Renzo Novatore: Άσματα της Μεσημβρίας

Η Αναρχία, είναι για μένα το μέσο για να φτάσουμε στην ατομικότητα, και όχι το άτομο ένα μέσο για να φτάσουμε στην Αναρχία. Μια τέτοια αναρχία δεν θα ‘ταν παρά μια ακόμα πλάνη. Εάν οι αδύναμοι φαντασιώνονται την Αναρχία σαν έναν κοινωνικό σκοπό, οι δυνατοί πραγματώνουν την Αναρχία σαν το μέσο ανίχνευσης του απείρου της ατομικότητας. Μήπως οι αδύναμοι δεν είναι που δίνουν ζωή – τη ζωή τους – σ αυτήν την κοινωνία που με τη σειρά της γεννά την ιδέα του νόμου; Μα όποιος κάνει την Αναρχία πράξη εχθρεύεται τον νόμο και ζει σε πόλεμο με την κοινωνία. Κι ο πόλεμος αυτός είναι ατέρμονος καθώς με την πτώση του Τσάρου ενθρονίζεται ο Λένιν, με την διάλυση της αυτοκρατορικής φρουράς έρχεται η κόκκινη φρουρά… Ο αναρχισμός σαν μια κληρονομιά ηθική και πνευματική, θα ‘ναι πάντοτε υπόθεση μιας ευγενικής ολιγάριθμης φάλαγγας, και όχι των μαζών ή του λαού. Ο αναρχισμός είναι θησαυρός και ιδιοκτησία μοναδική αυτών των λίγων που αισθάνονται σ’ όλο της το βάθος, να αντηχεί μέσα τους η κραυγή μιας αδιαπραγμάτευτης και απόλυτης άρνησης!

Εγώ ανήκω στην πιο εξτρεμιστική μειοψηφία των αλητών της συνείδησης: Σε μια μειοψηφία «καταραμένη» να μην αφομοιώνεται μα να αδημονεί. Να μην αγαπά τίποτα απ’ όσα είναι ως τα τώρα γνωστά, ν αγνοεί ακόμα και τους φίλους. Απελευθερώνομαι από τα δεσμά της αγάπης για να λυτρωθώ από το μίσος και την περιφρόνηση…

Εμένα δεν με οδηγεί η θέληση των μαζών. Ούτε θρηνώ τους καημούς του λαού. Ούτε πιστεύω στην ευτυχία μιας κοινωνικής αρμονίας. Αφήνω να με παρασέρνει η δική μου ψυχή, πονώ για την δική μου θλίψη, πιστεύω μονάχα στον εαυτό μου, στον δικό μου βαθύτατο πόνο. Έναν πόνο που όμοιό του δεν νιώθει κανείς παρά εγώ που τον αγαπώ. Τον αγαπώ πέρα από το μίσος και την περιφρόνηση των ψεμμάτων της ανθρωπότητας. Έτσι αγαπώ ακόμα και τον πόνο μου. Όπως κάθε τι αληθινά δικό μου. Όπως τις ιδανικές μου ερωμένες, όπως τους άγνωστούς μου αδερφούς, όπως τα αγέννητα μου παιδιά.

Ε λοιπόν, ακόμα ονειρεύομαι! Ακόμα… Ονειρεύομαι μια μεγαλειώδη εξέγερση όλων των χρωμάτων που ξεθωριάζουν στην μακροχρόνια προσμονή. Ονειρεύομαι το δαιμόνιο ξύπνημα όλων όσων ζουν ναρκωμένοι… πρέπει να σταθούμε ικανοί ν’ ανάψουμε τους λύχνους μες την νύχτα!…κοιτάξτε τους κενταύρους του θανάτου που καλπάζουν μεταφέροντας τους τραγικούς ήρωες που χλώμιασαν στην μακρά προσμονή τους: κοιτάξτε τα πνεύματα της Εξέγερσης και της ’Aρνησης που τώρα χορεύουν κυριεύοντας τον κόσμο!- Και τώρα;

Τώρα δεν μένει παρά να ουρλιάξουμε το τραγικό ΌΧΙ! της δικής μας εξέγερσης. Για την πραγμάτωση της δικής μας, πλέριας ατομικότητας. Για την κατάκτηση της ελευθερίας μας. Για την απόλυτη κυριαρχία της δικής μας μοναδικής ζωής. Γιατί εμείς – οι αλήτες της συνείδησης -…

Είμαστε οι αξεχώριστοι αδερφοί της Εξέγερσης και της ’Aρνησης!

ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

Σε καιρούς δυστοπικών αδιεξόδων, μοναδική διέξοδος η συνέχιση των αγώνων

Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επιχείρησης κατατρομοκράτησης του παγκόσμιου πληθυσμού, στο πλαίσιο ενός ιστορικού συνεχούς αντίστοιχων πρακτικών από κράτος και συνεπώς, από κάθε λογής κεφάλαιο κι αφεντικά, κάθε πτυχή της καθημερινότητας δισεκατομμυρίων ανθρώπων βομβαρδίστηκε από τον φόβο και τον θάνατο. Η τρομολαγνεία από τα καθεστωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και κάθε λογής πολιτική βιτρίνα, είχε ως αποστολή την παραπομπή με πολεμική ορολογία, σε μια διαρκή «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Να σημειωθεί πως η επίκληση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης συνιστά ιστορικά πάγια τακτική του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς αυτές αποτελούν ιδεατό περιβάλλον υποβολής κι επιβολής της υποδούλωσης. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της επίθεσης που έχει εξαπολυθεί τα δύο τελευταία χρόνια (σε συνέχεια όλων των προηγούμενων καπιταλιστικών κρίσεων κι αναδιαρθρώσεων) ως «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», δεν είναι πλέον η εξαίρεση αλλά ο κανόνας.

 

Η προσπάθεια επιβολής της εξουσίας είτε με τη χρήση ωμής βίας είτε εξελίσσοντας τις τεχνικές ελέγχου και πειθάρχησης, δεν είναι κάτι καινούργιο. Η επίθεση ενάντια στη συλλογική και κοινωνική μνήμη, η τυφλή υπακοή κι η απαίτηση για πλήρη έλεγχο που ξεκινάει από τον δημόσιο χώρο και τις κοινωνικές σχέσεις και φτάνει μέχρι το σώμα του καθενός και καθεμιάς ξεχωριστά, δεν μπορεί παρά να έχει στόχο την πλήρη απονεύρωση των αντιστάσεων απέναντι στην κάθε είδους εξουσία.

Ειδικότερα, το κράτος, επιδιώκοντας να εξαφανίσει κάθε εξεγερτική σπιθαμή, εμπλούτισε την κατασταλτική του καμπάνια στη διάρκεια της τελευταίας διετίας, επιτιθέμενο στους νευρώνες της αναρχικής παράδοσης, ιδεολογικής ροής και ριζοσπαστικής μάχης δεκαετιών γύρω απ’ το ευρύτερο κέντρο της Αθήνας, το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια, γύρω από τις πλατείες, τους πεζοδρόμους και τους δρόμους, φτάνοντας μέχρι και τις υπόλοιπες γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Η επίθεση από την κυριαρχία, στον αναρχικό χώρο και τις δομές του, εκεί που χτυπά ο σφυγμός της αντιπαράθεσης ενάντια στους λακέδες του κράτους κι εκεί που τσακίζονται οι μπάτσοι κι οι φασίστες, εντάσσεται στον διαχρονικό πόλεμο μεταξύ ζωής και θανατηφόρου εξουσίας.

Όλα κατακτώνται μέσα από την πάλη. Όλα μπορούν να αλλάξουν μόνο μέσα από την επιμονή μας για αναρχικό λόγο και δράση. Η αδιάκοπη ιστορία των συγκρούσεων και των κέντρων των αγώνων μας, εκεί που συναντώνται άτομα και συλλογικότητες με το όραμα ενός άλλου κόσμου, παραμένει ζωντανή μέσα από την υπεράσπιση των τόπων και των αδιαπραγμάτευτων χαρακτηριστικών και προταγμάτων μας για ριζική εξάλειψη κάθε εξουσίας και κηδεμονίας, αλλά και μέσα από την οργάνωση των αντιστάσεων και την επίμονη πρόκληση εξεγερσιακών γεγονότων. Το στερέωμα των ακηδεμόνευτων αγώνων έρχεται και ριζώνει με απελευθερωτική ορμή, όταν οι ανάγκες κι οι συνειδήσεις πραγματώνονται σε πραγματικό χρόνο και χώρο.

Εκεί, μπορεί να προκληθεί το όραμα μιας ελεύθερης συνεννόησης διάφορων μορφών συλλογικοποίησης, για να καταργήσουν στην πράξη κάθε μορφή ιδιοκτησίας. Την ανάγκη πραγμάτωσης δηλαδή μιας μορφής συλλογικής διαχείρισης των αγαθών και των εδαφών με συγκεκριμένους τρόπους χρήσης τους. Ένας αγώνας που θα φέρει, όσο γίνεται, πιο κοντά αυτές τις στιγμές κατά τις οποίες δε θα ανήκει τίποτα σε κανέναν/μία/α κι όλοι/ες/α θα προσπαθούν για τη γενική χρήση των υλικών αγαθών με τέτοιο τρόπο, ώστε να προάγεται η γενική/συνολική ικανοποίηση, καταργώντας στην πράξη το κράτος κι εξαλείφοντας τη δημιουργία οποιασδήποτε μορφής νέου κράτους και κάθε κοινωνικής σύμβασης εκμεταλλευτή – εκμεταλλευομένου/ης.

περί πειθάρχησης

«Είμαστε σε πόλεμο», έσπευσαν να διακηρύξουν διάφοροι εκπρόσωποι της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής ελίτ αλλά και του ιατρικού ιερατείου, στις απαρχές της εμφάνισης της «πανδημίας» του covid-19 -η ειρωνεία είναι πως είμαστε όντως πάντα σε πόλεμο, και με όρους ενόπλων συγκρούσεων, σ’ όλη τη διάρκεια της «μεταπολεμικής» περιόδου, και την τελευταία διετία λ.χ. από τον πόλεμο στην Υεμένη και τις επιθέσεις στη Ροζάβα, μέχρι τη σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 2020 και την τρέχουσα εμπόλεμη κατάσταση Ρωσίας-Ουκρανίας. «Αυτό το διάγγελμα μού θυμίζει το πρώτο που έκανα το 1940, με τη βοήθεια της αδελφής μου», είπε η βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ και τελείωσε με το στίχο ενός τραγουδιού της εποχής, «θα συναντηθούμε ξανά». «Θα ζήσουμε το Περλ Χάρμπορ της εποχής μας, τη δική μας 11η Σεπτεμβρίου, μόνο που δε θα συμβεί σε ένα συγκεκριμένο σημείο, θα συμβεί σε ολόκληρη τη χώρα», δήλωσε ο επικεφαλής της υπηρεσίας δημόσιας υγείας των ΗΠΑ, ενώ ο πάπας Φραγκίσκος αποφάνθηκε ότι «οι πληγές που προκλήθηκαν στην ανθρώπινη οικογένειά μας από την πανδημία της covid-19 και το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής είναι συγκρίσιμες με εκείνες που προκαλεί μια παγκόσμια σύρραξη».

Η εξομοίωση της «πανδημίας» μ’ έναν παγκόσμιο πόλεμο: πρόκειται, φυσικά, για ένα τεράστιο ψεύδος με προφανή σκοπιμότητα. Εφόσον η «πανδημία» χαρακτηρίζεται «παγκόσμιος πόλεμος», εφόσον ο φόβος παγώσει κάθε κριτική σκέψη, τα εθνικά κράτη αλλά κι οι κάθε λογής υπερεθνικοί οργανισμοί, εμφανίζονται να δικαιούνται να πράξουν οτιδήποτε για την αντιμετώπιση του «εχθρού». Μ’ άλλα λόγια, ο παγκόσμιος πληθυσμός μπαίνει στο επίκεντρο ενός πειθαρχικού μηχανισμού που στοχεύει στον αυστηρό έλεγχο της κυκλοφορίας των σωμάτων με εργαλεία, έκτακτες νομοθεσίες κι απαγορεύσεις, εγκλεισμό, περιορισμούς κι ιατρική τρομοκρατία. Στη μεσαιωνική Αγγλία, η εντολή Habeas Corpus, δηλαδή, «Φέρτε μου το σώμα», είτε του βασιλιά είτε του δικαστή, απαιτούσε να προσαχθεί ενώπιόν τους ένας κρατούμενος και να αιτιολογηθεί η κράτηση, αλλά επίσης εξέφραζε την απόλυτη εξουσία στη ζωή και τον θάνατο των υπηκόων.

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση κινείται κι η κυριαρχία στην εποχή μας, μέσω του ελέγχου των έσχατων «λεπτομερειών» της ανθρώπινης ύπαρξης, με την ψηφιακή οργάνωση των επιτηρήσεων και των αποκλεισμών, των διαχωρισμών, των ελέγχων και βέβαια, με την επιβολή κανονιστικών κυρώσεων, όπως αυτά έχουν ήδη εδραιωθεί στην πορεία των ετών από το κράτος.

Οι απαγορεύσεις που επιβλήθηκαν στον παγκόσμιο πληθυσμό αλλά κι η επιτήρηση των μετακινήσεων με αφορμή την «πανδημία», συνδέθηκαν εξαρχής από τους ίδιους τους εμπνευστές τους με τη «νέα πίστη στο κράτος», που δήθεν απαιτεί η «κατάσταση εξαίρεσης». Τα εμβολιασμένα άτομα βαπτίζονται οι νέοι νομιμόφρονες, καθίστανται δήθεν προνομιούχα, χαρακτηρίζονται σεβαστικοί πολίτες, υπεύθυνοι/ες/α, με υψηλή ενσυναίσθηση του κοινωνικού καθήκοντος. Τα μη εμβολιασμένα άτομα, αντίθετα, λοιδωρούνται, χαρακτηρίζονται αντικοινωνικά, ανεύθυνα, εγκληματίες, απειλούνται, προπηλακίζονται ή εκβιάζονται με κάθε τρόπο.

Οποιαδήποτε αντίρρηση στις απαιτήσεις κράτους και ειδικών για πλήρη συμμόρφωση ακόμα και στα πιο παράλογα «υγειονομικά» μέτρα, βαπτίζεται ανορθολογισμός κι επιστροφή στον σκοταδισμό. Κάθε μορφής αμφισβήτηση εντάσσεται και κατηγοριοποιείται ως θρησκόληπτης κι ακροδεξιάς προέλευσης. Η «ανεύθυνη» κυκλοφορία των σωμάτων ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται όχι μόνο ποινικά κολάσιμη, όχι μόνο ηθικά αποκλίνουσα αλλά ακόμα και ψυχιατρικά. Η δε ιατρικοποίηση της πολιτικής εμφανίστηκε όλο και περισσότερο αφοσιωμένη στη «θεραπεία» των πολιτών από κινδύνους για τους οποίους συχνά υπεύθυνες είναι οι δημόσιες συναθροίσεις και διαμαρτυρίες.

Ο πρωταρχικός σκοπός του κράτους είναι ο έλεγχος κι η καταστολή του πληθυσμού. Πάντοτε δρούσε προς αυτή την κατεύθυνση, προετοιμάζοντας το έδαφος για την ολοκληρωτική μας πειθάρχηση. Ειδικά, τις τελευταίες δεκαετίες, αυτές οι προσπάθειες έχουν ενταθεί, κάνοντας μάλιστα ιδιαίτερη χρήση των νέων τεχνολογιών. Κάμερες σε κάθε δρόμο να καταγράφουν όλες τις κινήσεις, ηλεκτρονική διαρκής παρακολούθηση μέσω κινητών τηλεφώνων (ειδικά smartphone) και social media, σκαναρίσματα στοιχείων με διάφορες αφορμές (πιο πρόσφατο και τρανταχτό παράδειγμα, το πιστοποιητικό εμβολιασμού), ιδιαίτερα αυξημένες αστυνομικές περιπολίες, εξοπλισμός και δημιουργία ειδικών μονάδων στον τομέα της καταστολής, φυλακές υψίστης ασφαλείας κι αρκετά ακόμη, είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί το κράτος για να μας ελέγχει και να μας καταστέλλει. Μέσα σε όλο αυτό το περιβάλλον, θαυμάσια ευκαιρία για το κράτος αποτέλεσε η covid-19, μια ευκαιρία που δε θα μπορούσε να περάσει ανεκμετάλλευτη για κανέναν λόγο. Έτσι, όλα όσα ετοιμάζονταν καιρό ή προχωρούσαν σταδιακά, πλέον επιταχύνθηκαν ραγδαία.

Θα πρέπει να επισημάνουμε σε κάθε τόνο, ότι η επιβολή μιας «κατάστασης εξαίρεσης» εκ μέρους των κρατών, δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα, είτε με τη στενή είτε με την ευρεία έννοια, καθότι αποτελεί μια βαριά κληρονομιά που αφήνουν οι εξουσιαστές στην πορεία των διάδοχων διαχειρίσεων των κρατικών υποθέσεων. Η απόλυτη συνύφανση της ασφάλειας (υγειονομικής ή άλλης) με το κράτος, δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών σχετικά με τις προθέσεις αυτών των σχεδιασμών. Η απόλυτη πειθάρχηση που απαιτείται, υποδηλώνει και το μέγεθος των εξουσιαστικών προσδοκιών: ο καταναγκασμός κι η υποχρεωτικότητα, καθώς κι η επιβολή οποιουδήποτε «συμφώνου ασφάλειας», απαιτεί την άνευ όρων εκχώρηση της φυσικής ελευθερίας του ατόμου με αντάλλαγμα την προστασία του κράτους. Πώς θα επιτευχθεί, όμως, η γενική υπακοή χωρίς τη χρήση ωμής δύναμης, αφού σ’ αυτή μπορεί κάλλιστα να προταχθεί αντίσταση; Μα φυσικά, με την οργάνωση ενός πειθαρχικού συστήματος, που στρέφεται προς την ίδια τη βούληση, μια διαδικασία εθελοδουλίας.

επιστήμη

Η αντικειμενικότητα της επιστήμης είναι ένα αφήγημα που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από πολιτική σκοπιά. Η επιστήμη προβάλλεται διαχρονικά ως κάτι το αντικειμενικό, ως κάτι το «καθαρό». Είναι πλέον η αποκλειστική οδός για να φθάσουμε στην αλήθεια, μιαν αλήθεια επίσης μοναδική και αντικειμενική. Όμως, διαχρονικά και πάλι, η επιστήμη δεν είναι αμόλυντη από κοινωνικές επιρροές. Από την γέννησή της έως και σήμερα, αντανακλά το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα εντός του οποίου ασκείται. Η αντικειμενικότητα της επιστήμης είναι τελικά ένα αφήγημα που δρα προς το συμφέρον του κράτους. Στην covid εποχή που διανύουμε, με βάση αυτό το αφήγημα, επιτυγχάνεται η κοινωνική συναίνεση. Δεν πρόκειται για ένα κράτος που θέλει να ελέγχει και να επιβάλλεται όλο και περισσότερο. Πρόκειται για ένα κράτος που επιστρατεύει τα αναβαθμισμένα μέσα που διαθέτει, για να συμμαχήσει με την (αντικειμενική) επιστήμη στον πόλεμο κατά του αόρατου εχθρού. Άλλωστε, σε μία τέτοια συμμαχία, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Η έννοια του «ειδικού»-της αυθεντίας, παρουσιάζει επίσης μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον. Οι ειδικοί προβάλλονται κι αυτοί σαν αντικειμενικοί και κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας. Η αλήθεια αυτή δεν είναι άλλη από την επιστημονική αλήθεια. Για την καθιέρωση του απόλυτου χαρακτήρα τής εν λόγω αλήθειας, ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι ο καπιταλισμός μοιράζει απλόχερα την άγνοια κι όχι τη γνώση. Οι διάφοροι επιστημονικοί κλάδοι χαρακτηρίζονται πλέον από μια διαρκώς αυξανόμενη εξειδίκευση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ο λόγος που παράγουν, να γίνεται όλο και πιο δυσνόητος για τους μη ειδικούς. Επομένως, η επιστημονική γνώση-αλήθεια προορίζεται για τους κύκλους των ειδικών, ενώ η άγνοια για τις μάζες. Οι μάζες βέβαια, καλούνται να υιοθετήσουν αυτή την αλήθεια, μολονότι, πιθανότατα δεν την κατανοούν. Επιπρόσθετα, καλούνται ή εξαναγκάζονται και να ενεργήσουν με βάση αυτή την αλήθεια. Καταλήγουμε, λοιπόν, στην αφομοίωση μιας στάσης η οποία δρα επίσης προς όφελος του κράτους. Η στάση αυτή εκφράζεται τέλεια στην φράση: «είστε ειδικοί; αφού δεν είστε, μη μιλάτε!». Απόψεις μη ειδικών δεν έχουν αξία. Η κριτική βαφτίζεται με μεγάλη ευκολία συνωμοσιολογία, όταν προέρχεται από «ανειδίκευτα» υποκείμενα. Όποια/ος/ο δεν εντάσσεται στην επιστημονική κοινότητα, δεν έχει δικαίωμα να αμφισβητεί και … το κράτος προελαύνει! Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί πως ιστορικά, τόσο στα συμβούλια φυλών, πολεμιστών, κυνηγών, ψαράδων και της τεράστιας παραμελημένης -σκοπιμότατα- συμβολής των γυναικών, όσο και στον πρώιμο ελληνορωμαϊκό κόσμο, πουθενά οι «ειδικοί» δε γίνονται αποδεκτοί σε ζητήματα που αφορούν όλη την κοινότητα/κοινωνία, στον βαθμό που αυτό συμβαίνει στην εποχή της νεωτερικότητας και δη, σήμερα.

