικά διαστήματα αντιλαμβανόμενοι την αναγκαιότητα ύπαρξης μαχητικών απαντήσεων στον ολομέτωπο πόλεμο που μας έχουν κηρύξει. Θέλουμε να εμπνεύσουμε περισσότερους συντρόφους και συντρόφισσες να αντιληφθούν τη σημαντικότητα της περιόδου που ζούμε και να βρεθούν με συνέπεια και αφοσίωση στην πρώτη γραμμή της επίθεσης. Μέσω των Πυρήνων Άμεσης Δράσης προσπαθούμε για τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση των δυνάμεών μας σε κοινή στόχευση και στρατηγική, πράγμα αναγκαίο και προωθητικό για τις μαχόμενες επαναστατικές δυνάμεις στη σύγχρονη εποχή. Κομμάτι αυτής της προσπάθειας είναι και η πραγματοποίηση των επιθέσεων στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη τον τελευταίο μήνα. Καλούμε για άλλη μια φορά κάθε σύντροφο και συντρόφισσα που επιζητεί να μετατρέψει τα λόγια του σε πράξεις. Κάθε σύντροφο και συντρόφισσα που πιστεύει βαθιά στην αναγκαιότητα της ύπαρξης βίαιης επαναστατικής δράσης, να οργανώσει Πυρήνες Άμεσης Δράσης για να χτυπήσει το κράτος και το κεφάλαιο, δημιουργώντας παράλληλα συντροφικούς δεσμούς και σχέσεις εμπιστοσύνης.

Στέλνουμε την αμέριστη αλληλεγγύη μας σε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους και κρατούμενες στα ελληνικά κολαστήρια.

Σε όσους και όσες θα βρεθούν το προσεχές διάστημα απέναντι στους δικαστές τους, πληρώνοντας το τίμημα των πολιτικών τους επιλογών. Είμαστε δίπλα σας.

Αλληλεγγύη και δύναμη στον σύντροφο Θάνο Χατζηαγγέλου καθώς και την συντρόφισσα και τον σύντροφο που συνελήφθησαν στην Θεσσαλονίκη στις 08/02.

Απαιτούμε την άμεση απελευθέρωση του συντρόφου Χάρη Μαντζουρίδη, ώστε να μπει ένα τέλος στη σωματική και ψυχική του εξόντωση. Κάθε μέρα παράτασης της ομηρίας του είναι μια ακόμα αφορμή για επίθεση.

Αλληλεγγύη και συνενοχή με όλους τους επαναστάτες πολιτικούς κρατούμενους και κρατούμενες σε κάθε γωνιά του κόσμου.

Διεθνιστικός αγώνας για να τσακίσουμε το ειδικό καθεστώς κράτησης που χτίζουν τα κράτη με τις αντιτρομοκρατικές τους νομοθεσίες για τους μακροχρόνια έγκλειστους. Για τα ανατρεπτικά συντρόφια στη Χιλή, τον Claudio Lavazza στην Γαλλία, τον Δημήτρη Κουφοντίνα στην Ελλάδα, τον Ali Osman Köse στην Τουρκια, για όλους τους αγωνιστές που με νομικά τερτίπια τους κρατάνε αιχμαλώτους επ’ αόριστον στα σωφρονιστικά κολαστήρια.

Για τη Monica Caballero και τον Francisco Solar στη Χιλή, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και δεν του παρέχουν την απαραίτητη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Για τα συντρόφια μας που βρίσκονται αιχμάλωτα στα μπουντρούμια της Λευκορωσίας και της Ιταλίας.

Την αλληλεγγύη μας σε όλους τους αυτοοργάνωμενους χώρους και καταλήψεις που δέχονται επίθεση από το κράτος και υπερασπίζονται με αξιοπρέπεια τα εγχειρήματά τους.

Πυρήνες Άμεσης Δράσης

Αναρχικός Πυρήνας”Santiago Maldonado”

Πηγή: athensindymedia

Ελλάδα: Κείμενο των δύο αιχμάλωτων συντρόφων από τη ΓΑΔΘ

Κείμενο των δύο αιχμάλωτων συντρόφων από τη ΓΑΔΘ

Όταν το καθεστώς εξαίρεσης νομιμοποιείται γύρω σου, τότε το ανάστημά σου ψηλώνει, παίρνεις βαθιές ανάσες γιατί σου χρονομετρούν ακόμη και τον αέρα, για να συνεχίσεις μέχρι το τέλος. Μέχρι τη νίκη.

