Ένα ευχαριστώ στο σύντροφο Marc Tomsin

Marc Tomsin: ένας περιπλανώμενος ελευθεριακός ιππότης δεν ζει πια, δεν ονειρεύεται.

Λεύτερος είναι ο καθαείς

ως πεθυμά να ζήσει

κι αν έχει σύνορα η γής

δεν τα’ βαλεν η φύση

 

Στην Κρήτη, στα Χανιά, στην κατάληψη Rosa Nera, πριν από 8 χρόνια γνωρίσαμε τον σύντροφο Marc Tomsin όταν με τις/ους «συγκάτοικους νομάδες από όλο τον κόσμο» συναντηθήκαμε για να παρουσιάσουμε το βιβλίο του Raoul Vaneigem μαζί με τον ίδιο τον συγγραφέα. Ήταν η αρχή για μια σειρά από συναντήσεις λέξεων και αγώνων από διάφορες γωνιές του κόσμου με δίαυλο τον Marc. Στο ίδιο ακριβώς μέρος, τη μέρα που με το γέλιο μας, την αντίσταση και την αξιοπρέπεια θάψαμε (οριστικά;) την τοπική εξουσία του χρήματος και ανακαταλάβαμε το κτίριο της καρδιάς της δικής μας και του Marc, εκείνος, μια δρασκελιά, από τη ζωή στο θάνατο. «Η στιγμή βιάστηκε να γίνει άλλη κι άλλη, κοιμήθηκε τα όνειρα μιας πέτρας που δεν ονειρεύεται και στο βάθος χρόνοι όμοιοι με πέτρες».
Σε λίγες μέρες, στις 15 Ιουνίου, θα είχε τα γενέθλιά του.
Οι ιθαγενείς Τσελτάλ της πολιτείας Τσιάπας στο Μεξικό διακρίνουν δύο ψυχές στο ανθρώπινο σώμα. Η πρώτη, η ch’ulel, είναι κοινή σε κάθε ζωντανό ον, ενώ η δεύτερη, η wayjel, συνδέει το άτομο με ένα ζώο και είναι απαραίτητη στην κοινωνική ζωή. Η ch’ulel είναι μια δύναμη άφθαρτη που ολοκληρώνει έναν κύκλο όμοιο με την ψυχή του καλαμποκιού. Τα ζώα και τα φυτά διαθέτουν μόνο την ψυχή που αποκαλείται ch’ulel, ενώ η ψυχή wayjel είναι το ίδιον των ανθρώπινων όντων. Έτσι, αυτό το ζωϊκό alter ego είναι η κοινωνική ψυχή του ανθρώπου. Ο Marc φαίνεται πως είχε επιλέξει ως alter ego τον ιαγουάρο. Το 2012 δημιούργησε στο Διαδίκτυο τον «Δρόμο του Ιαγουάρου», ένα χώρο ενημέρωσης και αλληλογραφίας για την ατομική και τη συλλογική αυτονομία, για να συνεχίσει τη συνομιλία και την ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ των κοινωνικών κινημάτων. Με αυτόν τον συμβολικό τίτλο του ιθαγενούς κόσμου, με ρίζες στην ιστορία της εξέγερσης των Ζαπατίστας στο τέλος του 20ου αιώνα, επιθυμούσε να συνδέσει αυτό το κίνημα με την ευρωπαϊκή κοινωνική ιστορία (την Κομμούνα του Παρισιού, την Ισπανική Επανάσταση, το 1968) και τους αγώνες που οργανώνονται με αυτόνομο τρόπο σε άλλες ηπείρους. Κείμενα, συνεντεύξεις, μαρτυρίες του παρελθόντος αναμειγνύονταν με διακηρύξεις ή εκκλήσεις για αντίσταση στο παρόν.
«Άκου μικρέ…»