Είναι, λοιπόν, έκδηλο πως η εξύψωση της επιστήμης σε κάτι το αμερόληπτο κι ουδέτερο αποπολιτικοποιεί τον χαρακτήρα που αυτή έχει σήμερα. Ένδειξη της εν λόγω αποπολιτικοποίησης, αποτελεί η αδιαφορία ή η αφέλεια με την οποία συχνά αντιμετωπίζονται τα κίνητρα της επιστήμης. Πολλές θα δηλώσουν πως η επιστήμη είναι στο κάτω-κάτω εδώ, για να μας σώσει ή να κάνει τη ζωή μας καλύτερη. Πολλοί θα πουν πως ο στόχος της είναι ίσως το κέρδος, εντούτοις κι εμείς θα ωφεληθούμε από όσα δημιουργεί. Τέτοιες απόψεις είναι επικίνδυνα απλοϊκές. Αντί περαιτέρω ανάλυσης για τα κίνητρα της σύγχρονης επιστήμης, παρατίθεται ένα παράδειγμα.

Βασικός και μεγάλος χρηματοδότης για το (τύπου mRNA) εμβόλιο της εταιρίας Moderna, είναι η DARPA (defence advanced research projects agency – υπηρεσία έρευνας προηγμένων αμυντικών προγραμμάτων). Πρόκειται ουσιαστικά, για τον τεχνολογικό βραχίονα του αμερικάνικου στρατού. Η DARPA ασχολείται με εφαρμογές που φέρνουν τον όρο δυστοπία όλο και πιο κοντά στην ανθρωπότητα. Ο δε αμερικάνικος στρατός έπαιξε κεντρικό ρόλο σε μια άλλη υπόθεση υποχρεωτικού εμβολιασμού, όταν ανάγκασε τεράστιο αριθμό στρατιωτών να εμβολιαστεί κατά του άνθρακα. Μεγάλος αριθμός στρατιωτών εμφάνισε συμπτώματα πολύ επιβαρυντικά για την υγεία του. Ας μείνουμε όμως εδώ από άποψη γεγονότων κι ας υποβάλουμε δύο πολύ σημαντικές ερωτήσεις σχετικά με τα κίνητρα που αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο. Πρώτον, υπάρχει περίπτωση ο αμερικάνικος (ή οποιοσδήποτε άλλος) στρατός να νοιάζεται για την υγεία μας; Δεύτερον, όταν εμπλέκονται τέτοιου είδους οργανισμοί, είναι απίθανο να υπάρχουν ιδιοτελή κίνητρα τα οποία ξεπερνούν την παραδοσιακή λογική του κέρδους;

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως η απόλυτη ή/και τυφλή εμπιστοσύνη στη σύγχρονη επιστήμη (άλλωστε, η επιστήμη κατά μία ιστορική έννοια, συνιστά την οργανωμένη, συστηματική και διαρκή αμφισβήτηση κάθε προϋπάρχουσας αυθεντίας), δίχως να μας προβληματίζουν τα κίνητρά της, είναι μια στάση που από πολιτική άποψη, στερείται βάθους. Πέρα από το ρηχό της χαρακτήρα όμως, η στάση αυτή μάς απομακρύνει από έναν αναρχικό τρόπο σκέψης. Διότι εδώ έχουμε να κάνουμε με κρατικές πολιτικές, που καμουφλάρονται χρησιμοποιώντας την ιδέα της «καθαρής» επιστήμης. Σε μια τέτοια συνθήκη, οφείλουμε ως αναρχικές/οί/ά να επιδεικνύουμε τον αυτονόητο σκεπτικισμό και να φέρνουμε στο προσκήνιο τις αυτονόητες αμφιβολίες.

[αναρχία κι επιστήμη]

Από τις απαρχές της αναρχικής σκέψης, υπάρχει μια έντονη κριτική απέναντι όχι στην ίδια την επιστήμη αλλά στην προσπάθεια εκείνων που τη λατρεύουν σα θεό, παραχωρώντας στους ειδικούς προνόμια και δικαιώματα, εξουσία κι έλεγχο, επιβάλλοντας ουσιαστικά κι αυταρχικά, νόμους στη ζωή, στο όνομα της επιστήμης. Ο Mikhail Bakunin τόνιζε, «τι κρίμα θα ήταν να είναι η ανθρωπότητα σκλάβα των ειδικών! Δώστε τους την απόλυτη εξουσία και θα αρχίζουν να εφαρμόζουν πάνω σε ανθρώπινα όντα τα ίδια πειράματα που οι επιστήμονες κάνουν σήμερα σε κουνέλια και σε σκύλους. Η ζωή θα έσβηνε κι η ανθρώπινη κοινωνία θα μετατρεπόταν σε μια βουβή και δουλική αγέλη! Η κυριαρχία της επιστήμης πάνω στη ζωή δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα παρά μόνο την αποκτήνωση του ανθρώπινου γένους. Εκείνοι που υπερασπίζουν την κυριαρχία της επιστήμης πάνω στη ζωή, υπερασπίζουν όλοι την κρατική ιδέα και την κρατική εξουσία.» Ο Bakunin ως αναρχικός, θεωρούσε ότι όσο υπάρχει το κράτος, θα υπάρχει η κυριαρχία της/ου μιας/ενός πάνω στην/ον/ο άλλη/ον/ο που οδηγεί στην υποδούλωση. «Κράτος χωρίς υποδούλωση δεν είναι νοητό και γι’ αυτόν τον λόγο, είμαστε εχθροί του κράτους», τόνιζε. Στη σημερινή εποχή τα λόγια του, ηχούν επίκαιρα παρά ποτέ.

το τέρας του «εξευγενισμού» κι η βιοτεχνολογική μητροπολιτική του τρόμου

Ο εξευγενισμός, gentrification, όπως πρωτοαναφέρθηκε από την κοινωνιολόγο Ruth Glass το 1964, είναι ο όρος που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την κοινωνικοχωρική-περιβαλλοντική µεταβολή της συνοικίας του Ίσλινγκτον στο δυτικό Λονδίνο, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, σύμφωνα με τα εργασιακά και οικιστικά συμφέροντα της κρατιστικής επιβολής.

Το σχέδιο είναι απλό: «υποβαθμισμένες», «υπανάπτυκτες», «παρηκμασμένες» περιοχές πρέπει να «εκσυγχρονιστούν», γιατί ο κόσμος πάει «μπροστά», γιατί η «ανάπτυξη» είναι το παν, γιατί η εμπορευματική αξία, το εμπόρευμα είναι ο βασικός ρυθμιστής της σύγχρονης αστικής ζωής μέσα από την πειθάρχηση και τον έλεγχο, μέχρις ότου οι περισσότεροι των μη συνεργάσιμων κι αδιάφορων στα εξουσιαστικά συμφέροντα κατοίκων, ανθρώπινων και μη, να εκτοπιστούν και να αλλάξει ο συνολικός κοινωνικός και περιβαλλοντικός χαρακτήρας των περιοχών.

Φαινόμενα που θυμίζουν εξευγενισμό συναντώνται σποραδικά κυρίως από τον 19ο αιώνα. Ωστόσο, η συστηματική ανακατασκευή κι αποκατάσταση των κέντρων των πόλεων εντοπίζεται στη μεταπολεμική εποχή και μετά. Οι πολιτικές «εξευγενισμού» παρουσιάζουν διαφορές ανάλογα με τις χρονικές περιόδους. Άλλοτε οι «εξευγενιστές» (gentrifiers) είναι ιδιώτες που υπόσχονται την πλήρη αναγέννηση μιας περιοχής κι άλλοτε είναι οι ήδη υπάρχοντες ιδιοκτήτες που πιέζουν για την αναβάθμισή της, άλλοτε το κράτος ανοίγει τα χαρτιά του παίζοντας φανερά το παιχνίδι του «Μέγα Εξευγενιστή» με βίαιες εκτοπίσεις των κατοίκων, ανθρώπινων και μη, κι άλλοτε πάλι κρυμμένο πίσω από τους ιδιώτες, παίζει εξίσου βρώμικα.

Επιπλέον, στον 19ου αιώνα, το ζήτημα της υγείας από την παλιά αντίληψη επικεντρωμένη στον ασθενή, μετατρέπεται σε μια αντίληψη υγείας ως απλώς απουσία της ασθένειας. Έτσι, η ασθένεια εμφανίζεται στους δρόμους των πόλεων, εισχωρεί στα εσωτερικά των κατοικιών τους και μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την υγεία του ατόμου, στην υγεία των πληθυσμών και των τόπων της ασθένειας. Μια αναδυόμενη μητροπολιτική σκέψη που εκτοπίζει και με αυτόν τον τρόπο, ό,τι είναι «εκτός σχεδίου πόλης», ως δυνητικά υποψήφιο προσαρμογής στις υγειονομικές μεθοδεύσεις της. Οι «μιαρές» φτωχογειτονιές του 19ου αιώνα σταδιακά θα έδιναν τη θέση τους σε «υγιείς» ομοιόμορφες σειρές από σπίτια και δρόμους ενός οικιακού δομημένου χώρου, με πρόσχημα το συμφέρον του εργαζόμενου κόσμου. Ακολούθως, στη δεκαετία του 1980, στη Νέα Υόρκη, ο όρος εξευγενισμός μετατρέπεται σε αναζωογόνηση (revitalization), διογκώνοντας μια συγχρονισμένη επίθεση βοηθούμενη από τον τύπο και τα ΜΜΕ και προβάλλοντας μια «αριστοκρατία γαιοκτημόνων» των δημοσίων χώρων, με «ενάρετους σκοπούς» (χορηγίες, φιλανθρωπίες κλπ.). Αυτή η αποικιοκρατικού τύπου τακτική εξελίσσεται σε μια συνεχή «εξημέρωση» και τυποποίηση όλων των μορφών ζωής που εξαπλώνεται παγκοσμίως. Τώρα πια, τα σύγχρονα μοντέλα ζωής επιβάλλουν τη βίαιη εισχώρηση συσκευών νανοτεχνολογίας στα σώματα και την αντικατάσταση ώριμων δέντρων από μηχανικές συσκευές φιλτραρίσματος του αέρα ή τη γενικευμένη χρήση υβριδικών δέντρων.

Από το 2010 περίπου και μετά, βλέπουμε το κράτος ν’ αναλαμβάνει όλο και περισσότερο το ρόλο του επιχειρηματία-manager µε συμπράξεις δημοσίου – ιδιωτικού τομέα, καθώς επίσης δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιχειρηματική ενεργοποίηση της λεγόμενης «δηµιουργικής τάξης». Πιο συγκεκριµένα, η αποκαλούμενη «δηµιουργική τάξη», η οποία έχει αντικαταστήσει τον όρο των «εξευγενιστών», περιλαµβάνει άτοµα που έχουν υψηλό επίπεδο «γνώσεων και ικανοτήτων» και καλούνται να λύσουν προβλήματα ενσωματώνοντας καινοτόμες λύσεις, στρατηγικές κι ιδέες, µε βασικό χαρακτηριστικό της εργασίας τους, «την ευελιξία, την ευπλαστότητα και την κινητικότητα». Στη δηµιουργική τάξη συμπεριλαμβάνονται αυτοί/ές/ά που παραδοσιακά θεωρούνται «δημιουργικοί/ές/ά»: καλλιτέχνες, ηθοποιοί, μουσικοί, συγγραφείς αλλά κι αυτοί που ονομάζονται «γνωστικοί εργάτ(ρι)ες», µε άλλα λόγια, προγραμματιστές Η/Υ, μηχανικοί, designers, εργαζόμενοι/ες/α στα media, ακαδημαϊκοί, φοιτητ(ρι)ες/ά κτλ. Πρόκειται για άτοµα που έχουν ως βασικά χαρακτηριστικά της εργασίας τους τη δημιουργία νέων µορφών προϊόντων, στρατηγικών, ιδεών, θεωριών, δίνοντας έμφαση στη δημόσια σφαίρα της ζωής (public life) και όχι φυσικά στην κοινοτική ζωή (community life).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, βλέπουμε την τελευταία δεκαετία, και τη συρρίκνωση όλων των πιο ανεξάρτητων καλλιτεχνικών φωνών και την απόλυτη κυριαρχία των ιδρυμάτων, όπως το Νιάρχος κι η Στέγη του Ωνάση, όπου αλέθουν και συνθλίβουν όλες τις νέες τάσεις και ρεύματα που κάνουν την εμφάνισή τους στην πόλη της Αθήνας, κάτω από την εικόνα του «πρωτοπόρου», ενώ στην πραγματικότητα είναι μεγάλα super markets και malls «καλλιτεχνικών» εμπορευμάτων και κονιορτοποιητήρια ιδεών. Στην εποχή covid-19, αυτά τα ιδρύματα κι ο κόσμος της τέχνης που συμμετέχει σε αυτά, απέδειξαν ξεκάθαρα ότι ενισχύουν την κυρίαρχη ιδεολογία των αποκλεισμών, των διακρίσεων, του ελιτισμού και του βιοτεχνολογικοποιημένου πολιτισμού της πειθαρχίας και του ελέγχου.

Ταυτόχρονα µε τη ρητορική για τη «δηµιουργική τάξη» που κατοικεί στη «δηµιουργική πόλη» όλο και περισσότερο, αναπτύσσονται οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές του λεγόµενου “city branding”. Σύμφωνα με αυτές τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές παγκοσμίως, η Αθήνα πρέπει κι αυτή να αποκτήσει “city branding”, να γίνει δηλαδή μια ανταγωνιστική πόλη με «ταυτότητα» που να μπορεί να λανσάρει τον εαυτό της στους επενδυτές.

Οι παραπάνω ορισμοί και περιγραφές καταδεικνύουν ότι οι φορείς του εξευγενισμού είναι οι επεκτατικές τάσεις του κεφαλαίου και των συνεργατών του, οι οποίες εκτοπίζουν τους παλαιότερους και συνήθως, οικονομικά ασθενέστερους κατοίκους της πόλης. Ωστόσο, εμπλέκονται όλο και περισσότερο στοιχεία της κυρίαρχης κουλτούρας κι αισθητικής, το αποκαλούμενο lifestyle, καθώς επίσης αλληλοδιασταυρώνονται στις διαδικασίες εξευγενισμού τα πολλαπλά συστήματα εξουσίας και διακρίσεων µε βάση το φύλο, την εθνότητα, το χρώμα, την τάξη, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, το είδος κτλ. Όπως πολύ στοχευμένα αποτυπώθηκε τον Ιούνιο του 1988, στην Νέα Υόρκη, για τον αγώνα του Tompkins Square Park, «ο εξευγενισμός είναι γενοκτονία».

Λίγο πριν το 2020 και με αφορμή την covid-19, το ενδιαφέρον των εξευγενιστών δεν περιορίζεται μόνο στις εξωτερικές συνθήκες ζωής, αλλά εφευρίσκει τρόπους να διεισδύσει στα πιο απομακρυσμένα κομμάτια του εσωτερικού των σωμάτων, φτάνοντας να μετατρέπει σε δημόσιες συζητήσεις και πολιτικές αποφάσεις, όχι μόνο τις γεννήσεις, τις εκτρώσεις ή τις στειρώσεις αλλά και τον έλεγχο των κυττάρων, του dna κλπ., επεκτείνοντας συνάμα την έννοια της ιδιοκτησίας κι εξαλείφοντας κάθε ίχνος αυτοδιάθεσης, αυθορμητισμού ή αυτοοργάνωσης. Τώρα πια τίποτα δεν ανήκει σε κανένα, γιατί όλα είναι μια απέραντη ιδιοκτησία του κράτους, των εταιριών, των συνεργών τους και κάθε ρουφιάνου που καιροφυλακτεί για ένα κομμάτι από τα κλεμμένα του πλανήτη.

Γι’ αυτό το βρώμικο ξεκαθάρισμα, στην περίπτωση της ελληνικής επικράτειας κι αργότερα, με αφορμή την υγειονομική καταστολή, βρήκαν ανοιχτότερο το πεδίο κι έχουν μπει στο παιχνίδι διάφορες εταιρείες με απευθείας αναθέσεις από το κράτος. Η προμετωπίδα όλων φυσικά, είναι η ανώνυμη εταιρεία «ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΑΘΗΝΑΣ Α.Ε.» που ιδρύθηκε το Μάιο του 2018 επί ΣΥΡΙΖΑ, με πρόεδρο τον Ν. Μπελαβίλα, και συνεχίζει ακάθεκτη επί ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, με πρόεδρο τον Κ. Μπακογιάννη, έχοντας αναλάβει τον συντονισμό, τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό και την υλοποίηση αναπλάσεων εντός των ορίων του δήμου Αθηναίων, ιδίως στο κέντρο της πόλης, με έμφαση στις περιοχές του Εμπορικού Τριγώνου και των Προσφυγικών της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ακολουθούν διάφορες ιδιωτικές εταιρείες, όπως η PRODEA Investments που έχει αναλάβει τη μελέτη και το έργο ανάπλασης του λόφου του Στρέφη, η UNISON, που είναι μια εταιρεία για όλες τις βρωμοδουλειές κι έχει αναλάβει το σύνολο των χώρων πρασίνου, ανάμεσά τους τον λόφο Φιλοπάππου, τον Λυκαβηττό και τα Τουρκοβούνια κ.ά. Φυσικά, αρκετές ακόμη στριμώχνονται στην πόρτα του Μπακογιάννη και του Μητσοτάκη, παρέχοντας εκδουλεύσεις, προκειμένου να πάρουν λίγη πίτα από το ταψί, όπως οι εταιρείες Αττικό Μετρό και ΑΒΑΞ που για τα εργοτάξια του μετρό ισοπεδώνουν 62.000 τ.μ. και ξεριζώνουν 2.500 δέντρα, κι η Politis Technologies, μέλος του Ομίλου Πολίτη, που μέσα από το πρόγραμμα «Υιοθέτησε την Πόλη σου» του δήμου Αθηναίων, «φύτεψε» συσκευές μείωσης ρύπων, θεωρώντας ότι η καθεμιά αντιστοιχεί σε 7,5 ώριμα δέντρα.

Επιπρόσθετα, πρέπει να αναφερθεί κι ο νόμος για τα «ζώα συντροφιάς» που στα επιμέρους στοιχεία του (χρηματικά πρόστιμα, τσιπάκια, πιστοποιητικά μετακίνησης, έλεγχοι dna) παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τους νόμους έκτακτης ανάγκης από την περίοδο του λοκντάουν κι έπειτα, και συναινώντας σ’ αυτόν, δεν υποβιβάζονται κι εξολοθρεύονται μόνο τα ελεύθερα μη ανθρώπινα όντα, αλλά εμμέσως σηματοδοτείται κι η συναίνεση στον υποβιβασμό κάθε ελευθερίας των ανθρώπων.

Αυτά τα φαινόμενα παγκοσμίως, πάντα με πρόσχημα την ασφάλεια, την ανάπτυξη και την υγεία, κρύβουν με τυχοδιωκτικές παραλλαγές μια πολυειδισμική θεωρία, κρατιστικής, πατριαρχικής κι ανθρωποκεντρικής προέλευσης. Εξαφανίζουν «ανεπιθύμητα» φυτά, «αδέσποτα ζώα» κι ανθρώπους, θεωρώντας τα περιθώριο της μητροπολιτικής γεωγράφησης. Αορατοποιούν άσπιτα, άνεργα, εξεγερσιακά υποκείμενα καταλήψεων, άτομα με λίγα ή χωρίς χρήματα κι όλα όσα συνολικά αρνούνται ένα πολύ συγκεκριμένο κι ασφυκτικά μεθοδευμένο τρόπο ζωής, υποδεικνύοντάς τα επιπλέον ως βασικά υπεύθυνα για την αισθητική κι ηθική κατάπτωση των πόλεων. Θέματα ασφάλειας, υγείας, επενδυμένα με ρατσιστικά σχόλια, αναδύονται ως επιχειρήματα για μια επιστροφή των «καθαρών» περιοχών στα χέρια των «ευυπόληπτων-πιστοποιημένων» πολιτών της. Παράλληλα, η έννοια του «κανονικού» καθορίζει το ορθόν και πρέπον, ενώ η έννοια του στατιστικού «μέσου όρου» αναδεικνύει μια μετριότητα που επιδέχεται και χρειάζεται ασταμάτητα βελτίωση. Έτσι, εν μέσω κορονοϊού, αυξήθηκαν οι γυναικοκτονίες, οι στειρώσεις ζώων. Τα ελεύθερα ζώα εξαφανίζονται-δολοφονούνται μαζί με τους/τις/τα μετανάστ(ρι)ες/ά, τους/τις/τα ρομά, (η τηλεκπαίδευση ενισχύει την αορατότητά τους) και μαζί, εξαφανίζονται όλοι «οι άνθρωποι χωρίς χαρτιά και πιστοποιήσεις».