Τα ξημερώματα της Τρίτης 8/2, πάνοπλες δυνάμεις της ΕΚΑΜ και της αντιτρομοκρατικής εισβάλλουν σε σπίτι στην οδό Αλκινόου 12 στην Άνω Πόλη και μας συλλαμβάνουν. Έχει προηγηθεί ο εμπρησμός του ΙΕΘΠ (Ίδρυμα Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού) ενέργεια την ευθύνη της οποίας δεν έχουμε αποποιηθεί από την πρώτη στιγμή στο μέτρο που αναλογεί στον καθένα μας. Με κουκούλες στο πρόσωπό μας και αλυσίδες στα χέρια μας κρατούμαστε για 28 ώρες απομονωμένοι στα γραφεία της αντιτρομοκρατικής και μετά στα δικαστήρια συναντάμε τα πρώτα συντροφικά βλέμματα. Αλυσοδεμένοι ανάμεσα σε ανθρώπους δίχως πρόσωπα, με το κεφάλι μας ψηλά και με τα χαμόγελα που ξεχειλίζουν από περηφάνεια για ό,τι είμαστε, για ό,τι διώκουν πάνω μας. Το καθεστώς εξαίρεσης συνεχίστηκε και μέσα στα κρατητήρια της ΓΑΔΘ, όπου κάθε φορά που έχουμε επιχειρήσει να παρέμβουμε στη δημόσια κινηματική σφαίρα βρισκόμαστε κλειδωμένοι στα κελιά μας, μια συνθήκη που πήγε να ντύσει η αντιτρομοκρατική κάτω από αυθαίρετες εντολές για γενική κράτηση όλων. Μία συνθήκη που οφείλει να κοπεί από τη ρίζα, καθώς οι λογαριασμοί μας με τους κουκουλοφόρους της αντιτρομοκρατικής αφορούν εμάς τους ίδιους. Ο πόλεμος έχει κανόνες και μια πράξη επαναστατικής βίας είναι μέρος του δικού μας πολέμου. Όμως οφείλουμε να αναδείξουμε από εδώ και πέρα το σύνολο των κινήσεων της αντιτρομοκρατικής που όταν αποπειράται να τσακίσει ανθρώπους και ιδέες, αναζητά μανιωδώς τρεις ανθρώπους για να στηρίξει και να στήσει ποινικά το άρθρο 187Α που αφορά τη σύσταση τρομοκρατικής οργάνωσης. Εμείς κάνουμε τα δικά μας σταθερά βήματα την ίδια στιγμή που η αντιτρομοκρατική προτρέχει μέσα σε ένα παραλήρημα αισιοδοξίας. Το πρωί της Δευτέρας 14/2 ξεκίνησε η δρομολόγηση της υποχρεωτικής λήψης DNA, με πρώτο τον σύντροφο Θάνο να περνάει αυτή την εξευτελιστική συνθήκη. Κι όμως το σχέδιο εξόντωσης συνεχίζεται κατά την επιστροφή του στο κελί που καλείται εκ νέου από την κρατική ασφάλεια αυτή τη φορά. Ο σύντροφος καλείται σε νέα ανάκριση κατηγορούμενος για νέα εγκληματική οργάνωση. Η δικογραφία αφορά την εκκένωση της κατάληψης Terra Incognita τον Αύγουστο του 2020, με κατηγορίες για κατασκευή και κατοχή εκρηκτικών υλών, συμμορία, πλαστογραφία, κλοπή ηλεκτρικής και κάθε άλλης μορφής ενέργειας, περί φωτοβολίδων και πυροτεχνημάτων και νομοθεσία περί όπλων – οπλοχρησία σε συνδυασμό με άλλο έγκλημα.

Θα προσπαθήσουμε να το κάνουμε ακόμα μια φορά ξεκάθαρο, τόσο στους συντρόφους μας, όσο και στους εχθρούς μας, η ειλικρινής στράτευση στο αντιεξουσιαστικό πεδίο είναι μια επιλογή βαθιάς πολιτικής δέσμευσης. Το κράτος μας χτυπάει, μας φυλακίζει, βαφτίζει ανθρώπους ως μέλη οργανώσεων και τρίβει τα χέρια του τυλίγοντας τις ζωές μας σε κόλλες δικογραφιών. Εμείς θα περιοριστούμε στην ταπεινότητα της αδιαλλαξίας. Οι δρόμοι εκκενώνονται από τα σώματα,όχι από τα όνειρα. Μπροστά σε έναν ανήθικο κόσμο που όλοι λιγοψυχούν, οι δικές μας ολόφωτες καρδιές προμηνύουν τους πιο εκκωφαντικούς κρότους. Δύναμη και αλληλεγγύη στον σύντροφό μας Παναγιώτη Καλαϊτζή κι αν η αδιαλλαξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι σιδερόφρακτη, τότε το άλμα άξιζε δέκα φορές περισσότερο. Με την αναρχία στη σκέψη, στη δράση και στις ζωές μας στέλνουμε από καρδιάς το πιο δυνατό μήνυμα αλληλεγγύης στις μαχόμενες κοινότητες αντίστασης.