Γεννήθηκε και έζησε στο Παρίσι μέχρι το 1974 κι έπειτα, διαδοχικά, στο Πουατιέ, στην Τουλούζη και στη Βαρκελώνη, μέχρι το 1979 που επέστρεψε. O πατέρας του, Jacques Tomsin, φιλόλογος και ακαδημαϊκός, συμμετείχε στο αναρχικό κίνημα μετά τον πόλεμο, και η μητέρα του, Claudine Labadie, νοσοκόμα στο Παρίσι, ήρθε σε επαφή με τον ελευθεριακό χώρο στις διαδηλώσεις του Μάη του ’68. Το 1968 εντάχθηκε στην «Νεολαία Αναρχικών Κομμουνιστών» (JAC) και έλαβε μέρος στο κίνημα του Μάη-Ιούνη του ’68 (συνελεύσεις, διαδηλώσεις, εξεγέρσεις), έχοντας έντονα επηρεαστεί από την ανάγνωση της «Πραγματείας για την τέχνη του βίου προς χρήση των μελλοντικών γενεών» του Raoul Vaneigem. Ταυτόχρονα συμμετείχε στην «Επιτροπή Δράσης στην Πλατεία της Γιορτής» η οποία λειτουργούσε στη βάση μιας αυτοοργανωμένης και οριζόντιας συνέλευσης και στη συνέχεια στην οργάνωση «Ενημέρωση και Αλληλογραφία Εργατών» (ICO), ενώ συνδέθηκε επίσης με το έντυπο «Μαύρο και Κόκκινο», το οποίο πρέσβευε έναν κριτικό αναρχισμό. Η καταστροφή της πλατείας της γιορτής και της γειτονιάς της και η διάλυση της οργάνωσης ICO προκάλεσαν την αναχώρησή του για την Τουλούζη, εξακολουθώντας όμως να συμμετέχει στο παρισινό περιοδικό «Ο Μαύρος Φανός» και στην «Ελευθεριακή Έκδοση της Λυών». Το 1974 αποβλήθηκε από το τμήμα φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Πουατιέ, μετά την ενεργή συμμετοχή του στο μποϊκοτάζ των εξετάσεων και την έμπρακτη αμφισβήτηση του κοινωνικού ρόλου του πανεπιστημίου. Την ίδια περίοδο δούλευε ως αποθηκάριος και στη συνέχεια ως διανομέας (1971-1973). Επηρεασμένος από την εμπειρία των κολεκτίβων της Αραγονίας, το 1976 μετακόμισε στη Βαρκελώνη και συμμετείχε στη συλλογικότητα Etcetera με τον αδελφικό του φίλο Quim Sirera, ενώ συνομιλούσε επί μακρόν με τον Xavier Garriga Paituvi (πρώην MIL, Ιβηρικό Απελευθερωτικό Κίνημα, 19711973, το οποίο προωθούσε την ένοπλη προπαγάνδα, εμπνεόμενο από αναρχικές, συμβουλιακές και καταστασιακές ιδέες). Επιπλέον, συμμετείχε στις «Διεθνείς Ελευθεριακές Ημέρες», όπου συνδέθηκε συντροφικά και παντοτινά με τον Ντιέγκο Καμάτσο (Abel Paz). «Άκου μικρέ, του έλεγε ο Ντιέγκο, ο αναρχισμός είναι η ποίηση της ζωής και ο έρωτας η πιο υψηλή έκφρασή της».
Επιστρέφοντας στο Παρίσι, το 1979, δουλεύει ως διορθωτής, εργάτης σε τυπογραφείο, στην Encyclopædia Universalis και στον καθημερινό τύπο. Εντάσσεται στο «Γενικό Συνδικάτο Εργατών Διορθωτών» (CGT) που σχηματίστηκε το 1881 και αναλαμβάνει υπεύθυνος διεθνούς αλληλεγγύης και εύρεσης εργασίας (1992-2001). Από το 1994 είναι ιδρυτικό μέλος στην «Επιτροπή Αλληλεγγύης των Αγωνιζόμενων Λαών στην Τσιάπας», συμμετέχει σε όλες τις Διεθνείς Συναντήσεις στο Μεξικό, στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στη Γερμανία και ταξιδεύει δεκάδες φορές στις