Η αυθόρμητη κι ελεύθερη διάδραση όλων των οργανισμών που αλληλοεπιδρούν στα περιβάλλοντα τα οποία συνθέτουν τη ζωή του πλανήτη, γίνεται εκμετάλλευση στα χέρια των ειδιστών-κρατιστών, δημιουργώντας νέες κατηγορίες με αιχμή την ψευδαίσθηση του «ανώτερου ανθρώπινου είδους» και του «τέλειου περιβάλλοντος». Πρόκειται για έναν πόλεμο που εξελίσσεται μέσα από την πανικόβλητη κίνηση των τρομοκρατημένων πληθυσμών. Αυτό φάνηκε καθαρά στην εποχή covid-19, με την ευλαβή τήρηση του αποκλεισμού (λοκντάουν), της κοινωνικής αποστασιοποίησης και των εξαναγκαστικών ιατρικών πράξεων που μάλιστα δικαιολογήθηκαν ως «ατομική ευθύνη» και «ταξικό καθήκον».

Αυτή η κυριαρχική πολιτική σε στενή συνεργασία με την επιστήμη και την τεχνολογία, συνεχώς, κατηγοριοποιεί σε είδη και διατηρεί καταχρηστικά το δικαίωμα να επιλέγει την ενίσχυση κάποιων υβριδικών αναμείξεών τους, σύμφωνα με δουλοκτητικά κριτήρια. H δικαιολογία της διεκδίκησης ή της ύπαρξης δικαιωμάτων των ανθρώπινων και μη όντων, ιδίως πια στην covid-19 εποχή, αποδεικνύει το πραγματικό της πρόσωπο, διαχωρίζοντας τα πάντα σε κατηγορίες προνομιούχων και μη. Άλλωστε, από την εποχή των επαναστάσεων ουσιαστικά, υπήρχε η προσδιδόμενη ταυτότητα του «υπό όρους πολίτη» στο όνομα της δημοκρατίας. Τα υπόλοιπα έμβια ή άβια -επίσης συγκάτοικοι του πλανήτη- που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, περιθωριοποιούνται, απομονώνονται, αορατοποιούνται, λες κι υπάρχουν σε ένα «ερημικό νησί» που συμβολίζει τη φύση ως κενό ή στην καλύτερη, ένα απομακρυσμένο θέαμα -όπως κατάντησαν τα πάρκα κι οι πλατείες των πόλεων, τα απαλλοτριωμένα από ζωή κτίρια των καταλήψεων ή οι δήθεν «υποβαθμισμένες» γειτονιές. Όλα μεταμορφώνονται σε νεκρά σημεία ενός άλλου νοσταλγικού παρελθόντος, αφού κατάντησαν αποσπασμένα κι αποικιοκρατούμενα κομμάτια του σαρωτικού μητροπολιτικού επεκτατισμού.

Κάτω από τις δεδομένες συνθήκες έχει καταστεί ολοφάνερο ότι το κάθε κράτος, το κάθε σύνορο, η κάθε πειθάρχηση, οδηγούν στην εξαφάνιση της οποιασδήποτε μορφής ελευθερίας κι αυτοδιάθεσης. Εξόντωση των αρνητών εξαναγκαστικών ιατρικών πράξεων, υποχρεωτική επιβολή των βιοτεχνολογικών μεταλλάξεων κι υβριδισμών, διάλυση κάθε χώρου κοινωνικοποίησης, χρήση ενός απόλυτου κι ολοκληρωτικού μοντέλου πολιτισμού κι αισθητικής. Τελικά, ολική εξαφάνιση κάθε ελεύθερου περιβάλλοντος ή ελεύθερα περιπλανώμενου όντος, για τη συνολική υποδούλωση της ζωής σε κινήσεις μόνο μέσω ψηφιακών πιστοποιητικών και βιοτεχνολογικών ελέγχων, μέσα σε αυστηρά αποστειρωμένους χώρους.

Απέναντι στα σχέδια λεηλασίας των τόπων και των ζωών μας,

να γίνουμε οι γκρεμιστές μαζί κι οι χτίστες.

Για την εξέγερση και την ολική απελευθέρωση σε όλα.

αντιπατριαρχικός λόγος και δράση

Η σχέση των φύλων ιδωμένη από τη δική μας ματιά, προκύπτει ως αναγκαιότητα απέναντι σε έναν δήθεν φεμινισμό διαμεσολαβημένο από την επίσημη αφήγηση. Η λογική του δικαιωματισμού αφορά μια σχέση που αναγνωρίζει και σέβεται την ύπαρξη εξουσίας και κράτους, από το οποίο μάλιστα διεκδικεί χωρίς να γνωρίζει αν θα υπάρχει θετική ανταπόκριση, την παροχή με νομική κατοχύρωση δικαιωμάτων, πάνω σε θέματα που θεωρεί ότι υπάρχει κάποιο έλλειμα ή διαχωρισμός. Για μας, το πρόβλημα είναι η αναπαραγωγή υπαγωγών και διακρίσεων που ξεκινά από το κράτος κι αναπαράγεται μέσα στην ίδια την κοινωνία· η αύξηση της βίας και της υποτίμησης ως καθρέφτισμα της διάχυτης κοινωνικοπολιτικής συνθήκης. Επομένως, ενώ στεκόμαστε δίπλα και μέσα στους αγώνες όσων προσπαθούν να βελτιώσουν τους όρους της ζωής τους και να εξαλείψουν τη διάκριση που υπόκεινται, εναντιωνόμαστε στην ίδια την εξουσία που πολλές φορές αναγνωρίζει το πρόβλημα και ψεύδεται ότι προσπαθεί να το επιλύσει ως ο προστάτης των υπεξουσίων· γίνεται εκπρόσωπος μιας ορθής πολιτικής με έμμεσο σκοπό την κανονικοποίηση (την ένταξη δηλαδή στο σύστημα με συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις), τη χειραγώγηση και τον διαχωρισμό του κοινωνικού συνόλου αλλά και των αγώνων.

Ποια θα μπορούσαν να είναι τα πεδία συνάντησης των επιθυμιών μας απέναντι σε υποδεικνυόμενους ρόλους που κλέβουν την αλήθεια των προθέσεών μας; Θα ήταν εφικτό να δημιουργηθούν «τόποι» επανεξέτασης των διαχωριστικών μεταξύ μας γραμμών; Να συγκροτηθούν οι τρόποι που θα επέτρεπαν το ξετύλιγμα κάθε ύπαρξης σε μια κατεύθυνση αλληλοσυμπληρωματικότητας κι όχι αλληλοκατανάλωσης; Ποιους δρόμους ανοίγοντας, θα οδηγούσαμε στον συντροφικό σεβασμό, κι όχι στην αμοιβαία λεηλασία σωμάτων, με αιχμή την εξόντωση θηλυκοτήτων; Ως αναρχικές, δεν επιθυμούμε προστάτες, γιατί γνωρίζουμε ότι η ίδια η εξουσία και το κράτος είναι αυτά που τρέφουν την πατριαρχική κοινωνία που ζούμε. Τα σώματά μας είναι δικά μας, οι αγώνες μας θα είναι αδιαμεσολάβητοι, χωρίς ιεραρχήσεις της καταπίεσης και πέρα από κάθε ανθρωποκεντρική λογική που ενισχύει το κυρίαρχο μοντέλο του ισχυρού δυτικού λευκού άντρα, πέρα από επίπλαστα δικαιώματα και κρατιστικές λογικές. Στόχος μας είναι, όχι να πάρουμε στα χέρια μας ένα μερίδιο της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, να γίνουμε δηλαδή καταπιέστριες στην θέση των καταπιεστών, αλλά η ολοκληρωτική αντιμετώπιση με άμεση δράση και λόγο, κάθε εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, μέχρι την ολική απελευθέρωση σε όλα.

βιομηχανικές επαναστάσεις

Μέσα στις πάμπολλες αντινομίες κι αντιφάσεις που δημιουργεί ο καπιταλισμός, μπορούμε να διακρίνουμε και το εξής ειρωνικό: τα τελευταία 250 χρόνια, κάθε φορά που το καπιταλιστικό σύστημα έφτανε στο σημείο να οξύνει την επίθεσή του προς τα εκμεταλλευόμενα κομμάτια της κοινωνίας, με αιχμή την τεχνολογική πρόοδο, αυτό ονομαζόταν «βιομηχανική επανάσταση». Με τον όρο αυτό, τα αφεντικά επέλεξαν να ονοματοδοτήσουν αλλιώς το μετασχηματισμό των κοινωνικών κι εργασιακών σχέσεων, τον ολοένα και μεγαλύτερο περιορισμό της ανθρώπινης ελευθερίας, την ολοένα και μεγαλύτερη εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος.

Ο όρος «4η βιομηχανική επανάσταση» βρίσκεται εδώ και χρόνια στον λόγο των κυριάρχων, περιλαμβάνοντας από την τεχνητή νοημοσύνη, τις βιοτεχνολογίες και τη γενετική, μέχρι το διαδίκτυο των πραγμάτων (internet of things) και τα κρυπτονομίσματα. Ο παράγοντας covid φαίνεται σαν την «τέλεια καταιγίδα» που παρουσιάζει μια μεγάλη ευκαιρία: τεράστια κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού σε κατάσταση απομόνωσης και περιορισμού, απόλυτα εξαρτώμενα από την τεχνολογία, προκειμένου να επικοινωνήσουν, να εργαστούν ή να διασκεδάσουν, επομένως, πλήρης νομιμοποίηση των τεχνολογιών ελέγχου στο όνομα της προάσπισης της δημόσιας υγείας κι ακόμα μεγαλύτερη ψηφιοποίηση σχεδόν κάθε πτυχής της ανθρώπινης δραστηριότητας, φτάνοντας μέχρι τη μαζική εφαρμογή στον πληθυσμό των «εμβολίων mRna».

O Klaus Schwab, εξουσιαστής/επικεφαλής του παγκόσμιου οικονομικού φόρουμ, περισσότερο γνωστός για τα λεγόμενά του περί της «μεγάλης επανεκκίνησης» (the great reset), δίνοντας το στίγμα αυτής της νέας καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, είχε πει σχετικά: «δε θα αλλάξει αυτά που κάνουμε, αλλά αυτό που είμαστε».

υποχρεωτικός εμβολιασμός και «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων»

Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός περιορίζει την ήδη περιορισμένη (μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία) αυτοδιαχείριση των σωμάτων μας· κι η αυτοδιαχείριση των σωμάτων μας είναι αδιαπραγμάτευτη. Τον τελευταίο λόγο για τη ζωή και τον θάνατό μας, θα τον έχουμε εμείς, κι όχι το κράτος κι οι φαρμακομαφίες που αυτό υπηρετεί. Άλλωστε, ο εμβολιασμός (αν κι εφόσον και για όσο πιάσει τόπο) είναι ένα μέσο ατομικής προστασίας. Υπ’ αυτή την έννοια, ο εμβολιασμός είναι ή μάλλον θα έπρεπε να είναι μια προσωπική υπόθεση. Προσωπική υπόθεση κι όχι ταξικό καθήκον. Από πού κι ως πού, άραγε, η απόφαση για μια ιατρική πράξη αποτελεί ταξικό καθήκον; Από πού κι ως πού η τυφλή συμμόρφωση στις κρατικές προσταγές αποτελεί ένδειξη κοινωνικής αλληλεγγύης; Πώς είναι δυνατόν να αγωνιστούμε ενάντια στην ταξική, εθνοφυλετική κι έμφυλη καταπίεση, την ίδια στιγμή που η εξουσία παρεμβαίνει με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο στα σώματά μας, μετατρέποντάς τα σε πειραματικά εργαστήρια των εταιρειών βιοτεχνολογίας;

Τα «υγειονομικά» πιστοποιητικά αποτελούν ένα από τα βασικά εργαλεία για το πέρασμα σε μία συνθήκη ψηφιακού ελέγχου κι επιπλέον καταγραφής κάθε πτυχής της ζωής μας. Χρησιμεύουν επίσης ως ένα μέσο πίεσης για όσους/ες/α αρνούνται να παραδώσουν αμαχητί την αυτοδιαχείριση των σωμάτων τους στην πολιτική και οικονομική εξουσία. Όσα άτομα δεν πειθαρχούν, αποκλείονται από την κοινωνική κι από την οικονομική ζωή. Χιλιάδες ανεμβολίαστοι/ες υγειονομικοί βρίσκονται σε αναστολή εργασίας (την ίδια στιγμή που οι εμβολιασμένοι/ες υγειονομικοί επιστρέφουν στα πόστα τους έστω και με ελαφρά συμπτώματα της νόσου covid-19) και χιλιάδες ακόμα εργαζόμενοι/ες/α έχουν χάσει τις δουλειές τους, πληρώνοντας το τίμημα των αρνήσεών τους. Τα εργαζόμενα υποκείμενα που δεν έχουν το «covid/freedom/green pass» υποχρεώνονται σε επαναλαμβανόμενα rapid tests σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα κι αλλού, ενώ το κόστος επιβαρύνει τα ίδια. Αν αυτό δεν είναι έμμεση μείωση μισθού, τότε τι είναι;

Συνάμα, τα υγειονομικά πιστοποιητικά συνιστούν ένα ακόμα εργαλείο φόβου, διαχωρισμού κι επιβολής, ως μέσο επιστροφής στην καπιταλιστική «κανονικότητα», ενώ τα εμβολιασμένα άτομα απολαμβάνουν τα «προνόμια» της επιβίωσης σε μία «απολυταρχική δυστοπία». «Προνόμια» επιβίωσης που ενεργούν ως μια ψευδαίσθηση ότι ο εμβολιασμένος πολίτης κατέχει δικαιώματα· εδώ, το συγκεκριμένο νοητικό άλμα έρχεται να ενισχύσει η λεγόμενη «επιχείρηση Ελευθερία». Έτσι, τα εμβολιασμένα άτομα των κατώτερων κοινωνικών τάξεων παραμένουν καταπιεσμένα, ενώ τα ανεμβολίαστα βρίσκονται με αφαίρεση κάποιων προνομίων/δικαιωμάτων ή ακόμα χειρότερα, σε αναστολή ή απόλυση. Αυτά τα προνόμια, βέβαια, έχουν και ημερομηνία λήξης, καθώς αν κανείς/καμιά/κανένα δε συμμορφώνεται διαρκώς, τότε υποβαθμίζεται στην κατηγορία των «μιασματικών» ανεμβολίαστων. Με τον τρόπο αυτό, οι ήδη υπάρχοντες κοινωνικοί και ταξικοί διαχωρισμοί βαθαίνουν κι άλλο στη βάση νέων «υγειονομικού» χαρακτήρα κριτηρίων, εξαπλώνοντας τον κοινωνικό κανιβαλισμό και τη νοοτροπία της ρουφιανιάς, μέχρι και την αυτο-επιτήρηση καθενός και καθεμιάς ξεχωριστά: ανάθεση σε εργαζόμενους/ες/α καθηκόντων ελέγχου πιστοποιητικών και ταυτοτήτων, στιγματισμός ανεμβολίαστων στους χώρους εργασίας (όπου δεν επιβάλλονται ποινές αναστολής), αποκλεισμός τους από κλειστούς χώρους δημόσιων υπηρεσιών, εστίασης, ψυχαγωγίας κ.ό.κ.. Όμως μια κρατικά αδειοδοτημένη ελευθερία (και μάλιστα με ημερομηνία λήξης) δεν είναι πραγματική ελευθερία. Διότι το κράτος, οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρει, είναι ένας μηχανισμός, ο οποίος δεν μπορεί να γεννήσει τίποτα υγιές, αυθόρμητο και πραγματικά απελευθερωτικό.

αντικρατικός αντιφασιστικός αγώνας

Ένα ακόμα εργαλείο που είδαμε να χρησιμοποιούν οι κρατικές εξουσίες και τα φερέφωνά τους, και στον ελλαδικό χώρο αλλά και παγκόσμια, είναι η λυσσαλέα εμμονή τους να ταυτίσουν οποιαδήποτε φωνή κριτικής και εναντίωσης στα κατασταλτικά μέτρα της «νέας κανονικότητας», με την ακροδεξιά, τον εθνικισμό, τον θρησκευτικό συντηρητισμό και τις συνωμοσιολογικές τερατολογίες. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους φωνές κι απόψεις προερχόμενες από όλους αυτούς τους χώρους, εμφανίστηκαν, διογκώθηκαν και προωθήθηκαν ως «υπερασπιστών της ελευθερίας» κι εναντίωσης στις κρατικές επιταγές. Μας είναι όμως επίσης ιστορικά γνωστό ότι η εξουσία απεχθάνεται τα κενά και τα αδιέξοδα κι όταν δεν μπορεί ή δεν είναι διατεθειμένη να τα καλύψει η ίδια, τον ρόλο αυτό αναλαμβάνουν οι παρακρατικές της εφεδρείες.

Παράλληλα, θεωρούμε εξίσου σημαντικό να αναγνωρίσουμε και να πολεμήσουμε μια γνώριμη συνθήκη που αναδύεται με νέα μορφή: αυτή που θέλει το κράτος ως την μόνη φωνή λογικής που μπορεί να ακουστεί σε μια «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» και τον οποιονδήποτε αντίλογο να ταυτίζεται, να λοιδωρείται και να καταστέλλεται (φυσικά ή πολιτικά) ως ανορθολογικό, «ψεκασμένο», κοινωνικά ανεύθυνο ή συνωμοσιολογικό. Έχοντας πάντα έτοιμη προς χρήση τη θεωρία των δύο άκρων, η κρατική εξουσία χρησιμοποιεί στη συγκεκριμένη ιστορική φάση, το ακροδεξιό «φόβητρο», προωθώντας το έστω και με φαινομενικά αρνητικό τρόπο και κρατώντας για τον εαυτό της τον ρόλο του προστάτη (σήμερα της δημόσιας υγείας, αύριο ίσως της δημόσιας ή κι εθνικής ασφάλειας) και του θεματοφύλακα του ορθολογισμού ως προς τις εντολές της.

Οι φασίστες ανέκαθεν αποτελούσαν το μακρύ χέρι του κράτους και του κεφαλαίου. Είναι πάντοτε εκεί για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά των αφεντικών τους, να φέρνουν εις πέρας αυτά που το «δημοκρατικό προσωπείo» του κράτους το εμποδίζει να κάνει. Επιθέσεις, εμπρησμοί και μαχαιρώματα έξω από καταλήψεις, τραμπουκισμοί κι απειλές σε εργάτ(ρι)ες κι απεργούς που αγωνίζονται ενάντια στην εργοδοσία, συνεργασία με την αστυνομία για την καταστολή εξεγερμένων (π.χ. Πολυτεχνείο ‘95). Ακόμη, οι φασίστες είναι εκεί για να επιτίθενται σε όποιο άτομο «δεν ταιριάζει» με την καπιταλιστική κανονικότητα. Μετανάστ(ρι)ες/ά, άστεγοι/ες/α, τοξικοεξαρτημένοι/ες/α, ρομά, τρανς και γενικώς, καθετί που χαλά την κυρίαρχη ομοιομορφία, μπαίνει στο στόχαστρο των φασιστών.

Μέσα απ’ τις πορείες, τις παρεμβάσεις και τα μοιράσματα, ως τα σπασίματα γραφείων, τις περιπολίες και την οργανωμένη αυτοάμυνα των χώρων μας, συμβάλλαμε με κάθε μέσο στον περιορισμό της παρουσίας των φασιστών στον δρόμο, εδραιώνοντας μεγάλους αντιφασιστικούς αγώνες την τελευταία δεκαετία, όπως μετά τη δολοφονία του αντιφασίστα μουσικού Παύλου Φύσσα.

Ως αναρχικοί/ές/ά, χωρίς να διεκδικούμε αλάθητα κι αυθεντίες, θεωρούμε ότι οι αδιαπραγμάτευτες αντιφασιστικές μας αξίες οφείλουν να εμβαθύνουν και να αναγνωρίζουν τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ του κράτους και των ακροδεξιών παραφυάδων του, ανά πάσα ιστορική στιγμή, εκκινώντας πάντα από το ότι ο πολύμορφος αντιφασιστικός αγώνας ή θα είναι αντικρατικός ή δε θα είναι τίποτα.