Θάνος Χατζηαγγέλου

Γεωργία Βούλγαρη

κρατητήρια ΓΑΔΘ, Δευτέρα 14/02/2022

Πηγή: athensindymedia

Ο ιστορικός αγώνας ενάντια σε αυτούς που επιμένουν να συμπλέουν με το ρεύμα της «προόδου»

Εν αναμονή της ανάρτησης της εισήγησης από τη προχθεσινή εκδήλωση της Συνέλευσης ενάντια στη Βιοεξουσία και την Κλεισούρα, στα πλαίσια των μηνιαίων εκδηλώσεων της Πρωτοβουλίας ενάντια στο υγειονομικό Απαρτχάιντ, δημοσιεύουμε κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο που παρουσιάστηκε, τα οποία ρίχνουν φως στο ζήτημα της εργατικής διάστασης του κινήματος ενάντια στον υποχρεωτικό εμβολιασμό των παιδιών για την ευλογιά (anti-vaccination movement) στη Βικτωριανή Αγγλία, και όχι μόνον σε αυτή.
 
Σε αντίθεση με τη βολική προπαγάνδα των εγχώριων αριστερών και «αντιεξουσιαστών» φιλοεμβολιαστών-φιλοτομαριστών που προσποιούνται κιόλας ότι ενδιαφέρονται για τα «εργατικά συμφέροντα», παριστάνοντας μάλιστα τους πολέμιους του «φιλελεύθερου ατομικισμού» σαν όψιμοι «κοινωνιστές» και αυτοαναγορευμένοι υπερασπιστές του «λαού και της κοινωνικής πλειοψηφίας» που διακηρύττουν από εδώ και από εκεί πως είναι, η εξαιρετική έρευνα της Nadja Durbach στα ιστορικά αρχεία αποδεικνύει και αναδεικνύει, εκτός των άλλων, ενδιαφέρουσες πτυχές μιας εργατικής πρακτικής και κουλτούρας αντίστασης για την οποία οι προαναφερόμενοι μάλλον έχουν επιλέξει να μην πάρουν μυρωδιά.
 
Όσον αφορά στην θέση της εργατικής τάξης μέσα στο κίνημα, αυτό, παρότι ήταν διαταξικό,
 
«βρήκε την ισχυρότερη στήριξη σε περιοχές και γειτονιές όπου η εργατική τάξη πλειοψηφούσε. Αν και το Λονδίνο δεν αποτελούσε το κέντρο των αντιεμβολιαστικών κινητοποιήσεων, οι εργατικές περιοχές του Ανατολικού και Νότιου Λονδίνου όπως το Hackney, το Shoreditch, το Bethnal Green, το Mile End και το Southwark ήταν η έδρα διαφόρων αντιεμβολιαστικών οργανώσεων. To σύμπλεγμα των βιομηχανικών πόλεων γύρω από το Manchester, το Sheffield και το Liverpool επίσης αποτέλεσε φυτώριο αντιεμβολιασμού, με πάνω από 35 αντιεμβολιαστικούς συλλόγους.

 