ζαπατιστικές κοινότητες και στην γειτονική πολιτεία Οαχάκα όπου παραμένει ισχυρό το ελευθεριακό πνεύμα του επαναστάτη Ricardo Flores Magón (1873-1922), ενδυναμώνοντας σχέσεις ζωής και αλληλεγγύης με δεκάδες ανθρώπους, συλλογικότητες και ριζοσπαστικά κινήματα. Εργαζόμενος για περίπου τριάντα χρόνια στο χώρο του βιβλίου, στις εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις και στις εφημερίδες, δημιούργησε στο Παρίσι μαζί με την Angèle Soyaux στην αρχή τον εκδοτικό οίκο Ludd (1985-1998), όπου εκδίδονται βιβλία των Kraus, Panizza, Wedekind, Dagerman, Vaneigem και στη συνέχεια, το 2007, τις εκδόσεις Rue des Cascades, στις οποίες καθιερώνει τη συλλογή «Τα βιβλία της ζούγκλας», αφιερωμένη στους ιθαγενείς λαούς του Μεξικού.
Ο ίδιος έχει πει: «Είναι μια προσπάθεια να συνδυάσω την κοινωνική κριτική, τη μη ακαδημαϊκή γραφή, τη λογοτεχνική υποκειμενικότητα, την αγάπη για το βιβλίο, όσες και όσους το δημιουργούν (συγγραφείς, τυπογράφοι, τεχνίτες, επιμελητές) με μαρτυρίες από τους αγώνες και τα ερωτήματα των κινημάτων που προέρχονται από τους αυτόχθονες λαούς του Μεξικού, ως σημείο εκκίνησης, προκειμένου να συνεχιστεί ο στοχασμός και/ή η ονειροπόληση για τον έρωτα (Georges Bataille, Jérôme Peignot)… Σκάβοντας στις δουλειές του βιβλίου, προσπάθησα να δώσω μορφή στον κοινωνικό αναρχισμό, τον μόνο που με ενδιαφέρει και μέσα στον οποίο μεγάλωσα. Αυτό είναι κάτι που μοιραζόμουν και με τον Ντιέγκο, που υπήρξε εργάτης του βιβλίου στο Παρίσι. Έτσι έχουν τα πράγματα. Προτιμώ πολύ περισσότερο τα βιβλία που εκδόθηκαν την εποχή των εκδόσεων Ludd από αυτά των εκδόσεων Rue des Cascades, επειδή ήταν όλα στοιχειοθετημένα και τυπωμένα με λινοτυπική μηχανή». Δεν διαχωρίζω την εκδοτική δραστηριότητά μου από την κοινωνική πρα
κτική μου η οποία ανάγεται στην εφηβεία μου, στις “επιτροπές δράσης των μαθητών λυκείου”, στις “επιτροπές γειτονιάς” (1967-1971), στο διεθνές ελευθεριακό ρεύμα και τους Provos του Άμστερνταμ που γνώρισα στα δεκαέξι μου. Η ουσία της κοινωνικής παρέμβασής μου συνίσταται πλέον στο να υφαίνω δεσμούς, γέφυρες ή διόδους, τρόπους διασύνδεσης».
Κι εμείς;
Πέρα από μια στείρα μνήμη και ένα γκρίζο φόρο τιμής, ποιο δρόμο να ακολουθήσουμε; Ο θάνατός του μας δεσμεύει στη ζωή. Μας άνοιξε κάποιους διαύλους, αν βαδίσουμε στο βήμα του, ίσως προχωρήσουμε. Αλλά να το κάνουμε με αγώνες, κάθε μέρα, κάθε στιγμή, τότε μπορεί να δούμε ένα χρώμα, ή ένα μικρό φως, ή έναν ωραίο λόγο, ή ένα μυρμήγκι. Σε κάθε ένα από αυτά ή και σε όλα, ίσως βρούμε κάποια πλεύση *, έναν τρόπο για να απλώσουμε τις γέφυρες που εκείνος έστησε.