στρατιωτικοποίηση

Στο πλαίσιο του διάχυτου κοινωνικού πολέμου, η στρατιωτικοποίηση της καταστολής με μεικτά σώματα αστυνομίας-στρατού, όπως η ευρωπαϊκή δύναμη χωροφυλακής (european gendarmerie force ή egf) από το 2006, και τους μπάτσους να λειτουργούν λίγο ως πολύ, ως στρατός υπό συνθήκες, δεν είναι κάτι καινοφανές στον κόσμο του αγώνα και στα καταπιεσμένα κομμάτια της κοινωνίας γενικότερα. Πολλαπλές «θεαματικές» επιχειρήσεις αντιτρομοκρατικών μονάδων που όλο κι αναβαθμίζονται επιχειρησιακά με στρατιωτικούς όρους στα χρόνια, αξιοποίηση των ΕΚΑΜ για τη δίωξη και καταστολή όχι μόνον εξεγερσιακών αναρχικών αλλά και ευρύτερα κοινωνικών αγώνων, και στρατιωτικού τύπου σχεδιασμοί αποκλεισμών σημείων της πόλης με σκοπό την καταστολή μέσω της πρόληψης διαμαρτυριών-διαδηλώσεων σε σημαντικές ημερομηνίες· ολοένα και πιο εξελιγμένος τεχνολογικά εξοπλισμός των μπάτσων, κατά τη λογική του εξοπλισμού στρατιωτικών σωμάτων, και νέες επιχειρησιακές μέθοδοι στις περιπτώσεις κρατικών δολοφονιών από μπάτσους-πιστολέρος που όλο και πυκνώνουν κατά τις καταδιώξεις επαναστατών-αγωνιστών αλλά και πολλών άλλων υποκειμένων (ρομά, μεταναστ(ρι)ών στον Έβρο κ.α.) την τελευταία δεκαετία, αποδεικνύουν πως τον πόλεμο τον ζούμε κάθε μέρα εδώ.

Ωστόσο, παράλληλα με την προοδευτική μετάβαση του πολεμικού πεδίου μες στην πόλη -ιδίως κατά τη μεταπολεμική περίοδο-, ώστε να είναι απαραίτητος κι ο ρόλος μιας αστυνομίας-στρατού κατοχής (εφόσον ο «εχθρός» της κυριαρχίας μπορεί να βρίσκεται παντού και να είναι ο/η/το οποιοσ/α/οδήποτε, με αποτέλεσμα να πρέπει και να επιτηρηθούν-ελεγχθούν όλοι/ες/α μέσω ενός γενικευμένου πανοπτικού), αυτό που απασχολεί όλο και πιο πολύ τελευταίως είναι μια εμφανής μετάβαση από την πλευρά του κράτους, σε στρατιωτικού τύπου πρακτικές «διαχείρισης» επί του συνόλου της κοινωνικής ζωής. Όπως διαχρονικά εξάλλου, συμβαίνει στο πλαίσιο της δομικής λειτουργίας του καπιταλισμού, με την αφορμή της όποιας «εχθρικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης», πρόσφατα, από το μεταναστευτικό μέχρι τον covid, κι ίσως αργότερα, τις συνοριακές αντεκδικήσεις και στη «δύση», την κλιματική αλλαγή, τη φτώχεια ή ό,τι άλλο προσφέρεται ανά συγκυρία, αξιοποιείται η δυνατότητα -μέχρι όποιο όριο θέσουν οι ίδιες οι κοινωνικές αντιστάσεις- ασκήσεων της κοινωνίας σε εξοικείωση με όλο το φάσμα της στρατιωτικοποιημένης συνθήκης, ακόμη και μέχρι την επιστράτευση και τους διακρατικούς πολέμους.

Είναι ενδεικτικό πως από τις αρχές και στην έξαρση της «κρίσης covid», στην ενημέρωση πρωτοστατούσε κι ο τότε υφυπουργός πολιτικής προστασίας και διαχείρισης κρίσεων (νυν υφυπουργός εθνικής άμυνας), Ν. Χαρδαλιάς, ενώ στην Πορτογαλία, υπεύθυνος για την εμβολιαστική εκστρατεία ορίστηκε ο αντιναύαρχος (πρώην κυβερνήτης υποβρυχίων), Ε. Γκουβέια ε Μέλο, και παράλληλα, η καθημερινή ανακοίνωση με όρους στατιστικής από τα media, του αριθμού των νεκρών από τον ιό, αντικειμενοποιώντας τις απώλειες ανθρωπίνων υποκειμένων κι αποτιμώντας τες σε αριθμητικά ψηφία και μόνον, παρέπεμπε σε πολεμικό ανακοινωθέν -αντίστοιχη υπήρξε η ιστορική εικόνα του Μπέργκαμο με τα στρατιωτικά φορτηγά που μετέφεραν πλήθος φερέτρων στα αποτεφρωτήρια γύρω πόλεων κι ο έλεγχος των μετακινήσεων μεταξύ ορισμένων πόλεων στη Γαλλία από δυνάμεις στρατού κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος covid, η εμπλοκή του στρατού στο καθολικό λοκντάουν σε Ελευσίνα, Ασπρόπυργο και Μάνδρα τον χειμώνα του 2020 αλλά κι η κινητοποίηση της εθνοφρουράς στη Minneapolis και σε άλλες περιοχές των ΗΠΑ, για πρώτη φορά μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο κι η ετοιμότητα των στρατιωτικών μονάδων από το πεντάγωνο, λόγω των συγκρούσεων μετά τη δολοφονία του George Floyd, την άνοιξη του 2020 (από την πρώτη στιγμή της πανδημίας βέβαια, την πρωτοκαθεδρία κατέχει το κινεζικό πειθαρχικό μοντέλο).

Η σύγκρουση με την εξουσία δεν μπορεί παρά να οξυνθεί, παράλληλα με την όξυνση των αδιεξόδων και της καταπίεσης, παράλληλα με την κλιμάκωση του ολοκληρωτισμού μέσω της στρατιωτικοποίησης της καταστολής των ζωών και των συνειδήσεων. Ο κοινωνικός πόλεμος ήταν πάντα εδώ, κι η ανάγκη συνοργάνωσης σε δίκτυα αντίστασης κι αλληλεγγύης, ακόμη πιο παρούσα παρά ποτέ.

σύγχρονος ολοκληρωτισμός

Είναι η αναμονή-προσμονή ενός κινδύνου αυτό που καθιστά τις ψυχές των ανθρώπων φοβικές, μια διαδικασία οργανικής ακινητοποίησης, η οποία ειδικά όταν είναι οργανωμένη, μπορεί να χτιστεί με ευκολία πάνω στην πλάνη της προστασίας του κοινού καλού από κάποιο δημόσιο κίνδυνο.

Όταν η διαχείριση της πολιτικής της εγκόλπωσης από το κράτος όλο και περισσοτέρων κανόνων, εφαρμόζεται νομιμοποιημένα στη μαζική συνειδητότητα -εκμεταλλευόμενη η πρώτη ένα κομμάτι της πραγματικότητας ως πειστήριο για την ύπαρξη της κοινωνικής αποδοχής-, κι επιστεγάζεται με επιτυχία στο σύνολό της, τότε σίγουρα οδηγούμαστε σε κοινωνικό όλεθρο.

Οι απαιτήσεις των εξουσιαστικών τάξεων ή δυνάμεων ή τεράτων (όπως θέλετε πάρτε το), στο να συμμορφώνεται κάθε άτομο σε όλο και περισσότερους νόμους και στην περίπτωση του αντιθέτου, να επανέρχεται η βία του κράτους στην υλική της βάση, αποδεικνύουν πως όσον αφορά τον προσωπικό βίο κάθε ατόμου, οι αλυσίδες δεν είναι μόνο για τα πόδια και τα χέρια μας αλλά και για την εσωτερική χαλιναγώγηση της ελεύθερης σύστασης και δημιουργίας του προσωπικού χαρακτήρα.

Όταν επιτευχθεί ο εγκλωβισμός του ανθρώπινου νου είτε από την οικογένεια και το σχολείο είτε από την εκκλησία, είτε από την επιστήμη είτε από το στρατό, ως κυρίων διαμορφωτών συνειδήσεων κι ηθικοπλαστών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, κριτών και «κριτικολόγων» σε ό,τι δεν προσαρμόζεται στα τιποτένια χαρακτηριστικά τους, και μέσα από την οργανωμένη κυρίαρχη κοινωνική παιδεία ενός εργοστασίου που καλύπτει και παράγει τις ανάγκες του κενού υλισμού με ασέβεια στη φύση και σε σύνδεση επί του παρόντος, το έδαφος είναι στρωμένο για το αστικό περιβάλλον, ώστε να δεχτεί τη σημερινή εποχή, όπως ο «ηθικός πολίτης» εκτιμά και δέχεται τη δουλειά τού μπάτσου ως σωτήρια.

Η προοδευτική διάλυση της «δημόσιας» υγείας και της νοσοκομειακής περίθαλψης ήδη από τη δεκαετία του ‘90, η αποδυνάμωση των εργατικών-απεργιακών δράσεων κι η σταδιακή ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων, των δημοσίων χώρων κι αγαθών, τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, το νταβαντζιλίκι στις παροχές και τις ανάγκες ενός σπιτιού, η αύξηση των ενοικίων κι η ενεργοποίηση των εκδικητικών προστίμων μέσω της πλατφόρμας του φορολογικού συστήματος οικονομικής εξόντωσης κι ελέγχου σε όποιον/α/ο δε γουστάρει να της/του καθοδηγούν τη ζωή μέσω επιβλητικών συμβάσεων, η λεηλασία της φύσης και του ανθρώπινου σώματος κι η πατριαρχική συμπεριφορά βίας ως πρωτογενής εξουσία, η πολυπληθέστατη από υπηρεσίες αστυνόμευση της ζωής μας με μπάτσους-δολοφόνους-καουμπόηδες να αυξάνουν το προσδόκιμο του θανάτου απέναντι σε όποιον/α/ο τούς αντιστέκεται αμφισβητώντας την εξουσία τους, οι εργατικές δολοφονίες στο βωμό του κέρδους των αφεντικών και τα αστικά μπουντρούμια: είναι η βίβλος του κράτους και των τραπεζών, είναι η τροφή των κεφαλαίων της οικονομικής δικτατορίας και του κοινωνικού κανιβαλισμού.

Η βίαιη καταστολή των κοινωνικών αγώνων για τον περιορισμό και τον εγκλωβισμό τους μέσα σε φοβικά καλούπια (βλ. νόμο για την αποσυμφόρηση των δρόμων σε περίπτωση διαδήλωσης και περιορισμό της στη μία λωρίδα ανάλογα την ποσότητα του κόσμου), αποτελεί μέρος σχεδίου με ολοκληρωτικό χαρακτήρα, στο όνομα της υπάρχουσας τάξης (κι ασφάλειας). Δεν είναι τυχαίο πως εκτός από τον νόμο απαγόρευσης των διαδηλώσεων, στη διάρκεια των λοκντάουν, ψηφίστηκε ο νόμος για την πανεπιστημιακή αστυνομία κι ο νόμος για τα εργασιακά που μαζί με τη θεσμική κατάργηση του οχταώρου και της κυριακάτικης αργίας, παρανομοποίησε την απεργία, ο νέος νόμος για το μεταναστευτικό (κι η ακόλουθη επίταση απελάσεων και push-backs) αλλά και το αντιπεριβαλλοντικό αναπτυξιακό νομοσχέδιο απόλυτης λεηλασίας της φύσης.

Από τα χρηματιστήρια, τους οίκους αξιολόγησης και τις τράπεζες, τους οικονομικούς κολοσσούς, τις πολυεθνικές και την πολυπολικότητα των κρατικών ανταγωνισμών και συμμαχιών στη σκακιέρα του γεωπολιτικού ελέγχου που μόνο πάνω στο αίμα των από τα κάτω μπορεί να στέκεται, μέχρι την εκδούλευση και τη συνεχόμενη λεηλασία του «τρίτου κόσμου»· από τις μεγαλοεταιρείες και τις σφαίρες των μπάτσων, μέχρι την τρομοκρατία των δημοσιογράφων και του δικαστικού κόσμου, το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι/ες/α.

αντικρατισμός: μπορούμε να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας

Πέραν της άμεσης αντικατασταλτικής επιτακτικότητας που συνιστά σταθερό επίδικο των αγώνων και των εγχειρημάτων μας, το αντικρατικό πρόταγμα δεν είναι κάτι αόριστο κι αφηρημένο αλλά βιωμένη ανάγκη μέσα από την καθημερινή συμπίεση των ζωών μας. Όπως το κράτος έχει πρόσωπο/α, θεσμούς και σύμβολα, έτσι κι η αντικρατική πάλη έχει υποκείμενα που παλεύουν, απτές εκφράσεις-στοχεύσεις κι όνειρα.

Μαζί με το ηθικό -κι όχι μόνο- γκρέμισμα του υπάρχοντος, παλεύουμε για τη δημιουργία κοινοτήτων αγώνα κι αλληλεγγύης που θα αποτελέσουν τη βάση για την προοπτική προς τη γενικευμένη κοινωνική απελευθέρωση.

Η οικοδόμηση ενός νέου κόσμου προϋποθέτει την αντίσταση και την οργάνωσή της που θα πραγματοποιείται σε πραγματική βάση στο εδώ και το τώρα. Αναρχικές ομάδες, συλλογικότητες κι εγχειρήματα που θα συνθέτουν με όλα τα αγωνιζόμενα καταπιεσμένα κομμάτια της κοινωνίας, με προτάσεις και κριτική για το ατελέσφορο του οικονομικού συστήματος αλλά και για την προβολή της εξόντωσης και του αποκλεισμού, για όποιον/α/ο δε συμμετέχει στην παραγωγική αλυσίδα εκμετάλλευσης και καταπίεσης.

Ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας της αριστεράς, του ηγεμονισμού και των ενδοκινηματικών μικροπολιτικών και κατασταλτικών πρακτικών.

Για την ατομική και συλλογική απελευθέρωση. Για την ελευθερία.

Δεν είναι το πρόβλημά μας μόνον η κρατική διαχείριση.

Έχουμε πρόβλημα με τους κάθε λογής διαχειριστές (του).

Έχουμε πρόβλημα με το κράτος καθεαυτό.

αλληλεγγύη – αλληλοβοήθεια

Δε σταματούμε να χτίζουμε, παρά το συνεχές του κοινωνικού πολέμου. Μες στο οξύμωρο της ζωής και του θανάτου που μόνο γραμμικό δεν είναι, γκρεμίζουμε και ταυτοχρόνως, χτίζουμε, κι έτσι προχωρούμε. Μες στις ρωγμές που προκαλούμε σε κάθε λογής «κανονικότητες» του υπάρχοντος, παράλληλα, συνδεόμαστε (ατομικά και συλλογικά) υποκείμενα κι αγώνες, μέσω των πολυσχιδών διακλαδώσεων που γεννούν η άμεση δράση κι η σύγκρουση. Η αντιιεραρχία κι η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη κι η αλληλοβοήθεια είναι το ανάχωμά μας απέναντι στην καταστολή και την εκμετάλλευση, είναι όμως και το θεμέλιο του αγώνα μας για δημιουργία.

Έμπρακτη αλληλεγγύη στα φυλακισμένα συντρόφια μας ανά τον κόσμο, στους/στις/στα μετανάστ(ρι)ες/ά στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στους/τις/τα έγκλειστους/ες/α των ψυχιατρείων, στης γης τους κολασμένους, σε όλα τα καταπιεσμένα υποκείμενα, σε όσους/ες/α βιώνουν τους αποκλεισμούς και τις διακρίσεις της «νέας κανονικότητας», σε όσους/ες/α επιλέγουν τη σύγκρουση με την κρατιστική και καπιταλιστική δυστοπία, πραγματώνοντας τις ολικές αρνήσεις τους στο εδώ και το τώρα. Αλληλεγγύη με τους ακηδεμόνευτους αγώνες για την κοινωνική απελευθέρωση. Αλληλεγγύη στις καταλήψεις και στους χώρους του αγώνα.

Η αλληλεγγύη μας πέρα από σύνορα και φράκτες, είναι οργανικό-συνθετικό κομμάτι που μπορεί να διατρέχει και να διασυνδέει πολύμορφους και διαφορετικούς αγώνες ενάντια στην επέλαση της εξουσίας. Συνοργανωμένα δίκτυα αλληλεγγύης που συναρθρώνουν πεδία αναγκών και καταπιέσεων σε πεδία αγώνων, από τους/τις/τα φυλακισμένους/ες/α μέχρι όλη την κοινωνία, μπορούν να οικοδομήσουν πυρηνικές εστίες συνεκτικής μαχητικής αντίστασης, απέναντι στον πόλεμο κράτους και κεφαλαίου.

Σαμποτάζ στον πολιτισμό ελέγχου

Ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας

ΑΝΤΙΚΡΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ – ΕΞΕΓΕΡΣΗ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΟΛΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

ΟΙ ΖΩΕΣ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ

Ανοιχτή Συνέλευση Ⓐναρχικών

Πηγή: anarchypress

Χρόνος και υποκείμενο στον Γκυ Ντεμπόρ – Μια κριτική στο βιβλίο του Άνσελμ Γιάππε, “Γκυ Ντεμπόρ”

Διαβάζοντας το βιβλίο του  Anselm Jappe για τον Γκυ Ντεμπόρ (Γκυ Ντεμπόρ, Ελεύθερος Τύπος, 1998), διαπίστωσα ότι παρ’ ό,τι ο συγγραφέας του έχει μια αρκετά καλή αντίληψη του  θέματος, του διαφεύγει η ουσία. Οπωσδήποτε δεν είναι καθόλου απλό το θέμα «Γκυ Ντεμπόρ». Νομίζω όμως ότι ο Γιάπε στενεύει υπερβολικά τον Γκυ Ντεμπόρ προκειμένου να ενισχύσει τη δική του άποψη των πραγμάτων.

Μια προκρούστεια προσέγγιση

Για παράδειγμα, ευθύς εξαρχής αφαιρεί από το σώμα της σκέψης του Ντεμπόρ όλα όσα αφορούν στο ζήτημα της οργάνωσης, λέγοντας ότι αυτό το ζήτημα «ήταν σημαντικό άλλοτε, αλλά σήμερα παραπέμπει μάλλον σε βυζαντινές διαμάχες γύρω από την ανθρώπινη ή θεία φύση του Χριστού» (Γιάπε, σελ. 15). Έτσι όμως ξεχνάει αυτό που δήλωνε με έμφαση ο ίδιος ο Ντεμπόρ:

Η άγνοια πάνω στην οργάνωση είναι η κεντρική άγνοια πάνω στην πράξη. Όταν είναι ηθελημένη άγνοια, τότε δεν εκφράζει παρά τη δειλή πρόθεση μιας απόσυρσης από τον ιστορικό αγώνα (…) Το σφάλμα πάνω στην οργάνωση είναι το κεντρικό πρακτικό σφάλμα. Αν είναι θελημένο, αποσκοπεί στο χειρισμό των μαζών. Αλλιώς, είναι τουλάχιστον το πλήρες σφάλμα πάνω στις συνθήκες της ιστορικής πρακτικής. Είναι λοιπόν το θεμελιώδες σφάλμα μέσα στην ίδια τη θεωρία της επανάστασης.[1]

Αυτή η παρασπονδία του Γιάπε δεν εξυπηρετεί μια καλύτερη αποτίμηση του Γκυ Ντεμπόρ, αλλά μάλλον την υποστήριξη της δικής του άποψης, σύμφωνα με την οποία τα οργανωτικά ζητήματα υποτίθεται πως ανήκουν στο παρελθόν και μάλιστα συνδέονται με την «οντολογική» ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υπάρχει ένα «υγιές» υποκείμενο μέσα στον αλλοτριωμένο κόσμο.

Τούτο συμβαίνει διότι, κατά τον Γιάπε, το «προτσέσο της αφαίρεσης» υποτίθεται ότι κυριαρχεί τόσο ολοκληρωτικά και απόλυτα στην σημερινή κοινωνία, ώστε είναι αφελές να μιλάμε, όπως οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ, για «επικοινωνία»:

Όπως συνέβη και στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, ο Ντεμπόρ οδηγήθηκε στην υπόθεση ότι η πραγμοποίηση συγκρούεται μ’ ένα υποκείμενο η ουσία του οποίου δεν υποκύπτει στην πραγμοποίηση. Το υποκείμενο, ακόμα και όπως παρουσιάζεται εδώ και τώρα, πρέπει να είναι, εν μέρει τουλάχιστον, φορέας απαιτήσεων και επιθυμιών διαφορετικών από  εκείνες που δημιουργεί η πραγμοποίηση. Στο Ιστορία και ταξική συνείδηση, όπως και στην Κοινωνία του Θεάματος, μοιάζει να απουσιάζει η υποψία ότι το υποκείμενο θα μπορούσε να έχει διαβρωθεί εντός του από  τις δυνάμεις της αλλοτρίωσης η οποία, καθορίζοντας έτσι το ασυνείδητο των υποκειμένων, τα κάνει να ταυτίζονται ενεργά με το σύστημα που τα εμπεριέχει (Γιάπε, σελ. 41).

Οι λέξεις «ψέμα» και «ψεύδομαι» είναι πολύ συχνές στην Κοινωνία του  Θεάματος και η σπουδαιότητα που αποδίδεται στην «επικοινωνία» παραπέμπει επίσης στην ιδέα μιας αλήθειας που κρύβεται κάτω από το πέπλο της πλαστοποίησης και περιμένει να έλθει στο φως. Μια τέτοια αλήθεια οφείλει να ανήκει σ’ αυτό το αναπαλλοτρίωτο, ως προς την ουσία του, υποκείμενο, για το οποίο μιλήσαμε ήδη. (στο ίδιο, σελ. 167).

Έτσι, μετά από αυτή τη χειρουργική αφαίρεση της οργανωτικής σκέψης από το σώμα του Ντεμπόρ, ο Γιάπε προχωράει και σε μια «ψυχιατρική» εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία το ενδιαφέρον των καταστασιακών για τα οργανωτικά ζητήματα ήταν «σχεδόν ψυχαναγκαστικό» (Γιάπε, σελ. 163).