Αν και είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι ταξικές ταυτότητες είναι ρευστές και όχι παγιωμένες, πολλοί ήταν οι αντιεμβολιαστές που αυτοπροσδιορίζονταν ως μέλη της εργατικής τάξης. Εξέφραζαν μια κοινή εμπειρία παραβίασης και εξαναγκασμού του σώματος και κατ’ επανάληψη η δυσαρέσκειά τους αρθρωνόταν με την πολιτική γλώσσα του ταξικού ανταγωνισμού.
Μερικοί εργοδότες απαιτούσαν τον εμβολιασμό όλων των υπαλλήλων τους, απειλώντας τους ότι θα χάσουν τη δουλειά τους [τι πρωτότυπο! Κάπως έτσι έφτασε ο εμβολιασμός κατά του κορωνοιού εδώ και αλλού στο 75% ή στο 90% του πληθυσμού]… Η ανάμιξη των συνδικάτων στο ζήτημα επιβεβαιώνει το εύρος του προβλήματος και τις επιτυχίες της αλληλεγγύης [το αντίθετο δηλαδή από αυτό που γίνεται σήμερα].
Μερικοί αντιεμβολιαστές αυτοπροσδιορίζονταν ως σοσιαλιστές και ανήκαν στο Independent Labour Party. Το Λονδρέζικο τμήμα της Μαρξιστικής Διεθνούς Ένωσης Εργατών (Marxist International Working Men’s Association) επίσης στήριζε τον αγώνα και δημοσίευε αντιεμβολιαστικό υλικό στο έντυπό του, το International Ηerald.»
Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις, όπως ο Henry Hyndman, ηγέτης της Social Democratic Federation, κλασσικό παράδειγμα σοσιαλδημοκρατικής οργάνωσης που είχε αρχίσει να αναπτύσσει μια θετικιστική – εξελικτική – επιστημονικίστικη αντίληψη του εργατικού αγώνα:
«Δεν θέλω να γίνει το κίνημα μια αποθήκη εκκεντρικών, ανθρωπιστών, χορτοφάγων, αντιπάλων της ζωοτομίας και του εμβολιασμού, καλλιτεχνιζόντων κλπ.»
Απόψεις σαν αυτές του Hyndman, είναι πλέον γνωστό πως συνέβαλλαν στον κομφορμισμό, στη διαφθορά και συγκαταλέγονται στις αιτίες κατάρρευσης του ιστορικού εργατικού κινήματος που έσπευσε να κολυμπήσει στο ρεύμα μιας a priori καλοδεχούμενης προόδου, όπως θα καταγγείλει κάποια χρόνια αργότερα ο γνωστός για τις σκοταδιστικές και ανορθολογικές αντιλήψεις του W. Benjamin.
Απεναντίας, μέσα από την ιστορική αναδρομή που πραγματοποιείται στο βιβλίο αναπολήσαμε περιόδους όπου η εργατική τάξη δεν καθόταν με σταυρωμένα τα χέρια, είτε σε τεχνολογικές εξελίξεις που αναδιοργάνωναν την εργασιακή διαδικασία (για παράδειγμα, βλέπε την πάλη του εργάτη ενάντια στην μηχανή που περιγράφει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο) και έθιγαν τα προλεταριακά συμφέροντα, είτε σε (νεοεμφανιζόμενες) ιατρικές τεχνολογίες που επιβαλλόντουσαν από το κράτος για να πειθαρχήσουν και να διαφυλάξουν με τον ευνοϊκότερο για το κεφάλαιο τρόπο τη συντήρηση ενός παραγωγικού προλεταριακού, βιολογικού και κοινωνικού, σώματος (όπως ο εμβολιασμός που περιγράφεται στο βιβλίο που παρουσιάσαμε).
Θυμηθήκαμε, πως οι τότε «ανορθολογιστές» προλετάριοι/ες ήξεραν πολύ καλά, και το έκαναν πράξη, πως κάποιες ιατρικές πρακτικές και ο τρόπος εφαρμογής τους δεν είναι η λογική συνέπεια κάποιας «επιστημονικής/ιατρικής προόδου» αλλά πεδίο σύγκρουσης και αποτέλεσμα των συσχετισμών δύναμης.
Δυστυχώς, οι πρώην οπαδοί της καραντίνας και νυν οπαδοί του εμβολιασμού, αφού φρόντισαν να συμβάλλουν στο να μην υπάρξει σχεδόν καθόλου αντίσταση στη σύγχρονη απόπειρα αναδιοργάνωσης της εργασιακής διαδικασίας στον τομέα της εκπαίδευσης με την εισαγωγή της τηλεκπαίδευσης –και δεν θα μπορούσαν να έχουν κάνει διαφορετικά από την στιγμή που η θαλπωρή του μενουμεσπιτισμού τους το πολύ-πολύ να διακοπτόταν από το ανταγωνιστικό σπορ του μπαλκονοχειροκροτήματος– κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να συκοφαντήσουν ένα τμήμα του προλεταριάτου που έχει όλους τους λόγους του κόσμου να αντιδρά στην επιβολή μιας ιατρικής τεχνολογίας κομμένης και ραμμένης στις ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης, των αφεντικών και του κράτους τους.
Σε ένα επίσης ενδιαφέρον σημείο, στο οποίο αξίζει να σταθούμε γιατί έχει σημασία για την αποκάλυψη της απάτης που πουλάνε οι αυτόκλητοι σωτήρες της υγείας της «κοινωνικής βάσης», η συγγραφέας υποστηρίζει πως,
«οι παλιοί φιλελεύθεροι είχαν την πεποίθηση πως όσο το δυνατόν λιγότερο το κράτος παρεμβαίνει στην διαχείριση των ζητημάτων που προκύπτουν στην κοινότητα και αφορούν στις καθημερινές συνήθειες και συμπεριφορές των ανθρώπων, τόσο το καλύτερο για αυτό όσο και για τους πολίτες του»
ενώ παράλληλα, «η Mary Hume-Rothery (μία πολιτική περσόνα της εποχής που ανήκε σε αυτήν την τάση) επιτέθηκε στο “ψευδο-φιλελεύθερο κόμμα” που πλέον φαινόταν πως είχε εγκαταλείψει τις παραδοσιακές αρχές των ατομικών δικαιωμάτων, της προσωπικής ελευθερίας και του laissez-faire καπιταλισμού»
και αντί αυτού
«η νέα αξιωματική αρχή του φιλελεύθερου κόμματος προέβαλε το συλλογικό καλό και την ασφάλεια της κοινότητας μέσω της κρατικής παρέμβασης».
Μπορεί για αυτούς που θα ήθελαν να φέρουν το καπιταλιστικό κράτος προ των ευθυνών του και να το καταδικάσουν για «εγκληματική διαχείριση της πανδημίας» αυτά να είναι ψιλά γράμματα.
Για εμάς όμως είναι προφανές πως η αντίθεση μεταξύ του ατομικού δικαιώματος στην άρνηση επιβολής μιας ιατρικής πράξης και της συλλογικής ευθύνης της «προστασίας της κοινότητας και της δημόσιας υγείας» αναδύεται ιστορικά εντός της μίας και αυτής φιλελεύθερης πολιτικής παράδοσης και πρακτικής —ως διαμάχη στους κόλπους της φιλελεύθερης κομματικής φράξιας του κεφαλαίου μεταξύ των «παλιών-κλασσικών» φιλελεύθερων που υποστηρίζουν το πρώτο και των «νέων», υποστηρικτών του κρατικού παρεμβατισμού, που τάσσονται με τη διαφύλαξη της υγείας της κοινότητας (του κεφαλαίου).
Άρα, από προλεταριακή σκοπιά μιλώντας, πρόκειται για μια κατεξοχήν ψευδο-αντίθεση, σε αντίθεση με την πολύ υπαρκτή αντίθεση που βγάζει μάτι και έχει εξόχως βλαβερές συνέπειες για τα συμφέροντά μας, αυτήν της διαίρεσης του προλεταριάτου σε εμβολιασμένους-«κοινωνικά υπεύθυνους» και ανεμβολίαστες-«ατομίστριες».
Για τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε το εργατικό αντι-εμβολιαστικό κίνημα στην εδραίωση της έννοιας και των δικαιωμάτων των αντιρρησιών συνείδησης, την κατάργηση των Νόμων για τους Φτωχούς και την εισαγωγή 40 χρόνια αργότερα ενός συμπεριληπτικού Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS) θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία πιο αναλυτικά.
Δεύτερο μέρος