* Εξεγερμένος υποδιοικητής Μάρκος, 24 Μάη 2014

Σύντροφοι/ισσες – κατάληψη Rosa Nera

 

σε pdf : marc

Για τον αδερφό μας Κώστα Σταμάτη (Μετάλικα)

Το Σάββατο 2 Γενάρη 2021 έφυγε πρόωρα από κοντά μας ο Αναρχικός αγωνιστής Κώστας Σταμάτης.

Σε τέτοιες περιπτώσεις συνηθίζεται οι οικείοι του ανθρώπου που έχει φύγει από τη ζωή να αναφέρονται στο πρόσωπό του στεκόμενοι στα καλά στοιχεία του χαρακτήρα του και ενίοτε με κάποια υπερβολή να προσπαθούν να τιμήσουν τη μνήμη του.

Στην περίπτωση του Κώστα, όσοι είχαν την τύχη και την τιμή να τον γνωρίσουν, ξέρουν ότι δεν πρόκειται για υπερβολή όταν αναφέρονται στην ακεραιότητα, τη δύναμη, την ευθυκρισία και το ήθος του. Η καρδιά του ήταν τόσο μεγάλη ώστε να χωράει τις έγνοιες όλου του κόσμου. Ποτέ δεν ησύχαζε, ποτέ δεν ξεκουράζονταν, ποτέ δεν απογοητεύονταν -ακόμα και όταν δεν πήγαιναν πάντα καλά τα πράγματα. Αποτελούσε πάντα θετικό παράγοντα τόσο στις μεταξύ μας σχέσεις όσο και στον κοινωνικό ταξικό αγώνα. Το πόσο νοιαζόταν και έτρεχε για όλους και για όλα πάντα μας εξέπληττε με θαυμασμό. Η ατσάλινη πυγμή και αποφασιστικότητά του έδινε σε όλους δύναμη και έμπνευση ενώ το παράδειγμά του πάντα θα αποτελεί αγωνιστικό κίνητρο για όλους εμάς.

Ο Κώστας φαινόταν σε όλους μας λες και δεν είχε αδύναμα σημεία, λες και δεν έκανε λάθη, σαν να μην είχε πάθη, με μόνο το πάθος του για την ελευθερία και την κοινωνική επανάσταση.

Σε αυτό το κείμενο δεν θέλουμε τόσο να επεκταθούμε στην ενεργή και πολύχρονη πολιτική και κοινωνική του δράση. Αυτή είναι ευρέως γνωστή. Βρίσκονταν πάντα πίσω από τα οδοφράγματα της αντίστασης και της αλληλεγγύης στο πλευρό των εργαζομένων, των μεταναστών, κάθε καταπιεσμένου, αδύναμου και κυνηγημένου. Συμμετείχε στο Σωματείο βάσης ¨Δικαίωμα στη Ζωή¨ ενάντια στους πλειστηριασμούς και στις ομάδες επανασύνδεσης ηλεκτρικού ρεύματος στις λαϊκές οικογένειες, συμμετείχε στην πρώτη γραμμή του αγώνα για την υπεράσπιση του φυσικού περιβάλλοντος από τη λεηλασία κράτους και κεφαλαίου από τον Αμβρακικό και τον Αχελώο ως την καταστροφή των θαλασσών από τις εξορύξεις υδρογονανθράκων και τη ρύπανση από τις ιχθυοκαλλιέργειες. Ενάντια στη λογική του βετερανισμού ήταν πάντα στις συνελεύσεις, τις αφισοκολλήσεις, το στήσιμο των μικροφωνικών και των εκδηλώσεων, τα δικαστήρια και τις συγκρούσεις, ενάντια στους φασίστες, την καταστολή, το στρατό, τις θρησκείες, τους πολέμους, τον ολοκληρωτισμό.

Θέλουμε μέσα από τα μικρά καθημερινά πράγματα, αθέατα για τους πολλούς, να καταδείξουμε τη στόφα του Αναρχικού Αγωνιστή, που τον χαρακτήριζε. Μόνο ο Αγώνας για την Επανάσταση γεννά τέτοιους ανθρώπους που με την πίστη στο όραμά της είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν ακόμα και την ίδια τους τη ζωή στη δουλειά μυρμηγκιού που απαιτεί η Υπόθεση. Ή ακόμη και στις σφαίρες κάποιου μπάτσου… ή στο μαχαίρι κάποιου φασίστα… Παραμερίζουν κάθε ιδιοτέλεια, κάθε τι το προσωπικό που δεν συμβαδίζει με το συλλογικό όραμα, κάθε παρόρμηση, θυμό ή πικρία από ευθύνη και αφοσίωση. Είναι τιμή μας ως αναρχικοί που γνωρίσαμε το μεγαλείο ενός πραγματικά ελεύθερου ανθρώπου που συνέδεσε την αξιοπρέπειά του με τα ιδανικά της Αναρχίας και τον Αγώνα.