Η αποκοπή του θεωρητικού από τον αγωνιστή Ντεμπόρ

Βεβαίως, κατά κανένα τρόπο δεν προκύπτει από την όποια προέλαση της «αφαίρεσης» η απόλυτη εξαφάνιση του υποκειμένου και της επικοινωνίας, όπως το θέτει ο Γιάπε. Θα δούμε αργότερα το γιατί. Το ζήτημα αυτή τη στιγμή είναι ότι, ως αποτέλεσμα αυτών των αυθαίρετων αφαιρέσεων και στενεμάτων, τελικά, κατά τον Γιάπε, το μοναδικό ενδιαφέρον της σκέψης του  Ντεμπόρ, η μοναδική «επικαιρότητα [και η] πραγματική καινοτομία της, βρίσκεται κατά μεγάλο μέρος στην υπογράμμιση του βασικού ρόλου της ανταλλαγής και της αρχής της ισοτιμίας στη σύγχρονη κοινωνία» (σελ. 175). Για ποιο λόγο; Όχι διότι έτσι έχουν στ’ αλήθεια τα πράγματα, αλλά επειδή ο ίδιος ο Γιάπε δεν βλέπει στη σημερινή κοινωνία παρά ένα ολοκληρωτικό θρίαμβο της αλλοτρίωσης και έτσι του διαφεύγουν σημαντικές όψεις του  αγώνα εναντίον της —όψεις οι οποίες σχετίζονται ακριβώς με αυτό που οι καταστασιακοί προσδιόριζαν, έστω και χωρίς απόλυτη σαφήνεια, «επικοινωνία», χωρίς να την εδράζουν διόλου σε ένα «υγιές» υποκείμενο, όπως υποθέτει ο Γιάπε.

Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε ο Γιάπε οδηγείται, πολύ χαρακτηριστικά, στο συμπέρασμα ότι οι ιδέες του  Ντεμπόρ παρέχουν «τουλάχιστον ΕΝΑ πλεονέκτημα για το απελευθερωτικό σχέδιο: για πρώτη φορά μπορεί να κινητοποιήσει προς όφελός του το ένστικτο της επιβίωσης» (σελ. 187, η υπογράμμιση του  Γιάπε). Το ένστικτο της επιβίωσης; Στην υπηρεσία του απελευθερωτικού σχεδίου; Μπορντίγκα![2]

Φέροντάς τον στα δικά του μέτρα, ο Γιάπε παρουσιάζει τον Ντεμπόρ ουσιαστικά σαν ένα «θεωρητικό της αλλοτρίωσης», κάπως ανάλογο π.χ. του Λούκατς ή του Αντόρνο, και εκτιμά σαν «πραγματική καινοτομία» του ως προς εκείνους το ότι ο Ντεμπόρ ανέλυσε τη σύγχρονη μορφή της αλλοτρίωσης, το «θέαμα». Πολύ ωραία. Όμως την ίδια στιγμή υποτιμά πλήρως τον Ντεμπόρ ως αγωνιστή εναντίον της αλλοτρίωσης. Η αγωνιστική σκέψη του Ντεμπόρ, η οποία αποτυπώνεται στις οργανωτικές συλλήψεις του, στην οργανωτική πράξη του και στον τρόπο που συνέλαβε το ιστορικό υποκείμενο, ανήκουν κατά τον Γιάπε στο παρελθόν και δεν απηχούν παρά ψευδαισθήσεις, «οντολογικές» παρεκκλίσεις και «σχεδόν ψυχαναγκαστικά» ενδιαφέροντα.

Αυτή η προκρούστεια προσέγγιση του Γιάπε στον Ντεμπόρ φαίνεται και από δύο ακόμα, κατά τη γνώμη μου πολύ σημαντικές, μειώσεις και αποκοπές.

Η μια εντοπίζεται ως εξής. Ενώ εντοπίζει πολύ σωστά στο Ιστορία και Ταξική συνείδηση του Γκιόργκι Λούκατς μια πολύ σημαντική πηγή έμπνευσης του Ντεμπόρ, την υπερτιμά σε βάρος άλλων, εξίσου σημαντικών πηγών της σκέψης του. Έτσι, διαβάζει την Κοινωνία του Θεάματος [στο εξής ΚτΘ] σχεδόν αποκλειστικά με βάση το δεύτερο κεφάλαιό της («Το εμπόρευμα σαν θέαμα») και του διαφεύγει η σημασία και η βαρύτητα τέταρτου κεφαλαίου. Πρόκειται όμως για το μεγαλύτερο και πιο αγωνιστικό κεφάλαιο της ΚτΘ, στο οποίο ο Ντεμπόρ δεν αντλεί πλέον από τον Λούκατς, αλλά από άλλες πηγές, όπως είναι σε μεγάλο βαθμό ο Καρλ Κορς (όλη η ανάλυση του Ντεμπόρ για τον Χέγκελ, τη σοσιαλδημοκρατία και το λενινισμό, ή ακόμα και για την ιστορικότητα της κριτικής θεωρίας, είναι παρμένη από τον Κορς [3]) και η ιστορική συμβουλιακή «υπεραριστερά», η οποία καταπιάστηκε ακριβώς με το ζήτημα της οργάνωσης και της αντιπροσώπευσης. [4]

Επόμενο λοιπόν είναι ότι ο Γιάπε δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη σημασία διαπιστώσεων όπως οι παρακάτω, τις οποίες ο Ντεμπόρ άντλησε από τη δική τους ιστορική εμπειρία:

Η ίδια ιστορική στιγμή όπου ο μπολσεβικισμός θριάμβευσε για λογαριασμό του στη Ρωσία και η σοσιαλδημοκρατία αγωνιζόταν νικηφόρα υπέρ του  παλιού κόσμου, σημαδεύει την ολοκληρωμένη γένεση μιας τάξης πραγμάτων που βρίσκεται στο κέντρο της κυριαρχίας του  σύγχρονου θεάματος : η εργατική αντιπροσώπευση ήρθε σε ριζική αντίθεση με την εργατική τάξη. (ΚτΘ, § 100).

Η επαναστατική αντιπροσώπευση του  προλεταριάτου σε αυτό το στάδιο αποτέλεσε συγχρόνως τον κύριο παράγοντα και το βασικό αποτέλεσμα της γενικής πλαστοποίησης της κοινωνίας. (ΚτΘ, § 101).

Αλλά είπαμε: η ενασχόληση με την αντιπροσώπευση είναι για τον Γιάπε σύμπτωμα «ψυχαναγκασμού»…

Η αποκοπή του Ντεμπόρ από το συλλογικό καταστασιακό εγχείρημα

Η άλλη αφαίρεση του  Γιάπε εντοπίζεται στη σχετική «αποκοπή» του  Ντεμπόρ από τους καταστασιακούς, από την Καταστασιακή Διεθνή ως συλλογικό αγωνιστικό εγχείρημα.

Είναι έως ένα βαθμό αλήθεια ότι ο Ντεμπόρ, όπως τον θέλει ο Γιάπε (και αρκετοί άλλοι όπως έχει φανεί όλα αυτά τα χρόνια), δηλαδή ως ένας ευφυής μεν αλλά μεμονωμένος «θεωρητικός της αλλοτρίωσης» και «θεωρητικός του  θεάματος», σε αρκετά σημεία απομακρύνεται από τη σκέψη των καταστασιακών. Ωστόσο, όλα μα όλα τα μεγάλα θέματα της αγωνιστικής σκέψης του Ντεμπόρ ανήκουν πλήρως στη σκέψη και το συνολικό εγχείρημα των καταστασιακών —και η αλήθεια είναι, ότι μόνο στο πλαίσιο αυτού του συλλογικού εγχειρήματος μπόρεσε ο Ντεμπόρ να τα συλλάβει στον μεγαλύτερο πλούτο τους.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ως προς αυτό, ότι όσο το συνολικό καταστασιακό εγχείρημα (και με ευθύνη του ίδιου) φτώχαινε και όσο ο Ντεμπόρ απομακρυνόταν από αυτό, τόσο περισσότερο η σκέψη του

  • είτε έχανε τον αγωνιστικό χαρακτήρα της και μετατρεπόταν σταδιακά σε μια εν πολλοίς ασφυκτική και αδιέξοδη, θεωρία-πασπαρτού περί ενός θριαμβεύοντος θεάματος[5] (αυτήν ακριβώς τη «θεωρία», που σήμερα επικροτούν διανοουμενίστικοι, ακαδημαϊκοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι από την Αριστερά έως τη Δεξιά, λ.χ. ο Alain de Benoist και ο Charles Champetier), ακριβώς επειδή της λείπει το αγωνιστικό στοιχείο,
  • είτε, πάλι, μεταλλασσόταν σε μια ελιτίστικη, αυτοαναφορική και ναρκισσιστική θεωρία της «απόλαυσης» και της «γοητείας», την οποία επικροτούν με ενθουσιασμό διάφοροι καλλιτεχνίζοντες, μποέμικοι και σνομπ κύκλοι, ακριβώς επειδή η υιοθέτησή της δεν θέτει καμμιά κοινωνική ευθύνη και συνέπεια.[6]

Όπως έχω ήδη επισημάνει αλλού [7], δεν είναι δυνατό να βλέπουμετο καταστασιακό εγχείρημα ως κάτι λιγότερο από μια συναρπαστική απόπειρα σύντηξης μεταξύ τριών μεγάλων ιστορικών ρευμάτων: (α) της υπαρξιακής σκέψης, με το αίτημά της για υπαρκτική πληρότητα και σύνδεση μεταξύ βιώματος και αναπαράστασης· (β) της καλλιτεχνικής δημιουργίας, με το αίτημά της για μια συγκλονιστικά όμορφη ζωή· και (γ) της επαναστατικής πολιτικής πράξης, με το αίτημά της για μια κοινωνική ζωή χωρίς διαχωρισμένη εξουσία.

Όσο λοιπόν περιστέλλει κανείς, όπως ο Γιάπε, τη σκέψη του  Ντεμπόρ π.χ. στον Λούκατς ή ακόμα και στον Χέγκελ, είναι αδύνατον να τη συλλάβει σε όλο της τον πλούτο —και ταυτόχρονα, καθίσταται αδύνατο να συλλάβει πόσο αυτή φτώχαινε και πόσο ολοένα και πιο σχηματική γινόταν όσο απομακρυνόταν από αυτό το συνολικό αγωνιστικό εγχείρημα.

Περί του υποκειμένου

Το βέβαιο είναι ότι, τόσο η αποκοπή του θεωρητικού από τον αγωνιστή Ντεμπόρ, όσο και η αποκοπή του από το συλλογικό καταστασιακό εγχείρημα, συνδέονται άμεσα με τον τρόπο με τον οποίον ο Γιάπε αντιλαμβάνεται το «υποκείμενο».

Είδαμε ότι θεωρεί πως οι απόψεις του  Ντεμπόρ και των καταστασιακών για το υποκείμενο, δηλαδή οι αγωνιστικές τους απόψεις, φλερτάρουν επικίνδυνα με την «οντολογία». Δυστυχώς, δεν κρίνει σκόπιμο να ξεκαθαρίσει τι εννοεί ως «οντολογία». Είναι γνωστή η προκατάληψη των κλασικών υλιστών εναντίον της οντολογίας, την οποία όμως συνταυτίζουν λαθεμένα με την αντίληψη περί μιας «φύσης» του  ανθρώπου, ενώ απεναντίας η οντολογία αναφέρεται στο «είναι» του  ανθρώπου —κάτι πολύ διαφορετικό από τη «φύση», οπωσδήποτε.

Εδώ λοιπόν υπάρχει πράγματι ένα πρόβλημα, το οποίο αφορά στον ορισμό του υποκειμένου —και η αλήθεια είναι, πως δεν είναι πρόβλημα μόνο του  Γιάπε αλλά και του  ίδιου Ντεμπόρ και των καταστασιακών. Στον Ντεμπόρ ωστόσο, και ακόμα περισσότερο στους καταστασιακούς της Διεθνούς, η προβληματική του  υποκειμένου είναι πολύ πιο πλούσια και ουσιαστικότερη από αυτήν του  Γιάπε, και αυτό οφείλουμε να το αναδείξουμε.

Ας ξεκινήσω αναδεικνύοντας μια πολύ σωστή επισήμανση του Γιάπε. Αφορά στο ότι ο Ντεμπόρ συνταυτίζει το υποκείμενο με το χρόνο:

Σε πολλές περιστάσεις ο Ντεμπόρ υπογράμμισε ότι η καταστασιακή στάση συνίσταται στην ταύτιση του  υποκειμένου με το πέρασμα του  χρόνου (Γιάπε, σελ. 41).

Ωστόσο, όταν θεωρεί οντολογικές ψευδαισθήσεις και «νέο-αριστερές» παρεκκλίσεις (σελ. 163) τις αναφορές των καταστασιακών στην «επικοινωνία», δείχνει πως δεν κατανοεί ότι, αυτή η σύλληψη του  υποκειμένου σε συνάρτηση με το χρόνο, δεν είναι «οντολογική» με την (παρεξηγημένη) έννοια της αναφοράς σε ένα «φύσει υγιές» υποκείμενο. Ούτε κατανοεί ότι, αυτή ακριβώς η σύλληψη του  υποκειμένου, σχετίζεται με όλα όσα εννοούσαν (και αγωνίζονταν να πράττουν) οι καταστασιακοί ως «επικοινωνία» συνδέοντάς την με τη «γιορτή», την «κατασκευή καταστάσεων», την «πολυτέλεια»[8], την «κοινότητα» και με το αγωνιστικό συλλογικό υποκείμενο που εναντιώνεται στην αλλοτρίωση.

Έτσι, ο Γιάπε φαίνεται πως παραβλέπει το γιατί και από πού ο Ντεμπόρ οδηγήθηκε να ορίσει το θέαμα ως «το αντίθετο του  διαλόγου» (ΚτΘ § 18), και για ποιο λόγο, κλείνοντας την «Κοινωνία του  Θεάματος», προσδοκούσε την «επιστροφή του  διαλόγου» (ΚτΘ § 221). Όμως, το γεγονός ότι για τους καταστασιακούς και τον Ντεμπόρ «ο άνθρωπος (…) είναι ταυτόσημος με το χρόνο» (ΚτΘ § 125), έχει μια μεγάλη σειρά τόσο από προϋποθέσεις όσο και από συνέπειες.

α) Η καταστασιακή ταύτιση του υποκειμένου με το χρόνο: συνέπειες

Ας δούμε πρώτα τις συνέπειες, όπως τις εκθέτει ο Ντεμπόρ :

Η νίκη της αστικής τάξης είναι νίκη του  βαθιά ιστορικού χρόνου, διότι ο χρόνος της οικονομικής παραγωγής μεταμορφώνει την κοινωνία διαρκώς και εξ ολοκλήρου. (ΚτΘ § 141).

Επειδή όμως η αστική τάξη υποτάσσει τα πάντα στην  «ανταλλακτική αξία», γι’ αυτό το λόγο:

η ιστορία, ενώ είναι παρούσα σε όλο το βάθος της κοινωνίας, τείνει να χαθεί στην επιφάνεια. Ο θρίαμβος του ανεπίστρεπτου χρόνου είναι επίσης η μεταμόρφωσή του σε χρόνο των πραγμάτων, διότι το όπλο της νίκης του υπήρξε ακριβώς η μαζική παραγωγή αντικειμένων σύμφωνα με του ς νόμους του  εμπορεύματος. (ΚτΘ § 142)

Η ίδια η αλλοτρίωση είναι, για τον Ντεμπόρ, απαλλοτρίωση του  χρόνου των ανθρώπων:

Απαραίτητη προϋπόθεση για να οδηγηθούν οι εργαζόμενοι στην κατάσταση παραγωγών και «ελεύθερων» καταναλωτών του  χρόνου-εμπόρευμα, υπήρξε η βίαιη απαλλοτρίωση του  χρόνου τους. (ΚτΘ § 159)

Ωστόσο, ακριβώς επειδή στην αστική τάξη η ιστορία (ο ανεπίστρεπτος χρόνος) είναι παρούσα «σε όλο το βάθος της κοινωνίας», γι’ αυτό το λόγο:

για πρώτη φορά ο εργαζόμενος, στη βάση της κοινωνίας, δεν είναι πια υλικά ξένος προς την ιστορία, διότι τώρα η κοινωνία κινείται ανεπίστρεπτα από τη βάση της. Το προλεταριάτο, αξιώνοντας να βιώσει τον ιστορικό χρόνο που το ίδιο παράγει, ανακαλύπτει τον αναλλοίωτο πυρήνα του  επαναστατικού σχεδίου, που δεν λησμονήθηκε. (ΚτΘ § 143)

Επομένως, για τους καταστασιακούς και τον Ντεμπόρ το επαναστατικό πρόταγμα και το προλεταριάτο συνδέονται άμεσα με την απαίτηση «βίωσης του  ιστορικού χρόνου». Σε αυτό το πνεύμα θεωρούσαν λοιπόν αυτό το πρόταγμα αναπόσπαστο από τη «γιορτή», την «πολυτέλεια», την «κοινότητα» και την «επικοινωνία», ακριβώς επειδή στην απαλλοτρίωσή τους στήθηκε η εμπορευματική κοινωνία :

Αυτή η [αστική] εποχή, που επιδεικνύει στον εαυτό της το χρόνο της, κυρίως σαν ξαφνική επιστροφή πολλαπλών εορτασμών, είναι εξίσου μια εποχή χωρίς γιορτή. Εκείνο που μέσα στον κυκλικό χρόνο ήταν η στιγμή της συμμετοχής μιας κοινότητας στο πολυτελές ξόδεμα της ζωής, είναι αδύνατο για μια κοινωνία χωρίς κοινότητα και χωρίς πολυτέλεια. (ΚτΘ § 154)

Ο Γιάπε τα επισημαίνει όλα αυτά, αλλά επειδή έχει προσεγγίσει τον Ντεμπόρ από μια πολύ στενή οπτική γωνία, δεν βρίσκει τη βαθύτερη διασύνδεσή τους και δεν κατανοεί ότι «θεωρία του θεάματος» χωρίς «επικοινωνία», «γιορτή», «υποκείμενο» και «βιωμένο χρόνο», είναι ένα ανάπηρο και στείρο διανοητικό σχήμα.

β) Η καταστασιακή ταύτιση του υποκειμένου με το χρόνο: προϋποθέσεις

Αυτό θα φανεί καθαρότερα εάν εξετάσουμε τις ευρύτερες προϋποθέσεις ­της καταστασιακής συνταύτισης του υποκειμένου με το χρόνο. Επισημαίνοντας μια υπόδειξη του  Ντεμπόρ (ΚτΘ §  161), ο Γιάπε ανάγει την καταστασιακή προβληματική για τη σχέση μεταξύ υποκειμένου και χρόνου αποκλειστικά στον Χέγκελ. Ωστόσο, ο Χέγκελ είναι ένα μόνο από τα στηρίγματα της καταστασιακής σκέψης. Ένας άλλος πυλώνας της, εξίσου σημαντικός, ο οποίος έχει μάλιστα να κάνει άμεσα με αυτή την καταστασιακή προβληματική για το υποκείμενο, είναι η αντί-χεγκελιανή «υπαρξιακή» φιλοσοφία. Ας το δούμε.

Κάτι που δεν επισημαίνει καθόλου ο Γιάπε όταν εξετάζει τη σύνδεση υποκειμένου και χρόνου στον Ντεμπόρ, είναι το αίσθημα της μελαγχολίας, το οποίο συνοδεύει διαρκώς αυτή τη σύνδεση στο έργο του Ντεμπόρ. Είναι βέβαια αλήθεια ότι αυτό απλώς το υπαινίσσεται ο Ντεμπόρ στην ΚτΘ, όταν σε μια μόνο στιγμή αναφέρεται στο τραγούδι του Λορέντζου των Μεδίκων (ΚτΘ § 139). Είναι επίσης αλήθεια ότι στα «θεωρητικά» γραπτά του γενικότερα αυτό υποβόσκει μεν, αλλά συχνά είναι δύσκολο να το δει κανείς εάν διαβάζει μόνο ότι φαίνεται σε πρώτο πλάνο. Ωστόσο, αυτό το αίσθημα της μελαγχολίας είναι διάχυτο και μάλλον κυρίαρχο στο καλλιτεχνικό έργο του  Ντεμπόρ, και ιδιαίτερα στις πρώτες του ταινίες που έκανε έως το 1961.[9]

Πράγματι, για τον Ντεμπόρ και τους καταστασιακούς, η χεγκελιανή «αναγκαία αλλοτρίωση» την οποία συνεπάγεται ο χρόνος, δεν είναι καθόλου κατ’ ανάγκην αποδεκτή με νηφαλιότητα, και οπωσδήποτε καθόλου με χαρά. Για να κατανοήσουμε όμως τι συμβαίνει εδώ, πρέπει να ξεφύγουμε από τις χεγκελιανές και μαρξιστικές πηγές τους, και να εξετάσουμε τις εξίσου σημαντικές «υπαρξιστικές» καταβολές τους. Χρειάζεται δηλαδή μια σφαιρικότερη ματιά στην όλη περιπέτειά τους.