Αφού δείξαμε στο προηγούμενο ομότιτλο ποστ ότι το αντιεμβολιαστικό κίνημα στον δυτικό κόσμο από τον 18ο αιώνα και μετά ΔΕΝ «προέκυψε από ακροδεξιούς, εθνικοφυλετικούς, αντισημιτικούς και συνωμοσιολογικούς κύκλους», όπως ψευδώς ισχυρίζεται η φανατισμένη φιλοεμβολιαστική-φιλοτομαριστική-φιλοκρατική αριστερά και «αντιεξουσία», θα περάσουμε σήμερα σε μια σύντομη παρουσίαση της μετεξέλιξης των θετικιστικών-εξελικτικών-επιστημονικίστικων αντιλήψεων του Hyndman και της σοσιαλδημοκρατίας.

Όλα ξεκίνησαν από την επίσημη δήλωση του Ένγκελς στην κηδεία του Μαρξ: «Όπως ο Δαρβίνος ανακάλυψε τον νόμο της ανάπτυξης της οργανικής φύσης, έτσι και ο Μαρξ ανακάλυψε τον νόμο της ανάπτυξης της ανθρώπινης ιστορίας». Αυτή η κατάφωρη παραποίηση της θεωρίας του συντρόφου του έγινε ένα από τα πιο διάσημα μότο μέσα στην αριστερά του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου.

Ο «υλιστικός εξελικτισμός», η αντίληψη δηλαδή της νομοτελειακής «ανάπτυξης», της «εξέλιξης της ύλης», τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία, χρησιμοποιήθηκε αρχικά από δεξιούς σοσιαλδημοκράτες, όπως ο Hyndman και ο Bernstein, για να υποδηλωθεί η σταδιακή, μεταρρυθμιστική διαδικασία μετάβασης από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, και κατόπιν από αριστερούς σοσιαλδημοκράτες, όπως ο Λένιν, για να υποδηλωθεί η αλματώδης, ανατρεπτική «τομή» της «επαναστατικής» μετάβασης.

Αυτός ο δήθεν επιστημονικός εξελικτισμός συστηματοποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε το 1938 από τον Στάλιν στο έργο του Διαλεκτικός και Ιστορικός Υλισμός. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η «εξέλιξη» συνιστά την κεντρική, την πρώτη έννοια, από την οποία συνάγονται όλες οι άλλες έννοιες και προτάσεις της θεωρίας. Ως «εξέλιξη» νοείται το «νομοτελειακό» και «αναπόφευκτο» πέρασμα από το παλιό στο νέο, από το κατώτερο στο ανώτερο.