Ο Κώστας ήταν αγρότης. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεπενού Αιτωλοακαρνανίας σε ένα σπίτι με 5 δωμάτια, τόσα όσες και οι οικογένειες που έμεναν εκεί. Σε αυτό το περιβάλλον γαλουχήθηκε με τις λαϊκές αξίες (συλλογικότητα, αλληλεγγύη, αγάπη για τον άνθρωπο, τα ζώα και το περιβάλλον…) αλλά και πήρε τη σκυτάλη της μακράς επαναστατικής ιστορίας του τόπου μας από τις ιστορίες των προηγούμενων. Ο Κώστας ήταν πάντα απλός άνθρωπος γιατί είχε μάθει να εκτιμάει τα σημαντικά στη ζωή, την αγάπη, το γέλιο, τη συντροφικότητα. Από μικρός γνώρισε τη φτώχεια και τη σκληρή δουλειά στα χωράφια και στα ζώα. Από τα μαθητικά του χρόνια πολιτικοποιήθηκε ενώ τη δεκαετία του ΄80 συμμετείχε σε δράσεις της Ένωσης Αναρχικών που διατηρούσε γραφεία στο Αγρίνιο, όπως η μεγάλη αντιφασιστική συγκέντρωση σε προεκλογική ομιλία του Αβέρωφ στην πλατεία Δημοκρατίας όπου ΕΠΕΝιτες και λοιπά φασισταριά ισοπεδώθηκαν και εξαφανίστηκαν από την πόλη για πολλά χρόνια. Ο Κώστας έκτοτε συμμετείχε σε όλα τα εγχειρήματα αυτοοργάνωσης και τα μέτωπα αγώνα ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο στην πόλη του Αγρινίου αλλά και σε αγώνες έξω από τα όρια του νομού.

Από το 2006 συμμετείχε στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Αγρινίου και από το 2009 στο Αυτοοργανωμένο Κοινωνικό Ραδιόφωνο Αγρινίου Ραδιουργία 87,7fm όπου είχαμε την τιμή να γνωριστούμε καλύτερα και να διδαχτούμε όλοι μικροί και μεγάλοι από το ήθος, την ευγένεια, την ισχυρή του θέληση και υπευθυνότητα, την ατελείωτη υπομονή του. Η αγάπη του για τη μουσική και την ηχοληψία ήταν από τα λίγα πράγματα που άφηνε να τον ταξιδεύουν για λίγο εκτός του ωκεανού της ευθύνης και των υποχρεώσεων που σήκωνε, πραγματικά, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο. Μια φορά την εβδομάδα, κάθε τρίτη, πραγματοποιούσε την εκπομπή “Μαύρα μαντάτα” ενώ καθημερινή ήταν η ενασχόλησή του με τα τεχνικά ζητήματα του σταθμού. Σε κάθε εκδήλωση ή συναυλία ήταν πάντα πίσω από τα μηχανήματα και όλοι είχαμε το κεφάλι μας ήσυχο αφού ξέραμε οτι κανένα πρόβλημα δεν θα του αντίσταθεί. Μαζί με το ποδήλατο και το σκύλο του το Ναγκασάκι συνέθεταν μια εικόνα πολύ οικεία για εμάς όλους τους φίλους και συντρόφους του.

Για τον Κώστα οι δουλειές γίνονταν το πρωί, η οκνηρία ήταν πάντα εχθρός. Στις 5 συναντιόμασταν για να πάμε στο φύτεμα και τη συγκομιδή του καπνού. Στης 6 για να ξεκινήσουμε για τη Μεσοχώρα. Στις 7 για όλες τις συνήθεις εργασίες στα χωράφια. Στης 8 παρά για να πιούμε στα γρήγορα έναν ελληνικό ώστε να είμαστε στα δικαστήρια στης 9 παρά. Τα απογεύματα στο καφενείο του στεκιού έφτιαχνε καφέ πάντα τελευταίος, έπρεπε πρώτα να σιγουρευτεί αν είναι όλα καθαρά και ξεσκονισμένα, αν έχουν φαί και νερό τα σκυλιά, αν θέλει πότισμα ο κήπος και τόσα άλλα. Ο καφές ήταν μια καθημερινή συνέλευση, οργανωτική, διαδικαστική και εφ΄ολης της ύλης. «Εντάξει και τη μαλακία μας θα την πούμε και θα γελάσουμε και θα χορέψουμε και θα μεθύσουμε αλλά να πούμε/κάνουμε πρώτα 2 πραγματάκια» συνήθιζε να λέει. Και έτσι ήταν, πάντα υπήρχε χρόνος για όλα.