Ντεμπορική «μελαγχολία» και κιρκεγκωριανή «απελπισία», ο «υπαρξισμός» της καταστασιακής θεώρησης του υποκειμένου

Είναι βέβαιο ότι ο Ντεμπόρ επηρεάστηκε από τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ και ότι, κατά ένα μέρος, εμπνεύστηκε από αυτόν την έννοια της «κατάστασης»[10]. Ακολουθώντας τον Σαρτρ αλλά και απομακρυνόμενος από αυτόν, ο Ντεμπόρ έγραφε το 1957

Η ζωή του ανθρώπου είναι μια σειρά αναγκαστικών καταστάσεων. Αν και καμμιά από αυτές δεν είναι ολόιδια με τις άλλες, στην τεράστια πλειοψηφία τους αυτές οι καταστάσεις διαφέρουν τόσο ελάχιστα και είναι τόσο θολές, που δίκαια δίνουν την εντύπωση ότι είναι απαράλλαχτες. Έτσι, οι σπάνιες αληθινά συναρπαστικές καταστάσεις που γνωρίζουμε στη ζωή, την ακινητοποιούν και την οριοθετούν αυστηρά. Πρέπει να προσπαθήσουμε για την κατασκευή καταστάσεων, δηλαδή συλλογικών ατμοσφαιρών, ενός συνόλου εντυπώσεων που θα καθορίζει την ποιότητα μιας στιγμής. (Έκθεση για την κατασκευή καταστάσεων…, βλ. Το Ξεπέρασμα της Τέχνης).

Σε συνάρτηση με αυτά, έγραφε επίσης στο ίδιο κείμενο:

Η καταστασιακή θεωρία υποστηρίζει αποφασιστικά μια ασυνεχή αντίληψη της ζωής. Η έννοια της ενότητας θα πρέπει να μεταφερθεί από την προοπτική μιας ολόκληρης ζωής (…) στην προοπτική μεμονωμένων στιγμών της ζωής και της κατασκευής κάθε στιγμής, χάρη στην ενιαία χρήση των καταστασιακών μέσων. (στο ίδιο).

Οι μη-χεγκελιανές καταβολές αυτών των προτάσεων είναι σαφείς. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια «υπαρξιακή» προσέγγιση των πραγμάτων, στην οποία, όπως γνωρίζουμε, ο Ντεμπόρ είχε έναν εξαιρετικό δάσκαλο, τον Άσγκερ Γιόρν[11].

Πράγματι, κατά τη δεκαετία του  1950 ο Γιόρν είχε αναδείξει τα όρια της χεγκελιανής διαλεκτικής και φαίνεται να βοήθησε τον νεαρό Ντεμπόρ τόσο στην απομάκρυνσή του από τη φιλοσοφία του Σαρτρ όσο και σε μια μύηση στις ιδέες του  προπάτορα του  «υπαρξισμού», του Σέρεν Κίρκεγκωρ[12]. Αξίζει λοιπόν να σταθώ λιγάκι σε αυτό το θέμα, διότι από εδώ θα μπορέσουμε να διακρίνουμε με ποιο τρόπο ο Ντεμπόρ αντιλαμβανόταν το υποκείμενο και για ποιο λόγο δεν το αντιλαμβανόταν ούτε ακριβώς «οντολογικά», ούτε ακριβώς ως «υγιές», όπως υποστηρίζει ο Γιάπε.

Είναι γνωστό ότι ο Κίρκεγκωρ διαμόρφωσε τη δική του φιλοσοφία κατά πολύ σημαντικό βαθμό σε αντιπαράθεση με τη φιλοσοφία του  Χέγκελ, για τον οποίον έλεγε πολύ χαρακτηριστικά ότι «δεν ήταν παρά ένας καθηγητής φιλοσοφίας και όχι ένας στοχαστής» (Ημερολόγιο, 1849-1850). Πού εντοπιζόταν αυτή η αντιπαράθεση;

Ο Κίρκεγκωρ θεωρούσε ότι, στην αντίληψη του Χέγκελ, το υποκείμενο ολοκληρώνεται όταν ολοκληρώνεται ως διάνοια και μόνο. Για τον Δανό όμως (και εδώ έχει μεγάλη σημασία το ότι ήταν, έστω και κάπως ιδιότυπα, χριστιανός), η ηθική απόφαση και πράξη που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο υποκείμενο, δεν είναι αποτέλεσμα μιας απλής νοητικής ή λογικής διεργασίας. Έτσι, εισήγαγε τον όρο «Ύπαρξη» αντιπαραβάλλοντάς την στο «Είναι», και υποστήριξε ότι το υποκείμενο ολοκληρώνεται όταν ολοκληρώνεται ως «ύπαρξη», διευκρινίζοντας ότι ο άνθρωπος δεν είναι, αλλά γίνεται «ύπαρξη».

Σε αυτό το «δεν είναι, αλλά γίνεται» εντοπίζεται, στον Κίρκεγκωρ (και σε όλη την υπαρξιακή φιλοσοφία), η αγωνιστική και συνάμα εν πολλοίς τραγική σχέση του  ανθρώπου με το χρόνο. Διότι κατ’ αυτή την αντίληψη, η ολοκλήρωση του  ανθρώπου ως ύπαρξη δεν είναι δεδομένη εκ των προτέρων, από τη «φύση» του, αλλά αποτελεί καθήκον του και διακύβευμα της ελευθερίας του. Μέσα στο χρόνο, ο άνθρωπος μπορεί να κερδίσει τον εαυτό του, αλλά μπορεί και να τον χάσει! Μάλιστα, ακόμα κι αν τον κερδίσει κάποια στιγμή, πάλι μπορεί την επόμενη στιγμή να τον χάσει εάν αφεθεί να «διασκορπιστεί» σε ενέργειες αντίθετες προς την υπαρκτική ολοκλήρωση, στην οποία παίρνει μέρος ολόκληρος (ας θυμηθούμε εδώ τι έλεγε ο Γιόρν στο Περί Μορφής). Γι’ αυτό το λόγο, κατά τον Κίρκεγκωρ, στον χρόνο ο άνθρωπος ζει κατά κανόνα μέσα στην απελπισία.

Πέρα από την εμφανή συγγένεια της κιρκεγκωριανής «απελπισίας» με τη ντεμπορική «μελαγχολία»,  είναι πολύ χαρακτηριστική αυτής της σύλληψης και η συγγένειά της με την «ασυνεχή αντίληψη της ζωής», την οποία υποστήριξε ο Ντεμπόρ στην Έκθεση για την Κατασκευή Καταστάσεων (1956). Είναι ορατό ότι και η μία και η άλλη απορρίπτουν τη (χεγκελιανή) γραμμική αντίληψη του  χρόνου και της εξέλιξης του  υποκειμένου. Πράγματι, στην «ασυνεχή αντίληψη της ζωής» η «ολοκλήρωση» (ή «πραγμάτωση» με όρους χεγκελιανούς) του υποκειμένου δεν είναι ποτέ βέβαιη, ούτε και ιστορικά εξασφαλισμένη καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αφού καμιά προηγούμενη λυτρωτική πράξη δεν μπορεί να αποτελεί σίγουρο έδαφος και κεκτημένο «αίτιο» ενός επόμενου απελευθερωτικού «αποτελέσματος». Γι’ αυτό, σε τούτη τη θεώρηση, κάθε «ντετερμινιστικός» εφησυχασμός (π.χ. στο «σχέδιο» της ιστορίας, ή στην «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων») καθίσταται αδύνατος και γελοίος. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό εδώ το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κίρκεγκωρ παρουσίαζε κάθε φορά τον εαυτό του «ασυνεχή», με διαφορετικά ψευδώνυμα, όχι από λατρεία του  ψευδωνύμου όσο για να καταδείξει ότι εκείνος που κάθε φορά μιλάει είναι ο ανολοκλήρωτος υπαρκτικά Σέρεν.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το γεγονός ότι, από τον Κίρκεγκωρ κι έπειτα (δηλαδή πάρα πολύ νωρίτερα από την εμφάνιση της κβαντομηχανικής), ο φιλοσοφικός ντετερμινισμός στη Δύση αρχίζει να κλυδωνίζεται. Μαζί του χάνει κλυδωνίζεται και το φιλοσοφικό πρωτείο της νοησιαρχίας. Πράγματι, σε αυτή τη γραμμή σκέψης συναντάμε στη συνέχεια τον Φρίντριχ Νίτσε με την συγκλονιστικά τραγική ιδέα του  «εσταυρωμένου Διονύσου». Στην ίδια γραμμή έρχεται, αργότερα, ο φιλόσοφος του Είναι και Χρόνος, Μάρτιν Χάιντεγκερ, που πολύ πριν από τον Ντεμπόρ καταγγέλλει, με τον όρο «Man» (ο οποίος μοιάζει πολύ με τον «Ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ), τη συμβατικότητα, την «κοινή γνώμη», την ανικανότητα για πρωτοτυπία και προσωπικό τρόπο έκφρασης, την ομοιομορφία της καθημερινής συμπεριφοράς, θεωρώντας ότι μοναδικό μέλημα του  ανθρώπου είναι να ξεφύγει από τις συμβάσεις του Man και να παλέψει για να γίνει «ύπαρξη».

Για το θέμα μας λοιπόν, είναι αξιοσημείωτο ότι, και γι’ αυτόν το φιλόσοφο της «ύπαρξης» ο άνθρωπος ζει μέσα στην αγωνία, δηλαδή στον «αόριστο φόβο» μήπως συναντήσει το «Τίποτα», μήπως δεν ολοκληρωθεί υπαρκτικά. Όπως και το ότι, για τον επόμενο «υπαρξιστή» στοχαστή, τον Σαρτρ, το κύριο συναίσθημα του  ανθρώπου που αναζητεί την υπαρκτική ολοκλήρωση είναι, μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, η ναυτία και η αηδία –ενώ για τον Αλμπέρ Καμύ, η τραγική κατάσταση του  «ξένου» και του  «Σισύφου».

Μια μαρτυρία του  Ζαν-Μισέλ Μανσιόν, παλιού φίλου και συντρόφου του  Ντεμπόρ από τα χρόνια του  λετρισμού, είναι διαφωτιστική εδώ και κατά την γνώμη μου ειλικρινής:

Στον Γκυ υπήρχε η αναζήτηση μιας απάντησης, η θέληση να πάει κανείς πιο πέρα από την εξέγερση, κι αυτό ήταν το συναρπαστικό (…) Ο Γκυ ήταν ωστόσο ένας άνθρωπος θλιμμένος. Είχε μια αρκετά πεσιμιστική θεώρηση του  μέλλοντος, έστω κι αν αυτό δεν τον εμπόδιζε να αγωνίζεται. Δεν ξέρω αν μπορούμε να πούμε ότι ήταν διχασμένος αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι πίστευε αληθινά στη δυνατότητα ανατροπής του  κόσμου. Πίστευε απόλυτα στην ανάγκη να την προσπαθήσει κανείς, κι εδώ ήταν σωστός, αλλά κατά βάθος ήταν μάλλον πεσιμιστής. (La Tribu, εκδόσεις Allia, 1998).

Ας θυμηθούμε επίσης εδώ την αναφορά του Ντεμπόρ (στον Πανηγυρικό) στον Εκκλησιαστή και στον Ομάρ Καγιάμ. Είναι λοιπόν δυνατόν να παραγνωρίζεται όλη αυτή η τροφή σκέψης, που σημάδεψε τον Γκυ Ντεμπόρ, και να τον στενεύει κανείς στα μέτρα μόνο του Χέγκελ, του Μαρξ και του Λούκατς;

Το πάσχον υποκείμενο και ο χρόνος

Εάν έπειτα από όλα αυτά δούμε την εικόνα του  υποκειμένου στον Ντεμπόρ, καταλαβαίνουμε ότι ο Γιάπε κάνει λάθος όταν νομίζει πως ο Ντεμπόρ και οι καταστασιακοί, όταν μιλούν για «αλλοτρίωση», «επικοινωνία» και «διάλογο», υπονοούν οπωσδήποτε ένα «υγιές» υποκείμενο, ένα «φύσει» υποκείμενο και ότι υιοθετούν μια «οντολογική» (ή μάλλον «φυσικαλιστική») σύλληψη του  υποκειμένου.

Ο Γιάπε φαίνεται να παραβλέπει, συν τοις άλλοις, το σημαντικό γεγονός ότι ο Ντεμπόρ ήταν ένας άνθρωπος που έπινε πολύ και συνειδητά, μέχρι και την πλήρη αυτοκαταστροφή του, όπως το είπε και ο ίδιος. Ας το συνδέσουμε αυτό με τη συνταύτιση του  ανθρώπου με τον «ανεπίστρεπτο χρόνο», την «ασυνεχή αντίληψη της ζωής», την υπαρξιακή μελαγχολία και την απουσία αισιόδοξων ντετερμινιστικών βεβαιοτήτων για την ιστορία. Τότε θα δούμε ότι, κατά ένα πολύ σημαντικό μέρος της σκέψης τους, ο Ντεμπόρ και οι καταστασιακοί δεν συλλαμβάνουν το υποκείμενο αποκλειστικά και μόνο χεγκελιανά, ούτε μαρξιστικά. Πώς ακριβώς το συλλαμβάνουν όμως;

Εδώ δυστυχώς δεν μάς βοηθούν οι ίδιοι γενικά, ούτε ο Ντεμπόρ ειδικότερα. Όχι επειδή δεν το θέλησαν, αλλά επειδή δεν μπόρεσαν να το αποσαφηνίσουν. Ο μαρξισμός του Ντεμπόρ, με την εμπιστοσύνη στην «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» και με τον αγωνιστικό του βολονταρισμό, όπως και η δηλωμένη «μεγαλομανία» του και το γητευτικό παιχνίδι του με τις εντυπώσεις, τον έστρεφαν διαρκώς —σαν μια αντίρροπη δύναμη, θα έλεγε κανείς, προς αυτήν της υπαρξιακής αγωνίας— προς την ιδέα ενός θριαμβεύοντος υποκειμένου, ενός υποκειμένου μάλιστα «απολύτως συνεκτικού», που υποτίθεται πως «έκανε ό,τι ήθελε και ήθελε ό,τι έκανε», και που ασφαλώς ήταν πολύ λίγο καταστασιακό, ελάχιστα σύμφωνο με μια «ασυνεχή αντίληψη της ζωής» και την ποιητική μελαγχολία, ενός υποκειμένου που στο τέλος αφήνεται ανερυθρίαστα και μάλλον θλιβερά να κάνει τον «αυτό-πανηγυρικό» του. Θλιβερά, διότι με αυτό τον τρόπο (και αυτό είναι ιδιαίτερα φανερό στον Ντεμπόρ), η υπαρξιστικής έμπνευσης καταστασιακή σύλληψη του  υποκειμένου στριμωχνόταν στην καλλιτεχνική πλευρά τους, για να αποδυναμωθεί δραστικά  −χωρίς ωστόσο να σβήσει ολότελα− με τη διαγραφή των καλλιτεχνών από το 1962 κι έπειτα.

Είδαμε ωστόσο ότι η «υπαρξιακή» σκέψη συλλαμβάνει το υποκείμενο ως ένα υποκείμενο που αγωνίζεται αβέβαια να ολοκληρωθεί υπαρκτικά, βιώνοντας μέσα στον κόσμο μελαγχολία, απελπισία, αγωνία, αηδία, ξενότητα και ένα σισύφειο έργο, και όχι σαν ένα θριαμβεύον «φύσει υγιές» υποκείμενο. Είδαμε, με άλλα λόγια, ότι η σκέψη αυτή συλλαμβάνει το υποκείμενο ως ένα πάσχον υποκείμενο.

Να το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν : το πάσχον υποκείμενο του Ντεμπόρ και των καταστασιακών δεν είναι εκ φύσεως «πλήρες» και οντολογικά ξένο προς την αλλοτρίωση, δεν είναι «υγιές». όπως ατυχώς φαντάζεται ο Γιάπε.  Ωστόσο, δεν είναι ούτε και ένα υποκείμενο απόλυτα υποταγμένο στην αλλοτρίωση, όπως το υποκείμενο που επίσης φαντάζεται ο Γιάπε μιλώντας για την πλήρη κατάληψη του  «ασυνειδήτου» από το «προτσέσο της αφαίρεσης».

Το πάσχον υποκείμενο δεν είναι ούτε εντελώς υγιές, ούτε εντελώς άρρωστο, ούτε ολοκληρωτικά ξένο προς την αλλοτρίωση, ούτε ολοκληρωτικά καθημαγμένο από αυτήν. Βρίσκεται μάλλον σε μια «τρίτη» κατάσταση ως προς την «υγεία» και την «αρρώστια», την οποία δεν μπορούμε να αντιληφθούμε όσο μένουμε εγκλωβισμένοι στο κλασικό σχήμα όπου «το Α δεν μπορεί να είναι μη-Α, του  τρίτου αποκλειομένου».

Η έκλειψη του πάσχοντος υποκειμένου στον Ντεμπόρ

Αυτό το πάσχον υποκείμενο −το οποίο ανιχνεύεται στον Ντεμπόρ όπου υπάρχει διάχυτη, έστω και υπόγεια, η υπαρξιακή μελαγχολία− δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί με μια χεγκελιανή αισιοδοξία στην «αναγκαία αλλοτρίωση» του  χρόνου, όπως φαίνεται να σκέφτεται ο Γιάπε. Διότι, αντίθετα από τον Χέγκελ, στην υπαρξιακή οπτική ο χρόνος και η πορεία του  υποκειμένου δεν είναι μια πορεία με λίγο-πολύ εξασφαλισμένο το αίσιο τέλος. Είναι μια πορεία ασυνεχής. «Ασυνεχής», όχι με την έννοια του  ασυνάρτητου, όχι με την έννοια μιας διαρκούς εναλλαγής «ρόλων», την οποία ευλογεί η σημερινή κυρίαρχη μηδενιστική ιδεολογία της αυτάρεσκης «ρευστότητας» και του χαρωπού υπαρξιακού «χάους», αλλά με την τραγική έννοια του πάσχοντος ανθρώπινου όντος.

Αν λοιπόν πάρουμε υπόψη μας ότι η «υπαρξιακή» ιδέα του πάσχοντος υποκειμένου και της ασυνεχούς αντίληψης της ζωής ανήκει στις προϋποθέσεις της αγωνιστικής καταστασιακής σκέψης, τότε θα καταλάβουμε καλύτερα μια σειρά από μη-μαρξιστικές έννοιες, τις οποίες προσπάθησαν να φέρουν στο προσκήνιο οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ —έννοιες όπως η γιορτή, η πολυτέλεια, η κοινότητα, ο διάλογος και η επικοινωνία. Διότι αυτές ακριβώς οι έννοιες, που ο Γιάπε προσπερνάει αλόγιστα, φαίνεται πως ήταν γι’ αυτούς η «γέφυρα» ανάμεσα στην υπαρξιακή μελαγχολία και τη μαρξιστική ιστορική αισιοδοξία. Τι άλλο μπορεί να είναι λ.χ. η «κατασκευή καταστάσεων», ή η «γιορτή», από μια συλλογική συνάντηση πασχόντων υποκειμένων, η οποία διαρρηγνύει εκρηκτικά αλλά «ασυνεχώς» τον κόσμο της αλλοτρίωσης; Χρειάζεται να το υποθέσουμε; Μα αυτό ακριβώς μάς βεβαιώνουν τα ίδια τα γραπτά των νεαρών λετριστών και των πρώτων καταστασιακών.

Είναι αλήθεια ότι όταν ο Ντεμπόρ συνδέει την ασυνεχή αντίληψη της ζωής και το υποκείμενο με μια υπεραξίωση της «στιγμής», κάνει ένα σφάλμα (παρασυρμένος ίσως από τον Ανρί Λεφέβρ και τη θεωρία του των «στιγμών»), στο οποίο δεν είχε υποπέσει ο Κίρκεγκωρ. Πράγματι, όπως επισημαίνει ο Γιόρν στο Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, τον Κίρκεγκωρ «η καθαρή στιγμή είναι ένα τρελό όνειρο και μια μάταια ελπίδα». Διότι γι’ αυτόν, η ασυνεχής αντίληψη της ζωής δεν συνεπάγεται μια υπεραξίωση της «στιγμής» αλλά, όντας άρρηκτα δεμένη με την «απελπισία», αξιώνει τη «σωτηρία», την «ολοκλήρωση» του πάσχοντος ανθρώπινου όντος, την υπαρκτική του πληρότητα δηλαδή και όχι κάποια, πάντοτε αβέβαια, επιμέρους επιτεύγματά του.