Όπως η επανάσταση, έτσι και η συνείδηση και η γνώση συλλαμβάνονται ως διαδικασίες συμφυείς με την «εξέλιξη» της «ύλης». Η εξέλιξη σε ανώτερες βαθμίδες, σε ανώτερα κοινωνικά καθεστώτα συντελείται και ως ανάπτυξη «ανώτερης γνώσης» (βλ. θετικιστική θεωρία της αντανάκλασης της κίνησης της ύλης στον νου). Η «κατάκτηση της επιστήμης», που δεν είναι παρά «γνώση των νόμων της εξέλιξης της κοινωνίας», καθιστά δυνατή τη χρησιμοποίηση των νόμων αυτών για «πρακτικές εφαρμογές» – τσιτάρουμε πάντα από το προαναφερθέν διαμάντι του Στάλιν. «Εφαρμογές» που αφορούν την πολιτικο-κοινωνική ανατροπή με φορέα το «προλεταριακό» Κόμμα. Το τελευταίο έχει την ικανότητα να συνοψίζει την ιστορική αλήθεια δια της «γνώσης» της νομοτέλειας της ιστορικής εξέλιξης (πχ ο Λένιν «ήξερε» το 1917 ότι η «αντικειμενική πορεία της ανάπτυξης» οδηγεί από τον κρατικο-μονοπωλιακό καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, αρκεί το Κόμμα να έθετε το κρατικο-καπιταλιστικό μονοπώλιο «στην υπηρεσία του λαού» – όπως και οι απόγονοί του σήμερα «ξέρουν» ότι «αναπόφευκτα», χάρη στην «επιστημονική εξέλιξη», «έχουμε αυτή τη στιγμή σχεδόν 10 ενεργά εμβόλια [κατά του κορωνοϊού] που εμφανίζουν αντίστοιχα καλά αποτελέσματα»).

Το Κόμμα έχει επίσης την ικανότητα, σύμφωνα με την ίδια πάντα θετικιστική-εξελικτική-επιστημονικίστικη αντίληψη, να δρα υπερβαίνοντας τις κοινωνικο-οικονομικές «καθυστερήσεις» (πχ παραδοσιακές «δεισιδαιμονίες» και «καθυστερημένες» αντιλήψεις και πρακτικές των εργατών και των αγροτών, όπως η αυτοδιάθεση του σώματος και της εργασιακής ικανότητας, ας πούμε), έτσι ώστε να «ανοίγει ο δρόμος στις πρωτοπόρες δυνάμεις της κοινωνίας». Όποιος δεν αναγνωρίζει αυτή την ενεργητική δυνατότητα του «προλεταριακού» Κόμματος, υποκύπτει κατά τον Λένιν, τον Στάλιν και τους μαθητές του σε «χυδαίο υλισμό», ατομικισμό, μικροαστισμό ή «χυδαίο οικονομισμό» (πχ μισθολογικές διεκδικήσεις και διεκδικήσεις ατομικών δικαιωμάτων, όπως η αντίρρηση συνείδησης των αντιεμβολιαστών και των αντιμιλιταριστών).

Σύμφωνα με τον «ιστορικό υλισμό» αυτής της αντίληψης, η ιστορία εκλαμβάνεται ως «εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων», οι οποίες ταυτίζονται με την «εξέλιξη» των εργαλείων και της ανθρώπινης μηχανής (εξού και ο θαυμασμός του Λένιν για την τεχνολογία, τον τεϊλορισμό, την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας υπό μια μονοπρόσωπη διεύθυνση και η, εκ μέρους του συνόλου του «εξελικτικού μαρξισμού», καταδίκη των κινημάτων που αντιτίθεντο στην παραγωγική και πειραματική χρήση των ζώων στα εργαστήρια ζωοτομίας ως «μικροαστικά»).

Η εξελικτική θεωρία των σταδίων δεν αναιρεί μόνο την ανάγνωση της ιστορίας ως ιστορίας της «πάλης των τάξεων»· ούτε συγκαλύπτει απλά την πολλαπλότητα των ιστορικών δυνατοτήτων που είναι εμμενείς στις κοινωνίες που υποτίθεται ότι μελετάει. Με το να τις εντάσσει εκβιαστικά σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία-πρότυπο, με το να μετατρέπει το Κράτος σε αποφασιστικό όργανο της κοινωνικής αλλαγής, με το να ταυτίζει μυστικιστικά την ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας με την κοινωνική επανάσταση της εργατικής τάξης και να διαιρεί την τελευταία τεχνητά σε δύο φάσεις, «αποσπά ταχυδακτυλουργικά από το σημερινό κίνημα την πραγματική χειραφέτηση της εργατικής τάξης και την απωθεί σ’ ένα άδηλο μέλλον» (Καρλ Κορς). Αν και πιο ακριβές θα ήταν να πούμε ότι την ακυρώνει και την καταστέλλει.