Ο Κώστας δεν άφηνε ποτέ τίποτα στην τύχη, πάντα αγχωνόταν για το παραμικρό, αφού «ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες». Καταλάβαινε και συγχωρούσε κάθε αδυναμία και λάθος κάθε συντρόφου, αφού ήξερε ότι «οι χώροι αυτοί θέλουν στομάχι». Καταλάβαινε και συγχωρούσε κάθε αδυναμία, αφού «δεν είναι ίδιος ο κλεφτοκοτάς με το μακελάρη» και «όλοι κοσμάκης είμαστε» βλέποντας τις αδυναμίες που αυτός είχε νικήσει, ζωντανές στους άλλους. Σε κάθε τεμπελιά ή αδράνεια απαντούσε με το παράδειγμά του, αφού «το κράτος δουλεύει 365 μέρες το χρόνο, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο για να μας καταστείλει». Σε κάθε λασπολογία απαντούσε με πράξεις : «καλύτερη απάντηση είναι η συνέχιση της δράσης μας». Σε κάθε αναποδιά, τσακωμό ή στενοχώρια στόχευε πάντα στο ξεπέρασμα και τη συνέχεια «αφού όλα εδώ θα μείνουν, ας επικεντρωθούμε στα σημαντικά». Σε κάθε προβοκατορολογία έλεγε «αν ο ΕΛΑΣ σταματούσε τη δράση του επειδή οι Γερμανοί καίγανε χωριά και αύξαναν την καταστολή δεν θα υπήρχε ποτέ αντίσταση».

Σε κάθε ζήτημα που οι αξιακές διαφωνίες μας ήταν έντονες και εκ πρώτης όψεως αξεπέραστες, πάντα ξεπρόβαλε μέσα από τις αφηγήσεις και τα βιώματα του «μπάρμπα» του, ο Αντάρτης, που μετέφερε τις αγωνίες μας σε έναν άλλο καιρό, όπου χαράσσονταν διαφορετικά τα όρια ανάμεσα στον κυνισμό και το ρομαντισμό. Με την καθαρή μάτια του Αντάρτη πολλές φορές αποτελματώνονταν η δράση από τις «ευαισθησίες» εκείνες που ενυπάρχουν στη φύση μας ως αγωνιστές, μα που συχνά αδυνατούν να συμβαδίσουν με τη φρικτή αναγκαιότητα του πολέμου που μας επιβάλλεται από τους εξουσιαστές. Στις συζητήσεις μας γύρω από το ζήτημα των λεγόμενων «παράπλευρων απωλειών», που ως λογική είναι εχθρική στις ιδέες και τις αξίες μας, ο μπάρμπας του ο Αντάρτης μας μετέφερε τη δική του εμπειρία: «Μια φορά που ανέβαινε από τον κάμπο του Αγρινίου στο βουνό πέφτει σε ενέδρα Γερμανών και ταγματασφαλιτών στο χωριό της Λεπενούς. Αφού τρέχει σε ένα παρακείμενο σπίτι για να καλυφθεί, ρίχνει μια χειροβομβίδα προς το μέρος των διωκτών του και καταφέρνει να διαφύγει από ένα παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού προς το βουνό. Από τη χειροβομβίδα όμως που τον έσωσε σκοτώνεται ένα μικρό παιδί που άκουσε το θόρυβο και βγήκε να δει τι συμβαίνει». Ποιός μπορεί να κατηγορήσει αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους για το σώμα και την ψυχή του λαού, ότι δεν σέβονταν τη ζωή του; Ποιος μπορεί να πιστέψει ότι ένα παιδί στο χωριό μπορεί να ήταν στόχος των αντιστεκόμενων ή έστω ότι θα αδιαφορούσαν για τη ζωή του; Ποιός άλλος εκτός από τον πόλεμο και αυτούς που τον προκαλούν είναι υπεύθυνος για τόσους και τόσους αδικοχαμένους συνανθρώπους μας; Ο αγώνας για την κοινωνική απελευθέρωση και δικαιοσύνη, σε όλους τους καιρούς και όλους τους τόπους, είτε στη Μέση Ανατολή είτε στο κέντρο της Αθήνας, είναι αγώνας για τη ζωή και την ελευθερία και οι αγωνιστές παντού και πάντα είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν τη ζωή και την ελευθερία τους για αυτό τον σκοπό. Μόνο οι στρατευμένοι πενθούντες κρύβουν το δάσος και εστιάζουν στο δέντρο, κλείνουν τα μάτια στα εγκλήματα του κράτους και του κεφαλαίου που προκαλούν μαζικούς θανάτους στην κοινωνία και στέκονται δήθεν αγανακτισμένοι ενάντια στην κοινωνική αντιβία. Η βία, ο πόλεμος και οι συνέπειές τους, για τους αγωνιστές της ελευθερίας, καθιστούν επιβεβλημένη και επείγουσα την ανάγκη για τον διαρκή αγώνα κατάργησής τους, τον διαρκή αγώνα για την ευτυχία του ανθρώπινου γένους. Για τα θύματα του κοινωνικού πολέμου, για τα αποτελέσματα της βίας, ευθύνονται πάντα οι εξουσιαστές και εκμεταλλευτές που προκαλούν την οργή και την αντεκδίκηση στις κοινωνίες ή τη στοχευμένη πολιτική αντι-βία των αγωνιστών. Κάθε κριτική στη βία και τον πόλεμο πρέπει να κινείται πάνω σε αυτή τη βάση αν δεν θέλει να δίνει επιχειρήματα στις επιλεκτικές «ευαισθησίες» και την αντεπαναστατική προπαγάνδα των εξουσιαστών.