Από την άλλη μεριά, είναι επίσης αλήθεια ότι ο Ντεμπόρ, στην πολιτική απόπειρά του να αντιπαραθέσει στο «θέαμα» ένα θεαματικά ισχυρό «αντίπαλο δέος» και μια βεβαιότητα περί της τελικής «λύτρωσης», έσπρωξε από μόνος του σε κάποιου είδους αφάνεια αυτή την πλευρά της καταστασιακής σκέψης. Το πάσχον υποκείμενο δεν είχε θέση σε αυτή την απόπειρα, την οποία παρουσίασε με καθαρούς όρους δύναμης, βεβαιότητας, «υγείας», τόσο στο πεδίο της θεωρίας (όπου η «ασυνέχεια» αντικαταστάθηκε από μια ειδωλολατρία της «συνοχής»), όσο και στο οργανωτικό επίπεδο, όπου ο Ντεμπόρ βάλθηκε, κατά το πρότυπο ενός Μπαμπέφ, να παρουσιάζει την Καταστασιακή Διεθνή, ακόμα και εναντίον κάθε πραγματικότητας, σαν μια απολύτως «μη-θεαματική συνωμοσία των Ίσων» —μέχρι τη στιγμή τουλάχιστον όπου, εκ των πραγμάτων, αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ουδέποτε υπήρξε ισότητα στην οργάνωσή του [13].

Επιπλέον είναι γεγονός ότι, από ένα σημείο κι έπειτα τουλάχιστον, ο Ντεμπόρ έκανε το παν ώστε να διαβεβαιώσει ότι ουδέποτε υπήρξε ο ίδιος ένα «πάσχον υποκείμενο» (όπως αυτό που τόσο ποιητικά μάς έδωσε π.χ. στις ταινίες του για το Πέρασμα μερικών προσώπων… ή την Κριτική του  διαχωρισμού, κατά το 1960-1961), αλλά ότι υπήρξε αντίθετα απόλυτος «κύριος και αφέντης» κάθε στιγμής της ζωής του (π.χ. στον Πανηγυρικό), αν όχι και της ζωής άλλων ανθρώπων, όπως στην αφάνταστα άκομψη αναφορά του στο προ πολλού νεκρό φίλο και  μαικήνα του Gerard Lebovici, στην εισαγωγή του στο βιβλίο του Des Contrats [14] (βλ. Για τον ντεμπορισμό).

Με αυτή την έννοια, ο Γιάπε είναι κάπως δικαιολογημένος που αγνοεί αυτήν την καταστασιακή πλευρά της σκέψης του  Ντεμπόρ και τις βαθύτερες προϋποθέσεις της. Κατά κάποιον τρόπο, παρασύρθηκε εδώ από τον ίδιο τον Ντεμπόρ, από την ίδια την αποτυχία του Ντεμπόρ να διατηρήσει τον πλούτο του  αρχικού καταστασιακού εγχειρήματος, από την ίδια αποτυχία των καταστασιακών να παραμείνουν καταστασιακοί.

Συμπέρασμα

Συνδέοντας το υποκείμενο με το χρόνο, οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ ευδόκησαν προς στιγμή μια ασυνεχή αντίληψη όχι μόνο του  χρόνου αλλά και του  υποκειμένου. Ψάχνοντας λοιπόν να βρούμε πώς εννοούσαν το υποκείμενο, δεν θα βρούμε τόσο μια οντολογία του  «υγιούς» υποκειμένου, όπως αυτή που εντοπίζει ο Γιάπε (και ασφαλώς με τίποτα μια μεταφυσική του  «ενστίκτου της επιβίωσης»).

Θα βρούμε κυρίως μια άλλη, πολύ διαφορετική και πολύ αξιόλογη σύλληψη του  υποκειμένου, μέσα από την οποία μπορούμε να καταλάβουμε πολύ καλύτερα το νόημα που πήγαν να δώσουν στην «κατασκευή καταστάσεων», τη «γιορτή», την «πολυτέλεια», το «διάλογο» και την «επικοινωνία».

Αν και είναι θεμιτό να πούμε ποια «θέματα» οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ έφεραν και πάλι στο τραπέζι, θα ήταν σφάλμα να τους αποδώσουμε κάτι περισσότερο απ’ όσα οι ίδιοι μπόρεσαν να επεξεργαστούν. Αλλά θα ήταν επίσης σφάλμα να του αποδώσουμε κάτι λιγότερο, όπως κάνει σε αυτό το βιβλίο του ο Άνσελμ Γιάπε.

Γιάννης Δ. Ιωαννίδης

Ιανουάριος 2003

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Γκυ Ντεμπόρ και Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι, Το Αληθινό Σχίσμα στη Διεθνή, στο «Θέσεις πάνω στην καταστασιακή Διεθνή και τον καιρό της», § 45 (Ελεύθερος Τύπος, 1981).

[2] Δεν είναι επιφώνημα. Ο Ιταλός κομμουνιστής Amadeo Bordiga (1889-1970) θεωρούσε ότι ο καπιταλισμός, σαν ένα είδος φυσικού κατακλυσμού, βάζει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση και τη ζωή των προλετάριων, και ότι αρκεί το ένστικτο της επιβίωσης για να ξεσηκωθούν και να φτιάξουν μια κομμουνιστική κοινωνία. Στο Σχόλιο πάνω στο βιβλίο του Ζιλ Ντωβέ έχω δείξει πιο διεξοδικά το αβάσιμο αυτής της ιδέας. Πολύ περιληπτικά: το «ένστικτο της επιβίωσης» μπορεί μεν να κάνει κάποιους να ξεσηκωθούν, αλλά όχι και να οικοδομήσουν μια καλύτερη, ελεύθερη κοινωνία.

[3] Βλ. Καρλ Κορς, Γιατί είμαι μαρξιστής (Ύψιλον/βιβλία, 1980) και Μαρξισμός και φιλοσοφία (Ύψιλον/βιβλία, 1981).

[4] Ο τίτλος αυτού του κεφαλαίου είναι «Το προλεταριάτο σαν υποκείμενο και σαν αναπαράσταση». Αυτή η τελευταία λέξη στα γαλλικά είναι représentation, που σημαίνει και παράσταση-αναπαράσταση, αλλά και αντιπροσώπευση-εκπροσώπηση. Να σημειώσω όμως ότι ο Ντεμπόρ δεν είναι κατά της αντιπροσώπευσης γενικά, ούτε κατά της δημοκρατίας γενικά (βλ. π.χ. ΚτΘ, § 116, 103, 121).

[5] Βλ. π.χ. τα Σχόλια πάνω στην κοινωνία του θεάματος (Ελεύθερος Τύπος, 1988).

[6] Βλ. π.χ. τους ανεκδιήγητους Πανηγυρικούς του (ο πρώτος κυκλοφόρησε από τον Ελεύθερο Τύπο, 1995).

[7] Το Ξεπέρασμα της Τέχνης, Πρόλογος του μεταφραστή στη β’ έκδοση (Ύψιλον/βιβλία, 1999) και Γ.Δ. Ιωαννίδης, «Για τον ντεμπορισμό» (2001-2006).

[8] Έννοια που εισήγαγε ο Άσγκερ Γιόρν αντιπαραθέτοντάς την στην «άνεση» (βλ. Περί Μορφής. Σκιαγραφία μιας μεθοδολογίας των τεχνών, Νησίδες, 2002).

[9] Ουρλιαχτά υπέρ του Σαντ (1952, ελληνικά Οξύ, 1995), Για το πέρασμα μερικών προσώπων… (1959), Κριτική του διαχωρισμού (1961).

[10] Βλ. Ζ.-Π. Σαρτρ, Situations (Καταστάσεις, 1947 κ.ε.). Ένα άλλο μέρος (βλ. τα «Ντοκουμέντα σχετικά με την καταστασιακή ιστορία, 1» στην ιστοσελίδα happyfew), είναι μια αναφορά του Λέοντα Τρότσκι. Να επισημάνω, ότι και η έννοια της «περιπέτειας» συνδέεται στενά με τον υπαρξισμό του Σαρτρ.

[11] Το πιστοποιούν και οι αναφορές του Γιόρν σ’ αυτόν και στον Ντεμπόρ στο «Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός» (1964, Αλήστου Μνήμης, 2003).

[12] Βλ. το Περί Μορφής.

[13] Βλ. χαρακτηριστικά Το αληθινό σχίσμα στη Διεθνή.

[14] Γ.Δ. Ιωαννίδης, «Για τον ντεμπορισμό».

 

Πηγή: dangerfew

Θάνος Χατζηαγγέλου: Ανάληψη ευθύνης για συμμετοχή στην Οργάνωση Αναρχική Δράση

Θάνος Χατζηαγγέλου-Για την αδιάλλακτη οργάνωση της Αναρχικής Δράσης

Κάθε 10 του Μάρτη, ο χρόνος καρφώνει τους λεπτοδείκτες στο σημείο μηδέν. Δεν υπάρχουν ώρες, μόνο στιγμές περισυλλογής για το φορτίο της ευθύνης που κουβαλάει ο καθένας και η καθεμία μας στο διηνεκές του επαναστατικού γίγνεσθαι. Για το ηθικό, πολιτικό και στρατιωτικό καθήκον στον επαναστατικό πόλεμο. Ένας κρότος σαν ιαχή εχθροπραξίας, μέσα σε μία νύχτα όπου ο θάνατος νίκησε το φόβο. Ο φυσικός θάνατος τον οποίο τόσο θρηνούμε -στον κόσμο του θανάτου- είναι λιγότερο ολέθριος από το θάνατο που διακινείται ως ζωή.

12 Μάρτηδες πριν, ο σύντροφος και μέλος του Επαναστατικού Αγώνα Λάμπρος Φούντας, εκτελείται σε συμπλοκή στη Δάφνη, από ένα πλήρωμα ένστολων τρομοκρατών κατά τη διάρκεια προπαρασκευαστικής ενέργειας της οργάνωσης. Ο Λάμπρος έζησε όλη του τη ζωή στην πρώτη γραμμή της αντιεξουσιαστικής σύγκρουσης – με το χαρτί, με την σημαία, με το πιστόλι στο χέρι. Έτσι άφησε και την τελευταία του πνοή στην ύστατη μάχη, στην πρώτη γραμμή. Στη ζωή κεραυνός και στο θάνατο λύκος. Ο Λάμπρος είναι η θρυαλλίδα της επαναστατικής αδιαλλαξίας και θα ζει μέσα από τις φλόγες της επαναστατικής βίας. Από τις φωτιές των αστικών μητροπολιτικών πεδίων, μέχρι τις ριπές των ανταρτών στα βουνά της Μέσης Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής.

Ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας αποτελεί σημαία του αγώνα για την ανατροπή και την επανάσταση. Μία σημαία που κυμματίζει περήφανα όσο ο μητροπολιτικός ιστός παραδίδεται στις φλόγες της επαναστατικής βίας. Το αίμα είναι το μελάνι της ιστορίας. Και σε πείσμα όσων θωρρούν πως η ιστορία γράφεται από τους νικητές, θα είμαστε εδώ για να θυμίζουμε πως όσοι νιώθουν νικητές κουβαλάνε στα κουφάρια τους τις πιο συντριπτικές ήττες. Ήττα δεν είναι ο χαμός, ο θάνατος. Ήττα είναι η αποδοχή. Είναι η λησμονιά των νεκρών του ταξικού πολέμου. Είναι η αναίμακτη παράδοση της συλλογικής ιστορίας, στο χρονοντούλαπο της λήθης. Ήττα είναι η ανάθεση και ο μεσσιανισμός. Η παράταση της μάχης, η ανακωχή και ο συμβιβασμός σε μια ζωή κατώτερη των ταξικών αναγκαιοτήτων και περιστάσεων των καιρών. Ήττα δεν είναι να δίνεις τη ζωή και την ελευθερία σου για τον αγώνα, αλλά να ζεις απονεκρωμένος από την έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης και ταξικής συνείδησης. Να κοιτάς να σώσεις το τομάρι σου, όταν ο άλλος δίπλα σου χάνει τα βήματά του, μένει πίσω, πεθαίνει. Μπροστά σε αυτήν την σκοτεινή περίοδο είναι επαναστατικό καθήκον να φωτίζουμε το δρόμο με την ελπίδα της ανατροπής.

“Όποιος δεν οπλίζεται πεθαίνει…και όποιος δεν πεθαίνει είναι θαμμένος ζωντανός: στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στα προάστια-δορυφόρους, στις -αγορασμένες επί πιστώσει- πλήρως εξοπλισμένες μοντέρνες κουζίνες και στις κρεβατοκάμαρες παλάτια.”

Ulrike Meinhoff – RAF

Το πρώτο βήμα στον πόλεμο είναι το ερέθισμα, έπειτα η αποφασιστικότητα και μετά το άλμα παραπέρα. Το άλμα σε μία νέα, παράνομα ανυπότακτη, ζωή. Κουβαλάω στις πλάτες μου μία διαδρομή γεμάτη φωτιά. Εκεί όπου οι ανάσες, οι λιγοστές ανάσες κρύβουν την απόλυτη ελευθερία. Μια ζωή δοσμένη στον αγώνα για κάτι καλύτερο, κάτι διαφορετικό. Και αν η αγέλη τρομοκρατών του Μητσοτάκη και του Θεοδωρικάκου επενδύει στην ατομική και συλλογική ήττα, στην παραίτηση και την υποταγή, σε ένα φαντασμαγορικό τέλος της ριζοσπαστικής αντίστασης μέσα από την αιχμαλωσία μου, εγώ θα πω πως τόσα χρόνια πίστης, προσήλωσης και συνέπειας στη σύγκρουση οδηγούν στην πιο περήφανη στιγμή αυτού του πολέμου.

12 Μάρτηδες μετά, τιμώντας στην πράξη την απολυτότητα του επαναστατικού ήθους και της συνέπειας και της συνέπειας που αντιπροσωπεύει ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας, αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή μου στην Οργάνωση Αναρχική Δράση. Είμαι περήφανος που ένα κομμάτι της ζωής μου ταυτίζεται με ένα μαχόμενο σχήμα, σάρκα από τη σάρκα της αναρχικής ιστορίας, που στάθηκε με τις μικρές του δυνάμεις, με ήθος και συνέπεια στα επίδικα και τα καθήκοντα της αντιεξουσιαστικής σύγκρουσης. Είμαι περήφανος για τους συντρόφους, πλάι στους οποίους, η Αναρχία ήταν μία λέξη γεμάτη πάθος και ειλικρίνεια. Είμαι αμετανόητα περήφανος γιατί η στράτευσή μου, ήταν μια συνειδητή πράξη βασισμένη στην κοινωνική, πολιτική και στρατιωτική αναγκαιότητα της αναρχικής δράσης, σαν αναλυτικό εργαλείο θεώρησης, σαν ανάχωμα δικαιοπραξίας, σαν απόλυτη στάση ζωής.

Η Αναρχική Δράση είναι ένας μαχόμενος σχηματισμός σύγκρουσης και υπεράσπισης της προπαγάνδας μέσα από την πράξη. Είναι μια Οργάνωση που έβαλε στο αντιεξουσιαστικό σκόπευτρο το σύνολο του εξουσιαστικού οικοδομήματος και των σχέσεων εκμετάλλευσης, μετατρέποντας τη λέξη αλληλεγγύη σε ανυποχώρητη συνθήκη ύπαρξης. Στάθηκε εχθρικά και με ψηλά το κεφάλι μέχρι και σήμερα απέναντι στο κράτος και το μισθοφορικό στρατό κατοχής της Δημοκρατίας, στο μιλιταριστικό ιστό, στο δόγμα της ιερής μαφίας, στην πατριαρχική δυσωδία και τον εθνικό κορμό, στους ναούς και τα πρόσωπα της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης, στα διπλωματικά συμφέροντα και τα συμβόλαια ισχύος μιας χώρας βουτηγμένης μέσα στο αίμα.

Απέναντι σε ανθρώπους δίχως πρόσωπα, δίχως ήθοι, αξίες και αρχές, που καταδυναστεύουν τις ζωές της προλεταριακής βάσης, στέκομαι σήμερα αλύγιστος, αμετανόητος, αδιάλλακτος με την ίδια στοχοπροσήλωση στην επαναστατική υπόθεση. Δεν συμβιβάζομαι με τα ασυμβίβαστα, δεν σιωπώ μπροστά στην αδικία γιατί στη ζωή μου έμαθα να υπερασπίζομαι μέχρι θανάτου το δίκαιο και το αναγκαίο. Χαράζοντας μια πορεία γεμάτη δυσκολίες και χτυπήματα, συλλήψεις και καταδίκες, ξυλοδαρμούς και βασανισμούς σε τμήματα, δηλώνω πως τίποτα δεν στάθηκε ικανό να μου δημιουργήσει δεύτερες σκέψεις, να με οδηγήσει σε ένα φτηνό ξεπούλημα της ατομικής και συλλογικής διαδρομής για λίγες πεθαμένες ανάσες “ελευθερίας”. Όλα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά φτηνά και αδιέξοδα χτυπήματα σε ένα σώμα που για χρόνια κουβαλάει μέσα του μία αλώβητη καρδιά. Μια καρδιά με παλμούς σαν κρότους επαναστατικής εχθροπραξίας. Μια καρδιά που χτυπάει για την Αναρχία.

Αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή στην Αναρχική Δράση, γιατί κάθε μου βήμα μέσα σε αυτήν τη διαδρομή ήταν και ένα βήμα βαθιάς δέσμευσης στα καθήκοντα του αναρχικού ανταρτοπόλεμου. Με σεμνότητα και ταπεινότητα, βαθιά εκτίμηση και θαυμασμό για όσους και όσες γράψαν μια ξεχωριστή σελίδα στην ιστορία της ριζοσπαστικής ανατροπής. Με την ελπίδα και τη βεβαιότητα πως τίποτα δεν τελειώνει, πως η εξεγερτική φλόγα της δικαιοπραξίας δεν σβήνει.

Ταγμένος ψυχή και σώμα στη φλέβα της φωτιάς, παραμένω αμετανόητος αναρχικός, υπερασπίζοντας το δρόμο της ρήξης και της σύγκρουσης με κάθε μορφή εξουσίας. Οι ιδέες δεν εξαγοράζονται, το πάθος για την ελευθερία δεν πειθαρχείται, η επαναστατική αξιοπρέπεια δεν απολογείται στα εδώλια των τρομοδικείων. Θα υπερασπιστώ την περήφανη αιχμαλωσία μου μέχρι τέλους, ακόμα και αν χρειαστεί ο ήλιος να ανατείλει από την δύση, θυμίζοντας μια συλλογική υπόσχεση: ο χρόνος μετράει πάντα αντίστροφα για όλους. Αναμονή, αναμονή, επίθεση.

Περήφανα στρατευμένος στην Αναρχική Δράση. Περήφανα προσηλωμένος στον αναρχικό ανταρτοπόλεμο. Η Επανάσταση πρώτα και πάντα.

Θάνος Χατζηαγγέλου

Δ’ Πτέρυγα, φυλακές Κορυδαλλού

Πηγή: athensindymedia

10/3/2022

Ελλάδα: [Θεσσαλονίκη] Λευτεριά στο σύντροφο Γ. Μιχαηλίδη

Στις 10/03, ως ελάχιστη ένδειξη αλληλεγγύης στο σύντροφο Γ. Μιχαηλίδη, κολλήθηκαν στράτσα και πετάχτηκαν τρικάκια στο κέντρο της Θεσσαλονίκης

Ο σύντροφος Γιάννης Μιχαηλίδης, παρόλο που από το Δεκέμβριο του 2021 έχει συμπληρώσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να αποφυλακιστεί, στις 22/02/22 το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Άμφισσας επιλέγει τη συνέχιση της αιχμαλωσίας του.

Αυτή τη στιγμή, ο σύντροφος κρατείται παράτυπα, χωρίς να εκτίει ποινή, υπό το ”φόβο τέλεσης νέων αδικημάτων” και χωρίς ημερομηνία για κάποιο δικαστήριο. Το Συμβούλιο, με νομικά τεχνάσματα, βασισμένο στην απόδραση του (παρόλο που γι’ αυτήν έχει ήδη εκτίσει ποινή), στην ανάληψη της πολιτικής ευθύνης για την απαλλοτρίωση τράπεζας και στην υπεράσπιση της επιλογής αυτής, σε αντίθεση με δηλώσεις μετάνοιας, αποφασίζει εκδικητικά να παρατείνει την κράτηση του.

Είναι γνωστό το μένος των κρατικών μηχανισμών και των θεσμών του, για εκείνους που μπροστά στην απάθεια και την υποταγή διάλεξαν να οπλίσουν το χέρι τους και να στρατευθούν στον κοινωνικό πόλεμο. Για εκείνους που με την στάση τους, ακόμα και όντας αιχμάλωτοι, δεν έκαναν πίσω, δεν αποποιήθηκαν τις ευθύνες των πράξεων τους. Η φαρέτρα της δικαιοσύνης δεν έχει τελειωμό, καθώς στην περίπτωση του Γιάννη επικαλούνται ακόμα και μελλοντικές του συμπεριφορές, για να παρατείνουν την αιχμαλωσία του. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που το κράτος ζητάει δηλώσεις μετάνοιας από επαναστάτες, τονίζοντας πως συνέπειες θα είναι εκεί για όποιον δε λυγίσει, για όποιον συνεχίζει να πολεμά το σάπιο οικοδόμημα τους.

Στεκόμαστε πλάι στον αναρχικό Γιάννη Μιχαηλίδη, υπενθυμίζοντας ότι δεν είναι μόνος απέναντι στον εχθρό και στις νέες μηχανορραφίες που στήνονται εις βάρος του.