Σ’ αυτήν την πρώτη φάση της επανάστασης στη Ρωσία πριν από έναν αιώνα επανεμφανίστηκε ο υποχρεωτικός εμβολιασμός στην πιο βάρβαρη μορφή του. Σε διάταγμα που εκδόθηκε από το Συμβούλιο των Λαϊκών Κομισάριων της Ρώσικης Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας με την υπογραφή του προέδρου Λένιν και του Κομισάριου για την Υγεία Σεμάσκο στις 10/4/1919 και τίτλο «Σχετικά με τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για την ευλογιά» αναφέρεται ότι:

«Οι κάτωθι ομάδες υπόκεινται σε υποχρεωτικό εμβολιασμό:

α. Όλα τα νεογέννητα έως ενός έτους

β. Όλοι οι εισερχόμενοι στα εκπαιδευτικά ιδρύματα κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων των ασύλων και των οικοτροφείων

γ. Όλοι οι εισερχόμενοι στον στρατό ή το ναυτικό

δ. Οι εργάτες και οι υπάλληλοι σε όλα τα επαγγέλματα, τις υπηρεσίες και τα καταστήματα

ε. Όλοι οι εισερχόμενοι στις φυλακές ή άλλους χώρους κράτησης…

Όσοι αποφεύγουν τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για την ευλογιά ή δεν φροντίζουν για τον έγκαιρο εμβολιασμό των παιδιών τους ή των ανήλικων που έχουν υπό την κηδεμονία τους, καθώς και τα ιδρύματα που είναι υπεύθυνα για τον εμβολιασμό του πληθυσμού, υπόκεινται στο κατηγορητήριο των Λαϊκών Δικαστηρίων».

Σύμφωνα με τον σοβιετικό επιδημιολόγο O.V. Baroian ελάχιστα αρχεία κρατήθηκαν σχετικά με τις ακριβείς μεθόδους και το μέγεθος του υποχρεωτικού εμβολιασμού τις δεκαετίες του 1920 και 1930, άρα και για την έκταση της συμμόρφωσης και της αντίδρασης των εργατών και των αγροτών σ’ αυτήν. Η εξήγηση που δίνει ο ίδιος επιδημιολόγος το 1967 είναι ότι αυτό έγινε «για να μην χρησιμοποιηθούν αυτά τα δεδομένα ως καπιταλιστική προπαγάνδα». Παρά την έλλειψη στοιχείων, δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τι περίμενε τους «αρνητές του εμβολιασμού» στην «πατρίδα του σοσιαλισμού», αν σκεφτούμε τις δηλώσεις του Λένιν για τις χιλιάδες μορφές καταγραφής και ελέγχου των «παράσιτων» που πρότεινε να εφαρμοστούν ήδη από τον Δεκέμβρη του 1917:

«Σ’ ένα μέρος θα κλείσουν στη φυλακή καμιά δεκαριά πλούσιους, μια ντουζίνα κλέφτες, μισή ντουζίνα εργάτες που αποφεύγουν τη δουλειά (με τον ίδιο αλήτικο τρόπο, όπως πολλοί στοιχειοθέτες στην Πετρούπολη, ιδιαίτερα στα κομματικά τυπογραφεία). Αλλού θα τους βάλουν να καθαρίζουν τα αποχωρητήρια. Αλλού πάλι, αφού βγουν από το κρατητήριο, θα τους εφοδιάζουν με κίτρινες κάρτες για να τους παρακολουθεί όλος ο λαός, σαν βλαβερά στοιχεία, ώσπου να διορθωθούν. Αλλού θα τουφεκίσουν επιτόπου έναν από τους δέκα ενόχους για παρασιτισμό».

(Ας προσέξουν στις παραπάνω δηλώσεις τόσο οι αντιφασίστες αντιεμβολιαστές όσο και οι εμβολιολάτρες που σπεύδουν να στηλιτεύσουν τη σχετικοποίηση του ολοκαυτώματος ότι οι κίτρινες κάρτες, τα κίτρινα αστέρια, το κίτρινο σήμα στους ελέγχους πιστοποιητικών σήμερα δεν είναι έμπνευση και πρωτοτυπία του ναζισμού).

Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εισήχθη ο υποχρεωτικός εμβολιασμός στη Σοβιετική Ρωσία. Σε μια χώρα που βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο και το ΑΕΠ είχε μειωθεί κατά 60% σε σχέση με τα προπολεμικά δεδομένα, η νέα σοβιετική κυβέρνηση επέλεξε τα φτηνότερα μέσα βελτίωσης της υγείας του πληθυσμού: την προπαγάνδα της «ατομικής ευθύνης» (μέσω διαλέξεων, φυλλαδίων, εκθέσεων, εβδομαδιαίων εκστρατειών υγιεινής προφύλαξης, προσκοπικών διδαχών ενάντια στο κάπνισμα και το ποτό, με θεατρικά έργα όπως η κωμική «Δίκη του [9-14 ετών] Πιονέρου που καπνίζει» κλπ) και, από το 1919 και μετά, τα εμβόλια. Όπως γράφει η ιστορικός Tricia Starks:

«Από το 1920 και μετά, τα ελλείμματα στην αγροτική παραγωγή και τη βιομηχανία, σε συνδυασμό με την αντίσταση στη βίαιη επίταξη σιτηρών, είχε οδηγήσει στην εισαγωγή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ). Αυτή η πολιτική αντικατέστησε την επίταξη με έναν φόρο σε είδος για να ενθαρρύνει την αγροτική παραγωγή και επανεισήγαγε την μικρής κλίμακας καπιταλιστική βιομηχανία, ειδικά αυτήν του τομέα καταναλωτικών αγαθών. Στην περίπτωση του Κομισαριάτου για τη Δημόσια Υγεία, αυτή η πολιτική είχε ως επακόλουθο τη μεταφορά της χρηματοδότησης από την κεντρική κυβέρνηση στις τοπικές κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα το κλείσιμο [νοσοκομείων]. Το μεγαλύτερο μέρος της ιατρικής φροντίδας και των υποδομών συγκεντρώθηκε στις αστικές περιοχές και απευθυνόταν στους εργάτες [αυτών των περιοχών].»

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να γίνει κατανοητή η τότε εστίαση στα φτηνά μέσα της «ατομικής ευθύνης» και των εμβολίων. Φυσικά, η σοβιετική κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την ιατρική φροντίδα και το υγιές παραγωγικό σώμα ως κοινωνικό και πολιτικό κεφάλαιο, αλλά η διευρυμένη αναπαραγωγή του έπρεπε πρώτα να περάσει από φάσεις απαξίωσης κεφαλαίου και «σοσιαλιστικής» πρωταρχικής συσσώρευσης.

Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Όχι μόνο γιατί η περίοδος του «πολεμικού κομμουνισμού» και της ΝΕΠ θυμίζει όψεις της δεκάχρονης πολιτικής των μνημονίων σήμερα, αλλά και για έναν άλλο λόγο. Για να γίνει κατανοητό το θεωρητικό, πολιτικό και ιστορικό υπόβαθρο των πράξεων των νεοσταλινικών που επί δύο χρόνια τώρα (πέρα από τα «Λαέ το χώμα που πατάς, λευτέρωσε ο Άρης και το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ», «Ο λαός σώζει το λαό» και άλλες τέτοιες κνιτιές):

• στηρίζουν την υγειονομική κρατική διαχείριση τς πανδημίας (λοκντάουν, καραντίνες, κοινωνική αποστασιοποίηση, τηλεργασία, τηλεκπαίδευση, υποχρεωτικό, μαζικό και καθολικό εμβολιασμό, δηλαδή τα μέσα που χρησιμοποίησε το κράτος για να διαλύσει τις συλλογικές αντιστάσεις στη μείωση των μισθών και την υποβάθμιση των υπηρεσιών υγείας)

• προσκυνάνε την κυρίαρχη «επιστήμη» και τεχνολογία

• ξαναγράφουν την ιστορία εξαφανίζοντας τις αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες που στο πρώτο λοκντάουν και τους δύο πρώτους μήνες (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2020) του δεύτερου λοκντάουν έσπαγαν τις υγειονομικές ζώνες

• συκοφαντούν όσες αντιστέκονται ακόμα στην υγειονομική αστυνομία ως «ανορθολογικές», «ψεκασμένες» και «ακροδεξιές»

• επικροτούν τις αναστολές – απολύσεις των ανεμβολίαστων υγειονομικών, οι οποίες συμβάλουν στη διάλυση του ΕΣΥ, καθώς και τα πιστοποιητικά υγειονομικών – κοινωνικών φρονημάτων και καλούν σε συγκεντρώσεις εναντίον όσων αντιστέκονται (δηλαδή «ενάντια στην ανορθολογική άρνηση [sic] της πανδημίας που επικαλείται ένα ανύπαρκτο [sic again] ταξικό αντιεμβολιαστικό υποκείμενο») και υπέρ της γενίκευσης του εμβολιασμού, προωθώντας μια πιο δημοκρατική βιοπολιτική διαχείριση της πανδημίας

ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΒΙΟΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ

Πηγή: https://againstbiopowerandconfinement.noblogs.org/post/2022/02/02/historical-struggle/

css.php