Αυτά τα λόγια έφεραν ξεχωριστό βάρος όταν ακούγονταν από το στόμα ενός ανθρώπου που σεβόταν και αγαπούσε ως ύψιστη αξία τη ζωή σε κάθε της έκφανση, με τόση κατανόηση και ευθύνη. Που το παράδειγμά του το μαρτυρούσε καθημερινά με όλους τους δυνατούς τρόπους. Ο λόγος του Κώστα, αλλά και η σιωπή του, γεφύρωνε τη θεωρία με την πράξη, την ιδέα με το βίωμα, όπως και η ζωή του, απόλυτα συνεπής στις ιδέες της κοινωνική δικαιοσύνης και της αναρχίας. Δεν ξεχάστηκε ούτε στιγμή.

Ο Κώστας ήταν μέτοχος της ιδέας της επαναστατικής αυτοοργάνωσης των κοινωνιών, των αυτόνομων αντικαπιταλιστικών κοινοτήτων ισότητας και ελευθερίας, που θα αποτελέσουν το πολύχρωμο μωσαϊκό των διεθνών αντιστάσεων για τον αντιεξουσιαστικό σοσιαλισμό, την Αναρχία. Σε αυτή την κατεύθυνση και με βάση την πολιτική συμφωνία κάναμε τα πρώτα βήματα για τη συγκρότηση ενός αυτοοργανωμένου αγροτικού – εργατικού συνεταιρισμού. Σχέδιο ζωτικής σημασίας, κατά τη γνώμη μας, στον αγώνα για την αυτοοργάνωση της ζωής μας, αλληλέγγυα, με αξιοπρέπεια, ακηδεμόνευτα, αντιεραρχικά, συλλογικά. Για την κοινωνική απελευθέρωση και δικαιοσύνη, για την επανάσταση και την Αναρχία. Σχέδιο που στο δύσκολο ξεκίνημά του οφείλει πολλά στη συνεισφορά του Κώστα και που στα επόμενα βήματά του πάντα θα μας συντροφεύει η μνήμη του ως η φωνή της δημιουργικής φαντασίας, της ευθύνης, της σοβαρότητας, της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, της μάχης απέναντι στον κακό μας εαυτό.

                                  Ο ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΣ

          ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

  ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα

και θα βγω στους δρόμους

όπως και χτες.

Και δεν θα συλλογιέμαι παρά

ένα κομμάτι από τον πατέρα

κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα

αυτά που μ’ άφησαν-

και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.

Και τους φίλους μας που χάθηκαν.

Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα

ίσια ολόισια στη φωτιά

και θα βγω όπως και χτες

φωνάζοντας “φασίστες!!”

στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες

μ’ ένα κόκκινο λάβαρο

ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.

Θ’ ανοίξω την πόρτα

και είναι -όχι πως φοβάμαι-

μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα

και πως εσύ πρέπει να μάθεις

να μην κατεβαίνεις στο δρόμο

χωρίς όπλα όπως εγώ

– γιατί εγώ δεν πρόλαβα-

γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ

“έτσι” “αόριστα”

σπασμένη σε κομματάκια

από θάλασσα, χρόνια παιδικά

και κόκκινα λάβαρα.

Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα

και θα χαθώ

με τ΄όνειρο της επανάστασης

μες την απέραντη μοναξιά

των δρόμων που θα καίγονται,

μες την απέραντη μοναξιά

των χάρτινων οδοφραγμάτων

με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις-

Προβοκάτορας.

Κατερίνα Γώγου, 1978.

 

ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΕΝΟ ΣΤΕΚΙ ΑΓΡΙΝΙΟΥ

ΡΑΔΙΟΥΡΓΙΑ 87,7 FM