Θα περάσουμε από πάνω σας.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΣΙΡΑΚΙΑ ΤΗΣ

ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΚΕΛΙΑ

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ Γ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ

Συνέλευση Αναρχικών Ενάντια στην Κοινωνική Μηχανή

sakm@riseup.net

saekm.espivblogs.net

 

 

Πηγή: saekmespivblogs

Ελλάδα: [Σάβ. 19/3] Πορεία ενάντια σε κρατικές υποχρεωτικότητες, πιστοποιήσεις φρονημάτων, διαχωρισμούς, επιτήρηση, πρόστιμα, αναστολές και απολύσεις

Λάβαμε 10/03/2022

 

Ενάντια σε κρατικές υποχρεωτικότητες, πιστοποιήσεις φρονημάτων, διαχωρισμούς, επιτήρηση, πρόστιμα, αναστολές και απολύσεις

Από την 1η του περασμένου Σεπτέμβρη, χιλιάδες εργαζόμενοι/ες στη βιομηχανία της υγείας τελούν υπό αναστολή εργασίας -χωρίς μισθό και ένσημα- γιατί δεν επέλεξαν να εμβολιαστούν. Εν τω μεταξύ, όσοι από αυτούς ήταν με σύμβαση, έχουν ήδη απολυθεί. Το τελεσίγραφο από τον υπουργό υγείας λήγει στις 31/3 για τους εναπομείναντες εργαζομένους σε αναστολή (σε αριθμό περίπου 4.700) και όποιος δεν έχει εμβολιαστεί έως τότε, θα απολυθεί.

Το κράτος ξεφορτώνεται κάποιους από τους «ήρωες του πολέμου έναντι του αόρατου εχθρού», τα στάδια θεραπείας και περίθαλψης μεταξύ ντεπόν και ΜΕΘ καταργούνται, τα μονοθεματικά νοσοκομεία εδώ και 2 χρόνια διώχνουν τον κόσμο στις ιδιωτικές υπηρεσίες, προλειαίνοντας το έδαφος για συγχωνεύσεις-διάλυση υποδομών, περαιτέρω μειώσεις προσωπικού και συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα.

Το σύστημα υγείας και ασφάλισης, λοιπόν, αναδιαρθρώνεται και μαζί του αναδιαρθρώνονται οι εργασιακές σχέσεις συνολικά∙ ήδη προαναγγέλλεται ο εμβολιασμός ως τυπικό προσόν για το ΕΣΥ, πράγμα που εφαρμόζεται εδώ και περίπου έναν χρόνο άτυπα και κατά τη διακριτική ευχέρεια των αφεντικών σε διάφορα τμήματα του ιδιωτικού τομέα.

Ακόμα κι αν αλλάζει στα σημεία η κρατική διαχείριση της πανδημίας, μας κληροδοτεί, ωστόσο, ένα καθεστώς ρευστού/υγειονομικού απαρτχάιντ με πιστοποιητικά, εξακριβώσεις στοιχείων σε κάθε βήμα, τεστ για το παραμικρό και πρόστιμα. Ήδη επιστρατεύονται οι κρίσεις «δημοσιονομικής σταθερότητας», ενέργειας, τροφίμων και κλίματος για τη συνέχιση της πειθάρχησής μας.

Με τους παραδοσιακούς φορείς κριτικής της εξουσίας, θεσμικούς και μη, να στέκονται στην πλειοψηφία τους δίπλα στο κράτος και τους ειδικούς του, γίνεται φανερό ότι δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα και από κανέναν, παρά μόνο από εμάς τους ίδιους.

Πορεία Σάββατο 19/3, 12:00, Μοναστηράκι

Πρωτοβουλία ενάντια στο Υγειονομικό Απαρτχάιντ

Συνέλευση Αναρχικών Ενάντια στην Κοινωνική Μηχανή: Αφίσα αλληλεγγύης σε αιχμαλώτους/ες πολέμου.

Λάβαμε: 23/02/2022

ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΙΠΟΤΑ-ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

«Σφίξαμε το χέρι τόσων συντρόφων! Οταν καμιά φορά λιποψυχάμε νιώθουμε σαν ένα μαχαίρι να τρυπάει την παλάμη μας η ανάμνηση του χεριού τους. Κι όταν κάνουμε το καθήκον μας νιώθουμε κάτω απ’ την παλάμη μας κάτι σίγουρο κι ακέριο σα να κρατάμε μες στα χέρια μας ολάκερο τον κόσμο».

ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ…

…ανταλλάζοντας ματιές συνενοχής πίσω από τα φλεγόμενα οδοφράγματα, σε νυχτερινά ραντεβού, σε κοινές διαδικασίες, ακονίζοντας τις συνειδήσεις μας, δημιουργώντας συντροφικές σχέσεις, εξελίσσοντας τις στρατηγικές μας, αναβαθμίζοντας τις πρακτικές μας, ροκανίζοντας τα θεμέλια του οικοδομήματος της κυριαρχίας. Κάνοντας λάθη, μαθαίνοντας από τις “ήττες” μας, πλάι σε παλιούς και νέους συντρόφους.

…ΕΧΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΦΟΡΜΕΣ

Οι διώξεις και οι φυλακίσεις αγωνιστών και αγωνιστριών, πάντοτε θα αποτελούν μια ακόμη αφορμή για νέες εχθροπραξίες μια ακόμη αφορμή για να ψαχτούμε, να πειραματιστούμε, να ανακαλύψουμε άγνωστα μονοπάτια, μια ακόμη αφορμή για να επιτεθούμε, παίρνοντας θέση μάχης στον κοινωνικό πόλεμο που μαίνεται, μετουσιώνοντας κάθε άρνηση και επιθυμία μας σε πράξη.

 

ΟΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΠΟΛΕΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΑΡΚΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΑΡΚΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΦΕΡΟΥΜΕ ΠΙΣΩ

ΔΙΑΡΚΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΗΣ ΑΓΩΝΑΣ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΣΑ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΓΚΡΕΜΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΧΥΡΟ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

Συνέλευση Αναρχικών Ενάντια στην Κοινωνική Μηχανή

Κείμενο των δύο αιχμάλωτων συντρόφων από τη ΓΑΔΘ

Κείμενο των δύο αιχμάλωτων συντρόφων από τη ΓΑΔΘ

Όταν το καθεστώς εξαίρεσης νομιμοποιείται γύρω σου, τότε το ανάστημά σου ψηλώνει, παίρνεις βαθιές ανάσες γιατί σου σταγονομετρούν ακόμη και τον αέρα, για να συνεχίσεις μέχρι το τέλος. Μέχρι τη νίκη.

Τα ξημερώματα της Τρίτης 8/2, πάνοπλες δυνάμεις της ΕΚΑΜ και της αντιτρομοκρατικής εισβάλλουν σε σπίτι στην οδό Αλκινόου 12 στην Άνω Πόλη και μας συλλαμβάνουν. Έχει προηγηθεί ο εμπρησμός του ΙΕΘΠ (Ίδρυμα Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού) ενέργεια την ευθύνη της οποίας δεν έχουμε αποποιηθεί από την πρώτη στιγμή στο μέτρο που αναλογεί στον καθένα μας. Με κουκούλες στο πρόσωπό μας και αλυσίδες στα χέρια μας κρατούμαστε για 28 ώρες απομονωμένοι στα γραφεία της αντιτρομοκρατικής και μετά στα δικαστήρια συναντάμε τα πρώτα συντροφικά βλέμματα. Αλυσοδεμένοι ανάμεσα σε ανθρώπους δίχως πρόσωπα, με το κεφάλι μας ψηλά και με τα χαμόγελα που ξεχειλίζουν από περηφάνεια για ό,τι είμαστε, για ό,τι διώκουν πάνω μας. Το καθεστώς εξαίρεσης συνεχίστηκε και μέσα στα κρατητήρια της ΓΑΔΘ, όπου κάθε φορά που έχουμε επιχειρήσει να παρέμβουμε στη δημόσια κινηματική σφαίρα βρισκόμαστε κλειδωμένοι στα κελιά μας, μια συνθήκη που πήγε να ντύσει η αντιτρομοκρατική κάτω από αυθαίρετες εντολές για γενική κράτηση όλων. Μία συνθήκη που οφείλει να κοπεί από τη ρίζα, καθώς οι λογαριασμοί μας με τους κουκουλοφόρους της αντιτρομοκρατικής αφορούν εμάς τους ίδιους. Ο πόλεμος έχει κανόνες και μια πράξη επαναστατικής βίας είναι μέρος του δικού μας πολέμου. Όμως οφείλουμε να αναδείξουμε από εδώ και πέρα το σύνολο των κινήσεων της αντιτρομοκρατικής που όταν αποπειράται να τσακίσει ανθρώπους και ιδέες, αναζητά μανιωδώς τρεις ανθρώπους για να στηρίξει και να στήσει ποινικά το άρθρο 187Α που αφορά τη σύσταση τρομοκρατικής οργάνωσης. Εμείς κάνουμε τα δικά μας σταθερά βήματα την ίδια στιγμή που η αντιτρομοκρατική προτρέχει μέσα σε ένα παραλήρημα αισιοδοξίας. Το πρωί της Δευτέρας 14/2 ξεκίνησε η δρομολόγηση της υποχρεωτικής λήψης DNA, με πρώτο τον σύντροφο Θάνο να περνάει αυτή την εξευτελιστική συνθήκη. Κι όμως το σχέδιο εξόντωσης συνεχίζεται κατά την επιστροφή του στο κελί που καλείται εκ νέου από την κρατική ασφάλεια αυτή τη φορά. Ο σύντροφος καλείται σε νέα ανάκριση κατηγορούμενος για νέα εγκληματική οργάνωση. Η δικογραφία αφορά την εκκένωση της κατάληψης Terra Incognita τον Αύγουστο του 2020, με κατηγορίες για κατασκευή και κατοχή εκρηκτικών υλών, συμμορία, πλαστογραφία, κλοπή ηλεκτρικής και κάθε άλλης μορφής ενέργειας, περί φωτοβολίδων και πυροτεχνημάτων και νομοθεσία περί όπλων – οπλοχρησία σε συνδυασμό με άλλο έγκλημα.

Θα προσπαθήσουμε να το κάνουμε ακόμα μια φορά ξεκάθαρο, τόσο στους συντρόφους μας, όσο και στους εχθρούς μας, η ειλικρινής στράτευση στο αντιεξουσιαστικό πεδίο είναι μια επιλογή βαθιάς πολιτικής δέσμευσης. Το κράτος μας χτυπάει, μας φυλακίζει, βαφτίζει ανθρώπους ως μέλη οργανώσεων και τρίβει τα χέρια του τυλίγοντας τις ζωές μας σε κόλλες δικογραφιών. Εμείς θα περιοριστούμε στην ταπεινότητα της αδιαλλαξίας. Οι δρόμοι εκκενώνονται από τα σώματα,όχι από τα όνειρα. Μπροστά σε έναν ανήθικο κόσμο που όλοι λιγοψυχούν, οι δικές μας ολόφωτες καρδιές προμηνύουν τους πιο εκκωφαντικούς κρότους. Δύναμη και αλληλεγγύη στον σύντροφό μας Παναγιώτη Καλαϊτζή κι αν η αδιαλλαξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι σιδερόφρακτη, τότε το άλμα άξιζε δέκα φορές περισσότερο. Με την αναρχία στη σκέψη, στη δράση και στις ζωές μας στέλνουμε από καρδιάς το πιο δυνατό μήνυμα αλληλεγγύης στις μαχόμενες κοινότητες αντίστασης.

Θάνος Χατζηαγγέλου

Γεωργία Βούλγαρη

κρατητήρια ΓΑΔΘ, Δευτέρα 14/02/2022

Πηγή: athensindymedia

Πολιτική τοποθέτηση του αναρχικού κρατούμενου Θ. Χατζηαγγέλου για την επίθεση στο ΙΕΘΠ

Πολιτική τοποθέτηση του αναρχικού κρατούμενου Θ. Χατζηαγγέλου για την επίθεση στο ΙΕΘΠ

Η έμφυλη βία δεν είναι απλά γεγονός. Είναι η διαρκώς επιβαλλόμενη κανονικότητα της πατριαρχικής ασφυξίας. Καθημερινές γυναικοκτονίες, αμέτρητοι βιασμοί και κακοποιήσεις, προσβλητικά και ειρωνικά σχόλια, αμφισβήτηση και τραμπουκισμός. Κι όταν αυτά λάουν το θείο χρήσμα του πολιτισμένου σκοταδισμού που εκρποσωπεί η εκκλησία, η ασυμβίβαστη οργή παίρνει σάρκα και οστά, βγαίνει στους δρόμους και αποζητά τον λόγο. Η επαναστατική βία αποδίδει ευθύνες.

Στις 21/01 ακόμη ένα κομμάτι συμπληρώνει το παζλ της πολιτισμικής σήψης που κυριαρχεί στον κοινωνικό και πολιτικό βίο. 37χρονος ιερέας παιδοβιαστής κατηγορείται για συστηματική ασέλγεια σε βάρος 11χρονου κοριτσιού που παρακολουθούσε το κατηχητικό της θρησκευτικής αγέλης μαστροπών στα Πατήσια. Θλίψη, αηδία, οργή μα πάνω από όλα ευθύνη. Ευθύνη να μη θαφτεί ακόμα ένα περιστατικό από τόσα και τόσα αποκρουστικά γεγονότα που συνθέτουν την δυσωδία της ιερής μαφίας. Ευθύνη να μην μείνει τίποτα αναπάντητο. Και η ευθύνη αν δεν μετουσιώνεται σε πράξη χάνεται στη δίνη μεταξύ αποδοχής και παραίτησης.

Πραγματοποίησα την εμπρηστική επίθεση στο Ίδρυμα Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού γιατί η άρνηση της αποδοχής οπλίζει την κατάφαση της δικαιοπραξίας. Γιατί δεν περιμένω δικαιοσύνη από τους μηχανισμούς που συγκαλύπτουν συστηματικά την κανονικοποίηση της έμφυλης βίας και του θανάτου ζητώντας εξηγήσεις και απολογίες απο μας. Πραγματοποίησα μια πολιτική παρέμβαση υψηλού συμβολισμού σε έναν φορέα της ιερής μαφίας στέλνοντας ένα και μόνο ξεκάθαρο μήνυμα: Στους νόμους της υποταγής η επαναστατική δικαιοσύνη είναι μονόδρομος.

Η συγκροτημένη αιχμαλωσία μας δεν δείχνει τίποτα παραπάνω από την πόλωση που τροφοδοτεί δύο κόσμους σε διαρκή ρίξη και σύγκρουση. Αναλαμβάνω με περηφάνια την ευθύνη που μου αναλογεί, με ψηλά το κεφάλι και ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου ακόμα κι αν αυτό κοστίζει την απώλεια της ατομικής μου ελευθερίας, ακόμα κι αν σημαίνει την έναρξη νεός νέου κυνηγιού μαγισσών κι αυτό γιατί οι δικές μου ευθύνες βαραίνουν όσο τα βουνά.

Με τα σώματά μας αιχμάλωτα σε τοίχους, κάγκελα και αλυσίδες, μα τις καρδιές μας παντοτινά ελεύθερες, συνεχίζουμε τον αγώνα μας για ισότητα, δικαιοσύνη και αυτοδιάθεση.

Την απόλυτη στήριξη, αγάπη και αλληλεγγύη μου στους δύο διωκόμενους συντρόφους Γεωργία Βούλγαρη και Παναγιώτη Καλαϊτζή. Την αμέριστη εκτίμηση μου στις εκατοντάδες καρδιές που χτυπούν στο πλευρό μας και μια υπόσχεση πως δεν θα λυγίσουμε ούτε στιγμή. Έχουμε πόλεμο.

ΝΑ ΤΣΑΚΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΜΑΦΙΑ

ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΖΩΕΣ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ

Θάνος Χατζηαγγέλου

Αναρχικός αιχμάλωτος, ΓΑΔΘ, 12/2/2022

Πηγή: athensindymedia

Γιάννης Μιχαηλίδης: Για την απόρριψη της αίτησης αποφυλάκισης μου

Στις 29 Δεκεμβρίου 2021, έπειτα από 8 έτη, 3 μήνες και 11 μέρες φυλακής συμπλήρωσα τις τυπικές προϋποθέσεις αποφυλάκισης για όλες μου τις ποινές. Σήμερα 22/2/2022, ενημερώθηκα για την απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άμφισσας σχετικά με την αίτηση αποφυλάκισης μου. Οι δικαστές Σμαράγδα Μωραΐτη (Πρόεδρος), Ιωάννης Γκάτζιας (Πλημμελειοδίκης – Εισηγητής) και Κωσταντίνος Μαντζαβίνος (Δικαστικός Πάρεδρος) έκριναν ότι δεν πληρώ τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αποφυλάκισης.

Η αλήθεια είναι ότι ανέμενα αυτή την επιπλέον αδικαιολόγητη κράτηση που χρησιμοποιείται άτυπα από τη δικαστική μαφία για να τιμωρήσουν επιλογές που κατά τη γνώμη κάποιων δικαστών δεν τιμωρούνται επαρκώς από το νόμο, όπως η επιλογή της απόδρασης (για την οποία βέβαια έχω εκτίσει την πειθαρχική ποινή όπως και την ποινή κράτησης που δεν συγχωνεύεται).

Για να δικαιολογηθεί αυτή η παρατυπία επιστρατεύεται το πρόσχημα ότι ο κρατούμενος “δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις καθώς συντρέχει κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων”. Πρόκειται φυσικά για οργουελικής σύλληψης δυστοπία, σύμφωνα με την οποία βρίσκομαι κρατούμενος όχι γιατί εκτίω ποινή για κάποια πράξη, αλλά προληπτικά, καθώς η αστυνομία σκέψης έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος νέων αδικημάτων, χωρίς τον χρονικό ορίζοντα κάποιου δικαστηρίου όπου θα κριθούν γεγονότα.

Στην περίπτωσή μου όμως, αυτό που δεν ανέμενα ήταν το σκεπτικό των δικαστών, οι οποίοι παραποιούν τα λόγια μου γράφοντας ότι δικαιολόγησα την πράξη της ληστείας γενικώς και αορίστως ενώ εγώ ήμουν συγκεκριμένος όταν ερωτήθηκα σχετικά, κάνοντας ηθική διάκριση μεταξύ στοχευμένης ληστείας τράπεζας και μη στοχευμένης ληστείας όπως π.χ. περαστικών ανθρώπων. Οι συγκεκριμένοι δικαστές, ως άλλη αστυνομία σκέψης πιθανόν να διέτασσαν και τη σύλληψη του Μπέρτολτ Μπρεχτ που τόλμησε να αναρωτηθεί “Τι είναι η ληστεία τράπεζας μπροστά στην ίδρυση της”. Επίσης η δικαστική αλχημεία των εν λόγω δικαστών, προκειμένου να δικαιολογήσει την άσκοπη και αδικαιολόγητη παράταση της κράτησής μου επ’ αόριστον, τους οδηγεί σε ένα αντιφατικό σκεπτικό. Από τη μία αναφέρουν πολλές φορές ότι δεν αποποιήθηκα τις επιλογές μου, ούτε φυσικά ότι είμαι αναρχικός (που αποδεικνύει τουλάχιστον την ειλικρίνεια μου και τη συνέπεια μου ως προς τα λεγόμενά μου καθώς δεν σκοπεύω να υπογράψω δήλωση μετανοίας) και από την άλλη αναφέρουν ότι η επιδειχθείσα καλή διαγωγή μου στη φυλακή είναι κατ’ επίφαση καλή και την αποδίδουν σε λόγους προσχηματικούς.

Οι δικαστές του συμβουλίου Άμφισσας, είχαν κάθε δυνατότητα που τους δίνει ο νόμος να με κρατήσουν επιπλέον στη φυλακή, αλλά επέλεξαν να με προσβάλουν και να με ρίξουν στο ίδιο επίπεδο με αυτό της δικαστικής μαφίας, που για όλη τη συστημική αδικία που προκλητικά βαφτίζουν δικαιοσύνη βασίζονται σε φθηνά προσχήματα.

Για τους λόγους αυτούς δημοσιεύω αυτή τη δικαστική αυθαιρεσία σε βάρος μου. Όσον αφορά εμένα γνωρίζω ότι δεν με λένε Κορκονέα, δεν εκτελώ 15χρονους, δεν φοράω στολή, δεν λαδωνόμουν από φαρμακευτικές σε κάποιο υπουργείο, δεν τα παίρνω από μεγαλοδικηγόρους για να απελευθερώνω βιαστές και να βάζω υπουργικές διώξεις στο αρχείο ενώ εξαντλώ την αυστηρότητα μου σε ορισμένους φτωχοδιαβόλους, δεν είμαι νεοναζί ούτε παιδί του συστήματος, δεν είμαι βιαστής ούτε γυναικοκτόνος, γι’ αυτό δεν πρόκειται να έχω καμία επιεική μεταχείριση (όπως ποτέ δεν είχα μέχρι στιγμής). Αντίθετα είμαι όμηρος της δικαστικής μαφίας, μέχρι να κρίνει κάποιος δικαστής ότι πληρώ τις αόριστες “ουσιαστικές προϋποθέσεις”.

Επ’ αόριστον φυλακισμένος Γιάννης Μιχαηλίδης,

Φυλακές Μαλανδρίνου

Πηγή: athensindymedia

css.php